1882.12.16
2,268 rows · 17,021 words · 122 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 36
Τῆς 16 Δεκεμβρίου 1882
(Πέμπτη)
Ὥρᾳ 3 Μ. Μ. (Γενομένης ἀπαρτίας, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐπεκυρώθησαν).
§1ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑποβάλλω Νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως συμβάσεων μεταξὺ τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῶν Ταχυδρομείων καὶ τοῦ Ἀντιπροσώπου τῆς Ῥωσσικῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας (Ὅρα Παράρτημα).
§2ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὑποβάλλω Νομοσχέδιον περὶ τοῦ μισθοῦ καὶ τοῦ βαθμοῦ τοῦ βοηθοῦ τοῦ Ἐφόρου τῶν Ἀρχαιοτήτων. Ὑποβάλλω πρὸς τούτοις ἕτερον περὶ ἀριθμοῦ τοῦ προσωπικοῦ τῆς βιβλιοθήκης Κερκύρας. Παρακαλῶ ὅπως τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν. (Ὅρα Παράρτημα).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ Γ. Σόλωνος, ὑποβάλλοντος παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ Νόμου περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ οἴνου. Ἀναφορὰ πνευματοπωλῶν ἐκ Τριπόλεως, αἰτουμένων τροποποιήσεις ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ Νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος καταναλώσεως ἐπὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν. Ἀναφορὰ Α. καὶ Ν. Πανταζοπούλων, παραπονουμένων κατὰ τῶν ὀργάνων τῆς Ἐξουσίας ἐν τῷ Δήμῳ Ἡραίας. Κάτοικοι Ἀγουλινίτσης αἰτοῦνται νὰ παραταθῇ ἡ προθεσμία ἡ ἐκ τοῦ Νόμου ΛΔ περὶ εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων.
§4ΚΑΛΛΙΓΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν Νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας πρὸς ἀνανέωσιν τῶν μέχρι τοῦ 1876 καθυστερούντων εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. (Ὅρα Παράρτημα). Ἐνομίσαμεν ἀναγκαῖον νὰ μεταβάλωμεν κατά τι ὡς πρὸς τοῦτο τὸ προηγούμενον σύστημα καὶ νὰ δεχθῶμεν μὲν καὶ ἐκτάκτους βοηθοὺς, διότι οἱ τακτικοὶ βοηθοὶ δὲν ἐπαρκοῦσι πρὸς ἐκκαθάρισιν, ἀλλ’ ἐκρίναμεν ἀναγκαῖον, πλὴν τῆς ὑπηρεσίας τῶν Ταμιῶν καὶ τῶν τακτικῶν εἰσπρακτόρων, νὰ προσθέσωμεν δι’ ἀμοιβὴν ὄχι τὸ 10%, τὸ ὁποῖον ἤδη χορηγεῖται, ἀλλὰ νὰ προσθέσωμεν ἀμοιβὴν ὑπὲρ ἐκείνων, οἵτινες θὰ προθυμοποιηθῶσιν εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν, διότι ἐκεῖ εἶναι ἡ δυσκολία. Ἑπομένως ζητῶ πίστωσιν 50 χιλιάδων δραχμῶν, δαπανηθησομένων ἐπ’ αὐτῷ τῷ σκοπῷ πρὸς ἀμοιβὴν τῶν ἐργασθησομένων εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν. Δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ βλάβη εἰς τὸ Δημόσιον, διότι ἐλαττοῦνται τὰ ποσὰ, ἃ ἤθελον λάβει κατὰ τὸν προηγούμενον Νόμον. Ὑποβάλλω δὲ συνάμα καὶ ἔκθεσιν, δικαιολογοῦσαν τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπως φωτισθῇ ἡ Βουλή.
§5Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ποίαν προθεσμίαν τάσσετε;
§6ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἓν ἔτος.
§7Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἐπαρκεῖ.
§8ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κατόπιν δυνάμεθα νὰ παρατείνωμεν.
§9Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ἐγὼ, ἐπειδὴ ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἶναι σπουδαία καὶ ἐπειδὴ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἔχῃ ἐκθέσεις διαφόρων Ταμιῶν τοῦ Κράτους περὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, εἰ δυνατὸν, νὰ καταθέσητε μερικὰς τῶν ἐκθέσεων αὐτῶν, ἵνα φωτισθῶμεν, καὶ ἰδίως ἐὰν θὰ ἐπαρκέσῃ τὸ προσωπικόν.
§10ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν, καὶ ἂν κατορθοῦται τοῦτο διὰ τῆς ἀμοιβῆς, θὰ τὸ δοκιμάσωμεν, διότι μέχρι τοῦδε δὲν ἐδόθη ἀμοιβὴ δι’ ἐκκάθαρσιν.
§11Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ποσὸν δὲν εἶναι οὔτε ἄξιον λόγου, ἵνα φέρῃ τις ἀντίῤῥησιν· νομίζω ὅμως, ὅτι θὰ ἔχωμεν ἀπάντησιν τῶν ἁρμοδίων προσώπων.
§12ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὡς πρὸς τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ζητεῖτε, νομίζω, ὅτι τὰ ἔχετε, διότι διενεμήθη ὁ προσωρινὸς ἀπολογισμὸς τοῦ 1881, ἐν ᾧ περιέχονται τὰ εἰσελθόντα εἰς τὸ Ταμεῖον ἀπὸ καθυστεροῦντα.
§13Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θέλω νὰ ἴδω τί ὑπολείπεται.
§14ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Σᾶς εἶπον ὅτι δὲν ἔγεινε τίποτε, οὐδὲ δύναμαι νὰ σᾶς φέρω, εἰμὴ μόνον διὰ τὰς 550 χιλιάδας δραχμὰς τῶν ἀνανεωθέντων θετικὰς πράξεις, αἱ δὲ μὴ γενόμεναι πράξεις εἶναι ἀρνητικαί, ἑπομένως δὲν βεβαιοῦνται δι’ ἐγγράφων.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§16Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, πρέπει νὰ εἰδοποιήσητε, κύριε Πρόεδρε, τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ εἰσέλθωσι. Κάμνω δὲ τὴν δήλωσιν ταύτην, διὰ νὰ μὴ ἀναγκασθῶ καὶ κάμω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεκάλεσα τοὺς εἰς τὰ δωμάτια κ.κ. βουλευτὰς νὰ εἰσέλθωσιν· ὅπως δὲ γνωρίζετε, κ. βουλευταὶ, οἱ ἐν τοῖς δωματίοις εὑρισκόμενοι θεωροῦνται παρόντες.
§18Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν κάμνω ἔνστασιν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λέγω, ὅτι τοὺς παρεκάλεσα...
§20ΡΟΥΦΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§21ΤΡΑΚΑΣ. Κάμνω ἐπερώτησιν, ἣν θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω, διότι τὴν ἔχω γεγραμμένην (ἀναγινώσκει)· (Ὅρα Παράρτημα). Σχετικῶς μὲ τὸ προταθὲν Νομοσχέδιον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποβάλλω καὶ ἐγὼ τροπολογίαν εἰς τὸν Νόμον αὐτὸν τὸν περὶ χρεῶν, ἵνα προληφθῶσιν αἱ καταχρήσεις. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπιφέρῃ ὡς πρὸς τοῦτο θεραπείαν. Προσέτι πρὸ ἡμερῶν ὑπέβαλον δύω Νομοσχέδια, καὶ παρακαλῶ νὰ τεθῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ὅρα Παράρτημα).
§22ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὅταν συζητηθῇ ὁ Νόμος, συνάμα μὲ αὐτὸν θὰ συζητηθῶσιν.
§23ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΕΤΑΞΑΣ. Πρὸ πέντε ἢ ἓξ ἡμερῶν ὑπεβλήθη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου Νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν κινητῶν κεφαλαίων· ἐπειδὴ δὲ ἔχομεν ἀνάγκην καὶ ἐπιθυμοῦμεν νὰ τὸ συζητήσωμεν, καὶ ἐπειδὴ ἔχομεν ἀνάγκην καὶ νὰ τὸ μελετήσωμεν, παρακαλοῦμεν νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γρυπάρης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§25Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἴμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κ. Πρόεδρε;
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§27Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν τὸ κάμνω διὰ νὰ κάμω ἔνστασιν, λέγων, ὅτι δὲν εἶναι ἀπαρτία, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἦναι παρόντες οἱ κκ. βουλευταὶ, διότι οὕτω δὲν εἶναι ἀπαρτία.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὐθὺς, ἅμα κάμετε τὴν ἔνστασιν, θὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§29Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν θέλω νὰ κάμω τὴν ἔνστασιν, ἀλλὰ οἱ κκ. Βουλευταὶ πρέπει νὰ ἦναι εἰς τὴν θέσιν των.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ λέγετε, ὅτι δὲν εἶναι ἀπαρτία, θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§31ΤΙΝΕΣ. Δὲν κάμνει ἔνστασιν.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένει.
§33Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἐπιμένω ἵνα ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, ἀλλὰ λέγω, ὅτι ὀφείλουσιν νὰ ἔλθωσιν οἱ βουλευταὶ, διὰ νὰ γείνῃ ἀπαρτία (θόρυβος).
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, αἱ συζητήσεις παύουσι.
§35Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἐπιμένω ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, ἀλλ’ ἐπιμένω νὰ ἔλθωσιν οἱ κκ. βουλευταὶ ἐντός τῆς αἰθούσης. (Ἄρχεται ἡ ἐκφώνησις τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου). Ἐὰν ἐγὼ ἤθελον νὰ στιγματίσω τὴν πλειονοψηφίαν, δὲν θὰ ἐπερίμενα νὰ ἴδω ἄλλο, εἰμὴ νὰ ἐπιμένῃ αὕτη εἰς τὸ ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§36Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶμαι ἐναντίος ν’ ἀναγνώσητε τὸν κατάλογον, ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι, καθ’ ἣν ὥραν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔφερε τὴν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἦτον ἀραιὰ τὰ καθίσματα.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτά...!
§38Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ ἀναγνώσητε τὸν κατάλογον, δὲν λέγω ὄχι, ἀλλὰ λέγω μόνον, ὅτι ἤδη δὲν ὑπάρχει ὁ λόγος... (Ἐξακολουθεῖ μέχρι τέλους ἡ ἐκφώνησις τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου).
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες εἶναι 140, ὥστε ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, ὁ δὲ κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§40Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ βεβαιώσω διότι πρόκειται περὶ τῆς ὑπολήψεώς μου καὶ ὡς Κουμουνδούρου καὶ ὡς στρατιωτικοῦ, εἶναι ἀνάγκη νὰ βεβαιώσω, ὅτι τὸ πρῶτον, ὅτε ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, ἀληθῶς δὲν ἦτον ἀπαρτία· ἀλλὰ μὅλον τοῦτο, καίτοι δὲν ἦτον ἀπαρτία καὶ ἐδικαιούμην νὰ κάμω τὴν ἔνστασιν, δὲν τὴν ἔκαμα, διὰ ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, οὔτε διὰ διὰ νὰ ματαιώσω τὴν συνεδρίασιν· τὴν ἔκαμα μόνον, διότι ἐπιθυμῶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦσι νὰ δώσωσι εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ φορολογικὰ Νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα κατ’ ἐμὲ δὲν εἶναι συμφέροντα, αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, οἵτινες ἐπιθυμοῦσι τοῦτο, πρέπει νὰ ἦναι παρόντες. Ἐπιμένω, ὅτι τότε δὲν ἦτο ἀπαρτία, καὶ σᾶς προκαλῶ καὶ σᾶς, κ. Πρόεδρε, ἐν τῇ εἰλικρινείᾳ καὶ τιμῇ σας νὰ βεβαιώσητε ἐὰν τοῦτο δὲν ἦναι ἀληθές.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Μποῦτος). Ὅταν ὁ κ. βουλευτὴς ἐδήλωσε τὸ πρῶτον, ὅτι θὰ κάμῃ ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, εἰδοποιήσας με ἰδιαιτέρως, ἀρκετοὶ βουλευταὶ δὲν ἦσαν ἐδῶ παρόντες· ἀλλ’ ὑπέμνησα εἰς τὸν κ. βουλευτὴν, ὅτι, κατὰ τὸν Κανονισμὸν, οἱ ἐν τοῖς δωματίοις εὑρισκόμενοι βουλευταὶ λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπαρτίαν, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀπαρίθμησις, ἣν ἐκάμομεν αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἀποδεικνύει, ὅτι εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ.
§42Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ὑπῆρχε ἀπαρτία, καὶ προκαλῶ τοὺς βουλευτὰς Βουλπιώτην καὶ Νομικὸν νὰ μὲ διαψεύσωσι, διότι οὔτε ἐντὸς τῶν καπνιστηρίων δὲν ὑπῆρχον. Καὶ προκαλῶ νὰ μὲ διαψεύσωσιν οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι.
§43ΓΡΥΠΑΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§44Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸς λοιπὸν, κύριοι, εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Τρικούπης ἔσπευσε νὰ μὲ διαψεύσῃ χθὲς μετ’ ἀνηλεοῦς αὐταπαρνήσεως εἰπόντα, ὅτι οὐδέποτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ψεύδεται; Αὐτὸς λοιπὸν εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Τρικούπης εἶπεν ἡμῖν λίαν ἀνακριβῶς, ὅτι ἡ πλειονοψηφία αὐτοῦ πρὸς τὴν μειονοψηφίαν τῆς ἀντιπολετεύσεως εἶναι δύω πρὸς ἕν; Δὲν πρόκειται σήμερον περὶ ἀριθμῶν, οὐδὲ θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν λεπτομερῆ αὐτῶν ἔρευναν, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης δὲν εἶπε τὴν ἀλήθειαν. Οἱ πάντες γινώσκετε, ὅτι οὐχὶ δύω πρὸς ἓν, ἀλλὰ μόλις δύω ἐπὶ τοῖς 100 εἶναι ἡ ἀριθμητικὴ διαφορὰ, καὶ αὕτη ἀμφίβολος, κυμαινομένη καὶ ὑπάρχουσα μόνον, ἐὰν πράγματι ὑπάρχῃ, ἕνεκα λυπηρᾶς περιστάσεως καὶ ἀπροσδοκήτου. Ἠθέλησε λοιπὸν νὰ ἐκφοβίσῃ ὑμᾶς ὁ κ. Πρωθυπουργός; Ἠθέλησε νὰ δώσῃ θάῤῥος εἰς τοὺς φίλους του, καὶ σκοπὸν εἶχε νὰ προπαρασκευάσῃ τὴν ἀσυζητητεὶ ἐπιψήφισιν Νομοσχεδίων, δι’ ὧν ἐπιβάλλει βαρεῖς φόρους καὶ δυσβαστάκτους εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν! Πρὸς τοῦτο μὲ διέψευσε χθὲς διαψεύδων ἑαυτόν; Ἀλλὰ καὶ δὲν ἀπορῶ μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις δὲν ἀπήντησεν ἐπὶ τόσων λεπτομερῶν καὶ σπουδαίων παρατηρήσεων, αἵτινες ἐξηνέχθησαν ἐναντίον τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ ὑπὸ τριῶν ἀλλεπαλλήλως ἀξιοτίμων συναδέλφων ἡμῶν τῆς τε Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῆς Συμπολιτεύσεως. Δὲν ἀπήντησε, διότι δὲν εἶχε τίποτε ν’ ἀπαντήσῃ.
§45ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγώ; θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§46ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀπήντησε, διότι κατὰ δυστυχίαν παρετηρήθη, ὅτι ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὁ ὁποῖος περὶ πλεῖστα εἶναι ἁρμοδιώτατος, ἀπεδείχθη ἀναρμοδιώτατος εἰς τὴν Διοίκησιν τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Παίζει ὁ κ. Καλλιγᾶς μὲ ὅλα· παίζει πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μὲ τὴν ἰδίαν αὑτοῦ ἀξιοπρέπειαν. Δύναται νὰ παίζῃ μὲ αὐτήν· εἶναι κτῆμά του· δύναται νὰ παίζῃ καὶ μὲ τὰ ἴδια ἑαυτοῦ ἑκατομμύρια, ἀλλὰ μὲ τὰ ἑκατομμύρια τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δὲν δικαιοῦται νὰ παίζῃ. Ἂν δὲ καὶ τοῦτο ἀποτολμᾷ, σεῖς καὶ ἡμεῖς πάντες, ἄνευ διακρίσεως μερίδος πολιτικῆς, ὀφείλομεν νὰ μὴ τὸ ἀνεχθῶμεν. Εἶπον, ἄνευ διακρίσεως μερίδος, διότι εἶχον καθῆκον νὰ δηλώσω εὐθὺς ἐν ἀρχῇ, ὅτι, συζητοῦντες τὸ ζήτημα τοῦτο, δὲν ἀποδίδομεν πολιτικήν τινα ἔννοιαν εἰς αὐτό. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν δὲν δύναται νὰ τεθῇ εἰς ἀμφισβήτησιν. Εἶναι καὶ δίκαιον, εἶναι καὶ ὀρθὸν, εἶναι μάλιστα καὶ ἐπεῖγον, νὰ ἐπιβληθῇ φόρος ἐπὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν. Εἰς ἄλλα Κράτη, ἐκεῖ, ὅπου γινώσκουσιν πῶς δύνανται νὰ πληρῶσι τὸν δημόσιον θησαυρὸν, χωρὶς νὰ ἐξαντλῶσι τὰ Ταμεῖα τῶν ἰδιωτῶν, εἰς ἄλλα Κράτη αὐτὸν τὸν φόρον τὸν ἐπιβάλλουσι μέγιστον, ἐνιαχοῦ μάλιστα καταπληκτικόν. Ἐν Ἀγγλίᾳ π. χ. ἐκ μόνου τοῦ φόρου τῶν πνευματωδῶν ποτῶν εἰσπράττουσι 500,000,000 φράγκων.
§47ΚΑΛΛΙΓΑΣ. 750,000,000.
§48ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. 750,000,000 εἶναι μετὰ τοῦ οἴνου, 500,000,000 μόνον ἀπὸ τὰ πνευματώδη ποτά· γνωρίζετε δὲ, ὅτι ἐκεῖ δὲν γίνεται διάκρισις, λέγονται «boissons» ὅλα τὰ ποτά. Ἐν Γαλλίᾳ, εἰ καὶ ἐν μικροτέρῳ ὅρῳ, — τοῦτο δὲ διὰ λόγους σπουδαίους, τοὺς ὁποίους δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, — εἰσπράττονται ὅμως καὶ ἐκεῖ πολλὰ ἑκατομμύρια. Ἑπομένως δὲν πρόκειται ν’ ἀμφισβητηθῇ κατ’ ἀρχὴν ἡ φορολογία ἐπὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν. Ἀλλὰ τὸ φορολογητὸν τῶν ἀντικειμένων τούτων δὲν εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ Νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἀρχὴ οἰκονομικὴ, ἀνεπίδεκτος συζητήσεως. Ἀρχὴ τοῦ Νομοσχεδίου εἶναι ὁ ὅρος τοῦ προτεινομένου φόρου, καὶ ἡ ἀρχὴ αὕτη εἶναι ἀποκρουστέα, ὡς ἀναιροῦσα ἄρδην τοὺς κανόνας τῆς ἀναλογικῆς ἰσότητος ἐν τῇ φορολογίᾳ. Ἀρκεῖ νὰ ῥίψῃ τις βλέμμα ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν σχεδίου, ἀρκεῖ νὰ ἀναγνώσῃ ὀλίγας μόνον διατάξεις αὐτοῦ, διὰ νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ὄντως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πράττει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου εἶπον ὅτι πράττει, ὅτι δηλαδὴ παίζει μὲ τὰ ἑκατομμύρια τοῦ λαοῦ. Κατὰ τὴν λήξασαν Σύνοδον ὑπέβαλε Νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν πνευματωδῶν ποτῶν. Ἐσυζητήσαμεν αὐτὸ ἐπὶ ἡμέρας, ἐπὶ τρεῖς, νομίζω, συζητήσεις, ἀλλὰ δὲν ἐτόλμησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, διότι οἱ βουλευταὶ, οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην πρὸ πάντων, ἀντετάχθησαν καὶ ἀπέσυρε τότε ὁ κ. Καλλιγᾶς τὸ Νομοσχέδιον του, εἰ καὶ ὁ δι’ ἐκείνου προτεινόμενος φόρος ἦτο κατὰ τὸ πλεῖστον ἴσος πρὸς τὸ ἥμισυ τοῦ σημερινοῦ. Πῶς ἆρά γε τολμᾷ τοῦτο ἤδη; Πῶς μάλιστα ἔρχεται σήμερον, μὲ ἐλαφρὰν τὴν καρδίαν, καὶ διπλασιάζει τὸν φόρον; Στηρίζεται τάχα καὶ αὐτὸς εἰς τὰ δύω πρὸς ἕν; Καὶ τὸν διπλασιάζει, κύριοι — προσέξατε δὲ τοῦτο καλῶς — ἐν ὥρᾳ, καθ’ ἣν προτείνει φόρον τεσσάρων περίπου ἑκατομμυρίων ἐπὶ ἀντικειμένου πρωτίστης ἀνάγκης, ἐπὶ τοῦ οἴνου· ἐν ὥρᾳ, καθ’ ἣν ἐπιβάλλει χονδροειδῶς, ἀκατανοήτως, 12% αὔξησιν ἐφ’ ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν ὑφισταμένων φόρων, καθ’ ἣν ἐπιβάλλει βαρύτατον φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, καθ’ ἣν ἐπιβάλλει... καὶ τί δὲν ἐπιβάλλει; Ἀλλ’ εἶναι ἀληθῶς φόρος καταναλώσεως ὁ ἐπιβαλλόμενος ὑπὸ τοῦ κ. Καλλιγᾶ φόρος; Ἄλλοι σᾶς ἐξήγησαν τοῦτο, ἄλλοι σᾶς εἶπον εἰς τί συνίσταται, πῶς εἰσπράττεται, πῶς βεβαιοῦται ὁ φόρος τῆς καταναλώσεως, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ ἐπανέλθω ἐγὼ ἐπὶ τὸ αὐτά. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Καλλιγᾶν: ποῦ καὶ πῶς καταναλίσκεται ἡ σούμα ἀπ’ εὐθείας, ὡς τοιαύτη, καὶ ἐπιβάλλει εἰς αὐτὴν καταναλώσεως φόρον; Ἡ σούμα εἶναι πρώτη ὕλη πρὸς κατασκευὴν οἰνοπνευμάτων, ἤτοι πρὸς κατασκευὴν πνευματωδῶν ποτῶν, ὑποβαλλομένων εἰς φόρον. Θέλει ὁ κ. Καλλιγᾶς νὰ ἐπιβάλῃ διπλοῦν φόρον ἐπὶ τῆς σούμας; Ἡ σούμα πρὸς οὐδὲν ἄλλο χρησιμεύει, εἰμὴ εἰς κατασκευὴν ρακῆς καὶ ἄλλων πνευματωδῶν ποτῶν. Τί δὲ νὰ εἴπω περὶ τῆς κυριωτάτης ἀρχῆς, ἐφ’ ἧς τὸ Νομοσχέδιον τοῦ κ. Καλλιγᾶ ἐρείδεται, τῆς ἐντελοῦς ἰσότητος οὐχὶ τῆς φορολογίας, ἀλλὰ τοῦ ὅρου τοῦ φόρου; Εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς ἐξηγήσω ἐγώ, ὅτι, ὅταν ὁ ὅρος τοῦ φόρου ᾖναι ὁ αὐτὸς ἐπὶ διαφόρων ἀντικειμένων, ἡ ἀνισότης αὐτοῦ αὐξάνει ἐπὶ τοσοῦτον, ἐφ’ ὅσον εἶναι διάφορος ἡ τιμὴ τῶν ἀντικειμένων, ἐφ’ ὧν ὁ φόρος οὗτος ἐπιβάλλεται. Ποῦ εὗρεν ὁ κ. Καλλιγᾶς τὴν ἀρχὴν ταύτην τὴν οἰκονομικήν; Ποῦ δὲ εἶναι ἡ δικαιοσύνη, περὶ τῆς ὁποίας τοσοῦτον σθεναρῶς ὡμίλησε χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργός; Δὲν γνωρίζει ὁ κ. Καλλιγᾶς πόσον μεγάλη εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν διαφόρων εἰδῶν τῶν πνευματωδῶν ποτῶν; Δὲν γνωρίζει, ὅτι ὑπάρχουσι πνευματώδη ποτὰ, τῶν ὁποίων γίνεται μάλιστα μεγίστη χρῆσις ἐν ὅλαις ταῖς πόλεσι, καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἀξία ἀνέρχεται κατ’ ὀκᾶν εἰς 24 ὅλα φράγκα; Γνωρίζει βεβαίως ὁ κ. Καλλιγᾶς τὴν Chartreuse τοῦ Garnier, τῆς ὁποίας ἑκάστη φιάλη ἡμισείας ὀκᾶς τιμᾶται 12 φράγκων· γνωρίζει τὸ Cognac Martell, γνωρίζει τόσα ἄλλα ποτὰ μείζονος ἀξίας. Καὶ ἐν τούτοις εἰς αὐτὰ ἐπιβάλλει 50 λεπτῶν φόρον κατ’ ὀκᾶν, δηλαδὴ δύω ἢ καὶ 3%, εἰς δὲ τὴν ρακὴν, ἡ ὁποία εἶναι τὸ στήριγμα τοῦ δυστυχοῦς γεωργοῦ, ἐπανερχομένου ἐκ τῶν κόπων τῆς ἡμέρας, τὸ στήριγμα τοῦ δυστυχοῦς ἐργάτου, ἀπομάσσοντος τὸν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου του, τὸ στήριγμα τοῦ στρατιώτου κατὰ τὰς ἐπιπόνους αὐτοῦ ὑπηρεσίας ἢ πορείας, ἐπιβάλλει εἰς τὴν ρακὴν φόρον 50%! Εἶναι, φαίνεται, πεπρωμένον, εἶναι ἴσως ἐντεταλμένος ὁ κ. Καλλιγᾶς, ἔχει ἴσως τὴν ἀποστολήν....
§49ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τοῦ Σατανᾶ.
§50ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως τοῦ Σατανᾶ, διότι μόνος ὁ Σατανᾶς ἠδύνατο νὰ ἐπινοήσῃ τὴν σατανικὴν ἰδέαν, ὅτι εἰς τὰ φορολογικὰ ζητήματα πρέπει νὰ θεωρῆται ὡς Παρίας, νὰ ἐκμυζᾶται ὁ πτωχὸς ὑπὲρ τοῦ πλουσίου. Εἰς τὴν τράπεζαν τοῦ πλουσίου εἶναι τὸ κονιὰκ, εἰς τὴν τράπεζαν αὐτοῦ εἶναι ἡ Chartreuse, καὶ ἐν τούτοις ἐπιβάλλει φόρον 2%· ἐνῷ εἰς τοὺς δυστυχεῖς, περὶ ὧν εἶπον, ἐπιβάλλεται φόρος 50%! Καὶ δὲν εἶναι ἔργον τοῦ Σατανᾶ αὐτὸ, κ. Καλλιγᾶ; Μὴ εἴπητε δὲ, ὅτι τὰ πνευματώδη ποτὰ, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, διότι περὶ τούτων πρόκειται, μὴ εἴπητε, ὅτι αὐτὰ φορολογοῦνται καὶ διὰ τοῦ τελωνειακοῦ δασμοῦ. Ὁ τελωνειακὸς δασμὸς τῶν πνευματωδῶν ποτῶν εἶναι μηδαμινός. Ἠξεύρετε πρὸς τί ἀναλογεῖ; πρὸς 6%· καὶ γνωρίζω μάλιστα, ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν Τελωνῶν εἶχον προτείνει, ὑποθέτω δὲ, ὅτι εἰς τὰ τῆς ἐργασίας περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ δασμολογίου ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη ἡ γνώμη αὐτὴ, εἶχον προτείνει σημαντικὴν αὔξησιν τοῦ τέλους τούτου· διότι, ἐνῷ 6% φορολογοῦνται τὰ πνευματώδη ποτὰ, ἀντικείμενα ἄλλα τῆς πρώτης ἀνάγκης, ὅπως καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου σᾶς ἀπέδειξα, φορολογοῦνται πρὸς 34 καὶ 35)00. Ποῦ εὗρεν ὁ κ. Καλλιγᾶς ἰσότητα ὡς πρὸς τὴν ἀξίαν καὶ πρὸς τὸ χρήσιμον τῆς ρακῆς πρὸς τὸ Cogniac καὶ τὰ λοιπὰ ποτὰ τῆς πολυτελείας, ὅπως δικαιολογήσῃ τοσούτῳ βαρεῖαν φορολογίαν ἐπ’ αὐτῆς; Ποῦ εὗρε ταύτην ὡς πρὸς τὸν ζύθον; Ὁ ζύθος εἶναι ποτὸν θρεπτικόν· ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὰς λαμπρὰς αὐτοῦ σπουδὰς ἐν Γερμανίᾳ, αὐτὸς γνωρίζει, ὅτι ἀμέσως μετὰ τὸν ἄρτον ὁ ζύθος θεωρεῖται ἐκεῖ ὡς ἀντικείμενον πρώτης ἀνάγκης, καὶ διὰ τοῦτο καὶ μέχρις ἐπαναστάσεως προβαίνουσιν ἐν Γερμανίᾳ, ἂν ἐπὶ ἓν λεπτὸν αὐξήσῃ ἡ τιμὴ τοῦ ζύθου. Ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου βαρύτατα φορολογοῦσι τὰ πνευματώδη ποτὰ, ἂν καὶ πάντα ταῦτα εἶναι προϊόντα τῆς Γαλλικῆς βιομηχανίας κατὰ τὸ πλεῖστον, φορολογοῦσι τὸν ζύθον πρώτης ποιότητος ὀλιγώτερον τῶν 4 φράγκων τὰς 100 λίτρας, τῆς δευτέρας δὲ ἓν φράγκον καὶ 90 ἑκατοστά. Ὁ δὲ κ. Καλλιγᾶς, ἐνῶ τὸν ζύθον τὸν Ἑλληνικὸν φορολογεῖ ὅσον καὶ τὸ Κονιὰκ καὶ τὴν Σαρτρέζ, παρουσιάζεται ὅμως ἐνταῦθα μὲ οἰκονομικὸν δῆθεν σύστημα! Ἂν τοιοῦτον ἦναι τὸ οἰκονομικόν σας σύστημα, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω ἐγὼ ποῖον εἶναι τὸ σύστημα τῆς σπατάλης καὶ τῆς καταπιέσεως. Δὲν δύναται προσέτι ὁ κ. Καλλιγᾶς νὰ ἀντιτάξῃ εἰς ἡμᾶς, ὅτι ὥρισε τοσοῦτον ἀνεπαρκῶς τὸν φόρον, τὸν ἐπιβαλλόμενον εἰς τὰ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς προερχόμενα πνευματώδη ποτὰ, ἕνεκα λόγων ἐμπορικῆς ἀμοιβαιότητος. Δὲν δύναται δὲ, διότι γνωρίζει καλῶς, ἢ, ἂν δὲν τὸ γνωρίζῃ, δύναται νὰ τὸ μάθῃ, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ φορολογοῦσι 2½ φράγκα κατ’ ὀκᾶν τὰ ἐγχώρια πνευματώδη ποτά. Ἐὰν ἐσκόπει ἀληθῶς ὁ κ. Καλλιγᾶς νὰ προσπορίσῃ εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον ἔσοδον εὐλόγως ἐπιβαλλόμενον, εὐλόγως διανεμόμενον, μὴ καταστρέφον τὴν ἀρτιγενῆ ἡμῶν βιομηχανίαν, μὴ ἀδικοῦν ἰδίως τὸν φορολογούμενον καταναλωτὴν, ἔπρεπε νὰ κατατάξῃ τὰ πνευματώδη ποτὰ εἰς κατηγορίας, καὶ ἠξεύρει πολὺ καλὰ ὁ κ. Καλλιγᾶς εἰς πόσας κατηγορίας ὑπάγεται αὐτὸ τοῦτο τὸ Alcool, εἰς δέκα ἴσας κατηγορίας μέχρι τῶν 100 βαθμῶν τοῦ Gaylussac. Κατὰ ταῦτα δὲν μένει, φρονῶ, ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον ἐν τῇ ἀρχῇ αὐτοῦ, δηλαδὴ ἐν τῷ ὅρῳ τοῦ ἐπιβαλλομένου φόρου, εἶναι ἀποκρουστέον, διότι εἶναι ἄδικον, διότι εἶναι ἐπιβλαβὲς, θὰ γεννήσῃ παράπονα, θὰ πιέσῃ ἐκείνους, ὑπὲρ ὧν ἐτάχθημεν ἡμεῖς νὰ μεριμνῶμεν, τοὺς φορολογουμένους. Ἀλλὰ καὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ τὸ σχέδιον τοῦ κ. Καλλιγᾶ μαρτυρεῖ, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πολὺ ὀλίγον ἐπέστησε τήν προσοχήν του ἐπ’ αὐτοῦ. Κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 4 καὶ ἑπομένων, καθιεροῦται τὸ σύστημα τῶν δηλώσεων. Γίνονται ἐξετάσεις, συνιστῶνται Ἐπιτροπαὶ, εἰσέρχονται αἱ Ἐπιτροπαὶ αὗται εἰς τὰ διάφορα καταστήματα, εἰς τὰς οἰκίας, εἰς τὰς καλύβας, εἰς τὰ μέρη, ὅπου εἶναι ἓν μόνον ρακοκάζανον, ἐνεργοῦσιν ὑπολογισμοὺς καὶ προσδιορίζουσιν ἐκ τῶν προτέρων τὸ πρακτέον ποσὸν τοῦ οἰνοπνεύματος καὶ τὸ εἶδος αὐτοῦ. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ ταύτῃ τῆς ἐξετάσεως καὶ τούτου τοῦ προσδιορισμοῦ, πληρώνεται ὁ φόρος. Ἀφίνω εἰς ὑμᾶς νὰ κρίνετε πόσον τὸ σύστημα τοῦτο τῆς βεβαιώσεως εἶναι καταθλιπτικὸν καὶ ἂν τοιοῦτος ἐκ τῶν προτέρων προσδιορισμὸς τῆς ἐνιαυσίου παραγωγῆς καταστημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι γνωστὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι γνωστὴν κατανάλωσιν, ἂν τοιοῦτος προσδιορισμὸς ἦναι ποτὲ δυνατὸς καὶ ἂν δὲν ἀντίκηται εἰς τὴν φύσιν αὐτὴν τῶν πραγμάτων, καθ’ ἣν ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἔτους μυρία ὅσα δύνανται νὰ προκύψωσι κωλύματα εἰς τὰς ἐργασίας ἐκείνων, οἵτινες ἐξάγουσι ρακὴν καὶ κατασκευάζουσι πνευματώδη ποτά. Τὸ ἄτοπον τοῦ συστήματος τούτου μαρτυρεῖται ἐκ παραδόξου τινὸς διατάξεως, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Καλλιγᾶς ἀνέγραψεν ἐν τῷ σχεδίῳ αὑτοῦ. Ὁ κ. Καλλιγᾶς μᾶς εἶπεν, ὅτι προσφέρει δύω μεγάλας ἐκδουλεύσεις εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς· πρῶτον, ὅτι τοὺς ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὸν φόρον τῆς ἐξαγωγῆς! Ἐγνωρίζομεν μέχρι τοῦδε, ὅτι ὁ φόρος τῆς ἐξαγωγῆς εἶναι ἄγνωστος ἐν Ἑλλάδι, μανθάνομεν ἤδη, ὅτι ὑπῆρχε τοιοῦτος κεκρυμμένος, τὸν ἀνεῦρεν ὁ κ. Καλλιγᾶς καὶ τὸν καταργεῖ! Πῶς δὲ ἐπιχειρεῖ νὰ βεβαιώσῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν αὐτοῦ τοῦ φαντασιώδους φόρου τῆς ἐξαγωγῆς, ὀφείλει νὰ πληρώσῃ ὁ φορολογούμενος; Ὑπάρχει ἓν ἄρθρον ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ, καὶ περὶ τούτου ὡμίλησα, καθ’ ὃ ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος συντάσσει κατὰ μῆνα τὸν χρηματικὸν πίνακα τοῦ ὑπὸ τοῦ καταστηματάρχου ἢ τοῦ παραγωγοῦ ἐν γένει ὀφειλομένου φόρου. Τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐξήχθη, εἶναι βεβαίως ἀκριβῶς γνωστὸν, διότι πιστοποιεῖται ἀπὸ τὰ τελωνειακὰ βιβλία· τὸ ποσὸν ὅμως, τὸ ὁποῖον μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης παρήγαγεν ὁ δυστυχὴς καταστηματάρχης ἢ οἰκογενειάρχης, εἶναι ἐντελῶς ἄγνωστον. Ἔχομεν μόνον τὸ ποσὸν τοῦ ἔτους προσδιωρισμένον, ἢ τῆς ἑξαμηνίας, πρόκειται περὶ τοῦ πρώτου ἢ τοῦ δευτέρου μηνός· δυνατὸν τοὺς 11 ἢ τοὺς 5 ὑπολοίπους μῆνας νὰ μὴν ἐργασθῇ. Ἀπὸ ποῖον ὀφειλόμενον ποσὸν θὰ ἀφαιρεθῇ τὸ ἐξαχθέν; Τί εἴδους εἶναι αὐτὴ ἡ φορολογία; Πῶς δύναται νὰ ὀνομασθῇ αὐτὴ ἡ βεβαίωσις; Ἰδοὺ τὸ ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκει). «Ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος εἰς τὸ τέλος ἑκάστου μηνὸς συντάσσει, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 8 μητρώου, τὸν χρηματικὸν κατάλογον τῶν εἰσπρακτέων δικαιωμάτων καὶ παραπέμπει αὐτὸν ἀμέσως εἰς τὸν Ταμίαν πρὸς εἴσπραξιν». Δι’ αὐτοῦ μόνον τοῦ μέσου νομίζει ὁ κ. Καλλικᾶς, ὅτι θὰ κατορθώσῃ νὰ ἐξακριβώσῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ ἀφαιρεθῇ ἕνεκα τῆς ἐξαγωγῆς ἀπὸ τοῦ ὀφειλομένου φόρου τῆς καταναλώσεως. Κρίνατε ἂν τοῦτο ἦναι δυνατόν. Ἡ δευτέρα ἐκδούλευσις, τὴν ὁποίαν μᾶς εἶπεν ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὅτι προσφέρει πρὸς τοὺς πνευματοποιοὺς, ὥστε νὰ ὑποστῶσιν ἀγογγύστως τὸν ἐπιβαλλόμενον φόρον ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων, εἶναι ἡ κατάργησις τοῦ εἰσαγομένου τέλους εἰδῶν τινων, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται εἰς τοιοῦτον καὶ τὰ ὁποῖα χρησιμεύουν ὡς πρώτη ὕλη. Κατὰ πόσον ἡ ἐκδούλευσις αὕτη εἶναι σπουδαία, θέλετε κρίνει ἐξ ὧν ὁ κ. Καλλιγᾶς γράφει περὶ αὐτῆς. Ἀλλὰ θέλετε κρίνει συγχρόνως ἐκ τούτων καὶ περὶ τοῦ πόσον ἀληθῶς παίζει μὲ τὰ τοιαῦτα ὁ κ. Καλλιγᾶς. Αὐτὰ τὰ εἴδη, λέγει, ἐν τῇ ἐκθέσει του, ὧν προτείνεται ἡ ἐπὶ ἀτελείᾳ εἰσαγωγὴ, εἶναι τοιαῦτα, ὥστε οὐδεμία ἄλλη γνωστὴ χρῆσις δύναται νὰ γείνῃ αὐτῶν, καὶ ἑπομένως εἰσάγονται εἰς μικροτάτην ποσότητα. Τὸ ἀρχικὸν τέλος τῶν εἰδῶν τούτων ἦτο λεπτὰ 5 κατ’ ὀκᾶν· εὐκολυνομένης λοιπὸν οὕτω τῆς εἰσαγωγῆς τοιούτων ὑλῶν—προσθέτει ἐπὶ λέξει ὁ κ. Καλλιγᾶς— ἡ πνευματοποιΐα θέλει ἀποκτήσει ὑλικὸν, τοῦ ὁποίου ὁ μέχρι τοῦδε πληρωνόμενος φόρος δὲν εἶναι κατώτερος τοῦ ἤδη προτεινομένου διὰ τοῦ Νομοσχεδίου». Ἀλλ’ ἂν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, ἂν διὰ τῆς καταργήσεως ταύτης ἀπαλλάττωνται οἱ πνευματοποιοὶ ὅλου τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ φόρου τοῦ προτεινομένου τοῖς ἐπιβάλλετε, πρὸς τί νὰ ἐπιβάλλετε τὸν φόρον αὐτὸν καὶ πρὸς τί ν’ ἀναγκάσητε τὸν κ. Γρυπάρην νὰ διαμαρτυρηθῇ δικαίως ἐν ὀνόματι τῆς ἀρτιγενοῦς ἡμῶν βιομηχανίας; Ἡ βιομηχανία αὕτη πληρώνει ἤδη ἀγογγύστως τὸ εἰσαγωγικὸν αὐτὸ τέλος, τὸ πληρώνει πρὸ ἐτῶν, οὐδὲν δὲ κατ’ αὐτοῦ σᾶς ὑπέβαλε παράπονον. Διατί, ἂν οὐδὲν πρόκειτε νὰ κερδήσῃ τὸ δημόσιον Ταμεῖον, διατί καταργεῖτε φόρον πληρωνόμενον ἀπόνως καὶ εὐχαρίστως, διὰ νὰ ἐπιβάλετε φόρον, κατὰ τοῦ ὁποίου τοιαῦται καὶ τοσαῦται δίκαιαι ἐγείρονται κραυγαί; Τοιαῦτα εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, τὰ οἰκονομικά σας μέτρα, καὶ ἐπὶ τοιούτων μέτρων προκαλεῖται ἡμᾶς ν’ ἀποφανθῶμεν ἀσυζητητεὶ, ἀφοῦ εἰς οὐδένα ἀπαντᾶτε καὶ ἐπιμένετε μὴ ἀπαντῶντες; Εἰς τοιαύτην τυφλὴν ἀπόφασιν προκαλεῖτε τοὺς φίλους ὑμῶν; Καὶ δὲν ἐννοεῖτε, ὅτι οἱ φίλοι ὑμῶν ἔχουσι καὶ αὐτοὶ ἴσα, ὅμοια καθήκοντα πρὸς ἡμᾶς καὶ ὅτι συναισθάνονται καὶ αὐτοὶ ὅσον καὶ ἡμεῖς τὴν σπουδαιότητα τῶν καθηκόντων τούτων; Πῶς δὲν ἔρχεσθε ἵνα καὶ ἡμᾶς, ἂν πλανώμεθα, ἐξαγάγητε τῆς πλάνης, ἀλλὰ πρὸ πάντων νὰ πείσητε τοὺς φίλους ὑμῶν, πῶς δὲν ἔρχεσθε νὰ ὑποστηρίξετε λογικῶς, σπουδαίως, ἄνευ διαστροφῶν, μὲ τοὺς ἀριθμοὺς ἀνὰ χεῖρας τὸ Νομοσχέδιον ὑμῶν τὸ φορολογικὸν, διὰ τοῦ ὁποίου προτείνετε νέον φόρον 2,145,000 δραχμῶν; Τί δὲ νὰ εἴπω περὶ τοῦ συστήματος, τοῦ προσφιλοῦς, ὅπως φαίνεται, ἤδη καταστάντος τοῖς Ὑπουργοῖς, καθ’ οὗ ὅμως πρῶτοι αὐτοὶ ἀντετάχθησαν καὶ διεμαρτυρήθησαν ἄλλοτε, κατὰ τοῦ συστήματος τῆς ἐνοικιάσεως; Δὲν ὑπάρχει φορολογικὸν Νομοσχέδιον, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν εἰσάγεται καὶ τὸ σύστημα τῆς ἐνοικιάσεως. Ἀναγνώσατε τὰ ἄρθρα 4 καὶ ἑπόμενα τοῦ σχεδίου, καὶ θὰ ἴδητε ὁπόσας πολυπλόκους καὶ καταπιεστικὰς τῶν φορολογουμένων διατάξεις καὶ διατυπώσεις ἀναγράφουσι. Κρίνατε δὲ περὶ τῶν ἐνοχλήσεων, εἰς ἃς θὰ ἐκτίθενται ἀπέναντι τῶν ἐξεταζόντων οἱ ἐξεταζόμενοι φορολογούμενοι, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου θὰ ἐνεργῆται ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Κυβερνήσεως, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἔχωσι συνείδησιν καὶ σεβασμὸν εἰς τὸ καθῆκον. Ἀλλ’ ὑποκαταστήσατε εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀπλήστους ἐνοικιαστὰς, καὶ τότε ἀναλογίσθητε εἰς ποίαν ἐλεεινὴν θέσιν περιάγετε πάντα σχεδὸν τῆς Ἑλλάδος πολίτην, διότι πανταχοῦ ἡ μικρὰ αὕτη βιομηχανία ἐνασκεῖται ἐν μικρῷ, πρὸς ἀπόκτησιν τοῦ ἀπολύτως ἀναγκαίου εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν οἰκογενειῶν οἰνοπνεύματος. Τοιοῦτον εἶναι, κύριοι, εἰς τοὺς γενικοὺς αὐτοῦ χαρακτῆρας τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσάγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ νὰ ψηφίσωμεν εἰς τὰ τυφλά. Ἀποκρούω αὐτὸ κατ’ ἀρχὴν, οὐχὶ διότι ἀντιτάσσομαι εἰς τὴν φορολογίαν τῶν πνευματωδῶν ποτῶν, ἀλλὰ διότι θεωρῶ τὴν ἀναγραφομένην ἀρχὴν τοῦ ὁμοειδοῦς ὅρου τοῦ φόρου ἐπὶ πραγμάτων πολλῷ διαφόρου καὶ ἀξίας καὶ χρήσεως, ὡς ἀναιροῦσαν ὅλους τοὺς κανόνας, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ δικαία φορολογία πρέπει νὰ στηρίζηται.
§51ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μεγάλως ἐλανθάσθη ὁ ἔντιμος προλαλήσας, ὅπως συχνὰ εἰς αὐτὸν συμβαίνει, νομίζων, ὅτι δὲν ἀναλαμβάνω τὸν ἀγῶνα τῶν συζητήσεων· διὸ ἔχει ἐν τῷ στόματι καὶ δὲν εἰξεύρω ποῦ ἀλλοῦ, ἄφθονον προμήθειαν τῆς λέξεως ψεῦδος, ἀνεξάντλητον ἀποθήκην. Ἅμα ὑπεβάλαμεν τὸν Προϋπολογισμὸν, ἀμέσως ἐξεφώνησε: δὲν ὑπάρχει Προϋπολογισμὸς, ψεῦδος· καὶ ἐν τούτοις ὑπάρχει. Συζήτησις; ψεῦδος, δὲν θέλομεν συζητήσει. Ἰδοὺ ὅτι ἔρχομαι ν’ ἀναλάβω τὴν συζήτησιν. Καὶ εἰς τί νὰ ἀπαντήσω; Εἰς ἐκεῖνα ὅσα εἶπε κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ; Ἐγὼ ἤκουσα μᾶλλον κατάκρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἢ τοῦ Νομοσχεδίου. Ὅτι εἶναι προκατειλημμένος κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, δὲν ἔχω δισταγμόν· ἦτο περιττὴ τόση ἀνάπτυξις. Ἐὰν ἦτο ἐδῶ ἡ Ταρπηΐα πέτρα καὶ μόνον ἠρτᾶτο ἐκ τῆς κινήσεως τῆς χειρὸς ἡ ἐξώθησις αὐτοῦ κατὰ κρημνοῦ, πρὸ πολλοῦ καιροῦ ἤθελον συντριβῆ εἰς τὰ βάθη· ἀλλ’ οὐδὲ ἡ Ταρπηΐα πέτρα ὑπάρχει ἐδῶ, οὔτε ἡ χείρ του φθάνει μέχρις ἐμοῦ. Ἀπορῶ διὰ τὰ πολλὰ, ὅσα ἐῤῥέθησαν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ Νομοσχεδίου, καὶ μάλιστα κατ’ ἐπανάληψιν μετὰ τὰς γενομένας συζητήσεις εἰς τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον. Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι τότε ἐγένετο ἡ ἀποχρῶσα ἐξήγησις. Πρῶτος ἀνέλαβε τὸ ἔργον χθὲς ὁ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς κύριος Ζυγομαλᾶς, ὁ ὁποῖος ἦλθε ν’ ἀναπτύξῃ μετὰ πολλῆς εὐγλωττίας ὅσα ἔμαθε παρὰ τριῶν ἢ τεσσάρων οἰνοπνευματοποιῶν· καὶ τῳόντι φαίνεται, ὅτι μετέδωσαν εἰς αὐτὸν πολὺ ἐκ τοῦ οἰνοπνεύματος. Ἐὰν ἔπρεπε νὰ μετρήσωμεν καὶ βαθμοὺς, λέγω, ὅτι θὰ ἦτο 37 βαθμῶν ἐνθουσιασμός.
§52ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἔχετε νοόμετρον;
§53ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι· οἰνοπνευματόμετρον. Τί λέγουσιν σχετλιῶντες; Μακρὰν ἀπὸ ἡμᾶς τὸ ποτήριον τοῦ φόρου· ἀλλ’ ἔστω· τοὐλάχιστον νὰ φορολογηθῶσι πρῶτοι ὅλοι οἱ τραπεζῖται, τὰ κεφάλαια. Ποῖος λέγει ὄχι; Ἰδοὺ μᾶς ὑποβάλλει ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Κραναίας Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θέλομεν ἐξετάσει. Ἀλλὰ τί σχέσιν ἔχει τὸ Νομοσχέδιον περὶ οἰνοπνευμάτων; Ὅλα τὰ Κράτη, ὅσα ἔχουν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ἐπὶ τῆς περιουσίας, ἔχουν καὶ φόρον ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων. Θέλετε νὰ λάβητε ὡς παράδειγμα τὴν Ἀγγλίαν, ὡς ἀνέφερεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας; Ἡ Ἀγγλία ἔχει τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ἀλλ’ ἔχει καὶ τὸν ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων· δὲν κωλύει ὁ εἷς φόρος τὸν ἕτερον. Ἐννοοῦμεν νὰ εἴμεθα Κράτος πολιτισμοῦ; Πρέπει νὰ φορολογήσωμεν τὰ οἰνοπνεύματα. Ὅλα τὰ εὐνομούμενα Κράτη, ἡ Ἰταλία, ἡ Ἀγγλία, ἡ Γερμανία, ἡ Αὐστρία, ἔχουν τὸν φόρον ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων. Ἀλλὰ πάλιν ἐπανελήφθησαν ὅσα καὶ πέρυσιν, ἄνευ μελέτης, ἄνευ χωνεύσεως τοῦ θέματος· κατὰ τὴν ἐπανάληψιν δὲ περιέπεσον καὶ εἰς σολοικισμοὺς καὶ εἰς διαστροφὴν τῶν στοιχειωδεστέρων πραγμάτων. Εἶναι τόσον σπουδαία, κύριοι, ἡ φορολογία τῶν οἰνοπνευμάτων, ὥστε ἀρκεῖ νὰ ἐνθυμίσω ὅ,τι εἶπεν Ἄγγλος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν Lewis ἐπὶ Βήκονσφηλδ, ὅτι «ἡμεῖς οἱ Ἄγγλοι, πίνοντες, ἐξερχόμεθα τοῦ χρέους μας· «we drink us out ot our debt», αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημα τὸ οἰκονομικὸν τῆς Ἀγγλίας, νὰ φορολογῶσι τὰ ποτὰ καὶ διὰ τῆς προσόδου ταύτης ν’ ἀποσβένωσι τὸ χρέος τῆς Ἀγγλίας· εἰς αὐτὸ τὸ σύστημα σᾶς προσκαλοῦμεν. Ἐνδέχεται νὰ μὴ ἠνοίξαμεν τὴν κατάλληλον θύραν, ὑποδείξατε τὴν καταλληλοτέραν. Θέλετε νὰ εἰσέλθετε εἰς αὐτὸ τὸ στάδιον, εἰς αὐτὴν τὴν ὁδόν; νὰ ἐξαλείψατε τὸ χρέος τῆς Ἑλλάδος διὰ τῆς φορολογίας τῶν ποτῶν; ἀποφασίσατε. Ἀλλὰ λέγετε, «δέχομαι κατ’ ἀρχὴν τὴν φορολογίαν» ἀφῃρημένως, ἀλλὰ συγκεκριμένως οὐδὲν δέχεσθε· δὲν φέρετε σύστημα ἀντίστοιχον, διότι τότε ἤθελον εἰπεῖ, ὅτι συγκεκριμένως δέχεσθε, ὅταν φέρετε ἕτερον Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐν τῷ συνόλῳ ἱκανοποιεῖ, ὅσα λέγετε. Ἀλλὰ λέγετε: δέχομαι τὸν φόρον τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν, ἀρκεῖ νὰ μὴ φορολογηθῶσιν. Εἶναι τὸ ἴδιον ὡς νὰ ἔλεγέ τις «δέχομαι τὴν ἐλευθερίαν τοῦ Τύπου, φθάνει μόνον νὰ μὴ γράφῃ.» Ἂς ἔλθωμεν νὰ ἴδωμεν, ἀφοῦ δέχεσθε τὴν ἀρχὴν, ποία πρέπει νὰ ᾖναι ἡ βάσις οἱουδήποτε συστήματος φορολογικοῦ οἰνοπνευμάτων. Θ’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὰ Κράτη, ὅσα ἐφήρμωσαν τὴν φορολογίαν ταύτην. Ἔλθετε εἰς τὴν Ἀγγλίαν· ποία εἶναι ἡ βάσις; Ἐν Ἀγγλίᾳ ἡ βάσις εἶναι ἐπιστημονικωτάτη, εἶναι ἡ τελειότης τῆς ἐπιστήμης. Φορολογεῖται ἕκαστος βαθμὸς, ἕκαστον μόριον οἰνοπνεύματος, ἑκάστη μονάς. Λοιπὸν, καθ’ ὑπόθεσιν, κατὰ τὸ ἀραιόμετρον τοῦ Καρτιέρου 40 βαθμῶν, θὰ φορολογῆτε τοὺς βαθμοὺς, ὅσοι ἐνυπάρχουν ἐντὸς τοῦ ῥευστοῦ. Δέχεσθε τὸ τοῦ Γεϋλουσὰκ, τὸ ἑκατοντάβαθμον; θὰ φορολογήσητε αὐτὰς τὰς μονάδας. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐπιστημονικώτερον σύστημα. Ἐδῶ σᾶς φέρω τὸν Νόμον τὸν Ἀγγλικὸν, τὸν ὁποῖον καὶ ἐγὼ ἐμελέτησα, σᾶς φέρω καὶ τὰ σχόλια αὐτοῦ τοῦ Νόμου, περιέχοντα τοὺς πίνακας, καθ’ οὓς ὁ Ἀγγλικὸς Νόμος ἐφαρμόζεται. Οἱ κύριοι, οἵτινες ἐνησχολήθησαν, μὲ λέγουν, ὅτι δὲν ἐμελέτησα, ὡς ἂν εἶχον ἰδίας μελέτας. Παρακαλῶ νά μοι εἴπουν ἂν ᾖναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐφαρμώσουν αὐτοὺς τοὺς πίνακας, ἀποτελοῦντας λογαρίθμους, ἵνα εὕρωσι τὴν ἀλήθειαν καὶ τοὺς μέσους ὅρους, ἵνα εὕρωσι τὸν φόρον ἑκάστου ῥευστοῦ. Ἡ χρῆσις τοῦ ἀραιομέτρου δὲν εἶναι τοῦ τυχόντος· ὅστις λάβῃ αὐτὸ ἀνὰ χεῖρας, θὰ εὕρῃ ἄλλον ἕκαστος βαθμὸν, καὶ τοῦτο διότι ὁ βαθμὸς ἤρτηται ἐκ τῆς θερμοκρασίας· πρέπει νὰ συμπαρομαρτῇ καὶ τὸ θερμόμετρον. Ἐν Ἀγγλίᾳ ἔφθασαν εἰς τὴν τελειότητα, ἀλλ’ εἶναι ἔκτακτοι περιστάσεις, ὡς ἐκ τῶν ὁποίων ἔφθασαν εἰς αὐτὴν, διότι εἶναι εὐάριθμα τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα. Τὰ περισσότερα εἶναι ἐν Σκωτίᾳ, καὶ ἕκαστον αὐτῶν ἔχει παρ’ ἑαυτῷ τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὲν δύναται νὰ πράξῃ τὸ ἐλάχιστον, οὐδὲ νὰ εἰσαγάγῃ αὐτὴν τὴν πρώτην ὕλην, οὐδὲ νὰ ἐναποθέσῃ αὐτὴν εἰς τὰ δοχεῖα, οὐδὲ ἄλλο τι νὰ πράξῃ ἄνευ τῆς συμπράξεως τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου, ἕκαστον δὲ ῥευστὸν ἐξετάζεται κατὰ τοὺς πίνακας, οὕς σᾶς δεικνύω πλήρεις ἀριθμῶν, ὥστε διὰ τοῦ ἐλέγχου τούτου φθάνουσι εἰς τὸν μέσον ὅρον. Τὸ ἀληθὲς δύναται νὰ σᾶς δείξῃ μόνη ἡ χημικὴ ἀνάλυσις. Ἡ διὰ τῶν ἀραιομέτρων βάσανος δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀκριβής· διὰ τοῦτο γίνονται διάφοροι ὑπολογισμοὶ πρὸς εὕρεσιν τοῦ μέσου ὅρου, ὅστις ἱκανοποιεῖ τὸν φορολογούμενον. Ἐπίσης ἐν Ἀγγλίᾳ οἱ εἰσαγόμενοι ἔξωθεν οἶνοι ἐξετάζονται κατὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ἐμπεριεχομένου ἀλκοὸλ, καὶ κατ’ αὐτὸ πληρώνουσι τὸ τέλος. Τὸ σύστημα τοῦτο τὸ Ἀγγλικὸν εἶμαι βέβαιος, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Μάθετε, ὅτι οὔτε εἰς τὴν Γαλλίαν ἠδυνήθη νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ὑπάρχει καὶ ἐκεῖ ἀποχρῶσα ἐπιστήμη πρὸς ἐξακρίβωσιν· ἐντοσούτῳ οὐδέποτε ἐπείσθησαν νὰ προχωρήσωσιν εἰς τὴν φορολογίαν ἐπ’ αὐτῆς τῆς βάσεως. Τί ἐδέχθησαν λοιπόν; νὰ μὴ διακρίνωσι τὸν βαθμὸν τοῦ οἰνοπνεύματος, ἀλλὰ νὰ φορολογῶσιν αὐτὸ, οἱονδήποτε καὶ ἂν ἦναι. Ὥστε ὅλοι οἱ σχετλιασμοὶ τῆς ἀνισότητος τοῦ φόρου πρέπει νὰ ἐκλείψωσιν, ἅμα ὡς εἶπον, ἄνευ ἐπιστημονικῆς ἐρεύνης ἀδύνατον ἀποβαίνει νὰ ἐξακριβωθῇ ἡ ἀλήθεια. Καὶ ἐν Γερμανίᾳ ἔχουν τὸν ἐπιστημονικὸν τρόπον, καὶ ἐκεῖ εἶναι ὀλίγα τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα. Ἐκεῖ εἶναι πολλοὶ οἱ κατασκευασταὶ τοῦ ζύθου· ἄλλοθι ὅμως φορολογοῦσιν ἀδιακρίτως οἱονδήποτε οἰνόπνευμα. Ἂς ἔλθωμεν καὶ εἰς τοὺς βαθμοὺς, ἵνα καταδείξω μόνον τινὰς σολοικισμοὺς περιέργους. Εἶπον ἓν πρᾶγμα ἁπλούστατον, ὅτι δύναται νὰ γείνῃ οἰνόπνευμα κατὰ τὸν Καρτιέρον 40 βαθμῶν, ἢ κατὰ τὸ ἑκατοντάβαθμον, 100 βαθμῶν, καὶ ἤκουσά τινος τῶν ἀγορευσάντων, ὅτι αὐτὸ εἶναι πρᾶγμα φυσικόν. Αὐτὸ, κύριοι, εἶναι πρᾶγμα ἀδύνατον. Τὸ τοιούτου βαθμοῦ οἰνόπνευμα εἶναι τὸ καθαρῶς ἄνυδρον, τὸ ἀπολύτως ἄνυδρον. Εἰς τί συνίσταται ὁ βαθμός; εἰς τὴν στέρησιν τῆς ὑδατώδους οὐσίας. Ὁ βαθμὸς εἶναι ἡ ἀναλογία τοῦ ὕδατος πρὸς τὸ οἰνόπνευμα. Τὸ 40 λοιπὸν βαθμῶν στερεῖται ἐντελῶς ὕδατος· τοῦτο εἶναι δυσκολώτατον εἰς τὴν ἐπιστήμην, εἶναι δὲ καὶ ἄχρηστον καὶ οὐδέποτε κατασκευάζεται. Εἶναι ἄχρηστον, διότι εἶναι πτητικὸν καὶ εὐφλόγιστον, ἀρκεῖ μόνη ἡ ἐπαφὴ μετὰ τοῦ ὀξυγόνου τοῦ ἀέρος, ὅπως ἀναφλεχθῇ καὶ ἀπολεσθῇ. Ἐσωτερικὴ χρῆσις δὲν δύναται νὰ γείνῃ· ὅστις πίῃ, καταστρέφεται ἐν ἀκαρεῖ· εἶναι καταστρεπτικώτατον δηλητήριον, καῖον τὰ ἐντόσθια. Μᾶς εἶπον λοιπὸν, ὅτι οἱ κατασκευασταὶ τῆς σούμας δύνανται νὰ φθάσουν εἰς μεγάλους βαθμούς· καὶ πῶς φθάνουν; Φαίνεται, ὅτι τὸ ἀπόῤῥητον, πῶς κατορθοῦνται μεγάλοι βαθμοὶ, ἀγνοοῦσιν οἱ προλαλήσαντες, διότι, ὅσοι ἔχουν τὴν πρώτην ὕλην, τὰ στέμφυλα, διὰ τοῦ συνήθους ἀγροίκου καὶ ἀτέχνου τρόπου, μεταχειρίζονται τὴν θερμότητα πρὸς ἐξάτμισιν, δι’ ἧς ἐπέρχεται ἀπώλεια τοῦ ὕδατος μερικὴ, οὐχὶ ἀπόλυτος, καθ’ ἣν φθάνουν μέχρι 18 ἕως 19 βαθμῶν τοῦ Καρτιέρου. Ἐὰν θελήσουν νὰ ὑποβάλουν εἰς νέαν ἀπόσταξιν τὸ παραχθὲν, δὲν θὰ ἔχωσιν ἢ 10 βαθμοὺς, καὶ ἂν ἀναμίξωσι μὲ τὸ πρῶτον 12, ἐὰν φθάσουν δὲ καὶ εἰς τρίτην ἀπόσταξιν, δὲν θὰ ἔχουν τίποτε. Δὲν γνωρίζουν λοιπὸν τὸ ἀπόῤῥητον οἱ προλαλήσαντες, δι’ οὗ δύνανται νὰ φθάσουν εἰς τὸν ἀνώτατον βαθμόν· διὰ τοῦτο εἴδατε μετὰ πόσης πεποιθήσεως εἶπον, ὅτι τὸ ὕδωρ ἔχει ἀφ’ ἑαυτοῦ 10 βαθμούς. Ὅταν ἔχετε οἰνόπνευμα 15 βαθμῶν, τὰ 10, λέγουν, ὅτι εἶναι ὕδωρ, τὰ δὲ πέντε οἰνόπνευμα. Ἀστεῖον τὸ πρᾶγμα. Ἂν τὸ ὕδωρ εἶχε 10 βαθμοὺς, διατί καταφεύγουσιν εἰς τὰ στέμφυλα; Διατί δὲν ἐξατμίζουσι τὸ ὕδωρ, ὥστε νὰ γείνῃ τὸ ὑπόλοιπον 20 βαθμῶν; Θέλω σᾶς εἰπεῖ πόθεν ἡ πλάνη τῶν 10 βαθμῶν. Ἐνδέχεται νὰ συγχέωσι τὴν εἰδικὴν βαρύτητα, ὅταν θέτουν τὸ ἀραιόμετρον καὶ βλέπουν αὐτὸ ἐπιπλέον· ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι κατὰ τὸν Νόμον τῆς εἰδικῆς βαρύτητος, δὲν εἶναι ὁ βαθμὸς τοῦ οἰνοπνεύματος, ὥστε νὰ νομίζουν, ὅτι, ἐπειδὴ ἐπιπλέει, ἄρα ὑπάρχουσι 10 βαθμοί. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἐξαπατᾶται ὁ ἀγρότης, ὁ χωρικός. Οὗτος, κατὰ τὸ πατροπαράδοτον, μεταχειρίζεται τὸ ῥακοκάζανον, δι’ οὗ ἐξάγει τὸ οἰνόπνευμα, τὸ λεγόμενον σοῦμα· αὐτὸ φθάνει συνήθως εἰς τοὺς 16 βαθμοὺς, σπανίως εἰς τοὺς 17· καὶ ἂν θέλῃ νὰ φθάσῃ περαιτέρω, ἐπέρχεται ἀπώλεια τοῦ οἰνοπνεύματος διὰ τῆς ἐξατμίσεως· ὅταν δὲ ἔχῃ 16, ἔχει τόσον, ὅσου ἔχει ἀνάγκην. Ὁ ἀγρότης ἔρχεται εἰς τὸν πνευματοπώλην φέρων τὴν σοῦμαν πρὸς πώλησιν. Τί λέγει εἰς αὐτὸν ὁ οἰνοπνευματοπώλης; «Ἡ σοῦμά σου εἶναι 15 βαθμῶν, καὶ ἐξ αὐτῶν οἱ 10 εἶναι ὕδωρ· θὰ μοῦ χαρίσῃς καὶ 2 βαθμοὺς διὰ προμήθειαν· λοιπὸν θὰ σοῦ πληρώσω τοὺς ἄλλους τρεῖς πρὸς 15 λεπτὰ ἕκαστον». Ὁ χωρικός, πρὶν μεταβῇ εἰς τὸν πνευματοπώλην, μεταβαίνει εἰς φίλον φαρμακεῖον, ὅπου δοκιμάζων τὴν σοῦμαν εὑρίσκει 16 βαθμούς· ἀλλ’ ὁ πνευματοποιὸς ἀρνεῖται, ὅτι εἶναι 16· «εἶναι, λέγει, 15, καὶ τόσα μόνον ἐννοῶ νὰ πληρώσω, τρεῖς βαθμοὺς πρὸς 15=45.» Μεταξὺ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν ὑπάρχει συμφωνία, ὥστε οὐδεὶς ἄλλος προσφέρει πλείονα. Διατί ἀγοράζουν πρὸς 5 λεπτὰ ἢ πρὸς 10 ἢ 15 λεπτά; αὐτὸ εἶναι συνάλλαγμα κατὰ τὴν προσφορὰν καὶ τὴν ζήτησιν, καὶ εἰς τοῦτο οὐδεὶς δύναται νὰ ἐπέμβῃ. Ὁ πωλῶν καὶ ὁ ἀγοράζων συμφωνοῦν τὴν τιμήν. Δὲν εἶναι δίκαιον ὅμως νὰ πλανώμεθα ἐκ τούτου καὶ νὰ νομίζωμεν, ὅτι τοιαύτη εἶναι καὶ ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων, ὥστε νὰ στηρίξωμεν τὰς βάσεις τοῦ Νόμου ἐπὶ οἰκτρᾶς πλάνης. Ὅταν ἔχητε ἐνώπιόν σας ποσὸν ῥευστοῦ, τὸ δὲ ἀραιόμετρον δεικνύῃ βαθμὸν 15, ἠξεύρετε πόσον εἶναι τὸ ὑδατῶδες μέρος τοῦ ῥευστοῦ; εἶναι τὸ ὑπόλοιπον μέχρι τοῦ 40, εἶναι 25. Δὲν καταλαμβάνω πῶς ἐσχηματίσατε τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ ὕδωρ ἀφ’ ἑαυτοῦ περιέχει οἰνόπνευμα ἴσον δέκα· οἱ ποταμοὶ λοιπὸν ῥέουν οἰνόπνευμα, αἱ κρῆναι, ἡ Κασταλία, ἐὰν ὑπάγωμεν ἕως ἐκεῖ, οἱ ποιηταί, ὅσοι ἐμέθυον ἐκ τοῦ ὕδατος τῆς Κασταλίας, ἐμέθυον ὡς ἐκ τοῦ ἐν αὐτῷ οἰνοπνεύματος. Ἰδοὺ πῶς ἐξηγεῖται τὸ φαινόμενον ἀγνοούμενον μέχρι τοῦδε (ἱλαρότης). Βλέπετε εἰς ποῖα φθάνουν σόλοικα ἀποτελέσματα αἱ ἐσφαλμέναι θεωρίαι; Μᾶς λέγει ὁ ἀναπτύξας, καὶ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ τὴν ἔκφρασιν, ὁ ἀναμασσήσας τὰ ἐπιχειρήματα τῶν οἰνοπνευματοποιῶν ὡς ἠχὼ τῶν λόγων των, ὅτι, ἰδοὺ σὲ ἐδίδαξα· ἐσκέφθης πέρυσι νὰ φορολογήσῃς καὶ τὸν καλλιεργητὴν δι’ ἐκεῖνο τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον μεταχειρίζεται πρὸς ἰδίαν ἀνάλωσιν, καὶ ἀφοῦ ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, συνετίσθης καὶ ἔφερες ἐφέτος τροπολογίαν τοῦ Νομοσχεδίου. Φαίνεται, ὅτι ἐλησμόνησε τί συνέβη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον. Ἀπ’ ἀρχῆς εἶχον εἰπεῖ, ὅτι δὲν ἐννοοῦμεν νὰ φορολογήσωμεν τὸν καλλιεργητὴν, τὸν πρῶτον παραγωγόν. Τὴν πρώτην παραγωγὴν θέλομεν ἐλευθέραν· ἐννοοῦμεν νὰ φορολογήσωμεν μόνην τὴν κατανάλωσιν, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἦτο σαφὲς τὸ Νομοσχέδιον, ἐφέραμεν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον τροποποίησιν, ὅτι μόνον τὸ εἰς ἐμπορίαν διδόμενον φορολογεῖται. Ἀλλὰ, λέγουν, ὅτι ἡ σοῦμα, ἵνα μεταβληθῇ εἰς πόσιμον ρακὴν, δὲν ἔχει ἀνάγκην οὔτε ἀπὸ ἄμβικα, οὔτε ἀπὸ μηχανὰς, οὔτε ἀπὸ δοχεῖα, καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ὀργάνου· ἀλλὰ τοῖς ὑπέμνησα τὴν ἀντίφασιν, εἰς ἣν περιῆλθον, διότι μᾶς εἶπον, ὅτι τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα διαθέτουν σπουδαιότατα ποσὰ κεφαλαίων, συντελοῦσιν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς βιομηχανίας τῆς Ἑλλάδος. Αὐτὸ εἶναι ἄντικρυς ἀντίφασις. Ἄν δὲν ἔχουν ἀνάγκην τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα τοσούτων πραγμάτων, τότε αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἔχουν, εἶναι πολυτέλεια, ἥτις πρέπει νὰ φορολογηθῇ, χωρὶς νὰ ἐλέγξῃ τις τὸν ἐπιβάλλοντα τὸν φόρον. Ἀλλ’ ὄχι, δυσανασχετεῖτε, κατακρίνετε, καὶ ἀδιαφορεῖτε, ἐὰν περιπίπτητε εἰς ἀντίφασιν. Διὰ τοῦ αὐτοῦ στόματος λέγουν: δὲν θέλομεν νὰ ἐπιβληθῇ φόρος εἰς τὸν λαόν· καὶ ἐνῷ λέγουν αὐτὸ, λέγουν μετὰ ταῦτα: μὴ φορολογῆτε αὐτοὺς, διότι αὐτοὶ κατέβαλον κεφάλαια μεγάλα 500,000 δραχμῶν, ἢ ἑνὸς ἑκατομμυρίου. Πῶς συμβιβάζονται ταῦτα πρὸς ἄλληλα; Τὸ ἀξίωμα, μὴ φορολογῆτε τὸν λαὸν, καὶ τὸ ἀξίωμα, μὴ φορολογῆτε τὸν κεφαλαιοῦχον, τὸν ἔχοντα ἓν ἑκατομμύριον κεφάλαιον, εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα; Πῶς συμβιβάζεται αὐτό; Μεταχειριζόμεθα λοιπὸν τὸ ὄνομα τοῦ λαοῦ πρὸς ἁπλῆν ἐπίδειξιν, καὶ θέλουν ὁμολογήσει μίαν ἡμέραν, ὅτι εἴχομεν τὸ μέγιστον θάῤῥος ν’ ἀντιστῶμεν εἰς ὅλους αὐτοὺς λόγους, δι’ ὧν προσπαθοῦν νὰ διεγείρουν τὴν κοινὴν γνώμην καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ λαοῦ ἐναντίον μας, διότι δυνάμεθα νὰ διακρίνωμεν ποῖον εἶναι τὸ ψευδὲς ὄνομα τοῦ λαοῦ καὶ ποῖος εἶναι ὁ ἀληθὴς λαός. Ὁ ἀληθὴς λαὸς εἶναι ὁ ἐργαζόμενος διὰ τῆς παραγωγῆς, καὶ σεῖς δὲν διστάζετε οὐδὲ μίαν στιγμὴν νὰ φορολογῆτε αὐτὸν, καὶ εὐχαρίστως ἐπιῤῥίπτετε ἐπ’ αὐτοῦ τὸν φόρον, ὅπως ἐπέῤῥιψε καὶ ὁ πρῶτος καὶ ὁ δεύτερος καὶ ὁ τρίτος προλαλήσας· ὁ τέταρτος δὲν ἐπέῤῥιψε τοὺς φόρους ἐπ’ αὐτὸν, μόνον ἐμὲ ἠθέλησε νὰ ἐξαλείψῃ ἐκ τοῦ προσώπου τῆς γῆς. Ἔρχεσθε φωνασκοῦντες ὑπὲρ τοῦ λαοῦ, καὶ ἐν τοσούτῳ προτείνετε νὰ ἐπιῤῥίψετε ἐπὶ τοῦ λαοῦ τὸν φόρον καὶ νὰ ἀπαλλάξετε τοὺς μεγάλους κεφαλαιούχους. Τί φωνάζετε λοιπόν, φορολογήσατε τὴν Τράπεζαν; Ἄν ἤθελον ν’ ἀκολουθήσω τὸ ἐπιχείρημά σας, ἠδυνάμην νὰ σᾶς εἴπω, σεῖς προτείνετε, καὶ ὁμιλεῖτε διθυραμβικῶς μετὰ μεγίστου ἐνθουσιασμοῦ πρὸς ἀπαλλαγὴν κεφαλαιούχων, διότι κατέθεσαν 500,000 δραχμῶν ἢ καὶ 1,000,000· θὰ σᾶς εἰπῇ τότε καὶ ἡ Τράπεζα: ἐγὼ κατέθεσα 18,000,000, μὴ μὲ φορολογῆτε. Ὄχι, κύριε, ἐπειδὴ ἔχεις κεφάλαια, θὰ φορολογηθῇς, καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει κεφάλαια, πρέπει ὅσον ἔνεστιν ὀλιγώτερον νὰ φορολογηθῇ. Εἴδατε μὲ πόσην αὐταρέσκειαν ὡμίλησεν ὁ δεύτερος λαλήσας, πόσον οἰνόπνευμα δύναται νὰ ἐξαχθῇ ἐκ τῶν χαρουπίων, πόσον ἐκ τῆς κριθῆς κτλ. Αὐτὸς εἶπε: φορολογήσατε τὴν πρώτην ὕλην καὶ τὴν ἐργασίαν τῆς παραγωγῆς, καὶ ἀφήσατε τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα, τὰ καταστήματα, ἐλεύθερα· διατί; διότι ἔχουν κεφάλαια, διότι ἔχουν πλούτη μεγάλα, διότι κερδαίνουν 200%. Δὲν τοὺς φθονῶ διὰ τοῦτο, εὔχομαι νὰ κερδαίνουν 300% καὶ 500%, ἀλλ’ ὁ λόγος εἶναι διατί κινεῖτε τὸν ἀνάγυρον, ὅπως μὴ ἐπιβληθῇ φόρος· πόθεν λαμβάνετε τὰς ἐμπνεύσεις σας, τί εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐν τῷ στήθει ἡμῶν θερμαίνει τὴν καρδίαν σας; ἡ ἰδέα τῶν κεφαλαίων. Δὲν βλέπω ἄλλην ἰδέαν, εἰμὴ μόνον τὴν ἰδέαν τῶν κεφαλαίων. Εἶναι περίεργον, σεῖς οἱ ὁμιλοῦντες ἐν ὀνόματι τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ, νὰ θερμαίνεται ἡ καρδία σας μόνον ἐκ τῆς ἰδέας τῶν κεφαλαίων, καὶ νὰ λέγετε: ἰδοὺ μεγάλα κεφάλαια κατετέθησαν, μὴ φορολογῆτε. Τώρα θέλω σᾶς εἴπει ὁποία διαφορὰ εἶναι μεταξὺ τοῦ πρώτου παραγωγοῦ καὶ τοῦ οἰνοπνευματοποιοῦ, καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἐῤῥίψατε κἄν βλέμμα εἰς τοῦτο, οὐδ’ ἐζητήσατε νὰ μάθετε, ἐνῷ λέγετε, ὅτι ἡμεῖς ἄνευ μελέτης ἐρχόμεθα ἐνταῦθα καὶ σᾶς φέρομεν ἀχώνευτα Νομοσχέδια, ὧν δὲν γνωρίζομεν κἂν τὸ περιεχόμενον. Νομίζω, ὅτι ἦτον εὔκολον νὰ λάβητε εἰς χεῖράς σας τὸ λεξικὸν τοῦ Laboulai, ὅπως ἐκεῖ εὕρητε τὰ πάντα, εὕρητε πῶς ἐργάζονται πρὸς κατασκευὴν τοῦ alcool, ποῖα εἶναι τὰ πρὸς τοῦτο μηχανήματα, καὶ πῶς ἐτελειοποιήθησαν μέχρι σήμερον, ἵνα ἰδῆτε ποία εἶναι ἡ διαφορὰ ἐκείνου, ὅστις κατασκευάζει ἄνευ τῶν τοιούτων μηχανημάτων, ἐν τῷ κέρδει, καὶ ποία εἶναι ἐκείνου, ὅστις ποιεῖται χρῆσιν τοῦ μαχανήματος. Δὲν θέλω σᾶς εἴπει, εἰμὴ μόνον ὀλίγα. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς παρούσης ἑκατονταετηρίδος ὁ Edouard Adams ἔκαμε μεγάλην ἀνακάλυψιν, ἐξ ἧς ἐπῆλθε μέγιστον κέρδος εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν οἰνοπνευμάτων. Ἡ ἀνακάλυψίς του συνίσταται εἰς τοῦτο, ὅτι ἀνεῦρεν ἕνα νόμον τῆς φύσεως, τὸν ἑξῆς: ὅτι, ὅταν ἦναι εἰς ἀραιὰν κατάστασιν τὰ ὑγρὰ, ἀπαιτεῖται μεγαλειτέρα κατάψυξις, ἵνα στερεοποιηθῶσι τὰ οἰνοπνεύματα, καὶ ὀλιγωτέρα, ἵνα στερεοποιηθῇ τὸ ὕδωρ. Ἔκτοτε αὐτὸς οὗτος ἔκαμε μέγιστα πλούτη. Αὐτὸ τὸ μηχάνημα λοιπὸν, τοῦ ὁποίου γίνεται χρῆσις, στηρίζεται εἰς αὐτὸν τὸν νόμον τῆς φύσεως· δὲν ἔχουν ἀνάγκην πολλῆς καυστικῆς ὕλης, ἀλλὰ τὸ μηχάνημα ἔχει διαφόρους λέβητας, συγκοινωνοῦντας πρὸς ἀλλήλους διὰ καμπύλων σωλήνων, καὶ ἄνω αὐτῶν τῶν σωλήνων ὑπάρχουν διάφοροι θῆκαι. Μεταβάλλεται τὸ ὑγρὸν εἰς ἀραιὰν κατάστασιν, καὶ ὡς ἀτμὸς ἀναβαίνει εἰς τὰ ἄνω μέρη· τότε μεταχειρίζονται τὴν κατάψυξιν, καὶ γνωρίζοντες τὸν βαθμὸν τῆς καταψύξεως, ἐπιτυγχάνουν τοῦ ὕδατος τὴν κατάπτωσιν. Δι’ ἁπλῆς καταψύξεως ἀποχωρίζεται τὸ ὕδωρ ἀπὸ τὸ οἰνόπνευμα καὶ γίνεται εἰς ἀνώτερον βαθμὸν ἄνυδρον. Αὐτὴ εἶναι ἡ μεγάλη ἀνακάλυψις τοῦ Edouard Adams, καὶ πάλιν αὐτὴ ἡ ἀνακάλυψις δὲν εἶναι ἡ τελευταία. Αὐτὸς ἔλαβεν ἐν Γαλλίᾳ προνόμιον διὰ τὴν ἀνακάλυψίν του, ἀλλὰ μετ’ αὐτὸν ἔκαμεν ἄλλος νέαν ἀνακάλυψιν· διότι, ἀναβιβάζων τοὺς ἀτμοὺς εἰς τὰς ἄνω θήκας, δύναται νὰ τοὺς μεταφέρῃ πάλιν ἀπὸ διαιρέσεως εἰς διαίρεσιν, οὕτως εἰπεῖν ἀπὸ δωματίου εἰς δωμάτιον, καὶ νὰ ἀποχωρίσῃ δι’ ὀλιγωτέρων δαπανῶν τὸ οἰνόπνευμα ἀπὸ τὸ ὕδωρ· ἔφερε δὲ τοιαύτην τελειοποίησιν, ὥστε, γνωρίζων τὸν βαθμὸν τῆς θερμοκρασίας, διὰ κρουνῶν εἰς τὰ διάφορα μέρη τοῦ μηχανήματος δύναται συγχρόνως νὰ λάβῃ ἐκ τοῦ αὐτοῦ μηχανήματος διαφόρων βαθμῶν οἰνόπνευμα, κατὰ τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἔχει. Δύναται νὰ λάβῃ λοιπὸν 20, 25, 30, 36 βαθμῶν τὸ πολὺ τοῦ Καρτιέρου, ἢ 90 τοῦ Gay-Lussac. Αὐτὸ, κύριοι, δὲν δύναται νὰ πράξῃ ὁ πρῶτος παραγωγός· αὐτὰ εἶναι εἰς αὐτὸν ἄγνωστα πράγματα. Ἂν αὐτὸς θελήσῃ νὰ φθάσῃ εἰς ἀνώτερον βαθμὸν οἰνοπνεύματος, ἔχασε τὸ περισσότερον οἰνόπνευμά του, καὶ ἡ ζημία του εἶναι μεγαλειτέρα. Εἰς αὐτὸν δὲν συμφέρει νὰ προχωρήσῃ ἕως ἐκεῖ. Αὐτὸς, περιοριζόμενος εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πράττει κατὰ συνήθειαν, ἔχει ἐκεῖνο τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὸν νὰ λάβῃ ἄνευ τῆς βοηθείας τῆς τέχνης καὶ τῆς ἐπιστήμης. Αὐτὸς δὲν δύναται νὰ κάμῃ χρῆσιν τῶν ἄλλων ὑλῶν πρὸς παραγωγὴν οἰνοπνεύματος. Ὁ γεωργὸς δὲν δύναται νὰ κάμῃ χρῆσιν εἰμὴ μόνον τῶν στεμφύλων· αἱ ἄλλαι ὗλαι ἀπαιτοῦν χημικὴν βοήθειαν, καὶ ἄνευ αὐτῆς τῆς χημικῆς βοηθείας οὐδὲν γίνεται. Λάβετε σῦκα, ὅσα θέλετε, δὲν θὰ ἐξαγάγητε οἰνόπνευμα ἄνευ βοηθείας χημικῆς. Αὐτὸ δὲν δύναται νὰ τὸ πράξῃ ὁ γεωργός· ὥστε ὁ οἰνοπνευματοποιὸς ἔχει ὠφέλειαν σπουδαιοτάτην, ὠφέλειαν, ἥτις δὲν συγκρίνεται πρὸς τὴν ὠφέλειαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ γεωργὸς, καὶ ἑπομένως δὲν δύναταί ποτε νὰ ἦναι εἰς τὴν αὐτὴν τάξιν. Ὁ φόρος, ὁ ἐπιβαλλόμενος εἰς τὸν γεωργὸν τὸν πωλοῦντα τὴν παρ’ αὐτοῦ κατασκευασθεῖσαν ῥακὴν, δὲν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸν οἰνοπνευματοποιόν. Ἀλλ’ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πρόκειται νὰ καταστρέψωμεν τοὺς οἰνοπνευματοποιούς; ὅτι ὁ φόρος ὁ προτεινόμενος μέλλει νὰ ἐξοντώσῃ αὐτὴν τὴν βιομηχανίαν; πολὺ μακρὰν εἶμαι νὰ τὸ πιστεύσω, καὶ ἀρκεῖ νὰ λάβω τὸ παράδειγμα τῆς Γαλλίας. Ποῖος εἶναι ὁ φόρος ἐν Γαλλίᾳ; ἀδιακρίτως, εἴτε πρόκειται περὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὠνόμασε καὶ συχνάκις φαίνεται μεταχειριζόμενος ὁ τέταρτος προλαλήσας, εἴτε δὲν ἠξεύρω ποῖα, ἐν Γαλλίᾳ εἶναι ὁ αὐτὸς φόρος, εἴτε ἔχουν τὴν δεῖνα ἀξίαν, εἴτε τὴν ἄλλην ἀξίαν. Καὶ αὐτὸς ὁ φόρος ποῖος εἶναι; ἄλλοτε ἦτο 95 φράγκα τὸ ἑκατόλιτρον, σήμερον εἶναι 150 φράγκα τὸ ἑκατόλιτρον.
§54ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δύω φράγκα τὴν ὀκᾶν.
§55ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἓν καὶ ἥμισυ φράγκον ἡ λίτρα, εἶναι τέσσαρα καὶ ἥμισυ ἡ ὀκᾶ.
§56ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ λίτρα εἶναι χίλια grammes, καὶ αὐτὰ εἶναι 312 δράμια· εἶναι λοιπὸν 78 ὀκάδες.
§57ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Σᾶς λανθάνει ἓν πρᾶγμα, μοὶ φαίνεται, εἰς αὐτοὺς τοὺς ὑπολογισμούς σας, διότι συγχέετε τὴν λίτραν καὶ τὸ χιλιόγραμμον. Πρέπει νὰ ἠξεύρετε, ὅτι ἡ λίτρα καὶ τὸ χιλιόγραμμον δὲν εἶναι τὸ αὐτό. Τώρα νὰ σᾶς εἴπω ποῦ εἶναι ἡ διαφορά· ἂν λάβητε ὕδωρ ἀπεσταγμένον, τότε ἡ λίτρα τοῦ ὕδατος τούτου καὶ τὸ χιλιόγραμμον εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό· ἀλλ’ ἅμα λαμβάνετε ἄλλας ὕλας, δὲν εἶναι τὸ αὐτὸ πρᾶγμα· ἔχουν ἄλλην εἰδικὴν βαρύτητα. Ὅταν λέγετε οἴνου μία λίτρα, δὲν ἔχετε χιλιόγραμμον, εἶσθε πολὺ μακράν. Ὅταν λοιπὸν λέγετε ἓν ἥμισυ φράγκον τὴν λίτραν καὶ ἑπομένως δύω φράγκα τὴν ὀκᾶν, εἶσθε πολὺ μακράν. Τέσσαρα φράγκα εἶναι κατ’ ὀκᾶν. Λοιπὸν ἀπὸ τὰ τέσσαρα φράγκα ἕως τὰ 50 λεπτὰ βλέπετε πόση εἶναι ἡ ἀπόστασις.
§58ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τόνος πόσα ἑκατόλιτρα ἔχει;
§59ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μοὶ ὑπόσχεσθε νὰ μοὶ δώσητε δίπλωμα; ἄλλως, δὲν ἠμπορῶ νὰ ὑποστῶ δωρεὰν τὰς ἐξετάσεις.
§60ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς θέλετε νὰ διδάξετε.
§61ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὅταν μὲ διακόπτετε, διὰ νὰ μοὶ δείξητε, ὅτι ἔχω λάθος, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ δικαιολογηθῶ. Λέγετε τὴν Ἀγγλίαν. Σεῖς ὁ ἴδιος ὡμολογήσατε, ὅτι ἡ Ἀγγλία εἰσπράττει 20 ἕως 22 ἑκατομμύρια λιρῶν ἀπὸ τὰ οἰνοπνεύματα. Πόσος νομίζετε, ὅτι εἶναι ὁ φόρος εἰς τὴν Ἀγγλίαν; φοβερός.
§62ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ οὐχὶ ἄνισος.
§63ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἀλλ’ εἰς τὴν Ἀγγλίαν, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀγνοεῖτε, ὅτι δὲν φορολογεῖται μόνον τὸ οἰνόπνευμα· ἐκεῖ φορολογεῖται καὶ ἡ πρώτη ὕλη, αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὀνομάζουν malt, δηλαδὴ τὴν κριθὴν τὴν ζυμωθεῖσαν, φορολογοῦν ἄλλας ὕλας. Λοιπὸν μὴ παραβάλλετε τὴν Ἀγγλίαν· ἡ φορολογία τῆς Ἀγγλίας εἶναι φοβερὰ, διότι, ὡς εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἀγγλίας, πίνοντες ἐξερχόμεθα ἀπὸ τὸ χρέος μας, καὶ ἂν σεῖς θελήσετε νὰ φορολογήσετε, θὰ ἐξέλθητε καὶ σεῖς ἀπὸ τὸ χρέος σας, χωρὶς νὰ τὸ αἰσθανθῆτε. Ἡ δυσαναλογία τοῦ φόρου ἐν Γαλλίᾳ εἶναι ὅσον οἷόν τε τερατώδης, δυσαναλογία ὄχι μόνον εἰς αὐτὸ τὸ εἶδος, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν οἶνον. Σᾶς ἔφερον καὶ ἄλλοτε τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον δύνασθε νὰ ἀναγνώσητε εἰς τὸν Leroi Beaulieu· ὁ οἶνος, ὅστις ἔχει ἀξίαν 10 φράγκα τὸ ἑκατόλιτρον, πληρώνει ἐξ ἴσου, ὡς ὁ οἶνος, ὅστις ἔχει 500 φράγκα τὸ ἑκατόλιτρον. Εἶναι δυνατὸν νὰ τηρήσητε ἰσότητα; Ἂν θέλετε νὰ τηρήσητε ἰσότητα, πρέπει διὰ τῆς ἐπιστήμης νὰ φθάσητε νὰ καθορίσητε τὴν ἀξίαν τοῦ ῥευστοῦ· ἅμα ὅμως δὲν εἶσθε εἰς θέσιν νὰ τὸ πράξητε, πρέπει νὰ κλείσετε τοὺς ὀφθαλμοὺς, καὶ αὐτὴ ἡ ἀνισότης θέλει ἐξαλειφθῆ. Ἀλλὰ τὰ καταστήματα, λέγετε, προσέχετε μὴ τὰ βλάψετε· αὐτὰ ἐξάγουν οἰνοπνεύματα, καὶ τοιουτοτρόπως προϊὸν Ἑλληνικὸν ἐκποιεῖται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ ἀντ’ αὐτοῦ λαμβάνομεν τὸ ἀντάξιον εἰς μεταλλικόν. Ποῖος πρόκειται νὰ φορολογήσῃ κατὰ τοῦτο; Μόνος ὁ τέταρτος προλαλήσας μᾶς κατέκρινεν ὅτι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἐπιβάλλομεν φόρον, ἐξ ἑτέρου ἀφαιροῦμεν τὸν φόρον. Βλέπετε εἰς ποίαν θέσιν εὑρισκόμεθα. Ἀλλὰ λέγετε, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι ἐξαίρεσις, ἀλλ’ ἀξίωμα τοῦ συστήματος, ὅτι εἰς τὰ ἐξαγόμενα δὲν ἐπιβάλλεται φόρος. Δὲν ἀρκεῖ ὅμως, ὅτι δὲν ὑπόκειται εἰς τέλος τὸ ἐξαγόμενον, διότι ὁ Τελώνης θέλει εἴπει εἰς τὸν ἐξάγοντα: θέλεις νὰ ἐξαγάγῃς ῥακὴν, εἶσαι ἐλεύθερος. Ἀλλ’ ὁ ἐξάγων δὲν ἐφησυχάζει, διότι ἐπλήρωσεν ἤδη φόρον, καὶ ἂν δὲν ὑπάρχῃ διάταξις, ἐπιτρέπουσα τὴν ἐπιστροφὴν, ἡ ἐπιστροφὴ δὲν γίνεται. Λοιπὸν δὲν εἶναι περιττὴ ἡ διάταξις· τὸ δὲ ἐξαγόμενον εἰς τὸ ἐξωτερικὸν δὲν ὑπόκειται εἰς βλάβην. Τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα εἶναι κάτοχα τῶν μηχανημάτων, τῶν τελειοποιηθέντων, δι’ ὧν γίνεται ἡ λεγομένη rectification. Ἠξεύρετε ὁ χωρικὸς πῶς δοκιμάζει τὸ οἰνόπνευμα, ὁποῖον βαθμὸν ἔχει; πρῶτον διὰ τῆς γλώσσης ἐὰν καίῃ, καὶ δεύτερον εἰς τὸ πῦρ, ἂν ἀναφλέγεται. Ὁ οἰνοπνευματοποιὸς ἔχει ὅλα τὰ ἐργαλεῖα, δι’ ὧν γίνεται ἡ rectification, καὶ δύναται δι’ αὐτῶν νὰ προσδιορίσῃ ὅσον θέλει βαθμὸν καὶ νὰ μὴ ἀπολέσῃ τὸ ἐλάχιστον. Ἔχει ἀνυπολόγιστα πλεονεκτήματα· ἔχει ἐπίσης τὸ πλεονέκτημα, ὅτι δύναται νὰ κατασκευάσῃ ἐκ πάσης ἄλλης ὕλης οἰνοπνεύματα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ὁ χωρικὸς, καὶ δὲν εἶναι μικρὸν πλεονέκτημα, ὅτι δίδεται ἡ ἐλευθέρα εἰσαγωγὴ τῶν πρώτων ὑλῶν, διὰ νὰ κατασκευάζεται τὸ οἰνόπνευμα, διότι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι μοὶ εἶπον: δός μας ἐλευθέραν εἰσαγωγὴν τῆς πρώτης ὕλης, καὶ θὲς ὁποιονδήποτε φόρον θέλεις. Ἀλλ’ ὅταν εὗρον τοιούτους συνηγόρους, ὅτι καταστρέφεται ὁ λαὸς, ὁ λαὸς τῶν κεφαλαιούχων τῶν 500,000 καὶ 1,000,000 δραχμῶν, λέγουν: θάῤῥει καὶ θέλεις τὸ ἐπιτύχει, θέλεις διασώσει τὰ πνεύματα ὅλης τῆς Ἑλλάδος, ὡς νὰ ἦσαν ποτισμένα οἰνοπνεύματος· μετάδος σὺ τὸ πνεῦμά σου εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ὁ Νόμος κατεστράφη. Τί μᾶς λέγουν λοιπὸν οἱ μεμφόμενοι τὸ ἡμέτερον Νομοσχέδιον; μεταφέρετε τὸ βάρος τοῦ φόρου εἰς τοὺς παραγωγούς. Ἠξεύρετε τί θὰ εἰπῇ τοῦτο; θέλω σᾶς τὸ εἴπει ἀμέσως· εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς νὰ δώσετε ἓν ἀποκλειστικὸν προνόμιον εἰς τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα ὅτι μόνον αὐτὰ δύνανται νὰ κατασκευάζουν τὴν ῥακὴν καὶ ὅτι δύνανται νὰ ἀγοράζουν τὴν σούμαν εἰς οἱανδήποτε θέλουν τιμὴν, διότι σήμερον αὐτοὶ μόνοι ἀγοράζουν τὴν σούμαν. Ἄν ὁ χωρικὸς τῷ εἴπῃ σήμερον: δὲν μὲ ἀρκοῦν 45, διότι πληρώνω τὸν φόρον, ὁ οἰνοπνευματοποιὸς θέλει ἀπαντήσει: μὲ εἶναι ἀδιάφορον· ὁ φόρος ὅλος θέλει μείνει εἰς τὸν παραγωγὸν, καὶ ὁ οἰνοπνευματοποιὸς θέλει ἀπαλλαχθῆ ἀπὸ τὸν φόρον, καὶ θέλει ἀπαλλαχθῆ καὶ ὁ καταναλωτὴς κατὰ συνέπειαν. Λοιπὸν τότε δὲν εἶναι τῷ ὄντι φόρος καταναλώσεως. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν τώρα τί ἐξάγουν τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα εἰς τὸ ἐξωτερικόν· τίποτε, εἶναι μόνον κομποῤῥημοσύνη. Ὅσον ἐξάγουν, εἶναι διὰ μεταφορᾶς. Εἰς τὰ 1877 εἰσήχθησαν πνευματώδη ποτὰ 567 χιλιάδες ὀκάδες· εἰς τὰ 1881, 677 χιλιάδες ὀκάδες, καὶ τότε βλέπομεν, ὅτι ἐξήχθησαν 22,900. Εἰς τὰ 1882 εἰσῆλθον 679 εἰς τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν.
§64ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ διπλάσιον. Δὲν ὀφείλεται τοῦτο εἰς τὴν ἐπιτήρησιν τὴν μεγαλειτέραν.
§65ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι, εἰς ἀτμοσφαιρικὰς αἰτίας.
§66ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐμπορίου.
§67ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἶναι ἐξακρίβωσις περισσοτέρα· θὰ ἰδῆτε, ὅταν τυπωθῇ ἡ κίνησις τοῦ ἐμπορίου, τὴν διαφορὰν εἰς ὅλα τὰ εἴδη, θὰ ἰδῆτε διὰ τὸν καφὲν καὶ τὴν ζάχαρην ἀπίστευτα ἀποτελέσματα. Κατὰ τὴν α. ἑξαμηνίαν τοῦ 1882 εἰσήχθησαν 679, ἐξήχθησαν δὲ μόνον 8,600, τὸν Ἰούλιον εἰσήχθησαν 13,000 ὀκάδες, ἐξήχθησαν 4,000· δὲν βλέπω ποσά· καὶ τὸν Αὔγουστον μόνον 11,000· δὲν εἶναι μεγάλα ποσά. Λέγω λοιπὸν, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον ἐστηρίχθη ἐπὶ τῶν ἁπλῶν βάσεων τοῦ νὰ ἐπιβάλῃ τὸν φόρον ὅσον ἔνεστιν ἐγγύτερον εἰς τὴν κατανάλωσιν, εἰς τὴν δευτέραν ἐργασίαν, καὶ ὄχι εἰς τὴν πρώτην παραγωγήν. Ὅ,τι δὲ εἶπον, ὅτι δὲν δύνανται νὰ συναγωνισθῶσι πλέον τὰ ἐγχώρια οἰνοπνευματοποιεῖα πρὸς τὰ ἔξωθεν ἐρχόμενα λόγῳ τῶν τιμῶν, αὐτὸ ἀπάδει πρὸς τὰ ἐν τῷ δασμολογίῳ· διότι, ἐνῷ λέγετε, ὅτι ὁ φόρος τῶν 50 λεπτῶν εἶναι πολὺς, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι τὰ ἔξωθεν ἐρχόμενα πληρώνουν τέλος εἰσαγωγικὸν πολὺ ἀνώτερον τῶν 50 λεπτῶν, πληρώνουν 54, 67 (ἀναγινώσκει). Σοῦμα, καθ’ ὑπόθεσιν ἔξωθεν ἐρχομένη, 33 λεπτὰ, τὸ Κονιὰκ 54. Τὸ δασμολόγιον ὑπόκειται εἰς ἀναθεώρησιν, ὁ δὲ παρὼν Νόμος δὲν προδικάζει τὰ μέλλοντα, οὔτε προδικάζει τὴν ἀναθεώρησιν· θέλομεν φέρει τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐργασίας πρὸς ἀναθεώρησιν, καὶ τότε θέλετε ἰδεῖ ἂν τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐκεῖ θέλομεν προσδιορίσει, ἦναι ἀρκοῦντα πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἡμετέρας παραγωγῆς. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι, ὅσα ἐλέχθησαν, δὲν εἶναι ἀρκετὰ, ἵνα διασείσουν τὴν ὑπὲρ τοῦ Νομοσχεδίου πεποίθησιν ὑμῶν.
§68ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα, ὄχι διὰ νὰ ἀντικρούσῃ τοὺς σπουδαίως ψέξαντας τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιδείξῃ ἐκ νέου πνεῦμα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιθυμεῖ νὰ ἐπιδεικνύῃ τὸ πνεῦμά του, τὸ ὁποῖον ἄνωθεν τοῦ ἐδόθη καὶ τοῦ ὁποίου ὅμως αὐτὸς κάμνει τόσην κατάχρησιν, ὥστε σχεδὸν ἐξηντλήθη· ὥρισεν, ὅτι τὸ πνεῦμα τὸ ἐμὸν εἶναι 39 βαθμῶν, ἀλλὰ τὸ ἰδικόν του πνεῦμα δὲν ἠξεύρω πόσων βαθμῶν εἶναι· τὸν παρακαλῶ νὰ μᾶς τὸ εἴπῃ, ἀφοῦ ἔχει καὶ νοόμετρον. Ὁ κ. Καλλιγᾶς ἰδίως ἐπέπεσε κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπέδειξαν εἰς αὐτὸν, ὅτι καθῆκον ὄχι μόνον τοῦ Ὑπουργοῦ ἑνὸς Κράτους, ἀλλ’ ἑκάστου Ἀντιπροσώπου τοῦ ἔθνους; εἶναι, ὅταν τὸ Κράτος εὑρίσκηται εἰς ἀνάγκας χρηματικὰς, νὰ ἐπιδιώκῃ τὴν εἴσπραξιν φόρων κατὰ πρώτιστον λόγον ἐκ μέρους ἐκείνων, οἵτινες δὲν πληρώνουσι τοιούτους· ἀφοῦ ἐπιβάλῃ φόρον εἰς τοὺς ἀφορολογήτους, τότε μόνον δικαιοῦται ὁ Ὑπουργὸς καὶ ὁ βουλευτὴς νὰ ψηφίσῃ φόρον κατ’ ἐκείνων, οἵτινες εἶναι οἱ μᾶλλον φορολογούμενοι ἐν τῷ Κράτει. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν παραδέχεται τὴν ἀρχὴν ταύτην· σᾶς εἶπε μάλιστα, ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ ὑπάρχει καὶ φόρος οἰνοπνευμάτων καὶ φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Ἀφοῦ ὑπάρχει καὶ ἐκεῖ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ καὶ εἰς τὰ πλεῖστα Εὐρωπαϊκὰ Κράτη φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος καὶ ἐπὶ τῶν οἰνοπνευμάτων, διατί σεῖς προτιμᾶτε κατὰ πρώτιστον λόγον τὸν φόρον ἐπὶ τῶν οἴνων, τῶν ἐπιτηδευμάτων, τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν κλπ. δηλαδὴ ἐφ’ ὅλων τῶν ἐργατικῶν τάξεων, ἐφ’ ὅλης τῆς βιομηχανίας τῆς Ἑλλάδος, καὶ φόρον ἐπὶ τοῦ ἀφορολογήτου κεφαλαίου δὲν ἐπιβάλλετε, καὶ ἀποκρούετε μάλιστα τοῦτον; Ὁ λόγος εἶναι εὔκολος, διότι κατὰ πρώτιστον λόγον θὰ φορολογηθῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ, ἐννοεῖται, εἰς τοιαύτας αὐτοθυσίας ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν συνειθίζει νὰ ἔρχηται. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠθέλησε νὰ ἀποδείξῃ τοῦ λαοῦ τοῦ Ἀγγλικοῦ τὴν ἐθελοθυσίαν καὶ ὅτι βαρέως εἶναι φορολογημένα ἐκεῖ τὰ πνευματώδη ἐν γένει ποτὰ, καὶ ὁ οἶνος, λέγων, ὅτι ὑπάρχει ἓν λόγιον ἐν Ἀγγλίᾳ, τὸ ὁποῖον λέγει drinking we tring our debits, ὅτι δηλαδὴ πίνομεν αὐτὰ τὰ ποτὰ, ἀλλ’ ὅτι ἐξ αὐτῶν πίνοντες πληρώνομεν τὸ δημόσιον χρέος. Φαντασθῆτε τὸν Ἄγγλον πίνοντα ἐκ πατριωτισμοῦ! Ἠξεύρετε τί λέγει ὁ Ἀγγλικὸς λαὸς «drin-King nedrink-ourselves» δηλαδὴ πίνοντες, πίνομεν ἡμᾶς αὐτοὺς, καταστρεφόμεθα, ἐξαντλούμεθα· λέγουν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὅλος ὁ κόσμος λέγει: πίνων τις, πίνει αὐτὸς ἑαυτόν, πίνει τὴν σακκοῦλάν του· αὐτὸ ἐννοεῖ ὁ Ἀγγλικὸς λαὸς, τὸ ὁποῖον παρενόησε καὶ παρεμόρφωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀντὶ νὰ δικαιολογηθῇ, ἀντὶ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν φορολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει ἐπὶ τῆς βιομηχανίας, ἀντὶ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ὑπέρογκον δυσαναλογίαν τῆς φορολογίας, ἤτοι τὸ 50% ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου, ἠθέλησε νὰ σᾶς ἀναπτύξῃ πῶς παράγεται τὸ οἰνόπνευμα, τί ἐστὶ λέβης, πῶς γίνεται ἡ ἀποστάλαξις, πῶς γίνεται ἡ βράσις καὶ ὅλα ταῦτα. Ἐὰν ἐπρόκειτο, κύριοι, νὰ ἀναπτυχθῶσιν ἐνταῦθα αἱ θεωρίαι τῆς θερμότητος, εὐκολώτατον ἦτον νὰ λάβῃ τις τὴν μικρὰν φυσικὴν τοῦ Δαμασκηνοῦ καὶ νὰ ἴδῃ, ὅτι τὸ ὑγρὸν διὰ τῆς θερμότητος γίνεται ἀτμὸς καὶ ὅτι κατόπιν διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῆς θερμότητος, καὶ ὄχι διὰ τοῦ ψύχους, πυκνοῦται. Ἡ λέξις ψῦχος εἶναι ἄγνωστος εἰς τὴν φυσικὴν ἐπιστήμην· ψῦχος εἶναι ἡ ἐλάττωσις τῆς θερμότητος, διότι εἰς πάντα τὰ σώματα ὑπάρχει ἡ θερμότης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤλεγξεν ἄλλον προλαλήσαντα, διότι ἐπιστημονικῶς δῆθεν δὲν ἐξεφράσθη, ἐνῷ αὐτὸς ὁ ἴδιος μετεχειρίσθη λέξιν, ἥτις εἶναι ἄγνωστος εἰς τὴν φυσικὴν ἐπιστήμην. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀντὶ νὰ κατακρίνῃ τοὺς ἄλλους, ὅτι μεταφέρουν εἰς τὸ Κοινοβούλιον τὰς ἰδέας τῶν καταστηματαρχῶν, τοὺς ὁποίους πᾶς βουλευτὴς, νομίζω, ὅταν πρόκηται νὰ ψηφίσῃ φόρους, πρέπει νὰ συμβουλεύηται, διότι δύναται νὰ φωτισθῇ εἰς τὸ πρακτικὸν ἰδίως μέρος, ἔπρεπε νὰ ψέξῃ ἑαυτὸν, διότι τοὺς ἀπέπεμψε, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ἠδυνήθη νὰ φέρῃ ἔργον πρακτικῶς σπουδαῖον. Ἀφοῦ σᾶς ἀνέπτυξε τὸν Νόμον περὶ θερμότητος καὶ βράσεως, ἠξεύρετε τί σᾶς εἶπεν; ὅτι ἐκ τῆς πρώτης ἀποβράσεως παράγεται οἰνόπνευμα βαθμῶν 16 κατὰ τὸν Καρτιέρον καὶ ὅτι γίνεται ἄλλη ἀπόβρασις· ἀλλ’ ἐὰν γείνῃ νέα ἀπόβρασις, γίνεται κατώτερον· αὐτὸ σημαίνει, ὅτι δὲν ἐνόησε τίποτε. Ἐὰν τὸ οἰνόπνευμα ἦναι βαθμῶν 16 ἐκ τῆς πρώτης ἀποβράσεως, καὶ τὸ οἰνόπνευμα, τὸ ὁποῖον θὰ περιέχῃ 16 οἰνόπνευμα καὶ 24 ὕδωρ, ἐὰν ἐκ νέου ποιήσητε τὴν φυσικήν του ἀνάλυσιν ἀπὸ ρευστοῦ εἰς ἀτμὸν, καὶ πάλιν εἰς ρευστὸν, ἀντὶ 16 θὰ περιέχῃ 19, καὶ ἂν πάλιν τὸ αὐτὸ συμβῇ, 22 καὶ καθεξῆς· τὸ ποσὸν τοῦ ρευστοῦ θὰ γείνῃ ὀλιγώτερον, ἀλλὰ οἱ βαθμοὶ τοῦ πνεύματος θὰ ἦναι περισσότεροι. Ὥστε νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ἐσυμβουλεύετο τοὺς πρακτικοὺς αὐτοὺς ἐργοστασιάρχας, δὲν θὰ ἔλεγεν ὅ,τι εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ὅταν πρόκηται νὰ φορολογήσητε αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, πρέπει νὰ τοὺς ἐρωτήσητε, διὰ νὰ ἰδῆτε πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς φορολογήσητε, χωρὶς νὰ καταστρέψητε τὴν βιομηχανίαν. Πρέπει ὁ βουλευτὴς νὰ συγχρωτίζηται μετὰ τῶν φορολογουμένων καὶ νὰ συμβουλεύηται αὐτοὺς, οἵτινες πρόκειται νὰ πληρώσωσι τοὺς φόρους καὶ νὰ ἀκούσῃ τὰ παράπονά των. Ἐγὼ τοὺς ἐδέχθην, καὶ ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τὰς παρατηρήσεις αὐτῶν· τοῦτο ἔπρεπε νὰ πράξω κατὰ καθῆκον, καὶ τοὺς λόγους των εὗρον ὀρθούς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι εἴμεθα εἰς ἀντίφασιν πρὸς ἡμᾶς αὐτούς. Ἐγὼ χθὲς δὲν ἐσύστησα ὡρισμένον εἶδος φορολογίας, δὲν εἶπον νὰ τεθῇ ἐπὶ τῆς σούμας, ἐπὶ τῆς πρώτης ὕλης· ἔψεξα μόνον τὸ σύστημα τὸ φορολογικὸν, διότι ἀκριβῶς ὁ φόρος τίθεται εἰς τὴν μέσην ὁδὸν, μεταξὺ τοῦ πρώτου παραγωγοῦ καὶ τοῦ καταναλωτοῦ, ἐνῶ δὲ λέγει, ὅτι εἶναι φόρος καταναλώσεως, εἶναι φόρος βιομηχανίας, εἶναι φόρος ἐπὶ τῆς δευτέρας παραγωγῆς, εἰς πλεῖστα δὲ μέρη τῆς Ἑλλάδος ἐπ’ αὐτῆς τῆς πρώτης παραγωγῆς. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐπιθυμῶ, ἐὰν παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ ὑπάρχουσαν τὴν ἀνάγκην φορολογίας, καὶ πρέπει νὰ ἀποδειχθῇ τοῦτο διὰ τῆς προηγουμένης ἐξελέγξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῆς ἀποδοχῆς τῶν οἰκονομιῶν, αἵτινες δύνανται νὰ ἐπέλθωσιν ἐν αὐτῷ, ἐὰν ἀποδεχθῇ νὰ φορολογηθῶσι τὰ πνευματώδη ποτὰ, τότε ἡ φορολογία αὕτη πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν κατανάλωσιν, εἰς τὴν πραγματικὴν κατανάλωσιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι δὲν εἶδε τὰ συγγράμματα τοῦ ἐκ Τριφυλίας βουλευτοῦ, διὰ νὰ φωτισθῇ· ἐὰν ὅμως τὸ συγγραμμάτιόν του ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέφερε, τὸ ἀνεγίνωσκε καλῶς, θὰ ἔβλεπεν, ὅτι χρησιμώτερος καὶ ἧττον καταθλιπτικὸς εἶναι ὁ τρόπος τῆς φορολογίας τοῦ ἐκ Τριφυλίας ἐκείνου, τὸν ὁποῖον προτείνει αὐτὸς ὁ ἐξ Ἀθηνῶν. Ἠθέλησε νὰ μᾶς παραστήσῃ, ὅτι περιεπέσαμεν εἰς ἀντίφασιν· εἶπεν, ὅτι, ἀφοῦ δύνανται ἄνευ μηχανημάτων νὰ παραγάγωσι ποτὰ, τίς ἡ ἀνάγκη νὰ ἔχωσι μηχανὰς καὶ καταστήματα ἀξίας 500 χιλιάδων καὶ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν. Δὲν ἐνθυμεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι αὐτὰ ἐῤῥέθησαν ὑπ’ ἐμοῦ πέρυσι. Πέρυσιν ἐβεβαιώθη, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ παραγωγὴ ρακῆς καὶ ἄλλων πνευματωδῶν ποτῶν διὰ τῆς ψυχρᾶς λεγομένης κατασκευῆς. Βεβαίως, ὅταν λέγωμεν διὰ τῆς ψυχρᾶς παραγωγῆς, πρέπει νὰ ὑπάρξῃ πρώτη ὕλη τὸ καθαρὸν οἰνόπνευμα. Αὐτὸ ἐξηγήθη πέρυσιν, ὅτι εἰσάγεται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, καὶ δὲν ἐπεβάλλετο φόρος, οἷος ἐπιβάλλεται νῦν εἰς τὸ οἰνόπνευμα. Τότε οἱ καταστηματάρχαι εἶχον παρατηρήσει εἰς ἡμᾶς, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι δίκαιον καὶ ὅτι δύνανται οἱ μικροὶ πωληταὶ, οἱ μικρέμποροι, νὰ λαμβάνωσιν ἀπ’ εὐθείας ἐκ τοῦ Τελωνείου οἰνόπνευμα καθαρόν, καὶ διὰ τῆς ψυχρᾶς κατασκευῆς, διὰ τῆς ὑποβιβάσεως τοῦ βαθμοῦ τοῦ πνεύματος καὶ τῆς ἐγχύσεως ἀρώματος καὶ χρώματος, νὰ κατασκευάσωσι ποτὰ καταναλώσιμα. Ὁ κ. Καλλιγᾶς ἀντέτεινε πέρυσιν, ἀλλὰ σήμερον τὸ ἔχει ἐγγεγραμμένον εἰς τὸ Νομοσχέδιόν του, παραδεχθεὶς ὡς ὀρθὰς τὰς παρατηρήσεις μας. Ἑτέραν ἀντίφασιν εὗρεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Μᾶς λέγει, ὅτι σεῖς, οἵτινες λέγετε, ὅτι πρέπει νὰ φορολογηθῶσι τὰ κεφάλαια, δὲν θέλετε νὰ φορολογηθῶσιν οἱ μεγάλοι βιομήχανοι, οἵτινες ἔχουσι καταστήματα ἀξίας 500 χιλιάδων καὶ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν. Δὲν πιστεύω νὰ τὸ λέγῃ σπουδαίως καὶ νὰ φρονῇ τοῦτο ὁ κ. Καλλιγᾶς. Ἐὰν πρέπει νὰ φορολογηθῇ τι, πρέπει νὰ φορολογηθῶσι τὰ εἰσοδήματα, ἀλλ’ ἡ βιομηχανία εἶναι κατεργασία τῶν διαφόρων προϊόντων, τὰ ὁποῖα παράγονται ἐνταῦθα ἢ ὡς πρώτη ὕλη ἔρχονται ἔξωθεν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀσχάλει, διότι ζητοῦμεν νὰ φορολογηθῶσι τὰ κεφάλαια, καὶ διὰ τοῦτο μᾶς λέγει, ὅτι πρέπει νὰ φορολογηθῶσι καὶ τὰ κεφάλαια τῆς βιομηχανίας. Δὲν εἶναι ὀρθὸν τοῦτο. Τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα προστατεύει ὁ κ. Καλλιγᾶς καὶ ἡ Κυβέρνησις, δὲν κατεργάζονται προϊόν τι τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ τοκίζονται μὲ καλὸν τόκον καὶ συνεισφέρουσιν εἰς τὰ θυλάκια τῶν πλουσίων μέγα ποσὸν χρημάτων, τὸ ὁποῖον μένει ἀφορολόγητον. Ἡ βιομηχανία τὰ κεφάλαιά της τὰ μεταχειρίζεται εἰς κατεργασίαν προϊόντων, εἰς παραγωγὴν ἐντελεστέρων τοιούτων, διὰ τῶν ὁποίων εἰσάγει πλοῦτον ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ· ὥστε ἡ παραβολὴ ἦτο ἀνεπιτυχής. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι προσῆλθον εἰς αὐτὸν οἱ βιομήχανοι καὶ τῷ ἐξέθηκαν, ὅτι μένουν εὐχαριστημένοι νὰ τεθῇ οἱαδήποτε φορολογία, ἐὰν ἀπαλλαγῶσιν αἱ πρῶται ὗλαι, ἐξ ὧν παράγεται οἰνόπνευμα, παντὸς εἰσαγωγικοῦ τέλους, καὶ ἐπείσθησαν, ὅτι τοὺς συμφέρει νὰ φορολογηθῶσιν ὑπερόγκως, ἀρκεῖ νὰ ἀπαλλαχθῶσιν αἱ πρῶται ὗλαι τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους. Ἐὰν αὐτὸ ἦναι ἀληθὲς, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τὸ ὑπεσχέθη, ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐτήρησε τὴν ὑπόσχεσίν του. Καὶ πέρυσι καὶ ἐφέτος τῷ ἐζήτησα νὰ παραδεχθῇ ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζήτησαν οἱ μεγάλοι βιομήχανοι τοῦ Πειραιῶς καὶ τῶν διαφόρων πόλεων. Ἐζήτησα δηλαδὴ ὅπως πᾶσα ὕλη, ἐξ ἧς παράγεται οἰνόπνευμα, ἀπαλλαγῇ τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους. Πέρυσιν, ὅταν τὸ ἐπρότεινα αὐτὸ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐκραύγαζεν ὄχι, ὄχι. Ἐφέτος βλέπω, ὅτι καὶ πάλιν ἐπιμένει καὶ δὲν θέλει νὰ ἀπαλλάξῃ ὅλας τὰς πρώτας ὕλας τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους, καὶ οὕτω δυνηθῇ ἡ Ἑλληνικὴ βιομηχανία νὰ προαχθῇ.
§69ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὅταν ἔλθωμεν εἰς αὐτὸ τὸ ἄρθρον, βλέπομεν.
§70ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ ἐπρότεινα πέρυσι καὶ δὲν τὸ ἐδέχθητε· ἐὰν φέτος τὸ δεχθῆτε, θὰ βοηθήσητε κἄπως τὴν βιομηχανίαν ταύτην. Εἶναι πολλαὶ ἄλλαι ὗλαι, εἶναι ὁ ἀραβόσιτος, εἶναι ἡ κριθὴ, εἶναι ὁ σῖτος.
§71ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι, ὄχι.
§72ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἠξεύρω ἡ ἄρνησίς σας τί σημαίνει. Βλέπω καὶ τὸν Πρωθυπουργὸν ἀκόμη ἀρνούμενον. Ἀρνεῖσθε νὰ συντελέσητε εἰς τὸ νὰ προαχθῇ ἡ Ἑλληνικὴ βιομηχανία ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ παραγάγῃ οἰνόπνευμα ἴσον πρὸς τὸ Εὐρωπαϊκόν. Ἐκ τοῦ ἀραβοσίτου, τῆς κριθῆς καὶ τοῦ σίτου παράγουσιν ἐν Τεργέστῃ καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν ἄλλοις ἔθνεσιν τὸ ἀλκὸλ, τὸ ὁποῖον παρέχει 95, 96, καὶ 99 ἴσως βαθμοὺς οἰνοπνεύματος, ἤτοι εὑρίσκεται εἰς τὸ ἀνώτατον σημεῖον τοῦ πνευματισμοῦ· ἀλλ’ ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὁ κ. Καλλιγᾶς εἶναι ἐχθρὸς τοῦ πνεύματος· τὸ θέλει ἀποκλειστικῶς αὐτὸς ὁ ἴδιος καὶ δὲν θέλει νὰ τὸ ἔχουν καὶ οἱ ἄλλοι, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς προτιμᾷ τὸ ξενικόν. Πόσων βαθμῶν οἰνόπνευμα δύναται ἡ Ἑλληνικὴ βιομηχανία νὰ παραγάγῃ; οὐχὶ πλέον τῶν 75 ἢ 80. Πολλοὶ καταστηματάρχαι ἠθέλησαν νὰ βελτιώσωσι τὴν βιομηχανίαν διὰ τῆς προσθήκης κεφαλαίων καὶ τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἐργασίας, ὅπως κατορθώσωσι νὰ παραγάγωσιν ἀλκὸλ τοῦ αὐτοῦ βαθμοῦ πρὸς τὸ Εὐρωπαϊκὸν, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τοῦ Νόμου λέγει: δὲν σᾶς τὸ ἐπιτρέπω αὐτό· δὲν ἐπιτρέπω νὰ συναγωνισθῆτε πρὸς τὴν βιομηχανίαν τῆς Εὐρώπης. Πολλάκις ἔρχονται ἐν Πειραιεῖ φορτία δημητριακῶν καρπῶν, βεβλαμμένων ἕνεκα ἀτυχῶν περιστάσεων κατὰ τὸν πλοῦν, ἢ αἱ τιμαὶ εὑρίσκονται εἰς μεγάλην ἔκπτωσιν· τότε ὁ καταστηματάρχης δύναται νὰ ἀγοράσῃ αὐτὸ τὸ ἐμπόρευμα τὸ τόσῳ εὐθηνὸν, αὐτὴν τὴν πρώτην ὕλην καὶ νὰ παραγάγῃ λαμπρὸν οἰνόπνευμα, καθαρώτατον· ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει: ὄχι, δὲν τὸ ἐπιτρέπω, δὲν θέλω νὰ τελειοποιηθῇς. Ἂν μετέβαλε γνώμην, τὸν παρακαλῶ νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν μου, ὅπως εἰς τὸ ἄρθρον 19 προστεθῶσιν αἱ λέξεις καὶ «πᾶσα ἄλλη ὕλη, ἐξ ἧς δύναται νὰ παραχθῇ οἰνόπνευμα». Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν καταστρέφεται ἡ Ἑλληνικὴ βιομηχανία, οὔτε πολεμεῖ αὐτὴν, διότι ἀφίνει ἀφορολόγητον τὴν ἐξαγωγήν· πολὺ ὀρθῶς δὲ τοῦ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας, ὅτι φόρος ἐξαγωγῆς δὲν ὑπάρχει, ὅτι δὲν κατήργησε τίποτε καὶ ὅτι τὸ δῶρόν του εἶναι ἄδωρον. Ὁμοιάζει πρὸς τὸ Νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν προχθὲς, τῆς μεγάλης ἐπιβολῆς φόρου εἰσαγωγῆς ἐπὶ τῶν ξένων καπνῶν. Σκοπὸς τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ ἦτο νὰ δείξῃ εἰς τοὺς φορολογουμένους τοῦ Ἀγρινίου, τοῦ Μεσολογγίου, τῆς Ναυπλίας, τοῦ Ἄργους, τῆς Φθιώτιδος καὶ ἄλλων μερῶν, ἔνθα παράγεται καπνὸς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, πρὶν ἢ ἐπιβάλῃ φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ, φροντίζει νὰ ἐπιβαρύνῃ διὰ μεγάλου εἰσαγωγικοῦ τέλους τὸν ἐξωτερικὸν καπνὸν, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ συναγωνισθῇ οὗτος πρὸς τὸν Ἑλληνικόν. Ὅταν ρίψητε ἓν βλέμμα πρὸς τὴν κατανάλωσιν, ἥτις γίνεται, τοῦ ἐξωτερικοῦ καπνοῦ, πρὸς τὴν κατανάλωσιν τοῦ ἐγχωρίου, δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ κρατήσητε τὸν γέλωτα διὰ τὸν ἐμπαιγμὸν, ὅστις γίνεται πρὸς τοὺς ἀτυχεῖς καπνοπαραγωγοὺς τῆς Ἑλλάδος. 4,000, ἢ 5,000 ὀκάδες καπνοῦ, νομίζω, εἰσέρχονται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, καταναλίσκεται δὲ εἰς τὸν Τόπον ἐγχώριος καπνὸς 4 ἑκατομμύρια ὀκάδων. Κατὰ πόσον λοιπὸν θὰ ὠφελήσῃ τὴν κατανάλωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ καπνοῦ καὶ θὰ ἀναπτύξῃ αὐτὴν ὁ βαρὺς φόρος, ὁ ἐπιβαλλόμενος εἰς τὸν ἐξωτερικὸν καπνόν; Ἂν παραδεχθῶμεν, ὅτι ὅλη ἡ τάξις, ἡ προσφιλὴς τῇ Κυβερνήσει, ἡ πλουσία, ἥτις ἀρέσκεται εἰς τὰς ἡδονὰς καὶ καπνίζει τὸν Ὀθωμανικὸν ἀκριβὸν καπνὸν, παραιτηθῇ, διότι θὰ προστεθῇ εἰς ἕκαστον σιγαρέτον ἓν ἢ δύω λεπτὰ, τότε ἡ εἰσαγωγὴ θὰ παύσῃ, θ’ αὐξήσῃ δὲ ἡ κατανάλωσις κατὰ 4,000 ὀκάδας, ἤτοι σταγὼν ἐν ὠκεανῷ. Δὲν εἶχε λοιπὸν τὸ Νομοσχέδιον ταμιευτικὸν σκοπὸν, οὔτε προστατευτικὸν, ἀλλὰ σκοπὸν ἐμπαικτικὸν τῶν μελλόντων νὰ φορολογηθῶσι καπνοπαραγωγῶν καὶ καπνεμπόρων. Τὰ αὐτὰ λέγω καὶ ἤδη διὰ τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ ἐξαγωγικοῦ τέλους τῶν ποτῶν, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ σταλῶσιν εἰς τὴν Ἀνατολὴν καὶ ἐκεῖθεν εἰσέλθῃ ὁ χρυσός. Παρετηρήσαμεν πέρυσιν, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ λέγωμεν, ὅτι προστατεύομεν τὴν Ἑλληνικὴν βιομηχανίαν, ἀφαιροῦντες τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει, ἀφοῦ ἡ Ἑλληνικὴ βιομηχανία ἀκόμη δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐξαγάγῃ μεγάλα ποσά. Καὶ πράγματι ἐκ τῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔφερεν αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς, ἀπεδείχθη, ὅτι ἐξαγωγὴ μεγάλη Ἑλληνικῶν ποτῶν εἰς τὴν Ἀνατολὴν καὶ ἐν γένει εἰς τὸ ἐξωτερικὸν δὲν γίγνεται σήμερον, τοὐλάχιστον εἶναι ἐλαχίστη. Βεβαίως ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ἡ ἐξαγωγὴ αὐξάνει, ἡ ποιότης βελτιοῦται, ὁ συναγωνισμὸς πρὸς τὰ Εὐρωπαϊκὰ ποτὰ γίνεται μεγαλείτερος, καὶ θὰ ἐπικρατήσῃ τὸ προϊὸν τῆς Ἑλληνικῆς βιομηχανίας, διότι καὶ εὐθηνότερον θὰ ἦναι καὶ ἴσως καλλίτερον. Δὲν ἤθελε προσέτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παραδεχθῇ ἐκεῖνο, ὅπερ τοῦ εἶπον χθὲς καὶ ὅπερ κατὰ τὸ ἥμισυ μόνον ἀντελήφθη ἢ ἠθέλησε νὰ ἀντιληφθῇ. Χθὲς εἶπον, ὅτι, συνεποίᾳ τοῦ Νόμου τούτου, δι’ οὗ ἐπιβάλλεται βαρὺς φόρος καταναλώσεως ἐπὶ τῶν ποτῶν, ἐγένοντο δύω τινὰ πρὸς καταδολίευσιν τοῦ φόρου· πρῶτον, εἰσήχθησαν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ μεγάλα ποσὰ οἰνοπνευμάτων, ὅπως ὠφεληθῶσι τὸν πρόσθετον φόρον τῶν 50 λεπτῶν, ὥστε ἡμίσειαν δραχμὴν καθ’ ἑκάστην ὀκᾶν ὠφελεῖται ὁ εἰσαγαγὼν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ οἰνόπνευμα καὶ ποτὰ κατὰ τὸ διάστημα τῆς συζητήσεως τοῦ Νόμου...
§73ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὸ Τελωνεῖον τὸ ἐπλήρωσε.
§74ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐπλήρωσε τὰ παλαιὰ τέλη, ὄχι τὸν νέον φόρον. Δὲν θὰ δυνηθῆτε λοιπὸν σήμερον νὰ εἰσπράξητε ἐκεῖνον τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον λέγετε, ὅτι ἐπεβάλετε ἐπὶ τῶν ξενικῶν ποτῶν, διότι εἰσῆλθον πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ Νόμου.
§75ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Νὰ δοκιμάσωμεν ὅσους ἔπιον.
§76ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὄχι, νὰ δοκιμάσητε πόσον ποσὸν εἶναι ἀποταμιευμένον.
§77ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ γείνῃ αὐτό.
§78ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν θὰ γείνῃ. Δὲν τὸ ἐπιτρέπει ὁ Νόμος. Ἐγὼ δὲν συζητῶ ἐπὶ τῶν μελλόντων σχεδίων τῆς Κυβερνήσεως καὶ δὲν ἐννοῶ νὰ κάμω τοιαύτην τροπολογίαν, διότι τὴν φορολογίαν θεωρῶ βαρυτάτην. Θέλω μόνον νὰ ἀποδείξω, ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ εἰσπράξῃ δύω ἑκατομμύρια ἐκ τοῦ φόρου. Ἐφέτος δὲν θὰ εἰσπράξῃ οὔτε διακοσίας χιλιάδας.
§79ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὸ ἐφέτος εἶναι 82.
§80ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Οὐδεὶς θὰ σᾶς προσφέρῃ ἐνοικιαστής, ἔστω 500,000 χιλιάδας δραχμῶν, καὶ ὄχι 2 ἑκατομμύρια, ἅτινα ζητεῖτε ὡς ἐλάχιστον ὅρον.
§81ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν θέλω ἐγὼ ἐνοικιαστάς.
§82ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Καὶ ὅμως τὸ σύστημά σας εἶναι ἡ ἐνοικίασις. Καὶ τὸν καπνὸν θέλετε νὰ ἐνοικιάσητε καὶ τοὺς φόρους ἐπὶ τῶν ποτῶν, καὶ ἐὰν ἦτο δυνατὸν, θὰ ἐνοικιάζατε καὶ ἡμᾶς καὶ ὅλην τὴν Ἑλλάδα.
§83ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Σεῖς τὸ ἔχετε ἐνοικιασμένον.
§84ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Σεῖς δὲ ἀνοικίαστον, δηλαδὴ κενὸν (ἱλαρότης). Καὶ δὲν εἶναι μόνον τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα εἰσῆλθον ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, πρὸς καταδολίευσιν τοῦ Νόμου, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλα μεγάλα ποσὰ, τὰ ὁποῖα προνοητικῶς ἠγοράσθησαν πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Νόμου αὐτοῦ, καὶ τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐναποταμιευμένα εἰς τὰ διάφορα καταστήματα. Ὁ Νόμος οὐδόλως ἐφρόντισε περὶ τῆς φορολογίας αὐτῶν, καὶ ἂς ἦναι βέβαιος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἂς τὸ ἀκούσῃ ἀπὸ ἕνα ἄπειρον νέον, ὁ ὁποῖος ἐφρόντισε νὰ πληροφορηθῇ ἀπὸ τοὺς πεπειραμένους καταστηματάρχας, ὅτι δὲν θὰ εἰσπράξῃ οὔτε τὸ τέταρτον, οὔτε τὸ ὄγδοον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀνέγραψεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι θέλει ἐπιτευχθῇ ἡ κάλυψις τοῦ ἐλλείμματος. Νομίζω, κύριοι, ὅτι μὲ ὅλην τὴν ἀφοσίωσιν, τὴν ὁποίαν πολλοὶ ἐξ ὑμῶν ἐνταῦθα δεικνύετε, δὲν πρέπει νὰ πιστεύσητε, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς εὑρίσκεται εἰς πλειοψηφίαν ἀπέναντι τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἥτις σήμερον ἀτυχῶς δὲν ἔχει ἐνταῦθα πάντα τὰ μέλη αὐτῆς, οὔτε εἶναι εὐπρεπὲς νὰ ὠφεληθῆτε ἐκ τῆς ἀπουσίας αὐτῆς, ὅπως ἐπιβάλητε μονομερῶς φόρους. Μὴ ἀποβλέψητε εἰς τὸ Νομοσχέδιον κομματικῶς, ἀλλ’ ὡς Ἀντιπρόσωποι τῶν Ἐπαρχιῶν, ὡς ἁγνοὶ Ἀντιπρόσωποι τοῦ μέλλοντος νὰ φορολογηθῇ βιομηχάνου καὶ ἐργατικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος.
§85ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὡς ὁ κ. Γρυπάρης.
§86ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ κ. Γρυπάρης καὶ πολλοὶ ἐκ τῆς συμπολιτεύσεως θέλουσι μᾶς συνδράμει, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ πείσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεταβάλῃ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο ἐπὶ τὸ συμφερώτερον πρὸς τὴν βιομηχανίαν, τῆς ὁποίας τὴν καταστροφὴν θέλει ἐπιφέρει ἡ φορολογία αὕτη. Παρακαλῶ ἐπίσης τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποβλέψῃ εἰς τὴν βιομηχανίαν τῆς ζυθοποιΐας, ἥτις, ἐπίσης καταβάλλουσα μεγάλα κεφάλαια, ἔχει ἐλάχιστα κέρδη. Καὶ ἐπ’ αὐτῆς ἡ φορολογία εἶναι βαρυτάτη· ἡ φορολογία τῆς οἰνοπνευματοποιΐας ἀνέρχεται εἰς 40%, τοῦ ζύθου δὲ εἰς 80%· τοιαύτη φορολογία εἶναι ἀνήκουστος, εἶναι βάρβαρος· θὰ καταστρέψῃ ὁλοσχερῶς τὴν βιομηχανίαν (Θόρυβος). Κύριοι, μὴ ἀνησυχεῖτε. Δὲν πρόκειται ἤδη νὰ ἐξετάσητε τὴν γνώμην σας, τὰς ἐνδομύχους διαθέσεις σας περὶ τοῦ ζύθου, ἢ ἄλλων ποτῶν, ἐὰν ἦσθε ζυθοπόται, ἢ ἐὰν ἦσθε οἰνοπόται ἢ ἐὰν ἦσθε τεϊοπόται, ὅπως εἶναι εἰς τὴν Ἀγγλίαν μία αἵρεσις, ἡ ὁποία ἐκηρύχθη ἄσπονδος ἐχθρὰ τοῦ ζύθου καὶ τοῦ οἴνου καὶ πολεμεῖ διὰ παντὸς μέσου καὶ δι’ αὐτῆς τῆς βαρείας φορολογίας τὰ πνευματώδη ποτά. Αὐτοὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἔχουσιν ἴδιον χαρακτῆρα καὶ ὄνομα, ὀνομάζονται tea totlers τεϊοπόται· εἶναι καὶ τοῦτο εἶδος μονομανίας. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐμπνέηται ἀπὸ αὐτὰ τὰ αἰσθήματα καὶ ἀντλεῖ τὸ πάθος, μετὰ τοῦ ὁποίου ἐπιπίπτει κατὰ τῆς οἰνοποιΐας καὶ ζυθοποιΐας, ἐκ τῆς Ἀγγλικῆς ταύτης μονομανίας.
§87ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελε κάμει πολὺ καλλίτερα, ἐὰν παρέπεμπεν ἑαυτὸν εἰς τὰ ὕδατα τῆς Κασταλίας, ἵνα δοκιμάσῃ ἂν ἐξ αὐτῶν ἠδύνατο νὰ ἐξαγάγῃ οἰνόπνευμα, παρὰ νὰ παραπέμπῃ τοὺς ὁμιλήσαντας ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου. Ὁ κ. Καλλιγᾶς ἔχει τὸ σύστημα πάντοτε νὰ ἔρχηται μὲ ὁρμαθὸν βιβλίων ἐνταῦθα πρὸς ἐπίδειξιν, ἀλλ’ οὐδέποτε νὰ κάμνῃ χρῆσιν αὐτῶν. Μᾶς ἀνέφερε Γάλλον τινὰ, ὁ ὁποῖος κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ παρόντος αἰῶνος ἔκαμε μίαν φυσικὴν ἀνακάλυψιν καὶ κατώρθωσε νὰ βελτιώσῃ τὰ μηχανήματα, τὰ ὁποῖα ἐξάγουν τὰ οἰνοπνεύματα. Ἠθέλησε προσέτι νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι οἱ χωρικοὶ τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἐντελῶς μωροὶ, καὶ ὅτι τὸν βαθμὸν τῆς σούμας δὲν εὑρίσκουν παρὰ διὰ τῆς γλώσσης καὶ τοῦ πυρός. Διαβεβαιῶ τὸν κύριον Καλλιγᾶν, ὅτι πανταχοῦ οἱ χωρικοὶ ἔχουν αὐτὸ τὸ μέτρον, μὲ τὸ ὁποῖον μετροῦν τοὺς βαθμοὺς τῆς ρακῆς καὶ τὰ μεγάλα καταστήματα, καὶ δὲν πρέπει νὰ νομίζῃ, ὅτι οἱ χωρικοὶ τῆς Ἑλλάδος εἶναι τόσῳ τυφλοὶ, ὅσῳ τοὺς ὑποθέτει. Ἀντὶ νὰ παραπέμπῃ τοὺς ἀγορεύσαντας ὁ κ. Καλλιγᾶς εἰς τὰ νερὰ τῆς Κασταλίας, καλὰ ἤθελε κάμει νὰ μεταβῇ καὶ λουσθῇ εἰς τὰ νερὰ τῆς Στυγὸς, ὅπως διδάξῃ εἰς τὸ μέλλον μετὰ μεγαλειτέρας εὐκολίας τὰς Νεαρὰς, εἰς τὰς ὁποίας τοσοῦτον ἐπιδίδει. Ὁ κ. Καλλιγᾶς συνάμα ἠθέλησε νὰ κατακρίνῃ, ὅτι θέλομεν νὰ ἐπιβάλωμεν τὸν φόρον αὐτὸν ἐπὶ τῶν πτωχῶν, ἡμεῖς, οἵτινες πάντοτε ὑψοῦμεν φωνὴν διατί δὲν ἐπιβάλλεται φόρος εἰς τὸν πλοῦτον, καὶ διότι προτείνομεν νὰ ἐπιβληθῇ φόρος 20 λεπτῶν ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς τῆς σούμας, λέγει, ἰδοὺ, σεῖς θέλετε νὰ ἐπιβαρύνητε τοὺς πτωχούς. Ἀλλὰ τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Καλλιγᾶς, τὸ πιστεύει; ἢ τουλάχιστον, ἂν τὸ πιστεύῃ, εἶναι συνεπὴς πρὸς ἑαυτὸν καὶ πρὸς τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν; Ὁ κ. Καλλιγᾶς μετὰ πολλῆς εὐκολίας εἰσάγει, ἀναγινώσκει καὶ ἀνακαλεῖ τὰ Νομοσχέδιά του, καὶ ἐπὶ τέλους νομίζει, ὅτι ἔχει δίκαιον. Τὸ Νομοσχέδιον λέγει, ὅτι ἐπιβάλλεται φόρος καταναλώσεως, καὶ ὅταν ἦναι φόρος καταναλώσεως, διατί ἐπιβαρύνεται ὁ χωρικός; Διατί μὲ τὰ 2 λεπτὰ δὲν θὰ ἐπιβαρυνθῇ, καὶ θὰ ἐπιβαρυνθῇ μὲ τὰ 20; Ὥστε, ὅστις πίνει τὸ ρακὶ, θὰ πληρώνῃ καὶ τὸν φόρον, εἴτε κατὰ τὸν ἕνα τρόπον, εἴτε κατὰ τὸν ἄλλον. Ὁ κ. Καλλιγᾶς συνάμα, ὁμιλῶν περὶ τοῦ τρόπου τῆς βεβαιώσεως ἐν Ἀγγλίᾳ, σᾶς εἶπεν, ὅτι αὐτὸς ὁ φόρος ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῆς ἀκατεργάστου ὕλης, ἐπὶ τῆς πρώτης ὕλης. Καὶ τί ἄλλο εἴπομεν ἡμεῖς; ἠρνήθημεν τὸν φόρον; Τὰ πράγματα θὰ βεβαιώσουν, καὶ θὰ τὸ βεβαιώσῃ καὶ ὁ χρόνος, ὅτι ὁ τρόπος, ὃν ἡμεῖς προτείνομεν, τῆς ἐπιβολῆς τοῦ φόρου, εἶναι μᾶλλον δίκαιος καὶ θέλει προστατεύσει τὴν βιομηχανίαν καὶ θέλει δώσει πενταπλάσιον εἰσόδημα ἀπὸ τὸ ζητούμενον ὑπὸ τοῦ κ. Καλλιγᾶ διὰ τοῦ Νομοσχεδίου. Ἀκόμη ὁ κ. Καλλιγᾶς, ἵνα προστατεύσῃ τὴν πλουτοκρατίαν, τί εἶπεν; ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν οἱ οἶνοι, τὰ οἰνοπνεύματα, πληρώνουν ἐξ ἴσου φόρον. Εἶναι ἀπάντησις εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι τὰ ποτὰ τὰ πολυτελῆ, τὰ ὁποῖα ὑπερτιμῶνται εἰς τὸν τόπον μας, πρέπει νὰ πληρώσουν ἀνάλογον φόρον συγκριτικῶς πρὸς τὸν ἐπιβαλλόμενον εἰς τὰ ἐγχώρια προϊόντα· δὲν σᾶς ἀπαντῶ· τὸν λόγον αὐτὸν εὑρίσκει ὀρθὸν, ὅταν πρόκηται περὶ καπνῶν· αὐτὸν τὸν ἴδιον λόγον εὑρίσκει κακὸν, ὅταν πρόκειται περὶ πνευμάτων. Αὐτὴν τὴν λογικὴν καὶ αὐτὴν τὴν ἐπιστήμην, ἂν ἦναι ἐπιστήμη, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι πολλὰ ὀλίγον θὰ ἐπιθυμήσω νὰ τὴν ἀκολουθήσω, διότι αὐτὴ ἡ ἐπιστήμη, νομίζω, δύναται νὰ ἀπατήσῃ, οὐδέποτε δὲ νὰ ὠφελήσῃ.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομοσχεδίου εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§89ΜΟΥΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου Νομοσχεδίου, ἡ ὁποία παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ θῇ καὶ διανεμηθῇ, ὅπως λάβετε γνῶσιν. (Ὅρα Παράρτημα).
§90ΠΙΚΟΥΛΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ ὑποβάλλω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου τῶν οἴνων. (Ὅρα Παράρτημα). (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 1ον τοῦ Νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 2ον).
§91ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ εἴπω δύω λέξεις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, διὰ νὰ τὰς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν. Κατὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ, ἐπιβάλλεται φόρος ἐπὶ τῆς σούμας λεπτὰ 2 κατ’ ὀκᾶν καὶ ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος ἢ σπίρτου λεπτὰ 50 κατ’ ὀκᾶν, εἴτε εἰσαγομένων ἔξωθεν, εἴτε κατασκευαζομένων ἐνταῦθα. Ἀλλὰ, κύριοι, ἡ σοῦμα χρησιμεύει διὰ τὴν κατασκευὴν ρακῆς καὶ τὸ οἰνόπνευμα χρησιμεύει εἰς τὴν κατασκευὴν ἄλλων πνευματωδῶν ποτῶν· ἑπομένως θὰ ὑποβληθῶσι τὰ εἴδη ταῦτα εἰς διπλῆν φορολογίαν, δηλαδὴ τὴν τῆς πρώτης αὐτῶν ὕλης καὶ τὴν τῆς μετὰ ταῦτα συσκευῆς αὐτῶν εἰς ποτά. Πρέπει λοιπὸν, νομίζω, νὰ ληφθῇ μέτρον τι παρὰ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, ὥστε νὰ μὴ ψηφισθῇ ἡ διπλῆ αὕτη φορολογία. Ἡ παρατήρησίς μου, νομίζω, εἶναι ὀρθὴ καὶ θέλει ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§92ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ὑποβάλλω τροπολογίαν, ἥτις νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν σχετικῶς μὲ ὅσα κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν εἶπον. Παρατηρῶ, ὅτι εἰς τὸ πέρυσιν ὑποβληθὲν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν Νομοσχέδιον ἐγίνετο διάκρισις μεταξὺ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων καὶ τῶν ἐν Ἑλλάδι κατασκευαζομένων πνευματωδῶν ποτῶν. Ἦτο δὲ λίαν ἀναγκαία ἡ διάκρισις αὕτη, καθόσον τὰ ἔξωθεν ἐρχόμενα εἶναι τὰ τῆς πολυτελείας ποτά. Ὡς καὶ ὁ ζύθος ὁ ἔξωθεν ἐρχόμενος, παραβαλλόμενος πρὸς τὸν ἐγχώριον, εἶναι καὶ οὗτος ποτὸν πολυτελείας, πολὺ δὲ μεγαλειτέραν ἀξίαν ἔχουσι τὰ λοιπὰ πνευματώδη ποτά. Ἑπομένως, ἵνα ὑπάρχῃ οὐχὶ ἡ ἀκριβὴς ἰσότης καὶ ἡ ἐπιστημονικὴ, περὶ ἧς ὁ κ. Καλλιγᾶς τοσαῦτα εἶπεν ἄνευ σκοποῦ, ἀλλὰ σχετική τις ἰσότης, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐνόντων δυνάμεθα εὐκόλως νὰ πραγματοποιήσωμεν, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ διαφορὰ τοῦ ποσοῦ τοῦ φόρου. Τὰ πνευματώδη ποτὰ, τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα, εἰσὶν ἀξίας παγκοίνως γνωστῆς, ἔχουσιν αὐτὴν ἀναγεγραμμένην, οὕτως εἰπεῖν, ἐν τῇ ἐπιγραφῇ τοῦ ἐργοστασίου, ἐξ οὗ προέρχονται. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὸ ροπόλι τῆς κατασκευῆς δεῖνα ἔχει ταύτην τὴν τιμὴν, τὸ δὲ τῆς δεῖνα ἐκείνην. Ἐπίσης τὸ κονιὰκ τοῦ Martell π. χ. κοστίζει τὸ διπλάσιον ἀπὸ τὸ κονιὰκ ἑτέρου ἐργοστασίου. Ἐπὶ τούτων στηριζόμενος ὁ κ. Ὑπουργὸς, νομίζω, ὅτι ὀφείλει ἢ νὰ παραδεχθῇ γενικῶς τὴν ἀρχὴν, ἣν ἀναγράφει ὁ τελωνειακὸς Νόμος, ὅπως ὁ ἀναλογισμὸς τοῦ φόρου τούτου τῆς καταναλώσεως ἐνεργῆται δι’ ἐκτιμήσεως τῆς ἀξίας τῶν φορολογητέων ἀντικειμένων, συμφώνως πρὸς τὴν τροπολογίαν, ἣν καταθέτω, ἢ νὰ ἐγγράψῃ ἐν ἄρθρῳ εἰδικῷ, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν εἶμαι βεβαίως εἰς θέσιν νὰ πράξω, τὰς κατηγορίας τῶν ποτῶν καὶ τὸν φόρον τὸν ἐπιβαλλόμενον ἐφ’ ἑκάστου τῶν ποτῶν τούτων. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἡ ἀδικία θέλει ἐλαττωθῆ καὶ τὰ παράπονα θέλουσιν ἐκλείψει. Οὕτω δὲ θέλει αὐξήσει μάλιστα τὸ ἔσοδον τοῦ Δημοσίου, εἰς ὃ ἀποβλέπομεν, χωρὶς νὰ ζημειωθῇ ἡ ἐγχώριος βιομηχανία. (Ὅρα Παράρτημα).
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§94ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἔχω παρατήρησίν τινα νὰ κάμω, ἣν, ἂν θέλῃ, ἂς λάβῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. Κατὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ, ἐξαιροῦνται τῆς φορολογίας ταύτης «τὰ εἰς μόνην τὴν φαρμακευτικὴν ἀποκλειστικῶς χρήσιμα πνευματώδη ὑγρὰ καὶ τὸ οἰνόπνευμα, ὅπερ παρουσίᾳ τελωνειακῆς ἢ ἄλλης ἁρμοδίας Ἀρχῆς ἀναμιχθῇ μετὰ τοῦ οἴνου κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἢ μεταφορὰν χάριν βελτιώσεως ἢ διατηρήσεως αὐτοῦ.» Ἡ διάταξις αὕτη μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι δυσεφάρμοστος καὶ ἀσαφής· πρῶτον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ Ἀρχὴ τελωνειακὴ ἢ ἄλλη κατὰ τὴν ἀνάμιξιν τοῦ οἰνοπνεύματος μετὰ τοῦ οἴνου εἰς ὅλα τὰ μέρη, καὶ ἀφ’ ἑτέρου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταφερθῇ τὸ οἰνόπνευμα εἰς τὸν τόπον, ἔνθα θὰ γείνῃ ἡ ἀνάμιξις, ἀφορολόγητον. Ὑποθέσατε, ὅτι μεταφέρεται τὸ οἰνόπνευμα εἰς τὸ Ναύπλιον καὶ ἐκεῖ φορολογεῖται, ἀλλὰ κατόπιν μεταφέρεται τὸ οἰνόπνευμα εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς Πελοποννήσου, εἰς τὴν Τρίπολιν π. χ. τί θὰ γείνῃ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἀφοῦ ἐφορολογήθη; καὶ δεύτερον ποία εἶναι ἡ Ἀρχὴ ἡ ἁρμοδία, παρουσίᾳ τῆς ὁποίας θὰ γείνῃ ἡ ἀνάμιξις, ὅταν εἰς τὰ μεσόγεια μέρη δὲν ἦναι τελωνειακὴ Ἀρχή; Νομίζω, ὅτι τὸ ἄρθρον ἔπρεπε νὰ συνταχθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον ἀκριβέστερον καὶ ἐφαρμόσιμον, διότι, ὡς εἶναι συντεταγμένον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ, τὸ δὲ οἰνόπνευμα, ὅπερ θὰ χρησιμεύῃ διὰ τοὺς οἴνους, θὰ ὑποβάλλεται εἰς φορολογίαν, καὶ ἡ προκειμένη διάταξις θὰ ἦναι δύσκολον νὰ ἐφαρμοσθῇ, καὶ ἑπομένως, καὶ ἂν ἐπιψηφισθῇ αὕτη, ὡς ἔχει ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ, θὰ ἦναι ἀλυσιτελὴς καὶ ἄνευ σκοποῦ.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τοῦ τρίτου ἄρθρου;
§96ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτόν. (Κατόπιν ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐγένοντο δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, ἀναγινώσκεται δὲ τὸ ἄρθρον 12).
§98ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἀπαντῶν εἰς τὴν παρατήρησιν περὶ ἀτελείας τοῦ ἐξαγομένου οἰνοπνεύματος, εἶπεν, ὅτι δὲν φορολογεῖται. Πολὺ ὀρθῶς παρετήρησαν οἱ βουλευταὶ Ἀττικῆς καὶ Εὐρυτανίας, ὅτι φόρον ἐξαγωγῆς δὲν ἔχομεν. Ἐννοεῖ, ὅτι τὸ ἐξαγόμενον ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἔφθασε νὰ φορολογηθῇ, διότι ὑπετίθετο, ὅτι θὰ καταναλωθῇ εἰς τὸ ἐσωτερικὸν, ἐὰν αὐτὸ σταλῇ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, αὐτὸ πρέπει νὰ μένῃ ἀφορολόγητον, ἢ πρέπει νὰ ἐπιστρέφηται ἡ φορολογία; τὸ ἄρθρον δὲν λέγει.... (Κατόπιν ἐγένετο δεκτὸν τὸ ἄρθρον 12, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 13, 14, 15· ἀναγινώσκεται δὲ τὸ ἄρθρον 16).
§99ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Διατί διὰ μὲν τὸ ἐσωτερικὸν νὰ ἔχωμεν ἀπὸ 10 ἕως 1,000 δραχμὰς, διὰ δὲ τὸ ἐξωτερικὸν νὰ ἔχωμεν, ἐκτὸς τῆς ποινῆς, καὶ τὸ διπλάσιον τοῦ τέλους; Διατί δὲν λέγει τὸ ἴδιον πρόστιμον, καὶ διατί νὰ ἦναι αὐτὴ ἡ δικφορὰ;
§100ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἄλλη;
§102ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται δεκτὸν ἄρα καὶ τὸ 16 ἄρθρον. (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 17).
§104ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐδῶ θὰ κάμω μίαν ἄλλην παρατήρησιν. Δὲν γνωρίζω διατί ἐφάνη τόσον ζηλότυπος τῶν δικαιωμάτων του ὁ κύριος ὑπουργὸς, ὥστε νὰ ἐπιφυλάξῃ εἰς ἑαυτὸν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδικάσεως τῶν ἐφέσεων ἐπὶ τῶν παραβάσεων τῶν διατάξεων τοῦ Νομοσχεδίου τούτου. Τοιαῦται διατάξεις εὕρηνται ἐν τῷ ἄρθρῳ 6 καὶ τῷ ἄρθρῳ 17 τοῦ Νομοσχεδίου, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπὶ τῶν ἐφέσεων ἀποφασίζει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐνῷ παρετήρησα, ὅτι εἰς τὰ Νομοσχέδια περὶ καπνοῦ καὶ οἴνου τὰς ἐφέσεις παραπέμπει εἰς τὴν ἐκδίκασιν καὶ τὴν ἁρμοδιότητα τῶν νομικῶν Συμβούλων. Νομίζω, ὅτι διὰ τὸ ὁμοιόμορφον πρέπει μία καὶ ἡ αὐτὴ ἀρχὴ νὰ διέπῃ τὰ ζητήματα ταῦτα, καὶ φρονῶ, ὅτι, ἀφοῦ παρεδέχθημεν νὰ ἐκδικάζωνται αἱ ἐφέσεις ἀπὸ τοὺς νομικοὺς Συμβούλους ἐπὶ τῶν λαθρεμπορίων καὶ ἄλλων παραβάσεων τῶν Νόμων καὶ πρόκειται τὸ αὐτὸ μέτρον νὰ κανονισθῇ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων Νομοσχεδίων τῶν ἐκκρεμῶν, καὶ αὐταὶ αἱ ἐφέσεις, αἱ ἀφορῶσαι τὸ συζητούμενον Νομοσχέδιον, νὰ ἐκδικάζωνται ὑπὸ τῶν νομικῶν Συμβούλων. Ὑποβάλλω αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις, ὅπως χρησιμεύσωσι κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 17, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 18, 19, καὶ 20, ἀναγινώσκεται δὲ καὶ τὸ 21).
§105Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐνοικιάσῃ τὸν φόρον αὐτὸν, ἀλλ’ ἐπιτρέπεται νὰ τὸν ἐνοικιάσῃ ἑνωτικῶς δι’ ὅλον τὸ Κράτος. Τὸ δικαίωμα τῆς ἐνοικιάσεως, ἡ ἀρχὴ τῆς ἐνοικιάσεως, εἶναι πάντοτε ἐπιβαρυντικὴ καὶ καταθλιπτικὴ ἐν γένει διὰ τὸ ἐμπόριον, καὶ ἐν γένει δι’ ὅλους τοὺς φορολογουμένους· καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς ἀναγκασθέντες, κατηργήσαμεν καὶ τὴν ἔγγειον φορολογίαν. Τὴν ἀρχὴν τῆς ἐνοικιάσεως τῶν Τελωνείων ἀπέῤῥιψε καὶ τὴν ἐπολέμησε, καὶ πολὺ ὀρθῶς ἴσως, καὶ ἡ Κυβέρνησις, διότι διὰ τῆς ἐνοικιάσεως τῶν Τελωνείων εἴπομεν, ὅτι θέλομεν δεσμεύσει τὸ ἐμπόριον καὶ θέλομεν ἐμποδίσει τὴν ἐλευθέραν κίνησιν αὐτοῦ. Ἀλλ’ οἱ φόροι αὐτοὶ, οἵτινες ἐπιβάλλονται εἰς τὰ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐρχόμενα οἰνοπνεύματα, εἴτε σπύρτα εἶναι, εἴτε ἄλλα ποτὰ πολυτελῆ, αὐτὰ εἰσάγονται διὰ τοῦ Τελωνείου. Δὲν πρέπει λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ ὑπεστήριξε τὴν ἀρχὴν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐνοικιάζωμεν τὰ τέλη, διότι διὰ τῆς ἐνοικιάσεως ἐπιβάλλονται προσκόμματα εἰς τὸ ἐμπόριον, δὲν πρέπει λέγω, ἡ Κυβέρνησις νὰ παραδεχθῇ τοῦτο διὰ τὰ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσερχόμενα ποτὰ, διότι ἐπίσης παρεμβάλλει προσκόμματα εἰς τὸ ἐμπόριον. Ἐὰν θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνοικιάσῃ τὰ τέλη αὐτὰ, τότε διατί νὰ μὴ ἐνοικιάσωμεν καὶ τὰ Τελωνεῖα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα θὰ ἔχωμεν ἀφεύκτως πολὺ μεγαλείτερα εἰσοδήματα; Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐπίσης δύναται νὰ μελετηθῇ, διότι δὲν πρόκειται περὶ προϊόντος, τὸ ὁποῖον νὰ ἐξάγηται, ἀλλὰ καὶ περὶ προϊόντος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ εἰσάγηται, καὶ διὰ τῆς ἐνοικιάσεως θὰ παρεμβάλλωμεν προσκόμματα ἐπὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 21, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 22, 23, καὶ 24 τοῦ Νομοσχεδίου, καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς δευτέραν συζήτησιν).
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις περὶ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος τῆς πωλήσεως τοῦ σιγαροχάρτου. Ἔχει τις τὸν λόγον;
§107ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ ἔχει σκοπὸν μόνον τὴν καταστροφὴν βιομηχανίας ἀρτισυστάτου, τῆς βιομηχανίας τοῦ σιγαροχάρτου. Ἐπ’ αὐτοῦ ὡμίλησα καὶ ἄλλοτε. Παρακαλῶ ὅμως τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ἐπιθυμῇ, νὰ μὴ καταστρέψῃ τὴν βιομηχανίαν ταύτην καὶ συγχρόνως ν’ ἀπολαύσῃ τὰ αὐτὰ ποσὰ ἐκ τῆς φορολογίας, ἀλλ’ οὐχὶ τὸ ἓν ἥμισυ ἑκατομμύριον—διότι πέπεισμαι, ὅτι καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς θὰ ἐνόησεν, ὅτι δὲν εἶπε τὴν ἀλήθειαν, καθόσον δι’ ἁπλουστάτης ἀριθμητικῆς πράξεως πείθεται πᾶς τις, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκ τῆς φορολογίας αὐτῆς νὰ ἀπολαύσῃ τὸ Δημόσιον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶπεν, ἂν οἱ ὑπολογισμοί του ὦσιν ὀρθοί· διότι 120 χιλ. ὀκάδες εἶπεν, ὅτι εἰσάγονται κατ’ ἔτος καὶ ὅτι 4,200 φύλλα περιέχει ἑκάστη ὀκᾶ· ἐὰν λοιπὸν κάμωμεν ἁπλῆν πρᾶξιν, πολλαπλασιάσωμεν δηλαδὴ τὸ 4,200 μὲ τὸ 120 χιλ., ἐὰν ταῦτα διαιρέσωμεν διὰ τοῦ 100, τὸ δὲ πηλίκον πολλαπλασιάσωμεν μὲ 20 καὶ διαιρέσωμεν πάλιν μὲ 100, θὰ ἴδωμεν, ὅτι θὰ ἔχωμεν 1 ἑκατομμύριον καὶ 8 χιλιάδες οὐχὶ δὲ 1 καὶ 500,000, ὡς διετείνετο ὁ κύριος Ὑπουργός—παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ὁ φόρος οὗτος τεθῇ εἴτε διὰ τρόπου ἄλλου ἐπωφελοῦς, εἴτε ὡς εἰσαγωγικὸν τέλος, ὥστε νὰ μὴ καταστραφῇ ἡ βιομηχανία αὕτη. Ἔχω καὶ πολλοὺς ἄλλους λόγους, οὓς θὰ προτείνω εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§109Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι ἐντελῶς περιττὸν, διότι φόρος ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου δὲν θὰ εἴπῃ τίποτε ἄλλο παρὰ πρόσθετος φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Διατί λοιπὸν νὰ κάμωμεν πολυτέλειαν Νόμων καὶ ἐπαύξησιν ἐξόδων ὡς πρὸς τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου, ἀφοῦ τὸν φόρον αὐτὸν καλλίτερα θὰ ἦτο νὰ τὸν ἐπιβάλλωμεν εἰς τὴν βάσιν, τουτέστιν εἰς τὸ προϊὸν, τὸ ὁποῖον σκοπὸν ἔχομεν νὰ φορολογήσωμεν; Τὸ σιγαρόχαρτον μόνον του δὲν κάμνει τίποτε· ὁ φόρος αὐτὸς εἶναι φόρος πρόσθετος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ἔχωμεν πολυτέλειαν ὑπαλλήλων, νὰ ἔχωμεν πολυτέλειαν βεβαιώσεως φόρων· ἂς ἐπιβάλλωμεν τὸν φόρον εἰλικρινῶς ἐπὶ τοῦ προϊόντος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει ὡς βάσις τῆς φορολογίας αὐτῆς, καὶ οὕτω θ’ ἀποφύγωμεν καὶ τὴν δυσκολίαν τῆς βεβαιώσεως καὶ τὴν πολυτέλειαν τῶν ὑπαλλήλων.
§110ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Πρὸς τί νὰ φορολογῶμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον; Διότι θέλομεν νὰ μᾶς φέρουν ἐδῶ τὰ βαβαρικὰ τσιμπούκια; Ἐκτὸς ἐὰν τὸ ἐπιθυμῇ ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅστις, ὅταν ἦτον εἰς τὴν Γερμανίαν, τὰ ἐσυνείθισεν αὐτὰ καὶ θέλει νὰ μᾶς τὰ ἐπιβάλῃ. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1, 2, 3, καὶ 4. Ἀναγινώσκεται δὲ τὸ 5 ἄρθρον).
§111ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θεωρῶ τὸ Νομοσχέδιον πολὺ καλὸν, διότι νομίζω, ὅτι δι’ αὐτοῦ, ὡς καὶ διὰ τοῦ Νομοσχεδίου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, θὰ ἐξομαλυνθῇ ἡ ὁδὸς, ἥτις θὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὴν σύστασιν τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ. Τοιοῦτον πιστεύω, ὅτι θὰ ἦναι τὸ ἀποτέλεσμα τῶν δύω τούτων φορολογικῶν Νόμων. Διὰ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν θὰ λυθῶσιν ὅλαι αἱ διοικητικαὶ δυσκολίαι, ἃς θὰ ἀπαντήσῃ ἡ σύστασις τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, καὶ θὰ μείνωσιν, ὅπως λυθῶσιν αἱ βιομηχανικαὶ καὶ ἐμπορικαὶ δυσκολίαι τῆς περὶ τοῦ μονοπωλίου προμηθείας καὶ προπαρασκευῆς τοῦ καπνοῦ· μετὰ τὴν λύσιν δὲ καὶ τούτων θ’ ἀποκτήσωμεν καὶ ἡμεῖς ἕνα τῶν τελειοτέρων καὶ σπουδαιοτέρων φόρων, τὸν ὁποῖον ἔχουσι σήμερον ὅλα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη. Ὅπως φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ εὐκολύνωμεν, ὅσον τὸ δυνατὸν πλειότερον, τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συζητουμένου Νομοσχεδίου. Πρὸς τὸν σκοπὸν δὲ τοῦτον, καθυποβάλλω τροποποιήσεις εἰς τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρ. 5 καὶ 6. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ Νομοσχέδιον... (ἀναγινώσκει). Νομίζω τὴν διάταξιν ταύτην δρακόντειον, διότι ὅστις δήποτε ἔρχεται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, θὰ φέρῃ μεθ’ ἑαυτοῦ χάρτην, δυνάμενον νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς πρόσφορος διὰ σιγάρα. Ὁ λεγόμενος μετάξινος χάρτης (papier de soie), ὁ χρησιμεύων διὰ περιτύλιγμα διαφόρων πραγμάτων, ὡς καὶ ὁ λεπτὸς πρὸς γραφὴν χάρτης δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς τοιοῦτος καὶ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν εἰς πρόστιμον ὑποβολὴν τοῦ φέροντος αὐτόν. Τοιοῦτόν τι θὰ ἐγείρῃ τὴν ἀγανάκτησιν ὁλοκλήρου τοῦ ἐμπορίου καὶ τῶν ἔξωθεν ἐρχομένων, θὰ γεννήσῃ δὲ σπουδαίας δυσκολίας εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ φόρου. Ὅθεν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐξαλειφθῇ ἐκ τοῦ ἄρθρου 5 ἡ φράσις: «Ἄλλος χάρτης ἢ ὕλη χρήσιμος εἰς κατασκευὴν σιγάρων, μεμονωμένα ἢ διατεθειμένα εἰς συσκευὴν ἄλλων πραγμάτων»· καὶ νὰ μείνῃ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ ἄρθρου ὅπως ἔχει. Διὰ τὸν ἴδιον σκοπὸν τῆς εὐκολίας τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Νομοσχεδίου τούτου προτείνω τὴν ἀπάλειψιν ὁλοκλήρου τοῦ ἄρθρου 6, τὸ ὁποῖον λέγει (ἀναγινώσκει). Ἡ διάταξις αὕτη δύναται νὰ ἀποβῇ τυραννικωτάτη, διότι οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπιφορτισθῶσι μὲ τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου τούτου, δύνανται νὰ ἐξετάζωσιν ἕκαστον καπνίζοντα ἢ ἔχοντα σιγάρα πρὸς χρῆσίν του, ὅπως βεβαιώσωσιν ἂν ταῦτα φέρωσι τὴν ἐπίσημον σφραγῖδα. Τὸ τοιοῦτον θὰ γεννήσῃ πολλὰ παράπονα. Μία δὲ κακὴ τυχὸν συμπεριφορὰ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν θὰ ἀρκέσῃ νὰ ἐγείρῃ τὴν γενικὴν ἀντιπάθειαν κατὰ τοῦ φόρου τοῦ σιγαροχάρτου καὶ νὰ γεννήσῃ ἀκατανικήτους δυσκολίας εἰς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Προτείνω δὲ συνάμα, ὅπως εἰς τὸ ἄρθρον 7 προστεθῇ μετὰ τὰς λέξεις «ὁ πωλῶν σιγαρόχαρτον» καὶ αἱ λέξεις «ἢ σιγάρα». Τοῦτο δὲ ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ ἐπίβλεψις ἐπὶ τῶν πωλούντων σιγάρα καὶ καταστῇ δυνατὴ ἡ τιμωρία ἐκείνων ἐκ τῶν πωλητῶν, οἵτινες παραβιάζουσι τὸν Νόμον. Τοιαύτη δὲ ἀρχὴ ἐπικρατεῖ καὶ ἐπὶ τῶν λαθρεμπορίων. Τιμωρεῖται ὁ λαθρέμπορος, οὐχὶ δὲ καὶ ὁ καταναλίσκων ἐμπορεύματα λαθραίως εἰσαχθέντα.
§112ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἔχω ἐνταῦθα συμπολίτην μου, ὁ ὁποῖος ἐξ Ἀλεξανδρείας μετῴκησεν ἐνταῦθα, καὶ μετέρχεται τὸ ἐμπόριον τοῦ καπνοῦ εἰς σιγάρα, διευθύνων αὐτὰ εἰς Ἀγγλίαν. Μετ’ ἐκείνου τοῦ συμπολίτου μου πρὸ δύω μηνῶν, πρὶν διακόψω τὰς σχέσεις μου μὲ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπῆγα καὶ τῷ ἔκαμα τὰς παρατηρήσεις, ἰδίως ἐπὶ τῆς σφραγίδος, ἣν θέλει φέρει ὁ χάρτης τοῦ σιγάρου, καὶ ἔχουν πολλὴν λογικότητα, διότι μᾶς ἐπληροφόρησεν ὁ συμπολίτης μου αὐτὸς, ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἅμα ἔδωσε φράγκον Ἑλληνικὸν, δὲν ἀποδίδουσι τὴν ἀξίαν, τὸ περιφρονοῦν· τὰ σιγάρα λοιπὸν, τὰ ὁποῖα πηγαίνουν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, αὐτὰ ἔχουν ὑπόληψιν, ἅμα φαίνονται, ὅτι ἔρχονται ἐκ Τουρκίας. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐκλείψῃ ἡ σφραγὶς αὐτὴ ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7, 8, ὡς καὶ τὸ σύνολον εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν).
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ εἰσπράξεως τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων ἐπὶ τῇ βάσει τῆς νέας νομισματικῆς μονάδος.
§114ΑΡ. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Κύριοι, ἀποκρούων κατ’ ἀρχὴν τὴν προτεινομένην αὔξησιν τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων διὰ τῆς μὴ ἀναγωγῆς τῶν εἰς παλαιὰς δραχμὰς καταβαλλομένων εἰς νέας, ἐξαιτοῦμαι τὴν εὐμενῆ ὑμῶν προσοχήν, ἵνα δυνηθῶ διὰ βραχέων ν’ ἀναπτύξω τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὴν αὐτὴν ἐξήνεγκα γνώμην. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀπώλεια χρόνου τὸ νὰ συζητῶμεν περὶ φορολογικῶν μέτρων, ὅσον καὶ ἂν ἡ ἐπὶ τούτων συζήτησις ἦναι μακρά. Δὲν ἀρκεῖ νὰ στηρίζεταί τις εἰς τὴν πλειοψηφίαν, ἔλεγε πέρυσιν ὁ κ. Καλλιγᾶς, Ὑπουργὸς τότε ὢν, ὅταν προτείνῃ αὔξησιν φόρων ἢ μεταῤῥύθμισιν εἰς τὴν φορολογίαν. Δύναται νὰ ὑπερισχύσῃ, δύναται νὰ ἐπιτύχῃ, ὥστε νὰ λάβῃ κῦρος ὁ Νόμος του, ἀλλὰ δὲν ἐξεπλήρωσε καὶ τὸν ἠθικὸν σκοπὸν, ὅστις πρέπει νὰ πρωτεύῃ πάντοτε εἰς τὰς σκέψεις καὶ τοὺς σκοποὺς τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ φορολογούμενος πρέπει νὰ πεισθῇ, ὅτι ἐν δικαίῳ εὑρίσκεται ὁ φορολογῶν, καὶ ὅτι δὲν ἐπιβάλλεται αὐτῷ ὁ φόρος ὡς βία, λόγῳ ὑπεροχῆς δυνάμεως, ἀλλ’ ὅτι ὁ φόρος εἶναι ἀνάγκη τῆς Πολιτείας, εἰς ἣν βεβαίως καὶ αὐτὸς δὲν ἀρνεῖται νὰ συντελέσῃ. Ἐν τῇ πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκθέσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀναγινώσκω τὰ ἑξῆς: «Σᾶς προτείνομεν κυρίως φόρους, ἐξ ἐκείνων, δι’ ὧν ἅπαντα τὰ μᾶλλον εὐνομούμενα Κράτη ἀπολαμβάνουν τὸ τρίτον καὶ πλέον τοῦ ὅλου τῶν ἐτησίων ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ τούτους εἰς ὅρους μετριωτάτους καὶ κατὰ σύστημα, οὐδόλως παρενοχλοῦν τὴν γεωργίαν, ἢ παρακωλύον τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐμπορίου καὶ τὴν ἐξάσκησιν τῆς βιομηχανίας.—Καὶ 1. Ἀντὶ τῆς ά. Ἰανουαρίου 1883, ἡμέρας, ὡρισμένης διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νομισματικοῦ συστήματος, ὡρίσθη ἡ ά. Νοεμβρίου ε. ε. ἐπειδὴ πρὸ πολλοῦ ἤδη αἱ ἐμπορικαὶ σχέσεις καὶ αἱ ἀξίαι τῶν πραγμάτων κανονίζονται εἰς δραχμὰς νέας, ἔσοδα δέ τινα, καθὼς τὰ τελωνειακὰ, τὸ χαρτόσημον κλπ. εἰσπράττονται ἀπὸ τοῦδε, ἢ πρόκειται νὰ εἰσπραχθῶσι δυνάμει τοῦ Νόμου ΣΔ τῆς 10 Ἀπριλίου 1867 εἰς νέας δραχμὰς, καὶ προτείνεται ἡ κατὰ τὸν ὅρον τοῦτον εἴσπραξις τῶν ἀμέσων φόρων καί τινων ἄλλων μικρῶν εἰσοδημάτων, ὅσα δὲν συνεφωνήθησαν διὰ συμβάσεως ἢ Νόμων, ἡ ποσότης τῶν ὁποίων ἀνέρχεται εἰς 16,721,000 δραχμάς». Τίνες δέ εἰσιν οἱ ἄμεσοι οὗτοι καὶ ἔμμεσοι φόροι; Ἀκούσατε: 1) Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, 2) Ὁ φόρος ἐπὶ τῆς σταφίδος, 3) Ὁ φόρος τῶν ζώων, 4) Ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν, 5) Ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων, 6) Τὸ δικαίωμα ἐπὶ τοῦ ἅλατος, καὶ 7) ὁ φόρος ἐπὶ τῶν βοσκῶν. Αὐτοί εἰσιν οἱ κυριώτεροι φόροι, παραλείπω δὲ τοὺς δευτερεύοντας, ὡς τῶν κουκουλίων, σύκων, τὸν ἔγγειον φόρον καπνοῦ, δικαίωμα ὑλοτομίας δασῶν, φόρον καυσοξύλων καὶ φουρκάδων κλπ. Καὶ εἰς πόσον ποσὸν, θὰ ἐρωτήσητε ἴσως, ἀνέρχεται τὸ αἰτούμενον ἔσοδον, τὸ ὁποῖον λόγῳ τῆς αὐξήσεως ὀφείλουν νὰ καταβάλωσιν οἱ φορολογούμενοι; Εἰς δύω ἥμισυ περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐνῷ ταῦτα ὁ κ. Ὑπουργὸς προτείνει, ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ἀπεκρούσαμεν τὴν πρόσθετον ταύτην φορολογίαν, διὰ τῶν ἑξῆς ὀλίγων λέξεων «Δὲν παρεδέχθημεν τὴν κατὰ 12% αὔξησιν τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων καὶ λοιπῶν εἰσοδημάτων, διότι θεωροῦμεν τὴν αὔξησιν ταύτην ὡς ἐπαχθῆ καὶ λίαν βαρύνουσαν τὰς παραγωγικὰς τοῦ Τόπου πηγὰς καὶ τὰ ἀντικείμενα τῆς πρώτης ἀνάγκης.» Καὶ δὲν εἶναι ἀντικείμενα τῆς πρώτης ἀνάγκης τ’ ἀντικείμενα τῆς γεωργίας, τῆς κτηνοτροφίας, καὶ τὸ ἅλας; Καὶ δὲν εἶναι ἀντικείμενα τῆς πρώτης ἀνάγκης ἡ βιομηχανία καὶ τὰ ἐκ ταύτης παραγόμενα; Καὶ δὲν ἀποτελοῦσιν ἡ γεωργία καὶ ἡ βιομηχανία τοὺς δύω μαστοὺς, οἵτινες τρέφουσι τὸ Κράτος; Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ὁ προτεινόμενος φόρος καὶ τὰς παραγωγικὰς τοῦ Τόπου πηγὰς ζητεῖ νὰ ἐξαντλήσῃ, καὶ λίαν ἐπαχθῶς νὰ ἐπιβαρύνῃ τὰς ἀπορωτέρας ἰδίως τοῦ λαοῦ τάξεις. Καὶ μὴ λησμονῆτε, ὅτι, ὅταν φορολογῶμεν τὰς πρώτας πηγὰς, τὰς πρώτας ἀνάγκας, κατὰ τὴν ἔκφρασιν Ἄγγλου οἰκονομολόγου, κόπτομεν τὴν ῥίζαν τοῦ δένδρου καὶ δὲν ἀφαιροῦμεν τοὺς καρπούς. Θέλω προσπαθήσει νὰ σᾶς ἀποδείξω τὸ βάσιμον τῆς γνώμης ταύτης, ἀναλύων διὰ βραχέων τοὺς κυριωτέρους τῶν αὐξανομένων φόρων. Ἀλλὰ πρὸ τούτου ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναπτύξω ὑπὸ γενικωτέραν ἄποψιν τὰς σκέψεις, αἵτινες μ’ ἔπεισαν ν’ ἀποκρούσω κατ’ ἀρχὴν τὸ ἐν γένει φορολογικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, ὡς διετυπώθη. Ἀφ’ ἧς ἤρχισα νὰ πολιτεύωμαι, ἐπρέσβευσα καὶ πρεσβεύω, ὅτι ἡ ἐπιβολὴ καὶ αὔξησις φόρων εἶναι τὸ τελευταῖον καταφύγιον τῶν Κυβερνήσεων. Ὅταν Κράτος τι εὑρίσκεται, ὡς ἡμεῖς, ἐν οἰκονομικαῖς ἀνωμαλίαις, ὀφείλει κατὰ πρῶτον λόγον ν’ ἀσπασθῇ τὸ δόγμα τῶν οἰκονομιῶν. Καὶ δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ ἐφευρέτης τῆς σωστικῆς ταύτης ἰδέας. Εἶναι ἄλλοι ἀνώτεροι ἐμοῦ. Εἶναι ὁ μέγας οἰκονομολόγος, ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἀγγλίας, εἶναι καὶ ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἰδοὺ τί ἔλεγε πρό τινων ἐτῶν ὁ Γλάδστων ἐν τῷ Ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ. «Περὶ δαπανῶν τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ ἔχωμεν πάντοτε κατὰ νοῦν, ὅτι αὗται λαμβάνονται κατὰ τὸ πλεῖστον ἐκ τῶν ἀποκτημάτων τοῦ λαοῦ, καὶ πολλάκις ἐκ τοῦ γλίσχρου ποσοῦ, ὅπερ εἶναι ἀναγκαῖον πρὸς ἐπάρκειαν τῶν φορολογουμένων. Αἱ ὑπηρεσίαι εἰσὶν ὑψίστης ἀξίας, ὅταν οὔτε ὁ ἀριθμὸς, οὔτε οἱ μισθοὶ ὑπερτερῶσι τὸν ἀναγκαῖον ὅρον. Ἀλλὰ πᾶσα ὑπέρβασις τούτων, ἤτοι ὅ,τι ἀφαιρεῖται παρὰ τοῦ λαοῦ διὰ τῆς φορολογίας, ἵνα δαπανηθῇ πρὸς συντήρησιν μὴ ἀναγκαίων ὑπαλλήλων, τοῦτο εἶναι καθαρὰ ἀπώλεια διὰ τοὺς φορολογουμένους, τῶν ὁποίων ποσῶς δὲν ἱκανοποιεῖται ἡ σχετικὴ θυσία. Πᾶσα ὑπερβολὴ εἰς τὰς δημοσίας δαπάνας ὑπὲρ τὰς πραγματικὰς ἀνάγκας τῆς χώρας δὲν εἶναι μόνον χρηματικὴ σπατάλη, ἀλλ’ εἶναι μέγα πολιτικόν, καὶ πρὸ πάντων μέγα ἠθικὸν κακόν. Χαρακτηριστικὸν τῶν ζημιῶν, αἵτινες πηγάζουσιν ἐκ τῆς σπατάλης, εἶναι, ὅτι αὗται ἕρπουσιν ἠρέμα καὶ ἀθορύβως, ὅτι συνήθως μένουσιν ἀόρατοι καὶ ἀνεπαίσθητοι, μέχρις οὗ φθάσωσι μέγεθος ἀπολύτως ὑπέρτερον, καταστῶσι δὲ φοβεραὶ καὶ ἀπειλητικαί, καὶ λάβωσι τοιαύτας διαστάσεις, ὥστε νὰ ἀπειλήσωσιν αὐτὰ τὰ βάθρα τῆς κοινωνικῆς ὑπάρξεως. Τὠόντι, ἡ παραμέλησις τῶν ὅρων τῆς αὐστηρᾶς οἰκονομίας ἀποβαίνει ἐν τέλει ἐπικίνδυνος εἰς τὴν ὕπαρξιν παντὸς πολιτικοῦ καθεστῶτος». Καὶ ταῦτα μὲν ἔλεγεν ὁ ἐπιφανὴς Γλάδστων. Ὁ δὲ κύριος Τρικούπης τὰς αὐτὰς ἀκριβῶς ἰδέας διετύπωσεν ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τὸ 1880 ὡς Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ θέλετε νὰ ἔχω ἀντίθετον ἐγὼ γνώμην; Συμφώνως λοιπὸν πρὸς τὰς ἰδέας ταύτας, ὑπεστήριξα καὶ ἐγὼ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ὅτι, πρὶν σκεφθῶμεν περὶ νέων φόρων, καθῆκον ἔχομεν νὰ ἐρευνήσωμεν ποίας δαπάνας, μὴ ἀπολύτως ἀναγκαίας, δυνάμεθα νὰ περικόψωμεν. 2) Ὅτι τοὺς φόρους ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν δυνάμεθα ν’ ἀποδεχθῶμεν κατ’ ἀρχὴν ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς διαῤῥυθμίσεως τῶν κατ’ αὐτοὺς ὡς πρὸς τὸν ὅρον τοῦ δικαιώματος καὶ τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως. Ἡ ἰδέα τῶν φόρων τούτων ὡρίμασεν ἤδη παρὰ τῷ λαῷ, ὅστις δὲν ζητεῖ παρὰ μόνον νὰ μετριασθῇ ὁ φόρος, καὶ νὰ κανονισθῇ ὁ τρόπος τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου κατὰ τρόπον, μὴ παρακωλύοντα τὰς σπουδαίας ταύτας βιομηχανίας τοῦ Τόπου, καὶ συνάμα ἐγγυώμενον, ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ εἰσπράξῃ ὅσα ζητεῖ, ἐνῷ διὰ τοῦ ὑπὸ τῶν Νομοσχεδίων κανονιζομένου τρόπου τὸ Δημόσιον δὲν θὰ ὠφεληθῇ ὅσα νομίζει. Ὡρίμασε, λέγω, ἡ ἰδέα αὕτη, καὶ ὁ λαὸς συνῄνεσεν εἰς αὐτήν. Καὶ δὲν φρονεῖτε, ὅτι ἡ συναίνεσις τοῦ λαοῦ εἶναι ἀναγκαία; Ἰδοὺ τί περὶ τούτου εἶπεν εἷς οἰκονομολόγος: «Ἡ δὲ συναίνεσις τοῦ λαοῦ καὶ ὁ προσδιορισμὸς τῶν φόρων ὑπ’ αὐτοῦ εἶναι ἀληθῶς ἡ σπουδαιοτέρα ἀρχὴ, ἥτις καθιερώθη ὡς δικαίωμα τῶν λαῶν μετὰ πολλὰς ἐπαναστάσεις καὶ συνελεύσεις κατὰ τῆς αἰθερεσίας τῶν ἀρχόντων· ἀληθῶς ὁ νομίζων, ὅτι δύναται νὰ φορολογῆται ὁ λαὸς ἄνευ τῆς συναινέσεως αὐτοῦ, παραγνωρίζει τὰς βάσεις τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τὸν σκοπὸν τῆς πολιτείας». 3) Ὅτι τοὺς ἄλλους ἐκ τῶν προτεινομένων φόρων δὲν δυνάμεθα καὶ δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλωμεν, πρὶν ἢ καὶ οἰκονομίαι γείνωσιν αἱ δυναταὶ, καὶ ἀποφασισθῇ πρότερον ἓν γενικὸν σύστημα φορολογίας, ἐπιβαρύνον τὰ μέχρι τοῦδε ἀφορολόγητα εἴδη, ἀναλόγως τῆς περιουσίας ἑκάστου. Καὶ τῷ ὄντι, τοσοῦτον ἱερὰ ἐθεωρήθη ἡ ἀρχὴ τῆς συνεισφορᾶς εἰς τὰ βάρη τῆς Πολιτείας, ἀναλόγως τῶν δυνάμεων ἑκάστου, ὥστε ἐκρίθη ἀξία ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ καταστατικῷ ἡμῶν Νόμῳ. Ἡ ἰδέα αὕτη, ἥτις, ἀναλυομένη, δὲν εἶναι ἄλλο, παρ’ ὅτι ἡ φορολογία πρέπει νὰ μὴ προσκρούῃ εἰς τὸ περὶ δικαίου αἴσθημα τοῦ λαοῦ, ἡ ἰδέα, λέγω, αὕτη εἶναι ἀρχαιοτάτη. Ὁ Ἀριστοτέλης ἐκφράζεται οὕτω: «οἷον ἀνάλογόν ἐστι τὸν τὰ πολλὰ κεκτημένον πολλὰ εἰσφέρειν, τὸν δὲ τὰ ὀλίγα κεκτημένον, ὀλίγα». Καὶ τὴν ὀρθὴν ταύτην ἰδέαν δὲν ἔπαυσεν ἐφαρμόζουσα ἡ νεωτέρα ἐπιστήμη. Τοῦτο ἐπιβεβαιοῖ ὁ Μοντέσκιος, ὅστις ἀποφαίνεται, ὅτι ἡ φορολογία ἦτο δικαία ἐν Ἀθήναις, διότι ἠκολούθει τὴν ἀναλογίαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους πρὸς τὰς ἀνάγκας τῶν πολιτῶν. Ὁ δὲ μέγας οἰκονομολόγος Ἀδὰμ Σμὶτ διδάσκει συμφώνως πρὸς τὰς ἀνωτέρω ἰδέας, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους λαμβάνονται ἐκ τοῦ εἰσοδήματος τῶν πολιτῶν, καὶ ὅτι οἱ πολῖται ἐπιβαρύνονται οὐχὶ κατ’ ἴσον ποσόν, ἀλλὰ κατ’ ἴσην ἀναλογίαν πρὸς τὸ εἰσόδημα αὐτῶν. Πρέπει δὲ νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν καὶ αἱ ἰδιαίτεραι ἀνάγκαι καὶ αἱ ἰδιαίτεραι περιστάσεις ἑκάστου, ὥστε νὰ προφυλάττωνται ἀπὸ τῆς φορολογίας τὰ ἀπολύτως πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαῖα αὐτῶν μέσα. Ὁ δὲ Μίλλ, γράφων περὶ τῶν φόρων τῆς Ἀγγλίας, λέγει, ὅτι οἱ φόροι ἐν Ἀγγλίᾳ πραγματικῶς ἐλαττοῦσι τὰ μέσα οὐχὶ τῆς παραγωγῆς, ἀλλὰ τῆς ἀπολαύσεως, ἀφοῦ πᾶν ὅ,τι ἕκαστος πληρώνει εἰς φόρους, ἤθελε διατεθῆ, ἐὰν δὲν ἐπληρώνετο, εἰς ἐκπλήρωσιν ἀνάγκης τινὸς ἢ διαθέσεως, ἥτις ἕνεκα τοῦ φόρου μένει ἀνεκπλήρωτος. Ζητοῦμεν λοιπὸν γενικὸν σύστημα φορολογίας ἐν ἀναλογικῇ ἰσότητι καὶ δικαιοσύνῃ· διότι ἡ ὑπέρμετρος ἐπιβάρυνσις τάξεών τινων τοῦ λαοῦ διὰ τῶν ἀνίσων φόρων ἐγείρει αἴσθημα μίσους, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς δύναται ν’ ἀνεχθῇ. Ζητοῦμεν τὴν σύστασιν μεγάλης οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ὡς πρὸ καιροῦ τὸ ζητεῖ καὶ αὐτὴ ἡ δημοσιογραφία, καὶ οἱ περὶ τὰ οἰκονομικὰ ἐνασχολούμενοι, Ἐπιτροπῆς, ἀπαρτισθησομένης ἐξ εἰδημόνων καὶ πεπειραμένων ἀνδρῶν, ἐκπροσωπούντων τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, ὅπως ἀνατεθῇ αὐτῇ, ὡς εἴθισται ἐν Εὐρώπῃ, ἡ μελέτη καὶ ἡ ἐπιστημονικὴ ἔρευνα τῶν διαφόρων τῆς χώρας οἰκονομικῶν ζητημάτων, παρεχομένης οὕτως εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν τῆς πρώτης ὕλης τοῦ οἰκονομικοῦ συνόλου τοῦ ἔθνους, ἥτις θέλει ἔχει καὶ τοῦτο τὸ πλεονέκτημα, ὅτι θέλει φέρει τὸ κῦρος καὶ τὴν αὐθεντίαν αὐτοῦ τοῦ φορολογουμένου λαοῦ, οὗ τὸ φρόνημα καὶ τὰς ἀνάγκας θέλει διερμηνεύσει ἡ τοιαύτη Ἐπιτροπή. Τοῦτο ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν, ἐὰν θέλωμεν νὰ μὴ εἴπωσι περὶ ἡμῶν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ Γιραρδῖνος ἔγραψέ ποτὲ περὶ τῆς Γαλλίας, ὅτι τὸ σύστημα τῶν ἡμετέρων φόρων εἶναι ἰκρίωμα ἀντιφάσεων, ἀδικίας, ἀνισότητος· ὅ,τι εἶπαν περὶ τῆς Ἱσπανίας, ἡ Ἱερὰ Ἐξέτασις καὶ ἡ λογοκρισία τοῦ τύπου μετὰ τῶν ἐλαττωματικῶν φόρων εἰσὶν αἱ ἀληθεῖς αἰτίαι τῆς παρούσης καταπτώσεως τῆς Ἱσπανίας, ὅ,τι ἔλεγεν ὁ Ἰσοκράτης περὶ τῶν συγχρόνων αὐτοῦ Ἀθηναίων: «ἧς ἡμεῖς διεφθαρμένης οὐδὲν φροντίζομεν, οὐδὲ σκοποῦμεν, ὅπως ἐπανορθώσωμεν αὐτήν, ἀλλ’ ἐπὶ μὲν τῶν ἐργαστηρίων καθίζοντες κατηγοροῦμεν τῶν καθεστώτων, καὶ λέγομεν, ὅτι οὐδέποτε ἐν δημοκρατίᾳ κάκιον ἐπολιτεύθημεν, ἐν δὲ τοῖς πράγμασι καὶ ταῖς διανοίαις αἷς ἔχομεν, μᾶλλον αὐτὴν ἀγαπῶμεν τῆς ὑπὸ τῶν προγόνων καταληφθείσης.» Τὸ φορολογικὸν σύστημα ὀφείλει νὰ ἔχῃ οὐ μόνον τὸ οἰκονομικὸν, ἀλλὰ καὶ τὸ πολιτικὸν αὐτοῦ ὅριον, μέχρι τοῦ ὁποίου δύνανται ν’ αὐξήσωσιν οἱ φόροι, χωρὶς νὰ ἐξογκῶνται τὰ παράπονα τῶν φορολογουμένων μέχρι κινδύνου τῆς ἐννόμου τάξεως. Τὸ δὲ οἰκονομικὸν ὅριον πρέπει νὰ ἔχῃ ὡς βάσιν, ὅτι ὁ φόρος εἶναι ἀνάλογος ἱκανοποίησις τῆς ὑπὸ τοῦ Κράτους παρεχομένης προστασίας, ὅτι ὁ Νομοθέτης δὲν πρέπει νὰ χορηγήσῃ πλέον προνομιακὰς ἀτελείας, οὐδὲ νὰ ἐπιβαρύνῃ τάξιν τινὰ πλειότερον τῆς ἄλλης. Ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι κύριαι πηγαὶ τοῦ πλούτου εἰσὶν ἡ γῆ, ἡ ἐργασία, καὶ τὰ κεφάλαια, δικαιούμεθα ν’ ἀπαιτῶμεν ὥστε οἱ μέλλοντες νὰ σκεφθῶσι περὶ τοῦ γενικοῦ φορολογικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν, λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ κεφάλαια. Ἂν ὁ φόρος ἦναι φύσει ἐπαχθὴς, ἡ αὔξησις αὐτοῦ τὸν καθιστᾷ ἐπαχθέστερον. Διὰ τοῦτο, ὅπου ὑπάρχουσιν εἴδη ἀφορολόγητα, πρέπει νὰ φορολογηθῶσι, πρὶν αὐξήσωσιν οἱ φόροι. Παρ’ ἡμῖν πᾶν ὅ,τι παράγεται ἐκ τῆς γῆς, δὲν εὗρε χάριν ἐνώπιον τοῦ Νομοθέτου, τοὐναντίον δὲ ἐκτὸς τῆς γῆς δὲν ὑπάρχει παραγωγὴ, δὲν ὑπάρχει εἰσόδημα, ἄρα οὔτε φόρος. Εἶναι τοῦτο δίκαιον; Τὸ ὅλως ἀφορολόγητον τοῦ κινητοῦ πλούτου παρουσιάζει μεγίστην συνταγματικὴν ἔλλειψιν καὶ μεγίστην νομοθετικὴν ἀδικίαν. Καὶ τῷ ὄντι, ἐνῷ ἔχομεν ἑκατομμυριούχους, μηδὲν σχεδὸν φορολογικὸν βάρος φέροντας, ἔχομεν καὶ πενεστάτους κτηματίας, τῶν ὁποίων ἀποσπᾶται δι’ ἀσπλάγχνου φορολογίας καὶ ἡ τελευταία ἰκμὰς τοῦ ζῇν καὶ ἐργάζεσθαι. Καὶ ἄλλα ἔθνη εὑρέθησαν εἰς οἰκονομικὰς δυσχερείας. Τί ἔπραξαν; Ἐν Γαλλίᾳ καὶ Ἰταλίᾳ ἐφορολόγησαν τὸν κινητὸν πλοῦτον· ἐν Ἀγγλίᾳ ἀπεδέχθησαν τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος. Τὰ κεφάλαια εἶναι σεβαστὰ, ὡς καὶ πᾶσα ἄλλη ἰδιοκτησία. Δικαιολογημένος δὲ, χάριν τῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν προσφέρουσιν εἰς τὴν καθ’ ὅλου παραγωγὴν, καὶ ὁ τόκος, ὃν ἀποφέρουσι, τόκος δίκαιος καὶ ὄχι ὑπερβαίνων πᾶν λογικὸν μέτρον, ὅπερ ἡ συνείδησις καὶ ὁ ποινικὸς Νόμος στιγματίζουσιν. Ἀλλὰ τίς ἤθελεν ὑποστηρίξει, ὅτι, ἐνῷ ἡ Πολιτεία φορολογεῖ καὶ τὴν τροφὴν τοῦ πτωχοῦ, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ συνεισφέρωσι καὶ τὰ κεφάλαια εἰς τὰ βάρη τῆς Πολιτείας; Θέλετε νὰ ἐννοήσητε τὴν μεγάλην ἀνισότητα, ἥτις ὑφίσταται μεταξὺ τοῦ κεφαλαιούχου καὶ τοῦ κτηματίου; ἀκούσατε. Λαμβάνω ὡς παράδειγμα τρία ἄτομα, ἔχοντα εἰσόδημα 12,500 δραχ. ἕκαστον. Τὸ πρῶτον ηὐτύχησε νὰ ἔχῃ κινητὸν πλοῦτον καὶ μόνον τοιοῦτον. Οὗτος εἶναι ἀφορολόγητος. Τὸ δεύτερον εἶναι κύριος ἀστικοῦ κτήματος, οἰκίας, ἥτις ἀποφέρει τὸ εἰρημένον εἰσόδημα. Οὗτος πληρώνει φόρον δραχμὰς 625. Τὸ τρίτον εἶναι κύριος σταφιδαμπέλου, ἥτις παράγει σταφιδοκαρπὸν 125,000 λίτρας, πρὸς 180 δραχμὰς κατὰ μέσον ὅρον, δίδει ἀκαθάριστον πρόσοδον δραχ. 22,500. Ἀφαιροῦμεν κατ’ ἀνάγκην τὸ ἥμισυ δι’ ἔξοδα. Τῷ μένουσιν ἄρα 12,500 δρ. Ἀλλὰ θὰ πληρώσῃ φόρον δημόσιον, δημοτικὸν καὶ λιμενικὸν, ἀνερχόμενον εἰς εἴκοσι δραχμὰς κατὰ χιλιάδα, ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχ. 2,500, ὃ ἐστὶ θέλει πληρώσει ἐκ τοῦ εἰσοδήματος τῶν 12,500, ἓν 20%. Λοιπὸν, ὁ ἔχων κινητὸν κεφάλαιον οὐδὲν πληρώνει, ὁ ἔχων ἀστικὸν κτῆμα πληρώνει 5%, ὁ δ’ ἔχων ἀγροτικὸν κτῆμα πληρώνει 20%. Πῶς σᾶς φαίνεται ἡ ἰσότης αὕτη; Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐν Ἰταλίᾳ τὸ Ὑπουργεῖον Μιγκέτη, ὅπερ πολλὰ καλὰ εἶχε κάμει ὑπὲρ τοῦ Τόπου, καὶ εἶχε κατορθώσει τὸ ἐπιζητούμενον ἰσοζύγιον, ὅταν ἐσκέφθη νὰ ἐπιβάλῃ ἄδικον, ἄνισον καὶ ἐπαχθῆ φόρον ἐπὶ τῶν ἀλεσμάτων, ἀνετράπη ἐν ἀκαρεῖ· διότι φαίνεται ὁ Ἰταλικὸς λαὸς δὲν εἶναι διατεθειμένος ν’ ἀνεχθῇ τὴν ἄνισον καὶ ἐπαχθῆ φορολογίαν. Κατὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν κεφαλαίων ἀντιτάσσουσι τὴν φυγάδευσιν αὐτῶν καὶ τὴν ὕψωσιν τοῦ τόκου. Φρονῶ, ὅτι οἱ φόβοι οὗτοι εἶναι ἀβάσιμοι. Τὰ ξένα ἢ ἔποικα κεφάλαια ἀφιεροῦνται κατὰ προτίμησιν εἰς ἐμπορικὰς ἐπιχειρήσεις. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ποῦ θὰ ὑπάγουν, ἀφοῦ ὁ τόκος ἐν Εὐρώπῃ κατὰ μέσον ὅρον δὲν ὑπερβαίνει τὰ 4%; Θὰ προτιμήσουν λοιπὸν νὰ μένουν, εὑρίσκοντα πάντοτε ἐνταῦθα ἀσφαλῶς τὰ 8 ἕως 12%. Ἀλλὰ τὰ πλειότερα δανειζόμενα κεφάλαια εἶναι τὰ ἐγχώρια. Οἱ ἔχοντες τοιαῦτα διαθέσιμα, οὔτε θὰ φύγουν βεβαίως, οὔτε τὸν τόκον θὰ ζητήσουν νὰ ὑψώσωσιν ἕνεκα τοῦ μικροῦ ἐπιβληθησομένου φόρου· διότι πρὸ πάντων θὰ ἐνδιαφέρωνται νὰ τοποθετήσωσι τὰ κεφάλαιά των ἀσφαλῶς, εὐχαριστούμενοι νὰ λάβωσιν, ἀντὶ τοῦ 15%, τὸ 12% ἢ τὸ 10%. Δὲν ὁμιλοῦμεν περὶ τῶν ἀσυνειδήτων δανειστῶν, οἵτινες μετὰ καὶ ἄνευ τοῦ φόρου, ζητοῦσι πάντοτε τόκον ὑπέρογκον. Ἀλλὰ, διατί τάχα νὰ μὴ σκεφθῇ ἡ Πολιτεία νὰ περιορίσῃ τὸν τόκον, ὅπως ἔπραξεν ἡ Ἀγγλία, ἡ Γαλλία, καὶ αὐτὴ ἡ Ἰταλία, καὶ ὅπως ἰσχύει ἐν Ἑπτανήσῳ; Δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι τὸ ἀπεριόριστον τοῦ τόκου φέρει ἀφθονίαν κεφαλαίων, καὶ παράδειγμα αὐτὴ ἡ Ἑλλὰς, ὅπου ὁ τόκος ἔφθασε εἰς τὰ 30%, καὶ ὅμως σπανίζουσι τὰ χρήματα. Ἐν τῇ Ἰταλικῇ Γερουσίᾳ εἷς διακεκριμένος Γερουσιαστὴς, καταπολεμῶν ἐσχάτως τὴν ἰδέαν τῆς ἀφθονίας τῶν κεφαλαίων ἕνεκα τῆς ἐλευθερίας τοῦ τόκου, εἶπεν, ὅτι ἡ γεωργία δὲν εὑρίσκει χρήματα ἢ ὑπὸ ὅρους βαρεῖς, καὶ συμφέρει μᾶλλον νὰ μὴ δανείζηται. Ἐκτὸς τοῦ περιορισμοῦ τοῦ τόκου, ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ σκεφθῇ περὶ συστάσεως Γεωργικῆς Τραπέζης, καὶ νὰ διαθέσῃ μάλιστα προκαταβολικῶς ποσὸν χρηματικὸν διὰ τὴν σύστασιν αὐτῆς, χάριν καὶ ἐν ὀνόματι τῆς φθινούσης ἐγχωρίου γεωργίας. Ὀφείλει ἐπίσης νὰ συμπληρώσῃ καὶ τὴν ἔλλειψιν μέσων συγκοινωνίας, ἔλλειψιν σπουδαίαν, ἥτις ἐπιβαρύνει τὴν γεωργίαν μὲ ἔξοδα περιττὰ καὶ ἐμποδίζει τὴν ἐλευθέραν κίνησιν τῶν προϊόντων ἀπὸ τόπου εἰς τόπον. Εὐτυχῶς ἐλπίζομεν, διὰ τῶν σιδηροδρόμων, οἵτινες κατασκευάζονται, καὶ διὰ τῆς μερίμνης τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς ὁδοποιΐας, ὅτι ταχέως καὶ ὁ τόκος θὰ ἐλαττωθῇ, καὶ τὰ κεφάλαια, ἅτινα, σήμερον κεκλεισμένα ἐντὸς μιᾶς Ἐπαρχίας, ἀγνοοῦνται ὑπὸ τῆς ἑτέρας, θὰ δυνηθῶσιν εὐχερέστερον νὰ κυκλοφορήσωσι. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ φόρων ἐν γένει. Ἀλλὰ κατόπιν τῶν ὅσων εἴπομεν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν ἀπὸ τοῦδε τὴν αὔξησιν κατὰ 12% ἁπάντων τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους ἀνωτέρω ἐμνημονεύσαμεν; Εἶναι δυνατὸν νὰ αὐξήσωμεν ἤδη τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τῶν ζώων, ἔπειτα ἀπὸ τόσας καὶ τόσας ἐπαγγελίας περὶ ἀνακουφίσεως τῆς γεωργίας καὶ τῆς κτηνοτροφίας, ἔπειτα ἀπὸ τὴν γνωστὴν ἐκείνην πρότασιν τῶν 30 συναδέλφων, δι’ ἧς ἐζήτουν τὴν πλήρη ἀσυδοσίαν τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν, καὶ ἔπειτα ἀπὸ τὴν ῥητὴν ὑπόσχεσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, δηλώσαντος ἐν τῇ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιτροπῇ κατὰ τὸ 1880, ὅτι περὶ τοῦ ἐγγείου φόρου πρὸς ἀνακούφισιν τῆς γεωργίας ἀνάγκη ὑπάρχει ταχυτέρας σκέψεως; Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου τοῦ τοσοῦτον σπουδαίου ἐπικαλοῦμαι τὴν συνδρομὴν τοῦ φίλου μου καὶ Βουλευτοῦ Καλαβρύτων κ. Φωτήλα, τοῦ προστάτου τούτου τῆς Γεωργίας, ὅστις ἔσχε τότε τὴν πρωτοβουλίαν τῆς προτάσεως περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν γεωργῶν πάσης φορολογίας, ἐπίσης οὐχὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἀλλὰ τοῦ φίλου μου καὶ συναδέλφου μου ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ κ. Γ. Ρούφου, ὅστις τῷ 1880 ἐζήτει νὰ καταργηθῇ καὶ αὐτὸς ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ νὰ μὴν ἀντικατασταθῇ δι’ οὐδενὸς φόρου. Ἐπίσης τοῦ προεδρεύοντος ταύτην τὴν στιγμὴν τῆς Βουλῆς κ. Βουδούρη, ὅστις εἶχεν ὑπογράψει εἰς τὴν πρότασιν ἐκείνων. Ἔλθετε πάντες, σᾶς παρακαλῶ, συνδράμετέ με, βοηθήσατέ με, ἵνα πάντες ὁμοῦ παρακαλέσωμεν θερμῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀποσύρῃ τὸ ἐπαχθέστατον αὐτὸ Νομοσχέδιον. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, πρὶν τροποποιηθῇ ὁ Νόμος οὗτος ἐπὶ βάσεων δικαιοτέρων; Εἶναι ἀνάγκη ἡ φορολογία τοῦ ἐπιτηδευματίου νὰ γίνεται οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐνοικίου, ἀλλὰ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐργασιῶν, τῶν ὠφελειῶν καὶ τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα διαθέτει· διότι εἰς μικρὸς παντοπώλης π. χ. πληρώνει μεγαλείτερον τοῦ μεγάλου παντοπώλου, καὶ τοῦτο, διότι συνέπεσε νὰ πληρώνῃ μεγαλείτερον ἐνοίκιον τοῦ μεγάλου παντοπώλου, ὅστις, ἔχων δοσοληψίας μεγάλας καὶ πρὸς ἐπαρχιώτας, δύναται νὰ ἐνοικιάζῃ μίαν ἀποθήκην ἢ ἓν ἐργαστήριον μὲ μικρὸν ἐνοίκιον. Ἐπίσης καὶ ὁ ἔμπορος. Εἶναι προσέτι ἀνάγκη ἐπαγγέλματά τινα νὰ ὑπαχθοῦν εἰς τάξεις καὶ κλασοποιήσεις. Εἷς μεγαλέμπορος ξυλείας π. χ. καὶ εἷς ἕτερος, πωλῶν μικρὰν ποσότητα ξυλείας, πληρώνουν τὸν αὐτὸν φόρον. Ἐπίσης εἷς βαρελοποιὸς κατασκευάζων 30 χιλ. βαρέλια καὶ εἷς ἕτερος κατασκευάζων μόνον 2,000 πληρώνουν τὸν αὐτὸν φόρον. Ἐπίσης οἱ ὑποδηματοποιοί, οἱ συμβολαιογράφοι, αἱ μαῖαι κτλ. Πάντα ταῦτα τὰ ἐπιτηδεύματα, τὰ ὁποῖα πληρώνουν ὡρισμένον ποσὸν, ἀνάγκη νὰ καταταχθῶσι κατὰ τάξεις. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν αὔξησιν φόρου ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτέρου προϊόντος τοῦ Τόπου, τῆς σταφίδος; Λησμονοῦμεν τί εἶπε κατὰ τὸ 1869 ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς τῆς Ἀγγλίας πρὸς τὸν κ. Βράϊλαν, ὅτι ἡ Ἀγγλία ἐδέχετο νὰ καταργήσῃ τὸν δασμόν, ἐὰν εἶχε παρὰ τῆς Ἑλλάδος τὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι οὐδέποτε αὕτη ἤθελεν αὐξήσει τὸν φόρον τοῦτον; Καὶ ἠξεύρετε πόσος εἶναι ὁ δασμὸς οὗτος, τὸν ὁποῖον πληρώνομεν κατ’ ἔτος; ὑπερβαίνει τὰ 20 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα πληρώνομεν εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Ἐπέπρωτο λοιπὸν οὐδέποτε νὰ ὠφεληθῶμεν τῶν σοφῶν τούτων διδαγμάτων! Καὶ τί θὰ εἴπῃ ἡ Γαλλία, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν τὴν κατάργησιν τοῦ δασμοῦ; Δὲν θέλω νὰ ἐνδιατρίψω πλειότερον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει πάντας ἡμᾶς. Ἐνθυμηθῆτε, ὅτι, κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἔκαμα, ὁ φόρος τοῦ προϊόντος τούτου ἀνέρχεται εἰς 20% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος. Ἐνθυμηθῆτε, ὅτι ἡ σταφιδοπαραγωγὴ δὲν ἐξησφαλίσθη, ὅτι ἡ θέσις τοῦ προϊόντος τούτου εἶναι εἰσέτι προβληματικὴ, καὶ μὴ θελήσητε νὰ καταστρέψητε τὴν πρώτην ταύτην πηγὴν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου τοῦ Τόπου. Εὐτυχῶς, κατὰ τὴν νεωτέραν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι τὸ ἔλλειμμα κατῆλθεν εἰς τὰ 6,000,000 περίπου, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς καθησυχάζει τὴν διαταραχθεῖσαν διάνοιαν τοῦ Ἑλληνικοῦ κοινοῦ, καὶ ἐπαναφέρει τὰ πράγματα εἰς ἡσυχωτέρας σκέψεις, ἀφ’ ἑτέρου παρηγορεῖ ἡμᾶς ἀρκούντως καὶ μᾶς κάμνει νὰ πιστεύωμεν, ὅτι διὰ τινων οἰκονομιῶν καὶ διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν ὑποδειχθέντων δύω μόνον φόρων, δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν οὐ μόνον τὸ ἰσοζύγιον, ἀλλὰ καὶ περίσσευμα ἀκόμη, καὶ ἑπομένως δυνάμεθα νὰ ἀπαιτήσωμεν νὰ μὴ ψηφισθῶσιν οἱ ἄλλοι φόροι, ὡς περιττοὶ καὶ ἀδικαιολόγητοι. Εὔχομαι νὰ ὦσιν ἀκριβεῖς αἱ νεώτεραι πληροφορίαι τῆς Κυβερνήσεως, αἵτινες παρέχουσιν ἡμῖν τὴν ἐλπίδα, ὅτι διὰ σώφρονος καὶ μεμετρημένης πολιτείας δυνάμεθα ταχέως νὰ ἀνορθώσωμεν τὴν πίστιν ἡμῶν, ἥτις ἀρκούντως, ὡς μὴ ὤφειλεν, εἶχε διασαλευθῆ μετὰ τὴν πρὸς τὴν Βουλὴν πρώτην ἔκθεσιν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Καὶ εὔχομαι τοῦτο, διότι ἐνδιαφέρομαι καὶ ἐγὼ, ὡς καὶ πᾶς ἄλλος, διὰ τὴν εὐτυχίαν καὶ εὐημερίαν τῆς πατρίδος. (Εὖγε, εὖγε).
§115Ν. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ὁ Διονύσιος Τύραννος τῶν Συρακουσῶν διέταξε ποτὲ τοὺς Ὑπουργούς του ὅπως αὐξήσωσι τοὺς φόρους τῶν ὑπηκόων του ἐπὶ 30%, καὶ οἱ Ὑπουργοί του, πειθήνιοι ὄντες, ἐπέβαλον τὸν φόρον, ὡς διέταξεν ὁ Τύραννος. Ἐρωτήσας κατόπιν τοὺς Ὑπουργούς του, ἂν ὁ λαὸς ἐδέχθη ἀσμένως τὴν αὔξησιν τῶν νέων φόρων, ἔλαβεν ἀπάντησιν, ὅτι ὁ λαὸς δυσανασχετεῖ, καὶ εἶναι ἄνω κάτω εἰς ἀναστάτωσιν. Τότε ὁ Τύραννος διέταξε νὰ αὐξηθῇ ὁ φόρος ἔτι μᾶλλον, ὅπερ καὶ ἔπραξαν. Ἐρωτηθέντες δὲ κατόπιν οἱ κκ. Ὑπουργοί του, τί κάμνει ὁ λαός του, ἀπήντησαν, ὅτι εἶναι λίαν εὐχαριστημένος, ὅλοι εἶναι ἐν κραιπάλῃ καὶ μέθῃ. Τότε ὁ Τύραννος σκεφθεὶς πρὸς στιγμὴν, τοὺς διέταξε νὰ ἀνακαλέσουν ὅλους τοὺς ἐπιβληθέντας φόρους, διότι τὸ νὰ ὦσιν οἱ λαοὶ ἐν εὐθυμίᾳ καὶ κραιπάλῃ, ἰσοδυναμεῖ μὲ ἄκραν ἀπελπισίαν. Κυτάξετε ὅθεν, κύριοι Ὑπουργοὶ, καλῶς, μὴ πάθωμεν τὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τοῦ Διονυσίου Τυράννου τῶν Συρακουσῶν. Ὁ δὲ σοφὸς Ρωσσὼ λέγει, ὅτι, ὅταν παραπολὺ φουσκώνῃ τὸ θησαυροφυλάκιον τοῦ Δημοσίου ἀπὸ βαρεῖς φόρους τοῦ λαοῦ, ἡ κοινωνία δύναται νὰ πάθῃ ὅ,τι τὸ ἀνθρώπινον σῶμα· ὅταν συναχθῇ ὅλον τὸ αἷμα εἰς τὴν καρδίαν, καὶ λείψῃ ἐντελῶς ἀπὸ τοὺς ἀκραίμονας τοῦ σώματος, βεβαίως πίπτει εἰς ἀποπληξίαν. Οὕτω πως δύναταί τις εἰπεῖν, τὸ μὲν θησαυροφυλάκιον ἐστὶν ἡ καρδία τῆς κοινωνίας, καὶ εἰ μὲν συσσωρευθῶσι τὰ χρήματα τῆς κοινωνίας εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, βεβαίως ἡ κοινωνία καταπίπτει εἰς ἔνδειαν καὶ ἀπορίαν, ὡς ὁ ἄνθρωπος εἰς ἀποπληξίαν. Διὸ παρακαλῶ κἀγὼ νὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ νὰ ἐπινοήσῃ τοιαύτην φορολογίαν τοῦ λαοῦ μὴ ἐπαχθῆ εἰς τὴν ὑλικὴν κατάστασίν του.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν.
§117ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε.
§118ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριοι, εἶναι ἀπρεπὲς νὰ κάμνητε καὶ ἐφέτος ὅ,τι καὶ πέρυσι. Βλέπετε, ὅτι ὑπάρχει ἀπαίτησις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ συζητήσουν τὰ σπουδαιότερα τῶν Νομοσχεδίων, δι’ ὧν ἐπιβάλλονται βαρύτατοι φόροι. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένῃ καὶ ἡ πλειοψηφία ἡ νῦν εὑρισκομένη ἐν αὐτῇ, διότι ἡ πραγματικὴ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἔθνους ἀποκρούει καὶ τὰ Νομοσχέδια καὶ τοὺς φόρους, καὶ ἀφοῦ τὸ ἔλλειμμα εἶναι τόσον μικρὸν, ὥστε δύναται νὰ καλυφθῇ διὰ τῶν οἰκονομιῶν, ἃς ἐπροτείναμεν, καὶ διὰ τῶν φόρων ἐπὶ τῶν εἰδῶν δευτερευούσης ἀνάγκης... (θόρυβος). Πέρυσιν ἐξηκολουθούσαμεν νὰ συνεδριάζωμεν μέχρι τῆς ἑνδεκάτης καὶ ἐψηφίσαμεν ἄπειρα Νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα, πιστεύω, καὶ σεῖς σήμερον ἅμα ἀναγνώσητε καὶ προσπαθήσητε νὰ ἐφαρμώσητε, θὰ ἰδῆτε, ὅτι εἶναι ἐσφαλμένα.
§119ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία (θόρυβος).
§120ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Αὐτὸ τὸ Νομοσχέδιον ἠμπορεῖ νὰ μείνῃ δι’ αὔριον καὶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰ παρακάτω.
§121ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος).
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, εἴμεθα μόνον 118. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. (Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 8).