1882.12.14
2.581 στίχοι · 19.610 λέξεις · 111 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 34
Τῆς 14 Δεκεμβρίου 1882
(Τρίτη)
Ὥρᾳ 2 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῶν πρακτικῶν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸν λόγον.
§4Γ. ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τοῖς πρακτικοῖς παρατηρῶ ἀνακρίβειάν τινα καὶ κατ’ αὐτῆς πρόκειται νὰ ὁμιλήσω. Τὰ πρακτικὰ δὲν ἀναφέρουσιν, ὅτι ἀπηγορεύθη ὁ λόγος εἰς Βουλευτὴν ζητήσαντα αὐτὸν, ἀναβάντα ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ ἐπὶ πολὺν ὥραν ἐπιμείναντα, ὅπως ὁ Πρόεδρος ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτὸν νὰ ὁμιλήσῃ· τὸ γεγονὸς παρετηρήθη ἀπὸ ὅλους, παρετάθη δὲ ἐπὶ τοσοῦτον, κατέστη τοσοῦτον θορυβώδης ἡ συνεδρίασις ἕνεκα τούτου, ἐξήγειρεν ἐπὶ τοσοῦτον τὴν ἀγανάκτησιν τῆς πτέρυγος, ἡ ὁποία ἠδικεῖτο, ὥστε ἦτο ἀδύνατον νὰ μείνῃ ἀπαρατήρητον ἀπὸ τὸν συντάκτην τῶν πρακτικῶν καὶ ἰδίως ἀπὸ τὸν κύριον Πρόεδρον, ἐπιτηροῦντα τὴν ἀκριβῆ τῶν πρακτικῶν σύνταξιν. Τοσοῦτον δὲ ἐξήγειρεν τὴν ἀγανάκτησιν τὸ λυπηρὸν τοῦτο γεγονὸς, ὥστε σύμπασα ἡ ἀντιπολίτευσις ἀπῆλθε τοῦ Βουλευτηρίου, διαμαρτυρηθεῖσα κατὰ τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ πολυτίμου τούτου δικαιώματος. Ἐζήτησα δὲ χθὲς τὸν λόγον ἐν τῷ δικαιώματι, ὅπερ εἶχον καὶ τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ μοὶ ἀμφισβητήσῃ. Ἐπρόκειτο νὰ ὁμιλήσω οὐχὶ ἐπὶ τοῦ θέματος, ὅπερ εἶχεν ἐξαντληθῆ, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς προταθείσης ψηφοφορίας, διότι ἐθεώρουν τὴν ψηφοφορίαν ταύτην παράνομον. Ὅταν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀπήγγειλε τὸ πέρας τῆς συζητήσεως, περὶ τοῦ ἂν πρέπῃ νὰ προταχθῶσιν ἢ οὔ αἱ ἐπερωτήσεις, καὶ ἠρώτησε τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ συνήθους τρόπου τῆς ἀναστάσεως, δὲν ἀντετάχθημεν οὐχὶ διότι ἐνομίζομεν ὅ νομίζομεν, ὅτι δύναται νὰ προταθῇ ψηφοφορία ἐπὶ τοιούτου θέματος, ἀλλὰ διότι ἠθέλομεν νὰ τεθῇ πλέον τέρμα εἰς τὴν ἀτερπῆ ἐκείνην διαμάχην. Ἀλλ’ αἴφνης καὶ παρὰ προσδοκίαν, ἐνῷ οὐδεμία σπουδαία ἠγέρθη ἀντίῤῥησις καὶ μόνον, ὡς συνήθως γίνεται, ἠκούσθη τις εἰπὼν, χάριν ἀστειότητος βεβαίως, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψεν, ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἠγέρθη ἀγριωπὸς, καὶ μετ’ αὐτοῦ συνηγέρθησαν πάντες οἱ ἀκολουθοῦντες αὐτὸν καὶ ἐζήτησαν τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν. Τὸ δικαίωμα τῶν Βουλευτῶν τοῦ νὰ ζητήσωσι τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν, οὐδεὶς ἠμφισβήτησεν, οὐδὲ ἐπρόκειτο νὰ ἀμφισβητήσω τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἀλλ’ ἐσκόπουν νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, νὰ ἐπιστήσω ἰδίως τὴν προσοχὴν τοῦ Προέδρου αὐτῆς ἐπὶ τοῦ προτεινομένου ἀνομήματος. Τοιαύτην ἀπόφασιν, ἡ ὁποία, ὡς εἶπον, δὲν ἦτο κἂν ἀπόφασις, ἀλλὰ ἁπλῆ συγκατάβασις, ἀναιροῦσα σιωπηρῶς τὰς ῥητὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ, δύναται μόνον ἐπὶ τῇ ἀμοιβαίᾳ συγκαταθέσει νὰ ληφθῇ, ὅταν οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίῤῥησις καὶ ὅταν κρατῇ καὶ δεσπόζῃ ἡ καλὴ πίστις. Ἀλλ’ εὐθὺς ὡς ὑπῆρξεν ἀντίῤῥησις, καὶ ἀντίῤῥησις μάλιστα ἀντιπροσωπευομένη ἀπὸ τὸ ἥμισυ τῆς Βουλῆς, τότε ἐγείρεται ἄκαμπτον καὶ ἐπιβλητικὸν τὸ δικαίωμα τοῦ νόμου καὶ τίθεται φίμωτρον εἰς ὅντινα ἤθελε τολμήσει νὰ διαπράξῃ τι ἐναντίον τῶν διατάξεων αὐτοῦ. Τὸ δικαίωμα τῶν ἐπερωτήσεων δὲν ἀνήκει μάλιστα εἰς τὸν Κανονισμὸν, δὲν ἀνήκει οὔτε εἰς τὸ Σύνταγμα, καὶ διὰ τοῦτο οὐδαμοῦ αὐτοῦ ἀναγράφεται. Τὸ δικαίωμα τοῦτο εἶναι συναφὲς μὲ τὴν ὕπαρξιν αὐτὴν τοῦ Συνταγματικοῦ Πολιτεύματος. Τούτου τοῦ δικαιώματος μὴ ὑπάρχοντος, ἡ Βουλὴ ὡς Σῶμα πολιτικὸν ἐκλείπει, καὶ Κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, διότι κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος δὲν δύναται νὰ ἐνασκηθῇ. Ὅ,τι ἀπεφασίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς πρὸ πολλοῦ τῇ εἰσηγήσει τοῦ Ὑπουργείου, ἀπεφασίσθη τῇ ἀμοιβαίᾳ συγκαταθέσει, τουτέστιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως· ἀλλὰ τὰ πράγματα ἀπέδειξαν, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος ἐκείνου δὲν ἐκανονίσαμεν, ἀλλὰ διεκωμῳδήσαμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως. Ὅλοι ὅσοι παρέστητε εἰς τὰ Σάββατα ἐκεῖνα τοῦ μαρτυρίου τοῦ δικαιώματος τῶν ἐπερωτήσεων, εἴδετε ποῦ κατέπεσε τὸ δικαίωμα τοῦτο, εἴδετε ἂν ἐστάθη ποτὲ δυνατὸν νὰ γείνῃ ἐπ’ αὐτῶν σπουδαία συζήτησις, διότι ἦτο ἀδύνατον νὰ γείνῃ σπουδαία συζήτησις ἐπὶ ὁρμαθοῦ ποικίλων καὶ πολλαπλῶν ἐπερωτήσεων. Ἐλέχθη ὅτι τὸ δικαίωμα τῶν ἐπερωτήσεων δὲν ἐξασκεῖται δεόντως, ὅτι ἐγένετο κατάχρησις αὐτοῦ. Δὲν δύναμαι νὰ ἀποδώσω τὴν κατάχρησιν ταύτην, ἀληθῶς ὑπάρξασαν, οὔτε εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην, οὔτε εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην· ἡ κατάχρησις ὑπῆρξεν ἀποτέλεσμα τοῦ τρόπου, δι’ οὗ ἐκανονίσθη ἡ ἐνάσκησις τοῦ δικαιώματος. Ὅταν αἱ ἐπερωτήσεις μετεβλήθησαν εἰς μαρτυρολόγιον, τότε βεβαίως τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀπώλεσε τὴν σημασίαν καὶ ἀξίαν αὐτοῦ. Αἱ ἐπερωτήσεις, ὁσάκις πρόκειται νὰ συζητηθῶσι, πρέπει νὰ ἐξεγείρωσι τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ κοινοῦ. Ἐπιβάλλουσι δὲ αὗται εὐθύνην καὶ εἰς τὸν προτείναντα ταύτας καὶ εἰς τοὺς δι’ αὐτῶν προκαλουμένους καὶ εἰς τὴν Βουλὴν σύμπασαν. Ἀλλὰ ταῦτα κατορθοῦνται μόνον, ὅταν αἱ ἐπερωτήσεις γίνωνται οὐχὶ διὰ ψύλλου πήδημα, διότι θὰ σκέπτηται ἕκαστος ἡμῶν πολὺ ἂν πρέπῃ νὰ προκαλέσῃ τὴν Βουλὴν εἰς αὐτοτελῆ συζήτησιν διὰ πράγματα ἐπουσιώδη, δι’ ἐπαρχιακὰς ἀνάγκας ἢ διαμάχας, δι’ ἀντικείμενα μὴ περιέχοντα τὰ στοιχεῖα πολιτικοῦ ἐλέγχου τῶν πράξεων τοῦ Ὑπουργείου. Ἀφοῦ εἴδομεν ταῦτα, ἀφοῦ ἐπείσθημεν, ὅπως πᾶσα ἡ Βουλὴ ἐπείσθη, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐξ ἀμοιβαίας συγκαταβάσεως καὶ συγκαταθέσεως παρεδέχθημεν, ἐναυάγησεν, ὠφείλομεν πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς, πρὸς τὸ Πολίτευμα, τοῦ ὁποίου ἐσμὲν οἱ φρουροὶ, πρὸς τὸν λαὸν, τοῦ ὁποίου ἤλθομεν ἐντολοδόχοι, νὰ μεταφέρωμεν τὰ πράγματα εἰς τὴν φυσικὴν αὐτῶν καὶ τὴν νόμιμον κατάστασιν. Ἰδοὺ διὰ τί ἐζήτησα χθὲς τὸν λόγον. Ἐζήτησα τὸν λόγον διὰ νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τούτου, ὅτι ὁ ἀριθμὸς καὶ ἡ πλειοψηφία ἐπὶ τοιούτου ζητήματος οὐδεμίαν νόμιμον ἐπίδρασιν δύνανται νὰ ἔχωσιν, ὅτι θὰ ἦναι παραβίασις τοῦ Πολιτεύματος ἐγκληματικὴ τὸ γεγονὸς τοῦτο, εἴτε ὑπὸ ἑνὸς τελούμενον, εἴτε ὑπὸ πολλῶν. Τὸ τυπικῶς νόμιμον δὲν καλύπτει τὸ οὐσιαστικῶς παράνομον. Ὁ ἐξωτερικὸς τύπος δὲν μεταβάλλει τὴν οὐσίαν, καὶ μάλιστα εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα εἶναι οὐσιωδέστατα καὶ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ στηρίζωνται πάντοτε εἰς τὴν καλὴν πίστιν. Ἤθελον δὲ ν’ ἀπευθύνω τὴν παρατήρησιν ταύτην πρὸ πάντων εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, διότι αὐτὸς εἶναι τεταγμένος, ἵνα προστατεύῃ τὰ δικαιώματα τοῦ Σώματος ἐν γένει καὶ τὰ δικαιώματα τῶν μελῶν αὐτοῦ κατὰ μέρος. Εἶχον δὲ νὰ ἀνακοινώσω πρὸς αὐτὸν τί ἄλλος Πρόεδρος Βουλῆς μεγάλου καὶ σοφοῦ Ἔθνους, ἀνώτατος Ἄρχων ἤδη τοῦ τοῦ Ἔθνους τούτου, εἶπεν ἐν ἐποχῇ οὐχὶ πολλῷ ἀπεχούσῃ, καὶ πῶς τὸ Κοινοβούλιον ἐκεῖνο διέφυγε διὰ τῆς εὐσταθείας τοῦ Προέδρου αὐτοῦ τὸν κίνδυνον τῆς περιστολῆς τοῦ δικαιώματος τῶν ἐπερωτήσεων. Ἦτο κατὰ τὸ 1872 ἐν Γαλλίᾳ. Ὑπῆρχε τότε ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις. Ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις τῆς Γαλλίας ἦτο τότε Μοναρχικὴ, ἀνῆκεν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς τοὺς Νομιμόφρονας, εἰς τοὺς Ὀρλεανιστὰς καὶ εἰς τοὺς Αὐτοκρατορικούς. Ἐγένετο ἐπερώτησίς τις· προσεκλήθησαν οἱ Ὑπουργοὶ ν’ ἀπαντήσωσιν, οἱ Ὑπουργοὶ ἀντέταξαν τὴν ἀναβολὴν, μετὰ τὸν προϋπολογισμὸν, νομίζω, ἢ μετά τινα ἄλλον ὡρισμένον χρόνον. Ἠγέρθη ἐπὶ τούτου θορυβώδης συζήτησις ἐκ μέρους ἐκείνων, οἵτινες ἐνόμιζον, ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου προσβάλλεται τὸ ἱερώτερον δικαίωμα τῶν Πληρεξουσίων. Ἀλλ’ ἡ πλειοψηφία ἦτο καταπληκτικὴ, ἡ δύναμις δὲ αὐτῆς τόσον μεγάλη ὅσον μεγάλη ἦτο καὶ ἡ παρανομία, τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ διαπράξῃ· ὁ κίνδυνος ἦτο ἐπὶ θύραις. Τότε ὁ Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως, ὁ κ. Γρεβὺ, ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἐν Γαλλίᾳ, ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτοῦ ὡς Πρόεδρος, ἐν ὀνόματι τῶν δικαιωμάτων τῆς Συνελεύσεως, ἀντετάχθη εὐθαρσῶς κατὰ τῶν τάσεων τούτων τῆς πλειοψηφίας, ἐφίμωσε τοὺς κατὰ τῶν ἐπερωτήσεων ἀγορεύσαντας καὶ ἐπέβαλεν εἰς τὴν πλειονοψηφίαν ἐκείνην τὴν θέλησιν οὐχὶ ἑαυτοῦ, ἀλλὰ τοῦ νόμου. Ἰδοὺ τί εἶπεν ὁ Γρεβύ: (συνεδρίασις τῆς 28 Μαρτίου 1872). «Τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως ἀνήκει εἰς ἕκαστον ἡμῶν. Δὲν ὑπάρχει δι’ ἡμᾶς δικαίωμα προσωπικώτερον, δὲν ὑπάρχει δι’ ἡμᾶς δικαίωμα πολυτιμότερον, δὲν ὑπάρχει δι’ ἡμᾶς δικαίωμα ἱερώτερον. Αὐτὴ αὕτη ἡ Συνέλευσις δὲν δύναται ν’ ἀφαιρέσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο οὐδένα ἐξ ἡμῶν, καὶ ἐκεῖνο, ὅπερ ἡ Συνέλευσις δὲν δύναται νὰ πράξῃ ἀμέσως, οὔτε ἐμπρέπει αὐτῇ νὰ θέλῃ, οὔτε δύναται νὰ πράξῃ ἐμμέσως». Τὸ ζήτημα βλέπετε, ἠγέρθη καὶ ἐκεῖ ἀκριβῶς ὅπως καὶ παρ’ ἡμῖν ἐγείρεται. Ὅπως ἐκεῖ οὕτω καὶ ἐδῶ δὲν τολμᾷ τις νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως, ἀλλὰ διὰ περιστροφῶν, ἀξίαν ἐχουσῶν μηχανοῤῥαφίας, ζητοῦσι νὰ γελοιογραφήσωσιν αὐτὸ καὶ νὰ τὸ ματαιώσωσιν. Αὐτὰ ἐπρόκειτο νὰ εἴπω χθὲς πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς· εἶμαι δὲ βέβαιος, διότι δὲν ἀμφιβάλλω περὶ τῆς νομιμοφροσύνης πάντων ἡμῶν, περὶ τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, πρὸς τὴν ἰδίαν ἡμῶν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὰ δικαιώματα, δὲν ἀμφιβάλλω δὲ καὶ περὶ τοῦ σεβασμοῦ τοῦ Προέδρου ἡμῶν πρὸς τὰ δικαιώματα ταῦτα καὶ περὶ τῆς συναισθήσεως αὐτῶν τῶν καθηκόντων, μὲ τὰ ὁποῖα εἶναι περιβεβλημμένος, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι οἱ λόγοι μου ἤθελον ἀκουσθῆ. Ἐν στιγμαῖς παραφορᾶς, ἐρίδων, διαπληκτισμῶν ἐδύνατο ἴσως νὰ νοηθῇ ἀπόφασις, μὴ προσήκουσα εἰς Σώματα πολυμελῆ. Αἱ οὕτω λαμβανόμεναι ἀποφάσεις, ἐξεταζόμεναι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν περιστάσεων, ἐν μέσῳ τῶν ὁποίων παρήχθησαν, εἶναι μὲν πάντοτε ἄξιαι οἰκτιρμοῦ, ἀλλὰ δύνανται ἴσως νὰ θεωρηθῶσι συγγνωστέαι (θόρυβος). Τὸ κακὸν τοῦτο ἤθελον νὰ προλάβω χθές· ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν μοὶ ἐπετράπη νὰ ὁμιλήσω. Σήμερον, ὅτε δὲν εὑρισκόμεθα ἐν ταραχῇ, σήμερον, ὅτε ἡ ὀργὴ τῆς χθὲς ἀντιπαρῆλθε καὶ ὅτε δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν καὶ ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν ὡρίμως, σήμερον ἐλπίζω, ὅτι καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ὁδηγοῦν αὐτήν, καὶ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ ἔχων ἄμεσον καὶ προσωπικὸν καθῆκον, θέλουσιν ἀναγνωρίσει, ὅτι ἡ ψηφοφορία τῆς χθὲς δὲν ἔχει νόμιμον ὕπαρξιν, διότι δὲν ἔχει ἀντικείμενον, ἀνῆκον εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Βουλῆς. Καὶ ὁμιλῶ, κύριοι Βουλευταί, μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ὑπερβασίας, διότι φρονῶ, ὅτι τοῦτο ἀρκεῖ, καὶ διότι πιστεύω ὅτι τοῦτο εἶναι σπουδαιότατον, αὐτὸ ἐνδιαφέρει τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Τόπον. Ἀλλ’ ἐξ ὧν ἀνέγνων περὶ τῶν χθὲς συμβάντων δύναμαι νὰ ἀμφισβητήσω, στηριζόμενος μάλιστα εἰς τοὺς λόγους αὐτοὺς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ τὸ ἔγκυρον τῆς ψηφοφορίας. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι 122 ἦσαν οἱ ψηφοφορήσαντες, ὅτι δὲ ὁ κ. Δουζίνας ἀφίκετο ἀφοῦ ἤρχισεν ἡ διαλογή...
§5ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Ὄχι, ὄχι· ὁ κ. Δουζίνας εἶναι ἐδῶ καὶ ἂς τὸ εἴπῃ.
§6Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Προκαλῶ τὸν κ. Δουζίνα εἰς τὸν λόγον τῆς τιμῆς του νὰ τὸ εἴπῃ (θόρυβος).
§7ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει τὴν ἱκανότητα νὰ συγκαλύπτῃ τὴν ἀλήθειαν, ν’ ἀποφεύγῃ αὐτὴν ἢ νὰ τὴν τροποποιῇ κατὰ τὰς ἀνάγκας, αἵτινες κατὰ πᾶσαν στιγμὴν παρουσιάζονται· ἀλλ’ εἶναι ἀνίκανος νὰ ψεύδηται ἀπ’ εὐθείας. Ἐγὼ πρῶτος τὸ ὁμολογῶ. Τί εἶπεν λοιπὸν ὁ κ. Πρωθυπουργός; εἶπεν ὅτι ὁ κ. Δουζίνας ἦλθε μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς διαλογῆς, ἀλλ’ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος, καίτοι ἀρξαμένης τῆς διαλογῆς, δὲν εἶχεν ἀναγγείλει ὅτι ἡ διαλογὴ ἤρξατο! Βλέπετε ποῦ κατέφυγεν ὁ κ. Τρικούπης, ὅστις δὲν ἐπεθύμει μὲν νὰ ψευσθῇ, ἀλλ’ ἐπεθύμει νὰ ἴδῃ κυρουμένην τὴν ψηφοφορίαν ἐκείνην, καὶ ὡς ἱκανὸς οἰακοστρόφος ἔστρεψε τὸ πηδάλιον, ἵνα φθάσῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, εἰς τὸν ὅρμον! Ἀλλ’ ἐπαναλέγω τὸ ζήτημα τοῦτο θεωρῶ δευτερεῦον, τὸ θεωρῶ μᾶλλον μηδαμινόν· διότι, ἂν ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἀποτελῇ ὑπέρβασιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς, ἡ ἀπόφασις αὐτῆς εἶναι μηδέν.
§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θαυμάζω ἐπὶ τῇ ἀγανακτήσει τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος διὰ τὴν χθεσινὴν ψηφοφορίαν, διότι ἡ χθεσινὴ ψηφοφορία ὑπῆρξε πράγματι ὀλεθρία πρὸς τὴν μερίδα, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει ὁ κύριος Βουλευτής· ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ μερὶς ἐκείνη, μειοψηφοῦσα, δὲν δύναται δι’ ἐκνόμων ἐνεργειῶν νὰ κατανικήσῃ τὴν πλειονοψηφίαν. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠκολούθησεν ἕως τῆς χθὲς ἡ ἀντιπολίτευσις, διὰ τῆς χθεσινῆς ψηφοφορίας ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ τελεσφόρως, καὶ εὐλόγως ἠγανάκτησεν ὁ κύριος Βουλευτὴς, βλέπων ἑαυτὸν ἀποστερηθέντα τοῦ παρανόμου τούτου ὅπλου. Ἀλλ’ ἡ χθεσινὴ ψηφοφορία ἐγένετο καθ’ ὅλα νομίμως, νομίμως κατὰ τύπους, νομίμως καὶ κατ’ οὐσίαν, ὀρθότατα δὲ ἡ Βουλὴ δὲν ἐπέτρεψεν εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Εὐρυτανίας νὰ ὁμιλήσῃ χθὲς, καθ’ ἣν ὥραν ἠθέλησε νὰ ὁμιλήσῃ. Σήμερον ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ὅσα ἤθελε νὰ εἴπῃ χθὲς καὶ τὸν ἠκούσαμεν μετὰ πάσης ἀταραξίας· ἀλλὰ χθὲς ἐζήτησε νὰ ὁμιλήσῃ μεταξὺ δύω ψηφοφοριῶν, τῆς ψηφοφορίας δι’ ἀναστάσεως καὶ τῆς ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, καὶ κατὰ τὸν ἡμέτερον Κανονισμὸν εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται νὰ ὁμιλήσῃ μεταξὺ τῶν δύω ψηφοφοριῶν. Πρέπει δὲ ὡς πρὸς τοῦτο νὰ ἤμεθα αὐστηρότατοι, διότι σήμερον, ὅτε ἐκ πάσης ἀφορμῆς ἔχομεν παρεκτροπὰς συζητήσεων καὶ παρακωλύσεις τῆς προόδου τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν, ἐὰν ἐπιτρέψωμεν, ἅπαξ ἀρξαμένης τῆς ψηφοφορίας, νὰ γίνηται συζήτησις, δὲν θὰ ἦναι δυνατόν ποτε νὰ διεκπεραιώσωμεν τὰς ἐργασίας ἡμῶν. Διὰ τοῦτο χθὲς ἠμποδίσαμεν τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐξ Εὐρυτανίας νὰ ὁμιλήσῃ, διότι δὲν ἠθέλομεν νὰ ἐπιτρέψωμεν νὰ καθιερωθῇ ὡς προηγούμενον, ὅτι δύναται μετὰ τὴν δι’ ἀναστάσεως ψηφοφορίαν, καὶ ζητουμένης τῆς δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίας, νὰ ἐπιτραπῇ εἰς Βουλευτὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ν’ ἀγορεύσῃ. Ἐὰν μετὰ τὴν δι’ ἀναστάσεως ψηφοφορίαν ἐπετρέπετο ἀγόρευσις εἰς Βουλευτὴν, τὸ δικαίωμα τῶν 15 Βουλευτῶν, ὅπως ζητήσωσι τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν, ματαιοῦται· διότι ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἐρχομένη κατόπιν ψηφοφορίας δι’ ἀναστάσεως, πρέπει νὰ ἦναι οὐδὲν ἄλλο παρὰ κύρωσις τῶν διὰ τῆς πρώτης ψηφοφορίας γενομένων· ἐὰν δὲ μετὰ ταύτην γείνῃ συζήτησις, ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία δύναται νὰ ἐπηρεασθῇ ἐκ τῆς συζητήσεως καὶ νὰ ἔχωμεν ἄλλο ἀποτέλεσμα ἐκ τῆς ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως παρὰ τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον εἴχομεν διὰ τῆς πρώτης, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ διαψευσθῇ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, κηρύξαν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς πρώτης ψηφοφορίας. Θὰ ἦτο ματαίωσις τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν, ἐὰν ἐπετρέπετο εἰς Βουλευτὴν νὰ ὁμιλήσῃ μετὰ τὴν ψηφοφορίαν, τὴν δι’ ἀναστάσεως. Εὐθὺς ὅτε ἐκηρύχθη ἡ λῆξις τῆς συζητήσεως καὶ ἐγένετο ἔναρξις τῆς ψηφοφορίας, εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται νὰ εἴπῃ, ὅτι θέλει ν’ ἀγορεύσῃ· τοῦτο εἶναι ἄτοπον, καὶ ἡ Βουλὴ ἔπρεπε νὰ φροντίσῃ νὰ ἐπιβάλῃ τὸν Νόμον εἰς τοὺς θέλοντας νὰ τὸν ἀθετῶσι, καὶ ἐπέβαλε τὸν Νόμον εἰς τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐξ Εὐρυτανίας, καὶ ἠγανάκτησεν οὗτος, καὶ ἠγανάκτησαν οἱ τῆς μερίδος, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει, καὶ ἀπεχώρησαν ἐκ τοῦ Βουλευτηρίου· ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ ἀποχώρησίς των ὑπῆρξε κατ’ αὐτῶν καὶ ὑπῆρξεν ὅλως ὑπὲρ τῆς νομιμότητος καὶ ὑπὲρ τῆς πλειονοψηφίας ἐν τῇ Βουλῇ. Δὲν ἦσαν μόνον κατὰ τύπους ὀρθὰ τὰ χθὲς γενόμενα· ἦσαν καὶ κατ’ οὐσίαν ὀρθὰ, καὶ ἡ ἀπόφασις, εἰς ἣν ἐφθάσαμεν χθὲς, θὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα πρὸς τὸ μέλλον σωτήρια· οὐ μόνον σωτήρια, διότι διασώζουσι τοὺς τύπους, ἀλλὰ καὶ διότι διασώζουσι τὴν οὐσίαν. Τίς δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ συμπολίτευσις ἠθέλησέ ποτε νὰ περιορίσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως καὶ νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι τοῦ δικαιώματος τούτου ἐγένετο ἡ ἐσχάτη κατάχρησις παρὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ὅτι ἂν τῳόντι ἐφθάσαμεν μέχρι διακωμῳδήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπερωτήσεως, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τοὺς ἀντιπολιτευομένους Βουλευτὰς, οἵτινες τοιαύτην ἐποιήσαντο κατάχρησιν τοῦ δικαιώματος; Τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπερωτήσεως ἐγένετο δυστυχῶς διττὴ κατάχρησις· ἐγένετο κατάχρησις, ὅπως δι’ αὐτοῦ φέρωσι τινὲς ἐνώπιον τοῦ Βουλευτηρίου καὶ ἐνώπιον τῆς κοινωνίας ζητήματα ἀνάξια τοιαύτης τιμῆς, ζητήματα καθαρῶς ἐπαρχιακὰ, ἢ προσωπικά· ἐγένετο κατάχρησις καὶ δι’ ἄλλον λόγον, τὸν ὁποῖον ἐμαρτύρησε χθὲς φίλος ἐπιζήμιος τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἐγένετο κατάχρησις, ὅπως δι’ αὐτῆς δυνηθῇ ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ μὴ πράξῃ τι σπουδαῖον, ἑωσότου θεωρήσῃ, ὅτι ἔφθασεν ἡ ὥρα, καθ’ ἣν δύναται νὰ πράξῃ τι χρήσιμον πρὸς ἑαυτήν. Τὸ δεύτερον τοῦτο ἐμαρτυρήθη παρὰ φίλου τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ πιστεύω ὅτι οὐδεὶς ἐξ αὐτῆς θέλει ἀρνηθῆ τὴν ἀλήθειαν ταύτην. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἕτερον, τὴν κατάχρησιν, ἥτις ἐγένετο τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπερωτήσεως διὰ συζητήσεων ἐν τῇ Βουλῇ θεμάτων ἀναξίων τοῦ περιβόλου τούτου, δὲν θέλει ἀρνηθῆ οὐδεὶς ἐκ τῶν ἀντιπολιτευομένων. Τί ἀπέναντι τοιούτων ἐνεργειῶν ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἐν τῇ Βουλῇ; Ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχει δικαίωμα πᾶν πολυμελὲς Σῶμα νὰ πράξῃ, καὶ τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα ἐκ τοῦ Συντάγματος νὰ πράξῃ, ἔπρεπε νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς ἐνασκήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπερωτήσεως. Ὁ Κανονισμὸς δὲν εἶναι ἄρνησις δικαιώματος. Δύναται βεβαίως ἡ Βουλὴ διὰ κανονισμοῦ νὰ φθάσῃ μέχρις ἀρνήσεως δικαιώματος, ἐὰν ἐπικρατῇ ἡ κακὴ πίστις· ἀλλὰ ποῖος δύναται νὰ εἴπῃ ἐξ ἐκείνων, οἵτινες παρακολουθοῦσιν ἐπιμελῶς τὰ γενόμενα ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ἡ συμπολίτευσις ἠθέλησε νὰ προσενεχθῇ διὰ κακῆς πίστεως πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν ἐν τῷ θέματι τούτῳ ἢ ἐν οἱῳδήποτε ἄλλῳ θέματι, ἐν τῷ ὁποίῳ θὰ ἠδύνατο νὰ πιέσῃ αὐτὴν ὡς ἐκ τῆς ὑπεροχῆς τῶν ψήφων; Ἡ Κυβέρνησις φαίνεται πάντοτε πρόθυμος νὰ δώσῃ ἀπάντησιν εἰς οἱανδήποτε ἐπερώτησιν, ὁσονδήποτε ἐξευτελεστικὴ καὶ ἀσήμαντος ἂν ᾖ. Ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔδιδε τὰς ἀπαντήσεις καὶ εὐθὺς, ἢ τὴν ἀμέσως ἑπομένην συνεδρίασιν, ἂν ἀπῃτεῖτο χρόνος τις, ἵνα ληφθῶσιν ἐν τοῖς γραφείοις ἔγγραφα ἢ πληροφορίαι· ἀλλὰ διατί ἐζητήθη, ὅπως ἀναβάλληται ἡ ἀπάντησις εἰς ἄλλην ἡμέραν; Διότι ἠθέλομεν ν’ ἀποφύγωμεν τὴν ἀπάντησιν; ὄχι· ἀλλὰ διότι δυστυχῶς δὲν δυνάμεθα ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ ἀκόμη νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς χαλινὸν καὶ νὰ θέσωμεν κανόνα, ἐφ’ ᾧ νὰ ἐργαζώμεθα. Ἐὰν οἱ ἐπερωτῶντες ἠδύναντο νὰ περιορίσωσι τὰς ὁρμὰς αὐτῶν καὶ νὰ ὑποβάλλωσι ξηρὰν τὴν ἐπερώτησιν ἄνευ ἀναπτύξεως· ἂν ἠδύναντο νὰ ἀνεχθῶσι τὴν ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως ξηρῶς διδομένην, καὶ μὴ θέλωσι ν’ ἀνταπαντήσωσιν εὐθὺς καὶ ν’ ἀναπτύξωσι τὰ τῆς ἐπερωτήσεως, ὁ ὀρθότερος τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἠδυνάμεθα νὰ διεξαγάγωμεν τὰ τῶν ἐπερωτήσεων, θὰ ἦτο νὰ δίδωμεν ἀμέσως τὴν ἀπάντησιν. Ἀλλὰ διατί δὲν πράττομεν τοῦτο; διότι ὑπὸ τύπον ἐπερωτήσεων δὲν ὑποβάλλονται ἐπερωτήσεις, ἀλλ’ ὑποβάλλονται προτάσεις καὶ γίνονται ἀναπτύξεις αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦ μέσου τούτου οἱ ἀντιπολιτευόμενοι Βουλευταὶ ἀποπειρῶνται νὰ ἐπιῤῥίπτωσιν εἴτε ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν, εἴτε ἐπὶ τοὺς ἀντιπάλους ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις μομφὰς, ἐλπίζοντες ὅτι, ἀναβαλλομένης τῆς ἀπαντήσεως ἐπί τινας ἡμέρας, θέλει ἐπικρατήσει τὸ ψεῦδος παρὰ τῷ Κοινῷ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο. Ὁσάκις ἡ Κυβέρνησις ἔδωκεν ἀπάντησιν ὅσον ἔνεστι σύντομον εἰς ἐπερώτησιν, εὐθὺς εἴδομεν, ὅτι τοῦτο ὑπῆρξεν ἱκανὴ ἀφορμὴ, ὅπως θεωρηθῇ τοῦτο ὡς κύριον θέμα τῆς ἡμερησίας διατάξεως καὶ παραγκωνισθῶσι τὰ ἀναγεγραμμένα. Ὅ,τι ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ ἐννοήσῃ εἶναι, ὅτι τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπερωτήσεως πρέπει νὰ γίνηται καὶ ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ ἡ αὐτὴ χρῆσις, ἥτις γίνεται καὶ ἐν ἄλλοις Βουλευτηρίοις· πρέπει ὁ ἐπερωτῶν νὰ μὴ ζητῇ, εἰμὴ τὴν λύσιν ἀπορίας· δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συνοδεύῃ δι’ ὑπαινιγμῶν καὶ διὰ μομφῶν τὴν ἐπερώτησίν του· ἡ ἐπερώτησις εἶναι μόνον προπαρασκευαστικὴ πρὸς πρότασιν, πρὸς ἀνάπτυξιν καὶ πρὸς συζήτησιν. Οὗτος εἶναι ὁ κανονισμὸς, τὸν ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ ἐπιδιώξωμεν· καὶ προσεπάθησεν ἡ Κυβέρνησις οὕτω νὰ κανονίσῃ τὸ θέμα καὶ ἀπεδείχθη ἐντελῶς ἀδύνατον, καὶ εἴδετε εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὴν ἀποδοχὴν τοιούτου κανονισμοῦ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Λακεδαίμονος ἐρχόμενον καὶ ὑπὸ τύπον ἐπερωτήσεως καθαπτόμενον παντὸς ἀντιφρονοῦντος, ἢ τῆς Κυβερνήσεως, ἢ ἐφημεριδογράφου ἢ ἄλλων. Μὴ παραπονεῖσθε λοιπὸν, ἂν ἐφθάσαμεν εἰς κανονισμὸν μηδὲν ἔχοντα τὸ ὑπερβολικὸν, ἀλλὰ μὴ ἐπιτρέποντα εἰς ὑμᾶς ἐν πάσῃ στιγμῇ καὶ ἐπὶ προφάσει συζητήσεως περὶ ἐπερωτήσεων νὰ παρακωλύητε τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς· ἐὰν ὅμως θελήσετε νὰ ὑπαχθῆτε εἰς τοὺς περιορισμοὺς ἐκείνους, εἰς οὓς ὑποβάλλονται οἱ Βουλευταὶ ἐν παντὶ ἄλλῳ Κοινοβουλίῳ, βεβαιώθητε, ὅτι θὰ εὕρητε τὴν Κυβέρνησιν πρόθυμον ν’ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὴν τοιαύτην ἐπιθυμίαν ὑμῶν, καὶ θὰ δυνηθῶμεν νὰ κανονίσωμεν τὰ τῶν ἐπερωτήσεων διὰ τρόπου, ὁποῖον ἀπαιτεῖ ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Βουλευτηρίου, ἥτις ἐλησμονήθη ἐντελῶς ἐν τῷ συστήματι, καθ’ ὃ διεξάγονται τὰ ζητήματα τῶν ἐπερωτήσεων. Χθὲς περὶ τίνος ἐπρόκειτο; ἐπρόκειτο περὶ κανονισμοῦ τῆς ἡμερησίας διατάξεως διὰ τὴν σήμερον. Τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἀνέγνω ὁ κύριος Πρόεδρος πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅπως εἶχε συντάξει αὐτὴν κατὰ τὰς ἰδέας, αἵτινες εἶχον ἀναπτυχθῆ ἐνταῦθα, τοὐτέστιν ὡς ἦτο ἐπιθυμητὸν σήμερον, ὅτε πλησιάζομεν εἰς τὴν πρώτην τοῦ νέου ἔτους, νὰ συνταχθῇ, τασσομένων ἐν τοῖς πρώτοις τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν φορολογικῶν Νομοσχεδίων. Τοῦτο ἔπραξεν ὁ Πρόεδρος καὶ ἐζήτησε τὴν ἐπίνευσιν τοῦ Σώματος· ἡ Βουλὴ δὲν ἐπένευσε παμψηφεὶ, ἀλλ’ ἐγένετο ψηφοφορία δι’ ἀναστάσεως, μετὰ δὲ τὴν ψηφοφορίαν, ἥτις κατέδειξε φανερὰ, ὅτι μεγίστη ὑπῆρχε πλειονοψηφία ὑπὲρ τῆς προταθείσης συντάξεως τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἠκούσθησαν πολλαὶ φωναὶ παρὰ τῶν ἀντιπολιτευομένων, ὅτι δὲν διεκρίθη τὸ ἀποτέλεσμα, καὶ ὅτι κακῶς ὁ Πρόεδρος ἀπήγγειλεν αὐτὸ, δι’ ὃ καὶ ἐζητήθη παρὰ τῆς συμπολιτεύσεως ἡ ὀνομαστικὴ κλῆσις. Ἀλλὰ δὲν εἴχομεν ἀνάγκην κἂν νὰ γείνῃ ἀντίῤῥησις· καὶ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν· ὥστε μετὰ τὴν δι’ ἀναστάσεως ψηφοφορίαν, εἴτε ὑπῆρχεν, εἴτε δὲν ὑπῆρχεν ἀντίῤῥησις, εὑρισκόμεθα ἐντελῶς ἐν τῇ νομιμότητι. Ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν, λέγουσιν, οἱ μὴ εὐχαριστηθέντες ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος, δὲν ἐζητήσαμεν τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν διὰ τοῦτο, ἀλλ’ ἵνα ἀποδείξωμεν, ὅτι ὑπερτεροῦμεν, ὡς δύω πρὸς ἕν. Μάλιστα, τὴν ἐζητήσαμεν καὶ διὰ τοῦτο, διότι ἦτο ἀνάγκη νὰ γνωσθῇ, ὅτι σᾶς ὑπερτεροῦμεν ὡς 2 πρὸς 1, καὶ δὲν ἠθέλετε νὰ βεβαιωθῇ τοῦτο ἐπισήμως, καὶ διὰ τοῦτο ἀπεχωρήσατε (θόρυβος). Καὶ ποίαν δικαιολογίαν ἄλλην δύναται νὰ ἔχῃ ἡ ἀποχώρησις αὕτη ἐκτὸς ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας; Ποία πίεσις ἠσκήθη ἐφ’ ὑμᾶς; Ἡ συμπολίτευσις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ βεβαιώσῃ τὴν δύναμίν της, ἔχει καθῆκον πρὸς τοῦτο, ὅταν βλέπῃ ταύτην ἀμφισβητουμένην· τὸ ἀπῄτει ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἀδύνατον νὰ συμπράττῃ μετὰ τῆς Βουλῆς ἀξιοπρεπῶς ἄνευ τῆς βεβαιώσεως ταύτης καὶ νὰ διεξαγάγῃ τὰ ἔργα της πρεπόντως. Δὲν ἐζητήσαμεν ταύτην χάριν ψευδοῦς ἐπιδείξεως, ἀλλὰ διότι πρόκειται νὰ φέρωμεν εἰς συζήτησιν θέματα σπουδαιότατα, θίγοντα ἄμεσα συμφέροντα τῆς κοινωνίας, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ διεξαχθῶσι πρεπόντως, ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχῃ πᾶσαν τὴν δύναμιν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ ἔχῃ, ὅταν τοιαῦτα ἀναλαμβάνῃ νὰ προτείνῃ. Πρὸ τούτου λοιπὸν, κύριοι, ἐπειδὴ ἐπρόκειτο ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νὰ ταχθῶσι πρῶτον ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ τὰ μετ’ αὐτοῦ συνδεόμενα φορολογικὰ Νομοσχέδια, ἠθέλομεν ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι, προτείνοντες τοιαῦτα μέτρα, μέτρα ριζικὰ, μέτρα σωτήρια μὲν διὰ τὸν Τόπον, ἀλλ’ ἐπαχθέστατα, εἴχομεν πρῶτον τὴν πρόνοιαν νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ἤμεθα καὶ Κυβέρνησις ἱκανῶς ἰσχυρὰ, ἵνα ἀναλάβωμεν τὴν πρωτοβουλίαν τοιούτων μέτρων. Ἐπείσθημεν, ὅτι εἴχομεν τοιαύτην δύναμιν, καὶ διὰ τοῦτο εἰσηγάγομεν τὰ Νομοσχέδια· ἔπρεπεν ὅμως νὰ πεισθῇ καὶ ἡ Βουλὴ πᾶσα περὶ τούτου, ἰδίως δὲ ἡ ἀντιπολίτευσις, ἥτις, ἂν πεισθῇ περὶ τούτου, εἶναι ἐλπὶς ὅτι θέλει προσφέρεσθαι εἰς τὸ μέλλον κάλλιον, ἢ ὅ,τι προσηνέχθη μέχρι τοῦδε. (Χειροκροτήματα ἐξ ἀριστερῶν καὶ ἐκ τοῦ ἀκρωατηρίου).
§9Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι ἀπό τινων ἡμερῶν εὑρισκόμεθα εἰς τὰς συνεδριάσεις μας εἰς ἀνώμαλον κατάστασιν, ἀλλ’ ἐπίσης εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὅλοι συντελοῦμεν εἰς τοῦτο καὶ περισσότερον ἡ πλευρὰ αὕτη (δεικνύει τὴν ὑπουργικὴν) ἡ ὁποία, ὡ. ἐκ τῆς θέσεώς της, ὤφειλε νὰ μὴ δίδῃ τὴν ἐλαχίστην ἀφορμὴν εἰς ἀταξίαν τῶν συνεδριάσεων, διότι αἱ ἀταξίαι φέρουσι τὴν βραδύτητα εἰς τὰ ἔργα μας, καὶ τοῦτο βλάπτει τὴν Κυβέρνησιν· ἀταξία ἰδίως συμβαίνει, ἐπειδὴ ἀπό τινων ἡμερῶν ὑφίσταται ὁ ἀντιπολιτευόμενος ρήτωρ ἐπὶ τοῦ βήματος ὑπὸ τῶν συμπολιτευμένων Βουλευτῶν ὅ,τι ὁ πολιτικὸς κατάδικος εἰς θάνατον κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐκτελέως τῆς ποινῆς του· ὁσάκις ἤθελεν οὗτος νὰ ἀπαγγείλῃ λογίδριον εἰς τὰς τελευταίας στιγμάς του, εὐθὺς ὅπου ἤθελεν εἴπῃ λέξεις τινὰς, δι’ ὧν ἐπέκρινε τὴν Ἐξουσίαν, ὁ Διοικητὴς τοῦ παρισταμένου στρατοῦ ἐφώναζε «ταμποῦρλο», καὶ εὐθὺς ἔκρουον τὸ ταμποῦρλο καὶ ἡ φωνὴ τοῦ καταδίκου δὲν ἠκούετο. Αὐτὸ συμβαίνει, καὶ ὅταν ἀντιπολιτευόμενος ἀναβαίνῃ τὸ βῆμα· ὁσάκις ἐπικρίνῃ πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, οἱ Ὑπουργοὶ διακόπτουν, ὁ δὲ κύριος Πρόεδρος βαρεῖ τὸ ταμποῦρλο (κώδωνα), καὶ οὕτω ματαιώνει τὴν ὁμιλίαν, διότι καθιστᾷ ταύτην ἄγνωστον καὶ εἰς τοὺς στενογράφους ἀκόμη. Ἡ ἄλλη ἀταξία, ἥτις ἔφερε τὴν κατάστασιν αὐτὴν, εἶναι ἡ πίεσις τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς πλειοψηφίας, τείνουσα ν’ ἀναγκάσῃ τοὺς Βουλευτὰς τὰ διανυκτερεύωσιν εἰς τὸ Βουλευτήριον, ἐνῷ ἕκαστος ἄνθρωπος δὲν δύναται νὰ ἐργασθῇ διανοητικῶς περισσότερον τῶν τεσσάρων ἢ πέντε ὡρῶν, ὀφείλων νὰ σκεφθῇ ὡρίμως ἐπὶ τῶν συζητουμένων ἀντικειμένων. Τοιαύτη δὲ ἐργασία εἰς κακὸν Κοινοβούλιον δὲν γίνεται, εἰμὴ μόνον εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις. Δύω ἢ τρεῖς συνεδριάσεις μέχρι προϊούσης νυκτὸς ἔκαμεν εἰς τὰ 1868 ὁ ἀείμνηστος Βούλγαρης, καὶ ἐγένετο τόσος θόρυβος, καὶ ἰδίως ἀπὸ τοὺς νῦν κ. Ὑπουργοὺς, ἀλλ’ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις τὸ κατέστησε κανόνα, καὶ σεῖς μόνοι (δεικνύει τὸν Πρωθυπουργὸν), ὁσάκις ἔρχεσθε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, φέρετε τοιούτους περιορισμοὺς εἰς τὴν ἐλευθέραν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει ὅτι εἶσθε ἀνίκανοι νὰ διοικήσητε ὑπὸ ἔλεγχον, καὶ θέλετε νὰ πνίξητε τὴν ἄνετον συζήτησιν. Οἱ προκάτοχοί σας, ἐλθόντες τοσάκις εἰς τὴν Ἐξουσίαν, οὐδέποτε ἐξήσκησαν τοιαύτην πίεσιν. Ἐγὼ δὲν ἀνήκω οὔτε εἰς σᾶς οὔτε εἰς ἐκείνους, χρεωστῶ ὅμως νὰ καταδείξω ὅτι μειονεκτεῖτε σεῖς ἐκείνων εἰς τὸν Κοινοβουλευτικὸν βίον. Κατηγορεῖτε τὰς ἐπερωτήσεις· καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι μερικαὶ δὲν εἶναι πολλοῦ λόγου ἄξιαι· ἀλλ’ ἐγώ, ὁ ὁποῖος δὲν ἔφερα ποτὲ ἐπερώτησιν οὔτε ἦλθον εἰς ἀντεγκλήσεις μετὰ συναδέλφων μου ἀλλ’ ἐπηρώτησα πάντοτε δι’ ὑποθέσεις ἀφορώσας γενικὰ τοῦ Κράτους συμφέροντα, ἢ ὁμάδος ἀξίας λόγου, σκανδαλωδῶς πιεζομένης, δὲν ἔτυχον ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν τῶν ἀπαιτουμένων ἀπαντήσεων καὶ ἰδίως εἰς τὴν περὶ φορολογίας τῶν μετὰ τῶν Τραπεζῶν συναλλατομένων, τῆς ὁποίας ἐμνημόνευσεν ὁ προλαλήσας κ. Πρωθυπουργὸς, διότι ἔχει ἰσχυρὰς σχέσεις μὲ τὰς Τραπέζας καὶ ἐνδιαφέρεται ὑπὲρ αὐτῶν μόνον, καὶ οὐχὶ ὑπὲρ τοῦ λαοῦ, ὅστις τὸν πληρώνει διὰ νὰ προστατεύῃ τὸ δικαίωμά του, καὶ διὰ τοῦτο ἤθελε νὰ μὲ ψέξῃ, ἀλλ’ ἐγὼ θὰ τὸν ψέξω ἐνώπιον ὅλου τοῦ ἔθνους. Κύριε Πρωθυπουργὲ, ὅσον καὶ ἂν μὲ διακόπτουν οἱ ἰδικοί σου (θόρυβος) καὶ πνίγουν τὴν φωνήν μου ἐνταῦθα, ἐγὼ ὅμως φροντίζω ὥστε νὰ γίνωνται οἱ λόγοι μου γνωστοὶ εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐγένετο κατάχρησις τῶν ἐπερωτήσεων. Ἀλλὰ, κ. Πρωθυπουργὲ, μόνον ἐπὶ τῆς ἰδικῆς σας Κυβερνήσεως ἐγένετο αὐτὴ ἡ κατάχρησις; αὐτὸ γίνεται ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὑπῆρξεν Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον. Δὲν ἀνατρέχετε εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Συνελεύσεως, ἵνα ἴδητε τί ὑπέφερον καθ’ ἑκάστην οἱ Ὑπουργοί; ἀλλὰ δὲν εἶπον «ἀπαντῶμεν τὸ Σάββατον» καὶ ὅσα δὲν συζητοῦνται νὰ τὰ παραγκωνίζωμεν. Τίνες ἔφεραν παραλόγους ἐπερωτήσεις παρὰ οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως ἐκ συμπαιγνίας μετ’ αὐτῆς ἵνα καταναλίσκωνται αἱ ὧραι τοῦ Σαββάτου; Ὀφείλετε λοιπὸν, ἐὰν θέλετε νὰ ἤμεθα τακτικώτεροι εἰς τὰς συζητήσεις, νὰ μὴ ζητῆτε νὰ ἀφαιρέσητε τὸ παραμικρὸν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ Ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ δυνάμει τοῦ Πολιτεύματος. Δὲν ζητεῖ κανεὶς νὰ τῷ παραχωρήσετε περισσότερα δικαιώματα· ἀλλ’ ὅταν ζητῇ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν πληροφορίας, ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἀπαντᾷ, δὲν εἶναι δὲ ἀπάντησις νὰ λέγητε, κ. Ὑπουργοὶ, ὅπως ἀπηντήσατε εἰς ἐμέ: ἂς ὑπάγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια 150 χιλιάδες ἄνθρωποι! αὐτὴ δὲν εἶναι ἀπάντησις σοβαρά. Ἄν τοιαύτην ἀπάντησιν ἔδιδεν ὁ Ὑπουργὸς εἰς τὰ εὐρωπαϊκὰ Κοινοβούλια, τῶν ὁποίων ἐμνήσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἤθελεν ὁ λαὸς τὸν ξεσχίσει, οἱ δὲ Ἀντιπρόσωποι ἤθελον κρυβῆ. Τὸν λαὸν γυμνώνουν, καὶ οἱ Ὑπουργοὶ λέγουσιν: ἂς ὑπάγουν οἱ μασκαράδες εἰς τὰ Δικαστήρια· καὶ τὸ λέγει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης!
§10ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι εἶναι ἀντικείμενον δικαστικῆς διαφορᾶς, δὲν εἶπον μασκαράδες· δὲν σᾶς ἐπιτρέπω νὰ θέτητε εἰς τὸ στόμα μου ἄλλας λέξεις ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας εἶπον.
§11ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ τὸ λέγω παραφράζων τοὺς λόγους σας, διότι εἶναι τὸ ἴδιον ὡς νὰ λέγητε σεῖς τοῦτο· διότι τίς εἶναι ἀνοητότερος μασκαρᾶς παρ’ ἐκεῖνον ὅστις διὰ τρεῖς δραχμὰς εἰς τὰς χιλίας, τὰς ὁποίας ἀδικούμενος πληρώνει, ἤθελεν ἐνάξει τὴν Τράπεζαν εἰς τὰ Δικαστήρια, διὰ νὰ πληρώσῃ πολὺ περισσότερα; Εἶπον χθὲς τί ἐστὶ Τράπεζα Ἐθνικὴ καὶ Ἰονικὴ, δὲν εἶναι ἀνεξάρτητα καταστήματα, διότι ἕν λεπτὸν χαρτίου τὸ πωλοῦν εἰς χρυσὸν (θόρυβος). Ἰδοὺ, κύριοι, (ἐξάγει εἰκοσιπεντάδραχμον) καὶ ἐγὼ εἶμαι εἰκοσιπέντε δραχμῶν μέτοχος τῆς Τραπέζης, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι δὲν λαμβάνω μέρισμα, ὅπως οἱ ἱδρυταὶ τῆς Τραπέζης, οἱ καταπιέζοντες σήμερον τὸν λαόν· διότι ἂν χρεωκοπήσῃ ἡ Τράπεζα, θὰ χάσω καὶ ἐγὼ τὰς εἰκοσιπέντε αὐτὰς δραχμὰς, ὅπως συνέβη τὸ 1809 εἰς τὴν Αὐστρίαν, ὅτε πλουσιώτατοι ἄνθρωποι ἐγένοντο πένητες, διότι συνίστατο ἡ περιουσία των εἰς χαρτὶ τῆς Τραπέζης (θόρυβος). Δὲν εἶναι λοιπὸν ἡ Ἐθνικὴ, ἡ Ἰονικὴ καὶ Ἠπειροθεσσαλικὴ Τράπεζα ἀνεξάρτητα καταστήματα (θόρυβος)· ὑπάγονται εἰς τὴν ἄμεσον καὶ αὐστηρὰν ἐπιτήρησιν τῆς Ἐξουσίας, ἥτις ἀντιπροσωπεύει τὸν λαόν, ὅστις εἶναι ἐγγυημένος διὰ τὴν διατίμησιν τοῦ χαρτίου ὡς βαρυτίμου μετάλλου. Λοιπὸν, κύριε, Πρωθυπουργὲ, μὲ ὅλον τὸν ἐνθουσιασμὸν μὲ τὸν ὁποῖον ὡμίλησες ὑπὲρ τοῦ Σοῦ αὐτοῦ, καὶ μὲ ὅλην τὴν περιφρόνησιν, μὲ τὴν ὁποίαν ἀπετάθης εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, δὲν πτοεῖς κἀνένα. Προχθὲς ἀκόμη ἐνώπιον ἐκείνων, οὓς ὑποκρίνεσαι ὅτι περιφρονεῖς, ἔτρεμες, καὶ τρέμεις ἀκόμη, καὶ διὰ τοῦτο ἀγωνιᾷς νὰ λάβῃς τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τοὺς ῥουσφετολογικούς σου Νόμους, διὰ νὰ μὴ σὲ εὕρῃ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ σὲ φάγῃ τὸ φεγγάρι τοῦ Φεβρουαρίου. Ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι τρέμουν εἴκοσιν ἡμερῶν προθεσμίαν, δὲν ὁμιλοῦν μὲ αὐτὸν τὸν στόμφον· οὕτω πως ὁμιλοῦν οἱ μικροκομματάρχαι τῶν χωρίων, καὶ οὐχὶ οἱ τυχόντες ἀνωτέρας ἀνατροφῆς καὶ κατέχοντες τὴν ὑψίστην θέσιν εἰς τὸ Κράτος. Οὐδέποτε ὁμιλοῦν περὶ τῶν ἀντιθέτων των οἱ καλῶς ἀνατεθραμμένοι μετὰ τοιαύτης περιφρονήσεως. Δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ μᾶς μεμφθῇ ἡ Κυβέρνησις διότι ἀπεχωρήσαμεν προχθὲς πρὸς ματαίωσιν τῆς δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίας. Εἰς δύω περιστάσεις δύνανται νὰ τὴν ζητήσωσιν 15 τὴν τοιαύτην ψηφοφορίαν 1) πρὶν ἢ γείνῃ ψηφοφορία, καὶ θέλει μία μερὶς νὰ ἐξασφαλισθῇ περὶ τοῦ ἀποτελέσματος, καὶ 2) ὅταν ἐγένετο ἀντίῤῥησις, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δι’ ἀναστάσεως ψηφοφορίας ἦτον ἀμφιβαλλόμενον· ἀλλὰ τοιοῦτόν τι δὲν συνέβη χθές· καθόσον, πρὶν γείνῃ ψηφοφορία δι’ ἀναστάσεως, δὲν ἠγέρθη κἀμμία ἀπαίτησις ὀνομαστικῆς κλήσεως, τὸ δὲ ἀποτέλεσμα τῆς δι’ ἀναστάσεως ψηφοφορίας οὐδεὶς διεφιλονείκησε. Λοιπὸν τί ἐχρεωστοῦμεν ἡμεῖς νὰ διανυκτερεύσωμεν; διὰ νὰ θέσῃς εἰς δακιμασίαν τὴν πίστιν μερικῶν φίλων σου, καὶ διὰ τοῦτο, κ. Πρωθυπουργέ, ἐζήτεις πρόσθετον ψηφοφορίαν ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ἂν ἦσθε, ὅπως καυχᾶσθε, διπλάσιοι, τοῦτο τὸ γνωρίζεις, ἂν ἦναι ἀληθές, ὅσον καὶ ἡμεῖς τὸ γνωρίζομεν καλῶς, ὅπως ὁ ποιμὴν τὰ πρόβατά του, ἀλλὰ Σὺ ἔχεις μερικὰς ὑποψίας διά τινας φίλους σου καὶ θέλεις νὰ μάθῃς τίνας ἐξ αὐτῶν θὰ σημειώσῃς εἰς τὸν μαῦρον πίνακα. Καὶ εἴμεθα ἡμεῖς, τοὺς ὁποίους τὸ τοιοῦτον οὐδόλως ἐνδιαφέρει, ἠναγκασμένοι νὰ μένωμεν ἐδῶ ὅλην τὴν νύκτα διὰ νὰ δοκιμάζῃς τοὺς φίλους σου; Λοιπὸν ἡ χθεσινὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ἦτο ἄτοπος καὶ ἄσκοπος, καὶ ἑπομένως πολὺ καλὰ ἐκάμαμεν καὶ ἡμεῖς καὶ ἀπεχωρήσαμεν. Κύριε, Πρόεδρε (ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς) ἐπληροφορήθην ὅτι προχθές, ὅταν εἰσῆλθον νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀπαρτία, ἐξῆλθε φωνὴ ἐκ τοῦ ἑνὸς τῶν στρατιωτικῶν θεωρείων «ἔξω». Τοῦτο εἶναι κακόν· ἑπομένως ὀφείλετε νὰ ἐνεργήσητε αὐστηρὰν ἀνάκρισιν, νὰ εὕρητε τὸν αὐθάδη αὐτὸν ἀκροατήν, καὶ νὰ ζητήσητε, διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τὴν παραδειγματικὴν τιμωρίαν του.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι δὲν ἤκουσα τοιοῦτόν τι· οὐχ ἧττον θέλω ἐξετάσει ἀκριβῶς διὰ νὰ τιμωρηθῇ ὁ ἀξιωματικός, ὅστις ἐτόλμησε νὰ ἐκφέρῃ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ τοιαύτην φράσιν.
§13ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠκούσατε, ὑπάρχοντος θορύβου· ἀλλὰ μοὶ ἔδωκαν τὴν πληροφορίαν τινὲς τῶν παρὰ τὰ στρατρωτικὰ θεωρεῖα καθημένων συναδέλφων, μοὶ ὠνόμασαν μάλιστα τὸν ἀξιωματικὸν, ἐγὼ ὅμως ἀμφιβάλλω ἄν ἦτον οὗτος, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐπιμένω νὰ τὸν ὀνομάσω.
§14Ι. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριοι, ἡ χθεσινὴ συνεδρίασις καὶ ἡ ἐν τέλει αὐτῆς ψηφοφορία ἀπέδειξεν, ὅτι ἱστάμεθα καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς· ἓν βῆμα καὶ ἡ συμπολίτευσις τίθεται ἐκτὸς τοῦ Νόμου· ἓν βῆμα καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις τίθεται ἐκτὸς τοῦ Νόμου, καὶ ἡ πάλη ἡ πολιτικὴ μεταφέρεται εἰς ἄλλο πεδίον. Τὸ τοιοῦτον, κύριοι, ὀφείλομεν διὰ πάσης θυσίας, διὰ παντὸς μέσου νὰ ἀποφύγωμεν, διότι πρὸ παντὸς ἄλλου ἡ Πατρὶς ἡμῶν ἔχει σήμερον ἀνάγκην τηρήσεως τῆς τάξεως καὶ τῆς ἡσυχίας, ἔχει ἀνάγκην μεγάλην ἐννόμου τάξεως. Ἐν τῇ Ἀνατολῇ τὰ πάντα συνταράσσονται· καθ’ ὅλα τὰ Κράτη τὰ χριστιανικὰ βλέπομεν, ὅτι ἐπικρατεῖ ἀνωμαλία τις, ἀνωμαλία, ἥτις εἶναι ἔργον τῶν περιστάσεων ὑπὸ τὰς ὁποίας αἱ Ἡγεμονίαι αὗται διατελοῦσι· εἶναι ἔργον ξένου δακτύλου, δὲν γνωρίζω, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ περιέλθῃ καὶ ἡ Πατρὶς ἡμῶν εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, ὀφείλομεν καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ νὰ σωφρονίσωμεν, καὶ νὰ πολιτευθῶμεν μὲ τρόπον, ὅστις νὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ ἐκ τῆς τοιαύτης λυπηρᾶς καὶ ὀδυνηρᾶς διὰ τὴν Ἑλλάδα καταστάσεως. Διατί δὲ, κύριοι, ἱστάμεθα ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς; Πόθεν τοῦτο προέρχεται; Κύριοι, εἶναι κανὼν φυσικὸς, ὅτι ἡ ἀντίδρασις εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς δράσεως. Εἶναι ἡ δρᾶσις κανονική; Εἶναι ἡ δρᾶσις ἔννομος; Εἶναι ἡ δρᾶσις ἠπία καὶ πατρική; τότε καὶ ἡ ἀντίδρασις εἶναι ὁμοίας φύσεως, εἶναι ἐπίσης ἀντίδρασις συντηρητικὴ, καὶ ἡ ἀντίδρασις βαδίζει τότε ἐκ παραλλήλου πρὸς τὴν δρᾶσιν, καὶ ἐν τῇ συμπράξει τῆς δράσεως καὶ τῆς ἀντιδράσεως ἐπέρχεται ἡ κανονικὴ καὶ ἡ εἰς τὴν πρόοδον ἄγουσα πορεία. Ἀλλ’ ἡ δρᾶσις, κύριοι, ἐν τῷ Τόπῳ τούτῳ ἀπό τινος εἶναι παράλογος, δὲν εἶναι ἡ δρᾶσις, ἡ ἁρμόζουσα εἰς Κυβέρνησιν κηδομένην τῆς ἡσυχίας τοῦ Τόπου, εἰς Κυβέρνησιν ἐπιδιώκουσαν πράγματι τὴν εὐημερίαν καὶ τὴν παγίωσιν τῆς ἐννόμου τάξεως ἐν τῷ Τόπῳ. Ἡ δρᾶσις τοῦ Πρωθυπουργοῦ ὑπῆρξε δρᾶσις, ἥτις φέρει χαρακτῆρα ἐγωϊστικὸν καὶ αὔταρχον, ἁρμόζοντα εἰς πολιτείαν τείνουσαν εἰς τὴν κατάληψιν τῆς Ἐξουσίας, ἀλλὰ διὰ τρόπου, ὅστις πλάττει κατάστασιν πραγμάτων, ἥτις γεννᾷ προσκόμματα ἀνυπέρβλητα εἰς τὴν παγίωσιν ἐννόμου τάξεως. Ἡ συμπολίτευσις ἡ τανῦν, ὅταν ἦτον ἀντιπολίτευσις, μετῆλθε πολιτείαν, ἥτις δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ πλάσῃ κατάστασιν πραγμάτων, ὁποία εἶναι ἡ σημερινὴ, διότι ἐξῆλθε μετὰ προγραμμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνῄρεσε, ὑπεσχέθη πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδυνήθη νὰ τηρήσῃ. Προσέβαλεν αὐτὴ ἑαυτὴν, τὴν φάλαγγά της, διότι ἐκήρυξεν διὰ τῶν προγραμμάτων της ἀκύρους τὰς ἐκλογὰς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας, προέβη εἰς Νόμους διὰ τῶν ὁποίων ἐκηρύχθησαν ἄκυρα τὰ Διατάγματα διὰ τῶν ὁποίων ἔγειναν αἱ ἐκλογαὶ, καὶ ὅμως, στηριζομένη σήμερον εἰς τὴν ὁλόψηφον σύμπραξιν τῶν βουλευτῶν ἐκείνων, ζητεῖ νὰ ἐπιβληθῇ καὶ νὰ ἐπιβληθῇ βαρεῖα ἐπὶ τῆς ἀντιθέτου μερίδος! Δὲν ἠρκέσθη, κύριοι, εἰς ταῦτα καὶ ἄλλα ὅσα διέπραξε, ἅτινα, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἀποτελοῦσι δρᾶσιν ἁρμόζουσαν εἰς πολιτικὸν κόμμα, τὸ ὁποῖον βαδίζει μετὰ φρονήσεως, δὲν ἠρκέσθη εἰς ταῦτα, κατέλαβε τὴν Ἐξουσίαν καὶ μετὰ τοῦτο, κύριοι, οὐχὶ χάριν ἀνορθώσεως τῶν Νόμων, ἀλλ’ ὅπως φέρῃ τὴν ἀντίθετον μερίδα εἰς τὴν θέσιν τοῦ νὰ μὴ δύναται νὰ παρίσταται μὲ τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο, μὲ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ παρίστανται οἱ ἄνθρωποι, οἱ διεκδικοῦντες τὴν τιμὴν καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ὑπηρετοῦν τὴν πατρίδα των ὡς Σύμβουλοι τοῦ Στέμματος, ὄχι, ἐπαναλαμβάνω, χάριν ἀνορθώσεως τῶν Νόμων, ἀλλ’ ὅπως φέρωσι τοὺς ἀντιπάλους αὐτῶν εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, προέβησαν εἰς προτάσεις ἀντικοινοβουλευτικὰς, εἰς προτάσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐναντίαι τῆς καλῆς πολιτείας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀνήθικοι, καὶ ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης πολιτείας καὶ δράσεως, εἶναι ὅτι τὴν σήμερον ὁ ἀρχηγὸς τῆς μερίδος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) κεῖται ἐπὶ τῆς κλίνης, εὑρισκόμενος εἰς κίνδυνον θανάτου, καὶ τοῦτο διότι μόνον καὶ μόνον, ἐπαναλαμβάνω, χάριν τῆς Ἐξουσίας· μόνον καὶ μόνον ὅπως καταστήσωσιν ἀνίσχυρον τὴν ἀντίδρασιν, ἀφαιροῦντες ἀπ’ αὐτῆς τὴν ἠθικὴν ἀξίαν, προέβησαν εἰς ἐπανειλημμένας δεινὰς κατηγορίας. Μεταβαίνω εἰς τὰ σήμερον πραττόμενα, ἐγκαταλείπω τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα. Τί βλέπω, κύριοι, ἐν τῇ πορείᾳ τῆς συμπολιτεύσεως, ὁποία τις εἶναι ἡ δρᾶσις αὐτῆς; Παρατηρῶ, κύριοι, ὅτι ἀφ’ ἧς ἤρχισαν αἱ συζητήσεις ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην, προσπαθεῖ δι’ ὅλων τῶν μέσων νὰ ἐκβιάσῃ τὸ Κοινοβούλιον εἰς τὸ νὰ παραχωρήσῃ εἰς αὑτὴν, ὅ,τι ζητεῖ, ἀσυζητητεί· προσπαθεῖ νὰ καταστήσῃ μάταιον, ἰδανικὸν, καὶ αὐτὸ τὸ ἱερὸν δικαίωμα τῆς συζητήσεως, καὶ αὐτὸ τὸ τῆς ἐπερωτήσεως· καὶ ζητεῖ ὅλα ταῦτα, ἐνῷ, κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ παρονυχίδος, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς Διοικήσεως τοῦ Τόπου εἰς κρισίμους περιστάσεις, καὶ πρόκειται περὶ μέτρων, διὰ τῶν ὁποίων ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ ἐπιβαρυνθῇ διὰ 17 ἔτι ἑκατομμυρίων, χωρὶς νὰ δύναται νὰ πεισθῇ, χωρὶς τὰ προηγούμενα καὶ τὰ παρόντα νὰ πείσωσί τινα, ὅτι τὰ 17 ταῦτα ἑκατομμύρια θὰ δαπανηθῶσιν ἄλλως ἢ ὡς ἐδαπανήθησαν τὰ 50, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν πέρυσιν, καὶ ὡς συνήθως δαπανῶνται οἱ ἱδρῶτες τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐνῷ δὲ περὶ τοιούτων πρόκειται, βλέπετε, ὅτι καταβάλλουν πᾶσαν προσπάθειαν, καί τοι παρουσιάζονται περιστατικὰ ἔκτακτα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσι, ὡς περιστατικὰ κοινὰ καὶ ἄξια περιφρονήσεως, καὶ τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ δικαιολογῶσι καὶ νὰ ὑπάρχῃ κἄποια δυσχέρεια εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν καθηκόντων μιᾶς πολιτικῆς μερίδος, προσπαθοῦν, κύριοι, ὡς νὰ ἵστατο ἐπὶ θύραις μέγας τις κίνδυνος, νὰ ἀφαρπάσωσιν ἄνευ συζητήσεως τὰ πάντα. Πότε ἤρχισαν αἱ σπουδαῖαι συζητήσεις; ἤρχισαν ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ Ταμείου τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ποίαν ἠκολούθησε πορείαν κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις; ὡμίλησεν ὁ Ὑπουργὸς ἅπαξ, καὶ ὡμίλησεν, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς, ὄχι ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου, ἀλλὰ περὶ μυρίων ὅσων, ξένων ὅλως διόλου πρὸς τὸ Νομοσχέδιον. Τὸν διεδέχθησαν ἑπτὰ, οἵτινες ὡμίλησαν καὶ ὡμίλησαν μετὰ σοβαρότητος, μετὰ σπουδαιότητος ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ, καὶ κατέδειξαν τὸ σφαλερὸν καὶ τὸ ἐπιβλαβὲς αὐτοῦ. Τί ἀπήντησαν οἱ Ὑπουργοὶ εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς ἀγορεύσεις καὶ συζητήσεις; ἀπήντησαν διὰ τῆς σιγῆς, διὰ τῆς σιγῆς τῆς περιφρονήσεως, διὰ τῆς σιγῆς, ἡ ὁποία, ἐπαναλαμβάνω, ἀποδεικνύει ὁποία εἶναι ἡ ἐνέργεια καὶ ἡ δρᾶσις τῆς Κυβερνήσεως, ἀποβλεπούσης μόνον καὶ μόνον εἰς τὸ ἀποτέλεσμα καὶ ἀδιαφορούσης διὰ ποίων μέσων θὰ φθάσῃ εἰς αὐτό. Δὲν θέλει νὰ δικαιολογηθῇ ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῆς κοινῆς γνώμης· λέγει μόνον: δώσατέ μου ὅ,τι ζητῶ, διότι δὲν ἀποβλέπω εἰς ἄλλο τι ἢ εἰς τὸ νὰ κατέχω τὴν Ἐξουσίαν καὶ νὰ πράττω ὅ,τι ἀρέσκει εἰς ἐμέ. Τὸ μόνον Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἠδυνήθημεν νὰ συζητήσωμεν, εἶναι αὐτὸ, καὶ δὲν ἐσυζητήσαμεν μόνον αὐτὸ, ὄχι διότι ὑπῆρξεν ἀντίδρασις ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ διότι ἐπὶ πολλὰς συνεδριάσεις δὲν ὑπῆρχε ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ, ἐπῆλθον δὲ καὶ 2 3 ἡμέραι ἀργίας, ἕνεκα τῆς ἀσθενείας τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ἀλλὰ μετὰ τοῦτο ἠρχίσαμεν τὰς συζητήσεις μας, καὶ συνεζητήσαμεν ἐπανειλημμένως, ἐπαναλαμβάνω, μετὰ σπουδαιότητος καὶ μετὰ τῆς ἐπιθυμίας τοῦ νὰ φωτίσωμεν τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ ἀποδείξωμεν ὅτι τὰ ἔργα ὑμῶν δὲν εἶναι ὁποῖα νομίζετε αὐτὰ, ὅτι δὲν εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ ζητῆτε δι’ ὅλων τῶν μέσων νὰ ἀφαρπάσητε αὐτὰ, ὅπως μείνητε ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ. Ἡ προσπάθειά σας μάλιστα αὕτη εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία γεννᾷ δυσπιστίαν εἰς τὴν καρδίαν τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος πονεῖ τὸν Τόπον. Τὸ σύστημα, καθ’ ὃ πολιτεύεται ὁ ἀρχηγὸς τῆς συμπολιτεύσεως, εἶναι σύστημα αὐθαιρεσίας καὶ συγκεντρώσεως, διότι μετῆλθε, κύριοι, μυρία ὅσα, ὅπως ἐπιβληθῇ εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ ὅπως φέρῃ τὴν ἀντιπολίτευσιν εἰς τὴν ἀδυναμίαν τοῦ νὰ δυνηθῇ νὰ ἀντιταχθῇ κατ’ αὐτοῦ ἀποτελεσματικῶς. Ὑπῆρξε δὲ τοιαύτη ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε ἐτόλμησαν ὅ,τι δὲν ἐτόλμησε μέχρι τοῦδε οὐδεμία ἄλλη Κυβέρνησις καὶ ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ Ὄθωνος ἔτι. Συνέλαβε Βουλευτὴν ἐν μέσαις Ἀθήναις καὶ ἐπὶ κατηγορίᾳ, ἡ ὁποία ἦτον αὐτόχρημα ἀνυπόστατος καὶ περὶ τῆς ὁποίας ἰδίως οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης ἠδύναντο νὰ κρίνωσι καὶ ἠδύναντο νὰ τὴν ἀναχαιτήσωσι.
§15ΡΑΛΛΗΣ. Περὶ τοῦ Μοσχοβάκη ὁμιλεῖτε;
§16ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Σᾶς τὸν χαρίζω. Ὁμιλῶ περὶ τοῦ Παχῆ.
§17ΦΩΤΗΛΑΣ. Διὰ βουλεύματος τῶν ἐν Κερκύρᾳ Ἐφετῶν παρεπέμφθη εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον.
§18ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν παρεπέμφθη ἐπὶ κακουργήματι.
§19ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μετὰ τὰ πρακτικὰ τὸ βλέπομεν αὐτό.
§20ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν ὑπῆρχεν ἀφορμὴ, ὅπως συλληφθῇ Βουλευτὴς ἐν μέσαις Ἀθήναις καὶ ἀχθῇ εἰς τὴν Ἄρταν καὶ τεθῇ εἰς τὰς φυλακάς· καὶ ἐν τούτοις...
§21ΡΟΥΦΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἐνθυμοῦμαι μίαν ἐγκύκλιον, τὴν ὁποίαν ἐγράψατε ἐπὶ τοῦ Ἀναστασίου Λόντου καὶ τὴν ὁποίαν ὁ Λόντος ἕνεκα τῆς ὑπολήψεως καὶ τῆς συγγενείας, ἣν εἶχε πρὸς ὑμᾶς, τὴν ὑπέγραψε.
§22ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶναι ἡ κοπὶς τῶν λόγων μου. Παρατηρῶ δὲ καὶ ἐγὼ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ἓν ἐκ τῶν ἐγκλημάτων τοῦ κ. Τρικούπη πρὸς τὸν Τόπον εἶναι ὅτι ἐπέβαλεν εἰς τὸν Τόπον ὑμᾶς ὡς Ὑπουργὸν τοῦ Κράτους καὶ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν καὶ ὡς Σύμβουλον τοῦ Βασιλέως! Λοιπὸν ἡ δρᾶσις πρέπει νὰ ἦναι τοιαύτη, ὥστε νὰ δύναται νὰ θεωρῆται σύμφωνος πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Τόπου, ὅτε καὶ ἡ ἀντίδρασις θὰ συμβαδίζῃ πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν καὶ θὰ ἐπέρχηται ἡ τήρησις τῆς ἐννόμου τάξεως. Ἀλλὰ, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ θεάρεστον ἀποτέλεσμα, πρέπει ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατέχουσι τὴν Ἐξουσίαν, νὰ παύσωσι φερόμενοι οὕτω πως, ὥστε νὰ φαίνωνται, ὅτι παραγνωρίζωσι τὰ ἱερὰ καὶ ἀναφαίρετα δικαιώματα πάσης ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ πορεία, τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν ὡς πρὸς τὰς ἐπερωτήσεις καὶ τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν καλῇ τῇ πίστει θέλοντες νὰ δείξωμεν ὅτι δὲν θέλομεν νὰ φέρωμεν προσκόμματα εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς καὶ τὴν Διοίκησιν τοῦ Κράτους, εἶναι, κύριοι, πορεία, ἡ ὁποία προφανῶς ἄγει εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπερωτήσεως. Ἐγένοντο οὐκ ὀλίγαι σπουδαιότατοι ἐπερωτήσεις, καὶ ἂν ἀκολουθήσωμεν νὰ πολιτευώμεθα ὅπως ἐπολιτεύθημεν μέχρι τοῦδε, εἶναι ἀδύνατος ἡ συζήτησις αὐτῶν τῶν ἐπερωτήσεων. Καὶ ἂν θελήσωμεν, κύριοι, νὰ ὑποχωρήσωμεν εἰς τὴν πίεσιν, ἡ ὁποία ἐξασκεῖται ἐπὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, θὰ φθάσωμεν μετὰ παρέλευσιν μιᾶς ἑβδομάδος εἰς τὴν ἐπιψήφισιν καὶ τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, χωρὶς νὰ ἦναι δυνατὸν νὰ γείνῃ οὐδεμία σπουδαία πολιτικὴ συζήτησις. Τὸ τοιοῦτον, κύριοι, δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνετε νὰ τὸ ζητήσητε· δὲν θέλει ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ σᾶς ἀφαιρέσῃ τὴν Ἐξουσίαν, ἂν πιστεύετε ὅτι διοικῆτε τὸν Τόπον καλῶς.
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν δύνασθε· παρ’ ὑμῶν δὲν ζητοῦμεν οὐδεμίαν συνδρομὴν, καὶ δὲν εἶναι πρέπον τοιουτοτρόπως νὰ τὴν προσφέρητε, διότι ἐξευτελίζετε τὸν ἑαυτόν σας.
§24ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Πολλὰ δείγματα ἀξιοπρεπείας ἐδείξατε καὶ σᾶς εὐχαριστῶ, ὅτι διδάσκετε καὶ εἰς ἐμὲ τοῦτο· ἀλλὰ δὲν εἶσθε εἰς τοιαύτην θέσιν.— Λοιπὸν, κύριοι, δὲν δύναται ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ σᾶς ἀφαιρέσῃ τὴν Ἐξουσίαν, ἂν ὑποστηρίζεσθε ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας· ἀλλὰ δὲν πρέπει, διότι ἔχετε τὴν πλειονοψηφίαν, νὰ πιέζετε τὴν μειονοψηφίαν πέραν τοῦ δέοντος. Ζητεῖτε ἐν διαστήματι 15 ἡμερῶν νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ Κοινοβούλιον τὰ ἔργα του· δὲν εἶναι ὀρθὸν τοῦτο, δὲν εἶναι δυνατὸν ὑπὸ τὴν πίεσιν αὐτὴν νὰ δεχθῇ νὰ ψηφίσῃ τόσα καὶ τόσα Νομοσχέδια.
§25ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Νὰ ἀρχίσωμεν.
§26ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν μᾶς ἀφίνετε νὰ ἀρχίσωμεν.
§27ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ποῖος ἐπροκάλεσε τὴν χθεσινὴν συζήτησιν;
§28ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Σεῖς. Παρουσιάσατε μίαν αὐθαίρετον ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ σᾶς εἴπομεν, ὅτι δεχόμεθα νὰ ψηφίσωμεν τὰ φορολογικὰ Νομοσχέδια, καὶ σεῖς εἴπατε ὄχι. Χθὲς δὲ τὸ ἑσπέρας ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σκάνδαλον· διατί;
§29ΡΑΛΛΗΣ. Διότι ἀπεχωρίσατε.
§30ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὄχι· ἐπροκαλέσατε τὴν ψηφοφορίαν δι’ ἀναστάσεως, ἠγέρθησαν μερικοί, ἐφάνη ὅτι δὲν διεκρίθη τὸ ἀποτέλεσμα, ἐγείρομαι ἐγὼ καὶ λέγω ὅτι διεκρίθη, ἀλλ’ ἐπεμείνατε εἰς τὴν ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως διὰ μετρηθῆτε. Μὲ τοιαύτας ὅμως ἐπιδείξεις δὲν σώζονται αἱ Κυβερνήσεις, ὅταν ἀπώλεσαν τὴν ὑποστήριξιν τῆς κοινῆς γνώμης. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ πιέζητε τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἐὰν θέλητε νὰ προβῶμεν εἰς συζητήσεις καὶ συζητήσεις σπουδαίας καὶ ὄχι εἰς συζητήσεις ἀποδεικνυούσας ὅτι θέλομεν ὅ,τι θέλομεν, θέλομεν τὸ κομεστὰ, διότι ἔχομεν τὴν δύναμιν, δὲν ἀξιοῦμεν τοὺς ἀντιλέγοντας οὔτε ἀπαντήσεως. Καθ’ ὅσον δὲ ἀποβλέπει τὰς ἐπερωτήσεις, πρέπει νὰ δίδητε μεγαλειτέραν ἐλευθερίαν εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἵνα τοὐλάχιστον ξεθυμαίνῃ. Καὶ ὅταν ἡ συμπολίτευσις προσφέρεται οὕτω πως πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν, τότε καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις θὰ πράξῃ τὸ καθ’ ἑαυτὴν, ὅπως ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν της πρὸς τὸν Τόπον.
§31ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει τὸ σύστημα πάντοτε νὰ ὑπερασπίζητε τὸν Κανονισμὸν, σήμερον μὲν κατὰ τὸ ἑαυτοῦ συμφέρον καὶ ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἰδέας, αὔριον δὲ ἐπίσης κατὰ τὸ ἑαυτοῦ συμφέρον καὶ ὑπὲρ τῆς ἐναντίας ἰδέας. Σᾶς ἀνέπτυξε σήμερον, ὅτι μεταξὺ τῆς μιᾶς ψηφοφορίας καὶ τῆς ἑτέρας δὲν εἰσέρχεται κανὲν ἄλλο ἀντικείμενον καὶ δὲν λαμβάνει χώραν καμμία ἄλλη συζήτησις, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ ἀληθές· ἀλλὰ τίς παρέβιασε τὸν Κανονισμὸν καὶ τίς ἔφερε τὴν σύγχυσιν καὶ τὸν κυκεῶνα ἐντὸς τῆς Βουλῆς παρὰ αὐτὸς ὁ Πρωθυπουργός; Εἰς τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ τῆς παρελθούσης Συνόδου εὑρίσκεται μία ψηφοφορία· ὁ κ. Πρόεδρος λέγει: «οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ζέγγελη παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.» Ἀνίσταται τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ φέρει νέαν συζήτησιν, καὶ συζήτησιν ἀντισυνταγματικὴν ἂν θέλητε, πρὸς περιφρόνησιν αὐτῆς τῆς Βουλῆς, διαδηλεῖ ἀπὸ τοῦ βήματος ὅτι, καὶ ἂν γείνῃ παραδεκτὸν τὸ νομοσχέδιον παρὰ τῆς πλειονοψηφίας, ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ τὸ κυρώσῃ. Μάτην ἐγὼ λέγω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τότε «ἡ συζήτησις μεταξὺ τῶν ψηφοφοριῶν δὲν ἐπιτρέπεται·» ὁ κ. Τρικούπης προκαλεῖ συζήτησιν καὶ συζήτησιν μακρὰν καὶ ἐκτεταμένην, λαμβάνει τὸν λόγον ὁ κ. Τρικούπης, ὁμιλεῖ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ ἄλλοι καὶ ἐγὼ κατόπιν διὰ νὰ εἴπω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ συζήτησις;—διότι αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐδίδαξεν σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὰ παρέβη πέρυσι διὰ τῆς πλειονοψηφίας, διότι πέρυσιν οὔτε νόμοι οὔτε κανονισμοὶ ἐτηρήθησαν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου — κατόπιν ὁμιλεῖ πάλιν ὁ Πρωθυπουργὸς, κατόπιν ὁ κ. Μαυρομιχάλης, ὕστερον ἔρχεται ὁ κ. Στεφανίδης καὶ τί λέγει; «ἐὰν ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος ἐννοεῖ τοὺς Βουλευτὰς Φελλάχους κτλ.» Ἔρχεται κατόπιν ὁ κ. Ζέγγελης καὶ δικαιολογεῖ διατί ἀντιτίθεται εἰς τὴν ἰδίαν του τροπολογίαν καὶ γίνεται νέα ψηφοφορία, καὶ ἡ τροπολογία αὐτοῦ πίπτει. Κατόπιν τοῦ κ. Ζέγγελη ὁμιλοῦν πολλοὶ καὶ διάφοροι καὶ πάλιν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Λοιπὸν ἐὰν αὐτὴ ἡ σύγχυσις, ὡς πρὸς τὴν τήρησιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἐπέρχεται, πρῶτοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν νὰ ἐρωτήσουν ἑαυτοὺς εἶναι οἱ κ.κ. Ὑπουργοὶ καὶ πρὸ πάντων ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁ ὁποῖος σήμερον ὡς διδάσκαλος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μᾶς εἶπεν, ὅτι μεταξὺ τῆς μιᾶς ψηφοφορίας καὶ τῆς ἄλλης δὲν ἐπιτρέπεται κἀμμία συζήτησις, διότι ἡ συζήτησις δύναται νὰ μεταβάλῃ τὰς πεποιθήσεις καὶ νὰ διαψεύσῃ τὸ Προεδρεῖον, καὶ ἐνῶ αὐτὸ τοῦτο ἐγένετο τότε καὶ τὸ Προεδρεῖον διεψεύσθη, καὶ τὸ Προεδρεῖον ἀπελάμβανε τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ ἰδίου κ. Τρικούπη. Μὲ διακόπτει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας καὶ λέγει: διάφορος περίστασις. Δὲν πρόκειται περὶ περιστάσεως· πρόκειται περὶ τῆς μιᾶς ψηφοφορίας, ἐνεργηθείσης δι’ ἀναστάσεως, καὶ τῆς ἑτέρας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ἐπιτρέπεται ἐν τῷ μεταξὺ συζήτησις; ὄχι σᾶς λέγει σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ναὶ σᾶς ἔλεγε τότε. Ἀλλὰ μήπως εἶναι ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν ἄλλα λέγουν χθὲς καὶ ἄλλα σήμερον; Καὶ ἂν ἐπῆλθεν ἀντίδρασις ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ἀντίδρασις αὕτη ἐπῆλθε διὰ νὰ φωτίσῃ αὐτήν. Ἡ ἀντίδρασις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔκαμε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἴδῃ ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ οἴνου, τὸ ὁποῖον ἔφερε, ἦτο μωρόν, καὶ νὰ τὸ ἀλλάξῃ. Ἡ ἀντίδρασις αὕτη ἔκαμε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μελετήσῃ ὅτι τὸ ἔλλειμμα δὲν ἦτο τόσον ὅσον πρότερον. Ἐνθυμεῖσθε μετὰ ποίου στόμφου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς ἔλεγεν ἀπὸ τοῦ βήματος: ἡ ἀλλαγὴ τοῦ νομισματικοῦ συστήματος ἀποτελεῖ μέρος τοῦ ὅλου οἰκονομικοῦ μου συστήματος, ἀποτελεῖ μέρος καὶ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰσηγάγομεν, τὸ περὶ οἴνου, τὸ περὶ οἰνοπνευμάτων, τὸ περὶ καπνοῦ καὶ τὸ περὶ σιγαροχάρτου· καὶ ἡ μερὶς ἐκείνη ἐκήρυξε ὅτι θ’ ἀκολουθήσῃ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν εἰς ὅλα αὐτά· ἀλλὰ μόλις παρῆλθον ὀλίγαι ἡμέραι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἡ Συμπολίτευσις, καίτοι προκαλέσαντες τηλεγραφήματα καὶ ψηφίσματα ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας ὅτι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἰσάγει ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ἀγαθὰ καὶ θὰ ὁδηγήσουν τὸν Ἑλ. Λαὸν εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, ἐντὸς μικροῦ ἀνεκάλεσεν αὐτὰ καθὼς θὰ ἀνακαλέσῃ καὶ τ’ ἄλλα, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν· καὶ καθὼς τὸ προεῖπον πρὶν ἀκόμη ὁ Πρωθυπουργὸς ὁμιλήσει, ὅτι τὰ νομοσχέδια εἶναι τοιαῦτα ὥστε ἢ θέλετε τὰ ἀνακαλέσει, ἢ θέλετε τὰ τροποποιήσει εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἦναι ἀγνώριστα.
§32ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἔλθετε νὰ τὰ συζητήσητε.
§33ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐσυζητήσαμεν, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ εἴπατε ὅτι ἀπὸ 120,000 ὀκάδας σιγαροχάρτου πρὸς 8,40 θὰ ἔχητε 1,500,000 εἰσόδημα. Ἐστρεβλώσατε καὶ τὴν ἀριθμητικὴν αὐτὴν, καὶ σᾶς τὸ ἀπέδειξα καὶ δὲν ἐτολμήσατε ν’ ἀπαντήσητε.
§34ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Θὰ τὰ συζητήσωμεν· ἀλλὰ δὲν πιστεύω νὰ ἀνέλθητε τὸ βῆμα· δὲν τολμᾶτε καὶ θ’ ἀποφύγητε.
§35ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Βλέπετε ὅτι ὁ κ. Καλλιγᾶς ἔγεινε τώρα μικρὸς μὲν τὸ δέμας ἀλλὰ μαχητής. Δὲν τολμᾶτε, λέγει, καὶ εἶναι ἕτοιμος νὰ σύρῃ τὴν σπάθην, καὶ κύριος εἶδε πόσους θὰ κόψῃ! Λέγω λοιπὸν, κύριοι, καὶ ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι μεταξὺ τῆς μιᾶς ψηφοφορίας καὶ τῆς ἄλλης συζήτησις δὲν ἐπιτρέπεται, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸ λέγωμεν πάντοτε αὐτό. Πέρυσιν ἐλέγατε τοὐναντίον, τώρα λέγετε τοὐναντίον, καὶ δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι μεθαύριον πάλιν θὰ εἴπητε ἄλλα, διότι αὕτη εἶναι ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἀπό τινος ἀκολουθεῖτε κατὰ γράμμα.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐγκρίνῃ τὰ πρακτικὰ καθὼς εἶναι.
§37ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ἐπιτροπὴ κατέθηκε τὴν ἔκθεσιν της ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ πληρώσεως χηρευουσῶν θέσεων ἀξιωματικῶν· ἐπίσης, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν Στρατοῦ διὰ τοῦ 1883· ἐπίσης, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 11–12 τοῦ περὶ συστάσεως σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν νόμου· ἐπίσης, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ περὶ διοργανισμοῦ τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων νόμου. Ὑποβάλλεται πρότασις νόμου περὶ ἐξασκήσεως τοῦ ἰατρικοῦ ἐπαγγέλματος ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις. (Ὅρα Παράρτημα). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§39ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ θὰ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἴς τινας σκέψεις χρειάζομαι τὴν ἑξῆς πληροφορίαν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν: ἐὰν ὁ μεγαλείτερος ἀριθμὸς ἀπὸ λαθρεμπόρια ἢ ὁ μικρότερος σημαίνει ὑπερπλεόνασιν τοῦ λαθρεμπορίου ἢ καταστολήν.
§40ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐπιτρέψῃ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ δι’ αὔριον, διότι οἱ πλεῖστοι δὲν εἴμεθα ἠτοιμασμένοι, καὶ νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ.
§41ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μάλιστα, δεχόμεθα.
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Θέσαντες ἐν κεφαλίδι τῆς ἡμερησίας διατάξεως τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὰ φορολογικὰ Νομοσχέδια, δὲν ἐνοήσαμεν, ὅτι τὴν σειρὰν τούτων πρὸς ἄλληλα θέλομεν ἀπαρεγκλίτως ἀκολουθεῖ. Ἡ Βουλὴ θέλει συμβουλεύεσθαι τὰ περιστάσεις, ὅπως τὸ κατ’ αὐτὰς καταλληλότερον ἐκλέγῃ. Ὅ,τι ἐννοοῦμεν, εἶναι, ὅτι Προϋπολογισμὸς καὶ φορολογικὰ Νομοσχέδια ἀποτελοῦσιν ἓν σύνολον, τοῦ ὁποίου τὴν συζήτησιν θὰ ἐπιλαμβανώμεθα πρώτην, κανονίζοντες ὅμως τὴν σειρὰν ἑκάστου τῶν ἀποτελούντων αὐτὸ ἀντικειμένων κατὰ τὸν τρόπον τὸν προσφορώτερον.
§43ΘΕΟΔ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τοῦ Νομοσχεδίου, τοῦ ὁποίου ἡ συζήτησις ἄρχεται, προτείνεται ἡ αὔξησις τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἐπὶ τῶν σιγάρων, ἐπὶ τοῦ κοπανιστοῦ καπνοῦ, τοῦ λεγομένου τουμπεκὶ, καὶ ἐπὶ τοῦ καπνοῦ διὰ τοῦ ὁποίου προπαρασκευάζεται ὁ ταμβάκος. Δυστυχῶς καὶ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο δὲν συνωδεύθη δι’ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως· ἑπομένως δὲν μᾶς ἐδόθησαν μετ’ αὐτοῦ πᾶσαι αἱ πληροφορίαι, τῶν ὁποίων εἴχομεν ἀνάγκην διὰ νὰ κρίνωμεν ἐὰν πρέπῃ νὰ ψηφίσωμεν αὐτὸ, εἴτε κατὰ τὸ ὅλον εἴτε κατὰ μέρος. Καὶ εἴχομεν ἀληθῶς ἀνάγκην νὰ μάθωμεν ἐν πρώτοις ἐὰν τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη ἐπὶ τῶν εἰδῶν, τῶν ὁποίων ἐμνημόνευσα, αὐξάνωνται ἐκ σκοποῦ ταμιευτικοῦ, ἢ ἐὰν ζητῆται ἡ αὔξησις αὐτῶν ἐκ σκοποῦ προστατευτικοῦ. Ὅταν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν συνέτασσε τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο, ἐπεθύμει ν’ αὐξήσῃ τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, καὶ διὰ τοῦτο προέτεινε τὴν αὔξησιν τῶν μέχρι τοῦδε πληρωνομένων εἰσαγωγικῶν τελῶν, ἢ σκοπὸν εἶχε νὰ προστατεύσῃ ἐγχωρίαν παραγωγὴν, ἢ ἐγχωρίαν βιομηχανίαν, καὶ ἐπενόησε τὸ μέτρον τῆς αὐξήσεως τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων εἰδῶν; Ἐὰν εἶχεν ἁπλῶς σκοπὸν ταμιευτικὸν, δὲν ἐλάβομεν τὴν πληροφορίαν παρ’ αὐτοῦ ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον προϋπολογίζει ὅτι θέλομεν εἰσπράξει ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν εἰσαγωγικῶν τούτων τελῶν· ὡς ὡσαύτως, ἐὰν εἶχε σκοπὸν νὰ προστατεύσῃ ἐγχωρίαν παραγωγὴν ἢ ἐγχωρίαν βιομηχανίαν, δὲν ἐλάβομεν παρ’ αὐτοῦ τὴν πληροφορίαν ποία τις εἶναι ἡ παραγωγὴ ἢ ἡ βιομηχανία αὕτη, τί παράγει ἐν τῷ Τόπῳ, πόσον ἐκ τοῦ παραγομένου καταναλίσκεται, καὶ κατὰ τί ἡ ἐπικουρία, τὴν ὁποίαν ζητεῖ διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, θέλει εἶσθαι χρήσιμος πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸ ὁποῖον προτίθεται. Διὰ τοῦτο εἰμὶ ἠναγκασμένος νὰ περιορισθῶ εἰς μόνας τὰς μελέτας, τὰς ὁποίας ἠδυνήθην νὰ φέρω ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου, ἐστερημένος τῶν ἄλλων πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας σᾶς ἠρίθμησα, ἀρυσθεὶς δὲ, ἐφ’ ὅσον μοι ἦτο δυνατὸν, τινὰς στατιστικὰς πληροφορίας ἐκ τῶν δεδημοσιευμένων ἤδη δι’ ἐπισήμων πινάκων. Παρετήρησα ἐν πρώτοις, ὅτι, κατὰ τὸ ἰσχῦον τελωνειακὸν δασμολόγιον, τὰ τοῦ καπνοῦ τυγχάνουσι διῃρημένα εἰς τρεῖς κατηγορίας· πρῶτον, εἰς τὴν κατηγορίαν τοῦ καπνοῦ, τοῦ προωρισμένου εἰς κατασκευὴν ταμβάκου καὶ τῶν σιγάρων παντὸς τόπου ἐν γένει, τῶν λεγομένων πούρων· δεύτερον, εἰς καπνὸν κοπανιστὸν, ἢ τουμπεκὶ, καὶ τρίτον εἰς καπνὸν κεκομμένον εἰς φύλλα ἢ εἰς σιγαρέτα. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὰς τρεῖς ταύτας κατηγορίας μετέβαλεν εἰς τέσσαρας διὰ τοῦ συζητουμένου Νομοσχεδίου, καὶ εἰσήγαγεν ὑποδιαίρεσιν, τῆς ὁποίας τὸν λόγον δὲν δύναμαι ν’ ἀνεύρω. Ἐλπίζω ὅτι, λαμβάνων τὸν λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θέλει δικαιολογήσει τὴν μεταβολὴν ταύτην, ἥτις πρώτη προσπίπτει εἰς τὰς αἰσθήσεις τοῦ μελετῶντος τὸ συζητούμενον Νομοσχέδιον. Αἱ τέσσαρες κατηγορίαι, τὰς ὁποίας εἰσάγει τὸ Νομοσχέδιον, εἰσὶ, πρῶτον ἡ τοῦ καπνοῦ τοῦ κομμένου εἰς φύλλα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τὸ τελωνειακὸν τέλος προσδιορίζεται διάφορον ἀπὸ τὸ τελωνειακὸν τέλος, τὸ ὁποῖον προσδιορίζεται ἐπὶ τοῦ καπνοῦ τοῦ λεγομένου κοπανιστοῦ ἢ κοινῶς τουμπεκὶ, τὸ ὁποῖον καὶ τοῦτο εἶναι διάφορον ἀπὸ τὸ τελωνειακὸν τέλος τὸ πληρωνόμενον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ τοῦ εἰσαγομένου εἰς σιγάρα ἢ σιγαρέτα, τὸ ὁποῖον καὶ τοῦτο εἶναι διάφορον ἀπὸ τὸ τέλος τὸ εἰσαγωγικὸν, τὸ μέλλον νὰ ἐπιβληθῇ ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ὁ ὁποῖος εἰσάγεται εἰς κυλίνδρους καὶ εἶναι προωρισμένος διὰ κατασκευὴν ταμβάκου. Ἄρχομαι δὲ τῶν μελετῶν μου ἀπὸ τῆς τελευταίας τῶν κατηγοριῶν. Ὁ καπνὸς, ὁ ὁποῖος προορίζεται διὰ ταμβάκον, μέχρι τοῦδε ἐπλήρωνε κατὰ τὸ τελωνειακὸν δασμολόγιον, τὸ μέχρι τοῦ 1877 ἰσχῦον, δραχ. μίαν κατ’ ὀκάν· καὶ ἐπειδὴ κατὰ τὸ 1877 ηὐξήθησαν τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη κατὰ 10%, ἀνεβιβάσθη ἔκτοτε τὸ τέλος ἐπὶ τοῦ εἴδους τούτου εἰς δραχμὴν καὶ 10 λεπτὰ. Κατὰ τὸ 1878 προσετέθη ὡσαύτως ⅒ ἐπὶ τῶν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης πληρωνομένων εἰσαγωγικῶν τελῶν. Ἐπειδὴ δὲ τὸ δέκατον αὐτὸ ἦτο 11 λεπτὰ, ἀνεβιβάσθη τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος εἰς δραχμὴν 1,21. Κατὰ τὸ 1880 τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, τὰ πληρωνόμενα εἰς παλαιὰς δραχμὰς, διετάχθη νὰ εἰσπράττωνται εἰς νέας, καὶ ἑπομένως ἀντὶ δραχμῶν 1 καὶ 21)100 τῆς παλαιᾶς δραχμῆς κατ’ ὀκάν, εἰσεπράττοντο πλέον 1,21 νέας δραχμῆς, δηλαδὴ 1,35 τῆς παλαιᾶς δραχμῆς· ἐκτὸς τούτου, εἰς τὸ εἰσαγωγικὸν τοῦτο τέλος τῶν 135 λεπτῶν παλαιᾶς δραχμῆς προσετέθη τὸ ἕνεκα τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας ⅒ καὶ ἀνεβιβάσθη εἰς λεπτὰ 149 τῆς παλαιᾶς δραχμῆς. Αὐτὸ τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος τῆς 1,49 διὰ τοῦ Νομοσχεδίου προτείνεται ν’ αὐξηθῇ εἰς δραχμὰς 6 κατ’ ὀκὰν, καὶ προσθήκη τοῦ δανείου τῆς ὁδοποιΐας εἰς δραχμὰς νέας 6 καὶ 60, ἤτοι εἰς παλαιὰς δραχμὰς 7 καὶ 39. Ἐν ἄλλαις λέξεσι προτείνεται νὰ προστεθῶσι δραχμαὶ παλαιαὶ 5 καὶ λεπτὰ 90 κατ’ ὀκάν.
§44ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἕξ ἀκριβῶς.
§45ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶπον ὅτι τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, τὰ μέχρι τοῦδε πληρωνόμενα, εἶναι 1, 49 παλαιᾶς δραχμῆς· προτείνεται ἤδη τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος νὰ προσδιορισθῇ εἰς νέας δραχμὰς 6 καὶ 60, δηλαδὴ νὰ προστεθῶσι παλαιαὶ δραχμαὶ 5 καὶ 90. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς δὲν ἐννόησε τὸν λογαριασμὸν, καὶ ἠναγκάσθην νὰ ἐπαναλάβω.
§46ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἶναι περισσότερον παρὰ 6.
§47ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι πρὸς τὰς 6 νέας δραχμὰς ἔχετε καὶ τὸ δεκατημόριον. Ἐρευνήσας νὰ ἴδω ἐὰν ἐν τῇ χώρᾳ παράγηται τὸ εἶδος τοῦτο τοῦ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ ταμβάκου, δὲν ἠδυνήθην νὰ λάβω ὡρισμένας καὶ θετικὰς πληροφορίας. Ἔμαθον, ὅτι εἴς τινα Δῆμον τῆς Ἐπαρχίας Καλαβρύτων παράγεται ἐλάχιστόν τι ποσόν· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κύριος Ὑπουργὸς δὲν συνώδευσε τὸ Νομοσχέδιον του δι’ οὐδεμιᾶς στατιστικῆς πληροφορίας, δὲν γνωρίζω πόσον εἶναι τὸ ποσὸν τὸ παραγόμενον ἐν τῇ χώρᾳ. Ἐζήτησα νὰ μάθω ἐὰν τὸ ποσὸν τὸ ἔξωθεν εἰσαγόμενον εἶναι μέγα καὶ πόσον· ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας μᾶς ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τῶν πινάκων, τοὺς ὁποίους εἰσήγαγε πρὸ τινων ἡμερῶν, καὶ αὗται εἶναι ἀτελεῖς, διότι ἐκ τῶν πληροφοριῶν τούτων εὑρίσκω, ὅτι δὲν γίνεται οὐδεμία μνεία ἐὰν κατὰ τὸ 1881 εἰσήχθη καπνὸς τῆς Βιργινίας ἢ καπνὸς εἰς ρόλους, ἐκ τῶν ὁποίων κατασκευάζουσι τὸν ταμβάκον· οὔτε κατὰ τὸ 1880 δὲν γίνεται μνεία ἐὰν εἰσήχθη καπνὸς τοιοῦτος· ὡσαύτως κατὰ τὸ 1879 δὲν γίνεται μνεία ἐὰν εἰσήχθη τοιοῦτος· καὶ ὅτι τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον εὗρον εἰς τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι, ὅτι κατὰ ἕνα μῆνα τοῦ 1882, τὸν μῆνα Αὔγουστον, εἰσήχθη ποσὸν 293 ὀκάδων. Φυσικῶς μοὶ ἠγέρθη ἡ ἀπορία, ἀφοῦ οἱ πίνακες τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἀναφέρουσιν, ἐὰν εἰσήχθη τοιοῦτος καπνὸς πρὸς κατασκευὴν ταμβάκου κατὰ τὸ 1879, 1880, 1881 καὶ τοὺς 7 μῆνας τοῦ 1882, μέχρι τοῦ μηνὸς Αὐγούστου, τάχα δὲν εἰσήχθη ἀληθῶς παντάπασιν; Ἀφοῦ οἱ πίνακες τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν σιωπῶσιν ἐπὶ τοῦ ἂν εἰσήχθη ἢ δὲν εἰσήχθη κατὰ τοὺς 7 μῆνας τοῦ 1882 τοιοῦτος καπνὸς, χρησιμεύων εἰς κατασκευὴν ταμβάκου, τάχα δὲν εἰσήχθη παντάπασιν, καὶ ἑπομένως μόνον κατὰ τὸν Αὔγουστον εἰσήχθη ποσὸν ἐκ 293 μόνον ὀκάδων; Ἡ ἀπορία αὕτη μοὶ ἀφαιρεῖ τὴν εὐκολίαν νὰ προϋπολογίσω· ἐὰν ψηφισθῇ τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σᾶς προβάλλουσι, καὶ ἐὰν τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο προὐτάθη μετὰ σκοποῦ ταμιευτικοῦ, μετὰ προθέσεως νὰ αὐξήσητε τὰ ἔσοδά σας, πόσον ποσὸν προϋπολογίζετε, ὅτι θέλετε ἐξ αὐτοῦ εἰσπράξει; Ἐὰν δὲ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο προετάθη μετὰ σκοποῦ νὰ προστατεύσητε τὴν ἐγχώριον παραγωγὴν, πόσον εἶναι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον σκοπεῖτε δι’ αὐτοῦ νὰ προστατεύσητε; Τὸ περίεργον δὲ εἶναι, ὅτι, ἐνῷ οἱ πίνακες τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν παριστῶσιν, ὅτι μόνον κατὰ μῆνα Αὔγουστον εἰσήχθη τὸ ποσὸν 293 ὀκάδων, δηλοῦσι συγχρόνως, ὅτι εἰσεπράχθη μόνον τὸ ποσὸν 293 δραχμῶν· ἐνῷ σᾶς εἶπον, τὸ μέχρι τοῦδε πληρωνόμενον τέλος ἦτο μία δραχμὴ καὶ 49 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, καὶ ὅμως σᾶς λέγουν, ὅτι εἰσεπράχθη τόσον ποσὸν δραχμῶν, ὅσαι ἦσαν αἱ εἰσαχθεῖσαι ὀκάδες. Ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσεπράχθη τόσον ποσὸν, ὅσον οἱ πίνακες ἀναφέρουσι. Τὴν παρατήρησιν δὲ ταύτην ἔφερα, διὰ νὰ καταδείξω πόσον ἀτελεῖς εἶναι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔφερεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ μάλιστα, ἐνῷ πρόκειται περὶ πραγμάτων, διὰ τῶν ὁποίων σκοποῦσι νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων τοῦ ταμείου τοῦ Κράτους, καὶ μάλιστα ὅταν πρόκηται περὶ ἀριθμῶν, οὓς οὔτε ν’ ἀλλοιώσῃ δύναται, οὔτε νὰ μεταβάλῃ ἡ προαίρεσίς τινος. Καὶ δὲν εἶναι μόνον ἀτελεῖς, εἰσὶ καὶ πλημμελεῖς αἱ εἰσαχθεῖσαι πληροφορίαι διότι πληροφοροῦσι τὴν Βουλὴν, ὅτι εἰσεπράχθησαν 293 δραχμαὶ, ἐνῷ εἰσεπράχθησαν 436· 57%. Ἐὰν ἡ Βουλὴ λαμβάνῃ τοιαύτην ἐπικουρίαν ἀπὸ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς ὅταν πρόκηται νὰ βασανίσῃ τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ προβάλλουσιν, ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ζητῇ παρ’ αὐτῶν πληροφορίας νὰ προσφεύγῃ δὲ ἕκαστον τῶν μελῶν αὐτῆς εἰς τὰ ἴδια αὐτοῦ μέσα, καὶ νὰ ζητῇ ὅσας δύναται νὰ ἀρυσθῇ πληροφορίας ἀπὸ τὸν ἴδιον αὐτοῦ γραφεῖον, διὰ νὰ σχηματίσῃ τὴν πεποίθησιν, ἣν ὀφείλει νὰ ἔχῃ κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν Νομοσχεδίων. Δὲν δύναμαι λοιπὸν διὰ τοῦτο δυστυχῶς νὰ φέρω γνώμην τινὰ ἐπὶ τοῦ ἂν πρέπῃ νὰ ψηφίσῃ τις αὔξησιν τοῦ τελωνειακοῦ τέλους ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, τοῦ χρησιμεύοντος πρὸς κατασκευὴν ταμβάκου· διότι, ἐὰν μόνον 293 ὀκάδες εἰσάγωνται εἰς τὸ Κράτος, ἐκ τοῦ τοιούτου καπνοῦ δὲν πρόκειται νὰ αὐξήσωσι τὰ ἔσοδα εἰμὴ μόνον κατὰ 1292 δραχμάς. Δὲν πιστεύω δὲ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐλπίζῃ σπουδαίως νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου, καὶ ὅτι διὰ τοῦτο φρονεῖ, ὅτι πρέπει νὰ αὐξήσῃ τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος ἑνὸς προϊόντος διὰ νὰ προσπορίσῃ εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Κράτους αὔξησιν ἐσόδου κατὰ δραχμὰς 1292. Προσέφυγον ἑπομένως κατ’ ἀνάγκην εἰς τὰς πληροφορίας, ἃς εἶχον ἐν τῷ γραφείῳ μου, καὶ δυστυχῶς δὲν εὗρον πίνακα τῆς κινήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐμπορίου δημοσιευθέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, εἰμὴ μόνον τὸν πίνακα τοῦ 1875. Ἐπειδὴ δὲ ἐν τῷ πίνακι ἐκείνῳ δὲν εὗρον κατ’ εἶδος τὸ ποσὸν τοῦ καπνοῦ, τὸ εἰσαγόμενον καὶ χρησιμεῦον διὰ κατασκευὴν ταμβάκου, διότι, κατὰ τὸ δασμολόγιον τὸ μέχρι τοῦδε, ἦτον ἀναμεμιγμένον τὸ εἶδος τοῦτο μὲ ἄλλην κατηγορίαν, δὲν ἠδυνήθην νὰ διακρίνω πόσον ἐκ τοῦ εἴδους τούτου εἰσήχθη καὶ πόσον ἐκ τῆς ἄλλης κατηγορίας, μὲ τὴν ὁποίαν ἦν ἀναμεμιγμένον τὸ εἶδος τοῦτο, κατὰ τὸ μέχρι τοῦδε δασμολόγιον. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσήγαγε πρό τινων ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ εἶδος τοῦτο τοῦ καπνοῦ ἔχει ἀγοραίαν τιμὴν 10 δραχμὰς κατ’ ὀκάν. Τὸ τελωνειακὸν τέλος πρόκειται νὰ αὐξηθῇ κατὰ δραχμὰς 5,90 κατ’ ὀκάν, προστιθεμένου καὶ τοῦ δεκατημορίου, τὸ ὁποῖον μοὶ ὑπέμνησεν ὁ κύριος Ὑπουργός. Ἐὰν λοιπὸν ἐπὶ προϊόντος, τὸ ὁποῖον ἔχει 10 δραχμὰς κατ’ ὀκάν, αὐξάνετε τὸ τελωνειακὸν τέλος ἀπὸ δραχμὰς 1 καὶ 49, κατὰ τὸ παλαιὸν σύστημα, εἰς δραχμὰς 6 καὶ 60 κατὰ τὸ νέον νομισματικὸν σύστημα, ἤτοι εἰς δραχμὰς 7 καὶ 39, ἑπταπλασιάζετε σχεδὸν τὸ τέλος, διότι αὐξάνετε αὐτὸ κατὰ 70% περίπου. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει νὰ σταθμίσῃ καλλίτερα τὰ πράγματα, ὥστε ἐν γνώσει νὰ ψηφίσωμεν ὑπὲρ τῆς προτάσεως αὐτοῦ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι διατεθειμένος ἐκ τῶν προτέρων νὰ ψηφίσω κατ’ αὐτῆς· ἀλλ’ ἐν ὅσῳ μένω ἐν τῷ σκότει, εἰς τὸ ὁποῖον εὐηρεστήθη νὰ μᾶς ἀφήσῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ψηφίσω κατ’ αὐτῆς, καὶ διὰ τοῦτο ὀφείλει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ τὰς πληροφορίας, ἃς ἐζήτησα. Κατὰ τὸ Νομοσχέδιον, ὡς ἐξέθηκα εἰς ὑμᾶς, ἄλλη κατηγορία εἶναι ἡ τοῦ καπνοῦ, τοῦ εἰσαγομένου εἰς σιγάρα ἢ σιγαρέτα τυλιγμένα μὲ χαρτίον. Ἡ κατηγορία αὐτὴ κατὰ τὸ τελωνειακὸν δασμολόγιον, τὸ μέχρι τοῦδε ἰσχῦον, εἶναι ἀναμεμιγμένη μετὰ τῆς προμνησθείσης κατηγορίας τοῦ καπνοῦ τοῦ χρησιμεύοντος πρὸς κατασκευὴν ταμβάκου. Διὰ τὴν κατηγορίαν ταύτην τὸ Νομοσχέδιον ἐπιβάλλει τέλος νέων δραχμῶν 7 κατ’ ὀκάν, καὶ μετὰ τοῦ διὰ τὸ δάνειον τῆς ὁδοποιίας προσθέτου δεκάτου, νέων δραχμῶν 8 καὶ 80. Ἐξετάζων τὸ τελωνειακὸν δασμολόγιον, εὑρίσκω, ὅτι τὰ σιγάρα παντὸς τόπου, τὰ λεγόμενα ποῦρα, ἐπλήρωνον μέχρι τοῦδε δραχμὴν 1 κατ’ ὀκὰν, προσθήκῃ δὲ τοῦ δεκατημορίου κατὰ τὸ 1877, καὶ προσθήκῃ τοῦ ἑτέρου δεκατημορίου κατὰ τὸ 1878 καὶ προθήκῃ τῆς αὐξήσεως, ἥτις ἐπῆλθεν ἐκ τῆς μεταβολῆς τῶν παλαιῶν δραχμῶν εἰς νέας, τὸ τελωνειακὸν τέλος ἀνεβιβάσθη εἰς νέας δραχμὰς 1 καὶ 21, ἤ εἰς παλαιὰς δραχμὰς 1 καὶ 49 κατ’ ὀκὰν, μετὰ τὴν πέρυσι ψηφισθεῖσαν προσθήκην τοῦ διὰ τὸ δάνειον τῆς ὁδοποιΐας δεκατημορίου. Λοιπὸν τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος ἐπὶ τῶν σιγάρων καὶ τῶν τυλιγμένων διὰ χάρτου σιγαρέτων ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προβάλλει νὰ ὑψωθῇ εἰς νέας δραχμὰς 8 καὶ 80. Ὥστε, ἀντὶ μιᾶς δραχμῆς καὶ λεπτῶν 49, θέλει πληρώνεσθαι εἰσαγωγικὸν τέλος νέων δραχμῶν 8 καὶ 80, παλαιῶν δραχμῶν 9,85, ἐν ἄλλαις λέξεσι δραχμὰς 8,36 παλαιῶν περισσότερον ἢ ὅσον μέχρι τοῦδε ἐπληρώνετο. Εὐτυχῶς αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τούτου εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν, εἰσὶ πληρέστεραι ἢ ἐκεῖναι, αἵτινες ἀφώρων εἰς τὸν καπνὸν τὸν προωρισμένον διὰ κατασκευὴν ταμβάκου. Κατὰ τὰς πληροφορίας ταύτας, εἰσήχθησαν κατὰ τὸ 1877 σιγάρα ὀκάδες 5,653, καὶ εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ τελωνειακὸν τέλος, τὸ τότε ἰσχῦον, δραχμαὶ 5,864: 25, κατὰ τὸ 1878 εἰσήχθησαν 4,971 ὀκάδες καὶ εἰσεπράχθησαν ὡς τέλος δραχμαὶ 4,647: 25, κατὰ τὸ 1879 εἰσήχθησαν ὀκάδες 3699 καὶ εἰσεπράχθησαν τελωνειακὰ τέλη δραχμαὶ 3467: 90, κατὰ τὸ 1880 εἰσήχθησαν 4,299 ὀκάδες καὶ εἰσεπράχθησαν δραχμαὶ 4,577, κατὰ τὸ 1881 εἰσήχθησαν 15,962 ὀκάδες, καὶ εἰσεπράχθησαν δραχ. 9,606: 35· κατὰ τὴν πρώτην δ’ ἑξαμηνίαν τοῦ 1882 εἰσήχθησαν 5,124 ὀκάδες, καὶ εἰσεπράχθησαν δραχ. 5,421. Ἔχομεν λοιπὸν τ’ ἀποτελέσματα τῆς εἰσαγωγῆς διὰ πέντε ἔτη καὶ μίαν ἑξαμηνίαν. Ἐκ τῶν πέντε τούτων ἐτῶν, τὰ τέσσαρα ἔτη καὶ ἡ ἑξαμηνία παριστῶσι ποσὸν ὡς ἔγγιστα ἴσον, ἓν δὲ μόνον ἔτος παρίσταται, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ εἴδους τούτου εἶναι διπλασία ἢ τριπλασία· ἑπομένως νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ μετατρέψωμεν τὰ πέντε ἔτη εἰς 10 ἑξαμηνίας, καὶ οὕτω μετὰ τῆς ἑτέρας ἑξαμηνίας νὰ ἔχωμεν τὸ ὅλον 11. Λαμβάνοντες δὲ τὰς 11 ἑξαμηνίας, δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τὸν μέσον ὅρον τῶν ὀκάδων τῶν εἰσαχθεισῶν καθ’ ἕκαστον τῶν ἐτῶν τούτων· εὑρίσκοντες δὲ τοῦτον, δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν καὶ τὸν μέσον ὅρον τοῦ ποσοῦ τῶν χρημάτων, τῶν εἰσπραχθέντων ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ εἴδους τούτου. Ἡ ἀναλογία ἔφερε τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα, ὅτι καθ’ ἑκάστην ἑξαμηνίαν εἰσήχθησαν 3,528 ὀκάδες σιγάρων, καθ’ ἕκαστον δὲ ἔτος τὸ διπλάσιον, ἤτοι 7,056, καὶ ὅτι εἰσήχθησαν εἰς τὸ Ταμεῖον τοῦ Κράτους ἐξ εἰσαγωγικοῦ τέλους τοῦ εἴδους τούτου, κατὰ μέσον ὅρον, δραχ. 6,106 ἐτησίως. Ἐὰν τὸ Νομοσχέδιον τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπιψηφισθῇ, καὶ ὑποτεθῇ ὅτι δὲν ἤθελε περιορισθῆ παντάπασιν ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ εἴδους τούτου, μολονότι τὸ τελωνειακὸν τέλος ἀπὸ 1 καὶ 49 τῆς παλαιᾶς δραχμῆς ἀναβιβάζεται εἰς 8,80 τῆς νέας δραχμῆς ἢ τῆς παλαιᾶς δραχμῆς 9 καὶ 85, καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι δὲν θέλει ἐπέλθει ἐλάττωσις, θέλομεν εἰσπράξει ἀντὶ τῶν 6,106 δραχμῶν 60,144, ἤτοι ἐπὶ πλέον τῶν μέχρι τοῦδε εἰσπραττομένων κατὰ δραχμὰς 54,038. Ἠρώτησα πάλιν ἐμαυτόν: ἡ αὔξησις αὕτη προτείνεται μετὰ προθέσεως αὐξήσεως τῶν δημοσίων ἐσόδων τοῦ Κράτους, καὶ προτείνεται μετὰ σκοποῦ ταμιευτικοῦ, ἢ εἶναι αὔξησις, προταθεῖσα μετὰ σκοποῦ προστατευτικοῦ; Ἠρεύνησα ὅσον ἦτο δυνατόν, ἐπληροφορήθην δὲ, ὅτι σιγαρέτα, δηλαδὴ σιγάρα, διὰ χάρτου περιτυλιγμένα, δὲν εἰσάγονται εἰς τὸ Κράτος, ἢ, ἐὰν εἰσάγωνται, εἰσάγονται λαθρεμπορικῶς, ἢ, ἐὰν εἰσαχθέντα ὑπεβλήθησαν εἰς τέλος, εἰσὶ τόσον ἐλάχιστα καὶ ἀσήμαντα τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν, ὥστε οὐδὲν συμφέρον ὑπάρχει, ἵνα ἐνισχύσωμεν καὶ προστατεύσωμεν τὴν ἰδίαν ἡμῶν βιομηχανίαν τῆς κατασκευῆς χαρτίνων σιγαρέτων ἕνεκα τοιούτου ποσοῦ ἀσημάντου. Ἠρεύνησα πρὸς τούτοις νὰ μάθω ἐὰν τὰ σιγάρα, τὰ διὰ φύλλου καπνοῦ κατεσκευασμένα, κατασκευάζονται ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν, καὶ ἔμαθον, ὅτι οὐδαμοῦ ἐν αὐτῇ κατεσκευάζονται· ὥστε προστατευτικὸς σκοπὸς βιομηχανίας κατασκευῆς σιγάρων διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ τελωνιακοῦ τέλους δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ, ἀφοῦ δὲν εἰσάγονται ἔξωθεν χάρτινα σιγαρέτα, οὐδὲ κατασκευάζονται ἐν τῷ Κράτει σιγάρα ποῦρα. Ἀφοῦ δὲν ἔχομεν καμμίαν βιομηχανίαν νὰ προστατεύσωμεν διὰ τοῦ Νομοσχεδίου, δὲν μένει εἰμὴ μόνον ὁ σκοπὸς ὁ ταμιευτικὸς, δηλαδὴ ἡ προαίρεσις τοῦ Ὑπουργείου νὰ ζητήσῃ ἁπλῶς τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Ἐξήτασα νὰ μάθω ἐκ πόσων χωρῶν εἰσάγονται τὰ σιγάρα, τὰ ἐκ φύλλου καπνοῦ κατεσκευασμένα, τὰ λεγόμενα ποῦρα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη εἰσήχθησαν, καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη κατὰ τὰς 11 ἑξαμηνίας τῶν ὁποίων ἐμνημόνευσα, ἀπὸ ἕκαστον Κράτος. Εὗρον δὲ, ὅτι ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν εἰσήχθησαν ὀκάδες 1108, ἀξίας δραχ. 9,998, ἀπὸ τὴν Αὐστρίαν 2,130, ἀξίας δραχμῶν 18,426, καὶ ἀπὸ τὴν Γαλλίαν ὀκάδες 2,338 ἀξίας δραχ-24,976. Ὡς σᾶς εἶπον πρὸ μικροῦ, αἱ πληροφορίαι αὗται στηρίζονται ἐπὶ τῶν ἐπισήμων πινάκων τῆς κατὰ τὸ 1875 κινήσεως τοῦ ἐμπορίου τοῦ Ἑλληνικοῦ, τοὺς ὁποίους πρὸ πολλοῦ ἐδημοσίευσε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἔκτοτε δὲν ἐδημοσιεύθησαν τοιοῦτοι πίνακες. Δυστυχῶς ἄλλην στατιστικὴν δὲν εἶχον, οὐδ’ ἐν τῷ Ἀλμανὰχ τοῦ Γκότα εὗρον πληροφορίαν τοιαύτην, οὐδὲ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, περιέλαβον περὶ τούτου τι. Ἠρεύνησα ἐὰν εἰσάγωμεν ἡμεῖς καπνὸν εἰς τὰ τρία Κράτη, τὰ ὁποῖα ἐμνημόνευσα, εἰς τὴν Γαλλίαν, Ἀγγλίαν καὶ Αὐστρίαν, καὶ ἐζήτησα νὰ μάθω πόσον καπνὸν εἰσάγομεν κατ’ ἔτος εἰς ἑκάστην τῶν τριῶν τούτων Ἐπικρατειῶν· διότι, ἐὰν εἰσάγωμεν εἰς τὰ Κράτη ταῦτα καπνὸν ἑλληνικὸν, ὁ ἑλληνικὸς αὐτὸς καπνὸς πιθανῶς χρησιμεύει εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα ὡς πρώτη ὕλη, καὶ ἑπομένως τὰ εἰσαγόμενα σιγάρα νὰ κατασκευάζωνται καὶ ἐκ τοῦ ἑλληνικοῦ καπνοῦ ἢ ἐν ὅλῳ ἢ κατὰ μέρος. Ἐὰν ἡ ὑποψία μου αὕτη ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἀληθὴς, τότε ἡμεῖς ἠθέλομεν φορολογήσει ἀντικείμενον βιομηχανίας ξένης, ἥτις κατασκευάζει αὐτὸ ἐκ τῆς πρώτης ὕλης, τὴν ὁποίαν προμηθεύεται ἐκ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἑπομένως εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ δώσωμεν εὔλογον ἀφορμὴν, ἵνα μὴ εἴπω νόμιμον δικαίωμα, εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, ἐξ ὧν εἰσάγομεν ποῦρα, ν’ αὐξήσωσι τὰ τέλη ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, τὸν ὁποῖον εἰσάγουσιν ἐκ τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ ὁποίου μέρος ἢ τὸ ὅλον μεταποιοῦσιν εἰς σιγάρα, καὶ τότε νὰ ἀναγκάσωμεν τὰς εἰρημένας ἀγορὰς τοῦ Ἑλληνικ. καπνοῦ νὰ μὴ προμηθεύωνται πλέον τοῦτον ἐξ Ἑλλάδος, καὶ οὕτω νὰ περιορισθῇ ἡ παραγωγὴ ἐπὶ βλάβῃ τῶν καλλιεργητῶν τοῦ καπνοῦ, καὶ ἐπὶ βλάβῃ ἀκόμη τοῦ ἐμπορίου τοῦ καπνοῦ. Λαμβάνω πρῶτον τὴν τελευταίαν τῶν Ἐπικρατειῶν, τὰς ὁποίας ὠνόμασα, τὴν Γαλλίαν. Ἀπὸ τὴν Γαλλίαν εἰσάγομεν, ὡς εἶπον καὶ πρότερον, σιγάρα ὀκάδες 2338 κατ’ ἔτος· ἑπομένως εἰσπράττομεν τελωνιακὰ τέλη δραχ. 3,483:62, πρὸς λεπτὰ 149 τὴν ὀκάν. Ἀντὶ τῶν 3,483: 62 δραχ. ἃς εἰσπράττομεν διὰ τῆς αὐξήσεως, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλομεν, ζητοῦμεν νὰ εἰσπράττωμεν 23,629: 30, δηλαδὴ νὰ ἑπταπλασιάσωμεν τὸ ἐπὶ τοῦ προϊόντος τούτου, τοῦ ἐκ τοῦ ἑλληνικοῦ καπνοῦ κατασκευαζομένου, ἐπιβαλλόμενον εἰσαγωγικὸν τέλος. Ἐὰν ἡ Γαλλία ἤθελεν ἑπταπλασιάσει καὶ αὐτὴ τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος, τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς τὸν ἐκ τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ Κράτος αὐτῆς εἰσαγόμενον καπνὸν, οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι ἡ ἀποστολὴ εἰς τὴν Γαλλίαν καπνοῦ δὲν ἤθελε πλέον γίνεται, καὶ ἑπομένως ἠθέλομεν ἀπολέσει τὴν ἀγορὰν τῆς Γαλλίας, ἐν τῇ ὁποίᾳ καταναλίσκομεν ἑλληνικὸν καπνόν. Κατὰ τὰς σημειώσεις, τὰς ὁποίας ἐξήγαγον ἐκ τοῦ πίνακος τοῦ ἐπισήμου, τοῦ ἐκδοθέντος κατὰ τὸ 1875, εὗρον, ὅτι εἰσηγάγομεν ὀκάδας καπνοῦ εἰς Γαλλίαν 412,303, ἀξίας δραχ. 417,026· ἑπομένως τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἑπταπλασιασθῇ τὸ ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τούτου τοῦ καπνοῦ μέχρι τοῦδε πληρωνόμενον ἐν Γαλλίᾳ τέλος, νὰ ἐμποδισθῇ ἕνεκα τούτου ἡ εἰς τὸ μέλλον εἰσαγωγὴ ἐκεῖ ἑλληνικοῦ καπνοῦ, καὶ νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ ἀποστέλλωμεν τοιοῦτον εἰς τὴν Γαλλίαν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ Γαλλία· εἰς τὴν Ἀγγλίαν εὗρον, ὅτι εἰσηγάγομεν κατὰ τὸ 1875 ὀκάδας καπνοῦ 381,029, ἀξίας δραχμῶν 332,168· ὅτι εἰσηγάγομεν ὡσαύτως εἰς τὴν Αὐστρίαν 110,000 ὀκάδας, ἀξίας δραχμῶν 95,305. Τὸ μέρος τοῦτο, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ διαφωτισθῇ. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, ὅπως ὑπῆρχε μέχρι τοῦ 1880, δηλαδὴ ἄνευ τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, παρῆγε 4,000,000 ὀκάδας καπνοῦ· ὅτι ἐκ τοῦ καπνοῦ τούτου, κατὰ τὸν πίνακα τοῦ 1875, ἐξήγετο 1,200,000 περίπου διὰ τὰς ἀγορὰς τῆς Δύσεως, καὶ ὅτι, ἐὰν πρόκηται νὰ ἑπταπλασιάσωμεν τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων ἐκ τῆς Δύσεως, ἀλλὰ κατασκευαζομένων ἐκ τοῦ ἑλληνικοῦ καπνοῦ σιγάρων, πιθανῶς νὰ ἐπταπλασιάζετο ἐπίσης τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος ἐπὶ τοῦ ἑλληνικοῦ καπνοῦ, καὶ νὰ ἀπολέσωμεν τὰς εἰρημένας τρεῖς μεγάλας ἀγορὰς, καὶ νὰ περιορίσωμεν τὴν κατανάλωσιν τοῦ ἐν Ἑλλάδι παραγομένου καπνοῦ κατὰ 1,200,000. Καὶ ἐὰν ἐξετάσωμεν ἐμβριθέστερον τὴν ὑπόθεσιν, θέλομεν πληροφορηθῆ, ὅτι μετὰ τὴν εὐτυχῆ ἕνωσιν τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, τὸ ἐν Ἑλλάδι παραγόμενον ποσὸν τοῦ καπνοῦ ἀνέρχεται οὐχὶ εἰς 4,000,000, ἀλλὰ εἰς 6,000,000, καὶ ὅτι πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν πῶς νὰ εὕρωμεν καὶ νέας ἀγορὰς πρὸς κατανάλωσιν τοῦ καπνοῦ, οὐχὶ δὲ νὰ ἀπολέσωμεν τὰς ὑπαρχούσας. Ἡ τρίτη κατηγορία, ἐπὶ τῆς ὁποίας προτείνεται αὔξησις τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους, εἶναι ὁ καπνὸς ὁ κομμένος εἰς φύλλα. Κατὰ τὸ μέχρι τοῦδε ἰσχῦον δασμολόγιον, ὁ καπνὸς ὁ κομμένος εἰς φύλλα ὑποβάλλεται εἰς τελωνειακὸν τέλος παλαιῶν δραχμῶν δύω καὶ 3 λεπτῶν, προσθήκη τοῦ διὰ τὸ δάνειον τῆς ὁδοποιΐας δεκατημορίου εἰς τέλος δραχμὰς 2 καὶ 23. Κατὰ τὸ Νομοσχέδιον, ὃ συζητοῦμεν, θέλει ἐπιβληθῆ εἰς αὐτὸν τέλος δραχ. 4,50)ο νέων καὶ τῇ προσθήκῃ τοῦ δεκατημορίου λεπτὰ 425 κατ’ ὀκὰν, ἤτοι προτείνεται τέλος νέων δρ. 4 καὶ 95,20)ο ἤτοι παλαιῶν 5 καὶ 54 20)ο κατ’ ὀκὰν, ἤτοι πρόκειται νὰ ἐπιβάλωμεν τελωνειακὸν τέλος δραχ. 3 καὶ 31 λεπτῶν περισσότερον κατ’ ὀκὰν, ἢ νὰ ὑπερδιπλασιάσωμεν τὸ μέχρι τοῦδε ἐπιβαλλόμενον ἐπὶ τοῦ εἰς φύλλα εἰσαγομένου καπνοῦ.
§48ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσον ἐπλήρωνε μέχρι τοῦδε;
§49Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. 1,50 πρὸ τοῦ 1877, 1,65 κατὰ τὸ 1877, μὲ τὴν προσθήκην τοῦ δεκατημορίου κατὰ τὸ 1878 τῶν 16 λεπτῶν 1,81, μετὰ τὴν νέαν προσθήκην τοῦ δεκατημορίου λεπτῶν 18 δραχ. 1,99, καὶ κατόπιν ἐκ τῆς μετατροπῆς τῆς παλαιᾶς εἰς νέαν δραχμὴν 2,23, ὅπως ἔχει τὸ τελωνειακὸν δασμολόγιον.
§50ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε εἶναι προσθήκη 2 καὶ 92.
§51ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐζήτησα καὶ ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, τοῦ εἰσαγομένου εἰς φύλλα, νὰ μάθω ἐκ τοῦ πίνακος πόσος εἰσάγεται, καὶ εὗρον, ὅτι εἰσήχθησαν κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ὀκάδες 10,865, ἐκ τῶν ὁποίων αἱ 10,251 ἐκ τῆς Τουρκίας, εἰσέπραξε δὲ τὸ Κράτος, κατὰ τὸ τότε εἰσαγωγικὸν τέλος, δραχμὰς 24,228.95. Ἐὰν δὲ ψηφισθῇ τὸ Νομοσχέδιον τὸ παρὸν, καὶ ὑποτεθῇ, ὅτι ἤθελεν εἰσαχθῆ τὸ αὐτὸ ποσὸν τῶν 10,865 ὀκάδων, θέλουσιν εἰσπραχθῆ δραχμαὶ 60,192, δηλαδὴ ἐπὶ πλέον 35,964. Ὁ ἔξωθεν εἰσαγόμενος καπνὸς κατὰ τὸ πλεῖστον, ὡς εἶπον, εἶναι ἐκ τῆς Τουρκίας, ὁ καπνὸς δὲ ὁ Τουρκικὸς τιμᾶται ἐν Ἑλλάδι δραχμὰς 8 μέχρις 22 κατ’ ὀκᾶν. Ἐὰν ψηφίσητε τὸ Νομοσχέδιον καὶ αὐξήσητε τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος κατὰ δραχμὰς 3 καὶ 31 κατ’ ὀκᾶν, ἀνάγκη ἡ ἀγοραία τιμὴ τοῦ καπνοῦ τοῦ Τουρκικοῦ ν’ αὐξηθῇ ἀπὸ δραχμῶν ἕνδεκα μέχρι δραχμῶν 25 καὶ 30. Μοὶ ἐγεννήθη ἡ ἀπορία: ἡ αὔξησις τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους τοῦ καπνοῦ εἶναι διὰ νὰ προστατευθῇ ὁ ἐγχώριος; Καὶ ἐπὶ ἓξ ἑκατομμυρίων ὀκάδων παραγομένου ἐν Ἑλλάδι καπνοῦ, αἱ εἰσαγόμεναι δέκα χιλιάδες ὀκάδες τοσοῦτον παρακωλύουσι τὴν κατανάλωσιν τοῦ ἐγχωρίου καπνοῦ, ὥστε ἔπρεπε δι’ αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους νὰ λάβωμεν μέτρα ἀπαγορευτικά; ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην νὰ πεισθῶ. Ὅθεν ὁ σκοπὸς ἦτο μᾶλλον, φαίνεται, ταμιευτικός. Ὅταν αὐξάνητε τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος, ἵνα κατορθώσητε νὰ εἰσπράξητε περισσότερον δραχμὰς 35 χιλιάδας, δηλαδὴ ν’ αὐξήσητε τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους κατὰ 35 χιλιάδας δραχμάς, οὐδεμίαν ἤθελον ἔχει ἀντίῤῥησιν. Ἀλλ’ εἶναι ἐνδεχόμενον διὰ τοῦ τοιούτου ὑπερδιπλασιασμοῦ τοῦ τέλους ν’ ἀπολέσητε καὶ αὐτὰς τὰς 24,000 δραχμὰς, τὰς ὁποίας μέχρι τοῦδε εἰσπράττετε· διότι διὰ τῆς αὐξήσεως θέλει περιορισθῆ ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ ξένου καπνοῦ. Ἐνδέχεται ὅμως νὰ συμβῇ καὶ ἄλλο τι, τὸ ἑξῆς: Ἀλλαχοῦ, ὅπου ηὐξήθησαν ὑπερμέτρως τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, συνέβη ἐκεῖνο τὸ φαινόμενον, τοῦ ὁποίου ὁ κ. Δουζίνας, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Πόρου, πρὸ μικροῦ ἐζήτησε τὴν ἑρμηνείαν. Ὁ κ. Δουζίνας ἠρώτησεν: ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν ἐπὶ λαθρεμπορίῳ ἐκδιδομένων ἀποφάσεων ποίαν ἑρμηνείαν ἠδύνατο νὰ λάβῃ κατὰ τοὺς κανόνας τῆς ἐπιστήμης ἢ τῆς πρακτικῆς; Τὴν ἑρμηνείαν τῆς καταστολῆς τῶν λαθρεμπορίων ἢ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ πολλαπλασιασμοῦ αὐτῶν; Παραπλήσιόν τι ἀνέγνων πρὸ μικροῦ, ὅτι συνέβη ἐν Γερμανίᾳ· ἐφημερὶς, ἡ ὁποία ἔχει τὴν φήμην ἡμιεπισήμου ὀργάνου, ἡ ἐφημερὶς τῆς Βορείου Γερμανίας, ἔδιδε στατιστικήν τινα περὶ τούτου πληροφορίαν, καθ’ ἣν κατὰ τὴν περίοδον τῶν ἐτῶν 1872 –1878 ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις κατὰ τελωνειακῶν παραβάσεων 10,019, τὸ 1878–1879, δηλαδὴ κατὰ τὴν διετίαν, καθ’ ἣν εἰσήχθη τὸ νέον δασμολόγιον, ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις 11,478 κατὰ μέσον ὅρον· ἀλλὰ κατὰ τὸ 1881 καὶ 82, δηλαδὴ μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νέου δασμολογίου, ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις 18,314. Ἡ αὔξησις τῶν τελωνειακῶν τελῶν ἔχει πάντοτε ὡς ἀποτέλεσμα τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν λαθρεμπορίων, καὶ ἑπομένως ἐνδέχεται καὶ ὑμεῖς νὰ εὐκολύνητε τὴν εἰσαγωγὴν διὰ λαθρεμπορίου τοῦ εἰς ὀλίγον ποσὸν εἰσαγομένου μέχρι τοῦδε διὰ τῶν τελωνείων καπνοῦ, καὶ νὰ ἀπολέσητε καὶ τὴν μικρὰν πρόσοδον, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε εἰσπράττετε. Παράδειγμα δύνασθε νὰ ἔχητε μᾶλλον καταφανὲς καὶ ἀναντίῤῥητον τὴν τελωνειακὴν κίνησιν ἐν τῇ ἡμετέρᾳ πατρίδι. Τὰ προϊόντα ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων ηὐξήθησαν ὑπερμέτρως τὰ τελωνειακὰ τέλη, θὰ εὕρητε εἰσαγόμενα κατὰ ποσὸν ἧσσον τοῦ εἰσαγομένου πρὸ τῆς αὐξήσεως τῶν τελωνειακῶν τελῶν. Καὶ δὲν ἐπέρχεται μόνον ζημία εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἐκ τοῦ γενομένου λαθρεμπορίου, ἀλλ’ ἔχετε καὶ διατάραξιν τοῦ ἐμπορίου, διότι τὰ λαθρεμπόρια ἀναιροῦσι τὴν ἰσότητα τῶν συναγωνιζομένων ἐμπόρων. Θέλει δ’ ἴσως καὶ ἐπὶ τούτου συμβῆ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐν εὐρείᾳ κλίμακι ἐνεργεῖται μέχρι τοῦδε εἰς τὰ παράλια τῆς Ἀκαρνανίας καὶ προσέτι εἰς τὰς νήσους τοῦ Ἀργολικοῦ κόλπου. Ἐὰν ζητήσητε ν’ ἀγοράσητε ἀπὸ τὰ εἴδη, τὰ ἀποτελοῦντα τὴν κατηγορίαν τῶν ἀποικιακῶν προϊόντων εἰς πόλεις ἐμπορικὰς, κειμένας εἰς τὰ παράλια τῆς Ἀκαρνανίας ἢ ἐπὶ τῶν ἀπέναντι τῆς ἀκτῆς τῆς Πελοποννήσου νήσων ἢ πόλεων, θέλετε εὕρει αὐτὰ πολὺ εὐθηνότερα ἢ ὅσον εὑρίσκετε αὐτὰ εἰς ἄλλα μέρη τοῦ Κράτους. Ἡ δὲ διαφορὰ αὕτη τῆς τιμῆς εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς λαθρεμπορικῆς εἰσαγωγῆς αὐτῶν εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα. Αἱ αὐταὶ παρατηρήσεις ἰσχύουσι καὶ ἐπὶ τῆς προτεινομένης αὐξήσεως ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ καπνοῦ, τοῦ λεγομένου κοπανιστοῦ ἢ τουμπεκιοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι χρήσιμος εἰς τοὺς καπνίζοντας ναργιλέ. Τὸ εἶδος τοῦτο τοῦ καπνοῦ ὑπεβάλλετο μέχρι τοῦδε εἰς τελωνειακὸν τέλος 94 καὶ 86)100 τοῦ λεπτῶν, προσθήκῃ δὲ τοῦ διὰ τὸ δάνειον τῆς ὁδοποιΐας 1,10, εἰς λεπτὰ 104 τῆς παλαιᾶς δραχμῆς. Κατὰ τὸ Νομοσχέδιον ἤδη προτείνεται τέλος δραχμῶν 3,70, προσθήκῃ δὲ τοῦ δεκατημορίου, δραχ. 4 καὶ 7)100 τῆς νέας δραχμῆς ἢ τῆς παλαιᾶς 4 καὶ 55) 100. Πρόκειται λοιπὸν τὸ τελωνειακὸν τέλος νὰ τετραπλασιασθῇ. Καθ’ ἃς ἔλαβον πληροφορίας, ἡ ἀγοραία τιμὴ τοῦ τουμπεκιοῦ εἶναι δραχμαὶ 4 κατ’ ὀκᾶν, ἐπὶ προϊόντος λοιπὸν τοιαύτης τιμῆς αὐξάνετε τὸ τέλος ἀπὸ λεπτῶν 104 εἰς δραχμὰς 4 καὶ 55ο)ο, ἤτοι δραχ. 3 καὶ 49ο)ο περισσότερον, ἐν ἄλλαις λέξεσι διπλασιάζετε τὴν τιμὴν αὐτοῦ. Ὅθεν θέλει ἐπέλθει φυσικὸν ἀποτέλεσμα οἱ χορηγοῦντες τὸν ναργιλέ εἰς τὰ καφενεῖα ν’ αὐξήσωσι τὴν τιμὴν αὐτοῦ ἀπὸ λεπτῶν 10 εἰς 20. Καὶ ἂν μὲν περισταλῇ ἡ χρῆσις τοῦ καπνίσματος τούτου, νομίζω, ὅτι ἡ βλάβη θέλει εἶσθαι μικρά· καὶ ἂν τοῦτο ἔχῃ κατὰ νοῦν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δηλαδὴ ἂν εἶχεν οὐχὶ ταμιευτικὸν, ἀλλὰ προστατευτικὸν λόγον, δημοσίας ὑγιεινῆς σκοπὸν, δὲν ἀντιλέγω παντάπασιν· ἂν ὅμως ὑπηγόρευσε τὴν αὔξησιν ταύτην λόγος ταμιευτικὸς—διότι προστατευτικὸς ἄλλος δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ, ἀφοῦ ἐν Ἑλλάδι δὲν παράγεται τουμπεκὶ—νομίζω, ὅτι θέλει ἀναπληρώσει τὴν διὰ τῶν τελωνείων ἐπὶ πληρωμῇ τελῶν εἰσαγωγὴν τοῦ τουμπεκιοῦ ἡ ταχύτης τοῦ λαθρεμπορίου, καὶ ἑπομένως θέλει ἀπολέσει τὸ Δημόσιον καὶ αὐτὸ τὸ ὀλίγον ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἰσέπραττε, καὶ τὸ ὁποῖον, κατὰ τὸν πίνακα τοῦ 1873, ἀνέρχεται εἰς 31,417 ὀκάδας, ἤτοι δραχμὰς 32,673:68. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας εἶχον νὰ ἐκφέρω ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου, ἐλπίζων, ὅτι δι’ αὐτῶν θέλω ὑποβοηθήσει τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα δώσῃ ὅσας ἤθελεν ἔχει διασαφήσεις, καὶ ὑποβοηθήσει καὶ τὴν Βουλὴν εἰς τὴν ψῆφον, ἣν μέλλει νὰ δώσῃ ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου.
§52ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εὐχαριστῶ τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα διὰ τὴν προαίρεσιν τοῦ νὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ διαφωτίσῃ καὶ τὸν προτείναντα Ὑπουργὸν καὶ τὴν Βουλήν. Ἐξ ὅσων ὅμως ἤκουσα δὲν ἔγεινε λόγος, εἰμὴ περὶ ζητημάτων ἁπλῆς φιλοπραγμοσύνης, εἰς τὰ ὁποῖα ἐν τούτοις χρεωστῶ ν’ ἀπαντήσω. Δὲν δύναμαι ν’ ἀρνηθῶ νὰ δώσω πληροφορίας, ὥστε νὰ ἐκλείψουν αἱ ἀπορίαι, αἱ προερχόμεναι οὐχὶ ἐκ τῆς ἐμβριθοῦς μελέτης τῶν πραγμάτων, ἀλλ’ ἐκ συνήθους ἐνδοιασμοῦ, καὶ οὕτως εἰπεῖν ἐξ ὑποχονδρίας (θόρυβος). Ἐρωτᾶται ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους.
§53Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν μοὶ κάμνετε τὴν χάριν νὰ ἐπαναλάβητε ὅ,τι εἴπετε, διότι δὲν ἤκουσα τὴν τελευταίαν λέξιν.
§54ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἶπον, ὅτι ὡμιλήσατε ἐξ ἐνδοιασμοῦ καὶ οὕτως εἰπεῖν ἐξ ὑποχονδρίας (θόρυβος).
§55Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι εὐπρεπὴς αὐτὴ ἡ φράσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν; Διατί δὲν τὸν ἀνακαλεῖται εἰς τὴν τάξιν; (θόρυβος).
§56ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν εἶναι ἠθικὸν ἐλάττωμα ἡ ὑποχονδρία.....
§57Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδέποτε ἐπιτρέπονται τοιαῦται ὕβρεις εἰς τὸ Κοινοβούλιον.
§58ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἠθέλησα νὰ ἐκτιμήσω τὴν σοβαρότητα τῶν παρατηρήσεών σας.
§59ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Νὰ τὸν ἀνακαλέσητε, κ. Πρόεδρε, εἰς τὴν τάξιν (θόρυβος).
§60ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὅταν διστάζῃ τις καθ’ ὑπερβολὴν, ὅταν διστάζῃ ἐν παντὶ πράγματι, πῶς λέγεται; (θόρυβος). Ἐὰν δυσηρέστησα τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Γόρτυνος, ἐγὼ εὐχαρίστως τὸ ἀνακαλῶ· δὲν ἔχω κόπον νὰ τὸ ἀνακαλέσω· δὲν τὸ εἶπον διὰ νὰ τὸν δυσαρεστήσω.
§61ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν μὲ δυσαρεστεῖς, διότι δὲν εἶσαι ἄξιος νὰ μὲ ὑβρίσῃς, ἀλλὰ δυσαρεστεῖς τὴν Βουλὴν καὶ ὑβρίζεις τὴν Βουλήν.
§62ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγὼ τὸ εἶπον μετὰ πάσης ἀθωότητος (θόρυβος). Τί εἶναι ἡ ἐρώτησις, ἂν ἡ αὔξησις τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἦναι ἐπὶ σκοπῷ προστατευτικῷ ἢ ἐπὶ σκοπῷ ταμιευτικῷ; Καὶ πῶς δύνασθε νὰ διακρίνητε τὸ μὲν ἢ τὸ δέ; Δύναται νὰ γείνῃ χημικὴ ἀνάλυσις καὶ ν’ ἀνεύρητε τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον σκοπόν; Προστατευτικὸς σκοπὸς ὑπάρχει εἰς ἐκεῖνα τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα μετέρχονται τὸ προστατευτικὸν σύστημα, ἀλλ’ εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ νὰ εἴπητε, ἂν Νόμος τις ἔχῃ προστατευτικὸν σκοπὸν, πρέπει νὰ ἐρωτήσητε, ὑπάρχει, ἐπικρατεῖ τὸ προστατευτικὸν σύστημα, ἔχετε προηγούμενα;
§63ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ σιτηρά.
§64ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς τὰ σιτηρὰ, δηλαδὴ τὰ ἄλευρα, τὰ ὁποῖα σεῖς ἐπροστατεύσατε. Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν ὁ προστατευτικὸς σκοπὸς, ἀλλ’ ὁ ταμιευτικὸς, ὅστις ὑπαγορεύεται ἐκ τοῦ ὅλου συστήματος τῆς ἐπιβολῆς φόρων καταναλώσεως. Αὐξάνομεν ἐν γένει τοὺς φόρους τῶν καπνῶν· διατί νὰ μὴ αὐξήσωμεν καὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων; Ἀλλὰ λέγετε, ὁ προτεινόμενος φόρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ ἐγχωρίου καπνοῦ περιωρίσθη εἰς τρεῖς δραχμὰς, διατί προτείνετε ἐδῶ ποσὸν ἀνώτερον; Ἁπλοῦς ὁ λόγος· διότι ὁ ἔξωθεν εἰσαγόμενος καπνὸς εἶναι ἀνωτέρας ἀξίας καὶ πρέπει νὰ φυλαχθῇ ἀναλογία κοινὴ τῶν φόρων, ὁ ἔξωθεν δὲ εἰσαγόμενος καπνὸς δὲν εἶναι εἶδος τῆς ἀνάγκης, εἶναι εἶδος τῆς εὐχαριστήσεως, τῆς πολυτελείας. Διατί προτιμᾷ τις τὸν ξένον καπνὸν ἀντὶ τοῦ ἐγχωρίου; ἁπλῶς χάριν ἡδονῆς, οὐχὶ δι’ ἄλλον λόγον. Λοιπὸν φορολογεῖτε τὴν ἡδονήν. Ἀπόδειξις εἶναι ἡ ἐν Ἀγγλίᾳ φορολογία. Δύνασθε νὰ εἰπῆτε, ὅτι ἐκεῖ ὑπάρχει προστατευτικὸν σύστημα; καὶ ὅμως ὁ φόρος ἐκεῖ εἶναι βαρύτατος. Ὀκτὼ ἑκατομμύρια λιρῶν εἰσπράττονται ἐκ τοῦ φόρου εἰσαγωγῆς τοῦ καπνοῦ· δὲν λέγεται, ὅτι ἐκεῖ εἶναι ὁ φόρος προστατευτικός. Πῶς λοιπὸν νὰ ὀνομάσω τὴν ἐρώτησιν, ἡ ὁποία γίνεται; Ἡ Ἀγγλία μὲ τοιοῦτον φόρον ἔχει σκοπὸν προστατευτικόν; Ὄχι· εἶναι ἀντικείμενον καταναλώσεως ὁ καπνὸς τῆς πολυτελείας, καὶ ὡς τοιοῦτος αὐξάνει καὶ προχωρεῖ ἀναλόγως τῆς ἀξίας· διότι καὶ ἡ ἀξία εἶναι πολὺ ἀνωτέρα· καὶ ἂν μὲ ἐρωτᾶτε περὶ ἀξίας, ἰδοὺ παραδείγματος χάριν ἐδῶ τὰ σιγαρέτα πωλοῦνται μέχρις 80 δραχμῶν ἡ ὀκᾶ τὰ ξένα· παρ’ ἡμῖν μόνον 8 δραχμὰς, 10, δεκαπέντε ἐκ τοῦ ἐγχωρίου καπνοῦ. Λοιπὸν ἡ διαφορὰ προέρχεται ἐκ τῆς ἀξίας. Ἀλλὰ διατί ἐσχηματίσατε τέσσαρας κατηγορίας, ἐνῷ πρότερον ἦσαν τρεῖς; Περιέμενον νὰ ἀκούσω, ὅτι δὲν ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῶν κατηγοριῶν, ἃς ἀπηρίθμησεν· ἀλλὰ καὶ αὐτὸς εὗρεν, ὅτι ἕκαστον εἶδος εἶναι χωριστὸν, καὶ ἐπειδὴ εἶναι φύσει χωριστὸν διὰ τοῦτο τὸ ἐχωρίσαμεν· καὶ ἂν τὸ δασμολόγιον εἶχε συγχύσει ταῦτα, δὲν εἴμεθα δὲ ὑπόχρεοι νὰ ὑποταχθῶμεν τυφλῶς εἰς αὐτὸ, ἐνῷ νομοθετοῦμεν. Λέγει, παραδείγματος χάριν, διατί εἰς τὸν καπνὸν τῆς Βιργινίας ἐπεβάλομεν τοιοῦτον φόρον, ἐξ δραχμῶν, ἐνῷ μέχρι τοῦδε ἦτο μία δραχμή, ἐπεθύμει δὲ νὰ γνωρίζῃ πόσος εἰσάγεται τοιοῦτος καπνὸς διὰ ταμβάκον, καὶ ἂν παράγεται ἐγχώριος καὶ πόσος. Δυστυχῶς δὲν εἶχον τίποτε προηγούμενον, διὰ νὰ εὕρω στατιστικὴν πληροφορίαν, διότι ἡ πίστωσις περὶ στατιστικῶν πληροφοριῶν ἐδόθη ἀπὸ τῆς 1ης Ἰουλίου. Οἱ πίνακες, τοὺς ὁποίους ἔφερα, ἐλήφθησαν ἐκ τῶν τελωνειακῶν βιβλίων παρὰ τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ, διὰ μεγάλης μελέτης καὶ κόπου ἐλήφθησαν ἀποσπάσματα ἐξ αὐτῶν. Τ’ ἀκριβέστερα ἀποτελέσματα, ὅσα φέρομεν, χρονολογοῦνται ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου καὶ Αὐγούστου, διότι ἀπὸ τούτων τῶν μηνῶν κατὰ πρῶτον ἐγένετο σημείωσις κατ’ εἶδος ἐν τοῖς πίναξι· πρότερον ἐσημειοῦτο γενικῶς καὶ ἀθρόως διὰ τῆς λέξεως «καπνὸς», καὶ δὲν φαίνεται τὸ ποσὸν, ἀλλὰ μόνον ἡ ἀξία καὶ τὸ τέλος· ἡ κατάταξις ἡ τελωνειακὴ εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον γενικὴ καὶ αὐτή· ὥστε διατί ἠπόρησεν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πίνακας πλήρεις! Ὅσον οὔπω θέλουσι δημοσιευθῆ ὅσους συνετάξαμεν ἐκ τῶν βιβλίων τῶν τελωνειακῶν, ἐκ τῶν παρὰ τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ, αὐτοὶ δὲ, τοὺς ὁποίους ὑπεβάλαμεν τοῦ Ἰουλίου καὶ Αὐγούστου, εἶναι οἱ μᾶλλον ἀκριβεῖς. Εὑρῆκεν, ὅτι ἀναφέρεται ὡς εἰσαχθεὶς καπνὸς 293 ὀκάδες καὶ τέλος 293 δραχμαὶ (θόρυβος). Ἐνταῦθα ὑπάρχει ἴσως ἀνακρίβεια, ἀνακρίβεια τοῦ Τελώνου, εἰσπράξαντος πλέον· ὁ συντάξας τοὺς πίνακας ἔλαβε τοὺς ἀριθμοὺς ὅσους εὗρεν, οὐδὲν προσέθηκεν ἐξ ἰδίων. Ἀλλ’ ἐρωτᾷ, τί δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν περὶ αὐτοῦ τοῦ καπνοῦ, τοῦ εἰς κυλίνδρους διὰ ταμβάκον καὶ ἂν παράγεται ἐνταῦθα, ὥστε νὰ κρίνῃ ἂν πρέπῃ νὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν περὶ αὐξήσεως τοῦ τέλους. Δὲν προτιθέμεθα νὰ προστατεύσωμεν αὐτὸν τὸν καπνόν· ὑποθέτω, ὅτι τοιοῦτος καπνὸς ἐνδέχεται νὰ ὑπάρχῃ ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπάρχῃ, εἶναι ἐλάχιστος· δὲν πρόκειται νὰ προστατεύσωμεν τὴν αὔξησιν τῆς παραγωγῆς, ἀλλὰ νὰ φορολογήσωμεν τὸν καπνὸν τοῦτον, διότι καὶ αὐτὸς εἶναι ἀντικείμενον πολυτελείας καὶ ἐπιδέχεται μεγάλην φορολογίαν, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι φοβερὰ δυσαναλογία, διότι εἰς τὰ τοιαῦτα εἴδη δὲν ὑπάρχει ὅριον, καὶ οὐδεὶς διστάζει νὰ φθάσῃ καὶ εἰς τὰ 200 τοῖς ἑκατὸν, οὐδὲ θέλει τις τὸν μεμφθῆ, ὅτι ὑπερέβη πᾶν μέτρον. Ἐνομίσαμεν, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ τηρήσωμεν ἐκεῖνο τὸ μέτρον, ὅπερ καὶ διὰ τὰς λοιπὰς κατηγορίας ἐτηρήσαμεν. Ἦλθε κατόπιν εἰς τὰ αὐτόφυλλα σιγάρα (τὰ ποῦρα), πόσον ποσὸν εἰσάγεται· ἐὰν ἐπιβάλωμεν τοιοῦτον τέλος εἰσαγωγῆς, ἴσως ἐπέλθῃ τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα, διότι θὰ παραβλάψωμεν ξένην βιομηχανίαν. Καὶ ἐρχόμεθα νὰ ἐξετάσωμεν ποῖα εἶναι ἡ ξένη βιομηχανία, ἡ δυναμένη νὰ προκαλέσῃ ἀντεκδίκησιν, ὥστε νὰ μὴ δέχωνται πλέον τὸν ἡμέτερον καπνὸν ἢ νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς αὐτὸν βαρύτατον τέλος. Ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον αὐτὰ τὰ σιγάρα ἔρχονται ἐξ Ἀγγλίας, ἀλλὰ δὲν εἶναι προϊὸν βιομηχανίας Ἀγγλικῆς· ἑπομένως δὲν ἐνοχλοῦμεν αὐτήν· δὲν δύναται δὲ ἡ Ἀγγλία νὰ ἐπιβάλῃ εἰς ἡμᾶς νέον εἰσαγωγικὸν τέλος ἐκ δυσαρεσκείας, διότι αὐτὸ τὸ εἶδος εἶναι ξένον εἰς αὐτὴν, ἐκείνη δὲ ἐπιβάλλει πολὺ ὑπέρτερον εἰσαγωγικὸν τέλος. Ἀλλὰ, κύριοι, ἡμεῖς ἐλάχιστον καπνὸν εἰσάγομεν εἰς τὴν Ἀγγλίαν, διότι οἱ Ἄγγλοι δὲν καπνίζουσι σιγάρα χάρτινα, ἀλλὰ ποῦρα· οἱ Ἕλληνες εἶναι οἱ καπνίζοντες χάρτινα, καὶ ὑπάρχει εἰς τὸ Λονδῖνον καπνοπωλεῖον Ἑλληνικὸν τοῦ κυρίου Λίτσικα εἰς τὸ Regent Street εἰς τὸ καλλίτερον μέρος τοῦ Λονδίνου· ἀλλ’ ἐν τούτοις ὁ Ἑλληνικὸς καπνὸς εἰς τὴν Ἀγγλίαν οὔτε ἀκούεται. Ἐρχόμεθα εἰς τὰ ἄλλα Κράτη. Ἀλλ’ ἐδῶ ἤκουσά τι, τὸ ὁποῖον μὲ ἔφερεν εἰς μεγάλην ἀπορίαν. Ἐῤῥέθη, ὅτι ἡ Γαλλία δύναται νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν καπνὸν βαρύτερον εἰσαγωγικὸν τέλος. Ἡ Γαλλία δὲν δέχεται τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ καπνοῦ· ἡ Γαλλία τὸν καπνὸν διαχειρίζεται ὡς μονοπώλιον· ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἔχει τὸ μονοπώλιον, αὐτὴ ἀγοράζει τὸν καπνόν· πῶς θέλετε ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιβάλῃ αὐτὴ εἰς ἑαυτὴν φόρον; Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὴν Αὐστρίαν· εἰς τὴν Αὐστρίαν δὲν ἐπιτρέπεται ἡ εἰσαγωγὴ ξένου καπνοῦ· θέλει τὸν ἀγοράσει τὸ μονοπώλιον, καὶ τὸ μονοπώλιον θὰ σᾶς πωλήσῃ. Ἄν θέλετε νὰ εἰσάξετε δι’ ἰδίαν σας χρῆσιν καπνόν, σᾶς ἐπιτρέπεται, καὶ τοῦτο περιωρισμένως, ἀλλὰ θὰ πληρώσητε μέγιστον δασμὸν, θὰ πληρώσετε ἐκεῖνα τὰ τέλη, τὰ ὁποῖα πληρώνει ὅστις ἀθετεῖ τὰς διατάξεις τοῦ Νόμου, δὲν πληρώνετε κατὰ δικαίαν διατίμησιν. Θέλετε ἐν Ἰταλίᾳ; ἐν Ἰταλίᾳ ἐπίσεις ὑπάρχει μονοπώλιον. Ἐν Τουρκίᾳ ἐπίσης τὸ μονοπώλιον. Λοιπὸν ποῖον Κράτος θὰ ἀντεκδικηθῇ καὶ θὰ μᾶς εἴπῃ: δὲν δέχομαι τοὺς καπνούς σας, καὶ θὰ μᾶς εἴπῃ: ἐπιβάλλω ἀνώτερον εἰσαγωγικὸν τέλος; Εἶναι ὅλως δωρεὰν αὐτὴ ἡ ἐρώτησις, καὶ δὲν πρέπει νὰ δυσαρεστηθῇ ὁ ἐρωτήσας, ἂν εἴπω, ὅτι εἶναι ἁπλῆ φιλοπραγμοσύνη. Εἶναι τάχα ἀνάγκη κατ’ ἰδίαν νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ καπνοῦ τοῦ κομμένου ἢ τοῦ εἰς φύλλα ἢ περὶ τοῦ τουμπεκί; τὸ τουμπεκὶ εἶναι γνωστὸν, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον διὰ τὸ δι’ ὑδροσύριγγος κάπνισμα, δι’ ὃ δὲν δύναται νὰ γείνῃ χρῆσις ἄλλου καπνοῦ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ εἰσαχθῇ τὸ ποσὸν, ὅσον εἰσάγεται, ὡς βλέπομεν, 15 χιλιάδων περίπου κατ’ ἔτος κατὰ μέσον ὅρον. Ἄν φορολογήσωμεν αὐτὸ, θὰ ἔχωμεν τὸ πενταπλάσιον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον σήμερον εἰσπράττομεν· καὶ τί θέλομεν ἡμεῖς; θέλομεν ν’ αὐξήσωμεν τὰ εἰσοδήματα τοῦ Κράτους. Ποῖος εἶναι ὁ σκοπός; νὰ ἐπιβληθοῦν βαρύτεροι φόροι ἐπὶ πραγμάτων πολυτελείας καὶ ὅπου οὐδεμία ἐπέρχεται στέρησις εἰς τὴν τάξιν, τὴν ἀποζῶσαν ἐκ τοῦ ἔργου καὶ τοῦ ἱδρῶτος. Ἐδῶ πρόκειται νὰ φορολογήσετε τοιοῦτόν τι; οὐδαμῶς. Φορολογεῖτε μίαν διασκέδασιν. Ὁ δὲ φόρος, ὅστις ἐπιβάλλεται, νομίζετε, ὅτι αὐξάνει σπουδαίως τὴν διαφορὰν τῆς ἀξίας τοῦ κάθε λουλᾶ, ἵνα εἴπω οὕτως, ὁ ὁποῖος καπνίζεται; Ὂχι· ἀντὶ δύω λεπτῶν, θὰ ἦναι τρία· ἐὰν ὑπολογίσετε πόσοι λουλάδες δύνανται νὰ ληφθῶσιν ἀπὸ μίαν ὀκὰν τουμπεκὶ, θὰ ἴδητε, ὅτι εἶναι ἐλαχίστη διαφορά. Δὲν ἔχει λοιπὸν σπουδαιότητα. Περιορίζομαι ἐν συνόλῳ καὶ δὲν ἐνδιατρίβω πολὺ εἰς ἕκαστον εἶδος, διατί ἐθέσαμεν αὐτοὺς τοὺς ὅρους, ἤτοι ἐπὶ τοῦ εἰς φύλλα καπνοῦ 4,50, ἃ διὰ τῶν προσθηκῶν γίνονται 5,98, εἰς τὸν κοπανιστὸν 3,70 διὰ δὲ τῶν προσθηκῶν 4,92, εἰς τὸν κομμένον ἢ εἰς σιγάρα χάρτινα ἢ ποῦρα δρ. 8, αἱ ὁποῖαι γίνονται 10,65, καὶ τελευταῖον εἰς κυλίνδρους δρ. 6, αἵτινες γίνονται 7,99· ἐδῶ ἐδώσαμεν προσοχὴν εἰς τὴν ἀξίαν, εἰς τὸ ἐπιζήτητον τοῦ εἴδους, εἰς τὴν πιθανότητα, ὅτι δὲν μέλλει ν’ ἀποκλεισθῇ ἡ εἰσαγωγή. Εἶχε τὴν ἀπορίαν μάλιστα ὁ κύριος Παπαμιχαλόπουλος, ἂν εἰσήχθη καπνὸς ἀπὸ τῆς 1ης Νοεμβρίου, ὅτε εἰσήχθη τὸ Νομοσχέδιον, καὶ ἀφ’ ὅτου ἤρξατο ἡ ἐφαρμογὴ εἰς τὰ Τελωνεῖα. Πρὸς τοῦτο ἔφερον ἐδῶ τὸν πίνακα, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξάγεται, ὅτι εἰσεπράχθησαν ἔκτοτε 9,260 δραχμαί.
§65ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ πόσων ὀκάδων;
§66ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐπειδὴ εἶναι διάφοροι ποιότητες, σᾶς δίδω τὸν πίνακα, διὰ νὰ τ’ ἀθροίσητε, εἶναι διαφόρων εἰδῶν· ἐκ τοῦ συνόλου τῶν κατηγαριῶν εἰσεπράχθησαν 9,260 δραχμαί. Μένει τὸ τελευταῖον, περὶ οὗ ἐπίσης ἐνησχολήθη ὁ ἔντιμος προλαλήσας. Τί μέλλει νὰ γείνῃ τὸ λαθρεμπόριον διὰ τῆς αὐξήσεως αὐτοῦ τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους; μήπως μέλλει νὰ λάβῃ πλείονα ἔντασιν τὸ λαθρεμπόριον, καὶ ἐπελήφθη τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐκ Τροιζηνίας, εἰπόντος, τί ἐμφαίνουσι τὰ ἀνώτερα ποσὰ ἐκ τῶν ποινῶν τῆς λαθρεμπορίας; ἐμφαίνουσιν ἐλάττωσιν τοῦ λαθρεμπορίου ἢ πλεονασμόν; εἶναι ἁπλούστατον, ἐμφαίνουσι πλεόνασμα. Ἀλλ’ ἀνάγκη νὰ σᾶς δώσω τὴν πληροφορίαν, διὰ νὰ μὴ γείνῃ παρεννόησις, ὅτι ὅλα ὅσα φέρομεν εἰς τὸν πίνακα, ὡς ἐκ λαθρεμπορίων προερχόμενα, εἶναι ἀρχαιότερα, δηλαδὴ ἀπὸ τοῦ 1875, ἢ ἀπὸ τοῦ 1879· εἶναι ἀποφάσεις, αἵτινες ἔμενον ἐκκρεμεῖς, καὶ τώρα ἐξεδικάσθησαν καὶ ἐκτελοῦνται.
§67ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι λαθρεμπόρια τῶν τελευταίων ἐτῶν τοῦ 1880, τοῦ 1881· τοῦ 1875 θὰ ἦναι ἴσως ἕν.
§68ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ κάμετε, παρακαλῶ, μίαν κατάστασιν τῶν λαθρεμπορίων.
§69ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, μίαν κατάστασιν τῶν ἐκκρεμῶν λαθρεμπορίων, τὰ ὁποῖα ἐξεδικάσθησαν ἤδη.
§70ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὡς ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν τελῶν θέλει ἐπέλθει καὶ τῶν λαθρεμπορίων αὔξησις; τοῦτο ἐσκέφθημεν καὶ ἡμεῖς, καὶ διὰ τοῦτο ἐμείναμεν μέχρις αὐτοῦ τοῦ ὁρίου. Διὰ τοῦτο εὑρίσκομεν, ὅτι ἡ πρότασις περὶ αὐξήσεως τῶν τελῶν ἴσως δύναται νὰ ἦναι κατὰ τοῦτο ἐπιβλαβὴς εἰς τὸ νὰ παράσχῃ ἀμοιβὴν εἰς λαθρεμπόριον· διότι, ὅταν τὸ κέρδος ἦναι σπουδαῖον, ἐννοεῖται, ὅτι χάριν αὐτοῦ ὁ ἐπιχειρῶν τὰ τοιαῦτα τολμᾷ νὰ ἐπιχειρήσῃ, καὶ δι’ αὐτὴν τὴν αἰτίαν ἐνομίσαμεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ φθάσωμεν εἰς ὑπερβολάς. Ὅλαι αἱ ὑπερβολαὶ εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, ὡς εἶναι γνωστὸν, εἶναι ἀμοιβὴ τῆς λαθρεμπορίας· μόνον ὅταν διατηρῇ τις τὸν μέσον ὅρον ὡς ἔγγιστα, μόνον τότε δὲν ἔχει συμφέρον ὁ λαθρέμπορος νὰ ἐκτεθῇ εἰς τοιοῦτον βαθμόν· διότι, ἂν ὑποθέσετε, ὅτι φορολογεῖτε ἀντὶ 8, 16, τότε λέγει ὁ λαθρέμπορος, ἂς πληρώσω τὰς 8 εἰς τὸν συμβοηθοῦντά με εἰς τὸ λαθρεμπόριον φύλακα, ἢ ἂς δαπανήσω τὰς 8, διὰ νὰ ἐξαπατήσω αὐτὸν ἄλλως πως, εἰσάγων διὰ τοῦ δεῖνος ἢ δεῖνος μέσου, καὶ ἔχω πάντοτε κέρδος τὰς ἄλλας 8· ἐνῷ, ἂν περιορισθῆτε εἰς τὰς 8, εἶναι ὀλιγώτερον τὸ στάδιον, διότι δὲν ὑπολείπεται κέρδος 8. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, ὅπως ἔχει τὸ Νομοσχέδιον, δὲν φθάνει μέχρις ἐκείνης τῆς ὑπερβολῆς, ἥτις δύναται νὰ δώσῃ τρυφὴν καὶ ἔναυσμα εἰς τὸ λαθρεμπόριον, ἀλλὰ περιστέλλει ἕως ἐκεῖ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ εἰσάγοντος, ὥστε νὰ μὴ ἐλπίζῃ δι’ ἄλλου τρόπου ἀθεμίτου νὰ προσκτήσηται κέρδος· τότε δὲν ἐπέρχεται ἡ στείρευσις αὐτοῦ τοῦ πόρου, διότι ὅλα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ὑπάγονται εἰς αὐτὰς τὰς κατηγορίας, ὅλα εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐγκαταλιμπάνονται παρὰ τῶν ἐχόντων τὴν ἕξιν νὰ κάμουν τὴν χρῆσιν αὐτῶν. Ἡ χρῆσις αὐτῶν θέλει ἐξακολουθήσει, καὶ ἔχετε ἤδη δεῖγμα, ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ, διότι εἴδατε, ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ δὲν ἔπαυσεν, ὅσον καὶ ἂν ἦναι ἐλαχίστη ἐπὶ τοῦ παρόντος, διότι καὶ οἱ θέλοντες νὰ εἰσαγάγωσι καπνὸν εἶναι ἐφεκτικοὶ, διότι θέλουν νὰ ἴδουν τί θὰ γείνῃ, ἡ Βουλὴ θὰ δεχθῇ, ναὶ ἢ ὄχι, τὸ Νομοσχέδιον, καὶ κρατοῦν ἐν τῇ διαμετακομίσει τὸ ἐμπόρευμά των. Ὅταν ἴδουν, ὅτι ἐπεψηφίσθη, τότε θέλουν ὑποκύψει· καὶ ἡ κατανάλωσις δὲν θέλει βλαφθῆ, διότι δὲν παραιτεῖ ἕκαστος τὴν συνήθειαν, ἐνῷ ἡ διαφορὰ εἶναι μικρὰ, ὥστε δὲν θὰ τὸν ἀναχαιτίσῃ, ὥστε νὰ στερηθῇ τοιαύτης εὐχαριστήσεως. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον θέλει γείνει δεκτόν.
§71Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριοι, εἶχον τὰς αὐτὰς ἀπορίας, τὰς ὁποίας ἐξέφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Γόρτυνος κ. Δηλιγιάννης, καὶ ἂν συνέβαινε νὰ λάβω τὸν λόγον, πρὶν λαλήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἤθελον κάμει τὰς αὐτὰς ἐρωτήσεις. Ἤθελον ἐρωτήσει τουτέστι κατὰ πρῶτον ποῖος λόγος ὑπηγόρευσε τὸ προκείμενον Νομοσχέδιον, καὶ ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει δι’ αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις. Εἶναι σκοπὸς ταμιευτικὸς, ἢ σκοπὸς προστατευτικός; Θαυμάζω δὲ διατί εὗρε παράδοξον τὴν ἐρώτησιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τὴν ἐθεώρησεν ὡς ἁπλῆν πολυπραγμοσύνην. Τί προτείνεται διὰ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου; προτείνεται αὔξησις, καὶ αὔξησις ὑπέρογκος ὑφισταμένου εἰσαγωγικοῦ τέλους. Ὅταν τοιαύτη πρότασις ἔρχεται, δικαιοῦται ἕκαστος νὰ ἐρωτήσῃ πρὸς τίνα σκοπὸν γίνεται ἡ μεγάλη αὔξησις αὕτη; γίνεται, διὰ νὰ προστατευθῇ ἡ παραγωγὴ ὁμοειδῶν ἐγχωρίων προϊόντων, ἢ γίνεται πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ ν’ αὐξήσουν τὰ εἰσοδήματα τοῦ Κράτους; Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀπευθύνωμεν τὴν ἐρώτησιν ταύτην, καθ’ ὅσον παρ’ ἡμῖν ἰσχύει ὁ κανὼν, ὅτι τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη ἐπὶ τῶν ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, πρέπει ν’ ἀναλογοῦν πρὸς 10% ἐπὶ τῆς τρεχούσης τῶν ἐμπορευμάτων ἀξίας· ἐπιτρέπονται δὲ δύω ἐξαιρέσεις, ἐξ ὧν ἡ μία διὰ τὰ ἀντικείμενα τῆς πρώτης ὕλης, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μὴ ὑπερβαίνουν τὸ 5%, καὶ ἡ ἄλλη διὰ τὰ ἀντικείμενα τῆς πολυτελείας, τὸ τέλος τῶν ὁποίων δύναται νὰ φθάσῃ καὶ μέχρι τῶν 15%· ἐδῶ δὲ βλέπομεν, ὅτι γίνεται ὑπέρβασις τοῦ ὅρου τούτου, διότι τὸ ἐπιβαλλόμενον διὰ τοῦ Νομοσχεδίου τέλος εἶναι διά τινα εἴδη καπνοῦ ἀνώτερον καὶ αὐτῆς τῆς ἀξίας τοῦ εἰσαγομένου προϊόντος. Δὲν ἔπρεπε λοιπὸν νὰ παραξενευθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν τῷ ἐγένετο ἡ ἐρώτησις πρὸς τίνα σκοπὸν πράττει τοῦτο· τὸ πράττει λόγῳ προστασίας τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς, ἢ τὸ πράττει λόγῳ αὐξήσεως τῶν εἰσοδημάτων τοῦ Δημοσίου; Λαβὼν τὸν λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς, μᾶς ἐξήγησεν, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ ὑποβληθέντος Νομοσχεδίου εἶναι καθαρῶς ταμιευτικὸς, καὶ ὅτι προτίθεται δι’ αὐτοῦ οὐχὶ νὰ προστατεύσῃ τὴν παραγωγὴν τοῦ ἐγχωρίου καπνοῦ, ἀλλὰ θέλει νὰ αὐξήσῃ εἰσοδήματα, τὰ ὁποῖα λαμβάνει τὸ Δημόσιον ἐκ τοῦ καπνοῦ, ὁ ὁποῖος εἰσάγεται ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς. Ἀπὸ τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους παρουσίασεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ περὶ τῶν ὁποίων σᾶς ἔκαμε λόγον ὁ κ. Δηλιγιάννης, προκύπτει, ὅτι ἀπὸ εἰσαγωγικὰ τέλη καπνοῦ τὸ Δημόσιον μόλις ἀπολαμβάνει σήμερον περὶ τὰς 50,000 κατὰ μέσον ὅρον· ἀμφιβάλω δὲ ἐὰν, μετὰ τὴν εὐτυχῆ ἕνωσιν τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, θέλωμεν ἔχει τὴν αὐτὴν εἰσαγωγὴν καπνοῦ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὸ μεγαλείτερον μέρος τοῦ εἰσαγομένου καπνοῦ εἰς φύλλα προέρχεται ἀπὸ τὰς ὁμόρους Ἐπαρχίας· ἑπομένως, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐὰν ὁ μέσος ὅρος τῶν μέχρι τοῦδε εἰσπραττομένων ἀπὸ εἰσαγωγικὰ τέλη καπνοῦ ἀναβαίνῃ εἰς 50 χιλιάδας δραχμὰς, ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς θέλει εἶσθαι πολὺ κατώτερος, ἴσως δὲν θέλει φθάσει οὔτε τὰς 20 ἢ 30 χιλιάδας. Ἀλλ’ ἐγὼ παραδέχομαι διὰ μίαν στιγμὴν, ὅτι καὶ εἰς τὸ μέλλον, ἐὰν μετεβάλετο τὸ δασμολόγιον, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ εἰσπράττωνται 50 χιλιάδες ἀπὸ εἰσαγωγικὰ τέλη τοῦ καπνοῦ. Κατὰ τὸ Νομοσχέδιον, τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη τῶν διαφόρων εἰδῶν τοῦ καπνοῦ τετραπλασιάζονται κατὰ μέσον ὅρον. Ἑπομένως, ἂν ἐξακολουθήσῃ νὰ εἰσάγεται ἡ αὐτὴ ποσότης τοῦ καπνοῦ, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀντὶ τῶν 50 χιλιάδων, τὰς ὁποίας εἰσπράττομεν σήμερον, θέλομεν εἰσπράττει 200 χιλιάδας, ὅ ἐστὶν 150 χιλιάδας πλέον. Τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν εἶναι βεβαίως εὐκαταφρόνητον, καὶ ἐγὼ προθύμως ἤθελον ὑποστηρίξει τὸ Νομοσχέδιον, ἐὰν ἤμην βέβαιος, ὅτι διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ ἠθέλομεν κατορθώσει νὰ αὐξήσωμεν τὰ εἰσοδήματα τοῦ Κράτους κατὰ 150 χιλιάδας· ἀλλὰ ποῖος δύναται νὰ βεβαιώσῃ τοῦτο; Πρέπει νὰ ᾖναί τις ἐντελῶς ἄπειρος τῆς τελωνειακῆς ὑπηρεσίας, πρέπει νὰ μὴ γνωρίζῃ τοὺς κανόνας καὶ τὴν τακτικὴν, ὁ ὁποία διέπει τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ξένων ἐμπορευμάτων, διὰ νὰ πιστεύσῃ καὶ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν αὐξάνει ἀναλόγως καὶ τὰ εἰσοδήματα τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἡ πεῖρα ἔχει βεβαιωμένον τὸ ἐναντίον, καὶ κατήντησε παροιμιῶδες τὸ λόγιον σοφοῦ οἰκονομολόγου, ὅτι ἐπὶ τῶν τελωνειακῶν τὰ δύω καὶ δύω δὲν κάμνουν τέσσαρα· ὑπάρχουν παραδείγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα τὰ δύω καὶ δύω κάμνουν 3 καὶ πολλάκις ἓν καὶ ἥμισυ· ὅ ἐστὶν ἡ αὔξησις τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, ἀντὶ νὰ αὐξήσῃ, ἐλαττώνει ἐνίοτε τὰ εἰσοδήματα. Ἀναφέρουν δὲ παράδειγμα λίαν ἐμφαντικόν· λέγουν, ὅτι, αὐξήσαντες ποτὲ ἐν Ἀγγλίᾳ τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος τῆς σακχάρεως κατὰ 20%, εἰσέπραξαν 2,778,000 λίρας, ἐνῷ πρὸ τῆς αὐξήσεως εἰσεπράττοντο 3,300,000. Εἶναι πολὺ φυσικὸν, ὅταν αὐξάνωνται τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, νὰ γίνωνται δύω τινά· πρῶτον νὰ ἐλαττοῦται ἡ χρῆσις καὶ κατανάλωσις τῶν ἀντικειμένων, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλεται βαρὺς φόρος, δεύτερον δὲ νὰ αὐξάνουν ὑπερμέτρως τὰ λαθρεμπόρια. Καὶ τὰ δύω ταῦτα δὲν εἶναι καμμία ἀμφιβολία, ὅτι θέλουν συμβῆ ἐν μεγίστῃ κλίμακι, ἐὰν τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο ἐπιψηφισθῇ. Ἐν πρώτοις βεβαιῶ ὑμᾶς, ὅταν ἐπιβληθῇ τέλος πέντε νέων δραχμῶν ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ὅστις εἰσάγεται ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, ὁ καπνὸς οὗτος βεβαίως θέλει ὑπερτιμηθῆ, καὶ οἱ καπνίζοντες καπνὸν ξενικὸν θέλουν προτιμᾷ τὸν ἐγχώριον· δὲν εἶναι λοιπὸν οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους, ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου καπνοῦ θέλει περιορισθῆ παραπολὺ, καὶ ἑπομένως δὲν θέλομεν εἰσπράξει ἴσως οὔτε ὅσα εἰσπράττομεν σήμερον. Ἀφ’ ἑτέρου προσθέσατε καὶ τὰ λαθρεμπόρια· τὰ λαθρεμπόρια αὐξάνουν καθ’ ὅσον εἶναι μεγαλείτερα τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, καὶ τὸ μόνον φάρμακον, τὸ ὁποῖον ἐκρίθη ἀποτελεσματικὸν διὰ τὴν ἐλάττωσιν τῶν λαθρεμπορίων, εἶναι ἡ ἐλάττωσις τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, πάντοτε δὲ τὰ ἄλλα ἀποβαίνουν μάταια· διότι, ὅταν τὸ κέρδος ᾖναι μέγα—καὶ βεβαίως εἶναι σημαντικὸν, ὅταν πρόκηται περὶ ὑπερόγκων εἰσαγωγικῶν τελῶν—δὲν μένει οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι τὰ λαθρεμπόρια αὐξάνουν· ὅσα δὲ μέτρα καὶ ἂν λαμβάνετε, εἶναι ἀδύνατον νὰ τὰ περιστείλητε. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι, ἐὰν ἐπιψηφισθῇ τὸ Νομοσχέδιον, ἀφ’ ἑνὸς θέλει ἐλαττωθῆ ἡ κατανάλωσις, ἀφ’ ἑτέρου θέλουν αὐξήσει τὰ λαθρεμπόρια, καὶ ἑπομένως δὲν πιστεύω ποτὲ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθώσετε τὸν ταμιευτικὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκετε. Φοβοῦμαι μάλιστα μήπως, ἀντὶ τῶν 50,000, τὰς ὁποίας σήμερον εἰσπράττομεν, εἰσπράξετε ὀλιγώτερον, μήπως ἐλαττωθοῦν ἔτι μᾶλλον αἱ εἰσπράξεις. Ἀλλὰ δύναται νὰ εἴπῃ τις: καὶ τί βλάπτει τέλος πάντων; 50,000 εἰσπράττομεν σήμερον, νομίζομεν δὲ ὅτι, ἐπειδὴ ὁ κόσμος ἐσυνείθισε νὰ καπνίζῃ τὸν ἔξωθεν εἰσαγόμενον καπνὸν καὶ νὰ κάμνῃ χρῆσιν τοῦ ναργιλὲ, καὶ ἐπειδὴ εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ προλάβωμεν τὰ λαθρεμπόρια διὰ τῆς ἀόκνου καὶ ἀγρύπνου ἐπιτηρήσεως, τὴν ὁποίαν ἀσκοῦμεν εἰς τὰ Τελωνεῖα, νομίζομεν, ὅτι θέλομεν εἰσπράττει 150,000 πλειότερον· ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν τὰς εἰσπράξωμεν, δὲν χάνομεν τίποτε. Ἂν, κύριοι, εἶχεν οὕτω τὸ πρᾶγμα, βεβαίως καὶ ἐγὼ δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον νὰ ὁμιλήσω κατὰ τοῦ Νομοσχεδίου· ἀλλὰ μὴ λησμονῆτε, ὅτι ἡ τελωνειακὴ νομοθεσία παντὸς ἔθνους εἶναι νομοθεσία διεθνὴς, καὶ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ κάμνωμεν πειράματα. Πρέπει νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν πᾶν μέτρον τελωνειακὸν, τὸ ὁποῖον λαμβάνομεν, θέλει προξενήσει εἰς ξένας χώρας. Νομοθέτημα δὲ τὸ ὁποῖον αὐξάνει ὑπερόγκως τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη ἐμπορεύματος, τὸ ὁποῖον ἔρχεται, ἔστω καὶ εἰς μικρὰν ποσότητα, ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, δὲν θέλει μείνει ἀπαρατήρητον εἰς τὰς ξένας Ἐπικρατείας, καὶ δὲν λέγω ὅτι θὰ ζητήσουν πρὸς ἀντεκδίκησιν αἱ Ἐπικράτειαι, ἀπὸ τὰς ὁποίας εἰσάγεται καπνὸς, νὰ ἐπιβάλουν ἀνώτερον εἰσαγωγικὸν τέλος εἰς τὸν ἡμέτερον καπνὸν, διότι ὁ Ἑλληνικὸς καπνὸς πηγαίνει εἰς χώρας ὅπου ὑπάρχει τὸ μονοπώλιον, ὅπως παρετήρησεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, φοβοῦμαι ὅμως μήπως, λαμβάνουσαι ἀφορμὴν αἱ Ἐπικράτειαι ἐκεῖναι ἐκ τοιούτων νομοθετημάτων, ἐπιβάλωσιν ἀνώτερα τέλη εἰς ἄλλα προϊόντα τῆς Ἑλλάδος. Ἐγὼ, κύριοι, καθὼς γνωρίζετε, διηύθυνα πολλὰ ἔτη τὸ τελωνειακὸν Τμῆμα, καὶ ἔχω ἱκανὴν πεῖραν τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς καὶ ἀνέγνωσα ἀπείρους σχετικὰς ἐκθέσεις τῶν ἡμετέρων Πρέσβεων καὶ Προξένων, γνωρίζω δὲ, ὅτι, ὁσάκις ἐζήτησεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τὴν ἐλάττωσιν τῶν βαρέων εἰσαγωγικῶν τελῶν, εἰς τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται τὰ ἡμέτερα προϊόντα, πάντοτε μᾶς ἀντέταξαν ὅτι καὶ ἐν τῷ δασμολογίῳ ἡμῶν ἀπαντῶνται εἴδη, τὰ ὁποῖα εἰσαγόμενα φορολογοῦνται βαρέως καὶ λέγουσιν, ὅτι ἀφοῦ καὶ σεῖς ἐπιβάλλετε βαρέα τέλη εἴς τινα εἴδη, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ζητῆτε ἀπὸ ἡμᾶς νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη τῆς σταφίδος, τῶν σύκων. Ἑπομένως φοβοῦμαι, ὅτι, ἐὰν ἐπιβάλλητε τοσοῦτον βαρὺ τέλος ἐπὶ τῶν σιγάρων τῆς Αὐστρίας, θὰ λάβῃ αὕτη τὸ ἐπιχείρημα, ὅταν ζητήσητε τὴν ἐλάττωσιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους τῆς σταφίδος, νὰ σᾶς ἐρωτήσῃ διατί σεῖς ἐπεβάλατε ἐπὶ τοῦ καπνοῦ 100%.
§72ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς διακόψω;
§73ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλήσατε.
§74ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Σεῖς εἴχατε προτείνει μονοπώλιον· τί θὰ ἔλεγον διὰ τοῦτο τὰ ξένα Κράτη;
§75ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διαφέρει· θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἀμέσως. Λέγει ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ὅτι ἐγὼ εἶχον προτείνει μονοπώλιον, καὶ ὅτι τὸ μονοπώλιον ἀποκλείει πᾶσαν εἰσαγωγήν. Τοῦτο εἶναι βέβαιον· ἀλλὰ τὸ μονοπώλιον εἶναι θεσμὸς ἐσωτερικὸς καὶ οὐδεμία ξένη Ἐπικράτεια ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ λόγον διατί εἰς τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ συνιστᾶται μονοπώλιον, διότι καὶ τὰ ἄλλα Κράτη ἔχουσι μονοπώλιον. Ἀλλ’ ὅταν ἐπιβάλλετε εἰσαγωγικὰ τέλη, ἔχουσιν οἱ ξένοι τὸ δικαίωμα καὶ νὰ σᾶς ἐρωτήσωσι καὶ νὰ παραπονεθῶσι.
§76ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὅτι σεῖς ἔχετε μονοπώλιον.
§77ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τελωνειακὴ νομοθεσία παντὸς ἔθνους λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν, ὄχι τὸ μονοπώλιον.
§78ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὸ μονοπώλιον δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὰ Τελωνεῖα...
§79ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν· οὐδὲ δύνανται οἱ ξένοι νὰ παραπονεθῶσι, διότι τὸ μονοπώλιον περιορίζει τὴν ἐλευθερίαν τῆς παραγωγῆς καὶ εἰς τοὺς ἡμεδαπούς. Εἶπε δὲ ὁ κύριος Ὑπουργὸς, ἠξεύρετε διατί ἐθεωρήσαμεν ἀναγκαῖον νὰ αὐξήσωμεν τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη ἐπὶ τοῦ καπνοῦ τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου; διότι πρόκειται νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ καπνοῦ τοῦ ἐγχωρίου. Ἀλλὰ τοῦτο, νομίζω, δὲν εἶναι λόγος ἰσχυρὸς, διότι κατὰ τὸ Νομοσχέδιον ὁ φόρος καταναλώσεως ἐπιβάλλεται καὶ ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου ἔξωθεν καπνοῦ. Ἐὰν σήμερον, ὅτε δὲν ἐπιβάλλεται φόρος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ ἐγχωρίου, εἰσπράττεται μία δραχμὴ, αὔριον, ὅταν ἐπιβάλλεται φόρος καταναλώσεως 3 δραχμῶν· θὰ ἐπιβληθῇ οὗτος καὶ ἐπὶ τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου. Ἐὰν ἐνομίζετε, ὅτι τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος εἶναι ἐλαφρὸν ἔπρεπε νὰ τὸ αὐξήσητε καὶ πρὶν σκεφθῆτε νὰ ἐπιβάλλητε φόρον καταναλώσεως. Φρονῶ, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον δύναται νὰ μᾶς βλάψῃ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐνεργείας ἡμῶν ὡς πρὸς τὴν ἐλάττωσιν τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, εἰς τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται τὰ προϊόντα ἡμῶν εἰς τὰς ἄλλας χώρας, εἶμαι κατὰ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου καὶ θὰ τὸ καταψηφίσω.
§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἦτο ἀληθὲς, ὅτι τὸ ὑποβληθὲν Νομοσχέδιον ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τὴν ἐπίδρασιν, τὴν ὁποίαν προανήγγειλεν ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, ὠφείλομεν πολὺ νὰ σκεφθῶμεν, πρὶν ἢ δώσωμεν τὴν ψῆφον ἡμῶν. Ἀλλὰ κατ’ οὐδένα λόγον φρονῶ, ὅτι δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν ὡς σπουδαῖον τὸν κίνδυνον τοῦτον. Διὰ νὰ παραπονεθῶσι τὰ ξένα Κράτη περὶ τῆς φορολογίας ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, τῆς ἐπιβαλλομένης ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, πρέπει ταῦτα νὰ ἐπιβάλωσι φορολογίαν ἐν μέτρῳ ἄλλῳ, ἐν μέτρῳ πολὺ ἐπιεικεστέρῳ, ἐπὶ τοῦ προϊόντος τούτου. Ἀλλ’ ἐξετάζοντες πάντα τὰ Κράτη, τῶν ὁποίων τὴν ἀντεκδίκησιν φοβεῖται ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, εὑρίσκομεν νὰ διέπῃ αὐτὰ φορολογία πολλῷ ἀνωτέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς προτείνομεν διὰ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου Ἐν Ἀγγλίᾳ φορολογίαν ἐπὶ τοῦ καπνοῦ εὑρίσκομεν 3 σελίνια καὶ 10 πένας τὴν λίτραν εἰς φύλλα, καὶ ἐπὶ τῶν σιγάρων 5 σελ. καὶ 6 πέν· πολλαπλασιάσατε τὰς λίτρας διὰ τοῦ 5 καὶ μετατρέψατε τὰ σελλίνια εἰς δραχμὰς καὶ βλέπετε εἰς ποίους ἀριθμοὺς φθάνομεν κατ’ ὀκᾶν. Ἐν Γαλλίᾳ ἐπὶ τῇ αὐτῇ σχεδὸν ἀναλογίᾳ εὑρίσκομεν τὴν τιμὴν τοῦ καπνοῦ καὶ τῶν σιγάρων· εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐκεῖ ὑπάρχει μονοπώλιον, ἀλλὰ μονοπώλιον τίθεται, ὅπως φορολογῆται τὸ προϊόν, ἡ δὲ τιμὴ τῆς πωλήσεως τοῦ καπνοῦ μετὰ τὴν ἔκπτωσιν τῆς ἀξίας δεικνύει τὸ μέτρον τοῦ φόρου, καὶ τοῦτο εἶναι σχεδὸν ἀνάλογον πρὸς τὸ μέτρον τοῦ φόρου ἐν Ἀγγλίᾳ. Καὶ πάντα τὰ ἄλλα Κράτη, τῶν ὁποίων τὴν ἀντεκδίκησιν φοβεῖται ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλλίας βουλευτής, βαρὺν ἐπιβάλλουσι φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Πῶς δύνανται λοιπὸν τὰ Κράτη ταῦτα νὰ παραπονεθῶσι, διότι ἡ Ἑλλὰς αὐξάνει τὸν φόρον, ἀλλὰ μέχρι μέτρου πολὺ κατωτέρου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ταῦτα ἔχουσι; Πῶς δύνανται νὰ παραπονεθῶσι τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα διὰ μονοπωλίου ἐπιβάλλουσι τὸ τέλος τοῦτο; διότι δὲν εἶναι μόνη ζημία τοῦ Ἑλληνικοῦ καπνοῦ τὸ μέγεθος τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους, ὑφίσταται καὶ ἄλλην ζημίαν, ὅτι ὑπάρχει μόνον εἷς ἀγοραστὴς τοῦ καπνοῦ, ὁ διευθύνων τὸ μονοπώλιον, καὶ ἐὰν οὗτος δὲν θέλῃ ν’ ἀγοράσῃ Ἑλληνικὸν καπνὸν, εἶναι οὗτος ἐντελῶς ἀποκεκλεισμένος· καὶ ἐν ᾗ ὅμως περιπτώσει εὐνοηθῇ ὁ ἑλληνικὸς καπνὸς, ὑπὸ τοῦ διευθύνοντος τὸ μονοπώλιον, πάλιν ὑποβάλλεται εἰς μεγαλείτερον τέλος τοῦ προτεινομένου παρ’ ἡμῶν διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Νομοσχεδίου. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, ὅτι τὸ μονοπώλιον δὲν εἶναι μέτρον τελωνειακόν. Τὸ μονοπώλιον ἀναγκαίως πάντοτε συνοδεύεται ὑπὸ τελωνειακοῦ μέτρου, καὶ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας γινώσκει, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ, ἐν Τουρκίᾳ καὶ ἐν Αὐστρίᾳ, ὅπου ὑπάρχει μονοπώλιον, ὑπάρχουσιν ἀπαγορεύσεις τελωνειακαὶ κατὰ τῶν Ἑλληνικῶν καπνῶν καὶ ἐπιτρέπεται ἡ εἴσοδος εἰς αὐτοὺς μόνον ὁσάκις εὐνοηθῶσι παρὰ τοῦ διευθύνοντος τὸ μονοπώλιον· καὶ γινώσκομεν, ὅτι, ἕνεκα τοῦ τοιούτου ἀποκλεισμοῦ, ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ καπνοῦ ἐν Γαλλίᾳ ἐγένετο ἀντικείμενον διπλωματικῶν διαπραγματεύσεων. Εὑρίσκεται ἐν τῷ Γραφείῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἀλληλογραφία ὀγκώδης, γενομένη, ὅπως ἀγορασθῇ ἐλάχιστον ποσὸν Ἑλληνικοῦ καπνοῦ ἐν Γαλλίᾳ. Εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις σπουδαίως, ὅτι διατρέχομεν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν τὰς ἄλλας Ἐπικρατείας παραπονουμένας, διότι ἡμεῖς παρεδέχθημεν μέτρον πολλῷ ἐπιεικέστερον, καὶ σπουδαία εἶναι ἡ ἀξίωσις τῶν βουλευτῶν, τῶν εἰπόντων, ὅτι ἐνδιαφέρονται οἱ ξένοι, οὓς ἐμνημόνευσαν, περὶ τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους τοῦ καπνοῦ ἐν Ἑλλάδι; Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ὡμίλησε περὶ τῆς Ἀγγλίας. Ὁ καπνὸς, ὁ ἐκεῖθεν ἐρχόμενος, ἀνήκει ὅλος εἰς τὸ διαμετακομιστικὸν ἐμπόριον, καὶ βεβαίως ἡ Ἀγγλία δὲν ἐνδιαφέρεται ὅπως πληρώσῃ ἡ Ἑλλὰς διαμετακομιστικὰ δικαιώματα. Ἡ Γαλλία ἔχει τῷ ὄντι βιομηχανίαν καπνοῦ, διότι ἐκεῖ παρασκευάζονται σιγάρα· ἀλλ’ ὁ καπνὸς δὲν εἶναι Γαλλικὸς, ὥστε ἐλάχιστον εἶναι τὸ συμφέρον τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν ἐξαγομένων ἐκεῖθεν σιγάρων ἢ ἄλλων καπνῶν. Μόνον ἡ Τουρκία δύναται νὰ ἔχῃ συμφέρον ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου καπνοῦ ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ ἡ Τουρκία ἔχει μονοπώλιον καὶ ἀποκλείει ἐντελῶς τὸν Ἑλληνικὸν καπνὸν, διὰ τοῦτο δὲ καὶ συζήτησις ἐγένετο ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ περὶ λαθρεμπορίου τοῦ καπνοῦ ἐν Τουρκίᾳ. Κίνδυνος λοιπὸν ἐκ τούτου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, καὶ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ ἀντικείμενον ἄνευ οὐδενὸς φόβου ἐκ τοιαύτης ἀφορμῆς. Ἐξετάζοντες δὲ οὕτω τὸ Νομοσχέδιον, δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι ἐπετρέπετο ψήφισις φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ ἐν Ἑλλάδι ἄνευ τῆς αὐξήσεως τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν; Δὲν ἐξετάζω τὸ ζήτημα ὑπὸ ἔποψιν προστασίας οὔτε ὑπὸ ἔννοιαν ταμιευτικὴν, τὸ ἐξετάζω ὑπὸ ἔποψιν δικαιοσύνης πρὸς τὸν Ἕλληνα παραγωγόν· διότι ἄλλο προστασία καὶ ἄλλο δικαιοσύνη. Ὁ βιομήχανος, ὁ παραγωγός, δὲν ἔχει δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ προστασίαν, ἀλλ’ ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ δικαιοσύνην· ἡ προστασία ἀπεδείχθη, ὅτι εἶναι ἐπιβλαβὴς καὶ ἄδικος εἰς τὰς τάξεις ἐκείνας, αἵτινες ἐπιβαρύνονται χάριν ἄλλων τάξεων, ἀλλ’ ἡ δικαιοσύνη πρὸς τὸν παραγωγὸν ἐπιβάλλεται ὑπ’ αὐτῆς τῆς Νομοθεσίας ἡμῶν καὶ τοῦ συμφέροντος τῆς Ἐπικρατείας. Οὐδόλως ἀποβλέπομεν εἰς τὸ συμφέρον τοῦ Ταμείου, ἀλλὰ λαμβάνομεν τὸ μέτρον τοῦτο, ὅπως μὴ ἀδικῶνται οἱ ἐγχώριοι παραγωγοί. Ποία ἔσται ἡ θέσις τῶν Ἑλλήνων παραγωγῶν, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ συνάμα μετὰ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ φόρου καταλώσεως ἐπὶ τοῦ καπνοῦ Νομοσχέδιον ἴδιον περὶ προσθέτου τέλους ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου καπνοῦ; Ἵνα ἐκτιμήσωμεν τοῦτο, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ποία ἡ ἀξία τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου καπνοῦ, συγκρινομένη πρὸς τὴν ἀξίαν τοῦ ἐγχωρίου. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας εἶπεν, ὅτι ὁ φόρος καταναλώσεως δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ μόνον εἰς τὸν ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος παραγόμενον καπνόν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου, ἑπομένως, ἀφοῦ καὶ οὗτος καὶ ἐκεῖνος φορολογοῦνται ἐξίσου, ὑπάρχει ἰσότης καὶ δικαιοσύνη. Ἀλλ’ ἡ ἰσότης καὶ ἡ δικαιοσύνη δὲν εἶναι ἡ ἀπόλυτος, ἀλλ’ ἡ σχετική, καὶ ταύτην θὰ εὕρωμεν ἐκτιμῶντες τὴν ἀξίαν ἑκάστου τῶν εἰδῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπιβάλλεται φορολογία· δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μόνον τὸ τέλος, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει τὸ Νομοσχέδιον, πρέπει νὰ προσθέσωμεν καὶ 3 δραχ. φόρον καταναλώσεως, καὶ ἂν προσθέσωμεν ταύτας φθάνομεν εἰς ποσά, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀνώτερα κατ’ ἀναλογίαν τῆς διαφορᾶς τῶν τιμῶν τοῦ ξενικοῦ καπνοῦ πρὸς τὸν ἐγχώριον· ἐξ ἐναντίας, εἶναι κατ’ ἀναλογίαν κατώτερα. Ἐξετάσατε ἐνταῦθα εἰς τὰ καπνοπωλεῖα ποία ἡ τιμὴ τοῦ ἐγχωρίου καὶ ποία ἡ τοῦ ξενικοῦ καπνοῦ· ἡ διαφορὰ τῆς τιμῆς δὲν εἶναι τοῦ ἑνὸς πρὸς δύω, οὐδὲ πρὸς τρία, οὐδὲ πρὸς τέσσαρα, εἶναι πολλῷ μεγαλειτέρα, ἐνῷ ἡ διαφορὰ τοῦ συνθέτου τούτου τέλους, τοῦ ἐκ τῶν δύω φόρων προερχομένου, εἶναι διαφορὰ διπλασία, τριπλασία ἢ τὸ πολὺ τετραπλασία. Ἑπομένως, ἐὰν ἀδικῶμεν, ἀδικοῦμεν τὸν ἐγχώριον παραγωγὸν, διότι δὲν ἐπιβάλλομεν ἱκανὴν προσθήκην τέλους εἰς τὸν ἔξωθεν εἰσαγόμενον καπνόν· καὶ δικαίως ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ἀπεφάνθη, ὅτι ἡ δικαιοσύνη θὰ ἀπῄτει ν’ αὐξήσωμεν τὴν προσθήκην. Ἀλλὰ δὲν τὴν αὐξάνομεν, διότι ἔχομεν ἀπέναντι ἡμῶν τὸ λαθρεμπόριον, καὶ φοβούμεθα μὴ ἐξ ὑπερβολικῆς αὐξήσεως δώσωμεν εἰς τὸ λαθρεμπόριον τὴν ἐνίσχυσιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας ἐθεώρησε διδομένην καὶ διὰ τοῦ παρόντος Νομοσχεδίου, καὶ εἰς βαθμὸν, ὥστε, ἀντὶ νὰ ἔχωμεν αὔξησιν, νὰ ἔχωμεν ἐλάττωσιν προσόδων. Τοῦτο ἠκούσατε πολλάκις ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ὅτε τῷ 1880 ἐπροτείναμεν νὰ αὐξήσωμεν κατὰ 12% τὸν ὑπάρχοντα ὅρον τοῦ δασμολογίου· καὶ τότε ἠκούσαμεν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, ὅτι διὰ τῆς προσθήκης ταύτης ὄχι μόνον δὲν ἠθέλομεν ἀποκτήσει 12% ἐπὶ πλέον, ἀλλ’ ὅτι θὰ ἔχωμεν ἀποτελέσματα εἰσπράξεων κατώτερα τῶν προτέρων. Πόσον μικρὰν ἀξίαν πρέπει ν’ ἀποδίδωμεν εἰς τοιαύτας ἐκτιμήσεις, ἀποδεικνύουσι τὰ πράγματα, διότι ἤδη παρῆλθον δύω ἔτη καὶ γνωρίζομεν, ὅτι ὄχι μόνον 12% προσετέθησαν εἰς τὰς προτέρας εἰσπράξεις, ἀλλὰ πολὺ μεγαλείτερα ποσά· βεβαίως καὶ διότι ηὔξησεν ἡ εἰσαγωγή, ἀλλ’ ἰδού, ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ δὲν παρημποδίσθη. Ὑπάρχει ἄρα σημεῖόν τι, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἀρχίζει τὸ λαθρεμπόριον νὰ κατανικᾷ τὰς αὐξήσεις, Τίνα ἔχει λόγον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας, ἵνα φρονῇ, ὅτι ἐν τῷ Νομοσχεδίου ἐφθάσαμεν καὶ ὑπερέβημεν τὸ σημεῖον τοῦτο; Οὐδὲν εἶπεν περὶ τούτου· εἶπε μόνον, ὅτι 2 καὶ 2 ἐν τῇ δασμολογικῇ Νομοθεσίᾳ φέρουσιν ἄθροισμα 3. Δὲν ἀρνούμεθα, ὅτι πολλάκις τοῦτο συμβαίνει· ἀλλὰ ποῖα εἶναι τὰ προηγούμενα, τὰ πείθοντα, ὅτι τοιαύτη προσθήκη θέλει δώσει εἰς τὸ λαθρεμπόριον τὴν νικῶσαν ἐν τῷ ἀγῶνι; Καὶ ἄλλοτε ἐγένετο συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ περὶ προσθήκης, καὶ τότε ἐῤῥέθη, ὅτι ἡ προσθήκη θὰ φέρῃ ἐλάττωσιν εἰς τὴν εἰσαγωγὴν, καὶ μάλιστα κατόπιν διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων, διότι ἐπετρέπετο τοῦτο τότε, ἐπηνέχθη ἐλάττωσις τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι εἶχεν ἐπέλθει ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου περιορισμὸς τῆς εἰσαγωγῆς· ἀλλ’ ἡ μελέτη τῶν πινάκων, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν πίνακας, ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν ἦτο ἀκριβὴς ἡ ἰδέα ἐκείνη· οὐδὲ σήμερον δὲ δύταται ὁ φόρος οὗτος νὰ ἐπιδράσῃ, διότι ἡ τιμὴ τοῦ ξενικοῦ καπνοῦ εἶναι πολὺ μεγάλη. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι συνιστᾷ τὴν τελωνειακὴν ὑπηρεσίαν τῆς Ἑλλάδος τὸ νὰ λέγωμεν, ὅτι ἐνταῦθα δὲν δυνάμεθα νὰ θέσωμεν φόρον κατώτερον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον θέτουσιν εἰς ἄλλα Κράτη, καὶ πρέπει τοὐλάχιστον νὰ βεβαιωθῶμεν πρὸ τούτου ἐὰν ὁ τελωνειακὸς θεσμὸς παρ’ ἡμῖν δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ, παραπλησίως τοὐλάχιστον πρὸς τοὺς τῶν ἄλλων Ἐπικρατειῶν. Θὰ ἦτο ἀπελπιστικὸν τῳόντι, ἐὰν τὸ μέσον τοῦτο, τὸ ὁποῖον τὰ ἄλλα Κράτη ἔχουσιν, ὅπως πληρῶσι τὸν δημόσιον αὐτῶν θησκυρὸν, ἤθελεν ἐλλείπει ἀφ’ ἡμῶν, μόνον καὶ μόνον ἕνεκα ἀνεπαρκείας τῆς ὑπηρεσίας· ἐξ ἐναντίας, ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι ἡ τελωνειακὴ ὑπηρεσία παρ’ ἡμῖν ὁσημέραι βελτιοῦται καὶ μεγάλαι αὐξήσεις εἰς τὰς προσόδους ἀποδεικνύουσι τοῦτο. Τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα περιέλαβε τὸ Νομοσχέδιον πρὸς αὔξησιν τῶν τελῶν ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς, ὡς εἶπον, εἶναι κατώτερα τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἐν πάσῃ ἄλλῃ Ἐπικρατείᾳ ἐπιβάλλονται, καὶ τὰ ὁποῖα εἴτε ἀμέσως, εἴτε διὰ τοῦ μονοπωλίου, καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Τουρκίᾳ, ἀπολαμβάνουσιν αἱ Ἐπικράτειαι αὗται ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Ἡ φορολογία, τὴν ὁποίαν θέλομεν σήμερον νὰ ἐπιβάλωμεν ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ ἐν Ἑλλάδι, εἶναι προωρισμένη, ἵνα ἐν τῇ οἰκονομικῇ ἡμῶν Νομοθεσίᾳ καθέξῃ θέσιν σπουδαίαν· διότι δὲν ἐπιβάλλομεν τὸν φόρον τοῦτον, ὅπως ἀπολαύσωμεν ἐξ αὐτοῦ μικρὰ ποσὰ, οὐδ’ ἐπιτρέπεται φόρος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ καπνοῦ νὰ ἐπιβάλληται, ἐὰν δὲν προσδοκῶνται μεγάλα ποσά. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ φόρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ πρόκηται νὰ ἀποβῇ τοσοῦτον ὠφέλιμος εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, πρέπει νὰ συμπληρωθῇ διὰ νομοθετημάτων παρεχόντων εἰς αὐτὸν τὰ στοιχεῖα τῆς διαρκείας, καὶ τὸ κυριώτερον τούτων εἶναι τὸ νὰ μὴ ἐπάγηται ὁ φόρος τὴν ἀδικίαν πρὸς ἐκείνους, ἐφ’ ὧν κυρίως ἐπιβάλλεται. Διὰ τοῦ Νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον προτείνομεν σήμερον, εἶπον, δὲν ζητοῦμεν προστασίαν, οὐδὲ αὔξησιν τῶν προσόδων, διότι καὶ ἄν αὐξήσωσιν αὗται ἐξ αὐτοῦ, πάλιν ἔσονται ἐντελῶς ἀσήμαντοι, καὶ ἂν ἐκλείψωσι, πάλιν ἀσήμαντος θέλει εἶσθαι ἡ ζημία, ἀλλὰ ζητοῦμεν τὴν δικαιοσύνην πρὸς τοὺς παραγωγοὺς, τῶν ὁποίων τὸ προϊὸν φορολογεῖται ὑπὸ τοῦ Νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θεωροῦμεν σπουδαιότατον καὶ ὑπὲρ τοῦ ὁποίου οὐδὲν θὰ παραλείψωμεν τὰ δυνάμενον, νὰ ἐξασφαλίσῃ αὐτῷ τὴν ἐπιτυχίαν.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον; Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι), Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται τὸ 1 ἄρθρον).
§82ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ· «εἰς παλαιὰς δραχμάς».
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 1).
§84ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει καὶ γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς· νὰ ἀναγνωσθῇ καὶ αὐτή.
§85ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς).
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τῆς Ἐπιτροπῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη.— Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 1 ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§87ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει τὸ Ἄρθρον 2).
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸν σύνολον νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς φόρου καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ ζύθου καὶ τῶν πνευματωδῶν ἐν γένει ποτῶν.
§89Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὡς μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐξέθηκα ἐκεῖ τὴν γνώμην μου καὶ ὀφείλω νὰ δηλώσω καὶ ἐνταῦθα ταύτην. Καθῆκον ἀπαραίτητον θεωροῦμεν νὰ μὴ ψηφίσωμεν οὐδένα φόρον, ὅστις θὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν λαὸν τὸν ἐργατικὸν καὶ βιομήχανον. Δὲν ἐννοῦμεν νὰ ψηφίσωμεν οὐδένα φόρον βαρύνοντα τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ἐὰν δὲν ἀποδειχθῇ πασιφανῶς, ὅτι ὁ ὑπέρογκος Προϋπολογισμὸς, ὁ ὑποβληθεὶς παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθῇ εἰς λογικὸν ὅριον. Ἔχομεν τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε Προϋπολογισμὸν, ἐν ᾧ περιλαμβάνονται ὑπερβολικαὶ δαπάναι. Ὑπάρχει προσθήκη ἀπείρων θέσεων, δημιουργία νέων, σπατάλη ἐν γένει τοῦ δημοσίου πλούτου. Ἐννοοῦμεν νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐπενέγκωμεν τὰς δυνατὰς οἰκονομίας, καὶ ἀφοῦ ἴδωμεν κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθῇ τὸ ἔλλειμμα τὸ ὑπάρχον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν θὰ αὐξομειωθῇ, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν φόρων ἀναλόγως τοῦ ἐλλείμματος. Ἐὰν δὲν ἴδωμεν πρῶτον κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν νὰ περισταλῇ τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκ τῶν οἰκονομιῶν, δὲν εἶναι, νομίζω, πρέπον νὰ ψηφίσωμεν νέους φόρους. Κατὰ τὴν γνώμην μας, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθωσιν οἰκονομίαι τριῶν ἢ τριῶν καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίων. Τὸ ἔλλειμμα οὕτως ἐλαττοῦται, καὶ δὲν θὰ λάβωμεν ἀνάγκην νὰ θέσωμεν τόσην φορολογίαν, ἰδίως ἐπὶ εἰδῶν, τὰ ὁποῖα ἤδη βαρέως φορολογοῦνται. Ὥστε παρακαλῶ, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, νὰ ἀναβληθῶσιν αἱ συζητήσεις τῶν φορολογικῶν Νομοσχεδίων, ἕως ὅτου ἀποφασισθῇ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ κατόπιν ἐπὶ τῶν ἐξόδων, ἃ θὰ οἰκονομήσωμεν, θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀποφασίσωμεν ποῖα φορολογικὰ Νομοσχέδια πρέπει νὰ παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ καὶ ποῖα οὐχί. Δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ δικαιολογηθῆτε πρὸς τοὺς φορολογηθησομένους, ἂν προηγουμένως δὲν ἐξαντλήσητε πᾶν μέσον οἰκονομίας καὶ περιστολῆς τῶν δαπανῶν.
§90ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω. Δὲν εἶμαι, κύριοι, κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος εἰς τὸ Νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου ἤρχισεν ἡ συζήτησις, καὶ διὰ τοῦτο ἐψήφισα καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς· ἀπ’ ἐναντίας, εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι εἶναι δίκαιον καὶ πρέπον νὰ ἐπιβληθῇ φόρος καταναλώσεως ἐπὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν. Ἀλλὰ καλῶς ἐνθυμεῖσθε, ὅτι, λαβὼν τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως, εἶπον, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν φόρον, ὃν τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο διαλαμβάνει, δύω τινά· πρῶτον, ὅτι ὁ φόρος οὗτος, ὅπως ἐπιβάλλεται διὰ τοῦ Νομοσχεδίου, δὲν εἶναι φόρος καταναλώσεως, ἀλλ’ εἶναι φόρος παραγωγῆς εἶναι φόρος ἄμεσος. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπήντησε τότε, ὅτι δὲν εἶδεν ἀκόμη τὰ συγγράμματα τοῦ ἐκ Τριφυλίας Βουλευτοῦ, διὰ νὰ ἴδῃ κατὰ ποίους ὁρισμοὺς γίνεται ἡ κατάταξις τῶν φόρων. Λυποῦμαι, ὅτι ἡ Τριφυλία δὲν ἐγέννησεν ἀκόμη συγγραφέα, ἐκ τῶν συγγραμμάτων τοῦ ὁποίου φωτιζόμενος ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς, νὰ ἐννοήσῃ ἐὰν ὁ διὰ τοῦ Νομοσχεδίου ἐπιβαλλόμενος φόρος ἦναι ἄμεσος, ἢ φόρος καταναλώσεως· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ περιμένῃ μέχρις ὅτου ἀνατείλῃ τοιοῦτος συγγραφεὺς ἐκ Τριφυλίας, διότι εἰς τὴν βιβλιοθήκην του ἔχει πολλὰ οἰκονομολογικὰ συγγράμματα, καὶ ὅποιον ἤθελεν ἀνοίξει, ἤθελεν ἀπαντήσει τὸν ὁρισμὸν τῶν φόρων τῆς καταναλώσεως· ἑπομένως δὲν ἤθελεν ἐπιμένει, οὔτε ἤθελε περιμένει νὰ ἴδῃ συγγράμματα ἐκ Τριφυλίας, διὰ νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν, ὅπως ἐπιβάλλεται, δὲν εἶναι φόρος καταναλώσεως. Φόροι καταναλώσεως, κύριοι, ὀνομάζονται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλονται εἰς τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα καταναλίσκουσι τὰ φορολογούμενα εἴδη. Οἱ φόροι οὗτοι ἔχουν τοῦτο τὸ διακριτικὸν, ὅτι εἶναι πάντοτε προαιρετικοὶ καὶ πληρώνονται ἀπὸ τοὺς καταναλωτάς. Καὶ δὲν ἐννοῶ μὲ τοῦτο, ὅτι καὶ ἐπιβαρύνουσι πάντοτε τοὺς καταναλωτάς· διότι συνήθως, ὅταν ἐπιβάλληται φόρος εἰς τὴν κατανάλωσιν, ἐλαττοῦται ἡ ζήτησις, κατὰ δὲ τὸν νόμον τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως, ἐπέρχεται ἡ ὑποτίμησις, καὶ ἑπομένως ὁ φόρος πίπτει ἐπὶ τῶν παραγωγῶν· ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα. Τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι ὁ φόρος πληρώνεται ἀπὸ τοὺς καταναλωτὰς καὶ ὅτι εἶναι προαιρετικός, καθόσον ὁ καταναλωτὴς δύναται, μὴ καταναλίσκων τὸ φορολογούμενον εἶδος, νὰ μὴ πληρώσῃ τὸν φόρον. Καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν ὅτι εἰς ὅλας τὰς Ἐπικρατείας εἰς τὰς ὁποίας ἐπιβάλλονται φόροι καταναλώσεως, οἱ φόροι οὗτοι εἰσπράττονται κατὰ δύω τρόπους, εἴτε διὰ τοῦ μονοπωλίου, ὅτε ἡ πληρωμὴ γίνεται ἀμέσως ἀπὸ τὸν καταναλωτὴν, εἴτε, ὅπου δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ μονοπώλιον, ἀπὸ τοὺς τελευταίους λιανοπώλας, δηλαδὴ ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀγοράζουν τὰ προϊόντα ἀπὸ τοὺς παραγωγοὺς διὰ νὰ τὰ πωλήσουν εἰς τοὺς καταναλωτάς. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως παρατηρῶ, ὅτι δὲν συμβαίνει τοιοῦτόν τι. Κατὰ τὸ Νομοσχέδιον, ὁ φόρος ἐπιβάλλεται καὶ καθίσταται ὑποχρεωτικὸς διὰ τοὺς κατασκευάζοντας τὰ ποτὰ, ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ τις ἐργαλεῖα χρησιμεύοντα πρὸς κατασκευὴν τῶν ποτῶν, ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ κατάστημα, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ κατασκευάζωνται πνευματώδη ποτὰ, καὶ ἀμέσως ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώνῃ τὸν φόρον· ὁ ἐργοστασιάρχης, ὁ κατασκευάζων κατ’ ἔτος 100, 200, 300,000 ὀκάδες διαφόρων εἰδῶν ποτῶν, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον καταναλώσεως δι’ ὅλα αὐτὰ, οὐδόλως δὲ ἐξετάζεται οὔτε πότε θέλει δυνηθῆ νὰ τὰ πωλήσῃ, οὔτε ἐὰν θὰ τὰ πωλήσῃ. Τὸ Νομοσχέδιον τὸν ὑποχρεώνει νὰ πληρώνῃ, μόνον καὶ μόνον διότι παρασκευάζει, καὶ τὸν παραπέμπει νὰ εἰσπράξῃ κατόπιν τὸν φόρον ἀπὸ τοὺς καταναλωτάς. Ἀλλὰ, καθὼς παρετήρησα καὶ τότε, τοιοῦτόν τι δὲν γίνεται ἀλλαχοῦ· διὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ, πρὶν προβῇ ἡ συζήτησις εἰς τὰ καθέκαστα, νὰ ἀκούσω ἀπὸ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐὰν ἐπιμένῃ φρονῶν, ὅτι, ὅπως ἐπιβάλλεται ὁ φόρος, εἶναι φόρος καταναλώσεως, καὶ ἐὰν ἐπείσθη περὶ τοῦ ἐναντίου περιμένω νὰ ἴδω ὁποίας τροποποιήσεις θὰ ἐπιφέρῃ εἰς τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπως ἔπραξεν εἰς τὸ ἕτερον Νομοσχέδιον, τὸ ἐπὶ τοῦ οἴνου, τὸ ὁποῖον καὶ ἐκεῖνο, ὅπως εἶχε συνταχθῆ ἀρχικῶς, δὲν διελάμβανε φόρον καταναλώσεως, ἀλλὰ φόρον ἔγγειον, καὶ διὰ τοῦτο, καλῶς ποιῶν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ἐτροποποίησε. Δευτέραν παρατήρησιν ἔκαμα τότε, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον, ὅπως εἶναι συντεταγμένον, δὲν κάμνει ἐξαίρεσιν οὐδενὸς παραγωγοῦ, οὐδενὸς κατασκευάζοντος πνευματώδη ποτά· ἠρώτησα δὲ τότε τί θέλει γείνει διὰ τοὺς μικροὺς κατασκευαστὰς τῶν χωρίων, οἵτινες κατασκευάζουσιν ὀλίγην σούμαν ἢ ῥακὴν πρὸς ἰδίαν χρῆσιν ἢ διὰ νὰ τὴν πωλήσωσιν εἰς τοὺς συγχωρίους των· ἐὰν δὲ δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἀπήντησεν τότε ὅτι αὐτοὺς δὲν θέλει τοὺς φορολογήσει. Ἀλλ’ ὅστις ἀναγνώσει τὸ Νομοσχέδιον, βλέπει ὅτι καὶ αὐτοὶ συμπεριλαμβάνονται. Ὅθεν ἐπιθυμῶ νὰ ἐξηγηθῇ σαφέστερον ὁ κύριος Ὑπουργός· ἐννοεῖ δηλαδὴ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ὁ φόρος, ὁ ἐπιβαλλόμενος εἰς τοὺς ἐργοστασιάρχας, θὰ ἐπιβάλλεται καὶ εἰς τοὺς κατασκευάζοντας ἐν τοῖς χωρίοις σούμαν ἢ ῥακὴν ἀπὸ τσίπουρα ἢ ἀπὸ σῦκα ὡς καὶ ἀπὸ χόρτον, καθὼς ἐπληροφορήθην ὅτι γίνεται εἰς τὰς Κυκλάδας, ἢ ἐννοεῖ νὰ μὴ τοὺς φορολογήσῃ; ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἀνήκουσαν τροπολογίαν. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχα νὰ κάμω.
§91ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐπιμένει ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας νὰ συζητήσωμεν τὸ ἀκαδημαϊκὸν ζήτημα, ἐὰν εἶναι φόρος ἄμεσος ἢ φόρος καταναλώσεως ὁ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Νομοσχεδίου προτεινόμενος καὶ δὲν εὐχαριστήθη διὰ τῶν ἀπαντήσεων, ὅσας ἔδωκα, ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ ἡ βεβαίωσις γίνεται ἐπὶ τῆς παραγωγῆς καὶ οὐχ ἧττον ὁ φόρος ὀνομάζεται φόρος τῆς καταναλώσεως Excise. Δὲν μᾶς κατέδειξεν εἰς τί σφάλλει ἡ Ἀγγλία ὡς πρὸς τοῦτο. Ἐξ ἐναντίας, ἔτυχε νὰ εὕρω συγγραμμάτιον τοῦ ἐκ Τριφυλίας Βουλευτοῦ, ἐκδοθὲν κατὰ τὸ 1875, καθ’ ὃ προτείνεται ὡς φόρος καταναλώσεως ἐπὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν. Ἄρθρ. 1 «Ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου οἴνου, ζύθου καὶ τῶν πνευματωδῶν ἐν γένει ποτῶν κτλ. κτλ.» Τώρα ὁ τρόπος τῆς βεβαιώσεως τοῦ Νομοσχεδίου τοῦ κυρίου Σωτηροπούλου εἶναι κατά τι διάφορος. Εἶναι πολὺ δύσκολος, μοὶ φαίνεται δὲ ὅτι εἶναι καὶ ἀκατόρθωτος· διότι ἤθελε νὰ βεβαιῶται τὸ ἐνυπάρχον ποσὸν ἐν ἑκάστῳ καταστήματι εἴτε ζύθου, εἴτε πνευματώδους ποτοῦ, καὶ ὅπου ὀλίγον εἰσέρχεται ποσὸν, νὰ γίνεται δήλωσις εἰσαγωγῆς καὶ νὰ βεβαιῶται ἡ ἐξαγωγὴ ἡ γινομένη ἐκ τοῦ καταστήματος, εἰς δὲ τὸ τέλος τοῦ ἔτους νὰ εὑρίσκῃ τί ὑπάρχει εἰς τὸ κατάστημα ὑπόλοιπον, ὥστε ἡ διαφορὰ ν’ ἀποτελῇ τὸ φορολογούμενον πρᾶγμα. Ἔπρεπε νὰ ἐπιτηρῶμεν τί εἰσάγεται, πόσον μένει καὶ νὰ γνωρίζωμεν τί ἕκαστος καταστηματάρχης ἐδαπάνησε. Κατὰ τὸ Νομοσχέδιον, δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἐξετάζωμεν ταῦτα, διότι ἡμεῖς εἰσάγομεν ἄλλον τρόπον. Ἐὰν θέλωμεν νὰ μικρολογήσωμεν, ὁ φόρος καταναλώσεως πρέπει νὰ τίθεται ὅταν καταναλίσκεται παρὰ τοῦ καταναλωτοῦ· πρέπει νὰ περιμείνωμεν μέχρις ὅτου φθάσῃ εἰς τὸ στόμα τοῦ καταναλωτοῦ καὶ τότε παρ’ αὐτοῦ νὰ λάβωμεν τὸν φόρον. Καὶ ὅμως τὸν φόρον τοῦτον, μολονότι δὲν περιμένουσι νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ στόματος τοῦ καταναλωτοῦ καὶ τότε νὰ φορολογήσωσι, τὸν ὀνομάζουσι φόρον καταναλώσεως. Σᾶς φέρω τὸ παράδειγμα τῆς Ἀγγλίας καὶ τὸ παράδειγμα τῆς Γαλλίας, ὅπου ὁ ζῦθος φορολογεῖται ἐν τῇ παραγωγῇ καὶ ὀνομάζεται impôt de consommation, βεβαιοῦται ὡς παραγωγὴ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς γίνεται ἡ ἐπιβολὴ τοῦ φόρου καὶ ὀνομάζεται φόρος καταναλώσεως. Διατί δὲν μοὶ φέρει συγγράμματα νὰ μὲ διαψεύσῃ; Τώρα εἰς τὴν Γαλλίαν πῶς βεβαιοῦται ὁ φόρος; βεβαιοῦται ἐπὶ τῆς μεταφορᾶς. Ὁσάκις γίνεται μεταφορὰ ἀπὸ τοῦ τόπου τῆς παραγωγῆς, πρέπει ἢ νὰ προκαταβληθῇ ὁ φόρος congé ἢ νὰ γείνῃ τὸ λεγόμενον acquit à caution, νὰ δοθῇ ἐγγύησις ὅτι θέλει πληρωθῆ παρὰ τοῦ παραλήπτου. Σᾶς ἐρωτῶ, τίθεται ἡ φορολογία εἰς τὸ στόμα τοῦ καταναλωτοῦ; Ἀρκεῖ ὅτι γίνεται ἀποστολή· καὶ ἐντούτοις ὀνομάζεται φόρος καταναλώσεως. Περιμένω λοιπὸν ἐκ Τριφυλίας νὰ ἐξέλθῃ ἄλλο σύγγραμμα, τὸ ὁποῖον νὰ κανονίσῃ τὰ περὶ τοῦ φόρου καταναλώσεως. Ἕπεται ἡ ἄλλη ἀπορία: ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τοῦ Νόμου καὶ ἐπὶ τῆς πρώτης παραγωγῆς; Ἀπ’ ἀρχῆς εἶπον, ὅτι ἡ πρώτη ἀπόσταξις, ἡ λεγομένη σούμα, μόνον δύναται νὰ φορολογηθῇ, ὅταν γίνηται πώλησις καὶ ὄχι ὅταν μένῃ εἰς χεῖρας τοῦ παραγωγοῦ. Ὅ,τι παράγει, ὅ,τι εἶναι πρὸς χρῆσιν αὐτοῦ τούτου δὲν ὑπόκειται εἰς φόρον· ἀλλὰ τὸ πωλούμενον ἀπόσταγμα παρὰ τῶν πρώτων παραγωγῶν λέγομεν νὰ φορολογηθῇ ἀνὰ δύω λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, τὸν δὲ φόρον τοῦτον θέτομεν μᾶλλον ὡς στατιστικόν. Κατὰ τὰ λοιπὰ ὁ φόρος ἐφαρμόζεται εἰς τοὺς καταστηματάρχας, ὅσοι ἔχουν μηχανὰς καὶ ἐργαλεῖα, δι’ ὧν μεταποιεῖται εἰς διάφορα πνευματώδη ποτὰ τὸ πρῶτον ἀπόσταγμα, καὶ διὰ τοῦτο ἔχομεν τὴν φράσιν ἐν ἄρθρῳ 4 «ἐπὶ ἐμπορίᾳ». Τὸ δὲ τῆς πρώτης ἀποστάξεως φορολογεῖται κατὰ τὴν πώλησιν μόνον κατὰ δύω λεπτά, διότι τοῦτο ὑποθέτομεν, ὅτι θέλει συντελέσει εἰς τὸ νὰ ὑπάρξῃ ἔλεγχος διὰ νὰ γνωρίζωμεν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ φορολογήσωμεν, προσέχοντες καὶ εἰς ἄλλα διδόμενα.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ Νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς φόρου καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ ζύθου καὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν).
§93ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Παρακαλῶ ὅπως εἰς τὸ μέλλον ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ λέγουσα ὅτι εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τὰ Νομοσχέδια ψηφίζονται ἐν τῷ συνόλῳ, ἀφοῦ προηγουμένως τυπωθῶσι, νὰ ἐφαρμοσθῇ, διότι γίνονται πολλάκις τροποποιήσεις καὶ πρέπει νά γνωρίζωμεν τί ψηφίζομεν.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος περὶ εἰσαγωγῆς καὶ πωλήσεως τοῦ σιγαροχάρτου. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§95ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀρκετὰ δι’ ἀπόψε.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ εἰσπράξεως τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων ἐπὶ τῇ βάσει τῆς νέας νομισματικῆς μονάδος.
§97ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Παρακαλῶ αὐτὸ νὰ τὸ ἀφήσωμεν δι’ αὔριον.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ δὲν ἔχει παρὰ ἓν καὶ μόνον ἄρθρον.
§99ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Νομοθετοῦμεν περὶ ἐπιβολῆς φόρων καὶ πρέπει νὰ ἤμεθα ἐν γνώσει.
§100ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, δὲν ἐπιμένομεν· παρακαλῶ ὅμως νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατιωτικῆς ἀπογραφῆς ἐν τοῖς νομοῖς Λαρίσσης, Τρικάλων καὶ Ἄρτης διὰ τὸ 1883.
§101ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατιωτικῆς ἀπογραφῆς ἐν τοῖς νομοῖς Λαρίσσης, Τρικάλων καὶ Ἄρτης διὰ τὸ ἔτος 1833 καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ εἰσπράξεως τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων ἐπὶ τῇ βάσει τῆς νέας νομισματικῆς μονάδος.
§103Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι μὲν ἓν ἄρθρον, ἀλλ’ ἐπιβάλλει 12 τοῖς ἑκατὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, φόρον ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, φόρον ἐπὶ τῶν ζώων. Εἶναι νομοσχέδιον σπουδαιότατον, διότι φορολογοῦνται ὅλαι αἱ πτωχαὶ τάξεις. Πέρυσιν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔφερεν εἰδικὸν νομοσχέδιον δι’ οὗ ηὔξησεν ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ζώων, καὶ ἐγένετο τόση συζήτησις. Διατί θέλετε σήμερον ἄνευ συζητήσεως νὰ ψηφίζωμεν;
§104ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κύριος Ζυγομαλᾶς δι’ ὅσων εἶπεν ἐξήντλησε τὸ ζήτημα. Τίς δύναται νὰ εἴπῃ περισσότερα;
§105ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μετεβάλομεν, κύριοι, τὸ σύστημα τῆς ἐγγείου φορολογίας κατὰ τὸ 1880 δι’ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ σκοπὸς τῆς μεταβολῆς ἦτο ἡ ἀνακούφισις τῆς γεωργίας· ἀλλὰ διὰ τοῦ φορολογικοῦ Νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν πέρυσιν, ἐπηυξήσαμεν τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον πρῶτον ἐπεβάλαμεν ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν· διότι, αὐξήσαντες τὰς ἀναλογίας, ηὐξήσαμεν καὶ τὸν φόρον, ὃν ἐπεβάλαμεν. Ἤδη, μετατρέποντες τὰς παλαιὰς δραχμὰς εἰς νέας, ἐπαυξάνομεν ἐπίσης τὸν φόρον. Καὶ νομίζετε, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς εἰς τὰς ἐπαρχίας, αἵτινες δὲν εἶναι εὔφοροι, εἶναι μικρός; Πλανᾶσθε. Περιῆλθον ἐφέτος τὴν ἐπαρχίαν μου, ἥτις, ὡς γνωρίζετε, εἶναι ὀρεινὴ, καὶ ἤκουσα μυρία παράπονα ἀπὸ τοὺς γεωργοὺς, διότι ἐπῆλθεν ἡ νέα αὔξησις. Ἀλλὰ μὲ τί περιπλέον ἐπιβαρύνονται οἱ γεωργοί; Ἐπιβαρύνονται μὲ τὸν Δημοτικὸν φόρον, ὅστις εἰς πλείστους Δήμους εἶναι ἴσος μὲ τὸν ἔγγειον ἢ καὶ μεγαλείτερος. Δὲν ἀπηλλάξατε λοιπὸν τοὺς γεωργοὺς ἀπὸ τῆς φορολογίας, ἀλλὰ μόνον τοὺς μεγαλοκτηματίας, ἐζημιώσατε δὲ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἰσότης εἰς τὴν φορολογίαν, καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς, ἔχω σκοπὸν νὰ φέρω τροπολογίαν, δι’ ἧς ν’ ἀπαλλάξωμεν ἐν μέρει τοὺς φορολογουμένους, οἵτινες ὑπεχρεώθησαν νὰ πληρώσωσι καὶ τοὺς Δημοτικοὺς φόρους, ἢ νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τούτους καὶ οἱ μεγαλοκτηματίαι, οἱ ὁποῖοι παράγουν μεγάλα ποσά. Πλεῖστοι ὅσοι ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ ἐγὼ αὐτὸς, ἔχουν εἰσοδήματα δημητριακῶν καρπῶν πολὺ ἀνώτερα τῶν ὅσα ἔχουν δύω καὶ τρεῖς γεωργοὶ καὶ δὲν πληρώνομεν τίποτε, οὔτε εἰς τὸ Δημόσιον, οὔτε εἰς τὸ Δημοτικὸν Ταμεῖον. Καὶ λέγεται αὐτὸ ἰσότης; Καὶ ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς δι’ ὃν συνήλθομεν ἐδῶ; νὰ κείρωμεν τοὺς πτωχοὺς, ἀποσπῶντες καὶ τὰς σάρκας αὐτῶν! Τὸ ζήτημα εἶναι ἄξιον μελέτης, διότι οἱ πληρώνοντες 30 δραχμὰς σήμερον διὰ τὸ κτῆνος, μὲ τὴν ἐπαύξησιν θὰ πληρώσουν ἀκόμη τρεῖς καὶ ἑξῆντα, καὶ ἴσως καὶ πέντε.
§106ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν ἔχει σχέσιν.
§107ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Οὕτω τὸ ἐννοῶ ἐγώ· διότι ὁ δημοτικὸς Νόμος λέγει, ὅτι τὰ Δημοτικὰ Συμβούλια ἐπιβάλλουν φορολογίαν ἐφ’ ὅλων τῶν ἐγγείων φόρων δύω τοῖς ἑκατόν. Αὐτὸ τὸ δύω τοῖς ἑκατὸν μεταβάλλεται ἤδη εἰς νέας δραχμάς.
§108ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Θὰ ἦναι ἑπτὰ λεπτά.
§109ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὴ λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν μόνον τὰς Ἐπαρχίας, αἵτινες εἶναι σιτοφόροι, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐνθυμηθῆτε ὅτι εἰς τὰ ὀρεινὰ μέρη καλλιεργοῦν τὰ βουνὰ, ἔχουν ἐκεῖ γαίας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς εἰς τὴν Πελοπόννησον ὀνομάζομεν κοινῶς «πλεύρας», εἰς τὰς ὁποίας, ἂν σπείρητε ἓν κοιλὸν σίτου, λαμβάνετε δύω, δηλαδὴ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐσπείρατε καὶ ἓν ἀκόμη. Ἐνθυμηθῆτε δὲ ποῖα εἶναι τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα καταβάλλει ἕκαστος γεωργὸς, ὥστε νὰ μὴ ἐπαυξήσητε τοὺς φόρους διὰ μιᾶς μονοκονδυλιᾶς! Τὸ ζήτημα λοιπὸν δὲν εἶναι ἁπλοῦν ὥστε νὰ ὑποθέσητε, ὅτι ἡμεῖς ἀνθιστάμεθα, καίτοι περιέχει ἓν ἄρθρον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Τὸ ζήτημα χρῄζει μελέτης, διότι συνδέεται ὁ φόρος αὐτὸς μὲ τὸν δημοτικὸν φόρον, οἱ δὲ μεγαλοκτηματίαι, ὡς σᾶς εἶπον, δὲν φορολογοῦνται, καὶ δὲν ἐννοῶ τὸν κύριον Πετσάλην, ὁ ὁποῖος ἐταράχθη, ἀλλὰ τοὺς εἰδικούς μας, οἱ ὁποῖοι δίδουν τὰ χωράφια των καὶ πέρνουν 150 ἢ 200 κοιλὰ, καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν πληρώνουν οὔτε φόρον δημοτικὸν, οὔτε δημόσιον, ἀλλὰ πληρώνει ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐργάζεται μὲ δύω ἀγελάδος καὶ ὁ ὁποῖος εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους μόλις δύναται νὰ ἔχῃ 60 κοιλὰ. Σᾶς ἐρωτῶ, ποία εἶναι ἡ χάρις, τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ συστήματος τοῦ φορολογικοῦ! Οἱ πλεῖστοι, κύριοι, ἠξεύρετε τί μοὶ εἶπον; ἐπιβάλλετε φόρον εἰς τὰ ἀροτριῶντα κτήνη καὶ ἐπράξατε μέγα κακὸν καὶ θὰ σᾶς καταψηφίσωμεν, καὶ λέγουν ὅτι προτιμότερον εἶναι νὰ ἐπέλθῃ ἡ δεκάτη μὲ τὸ πέντε τοῖς ἑκατὸν παρὰ τὸ ὑπάρχον σύστημα. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν εἶχον νὰ κάμω, διότι τὴν θεωρῶ σπουδαιοτάτην. (Ἀναγινώσκεται τὸ Νομοσχέδιον περὶ εἰσπράξεως τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων καὶ λοιπῶν δικαιωμάτων ἐπὶ τῇ βάσει τῆς νέας νομισματικῆς μονάδος καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ ὅπως συμπεριληφθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ Νομοσχέδιον περὶ οἴνου ἐν ᾗ θέσει ἦτο τὸ Νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τοῦ καπνοῦ.
§111ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Διαλύεται ἡ συνεδρίασις· ὥρᾳ 7 μ. μ.)