1882.12.11
2,737 rows · 21,344 words · 183 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 32
Τῆς 11 Δεκεμβρίου 1882
(Σάββατον)
Ὥρα 3. Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τηλεγράφημα ἐκ Ναυπλίου «Πρόεδρον Βουλῆς, Ἀθήνας. Δήμαρχος Στυμφαλίας Νοταρᾶς, ἀνώτερος νόμων ὑπηρέτης αὐτοῦ, φονεύσας ἀδελφόν μου, μένει ἀκαταδίωκτος, ὑποθαλπόμενος μάλιστα. Μηνύσεις κατὰ δημάρχου τούτου κοιμῶνται κατὰ δεκαετίαν. Ἀνακοινώσατε παρακαλῶ Βουλῇ. Ἀθανάσιος Ἀθανασόπουλος.» — Κάτοικοι Ξηροχωρίου παρακαλοῦσι τήν τε Βουλὴν καὶ Κυβέρνησιν νὰ κανονίσωσιν ἄλλως τὰ περὶ φόρων ἐπὶ τῶν οἴνων. Τηλεγράφημα ἐκ Καλαμῶν διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Γ. Πατριαρχέας καὶ λοιποὶ παραπονοῦνται κατὰ τοῦ δημάρχου Καρδαμύλης, ὅστις φατριαστικῶς φέρεται πρὸς τοὺς ἀντιθέτους του, εἰσπράττων ἐπὶ δεκαετίαν παρ’ αὐτῶν μόνον τοὺς δημοτικοὺς φόρους. Ὁ Θ. Ι. Κολοκοτρώνης ἱκετεύει τὴν Βουλὴν, ὅπως συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δοθῇ ἀμνηστεία εἰς τοὺς φυγοδικοῦντας ἐπιστράτους καὶ ὑποδίκους, πλήρης δὲ χάρις εἰς τοὺς καταδικασθέντας. Ὁ ἐξ Ἄνδρου κύριος Ἀργυρόπουλος βουλευτὴς ἔχει τὸν λόγον.
§2Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ὁμιλήσῃ ἄλλος, κύριε Πρόεδρε· ἔπειτα ὁμιλῶ ἐγώ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γρυπάρης ἔχει τὸν λόγον.
§4ΓΡΥΠΑΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§5ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Περὶ τῆς νήσου Μυκώνου ὅπως καὶ περὶ τῶν ἄλλων νήσων πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια· ἀνεβλήθη ὅμως τοῦτο διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἡ Μύκωνος θέλει συνδεθῆ πρὸς τὴν Σῦρον διὰ τῆς Τήνου, ἡ δὲ Τῆνος συνδέεται μετὰ τῆς Σύρου διὰ καλωδίου τῆς Ἀνατολικῆς Ἑταιρίας. Ἑπομένως ἔπρεπε νὰ συνεννοηθῶμεν πρῶτον μετὰ τῆς Ἑταιρίας ἐκείνης καὶ κατόπιν νὰ ἀποφασίσωμεν τὰ περὶ τῆς καταδύσεως τοῦ καλωδίου. Εἰς τὴν συνεννόησιν ταύτην ἀσχολούμεθα ἤδη, καὶ μετ’ ὀλίγον πιστεύω, ὅτι ἡ Μύκωνος θέλει προστεθῆ εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν νήσων, αἱ ὁποῖαι θὰ συνδεθῶσι τηλεγραφικῶς.
§6Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι, νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις πρὸς συμπλήρωσιν τῆς χθεσινῆς ὁμιλίας μου, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἐγὼ ἐπεχείρησα νὰ ἐπηρεάσω τοὺς δικαστὰς, καὶ διότι ἀπέτυχον, παραπονοῦμαι. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιχειρήσω ἐγὼ νὰ ἐπηρεάσω τοὺς δικαστὰς, διότι γνωρίζω, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι τίμιον ἔργον, εἶναι δὲ καὶ μωρὸς ὁ θέλων νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι δὲν ἐννοεῖ ὅτι τοιουτοτρόπως ὑβρίζει τοὺς δικαστάς, πρὸς τοὺς ὁποίους ἀποτείνεται. Δὲν ἠδυνάμην νὰ πράξω ἐγὼ τοῦτο οὔτε ἐξ ἀγνοίας ἢ ἁπλότητος, διότι, ὡς γνωρίζει ὁ κ. Ῥάλλης, διετέλεσα ἐπὶ δεκαεπτὰ ὅλα ἔτη δικαστικὸς ὑπάλληλος, καὶ γνωρίζω πῶς πρέπει νὰ φέρωνται πρὸς τοὺς δικαστάς. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔγραψα ἀληθῶς καὶ παρεκάλεσα τοὺς κ. κ. εἰσαγγελέα καὶ ἀνακριτὴν, ὄχι νὰ παραβῶσι τὸ καθῆκόν των, ἀλλὰ νὰ παράσχωσιν εὐκολίας μὴ ἀντικειμένας εἰς τὸ καθῆκόν των, ὑπαγορευομένας μάλιστα ὑπὸ τοῦ καθήκοντος, καὶ δὲν παραπονοῦμαι διότι δὲν μοὶ παρέσχον τὰς νομίμους καὶ δικαίας εὐκολίας, ἀλλὰ διότι, παραβάντες τὸ καθῆκόν των, ἐμερολήπτησαν κατὰ τῶν φίλων μου καὶ ὑπὲρ τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι δὲν ἐδικαιούμην νὰ γράψω καὶ νὰ παρακαλέσω δικαστικοὺς ἢ ἄλλους ὑπαλλήλους, καὶ ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς οὐδέποτε ἔπραξε τοῦτο. Δὲν ἐδικαιούμην βεβαίως νὰ ζητήσω ἄδικον πρᾶγμα, ἐδικαιούμην ὅμως μὲ τὸ θάῤῥος τῆς φιλίας καὶ τῆς ἀρχαίας συναδελφότητος νὰ ζητήσω ἀπὸ τοὺς εἰρημένους ἁπλῆν εὐκολίαν. Ἐκ περιεργείας δὲ παρετήρησα σήμερον καὶ εὗρον μεταξὺ τῶν ἐγγράφων μου 120 ἐπιστολὰς τοῦ κ. Ράλλη πρὸς ἐμὲ, διὰ τῶν ὁποίων μὲ παρεκάλει, ὡς ὑπάλληλον, νὰ τῷ παρέξω εὐκολίας, καὶ τὰς παρέσχον, χωρὶς βεβαίως νὰ παραβῶ τὸ καθῆκόν μου, διότι δὲν ἀντέκειντο εἰς τὴν ἐχεμυθίαν καὶ τὴν ἀκρίβειαν τῆς ὑπηρεσίας.
§7Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπήρξατε δικαστικὸς ὑπάλληλος, ἀνακριτὴς ἢ δικαστής;
§8Κ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπῆρξα δικαστικὸς ὑπάλληλος γραμματεὺς τῶν ἐνταῦθα πρωτοδικῶν καὶ διεύθυνα ἐπὶ ἕξ ὅλα ἔτη ἓν τμῆμα τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, τὸ τμῆμα τῶν χαρίτων τῶν καταδίκων· ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι δύναται κανεὶς νὰ γράψῃ καὶ νὰ παρακαλέσῃ καὶ τοὺς δικαστὰς, ὅταν δὲν ἐπιχειρῇ νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν συνείδησίν των. Δύναταί τις νὰ παρακαλέσῃ τὸν ἀνακριτὴν νὰ περαιώσῃ ταχέως μίαν ἀνάκρισιν, νὰ παρακαλέσῃ τὸν πρόεδρον νὰ προτιμήσῃ μίαν ὑπόθεσιν καὶ τὰ τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα τὰ κάμνομεν ὅλοι. Ὥστε τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διὰ νὰ μὲ ἀντικρούσῃ, ἀποφεύγων ν’ ἀπαντήσῃ εἰς ὡρισμένα γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἐξέθεσα, πίπτει. Ἀπορῶ δὲ πῶς ὁ κ. ὑπουργὸς, πιστεύσας τὸν κ. Σπανίδην, ἠθέλησε νὰ εἴπῃ ὅτι ἐγὼ ἐπεχείρησα νὰ ἐπηρεάσω δικαστικούς, ἐνῷ ὁ κ. Ράλλης ἐπὶ 12 ἔτη μὲ εἶχε πλησίον του καὶ ἐγνώρισε καλῶς τὸν χαρακτῆρά μου. Εἰς τὸν κ. Καρυστινάκην, ἐὰν ὡμίλησα χθὲς σκληρῶς, μὲ ἠνάγκασεν ὁ ἴδιος, διότι εἶπεν ὅτι ἡ ἐπαρχία του τὸν ἐκλέγει βουλευτὴν δι’ ἄλλους λόγους καὶ ὄχι διότι ἐπροστάτευσέ ποτε κακούργους, καὶ τὸ εἶπε διὰ νὰ ἀποδώσῃ εἰς ἐμὲ τὸ ἀντίθετον. Δὲν πιστεύω δὲ ὁ κύριος Καρυστινάκης νὰ ἐπιθυμῇ νὰ ἐξετασθῇ τίνες ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἐκλέγονται διὰ κακῶν μέσων καὶ τίνες διὰ τῆς εἰλικρινεστάτης καὶ τιμιοτάτης ὑποστηρίξεως τῶν δικαίων τοῦ λαοῦ.
§9ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐπειδὴ ὁ προαγορεύσας, κύριε Πρόεδρε, ἐποίησε λόγον περὶ χαρίτων, ἤδη παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ὅπως συστήσῃ ὁμοθυμαδὸν εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπισπευθῶσιν αἱ χάριτες, καὶ ὁ λόγος εἶναι ὅπως προλάβωμεν τὰ ἐκ τῆς εὐλογίας δυστυχήματα, καθότι ἀνέγνων σήμερον, νομίζω, ὅτι εἰς Μενδρεσὲ ἐπαρουσιάσθη κροῦσμα εὐλογίας. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐργασία περὶ χαρίτων ὑπάρχει προπαρεσκευασμένη, διατί νὰ μὴ προβῇ ἡ ὑπηρεσία ταχέως πρὸς διάσωσιν καὶ τῶν ἀπολαυσάντων χάριτος καὶ τῶν μὴ, ὡς ἀραιουμένων; Ἑπομένως (Θόρυβος) ἐὰν τοιαύτη σύστασις γείνῃ παρὰ τοῦ Κοινοβουλίου ὁλοκλήρου, καλὸν εἶναι, καὶ κατὰ συνέπειαν ὁ Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ τα διατάγματα περὶ ταχείας ἐκδόσεως τῶν χαρίτων πρὸς ἐπανάκαμψιν τῶν δυστυχῶν τούτων συμπολιτῶν μας εἰς τοὺς κόλπους τῶν οἰκογενειῶν των.
§10ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Πρὸ πολλῶν ἡμερῶν, κύριοι, εἶχον παρακαλέσει τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν: πρῶτον, πόσοι διδάσκαλοι ἐκ τῶν νέων διδασκαλείων εἰσὶ διωρισμένοι μέχρι τοῦδε· δεύτερον, πόσα δημοτικὰ σχολεῖα εἰσὶ κενὰ καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος, καὶ τρίτον, τί μέτρον ἔλαβεν ἢ προτίθεται νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις περὶ τούτων. Εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου ταύτην ὡρμήθην ἐκ τοῦ ὅτι πολλὰ δημοτικὰ σχολεῖα εἶναι κλεισμένα. Γνωρίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐξέδωσε Διάταγμα, ὅπως οἱ διδάσκαλοι, οἱ ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις διδάξαντες, ἐξετασθῶσι καὶ λάβωσι πτυχία, ἐξισούμενοι πρὸς τοὺς παλαιοὺς δημοδιδασκάλους· ἀλλὰ νομίζω, κύριοι, ὅτι καὶ εἰς τὰς παλαιὰς ἐπαρχίας πολλοὶ διδάσκαλοι ἐλλείπουσιν. Εἰς τοῦτο παρατηρῶ, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1878 πολὺ ἔβλαψε τὸν κλάδον τοῦτον, καὶ ἐξ αἰτίας τοῦ νόμου ἐκείνου πολλὰ σχολεῖα ἔμειναν κενά· διότι ἀναγράφεται εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον ἡ ἀνισότης μεταξὺ τῶν παλαιῶν καὶ τῶν νέων διδασκάλων, καὶ διὰ τοῦτο ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Σύρου κύριος Γρυπάρης χθὲς συνέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐξίσωσιν τοῦ μισθοῦ τῶν παλαιῶν πρὸς νέους δημοδιδασκάλους. Διὰ τοὺς λόγους τούτους καὶ ἐγὼ ἐκφράζω τὴν εὐχὴν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλῃ ταχέως τοιοῦτον νομοσχέδιον περὶ ἐξισώσεως τῆς μισθοδοσίας τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου κλάδου, καὶ πιστεύω ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη θέλει ἐπιβαρύνει τοὺς δήμους. Καλὸν δὲ εἶναι ὁ ἀξιότιμος τῆς Παιδείας Ὑπουργὸς μετὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συνεννοηθῶσιν, ὅπως ἐπέλθῃ μία αὔξησις τῶν μισθῶν τῶν παλαιῶν δημοδιδασκάλων ἴση μὲ τὴν ὁριζομένην ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1878 διὰ τοὺς νέους δημοδιδασκάλους.
§11ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Καὶ ἂς ἦναι καὶ ἀγράμματοι!
§12ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Ὄχι· διὰ τοῦτο γίνεται ἐκκαθάρισις. Καὶ κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1878 προτιμῶνται πάντοτε οἱ ἐκ τῶν νέων Διδασκαλείων. Σεῖς δὲν ζητεῖτε δημοδιδασκάλους εἰς τὴν ἐπαρχίαν σας;
§13ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Ναὶ, ἀλλ’ ὄχι ν’ αὐξηθῇ ἡ μισθοδοσία, διότι εἶναι ἀγράμματοι.
§14ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω, ἐκφράζω τὴν εὐχὴν, ὅπως αὐξηθῇ ἡ μισθοδοσία τῶν δημοδιδασκάλων. Ὅπως ὁ κ. ὑπουργ. τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεγνώρισε τὴν ἀνάγκην καὶ ὑπέβαλε πρό τινος νομοσχέδιν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν πληρωμάτων τῶν ἀτμοτελωνίδων, τὴν αὐτὴν, φρονῶ, πρόνοιαν πρέπει νὰ δείξῃ καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας διὰ τοὺς δημοδιδασκάλους, ἵνα μὴ μένωσι τοσαῦτα σχολεῖα κεκλεισμένα καθ’ ὅλον τὸ Κράτος.
§15Α. ΛΟΥΝΤΖΗΣ. Μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων, κύριοι, τὰ ὁποῖα κατετέθησαν ἐν τῇ Βουλῇ, διενεμήθη καὶ νομοσχέδιον ὑπογεγραμμένον παρὰ Θεσσαλῶν τινων βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προτείνουσιν ὅπως οἱ ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις μὴ ἔχοντες δίπλωμα τῆς Νομικῆς Σχολῆς δύνανται, μετὰ ἐξέτασιν, νὰ ἀναλάβωσι τὸ δικαίωμα τοῦ δικηγόρου ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἐκείναις. Ἀγνοῶ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θήλει ὑποστηρίξει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο· ἀλλ’ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ὑποβάλλω ἀναφορὰν πρὸς γνῶσιν τῆς Βουλῆς ὑπὸ δικηγόρων Ζακυνθίων, οἱ ὁποῖοι, μετὰ τὴν εὐτυχῆ προσάρτησιν τῆς Ἑπτανήσου εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀπώλεσαν τὰ προνόμια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχαν ἀπὸ τοὺς Ἰονίους νόμους, διότι τότε παρίσταντο ὡς δικηγόροι ὄχι μόνον εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα καὶ Πλημμελειοδικεῖα, ἀλλὰ ἐνίοτε καὶ εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον τῆς Δικαιοσύνης μετὰ πρακτικὰς ἐξετάσεις. Αὐτὸ τοῦτο ζητοῦσι καὶ αὐτοὶ σήμερον, τὸ νὰ ὑποστῶσι πρακτικὰς ἐξετάσεις χωρὶς νὰ λάβωσι τὸ δίπλωμα τῆς Νομικῆς σχολῆς, διότι εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ σπουδάσωσιν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον (θόρυβος). Ἐὰν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ζητῶ διὰ τροπολογίας ἐν τῷ νομοσχεδίῳ νὰ παραδεχθῇ, ὅπως ἐπιτραπῇ καὶ εἰς τοὺς ἐν Ἑπτανήσῳ ἀρχαιοτέρους ὑποδικηγόρους εἴτε δικηγόρους, μὴ ἔχοντας δίπλωμα Νομικῆς Σχολῆς, νὰ ἔχωσι καὶ οὗτοι τὸ δικαίωμα, μετὰ τὰς πρακτικὰς ἐξετάσεις, νὰ μετέρχωνται τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου παρ’ ἅπασι τοῖς δικαστηρίοις. Πλὴν τούτου, κατὰ τὸ 1867 καὶ 1872 ὑπεβλήθησαν νομοσχέδια ἐν τῇ Βουλῇ, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν εἰς δευτέραν μόνον ἀνάγνωσιν· καὶ τὸ μὲν ἓν δὲν ἐψηφίσθη εἰς τρίτην, διότι διελύθη ἡ Βουλή, τὸ δὲ ἄλλο διότι ἔληξεν ἡ Σύνοδος. Καταθέτω αὐτὴν τὴν ἀναφορὰν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἐὰν τὴν ἀσπασθῇ νὰ φέρῃ τροπολογίαν ἢ ἀκέραιον νομοσχέδιον. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ τοῖς κυρίοις βουλευταῖς. Ἐπίσης δὲ νὰ ἀποσταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα ἐκφέρῃ ἐπ’ αὐτῆς τὴν γνώμην της.
§16ΚΑΛΛΙΓΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω, κύριοι, δύω νομοσχέδια, τὸ μὲν εἶναι περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας δηλώσεως γαιῶν καὶ φυτειῶν, καὶ τὸ ὁποῖον θεωρῶ ὡς συμπλήρωμα τοῦ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὑποβληθέντος νομοσχεδίου περὶ τῶν καθυστερούντων ἐκ γαιῶν καὶ φυτειῶν. Ἐὰν ἐπιτρέπῃ ἡ Βουλή, τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνει αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, δύνανται νὰ ταχθῶσι κατόπιν ἐκείνων.
§17ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§18ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Συγχρόνως περιλαμβάνω καὶ διατάξεις περὶ ἐκείνων τῶν γαιῶν, αἱ ὁποῖαι κατελήφθησαν ἤδη διὰ καλλιεργητῶν, ἐγκατασταθέντων ἐντὸς δασῶν, καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα. Διὰ τῶν κειμένων νόμων δὲν δύναται νὰ λυθῇ. Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τοὺς κειμένους νόμους, πρέπει διὰ τῶν ὅπλων νὰ τὸ πράξωμεν, πρᾶγμα ἀπάνθρωπον καὶ ἐναντίον εἰς πάντα κοινωνικὸν σκοπόν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἀπαιτεῖται νὰ νομιμοποιήσωμεν τὴν θέσιν αὐτῶν καὶ νὰ φέρωμεν αὐτοὺς εἰς τὴν τάξιν ἐκείνων, οἵτινες ἐδήλωσαν γαίας ἢ ἐνεφύτευσαν αὐτὰς αὐθαιρέτως. Συμπεριλαμβάνω λοιπὸν εἰς τὸ νομοσχέδιον καὶ τοιαύτας διατάξεις. Διὰ τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου ἐπαναφέρω πρότασιν, γενομένην πρὸ δύω ἐτῶν, ἂν δὲν λανθάνωμαι, παρὰ τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου, περὶ τοῦ κληροδοτήματος Μοντσενίγου· ἐπαναλαμβάνω τὰς αὐτὰς προτάσεις καὶ ἐπισυνάπτω μάλιστα καὶ τὸ τότε νομοσχέδιον μὲ τὴν ἔκθεσιν. Θέλει παρατηρήσει ἡ Βουλή, ὅτι ὑπάρχουσι διαφοραί τινες, αἱ ὁποῖαι κατ’ οὐσίαν οὐδόλως μεταβάλλουν τὰ πράγματα καὶ προέρχονται ἐκ παρατηρήσεων, γενομένων μετὰ μελέτην.
§19ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἡ διαγωγή, κ. Πρόεδρε, τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου Πόρου κατέστη ἀφόρητος· σήμερον ἀρκοῦμαι νὰ εἴπω τοῦτο εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ὅπως λάβῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας καὶ ἐπιφέρῃ τὴν δέουσαν θεραπείαν. Ἄλλως, ἂν ἐξακολουθήσῃ οὕτω πολιτευόμενος οὗτος ὁ ἄνθρωπος, θέλω ἀναπτύξει μίαν πρὸς μίαν τὰς ἀσχημίας τοῦ Οἰκονομικοῦ τούτο, Ἐφόρου.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δημητρακάκης ἔχει τὸν λόγον. (Ὁ κύριος Δημητρακάκης ἀναβαίνει τὸ βῆμα).
§21Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ. Νομίζω, ὅτι ἀπεφασίσθη τὸ Σάββατον οἱ Ὑπουργοὶ νὰ ἀπαντῶσιν εἰς τὰς ἐπερωτήσεις. Σήμερον νομίζω κατὰ πρῶτον λόγον οἱ Ὑπουργοὶ πρέπει νὰ ἀπαντήσουν εἰς τὰς ἀπευθυνθείσας πρὸς αὐτοὺς ἐπερωτήσεις, κατόπιν δὲ νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ δικαστικοῦ ζητήματος, διότι αὐτὸ θὰ ἦναι πολὺ μακρὸν καὶ θὰ καταναλώσῃ τὴν ἡμέραν ὅλην καὶ δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀκούσωμεν τὰς ἀπαντήσεις τῶν κυρίων Ὑπουργῶν εἰς τὰς διαφόρους ἐπερωτήσεις καὶ νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτῶν. Ἡ σήμερον εἶχεν ἀποφασισθῆ πρὸς συζήτησιν καὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ βλέπω ὅτι τάσις ὑπάρχει κυρίως ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀποφύγῃ τὴν συζήτησιν ταύτην. Παρακαλῶ νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος· σήμερον δὲ ν’ ἀπαντήσωσιν οἱ Ὑπουργοὶ εἰς τὰς ἐπερωτήσεις.
§22ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τί νὰ κάμω λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε. (καταβαίνει ἀπὸ τὸ βῆμα)
§23ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἀπαντήσουν οἱ Ὑπουργοί.
§24ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει προηγεῖται ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Φιλαρέτου. Ἐὰν οἱ κύριοι δὲν ἀποχωρήσουν, ἔχομεν καιρὸν νὰ τὰ συζητήσωμεν ὅλα.
§25Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ (ἀπὸ τῆς θέσεώς του). Κύριε Πρόεδρε, πρὸ πάσης ἄλλης ἐπερωτήσεως, σήμερον εἶναι καιρὸς κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ προτιμηθῇ ἡ ἀνάπτυξις τῆς ἐπερωτήσεως τῆς ἰδικῆς μου, καθόσον ἀφορᾷ τὴν παῦσιν τῶν δημάρχων Λαρίσσης... Τοῦτο εἶχε ἀποφασίσει ἡ Βουλὴ καὶ ἀνεβλήθη κατά τε τὸ προπαρελθὸν καὶ τὸ παρελθὸν Σάββατον ἕνεκα τῆς ἀσθενείας μου· ἤδη δὲν δύναται, νομίζω, ἄλλη ἐπερώτησις νὰ προηγηθῇ αὐτῆς. Κατὰ συνέπειαν ἐγὼ λαμβάνω τὸν λόγον, ὅπως ἀναπτύξω τὴν ἐπερώτησίν μου καὶ ἂς ἀπαντήσῃ κατόπιν ὁ κύριος Ὑπουργὸς (ἀναβαίνει καὶ τὸ βῆμα).
§26ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Ὄχι, ὄχι. (θόρυβος καὶ λογομαχία μεταξὺ τοῦ Ζυγομαλᾶ καὶ τοῦ Φιλαρέτου).
§27ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§28ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Φιλάρετε, παρακαλῶ.
§29ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§30ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ὁμιλῶ καὶ ἐγὼ, καὶ ὡμίλησα, ὅτι ἐγὼ ἔφερα τὴν ἐπερώτησιν περὶ τῆς παύσεως τῶν Δημάρχων. Ὁ κύριος πρωθυπουργὸς καὶ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔσπευσε νὰ ἀπαντήσῃ τότε διὰ νὰ μὴ ἀφήσῃ, ὡς εἶπε, νὰ μείνῃ ἡ παραμικρὰ ἐντύπωσις περὶ τοῦ λόγου, ὅστις ἐπροκάλεσε τὴν παῦσιν τῶν Δημάρχων.
§31ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπάρχει παρεμπίπτον.
§32ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρῶτον θὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κύριον Φιλάρετον, ὅτι ἡ ἐπερώτησις, τὴν ὁποίαν ἔφερε, δὲν εἶναι ἐπερώτησις ποσῶς· εἶναι πρότασις αὐτοτελὴς περὶ διορθώσεως τῶν καλῶς κειμένων, ὅσον ἀφορᾷ τὴν δικαιοσύνην. Δὲν εἶναι λοιπὸν ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἀναπτυχθῇ κατὰ τὴν ἡμέραν αὐτὴν, καθ’ ἣν ἀναπτύσσονται αἱ ἐπερωτήσεις· διότι τότε ἡμεῖς δὲν θὰ ἀκούσωμεν πλέον τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν ἐπερωτήσεων, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπέρτερον ὅλων τῶν ζητημάτων· θέλομεν τὸ φέρει ἀνὰ πᾶσαν ἡμέραν. Δὲν δύναται ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ νὰ περιορίσῃ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ζητήματος τῶν ἐπερωτήσεων, διότι εἶναι τὸ πρώτιστον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον συνοδεύει, ὡς παρακολουθεῖ ἡ σκιὰ τὸν ἄνθρωπον, πάντα Ἀντιπρόσωπον πάσης Βουλῆς, παντὸς Κοινοβουλίου. Ἐὰν παρεδέχθημεν τὴν πρότασιν τοῦ Ὑπουργείου ν’ ἀναπτύσσωμεν τὰς ἐπερωτήσεις κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου, καὶ τὴν Δευτέραν, ἐὰν δὲν ἐπαρκέσῃ τὸ Σάββατον, τοῦτο τὸ ἐκάμαμεν διὰ νὰ μὴ παρεμβάλωμεν προσκόμματα εἰς τὴν πορείαν αὐτῆς· ἐὰν ὅμως μᾶς διαφιλονεικηθῇ αὐτὸ τὸ δικαίωμα, ἡμεῖς τοῦ δικαιώματός μας εἴμεθα κύριοι νὰ κάμωμεν πλήρη χρῆσιν. Καὶ ἂν δὲν ἀναπτυχθῇ ἡ ἐπερώτησίς μου σήμερον, θέλω τὴν ἀναπτύξει τὴν προσεχῆ Τρίτην, καὶ δὲν θὰ ἔχῃ κανεὶς τὸ δικαίωμα νὰ μοῦ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον.
§33ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὴν Δευτέραν.
§34ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐὰν δὲν ἔχω καιρὸν τὴν Δευτέραν, θὰ τὸ κάμω τὴν Τρίτην, τὴν Τετάρτην, τὴν Πέμπτην. Λοιπὸν αὐτὴ ἡ παρεμπίπτουσα συζήτησις μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθή. Ὅτι ὁ κύριος Φιλάρετος ἔχει πλῆρες δικαίωμα νὰ συζητήσῃ τὴν πρότασίν του, δὲν λέγω ὄχι· δὲν ἔπρεπε ὅμως προχθὲς νὰ παραιτηθῇ, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν συζήτησιν, διότι τοῦ κυρίου Φιλαρέτου δὲν εἶναι ἐπερώτησις ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ἀλλ’ εἶναι πρότασις, ἡ ὁποία δὲν πρέπει νὰ συζητηθῇ σήμερον, ὅτε εἶναι ἡμέρα τῶν ἐπερωτήσεων. Περὶ τῆς ἐπερωτήσεώς μου, τὴν ὁποίαν ἔφερον περὶ τῶν Δημάρχων Λαρίσσης, εἰς τοῦτο ἐγὼ δὲ θὰ ἐπιμείνω, ἀλλὰ νὰ ἦσθε πεπεισμένοι, ὅτι τοῦ δικαιώματός μου αὐτοῦ οὐδέποτε θέλω παραιτηθῆ, θέλω τὴν φέρω εἰς οἱανδήποτε ἡμέραν ἐγὼ τὴν κρίνω.
§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ συζήτησις τῶν ἐπερωτήσεων ἀποτελεῖ ἀναντιῤῥήτως δικαίωμα καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῶν βουλευτῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ συζήτησις τῶν ἐπερωτήσεων τὸ μόνον δικαίωμα τῆς Βουλῆς καὶ τῶν βουλευτῶν, οὐδὲ τὸ μόνον καθῆκον. Ἡ Βουλὴ ἔχει πολλὰ καθήκοντα· ἔχει τὸ καθῆκον νὰ ψηφίζῃ τὸν Προϋπολογισμὸν, νὰ συζητῇ ὡρίμως τοὺς νόμους, νὰ συζητῇ τὰς προτάσεις τῶν βουλευτῶν, τὰς σχετιζομένας ἢ μὴ πρὸς ἐπερωτήσεις, καὶ πάντα ταῦτα εἶναι καθήκοντα ἴσα πρὸς ἄλληλα· ἡ λειτουργία δὲ τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὰ καθήκοντα ταῦτα ὑποθέτει ἕνα Κανονισμόν, ἐκεῖνος δὲ σέβεται τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ὑποτάσσεται εἰς τὸν Κανονισμόν, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλή, χάριν τῶν δικαιωμάτων τούτων, ψηφίζει. Τὸ νὰ λέγῃ τις, ὅτι «ἐγὼ εἶμαι ἀνώτερος τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω τὴν Δευτέραν ἢ τὴν Τρίτην αὐτοβούλως», οὐδὲν ἄλλο ἀποδεικνύει, εἰμή, ὅτι εἶναι κατώτερος τῆς θέσεως τοῦ βουλευτοῦ, τὴν ὁποίαν ἔπρεπεν ἐντεῦθεν νὰ περιφρουρῇ πληρέστερον. Ὁ βουλευτὴς τότε μόνον δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι θὰ πράξῃ τι ἐξ ἰδίας βουλήσεως, ὅταν εἴτε ὁ Νόμος, εἴτε ὁ Κανονισμὸς δίδῃ εἰς αὐτὸν δικαίωμα. Ὅταν ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς δὲν ἀρύηται δικαίωμά τι, οὐδὲν ἔχει δικαίωμα νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν ὁλομέλειαν τῆς Βουλῆς, ὅτι αὐτὸς θὰ πράξῃ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ ἄλλως, ἢ ὅπως αὕτη ἀποφασίζει. Ἀλλ’ ὑπάρχει τις ἐν τῇ Βουλῇ, ὅστις θέλει νὰ περιορίζῃ τὰ δικαιώματα οἱουδήποτε βουλευτοῦ; Τοῦτο οὐδέποτε παρ’ ἡμῶν ἐγένετο. Εἴδομεν μόνον ἐκ μέρους μιᾶς μερίδος τοιαύτην τινὰ πρόθεσιν. Ἡ ἀποχώρησις, ἡ ὁποία ἀπό τινων ἡμερῶν παραλύει τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, ἀπέδειξεν, ὅτι ὑπάρχουσι βουλευταί, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ στερήσωσι τὴν Βουλὴν τῶν μέσων, ἵνα ἐκτελῇ τὰ καθήκοντά της. Τοῦτο εἶναι ἡ μόνη παράλειψις τῶν καθηκόντων καὶ ἡ μόνη ἐνέργεια, τὴν ὁποίαν ἔγνων ἐν τῇ Βουλῇ πρὸς παρακώλυσιν τῶν νομίμων τῆς Βουλῆς ἐνεργειῶν. Ἡμεῖς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν παρὰ τῆς Βουλῆς, εἶναι νὰ ἐργάζηται ὅσον δύναται πλειότερον, διὰ νὰ δύνανται πάντα τὰ δικαιώματα νὰ λειτουργῶσιν ἀνέτως. Οἱ νομίζοντες, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνασκηθῶσι τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ἐκπληρωθῶσιν αἱ ὑποχρεώσεις αὐτῆς διὰ συνεδριάσεων, διαρκουσῶν 1 ἢ ½ ὥραν, διὰ συνεδριάσεων, ματαιουμένων ἐπὶ προφάσεσι παντοίαις, ἐπὶ τῇ ὑποβολιμαίᾳ διαδόσει, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ ὑπῆγαν εἰς Πειραιᾶ, ἐνῷ οὐδεὶς ὑπουργὸς ὑπῆγεν εἰς Πειραιᾶ, ἐξ ἐνεργείας συστηματικῆς, ὅπως πάσης ἀφορμῆς ἐπιλαμβανώμεθα, ἵνα μὴ ἐργαζώμεθα, οἱ νομίζοντες τοῦτο καὶ οὕτω πολιτευόμενοι ἀποδεικνύουσιν, ὅτι τῷ ὄντι δὲν σκέπτονται περὶ ἐνασκήσεως δικαιωμάτων, ἀλλὰ ζητοῦσι καὶ τῶν δικαιωμάτων τούτων νὰ ποιήσωνται χρῆσιν, διὰ νὰ σπαταλῶσι τὸν χρόνον καὶ νὰ ἐμποδίζωσιν ὅπως γίνηται χρῆσις τοῦ χρόνου τούτου ὠφέλιμος πρὸς ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν μέτρων ἐκείνων, διὰ τῶν ὁποίων δύναται ἡ Βουλὴ νὰ παρασταθῇ πρὸς τὸ Ἔθνος, ὡς γινώσκουσα νὰ ἐκτελῇ τὸ καθῆκόν της. Σήμερον, ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἐργασθῶμεν, ἀλλὰ νὰ ἐργασθῶμεν ὅπως ἐργάζονται ἐν τοῖς ἄλλοις Κοινοβουλίοις, 6 καὶ 7 ὥρας καθ’ ἑκάστην—διότι ἄλλως ἡ ἐργασία δὲν λέγεται σπουδαία—δυνάμεθα καὶ περὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Φιλαρέτου νὰ συζητήσωμεν καὶ περὶ πασῶν τῶν ἄλλων ἐπερωτήσεων. Περὶ ποίας θέλομεν συζητήσει πρῶτον καὶ περὶ ποίας δεύτερον, ὡς πρὸς τοῦτο ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορος. Ἡμεῖς εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ δώσωμεν ἀπάντησιν εἰς τὴν σειρὰν τῶν ἀπείρων ἐπερωτήσεων, τὰς ὁποίας ὁ εἷς ἢ ὁ ἕτερος βουλευτής, δι’ ἐπαρχιακοὺς ἢ ἄλλους μὴ γενικοὺς λόγους, νομίζει ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλῃ. Εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ συζητήσωμεν περὶ τῶν γενικωτέρων ἐκείνων θεμάτων, τὰ ὁποῖα δι’ ἐπερωτήσεων βουλευταί τινες θὰ φέρωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ συζητήσωμεν τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Βώλου ἔφερε πρὸ ἡμερῶν εἰς συζήτησιν, καὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἤδη ἀρχὴ συζητήσεως. Εἰς τὴν Βουλὴν ἀνήκει — καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἡμεῖς οὐδόλως θέλομεν παρεμβῆ, ἵνα ἐπιδράσωμεν ὑπὲρ τούτου ἢ ἐκείνου — ν’ ἀποφασίσῃ ποία ἐπερώτησις θὰ ταχθῇ πρώτη καὶ ποία δευτέρα. Περὶ τούτου ὅμως εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ θελήσῃ νὰ ἐργασθῇ, δυνάμεθα πάντα νὰ ἐξαντλήσωμεν ἐν τῇ σημερινῇ συνεδριάσει. Πρέπει λοιπόν, κατ’ ἐμὴν γνώμην, τοῦτο ν’ ἀποφασίσωμεν, ὅτι δὲν θέλομεν ἀπέλθει σήμερον ἀπὸ τῆς συνεδριάσεως, πρὶν ἐξαντλήσωμεν πάντα τὰ προβληθέντα θέματα, καὶ ἂν τοῦτο ἀποφασίσωμεν, πάντα δύνανται σήμερον νὰ συζητηθῶσιν.
§36Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πολὺ κακῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐνόησε τί εἶπον ἐγώ. Ἐγὼ οὐδέποτε εἶπον, ὅτι ὁ βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν του εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ εἶπον, ὅτι ὁ βουλευτὴς ἔχει δικαιώματά τινα, τὰ ὁποῖα οὔτε ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ δύναται ν’ ἀναιρέσῃ Οὐδέποτε δὲ ὑπῆρξα ἐγὼ κατώτερος τῆς θέσεώς μου. Καὶ ἠξεύρετε διατί ἔκαμεν αὐτὴν τὴν ἐκτίμησιν ὁ κ. Τρικούπης; διότι αὐτὸς ὑπῆρξε κατώτερος τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέχει (Θόρυβος). Ἀφίνω τώρα εἰς τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς νὰ εἴπουν ἐὰν οἱ βουλευταὶ ἦναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προκαλοῦν τοὺς θορύβους καὶ τὰς ταραχὰς, ἢ αὐτοὶ οἱ Ὑπουργοὶ διὰ τῆς διαγωγῆς των. Ὁ κ. Τρικούπης γνωρίζει, ὅτι ἐγὼ προσωπικὰς προσβολὰς δὲν δέχομαι, διότι συνυπηρετήσαμεν 11 ἔτη μαζῆ· γνωρίζει, ὅτι τὸ ἀξίωμα τὸ βουλευτικόν, τὸ ὁποῖον κατέχω διαρκῶς ἐν τῇ Βουλῇ, τὸ καθεῖξα πάντοτε λίαν ἀξιοπρεπῶς, καὶ ὅτι τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς καὶ τοὺς Νόμους τῆς Πολιτείας τοὺς ἐσεβάσθην ὑπὲρ πάντα ἄλλον, καὶ ὑπὲρ αὐτὸν τὸν κ. Τρικούπην, ὁ ὁποῖος σήμερον τὰ πάντα ἐτσαλαπάτησε μὲ τὰς νέας αὐταρχικάς του ἰδέας.
§37ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ Βουλὴ γνωρίζει τὴν ἱστορίαν τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν παρελθοῦσαν Τρίτην πρὸς αὐτήν. Ἡ Βουλὴ ἐνθυμεῖται, διότι ὀλίγαι ἡμέραι παρῆλθον, τί ἐῤῥέθη ἐνταῦθα τὴν παρελθοῦσαν Τετάρτην. Ἐπρόκειτο νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, καὶ τοῦτο διακαῶς ἐπεθύμουν καὶ περισσότερον μάλιστα ἀπὸ τὸν κύριον Μεσσηνέζην καὶ περισσότερον ἀπὸ τὸν κύριον Πετιμεζᾶν· ἀλλ’ ἐνταῦθα δὲν ἦλθον διὰ νὰ πολιτευθῶ ἐναντίον τῆς συνειδήσεώς μου· καὶ ὅταν ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς ἀντέταξε τὸ Σύνταγμα, καὶ ὅταν ὁ κύριος πρωθυπουργὸς, λίαν ὀρθῶς κατ’ ἐμέ, μὲ ὑπενθύμισεν, ὅτι τὸ πρώτιστον τῆς Κυβερνήσεως καθῆκον εἶναι νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, περὶ τῆς ψηφίσεως τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, καὶ ὅτι τὸ πρώτιστον καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν κανονικὴν τροχιὰν, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξετροχιάσθημεν, εὗρον τὴν Κυβέρνησιν τ’ ἀληθῆ ὑποστηρίζουσαν, τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο· καὶ ἀνελθὼν τότε εἰς τὸ βῆμα εἶπον, ὅτι δὲν τολμῶ νὰ ἀντιταχθῶ κατὰ τοιούτων λογικῶν καὶ ἰσχυρῶν ἐπιχειρημάτων, ἀλλὰ καὶ δὲν ἐννοῶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ ζητήματος ἐπ’ ἄπειρον· διὰ τοῦτο, εἶπον, κάλλιον εἶναι νὰ ἐξηγηθῶμεν σαφῶς, καὶ παρεκάλεσα, ὅπως ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου ἀναγραφῇ ὡς τελευταῖον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως καθ’ ὅλας τὰς λοιπὰς ἡμέρας, ὡς πρῶτον δὲ ἀντικείμενον διὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου καὶ παρεκάλεσα θερμῶς νὰ μὴ παύσῃ ἡ συζήτησις τοῦ ζητήματος τούτου ἐν ὅσῳ δὲν ἐξαντληθῇ· τοῦτο παρακαλῶ καὶ αὖθις. Ἡ πρότασίς μου ἀφορᾷ εἰς θεραπείαν νόσου χρονίας, νόσου δυναμένης νὰ ἐξετασθῇ καὶ αὔριον. Λοιπὸν οὐδὲν τὸ κακὸν, ἂν ἀνεβάλλετο ἐπ’ ὀλίγας ἡμέρας· καὶ ἐπεθύμουν μὲν νὰ μὴ διακοπῇ ποσῶς, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου φρονῶ, ὅτι καὶ ἂν σήμερον ἀκόμη δὲν προχωρήσῃ ἡ συζήτησις αὕτη, δὲν θέλει ἀπωλέσει ἐκ τῆς σπουδαιότητός της, διότι δίδεται καιρὸς ὅπως γένηται περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου συζήτησις καὶ ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου, μορφώνονται δὲ οὕτω αἱ πεποιθήσεις καλλίτερον· ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλὴ θελήσῃ, δύναται νὰ προχωρήσῃ, ἀφοῦ παρῆλθεν ἱκανὸς πλέον χρόνος, καὶ ὑποθέτω, ὅτι τὸ ζήτημα προώδευσεν ὅπως δήποτε. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν ἐδέχθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Τετάρτην καὶ ὥρισεν, ὅτι σήμερον πρὸ παντὸς ἄλλου ἀντικειμένου συζητηθήσεται ἡ πρότασις περὶ ἐκλογῆς πενταμελοῦς Ἐπιτροπῆς, καὶ τοῦτο εἶναι ἀπόφασις πλέον τῆς Βουλῆς. Σεβόμενος τὴν ἀπόφασιν ταύτην, περιέμενον σήμερον νὰ γείνῃ ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως· ὅταν δὲ ἤκουσα ἀντιῤῥήσεις, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ἀπαντήσω εἰς ταύτας· ἀλλὰ πρὶν ἢ ἀνοίξω τὸ στόμα μου, πολλοὶ ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) πρὶν ἢ ἐκφρασθῶ τί θέλω νὰ εἴπω, ἠθέλησαν τρόπον τινὰ νὰ μ’ ἐμποδίσωσι νὰ ὁμιλήσω, καὶ ἓν μάλιστα μέλος τῆς πτέρυγος ταύτης, τὸ ὁποῖον μετὰ πολλοῦ στόμφου μᾶς ὁμιλεῖ περὶ ὑψηλῶν ζητημάτων, ἐτόλμησε νὰ μοὶ εἴπῃ «κάτσε κάτω», διὰ τρόπου, δι’ οὗ πᾶς καλῶς ἀνατεθραμμένος ὀφείλει νὰ μὴ ὁμιλῇ οὐχὶ πρὸς συνάδελφόν του, ἀλλ’ οὐδὲ εἰς τὸν ὑπηρέτην του...
§38ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Σᾶς εἶπον οὕτω, διότι μεταβάλλετε καθ’ ἡμέραν ἰδέας.
§39ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Διότι δὲν ἐννοῶ νὰ δηλωθῶ εἰς ὡρισμένον προσωπικὸν κόμμα, ὡς ἐδηλώθητε σεῖς, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι ἀκολουθῶ τὰς καλὰς ἰδέας, ὅπου δήποτε τὰς εὑρίσκω. Ἀλλὰ, κύριοι, ὁ ἀξιότιμος κύριος βουλευτὴς Ἀττικῆς ἔδωκε τρανὰ δείγματα τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον ἐννοεῖ νὰ συζητῇ ἐνταῦθα. Δὲν θέλω νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν μὲ προσωπικὰ ζητήματα, διότι λυποῦμαι νὰ ὁμιλῶ ἐπὶ προσωπικῶν ζητημάτων· τοῦτο μόνον ὀφείλω νὰ προσθέσω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς τῆς πρωτευούσης κύριος Ζυγομαλᾶς ὤφειλε τοὐλάχιστον νὰ γινώσκῃ ἐκεῖνο τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ λόγος δίδεται καὶ ἀφαιρεῖται παρὰ τοῦ κυρίου Προέδρου καὶ μόνον· ἂς τῷ χρησιμεύσῃ τοὐλάχιστον τὸ μάθημα τοῦτο διὰ τὸ μέλλον. Ἀπαντῶ δὲ ἤδη εἰς τὰς ἀντιῤῥήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιδέχονται συζήτησιν, τοῦ κυρίου Πετιμεζᾶ, καὶ ὄχι εἰς τὰς ἀντιῤῥήσεις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος ἀνυπομονεῖ νὰ συζητήσῃ περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος.
§40ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Βεβαίως!
§41ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὡσὰν νὰ μὴ ἐνδιεφέρετο ἄλλος τις περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἀπαντῶν λέγω εἰς τὸν κ. Πετιμεζᾶν, ὅτι δὲν ἐννοῶ ἐγὼ νὰ ἐμποδίσω τὴν συζήτησιν τῶν ἐπερωτήσεων, ὅτι ὀφείλω νὰ σεβασθῶ βεβαίως τὸ βουλευτικὸν τοῦτο δικαίωμα, ἀλλ’ ἔχομεν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἥτις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀπεφάσισε σήμερον νὰ συζητηθῇ ἡ πρότασίς μου· ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἀπουσίαζε τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ἴσως δὲν εἶναι ἐνήμερος· ἂς μάθῃ λοιπὸν, ὅτι ἐπιμένω εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς ταύτης τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία νὰ μεταβάλλῃ τὴν ἀπόφασίν της κατὰ πᾶσαν στιγμήν· τοῦτο τὸ παραδέχομαι· ἀλλ’ ἐνόσῳ ὑφίσταται αὐτὴ ἡ ἀπόφασις, δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἄλλη συζήτησις. Ἂς ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, καὶ ἂν ἀλλάξῃ γνώμην, τότε διαφέρει τὸ πρᾶγμα· ἡ ἀπόφασίς της ὅμως ἤδη ὑφίσταται. Διὰ τοῦτο, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις τῆς προτάσεώς μου, μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τῆς ὁποίας δύναται ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ καὶ πᾶσαν ἄλλην ἐπερώτησιν. Δοθείσης δὲ εὐκαιρίας περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, δηλῶ, ὅτι εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦσι τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀρχίσωμεν μίαν συζήτησιν, νὰ τὴν ἀφήσωμεν ἡμιτελῆ, ὅπως ἔλθωμεν εἰς νέαν. Ἄλλως, μὴ τρομάζωμεν ἀπὸ τὴν ἰδέαν, ὅτι πρόκειται νὰ συζητηθῇ ἡ πρότασίς μου, ἡ ὁποία ἔχει εὐρὺ θέμα, διότι φρονῶ, ὅτι μετὰ τὰ λεχθέντα, ἀρκετὰ περιωρίσθη τὸ ζήτημα· πρόκειται πλέον ἁπλῶς νὰ ἐξετασθῇ ἂν πρέπῃ ἢ οὐ νὰ ἐκλεχθῇ ἡ πενταμελὴς Ἐπιτροπή. Δὲν ἐννοῶ, ὅτι δὲν θέλω νὰ γείνῃ εὐρυτάτη συζήτησις καὶ ἐπὶ ἡμέρας ἀκόμη, ἀλλὰ ὑποστηρίζω, ὅτι μετὰ τὰ λεχθέντα, πρόκειται νὰ ἐξετασθῇ ἂν πρέπῃ νὰ ἐκλεχθῇ ναὶ ἢ οὔ ἡ πενταμελὴς Ἐπιτροπὴ, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ δεχθῇ τὴν πρότασιν ταύτην, ἡ Ἐπιτροπὴ θέλει ὑποβάλει ἔκθεσιν· ὅταν δὲ ὑποβληθῇ ἡ ἔκθεσις, τότε πολὺ καλλίτερον δύναται νὰ γείνῃ εὐρυτάτη συζήτησις.
§42ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀφοῦ ἐκ νέου προκαλούμεθα νὰ κανονίσωμεν τὴν τάξιν τῶν ἐργασιῶν μας, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ λησμονήσετε, κύριοι, τὰ πολλὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχετε. Ὡς Βουλευταὶ καὶ Ἀντιπρόσωποι ἔχετε καθήκοντα νομοθετικὰ, νὰ ψηφίζητε τὸν προϋπολογισμὸν, νὰ ἐγκρίνητε τὸν ἀπολογισμὸν, νὰ συζητῆτε καὶ ψηφίζητε τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα προτείνει ἡ Κυβέρνησις ἢ προτείνουσιν οἱ βουλευταί. Ἔχετε καθήκοντα πολιτικὰ, τὰ ὁποῖα ἐνασκῆτε κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα σᾶς ὑποβάλλονται· ἀλλ’ ἔχετε καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐπιτηρῆτε τοὺς διαχειριζομένους τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν ἐν ὀνόματι τοῦ Κράτους, καὶ ἐλέγχητε αὐτοὺς, ὁσάκις παραβαίνωσι τὸ καθῆκόν των ἢ παραλείπωσιν αὐτό. Ὅσον τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἐπιβάλλει τὸ Σύνταγμα, διὰ νὰ ψηφίζητε τοὺς νόμους, εἶναι ἐπιτακτικὰ εἰς ὑμᾶς, τοσοῦτον εἶναι ἀναγεγραμμένα ἀπόλυτα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχετε διὰ νὰ ἐπιτηρῆτε τοὺς ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι διαχειρίζονται τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν. Τὸ Σύνταγμα μάλιστα ῥητῶς διέταξεν, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ ὀφείλουσι νὰ σᾶς δίδωσι πληροφορίας, ὁσάκις ἂν ζητηθῶσι. Καὶ ὅμως ἡ Βουλὴ, διὰ νὰ εὐκολύνῃ τὴν νομοθετικὴν λειτουργίαν τοῦ Σώματος, ἀπεφάσισε καὶ ἐπέβαλε περιορισμὸν εἰς τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματός της τούτου· καὶ, ἐνῷ ἠδύνατο κατὰ πᾶσαν ἡμέραν νὰ ἐλέγχῃ τοὺς ὑπουργοὺς καὶ νὰ συζητῇ ἐπὶ τῶν πράξεων αὐτῶν, παρῃτήθη τοῦ δικαιώματός της τούτου τοῦ ἀπολύτου, καὶ τὸ ὑπέβαλεν εἰς περιορισμὸν, καὶ ἀπεδέξατο νὰ μὴ ἐνασκῇ αὐτὸ εἰμὴ μόνον μίαν ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος, τὸ Σάββατον. Εἰς ἄλλους χρόνους, ἂν ὑπεβάλετο τοιαύτη πρότασις, νὰ προσδιορισθῇ μία ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ὑπουργοὶ νὰ ἦναι ὑπόχρεοι νὰ δίδωσι διασαφήσεις ἢ πληροφορίας ὑπὸ τῶν βουλευτῶν ζητουμένας, ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ προταθῇ τὸ ἀπαράδεκτον τοιαύτης προτάσεως, διότι ἡ πρότασις ἐκείνη περιορίζει δικαίωμα ἀπολύτως ὑπὸ τοῦ Συντάγματος κεχορηγημένον. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἐπροτείναμεν τὸ ἀπαράδεκτον· ἡμεῖς, θέλοντες νὰ διευκολύνωμεν τὴν νομοθετικὴν λειτουργείαν τοῦ Κράτους, παραδέχθημεν τὸν περιορισμὸν τοῦτον, καὶ ἀπεφασίσαμεν κατὰ πᾶν Σάββατον νὰ συζητῶνται αἱ ἐπερωτήσεις. Ἐν τῷ μεταξὺ προέκυψεν ἡ πρότασις τοῦ κ. Φιλαρέτου. Τί δὲ ζητεῖ διὰ τῆς προτάσεώς του ταύτης; Ἐλέγχει τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν; Καταδεικνύει παράλειψιν αὐτῆς, ἢ παράβασιν αὐτῆς; ὄχι. Παρετήρησε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐζήτησε νὰ ἀποδείξῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οἱ νόμοι, οἱ ἀποτελοῦντες τὸ σύνολον τῆς ἀστικῆς νομοθεσίας, δὲν λειτουργοῦσιν, εἴτε διότι ἀπὸ πολλῶν χρόνων αἱ διατάξεις αὐτῶν ἐτέθησαν ἐν ἀχρηστίᾳ, εἴτε διότι δὲν περιλαμβάνουσιν ὅλας τὰς περιπτώσεις, τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ περιλάβωσι. Καὶ ὁ κ. Φιλάρετος σᾶς ἐπρότεινε νὰ συστήσητε ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία νὰ ἀσχοληθῇ ἵνα ἐρευνήσῃ τὴν λειτουργίαν τῶν Δικαστηρίων, νὰ ἀνεύρῃ ποῖα ὑπάρχουσι κενὰ εἰς τὴν νομοθεσίαν, νὰ προτείνῃ τὸν τρόπον τῆς πληρώσεως τῶν κενῶν τούτων, καὶ νὰ προβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην της περὶ τῆς διορθώσεως τῶν κειμένων κακῶν. Ἡ πρότασις αὕτη εἶναι πρότασις αὐτοτελὴς καὶ ὄχι ἐπερώτησις.
§43ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βέβαια, δὲν εἶναι ἐπερώτησις.
§44ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς ἄλλα Κοινοβούλια προβάλλονται παραπλήσιαι προτάσεις, προβάλλονται προτάσεις περὶ ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν, διὰ νὰ ἐρευνήσωσι τὸν κλάδον π. χ. τῆς ἐκπαιδεύσεως, διὰ νὰ ἐρευνήσωσιν ὡρισμένην ὕλην τῆς δημοσίας διοικήσεως, καὶ εἴδατε πολλάκις δημοσιευομένας ἐκθέσεις, εἰς πολλοὺς τόμους, περιλαμβανούσας τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐρεύνης τῶν ἐξεταστικῶν τούτων Ἐπιτροπῶν. Ἡ πρότασις λοιπὸν τοῦ κ. Φιλαρέτου ἔμελε νὰ λάβῃ τὴν ὁδὸν, ἣν λαμβάνουσιν ὅλαι αἱ προτάσεις, αἱ ὑποβαλλόμεναι εἰς τὴν Βουλήν· καὶ διὰ τοῦτο προχθὲς, ὅτε ἡ Βουλὴ ἐψήφιζε διὰ νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Φιλαρέτου, ῥητῶς εἶπον, μὴ συγχίζετε τὴν πρότασιν τοῦ κ. Φιλαρέτου μὲ τὰς κοινὰς ἐπερωτήσεις, διότι εἶναι πρότασις πολὺ σπουδαιοτέρα, διότι πρόκειται νὰ ἀποφασίσῃ τὸ Κοινοβούλιον περὶ ἐλλείψεως ὑπαρχούσης ἐν τῇ κινήσει τοῦ κοινωνικοῦ μηχανισμοῦ, καὶ νὰ προκαλέσῃ τὸ Κοινοβούλιον εἰς ἐρεύνας πρὸς διόρθωσιν αὐτῆς. Ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ ἀλλάξῃ τὴν ἀπόφασιν, ἣν ἔλαβε, νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου, καὶ νὰ ἀσχοληθῇ σήμερον ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Φιλαρέτου, δύναται νὰ τὸ κάμῃ· ἀλλὰ πράττουσα οὕτω, ἀναιρεῖ τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς, διὰ τῆς ὁποίας περιώρισε τὸ δικαίωμα τοῦ συζητεῖν ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου, καὶ ἐπανάγει ἡμᾶς εἰς τὸ δικαίωμα τὸ ἀπόλυτον. Τοῦτο ἤθελε νὰ εἴπῃ ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ὅτι, ἂν θελήσετε νὰ ἀφαιρέσητε καὶ τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου ἀπὸ τὴν συζήτησιν τῶν ἐπερωτήσεων, ἀναιρεῖτε τὴν ἀπόφασιν, διὰ τῆς ὁποίας προσδιωρίσατε τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου πρὸς συζήτησιν ἐπερωτήσεων, ἑπομένως μὲ ἐπανάγετε εἰς τὴν ἀπόλυτον χρῆσιν τοῦ δικαιώματός μου καὶ δύναμαι νὰ ἐπανέλθω τὴν Δευτέραν ἢ τὴν Τρίτην νὰ συζητήσω περὶ τῆς ἐπερωτήσεως μου. Ἡ παρατήρησις αὕτη τοῦ κυρίου Πετιμεζᾶ ἐξώργισε τὸν κύριον Τρικούπην, ὅστις ὄχι μόνον δὲν ὡμίλησε περὶ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μετὰ τοῦ σεβασμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὅταν ὁμιλῇ περὶ διαπρεποῦς μέλους τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλ’ ἀκόμη ὑπέλαβεν, ὅτι δύναται νὰ ὁμιλήσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅπως οἱ διδάσκαλοι ὁμιλοῦσιν εἰς τοὺς μαθητὰς ἐν τοῖς σχολείοις, καὶ ἦλθε νὰ ἐλέγξῃ ἡμᾶς ὅτι δὲν ἐμείναμεν χθὲς μέχρι τῆς ὀγδόης ὥρας νὰ συζητῶμεν. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς δὲν εἶχεν οὐδὲν δικαίωμα νὰ ἐπιτιμήσῃ τοὺς χθὲς ἀποσυρθέντας ἀπὸ τὸ Κοινοβούλιον. Ἐμείναμεν ἐνταῦθα ἀπὸ τῆς τρίτης μ. μ. μέχρι τῆς ὀγδόης ὥρας τῆς ἑσπέρας, ἐργαζόμενοι καὶ παρεστῶτες εἰς συνεδρίασιν, ὁποῖαι εἶναι συνήθως αἱ συνεδριάσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου· εἶναι δὲ ἀδύνατον εἰς ἄνθρωπον νὰ παρατείνῃ τὴν ἐργασίαν αὑτοῦ πέραν τῆς ὀγδόης ὥρας, ἀφοῦ ἀρχίσῃ ἀπὸ τῆς τρίτης. Δὲν ἀπεσύρθημεν δὲ λαθραίως, ἀλλὰ δημοσίᾳ, καὶ μάλιστα ἐγὼ ἀναχωρῶν εἶπον, ὅτι πέραν τῆς ὀγδόης δὲν ἐννοοῦμεν νὰ ἐργασθῶμεν. Ἂν ἡ τρίτη ὥρα δὲν ἦναι κατάλληλος συνέλθετε τὴν δευτέραν· ἀλλὰ, μετὰ πεντάωρον καὶ ἑξάωρος ἐργασίαν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐργασθῇ τις, καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι δύναται νὰ ἐργασθῇ, δὲν ἐργάζεται σπουδαίως, πλὴν ἂν θέλῃ νὰ ἦναι Κομμεστὰ τῆς πρώην Ἑπτανήσου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ὁ κ. πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ ἐλέγξῃ τὰ μέλη τῆς πτέρυγος ταύτης, ἀποχωρησάσης χθὲς περὶ τὴν 8ην ὥραν· ἤκουσα καὶ τῆς φωνῆς ἄλλου βουλευτοῦ, ὅστις, πρὸ τοῦ προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἠθέλησε νὰ ἐλέγξῃ τοὺς ἀποχωρήσαντας χθὲς, καὶ ὁ βουλευτὴς ἐκεῖνος λησμονεῖ, ὅτι κατὰ τὸ 1879 ἤρχετο ἐδῶ καὶ ἐπρότεινε τὴν ἔνστασιν τῆς μὴ ἀπαρτίας, καὶ μόλις ἐπρότεινε αὐτὴν ἐτρέπετο εἰς φυγὴν εἰς τὰ ἔξω δωμάτια. Ἡμεῖς ὡς ἀντιπολίτευσις, καὶ τὸ λέγομεν τοῦτο, ἐφ’ ὅσον μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὁμιλήσω ὡς ἀντιπολίτευσις, ἡμεῖς ὡς ἀντιπολίτευσις δὲν σκοποῦμεν νὰ παρεμβάλωμεν οὐδὲν πρόσκομμα εἰς τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου· ἐκπληροῦμεν τὸ καθῆκόν μας, ὡς ἡ συνείδησις ἡμῶν ὑπαγορεύει· δὲν θέλομεν νὰ μιμηθῶμεν τὰς ἀντιπολιτεύσεις, αἵτινες προηγήθησαν, καὶ αἵτινες παρενέβαλλον προσκόμματα ὄχι μόνον δι’ ἀποχωρήσεως, ἀλλὰ καὶ διὰ ποικίλων ἄλλων τρόπων, διὰ νὰ παραλύωσι τὴν κυβερνητικὴν ἐνέργειαν. Ἡμεῖς ἀντιπολιτευόμενοι κατὰ τὸ 1880 ἐντὸς δύο ὡρῶν ἐδώκαμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ὁ ἔλεγχος οὗτος, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐποιήσατο πρὸ μικροῦ πρὸς ὁλόκληρον πτέρυγα τοῦ Κοινοβουλίου· ὡμίλησε δι’ ὑπαινιγμῶν καὶ περὶ τῆς συνεδριάσεως τῆς παρελθούσης Πέμπτης. Ἂν ἔχῃ δικαίωμά τις νὰ παραπονεθῇ, ἔχομεν δικαίωμα νὰ παραπονεθῶμεν ἡμεῖς, οὐχὶ δὲ τὸ Ὑπουργεῖον καθ’ ἡμῶν. Καὶ ὅμως ἔρχονται νὰ παραπονῶνται καὶ νὰ μᾶς ἐπιτιμήσωσιν. Ἂν οἱ κ.κ. Ὑπουργοὶ εἶχον νὰ ἐκπληρώσωσι καθῆκον ἕτερον κατὰ τὴν τρίτην ἢ τρίτην καὶ ἡμίσειαν μ.μ. τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ἐδύναντο νὰ γνωστοποιήσωσι διὰ τοῦ Προεδρείου εἰς τοὺς κκ. βουλευτάς νὰ συνέλθωσιν εἰς τὰς 4 καὶ οὐχὶ εἰς τὰς 3. Ἀλλ’ ὅταν οἱ Ὑπουργοὶ οὐδεμίαν τοιαύτην ἀνακοίνωσιν ἐποιήσαντο, ὅταν οἱ βουλευταὶ ἦλθον ἀπὸ τῆς τρίτης ὥρας ἐδῶ καὶ ἐπερίμενον μέχρι τῆς 3 καὶ ¾ καὶ οἱ Ὑπουργοὶ ἦταν ἀπόντες, καὶ ἐγένετο γνωστόν, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ ἀσχολοῦνται περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν ἄλλου καθήκοντος, οἱ βουλευταὶ εἶχον καθῆκον νὰ σεβασθῶσι τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος, τοῦ ὁποίου εἶναι μέλη, καὶ δὲν ἤθελον σεβασθῆ αὐτήν, ἂν παρέμενον περαιτέρω, περιμένοντες τοὺς Ὑπουργούς Κύριοι, μόνον ἡ Γερουσία τῆς Ρώμης περιέμενε τὸν Καίσαρα, ἀλλ’ αἱ Βουλαὶ δὲν περιμένουσι τοὺς Ὑπουργοὺς, καὶ ὄχι μόνον αἱ Βουλαὶ, οὐδὲ ἐν τοῖς θεάτροις περιμένουσι τοὺς σκηνικούς.
§45ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§46Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὁ κύριος Φιλάρετος ἐνόμισεν, ὅτι ἐγὼ ἠθέλησα νὰ τὸν προσβάλω, ὅτι παρώτρυνα αὐτὸν νὰ καθήσῃ ἐγερθέντα πρὸς συζήτησιν· ἀπεναντίας, καὶ ἄλλοι καὶ ἐγὼ πολλάκις εὑρέθημεν εἰς τὴν θέσιν νὰ λυπηθῶμεν τὸν κύριον Φιλάρετον, ἄνθρωπον νέον ἐλθόντα ἐνταῦθα, ὅπως ἀναπτυχθῇ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον καὶ ἐπιδείξῃ πράγματι ἀρχὰς ὑγιεῖς. Ὁ κύριος Φιλάρετος καὶ πέρυσι καὶ ἐφέτος μᾶς ἔφερεν εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν, ἀφοῦ ἀπεδέχθημεν τὰς προτάσεις του, αὐτὸς νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς ἓν νεῦμα τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ καὶ νὰ παραιτηθῇ πάσης συζητήσεως· καὶ τώρα ἠθέλησα νὰ προλάβω τὸν κ. Φιλάρετον τοῦ νὰ ἀναιρέσῃ αὐτὸς ἑαυτόν. Τὸν κύριον Φιλάρετον συνήντησα καθ’ ὁδὸν ἐπὶ τῆς πλατείας τῆς Ὁμονοίας μετὰ τῶν κυρίων Λαμπρυνοπούλου, Φλογαΐτου καὶ Θερμογιάννη τὴν προτεραίαν τῆς συζητήσεως τοῦ θέματος αὐτοῦ· εἶπον εἰς αὐτὸν: κύριε Φιλάρετε, τὸ ζήτημα τὸ δικαστικὸν εἶναι σπουδαῖον, καὶ ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ δικαίωμα τὸ αὐθαίρετον τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ νὰ μεταθέτῃ Δικαστὰς καὶ νὰ προβιβάζῃ καὶ ὡς πρὸς τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν, ἀλλὰ φοβοῦμαι ὅτι, ἀφοῦ μᾶς εἰσαγάγῃς εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἡμεῖς τὸ ἐγκολπωθῶμεν, θὰ μᾶς ἀφήσῃς εἰς τὴν μέσην. Τότε ὁ κύριος Φιλάρετος—καὶ εἶναι μάρτυρες ἐνταῦθα—εἶπεν: ἐγὼ οὐδέποτε θὰ ὑποχωρήσω. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν Βουλὴν, ἄρχεται ἡ συζήτησις καὶ περὶ τὴν πέμπτην ἢ ἕκτην ὥραν ἀνέρχεται ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ζητεῖ τὴν ἀναβολὴν, ὁ κύριος Φιλάρετος λέγει, ὅτι θὰ ἀντισταθῇ, ἡμεῖς τὸν βοηθοῦμεν ν’ ἀντισταθῇ, ἀνέρχεται τὸ βῆμα καὶ αἴφνης ὑποχωρεῖ (ἱλαρότης). Ὁ κύριος Φιλάρετος εἶπεν, ὅτι ἀπετάθην εἰς αὐτὸν ἀπρεπῶς καὶ ὡς πρὸς ὑπηρέτην. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν γνωρίζω πόθεν ἔλαβε μαθήματα ἀνατροφῆς· ὁ κύριος Φιλάρετος· ὁμολογῶ ὅμως ὅτι ἡ καλὴ ἀνατροφὴ ἐπιβάλλει εἰς πάντα νὰ συμπεριφέρηται ἐπίσης πρὸς πάντα ἄνευ διακρίσεως. Ἀπορῶ μάλιστα πῶς ὁ κύριος Φιλάρετος, ὅστις λέγει ὅτι φρονεῖ τὰ Δημοκρατικὰ, ἔκαμε διάκρισιν μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ ὑπηρέτου του. Ἐγὼ εἶμαι ἠναγκασμένος ὡς ἐκ τῆς ἀνατροφῆς μου καὶ τῶν φρονημάτων του νὰ τὸν θέσω εἰς τὴν θέσιν τοῦ ὑπηρέτου, διότι ὅλοι εἴμεθα ἴσοι (ἱλαρότης).
§47ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μετὰ τὴν ἄφθονον ἱλαρότητα, ἣν ἔῤῥιψαν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ οἱ λόγοι τοῦ προλαλήσαντος, φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρακολουθήσω τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴ Ἀττικῆς εἰς τὰ προσωπικὰ, τὰ ὁποῖα παρ’ αὐτῷ κατέχουσι τὴν πρώτην θέσιν· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κύριος Ζυγομαλᾶς, χωρὶς νὰ τὸ ζητήσω, ἐτέθη κηδεμών μου, νομίζω καλὸν νὰ τῷ ὑποδείξω, ὅτι ἦλθον ἐνταῦθα ἀποσταλεὶς ἀπὸ 5,000 ἐκλογεῖς τῆς ἐπαρχίας Βώλου, οἱ ὁποῖοι ἐσκέφθησαν, πιστεύω, προηγουμένως ἐὰν ἔχω ἀνάγκην τῆς κηδεμονίας ἄλλου, καὶ μάλιστα οἷος ὁ κύριος Ζυγομαλᾶς· ἐὰν δ’ ἔλυον καταφατικῶς τοιοῦτο ζήτημα, θὰ ἐφρόντιζον ν’ ἀντιπροσωπευθῶσι δι’ ἄλλου. Δηλῶ ὅμως εἰς τὸν κύριον Ζυγομαλᾶν, ὅτι, ἐὰν ᾐσθανόμην ἀνάγκην κηδεμόνος, δὲν θὰ ἐλάμβανον ὡς τοιοῦτον ἄνθρωπον, ταχθέντα ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν τοῦ ἀρχηγοῦ του. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κύριος Ζυγομαλᾶς ἠθέλησε νὰ διαστρέψῃ ἀτυχῶς καὶ τὰ πράγματα ἐν τῇ στενοχωρίᾳ του, θὰ ὑπενθυμίσω εἰς αὐτὸν, ἐπικαλούμενος καὶ τὴν μαρτυρίαν ὅλων ὅσοι ἦσαν παρόντες τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ὅτι ἀνακριβῶς ἐξέθηκε τὰ λεχθέντα, διότι ἡ ὁμιλία, τὴν ὁποίαν σᾶς παρέστησεν, ὅτι ἐγένετο τὴν Τετάρτην, ἐγένετο τὴν Τρίτην· καὶ τὴν Τρίτην ἀληθῶς εἶπον, ὅτι ὄχι μόνον δὲν θὰ παραιτηθῶ, ἀλλὰ καλὰ κάμνει νὰ εἴπῃ εἰς τὸν ἑαυτόν του νὰ μὴ παραιτήσῃ τὸ ζήτημα, ἐννοῶν διὰ τούτου ὅτι ὁ κύριος Ζυγομαλᾶς, ὁ ὁποῖος λαμβάνει κελεύσματα παρ’ ἀρχηγοῦ, ἠδύνατο πράγματι νὰ παραιτηθῇ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐκφράσει τότε. Ταῦτα διὰ τὴν Τρίτην, καὶ τὴν Τρίτην πράγματι ἐγένετο συζήτησις· τὰ δὲ τῆς Τετάρτης πρὸ ὀλίγου ἐξέθηκα, καὶ θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω. Ἀλλὰ παρατηρῶ καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς προλαλήσαντας, καθὼς καὶ εἰς τὸν κύριον Μαυρομιχάλην, ὅτι πιθανὸν νὰ ἔχω ἀπειρίαν, καὶ βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ συναγωνισθῶ μὲ τὸν παλαιὸν πολιτευτὴν κύριον Μαυρομιχάλην, ἀλλὰ προσπαθῶ νὰ ἐδηγῶμαι ἀπὸ τὴν καλὴν πίστιν ἐφ’ ὅσον ἀνθρωπίνως δυνατόν. Δυσανασχετεῖ δὲ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς, διότι μορφώνω τὰς πεποιθήσεις μου ἐκ τῶν συζητήσεων, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον τὸν στενοχωρεῖ ἴσως καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κύριος Μαυρομιχάλης ἐχαρακτήρισεν ἐμὲ ὡς ἄπειρον ἕνεκεν τούτου· θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὅμως νὰ τῷ παρατηρήσω μὲ ὅλην μου τὴν ἀπειρίαν, ὅτι ἐγὼ, ὑποστηρίζων τοῦτο, παραδέχομαι, ὅτι ἡ πρότασίς μου δὲν εἶναι ἐπερώτησις· συνδέεται μὲν μετ’ ἐπερωτήσεως καὶ εἶναι συμπέρασμα τῆς ἐπερωτήσεως, ἀλλ’ εἶναι πρότασις αὐτοτελής· ὑπενθυμίζω δὲ εἰς τὸν κύριον Μαυρομιχάλην, ὅτι ὡρίσθη δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ἡ σήμερον. Καὶ εἶναι μὲν κυρία ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ μεταγενεστέρως ὅ,τι θέλει· ἀλλὰ μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἀπόφασις. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κύριος Πετιμεζᾶς ὑπέβαλε πρότασιν, ὅπως μεταβληθῇ ἐκείνη ἡ ἀπόφασις. Τοῦτο δύναται νὰ συζητηθῇ· δὲν ὑπάρχει ὅμως τοιαύτη ἀπόφασις τὴν στιγμὴν ταύτην.
§48ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν παρατηρῶ, ὅτι ζητοῦν νὰ θέσουν τὰ προσωπικὰ δικαιώματα αὐτῶν οἱ βουλευταὶ ὑπεράνω τῶν δικαιωμάτων τοῦ Σώματος. Αὐτὸ δὲν εἶναι ποτὲ συγκεχωρημένον. Τί ἔχομεν σήμερον; Ἕν ζήτημα τάξεως· τίποτε ἄλλο. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ συζητήσῃ τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Φιλαρέτου, οἱονδήποτε χαρακτῆρα καὶ ἂν ἔχῃ.
§49Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀλλὰ μετὰ τὰς ἐπερωτήσεις.
§50Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν ἀναιρέσῃ τὴν ἀπόφασίν της, τότε εὑρισκόμεθα εἰς τὴν μεγαλειτέραν τάξιν τῆς συζητήσεως, συζητοῦντες τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Φιλαρέτου· ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ θέλῃ, διότι τὸ δικαίωμα τὸ ἔχει, ἂς εἴπῃ, ὅτι δὲν θέλει νὰ συζητήσῃ τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Φιλαρέτου, καὶ τότε νὰ προβῶμεν χωρὶς νὰ χάνωμεν τὸν καιρὸν συζητοῦντες ἐπὶ πράγματος ἁπλουστάτου.
§51Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὑπεστήριξε τὴν πρότασιν νὰ συζητήσωμεν τὰς ἐπερωτήσεις κατὰ Σάββατον, δὲν ἐννοῶ δὲ διατί ζητεῖ σήμερον νὰ μεταβάλωμεν τὴν ἀπόφασιν ταύτην. Ἐγὼ δὲν θαυμάζω διόλου τὸν κύριον Τρικούπην, καὶ ἀπορῶ πῶς ἔγκριτα πρόσωπα τῆς πτέρυγος ταύτης τὸν θαυμάζουν. Ἐγὼ τὸν γνωρίζω ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τοῦ πατρός μου, τὸν γνωρίζω ἀπὸ τὸν μακαρίτην Δεληγεώργην, ὁ ὁποῖος, ἐκπνέων, τὸν ἐχαρακτήρισε, καὶ ἔχω ἐν τῇ ἀκοῇ τὸ δόγμα ἐκείνου, ὅστις εἶπεν ἀποθνήσκων: ἀφίνω τὴν Ἑλλάδα νὰ περιέλθῃ εἰς χεῖρας αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ τὴν αἱματοκυλίσῃ· τὸν ἔμαθα ἀπὸ τὸν μακαρίτην Ζαΐμην, ὁ ὁποῖος, ἐπιστρέφων εἰς τὴν οἰκίαν, εἶπεν εἰς τὴν σύζυγόν του εἴμεθα εὐτυχεῖς μὴ συμπράξαντες μετ’ αὐτοῦ· ἐγὼ τὸν παρηκολούθησα εἰς τὰς συνεδριάσεις ἁπασῶν τῶν Περιόδων τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ γνωρίζω, ὅτι ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν ἀλλάζει ἰδέας, ἀλλάζει πρόσωπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου (Θόρυβος). Κύριε Πετρίτση, ἐπειδὴ μὲ διακόπτετε, σᾶς λέγω, ὅτι δὲν εἶσθε φυσικὴ πλειονοψηφία, εἶσθε πλειονοψηφία, ἥτις ἐσχηματίσθη, διὰ νὰ μὴ εἴπω τί περισσότερον, διὰ τῶν συκοφαντιῶν.
§52ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Ποῖαι εἶναι αἱ συκοφαντίαι; τὰ Βαλεντζιακὰ, διότι δὲν σᾶς παρεπέμψαμεν;
§53Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σιώπα.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, μὴ προσωπικά.
§55ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν τολμᾶτε σεῖς νὰ τὰ φέρετε τὰ Βελεντζιακά.
§56ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ. Σὺ ἔλαβες χίλια δῶρα πολιτικὰ παρὰ τοῦ Κ. Κουμουνδούρου, καὶ ἐπειδὴ ἡ πόλις εἶπε: δὲν θέλω νὰ ἀνήκῃς εἰς αὐτὴν τὴν μερίδα, ἐπῆγες μὲ τὴν ἄλλην.
§57Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κ. Πρόεδρε, ἀνακαλέσατε τὸν διακόψαντα εἰς τὴν τάξιν, διότι θὰ μὲ ἀναγκάσητε νὰ κάμω ὅ,τι ἔκαμον χθὲς ἐναντίον τῆς ἀνατροφῆς μου καὶ τῆς θέσεώς μου. Λοιπὸν, κύριοι, δὲν θαυμάζω, διότι βλέπω τὸν κ. Τρικούπην σήμερον αἰτοῦντα ἄλλο παρ’ ὅ,τι εἶπε χθὲς, διότι ὁ κ. Τρικούπης ζητεῖ δι’ ὅλων τῶν μέσων ν’ ἀποφύγῃ τὴν ἐξέλεγξιν τῆς διοικήσεώς του, ἥτις γέμει ἐκνόμων, φατριαστικῶν πράξεων, μικρῶν, ποταπῶν. Ὁ κ. Τρικούπης ἔπραξε διὰ τῆς διοικήσεως τόσα κακὰ, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἔγειναν γνωστὰ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται σήμερον νὰ δώσῃ λόγον. Λοιπὸν ζητεῖ ν’ ἀποφύγῃ τὴν ἐξέλεγξιν, καὶ διὰ τοῦτο καὶ μόνον ὤθησε τὸν παρουσιαζόμενον ἐλεύθερον σκοπευτὴν, τὸν κ. Φιλάρετον, νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν πρότασίν του. Δὲν εἶναι δὲ ἐλεύθερος σκοπευτὴς ὁ κ. Φιλάρετος· εἶναι καθαρὸν ὄργανον τῆς πτέρυγος ταύτης, καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ κρυφθῇ καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὀνομασθῇ δημοκράτης, ὑβρίζων τοὺς ὀλίγους δημοκρατικούς. Λοιπὸν, κύριοι, μὴ θαυμάζετε· ἡ ἐπιθυμία τοῦ κ. Τρικούπη εἶναι νὰ μὴ δώσῃ λόγον εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, καὶ διὰ τοῦτο ἔφερε τὴν πρότασιν.
§58ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ἐὰν δὲν πλανῶμαι, κύριοι, προχθὲς, ὅτε ἀνεβλήθη ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως τοῦ κ. Φιλαρέτου, τότε ἐν τῷ πνεύματι τῆς Βουλῆς ὑπῆρχεν, ὅτι θὰ συζητηθῇ αὕτη μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τῶν ἀπαντήσεων τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν. Διὰ νὰ λυθῇ λοιπὸν τὸ ζήτημα, κ. Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ διατάξητε νὰ ἔλθουν τὰ πρακτικὰ νὰ ἴδωμεν τί ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε.
§59ΤΙΝΕΣ. Τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Τετάρτης.
§60Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἓν ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων καθηκόντων τῆς Βουλῆς εἶναι ἡ ἐξέλεγξις τῆς Κυβερνητικῆς διαγωγῆς καὶ διαχειρίσεως, τὰ δὲ ἄλλα καθήκοντα τῆς Βουλῆς εἶναι μᾶλλον τυπικά. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν Νομοσχεδίων, εἰς ἣν περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰς αὐτὸ τοῦτο ἀφορᾷ. Ἐν ταῖς συζητήσεσι ταύταις ὑπάρχει ὁ φραγμὸς τῶν παραπτωμάτων τῆς Κυβερνήσεως. Ἑπομένως κατὰ πᾶσαν περίστασιν δύναται ἕκαστος βουλευτὴς νὰ φέρῃ σπουδαίαν τινὰ συζήτησιν, ὅταν γίνηται λόγος περὶ παραβάσεως Νόμου, περὶ δημοσίου ἀσφαλείας, περὶ ἀφαιρέσεως δικαιωμάτων, περὶ κακοποιήσεως ἀνθρώπων. Τὴν συζήτησιν περὶ τοιούτων ἀντικειμένων, ἅτινα εἶναι πολὺ σπουδαῖα, δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀναβάλῃ ἢ δι’ ἄλλων τρόπων νὰ ματαιώσῃ. Ἀλλοίμονον, κύριοι, ἐὰν, προκειμένου περὶ τοιούτων ἀντικειμένων, ἀφίνωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἀνεξέλεγκτον, καὶ νὰ ἐξακολουθῇ ἡ πλημμελὴς αὕτη πορεία μέχρις οὗ τὰ πράγματα ἤθελον φθάσει εἰς τὸ ἀνώτατον σημεῖον. Περὶ τίνος διαφιλονεικοῦμεν σήμερον; Σήμερον ἀφ’ ἑνὸς πρόκειται περὶ συζητήσεως, τὴν ὁποίαν ἐπροκάλεσεν ὁ ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴς περὶ τῆς παύσεως τοῦ Δημάρχου, νομίζω, Λαρίσσης. Ἀφ’ ἑτέρου ἔχομεν ὄχι ἐπερώτησιν, ἀλλὰ πρότασιν τοῦ βουλευτοῦ Βώλου περὶ συστάσεως Ἐπιτροπῆς, ἵνα ἐξελέγξῃ ἐλλείψεις τινὰς τῆς Πολιτικῆς καὶ Ποινικῆς Δικονομίας; καὶ συγχρόνως προτείνῃ τὰς δεούσας ἐπιδιορθώσεις αὐτῶν. Ἡ πρότασις τοῦ Βουλευτοῦ Βώλου εἶναι ἁπλουστάτη· σπουδαιοτάτη ὅμως εἶναι ἀναντιῤῥήτως ἡ ἐπερώτησις τοῦ βουλευτοῦ Καλαβρύτων, ἡ ὁποία συνδέεται μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους στενῶς. Ἑπομένως, ἐὰν σήμερον ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης, εἴτε ἑτέρας παραπλησίας ἢ καὶ ἔτι σπουδαιοτέρας, θέλομεν φθάσει εἰς τὸ σημεῖον τὸ νὰ καταδείξωμεν, ὅτι ἀπαγορεύεται ἐμμέσως ἡ συζήτησις ἐπὶ τοιούτων ἐπερωτήσεων, καθόσον ἡ πλειονοψηφία δύναται νὰ ἀποφαίνηται κατὰ τοιαύτης συζητήσεως, καὶ οὕτω καθιεροῦται τὸ ἀνεξέλεγκτον τῆς Κυβερνητικῆς πορείας. Ὅταν γίνωνται τοιαῦται ἐπερωτήσεις, οἵα ἡ περὶ ἧς πρόκειται τοῦ Βουλευτοῦ Καλαβρύτων, συμφέρον εἶναι καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὴν Πολιτείαν ὅλην νὰ συζητῶνται ταχέως καὶ ἐλευθέρως· ἕνεκα τούτου καὶ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ἐχορήγησε τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως καὶ εἰς ἕνα μόνον Βουλευτὴν, ἐνῷ εἰς ἄλλας περιστάσεις ὥρισε τὴν ὑποστήριξιν καὶ πολλῶν ἑτέρων Βουλευτῶν. Ὁ Κανονισμὸς μας ἔχων ὑπ’ ὄψει, ὅτι οὐδαμῶς συμφέρει ἡ ἀναβολὴ τοιαύτης συζητήσεως, ἐχορήγησεν εἰς ἕκαστον Βουλευτὴν νὰ προκαλῇ τὸν Ὑπουργὸν εἰς ἐξηγήσεις ἐπὶ ἐπερωτήσεώς του. Ἐπὶ τῶν λόγων τούτων ἐρειδόμενος, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ συμφέρον καὶ τῆς πλειοψηφίας καὶ τῆς μειοψηφίας εἶναι ὅπως τοιαῦται προτάσεις συζητῶνται ὅσον τάχιστα· διότι τὸ τοιοῦτον ἀφαιρεῖ τὴν δυσπιστίαν νὰ ὑποθέτῃ τις δηλ. ὅτι κἄτι σπουδαῖον τρέχει, καὶ ἐκ τούτου τὸ Ὑπουργεῖον ἀποφεύγει διὰ τῆς βουλευτικῆς πλειονοψηφίας του νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ Βουλευτοῦ Καλαβρύτων, ἐνῷ πιθανὸν εἶναι νὰ ἀποδειχθῇ διὰ τῆς συζητήσεως, ὅτι οὐδὲν τὸ ἐπίψογον ὑφίσταται.
§61ΣΤΑΪΚΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§62ΠΗΛΙΚΑΣ. Θέλετε ν’ ἀναγνώσω τὸ σχετικὸν μέρος τῶν πρακτικῶν;
§63ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§64ΠΗΛΙΚΑΣ. (ἀναγινώσκει τὸ σχετικὸν μέρος τῶν πρακτικῶν τῶν ἐπισήμων).
§65ΤΙΝΕΣ. Εἶναι ἀνακριβῆ τὰ πρακτικά.
§66ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὅλοι ἐνθυμούμεθα πῶς ἔλαβον χώραν τὰ γεγονότα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἴσως εἶπεν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἐμπεριέχονται εἰς τὰ πρακτικὰ, ἀλλὰ μετὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἔλαβον ἐγὼ τὸν λόγον καὶ ἐζήτησα νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ προέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως πρὸ παντὸς ἄλλου ἀντικειμένου γείνῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου. Πολλοὶ ἐνόμισαν, ὅτι ἦτον περιττὸν νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι, κατ’ αὐτοὺς, εἶχεν ἐξηγηθῆ ἀρκετὰ σαφῶς τοῦτο καὶ ἐθεώρησαν περιττὴν τὴν ὁμιλίαν μου. Ἐγὼ δὲ γνωρίζων τὰ συμβαίνοντα, ἐζήτησα νὰ σαφηνισθῶσιν ὅσον οἷον τε πλειότερον τὰ περὶ τούτου. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀνακριβῆ σύνταξιν τῶν πρακτικῶν, πρέπει νὰ παύσῃ βεβαίως πᾶσα ἀμφιβολία καὶ νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις τῶν ἐπερωτήσεων. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἀληθῶς τὰ πρακτικὰ ἀνακριβῶς συνετάχθησαν, καὶ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἂς ληφθῇ περισσοτέρα προσοχὴ ἐκ μέρους τοῦ Προεδρείου περὶ ἀκριβεστέρας τῶν πρακτικῶν συντάξεως.
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὡς ἐκ τοῦ σφάλματος τῶν πρακτικῶν, νομίζω, ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἀνάγκην ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ν’ ἀποφύγωμεν πᾶσαν συζήτησιν. Νομίζω δὲ, ὅτι πρέπει κατὰ πρῶτον λόγον νὰ δοθῶσιν αἱ ἀπαντήσεις παρὰ τῶν Ὑπουργῶν εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, κατόπιν δὲ νὰ μεταβῶμεν εἰς συζητήσεις ἐπὶ τῶν ἀπαντήσεων τούτων, ἢ ἐπὶ θεμάτων, ὁπωσδήποτε σχετιζομένων πρὸς αὐτὰς, καὶ τότε δυνάμεθα ν’ ἀποφασίσωμεν ποία θὰ συζητηθῇ πρώτη καὶ ποία κατόπιν, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ προηγουμένη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Κατὰ ταῦτα, ἔρχομαι νὰ δώσω ἀπαντήσεις εἰς διαφόρους ἐπερωτήσεις, γενομένας πρὸς τὰ Ὑπουργεῖα τῆς δικαιοδοσίας μου. Πρὸ τούτου δὲ ὑποβάλλω Νομοσχέδιον, ἀφορῶν εἰς μεταῤῥυθμίσεις τοῦ περὶ προβιβασμῶν τῶν ἀξιωματικῶν Νόμου (Ὥρα Παράρτημα). Καταθέτω προσέτι κατόπιν κατ’ αἴτησιν Βουλευτοῦ Πίνακα περὶ τῶν συσταθέντων ταχυδρομικῶν Γραφείων κατὰ τὸ 1882 καί ἕτερον Πίνακα περὶ τῆς τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς τηλεγραφικῆς κινήσεως. Ὁ Πίναξ οὗτος εἶναι λίαν ὀγκώδης, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ τυπωθῇ, διότι χρησιμεύει πρὸς στατιστικὰς πληροφορίας.
§68ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὁ ἄλλος Πίναξ νὰ τυπωθῇ.
§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως· οὗτος εἶναι μικρός. Καταθέτω ἐπίσης ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τὸν φάκελλον τῶν ἐγγράφων, τῶν ἀναφερομένων εἰς ὑπόθεσιν Ἕλληνός τινος ἐν Αἰγύπτῳ, ὀνόματι Λαγοῦ. Οὗτος ἀπέστειλε καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ πρὸς πλείστους Βουλευτὰς τηλεγραφήματα, καὶ ἐγένετο καὶ ἐπερώτησις παρὰ τοῦ Βουλευτοῦ Ἄργους. Καταθέτω τὸν φάκελλον, διὰ νὰ ἴδωσιν οἱ βουλόμενοι περὶ τίνος πρόκειται. Εἶναι ὑπόθεσις, ἥτις δὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ κ. Λαγὸς παραπονεῖται κατὰ τοῦ μικτοῦ δικαστηρίου καὶ κατὰ τοῦ κ. Δουρούτη. Ὁ φάκελλος κατατίθεται καὶ δύναται πᾶς τις νὰ τὸν μελετήσῃ καὶ τότε νὰ διατυπώσῃ ἐπερώτησιν καὶ νὰ προκαλέσῃ συζήτησιν, ἂν τὸ νομίζῃ πρέπον.
§70ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κατὰ τίνος δικαστοῦ;
§71ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦ κυρίου Ἀντωνιάδου, μέλους τοῦ μικτοῦ δικαστηρίου.
§72ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑμεῖς τί φρονεῖτε;
§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὰ παράπονα τοῦ κυρίου Λαγοῦ εἶναι ἐντελῶς ἀνυπόστατα· εἶχον δὲ καὶ ἀφορμὴν ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἄλλοτε νὰ προβῶ εἰς ἐνεργείας ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, αἵτινες ἐνέργειαι ἐστηρίζοντο ἐπὶ ταύτης τῆς πεποιθήσεως. Ἐπερώτησις τοῦ κυρίου Κοντογούρη: Παρακαλεῖται ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διατὶ ἐλησμονήθη ἡ ὁδὸς ἀπὸ Πατρῶν εἰς Αἴγιον· καὶ ἐνῷ πρὸ καιροῦ εὑρίσκονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὰ διαγράμματα κ. τ.λ. τοῦ τμήματος ἀπὸ τοῦ κτήματος Χαντζῆ Γιάννη εἰς Ψαθόπυργον, διατὶ δὲν διατάσσονται τά δέοντα;» Διετάχθησαν τὰ δέοντα καὶ ἐνεργεῖται αὕτη ἡ ἐργασία. Ἡ ἐπερώτησις τοῦ κυρίου Κοντογούρη ἐξακολουθεῖ: «Ἐπίσης παρακαλεῖται ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ ἐξετάσῃ τὸ αἴτιον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου καθυστεροῦνται, πρὸς βλάβην τῆς ὑπηρεσίας, μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων πολλῶν Γραφείων τῶν πολιτικῶν Μηχανικῶν. Ἔχουσι νὰ λάβωσι μισθοὺς τεσσάρων καὶ πέντε μηνῶν ἄνθρωποι οἰκογενειάρχαι καὶ πενέστατοι. Ἡ τοιαύτη τακτική, ἐπαναλαμβανομένη, εἶναι καταστρεπτικὴ διὰ τὰ δημόσια ἔργα. Εἶναι ἄρα ἀνάγκη νὰ δοθῶσιν αὐστηραὶ διαταγαὶ ὅπως μετριασθῇ τοῦ λοιποῦ ἡ ἀδιαφορία, ἡ ἀμέλεια, καὶ ἡ σκληρότης αὕτη τῶν ἁρμοδίων ἐν τῷ Τμήματι τῶν δημοσίων ἔργων». Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ ταμεῖον τῶν δημοσίων ἔργων βραδύνει πολὺ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν λογαριασμῶν καὶ ὡς ἐκ τούτου τὰ ἐντάλματα ἐκδίδονται βραδέως. Περὶ τούτου γίνεται ἐργασία, ὅπως ἡ ὑπηρεσία τοῦ Τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων καὶ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ἁπλοποιηθῇ καὶ τακτοποιηθῇ. Οὐχ ἧττον καὶ ὡς πρὸς τὰς ὑποθέσεις ταύτας ἐξεδόθησαν ἤδη τὰ ἐντάλματα. Ὀφείλω ὅμως νὰ προσθέσω ὅτι ἡ παρατήρησις ἦτο δεδικαιολογημένη διότι βραδύνει ἡ ὑπηρεσία καὶ κατὰ τοῦτο, καὶ οὐχὶ μόνον κατὰ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ κατ’ ἄλλα. Προσπαθοῦμεν ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ βελτιώσωμεν τὴν παροῦσαν κατάστασιν· ἐλπίζομεν δὲ ὅτι, ἐπερχομένης τῆς τακτοποιήσεως, δὲν θὰ ὑπάρξωσι τοιαῦται βραδυτῆτες. Ἑτέρα ἐπερώτησις τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν ἀφορᾷ εἰς τὸ ἐκδοθὲν διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως Διάταγμα, τὸ προσκαλοῦν τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον Πατρῶν, ἵνα ἀποφανθῇ περὶ διαιρέσεως τοῦ Δήμου Δύμης. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, ὑποβαλὼν τὴν ἐπερώτησιν, ἐξέφρασε γνώμην ὅτι δύω χωρία δὲν ἔπρεπε νὰ ἀποσπασθῶσιν ἀπὸ τοῦ Δήμου Πατρέων καὶ ἑνωθῶσι πρὸς ἕτερον Δῆμον, προκύψοντα ἐκ τῆς διαιρέσεως, καὶ ἔπρεπε νὰ μείνωσιν ἡνωμένα μετὰ τοῦ Δήμου Πατρέων· τὴν αὐτὴν δὲ γνώμην ἐξέφρασε καὶ ἕτερος βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν ὁ κύριος Ῥηγόπουλος. Ἡ Κυβέρνησις εἰς οὐδεμίαν προέβη ἀπόφασιν· ἡ Κυβέρνησις ἐξέδωκε Διάταγμα, ὅπως ἀποφανθῇ γνώμην ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου τὸ Συμβούλιον τὸ Ἐπαρχιακὸν καὶ ὅπως προκληθῇ ἡ γνώμη τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Πατρέων ὡς πρὸς τὴν ἀπόσπασιν τῶν δύω χωρίων. Ἐννοεῖται, ὅτι μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν γνωμοδοτήσεων τούτων ἔχουσα ἡ Κυβέρνησις ὑπ’ ὄψιν τοὺς λόγους ἐπὶ τῶν ὁποίων θέλει στηριχθῇ ἡ γνωμοδότησις, θέλει ἀποφασίσει· διότι ναὶ μὲν ὁ νόμος ἐπιβάλλει ὡς ὑποχρεωτικὴν τὴν ὕπαρξιν γνωμοδοτήσεως, οὐχὶ ὅμως καὶ τὴν γνώμην· τοὐναντίον, δύναται λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις τοὺς λόγους νὰ ἀποφασίσῃ ὅ,τι κρίνει ὀρθόν. Σήμερον ὅ,τι καὶ ἂν εἴπωμεν εἶναι πρόωρον.
§74ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀπεστάλησαν αἱ γνωμοδοτήσεις;
§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι.
§76ΒΑΛΑΒΑΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι προηγοῦνται αἱ γνωμοδοτήσεις.
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο εἶναι ζήτημα. Ἐπεκράτησε μὲν ὅπως προηγῶνται αἱ γνωμοδοτήσεις τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων, ἀλλὰ δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ὁ νόμος ἀπαιτεῖ ὅπως προηγῶνται αἱ γνωμοδοτήσεις τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων. Ὁ νόμος προτάσσει ταύτας, ἀλλὰ δὲν ἐξαρτᾷ ἐξ αὐτῶν τὴν γνωμοδότησιν τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβουλίων· ἄλλως τε καὶ τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀδιάφορον. Ὁ βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας κ. Κωνσταντόπουλος ὑπέβαλεν ἐπερώτησιν, ἀφορῶσαν εἰς ἐπίθεσιν τοῦ Μοιράρχου κατὰ τοῦ ἀστυνόμου Τριπόλεως. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον, εἶναι ἀντίθετοι, ὅπως ἐν τῷ τηλεγραφήματι τούτῳ ἐκτίθενται, ὅπερ ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν. Νομίζω δὲ ὅτι εἶναι καλλίτερον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλὴ καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Νομάρχου. Εἶναι περιττὸν νὰ ὑποβάλω τηλεγραφήματα τῶν ἄλλων Ἀρχῶν, διότι ἡ ἔκθεσις περιέχει πάντα. Ἀλλὰ πλὴν τῆς ἐκθέσεως ὑποβάλλω καὶ τὸ τηλεγράφημα τοῦ Νομάρχου, καὶ δύναμαι νὰ τὸ ἀναγνώσω, διότι εἶναι συντομώτατον, ἐν ᾧ ἡ ἔκθεσις εἶναι ἐκτενής. Ἰδοὺ τὸ τηλεγράφημα (ἀναγινώσκει). Ὑποβάλω λοιπὸν καὶ τὴν ἔκθεσιν καὶ τὸ τηλεγράφημα εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§78ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπελύθη;
§79ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μέχρι τῆς στιγμῆς δὲν προέβην εἰς οὐδεμίαν πρᾶξιν· διότι ἡ ἔκθεσις ἔφθασε σήμερον τὸ δὲ τηλεγράφημα, ὅταν ἔγεινεν ἡ ἐπερώτησις. Ἐῤῥέθη ὅτι εἶναι καλὸν νὰ δίδωνται ἀπαντήσεις εἰς τὰς ἐπερωτήσεις ὁσάκις εἶναι παρόντες οἱ ἐπερωτῶντες, ἄλλως τε ν’ ἀναβάλλεται ἡ ἀπάντησις· ὥστε ἐρωτῶ ἐὰν ἦναι παρὼν ὁ βουλευτὴς ἐκ Παρνασίδος κ. Μαρλᾶς.
§80ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§81ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κύριος Μαρλᾶς ἠρώτησε περὶ κληρωτοῦ τοῦ 1881 διατί διατηρεῖται εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἀφοῦ κατέθεσε τὰς 100 δραχμὰς, αὐτὸς ὢν ὑπόχρεως ἐπὶ ἓξ μῆνας. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ ἐπερώτησις. «Πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν. Διατί ὁ Δημήτριος Ν. Μποῦρος, κληρωτὸς τοῦ 1881 ἐκ τοῦ Δήμου Μυωνίας τῆς Ἐπαρχίας Παρνασσίδος, ὑπεχρεώθη νὰ ὑπηρετήσῃ ὑπὸ τριετῆ θητείαν, ἐνῶ πράγματι ὀφείλει ἑξάμηνον ὑποχρέωσιν, καθόσον ὁ Δῆμος Μυωνίας, κατὰ τὴν γενομένην ἀναλογίαν τῆς παρελθούσης ἀπογραφῆς 1881, ὤφειλε ν’ ἀποδώσῃ διὰ τριετῆ ὑποχρέωσιν μόνον ἑπτὰ, ἐνῶ ὁ ὡς εἴρηται Δημήτριος Ν. Μποῦρος ἔλαχε τοῦ 10 κλήρου; καὶ διατί, ἀφοῦ διὰ τῆς ἀπὸ 16 9βρίου ἐ. ἔ. ἀναφορᾶς του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐζήτησε ν’ ἀπολυθῇ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ μετὰ τὴν ἑξάμηνον ἐν αὐτῶ ὑπηρεσίαν, καὶ ἀφοῦ προηγουμένως καταβληθῶσιν αἱ ἑκατὸν δραχμαὶ, δὲν ἀπηλλάγη, κατακρατούμενος οὕτω παρανόμως ἐπὶ πλέον τρεῖς μῆνας μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἑξαμήνου ὑποχρεωτικῆς ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσίας του». Λέγει δὲ ἐνῶ ἐζήτησε ν’ ἀπαλλαγῇ, καταθέτων τὰς 100 δραχ. δὲν ἀπηλλάγη. Ὁ λόγος, δι’ ὃν δὲν ἀπηλλάγη μέχρι τοῦδε, εἶναι ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἀμφίβολον. Δὲν εἶναι δέκατος ἐν τῷ καταλόγῳ, ἀλλ’ εἶναι ὄγδοος· ὁ δὲ Δῆμος Μυωνίας ὑποχρεοῦται, ὅπως παράσχῃ ὀκτὼ στρατευσίμους, ἀλλὰ κατὰ λάθος περιελήφθη ἐν τοῖς στρατευσίμοις τοῦ Δήμου τούτου, καὶ ὡς ὑποχρεούμενος πρὸς ὑπηρεσίαν θαλασσίαν· συνελήφθη δὲ οὗτος ὁ Μποῦρος πρὸς θαλασσίαν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ τὸ ἁρμόδιον συμβούλιον ἀπεφάνθη, ὅτι οὗτος δὲν δύναται νὰ ὑπηρετήσῃ κατὰ θάλασσαν, διότι δὲν εἶναι ἐργάτης θαλάσσης· κατετάχθη ἄρα εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς. Ἤδη ἀξιοῖ, ὅτι δὲν ὑποχρεοῦται νὰ ὑπηρετήσῃ ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς, διότι ἔλαχεν τοῦ ἀριθμοῦ 8. Ἡ μία γνώμη εἶναι αὕτη, ὅτι ὁ Δῆμος δὲν ὤφειλε νὰ προσφέρῃ ὄγδοον εἰμὴ εἰς τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης· ἡ ἄλλη γνώμη εἶναι ὅτι ὤφειλε νὰ προσφέρῃ ὄγδοον κληρωτὸν ὁπωσδήποτε, καὶ ἂν ἐγένετο τὸ λάθος ὅπως ἀναλογισθῇ ὡς ὄγδοος εἰς τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης, δὲν ἕπεται ἐκ τῆς μὴ ὑπάρξεως θαλάσσης ἐργάτου ἐν τῷ δήμῳ, ὅτι ἐλατοῦται ἡ ὑποχρέωσις αὐτοῦ ἀπέναντι τῆς Πολιτείας. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἐξετάζεται παρὰ τῶν ἁρμοδίων, καὶ μετὰ τὴν ἀπόφασιν τούτων θέλομεν προβῆ εἰς ὅ,τι θεωρηθῆ πρέπον, εἴτε εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ κληρωτοῦ εἴτε εἰς τὴν τήρησιν αὐτοῦ ἐν ταῖς τάξεσι τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ. Περὶ τοῦ ἑτέρου ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀνεκοίνωσε δι’ ἐπερωτήσεως ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Παρνασσίδος, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὰ τῆς ἐμψυχώσεως τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, τοῦτο μόνον δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι, ἂν κατορθωθῇ νὰ ἐργάζηται ἡ Βουλὴ, καὶ περὶ ἐμπορικῆς ναυτιλίας θέλομεν ὑποβάλει πρότασιν ὅπως καὶ περὶ πολλῶν ἄλλων σπουδαιοτάτων ἀντικειμένων· ἄλλως, θέλομεν περιορισθῆ, εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τοὺς φορολογικοὺς νόμους, ὅπως μὴ τὸ Κράτος κυβερνᾶται ἄνευ κανονικῆς ψηφίσεως τῶν οἰκονομικῶν αὐτοῦ πραγμάτων. Ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυνουρίας. «Τίνα μέτρα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις ἢ προτίθεται νὰ λάβῃ πρὸς καταδίωξιν καὶ σύλληψιν τῶν διαβοήτων φυγοδίκων Καβουραίων ἢ Παντελάκιδων, τῶν ἐπανειλημμένους φόνους ἐσχάτως διαπραξάντων, καὶ τῶν μετ’ αὐτῶν ἐνδιαιτωμένων ἐπίσης σπουδαίων φυγοδίκων Ἀντωνίου Κωστοπούλου καὶ Γεωργίου Δ. Τίτου, ὅπως ἀποκαταστήσῃ τὴν σπουδαίως διαταραχθεῖσαν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ τάξιν ἐν τῷ Δήμῳ Δολιανῶν τῆς ἐπαρχίας Κυνουρίας;» Τοὺς διαβοήτους τούτους φυγοδίκους καταδιώκει ἡ Ἀρχὴ λίαν δραστηρίως, καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι καὶ σήμερον ἔχομεν τηλεγράφημα περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀναγινώσκω (ἀναγινώσκει). Εἶναι ὑπογεγραμμένος ὁ Νομάρχης, ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ Μοίραρχος. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τρικκάλων ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν περὶ τῶν συμβαινόντων ἐν τῷ χωρίῳ Ζάρκῳ καὶ ἄλλοις τῆς Θεσσαλίας χωρίοις Κριτσινίῳ, Δαουκλῆ, Μπελέτσι, Καρδιτσομαγούλα, Παλαμᾶ καὶ λοιπῶν, καὶ ἐζήτησεν, ἵνα κατατεθῇ ἡ ἀλληλογραφία. Ταύτην ὡς ὀγκώδη ἀπέστειλα πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, καὶ δύνανται οἱ ἀξιότιμοι βουλευταὶ νὰ λάβωσι γνῶσιν αὐτῆς παρὰ τῷ Προεδρείῳ. Πιστεύω δὲ, ὅτι θὰ ἦναι ὀρθὸν νὰ προβῶ εἰς ἀνάπτυξιν μόνον, ἀφοῦ λάβητε γνῶσιν τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων.
§82ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἶναι καὶ ἐξ Ἄρτης;
§83ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι· εἶναι ὅ,τι ἐζήτησεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τρικάλων Ταρμπάζης. Ὁ κ. Τζάνες, βουλευτὴς ἐκ Καλαμῶν, ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν περὶ τοῦ λιμένος Καλαμῶν, περὶ τοῦ προφυλακτηρίου τείχους. Ὡς πρὸς τοῦτο ἀνακοινῶ, ὅτι τὸ σχέδιον τοῦ Γάλλου μηχανικοῦ Πασχὰλ περιεῖχε προφυλακτήριον τεῖχος, ἀλλὰ τοῦτο διέρχεται διὰ γηπέδων, τὰ ὁποῖα σήμερον εἶναι οἰκόπεδα, καὶ οὐ μόνον τοῦτο ἀλλ’ ὄπισθεν αὐτῶν ἐκτίσθησαν οἰκίαι, μετὰ τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐσχεδιογράφησε τὰ τοῦ λιμένος· ὡς ἐκ τούτου ἠγέρθησαν ἀπαιτήσεις, ἵνα μεταβληθῇ ἡ θέσις τοῦ τείχους. Ἐπὶ ταῖς παραστάσεσι ταύταις τὸ ὑπουργεῖον ἐνόμισεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς ἀπόφασιν, εἰμὴ ἀφοῦ ἀκούσῃ τὴν γνώμην τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου· παρέπεμψεν ἄρα τὰ παράπονα εἰς αὐτὸ καὶ ἀναμένει τὴν γνώμην του.
§84ΤΖΑΝΕΣ. Ἡ δαπάνη θὰ γείνῃ ἐκ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου ἢ ἐκ τοῦ δημοσίου;
§85ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑποθέτω, ὅτι τὸ νέον προφυλακτήριον τεῖχος δὲν θέλει στοιχίσει πλειότερον τοῦ παλαιοῦ, διότι εἰς τὸν αὐτὸν χῶρον πρόκειται νὰ τοποθετηθῇ, ὀλίγον ὄπισθεν τοῦ μέρους, ὅπου ἔδει νὰ τεθῇ, κατὰ τὸ σχέδιον· ἡ δαπάνη λοιπὸν θέλει ἐπιβαρύνει ὃν καὶ κατὰ τὸ παλαιὸν σχέδιον, ἐὰν δὲν ἐγένετο δεκτὴ ἡ μεταβολὴ αὕτη.
§86ΤΖΑΝΕΣ. Ἐζητήσατε ἀπὸ τὸν δήμαρχον Καλαμῶν νὰ συγκαλέσῃ τὸ Συμβούλιον ταχέως;
§87ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐζητήσαμεν ὅσον οἷόν τε ταχέως νὰ ἀποφασίσῃ τὸ Συμβούλιον, διότι ἤρξαντο τὰ ἔργα, καὶ ὁ ἐργολάβος ἀπαιτεῖ ἔγκρισιν εἴτε οὕτως εἴτε ἄλλως. Ὁ ἐργολάβος ἀδιαφορεῖ ἂν τὸ τεῖχος οἰκοδομηθῇ ἐκεῖ ὅπου ὥριζε τὸ σχέδιον τοῦ Πασχὰλ ἢ ἀλλαχοῦ.
§88ΤΖΑΝΕΣ. Πιστεύετε, ὅτι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Καλαμῶν θὰ δυνηθῇ νὰ κατανοήσῃ τὴν ἀνάγκην ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐνόησεν ὁ Πασχὰλ, διότι οὗτος ὥρισε τὴν θέσιν τοῦ τείχους;
§89ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν ἐσχεδιογράφησεν ὁ Πασχὰλ, δὲν ὑφίστατο ἡ ἀνάγκη αὕτη· αὐτὴ παρουσιάσθη κατόπιν, διότι τὰ γήπεδα μετετράπησαν εἰς οἰκόπεδα. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Κέας ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν, ἀφορῶσαν εἰς τὴν μὴ κύρωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ Κέας, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς. «Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν; νὰ διατάξῃ τηλεγραφικῶς καὶ ἐντόνως τὸν κ. Νομάρχην τῶν Κυκλάδων νὰ ἐκδώσῃ τέλος πάντων τὰς ἀποφάσεις του ἐπὶ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν Δήμων τῆς Ἐπαρχίας Κέας καὶ ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Κέας περὶ συνομολογήσεως δανείου ἐκ 30,000 παλαιῶν δραχμῶν, πρὸς ἀποπεράτωσιν τῶν ἀνεγειρομένων ἐν Κέᾳ δύω ἱερῶν Ναῶν, τὰς ὁποίας ἀρνεῖται νὰ ἐκδώσῃ κατὰ παράβασιν τῶν ἄρθρων 107, 108 καὶ 121 τοῦ Δημοτικοῦ Νόμου καὶ ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους τῆς τοσαύτης βραδύτητος». Καὶ ὡς πρὸς μὲν τοὺς προϋπολογισμούς, ὁ Νομάρχης Κυκλάδων ἐνέκρινε μέχρι τοῦδε 25, μεταξὺ τούτων περιέχεται καὶ ὁ τοῦ Δήμου Κέας· ὡς πρὸς τὸ ἕτερον δὲ ζήτημα ἐλάβομεν ἀναφορὰν τοῦ Νομάρχου Κυκλάδων ἀπὸ 17 Σεπτεμβρίου, ἥτις ἔλεγεν, ὅτι τὸ δάνειον τὸ ζητούμενον, ἂν ἦτο ἐλεύθερος, δὲν ἤθελε τὸ ἐπικυρώσει, διότι θεωρεῖ, ὅτι κακῶς γίνονται τὰ ἔργα περὶ ὧν πρόκειται, ἀλλ’ ὅτι εἰς τὸ σημεῖον, εἰς ὃ εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις, ἡ ἄρνησις ἤθελε φέρει μεγάλην ζημίαν, ἑπομένως θεωρεῖ ἑαυτὸν ὑπόχρεων νὰ ἐγκρίνῃ. Καταθέτω ἐνταῦθα τὴν ἀναφορὰν τοῦ Νομάρχου, ἵνα λάβῃ αὐτῆς γνῶσιν ὁ κύριος Βουλευτής.
§90ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Ἡ ἐπερώτησίς μου περιεῖχε καὶ ἄλλο τι, περὶ τῆς μὴ ὑποβολῆς μιᾶς πράξεως τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς.
§91ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ τούτου δὲν ἔλαβον σημείωσιν. Ὁ κύριος Κ. Κουμουνδοῦρος ὑπέβαλεν ἐπερώτησιν τὴν ἑξῆς: «Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. «Παρακαλῶ τὸν Κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ διατὶ ἐπέφερεν εἰς τὴν ὑπομοιραρχίαν Μεσσηνίας ὡς διοικητὴν τὸν ἐκεῖθεν ἀποπεμφθέντα ἐνωμοτάρχην Δαμιλάτην Ἰωάννην τὸν παρανόμως καὶ σκανδαλωδῶς διοικήσαντα, καὶ διατὶ δὲν ἐτοποθέτησαν ἀξιωματικόν, ἐνῷ διὰ τοιοῦτον εἶναι κανονισμένη ἡ θέσις; «Κάμνω τὴν ἐπερώτησιν αὐτήν, διότι ἡ παρουσία του ἐκεῖ θὰ ἐπιφέρῃ ἐγκλήματα». Ὁ Ἐνωμοτάρχης Δαμιλάτης δὲν εἶχεν ἀποπεμφθῆ, ἀλλὰ κατόπιν παραπόνων κατ’ αὐτοῦ εἶχε προσκληθῆ εἰς Καλάμας, ἵνα μεταβαίνων εἰς Μεσσηνίαν ὁ Διοικητὴς τῆς Μοίρας ἐπὶ τῇ προσκλήσει τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὅπως προβῇ εἰς ἀνακρίσεις, δυνηθῇ νὰ ἐκτελέσῃ τὰ τῆς ἀνακρίσεως ταύτης ἄνευ τῆς παρουσίας τοῦ κ. Δαμιλάτη, ἥτις ἠδύνατο νὰ παραβλάψῃ εἰς τὴν εὕρεσιν τῆς ἀληθείας, ἂν ἀληθῶς οὗτος ἐνοχοποιεῖται. Ὁ Διοικητὴς τῆς Μοίρας μεταβὰς ἐκεῖ, καὶ ἐκτελέσας τὰ τῆς ἐντολῆς του ἀπεφάνθη διὰ ἀναφορᾶς του διαῤῥήδην, ὅτι τὰ παράπονα ἦσαν ἐντελῶς ἀνυπόστατα καὶ ὅτι καταλληλότερος τοῦ κ. Δαμιλάτη διὰ τὴ διοίκησιν τῆς Μοίρας ἐκείνης δὲν ὑπάρχει.
§92Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἀναφέρει εἰς τὴν ἔκθεσίν του ὁ κύριος διευθυντὴς τῆς Ὑπομοιραρχίας ἂν ἐγένοντο πυροβολισμοὶ ἐκ μέρους τῶν χωροφυλάκων καὶ συμπλοκαί. Ἐγὼ γνωρίζω καὶ τὸ διαβεβαιῶ αὐτὸ καὶ ὅτι ὑπενωμοτάρχης τις ἐπληγώθη εἰς τὸ χωρίον ἐλαφρῶς.
§93ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἀπόφασις τοῦ Μοιράρχου ὑπῆρξεν ὁποίαν εἶπον εἰπεῖ· δὲν ἔχω ἐνταῦθα τὸ κείμενον, διότι ἀπεστάλη ἐπισημειωτικῶς εἰς τὴν Ἐπαρχίαν, ἀλλ’ ἔχω τὴν περίληψιν τοῦ ἐγγράφου καὶ τὴν δίδω εἰς τὸν κύριον Βουλευτὴν, ἵνα λάβῃ γνῶσιν αὐτῆς. Τὸ ἕτερον παράπονον εἶναι ὅτι εἰς τὴν Μεσσηνίαν ἔχουσιν ὡς διοικητὴν τῆς Μοιραρχίας ἐνωμοτάρχη ἀντὶ ἀξιωματικοῦ, παράπονον, τὸ ὁποῖον στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἰδέας, ὅτι ὑπάρχουσιν ἤδη ἱκανοὶ ἀξιωματικοί, ὅπως πᾶσα Μοιραρχία διευθύνηται ὑπὸ ἀξιωματικοῦ· ἀλλ’ ἡ ἰδέα αὕτη δὲν στηρίζεται ἐπὶ ἀκριβοῦς γνώσεως τῆς καταστάσεως τοῦ προσωπικοῦ τῆς χωροφυλακῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν Ὑπομοίραρχοι καὶ Ἀνθυπομοίραρχοι ἔδει νὰ ὦσιν 60, ἀλλ’ ἔχομεν 49· ἐκ τούτων ἐκπληροῦσιν 7 χρέη Ἀντιμοιράρχων, 8 διατελοῦσι διαχειρισταὶ Μοιραρχιῶν, καὶ εἷς ἐν εἰδικῇ ὑπηρεσίᾳ κατὰ τὸν ἰσθμὸν τῆς Κορίνθου. Ἔχομεν λοιπὸν ἀντὶ 60, ὅσοι ἀπαιτοῦνται, μόνον 33· ὥς ἐκ τούτου εἴμεθα ἠναγκασμένοι εἰς πολλὰς Μοιραρχίας νὰ ἔχωμεν διοικητὰς ἐνωμοτάρχας.
§94Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅπου Ἐπαρχίαι εἶναι ζωηραὶ καὶ δύνανται νὰ γεννηθῶσι συγκρούσεις, πρέπει νὰ στέλλωνται Ἀξιωματικοί.
§95ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ταῦτα ἀνάγονται εἰς τὴν προσωπικὴν ἐκτίμησιν τοῦ ὑπουργοῦ. Ἂν ὁ Ὑπουργὸς ἔστειλεν ἐνωμοτάρχην ἐκεῖ, ὅπου ἡ σπουδαιότης τῆς καταστάσεως τῆς δημοσίου ἀσφαλείας ἀπῄτει τὴν παρουσίαν ἀξιωματικοῦ, καὶ ἐπῆλθον συνεπείᾳ τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ Διοικητοῦ γεγονότα, περὶ τούτων ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἐπερώτησις, καὶ οὐχὶ διατὶ δὲν ἐστείλαμεν Ἀξιωματικόν· ἐνῷ ἐκ τῆς ἀποστολῆς ἐνωμοτάρχου ἀντὶ Ἀξιωματικοῦ οὐδὲν ἀποδεικνύεται ἐπελθὸν δυσάρεστον, οὐδὲ καταγγέλλεται κἂν ζημία τις ὡρισμένη. Ἑτέρα ἐπερώτησις ἐγένετο ὑπὸ τοῦ κυρίου βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας περὶ τῆς συστάσεως Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ἀποζημιώσεων ἐν Αἰγύπτῳ. Ἠρώτησεν ὁ κύριος βουλευτὴς εἰς ποίαν στάσιν εὑρίσκεται τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ τί πράττει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Ἡ Κυβέρνησις ὡς πρὸς τοῦτο εἶχε ζητήσει πρῶτον, ἵνα περιληφθῇ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ καὶ ἀντιπρόσωπος αὐτῆς, ἡ δὲ αἴτησίς της ἐγένετο δεκτὴ παρ’ ὅλων τῶν Δυνάμεων· ἐπισήμως δὲ παρὰ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ἀνεκοινώθη ἡμῖν ἡ πρόθεσις τοῦ Κεδίδου, ὅπως ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ περιληφθῇ καὶ Ἕλλην ἐπίτροπος, ἐζητήθη δὲ καὶ ἡ συγκατάθεσις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἡ Ἐπιτροπὴ συστηθῇ κατὰ τρόπον εἰδικῶς διαγραφόμενον. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔδωκε τὴν συγκατάθεσιν αὐτῆς εἰς τοῦτο, ἀφοῦ ἡ εἰδικὴ ἀξίωσις, τὴν ὁποίαν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ, ἱκανοποιεῖται πληρέστατα, διδομένης εἰς αὐτὴν ψήφου ἴσης πρὸς τὴν ψῆφον ἑκάστης τῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Ὡς πρὸς τὴν ἀναβολὴν δὲ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἠγέρθησαν πολλὰ παράπονα παρὰ τῶν ἐνδιαφερομένων καὶ ἑπομένως παρὰ τῶν Ἑλλήνων, διότι μεταξὺ τῶν ἐνδιαφερομένων πρωτεύουσαν θέσιν κατέχουσιν οἱ Ἕλληνες. Κατόπιν τῶν παραπόνων τούτων καὶ ἀποβλέπουσα εἰς τὸ μέγα ἐνδιαφέρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν τῷ ζητήματι, ἡ Κυβέρνησις εἰργάσθη καὶ ἐργάζεται δραστηρίως, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ ὅσον ἔνεστι ταχυτέρα συγκρότησις τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ ἀναβολὴ σήμερον δὲν φαίνεται, ὅτι θέλει παραταθῆ ἐπὶ πολὺ, διότι μόνος λόγος ὑπολειπόμενος ἀναβολῆς φαίνεται διαφωνία τις τῶν μικρῶν Δυνάμεων, μὴ ἀρκουμένων πασῶν εἰς τὴν χορηγηθεῖσαν εἰς αὐτὰς ἀντιπροσωπείαν· ἀλλὰ κατὰ τὰς τελευταίας πληροφορίας καὶ τὸ κώλυμα τοῦτο φαίνεται ταχέως ἀρθησόμενον, καὶ πᾶσαι αἱ Δυνάμεις ἐνήργησαν ἐν Αἰγύπτῳ ὑπὲρ τῆς ταχείας συγκροτήσεως τῆς Ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν φαίνεται εἰλικρινῶς διατεθειμένος καὶ ὁ Κεδίβης, ἵνα κατὰ τὰς ἐπαγγελίας αὑτοῦ πραγματοποιήσῃ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἁγυιᾶς ἐπηρώτησε περὶ τοῦ πολίτου Ἕλληνος Ἀντωνοπούλου, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐπάνοδος εἰς Αἴγυπτον. Περὶ τῆς ἐπανόδου τοῦ κ. Ἀντωνοπούλου ἐγένετο καὶ γίνεται ἐνέργεια. Δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις, ἥτις ὑπεσχέθη, ὅτι θέλει διατυπώσει τοὺς λόγους ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστήριξε τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἀδείας τοῦ κ. Ἀντωνοπούλου ὅπως ἐπανέλθῃ εἰς Αἴγυπτον, θέλει ἀνακοινώσει τούτους. Ἐὰν αἱ ἀπαντήσεις, αἱ παρ’ ἡμῶν δοθησόμεναι ἦναι ἀποχρῶσαι, θέλει διατάξει, ὅπως δοθῇ ἡ ἄδεια πρὸς τὸν κ. Ἀντωνόπουλον, ἵνα ἐπανακάμψῃ, διότι οὐδένα ἔχομεν λόγον, ἵνα ὑποθέτωμεν, ὅτι ἡ Αἰγυπτιακὴ Κυβέρνησις δὲν ἐπιθυμεῖ καὶ πρὸς τὸν κ. Ἀντωνόπουλον, ὡς καὶ πρὸς τοὺς ἄλλους, νὰ πράξῃ ὅ,τι δίκαιον. Ἀπαντῶ εἰς τὸν κύριον Βουλευτὴν ἐκ Καλαβρύτων, ὅστις συνέστησεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα διατάξῃ ὅπως ἐπισπευθῇ ἡ ἐκδίκασις τῆς κατὰ τοῦ Βουλευτοῦ κυρίου Μοσχοβάκη κατηγορίας. Εἶναι βέβαιον, κύριοι, ὅτι ὁσάκις πρόκειται περὶ ὑποθέσεως, ἀναγομένης εἰς Βουλευτὴν καὶ παρακωλυούσῃ τὴν ἔλευσίν του εἰς τὸ Βουλευτήριον, ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ πράττῃ πᾶν τὸ ἐφ’ ἑαυτῇ ἵνα μὴ ἐπέρχεται ἡ ἐλαχίστη βραδύτης. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἡ Κυβέρνησις ἀνεμίχθη εἰς τὴν ὑπόθεσιν, προκαλέσασα τὴν δραστηριωτέραν ὅσον ἔνεστιν ἐνέργειαν τῆς ἀνακριτικῆς Ἀρχῆς. Ἐπληροφορήθην, ὅτι αἱ ἀνακρίσεις ἐτελείωσαν καὶ συντάττεται ἡ ἔκθεσις, ἥτις θέλει ὑποβληθῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως τοῦτο ἀποφανθῇ περὶ τῆς παραπομπῆς ἢ μὴ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ. Ὁ λόγος τῆς βραδύτητος εἶναι ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν κατηγοριῶν ἦτο μέγας, ἂν καὶ οὐχὶ σπουδαῖα τὰ θέματα· θέματα ἦσαν ὑπὲρ τὰ 60, τὰ δὲ προταθέντα πρὸς ὑπεράσπισιν θέματα περὶ τὰ 40. Ἐννοεῖται ἄρα, ὅτι ἀπῃτεῖτό τις χρόνος εἰς διεκπεραίωσιν τῆς ὑποθέσεως. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄνδρου ἠρώτησε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. «Ἄν οἱ ἐκπροθέσμως καταταχθέντες κληρωτοὶ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐκπληρώσωσι δι’ ἀντικαταστάτου τὴν πρόσθετον ὑπηρεσίαν, ἀφοῦ ὁ Νόμος θεωρεῖ ὑποχρεωτικὴν ἑνὸς ἔτους προσωπικὴν ὑπηρεσίαν.» Τὸ θέμα τοῦτο εἶναι γενικοῦ ἐνδιαφέροντος, διότι, κατὰ τὸν νεώτερον περὶ στρατολογίας Νόμον, ὅπως μετεῤῥυθμίσθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, οἱ μὴ προσερχόμενοι ἐγκαίρως ἀντὶ ἄλλης ποινῆς ὑφίστανται τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑπηρετήσωσι πλειότερον χρόνον τοῦ νομίμου εἴτε ἓξ μῆνας ἐπὶ πλέον, εἴτε ἓν ἔτος. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐρωτᾷ ἂν ἐπὶ τούτων δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀρχὴ τῆς ὑποκαταστάσεως, τὴν ὁποίαν ὁ Νότος ἀναγράφει ὡς πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἐξ ὑποχρεώσεως μοῦ κλήρου ἐρχομένων. (1) ὑποχρεούμενος ἐκ κλήρου νὰ ὑπηρετήσῃ ἀντὶ ἑνὸς δύω ἔτη, δύναται τὸ πρόσθετον ἔτος τῆς ὑπηρεσίας νὰ τὸ μεταφέρῃ εἰς ὑποκατάστατον, ἐπαυξάνων αὐτὸ ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ ὑποκαταστάτου εἰς 2 ἔτη. Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἄνδρου, φαίνεται, ἐπιθυμεῖ ὅπως τὴν αὐτὴν ἀρχὴν ἐφαρμόσωμεν καὶ ὡς πρὸς τὴν πρόσθετον ὑπηρεσίαν, τὴν ἐξ ἐκπροθέσμου κατατάξεως ἐπιβαλλομένην· τοῦτο εἶναι ὅλως ἀπαράδεκτον, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν ἐπὶ ποινῆς τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν παρεδέχθημεν ἐπὶ τῆς πολιτειακῆς ὑποχρεώσεως. Ὡς πρὸς ταύτην, ἐθεωρήσαμεν ὅτι ἂν ὁ ἄγων ἡλικίαν 22 ἐτῶν ὑπηρετήσῃ ἓν ἔτος, ἐξώφλησεν αὐτὴν καθολοκληρίαν· τὴν πρόσθετον δὲ ὑπηρεσίαν δύναται νὰ προσφέρῃ αὐτὸς αὐτοπροσώπως, εἴτε καὶ δι’ ἄλλου. Προκειμένου ὅμως περὶ ποινῆς, ἠθέλαμεν ἀθετήσει τὰς ἀρχὰς τῆς Νομοθεσίας ἡμῶν, ἂν παραδεχθῶμεν, ὅτι ἠδύνατο ν’ ἀποτίνῃ τις αὐτὴν δι’ ἀντιπροσώπου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ πρόσθετος ὑπηρεσία δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ καθ’ ἑαυτὴν ὡς ποινή· ἀπεναντίας εἶναι τιμὴ ἡ ὑπηρεσία ἐν τῷ στρατῷ, ἀλλ’ αὕτη ἀποτελεῖ ὑποχρέωσιν ἐπαχθῆ καὶ ἐπιβληθεῖσαν εἰς ἀντικατάστασιν ποινῆς καὶ βεβαίως πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ δι’ οὗ τρόπου ἐπιβάλλεται καὶ ἡ ποινή, ὥστε νὰ μὴ δύνανται οἱ εὐποροῦντες νὰ καταστήσωσι τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην δι’ αὐτοὺς ἀσήμαντον· διότι διὰ τοὺς εὐποροῦντας καταβολὴ 400 δραχμῶν, ὅπως ἀναθέσωσι εἰς ἄλλον τὴν ὑποχρέωσιν τὴν ἐξ ἐκπροθέσμου κατατάξεως προερχομένην, εἶναι μηδέν· διὰ τὸν μὴ εὔπορον ὅμως εἶναι σπουδαιότατον νὰ ἀποφασίσῃ νὰ ὑποβληθῇ εἰς αὐτὴν, καὶ οὕτω θέλει γεννηθῆ ἀνισότης. Δευτέρα ἐπερώτησις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἄνδρου εἶναι: «Ὁ Νόμος δὲν τιμωρεῖ διὰ προσθέτου ὑπηρεσίας τὸν καταταχθέντα τὴν πεντηκοστὴν ἡμέραν ἀπὸ τῆς εἰς αὐτὸν κοινοποιήσεως τῆς διαταγῆς πορείας, εἰς τὸν διαμένοντα δὲ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ δὲν ἐπιβάλλει πρόσθετον ὑπηρεσίαν, ἐὰν τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῶν τριῶν μηνῶν καταταχθῇ. Ἐὰν ὅμως δύω κληρωτοὶ τὰς παραμονὰς τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας ταύτης ἀναχωρήσωσιν ἐκ τοῦ αὐτοῦ τόπου, ὅπως προσέλθωσι πρὸς κατάταξιν, ἐξ ὧν ὁ μὲν εἷς κατετάχθη ἐμπροθέσμως, ὁ δ’ ἕτερος νοσήσας καθ’ ὁδὸν δὲν ἠδυνήθη νὰ προσέλθῃ ἐμπροθέσμως, ἀλλὰ κατετάχθη κατόπιν, τίνα ἔγγραφα ὀφείλει οὗτος νὰ προσάξῃ πρὸς δικαιολόγησιν τῆς ἀπουσίας του, ἢ ὅτι ἀπεδήμει ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἢ ἐταξείδευσεν ὡς ναύτης μὲ πλοῖα, ὅπως μὴ ὑποστῇ τὴν ποινὴν τῆς προσθέτου ὑπηρεσίας; Οὐδὲν ἔγγραφον ὀφείλει νὰ προσαγάγῃ, διότι οἱονδήποτε ἔγγραφον καὶ ἂν προσαγάγῃ, δὲν θέλει ἀπαλλαγῆ τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ὁ λόγος εἶναι ὁ ἑπόμενος. Ἐπεκράτησε παρ’ ἡμῖν νὰ θεωρῶμεν, ὅτι ἡ ὑποχρέωσις τοῦ στρατευσίμου δὲ, ἄρχεται εἰμὴ ἀπὸ τῆς πεντηκοστῆς ἡμέρας μετὰ τὴν κοινοποίησιν τοῦ φύλλου πορείας, καὶ τοῦτο, διότι ὁ Νόμος ἀπαλλάττει ἀπὸ τῆς ποινῆς τῆς ἀνυποταξίας τὸν μὴ προσελθόντα πρὸ τῆς πεντηκοστῆς ἡμέρας. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη ἑρμηνεία εἶναι ἐσφαλμένη. Ὁ Νόμος δὲν θεωρεῖ, ὅτι ὀφείλει τις νὰ προσέλθῃ μετὰ 50 ἡμέρας· ὁ Νόμος ἐννοεῖ ὅτι ὀφείλει νὰ ὑπακούσῃ ὁ στρατεύσιμος εἰς τὰ ἐν τῷ φύλλῳ τῆς πορείας, τοῦτο δὲ τῷ παρέχει μόνον τὸν χρόνον τὸν ἀπαιτούμενον ἵνα προσέλθῃ. Ἐθεώρησεν ὁ Νομοθέτης, ἐξ ἐπιεικείας, ὅτι ἐπὶ 50 ἡμέρας ἠδύνατο ὁ στρατεύσιμος νὰ ἔχῃ εὔλογον ἀφορμὴν, ἵνα μὴ προσέλθῃ καὶ μὴ ὑποχρεῶν αὐτὸν εἰς ἀπόδειξιν τούτου, δὲν τῷ ἐπιβάλλει τὰς βαρυτάτας ποινὰς τῆς ἀνυποταξίας. Ἂν ἄρα ὁ στρατεύσιμος ἠδύνατο νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν πρόσκλησιν ἐντὸς τῆς ὑπὸ τοῦ φύλλου τῆς πορείας τασσομένης προθεσμίας τότε βεβαίως ἔχει λόγον, ἵνα ἀπαιτῇ τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τῆς ποινῆς ἕνεκα τῶν κατόπιν ἀπροόπτων ἐμποδίων, καὶ τότε εἶναι εὔλογος καὶ ἡ ἐρώτησις τίνα τὰ μέσα τὰ ἀποδεικτικὰ, δι’ ὧν θέλει τύχει τῆς τοιαύτης ἀπαλλαγῆς. Ἂν ὅμως πρόκηται, ὅπως ἐν τῇ ἐπερωτήσει ταύτῃ, περὶ τοῦ στρατευσίμου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἀφίνει νὰ παρέλθῃ ὁλόκληρος ἡ διορία τῶν 50 ἡμερῶν, οὐχὶ διορία ἀναβολῆς ὑποχρεώσεως, ἀλλὰ διορία ἀπαλλαγῆς ποινῆς ἐξ ἐπιεικείας, καὶ θέλει, ἂν τυχὸν ἀσθενήσῃ τὴν πεντηκοστὴν ἡμέραν, νὰ βραδύνῃ ἐπὶ πλέον, δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι ἔχει δικαίωμα ἀπαλλαγῆς, στηριζόμενον ἐπὶ τοῦ Νόμου. Κατὰ ταῦτα μάλιστα ἐξεδόθη πρό τινος καὶ ἐγκύκλιος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα μὴ διατελῶσιν ἐν τῇ πλάνῃ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι φρονοῦν, ὅτι δύνανται νὰ ἐπωφεληθῶσιν ἐξ ὁλοκλήρου τῆς ἀπαλλακτικῆς διορίας, καὶ ἵνα σπεύδωσι νὰ ἔρχωνται ἐντὸς τοῦ χρόνου ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ὁ Νόμος ἔταξεν ὡς ὑποχρεωτικὸν, ἤτοι τὸν ὑπὸ τοῦ φύλλου πορείας τασσόμενον.
§96ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐννοεῖται ὅτι αἱ 50 ἡμέραι δὲν ὑπάρχουν σήμερον διὰ τὸν καλούμενον στρατεύσιμον.
§97ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θεωρῶ, ὅτι ὁ ἐρχόμενος μετὰ 49 ἡμέρας ἀθετεῖ τὸ καθῆκόν του, ἐκτὸς ἂν εἶχε νόμιμον κώλυμα, ἀλλὰ δὲν τιμωρεῖται, διότι ὁ Νόμος ἐθεώρησεν ἐξ ἐπιεικείας ὅτι ἡ τιμωρία πρέπει νὰ ἄρχεται ἀπὸ τῆς πεντηκοστῆ ἡμέρας. Ἡ ἔλλειψις τιμωρίας δὲν ἀπαλλάττει αὐτὸν τῆς ὑποχρεώσεως, καὶ δὲν πρέπει ἡμεῖς οἱ ἐλεύθεροι πολῖται νὰ ἑρμηνεύωμεν τοιουτοτρόπως τὰς στρατιωτικὰς ὑποχρεώσεις. Τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς τὴν Πολιτείαν τὴν ἔχομεν ἀνεξαρτήτως τοῦ φόβου τῆς τιμωρίας, καὶ ὑποχρέωσιν πρὸς τὴν Πολιτείαν ἔχει πᾶς στρατεύσιμος νὰ προσέλθῃ τὸ ταχύτερον, ἤτοι ἐντὸς τῆς διορίας· τὴν διορίαν δὲ ταύτην τὴν ὥρισε τὸ φύλλον τῆς πορείας. Ἂν δὲν ἔλθῃ ἐντὸς τῆς διορίας ἐκείνης καὶ δὲν ἔχῃ λόγον ἀποχρῶντα πρὸς δικαιολόγησιν τῆς βραδυτῆτος, ἀθετεῖ τὸ καθῆκόν του, ἀλλὰ καὶ τότε δὲν τιμωρεῖται ἐξ ἐπιεικείας ὡς ἀνυπότακτος, ἀλλὰ μόνον μετὰ 50 ἡμέρας τιμωρεῖται ὡς ἀνυπότακτος.
§98ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ Νόμος εἶναι σαφής· πᾶν ὅ,τι λέγετε, εἶναι καὶ ἐν τῷ Νόμῳ ἀναγεγραμμένον.
§99ΒΑΛΑΒΑΝΗΣ. Εἴπετε, ὅτι εἶναι ἐσφαλμένη ἡ ἰδέα νὰ θεωρῆται ἀρχομένη ἡ ὑποχρέωσις μετὰ τὰς 50 ἡμέρας· αὐτὸ δὲν ἐπεκράτησε· ἐπεκράτησε μόνον ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ ἡμέρα τῆς καταδιώξεως ἄρχεται μετὰ τὰς 50 ἡμέρας.
§100ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅτι δὲ αὐτὴ εἶναι ἡ ὀρθὴ ἑρμηνεία τοῦ Νόμου, ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τῆς ἑρμηνείας τοῦ Γαλλικοῦ Νόμου, τοῦ ὁποίου μετάφρασις εἶναι ὁ ἡμέτερος Νόμος.
§101ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ προθεσμία, ἡ ὁποία τάσσεται ἐν τῷ φύλλῳ πορείας, τάσσεται, ὅπως αὐθορμήτως ἔρχωνται, καὶ ὕστερον δύνανται νὰ καταδιωχθῶσι διὰ στρατιωτικῆς δυνάμεως, καὶ ἐπειδὴ ἡ Ἐξουσία δὲν θέλει νὰ τοὺς καταδιώξῃ.
§102ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ Ἐξουσία εἶναι ἀληθές, ὅτι δὲν ἔστειλεν ἀποσπάσματα πρὸς καταδίωξιν καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι θὰ δυνηθῇ νὰ μὴ στέλλῃ οὐδέποτε πρὸς καταδίωξιν τῶν κληρούχων, ὅπως γίνεται παρὰ τοῖς ἄλλοις πεπολιτισμένοις λαοῖς. Ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι κατόπιν τῶν εὐεργετικῶν διατάξεων τοῦ τελευταίου μεταῤῥυθμιστικοῦ Νόμου καὶ κατόπιν τῶν ποινῶν, τὰς ὁποίας ὁ Νόμος ἔχει ἐν συνδυασμῷ πρὸ τὰς εὐεργετικὰς διατάξεις, θὰ ἤρχοντο οἱ στρατεύσιμοι ἄνευ καταδιώξεως, καὶ ἠθέλησε νὰ δοκιμάσῃ τοῦτο, καὶ ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι κατὰ τὸ πλεῖστον ἡ δοκιμὴ ὑπῆρξεν ἐπιτυχής. Ὁ ἀριθμὸς τῶν αὐθορμήτως προσελθόντων ἀπὸ τοῦ τελευταίου Νόμου εἶναι πολλαπλάσιος τοῦ ἀριθμοῦ τῶν αὐθορμήτως πρότερον προσερχομένων, διότι οὗτοι ἠξεύρουν, ὅτι προσέρχονται πρὸς ὑπηρεσίαν πολλῷ ἐλαφροτέραν ἐκείνης, εἰς ἣν ὑπεβάλλοντο πρότερον, καὶ ἠξεύρουν, ὅτι θὰ ὑποστῶσι τὴν ποινὴν τῆς παρατάσεως τῆς ὑπηρεσίας, ἐὰν βραδύνωσι νὰ προσέλθωσιν. Οὐχ ἧττον ἡ ἐπιτυχία δὲν ὑπῆρξε πλήρης, καὶ εἷς τῶν λόγων τούτου εἶναι καὶ ἡ πεντηκονθήμερος διορία· διότι, ὅσῳ καὶ ἂν ἐξηγηθῇ τὸ πρᾶγμα, θέλουσιν ἐξακολουθεῖ τινες φρονοῦντες, ὅτι, ἀφοῦ δὲν καταδιώκονται καὶ δὲν τιμωροῦνται, δύνανται νὰ μὴ προσέρχωνται· καὶ εἶναι πιθανὸν ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν νὰ ὑποβάλω Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ συντέμνῃ τὴν διορίαν, ἵνα μὴ ἐπὶ πολὺν χρόνον παρατείνεται ἡ πλάνη τῶν στρατευσίμων.
§103ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Παρατηρήσατε, κύριοι, ὅτι καὶ οἱ βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν τὸν Νόμον, δὲν εἶχον εἰσδύσει εἰς τὴν διάνοιαν τοῦ Νόμου· πῶς λοιπὸν θέλομεν νὰ ἀπαιτήσωμεν ἀπὸ τοὺς γεωργοὺς τόσον λεπτὸν πνεῦμα; Φανῶμεν ἐπιεικεῖς εἰς τοὺς μὴ ἐννοήσαντας τὸν Νόμον ὀλιγίστους νέους.
§104ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ ἐκ Βάλτου βουλευτὴς κ. Κωνσταντῖνος Στράτος εἶχεν ὑποβάλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν (ἀναγινώσκει) «Τίνα μέτρα ἔλαβε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τοῦ Δημάρχου Ἰδομένης, ὅστις ἄνευ νομίμου ἀπαρτίας Συμβούλων (διότι ἀριθμὸς πρὸς νόμιμον ἀπαρτίαν συμβούλων δὲν ὑπάρχει, καθὸ μὴ ὁρκισθέντων παρὰ ὀκτώ, ἀπεβίωσεν εἷς, μένουσιν ἑπτὰ) παρουσίασεν ὅτι ἐψηφίσθησαν τρεῖς Προϋπολογισμοί, πλαστογραφηθέντες βεβαίως, ὡς τοῦτο ἐβεβαιώθη παρὰ τῶν ἐνεργηθεισῶν διοικητικῶν ἀνακρίσεων, καὶ διατί οὗτος δὲν παρεπέμφθη παρὰ τῆς Διοικητικῆς Ἀρχῆς εἰς τὴν Δικαστικὴν, ἀφοῦ τόσον μέγα ἔγκλημα ἔπραξε τοῦ νὰ συντάξῃ πλαστοὺς Προϋπολογισμούς, οὓς ὑπέβαλε τὴν Νομαρχίαν καὶ ἥτις ἐπεκύρωσεν αὐτοὺς ἐξαπατηθεῖσα παρὰ τοῦ Δημάρχου; Ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἶναι εἰς γνῶσιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν; Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἔχει πληροφορίας συμφώνους πρὸς ταῦτα· ἡ ἔκθεσις τοῦ Νομάρχου Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας ἀπολήγει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει).
§105Κ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μίαν ἐρώτησιν, παρακαλῶ. Διὰ νὰ ὁρκισθῇ εἷς σύμβουλος, πρέπει νὰ ὑπάρχει τὸ πρακτικὸν τῆς ὁρκωμοσίας εἴτε εἰς τὸ Ἐπαρχεῖον, εἴτε εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον· πῶς δὲν εὗρεν ὁ κ. Νομάρχης τὸ πρακτικὸν, ἀφοῦ ἠδύνατο νὰ τὸ εὕρῃ; Ἡ πληροφορία οὕτω τοῦ κ. Νομάρχου εἶναι ἐντελῶς ἀόριστος. Ἡ ὑπηρεσία γνωρίζει ἂν ὡρκίσθη.
§106ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πιθανὸν νὰ ἦναι ἀόριστος ἡ πληροφορία τοῦ κ. Νομάρχου· Θὰ τῷ παραγγείλω νὰ δώσῃ ὁριστικωτέραν πληροφορίαν· ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι, ἐν ἐλλείψει ἄλλων πληροφοριῶν, αὐτὴ δὲν εἶναι ἀποχρῶσα διὰ τὸ παρόν.
§107Κ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Νὰ διατάξετε τὸν Νομάρχην νὰ μᾶς ὑποβάλῃ τὸ πρωτόκολλον τῆς ὁρκωμοσίας.
§108ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπίσης ἑτέρα ἐπερώτησις τοῦ αὐτοῦ βουλευτοῦ ἔχει οὕτως· «Ἐπίσης ἐρωτῶ τὸν Κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, θέλει τὴν διὰ θαλάσσης συγκοινωνίαν τῶν ἐπαρχιῶν Βονίτσης, Ἄρτης, Τσουμέρκου, Βάλτου καὶ αὐτῆς σχεδὸν τῆς Εὐρυτανίας; Ἂν μὲν τὴν θέλῃ, διατί δὲν διατάσσει, δυνάμει τῆς συμβάσεως, ἣν μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας ἔχει, νὰ ἀναλάβῃ τὴν γραμμὴν τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου ἡ Ἑταιρία, ἀποζημιοῦσα ταύτην, πέντε δραχμὰς ἕκαστον ναυτικὸν μίλιον συμφώνους πρὸς τὴν σύμβασιν; Δὲν εἶναι δὲ ἀληθὲς, ὅτι ἡ Ἑταιρία δὲν ἔχει ἀτμόπλοια, ἅπερ ἀκινδύνως νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὸ στόμιον τῆς Πρεβέζης, διότι τοιοῦτον εἶναι ἡ Ἶρις, καὶ ἄλλα ἴσως. Πῶς δὲ εἰσέρχονται τὰ Αὐστριακὰ, τὰ πολεμικὰ Τουρκικὰ καὶ τὰ πολεμικὰ Ἑλληνικά;» Ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ ἀναγκαιοτάτην καὶ ἐπιβεβλημένην τὴν ὑποχρέωσιν τῆς συστάσεως συγκοινωνίας μεταξὺ τῶν διαφόρων λιμένων τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου, καὶ διὰ τοῦτο πρὸ καιροῦ—ἀπὸ τῆς παρελθούσης ἔτι Συνόδου—ἐπελήφθη διαπραγματεύσεων καὶ πρὸς τὴν Ἑταιρίαν τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας καὶ πρὸς ἄλλας ἀτμοπλοϊκὰς Ἑταιρίας περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ἡ Ἑταιρία τοῦ κ. Γουδῆ πρὸ τῶν διαπραγματεύσεων τούτων εἶχεν ἐπιληφθῆ ἐπὶ ἰδίῳ κινδύνῳ καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς χορηγήσεως τῆς Κυβερνήσεως τοῦ πλοῦ τούτου, ἀλλὰ δὲν ηὐδοκίμησε χρηματικῶς καὶ ἀπεσύρθη· ἡμεῖς ὅμως παρεστήσαμεν πρὸς τὴν Ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν, ὅτι αὕτη, καθ’ ἡμᾶς, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ τῆς συγκοινωνίας ἐκεῖ, καὶ τοῦτο ἄνευ τοῦ χορηγήματος, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ τῇ προτείνωμεν, ἐπιβάλλοντες εἰς αὐτὴν τὴν τοιαύτην ὑπηρεσίαν. Ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ἡ Ἑταιρία, λαμβάνουσα ἀπὸ τοῦ Δημοσίου Ταμείου 650,000 δραχμὰς ὡς χορήγημα, ἠδύνατο τὴν γραμμὴν ταύτην νὰ συστήσῃ ἄνευ περαιτέρω δαπάνης τοῦ Δημοσίου. Παρεστήσαμεν πρὸς τὴν Ἑταιρίαν, ὅτι αὕτη πλὴν τῶν γραμμῶν, τὰς ὁποίας ὑποχρεωτικῶς ἀναλαμβάνει κατὰ τὴν σύμβασιν, ὑπηρετεῖ καὶ τὴν συγκοινωνίαν ἄλλων σημείων, καὶ τὴν μεταξὺ τῶν αὐτῶν σημείων συγκοινωνίαν διὰ πλειοτέρων γραμμῶν· τοῦτο δὲ, ἐνῷ τὰ σημεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀναδέχεται αὐτοπροαιρέτως νὰ προσεγγίζῃ, ἔχουν συγκοινωνίαν ἀτμοπλοϊκὴν καὶ διὰ τῶν ἀτμοπλοίων τῆς Πανελληνίου Ἑταιρίας καὶ διὰ τῶν ἀτμοπλοίων τῆς Ἑταιρίας Γουδῆ. Εἴπομεν εἰς τὴν Ἑταιρίαν, ὅτι, ἂν ἔχῃ περισσεύοντα ἀτμόπλοια, Ἑταιρία, οὕτως ὑποστηριζομένη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὀφείλει τὰ περισσεύοντα ταῦτα ἀτμόπλοια νὰ τὰ ἀφιερώσῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν γραμμῆς, ἥτις ἐδεῖτο ταύτης, διὰ τὴν ἔλλειψιν πάσης ἄλλης αὐτοπροαιρέτου συγκοινωνίας. Καὶ ἀφοῦ ἡ Ἑταιρία αὕτη διεπραγματεύθη μεθ’ ἡμῶν ἐπ’ ὀλίγον, μᾶς ἔδωκε τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι ἤθελε πράξει τοῦτο ἄνευ χορηγήματος καὶ μάλιστα ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ περιλάβῃ τὰς γραμμὰς ταύτας ἐν τῷ δρομολογίῳ της, νὰ προσδιορίσῃ καὶ τὸ ἀτμόπλοιον, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ὑπηρετεῖ τὴν συγκοινωνίαν ταύτην, προσδιώρισε δὲ τὴν «Ὕδραν». Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ πρώτη Ὀκτωβρίου εἶχεν ὁρισθῆ ὡς ἡμέρα τῆς ἐνάρξεως τῆς συγκοινωνίας ταύτης, ἐπῆλθεν ἀναβολὴ, καὶ ἐπὶ τέλους ἐδόθη ἡ πληροφορία εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ ἐκτελεσθῶσι τὰ τοῦ νέου δρομολογίου, διότι τὸ ἀτμόπλοιον ἡ «Ὕδρα» δὲν δύναται νὰ εἰσέλθῃ ἀκινδύνως ἐντὸς τοῦ κόλπου τοῦ Ἀμβρακικοῦ, καὶ ὅτι ἡ Ἑταιρία θέλει φροντίσει νὰ προμηθευθῇ ἄλλο ἀτμόπλοιον. Κατὰ πόσον εἶναι ἀκριβὴς ἡ πληροφορία αὕτη τῆς Ἑταιρίας περὶ τοῦ κινδύνου τῆς εἰσόδου τῆς «Ὕδρας» εἰς τὸν Ἀμβρακικὸν κόλπον, δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ εἴπω· ὀφείλω νὰ παραδεχθῶ τὴν βεβαίωσιν αὐτῆς μέχρις ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγω ἀδιστάκτως, εἶναι ὅτι, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἡ Ἑταιρία ἔχει οὐχὶ νομικὴν, ἀλλ’ ἠθικὴν ὑποχρέωσιν νὰ συστήσῃ τὴν γραμμὴν ταύτην, ἐπειδὴ δὲ ἔδωκε τὴν ὑπόσχεσιν νὰ ἀναπληρώσῃ τὴν «Ὕδραν» δι’ ἄλλου ἀτμοπλοίου, ὀφείλομεν νὰ περιμείνωμεν, ἵνα ἴδωμεν τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ὑποσχέσεως ταύτης. Ἂν ὅμως βραδύνῃ νὰ ἐκτελεσθῇ, τότε ἐπιβάλλεται ἄλλη ὑποχρέωσις εἰς τὴν Πολιτείαν, νὰ συστήσῃ δαπανῶσα τὴν γραμμὴν ταύτην. Ἀλλὰ τότε βεβαίως, τὸ κατ’ ἐμὲ, δὲν θέλω προτείνει νὰ τὴν συστήσωμεν διὰ τῶν ἀτμοπλοίων τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, ἀλλὰ διά τινος ἄλλης Ἑταιρίας, ὅπως τοιουτοτρόπως ὑποστηρίξωμεν τὸν συναγωνισμόν. Τότε δὲ θέλει ληφθῆ πρόνοια νὰ τεθῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὸ ἀνάλογον κονδύλιον.
§109ΒΑΛΒΗΣ. Ὁ κ. Γουδῆς εἶναι πρόθυμος, καὶ ἔχει δικαιώματα μάλιστα.
§110ΣΤΡΑΤΟΣ. Μετὰ τὰ συνομολογηθέντα παρὰ τῆς Ἑταιρίας, ἡ Ἑταιρία πράγματι ἀπέστειλε τὸ ἀτμόπλοιόν της «Ὕδραν». Τὸ ἀτμόπλοιον τοῦτο ἔφθασε μέχρι Λευκάδος, οὐδὲ βῆμα δὲ ἔκαμεν ἐπὶ πλέον, διὰ νὰ ἐπισκοπήσῃ ἂν δύναται νὰ εἰσέλθῃ ἐντὸς τοῦ κόλπου. Ἐφάνη λοιπὸν ἀμέσως ὁ σκοπὸς τῆς Ἑταιρίας, τουτέστιν, ἐπειδὴ δὲν εὕρισκε τὰς ἀπαιτουμένας ὠφελείας ἐντὸς τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου, ὅτι ἔπρεπε διὰ πάσης θυσίας νὰ παρεμποδίσῃ πάντα πλοῦν εἰς τὸ μέλλον καὶ τοῦτο ἔπραξε. Δὲν εἶναι δὲ ἀληθὲς, ὅτι ἡ «Ὕδρα» δὲν δύναται νὰ εἰσπλεύσῃ, διότι ἐγὼ εἶδον πολλάκις πολεμικὰ ἀτμόπλοια νὰ εἰσέρχωνται ἐντὸς τοῦ κόλπου. Περιπλέον τὸ ἀτμόπλοιον τοῦ Λόϋδ τακτικώτατα εἰσήρχετο πρὸ τῆς ἑνώσεως, προσεγγίζον τὸ μέρος, ὅπου ἀπεβιβάζοντο ὅλοι οἱ ἐπιβάται τῆς Ἠπείρου. Λοιπὸν ὁ μόνος λόγος εἶναι, ὅτι δὲν τῇ συμφέρει.
§111ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ προδικάζωμεν. Ἡ Ἑταιρία θέλει δώσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν πάσας τὰς ἐξηγήσεις· ἂν αὗται δὲν ἦναι ἀποχρῶσαι, τότε θέλομεν προβῆ εἰς τὰ ἄλλα μέτρα. Ἤδη τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπέστειλε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν τὸν φάκελλον τῆς ὑποθέσεως, ἵνα παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν μάθῃ ἂν ἡ «Ὕδρα» δύναται νὰ εἰσέλθῃ ἐντὸς τῶν ὑδάτων τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου· διότι δὲν ἀρκεῖ νὰ καταμετρήσῃ τις τὰ ὕδατα καὶ νὰ μάθῃ, ὅτι ἔχουσι βάθος ἐννέα καὶ ἡμίσεος ποδῶν, ἵνα ἀποφανθῇ, ὅτι ἡ «Ὕδρα», ἔχουσα διαφορὰν ἡμίσεος ποδὸς ἐπὶ ἔλαττον, δύναται νὰ εἰσέλθῃ ἐντὸς τοῦ κόλπου· πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ὅταν ἡ διαφορὰ ᾖναι μικρὰ, ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ καιροῦ ἂν δύναται ἢ ὄχι νὰ εἰσέλθῃ, καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ πάντοτε διαφορὰ ἱκανὴ, ὅπως φορτωμένον τὸ πλοῖον δύνηται νὰ εἰσέλθῃ ἐν παντὶ καιρῷ. Τότε μόνον δύναται μία Ἑταιρία νὰ εἴπῃ ὅτι ἀφιεροῖ ἀτμόπλοιον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Τὰ πολεμικὰ ἀτμόπλοια δύνανται νὰ εἰσέλθωσι, καὶ ἂν μικρὰ ᾖναι ἡ διαφορὰ τοῦ βάθους, διότι περιμένουσι τὴν εὐκαιρίαν, καὶ πάλιν ὅταν θὰ ἐξέλθωσιν. Ἀτμόπλοια ὅμως Ἑταιριῶν, ὑπηρετοῦντα ταχυδρομικὴν συγκοινωνίαν, πρέπει νὰ δύνανται νὰ εἰσέρχωνται καὶ νὰ ἐξέρχωνται εἰς ὡρισμένην ὥραν καὶ εἰς ὡρισμένον λεπτὸν τῆς ὥρας· ὁ δὲ καιρὸς, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπικρατῇ κατὰ τὸ λεπτὸν ἐκεῖνο τῆς ὥρας, δὲν δύναται νὰ ᾖναι γνωστὸς ἐκ τῶν προτέρων, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς νὰ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ὁ χειρότερος.
§112ΒΑΛΒΗΣ. Μὴ τυχὸν εἰς τὴν ἀπόφασίν της τοῦ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ταξείδιον αὐτὸ ὀπισθοχώρησεν ἡ Ἑταιρία, διότι δὲν ἐπέτρεψεν ἡ Τουρκικὴ Ἀρχὴ δύω προσεγγίσεις τῆς Πρεβέζης καὶ τῆς Σαλαώρας;
§113ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι· ἡ Ἑταιρία ἀπηυθύνθη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐκθέσασα τοὺς λόγους, δι’ οὓς δὲν ἐπραγματοποίησε τὴν συγκοινωνίαν ταύτην· μεταξὺ τῶν λόγων τῆς ἐκθέσεως δὲν ἀναφέρονται οὐδὲ κἂν καθ’ ὑπόνοιαν οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής· καὶ δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ δίδωμεν ἡμεῖς εἰς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν ἀφορμὴν νὰ σκέπτεται περὶ ἀπαγορεύσεων, αἱ ὁποῖαι μέχρι τοῦδε δὲν διέρχονται διὰ τῶν σκέψεών της, ἀφοῦ δὲν συνάδουσι πρὸς τὰ διεθνῆ νόμιμα.
§114ΒΑΛΒΗΣ. Ἐν τούτοις εἶχον ἐπιστολὰς τοιαύτας, διὰ τῶν ὁποίων μὲ πληροφοροῦν, ὅτι ἡ Τουρκικὴ Ἀρχὴ δὲν ἐπέτρεψεν εἰς τὸν πράκτορα νὰ προσεγγίσῃ τὸ ἀτμόπλοιον, διότι δὲν εἶχε τοιαύτην διαταγὴν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησίν του, καὶ εἶπε: πρέπει νὰ γράψετε εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῆς Τουρκικῆς.
§115ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἔχει γνῶσιν τοιούτου ζητήματος, ὑφισταμένου ἤδη. Ἂν ὑπάλληλός τις τῆς Τουρκίας εἰς τινα λιμένα τοῦ κόλπου ἤθελε φέρει δυσκολίαν τινὰ εἰς τὴν προσέγγισιν τοῦ ἡμετέρου πλοίου, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι εὐθὺς ὡς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀνεφέρετο εἰς τὴν Πύλην περὶ τούτου, ἡ Πύλη θὰ ἔδιδε διαταγὴν, ὅπως προσεγγίσῃ τὸ ἀτμόπλοιον καὶ ἐξακολουθήσῃ ὁ πλοῦς αὐτοῦ κατὰ τὴν Τουρκικὴν ἀκτήν.
§116ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πέρυσιν ὑπῆρχε τοιοῦτον ζήτημα καὶ ἐλύθη.
§117ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδὲ δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ ζήτημα μεταξὺ τῶν Κυβερνήσεων περὶ τούτων. Ταῦτα τὰ ζητήματα δύνανται νὰ ἐγερθῶσιν ἐπιτοπίως μόνον. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τριφυλλίας ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν (ἀναγινώσκει) ὡς πρὸς τὰ τοῦ δανείου τοῦ λιμενικοῦ ταμείου. Ὁ δῆμος Ἐράνης ὡς ἐκ διαφόρων περιστάσεων, εὑρισκόμενος εἰς μεγάλην χρηματικὴν ἀνάγκην, μὴ ἐπιτρέπουσαν εἰς αὐτὸν νὰ πραγματοποιήσῃ ἔργα χρήσιμα εἰς τὸν λιμένα, παρέστησεν εἰς τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπὴν, ὅτι, ἂν αὕτη ἐδάνειζεν εἰς τὸν Δῆμον πρὸς κατασκευὴν τῶν ἔργων τούτων τὰ περισσεύοντα τοῦ λιμένος χρήματα διὰ τὸν χρόνον, ἐφ’ ὃν ἤθελον εἶναι διαθέσιμα, θὰ ἠδύνατο νὰ πραγματοποιήσῃ ὁ Δῆμος τὰ ἔργα, καὶ ἐγένετο ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἐράνης, καὶ ἐγένετο καὶ ἀπόφασις τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς. Τοιαῦται ἀποφάσεις Λιμενικῶν Ἐπιτροπῶν περὶ δανείων πρὸς Δήμους ἐγένοντο καὶ ἄλλοτε καὶ ἐνεκρίθησαν ἄλλοτε. Ἐπειδὴ δὲ ἐπεκράτησε νὰ ἐγκρίνωνται τοιαῦται ἀποφάσεις περὶ δανείων, ὅταν δὲν γίνωνται ὑπὲρ προσώπων, ἀλλ’ ὑπὲρ Δήμων, καὶ Δήμων, ἀμέσως σχετιζομένων πρὸς τοὺς λιμένας, τὸ Ὑπουργεῖον ἐνέκρινε καὶ τὴν ἀπόφασιν ταύτην τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὡς πρὸς δὲ τὴν ἀναβολὴν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου Τριφυλλίας, τὸ Ὑπουργεῖον ἐπληροφορήθη περὶ ταύτης παρὰ τοῦ Ἐπάρχου, καὶ εἰδοποίησε τὸν Ἔπαρχον, ὅτι ὤφειλε νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον νὰ συνεδριάσῃ, ὅτι ἂν τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον προτίθεται νὰ ἐξενέγκῃ γνώμην τινὰ τὴν ὁποίαν, κατὰ τὰ κείμενα, δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράσῃ, καθῆκον τοῦ Ἐπάρχου ἦτο νὰ παραστήσῃ εἰς αὐτὸ τὸ ἄτοπον· ἂν δὲ τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον ἐπιμείνῃ, τότε ὡς Βασιλικὸς Ἐπίτροπος νὰ μὴ ὑπογράψῃ τὴν Πρᾶξιν· ἂν ὅμως οἱ Ἐπαρχιακοὶ Σύμβουλοι ἤθελον νὰ ὑπογράψουν τὴν Πρᾶξιν καὶ ἄνευ αὐτοῦ, δὲν εἶχεν οὗτος τὸ δικαίωμα νὰ προκαλέσῃ δι’ ἀναβολῆς τὴν ματαίωσιν τῆς τοιαύτης προθέσεως τῶν Ἐπαρχιακῶν Συμβούλων, ἀλλ’ ἡ Πρᾶξις δὲν θὰ ἦτο τότε ἢ προσωπικὴ αὐτῶν ἀπόφασις, διότι δὲν θὰ ὑπῆρχεν Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον ἐφ’ ὅσον δὲ, συνέπραττε καὶ ὁ Ἔπαρχος, ὡς Βασιλικὸς Ἐπίτροπος. Κατόπιν τῆς παραγγελίας ταύτης τοῦ Ὑπουργείου, θέλει συνέλθει πάλιν τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον, καὶ θέλουσιν ἐξενέγκει οἱ σύμβουλοι γνώμην τινὰ ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἀκούομεν ἀπὸ τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς καὶ ἀφορῶσαν εἰς τοὺς προταθέντας ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως φόρους.
§118ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Ἔπαρχος δὲν ἤξευρε τὶ θὰ κάμουν οἱ Ἐπαρχιακοὶ Σύμβουλοι.
§119ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ δὲν δικαιολογῶ τὸν Ἔπαρχον· εἶπον, ὅτι εἰς τὸν Ἔπαρχον, ζητήσαντα ὁδηγίας, ἐδόθησαν διαταγαὶ, ὅπως συγκαλέσῃ τὸ Συμβούλιον, ὅπως μὴ ἀναβάλῃ ἐπὶ πλέον τὴν συνεδρίασιν· ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὁ Ἔπαρχος δὲν ἐγνώριζε περὶ τίνος ἐπρόκειτο, ἀφοῦ εἶχεν ἀρχίσει ἡ συζήτησις ὡς ἐκθέτει ὁ Ἔπαρχος.
§120ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε τὸ πρακτικὸν ὑπογεγραμμένον ἀπὸ τὸν Ἔπαρχον, τὸ ὁποῖον λέγει ῥητῶς, ὅτι ὑπῆρξε διαφωνία περὶ τῆς σειρᾶς τῶν ἐργασιῶν· τὸ μὲν Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον ἔλεγεν, ὅτι θέλει ἀρχίσει τὰς ἐργασίας του ἀπὸ τὴν ἐξήγησιν διαφόρων εὐχῶν, ὁ δὲ Ἔπαρχος ἔλεγεν, ὅτι πρέπει νὰ κάμετε τὴν ἐκλογὴν τῶν ἐνόρκων, καὶ διὰ τοῦτο ὁ Ἔπαρχος τοὺς ἔκλεισε τὸ κατάστημα.
§121ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο εἶναι τὸ ἄτοπον· τὸ Συμβούλιον ἤθελε νὰ προτάξῃ τὴν ἔκφρασιν εὐχῶν, καὶ ἐνταῦθα μὲν ἐγένετο μνεία αὐτῶν περιληπτικῶς, ἐκεῖ ὅμως ἀναφέρονται ἀναλυτικῶς καὶ ἐκ τῆς ἀναλυτικῆς ταύτης ἐκθέσεως γνωρίζομεν, ὅτι αἱ εὐχαὶ δὲν ἠδύναντο νὰ ἐκτεθῶσι νομίμως. Νομίζω δὲ, ὅτι, ἀφοῦ ὁ Ἔπαρχος δέον νὰ ἦναι παρών, ἡ ὁδηγία, τὴν ὁποίαν ἐδώκαμεν εἰς αὐτὸν, ὅπως ἀπόσχῃ, ἂν εἰς τοιαύτην εὐχὴν θελήσῃ νὰ προβῇ τὸ Ἐπαρχιακὸν Συμβούλιον, εἶναι ἡ μόνη νόμιμος.
§122ΜΙΛΗΣΗΣ. Τί μέτρον δὲ ἐλάβετε περὶ τοῦ παρανομήσαντος Ἐπάρχου;
§123ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι παρηνόμησεν ὁ Ἔπαρχος, διότι ἐζήτησεν ὁδηγίας ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν· ὁ Ἔπαρχος ἐν τῇ πεποιθήσει αὑτοῦ ἡρμήνευσεν οὕτω τὸν νόμον· ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο οὕτω νὰ προλάβῃ τὴν ἔκφρασιν παρανόμου εὐχῆς.... Ἔργον τοῦ Ἐπάρχου δὲν εἶναι ν’ ἀναβάλλῃ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὰς συνεδριάσεις. Ὀφείλει νὰ νουθετήσῃ, νὰ μὴ συμπράξῃ· ἐὰν ὅμως οἱ Ἐπαρχιακοὶ Σύμβουλοι θέλωσι νὰ προβῶσι, διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἀναβάλλῃ τὰς ἐργασίας τοῦ Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου, διότι ἡ ἀναβολὴ πρέπει νὰ γείνῃ καθ’ ὃν τρόπον ὁ Νόμος κελεύει.
§124ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καταθέσατε, σᾶς παρακαλῶ, τὰ ἔγγραφα.
§125ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐνταῦθα ἔχω τὸ πρακτικὸν, καὶ τὸ καταθέτω.
§126ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὰ περὶ Λιμενικοῦ Ταμείου.
§127ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔχω ταῦτα ἐνταῦθα. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἐξηντλήθησαν αἱ ἐπερωτήσεις.
§128ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν ἀπηντήσατε εἰς τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα περὶ τῶν λογαριασμῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης μετὰ τῶν ἰδιωτῶν.
§129ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔλαβον περὶ τούτου ἀνακοίνωσιν ἐπερωτήσεως, καὶ βλέπετε ὁπόσας ἐπερωτήσεις ἔχω, ὥστε, ἐὰν δὲν ἐπιδίδωνται ἐγγράφως, δὲν δύναμαι νὰ τὰς ἐνθυμῶμαι. Ἀλλὰ δύναμαι νὰ σᾶς ἀπαντήσω ἀμέσως ἐπὶ ταύτης.
§130ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὰ ψηφίσματα τῶν δύω Δημοτικῶν Συμβουλίων Λαρίσσης καὶ Βώλου, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιδοκιμάζεται ἡ πορεία τῆς Κυβερνήσεως, δὲν τὰ ἐφέρατε.
§131ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχετε δίκαιον· θέλω φροντίσει περὶ τῆς καταθέσεως αὐτῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακεδαίμονος ἠρώτησε περὶ τῆς διαταγῆς τῆς Διευθύνσεως τῆς Τραπέζης ὡς πρὸς τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ γίνεται ἡ ἀναγωγὴ ἐν ταῖς δοσοληψίαις αὐτῆς πρὸς τοὺς ἰδιώτας. Ὡς πρὸς τοῦτο ἀπαντῶ, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶναι ἵδρυμα ἀνεξάρτητον. Ἐάν τις ἀδικῆται ἐκ τῶν παρὰ τῆς Τραπέζης γινομένων, δύναται νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ Δικαστήρια. Δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς Τραπέζης καὶ ν’ ἀναλαμβάνῃ τὴν εὐθύνην διὰ τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην ἑρμηνείαν τοῦ Νόμου. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει παρ’ αὑτῇ Βασιλικὸν Ἐπίτροπον, ὁ ὁποῖος ἔχει κεκανονισμένην περιφέρειαν δικαιοδοσίας, ἡ ὁποία δὲν περιλαμβάνει βεβαίως κατὰ τίνα τρόπον θέλει διαῤῥυθμίσει ἡ Τράπεζα τὰς πληρωμάς της. Ὥστε, ἐάν τις ἔχῃ δοσοληψίας πρὸς αὐτὴν καὶ νομίζῃ, ὅτι ἀδικεῖται ὑπ’ αὐτῆς, ἔχει τὰ μέσα τῆς θεραπείας ἄφθονα, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει μεταξὺ τῶν μέσων τούτων ἡ ἀνάμιξις τῆς Διοικήσεως, ἡ ὁποία ἤθελε φέρει μεγίστην ζημίαν, διότι, γινομένη σήμερον ὑπὲρ τοῦ προσώπου, ὅπερ παραπονεῖται, θὰ ἠδύνατο νὰ γείνῃ αὔριον ὑπὲρ τῆς Τραπέζης.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κατέθεσε τὴν ἔκθεσίν της περὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς δικαιώματος ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ. (Ὅρα Παράρτημα)
§133ΚΑΛΛΙΓΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω τὸ ἐτήσιον Νομοσχέδιον περὶ τῆς φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς. (Ὅρα Παράρτημα).
§134ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅσον καὶ ἂν θελήσωσι ν’ ἀναιρέσωσι τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ, ἀναγκάζονται μετὰ μίαν στιγμὴν ν’ ἀνακαλέσωσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου εἶπον. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα, ὅπως ἀπαντήσῃ εἰς διαφόρους ἐπερωτήσεις, αἵτινες τῷ ἐγένοντο. Εἶπεν, ὅτι ἡ κακὴ σύνταξις τῶν πρακτικῶν ἔδωκε τὴν ἀληθῆ λύσιν τοῦ ζητήματος, τουτέστιν ἔδωσε τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Φιλαρέτου. Ἀλλὰ τί ἄλλο ἐγὼ ἔλεγον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτε ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἦλθε καταθυμωμένος νὰ πολεμήσῃ τὰς ἰδέας μου, τί ἄλλο ἢ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μετὰ πέντε λεπτὰ ἦλθεν ὁ ἴδιος νὰ ὑποστηρίξῃ; Ἤδη ἐρωτῶ, εἶναι τρόπος αὐτὸς κατὰ τὸν ὁποῖον διεξάγονται τὰ μεγάλα δικαιώματα τοῦ ἐλέγχου διὰ τῶν ἐπερωτήσεων; Καὶ διὰ τοῦ τρόπου, τὸν ὁποῖον καθιεροῖ ἡ φιλελεύθερος καὶ κοινοβουλευτικωτάτη καὶ συνταγματικωτάτη Κυβέρνησις, δὲν ἀρνεῖται αὐτὸ τὸ δικαίωμα; Ἐὰν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἦτον ἀντιπολίτευσις καὶ ἤρχετο ἄλλη Κυβέρνησις νὰ καθιερώσῃ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, τότε ἠθέλατε ἀκούσει νὰ σχισθῇ τὸ παραπέτασμα τοῦ Κοινοβουλίου ἀπὸ τοὺς συνταγματικοὺς καὶ φιλελευθέρους λόγους τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ καὶ ἀπὸ τὸν ἐναέριον διὰ τὰς συνταγματικὰς ἐλευθερίας κύριον Λομβάρδον. Σήμερον ὅμως ἀναιροῦν δι’ ἑαυτοὺς ὅ,τι ζητοῦσι νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς ἄλλους. Καὶ τίνες τῶν ἐπερωτήσεων, αἵτινες σωρηδὸν ἐφέρθησαν ἀπὸ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν, θὰ συζητηθῶσιν αὐτὴν τὴν στιγμήν; Τίς πρῶτος καὶ τίς δεύτερος θ’ ἀναπτύξῃ τὴν ἐπερώτησίν του; Μάτην πρὸ ἑνὸς μηνὸς ἐζήτησα νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, διὰ τῶν ὁποίων ἐπαύθησαν οἱ Δήμαρχοι Λαρίσσης. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἀπηξίωσε νὰ τὰ καταθέσῃ. Εἶμαι λοιπὸν ἠναγκασμένος ἐκ τῶν ἐμῶν πληροφοριῶν νὰ ἀναπτύξω τὴν ἐπερώτησίν μου. — Διατί ἐπαύθησαν, ἠρωτήθη ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, οἱ δύω Δήμαρχοι Λαρίσης ὁ Χασὰν Ἐτέμ ἐφέντης καὶ ὁ Κωνστ. Δημμητριάδης κατόπιν; — Οὐδεμίαν ἔλαβον ἀπάντησιν· ἤκουσα μόνον μίαν ἡμέραν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, λέγοντος, ὅτι ὁ Δημητριάδης δὲν ἦτο Δήμαρχος, ἀλλὰ Δημαρχικὸς Πάρεδρος. Τὸ νὰ ἐφευρίσκῃ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἐπιχειρήματα, ὅπως προστατεύσῃ ὅλας τὰς φατριαστικάς του πράξεις καὶ τὰς τῶν ὑπαλλήλων του, εἶναι εὔκολον, ἀλλ’ ἔρχεται ὁ Νόμος, ἔρχονται τὰ πράγματα, ἔρχονται αὐταὶ αἱ ὁμιλίαι τοῦ ἰδίου κυρίου Πρωθυπουργοῦ καὶ τὸν διαψεύδουν. Διὰ τίνα λόγον ἐπαύθη ὁ πρῶτος Δήμαρχος; Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι διὰ τοῦ Νόμου τῆς ἀφομοιώσεως ἐχορηγήσαμεν τὰ δικαιώματα, τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὴν παῦσιν τῶν Δημάρχων, εἰς τὸν Νομάρχην, ἀλλὰ ποῖαι εἶναι αἱ περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας παύονται; Αἱ περιπτώσεις αὗται εἶναι, ὅταν Δήμαρχός τις παραπεμφθῇ δι’ ὁριστικοῦ βουλεύματος ἢ καταδικασθῇ δι’ ἀποφάσεως εἰς βαθμὸν κακουργήματος, κατὰ τὴν πρώτην περίστασιν, εἰς βαθμὸν κακουργήματος ἢ πλημμελήματος, συνεπαγομένου στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, εἰς τὴν δευτέραν. Προσέτι δὲ εἰς περιστάσεις ἐκτάκτους, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ δημοσία τάξις διασαλεύεται, ἡ δὲ διασάλευσις ὑποστηρίζεται παρὰ τοῦ Δημάρχου, καὶ τότε ὁ περὶ Δήμων Νόμος ἔδωσε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Νομάρχην, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 44, νὰ παύῃ προσωρινῶς τὸν Δήμαρχον, ἀλλ’ ὀφείλει ὁ Νομάρχης ν’ ἀναφέρῃ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον καὶ τοῦτο εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅπως ἐντὸς 8 ἡμερῶν ἀποφανθῇ ὁριστικῶς περὶ τῆς παύσεως ἢ μὴ τοῦ Δημάρχου. Οὐδεμίαν ὅμως τῶν περιπτώσεων τούτων εἶχεν ὁ Νομάρχης, ἀλλ’ ἵνα ἐξυπηρετήσῃ ἀτομικὰ συμφέροντα, προέβη εἰς τὴν πρᾶξιν ταύτην καὶ ἄφησε νὰ ἐκτεθῇ ἡ ὑπόληψις τοῦ Χασὰν ἐφένδη εἰς τὸν τόπον, ὅτι κατὰ τὰ συμβάντα τῆς 15 Αὐγούστου αὐτὸς ἐπρόδωκε τὰ συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας. Ἀλλ’ ἡ πρᾶξις αὕτη, ἡ διάδοσις αὕτη, εἶναι ἀληθής; ὄχι, κύριοι. Διεσύρθη ἡ ὑπόληψις ἀνθρώπου, καὶ ὅταν ἔκαμα τὴν ἐπερώτησιν, μοὶ ἀπηύθυνεν ὁ ἴδιος τηλεγράφημα καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι ἡ τιμή του ἀπαιτεῖ νὰ ἐξετασθῇ ἡ ὑπόθεσις ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ μεθοριακὸν ζήτημα καὶ ποία ἡ διαγωγὴ καὶ συμπεριφορά του. Εἶναι λοιπὸν ἀληθῆ; ἡ διάδοσις αὕτη; Προκύπτει τοῦτο ἐκ τῆς σειρᾶς τῶν γεγονότων καὶ τῆς αὐστηρᾶς αὐτῶν ἐξετάσεως; Τὰ γεγονότα ταῦτα ἔλαβον χώραν τὴν 15 Αὐγούστου 1882, ὁ δὲ Δήμαρχος ἐπαύθη κατὰ τὸ τέλος Σεπτεμβρίου. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, κατὰ τὸ τέλος τοῦ Σεπτεμβρίου μέχρι τίνος εἶχον προβῆ τὰ πράγματα; εἶχον ἐπέλθει πλήρης συνεννόησις μεταξὺ τῶν δύω Κυβερνήσεων, ὥστε πᾶσα διαφορὰ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου εἶχεν ἐκλείψει. Ἠξεύρετε ὅμως ποία ὑπῆρξεν ἡ αἰτία, διὰ τὴν ὁποίαν ἐπαύθη ὁ Χασὰν Ἐτὲμ ἐφένδης; Ἀκούσατε. Ὁ κ. Νομάρχης, ὁ ὁποῖος εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις ἀπέδειξεν, ὅτι εἶναι ἀνίκανος νὰ διοικήσῃ Νομὸν, εἶχεν εὐνοούμενόν τινα, Ὄθωνα ὀνομαζόμενον, τὸν ὁποῖον ἐσύστησεν εἰς τὸν Χασὰν Ἐφένδην ὡς γραμματέα· ὁ Χασὰν ἐφένδης, Δήμαρχος Λαρίσσης — διότι ἐκεῖ ἀκόμη οἱ Δήμαρχοι δὲν δύνανται νὰ γνωρίσωσιν ὁποία εἶναι ἡ θέσις των, καθόσον χθὲς ἡνώθησαν μεθ’ ἡμῶν, καὶ οἱ Νομάρχαι ὀφείλουν νὰ χρησιμεύσωσιν ὄχι, ὡς ὁ Νομάρχης Λαρίσσης ἄδικοι καὶ φατριασταὶ, ἀλλὰ διδάσκαλοι καὶ τῶν πολιτῶν καὶ τῶν Δημάρχων — ὁ Χασὰν Ἐτὲμ ἐφένδης ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ δυσπιστῇ πρὸς τὴν εἰλικρίνειαν τοῦ γραμματέως του, καὶ εὐπειθῶς καὶ ταπεινῶς — διότι, ὡς προεῖπον, δὲν γνωρίζουσιν οἱ ἄνθρωποι τὴν θέσιν των, — εἶπεν εἰς τὸν Νομάρχην «εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξακολουθήσω νὰ ἔχω γραμματέα αὐτὸν, τὸν ὁποῖον μοὶ ἐσυστήσατε, διότι αὐτὸς δὲν φέρεται καλῶς καὶ πιστῶς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἑπομένως θὰ τὸν ἀποβάλω». Αὐτὸ, κύριοι, ἤρκεσε διὰ νὰ παυθῇ. Κατηγορεῖ ὁ Νομάρχης τότε τὸν Χασὰν Ἐτὲμ Ἐφένδην, ὅτι ἔδωσε ψευδὲς πιστοποιητικὸν εἰς Ἑβραῖόν τινα φαρμακοποιόν, μὴ ἔχοντα ἄδειαν τοῦ μετέρχεσθαι τὸ ἐπιτήδευμά του, ἐνῷ εἶχεν ἑπομένως καταγγείλλει αὐτὸν χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὅλας τὰς περιστάσεις, εἶπεν, ὅτι παρέβιασε τὸ ἄρθρον 255 τοῦ Ποιν. Νόμου καὶ ἐβεβαίωσεν ἐπὶ τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς του πράγματα μὴ ἀληθῆ ὡς ἀληθῆ. Τὴν κατηγορίαν ταύτην ἀπέστειλε πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα Λαρίσσης· ὁ Εἰσαγγελεὺς ἔλαβε τὰς δεούσας πληροφορίας, ὅτι εἰς τὴν Τουρκίαν δὲν ὑπάρχει οὔτε Πανεπιστήμιον, οὔτε βιβλίον, ἐκ τοῦ ὁποίου τοὐλάχιστον νὰ προκύπτῃ τίνες ἔχουσι δικαιώματα τοῦ μετέρχεσθαι τὸ α ἢ β ἐπιτήδευμα, κατὰ συνέπειαν μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν προσεκλήθησαν οἱ διάφοροι ἰατροὶ τοῦ τόπου, ἐν οἷς καὶ ὁ βουλευτὴς κ. Ζαρμάνης, ὁ ὁποῖος, ἐὰν ᾖναι παρὼν, δύναται νὰ μὲ διαψεύσῃ, καὶ ὑπέβαλον κατάλογον ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι δικαίωμα τοῦ μετέρχεσθαι τὸν Φαρμακοποιὸν, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦτο καὶ ὁ Ἑβραῖος· οὕτω ἰδὼν ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὅτι εἰς αὐτὸν τὸν κατάλογον ἐστηρίχθη ὁ Δήμαρχος Λαρίσσης, ἐπέστρεψε τὴν μήνυσιν, ὡς μὴ ὑπαρχούσης ἀφορμῆς πρὸς κατηγορίαν. Τότε ὁ Νομάρχης μετεχειρίσθη τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν τῷ ἔδωκεν ὁ περὶ ἀφομοιώσεως Νόμος, καὶ μεταβὰς εἰς τὸ δημαρχικὸν κατάστημα ἔπαυσε τὸν Δήμαρχον καὶ μετ’ ἐπιδείξεως τῷ ἀφῄρεσε τὰ πρακτικὰ καὶ διώρισε τὸν κ. Κωνστ. Δημητριάδην. Ὁ Κωνσταντῖνος Δημητριάδης, τὸν ὁποῖον δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζω, εἶναι, ὡς πληροφοροῦμαι, εἷς τῶν ἐγκριτωτέρων ἀνδρῶν τῆς Λαρίσσης καὶ τῶν ἱκανωτέρων λογιστικῶν, τὸ ὁποῖον ἀπέδειξε κατὰ τὸ δεκαήμερον διάστημα τῆς δημαρχείας του, κατορθώσας νὰ ἀνακαλύψῃ μέγα ποσὸν καθυστερουμένων χρημάτων. Ἀλλὰ διότι ἔκαμεν αὐτὴν τὴν ἀνακάλυψιν, πίπτει μετὰ τὸν Χασὰν ἐφένδην, διὰ νὰ ἔλθῃ ὁ κύριος Ντιντίκας, ὄργανον τυφλὸν τοῦ Νομάρχου καὶ ἑνὸς Βουλευτοῦ. Εἶναι δὲ μαθημένος ὁ κύριος αὐτὸς Νομάρχης νὰ προβαίνῃ τόσον αὐθαδῶς εἰς παῦσιν τῶν Δημάρχων, διότι τὸν ἐνθυμοῦμαι, ὅτι καὶ ἄλλοτε ἔπαυσε Δήμαρχόν τινα τῆς ἐπαρχίας Ἄργους, διότι ὁ εἰσπράκτωρ καὶ χωροφύλακες, μεταβάντες εἰς τὸ χωρίον του, ἐζήτησαν φατριαστικῶς νὰ συλλάβωσι δύω πολίτας· οἱ συνδημόται των ἐζήτησαν παρ’ αὐτῶν νὰ τοῖς παρουσιάσωσι τὸ ἔνταλμα, ἀλλὰ τοιοῦτον δὲν ὑπῆρχε· λοιπὸν ἐπετέθησαν κατὰ τῶν χωροφυλάκων οἱ πολῖται καὶ, δυνάμει τοῦ Συντάγματος, ἔλαβον ἀπὸ τὰς χεῖρας αὐτῶν τοὺς συλληφθέντας παρανόμως. Ὁ Δήμαρχος λοιπὸν, ἐπειδὴ ἦτο παρὼν κατὰ τὸ συμβὰν τοῦτο, ἐπαύθη, διότι δὲν ἔδωσε συνδρομὴν τῷ εἰσπράκτορι, ἀντὶ νὰ ἐπαινεθῇ, διότι ὄχι μόνον δὲν ὤφειλε νὰ κωλύσῃ τοὺς πολίτας, ἀλλὰ καὶ νὰ τοὺς ἐνθαῤῥύνῃ καὶ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῶν, ὅπως ἐκπληρωθῇ ῥητὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς προχθὲς, ὅταν ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Τυρνάβου ἔκαμε παρατηρήσεις τινὰς, νομίζω, περὶ τοῦ Δημητριάδου, εἶπεν, ὅτι ὁ Δημητριάδης ἦτο Δημαρχικὸς Πάρεδρος. Πρώτην φορὰν ἠκούσαμεν, κύριοι, ὅτι ἔχομεν καὶ Δημαρχικοὺς Παρέδρους εἰς Θεσσαλίαν! Ἂς ἴδωμεν τί λέγει ὁ Νόμος· τὸ ἄρθρον 3 τοῦ περὶ ἀφομοιώσεως Νόμου λέγει· «Οἱ ἐν ταῖς προσαρτηθείσαις ἐπαρχίαις δημοτικοὶ... καὶ ὁ σχηματισμὸς τῶν Δήμων γενήσεται κατὰ τὸ ἄρθρον 8 τοῦ ἀπὸ 25 Δεκεμβρίου 1833 Νόμου περὶ συστάσεως τῶν Δήμων κτλ.» τελευταῖον δὲ «ἡ ἀναπλήρωσις ἢ ἀντικατάστασις τῶν Ἀρχῶν τούτων (τῶν Δημάρχων) ἐν περιπτώσει ἀνάγκης, ἐκ τῶν ἐν τῷ Δημοτικῷ Νόμῳ ὡρισμένων, γίνεται ὑπὸ τοῦ Νομάρχου». Ὁ Νόμος λοιπὸν ἀνέθεσεν εἰς τὸν Νομάρχην τὸ δικαίωμα νὰ ἀναπληροῖ ἢ ἀντικαθιστᾷ τοὺς Δημάρχους, καὶ ὅταν μὲν ὁ δήμαρχος ἀσθενήσῃ ἢ λάβῃ ἀνάγκην νὰ ἀναχωρήσῃ ἀπὸ τὴν πατρίδα του διὰ μίαν οἱανδήποτε κατεπείγουσαν ὑπόθεσίν του, ὁ Νομάρχης ἔχει δικαίωμα ν’ ἀναπληρώσῃ αὐτόν· ἀντικατάστασις δὲ θὰ εἴπῃ, ὅταν ἐπέλθωσιν αἱ περιστάσεις, τὰς ὁποίας σᾶς ἀνέφερα, καὶ παυθῇ ὁ Δήμαρχος καὶ ἀντ’ αὐτοῦ διορισθῇ ἄλλος. Ὁ διορισθεὶς λοιπὸν κύριος Δημητριάδης δὲν ἦτο ἀναπληρωτὴς τοῦ Δημάρχου, ἀλλ’ ἦτο ἀντικαταστάτης αὐτοῦ, διότι ἦλθεν εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ Δημάρχου· δὲν ἀπουσίασεν ὁ Δήμαρχος διὰ νὰ τὸν ἀναπληρώσῃ ὁ Δημαρχικὸς Πάρεδρος, ὥστε, ὅταν ἐπανέλθῃ οὗτος, νὰ ἀναλάβῃ τὰ καθήκοντά του, ἀλλὰ διωρίσθη, ἀφοῦ ἐπαύθη ὁ ἄλλος.
§135ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν διωρίσθη τότε, εἶχε διορισθῆ πρότερον.
§136ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Εἶχεν ἕνα μῆνα προηγουμένως διορισθῆ.
§137Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Χάριν σοῦ ἐγένοντο ταῦτα.
§138ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Δὲν λέγεις τὴν ἀλήθειαν,
§139Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ σοὶ τὸ ἀποδείξω.—Καθ’ ἣν στιγμὴν, κύριοι, ἔκαμα τὴν ἐπερώτησιν περὶ τῆς παύσεως τῶν Δημάρχων...
§140ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Θὰ σοὶ ἀπαντήσω.
§141Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Περιττὸν νὰ μοὶ ἀπαντήσῃς. Σᾶς λέγω λοιπὸν, ὅτι ὁ κύριος Δημητριάδης ἀνεκάλυψε τὸ ποσὸν τῶν 4,000 λιρῶν διὰ τῆς ἱκανότητός του, καὶ τούτου ἕνεκα ἀντικατεστάθη ὑπὸ τοῦ Ντιντίκα. Καθ’ ἣν στιγμὴν λοιπὸν ἔφερα τὴν ἐπερώτησίν μου, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀμέσως εἶπεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μείνῃ οὐδεμία ἐντύπωσις ἐκ τῶν λόγων τῆς ἐπερωτήσεως αὐτῆς, διότι, εἶπεν, ἀνέπτυξα τὴν ἐπερώτησιν, χωρὶς ἐγὼ νὰ κάμω οὐδεμίαν ἀνάπτυξιν, ἀλλὰ μόνον ἐζήτησα τὰ ἔγγραφα, διὰ νὰ πληροφορηθῶ τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπαύθησαν οἱ Δήμαρχοι· τὰ ἔγγραφα δὲ δὲν κατετέθησαν. Συγχρόνως δὲ πολλοὶ ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς συμπολιτεύσεως ἤρχισαν νὰ φωνάζουν: ἡ δημοσία τάξις, ἡ ἀσφάλεια, ὁ ἀρχηγὸς Γρίβας.... ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι, ἔκαμα ἐγὼ ποτὲ λόγον περὶ τοῦ ἀρχηγοῦ Γρίβα; καὶ τί ἀναμιγνύετε τὸ ὄνομα αὐτοῦ εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς παύσεως τῶν Δημάρχων, εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῶν νεκροταφείων, ὡς θὰ κάμω κατόπιν λόγον; Δύνανται, ὅσοι θέλουσι, νὰ κολακεύωσι τὸν ἀρχηγὸν κύριον Γρίβαν, νὰ προσφέρωσιν εἰς αὐτὸν θυμίαμα κολακείας, ἀλλὰ τοῦτο νὰ προσφέρηται διὰ πράξεις κἄπως ἀξιοπρεπεῖς, ἐνῷ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προσέφεραν τὸ θυμίαμα εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν, τὸν καταβιβάζουν· διότι τί κοινὸν ἔχει ὁ ἀρχηγὸς μὲ τοὺς ἀστυνόμους, ἢ κλητῆρας, ὡς θὰ σᾶς ἀποδείξω κατόπιν; Εἶπον, ὅτι παρεβιάσθη ἡ δημοσία τάξις καὶ ὅτι παρεβιάσθη εἰδικῶς, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ παραγγέλματα καὶ τὰς θρησκευτικὰς παραδόσεις τῶν Ὀθωμανῶν, καὶ ἰδοὺ πῶς. Εἰς τὸ Τύρναβον, εἰς τὸ Μπαϊρακλὶ τζαμὶ ἐξυβρίσθη ὁ ψάλτης, ὁ χότζας λεγόμενος, ὁ δὲ ἀξιότιμος Ἀντισυνταγματάρχης κύριος Γ. Μαυρομιχάλης, εὑρεθεὶς ἐκεῖ ὑπερησπίσθη τὸν ἐξυβρισθέντα. Τὸ ὄνομα τοῦ κ. Μαυρομιχάλη, τὸ ὁποῖον ἀνέφερα, εἶναι ἀρκετὴ ἐγγύησις, ὁ δὲ κύριος Μαυρομιχάλης εἶναι τοιούτου χαρακτῆρος, ὥστε, ὅταν ἀκούσῃ, ὅτι ἐγὼ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπον αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγω, ἐὰν δὲν ἦναι ἀληθῆ, νὰ ἦσθε βέβαιοι ὅτι θὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ μὲ διαψεύσῃ. Κατόπιν, ἐπειδὴ ἐπεπλήχθησαν ἀπὸ τὸν Ἀντισυνταγματάρχην κύριον Μαυρομιχάλην, συνέλαβον τὸν χότζαν, τὸν ἔδειραν, καὶ τὸ τζαμὶ, ὁ ναὸς ἐν Τυρνάβῳ, ἐκλείσθη, καὶ αἱ ἱεροτελεστίαι τῆς ὀθωμανικῆς θρησκείας ἔπαυσαν. Λέγεται λοιπὸν τάξις καὶ ἀνάγεται τοῦτο εἰς τὰ καθήκοντα τοῦ Ἀρχηγοῦ; Ὁ ὑπαστυνόμος τῆς Ἀγυιᾶς μετέβη εἰς τὸ χωρίον Κερμπολῆ καὶ προσεκάλεσε νὰ ἴδῃ τὸν Ἰμάμην τοῦ χωρίου, καὶ ἐπειδὴ ὁ Ἰμάμης δὲν ἦτο ἐκεῖ νὰ προσέλθῃ, εἰσῆλθεν εἰς τὴν οἰκίαν Ὀθωμανοῦ, εἰς τὸν Γυναικωνίτην!
§142ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς πτέρυγος). Φοβερόν!
§143Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Γνωρίζετε ποῖα εἶναι τὰ ἤθη, τὰ ἔθιμα, τὰ θρησκευτικὰ παραγγέλματα παρὰ τοῖς Ὀθωμανοῖς; δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εἰσέλθῃ ἀνὴρ εἰς τὸν Γυναικωνίτην καὶ αὐτὸς εἰσῆλθεν! Ὁ ἀστυνόμος τῆς Ἀγυιᾶς ἀνέφερε τὸ γεγονὸς εἰς τὸν κ. Νομάρχην, ὁ ὁποῖος ἐπέβαλεν 20 δρ. πρόστιμον εἰς τὸν ὑπαστυνόμον, μετά τινας δὲ ἡμέρας ὁ ἀστυνόμος μετατίθεται ἐκ τῆς Ἀγυιᾶς, καὶ ὁ ὑπαστυνόμος ἐπιστρέφει εἰς τὸ χωρίον καὶ εἰσέρχεται ἀντὶ εἰς μίαν οἰκίαν, εἰς πέντε οἰκίας καὶ Γυναικωνίτας! Δὲν ἤκουσα ποῖος ἦτο ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖοι εἶπεν, ὅτι εἶναι φοβερόν· ἐὰν σὺ νομίζῃς, ὅστις καὶ ἂν ἦσαι, ὅτι δὲν εἶναι φοβερόν, τὸ νὰ προσβάλληται ἡ οἰκογενειακὴ τιμὴ, ὁποίαν τὴν ἐννοοῦν οἱ διάφοροι λαοὶ, τότε δὲν ἐννοεῖς τί ἐστὶ τιμή.
§144ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε,
§145Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἰς τὸ χωρίον Ἀϊβαλῆ τῶν Φερσάλων Σοῦτέρ τις, Ἑλβετὸς, ἐπῆγε καὶ ἠγόρασεν οἰκίαν τινὰ ἀμφισβητουμένην κατὰ τὸ ἥμισυ. Εἰς τὴν οἰκίαν αὐτὴν ἐκάθηντο νέοι, παιδιὰ ὀρφανὰ, τὰ ὁποῖα εἶχον καὶ τὸ δικαίωμα τῆς κατοχῆς καὶ τὴν κυριότητα, διότι τὸ ἥμισυ τῆς οἰκίας εἶναι ἀδιαφιλονείκητον καὶ τὸ ἄλλο ἥμισυ ἦτο τὸ φιλονεικούμενον. Ἐζήτησε λοιπὸν νὰ ἐξώσῃ τὴν οἰκογένειαν διὰ νὰ εἰσέλθῃ ὁ κύριος οὗτος. Ἡ οἰκογένεια διὰ τοῦ δικηγόρου της ἀντεστάθη καὶ εἶπεν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων καὶ ὅταν ἡ ὑπόθεσις περαιωθῇ εἰς τὰ Δικαστήρια καὶ κερδήσητε, τότε δύνασθε νὰ ἔλθητε, τώρα ὅμως δὲν δυνάμεθα νὰ σᾶς ἀφήσωμεν, καθόσον ἡμεῖς ἔχομεν τὴν κατοχὴν καὶ κατοικοῦμεν ἐν τῇ οἰκίᾳ καὶ δὲν δύνασθε νὰ μᾶς ἐξώσητε. Ὁ Νομάρχης ὅμως διέταξε τὸν ὑπαστυνόμον, ὅστις μεταβαίνει ἐκεῖ, ζητεῖ ἀπὸ τὸν Πάρεδρον καὶ Ἰμάμην νὰ τοὺς ἐξώσῃ τῆς οἰκίας, καὶ αὐτοὶ ἀρνοῦνται, καὶ ὁ ὑπαστυνόμος ἐκβάλλει αὐτοὺς, καὶ δέρει ἀνιλεῶς τὸν Ἰμάμην, καὶ ἀποκαθιστᾷ ἐν τῇ οἰκίᾳ τὸν Σοῦτερ. Διότι λοιπὸν δὲν ἤκουσεν εἰς τὸν ἀστυνόμον ὁ Ἰμάμης καὶ ὁ Πάρεδρος, δένονται διὰ σιδηρῶν πέδων καὶ τίθενται εἰς τὸν ἥλιον ἐπὶ δύω ὥρας. Αὐταὶ εἶναι αἱ ἀστυνομικαὶ ἐλευθερίαι, τὰς ὁποίας ἐδώκαμεν εἰς τοὺς ἀδελφούς μας, καὶ αὐτὰ ἐνεργεῖ εἷς Νομάρχης, ὅστις δὲν γνωρίζει τὰ καθήκοντά του, καὶ αὐτὰ πάσχουσιν ἀπὸ ἓν ἀστυνομικὸν σμῆνος ὑπαλλήλων, οἵτινες σήμερον ἀντικατέστησαν τὰ χάρτζια τοῦ Ἀμπάζαγα, ὥστε νὰ δέρωνται οἱ πολῖται, διότι δὲν ὑπήκουσαν εἰς τοὺς σμπίρους τοῦ κυρίου Τρικούπη. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἁγυιᾶς ἐζήτησε τὸν λόγον μετ’ ἐμὲ, καὶ οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ θελήσῃ νὰ μὲ διαψεύσῃ· θὰ προσπαθήσῃ ὅλαις δυνάμεσι νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ λαμπρὰ αὕτη καὶ σεβαστὴ Κυβέρνησις εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς ἐξεπέμφθη εἰς τὸν τόπον αὐτόν. Θὰ μᾶς εἴπῃ ὑπὲρ τῆς τάξεως πολλά· ἀλλὰ αὔριον θὰ τὰ λησμονήσῃ καὶ θὰ εἴπῃ τὰ ἐναντία. Τὸ αὐτὸ ἔκαμε καὶ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἔφερον τὴν ἐπερώτησιν· αὐτὰ ταῦτα εἶπεν ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἁγυιᾶς, καὶ τὴν ἑπομένην τί ἔκαμεν; ἐζήτησεν ἓν τάγμα διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν διὰ τὴν Ἐπαρχίαν Ἁγυιᾶς καὶ εἶπεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶ, «παρακαλεῖσθε νὰ στείλητε εἰς τὴν Ἁγυιὰν διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν ἓν τάγμα». Καὶ τί εἶναι ἡ Ἐπαρχία τῆς Ἁγυιᾶς; ἔχει 12 ἕως 15 χιλιάδας κατοίκους. Καὶ ἂν εἰς Ἐπαρχίαν ἐκ 12 ἢ 15 χιλιάδων κατοίκων ἔχωμεν ἀνάγκην ὑπὲρ τῆς τάξεως ν’ ἀποστείλωμεν ἓν τάγμα, πόσα τάγματα θέλομεν δι’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα; 200. Τὴν μίαν ἡμέραν διέψευσεν ἡμᾶς καὶ τὴν ἄλλην ἐζήτησε διὰ τὴν τάξιν τάγμα ὁλόκληρον, διαψεύσας ἑαυτόν! Καὶ ἐγένοντο ὅλα αὐτὰ διατί; Καὶ ἡ παῦσις τοῦ Δημάρχου ἐγένετο διατί; ἐδόθησαν ὡς ροσφέτια διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ Ὑπουργείου, καὶ τὸ αὐτὸ συμφέρον ἐμποδίζει τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος περὶ διαιρέσεως τῶν Δήμων καὶ τῆς ἐκλογῆς τῶν Δημοτικῶν Ἀρχόντων. Πέρυσιν οἱ ἴδιοι ὑπέβαλον τὸν Νόμον περὶ ἀφομοιώσεως. Τί λέγεται ἐν ἄρθρῳ 7; «αἱ ἐκλεχθησόμεναι πρῶται Δημοτικαὶ Ἀρχαὶ ἐξακολουθοῦσι καὶ ἐφ’ ὅλην τὴν ἑπομένην τετραετίαν, μεθ’ ἣν ἐνεργηθήσονται ἐν ταὐτῷ καὶ καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος δημοτικαὶ ἐκλογαί». Τί ἐννοεῖ τοῦτο; ἐννοεῖ καὶ ἐνόουν τότε, ὅταν ὑπέβαλον τὸν Νόμον αὐτόν, ὅτι ἡ διαίρεσις τῶν Δήμων ἤθελε γείνει ἔκτοτε καὶ ὅτι μέχρι σήμερον θὰ ἦσαν ἐκλελεγμέναι αἱ Δημοτικαὶ Ἀρχαί. Ἀλλὰ τί πράττει ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα; Κρατεῖ ὡς ροσφέτια τὴν διαίρεσιν τῶν Δήμων, ἐξαπατῶσα βεβαίως ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἐξαπατηθῶσιν (θόρυβος), ἀναβάλλουσα αὐτὴν τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ πρώτου καθήκοντος τοῦ νὰ φέρῃ τὴν ἀληθῆ τῷ ὄντι ἀφομοίωσιν μεταξὺ τῶν νέων Ἐπαρχιῶν καὶ ἡμῶν (θόρυβος). Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον, κύριοι, νὰ κάμω.
§146ΜΟΝΤΕΣΑΝΤΟΣ. Ἐφωτίσθημεν.
§147Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ διὰ σᾶς δὲν φροντίζω νὰ φωτισθῆτε, διότι οὔτε ἐφωτίσθητε ἕως τώρα, οὔτε ἐλπὶς εἶναι νὰ φωτισθῆτε (θόρυβος). Λοιπὸν αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω, τὰς ὁποίας ἔκαμον ἄνευ τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἠρνήθη ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὸ Γραφεῖον. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τοιαύτη ἐνέργεια δὲν συνιστᾷ τὴν Διοίκησιν. Ἀκόμη, εἰς τὰ νεκροταφεῖα τῶν Τούρκων ἄφησαν οἱ ἀστυνόμοι πλήρη ἐλευθερίαν καὶ εἰσῆλθον καὶ κατέσπασαν τὰ μάρμαρα, τὰ ὁποῖα στολίζουσιν ὅλα τὰ κενοτάφια, καὶ τὰ κατέσπασαν, ὅπως τὰ χρησιμοποιήσωσιν εἰς ἰδίας ἕκαστος οἰκοδομὰς (θόρυβος). Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὅλους ὑμᾶς, ἐὰν μεταβοῦν εἰς τὰ νεκροταφεῖα τῶν πατέρων σας, τῶν ἀδελφῶν σας, τῶν συζύγων σας, τῶν τέκνων σας, ἱερόσυλοι καὶ σπάσωσι τὰ μάρμαρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐθέσατε εἰς ἐνθύμησιν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἠγαπήσατε, θέλετε τὸ θεωρήσει αὐτὸ καλόν; Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ διοίκησις, ἥτις ὑπάρχει, καὶ ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῆς τῆς καταστάσεως εἶναι τὰ ὄργανά σας, αὐτὴ ἡ σπεῖρα τῶν ἀστυνόμων, τοὺς ὁποίους διωρίσατε καὶ ἐπεβαρύνατε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Τόπου χάριν τῶν προσωπικῶν σας συμφερόντων (θόρυβος). Αὐτὰ λοιπὸν θεωροῦνται ἐπουσιώδη, διότι ἐγένοντο ἀσεβῶς εἰς τὰ Τουρκικὰ μνημεῖα; Οἱ Τοῦρκοι ἔχουσιν ἰδίαν θρησκείαν καὶ ἔχουσι καὶ αὐτοὶ τὰ αὐτὰ δικαιώματα ὑπὲρ τῆς θρησκείας των (θόρυβος). Θὰ ὀχυρωθοῦν ὄπισθεν τούτου, «διὰ τί νὰ λέγωνται ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, ὅσα ἐῤῥέθησαν!» Ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, ὅταν λέγωνται αἱ ἀλήθειαι καὶ ὅταν ὑπερασπίζωνται δικαιώματα ἀδυνάτων, τὸ Ἔθνος ὄχι μόνον δὲν ἔχει νὰ πάθῃ, ἀλλ’ ἔχει καὶ νὰ ὠφεληθῇ· ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τηροῦν τὴν ἀλήθειαν κεκρυμμένην, ἀπὸ αὐτοὺς τὸ ἔθνος ζημιοῦται. Οἱ Ὀθωμανοὶ εἶναι ἐπίσης Ἕλληνες σήμερον, καὶ ὡς ἡμεῖς ἔχουσιν ἐπίσης τὰ αὐτὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν καὶ ἡμεῖς. Καὶ μήπως δὲν ἔχομεν καὶ ἄλλους ἑτεροδόξους ἐν τῇ Ἐπικρατείᾳ μας; Καὶ τίς ποτε ἐφαντάσθη νὰ φέρῃ τὴν ἀναστάτωσιν καὶ τὴν ἀνωμαλίαν αὐτὴν μεταξὺ τῶν θρησκευμάτων; Ἦτο λοιπὸν περιττὸν ὁ κύριος Ρήγγας νὰ μοὶ κάμῃ τὴν παρατήρησιν ταύτην.
§148ΡΗΓΚΑΣ. Ὅσα λέγετε, κύριε Πετιμεζᾶ, τὰ γνωρίζω, ἀλλὰ δὲν θεωρῶ, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ γίνωνται σκάνδαλα.
§149Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τελειώνω.
§150ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀναγνωρίζετε, ὅτι εἶναι ἀληθῆ;
§151ΡΗΓΚΑΣ (καὶ ἕτεροι). Ὄχι.
§152Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω καὶ τελειώνω, διότι κρίνω περιττὸν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον.
§153ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ τῶν λόγων τῆς παύσεως τοῦ Δημάρχου Λαρίσσης εἶπον, ὅτι δὲν θεωρῶ πρέπουσαν τὴν συζήτησιν, καὶ διὰ τοῦτο περὶ αὐτοῦ δὲν θέλω εἴπει τι. Ἀλλ’ ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων σήμερον ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ φράσιν, τὴν ὁποίαν κατά τινα προγενεστέραν συζήτησιν εἶπεν, ὅτι τουτέστιν ἡ Ἀρχὴ ἐν Θεσσαλίᾳ περιεφρόνησε, περιύβρισε, προσέβαλε τὰ θρησκευτικὰ ἔθιμα τῶν Ὀθωμανῶν, ὅτι καὶ μέχρις ἱεροσυλίας ἔφθασαν αἱ Ἀρχαὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, καὶ διὰ τοῦτο ἠθέλησε ν’ ἀπαριθμήσῃ πάντα, ὅσα ἀτόπως ἐγένοντο ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις ἐκείναις, καὶ ἀνέφερε γεγονότα ἐν Τυρνάβῳ, ἕτερα ἐν Ἁγυιᾷ καὶ ἕτερα ἐν Φερσάλοις, καὶ ὡσαύτως τὴν παραβίασιν τοῦ νεκροταφείου ἐν Λαρίσσῃ. Ἐκ τῶν γεγονότων τούτων περὶ τοῦ παραβιασμοῦ τοῦ νεκροταφείου Λαρίσσης εἶχον ἀκούσει παρά τινος τῶν ἀξιοτίμων ἡμῶν συναδέλφων Ὀθωμανῶν, καὶ ἐτηλεγράφησα εἰς τὸν Νομάρχην, ὅστις μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι οὐδέποτε συνέβη τοιοῦτόν τι, ὅτι τὸ νεκροταφεῖον Λαρίσσης, καίτοι δὲν εἶναι πεφραγμένον, φρουρεῖται ὑπὸ τῆς Ἀστυνομίας τοσοῦτον ἀσφαλῶς, ὥστε δύναται νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι ἤδη τυγχάνει περισσοτέρας εὐλαβείας ἢ ὅσης ἐτύγχανε πρὸ τῆς ἑνώσεως. Περὶ τῶν ἄλλων γεγονότων πῶς δύναμαι ν’ ἀπαντήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ἀφοῦ οὐδέποτε ἐγένοντο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐπίσημοι καταγγελίαι; Παρά τοῦ Ὀθωμανοῦ συναδέλφου ἡμῶν ἤκουσα περὶ Τυρνάβου καὶ ἔγραψα εἰς τὸν Νομάρχην, καὶ θὰ ἔλθῃ ἀπάντησις. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι τὰ πράγματα παρεστάθησαν πρὸς τὸν συνάδελφον ἡμῶν οὐχὶ ἀκριβῶς, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τοιοῦτόν τι καὶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ καταγγελία πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Οὐδέποτε ἠκούσαμεν ἡμεῖς ἐκ τῶν νέων Ἐπαρχιῶν παράπονα περὶ τῆς ἀσφαλείας καὶ τάξεως· ἡμεῖς ἠκούσαμεν εὐχαριστίας, καὶ ἔχομεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἀπείρους ἀναφορὰς τῶν Ὀθωμανῶν, εὐγνωμονούντων διὰ τὴν καλὴν κατάστασιν. Καὶ οἱ δύω ἀξιότιμοι Ὀθωμανοὶ βουλευταὶ ἐκ Θεσσαλίας, καὶ ὁ συντασσόμενος μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὁ συντασσόμενος μετὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, μοὶ εἶπον, ὅτι οὐδέποτε ἡ Θεσσαλία ἀπελάμβανε τοιαύτης ἀσφαλείας καὶ τάξεως, ὁποίας ἤδη ἀπολαμβάνει· ὅτι τοιαύτη ἦτον ἡ τάξις καὶ ἡ ἀσφάλεια αὐτόθι, ὥστε ἠδύνατό τις ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου ἕως τοῦ ἄλλου τῆς Θεσσαλίας καὶ δύναται νὰ περιοδεύσῃ, φέρων ὁσονδήποτε πλοῦτον, ἄνευ οὐδεμιᾶς συνδρομῆς, καὶ νὰ μὴ διατρέξῃ τὸν ἐλάχιστον κίνδυνον. Ταῦτα ἤκουσα παρὰ τῶν Ὀθωμανῶν συναδέλφων ἡμῶν· ταῦτα εἶδον ἐγγεγραμμένα ἐν ἀναφοραῖς τῶν Ὀθωμανῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· ταῦτα εἶδον ἐν ἐκθέσεσι ξένων Προξένων πρὸς τὰς Κυβερνήσεις αὑτῶν, καὶ ὄχι μόνον Προξένων ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ Προξένων ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος. Ὁ Πρόξενος τῆς Ἀγγλίας ἐν Θεσσαλονίκῃ ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Κυβέρνησίν του ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη, καὶ ἐν ᾧ ἀναφέρει τὰς ἐντυπώσεις τῶν Ὀθωμανῶν. Οἱ Ὀθωμανοί, λέγει, οἱ ἐρχόμενοι ἐκ Θεσσαλίας εἰς Θεσσαλονίκην, ἐκθειάζουσι τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, θαυμάζουσιν ἐπὶ τῇ ἐπελθούσῃ μεταβολῇ, καὶ λέγουσιν, ὅτι εἶναι τοιαύτη ἡ ἀσφάλεια, ἧς τυγχάνουσιν ἐν Θεσσαλίᾳ, ὥστε θέλουσι διαμείνει ἐκεῖ καὶ θέλουσι προσπαθήσει πάντα Θεσσαλὸν νὰ ἐμποδίσωσι ν’ ἀπέλθῃ ἐκ τῆς Θεσσαλίας καὶ νὰ πείσωσιν, ὅπως ἐπανέλθωσι πλεῖστοι ἐκ τῶν ἀπελθόντων. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας τῆς καταλήψεως ἡ κατάστασις δὲν ἦτο τοιαύτη, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐγεννήθησάν τινα παράπονα παρὰ τοῖς Ὀθωμανοῖς συμπολίταις ἡμῶν· ἀλλ’ ἤδη, ὅτε ἐπαγιώθη ἡ τάξις καὶ ἀποκατεστάθη ἡ ἀσφάλεια, ἡ πεποίθησις ἑδραιώθη πλήρης, καὶ δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς λελυμένον τὸ ζήτημα τῆς ἐν ἰσοπολιτείᾳ συμβιώσεως τῶν Ὀθωμανῶν καὶ τῶν Ἑλλήνων. Τί συμφέρον εἶχεν ὁ κύριος βουλευτὴς, ἵνα διαψεύσῃ ταῦτα, τὰ ὁποῖα πᾶσα ἡ Εὐρώπη ἤκουσε παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ἔχουσι τὴν ἁρμοδιότητα περὶ τούτων νὰ τὴν διαφωτίζωσιν; Τί ἠθέλησε ν’ ἀποδείξῃ, παραστήσας, ὅτι γεγονός τι ἐν Τυρνάβῳ κατὰ τοῦ Χόντζα εὐθύνει τὴν Κυβέρνησιν, ἂν ἐγένετο; Ἂν εἶχε γείνει τοιαύτη πρᾶξις—καὶ ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἐγένετο, διότι δὲν κατηγγέλθη—ἐὰν ὅμως εἶχε γείνει καὶ εἶχε τὴν σπουδαιότητα, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος βουλευτὴς ἀπέδωκεν εἰς αὐτὴν, ὁ δὲ Νομάρχης καὶ αἱ ἄλλαι Ἀρχαὶ δὲν ἔπραξαν ὅ,τι ὤφειλον νὰ πράξωσιν ὑπὲρ τῆς ἀσφαλείας καὶ ὑπὲρ τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν Ὀθωμανῶν συμπολιτῶν ἡμῶν, ἐννοῶ, ὅτι τότε ἠδύνατο εὐλόγως ν’ ἀπευθύνῃ παρατηρήσεις ἐνταῦθα· ἀλλ’ ὅταν ἔρχηται ἀπευθύνων παρατηρήσεις κατὰ τοιοῦτον τρόπον, καὶ παριστῶν, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἥτις, εἰς ἰδιοτελεῖς σκοποὺς ἀποβλέπουσα, προκαλεῖ τοιαύτας προσβολὰς τῶν δικαιωμάτων τῶν νέων συμπολιτῶν ἡμῶν, λησμονεῖ τί ὀφείλει πρὸς τοὺς συναδέλφους αὐτοῦ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ τί ὀφείλει πρὸς τὴν ἀγαθὴν φήμην αὐτοῦ τοῦ Ἔθνους. Δὲν ἐξέθεσεν ὁ κύριος Βουλευτὴς ὡρισμένον τι κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ ὁμιλίαν, ἵνα δυνηθῶ νὰ φέρω τὰ ἔγγραφα, ὅπως διαψεύσω αὐτὸν καὶ προκαλέσω παρ’ αὐτῶν, τοὺς ὁποίους καταγγέλλει, τὴν ἀπολογίαν. Ἐρχόμενος δὲ σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ρίπτων μομφὰς κατὰ τοῦ Ἀστυνόμου Φερσάλων ἢ Ἁγυιᾶς, νομίζει, ὅτι ἀποδεικνύει τι; Ἰδοὺ ἓν ἐκ τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερε, διαψευδόμενον ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων· ἤλπιζεν, ὅτι δὲν θὰ ἔχω τὰ ἔγγραφα παρ’ ἐμοί, ἢ ὅτι δὲν θὰ προφθάσω νὰ τὰ φέρω. Διϊσχυρίζετο ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, ὅτι διωρίσθη ὁ δεύτερος Δήμαρχος ἐπὶ τῇ παύσει τοῦ Δημάρχου τοῦ Ὀθωμανοῦ, καὶ ὅταν ἡμεῖς τῷ ἐλέγομεν, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές, ἐπέμενεν, ὅτι εἶναι ἀληθές, καὶ ἔλεγεν, ὅτι πρέπει νὰ τὸ πιστεύσωμεν. Ἰδού, ἀποδεικνύουν τὰ ἔγγραφα, ὅτι εἶχε διορισθῆ Πάρεδρος ὁ Δημητριάδης, πολὺ πρὶν ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἀναφυῇ, δι’ ἐγγράφου τοῦ Νομάρχου ἀπὸ 17 Ἰουλίου πρὸς τὸν κ. Κ. Δημητριάδην, ἔχοντος οὕτω: «Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ἀπὸ 19 Μαρ«τίου ε. ε. ὑπὸ στοιχεῖα ΠΜ. Νόμου ἐν συνδυασμῷ πρὸς «τὸ ἄρθρον 39 τοῦ περὶ Δήμων Νόμου, διορίζω ὑμᾶς δη«μαρχικὸν Πάρεδρον τοῦ Δήμου Λαρίσσης πρὸς ἀναπλή«ρωσιν τοῦ Δημάρχου, ἀπόντος, ἢ ὅπως δήποτε κωλυομέ«νου, καὶ σᾶς παρακαλῶ, ἵνα ἐμφανισθῆτε ἐνώπιόν μου, «ὅπως δώσητε τὸν νενομισμένον ὅρκον· χορηγηθείσης δὲ «ἤδη δεκατετραημέρου ἀδείας ἀπουσίας τῷ Δημάρχῳ, «θέλετε ἀναλάβει τὰ δημαρχικὰ καθήκοντα κατὰ τὰ ἄρ«θρα 47 καὶ 48 τοῦ περὶ Δήμων Νόμου, καὶ ἐκτελεῖ αὐτὰ «μέχρι τῆς ἐπανόδου του». Ἡ δ’ ἀνάθεσις τῆς Δημαρχίας εἰς τὸν κ. Δημητριάδην, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναφέρεται ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Καλαβρύτων, ἐγένετο τὴν 25 Σεπτεμβρίου, τουτέστι πλέον τῶν δύο μηνῶν μετὰ τὸν διορισμὸν αὐτοῦ ὡς Παρέδρου, γενόμενον ἐξ ἀφορμῆς τῆς προσκαίρου τότε ἀναχωρήσεως τοῦ Δημάρχου εἰς Κωνσταντινούπολιν..... «Πρὸς τὸν Δημαρχικὸν Πάρεδρον Λαρίσσης κ. Κων«σταντῖνον Δημητριάδην: «Κοινοποιῶ ὑμῖν, ὅτι δυνάμει τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ἀπὸ 19 «Μαρτίου ε. ε. ΠΜ. Νόμου ἀπέλυσα τῆς θέσεως τοῦ «Δημάρχου τὸν Χασᾶν Ἐτέμ. Σᾶς προσκαλῶ ἑπομένως «νὰ παραλάβετε ἀμέσως παρ’ αὐτοῦ τὰ τῆς ὑπηρεσίας «τοῦ Δημάρχου διὰ τακτικοῦ πρωτοκόλλου, οὗ ἀντίγρα«φον νὰ μοὶ ἀποστείλητε, καὶ ἀναλάβητε τὰ Δημαρχικὰ καθήκοντα». Μετ’ ὀλίγας δὲ ἡμέρας διωρίσθη ὁ τακτικὸς Δήμαρχος, καὶ ἐπὶ τῷ διορισμῷ αὐτοῦ ἐγένετο γνωστοποίησις πρὸς τὸν δημαρχικὸν Πάρεδρον, ὅπως ἀναλάβῃ πάλιν τὰ παρεδρικὰ του καθήκοντα, ὁ δὲ Πάρεδρος παρῃτήθη, ἐφ’ ᾧ ἔχομεν τὸ ἔγγραφον τῆς 10 Ὀκτωβρίου λέγον, «ἀποδεχόμεθα τὴν παραίτησιν ἀπὸ τῆς θέσεως, ἐν ᾗ μέχρι τοῦδε διετελεῖτε». Οὐδόλως λοιπὸν ἐπρόκειτο περὶ διορισμοῦ δευτέρου Δημάρχου, κατόπιν παυθέντος. Ὁ πρῶτος ἐπαύθη ἐν τῷ δικαιώματι, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁ Νομάρχης δυνάμει τοῦ Νόμου περὶ ἀφομοιώσεως· ὅτι εἶχε δὲ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐκ τοῦ Νόμου, δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ. Ἂν καλὴν ἢ κακὴν χρῆσιν ἐποιήσατο τοῦ δικαιώματος, ἂν ἦτο ἄκαιρος ἡ πρᾶξις αὕτη, εἶναι ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον θέλει ἐκτιμηθῆ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ θέλει ἐκτιμηθῆ ἐν καιρῷ καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τοὐτέστιν ὅταν θεωρηθῇ πρέπουσα ἡ τοιαύτη ἐξέτασις. Ἀλλ’ ἐνῷ τὸ νόμιμον τῆς πράξεως εἶναι ἀναμφισβήτητον, ἐνῷ εἰς πάντα, εἰλικρινῶς σκεπτόμενον περὶ τοῦ θέματος, αὐταπόδεικτον εἶναι, ὅτι δὲν εἶναι πρόσφορος ἡ παροῦσα στιγμὴ πρὸς συζήτησιν, πρὸς ἐκτίμησιν τῆς πράξεως ταύτης οὐσιαστικῶς, τοὐτέστιν ἂν ὁ Νομάρχης ὀρθῶς ἐσκέφθη προβὰς εἰς τὸ διάβημα τοῦτο, ὅταν, λέγω, τὸ νόμιμον τῆς πράξεως δὲν ἀμφισβητῆται καὶ δὲν θεωρῆται εὔκαιρος ἡ περίστασις αὕτη πρὸς συζήτησιν, νομίζω, ὅτι τὸ θέμα εἶναι ἐξηντλημένον. Ὡς πρὸς τὰ ἄλλα δὲ θέματα παρατηρῶ, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἔχω γνῶσιν τῶν κατ’ αὐτὰ, εἶμαι εἰς θέσιν νὰ διαψεύσω πάντα ὅσα ἐλέχθησαν· ἐφ’ ὅσον δὲ δὲν ἔχω γνῶσιν, δὲν ἔχω τινὰ ἀφορμὴν ἵνα πιστεύω, ὅτι εἶναι ἀληθῆ. Ἐζήτησα πληροφορίας, καὶ ὅταν τὰς λάβω, θέλω τὰς ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλήν.
§154Ν. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ὁ κύριος Ἀθανάσιος Πετιμεζᾶς σᾶς εἶπεν, ὅτι οἱ κατὰ τὴν Θεσσαλίαν κατοικοῦντες Ὀθωμανοὶ κακῶς διοικοῦνται παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ πρὸς βεβαίωσιν τῶν λόγων του ἔφερεν, ὅτι δῆθεν Χότζας τις ἐν Τυρνάβῳ ἐξυβρίσθη παρά τινος Χριστιανοῦ, καί τις Ἀστυνόμος Ἁγυιᾶς εἰσῆλθεν εἴς τινα Ὀθωμανικὴν οἰκίαν, καὶ τούτου ἕνεκα προσεβλήθη ἡ ἀσυλία τοῦ γυναικῶν του. Εἰς ἀπάντησιν τούτων λέγω, ὅτι ὁ ὑπαστυνόμος Ἁγυιᾶς προσῆλθεν εἰς τὴν Ὀθωμανικὴν οἰκίαν συνεπείᾳ καταγγελίας, δι’ ἧς κατεμηνύετο ὡς λῃσταπάδοχος ὁ Ὀθωμανὸς, καὶ ἐντὸς τῆς οἰκίας του εὑρίσκοντο κλοπιμαῖα πράγματα τοῦ Χριστιανοῦ, τοῦ λῃστευθέντος· ὥστε ὁ ὑπαστυνόμος ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του, καὶ ὤφειλε νὰ κάμῃ κατ’ οἶκον ἔρευναν σύμφωνα τῷ Νόμῳ. Ὁ Ὀθωμανὸς ὅμως εὗρε τὴν πρόφασιν νὰ εἴπῃ κατὰ τοῦ ὑπαστυνόμου, ὅτι δῆθεν εἰσῆλθεν εἰς τὸν γυναικωνίτην του, καὶ ὡς ἐκ τούτου προσεβλήθη ἡ ὑπόληψις τοῦ Ὀθωμανοῦ, ὅπως ἐπὶ Τουρκοκρατίας ὁ Ὀθωμανὸς ἐπροφασίζετο, ἵνα κακοποιῇ τὸν Χριστιανὸν, ἀνέκραζεν, ὅτι τοῦ ἐξύβριζε τὴν πίστιν. Αὐτὰ εἶναι τὰ γεγονότα, ἅπερ ἐξέθεσεν εἰς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταὶ, καὶ ἐφ’ ὧν στηρίζει τὴν κακὴν διοίκησιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὁ κύριος Ἀθανάσιος Πετιμεζᾶς· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ταῦτα δὲν ἔχουσιν οὐδεμίαν σημασίαν καὶ δὲν ἀποδεικνύουν κακὴν διοίκησιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἔστω καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι τις Χότζας ἢ Κανδυλανάπτης ἐξυβρίσθησαν παρά τινος Χριστιανοῦ, ἀφρόνως πως φερομένου, ἢ καὶ ἄν τις ὑπαστυνόμος παρέβη τὸ καθῆκόν του κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας του. Ἀπορῶ ὅμως μὲ τὸν κύριον Ἀθανάσιον Πετιμεζᾶν πῶς ἀφρόνως πως ὕψωσε φωνὴν ἐν τῷ μέσῳ τῆς Βουλῆς, χωρὶς προηγουμένως νὰ βασανίσῃ τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων καὶ τὸ βάρος αὐτῶν, καὶ χωρὶς νὰ δείξῃ καὶ τὴν παραμικρὰν εὐλάβειαν πρὸς τὸν Ἐθνισμόν του, καὶ πρὸς βλάβην τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐξετραγῴδησε μὲ τὰ πλέον φρικαλέα ἐπιφωνήματα, ὅτι δῆθεν οἱ Ὀθωμανοὶ ἐν Ἑλλάδι κακῶς διοικοῦνται, φιλότουρκος δειχθεὶς ἐπὶ ψευδῶν πληροφοριῶν, καὶ ὄχι δι’ ἄλλον σκοπὸν, παρὰ προτιθέμενος νὰ θωπεύσῃ τοὺς ἐν τῇ Βουλῇ βουληφόρους Ὀθωμανοὺς καὶ προσελκύσῃ αὐτοὺς εἰς τὴν ἰδιόῤῥυθμον μερίδα τοῦ κόμματος πρὸς αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ της. Οὕτω δὲ ἐξηγεῖται ἡ ἐξηγριωμένη παράστασις τοῦ κυρίου Ἀθανασίου Πετιμεζᾶ κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι γίνεται ἐπὶ σκοπῷ πολλαπλασιάσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῆς μερίδος του, χωρὶς νά λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν ἀρχαίαν ἐκείνην παροιμίαν «οὔποτε ποιήσεις τὸν καρκῖνον ὀρθὰ βαδίζειν». Πᾶς τις ἐν Ἑλλάδι ἔχει δικαίωμα, προσβαλλόμενος, νὰ καταγγείλῃ τὸν προσβολέα του καὶ λάβῃ τὴν ἐκ τοῦ Νόμου ἱκανοποίησιν· ὥστε καὶ ὁ Χότζας καὶ πᾶς ἄλλος δύναται νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν καὶ ζητήσῃ ἱκανοποίησιν· ἀλλ’ ἐκ τούτων τῶν καταμηνύσεων δὲν ἕπεται, ὅτι ὁ Τόπος κακῶς διοικεῖται. Ἂν δὲ εἰς τὴν Ἀγυιὰν ἐστάλη ὁλόκληρον τάγμα, τοῦτο ἐγένετο τῇ αἰτήσει τῆς Ἐπαρχίας, καθόσον αὕτη κεῖται εἰς τὴν μεθόριον γραμμὴν, καὶ ἔπρεπεν ὁ τόπος νὰ ἦναι ἐξησφαλισμένος ποικιλοτρόπως ἀπὸ πᾶσαν ἐχθρικὴν προσβολὴν, καὶ ληστρικὰς συμμορίας, ἐνῷ ἡμεῖς, κύριε Ἀθανάσιε Πετιμεζᾶ, ζητεῖτε στρατιωτικὰς δυνάμεις εἰς τὸν τόπον σας, ὅπως ἐμποδίσουν τοὺς ἐν ἀναπληθύϊ εὑρισκομένοις ἐκεῖ ζωοκλέπτας κατὰ τὴν ἐπικρατοῦσαν συνήθειαν, ἵνα ὁ ἕνας κλέπτῃ τὸ γουμάρι τοῦ ἄλλου γείτονος.
§155ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Πρὸ ὀλίγου διέκοψα τὸν κύριον Πετιμεζᾶν διὰ νὰ τῷ εἴπω ὅτι δὲν λέγει τὴν ἀλήθειαν. Ὁ κύριος Πετιμεζᾶς εἶπεν ὅτι, ἂν ἦσαν τὰ ἔγγραφα κατατεθειμένα καὶ ἐλάμβανε γνῶσιν αὐτῶν, θὰ ἠδύνατο νὰ ἀπαντήσῃ ἐν γνώσει. Νομίζω, ὅτι οἱοσδήποτε ἄνθρωπος, ἂν δὲν εἶναι ἐν πλήρει γνώσει τῆς ἀληθείας, δὲν ὀφείλει νὰ ἔρχηται καὶ νὰ ὁμιλῇ ὡς ἀπὸ τρίποδος καὶ νὰ μέμφηται τοὺς ἄλλους. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπαντήσας κατόπιν εἰς τοὺς λόγους τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, ἐβεβαίωσεν ὅ,τι ἐγὼ τῷ εἶπον, ὅταν τὸν διέκοψα, εἰπόντα ὅτι μετὰ τὴν παῦσιν τοῦ Δημάρχου διωρίσθη ἀντικαταστάτης αὐτοῦ ὁ πρῶτος Πάρεδρος καὶ ὅτι κατόπιν καὶ αὐτὸς ἐπαύθη· ἀλλ’ ὁ Πάρεδρος εἶχε διορισθῆ δύω μῆνας πρὶν ἢ παυθῇ ὁ Δήμαρχος, οὐδέποτε δὲ διωρίσθη αὐτὸς ὡς Δήμαρχος.
§156Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ποῦ τὸ εἰξεύρετε;
§157ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Ὁ Ὀθωμανὸς Δήμαρχος Λαρίσσης ἦτο φίλος μου, καὶ φίλος στενὸς, μὲ συνέτρεξεν εἰς τὰς ἐκλογάς. Ἂν δὲ ἀμφιβάλλετε, ἐρωτήσατε καὶ τὸν Δερβὶς μπέη καὶ τὸν Σερίφ μπέη. Ἐγὼ οὐδὲν εἶχον ἐναντίον τοῦ Δημάρχου. Ὁ Δημαρχικὸς Πάρεδρος δὲν ἐπαύθη, ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπαύθη ὁ Δήμαρχος, παρῃτήθη, ἴσως διότι ἐπεθύμει αὐτὸς νὰ γείνῃ Δήμαρχος. Εἶναι εἷς τῶν ἐντιμοτέρων πολιτῶν, καὶ εἶναι ἀληθέστατον ὅτι αὐτὸς, ἐξελέγξας τὰ βιβλία τῆς Δημαρχίας, ἀνεῦρεν ἐλλείματά τινα, ὅπερ ὑποπτεύομαι, ὅτι ἴσως εἶναι μία ἐκ τῶν κυριωτέρων αἰτιῶν τῆς παύσεως τοῦ Δημάρχου Ὀθωμανοῦ.
§158ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν τὸ εἶπεν ὁ Πρωθυπουργός.
§159ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Τὸ λέγω ἐγὼ ὡς ἀτομικήν μου γνώμην (θόρυβος). Κατόπιν εἶπεν ὁ κύριος Πετιμεζᾶς ὅτι χάριν ἐμοῦ διωρίσθη ὁ νέος Δήμαρχος καὶ ὅτι προέβη εἰς τὸν διορισμόν του τὸ Ὑπουργεῖον ἕνεκα λόγων προσωπικῶν. Ἐὰν πρόκηται νὰ ἀνέρχησθε τὸ βῆμα, διὰ νὰ λέγητε πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀληθῆ καὶ δὲν δύνασθε νὰ ἀποδείξητε, εἶσθε ἐλεύθερος· ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κατηγορῆτε τοὺς ἄλλους. Τὸ νὰ λέγητε, ὅτι χάριν ἐμοῦ διωρίσθη ὁ νέος Δήμαρχος, εἶναι ψευδέστατον. Καὶ ἐγὼ, κύριοι, ἐνδιαφέρομαι διὰ τὴν Ἐπαρχίαν μου, ὅπως ἕκαστος ἐξ ὑμῶν διὰ τὴν ἰδικήν του· ἀλλ’ ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἦλθεν νὰ ὁμιλήσῃ, χωρὶς νὰ ἔχῃ κἀμμίαν ἀπόδειξιν..... Ἔκαμε καὶ ἄλλον ὑπαινιγμόν, ὁ ὁποῖος ἀφεώρα εἰς ἐμέ· διότι εἶπεν, ὅτι ἀνέμιξαν τὸν Γρίβαν καὶ ὅτι ἠθέλησαν νὰ τὸν κολακεύσωσιν. Τὸ ὄνομα τοῦ Γρίβα ἀνέφερον μόνος ἐγώ. Πρὸ ἡμερῶν εἴχατε εἴπει ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι οἱ Ὀθωμανοὶ ὑποφέρουν, ὅτι οἱ Ὀθωμανοὶ καταπιέζονται, ὅτι δὲν ἔχουν κἀμμίαν ἀσφάλειαν, καὶ ἐγὼ σᾶς εἶπον, ὅτι αὐτὰ δὲν εἶναι ἀληθῆ.
§160Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ τοιαῦτα πράγματα δὲν εἶπον, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ διὰ νὰ ὁμιλῶμεν ἐν γνώσει καὶ διὰ νὰ μὴ λέγωμεν ὅ,τι θέλομεν.
§161ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Ποτὲ δὲν λέγω ὅ,τι φθάσω. Ἐνθυμοῦμαι ὅ,τι εἴπατε, ἐπανελάβετε δὲ καὶ πρὸ ὀλίγου ὅτι οἱ Ὀθωμανοὶ παραπονοῦνται καὶ ὑποφέρουν· ἀλλὰ διατί ἐξεγείρεσθε; Ἀπαντῶ εἰς τὸ προσωπικόν, διότι εἴπατε ὅτι κολακεύω τὸν Γρίβαν. Οὐδέποτε ἐκολάκευσα ἄνθρωπον· ἄλλως, ἐὰν ἐκολάκευον θὰ ἤμην ἴσως....
§162ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπουργός (ἱλαρότης).
§163ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον οὔτε ἐπεθύμησα, οὔτε ἐπιθυμῶ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει εἶναι μόνον νὰ ἀναιρέσω ὅτι ἐγὼ θέλω νὰ κολακεύσω τὸν Γρίβαν. Ἔχετε κἀνὲν παράδειγμα περὶ τούτου; Ἐγὼ εἶπον ὅτι πάντες οἱ προὔχοντες Ὀθωμανοὶ ὑπέγραψαν ἀναφοράν, εἰς τὴν ὁποίαν λέγουν ὅτι οὐδέποτε εἰς Θεσσαλίαν ὑπῆρξε τοσαύτη ἀσφάλεια, καὶ ἐπὶ Τουρκοκρατίας ἔτι. Καὶ τοῦτο εἶναι πολὺ σπουδαῖον νὰ τὸ εἴπωσιν Ὀθωμανοί· διότι οἱ Ὀθωμανοὶ εἶναι ὁ μᾶλλον ὑπερήφανος λαός, καὶ σπανίως θὰ εὕρητε Ὀθωμανόν, ὁ ὁποῖος θὰ εἴπῃ ὅτι ἐπὶ Τουρκοκρατίας δὲν εἶχεν ἀσφάλειαν.
§164ΔΕΡΒΙΣ–ΒΕΗΣ. Ἡμεῖς εἴμεθα εὐχαριστημένοι ἀπὸ τὸν Γρίβαν· δὲν ἔχομεν κἀνὲν παράπονον. Ἀλλὰ τὰ ἄλλα, ὅπου εἶπεν, εἶναι ἀλήθεια.
§165ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Πῶς λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις δὲν παρέχει ὑποστήριξιν εἰς τοὺς Ὀθωμανοὺς, ἀφοῦ ὑπέγραψαν τοιαύτην ἀναφορὰν εὐχαριστήριον πρὸς τὸν Γρίβαν, εἰς τὴν ὁποίαν λέγουν ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ ὁ Στρατηγὸς ἔφερον τὴν τάξιν εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξε τοιαύτη τάξις, ὁποία ὑπάρχει σήμερον; Ὁ κ. Πετιμεζᾶς εἶναι ἐλεύθερος νὰ δίδῃ οἱονδήποτε θέλει ὁρισμὸν τῆς κολακείας· ἐγὼ ὅμως τοὺς λόγους, οὓς εἶπον, δὲν θεωρῶ κολακείαν. Θέλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, δι’ ὅσα εἶπε σήμερον, ὅτι παῖδες, εἰσερχόμενοι εἰς τὸ Νεκροταφεῖον, θραύουσι τὰς πέτρας καὶ ἄλλα τοιαῦτα. Πρέπει, κύριοι, νὰ καυχώμεθα, διότι οὐδὲν ἄλλο Ἔθνος εἶναι τόσῳ ἀνεκτικὸν, ὅσῳ τὸ Ἑλληνικὸν, τὸ ὁποῖον ὑπέκυψεν ἐπὶ 400 ἔτη ὑπὸ μίαν βάρβαρον δουλείαν, καὶ λέγω βάρβαρον, διότι θὰ μάθητε ὅτι, ἕνα μῆνα πρὸ τῆς καταλήψεως, οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ διέλθῃ τὰς ὁδοὺς τῆς Λαρίσσης εἰς τὰς Τουρκικὰς συνοικίας χωρὶς νὰ ἐξεβρισθῇ βαναύσως, οὔτε ἠδύνατο νὰ ἐξέλθῃ μετὰ τὴν 8ην ὥραν εἰς τὰς ὁδοὺς, χωρὶς νὰ συλληφθῇ ὑπὸ τῶν περιπόλων· ὅταν ὅμως εἰσῆλθεν ὁ Ἑλληνικὸς Στρατὸς εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ποῖον παράδειγμα ἔχετε, ὅτι ἐκακοποίησαν τινὰ ἤ ὅτι ἡ τιμὴ, ἡ περιουσία, ἡ ἀσφάλεια τῶν Ὀθωμανῶν ἐκινδύνευσε;
§166Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σκιαμαχεῖτε.
§167ΙΣΧΟΜΑΧΟΣ. Ἄν σκιαμαχῶ, τὸ αὐτὸ ἐπράττατε καὶ σεῖς πρὸ ὀλίγου. Οἱ Ὀθωμανοὶ ὑπὸ ἐθνικὴν ἔποψιν βεβαίως δὲν εἶναι εὐχαριστημένοι. Κοινωνικῶς ὅμως, ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ τοὺς ἀνέχονται καὶ τοὺς ἀγαποῦν. Ἂν δέ ποτε οἱ Ὀθωμανοὶ δὲν θελήσουν νὰ μείνωσιν εἰς τὸν τόπον, βεβαιωθῆτε ὅτι δὲν θ’ ἀναχωρήσωσιν ἕνεκα ἐλλείψεως προστασίας καὶ ἀσφαλείας· ὁ λόγος τῆς ἀναχωρήσεώς των εἶναι ὅτι οἱ Ὀθωμανοὶ δὲν δύνανται νὰ ἐννοήσωσιν ὅτι εἶναι ἴσοι μὲ σᾶς, διότι ὁ κατώτερος τῶν Ὀθωμανῶν ἐννοεῖ νὰ ἦναι ὁ μεγαλείτερος ἀπὸ τὸν μεγαλείτερον Χριστιανόν. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω· ὅταν δὲ ἀνέρχηται κανεὶς εἰς τὸ βῆμα, πρέπει νὰ γνωρίζῃ καλῶς τὰ πράγματα καὶ νὰ λέγῃ τὴν ἀλήθειαν.
§168ΖΑΦΕΙΡΙΑΔΗΣ. Διὰ τὸ Δημαρχικὸν ζήτημα τῆς Λαρίσσης δὲν θὰ κάμω λόγον, διότι δὲν μὲ ἐνδιαφέρει. Μόνον θὰ εὐχαριστήσω τὸν ἀξιότιμον ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴν, διότι εὐφήμου μνείας ἐποιήσατο τοῦ κυρίου Κ. Δημητριάδου, ὅστις τυγχάνει συγγενής μου. Ὀλίγα τινὰ θὰ εἴπω ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ ἀντικειμένου, τοῦ συμβάντος ἐν Τυρνάβῳ. Μίαν ἡμέραν περὶ τὰ τέλη Αὐγούστου ὁ Ἰμάμης ἐφάνη εἰς τὸ τζαμίον, κάτωθεν δὲ πολίτης τις μετά τινων ὑπαξιωματικῶν εἶπε λόγους ὑβριστικοὺς, καθ’ ἃ ὁ Ἰμάμης καταγγέλλει· ὁ Ἰμάμης, κατελθὼν, παρεπονέθη εἰς τοὺς ὁμοπίστους αὑτοῦ, ὅτι οὐδέποτε θὰ ἀνέλθῃ πλέον εἰς τὸ τζαμίον διὰ νὰ κάμῃ τὴν προσευχήν του καὶ προσκαλέσῃ τοὺς πιστοὺς, ἂν ἐξακολουθῇ ὑβριζόμενος κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Οἱ Ὀθωμανοὶ παρεπονέθησαν εἰς τὸν κύριον φρούραρχον, οὐχὶ εἰς τὸν κύριον Γεώργιον Μαυρομιχάλην, ἀλλ’ εἰς τὸν κύριον Περικλῆν Μαυρομιχάλην, ὁ ὁποῖος μετέβη πράγματι εἰς τοῦ πολίτου τὸ κατάστημα καὶ ἐζήτησε νὰ μάθῃ τίνες ἦσαν οἱ ὑπαξιωματικοὶ ἐκεῖνοι· ἀλλ’ ὁ πολίτης οὗτος εἶπεν ὅτι δὲν γνωρίζει τίποτε· ἐκεῖνος τὸν ἠπείλησεν ὅτι πρέπει νὰ εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν καὶ ἀπῆλθεν. Κατόπιν εὗρεν ὁ πολίτης τὸν Ἰμάμην καὶ τὸν ἐξύλισεν· ὁ δὲ Ἰμάμης ἀνεφέρθη. Ταῦτα συνέβησαν περὶ τὰ τέλη Αὐγούστου. Οἱ δὲ Ὀθωμανοὶ παρεπονέθησαν καὶ εἰς ἐμὲ διὰ τὸ πάθημα τοῦ Ἰμάμη· εἶπον δὲ εἰς αὐτοὺς νὰ κάμουν καταγγελίαν, ὅπως καὶ πράγματι ἐγένετο καταγγελία καὶ ἀνεφέρθησαν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Λαρίσσης, τὸ ὁποῖον ἐρήμην κατεδίκασεν τὸν κακώσαντα τὸν Ὀθωμανὸν εἰς ἑνὸς μηνὸς φυλάκισιν, ἂν δὲν μ’ ἀπατᾷ ἡ μνήμη. Τώρα τὸ παράπονον εἶναι ὅτι ἐβράδυνε νὰ ἐκδοθῇ ἡ ἀπόφασις, ἥτις καὶ ἀκόμη δὲν ἐκοινοποιήθη, νομίζω. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο οὐδόλως πταίει ἡ Κυβέρνησις, τοῦ ζητήματος ὄντος καθαρῶς δικαστικοῦ. Ὅσῳ δ’ ἀφορᾷ τὰ συμβάντα ἐν τοῖς Ὀθωμανικοῖς νεκροταφείοις, λέγω ὅτι πιθανὸν νὰ συνέβησαν, ἀλλ’ ἐν Λαρίσσῃ μόνον, διότι καὶ πρὶν ἐπὶ Τουρκοκρατίας συνέβαινον. Ἐννοεῖται ὅμως ὅτι καὶ τότε καὶ νῦν κρυφίως συμβαίνουσι· ἀλλὰ τοιαῦται ἱεροσυλίαι καὶ ἐνταῦθα ἐν Ἀθήναις συμβαίνουσι. Καὶ ἐνταῦθα πρὸ ἐτῶν ἔθραυσαν τὸν κάλαμον τοῦ ἀγάλματος τοῦ ἀοιδίμου Κοραῆ πρὸ τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ νομίζω, ὅτι Νομάρχης ἦτο τότε εἷς τῶν παρόντων· ἀλλ’ ὁ δράστης δὲν ἀνεκαλύφθη. Πέρυσιν ἀνέβην μετ’ ἄλλων εἰς τὴν Ἀκρόπολιν καὶ εἶδον ἠκρωτηριασμένα ἀρχαῖα μνημεῖα τέχνης· ἐπληροφορήθην δὲ παρὰ τῶν φυλάκων, ὅτι ἐθραύσθησαν κατὰ τὴν τρίτην τοῦ Πάσχα.
§169ΣΟΛΙΩΤΗΣ. Τὰ νεκροταφεῖα τὰ Ὀθωμανικὰ εἶναι διεσπαρμένα πανταχοῦ ἀπεριτείχιστα, καὶ εἶναι πολὺ δύσκολον νὰ διακρίνῃ τις πῶς ἐβλάβησαν.
§170ΖΑΦΕΙΡΙΑΔΗΣ. Ὅσῳ δ’ ἀφορᾷ τὴν τάξιν καὶ ἡσυχία καὶ ἀσφάλειαν καὶ περὶ τοῦ στρατηγοῦ Γρίβα εἰξεύρετε τί λέγουσιν οἱ Ὀθωμανοί; — καὶ τοῦτο διαβεβαιῶ μὲ τὸν πλέον ἐπισημότερον τρόπον — ἀποροῦμεν πῶς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀφοῦ εἶχε τοιοῦτον ἄνδρα, δὲν ἔστελλεν αὐτὸν ἀπ’ ἀρχῆς τῆς καταλήψεως εἰς τὴν Θεσσαλίαν· διότι τῳὄντι, ἐὰν ἀπὸ πέρυσιν ὁ στρατηγὸς Γρίβας ἤρχετο εἰς Θεσσαλίαν ἐλάχιστος ἀριθμὸς Ὀθωμανῶν ἤθελε μεταναστεύσει.
§171ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν καυχώμενον διὰ τὴν ἐν Θεσσαλίᾳ διοίκησίν του, διότι, εἶπεν, ἔφερε τάξιν ὁποία δὲν ὑπῆρχε καὶ ἐπὶ Τουρκοκρατίας. Ἄν, κύριοι, ἐπρόκειτο αὐταὶ αἱ Ἐπαρχίαι ἢ καὶ ἄλλαι, αἱ ὁποῖαι θὰ προστεθοῦν, νὰ ἔχουν τὴν τάξιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν, τὴν ὁποίαν εἶχον ὑπὸ τὴν Ὀθωμανικὴν Κυβέρνησιν, μοῦ φαίνεται ὅτι οὔτε αὐταὶ οὔτε ἡ Εὐρώπη, θὰ τὸ ἐπιθυμήσῃ. Ποία εἶναι ἡ διοίκησις ἐν τῇ Τουρκίᾳ ὅλοι γνωρίζομεν, καὶ ἰδίως εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὴν Ἤπειρον δὲν ὑπῆρξε ποτὲ τάξις ἐπὶ Τουρκοκρατίας, καθόσον δυστυχῶς ἀμφότεραι αὗται αἱ Ἐπαρχίαι ἐδιοικοῦντο διαρκῶς ὑπὸ Ἀλβανῶν καὶ λοιπῶν, τὰ ἐκβράσματα τοῦ Τουρκικοῦ στρατοῦ, μήτε τῶν Κιρκασίων ἐλλειπόντων, καὶ εἰς μόνην τὴν ἐποχὴν τῶν Χουσῆ πασσᾶ τὸ 1858, καὶ Μεχμὲτ Ἀλῆ πασσᾶ τὸ 1873 ἀπήλαυσαν εὐταξίαν. Λοιπὸν εἶναι κατόρθωμα Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἔχῃ τάξιν ὑπερτέραν τῆς Τουρκικῆς καὶ ἂν διὰ τοῦτο λαμβάνῃ ἐπαινετικὰς ἐπιστολὰς ἢ ἀναφορὰς καὶ ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανοὺς διὰ τὴν βελτίωσιν τοῦ τόπου ἐκείνου! Πολὺς λόγος ἔγεινε περὶ τοῦ ἐκεῖ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ κυρίου Γρίβα. Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀφορμὴν οὔτε νὰ ψέξω, οὔτε νὰ ἐπαινέσω τὸν ἄνθρωπον· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπανελήφθη πολλάκις, ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ Τοῦρκοι ἔστειλαν ἐπιστολὰς καὶ ἔγγραφα εὐχαριστήρια ὑπὲρ αὐτοῦ, ἀναγκάζομαι νὰ φέρω τὴν ἀνήκουσαν παρατήρησιν. Ἄν καλῶς ἢ κακῶς διοικεῖ αὐτὸς ὁ ἀνώτερος ὑπάλληλος, τὸ ἀποδεικνύει ἡ ὑπηρεσία· αὐτὰ τὰ χαρτιὰ δὲν ἔχουν οὐδεμίαν ἀξίαν, διότι οἱ Τοῦρκοι, ὡς ἐκ τῶν παραδόσεων καὶ τῆς ἀνατροφῆς των, δὲν τολμοῦν ν’ ἀρνηθῶσιν ὅ,τι ἀρέσκει εἰς τὸν Σερασκέρην, μὲ τὴν θέσιν τοῦ ὁποίου ἀντιστοιχεῖ, κατὰ τοὺς Ὀθωμανοὺς, ἡ ἐκεῖ θέσις τοῦ κυρίου Γρίβα, καὶ ταῦτα παρατηρῶ χωρὶς νὰ προσθέσω καὶ τὴν ὑπόθεσιν, ἣν δύναταί τις νὰ κάμῃ διὰ τὸν τρόπον, ὃν μετέρχονται ἀξιωματικοὶ ἢ ὑπαξιωματικοί, οἱ περιφέροντες τὰ εὐχαριστήρια πρὸς ὑπογραφήν. Ἄς ἔλθωμεν εἰς τὸ θέμα τῆς παύσεως τοῦ Δημάρχου Λαρίσσης Χασὰν Ἐφένδη. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι τοῦ παρόντος καιροῦ νὰ εἴπῃ τὸν λόγον τῆς παύσεως τοῦ Δημάρχου αὐτοῦ· τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐσωτερικὴ ἀφορμή, διότι τὴν τοιαύτην δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ τὴν ἀποσιωπήσῃ· ἄρα εἶναι ἐξωτερικὴ ἀφορμὴ, ὑπαγορεύουσα τὴν ἐπιφύλαξιν. Ἐγὼ ὅμως φρονῶ, ὅτι καὶ τοιαύτης οὔσης δὲν ἀξίζει τῆς ἐπιφυλάξεως, καὶ διὰ τοῦτο θὰ τὴν κάμω γνωστήν. Κατηγόρησαν τὸν Δήμαρχον Χασὰν Ἐφέντην, ὡς εὑρισκόμενον εἰς συνεννοήσεις μὲ τοὺς Τούρκους, τοὺς ἐλθόντας εἰς σύγκρουσιν εἰς τὸ Δερβὲν–Καραλῆ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ δικαιολόγησις αὕτη εἶναι ἀσθενὴς, καὶ διότι ὁ Δήμαρχος οὗτος ἐπαύθη μετὰ τεσσαράκοντα ἡμέρας ἀπὸ τῆς συγκρούσεως καὶ διότι ὄχι Κυβέρνησις, ἀλλὰ πᾶς τὸν κοινὸν νοῦν ἔχων δύναται νὰ διαψεύσῃ τὸ ἀνυπόστατον τῆς τοιαύτας πληροφορίας, καθόσον ἀντὶ ὁ Χασὰν Ἐφέντης νὰ προκαλέσῃ τὴν ἐπίθεσιν εἰς Δενβὲρ–Καραλῆ, δεκατέσσαρας ὅλας ὥρας ἀπέχον ἀπὸ τὴν Λάρισσαν, ὅπου, διὰ νὰ φθάσωσιν ἤθελον διέλθει πολλοὺς Ἑλληνικοὺς σταθμοὺς, ἠδύνατο νὰ τοὺς φέρῃ εἰς Γούνιτζαν, δύω ὥρας ἀπέχουσαν τῆς Λαρίσσης, καὶ νὰ τοὺς εἰσαγάγῃ, ὡς δημοτικὸς ἄρχων, εἰς τὴν πόλιν αὐτὴν, χωρὶς νὰ ἐννοήσωσιν αἱ λοιπαὶ ἐκεῖ Ἀρχαί. Ἐκτὸς τούτου ὁ Χασὰν Ἐφέντης μαθὼν τὴν ἀποδιδομένην αὐτῷ κατηγορίαν τοῦ προδότου, ἐζήτησεν ὡς Ἕλλην νὰ σταλῇ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν τὸ ἔπραξεν, ὅπερ ἀποδεικνύει, ὅτι τὰ κατὰ τοῦ Δημάρχου ἀποδοθέντα ἦσαν καθαρὰ συκοφαντία, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ σκεφθῇ σπουδαίως καὶ σοβαρῶς ἐὰν ἐσύμφερεν εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν νὰ παύσῃ Δήμαρχον Ὀθωμανὸν, ἔχοντα ἀξίαν. Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὴν παῦσιν τοῦ δευτέρου Δημάρχου Λαρίσσης, κ. Δημητριάδου. Κατὰ τὸν Νόμον, Πάρεδρον δὲν εἰμπορεῖ νὰ διορίσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ ἀναπληρωτὴν, καὶ τοιοῦτος ἦτον εἰς τὴν πρώτην δημάρχευσίν του, διότι ἀνεπλήρωσε τὸν Χασὰν Ἐφέντην, ἀπόντα Δήμαρχον. Παυθέντος ὅμως τούτου, ἡ δευτέρα δημάρχευσις τοῦ Δημητριάδου ἦτον ἀντικατάστασις· ἑπομένως ἔπρεπε νὰ παυθῇ οὗτος διὰ νὰ διορισθῇ ὁ Ντιντίκας· ὥστε ὁ διορισμὸς τοῦ Ντιντίκα, χωρὶς νὰ παυθῇ ὁ Δημητριάδης, ἦτο παράνομος. Ἀφίνω δὲ, ὅτι ἡ παῦσις αὕτη τοῦ Δημητριάδου ἀποδεικνύει καὶ ἔλλειψιν ἐπιμελείας ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Δήμου, καθόσον ἔγεινεν, ἀφοῦ ὁ Δημητριάδης ἀνεκάλυψε κατάχρησιν χιλιάδων λιρῶν ἐν τῷ δημοτικῷ ταμείῳ· ὥστε διὰ τῆς παύσεως τοιούτου ἐντίμου καὶ ἱκανοῦ συνάμα Δημάρχου ἐπροστάτευσεν ἡ Κυβέρνησις τὴν ἁρπαγὴν τῆς δημοτικῆς περιουσίας.
§172ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Αὐτὸς παρῃτήθη.
§173ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Παρῃτήθη, ἀφοῦ διωρίσθη ὁ Ντιντίκας. Λοιπὸν, κύριε Πρωθυπουργὲ, μὲ ὅλον τὸν ἐνθουσιασμὸν, μὲ τὸν ὁποῖον ὡμίλησες πρὸς τὸν Βουλευτὴν Καλαβρύτων, δὲν ἠδυνήθης καθόλου ν’ ἀναιρέσῃς τὴν ὑπ’ αὐτοῦ γενομένην κατὰ τῆς Κυβερνήσεως κατηγορίαν διὰ τὰς παύσεις τῶν Δημάρχων Λαρίσσης, ὧν ἡ τοῦ πρώτου ἀντιπολιτική.
§174Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί! Ὑποβαλὼν προχθὲς τηλεγράφημα τοῦ κυρίου Δημάρχου Τριπόλεως, καταγγέλλοντος ἀπρεπῆ καὶ ἀνοίκειον ἐν δημοσίῳ τόπῳ ἐπίθεσιν τοῦ Νομάρχου κατὰ τοῦ ὑπαστυνόμου, παρεκάλεσα τὴν Κυβέρνησιν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ χορηγήσῃ πληροφορίας περὶ τῶν διατρεξάντων. Εἰς ἀπάντησιν ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπέβαλε εἰς τὴν Βουλὴν τηλεγράφημα τῶν ἐν Τριπόλει Ἀρχῶν περὶ παύσεως τοῦ ὑπαστυνόμου καὶ ἔκθεσιν τοῦ κυρίου Νομάρχου περὶ τῶν συμβάντων. Διεξῆλθον, κύριοι, τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν τοῦ Νομάρχου, καὶ παρετήρησα, ὅτι ὁ κύριος Νομάρχης ἐκφράζει διαφόρους αἰτιάσεις εἰς τὰς Δημοτικὰς ἀρχὰς Τριπόλεως· καταλήγων δὲ εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ κυρίου Δημάρχου καταγγελθεῖσαν σκηνὴν, ἰσχυρίζεται ὅτι ὁ ὑπαστυνόμος Τριπόλεως προσηνέχθη πρὸς αὐτὸν ἀπρεπῶς. Αἱ πληροφορίαι, ἃς ἐγὼ ἐκ Τριπόλεως ἔλαβον, εἶναι ὅλως ἐναντίαι τῶν ὑπὸ τοῦ κυρίου Νομάρχου διαβιβαζομένων. Κατὰ τὰς ἐμὰς πληροφορίας, ὑπῆρχεν ἐν Τριπόλει ὁμὰς ταραξιῶν, ἐπιτιθεμένων ἀνοικείως κατὰ τῶν φιλησύχων πολιτῶν καὶ διαταραττόντων πολυειδῶς τὴν δημοσίαν τάξιν. Τὴν περιστολὴν τῶν ταραξιῶν τούτων καὶ τὴν προστασίαν τῶν φιλησύχων πολιτῶν ἐπεδίωξε παντὶ σθένει ἡ Ἀστυνομία Τριπόλεως ἐν τῷ δικαιώματι καὶ ἐν τῷ καθήκοντι αὑτῆς, καὶ ἕνεκα τούτου καὶ προηγουμένως ἔλαβον χώραν ῥήξεις μεταξὺ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων καὶ τῶν ταραξιῶν τούτων, οἵτινες εἶχον τὴν τόλμην καὶ κατ’ αὐτῆς τῆς Ἀστυνομίας νὰ ἀντισταθῶσι.
§175ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ. Ποῖοι εἶναι οἱ ταραξίαι αὐτοί;
§176ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πιστεύσατε, ὅτι δὲν τοὺς γνωρίζω. Γνωρίζω μόνον, ὅτι πρό τινος χρόνου ἐν δημοσίῳ τόπῳ ἐπετέθησαν καὶ ἐξύβρισαν τὸν ἀξιότιμον ταχυδρομικὸν ἐπιστάτην Τριπόλεως κύριον Πετρόπουλον, γέροντα φιλησυχώτατον καὶ ἀγαθώτατον. Τινὲς τῶν ταραξιῶν τούτων ἦσαν φίλοι πολιτευομένων, καὶ ἀγνοῶ πῶς ὁ κύριος Νομάρχης, ἀντὶ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν Ἀστυνομίαν εἰς τὰς ὑπὲρ τῆς τάξεως ἀξιεπαίνους προσπαθείας αὐτῆς, περιῆλθεν εἰς πλήρη ἀντίθεσιν πρὸς τὰς δημοτικὰς Ἀρχάς. Ἔκτοτε ὁ κύριος Νομάρχης μετ’ ἐπιμονῆς ἐπεδίωκε τὴν παῦσιν τοῦ ὑπαστυνόμου Τριπόλεως, καθ’ οὗ ἐστράφη τὸ μῖσος τῶν ταραξιῶν, καὶ ἀφορμὴν ἐπεζήτει ἵνα ὑποβάλῃ πρότασιν περὶ τούτου. Ἡ ἀφορμὴ παρουσιάσθη πρό τινος χρόνου, ἦτον ἡ ἑξῆς: Δημόσιος εἰσπράκτωρ, ὑποθέτων ἴσως ὅτι προσφέρει ἐκδούλευσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, συνέταξε ἀναφορὰν ὑπὲρ τῶν εἰσαχθέντων φορολογικῶν νομοσχεδίων, καὶ συνέλεξεν εἰς αὐτὴν περὶ τὰς τριάκοντα ὑπογραφὰς, παριστῶν τοῖς πολλοῖς τῶν ὑπογραφόντων ὅτι κατὰ τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων συνετάσσετο ἡ ἀναφορά· οὗτοι ἀνακαλύψαντες τὸν δόλον, προσέδραμον εἰς τὸν κομιστὴν τῆς ἀναφορᾶς, ἐπικαλέσθησαν καὶ τὴν συνδρομὴν τοῦ ὑπαστυνόμου καὶ ἐζήτουν τὴν διαγραφὴν τῶν δι’ αὐτῆς ληφθεισῶν ὑπογραφῶν των. Ὁ κομιστὴς ἠναγκάσθη νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν διαγραφὴν αὐτῶν, καὶ ἐπειδὴ μετ’ αὐτὴν ὀλίγαι ὑπογραφαὶ ὑπελείφθησαν ἔσχισε τὴν ἀναφορὰν, καὶ μεταβὰς πρὸς τὸν κύριον Νομάρχην ἀπέδωκε καὶ τὸ σχίσιμον αὐτὸ εἰς τὸν ὑπαστυνόμον. Ὁ κύριος Νομάρχης, ἄνευ οὐδεμιᾶς τῶν διατρεξάντων ἐξετάσεως, ἔσπευσε νὰ προτείνῃ τὴν παῦσιν τοῦ ὑπαστυνόμου. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, πρὸς ἣν καὶ ἐγὼ ὑπέβαλον τὰς δεούσας παραστάσεις, δὲν ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς τὴν παῦσιν τοῦ ὑπαστυνόμου διὰ τοιούτους λόγους. Ἡ ἐν ἀναφορᾷ δι’ ἀπάτης ἢ πλαστογραφίας συλλογὴ ὑπογραφῶν, δύναται νὰ ἀποτελέσῃ ἀξιόποινον πρᾶξιν, καὶ ὁ ὑπαστυνόμος εἶχε καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον, νὰ ἀναμιχθῇ, ἵνα προλάβῃ μάλιστα καὶ τὰς συγκρούσεις. Ἀποτυχὼν ὁ κύριος Νομάρχης εἰς τὴν παῦσιν τοῦ ὑπαστυνόμου, ἔσπευσε νὰ προκαλέσῃ νέαν ἀφορμὴν, ἐκείνην, περὶ ἧς πρόκειται. Ταραξίαι εἶχον ἐπιτεθῇ ἐνόπλως κατὰ φιλησύχου πολίτου, ὡς καὶ κατ’ αὐτῶν τῶν ἀστυνομικῶν κλητήρων, οἵτινες ἐπενέβησαν πρὸς διάλυσιν καὶ ἀφαίρεσιν τῶν ὅπλων. Ἡμίσειαν ὥραν μετὰ τὴν συμπλοκὴν ταύτην, εἰς ἣν δὲν ἦτο παρὼν ὁ ὑπαστυνόμος, ἐξελθὼν ὁ κύριος Νομάρχης εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ συναντήσας τὸν ὑπαστυνόμον προέβη δημοσίως εἰς τοσοῦτον βαρείας κατ’ αὐτοῦ καὶ προσβλητικὰς ἐπιτιμήσεις, ὥστε διήγειρε τὴν ἔκπληξιν τοῦ κόσμου καὶ ἐξέθεσε καὶ τὴν δημοτικὴν Ἀρχὴν, καὶ τὴν ἰδίαν ἑαυτοῦ ἀξιοπρέπειαν. Μεθ’ ὃ προεκάλεσε καὶ τὸ τηλεγράφημα τῶν Ἀρχῶν περὶ παύσεως τοῦ ὑπαστυνόμου. Τοιαῦται εἶναι αἱ πληροφορίαι, ἃς ἔλαβον ἐκ Τριπόλεως. Μολονότι δὲ ἔχω πλήρην πεποίθησιν περὶ τῆς ἀξιοπιστίας τῶν διαβιβασάντων μοι τὰς πληροφορίας ταύτας, διότι εἶναι ὁ ἀξιότιμος Δήμαρχος Τριπόλεως, καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἡμῶν κύριος Σεχιώτης, οὐχ ἧττον δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ παραδεχθῇ ἡ Κυβέρνησις τὰς πληροφορίας ταύτας ὡς ἀκριβεῖς. Ἐκεῖνο, ὅπερ παρακαλῶ, εἶναι νὰ μὴ δοθῇ πλήρης πίστις καὶ εἰς τὰς ὑπὸ τῶν ἀντιθέτων ὑποβαλλομένας, ἀλλὰ νὰ ἐξετασθῇ ἀκριβέστερον ἡ ὑπόθεσις πρὸς ἀνεύρεσιν τῆς ἀληθείας.
§177ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Ἡ ὥρα εἶναι 9, κύριε Πρόεδρε.
§178ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς τοῦτο, παρεκάλεσα τὴν Κυβέρνησιν προχθές, καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ τὴν παρακαλέσω, νὰ ἀποστείλῃ εἰς Τρίπολιν τὸν ἀξιότιμον Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν, εἰς τὸν ἀνεξάρτητον καὶ ἀμερόληπτον χαρακτῆρα τοῦ ὁποίου κοινὴ ὑπάρχει ἡ πεποίθησις, νὰ ἐνεργήσῃ κατὰ τὸ συμπέρασμα τῶν ἐξετάσεων αὐτοῦ. Ἴσως ὁ κύριος Νομάρχης ἔχει δίκαιον, ἴσως πταίει ἡ δημοτικὴ Ἀρχή, καὶ τότε ἂς τιμωρηθῇ ἀναλόγως ἀλλ’ ἴσως τὸ ἀντίθετον εἶναι ἀληθὲς, καὶ τότε πρέπει νὰ ληφθῶσι τὰ δέοντα μέτρα κατὰ τοῦ Νομάρχου. Ἐγὼ δὲν κατηγωρῶ κανένα, ζητῶ μόνον πλήρη καὶ ἀκριβῆ τῶν πραγμάτων ἐξέτασιν. Ζητῶ δικαιοσύνην, καὶ νομίζω, ὅτι ἀπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν δικαιοῦμαι νὰ τὴν ζητήσω καὶ νὰ τὴν περιμένω. Ἐπιτρέψατέ μοι ἤδη καὶ δύω λέξεις περὶ τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας, διότι ἀνεμίχθην εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι μετὰ πολλὰς διαπραγματεύσεις συνωμολογήθη σύμβασις μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἑταιρίας ταύτης, ἥτις ἐκυρώθη καὶ διὰ Νόμου. Κατὰ τὴν σύμβασιν αὐτήν, ἡ Κυβέρνησις ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Ἑταιρίαν νὰ ἐπιχειρῇ καὶ νέας γραμμάς, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ πληρώνῃ ὡρισμένην κατ’ ἔκτασιν ἀποζημίωσιν. Ἤδη ἐρωτῶ: δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι, μετὰ τὴν σύμβασιν αὐτὴν, ἔχει ἡ Ἑταιρία ὑποχρέωσίν τινα, εἴτε νομικὴν, εἴτε ἠθικὴν, νὰ ἐπιχειρῇ νέους πλόας ἄνευ τῆς συμφωνηθείσης ἀμοιβῆς; νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ τοιαύτη γνώμη.
§179ΜΙΑ ΦΩΝΗ. Εἶσαι δικηγόρος τῆς Ἑταιρίας;
§180ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ἐν τούτοις, ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ὁποίου ἡ μέριμνα ὑπὲρ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι φθάνει μέχρις ὑπερβολῆς, ἀπῄτησε παρὰ τῆς Ἑταιρίας, ἕνεκα τῶν ἄλλων παροχῶν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς αὐτὴν, ν’ ἀναλάβῃ τὸν πλοῦν ἐν τῷ Ἀμβρακικῷ κόλπῳ δωρεάν. Ἡ Ἑταιρία, καίτοι μὴ ἔχουσα οὐδεμίαν νομικὴν ἢ ἠθικὴν ὑποχρέωσιν, ἀλλ’ ἐπιθυμοῦσα νὰ φανῇ ἀρεστὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὠφέλιμος εἰς τὴν συγκοινωνίαν, ἡ Ἑταιρία ἀνεδέχθη τὸν πλοῦν αὐτὸν καὶ ἀπεδέχθη τὴν πρότασιν ταύτην, οὐχὶ μάλιστα ὁριστικῶς, ἀλλὰ μᾶλλον ἵνα ἐξεύρῃ τὸ ποσὸν τῆς ἐκ τῆς γραμμῆς ταύτης ζημίας, ἐξ οὗ ἤθελεν ὁδηγηθῆ εἰς τὴν ἐξακολούθησιν ἢ διακοπὴν τῆς γραμμῆς. Συνεπῶς ἐνήργησε τὰς δεούσας προετοιμασίας καὶ ἀπέστειλεν ἀτμόπλοιον εἰς Λευκάδα. Ἀλλὰ τότε ἔλαβε τὴν πληροφορίαν, ὅτι ὁ εἴσπλους εἰς τὸν Ἀμβρακικὸν κόλπον εἶναι ἐπικίνδυνος ὡς ἐκ τοῦ ἀβαθοῦς τῶν ὑδάτων, καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ προχωρήσῃ. Ἐκ τούτων ἐξάγεται, ὅτι ὅλως ἄδικοι εἶναι αἱ κατὰ τῆς Ἑταιρίας ἐξενεχθεῖσαι μομφαί, ὅτι παρέλειψε τὸν πλοῦν, λόγῳ προφάσεων. Ἂν δὲν ἤθελε νὰ ἐπιχειρήσῃ αὐτὸν, ἠδύνατο κάλλιστα νὰ ἀρνηθῇ ἐξ ἀρχῆς. Τὰ ἐπελθόντα ἐμπόδια εἶναι ἀνεξάρτητα τῆς θελήσεώς της.
§181ΖΕΓΓΕΛΗΣ....
§182ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε.
§183ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Εἴμεθα ἐδῶ πρὸ μιᾶς ὥρας 45 ἄνθρωποι καὶ συνεδριάζομεν ἀντισυνταγματικῶς! (Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 9 Μ. Μ).