1882.11.05
2,234 rows · 16,767 words · 72 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 10
Τῆς 5 Νοεμβρίου 1882.
(Παρασκευὴ)
Ὥρᾳ 3 Μ. Μ. (Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξ Αἰγίου ἔλαβον τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα. Ὁ Β. Καραπιπέρης τηλεγραφεῖ «Κύριον Πρόεδρον Βουλῆς. Ἀναστάτωσε λαός· στάσις ἐμπορίου· παρακαλῶ Σεβ. Βουλὴν ἀναβληθῇ τὸ νέον νομισματικὸν σύστημα.» Ἐκ Σύρου ἔλαβον τὸ ἑπόμενον τηλεγράφημα «Πρόεδρον Βουλῆς. Καταστρεπτικὸν ὑποβληθὲν Νομοσχέδιον περὶ καπνοῦ εἰς παραγωγοὺς καπνεμπόρους, καπνοβιομηχάνους· διαμαρτυρόμεθα ἐντόνως ἐνώπιον Θεοῦ καὶ Βουλῆς χάριν τῆς προόδου ἔθνους· ἀναγνωρίζομεν ἀνάγκην φόρου, μὴ καταστρέφοντος καπνοφυτίαν, καπνοβιομηχανίαν καὶ ἐξωτερικὸν ἐμπόριον, ἐνεργούμενον εἰς κομμένον καπνόν. Πᾶς Βουλευτὴς, ἀγνοῶν τὸ ποσὸν τῆς παραγωγῆς καὶ ἐσωτερικῆς καταναλώσεως, κατανοήσῃ τὸ καταστρεπτικὸν νομοσχέδιον, τρόπον φορολογίας, πληροφορούμενος ἐξωτερικὸν ἐμπόριον καπνοῦ πῶς γίνεται, ποσὸν εἶναι.— Δι’ ὑπομνήματος κατεδείξαμεν πάντα ταῦτα. Παρακαλοῦμεν εὐσεβάστως ἀνακοινῶσαι τῇ Βουλῇ. Δημ. Γιαννουκάκης Νικολ. Καβοὺρ Ἰω. Γιαννακόπουλος». Τὸ 8ον Τμῆμα τῆς Βουλῆς ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Ἠλείας. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα). Ὁ Ἔφορος τῆς Βιβλιοθήκης ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἑξῆς ἔγγραφον μετ’ ἐκθέσεως. (Ὅρα Παράρτημα). Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ τυπωθῇ διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρεῖς πολῖται Πατρῶν ζητοῦν νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ Νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ τοῖς ἐπιτραπῇ νὰ ἐκλέξουν ἓν οἰκόπεδον ἕκαστος, ὡς ἀδικηθέντες.—Ὁ κύριος Τζάνες ἔχει τὸν λόγον.
§4ΤΖΑΝΕΣ. Ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀγορεύων χθὲς ἀνέφερεν σὺν τοῖς ἄλλοις, ὅτι οἱ Βουλευταὶ Καλαμῶν ἐτηλεγράφησαν εἰς Καλάμας λέγοντες ἢ ὑποδεικνύοντες μᾶλλον εἰς τὸν λαὸν τῆς πόλεως Καλαμῶν νὰ ἐξεγερθῇ κατὰ τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος, διότι δῆθεν ἐνταῦθα ἕνεκα τούτου σφάζονται καὶ κόπτονται. Ὑπεστήριξε δὲ, ὅτι τὴν εἴδησιν ταύτην ἔλαβεν ἐκεῖθεν διὰ τηλεγραφήματος. Ὀφείλει νομίζω ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐπισήμως ἐμέμφθη τοὺς Βουλευτὰς τῆς Ἐπαρχίας Καλαμῶν, ἐπισήμως νὰ ἀποδείξῃ καὶ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀλήθειαν τοῦ ὑπαινιχθέντος τηλεγραφήματος, συνάμα δὲ καὶ νὰ καταθέσῃ τὸ τηλεγράφημα τῶν Βουλευτῶν Καλαμῶν, δι’ οὗ οὗτοι ἐζήτησαν τὴν ἐξέγερσιν τοῦ λαοῦ τῆς πόλεως ἐκείνης.
§5ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Ἐπιτρέπετε νὰ ζητήσω τὸ τηλεγράφημα ἐκεῖνο; τότε τὸ ζητῶ καὶ τὸ καταθέτω.
§6ΤΖΑΝΕΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, μὴ μὲ διακόπτετε. Ἔμαθον, ὅτι ὁ κύριος Τρικούπης ἔχει τὴν ἀρχὴν νὰ ζητῇ καὶ νὰ βλέπῃ τὰ ἐντεῦθεν ἀποστελλόμενα τηλεγραφήματα· ἐγὼ ὅμως ἐκράτησα ἀντίγραφον τοῦ τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλήν, καθόσον ἐπιμένω νὰ προσαγάγῃ ἐπισήμως ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸ τηλεγράφημα, ὡς ἐπίσημος ὑπῆρξεν ἡ κατηγορία κατὰ τῶν Βουλευτῶν Καλαμῶν. Παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ἀντίγραφον τοῦ εἰρημένου τηλεγραφήματος καὶ νὰ τὸ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Οἱ Βουλευταὶ τῶν Καλαμῶν, μαθόντες καὶ ἐκ τῶν ἐφημερίδων, ὅτι ἐν Καλάμαις συνέβησαν φόνοι, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἔχῃ διαστάσεις κακὰς ἡ ἔρις, ὅτι συνῆλθε τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ ηὐχήθη τὴν ἀναστολὴν τῆς ἰσχύος τοῦ Νόμου περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος, εἶχον τὸ καθῆκον νὰ ζητήσουν νὰ μάθωσιν ἐὰν ἀληθῶς τὰ διαδοθέντα εἴχοντο ἀληθείας. Ἐὰν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ ἀμφότερα τὰ τηλεγραφήματα, θὰ ἀποδειχθῇ ἡ ἀλήθεια τῶν ὑπ’ ἐμοῦ λεγομένων.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δημητρακάκης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§8Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, ἀκούων χθὲς ὁμιλοῦντας τοὺς κυρίους Πρωθυπουργὸν καὶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐλυπήθην σφόδρα, διότι ἐνόμιζον, ὅτι ἐπανήλθομεν ὀπίσω 50 ἔτη, εἰς τὴν Διοίκησιν τῆς πρὸ τῆς 3 Σεπτεμβρίου, μολονότι καὶ τότε δὲν ἐτόλμα Ὑπουργὸς νὰ εἴπῃ, ὅπως χθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ τόσον στόμφον, ὅτι ἐπιβάλλω φόρους πρὸς δόξαν καὶ εὐτυχίαν τοῦ Λαοῦ· ἐνθυμήθην, λέγω, τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἥτις κατεδικάσθη καὶ ὡς σπάταλος καὶ ὡς κακοήθης, καὶ τὴν ὁποίαν καθιέρωσεν ἡ ἀχρεία πολιτικὴ τῆς Ἀντιβασιλείας, τὴν ὁποίαν πρὸ δύω ἐτῶν ἀκριβῶς ἐξύμνησεν ὁ κ. Τρικούπης ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀποδίδων ἴσως φόρον εὐγνωμοσύνης οἰκογενειακῶν ὑποχρεώσεων πρὸς αὐτήν. Ἀλλὰ τότε, κύριοι, δὲν εἶχεν ἀντιπροσώπους ἡ Ἑλλὰς, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐκείνη ἦτον ἰσχυρὰ, διότι μόλις οἱ Ἕλληνες εἶχον ἐξέλθει ἀπὸ τὰ κακὰ τῆς ἀναρχίας τοῦ 1832· ἦτον ἰσχυρὰ, διότι ἔφερε μαζῆ της ἕνα ξένον στρατὸν, ἦτον τέλος ἰσχυρὰ, διότι ὑπεστηρίζετο δυνατὰ ἀπὸ τὰς τρεῖς εὐεργέτιδας Δυνάμεις· τὰ δὲ ἐγκληματικὰ Δικαστήρια τοῦ Ναυπλίου, τῶν Θηβῶν καὶ τοῦ Μεσολογγίου ἔκοπτον ἀκωλύτως τὰς κεφαλὰς τῶν ἀγωνιστῶν, τῶν ὁποίων οἱ ἐπισημότεροι, Κολοκοτρώνης, Πλαπούτας, Γκριζώτης, Τζαβέλας καὶ ἄλλοι ἐσήποντο εἰς τὸ Παλαμήδι καὶ τὸ Μποῦρτζι. Τώρα ὅμως εἶναι πολὺ τολμηρὸν ἐνώπιον τοιαύτης Ἀντιπροσωπείας νὰ τολμοῦν οἱ Ὑπουργοὶ νὰ ὁμιλῶσι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἱ Ὑπουργοὶ τῆς ἀπολυταρχίας ἔπιπτον εἰς τοιαῦτα ἐγκλήματα, διότι ἐλαμβάνοντο ἀπὸ τὴν τάξιν ἐκείνην, ἥτις οὔτε σχέσιν εἶχεν, οὔτε ἐγνώριζε τὰς Ἐπαρχίας, ἑπομένως καὶ οὐδεμίαν προσοχὴν ἔδιδεν εἰς τὰ συμφέροντα καὶ τὰς ἀνάγκας τῶν Ἐπαρχιῶν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι τὸν Μάρτιον τοῦ 1843, ὅτε ἡ οἰκονομικὴ κρίσις παρεσκεύαζε τὴν μεταβολὴν τῆς 3 Σεπτεμβρίου—διότι ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι τὰς πολιτικὰς μεταβολὰς προπαρασκευάζουν πάντοτε αἱ οἰκονομικαὶ κρίσεις, καὶ αὐτὴν ἀκόμη τῆς Γαλλίας τὴν ἀνατροπὴν, τὴν ἐπισημοτέραν κοινωνικὴν ἀναμόρφωσιν κατὰ τοὺς νεωτέρους χρόνους, τὴν παρεσκεύασε μία οἰκονομικὴ κρίσις.—τὸν Μάρτιον λοιπὸν τοῦ 1843 ὑπῆρχεν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ τοῦ αὐτοῦ μὲν στοιχείου τῶν πρὸ αὐτοῦ, ἀλλὰ προνοήσας ἀπὸ ἐτῶν νὰ ἔλθῃ εἰς σχέσεις μὲ τὰς Ἐπαρχίας· ἀνεγνώρισεν, ὅτι εἶχεν ἀπόλυτον ἀνάγκην εἰς τὴν κρίσιμον ἐκείνην περίστασιν νὰ συμβουλευθῇ καὶ τὰς Ἐπαρχίας· διὰ τοῦτο ἀπεφάσισε νὰ συγκροτήσῃ ἔκτακτον Οἰκονομικὸν Συμβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον συμπαρέλαβε καὶ τοὺς ἐνταῦθα παρεπιδημοῦντας ὑπαλλήλους τῶν Ἐπαρχιῶν. Ἐν τῷ Συμβουλίῳ εἷς τῶν ὑπαλλήλων τούτων εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ τροπολογηθῇ ἡ διάταξις τοῦ φορολογικοῦ Νόμου περὶ τῆς πενταώρου μετακομίσεως τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ὁριζομένου τοῦ μέρους, εἰς τὸ ὁποῖον οἱ φορολογούμενοι ἑκάστου τμήματος ὀφείλουν νὰ μεταφέρωσι τοὺς φόρους των, διότι τὸ ἀόριστον εἶναι καταπιεστικὸν, ὥστε, διὰ νὰ τὸ ἀποφύγωσιν οἱ φορολογούμενοι, πληρώνουσιν εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν 2 καὶ 3% περισσότερον. Εἰσηγητὴς τοῦ Οἰκονομικοῦ αὐτοῦ Συμβουλίου ἦτον ὁ γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου Σαμουρκάσης, ὅστις ἐθεωρεῖτο ἀπὸ τοὺς τότε σοφοὺς, ὡς ὁ διάδοχος τοῦ Νέκερ. Οἰηματίας μέχρι κουφότητος ἀπήντησε μετὰ προπετείας πρὸς τὸν προτείναντα τὴν ἀνωτέρω τροποποίησιν τοῦ φορολογικοῦ Νόμου «νομίζεις, ὅτι σὺ ἀνεκάλυψες τὸ ἐλάττωμα αὐτό! ἀλλ’ εἶναι ἀναγκαῖον, διότι ὁ ἐνοικιαστὴς ὑπολογίζει καὶ τὸ ἐκ τῆς πιέσεως ἔσοδον καὶ προσφέρει περισσότερα, καὶ ἡμεῖς εὑρισκόμενοι εἰς οἰκονομικὴν κρίσιν ἔχομεν ἀνάγκην τοιούτων προσφορῶν.» «Ἄν ἔχητε, κύριε», τῷ ἀπεκρίθη ὁ Κορφιωτάκης, ὅστις ἦτον «ἐπαρχιώτης ὑπάλληλος, «ἀνάγκην προσφορᾶς, ὁρίσατε εἰλικρινῶς 2 καὶ 3% ἀνώτερον φόρον ἐν τῷ Νόμῳ, διὰ νὰ παρουσιάζῃ τὴν προσφορὰν καὶ ὁ τίμιος ἐνοικιαστὴς, ὅστις δὲν θέλει νὰ κερδοσκοπήσῃ διὰ τῶν καταπιέσεων, ἐνῷ διὰ τῆς μετακομίσεως παρουσιάζει προσφορὰν μόνον ὁ κακοήθης ἐνοικιαστὴς, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον φαίνεται συνεταιριζόμενον μὲ μίαν ἀχρείαν τάξιν ἀνθρώπων». Ὅμοιόν τι μὲ τὴν ἀνωτέρω περίστασιν μᾶς παρουσιάζει καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφοῦ μᾶς εἶπεν, ὅτι ἠναγκάσθη νὰ εἰσαγάγῃ καὶ τὴν νομισματικὴν μεταβολὴν, διὰ νὰ ἐπέλθῃ αὔξησις τῶν φόρων 12%· διότι, ἂν ἔλεγεν φανερὰ, ὅτι ἐπρόσθετε φόρον 1 ἢ 2% ἤθελε ἐξεγείρει τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ λαοῦ, ἐνῷ διὰ τῆς νομισματικῆς μονάδος λαθραίως ὑπεισήγαγε τὸν φόρον αὐτόν. Λοιπὸν δικαιοῦμαι νὰ διατείνωμαι, ὅτι εὑρισκόμεθα ἀκριβῶς εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἐπεβάλλοντο φόροι διὰ λαθροχειρίας· ἀλλὰ τότε, ὡς εἶπον, δὲν ὑπῆρχε κοινοβουλευτικὴ ἐξέλεγξις. Εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅτι καμμία δυσαρέσκεια δὲν ἐγεννήθη διὰ τὴν μεταβολὴν τοῦ νομισματικοῦ συστήματος· τοὐναντίον, ἐπευφημίαι. Ἀλλὰ διατί, κύριε Πρωθυπουργὲ, ἔκαμες χθὲς τὴν τιμὴν ὥστε νὰ ταφῇ ὁ ἀτυχὴς Δανιμάρκας, (ὅστις δὲν ἐφονεύθη διὰ τὰ δύω λεπτὰ τὴν διαφορὰν τῆς νέας δεκάρας, ἀλλὰ τὰ δύω αὐτὰ λεπτὰ τῆς νομισματικῆς μεταβολῆς ἐγέννησαν τὸν μεταξὺ πληρώνοντος καὶ παραλαμβάνοντος διαπληκτισμὸν, ὅστις ἔστειλεν εἰς τὸν Ἅδην τὸν δυστυχῆ οἰκογενειάρχην)· διατί, λέγω, τὸν συνώδευσας μὲ χωροφύλακας καὶ ἐνόπλους κλητῆρας; διότι ἐφοβεῖσο μή τι ὁ παρακολουθήσας πολὺς κόσμος ἐν τῇ ἀγανακτήσει ἐξεγερθῇ εἰς διαδηλώσεις σκληρὰς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως (θόρυβος).
§9Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ τί σᾶς ταράττει ἡ ἀλήθεια;
§10ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅτι διὰ τὴν τιμὴν ἑνὸς φλυτζάνι καφφὲ δὲν πειράζει, διότι δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων εἰς τὴν συντήρησιν τοῦ ἀνθρώπου. Συμφωνῶ, καὶ ἐγὼ πρῶτος, ὅστις καὶ καπνὸν καὶ καφὲ ἔπινα ὑπερβολικὰ ἀπὸ εἰκοσαετίας, δὲν κάμνω καθόλου χρῆσιν αὐτῶν· ἑπομένως δὲν ἦτο τόσον σοφὸν ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον τὸ ἐπανέλαβον ἀμφότεροι οἱ Ὑπουργοὶ πρὸς χλευασμὸν τῆς ἀντιπολιτεύσεως· εἶχε δίκαιον νὰ ἀναφέρῃ τὸ φιλτζάνι τοῦ καφφὲ ὁ φίλος μου κύριος Λαμπρινόπουλος, διότι ἠγανάκτησεν, ὅταν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐλέγοντο ἄῤῥητα θέματα· τὸ πρᾶγμα εἶναι πρᾶγμα καὶ ἡ ἀξία εἶναι ἀξία, καὶ ἡ ἀξία εἶναι πρᾶγμα καὶ τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀξία. Ναὶ, τὸ πρᾶγμα μένει τὸ ἴδιον πρᾶγμα, ἀλλ’ ἡ ἀξία μεταβάλλεται, διότι ὁ καφφὲς ἐπληρώνετο μὲ 15 λεπτὰ παλαιῶν δεκαρῶν καὶ τώρα πληρώνεται μὲ 15 νέων. Ἐγὼ ὅμως ἔρχομαι εἰς τὰ πρῶτα στοιχεῖα τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα εἰς τὴν συντήρησιν τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἀραβόσιτος ἐπωλεῖτο 20 λεπτὰ πρὶν, 20 καὶ τώρα· πρὶν 22 ἡ σίκαλις, 22 ἔμεινεν· ἐπίσης καὶ ἡ κριθὴ 27 ἐπωλεῖτο καὶ πωλεῖται· καὶ ἂν θέλετε, κύριε Ὑπουργὲ, στέλλομεν εἰς τὴν ἀγορὰν Ἐπιτροπὴν διὰ νὰ μᾶς βεβαιώσῃ ἂν ἔχω δίκαιον. Ἐπίσης τῆς πρώτης ἀνάγκης εἶναι καὶ τὸ κρασὶ, διότι δὲν δύναται ὁ ἐργάτης ν’ ἀνθέξῃ χωρὶς νὰ πίῃ· ὡσαύτως τῆς πρώτης ἀνάγκης διὰ τὸν ἐργατικὸν λαὸν εἶναι καὶ τὰ ὄσπρια καὶ τὸ τυρὶ καὶ αἱ ἐλαῖαι, τὸ παστὸν ψάρι, καὶ ὅλα αὐτὰ οὐδόλως ὑπετιμήθησαν μὲ τὴν ἀναλογίαν τῆς νέας νομισματικῆς μονάδος (θόρυβος παρατεταμένος). Βλέπετε λοιπὸν, κύριε Πρωθυπουργὲ, ὅτι διὰ τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος ὑπερετιμήσατε τὰ στοιχεῖα τῆς συντηρήσεως τοῦ πτωχοῦ λαοῦ καὶ ἀνεστατώσατε τὰς συναλλαγὰς πάντων τῶν πολιτῶν ἐν γένει. Ἠμπορεῖτε, ὡς διϊσχυρίσθητε, νὰ διατιμήσετε αὐτὰ τὰ πράγματα; Λυποῦμαι, διότι Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μὴ γνωρίζετε τὰς περὶ διατιμήσεως τῶν ἀγοραίων πραγμάτων ἀστυνομικὰς διατάξεις τοῦ Διατάγματος τοῦ 1836. Ἀλλὰ σεῖς, κύριε Πρωθυπουργὲ, εἶσθε καὶ ὁ καπετὰν Σπάθας, δηλαδὴ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφοῦ κατελήφθητε παραδόξως ὑπὸ ἀκράτου ἐπιθυμίας νὰ γίνητε Σπάθας, ἀφ’ ὅτου σᾶς ἀπεκάλεσαν Ἀλέξανδρον, Πομπήϊον, Βρέννον. Ὡς τοιοῦτος λοιπὸν ἠρωτήσατε ποίας στερήσεις θὰ ὑποστῶσιν οἱ ἀτυχεῖς ὑπήκοοί σας οἱ στρατιῶται διὰ τῆς νομισματικῆς ὑπερτιμήσεως; Ὁ κακόμοιρος ὁ στρατιώτης ἐλάμβανε 18 δεκάρας τὴν πενθημερίαν, ἐκ τούτων ἐχορήγει τὰς 9 διὰ τὸ συσσίτιόν του· ἂς ἴδωμεν τί ἔπαθεν αὐτὸ τὸ λιτὸν φαγί. Λαμβάνω τὴν κατωτέραν μονάδα τοῦ στρατοῦ τοῦ λόχου. Ὁ συσσιτιάρχης λοιπὸς ἑνὸς λόχου εἶχε κάθε ἡμέραν 90 δεκάρας, διὰ νὰ προπαρασκευάσῃ φαγητὸν διὰ 50 ἀνθρώπους. Ἐκ τῶν 90 δεκαρῶν ἔδιδε 48 διὰ τρεῖς ὀκάδας τὸ ὀλιγώτερον κρέατος, 3 διὰ τὰ ξύλα, 20 διὰ λαχανικὰ, ὀρύζιον, ζυμαρικὰ διὰ νὰ ἀναμίξῃ εἰς τὸ κρέας, μένουν 19 δεκάρες· ἀπὸ αὐτὰς θὰ ἀγοράσῃ λίπος ἢ ἔλαιον, διὰ νὰ ἀρτύσῃ ὁπωσοῦν αὐτὸ τὸ φαγητὸν, καὶ νὰ κρατήσῃ καὶ μικρὸν περίσσευμα, διὰ νὰ γανώσῃ ἢ καὶ ἐπισκευάσῃ τὸν λέβητα. Τώρα, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, τὰς 19 δεκάρας τὰς περιωρίσατε εἰς 9· τὰ ἀνωτέρω τρόφιμα δὲν ἔλαβον καμμίαν ὑποτίμησιν. Ἀρκοῦν διὰ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ αἱ 9 δεκάρες διὰ τὸ ἄρτυμα τόσου φαγητοῦ; Εὐτυχεῖς στρατιῶται ἔχοντες τοιοῦτον ἀρχηγόν! Ἂς ἔλθω καὶ εἰς τὸ ἄλλο ἥμισυ τῆς πενθημερίας. Μετὰ τὸ συσσίτιον μένουν εἰς τὸν στρατιώτην 9 δεκάρες τὴν πενθημερίαν, ἤτοι 18 πεντάρες· ἐκ ταύτων δύω δίδει καθ’ ἑκάστην πίνων ἀνὰ ἓν κρασὶ τὸ γεῦμα καὶ δεῖπνον, καὶ μίαν δι’ ὀλίγον τυρὶ ἢ ἐλαίας νὰ φάγῃ τὸ ἑσπέρας· τῷ ἔμειναν λοιπὸν τρεῖς ὅλαι πεντάρες τὴν πενθημερίαν διὰ καπνὸν, βαφὴν τῶν ὑποδημάτων καὶ τὰ ἀναγκαῖα διὰ νὰ ἐμβαλώνηται· ἀλλὰ τώρα τὸν θησαυρὸν αὐτὸν τῶν τριῶν πενταρῶν τὸν περιωρίσατε εἰς μίαν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἐστερήσατε αὐτὸν τὸν στρατιώτην, ὅστις δὲν πίνει εἰς τὸ ὑπὸ τὸ μέγαρόν σας Σολωνεῖον οὔτε καφὲ, οὔτε βερμοὺθ, οὔτε κονιὰκ, ἀλλ’ εἰς τὰ τελευταῖα κρασοπωλεῖα ὀλίγον ρετζινάτον, καὶ ποῦ νὰ τὸ εὕρῃ! Ἀλλὰ μήπως οἱ ἀξιωματικοί σας, καὶ οἱ ὑπάλληλοι δὲν εὑρίσκονται εἰς κακὴν κατάστασιν οἰκονομικὴν διὰ τῆς νομισματικῆς ταύτης μεταβολῆς; Ἐρωτήσατέ τους, διὰ νὰ μάθητε ποῦ εὑρίσκονται. Δὲν ἐννοῶ βέβαια τοὺς Δικαστικοὺς Συμβούλους, τοὺς ὁποίους, ὡς εὐγενεῖς καὶ ἐγκωμιαστὰς τῆς σοφῆς Διοικήσεώς σας, ἐπροικίσατε μὲ τὸν ὀγκώδη μισθὸν μηνιαῖον 125 ταλλήρων. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μεταξὺ τῶν ἄλλων εἶπε χθὲς ἀφελέστατα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι τόσον πονηρὸς, ὥστε νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τόσον μικρὰ πράγματα· ἀλλὰ τοῦτο ἀντιφάσκει εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι ὁ μᾶλλον νοήμων εἰς τὸ νὰ διαγινώσκῃ τὰς οἰκονομικάς του μεταβολάς. Ἐκ τούτου συνάγεται, ὅτι ὁ μὲν κύριος Καλλιγᾶς, θεωρῶν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νωθρὸν, προέβη θαῤῥαλέως, ὅπως οἱ πρὸ τῆς 3 Σεπτεμβρίου Ὑπουργοὶ, εἰς ἐπιβολὴν φόρων καὶ ἄλλων οἰκονομικῶν καταπιέσεων, ὁ δὲ κύριος Πρωθυπουργὸς, καί τοι γνωρίζων τὴν ὀξύνοιαν τοῦ λαοῦ, περιφρονεῖ ὅμως τὴν ἀγανάκτησίν του διὰ τὰ ὁποῖα τὸν φορτώνει βάρη. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς εἶπεν, ὅτι εὐηργέτησε τὴν Ἑλλάδα διὰ τῶν φορολογικῶν ἔργων του, καθόσον ὑψώθησαν τὰ χρεώγραφα τῆς Ἑλλάδος. Δὲν ἐπεθύμουν, κύριε Ὑπουργὲ, διὰ τὴν τιμὴν τὴν ἰδικήν σου νὰ δώσῃς αὐτὴν τὴν ἀφορμὴν, διότι θὰ ἀκούσῃς τώρα ὅ,τι δὲν ἐπιθυμεῖς. Ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι διὰ τὴν ὕψωσιν τῶν χρεωγράφων ἔγεινεν αὐτὸς ὁ Νόμος, καὶ τὸ παρουσιασθὲν ψευδὲς ἰσοζύγιον, τὸ ὁποῖον ἔφερες. Κύριοι, εἶχεν ἁμαρτίας ἡ Ἑλλὰς νὰ μὴ δανείζῃ πλέον τὴν Τουρκίαν ἡ Ἑσπερία Εὐρώπη· ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ Τουρκία ἠξεύρετε τί ἔπασχεν ἐνόσῳ τὴν ἐδάνειζεν ἡ Εὐρώπη; ὅ,τι ἔπασχεν ὁ Τοῦρκος ἐκεῖνος, ὅστις εἶχε τὸν παχὺν αὐχένα καὶ εὑρέθη πλούσιος, θέλων ἐξ ἰδιοτροπίας νὰ διασκεδάσῃ, πληρώνων εἰς κατεργάρην Χριστιανὸν φλωρία, διὰ νὰ τύπτῃ τὸν παχὺν αὐχένα τοῦ ὁμοθρήσκου του, ὅστις, ἀντὶ νὰ ὀργισθῇ κατὰ τοῦ τύπτοντος, τὸν ἐπεριποιεῖτο, καθόσον ὁ κατεργάρης ἐκεῖνος ἐγνώριζε νὰ προσποιηθῇ τὸν ἐπιληπτικόν· ἐπὶ τέλους ἀνεκαλύφθη ἡ ἀπάτη, καὶ ὁ κατεργάρης εἶπεν ἀπαθῶς «ἐνόσῳ σὺ ἔχεις χονδρὸν σβέρκον καὶ ἐκεῖνος φλωριὰ, θὰ σὲ τύπτω καθ’ ἡμέραν». Εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν ὑπῆρχε τάξις ἀνθρώπων, ἐχόντων τὴν φωλεάν των εἰς τὸ Χαβιαρόχανον. Ὅ,τι λοιπὸν ἐδάνειζεν ἡ Εὐρώπη εἰς τὴν Τουρκίαν, τὸ ἥρπαζον ἐκεῖνοι· ἐπέστη τέλος πάντων ὁ καιρὸς, καθ’ ὃν καὶ ἡ Εὐρώπη ἀπέκαμε νὰ δίδῃ χρήματα, καὶ ἡ Τουρκία νὰ ἀποβάλλῃ τὴν ἀνεξαρτησίαν της, ὑπὸ τὸ βάρος τῶν δανείων, καὶ οὕτως ἔλειψε καὶ ἀπὸ τοὺς χαβιοροχανίτας ἡ πηγὴ τῶν ἁρπαγῶν. Μὴ δυνάμενοι πλέον νὰ συντηρηθῶσιν εἰς Κωνσταντινούπολιν, ἔσπευσαν νὰ εὕρωσιν ἀλλαχοῦ λείαν, καὶ ταύτην εὗρον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπου ὁ λαὸς εἶναι ὁ μωρότερος· διότι, πλανώμενος ὑπὸ τῶν ἀγυρτῶν διὰ μικρῶν περιποιήσεων, τοῖς ἐπιτρέπει νὰ τῷ ἀφαιρῶσι πᾶν ὅ,τι ἔχει. Ἀνεκάλυψαν λοιπὸν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἕνα θησαυρὸν, τὸ Λαύριον· παρετήρησαν, ὅτι διὰ τὸν θησαυρὸν αὐτὸν ὁ Ἑλλὰς ὑφίστατο ἰσχυρὰν πίεσιν Μεγάλης Δυνάμεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐφιλοτιμεῖτο ν’ ἀπαλλαγῇ τῆς τοιαύτης πιέσεως, ἰσοδυναμούσης μὲ περιορισμὸν ἐθνικῆς ἀνεξαρτησίας, περιστάσεις, συντρεχούσας ἀποτελεσματικῶς εἰς τὴν ἐξάσκησιν τῆς πονηρίας των. Παρουσιάζονται νὰ σώσωσιν ὡς εὐγενῆ τέκνα τῆς πατρίδος τὸ ἔθνος ἀπὸ μίαν δύσκολον θέσιν, καὶ προτείνουσιν ὅρους ὑπισχνουμένους εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν εὐτυχίαν τῶν χρυσῶν αἰώνων. Τὰ παιγνίδια αὐτὰ τοῦ Χαβιοροχανίου οὐδεὶς τῶν ἐντεῦθεν τοῦ Ἑλλησπόντου βιούντων ἐγνώριζε· διὰ τοῦτο καὶ ὁ ἡγούμενος τότε τῶν πραγμάτων, μὲ ὅλην, ἣν εἶχε περίνοιαν, ἐνέπεσεν εἰς τὰ δίκτυα τῶν χαβιαροχανιτῶν, οἵτινες, λαβόντες τὴν συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἐγύμνωσαν τὸ ἔθνος, κλέψαντες καὶ τὴν πεντάραν τῆς ἐργάτιδος. Ὁ δὲ διαπρεπὴς ἐκεῖνος ἀνὴρ πληγεὶς ἐμαράνθη ἔκτοτε, καὶ ἡ πατρὶς τὸν ἐστερήθη πρὸς μεγίστην ζημίαν της πρόωρα. Ἡ πρᾶξις αὕτη τῶν εἰρημένων ἁρπάγων τοὺς ἠνάγκασε νὰ δραπετεύσωσι πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ ὁποίου ἐκ τῆς κοινῆς ἀγανακτήσεως διέτρεχον κινδύνου· ἀλλ’ ἔχοντες ἀπόφασιν νὰ ἐκμυζήσωσι μέχρις ὀστέων τὴν ἰκμάδα τῆς ζωῆς τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἐσκέφθησαν νὰ ἐπανέλθωσι, γνωρίζοντες, ὅτι οἱ Ἕλληνες λησμονοῦν ταχέως καὶ συγχωροῦν καὶ τὰ στυγερώτερα ἐγκλήματα. Ἐκ τοιούτων λοιπὸν σκέψεων ὁρμώμενοι φεύγοντες, ἀφῆκαν τὰς φωλεάς των, καταστήματά τινα ἐνταῦθα, ἵνα ἐν καιρῷ εὐθέτῳ ἐπανέλθωσι. Μετὰ ἑπταετίαν ἐπανῆλθον καὶ εὗρον, ὅτι ἔχει ἡ Ἑλλὰς θησαυρόν τινα ἐν ταῖς λίμναις της, καὶ ἐῤῥίφθησαν ὡς οἱ γῦπες ἐπ’ αὐτοῦ· ἥρπασαν λοιπὸν τὴν Κωπαΐδα· ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθησαν εἰς τὸ ἐξ αὐτῆς κέρδος, ἐζήτησαν καὶ ἐπανωπροῖκι, καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις τὸ ἐπέβαλεν εἰς τὸ ἔθνος διὰ τοῦ ὁποίου ἐψηφίσαμεν ἐφέτος Νόμου. Ἠξεύρετε, κύριοι, πόσον ἐξυπηρετήσαμεν τὰ συμφέροντα τῶν ἐργολάβων διὰ τοῦ δευτέρου περὶ Κωπαΐδος Νόμου, ὃν μετὰ τόσου πατάγου ἐψηφίσαμεν; Ἀκούσατε! Οἱ ἐργολάβοι, λαβόντες τὸ προνόμιον τῆς ἀποξηράνσεως τὸ 1880 καὶ μεταβάντες εἰς Γαλλίαν νὰ τὸ πωλήσωσι δὲν ἐπέτυχον. Ἐξέδωκαν εἰς λογαριασμόν των ἑταιρικῶς 29,000 μετοχὰς πρὸς 500 φρ. ἑκάστην, ἀλλὰ τὸ Χρηματιστήριον τῶν Παρισίων δὲν τοῖς ἐπέτρεψε νὰ τὰς εἰσαγάγωσι, καθόσον δὲν εἶναι οὔτε ἡ Ὡραία Ἑλλὰς τῶν Ἀθηνῶν, οὔτε τὸ Χαβιαρόχανον τῆς Κ)πόλεως. Ἐκεῖ ἐπιτηρεῖ τὸ Χρηματιστήριον ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ διευθύνοντες τοῦτο. Ἑπομένως ἐπανῆλθον ἄπρακτοι, καὶ μάλιστα, μὴ γενομένης ἐνάρξεως τῆς ἐργασίας, κατέστησαν καὶ ἔκπτωτοι. Ἦλθεν ὅμως ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἰδίως οἱ κ. κ. Τρικούπης καὶ Καλλιγᾶς εἰς ἐπικουρίαν τῆς Χαβιαροχανικῆς αὐτῆς ἐπιχειρήσεως, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ἡ Βουλὴ, ψηφίσασα προίκισιν εἰς τοὺς ἐργολάβους 90,000 στρεμμάτων γῆς εὐφόρου, ἀνηκούσης εἰς τινας μεγαλοκτηματίας καὶ 2,000 δυστυχεῖς γεωργοὺς τῶν τριῶν ἐπαρχιῶν. Ἀφοῦ λοιπὸν παρουσίασεν ἐφέτος ἡ Ἑταιρία τὴν προίκισιν τῶν 90,000 στρεμμάτων, ἐπώλησε τὸ προνόμιον μὲ καθαρὸν κέρδος ἓξ καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίων φράγκων, τὰ ὁποῖα ἐκέρδησαν ὁ Βοῦρος καὶ ὁ Σκουλούδης καὶ λοιποὶ φανεροὶ καὶ μυστικοὶ συνεταῖροι. Ἡ πρᾶξις αὕτη, κύριοι, ἠξεύρετε ποία θὰ ἔχῃ τὰ ἀποτελέσματα; ἀκούσατε! Πρῶτον θὰ ὑποχρεωθῇ τὸ Δημόσιον νὰ ἀποζημιώσῃ τὰς ὁποίας ἐδήμευσεν ἰδιωτικὰς γαίας τῶν 90,000 στρεμμάτων, διότι τὰς κατεκύρωσεν ὑπὲρ τῆς Ἑταιρίας. Δεύτερον, τὸ καὶ σπουδαιότερον, θὰ ἐγκαταστήσωμεν ἐν Κωπαΐδι Γαλλικὴν ἀποικίαν, ἤτοι Κράτος ἐν Κράτει, ὅπερ φοβηθεὶς ὁ ἀείμνηστος Ὄθων, δὲν ἐνέκρινε νὰ παραχωρηθῇ τὸ 1846 εἰς τὸν Σωβὰζ διὰ 59 μόνον ἔτη, καὶ μὲ πολὺ συμφερωτέρους ὅρους. Ἐγκαθισταμένης ἐκεῖ τῆς Γαλλικῆς ἀποικίας, οἱ ὑπάλληλοι καὶ ἐργάται της θὰ ἔλθωσιν ἀφεύκτως εἰς σύγκρουσιν μὲ ἐκείνους, ὧν ἀφαιροῦσι τὰς γαίας· τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦναι νὰ φονεύωνται καθ’ ἑκάστην, καὶ μάλιστα ξένοι ὑπήκοοι μεγάλης Δυνάμεως, οἵα ἡ Γαλλία. Εἰς ποίαν θέσιν θὰ εὑρεθῇ ἡ Ἑλλὰς, ὅταν ὁ Γάλλος, Πρέσβυς θὰ ζητῇ ἀποζημιώσεις καὶ ἱκανοποίησιν διὰ τοὺς φόνους τῶν ὑπηκόων τῆς Γαλλίας; Καὶ δυστυχία εἰς τοὺς εὑρεθησομένους τότε ἐν τῇ Κυβερνήσει, καὶ οἱ ὁποῖοι ἴσως οὔτε ὡς Βουλευταὶ θὰ ἐνέχωνται εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ Νόμου, ὅστις περιέπλεξε τοσοῦτον ἐπιζημίως τὴν Ἑλλάδα, καὶ τοῦτο συμβαίνει δυστυχῶς ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς τὴν Ἑλλάδα, νὰ ἐπιῤῥίπτεται ἡ εὐθύνη ἐπὶ ἐκείνων, οἵτινες δὲν πταίουν. Ἔφαγον οἱ χαβιαροχανῖται τὰς λίμνας μας καὶ τὰς ἐχώνευσαν, χωρὶς νὰ δοκιμάσωσι κἂν οὔτε τὴν μικρὰν ἀνησυχίαν, ἣν ἐδοκίμασαν ἐπὶ τῶν Λαυριακῶν· διὰ τοῦτο ἔγειναν θρασύτεροι, καὶ χωρὶς νὰ παρέλθῃ κἂν ἔτος, ἔσπευσαν νὰ εὕρωσιν ἄλλην εὐκαιρίαν ἁρπαγῆς. Ἡ Ἑταιρία ἀπέβλεψεν εἰς τὰ χρεώγραφα τῆς Ἑλλάδος· διέσπειρεν εἰς τὰ τρία σημεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχει ὡς ἑστίαν τῶν ἐργασιῶν της, τὴν Κωνσταντινούπολιν, Γαλλίαν καὶ Ἑλλάδα, ἥτις εἶναι καὶ τὸ κέντρον τῶν ἐργασιῶν της, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἕνεκα τοῦ μεγάλου ἐλλείμματος τοῦ Προϋπολογισμοῦ εὑρίσκεται εἰς χρεωκοπίαν. Τὰ χρεώγραφά της εἰς τὴν διάδοσιν αὐτὴν κατέπεσαν καὶ ἡ Ἑταιρία ἔσπευσε νὰ τὰ ἀγοράσῃ. Ἀφοῦ ἡ Ἑταιρία συνεκέντρωσε τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα, παρήγγειλεν εἰς τοὺς εὐμενῶς πρὸς τὴν Ἑταιρίαν διακειμένους κυρίους Πρωθυπουργὸν καὶ Καλλιγᾶν νὰ παρουσιάσωσιν ἓν ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἂς ἦναι καὶ ψευδὲς, φθάνει νὰ διατυμπανισθῇ, ὅτι παρουσιάσθη ὑπὸ ἐπίσημον τρόπον· καὶ ἐπέτυχεν ἡ Ἑταιρία. Οἱ Ὑπουργοὶ ἐπαρουσίασαν τοιοῦτον ἰσοζύγιον, καὶ οἱ ἑταῖροι τρέχουσι νὰ πωλήσωσι τὰ ὑψωθέντα χρεώγραφα· καὶ ἐκ Παρισίων ὁ Κορωνιὸς, ὁ μᾶλλον ταχυδακτυλουργὸς χαβιαροχανίτης, διὰ νὰ καταστήσῃ πιστευτὴν τὴν εἴδησιν τοῦ ἰσοζυγίου, συγχαίρεται τηλεγραφικῶς τὸν Βασιλέα μας ἐπὶ τῷ κατορθώματι τούτῳ· στέλλει δὲ ἐδῶ τὸν Σγούταν, ὅστις ἐσφενδόνισεν ἕτερον εἰς Κωνσταντινούπολιν. Ἰδοὺ, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, διατί ὑψώθησαν τὰ χρεώγραφα, ὅπερ ἔπρεπε νὰ σιωπᾷς, ἀλλ’ ἡ χαρὰ δὲν σὲ ἀφῆκεν. Ὅτι δὲ τὸ ἰσοζύγιον εἶναι εἰκονικὸν, δύναμαι νὰ σᾶς ἀποδείξω ἀμέσως. Σᾶς ἀπέδειξα προχθὲς ἐκ τοῦ προχείρου, ὅτι τὸ 1,300,000 σημειούμενον ἔσοδον ἐκ τοῦ σιγαροχάρτου εἶναι φανταστικὸν, στοιχίζον ὀλίγας μόνον χιλιάδας δραχμῶν εἰσόδημα· ἀλλὰ θέλω σᾶς ἀποδείξει, ὅτι καὶ τοῦ καπνοῦ τὸ ἔσοδον εἶναι ἰδανικόν. Παραδέχομαι, ὅτι ἐξοδεύεται ἐν Ἑλλάδι 1,300,000 ὀκάδες, ὅπως ὁ κύριος Ὑπουργὸς διϊσχυρίσθη· ἀλλὰ τίς ἀμφιβάλλει, ὅτι τὸ ἥμισυ τῶν καπνιζόντων εἶναι πτωχοὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ ἐξοδεύσωσι πλέον τοῦ πενταλέπτου τὴν ἡμέραν; Ὅταν λοιπὸν τὸ ἔξοδον ἀναβῇ εἰς 30 λεπτὰ, θὰ παύσουν ἀπὸ τοῦ νὰ καπνίζωσι, καὶ τοιοῦτοι εἶναι οἱ στρατιῶται καὶ πάντες οἱ ἐργατικοί. Καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν ἄλλων, οἵτινες εἶναι εἰς βελτίονα κατάστασιν, εἶναι ἀδύνατον νὰ πληρώσουν ὅλοι 8 καὶ 10 δραχμὰς τὸν μῆνα εἰς τὸν καπνόν. Λοιπὸν θὰ περιορισθῇ ἡ κατανάλωσις εἰς τὸ ⅓· καὶ οὕτω θὰ περιορισθῇ τὸ ἔσοδον εἰς τὸ τρίτον. Ἐν τούτοις, καὶ διὰ τὸ τρίτον τοῦτο ἀπαιτεῖται ἡ δαπάνη τῆς ἐπιτηρήσεως καὶ εἰσπράξεως, ὅση ἀπαιτεῖται καὶ διὰ τὸ ὅλον, καὶ ἐκπιπτομένης ταύτης, ἀναβαινούσης τὸ ὀλιγώτερον εἰς 600– 700,000, ἀπὸ τὸ 1,300,000, ὅσον εἶναι τὸ ⅓ τοῦ κατὰ τὸν Ὑπουργὸν ὑπολογισθέντος ἐσόδου, μένει ἔσοδον 650,000, ἵνα ἀντιπροσωπεύσῃ τὰ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ὑπολογισθέντα 4,000,000 πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἰσοζυγίου. Νομίζετε, ὅτι ὁ κύριος Καλλιγᾶς πιστεύει ὅσα λέγει; καθόλου! Ὁ σκοπός του ἦτο νὰ δείξῃ, ὅτι ἐφθάσαμεν ἐν Ἑλλάδι εἰς ἰσοζύγιον καὶ νὰ ὑψωθῶσι τὰ χρεώγραφα. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν τώρα νὰ συζητήσωμεν σοβαρώτερον. Τίνα θέσιν ἔχει τὸ συγχαρητήριον πρὸς τὸν Βασιλέα; Τὸ συγχαρητήριον αὐτὸ εἶναι ὡς νὰ λέγῃ «ἐγὼ, ὁ ἀρχιπαίκτης τῶν χρεωγράφων, συγχαίρω Σὲ τὸν ἄρχοντα τοῦ τόπου ὅπου θὰ παίξωμεν, καὶ ὅτι τὸ παιγνίδιον τοῦ ἰσοζυγίου ἐπέτυχε θαυμάσια». Καὶ σεῖς, (δεικνύει τοὺς Ὑπουργοὺς) ὡς Σύμβουλοι τοῦ Στέμματος, διατί δὲν ἐσυμβουλεύσατε τὸν Βασιλέα νὰ ῥίψῃ εἰς τὴν μούρην τοῦ Κορωνιοῦ διὰ τοῦ ἐνταῦθα ἀντιπροσώπου του τὸ τηλεγράφημα μὲ τὴν παρατήρησιν, ὅτι οἱ Βασιλεῖς δὲν ἀναμιγνύονται εἰς τὰ Χρηματιστήρια! Διότι γνωρίζετε τί σημαίνει ἡ περίστασις αὕτη, ὅτι οἱ χαβιαροχανῖται συνείθισαν νὰ ἀναμιγνύωνται εἰς Κωνσταντινούπολιν μὲ κισλαραγάδες τῶν χαρεμίων, μὲ Βεζύρας, μὲ ῥιτζιάλια. Ἦλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀνεμίχθησαν μὲ ὑπουργοὺς, ἀλλ’ ὅταν ὑπῆγον εἰς τὴν Γαλλίαν, ἔμαθον ἀπὸ τοὺς χρεωπαίκτας Γάλλους ὅτι αὐτοὶ εἶχον ἐν τῇ Ἑταιρίᾳ των τὸν Ναπολέοντα Γʹ. ἐνόμισαν λοιπὸν καὶ οἱ χαβιαροχανῖται, ὅτι πρέπει νὰ συμπεριλάβωσι τὸν Γεώργιον. Ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει βέβαια σκοπὸν νὰ διαχειρισθῇ τὴν Ἑλλάδα ὅπως ὁ Ναπολέων Γʹ. τὴν Γαλλίαν, ἥτις ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ αἰῶνος ἔδιδε τὸν νόμον εἰς τὴν Εὐρώπην, καὶ ἐν τούτοις τὴν κατέῤῥιψεν εἰς βάραθρον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἡ Δημοκρατία μετὰ πολλῶν μόχθων προσπαθεῖ ν’ ἀνασύρῃ.
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές· δὲν ἐστάλη κανὲν τηλεγράφημα. Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ φέρητε ἐδῶ τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως.
§12Γ. ΡΟΥΦΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Κύριε, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὁμιλῇς κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§13ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἐπαινῶ τὸν Βασιλέα, δὲν τὸν κατηγορῶ, τὸν σέβομαι· ἐγὼ εἶμαι βασιλικώτερος ὑμῶν· διότι, καὶ ὅταν ἦμαι ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει, δὲν κάμνω τὸν δημοκράτην, δὲν ἔγραψα ποτὲ ἄρθρον δι’ οὗ νὰ καταγγέλλω τὸν Βασιλέα.
§14Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Τί λόγοι εἶναι αὐτοί ...
§15ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Νομίζεις, ὅτι ἐδῶ εἶναι αἱ Πάτραι· δὲν φοβοῦμαι οὔτε τὰ λεμόνια σου, οὔτε τὰ χειροκροτήματά σου.
§16ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τὸ συγχαρητήριον πρὸς τὸν Βασιλέα τί ἔλεγε;
§17ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Νὰ εὕρῃς τὸν ἁρμόδιον νὰ ἐρωτήσῃς.
§18ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ποῖος τὸ ἔστειλε;
§19ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ Κορωνιός.—Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως ταύτης ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος κατήντησε ἀπὸ Νομοθετικὸν Σῶμα, χωρὶς νὰ τὸ ἐννοήσῃ, εἰς Χρηματιστήριον! διότι διὰ τῶν νόμων της ἀνεβοκατεβάζει τὰ χρεώγραφα καὶ τὰς ἐργολαβίας. Ὅταν, κύριοι, ἦτο ἡ ἐποχὴ τῆς ὁποίας ἐμνήσθην τῆς πρὸ τῆς τρίτης Σεπτεμβρίου, οἱ ἄνθρωποι τῶν ἐπαρχιῶν ἐθεωροῦντο ἀπὸ τοὺς ἐν τῇ Πρωτευούσῃ ἀνάξιοι καὶ τῆς ἐσχάτης ἐμπιστοσύνης, ἡ δὲ τάξις, ἡ διοικοῦσα ἐνταῦθα, οὔτε ἤθελε κἂν νὰ ἔχῃ σχέσιν μετ’ αὐτῶν. Ἐν τούτοις, μᾶς ἔφερεν ἡ τύχη νὰ ἔχωμεν ἐκ τῆς τάξεως ἐκείνης τῆς Ἑλλάδος ὑπουργὸν μετὰ 50 ἔτη· δὲν ἦτο μὲν ὁ κύριος Καλλιγᾶς εἰς ἐνεργὸν πολιτικὴν τότε, ἀλλ’ ἦτον ἐκ τῶν συμβουλευόντων προφορικῶς καὶ διὰ τῶν ἐφημερίδων· καὶ τόσον εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐστενοχωρήθη διότι διὰ τῆς τρίτης Σεπτεμβρίου ἐχάλασεν αὐτὴ ἡ θέσις των, ὥστε κατὰ τὸ 1855, ἐν εἴδει μυθιστορήματος, ἐδημοσίευσεν εἰς τὴν Πανδώραν μὲ τὴν ὑπογραφήν του ἕνα λίβελον, διὰ τοῦ ὁποίου ὕβριζε τοὺς προκρίτους τῶν ἐπαρχιῶν, ὡς κακοήθεις, ὡς αἰσχρούς. Καὶ ποῖον ἔγκλημα εὕρισκεν εἰς αὐτούς; διότι ὑπερασπιζόμενοι τοὺς συμπολίτας των ἐν τοῖς πράγμασι εὑρισκόμενοι λαμβάνουν ἀπὸ αὐτοὺς φιλεύματα χῆνας, γάλους καὶ γουρουνόπουλα, καὶ εἶχε δίκαιον, διότι αὐτοὶ κατέβαινον εἰς τόσον ταπεινὰς προσφορὰς, καὶ δὲν ἐφρόντιζον, ὅταν ἤρχοντο εἰς τὴν ἐξουσίαν των, νὰ κάμνωσι νομοθετήματα, δι’ ὧν νὰ πολλαπλασιάζωσι τὴν περιουσίαν των, ὅπως κάμνει ἡ ἐξοχότης του ἀπὸ τριῶν ἤδη ἐτῶν. Λέγουν οἱ Ὑπουργοὶ, ὅτι ἐπιδιώκουν τὸ ἰσοζύγιον, καὶ ἐν τούτοις, ἐνῶ μᾶς φέρουν διὰ τῆς δεξιᾶς ἐπιδεικτικῶς τὸ ἰσοζύγιον μὲ ὑπολογισμοὺς, οἵτινες δὲν δύνανται νὰ ἦναι καὶ ἀσφαλεῖς, μᾶς φέρουν συνάμα λάθρα μὲ τὴν ἀριστερὰν νομοσχέδια μὲ μισθοδοτικὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ψηφιζόμεναι εἶναι στερεαὶ καὶ ἀπαιτηταί. Καὶ ὅλα ταῦτα νὰ γείνουν διὰ νέων φόρων ἐπὶ τοῦ πτωχοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ διατί δὲν φέρετε καὶ φόρους εἰς βάρος τοῦ ἰδικοῦ σας βαλαντίου, κκ. Ὑπουργοὶ, ἀλλὰ αἰωνίως εἰς βάρος τῶν ἐπαρχιακῶν προϊόντων; Διότι μεταβαλλομένης τῆς Δραχμῆς εἰς Φράγκον, ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ κ. Καλλιγᾶς, δὲν μεταβάλλεται, διότι θὰ πληρώσῃ πάντοτε 5% ἐπὶ τοῦ ἐνοικίου, ὑπολογιζομένου εἴτε εἰς Δραχμὰς εἴτε εἰς Φράγκα· διατί δὲν τὸ ἀναβιβάζει εἰς 10% ἀφοῦ εἶναι ἀσφαλέστατον εἰσόδημα; Τὸ εἴπομεν χιλιάκις διατί δὲν φέρει φορολογίαν εἰς τὰ πλέον ἀσφαλῆ καὶ ἀνέξοδα καὶ ἀναπαυτικὰ ἔσοδα τῶν Ἑταιριῶν καὶ ἰδίως ἐκεῖνα τῆς εὐλογημένης Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀφοῦ μάλιστα μᾶς εἶπεν, ὅτι θυσιάζει τὸν ἑαυτόν του, ἂς κάμῃ τὴν θυσίαν καὶ ὑλικῶς, νὰ εἰπῇ ἰδοὺ ἐγὼ, κύριοι, πληρώνω διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου 15–20000 Δραχμῶν, ἀφοῦ κερδίζω κατ’ ἔτος 100 καὶ 120,000; Ἀλλὰ τί σοῦ χρεωστοῦν αἱ Ἐπαρχίαι νὰ πληρώνουν διὰ νὰ σχηματίζητε, κ. Ὑπουργοὶ, κάθε δύω μῆνας ἀπὸ ἓν μισθοδοτικὸν Νόμον, διὰ νὰ οἰκονομήσητε τοὺς ὀπαδούς σας! Καὶ διατί τέλος πίπτετε εἰς αὐτὴν τὴν ἀντίφασιν, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἐπιδιώκετε τὸ ἰσοζύγιον, ἀφ’ ἑτέρου φέρετε νέους Νόμους μισθοδοτικούς; ἡ ἀπορία λύεται ἀμέσως καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ θυμώσῃ κανείς. Τὸ λέγω μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι οἱ κ.κ. Βουλευταὶ καὶ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἑτέρας μερίδος συναισθάνονται τὰ βάρη μὲ τὰ ὁποῖα οἱ παρουσιαζόμενοι Νόμοι φορτώνουσι τοὺς ἐκλογεῖς των, καὶ ἐννοοῦν ὅτι θὰ τοῖς δώσουν λογαριασμὸν, διότι μόνον τὴν ἐπιβολὴν φόρων δὲν δύνανται νὰ δικαιολογήσωσιν ἀπέναντί των, ὡς συνέβη κατὰ τὸ 1873, ὅτε ἐψηφίσθη νόμος δι’ οὗ ἐπεβάλετο φόρος 1% καὶ μάλιστα διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, καὶ ὁ νόμος οὗτος ἐφηρμόσθη τὸ 1874, ἐνεργουμένων τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν· ἐπειδὴ ὁ λαὸς δὲν ἠδυνήθη ταχέως νὰ ἀντιληφθῇ πότε ἐψηφίσθη αὐτὸς ὁ Νόμος, ὠργίσθη ὅταν τὸν τὸν εἶδεν ἐφαρμοζόμενον, καὶ ἐπέδρασε πολὺ εἰς τὴν τύχην τῶν τότε ἐκλογῶν· τόσον ἐπέδρασε, κύριοι, ὥστε εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου ὁ Ὑπουργὸς δι’ ὀλίγων ψήφων παρ’ ὀλίγων νὰ ἀποτύχῃ, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ τότε ἐπιτυχόντος ἀξιοτίμου συναδέλφου μου κυρίου Ρουσσοπούλου. Λοιπὸν οἱ Ὑπουργοὶ ἐννοοῦν, ὅτι οἱ Βουλευταὶ θὰ τὸ σκεφθοῦν πολὺ νὰ ψηφίσωσι τοὺς φόρους· πρέπει λοιπὸν νὰ τοὺς δολώσωσι μὲ κᾄτι τι, καὶ ἰδοὺ φέρουν φόρους, ἀλλὰ φέρουν καὶ Νομοσχέδια μὲ διορισμοὺς δασαρχῶν, δασονόμων, Ἐπαρχιακῶν Ἰατρῶν καὶ ἄλλων, οὓς δὲν ἐνθυμοῦμαι τώρα, καὶ κύριος οἶδε πόσα ἄλλα θὰ φέρουν κατόπιν, ὥστε νὰ χρυσώσωσι τὸ καταπότιον, τὸ ὁποῖον θὰ δώσωσιν εἰς τοὺς φίλους των Βουλευτάς. Ἀλλὰ δὲν πιστεύω νὰ ᾖναι οἱ κκ. Βουλευταὶ τόσον ἁπλοῖ ὥστε νὰ ἀπατηθῶσιν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἔχει οὕτω, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἦλθε μετὰ στόμφου καὶ εἶπεν: ἐπιβάλλω φόρους καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ τοὺς ὑπερψηφίσῃ. Φαίνεται ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πιστεύει, ὅτι οἱ Βουλευταὶ ὀλίγον λογαριάζουσι τοὺς ἐκλογεῖς των, στηριζόμενος ἴσως διότι ἀκόμα ὁ λαὸς δὲν ἐλιθοβόλησεν Ἀντιπροσώπους του, καὶ λέγει ὅτι οἱ Ἀντιπρόσωποι δὲν θὰ πάθουν τίποτε ἀπὸ τοὺς ἐκλογεῖς, δεχόμενοι τὰ δῶρά του καὶ φορτωνόμενοι περιποιήσεις ὑπὲρ τῶν συγγενῶν καὶ φίλων των, καὶ ἐδῶ ἐξηγεῖται ὁ στόμφος τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀλλὰ δυστυχῶς εἴμεθα εἰς τὴν παραμονὴν, καθ’ ἣν δὲν θὰ λιθοβοληθοῦν οἱ Ἀντιπρόσωποι, μόνοι αὐτοὶ, θὰ ἦναι ἴσως τὰ πρῶτα θύματα, ἀλλὰ θὰ λιθοβοληθῇ κόσμος εἰς μεγαλειτέραν ἔκτασιν, καὶ ἰδίως ἡ τάξις ἐκείνη, ἡ ὁποία δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ζῇ ἀσυνειδήτως εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ὁ Βουλευτὴς Γορτυνίας πάντοτε ὡς ἀντιπολιτευόμενος φέρει προτάσεις, ἀλλὰ ὡς Ὑπουργὸς δὲν φέρει τὸ ἰσοζύγιον. Ἀλλ’ ὁ Βουλευτὴς Γόρτυνος ἀνήκει εἰς Ἐπαρχίαν· γνωρίζει τὰς ἰδέας καὶ τὰς δυνάμεις τῶν Ἐπαρχιῶν μέχρι τίνος δύνανται νὰ φορολογηθῶσι· δὲν ἀνήκει εἰς τὴν τάξιν ἐκείνην τῶν Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠξεύρουν τὰς Ἐπαρχίας των· κατὰ δυστυχίαν οἱ ὑπάρχοντες Ὑπουργοὶ δὲν γνωρίζουν τὰς Ἐπαρχίας, ἐξαιρουμένου τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ὅστις ὡς τοιοῦτος ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἁπλοῦν παραγέμισμα τῆς Ὑπουργικῆς πλειάδος, καὶ τοῦ κ. Λομβάρδου, ὁ ὁποῖος ἀνήκει μὲν εἰς Ἐπαρχίαν, ἀλλ’ εἰς Ἐπαρχίαν τοῦ τμήματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον δὲν τὸ ἐπηρεάζουν αἱ οἰκονομικαὶ μεταβολαί· οἱ ἄλλοι τρεῖς Ὑπουργοὶ δὲν ἀνήκουν, ὡς εἶπον εἰς Ἐπαρχίας· ὁ Πρωθυπουργὸς ἀνήκει μὲν εἰς Ἐπαρχίαν, ἀλλὰ δὲν κάθηται ἐν αὐτῇ διαρκῶς ἵνα ἰδῇ τὴν μίαν ἡμέραν τὸν γείτονά του, πιεζόμενον νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον, τὴν ἄλλην ἡμέραν δερόμενον ἀπὸ τὰ μεταβατικὰ, τὴν τρίτην ἡμέραν φωνάζοντα, ὅτι ἠθέλησαν τὰ ὄργανα τῆς Ἐξουσίας νὰ προσβάλουν τὴν τιμήν του, ἀλλὰ διέρχεται τὰς Ἐπαρχίας, ὡς περιηγητὴς καὶ ἐκφωνεῖ καὶ λόγους, ὅπως ὁ Παπουλάκος τὸ 1852, καὶ παρατηρήσατε ὅτι κατὰ τὰς περιοδείας, τὰς ὁποίας ἔκαμεν εἰς τὰς Ἐπαρχίας, οὐδὲν ἄλλο τῷ ἔκαμεν ἐντύπωσιν παρὰ αἱ Πάτραι, ὥστε τὰς ἀνύψωσε καὶ εἰς πρωτεύουσαν τοῦ μεγαλειτέρου τμήματος τῆς Ἑλλάδος, διότι ἐκεῖ εἶδε παραδόξως τὸν ἕνα Σεπτέμβριον νὰ τὸν δεχθῶσι μὲ λεμόνια καὶ τὸν ἑπόμενον Σεπτέμβριον μὲ ἄνθη, καὶ νὰ ἔχῃ τὴν πρωτοβουλίαν καὶ εἰς τὰς δύω ὄψεις ὁ αὐτὸς ἄνθρωπος, ὁ εὐτυχὴς σήμερον συνυπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν (γέλως καὶ διακοπή).
§20ΤΙΝΕΣ. Μὴ τὸν διακόπτετε.
§21ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Διακόπτεται ὁ ρήτωρ μόνος του (ἱλαρότης).
§22ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Λοιπὸν, κύριε Πρωθυπουργὲ, ἡ ὑπερηφάνεια καὶ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἀπήγγειλες προχθὲς τὰ περὶ ἐπιβολῆς φόρων, προδίδουν ἓν τῶν δύω ἢ ὅτι θεωρεῖς τοὺς ἀκούοντάς σε ἀξιοτίμους συναδέλφους, ὅτι δὲν ἔχουν ὑπόληψιν εἰς τὴν νοημοσύνην τῶν ψηφοφόρων των, ἢ ὅτι σεῖς δὲν ἐννοεῖτε τί ἐστὶ Ἑλληνικὴ κοινωνία. Οὔτε ἐπὶ τῆς διοικήσεως, τὴν ὁποίαν ὠνόμασεν ἡ ἔνδοξος μεταβολὴ τῆς 10 Ὀκτωβρίου αἰσχρὰν καὶ κακοήθη, ἐτόλμησέ ποτε Ὑπουργὸς νὰ εἴπῃ ὅτι ἐπιβάλλει φόρους, διότι αὐτὸ εἶναι ἡ δόξα καὶ ἡ εὐτυχία τοῦ λαοῦ!
§23ΜΙΑ ΦΩΝΗ. Εἶναι ἀνάγκη.
§24ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀνάγκη εἶναι νὰ πληρώνῃ ὁ λαός; Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ πληρώσῃ καὶ ὁ Καλλιγᾶς καὶ οἱ ὅμοιοί του;
§25ΡΑΛΛΗΣ....
§26ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἂς εἴπωμεν τινὰ καὶ δι’ αὐτόν· καὶ οὗτος, ὅταν ἔφερε τὸν ὑπὲρ τῶν Τραπεζῶν περὶ ἐκτελέσεως νόμον, ἐζητήσαμεν νὰ εκτείνῃ τὰ προνόμια τοῦ νόμου αὐτοῦ καὶ διὰ τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα, διότι τοῦτο, ὡς ὑποστηρίζουν πάντες οἱ κεφαλαιοῦχοι, θὰ διευκολύνῃ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν κεφαλαίων καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἀλλ’ ὁ κ. Ράλλης ἀπέῤῥιψεν τὴν αἴτησίν μας ταύτην.
§27ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἠκούσατε τὴν ἀνάπτυξιν· δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ, διότι ὅλαι αὐταὶ αἱ ἐγγυήσεις εἶναι ὑπὲρ τῶν ὀφειλετῶν καὶ δὲν πρόκειται νὰ τοὺς καταστρέψωμεν...
§28ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δηλαδὴ τηρεῖτε ἕνα νόμον χάριν ὀλίγων στρεψοδίκων ὀφειλετῶν, καὶ καταστρέφετε τοὺς λοιποὺς ἐπαρχιώτας, δανειζομένους 30 καὶ 40%, ἐνῷ διὰ τῆς διορθώσεως τοῦ Νόμου αὐτοῦ θὰ εἰσαχθῶσι κεφάλαια εἰς τὰς Ἐπαρχίας, ὅταν θὰ εὕρωσι τόκον 8–10%, ὁποῖον οἱ κεφαλαιοῦχοι δὲν εὑρίσκουσιν ἀλλαχοῦ. Ἐπίσης, ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔφερε νόμον περὶ τόκου τοῦ Δημοσίου καὶ μὴ συμπεφωνημένου μὲ 8%, τὸν παρακαλέσαμεν νὰ ὁρίσῃ τὸν τόκον αὐτὸν ἢ καὶ 10% ὡς μόνον νόμιμον, ἀφοῦ οἱ σοφοὶ τοκογλύφοι Δικασταὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐκατήργησαν τὴν πρώτην Νομολογίαν τοῦ Δικαστηρίου τούτου, ὅτι ὁ νόμιμος τόκος εἶναι 12% καὶ ὑπερδιπλασίασις τοῦ κεφαλαίου δὲν ἐπιτρέπεται. Ἀλλὰ καὶ τὴν παράκλησίν μας ταύτην ὁ κύριος Ράλλης τὴν ἀπέῤῥιψεν.
§29ΡΑΛΛΗΣ. Διατὶ δὲν ἐφέρετε σεῖς τοιοῦτον νόμον;
§30ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Διότι δὲν ἀφίνουν οἱ Ὑπουργοὶ νὰ ψηφισθῇ Νόμος, προτεινόμενος ἀπὸ Βουλευτήν.
§31ΡΑΛΛΗΣ. Ἂν ὁ Νόμος σας ἦναι κοινωφελὴς, θὰ περάσῃ.
§32ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν περνᾷ, διότι δὲν τὸν ἀφίνεις σὺ νὰ περάσῃ, διότι ὁ Πρόεδρος δὲν τολμᾷ νὰ ὁμιλήσῃ, ἂν δὲν τοῦ κάμῃ νεῦμα ὁ Πρωθυπουργός. Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μεριμνᾷ περὶ τῆς Πρωτευούσης μόνης καὶ τῶν Ἑταιριῶν· σεῖς δὲ οἱ Ἀντιπρόσωποι τῶν Ἐπαρχιῶν πρέπει νὰ σκεφθῆτε, ὅτι θὰ δώσετε λόγον καὶ λόγον σπουδαῖον εἰς τοὺς ἐντολεῖς σας· ἄλλως, ἂν τοιαῦτα νομοθετήματα ψηφοφοροῦντες ὑπὲρ τῆς κυρώσεως αὐτῶν δὲν φοβεῖσθε, ὅτι θὰ δώσητε λόγον εἰς τοὺς ἐκλογεῖς, θὰ εἰπῇ ὅτι τοὺς περιφρονεῖτε ὡς ἀναξίους νὰ κρίνωσι τὴν διαγωγήν σας.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Πέμπτον Τμῆμα τῆς Βουλῆς κατέθεσε τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Καλαμπάκας. (Ὅρα Παράρτημα).
§34ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ μειοψηφία ἔχει καὶ ἰδιαιτέραν ἔκθεσιν, ἣν παραδίδω. (Ὅρα Παράρτημα).
§35ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τῳόντι, κύριοι βουλευταὶ, ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἔθεσε τὸ ζήτημα εἰς τὴν θέσιν του. Εἶπεν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἢ ὀφείλει ν’ ἀκολουθήσῃ πλῆρες τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ἐνώπιον αὐτῆς, ἢ ὀφείλει ν’ ἀποφανθῇ ἐκ τῶν προτέρων κατ’ αὐτοῦ. Δὲν πρόκειται, λέγει, περὶ τοῦ νομισματικοῦ συστήματος, διότι τὸ νομισματικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον κατεκρίθη πολλαχόθεν, ἀπαρτίζει μέρος τοῦ συστήματος ὁλοκλήρου τῆς πολιτικῆς τοῦ παρόντος Ὑπουργείου. Ἠθέλησεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἡ μεταβολὴ τοῦ νομισματικοῦ συστήματος δὲν ἐπέδρασεν ἐπὶ τῆς ἀγορᾶς, δὲν ἐπέδρασεν ἐπὶ τῆς τύχης τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ ἐργάτου, καὶ ὅτι τοῦτο θ’ ἀποδειχθῇ καὶ διασκεδασθῇ ἐντὸς ὀλίγου, διότι τοῦτο εἶναι πλάνη. Εἶναι περιττὸν νὰ ἐπανέλθω ἐγὼ ν’ ἀποδείξω, ὅτι ὅ,τι εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς δὲν εἶναι πλάνη, ἀλλ’ εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον σήμερον αἰσθάνονται τὰ βαλάντια ὅλων τῶν ἐργατῶν ὁλοκλήρου τοῦ λαοῦ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθω ἐγὼ, ὅπως ἀποδείξω τοῦτο, διότι ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ καὶ ὡμίλησαν καὶ ἀπέδειξαν ἡλίου φαεινότερον τοῦτο. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι αὐτὸ εἶναι πλάνη, ἡ πλάνη αὐτὴ εἶναι ἀβλαβής· αὐτὴ ἡ πλάνη δὲν δύναται νὰ ἐπιφέρῃ καταστροφὴν εἰς τὴν κοινωνίαν. Ἐὰν ὅμως ἡ πλάνη εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ κοινωνία διὰ τῆς ἀνυψώσεως τῶν χρεωγράφων, ἦναι, καὶ εἶναι πλάνη, δὲν καταστρέφει ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν; Εἰς τοῦτο ἔπρεπε πρὸ πάντων νὰ προσέξουν. Ἂς ἴδωμεν καὶ ἂς ἐξετάσωμεν ὁλόκληρον τὸ σύστημα τὸ οἰκονομικὸν, τὸ ὁποῖον παρουσίασε τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἂν τῳόντι τὸ σύστημα αὐτὸ ἦναι σπουδαῖον, ἐὰν τὸ σύστημα αὐτὸ δύναται ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς αὐτὰς ἀκόμη τὰς ἰδέας καὶ τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως, τότε, κύριοι, βεβαίως δίκαιον εἴχετε σεῖς νὰ χειροκροτήσητε, μάλιστα καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι τὰ Νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἰσάγει, καὶ τὸ σύστημά του, οὔτε αὐτοὶ οἱ φίλοι τοῦ ὑπουργείου γνωρίζουσι. Καὶ οἱ φίλοι τοῦ Ὑπουργείου ἔχουν τόσην ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς λόγους τοῦ Ὑπουργείου, ὥστε, οὔτε γνωρίζοντες κἂν τὰ Νομοσχέδια, οὔτε γνωρίζοντες τὸ σύστημα καὶ τὴν πολιτικὴν τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ἐχειροκρότησαν καὶ εἶπον, ὅτι θέλουν τὸν ἀκολουθήσει. Συγχαίρω τοὺς κυρίους βουλευτὰς τῆς πλειονοψηφίας διὰ τοῦτο· τοὺς συγχαίρω, διότι ἔχουν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν κύριον Πρωθυπουργόν· τοὺς συγχαίρω τῳόντι διὰ τὴν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην καὶ ὑποταγὴν, οὕτως εἰπεῖν, τὴν ὁποίαν ἔχουν εἰς τὰ Νομοσχέδια καὶ εἰς τὰ νεύματα τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλ’ αὐτὸς ὁ λόγος καὶ μόνος ἦτον ἡ περιφανεστέρα δικαιολογία τοῦ βουλευτοῦ Μεσσήνης κυρίου Σπ. Ἀντωνοπούλου νὰ μὴ δυνηθῇ πλέον ν’ ἀκολουθήσῃ τὸν κύριον Πρωθυπουργὸν (ψιθυρισμοί).—Κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ νὰ κάμητε τὴν παρατήρησιν εἰς τοὺς κυρίους βουλευτὰς νὰ μὴ μὲ διακόπτουν, διότι ὅσον περισσότερον μὲ διακόπτουν, τόσῳ περισσότερον θὰ ζημιωθοῦν (ψιθυρισμοί). Ἀλλ’ ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν θέλει νὰ φέρῃ τὸ ἰσοζύγιον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν, διότι οὐδὲν προτείνει· κατηγορεῖ, κατακρίνει μόνον, ἀλλὰ δὲν προτείνει διὰ τίνος τρόπου θέλομεν ἔλθει εἰς ἐξίσωσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν κατακρίνω ἐγὼ σήμερον τὰ Νομοσχέδια, εἶμαι συνεπὴς πρὸς τὸν ἑαυτόν μου· διότι αὐτὸ τὸ Νομοσχέδιον περὶ φορολογίας καπνοῦ εἰσήχθη προπέρυσιν ἀπὸ τὸν κύριον Σωτηρόπουλον, καὶ ἡμεῖς τὸ ἐπολεμήσαμεν, τὸ κατεκρίναμεν, δὲν τὸ ἀφήσαμεν νὰ ψηφισθῇ. Καὶ σήμερον ἐρχόμεθα καὶ λέγομεν, ἰδοὺ ἡμεῖς ἐφέραμεν σύστημα καὶ σύστημα νέον! Δὲν εἶναι καθόλου νέον, εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ κύριος Σωτηρόπουλος καὶ τὸ ἐπολεμήσαμεν ἡμεῖς. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον τὸ σύστημα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐφέρατε πρὸς τὴν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ, στηρίζεται εἰς βάσεις ὀρθὰς, ὑποστηρίζεται καὶ παρ’ αὐτῆς τῆς ἀριθμητικῆς; Ἂς ἴδωμεν. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῆς εἰσαγωγῆς του ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὁμιλῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἰσχυρίσθη—παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πετρίτσην εἰδικὸν ἐπὶ τῆς ἀριθμητικῆς νὰ μὲ βοηθήσῃ ἐὰν σφάλλω—ὅτι διὰ τοῦ Νομοσχεδίου προβάλλεται φόρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ 3,900,000 νέων δραχμῶν, καὶ διὰ τῆς εἰσαγωγῆς ὄχι μόνον καπνοῦ, ἀλλὰ καὶ τῶν σιγάρων ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν 100 ἔτι χιλιάδες, καὶ οὕτως ὑπολόγισεν, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ ἀναβαίνει εἰς 4,000,000. Εὐτυχῶς ὅμως ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς ἔφερε καὶ ἄλλον φόρον ἐπὶ ἀντιστοίχου ἀντικειμένου, διὰ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ κάμωμεν τὸν ἔλεγχον, ἐὰν τῳόντι οἱ ὑπολογισμοὶ, τοὺς ὁποίους ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον ἦναι ὀρθοὶ, ἦναι ἀληθεῖς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκτὸς τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἐπέβαλε καὶ φόρον ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου. Πρώτην φορὰν ἀκούομεν, κύριοι, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰδικὸς φόρος καὶ ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου. Ἀλλ’ ἂς ἀκολουθήσωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Πόσος εἶναι, λέγει, ὁ καταναλισκόμενος καπνὸς ἐν Ἑλλάδι; 1,300,000 ὀκάδες· ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν τοῦ σιγαροχάρτου, τὸ καταναλισκόμενον ἐν Ἑλλάδι; 120,000 ὀκάδες. Ὅλοι γνωρίζετε, καὶ γνωρίζετε ἀκριβῶς, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα ὁ καπνὸς δὲν ἐξοδεύεται παρὰ διὰ σιγαροχάρτου, διότι τσιμποῦκι δὲν γνωρίζω νὰ πίνῃ παρὰ ὁ κ. Στεφανίδης.
§36ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν πίνω διόλου.
§37Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κάμετε παραβολὴν τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ πρὸς τὸ καταναλισκόμενον σιγαρόχαρτον, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ κ. Καλλιγᾶ δὲν εἶναι ἀληθεῖς. Ὁ κ. Καλλιγᾶς ἐφρόντισε νὰ μᾶς εἴπῃ ἑκάστη ὀκὰ σιγαροχάρτου πόσα σιγαρόχαρτα δίδει, καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι θετικῶς ἐξήτασε καὶ εὗρεν, ὅτι ἑκάστη ὀκὰ σιγαροχάρτου δίδει 4,200 σιγαρόχαρτα. Ἐὰν λάβωμεν μίαν ὀκὰν σιγαροχάρτου, θὰ κατασκευάσωμεν 4,200 σιγάρα. Ἂς ἐξετάσωμεν διὰ 4,200 σιγάρα πόσαι ὀκάδες καπνοῦ ἀπαιτοῦνται· ἑκάστη ὀκὰ καπνοῦ δὲν δύναται νὰ παραγάγῃ περισσότερα τῶν 800–850 σιγάρων· ἑκάστη λοιπὸν ὀκὰ σιγαροχάρτου δὲν δύναται νὰ δαπανήσῃ περισσότερον ἀπὸ 5 ὀκάδας καπνοῦ· ἐπὶ 120,000 ὀκάδων σιγαροχάρτου θὰ δαπανηθῶσιν 600,000 ὀκάδες καπνοῦ, κατὰ τὰς ἰδίας αὑτῶν στατιστικὰς καὶ προτάσεις. Μήπως τὸ σφάλμα τοῦ Ὑπουργείου εἶναι ἀσήμαντον; ἐπὶ 1,300,000 ὀκάδων καπνοῦ κάμνουν λάθος 700,000 ὀκάδων. Παρατηρήσατε ἤδη τί εἶναι τὰ Νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔφερον ἐνώπιόν σας. Καὶ δὲν πρέπει νὰ ἔχητε ἀκλόνητον ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ ὑπουργικὰ Νομοσχέδια, πρὶν τὰ μελετήσητε, τὰ ἀναγνώσητε, τὰ ἐξετάσητε. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο μόνον; Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, καὶ αὐτὴν τὴν ἀριθμητικὴν καταστρέφουν, καὶ ὁ κύριος Πετρίτσης, ἀντὶ νὰ παραδώσῃ εἰς τὸν κύριον Μίλησην καὶ δὲν ἠξεύρω εἰς ποῖον ἄλλον, καλὰ θὰ ἔκαμνε νὰ παραδώσῃ τὴν ἀριθμητικὴν εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Τί λέγει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; λέγει, ὅτι αἱ 120,000 ὀκάδες θέλουν μᾶς δώσει φόρον 1,500,000 νέων δραχμῶν. Ἂς ἐξετάσωμεν, κατὰ τὴν φορολογίαν, τὴν ὁποίαν ὁ ἴδιος ἐπιβάλλει. Εἰς ἕκαστον φυλλάδιον σιγαροχάρτου, περιέχον 100 σιγαρόχαρτα, ἐπιβάλλει ὁ κ. Καλλιγᾶς φόρον 20 λεπτὰ· ἑκάστη ὀκὰ σιγαροχάρτου ἔχει 4,200 σιγαρόχαρτα, καὶ ἑκάστη ὀκὰ δὲν δύναται παρὰ νὰ ἔχῃ 42 φυλλάδια. Τὰ τεσσαράκοντα καὶ δύω φυλλάδια πρὸς 20 λεπτὰ δίδουσιν 8,40· πολλαπλασιάσατε τὸ 8,40 μὲ τὸ 120,000 καὶ τί ποσὸν εὑρίσκετε; 1,008,000. Ὄχι μόνον ὡς πρὸς τὴν παραβολὴν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα, εἴδομεν διαφορὰν σπουδαίαν, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν ἀριθμητικὴν ἐστρέβλωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ τὴν ἐστρέβλωσε πάντοτε κρατῶν, ὡς ἔλεγεν, εἰς χεῖρας τὴν δᾷδα τῆς ἐπιστήμης. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, ὅτι κατὰ τὰ 1847, 48 ἢ 49, Ἄγγλός τις νέος ἦλθεν ἐξ Ἀγγλίας, διὰ νὰ κυνηγήσῃ εἰς τὸ Ἀλῆ Τσελεπῆ· πολλάκις ἤρχοντο Ἄγγλοι καὶ ἐκυνηγοῦσαν εἰς τὸ Ἀλῆ Τσελεπῆ, διότι ἐκεῖ εἶναι πολὺ κυνήγιον, ἢ ἦτον ἄλλοτε τοὐλάχιστον. Τοῦ Ἄγγλου κατὰ τὸ κυνήγιον ἔσπασε τὸ τουφέκιον, καὶ ἓν τεμάχιον σιδήρου εἰσεχώρησεν εἰς τὸν μῦν τῆς ἀριστερᾶς ἢ δεξιᾶς χειρός. Ἔσπευσεν εἰς τὰς Πάτρας, τὸν ἐπεσκέφθησαν ὅλοι οἱ ἐπιστήμονες ἰατροί. Εὐτυχῶς δι’ αὐτὸν εὑρέθησαν καὶ πλοῖα Ἀγγλικὰ, διότι τότε δὲν ἦσαν τὰ θωρακοφόρα ἢ ἀτμήρη, ὑπῆρχον τὰ ἱστιοφόρα, καὶ εὑρέθησαν Ἄγγλοι ἰατροί. Ἡ πληγὴ ἔλαβε κακὸν χαρακτῆρα, καὶ ἐγαγγραίνιασεν ἡ χεὶρ αὐτοῦ. Οἱ ἰατροὶ οἱ Ἄγγλοι μετὰ τῶν ἰδικῶν μας συνῆλθον καὶ ἀπεφάσισαν νὰ κόψουν τὴν χεῖρα. Ὁ Ἄγγλος, ὡς ἰδιότροπος, δὲν ἐδέχθη τὴν ἀποκοπὴν τῆς χειρὸς αὐτοῦ, καὶ εἶπεν, ὅτι τῷ ἦτο προτιμότερον ν’ ἀποθάνῃ. Εἰς τὰς Πάτρας ἦτον εἷς ἐμπειρικὸς ἰατρὸς, ὀνομαζόμενος Μιχ. Πρόκος. Τὸν ἐγνώρισα, διότι αὐτὸς ἐχρησίμευσεν ὡς ἰατρὸς κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν τῆς οἰκογενείας μας, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἡ δόξα δὲν ἀπεκτᾶτο εἰς τὰ Χρηματιστήρια, ἀλλὰ εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν. Μανθάνει τὸ συμβὰν, ὅτι οἱ ἰατροὶ ἀπεφάσισαν τὴν ἐκκοπὴν τῆς χειρὸς, προσέρχεται πρὸς αὐτὸν καὶ τῷ ὑπόσχεται, ὅτι θέλει τὸν θεραπεύσει, ὑπὸ τὸν ῥητὸν ὅμως ὅρον νὰ μὴ παρεμβῶσιν οἱ ἐπιστήμονες ἰατροὶ, καὶ νὰ μὴ μεταχειρισθῇ κἀνὲν ἄλλο φάρμακον. Προσῆλθε καὶ ἐπέθεσεν ἐπὶ τῆς χειρὸς αὐτοῦ ἰατρικὰ, καὶ μετὰ 48 ὥρας ἐχάθη ἡ γάγγραινα, καὶ μετὰ 40 ἡμέρας ἐξῆλθε πάλιν εἰς κυνήγιον. Ὁ Ἄγγλος ἰατρὸς ὅμως, ἰδιότροπος καὶ αὐτὸς, εἶπεν, ὅτι προτιμότερον ἦτο ν’ ἀποθάνῃ ὑπὸ τὴν ἐπιστήμην, ἢ νὰ θεραπευθῇ ἀπὸ ἐμπειρικὸν ἰατρόν. Τὸ ἴδιον ὁ κύριος Καλλιγᾶς, θέλει νὰ ἀποθάνῃ τὸ Ἔθνος ὑπὸ τὴν ἐπιστήμην, καὶ τὸ λέγουν τοῦτο ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐζήτασάν ποτε σπουδαίως τὰ πράγματα, καὶ οἱ ὁποῖοι διαστρέφουν καὶ αὐτὴν τὴν ἀριθμητικήν. Ὡμίλησεν ἀρκετὰ περὶ τοῦ συναλλάγματος, καὶ εἶπε διαφόρους ἰδέας τόσον ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καθὼς καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς χθὲς μᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ συνάλλαγμα εἶναι ἤδη πεσμένον, διότι ἡ Ἀγγλικὴ λίρα κατέβη. Ἐὰν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἐξήταζε τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ὑψοῦται εἴς τινας περιστάσεις τὸ συνάλλαγμα καὶ ἐλαττοῦται εἴς τινας ἄλλας, δὲν ἤθελεν εἰπεῖ ὅτι ἡ πτῶσις τοῦ συναλλάγματος εἶναι προϊὸν καὶ ἀποτέλεσμα τῶν Νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλήν· διότι τὰ νομοσχέδια αὐτὰ δὲν ἠδύναντο ὡς θεὸς ἀπὸ μηχανῆς νὰ φέρουν καὶ ῥίψουν τὸν χρυσὸν ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος. Ἀπὸ καιροῦ παρατηρεῖται, ὅτι, ὅταν τὸ Δημόσιον πρόκηται νὰ καταβάλῃ εἰς χρυσὸν τὰ τοκομερίδια εἰς τὴν Τράπεζαν, τὸ συνάλλαγμα ὑψοῦται, καὶ πάλιν, ἅμα παρέλθῃ αὐτὴ ἡ ἐποχὴ, τὸ συνάλλαγμα πίπτει. Τώρα, εἶναι ὁ νόμος τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως, ἢ εἶναι τραπεζικὸν παιγνίδιον; δὲν τὸ γνωρίζω· γνωρίζω ὅμως, ὅτι, ὁσάκις τὸ Δημόσιον πρόκειται νὰ πληρώσῃ τὰ τοκομερίδια εἰς χρυσὸν εἰς τὴν Τράπεζαν, τὸ συνάλλαγμα πάντοτε εἶναι ὑψωμένον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς ὡμίλησε προχθὲς περὶ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἔκαμε καὶ μίαν ἀποστροφὴν εἰς τὴν ὁμιλίαν του. Μήπως ἐννοεῖτε, εἶπεν ὁ κύριος Καλλιγᾶς, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον, ὅτι δύνασθε νὰ ἄρητε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καθὼς εἴπατε, ὅτι θέλετε λύσει τὸ ζήτημα μετὰ καὶ ἄνευ τῆς Εὐρώπης; Ἀνέπτυξε δὲ κατόπιν τὸ ζήτημα καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, πρὶν ἢ φθάσωσι τὰ χρεώγραφά μας εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασαν τὰ Ἰταλικὰ χρεώγραφα, τουτέστιν 92%, ἐνῷ τὰ ἰδικά μας χρεώγραφα, εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσάγων τὸ Νομοσχέδιον, ἔχουν μόνον 67%. Θὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν τῳόντι μόνον, ὅταν φθάνουν 92% τὰ χρεώγραφα τῶν ἐθνῶν, τότε εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, κατὰ τὴν ῥῆσιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· Θὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν τὰ χρεώγραφα, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴν ῥῆσιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχον 67 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, καθ’ ἣν ἐποχὴν εἰσήγαγε τὸν Προϋπολογισμὸν, διὰ τί ἔφθασαν εἰς 77%, ὡς εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, καὶ ἐὰν ἡ ἀνύψωσις αὕτη τῶν χρεωγράφων, μετὰ τοσαύτης σπουδῆς γενομένη καὶ ἐπὶ τοσαύτης διαφορᾶς, εἶναι ἀνύψωσις πραγματικὴ, ἢ εἶναι ἀνύψωσις, τὴν ὁποίαν ἡ κυβεία μεταχειρίζεται, ἡ κυβεία, ἥτις ἀνεπτύχθη εἰς τὸ Χρηματιστήριον, τὸ ὁποῖον βεβαίως μίαν ἡμέραν θέλει φέρει μεγαλειτέραν συμφορὰν ἀπὸ τὴν συμφορὰν, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ἡ πώλησις τῶν Λαυριακῶν μετοχῶν. Τὸ Χρηματιστήριον αὐτὸ εἶναι προωρισμένον μίαν ἡμέραν νὰ καταστρέψῃ οἰκογενείας εἰς τὸν τόπον, ἐὰν δὲν ληφθῶσι μέτρα καὶ γείνωσι Νόμοι. Εἰς ποῖον μέρος τοῦ κόσμου τὰ χρεώγραφα ἀναβαίνουν ἢ καταβαίνουν ἐντὸς τῆς ἡμέρας φράγκα 12 ἢ καὶ 15; Χθὲς ἡ Ἀγγλία εἶχε πόλεμον, καὶ πόλεμον, ὁ ὁποῖος εἰς τὰς ἰδέας ὅλου τοῦ κόσμου, τοῦ τύπου τοὐλάχιστον τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ, ἠπείλει τὴν εὐρωπαϊκὴν εἰρήνην· πόσον ἔπεσαν τὰ χρεώγραφα τῆς Ἀγγλίας; 1 ἢ 1½%. Καὶ ὅμως, διότι ὁ κ. Καλλιγᾶς ἔρχεται μὲ τὸ σιγαρόχαρτον, βλέπομεν ἀνυψωμένα τὰ χρεώγραφα! Καὶ ὁμολογεῖ, ὅτι οὕτως ἀποκατεστήσαμεν τὸ ἔθνος, καὶ δυνάμεθα ν’ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς περιστάσεις, καὶ οὕτω δύναται νὰ ἐκτιμηθῇ τὸ ἔθνος καὶ ἀπολαύσῃ τὴν πίστιν ὁλοκλήρου τῆς Εὐρώπης. Νομίζει, ὅτι διὰ τραπεζικῶν ἐπιχειρήσεων, διὰ μηχανευμάτων δύναται ἓν ἔθνος ν’ ἀνυψώσῃ τὴν πίστιν αὑτοῦ, ἀλλὰ πλανᾶται. Εὔχομαι νὰ μὴ τὸ ἴδω καὶ νὰ μὴ ἦμαι μάντις κακῶν, ἀλλὰ λέγω, ὅτι τὸ Χρηματιστήριον αὐτὸ θὰ φέρῃ συμφορὰς εἰς τὸν τόπον. Ἡ Τουρκία, μᾶς εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, εἶχε πάντοτε ὡς νομισματικὴν μονάδα τὸ γρόσι, τὸ ὁποῖον τῳόντι εἶναι ἡ μικροτέρα νομισματικὴ μονάς, ἐκτὸς μιᾶς, νομίζω, νομισματικῆς μονάδος τῆς Ἱσπανίας. Ἀλλ’ ἡ Τουρκία, πρὶν ἢ εἰσέλθῃ εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, περὶ τῆς ὁποίας σᾶς ὡμίλησε πρὸ ὀλίγου ὁ κύριος Δημητρακάκης, εὑρίσκετο εἰς τὴν πλέον καλλιτέραν κατάστασιν οἰκονομικῶς ἀπὸ ὅλα τὰ Κράτη τῆς Εὐρώπης, διότι οὐδὲν ὤφειλε. Καὶ ὅταν ἐπὶ 400 ἔτη διεῖπε τὸν τόπον χωρὶς νὰ χρεωστῇ τίποτε, ἕπεται ὅτι εὑρίσκετο εἰς τὴν καλλιτέραν οἰκονομικὴν κατάστασιν. Ἀλλὰ θὰ μοῦ εἰπῆτε: ἡ Τουρκία εἶναι ἔθνος εὐνομούμενον; Εἶναι ἔθνος πολιτισμένον; Καὶ ἀντλεῖτε τὰ ἐπιχειρήματά σας ἀπὸ τὴν Τουρκίαν; Ὄχι, ποσῶς. Ἔχω παραδόσεις νὰ γνωρίζω πολὺ καλλίτερα ἀπὸ τὸν κύριον Καλλιγᾶν, ὁποῖον ἦτο τὸ Τουρκικὸν ἔθνος· ἀλλ’ αὐτὸ τὸ παράδειγμα ἔφερεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, αὐτὸ φέρω καὶ ἐγώ. Καὶ μήπως ἤλλαξεν ὁ πολιτισμὸς τῆς Τουρκίας, καὶ δὲν εἶναι ἐκεῖνος ὅστις ἦτο κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τοῦ 1453; Μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι τότε ἦσαν Τοῦρκοι μόνοι, καὶ τώρα Τοῦρκοι καὶ Φράγκοι, καὶ δὲν εἶναι οὔτε Τοῦρκοι, οὔτε Φράγκοι. Ὅταν κατὰ τὰ 1827 ἐγένετο ἡ ναυμαχία τῆς Πύλου, πρῶτοι, οἱ ὁποῖοι ἔμαθον τοῦτο εἰς τὴν Κωνς)πολιν, ἦσαν οἱ Πρέσβεις, οἵτινες ἐταράχθησαν, διότι διέτρεχον τὸν κίνδυνον νὰ καρατομηθῶσιν. Ὁ Τοῦρκος ἀκόμη ἦτο μέγας κύριος, καὶ ὅταν πρῶτον ἀνήγγειλον εἰς τὸν Ῥεῒς ἐφέντην τὴν εἴδησιν καὶ ἤθελον νὰ τὸν συμβουλεύσουν νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὰς παρατηρήσεις τῶν δυνατῶν, ἠξεύρετε τί εἶπεν ἀναφορικῶς πρὸς τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα; «Σεῖς οἱ μουφλούζιδες οἱ Εὐρωπαῖοι δέν εἶσθε ἱκανοὶ νὰ συμβουλεύσητε ἡμᾶς· πηγαίνετε νὰ πληρώσητε πρῶτον τὰ χρέη σας». Ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις ἑνὸς τόπου δὲν ἐξαρτᾶται μόνον ἐκ τῆς μονάδος, ἂν ἦναι τὸ Αʹ. ἢ τὸ Βʹ. σύστημα, ἀλλὰ ἀπὸ πολλὰς ἄλλας περιστάσεις· ἀπὸ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς γεωργίας, ἀπὸ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐμπορίας καὶ τῆς ναυτιλίας καὶ ἄλλων. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, οἱ καθιστῶντες ἓν ἔθνος εἴτε πλούσιον, εἴτε πτωχόν· αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι οἱ ἀνυψοῦντες καὶ καταβιβάζοντες τὸ συνάλλαγμα· σᾶς προλέγω δ’ ἀπὸ τοῦδε, ὅτι, καθ’ ἣν ἡμέραν τὸ Δημόσιον θὰ πληρώσῃ τὰ τοκομερίδια διὰ τὰ δάνεια, πάλιν τὰ χρεώγραφα θὰ ἀνυψωθῶσιν εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἦσαν πρὸ ἑνὸς μηνός· ἐὰν θέλετε μάλιστα δύναμαι νὰ σᾶς φέρω σημείωσιν ὅλων τῶν ἐποχῶν, νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι τὸ πρᾶγμα οὕτως ἔχει. Ἐρχόμεθα κατόπιν εἰς τὸ Νομοσχέδιον περὶ οἴνων. Καὶ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι τὰ Νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι ἔργα μεμελετημένα καὶ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου. Ποῖος ἦτο ὁ ἰσχυρότερος λόγος, δι’ ὃν ἀπὸ τὸ 1871 ἀνεγνωρίσθη ἡ ἀνάγκη τῆς διορθώσεως τῆς ἐγγείου φορολογίας, ὑπὲρ τῆς ὁποίας καὶ ἐγὼ ἐκηρύχθην; Ὁ σπουδαιότερος λόγος ἦτο ἡ καταπίεσις τῶν γεωργῶν παρὰ τῶν ἐνοικιαστῶν, καὶ σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ Ἰπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπαναφέρει τὸ σύστημα αὐτὸ ὑπὸ τὴν πλέον εἰδεχθῆ αὐτοῦ ὄψιν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παραβιάζει καὶ αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, διότι ἡ οἰκία, τὸ ἄσυλον τοῦ πολίτου, δὲν εἶναι ἀσφαλής· παραβιάζεται ἡ θύρα τῆς οἰκίας τοῦ πολίτου, διὰ νὰ εἰσέλθουν τίνες; οἱ εἰσπράκτορες καὶ ὁ Εἰρηνοδίκης, διὰ νὰ καταμετρήσουν τοὺς οἴνους. Καὶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ Εἰρηνοδικῶν, τοὺς ὁποίους ἐπῄνεσαν, καὶ δύναται νὰ ἔχῃ δίκαιον ὁ κ. Φιλάρετος, θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Σολιώτου, Ὑπουργικοῦ Βουλευτοῦ, τί μοὶ συνέβη, ὅτε ἤμην εἰς τὴν πανήγυριν τοῦ δήμου, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου καὶ φίλος μου κ. Χρῆστος Σολιώτης. Ἐκεῖ ἦτο μία κουστῳδία ἐξ ἑνὸς Ἐπάρχου Ζούζουλα, τὸν ὁποῖον μᾶς ἐφιλοδώρησεν ὁ Βουλευτὴς Μαντινείας κ. Ζέγγελης, εἴχομεν καὶ ἕνα ἐνωμοτάρχην Ταμπούρην καὶ ἕνα Εἰρηνοδίκην. Οὗτοι κατὰ τὸ διάστημα τῆς πανηγύρεως συλλαμβάνουν ἐντίμους καὶ φιλησύχους πολίτας ὡς ὑπόπτους ζωοκλόπους καὶ τοὺς ἠπείλουν, ὅπως τοὺς δώσουν χρήματα, ἵνα ἀπαλλαχθῶσι.
§38ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Διατί δὲν τοὺς κατηγγείλατε;
§39ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶχον ἀνάγκην· τὰ λέγω ἀπὸ τοῦ βήματος, διότι ἡ καταγγελία δὲν ἤθελεν ἀκουσθῆ, ὡς δὲν ἠκούσθη καὶ χθὲς, ὅτε εἶπον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δύω συνοφειλέται, ὁ εἷς ἀπὸ τὰ Σουδενὰ καὶ ὁ ἕτερος ἀπὸ τὰ Καλάβρυτα, ὤφειλον διὰ τὴν αὐτὴν ὑπόθεσιν καὶ συλλαμβάνεται ὁ ἐκ τῶν Σουδενῶν, ὁ δὲ ἐκ Καλαβρύτων ὄχι, ζητεῖται δὲ ἀπὸ τὸν συλληφθέντα νὰ πληρώσῃ τὸ ὅλον, καὶ ἔπειτα ἂς ὑπάγῃ εἰς τὰ Δικαστήρια νὰ ζητήσῃ τὴν ἀποζημίωσίν του ἀπὸ τὸν ὀφειλέτην. Ἡ Δικαιοσύνη δ’ ἀπῄτει νὰ ζητηθῇ παρ’ ἑκάστου τὸ ἀνάλογον, καὶ αὗται ἦσαν αἱ ἐπαγγελίαι τοῦ πέμπτου κόμματος, ἐνόσῳ ἦτο πέμπτον κόμμα· ὅταν ὅμως μετετράπη εἰς κόμμα προσωπικὸν, αἱ ἐπαγγελίαι του ἤλλαξαν καὶ ἐπαγγελίαι του εἶναι ἡ σημερινὴ κατάστασις. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο νὰ ἀναχωρήσω, ἔρχονται καὶ μοὶ λέγουν, ὅτι συνέλαβον τὸν Μπουχλιέλον καὶ τὸν Σελιβέρην, ὅστις εἶναι ἐξάδελφος τοῦ ἐνταῦθα ἐμποροράπτου Σελιβεροπούλου, καὶ τοὺς συλλαμβάνουν, κύριοι, ὡς ζωοκλόπους, ἐνῷ πρὸ ὀλίγου εἶχον ἰδεῖ ὑπόπτους ζωοκλόπους, περιφερομένους μετὰ τοῦ Εἰρηνοδίκου καὶ τοῦ ἐνωμοτάρχου, συντρώγοντας καὶ συνευθυμοῦντας. Δὲν ἦτο βεβαίως τῆς θέσεώς μου, ἵνα παραπονεθῶ πρὸς τοιαῦτα ὄργανα, ἀλλ’ ἠγανάκτησα καὶ εἰσῆλθον ἐντὸς τοῦ περιβόλου τῆς πανηγύρεως καὶ εἶπον εἰς τὸν ἐνωμοτάρχην: τί κάμνετε; πῶς συλλαμβάνετε τοὺς τιμίους καὶ φιλησύχους πολίτας! καὶ διατί ἐγένοντο, τὸ ἐννοεῖτε· διότι ἀπὸ τὸν τόπον τῆς πανηγύρεως μέχρι τῶν Πατρῶν ἦτο 17 πλήρεις ὧραι, καὶ ὅταν οἱ χωροφύλακες μεταφέρουν, χρειάζονται πέντε ἡμέρας, καὶ ὅταν ὑπάγουν εἰς τὰς Πάτρας, θὰ μεταφέρωνται ἀπὸ τὰ γραφεῖα εἰς γραφεῖα, ἤτοι ἀπὸ τοῦ Ἄννα εἰς τοῦ Καϊάφα, ἑπομένως ἤθελον προτιμήσει νὰ ἀπαλλαχθῶσι διὰ τῶν γνωστῶν μέσων. Λέγω αὐτὰ, ἐπειδὴ μὴ νομίσητε, ὅτι, διότι ὁ κ. Λομβάρδος ἐσύστησε σχολεῖον θηλέων εἰς τὰ Μαζέϊκα, ὅτι ἔσωσε τὸν τόπον. Γνωρίζω καὶ τὸ πνεῦμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐμφορεῖται ὁ κ. Λομβάρδος, ἀλλ’ ἂς ἦναι βέβαιος, ὅτι οὐδὲν θὰ κατορθώσῃ ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα σκέπτεται.
§40ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Εἰς τὸ ζήτημα.
§41ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἰς τὸ ζήτημα εἶμαι. Δὲν ὠφελεῖ τίποτε ἡ σύστασις τοῦ σχολείου μεμονωμένου, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κυρίου Φωτήλα, καὶ ἂς μὲ διαψεύσῃ, νὰ τὸν ἀκούσουν οἱ Κλειτοριεῖς. Εἰς τὰ Μαζέϊκα, κύριοι, πρωτεύουσαν τοῦ δήμου Κλειτορίας, δὲν δύναταί τις ν’ ἀφήσῃ νύκτα ἔξω τὸ ἄλογόν του· πρέπει νὰ τὸ ἔχῃ δεμένον μὲ τὰ σίδηρα, διὰ νὰ τὸ ἀσφαλίσῃ.
§42ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἐζήτησα τὴν σύστασιν τοῦ σχολείου τῶν θηλέων. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἐξεπλήρωσεν ἀνάγκην κοινωνικὴν σπουδαιοτάτην, διότι ὑπάρχουσι πλέον τὴν 3000 κατοίκων.
§43ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸν κύριον Λομβάρδον δὲν κατακρίνω· ἀπ’ ἐναντίας, ἐν ὅσῳ τὸν βλέπω ἀδελφοποιούμενον μετὰ τοῦ κυρίου Βαλαωρίτου, τὸν ἐπικροτῶ, καὶ λέγω, ὅτι εἶναι ἄνθρωπος τῆς ἐποχῆς. Ἐνθυμοῦμαι ἄλλοτε, ὅτι μόνον ἡ ἐμφάνισις τοῦ κυρίου Βαλαωρίτου εἰς ἓν κόμμα ἐθεωρεῖτο ἀπὸ τὸν κύριον Λομβάρδον ὡς τὸ ἔμβλημα τῆς προδοσίας κατὰ τοῦ τόπου· «σήμερ’ ἀλλάξαν οἱ καιροί»·
§44ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Καλὸν θὰ ἦτο νὰ συνεμορφώνεσθε μὲ τὸν Κανονισμὸν καὶ νὰ περιορισθῆτε εἰς τὸ ζήτημα.
§45ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κάμνετε καλὰ νὰ ἀναγνώσητε τὸν Κανονισμὸν, διὰ νὰ τὸν γνωρίζητε καὶ νὰ μὴ διακόπτετε, καὶ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε σεῖς, οὔτε τὰ εἶπε ποτὲ, οὔτε θὰ τὰ εἰπῇ Κανονισμὸς ἐλευθέρου συνταγματικοῦ Κράτους.
§46ΜΙΛΗΣΗΣ. Χθὲς ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐζήτησε νὰ θέσῃ πολιτικὸν ζήτημα· λοιπὸν τί παραπονεῖσθε;
§47ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ φορολογικὸν σύστημα τοῦ οἴνου. Σᾶς εἶπον καὶ πρότερον ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ὅτι δὲν γνωρίζω οὐδὲν χειρότερον σύστημα ἀπὸ τὸ προτεινόμενον καὶ ἐπαχθέστερον· εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ὅλοι ἔχομεν συμφέρον νὰ συντρέξωμεν εἰς τὴν καλλιέργειαν καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς σταφιδοφυτείας καὶ ἀμπελοφυτείας, ἔρχεται ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τὴν πνίξῃ εἰς αὐτὰ τὰ σπάργανά της. Εἶσθε οἱ περισσότεροι καὶ ἀμπελοκτήμονες καὶ σταφιδοκτήμονες· θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μαρτυρίαν σας, καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω ἄν που ἔχω λάθος νὰ μὲ διορθώσητε. Εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ παραγωγὴ τῆς σταφίδος ἀνέρχεται πράγματι, ἂν ὑπολογίσωμεν καὶ τὰς φυτείας, αἵτινες δὲν ἔδωκαν καρπὸν, εἰς 300,000,000· ἀλλὰ διὰ νὰ παράξητε τὸ ποσὸν τοῦτο, πρέπει νὰ ὑπολογίσητε κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, διότι ἔχομεν καὶ καλλιτέρας καὶ χειροτέρας ποιότητος, δύω στρέμματα εἰς τὴν χιλιάδα· ἔχομεν λοιπὸν τὸ ποσὸν τῶν 600,000 στρεμμάτων διὰ τὴν ὅλην παραγωγήν. Νὰ προσδιορίσω τὸν ἀριθμὸν τῶν στρεμμάτων τῶν ἀμπέλων δὲν δύναμαι· ἂν ὅμως ἐκ τῆς στατιστικῆς θελήσωμεν—διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ ὁρίσῃ τὸ φορολογητέον ποσὸν τοῦ οἴνου εἰς 100,000,000 ὀκάδων, εἶχε στατιστικὴν—ἂν ἐκ τῆς στατιστικῆς ἀναχωρήσωμεν θὰ δυνηθῶμεν νὰ προσδιορίσωμεν καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν στρεμμάτων τῶν ἀμπέλων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὥρισεν εἰς 100,000,000 τὸ ποσὸν τοῦ φορολογητέου οἴνου, εἴτε διὰ τῶν δύω λεπτῶν, εἴτε διὰ τοῦ ἄλλου φόρου, τὸν ὁποῖον ὠνόμασεν ἔμμεσον φόρον, ἢ φόρον καταναλώσεως, τῶν τριῶν λεπτῶν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀφήσωμεν ἀνὰ 500 ὀκάδας εἰς ἕκαστον οἰκογενειάρχην. Ὁ πληθυσμὸς τῆς Ἑλλάδος ἀναβιβάζεται εἰς 2,000,000 ψυχάς· ἂν παραδεχθῶμεν τὴν γενικὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν παρεδέχθησαν ὅλοι οἱ καταγινόμενοι περὶ τὰ τοιαῦτα, θέλομεν ὁρίσει, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχουν 400,000 οἰκογένειαι, καὶ δὲν θὰ μείνῃ καμμία οἰκία χωρὶς νὰ φορολογηθῇ, (θόρυβος)· εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχει κανεὶς νὰ μὴ ἔχῃ ἄμπελον (θόρυβος). Τί θορυβεῖτε; εἰς πόσον θέλετε νὰ ἀναβιβάσητε τοὺς ἀμπελοκτήμονας ἐν Πελοποννήσῳ; δὲν γνωρίζω ἄνθρωπον μὴ ἔχοντα ἄμπελον, ἐκτὸς ἂν ἦναι ἀληθὲς τὸ λεγόμενον, ὅτι μὲ λοξὸν ὄμμα βλέπετε πρὸς τὸ μέρος τῆς Πελοποννήσου. Ἂς παραδεχθῶμεν λοιπὸν ὅτι 350,000 εἶναι οἱ ἀμπελοκτήμονες· ἐὰν ἀφεθῶσιν εἰς αὐτοὺς 500 ὀκάδες οἴνου, θὰ ἔχωμεν 150,000,000 ὀκάδας οἴνου. Ποία εἶναι, κύριοι, ἡ δαπάνη, τὴν ὁποίαν θέλομεν διὰ τὴν καλλιέργειαν ἑκάστου στρέμματος ἀμπελῶνος; Ἀκούσατε, καὶ ὅσοι εἶσθε εἰδήμονες, διαψεύσατέ με, ἐὰν δὲν λέγω ἀκριβῆ. Ἕν στρέμμα θέλει 4 ἡμεροδούλια διὰ σκάψιμον, 1 διὰ κλάδευμα, 1 διὰ βοτάνισμα καὶ διὰ θείωσιν, 3 διὰ τρυγητὸν καὶ διὰ κουβάλισμα καὶ 2 ἀντίτιμον τῆς ρητίνης, τὴν ὁποίαν μεταχειριζόμεθα. Τοὺς ἀριθμοὺς, κύριοι, φέρω πολὺ ἠλαττωμένους· λοιπὸν 12 ἡμεροδούλια πρὸς 3 δραχμὰς ἔχομεν 36· ποία εἶναι ἡ παραγωγὴ ἑνὸς στρέμματος κατὰ μέσον ὅρον; 400 ὀκάδες· ἐὰν βάλητε τώρα φόρον 5 λεπτὰ, ἔχετε εἰς τὰς 400 ὀκάδας 20 δραχμάς· ποία εἶναι ἡ ἀξία τοῦ εἰσοδήματος; Εἰς τὰ μέρη τὰ ἰδικά μας ὁ οἶνος πωλεῖται συνήθως ὀλιγώτερον τῶν εἴκοσι λεπτῶν ἡ ὀκᾶ, ἀλλ’ ἐγὼ παραδέχομαι τὰ 20· ἔχομεν 80 δραχμὰς κατὰ στρέμμα, ἀφαιρέσατε τὰς 36, τὰς ὁποίας κατέβαλε διὰ καλλιέργειαν, ἀφαιρέσατε τὰς 20 δραχμὰς, τὰς ὁποίας ἐπλήρωσε διὰ φόρον, ἀφαιρέσατε καὶ τοὺς τόκους τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα κατέθεσε, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι οὐδὲν κερδίζει. Καὶ ἔρχεσθε ἐν τούτοις μὲ ἕνα Νόμον καταθλιπτικὸν, καταπιεστικὸν, νὰ φορολογήσητε τὸν γεωργὸν διὰ τὸν οἶνόν του, τὸν ὁποῖον ἔχει, ὅταν ἐπιστρέφῃ τὸ ἑσπέρας ἀπὸ τὴν ἐργασίαν του καταπεπονημένος μόνην παρηγορίαν καὶ μόνον στήριγμα, διὰ νὰ κρατήσῃ τὴν ὑγείαν του καὶ τὰς δυνάμεις του, καὶ τοῦ ἀφαιρεῖτε καὶ αὐτὸν τὸν οἶνον, τὸν ὁποῖον πίνει, ἵνα καλλιεργήσῃ τὴν γῆν, ὅπως γεμίσῃ τὰ Ταμεῖα καὶ πληρώσῃ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι συνειθίσαμεν νὰ μισθοδοτώμεθα καὶ ὄχι νὰ φορολογώμεθα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτὸς ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλετε, ἀλλ’ ἐπιβάλλετε καὶ ἄλλον ἔμμεσον φόρον. Σᾶς ἀνέφερον, ὅτι 12 ἡμεροδούλια ἀπαιτοῦνται διὰ τὰς ἀμπέλους ἑνὸς στρέμματος· σᾶς ἀφαιρῶ τὰ 2, τὰ ὁποῖα ἔθεσα διὰ τὴν ῥητίνην, καὶ μένουν 10 ἡμεροδούλια. Σήμερον εἰς τὰ μέρη τὰ ἰδικά μας καὶ εἰς τὰς Πάτρας καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν Βουλευτῶν, δαπανᾶται οἶνος καὶ διὰ τὴν καλλιέργειαν· χρειάζεται λοιπὸν 15 ὀκάδας οἴνου διὰ τὴν καλλιέργειαν ἑνὸς στρέμματος, καὶ διὰ τὰς 15 αὐτὰς ὀκάδας τίθεται πρόσθετος φόρος 75 λεπτῶν.
§48ΚΑΛΛΙΓΑΣ. 30 λεπτὰ· δὲν καταλαμβάνετε αὐτοὺς τοὺς λογαριασμούς.
§49ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν καταλαμβάνω αὐτοὺς τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ κ. Καλλιγᾶ, ὁ ὁποῖος μᾶς εἶπεν, ὅτι 120,000 ὀκάδες σιγαροχάρτου ἀπὸ 8,40 ἑκάστη ὀκᾶ κάμνει 1,500,000 δραχμάς. Ὑπάρχει λοιπὸν πρόσθετος φόρος εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, ὁ ὁποῖος καλλιεργεῖ ἄμπελον· καὶ ἠξεύρετε, κύριοι, ποία καλλιέργεια γίνεται εἰς τὴν Πελοπόννησον; Σήμερον ὑπάρχουν ἰδιοκτῆται ἐπιβαρυνόμενοι μὲ χρέη πολλὰ, διότι μὴ ἀκούετε σταφιδοκτήμονας καὶ ἐννοεῖτε ὅλους πλουσίους· οἱ πλούσιοι εἶναι ἐδῶ, εἶναι οἱ ἔχοντες μετοχὰς καὶ χρεώγραφα, τὰ ὁποῖα δὲν φορολογοῦνται. Ἐπιβάλλετε λοιπὸν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην ἐπὶ 10 χιλιάδων ὀκάδων, τὰς ὁποίας θέλει διὰ τὴν καλλιέργειαν τοῦ κτήματός του, ἐπιβάλλετε πρόσθετον φόρον 500 δραχμάς. Εἰς τὴν σταφίδα ἐπιβάλλετε φόρους καὶ φόρους βαρεῖς· μετεβάλετε ἐπὶ τέλους καὶ τὸ σύστημα ἀπὸ παλαιὰς δραχμὰς εἰς νέας. Ὁ φόρος ἐπὶ τῆς σταφίδος σήμερον ἄνευ τῶν φουρκάδων, περὶ τῶν ὁποίων ἔκαμε λόγον ὁ κ. Καλλιγᾶς, τὰς ὁποίας θὰ ὑποβάλῃ εἰς φόρον, διότι φόρος ἐπὶ τοῦ οἴνου καὶ τῶν φουρκάδων θὰ ἦναι φόρος ἐπὶ τῆς σταφίδος, καὶ μόνος ὁ πρόσθετος τοῦ οἴνου ἀναβαίνει εἰς 650 χιλιάδας ἐκ τῆς καλλιεργείας τῆς σταφίδος. Αὐτὰ εἶναι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔφερε καὶ διὰ τὰ ὁποῖα ἐκαυχήθη τόσον πολὺ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἐκαυχήθη ὅτι ἔχει ἀρχὰς, ὅτι ἔχει σύστημα πλῆρες· σᾶς λέγω ὅμως καὶ ἐγὼ, ὅτι τὸ σύστημά σας δὲν εἶναι σπουδαῖον, καὶ πέρυσιν ἐφέρατε νομοσχέδια μὴ πλήρη, καὶ ἐλέγατε, ὅτι ἤλθατε μεμελετημένοι, καὶ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἀνεκαλέσατε τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν αἰγῶν. Τὰ νομοσχέδιά σας καὶ ἐφέτος δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ τὰ ὑποστηρίζητε· θὰ τὰ ἀνακαλέσητε οἱ ἴδιοι, καὶ θὰ ἀποδειχθῇ πάλιν μίαν φορὰν, ὅτι ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα κατηγορεῖτε τοὺς ἄλλους, ἐπράξατε σεῖς οἱ ἴδιοι, καὶ ὡς πρὸς τὰ φορολογικὰ, καὶ ὡς πρὸς τὴν πολιτικὴν καὶ ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν. Μᾶς εἰσάγετε καθ’ ἑκάστην νομοσχέδια περὶ αὐξήσεως τῶν ἐσόδων, περὶ αὐξήσεως τῆς συναλλαγῆς, τὴν ὁποίαν ἀνεπτύξατε μέχρις ἐπιστήμης, διότι ὅλαι σας αἱ πράξεις εἶναι, ὡς λέγετε, ἐπιστημονικαί. Εἶναι αὐταὶ αἱ ἀρχαὶ τοῦ ποτὲ πέμπτου κόμματος; Αὐτὸ ἠκολουθήσαμεν ἡμεῖς κατὰ τὰ μακρὰ ἔτη καθ’ ἃ ἐπολιτευόμεθα; ὅλως τὸ ἐναντίον. Τὸ σύστημά μας ἦτο τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καθιερώσαμεν εἰς τὰ 1880, ἀλλὰ τότε δὲν εἴχομεν πάθει ἀπὸ ἴλιγγον· ἡ μεγάλη πλειονοψηφία μᾶς ἐσκότισε. Τότε προεβαίνομεν εἰς κατάργησιν Εἰσαγγελέων, κατάργησιν γραμματέων ἐπαρχείων, γραμματέων ταμείων, καὶ ὅλας αὐτὰς τὰς καταργήσεις θέλετε τὰς εὕρει εἰς μίαν μακρὰν ὁμιλίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἄλλοτε Βουλευτὴς Παρνασσίδος κ. Σιμόπουλος, ὁ ὁποῖος διετύπωσε τότε οἰκονομικῶς τὸ πρόγραμμα τοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον τότε ἀντεπιοσωπεύομεν. Εἶσθε λοιπὸν σύμφωνοι μὲ τὸ πρόγραμμά σας; Εἶσθε εἰς θέσιν πλέον διὰ νὰ κατακρίνητε ἄλλους παλινῳδοῦντας; Σήμερον τί ἐκάματε; Σήμερον, ἐνῶ ἔχετε μίαν Δημαρχίαν εἰς τὰ Τρίκκαλα, διοικοῦσαν 65 χιλιάδας κατοίκων, ἔχετε ἕνα Ἔπαρχον εἰς τὴν Αἴγιναν, διοικοῦντα 1580 ψυχάς. Εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει δύναμιν λόγου, καὶ χθὲς ἀρκούντως ὑπερασπίσθη τὴν ὑπόθεσίν του· εἶναι πεπροικισμένος ἐκ φύσεως μὲ αὐτὴν τὴν ἀρετήν, εἶναι δὲ καὶ ἐκ τῆς ἀνατροφῆς, ἀλλ’ ὅπου λαλοῦν οἱ ἀριθμοὶ καὶ τὰ πράγματα, οὐδεμία ῥητορικὴ δύναμις δύναται ν’ ἀναιρέσῃ αὐτά· ὁ δὲ κ. Τρικούπης σήμερον καὶ τὸ Ὑπουργεῖον του δὲν εὑρίσκεται οὔτε εἰς τὰς ἐπαγγελίας, οὔτε εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν προσεδόκα ὁ τόπος ἀπὸ αὐτόν (εὖγε ἀριστερὰ καὶ χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§50ΤΖΑΝΕΣ. Ἡ ἀλήθεια ἔχει τόσην δύναμιν, ὥστε καθιστᾷ τοὺς κατηγόρους συνηγόρους. Τοῦτ’ αὐτὸ συνέβη σήμερον εἰς τὸν ἀξιότιμαν κύριον Πρωθυπουργόν. Ἀντὶ ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἐξεπέμφθη ἐντεῦθεν, ὑπογραφὲν ὑπ’ ἐμοῦ καὶ τῶν συναδέλφων μου κ. Κάρτσωνα καὶ Πεῤῥωτοῦ, ὁ κ. Πρόεδρος ὡμολόγησε τὴν ἀλήθειαν, ὅτι ἡμεῖς διὰ τοῦ τηλεγραφήματος τούτου ἠρωτήσαμεν καὶ φαίνεται ἀριδήλως ἐκ τῆς ἀπαντήσεως, ἣν ἔσχεν, ὅτι οἱ βουλευταὶ Καλαμῶν δὲν ἐπεδίωξαν νὰ ἐξεγείρωσι τὸν λαὸν τῆς ὁμωνύμου πόλεως. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀγορεύων προχθὲς, ἠρπάγη ἐκ τῆς ῥύμης τοῦ λόγου καὶ κάπως ζωηρότερον παρέστησε τὰ πράγματα. Θὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ τηλεγράφημα, ἵνα ἴδῃ, ὅτι οἱ βουλευταὶ Καλαμῶν οὐδέποτε συνέλαβον ἐν τῷ νῷ νὰ διαταράξουν τὴν τάξιν τῆς ἐπαρχίας, εἰς ἣν ἔχουν τὴν τιμὴν νὰ πολιτεύωνται. «Θεόδωρον Λυκουρέζον, δικηγόρον ἐν Καλάμαις», ἄνθρωπον μηδεμίαν σχέσιν ἔχοντα μετ’ ἐμοῦ πολιτικὴν, μηδὲ καὶ μετὰ τῶν ἐντίμων συναδέλφων του, καταγινόμενον δὲ εἰς τὸ ἔργον του, ἐξ οὗ καὶ ἀποδεικνύεται, ὅτι οἱ βουλευταὶ Καλαμῶν ἁπλῶς ἀπηυθύνθησαν ἐρωτῶντες ἐὰν ἦναι ἀληθῆ τὰ δημοσιευθέντα καὶ διὰ τῶν ἐφημερίδων τῆς πρωτευούσης. Ἀναγινώσκω τὸ τηλεγράφημα «Θεόδωρον Λυκουρέζον, δικηγόρον ἐν Καλάμαις. Ἀληθῶς ἕνεκα ἔριδος ἀλλαγῆς νομισμάτων κατὰ νόμον νέου νομισματικοῦ συστήματος ἐφονεύθησαν αὐτόθι συμπολῖται, ποῖοι; ἑπόμενον κακαὶ διαστάσεις παραχθῶσιν ἕνεκα τούτου. Συνῆλθεν αὐτόθι Δημοτικὸν Συμβούλιον, ὡς ἄλλοθι Κράτους, ηὐχήθη ἀναστολὴν ἰσχύος νόμου; Ἀπαντήσατε τάχιστα.» Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν καὶ μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ τηλεγραφήματος, ἐὰν ὄντως οἱ βουλευταὶ Καλαμῶν ἐζήτησαν καὶ κατὰ διάνοιαν νὰ ἐξεγείρωσι τὸν λαὸν τῆς πόλεως Καλαμῶν, πρὸς βλάβην, ἔστω, τῆς πολιτικῆς, τῆς ὁποίας προΐσταται ὁ κ. Τρικούπης.
§51ΦΩΤΗΛΑΣ. Δύω λέξεις θὰ εἴπω. Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ νὰ συζητήσω αὐτὰ τὰ Νομοσχέδια, διότι οὔτε καιρὸς εἶναι, οὔτε τὴν ἱκανότητα ἔχω· ἐννοῶ ὅμως νὰ εἴπω δύω λέξεις περὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, διότι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου, τὸν ὁποῖον καὶ σέβομαι καὶ ἐκτιμῶ, ἐν τῇ ὁμιλίᾳ του ἐποιήσατο λόγον περὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, καὶ ὀφείλω δημοσίᾳ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην τῆς Ἐπαρχίας μου πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὁ ὁποῖος ἐξεπλήρωσεν ἕνα πόθον μιᾶς Ἐπαρχίας, συστήσας Γυμνάσιον ἐν Καλαβρύτοις.
§52ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἰς τὸ χαρτί.
§53ΦΩΤΗΛΑΣ. Τὸ ἐσύστησε καὶ λειτουργεῖ, καὶ ὁλόκληρος ἡ Ἐπαρχία εὐγνωμονεῖ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἐσύστησε καὶ σχολεῖον θηλέων εἰς τὰ Μαζέϊκα, μίαν μεγάλην κωμόπολιν, ἥτις δὲν εἶχε τοιοῦτον. Ἐκφράζω λοιπὸν τὴν εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν. Θὰ εἴπω καὶ δύω λέξεις περὶ τοῦ Εἰρηνοδίκου. Ἐγὼ εἶχον παράπονα κατ’ αὐτοῦ, καὶ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πολλαὶ παρεκτροπαὶ ἐλάμβανον χώραν. Καὶ παρεπονέθην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἐνόμιζον, ὅτι δὲν εἶναι καλὸς, ὅτι δὲν δύναται πρὸ πάντων νὰ ἐκδώσῃ πολιτικὰς ἀποφάσεις, ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι εἰς τὴν πανήγυριν τῆς Παναχράντου ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του καὶ συνέλαβε πολλοὺς ζωοκλέπτας. Μόνον αὐτὰς τὰς διασαφήσεις εἶχον σκοπὸν νὰ κάμω.
§54ΗΛΙΑΣ ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Ὅταν, κύριοι, ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς παρούσης Συνόδου ἐνέσκηψεν ἄκρατος ὁ πατριωτισμὸς ἐν τῇ Βουλῇ, καθεὶς ἤλπιζεν, ὅτι ἤθελεν ὑπάρξει μία συνεργασία ἐν πνεύματι ὁμονοίας, ἡ ὁποία νὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα εὐάρεστον διὰ τὸν λαόν. Ὁμολογουμένως τὸ ζήτημα τὸ νομισματικὸν ἔφερε κἄποιαν ἀνωμαλίαν εἰς τὴν ἀγορὰν, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἔπρεπε νὰ ἐξετάσῃ, ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποφύγῃ οἱαδήποτε Κυβέρνησις τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νομισματικοῦ συστήματος; καὶ τέλος ποῖον μέτρον θεραπείας ἥρμοζεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Δυστυχῶς, ἀντὶ τούτου, τὴν τοιαύτην ἀνωμαλίαν εὗρον τινὲς ὡς ἐπιχείρημα, διὰ ν’ ἀναστατώσωσι τὴν κοινωνίαν καὶ νὰ φέρωσιν, εἰ δυνατὸν, πλήρη τὴν ἀποσύνθεσιν εἰς τὸν τόπον, νομίζοντες, ὅτι ἠδύναντο νὰ κερδοσκοπήσωσιν οὕτω πολιτικῶς. Ἡ Ἑλλὰς ὡς ἐκ τῆς θέσεως, εἰς ἣν εὑρίσκετο πρὸς τὰ ἄλλα Εὐρωπαϊκὰ ἔθνη, καὶ ἕνεκεν τῶν μετ’ αὐτῶν συναλλαγῶν της, ἠναγκάσθη νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ νέον δεκαδικὸν σύστημα ἀπὸ τοῦ 1867, πλὴν τοῦ χαλκοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ ἀφομοίωσις εἶχεν ἀναβληθῇ διὰ τὸν προσεχῆ Ἰανουάριον, καὶ ὡς πρὸς τὸν ὁποῖον ἡ παροῦσα Κυβέρνησις οὐδὲν ἄλλο ἔπραξεν ἢ προέλαβε μίαν κερδοσκοπίαν, ἐφαρμώσασα τὸ σύστημα αἰφνιδίως, ἀντὶ νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὸ μετὰ δύω μῆνας, ὁπότε ἐλάμβανε χώραν ἡ ἰσχὺς τοῦ Διατάγματος τοῦ 1867, καὶ καθ’ ὃ διάστημα οἱ κερδοσκόποι ἤθελον ἐμβάλει τὸ ἔθνος εἰς δυσχέρειαν μεγίστην καὶ ὀλεθριωτάτας συνεπείας, διότι ἤθελον σταματήσει πᾶσαν κίνησιν ἐν τῇ ἀγορᾷ ὡς ἐκ τῆς ἀποκρύψεως τοῦ χαλκοῦ, καὶ παντὸς ἄλλου κερδοσκοπικοῦ μέσου, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν δὲν κατωρθώθη δι’ οὐδενὸς μέσου νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀναστάτωσις ἐκείνη, ἥν τινες περιέμενον, διὰ νὰ τὴν καταστήσωσι στάδιον πολιτικῆς κερδοσκοπίας. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὸ Κοινοβούλιον, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ περιορισθῶσιν οἱ ἀγορεύοντες. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου, ἤρχισαν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἐννοήσῃ παρὰ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θελήσει νὰ ἐμβαθύνῃ εἰς τὴν διάνοιαν ἢ τὸν σκοπὸν τοῦ ἀγῶνος αὐτοῦ. Ἡ κοινωνία μας πάσχει βεβαίως, ἀλλὰ πάσχει οὐχὶ ἕνεκα τοῦ νομίσματος, οὔτε ἤδη, ἀλλὰ πρὸ πολλοῦ, ἀπὸ τὰ φοβερὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπέβαλεν αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ οἱ σήμερον ἀγωνιζόμενοι καλοὶ πατριῶται. Ἔπρεπε νὰ σκεφθῆτε ἐνωρίτερον σεῖς οἱ μεγάλοι πατριῶται, οἱ ὁποῖοι συνήψατε τὰ δάνεια αὐτὰ διὰ προμηθείας, αἱ ὁποῖαι ἄφινον τὰ ἥμισυ κέρδος εἰς τοὺς προμηθεύοντας, ὅτι αὐτὰ τὰ δάνεια θὰ ἐπιβαρύνουν τὸν λαὸν, καὶ ὅτι ἤθελεν ἀναγκασθῆ οἱαδήποτε Κυβέρνησις μίαν ἡμέραν, σκεπτομένη περὶ τῆς σωτηρίας τοῦ ἔθνους, νὰ ἐπιβάλῃ νέους φόρους, διὰ νὰ σώσῃ τὸν τόπον ἀπὸ βεβαιοτάτης χρεωκοπίας. Ἐδῶ ἔπρεπε νὰ ζητηθῇ ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ, καὶ ὄχι εἰς τὴν ἐφαρμογὴν συστήματος, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἠδύνατο ν’ ἀποφύγῃ, καὶ ὄχι νὰ γίνηται τόσῳ λεπτομερὴς ἐξέτασις πόσα σιγαρόχαρτα δίδει ἑκάστη ὀκᾶ χάρτου, οὔτε ἐνδιαφέρει τὸν λαὸν ἐὰν εἰς τὸν καπνὸν ἐπιβάλλεται ὁ ἀνώτατος φόρος. Τὸν λαὸν ἐνδιαφέρει νὰ ἀπαλλαγῇ τῆς δεκάτης καὶ τῆς ζωοκλοπῆς. Τὸν λαὸν ἐνδιαφέρει ἡ συγκοινωνία, διὰ τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ εὐγνωμονῶμεν εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν διότι ἐπελήφθη σπουδαίως τοῦ ἔργου τούτου. Πρὸ πάντων δὲ ὀφείλει νὰ εὐγνωμονῇ ἡ Γορτυνία, εἰς τὴν ὁποίαν, καίτοι εἶχε πάντοτε τὴν εὐτυχίαν νὰ ἔχῃ Ὑπουργοὺς, οὐδέποτε ὅμως ἔγεινεν ὁδὸς ἢ γέφυρα, διὰ νὰ μὴ πνίγωνται οἱ ἄνθρωποι τοῦ ἱστορικοῦ ἐκείνου τόπου καὶ κρημνίζωνται εἰς τὰ βάραθρα.
§55ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔγεινε δρόμος εἰς τὴν Γορτυνίαν;
§56ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ μὲ ἐρωτᾶτε, φίλτατε συνάδελφε, περὶ Γορτυνίας, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ σᾶς ἀπαντήσω τί ἐγένετο εἰς αὐτήν. Ἀπεφασίσθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἀναλογία τῆς Γορτυνίας 1,800,000 νὰ δαπανηθῇ εἰς τοὺς δρόμους, καὶ διέταξεν ἅμα τῇ ἀνόδῳ της εἰς τὴν Ἐξουσίαν νὰ ἐπισπευθῇ ἡ κατασκευὴ τῆς γεφύρας, καὶ σήμερον ἔχουν κατασκευασθῆ πέντε πόδες. Ἐστάλη Μηχανικὸς νὰ χαράξῃ τοὺς δρόμους, ἀλλ’ ἐπέστρεψεν ἀμέσως εἰς Ἀθήνας, διότι ἔλεγεν, ὅτι ἔχει ἀνάγκην νὰ περιθάλψῃ τὴν οἰκογένειάν του, καὶ ἀμέσως ἐπαύθη αὐτός. Διετάχθη ἄλλος Μηχανικὸς νὰ μεταβῇ, ὅστις καὶ μεταβαίνει κατ’ αὐτὰς, καὶ ἡ Γορτυνία ἐλπίζει νὰ ἴδῃ δρόμους καὶ νὰ μεταβάλῃ τὴν ἀπελπιστικὴν ἐκείνην κατάστασιν, εἰς ἣν ἐπίτηδες εἶχον φέρει αὐτὴν οἱ κατὰ καιροὺς λαμβάνοντες μέρος ὡς Ὑπουργοὶ Γορτύνιοι, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐλάμβανον κάθε μέτρον πῶς νὰ ἐμποδίσουν τὰ καλὰ ἐν Γορτυνίᾳ, εἰς τὴν ὁποίαν, διὰ νὰ περιοδεύσῃ τις, εἶναι ἀνάγκη πρῶτον νὰ ἐξομολογηθῇ. Καὶ σήμερον ἀκόμη μετέρχονται πᾶν μέσον νὰ ἀναστείλουν ὅ,τι καλὸν ἀποφασίζεται διὰ τὴν Γορτυνίαν. Αὐτὰ εἶναι τὰ ζητήματα κυρίως ὡς ἐξετέθησαν. Ὅταν δὲ ἔλθουν αἱ ἐκθέσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τότε ἐν ἀδελφικῇ ὁμονοίᾳ ἐργαζόμενοι, ὅπου ἴδωμεν νομοσχέδιον ἀντικείμενον εἰς τὸ συμφέρον τοῦ λαοῦ, νὰ τὸ πολεμήσωμεν· ἐμὲ δὲ γνωρίζετε, ὅτι πάντοτε προθύμως ἐπολέμησα τοὺς φόρους καὶ διὰ πάσης θυσίας ὑποστηρίζω ὅ,τι γενικὸν συμφέρον. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ νὰ ἀγωνιζώμεθα, διὰ νὰ φέρωμεν ἁπλῶς μεταβολὰς προσώπων· ἐδοκιμάσθημεν ὅλοι. Τὸ ἔθνος ἐχόρτασε πλέον ἀπὸ πρόσωπα, θέλει πρακτικὴν ἐργασίαν· οἱ λόγοι δὲν λέγονται ἀπὸ τοῦ βήματος, διὰ νὰ θέλξουν τὰ ἀκροατήρια, διὰ νὰ γράφωνται εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ἡ ἰσοῤῥοπία τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἶναι ἡ σωτηρία τοῦ ἔθνους· τότε δὲ καὶ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπέρχεται καὶ τότε θὰ ἔλθωμεν εἰς ἀληθῆ πρόοδον. Ἄλλως, δυνάμεθα μὲ ὡραίους λόγους νὰ εὐχαριστῶμεν τὸν λαὸν, νὰ ἐπιβαρύνωμεν ὅμως τὸ ἔθνος μὲ ἄλλα 500,000,000 καὶ νὰ τὰ φορτώσωμεν ἐπὶ τῆς ῥάχεως τοῦ λαοῦ, δι’ ὃν τάχα πονοῦμεν.
§57ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Καλαβρύτων κ. Πετιμεζᾶ ἤθελον κάμει τινὰ νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ὁ Εἰρηνοδίκης Μουστάκας διωρίσθη παρ’ ἐμοῦ. Διὰ τοῦτο ἐζήτησα πληροφορίας παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, τὰς ὁποίας ὁ Γεν. Γραμματεὺς, ἀπουσιάζοντος τοῦ ὑπαλλήλου, ὅστις ἔχει τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, μοὶ δίδει δι’ ἐπιστολῆς. Ὁ Γραμματίκας διωρίσθη Εἰρηνοδίκης τὴν 28 Αὐγούστου 1881, δηλ. ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως· μετετέθη ὡς Εἰρηνοδίκης Νωνάκριδος τὴν 26 Ἰανουαρίου 1882, δηλ. ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, παρ’ ἐμοῦ δὲ τὴν 18 Αὐγούστου 1882 μετετέθη εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον Δύμης. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ Εἰρηνοδίκου αὐτοῦ· ἑπομένως, ἐάν τινα βαρύνῃ ἡ εὐθύνη τοῦ διορισμοῦ του, βεβαίως δὲν βαρύνει οὔτε ἐμὲ, οὔτε τὴν Κυβέρνησιν, βαρύνει τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν. Ὀφείλω ὅμως νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης οὐδὲν ὡρισμένον παράπονον διετυπώθη κατ’ αὐτοῦ. Σήμερον, ὅτε διετυπώθη, εὐχαρίστως θὰ σπεύσω νὰ βεβαιώσω ἐὰν ὑπάρχῃ παράπονον σπουδαῖον.
§58ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ συζήτησις ἀληθῶς παρεξετράπη τῆς ἀληθοῦς θέσεως αὐτῆς, καὶ, ἀντὶ νὰ ἀσχολώμεθα σήμερον εἰς τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος ἐξ Εὐρυτανίας βουλευτὴς ὑπέβαλεν ἢ πρόκειται νὰ ὑποβάλῃ, καθὰ ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν, κατὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος, ἀσχολούμεθα εἰς συζητήσεις γενικὰς περὶ διαφόρων ἀντικειμένων. Ἀλλ’ εἰς τὸ ἄτοπον τοῦτο ἔδωκε χώραν ἡ χθεσινὴ μακρὰ ἀγόρευσις τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, ὅστις, ἀντὶ νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ζητήματος, ἠθέλησε νὰ περικαλύψῃ αὐτὸ διὰ γενικῆς πολιτικῆς συζητήσεως καὶ ν’ ἀναμίξῃ εἰς αὐτὸ ὅλον του τὸ πολιτικὸν καὶ οἰκονομικὸν σύστημα. Αἱ συζητήσεις, κύριοι, ἐπὶ τοιούτων σπουδαίων ἀντικειμένων δὲν διεξάγονται κατὰ τοιοῦτον τρόπον. — Ἡ Κυβέρνησις τῷ ὄντι ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Προϋπολογισμὸν οὐ μόνον μὲ ἰσοζύγιον, ἀλλὰ καὶ μὲ πλεόνασμα· ὑπέβαλε δὲ μετ’ αὐτοῦ καὶ διάφορα φορολογικὰ Νομοσχέδια, ἐξ ὧν πορίζεται τὸ παρουσιαζόμενον ἰσοζύγιον καὶ πλεόνασμα αὐτοῦ. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα πρέπει νὰ τὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλὴ κατ’ ἰδίαν, καὶ τότε θὰ πεισθῶμεν ἐὰν τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἦναι ἀληθὲς ἢ ἦναι εἰκονικὸν, καὶ τότε θὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ἐὰν οἱ προτεινόμενοι φόροι ἦναι φόροι, τοὺς ὁποίους δύναται νὰ ἀνεχθῇ καὶ νὰ ὑποστῇ τὸ Ἔθνος ἀγογγύστως. Ἀλλὰ συζήτησις, γινομένη ἐν συνόλῳ ἐφ’ ὅλων ἐν γένει τῶν φορολογικῶν Νομοσχεδίων μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶναι συζήτησις πρωτοφανής· εἶναι συζήτησις, ἥτις δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπολήξῃ εἰς πρακτικόν τι ἀποτέλεσμα. Ὁ ἔντιμος Πρωθυπουργὸς ἀγορεύων εἶπεν, ὅτι τὸ οἰκονομικὸν τῆς Κυβερνήσεως σύστημα ἀποτελεῖται ἐξ ὅλων τῶν φορολογικῶν Νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν αὕτη, καὶ ὅτι εἷς ἐκ τῶν ἀκρογωνιαίων λίθων αὐτοῦ εἶναι καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι παντάπασιν ἀκριβές. Τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος ἠδύνατο καὶ δύναται, καὶ πρέπει, νὰ ἐξετασθῇ ἀσχέτως πρὸς πᾶν ἄλλο ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπερ αὕτη ὑπέβαλεν εἰς τὴν ἐξέτασιν καὶ συζήτησιν τῆς Βουλῆς. Ἐπ’ αὐτοῦ δὲ δύω εἶναι τὰ ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει, κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ περιστραφῇ ἡ συζήτησις· πρῶτον ὅτι, κατὰ παράβασιν τοῦ Συντάγματος, ἡ Κυβέρνησις ἐφήρμωσε τὸ νέον νομισματικὸν σύστημα διὰ Β. Διατάγματος, καὶ δεύτερον ὅτι, καὶ ἂν εἶχε τοιοῦτον δικαίωμα νὰ τὸ ἐφαρμόσῃ, ἔκαμε χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου ἐν χρόνῳ ἀκαταλλήλῳ. Οἱ κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων ἀγορεύσαντες ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἡμῶν βουλευταὶ ἐξ Εὐρυτανίας καὶ ἐξ Ἑρμιονίδος ἀπέδειξαν ἀνενδοιάστως, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὅτι τὸ Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν τὸ νέον νομισματικὸν σύστημα, εἶναι ἀληθῶς ἀντισυνταγματικὸν, διότι ἡ ἐξουσία, ἥτις ἐχορηγήθη διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1869 ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν, ἐξηντλήθη ἤδη διὰ τοῦ Διατάγματος τῆς 28 Δεκεμβρίου 1881, δι’ οὗ ἀνεστάλη ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος διὰ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1883. Ἀλλὰ καὶ ἂν εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νὰ θέσῃ εἰς ἐνέργειαν τὸ νέον νομισματικὸν σύστημα διὰ τοῦ Διατάγματος τῆς 26 Ὀκτωβρίου ε. ε., ἐξελέξατο, ὡς εἶπον ἤδη, ἐποχὴν λίαν ἀκατάλληλον· καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι ἡ συντάραξις, τὴν ὁποίαν ἔφερε τὸ κυβερνητικὸν τοῦτο μέτρον οὐ μόνον ἐν τῇ πόλει ταύτῃ, ἀλλὰ καὶ ἐν ὅλαις ταῖς μεγαλοπόλεσι τοῦ Βασιλείου καὶ ἐν ὅλαις ταῖς ἐπαρχίαις, καθ’ ἃς πάντες ἔχομεν ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἡμῶν πληροφορίας. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ συνταράξῃ τὴν κοινωνίαν ἡ ἐφαρμογὴ τοιούτου συστήματος ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν ἀκμάζει ἡ κυκλοφορία τοῦ χαρτονομίσματος ἀναγκαστικῶς καὶ δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ ἀγορᾷ τὸ νόμισμα, ἤτοι τὸ μέταλλον, διὰ τοῦ ὁποίου ὀφείλομεν νὰ ἐκτελέσωμεν καὶ νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν νόμον τοῦ 1867 περὶ τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος. Ἀλλὰ, κύριοι, πρὶν ἐξετάσω τὸ ζήτημα τοῦτο, ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρωθυπουργὸν προκαταρκτικῶς καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ οἰκονομικὸν αὐτοῦ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίσθη χθές, ὅτι ὑπέβαλε πλῆρες εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ μέρος ἀναπόσπαστον τοῦ ὁποίου ἀποτελεῖ καὶ τὸ Διάταγμα τῆς 26 Ὀκτωβρίου. Ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπεν, ὅτι ὑπέβαλε πλῆρες οἰκονομικὸν σύστημα καὶ ὅτι τοῦτο πάντοτε ἔπραττε καὶ ὡς ἀντιπολίτευσις, ἀντιτάττων εἰς τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προτεινόμενα οἰκονομικὰ μέτρα σύστημα ἴδιον αὐτοῦ. Ἐρωτῶ ὅμως, ποῖον σύστημα νέον ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργός; ὑπέβαλε Νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς φόρου καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Ἀλλὰ, κύριοι, τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο κεῖται ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς πρὸ πολλοῦ χρόνου, ὑποβληθὲν ὑπὸ ἄλλης Κυβερνήσεως, ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς προεδρευομένης ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεσσήνης Βουλευτήν· ὑπεβλήθη, ὡς γνωρίζετε, ἀπὸ τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἡμῶν κ. Σωτηρόπουλον, κατὰ τὸ 1875 καὶ ἐπανελήφθη κατὰ τὸ 1881. Τοιοῦτον δὲ Νομοσχέδιον εἶχε καταρτισθῆ, ἵνα ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, ἢ καὶ ὑπεβλήθη μάλιστα καὶ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1880 ἐπίσης ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου, μέρος τοῦ ὁποίου ἀπετέλει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Γόρτυνος Βουλευτὴς κ. Δηλιγιάννης ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ποῖον ἄλλο Νομοσχέδιον ὑπεβλήθη ἀπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν; ὑπεβλήθη τὸ περὶ ἐπιβολῆς φόρου καταναλώσεως ἐπὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν. Ἀλλὰ τοιοῦτον Νομοσχέδιον ἐπίσης ὑπάρχει ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν πρὸ πολλῶν ἐτῶν, ὑποβληθὲν καὶ τοῦτο ἀπὸ τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν κ. Σωτηρόπουλον, τὸν ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ ἐκ Μεσσήνης ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ κ. Κουμουνδούρου διατελοῦντα. Τρίτον Νομοσχέδιον ὑπεβλήθη περὶ ἐπιβολῆς φόρου καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἴνου· ἀλλὰ, κύριοι, τοιοῦτον Νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς φόρου καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἴνου ὑπεβλήθη κατὰ τὸ 1880 παρ’ ἐμοῦ ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διατελοῦντος εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου καὶ διαδεχθέντος τότε τὸν κύριον Θ. Δηλιγιάννην.
§59ΡΑΛΛΗΣ. Τότε εἴμεθα σύμφωνοι.
§60ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα, κύριοι, τὰ φορολογικὰ Νομοσχέδια τὰ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Κουμουνδούρου εἰσαχθέντα, εἶχον βάσιν τινὰ λογικὴν, ἐστηρίζοντο εἰς τὴν ἀλήθειαν, τὴν ἰσότητα καὶ τὴν δικαιοσύνην, καὶ διὰ τοῦτο δὲν θέλω πολεμήσει αὐτὰ, ἐπαναφερόμενα ἤδη ἀπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, κατ’ ἀρχὴν, ἀλλὰ θέλω συζητήσει καὶ ἐξετάσει ταῦτα ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτῶν, διότι καὶ οἱ φόροι, οἱ προτεινόμενοι δι’ αὐτῶν, καὶ ὁ τρόπος τῆς βεβαιώσεως, τῆς εἰσπράξεως αὐτῶν, ὁ καθιερούμενος ἐν τοῖς νομοσχεδίοις, εἶναι ἐπαχθής. Ποῖον λοιπὸν νέον σύστημα παρουσίασεν ἡ Κυβέρνησις ὡς σύστημα οἰκονομολογικόν; Τὸ Νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τοῦ σιγαροχάρτου! Ἰδοὺ ποῖον σοφὸν μέτρον ἀντιπροσωπεύει τὸ σύστημα τὸ οἰκονομολογικὸν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων λίαν εὐφυῶς ἀνέπτυξε τὸ γελοῖον τοῦ Νομοσχεδίου τούτου καὶ κατέδειξε τὰς ἀσχημίας καὶ τὸ ταπεινὸν τοιούτου φορολογικοῦ μέτρου. Ἄλλα νέα μέτρα οἰκονομικὰ ἡ Κυβέρνησις δὲν ὑπέβαλε. Καυχᾶται ὅμως ὁ κύριος Καλλιγᾶς διὰ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ οὐ μόνον διὰ τὸ ἰσοζύγιον, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ περίσσευμα, τὸ ὁποῖον ἐν αὐτῷ ἀναγράφεται. Ἀλλ’ ὅταν, κύριοι, τὰ πράγματα συζητηθῶσι καὶ ἐξετασθῶσιν, ὡς εἶπον, κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν φορολογικῶν Νομοσχεδίων καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον αὐτὸ εἶναι ἰδανικὸν, δὲν εἶναι ἀληθές· δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ἦναι ἀληθὲς, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ἀκόμη, ὅτι ἡ Βουλὴ ἤθελε ψηφίσει τὰ φορολογικὰ Νομοσχέδια, ὡς ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν δύνανται τὰ Νομοσχέδια ταῦτα νὰ δώσωσι τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ὑπελόγισεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καθ’ ἣν ἡμέραν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ εἶπον, κύριοι, καὶ ἐπαναλαμβάνω; ὅτι ἡ τοιαύτη συζήτησις εἶναι ἀκανόνιστος· ἡ συζήτησις καὶ ἐπὶ τῶν Νομοσχεδίων καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ θὰ γείνῃ ἐν καιρῷ εὐθέτῳ, ὅταν δηλαδὴ ἔλθῃ ἡ σειρὰ ἑκάστου Νομοσχεδίου καὶ ὑποστῇ τὴν βάσανον καὶ τῶν Ἐπιτροπῶν καὶ τῆς συζητήσεως τῆς Βουλῆς. Λοιπὸν ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα περὶ τοῦ Διατάγματος τῆς 26 8βρίου περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος καὶ ἰσχυρίζομαι, ὅτι οὐ μόνον εἶναι ἀντισυνταγματικὸν ὡς ἀπεδείχθη, καθὼς προεῖπον, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλὰ εἶναι καὶ ἐναντίον ρητῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν ὁμοφώνως ἡ Βουλὴ, συγκατανευούσης καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἔλαβε κατὰ τὸ ἔτος 1875. — Τὸ ζήτημα, κύριοι, περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος ἀπησχόλησε καὶ ἄλλοτε τὴν Βουλὴν, κατὰ τὰς συνεδριάσεις τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους 1875, ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας.
§61ΜΙΑ ΦΩΝΗ. Ποῖον ὑπουργεῖον ἦτο τότε;
§62ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἡ Κυβέρνησις τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κυρίου Σωτηροπούλου εἶχεν ὑποβάλει Νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ Νόμου τοῦ 1867 περὶ νομισματικοῦ συστήματος, καὶ ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ περιελαμβάνετο διάταξις, καθ’ ἣν τὸ νέον τοῦτο σύστημα ἔμελλε νὰ ἔμβῃ εἰς ἐνέργειαν τὴν 1 Ἰανουαρίου 1867 (ἀναγινώσκει): «ἀπὸ τῆς πρώτης προσεχοῦς Ἰανουαρίου (1876) ὅτε τίθεται ἀνυπερθέτως εἰς ἐνέργειαν τὸ νέον νομισματικὸν σύστημα κτλ.» τὸ νομοσχέδιον τοῦτο λοιπὸν ἔδωκε καὶ τότε χώραν εἰς μακρὰς καὶ ἐκτεταμένας συζητήσεις, ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας διαρκεσάσας ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ· ἀλλ’ ὡς πόρισμα τῶν συζητήσεων τούτων ἐπῆλθεν ἀπόφασις ῥητὴ τῆς Βουλῆς, ἄνευ ἀντιῤῥήσεώς τινος ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ ἀειμνήστου Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου Δεληγεώργη, διὰ τῆς ὁποίας ἀποφάσεως ἀπαγορεύεται εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν νὰ θέσῃ εἰς ἐφαρμογὴν τὸ νέον νομισματικὸν σύστημα ἄνευ εἰδικοῦ Νόμου. Δὲν εἶναι δυνατὸν βεβαίως νὰ ἐπαναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν συζήτησιν ἐκείνην διὰ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἐστενογραφημένων ἀγορεύσεων· περιορίζομαι μόνον νὰ ἀναγνώσω τὴν πρότασιν τοῦ ἀειμνήστου Δεληγεώργη καὶ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς (ἀναγινώσκει). «ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπειδὴ δὲ ὑπάρχει ζήτημα εἰς τὴν ἀγορὰν, τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ παραβλέψωμεν, διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ἂν παραδέχεται αὐτὴν τὴν λύσιν, ἤτοι νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἂν δέχεται νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου νομισματι«κοῦ συστήματος καὶ ὅτι εἰδικὸς νόμος θέλει ὁρίσει τὰ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ». «ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἂν ἀποδέχεται τὴν γνώμην τοῦ ν’ ἀναβληθῇ ἐπ’ ἀορίστῳ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος καὶ ὅτι εἰδικὸς νόμος θέλει ὁρίσει τὸν χρόνον τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν γνώμην ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παραδέχθη». Ἐναντίον λοιπὸν τῆς ῥητῆς ταύτης ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ἡ Κυβέρνησις ἔσπευσε νὰ θέσῃ εἰς ἐνέργειαν τὸ νέον νομισματικὸν σύστημα ἐν ἀκαταλλήλῳ χρόνῳ, ὡς εἶπον, καὶ κατὰ παράβασιν ἀκόμη τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, διότι εἶχεν ἐξαντληθῆ ἤδη, ὡς ἐῤῥέθη, ἡ ἐξουσία, ἡ ὁποία εἶχε χορηγηθῆ εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν ἀπὸ τὴν Νομοθετικήν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ, μεριμνῶσα ἀληθῶς διὰ τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας, ὀφείλει νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀνακαλέσῃ τὸ παρανόμως ἐκδοθὲν Διάταγμα τῆς 26 Ὀκτωβρίου ε. ε. ὅπως ἐπανέλθουν τὰ πράγματα εἰς ἣν στάσιν εὑρίσκοντο καὶ πρὸ τῆς ἐκδόσεως αὐτοῦ. Τόσον δὲ, κύριοι, εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ ἀπόφασις ἐκείνη τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν ἔλαβε κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς πέμπτης Δεκεμβρίου 1875, ἐθεωρήθη ὡς ἀπόφασις ὁριστικὴ, ὡς ἀπόφασις περὶ τῆς ὁποίας οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπελείφθη, ὡς ἀπόφασις τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη καὶ αὐτὴ ἡ ἰδία Κυβέρνησις καὶ ὡς δεσμεύουσα ἑπομένως αὐτὴν τοὐλάχιστον ἠθικῶς ἂν ὄχι νομικῶς....
§63ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἠθικῶς....
§64ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. —ὥστε καὶ ἐν ἄλλῃ Συνόδῳ τῆς Βουλῆς, κατὰ τὸ 1876, συζητουμένου τοῦ Διατάγματος τῆς 29 Μαρτίου 1876 «περὶ τῆς μὴ παραδοχῆς εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα διαφόρων ξένων ἀργυρῶν νομισμάτων», προεκλήθη ἐπίσης καὶ τότε μακρὰ συζήτησις σχετικῶς πρὸς τὸ νέον νομισματικὸν σύστημα, καὶ ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης ἐπανέλαβε σαφῶς τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσει). «ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁμιλῶ εἰς γλῶσσαν πολλὰ καταληπτήν. Ἰσχυρίζομαι ὅτι, κατὰ τὴν περυσινὴν Σύνοδον, διὰ πράξεώς της ἡ Βουλὴ ἀπηγόρευσε τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος· πρώτη συνέπεια εἶναι ὅτι ἀπαγορεύει τὴν ἐκκοπὴν νέων νομισμάτων αὐτοῦ τοῦ συστήματος, κλπ» Τότε ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης ἰσχυρίζετο, ὅτι δυνάμει τῆς Βουλευτικῆς ἀποφάσεως ἐκείνης, τῆς κατὰ τὴν 5 Δεκεμβρίου 1875 ἐκδοθείσης, ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ μὴ κόψῃ νέον νόμισμα, καὶ ὅτι δὲν ὤφειλε νὰ ἀπαγορεύσῃ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν διαφόρων ξένων νομισμάτων εἰς τὰ δημόσια ταμεῖα· τοῦτο δὲ ἐθεώρει ὡς ἔμμεσον παραβίασιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ δὲν ἦτο ἀληθὲς ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1876 παρεβίασε τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς· ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς περιωρίζετο ῥητῶς καὶ ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος δι’ εἰδικοῦ Νόμου, καὶ τὴν ἀπόφασιν ταύτην ἐτήρησαν ὅλαι αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις, τὰς ὁποίας προήδρευσαν διαπρεπεῖς ἀληθῶς πολιτικοὶ, μεταξὺ τῶν ὁποίων συγκαταλέγεται ἀναντιῤῥήτως καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσσήνης, ὅστις καὶ τὸν Νόμον τοῦ 1867 ἐπροκάλεσε καὶ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ ἐπὶ πολλὰ ἔτη διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων ἀνέβαλεν· ἀπορῶ δὲ πῶς δὲν ἐμνημονεύθη ὡς τοιοῦτος καὶ ὁ ἀξιότιμος κύριος Κουμουνδοῦρος ὑπό τινος τῶν χθὲς ἀγορευσάντων, ὅστις ἐμνημόνευσε πάντας τοὺς λοιποὺς Πρωθυπουργοὺς, τοὺς ἀναβαλόντας τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος ἐπὶ 15 ἔτη. Τελευτῶν ἐπιμένω προτείνων τὴν ἀνάκλησιν τοῦ Διατάγματος τῆς 26 Ὀκτωβρίου 1882 ὡς ἀντισυνταγματικοῦ καὶ ὡς ἀντικειμένου ῥητῶς εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς τῆς 5 Δεκεμβρίου 1875.
§65Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὀφείλω πρὸ παντὸς νὰ δώσω διασάφησιν εἰς ἀπορίαν, τὴν ὁποίαν ὁ προαγορεύσας, καταλήγων τὸν λόγον, ἐξέφρασε, διότι δὲν ἐμνημόνευσα χθὲς μεταξὺ τῶν ἄλλων διαπρεπῶν ἀνδρῶν, τῶν προεδρευσάντων τῶν κατὰ τοὺς παρελθόντας χρόνους Κυβερνήσεων, καὶ τοῦ ἐντίμου ἐκ Μεσσήνης Βουλευτοῦ κυρίου Κουμουνδούρου. Ἠσχολούμην νὰ ἐλέγξω τὴν διαταχθεῖσαν ὑπὸ τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως ἐσπευσμένην ἐφαρμογὴν τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος καὶ ὄχι νὰ ἐλέγξω τὸν προκάτοχον πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐνόμιζον δὲ, ὅτι ἤθελον πείσει περισσότερον τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἦτο ἀναγκαῖον νὰ διαταχθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος, ἐὰν ὑπενθύμιζον εἰς αὐτὴν, ὅτι ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς κύριος Τρικούπης, δὶς κατὰ τὸ παρεληλυθὸς τοῦτο διάστημα προεδρεύσας τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων, δὲν προέβη εἰς τὸ μέτρον νὰ διατάξῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος. Ἡ πρωθυπουργία τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης ἦτο ἐντελῶς ἀλλοτρία τοῦ λογισμοῦ μου· ἑπομένως δὲν εἶχον ἀφορμὴν νὰ μνημονεύσω αὐτῆς. Ἐγὼ ὅμως ἐζήτησα τὸν λόγον ἕνεκα τῆς χθεσινῆς ἀγορεύσεως τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ, καὶ πρὸς χάριν αὐτοῦ· ἑπομένως πρέπει ἐπὶ τούτου νὰ τρέψω τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας σκοπῶ νὰ σᾶς ἀνακοινώσω. Ὁ κύριος πρωθυπουργὸς σᾶς παρέστησεν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου νὰ μὴ προβῇ ἀμέσως εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος, διότι διεθνὴς ὑποχρέωσις ἐπέβαλεν εἰς αὐτὴν τὸ καθῆκον τοῦτο, καὶ καθίστα αὐτὴν διαρκῶς ὑπόλογον ἀπέναντι τῶν Κρατῶν τῆς Λατινικῆς Ἑνώσεως, ὡς ἀναβάλλουσαν ἑκάστοτε καὶ μὴ ἐφαρμόζουσαν ἀμέσως τὸ νέον νομισματικὸν σύστημα. Ἂν τοιαύτην εἶχεν ἀνησυχίαν ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἰκάζω ὅτι περιέπεσεν εἰς αὐτὴν, διότι τὸ πολυάσχολον αὐτοῦ ἕνεκα τῆς διευθύνσεως τριῶν Ὑπουργείων δὲν τῷ ἔδωκε καιρὸν διὰ νὰ ἦναι ἐνήμερος εἰς τὰς ἐργασίας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπιμελοῦνται καὶ ἐπιτηροῦσι τὴν ἐκτέλεσιν τῆς διεθνοῦς συμβάσεως περὶ τῆς νομισματικῆς ἀφομοιώσεως. Ἂν εἶχε καιρὸν νὰ μελετήσῃ τὰ ἔργα καὶ ἰδίως νὰ ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς τελευταίας νομισματικῆς Συνόδου, ἥτις κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος συνῆλθεν ἐν Παρισίοις, ἤθελε καθησυχάσει τὴν ἀνησυχίαν του ταύτην, καὶ ἤθελε πεισθῆ, ὅτι οὐδεμία ἐπέκειτο εἰς αὐτὸν ἐπικειμένη καὶ ἀνυπέρβλητος ὑποχρέωσις διὰ νὰ προβῇ ὅπως καὶ ὅπως εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος. Καὶ τί ὠφελεῖ ἂν διατάσσετε, κύριοι, τὴν ἄμεσον ἐφαρμογὴν τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος; Ἡ ἐφαρμογὴ δὲν γίνεται διὰ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ὑπογράφετε, ἀλλὰ γίγνεται διὰ τῶν νομισμάτων, τὰ ὁποῖα εἰσάγετε εἰς κυκλοφορίαν. Καὶ ἔχετε νόμισμα πραγματικὸν, τὸ ὁποῖον δύνασθε νὰ θέσητε εἰς κυκλοφορίαν; Καὶ ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐκτυπώσετε ὅσον εἶναι δυνατὸν μέγα ποσὸν νομίσματος νέου, δύνασθε νὰ τὸ κρατήσετε ἐν κυκλοφορίᾳ ἐντὸς τοῦ Κράτους; Ἡ ἐφαρμογὴ λοιπὸν τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος ἀπῄτει ἄλλο τι παρὰ τὸ ἁπλοῦν Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου κηρύσσετε αὐτὴν ἀρχομένην ἀπὸ τῆς πρώτης Νοεμβρίου 1882. Ἀπῄτει νὰ ἀφαιρέσητε τὰς αἰτίας, ἕνεκα τῶν ὁποίων οὐδὲ ἔχετε νόμισμα πραγματικὸν διὰ νὰ θέσητε ἐν κυκλοφορίᾳ εἰς τὰς συναλλαγὰς, οὐδὲ ἐὰν ἐκτυπώσητε καὶ εἰσαγάγητε νόμισμα τοιοῦτον, δύνασθε νὰ τὸ κρατήσητε εἰς τὴν κυκλοφορίαν ἐν τῇ χώρᾳ· αἰτία δὲ τούτου εἶναι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Τὰ Κράτη λοιπὸν τῆς Λατινικῆς Ἑνώσεως δὲν ἤθελον σᾶς ἐλέγξει διατί ἀναβάλλετε ἑκάστοτε τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος. Καὶ ἀληθῶς τοιοῦτον ἔλεγχον δὲν ἀπηύθυνον πρὸς τὸν Ἀντιπρόσωπον τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, τὸν συνεδρεύσαντα κατὰ τὰς νομισματικὰς Συνόδους, αἵτινες κατὰ τοὺς παρελθόντας χρόνους συνεκροτήθησαν ἐν Παρισίοις, οὐδὲ κατὰ τὸ 1881 εἶπον εἰς τὸν Ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ὤφειλε νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἶναι συνδεδεμένον διὰ συμβάσεως μετὰ τῶν ἄλλων Κρατῶν τῆς Λατινικῆς Ἑνώσεως· οὐδὲ ἀπηύθυνον πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος τὴν ἐλαχίστην παρατήρησιν, διατί ἀνεβάλλεται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος. Ἀλλ’ εἰς τὸν Ἀντιπρόσωπον τῆς Ἰταλίας κατὰ τὸ 1881 ἐν τῇ νομισματικῇ Συνόδῳ τῶν Παρισίων ἀπηύθυνε παρατήρησιν ὁ Ἀντιπρόσωπος τοῦ Βελγίου, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ἀναφέρουσι τὰ πρακτικά. Ὁ κύριος Pirmez εἶπεν ἐν τῇ συνεδριάσει τρίτῃ τῆς 7 Μαΐου 1881: «τὸ Βασίλειον τῆς Ἰταλίας, ὡς ἐνθυμοῦνται πάντες, προσεχώρησεν εἰς τὴν Λατινικὴν Ἕνωσιν ἐν περιστάσεσιν ἐντελῶς ἐξαιρετικαῖς. Μεταξὺ τῆς ὑπογραφῆς καὶ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς Συμβάσεως τοῦ 1865 ἐπεβλήθη ἐκεῖ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἡ δὲ σύμμαχος αὕτη τῆς Λατινικῆς Ἑνώσεως εὑρέθη πάντοτε ὑπὸ ὅρους, οἵτινες βεβαίως δὲν προεβλέποντο κατὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς Συμβάσεως. Κατά τινας ἐποχὰς ἐπῆλθε σημαντικὴ ζημία ἐπὶ τῶν ἐχόντων ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν γραμματίων, ἥτις ἐνίοτε ἔφθασε μέχρι τῶν 10 καὶ μέχρι τῶν 12 τοῖς 100. Αὕτη ἡ ὑποτίμησις τῶν τραπεζικῶν γραμματίων εἶχεν ἐν Ἰταλίᾳ φυσικὸν ἀποτέλεσμα τὴν ἐκ τῆς Ἰταλίας εἰς τὰς ἄλλας χώρας φυγάδευσιν ὅλου σχεδὸν τοῦ νομίσματος, τοῦ ἐν τῇ χερσονήσῳ ὑπάρχοντος. Ἡ κατάστασις δ’ αὕτη διετηρήθη καὶ ὅταν πρὸ δύω ἐτῶν προέβησαν εἰς τὴν ἐπαναφορὰν τῶν Ἰταλικῶν ἀργυρῶν κερματίων, ἐβεβαιώθη, ὅτι μέγιστον ποσὸν εὑρέθη κυκλοφοροῦν ἐκτὸς τῆς Ἰταλίας. Τὸ αὐτὸ βεβαίως ἀληθεύει καὶ ἐπὶ τῶν Ἰταλικῶν ταλλάρων τῶν 5 φράγκων. Ἐλπιζόμενον δ’ εἶναι, ὅτι ἡ Ἰταλία, ὅταν ἔλθῃ εἰς κατάστασιν νὰ ἐνεργῇ τὰς πληρωμὰς εἰς μεταλλικὸν, θέλει ἐπαναγάγει μεγάλην ποσότητα τοιούτων νομισμάτων, καὶ ἀπαλλάξει οὕτω τὰς ἐν τοῖς ἄλλοις Κράτεσι τῆς Λατινικῆς Ἑνώσεως συναλλαγὰς ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας αὐτῶν.» Καὶ εἶχε δίκαιον ὁ Ἀντιπρόσωπος τοῦ Βελγίου νὰ ἀπευθύνῃ τὴν παρατήρησιν ταύτην, διότι τὰ Κράτη, τὰ ἀποτελοῦντα τὴν Λατινικὴν Ἕνωσιν, ἔχουσι συνομολογήσει ἀμοιβαῖα δικαιώματα καὶ ἀμοιβαίας ὑποχρεώσεις, κατὰ τὰ ὁποῖα τὰ ἀργυρᾶ μικρὰ κερμάτια τοῦ ἑνὸς τῶν Κρατῶν τούτων ἔχουσι νόμιμον κυκλοφορίαν καὶ εἰς τὰ λοιπὰ Κράτη. Ἑπομένως τὰ Ἰταλικὰ ἀργυρᾶ κερμάτια εἶχον νόμιμον κυκλοφορίαν, δυνάμει τῆς συμβάσεως, καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Βελγίῳ, ὡς ἤθελον ἔχει καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ Ἐλβετίᾳ. Ἐπειδὴ δὲ τὰ ἀργυρᾶ κερμάτια δὲν περιέχουσιν ἐν ἑαυτοῖς πλήρη καὶ ἀκεραίαν τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύουσι, τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα θέτουσιν εἰς κυκλοφορίαν ταῦτα, πορίζονται κέρδος ἐκ τούτου, τὸ δὲ κέρδος ἐκ τῆς κυκλοφορίας τῶν Βελγικῶν ἀργυρῶν κερματίων δὲν τὸ ἐπορίζετο πλέον τὸ Βέλγιον ὁλόκληρον, ἀφοῦ τὰ Βελγικὰ κέρματα ὑπεχώρουν εἰς τὴν κυκλοφορίαν τῶν εἰσρευσάντων ἐν Βελγίῳ ἀργυρῶν Ἰταλικῶν κερματίων. Εἰς τὴν παρατήρησιν ταύτην τοῦ Ἀντιπροσώπου τοῦ Βελγίου ἀπήντησεν ὁ Ἀντιπρόσωπος τῆς Ἰταλίας ἐν τῇ νομισματικῇ Συνόδῳ τοῦ 1881, ὁ κ. Doda, ὅστις διετέλεσεν ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ δύω ἐτῶν, καὶ ἀπέδειξεν εἰς αὐτὸν, ὅτι δὲν ἐζημιώθη παντάπασι τὸ Βέλγιον ἐκ τῆς κυκλοφορίας τῶν Ἰταλικῶν ἀργυρῶν κερματίων, διότι ἀντήλλαξε ταῦτα ἐμπροθέσμως ἡ Ἰταλία διὰ χρυσοῦ, ὡς καὶ ὅτι διὰ τὸν λόγον τοῦτον δὲν ἐζημιώθη οὐδὲ ἡ Γαλλία, περὶ τῆς ὁποίας μάλιστα προσέθηκεν, ὅτι ἡ κυκλοφορία ἐν Γαλλίᾳ τῶν Ἰταλικῶν ἀργυρῶν κερματίων ὠφέλησε τὴν Γαλλίαν, διότι, καθ’ ὃν χρόνον, κατὰ τὴν οἰκονομικὴν στενοχωρίαν τοῦ 1870, ἐπέβαλον καὶ ἐκεῖ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἡ κυκλοφορία τῶν Ἰταλικῶν κερμάτων ἀπήλλαξεν αὐτὴν τῆς ἀνάγκης νὰ ἐκτυπώσῃ καὶ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν χάρτινα κερμάτια διὰ τὰς μικρὰς ἀνάγκας. Ἐκ τούτων ἕπεται ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς εἴπωσι: διατί δὲν ἐφαρμόζετε τὸ νέον νομισματικὸν σύστημα, ἐνόσῳ γνωρίζουσιν ὅτι ἔχομεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἠδύναντο νὰ εἴπωσι τὰ ἄλλα Κράτη εἰς τὸν Ἀντιπρόσωπον ἡμῶν ἐν τῇ νομισματικῇ Συνόδῳ, ἢ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος, ἦτο ἡ ἐρώτησις: τέλος πάντων ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶναι πρόσκομμα εἰς τὴν ἀφομοίωσιν τὴν νομισματικήν; Ἀλλ’ ἂν τοιοῦτόν τι ἤθελε προταθῆ εἰς τὸν ἐν Παρισίοις Ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος εἴτε εἰς τὸν ἐνταῦθα Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶχε καὶ ὁ εἷς καὶ ὁ ἕτερος πρόχειρον ἀπάντησιν. Δὲν εἶχεν εἰμὴ νὰ ἀντιγράψῃ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ὁ Ἀντιπρόσωπος τῆς Νορβηγίας ἐν τῇ νομισματικῇ Συνόδῳ ἔδωκεν ὑπὲρ τῆς Ἰταλίας ἐν τῇ συνεδριάσει τῆς 14 Μαΐου 1881. Ἐπειδὴ ἡ ὡς ἀνωτέρω παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε ὁ Ἀντιπρόσωπος τοῦ Βελγίου περὶ τῶν Ἰταλικῶν ἀργυρῶν κερματίων, ἐκέντησε κάπως τὴν φιλοτιμίαν τοῦ Ἰταλικοῦ ἔθνους, ἂν καὶ ὁ Ἀντιπρόσωπος τῆς Ἰταλίας ἀπήντησεν εἰς τὴν παρατήρησιν, καὶ ὁ Ἀντιπρόσωπος ὅμως τῆς Νορβηγίας κ. Broch ἐπῆλθεν ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν ἐν Ἰταλίᾳ ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. «Ἐξ ὅλων τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, εἶπεν ὁ Ἀντιπρόσωπος τῆς Νορβηγίας, ἐν οἷς ὑπάρχει ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, μᾶς ἀπασχολεῖ, ἰδίως ἐπειδὴ πρόκειται μετ’ ὀλίγον νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς πληρωμὰς εἰς νομίσματα, τὸ Κράτος τὸ Ἰταλικόν. Εἰμὶ βέβαιος, ὅτι πάντες συμμεριζόμεθα τοὺς συμπαθητικοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν ἀπήγγειλεν ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἡμῶν, ὁ κόμης De Knefstein. Γνωρίζομεν πάντες ποῖαι ἦσαν αἱ ἀνάγκαι, ὧν ἕνεκα ἐπεβλήθη ἐν Ἰταλίᾳ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Χρέος ἱερὸν πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῆς χώρας της, καθῆκον πρὸς καταρτισμὸν τῆς Ἰταλίας εἰς ἔθνος, εἰς Κράτος, ἐνῶ πρότερον δὲν ἦτον εἰμὴ ἁπλοῦς γεωγραφικὸς προσδιορισμός, λόγοι, οἵτινες τυγχάνουσι τὰ μάλιστα σεβαστοὶ ὑπὸ παντὸς τοῦ κόσμου». Ταῦτα ἠδύνατο νὰ ἀπαντήσῃ καὶ ἡ Ἑλλὰς εἴτε διὰ τοῦ ἐν τῇ νομισματικῇ Συνόδῳ Ἀντιπροσώπου της, ἂν ἀπηυθύνετο αὐτῇ ἐμμέσως τοιοῦτός τις ἔλεγχος, διατί ἔχει τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, εἴτε διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν ὑπεμιμνήσκετο εἰς αὐτὸν ἡ διεθνὴς ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἀνέλαβε πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον διαφέρει τὰ συνδεδεμένα διὰ τῆς διεθνοῦς συμβάσεως Κράτη τῆς Λατινικῆς Ἑνώσεως εἶναι ἂν λειτουργῇ τὸ ὅμοιον νομισματικὸν σύστημα ἐν ἑκάστῳ τῶν Κρατῶν τούτων. Ὅμοιον ὅμως δὲν θέλει λειτουργεῖ ἐν τῷ Κράτει ἡμῶν μὲ ὅλον τὸ Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκηρύχθη ἡ ἄμεσος ἐφαρμογὴ τοῦ νομισματικοῦ συστήματος· καὶ δὲν λειτουργεῖ, διότι δὲν ἔχετε νόμισμα, ἢ ἂν ἔχετε, ἔχετε νόμισμα χάρτινον, τὸ ὁποῖον φέρει τὴν ὀνοματικὴν ἀξίαν τοῦ νομίσματος, τὸ ὁποῖον ἀπεδέχθητε, ἀλλ’ ἀπέναντι τοῦ ὁποίου τὸ νόμισμα τὸ μεταλλικὸν ἔχει ἄλλην ἀξίαν, διαφέρουσαν κατὰ πολὺ ἀπὸ τὴν ὀνοματικὴν ἀξίαν τοῦ νομίσματος. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα, τὸ προταθὲν χθὲς, δὲν ἠδύνατο νὰ προταθῇ ἐν ἄλλῃ χώρᾳ, εἰς τὴν ὁποίαν αἱ περὶ νομισματικοῦ συστήματος καὶ οἰκονομικῶν πραγμάτων γνώσεις εἶναι περισσότερον διαδεδομέναι. Ἐκεῖ ἴσως τοιοῦτον ἐπιχείρημα ἤθελεν ἀποσπάσει τὸ μειδίαμα τῶν ἀκουόντων. Δυστυχῶς ὅμως παρ’ ἡμῖν προβάλλονται τοιαῦτα, καὶ ἴσως ἐνθαῤῥύνει ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τὰ προβάλλουσι, ἡ πεποίθησις, ὅτι ὁμιλοῦσι πρὸς ἀνθρώπους μὴ γνωρίζοντας, ἢ ἡ προαίρεσις νὰ περιπλέξωσι αὐτοὺς εἰς πλάνας περὶ τὴν ἀλήθειαν. Δὲν ἠκούσατε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ σᾶς εἴπῃ προχθὲς ἄλλο παραπλήσιον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν ἔχει ὑπόστασιν; Νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι τὸ μέγα ποσὸν τῶν χαλκίνων νομισμάτων, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐκτυπωθῆ κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη δυνάμει τοῦ Νόμου περὶ νέου νομισματικοῦ συστήματος, ἐφυγαδεύθη ἐκ τῆς Ἑλλάδος, μεταφερθὲν εἰς τὴν Ἰταλίαν, καὶ ἐκεῖ κυκλοφοροῦν, καὶ ὅτι μόλις 19000 δραχμῶν εἰς χάλκινα νομίσματα εὑρέθησαν τελευταῖον διασωζόμενα ἐν τῇ κυκλοφορίᾳ ἢ ἐν τοῖς Ταμείοις τῆς Ἑλλάδος; Ἂν ἐφυγαδεύθη τὸ χάλκινον νόμισμα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσέφυγεν εἰς τὴν Ἰταλίαν, διότι ἡ διεθνὴς σύμβασις δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἀμοιβαίαν κυκλοφορίαν τῶν χαλκίνων νομισμάτων ἐν τοῖς Κράτεσι τῆς Ἑνώσεως. Ἂν εἶχον εἰσδύσει τυχὸν εἰς τὴν Ἰταλίαν χάλκινα νομίσματα Ἑλληνικὰ, εἰσέδυσαν παρανόμως καὶ λαθραίως· εἶναι δὲ ἀδύνατον νὰ εἰσδύσωσι λαθραίως καὶ νὰ κυκλοφορῶσι παρανόμως 4 ἑκατομμύρια χαλκίνων νομισμάτων. Ἐὰν ἐφυγαδεύθη δ’ ἐκ τῆς Ἑλλάδος τὸ χάλκινον νόμισμα, ὡς ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐβεβαίωσε, προσέφυγεν εἰς τὴν Ἀνατολὴν καὶ οὐχὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν. Καὶ σᾶς τὸ προέβαλον ὡς ἀποτέλεσμα τῆς νομισματικῆς συμβάσεως, ὑποθέσαντες ὅτι, κατ’ αὐτὴν, οἱ κατέχοντες χάλκινα νομίσματα ἔχουσι δικαίωμα νὰ τὰ μεταφέρωσιν ἐν τοῖς Κράτεσι τῆς Νομισματικῆς Ἑνώσεως. Εὐκταῖον, κύριοι, ἦτο πρὶν ἢ προεβαίνομεν εἰς τὴν διὰ τῆς πράξεως τῆς Κυβερνήσεως ἐπικήρυξιν τῆς νομισματικῆς ἀφομοιώσεως, νὰ ἐμεριμνῶμεν πρὸς ἐξεύρεσιν τῶν τρόπων καθ’ οὓς ἠθέλομεν δυνηθῆ ν’ ἀσφαλίσωμεν τὰς συναλλαγὰς, ν’ ἀσφαλίσωμεν τὴν διὰ νομίσματος κυκλοφορίαν. Καὶ μᾶς εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐπετεύχθη τὸ ἰσοζύγιον, καὶ ὅτι τὸ ἰσοζύγιον τὸ ἐπιτευχθὲν θέλει τάχιστα ὁδηγήσει εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων θέλει κατασταθῆ πραγματικὴ νομισματικὴ ἀφομοίωσις. Ἀλλὰ διατί σπεύδετε, ἀφοῦ ἡ πρᾶξις, τὴν ὁποίαν κάμνετε, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα τοιαῦτα; Διατί σπεύδετε νὰ ἐπικηρύξητε τὴν νομισματικὴν ἀφομοίωσιν, πρὶν ἢ πραγματοποιήσητε τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπαγγέλλεσθε, καὶ πρὶν ἢ κατορθώσητε, διὰ τῶν νομοσχεδίων σας καὶ τῶν οἰκονομολογικῶν συνδυασμῶν, τοὺς ὁποίους ὑπηνίξασθε ὅτι σκοπεῖτε νὰ κάμετε, νὰ φθάσητε εἰς τὴν πραγματικὴν νομισματικὴν ἀφομοίωσιν; Ἰδοὺ διατί παραπονούμεθα, ἰδοὺ διατί διατεινόμεθα ὅτι προώρως προέβητε εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νομισματικοῦ συστήματος ἐπὶ αὐξήσει τῆς τιμῆς τῆς ἀγοραίας τῶν πραγμάτων ἕνεκα τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ μεταλλικοῦ, ἑπομένως ἐπὶ ἐπιβαρύνσει τοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον διὰ πολλῶν ὁδῶν καὶ ἀγυιῶν εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἐπιβαρύνωμεν ἀκόμη. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς χθὲς κατέβαλε πολλὴν προσπάθειαν διὰ ν’ ἀποδείξῃ πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ ῥῆσις, τὴν ὁποίαν εἶπον, ὅτι ἡ συζήτησις περὶ νομισματικοῦ συστήματος πρέπει νὰ διέλθῃ γυμνὴ παντὸς πολιτικοῦ χρωματισμοῦ, πάσης πολιτικῆς ἐννοίας. Ἐξ ἐναντίας, ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς κατέδειξε καὶ ἀνυπομονησίαν διὰ νὰ χρωματίσῃ τὴν συζήτησιν ταύτην ὡς πολιτικήν. Καὶ ἡ ἀνυπομονησία αὐτοῦ προέβη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἐνόμισεν, ὅτι ἦτο πρόσφορος ἡ περίστασις διὰ νὰ προβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ζήτημα, τοῦ ὁποίου τὴν ἐξέτασιν ὀφείλω νὰ μὴ παραλείπω. Αἱ ἀντιπολιτεύσεις δὲν ἔχουσι καθῆκον ἀποκλειστικόν, οὐδὲ σκοπὸν μόνον νὰ συμπράττωσι πρὸς ἀνατροπὴν τῶν Ὑπουργείων. Ἀλλὰ τὸ σύνηθες καθῆκον αὐτῶν εἶναι νὰ ἐλέγχωσι τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν κατὰ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἐν τῷ Συντάγματι ἀνεγράφη, νὰ ἀναλύωσιν αὐτὰς, νὰ ζητῶσι πληροφορίας, νὰ προκαλῶσιν ἀναπτύξεις, νὰ ἐγείρωσι συζητήσεις, σκοπούσας μετ’ ἀληθῶς εὐγενοῦς προαιρέσεως τὴν περιστολὴν τῶν ὑπουργικῶν αὐθαιρεσιῶν, τὴν ἐπαναγωγὴν τῶν Ὑπουργῶν εἰς τὸ πρὸς τοὺς νόμους σέβας, τὴν ἀνόρθωσιν τῶν νόμων, τὴν ἀποκατάστασιν χρηστῆς διοικήσεως. Ἐὰν δὲ αἱ ἀντιπολιτεύσεις ἤθελον κρίνει συμφέρον εἰς τὸν τόπον νὰ ἐπιζητήσωσι καὶ τὴν ἀνατροπὴν τοῦ Ὑπουργείου, τότε, ἀλλὰ τότε μόνον προβάλλουσιν ὑπουργικὰ ζητήματα. Καὶ αἱ Κυβερνήσεις δύνανται νὰ προβάλλωσιν ὑπουργικὰ ζητήματα, ὅταν ἤθελε διαδοθῆ, ὅτι ἐκλονίσθη ἡ πεποίθησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ περὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Κοινοβουλίου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι κατεστάθη ἀμφίβολον ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἔθνους, ὅτι ἕνεκα τῆς ἀμφιβολίας ταύτης ἐχαλαρώθη ἡ διοίκησις καὶ ἕνεκα τούτου ἐπέρχονται ζημίαι εἰς τὸ Κράτος. Ἔχουσι δικαίωμα τότε αἱ Κυβερνήσεις νὰ θέσωσιν ὑπουργικὰ ζητήματα, διὰ νὰ δώσωσι τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ ἐὰν οἱ Ὑπουργοὶ ἐξακολουθῶσιν ν’ ἀπολαμβάνωσι τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς, καὶ ἑπομένως ν’ ἄρωσι τὰς ἀμφιβολίας, αἵτινες ἠγέρθησαν ἐν τῷ φρονήματι τοῦ λαοῦ. Τοιοῦτόν τι ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν προτείνεται, ἀφοῦ παρ’ ἡμῖν πρὸ μικροῦ ψηφοφορίαι δύω ἀφῄρεσαν πάντα τοιοῦτον δισταγμόν. Ἡ ἰσχὺς τῆς Κυβερνήσεως οὐδαμῶς ἐκλονίσθη ἐν τῇ πεποιθήσει τοῦ κοινοῦ, ἀφοῦ αὕτη κατέδειξεν εἰς τὸ κοινὸν τὴν πλειοψηφίαν της. Τίς λοιπὸν ἡ ἀνάγκη, ἡ ὁποία ἐπίεσε τὸν κύριον πρωθυπουργόν, ὥστε μετ’ ἀνυπομονησίας νὰ δράξῃ τὴν προκειμένην συζήτησιν περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος, καὶ νὰ τὴν παραστήσῃ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ὡς πολιτικὸν ζήτημα; Τὸ πρᾶγμα, κύριοι, δὲν εἶναι ἀνάξιον προσοχῆς. Τὸ νὰ χαρακτηρίζητε ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι φύσει πολιτικὰ, ἢ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν προβάλλει ὡς πολιτικὰ, νὰ χαρακτηρίζητε ἄνευ ἀνάγκης ὡς πολιτικὰ, ἀλλοιοῦτε, κύριοι, τὴν φύσιν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, διότι ἐνδέχεται ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων τῶν εἰδικῶν μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζουσι καὶ ἐπιθυμοῦσι τὴν συντήρησιν τῆς Κυβερνήσεως, νὰ τυγχάνωσι πεπεισμένα, ὅτι πρέπει οὐχ ἧττον νὰ ὑποβληθῇ ἡ Κυβέρνησις εἴς τινας φραγμοὺς, ἢ ὅτι τὰ τεθέντα εἰδικῶς ζητήματα ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς μερίμνης τοῦ Κοινοβουλίου· τὰ μέλη ταῦτα τοῦ Κοινοβουλίου ἀναγκάζετε νὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν γνώμην των ταύτην καὶ ψηφοφοροῦντα νὰ εἴπωσι: μολονότι ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι καλῶς δὲν διετάχθησαν τὰ τῶν εἰδικῶν τούτων ζητημάτων, διὰ νὰ ἀποφύγωμεν ὅμως τὴν μεγάλην ζημίαν τὴν ἐκ τῆς ἀνατροπῆς τῆς Κυβερνήσεως, παραδεχόμεθα αὐτὰ ὡς ἐγένοντο διὰ νὰ μὴ ἀνατραπῇ ἡ Κυβέρνησις. Τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα εἶναι πολίτευμα στηριζόμενον ἐπὶ τῆς δυσπιστίας, αὕτη δὲ παράγει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου. Ὁ ἔλεγχος πρέπει νὰ στηρίζηται ἐπὶ τῆς πεποιθήσεως τῶν ἐνασκούντων αὐτὸν περὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ ἐλέγχου, καὶ ἐπὶ τῆς ἀληθείας τῶν προκαλούντων τὸν ἔλεγχον πραγμάτων. Ὅταν ὅμως ἀναγκάζωνται οἱ ἄνθρωποι νὰ ἐγκαταλίπωσι τὰς πεποιθήσεις των, ὅταν ἀναγκάζωνται νὰ μὴ διερμηνεύωσι τὴν ἀληθῆ αὐτῶν γνώμην διὰ τῆς ψήφου των, ἀλλοιοῦτε τὴν φύσιν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος καὶ καθιστᾶτε μὴ γνήσιον ἀλλὰ νόθον τὸ πολίτευμα. Καὶ μήπως, κύριοι, δὲν ἔχετε παραδείγματα; Μήπως αὐτὸ δὲν συνέβη ἐν αὐτῇ τῇ αἰθούσῃ; Δὲν εἴδατε πέρυσιν ὅτι μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ ὁποῖον εἶχε προβάλει ἁπλῆν τροπολογίαν ἐπὶ συνήθους τινὸς Νομοσχεδίου, νομίζω, περὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς, καὶ τὸ ὁποῖον εἶχε ψηφοφορήσει εἰς τὴν δι’ ἀναστάσεως ψηφοφορίαν ὑπὲρ τῆς τροπολογίας του, ἠναγκάσθη....
§66ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Δὲν λέγετε ἀλήθειαν.
§67Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἠναγκάσθη νὰ ψηφοφορήσῃ εἰς τὴν κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν ψηφοφορίαν κατὰ τῆς ἰδίας αὑτοῦ προτάσεως; (θόρυβος). Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τὸ πολιτικὸν τὸ ἔθηκεν ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατὰ τρόπον πολὺ χείρονα. Προεκάλεσε τοὺς φίλους αὐτοῦ καὶ εἶπεν εἰς αὐτοὺς, ὅτι ἡ ψῆφος, τὴν ὁποίαν θέλουσιν δώσει ἐπὶ τῆς συζητήσεως περὶ νομισματικοῦ συστήματος, ἡ ψῆφος αὕτη δὲν ἔχει μόνον τὴν ἔννοιαν ταύτην, ἀλλὰ ἔχει καὶ ἄλλην ἔννοιαν, ὅτι θέλουσιν ἀποδεχθῆ πάντα τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια αὐτοῦ, ὅτι θέλουσι ψηφοφορήσει ἀκέραιον καὶ ὅλον τὸ οἰκονομικὸν σύστημα αὐτοῦ. Τώρα διὰ τοιαύτης τοῦ ζητήματος παρασκευῆς, διὰ τοιαύτης κατασκευῆς τῆς προτάσεως δὲν ἀλλοιοῦται μόνον ἡ φύσις τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ προκαλεῖσθε νὰ ψηφίσητε καὶ πρότασιν, ἥτις εἶναι ἄλογος καὶ ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τοῦ βουλευτοῦ καὶ τοῦ ἀνθρώπου, διότι ὑποβιβάζει καὶ τὸν βουλευτὴν καὶ τὸν ἄνθρωπον εἰς θέσιν ὑποδεεστέραν καὶ τοῦ βουλευτοῦ καὶ τοῦ ἀνθρώπου. Ἔχομεν καθῆκον, κύριοι, ν’ ἀπευθύνωμεν τὴν παρατήρησιν ταύτην, διότι δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν τοῦτο συμβαίνει παρ’ ἡμῖν. Καὶ πρὸ δύω ἐτῶν ἀκόμη οὕτω πως ἐτέθησαν εἰς τὸ Κοινοβούλιον ζητήματα. Σᾶς εἶπον καὶ τότε, ὅτι ὅσοι παραδέχεσθε τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης καὶ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, σεῖς ὑποχρεοῦσθε νὰ παραδεχθῆτε καὶ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν αὐτῶν, σᾶς ἔλεγε τότε ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὁ νῦν προεστὼς τοῦ Ὑπουργείου. Καὶ ἡ κατάργησις τῆς δεκάτης, ἡ ἕνεκα τῶν καταχρήσεων τῶν ἐνοικιαστῶν ἐπιβληθεῖσα ὡς ἀναγκαία εἰς τὴν κοινωνίαν, μετὰ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, συνεδέετο μετὰ τῶν Ἰωαννίνων καὶ τοῦ Μετσόβου, καὶ ἐστρέφετο κατὰ τῆς πολιτικῆς, ἀπὸ τὴν ὁποίαν προσεδόκα τὸ ἔθνος νὰ κατορθώσῃ νὰ ἴδῃ ἐλευθέραν ὅλην τὴν Θεσσαλίαν καὶ τοὐλάχιστον τὴν μεσημβρινὴν Ἤπειρον. Ἡμεῖς ὡς ἄτομα καὶ ὡς μέλη τοῦ Κοινοβουλίου εἴχομεν καὶ ἔχομεν διακαῆ πόθον νὰ πραγματοποιηθῇ τέλος πάντων τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ τὸν πόθον τοῦτον κατεδηλώσαμεν καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, οὐχὶ ὅπως ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, μὴ ἀκούσας ἴσως καλῶς τῶν λόγων μου, σᾶς παρέστησεν ὅτι εἶπον, ὅτι κατεδήλωσα καθ’ ὃν χρόνον συμπράττων μετὰ τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου διεχειριζόμην τὰ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργεῖα. Δὲν ἤκουσεν ἴσως ὅ,τι ἐγὼ εἶπον, ὅτι τὸν πόθον τοῦτον κατεδηλώσαμεν κατὰ τὴν παρελθοῦσον Σύνοδον τῆς Βουλῆς. Παρακούσας οὕτω καὶ παραστήσας ἡμῖν ἀλλοῖα τὰ πράγματα, κατώρθωσεν, ἐν ᾧ ἐπρόκειτο περὶ ἐλέγχου κυβερνητικῆς πράξεως αὐτοῦ, νὰ μεταβάλῃ θέσιν καὶ νὰ καταστήσῃ ἑαυτὸν μὲν ἐλέγχοντα καὶ ἐμὲ ἐλεγχόμενον. Μοὶ εἶπε λοιπόν: πῶς δὲν ἐφροντίσατε ὡς Ὑπουργὸς περὶ τοῦ ἰσοζυγίου διὰ νὰ ἔχητε δικαίωμα νὰ ὁμιλήσετε σήμερον περὶ αὐτοῦ; Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἡμεῖς ἐπροσπαθήσαμεν νὰ συστήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιζητήσῃ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπὸ τῆς παρελθούσης Συνόδου. Καὶ τί ἄλλο κατ’ ἐκείνην ἐπράξαμεν; Ἐπράξαμεν ὅ,τι ἠδυνάμεθα διὰ νὰ μὴ κατασταθῇ δυνατὸν νὰ ψηφισθῶσι πᾶσαι ἐκεῖναι τοῦ Ὑπουργείου αἱ προτάσεις, πάντα ἐκεῖνα τὰ Νομοσχέδια, δι’ ὧν ηὐξάνοντο τὰ ἔξοδα. Ἤθελεν ὑποθέσει τις ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἦτο γυμνὴ νόμων, ὅτι δὲν ὑπῆρχον εἰς αὐτὴν εἰμὴ ἴσως τὰ λείψανα τῶν κανόνων καὶ παραγγελμάτων ἐκείνων, ὑπὸ τῶν ὁποίων διείπετο τὸ Ἔθνος, ὅτε ἦτο ὑπὸ τὴν δουλείαν, καὶ ὅτι πέρυσιν ἐλευθερωθὲν ἠσχολεῖτο νὰ καταρτίσῃ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ νομοθεσίαν διὰ νὰ καταστήσῃ διοίκησιν ἐν τῇ χώρᾳ! Καὶ παρέστη πέρυσιν ἡ Κυβέρνησις ὡς ἄλλος Δευκαλίων, ὅστις μετὰ τὸν κατακλυσμὸν ἔῤῥιπτε λίθους καὶ ἐγίνοντο ἄνθρωποι· τοιουτοτρόπως ἡ Κυβέρνησις ἔῤῥιπτεν ἓν φύλλον χάρτου ἐνταῦθα καὶ ἐγίνετο Νόμος. Καὶ δὲν ἐγίνετο μὲν τὸ φύλλον τοῦ χάρτου ἄνθρωπος, ὅπως οἱ ἐκ τῶν λίθων τοῦ Δευκαλίονος παραγόμενοι ἄνθρωποι, ἀλλὰ τὸ φύλλον ἐδημιούργει θέσεις δι’ ἀνθρώπους, καὶ αἱ θέσεις ἔμελλον νὰ συμπληρῶνται δημοσίᾳ δαπάνῃ, καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔμελλον ν’ αὐξήσωσι τεραστίως καὶ νὰ ὑπερβῶσι κατὰ πολὺ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1880, τὸν ὁποῖον ἐγὼ εἰσήγαγον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ὅμως αὐτοὶ κατήργησαν, λόγῳ δῆθεν οἰκονομίας, καὶ αὐτὸ τὸ ἐπιμίσθιον τοῦ ἐπὶ τοῦ ἀρχειοφυλακείου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τὸ ὁποῖον ἐδίδετο διὰ ν’ ἀποζημιῶται διὰ τὴν φθορὰν τῶν ἐνδυμάτων του. Προσεπαθήσαμεν νὰ σταματήσωμεν τὸ κακὸν ἐκεῖνο, ἀλλ’ ἡ προσπάθειά μας ἀπέβη ἄγονος, διότι ἐκεῖνοι μὲν εἶχον μεγάλην πλειοψηφίαν, ἡμεῖς δὲ δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν οὐδὲ νὰ τοὺς περιστείλωμεν οὐδὲ νὰ τοὺς ἀνατρέψωμεν καὶ τοὺς διαδεχθῶμεν. Ἡμεῖς μάλιστα, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠρίθμει τότε ὀλιγωρῶν εἰς ἐννέα, τί ἠδυνάμεθα νὰ κάμωμεν; Ἐπιθυμοῦμεν λοιπὸν τὸ ἰσοζύγιον, καὶ ἐπιθυμοῦμεν νὰ ὑποστηριχθῶσιν ὅλα τὰ ἔλλογα καὶ δυνατὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπροτάθησαν ἢ θέλουσι προταθῆ, καὶ δι’ ὧν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ ἰσοζύγιον. Ἀλλ’ ἐὰν ἐναντίον τῆς γνώμης ἡμῶν ταύτης εὑρίσκωνται Βουλευταί, οἵτινες θέλουσι ψηφοφορήσει, κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἵνα ἀπὸ 3 δραχμὰς φόρον, ὃν μέχρι τοῦδε ἐπλήρωνον ἐπὶ τῶν ἀμπέλων κατὰ στρέμμα, πληρόνωσιν εἰς τὸ ἑξῆς οἱ ἀμπελουργοὶ κατὰ στρέμμα ἀμπέλου 30 δραχμὰς, ἡμεῖς δὲν θέλομεν ψηφίσει τοιοῦτον φόρον. Ἐὰν εὑρεθῶσι Βουλευταὶ ἕτοιμοι νὰ ψηφίσωσι τὴν διάταξιν περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν, πρὸς τοῖς ἄλλοις, οὐδὲν ἧττον ἢ θέλει ἀφαιρεθῆ 1,300,000 μεδζήτια ἀργυρᾶ Τουρκικὰ ἀπὸ τὰ βαλάντια τῶν καλλιεργητῶν τοῦ καπνοῦ ἐν Ἑλλάδι καὶ τῶν ἐμπόρων τοῦ καπνοῦ, διὰ νὰ μεταφερθῶσιν εἰς τὰ βαλάντια τῶν ἐχόντων τὸ μονοπώλιον τῶν Τουρκικῶν καπνῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἐὰν ψηφισθῶσιν οἱ Νόμοι οὗτοι, θέλομεν ὑποκύψει, καὶ ὡς πολῖται θέλομεν πληρώσει τὸν φόρον, ὅσοι ἐσμὲν φορολογούμενοι, καὶ ὡς μέλη τοῦ Κοινοβουλίου θέλομεν σεβασθῆ τὴν ἀπόφασιν τῆς πλειοψηφίας, ἀλλὰ θέλομεν ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐξεπληρώσαμεν τὸ καθῆκόν μας, πολεμήσαντες τοιαῦτα νομοσχέδια, καὶ μὴ ψηφοφορήσαντες, εἰμὴ μόνον τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἵτινες δὲν συνιστῶσι φορολογίαν αὐθαίρετον, φορολογίαν ἄνισον καὶ ἑπομένως ἄδικον, καὶ αἵτινες τέλος πάντων ἀποδεικνύονται λογικαὶ καὶ δυνάμεναι νὰ πραγματοποιηθῶσιν. Ἡ ἐπιψήφισις ἢ ἡ ἀπόῤῥιψις τῶν νομοσχεδίων, ὡς ἡ Κυβέρνησις προέτεινε διὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ χθὲς, μετετράπη εἰς ζήτημα ἀριθμοῦ ψήφων. Ἐξανίστατο ἄλλοτε ὡς προϊστάμενος πολιτικοῦ κόμματος ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς κατὰ τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης, κυβερνῶντος τότε, καὶ παρίστα ὅτι ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος δὲν ἀσχολεῖται, εἰμὴ μόνον νὰ στηρίζηται ἐπὶ ἀριθμοῦ ψήφων, καὶ ἔλεγεν ὅτι οἱ ἐπὶ μόνου τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ψήφων στηριζόμενοι δὲν ἀποδεικνύουσι διὰ τούτου ὅτι πράττουσι πράξεις ὑποστηριζομένας ὑπὸ τῆς ἀληθείας. Ἀλλ’ αὐτὸς προβάλλει ζητήματα συλλήβδην, ἀθρόα πρὸς ἐπιψήφισιν, ζητεῖ μάλιστα νὰ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδιά του en bloc· τί δ’ ἀποτελεῖ οὕτω τὴν δύναμίν του, ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ δικαιοσύνη, ἢ ὁ ἀριθμὸς τῶν ψήφων; Ἀλλὰ τότε, διατί νὰ καταναλίσκωμεν τὸν καιρὸν συζητοῦντες ἐπὶ λεπτομερειῶν, αἱ ὁποῖαι ἑκάστοτε δύνανται νὰ καταστῶσι πολιτικὰ ζητήματα, καὶ ἑπομένως νὰ ἐπιβάλλωσι τὴν γνώμην σας εἰς τὴν πλειονοψηφίαν; Εἰμποροῦμεν μίαν συνεδρίασιν μόνον νὰ κάμωμεν, νὰ μετρηθῶμεν κατ’ αὐτὴν, καὶ ἂν τὸ Ὑπουργεῖον ἔχῃ τὴν πλειονοψηφίαν, νὰ κηρυχθῶσι παραδεκτὰ πάντα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐπρότεινεν ἢ θέλει προτείνει κατὰ τὴν Σύνοδον πᾶσαν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ εὔστροφος διάνοια καὶ ἡ εὔστροφος γλῶσσα τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ μετέτρεψε ταύτην τὴν συζήτησιν περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νομισματικοῦ συστήματος εἰς ἔλεγχον ἐμοῦ, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν ἐπρόβαλον πλῆρες σύστημα οἰκονομικὸν εἰς τὴν Βουλὴν, οὔτε ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου οὔτε ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν τοιοῦτος διετέλεσα, ἀναγκάζομαι νὰ μὴ ἀφήσω νὰ παρέλθῃ καὶ τοῦτο ἄνευ ἀπαντήσεως. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἦναι δυνατὸν εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἐνόσῳ εἶναι ἀντιπολίτευσις καὶ πρὶν ἢ γένηται Κυβέρνησις, νὰ προβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πλῆρες οἰκονομικὸν σύστημα. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις πρὸ δύω ἐτῶν ἔδωκεν ἀμυδράν τινα ἰδέαν εἰς τὴν Βουλὴν, πρὶν γείνει Κυβέρνησις, οἰκονομικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον προετίθετο νὰ προβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν· ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὅτε ἐγένετο Κυβέρνησις, ἔφερε μὲν ἀνεπτυγμένον οἰκονομικόν τι σύστημα, τοῦ ὁποίου τὴν ἀμυδρὰν ἰδέαν εἶχε δώσει ὡς ἀντιπολίτευσις, ἀλλὰ μετ’ ὀλίγους μῆνας ἡ αὐτὴ Κυβέρνησις ἐγκατέλειπε τὸ σύστημά της ἐκεῖνο καὶ τρία διάφορα ἀπ’ ἀλλήλων οἰκονομικὰ συστήματα κατὰ διαδοχὴν ὡς Κυβέρνησις ἐφήρμωσε, διὰ τῶν ὁποίων ἀνέτρεψε τὸ πρῶτον οἰκονομικόν της σύστημα, ἀνατρέψασα καὶ δι’ ἑκάστου τῶν νεωτέρων πᾶν τὸ προγενέστερον αὐτοῦ. Τοιαῦτα συστήματα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἐξάγῃ τις ἀπὸ τὸ θυλάκιόν του κατὰ πᾶσαν στιγμὴν, δὲν εἶναι συστήματα οἰκονομικὰ, εἶναι πυροτεχνήματα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἀνάπτῃ τις εἰς τὴν ἀκτὴν τοῦ Φαλήρου, διὰ νὰ τέρπῃ τὴν ὅρασιν τῶν θεατῶν καὶ διασκεδάζῃ μὲ αὐτά. Ἀλλὰ δὲν πιστεύω, ὅτι ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν κατεδίκασεν αὐτὸν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ᾖναι ἄλλο τι εἰμὴ θεατὴς θεαμάτων πρὸς τέρψιν. Ἐλπίζω μάλιστα, ὅτι, ἀφοῦ λειτουργεῖ πρὸ τόσων χρόνων τὸ Συνταγματικὸν Πολίτευμα, ἔμαθε πλέον ὅτι ὀφείλει νὰ ἔχῃ γνώμην ἐπὶ τῶν δημοσίων πραγμάτων, διότι αἱ γνῶμαι τῶν πολλῶν μορφώνουσι τὸ δημόσιον φρόνημα, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ μόνος ὁδηγὸς καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Ὡς Κυβέρνησις δὲ παρέστην σπανιώτατα ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου· καὶ μόνον κατὰ τὸ 1880 παρέστην ὡς συντάκτης καὶ εἰσηγητὴς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους ἐκείνου. Ὁ Προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος ὑπέκυψεν εἰς ἀπηνῆ ψαλίδισιν κατὰ τὰ ἔξοδα ὑπὸ τῆς τότε κρατούσης ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν μοὶ ᾖναι παραμυθητικὸν, ὅτι ἡ χεὶρ, ἥτις τότε ἐκράτει τὴν ψαλίδα, ἦλθε κατόπιν καὶ διεσκόρπισε τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου εἰς τὰς ἀγυιὰς, ὡς σπάταλος φύσις, τόσον λυποῦμαι διὰ τὴν καταπροδοθεῖσαν ἀπότομον ταύτην μεταβολὴν εἰς σπατάλους τοῦ 1882 τῶν φειδωλῶν τοῦ 1880, οὐδ’ ἐπεθύμουν νὰ ἀποδειχθῇ διὰ τοιούτου τρόπου τῆς ἐγκατασταθείσης Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν διερμήνευον τὴν ἀληθῆ πεποίθησίν των, ὅταν ἤλεγχον καὶ ἐψαλίδιζον τὸν Προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον κατὰ τὸ 1880 εἰσήγαγον. Δὲν γνωρίζω, κύριοι, ἂν ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, μετὰ τὸν λόγον, ὃν χθὲς τὸ ἑσπέρας ἀπήγγειλε, σκοπεῖ νὰ σᾶς προβάλῃ πρότασιν ῥητὴν, ἡ ὁποία νὰ περιέχῃ ζήτημα πολιτικόν. Καὶ ἂν μὲν προβάλῃ τοιαύτην, γνωρίζει βεβαίως, ὅτι αὐτὸν καὶ οὐχὶ ἡμᾶς ἐπιβαρύνει ἡ ἐπὶ ταύτῃ εὐθύνη. Ἂν ὅμως δὲν ἔχῃ τὸν σκοπὸν τοῦτον, ἀρκῆται δὲ νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν προβληθησομένην παρ’ ἡμῶν τῶν ἐλεγξάντων ὡς παράκαιρον τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νομισματικοῦ συστήματος, ὁ χαρακτηρισμὸς, τὸν ὁποῖον ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς δίδωσιν εἰς τὴν πρότασιν, δὲν ἀφορᾷ ἡμᾶς· ἴσως ἀφορᾷ τοὺς φίλους τοῦ ὑπουργείου, οἵτινες θέλουσι μάθει, ὅτι πρόκειται περὶ ὑπουργικοῦ ζητήματος, καὶ ὁδηγηθῇ ποίαν νὰ δώσωσι ψῆφον. Ἡμεῖς, οἵτινες ἐσμὲν ἐκ τῶν μετασχόντων τῆς συζητήσεως ταύτης, μετὰ προαιρέσεως μηδόλως πολιτικῆς θέλομεν δώσει τὴν ψῆφον ἡμῶν μὲ τὸν αὐτὸν σκοπὸν, μὲ τὸν ὁποῖον ἠθέλομεν τὴν δώσει, καὶ ἂν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς δὲν εἶχε τὴν ἀνυπομονησίαν νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν συζήτησιν ταύτην ὡς πολιτικὴν (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ζηνόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§69ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον. (Ἐγείρονται πολλοὶ Βουλευταὶ ἐκ τῆς δεξιᾶς καὶ ἀναχωροῦσι) (θόρυβος).
§70Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§71ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος).
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες 116. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8 Μ. Μ.)