1882.11.04
2,294 rows · 18,303 words · 67 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 9
τῆς 4 Νβρίου 1882
(Πέμπτη)
Ὥρα 3. μ. μ.
(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησον καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει τοῦ ἐκ Βώλου βουλευτοῦ περὶ τῆς κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Ὠρεοὺς εἰς Καστανιώτισσαν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατέθεσε τὰ ἔγγραφα. — Ὁ κ. Δουζίνας ἔχει τὸν λόγον.
§2ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἕν ἔργον, τὸ ὁποῖον διὰ τὴν ναυτιλίαν ὄχι μόνον τὴν ἐμπορικὴν ἀλλὰ καὶ τὴν πολεμικὴν καὶ ὄχι μόνον τὴν ἡμετέραν τὴν Ἐθνικὴν ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων Ἐθνῶν, ἔργον, ἀφορῶν αὐτὴν σπουδαίως, ἡ καθάρισις τοῦ ἑνὸς στομίου τοῦ λιμένος τοῦ Πόρου, ἔργον, τὸ ὁποῖον ἤρξατο πρότερον, σήμερον καταπαύει. Γαία μιχθήτω πυρὶ, λέγει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἀφ’ ὅτου προχθὲς τῷ ἀπηύθυνα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μερικὰς ἐπερωτήσεις. Ὑπάρχει μία βυθοκόρος, ἀλλὰ πλοῖον σαπρὸν καὶ ἐκ κατασκευῆς ἱκανὸν μόνον νὰ καθαρίζει τὸν βορβορώδη βυθὸν τῆς θαλάσσης, διὸ καὶ ἁπλῶς βορβοροφάγος καλεῖται, διότι βυθὸν στρωμμάτων τραχέων ἀδυνατεῖ νὰ βαθύνῃ, καὶ τὸ ὁποῖον ἔκειτο εἰς τὰ ἀρχεῖα, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ ναυτικοῦ πολεμικοῦ ἄχρηστον ἐπὶ 25 ἔτη. Ἐδοκιμάσθη καὶ ἐπὶ τοῦ Μπούμπουλη, ἀλλ’ ἐφάνη ἄχρηστον, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε τὴν βυθοκόρον τοῦ Δήμου Πειραιῶς, ὅπως ἐπιτελέσῃ τὸ ἔργον αὐτὸ, διὰ τὸ ὁποῖον ἐποιήσατο ὁ Μπούμπουλης ἔναρξιν· ἤδη ἡ βορβοροφάγος αὐτὴ ἐδόθη εἰς ἐκβάθυνσιν τοῦ λιμένος Πόρου (θόρυβος). Φρονῶ, ὅτι τὸ ἔργον αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ παύσῃ, διότι δὲν ἀφορᾷ εἰς μερικὸν καλὸν, ἀλλὰ εἶναι διὰ τὸ γενικὸν, τὸ Ἐθνικὸν συμφέρον· δὲν θέλω νὰ εἴπω τί ἐστὶ αὐτὸ τὸ παγκόσμιον καλὸν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, ἀφοῦ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔκαμεν ἀρχὴν, καλὸν εἶναι νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον. Διὰ τοῦτο ἔθιξα τὸ ζήτημα αὐτὸ, ὅπως μὴ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐκ πνεύματος ἐκδικήσεως κατ’ ἐμοῦ παύσῃ τὸ ἔργον. Προσέτι ὑποβάλλω καὶ μερικὰς παρατηρήσεις ἐγγράφους διὰ τὸν αὐτὸν ὑπουργὸν εἰς τὰς ὁποίας προκαλεῖται ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ν’ ἀπαντήσῃ· διότι ἰδοὺ τί συμβαίνει· εἰς τὸ ναυτικὸν οἱ προβιβασμοὶ δὲν γίνονται ὅπως εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς, ἀλλ’ ἐξετάζονται κατὰ καιροὺς ναῦται ὑπαξιωματικοί· ἀφίνω τοὺς ἀξιωματικοὺς, ἀρχίζω ἀπὸ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς καὶ τοὺς ναύτας ὡς τὸ στοιχεῖον τὸ πλέον πολυπληθέστερον καὶ τὸ πλέον ἀγαπητὸν ἐμοὶ, τὸ στοιχεῖον τὸ δημοτικόν· διὰ τοὺς κ.κ. ἀξιωματικοὺς ὑπάρχει ἀντιπρόσωπος ἐνταῦθα ὁ κ. Κριεζῆς, καὶ ἐγὼ δὲ κατὰ δύναμιν θέλω φέρει μετ’ ὀλίγας ἡμέρας πραγματείαν ἐνταῦθα περὶ αὐτῶν. Λοιπὸν ἐξετάζονται οἱ ναῦται καὶ οἱ ὑπαξιωματικοὶ, 50–100 βαθμολογοῦνται ἀναλόγως τῶν ἐξετάσεών των· ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς κάμνει ὅ,τι θέλει, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν προβιβαζομένους ἀνωτάτους ὑπαξιωματικοὺς μὴ ἱκανοὺς, ἄνδρας δὲ ἐπὶ μακρὰ ἔτη ὑπηρετήσαντας εὐδοκίμως καὶ καλλιτέρους τῶν ἄλλων νὰ μὴ προβιβάζωνται. Διὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ, ὅπως ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐπερωτήσεις μου καὶ νὰ μὴ φέρεται αὐθαιρέτως, μαραίνων τὸν ζῆλον τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ τῶν ναυτῶν, ὅπως ἔκαμε διὰ τὸν μηχανικοὺς, τοὺς ὁποίους ἔβαλεν εἰς τὸ κάτεργον. Ἐγὼ ἀπὸ τοῦ 1879, ἅμα ἦλθον εἰς τὴν Βουλὴν, κατεῖδον τὰς ἀνάγκας τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, ἔβαλα τὸν δάκτυλον εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων καὶ ἐπέμεινα ὅτι χρειάζεται ἡ ὑπηρεσία νόμον περὶ μηχανικῶν καὶ περὶ Ἀπομαχικοῦ Ταταμείου· μετὰ τόσα ἔτη κατωρθώθη, ὥστε ἐπὶ τρεῖς ἀναγνώσεις νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ Νόμος περὶ μηχανικῶν, καὶ νὰ γείνῃ Νόμος τοῦ Κράτους· ἐπὶ δύω δὲ νομίζω ὁ περὶ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου. Ἐν τούτοις ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν ἔθεσεν εἰς ἐνέργειαν τὸν Νόμον αὐτὸν περὶ μηχανικῶν, ἤρχισε δὲ νὰ τιμωρῇ ἐκείνους τοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ ποιήσωσι χρῆσιν, ἀδικούμενοι, ἑνὸς δικαιώματος, ἠθέλησε νὰ καταπιέσῃ τὸ πνεῦμα. Διὰ τοῦτο γίνονται ἐπαναστάσεις· ἡ ἀδικία, ἡ ἄρνησις τῆς δικαιοσύνης γεννᾷ ἐπαναστάσεις. Ἔπρεπε λοιπὸν ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ προΐδῃ, διότι τοῦτο εἶναι ἴδιον τοῦ πολιτικοῦ ἀνδρὸς, τὸ προβλέπειν καὶ οὐχὶ τὸ τιμωρεῖν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀστυνομικὸν ἔργον, κατόπιν ἐρχόμενον· καὶ διὰ τοῦτο ἔπρεπεν ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ προβλέψῃ περὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ τῶν ναυτῶν, ὅπως μὴ ἔχωμεν ἄλλην ἔκρηξιν κακοῦ. Καταθέτω λοιπὸν αὐτὰς τὰς ἐπερωτήσεις, ὅπως λάβῃ αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. ὑπουργὸς καὶ προσαγάγῃ τὰς δεούσας πληροφορίας. (Ὅρα Παράρτημα).
§3Γ. ΡΟΥΦΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ συντρέξω τὸν Πόρον μετὰ τὴν ἄρσιν τοῦ Ναυστάθμου ἐκεῖθεν καὶ τὴν μεταφορὰν αὐτοῦ εἰς Σαλαμῖνα. Διὰ τοῦτο ὅ,τι ἠδυνήθην νὰ κάμω ὑπὲρ τοῦ Πόρου τὸ ἔκαμα, τὺ ἔκαμα δὲ κατὰ καθῆκον, καὶ διὰ νὰ παράσχω πᾶσαν εὐκολίαν παρεχώρησα τὴν βυθοκόρον καὶ πᾶν μέσον δυνάμενον νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ λιμένος. Ἑπομένως ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Πόρου ἀδίκως μέμφεται ἐμοῦ, ὅστις εἶμαι ὁ πρῶτος ὑπουργὸς μετὰ τὴν μεταφορὰν τοῦ Ναυστάθμου, ὅστις ἐχορήγησα πᾶν μέσον εἰς τὸν Πόρον καὶ ὑπὲρ τοῦ Πόρου· ἀπορῶ δὲ πῶς ὁ κ. βουλευτὴς Πόρου δύναται νὰ μεμφθῇ ὑπουργοῦ, παρασχόντος τοιαύτην ὑπηρεσίαν εἰς τὸν τόπον του! Βεβαίως οὔτε πνεῦμα ἄλλο, οὔτε συμφέρον ἄλλο μὲ κάμνουν ὥστε νὰ μὴ ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω τὰς αὐτὰς ἰδέας ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ· ἡ βυθοκόρος θὰ μείνῃ καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ οὐχὶ χάριν τῶν κυρίων βουλευτῶν ἀλλὰ τῆς ἐπαρχίας τοῦ Πόρου καὶ τοῦ Πόρου αὐτοῦ. Καθόσον ἀφορᾷ τοὺς μηχανικοὺς, δὲν ἔχω τίποτε ν’ ἀπαντήσω· αὐτὸ ἀνάγεται εἰς τὴν Δικαστικὴν ἐξουσίαν, καὶ δὲν ἀνάγεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τὴν ἰδικήν μου. Κατηγγέλθησαν οἱ μηχανικοὶ, ὑπεβλήθησαν εἰς τὰ Δικαστήρια, τὰ Δικαστήρια τοὺς κατεδίκασαν, ἐζήτησαν τὴν ἀναθεώρησιν τῆς ὑποθέσεως ἀπὸ τὸ Ἀναθεωρητικόν. Δὲν ἦτο λοιπὸν δικαίωμά μου νὰ ἀναμιχθῶ κατ’ οὐδέν. Ἄλλοι τοὺς κατήγγειλαν, ἐγὼ ὤφειλον νὰ ἐκπληρώσω τὰ τοῦ Νόμου. Καθόσον ἀφορᾷ τὰ περὶ προβιβασμῶν, οὔτε κυοφοροῦνται οὔτε θὰ κυοφορηθῶσιν. Οἱ δυνάμενοι νὰ προβιβασθῶσι θὰ προβιβασθῶσι, διότι εἶναι δικαίωμα ἐδικόν μου νὰ ἀναγνωρίσω τὴν πειθαρχίαν καὶ τὴν ἱκανότητα ἑνὸς ἑκάστου, ἐπὶ τῇ προτάσει τῶν Κυβερνητῶν των, τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἁρμόδιοι νὰ γνωμοδοτήσωσι.
§4ΤΡΑΚΑΣ. Ἀφότου αἱ νέαι Ἐπαρχίαι προσετέθησαν εἰς τὰς παλαιὰς, ἤρχισε νὰ γίνεται μεγαλειτέρα εἰσαγωγὴ διὰ ταῦ Τελωνείου Στυλίδος, διότι αἱ Ἐπαρχίαι Καρδίτσης καὶ Δομοκοῦ ἐμπορεύονται διὰ τῆς Λαμίας. Ἀλλὰ ἀπὸ τῆς προκυμαίας Στυλίδος μέχρι τοῦ ἐν τῇ πόλει ὑπάρχοντος ὑπὸ ἐνοίκιον Τελωνιακοῦ καταστήματος ὑπάρχει ἀπόστασις πλέον τοῦ ἑνὸς χιλιομέτρου, ὥστε ἐν καιρῷ χειμῶνος καὶ βροχῆς ἀποβιβαζόμενα τὰ ἐμπορεύματα καὶ μένοντα ἐν ὑπαίθρῳ βλάπτονται οὐσιωδῶς· ἄλλως τε, καὶ διὰ τὴν εἰς τὸ Τελωνεῖον μεταφοράν των ἀπαιτεῖται ἔξοδον ἡμίσεος λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν, δι’ οὗ ἐπιβαρύνονται τὰ ἐμπορεύματα ἐπὶ πλέον. Διὰ ταῦτα ἀπευθύνω τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν, πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, παρακαλῶν αὐτὸν ὅπως διατάξῃ τὴν κατασκευὴν Τελωνιακοῦ καταστήματος ἐπὶ τῆς προκυμαίας Στυλίδος. (Ὅρα Παράρτημα).
§5ΚΑΛΛΙΓΑΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πρὶν φέρει τὸν λόγον ὁ ἔντιμος προλαλήσας, ὁ ἕτερος βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, ὁ κύριος Σκουμπουρδῆς, μοὶ ἔδωσε πληροφορίας ἀρκούσας, καὶ συνεπείᾳ αὐτῶν τῶν πληροφοριῶν, οὐ μόνον ἐμερίμνησα ὥστε νὰ γείνῃ σχέδιον περὶ καταστήματος προκυμαίας, ἀλλὰ καὶ μεταξὺ ἕως ὅτου ἀνεγερθῇ αὐτὸ τὸ κατάστημα, ἔδωσα διαταγὴν νὰ εὑρεθῇ κατάλληλος ἀποθήκη πλησίον τῆς προκυμαίας, ἔστω καὶ ἐπὶ δαπάνῃ τοῦ Δημοσίου, νὰ ἐνοικιασθῇ, διὰ νὰ γίνεται ἡ ἀποβίβασις τῶν ἐμπορευμάτων.
§6ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπιβάλλεται δημοτικὸς φόρος ἐπὶ τῆς Ἐπαρχίας Βώλου ἐπὶ τοῦ ἐλαίου καὶ ἐλαιῶν. (Ὅρα Παράρτημα).
§7ΚΑΛΛΙΓΑΣ. (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Συμφώνως πρὸς τὰς προβλέψεις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὑποβάλλω νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον, ὅπως προανήγγειλα, μετατρέπονται εἰς νέας δραχμὰς ἀντὶ παλαιῶν ὅλοι οἱ ἄμεσοι καὶ ἔμμεσοι φόροι. (Ὅρα Παράρτημα).
§8ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Τί αὔξησις προέρχεται;
§9ΚΑΛΛΙΓΑΣ. 12%.
§10ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Αὐτὸ τὸ ἠξεύρομεν, ἀλλὰ εἰς πόσον ὑπελογίσατε τὴν αὔξησιν.
§11ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι. Ὑποθέσατε, ὅτι εἶναι 18 ἢ 17 ἑκατομμύρια, πολλαπλασιάσατέ το ἐπὶ τὸ 12 καὶ θὰ τὸ εὕρητε.
§12Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ λογιστικὸς νόμος ἀπαιτεῖ, ὥστε κατὰ τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ νὰ ὑπάρχουν ἐνώπιόν της στοιχεῖά τινα, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ δύναται νὰ βασισθῇ καὶ νὰ κρίνῃ περὶ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων. Ἐὰν τοῦτο ἀπαιτῆται πάντοτε, πολλῷ μᾶλλον ἀπαιτεῖται νὰ γείνῃ σήμερον, ὅτε νέοι φόροι βαρεῖς προτείνονται καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι πολὺ μεγαλείτερα παρὰ τὰ τοῦ παρελθόντος ἔτους. Μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ πρὸ πάντων πρέπει νὰ μάθῃ τὸ ἔθνος ποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις. Πρέπει λοιπὸν κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον νὰ φέρῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπόσπασμα τοῦ βιβλίου τοῦ δημοσίου χρέους καὶ τῶν γενομένων πληρωμῶν ἀπέναντι τοῦ χρέους τοῦ Δημοσίου· 2) πρέπει ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ φέρῃ πίνακα τοῦ κατὰ δήμους πληρωνομένου δημοτικοῦ φόρου, διὰ νὰ ἠξεύρῃ τὸ Κράτος μέχρι τίνος φθάνουν τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ὑπὸ διαφόρους λόγους ὑποφέρει· 3) ὁ ἴδιος ὑπουργὸς νὰ μᾶς φέρῃ κατὰ δήμους, κατ’ ἐπαρχίας, ὡς ὁρίζει ὁ λογιστικὸς Νόμος, σημείωσιν τῶν λιμενικῶν καὶ ἄλλων τοιούτων δικαιωμάτων. Αὐτὰ, κύριοι, ὑπάρχουν ἀναγκαῖα στοιχεῖα, διὰ νὰ μορφώσῃ τὸ ἔθνος τὴν πεποίθησίν του ἐὰν δύναται νὰ αὐξήσῃ τοὺς φόρους ἢ ὄχι. Ἐὰν ἐκ τούτων ἡ Βουλὴ πληροφορῆται, ὅτι δύναται νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν τόπον διὰ νέων φόρων, τότε βεβαίως θέλει τὸ πράξει· ἄλλως, χρέος καὶ καθῆκον ἔχει, νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν οἰκονομίαν. Εἶναι καὶ ἄλλα πολλὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν λογιστικὸν Νόμον ὀφείλει νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ εἶναι πολὺ δυσχερὲς νὰ φέρῃ ταῦτα εἰς ὀλίγον διάστημα χρόνου. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν ὅτι θέλει φέρει καὶ τὸν ἀπολογισμόν. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ τὸν φέρῃ· ἀλλ’ ὁ λεγόμενος ἀπολογισμὸς εἶναι ἡ οἰκονομικὴ διαχείρισις, ἤτοι αἱ δαπάναι αἱ γενόμεναι, ὅπερ εἶναι ἁπλῆ ἀντιγραφὴ τῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν κρατουμένων βιβλίων καθολικοῦ καὶ καθημερινοῦ. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὁριστικὸς ἀπολογισμὸς, ἀλλ’ ἁπλοῦς διοικητικὸς λογαριασμὸς ἀνεξέλεγκτος, ὁ δὲ ὁριστικὸς ἀπολογισμὸς εἶναι ὁ ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἐξελεγχθεὶς καὶ φέρων τὴν περὶ τούτου βεβαίωσιν κατὰ τὴν ῥητὴν ἀπαίτησιν τοῦ λογιστικοῦ Νόμου.
§13ΚΑΛΛΙΓΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι, εὑρίσκω κατάλληλον εὐκαιρίαν, ὅπως ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν πόσον ἀγνοεῖ ὁ ἔντιμος προλαλήσας τὰς ὑποχρεώσεις, ὅσας ἐπιβάλλουν οἱ νόμοι σχετικῶς μὲ τὴν Βουλὴν πρὸς ἐξέτασιν καὶ πρὸς πληροφορίαν αὐτῆς περὶ τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐνθυμήθην, ὅτι ἄλλος τις Βουλευτής, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἡ ἐκλογὴ τῶν Ἐπιτροπῶν τῆς Βουλῆς, ἐζήτει νὰ προστεθῇ καὶ ἄλλη Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ· ἐπὶ τῇ παρατηρήσει δ’ ὅτι, κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ὁ ἀπολογισμὸς συνυποβάλλεται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ προηπολογισμοῦ, δὲν ἐπέμεινεν ὁ Βουλευτὴς ἐκεῖνος εἰς τὴν πρότασίν του. Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος προλαλήσας πολὺ μᾶλλον ἔμπειρος εἰς τὰ τῆς Διοικήσεως, ὅταν ἐγὼ εἶπον, ὅτι θέλω φέρει τὸν ἀπολογισμὸν, ἠρώτησεν ἐὰν αὐτὸς ὁ ἀπολογισμὸς μέλλῃ νὰ ἦναι καὶ ἐξηλεγμένος παρὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ τότε συντόμως, διὰ νὰ μὴ διακόπτηται ἡ ἐργασία τῆς Βουλῆς πρὸς ἐκλογὴν τῶν Ἐπιτροπῶν, ἀπήντησα, ὅτι ὅταν ἴδῃ τὸν ἀπολογισμὸν, τότε θέλει κρίνει ἂν ὀρθῶς ὑποβάλλεται. Ὑποπτεύθην ὅμως ἐκ τῆς ἀπαντήσεως αὐτοῦ, ὅτι παραγνωρίζει τὰ στοιχειωδέστερα, ἐὰν νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ ὁ ἔλεγχος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου διὰ νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ τοῦ ἀπολογισμοῦ. Παραγνωρίζει τὰ στοιχειωδέστερα, διότι ὁ ἔλεγχος ὅπως κανονίζεται ὑπὸ τῶν ἡμετέρων Νόμων, κατὰ μίμησιν τῶν Γαλλικῶν περὶ ὧν δύναται ν’ ἀνατρέξῃ τις εἰς πάντα πραγματευθέντα περὶ τούτου, ὁ ἔλεγχος διαιρεῖται εἰς τρεῖς κατηγορίας, εἰς νομοθετικὸν, εἰς διοικητικὸν καὶ εἰς δικαστικόν· τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον μετέρχεται μόνον τὸν δικαστικὸν ἔλεγχον καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, μετερχόμενον τὸν δικαστικὸν ἔλεγχον περιορίζεται μόνον εἰς τὸ νὰ βεβαιώσῃ ἐὰν ἦναι ἀληθῆ καθέκαστα τὰ περιεχόμενα ἐν τῷ ἀπολογισμῷ, ἐὰν τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα εἶναι πλήρη καὶ κατὰ τύπους καὶ ἂν οἱ ὑπόλογοι ἦναι ἀπηλλαγμένοι εὐθύνης· αὐτὸ μόνον ἐξετάζει· τί συμβάλλει τοῦτο εἰς τὸν νομοθετικὸν ἔλεγχον ἐρωτῶ τὸν προλαλήσαντα; τὸ ἐλάχιστον δὲν συμβάλλει.
§14ΣΠΗΛ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς τὸ εἴπω τώρα, καὶ θὰ σᾶς τὸ διδάξω.
§15ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μάλιστα νὰ μοῦ τὸ εἴπητε, καὶ θὰ διδάξητε καὶ τοὺς περὶ τούτου συγγραφεῖς, διότι εἶσθε πολὺ σοφώτερος αὐτῶν· ἀνεκαλύψατε πράγματα πρὸ πολλοῦ ἄγνωστα.
§16ΜΙΛΗΣΗΣ......
§17ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Θὰ τὸ ἀκούσητε καὶ τοῦτο καὶ θὰ μάθητε διατὶ κοινοποιεῖται, διότι καὶ σεῖς προτρέχετε καὶ ἔχετε ἐσφαλμένας περὶ τῶν λογιστικῶν πραγμάτων πληροφορίας, δὲν λέγω γνώσεις, διότι δὲν πιστεύω, ὅτι τὸ ἐμελετήσατε ποτὲ, καὶ τοῦτο βέβαια ἐξάγεται, ἀφοῦ προτρέχετε· ἄλλως, ἠθέλατε ὁμιλήσει ὀλιγώτερον. Λοιπὸν σᾶς λέγω ὅτι οὐδεμίαν σχέσιν προδικασίας ἔχει ὁ δικαστικὸς ἔλεγχος πρὸς τὸν νομοθετικὸν, καὶ τοῦτο ἁπλούστατον εἶναι· διότι εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἐξελέγξῃ τὰ καθέκαστα τῶν δικαιολογιτικῶν ἐγγράφων, νὰ προχωρήσῃ εἰς τοιαύτην ἐργασίαν; Ὑποθέσατε, ὅτι ἦτον ὁ δικαστικὸς ἔλεγχος χρήσιμος εἰς τὴν Βουλὴν, τί ἔπρεπε νὰ πράξῃ ἡ Βουλὴ; ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ ὅλα τὰ ἔγγραφα νὰ τὰ διατρέξῃ καὶ νὰ δικάσῃ ἐκ νέου μετὰ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ὅτι τοῦτο δὲν ἔγεινεν νομίμως ἢ ὅτι ἔγεινεν; Ἔχει τάχα ἐξουσίαν ἀναθεωρήσεως ἡ Βουλὴ; οὐδεμίαν. Ὁ δικαστικὸς ἔλεγχος δίδει πέρας εἰς τὴν εὐθύνην τῶν ὑπολόγων. Οἱ ὑπόλογοι, μετὰ τὸν δικαστικὸν ἔλεγχον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, εἶναι ἐλεύθεροι.
§18ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐκτὸς τοῦ ὑπουργοῦ.
§19ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἠξεύρετε νὰ διακόπτετε, καὶ νὰ ὁμιλῆτε, ἐνῷ ἀγορεύω· τόσον κοινοβουλευτικῶς φέρεσθε!
§20ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὅπως σεῖς.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε παρακαλῶ.
§22ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Νομίζω, ὅταν εἶμαι ἐπὶ τοῦ βήματος, ἠμπορῶ νὰ ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ ἀπαιτῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτουν.—Τί λοιπὸν εἶναι ὁ δικαστικὸς ἔλεγχος πρὸς τὴν Βουλὴν; εἶναι ὅλως ἀνεξάρτητος. Ἠκούσατέ ποτε τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν νὰ ἐνασχοληθῇ εἰς τὸν δικαστικὸν ἔλεγχον; Ἠκούσατε νὰ γείνῃ ποτὲ λόγος περὶ τοῦ δικαστικοῦ ἐλέγχου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Αὐτὸ εἶναι σολοικισμὸς πρωτοφανής. Ὁ ἔλεγχος τῆς Βουλῆς εἶναι ἐπὶ τῶν διατακτῶν, ἐὰν οἱ διατάκται ἐνήργησαν ἐντὸς τῶν ψηφισθεισῶν πιστώσεων, ἢ παρέβησαν αὐτάς. Αὐτὸ εἶναι ὁ νομοθετικὸς ἔλεγχος, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ δικαστικὸς οὐδὲν συντελεῖ. Ἔγειναν αἱ δαπάναι. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἔχει νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ἔγειναν πράγματι, ἂν διετηρήθησαν αἱ διατυπώσεις αἱ λογιστικαί, ἂν ὑπάρχουν αἱ ἀποδείξεις, ἂν ἦναι ἀληθῆ τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐμφαίνουν τὰς δαπάνας. Ἀλλὰ τὰ περαιτέρω εἶναι ξένα εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, εἶναι ἴδια τῆς Βουλῆς· ἠμπορεῖ ἡ Βουλὴ νὰ προχωρήσῃ, νὰ ἐξετάσῃ τὰ ἔγγραφα καὶ τὰς διατυπώσεις, καὶ νὰ γείνῃ ἐνώπιόν της συζήτησις λεπτομερής; θὰ ἦτο πράγματι τοῦτο ἀστεῖον. Λοιπὸν ὁ ἔλεγχος τῆς Βουλῆς εἶναι ὅλως διάφορος τοῦ ἐλέγχου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Τῆς Βουλῆς εἶναι ὁ νομοθετικὸς ἔλεγχος. Οὐδέποτε ἠκούσατε, ὅτι εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν προηγήθη ὁ ἔλεγχος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, πρὶν ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ τοῦ Νομοθετικοῦ ἐλέγχου. Ἐπιλαμβάνεται ἀμέσως τοῦ Νομοθετικοῦ ἐλέγχου ἡ Βουλή, πρὶν διεξαχθῇ ὁ Δικαστικὸς ἔλεγχος, ὅστις ἀπαιτεῖ προδικασίαν ἐνίοτε μακρὰν καὶ προδικαστικὰς ἀποφάσεις Ἕκαστος βουλευτὴς ἔχει βεβαίως τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ νὰ μάθῃ, ἂν ἔγεινε Δικαστικὸς ἔλεγχος, δύναται μάλιστα νὰ φέρῃ λόγον, ἐὰν ἐνήργησεν ἐντὸς τῶν Νόμων τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον· καὶ αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ τὸ ἐξετάσῃ ἀλλὰ τὸ ἐξετάζει ἐν παρόδῳ ἡ Βουλή, πρὸς ἁπλῆν πληροφορίαν, διότι ἐξετάζει πᾶν τὸ ὁποῖον ὁρᾷ τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων λειτουργῶν καὶ τὴν Δικαιοσύνην. Ὅταν εἶπον λοιπὸν, ὅτι ἔχω σκοπὸν καὶ προτίθεμαι νὰ ὑποβάλω τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους, δὲν ἦτον ἀνάγκη νὰ προηγηθῇ ἔλεγχος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Τί λέγουν οἱ Νόμοι περὶ τούτου; αὐτὸ τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει περὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ. Τί ἀποφασίζει; αὐτὰ ὁρίζει τὸ Σύνταγμα, κανονίζον τὴν ἁρμοδιότητα τὴν νομοθετικήν. Τί ἀποφασίζει; τάχα, ὅτι ὀρθῶς ἐδίκασε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον; ὅτι κακῶς ἔπραξεν ἀπαλλάξαν τὸν δεῖνα ὑπόλογον, ἢ ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀπαλλάξῃ αὐτὸν ὃν κατεδίκασε; βεβαίως ὄχι. Ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς εἰς τοῦτο περιορίζεται, ὅτι οὐδεμία ὑπέρβασις ἔγεινε τῶν ψηφισθεισῶν πιστώσεων, ὅτι ὅλη ἡ χρῆσις διεξήχθη συμφώνως μὲ τὰς χορηγηθείσας πιστώσεις. Αὐτὸ εἶναι ἡ ἀπόφασις, τὸ ἔργον τοῦ Νομοθετικοῦ ἐλέγχου. Ἀλλὰ δὲν περιορίζεται εἰς τοῦτο ἡ ἡμετέρα νομοθεσία· ὁ λογιστικὸς Νόμος προσθέτει καὶ ἕτερον· προσθέτει, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλει καὶ τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν. Ἄλλο εἶναι ὁ ἀπολογισμὸς καὶ ἄλλη ἡ οἰκονομικὴ διαχείρισις. Ἡ οἰκονομικὴ διαχείρισις λογιστικῶς συγκεντροῦται ἐν τῷ Γενικῷ λογιστηρίῳ, ἐν τῷ καθολικῷ τοῦ γενικοῦ λογιστηρίου· καὶ τοῦτο περιέχει ὅλας τὰς πράξεις τῆς χρηματικῆς διαχειρίσεως· δηλαδὴ τοὺς ἀριθμούς. Τὸ καθολικὸν διαιρεῖται εἰς μερίδας καθ’ ἕκαστον κεφάλαιον τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἑκάστη ὅμως μερὶς δὲν περιορίζεται εἰς μόνην τὴν παροῦσαν χρῆσιν, ἀλλὰ περιλαμβάνει καὶ τὰ ὑπόλοιπα τῶν προηγουμένων, Περιέχει λοιπὸν τὰ στοιχεῖα τῆς διαχειρίσεως, ἥτις περιλαμβάνει καὶ τὴν ἐνεστῶσαν χρῆσιν καὶ τὰς πρὸ αὐτῆς· περιέχει στοιχεῖα παρελθουσῶν χρήσεων. Πρὸς ἔλεγχον τῆς διαχειρίσεως ὑποβάλλει, ὡς λέγει ὁ Νόμος, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τὸν γενικὸν λογαριασμὸν τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως Αὐτὸν τὸν γενικὸν λογαριασμὸν τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως, τὸν ὁποῖον οὐδεὶς Ὑπουργὸς ἐν Ἑλλάδι ἀκόμη ὑπέβαλε, πρῶτος ὑποβάλλω σήμερον. Ἤδη συνεπληρώθη τῆς ά. ἑξαμηνίας τὸ ἰσοζύγιον, καὶ νομίζω ὅτι τὰ ἔντυπα ἐστάλησαν εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς μὲ τὴν ἐπιγραφήν. «Ἰσοζύγιον τῶν μερίδων τοῦ καθολικοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου». Ἐκεῖ βλέπετε πᾶν ὅ,τι ἐδύνατο νὰ ἐπιθυμήσῃ ὁ ἔντιμος προλαλήσας, ὅστις ἤθελε νὰ ἠξεύρῃ καὶ τὰ λιμενικὰ καὶ τὰ ταμιακὰ καὶ πάντα· ἐκεῖ ὑπάρχουν οἱ ἀριθμοὶ ἑκάστου κλάδου τῆς διαχειρίσεως, θέλει δὲ εὕρει ὁ προλαλήσας καὶ τὴν μερίδα τῶν λιμένων, τῶν τελωνείων, τῶν ταμείων, καὶ θέλει παρατηρήσει, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον αὐτῶν τῶν μερίδων ὅλων τοῦ καθολικοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου εἰς ποῖον ποσὸν ἔφθασε χρηματικοῦ κύκλου. Ἔφθασεν εἰς 610,176,521 ἐντὸς τῆς ἑξαμηνίας, καὶ τὸ ἰσοζύγιον εἶναι πλῆρες μέχρι λεπτοῦ. Ἀλλ’ ὁ Λογιστικὸς Νόμος προβλέπει καὶ ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον παρεννοεῖ ὁ διακόπτων καὶ ὁ προλαλήσας· προβλέπει, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον συντάσσει γενικὴν ἔκθεσιν περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἣν τὸ Ὑπουργεῖον ἀνακοινοῖ εἰς τὴν Βουλήν. Αὐτὸ δὲν γίνεται, ὅπως στηρίξῃ ἐπ’ αὐτῆς τὴν ἀπόφασίν της ἡ Βουλή, περὶ ἧς προβλέπει τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ ἁπλῶς πρὸς πληροφορίαν τῆς Βουλῆς. Ἐκτὸς τούτου προβλέπει καὶ ἄλλο τι, ὅτι εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους ὁ Βασιλεὺς ἐκλέγει δύω βουλευτὰς, ἀναφέρει καὶ δύω γερουσιαστὰς, καὶ ἓν μέλος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, διὰ νὰ ἐπισκεφθῶσι τὰ βιβλία τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, καὶ βεβαιώσωσιν, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὡς ἀποτέλεσμα τῆς διαχειρίσεως τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, εἶναι σύμφωνον πρὸς τὰ βιβλία καὶ τὰς ἐγγραφάς, καὶ δὲν εἶναι σωρεία ἀριθμῶν πρὸς ἐπίδειξιν, ἣν ἔφερεν εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα τὴν ἐξαπατήσῃ ὁ Ὑπουργός. Αὐτὰ προβλέπουσιν οἱ Νόμοι, καὶ αὐτὰ ἐτήρησα εὐλαβῶς. Τὸν ἀπολογισμὸν θέλω φέρει ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν, διότι ἔπρεπε νὰ λήξῃ ἡ χρῆσις τοῦ 81. Θὰ δώσω δὲ ἀμέσως ἔντυπον τὸ ἰσοζύγιον τῶν μερίδων τοῦ καθολικοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου πρὸς γνῶσιν τῆς Βουλῆς, τῶν μερίδων τουτέστι τῆς πρώτης ἑξαμηνίας, κατόπιν θέλω φέρει τῆς δευτέρας, καὶ θέλω προκαλέσει τὸ Διάταγμα, ὅπως ἐκτελεσθῇ ὁ λογιστικὸς Νόμος, τὸν ὁποῖον, ὁ ἔντιμος προλαλήσας ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ κάλλιον ἐμοῦ καὶ τὸν ὁποῖον προτίθεται νὰ μὲ διδάξῃ, ἐνῷ οὐδέποτε ἄλλοτε ἐπεκαλέσθη, οὐδὲ εἰς ἄλλον Ὑπουργὸν πρὸ ἐμοῦ ἀνεκοίνωσε τὰ πολύτιμα αὑτοῦ μαθήματα.
§23Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πᾶν ἄλλο, κύριοι, ἀνέμενον ν’ ἀκούσω ἀπὸ τὸν ἔντιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, παρ’ ὅτι ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 217 τοῦ λογιστικοῦ Νόμου ἐνιαυσία ἔκθεσις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου πέμπεται εἰς τὴν Βουλὴν ἁπλῶς καὶ οἱονεὶ χάριν παιδιᾶς· ἤθελεν εἶσθαι μάλιστα ἄλογον νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι τοιαῦτα ἐπίσημα ἔγγραφα παριστῶντα τὰς ἐκ τῆς ἐξελέγξεως τῶν λογαριασμῶν τῶν ὑπολόγων παρατηρήσεις τοῦ Συνεδρίου στέλλονται εἰς τὴν Βουλὴν ἁπλῶς, ἵνα λάβῃ γνῶσιν. Ἄς μάθῃ ὅμως ὁ πολυμαθὴς κ. Ὑπουργὸς, ὅτι σφάλλει τοιαῦτα ἐν πεποιθήσει φρονῶν, διότι τοιαύτη ἔκθεσις στέλλεται, ἵνα γνωρίσῃ ἡ Βουλὴ ἂν πραγματικῶς ἐγένοντο αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ ἐνέκρινεν εἰς ἀντικείμενα, περὶ ὧν προενόησαν ὁ προϋπολογισμὸς καὶ οἱ νόμοι, καὶ ὅτι δὲν διετέθησαν ἀλλαχοῦ διὰ σοφισμάτων δικηγορικῶν καὶ διὰ διαστροφῶν πραγματικῶν, καὶ διὰ σοφιστικῶν παρεξηγήσεων, οἵων παράδειγμα ἔχομεν. Σᾶς λέγω, κύριοι, ταῦτα, διότι ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, ὅτι ἔτυχέ ποτε νὰ δοθῇ διὰ τὸ θέατρον συνδρομὴ ἐκ δραχμῶν 40,000 ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἡ δὲ δαπάνη κακῶς καὶ διὰ σοφιστικῆς δικηγορικῆς παρεξηγήσεως ἐγένετο ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ἕτερα παραδείγματα εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ φέρω, διὰ νὰ κατανοήσητε ὁπόσα λαμβάνουσι χώραν ἀτοπήματα ἐκ τῆς ἐλλείψεως αὐστηροῦ ἐλέγχου. Πολλάκις ἐκ τῶν προϋπολογιζομένων ἐξόδων εἰς γραφικὴν ὕλην ἐδαπανήθησαν ποσὰ εἰς ἀντιμισθίαν δῆθεν γραφέων. Τὴν κατάχρησιν ταύτην δύναται νὰ φέρῃ εἰς φῶς ὁ ὁριζόμενος αὐστηρὸς ἔλεγχος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ ἐπὶ τῆς ἐκθέσεώς του, τῆς περιεχούσης τὰς ἐκ τῆς ἐξελέγξεως τῶν ὑπολόγων παρατηρήσεις του, στηριζομένη ἡ Βουλὴ δύναται νὰ κυρώσῃ ἐν γνώσει τὸν ἀπολογισμὸν μὲ τὰς δεούσας ἐπιτιμήσεις καὶ παρατηρήσεις της. Ἄλλως, ἡ Βουλὴ, κυροῦσα παρουσιαζόμενον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ἀπολογισμὸν ἄνευ τοιαύτης ἐκθέσεως, ἤθελε πράξει ἔργον ἁπλῶς τυπικὸν, ὁποῖον προτείνει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς ὃν ἀρέσκει τοιαύτη ἀνεξέλεγκτος κύρωσις. Αὐτὰ ὀφείλετε νὰ μάθετε, κύριε ὑπουργὲ, καὶ ὄχι διὰ παρεξηγήσεων νὰ ἀγωνίζεσθε νὰ ἀποπλανήσετε τὴν Βουλὴν εἰς τὰς ἰδέας σας. Πάντοτε ἐσυνειθίζατε νὰ προστρέχετε εἰς σοφίσματα καὶ εἰς ἐπιδείξεις ἀγυρτικὰς πρὸς ἀποπλάνησιν τῆς Βουλῆς· ἀλλὰ κατενοήθη, ὡς φρονῶ, ὁ σκοπός· κατενοήσαμεν τὴν πορείαν σας, καὶ θέλομεν τὴν ἐπισταμένην ἐξέλεγξιν. Ἐὰν ἔχετε ἄδικον, ἡ κοινωνία θέλει κρίνει· ἐὰν ἔχετε δίκαιον, θέλει σᾶς δικαιώσει πληρέστατα. Κύριοι, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἔχει διπλᾶ καθήκοντα· πρῶτον, τὸ καθῆκον νὰ ἐξελέγχῃ τοὺς ὑπολόγους, καὶ δεύτερον νὰ παρατηρῇ ἐὰν ὑπάρχουν διοικητικὰ προσκόμματα, εἰς τὰ ὁποῖα συνήθως οἱ Ὑπουργοὶ παρεκκλίνουν, ἡ Βουλὴ δὲ κατόπιν ἔρχεται καὶ ἀποφασίζει ἂν πράγματι ἐγένοντο αἱ δαπάναι εἰς τὰ ἀντικείμενα, εἰς τὰ ὁποῖα προσδιωρίσθησαν, καὶ ἂν διὰ λαθροχειρίας δὲν ἐδαπανήθη πίστωσις εἴτε ἐν μέρει, εἴτε ὁλοσχερῶς, εἰς ἀντικείμενα ἀλλότρια τοῦ προορισμοῦ των. Πολλάκις ἐδόθησαν πιστώσεις διὰ γραφικὰ ἔξοδα· ἐχρησίμευσαν εἰς βοηθείας· τὰς τοιαύτας δὲ καταχρήσεις ἐνεθάῤῥυνε τὸ ἀνεξέλεγκτον τῶν πιστώσεων.
§24ΡΑΛΛΗΣ. Πότε ἐγίνοντο αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε;
§25ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντοτε. — Ἡ ἔκθεσις λοιπὸν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου δὲν ὡρίσθη διὰ νομοθετήματος πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ στέλλεται πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν χάριν παιδιᾶς, ὡς ἠγωνίσθη νὰ παραστήσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ νὰ λαμβάνωσι γνῶσιν καὶ κρίνωσιν ἐπ’ αὐτῆς ἕκαστος κατὰ τὴν ἁρμοδιότητά του. Πρὸς τούτοις προστίθημι, ὅτι ἡ ἔκθεσις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου πρέπει νὰ περιλαμβάνῃ καὶ κατὰ πόσον ἐκτελοῦνται καλῶς οἱ νόμοι καὶ ἰδίως οἱ οἰκονομικοὶ, καὶ κατὰ τί δύνανται νὰ μεταῤῥυθμισθῶσι. Πάντα λοιπὸν τὰ στοιχεῖα ταῦτα πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν της ἡ Βουλὴ, διὰ νὰ κρίνῃ καὶ νομοθετῇ περὶ τῶν ἐπενεκτέων μεταβολῶν εἰς τὴν νομοθεσίαν. Καί τοι τούτων οὕτως ἐχόντων, δὲν ἐζήτησα τὴν προσαγωγὴν ἐκθέσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, διότι γινώσκω ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, ὡς ἐκ τοῦ ἀτελοῦς διοργανισμοῦ τοῦ Συνεδρίου. Ἐὰν σήμερον ἔβλεπον τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἀσχολούμενον πρὸς τακτοποίησιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἤθελον εἰπεῖ, ὅτι ἀξιεπαίνως φροντίζει περὶ σωστικοῦ καλοῦ τῇ πατρίδι· ἀλλ’ ἀντὶ τοιούτου τινὸς φέρει σπατάλην καὶ θέσεις δημοσίας καὶ μισθοὺς ὑπερόγκους, ἔτι δὲ φόρους. Τοιοῦτόν τι ὅμως δὲν συμφωνεῖ μὲ τὸ πρόγραμμα τῆς ἀνορθώσεως τῶν καταπεσόντων Νόμων (θόρυβος καὶ διάλογοι).
§26ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκτὸς τῶν Νόμων ἐγένοντο οἱ διορισμοὶ ὑπαλλήλων κτλ;
§27ΣΠΗΛ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐντὸς τῶν Νόμων ἐγένοντο, ἀλλὰ δὲν ἀνεπλήρουν ἀνάγκας τοῦ Κράτους.
§28ΡΑΛΛΗΣ. Πῶς δὲν ἀντεκρούσατε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον καὶ τὰ ἐπιψηφισθέντα νομοσχέδια, ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς τῆς τελευταίας παρεμείνατε ψηφίζοντες ταῦτα;
§29ΣΠΗΛ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλθὼν ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα ὁμιλήσω, κύριοι, περὶ τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναγκάζομαι ἀπὸ τὴν ἐρώτησιν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νὰ προέλθω εἰς παρέκβασιν. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι πέρυσι κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς Συνόδου ὕψωσα φωνὴν ἀπὸ τοῦ βήματος κατὰ τῆς ἐπικρατήσεως τῆς συνηθείας τοῦ νὰ εἰσάγωνται νομοσχέδια σωρηδὸν ἐνταῦθα, καὶ νὰ συζητῶνται χωρὶς νὰ γνωρίζωσιν οἱ βουλευταὶ οὔτε τί συζητοῦσιν, οὔτε τί ἀποφασίζουσι. Δὲν εἰσηκούσθην καὶ ἐψηφίσθησαν ἐν θορύβῳ τῆς Βουλῆς νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐπερατοῦντο ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Βουλῆς περὶ τοῦ ἀντικειμένου, καὶ ἰδίως περὶ τῶν λεπτομερειῶν. Πέρυσιν ἐκ πεποιθήσεως ὑπεστήριξα τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐνεστῶσαν, φρονῶν, ὅτι ἤθελεν ὑποστηρίξει τὴν ἀνόρθωσιν τῶν Νόμων· ὑπέθετον, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι συνεπὴς πρὸς τὸ πρόγραμμά της, καὶ ὅτι ἑπομένως ὤφειλον νὰ δώσω εἰς αὐτὴν πᾶσαν ἐνίσχυσιν πρὸς ὑποστήριξιν τοιαύτης σωτηρίου κυβερνητικῆς πορείας. Ἀλλ’ ὅταν, κύριοι, ἡ τοιαῦτα ἐπαγγελθεῖσα καὶ καταγοητεύσασα διὰ τῶν ἐπαγγελιῶν της τὴν δημοσίαν γνώμην Κυβέρνησις ἀπομακρύνεται τῶν καθηκόντων της, παραβαίνῃ τὰς ὑποσχέσεις της, φενακίζουσα τὴν κοινὴν γνώμην, δὲν δύναμαι ποτὲ νὰ τὴν ὑποστηρίξω (χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς πτέρυγος τῆς Βουλῆς). Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὰ κόμματα ὀφείλουν νὰ συνδέωνται διά τινων ἀρχῶν. Ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι ἀρχαὶ γενικαὶ καὶ μεγάλαι δὲν ὑπάρχουν παρὰ ἐπὶ δευτερευόντων ζητημάτων. Ποίαν ἀρχὴν εἴχομεν ἡμεῖς ὡς ἀντιπολιτευόμενοι; Εἴχομεν τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὴν αὐστηρὰν οἰκονομίαν, τὴν ἀνόρθωσιν τῶν καταπεπτωκότων νόμων, τὴν ἀπομάκρυνσιν τῶν φαύλων ὑπαλλήλων καὶ διάφορα ἄλλα, διὰ τὰ ὁποῖα σφοδρῶς ἐπετέθημεν κατὰ τῆς προλαβούσης Κυβερνήσεως, ὅστις δὲ συνεμερίζετο τὰς ἀρχὰς ταύτας, ἦτο βεβαίως ὀπαδὸς τοῦ κόμματος αὐτοῦ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐκθέσω πῶς ἐννοῶ ταῦτα. Τὰ κόμματα ἔχουσιν ἕνα ἀρχηγὸν, ὅστις πρέπει νὰ ᾖναι διακεκριμένος καὶ ἱκανὸς νὰ συνέχῃ, νὰ διευθύνῃ καὶ νὰ συγκρατῇ τὰς δυνάμεις, τὰς ὁποίας ἥνωσεν ἡ ταὐτότης τῶν φρονημάτων, τῶν ἀρχῶν. Μέλη αὐτῶν δύνανται τὰ ἔχωσιν ἀντιθέτους γνώμας εἰς τριτεύοντα ζητήματα, ἀλλ’ ἀφορῶντες εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ κόμματος καὶ ὑποστήρηξιν τῶν γενικῶν σωτηρίων ἀρχῶν ὀφείλουσι νὰ παρορῶσιν ἐπουσιώδεις τινὰς διαφορὰς καὶ νὰ ἀποφεύγωσι τὰς διαιρέσεις, ὁσάκις δὲν προσβάλλονται αἱ ἀρχαί, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζει τὸ κόμμα. Τοιουτοτρόπως μεταξὺ τῶν ἀρχηγῶν καὶ τῶν ὀπαδῶν τοῦ κόμματος ὑπάρχει μία σιωπηρὰ συνθήκη, σιωπηρὸν συμβόλαιον. Ὅταν ὅμως καταπατῆται τὸ συμβόλαιον τοῦτο ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν, ὀφείλουσι τὰ μέλη νὰ ἐγκαταλίπωσι δολίαν πολιτικὴν, ἥτις πράττει τὰ ἐναντία τῶν ὅσων ὑπεσχέθη δι’ ἐπαγγελιῶν, αἵτινες συνήνωσαν τὸ κόμμα. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν ἀφῆκα τὰς ἀρχάς μου, ἀλλ’ ἐμμένω εἰς ταύτας. Ἀπεμακρύνθη τῶν ἀρχῶν της ἡ Κυβέρνησις, ἐξαπατήσασα τὰ μέλη τοῦ κόμματος. Ἡ νῦν Κυβέρνησις δὲν εἶναι ἐκείνη, ἥτις ἦτο ἐν ἀρχῇ, ὅτε δηλ. ἦλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν (χειροκροτήματα ἐκ δεξιῶν). Πρέπει τέλος πάντων οἱ ἀρχηγοὶ νὰ μάθωσιν, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι τοὺς ὀπαδούς των τυφλὰ ὄργανα ἀτομικῶν παθῶν καὶ φατριασμοῦ ἀναισχύντου. Ὀφείλουσι νὰ φροντίζωσι περὶ τῆς ἀνορθώσεως τῆς Βουλῆς, καὶ οὐχὶ περὶ τῆς καταπτώσεώς της διὰ τῆς ἀπαιτήσεως τυφλῆς ὑποταγῆς εἰς τὰς θελήσεις των. Διὰ τοιαύτης ἀξιεπαίνου καὶ σωτηρίου διαγωγῆς ἀντλοῦν ἀληθῶς ἰσχὺν ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ἐνῷ ἡ ἠθικὴ κατάπτωσις ταύτης φέρει τὴν κατάπτωσιν αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος. Οἱ τοιοῦτοι ἡγέται καθίστανται σκαπανεῖς τοῦ Συντάγματος καὶ πραγματικοὶ δεσπόται, αὐθαίρετοι δικτάτορες. Ἔχω 30 ἐτῶν πολιτικὸν βίον· αἱ ἀρχαί μου εἰσὶ γνωσταί. Πῶς ἐπολιτεύθην κατὰ τὸ πολυετὲς τοῦτο στάδιον, τί ἔπραξα πάντοτε, δὲν εἶναι κρυπτόν. Ὅθεν ἂς μὲ μεμφθῇ ἄν τις ἔχῃ νὰ μὲ ψέξῃ. Ἔχω τὴν συνείδησίν μου ἐλευθέραν. Πολλάκις παρέλειψα ἴδια συμφέροντα χάριν τῶν ἀρχῶν μου, καὶ τοῦτο γνωστὸν εἶναι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, τὴν ὁποίαν ἔχω, τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω.
§30ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐπλανήθητε μόνον περὶ τὴν ἐκτίμησιν.
§31ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μετ’ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἠναγκάσθην νὰ εἴπω ἐν παρεκβάσει, παρακινηθεὶς ἀπὸ τὰς διακοπὰς καὶ ἀπὸ τὰς ἐρωτήσεις, τὰς ὁποίας μοὶ ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐπανέρχομαι εἰς τὸ κύριον θέμα. Εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν ἔχετε νὰ ἐξετάσητε παρὰ μόνον τὴν λογιστικὴν διαχείρισιν...
§32ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι μόνον.
§33ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἐστὶ λογιστικὴ διαχείρισις; Ἡ λογιστικὴ διαχείρισις τοῦ ἔτους ἐκτείνεται μέχρι τῆς 30 Ὀκτωβρίου τοῦ ἑπομένου ἔτους, ἐν ἄλλαις λέξεσιν ἡ χρῆσις τοῦ 1881 ἔχει εἰσπράξεις καὶ πληρωμὰς μέχρι τῆς 30 Ὀκτωβρίου. Εἶχον λοιπὸν δίκαιον πρότερον, ὅταν ἔλεγον εἰς τὸν κ. Καλλιγᾶν, ὅτι δὲν δύναται νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὄχι μόνον τὸν ὁριστικὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1881, ἀλλ’ οὔτε αὐτὸν τὸν διοικητικὸν, περὶ οὗ πραγματεύονται τὰ ἄρθρ. 112 καὶ 113 τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου· διότι δὲν εἶχεν ἀκόμη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ πάντα τὰ ἀπαιτούμενα στοιχεῖα· δὲν ἔχει ὅλας τὰς δοσοληψίας τῶν Ταμείων καὶ τὰς ἀναγομένας εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1881, οὔτε ἐδύνατο νὰ τὰς ἔχῃ. Ἐκτὸς τούτων, τὸ ἄρθρον 113 ὁρίζει, ὅτι τὴν 31 Δεκεμβρίου θέλει διορισθῆ διὰ Β. Διατάγματος Ἐπιτροπὴ, συγκειμένη ὑπὸ δύω μελῶν τῆς Βουλῆς καὶ ἑνὸς τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη θέλει παραβάλει τὸ καθολικὸν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου μὲ τὸ καθημερινὸν, καὶ θέλει βεβαιώσει ἂν συμφωνοῦν αἱ ἐγγραφαὶ μὲ τοὺς εἰδικοὺς λογαριασμοὺς τῶν διαφόρων ὑπουργείων ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματα καὶ ἂν αἱ πιστώσεις ἦναι διατεθειμέναι καὶ κατὰ πόσον. Ἀλλὰ μόνον τοιαύτη βεβαίωσις δὲν δύναται νὰ φωτίσῃ ἀποχρώντως τὴν Βουλὴν καὶ τὴν οὐσιώδη ἐξέλεγξιν αὐτοῦ ἀπολογισμοῦ καὶ τὴν διὰ Νόμου κύρωσιν αὐτοῦ. Ὅθεν ὁ Νόμος ὁ λογιστικὸς, ἀφορῶν εἰς τὴν πολιτικὴν ἐξέλεγξιν τῆς διαχειρίσεως τῆς ἐνιαυσίου καὶ ὡς πρὸς τοὺς διατάκτας καὶ ὡς πρὸς τοὺς ὑπολόγους, ὥρισε ἐν ἄρθρῳ 210 αὐτοῦ ὅτι ὁ ἐνιαύσιος λογαριασμὸς τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τοῦ προηγουμένου ἔτους καὶ ὁ ἀπολογισμὸς, συντασσόμενος ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, στέλλονται εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἁρμόδιον νὰ βεβαιώσῃ τὴν ἀκρίβειαν καὶ συμφωνίαν των καὶ ἐκδώσῃ τὰς ἀποφάσεις του ἐπὶ τῶν λογαριασμῶν τῶν ὑπολόγων. Τὸ ἄρθρον 216 ὁρίζει, ὅτι ὁ ἐνιαύσιος λογαριασμὸς τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως συνοδεύεται μὲ γενικοὺς πίνακας τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐξελέγξεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 117 διορίζεται Ἐπιτροπὴ ἐκ τῶν μελῶν του, διὰ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅλας τὰς παρατηρήσεις, τὰς προκυψάσας ἐκ τῆς παραθέσεως τῶν ἐσόδων μὲ τοὺς φορολογικοὺς νόμους καὶ τῶν ἐξόδων μὲ τὰς χορηγηθείσας πιστώσεις καὶ τὰς περὶ μεταῤῥυθμίσεων καὶ βελτιώσεων σκέψεις αὐτοῦ, καὶ συντάξῃ ἔκθεσιν, ἥτις, μετὰ τὴν ἐν γενικῇ συνεδριάσει συζήτησιν καὶ ἔγκρισιν, ὑποβάλλεται τῷ Βασιλεῖ. Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 218 ἡ ἔκθεσις αὕτη δημοσιεύεται διὰ τοῦ τύπου καὶ ἀποστέλλονται ἀντίτυπα εἰς τὴν Βουλὴν. Ἂν ἡ διαχείρισις τοῦ προηγουμένου ἔτους ἦτο καλὴ, ἂν ἐγένοντο τὰ ἔξοδα ὅπως ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ, τότε μόνον δύναται νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἐπικυρώσῃ. Ἡ στέρησις τοιαύτης ἐκθέσεως ἀποστερεῖ τὴν Βουλὴν τοῦ μόνου στοιχείου, ἐφ’ οὗ δύναται νὰ στηριχθῇ πρὸς ἐξέλεγξιν καὶ ἐπικύρωσιν τοῦ ἀπολογισμοῦ. Πῶς δὲ δύναται ἤδη νὰ ὑποβληθῇ, ὅταν ὁ ἀπολογισμὸς ἦναι ἀνεξέλεγκτος; Τί εἶναι κατὰ τὰ ἀνωτέρω τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ὡς πρὸς τὴν Βουλήν; εἶναι ὁ εἰσηγητής.
§34ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι δικαστήριον!
§35ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐνιαύσιος ἔκθεσις τοῦ Συνεδρίου εἶναι στοιχεῖον δι’ οὗ ἡ Βουλὴ θὰ κρίνῃ ἂν αἱ δοθεῖσαι πιστώσεις διετέθησαν ἀκριβῶς εἰς τὰ ἀντικείμενα, δι’ ἃ ἐδόθησαν, καὶ ἂν δὲν ἐγένετο λαθροχειρία καὶ καταστροφὴ τῆς κυρίας ἐννοίας τῆς πιστώσεως. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς σᾶς λέγει, ὅτι θέλει σᾶς φέρει τὸ ἐξαγόμενον τῶν βιβλίων τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἐν ἄλλαις λέξεσι, θέλει σᾶς φέρει ὅ,τι ἔχει εἰς τὸ Λογιστήριον· θὰ ἰδῆτε, 50 τοῦ ἐδώσατε; 50 ἐξώδευσε· ἐπικυρώσατέ τα, διότι αὐτὸ θὰ εἴπῃ κύρωσις τοῦ ἀπολογισμοῦ. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀσυνείθιστος περὶ τὴν ἀκρίβειαν, φέρει τὰ πράγματα πάντοτε εἰς τὸ ἀστεῖον, καὶ εἶπεν, ὅτι κατὰ χάριν ἔρχεται ὁ ἀπολογισμὸς, ἐνῷ αὐτὸς εἶναι ἡ κυρία βάσις τῶν σκέψεων καὶ ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεώς μας. Ἐν τούτοις, ἀναγνωρίζων τὸ ἀδύνατον τῆς προσαγωγῆς τοιούτου ἀπολογισμοῦ καὶ ἐκθέσεως τοῦ Συνεδρίου, ὡς ἐκ τοῦ ἀτελοῦς ὀργανισμοῦ του καὶ τῆς κακῆς καταστάσεώς του, δὲν ἐζήτησα τὴν προσαγωγὴν τοιαύτης ἐκθέσεως. Ἑπομένως δὲν μέμφομαι τὸν Ὑπουργὸν διὰ τὴν ἔλλειψιν ταύτην, καὶ ἀποδίδω τὸν ἀνήκοντα ἔπαινον διὰ τὴν ταχίστην ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Περιωρίσθην ὅμως νὰ ζητήσω μόνον τοὺς πίνακας ἐκείνους, τοὺς ὁποίους εὐκόλως δύναται νὰ ὑποβάλῃ τῇ Βουλῇ. Ὅθεν ἐπαναλαμβάνω νὰ ζητήσω τὴν προσκγωγὴν πινάκων περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν Δημοτικῶν φόρων κατ’ Ἐπαρχίαν καὶ Δῆμον. Εἰς προσθήκην ζητῶ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ φέρῃ καὶ πίνακα τῶν εἰσπραχθέντων δικαιωμάτων ἀπὸ τὰ ἔμμισθα καὶ ἄμισθα Προξενεῖα. Ἐζήτησα καὶ ζητῶ νὰ φέρῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὰ στοιχεῖα, ἐκ τῶν ὁποίων θέλομεν φωτισθῆ νὰ ἀποφασίσωμεν ἐν γνώσει. Ἐκτὸς τούτων, ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ φέρῃ πίνακας τῶν κατὰ λιμένας ἐτησίων λιμενικῶν δικαιωμάτων, οἷον προκυμαιῶν, κατασκευῆς λιμένων καὶ τὰ τοιαῦτα.
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κατετέθησαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον.
§37ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς θέλομεν τοὺς λογαριασμοὺς ἑκάστου ὑπουργείου κατ’ ἰδίαν καὶ τοὺς τοῦ τελευταίου ἔτους ἀπολογισμοὺς τῶν Δήμων κατὰ Δήμους, κατ’ Ἐπαρχίας καὶ κατ’ εἶδος, συμφώνως πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ λογιστικοῦ Νόμου.
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς· ὑπεβλήθησαν τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον.
§39ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε πρέπει νὰ τυπωθῶσι καὶ νὰ διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς κ. κ. βουλευτάς· διότι τὰ τοιαῦτα ἔγγραφα πρέπει νὰ τυπῶνται καὶ διανέμωνται εἰς τοὺς βουλευτάς, καὶ οὐχὶ νὰ μένωσιν εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Προεδρείου.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἤτοι εἰς τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Ζυνοπούλου, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε ν’ ἀναβληθῇ ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος μέχρις ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ὁ κύριος Ζηνόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§41ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει προηγουμένως νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν, διὰ νὰ μὴ περιπλεχθῶμεν αὖθις εἰς συζητήσεις ἀτελευτήτους καὶ ἀγόνους, εἰς ἃς ἀρέσκεται νὰ καταφεύγῃ, ὁσάκις στερεῖται ἐπιχειρημάτων, ὁ κύριος Καλλιγᾶς. Δὲν πρόκειται οὐδαμῶς νὰ κατακρίνω τὸ νέον νομισματικὸν σύστημα. Τὸ νέον νομισματικὸν σύστημα ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς πρὸ 15 ἐτῶν· συνεπείᾳ δὲ τοῦ τότε ἐκδοθέντος Νόμου, ἡ Ἑλλὰς εἰσῆλθεν εἰς τὴν Λατινικὴν λεγομένην νομισματικὴν Ἕνωσιν· τὸ ζήτημα λοιπὸν εἶναι νομοθετικῶς λελυμένον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν οὐσιαστικήν. Ἀλλ’ ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία, ἡ τότε, δὲν ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ λύσῃ αὐτὸ ἀμέσως καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν χρονολογικὴν, ἤτοι τῆς ἐφαρμογῆς. Διὰ τοῦτο ὁ μὲν Νόμος τοῦ 1867 ὥρισε, νομίζω, προθεσμίαν δύω ἐτῶν πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος τούτου, ὁ δὲ Νόμος τοῦ 1869 τὴν προθεσμίαν ἀνέγραψεν ἀπεριόριστον. Κατὰ τὸ 1869 ἐπεκράτει δυστυχῶς ἐπίσης ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Ἕνεκα δὲ ταύτης ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἔκρινε τότε ὀρθότατα, ὅτι δὲν ἦτο συμφέρουσα εἰς τὸν τόπον ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν δὲ ταύτην τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον εἰσάγεται τὸ σύστημα τοῦτο, ἐξετάζομεν αὐτὸ καὶ φρονοῦμεν, ὅτι ἐξελέχθη ἡ ἀκαταλληλοτάτη τῶν στιγμῶν. Ὑπαρχούσης ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἶναι, κύριοι βουλευταί, ἀσυνεσία οἰκονομικὴ ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ συστήματος τούτου, καὶ ἀπορῶ πῶς τὸ Ὑπουργεῖον ἔπραξεν αὐτήν. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶναι ἐν γένει διὰ πᾶν Κράτος δυστύχημα οἰκονομικόν, διὰ δὲ τὰ μικρὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσιν, ὅπως ἡμεῖς, οὔτε μεγάλην παραγωγὴν πρὸς ἐξαγωγήν, οὔτε βιομηχανίαν ἐγχώριον, εἶναι, φρονῶ, δυστύχημα ἐθνικόν. Ὅλα τὰ πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν ἡμῶν λαμβάνομεν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ· ὡς καὶ αὐτὸν τὸν ἄρτον ἡμῶν κατὰ τὸ πλεῖστον ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ τὸν λαμβάνομεν. Ἀναγκαζόμεθα λοιπὸν νὰ πέμπωμεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τὸ χρῆμα εἰς μέταλλον, εἰς χρυσόν, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ὁ χρυσὸς ὑπερετιμήθη, καὶ ἡ ὑπερτίμησις ἀφίκετο μέχρι τοῦδε εἰς ἐπίφοβον ποσόν, κίνδυνος δὲ ὑπάρχει νὰ φθάσῃ εἰς ἀναλογίας καταστρεπτικάς. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ χαρτονομίσματος καὶ τοῦ χρυσοῦ εἶναι σήμερον 10%, ἴσως εἶναι 12%, ὡς ἀκούω πολλοὺς λέγοντας, ἀλλ’ ἐγὼ τὴν ὑπολογίζω εἰς 10%. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν γνωρίζει κάλλιον ἐμοῦ ποία εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς ἐν Ἑλλάδι. Κατὰ τοὺς μετριωτάτους ὑπολογισμοὺς ἐξάγομεν χρῆμα ἐκ τοῦ τόπου, ὅπως θεραπεύσωμεν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ τὰς ἀνάγκας ἡμῶν, ποσοῦ κατὰ πολὺ ὑπερτεροῦντος τὰ 100 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Τὸ χρῆμα δὲ τοῦτο ἀγοράζομεν, πληρώνοντες ὑπερτίμησιν 10%. Ἐὰν τοῦτο ἀληθεύῃ, καὶ εἶναι ἀληθέστατον, ἐπιβαρύνεται ὁ φορολογούμενος λαὸς τῆς Ἑλλάδος μὲ τὸ καταπληκτικὸν ποσὸν δέκα ἑκατομμυρίων λεληθότος φόρου κατ’ ἔτος. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἶναι δὲ τοῖς πᾶσι γνωστά, καὶ περιττὸν νὰ ἀναπτυχθῶσι πλειότερον, καθόσον οὐδεὶς δύναται νὰ τὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅλοι δὲ ὑφιστάμεθα τὰς λυπηρὰς συνεπείας αὐτῶν. Ἐν χρόνῳ τοιούτῳ, συνετὴ Κυβέρνησις περὶ παντὸς ἄλλου ἠδύνατο νὰ σκεφθῇ ἢ περὶ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομισματικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἀφεύκτως, ἀναποδράστως, εἰς πᾶσαν ἐποχὴν ἐφαρμοζόμενον, ἤθελε φέρει τὰς ἀνωμαλίας, ἃς σήμερον ἐπήνεγκεν. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, καὶ ἐφηρμόζετο τὸ σύστημα, ἠδύνατο ὁ λαὸς νὰ ὑποστῇ προσωρινῶς καὶ τὰς δυσχερείας, καθ’ ὧν σήμερον παραπονεῖται δικαίως, καὶ τὴν ζημίαν, ἥτις τῷ ἐπιβάλλεται, ὅπως ἐκλείψῃ ἡ νομισματικὴ ἀνωμαλία, ἡ ὁποία ἐπὶ 15 ἔτη ἐπικρατεῖ. Ἀλλ’ ὑπαρχούσης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δι’ ἧς ἀναγκάζομεν τὸν πτωχὸν οἰκογενειάρχην νὰ δαπανᾷ πλειότερον 10%, ὅπως θεραπεύῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ βίου, εἶναι ἀδικία, εἶναι ἀφροσύνη νὰ ἐπιπροσθέσωμεν εἰς τὸ κακὸν καὶ τὴν ζημίαν ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος. Καὶ δὲν εἶναι ἀμφιβολία, ὅτι εἶναι ζημία· ὅλοι τὸ ἐννοεῖτε, ὅλοι γινώσκετε, ὅτι ὁ λαὸς κραυγάζει εἰς τὴν ἀγορὰν, ὅτι αἱ συναλλαγαὶ κατέστησαν δυσχερέσταται καὶ ὅτι δυστυχῶς πολλάκις καταλήγουσιν εἰς διαπληκτισμοὺς καὶ εἰς δυστυχήματα. Οὐδείς ποτε ὑπεστήριξεν, ὅτι μεταβάλλεται ἡ ἀξία τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀναγκασθῇ νὰ σᾶς κάμῃ ὅσους ἠκούσατε προχθὲς παιδικοὺς ὑπολογισμούς. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰς δαπάνας τοῦ καθημερινοῦ βίου ἐπέρχεται ζημία ἄμμεσος μὲν ἐπὶ τῶν διὰ χαλκοῦ συναλλαγῶν, ἔμμεσος δὲ, ἀλλὰ φυσικὴ καὶ ἀναπόδραστος, ὡς πρὸς ἄλλας δαπάνας, ἀνωτέρας μὲν τοῦ κλάσματος τῆς δραχμῆς, οὐχὶ ὅμως ἀρκούντως σπουδαίας, ὅπως καταλήξωσι διὰ τοῦ διαγωνισμοῦ, ἤτοι διὰ τοῦ οἰκονομικοῦ κανόνος τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως, εἰς τὸ πραγματικὸν ποσόν. Ἐὰν εἰς αὐτὰς τὰς δαπάνας, τὰς ὡς ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς μονάδος — καὶ ὅσῳ μεγαλειτέρα εἶναι ἡ νομισματικὴ μονάς, τόσον αὐξάνουσιν ἀναποδράστως τὰ τοιαῦτα μικρὰ ἔξοδα—ἐὰν, λέγω, καὶ εἰς αὐτὰς ἔτι τὰς δαπάνας ὑπάρχῃ ζημία, ἥτις ἀναβιβάζει εἰς 15% ἴσως τὴν ἐκ τοῦ νέου συστήματος ζημίαν, πῶς δὲν ἐσκέφθη ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐπισπεύδουσα, ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ἀνάγκης τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, εὕρισκε τὸν λαὸν βεβαρυμένον μὲ τὸν λεληθότα ἐκεῖνον ἀλλὰ φοβερὸν φόρον τῶν δέκα ἑκατομμυρίων δραχμῶν, τὸν ἕνεκα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπιβαλλόμενον αὐτῷ; Ἔπραξε δὲ καὶ ἄλλο τι κακὸν ἡ Κυβέρνησις, τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε νὰ τὴν διαφύγῃ. Εἰσάγει τὸ νομισματικὸν σύστημα, ὄχι μόνον παρορῶσα τὰς συνεπείας τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλὰ καὶ μὴ σκεφθεῖσα, ὅτι ἐπιβάλλει σύστημα, τοῦ ὁποίου δὲν ἔχει νὰ δώσῃ εἰς τὴν κοινωνίαν τὸ παραστατικὸν νόμισμα. Ἕνεκα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὸ νόμισμα ὑπερτιμηθὲν, κατέστη ὑπερόριον. Τί εἰσάγομεν λοιπόν; εἰσάγομεν δραχμὴν, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχομεν, δίδραχμον τὸ ὁποῖον δὲν ἔχομεν, ἄργυρον ἐν γένει καὶ χρυσὸν, τὸν ὁποῖον δὲν ἔχομεν! Οὕτω ἐνεργοῦσιν αἱ σοβαραὶ καὶ εὐσυνείδητοι Κυβερνήσεις, ἐν στιγμαῖς, καθ’ ἃς ὁσημέραι αἱ συναλλαγαὶ, ὡς ἐκ τῆς ὀλεθρίας ἐπιῤῥοῆς τοῦ κακοῦ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δυσχεραίνονται, καὶ τὸ μέταλλον ἐφυγαδεύθη! Ἐν στιγμαῖς τοιαύταις ποία ποτε συνετὴ καὶ φιλόπατρις Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ ἀναγκάσῃ τὸν πτωχὸν νὰ ὑποστῇ καὶ ὅλην τὴν ἐκ τῆς μεταβολῆς ζημίαν εἰς τὰ ἔξοδά του τὰ ἀναπόφευκτα, τὰ τῆς πρώτης ἀνάγκης; Καὶ λέγω ὅλην, διότι ἐὰν οἱ εὐπορώτεροι δαπανῶσιν εἰς χαλκὸν 1 πρὸς 5 ἢ 1 πρὸς 10 ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν ἐξόδων αὑτῶν, οἱ πτωχοὶ δαπανῶσιν εἰς χαλκὸν, ἐὰν μὴ τὸ ὅλον, τὸ ἥμισυ τουλάχιστον. Ὁ πτωχὸς δὲν ἀγοράζει εἰς στατῆρας καὶ εἰς ὀκάδας, ὅπως πληρώσῃ διὰ τραπεζικοῦ γραμματίου, ἀλλ’ ἀγοράζει εἰς δράμια καὶ πληρώνει διὰ χαλκοῦ. Ὀλίγα λεπτὰ δι’ ἄρτον, ὀλίγα διὰ λιτὸν καὶ πρόχειρον ὄψον, ὀλίγα διὰ ποτήριον οἴνου, διὰ τοὺς ἄνθρακας τῆς ἡμέρας, διὰ τὸ βούτυρον, διὰ τὸν τυρόν· αὗται εἶναι αἱ ἡμερήσιαι δαπάναι τοῦ πτωχοῦ. Καὶ δὲν ὑπῆρχε λόγος τις σπουδαῖος, ὅστις νὰ ἐξαναγκάσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο· ἐὰν ὑπῆρχε λόγος τις σπουδαῖος, ἤθελον τὸν ἐκθέσει ἐνταῦθα οἱ κύριοι ὑπουργοὶ, ἡ δὲ Βουλὴ καὶ τὸ Ἔθνος, ἀπέναντι τοιούτου λόγου, ἐνδιαφέροντος καὶ ἐφαπτομένου τυχὸν ὑψηλοτέρων συμφερόντων, ἤθελον ὑποκύψει· ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχε λόγος οὐδείς. Ἤθελον μόνον νὰ φέρωσι μετὰ σπουδῆς τὸν ἀκατάρτιστον ἔτι προϋπολογισμὸν, καὶ διὰ τῆς αὐξήσεως, ἢ μᾶλλον τῆς μεταβολῆς τοῦ φορολογουμένου χρήματος ἀπὸ δραχμῆς εἰς φράγκον, κατὰ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα πρὸ μικροῦ ὑπέβαλεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ παρουσιάσωσι τὸ λεγόμενον ἰσοζύγιον. Αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος λόγος. Ἀλλὰ διὰ τὴν πολιτικὴν, ἥτις εἰσήγαγεν ἐν Ἑλλάδι τὸ ἀμφίβιον σύστημα τῆς ἐπὶ διπλῆ νομισματικῆ μονάδι φορολογίας, ὅπως ἔπραξεν εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, οὐδεμία ὑπῆρχε δυσκολία, ἐὰν εἶχεν ἀνάγκην ν’ αὐξήσῃ καὶ τοὺς ἀμέσους φόρους κατὰ 12%, νὰ μεταβάλῃ καὶ τὸ ποσὸν αὐτῶν ἀπὸ δραχμῆς εἰς φράγκον. Αὐτὸ πράττετε σήμερον. Δὲν εἴχετε ἀνάγκην τῆς μεταβολῆς διὰ νὰ τὸ πράξητε. Μᾶς εἶπε προχθὲς ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὅτε εἰσῆγε τὸν προϋπολογισμὸν, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία δὲν αἴρεται εἰμὴ διὰ τῆς ἰσοῤῥοπίας τοῦ προϋπολογισμοῦ. Εἰσήγαγε δὲ προϋπολογισμὸν, εἰς τὸν ὁποῖον παρατηροῦμεν — καὶ ὁ κ. Καλλιγᾶς ἐκαυχήθη ἐπὶ τούτῳ — ὅτι ὄχι μόνον ἰσοζύγιον κατώρθωσεν, ἀλλὰ καὶ περίσσευμα ἐπιτυγχάνει. Ἐὰν ὁ κύριος Καλλιγᾶς ἔχῃ πεποίθησιν εἰς τὸ ἔργον αὐτοῦ, πρὸς τί ἡ σπουδὴ πρὸς τὴν ἀνωμαλίαν, τὴν ὁποίαν ἔφερε διὰ τοῦ νομισματικοῦ συστήματος; Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ θέλει τῷ δώσει τὰ μέσα νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, τῆς ὁποίας καὶ αὐτὸς ἐθρήνησε τὰς δεινὰς συνεπείας προχθές. Διατί λοιπὸν, κύριοι ὑπουργοὶ, νὰ ἐπιστεύσητε; Διατί νὰ μὴ περιμένητε τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν θὰ μᾶς εἰσαγάγητε εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας; Τοῦτο ἔπρεπε νὰ πράξητε, ἂν ἦσθε Κυβέρνησις σπουδαία, καὶ ὄχι ἁπλῶς καὶ μόνον χάριν τῆς ἐπιδείξεως, τὴν ὁποίαν ἡ ἐπαγγελία αὕτη τῆς ἰσοῤῥοπίας καὶ τοῦ πλεονάσματος ὑπόσχεται, νὰ παρίδητε τὰς θλιβερὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας βλέπομεν σήμερον ἐκ τῆς μεταβολῆς τῆς αὐθαιρέτου καὶ παρανόμου, διότι ἐγὼ ἐπιμένω φρονῶν, ὅτι τὸ Διάταγμα τοῦ νομισματικοῦ συστήματος εἶναι ἀντισυνταγματικόν. Δὲν κατακρίνω, τὸ ἐπαναλαμβάνω, τὸ σύστημα αὐτὸ καθ’ ἑαυτό· φρονῶ, ὅτι ὁ χρόνος τῆς εἰσαγωγῆς αὐτοῦ δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι θέλω προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἐπιθυμίαν, ἵνα ἀναβληθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος τούτου μέχρι τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐλπίζω, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ, ἡ ὁποία βεβαίως εἶναι καὶ ὀφείλει νὰ ᾖναι ὁ ἀντιπρόσωπος τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ, καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία καθῆκον ἔχει νὰ ᾖναι ὁ ἔφορος τῶν συμφερόντων τούτων, θέλουσι παραδεχθῆ τὴν πρότασιν ταύτην. Ἐπιφυλάττομαι δὲ νὰ διατυπώσω ταύτην καὶ ἐγγράφως, φωτιζόμενος ἐκ τῆς γενησομένης συζητήσεως.
§42ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, παρῃτήθησαν τῆς συζητήσεως περὶ τοῦ παρανόμου· ὁμολογοῦν, ὅτι τὸ Διάταγμα εἶναι νόμιμον.
§43ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ βεβαίως ὄχι.
§44ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἤκουσα ἄλλο τι εἰμὴ τὴν διακήρυξιν, ὅτι δὲν σκοπεῖ ὁ προλαλήσας νὰ προσβάλῃ τὸ Διάταγμα ὡς παράνομον· παρένειρεν ὅμως ἐν τέλει, ὅτι ἐν τῷ βάθει τῆς συνειδήσεώς του θεωρεῖ αὐτὸ ἀντισυνταγματικόν. Αὐτό δὲν λέγει ἄλλο, εἰμὴ ὅτι ἔχει κατ’ οἶκον θρησκείαν.
§45ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι τὸ σύστημα δὲν τὸ κατακρίνω, τὸ ἀναγεγραμμένον εἰς τὸν Νόμον τοῦ 1867. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ συστήματος, διότι ὑμεῖς εἶσθε ὑπερασπισταὶ τοῦ Ἡρακλέους. Εἶπον λοιπὸν τοῦτο καὶ τὸ ἐπανέλαβον διὰ νὰ μὴ ἐπαναλάβητε τὰ αὐτά· τὸ Διάταγμα τὸ θεωρῶ παράνομον.
§46ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐὰν δὲν ἐπιθυμῆτε νὰ ἐξακολουθήσωμεν αὐτὴν τὴν συζήτησιν ἠμποροῦμεν νὰ τὴν διακόψωμεν· διότι, ἄλλως, συζήτησις μὲ διακοπὰς δὲν γίνεται· ἐὰν θέλετε συζήτησιν, τότε πρέπει νὰ δεχθῆτε τὴν ἔλλογον ἀπάντησιν διὰ παρατηρήσεων, ἐπιχειρημάτων λογικῶν, ὅτε ἠμποροῦμεν νὰ προχωρήσωμεν· διότι, ἄλλως, θὰ ζητήσω ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ σᾶς ἐπιβάλῃ σιωπήν· τρίτος τρόπος δὲν ὑπάρχει. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι καὶ χθὲς εἴπατε, ὅτι δὲν σκοπεῖτε πλέον νὰ τὸ προσβάλετε ἢ ὡς μὴ ἔγκαιρον, ὡς ἀκατάλληλον. Καὶ σήμερον εἴπατε «δὲν ἔρχομαι νὰ ἀναπτύξω λόγους περὶ τοῦ παρανόμου, ἀλλὰ περὶ τοῦ μὴ προσφόρου.» Ἢ εἶναι ταῦτα ῥήματα ῥητορικὰ ἄνευ σκοποῦ νὰ περιέχουν ἔννοιαν, ἢ τοῦτο λέγουν. Ὅστις ἀναπτύσσει τὸ μὴ πρόσφορον, δὲν δηλοῖ ὅτι ἀναπτύσσει καὶ τὸ παράνομον. Διὰ τοῦτο θέλω περιστείλει τὴν συζήτησιν διὰ νὰ μὴ εἴπητε, ὅτι περὶ τοῦ παρανόμου δὲν ἐλαλήσατε, ἐὰν θέλετε ὅμως νὰ προβάλετε καὶ τὸ παράνομον, δὲν διστάζω. Σήμερον ἐθέσατε συζήτησιν ἐὰν τὸ Διάταγμα εἶναι ἔγκαιρον, ἐὰν ἦτο πρὸς τοῦτο ἡ κατάλληλος ὥρα. Περὶ τούτου ἔρχομαι νὰ ὁμιλήσω. Λέγω λοιπὸν, ὅτι διὰ μυρίους λόγους ἦτο ἀπαραίτητον τὸ Διάταγμα, οὐδὲ ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἄλλως ἢ ὡς ἔγεινεν· ἔρχομαι νὰ ἀποδείξω καὶ τὰ δύω. Πρῶτον λέγω, ὅτι ἦτον ἀπαραίτητον, διότι εἶναι ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὅταν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ παριστάνωμεν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἰσοῤῥοπίαν, εἰμὴ μετατρέποντες τοὺς ἀμέσους φόρους εἰς νέας δραχμὰς, ἕπεται, ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ εἶναι τὸ μόνον διὰ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ ὑπάρξωμεν. Ὅλος ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἐντὸς τῶν νέων δραχμῶν. Τὸ σύστημα τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπαιτεῖ ἀναγκαίως νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου νομίσματος. Τώρα ἐρωτῶ, ἦτο δυνατὸν νὰ ἔλθωμεν τὴν 1ην Ἰανουαρίου καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι ψηφίζομεν ὅλους τοὺς φόρους εἰς νέας δραχμὰς, ἀλλ’ ἀναβάλλομεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νομισματικοῦ συστήματος; Ἤθελεν εἶσθαι προφανὴς ἀνακολουθία. Ἐὰν λοιπὸν ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων ἔφερε τὴν ἐφαρμογὴν καὶ ἡ ἰσοῤῥοπία ἐπέβαλλε αὐτὴν, δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ κατ’ ἄλλην ὥραν, εἰμὴ καθ’ ἣν ἔγεινεν· καὶ ἰδοὺ διατί. Πρὸ 7 ἢ 6 ἐτῶν ἐδοκιμάσθη νὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡτοιμάσθη νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ νέον νομισματικὸν σύστημα. Ἦτο γνωστὸν, ὅτι τὴν δεῖνα ἡμέραν ἔμελλε νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ νέον νομισματικὸν σύστημα. Τί συνέβη; Τότε διεταράχθη ἡ ἀγορὰ, τότε ἀπεσύρθη ὁ χαλκὸς, τὰ μικρὰ νομίσματα ἔγειναν στάδιον κερδοσκοπίας. Τοσοῦτον προέβη ἡ κερδοσκοπία, ὥστε ἀνησύχησεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐσκέφθη τί ὤφειλε νὰ πράξῃ. Ἐὰν ἄφινεν εἰς δύω ἢ τρεῖς κερδοσκόπους νὰ κερδήσωσι ποσὰ μεγάλα, τότε ἠδύνατο νὰ κατακριθῇ, ὅτι ἔδωκεν ὑποστήριξιν εἰς τὴν κερδοσκοπίαν. Ἠναγκάσθη λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀναστείλῃ τὴν ἐφαρμογήν. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ μεταβάλετε τὸ νομισματικὸν σύστημα, εἰμὴ ἐν ἀγνοίᾳ παντὸς, καὶ ἐν ἀγνοίᾳ παντὸς ἔγεινε. Εἶναι δὲ ἡ μόνη πρόσφορος ὥρα. Διατί; διότι συνῆλθεν ἡ Βουλὴ, καὶ ἡ πρᾶξις ἐγένετο ἐνώπιον αὐτῆς, ὥστε ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ δώσῃ λόγον. Τί ἤθελε γείνει, ἐὰν ἐγίνετο ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς; Ἤθελε γείνει συζήτησις εἰς τὴν δημοσιογραφίαν, καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ ἠναγκάζετο νὰ κατέλθῃ ἐκεῖ νὰ δίδῃ λόγον. Σήμερον ὅμως εὑρίσκεται εἰς εὐάρεστον θέσιν, διότι δύναται νὰ ὁμιλήσῃ ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους. Καὶ ἄλλο ἀκόμη· ἡ ἡμέρα τῆς 1 Νοεμβρίου εἶναι ἡ κατάλληλος, διότι ἡ χρῆσις τοῦ 1881 τελειώνει τὴν 31 Ὀκτωβρίου· ἔπρεπε νὰ κλεισθῶσιν ὅλα τὰ βιβλία τῶν Ταμείων καὶ τὸ ὑπόλοιπον ν’ ἀναχθῇ εἰς τὸ νέον νομισματικὸν σύστημα. Βλέπετε, ὅτι ὅλα συνηγοροῦν ὑπὲρ αὐτῆς τῆς ἡμέρας. Ἀλλὰ προβάλλετε νέαν θεωρίαν, πρωτάκουστον, τὴν ὁποίαν οὐδαμοῦ ἀπήντησα. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἔχω πολλὰς γνώσεις εἰς τὰ οἰκονομικὰ πράγματα, δὲν γνωρίζω τὴν φιλολογίαν ὅλην· ἐσεῖς ἠμπορεῖτε ν’ ἀνατρέξητε εἰς συγγραφεῖς ἀγνώστους εἰς ἐμέ. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω διατί ἐπὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἡ μετατροπὴ τοῦ νομισματικοῦ συστήματος. Διατί ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Εὐρυτανίας, ὅστις καὶ πεῖραν μεγάλην, καὶ γνώσεις πολλὰς ἔχει, δὲν ἠθέλησε νὰ ῥίψῃ ἓν ψιχίον τῶν γνώσεών του; Διατί δὲν εἶπε τὴν αἰτίαν; Ὅσοι γνωρίζουν τὰ τοιαῦτα· λέγουν αὐτὸν ἢ ἐκεῖνον τὸν λόγον. Ἐγὼ λέγω ἀντιθέτως, ὅτι ἐπὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἶναι τὸ ἔδαφος πλέον ἐλεύθερον νὰ μετατρέψητε τὸ νομισματικὸν σύστημα, διότι ἐπ’ αὐτῆς δὲν εἶναι πλέον τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος μετατροπή, ἀλλὰ χάρτου ἀντὶ χάρτου· εἶναι λογιστικὴ πρᾶξις. Ἐνδέχεται τινες νὰ μὴ εὐκολύνωνται ν’ ἀνατρέξωσιν εἰς τὴν μελέτην τῶν νόμων ἢ νὰ ὑπολογίσωσι τὴν διαφοράν, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι πρόσκομμα. Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἤδη ἐὰν διακωλύεται ἡ συναλλαγή. Ὅταν δὲν ὑπάρχῃ μεταλλικὸν νόμισμα ἐν κυκλοφορίᾳ, ὅταν ἔχωμεν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, δὲν πρόκειται εἰμὴ περὶ διαφόρου ὑπολογισμοῦ εἰς τὰς συναλλαγάς. Διατί ἀνέβαλεν ἡ Κυβέρνησις ἐν ἔτει 1867 τὴν ἐφαρμογήν; Μήπως δὲν εἶχε τὸ νέον νόμισμα τότε; Εἶχεν αὐτὸ πλῆρες· διότι, ἅμα ἐδέχθη νὰ προσχωρήσῃ εἰς τὴν Λατινικὴν νομισματικὴν Ἕνωσιν, ὅλα τὰ νομίσματα τῶν Κρατῶν τοῦ Συνδέσμου ἦσαν ὡς τὰ ἡμέτερα. Εἶχε λοιπὸν καὶ τὸ πεντόφραγκον, καὶ τὸ φράγκον, εἶχε δὲ καὶ τὰ κερμάτια τῆς νέας δραχμῆς, δὲν εἶχε καμμίαν ἔλλειψιν. Ἀλλ’ ἐν τῷ μέσῳ ὑπῆρχον πλῆθος νομισμάτων μεταλλικῶν, καὶ μεταξὺ αὐτῶν ἔμελλε νὰ ἐγερθῇ σφοδρὰ πάλη τῆς συγκριτικῆς ἀξίας τοῦ νομίσματος. Αὐτὸ ἦτο τὸ δεινὸν, ἡ συγκριτικὴ ἀξία τῶν μεταλλικῶν νομισμάτων· ὅταν δὲν δύναται νὰ εὑρεθῇ τὸ κοινὸν μέτρον, τότε διακωλύεται ἡ συναλλαγή. Ὅταν μεταβαίνετε ἀπὸ ἑνὸς συστήματος μεταλλικοῦ εἰς ἄλλο, τότε ἐκλείπει τὸ κοινὸν μέτρον τῶν πραγμάτων· ἀλλ’ ὅταν ἔχετε μόνον τραπεζικὰ γραμμάτια, ὡς ἤδη τὰ τῶν 100 δραχμῶν, θὰ εἰπῆτε ἐν τῷ νῷ, τὰ 100 ἴσχυον ὡς 112, τώρα δὲ πάλιν θὰ γείνῃ τὸ ἀντίστροφον, τὸ 112 εἶναι 100. Ὅπως διὰ τοῦ ἑνὸς τρόπου προσεθέσατε τὸ 12, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ ἀριθμῷ, πάλιν θὰ τὸ ἀφαιρέσητε. Ἐδῶ δὲν ὑπάρχει ἡ συγκριτικὴ πάλη μεταξὺ ἀξιῶν. Ἀλλὰ φέρετε ἄλλον λόγον. Εἴπατε, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἐπιβάλλει δεινὰ μεγάλα, βαρύτατα, καὶ τὸ βαρύτερον ὅλων εἶναι ἡ ἀπώλεια τῶν 15% συγκριτικῶς πρὸς τὸν χρυσὸν καὶ τὸ μέταλλον. Τὸ ἐμπόριον τῆς Ἑλλάδος, εἴπατε, εἶναι παθητικόν· ἀναγκαζόμεθα νὰ εἰσάγωμεν πολλὰ ἔξωθεν, καὶ διὰ νὰ ἀποδοθῇ τὸ ἀντίτιμον, πρέπει νὰ εὕρωμεν χρυσὸν, αὐτὸν δὲ δὲν εὑρίσκομεν, ὅταν ὑπάρχῃ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἀλλ’ ἐπειγόμεθα ν’ ἀγοράσωμεν διὰ τραπεζικῶν γραμματίων χρυσὸν εἰς μεγάλην τιμὴν, καὶ διὰ τοῦτο ἀποδίδομεν περισσότερα δι’ ὅσα ἐλάβομεν, ἢ ἠθέλαμεν δώσει, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Δὲν ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω αὐτὴν τὴν θεωρίαν τῶν ἀποβλεπόντων εἰς τὸ ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι ὅλα πληρώνονται διὰ χρυσοῦ. Ὅταν ἔχωμεν προϊόντα, εἰσάγομεν χρυσὸν διὰ τῶν προϊόντων. Χωρὶς νὰ ἐξετάσω τὸ ἰσοζύγιον καὶ τὴν κίνησιν τοῦ ἐμπορίου, αὐτὸ ἀρκεῖ, νὰ παρατηρήσω, ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι κατ’ ἔτος ἀποβάλλομεν μέρος τῆς περιουσίας μας, διότι εἰσάγομεν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ πλέον ἢ ὅσον ἐξάγομεν διὰ τῶν προϊόντων μας, βεβαίως ἐντὸς ὀλίγου ἔπρεπε νὰ ἐξαντληθῇ ἡ χώρα πρὸ πολλοῦ καὶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ. Ποῖος ἀμφιβάλλει περὶ τῆς εὐπορίας τῆς Γαλλίας; Εἶναι γνωστὸν, ὅτι εὑρίσκεται εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν τὴν παθητικήν. Κατὰ 1000 ἑκατομμύρια καὶ πλέον ὑπερβαίνει ἡ εἰσαγωγὴ τὴν ἐξαγωγήν. Ἡ Ἀγγλία ἐπίσης· ἀλλὰ πῶς; εἰς τοὺς πίνακας. Οἱ πίνακες δὲν ἀναφέρουν ὅλην τὴν ἀκρίβειαν τῶν στοιχείων τοῦ ἰσοζυγίου, ὅλα τὰ κέρδη τὰ προερχόμενα ἐκ τῆς ἐξαγωγῆς. Ἡ σταφὶς πόσον πωλεῖται εἰς Ἀγγλίαν; πῶς τὴν ὑπολογίζομεν ἡμεῖς ἐν τῷ πίνακι; εἰς τὴν τιμὴν τῆς ἀγορᾶς. Ἀλλ’ ἐνδέχεται νὰ κερδήσῃ ὁ πωλητὴς πολὺ πλέον· αὐτὸ δὲν γράφεται. Οἱ οἶνοι οἱ Γαλλικοὶ πόσον ὑπολογίζονται εἰς τοὺς πίνακας τοῦ ἐμπορίου; κατὰ τὴν τιμὴν τῆς ἀγορᾶς. Ἐπειδὴ λέγετε, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ εἰς αὐτὴν τὴν ὥραν τοῦ ἔτους ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ τοῦ συστήματος, καὶ ὅτι διετάραξε καὶ ἔφερε βλάβην, καὶ ὅτι προτείνετε καὶ ἐπιθυμεῖτε νὰ ἐκφράσῃ καὶ ἡ Βουλὴ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς ἀναβολῆς, ἐγὼ σᾶς λέγω ἓν γνώρισμα, τὸ ὁποῖον ἀρκεῖ διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα λέγονται. Πρὶν ἐκδοθῇ τὸ Διάταγμα, εἰς ποίαν τιμὴν ἦσαν τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα; Τὰ Ἑλληνικὰ τῶν 120 ἑκατομμυρίων ἐτιμῶντο 365 φράγκα· ἤδη τιμῶνται 385.
§47ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ Διάταγμα τὸ ἀποδίδετε;
§48ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἰς τὸ Διάταγμα καὶ τὸν προϋπολογισμόν. Ἐφέρατε τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι τὸ Διάταγμα ἐπιβαρύνει τὴν θέσιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀναγκάζονται νὰ στέλλουν χρήματα εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἡ τιμὴ τῆς Ἀγγλικῆς λίρας πρὸ τοῦ Διατάγματος ἦτο 31,60, σήμερον εἶναι 30,80 ἕως 30,60. Βαδίσατε λοιπὸν αὐτὴν τὴν ὁδόν, ὑποστηρίξατε αὐτὸ τὸ σύστημα, ὅπως ἔλθωμεν εἰς ἰσοῤῥοπίαν καὶ εἰς περίσσευμα, καὶ θὰ ἴδητε τὰ χρεώγραφα τῶν 5% ἄνω τῶν 400 (διακοπαὶ καὶ θόρυβος). Λοιπὸν, κύριοι, τὸ κακὸν ἐλαττοῦται, δὲν αὐξάνει. Καὶ πόσα δὲν ἐτέθησαν εἰς ἐνέργειαν, διὰ νὰ διαταράξουν τὸ δημόσιον πνεῦμα; Πόσοι ἀπόστολοι δὲν ἐστάλησαν καὶ πόση μελάνη ἐχύθη, διὰ νὰ παραστήσουν μυθώδεις ζημίας καὶ καταστροφάς! Ἔλεγε μία ἐφημερὶς, γραφομένη παρ’ ἑνὸς αὐτοκαλουμένου οἰκονομολόγου, ὅτι ἡ Τράπεζα μέλλει νὰ κερδήσῃ 12,000,000· διατί; διότι ἐξέδωκε τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια πρὸς 112 καὶ τώρα δέχεται αὐτὰ μόνον πρὸς 100, ἐξέδωκεν 100,000,000, ἄρα τὸ κέρδος εἶναι 12,000,000. Ἰδοὺ εἰλικρίνεια συζητήσεων, ἰδοὺ εἰλικρίνεια ἀνθρώπου, ἐπαγγελλομένου, ὅτι διαφωτίζει τὸ κοινόν. Εὐτυχῶς δὲν ἐδόθη προσοχὴ εἰς σπερμολογίας, οὔτε ζημία τις ἀνεφάνη, οὔτε δύνανται νὰ βλαφθῶσιν οἱουδήποτε συμφέροντα. Ἐδῶ ἔντιμος βουλευτὴς, ὅστις δὲν ἀφίνει τὰ φαινόμενα ἀπαρατήρητα καὶ ἐξάγει οἰκονομολογικὰ συμπεράσματα, εἶπεν «ἐγὼ ἐπῆρα ἕνα καφφὲ καὶ τὸν ἐπλήρωσα 15 λεπτά.» Δὲν ἠρκέσθη νὰ ῥοφήσῃ τοῦ καφφὲ τὸν μέλανα ζωμόν, ἀλλὰ ῥοφῶν ἐσκέπτετο καὶ κατεσκεύασε πόρισμα οἰκονομολογικὸν, ἐξήγαγε δὲ ἀκαταμάχητον, κατ’ αὐτὸν, ἐπιχείρημα, ὅτι ἡ ἀξία τῶν πραγμάτων ηὔξησε, καθὼς παρετήρησεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας, ὅτι, ὅσον ἡ μονὰς αὐξάνει, συναυξάνει καὶ ἡ τιμὴ τῶν πραγμάτων. Ἰδοὺ θεώρημα παράδοξον νὰ λέγηται σήμερον ἐν ἔτει 1882.
§49ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§50ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἴπατε, ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἔχουσι τὸ Σελίνιον, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἀκριβώτερα τὰ πράγματα. Τώρα ἴσως ὁ ἴδιος αἰσθάνεσθε μετάνοιαν, διὰ τί νὰ τὸ εἴπητε· καὶ ἐγὼ λέγω διὰ τί νὰ τὸ εἴπητε.
§51ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἡ ἀξία τῶν μικρῶν πραγμάτων αὐξάνει ἢ ὄχι;
§52ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἡ ἀξία τῶν πραγμάτων παντοῦ καὶ πάντοτε εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως. Ὁ καφφὲς λόγου χάριν οὐδέποτε ἔφθασε εἰς τὸ ἐλάχιστον πῆς τιμῆς, εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασε σήμερον. Ἐνθυμεῖσθε πρώτης ποιότητος καφφὲ πρὸς 3,20; οὐδέποτε. Πάντοτε εἶχεν ἄνω τῶν 5,50.
§53ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. 3,20 ἦτο καὶ πρὸ τοῦ Διατάγματος.
§54ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Θέλετε τ’ αὐγά; Ποσάκις τοῦ ἔτους μεταβάλλεται ἡ ἀξία τῶν αὐγῶν; Τώρα εὑρίσκονται πλοῖα καθ’ ὑπόθεσιν ἐν Πειραιεῖ ναυλοχοῦντα, ὑπάρχει ζήτησις καὶ ἔχουσι 10 λεπτὰ τὰ αὐγά. Φεύγουσι τὰ πλοῖα; εἶναι ἐποχή, καθ’ ἣν δὲν γίνεται χρῆσις πολλῶν αὐγῶν, ἀγοράζετε δύω αὐγὰ πρὸς 5 λεπτά. Ταράττεται ὁ ἔντιμος βουλευτὴς διατί ὁ καφφὲς ἔχει πάντοτε 10 λεπτά, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔχῃ 9. Τώρα αὐτὰ τὰ 10 λεπτὰ ἂς ἔλθω καὶ ἐγὼ νὰ τ’ ἀναλύσω. Νομίζετε, ὅτι πληρώνετε τὴν ἀξίαν τοῦ καφφὲ εἰς τὸ καφφενεῖον; Μὲ μίαν ὀκὰν καφφὲ πρὸς 3,20 ἠμπορεῖτε νὰ κατασκευάσητε 320 κύλικας καφφέ. Λοιπὸν αὐτὸς ὁ μέλας ζωμὸς ἔχει ἀξίαν ἑνὸς λεπτοῦ, καὶ ἓν λεπτὸν τὸ πολὺ τὸ ζάχαρι. Δύω λεπτὰ εἶναι ἡ ἀξία τοῦ μέλανος ζωμοῦ. Ἀλλὰ τί πληρώνετε εἰς τὸ καφφενεῖον; πληρώνετε τὴν συμπεριφορὰν, τὴν ὁποίαν εὑρίσκετε ἐκεῖ· πληρώνετε, διότι εὑρίσκετε φίλους· πληρώνετε, διότι ἡ θέσις εἶναι εὐάρεστος καὶ βλέπετε τοὺς διερχομένους· πληρώνετε τὴν ἐφημερίδα, τὴν ὁποίαν ἀναγινώσκετε, καὶ εἶναι ἐλεύθερος ὁ πωλῶν τὸν καφφὲ νὰ σᾶς ζητήσῃ καὶ 20 καὶ 30 λεπτὰ τὸν καφφέ. Ὡς βλέπετε, ὁ καφφεπώλης εἰς τὴν πλατείαν τοῦ Συντάγματος ὄχι μόνον δὲν περιωρίσθη εἰς τὰ 10 λεπτά, ἀλλ’ ἐδημοσίευσε προκήρυξιν ἀπαιτῶν 15. Ἐὰν ὁ ὁ βουλευτὴς δὲν εὐχαριστῆται νὰ πληρώσῃ 15 λεπτά, ἂς ὑπάγῃ ἀλλοῦ, ἂς ὑπάγῃ εἰς τὴν Ἁγίαν Τριάδα νὰ πληρώσῃ 10 ἢ 5 λεπτά. Τώρα ἔρχομαι εἰς ἄλλο ἐπιχείρημα, διότι τῷ ὄντι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θέλουν ν’ ἀποδείξουν τὸ ἄτοπον τοῦ μέτρου καὶ τὸ μὴ ἔγκαιρον, ὅτι δὲν εἶναι opportun, καὶ ὅσοι πολιτευταὶ ἦλθον προσφάτως ἐκ Γαλλίας φιλοτιμοῦνται νὰ ἦναι κατὰ τὸν συρμὸν opportunistes.
§55Α. ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ. Ἐγὼ κάθημαι μεταξὺ δύω, οἱ ὁποῖοι ἦλθον τώρα καὶ διαμαρτύρονται.....
§56ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὁ κύριος Πετσάλης εἶναι ἀκράδαντος· δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι λέγουν πέρυσιν ἐνόμιζον, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἔχει ἀρχάς, καὶ ἐφέτος βλέπουν, ὅτι δὲν ἔχει. —Ἀναγινώσκομεν, παραδείγματος χάριν, ἄλλον οἰκονομολόγον, ὅστις δὲν εἶναι ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ σχεδὸν ταὐτὰ εἶπεν ὅ,τι ὁ ἔντιμος προλαλήσας, ὅτι ὁ χαλκὸς συνήθως παρακολουθεῖ τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Διατί; τίνα σχέσιν ἔχει ὁ χαλκὸς καὶ τὸ χαρτί; δὲν καταλαμβάνω. Εἶναι ἐξ ἐκείνων τῶν ἀκαταλήπτων, τὰ ὁποῖα ῥίπτονται παρὰ τῶν φιλοτιμουμένων νὰ λέγωσι καινοφανῆ καὶ ἀπροσδόκητα. Τί λέγει ὅμως ὁ ἔντιμος προλαλήσας; Ὅτι ἐδῶ, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, οἱ μὲν ἔμποροι συναλλάσσονται διὰ τοῦ χαλκοῦ, καὶ τώρα ἀλλάσσει ἡ τιμὴ τοῦ χαλκοῦ· ἑπομένως αὐτοὶ πρόκειται νὰ βλαφθῶσι. Δὲν ἐννοῶ ὅμως διατί ζημιοῦται ὁ ἔχων τὸν χαλκὸν, διότι πρὶν ἔπρεπε νὰ δώσῃ 11 δεκάλεπτα δι’ ἓν φράγκον καὶ τώρα δίδει 10. Δὲν βλέπω ἐν τούτοις νὰ μνημονεύηται ἄλλο φαινόμενον, τὸ ὁποῖον εἶναι πραγματικόν. Διατί ἐξηφανίσθη ὁ χαλκός; Σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν εὑρέθη πλέον τοῦ ποσοῦ τῶν 19,000 δραχμῶν τοῦ παλαιοῦ χαλκοῦ ἐν ἅπασι τοῖς Ταμείοις τῶν παλαιῶν Ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος. Εἰς τὰ ἔξω Ταμεῖα ὑπάρχει χαλκὸς, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐκ τοῦ παλαιοῦ, εἶναι νέος. Ἐγὼ ἔδωκα μίαν ἐξήγησιν. Ὁ χαλκὸς γίνεται ὑπερόριος, στέλλεται μέχρι τοῦδε εἰς τὴν Ἰταλίαν ἢ ἀλλαχοῦ, διότι ἀντὶ ἀργυροῦ φράγκου ἐδῶ ἐλαμβάνομεν 11½ δεκάλεπτα καὶ ἐκεῖ ἀρκοῦν 10. Τώρα πλέον δὲν συμφέρει ἡ μεταγωγὴ χαλκοῦ εἰς τὴν Ἰταλίαν, διότι θὰ πληρώσῃ τὰ ἔξοδα μεταφορᾶς, τὴν ἀσφάλειαν, τὴν προμήθειαν κτλ. ὥστε ὁ χαλκὸς θὰ μείνῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Λέγετε, ὅτι δὲν ὑπάρχουν κέρματα φράγκου καὶ τὰ κλάσματα αὐτοῦ. Ἐὰν λείψῃ καὶ ὁ χαλκὸς, ἠξεύρετε ποῦ θὰ φθάσωμεν; ποῦ ἐκινδυνεύομεν νὰ φθάσωμεν; ἠθέλομεν φθάσει εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κόψωμεν ἐκ χάρτου δραχμὴν καὶ ἡμίσειαν δραχμήν.
§57ΖΕΡΒΟΣ. Ἐκεῖ θὰ μᾶς φέρετε.
§58ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὸ ἔχετε ὡς καλόν; θὰ εἰπῇ, ὅτι δέχεσθε ὡς καλὸν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν.
§59ΖΕΡΒΟΣ. Εἶπον, ὅτι ἐκεῖ θὰ μᾶς φέρετε.
§60ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Λοιπὸν, διὰ νὰ μὴ φθάσωμεν ἕως ἐκεῖ — καὶ εἶναι γνωστὸν τί συνέβη ἐν Ἰταλίᾳ, ὅτε ἡ Ἰταλία ἠναγκάσθη νὰ φθάσῃ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, εἶναι γνωστὸν τί δεινὰ συνέβησαν ἐν Αὐστρίᾳ, ὅτε ἠναγκάσθη ἡ Αὐστρία νὰ φθάσῃ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, καὶ σᾶς παραπέμπω εἰς τοὺς εἰδότας, νὰ μάθητε ἂν ἦναι κακὸν ἢ οὔ — πρέπει νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ χαλκοῦ καὶ τῶν μικρῶν νομισμάτων· διὰ νὰ ἐμποδίσητε δὲ τοῦτο, ἄλλος τρόπος δὲν ὑπάρχει. Σήμερον δὲν εὑρίσκει τις συχνάκις μονόφραγκα. Μοὶ φαίνεται, ὅτι παρετηρήσατε αὐτὰς τὰς ἡμέρας ὅτε ἀκόμη ἐταλαντεύετο ποία εἶναι ἡ ἀξία καὶ ποία δὲν εἶναι, ἐφάνησαν εἰς τὸ μέσον μονόφραγκα, δίφραγκα καὶ παλαιὰ πεντόδραχμα· τώρα ἐφάνησαν. Θὰ εἰπῇ λοιπόν, ὅτι ὑπάρχουν, ἀλλὰ κρύπτονται. Διὰ νὰ προλάβωμεν τοιοῦτον πάθημα, ἀπεφάσισεν ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐκκοπῆς κερμάτων ἀργυρῶν ἐν Παρισίοις· ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἐπαρκές. Ἐπί τινα καιρὸν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν κέρματα καὶ δὲν θέλομεν συνταραχθῆ· ἀλλ’ αὐτὸν τὸν καιρὸν πρέπει νὰ χρησιμοποιήσωμεν ἐξασφαλίζοντες τὴν δημοσίαν πίστιν καὶ ἐργαζόμενοι, ὅπως ἐπέλθωσι τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκομεν· περιμένω ἀναπόφευκτα αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα, οὐχὶ πειθόμενος μόνον εἰς τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας ἔκαμε τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλὰ παρατηρῶν τὰ πράγματα. Δὲν ἔχω τόσον τύφον νὰ πιστεύω περὶ τοῦ ἀλανθάστου τῶν ὑπολογισμῶν, καὶ θεωρῶ μάταιον ἐκεῖνον ὅστις λέγει, ὅτι τόσα θὰ ἔχω, ὅσα ὑπελόγισα. Περιμείνατε τὰ ἀποτελέσματα, καὶ ὅταν δὲν φθάσωμεν εἰς τὸ σκοπούμενον, δώσατε ἄλλα μέσα, ὅπως φθάσωμεν εἰς τὸ σκοπούμενον, τὸ ὁποῖον καὶ μόνον δύναται νὰ σώσῃ καὶ τὴν κοινωνίαν καὶ τὸ ἔθνος.
§61Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ τελευταῖα συμπεράσματα τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ δὲν μοὶ φαίνονται ἐντελῶς ὀρθά. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁμιλῶν ἐν ὀνόματι τοῦ Ὑπουργείου, ἐξέφρασεν ἔντιμον πόθον νὰ συμπράξῃ εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀποταθεὶς πρὸς τοὺς κ. κ. βουλευτὰς, εἶπεν αὐτοῖς, ἂν θέλετε τὸ ἰσοζύγιον, πρέπει νὰ ψηφίσετε τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα σᾶς προβάλλομεν, διότι, ἂν δὲν ψηφίσετε τὰ μέτρα ταῦτα, συνάγω, ὅτι δὲν θέλετε τὸ ἰσοζύγιον. Ἐνθυμήθην τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν κατ’ ἄλλον χρόνον, καθ’ ὃν δὲν ἦτο τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ἦτο βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, κεκηρυγμένος ὅτι ἀνήκει εἰς ἓν τῶν ἐν τῇ Βουλῇ λειτουργούντων πολιτικῶν κομμάτων, ὅταν ἀντέλεγε τότε εἰς ἐμὲ συμβουλεύοντα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης περὶ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα συνωμολογήθησαν, καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἔλαβε χαρακτῆρα διαρκῆ καὶ μόνιμον. Μοὶ ἔλεγεν ἐλέγχων με «λοιπὸν δὲν θέλεις τὴν σύμβασιν, δὲν θέλεις τὴν ἐπιστρατείαν.» Αὐταὶ αἱ ἀντιθέσεις ἄγουσιν εἰς ἄτοπα, καὶ παρακαλῶ καὶ τοὺς κ. κ. ὑπουργοὺς νὰ μὴ προσφύγωσιν εἰς ἀντιθέσεις παραπλησίας, καὶ τὴν Βουλήν, νὰ μὴ ἀκούῃ παρακελεύσεις ὁμοίας. Ἡμεῖς ἐν τῇ Βουλῇ ἐπιθυμοῦμεν τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῶ ἐν ὀνόματι πολλῶν συναδέλφων, ἀλλ’ ἐν ὀνόματι ἐκείνων, διὰ τοὺς ὁποίους ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ λαλῶ, διακηρύσσω δημοσίᾳ ὅτι ἐπιθυμοῦμεν τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπουλογισμοῦ. Καὶ ὅτι τὸ ἐπιθυμοῦμεν, τὸ κατεδηλώσαμεν διὰ τῆς πολιτείας, τὴν ὁποίαν μετήλθομεν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ὅταν ἠγωνιζόμεθα νὰ ἀναστείλωμεν τὸν χείμαῤῥον τῶν νομοσχεδίων, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν Σύνοδον ἐκείνην ἐπῆλθε, δι’ ὧν οὐδὲν ἄλλο ἐνομοθετεῖτο εἰμὴ αὐξήσεις τῶν δαπανῶν ὑπὸ ποικίλους λόγους· ὅταν προσεπαθοῦμεν νὰ ὑπομνήσωμεν εἰς τοὺς κυβερνῶντας, ὅτι πρέπει πρὸ πάντων νὰ τραπῶσιν εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν δαπανῶν, διὰ νὰ δύνανται εὐπροσώπως νὰ ἀποταθῶσιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ νὰ ζητήσωσι παρ’ αὐτοῦ εἰσφορὰς, μεγαλειτέρας ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας αὐτὸς μέχρι τοῦδε ἐχορήγει. Ἠναγκάσθην νὰ κάμω τὴν παρέκβασιν ταύτην διὰ νὰ μὴν ἀφήσω τὰ τελευταῖα συμπεράσματα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως· δὲν λυποῦμαι δὲ μόνον, διότι καὶ ἐκεῖνος προέβη εἰς τὰ συμπεράσματα ταῦτα, καὶ ἐγὼ ἠναγκάσθην ἕνεκα τούτου νὰ ἐκτρέψω ἐπ’ αὐτῶν τὸν λόγον, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη, ἡ ὁποία ἀπασχολεῖ τὸ Κοινοβούλιον, εἶναι συζήτησις καθαρῶς περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐφάπτονται τῶν συμφερόντων παντὸς πολίτου· ἑπομένως εἶναι συζήτησις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἦναι καὶ νὰ μείνῃ μέχρι τέλους γυμνὴ παντὸς πολιτικοῦ χρωματισμοῦ, γυμνὴ πάσης πολιτικῆς ἐννοίας. Ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος ἐκπληροῖ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὴν νὰ ἐξετάσῃ ἂν ἓν μέτρον κυβερνητικὸν, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε δυνάμει δικαιώματος χορηγηθέντος αὐτῇ ὑπὸ νόμου, ἂν τὸ μέτρον τοῦτο προσβάλλῃ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, ἂν μειοῖ κατά τι τὰς περιουσίας, ἂν δὲν ἦναι ἐπικίνδυνον· καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ συζήτησις ἤθελεν ἐξακολουθήσει, ἤθελε βεβαίως παράσχει φῶτα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὰ ὁποῖα ἤθελον ὁδηγήσει αὐτὴν ἂν πρέπῃ νὰ προβῇ, καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἀφορμὴ ἵνα προβῇ εἰς ἐργασίας καὶ πράξεις πρὸς ἀποτροπὴν ἢ μείωσιν τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον ἐκ τοῦ εἰρημένου κυβερνητικοῦ μέτρου της ἐπέρχεται. Δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι αὕτη ἤθελε προβῆ εἰς τοῦτο διὰ νὰ προλάβῃ τὰς ζημίας, ἂν τοιαῦται τῳόντι ἀπειλῶνται ὑπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος μέτρου της. Διὰ τοῦτο εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην εἰσερχόμεθα ἄνευ πολιτικῆς ἐννοίας, μόνον μετὰ τοῦ πόθου νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν πρὸς τοὺς ἐντολεῖς ἡμῶν, μόνον μετὰ τῆς ἐπιθυμίας νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν διαφώτισιν τοῦ ζητήματος, μόνον μετὰ τῆς προθυμίας νὰ εἰσφέρωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν διαφώτισιν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ τελευταῖον μέτρον ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι ἐνασκεῖ ἐπιζήμιον ἐπιῤῥοὴν εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ, νὰ δώσωμεν ἀφορμὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀπαλλάξῃ τὰ συμφέροντα αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ζημίας ταύτης. Διὰ τοῦτο νομίζω, κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι προσῆκον νὰ ἀγώμεθα εἰς ἐρεθισμούς, καὶ ὅτι πρέπει μετὰ ψυχρότητος νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ διαφωτίσωμεν αὐτό, ἀπροκατάληπτοι πάσης πολιτικῆς προαιρέσεως. Ὅταν τὸ πρῶτον ἐπῆλθεν ἐν τῇ Γαλλίᾳ ἡ ἰδέα τῆς συστάσεως τῆς κατόπιν συνομολογηθείσης νομισματικῆς Λατινικῆς Ἑνώσεως, οἱ ὑπὲρ τῆς Ἑνώσεως ταύτης προέτεινον πάντοτε εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἁπλούστατον παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἔπειθεν αὐτούς, ὅτι ἂν ἦτο δυνατὸν πάντα τὰ Κράτη νὰ συνδεθῶσι πρὸς ἄλληλα καὶ νὰ ἀναγνωρίσωσιν ἓν διεθνὲς κοινὸν νόμισμα, ἡ τοιαύτη διεθνὴς σύμβασις ἤθελε τὰ μάλα εὐκολύνει τὰς συναλλαγάς, ἤθελεν ἀναντιῤῥήτως ἐξυπηρετήσει τὸ ἐμπόριον, ἤθελεν ἐνισχύσει τὴν ἐν πᾶσι τοῖς Κράτεσιν ἐργασίαν καὶ παραγωγήν, ἤθελε τέλος πάντων εὐκολύνει καὶ αὐτοὺς ἐκείνους, οἵτινες ἐπιθυμοῦσι νὰ περιέρχωνται τὸν κόσμον καὶ νὰ ἐπισκέπτωνται τὰς διαφόρους χώρας. Ἔλεγον ἐν Γαλλίᾳ τότε, ὅτι ἂν λάβετε, ἓν ποσὸν 100 φράγκων εἰς τὸ θηλάκιόν σας καὶ θελήσητε νὰ ταξειδεύσητε εἰς τὰ διάφορα Κράτη τῆς Εὐρώπης, ἐν μόνῃ τῇ Ἰταλίᾳ ἐσώζοντο ἔτι ποικίλα νομισματικὰ συστήματα ὅσα ἦσαν τὰ Κράτη τὰ ὁποῖα ἄλλοτε ἀποτελοῦν τὴν ἡνωμένην Ἰταλίαν, ἂν μεταβῆτε εἰς τὴν Αὐστρίαν καὶ εἰς τὴν Πρωσσίαν καὶ τὴν Ἀγγλίαν, καὶ σημειώσετε πόσον θέλετε ζημιωθῆ ἐκ τῆς ἀλλαγῆς τῶν νομισμάτων, τὴν ὁποίαν θέλετε ἀναγκασθῆ νὰ κάμετε εἰς πᾶν Κράτος, ἕνεκα τοῦ ἰσχύοντος ἐν αὐτῷ διαφορετικοῦ νομίσματος, θέλετε ἰδεῖ ὅτι μετὰ ὁδοιπορίαν ὡρισμένου χρόνου θὰ ἐδαπανούσατε καὶ τὰ ἑκατὸ φράγκα εἰς τὴν ζημίαν ταύτην. Ἡ γνώμη λοιπὸν τοῦ νὰ καταβληθῶσι προσπάθειαι διὰ νὰ ἀνευρεθῇ ἓν διεθνὲς νόμισμα καὶ τοῦτο νὰ ἀναγνωρισθῇ ὑπὸ τῶν διαφόρων Ἐπικρατειῶν διὰ κοινῆς συμβάσεως, ἦτο γνώμη ἐπικρατοῦσα, εἰς τὴν ὁποίαν πάντες προσεχώρουν καὶ πάντες ἐβεβαίουν, ὅτι ἐπεθύμουν νὰ συντελέσωσι διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ ὁ πόθος οὗτος. Τότε κατωρθώθη νὰ συνομολογηθῇ ἡ λεγομένη Λατινικὴ νομισματικὴ Ἕνωσις τῆς Γαλλίας, τοῦ Βελγίου, τῆς Ἰταλίας, εἰς ἣν ἔπειτα προσεχώρησε καὶ ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Ρουμουνία. Ἡ Ἰταλία, ἡ ὁποία προσῆλθε πρώτη εἰς τὴν νομισματικὴν ταύτην Ἕνωσιν, δὲν εἶχεν οὐδεμίαν δυσκολίαν τοπικὴν, ἥτις ἠδύνατο νὰ τὴν ἀποτρέψῃ ἀπὸ τῆς ἀποφάσεως ταύτης· πρὸ ὀλίγου τὰ διάφορα κατακερματισμένα Ἰταλικὰ Κράτη εἶχον συνενωθῆ ὑπὸ τὸ σκῆπτρον τοῦ ἀειμνήστου Βασιλέως Βίκτωρος Ἐμμανουὴλ καὶ ἀπετέλουν τὴν ἡνωμένην Ἰταλίαν. Ἡ ἡνωμένη Ἰταλία δὲν εἶχεν ἴδιον νόμισμα, ἀλλὰ τὰ ποικίλα νομίσματα τῶν Κρατῶν, τὰ ὁποῖα ἀπετέλεσαν αὐτήν· εὐκολώτατον λοιπὸν ἦτο νὰ προσέλθῃ ἡ ἡνωμένη Ἰταλία εἰς τὴν νομισματικὴν Ἕνωσιν καὶ νὰ ἀποτελέσῃ μέρος τῆς Λατινικῆς Ἑνώσεως. Ἡ Ἑλλὰς ὅμως, ἥτις ἔλαβεν ὡσαύτως τὴν ἀπόφασιν νὰ προσχωρήσῃ, εἶχε νομιστατικὸν σύστημα, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπρότεινον τὸν νόμον τοῦ 1867 περὶ τῆς νομισματικῆς προσχωρήσεως ἡμῶν εἰς τὴν Λατινικὴν Ἕνωσιν, εἶμαι βέβαιος, ὅτι εἶχον λάβει ὑπ’ ὄψει τὰς δυσκολίας, τὰς ὁποίας ἤθελε παρεμβάλλει εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ μέτρου τὸ προϋπάρχον νομισματικὸν σύστημα τῆς χώρας, καὶ τὰ προσκόμματα, τὰ ὁποῖα ἕνεκα τούτου ἤθελεν ἀπαντήσει ἡ νομισματικὴ ἀφομοίωσις τοῦ Κράτους τοῦ Ἑλληνικοῦ πρὸς τὰ ἄλλα ἀπαρτίζοντα τὴν Λατινικὴν Ἕνωσιν Κράτη. Ἀλλ’ ἔλαβον τότε ὑπ’ ὄψει οὗτοι, ὅτι αἱ δυσκολίαι, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον ἤθελον εἶσθαι μικρότεραι ἀπὸ τὰ ὠφελήματα, τὰ ὁποῖα ἤθελε παραγάγει εἰς τὴν χώραν ἡ εἰρημένη νομισματικὴ ἡμῶν ἀφομοίωσις. Μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου, τὴν ἀξίαν τοῦ συναλλάγματος δὲν ἐπηρέαζε οὐδὲ διαφορὰ τῆς τιμῆς τοῦ τότε κρατοῦντος νομισματικοῦ συστήματος πρὸς τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, οὐδὲ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἀλλὰ μόνον ὁ κανὼν τῆς ζητήσεως καὶ τῆς προσφορᾶς τοῦ συναλλάγματος. Ἦτο γνωστὸν, ὅτι τὸ φράγκον ἦτον ἀντιστοιχοῦν πρὸς 112 λεπτὰ· ἔλεγον οἱ προτείνοντες τὸν Νόμον τοῦ 1867, ὅτι, ἂν ἀποδεχθῶμεν τὴν νομισματικὴν σύμβασιν τῶν Κρατῶν τῆς Λατινικῆς Ἑνώσεως, ἂν μεταβάλωμεν τὴν νομισματικὴν μονάδα ἡμῶν καὶ ἀποδεχθῶμεν τὴν μονάδα, τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθησαν τὰ Κράτη τῆς Λατινικῆς Ἑνώσεως, θέλομεν ἔχει νόμισμα, τὸ ὁποῖον δὲν θέλει ἔχει πλέον ἀξίαν 100 λεπτῶν ἀλλὰ 112, ἴσην πρὸς τὴν ἀξίαν τῶν νομισμάτων τῶν Κρατῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀπετέλεσαν τὴν Λατινικὴν Ἕνωσιν. Ὑπελόγιζον λοιπὸν οἱ προτείναντες τὸν Νόμον τοῦ 1867, ὅτι τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος δὲν θέλει πλέον τὴν προσδιορίζει τραπεζιτικὴ κερδοσκοπία, δὲν θέλει πλέον τὴν προδιορίζει οὐδεὶς ἄλλος κανὼν ἢ ὁ βέβαιος κανὼν τῆς ζητήσεως καὶ τῆς προσφορᾶς, τῇ προσθήκῃ εἰς αὐτὴν, εἰς τὰ λεπτὰ 112, τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ καταβάλλῃ ὁ ἀποστέλλων χρήματα διὰ τῆς κατασκευῆς τοῦ γρούπου καὶ τοῦ ναύλου τῆς μεταφορᾶς αὐτοῦ καὶ τῶν τελῶν τῆς ἀσφαλείας τῆς ἀποστολῆς αὐτοῦ. Ὑπέθετον λοιπὸν οἱ τὸν Νόμον τοῦ 1867 προτείναντες, ὅτι, ἂν ἀπαδεχθῶμεν τὴν νομισματικὴν σύμβασιν τῆς Λατινικῆς Ἑνώσεως, ἐὰν μεταβάλωμεν τὸ νομισματικὸν ἡμῶν σύστημα, ἐὰν ἀποδεχθῶμεν τὴν μονάδα, τὴν ὁποίαν τὰ ἄλλα Κράτη ἀπεδέχθησαν θέλομεν καταστήσει ἀσφαλεστέραν τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος καὶ ὅτι ἠδυνάμεθα ἐπὶ τέλους νὰ κατορθώσωμεν νὰ περιορίσωμεν αὐτὴν εἰς μόνην τὴν τιμὴν τοῦ νομίσματος τῶν 112 λεπτῶν, τῇ προσθήκῃ τῶν ἐξόδων τῆς ἀποστολῆς καὶ τῆς ἀσφαλείας τῶν πρὸς ἀποστολὴν χρημάτων. Ἑπομένως, ἐπειδὴ οὕτως ἠθέλομεν ἔχει συνάλλαγμα μὴ ὑπερτετιμημένον, ἠθέλομεν εὐκόλως μεταβιβάζει τὰ κεφάλαια ἀπὸ τὸ ἓν εἰς τὸ ἄλλο Κράτος, ἠθέλομεν εὐκόλως πραγματοποιεῖ τὰς μετὰ τῶν Κρατῶν τῆς νομισματικῆς Ἑνώσεως συναλλαγὰς ἡμῶν, καὶ ἠθέλομεν ἀπαλλάξει αὐτὰς ἀπὸ τὴν τραπεζιτικὴν κερδοσκοπίαν. Καὶ ἀληθῶς, πρὶν ἢ ὁ Νόμος τοῦ 1867 ἐκδοθῇ, πρὶν ἢ καταταχθῶμεν εἰς τὴν Ἕνωσιν τὴν νομισματικὴν τῶν πέντε Κρατῶν, ἐπειδὴ ἡ μονὰς τοῦ νομίσματος τοῦ Ἑλληνικοῦ συνίστατο εἰς 100 λεπτὰ τῆς παλαιᾶς δραχμῆς, διέφερε δὲ ἡ μονὰς αὕτη ἀπὸ τὴν μονάδα τοῦ νομίσματος τῶν ἄλλων Κρατῶν, ἀφίνετο εὐκολία εἰς τοὺς τραπεζίτας νὰ μὴ ὑπολογίζωσι μόνον εἰς τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος τὰ ἔξοδα τῆς ἀποστολῆς χρημάτων εἰς τὴν Εὐρώπην, ἀλλὰ καὶ νὰ προσθέτωσι τραπεζιτικὸν κέρδος, δικαιολογοῦντες οὕτω τὴν μὴ εὔλογον ἀπαίτησιν κέρδους, εἰς τοὺς ἁπλουστέρους ἐκ τῆς διαφορᾶς τῆς νομισματικῆς μονάδος. Οἱ συντάκται λοιπὸν τοῦ Νόμου τοῦ 1867 ὑπελόγιζον, ὅτι, ἀφοῦ ἀποδεχθῶμεν τὴν νέαν νομισματικὴν μονάδα, ἠθέλομεν καταστήσει εὐθηνοτέραν τὴν ἀγοραίαν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος, ἠθέλομεν ἀπαλλάξει τὰ ἐκ τῶν ἄλλων Κρατῶν εἰσαγόμενα ἐμπορεύματα ἀπὸ ζημίαν, ἡ ὁποία ἐγίνετο ἐκ τῆς κερδοσκοπίας, ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος, καὶ ὅτι τοιουτοτρόπως ἠθέλομεν καταστήσει εὐθηνότερα τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα προϊόντα καὶ ἐμπορεύματα. Εἶχον λάβει ὑπ’ ὄψει οἱ νομοθέται τοῦ νόμου ἐκείνου, ὅτι ἡ μεταβολὴ τοῦ νέου νομίσματος, ἡ ἀποδοχὴ τῆς νομισματικῆς μονάδος τῆς Λατινικῆς Ἑνώσεως, ἤθελε φέρει μικρὰν διατάραξιν εἰς τὰς συναλλαγάς. Ἐγνώριζον ἐκεῖνοι, ὅτι ὅλα τὰ μικρὰ πράγματα, τὰ ἀγοραζόμενα διὰ μικρῶν κερματίων τοῦ νομίσματος, διὰ κλασμάτων τῆς νομισματικῆς μονάδος, ὅλα αὐτὰ ἠθέλομεν τὰ ἀγοράζει μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος ὄχι διὰ κερματίων τῆς παλαιᾶς, ἀλλὰ διὰ κερματίων τῆς νέας νομισματικῆς μονάδος· ἑπομένως ὅτι ἡ διαφορὰ τῆς παλαιᾶς νομισματικῆς μονάδος πρὸς τὴν νέαν νομισματικὴν μονάδα ἤθελε προστεθῆ εἰς τὴν ἀγοραίαν ἀξίαν τῶν τοιούτων πραγμάτων, καὶ ἤθελεν ἐπιφέρει αὔξησιν τῆς ἀγοραίας τιμῆς τῶν μικρῶν τούτων πραγμάτων. Ἐγνώριζον, ὅτι, ἂν ἡ ἀγοραία τιμὴ τῶν μικρῶν πραγμάτων ἤθελεν αὐξηθῆ διὰ τῆς εἰς ταύτην προσθήκης τῆς διαφορᾶς τοῦ παλαιοῦ νομίσματος πρὸς τὴν νέαν, ἤτοι τῶν 12 λεπτῶν, ὅτι φυσικῷ τῷ λόγῳ θέλουν αὐξήσει τὰ ἔξοδα τῆς διατηρήσεως τοῦ ἀτόμου, διότι ἤθελον εἶσθαι περισσότερα κατὰ 12 τοῖς 100 ἢ ὅσα ἦσαν πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νέου συστήματος ἐγνώριζον οἱ πάντες, ὅτι, ὅταν ἀναγκαίως ἤθελον αὐξήσει τὰ ἔξοδα τοῦ βίου, ἤθελεν ἐπέλθει ἀναγκαίως καὶ αὔξησις τῆς τιμῆς τῆς ἐργασίας, τῆς τιμῆς τοῦ ἡμερομισθίου, ἡ δὲ αὔξησις τῆς τιμῆς τῆς ἐργασίας ἤθελεν ἀναγκαίως ἐπιφέρει τὴν αὔξησιν τῆς τιμῆς τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα διὰ τῆς ἐργασίας ταύτης παράγονται ἐν τῇ χώρᾳ. Ἐγνώριζον λοιπὸν οἱ ἐκδόται τοῦ Νόμου, ὅτι ἤθελεν ἐπέλθει διατάραξίς τις εἰς τὸ τιμολόγιον τῶν ἐν χρήσει πραγμάτων, ὅτι ἤθελεν ἐπέλθει ἕνεκα τούτου αὔξησις τῆς τιμῆς τῆς ἐν τῇ χώρᾳ καταβαλλομένης ἐργασίας καὶ τῶν παραγομένων πραγμάτων. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἦτο περισσότερον τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον ἡ χώρα ἤθελε πορισθῆ ἐκ τῆς μειώσεως τῆς ἀξίας τῶν ἐμπορευμάτων καὶ προϊόντων τῶν εἰσαγομένων ἐκ τῶν Κρατῶν, τά ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὴν νομισματικὴν ἕνωσιν, δὲν ἀπετράπησαν ἀπὸ τοῦ νὰ προσχωρήσωσιν εἰς τὴν νομισματικὴν πρὸς ἐκεῖνα ἀφομοίωσιν λόγῳ τῆς ζημίας, τὴν ὁποίαν οἱ καταναλωταὶ τῶν μικρῶν πραγμάτων ἤθελον ὑποφέρει ἕνεκα τῆς μεταβολῆς τῆς νομισματικῆς βάσεως. Ἀλλὰ ἐνῷ λέγω ταῦτα, μὴ νομίσετε, κύριοι, ὅτι παραγνωρίζω ἀρχὰς τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ἐντεῦθεν δὲν ἔλλειψεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ σᾶς ἀναπτύξῃ. Ἀληθεστάτη εἶναι ἡ ἀρχὴ, ὅτι ἡ τιμὴ τῶν πραγμάτων κανονίζεται ἀπὸ τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως, ἀλλ’ ἡ ἀρχὴ αὕτη δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν κατὰ τοὺς πρώτους χρόνους τῶν μεταβολῶν, αἱ ὁποῖαι εἰσάγονται, εἰμὴ μετὰ χρόνον καὶ ἀφοῦ ἀναπτυχθῇ πλήρης ὁ δυνατὸς συναγωνισμὸς μεταξὺ τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως. Ἤθελον ὑπομνήσει εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους ἐξ ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αὐτοὶ ἰδίαις αἰσθήσεσιν ἀντελήφθησαν, καὶ τὸ ὁποῖον ἀρκεῖ νὰ τοὺς πείσῃ, ὅτι δὲν προσδιορίζει πάντοτε τὴν τιμὴν ὁ κανὼν τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως, ὁ κατὰ θεωρίαν ἀληθέστατος, διότι βραδύτατα ἀποκαθίσταται πλήρης προσφορὰ καὶ πλήρης ζήτησις. Πρὸ τοῦ 1877 δὲν εἶχε τεθῆ ἐν ἐνεργείᾳ εἷς Νόμος, ὁ ὁποῖος ἔμενεν ἀνεκτέλεστος καὶ ἀνεφάρμοστος, ὁ Νόμος περὶ καταργήσεως τῶν εἰδικῶν ἁλαταποθηκῶν. Κατὰ τὸ 1877 ἀπεφασίσθη νὰ ἐκτελεσθῇ ὁ Νόμος καὶ κατηργήθησαν πανταχοῦ αἱ εἰδικαὶ ἁλαταποθῆκαι. Ἀντέστην εἰς τὸ μέτρον τοῦτο ὡς μέλος τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου· ἀλλ’ ἐν μειονοψηφίᾳ τυγχάνων ὑπέκυψα εἰς τὴν πλειονοψηφίαν. Μοὶ ἔλεγον τότε οἱ τὴν κατάργησιν τῶν εἰδικῶν ἁλαταποθηκῶν ὑποστηρίζοντες, ὅτι οἱ κανόνες τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως θέλουσι προσδιορίζει πανταχοῦ τὴν τιμὴν τοῦ ἅλατος, διότι τὸ ἐμπόριον θέλει σπεύσει νὰ τρέξῃ, ἵνα προμηθεύσῃ καὶ τὰς ἀπωτάτας ἐπαρχίας διὰ τοῦ ἀναγκαίου ἅλατος, ὁ δὲ συναγωνισμὸς τοῦ ἐμπορίου θέλει φέρει ὡς συνέπειαν τὸν προσδιορισμὸν τῆς ἀξίας τοῦ ἅλατος εἰς τὰ δίκαια ὅρια. Δέκα λεπτὰ εἶναι ἡ ἀγοραία τιμὴ τοῦ ἅλατος εἰς τὰς κεντρικὰς ἁλαταποθήκας· οἱ κάτοικοι ὅμως τῆς Εὐρυτανίας νομίζω, ὅτι πληρώνουσιν ἔτι καὶ νῦν περισσότερον ἀπὸ 30 λεπτὰ διὰ νὰ ἀγοράσωσιν αὐτό· οἱ κάτοικοι τῆς Γόρτυνος, τῆς Μεγαλοπόλεως καὶ τῆς Δωρίδος καὶ πασῶν τῶν ἐπαρχιῶν τῶν μεσογείων πληρώνουσι πολὺ περισσότερα λεπτὰ παρ’ ὅσα τὸ ἅλας ἔπρεπε νὰ πωλῆται ἐκεῖ, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τιμῆς αὐτοῦ ἐν ταῖς κεντρικαῖς ἁλαταποθήκαις, τῇ προσθήκῃ δαπανῶν τῆς μεταφορᾶς καὶ ἑνὸς εὐλόγου κέρδους. Διατί; διότι τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας ἐν Ἑλλάδι δὲν ἐξυπηρετοῦσι τὴν προθυμίαν τοῦ ἐμπορίου, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ συναγωνισθῇ, οὐδ’ ἐπιχειρεῖ τὸ ἐμπόριον νὰ ἐκτεθῇ εἰς ἀβεβαίας καὶ μικρὰς ἐπιχειρήσεις τοιαύτας. Εἷς ἔμπορος ἢ δύω τὸ πολὺ προμηθεύονται ὀλίγον ἅλας ἐν ἑκάστῃ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, ἀλλ’ αὐτοὶ σχηματίζουσι μονοπώλιον καὶ προσδιορίζουσιν αὐθαιρέτως τὴν τιμὴν τοῦ ἅλατος, καὶ ἐπιβάλλουσιν εἰς τὸν λαὸν τὴν ἀνάγκην νὰ πληρώσῃ τὴν τιμὴν ἐκείνην. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι μετὰ πέντε ἢ ὀκτὼ ἔτη ἡ νομισματικὴ ἀφομοίωσις δὲν θέλει ἔχει πλέον ὡς ἀποτέλεσμα τὴν αὔξησιν τῆς ἀγοραίας τιμῆς τῶν μικρῶν χρησίμων εἰς τὸν βίον πραγμάτων, τὰ ὁποῖα διὰ τῶν κλασμάτων τῆς δραχμῆς ἀγοράζονται· ἀλλὰ τό γε νῦν ἔχον, καὶ ἴσως ἐπὶ διάρκειαν ἀνωτέραν τῶν πέντε ἐτῶν, ὁ κανὼν τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως δὲν θέλει κανονίσει τὴν τιμὴν, καὶ οἱ καταναλωταὶ θέλουσι πληρώνει 12 τοῖς ἑκατὸν περισσότερον ἀπὸ ὅσον ἐπλήρωνον μέχρι τοῦδε, διὰ νὰ ἀγοράζωσι τὸ αὐτὸ ποσὸν καὶ τὸ αὐτὸ ποιὸν τοῦ πράγματος. Οὐδὲ εἶναι δυνατὸν ἢ καὶ ἁπλῶς εὔκολον οἱ συναλλασσόμενοι νὰ συνεννοηθῶσι μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος, νὰ προβαίνωσιν εἰς ἀναγωγὰς, αἱ ὁποῖαι ἤθελον καταλήγει εἰς τὸ νὰ ἐπιστρέφωσιν οἱ πωληταὶ εἰς τοὺς ἀγοραστὰς δύω ἢ τρία λεπτὰ, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπὶ τοῦ προσφερομένου πρὸς ἀγορὰν τῶν μικρῶν πραγμάτων κέρματος θέλει συνίστασθαι ἡ διαφορὰ τοῦ παλαιοῦ πρὸς τὸ νέον νόμισμα. Διὰ τοῦτο προχθὲς ἠκούσατε ἔντιμον συνάδελφον καὶ φίλον μου, ἀπευθύνοντα τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν ἔντιμον ἐκ Σύρου βουλευτὴν, ὅτι δὲν τῷ ἐφαίνετο ἀληθὴς ἡ γνώμη του περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῆς ἀγοραίας τιμῆς τῶν πραγμάτων, διότι αὐτὸς, ἐνῶ πρότερον ἐπλήρωνε ἓν φλιτζάνιον καφὲ διὰ μιᾶς δεκάρας, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ δέκατον τῆς παλαιᾶς δραχμῆς, πληρώνει σήμερον διὰ μιᾶς δεκάρας, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ δέκατον τῆς νέας δραχμῆς, δηλαδὴ πληρώνει δύω λεπτὰ περισσότερον. Συζητοῦντες ἐν ὁμηγύρει τοσοῦτον σεβαστῇ, καὶ μάλιστα συγκροτουμένῃ ὑπὸ μελῶν σοβαρῶν, πρὸ πάντων πρέπει νὰ ἀποφεύγωμεν τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἑρμηνευθῶσιν, ἂν οὐχὶ ὑπὸ τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, βεβαίως ὅμως ὑπὸ τῶν ἀκροωμένων ἡμῶν ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις πολιτῶν ὡς ἀληθῆ σοφίσματα· ἀνάγκη σοβαρᾶς συζητήσεως. Διὰ τοῦτο δὲν κρίνω ἄξιον νὰ μνημονεύσω τῶν παρατηρήσεων, ἃς ὁ ἔντιμος προαγορεύσας ἀπηύθυνε, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξῃ, ὅτι καμμία διαφορὰ δὲν ἐπῆλθεν εἰς τὴν τιμὴν τῶν μικρῶν πραγμάτων, οὐδ’ ἦτον ἀληθὲς τὸ παράδειγμα τοῦ καφέ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς ὑπερτιμήσεως, τὴν ὁποίαν ἐπιφέρει ἡ θέσις, ἐν ᾗ ὑπάρχει τὸ πωλοῦν κατάστημα· δὲν πρόκειται περὶ τοῦ μεγαλειτέρου ποσοῦ, ὅπερ πληρώνετε, ὅταν ἀγοράσητε πρᾶγμα ἀπὸ ἓν μέρος τῆς πόλεως, ἐνῶ εἰς ἄλλο μέρος δύνασθε νὰ ἀγοράσητε αὐτὸ εὐθηνότερον· δὲν πρόκειται περὶ τῆς διαφορᾶς τῆς τιμῆς, ἣν ἔχουσι τὰ πωλούμενα ἐν καταστήμασι μεγαλοπρεπέσιν, ὧν ἡ σύστασις καὶ ἡ διατήρησις ἐπάγει μεγάλας δαπάνας, δι’ ἃς ἔχουσι δίκαιον οἱ ἱδρυταὶ αὐτῶν νὰ ζητῶσι διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν τιμῶν νὰ ἀποζημιωθῶσιν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῶν μικρῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα, πρὸ τῆς νομισματικῆς ἀφομοιώσεως ἠγόραζεν ὁ λαὸς εἰς τὸ αὐτὸ μέρος καὶ διὰ τὰ ὁποῖα ἐπλήρωνε τότε εὐθηνότερα καὶ διὰ τὸ αὐτὸ ποσὸν καὶ διὰ τὸ αὐτὸ ποιόν. Ἡ νομισματικὴ ἀφομοίωσις διετάχθη διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1867. Ἀποδίδω δὲ δίκαιον εἰς τοὺς εἰσαγαγόντας αὐτὸν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς προτείναντας εἰς τὸν Βασιλέα τὴν κύρωσιν αὐτοῦ· διότι ἡ νομισματικὴ ἀφομοίωσις ἡμῶν ἦτο ἀληθῶς συμφέρουσα, ἀληθῶς ἐξυπηρέτει τὴν οἰκονομίαν τοῦ τόπου, μολονότι ἐπῆγε τὴν μνημονευθεῖσαν μικρὰν ζημίαν, διότι ἤθελεν ἐπιφέρει τὴν αὔξησιν τῆς ἀγοραίας τιμῆς τῶν μικρῶν πρὸς χρῆσιν πραγμάτων. Ὁ Νόμος τοῦ 1867, ὁ ἀναγράψας τὴν προσχώρησιν ἡμῶν εἰς τὴν Λατινικὴν Ἕνωσιν, τὴν συνομολογηθεῖσαν δι’ εἰδικῆς συμβάσεως, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ ἀμέσως. Καὶ ἐν πρώτοις τὸ παραστατικὸν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ Νόμου, τὸ νόμισμα, ὅπερ ἔπρεπε νὰ ἐκτυπωθῇ, δὲν ὑπῆρχεν. Ἔπρεπε νὰ ἐκτυπωθῇ τὸ νέον νόμισμα, καὶ ἔπρεπε νὰ ἀποταμιευθῇ εἰς τὰ Ταμεῖα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἑπομένως νὰ γείνῃ δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ πράγματι ἡ Νόμῳ δεχθεῖσα νομισματικὴ ἀφομοίωσις. Ὑπῆρχον ἴσως καὶ ἕτερα προσκόμματα, ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπῆγε τότε ἡ πληθὺς τῶν διαφόρων εἰδῶν τῶν νομισμάτων τῶν παντοίων Κρατῶν, τὰ ὁποῖα εἶχον εἰσρεύσει εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ εἶχον κυκλοφορίαν ἀνεκτὴν ἐν τῷ Κράτει, διότι ἐπίσημος πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως εἶχε διατιμήσει τὴν ἀγοραίαν ἀξίαν αὐτῶν. Εἰς τὸν Νόμον τοῦ 1867 διὰ τοῦτο ὡρίσθη προθεσμία ῥητή, καθ’ ἣν ἔμελλε νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ νομισματικὴ ἀφομοίωσις, ἡ τότε Νόμῳ μόνον διατασσομένη, ὡρίσθη δὲ ὡς τοιαύτη ἡ 1 Ἰανουαρίου 1869. Ἀλλὰ μικρὸν μετὰ τὸ 1876 πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι ἐπελθοῦσαι ἐπήνεγκον οἰκονομικὰς ἀνωμαλίας, αἵτινες κατέληξαν εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι κατὰ τὸ 1868 ἀνεγράφη καὶ τότε ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία συνεπείᾳ δανείου, ὅπερ ἡ Κυβέρνησις συνωμολόγησε, διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰ καθήκοντα, ἅτινα αἱ πολιτικαὶ περιστάσεις τοῦ χρόνου ἐκείνου τῇ ἐπέβαλλον. Ἀνέτειλε λοιπὸν ἡ ἡμέρα ἡ ὑπὸ τοῦ Νόμου προσδιορισθεῖσα πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος, ἡ 1 Ἰανουαρίου 1869, ἀλλὰ δὲν εὗρε τὸ Κράτος εἰς τὴν αὐτὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, εἰς ἣν διετέλει κατὰ τὸ 1867, καθ’ ὃ ἐξεδόθη ὁ Νόμος περὶ νομισματικῆς ἀφομοιώσεως. Ὑπῆρχεν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἥτις ἀφῄρει ἀπὸ τὴν νομισματικὴν ἀφομοίωσιν τὸ κέρδος, ὅπερ οἱ συντάκται τοῦ Νόμου τοῦ 1867 προσεδόκων καὶ ἕνεκα τοῦ ὁποίου συνῄνεσαν νὰ ἀφομοιώσωσι τὴν Ἑλλάδα νομισματικῶς μὲ τὰ λοιπὰ Κράτη τῆς Λατινικῆς Ἑνώσεως. Οἱ τότε κυβερνῶντες ἐσκέφθησαν, ὅτι ἡ ἀφομοίωσις ἤθελε ζημιώσει οἰκονομικῶς τὴν χώραν, διότι ἡ ἀγοραία τιμὴ τοῦ συναλλάγματος δὲν θὰ ἐξηρτᾶτο μόνον ἀπὸ τὴν ζήτησιν αὐτοῦ, προστιθεμένων καὶ τῶν ἐξόδων τῆς ἀποστολῆς τῶν χρημάτων, ἀλλὰ θὰ ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος πρὸς τὴν τιμὴν τοῦ χαρτίνου νομίσματος, ὅπερ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἐπέβαλλεν εἰς τὸν τόπον· τὴν διαφορὰν δὲ ταύτην κανονίζει οὐχὶ ἡ ζήτησις τοῦ μετάλλου ἢ ἡ μεγάλη προσφορὰ τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου, ἀλλ’ ἡ αὐθαίρετος θέλησις ἐκείνων, οἵτινες ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδωσι τὰ ἀπολαμβάνοντα τὸ προνόμιον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἂν τὸ κατάστημα, τὸ ἔχον τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως αὐτῶν, ἀπολαμβάνῃ ἀναντιῤῥήτως οἰκονομικὴν πίστιν, τὰ γραμμάτιά του δὲν ὑπόκεινται ἕνεκα τούτου εἰς μείωσιν τῆς τιμῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελον ὑπόκεισθαι τὰ γραμμάτια τῶν καταστημάτων, ἅτινα δὲν ἔχουσι τόσον ἀκλόνητον πίστιν, καὶ περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῶν ὁποίων ἡ κοινωνία εἶχεν ἀφορμὰς νὰ διστάζῃ. Ἤθελεν ὅμως ὑπόκεισθαι εἰς μείωσιν ἡ τιμὴ αὐτῶν, ἂν ἐτίθεντο εἰς κυκλοφορίαν γραμμάτια ποσοῦ ἀνωτέρου ἀπὸ ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου ἡ χώρα ἔχει ἀνάγκην διὰ τὰς συναλλαγάς της, καὶ ποσοῦ ὑπερβαίνοντος τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐνδείκνυται ὡς ἀναγκαῖον ἀπὸ τὰς ἀνάγκας τῶν συναλλαγῶν ἐν τῷ τόπῳ. Ἐὰν π.χ. Κράτος ἔχῃ ἀνάγκην νὰ ἔχῃ ἐν κυκλοφορίᾳ διὰ τὰς συναλλαγάς του ποσὸν ἀνταλλακτικῶν νομισμάτων 40,000,000, καὶ ἂν ἀντὶ τούτου τοῦ ποσοῦ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν 60 ἢ 100 ἑκατομμύρια, ἡ ἀγοραία ἀξία τοῦ νομίσματος θέλει μειωθῆ κατ’ ἀνάγκην. Ἐπειδὴ δ’ ἐν Ἑλλάδι, κατὰ τὰ μέτρα, ἅτινα πρό τινος εἶχον ληφθῆ, ἀπηγορεύθη ἡ κυκλοφορία τῶν νομισμάτων τῶν ἄλλων Κρατῶν, ἔμειναν δὲ κυκλοφοροῦντα ἐν τῇ χώρᾳ ὡς ἀνταλλακτικὸν νόμισμα μόνον τὰ γραμμάτια τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ ταῦτα κατεστάθησαν τὰ μόνα ἀνταλλακτικὰ μέσα, διὰ τοῦτο, ἂν τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων ὑπερβῇ τὸν ἀριθμὸν, οὗτινος ἡ κοινωνία ἔχει ἀνάγκην, ἵνα ἐκτελῇ τὰς συναλλαγάς της, ἡ ἀξία τῶν γραμματίων θέλει ἐκπέσει, καὶ ἀναλόγως τῆς ἐκπτώσεως αὐτῶν ἐπέρχεται ἡ ἀνύψωσις τῆς τιμῆς τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, ὅπερ τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον ἀντιπροσωπεύει. Ὅταν συνεζητεῖτο ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης περὶ τοῦ δανείου τῶν 57,000,000, τὰ ὁποῖα ἠναγκάσθη τὸ Κράτος νὰ δανεισθῇ παρὰ τῆς Τραπέζης, ἕνεκα τῶν πολιτικῶν περιστάσεων τοῦ χρόνου ἐκείνου, καὶ ἐγὼ ἀντετασσόμην κατὰ τῆς πολυθρυλήτου ἐκείνης συμβάσεως, ἤκουσα παρὰ σεβαστοῦ συναδέλφου, ὅστις ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἐκυβέρνησε τὴν χώραν, τὴν συνταγματικὴν μὲν ἀληθῶς, ἀλλὰ μὴ πάντοτε λογικὴν ἀπάντησιν, ὅτι τὰ μεγάλα κόμματα μόνον κανονίζουσι τὴν πολιτικὴν τοῦ τόπου· τοῦτο ἐσήμαινεν ὡς νὰ μοὶ ἔλεγε νὰ σιωπήσω, διότι οἱ φίλοι μου εἶναι ὀλίγοι, μετρούμενοι διὰ τῶν δακτύλων. Τότε ἰσχυριζόμην, ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ φράγκου, δηλαδὴ τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος θέλει ὑπερβῆ τὴν ἀξίαν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου κατὰ 15 ἑκατοστὰ, καὶ ὅτι τὸ φράγκον θέλει φθάσει εἰς μίαν δραχμὴν καὶ 27 λεπτά· καὶ ὁ κύριος Καλλιγᾶς, ὅστις τυγχάνει σεβαστὸς Καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, ἀλλὰ τώρα κάθηται εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, μὲ εἰρωνεύετο, θέλων νὰ παραστήσῃ, ὅτι αἱ προῤῥήσεις μου ἐκεῖναι δὲν ἤθελον πραγματοποιηθῆ. Σύμφωνον πρὸς αὐτοὺς ἓν διακεκριμένον μέλος τῆς Διοικήσεως τῆς Τραπέζης, κατὰ τὸν παρελθόντα Μάρτιον, μοὶ ἔλεγεν, ὅτι δὲν εἶχε φθάσει τὸ φράγκον εἰς τὰ 127 λεπτά. Ἀλλ’ ἐλησμόνησαν καὶ ὁ μὲν καὶ ὁ δὲ, ὅτι, ἂν δὲν εἶχεν ἀναβιβασθῆ μέχρι τοῦ Μαρτίου ἡ τιμὴ τοῦ φράγκου εἰς τὰ 127 λεπτά, τοῦτο ὠφείλετο εἰς τὸ δάνειον τῶν 120,000,000, δι’ οὗ εἰσέῤῥευσεν εἰς τὸ Κράτος τόσος χρυσὸς, ὅσος ἤρκει νὰ φέρῃ εἰς ἀντίῤῥοπον θέσιν τὸ ποσὸν τοῦ ἐν Ἑλλάδι νομίσματος πρὸς τὸ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Μόλις ὅμως παρῆλθεν ὀλίγος χρόνος, καὶ τὸ φράγκον πράγματι ἔφθασεν εἰς τὰ 127 λεπτά, δηλαδὴ τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια ὑπετιμήθησαν κατὰ 15%. Ἀφοῦ τὰ ἐν κυκλοφορίᾳ ἄλλοτε εἰς ὁμαλοὺς καιροὺς γραμμάτια ἀνέβαινον μόλις εἰς 40 ἢ 45 ἑκατομμύρια, ἐὰν δὲ προσετίθετο ἡ διαφορά, ἣν δικαιολογεῖ ἡ μετὰ τοῦ χρόνου προβαίνουσα οἰκονομικὴ πρόοδος τοῦ τόπου, ἂν ἀνεβιβάζετο ἕνεκα ταύτης τὸ ποσὸν τῶν ἀναγκαιούντων διὰ τὴν κυκλοφορίαν γραμματίων εἰς 60 ἢ 70 ἑκατομμύρια, σήμερον ἔχετε ἐν κυκλοφορίᾳ 107 ἑκατομμύρια καὶ 114 χιλιάδας γραμμάτια, κατὰ τὴν τελευταίαν δημοσιευθεῖσαν κατάστασιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς 30 Σεπτεμβρίου. Ἑπομένως τὰ κυκλοφοροῦντα γραμμάτια ὑπερβαίνουσι τὰς ἀνάγκας τῶν συναλλαγῶν κατὰ 30 ἢ 40 ἑκατομμύρια, καὶ ὡς, ὅταν ἡ προσφορὰ παντὸς ἐμπορεύματος τυγχάνῃ μεγαλειτέρα τῆς ζητήσεως, ὑποτιμᾶται τὸ ἐμπόρευμα, οὕτως ἐπῆλθεν ἀναγκαίως καὶ ἡ μείωσις τῆς τιμῆς τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου καὶ ἡ ὑπερτίμησις τοῦ μετάλλου. Ἐλήφθησαν ἀληθῶς πρό τινων ἐτῶν μέτρα, ἵνα προλειάνωσι τὴν ὁδὸν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος καὶ καταστήσωσιν εὔκολον τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου τοῦ 1867, ἀλλὰ τὰ μέτρα ταῦτα, τὰ ὁποῖα τότε ἐλήφθησαν, ἐσκόπουν μόνον νὰ φέρωσιν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐκδίωξιν ἀπὸ τὴν χώραν παντὸς ἄλλου κυκλοφοροῦντος νομίσματος καὶ νὰ ἀφήσωσιν ὡς μόνον ἀνταλλακτικὸν μέσον τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον. Ἑπομένως τὴν διαφορὰν τοῦ νομίσματος πρὸς ἄλλα πρέπει νὰ τὴν ὑπολογίσητε μεταξὺ τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ ἀργυροῦ νομίσματος καὶ τοῦ τραπεζιτικοῦ γραμματίου, διότι δὲν ἔχετε ἄλλο νόμισμα. Διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1869 προυκάλεσε Νόμον, δι’ οὗ διετάχθη νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ Νόμου περὶ νομισματικῆς ἀφομοιώσεως· ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἦτο οὔτε λογικὸν, οὔτε ὀρθὸν, ἡ ἀναβολὴ νὰ κηρυχθῇ ἄνευ προσδιορισμοῦ τινος ἢ ἄνευ ἐνδείξεως τοῦ χρόνου καθ’ ὃν ἔμελλε νὰ ἐφαρμοσθῇ, διότι τὸ Κράτος εἶχεν ἀναδεχθῆ ὑποχρεώσεις διὰ τῆς μετὰ τῶν ἄλλων Κρατῶν συνομολογηθείσης συμβάσεως, καὶ ἐπειδὴ ἡ μόνη αἰτία, δι’ ἣν δὲν διετάσσετο κατὰ τὸ 1869 ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος, ἦτο ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν τὴν ἄδειαν νὰ ἐμπιστευθῇ εἰς αὐτὴν νὰ προσδιορίσῃ διὰ Διατάγματος τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἔκρινεν ἀζήμιον νὰ διατάξῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην ἦτο ἐνδεδειγμένος ὁ χρόνος, καθ’ ὃν ἔμελλε νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, καὶ καθ’ ὃν ἔμελλε νὰ λάβῃ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔκρινεν ἀναγκαῖα, ἵνα καταστήσῃ εὔκολον τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος καὶ ὅσον τὰ δυνατὸν ὁμαλωτέραν καὶ ἁπλουστέραν, χωρὶς νὰ φέρῃ δυσκολίαν εἰς τὰς συναλλαγὰς ἢ ἀφορμὰς εἰς τὴν ἀτομικὴν κερδοσκοπίαν, καὶ ἑπομένως νὰ προκαλέσῃ ζημίαν εἰς τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν. Μετὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἤρθη κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος 1870, ἀλλὰ μολονότι ἤρθη δὲν διετάχθη ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος. Καὶ δὲν διετάχθη οὔτε κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη, ὅτε ἡ χώρα ἐκυβερνᾶτο ὑπὸ διαπρεπῶν ἀνδρῶν, ὁποῖοι ἦσαν οἱ πρό τινος χρόνου ἀπελθόντες ἀφ’ ἡμῶν συνάδελφοι, ὁ μακαρίτης Ζαΐμης, ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης, καὶ ὁ μακαρίτης Βούλγαρης· καὶ δὲν διετάχθη οὐδ’ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ, ὅστις καὶ αὐτὸς ἐκυβέρνησε κατὰ τὸ 1875, ὅτε ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία δὲν ὑπῆρχε, καὶ κατὰ τὸ 1880. Οἱ λόγοι, δι’ οὓς οἱ εἰρημένοι πολιτικοὶ ἄνδρες, ἐνόμισαν, ὅτι, καίτοι ἀρθείσης τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δὲν ἔπρεπε νὰ προβῶσιν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου συστήματος, εἶναι καταληπτοί. Οἱ λόγοι ἦσαν τὸ μέγα ἔλλειμμα, ὅπερ οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν ἐτῶν ἐκείνων παρίστων κατὰ τὴν ἀρχὴν ἑκάστου ἔτους. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ μὴ ἀρθῇ μόνη ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἀλλὰ νὰ ἀρθῇ καὶ τὸ ἔλλειμμα καὶ νὰ ἐπέλθῃ πλήρης ὁ ἰσολογισμὸς μεταξὺ τῆς Νόμῳ ἀξίας τοῦ νομίσματος καὶ τῆς πράγματι ἀξίας αὐτοῦ. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1882 ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐπόθει διακαῶς νὰ ἀποκτήσῃ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἐπρόβαλε μέτρα, δι’ ὧν διατείνεται, ὅτι κατώρθωσεν οὐ μόνον νὰ φέρῃ τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἀλλὰ καὶ νὰ προσπορίσῃ εἰς τὰ Ταμεῖα τοῦ Κράτους περίσσευμα. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως ταύτης, οὐδὲ σκοπὸν ἔχω νὰ ἐκφέρω κρίσιν ἐπὶ τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐπέτυχε πράγματι ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἤρθη ὁ ἕτερος λόγος, ὁ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διότι ἕνεκα ταύτης τὸ νόμισμα, ὅπερ πράγματι κηρύσσεται ὡς νόμισμα τοῦ Κράτους, δὲν ἔχει τὴν ἀγοραίαν ἀξίαν, ἣν ὁ Νόμος περὶ νομισματικοῦ συστήματος ἀποδίδει εἰς ἕκαστον μέρος αὐτοῦ. Ἐὰν ζητήσετε νὰ ἀνεύρητε, κύριοι, ποία ἡ ἀγοραία τιμὴ τοῦ ἀργυροῦ νομίσματος, βεβαίως δὲν θὰ εὕρητε ἐκείνην, ἣν ὁ Νόμος ἀποδίδει εἰς αὐτό· διότι, ἂν ὁ νόμος τῷ ἀποδίδει τιμὴν 112 λεπτῶν, ἡ ἀγοραία τιμὴ αὐτοῦ ἀνέρχεται εἰς 120 ἢ κατὰ τὸ νέον σύστημα 110 λεπτά· ἑπομένως τὸ νόμισμα, ὅπερ ζητεῖτε νὰ κηρύξετε ἐν ἐνεργείᾳ, δὲν ὑφίσταται ἀκόμη, αἱ συναλλαγαὶ δὲν δίδουν εἰς αὐτὸ τὴν τιμὴν, ἣν ὁ Νόμος τῷ ἔδωκε, καὶ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς ἀγοραίας ἀξίας τοῦ νομίσματος καὶ τῆς τοῦ συναλλάγματος δὲν σᾶς ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὸν κίνδυνον νὰ ἀφεθῆτε εἰς τὴν τραπεζιτικὴν κερδοσκοπίαν, ἥτις θέλει σᾶς ζητήσει μεγαλείτερον ποσὸν ἀπὸ ὅσον ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ διὰ νὰ σᾶς δώσῃ συνάλλαγμα, ἢ νὰ σᾶς εὐκολύνῃ εἰς τὴν ἀποστολὴν χρημάτων εἰς τὰ ἐμπορικὰ κέντρα τῆς Λατινικῆς Ἑνώσεως. Τὸ μόνον κέρδος, ὅπερ ἡ νομισματικὴ ἀφομοίωσις παρέχει, τὸ νὰ καταστήσῃ εὐθηνότερον τὸ συνάλλαγμα, δὲν ὑφίσταται· διότι δὲν ἀφωμοιώθη πράγματι τὸ ἡμέτερον νόμισμα πρὸς τὸ νόμισμα τῶν Κρατῶν τῆς Λατινικῆς Ἑνώσεως, ἀφοῦ τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος θέλει κανονίσει ἡ διαφορὰ τῆς ἀγοραίας τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου ἀξίας, παραβαλλομένης πρὸς τὴν ἀγοραίαν ἀξίαν τοῦ νομίσματος, δηλαδὴ ἡ διαφορὰ τῆς τιμῆς τῶν μεταλλικῶν πρὸς τὴν ἀγοραίαν τιμὴν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου. Ἡ δὲ διαφορὰ αὕτη δὲν ἐξαρτᾶται μόνον ἀπὸ τὴν προσφορὰν καὶ τὴν ζήτησιν, ἀλλ’ ἐξαρτᾶται καὶ ἀπὸ τὴν θέλησιν τῆς Τραπέζης, ἥτις ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· διότι, ἂν σήμερον ἔχῃ 107,000,000 τραπεζιτῶν γραμματίων εἰς κυκλοφορίαν ἕνεκα τῶν ὁποίων τὸ φράγκον τιμᾶται 127 λεπτὰ, αὔριον δύναται νὰ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν 120,000,000, καὶ τὸ φράγκον νὰ ἀναβῇ εἰς 140, καὶ μετὰ 1 μῆνα νὰ ἐλαττώσῃ τὸ ποσὸν τῶν εἰς κυκλοφορίαν τραπεζικῶν γραμματίων, καὶ ἡ τιμὴ τοῦ φράγκου νὰ καταβιβασθῇ εἰς λεπτὰ 117 ἢ 116. Ἑπομένως ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος μένει ἐκτεθειμένη εἰς τὴν διάκρισιν τῶν τραπεζικῶν, καθίσταται ἀβέβαιον τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου συστήματος ζητεῖτε, ἤτοι ἡ μείωσις τῆς ἀγοραίας τιμῆς τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων ἐμπορευμάτων. Θέλετε ἔχει ὅμως ὡς ἀποτέλεσμα τὴν αὔξησιν τῆς ἀγοραίας τιμῆς τῶν μικρῶν πρὸς τὸ βίον τοῦ ἀνθρώπου χρησίμων πραγμάτων. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ ὥρα ἦτο ἐντελῶς ἀκατάλληλος διὰ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νομισματικοῦ συστήματος, ἀφοῦ τοῦτο θέλει ἔχει ἀναγκαίως ὡς ἀποτέλεσμα τὴν αὔξησιν τῆς ἀγοραίας τιμῆς τῶν πραγμάτων, ἡ δὲ αὔξησις αὕτη ἀφορᾷ εἰς τὰ ἀντικείμενα, τὰ χρησιμεύοντα εἰς τροφὴν τοῦ λαοῦ, ὅστις κατὰ τὴν ὥραν ταύτην διατελεῖ ὑπὸ μεγάλα βάρη· διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι δὲν ἦτο εὔλογον νὰ αὐξήσωμεν καὶ κατὰ τοῦτο νῦν τὰ βάρη ταῦτα αὐτοῦ, καὶ ἄνευ ἀνάγκης νὰ προσθέσωμεν εἰς αὐτὸν καὶ τὸ βάρος τοῦτο. Ὅταν ἔλαβον γνῶσιν τοῦ Διατάγματος, ἠρεύνησα διὰ νὰ εἰκάσω διὰ ποῖόν τινα λόγον ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ διατάξῃ τὴν ἄμεσον ἐφαρμογὴν τῆς νομισματικῆς ἀφομοιώσεως. Ἔλεγον κατὰ μόνας, μήπως ἡ νομισματικὴ ἀφομοίωσις ἐξυπηρετεῖ κατὰ τι τοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς Κυβερνήσεως πρὸς αὔξησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ; Ἀλλ’ εὕρισκον, ὅτι μόνον αὐτὸ δὲν ἤρκει πρὸς τοῦτο, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἡ αὔξησις καὶ τοῦ ὅλου τῶν λειτουργούντων φόρων μόνον διὰ τοῦ Διατάγματος, ἀλλ’ ὅτι ἀπῃτεῖτο νὰ εἰσαχθῶσι νόμοι εἰδικοί· ἑπομένως, ὅταν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχῃ δυσκολίαν τινὰ ἵνα εἰσαγάγῃ νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων νὰ προτείνῃ τὰς αὐξήσεις καὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων καὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν καὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος καὶ τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, διὰ ποῖον λόγον νὰ ἐφαρμώσῃ τὸ νομισματικὸν σύστημα; Τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια ἠδύναντο νὰ παραδεχθῶσιν ὡς βάσιν τοῦ νέου νομίσματος τὴν μονάδα· ἀλλὰ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς εἶπεν, ἀφοῦ θὰ εἰσπράττωνται οἱ φόροι διὰ τοῦ νέου νομίσματος, τί μένει ἀπὸ τὸ παλαιὸν νόμισμα; Μέχρι τοῦδε, ὅπως γνωρίζετε, ἔμεινεν ὅλος ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ παλαιοῦ νομίσματος· ἀλλὰ καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε προβάλει νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἤθελεν αὐξήσει τὰ ποσὰ τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἂν ἤθελε προσδιορίσει τὸ μισθολόγιον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νέων δραχμῶν, τὰς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀποζημειώσεις ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νέων δραχμῶν, τὰ πραγματικὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νέων δραχμῶν, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἅπας ὁ προϋπολογισμὸς καὶ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων ἤθελεν ἔχει ὡς βάσιν τὸ νέον νόμισμα, ποία ἡ ἀνάγκη νὰ κηρύξητε ἀμέσως ἐν ἰσχύϊ τὸ νέον νόμισμα καὶ νὰ ἐπιβάλητε αὐτὸ εἰς τὰς ἰδιωτικὰς συναλλαγάς; Ἤκουσα πολλὰ λεχθέντα περὶ τῶν ἄλλων ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα κατωρθώθη καὶ ἀμέσως τώρα νὰ ἐπιτευχθῶσι διὰ τῆς ἀφομοιώσεως τῆς νομισματικῆς, διὰ τῆς κηρύξεως ἐν ἰσχύϊ τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος, καὶ ἰδίως ἓν μέγα καλὸν, τὴν ἀνύψωσιν τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων. Ἡ εἰκὼν, τὴν ὁποίαν παρέστησεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι εἰκὼν, ἥτις ὑποθέτω, ὅτι ὑπόκειται εἰς πολλὰς καὶ ποικίλας μελέτας· ἀλλὰ περὶ ταύτης ἀδύνατον νὰ παρίδῃ τὴν ποικιλίαν τῶν κυκλοφορουσῶν διαδόσεων ὡς πρὸς τὰς χρηματικὰς ἐργασίας. Ἐπειδὴ περὶ ταύτης ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει σκοπὸν ν’ ἀσχοληθῇ, διὰ τοῦτο καὶ ἄν ἡ εἰκὼν, τὴν ὁποίαν τὰ Χρηματιστήρια δίδουσι, τῆς μελλούσης ὑπερτιμήσεως τῶν ἐθνικῶν χρεωγράφων, ἦναι πιστὴ, οὐδέποτε ἡ ὑπερτίμησις αὕτη δύναται νὰ εἰκασθῇ ἕνεκα τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα τὸ Ὑπουργεῖον προέτεινεν καὶ ἕνεκα τῆς εἰσαγωγῆς τῆς νέας νομισματικῆς μονάδος. Ἐὰν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἦτο ἐλεύθερον πάσης διεθνοῦς ὑποχρεώσεως, ἀντὶ νὰ προβῇ νὰ κηρύξῃ τὴν ἄμεσον ἐφαρμογὴν τοῦ νέου συστήματος, καθ’ ἣν νῦν ἔχει ὑποχρέωσιν, ἂν ἀντὶ τούτου εἰσῆγε μίαν νομισματικὴν μονάδα ἴσην μὲ τὴν ἐπικρατοῦσαν ἐν Πρωσσίᾳ, ἢ ἴσην μὲ ἐκείνην, ἥτις ἐπικρατεῖ ἐν Αὐστρίᾳ, νομίζετε, ὅτι ἤθελεν ἐπηρεασθῆ ἡ τιμὴ τῶν γρεωγράφων; Ἡ τιμὴ τῶν χρεωγράφων ἐξαρτᾶται μόνον ἐκ τῆς οἰκονομικῆς πίστεως τοῦ Κράτους, τὴν δὲ οἰκονομικὴν πίστιν τοῦ Κράτους παριστᾷ μόνον ἡ κατάστασις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἑπομένως εἴτε ἀφομοιωθῇ πρὸς τὸ νομισματικὸν σύστημα τῶν Κρατῶν τῆς Λατινικῆς Ἑνώσεως κατὰ μῆνα Νοέμβριον τὸ νομισματικὸν σύστημα, εἴτε δὲν κηρυχθῇ ἡ ἄμεσος ἐφαρμογὴ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1882, ἀλλ’ ἴσος τὸν Νοέμβριον τοῦ 1883 ἢ τοῦ 1884, ἔστε βέβαιοι ὅτι οὔτε πόῤῥωθεν τοῦτο θέλει ἐπηρεάσει τὰ Ἑλληνικὰ γρεώγραφα, ἀλλὰ μόνον ἡ πίστις, ἣν ἔχετε, καὶ ἡ ἀκρίβεια ὑμῶν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών σας. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ ἔντιμος συνάδελφος, ὁ ὁποῖος χθὲς ἠγόρευσε, δὲν θέλει μοὶ ἀποδώσει τὴν προαίρεσιν, τὴν ὁποίαν χθὲς ἀγορεύων ἀπέδωκεν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρὸ ἐμοῦ ἠγόρευσαν, ἢ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι φαίνονται διατεθειμένοι καὶ κατόπιν νὰ συζητήσωσιν, ἢ οἱ ὁποῖοι διϊσχυρίζονται, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου συστήματος ἐπιφέρει ζημίαν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐγὼ ἰδίως οὐδέποτε συνείθισα νὰ ὁμιλῶ ἀπὸ τοῦ βήματος, εἰμὴ μόνον διὰ νὰ λέγω τὴν ἀλήθειαν καὶ ὅταν ἡ ἀλήθεια ἦτο δυσάρεστος εἰς τὸν λαὸν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἠξιώθην τῆς εὐνοίας αὐτοῦ, ἐνῶ ἠξιώθησαν ἀφθόνου αὐτῆς ἐκεῖνοι, οἵτινες πολλάκις κατέφυγον εἰς τὸ ταπεινὸν τοῦτο μέσον τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Ἐὰν λοιπὸν λέγω, ὅτι δὲν εἶναι προσῆκον, καθ’ ἣν ὥραν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πληρώνει τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα πράγματα, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην, ἀκριβώτερα κατὰ 49,70% ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἀπὸ ὅ,τι τὰ ἐπλήρωνε κατὰ τὸ 1877, ἕνεκα τῆς ὑπὸ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους ἐπιβληθείσης ἀνάγκης τῆς αὐξήσεως τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν· καθ’ ἣν ὥραν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πληρώνει 12% ἀκριβώτερα ἀκόμη τὰ πράγματα ταῦτα ἕνεκα τῆς διαφορᾶς τοῦ συναλλάγματος πρὸς τὴν ἀγοραίαν ἀξίαν τοῦ ἐπιβληθέντος εἰς τὸ κοινὸν ἀνταλλακτικοῦ μέσου τῶν τραπεζικῶν γραμματίων· καθ’ ἣν ὥραν μέγα ἐθνικὸν συμφέρον ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς τοὺς Ἀντιπροσώπους νὰ συστείλωμεν ὅσον εἶναι δυνατὸν τὴν καρδίαν μας καὶ νὰ προκαλέσωμεν τὸν λαὸν νὰ ὑποβληθῇ εἰς μεγαλείτερα βάρη παρὰ τὰ ἐπ’ αὐτοῦ ὑφιστάμενα, εἴτε εἰς νέους φόρους, εἴτε εἰς αὐξήσεις φόρων· κατὰ τὴν ὥραν ταύτην νομίζω, ὅτι δὲν ἦτο προσῆκον διὰ τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος νὰ τὸν ἀναγκάσωμεν νὰ πληρώνῃ καὶ 12% ἀκόμη περισσότερον ἀφ’ ὅσα ἐπλήρονε διὰ τὰ πρὸς τροφήν του χρήσιμα πράγματα. Ἐὰν διαφωνῶ, κύριοι, πρὸς τ’ ἄλλα ἐν τῇ Βουλῇ λειτουργοῦντα κόμματα κατὰ τὴν γνώμην περὶ τοῦ κυβερνᾷν ἢ διοικεῖν, δὲν θέλω ν’ ἀναδικήσω κανὲν ἐξ αὐτῶν, ἰσχυριζόμενος, ὅτι καὶ ταῦτα δὲν ἐμπνέονται ὑπὸ τῶν αὐτῶν πόθων, ὑπὸ τῶν ὁποίων ἐμπνέομαι καὶ ἐγὼ ταύτην τὴν στιγμήν. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν πρέπει νὰ τὸ ἐξετάζωμεν ὡς ἀποχρώσεις πολιτικάς, ὅπως ἄλλα ζητήματα ἴσως ἐξετάζομεν, διότι καλούμεθα δι’ αὐτοῦ νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ λαοῦ. Διὰ τοῦτο δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀποδώσῃ ἡ Βουλὴ πολιτικὴν ἔννοιαν εἰς αὐτὸ, καὶ διὰ τοῦτο ἀπέφυγον νὰ ποιήσωμαι χρῆσιν ἐκφράσεων, αἵτινες ἤθελον ὑποληφθῆ ὑπό τινων ὡς περιέχουσαι τὴν ἔννοιαν κατακρίσεως. Ἡμεῖς, ἂν πρόκηται νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην, θέλομεν τὴν ἐκφέρει ταύτην τὴν στιγμὴν μετὰ τοιαύτης προαιρέσεως, ἀπόκειται δὲ εἰς τοὺς ἀντιλέγοντας νὰ μᾶς ἀποδείξωσιν, ὅτι σφάλλομεν, ὅτι δὲν σκεπτόμεθα ὀρθῶς· ἀλλ’ ἐνόσῳ δὲν πράξωσι τοῦτο, παρακαλῶ τοὺς συναδέλφους νὰ περιορισθῶσι μόνον εἰς τὸ νὰ ἐρευνήσωσι τὴν ὑπόθεσιν. Διὰ τοῦτο μάλιστα νομίζω, ὅτι, καὶ ὅταν ἤθελε καταλήξει ἡ συζήτησις, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ ἄλλην πρότασιν, εἰμὴ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, περιέχουσαν τὸν πόθον της περὶ τῆς ἀποφυγῆς τῶν ζημιῶν, ὅσας ἡ διαταχθεῖσα ἐφαρμογὴ τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος θέλει ἐπιφέρει εἰς τὸν λαόν (χειροκροτήματα ἐκ τῆς Βουλῆς καὶ ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δύσκολον εἶναι ν’ ἀντιληφθῇ τις τὴν ἔννοιαν τῆς παρατηρήσεως τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη δὲν εἶναι πολιτικὴ, ἀλλὰ εἶναι πραγματική. Τὸ κατ’ ἐμὲ, αἱ πολιτικαὶ συζητήσεις εἶναι αἱ κατ’ ἐξοχὴν πραγματικαὶ, ἰδίως δὲ θεωρῶ μὴ πολιτικὰς συζητήσεις τὰς συζητήσεις τὰς προσωπικάς. Ὅσον σπουδαιότερον τὸ πραγματικὸν ζήτημα, τόσον πολιτικωτέρα ἡ συζήτησις. Ἐπιτρέπεται ἐπὶ δευτερευόντων, ἐπὶ ἀσημάντων ζητημάτων, ν’ ἀπεκδύηταί τις τὴν πολιτικὴν ἰδέαν καὶ νὰ ψηφίζῃ ὑποχωρῶν, διότι ἡ ὑποχώρησις ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων δὲν δύναται νὰ παραβλάψῃ τὴν οὐσίαν. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ ζητήματος κοινωνικοῦ, ὁποῖον εἶναι τὸ προκείμενον, πῶς δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν εἶναι πολιτικόν; Πῶς δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἶναι ζήτημα, τοῦ ὁποίου ἡ λύσις ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν λεπτομερειῶν καὶ οὐχὶ ἐκ τῆς ὑψηλοτέρας ἰδέας περὶ τῆς ἐπιδράσεως αὐτοῦ ἐπὶ τὴν κοινωνίαν; Ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν εἶναι αὕτη: ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ νέου νομίσματος, γενομένη σήμερον, ἔβλαψεν; Ἠδύνατο νὰ μὴ γείνῃ μετὰ τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Ἑλλὰς, τὴν ἠθικὴν ἀπέναντι τῶν ξένων, καὶ τὴν οὐσιαστικὴν ἀπέναντι ἑαυτῆς ἐπὶ τοῦ νομισματικοῦ ζητήματος; Δὲν ἐρχόμεθα ἐλεύθεροι ἀπέναντι ἡμῶν αὐτῶν καὶ ἀπέναντι τῆς Εὐρώπης· ἀνελάβομεν ὑποχρεώσεις διεθνεῖς, κατὰ τὰς ὁποίας ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν τὸ νέον νόμισμα· τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας δὲν ἐξετελέσαμεν, ἀλλὰ πολλάκις παρετείναμεν τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐκπληρώσεως αὐτῶν, καὶ ἵνα δικαιολογηθῇ ἡ παράτασις αὕτη, πρέπει νὰ ἀποδείξωμεν ὑφισταμένην ἀνάγκην. Δὲν ἀρκεῖ νὰ λέγωμεν, ὅτι πρέπει ν’ ἀποδειχθῇ ἡ ἀνάγκη τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νέου συστήματος πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ· τοὐναντίον, ἵνα μὴ ἐφαρμοσθῇ, δέον νὰ ἀποδειχθῇ ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναβολῆς. Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἐστήριξε πᾶσαν σχεδὸν τὴν ἀγόρευσίν του ἐπὶ ἑνὸς ἐπιχειρήματος, ὅτι τουτέστιν ἡ ὠφέλεια ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ νομίσματος σήμερον δὲν θὰ ἦτο ἡ αὐτὴ πρὸς τὴν ὠφέλειαν, ἥτις θὰ ἐπήρχετο κατὰ τὸ 1867. Τοῦτο, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ἀληθῆ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, δὲν λύει τὸ ζήτημα. Διὰ νὰ δυνηθῶμεν ἀπέναντι ἐκείνων, πρὸς οὓς ἀνελάβομεν διεθνεῖς ὑποχρεώσεις, νὰ δικαιολογηθῶμεν ἐπὶ τῇ ἀναβολῇ, πρέπει ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη αὐτῆς ἀναπόδραστος, καὶ τοιαύτην ἀνάγκην οἱ μέχρι τοῦδε συζητήσαντες οὔτε κἂν ἐπεχείρησαν ν’ ἀποδείξωσιν ὑπάρχουσαν. Ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ, οὐ μόνον δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἀναβολῆς, ἀλλὰ πᾶσαι αἱ συνέπειαι τῆς μεταβολῆς εἶναι ὠφέλιμοι εἰς τὸν τόπον. Διατί προέβημεν εἰς τὸ μέτρον τῆς μεταβολῆς τοῦ νομισματικοῦ συστήματος ἤδη; Δὲν ἠδυνάμεθα, ὡς εἶπον, ν’ ἀναβάλωμεν πέραν τῆς 1 Ἰανουαρίου τοῦ προσεχοῦς ἔτους, ἄνευ δὲ δικαιολογημένης ἀνάγκης, καὶ τοιαύτην δὲν ἐβλέπομεν ὑφισταμένην, ἀλλὰ θεωροῦντες, ὅτι τὴν 1 Ἰανουαρίου δὲν ἔπρεπε ν’ ἀναβάλωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος ἐπὶ πλέον, ἠγόμεθα ἀναποδράστως εἰς τὴν πρὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου ἐφαρμογὴν τοῦ μέτρου πρὸς πρόληψιν τῶν ἐνεργειῶν τῆς κερδοσκοπίας. Πλὴν τούτου, ὑπῆρχον ἐν τῷ συστήματι τῷ οἰκονομικῷ, τὸ ὁποῖον ἀπεδέχθημεν, λόγοι ἱκανοὶ ἵνα μᾶς πείσωσιν, ὅτι ἡ νομισματικὴ μεταβολὴ ἔδει νὰ πραγματοποιηθῇ ἀνυπερθέτως. Ποῖον εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ παραδεχθῶμεν καὶ νὰ προτείνωμεν εἰς τὴν Βουλήν; Ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ὁ τόπος πιέζεται ὑλικῶς, καὶ πιέζεται κυρίως ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῆς πίστεως. Ἐθεωρήσαμεν, ὅτι, ἐνόσῳ ὑφίσταται ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν τὸ Κράτος ὡς λειτουργοῦν ἐν κανονικῇ τροχιᾷ, καὶ ὡς δυνάμενον νὰ ἀποβλέψῃ εἰς τὴν κάρπωσιν τῶν ὠφελειῶν τῆς ἐξαιρετικῆς θέσεως, ἣν κατὰ τὰ ἄλλα κατέχει ἐν τῷ κόσμῳ. Ἡ ἀποκατάστασις τῆς πίστεως καὶ ἡ συναφὴς πρὸς ταύτην ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας πρέπει νὰ ἦναι ὁ γνώμων τῶν σκέψεων ἡμῶν, καὶ ἡ ἐπιδίωξις τοῦ διττοῦ τούτου σκοποῦ ἀπετέλει τὸ πρώτιστον ἡμῶν καθῆκον πρὸς Βουλήν, συνερχομένην. Εἴχομεν ἀπέναντι ἡμῶν προϋπολογισμὸν παρελθόντα, παρουσιάζοντα ἔλλειμμα μέγιστον· εἴχομεν καὶ ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ἐπὶ ποσὸν τοιοῦτον, ὥστε ἀδύνατον ἦτο νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι εὐθὺς ἐν τῷ παρόντι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς συνδυασμόν τινα οἰκονομικὸν, ὅστις νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἄρσιν αὐτῆς ἄνευ μεγίστης ζημίας καὶ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς κοινωνίας· διότι δέον νὰ ἔχωμεν τοῦτο ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ὑφισταμένη, ἐπάγεται μὲν πολλὰ δεινὰ ὡς ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, ἀλλ’ ἐπάγεται καὶ εὐκολίαν εἰς τὴν κοινωνίαν διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἐν κυκλοφορίᾳ νομίσματος, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἐὰν δὲν ἀντικατασταθῇ τὸ ποσὸν τοῦ χαρτίνου νομίσματος, τὸ ἀπὸ τῆς κυκλοφορίας ἀποσυρθησόμενον. Ἦτο ἡ Ἑλλὰς εἰς θέσιν ν’ ἀποκτήσῃ τὸ μέταλλον, δι’ οὗ ἤθελεν ἀντικαταστήσει τὸ καταργηθησόμενον τοῦτο χάρτινον νόμισμα; Ὁ μόνος τρόπος, δι’ οὗ τοῦτο ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ, ἦτο ἡ αὔξησις τῶν φόρων, ἦτο ὁ προϋπολογισμὸς ἐν ἰσοζυγίῳ. Ἐν τῇ μελέτῃ περὶ αὐξήσεως τῶν φόρων ἐφθάσαμεν εἰς τὸ μέτρον, οὗ τινος εἶχε γείνει ἔναρξις πρότερον. Περὶ εἰσαγωγικῶν τελῶν προκειμένου, ἐθεωρήθη, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐκ προκαταβολῆς, τρόπον τινὰ, τὸ νέον νομισματικὸν σύστημα. Ἐθεωρήσαμεν ἄρα, ὅτι καὶ ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους φόρους ἔπρεπε νὰ προβῶμεν εἰς τὸ αὐτὸ μέτρον. Ἀλλ’ ἀποδεχόμενοι τὴν νέαν νομισματικὴν μονάδα ὡς πρὸς τὴν ἐκτίμησιν τῶν βαρῶν τοῦ λαοῦ, καθιεροῦντες αὐτὴν ὡς τὸ μέτρον τῶν σχέσεων τοῦ λαοῦ πρὸς τὸ Δημόσιον, δὲν θὰ ἦτο ἄτοπον ὅλως, ἐνῷ εἴχομεν ὑποχρεώσεις περὶ ἀποδοχῆς τῆς μονάδος ταύτης πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν, ν’ ἀποδεχώμεθα αὐτὴν ὡς πρὸς μόνον τὸ ἐσωτερικὸν, καὶ μόνον, ἵνα αὐξήσωμεν τὰς εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου, ἐπισήμως δὲ νὰ μὴ ἀναγνωρίζωμεν ταύτην ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν ἐξίσου πρὸς πάντας, ἐγχωρίους καὶ ξένους, ὡς πρός τε τὰς σχέσεις τοῦ Δημοσίου καὶ ὡς πρὸς τὰς τῶν ἰδιωτῶν; Τί θὰ ἔλεγον αἱ Δυνάμεις ἐκεῖναι, πρὸς ἃς συνηλλάγημεν καὶ αἵτινες ἐξ ἀνοχῆς μόνον δὲν ἐποιοῦντο παραστάσεις πρὸς ἡμᾶς ἐπὶ τῇ μὴ ἐκτελέσει τῶν ὑποχρεώσεων ἡμῶν, ἐὰν ἔβλεπον τὸ νομισματικὸν σύστημα εἰσαγόμενον ἁπανταχοῦ ἐν τῇ φορολογίᾳ, καὶ ἐν τούτοις ἡμᾶς μὴ ἐφαρμόζοντας τὸ σύστημα τοῦτο γενικῶς, διότι ἐφανταζόμεθα, ὅτι ἠδυνάμεθα ἐκ τῆς ἀναβολῆς ἐν τῷ συναλλάγματι πρὸς τὰ Κράτη ἐκεῖνα νὰ ἔχωμεν ὠφέλειάν τινα; Δὲν ἦτο ἀξιοπρεπὲς, εὐθὺς ὡς παρεδεχόμεθα τὴν ἀρχὴν τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας κατὰ γενικὸν κανόνα, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νέου νομίσματος, νὰ μὴ παραδεχθῶμεν καὶ τὴν νομικὴν ὕπαρξιν τοῦ νομίσματος τούτου. Ἵνα μὴ τὸ παραδεχθῶμεν, ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι, ἀποδεχόμενοι αὐτὸ, ἠθέλομεν φέρει ζημίαν σπουδαίαν εἰς τὸ Κράτος. Ἀλλὰ μελετήσαντες τὸ ζήτημα, ἐθεωρήσαμεν, ὅτι οὐ μόνον ζημίαν δὲν ἤθελε φέρει, ἀλλὰ τοὐναντίον, ἤθελε φέρει ὠφέλειαν. Μακρὰ ἐγένετο μέχρι τοῦδε συζήτησις περὶ τοῦ θέματος, ἐὰν ὠφέλειαν ἢ ζημίαν θὰ ἔφερεν ἡ μεταβολὴ αὕτη τοῦ νομίσματος, καὶ ἐξ ὅσων ἠκούσαμεν περὶ τῶν ζημιῶν, ἃς θέλει ὑποστῆ ὁ λαὸς ἐκ τῆς μεταβολῆς ταύτης, προκύπτει, ὅτι δὲν ἠδυνήθησαν οἱ πολέμιοι αὐτῆς εἰς ἄλλο νὰ παραστήσωσιν, ὅτι θέλει ὑπάρξει αὔξησις τιμῆς ὡς ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ νομίσματος εἰμὴ εἰς τὰς δαπάνας ἐκείνας, ἃς δύναταί τις νὰ ὀνομάσῃ δαπάνας τῆς πολυτελείας τοῦ πτωχοῦ λαοῦ, τουτέστι τὰς δαπάνας τοῦ καφφενείου. Πέραν τῶν δαπανῶν τοῦ καφὲ, δὲν ἠδυνήθησαν ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ οἱαδήποτε αὔξησις· δὲν ἠδυνήθησαν ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ αὔξησις τῆς τιμῆς τοῦ καφὲ ἀπολύτως, ἤτοι ἐκείνου, ὃν θὰ καταναλώσῃ τις κατ’ οἶκον· ἀπέδειξαν μόνον, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ αὔξησις τοῦ καφφὲ ἐν τῷ καφφενείῳ, ἂν καὶ τοῦτο ἀπέδειξαν. Δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ ἄρτου, τοῦ κρέατος, τῶν ἐνδυμάτων θὰ ἐπηρεασθῇ ἐκ τῆς ἀλλαγῆς τοῦ νομίσματος; Τὰ πράγματα αὐτὰ μαρτυροῦσι περὶ τοῦ ἐναντίου. Κατὰ τὰ παρ’ ἡμῖν κείμενα, ὡς πρὸς τὸν ἄρτον καὶ τὸ κρέας, ἔχει ἡ Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσῃ τὴν πώλησιν αὐτῶν διὰ διατιμήσεως· ἀλλὰ δὲν παρουσιάσθη τοιαύτη ἀνάγκη, καὶ αἱ ἰδέαι περὶ ὑπερτιμήσεως τῶν εἰδῶν τούτων, ὡς ἐκ τῆς ἀλλαγῆς τοῦ νομίσματος, ἠδύναντο νὰ ἐπικρατῶσι πρὶν ἢ ἐφαρμοσθῇ τὸ νέον σύστημα, ἠδύναντο ἴσως νὰ ἐξακολουθῶσι κρατοῦσαι ἐπὶ 4, 5 ἢ καὶ 6 ἡμέρας μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, ἀλλ’ εἶναι ἰδέαι, μηδεμίαν ἔχουσαι ἐπιστημονικὴν ὑπόστασιν, καὶ ἑπομένως θέλουσι ταχέως ἀποδειχθῆ διὰ τῶν πραγμάτων ὡς ψευδεῖς. Ποῖον εἶναι τὸ κακὸν τὸ μόνον, ὅπερ προέρχεται ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ νομίσματος; Εἶναι τὸ κακὸν τὸ ἐκ τῶν παρεξηγήσεων καὶ οὐδὲν ἄλλο. Ὁμολογῶ, ὅτι τοῦτο εἶναι κακόν, ὅτι εἶναι ἀνώμαλον τὸ νὰ διατελῇ ἐν πλάνῃ ἡ κοινωνία περὶ τῆς ἀξίας τοῦ νομίσματος, ἔστω καὶ ἐπὶ πέντε ἢ ἕξ ἡμέρας· ἀλλ’ ἐπὶ τούτου νομίζω, ὅτι ἔχουσί τι νὰ προσάψωσιν εἰς ἑαυτοὺς ἰδίως ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπικρίνουσι τὴν μεταβολὴν, διότι βεβαίως δὲν συνετέλεσαν, ἵνα ἄρωσι τὴν πλάνην ἐκ τῆς κοινωνίας. Πρὸ ὀλίγου ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ Καλαμῶν, δι’ οὗ μὲ ἠρώτων αἱ Ἀρχαὶ, «πῶς ἐν Ἀθήναις διαδίδονται, ὅτι ἐνταῦθα ἐν Καλάμαις, ὑπάρχει ἀνωμαλία, ὅτι ἐνταῦθα ὑπάρχει ταραχὴ, ὅτι ἐνταῦθα ἐγένετο αἱματοχυσία ἕνεκα τοῦ νομίσματος. Ἡμεῖς, τηλεγραφοῦσι, τοιοῦτον ζήτημα δὲν γινώσκομεν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τρεῖς βουλευταὶ τῆς ἐπαρχίας ταύτης, οἱ κύριοι Κάρτσωνας, Τζάνες καὶ Πεῤῥωτῆς τηλεγραφοῦσιν, ὅτι ἐνταῦθα σκοτωνόμεθα, ἀλλ’ ἡμεῖς ἐρωτῶμεν ἀλλήλους τί συμβαίνει.» Καὶ νομίζω, ὅτι χθὲς ἐγένετο ἐνταῦθα λόγος καὶ περὶ τῶν σφαγῶν ἐν Καλάμαις. Τὸ κακὸν, ὡς εἶπον, κύριοι, εἶναι τοῦτο, τοῦτο καὶ μόνον τὸ ὅτι δύναται ἡ κοινωνία νὰ διατελῇ ἐν πλάνῃ ἐπὶ ὀλίγον χρόνον, καὶ νὰ θεωρῇ, ὅτι ὑπάρχει ἀφορμὴ ἀνωμαλίας ἐκεῖ, ὅπου οὐδεμία ὑπάρχει αἰτία τοιαύτη. Εἴδετε, κύριοι, ἐδῶ, ἐνώπιον ἡμῶν, δὲν παρέστησαν, ὅτι ἐγένετο φόνος ἕνεκα τριῶν λεπτῶν; Εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι αἰτία τριῶν λεπτῶν ὑπῆρξεν ἡ προκαλέσασα φόνον; καὶ ἐν τούτοις ἐνταῦθα ἐῤῥέθη.
§63Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ εἶπον ἐγὼ συνεπείᾳ εἰδοποιήσεως τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας κ. Κοσονάκου, ὁ ὁποῖος μοὶ τὸ εἶπε δημοσίᾳ.
§64ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ πλάνη δὲν δύναται νὰ διαρκέσῃ ἐπὶ πολὺν χρόνον. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος εἶπεν, ὅτι δὲν θέλει διαρκέσει ἡ πλάνη πέραν τῶν 5 ἢ 6 ἐτῶν. Τοιαύτη πλάνη δὲν διαρκεῖ 5 ἢ 6 ἔτη, δὲν διαρκεῖ 5 ἢ 6 ἑβδομάδας, μόλις δύναται νὰ διαρκέσῃ 5 ἢ 6 ἡμέρας. Ἐνταῦθα ἀπεδείχθη, ὅτι ὡς πρὸς τὰ κυριώτερα τῶν πραγμάτων δὲν ἐπεκράτησε διόλου, καὶ ἦτο φυσικώτατον τοῦτο, διότι δὲν ὑπάρχει ἔθνος τοσοῦτο προωδευμένον εἰς τὰ ἐμπορικὰ καὶ δυνάμενον νὰ ἐννοήσῃ, ὅσον τὸ Ἑλληνικὸν, τὰ τοιαῦτα ζητήματα. Εἶναι δυσχερέστατα τὰ ζητήματα ταῦτα, τὸ ὁμολογῶ, καὶ ἀπόδειξιν ἔχομεν τὰ ἐνταῦθα λεχθέντα. Ποίους δὲν ἠκούσαμεν σολοικισμοὺς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου; Οἱ σολοικισμοὶ οὗτοι, παραδέχομαι, ὅτι καλῇ τῇ πίστει ἐλέγοντο, ἀποδεικνύουσιν ὅμως τὴν δυσχέρειαν τοῦ ζητήματος, ἀλλ’ οὐδεὶς λαὸς ὑπάρχει εὐφυέστερος διὰ τὴν λύσιν τῶν τοιούτων ζητημάτων, ἢ ὅσον ὁ Ἑλληνικὸς, καὶ τοῦτο ἀπεδείχθη. Εἴδομεν, ὅτι σπουδαία ἀνωμαλία περὶ τὰς συναλλαγὰς δὲν ὑπῆρξε, καὶ ἀναγκάζεσθε συζητοῦντες ἐνταῦθα νὰ περιορίζητε τὰ ἐπιχειρήματά σας εἰς τὴν τιμὴν τοῦ ἐν τῷ καφφενείῳ καφέ. Οἱ νόμοι τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως δὲν δύνανται νὰ ἐπηρεασθῶσιν ἐκ τῶν ἀποφάσεων τῶν κυβερνητικῶν ἢ τῶν νομοθετικῶν περὶ τῶν διαστάσεων τοῦ βάρους ἢ τῆς ἀξίας τοῦ νομίσματος. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν Κράτος τι, διαῤῥυθμίζον οὕτως ἢ ἄλλως τὸ νόμισμα, νὰ φέρῃ τὴν εὐτυχίαν ἢ τὴν στενοχωρίαν τοῦ λαοῦ, τίς δὲν ἤθελε καταγείνει πάντοτε ἐν τῇ Κυβερνήσει νὰ φέρῃ μεταβολὴν ἐπαγομένην τὴν εὐτυχίαν τοῦ λαοῦ; Ἀλλὰ βλέπομεν, ὅτι ὁ λαὸς, ὁ ὀλιγώτερον εὐτυχῶν τῶν ἐν Εὐρώπῃ, ἔχει τὸ μικρότερον νόμισμα, ἔχει νόμισμα τοῦ πέμπτου τῆς ἀξίας τοῦ νέου Ἑλληνικοῦ. Κατὰ τί ὁ Τουρκικὸς λαὸς ἀπολαμβάνει τὰ εἴδη τῆς πρώτης ἀνάγκης εὐθηνότερα, διότι ἀντὶ τοῦ φράγκου πληρώνει εἰς γρόσια; Ὑπῆρξαν ἄλλοτε πράξεις κυβερνητικαὶ ἄλλων Κρατῶν, διὰ τοῦ νομίσματος ἐπιδιώκουσαι τὸ κέρδος, οὐχὶ ὅμως διὰ τῆς νομίμου διαῤῥυθμίσεως τοῦ νομίσματος, ἀλλὰ διὰ τῆς νοθείας τοῦ νομίσματος. Ἡ ὠφέλεια ἡ ἐκ τῆς νοθείας ταύτης, ὅπως καὶ ἡ ἐκ πάσης νοθείας, ὑπῆρξε πρόσκαιρος, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ὑπῆρξε τοιαύτην ὅμως ὠφέλεια — ἤτοι τὴν τῆς σχετικῆς πρὸς τὸ νόμισμα ὑποτιμήσεως τῶν ἐμπορευμάτων — ἐκ νομοθετικῆς, εἰλικρινοῦς, εὐπαῤῥησιάστου μεταβολῆς τοῦ νομίσματος οὐδέποτε δύνασθε νὰ ἔχητε, ἀλλ’ οὐδὲ καὶ ζημίαν ἐκ τοιαύτης ἀφορμῆς κινδυνεύετε νὰ ὑποστῆτε. Δύνασθε νὰ ἔχητε ὠφέλειαν ἄλλης φύσεως ἐκ τῆς μεταβολῆς, διότι ἀντὶ νομίσματος, ἀποκλειστικῶς ἀνήκοντος εἰς μικρὸν λαὸν, ἔχετε νόμισμα δεκτὸν καὶ καταληπτὸν καὶ παρ’ ἄλλοις πολυαριθμοτέροις λαοῖς· ἀλλ’ ἡ ὠφέλεια αὕτη δὲν ἔγκειται ἐν τῇ μεταλλικῇ ἀξίᾳ τοῦ νομίσματος, ἔγκειται ἐν τῇ διευκολύνσει τῶν συναλλαγῶν, ἣν ἐπάγεται ὁ γνωστότερος αὐτοῦ τύπος. Ποῖον νόμισμα διευκολύνει περισσότερον τὰς συναλλαγὰς πρὸς τὴν Εὐρώπην, ἢ ἄγνωστος δραχμὴ ἢ τὸ κοινὸν τῆς Εὐρώπης νόμισμα, τὸ φράγκον; Ποῖος, συναλλαττόμενος πρὸς Εὐρωπαῖον καὶ θέλων νὰ ὁρίσῃ τὸ τίμημα εἰς δραχμὰς, θὰ ἦναι καταληπτὸς ὑπ’ αὐτοῦ; Ποῖαι δὲ εἶναι αἱ συνέπειαι τῆς μὴ ὀρθῆς κατανοήσεως τῆς ἀξίας τοῦ νομίσματος τοῦ προσφερομένου ὑπὸ τοῦ συναλλαττομένου; Αἱ συνέπειαι εἶναι πάντοτε ζημία εἰς τὸν προσφέροντα τὸ τοιοῦτον νόμισμα. Ὁ ἀγνοῶν τὴν ἀξίαν τοῦ νομίσματος, θέλων νὰ ἦναι ἐξησφαλισμένος κατὰ πάσης ἐξ αὐτοῦ ἐνδεχομένης ζημίας, προτιμᾷ νὰ συναλλαχθῇ πρὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος προσφέρει νόμισμα γνωστόν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀκριβῆ τὰ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος λεχθέντα, ὅτι ἡ μόνη ἀξία τοῦ νέου νομισματικοῦ συστήματος, ἡ ἐπιδιωχθεῖσα ὑπὸ τοῦ Νομοθέτου τοῦ 1867, ὑπῆρχεν ἐν τῇ ἀνταλλακτικῇ ἀξίᾳ τοῦ χαρτονομίσματος ἀντὶ μετάλλου, δυναμένου νὰ σταλῇ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἔχει ὠφέλειαν καὶ ὅστις συναλλάττεται ἐν τῷ ἐξωτερικῷ διὰ λογιστικοῦ νομίσματος γνωστοῦ, δὲν διατρέχει τὸν κίνδυνον νὰ ὑποστῇ ζημίας ἐκ τῆς ἀναγωγῆς τοῦ νομίσματος, τοῦ μὴ ἐν κυκλοφορίᾳ ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, πρὸς γνωστὸν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ νόμισμα. Ἡ προσφορὰ καὶ ἡ ζήτησις εἶναι οἱ μόνοι νόμοι, οἵτινες ἀπὸ κτήσεως Κόσμου ἐκανόνισαν τὰ ζητήματα ταῦτα· ἀναζητοῦντες δὲ ἀλλαχοῦ τὸν κανονισμὸν τῆς τιμῆς τῶν πραγμάτων ἢ ἐν τῇ ἀναλογίᾳ τῆς προσφορᾶς πρὸς τὴν ζήτησιν, κινδυνεύετε νὰ περιπέσητε εἰς ἄτοπα ὁποῖα πρὸ μικροῦ ἠκούσατε. Ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου τὸν παράδοξον ἐκεῖνον συλλογισμὸν, ὅτι τὸ ἅλας ὑπερτιμᾶται σήμερον εἰς τὰ μέρη, ἔνθα δὲν ὑπάρχουσιν εἰδικαὶ ἁλαταποθῆκαι, διὰ τὸν λόγον, ὅτι εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα ἡ ἀναλογία τῆς προσφορᾶς πρὸς τὴν ζήτησιν καὶ ἡ ἐπίδρασις αὐτῆς ἐπὶ τὰς τιμὰς τῶν ἐμπορευμάτων εἶναι πράγματα μὴ καταληπτά. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἐν Εὐρυτανίᾳ καὶ ἐν Γορτυνίᾳ οἱ κανόνες οὗτοι εἶναι ἄγνωστοι, ὅτι ἐκεῖ ἄλλοι κανόνες λειτουργοῦσι, διὰ τοῦτο ἐκεῖ τὸ ἅλας πωλεῖται εἰς τιμὴν ὑπέρογκον. Οἱ νόμοι τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως λειτουργοῦσιν ἐν Γόρτυνι καὶ ἐν Εὐρυτανίᾳ ὅπως καὶ ἀλλαχοῦ· ἂν δὲ ὑπερτιμᾶται ἐκεῖ τὸ ἅλας, ὀφείλεται τοῦτο εἰς τὸ ὅτι ἐκεῖ ὑπάρχει μὲν ζήτησις τοῦ ἅλατος, ὅπως καὶ ἐν ἄλλαις ἐπαρχίαις τῆς Ἑλλάδος, δὲν ὑπάρχει δὲ προσφορὰ, ὅπως ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ταῖς ἐχούσαις γενικὰς ἁλαταποθήκας ἢ ταῖς δυναμέναις νὰ μεταφέρωσι διὰ θαλάσσης εὐθηνὰ τὸ ἅλας ἐκ τῶν γενικῶν ἁλαταποθηκῶν. Ἕνεκα τοῦ δυσχεροῦς τῆς μεταφορᾶς ἡ Γόρτυς καὶ ἡ Εὐρυτανία δὲν δύνανται εὐκόλως νὰ προμηθεύωνται τὸ ἅλας ἀπ’ εὐθείας ἐκ τῶν γενικῶν ἁλαταποθηκῶν· τὸ εἶδος ζητεῖται ἐπιτοπίως· ἀλλ’ ἐπιτόπιος προσφορὰ ὀλίγη ὑπάρχει, διότι τὸ ἐμπόριον ἀποφεύγει τὴν προμήθειαν τοῦ εἴδους τούτου. Οὔσης ὡρισμένης τῆς τιμῆς τοῦ ἅλατος ἐντὸς τοῦ Κράτους, καὶ μὴ παρεχομένων πιστώσεων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, τὸ ἐμπόριον, ἐκτιθέμενον εἰς τὰς δαπάνας τῆς δυσχεροῦς μεταφορᾶς καὶ δυνάμενον νὰ κερδοσκοπήσῃ μόνον ἐν τῇ πωλήσει, οὐχὶ δὲ καὶ ἐν τῇ ἀγορᾷ, δὲν ἐκτίθεται εἰς τοὺς κινδύνους μεγάλων προμηθειῶν τοῦ εἴδους τούτου, ἡ δὲ ζήτησις διηνεκῶς ὑπερτερεῖ τῆς προσφορᾶς. Καὶ διὰ τοῦτο εἰμὶ καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς ἀνασυστάσεως τῶν εἰδικῶν ἁλαταποθηκῶν· θεωρῶ, ὅτι, ἐνόσῳ ἔχομεν διατετιμημένην τὴν τιμὴν τοῦ ἅλατος καὶ νόμισμα τοῦ Κράτους τὸ ἅλας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θὰ ὑπάρχῃ προσφορὰ ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπάρχει τοῦ Δημοσίου ἀποθήκη, διότι ἡ κερδοσκοπία φεύγει πάντοτε τὸ εἶδος τοῦτο, γινώσκουσα, ὅτι ἐπὶ τῇ τιμῇ τῶν δέκα λεπτῶν δύναται πᾶς τις ἐν πάσῃ ὥρᾳ νὰ μεταφέρῃ ποσὸν μέγα ἐκ τῶν γενικῶν ἁλαταποθηκῶν καὶ νὰ διαταράξῃ τοὺς ὑπολογισμούς της, ζημιοῦσα αὐτὴν τὰ ἔξοδα τῆς ἀποθηκεύσεως καὶ τοὺς τόκους τῶν εἰς τὴν ἀγορὰν τοῦ ἐν τῇ ἀποθήκῃ ποσοῦ προκαταβληθέντων. Εἰς ταύτην τὴν προσφορὰν καὶ τὴν ζήτησιν δέον ν’ ἀναζητήσωμεν, καὶ εἰς μόνην ταύτην, τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, ὅπερ μᾶς ἀπασχολεῖ. Κατὰ τί δὲ ἐπηρεάζει τὴν προσφορὰν καὶ τὴν ζήτησιν ἡ μεταβολὴ τοῦ νομίσματος; Ἆρα θέλουσι προσφέρει ὀλιγώτερον σήμερον οἱ ἐμπορευόμενοι, διότι θὰ πληρωθῶσιν εἰς φράγκα ἀντὶ δραχμῶν; τοὐναντίον, προσφέρουσιν εὐχερέστερον, διότι θὰ λαμβάνωσι νόμισμα γνωστὸν εἰς αὐτοὺς, θέλει δὲ πραγματοποιεῖ τὸ Κράτος ὠφέλειαν ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῆς ζημίας, ἣν σήμερον ὑφίσταται ἐκ τῆς ἀναγωγῆς τῆς δραχμῆς εἰς φράγκα ἐν τῇ συναλλαγῇ πρὸς τὰ ξένα Κράτη. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν εἶπεν, ὅτι ἀδικαιολόγητον εἶναι τὸ ληφθὲν μέτρον, διότι δὲν ὀφείλονται εἰς αὐτὸ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ἐπελθόντα τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας ὡς πρὸς τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος, ὅτι ἡ τιμὴ αὐτοῦ κανονίζεται ἐκ τοῦ περιορισμοῦ ἢ τῆς αὐξήσεως τοῦ ποσοῦ τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων. Ἀλλὰ περιορισμὸς τοῦ ποσοῦ τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων κατ’ αὐτὰς δὲν ἐγένετο, ἀλλ’ οὐδὲ ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ σπουδαῖος ἐν ὀλίγαις ἡμέραις. Ποῖος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα ὑπερετιμήθησαν, τὸ δὲ συνάλλαγμα ὑπετιμήθη, καὶ τὸ νόμισμα ἀποκτᾶται σήμερον εὐθηνότερον πολὺ ἢ πρότερον; Ἆρα ἰσχυριζόμεθα ἡμεῖς, ὅτι ὁ λόγος οὗτος εἶναι ἡ μεταβολὴ τοῦ νομίσματος; Βεβαίως ὄχι, διότι τότε θὰ διετελοῦμεν εἰς ἀντίφασιν πρὸς ἡμᾶς αὐτούς· ἀλλ’ ἀνάγομεν τὴν ἐξήγησιν τοῦ φαινομένου εἰς τὸ σύστημα ὁλόκληρον, οὗτινος ἀναγκαία συνέπεια εἶναι ἡ μεταβολὴ τοῦ νομίσματος, καὶ ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐκτιμήσῃ τὰ τοῦ νομίσματος, ἀποβλέπουσα εἰς ὁλόκληρον τὸ σύστημα τῶν οἰκονομικῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως· ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν δύναται νὰ παραδεχθῇ τὸ σύστημα, χωρὶς νὰ παραδεχθῇ καὶ τὰς συνεπείας αὐτοῦ. Δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας, ὅπως ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ παλαιὸν νόμισμα, ὡς γενομένην σπουδαίως. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας γινώσκει, ὁποίας ἔχομεν διεθνεῖς ὑποχρεώσεις. Καὶ ἐὰν δὲν εἶχεν ἐφαρμοσθῆ τὸ νέον νομισματικὸν σύστημα, ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας οὐδέποτε ἤθελε συμβουλεύσει εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀθετήσῃ τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῆς καὶ νὰ μὴ ἀποδεχθῇ, ὅτι ὤφειλε τὸ Κράτος, ἂν ὄχι εὐθὺς, τοὐλάχιστον βραδύτερον νὰ ἐφαρμώσῃ αὐτό. Ἤδη ὅμως, ὅτε ἅπαξ ἐφηρμόσθη ἡ σύμβασις περὶ τοῦ Λατινικοῦ νομίσματος, εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ σπουδαίως πρὸς τὴν Βουλὴν ἡ πρότασις, ὅπως ἀρθῇ τὸ ληφθὲν μέτρον; Βεβαίως εἰς τοῦτο δὲν ἀφώρα ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Εὐρυτανίας, ἀφώρα εἰς ἐκεῖνο, ὅπερ εἶπον καὶ κατ’ ἄλλην συνεδρίασιν, ἀφώρα μόνον εἰς μομφὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τοῦτο ἠθέλησε νὰ ὑποδείξῃ καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὑποβαλὼν τροποποιημένην τὴν πρότασιν, διότι ἄριστα ἐνόησεν, ὅτι σήμερον δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ ἀθέτησιν διεθνοῦς ὑποχρεώσεως, καὶ ὅτι πρόκειται μόνον περὶ ψόγου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ πρὶν ἢ κατακριθῇ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τῇ ἐκδόσει τοῦ Διατάγματος, ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ δώσωσι μέλαιναν ψῆφον, ὀφείλουσι νὰ ἐξετάσωσιν ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπετέλεσεν ἢ ἠθέτησε καθῆκον διὰ τῆς τοιαύτης αὑτῆς ἐνεργείας, ἐὰν τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, ὅπερ ἡ Κυβέρνησις προτείνει καὶ οὗτινος συμπλήρωμα εἶναι τὸ μέτρον τοῦτο, εἶναι ἀσπαστὸν παρὰ τῆς Βουλῆς ἢ οὔ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος εἶπεν, ὅτι καὶ αὐτὸς ἐπιδιώκει τὸ αὐτὸ, ὅπερ διὰ τοῦ οἰκονομικοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιδιώκεται τὸ ἰσοζύγιον· εἶπεν, ὅτι καὶ κατὰ παρελθοῦσαν Περίοδον ἢ Σύνοδον Βουλευτικὴν ὑπέβαλεν ἐπὶ τούτῳ καὶ προτάσεις τοιαύτας. Προτάσεις ἤκουσα πολλὰς παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει διατελοῦντος, ἀλλ’ οὐδέποτε προτάσεις, συντελούσας εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοιούτων ἐπαγγελιῶν. Καὶ σήμερον ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, ὅπως καὶ ἐν ἄλλῃ Βουλευτικῇ Περιόδῳ καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, λέγει, ὅτι θέλει τὸ ἰσοζύγιον. Ἀλλ’ ἐτόλμησε νὰ ἐκθέσῃ ἐνταῦθα, διὰ τίνων μέσων θέλει τὸ ἰσοζύγιον; Θὰ ἴδητε τὰς πρὸς ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου προτάσεις ἡμῶν, πολεμουμένας παρὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως συστηματικῶς, θὰ ἴδητε τὸν ἕνα κατόπιν τοῦ ἄλλου ἀναβαίνοντα τὸ βῆμα, ἵνα πολεμήσῃ τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν πολιτικὴν, καὶ πάντας λέγοντας, ὅτι ὑπὲρ πᾶν ἄλλο θέλουσι τὸ ἰσοζύγιον, ὑπὲρ πᾶν ἄλλο θέλουσι τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλὰ ἐὰν ἀκούσωμεν παρὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἢ παρ’ οἱουδήποτε μέλους αὑτῆς, πλῆρες σύστημα, δι’ οὗ νὰ δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς ἰσοζύγιον καὶ εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τοῦτο θὰ ἦναι πρωτοφανὲς, διότι οὐδέποτε εἴδομεν μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀναλαμβάνοντα τὴν εὐθύνην, ἣν ἀνελάβομεν ἡμεῖς, νὰ προτείνωμεν ἐξ ἐθνικοῦ καθήκοντος μέτρα δυσάρεστα. (Θόρυβος ἀριστερά). Εὔχομαι, κύριοι, ἡ πορεία τῆς ἀντιπολιτεύσεως νὰ μὴ ἐπικυρώσῃ τὴν πρόῤῥησίν μου. Δὲν ὑπῆρξε διάφορος μέχρι τοῦδε. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὑπάρξῃ διάφορος, οὐδεὶς πλέον ἐμοῦ θέλει χαρῆ, διότι σπουδαιότερον ζήτημα τοῦ νῦν διὰ τῶν προτάσεων ἡμῶν παρουσιαζομένου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, καὶ ὅταν οὕτω γείνῃ ἡ περὶ αὐτοῦ συζήτησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δυνάμεθα νὰ ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς ἄριστα ἀποτελέσματα. Ὅτε ἡμεῖς διετελοῦμεν ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει, οὐδέποτε προσεβάλλομεν σύστημα προτεινόμενον παρὰ Κυβερνήσεως, χωρὶς νὰ προτείνωμεν ἄλλο· καὶ ἠκούομεν τότε παρὰ τῆς δημοσιογραφίας τῆς τότε συμπολιτεύσεως εἰρωνείας. Ἔλεγεν, ὅτι φανταζόμεθα, ὅτι εἴμεθα ἐν τῇ Κυβερνήσει καὶ προτείνομεν μέτρα, τὰ ὁποῖα γνωρίζομεν μὴ ψηφιστέα, μόνον ἵνα καυχηθῶμεν, ὅτι ἐπιτελοῦμεν ἔργον κυβερνητικόν. Ἀλλὰ προτείνοντες τοιαῦτα μέτρα, συνεμεριζόμεθα τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μόνον ὅταν ἡ ἀντιπολίτευσις τίθεται εἰς τοιαύτην θέσιν ἀπέναντι τῆς συμπολιτεύσεως, ἀποβαίνει ὁ ἔλεγχος αὐτῆς τελεσφόρος, ἀνυψοῦται δὲ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν προσήκουσαν αὐτῇ περιωπήν. Γενναῖα ἔργα δὲν ἐπιτελοῦνται ἄνευ θυσιῶν. Τὰ μέτρα, ἅτινα προτείνομεν, εἶναι τοιαῦτα, ὥστε θὰ ἴδωμεν ἐπαρχίας διαμαρτυρομένας· εἶναι τοιαῦτα, ὥστε δυσκόλως καὶ μὲ ὅλην τὴν ὑποστήριξιν, ἧς τυγχάνομεν ἐν τῇ Βουλῇ, θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἴδωμεν αὐτὰ ἐπιψηφιζόμενα, καίτοι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ τὰ ἐπιψηφίσῃ. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐθεωρήσαμεν, ὅτι καθῆκον εἴχομεν οὐχὶ ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν ἑδραίωσιν ἡμῶν ἐπὶ τῶν ὑπουργικῶν ἑδωλίων. Εὔκολον ἦτο νὰ συναρμολογήσωμεν προϋπολογισμὸν, ὅστις νὰ φαίνηται τείνων πρὸς τὸ ἰσοζύγιον καὶ νὰ μὴ θίγῃ οὐδὲν εὐαίσθητον συμφέρον. Εὔκολον ἦτο νὰ παρουσιάσωμεν προϋπολογισμὸν, ὅστις νὰ τύχῃ τῆς εὐκόλου ὑποστηρίξεως ἁπάσης τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ οὕτω πολιτευόμενοι, ἠθέλομεν πράξει τι ὑπὲρ τῆς ἰδίας ἡμῶν ἀνέσεως, ὅπερ θὰ ἐθυσίαζε τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ. (Εὖγε! Εὖγε! ἐκ δεξιῶν). Κύριοι, βλέπετε καὶ ἤδη ὁποῖαι εἶναι αἱ συνέπειαι τῆς ἀποφάσεως, ἣν ἐλάβομεν, ὅπως μὴ σταματήσωμεν ἀπέναντι οὐδεμιᾶς δυσχερείας. Ἡ μεταβολὴ τοῦ νομισματικοῦ συστήματος, ἐὰν ἐπεβάλλετο ἀσχέτως πρὸς τὴν σειρὰν τῶν μέτρων τῶν οἰκονομικῶν, ἅπερ συνάμα μετ’ αὐτῆς ἀνεκοινώσαμεν εἰς τὴν Βουλὴν, νομίζετε, ὅτι ἤθελεν ἐξεγείρει τὴν ἀντίδρασιν, ἣν βλέπομεν ὑποκινουμένην; Ἡ ἀντίδρασις αὕτη, ἐὰν ἔχῃ τινὰ σπουδαιότητα, ἢ μᾶλλον ἐὰν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ, διότι ἤδη βεβαίως οὐδεμίαν πλέον ἔχει, προσκτᾶται αὐτὴν ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ πρὸς τὴν ἀντίδρασιν κατὰ τῶν ἄλλων κυβερνητικῶν μέτρων, οὐχὶ κατὰ τοῦ ἰσοζυγίου, οὐχὶ κατὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλὰ κατὰ τῶν μέσων, δι’ ὧν ἐπιζητοῦμεν ἡμεῖς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ μεγάλου τούτου σκοποῦ. Ἡ Βουλὴ ἄρα σήμερον προκαλουμένη, ἵνα δώσῃ γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς μεταβολῆς τοῦ νομισματικοῦ συστήματος, ὀφείλει πρῶτον νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν τῷ ὄντι ἐπῆλθεν ἐξ αὐτοῦ βλάβη, πειθομένη δὲ, ὅτι οὐδεμία ἐπῆλθεν, οὐδὲ ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ ἐκ τοῦ μέτρου τούτου βλάβη, ὀφείλει νὰ ἐκτιμήσῃ τὸ ζήτημα, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ ψῆφος, ἣν θὰ δώσῃ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, ὅπερ εἶναι συμπλήρωμα τῶν ἄλλων οἰκονομικῶν προτάσεων τῆς Κυβερνήσεως, θ’ ἀποδείξῃ ἐὰν ἔχῃ τὴν ἀπόφασιν τὰς προτάσεις ἐκείνας νὰ παραδεχθῇ, ἢ ἐὰν φρονῇ, ὅτι ἀπὸ τοῦ πρώτου βήματος ἡμῶν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτῶν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποχωρήσωμεν. Ἡμεῖς δὲν θέλομεν ὑποχωρήσει, ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ δὲν θέλει τὴν ὑποχώρησιν. Οὐδεὶς περισσότερον τῶν Βουλευτῶν θὰ πάθῃ ἐκ τῆς ψηφίσεως τῶν μέτρων τούτων. Ἡμεῖς τοὐλάχιστον οἱ ἐν τῇ Κυβερνήσει ἔχομεν τὸ πλεονέκτημα, ὅτι εἴμεθα οἱ εἰσηγηταὶ τῶν μέτρων, καὶ θὰ ἔχωμεν τὴν παρηγορίαν, ὅτι ἐλάβομεν τὴν πρωτοβουλίαν τοιούτων ἐθνωφελῶν προτάσεων. Ἀλλ’ οἱ βουλευταὶ, οἱ ψηφίζοντες ὑπὲρ τῶν μέτρων τούτων, δὲν ἔχουσι κἂν τὴν παρηγορίαν, ὅτι αὐτοὶ εἰσηγήσαντο τῶν μέτρων. Θὰ ὑποστῶσι πᾶσαν τὴν ἐκ τῶν μέτρων τούτων ἀντίδρασιν, ἀλλ’ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδεὶς αὐτῶν θὰ κλονισθῇ, ...(Μάλιστα! Εὖγε! Χειροκροτήματα δεξιά). Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδεὶς τῶν Βουλευτῶν θὰ κλονισθῇ ἐν τῇ ἐπιτελέσει τοῦ ὑψηλοῦ τούτου καθήκοντος· εἷς ἕκαστος ἐξ ὑμῶν θὰ κατανοήσῃ τὴν ἔννοιαν τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως· ἠξεύρει, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη οὐδένα ἔχει πρακτικὸν σκοπὸν, ὅτι, ὅπως διετυπώθη ὑπὸ τοῦ κυρίου βουλευτοῦ ἐκ Γόρτυνος, δὲν δύναται κἂν νὰ ἔχῃ πρακτικὸν τινα σκοπόν· εἷς ἕκαστος ἐξ ὑμῶν αἰσθάνεται, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη δὲν εἶναι ἄλλο τι ἢ τὸ μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου ἠθέλησεν ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ ὑπονομεύσῃ τὰς προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀντὶ νὰ παραδεχθῇ τοιαύτην πρότασιν, ἥτις θὰ ἀφήρει ἀπὸ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως τὸ θεμέλιον αὐτῆς, θέλει ἀπ’ ἐναντίας διὰ τῆς ψήφου αὐτοῦ ἐνισχύσει τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐξακολουθήσῃ ἐμμένουσα θαῤῥαλέως εἰς ἣν ἐχάραξεν ὁδόν. (Εὖγε! Εὖγε! Χειροκροτήματα ἐκ δεξιῶν).
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§66ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ σονεδρίασις. (Ὥρᾳ 8 μ. μ.).