1882.06.16
3,113 rows · 24,289 words · 204 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 97
Τῆς 16 Ἰουνίου 1882.
Ὥρα 4 μ. μ.
(Ἀπαρτίας γενομένης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις)
§1ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως) «Τῆς Βουλῆς εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ περὶ ὥραν 4 μ. μ. κλπ. εἰσῆλθεν εἰς τὴν αἴθουσαν τῶν συζητήσεων ὁ βουλευτὴς Λακεδαίμονος κ. Δημητρακάκης, ὅστις ἔφερεν ἔνστασιν μὴ ἀπαρτίας καὶ ἐπειδὴ ἐξῆλθε πάραυτα τῆς αἰθούσης...
§2ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν ἐξῆλθον, κ. Πρόεδρε· δὲν λέγουσι τὴν ἀλήθειαν τὰ πρακτικά.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐστείλαμεν δύω κλητῆρας καὶ σᾶς ἐκαλέσαμεν, ἀλλὰ δὲν ἤλθατε. Ἐπικαλοῦμαι τὸν βουλευτὴν Ἑρμιονίδος, ὅστις ἦτο παρὼν ἐδῶ.
§4ΠΟΛΛΟΙ. Ἐμπρός, κύριε Πρόεδρε, νὰ τελειώσουν τὰ πρακτικά.
§5ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων) —ὁ Πρόεδρος ἐκάλεσε τὸν ἐπὶ τοῦ βήματος βουλευτὴν Ἑρμιονίδος νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ὁμιλίαν του... κλπ. Ὁ Πρόεδρος ἀφήρεσε τὸν λόγον, συναινούσης καὶ τῆς Βουλῆς.
§6ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὄχι, ὄχι· δὲν ἔχει οὕτω. Δὲν κατῆλθον τοῦ βήματος, εἰμὴ ἀφοῦ μοὶ ἀφῃρέθη ὁ λόγος. (Ἐξακολουθεῖ καὶ περατοῦται ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν).
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν; Ἔχετε ἀντίῤῥησιν, κύριε Μίληση;
§8ΜΙΛΗΣΗΣ. Μετὰ τὰ πρακτικὰ ζητῶ τὸν λόγον.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐγκρίνονται. Ὁ κ. Μίλησης ἔχει τὸν λόγον.
§10ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριοι, γινώσκετε ὅσοι ἦσθε παρόντες κατὰ τὸ τέλος τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως, ἐπιθυμῶ δὲ νὰ μάθητε καὶ ὅσοι δὲν εἶσθε παρόντες, ὅτι χθές, παρὰ τὸν Κανονισμόν, παρὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα καὶ τὰς παραδόσεις, ὁ Πρόεδρος καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς μοῦ ἀφῄρεσαν τὸν λόγον, καὶ δὲν μοὶ ἐπέτρεψαν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας, οὕτω δὲ μὲ ἠνάγκασαν νὰ διακόψω καὶ τὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἀγόρευσίν μου, τὴν ὁποίαν μόλις εἶχον ἀρχίσει. Ποῦ ἐστηρίχθησαν, ὁ κ. Πρόεδρος καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ἀφαιρέσαντες ἀπ’ ἐμοῦ τὸν λόγον; Ὁ Κανονισμὸς οὐδέποτε εἰς οὐδεμίαν περίστασιν συγχωρεῖ νὰ ἀφαιρῆται ἀπὸ τοῦ βουλευτοῦ ὁ λόγος. Ὁ Πρόεδρος λοιπὸν καὶ μετ’ αὐτοῦ ἡ πλειονοψηφία ἐξέβησαν φανερὰ τῶν ὁρίων τῆς νομίμου αὑτῶν ἐξουσίας, ὅταν μὲ ἐμπόδισαν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἐνστάσεως τῆς μὴ ἀπαρτίας, καὶ μὲ ὑπεχρέωσαν νὰ παύσω καὶ τὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἀγόρευσίν μου. Ἡ δ’ αὐθαίρετος αὕτη παρέκβασις εἶναι τόσῳ μᾶλλον ἀδικαιολόγητος, καθ’ ὅσον εἶναι ὁμολογούμενον, ὅτι δὲν ἐξετράπην ἀγορεύων οὔτε εἰς ὕβρεις, οὔτε εἰς ἀτόπους φράσεις, ἀλλ’ ἐζήτουν ἁπλῶς νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ προτάσεως ὑποβληθείσης ἀπὸ βουλευτήν. Τὸ ἄρθρον 23 τοῦ Κανονισμοῦ ἀπαγορεύει πάντα οἱονδήποτε περιορισμὸν εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου καὶ εἰς τὰς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις· δὲν ἐπιτρέπει νὰ περατωθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ παντὸς ἀντικειμένου, πρὶν ἢ ἀγορεύσουν πάντες οἱ ἐγγεγραμμένοι καὶ ζητήσαντες τὸν λόγον. Δυνάμει τῆς διατάξεως ταύτης, εἶχον τὸ ἀναντίῤῥητον καὶ ἀναφαίρετον δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω καὶ ἐπὶ τῆς παρεμπεσούσης ἐνστάσεως τῆς μὴ ἀπαρτίας, ἡ δὲ πλειονοψηφία δὲν ἠδύνατο, περιορίζουσα τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου μου καὶ τὴν συζήτησιν, νὰ ἀποφανθῇ χωρὶς νὰ μὲ ἀκούσῃ, καὶ ν’ ἀποῤῥίψῃ ἔνστασιν, χωρὶς νὰ ἐπιτρέψῃ ἐπ’ αὐτῆς συζήτησιν. Αὐτὸ δὲν καταλέγεται μεταξὺ τῶν νομίμων δικαιωμάτων τῆς πλειονοψηφίας· εἶναι αὐθαίρετος παρεκτροπὴ καὶ κατάχρησις ἐξουσίας. Ἡ κατάχρησις δὲ αὕτη συνεπήγαγε καὶ ἄλλο ἀτόπημα· μὲ ὑπεχρέωσε νὰ μὴ ἐξακολουθήσω τὴν ὁμιλίαν μου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ νομικῶν Συμβούλων, διότι δὲν ἠδυνάμην βέβαια ν’ ἀγορεύσω, ἀφοῦ ἐτέθη ἐν ἀμφιβόλῳ διὰ τῆς ἐνστάσεως ἑνὸς βουλευτοῦ, ὅτι τὸ Σῶμα δὲν ἦτο νομίμως συγκεκροτημένον, οὕτω δ’ ἐπῆλθεν ἄτακτος καὶ πλημμελὴς ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, πρὶν συμπληρωθῇ ἡ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις καὶ πρὶν περατωθῇ αὕτη νομίμως. Διὰ τοῦτο, κύριοι, νομίζω, ὅτι ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς τοιαύτης πρωτοφανοῦς ἐν τῷ προσώπῳ μου προσβολῆς τοῦ πολυτιμοτάτου δικαιώματος τοῦ βουλευτοῦ, τοῦ δικαιώματος τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου. Προσθέτω δὲ, ὅτι τὸ ἐπ’ ἐμοὶ θεωρῶ τὴν χθὲς γενομένην δευτέραν ἀνάγνωσιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ περὶ νομικῶν συμβούλων νομοσχεδίου ὡς πλημμελῆ καὶ ἄκυρον, διότι ἐμποδίσθη αὐθαιρέτως ἡ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις (Θόρυβος). Θορυβεῖτε ὅσον θέλετε· ἐγὼ θὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου.—Θεωρῶ, ἐπαναλαμβάνω, τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου ὡς πλημμελῆ καὶ ἄκυρον, ἑπομένως θὰ ἀπόσχω τῆς συζητήσεως καὶ ψηφίσεως αὐτοῦ κατὰ τὴν γʹ. ἀνάγνωσιν, διότι δὲν ἐπιθυμῶ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον νὰ λάβω μέρος εἰς πρᾶξιν προφανῶς ἄκυρον καὶ μὴ δυναμένην νὰ ἔχῃ κανὲν νόμιμον ἀποτέλεσμα.
§11ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ, κύριε πρόεδρε, ἔλειπα ἀπὸ τὴν συνεδρίασιν τὴν χθεσινήν· περὶ τὴν 10 ὥραν μὲ ἀπήντησε καθ’ ὁδὸν καὶ παρὰ τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ κ. Δαραλέξης, ὅστις μοὶ εἶπεν, ἀφοῦ συνεδριάζει ἡ Βουλὴ, ἂς ὑπάγωμεν νὰ ἴδωμεν, καὶ τὸν ἠκολούθησα. Ἀπαντήσαμεν δύω βουλευτὰς ἐξελθόντας τῆς Βουλῆς, τὸν κ. Δραγοῦμην καὶ τον.....
§12ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μᾶς εἶδες περιπατοῦντας εἰς τὸ προαύλιον.
§13ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Πολὺ καλά· εὐθὺς ὅπου εἰσῆλθον, παρὰ τῷ Προέδρῳ ἤκουσα μυκηθμοὺς καὶ ποδοκροτήματα ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ μέρος (δεικνύει τὴν ὑπουργικὴν πτέρυγα) ἠρώτησα τὸν κ. Πρόεδρον τί σημαίνει αὐτό; Οἱ μυκηθμοὶ καὶ τὰ ποδοκροτήματα ἐδιπλασιάσθησαν.
§14ΤΙΝΕΣ (ἐκ τῆς δεξιᾶς πτέρυγος.). Τί θὰ εἴπῃ μυκηθμοί;
§15Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μουγκρίσματα.
§16ΕΤΕΡΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀροτήρων βοῶν.
§17ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὴν κατάστασιν ταύτην ἰδὼν, ἐζήτησα τὸν λόγον, ἐπὶ τοῦ βήματος δὲ ἦτο ὁ κ. Μίλησης. Εἰς τὴν φράσιν, ὅτι ζητῶ τὸν λόγον ἐγένετο θόρυβος. Τὴν κατάστασιν αὐτὴν ἰδὼν εἶπον, ὅτι κάμνω τὴν ἔνστασιν τῆς μὴ ἀπαρτίας, ἀφοῦ μάλιστα παρετήρησα, ὅτι μολονότι ἦσαν διεσπαρμένοι οἱ ὑπουργικοὶ καὶ κατὰ τὰς δύω πτέρυγας, δὲν ἦσαν ὅμως μήτε 100 παρόντες βουλευταί....
§18ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν.). Ἀμέσως ἔφυγες.
§19ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τώρα θὰ ἰδοῦμεν ἐὰν ἐγὼ ἔφυγα. Λοιπὸν, κ. Πρόεδρε, ἀφοῦ ἔκαμα τὴν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἐδώσατε ἕνα κατάλογον διὰ νὰ γείνῃ ἡ ἀνάγνωσις, ὅτε ὁ κ. Βουδούρη, μοὶ λέγει: Τί θέλεις ἐδῶ, κ. Δημητρακάκη; Τῷ ἀπήντησα, ὅτι δὲν ἀποτείνομαι καθόλου πρὸς αὐτόν. Ἀπεμακρύνθη· τότε ἕτερος βουλευτὴς μοὶ εἶπεν, ἀφοῦ ἔκαμες ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, ὀφείλεις νὰ ἐπιτηρήσῃς εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου, καὶ ἐγὼ τῷ ἀπήντησα, μάλιστα! Κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἕτερος βουλευτής, ὅστις νομίζει, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα εὑρισκόμεθα ὡς εἰς Κωνσταντινούπολιν καὶ ὅτι οἱ ὑπουργοὶ εἶναι τα ῥιτζάλια, ἡ δὲ Βουλὴ τὸ διβάνι τῶν ῥιτζαλίων, καὶ ὅτι ὀφείλει ἕκαστος νὰ ὁμιλῇ κατὰ τὴν θέλησιν τῶν ῥιτζαλίων τούτων...
§20ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΤΙΣ. Ποῖος εἶναι ὁ βουλευτὴς αὐτός;
§21ΕΤΕΡΟΣ. Ὁ Καραπάνος.
§22ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ Καραπάνος λοιπὸν ἐπρότεινε νὰ συνεδριάσῃ διαρκῶς ἡ Βουλὴ τρία ἡμερόνυκτα ἑωσοῦ νὰ ψηφίσῃ ὅλα τὰ νομοσχέδια. Ὁ κ. Κοντογούρης τοῦ ἀπήντησεν, ὅτι δὲν ἠξεύρει τί λέγει (θόρυβος). Τὴν ἰδίαν στιγμὴν οἱ ὑπουργοὶ Ῥάλλης καὶ Καλλιγᾶς ἀποτεινόμενοι πρὸς τὸν ἐν τῷ βήματι ἱστάμενον κ. Μίλησην, ἐφώναξαν, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις εἶναι ἄτιμος, καὶ αἱ πράξεις της δεικνύουν ἀτιμίαν.
§23ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐλέχθη τὸ τοιοῦτον.
§24ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἂς ἦναι, ἀφοῦ τὸ ἀνακαλεῖτε (θόρυβος).
§25ΜΟΝΤΕΣΑΝΤΟΣ. Σὰν τὸ φάντασμα ἦλθες (θόρυβος).
§26ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐλησμόνησα, κύριε Πρόεδρε, νὰ εἴπω, ὅτι ἐπὶ κεφαλῆς τῶν φωνασκούντων καὶ ποδοκροτούντων ἦτο ὁ πρό τινων ἡμερῶν σταυρωθεὶς ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ Μοντεσάντος Μπουλελᾶς, διὰ τῆς ὁποίας προσήνεγκεν εἰς τὴν κοινωνίαν τῆς Κεφαλληνίας ὑπηρεσίας, διατελέσας ἐκεῖ ἁμαξᾶς· αὐτὸ τιμᾷ καὶ τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ τὴν νοημοσύνην τῶν Κεφαλλήνων, ἀποστελλόντων τοιαύτης ποιότητος ἀντιπροσώπους.
§27ΜΟΝΤΕΣΑΝΤΟΣ. Μάλιστα· δὲν κάμνω τὸ φάντασμα ἐγὼ ὅπου ἔκαμες σὺ χθὲς τὸ βράδυ. Ἐὰν ἦσαι ἀντιπολίτευσις, νὰ σταθῇς ἐδῶ νὰ πολεμήσῃς.
§28ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, διηυθύνθην πρὸς τὸ Προεδρεῖον διὰ νὰ ἐπιτηρήσω εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου, ὅταν ὁ βουλευτὴς τῆς Ἀττικῆς (θόρυβος)....
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἐὰν δὲν ἡσυχάσετε, δὲν ἀκούομεν τίποτε.
§30ΜΟΝΤΕΣΑΝΤΟΣ. Παραμύθια θὰ ἀκούωμεν;
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, σᾶς παρακαλῶ.
§32ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐν ᾧ λοιπὸν, κ. Πρόεδρε, κατὰ τὴν αἴτησιν πολλῶν βουλευτῶν ἠρχόμην διὰ νὰ ἐπιτηρήσω εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου, διότι ἔφερα τὴν πρότασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας, ἓν μέρος ὑπουργικῶν βουλευτῶν ἤθελησε νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Ζυγομαλᾶ καὶ ἕτερον μέρος κατ’ ἐμοῦ, ἄλλοι δὲ ἐστενοχώρουν καὶ ὕβριζον τὸν ῥήτορα ἐπὶ τοῦ βήματος. Αὐτὴ ἦτον ἡ κατάστασις καὶ ἡ θέσις τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ ἀταξία πλήρης, ὥστε δὲν ἠμποροῦσα νὰ πιστεύσω, ὅτι δὲν θὰ διαλύσητε τὴν συνεδρίασιν, ἀφοῦ καὶ ἀπαρτία δὲν ἦτο καὶ ἡ ὥρα ἦτο 10½ τῆς νυκτὸς, καὶ διὰ τοῦτο ἔφυγον. Ὅταν ἔμαθα, ὅτι ἐξηκολούθησεν ἐν τοιαύτῃ καταστάσει ἡ συνεδρίασις, ἐνόησα, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ θορύβου ἦτο νὰ μὴ ἐπιτηρήσω ἐγὼ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου, διότι ὅλοι γνωρίζουσιν, ὅτι γνωρίζω μέχρις ἑνὸς τοὺς συναδέλφους βουλευτὰς, καὶ δὲν ἠδύναντο νὰ μὲ ἀπατήσωσιν ὅπως ἠπάτησαν τὸν κ. Βαλαβάνην, ψηφοφορήσαντες διὰ δέκα τοὐλάχιστον ἀπόντας οἱ παρόντες, καὶ οὕτως ἐφάνη ἀπαρτία· διὰ τοῦτο ἐπιμένω νὰ πιστεύω, ὅτι αἱ μετὰ τὴν ἀναχώρησίν μου πράξεις τῆς Βουλῆς εἶναι παράνομοι, διότι ἐγένετο ἀπὸ βουλευτὰς ὀλιγωτέρους τοῦ ἡμίσεος τῆς ὁλομελείας τῆς Βουλῆς.
§33ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ συμβάντα εἰς τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν βεβαίως ἦσαν λυπηρὰ καὶ ἀνάξια τοῦ Κοινοβουλίου.
§34ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ποῖα;
§35ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ τοῦ κ. Ζηνοπούλου εἶχον τὸν λόγον ἐγώ.
§36ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε νὰ παραιτηθῶ ἐγώ; Σᾶς παραχωρῶ τὴν θέσιν μου.
§37ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι, ὁμιλήσατε σεῖς, κ. Ζηνόπουλε.
§38ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ οἱ κκ. ὑπουργοὶ νὰ μὴ μὲ διακόπτουν, διότι δίδουσιν οὕτως ἀφορμὰς εἰς διαλόγους ἐρεθιστικούς.
§39ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Σεῖς τὰ προκαλεῖτε· δὲν ἠξεύρετε νὰ ὁμιλῆτε ἁπλῶς.
§40ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς ὁμιλεῖτε πολλαπλῶς καὶ μετὰ τόσον μεγάλης μάλιστα πολλαπλότητος καὶ ποικιλίας, ὥστε μᾶς τέρπετε καὶ μᾶς διασκεδάζετε. Τὰ συμβάντα λοιπὸν, κύριοι, τὰ χθεσινὰ τὰ ὠνόμασα λυπηρὰ, διότι εἶναι τοιαῦτα· εἶναι δὲ ἔτι μᾶλλον λυπηρὰ, διότι ἀναγράφεται καὶ ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ὅτι παρεβιάσθη ὁ Κανονισμὸς, ἀφοῦ βεβαιοῦται ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ὅτι, ἐνῷ ἐγένετο ἔνστασις ἀπαρτίας, ὁ κατάλογος δὲν ἀνεγνώσθη. Εὐθὺς ὡς ἐτέθη ὅπως δήποτε εἰς ἀμφιβολίαν τὸ νόμιμον τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς, ἡ Βουλὴ δὲν ἠδύνατο νὰ προχωρήσῃ πρὶν ἢ ἀρθῇ ἡ ἀμφιβολία. Καὶ ὅμως προέβη εἰς συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν νομοσχεδίων.
§41ΤΙΝΕΣ. Ἐγένετο ὀνομαστικὴ ψηφοφορία.
§42ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Προέβητε εἰς ψηφοφορίαν, ἀφοῦ ἀφῃρέσατε τὸν λόγον ἀπὸ ἕνα βουλευτὴν, καὶ τοῦτο εἶναι γεγραμμένον ἐν τοῖς πρακτικοῖς.
§43ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§44ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς διαφωνοῦμεν· αὐτὸ εἶναι γνωστὸν ἐκ τῶν προτέρων.
§45ΡΑΛΛΗΣ. Μὴν ὁμιλῆτε ἐναντίον τῶν γεγονότων τῶν πασιφανῶν.
§46ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ συλλογισθῆτε, ὅτι εἶσθε μέλος τῆς Βουλῆς καὶ ὑπουργὸς μάλιστα.
§47ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι θρασύτης νὰ ἀρνῆται κανεὶς τὰ πασιφανῆ γεγονότα.
§48ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὅμως σεῖς ἀρνεῖσθε, ὅτι ἀφῃρέσατε ἀπὸ βουλευτὴν τὸν λόγον, καὶ ὅτι γενομένης ἐνστάσεως περὶ ἀπαρτίας, δὲν ἀνεγνώσθη ὁ κατάλογος! Τῳόντι εἶναι θρασύτης αὐτό. Ὅταν, κ. ὑπουργὲ, ὁμιλῆτε περὶ ἀρνήσεως γεγονότων, ἔπρεπε νὰ σκεφθῆτε καλῶς. Τὸ ὅτι ἔγεινεν ἔνστασις ἀπαρτίας, τὸ ὅτι δὲν ἀνεγνώσθη ὁ κατάλογος, τὸ ὅτι ἐξηναγκάσθη βουλευτὴς νὰ διακόψῃ τὸν λόγον, εἶναι γεγονότα πασιφανῆ.
§49ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ὑπεστηρίχθη ἀπὸ κανένα ἡ ἔνστασις, καὶ ἐκαλέσαμεν τὸν κ. Μίλησην νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ καὶ ἠρνήθη. Ἐκαλέσαμεν τὸν κ. Ζυγομαλᾶν καὶ ἠρνήθη· αὐτὰ εἶναι τὰ γεγονότα.
§50ΜΙΛΗΣΗΣ. Μὰ, κ. Πρόεδρε, δὲν εἶναι συζήτησις, αὐτή.
§51ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ὑπουργοὶ δίδουν τὸ σημεῖον τῆς ἀταξίας. Ἀνάγεται εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὴν τιμὴν τῆς Βουλῆς, ὅπως δήποτε καὶ ἂν προκύψῃ ἀμφιβολία περὶ τοῦ νομίμου τῆς συνεδριάσεως, νὰ βεβαιωθῇ ἡ ἀλήθεια πρὸ πάσης ἐργασίας· ἔγκειται ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ τῶν συζητήσεων, ὅταν βουλευτὴς ἐπιθυμῇ νὰ ὁμιλήσῃ νὰ μὴ δύναταί τις νὰ τὸν ἐμποδίσῃ (Θόρυβος). Βουλευτὴς δὲ ἐξέφερε τὴν περὶ ἀπαρτίας ἀμφιβολίαν, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν τὸν ἤκουσε καὶ προέβη εἰς τὰς ἐργασίας της· βουλευτὴς ἠγόρευεν ἐντεῦθεν, καὶ τῷ ἀφῃρέθη ὁ λόγος· αὐτὰ εἶναι τὰ γεγονότα.
§52ΤΙΝΕΣ. Σεῖς ἐλείπατε.
§53ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤμην ἐδῶ. Ἤκουσα δὲ καὶ τὰ πρακτικὰ, τὰ ὁποῖα τὸ λέγουσι. Λοιπὸν τοιαῦτα ἔγειναν χθές.
§54ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ποῖα;
§55ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς, κ. Καλλιγᾶ, παρεβιάσθη ὁ Κανονισμός· καὶ παρεβιάσθη ὁ Κανονισμὸς, διότι δὲν ἀνεγνώσθη ὁ κατάλογος ἐπὶ τῇ ἐνστάσει περὶ ἀπαρτίας· παρεβιάσθη δὲ δεινότερον, διότι ἀφῃρέθη ὁ λόγος ἀπὸ βουλευτοῦ. Ἀλλ’ ὅταν εἶπον περὶ αὐτῶν τῶν λυπηρῶν γεγονότων, οἱ πάντες, οἱ ὑπουργοὶ πρὸ πάντων, μὲ διέκοψαν καὶ μοὶ εἶπον, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις εἶναι ἡ αἰτία. Ἀπαντῶ εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν, ὅστις κατὰ πρῶτον εἶπε τοῦτο, ὅτι αὐτὸς καὶ ὄχι ἡ ἀντιπολίτευσις εἶναι ἡ αἰτία! Ὁμολογῶ, ὅτι περιῆλθεν ἡ ἀντιπολίτευσις εἰς δυσχερέστατα σημεῖα, ἀλλὰ περιῆλθεν ἐξ ἐπιμονῆς παιδαριώδους τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὄχι μόνον ἐξ ἐπιμονῆς τοιαύτης, ἀλλὰ καὶ ἕνεκα πράξεων ἀντικειμένων εἰς τὸ πολίτευμα καὶ μαρτυρουσῶν, ὅτι πᾶν ἄλλο ἢ τὸ καθῆκον διέπει τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως καὶ κανονίζει τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς. Ταῦτα λέγων ἐννοῶ, ὅτι οὐδέποτε ἡ Κυβέρνησις, οὐδέποτε σοβαρὰ καὶ σπουδαία Κυβέρνησις, ἔπρεπε νὰ καταφύγῃ εἰς μηχανεύματα διὰ νὰ ἐξαναγκάσῃ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ νομοσχέδια προσωπικὰ, οἱαδήποτε νομοσχέδια. Ἡ πρωτίστη ἐργασία τῆς Βουλῆς, ἡ μόνη μάλιστα, κατὰ τὸ Σύνταγμα, ὑποχρεωτικὴ εἶναι νὰ ἐπιψηφίζῃ κατ’ ἔτος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, τοὺς νόμους περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ καὶ τοὺς νόμους τοὺς φορολογικοὺς (διακοπαί). Διατὶ, κύριοι, μὲ διακόπτετε; Σᾶς ταράττει λοιπὸν ἡ ἀλήθεια; Ἡ πρώτη, ἐπαναλαμβάνω, ἐργασία τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ῥητῶς μάλιστα ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἐπιβαλλομένη εἶναι ἡ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§56ΦΛΕΣΣΑΣ. Θέλετε νὰ μᾶς ὑποδείξετε τὰ καθήκοντά μας.
§57ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, ὅταν παραγνωρίζετε αὐτά· εἶναι, λέγω, ἡ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ προϋπολογισμὸς ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ ἑβδομάδων ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς, ἐνεγράφη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἤρχισε μάλιστα ἡ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις, προέβη αὕτη ἐπὶ μακρὸν, διότι ἐψηφίσθησαν τὰ ἔσοδα (διακοπαί)—εἰς τοὺς μὴ ἐννοοῦντας, ἐγὼ δὲν ἀπαντῶ.—Ἀλλὰ περὶ τίνος πρόκειται; Περὶ τοῦ τὶς εἶναι ἡ αἰτία· διὰ τοῦτο ὁμιλῶ περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ περὶ μηχανοῤῥαφιῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀνάξιαι ἡμῶν, καὶ ἐξερεθίζουσι δικαίως τὴν πιεζομένην ἀντιπολίτευσιν. Ἐδέχθημεν κατὰ πρότασίν σας νὰ συνεδριάζωμεν δὶς τῆς ἡμέρας, ἀφιερώσαντες, ἀποφάσει μάλιστα τῆς Βουλῆς, ἀποφάσει, εἰς ἣν καὶ ἡμεῖς προθύμως μετέσχομεν, τὴν πρωϊνὴν συνεδρίασιν εἰς τὸν προϋπολογισμόν· προεχωρήσαμεν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, καὶ ἐπειδὴ ἅπαξ μόνον δὲν ἔγεινεν ἀπαρτία, οἱ ὑπουργοὶ ἐφοβήθησαν, τί νομίζετε; Τὸν φοβερώτατον κίνδυνον, μήπως ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ τὸν προϋπολογισμόν! Καὶ διὰ τοῦτο, προτάσει, πιέσει μάλιστα τοῦ Πρωθυπουργοῦ, προέβη ἡ Βουλὴ, πρᾶγμα μοναδικὸν εἰς τὰ χρονικὰ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐργασιῶν, εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, παραμερίσασα τὸν προϋπολογισμόν! (Θόρυβος). Οὗτος εἶναι ὁ σπουδαῖος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἀντιπολίτευσις εὑρίσκεται εἰς ἀμηχανίαν, διότι ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, ἅτινα θέλουσι νὰ ἐπιβάλωσι, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν σχετίζονται μὲ τὸν προϋπολογισμὸν, εἰμὴ διὰ προσθήκης δαπανῶν ματαίων, περιττῶν, πολυτελῶν, ἡμεῖς ἠθέλομεν συζήτησιν εὐρείαν. Ἀλλὰ διὰ τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον φέρεται τὸ ὑπουργεῖον, ματαιοῦται καὶ τοῦτο, δὲν μᾶς δίδεται ὁ καιρὸς νὰ συζητήσωμεν, καὶ ὁσάκις ἐμιλοῦμεν ἐνταῦθα, μᾶς λέγουσιν, ὅτι εἶναι περιττὸν, ὅτι μάλιστα ματαιοπονοῦμεν, διότι αὐτοὶ ἔχουσιν ἀπόφασιν νὰ μὴν ἀπαντήσωσι.
§58ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι μόνον σᾶς ἠκούσαμεν μὲ τὴν μεγαλειτέραν εὐλάβειαν χθὲς τὸ ἑσπέρας, ἀλλὰ σᾶς κατηρτίσαμεν καὶ ὁλόκληρον μερίδα, ἡ ὁποία σᾶς ἤκουε, διότι εἶσθε μόνος ἐδῶ.
§59ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω λόγους, ὅπως σᾶς εὐχαριστήσω ἐπαρκῶς, κύριε Ὑπουργέ.— Λοιπὸν ὁμολογοῦμεν, ὅτι ἐπῆλθεν ἐρεθισμὸς ἐν ταῖς ἐνεργείαις, ἐν ταῖς συνεδριάσεσιν, ἐν ταῖς σκέψεσι τῆς Βουλῆς μεταξὺ πλειονοψηφίας καὶ μειονοψηφίας· ἀλλ’ ὁ ἐρεθισμὸς αὐτὸς προεκλήθη ὑπὸ πράξεων καὶ τεχνασμάτων, τὰ ὁποῖα ἐπιβαρύνουν τὴν Κυβέρνησιν (δεξιόθεν ὡραῖα! ὡραῖα!) Βεβαίως βαρύνουσι τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν τῇ πιέσει αὐτῆς παραβιάζηται ὁ Κανονισμὸς, ὅταν παραβιάζηται ὁ νόμος, ὅστις διαγράφει τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ τελῶνται αἱ πράξεις καὶ νὰ ἐκδίδωνται αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς. Ὅλα ταῦτα, κύριοι, εἶναι μηχανεύματα ἀνάξια τοῦ Κοινοβουλίου, ἐξευτελίζοντα μάλιστα αὐτὸ, καὶ πρέπει νὰ τὰ μάθῃ ὁ Τόπος. Δικαιούμεθα δὲ ἡμεῖς ν’ ἀντιτάσσωμεν εἰς τὰ μηχανεύματα ταῦτα ὅ,τι μᾶς παρέχει ὁ Κανονισμός. Ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν νὰ ἐπιβληθῶμεν εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, ἀλλὰ δὲν πρέπει καὶ ἡ πλειονοψηφία νὰ ποιῆται κατάχρησιν τῆς δυνάμεώς της, διότι ἂς μὴ ἀμφιβάλῃ ἡ πλειονοψηφία, ὅτι οὐδαμῶς ζημιούμεθα ἡμεῖς ἐκ τούτου, ἀλλὰ καταπίπτει αὐτὴ εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν, διότι οὐδὲν ἄλλο ἀποτελεῖ τὴν ἀληθῆ ἰσχὺν, εἰμὴ τὸ ἠθικὸν κῦρος τῶν δι’ αὐτῆς πραττομένων. Καὶ ὅταν πράττωνται τὰ πράγματα ὅπως πράττωνται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ πρό τινων ἡμερῶν, κῦρος ἠθικὸν δὲν ἔχουσι.
§60Γ. ΡΟΥΦΟΣ. 6 ἡ ὥρα, κύριε Πρόεδρε.
§61ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλέγω, ὅτι δὲν θέλομεν νὰ ἐπιβληθῶμεν εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα καὶ νὰ δεχθῶμεν ἐκ μέρους αὐτῆς αὐτὴν τὴν ἀφόρητον πίεσιν, καὶ κατὰ ταύτης ἐσμὲν ὑποχρεωμένοι ὄχι νὰ ἀποχωρήσωμεν, ὅπως εἶσθε σεῖς συνειθισμένοι νὰ πράττητε, ἀλλὰ νὰ μὴ λάβωμεν μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, εἰς τὴν ὁποίαν μᾶς ἠρνήθητε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου.
§62ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Διάταξις, κύριοι, ἐν τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς, λέγουσα, ὅτι ἐπὶ τῇ αἰτήσει ἑνὸς βουλευτοῦ καὶ κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ὑποχρεοῦται ἡ Βουλὴ νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, ὅπως βεβαιωθῇ, ὅτι διατελεῖ ἐν ἀπαρτίᾳ, δὲν ὑπάρχει, οὔτε εὑρίσκεται ἐν τῷ Κανονισμῷ, καὶ εἶναι τοῦτο μέγα εὐτύχημα, διότι, ἐὰν ὑπῆρχε τοιαύτη διάταξις, ὅτι τὸ Σῶμα τοῦτο εἰς πᾶσαν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἤθελε γείνει τοιαύτη πρότασις, νὰ μὴ δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τὰ καθήκοντά του, ὑπεβάλετο τότε ἡ Βουλὴ εἰς τὴν διάκρισιν καὶ εἰς τὴν θέλησιν οὐχὶ τῆς μειοψηφίας, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἀτόμου αὐτοῦ· διότι, καθ’ ἃ ἔλαβον καὶ χθὲς τὴν τιμὴν νὰ παρατηρήσω, ἤρκει εἷς μόνος βουλευτὴς, ἐπαναλαμβάνων ἀπὸ τετάρτου εἰς τέταρτον τῆς ὥρας τὴν ἔνστασιν, ὅτι τὸ Σῶμα δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, ὅπως καταδικάσῃ τὸ Σῶμα νὰ καταναλίσκῃ ὅλας τὰς ἡμέρας καὶ νύκτας χωρὶς νὰ δύναται νὰ κάμῃ βῆμα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του· δὲν θὰ ἔχῃ τότε νὰ πράττῃ ἄλλο τι ἢ νὰ ἀναγινώσκῃ ἀδιακόπως τὸν ὀνομαστικὸν κατάλογον. Τοῦτο δὲ θὰ προεκάλει ἀναγκαίως θόρυβον καὶ διαπληκτισμοὺς, διότι ὅταν τὰ ἄτομα, ὅταν ἡ μειονοψηφία, πολὺ περισσότερον, ὅταν τὰ ἄτομα θέλουν νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ νὰ καταζήσσωσι ταύτη ἀδύνατον τὴν ἐπιτέλεσιν τῶν ἐπιβαλλομένων αὐτῇ καθηκόντων, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ προκληθῶσι θόρυβοι καὶ διαπληκτισμοὶ καὶ σκάνδαλα, ὡς συνέβη καὶ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς χθές. Τοιαύτη λοιπὸν διάταξις δὲν ὑπάρχει, καὶ οἱ ἰσχυριζόμενοι, ὅτι παρεβιάσθη διὰ τῶν χθὲς ἀποφασισθέντων διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, λέγουσί τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀληθές. Αἱ μόναι διατάξεις, κύριοι, αἱ σχετικαὶ πρὸς τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται, αἵτινες παρερμηνευθεῖσαι καθ’ ὁλοκληρίαν ἔφεραν τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραλείψῃ πολλάκις τὸ καθῆκόν της, εἶναι αἱ ἑπόμεναι· Ἅρθρον 15 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. «Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ τι ἄνευ τῆς παρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ἡμίσεος καὶ ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτῆς καὶ ἄνευ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν.» Ἄρθρον 17. «Αἱ συνεδριάσεις ἄρχονται τακτικῶς τὴν 10 ὥραν π. μ., ὀφείλουσι δὲ νὰ παρευρίσκωνται κατ’ αὐτὴν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς μέχρι τέλους πάντες οἱ βουλευταὶ.... Οἱ ἐν τοῖς παρακειμένοις τῇ αἰθούσῃ τῶν συνεδριάσεων δωματίοις βουλευταί, καλούμενοι παρὰ τοῦ Προέδρου διὰ τῶν κλητήρων, ἐπανέρχονται ἀμέσως εἰς τὴν αἴθουσαν, καὶ ἐὰν δὲν ἐπανέλθωσι, θεωροῦνται παρόντες.» Ἡ ἔννοια, κύριοι, τοῦ πρώτου ἄρθρου ὁποία εἶναι; Ὅτι διαρκούσης τῆς συζητήσεως εἶναι ὑπόχρεοι οἱ βουλευταὶ νὰ μένωσιν ἀδιακόπως ἐπὶ τῶν ἑδρῶν των, ὄχι ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως αὐτῆς εἶναι, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀρχίσῃ συζήτησις, δὲν δύναται νὰ κηρύξῃ ὁ Πρόεδρος τοῦ Σώματος τὴν ἔναρξιν μιᾶς συνεδριάσεως, ἐὰν τὸ Σῶμα δὲν εὑρεθῇ ἐν ἀπαρτίᾳ, καὶ ὅτι δὲν δύναται νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς καμμίαν ἀπόφασιν, ἐὰν δὲν διατελῇ ἐν ἀπαρτίᾳ. Ὁ σύνδεσμος «καί,» ὁ συνδέων τὸ πρῶτον κῶλον τῆς περιόδου μετὰ τοῦ δευτέρου, ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ παρουσία τοῦ ἡμίσεος τῶν βουλευτῶν πλέον ἑνὸς ἀπαιτεῖται, ὅπως ἡ Βουλὴ μὴ προβαίνῃ παρὰ τὸ Σύνταγμα εἰς ἀποφάσεις χωρὶς νὰ ἦναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Ἡ κυρία λοιπὸν ἔννοια τοῦ ἄρθρου εἶναι, ὅτι ἡ ἀπαρτία ἐξετάζεται ἰδίως εἰς δύω στιγμὰς· κατὰ τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἄρχεται ἡ συζήτησις, καὶ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν πρόκειται νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς ἀπόφασιν. Κατὰ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἄρχεται ἡ συνεδρίασις δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς οὐδεμίαν συζήτησιν, χωρὶς ὁ Πρόεδρος νὰ κηρύξῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Ὅταν δὲ πρόκηται νὰ προβῇ εἰς ἀπόφασιν, τότε εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἕκαστον τῶν βουλευτῶν νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν ἦναι ἢ οὐ ἐν ἀπαρτίᾳ ἡ Βουλή· διότι, κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τοῦ Συντάγματος, δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς ἀπόφασιν, ἢ ὅτε εἶναι παρόντες τὸ ἥμισυ τῶν βουλευτῶν πλέον ἑνός. Εἶναι λοιπὸν κατάχρησις, εἶναι παρεξήγησις, εἶναι παρερμήνευσις τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ Συντάγματος ἡ ἰδέα, ὅτι κατὰ πᾶσαν στιγμὴν, διαρκούσης τῆς συζητήσεως, δύναται ἕκαστος τῶν βουλευτῶν, νὰ παραλύῃ τὴν συζήτησιν καὶ νὰ ὑποχρεώνῃ τὴν Βουλὴν ἀντὶ νὰ ἀκροάζηται τοῦ ἀγορεύοντος νὰ καταγίνηται εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι οὐδεὶς ὑποχρεοῦται νὰ ἀκούῃ ἐκεῖνον τοῦ ὁποίου οἱ λόγοι δὲν ἀρέσκουσιν αὐτῷ, καὶ ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἡ μεγαλειτέρα τυραννία δι’ ἐκεῖνον, ὅστις ἔχει τὴν τιμὴν τοῦ νὰ ἀντιπροσωπεύῃ τὸν λαὸν, νὰ ἦναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀκούῃ τὰ λεγόμενα παρ’ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει τὸ δῶρον τοῦ λόγου καὶ ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τι ἄξιον ἀκροάσεως. Διὰ τοῦτο δὲ καὶ τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἐπιτρέπει εἰς τοὺς βουλευτὰς νὰ παραμένωσιν, ἐὰν θέλωσιν, εἰς τὰ παρακείμενα τῇ αἰθούσῃ τῶν συνεδριάσεων δωμάτια. Γνωρίζετε ἐπίσης καὶ κάλλιον ἐμοῦ, ὅσοι ἐπεσκέφθητε τὴν Εὐρώπην, ὅτι πολλάκις, ὅταν ἀνέρχεταί τις εἰς τὸ βῆμα, κενοῦνται διὰ μιᾶς τὰ θρανία. Κύριοι, ὁ Κανονισμὸς δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὸν βουλευτὴν νὰ ἀναβαίνῃ εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ λέγῃ, κύριοι, δὲν εἶναι ἀπαρτία καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐξακολουθῶ τὸν λόγον μου. Τὸ τοιοῦτον ὄχι μόνον προκαλεῖ τὰ μειδιάματα τῶν βουλευτῶν, ἀλλὰ καὶ δικαίως κινεῖ αὐτοὺς εἰς ἀγανάκτησιν. Βεβαίως, κύριοι, πᾶς ὁ εἰσερχόμενος εἰς τὴν Βουλὴν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀνέρχηται εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὰς ἀπαιτουμένας γνώσεις, δὲν ἔχουσι τὸ δῶρον τοῦ λόγου, ὀφείλουσι συναισθανόμενοι, ὅτι δὲν δύνανται διὰ τοῦ λόγου νὰ ὠφελήσωσιν οὔτε ἑαυτοὺς, οὔτε τοὺς ἄλλους, ὀφείλουσι νὰ σιγῶσι. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἓν βουλευτικὸν σῶμα νὰ μετέλθῃ ἄλλα μέσα, ὅπως ἐπιβάλῃ τὴν σιωπὴν εἰς τὸν μὴ δυνάμενον νὰ εἴπῃ τι κρεῖττον σιγῆς, ἢ τὴν ἀποχώρησιν τῶν βουλευτῶν εἰς τὰ παρακείμενα τῇ αἰθούσῃ δωμάτια. Τοιοῦτος ὁ λόγος, ὅστις ὑπηγόρευσε τὴν διάταξιν τοῦ 17 ἄρθρου, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι οἱ εὑρισκόμενοι εἰς τὰ δωμάτια βουλευταὶ, καλούμενοι παρὰ τοῦ Προέδρου, ἐὰν δὲν προσέλθωσι, θεωροῦνται ὡς παρόντες. Ἆρα κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος καὶ τὰ ῥήματα τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ συζήτησις ἐξακολουθεῖ, καὶ ἂν δὲν παρευρίσκεται ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς Βουλῆς τὸ ἥμισυ τῶν βουλευτῶν πλέον ἑνὸς, καὶ δὲν ὑποχρεοῦνται διαρκούσης τῆς συζητήσεως νὰ εἰσέλθωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ οἱ εἰς τὰ παρακείμενα δωμάτια εὑρισκόμενοι καὶ νὰ ἀκροασθῶσι χωρὶς νὰ θέλωσι τῶν λεγομένων. Εἰσὶν ὅμως ὑπόχρεοι νὰ παρευρίσκωνται ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς Βουλῆς, ἐὰν πρόκηται νὰ προβῶσιν εἰς ἀποφάσεις, διότι κατὰ τὸ Σύνταγμα αἱ ἀποφάσεις τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος ἔχουσι νόμιμον κῦρος καὶ καθίστανται ὑποχρεωτικαὶ, ὅταν οἱ λαμβάνοντες αὐτὰς βουλευταὶ ἀποτελοῦσι τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τοῦ Σώματος. Καὶ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πολλάκις εἰς τὴν ψηφοφορίαν ὅπου ὑπάρχει καλὴ πίστις, ὅπου ὑπάρχει πρακτικὸν πνεῦμα, ὅπου τὰ πάντα δὲν γίνονται πολιτικὰ ζητήματα, γίνονται καὶ ψηφοφορίαι παρόντων ὄχι τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνὸς βουλευτῶν, ἀλλὰ καὶ 10 ἢ 15 πολλάκις βουλευτῶν. Πολλάκις εἰς αὐτὰ τὰ Κοινοβούλια τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Γαλλίας συζητοῦνται σπουδαιότατα νομοσχέδια, συζητοῦνται καὶ ἐπιψηφίζονται ὑπὸ ὀλιγίστου ἀριθμοῦ βουλευτῶν. Γνωρίζετε δὲ, κύριοι, ποῦ ἔφθασε τὸ λίαν πρακτικὸν ἔθνος, τὸ ἔθνος ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπέδειξεν, ὅτι ἐπλάσθη, ἵνα κυβερνᾶται δι’ ἐλευθέρων θεσμῶν, ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ κανονίσῃ, καὶ ὄχι διὰ ῥητοῦ νόμου, ἀλλὰ κατὰ κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον, ὅτι καὶ τεσσαράκοντα μόνον βουλευταὶ ἀποτελοῦσι βουλευτικὴν ἀπαρτίαν. Καὶ εἶναι ὀρθὸν τὸ τοιοῦτον, κύριοι, καὶ εἶναι εὐχῆς ἔργον καὶ δέον νὰ γείνῃ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος, ὅπως ἰσχύσῃ καὶ παρ’ ἡμῖν τὸ αὐτό. Ὅταν νομοσχέδιόν τι ἦναι σπουδαῖον, διατί εἶναι σπουδαῖον; Διότι ἀφορᾷ σπουδαῖα ζητήματα, ἅπερ εἰσὶ ἀντικείμενον πάλης μεταξὺ τῶν κομμάτων, διότι ἡ παραδοχὴ καὶ ἢ ἡ ἀπόῤῥιψις αὐτοῦ δύναται νὰ ἔχῃ τὰς δεῖνα εἴτε δεῖνα πολιτικὰς συνεπείας ἐπωφελεῖς ἢ ἐπιβλαβεῖς. Ἡ Βουλὴ ἔχει, προκειμένου τοιούτου νομοσχεδίου, τὸ συμφέρον νὰ ἦναι ἐν ἀπαρτίᾳ καὶ θὰ ἦναι, ὅπως συμβαίνει τοῦτο καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ. Ὅταν παρουσιάζωνται τοιαῦτα νομοσχέδια, τότε συνήθως ἡ Βουλὴ εἶναι ὑπερπλήρης. Ἐὰν ὅμως πρόκηται περὶ νομοσχεδίων, ἀφορώντων ζητήματα τῆς ὑπηρεσίας, τότε θεωρεῖται, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ παρευρίσκωνται ὅλοι οἱ βουλευταὶ καὶ καθήμενοι νὰ ὑπνώττουν, εἴτε νὰ συνδιαλέγωνται πρὸς ἀλλήλους, χωρὶς νὰ προσέχουν εἰς ὅ,τι συζητεῖται καὶ ἀποφασίζεται. Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, διάταξις τοιαύτη, παρέχουσα εἰς τὸ ἄτομον τὸ μέσον νὰ ἐπιβάλλεται εἰς ἓν σῶμα νομοθετικὸν καὶ νὰ παραλύῃ τὰς ἐργασίας αὐτοῦ, δὲν ὑπάρχει· μόνη διάταξις, ἥτις δύναται νὰ δικαιολογήσῃ μίαν τοιαύτην ἔνστασιν καὶ ἴσως καὶ νὰ ὑποχρεώσῃ τὸ Σῶμα, καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτὴν νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν ἦναι ἢ ὄχι ἀπαρτία, εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 29 φέροντος ἐπὶ γράμμασι· «Ὁσάκις ἰσχυρίζεταί τις, ὅτι δὲν τηρεῖται ἡ ἡμερησία διάταξις, ἢ ὅτι παραβιάζονται αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος Κανονισμοῦ, ἢ ὅτι ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις ἄλλων ἀντικειμένων, ἢ ὅταν προτείνῃ τὴν ἀναβολὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, ἐὰν τὰς προτάσεις ταύτας ὑποστηρίξωσι καὶ δέκα ἄλλοι βουλευταί, ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει πρῶτον περὶ τῶν παρεμπιπτόντων ζητημάτων, εἶτα δὲ περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου». Ἀλλ’ ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης δύναταί τις νὰ συμπεράνῃ τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι ἐὰν τις, διαρκούσης συζητήσεώς τινος, προτείνῃ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, ἡ τοιαύτη πρότασις ἐξετάζεται ἐὰν ὑπάρχωσι δέκα βουλευταὶ ὑποστηρίζοντες αὐτὴν, διότι ὑποτίθεται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὅτι ἡ πρότασις ὑπαγορεύεται ἐκ πολιτικοῦ λόγου, ἐκ πολιτικῆς ἰδέας, ἣν ἔχουσιν οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν πρότασιν δέκα βουλευταί, καὶ οὐχὶ ἐξ ἰδιοτροπίας τοῦ ἀτόμου. Λοιπὸν δύναται, ὅταν γίνεται ἡ ἔνστασις ὑπό τινος ἀτόμου, καὶ ὑποστηρίζεται ὑπὸ 10 ἄλλων, νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. Ὅταν ὅμως μόνον τὸ ἄτομον προτείνῃ τὴν ἔνστασιν, δὲν προκύπτει ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι εἶναι ὑπόχρεως ἡ Βουλὴ νὰ καταναλίσκεται εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου. Ἡ μειονοψηφία, ἐὰν σέβηται τὴν ἐν τῷ Τόπῳ ἐπικρατοῦσαν γνώμην, ἐὰν θέλῃ τὴν ὕπαρξιν μιᾶς Κυβερνήσεως, ἐὰν θέλῃ τὴν εὐημερίαν τοῦ Τόπου, ὀφείλει νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν θέλησιν τὴν ὑπερισχύουσαν, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ κανὼν, ὅστις δύναται νὰ καταστήσῃ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα πρόξενον ὠφελείας εἰς τὸ ἔθνος καὶ ἐξ αὐτοῦ νὰ προβαίνῃ τοῦτο εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν πρόοδόν του καὶ τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ προορισμοῦ του. Ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅτι καὶ κατὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ, τὸ 29, ἡ ἔνστασις τῆς ἀπαρτίας λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν, ὅταν προτείνεται κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως, καὶ ὅταν πρόκηται νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς ἀποφάσεις, οὐχὶ δὲ καὶ διαρκούσης τῆς συζητήσεως, διότι τότε δέον νὰ ἐπιτρέπεται ὄχι μόνον εἰς 15 ἀλλὰ καὶ εἰς ἀριθμὸν ὀλιγώτερον ν’ ἀπαιτῇ, ὅπως βεβαιωθῇ, ὅτι εἶναι τὸ Σῶμα ἐν ἀπαρτίᾳ καὶ ἑπομένως ὅτι δύναται νὰ προβῇ εἰς ἀπόφασιν. Ὅταν πρόκηται λοιπὸν νὰ προβῇ εἰς ἀπόφασιν ἡ Βουλὴ, ἐὰν εἷς προτείνῃ καὶ 10 τὸ ὑποστηρίζωσι τοῦτο, δέον νὰ ἀναγινώσκεται ὁ κατάλογος. Ἐὰν ὅμως, διαρκούσης τῆς ἅπαξ νομίμως ἀρξαμένης συζητήσεως, προτείνεται ἡ ἔνστασις τῆς μὴ ἀπαρτίας ὑπὸ ἑνὸς καὶ μόνου βουλευτοῦ, νομίζω, ὅτι δὲν προκύπτει οὔτε ἐκ τοῦ ἄρθρου 15, οὔτε ἐκ τοῦ ἄρθρου 17, οὔτε ἐκ τοῦ ἄρθρου 29 τοῦ Κανονισμοῦ, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ διαταχθῇ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου καὶ ὅταν ἀκόμη ἡ πρότασις ὑποστηρίζεται ὑπὸ 10 βουλευτῶν. Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, καθόσον ἀφορᾷ τὸν ἀγορεύοντα ὅτι εἶναι δικαίωμα προσωπικὸν ἑκάστου βουλευτοῦ ἐὰν θέλῃ νὰ ἀκροασθῇ αὐτοῦ, καὶ δὲν δύνασθε νὰ τὸν ὑποχρεώσητε νὰ ἀκούσῃ χωρὶς νὰ θέλῃ. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι διαρκούσης τῆς συζητήσεως δύναται νὰ γείνῃ ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας· ὀφείλομεν ὅμως νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι ὅταν πρόκηται νὰ γείνῃ ἀπόφασις καὶ ἐὰν δὲν εἶναι 15 οἱ ζητοῦντες τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν, καὶ 10 δύνανται νὰ ὑποχρεώσωσι τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Πρόεδρον νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου.
§63ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπειδὴ ἔχετε τὸν Κανονισμὸν ἀνὰ χεῖρας, δὲν μοὶ κάμνετε τὴν χάριν νὰ ἀναγνώσητε τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Πρόεδρον νὰ ἀφαιρῇ τὸν λόγον; διαβάσετέ τον διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν τῷ ὄντι σᾶς δίδῃ τὸ δικαίωμα ὁ Κανονισμὸς νὰ ἀφαιρῆτε τὸν λόγον ἀπό τινα βουλευτὴν ὅπως τοῦτο ἐπράξετε χθές, σεῖς μάλιστα ὁ νομιμόφρων καὶ ὁ ὁποῖος ἐξηγεῖτε τὸ Κανονισμὸν τοιουτοτρόπως.
§64ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐγὼ παρετήρησα, ὅτι ἡ συζήτησις περιεστρέφετο εἰς ἄλλο θέμα καὶ οὐχὶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν, ὅπερ ἠδύνατο νὰ καταστήσῃ ἀδύνατον τὴν λύσιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος καὶ νὰ παραλύσῃ τὴν συνεδρίασιν.
§65ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ ἀέρων καὶ ὑδάτων, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς παρεμπιπτούσης, σεῖς δὲ αὐθαιρέτως καὶ δεσποτικῶς μοὶ ἀφῃρέσατε τὸν λόγον.
§66ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς ἤκουσα ποτὲ περὶ ἄλλων νὰ συζητῆτε, παρὰ μόνον περὶ ἀέρων ἢ ὑδάτων.
§67ΜΙΛΗΣΗΣ. Κατὰ τὸ ἰδικόν σας τὸ κεφάλι, ὅστις πάντοτε εἰς τὰς ὁμιλίας σας, θέλοντες νὰ ὑποστηρίξετε τὰς παραλόγους γνώμας, ἀναμιγνύετε...
§68ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν εἶχα τὴν τύχην νὰ σᾶς ἀκούσω νὰ συζητήσητε ἄλλο τι. (Θόρυβος).
§69ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὁ νομιμόφρων σὺ, κύριε Μεσσηνέζη, ἐνῷ ἐγὼ ὡμίλουν ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ἀφορώσης τὴν νόμιμον συγκρότησιν τοῦ Σώματος... (Θόρυβος)
§70ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐγὼ ἀφοῦ ἀνεγνώσθη ὁ κατάλογος καὶ ἀπεδείχθη ὅτι εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ ἡ Βουλὴ, εἶπον μόνον ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν προκαθήμενον, ὅτι ἡ Βουλὴ ὤφειλε νὰ κηρύξῃ, ὅτι κακῶς ποιῶν ὁ ὑποβαλὼν τὴν πρότασιν βουλευτὴς ἀπεπειράθη νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν του εἰς τὸ Σῶμα, καὶ ὅτι ἐν πάσῃ τοιαύτῃ περιπτώσει ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ ν’ ἀποδοκιμάζῃ τὸν προτείνοντα τὴν περὶ μὴ ἀπαρτίας ἔνστασιν ἀνυπόστατον ἀποδειχθεῖσαν, ἵνα μὴ ἀτιμωρητεὶ παρακωλύεται τὸ Σῶμα ἐκ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων του διὰ προτάσεων, τὰς ὁποίας ὑπαγορεύουσι πλάγιαι σκέψεις ἢ ἡ ἰδιοτροπία τοῦ ἀτόμου. Αὐτὸ καὶ μόνον εἶπον. Ἐγὼ δὲν ἐπρότεινα νὰ ἀφαιρεθῇ ἀφ’ ὑμῶν ὁ λόγος. Ἐπειδὴ δὲ ζητεῖτε νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, καθόσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα, ἂν δύναται ν’ ἀφαιρεθῇ ὁ λόγος ἀπό τινος βουλευτοῦ ὅταν δὲν ὁμιλῇ ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, λέγω ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, αἵτινες δίδουσι τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Πρόεδρον νὰ διευθύνῃ τὰς συνεδριάσεις καὶ τὰς συζητήσεις, παρέχουσιν αὐτῷ ὡς ἀναγκαίαν συνέπειαν, καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἐὰν ὁ ἀγορεύων παρεκτρεπόμενος δὲν περιορίζεται εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, ἀλλὰ προβαίνει εἰς συζήτησιν ἀντικειμένων ξένων καὶ οὐδόλως σχετιζομένων πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα.
§71ΜΙΛΗΣΗΣ. Ξένον ἀντικείμενον ἦτο ἡ πρότασις περὶ μὴ ἀπαρτίας; (Θόρυβος).
§72ΨΥΛΛΑΣ. Δὲν ὑπῆρχε, διότι εἶχε παραιτηθῆ ὁ προτείνας.
§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι, νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις περὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανονισμοῦ δὲν χωρεῖ ἐν τῇ παρούσῃ στιγμῇ, διότι δὲν φρονῶ, ὅτι κατ’ οὐδὲν χθὲς ἐγένετό τι μή σύμφωνον πρὸς τὰ εἰθισμένα ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἐὰν δὲν ἐνεωτερίσαμεν εἴς τι, δὲν βλέπω πρὸς τίνα σκοπὸν θὰ θελήσωμεν νὰ ἐπιληφθῶμεν ἔργων ἑρμηνευτικῶν. Ὑπάρχουσι βεβαίως ἀφορμαὶ πολλαὶ διὰ νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι καὶ τὰ εἰθισμένα ἐν τῇ Βουλῇ καὶ αὐταὶ αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, ἴσως, ἔπρεπε νὰ ἀναθεωρηθῶσιν ἀπέναντι καταστάσεως, ἥτις εἶναι ὅλως ἐξαιρετική. Παρετηρήθη ἀπό τινος χρόνου, ὅτι ἡ μειονοψηφία ἐν τῇ Βουλῇ, θεωροῦσα ἑαυτὴν πιεζομένην, διότι μειονοψηφοῦσα δὲν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν της, ἐνόμισεν, ὅτι ἡ ὑποτιθεμένη αὕτη πίεσις τῇ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφεύγῃ αὐτὴν, προβαίνουσα εἰς μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς δὲν θεωροῦμεν ὀρθά. Χθὲς, ἀφοῦ εἰργάσθη ἡ Βουλὴ δύω ὥρας περίπου, πάντα τὰ μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἐκτὸς, νομίζω, τριῶν, ἐγένοντο ἄφαντα, κατελήφθησαν δὲ αἱ ἕδραι ἐκείνων ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς συμπολιτεύσεως.
§74ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τέσσαρας ὥρας εἰργάσθημεν.
§75ΤΙΝΕΣ. Δύω.
§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ἐὰν τοῦτο μόνον συνέβαινε, τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ ἦτο ὑπερβαλλόντως κακὸν, διότι ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ συμπολίτευσις μόνη ἠδύνατο νὰ κατισχύσῃ τῆς τοιαύτης ἐκνόμου ἀντιδράσεως· ἀλλ’ ἐγένετο χρῆσις ἑτέρου μέσου, προκαλουμένης συνεχῶς τῆς ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου, ἵνα, ἀντὶ συζητήσεως, ἔχωμεν ἀνάγνωσιν καταλόγου. Ἐν διαστήματι 5 λεπτῶν δὶς ἀνεγνώσθη ὁ κατάλογος, καὶ πάλιν μετὰ 5 λεπτὰ ἐγένετο καὶ τρίτη ἀπόπειρα ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου. Ταῦτα πάντα ἠδύναντο τῷ ὄντι νὰ ὑπαγορεύσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν σκέψεις περὶ τῆς ἀνάγκης, ὅπως ἀπαλλαγῇ τῶν περιορισμῶν τῶν ἐθίμων ὡς πρὸς ταῦτα, ἢ ἀκόμη καὶ ἂν δὲν ἔπρεπεν, ἀνατρέχουσα εἰς αὐτὸν τὸν Κανονισμὸν, νὰ ζητήσῃ τὴν τροποποίησιν αὐτοῦ, ἀλλ’ εὐτυχῶς χθὲς οὔτε τὸ ἓν ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον, οὔτε τὸ ἄλλο, καὶ πάντα τὰ γενόμενα εἰσὶ σύμφωνα πρὸς τὸ κείμενον τοῦ Κανονισμοῦ καὶ πρὸς τὴν συνήθη ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Ἰδοὺ ἐγὼ πῶς ἀντελήφθην τῶν γενομένων. Μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀπὸ τῆς Βουλῆς, διαμεινάντων, νομίζω, τριῶν μόνον μελῶν αὐτῆς ἐνταῦθα, ἀφοῦ δὶς ἀνεγνώσθη ὁ κατάλογος καὶ ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ συμπολίτευσις μόνη ἀποτελεῖ ἀπαρτίαν, ἐγένετο καὶ ἐκ τρίτου πρότασις περὶ ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου· ἀλλ’ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐποιήσατο τὴν τρίτην ταύτην πρότασιν δὲν ἦτο παρὼν κατόπιν, ὅτε ἠρώτησεν ὁ Πρόεδρος ἐὰν ἔπρεπε νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. Ὅτε κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἠρωτήθη ἐὰν ὁ ποιησάμενος τὴν πρότασιν ἐπέμενεν εἰς αὐτὴν, ἠκούσαμεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ὁ ποιησάμενος τὴν πρότασιν· τότε εἶπον ἄλλοι, ὅτι δὲν ὑπάρχει πρότασις· ἀλλὰ καὶ τοῦτο παρ’ ἑνὸς ἐκ τῶν τριῶν δὲν ἐθεωρήθη ὀρθόν. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἑρμιονίδος ἠθέλησε νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου· ἠρωτήθη ἐὰν υἱοθετῇ τὴν πρότασιν, καὶ ἀπήντησεν, ὅτι τοιαύτην πρότασιν δὲν υἱοθετεῖ.
§77ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν τὴν υἱοθέτησα, διότι τὸ ἐθεώρησα περιττόν.
§78ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγένετο ἐπανειλημμένως ἐρώτησις ἐὰν ἄλλος υἱοθετῇ τὴν πρότασιν, καὶ σιωπὴ ἐπηκολούθησεν εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην. Νομίζω μάλιστα, ὅτι καὶ τὸ ἕτερον παρὸν μέλος τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἐρωτηθὲν ὀνομαστὶ, ἀπήντησεν, ὅτι δὲν τὴν υἱοθετεῖ. Ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἑρμιονίδος εἶπεν, ὅτι καὶ τοι δὲν υἱοθετεῖ τὴν πρότασιν, θέλει νὰ ὁμιλήσῃ περὶ αὐτῆς. Τότε ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι, μὴ ὑπαρχούσης προτάσεως, τὸ νὰ ἐπιμένῃ νὰ ὁμιλήσῃ περὶ αὐτῆς, εἶναι ὅλως ἄτοπον, διότι ἐν τῇ Βουλῇ ἐπιτρέπεται νὰ γίνεται ὁμιλία ἐπὶ θέματος ὑφισταμένου, οὐχὶ δὲ ἐπὶ θέματος ἀνυπάρκτου. Ἐγὼ μάλιστα ἐποιησάμην τὴν παρατήρησιν πρὸς τὸν ἐξ Ἑρμιονίδος βουλευτὴν, ὅτι, ἂν αὐτὸς θέλῃ νὰ προτείνῃ ὅ,τι εἶχε προτείνει ὁ ἕτερος βουλευτὴς, ὁ ἀποχωρήσας, εἶναι περιττὸν νὰ ὁμιλήσῃ, διότι εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ δεχθῶμεν, ὅπως ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος· ἀπήντησεν ὅμως ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς, ὅτι οὐδόλως θέλει προτείνει τοῦτο· ἀλλὰ μόνον θέλει νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τοῦ θέματος.
§79ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἠθέλησα νὰ προτείνω τὴν ἔνστασιν, διότι τὸ ἐθεώρησα περιττόν.
§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ Πρόεδρος, ὅστις καθῆκον ἔχει νὰ ἐφορεύῃ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ δὲν δύναται νὰ ἐπιτρέπῃ νὰ γίνηται συζήτησις ἐπὶ θέματος μὴ ὑφισταμένου, θεωρῶν, ὅτι δὲν ὑφίσταται θέμα, εἶπεν εἰς τὸν κ. βουλευτὴν ἐξ Ἑρμιονίδος, ὅτι δὲν δύναται νὰ τῷ ἐπιτρέψῃ ἐπὶ θέματος μὴ ὑφισταμένου νὰ ὁμιλήσῃ, ἐὰν δὲ θέλῃ νὰ ἀγορεύσῃ ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου, ἤτοι τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι πρόθυμος νὰ τῷ δώσῃ τὸν λόγον. Ὁ κ. Μίλησης ῥητῶς ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν θέλει νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ἀνυπάρκτου θέματος, περὶ τοῦ θέματος τῆς ἀναγνώσεως τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου. Ὁ Πρόεδρος τότε, ἀφοῦ πρῶτον ἐδήλωσεν, ὅτι προθύμως θέλει ἀναγνώσει τὸν κατάλογον, ἐὰν ὑπάρχῃ ὁ αἰτῶν, δὲν ἐπέτρεψε συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου· ἐπιμένοντος ὅμως τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἑρμιονίδος, ἵνα ὁμιλήσῃ καὶ ἐπὶ τούτου τοῦ θέματος, ὁ κ. Πρόεδρος δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Εὐθὺς κατόπιν προέβη ἡ Βουλὴ εἰς ψηφοφορίαν, ἐξ ἧς ἀπεδείχθη, ὅτι ἦν ἐν ἀπαρτίᾳ, οὐδὲν δὲ ἐμεσολάβησεν ἀπὸ τῆς προτάσεως μέχρι τῆς ψηφοφορίας, ὥστε νὰ κριθῇ ἀναγκαῖον νὰ λύσωμεν ἐκ ταύτης τῆς ἀφορμῆς ἄλλως ἢ μέχρι τοῦδε τὸ ζήτημα ἂν ἀπαιτεῖται νὰ ὑπάρχῃ ἀπαρτία κατὰ τὴν συζήτησιν, καὶ ἑπομένως νὰ γίνηται ψηφοφορία, ἵνα ἀποδεικνύηται ἡ ὕπαρξις τῆς ἀπαρτίας. Ταῦτα πάντα, ἀφοῦ ἐν τῇ χθεσινῇ συνεδριάσει κατ’ οὐδὲν ἐκαινοτομήσαμεν, δύνανται νὰ συζητηθῶσιν, ἐὰν ἡ πορεία τινῶν ἐν τῇ Βουλῇ καταστήσῃ ἀναγκαίαν εἴτε τὴν μεταβολὴν τῶν εἰθισμένων, εἴτε τὴν ἀναθεώρησιν ἄρθρων τινῶν τοῦ Κανονισμοῦ, εἴτε καὶ τὴν ἀναθεώρησιν ὁλοκλήρου τοῦ Κανονισμοῦ. Μέχρι τοῦδε εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην δὲν εὑρέθημεν, καὶ πιστεύω, ὅτι ἡ πορεία τῶν κ. κ. βουλευτῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως θὰ ἦναι τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ ἀναγκάσῃ τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς ἀναθεώρησιν τῶν εἰθισμένων ἢ τοῦ Κανονισμοῦ.
§81Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ πορεία τῶν μελῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἶναι γνωστὴ, ὑπῆρξε μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης νομιμωτάτη καὶ κανονικωτάτη. Ἡ ἀντιπολίτευσις ἐξετέλεσε μετ’ αὐταπαρνήσεως τὸ καθῆκον αὐτῆς, συνεδριάζουσα ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ καὶ ἐργαζομένη δὶς τῆς ἡμέρας· παρεδέχθη δὲ καὶ ἀσυζητητεὶ πλεῖστα νομοσχέδια καὶ συνέδραμε τὴν Κυβέρνησιν ὑπέρ ποτε. Ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία καυχᾶται, ὅτι ἔχει τοιαύτην πλειονοψηφίαν, διατί δὲν ἠδυνήθη νὰ κάμῃ ἀπαρτίαν; Ἐὰν ἡ ἔλλειψις ἡμῶν, τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἠδύνατο νὰ παραλύσῃ τὴν ἀπαρτίαν, τότε ἡ Κυβέρνησις ἀδίκως καυχᾶται ἐπὶ τῇ πλειονοψηφίᾳ της. Ἔχετε ἀπαρτίαν, ἀλλὰ ποῦ εἶναι, δὲν φαίνεται μέχρι τοῦδε. Ὅπως ὁ κ. βουλευτὴς Αἰγιαλίας εἶπεν, εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἕκαστον βουλευτὴν νὰ μὴ θέλῃ νὰ ἀκούῃ, ὅταν δὲν τοῦ ἀρέσῃ ἡ γνώμη τοῦ ἀγορεύοντος, τότε καὶ εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν θὰ ἦναι ἐπιτετραμμένον νὰ μὴ παραδέχηται μέτρα καὶ νομοσχέδια, ὅταν πρόκηται νὰ ζητηθῇ τῇ συνδρομῇ αὐτῆς, τὰ ὁποῖα ἀποκρούει ὡς ἐπιβλαβέστατα.
§82ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὄχι δὰ αὐτό.
§83Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἡ ἀντιπολίτευσις ἐπέμενε καὶ παρεκάλεσε τὴν Κυβέρνησιν νὰ προτάξῃ τὰ οὐσιώδη καὶ κύρια ἔργα τοῦ Κοινοβουλίου, ὁποῖα εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς καὶ τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, ὡς καὶ πᾶν ἄλλο νομοσχέδιον, ὅπερ συντελεῖ εἰς τὴν διαῤῥύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ἢ εἰς τὴν διαῤῥύθμισιν ἄλλων κλάδων τῆς ὑπηρεσίας. Ἡ Κυβέρνησις ἐξ ἰδιοτροπίας καὶ φιλαυτίας ἀσυγγνώστου παρήτησε τὰ οὐσιώδη καὶ τὰ κύρια, διὰ τὰ ὁποῖα τὴν παρεκαλέσαμεν, καὶ ἐπέμενεν εἰς τὴν συζήτησιν νομοσχεδίων ὅλως προσωπικῶν, ὅπως εὐχαριστήσῃ πελάτας καὶ φίλους αὐτῆς. Ἐὰν δὲ οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔλειπον συνεχῶς ἀπὸ τοῦ Βουλευτηρίου, δὲν ἤθελε τοσάκις ἐπέλθει ἔλλειψις ἀπαρτίας. Διὰ τί οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως ἔλειπον; βεβαίως ἐπειδὴ κουράζονται ἢ ἀποκρούουσι τὰ προτεινόμενα καὶ αὐτοί. Δὲν ἠδυνάμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ κουρασθῶμεν; Ἐὰν θέλητε νὰ ἐκπληρώσητε τὸ καθῆκόν σας, ἠδύνασθε ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους νὰ μένετε· ἀλλὰ σεῖς ἀποφασίζετε καὶ ἀφίνετε τὴν Βουλὴν ἄνευ τοῦ ἀπαιτουμένου ἀριθμοῦ· παραπονεῖσθε δὲ ἐναντίον ἡμῶν, ἐνῷ σεῖς πρὸ πάντων εἶσθε ὑπεύθυνοι· οἱ ἡμέτεροι φίλοι ἀνήγγειλον ἁπλῶς, ὅτι ἐφεύγετε καὶ ἀφίνετε τὴν Βουλὴν ἄνευ ἀπαρτίας. Καὶ νομίζετε, κύριοι, ὅτι διαφερόμεθα ἡμεῖς προσωπικῶς ποῖα νομοσχέδια θὰ ψηφίσητε ἢ ὄχι; ἡμεῖς σκεπτόμεθα καὶ ἐνεργοῦμεν ὡς βουλευταὶ τοῦ Ἔθνους· ὅσα δὲν ἐγκρίνομεν διαμαρτυρόμεθα καὶ τὰ κατακρίνομεν, ἡ εὐθύνη σᾶς βαρύνει· ἀλλὰ δὲν δύνασθε εὐλόγως νὰ παραπονεθῆτε κατὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ὁποία ἐξαιρέτως ἐπὶ τόσας ἡμέρας καὶ εἰργάσθη καὶ ἐκοπίασεν ὑπερμέτρως καὶ εἰς τὴν συνδρομήν της ὀφείλονται ὅσα νομοσχέδια ἐλάβετε. Διαφωνῶ δὲ μὲ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ ὡς πρὸς τὸ δεύτερον ζήτημα· Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ καὶ νὰ ἐργασθῇ μὴ οὖσα ἐν ἀπαρτίᾳ, τὸ περὶ τούτου εἶναι διάταξις τοῦ Συντάγματος.
§84ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν λέγω ἐγὼ τὸ ἐναντίον.
§85Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν τῳόντι αὐτὸ ἦναι ἀλήθεια, ἡ μικροτέρα ἀμφιβολία, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, πρέπει νὰ σταματᾷ τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν, καὶ ὁ Πρόεδρος νὰ φροντίζῃ ἀμέσως νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία· δὲν εἶναι ὀρθὴ δὲ ἡ γνώμη, ὅτι ἔπρεπε νὰ προτείνηται καὶ νὰ ὑποστηρίζηται ἀπὸ δέκα ἡ περὶ ἀπαρτίας ἔνστασις·
§86ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἄλλου ἑρμηνεία.
§87ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχει ὅρια αὕτη ἡ ἔνστασις; δύναται ἀμέσως νὰ ἐπαναλαμβάνεται μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου ἐπὶ ἐνστάσει περὶ μὴ ἀπαρτίας;
§88Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διαφέρει τὸ δικαίωμα τῆς χρήσεως ἀπὸ τὴν κατάχρησιν· βεβαίως, οὐδεὶς εἶναι ὑπὲρ τῆς καταχρήσεως, ἀλλὰ τοῦτο δὲν τροποποιεῖ, οὐδὲ ἀναιρεῖ τὸ δικαίωμα τῆς χρήσεως. Λοιπὸν μόλις ἐγεννήθη ἀμφιβολία καὶ ἄνευ ἐνστάσεως, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, πρέπει νὰ βεβαιωθῇ ἡ ἀλήθεια.
§89ΡΑΛΛΗΣ. Ὑποθέσατε, ὅτι μετὰ τὸ τέλος τῆς ψηφοφορίας ἐπαναλαμβάνεται ἡ ἔνστασις.
§90Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπαναληφθῇ.
§91ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Αὐτὸ ἔγεινε χθές.
§92Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ θέσωμεν ὅριον μεταξὺ χρήσεως καὶ καταχρήσεως· εἶπον ἐξ ἀρχῆς, ὅτι ἡ κατάχρησις δὲν ἐπιτρέπεται, ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ περιστείλωμεν τὸ δικαίωμα τῆς χρήσεως, καὶ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ὁρίσητε τὸν τρόπον τῆς ἐξασκήσεως αὐτοῦ· ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἄτοπον εἰς τὴν χρῆσιν ἑνὸς δικαιώματος, ἀλλ’ ἐνόσῳ εἶναι καθιερωμένον ἀπὸ τὸν Νόμον, πρέπει νὰ τὸ σεβασθῶμεν, καὶ νὰ ὑποστῶμεν τὰς συνεπείας καὶ τῆς καταχρήσεως, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα αὐθαιρέτως νὰ περιστείλωμεν τὴν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, διότι δύναται νὰ γείνῃ κατάχρησις· τότε ἠμπορεῖτε νὰ περιστείλητε ὅλα τὰ δικαιώματα, διότι ὅλων τῶν δικαιωμάτων δυνατὸν νὰ γείνῃ κατάχρησις· τὸ δικαίωμα τοῦ λόγου, τὸ δικαίωμα τοῦ τύπου καὶ πᾶν δικαίωμα. Εἶπον ταῦτα διὰ νὰ προσθέσω μίαν μόνον λέξιν· ἦτο περιττὴ ἡ παρουσία τοῦ κ. Δημητρακάκη, προτείναντος τὴν ἔνστασιν καὶ ἀναχωρήσαντος, ὅταν αὐτὸς τὴν ἐπρότεινε καὶ ὁ κ. Μίλησης ὑπεστήριζε τὴν πρότασιν.
§93ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, Ὄχι, ἠρνήθη νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ.
§94ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐσυζητοῦσα ἐπ’ αὐτῆς.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠρνήθητε νὰ δεχθῆτε τὴν πρότασιν.
§96ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὴν ὑπεστήριζον.
§97ΠΟΛΛΟΙ. Ἄ! Ἄ! ὄχι, ὄχι.
§98Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ διακόψῃ τὴν συζήτησιν, νὰ παραμερίσῃ τὴν ἔνστασιν, νὰ προχωρήσῃ μάλιστα εἰς ψηφοφορίαν καὶ ν’ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον ἀπὸ τὸν κ. Μίλησην. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ εἶναι ὑπέρβασις καὶ παρανομία· καλὸν ἡ Βουλὴ νὰ ὑποφέρῃ μᾶλλον τὰς καταχρήσεις, παρὰ νὰ ἀρνῆται καὶ νὰ περιορίζῃ τὰ δικαιώματα. Καὶ ναὶ μὲν, σήμερον δύναται νὰ φαίνηται καλὸν τοῦτο εἰς αὐτὴν καὶ συμφέρον, ἀλλ’ ἠμπορεῖ νὰ ἀποβῇ κάκιστον, καὶ ἴσα ἴσα, τὸ ζήτημα αὐτὸ περὶ ἀπαρτίας, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε πρωταγωνιστὴς ὁ κ. Μεσσηνέζης, ἔλαβε τὰς σπουδαίας διαστάσεις, ὅσας γνωρίζομεν. Ὅ,τι χθὲς ἐγένετο, ἦτο παράνομον καὶ ἀντισυνταγματικόν.
§99Α. ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, συντόμως, καθὼς ὁμιλῶ πάντοτε, θέλω εἴπει ὀλίγα τινὰ ἐν πνεύματι μετριοπαθείας μὲν, ἀλλὰ δικαιοσύνης. Ὡς πρὸς τὴν θεωρίαν τοῦ ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτοῦ, παρατηρῶ ὡς ἐν παρόδῳ, ὅτι ὅσοι κηρύττουν καὶ ὑποστηρίζουν τοιαύτας θεωρίας περὶ τοῦ μὴ λέγειν πολλὰ καὶ περιττὰ καὶ περὶ τοῦ γνῶθι σαυτὸν, συνήθως τὰς ἐξωτερικεύουν μόνον, καθόσον ἀφορᾷ τοὺς ἄλλους, λησμονοῦν δὲ ἑαυτούς. Φρονῶ, ὅτι ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Βουλῆς ἀπαιτεῖ νὰ λησμονήσωμεν τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα καὶ νὰ ῥίψωμεν πέπλον ἐπ’ αὐτῶν (εὖγε, εὖγε), διότι τοιαῦτα θλιβερὰ γεγονότα κατήντησαν τὴν Βουλὴν ταύτην μᾶλλον θέαμα, παρὰ συλλαλητήριον ἀνθρώπων τῳόντι βουληφόρων. Ἂν ὁ πέπλος οὗτος ἴσως φέρῃ μελανὸν χρῶμα, τὸ ἔθνος ἂς κρίνῃ ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου, καὶ μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι τὸ ἔθνος κρίνει βραδέως μὲν, ἀλλ’ ὀρθῶς. Ἀλλὰ, κύριοι, ὀφείλω νὰ ἐκφράσω, κατ’ ἐμὴν ἀντίληψιν, τὰς ἀφορμὰς τῶν γενομένων μέχρι τοῦδε δυσαρέστων. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι αἱ ἀφορμαὶ εἶναι αὗται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ θέσῃ ὡς κύριον ἀντικείμενον συζητήσεως τὸν προϋπολογισμὸν, καθόσον ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἡ ψυχὴ, ὡς εἰπεῖν, τοῦ Κράτους· ὤφειλε δὲ συνάμα, ὡς εἶχον τὴν τιμὴν καὶ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, μαζῇ μὲ τὸν προϋπολογισμὸν νὰ προσδιορίσῃ μερικὰ νομοσχέδια, σχέσιν ἄμεσον ἔχοντα μὲ αὐτὸν, ὅπως συζητήσωμεν αὐτὰ μετὰ ὥριμον σκέψιν· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν τὸ παρεδέχθη, ἐκ τούτου ἐγεννήθησαν ἀφορμαὶ δικαιολογημέναι. Ἂν τὸ πνεῦμα τοῦ κ. Καλλιγᾶ ἔχῃ δύναμιν πολλῶν, ἴσως χιλιάδων ἵππων καὶ ὄνων καὶ αἰγῶν ἀκόμη, τὸ πνεῦμα ὅμως τινῶν ἐξ ἡμῶν τῶν βουλευτῶν στερεῖται τῆς δυνάμεως ταύτης. Οἱ εὐσυνειδήτως ἐργαζόμενοι, ἐννοοῦμεν ἐνταῦθα νὰ προμελετῶμεν τὰ νομοσχέδια καὶ σπουδαίως νὰ τὰ συζητῶμεν, διότι ἡ Βουλὴ οὔτε εἶναι, οὔτε πρέπει νὰ ἦναι ὄργανον τυφλὸν, μηχανὴ, ὡς εἰπεῖν, ἥτις νὰ ἀλέθῃ τὰ νομοσχέδια. Ἡ δὲ πλειοψηφία, ἡ ἐπαιρομένη εἰς τὸν ἀριθμὸν, ὤφειλε νὰ μὴ δίδῃ τὸ παράδειγμα τῆς καταχρήσεως τῆς δυνάμεώς της.
§100Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν μὲ ἠνάγκασε μόνον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ λάβω τὸν λόγον· μὲ εἶχεν ἀναγκάσει πρὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ θεωρία συνταγματικὴ, τὴν ὁποίαν ἤκουσα, καὶ ἡ ὁποία ἦτο ἀξία ἀληθοῦς ἀγανακτήσεως. Ὅταν ἤκουσα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψει πρότασις περὶ μὴ ὑπάρξεως τοῦ Σώματος ἐν ἀπαρτίᾳ, ἂν δὲν ὑποστηρίζηται ὑπὸ 10 βουλευτῶν, εἵπετο, ὅτι εἶχον δικαίωμα ν’ ἀγανακτήσω, ἀναμνησθεὶς εἰς πόσα κακὰ ἔδωκαν χώραν αἱ μωραὶ αὗται θεωρίαι, καὶ βλέπων αὐτοὺς τούτους νὰ ἐπαναγάγωσι τὰ περὶ τούτου ἐν τῷ μέσῳ, ἐν ᾧ καὶ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ῥητῶς ἐκανονίσθησαν καὶ ὑπὸ μακρᾶς κοινοβουλευτικῆς πείρας ἀνεγνωρίσθη ὀρθὴ καὶ ἀμετάβλητος ἡ τακτικὴ, ἥτις ἐγίνετο ἀποδεκτὴ, καὶ ὅταν μίαν μόνον φορὰν ἐπῆλθε βιαία μεταβολὴ τῆς τακτικῆς ταύτης, τὸ ἔθνος ἐξηγέρθη καὶ ἐμηδένισε τὰς καινοτομίας, τὰς ὁποίας ἐπὶ τῆς κρατούσης τακτικῆς ἤθελον νὰ εἰσαγάγωσι διὰ τῶν ἀληθῶς μωρῶν θεωριῶν των. Ἀλλὰ μὲ ἠνάγκασε καὶ ὁ κ. Πρωθυπουπουργὸς νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι γλυκανθεὶς εἰς τὸ σύστημα τῶν αἰτιάσεων, ἔσπευσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἐπαφήσῃ πρὸ μικροῦ αἰτιάσεις κατὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὡς ζητούσης νὰ παραλύσῃ τὰς βουλευτικὰς ἐργασίας. Ἐσμὲν δὲ καὶ ἐγὼ μετὰ τῶν ὀλίγων φίλων μου μέλη τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἔχομεν δικαίωμα ν’ ἀποκρούσωμεν τὰς αἰτιάσεις ταύτας, ἀφ’ οὗ μάλιστα ὁ Πρωθυπουργὸς ἐστήριξεν αὐτὰς ἐπὶ τοῦ ὡρισμένου συμβεβηκότος τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. Παρεμείναμεν κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ἀπὸ τῆς 4 μέχρι τῆς 8 καὶ ½ ἀκριβῶς, ἀκούοντες, καὶ δὲν ἀπήλθομεν τῆς αἰθούσης εἰμὴ τὴν 8½. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι, ἂν ἠδύνατο νὰ προκύψῃ ἀνάγκη, ὠφείλομεν νὰ μείνωμεν καὶ μέχρι τοῦ μεσονυκτίου καὶ μέχρι τῆς πρωΐας. Ἀλλὰ δὲν ἐπρόκειτο κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην ἡ σκέψις πῶς νὰ ἀποκρούσωμεν ἐπιδρομὴν ἐχθρικὴν, οὐδ’ ἐβλέπομεν, ὅτι στάσις εἶχεν ἀνασείσει τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ κλονίσει τὰς πολιτειακὰς ἐξουσίας, καὶ ἐξηκολουθοῦμεν σκεπτόμενοι πῶς τοσαῦτα κακὰ ἐπερχόμενα ν’ ἀποστρέψωμεν. Ἓν μόνον ἐβλέπομεν, ἐβλέπομεν ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεθύμει τὸ ὑπουργεῖον νὰ πλάσωμεν ἑπτὰ θέσεις, ἐπὶ θητείᾳ 7 ἐτῶν καὶ μισθῷ 700 δραχμῶν κατὰ μῆνα· ἐνομίσαμεν δ’ ὅτι παραμένοντες μέχρι τῆς 8 καὶ ½ ἐξεπληρώσαμεν ἐπαρκῶς τὸ καθῆκόν μας. Καὶ ἀπήλθομεν πάλιν καὶ τότε οὐχὶ ὑπὸ μόνου τοῦ καμάτου πιεζόμενοι, ἀλλ’ ἀφοῦ εἴδομεν, ὅτι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου κατὰ διαδοχὴν ἓξ ἠγόρευσαν βουλευταὶ οἱ κκ. Ἰωάν. Ἀντωνόπουλος, Ἀθ. Πετιμεζᾶς, Ἀλ. Κουμουνδοῦρος, Γ. Ζηνόπουλος, Ἠλ. Ποταμιάνος καὶ Ν. Στεφανίδης, ἡ δὲ Κυβέρνησις δὲν ἠξίωσεν, ὅτι ὤφειλε νὰ δώσῃ εἰς πάντας τούτους τὴν ἐλαχίστην ἀπάντησιν, ἂν καὶ δύω ἐξ αὐτῶν ἦσαν καὶ φίλοι αὐτῆς. Ἄλλοτε, εἷς τῶν ἡγετῶν τῆς κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ἀντιπολιτεύσεως, νῦν τυγχάνων Πρωθυπουργὸς, ἔλεγεν εἰς τὴν Βουλὴν (ἀναγινώσκει)· «Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, ἔλεγε κατὰ τὸ 1878 ὁ κ. Τρικούπης κατὰ τὸ ἀναγνωσθὲν χωρίον τῶν πρακτικῶν, ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον ἀγορεύων κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀπηύθυνε καταγγελίας, ἔφερεν ἐπι«κρίσεις, ἐζήτησεν ἑρμηνείας. Εἰς ὅλα ὅμως αὐτὰ ἡ Κυ«βέρνησις ἀπηξίωσε νὰ δώσῃ ἀπάντησιν. Ἔσπευσεν εἰς τὴν «ψηφοφορίαν, διότι ἤξευρεν, ὅτι θὰ ἦναι ὑπὲρ αὐτῆς. Καὶ «ἡμεῖς ἐγινώσκομεν, ὅτι ἡ ψηφοφορία θὰ ἦτο ὑπὲρ αὐ«τῆς. Οὐδεὶς ἠγνόει τοῦτο· ἀλλ’ ἠθέλομεν τὴν συζήτη«σιν, διότι φρονοῦμεν, ὅτι ἡ συζήτησις δὲν ἀποβλέπει μόνον «εἰς τὴν ψηφοφορίαν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν μόρφωσιν τῆς «πεποιθήσεως τῶν βουλευτῶν καὶ τοῦ κοινοῦ. Ἡ συζήτη«σις εἶναι ἀναγκαία, καὶ καθῆκον ἔχουσιν οἱ κ. κ. ὑ«πουργοὶ νὰ ἀπαντῶσι καὶ νὰ παρέχωσι τὰ στοιχεῖα πρὸς «τὴν συζήτησιν· καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν τὸ πρὸ ὀλίγου λεχθὲν, «ὅτι, ἂν οἱ ὑπουργοὶ δὲν θέλωσι νὰ ὁμιλήσωσι, τοῦτο ἀφο«ρᾷ εἰς αὐτούς. Δὲν ἀφορᾷ εἰς αὐτοὺς, διότι ὄντες ὑπουργοὶ «ἔχουσι καθήκοντα, ἓν τῶν καθηκόντων δ’ αὐτῶν εἶναι νὰ «δεικνύωσι σέβας πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, καὶ δὲν ἐκτελοῦσι «τὸ καθῆκόν των τοῦτο, ὅταν δὲν ἀπαντῶσιν εἰς τοὺς «ἀντιφρονοῦντας. Οἱ κατὰ τὴν πρώτην καὶ δευτέραν συ«ζήτησιν ἀγορεύσαντες ἐξετέλεσαν τὸ ἑαυτῶν καθῆκον· ἀλλ’ «οἱ ὑπουργοὶ εἰς αὐτοὺς ἀπήντησαν διὰ περιφρονιτικῆς «σιωπῆς». Οἱ ὑπουργοὶ ἔπραττον προχθὲς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατέκρινον. Ἀλλὰ δὲν συμβαίνει τοῦτο πρώτην φοράν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συμβαίνει πρώτην φορὰν, εἶναι νὰ τηρῶσιν οἱ ὑπουργοὶ κατὰ τὰς συζητήσεις τῶν νομοσχεδίων νεκρικὴν σιγήν, νὰ ἀγορεύωσιν ἓξ ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον βουλευταὶ κατ’ αὐτῶν, οἱ δὲ ὑπουργοὶ νὰ μᾶς ἀντιτάσσωσι διαρκῶς τὴν σιωπὴν, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ ἐχαρακτήριζον ἄλλοτε ὡς περιφρόνησιν πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, καὶ μετὰ τοῦτο νὰ ἔρχωνται νὰ αἰτιῶνται ἡμῶν, ὅτι ἀφοῦ 4 ὁλοκλήρους ὥρας ἐμείναμεν ἐπὶ τῶν ἑδωλίων ἡμῶν, ἔπρεπε νὰ ἐξακολουθῶμεν παραμένοντες καὶ πέραν τῆς 8½. Ἀλλὰ ταῦτα εἶναι ἐκτὸς τοῦ προκειμένου. Τὸ ζήτημα εἶναι πραγματικὸν, καὶ τὰ λεχθέντα δὲν ἥρμοζον εἰς τὴν συζήτησιν. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι νομικὸν, διότι δὲν πρόκειται περὶ διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ· ἔσφαλον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι σᾶς εἶπον, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ τοῦ 15 ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ. Πρόκειται περὶ τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος (ἀναγινώσκει)· «ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφα«σίσῃ τι ἄνευ τῆς παρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ἡμίσεος καὶ «ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτῆς, καὶ ἄνευ ἀπολύτου πλειοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν...» Θαυμάζω δὲ πῶς ὁ Πρωθυπουργὸς ἐτόλμησε δὶς μέχρι τοῦδε νὰ ὑπαινιχθῇ, ἴσως διὰ νὰ ἀπειλήσῃ τὴν ἀνάγκην τῆς μεταβολῆς τῆς διατάξεως ταύτης. Ἡ διάταξις εἶναι συνταγματικὴ, ἡ δ’ ἐπιβαλλομένη ὑποχρέωσις ἀπαράβατος. Δὲν ἀρνούμεθα, ὅτι ἐνδέχεται τῆς συνταγματικῆς ταύτης διατάξεως νὰ γίνεται κατάχρησις· δὲν ἀρνούμεθα ὅτι ἐνδέχεται κατὰ τὸ παρελθὸν ἢ καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν Σύνοδον νὰ παρουσιάσθησαν προτάσεις καταγγέλλουσαι ἐλλείψεις ἀπαρτίας, ἀλλ’ ἡ κατάχρησις τοῦ δικαιώματος δὲν δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἄρνησιν τοῦ δικαιώματος, καὶ ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς δὲν συνέβη ἐφέτος πρώτην φορὰν τὸ παράδειγμα βουλευτοῦ νὰ προτείνῃ τὴν ἔλλειψιν τῆς ἀπαρτίας καὶ ἀμέσως νὰ ἀπέλθῃ. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι συνέβη πολλάκις, καὶ ὅτι ὁ βουλευτὴς οὗτος δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἀνηκόντων εἰς τὰς τάξεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἀφοῦ λοιπὸν πρόκειται περὶ συνταγματικῆς διατάξεως, νομίζετε, ὅτι δύνασθε νὰ φέρετε τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ καὶ νὰ περιορίσητε τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα διορᾶτε, καὶ περὶ ὧν ἐπανειλημμένως μᾶς ἀφήκατε ὑπαινιγμοὺς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου; Εἰς τὴν Βουλὴν τῆς Ἀγγλίας λαμβάνουσι σήμερον μέτρα κατὰ τῶν διαστροφῶν, τὰς ὁποίας ἡ κομματικὴ πάλη ἢ τὸ φατριαστικὸν συμφέρον πολλάκις παρήγαγεν. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ τῆς Ἀγγλίας δὲν ἔχει δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος. Ἡ Βουλὴ τῆς Ἀγγλίας εἶναι συντακτικὴ συνέλευσις, δυναμένη διὰ τῶν ἀποφάσεων αὑτῆς νὰ μεταβάλλῃ τοὺς συνταγματικοὺς θεσμούς· ἀλλ’ ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος ἔχει περιωρισμένην ἐξουσίαν, οὐδὲ δύναται νὰ θίξῃ τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας τὸ Σύνταγμα ἀνέγραψεν ἐν αὐτῷ. Ἀκούω ψιθυρισμοὺς δεξιᾷ καὶ διαθέσεις διακοπῶν. Κατ’ ἄλλους χρόνους ἀνέγνων περίεργον σύγγραμμα περιωνύμου συγγραφέως τοῦ κ. Michelet, ἐπιγραφόμενον Θάλασσα. Ὁ Michelet ἐρευνῶν πάντα τὰ ἐν τῇ θαλάσσῃ καὶ τοῖς ὠκεανοῖς γένη τῶν ἰχθύων, ἰσχυρίζεται ὅτι μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχει καὶ γένος τι ἰχθύων λαλούντων. Οὐδ’ ὅταν ἀνέγνων τὸν Michelet ἐπίστευσα τὴν πληροφορίαν ταύτην, οὐδὲ κατὰ τὸν μετέπειτα χρόνον, ἂν καὶ ἀπό τινος ἴσως ἡ πεῖρα καὶ ἐξαιρετικά τινα γεγονότα ἤρχισαν νὰ μειώνωσι τὴν δυσπιστίαν μου πρὸς τοὺς ἰσχυρισμοὺς τούτους τοῦ Michelet. Καὶ νομίζετε, ὅτι εἶναι ὀρθὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ προτείνας τὴν ἔλλειψιν τῆς ἀπαρτίας, ἀπῆλθε, δὲν ὑπῆρχε πλέον ἀνάγκη ἵνα ἐρευνηθῇ ἐὰν ὑπάρχῃ ἀπαρτία; Τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας εἶναι ζήτημα ἀτομικοῦ συμφέροντος, καὶ ἑπομένως, μὴ ὑπάρχοντος ἀτόμου προβάλλοντος αὐτὸ, δὲν ὑφίσταται οὐδὲ τὸ ζήτημα; Ἢ εἶναι ζήτημα δημοσίας τάξεως, τοῦ ὁποίου ἡ Βουλὴ ἐπιλαμβάνεται κατὰ καθῆκον, οὐ μόνον ὅταν προβάλληται ὑπὸ βουλευτοῦ, ἀλλὰ καὶ ὅταν ὑπ’ οὐδενὸς προβάλληται, ὑπόνοια δὲ μόνη ἐγείρεται; Καὶ τότε χρεωστεῖ ὁ Πρόεδρος μόνος του, ἂν ὑπολάβῃ ὅτι δὲν εἶναι ἀπαρτία, νὰ προβῇ εἰς τὴν ἄμεσον ἔρευναν τοῦ πράγματος. Ὁ κ. Μίλησης ἐνήσκει δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχε, καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἔπρεπε νὰ σεβασθῇ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι νομικὸν, ἀλλὰ πραγματικόν· διότι ἀληθῶς τοῦτο δέον νὰ ἐξετασθῇ: ἀφῃρέθη ὁ λόγος ἀπὸ τὸν κ. Μίλησην, περιωρίσθη ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου ἢ ὄχι; Εὔχομαι νὰ μὴ ἦναι ἀληθὴς ἡ ὑπόνοια ἢ ὁ ἰσχυρισμὸς, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Μίλησης κατήγγειλεν. Εὔχομαι νὰ μὴ περιωρίσθη ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου. Ἂν ὅμως περιωρίσθη ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου, νομίζω, ὅτι ἡ πλειοψηφία κατεχράσθη τῆς ἰδίας δυνάμεως, διότι ἡ δύναμις τῆς πλειοψηφίας σταματᾷ εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἀνυπέρβλητον ὅριον τῆς δυνάμεως αὐτῆς, ὅριον τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ, τεῖχος, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ὑπερπηδήσῃ. Ἐὰν ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου τοῦ βουλευτοῦ ἐξ Ἑρμιονίδος περιωρίσθη χθὲς, τὸ ἀδίκημα μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι κοινὸν· δὲν ἤμην παρὼν νὰ βεβαιώσω οὐδένα πραγματικὸν ἰσχυρισμὸν, ἐπερίμενα ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον νὰ βεβαιώσῃ τὸ ἐναντίον ἐκείνων, τὰ ὁποῖα κατέθηκεν ὁ κ. Μίλησης. Ἀλλ’ ἂν περιωρίσθη ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου, τὸ ἀδίκημα εἶναι κοινὸν πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ ὡς μέλος τῆς Βουλῆς ᾐσθάνθην καὶ ἐγὼ τὸ ἀδίκημα τοῦτο, δὲν εὑρίσκω δ’ ἄλλην ἐπανόρθωσιν τοῦ ἀδικήματος, εἰμὴ νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀτελὴς ἡ γενομένη χθὲς δευτέρα ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου περὶ νομικῶν συμβούλων.
§101ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ὅπως ἐπανορθώσω ὅσα οὐχὶ ἀκριβῶς ἀντελήφθη χθὲς ὁ κ. πρωθυπουργὸς, καὶ πρὸ μικροῦ ἐξέθηκεν ἀπὸ τοῦ βήματος. Ὅπως, κύριε πρόεδρε, ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως εἶπον, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἀγορεύσεώς μου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ νομικῶν συμβούλων ὁ κ. Δημητρακάκης, εἰσελθὼν εἰς τὴν αἴθουσαν, ὑπέβαλε πρότασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας τοῦ Σώματος. Οἱ παρόντες βουλευταὶ ἐθορυβήθησαν· ἐνῶ δὲ ἀμέσως, ὡς ἤκουσα τὴν πρότασιν, κατέβην κατὰ τὰ εἰθισμένα τοῦ βήματος· μετά τινας ὅμως στιγμὰς μ’ ἐκάλεσεν ὁ κ. πρόεδρος νὰ ἐξακολουθήσω τὴν ἀγόρευσίν μου. Τότε ἐζήτησα νὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πρὶν ἐξακολουθήσῃ ἡ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου συζήτησις, ἔπρεπε ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, ὅπως βεβαιωθῇ, ὅτι τὸ Σῶμα ἦτο ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀδιάφορον ἂν ἀπεχώρησεν ὁ ὑποβαλὼν τὴν ἔνστασιν. Δὲν ἐξετάζω, κύριοι, ἂν ἡ γνώμη μου αὕτη ἦτο ὀρθή· αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἐπιμένω φρονῶν, ὅτι ἡ γνώμη μου καὶ κατ’ οὐσίαν ἦτο ὀρθή· ἐπιμένω ὅτι δὲν εἶχε δίκαιον ἡ πλειονοψηφία ἰσχυριζομένη ὅτι, ἀποχωρήσαντος τοῦ βουλευτοῦ Δημητρακάκη ἀπὸ τῆς αἰθούσης, ἐξηφανίσθη καὶ ἡ πρότασίς του. Ἀλλ’ οἱαδήποτε γνώμη ἦτο ἡ ὀρθοτέρα, ἐρωτῶ, εἶχον δικαίωμα ἢ δὲν εἶχον νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἐνστάσεως ταύτης; Τίς δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ; Ἐν τίνι λοιπὸν δικαιώματι ὁ πρόεδρος καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς μοῦ ἀφῄρεσαν τὸν λόγον, καὶ δέν μοι ἐπέτρεψαν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἐνστάσεως τῆς μὴ ἀπαρτίας; Δὲν ἦτο δὲ ἀνάγκη νὰ υἱοθετήσω ἐγὼ ἢ ὁ κ. Ζυγομαλᾶς τὴν περὶ μὴ ἀπαρτίας ἔνστασιν, διότι ὁ κ. Δημητρακάκης ἀπεχώρησεν ἁπλῶς, ἀλλὰ δὲν ἀνεκάλεσε τὴν ἔνστασίν του. Καὶ τούτου δοθέντος, ἔπρεπε ν’ ἀκουσθῶ ἐγὼ ὅμως, ὅστις ἐφρόνουν καὶ ὑπεστήριζον ὅτι ἡ πρότασις ὑφίστατο. Ἐννοεῖται δὲ, κύριοι, ὅτι ὅταν δὲν μοὶ ἐπετράπη νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἐνστάσεως περὶ μὴ ἀπαρτίας, ὅταν κατόπιν τῆς ἐνστάσεως δὲν ἐπῆλθεν ὁ ἄμεσος ἔλεγχος, ὅτι ἡ Βουλὴ ἦτο νομίμως συγκεκροτημένη, οὐ μόνον δικαίωμα εἶχον, ἀλλὰ καὶ ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἀπὸ τοῦ βήματος ὡμίλουν πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ οὐχὶ πρὸς ἁπλῆν συνάθροισιν ἀτόμων ἢ βουλευτῶν· ἅμα ἐγεννήθη ἀμφιβολία, ὅτι δὲν εἶχον τὴν Βουλὴν ἐνώπιόν μου, ὤφειλον νὰ διακόψω τὴν ὁμιλίαν μου, ἡ δὲ πλειονοψηφία ὤφειλε νὰ ἀκούσῃ ὅ,τι εἶχον νὰ εἴπω ἐπὶ τῆς παρεμπεσούσης ἐνστάσεως, καὶ κατόπιν ἠδύνατο ν’ ἀποῤῥίψῃ τὴν περὶ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου πρότασιν καὶ διατάξῃ τὴν περαιτέρω συζήτησιν. Τελειώνω μὲ μίαν παρατήρησιν. Ὅ,τι ἐγένετο χθὲς, εἶναι μοναδικὸν φαινόμενον, ὅπερ παρουσιάζει ὁ κοινοβουλευτικὸς ἡμῶν βίος. Πρώτην ταύτην φορὰν ἀφῃρέθη ὁ λόγος ἀπὸ βουλευτοῦ, καὶ ἡ πρώτη αὕτη φορὰ συμπίπτει εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν διαχειρίζεται τὴν ἐξουσίαν καὶ διευθύνει τὴν Βουλὴν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Τρικούπη. Συγχαίρω καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν ὑποστηρίζουσαν ταύτην πλειονοψηφίαν διὰ τὸ ἀνδραγάθημα τοῦτο.
§102ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μόνον ἐμπαιγμοὺς δὲν θὰ δεχθῇ ἡ Κυβέρνησις.
§103ΤΖΑΝΕΣ. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ μακρηγορήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι δὲν θέλω νὰ γίνω καὶ ἐγὼ ἡ αἰτία νὰ προσέλθωσιν εἰς τὸ προαύλιον τῆς Βουλῆς τὴν ἑσπέραν ταύτην οἱ κουλουρτζῆδες τῶν Ἀθηνῶν. Ἔχω σκοπὸν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργὸν ἐπὶ τοῦ ἑξῆς σπουδαίου νὰ προσέξῃ ἀντικειμένου. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καλαμῶν ἐνέπεσε ἐπιζωοτία καὶ δέον νὰ ληφθῶσι μέτρα σύντονα. Ὁ Νομάρχης, ὡς γνωρίζω, ἐπεχείρησεν ἐνέργειαν προληπτικὴν τοῦ ἐνσκήψαντος κακοῦ, εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι θ’ ἀνέφερε περὶ τούτων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐρωτῶ, διετάχθη τι συντελεστικώτερον; Τοῦτο ἤθελον νὰ εἴπω.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ νομικῶν συμβούλων.
§105ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, κύριοι, καὶ λυποῦμαι ἐγκαρδίως, διότι εἰς τὸ προκείμενον περὶ νομικῶν συμβούλων νομοσχέδιον ἐδόθη, ὡς μὴ ὤφειλε, χαρακτὴρ πολιτικὸς ἢ μᾶλλον κομματικός. Καὶ ὅμως δὲν ὑπάρχει λόγος τις δυνάμενος νὰ δικαιολογήσῃ τὸν τοιοῦτον χαρακτηρισμὸν τοῦ νομοσχεδίου. Πρόκειται, κύριοι, περὶ νομοσχεδίου, δι’ οὗ ἐπιζητεῖται κυρίως ἡ προσήκουσα ὑπεράσπισις τῆς περιουσίας τοῦ Δημοσίου, ὑπὲρ τῆς ὁποίας πάντες ἐνδιαφερόμεθα, κατὰ συνέπειαν ἐνομίζον, ὅτι ὀφείλομεν ἅπαντες ἀνεξαρτήτως τῶν πολιτικῶν δοξασιῶν ἢ χρήσεων νὰ καταβάλλωμεν ἐν συμπνοίᾳ πᾶσαν μέριμναν καὶ πᾶσαν ἐπιμέλειαν πρὸς ἐξεύρεσιν τοῦ πράγματι συντελεστικωτέρου τρόπου τῆς ὑπερασπίσεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου. Ὑπάρχουσι βεβαίως καὶ ἄλλα τινὰ ἀντικείμενα ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ, ἀλλὰ ταῦτα ἠδυνάμεθα νὰ ἀποχωρήσωμεν καὶ νὰ ἐξετάσωμεν ἰδιαιτέρως. Ἡ κεχωρισμένη μάλιστα ἐξέτασις αὐτῶν εἶναι ἀναγκαία καὶ διὰ τὴν ὀρθοτέραν ἑκάστου αὐτῶν ἐκτίμησιν. Ἀπὸ τῆς συστάσεως τῶν δικαστηρίων ἐν Ἑλλάδι ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ ἀνατεθῇ ἡ ὑπεράσπισις τῶν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου ὑποθέσεων τῶν πολιτῶν εἰς ἰδιαίτερον σωματεῖον τὸ δικηγορικὸν, διότι, κύριοι, πρὸς ἐπιτυχῆ διεξαγωγὴν τοῦ ἔργου τούτου ἀπαιτοῦνται, πλὴν τῆς νομικῆς ἱκανότητος, καὶ ἄλλα προσόντα καὶ ἔμφυτα, καὶ διὰ τῆς πολυχρονίου ἐμπειρίας καὶ ἐξασκήσεως ἀποκτώμενα. Δὲν θέλω νὰ ἐκθέσω τίνα τὰ προσόντα ταῦτα, διότι ἐπραγματεύθη περὶ αὐτῶν ὁ ἐκ Ναυπλίου συνάδελφος ἡμῶν, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μὴ ἐπαναλάβω ὅ,τι δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν. Τὸ μέτρον τῆς διὰ δικηγόρων ὑπερασπίσεως τῶν ὑποθέσεων τῶν πολιτῶν ἐφηρμόσθη ἔκτοτε, ἤγουν ἀπὸ τῆς συστάσεως τῶν δικαστηρίων καὶ εἰς τὰς ὑποθέσεις τοῦ Δημοσίου, ἐλειτούργησε δὲ καὶ λειτουργεῖ τὸ σύστημα τοῦτο ἐπὶ ὁλόκληρον σχεδὸν πεντηκονταετίαν. Ἀλλὰ, κύριοι, εἰσήχθη φαίνεται καὶ ἐπικρατεῖ παρ’ ἡμῖν πνεῦμά τι νεωτερισμοῦ καὶ καινοτομιῶν, ὅπε ἔχει τάσιν νὰ ἀποδίδῃ πᾶσαν ἐν τῇ ἡμετέρᾳ κοινωνίᾳ ἔλλειψιν ἢ καχεξίαν εἰς ἐλλείψεις τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας καὶ νὰ νομίζῃ, ὅτι δι’ ἁπλῆς τῆς νομοθεσίας τροποποιήσεως δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἀμέσως καὶ ἀνόρθωσις τῶν κακῶς ἐχόντων. Καὶ ἰδοὺ μετὰ πλήρη, ὡς εἶπε, πεντηκονταετίαν νέαι ἰδέαι προβάλλονται περὶ ὑπερασπίσεως τῶν ὑποθέσεων τοῦ Δημοσίου, νέα συστήματα ἐφευρίσκονται καὶ διατυποῦνται ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ. Ἐγὼ δὲν κατέχομαι βεβαίως ὑπὸ τοιούτων τάσεων πρὸς καινοτομίαν· τοὐναντίον, φρονῶ, ὅτι μετὰ μεγίστης προσοχῆς καὶ περισκέψεως ὀφείλομεν νὰ προβαίνωμεν εἰς τροποποιήσεις τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας, ὅτι τότε μόνον πρέπει νὰ ἐπιχειρῶμεν τοιαῦτα, ὅταν ἐκ πολυχρονίου ἐφαρμογῆς καὶ πείρας ἤθελον ἀποδειχθῇ οὐσιώδεις καὶ σπουδαῖαι αὐτῆς ἐλλείψεις, ὅταν ἤθελον ἐπέλθει οὐσιωδῶς ἐπιβλαβεῖς συνέπειαι, ἐκ τῶν ἐσωτερικῶν ἐλλείψεων τῆς νομοθεσίας ἀποῤῥέουσαι, καὶ εἶναι ἀδύνατος ἡ πρόληψις καὶ διόρθωσις. Ὑποθέτω, ὅτι ἔχω σύμφωνον πρὸς τὴν γνώμην μου ταύτην καὶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸν, ὅστις, προκειμένου περὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἔλεγεν, ὅτι μόνον ἐν ἐσχάτῃ ἀνάγκη πρέπει νὰ προβαίνωμεν εἰς τὴν τροποποίησιν τῆς νομοθεσίας, καὶ ὅταν ἐκ τῆς πλήρους αὐτῆς ἐφαρμογῆς ἀποδειχθῇ ἀριδήλως τὸ ἀνεπαρκὲς ἢ πλημμελὲς αὐτῆς. Συνῳδὰ πρὸς τὴν γνώμην ταύτην, ἐρωτῶ τοὺς ὑποβαλόντας τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, τίνες αἱ σπουδαῖαι ἐλλείψεις αἱ προκύψασαι ἐκ τοῦ μέχρι τοῦδε λειτουργήσαντος συστήματος τῆς ὑπερασπίσεως τῶν ὑποθέσεων τοῦ Δημοσίου; Τίνα τὰ ἐπιβλαβῆ ἀποτελέσματα τὰ ἐκ τῆς ἀτελείας τῆς νομοθεσίας προκύψαντα, ἅτινα κατέδειξαν τὴν ἀνάγκην τῆς μεταβολῆς αὐτῆς; Εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην δὲν δύναμαι νὰ λάβω ἄλλοθεν ἀπάντησιν εἰμὴ ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῆς συνοδευούσης τὸ νομοσχέδιον. Ἡ ἔκθεσις ὅμως αὕτη, κύριοι, οὐδὲν περιέχει τὸ δυνάμενον νὰ δικαιολογήσῃ οὐ μόνον τὴν ἐφαρμογὴν τῆς τροποποιήσεως, ἀλλ’ οὔτε κἂν σκέψιν περὶ αὐτῶν. Ὁ ἀξιότιμος συντάκτης τῆς ἐκθέσεως πρὸ πάντων ὁμολογεῖ καὶ ἀναγνωρίζει τὰς πολιτίμους ὑπηρεσίας τῶν δικηγόρων. Ἰδοὺ τί λέγει· «οὐδεὶς δύναται νὰ μὴ ἀνομολογήσῃ, ὅτι πολύτιμοι ἐχορηγήθησαν καὶ χορηγοῦνται ὑπηρεσίαι ἀπὸ πολλοὺς τῶν δικηγόρων, εἰς οὓς ἀνετέθησαν καὶ ἀνατίθενται πρὸς ὑπεράσπισιν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων δίκαι τοῦ Δημοσίου. Προσθέτει κατόπιν ὁ συντάκτης, ὅτι παρετηρήθησαν ἐλλείψεις περὶ τὴν ταχύτητα τῆς διεξαγωγῆς τῶν ὑποθέσεων τοῦ Δημοσίου· ἐκρίθη δὲ, λέγει, καὶ τὸ μέτρον τοῦτο τὸ τῆς ὑπερασπίσεως τῶν ὑποθέσεων τοῦ Δημοσίου διὰ δικηγόρων μὴ ἐπαρκές. Τέσσαρας δὲ ἀναφέρει, ὡς λόγους, τῆς ἀνεπαρκείας, τὸ γλίσχρον τῆς ἀμοιβῆς τῶν δικηγόρων, τὸ πολυάσχολον αὐτῶν, τὴν δυσχέρειαν τῆς συλλογῆς τῶν περὶ τὴν δίκην ἀναγκαίων πληροφοριῶν, καὶ τὴν δυσχέρειαν τῆς συγκροτήσεως συμβουλίων μετ’ ἄλλων δικηγόρων. Ἂς ἐξετάσωμεν ἕνα ἕκαστον τῶν λόγων τούτων. Δὲν διεξάγονται, λέγουσι, μετὰ τῆς δεούσης ταχύτητος αἱ ὑποθέσεις τοῦ Δημοσίου· ἀλλ’ ἐρωτῶ, κύριοι, προέρχεται ἆρα ἐξ ἐλλείψεως τῶν δικηγόρων ἡ βραδύτης αὕτη, ἢ μήπως εἶναι φυσικὴ καὶ ἀναγκαία συνέπεια τῆς θλιβερᾶς καὶ ἐλεεινῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ εὑρίσκονται αἱ ἐργασίαι τῶν δικαστηρίων τοῦ Κράτους; Ἔχω, κύριοι, ἐνώπιόν μου τὴν τελευταίαν κατάστασιν τῶν ἐργασιῶν τῶν δικαστηρίων τὴν ἀναφερομένην εἰς τὴν τετάρτην τριμηνίαν τοῦ 1880. Κατ’ αὐτὴν εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους τούτου ἔμειναν ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου 1000 σχεδὸν ὑποθέσεις· ἐδημοσιεύθησαν δὲ καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου τούτου 400 περίπου ἀποφάσεις· ἵνα λοιπὸν, κύριοι, διεξαχθῶσιν αἱ 1000 αὗται ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις ἀπαιτεῖται πλέον τῆς διετίας. Ἐνώπιον τοῦ ἐν Ἀθήναις Ἐφετείου ἔμειναν ἐκκρεμεῖς κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους 1880 2187 ὑποθέσεις, ἐδημοσιεύθησαν δὲ ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ δικαστηρίου περὶ τὰς 2000 ἀποφάσεις, καὶ σημειωτέον, ὅτι σπανίως περατοῦται ὑπόθεσις τις διὰ μιᾶς καὶ μόνης ἀποφάσεως. Ἀπαιτεῖται λοιπὸν διετία περίπου, ἵνα κατορθώσῃ τὸ δικαστήριον τοῦτο νὰ ἐξαντλήσῃ τὸν κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1880 ὑπάρχοντα ἀριθμὸν τῶν ἐκκρεμῶν δικῶν. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι ἐν τῷ διαστήματι τούτω θέλουν εἰσαχθῆ νέαι ὑποθέσεις πολυαριθμότεραι. Ὅταν, κύριοι, τοιαύτην ἔχετε κατάστασιν δικαστηρίων, εἶναι δίκαιον ν’ ἀποδίδετε τὴν βραδύτητα ἐκδικάσεως τῶν ὑποθέσεων τοῦ Δημοσίου εἰς τοὺς δικηγόρους; Πρὸ ὀλίγων μηνῶν ἐξασκῶ τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα ἐνταῦθα· περὶ τὰς 20 ὑποθέσεις, ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, μοὶ ἀνετέθησαν, οὐχὶ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ὑπὸ ἰδιωτῶν. Εἶχον συμφέρον καὶ ἐπιθυμίαν νὰ δείξω ἔκτακτον δραστηριότητα εἰς τὴν διεξαγωγὴν αὐτῶν, ἔσπευσα νὰ τὰς ἐγγράψω εἰς τὸ πινάκιον τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἐζήτησα τὴν προτίμησιν τινῶν ἐξ αὐτῶν. Ἀλλ’ ἡ αἴτησίς μου δὲν ἐγένετο δεκτὴ καὶ ὤφειλον οὕτω νὰ περιμένω ἐπὶ 2–3 ἔτη μέχρις οὗ ἐπέλθῃ ἡ διὰ τῆς σειρᾶς τοῦ πινακίου συζήτησις αὐτῶν. Εἶναι δίκαιον, κύριοι, οἱ πελάταί μου νὰ αἰτιαθῶσιν ἐμοῦ ἐπὶ ἀδρανείᾳ ἕνεκα τῆς περιστάσεως ταύτης; (Θόρυβος). Θέλετε ταχυτέραν διεξαγωγὴν τῶν ὑποθέσεων τοῦ Δημοσίου; Σκεφθῆτε ἐμβριθῶς, μελετήσατε ὡρίμως, καὶ λάβετε ὅλα τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, ἵνα ἐπέλθῃ τὸ ἐνήμερον τῶν δικαστηρίων, καὶ θέλετε εὐεργετήσει ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν, διότι διακαὴς πόθος αὐτῆς εἶναι τῶν δικαστηρίων τὸ ἐνήμερον. Θέλετε νὰ ἐπισπεύσητε ἰδίαν τινὰ ἐκδίκασιν τῶν δικῶν τοῦ Δημοσίου; Ὑποβάλλετε νόμον, ὅπως συζητῶνται κατὰ προτίμησιν αἱ ὑποθέσεις αὗται πρὸ πάσης ἄλλης δίκης. Μὴ αἰτιᾶσθε ὅμως τῶν δικηγόρων ἐπὶ τῇ βραδύτητι τῆς ἐκδικάσεως αὐτῶν. Ἀντέταξαν κατὰ τοῦ ἰσχύοντος συστήματος καὶ τὸ γλίσχρον τῆς νομίμου ἀμοιβῆς τῶν δικηγόρων· ποίαν ὅμως αἰτίαν ἔχει ἡ γλισχρότης αὕτη, ὅταν ἀξιότιμος πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς διεβεβαίωσεν, ὅτι ἅπαντες οἱ δικηγόροι ἐπιζητοῦσι τὴν πελατείαν τοῦ Δημοσίου, καί τοι γλίσχρου οὔσης τῆς ἀμοιβῆς;
§106ΡΑΛΛΗΣ. Οἱ μὴ ἔχοντες πελατείαν, ὅπως οἱ ἐφημεριδογράφοι οἱ μὴ ἔχοντες συνδρομητὰς, ζητοῦσι τὴν συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως.
§107ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ πρώην ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Πετιμεζᾶς διεβεβαίωσεν, ὅτι πάντες οἱ δικηγόροι ἀπὸ τοῦ μεγαλειτέρου μέχρι τοῦ μικροτέρου ἐπιζητοῦσι τὴν πελατείαν τοῦ Δημοσίου.
§108Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα.
§109ΡΑΛΛΗΣ. Τὴν ἀποφεύγουν.
§110ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐπὶ εἰκοσιπενταετίαν δὲν ἐδέχθην ποτέ.
§111ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔστω· ἂς αὐξηθῶσι τότε αἱ ἀμοιβαὶ τῶν δικηγόρων· δὲν εἶναι ἀποχρῶν λόγος, ἵνα καταργηθῇ τὸ σύστημα αὐτὸ τῆς ὑπερασπίσεως τῶν δικῶν τοῦ Δημοσίου. Ἀντέταξαν κατ’ αὐτοῦ καὶ τὸ πολυάσχολον τῶν δικηγόρων· ἀλλὰ τί ἐνδιαφέρει τὸ πολυάσχολον, ὅταν ἡ ὑπεράσπισις τῶν ὑποθέσεων διεξάγεται ἐπιτυχῶς, καὶ ἐκ στατιστικῶν πληροφοριῶν ἐβεβαιώθημεν, ὅτι τὰ τρία τέταρτα τοῦ Δημοσίου ἀποβαίνουσιν ὑπὲρ αὐτοῦ; Ἀντέταξαν τέλος καὶ τὴν δυσχέρειαν τῶν ὑπὸ τῶν δικηγόρων συλλογῶν τῶν ἀναγκαίων εἰς τὴν δίκην πληροφοριῶν ἐκ τῶν ὑπουργικῶν γραφείων. Ἀλλ’ οἱ δικηγόροι συλλέγουσι τοιαύτας πληροφορίας ἀπὸ τοὺς πελάτας αὐτῶν εἰς τὰ πέρατα τοῦ Κράτους ἢ καὶ τοῦ κόσμου ἐνίοτε διαμένοντας, καὶ θὰ δυσκολευθῶσι νὰ ζητήσωσιν αὐτὰς ἀπὸ τὰ γραφεῖα τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, κείμενα ἐν τῷ κέντρῳ τῶν Ἀθηνῶν, καὶ ἐγγύτατα τῶν δικαστηρίων; Οὐδεὶς λοιπὸν προτείνεται λόγος ἐπαρκὴς πρὸς μεταβολὴν τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας. Οἱ προτεινόμενοι οὐδὲ ἁπλῆν σκέψιν περὶ τοιούτων μεταβολῶν δύνανται νὰ δικαιολογήσωσι. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι βάσιμοι κατ’ οὐσίαν εἶναι οἱ ἐκτεθέντες λόγοι, ἀποδεικνύεται ἆρά γε ἐκ τούτων καὶ τὸ πλημμελὲς τοῦ ἰσχύοντος θεσμοῦ; Δὲν εὑρίσκονται ἐπάξιοι ὑπερασπισταὶ τῶν δικῶν τοῦ Δημοσίου ἐν τῷ ἐν Ἀθήναις δικηγορικῷ συλλόγῳ, τῷ περιέχοντι ὅ,τι ἔχομεν ἔξοχον ἐν τῇ νομικῇ ἐπιστήμῃ; Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁμολογεῖται ἐν τῇ ἐκθέσει, ὅτι πολύτιμοι ὑπηρεσίαι ἐχορηγήθησαν καὶ χορηγοῦνται ὑπὸ πολλῶν δικηγόρων, τίνος ἕνεκα δὲν ἐμπιστεύεσθε εἰς τούτους ἁπάσας τὰς δίκας τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ἐκλέγετε ἄλλους ἀνικάνους νὰ χορηγήσωσιν ὑπηρεσίας τοιαύτας; Καὶ διὰ τὴν ὑμετέραν περὶ τὴν ἐκλογὴν τῶν καλῶν δικηγόρων ἀνικανότητα ἢ ἀδυναμίαν ἐπιζητεῖτε τὴν κατάργησιν τῆς νομοθεσίας! Ἀλλ’ ἔστω ἂν ἀποδεχθῶμεν, ὅτι ἔχει ἐλλείψεις τὸ ἰσχύον σύστημα ἢ ὅτι καὶ καλὸν ἂν ἦναι, δύναται νὰ ἀντικατασταθῇ δι’ ἄλλου καλλιτέρου, ἐξεταστέον ἤδη ὁποῖον εἶναι τὸ προτεινόμενον νέον τοῦτο σύστημα; Τὸ σύστημα τοῦτο συνίσταται εἰς τὴν ἐκλογὴν ἑπτὰ προσώπων, εἰς τὰ ὁποῖα ὑποχρεωτικῶς ἀνατεθήσονται ἅπασαι αἱ δίκαι τοῦ Δημοσίου ἐπὶ ἑξαετίαν, καὶ ἀντὶ ὡρισμένου κατὰ μῆνα μισθοῦ. Οὕτω λοιπὸν, κύριοι, ἐνῷ μέχρι τοῦδε τὸ Δημόσιον ἠδύνατο νὰ ἐκλέξῃ τοὺς ὑπερασπιστὰς αὐτοῦ μεταξὺ πεντακοσίων δικηγόρων, εἰς τὸ ἑξῆς ἀναγκαίως θὰ περιορισθῇ εἰς τὰ ὡς ἄνω ἅπαξ ἐκλεχθέντα πρόσωπα. Ἤδη ἐρωτᾶται, θέλουσιν ἔχει οἱ ἐπὶ ἑξαετίαν ἐκλεχθέντες οὗτοι ἔμμισθοι δικηγόροι ἢ ὑπάλληλοι, διότι τὸ ὄνομα δὲν ἀλλάσσει τὸ πρᾶγμα, θέλουσιν ἔχει ὅλα τὰ ἀπαιτούμενα προσόντα πρὸς ἐπιτυχῆ διεξαγωγὴν καὶ ὑπεράσπισιν τῶν ὑποθέσεων τοῦ Δημοσίου; Δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πεποίθησιν περὶ τῆς ὑπάρξεως τῶν προσόντων τούτων; Θὰ ἐκλέξωμεν, λέγουσιν, αὐτοὺς, εἴτε ἐκ τοῦ δικαστικοῦ, εἴτε ἐκ τοῦ δικηγορικοῦ κλάδου. Ὑπάρχουσι, κύριοι, ἀναντιῤῥήτως εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον πρόσωπα ἐγνωσμένης ἱκανότητος καὶ ἀξίας, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἕτερα, ὧν ἡ ἱκανότης δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ· δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἐκλογὴ θέλει πέσει ἐπὶ ἐκεῖνα καὶ οὐχὶ ἐπὶ ταῦτα; Ἐκτὸς ὅμως τούτου, δύναταί τις νὰ ἦναι διακεκριμένος δικαστὴς, οὐχὶ ὅμως καὶ διακεκριμένος δικηγόρος, διότι ἄλλο τὸ ἔργον τοῦ δικαστοῦ καὶ ἄλλο τὸ ἔργον τοῦ δικηγόρου. Ὁ δικαστὴς λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν του ἐργασίαν ἐπεξειργασμένην καὶ μελετημένην μετὰ τῶν ἀναγκαίων ἀναπτύξεων καὶ μετὰ παραπομπῶν τῶν ἐγγράφων, καὶ πρόκειται νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν ἐπ’ ὡρισμένων θεμάτων. Ὁ δικηγόρος ὅμως πρόκειται νὰ ἀνεύρῃ αὐτὴν τὴν ὁδὸν, ἣν ὀφείλει νὰ διατρέξῃ, καὶ νὰ διαγράψῃ αὐτὸς τὸν τρόπον τῶν ἐκθέσεων ἢ τῆς ἀμύνης, ἔχει ἑπομένως ἀνάγκην πρωτοβουλίας, ἔχει ἀνάγκην εὐφυΐας καὶ ἑτοιμότητος νὰ ἀπαντᾷ εἰς ἐπιχειρήματα αἴφνης πολλάκις προτεινόμενα, ἔχει ἀνάγκην τοῦ δώρου τοῦ λόγου, ἵνα ἐκφράζῃ δεόντως καὶ πειστικῶς τὰς ἰδέας του. Νομίζετε, ὅτι εἶναι εὔκολον νὰ εὑρεθῶσι τὰ προσόντα ταῦτα εἰς ἅπαντας τοὺς δικαστικούς; Ἔχομεν παραδείγματα διακεκριμένων δικαστικῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες δὲν κατέλαβον τὴν πρώτην θέσιν μεταξὺ τῶν δικηγόρων. Δὲν δύναται ἑπομένως νὰ ὑπάρξῃ ἀσφάλεια, ὅτι ἡ ἐκλογὴ θέλει πέσει ἐπὶ τὸν ἱκανὸν καὶ κατάλληλον.
§112ΡΑΛΛΗΣ. Τότε σεῖς ἀρνεῖσθε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ διορίζειν ὑπαλλήλους, καὶ ὅτι πρέπει νὰ σᾶς ἐρωτᾷ· ἡ ἁπλότης ἔχει τὰ ὅριά της.
§113ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ, ὅτι ἐγὼ δὲν ὑπερέβην τὰ ὅρια τοῦ πρέποντος· θέλω νὰ καταδείξω τὸ δυνατὸν τῆς ἀποτυχίας, ἐξ ἧς θέλουσι διακινδυνεύσει τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Οὐδὲ τὰ περὶ ἐκλογῆς μεταξὺ τῶν δικηγόρων μέτρα δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀσφαλῆ, διότι ἡ σύστασις τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ καὶ ὑπὲρ τῶν μετριωτέρων. Προκειμένου περὶ προσωπικῶν ζητημάτων καὶ σχετικῶν ἐκτιμήσεων εἶναι δυσχερὴς ἡ αὐστηρὰ τοῦ καθήκοντος ἐκπλήρωσις. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῶν προσόντων τῶν ἐκλεχθησομένων· ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπάρχωσι ταῦτα, γενήσεται ἆρά γε ἡ δέουσα χρῆσις αὐτῶν πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν ὑποθέσεων τοῦ Δημοσίου; Καὶ πρῶτον θὰ καταβάλωσιν οἱ ἐκλεχθησόμενοι μείζονα δραστηριότητα τῆς τῶν ἤδη ὑπερασπιστῶν τοῦ Δημοσίου; Ὑπάρχει, κύριοι, κοινὴ παροιμία, ἐκφράζουσα μεγάλην ἀλήθειαν, ὅτι τὸ ἀγώγι ἐξυπνᾷ τὸν ἀγωγιάτην. Ὁ δικηγόρος ἔχει μέγιστον συμφέρον νὰ ἀναπτύξῃ ὅλην αὐτοῦ τὴν δραστηριότητα, διότι ἐπὶ τῆς ἀγαθῆς περὶ ἑαυτοῦ γνώμης τοῦ κοινοῦ στηρίζει τὰς περὶ τοῦ μέλλοντος ἐλπίδας του, διότι ἀμείβεται ἀναλόγως τῆς ἐργασίας του, διότι ἕνεκεν ἀδρανείας δύναται νὰ ἀπολέσῃ τὸν πελάτην αὐτοῦ. Ποῖον ὅμως ἐλατήριον δύναται νὰ ἐκβιάσῃ εἰς τοιαύτην ἐργασίαν τὸν νομικὸν αὐτὸν σύμβουλον, ὅστις ἔχει ἀσφαλῆ τὸν μισθόν του ὁσηνδήποτε καὶ οἱανδήποτε ἐργασίαν καὶ ἂν προσφέρῃ, καὶ ὅστις μετὰ τὸ τέλος τῆς θητείας του, θέλει ἔχει ὑπέρογκον σύνταξιν; Δὲν κατανοεῖτε, ὅτι εἰς πᾶσαν κοινωνικὴν περιπέτειαν θὰ εὑρίσκῃ εὔλογον ἀφορμὴν, ἵνα ἀρνηθῇ ἐργασίαν καὶ ἀποῤῥίψῃ αὐτὴν εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ συναδέλφου του; Τί δὲ θέλει συμβῆ, ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει καὶ ἡ δέουσα εἰλικρίνεια εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων; Ὁποῖα μέσα προφυλάξεως ἔχει ὁ ὑπουργὸς ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Ὁ ἰδιώτης ἐκλέγει τὸν δικηγόρον του καὶ δύναται νὰ ἀποφύγῃ καὶ τὸν γνώριμον ἁπλοῦν τοῦ ἀντιδίκου δικηγόρον, ἐνῷ τὸ Δημόσιον θὰ καταφύγῃ ὑποχρεωτικῶς εἰς τοὺς νομικοὺς συμβούλους. Ἐνῷ λοιπὸν τὸ ὑπάρχον σύστημα οὐδὲν παρουσιάζει τὸ εὐλόγως ἐπίμεμπτον, τὸ νέον σύστημα ἀπὸ τοῦδε παρουσιάζει πληθὺν ἐλλείψεων, τὰς ὁποίας ἡ ἐφαρμογὴ θὰ καταδείξῃ ἔτι καταφανέστερον. Ἂς προβῶμεν ἤδη καὶ εἰς σύγκρισίν τινα τῶν δύω συστημάτων, τοῦ ἰσχύοντος καὶ τοῦ εἰσαγομένου. Κατὰ τὸ ἰσχύον σύστημα, τὸ Δημόσιον ἔχει τὴν ἐξουσίαν νὰ ἐκλέξῃ μεταξὺ τῶν πρωτευόντων ἐπὶ νομομαθείᾳ καὶ δεξιότητι νομικῶν ἡμῶν. Κατὰ τὸ εἰσαγόμενον σύστημα, τὸ Δημόσιον ἀναγκαίως θὰ καταφύγῃ εἰς δευτερεύοντας. Κατὰ τὸ ἰσχύον σύστημα, τὸ Δημόσιον δύναται νὰ ἐκλέξῃ εἰδικοὺς ἄνδρας ἀναλόγως τῶν ζητημάτων, ἅτινα ἀναφέρονται ἐπὶ ἑκάστης ὑποθέσεως, νὰ ἐκλέξῃ, προκειμένου περὶ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου, τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ τὸν Καθηγητὴν τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, προκειμένου περὶ ζητήματος τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας νὰ ἐκλέξῃ τὸν πρώην καὶ τὸν νῦν Καθηγητὴν τῆς Πολιτ. Δικονομίας, προκειμένου περὶ ζητημάτων τοῦ Ἐμπορικοῦ Δικαίου νὰ ἐκλέξῃ τὸν γηραιὸν Καθηγητὴν τοῦ Ἐμπορικοῦ Δικαίου. Κατὰ τὸ νέον σύστημα, δὲν εἶναι πιθανὸν, ὅτι θὰ εὑρίσκωνται εἰδικοὶ ἄνδρες μεταξὺ τῶν 7 νομικῶν συμβούλων. Κατὰ τὸ ἰσχύον σύστημα, τὸ Δημόσιον δύναται, ἐν περιπτώσει ἐλλείψεων, ἀμελείας ἢ ἄλλης παρεκτροπῆς, νὰ ἀποσύρῃ ἀμέσως τὰς ὑποθέσεις του καὶ νὰ ἐμπιστευθῇ αὐτὰς εἰς ἄλλον. Κατὰ τὸ εἰσαγόμενον σύστημα, ἀναγκαίως αἱ ὑποθέσεις πρέπει νὰ ἐμμείνωσιν εἰς τὰ αὐτὰ πρόσωπα ἐπὶ ἑξαετίαν! Κατὰ τὸ ἰσχύον σύστημα τέλος ὁ δικηγόρος ἔχει μέγιστον ἐνδιαφέρον νὰ γείνῃ ἀρεστὸς εἰς τοὺς πελάτας του καὶ ἰδίως εἰς τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον δίδει τὴν μεγίστην πελατείαν. Κατὰ τὸ εἰσαγόμενον σύστημα, λαμβάνων ἀσφαλῶς τὸν μισθόν του, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τοιοῦτον ἐνδιαφέρον. Οὐδὲν ἑπομένως φρονῶ δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὸ εἰσαγόμενον σύστημα. Παραδεχόμενοι τοῦτο, προσέξατε, κύριοι, μήπως περιπέσωμεν εἰς τὴν θέσιν τῶν ἀθώων ἐκείνων τετραπόδων, τὰ ὁποῖα ἀποκτείναντα τὸν ἐν τῷ χωρίῳ των ἀρχαῖον σαγματοποιὸν, περιέπεσαν εἰς χεῖρας ἑτέρου ὅλως ἀπείρου καὶ ἀδοκίμου. Τίς, κύριοι, ἰδιώτης διάδικος ἤθελε συμφωνήσει νὰ ἀναθέσῃ κατ’ ἀποκοπὴν καὶ ὑποχρεωτικῶς τὰς ἐκθέσεις του εἰς τινα δικηγόρον ἐπὶ ἑξαετίαν καὶ πρὶν ἢ μάλιστα γνωρίσῃ ἐκ πείρας τὴν ἀξίαν αὐτοῦ; Ταῦτα, κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς ὑπερασπίσεως τῶν ὑποθέσεων τοῦ Δημοσίου· τὸ προκείμενον σχέδιον περιέχει καὶ διάφορα ἄλλα ἀντικείμενα, καὶ πρῶτον τὸ ἀντικείμενον τοῦ συμβιβασμοῦ τῶν δικῶν τοῦ Δημοσίου. Προκειμένου περὶ συμβιβασμοῦ τῶν ὑποθέσεων τοῦ Δημοσίου, εἰμὶ, κύριοι, λίαν δύσκολος, καὶ φρονῶ, ὅτι ὅπως ἔχουν παρ’ ἡμῖν τὰ πράγματα καὶ ἀναλόγως τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα εἰς πᾶσαν ὑπόθεσιν παρεμβάλλονται, ὁσάκις ἰδίως πρόκειται νὰ γείνῃ διάθεσις δημοσίων χρημάτων ὑπὲρ προσώπου, προτιμότερον ἤθελεν εἶσθαι νὰ ἀπολέσῃ τὸ Δημόσιον ἑκατὸν δίκας, ἢ πέντε ἀμφιβόλους νὰ συμβιβάσῃ. Δὲν θὰ ἦναι μεγάλη ζημία, ἐὰν ὑποστῇ τὸ Δημόσιον τὰς δικαστικὰς δαπάνας, ἀλλὰ θὰ ἦναι μεγάλη ὑλικὴ καὶ ἠθικὴ ζημία νὰ δαπανῶνται χιλιάδες δραχμῶν δι’ ἀνυπάρκτους καὶ φαντασιώδεις ἀπαιτήσεις, χάρις εἰς ἔκνομα μέσα καὶ κομματικὴν ἐνέργειαν. Ὁ Δικαστικὸς Σύμβουλος πρῶτος ἀναγνωρίζει τὴν ὀρθότητα τῶν σκέψεων τούτων ἐν τῇ ἐκθέσει αὑτοῦ, διότι εἶναι πράγματι ἄνθρωπος χαρακτῆρος ἀκεραιοτάτου. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἔχει ἀνάγκην συνδρομῆς τινος πρὸς ἐκτίμησιν τοῦ δικαίου τῶν συμβιβασμῶν, διορίσατε καὶ ἕτερον Σύμβουλον ἢ καὶ δύω ἀκόμη τοιούτους, δὲν εἶναι ὅμως ἀνάγκη καὶ νὰ προβῆτε εἰς ἀνατροπὴν τῆς νομοθεσίας ὅλως ἀδικαιολόγητον. Ἕτερον ἀντικείμενον τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ σύστασις δικαστηρίου εἰδικοῦ, ἀποφαινομένου περὶ τῶν ὑποθέσεων τοῦ λαθρεμπορίου καὶ περὶ τῶν παραβάσεων τῶν περὶ χαρτοσήμων νόμων. Οὐδεμίαν ἔχω ὡς πρὸς ταῦτα ἀντίῤῥησιν. Δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην τῶν φρονούντων, ὅτι μία τοιαύτη πρᾶξις δύναται νὰ ἦναι ἐπιβλαβής, ἢ ὅτι ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἐὰν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1843 ἐθεώρησε προτιμητέαν τὴν εἰς τὸ δικαστήριον ὑποβολὴν τῶν διαφορῶν τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, τὸ νεώτερον ὅμως Σύνταγμα ἀπῄτησεν ἁπλῶς νὰ ῥυθμισθῇ διὰ νόμου ἡ ἐκδίκασις αὐτῶν, καὶ τοιοῦτος νόμος εἶναι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ἑπομένως οἱ διορισθησόμενοι Σύμβουλοι δύνανται νὰ δικάσωσι καὶ τὰς παραβάσεις ταύτας. Ἀλλὰ θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ δικάζον δικαστήριον καὶ ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἔχει πεῖραν τῶν τελωνιακῶν ἀντικειμένων καὶ δύναται νὰ φωτίσῃ περὶ αὐτῶν τοὺς συναδέλφους του, οἵτινες, ὡς καθαρῶς νομικοὶ, δὲν εἶναι ἐντριβεῖς εἰς τὰ τοιαῦτα. Ἕτερον ἀντικείμενον τοῦ νομοσχεδίου εἶναι τὸ τῶν συμβούλων τῶν διαφόρων ὑπουργείων. Δὲν εἶχον ποτὲ τὴν τιμὴν νὰ διατελέσω ὑπουργὸς, ἀλλ’ ἐρωτῶ τοὺς διατελέσαντας, ᾐσθάνθησαν κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς τῶν καθηκόντων ὑπηρεσίας των τὴν ἀνάγκην νὰ ζητῶσιν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν γνώμας περὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς ὑπηρεσίας των παρὰ τρίτων προσώπων, ἐκτὸς τῶν ὑπαλλήλων τοῦ ὑπουργείου των; Ἐὰν δὲ τοιαύτη ἀνάγκη σπανιώτατα ἀναφύεται, τίς ἡ ἀνάγκη ὑπαλλήλων εἰδικῶν, ἁδρῶς μισθοδοτουμένων; Συμπεραίνων λοιπὸν φρονῶ, ὅτι ὡς πρὸς τὰ ἀντικείμενα ταῦτα δυνάμεθα νὰ ἐπιψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν ὑπεράσπισιν τῶν δικῶν τοῦ Δημοσίου ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων διὰ νομικῶν συμβούλων, φρονῶ, ὅτι εἶναι μέτρον παρακεκινδυνευμένον, ἐξ οὗ οὐχὶ ὠφέλεια, ἀλλὰ μᾶλλον ζημία δύναται νὰ προκύψῃ. Ἀλλ’ ἐν περιπτώσει παραδοχῆς καὶ τοῦ μέτρου τούτου, πρέπει νὰ προσέξωμεν πολλοὶ εἰς τὸ ὑπέρογκον τοῦ προσδιοριζομένου μισθοῦ, διότι εἶναι ἀπελπιστικὸν νὰ λαμβάνωσιν ἀνώτατοι τοῦ Κράτους ὑπάλληλοι μικρότερον μισθὸν ἐκείνου, ὃν θὰ λάβωσιν οἱ ὑπ’ αὐτοὺς ὑπηρετοῦντες καὶ δυνάμει τῆς συστάσεών των διορισθησόμενοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ νομικοῦ συμβούλου. Ὁ μισθὸς τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι ἀποχρῶσα ἀμοιβή, ἀντὶ τῆς ὁποίας εὐχαρίστως ἕκαστος τῶν ὑπὸ τὸν Πρόεδρον ὑπηρετούντων θὰ δεχθῇ τὴν θέσιν τοῦ νομικοῦ συμβούλου. Δίδοντες ἀνώτερον τοῦ εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου μισθὸν, ἀνατρέπετε ἐν γένει τὴν ἐν τῇ ὑπαλληλίᾳ ἱεραρχικὴν σχέσιν. Καταστρέφων τὸν λόγον, κηρύττομαι ἐναντίος τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὸν διορισμὸν τῶν νομικῶν συμβούλων, ὡς ὑπερασπιστῶν τῶν ὑποθέσεων τοῦ Δημοσίου, ἀποδέχομαι δὲ τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ ὡς πρὸς τὰ λοιπὰ ἀντικείμενα.
§114ΤΖΑΝΕΣ. Ἐὰν, κύριοι βουλευταὶ, ἔβλεπον ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ὑπὸ συζήτησιν, ὅτι οἱ ἑπτὰ οὗτοι ἄνδρες, οἱ ὀνομαζόμενοι ἐν αὐτῷ δικαστικοὶ Σύμβουλοι, ὠνομάζοντο Σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας, ἤθελον πράγματι ἀνομολογήσει, ὅτι ἀνάγκη τις κατεπείγουσα τῆς παρασκευῆς τῶν νόμων ἐν τοῖς ὑπουργείοις ὑπηγόρευσεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸν τοιοῦτον θεσμόν. Ἀλλ’ ἂν καὶ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐπεδίωκε, οὐχ ἧττον ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ἐπιβλαβής. Ὅπως δήποτε ἡ ἐκ τῶν δικαστηρίων ἀπομάκρυνσις ἑπτὰ ἐκ τῶν ἱκανωτέρων δικαστῶν θέλει ἐπιφέρει βαρὺ τραῦμα κατὰ τῆς κανονικῆς λειτουργίας αὐτῶν. Δὲν θέλω νὰ μὴ πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἰδίως ὁ κύριος ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ μακρὰν πάσης τιθέμενος δολίας προθέσεως δὲν θὰ φροντίσῃ νὰ εἰσαγάγῃ ἐντὸς τῶν θέσεων τῶν νομικῶν συμβούλων, ἀδιακρίτως, τοὺς χρησιμωτέρους· ἔχω ἀπεναντίας τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἔχει τὴν φιλοτιμίαν νὰ προσαγάγῃ ἐν αὐταῖς ἄνδρας ἐκ τῶν ἱκανωτέρων, καὶ διὰ τοῦτο ἀπελπίζομαι, καὶ διὰ τοῦτο βλέπω τὴν τῶν δικαστηρίων βλάβην. Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν δύω ἐκ τοῦ Ἀρείου Πάγου, δύω ἢ τρεῖς ἐκ τῶν Προέδρων τῶν Ἐφετῶν, καί τινα ἄλλον ἀνώτερον λειτουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐκ τῶν ἱκανωτέρων· ἐὰν ἐκ τούτων μετακινήσωμεν τὸ προσωπικὸν τῶν Δικαστηρίων μὲ τὴν ὑφισταμένην ἔλλειψιν τοσούτου προσωπικοῦ εἰς τὰ κατώτερα Δικαστήρια, συλλογισθῆτε, κύριοι βουλευταὶ, ποῖον θέλομεν ἀνοίξει χάος εἰς τὰ Δικαστήρια ἡμῶν.
§115ΛΕΒΙΔΗΣ. 7 εἶναι ὅλοι.
§116ΤΖΑΝΕΣ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, κ. Λεβίδη, ὅτι 18 Πρωτοδίκαι ἐλλείπουσιν· εἰς τὴν τοιαύτην ἔλειψιν προσθέσατε τὸ 7 σας αὐτὸ, μὴ λησμονήσητε δὲ τὴν ἐπελευσομένην μεταβολὴν ἐκ τῆς τοποθετήσεως τῶν 7, τῆς προαγωγῆς ἀντ’ αὐτῶν ἄλλων 7, καὶ τοῦ διορισμοῦ 18 Πρωτοδικῶν, καὶ θέλετε κατανοήσει πληρέστατα τὴν βλάβην, ἥτις θὰ ἐπέλθῃ ἀναντιῤῥήτως εἰς τὴν Δικαιοσύνην τοῦ Τόπου. Ἰδοὺ διὰ τί εἶπον καὶ ἐπιμένω νὰ λέγω, ὅτι ἐν τοιαύτῃ καταστάσει δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ ἀνομολογήσωμεν πάντες, ὅτι θέλομεν πράξει πρᾶξιν ὅλως ἀσύνετον, δεχόμενοι καὶ ψηφίζοντες τὸ νομοσχέδιον.
§117ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἔχομεν τὸ φυτώριον τοῦ Πανεπιστημίου καὶ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην.
§118ΤΖΑΝΕΣ. Τὸ φυτώριον τοῦ Πανεπιστημίου δὲν δίδει δένδρα, δίδει δενδρία· ἄλλως, ἐκεῖθεν ἐξήλθομεν καὶ ἡμεῖς, καὶ ἴσως ἐξέλθομεν εἰς χρόνους εὐτυχεστέρους τῶν σημερινῶν, ἀλλ’ ἃς τὸ εἴπωμεν ἀνερυθριάστως καὶ ἃς ὁμολογήσωμεν ἀνυποκρίτως ὅτι μετὰ παρέλευσιν 8 καὶ 10 ἐτῶν μόλις ἠδυνήθημεν καὶ μετὰ κόπου οὐχὶ μικροῦ, νὰ εἰσέλθωμεν ἐν τῷ τῆς πρακτικῆς τῆς ἐπιστήμης τοῦ Δικαίου μυστηριώδει κόσμῳ. Ἐν τούτοις, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐξετάσω καὶ ὑπὸ ἄλλας ἐπόψεις τὴν ἀνάγκην τῆς ψηφίσεως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, διὰ νὰ εὑρεθῇ ἂν ἐξ αὐτῆς τοὐλάχιστον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠναγκάσθη νὰ προβῇ εἰς διάβημα τοιοῦτον μὲ τὴν προφανῆ βλάβην τῶν Δικαστηρίων. Κύριοι, φρονῶ, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ὅπερ βεβαίως σκοπὸν ἔχει τὴν θεραπείαν, κατὰ τὴν κρίσιν ἐννοεῖται τοῦ κ. ὑπουργοῦ, τῶν κακῶς κειμένων ἐν ταῖς χερσὶν τῶν δικηγόρων, ἐπιῤῥίπτει ἐπ’ αὐτῶν σπουδαίαν μομφὴν, καὶ τοιαύτην, ἥτις εἰς ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης, καὶ δικαίας ἐκτιμήσεως πρὸς τοὺς δικηγορικοὺς συλλόγους ἅπαντας ἐπεκτείνεται. Ἀπέχω νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν εἰσερχόμενος εἰς τὴν παράστασιν τῶν ὑπηρεσιῶν, ἃς πρὸς τὸ Δημόσιον προσήνεγκον οἱ κ. Δικηγόροι, οὔτε θέλω νὰ ἔλθω εἰς λεπτομερείας περὶ ὧν πάντες γινώσκουσιν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔντιμον ἐξάσκησιν τοῦ ὑπὸ παντὸς δικηγόρου Ἕλληνος, πλὴν τῶν ἐξαιρέσεων, δικηγορικοῦ καθήκοντος· ὁ κ. Κωνσταντόπουλος ἱκανὰ εἶπεν ὑμῖν νὰ σᾶς πείσωσιν, ὅτι οὐδέποτε, ἢ πολλὰ ἴσως σπανίως διεκινδύνευσαν τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, ἀφ’ ἧς ἀνετέθη ἡ ὑπεράσπισις τῶν δημοσίων συμφερόντων εἰς τοὺς κ. δικηγόρους, λέγω δὲ μόνον ὅτι ὅπως ἤδη ἔχουσι τὰ πράγματα, οὐχὶ τὴν θεραπείαν τῶν κακῶς κειμένων δὲν θέλομεν ἐπιτύχει, ἀλλὰ τὴν δαπάνην θέλομεν αὐξήσει ἄνευ σκοποῦ τινος πρακτικοῦ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ περιαυτολογήσω καὶ μετὰ θάῤῥους νὰ σᾶς εἴπω μίαν ἀλήθειαν, ἑκατὸν καὶ πεντήκοντα καὶ πλέον ὡς δικηγόρος ὑποθέσεις λίαν σπουδαίας τοῦ Δημοσίου ὑπεστήριξα καὶ διεξήγαγον ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου Καλαμῶν, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἔσωσα τὰ συμφέροντα αὐτοῦ· οὕτως ὥστε ὁ ἀείμνηστος Χρηστίδης ἠναγκάσθη νὰ τὸ ὡμολογήσῃ ἐνώπιόν μου καὶ τοσούτων ἄλλων, ὅτε ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν τελευταίαν αὑτοῦ ὑπουργείαν τὸν ἐπεσκέφθην. Ἔσωσας τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, μοὶ εἶπεν, κ. Τζάνε, ἐν Κορώνῃ, ἐξασφαλίσας τὰ ἐλαιοτεμάχια αὐτόθι ἐκ τῶν χειρῶν τοῦ Ψιροπούλου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ συνηγορήσω ἐγὼ ὑπὲρ τῶν κ. δικηγόρων, οὔτε ν’ ἀποδείξω τ’ αὐταπόδεικτα· ἐὰν ὑπάρχουσιν ὅπως ἐν παντὶ ἐπαγγέλματι, καί τινες ἐξερχόμενοι τῶν ὁρίων τοῦ καθήκοντος, τιθέμενοι δὲ πέραν τοῦ δικαίου ὁρίου τῆς ἰδιοτελείας, περὶ τούτων δύναται νὰ εἴπῃ τις ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐπίβλεψις· ἀλλὰ προεῖπον, ὅτι οὗτοι μετρῶνται εἰς τὰ δάκτυλα, καὶ ἕνεκα τούτου εὔκολον εἶναι νὰ διακρίνωνται καὶ ὑπὸ τῶν προϊσταμένων νὰ ἀνακαλοῦνται οὕτως εἰπεῖν εἰς τὴν τάξιν. Οἱ Πρόεδροι, οἱ Εἰσαγγελεῖς, οἱ νομικοὶ σύμβουλοι, πάντες οὗτοι εὐκόλως δύνανται ν’ ἀνεύρωσιν ἂν ὑποστήριξις τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου δὲν γίγνεται ὑπὸ τῶν δικηγόρων κατὰ τὸ καθῆκον καὶ τὸ συμφέρον. Πλὴν τούτων, κύριοι Βουλευταὶ, ἐξετάσατε τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν τὸ Δημόσιον εἶχεν ἐμμισθώσει δικηγόρους πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ὑποθέσεών του ἐν τοῖς δικαστηρίοις· τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὄχι μόνον αἱ τοῦ Δημοσίου ὑποθέσεις εἰς πολλὰς χιλιάδας ἀνῆλθον, ἀλλὰ καὶ οὐδεμία ὑπόθεσις διεξεπεραιώθη ταχέως, καὶ διὰ τί τοῦτο; διότι ὁ δικηγόρος τότε δὲν ἦτο ὁποῖος σήμερον· τοὺς δικηγόρους σήμερον, ἐκτὸς ὀλιγίστων ἐξαιρέσεων, διακρίνει ἡ ἱκανότης καὶ ἡ πιστὴ τοῦ καθήκοντος ἐκπλήρωσις, ἐνῷ κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους ἡ ἐξαίρεσις παρίστα τὸν ἱκανὸν καὶ ἐν ἐπιμελείᾳ ἐργαζόμενον, ἐνῷ τότε ὅπως ἤδη δὲν ἐπαλήθευε τὸ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Κωνσταντοπούλου λεχθὲν «τὸ ἀγῶγι ξυπνᾷ τὸν ἀγωγιάτην.» Ὄντως δὲν ἔχει ἀνάγκην ὁ ἀγωγεὺς νὰ μεριμνᾷ, ὅτε ἐκ προκαταβολῆς εἶναι βέβαιος, περὶ τῶν ἀγωγίων. Ἡ ὑπὸ τῶν κκ. δικηγόρων ὑποστήριξις τῶν ὑποθέσεων τοῦ Δημοσίου εἶναι ὁ μόνος κατάλληλος τρόπος τῆς ἐν οἰκονομίᾳ καὶ ἐν εὐθύτητι διεξαγωγῆς αὐτῶν. Ἐὰν δέ τινες τούτων εἰσὶν πέραν τοῦ δέοντος ἀπαιτητικοὶ λόγῳ τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, διαβιβάζοντες πίνακας ἐν οἷς ἀναγράφονται ποσὰ πέραν τῆς διατιμήσεως, οἱ πίνακες οὗτοι ἔχουσι τὸν αὐστηρὸν ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενον ψαλιδιστήν· ἄλλως, ἐκ τούτου καὶ μόνου, ὅπερ ἴσως παρίσταται ὡς αἰτία τῆς ἀνάγκης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, δὲν πρέπει νὰ γείνῃ ἡ ἀφορμὴ νὰ πιστεύσῃ ἡ κοινωνία, ὅτι τὸ Κράτος ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ νομιμοποιήσῃ θέσεις νομικῶν συμβούλων ἑπτὰ, διότι δὲν ἐμπιστεύεται τοῦ λοιποῦ τὰ συμφέροντα αὐτοῦ εἰς χεῖρας τῶν δικηγόρων.
§119ΡΑΛΛΗΣ. Τοῦτο δὲν ἀποδίδεται.
§120ΤΖΑΝΕΣ. Δὲν εἶπον, ὅτι ἀποδίδεται ἀμέσως, ἀλλὰ τοῦτο ὑποδεικνύεται, τοῦτο ὑπολανθάνει, καὶ ἕκαστος εἰς τοῦτο κυρίως ἀποδίδει τὴν ἀντικατάστασιν τῶν δικηγόρων ὑπὸ τῶν νομικῶν συμβούλων. Διὰ τοὺς λόγους λοιπὸν τούτους, κύριοι Βουλευταὶ, καὶ κυρίως διότι οὐδένα ἔχει πρακτικὸν σκοπὸν καὶ ὄφελος τὸ νομοσχέδιον, προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μὴ τὸ ἐπιψηφίσῃ ὅπως εἰσάγεται· ἄλλως, φρονῶ περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἠδύνατο νὰ γείνῃ χρήσιμος ἡ ἑπτὰς αὕτη τῶν νομικῶν συμβούλων, ἐὰν κυρίως ἔργον εἶχον οὗτοι τὴν προπαρασκευὴν τῶν ἐν τῇ Βουλῇ εἰσαγομένων ὑπὸ τῶν ὑπουργῶν νομοσχεδίων καὶ τὴν ἐπεξεργασίαν ἔτι καὶ αὐτῶν τῶν ὑπὸ τῶν βουλευτῶν προτεινομένων προτάσεων νόμου· οὕτω δὲ δὲν ἠθέλαμεν βλέπει εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια, ὑπουργικὰ ἀτελέστατα νομοσχέδια, τῶν ὁποίων ἡ ἐπιψήφισις ἄγει εἰς ἀντινομίας τραγελαφικάς, ἐξ ὧν καὶ δημόσια καὶ ἰδιωτικὰ συμφέροντα σπουδαίως παραβλάπτονται πολλάκις. Ἡ νομιμοποίησις 7 θέσεων νομικῶν συμβούλων, ἐὰν μὴ ἔχῃ τὸν σκοπὸν τοῦτον κυρίως, ἀποβαίνει εἰς τὰ δικαστήρια, ὡς προεῖπον, ἐπιβλαβὴς, καὶ διὰ τοῦτο ὀφείλομεν νὰ καταψηφίσωμεν τοῦ νομοσχεδίου.
§121ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁμολογουμένως, κύριοι, τὸ ζήτημα ἀνεπτύχθη ἀρκετὰ λεπτομερῶς ἀπὸ τοὺς προλαλήσαντας, τοὺς ὁποίους ὅλους ἤκουσα μετὰ προσοχῆς. Δὲν ἔχω νὰ παραθέσω εἰμὴ συγκεκριμένας τινὰς περιστάσεις, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται πόσον ἐπιβλαβὴς εἶναι ἡ ἀφαίρεσις τῶν δικῶν τοῦ Δημοσίου ἀπὸ τοῦ συναγωνισμοῦ τῶν δικηγόρων. Ἔχω δὲ ἐνταῦθα δύω σπουδαίους μάρτυρας, τὸν κύριον Στεφανίδην καὶ τὸν κ. Καλλιγᾶν, ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ὅτε, κύριοι, πρὸ εἴκοσι πέντε ἐτῶν εἴχομεν ἐμμίσθους δικηγόρους, ἦσαν μεταξὺ αὐτῶν καὶ δύω ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων δικηγόρων τῶν Ἀθηνῶν.
§122ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Τὸν Κόκκινον καὶ Κυπαρίσσην.
§123ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Μάλιστα. Μετὰ τρία ἔτη, ὅτε κατηργήθη τὸ σύστημα αὐτὸ, ὁ καταργήσας τοῦτο ὑπουργὸς μακαρίτης Σῖμος μὲ ἔστειλεν, ὄντα τότε ὑπάλληλον τοῦ ὑπουργείου τῶν οἰκονομικῶν, ἵνα παραλάβω τὰς δικογραφίας ἀπὸ τὰ γραφεῖα τῶν σπουδαίων ἐκείνων δικηγόρων· τὰς εὗρον, κύριοι, κατὰ τὰ 9/10 δεδεμένας ὅπως τὰς παρέδωκεν ὁ κομίσας αὐτὰς κλητὴρ τοῦ ὑπουργείου, καὶ τὸ παραδοξότερον ὅτι οὔτε τὰ πληρεξούσια ἔγγραφα ἦσαν ἀπεσφραγισμένα.
§124ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Μάλιστα.
§125ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Μεταξὺ τῶν ἐκ τῆς ῥαθυμίας ταύτης τῶν ἐμμίσθων δικηγόρων ζημιῶν, ἃς ὑπέστη τὸ Δημόσιον, εἶναι καὶ ἡ μεγίστη ζημία τοῦ Λαυριακοῦ ζητήματος. Κατὰ τὸ 1851 ἠγέρθη ἀγωγὴ τοῦ Δημοσίου κατὰ τῆς ἀξιώσεως τῶν τῆς Κερατέας κατοίκων, ἀντιποιουμένων τὰ δάση καὶ λοιπὰ ἔρημα μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο αἱ σκωρίαι, ὡς ἰδιόκτητα. Ὁ ἀοίδιμος Χρηστίδης ἀνέθηκε τότε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν μακαρίτην Παντολέοντα, ὅστις τὴν ἐκέρδησεν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου καὶ ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ καὶ ἐν τῷ ἐφετείῳ, προκειμένου νὰ συζητηθῇ ἐν τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ, εἰσήχθη τὸ σύστημα τῶν ἐμμίσθων δικηγόρων, καὶ ὁ ὡς τοιοῦτος διορισθεὶς Κυπαρίσσης τὴν ἀφῆκε καὶ ἀνετράπη, καὶ οὕτως ἔμεινεν ἐκκρεμὴς ἡ διένεξις μεταξὺ Δημοσίου καὶ τῶν χωρικῶν Κερατέας, οἵτινες ὅταν ἦλθεν ἡ μεταλλευτικὴ ἑταιρία ἐπώλησαν εἰς αὐτὴν πολλὰ μέρη σκωριοῦχα, ὡς ἰδιόκτητά των, καὶ ἐκ τῶν ἀγορῶν τούτων παρήχθησαν αἱ μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ ἑταιρίας δίκαι, τὰς ὁποίας κατέστησε σπουδαιοτέρας ὁ περὶ ἐκβολάδων νόμος, ὁρίζων ἀποζημίωσιν τῆς ἑταιρίας πρὸς τὸ Δημόσιον 60%. Τὴν τοιαύτην ἀπαίτησιν κατήγγειλεν ἡ ἑταιρία ὡς δήμευσιν, ἡ καταγγελία δ’ αὕτη προὐκάλεσε τὴν παρέμβασιν τῆς διπλωματίας, ἥτις ἠνάγκασε τὴν Ἑλλάδα ν’ ἀγοράσῃ ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν τὰ ἐπὶ τῶν μεταλλείων Λαυρίου δικαιώματά της διὰ δεκατέσσαρα ἑκατομμύρια φράγκα, ἀφοῦ ἡ ἑταιρία αὕτη ἐπὶ δέκα ἔτη ἐνεμήθη τὸν θησαυρὸν αὐτὸν, καὶ ἐκέρδησεν ἕτερα εἴκοσιν ἑκατομμύρια χωρὶς νὰ πληρώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον οὔτε λεπτόν. Τὴν στενοχωρίαν ταύτην τοῦ Κράτους ἐκμεταλλευθεῖσα ἡ τῶν Χαβιαροχανιτῶν ἐπιδραμοῦσα ἑταιρία, ὑπεισῆλθεν εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου, καὶ μετὰ λωποδυτικῆς ἐπιτηδειότητος ἐγύμνωσε τὴν ἑλληνικὴν κοινωνίαν, μὴ συσταλεῖσα νὰ κλέψῃ καὶ ἀπὸ τὸ θυλάκιον τῆς ἐργάτιδος τὸ πεντάλεπτον.
§126ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΙ. Διατὶ ἐπαναλαμβάνεις αὐτὰ τοσάκις;
§127ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὰ ἐπαναλαμβάνω, διότι ἀντὶ νὰ σωφρονισθῶμεν καὶ νὰ γείνωμεν προσεκτικώτεροι, τοὐναντίον διὰ τῆς ἀνοχῆς μας καθιστῶμεν ὁλονὲν τολμηροτέρους τοὺς ἅρπαγας τῆς τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἰδιωτῶν ἀκόμη περιουσίας. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ποίας μεγάλας ζημίας ἔφερεν εἰς τὸ Δημόσιον ἡ μεταβολὴ τοῦ συστήματος τῆς ὑπερασπίσεως τῶν δικῶν τοῦ Δημοσίου, καθιερώσασα, ὡς καὶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, τὸ ἔμμισθον τῶν δικηγόρων. Ἐὰν ἔμενε τότε ὡς δικηγόρος τοῦ Δημοσίου ὁ Παντολέων νὰ συζητήσῃ τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἐν τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ, ἤθελε τὴν κερδήσει, ὅπως τὴν ἐκέρδησε καὶ εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον καὶ Ἐφετεῖον, τὸ δὲ Δημόσιον, ἔχον ἀπὸ τὰ 1857 ἀφιλονίκητον κυριότητα ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῶν σκωριῶν, ἤθελε φορολογήσει τὴν ἑταιρίαν κατὰ τὸν νόμον ὡς ἐκμεταλλευομένην ἐπὶ ἐθνικοῦ ἐδάφους, αἱ μετ’ αὐτῆς διενέξεις δὲν ἤθελον ἀναφυῆ, καὶ τὰ δυστυχῆ τῆς διενέξεως ταύτης ἐπακόλουθα δὲν ἤθελον ἐπέλθει. Πολὺ ἠπόρησα μὲ τοὺς προλαλήσαντας, οἱ ὁποῖοι ἠγωνίσθησαν ν’ ἀποδείξουν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ βλάψῃ τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ γείνῃ τόσος ἀγὼν διὰ ν’ ἀποδειχθῇ τὸ τοιοῦτον, διότι καὶ οἱ εἰσάγοντες αὐτὸ ὑπουργοὶ, δὲν πιστεύω, νὰ ἔχωσι διαφορετικὴν ἰδέαν· διὰ τοῦτο ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῇ ὁ ἀληθὴς λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον εἰσήχθη αὐτὸς ὁ νόμος, καὶ τὰ ἐλατήρια, τὰ ὁποῖα κρατοῦσι προσκεκολλημένους τοὺς ὑπουργοὺς εἰς τὴν ἀξίωσιν νὰ ψηφισθῇ ἀμείωτος. Λοιπὸν, κύριοι, ὤφειλον οἱ προαγορεύσαντες μὲ ὅλην τὴν ὀρθότητα τῆς γνώμης των νὰ εἴπωσιν ἢ νὰ ὑποδείξωσι μόνον τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ὑπεβλήθη αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐπιζητεῖται μετὰ τοσαύτης καταπιέσεως τῆς Βουλῆς ἡ ψήφισίς του, καὶ ὄχι νὰ εἴπωσιν, ὅσα εἶπον, τὰ ὁποῖα ἄλλως τε εἶναι λίαν ὀρθά. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι πρὸ 15 ἐτῶν ὁ ἀείμνηστος Βούλγαρης εὑρέθη εἰς τοιαύτην θέσιν, νὰ πιέσῃ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ συμβῶσιν ἐν αὐτῇ αἱ ἀσχημίαι, αἵτινες ἐπαναλαμβάνονται κατὰ τὰς τελευταίας συνεδριάσεις μας. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐξεύρετε τί ἐζήτει ὁ Βούλγαρης; ἐζήτει τὸν φορολογικὸν νόμον· ἀφοῦ ἐπῆρε τὸν ἕνα μόνον, νόμον ἀναγκαιότατον, διότι δι’ αὐτοῦ ἐπανέφερε τὴν Τράπεζαν εἰς τὴν θέσιν της, κατόπιν καὶ τὸν προϋπολογισμὸν, ἐπὶ τῆς ψηφίσεως δὲ τοῦ φορολογικοῦ νόμου ἡ ἀντιπολίτευσις ἠθέλησε νὰ ἀντιδράσῃ καὶ νὰ ἀποφύγῃ νὰ ψηφίσῃ τὸν ἀναγκαιότατον τοῦτον νόμον. Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὑπουργὸς ἐπιέσθη νὰ καταπιέσῃ τὴν ἀντιπολίτευσιν, διότι ἐβιάζετο νὰ λήξῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, καθόσον εἶχεν ἐκκρεμὲς τὸ μέγα ζήτημα τῆς Κρήτης, συνερχομένης ἐν Παρισίοις τῆς Συνδιασκέψεως περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐργασθῇ ἐν ἡσυχίᾳ παρούσης τῆς Βουλῆς παλαίων πρὸς ἰσχυρὰν ἀντιπολίτευσιν. Οἱ νῦν δὲ ὑπουργοὶ πιέζουσι τὴν ἀντιπολίτευσιν καὶ μετ’ αὐτῆς τὴν Βουλὴν ἅπασαν, καὶ προκαλοῦσιν ἀσχημοσύνας κατὰ τὰς συνεδριάσεις· καὶ περὶ τίνος πρόκειται; περὶ τῶν νομικῶν συμβούλων. Τί σημαίνει αὐτό; Σημαίνει ὅτι ὑπάρχει συμφέρον τι προσωπικὸν, τὸ ὁποῖον κρατεῖ προσκεκολλημένους τινὰς ὑπουργοὺς εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ.
§128ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ποῖοι εἶναι οἱ τινὲς αὐτοὶ ὑπουργοί;
§129ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Μήτε σὺ μήτε ὁ Ῥάλλης τὸ θέλετε, διότι δὲν ἐπιθυμεῖτε νὰ ἔχητε ἐν ταῖς ἐκλογαῖς σας 400 δικηγόρους ἐναντίους, καταπατοῦντες διὰ τοῦ νόμου τούτου τὰ δικαιώματά των.
§130ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Θὰ τοὺς ἐπηρεάσητε σεῖς;
§131ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐὰν δὲν ἐπηρεάσω ἐγὼ τούτους, δύναμαι ὅμως νὰ ἐπηρεάσω τὴν ἐκλογὴν σου, διότι ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ ὑπάρχουσιν 600 ψηφοφόροι, οἵτινες μὲ ἀγαποῦν καὶ ἐνδιαφέρονται δι’ ἐμὲ ὡς συμπολίτην των, ἐνῷ σεῖς δὲν ἔχετε οὔτε ἕνα ψηφοφόρον νὰ ἐπηρεάσητε εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου. Δὲν θέλω νὰ ὀνομάσω τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ διορισθῶσι, καθόσον γνωρίζουσιν ἐν τῇ ἀγορᾷ ἀκόμη τὰ τέσσαρα ἐκ τῶν διορισθησομένων εἰς τὴν θέσιν τοῦ νομοσυμβούλου. Εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δὲν ἔστερξαν οἱ μεγάλοι δικηγόροι νὰ δεχθῶσι δίκας τοῦ Δημοσίου. Τὸν ἐρωτῶ, οἱ τοιοῦτοι θὰ δεχθῶσι τὴν θέσιν τοῦ νομοσυμβούλου;
§132ΡΑΛΛΗΣ. Οἱ ἀπολαμβάνοντες 4 χιλιάδας τὸ μῆνα, βέβαια ὄχι, ἀλλ’ οἱ ἀπολαμβάνοντες 500 δρ. θὰ δεχθοῦν.
§133ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ αὐτοὶ οἱ ἀπολαμβάνοντες 500 δρ. κατὰ μῆνα δὲν δέχονται δίκας τοῦ Δημοσίου! Κύριοι ὑπουργοὶ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῶν οἰκονομικῶν, θὰ διορισθῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι γνωρίζετε, καὶ οἱ ὁποῖοι οὐδαμῶς ἔχουν ἀξίαν τοιαύτης ὑψηλῆς καὶ ἐμπιστευτικῆς θέσεως. Λέγετε, κύριοι, ὅτι θὰ λάβετε ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον· ἀλλὰ τί θὰ εἴπουν οἱ λοιποὶ συνάδελφοί των, οἱ ὁποῖοι θὰ μείνωσι μὲ τὸν μισθὸν τῶν 150, ἀφοῦ χορηγεῖτε 700 εἰς τοὺς συναδέλφους των; Ἔχουν πλέον διάθεσιν νὰ ὑπηρετήσωσι μὲ ζῆλον; Δὲν θὰ γεννηθῇ ἀντιζηλία δεδικαιολογημένη εἰς αὐτούς; Τὸ αὐτὸ δὲν θὰ συμβῇ, ἂν λάβητε καὶ ἐφέτας; Οἱ ὑπολειπόμενοι λοιπὸν Ἀρειοπαγῖται καὶ Ἐφέται, ὄντες καὶ ἰσόβιοι, θὰ παύσωσι νὰ ἐργάζωνται μετ’ ἐπιμελείας, καὶ τὰ δικαστήρια θὰ παραλύσουν ἐξ ἀντιζηλίας, καὶ αὐτὸ, κύριοι, εἶναι τὸ μεγαλείτερον σκάνδαλον καὶ κοινωνικὴ ζημία, ἣν θὰ παραγάγῃ ὁ ὑπὸ συζήτησιν νόμος. Ἐπιμένω, λοιπὸν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀποβλέπει ὡρισμένα πρόσωπα.
§134ΡΑΛΛΗΣ. Ἐδῶ ἔχομεν τὸν νόμον, ὥστε περὶ προσώπων μὴ ὁμιλεῖτε.
§135ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὸ κακὸν εἶναι, ὅτι ὁ νόμος οὗτος εἶναι προσκεκολλημένος μὲ τὰ πρόσωπα. Ὁ σκοπὸς εἶναι νὰ ἱκανοποιήσητε ἄτομα ὡρισμένα, μάλιστα ἕνα τὸν κρατεῖτε εἰς τὰς Ἀθήνας νὰ τὸν διορίσητε εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, ἂν καὶ τὸν ἔχετε ὡρισμένον διὰ τὴν προεδρείαν ἐφετείου, καὶ τῷ δίδετε τὴν θέσιν ταύτην διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν προσέφερε διὰ μίαν κλήρωσιν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν τῆς ἐπαρχίας Μεσολογγίου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο σκάνδαλον σπουδαῖον, ὅπερ μνημονεύουν τὰ τῆς 1 Ἀπριλίου τοῦ 1869 πρακτικὰ τοῦ πρωτοδικείου Μεσολογγίου, ἀφορῶντα τὸν ἐνεργήσαντα τὴν κλήρωσιν Πρόεδρον τοῦ πρωτοδικείου, ὡς ἐργασθέντα μετὰ δολιότητος. Εἶναι λοιπὸν, τοιαύτης ποιότητος καὶ ἀξίας ἄνθρωπος, νὰ τῷ ἐμπιστευθῇ τὸ Δημόσιον δίκας μυριάδων ἴσως ταλλήρων;
§136ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ τοὺς ὀνομάσητε.
§137ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὰ πρακτικὰ σᾶς εἶπον τῆς 1 Ἀπριλίου τοῦ 1869 τοῦ Πρωτοδικείου Μεσολογγίου τὸν ὀνομάζουν.
§138ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ Καλογερόπουλος.
§139ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Θὰ διορίσητε νομικοὺς Συμβούλους καὶ Ἐφέτας τινὰς, διὰ τὴν ὁποίαν προσήνεγκαν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν ἔκδοσιν βουλεύματός τινος, καὶ τοῦτο πρέπει νὰ γείνῃ, ἀφοῦ ἐψηφίσαμεν ἐπίτηδες νόμον καὶ ἀνεστατώσαμεν τὰ συμφέροντα τῶν ἀνθρώπων εἰς ἓν μέγα τμῆμα τῆς Ἐπικρατείας, διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν παῦσιν ἑνὸς Προέδρου τῶν Ἐφετῶν, διότι εἶχεν εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ μνημονευομένου βουλεύματος τὴν ἐναντίαν γνώμην ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν εἶχον οἱ ἤδη διοριζόμενοι νομοσύμβουλοι, διότι ὅπου ὑπάρχει τιμωρία τῶν πταιόντων πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἀμοιβὴ εἰς τοὺς ματαιοῦντας τὰ πταίσματα. Ἐν γένει, κύριοι, ὁ νόμος ψηφίζεται πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων ὑπουργῶν, ἃς ἔλαβον ἀπό τινα δικαστικὰ πρόσωπα. Καὶ ἴσως ἤθελον παραιτηθῆ τῶν ὑπονοιῶν μου τούτων, ἐὰν δὲν ἔβλεπον τὴν τοσαύτην ἐπιμονὴν πρὸς ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, χάριν τοῦ ὁποίου δὲν ψηφίζομεν τὸ περὶ ἀποδημίας τοῦ βασιλέως νομοσχέδιον, καὶ τὸν ἀναγκάζομεν νὰ μὴ ἀποδημῇ, καίτοι ἀσθενοῦντα, καὶ μὲ κίνδυνον νὰ ματαιωθῇ ἐντελῶς ἡ ἀποδημία του. Ἐπίσης χάριν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ κινδυνεύομεν νὰ μείνωμεν καὶ χωρὶς προϋπολογισμόν. Λοιπὸν θὰ εἴπῃ, ὅτι ὑπάρχουν εἴς τινας ὑπουργοὺς στενοχωρίαι μεγάλαι, καὶ ὅτι ὑπάρχουν ὑποχρεώσεις μεγάλαι, αἵτινες τοὺς ἀναγκάζουσι νὰ περιβάλλωσι μὲ τόσην στοργὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ νομοσυμβούλων. Διὰ τοὺς ἀνωτέρω λόγους προτείνω καὶ ἐγὼ τὴν ἀπόῤῥιψιν τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἐπιζημίου, ὄχι μόνον ὑλικῶς, ἀλλὰ καὶ διότι ἐγέννησεν ὑπονοίας, αἱ ὁποῖαι ἐτάραξαν ἠθικῶς τὴν κοινὴν συνείδησιν.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύττομεν περατωμένην τὴν συζήτησιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§141ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἄρθρον πρῶτον......
§142Α. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Κύριε, Πρόεδρε, καθόλου δὲν ἀπήντησαν οἱ ἀξιότιμοι ὑπουργοί· ἐνόμισαν δὲ, ὅτι ἀνέτρεψαν διὰ τῆς σιωπῆς ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀντετάχθησαν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου! Αὐτὸ συνέβη καὶ ἄλλοτε κατὰ τὸ 1868, καὶ δὲν εἶναι πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἔχοντες τὴν πλειονοψηφίαν λέγουν «πίστευε καὶ μὴ ἐρεύνα». Ἀλλ’ οἱ πλειονοψηφοῦντες σήμερον καὶ οἱ ὑποστηρίζοντες τὸ ἀξίωμα τοῦ «πίστευε καὶ μὴ ἐρεύνα», πρέπει νὰ ἐνθυμηθοῦν, ὅτι θὰ ἔλθῃ καὶ περίστασις κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐπικαλοῦνται τὸ ἀντίθετον ῥητὸν τῶν γραφῶν «ἐρευνᾶτε τὰς γραφάς». Διὰ τοῦ 1ου ἄρθρου καθιεροῦται ὁ διορισμὸς 7 συμβούλων, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑποστηρίζωσι ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ Δημοσίου. Ἐν τῷ 9ῳ ἄρθρῳ κανονίζεται ὁ βαθμὸς καὶ ἡ θέσις αὐτῶν καὶ ἐξισοῦνται πρὸς τοὺς Ἀρειοπαγίτας. Ἤθελα παρακαλέσει τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος εἰσήγαγεν τὸ νομοσχέδιον.....
§143ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἶναι κοινὸν, διότι ὅλοι οἱ ὑπουργοὶ τὸ εἰσηγάγομεν.
§144Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρὸ πάντων ὑμᾶς, διότι εἶσθε νομοδιδάσκαλος.
§145ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν εἶμαι, ἢ μόνον νομικὸς καθὼς καὶ πᾶς ἄλλος.
§146Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λοιπὸν ἤθελον παρακαλέσει τοὺς κυρίους ὑπουργοὺς καὶ τὸν κ. Καλλιγᾶν, νὰ μοὶ εἴπωσιν, εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελον παραβῆ τὸ καθῆκόν των εἴτε καὶ ὅλοι, εἴτε καὶ εἷς ἐξ αὐτῶν, ποῖος ἤθελεν δικάσει; Ἤθελον ἔχει τὴν αὐτὴν ἰδιάζουσαν δικαιοδοσίαν, ὅπως καὶ οἱ Ἀρειοπαγῖται, καὶ θὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, ναὶ ἢ ὄχι; Ἀλλ’ ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι θὰ ὑπαχθῶσιν, καὶ πρέπει νὰ ὑπαχθῶσιν, ὡς ἐκ τοῦ βαθμοῦ των καὶ τῆς θέσεώς των, ποία ἡ ἰσότης μεταξὺ τοῦ δικηγόρου τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ δικηγόρου τοῦ ἰδιώτου; ἂν δὲ τοὺς ἐξισώσητε μὲ τοὺς λοιποὺς δικηγόρους, ἕπεται ὅτι, ὅταν παρασταθῇ ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδίκου καὶ θορυβήσῃ ὁ νέος αὐτὸς Ἀρειοπαγίτης, ὁ Εἰρηνοδίκης θὰ δύναται νὰ τὸν καταδικάσῃ εἰς δύω ἐτῶν φυλάκισιν; Βλέπετε λοιπὸν εἰς ποίαν ἀντίθεσιν εὑρισκόμεθα, ἢ νὰ ἀποφασίσωμεν διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ ὅπως ὑπάρχῃ ἄλλος νόμος διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν δημοσίων ὑποθέσεων ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ἢ πρέπει νὰ κάμωμεν εἰδικὸν ποινικὸν νόμον διὰ τοὺς 7 νομικοὺς συμβούλους, τοὺς ὁποίους δημιουργοῦμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν νομίζω, ὅτι ὀφείλουσιν οἱ κ. κ. ὑπουργοὶ νὰ κάμωσιν, ἐὰν νομίζωσιν, ὅτι εἶναι ἀναγκαία.
§147ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὸ ζήτημα αὐτὸ, δύω λέξεις δύνανται νὰ σᾶς τὸ λύσωσιν, ὅτι εἶναι ζήτημα περιεργείας. Ὅπως καὶ ἂν τὸ λύσητε, τὰ δικαστήρια μόνα εἶναι ἁρμόδια νὰ τὸ λύσωσιν, τὰ ὁποῖα θὰ ἐφαρμόσωσιν τὸν νόμον.
§148ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν παρατήρησιν θὰ κάμω καθόσον ἀφορᾷ τὴν σύνταξιν τοῦ ἄρθρου. Ἡ φράσις «γνωμοδοτοῦσιν ἐπὶ διαφόρων ἀντικειμένων τῆς δικαιοσύνης ἐν γένει», κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀτελής. Ποῖα εἶναι τὰ ἀντικείμενα τῆς δικαιοσύνης ἐν γένει; δὲν εἶναι καταλληλότερον νὰ εἴπωμεν «γνωμοδοτοῦσιν ἐπὶ διαφόρων ἀντικειμένων τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας»;
§149ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὅ,τι ἀνάγεται εἰς τὰ δικαστήρια εἶναι ἀντικείμενον τῆς δικαιοσύνης.
§150ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς θέσωμεν τότε ἀντὶ «τῆς δικαιοσύνης» «τοῦ δικαίου».
§151ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν ἠξεύρω τί διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ δικαίου καὶ τῆς δικαιοσύνης, ἐκτὸς τοῦ ὅτι τὸ δίκαιον εἶναι οὐδέτερον. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 2).
§152ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἰς αὐτὸ, παρακαλῶ, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ, ἐὰν ὁ Σύμβουλος θὰ γνωμοδοτῇ ἐπὶ ὅλων τῶν ζητημάτων ἢ μόνον ἐπὶ τῶν ἀφορώντων εἰς ἀπαιτήσεις καὶ ἀποζημιώσεις.
§153ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ δεύτερον ἐδάφιον λέγει: «γνωμοδοτοῦσι δ’ οὗτοι εἴτε μόνοι εἴτε ἐν συμβουλίῳ ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῶν ἄλλων ἐπὶ τῶν ἀντικειμένων, ἅτινα ἤθελον ὑποβληθῆ εἰς αὐτοὺς ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπουργείου». Ἑπομένως ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν ἐξαρτᾶται ποῖα ζητήματα θὰ ὑποβάλῃ, ὁ δὲ ὑπουργὸς δύναται νὰ καθορίσῃ τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Συμβούλων. Ὑποθέτω δὲ πᾶς ὑπουργὸς θὰ φροντίσῃ νὰ δώσῃ ὡρισμένην δικαιοδοσίαν.
§154ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὅταν πρόκειται περὶ ἀπαιτήσεων, δὲν ἔχω ν’ ἀντείπω· ἀλλ’ ὅταν πρόκειται περὶ ἀντικειμένων πειθαρχίας τί ἔχει νὰ δικάσῃ ὁ νῦν ἐφέτης ἢ ὁ ἀρειοπαγίτης; Δὲν εἶναι καταλληλότεροι πρὸς τοῦτο οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι διηύθυνον ἕως τώρα; Κύριοι, ἔχομεν ἕως τώρα εἰδικὸν δι’ αὐτὰ τὰ ζητήματα, εἶναι τὸ τμῆμα τὸ στρατιωτικόν· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἐὰν ἤθελον, ὥστε νὰ ὑπάρχωσι καὶ νομικοί, καὶ τοιοῦτοι θὰ ὑπάρξωσι κατόπι, καθόσον ἕνεκα τῆς ἐπιστρατείας ἡ ὑπηρεσία ἀπέκτησε τοιούτους. Ἔπειτα αὐτὰ εἶναι ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα διαφέρουν κατὰ πολύ· εἶναι ἓν ἔγκλημα ἀνυποταξίας καὶ ἠξεύρετε, ὅτι εἶναι τρομερὰ ἡ ποινή. Ὁ ὑπουργὸς βλέπει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ στείλῃ ἕνα ἀνυπότακτον εἰς τὸ στρατοδικεῖον, τὸν τιμωρεῖ πειθαρχικῶς καὶ οὕτως ἀπαλλάσσεται. Τώρα, ἐὰν συμβουλευθῆτε ἕνα Ἀρειοπαγίτην τί θὰ σᾶς εἴπῃ; νὰ τιμωρηθῇ 5½ χρόνους, διότι αὐτὸ λέγει ὁ νόμος. Συλλογισθῆτε ποῦ παραδίδομεν τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 3).
§155ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον λέγει «γνωμοδοτοῦσι» Τὸν συμβιβασμὸν ποῖος τὸν κάμει; Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν;
§156ΡΑΛΛΗΣ (ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ ἄρθρον 4 τὸ λέγει. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ἐπίσης καὶ τὸ ἄρθρον 4. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 5).
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδῶ ἔχει τροπολογίαν ὁ κ. Φιλάρετος. (Ἀναγινώσκεται).
§158ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ τροπολογία μου θέλει γείνει παραδεκτὴ πρὸς τὸ κοινὸν συμφέρον, διότι καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἐπεδείχθη, ὅτι ἐκτὸς ἄλλων καὶ αἱ δίκαι τοῦ Δημοσίου χρησιμεύουσιν ὡς ῥουσφέτια.
§159ΡΑΛΛΗΣ. Κανεὶς βουλευτὴς καὶ δικηγόρος δὲν κατεδέχθη νὰ λάβῃ δίκας· πρέπει νὰ θεωρῇ τοὺς συναδέλφους του πολὺ εὐτελεῖς, ὁ κ. Φιλάρετος, διὰ νὰ νομίζῃ, ὅτι δύνανται νὰ ζητήσωσι δίκας. (Θόρυβος).
§160ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Διατί τινὲς ἐξεγείρονται κατὰ τῆς προτάσεως;
§161ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἔχω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς τροπολογίας διὰ νὰ δείξω, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη τοῦ κ. Φιλαρέτου προσβάλλει τὴν Βουλὴν καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ βουλευτοῦ. (Θόρυβος). Δύω λέξεις, κύριοι, θὰ εἴπω. Τὸ ἄρθρον 23 ἀφίνει τὴν ἐλευθέραν ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματος, ὥστε δὲν δυνάμεθα νὰ θέσωμεν περιορισμόν.
§162ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τινὲς ἐξηγέρθησαν κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ ἐντίμου συναδέλφου. Μήπως εἶναι τοιαύτη ἡ πρότασις, ὥστε νὰ μὴν ἦναι δυνατὸν νὰ λάβωσι χώραν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα φοβεῖται; Μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι τόσον ἄδικος, διότι δὲν εἶναι περιωρισμένος ὁ βουλευτὴς νὰ μὴ λάβῃ θέσιν δημοσίαν.
§163Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν συμφωνῶ καθόλου μὲ τὴν γνώμην τὴν προεκφρασθεῖσαν, οὔτε μὲ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχουν οἱ κύριοι ὑπουργοί. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Φιλαρέτου εἶναι λίαν λογικὴ, καὶ ὄχι μόνον εἶναι λογικὴ, ἀλλὰ εἶναι σύμφωνος καὶ πρὸς αὐτὰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Τὸ Σύνταγμα ἐθεώρησεν ἀσυμβίβαστον τὴν θέσιν τοῦ βουλευτοῦ μὲ πᾶσαν ἔμμισθον ὑπηρεσίαν. Ἐρωτῶ τώρα, ὅταν τὸ Δημόσιον δώσῃ εἰς δικηγόρον τριάκοντα ὑποθέσεις διὰ νὰ τὰς ὑποστηρίξῃ, δὲν εἶναι αὕτη μία ἔμμισθος; ἔμμισθος θέσις; Καὶ πῶς ἐθεωρήθη ἡ τροπολογία τοῦ κ. Φιλαρέτου, ὅτι δὲν εἶναι σπουδαία; Εἶναι σπουδαιοτάτη, διότι συμβιβάζεται πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος καὶ πρὸς τὴν λογικὴν, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐθεώρησε τὸ Σύνταγμα ἀσυμβίβαστον τὴν θέσιν τοῦ βουλευτοῦ μὲ τὴν τοῦ ἐμμίσθου ὑπαλλήλου, καὶ τοῦτο διὰ νὰ μὴ ἐξαρτᾶται ὁ βουλευτὴς ἀπὸ τῆς θελήσεως τοῦ ὑπουργοῦ. Αὐτὸς ὁ λόγος δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἐνταῦθα; Καὶ πῶς λοιπὸν ἐθεωρήθη ἡ πρότασις ὡς πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν χρήζει οὔτε συζητήσεως; Δύναται νὰ μὴ τὴν παραδεχθῇ ἡ πλειοψηφία, ἀλλὰ εἶναι ὀρθὴ, ὀρθοτάτη καὶ σύμφωνος μὲ τὴν λογικὴν καὶ τὸ Σύνταγμα.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Φιλαρέτου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§165ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρακαλεῖται νὰ μοὶ λύσῃ μίαν ἀπορίαν.....
§166ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Νὰ σᾶς ἐξηγήσω ἀμέσως τὸν λόγον. Δὲν ἔχετε αἰτίαν νὰ ἔχετε ἀπορίαν. Μέχρι τοῦδε ὁ διορισμὸς ἐγένετο παρὰ τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου, ἀλλὰ πάντοτε κατ’ ἐντολὴν τοῦ Ὑπουργοῦ. Αὐτὸ θέλει ἰσχύει καὶ εἰς τὸ μέλλον, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου, θέλουν δὲ γείνει καὶ οἱ διορισμοὶ τῶν δικηγόρων καὶ τῶν ἑπτὰ συμβούλων παρὰ τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου, ἀλλὰ κατ’ ἐντολὴν τοῦ Ὑπουργοῦ.
§167ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Μετὰ τὴν ἐξήγησιν ταύτην τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἥτις θὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5· ἐπίσης καὶ τὸ ἄρθρον 6. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 7).
§168ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἐὰν εἰς τὰς ἀποφάσεις ἔχῃ μέρος ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§169ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι.
§170ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἑξῆς παρατήρησίν μου. Θεωρῶ τὸ ἄρθρον 7 ὡς παραβαῖνον τὸ ἄρθρον 101 τοῦ Συντάγματος. Ὁ ἔντιμος ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἰσχυρίσθη χθὲς, ὅτι δὲν ἐπιτρέπονται δικαστικαὶ Ἐπιτροπαὶ καὶ ἔκτακτα δικαστήρια, καὶ ὅμως τὸ νομοσχέδιον ἐγκαθιδρύει τοιαῦτα. Τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν, διότι δικαστικὴ Ἐπιτροπὴ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία σκοπεῖ νὰ δικάσῃ πρᾶξιν γενομένην καὶ οὐχὶ γενησομένην. Εἶπε πρὸς τούτοις, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὸν καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, διότι δὲν δύναται σήμερον νὰ νομοθετηθῇ εἰδικὸν δικαστήριον. Καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι ὀρθὸν, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 101 τοῦ Συντάγματος δύναται δι’ εἰδικοῦ νόμου νὰ ἱδρυθῇ δικαστήριον ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ. Ἔπρεπεν ὅμως νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὁλόκληρον τὸ 101 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. (Ἀναγινώσκει). Κατ’ αὐτὸ λοιπὸν αἱ τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ ὑποθέσεις ὑπάγονται εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια παρ’ ὧν δικάζονται ὡς κατεπείγουσαι. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ τὸ πολίτευμα. Καὶ ναὶ μὲν κατόπιν λέγει, ὅτι «οὐδεμία δικαιοδοσία τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἄνευ εἰδικοῦ νόμου καὶ λαμβάνοντες τὸ ἀντίστροφον τῆς προτάσεως ταύτης συμπεραίνομεν, ὅτι δι’ εἰδικοῦ νόμου δύναται νὰ ὑπάρξῃ· ἀλλ’ ἐνταῦθα φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι δεσμευμένη ἀπὸ τὸ αʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 101, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ὁ εἰδικὸς νόμος πρέπει νὰ φέρῃ εἰς τὰ δικαστήρια τοῦ Κράτους τὰς ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ· ἄλλως τε, ἡ φαινομένη αὕτη ἀντίφασις διασκεδάζεται ὑπὸ τῆς ἱστορίας τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου, καθ’ ἣν τὸ ἀμφισβητούμενον διοικητικὸν πρέπει νὰ καταργηθῇ. Τὸ λέγω πρὸς Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἔπραξε πολλὰ καλὰ πρὸς τὸν Τόπον καὶ βαδίζει ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος· δὲν ἐπιθυμῶ δὲ ἐκ παραδρομῆς νὰ κάμῃ βῆμα, τὸ ὅποιον ὄζει ἀντισυνταγματικότητος. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 7 καὶ 8. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 9).
§171ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πρὸς τὸν μισθὸν, εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον ὑπεστηρίχθη, ὅτι ὁ μισθὸς τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι ἀρκετὴ ἀμοιβὴ δι’ οἱονδήποτε δικαστικὸν σύμβουλον· κατὰ συνέπειαν ὑποβάλλω τὴν τροπολογίαν μου, νὰ ὁρισθῇ εἰς 600 δραχμὰς ἡ ἀμοιβή.
§172ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ αὐξήσουν ἐν γένει οἱ μισθοὶ τῶν δικαστικῶν. (Ἀποῤῥίπτεται ἡ τροπολογία καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9 ὡς ἔχει, ὡς καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, περὶ συνομολογήσεως δανείου καὶ χορηγίας εἰδικῆς πιστώσεως διὰ τὸν καταρτισμὸν τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους.
§174Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ἡ τρίτη ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου περὶ δανείου 40 ἑκατομμυρίων· κατ’ αὐτὴν δὲ πρέπει νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου, νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ δάνειον τῶν 40,000,000, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, θέλει συνομολογηθῆ εἴτε ἐφ’ ἅπαξ εἴτε εἰς δόσεις, ἐπὶ ὅρῳ οὐχὶ κατωτέρῳ τῶν 75%· ἑπομένως, ἂν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, θέλομεν δανεισθῆ 40 ὀνοματικὰ ἑκατομμύρια, ἀνθ’ ὧν θέλομεν λάβει 30 ἑκατομμύρια πραγματικά, ἐὰν ὁ ὅρος ἐπὶ τῷ ὁποίῳ θέλομεν συνομολογήσει τὸ δάνειον ἢ θέλομεν ἐκδώσει αὐτὸ δὲν ἦναι ἀνώτερος τῶν 75%. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, διὰ τὸ δάνειον τοῦτο δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποσχεθῇ τόκον οὐχὶ ἀνώτερον τῶν 7%· ἑπομένως, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, θέλομεν ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προσθέσωμεν εἰς τὰ ἔξοδα ἡμῶν τὸν τόκον τῶν 7% ἐπὶ τῶν 40,000,000 δηλ. 2,800,000. Νομίζω, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἄξιον τῆς προσοχῆς τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ τὴν προσοχὴν ταύτην τῆς Βουλῆς ἦλθον νὰ ἐφελκύσω. Ἡ Βουλὴ γνωρίζει ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχει ὑπ’ ὄψει της, ὅτι ἐκ τῶν ἐσόδων της πρόκειται νὰ καταβάλῃ, κατὰ τὸ 1882 21,928,176 δραχμὰς εἰς τόκους δανείων. Ἡ Βουλὴ γνωρίζει ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχει ὑπ’ ὄψει της ὅτι ἐκτὸς τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλυσίων, τὰ ὁποῖα πληρόνει διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι συνομολογηθῆ, καὶ οἱ ὁποῖοι ἀναβαίνουσιν ὡς εἴρηται εἰς 21 ἑκατομμύρια καὶ 900 καὶ πλέον χιλιάδας δραχμῶν, ὅτι ἔχει ἀκόμη καὶ ἐσωτερικὰ χρέη, καὶ ὅτι διὰ ταῦτα πληρόνει ἀκόμη τὸ Δημόσιον 3,968,300 δραχ. ἑπομένως γνωρίζει ἡ Βουλὴ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα εἰσπράττομεν, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ν’ ἀποκόπτωμεν 25,896,476 δραχμὰς, διὰ νὰ πληρόνωμεν εἰς ἐξυπηρέτησιν χρεῶν ἐξωτερικῶν καὶ ἐσωτερικῶν, τὸ ὁποῖα ἔχομεν. Λοιπὸν ἂν πρόκηται τὰ 25,896,476 νὰ γίνωσιν 28,000,000, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τὸ σκεφθῶμεν, καὶ διὰ νὰ σκεφθῶμεν πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ἐν γένει οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν ἐπιτρέπεται νὰ ἀναδεχθῶμεν τὸ βάρος τοῦτο, τὸ ὁποῖον πρὸς τοῖς ὑπάρχουσιν ἤδη εἶναι ἀρκετὰ ἐπαισθητόν, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἐπαχθές. Διὰ νὰ ἐρευνήσωμεν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους δὲν ἔχομεν οὐδὲν ἄλλο μέσον ἢ τὸν προϋπολογισμόν. Κατ’ αὐτόν, ὅπως εἰσήχθη ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον, τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους προσδιωρίσθησαν εἰς 77,851,786 καὶ προσετέθησαν εἰς ταῦτα διὰ δηλώσεως τοῦ ὑπουργείου δραχ. ἔτι 1,039,049· ἑπομένως τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους προσδιορίζονται διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῆς δηλώσεως εἰς 78,893,835. Τὰ δὲ ἔσοδα προϋπολογίσθησαν εἰς 66,841,560, καὶ διὰ τῆς δηλώσεως, τὴν ὁποίαν προέτεινε τὸ ὑπουργεῖον, προετάθη νὰ προστεθῶσιν εἰς ταῦτα δραχ. 1,326,382· ἑπομένως τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῆς δηλώσεως προσδιωρίσθησαν εἰς 68,167,942. Ἂν ἀπὸ τὰ ἔξοδα ἀφαιρέσωμεν τὰ ἔσοδα, ἔχετε ἔλλειμμα διὰ τὸ 1882 ἐκ δραχ. 11,211,393. Τὸ ποσὸν τοῦτο τοῦ ἐλλείμματος ἤρκει νὰ ἐμβάλῃ εἰς ἀνησυχίαν τὴν Κυβέρνησιν, πρέπει δὲ νὰ ἐμβάλῃ εἰς ἀνησυχίαν τὴν Βουλήν, διὰ νὰ μεριμνήσῃ κατὰ τίνα τρόπον θέλει δυνηθῆ τὸ Κράτος νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, ἂν τυχὸν ἤθελεν ἐξακολουθήσει ὑπάρχον καὶ κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη, διότι ἐφέτος, χάρις εἰς τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τῶν 120,000,000 τὸ ὁποῖον περιεσώθη ἐκ τῆς περυσινῆς ἐπιστρατείας, καὶ χάρις εἰς τὸ δάνειον τῶν 52,000,000, τὸ ὁποῖον συνωμολογήσαμεν μετὰ τῆς Τραπέζης ἐπὶ τῇ προπωλήσει τοῦ μετὰ 12 ἔτη λήγοντος ἀποκλειστικοῦ προνομίου της ἐπὶ ἄλλα 25 ἔτη, ἐφέτος, λέγω, χάρις εἰς τὰ ὑπόλοιπα ταῦτα, ἠδυνήθημεν καὶ ἐκαλύψαμεν τὸ ἔλλειμμα· ἀλλ’ ἂν ὑπάρχῃ καὶ κατὰ τὸ 1883 τοιοῦτον ἢ καὶ μεγαλείτερον, νομίζω, ὅτι εἶναι ἄξιον τοῦ κόπου νὰ φροντίσωμεν νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν πρέπῃ ἀπὸ τοῦδε νὰ προσθέσωμεν εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, ἂν πρέπῃ νὰ τὸ αὐξήσωμεν, ἂν ἔχωμεν νὰ προστρέξωμεν εἰς πόρους, διὰ τῶν ὁποίων κατὰ τὰ 1883 καὶ τὰ ἑπόμενα ἔτη θὰ δυνάμεθα νὰ εὑρίσκωμεν χρήματα διὰ νὰ καλύπτωμεν τὸ ἐτήσιον ἔλλειμμα. Καὶ δυστυχῶς τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1882 δὲν εἶναι ἔλλειμμα ἐξαιρετικόν, τὸ ὁποῖον ἀνεφάνη καὶ προέκυψε κατὰ τὴν δίοδον τοῦ ἔτους αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ὅμως μετὰ τοῦ ἔτους θέλει παρέλθει καὶ ἐξαλειφθῆ, εἶναι ἔλλειμμα σταθερόν, διότι προέρχεται ἐκ τῆς ὑπερβάσεως ἐξόδων ἀναποφεύκτων πρὸς ἔσοδα μὴ δυνάμενα νὰ αὐξήσωσιν. Ἂν κατὰ τὰ 1882 ἔχωμεν ὑπόλοιπον δανείων, κατὰ τὰ 1883 πρέπει νὰ δανεισθῶμεν, καὶ κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη πρέπει νὰ δανειζώμεθα διὰ νὰ καλύψωμεν τὸ ἔλλειμμα. Κατὰ τὸ 1879 εἰσῆγον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1880. Πρὸ τοῦ 1880, κατὰ τὰ ἔτη 1878 καὶ 1879, ὑπῆρξαν μεγάλαι πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι, ἰδίως δὲ οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν ὑπουργείων Ναυτικῶν καὶ Στρατιωτικῶν, ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθη ὁ Τόπος, εἶχον ὑπερβαλλόντως ἐξογκωθῆ. Κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880 κατεβλήθη πᾶσα προσπάθεια διὰ νὰ μειωθῶσι τὰ ἔξοδα τῶν ὑπουργείων τούτων, τὰ ὁποῖα ἀπεῤῥόφων μέγα μέρος τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὸ 1878 ἀνήρχετο εἰς 18,853,444, κατὰ τὸ 1879 εἶχε κατορθωθῆ νὰ περιορισθῇ εἰς 13,307,986, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1880 κατωρθώσαμεν νὰ περιορίσωμεν ἔτι μᾶλλον αὐτὸν εἰς 11 ἑκατομμύρια μόνον. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἐνῷ κατὰ τὸ 1879 εἶχεν ἀναβιβασθῆ εἰς 3,718,657, κατὰ τὸ 1880 κατωρθώθη νὰ περιορισθῇ καὶ οὗτος εἰς 3,472,549. Τοιουτοτρόπως κατωρθώθη ἐκ μὲν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προέλθῃ ἐλάττωσις, ἐν παραβολῇ μὲν πρὸς τὸ 1878, ἐκ δρχ. 7,853,444, ἐν παραβολῇ δὲ πρὸς τὸ 1879, ἐκ δραχμῶν 2,307,986, ἐκ δὲ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐλάττωσις δραχ. 276,108· εἶχε δ’ οὕτω κατορθωθῆ ἐκ μόνων τῶν προϋπολογισμῶν τῶν δύω τούτων ὑπουργείων ἐλάττωσις 2,584,094. Ἀφοῦ δὲ τοσαύτη εἶχε καταβληθῆ προσπάθεια, ἵνα περιορισθῶσι τὰ ἔξοδα, κατεβλήθη καὶ προσπάθεια, ἵνα αὐξήσωσι τὰ ἔσοδα, καὶ δι’ ἐξευρέσεως νέων πόρων καὶ διὰ προσθήκης εἰς τοὺς ὑπάρχοντας. Παρεσκευάσθη νομοσχέδιον περὶ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, καὶ ἐκ τοῦ φόρου τούτου προϋπελογίσθη πρόσοδος 2,000,000 δραχμῶν. Παρεσκευάσθη νέον τελωνιακὸν δασμολόγιον, τὸ ὁποῖον συνετάχθη μετὰ μεγάλης ἐπιμελείας καὶ ἐβασανίσθη μετὰ πάσης ἐμβριθείας, καὶ ἐκ τοῦ νέου δασμολογίου προϋπελογίσθη πρόσοδος 1,700,000. Εἶχον αὐξηθῆ τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη ἐπὶ τριῶν εἰδῶν, τοῦ πετρελαίου, τοῦ ζακχάρεως καὶ τοῦ καφὲ, καὶ προϋπελογίσθη καὶ ἐκ τούτου πρόσοδος 300,000 δραχ. Οὕτω δὲ μόνον ἐπρότεινα εἰς τὸ Κοινοβούλιον νέους πόρους, ἐπάγοντας πιθανὴν αὔξησιν ἐσόδων ἐκ 4 ἑκατομμυρίων· ἐπρότεινα δὲ καὶ τὸν περιέχοντα τὸ ἔλλειμμα προϋπολογισμόν. Τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἔλλειμμα ἀνήρχετο εἰς 9,652,415, ἀλλὰ διὰ τῆς ἄλλης χειρὸς προσετίθεντο αὐξήσεις ἐσόδων ἐκ 4 ἑκατομμυρίων, καὶ περιωρίζετο τὸ ἔλλειμμα ἀπὸ 9,652,415 εἰς 5,652,415. Ἀλλὰ τότε εἷς τῶν ἡγετῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὁ ὁποῖος νῦν προΐσταται τῆς Κυβερνήσεως, ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλήν· «Τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι τὸ ἔλλειμμα «τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, σκεπτόμενοι περὶ τῆς «διαῤῥυθμίσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἐν τῇ σκέψει «ταύτῃ δὲν ἐνδιαφερόμεθα ποῖον εἶναι τὸ τυχαῖον ἔλλειμμα «τοῦ 1879, ἐνδιαφερόμεθα περὶ τοῦ σταθεροῦ ἐλλείμματος τοῦ «προϋπολογισμοῦ. Ἀπέναντι τῆς ἐν γένει οἰκονομικῆς κατα«στάσεως τῆς χώρας, μόναι οἰκονομίαι, ἔχουσαι ἀξίαν ἐπὶ «τῶν κατὰ τὰ 1879 γενομένων, εἶναι αἱ συντελοῦσαι εἰς τὴν «ἐλάττωσιν τοῦ σταθεροῦ ἐλλείμματος τοῦ μέλλοντος. Δύ«ναται νὰ συμβῇ ὥστε αἱ πρόσκαιραι ἀνάγκαι ἔτους τινὸς νὰ «ἦναι τοιαῦται, ὥστε τὰ κανονικὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ «νὰ μὴ ἐξαρκῶσι, δύναται ἕνεκα λόγων ἐξαιρετικῶν νὰ κα«λυφθῇ καὶ διὰ δανείου τὸ ἔλλειμμα, ἀλλὰ συνάμα μετὰ «τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου δέον νὰ δημιουργῶνται «καὶ πόροι, ἴσοι πρὸς τὰς δαπάνας τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου». Καὶ ταῦτα μὲν ἤκουον λεγόμενα ὑπὸ τοῦ ἑνὸς τῶν ἡγετῶν τῆς τότε ἀντιπολιτεύσεως πρὸς ἐπίκρισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880, τὸν ὁποῖον εἰσῆγον, καὶ ὁ ὁποῖος παρεῖχεν ἔλλειμμα 5,650,000. Ἀλλὰ πρὸ μικροῦ, ὅταν οὗτος ὁ ἐκ τῶν ἡγετῶν τῆς τότε ἀντιπολιτεύσεως ἐγένετο πρωθυπουργὸς καὶ ἐπρόκειτο περὶ προϋπολογισμοῦ ἔχοντος ἔλλειμμα 11 καὶ πλέον ἑκατομμυρίων, ἐλησμόνησε τὰς θεωρίας του ἐκείνας, καὶ ἰδοὺ τί ἔλεγεν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους. «Ὀφείλομεν ἰδίως νὰ δώσωμεν πᾶσαν ἡμῶν τὴν προσοχὴν εἰς «τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν. Εἶναι αὕτη οὐχὶ τόσῳ εὐάρεστος. «Εἶναι τοιαύτη ὥστε οὐχὶ εὐκόλως δυνάμεθα ἐν τῷ πα«ρόντι νὰ ἐπιζητήσωμεν τὴν βάσιν τῆς καλῆς οἰκονομικῆς «καταστάσεως, τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ «οὐδὲν ἔχει τὸ ἀπελπιστικόν. Ἐὰν ἡ γενικὴ τοῦ Κράτους «πολιτικὴ ἦναι τοιαύτη ὁποία διέγραψα, δυνάμεθα, διὰ «καταλλήλου τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων διευθε«τήσεως νὰ ἐπιτύχωμεν, οὐχὶ ἀμέσως, ἀλλ’ ἐν χρόνῳ, «οὐχὶ πόῤῥω ἀπέχοντι, τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυ«γίου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ὅ,τι πρέπει νὰ ἐπιζητῶμεν «σήμερον, εἶναι οὐχὶ ἐπίδειξις πλαστοῦ ἰσοζυγίου, ἀλλὰ πρέπει «νὰ ἐπιζητῶμεν σήμερον ἐν τῇ πολιτικῇ τοῦ Κράτους τὴν ὁ«δόν, ἥτις θέλει φέρει ἀφεύκτως εἰς τὸ ἰσοζύγιον, ἐὰν ἐμμεί«νωμεν ἀκραδάντως ἐν αὐτῇ. Ὀφείλομεν ἐν τῇ διαῤῥυθμίσει «τῶν οἰκονομικῶν νὰ ἐπιζητήσωμεν αὐτήν, διὰ τῆς ὅσον ἔ«νεστι ἐλαττώσεως τῶν δαπανῶν, ἐπιτρεπούσης ὅμως πλήρη «τὴν ἀνάπτυξιν τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, «ἀλλ’ ὀφείλομεν κυρίως νὰ ἀποβλέπωμεν εἰς τὴν διὰ τῆς «αὐξήσεως τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων, τῶν πόρων τοῦ «ἔθνους, ἐπαύξησιν καὶ τῶν πόρων τοῦ Κράτους». Κατὰ τὸ 1880 τὸ ἔλλειμμα τῶν 5, 500,000, ἦτο ἀνησυχητικόν, οὐχὶ ὡς ἔλλειμμα ἑνὸς ἔτους, ἀλλ’ ὡς σταθερόν, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ ἐμφανίζεται καθ’ ὅλα τὰ ἑπόμενα ἔτη. Κατὰ τὸ 1882 τὸ ἔλλειμμα τῶν 11 ἑκατομμυρίων δὲν εἶναι παντάπασιν ἀνησυχητικόν, ἀρκεῖ νὰ ἐμμείνωμεν ἀκραδάντως εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ πρωθυπουργοῦ, ἤτοι ἀρκεῖ νὰ ὑποστηρίξωμεν αὐτὸν ἀκραδάντως, διότι ναὶ μὲν εἶναι ἀναγκαῖαι οἰκονομίαι τινές, ἀλλὰ ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους ταχέως θέλει φέρει τὸ ἰσοζύγιον. Διὰ νὰ καλύψωμεν τὸ ἔλλειμμα τῶν 5, 500,000 ἔπρεπε νὰ φέρωμεν μεγάλας οἰκονομίας, καί, ἂν ἐπρόκειτο νὰ δανεισθῶμεν χρήματα, ἔπρεπε νὰ ἐξεύρωμεν πόρους, ἵνα ἐξασφαλίσωμεν τοὺς τόκους τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἠθέλομεν δανεισθῆ. Ἀλλὰ διὰ νὰ καλύψωμεν τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1882, μὴ ἀνησυχεῖτε παντάπασιν, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐξεύρωμεν νέους πόρους, διὰ νὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα συνωμολογήσαμεν. Κατὰ τὸ 1880, ὁ ἐκ τῶν ἡγετῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, περὶ οὗ λαλῶ, σύρων ὄπισθεν αὑτοῦ καὶ τοὺς ἄλλους ἡγέτας τῆς τότε ἀντιπολιτεύσεως, ἀπέκτησε τὴν πλειοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ, κατέλαβε τὴν Κυβέρνησιν, παρέλαβε τὸν προϋπολογισμόν, τὸν ὁποῖον ἐγὼ εἶχον εἰσαγάγει, καὶ κατεσπάραξεν αὐτόν. Ἔλεγε τότε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ προϋπολογισθῶσι τὰ ἔσοδα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν βεβαιουμένων, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν εἰσπραχθέντων, καὶ ἐπὶ τοιούτῳ λόγῳ ἀφῄρεσεν ἀπὸ τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα εἴχομεν προϋπολογίσει, δραχμὰς 2,985,000. Ἔλεγεν, ὅτι τὰ προϋπολογισθέντα ἔξοδα ἦσαν πολλά, καὶ ἠλάττωσεν ἀπὸ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐξόδων δραχ. 7,652,921. Ἀπὸ μόνον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἠλάττωσε δρ. 2,896,990, καὶ τὰ γραφικὰ αὐτὰ ἔξοδα τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνευρὼν πολλά, καὶ ἀφαιρέσας καὶ ἀπὸ ταῦτα 1000 δραχμάς. Ἀλλὰ κατὰ τὸν προϋπολογισμόν, τὸν ὁποῖον μᾶς εἰσήγαγεν αὐτὸς οὗτος, καὶ τὸν ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψει, παρέστη ἔχων τὰς αὐτὰς γνώμας; Ἐτήρησε τοὺς κανόνας ἐκείνους; Μετέρχεται διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν συνεβούλευεν εἰς τὴν Βουλὴν τότε; Ἂς ἐξετάσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν ὡς συνετάχθη, καὶ ὡς εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλήν. Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον ἐπαρουσιάσθη αὔξησις τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, ἐν παραβολῇ πρὸς τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων τοῦ 1881, κατὰ δραχ. 19,116,382. Ἂν ὅμως ἀπὸ τὰ 19 ταῦτα ἑκατομμύρια ἀφαιρέσητε 7,941,800 δραχμάς, αἵτινες προϋπελογίσθησαν ὡς ἔσοδα ἐκ τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων, τὴν ὁποίαν ὁ προϋπολογισμὸς παριστᾷ, συνίσταται εἰς 11,174, 582. Ἀλλὰ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν 11,174 582 πόσα ὀφείλομεν εἰς τοὺς νέους πόρους, τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις μᾶς προέβαλε, ἢ πόσα ὀφείλομεν εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ ποσοῦ τῶν φόρων, οἵτινες μέχρι τοῦδε ἐλειτούργουν; Προσεθήκαμεν, τῇ προτάσει τῆς Κυβερνήσεως, ἓν δεκατημόριον ἐπὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, καὶ ἀπεδέχθημεν ὅτι ἐκ τῆς προσθήκης ταύτης θέλομεν εἰσπράξει δύω ἑκατομμύρια, ὡς ὁ κ. πρωθυπουργὸς μᾶς ἐβεβαίωσεν· ἂν ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ ταῦτα τὸ ποσὸν τῶν 1,350,000, τὰ ὁποῖα θέλομεν πληρόνει διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῶν 20,000,000, ἔχομεν αὔξησιν ἐσόδων 650,000 ἐκ τῆς προσθήκης τοῦ δεκατημορίου τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν. Ἔχομεν προσέτι αὔξησιν 300,000 ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἐὰν ἐκ τῶν 800,000 δραχ. τὰς ὁποίας ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν περιέλαβεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὡς αὔξησιν ἐκ τῶν γενομένων μεταβολῶν ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ζώων, ἀφαιρέσωμεν τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, ὅπερ ἀντιστοιχεῖ εἰς τὸν προταθέντα διπλασιασμὸν τοῦ φόρου τῶν αἰγῶν ἀλλ’ ἐγκαταλειφθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, αἱ σημειωθεῖσαι 800,000 ὡς αὔξησις θέλουσι μειωθῆ ἕνεκα τούτου κατὰ δραχ. 380,000, καὶ θέλει μείνει πραγματικὴ αὔξησις 420,000. Ἐκ τῶν προξενικῶν τελῶν προϋπελογίσθη προσέτι αὔξησις 100,000 δραχμῶν, οὕτω τὸ ὅλον τῶν αὐξήσεων ἀνέρχεται εἰς 1,470,000. Πρέπει ὅμως ἀπὸ τούτων νὰ ἀφαιρέσωμεν τοὐλάχιστον 150,000, ἕνεκα τοῦ ἐγκαταλειφθέντος διπλασιασμοῦ τοῦ φόρου τῶν αἰγῶν καὶ ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις, καὶ προσέτι 25,000 ἕνεκα τῆς παραιτήσεως τοῦ δικαιώματος τῶν πορθμείων, τὸ ὁποῖον εἰσεπράττετο πρότερον ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Ἑπομένως ἡ πράγματι ἐπελθοῦσα ἐκ τῆς προσθήκης νέων πόρων ἢ ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ ποσοῦ τῶν ὑπαρχόντων φόρων πρόσοδος ἀνέρχεται εἰς 1,295,000 δραχμάς. Οὕτως ἐκ τῶν 11,174,582, αἵτινες φαίνονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὡς αὔξησις τῶν ἐσόδων, μόνον 1,295,000 ἀνήκουσιν εἰς προταθέντας παρὰ τοῦ ὑπουργείου νέους πόρους ἢ εἰς αὔξησιν ποσοῦ φόρων προταθεῖσαν παρ’ αὐτοῦ. Διατί; Διότι 4,886,382 εἰσὶν ἔσοδα τυχηρά, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσι κατὰ τὸ 1882, ἀλλὰ δὲν θέλουσιν ὑπάρχει κατὰ τὰ 1883, οὐδὲ πρέπει νὰ θεωρῶνται ὡς σταθεραὶ αὐξήσεις ἐσόδων. Ἂν ἐκόψαμεν χάλκινα νομίσματα κατὰ τὸ 1881, καὶ ὑπολογίζωμεν κατὰ τὸ 1882 ἔσοδον ἐκ τούτου δραχ. 2,320,000, τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν εἶναι διαρκὲς καὶ μόνιμον ἔσοδον. Οὐδὲ δυνάμεθα καὶ κατὰ τὸ 1883 νὰ ἔχωμεν ἔσοδον 1,126,382, ὡς ἔχομεν κατὰ τὸ 1882, ἐκ πωλήσεως ἀχρήστου ὑλικοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐκ πωλήσεως κτηνῶν. Οὐδὲ δυνάμεθα καὶ κατὰ τὸ 1883 νὰ ἔχωμεν τὸ ἔσοδον τῶν 140,000, τὸ ὁποῖον ἔχομεν κατὰ τὸ 1882 ἐκ τοῦ τόκου τῶν σωζομένων ἀκόμη 4,957 ὡμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων. Οὐδὲ θέλομεν ἔχει κατὰ τὸ 1883 τὸ ἔσοδον τῶν 300,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον περιελάβομεν ἐν τῷ ἐφετεινῷ προϋπολογισμῷ, προερχόμενον ἐκ τοῦ τόκου τῶν ἐν ταῖς Τραπέζαις κατατεθειμένων χρημάτων τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων. Οὐδὲ θέλομεν ἔχει κατὰ τὰ 1883 περισσεύουσαν ὄρυζαν, ἵνα πωλήσωμεν καὶ εἰσπράξωμεν 400,000 δραχ. ὅσας ὡς ἔσοδον ἐκ τοιούτου λόγου περιελάβομεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1882. Ἀπὸ τὴν αὔξησιν λοιπὸν τῶν ἐσόδων, ἥτις διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐφάνη ἀνελθοῦσα εἰς δραχμὰς 11,174,582, ἀφαιρέσατε τὰ τυχαῖα ἔσοδα τοῦ 1882, ἀνερχόμενα, καθ’ ἃ ἀνωτέρω ἀπηρίθμησα, εἰς 4,886,382, καὶ θέλετε ἰδεῖ μειουμένην τὴν αὔξησιν εἰς δραχμὰς 6,288,200. Ἐκ τοῦ ποσοῦ δὲ τούτου 1,295,000 προέρχονται ἐκ νέων πόρων καὶ ἐξ αὐξήσεως τοῦ ποσοῦ τῶν λειτουργούντων φόρων, δραχμαὶ δὲ 5,336,400 προέρχονται ἐξ αὐξήσεων ὑπαρχόντων ἐσόδων, τὰ ὁποῖα προϋπελόγισεν ἐφέτος τὸ ὑπουργεῖον ηὐξημένα, διότι ἐλπίζει, ὅτι θέλει εἰσπράξει ἐξ αὐτῶν περισσότερα. Ἀλλὰ ἐπὶ τίνος λόγου ἐστήριξε τὴν προσδοκίαν του ταύτην; Πῶς ἐλησμόνησε τοὺς κανόνας, τοὺς ὁποίους αὐτὸ ὑπηγόρευε κατὰ τὸ 1880 εἰς ἡμᾶς, καὶ προϋπελόγισεν αὐξήσεις, οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν εἰσπραχθέντων, ἀλλ’ αὐθαιρέτως; Ποῦ στηριζόμενον προϋπελόγισεν αὔξησιν τῶν τελωνιακῶν ἐσόδων κατὰ δραχ. 2,420,000, καὶ αὔξησιν τοῦ ἐσόδου ἐκ τοῦ χαρτοσήμου κατὰ δραχ. 500,000; Οὐδένα ὁδηγὸν, οὐδένα κανόνα μᾶς ἔδωκε τῶν τοιούτων ὑπολογισμῶν του, ἀλλ’ ἐπὶ τῷ γενικῷ λόγῳ τῆς φυσικῆς κατ’ ἔτος αὐξήσεως τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς ηὔξησε διάφορα ἔσοδα τοῦ Κράτους κατὰ 5,333,400. Τὴν κατὰ τοιοῦτον τρόπον αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ κρίνω εὐχερεστάτην ἀληθῶς πρᾶξιν, ἀλλὰ μηδεμίαν περιέχουσαν πιθανότητα, ὅτι θέλει πραγματοποιηθῆ. Ἡ ἐγχώριος παραγωγὴ προοδεύει ἀληθῶς κατ’ ἔτος, ἀλλὰ τοὺς ὅρους τῆς προόδου αὐτῆς σᾶς ἐνδεικνύει ὁ μέσος ὅρος τῶν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη βεβαιωθέντων ἐσόδων. Σεῖς οὐδὲ τοῦτον ἐστέργετε, ἀλλ’ ἐζητεῖτε τὸν μέσον ὅρον τῶν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη εἰσπραχθέντων. Νῦν δὲν ἀναζητεῖτε πλέον οὐδὲ τῶν βεβαιωθέντων, οὐδὲ τῶν εἰσπραχθέντων τὸν μέσον ὅρον, ἀλλὰ μὲ αἰτιολογίαν τῆς φυσικῆς αὐξήσεως τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς προσεθήκατε 500 χιλιάδας εἰς τὸ ἓν ἔσοδον, ἓν ἑκατομμύριον εἰς τὸ ἕτερον ὡς plus value. Τοιαῦται προσθῆκαί εἰσιν αὐθαίρετοι, καὶ εὔχομαι μὲν ὡς Ἕλλην νὰ ἴδω αὐτὰς ἐπαληθευομένας, ὡς ἄνθρωπος ὅμως λογικὸς οὐδὲ τὸ ἓν πέμπτον αὐτῶν δύναμαι νὰ κρίνω ὡς δυνάμενον νὰ πραγματοποιηθῇ. Δὲν ἐπαρουσίασαν λοιπὸν ἐργασίαν πρὸς περιορισμὸν τοῦ ἐλλείμματος ἄλλην, εἰμὴ μόνον τὸ ποσὸν τῶν 1,295,000, ὅπερ προϋπολογίζουσιν ὡς νέους πόρους, ἢ ὡς πρόσοδον αὐξήσεως τοῦ ποσοῦ φόρων. Ἤκουσα ἡμέραν τινά, ὅτι ἐκαυχῶντο ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, διότι, ἀναλαβόντες τὴν Κυβέρνησιν τὴν 3 Μαρτίου, κατώρθωσαν νὰ συντάξωσι τὸν προϋπολογισμὸν ἐντὸς 14 ἡμερῶν, καὶ νὰ εἰσαγάγωσιν αὐτὸν εἰς τὴν Βουλὴν ἐντὸς τῆς προθεσμίας, ἣν τὸ Σύνταγμα προσδιώρισεν. Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ Πρωθυπουργὸς τοιαῦτα ἐκαυχᾶτο πρὸς ἡμᾶς, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὡμολόγει ἀπὸ τοῦ βήματος ὡσαύτως, ὅτι τὸ ἔργον τοῦ προϋπολογισμοῦ ἦτο ἔργον 14 ἡμερῶν, διότι οὔτε νὰ ἐπεξεργασθῇ αὐτὸν περισσότερον οὔτε νὰ σκεφθῇ περὶ αὐτοῦ ὀρθότερον εἶχε καιρὸν ἀποχρῶντα. Καὶ δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ ἀκούσω ταῦτα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν μικρὸν μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔβλεπον νὰ εἰσάγηται δήλωσις αὐξάνουσα τὰ ἔσοδα κατὰ 1,326,382· ὅταν μικρὸν μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶδον νὰ εἰσαχθῇ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου δήλωσις μεταβάλλουσα τὰ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ προσδιορισθέντα ἔξοδα κατὰ δραχ. 1,039,049· ὅταν μετὰ τὴν σύνταξιν καὶ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶδον εἰσαγόμενα 180 νομοσχέδια, ὧν τὰ 100 μετέβαλλον τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἓν δὲ, ἓν καὶ μόνον, ἐπροτάθη νὰ αὐξήσῃ τὰ ἔσοδα αὐτοῦ διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν. Ἐκαυχῶντο λοιπὸν, διότι συνέταξαν ἐντὸς τόσῳ βραχέος χρόνου τὸν προϋπολογισμόν. Ὅταν δὲ ἐσυζητεῖτο ἡ πίστωσις τῶν ἐξόδων τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶχε προτείνει νὰ δοθῇ τὸ δωδεκατημόριον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἐδυσφόρει ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐπέμενε νὰ δοθῇ τὸ δωδεκατημόριον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ τρέχοντος ἔτους. Σᾶς ἔλεγον τότε «ὁ προϋπολογισμὸς παριστᾷ τὰς σκέψεις μας, εἶναι ἡ πολιτική μας, πῶς θέλετε νὰ μᾶς ὑποχρεώσητε νὰ ἀναγνωρίσωμεν διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου ἄλλην «πολιτικὴν, τὴν πολιτικὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελ«θόντος ἔτους;» Ἰδοὺ τί ἔλεγεν ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν. «Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ κατετέθησαν αἱ σκέψεις τοῦ ὑ«πουργείου, ἐκδηλώσαντος κατὰ ποῖον τρόπον ἀναδέχεται νὰ «διεξαγάγῃ τὴν ὑπηρεσίαν κατὰ τὸ τρέχον ἔτος. Τὸ ὑπουργεῖον «λέγει, ἰδοὺ ποία ἡ ἐκτίμησίς μου περὶ τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ «τοῦ ἔτους, τοιαύτην ἐσχημάτισα γνώμην, αὐτὸ συμβουλεύω «εἰς τὸ ἔθνος. Αὐτὴ ἡ ἐκτίμησις, αὐτὴ ἡ ἐργασία καὶ αἱ «σκέψεις, ἃς ὑποβάλλει τὸ ὑπουργεῖον, εἶναι τὸ περιεχόμενον «τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀφαιρέσατε αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, καὶ «τότε τὸ ὑπουργεῖον εἶναι ἁπλοῦς λογιστής, ἐν ᾧ ὁ προϋπο«λογισμὸς εἶναι ἀπόῤῥοια τῶν πολιτικῶν σκέψεων τοῦ ὑπουρ«γείου». Καὶ ἂν ὁ προϋπολογισμός σας παριστᾷ τὰς πολιτικὰς σκέψεις σας, τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἀναδέχεσθε νὰ κυβερνήσητε, ἐλησμονήσατε ὅτι δι’ ἑκατὸν νέων νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα μετὰ τὸν προϋπολογισμὸν ἐπροτείνατε, ἀνετρέψατε τὰς σκέψεις σας ταύτας, ἢ ἀπεδείξατε, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον συνετάσσετε τὸν προϋπολογισμὸν, δὲν εἴχετε γνώμην οὐδὲ περὶ πολιτικῆς, οὐδὲ περὶ τοῦ πῶς ἐσκοπεῖτε νὰ κυβερνήσητε. Δὲν ἀξιῶ νὰ ποιήσωμαι μνείαν τῶν ὑπαινιγμῶν, τοὺς ὁποίους ἐπαφῆκαν, ὅταν ἐκαυχῶντο διὰ τὴν ταχεῖαν εἰσαγωγὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Οἱ ὑπαινιγμοὶ αὐτῶν ἐσκόπουν ἡμᾶς ὡς εἰσαγαγόντας τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1880 κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς συνταγματικῆς προθεσμίας. Ἡμεῖς οὐδέποτε ἀνεδέχθημεν τὴν κυβέρνησιν τοῦ Κράτους, ἑπομένως οὐδὲ τὴν ἱστορικὴν εὐθύνην τῆς καθόλου κυβερνήσεως οὐδεμιᾶς περιόδου δυνάμεθα νὰ ὑπέχωμεν. Συμπράξαντες μετ’ ἄλλων, κατ’ ἀνάγκην καὶ πρὸς ἐκπλήρωσιν καθήκοντος, εἰσηγάγομεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1880 κατὰ τὴν 19 Δεκεμβρίου 1879, ἤτοι κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς συνταγματικῆς προθεσμίας. Ἀλλὰ πῶς ἐμνήσθησαν τούτου χωρὶς νὰ σᾶς ἐνθυμίσωσι συγχρόνως, ὅτι ἡ 19 Δεκεμβρίου 1879 ἦτο ἡ ἑπομένη τῆς 18 10βρίου, καθ’ ἣν κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐτελείωσεν ἐν τῇ Βουλῇ ἡ συζήτησις τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον; Πῶς ἀπέφυγον νὰ σᾶς ἀναμνήσωσιν, ὅτι ἡμεῖς εἴχομεν δηλώσει ῥητῶς εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἐθεωροῦμεν σύμφωνον πρὸς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα νὰ ἀπασχολήσωμεν τὴν Βουλὴν δι’ ἄλλων ἐργασιῶν, καὶ ἐπιμένως νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς αὐτὴν τοιαύτην, πρὶν ἢ περάνῃ τὸ πρώτιστον τῶν ἔργων της, τὴν πρὸς τὸν λόγον τοῦ ἡγεμόνος ἀπάντησίν της; Τὸ φιλάληθες δὲν εἶναι προσὸν παντός. Ὑπάρχουσιν οἱ νομίζοντες, ὅτι δὲν εἶναι ὑπόχρεοι νὰ μένωσιν ἐντὸς τῶν ὅρων τῆς ἀληθείας, καὶ μάλιστα ὅταν στενοχωρῶνται, ἵνα ἐξεύρωσιν ἐπιχειρήματα καὶ ὑπερασπίσωσι τὰς ἰδίας αὐτῶν πράξεις Ἐὰν μάλιστα ἡ φύσις ἐπροίκισεν αὐτοὺς μὲ τὸν πόθον νὰ φαρμακεύσωσι τοὺς ἄλλους, ὁ πόθος κατισχύει ἐν αὐτοῖς τοσοῦτον, ὥστε ἀπαλλάσσει τὴν γλῶσσαν αὐτῶν παντὸς δεσμοῦ, καὶ ὡς προχειρότερα μέσα θεωροῦνται παρ’ αὐτῶν αὐταὶ αἱ ὕβρεις, ἵνα σβέσωσι τὴν θέρμην τοῦ πόθου των τούτου. Ἄν λοιπὸν κατωρθώθη διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882 νὰ προταθῇ αὔξησις ἐσόδων ἐκ νέων πόρων καὶ ἐξ αὐξήσεως τοῦ ποσοῦ τῶν λειτουργούντων φόρων κατὰ 1,295,000, κατὰ πόσον διὰ τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπροτείνατε, ηὐξήσατε τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ; καὶ πόσον συνετελέσατε εἰς τὸ νὰ αὐξηθῇ ἐπὶ μᾶλλον τὸ ἔλλειμμα τῶν 11,241,393; δὲν γνωρίζω ἐπὶ τίνος βάσεως στηριχθέντες προϋπολογίσατε εἰς 1,800,000 τὴν πρόσοδον τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ζύθου καὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν, γνωρίζω ὅμως ὅτι καὶ τοῦ ἐσόδου τούτου ὁ προϋπολογισμὸς ἐγένετο αὐθαίρετος. Καὶ μ’ ὅλον ὅτι ἔχω λόγους νὰ ὑποπτεύσω, ὅτι ἐκ τοῦ ὑπουργείου αὐτοῦ θέλει ἐπέλθει ἡ ματαίωσις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, μ’ ὅλα ταῦτα, καὶ ἂν ἤθελεν ἐπιψηφισθῆ καὶ ἐκδοθῆ ὡς νόμος, ἀρκοῦμαι τοσαύτην ἐκ τοῦ φόρου τούτου νὰ εἰσπράξωμεν μέχρι τέλους τοῦ ἔτους πρόσοδον, ὅση ἀρκεῖ νὰ ἀντισταθμίσῃ τὰς διὰ τῶν ἄλλων νομοσχεδίων σας ἐπελθούσας αὐξήσεις τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἂν ὑπολογίσωμεν τὰ ἔξοδα, ἅτινα διὰ τῶν ψηφισθέντων κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην νομοθετημάτων προσετέθησαν εἰς τὸν προϋπολογισμόν, ἀρκοῦμαι ἂν ἡ πρόσοδος τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ζύθου καὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν ἀρκέσῃ νὰ καλύψῃ τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων τούτων. Ὅταν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς ἔλεγεν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα δὲν εἶναι ἕνδεκα ἑκατομμύρια, ἀλλὰ 15,000,000, δὲν γνωρίζω ἂν εἶχε δίκαιον ἢ ὄχι· γνωρίζω ὅμως, ὅτι τὰ ἔσοδα τῶν νέων ἐπαρχιῶν ὑπελογίσθησαν εἰς 7,941,800 ἄνευ δεδομένης τινὸς βάσεως· γνωρίζω, ὅτι τὰ ἔσοδα τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους δὲν προϋπελογίσθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν εἰσπραχθέντων, ὡς ὁ νῦν πρωθυπουργὸς ἀντιπολιτευόμενος τυγχάνων ἠξίου, ἀλλ’ αὐθαιρέτως καὶ ἄνευ βάσεώς τινος. Σᾶς λέγω ταῦτα διὰ νὰ μὴ ἀφήσω νὰ πιστεύσητε, ὅτι ἀφεύκτως θέλετε εἰσπράξει 7,941,800 ἐκ τῶν νέων ἐπαρχιῶν. Ἀφοῦ τὸ ἔλλειμμα θέλει εἶσθαι 11, ἢ 15,000,000, ἡ Κυβέρνησις ἠρκέσθη νὰ προτείνῃ αὔξησιν ἐσόδων ἐκ νέων πόρων ἐκ δραχ. 1,295,000. Ἀλλ’ ὅταν ἦτο ἀντιπολίτευσις ἡ Κυβέρνησις αὕτη, ποθοῦσα νὰ ἐπικρίνῃ τὴν τότε Κυβέρνησιν, ἔλεγεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1867, προτείνασα δάνειον 25,000,000 φράγκων, ἀνεθεώρησε συγχρόνως ὅλον τὸ φορολογικὸν σύστημα, συνέταξε νέον δασμολόγιον, καὶ παρέσχεν εἰς τὸ Κράτος νέους πόρους, ἵνα καλύψῃ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου. Ὅταν ἦτο ἀντιπολίτευσις ἡ Κυβέρνησις αὕτη, κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1879, ὅτε διεχειριζόμην ἐγὼ τὰ οἰκονομικά, μᾶς ἔλεγεν: «Ὤφειλεν ἄρα ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς διαφωτίσῃ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θέλει ἐνεργήσει, διότι ἡ ἐπιτακτικωτέρα ἡμῶν ὑποχρέωσις ἤδη εἶναι ἡ ἐξάλειψις τοῦ ἐλλείμματος. Ἂν δὲν δυνηθῶμεν διὰ μιᾶς νὰ καταργήσωμεν αὐτό, ὀφείλομεν ὅμως νὰ τὸ περιορίσωμεν τοσοῦτον καὶ διὰ μεθόδου τοιαύτης, ὥστε νὰ εἴμεθα βέβαιοι ὅτι ἐντὸς ἐλαχίστων ἐτῶν θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ὁλοσχερῆ ἐξάλειψιν αὐτοῦ». Δὲν ἔχομεν λοιπὸν δίκαιον νὰ ἐρωτήσωμεν σήμερον τὴν Κυβέρνησιν αὐτήν, ποῦ ἔκρυψε τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ὡς ἀντιπολίτευσις ἄλλοτε ἔλεγεν, ἐπικρίνουσα ἡμᾶς τοὺς τότε διαχειριζομένους τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους; Σεῖς δὲν ἀνεθεωρήσατε τὸ φορολογικὸν σύστημα, ὡς ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1867, ἣν μᾶς ἐπεδεικνύετε, ἵνα ἀνεύρητε νέους πόρους καὶ καλύψητε τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων. Σεῖς, ἐξ ἐναντίας, ὅταν τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον, μετὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ δανείου 120 ἑκατομμυρίων, ἐπρότεινεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καὶ ἐπικερδεστέραν διαῤῥύθμισιν τῶν ἁλικῶν, ἐπράξατε πᾶν ὅ,τι ἐδύνασθε διὰ νὰ ματαιώσητε, ὡς καὶ ἐματαιώσατε, καὶ τὰ δύω ἐκεῖνα μέτρα τοῦ ὑπουργείου. Ἕνεκα ὑμῶν λοιπὸν ἐψηφίσθη τὸ δάνειον τῶν 120 ἑκατομμυρίων ἄνευ νέων πόρων, καὶ σεῖς τώρα εὑρόντες τὰ λείψανα αὐτοῦ ἐξοδεύετε χωρὶς νὰ ἐνθυμηθῆτε, ὅτι ἐξοδεύετε χρήματα δανείου, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὁποίου οὐδὲν προεβλέψατε. Ἀλλὰ θέλει ἐλθεῖ μετ’ οὐ πολὺ τὸ 1883. Ὁ προϋπολογισμὸς αὐτοῦ δὲν θέλει ἔχει τὰ τυχαῖα ἔσοδα τοῦ 1882, τὰ ὁποῖα ἠριθμήσαμεν εἰς δρ. 4,886,382· ἂν λοιπὸν τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1882 εἶναι 12,000,000, ἢ 15,000,000, ὅσα εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1883 θέλει εἶσθαι ἀνώτερον κατὰ 4,886, 382. Ἀλλὰ κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1883 θέλουσιν εἶσθαι περαιωμένα τὰ δύω πρῶτα τμήματα τοῦ σιδηροδρόμου ἀπὸ Πειραιῶς εἰς Πάτρας. Ὁ σιδηρόδρομος οὗτος ὑπελογίσθη, καθ’ ἃ μᾶς εἶπεν ὁ πρωθυπουργός, εἰς 220 χιλιόμετρα, τὸ δὲ Δημόσιον ἀναλαβὸν νὰ συνεισφέρῃ 20,000 δραχμῶν κατὰ χιλιόμετρον, θέλει καταβάλει μετὰ τὸ πέρας αὐτοῦ 4,400,000 δραχμῶν· ἐπειδὴ δὲ διὰ τὰ γήπεδα, τὰ ὁποῖα θέλουσι καταληφθῆ, ὀφείλομεν νὰ ὑπολογίσωμεν τοὐλάχιστον 1,500,000 ὡς ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἔλεγεν εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ταμείου καταβληθησόμενον ποσὸν θέλει ἀνέλθει εἰς δρ. 5,900,000. Διὰ τὰ κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1883 περαιωμένα δύω τμήματα, θέλει καταβληθῆ τὸ ἥμισυ τοῦ ποσοῦ τούτου, ἤτοι δραχ. 2,950,000, αἵτινες θέλουσιν ἐπιβαρύνει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1883, καὶ ἑπομένως τὸ ἔλλειμμα αὐτοῦ. Ὅθεν ἂν τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1882 ὑποτεθῇ τόσον ὅσον ἐνδεικνύει ὁ προϋπολογισμός, ἤτοι 2,000,000, τὸ τοῦ 1883 θέλει εἶσθαι ὑπέρτερον κατὰ δρ. 4,886,382, τὸ ποσὸν τῶν τυχαίων ἐσόδων τοῦ 1882 τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ὑπάρχουσιν εἰς τὰ 1883, καὶ κατὰ δραχμὰς ἀκόμη 2,950,000, τὸ ποσὸν τὸ πληρωτέον διὰ τοὺς σιδηροδρόμους, ἤτοι θέλει ἀνέλθει τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1883 εἰς δρ. 19,836,382. Ἂν ὅμως τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1882 φθάσῃ τὰ 15,000,000, ὡς ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς εἶπε, τὸ τοῦ 1883 θέλει ἀνέλθει εἰς δρ. 22,839,382. Ἀλλὰ δὲν θέλει γίνει σκέψις περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Δὲν θέλει τὸ Κράτος φροντίσει νὰ ἄρῃ τὸ μέγα τοῦτο βάρος; Δὲν ἐννοῶ βάρος διὰ τὰς Τραπέζας, διότι τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν βαρύνει αὐτάς, ἐκ τοῦ ἐναντίου τρέφει καὶ πλουτεῖ αὐτάς, διὰ τοῦτο περισκαίνουσιν αἱ Τράπεζαι τὸ δικαίωμα τοῦτο, καὶ προσβλέπουσιν εἰς αὐτὸ μετὰ μεγάλης στοργῆς καὶ θερμότητος· ἀλλὰ ἐννοῶ βάρος εἰς τὴν κοινωνίαν, διότι ἐπ’ αὐτῆς ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶναι ἀληθῶς ἐπαχθὲς βάρος. Ἕνεκα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν τοῦ ἔτους, ὅταν εἰσάγεται μεταλλικὸν ἐν Ἑλλάδι διὰ τὴν προμήθειαν τῶν συγκομιζομένων προϊόντων αὐτῆς, τὸ φράγκον τιμᾶται ἀντὶ 123 λεπτῶν, ἤτοι κατὰ 11 λεπτὰ περισσότερον τῆς διατιμήσεως, ἤτοι 10% περισσότερον τῆς νομίμου ἀξίας. Ταῦτα δὲ τὰ 10% πλέον τῆς νομίμου ἀξίας πληρόνουσιν οἱ καταναλωταί, ὁ λαός. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ γίνῃ σκέψις πῶς θέλομεν ἄρει τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ἢ πῶς θέλομεν παρασκευάσει τὴν ἄρσιν αὐτῆς, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀπαλλάξωμεν τὴν κοινωνίαν ἀπὸ τὴν ἐπαχθῆ ταύτην φορολογίαν τῶν 10%; Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ μειώσωμεν τὸ ἔλλειμμα, διότι ἔλλειμμα καὶ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν συνυπάρχουσι λυσιτελῶς εἰς τὸν Τόπον. Καὶ ἂν Κυβέρνησίς τις θελήσῃ νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ νὰ φορολογῇ τὸν λαόν, λαθραίως ἐπιβάλλουσα εἰς αὐτὸν διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τὴν πληρωμὴν 10% περισσότερον τῆς ἀληθοῦς ἀξίας τῶν πραγμάτων, ἡ Κυβέρνησις αὕτη θέλει ἀναγκασθῆ, ἀντὶ τοῦ 1%, ὅπερ πληρόνει εἰς τόκον εἰς τὴν Τράπεζαν διὰ τὰ χρέη πρὸς αὐτὴν τοῦ Δημοσίου, ὧν ἕνεκα ὑφίσταται ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἀντὶ τῶν 810,000 δραχμῶν, ἃς ὡς τόκον 1% πληρόνει, θέλει ἀναγκασθῆ νὰ συνομολογήσῃ δάνειον πρὸς 7%, ἑπομένως νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ ταμεῖον μὲ ἕτερα 6%, καὶ ἀντὶ 810,000 δραχμῶν ὅσας περιλαμβάνει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1882, νὰ περιλάβῃ ὁ τοῦ 1883 ἔξοδον 5,670,000, ὡς τόκον πρὸς 7 τοῖς 100 τοῦ πληρωτέου εἰς τὴν Τράπεζαν χρέους πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἡ διαφορὰ τῶν πληρονομένων 810,000, πρὸς τὰς ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πληρωθησομένας 5,670,080, συνισταμένη εἰς δραχμὰς 4,860,000, δὲν θέλει αὐξήσει κατὰ τόσο ποσὸν τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1883; Ποία περίεργος τροπὴ γνωμῶν! Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1880 ὃν ἐγὼ εἶχον εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ ἔλλειμμα συνίστατο εἰς 5,562,415, ὁ δὲ νῦν πρωθυπουργὸς ἀντιπολιτευόμενος τότε δὲν εὕρισκεν αὐτὸ ὀρθῶς ὑπολογισθὲν καὶ ὑπελόγιζεν αὐτὸ εἰς 10,270,000, καὶ μετὰ τὸν τοιοῦτον ἀναβιβασμὸν τοῦ ἐλλείμματος ἔλεγεν εἰς τὴν Βουλὴν: Ὅταν ἔχομεν τοιοῦτον ἔλλειμμα, τίνες ἐπιβάλλονται σκέψεις; Δύνανται νὰ ἐπιβληθῶσιν ἄλλαι παρὰ τὰς σκέψεις τῶν οἰκονομιῶν; Καὶ ἐνταῦθα εὑρίσκεται ἡ πλήρης ἀντίθεσις μεταξὺ τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἀντίθεσις ἕνεκα τῆς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ παραστήσῃ τὸ ἔλλειμμα ὡς μὴ ὑπάρχον· διότι, ἂν παραδεχθῇ τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἀπέδειξα, δὲν δύναται ἢ νὰ παραδεχθῇ τὴν ἀντίθετον πολιτικὴν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ παριστᾷ εἰς τὴν ἀποδοχὴν ἡμῶν. Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1882, τὸ ἔλλειμμα δὲν εἶναι 5,562,000, ὅσον ἐγὼ προσδιώριζον τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1880 τὸ ἔλλειμμα δὲν εἶναι 10,270,000, ὅσον ὁ νῦν πρωθυπουργὸς, ἀντιπολιτευόμενος κατὰ τὸ 1880, ἀναιρῶν ἐμὲ, ἐζήτει νὰ προσδιορίσῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1880. Τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1882, κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν, ὃν μᾶς εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις, εἶναι 11,241,293, κατὰ δὲ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι 15,000,000. Κατὰ τὸ 1883, τὸ ἔλλειμμα δὲν θέλει εἶσθαι οὐδὲ τόσον, ὅσον ἦτο κατὰ τὸ 1882, ἀλλὰ θέλει ἀνέλθει εἰς 22,836,382, καὶ ἂν ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἰς 27,696,382. Καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ὡς ἀντιπολιτευόμενοι κατὰ τὸ 1880 μᾶς ἔλεγον ὅσα ἀνωτέρω ἐξέθηκα, ὡς κυβερνῆται σήμερον μᾶς προτείνουσι καὶ νέον δάνειον ἐκ 40,000,000 ὀνοματικὸν, διὰ νὰ προσθέσωσιν εἰς τὸ σημειωθὲν ἀνωτέρω ἔλλειμμα τῶν 27,696,382 καὶ νέα 2,800,000, τόκους πρὸς 7% τοῦ δανείου τῶν 40,000,000 ὀνοματικῶν, τὰ ὁποῖα μᾶς ζητοῦσι!
§175Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, μόνον 75 βουλευταὶ εἶναι παρόντες· τοὺς ἐμέτρησα. Κάμνω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Θόρυβος). Κύριε Πρόεδρε, ἐπιμένω ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν παραιτεῖσθε νὰ συμπληρώσῃ τὴν ὁμιλίαν του ὁ κ. Δηλιγιάννης;
§177ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔχει νὰ ὁμιλήσῃ μίαν ὥραν ἀκόμη, εἶπε.
§178ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ἀνεχθῶμεν κατόπιν τῶν ὅσα ἐῤῥέθησαν κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν. Ἑπομένως ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κυρίων Βουλευτῶν.)
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες εἶναι 131. Εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης παρακαλεῖται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§180ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1880 ἡμεῖς ἰσχυριζόμεθα, ὅτι ἦτο 5,500,000, ἡ τότε ἀντιπολίτευσις μᾶς ἔλεγεν ὅτι εἶναι 10,270,000. Τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1882 ὁ πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι εἶναι 11,300,000, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς εἶπεν, ὅτι εἶναι 15,000,000. Τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1883 θὰ ἦναι 22,836,000 χωρὶς νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ μᾶς συμβουλεύουν μολαταῦτα νὰ δανεισθῶμεν 40,000,000 καὶ ν’ αὐξήσωμεν τὸ ἀνωτέρω τεράστιον ἔλλειμμα κατὰ 2,800,000! Μὴ σᾶς ἐξιππάζῃ, παρακαλῶ, ἐὰν ὁ Πρωθυπουργὸς ἄλλως ἐφρόνει καὶ ἄλλως ἐσκέπτετο κατὰ τὰ 1880, ὅτε ἦν ἀντιπολιτευόμενος, καὶ ἄλλως κατὰ τὰ 1882, ὅτε τυγχάνει Πρωθυπουργός. Ἐν τῷ παρελθόντι Κοινοβουλίῳ ὡς ἀντιπολίτευσις εἶχεν οἰκονομικὸν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν 23 Φεβρουαρίου 1880 ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον ἐκεῖνο. Ἀκυρώσατε, μᾶς ἔλεγε τὰς 21,000 ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, τὰς ὁποίας ἔχετε διαθεσίμους, ἐλαττώσατε τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ 5,700,000, αὐξήσατε τὰ ἔσοδα κατὰ 2,800,000, λάβετε ἀπὸ τὴν Τράπεζαν ὅσα χρήματα ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 ἐδώκατε αὐτῇ πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ διὰ τῶν χρημάτων τούτων ἐξοφλήσατε τὰ κινητὰ χρέη τοῦ Δημοσίου, ἐγκαταστήσατε δὲ τὴν Τράπεζαν εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἥτις δὲν εἶναι κακόν, ἀπενναντίας σᾶς ὠφελεῖ, διότι πληρόνετε τόκον μόνον 1% ἀντὶ 7 ἢ 8. Ἀλλ’ ἐνῷ τὴν 23 Φεβρουαρίου τοιοῦτον οἰκονομικὸν πρόγραμμα ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, κατὰ τὰς 19 Μαρτίου 1880 ὡς κυβέρνησις ἄλλο πρόγραμμα ἔφερεν εἰς τὴν Βουλήν· Σπεύσατε νὰ ἄρητε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ὑποσχεθῆτε εἰς τὴν Τράπεζαν, ὅτι θὰ δανεισθῆτε 21,000,000 ἀπὸ αὐτὴν διὰ νὰ τὴν εὐκολύνητε νὰ δυνηθῇ αὕτη νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον τῶν 60,000,000, διὰ τῆς συνομολογήσεως τοῦ ὁποίου θέλει λαμβάνει ἐπὶ πέντε ἔτη 12,000,000, κατ’ ἔτος· δὲν πειράζει ἐὰν ἀντὶ 1%, τὸ ὁποῖον νῦν πληρόνετε, πληρώσητε 7 ἢ 8% ἐπὶ τῶν χρεῶν σας, ἀρκεῖ ν’ ἄρετε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν διὰ ν’ ἀνακουφίσητε τὸν ἑλληνικὸν λαόν. Καὶ μετὰ τρεῖς μῆνας εἶχον ἄλλο πρόγραμμα, εἶχον πολιτικὸν πρόγραμμα τὴν ἐπιστρατείαν, καὶ ἐνῷ ἐκάλουν 60,000 ἀνδρῶν εἰς τὰ ὅπλα, δὲν ἐφρόντισαν νὰ συνομολογήσωσι δάνειον, ἀλλ’ ἠρκέσθησαν νὰ λάβωσι προκαταβολὴν 15,000,000 διὰ νὰ ἔλθῃ ἡ στιγμή, καθ’ ἣν ἤθελον μᾶς ἐπιβάλει τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως μὲ τὴν Τράπεζαν καὶ τὴν παραχώρησιν ἐπὶ μίαν ἔτι εἰκοσαπενταετίαν τοῦ μετὰ δωδεκαετίαν πλήρη μόλις λήγοντος προνομίου της. Ἐὰν ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου μέχρι τοῦ ὀκτωβρίου 1880 ἐντὸς 8 μηνῶν μετέβαλον τέσσαρα οἰκονομικὰ προγράμματα, μὴ ἀπορεῖτε ἐὰν τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐδίδασκον κατὰ τὸ 1880, λησμονοῦσι κατὰ τὰ 1882, πράττοντες τὰ ἐναντία ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀπῄτουν νὰ πράξωμεν ἡμεῖς κατὰ τὰ 1880. Ἀλλὰ τί ὁμιλεῖς περὶ ἐλλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ; Πάντα ταῦτα εἰσὶ μικραὶ σκέψεις. Καὶ λησμονεῖς τὰς ἱερὰς ὑποχρεώσεις πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν φυλὴν, λησμονεῖς τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν νὰ διακινδυνεύσωμεν καὶ τὴν οἰκονομικὴν καὶ αὐτὴν τὴν πολιτικὴν ἡμῶν ὕπαρξιν, διὰ νὰ σώσωμεν τὸν ἀπειλούμενον Ἑλληνισμὸν ἀπὸ τῶν ἐχθρικῶν ἐπιδρομῶν; Ἔχομεν ἀνάγκην τῶν 40,000,000 διὰ νὰ ἐνεργήσωμεν τὰς στρατιωτικὰς καὶ τὰς ναυτικὰς προπαρασκευάς. Σᾶς παρακαλῶ, νὰ μὴ ἀκούσητε τὰς γνώμας ἐμοῦ ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν παρασκευῶν, διότι ἐμὲ θεωρεῖτε, ὡς καὶ πράγματι εἶμαι, μὴ φίλον τῆς Κυβερνήσεως, ὑμεῖς δὲ ἡ πλειονοψηφία τοῦ Κοινοβουλίου ἐπιθυμεῖ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἑπομένως ὀφείλει νὰ ἀκούῃ τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοῦτο ν’ ἀποδεικνύῃ τὴν ἀπόλυτον πρὸς αὐτὴν ἐμπιστοσύνην της. Θέλω διὰ τοῦτο σᾶς φέρει καὶ ἐγὼ τὰς γνώμας τοῦ ἡγέτου τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν στρατιωτικῶν καὶ τῶν ναυτικῶν προπαρασκευῶν, ἴσως δυνηθῶ νὰ σᾶς πείσω, ἵνα ἀποδεχθῆτε τὰς γνώμας οὐχὶ ἐμοῦ, ἀλλ’ αὐτοῦ. (Ἀναγινώσκει). «Ἐπῆλθε μεταβολὴ καταστάσεως σπουδαία», (ἔλεγεν ὁ νῦν πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν 22 Φεβρουαρίου 1880, μετὰ τὴν παῦσιν τοῦ ῥωσσοτουρκικοῦ πολέμου) «καὶ ἡ μεταβολὴ αὕτη «τῆς καταστάσεως ἐπιβάλλει οἰκονομικὰς ἰδέας ἄλλας, ἐπι«βάλλει προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἄλλον. Ἀλλὰ ποία ἡ «μεταβολὴ τῆς καταστάσεως ταύτης, ποία ἡ πολιτικὴ τὴν «ὁποίαν ἡ νέα κατάστασις ἐπιβάλλει εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἵνα «ἡ Ἑλλὰς ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς καὶ ὡς «κράτος καὶ ὡς ἔθνος; «Ἠκούσθησαν πολλαὶ γνῶμαι περὶ τούτου. Ἠκούσθη ἡ «γνώμη, ὅτι ὅπως διαρκοῦντος τοῦ πολέμου ὠφείλομεν πάντες «νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν πολιτικὴν τῶν παρασκευῶν, οὕτως «ἤδη ὀφείλομεν πάντες νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν πολιτικὴν «τῶν παρασκευῶν. Ὑπῆρξε γνώμη, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῶν πα«ρασκευῶν, ἥτις ἐπεκράτει ἐπὶ τοῦ ῥωσσοτουρκικοῦ πολέμου, «ὠφείλει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπικρατοῦσα, διότι ἡ κατάστασις «κατ’ οὐσίαν δὲν μετεβλήθη. Οὐδετέραν τῶν γνωμῶν τούτων «ἀσπάζομαι. Δὲν ἀποδέχομαι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ ἀκο«λουθήσῃ σήμερον λυσιτελῶς πρὸς ἑαυτήν, καὶ δὲν νομίζω «ὅτι δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς «ἐπιβαλλομένας αὐτῇ ὑπὲρ ἑαυτῆς καὶ ὑπὲρ τῶν ὁμοεθνῶν «της, ἐξακολουθοῦσα τὸ σύστημα, ὅπερ ἦτον ὑπόχρεως νὰ «ἀκολουθῇ ἐν ὅσῳ ὑφίστατο ἡ κατάστασις τοῦ πολέμου ἐν τῇ «Ἀνατολῇ. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δύναται καὶ νὰ «παύσῃ παρασκευαζομένη. «Ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ παρασκευὴ τὴν ὁποίαν ἀποδέχομαι, «καὶ κατὰ τί διαφέρει τῆς παρασκευῆς, τὴν ὁποίαν ἀπεδεχό«μην ὡς μέλος τῆς οἰκουμενικῆς κυβερνήσεως; Ἡ παρασκευή, «ὑπὲρ ἧς εἰργάζετο ἡ οἰκουμενικὴ κυβέρνησις, ἦν ἡ παρασκευὴ «ἡ ἔκτατος, ἡ ἐσπευσμένη, ἡ ἀποβλέπουσα εἰς ἄμεσον ἐνέρ«γειαν. Ἡ σήμερον παρασκευὴ ὀφείλει νὰ μὴ ἦναι ἔκτακτος, «ἐσπευσμένη. Εἶναι ἡ παρασκευὴ ἡ ἤρεμος, ἀλλ’ ἡ παρα«σκευὴ ἐκείνου, ὅστις ἠξεύρει ὅτι δύναται ταχέως νὰ ἔχῃ ἀ«νάγκην τῆς χρήσεως ὅλων αὑτοῦ τῶν δυνάμεων. «Ἐκ τῆς διαφορᾶς ταύτης τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν ὑποχρεώσεων τῆς Ἑλλάδος ὡς πρὸς τὴν παρασκευὴν, ἕπεται καὶ διαφορὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Συνεπῶς πρὸς ἃ φρονοῦμεν περὶ τῆς σημερινῆς καταστάσεως, ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν καὶ προϋπολογισμὸν πάντῃ διάφορον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον εἴχομεν κατὰ τὰ 1877, ἐκείνου τὸν ὁποῖον ἐξακολουθοῦμεν μέχρι τινὸς νὰ ἔχωμεν. Τὴν οἰκονομικὴν λοιπὸν παρασκευὴν συνιστῶμεν σήμερον ὡς βάσιν τῆς παρασκευῆς τῶν δυνάμεων τοῦ κράτους τῶν πολεμικῶν». Καὶ τὴν ἐπιοῦσαν, τὴν 23 Φεβρουαρίου 1880, ἔλεγεν ὁ νῦν πρωθυπουργός: «Καὶ περὶ τοῦ ναυτικοῦ ὀφείλομεν νὰ προνοήσωμεν, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ ποιησώμεθα χρῆσιν αὐτοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ τῆς ἀνάγκης, διότι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἔθνος ναυτικὸν, καὶ ἄνευ ναυτικῆς παρασκευῆς, πᾶσα ἄλλη παρασκευὴ εἶναι ματαία. Ἀλλὰ διαφωνῶ ῥιζικῶς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς παρασκευῆς. Δὲν παραδέχομαι, ὅτι τὰ εἰσοδήματα τοῦ Κράτους εἶναι ἐπαρκῆ, ὅπως μόνον διὰ τῆς δαπάνης, τῆς ἐτησίως ἀναγραφομένης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καταρτισθῶσιν αἱ ναυτικαὶ αὐτοῦ δυνάμεις. Αἱ ναυτικαὶ τοῦ Κράτους δυνάμεις κατ’ ἐμὲ δὲν δύνανται νὰ καταρτισθῶσιν εἰμὴ μόνον διὰ μεγάλου δανείου. Εἰς ἕτερα Κράτη στρατιωτικὰ ἐλήφθη πρόνοια περὶ παρασκευῆς στρατιωτικοῦ ταμείου. Ἡμεῖς οἱ κυρίως ὄντες ναυτικοὶ ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ ναυτικοῦ ταμείου. Ποῖον δ’ εἶναι τὸ ναυτικὸν τοῦτο ταμεῖον; Τὸ ἰσοζύγιον τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, δι’ οὗ θὰ κατασταθῇ ἐφικτὴ ἡ πραγματοποίησις δανείου πρὸς καταρτισμὸν στόλου... Περὶ χρηματικῆς ἄρα παρασκευῆς ὀφείλομεν νὰ προνοήσωμεν, ἂν κατανοῶμεν τὸ μέγεθος τῆς ναυτικῆς παρασκευῆς. Ἕως οὗ δὲ φθάσωμεν εἰς τὴν παρασκευὴν ἐκείνην, ὀφείλομεν νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν μόρφωσιν τῶν ναυτικῶν ἐκείνων δυνάμεων, ἃς ὁ κ. ἐπὶ τῶν ναυτικῶν ὑπουργὸς ὀνομάζει σχετικὰς, δηλαδὴ εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ ἔθνους εἰς τὰ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, εἰς τὸν καταρτισμὸν σχολῆς ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ, καὶ εἰς τὸν καταρτισμὸν σχολῆς ναυκλάστρων». Καὶ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1880, ὅταν ταῦτα ἐλέγοντο, εἴχομεν τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα ἐκκρεμὲς, καὶ διεπραγματευόμεθα μὲν ἐν Κωνσταντινουπόλει μετὰ τῆς Τουρκίας, εἴμεθα ὅμως πεπεισμένοι, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις δὲν ἤθελον καταλήξει εἰς ἀποτέλεσμά τι. Ἐπεριμένομεν τότε τὴν ἔκβασιν τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος ἐν Ἀγγλίᾳ· προσεδοκῶμεν, ὅτι ἤθελεν ἀναβῆ ἐπὶ τὴν κυβέρνησιν ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος διευθύνει σήμερον τὰς τύχας τῆς Ἀγγλίας, προσεδοκῶμεν ὅτι, ἐκείνου ἀναβαίνοντος ἐπὶ τὴν κυβέρνησιν, ἤθελεν ἐπέλθει ἡ σύμπραξις μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας, καὶ ὅτι ἡ σύμπραξις αὕτη ἤθελε καταστήσει δυνατὸν οὐ μόνον νὰ λάβῃ χώραν ἡ μεσολάβησις τῆς Εὐρώπης πρὸς λύσιν τοῦ ἡμετέρου ζητήματος, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἤθελεν ἐπιφέρει τὴν διὰ τῆς μεσολαβήσεως λύσιν τῶν δισταγμῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρχον περὶ τῆς χωρογραφικῆς ἐκτάσεως τῶν νέων ὁρίων κατὰ τὰς ἀξιώσεις τῆς Ἑλλάδος. Ἐζήτει λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις τότε παρὰ τῆς Βουλῆς, ἵνα λάβῃ τὰ μέσα, ὅπως καταρτίσῃ 20 ὡς 25 χιλιάδας στρατοῦ ἑτοίμου διὰ νὰ δυνηθῇ, ἐὰν τὴν συνεβούλευον αἱ συμπράττουσαι Δυνάμεις, νὰ λάβῃ δι’ αὐτοῦ κατοχὴν τῶν χωρῶν, αἵτινες ἤθελον ὑπὸ τῆς μεσολαβήσεως προσδιορισθῆ, καὶ δυνηθῇ οὕτως ἡ Ἑλλὰς νὰ καρπωθῇ ἐντελῶς τὰ καλὰ ἀπὸ τὴν στιγμιαίαν ὁμοφωνίαν τῆς Εὐρώπης. Καὶ ἐνῷ τοιοῦτον εἴχομεν ἐξωτερικὸν ζήτημα, καὶ τοιαύτας μᾶς ἐπέβαλεν ἀνάγκας τὸ ἐθνικὸν ἐκεῖνο ζήτημα, τοιαῦτα μᾶς ἔλεγον τότε ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀντεπολιτεύοντο ἡμᾶς τότε, καὶ μᾶς ἠρνοῦντο τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἐζητοῦμεν. Ἀλλ’ αὐτοὶ οὗτοι κυβερνῶντες νῦν, ὅτε ἐξωτερικὸν ζήτημα δὲν ὑπάρχε, μᾶς λέγουν νὰ μὴ δειλιάσωμεν ἀπὸ τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον πλέον δὲν εἶναι ἐκ 5 ἢ 10 ἑκατομμυρίων ὡς κατὰ τὰ 1880, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον εἶναι ἐφέτος 15 καὶ κατὰ τὸ 1883 θέλει ὑπερβαίνει τὰ 20 ἑκατομμύρια· μᾶς συμβουλεύουσι νὰ μὴ ζητῶμεν ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὐδὲ νὰ ἐνθυμώμεθα ὅσα τότε μᾶς ἔλεγον· ἀλλὰ μᾶς ζητοῦσι νὰ τοῖς ἐπιτρέψωμεν νὰ δανεισθῶσι 40 ἀκόμη ἑκατομμύρια, διὰ νὰ ἐξοδεύσωσιν αὐτὰ εἰς καταρτισμὸν στόλου, καὶ νὰ ἀδιαφορήσωμεν ἂν διὰ τὰ 40 νέα ταῦτα ἑκατομμύρια θέλωμεν προσθέσει εἰς τὸ τοσοῦτον ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ 2,800,000 ἀκόμη! Ἡ πολιτικὴ κατάστασις τῆς Εὐρώπης κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦτο ἐντελῶς διάφορος ἀπὸ τὴν πολιτικὴν κατάστασιν τῆς σήμερον. Τότε τὸ Ῥουμουνικὸν ζήτημα ἦτο ἀκόμη ἐκκρεμὲς, τὸ Βασιλικὸν στέμμα δὲ δὲν εἶχεν ἔτι τεθῆ εἰς τὴν καφαλὴν τοῦ ἡγεμόνος τῆς Ῥουμουνίας. Ἐν Σερβίᾳ τότε ἡ ἀντίδρασις, ἥτις ἐγίνετο κατὰ τῆς πατροπαραδότου πολιτικῆς τῆς Σερβίας, ἐτήρει ἔτι διστάζοντα καὶ ἐκκρεμῆ τὰ Σερβικὰ πράγματα. Τὸ ζήτημα τοῦ Μαυροβουνίου ἦτο εἰσέτι ἐκκρεμές. Δὲν ἦτο δ’ ἀπίθανον τοσαῦτα ἐκκρεμῆ πολιτικὰ ζητήματα νὰ καταστήσωσιν ἐν ἀμφιβολίᾳ τὸ ἐν τῇ Ἀνατολῇ καθεστὼς, περίπτωσις ἐνδεχομένη μὲν, ἀλλὰ διὰ τὴν πρόβλεψιν τῆς ὁποίας ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις ὤφειλε νὰ μεριμνήσῃ ὡς ἐμερίμνα καὶ περὶ τοῦ ἰδίου αὑτῆς ἐξωτερικοῦ ζητήματος. Τότε τὸ ζήτημα τῆς πολεμικῆς ἀποζημιώσεως τῆς Ῥωσσίας ἦτο ἐκκρεμὲς, ἐκάθητο δ’ ἐπὶ τοῦ θρόνου τοῦ μεγάλου ἐκείνου κράτους ὁ ἀείμνηστος Ἀλέξανδρος Βʹ. Τώρα καὶ τὸ Ῥουμουνικὸν ζήτημα δὲν ὑφίσταται, καὶ τὸ ζήτημα τοῦ Μαυροβουνίου ἐξέλιπε, καὶ ἐν Σερβίᾳ δὲν πρόκειται εἰμὴ ἁπλοῦς ἀνταγωνισμὸς ἐξωτερικῶν ἐπιῤῥοῶν. Καὶ τὸ ζήτημα τῆς ῥωσσικῆς ἀποζημιώσεως ἐκανονίσθη, καὶ ἕνεκα ἀποτροπαίου συμβάντος ἄλλος κάθηται νῦν ἐπὶ τοῦ ῥωσσικοῦ θρόνου, τοῦ δὲ μηδενισμοῦ οἱ ἀνακαγχιζόμενοι πλόκαμοι κρατοῦσι περιδεῆ τὴν κοινωνίαν τῆς μεγάλης ἐκείνης χώρας. Δὲν ὑφίσταται νῦν εἰμὴ ἕν μόνον ζήτημα, τὸ Αἰγυπτιακόν, τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ προΐδω ὁποίαν θὰ λάβῃ ἔκβασιν, ἐλπίζω ὅμως ὅτι δὲν θέλει ὑπερβῆ τὰς τοπικὰς διαστάσεις. Ἐὰν δὲ περιορισθῇ ἐντὸς τῶν τοπικῶν διαστάσεων, δὲν βλέπω ποίαν δύναται νὰ παραγάγῃ ἀφορμὴν μεριμνῶν διὰ τὰ πολιτικὰ συμφέροντα ἡμῶν. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν ἐμπορικῶν συμφερόντων μας, διότι αἱ δυσμενεῖς τροπαί, τὰς ὁποίας ταῦτα ἐν Αἰγύπτῳ ὑπέστησαν, δὲν γνωρίζω ἔτι οὐδὲ πότε ἐκ τούτων θέλουσιν ὁλοσχερῶς καταστρέψει, οὐδὲ πότε θέλουσιν οὐσιωδῶς μειώσει, οὐδὲ γνωρίζω πῶς θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἀποκαταστήσωμεν αὐτὰ ἐν τῷ μέλλοντι ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ. Ἔχω λοιπὸν ἢ δὲν ἔχω δίκαιον οὐ μόνον νὰ παραδέχωμαι, ἀλλὰ καὶ νὰ βεβαιῶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ πρωθυπουργὸς πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἔλεγεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι δὲν ἀνήκω μετ’ αὐτοῦ εἰς τὴν αὐτὴν σχολὴν τῆς λογικῆς; Ἐκεῖ ὅπου εὑρισκόμην ἐγὼ κατὰ τὸ 1880 εὑρίσκεται ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις κατὰ τὸ 1882· καὶ ἐκεῖ ὅπου εὑρίσκετο ἡ Κυβέρνησις αὕτη ὡς ἀντιπολίτευσις κατὰ τὸ 1880, εὑρίσκομαι ἐγὼ κατὰ τὸ 1882. Ἐνῷ τότε μᾶς ἐδίδασκεν ὡς ἀντιπολίτευσις, ὅτι πρέπει πρὸ παντὸς νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι τοῦτο θέλει χρησιμεύσει ὡς ναυτικὸν ταμεῖον, ἐκ τοῦ ὁποίου θέλομεν ἀντλήσει τὰ μέσα νὰ κατασκευάσωμεν στόλον, μᾶς διδάσκει σήμερον ὡς Κυβέρνησις, ὅτι πρέπει νὰ τῇ ἐπιτρέψωμεν νὰ συνομολογήσῃ δάνειον 40,000,000 διὰ νὰ προσθέσῃ 2,800,000 εἰς ἔλλειμμα προϋπολογισμοῦ, τοσούτῳ ἐξωγκωμένον! Ἡ Γαλλία, κύριοι, διὰ νὰ διατηρήσῃ τὴν ἐπιφανῆ πολιτικὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατεῖχεν ἐν τῇ οἰκογενείᾳ τῶν Εὐρωπαϊκῶν κρατῶν, ἠναγκάζετο νὰ ἐπιδοθῇ εἰς πόλεμον, ἵνα προλάβῃ τὰς μεταβολὰς, τὰς ὁποίας αἱ Ῥωσικαὶ βλέψεις ἠπείλουν ἐπὶ τῆς Ἀνατολῆς. Ἀλλ’ ἀποφασίσασα κατὰ τὸ 1854 νὰ μετάσχῃ τοῦ Κριμαϊκοῦ πολέμου, ἠσχολήθη πρὸ παντὸς νὰ πείσῃ τὸν Γαλλικὸν λαὸν, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα δὲν ἦτο αὐτῇ οἰκονομικῶς ἀδύνατον. Ὁ προϋπολογισμός της κατὰ τὸ 1851 εἶχεν ἔλλειμμα 101,000,000, κατὰ τὸ 1852 εἶχε κατορθώσει ἡ Κυβέρνησις τοῦ Αὐτοκράτορος τὸ ἔλλειμμα τοῦτο νὰ τὸ περιορίσῃ εἰς μόνον 26,000,000. Κατὰ τὸ 1853 ὑπελόγιζεν ὡς ἔσοδα 1,516,820,450, καὶ ὡς ἔξοδα 1,520,288,089, δηλαδὴ κατὰ τὸ 1853 παρίστα ὁ προϋπολογισμὸς αὐτῆς ἔλλειμμα 4,000,000 περίπου. Ἐντὸς τριετίας ἀπὸ 101 ἑκατομμυρίων ἠλάττωσε τὸ ἔλλειμμα εἰς 26 καὶ ἀπὸ 26 εἰς 4 ἑκατομμύρια. Ἡ Γαλλία εἶχεν αὔξησιν ἐσόδων ἐκ τῶν ἐμμέσων φόρων τῆς ἀπὸ τοῦ 1831 μέχρι τοῦ 1846 303,000,000, ἤτοι κατὰ μέσον ὅρον 19,000,000 κατ’ ἔτος κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς δεκαπενταετίας ταύτης. Ἀπὸ τοῦ 1852 δ’ ἡ αὔξησις αὕτη τῶν ἐσόδων ἐξ ἐμμέσων φόρων ἦτο καὶ ῥαγδαία καὶ μεγίστη· ἀνεβιβάσθη δὲ κατὰ μόνον τὸ 1852 εἰς 66,500,000, κατὰ τὸ 1853 ὡσαύτως συνίστατο εἰς 42,500,000. Καὶ μολονότι εἶχεν ἐλαττώσει τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπὸ 101,000,000 εἰς 4,000,000 μολονότι εἶχε τοιαύτην τεραστίαν αὔξησιν ἐσόδων, ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, πρὶν ἢ μετάσχῃ τοῦ Κριμαϊκοῦ πολέμου, ἔσπευδε νὰ πείσῃ τὸν Γαλλικὸν λαὸν, ὅτι εἶχε τὰ μέσα νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὰς ἐκτάκτους χρηματικὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ὁ Κριμαϊκὸς πόλεμος ἤθελεν ἐπιβάλει εἰς αὐτήν. Ὁ Μηνύτωρ τῆς 21 Ἰανουαρίου 1854 ἐδημοσίευσεν ἔκθεσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν τῆς Γαλλίας Bineau, ἐκ τῆς ὁποίας ἐμάνθανεν ὁ Γαλλικὸς λαός, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τῶν 4,000,000, τὸ ὁποῖον παρίστα ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1853, δὲν ὑπῆρχε, διότι κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τὰ πραγματοποιηθέντα ἔξοδα ὑπερέβησαν τὰ προϋπολογισθέντα ἀληθῶς κατὰ 54,000,000, ἀλλ’ ὅτι καὶ τὰ πραγματοποιηθέντα ἔσοδα ὑπερέβησαν τὰ προϋπολογισθέντα κατὰ 74,000,000, καὶ ὅτι δὲν ὑπῆρξεν οὐδὲν κατὰ τὸ 1853 ἔλλειμμα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ αὐτοκράτορος εἶχεν ἀνάγκην νὰ μάθῃ τοῦτο ὁ γαλλικὸς λαὸς, διὰ νὰ μὴ δυσφορήσῃ, ὅταν ἔβλεπε τὴν κυβέρνησιν ἀναλαμβάνουσαν ἔργον, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ διαταράξῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους. Καὶ τὸ ἔλλειμμα τῆς Γαλλίας τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1852 ἦτο ἴσον πρὸς τὸ 1/51 τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ κράτους· τὸ ἔλλειμμα δὲ, τὸ μὴ ἐπαληθεῦσαν, ἀλλὰ φαινόμενον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1853, ἦτο ἴσον πρὸς τὸ 1/371 τῶν ἐσόδων τοῦ κράτους. Καὶ τότε μόνον ἡ Γαλλικὴ κυβέρνησις προεκήρυξε τὸ δάνειον τῶν 250,000,000, μετὰ τὸ ὁποῖον προέβη εἰς τὸ δεύτερον δάνειον τῶν 500,000,000, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐγγραφέντων ἀνῆλθεν εἰς 177,000 μετόχους, αἱ δ’ ἐγγραφαὶ παρουσίασαν εἰς τὴν Γαλλικὴν κυβέρνησιν 2,175 ἑκατομμύρια ἀντὶ τῶν 500, τὰ ὁποῖα ἐζήτει. Ποίαν ἔκθεσιν ἡμετέρου τινὸς Bineau ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος ἐδημοσίευσαν εἰς τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος, παριστῶντες αὐτῷ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ κράτους, πρὶν ἢ ζητήσωσι τὴν ἄδειαν αὐτοῦ ἵνα συνομολογήσωσι νέον δάνειον 40,000,000;...
§181Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν; Κατὰ τὰ 1853, ὅτε τὸ Πεδεμόντιον ἐκήρυξε πόλεμον κατὰ τῆς Αὐστρίας, ὁποῖον ἔλλειμμα εἶχε;
§182ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχω προχείρους σημειώσεις. Θέλουσι δημοσιεύσει διὰ τὸν ἑλληνικὸν λαὸν τὴν ἔκθεσιν, διὰ τῆς ὁποίας εἰσήγαγον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1882, καὶ δι’ ἧς μᾶς ἀνήγγειλαν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα θέλει εἶσθαι 11,200,000; Ἢ θέλουσι δημοσιεύσει τὸν λόγον τοῦ ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου μᾶς ἐπληροφόρησεν, ὅτι δὲν εἶχε προϋπολογίσει ἀκριβῶς τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1882 εἰς 11,200,000 ἀλλ’ ὅτι τοῦτο θέλει ἀνέλθει εἰς 15,000,000; Ἢ θέλουσι δημοσιεύσει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον, τὸν ὁποῖον αὔριον θέλετε ἐπιψηφίσει, ἐν τῷ ὁποίῳ πᾶς ὁ γνωρίζων νὰ ἀναγινώσκῃ καὶ νὰ γράφῃ, γνωρίζων δὲ καὶ τὰς τέσσαρας πράξεις τῆς ἀριθμητικῆς, δύναται ν’ ἀνεύρῃ, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1883 θέλει ὑπερβῇ τὰ 20,000,000; Ἢ νομίζετε, ὅτι, ἐπειδὴ ἔχομεν κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἐπειδὴ ψηφίζουσι τοὺς νόμους ἄνδρες ἐκλεγόμενοι ἀπὸ τὸν ἑλληνικὸν λαόν, διὰ τοῦτο δυνάμεθα νὰ ψηφίζωμεν ὅ,τι θέλομεν ἢ ὅ,τι μᾶς συμφέρει, καὶ ὅτι εἴμεθα ἀπηλλαγμένοι πάσης ὑποχρεώσεως ἀπὸ τοῦ νὰ φωτίσωμεν τὸν λαὸν, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ψηφίζομεν, τὸ ψηφίζομεν, διότι εἶναι συμφέρον εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαόν; Ἤθελεν ἀληθῶς ὑποβιβάσει τις τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα ἀπέναντι τῶν δεσποτικῶν πολιτευμάτων, ἐὰν, ἐνῷ εἰς τὰς δεσποτικῶς κυβερνωμένας χώρας, αἱ δεσποτικαὶ αὐτῶν Κυβερνήσεις παρίστανται μεριμνῶσαι καὶ προσπαθοῦσαι νὰ πείσωσι τὸν λαόν, ὅτι εἰς οὐδένα θέλουσιν ἐκθέσει κίνδυνον ἀνατροπῆς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας, ταύτην ἢ ἐκείνην μετερχόμεναι τὴν πολιτικήν, εἰς τὰς κοινοβουλευτικῶς κυβερνωμένας χώρας αἱ Κυβερνήσεις αὐτῶν ἐφρόνουν, ὅτι δύνανται νὰ ἀσπάζωνται οἵαν ἂν θέλωσι πολιτικήν, νὰ μετέρχωνται οἵα ἂν ἐγκρίνωσι μέτρα, ἀδιαφοροῦσαι περὶ τῆς γνώμης τοῦ λαοῦ, ἀρκεῖ πλειοψηφία ἐν τῷ κοινοβουλίῳ νὰ ὑπάρχῃ ἐγκρίνουσα τὴν πολιτικήν των καὶ ἐπικυροῦσα τὰ μέτρα των. Αἱ οὕτω κυβερνώμεναι χῶραι δὲν κυβερνῶνται ὑπὸ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἀλλ’ ὑπὸ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον μεταδίδει μὲν κατὰ τύπον τὴν κρίσιν καὶ τὴν ἀπόφασιν εἰς τοὺς πλείονας, ἐγκαθιστᾷ ὅμως ἀληθῆ τυραννίαν, τὴν ἀρχὴν τῶν πλειόνων τούτων, οἵτινες ἀριθμητικῶς μὲν ἀποτελοῦσι τὴν πλειοψηφίαν τοῦ κοινοβουλίου, ἀλλ’ οὐδὲ τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ διερμηνεύουσιν, οὐδὲ μεριμνῶσι περὶ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ, διατελοῦσι δὲ κεχωρισμένοι ὅλως αὐτοῦ, καὶ κατ’ ἀριθμὸν δὲν ἀποτελοῦσι τὴν πλειοψηφίαν, ἀλλὰ τὸ ἐλαχιστημόριον μόνον τοῦ λαοῦ.
§183ΤΖΑΝΕΣ. Κύριε πρόεδρε, φρονῶ, ὅτι πρὶν προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων, καλὸν θέλει εἶσθαι νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον. Ἐν γνώσει διατελῶ ὅτι ἐπὶ τῶν σπουδαίων τούτων νομοσχεδίων προτίθενται νὰ ὁμιλήσωσι καὶ ἄλλοι.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένος κανείς, καὶ κηρύττω περατωμένην τὴν συζήτησιν.
§185ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν πιστεύω ν’ ἀξιοῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις κατὰ τὴν ὥραν ταύτην.
§186ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Μάλιστα, θὰ ἐξακολουθήσῃ.
§187ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν θέλετε δηλαδὴ ν’ ἀκούσητε κανένα ἄλλον.
§188ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὁρίστε.
§189ΜΙΛΗΣΗΣ. Ζητεῖτε τ’ ἀδύνατα.
§190ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι διατεθειμένη νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν.
§192ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐὰν ἐπιμείνῃ ἡ Βουλή, θὰ εἴπῃ ὅτι δὲν θέλει ν’ ἀκούσῃ ἄλλην συζήτησιν.
§193ΦΩΤΗΛΑΣ. Σεῖς νομίζετε ὅτι ἑρμηνεύετε τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς.
§194ΤΖΑΝΕΣ. Ἐπειδὴ ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Λεβίδη μοὶ ἀπηύθυνε τὴν παρατήρησιν, ὅτι ὅσοι θέλουσι νὰ συζητήσωσι δύνανται νὰ μένωσιν ἐδῶ, ἀπαντῶ πρὸς αὐτούς, ὅτι καλὸν ἤθελε εἶσθαι νὰ μὴ βιαζώμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοιούτων νομοσχεδίων· ἄλλως, κ. Πρόεδρε, ἡ ἀναβολὴ θέλει καταστήσει τὴν συζήτησιν αὔριον πληρεστέραν· ἐκ τῶν κκ. βουλευτῶν πολλοί, εἴτε ἐκ τῆς ἡλικίας, εἴτε ἐκ τῶν καμάτων, δὲν δύνανται νὰ ἀντέχωσι, μένοντες μέχρι τῆς ὥρας ταύτης· ἀπὸ τῆς πέμπτης ἑσπερινῆς ὥρας ἤρξατο ἡ συνεδρίασις, καὶ ἰδοὺ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἑνδεκάτην περίπου.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν θέλετε τὸν λόγον, λάβετέ τον.
§196ΤΖΑΝΕΣ. Μὰ, κύριε Πρόεδρε, πῶς θέλετε νὰ λάβω τὸν λόγον, ἢ ἄλλος τις, ἀφοῦ καὶ ν’ ἀντιληφθῶμεν ἀδυνατοῦμεν. Τὴν περὶ ἀναβολῆς παρατήρησίν μου ἀπηύθυνα, οὐχὶ ἀτόπως, φρονῶ, καὶ ἐννοεῖται δὲν ἔχω τὴν ἁπλότητα νὰ πιστεύσω, ὅτι δύναμαι νὰ ἐπιβληθῶ, ἐκτοπίζων τὰς διαθέσεις τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τῆς ἐν ᾗ τείνουσι προαποφάσεως. Εἰς ἐμὲ ἀρκεῖ, ὅτι δὲν ἔχω οὐδεμίαν πλέον εὐθύνην.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύττω τὴν συζήτησιν περατωμένην.
§198ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριοι, ἡ ὥρα τῆς συνεδριάσεως καὶ ἡ ὥρα τοῦ χρόνου τοῦ προσδιωρισμένου διὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ κοινοβουλίου εἰσὶ καιρικὰ σημεῖα λίαν προκεχωρημένα, ὡς πολλοὶ φρονεῖτε, καὶ ἑπομένως ἐκδείκνυται πανταχόθεν τάσις ἀκατάσχετος καταστολῆς πάσης συζητήσεως. Τοῦτο διαγινώσκω. Ἐπιθυμῶ δὲ νὰ εἶμαι οὐ μόνον σύντομος ἀλλὰ θέλω πράξει καὶ παράλειψιν καθήκοντος. Λέγω λοιπὸν, ὅτι καὶ ἐγὼ συμφωνῶ πρὸς ὅσα ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε καὶ ἡ Βουλὴ ἐπεψήφισε. Δὲν δύναμαι ὅμως εἰμὴ ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς ὀλίγα σημεῖα καὶ νὰ ἐπενέγκω ἐπ’ αὐτῶν ἐπικρίματα, τὰ ὁποῖα δύναται μελετῶσα ἡ Κυβέρνησις νὰ χρησιμοποιήσῃ ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Πολλοί, κύριοι, ἴσως ἐκ τῆς ἀπειρίας ἢ τῆς ἐπιλησμοσύνης τῶν ἱστορικῶν γεγονότων δὲν ἀνατρέχουσιν εἰς τὰς ἀρχαίας ἐποχὰς τῆς ἱστορίας τῶν προγόνων, οὐδ’ εἰς τὰς τῶν πατέρων ἡμῶν, οὐδ’ εἰς τὴν ἐνεστῶσαν, ὅπως ἀντλήσωσιν ἐκεῖθεν πεποιθήσεις· ἀφίημι καὶ ἐγὼ ταῦτα, ἀλλ’ αὐτὴ ἡ καθαρὰ ἀντίληψις τῶν γεγονότων τῶν ἀνελισσομένων ἐνώπιόν μας θὰ καταδείξῃ ἡμῖν, ἂν ἐπ’ ὀλίγον ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν μας, ὅτι δὲν ὑπάρχει διὰ τὸ ἡμέτερον ἔθνος ἀνάγκη συγκροτήσεως δυνάμεως εἰμὴ εἰς τὸ ναυτικόν. Κυριωτέρα δύναμίς μας ὀφείλει νὰ ἦναι ἡ ναυτικὴ, καὶ ὁ Περικλῆς διεῖδε τοῦτο καὶ, ἐπανάστασις τοῦ 21, ὡς καὶ τὰ γεγονότα τοῦ 68, 78, καὶ 80 τὸ ἀπέδειξαν. Καὶ ἂν τὸ ἔθνος μας ἐν τοῖς ἐσχάτοις καιροῖς ὠπισθοδρόμησεν ἀπέναντι τῶν ἐχθρῶν του ὠπισθοδρόμησε κατὰ θάλασσαν· διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐπιδοθῶμεν πάσῃ ἐπιμελείᾳ εἰς τὰς ναυτικὰς προπαρασκευάς· δὲν πρόκειται βεβαίως νὰ καταρτίσωμεν στόλον οὐδ’ ἐντὸς ἑβδομάδος ἢ ἔτους· ὀφείλομεν ὅμως νὰ λάβωμεν πρόνοιαν. Τὸ σημερινόν νομοσχέδιον συντελεῖ εἰς τοῦτο καὶ οὐδεμίαν ἔχω ἀντιλογίαν· ὅμως εἰς τοῦτο θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας, εἶναι μία λεπτομέρεια, ἥτις ὅμως εἶναι ἡ βάσις τῆς ὅλης ἐργασίας. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅλοι τὸ ζήτημα τοῦ ἐθνικοῦ ναυστάθμου. Ὑπάρχουν, κύριοι, εἰς τὸν πίνακα αὐτὸν τὸν τῷ νομοσχεδίῳ προσγεγραμμένον ἀναγεγραμμέναι δαπάναι περὶ οἰκοδομῶν καὶ ἄλλων ἔργων περὶ τῶν ναυτικῶν ἐξυπηρετήσεων, ἀλλὰ, κύριοι, τὰ ἔργα ταῦτα οὐχὶ εἰς τὰς διαστάσεις αὐτῆς ἀναγράφονται, ἀλλὰ κατὰ γιγαντιαίας διαστάσεις ὑπάρχουν ἤδη πρὸ δεκαετηρίδων εἰς τὸν ναύσταθμον τοῦ Πόρου. (Θόρυβος). Νομίζουσιν οἱ κύριοι βουλευταί, ὅτι οἱ λόγοι μου ἀποῤῥέουσιν ἐξ ἐπαρχιακοῦ πνεύματος ἢ ἰδιοτελείας, καὶ προσεδόκων ἐγὼ τὸ τοιοῦτον μώμημα καὶ ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ ταύτῃ ἐπίεζον νὰ πείσω ἐμαυτόν, ὅπως μὴ λάβω τὸν λόγον, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην ἐπὶ τέλους νὰ ἐπίσχω ἐμαυτὸν ἀπέναντι μιᾶς ὑπηρεσίας τόσον σπουδαίας διὰ τὸ Ἔθνος. Ναύσταθμον, κύριοι, δὲν ἔχει ἡ πατρὶς ἡμῶν σήμερον· εἶχε τοιοῦτον ἐν Πόρῳ καὶ ὑπάρχοντα λαμπρὸν καὶ μέλλοντος λαμπροτέρου. Ἔγκλημα ὅμως ἐθνικὸν ὑπὸ τὸ πρόσχημα ἐθνικῶν φόβων κατέστησε τὸν Ναύσταθμον ἕρμαιον κερδοσκόπων, θεωρούντων συμφέρον ἑαυτῶν τὴν ἐν Ἀθήναις ἀνίδρυσιν Ναυστάθμου, καὶ ἤρξαντο ἔκτοτε ἐκεῖνα τὰ ναυτικὰ ἐξαμβλώματα τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, τῶν ὁποίων τὸν σκοπὸν διέγνωτε ἴσως ἐν ταῖς ζητουμέναις ἤδη πιστώσεσιν ὑπὲρ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἥτις ἐδαπάνησε πλέον τῶν 9,000,000 ἀνόμως. Θέλουν νὰ φέρουν τὸν Ναύσταθμον ἐκεῖ ὅπου τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα τ’ ἀποκρούουν εἰς ἔρημα καὶ ἀκατάλληλα μέρη, οἷον εἶναι ἡ Σαλαμὶς, ὅπου ἐκτὸς τῶν ἄλλων στοιχειωδῶν χρειάζονται καὶ δεξαμεναὶ ὕδατος καὶ ὅπου ἐκ τοῦ Πόρου αὐτοῦ καὶ ἤδη μεταφέρουσι τὸ νερὸν ἐν ταῖς δεξαμεναῖς τῶν ἀτμοπλοίων καὶ μεταγγίζουσιν ἐν Ἀράπῃ καὶ ὅπου ἐδαπάνησαν δεκάδας χιλιάδων πρὸς ἀνόρυξιν φρεάτων πάντοτε ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ εὑρίσκεται ἕνεκα τούτου ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις καὶ ἤδη ὡς πρὸς τὸ ναυτικὸν ζήτημα ἀπέναντι ἐκτρωματικοῦ ἐκμβλώματος κατὰ τὸ ἥμισυ ζῶντος καὶ κατὰ τὸ ἥμισυ θνησιμαίου καὶ τὸ ὁποῖον ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις δειλιᾷ καὶ νὰ φονεύσῃ καὶ νὰ ἀναζωογονήσῃ. Κύριοι, ἀφίνω τ’ ἄλλα τὰ σπουδαιότερα, εἰς ἓν τὸ στοιχειοδέστερον ἐπανέρχομαι. Τὸ ὕδωρ, ὅπερ ἐζήτησεν, εἰς 40 καὶ πλέον φρέατα δὲν ὑπάρχει· δύω μόνον ἔχουσιν ὕδωρ ὑφάλμυρον καὶ ὅπερ ἔχουσι κλειδωμένον ὁ διευθυντὴς διὰ τὴν χρῆσιν αὐτοῦ καὶ τοῦ ἐπιτελείου του, καὶ οὗτος ἔπαθεν ἐξ αὐτοῦ καὶ ἤδη πνέει τὰ λοίσθια. Ἐγένοντο ἐκεῖ πολλὰ κατ’ εὐφημισμὸν λεγόμενα ἔργα καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι ἔφθασεν εἰς τὸ Ψ τῶν ἐργασιῶν, ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς λέγω σύμφωνα μὲ τὴν φωνὴν τῶν πραγμάτων, ὅτι δὲν ἔφθασεν οὔτε εἰς τὸ Α, διότι τίποτε δὲν ἐγένετο ἐκεῖ, οὐδὲ προκυμαία, οὐδὲ δεξαμεναί, οὐδὲ νεώστικοι, οὐδὲ ἄλλο τι ἔργον σπουδαῖον ἀνταποκρινόμενον εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ ναυτικοῦ (Θόρυβος). Σᾶς ἐρωτῶ, ἐπὶ τίνος βάσεως ἐγένετο ἡ καταδίκη τοῦ ὑπάρχοντος ναυστάθμου ἐν Πόρῳ καὶ ἐπιζητεῖται ἡ ἀνέγερσις ἄλλου εἰς θέσιν μὴ νομοθετημένην ἐκ θεμελίων! Οὔτε ἡ διάθεσις τῆς Βουλῆς, οὔτε ἡ ὥρα ἐπιτρέπει τὴν λύσιν τῶν ζητημάτων τούτων· διὰ τοῦτο εἶπον τὰς ὀλίγας λέξεις νὰ δώσω ἀφορμὴν σκέψεων, διότι ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων εἶναι πασίγνωστον, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ ναύσταθμος εἰς τὸν Ἀράπην διὰ λόγους φυσικοὺς, διὰ λόγους πολιτικοὺς, διὰ λόγους πολεμικοὺς, διότι καταδικάζεται ὅλον τὸ προσωπικὸν εἰς τὸν μοναχικὸν βίον· ἐκεῖ βλέπετε συσσίτια καὶ τοιαῦτα ἐκτρωματικὰ στρατιωτικὰ συστήματα, ἅτινα ἐν Πόρῳ δὲν ὑπῆρχον, καὶ τὰ ὁποῖα ἐπιβαρύνουσιν ἄνευ λόγου μὲ ἑκατομμυρίων ματαίαν δαπάνην τὸν προϋπολογισμόν· κατὰ συνέπειαν εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ὀφείλομεν ὅμως νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν ὡς πρὸς τὸν ἐπίσημον πίνακα, ἵνα μὴ ψηφισθῶσι τὰ ἔργα τὰ ἐκεῖ ἀναγραφόμενα.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχει ἄλλος τὸν λόγον. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, ὡς καὶ τὸ σύνολον, εἰς γʹ ἀνάγνωσιν. Κατόπιν ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐγένοντο δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ νομοσχέδια 1) Περὶ προσθήκης 100 τελωνιακῶν φυλάκων, εἰς γʹ. συζήτησιν. 2) Περὶ ὀργανισμοῦ τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας, εἰς βʹ. συζήτησιν, καὶ 3) Περὶ προσθήκης μαθητευομένων εἰς τὰ γραφεῖα τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, εἰς βʹ. συζήτησιν).
§200ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ. Κύριε πρόεδρε, προτείνω νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀποδημίας τοῦ Βασιλέως. (Θόρυβος).
§201ΡΑΛΛΗΣ. Μὲ τὴν σειράν του θὰ ἔλθῃ. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς γʹ. συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ συστάσεως ἐμπορικῶν ναυτικῶν σχολῶν, μετά τινων τροπολογιῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ).
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰρηνοδικείων καὶ εἰδικῶν πταισματοδικείων. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–5. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 6.)
§203ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 μοὶ ἐγένετο παρατήρησις, ἥν ἀποδέχομαι, καὶ ὑποβάλλω τροπολογίαν. Μοὶ ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι τὸ ἐνοίκιον τοῦ Πταισματοδικείου, καίτοι τοῦτο περιλαμβάνει πλείονας τοῦ ἑνὸς δήμους, ἐπιβαρύνει ἕνα δῆμον, πρέπει δὲ νὰ ἐπιβαρύνῃ ὅλους τοὺς δήμους τῆς περιφερείας. Ὡσαύτως μοὶ ἐγένετο ἑτέρα παρατήρησις, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀναφέρει γραμματέα ἔμμισθον χωρὶς νὰ ὁρίζῃ τὸν μισθόν. Ἐπὶ τούτῳ ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν. (Ἀναγινώσκει). (Ὅρα Παράρτημα).
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6 ὅπως ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου ὡς καὶ τὸ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Κατόπιν ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐγένοντο δεκτὰ κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὰ νομοσχέδια: 1) Περὶ ἀσκήσεως τῶν ἰατρικῶν ἐν γένει ἐπαγγελμάτων εἰς γʹ. συζήτησιν. 2) Περὶ πνευματικῶν ἀρχηγῶν τῶν Μωαμεθανικῶν κοινοτήτων εἰς βʹ. συζήτησιν. 3) Περὶ τῆς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διαχειρίσεως τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας κατὰ τὴν ἐκτὸς τοῦ Κράτους μέλλουσαν ἀποδημίαν τοῦ Βασιλέως, εἰς ά. συζήτησιν. 4) Περὶ ἀποχωρήσεως τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, εἰς βʹ. συζήτησιν). Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 11 καὶ 15′ π. μ.