Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period Θ · Session Α› Sitting 72

1882.05.15

2,371 rows · 17,712 words · 1 table · 150 turns

Date
1882.05.15
Presidency
ΣΠ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ
Period
Θ
Session
Α
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1882)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 72

τῆς 15 Μαΐου 1882.

Ὥρα 3 μ. μ.

(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1Σ. ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ἀπόστολος Φιλίππου, κάτοικος Ἀθηνῶν, ἐκ τῆς ἐπαρχίας Ἀγυιᾶς, ὑποβάλλει μίαν ἀναφορὰν εἰς τὴν Βουλὴν δι’ ἐμοῦ, καὶ παραπονεῖται, ὅτι πολλοὶ ἐθελονταὶ ἐκ Θεσσαλίας, καταταχθέντες εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν κατὰ τὰ 1877 καὶ 1878, ἀναγκασθέντες δὲ κατόπιν ν’ ἀναχωρήσωσιν ἐντεῦθεν ἕνεκα τῶν ἐκβιαστικῶν μέσων, τὰ ὁποῖα οἱ Τοῦρκοι μετεχειρίζοντο κατὰ τῶν γονέων των, ἠναγκάσθησαν ν’ ἀπομακρυνθῶσιν ἀπὸ τὸν στρατόν. Ἐπειδὴ δὲν ἔγεινεν ὁ πόλεμος οὗτος, ἐκηρύχθησαν λιποτάκται, καὶ ἄλλοι μὲν τούτων συνελήφθησαν ὡς τοιοῦτοι, ἄλλοι δὲ προσῆλθον μόνοι των, ἐλπίζοντες, ὅτι τάχιστα θ’ ἀπολυθῶσι, καὶ ὅμως κρατοῦνται ἔκτοτε εἰς τὰς φυλακὰς ἀδίκως. Φρονῶ, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις ἓν μέτρον ἐπιεικὲς δι’ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους κατονομάζει ἐν τῇ ἀναφορᾷ ὅλους. Πιστεύω, ὅτι εἶναι ἔργον ἐπιεικὲς καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ληφθῇ περὶ αὐτῶν ἡ ἀπαιτουμένη πρόνοια.

§2ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐγὼ, κύριοι, διὰ τὰ παράπονα ταῦτα δεκάκις ὡμίλησα εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ μὲ διεβεβαίωσεν, ὅτι οἱ Εἰσηγηταὶ τῶν Στρατοδικείων, οἱ Ἀνακριταὶ κτλ. καταγίνονται ἀδιαλείπτως εἰς τὴν ἄρσιν τῶν παραπόνων αὐτῶν. Σήμερον δὲν ἠξεύρω διατὶ ὁ Ἀπόστολος Φιλίππου ἦλθε καὶ ἐπεφόρτισεν ἄλλον βουλευτὴν μὲ αὐτὴν τὴν ἀναφοράν. Ἐγὼ παρουσιάζω μάρτυρα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι πολλάκις τοῦ ὡμίλησα περὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως ἀπέναντι τοῦ καθήκοντός μου ὡς βουλευτοῦ Ἀγυιᾶς καὶ βουλευτοῦ ἁγνοῦ.

§3ΤΙΝΕΣ. Ὡς περιστερά.

§4ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ὡς περιστερὰ, βέβαια.

§5ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ ὅλα ἦσαν περιττά· αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ὑποφέρουν καὶ ἔκαμαν τὴν ἀναφοράν των αὐτήν.

§6Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εὐχαρίστως ἔμαθον, ὅτι ὁ κ. πρωθυπουργὸς καὶ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει μου ἔλαβε τὰ κατάλληλα μέτρα περὶ τοῦ ζητήματος, περὶ οὗ ὡμίλησαν οἱ προλαλήσαντες. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ὅμως ταύτῃ καθῆκόν μου θεωρῶ καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι οἱ δυστυχεῖς οὗτοι Θεσσαλοὶ εὑρίσκονται ὑπὸ τὰς αὐτὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας καὶ πολλοὶ ἄλλοι λιποτάκται τοῦ 1878, οἵτινες ἀπηλλάγησαν· εἶναι δὲ, πιτεύω, καὶ ὑπὸ κρείττονας περιστάσεις ἐκείνων, διότι ὡς Θεσσαλοὶ, πιστεύσαντες ὅτι πρόκειται νὰ πολεμήσωμεν, ἐγκατέλειψαν τὰς ἑστίας των καὶ ἦλθον καὶ κατετάχθησαν ἐθελονταί· ὅταν δὲ ὁ στρατὸς ἐκ τοῦ Δομοκοῦ ἐπέστρεψεν, οἱ ζωηροὶ ἐκ Θεσσαλίας νέοι ἐπανῆλθον εἰς τὴν πατρίδα των καὶ ὡς ἐπαναστάται ἐπολέμησαν εἰς τὴν Σέκλυζαν, εἰς τὴν Ματαράγκαν ἢ εἰς τὴν Μακρυνίτσαν, μετὰ δὲ τὸ τέλος τῆς ἐπαναστάσεως ἤθελον ἐπανέλθει, ἐὰν δὲν ἐπιέζοντο αἱ οἰκογένειαί των ἀπὸ τὴν Τουρκικὴν Ἀρχήν. Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Θεσσαλίας, οἱ στρατιῶται οὗτοι προσῆλθον ὅπως δώσωσι λόγον τῆς πράξεώς των, καὶ ἐφυλακίσθησαν, ὡς ἦν ἑπόμενον. Ἀλλὰ μολονότι παρῆλθον 8 ἕως 10 μῆνες, μένουσιν εἰς τὰς φυλακὰς ὡς ὑπόδικοι, ἐλεεινοὶ καὶ ἀξιοδάκρυτοι, πολλοὶ ἐξ αὐτῶν δὲν ἔχουσιν ἔτι ἀνακριθῆ, καὶ δικαίως ἤδη μετανοοῦσι, διότι ἐξεδήλωσαν τὸν πατριωτισμόν των διὰ πάσης θυσίας. Ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει μου, ὡς ἐπληροφορήθην, ὁ κ. πρωθυπουργὸς καὶ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μετέβη αὐτοπροσώπως εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ἐξήτασε τὰ τῆς τύχης αὐτῶν, εἶδε τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν τῶν ὑποδίκων καὶ διέταξε τὰ δέοντα. Φρονῶ ὅμως, ὅτι τὰ ληφθέντα μέτρα ἴσως δὲν εἶναι ἐπαρκῆ, διότι ὑπάρχει ἀνωμαλία εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην· ἄλλοι εἶναι προφυλακισμένοι, ἄλλοι εἰς τὸν λόγον τῆς προσκολλήσεως, πολλῶν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα δὲν ἦλθον ἀπὸ τὰ τάγματά των, οὔτε καὶ ἐζητήθησαν, καὶ πολλοὶ δὲν ἀνεκρίθησαν. Λοιπὸν συνιστῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅλας γενικῶς τὰς περιστάσεις, καὶ νὰ ἐξομοιωθῶσιν οὗτοι μὲ τοὺς στρατιώτας τοῦ 1878, αἱ δὲ ἁρμόδιοι Ἀρχαὶ, συμφώνως μὲ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ν’ ἀποδώσωσι δικαιοσύνην ταχεῖαν εἰς τοὺς ἀναξιοπαθοῦντας στρατιώτας Θεσσαλούς. Ὅλοι ἔχομεν συμφέρον ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς πειθαρχίας, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἐξαιρετικαὶ περιστάσεις, οἷα καὶ ἡ προκειμένη, ἡ δὲ Ἐπιείκεια εἶναι ἀδελφὴ δευτερότοκος τῆς Δικαιοσύνης.

§7Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι γίνεται κατάχρησις ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἐκ μέρους βουλευτῶν θελόντων νὰ ἐπιδείξωσι προστασίαν πρὸς λιποτάκτας στρατιώτας, στρατιώτας παραβάντας τὸ καθῆκόν των. Δὲν εἶναι βεβαίως ὁ τόπος τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς, ἀπὸ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ δίδεται προστασία ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρέβησαν τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, πολὺ δὲ περισσότερον, διότι οὕτω τὸ πνεῦμα τῆς πειθαρχίας, τὸ ὁποῖον πρέπει πρὸ πάντων νὰ ἐπικρατῇ, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον οἱ βουλευταὶ πρὸ πάντων πρέπει νὰ ἐνδιαφέρωνται, εἰς τὸν στρατὸν, παραλύει κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Οἱ βουλευταὶ ἔχουν ἄλλο καθῆκον· ἔχουν καθῆκον νὰ ἐξετάσωσιν ἐὰν ὁ στρατὸς ἐκπαιδεύεται, ἐὰν οἱ νόμοι τοῦ Κράτους οἱ στρατιωτικοὶ αὐστηρῶς τηροῦνται, ἐὰν ὁ στρατὸς καὶ οἱ στρατιῶται τρέφωνται καλῶς, ἐὰν λαμβάνωσι τὴν δέουσαν μέριμναν περὶ τῆς ὑγείας καὶ τῆς ἀνατροφῆς αὐτῶν. Δὲν εἶναι ἐκ τῶν καθηκόντων τῶν βουλευτῶν νὰ προστατεύουν τοὺς λιποτάκτας, τοὺς φυγοστράτους, διότι οὕτω παραλύομεν τὸ στρατιωτικὸν πνεῦμα· ὅταν δὲ φερώμεθα οὕτω, ἂς ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι οὐδέποτε θέλομεν ἔχει στρατόν. Παρετήρησα, κύριε Πρόεδρε, ὅτι μεγάλη κατάχρησις ἐγένετο ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, καὶ ἐπεθύμουν μάλιστα πρῶτος ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ν’ ἀποκρούσῃ αὐτὰς τὰς τάσεις, αἱ ὁποῖαι ὁσημέραι ἀναπτύσσονται, πρὸς ζημίαν καὶ πρὸς καταστροφὴν τοῦ στρατοῦ.

§8ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, δύω λέξεις θὰ προσθέσω εἰς ὅσα εἶπε καθ’ ἡμῶν ὁ βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Ἀθ. Πετιμεζᾶς, καὶ ἄρχομαι ἀπὸ τὸ ῥητὸν τοῦ Θεοκρίτου: «ὁ ῥήτωρ ἐχάρη, καὶ ἀνήλατο, καὶ πλατάγησε νικήσας» τουτέστιν «ὁ ῥήτωρ χαρούμενος ὡς νικητὴς ἐσηκώθη καὶ ἐχειροκρότει παταγωδῶς διὰ τὸν θρίαμβόν του». Τοῦτο συμβαίνει ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ μὲ τὸν κ. Ἀθ. Πετιμεζᾶν. Κύριε Πετιμεζᾶ, πότε ἀντελήφθης τοὺς βουλευτὰς Ἀγυιᾶς ζητοῦντας παρατόλμως τὴν ἀπελευθέρωσιν τῶν ὑποδίκων καὶ κρατουμένων ἐν ταῖς φυλακαῖς τῶν Ἀθηνῶν λιποτακτῶν τοῦ στρατοῦ, καὶ τολμᾷς νὰ ἐπιτιμήσῃς ἡμᾶς, ὡς καταχρωμένους τὰς πολυτίμους στιγμὰς τοῦ Κοινοβουλίου; Φέρω ἀψευδῆ μάρτυρα τὸν κ. πρωθυπουργὸν, τὸν καὶ ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, πρὸς ὃν πολλάκις προσῆλθον, καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν, ὅπως φανῇ ἵλεως καὶ διατάξῃ τὴν ταχεῖαν ἐκδίκασιν τῶν ἐπὶ λιποταξίᾳ κατηγοριῶν κατὰ τῶν κρατουμένων ὑποδίκων λιποτακτῶν, ὡς εὑρισκομένων εἰς ἀμφίβολον κατάστασιν ἐν ταῖς φυλακαῖς πρὸ 10–12 μηνῶν καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνακρίσεως. Ὥστε ἅπασα ἡ μετὰ στόμφου καὶ γεγωνυίᾳ τῇ φωνῇ ῥητορεία σας καταπίπτει πρόῤῥιζα. Σεῖς, κύριε, πολλάκις καταχρᾶσθε τὴν ὑπομονὴν τῆς Βουλῆς, καὶ ζητεῖτε ἐκ παντοίου τρόπου νὰ παρασύρητε τοὺς βουλευτὰς, ἵνα παραδεχθῶσι τὰς πεποιθήσεις σας, τὰς ὡς ἐκ τρίποδος ἀφηγουμένας, ὡς νὰ ἔχητε τὸν Κώδικα τῆς λογικῆς ἐντὸς τῆς κεφαλῆς σας· καὶ ἂν καὶ φαίνωνται λίαν ἐσφαλμέναι κατ’ οὐσίαν καὶ κατὰ θεωρίαν, μόλα ταῦτα οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἐξανέστη ἐξ ἁβρότητος νὰ ἐπιτιμήσῃ ὑμᾶς ἀπροκαλύπτως ἐν τῷ δικαίῳ του. Ἡμεῖς, κύριοι βουλευταὶ, δὲν ἐζητήσαμεν τίποτε ἄλλο, παρὰ τὴν ταχεῖαν ἐκδίκασιν τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων τῶν λιποτακτῶν, ὡς ἁρμόζει εἰς καλῶς ὠργανισμένην κοινωνίαν. Ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη πρέπει νὰ προβαίνῃ μὲ ταχύτητα καὶ μὲ τὴν δικαιογνωστικὴν ἀκρίβειαν κατὰ τῶν κατηγορουμένων, ὡς λέγει ὁ Βίας φιλόσοφος τῶν ἑπτὰ φιλοσόφων τῆς Ἀρχαίας Ἑλλάδος, «Εὐνομίης ἴδμονα θῆκε πόλιν». Τουτέστι «διὰ τῆς εὐνομίας ἡ πόλις ἀποκαθίσταται ἐπιστήμων, καὶ εὐτυχισμένη». Ὥστε, κύριοι βουλευταὶ, ἡμεῖς οὐδόλως ἐξήλθομεν τῶν καθηκόντων μας καὶ τοῦ προορισμοῦ μας, καὶ οὐδόλως ἐζητήσαμεν νὰ ἀπαλλάξωμεν τοὺς λιποτάκτας ἄνευ τῆς μεσολαβήσεως τοῦ ἁρμοδίου ποινικοῦ Δικαστηρίου. Δὲν εἶναι δὲ ἀληθὲς, ὅτι οἱ λιποτάκται οὗτοι ἰδιοποιήθησαν τὸν ὁπλισμὸν τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ὑπέπεσαν εἰς τὴν λιποταξίαν ταύτην ἕνεκεν ἀναποδράστου ἀνάγκης, πρὸς σωτηρίαν τῶν οἰκογενειῶν των, βασανιζομένων ὑπὸ τῶν Τουρκικῶν Ἀρχῶν, αἵτινες ἀπῄτουν ἐπιμόνως τὴν ἐπάνοδον τῶν τέκνων τούτων εἰς τὴν πατρικήν των οἰκίαν. Οἱ λόγοι δ’ οὗτοι, πιστεύω, ἐκ προοιμίων θέλουν ἐπιδράσει εἰς τὴν συνείδησιν τῶν δικαστῶν, οἵτινες θέλουσιν ἀποδώσει δικαιοσύνην εἰς τοὺς ἕνεκα ἀνωτέρας βίας ἐγκαταλείποντας τὰς τάξεις των.

§9ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων ἔχει δύω μέτρα πρὸς ἐκτίμησιν τῶν ἐπερωτήσεων, διότι ἄλλως δὲν ἐξηγοῦνται ὅσα πρὸ μικροῦ εἶπε. Πολλάκις τὸν ἠκούσαμεν λίαν εὐγλώττως ἀναπτύσσοντα τὸ ζήτημα, ὅτι τὸ ὕψιστον τῶν δικαιωμάτων τοῦ βουλευτοῦ εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως. Ἀφοῦ ὅμως συμφωνεῖ εἰς τοῦτο, ἔρχεται σήμερον, ἀγνοῶ διὰ τίνα λόγον, ν’ ἀναιρέσῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μᾶς εἶπεν. Ἀκόμη εἶναι ἔναυλα εἰς τὰς ἀκοάς μου ὅσα μᾶς εἶπε περὶ τῶν κληρικῶν.......

§10Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ θὰ τὰ ἐπαναλάβω πάλιν.

§11ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀνεβίβασε τὸ ζήτημα αὐτὸ εἰς ὑψηλὴν περιωπήν. Δὲν λέγω, ὅτι ἔχει ἄδικον. Ἀλλὰ τότε διατί θέλει ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὴν ὁμιλίαν μου ἐξυπηρέτησιν ἐπαρχιακῶν συμφερόντων; Ποῖον εἶναι τὸ ζήτημα τῶν κληρικῶν; Ὅτι παραβιάζονται οἱ νόμοι καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξελέγξῃ τὰς πράξεις καὶ αὐτῆς τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἀποκτήσωσιν οἱ ἐξόριστοι τὴν ἐλευθερίαν των. Τί δὲ λέγομεν ἡμεῖς; Ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἐῤῥίφθησαν εἰς τὰς φυλακὰς πρὸ 8 καὶ 10 μηνῶν καὶ μένουσιν ὑπόδικοι, ὅτι εἰς πολλοὺς αὐτῶν δὲν δίδεται ἄρτος, οὔτε λεπτὸν, καὶ οὐδὲν ἐγένετο ἕως πρὸ μικροῦ διὰ τὴν προδικασίαν τῆς ὑποθέσεώς των.

§12ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν.

§13ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δώσῃ τὰς ἀπαιτουμένας ἐξηγήσεις.

§14Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τότε εἴμεθα σύμφωνοι, διότι ἐγὼ αὐτὸ ὑπεστήριξα.

§15ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριοι, δὲν ἔρχομαι ν’ ἀντικρούσω τὴν ὀρθὴν, κατ’ ἐμὲ, ἰδέαν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Καλαβρύτων, ὅτι οἱ βουλευταὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπεμβαίνουν εἰς τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν, καὶ διὰ τοῦτο οὔτε ἀμέσως, οὔτε ἐμμέσως δὲν ἐδοκίμασα νὰ φέρω νόμον πρὸς ἀπαλλαγὴν τῶν ἀναξιοπαθούντων, ὡς σᾶς προεῖπον, Θεσσαλῶν. Ἀλλ’ ὅταν ἔχωμεν ἓν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπιβάλλει ὑποχρέωσιν νὰ σώσωμεν τὰ ναυάγια τοῦ παρελθόντος, φρονῶ, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ μὴ παραλείψωμεν ταῦτο. Τὸ παρελθὸν μᾶς ἀφῆκε μίαν κατάστασιν τοιαύτην, ἡ ὁποία ἔχει ἀνάγκην θεραπείας. Ὅταν, κύριοι, ἐκάλεσεν ἡ Κυβέρνησις τοὺς Ἕλληνας ἐκ τῶν διαφόρων μερῶν τοῦ κόσμου διὰ νὰ πολεμήσωσιν, ὅταν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἐπιμένοντες εἰς τὸν ἀρχικόν των πόθον νὰ πολεμήσωσι κατὰ τῶν Τούρκων ἐπανῆλθον καὶ ἐπολέμησαν, ἤδη δὲ ἐῤῥίφθησαν καὶ ἐλησμονήθησαν εἰς τὰς φυλακὰς, φρονῶ ὅτι κανεὶς δὲν δύναται νὰ κατηγορηθῇ ὅτι ἐγκληματεῖ, ἐὰν ὑψώσῃ φωνὴν ὑπὲρ τῶν πασχόντων, ὅπως σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους τοὺς στρατιωτικοὺς τοῖς ἀποδοθῇ δικαιοσύνη, ὅπως παύσῃ ἡ ἐπαχθὴς καὶ ἀδικαιολόγητος ὑποδικία.

§16Α. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ζητῶ τὴν ἄδειαν, κ. βουλευταὶ, ν’ ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγον τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπί τινων ἀντικειμένων λίαν ἐδιαφερόντων τὸν Τόπον καὶ τὴν ἐπαρχίαν, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύω. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ὁ καιρὸς ἐπείγει, ὅτι πολλὰ τῶν νομοσχεδίων, ἅτινά εἰσιν ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, δὲν θέλει ἴσως κατορθωθῇ νὰ ψηφισθῶσιν’ ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης βέβαιον, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει δύω σπουδαῖα καθήκοντα νὰ ἐπιτελέσῃ. Ὀφείλει νὰ ψηφίσῃ τὴν σύμβασιν τῶν σιδηροδρόμων, οἵτινες θέλουσι δώσει νέαν ὤθησιν εἰς τὴν εὐημερίαν καὶ πραγωγὴν τοῦ ἡμετέρου τόπου, πάντα τὰ συναφῆ πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν νομοσχέδια, τέσσαρα ἢ πέντε τὸν ἀριθμὸν, καὶ αὐτὸν τοῦτον τὸν προϋπολογισμόν. Ἰδοὺ τὸ ἓν τῶν καθηκόντων αὐτῆς. Ὀφείλει ἐπίσης νὰ δώσῃ ἓν τέλος εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ Ταμείου Θηβῶν. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ ἕτερον. Μὴ λησμονῶμεν, κύριοι, ὅτι βαθέως συνεκίνησε τὴν ἐθνικὴν συνείδησιν ἡ ὑπόθεσις αὕτη. Ἡ Βουλὴ, σεβομένη ἑαυτὴν καὶ ἀκριβῶς ἐπιθυμοῦσα νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον αὐτῆς, ὀφείλει μετ’ ἐπιστασίας καὶ μετὰ προσοχῆς νὰ ἐξεύρῃ τὸν τρόπον, ὅστις ἐγγυᾶται τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἀτόμων καὶ τῆς ἐθνικῆς τιμῆς. Πρέπει νὰ πιστοποιηθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τὰ καθήκοντα καὶ τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς δὲν περιορίζονται μόνον εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν πόθων καὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νόμων, εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ προσέτι πρέπει νὰ μάθῃ ἡ κοινωνία, ὅτι δὲν δύναται νὰ λάβῃ χώραν ἀταξία καὶ κατάχρησις περὶ τὴν διαχείρισιν τοῦ δημοσίου πλούτου, χωρὶς τοῦτο νὰ μὴ συγκινήσῃ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, νὰ μὴν ἐφελκύσῃ τὴν προσοχήν της ἐπὶ τῶν αἰτίων τοῦ κακοῦ καὶ νὰ μὴ φέρῃ εἰς φῶς τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐρεύνης αὐτῆς οἱαιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν αἱ παρακολουθοῦσαι ταύτην συνέπειαι. Καὶ ἐνῷ ταῦτα καὶ μόνα τὰ ἔργα της ἂν φέρῃ εἰς πέρας ἡ Βουλὴ πρὸ τῆς ἐπικειμένης λήξεως τῶν ἐργασιῶν της, ὀφείλομεν νὰ ὦμεν εὐχαριστημένοι, χωρὶς οὐδεὶς νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα εὐλόγους νὰ προβάλῃ παρατηρήσεις, διότι ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς εἶναι ἡ αἰτία τῆς βραδύτητος τῶν ἐργασιῶν μας καὶ πασῶν τῶν ἀνωμαλιῶν, σπουδαῖα νομοσχέδια ἀφ’ ἑτέρου, ἄλλα μὲν ὑποβληθέντα, ἄλλα δὲ μέλλοντα νὰ ὑποβληθῶσι, θὰ μείνωσιν ἐκκρεμῆ. Μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων τούτων τὴν πρωτεύουσαν ἴσως θέσιν κατέχει καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ ζωοκλοπῆς. Ἐπείγουσα ἀνάγκη τοῦ Τόπου ἐπιβάλλει, κύριοι, τὴν ταχεῖαν ψήφισιν νόμου περὶ ζωοκλοπῆς. Καὶ ἤθελα παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον φίλον μου καὶ ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὸ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς πέρυσι συνταχθὲν νομοσχέδιον, καὶ μεταῤῥυθμίζων αὐτὸ καὶ διασκευάζων καταλληλότερον νὰ τὸ ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἴσως ἤδη εἶναι ἀργά. Ἐν τούτοις, ἡ ζωοκλοπὴ μαστίζει τὸν Τόπον. Ἡ Πελοπόννησος καὶ ἰδίως ὁ νομὸς ἡμῶν λυμαίνεται ὑπὸ τοῦ φοβεροῦ αὐτοῦ κακοῦ. Διὰ τοῦτο ἐπερωτῶ τὴν Κυβέρνησιν; τί σκέπτεται νὰ πράξῃ καθ’ ὅλον τοῦτο τὸ διάστημα μέχρι τῆς προσεχοῦς Συνόδου; Διὰ τοῦτο θερμῶς παρακαλῶ οὐ μόνον τοὺς ἁρμοδίους ὑπουργοὺς, ἀλλὰ καὶ ἅπαν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ λάβῃ σύντονα περὶ τούτου μέτρα. Ἰδίως συνιστῶ τὴν συγκρότησιν εἰδικῶν ἀποσπασμάτων, ἐχόντων ἐπὶ κεφαλῆς ἀξιωματικοὺς καὶ παρακολουθουμένων ὑπὸ ἐκτάκτων ἀνακριτῶν, πρὸς ταχυτέραν καὶ ἀποτελεσματικωτέραν καταδίωξιν τῆς ζωοκλοπῆς. Εἶμαι, Κύριοι, εἰς τὴν εὐάρεστον θέσιν ν’ ἀναγγείλω, ὅτι τινὰ ἐκ τῶν αἰτημάτων τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Πατρῶν, περὶ ὧν ἐγένετο λόγος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, σπουδαίως ἀπησχόλησαν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐδόθησαν ἤδη, ὡς θετικῶς ἐπληροφορήθην, αἱ δέουσαι ὁδηγίαι. Μανθάνω μετ’ εὐχαριστήσεως, ὅτι ὑπογράφεται, ἂν δὲν ὑπεγράφη ἤδη, ἡ σύμβασις περὶ καταδύσεως ὑποβρυχίου τηλεγράφου, μέλλοντος νὰ συνδέσῃ τὴν Ζάκυνθον οὐ μόνον πρὸς τὰς Πάτρας, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὰς Ἀθήνας, καὶ ὅτι οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως εἶναι λίαν ὠφέλιμοι καὶ διὰ τὸ Δημόσιον καὶ διὰ τοὺς ἰδιώτας. Ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, συναινῶν εἰς τὴν παραχώρησιν τοῦ ζητηθέντος οἰκοπέδου πρὸς ἀνέγερσιν Χρηματιστηρίου, δὲν θέλει ἐπιμείνει εἰς τὴν πρότασιν τοῦ νὰ ἐγκαθιδρυθῶσιν ἐν αὐτῷ καὶ τὰ γραφεῖα τῶν δύο Εἰσαγγελιῶν. Ἡ ἰδέα τοῦ Χρηματιστηρίου καὶ τῶν ἐμπορικῶν ἐργασιῶν δὲν συμβιβάζεται μὲ τὰς ἐργασίας τῶν δικαστικῶν γραφείων. Ἀρκοῦσα, νομίζω, εἶναι ἡ πρότασις τοῦ νὰ τοποθετηθῶσιν ἐκεῖ, ἀξιοπρεπέστερα βεβαίως παρὰ σήμερον, τὰ γραφεῖα τοῦ Ταχυδρομείου καὶ τοῦ Τηλεγραφείου. Διὰ τῆς προτάσεως ταύτης τὸ Δημόσιον οἰκονομεῖ πέντε χιλιάδας δραχμῶν περίπου κατ’ ἔτος, ἤτοι θὰ ἀπολαμβάνῃ τὸν δίκαιον τόκον ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ παραχωρηθησομένου οἰκοπέδου. Δὲν κάμνω λόγον περὶ τῆς δημοτικῆς διαμετακομίσεως, τὴν ὁποίαν πρὸ ἐτῶν δὲν ἔχομεν ἐν Πάτραις καὶ τῆς ὁποίας ἡ ἐπαναφορὰ ἐπιβάλλεται ὑπὸ ὑψίστων καὶ ἐπειγόντων τοῦ ἐμπορίου συμφερόντων. Καὶ δὲν κάμνω λόγον, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο ἐπροχώρησε, τὰ δὲ σχετικὰ ἔγγραφα εὑρίσκονται ἐν τῇ Νομαρχίᾳ Πατρῶν, ἀφ’ ὅτου ἐζητήθησαν ἀναγκαῖαί τινες πληροφορίαι. Ἐπίσης πληροφοροῦμαι, ὅτι μελετᾶται καὶ ἡ σύμβασις τῶν ἱπποσιδηροδρόμων, τῆς ὁποίας τὴν ταχεῖαν ἔγκρισιν συνιστῶ θερμῶς εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑπουργόν. Ἐπίσης ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ σήμερον διενεμήθη νομοσχέδιον περὶ ἀπαγορεύσεως ποιμνιοβοσκῆς ἐντὸς τῶν κτημάτων, νομοσχέδιον χρησιμώτατον καὶ τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπήλλαξε τῆς ἀνάγκης νὰ ὑποβάλωμεν ὅμοιον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶχον ὑποβάλει οἱ ἐξ Ἠλείας βουλευταί. Διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου πρόκειται νὰ ἐξασφαλισθῶσιν ἡ ἰδιοκτησία καὶ τὰ κτήματα τῶν πολιτῶν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ λυπεῖ καὶ ὅπερ εἶναι τὸ σπουδαιότατον πάντων, εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ δασμοῦ τῆς σταφίδος. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς ὑπέβαλε προχθὲς τὴν σχετικὴν ἀλληλογραφίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσα. Ἀλλ’ ὁποία τις εἶναι ἡ ἀλληλογραφία αὕτη; Μηδαμινή. Καὶ τῳόντι, θὰ λυπηθῆτε, ὅταν ἀκούσητε, ὅτι μέχρι τέλους Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. ἡ πρῴην Κυβέρνησις τῆς Χώρας τοσοῦτον ἐπιπολαίως διεξήγαγε ζήτημα, μεθ’ οὗ συνδέονται ὕψιστα καὶ ζωτικώτατα τοῦ Τόπου συμφέροντα. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἔλεγεν, ὅτι σπουδαίως ἐνήργει διὰ τῆς διπλωματικῆς ὁδοῦ, καὶ καθησύχαζε τὸν κόσμον καὶ τοὺς ἀπεσταλμένους τοῦ ἐκ Πατρῶν ἐμπορίου. Ἐν τούτοις, ὁ φάκελλος δὲν περιέχει παρὰ δύω μόνον ἔγγραφα, ἓν τῆς 1 [12 Φεβρουαρίου τοῦ ἐπὶ τοῦ Ἐμπορίου ὑπουργοῦ τῆς Γαλλίας, καὶ ἕτερον τῆς 12[24 τοῦ Πρέσβεως ἡμῶν, διὰ τοῦ ὁποίου διεβίβαζεν πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὸ ἀπαίσιον ἐκεῖνο Γαλλικὸν ἔγγραφον, ἔλεγε πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ τὰ ἑξῆς: «Ἀδύνατον νὰ γείνῃ λόγος περὶ ἐμπορικῆς συνθήκης, εἰ μὴ πρότερον προτείνωμεν σπουδαίας ἐλαττώσεις τοῦ ἐπὶ τῶν ὑφασμάτων εἰσαγωγικοῦ τέλους. Καὶ ἐπειδὴ περὶ τοῦ δασμοῦ τούτου οὐδεὶς γίνεται λόγος ἐν ταῖς διαβιβασθείσαις μοι ὁδηγίαις, ἐνόμιζον, ὅτι ὤφειλον νὰ ὑποβάλω τὴν αἴτησιν ταύτην τοῦ ὑπουργοῦ διὰ τὰ περαιτέρω». Τί πρόκειται ἐντεῦθεν; Ὅτι, ἀντὶ νὰ παραπονώμεθα ἡμεῖς διὰ τὸ ἐπαχθὲς τοῦ δασμοῦ, παραπονεῖται ἡ Γαλλία καὶ ἀρνεῖται διὰ τοῦ ὑπουργοῦ αὐτῆς μέχρι φθίνοντος Φεβρουαρίου νὰ ἔλθῃ μεθ’ ἡμῶν, ἔστω καὶ εἰς προκαταρκτικὰς διαπραγματεύσεις. Ἔχω λόγους νὰ πιστεύω, ὅτι ἡ νῦν Κυβέρνησις σπουδαίως ἐσκέφθη περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ μὲ σαφεῖς ὁδηγίας ἐπεφόρτισε τὸν Πρεσβευτὴν ἡμῶν, εἰς τὴν ἐνδελεχῆ μέριμναν, τὴν δραστηριότητα καὶ τὸν πατριωτισμὸν τοῦ ὁποίου ἔχω ἀπόλυτον πίστιν. Παρακαλῶ ὅμως τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἂν μέχρι τοῦ προσεχοῦς Σαββάτου ἔχῃ τι εὐάρεστον, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ τὸ ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Βουλήν. Δύω λέξεις ἀκόμη καὶ ἐτελείωσα. Δὲν ἤμην παρών, ὅτε πρό τινων ἡμερῶν συνεστήθη ἐπιτροπὴ πρὸς συναρμολόγησιν διαφόρων προτάσεων ἐπὶ τῆς τροποποιήσεως τοῦ Ἐκλογικοῦ Νόμου. Διὸ ἀναγκάζομαι σήμερον νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν σκέψιν τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι, οἱαιδήποτε τροποποιήσεις καὶ ἂν ψηφισθῶσι πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγειν καὶ ἐκλέγεσθαι, οὐδεμία ῥιζικὴ βελτίωσις ὡς πρὸς τὸν γνήσιον καταρτισμὸν τοῦ Κοινοβουλίου θέλει προκύψει, ἂν μὴ μεταβληθῶσιν αὐταὶ αἱ βάσεις τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος. Δὲν ἀναπτύσσω ἤδη. Ἀρκοῦμαι μόνον νὰ ὑποδείξω, ὅτι ἡ ἐπιτροπή, κατὰ τὰς μελέτας αὐτῆς, πρέπει νὰ ἐξετάσῃ καὶ τὸ ζήτημα τῆς μιᾶς ψήφου, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν ἰδέαν μου, ὡρίμασε πλέον, ἵνα, ταύτης καθιερουμένης, παύσουν τὰ ἄτοπα τῶν συνδυασμῶν, περὶ ὧν τοσάκις ἐγένετο λόγος, καὶ ἀντιπροσωπευθῇ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ αὐτὴ ἡ μειονοψηφία. Ὀφείλει ἐπίσης ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἐξετάσῃ, — διότι καιρὸς εἶναι νὰ συζητηθῇ καὶ ἡ ἰδέα αὕτη ἐν τῷ τύπῳ καὶ ἐνταῦθα — καὶ τὸ ζήτημα τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, τροποποιοῦσα κατὰ τοῦτο τὴν βάσιν τοῦ πληθυσμοῦ, τὸν ὁποῖον παραδέχεται τὸ ἄρθρον 1 τοῦ Ἐκλογικοῦ Νόμου. Ἡ παρουσία τόσων Ἀντιπροσώπων εἶναι καὶ δυσανάλογος πρὸς τὸν πληθυσμὸν τῆς Ἑλλάδος, καὶ, συγχωρήσατέ μοι τὴν ἔκφρασιν, πολυτέλεια ἀσυγχώρητος. Διὰ τῶν δύω τούτων ὑποδεικνυομένων ῥιζικῶν μεταῤῥυθμίσεων θέλομεν ἐπιτύχει δύω μεγάλα καλά: γνήσιον καὶ ἄδολον καταρτισμὸν τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ μονιμότητα τῶν Κυβερνήσεων, μονιμότητα, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν θὰ δυνηθῶμεν ποτὲ οὔτε νὰ τακτοποιηθῶμεν οἰκονομικῶς, οὔτε νὰ ὀρθοποδίσωμεν.

§17ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν μεγάλων ἐργοστασιαρχῶν τῆς πρωτευούσης ζυθοποιῶν, παραπονουμένων κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Νομίζω, ὅτι τὸ ἓν τῶν παραπόνων αὐτῶν μᾶλλον ἀφορᾷ εἰς λάθος τῆς ὑπηρεσίας. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὰς πρώτας ὕλας, ἐξ ὧν γίνεται ἡ ῥακὴ, ἐφρόντισεν ἡ ὑπηρεσία νὰ ἀπαλλάξῃ αὐτὰς εἰσαγωγικοῦ τέλους· τὰς πρώτας ὅμως ὕλας, ἐξ ὧν κατασκευάζεται ὁ ζῦθος, οἷον τὸ ζυθόχορτον, humulus lupulus, καὶ τὴν κεκαυμένην κριθὴν, ἀφίνει βαρέως φορολογουμένας· τοῦτο εἶναι ἀδικώτατον. Τὸ δεύτερον αἴτημα αὐτῶν εἶναι, ὅπως τεθῇ ἀνάλογος φορολογία ἐπὶ τοῦ ζύθου, οἵα καὶ ἐπὶ τῆς ῥακῆς, διότι ἡ τιμὴ τοῦ ζύθου εἶναι 50 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν καὶ φορολογεῖται 25 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ἤτοι 50%, ἐνῷ τῆς ῥακῆς ἡ τιμὴ εἶναι 1,50 κατ’ ὀκᾶν καὶ φορολογεῖται αὕτη ἐπίσης 25 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ἤτοι 16%. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν σκέψιν τὰς αἰτήσεις ταύτας καὶ ἐπενέγκῃ τὴν δέουσαν θεραπείαν· ἄλλως, ἀρτισύστατος βιομηχανία θὰ μαρανθῇ ἅμα τῇ γενέσει αὑτῆς.

§18ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάτοικοι διαφόρων χωρίων τῶν ἐπαρχιῶν Θηβῶν καὶ Λεβαδείας παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος. — Ὁ βουλευτὴς Ἀγυιᾶς κ. Στεφανίδης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν.

§20ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). (Ὅρα Παράρτημα).

§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς ἐπερωτήσεις τὰς γενομένας κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἑβδομάδος καὶ εἴς τινας γενομένας σήμερον. Καὶ πρῶτον παρατηρῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι πάντοτε πρόθυμος νὰ παρέχῃ πᾶσαν πληροφορίαν εἰς τὴν Βουλὴν· ἀλλ’ ὅπως ἔχει τὸ καθῆκον πρὸς τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἀρνῆται τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως ἐπάγεται ὡς ἀντίστοιχον ὑποχρέωσιν αὐτῆς, τοιουτοτρόπως ἔχει τὸ καθῆκον πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν, ἣν ἀντιπροσωπεύει, νὰ μὴ παρέχῃ πληροφορίας ἐκεῖ ὅπου δὲν δύναται νὰ παράσχῃ αὐτὰς ἄνευ ζημίας τῆς ὑπηρεσίας καὶ παραβιάσεως τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς· ἰδίως δὲ ὡς πρὸς τὰ στρατιωτικὰ καὶ τοὺς κανόνας τῆς πειθαρχίας ἐπιβάλλεται τῇ Κυβερνήσει νὰ ἀπέχῃ ἀπὸ συζητήσεων ἐν τῇ Βουλῇ περὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται καθαρῶς εἰς τὴν ἐσωτερικὴν στρατιωτικὴν διοίκησιν. Ἡ ὑπόθεσις τοῦ ἀρχιάτρου Μαράτου, περὶ ἧς ἐγένετο λόγος, εἶναι ὑπόθεσις ἀναγομένη καθαρῶς εἰς τὴν ἐσωτερικὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν. Ἐὰν εἶχε γείνει ὑπέρβασις ἐξουσίας, ἐννοεῖται, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ θὰ ἠδύνατο νὰ προκληθῇ περὶ τούτου συζήτησις· ὅταν ὅμως τὸ ζήτημα ἦναι ἐντὸς τῆς ἐξουσίας τοῦ ἀρχηγοῦ, καὶ ἂν ἐγένετο καλὴ ἢ κακὴ χρῆσις τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ, τοῦτο δὲν ἀνάγεται εἰς τὴν βουλευτικὴν συζήτησιν· ἀνάγεται βεβαίως εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, οὐχὶ ὅμως εἰς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐργασθῇ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, θέλει ἐργασθῆ ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου. Ὡσαύτως ἐγένοντο ἐπερωτήσεις περὶ τῶν ὑποδίκων. Καὶ ὡς πρὸς τούτους, ἐφ’ ὅσον ἔχουσι γενικώτερον χαρακτῆρα αἱ ἐπερωτήσεις, νομίζω, ὅτι λίαν ὀρθῶς τὸ ζήτημα ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, διότι τίς ἄλλος παρὰ τὴν Βουλήν ἔχει καθῆκον νὰ ἐπιβλέπῃ, ὅπως μὴ πιέζωνται οἱ πολῖται, ἔστω καὶ ἂν ἀνήκωσιν εἰς τὸν στρατόν, κατὰ παράβασιν τῶν νενομισμένων; καὶ βεβαίως δὲν πρέπει νὰ κρατῆται ὑπόδικος ἐν τῇ φυλακῇ πέραν τῆς ἀνάγκης. Ὅτι ὑπόδικοι στρατιωτικοὶ ἐκρατήθησαν ἐπὶ πολὺν χρόνον ἐν ταῖς φυλακαῖς εἶναι ἀληθές· ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, γενικῶς ἐξεταζομένου, ὅτι εὐθύνονται καὶ οἱ κυβερνῶντες ἢ οἱ στρατιωτικοὶ προϊστάμενοι, διότι κατὰ γενικὸν κανόνα αἰτία τούτου ὑπῆρξεν ἡ ἔκτακτος ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν ἐγέννησεν ἡ ἐπιστράτευσις. Ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία ἦτο ἐντελῶς ἀπαράσκευος πρὸς τοιαύτην αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ διὰ στρατιωτικῆς δικαιοσύνης, ὠργανωμένης χάριν στρατοῦ 12, 15 ἢ 18 χιλ. τὸ πολὺ ἀνδρῶν, ἐδέησε νὰ διεκπεραιωθῶσιν ὑποθέσεις ἀναγόμεναι εἰς στρατὸν 80 χιλ. ἀνδρῶν. Ἐννοεῖται, ὅτι αἱ συνέπειαι ὑπῆρξαν τοιαῦται, ὁποίας ἠκούσατε. Δὲν λέγω, ὅτι εἴς τινας περιστάσεις δὲν ὑπῆρχον καὶ ὑπεύθυνοι, καὶ δι’ αὐτὰς ἐπιβάλλεται καθῆκον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ εὕρῃ τὸν ὑπεύθυνον καὶ τὸν τιμωρήσῃ. Κατὰ γενικὸν ὅμως κανόνα αἱ δυσχέρειαι αὗται προῆλθον ἐκ λόγων ἀνωτέρων, τοὺς ὁποίους ἀνθρώπινος δύναμις δὲν ἠδύνατο νὰ θέσῃ ἐκποδών. Καὶ ὡς ἐκ τοῦ λόγου τούτου θέλω προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν ν’ αὐξήσῃ κατὰ ἕνα ἀντεισηγητὴν τὸ προσωπικὸν ἑκατέρου τῶν Στρατοδικείων διὰ νὰ δύναται νὰ διεκπεραιωθῇ ταχύτερον ὁ μέγας ἀριθμὸς τῶν δικογραφιῶν. Παρετηρήθη προσέτι, ὅτι οὐχὶ μόνον ἐπὶ πολὺν χρόνον οἱ ὑπόδικοι διαμένουσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἀλλὰ καὶ κακῶς διαιτῶνται. Καὶ τοῦτο οὕτως εἶχε, διότι δὲν ἐδίδετο εἰς τοὺς ὑποδίκους πρὸς διατροφὴν οὐδὲ τὸ ἥμισυ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον δίδεται πρὸς στρατιώτην ἐν ὑπηρεσίᾳ, οὐδὲν δὲ ἀπολύτως πρὸς ἐνδυμασίαν, ὥστε ὁ ὑπόδικος μετὰ διαμονὴν ὀλίγου χρόνου ἐν τῇ φυλακῇ ἤρχετο στερούμενος ἐνδυμασίας· πολλάκις δὲ ἐστερεῖτο καὶ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, ὅτε συνελαμβάνετο ἐν τῷ χωρίῳ του κρυπτόμενος ἄνευ ἐπαρκοῦς ἐνδυμασίας καὶ μετήγετο εἰς τὴν φυλακὴν μὲ μόνην τὴν λινοστολήν, καὶ οὐδὲν ὁ κανονισμὸς προνοεῖ περὶ τῆς ἐνδυμασίας αὐτῶν, οὐδὲ ὑπάρχει πίστωσις πρὸς τοῦτο, οὐδὲ ἔχει δικαίωμα ἐκ τοῦ ὑφισταμένου κανονισμοῦ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ πράξῃ τι. Τὸ πρῶτον ἄρα ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον τὸ Ὑπουργεῖον ὤφειλε νὰ ἐξετάσῃ, εἶναι κατὰ πόσον δύναται νὰ μεταβάλῃ τὸν κανονισμόν, καὶ προέβημεν εἰς πᾶσαν μεταβολὴν ἐπιτρεπομένην παρὰ τοῦ Νόμου. Καὶ ὅσον ἰδίως ἀφορᾷ εἰς τοὺς ἐν Ἀθήναις ὑποδίκους, καὶ περὶ τροφῆς καὶ ἐνδυμασίας ἐφροντίσαμεν καὶ περὶ μεταγωγῆς αὐτῶν εἰς ἄλλον χῶρον ἐπισκευαζόμενον ἤδη, σήμερον δὲ ἢ αὔριον ὁδηγοῦνται ἐκεῖ, καὶ περὶ διατροφῆς αὐτῶν ἐπαρκοῦς. Ὡς πρὸς τοὺς λιποτάκτας, περὶ ὧν ἐγένετο λόγος, θέλω παρατηρήσει, ὅτι οὐδὲν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀνάγεται, διότι τὰ περὶ τούτων κανονίζονται ὑπὸ τοῦ Στρατοδικείου· μόνον περὶ μιᾶς τάξεως λιποτακτῶν προενόησεν ἡ Βουλή, ὅπως οὗτοι δι’ ἀποφάσεως τῆς Κυβερνήσεως τιμωρῶνται. Οἱ ἄλλοι πάντες ὑπάγονται εἰς τὰ Στρατοδικεῖα, καὶ οὐδεμία Ἐξουσία δύναται νὰ ἐξαιρέσῃ αὐτοὺς ἀπὸ τῆς δικαιοδοσίας των. Δὲν ἔχω ὅμως ἀμφιβολίαν, ὅτι οἱ λόγοι, οἵτινες ἐῤῥέθησαν πρὸς ἀπαλλαγὴν αὐτῶν, θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει ὑπὸ τῶν δικαστῶν των.

§22ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Βραδύνουν τὰ Στρατοδικεῖα.

§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅπως εἶπον αἱ δικαγραφίαι εἶναι πολυάριθμοι καὶ τὸ προσωπικὸν δὲν ἐπαρκεῖ, καὶ διὰ τοῦτο ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ θὰ προστεθῶσι δύω ἀντεισηγηταί.

§24ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχουν πλέον τοῦ ἔτους ὡς ὑπόδικοι καὶ δὲν προσδιωρίσθη ἀκόμη ἡ δίκη των.

§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Σᾶς εἶπον ὅτι ἐλήφθη πᾶσα πρόνοια ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου. Ἐφρόντισα νὰ λάβω κατάλογον τῶν ἐκκρεμῶν δικογραφιῶν, νὰ μάθω ποῦ εὑρίσκεται ἕκαστος ὑπόδικος καὶ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσίς του, ὅπως προκληθῇ ἡ δέουσα ὤθησις.

§26ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Κατὰ τὸν στρατιωτικὸν Ποινικὸν Νόμον δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ διορίσῃ ἐκτάκτως ἕνα ἢ δύω ἀντεισηγητάς.

§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὸν στρατιωτικὸν Ποινικὸν Νόμον δύναται, ἀλλὰ κατὰ τὸν Νόμον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ὁ ὁποῖος ὁρίζει τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἀξιωματικῶν, δὲν δύναται νὰ διορίσῃ πλείονας τῶν ὅσων ἔχει διωρισμένους. Ἡ διάταξις τοῦ στρατιωτικοῦ Νόμου δύναται νὰ κατισχύσῃ, προκειμένου περὶ ἐκτάκτων εἰσηγητῶν, ἀλλὰ προκειμένου περὶ τακτικῶν δὲν δύναται τὸ ὑπουργεῖον νὰ διορίσῃ ἄλλους ἐκτὸς ἐκείνων, οἵτινες ἀναγράφονται σήμερον ἐν τῷ Νόμῳ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ.

§28ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐὰν λάβῃ ἄδειαν παρὰ τῆς Βουλῆς;

§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο λέγω· ὅτι ἐπροτάθη τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ ἐν αὐτῷ προσετέθη ἀνὰ εἷς ἀντεισηγητὴς εἰς ἑκάτερον τῶν Στρατοδικείων. Ἐγένετο καί τις ἐπερώτησις περὶ τοῦ ἐνωμοτάρχου Μελισσινοῦ, ὡς παρεκτραπέντος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ αὑτοῦ κατὰ προσώπων. Ὁ φάκελλος τῆς ὑποθέσεως μελετηθεὶς παρ’ ἐμοῦ ἀποδεικνύει ὅλως τὸ ἐναντίον· ὄχι μόνον ἡ διαγωγὴ τοῦ Μελισσινοῦ ὑπάρχει ἀνεπίληπτος, ἀλλὰ προσείλκυσεν οὗτος εἰς ἑαυτὸν τοὺς ἐπαίνους τῶν κατοίκων καὶ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου. Ἔχομεν ἀναφορὰς εὐχαριστηρίους, εἰς ἃς εἶναι ὑπογεγραμμένα πολλὰ ἀξιότιμα πρόσωπα περὶ αὐτῆς ταύτης τῆς πράξεως, ἥτις ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν ἐπερώτησιν. Βεβαίως ὅμως, ἂν τὰ πράγματα εἶχον συμβῇ ὅπως παρεστάθησαν, ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἡ ἐπερώτησις. Ὁ κύριος βουλευτὴς Ἁγυιᾶς, ὁ κύριος Στεφανίδης, ὡμίλησε πρὸ ὀλίγου περὶ ἀτοπήματος συμβάντος ἐν τῇ Ἀστυνομίᾳ τὴν πρωΐαν ταύτην. Ὡς πρὸς τοῦτο, νομίζω, ὅτι αἱ ἐπερωτήσεις δὲν πρέπει νὰ γίνωνται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, διότι ἐὰν τῳόντι συνέβη τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον μοὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ πιστεύσω, νομίζω, ὅτι πρῶτον ἔπρεπε νὰ ἀναφερθῇ εἰς τὴν ἁρμοδίαν Ἀρχήν.

§30ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἀνεφέρθη εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν καὶ τὸν ἐδίωξαν.

§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἠδύνατο νὰ ἀναφερθῇ καὶ εἰς τὸν διοικητικὸν προϊστάμενον, τὸ ὑπουργεῖον, καὶ μόνον ἂν ὁ διοικητικὸς προϊστάμενος δὲν ἐφρόντιζε νὰ ἐξακριβώσῃ τὰ γεγονότα καὶ προβῇ εἰς τὴν ἐπανόρθωσιν αὐτῶν, ἠδύνατο νὰ γείνῃ λόγος καὶ ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλὰ περὶ συμβάντος γενομένου τὴν πρωΐαν ταύτην κατὰ τὰς 8, περὶ οὗ εἶναι ἀδύνατον νὰ γνωρίζωμεν, οὐδὲ καιρὸς ὑπῆρχε νὰ ἐξετάσωμεν καὶ νὰ ἐνεργήσωμεν πρὸς ἐπανόρθωσιν τοῦ ἀδικήματος, ἐὰν ἐγένετο· ἡ ἐπερώτησις βεβαίως ἔρχεται προώρως. Νομίζω ἤδη ὅτε ὁπωσδήποτε τὸ προϊστάμενον ὑπουργεῖον ἔλαβε γνῶσιν τοῦ γεγονότος, θέλει λάβει πρόνοιαν νὰ ζητήσῃ πληροφορίας περὶ τῶν καταγγελθέντων καὶ θὰ φροντίσι περὶ τῆς ἐπανορθώσεως αὐτῶν.

§32ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Δὲν ἀμφέβαλλον περὶ τούτου, ἀλλ’ ἐγὼ θεωρῶ κατὰ τὸν σκοπὸν τὴν παροῦσαν κυβέρνησιν ὡς ἄλλον ἑκατόγχειρα.

§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὀφείλω προσέτι ν’ ἀνατρέξω καὶ εἰς παλαιάν τινα ἐπερώτησιν, εἰς ἣν ἀπήντησα ἤδη, διὰ ν’ ἀποπλύνω ἐντελῶς ἀπὸ μομφῆς τινος ἀνυποστάτου ὑπάλληλον, περὶ οὗ ἐποιησάμην ἤδη λόγον, ὑποστηρίξας ὅτι εἶναι κατὰ πάντα ἀθῶος ἀπὸ τοῦ καταγγελθέντος αὐτῷ ἀνομήματος. Πρόκειται περὶ τοῦ ὑποπροξένου ἐν Ἰωαννίνοις· καίτοι ὅσα εἶπον εἶναι ἐπαρκῆ καὶ εἰς ἀπόδειξιν τοῦ ἀνεπιλήπτου αὐτοῦ καὶ εἰς ὑποστήριξιν πάντων τῶν ἐπαίνων, οὓς ἠκούσατε ὑπὲρ αὐτοῦ, ὀφείλω ἤδη ν’ ἀναγνώσω καὶ ἐπιστολὴν, ἣν ἔλαβον παρὰ τοῦ προϊσταμένου αὐτοῦ νῦν μεταβάντος αὐτόσε, τοῦ κυρίου Παλαμίδου, Γενικοῦ προξένου. Εἰς τὸν κύριον Παλαμίδην εἶχον γράψει ἐπισήμως περὶ τῆς ὑποθέσεως, ἀλλὰ πρὸ τῆς παραλαβῆς τῆς ἐπισήμου ἀνακοινώσεως, ὁ νέος Γενικὸς πρόξενος ἐν ἰδιαιτέρᾳ πρός με ἐπιστολῇ γράφει τάδε: «Ἐν Ἰωαννίνοις, τὴν 6 Μαΐου 1882. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ γνωστοποιήσω τῇ Ὑμετέρᾳ Ἐξοχότητι χάριν τῆς ἀληθείας, ἂν καὶ δὲν προεκλήθην ἐπισήμως ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι ἅπασαι ἀνεξαιρέτως αἱ ἀποδοθεῖσαι μομφαὶ ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τοῦ γραμματέως τοῦ Προξενείου καὶ τέως διευθύνοντος αὐτὸ κ. Φουντούλη εἰσὶν ὅλως ἀβάσιμοι, ἐστερημέναι πάσης ὑποστάσεως, καὶ καθαρὰ συκοφαντία, προελθοῦσα ἐκ καρδίας πεπωρωμένης. Ὑπῆρξα αὐτόπτης μάρτυς, ὅτε κατὰ πρῶτον ἐπεσκέφθην τὸν ἐνταῦθα Διοικητὴν, τῆς ἐκπλήξεως καὶ ἀγανακτήσεως αὐτοῦ, ἀκούσαντος τὰ περὶ τῆς ἐπερωτήσεως ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τοῦ κ. Φουντούλη.» Δύω ἐπερωτήσεις ἐγένοντο πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον· ἡ πρώτη παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ Κυθήρων, ἀφορῶσα εἰς λῃστείαν διαπραχθεῖσαν πρὸ ἐτῶν πολλῶν ἐν πλοίῳ Ἑλληνικῷ. Περὶ τούτου εἶχε γίνει ἐπερώτησις καὶ ἄλλοτε ἐν τῇ Βουλῇ, κατὰ τὸ 1880, καὶ τότε ἐγένοντο ἐνέργειαι· τὰ πρόσωπα τὰ καταγγελθέντα ἐπὶ τῇ λῃστοπραξίᾳ ταύτῃ κατεδικάσθησαν καὶ ἐτιμωρήθησαν· ἀλλ’ ἐζητήθη ἤδη καὶ ἀποζημίωσις παρὰ τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως, διότι οἱ ἔνοχοι ἦσαν στρατιῶται. Ἡ ἀπαίτησις αὕτη τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως μέχρι τοῦδε δὲν ἔτυχεν ὑποδοχῆς ἀγαθῆς παρὰ τῇ Τουρκικῇ Κυβερνήσει. Ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἀξιοῖ, ὅτι τὰ πρόσωπα ταῦτα δὲν ἦσαν στρατιῶται, ἀλλὰ λιποτάκται διαγεγραμμένοι ἐκ τῶν ἐλέγχων τοῦ στρατοῦ καὶ ὅτι δὲν ὀφείλει ἀποζημίωσιν δι’ ἐγκλήματα παρ’ αὐτῶν διαπραχθέντα· οὐχ ἧττον ἐξακολουθεῖ ἔτι οὖσα ἐκκρεμὴς ἡ ὑπόθεσις αὕτη. Ἑτέρα ἐπερώτησις ἔγεινε παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Εὐρυτανίας περὶ ἐπιβαλλομένων φόρων ἐπιτηδευμάτων εἰς τοὺς ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἕλληνας, οἵτινες φόροι δὲν ἐπιβάλλονται εἰς ἄλλους ξένους. Καὶ περὶ τούτου ἐπὶ πολὺ ἐγένοντο διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, καὶ πολλάκις ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἐλάμβανε καὶ ὡς πρὸς τοὺς Ἕλληνας μέτρα ἀνοχῆς, οἷα καὶ τὰ πρὸς τοὺς ἄλλους ξένους ὑπηκόους, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ τέλους σχεδὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους διεκόπησαν αἱ διαπραγματεύσεις κατόπιν διαταγῆς τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, στηριζομένης εἰς σύστασιν τῆς αὐτόθι Πρεσβείας περὶ τούτου, λόγῳ ὅτι δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ ἐποχὴ πρὸς διεκπεραίωσιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἀλλ’ ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀναβληθῶσιν αἱ διαπραγματεύσεις εἰς ἐποχὴν ἄλλην, τουτέστι μέχρις ὅτου παρέλθωσι γεγονότα τινά, τὰ ὁποῖα ἔτι ὑφίστανται. Οὐχ ἧττον τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπανέλαβεν ἀρτίως τὰς περὶ τούτου διαπραγματεύσεις.

§34ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Πληροφορίας περὶ τῆς συμβάσεως τῶν ἱπποσιδηροδρόμων δὲν μᾶς ἐδώκατε.

§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ σύμβασις αὕτη δὲν ἀπεστάλη ἔτι ἐπισήμως εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Φαίνεται, ὅτι ἔγεινεν ἡ ἀνακοίνωσις πρὸς τὴν Νομαρχίαν. Ἐζήτησα ἤδη κατόπιν ὅσων ἐλέχθησαν ἐνταῦθα, ν’ ἀποσταλῇ ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας Ἀρχῆς.

§36ΚΑΛΛΙΓΑΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγένετο καὶ πρὸς ἐμὲ ἐπερώτησις παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κορίνθου περὶ τῶν οἰκοπέδων ἐν Πειραιεῖ, ἂν ἐλήφθη ἡ δέουσα πρόνοια. Ἐν Πειραιεῖ καὶ ἐν Φαλήρῳ, εἰς τὴν παραλίαν πρὸ πάντων, ὑπάρχουν πολλὰ οἰκόπεδα, εἴτε ἀποδεδειγμένως ἀνήκοντα εἰς τὸ Δημόσιον, εἴτε φιλονικούμενα. Περὶ αὐτῶν ἐνησχολεῖτο ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος Ἀττικῆς, ἀλλὰ δὲν ἐπήρκει εἰς τὰς φροντίδας αὐτὰς, καὶ διὰ τοῦτο ἀνετέθη ἡ φροντὶς εἰς τὸν νεωστὶ διορισθέντα οἰκονομικὸν ἐπιθεωρητὴν, ὅστις ἔχει μεγάλην πεῖραν. Ἔκτοτε πολλὰ ἀνεκαλύφθησαν καὶ πολλὰ ἐξησφαλίσθησαν. Ἀπεδείχθη μάλιστα, ὅτι εἷς ἐκ τῶν φυλάκων, ὅστις εἶχεν αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν νὰ φυλάττῃ τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ Δημοσίου, δι’ ὃ ἐλάμβανε 50 δραχμὰς κατὰ μῆνα, αὐτὸς εὑρέθη, ὅτι ὡς ἰδιοκτήτης δῆθεν ἐπώλησε διάφορα οἰκόπεδα τοῦ δημοσίου, ἀξίας 30–60 χιλιάδων δραχμῶν. Εἶναι περίστασις νὰ ἐρωτήσῃ τις, καὶ ποῖος ἐφύλαττε τὸν φύλακα; Ἤδη γίνεται φροντὶς ὅσον ἔνεστι μεγαλειτέρα καὶ οὐδὲν παραλείπεται, ὅπως ἀνευρεθῶσι τὰ οἰκόπεδα, τὰ ἀνήκοντα εἰς τὸ Δημόσιον. Ἡ ἐπερώτησις περιελάμβανε καὶ περὶ οἰκοπέδων ἀνηκόντων εἰς τὴν Μονὴν τῶν Ἀσωμάτων. Ἡ Μονὴ αὕτη εἶναι διατηρουμένη, καὶ ἑπομένως ἡ διαχείρισις τῶν κτημάτων αὐτῆς δὲν ἀνάγεται εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ διαχείρισις εἶναι ὅλως ξένη τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Εὑρίσκω ἄλλην ἐπερώτησιν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐκ Θηβῶν, ἀπευθυνομένην πρὸς τρεῖς Ὑπουργοὺς, περιλαμβάνουσαν καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐρωτᾷ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς, ἂν παρεμβάλλωνται δυσκολίαι εἰς τὴν αἴτησιν τῆς περὶ ἀνεγέρσεως φυλακῶν ἐπιτροπῆς πρὸς χορήγησιν τοῦ ἀναγκαιοῦντος οἰκοπέδου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπαντῶ, ὅτι τοῦτο ἔδειξε πᾶσαν προθυμίαν νὰ χορηγηθῇ παρὰ τοῦ Δημοσίου τὸ κατάλληλον οἰκόπεδον διὰ τὴν ἀνέγερσιν τῶν φυλακῶν. Φρονῶ ὅμως, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ὥριμον καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει ἐξηγήσει, ὅτι γίνεται φροντὶς περὶ τούτου συντονωτάτη.

§37ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ὀλυμπίας ἀπηυθύνθη ἐπερώτησις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν περὶ κακῆς διοικήσεως τῶν Μονῶν καὶ περὶ καταχρήσεως, ἢ μᾶλλον διαρπαγῆς τῆς ἰδιοκτησίας τῆς Μονῆς τῶν Ἀσωμάτων ἐνταῦθα παρὰ πολιτευομένων καὶ ἄλλων. Τὴν ἐπερώτησιν ταύτην τὴν ἔλαβον σήμερον τὸ πρωΐ. Ἤθελα δὲ παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον νὰ διατάξῃ τὸ Γραφεῖον, αἱ ἐπερωτήσεις νὰ στέλλωνται πλέον ἐγκαίρως εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα, διὰ νὰ μένῃ καιρὸς πρὸς ἐξέτασιν, καὶ μάλιστα ὅταν ἦναι αἱ ἐπερωτήσεις τόσον γενικαὶ, ὡς ἡ περὶ ἧς πρόκειται. Καθὼς ἐννοεῖτε, ἡ ἐπερώτησις εἶναι λίαν γενικὴ περὶ διαρπαγῆς ἢ σφετερισμοῦ κτημάτων παρ’ ἰδιωτῶν. Δὲν ἔλαβον καιρὸν νὰ ἐρευνήσω τί συμβαίνει καὶ νὰ μοὶ δώσουν πληροφορίας· ἤθελα δὲ παρακαλέσει τοὺς κυρίους βουλευτὰς νὰ εἰδικεύσωσι τὴν ἐπερώτησιν καὶ νὰ μοὶ εἴπωσι τί ἐννοοῦσιν, ὅτι συμβαίνει, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν Ἀσωμάτων.

§38ΤΟΥΡΝΑΚΗΣ. Ἡμεῖς δίδομεν νύξιν, δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα....;

§39ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔχουν τὸ δικαίωμα οἱ κύριοι βουλευταὶ ν’ ἀπευθύνουν ἐπερωτήσεις καὶ νὰ περιμένουν ἀπαντήσεις· ἀλλὰ διὰ νὰ δοθῇ ἀπάντησις, πρέπει νὰ ἦναι ἐπερώτησις εἰδική....

§40ΤΟΥΡΝΑΚΗΣ. Ἐν τῇ Μονῇ τῶν Ἀσωμάτων εἶπον ...

§41ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐὰν θέλετε, εἴπατέ μοι καὶ ἰδιαιτέρως. Ἐγὼ ὅμως δὲν γνωρίζω σήμερον τίποτε. Καταθέτω ἐν πρωτοτύπῳ, δηλαδὴ τὸ ἐπίσημον ἀντίγραφον τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνόδου περὶ τῶν τιμωρηθέντων καλογήρων, τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Πετιμεζᾶς. Προσέτι καταθέτω ἐκθέσεις τῶν Ἡγουμενοσυμβουλίων καὶ ἄλλας πρὸς τὴν Σύνοδον, ἀφορώσας τὴν διαγωγὴν τῶν καταδικασθέντων τούτων εἰς τὰ Μοναστήρια, εἰς τὰ ὁποῖα περιωρίσθησαν νὰ ὑπάγωσι. Καταθέτω ἀλληλογραφίαν ἀνταλλαγεῖσαν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου μεταξὺ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἀφορῶσαν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο τῶν καταδικασθέντων. Καταθέτω καὶ ἐγκύκλιον τοῦ ὑπουργείου πρὸς τὰς Ἀρχάς. Καταθέτω νεώτερον ἔγγραφον τῆς Συνόδου εἰς ἀπάντησιν ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνα πρὸς αὐτὴν, ζητῶν πληροφορίας περὶ τοῦ πράγματος τούτου καὶ περὶ τῆς γνώμης τῆς Συνόδου ἐπ’ αὐτοῦ. Ταὐτοχρόνως καταθέτω ἀναφορὰν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κερκύρας......

§42ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Σύνοδος τί γνωμοδοτεῖ;

§43ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐδῶ εἶναι.—Ἀναφορὰν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κερκύρας πρὸς τὴν Σύνοδον, διὰ τῆς ὁποίας συνοδεύει ἀναφορὰν τοῦ ἡγουμένου ἢ τοῦ ἐπιτρόπου τοῦ Ἐπισκόπου, ἀφορῶσαν τὸν ἐν τῇ Μονῇ τῆς Σ...... διορισθέντα παρὰ τῆς Συνόδου νὰ μένῃ ἐκεῖ ἱερομόναχον. Ἐπίσης φύλλον ἐφημερίδος ἐκδιδομένης ἐν Κερκύρᾳ, τὸ ὁποῖον ἐστάλη πρὸς τὸν Ἀρχιεπίσκοπον, ὁ ὁποῖος τὸ ἔστειλε πρὸς τὴν Σύνοδον καὶ ἡ Σύνοδος πρὸς τὸ ὑπουργεῖον. Καταθέτω γνωμοδότησιν τοῦ Γενικοῦ γραμματέως τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Κ. Μάμουκα καὶ τοῦ καθηγητοῦ κ. Δαμαλᾶ περὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα προέβαλον εἰς αὐτοὺς ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Καταθέτω ἐπίσης καὶ ἑτέραν ἀπάντησιν τοῦ κ. Μάμουκα ἐπὶ ἄλλου ζητήματος ἐπὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως. Ὑποθέτω, ὅτι τὰ ἔγγραφα αὐτὰ θὰ τυπωθῶσι καὶ θὰ διανεμηθῶσι, διὰ νὰ λάβωσι γνῶσιν οἱ κύριοι Βουλευταί.

§44ΤΙΝΕΣ. Ὄχι· δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τυπωθῶσι.

§45ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κατετέθησαν, δέον νὰ σχηματίσητε γνώμην.

§46Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂς τυπωθῶσι.

§47ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πιστεύω, ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα θὰ τὰ ἀναγνώσωσιν οἱ κύριοι βουλευταί, τοὐλάχιστον ὅσοι δεικνύουν ἐνδιαφέρον.

§48ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ καταθέσῃ καὶ τὸν Κώδικα.

§49ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ πιστεύω, ἢ τοὐλάχιστον ἐλπίζω, ὅτι, ἀφοῦ μελετήσωσι τὰ ἔγγραφα, ἀφοῦ σκεφθῶσι μὲ ψυχρὸν αἷμα ἐπ’ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, θὰ φθάσωσιν εἰ ἀξιότιμοι ἐπερωτήσαντες ἰδίως, εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ Βουλὴ οὔτε δικαίωμα, οὔτε καθῆκον ἔχει νὰ ἐπέμβῃ εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, θὰ φθάσωσιν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ Βουλὴ εἰς αὐτὸ τὸ στενὸν τοῦ χρόνου, ὅστις ὀλίγος μένει, δὲν πρέπει νὰ ἐπέμβῃ εἰς καθαρῶς καλογηρικὰς διενέξεις ἐν ἔτει σωτηρίῳ χιλιοστῷ ὀκτακοσιοστῷ ὀγδοηκοστῷ δευτέρῳ.

§50ΦΩΤΗΛΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ ἐνεαμελὴς ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπή, πρὸς ἣν ἡ Βουλὴ δι’ ἀποφάσεως αὐτῆς τῆς 16 Ἀπριλίου ἐνεστῶτος ἔτους ἀνέθηκε τὴν ἐντολὴν νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν περὶ τοῦ κτήματος τῶν Ἀδαμῶν, ἐπεράτωσε τὴν ἐργασίαν αὐτῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐξήτασε 35 μάρτυρας, ἐξ ὧν 28 μὲν ἐξητάσθησαν ἐνώπιον αὐτῆς, 4 ἐνώπιον τοῦ ἐν Λαρίσσῃ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, εἷς παρὰ τοῦ εἰρηνοδίκου Καλαμπάκας, καὶ 2 παρὰ τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ ἐν Ναυπλίῳ Πλημμελειοδικείου, πρὸς οὓς ἡ ἐπιτροπὴ εἶχεν ἀναθέσει τὴν ἐντολὴν ταύτην. Ἐκτὸς τῶν ἀνωτέρω ἐξετασθέντων μαρτύρων, ἐκλήθησαν καὶ ἄλλοι μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι δὲν κατέθεσάν τι σπουδαῖον καὶ οὐσιῶδες, ἑπομένως ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ συντάξῃ ἐγγράφους τῶν καταθέσεών των ἐκθέσεις, ἀφοῦ κατέθηκαν, ὅτι δὲν γνωρίζουν τι. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἄλλους μάρτυρας προταθέντας πρὸς αὐτήν· τὸ μὲν, διότι τινὲς τούτων ἀπεδήμουν εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν, τὸ δὲ, διότι τινῶν δὲν ἀνευρέθη ἡ κατοικία, ἐκτὸς ἑνὸς, ὅστις ἠρνήθη νὰ προσέλθῃ παρὰ τῇ ἐπιτροπῇ καὶ ἐξετασθῇ παρ’ αὐτῆς. Ἐζητήθη παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ κατετέθη παρ’ αὐτῇ ἡ κατὰ τοῦ ἀποβιώσαντος Ἀραβαντινοῦ δικογραφία, τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπισταμένως ἐμελέτησε, καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει της ποιεῖται μνείαν περὶ τῶν ἐκ τῆς δικογραφίας ταύτης ἐντυπώσεών της. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀπετάθη πρὸς διαφόρους τοῦ Κράτους Ἀρχὰς, ζητήσασα ἐγγράφους πληροφορίας, κατατεθείσας παρ’ αὐτῇ. Ἡ ἐπιτροπὴ ὁμοφώνως ἀπεφάσισε, προκειμένου περὶ ὑποθέσεως, εἴτε θιγούσης ὑπουργικὴν εὐθύνην ὑπὸ ποινικὴν, πολιτικὴν, ἢ ἠθικὴν ἔποψιν, εἴτε ἀφορώσης τὴν ὑπόληψιν ἢ τὴν τιμὴν οἱουδήποτε, νὰ μὴ φέρῃ κρίσεις καὶ συμπεράσματα, ἀφίνουσα τὴν Βουλὴν νὰ σχηματίσῃ τὴν ἑαυτῆς πεποίθησιν, ἀντλουμένην ἐκ τῶν καταθέσεων τῶν μαρτύρων καὶ λοιπῶν ἐγγράφων, ἅτινα ἡ ἐπιτροπὴ κατατίθησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Τὴν συλλεγεῖσαν ὕλην ἐν τῇ ἐκθέσει της ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ διαιρέσῃ εἰς τρία μέρη, 1) εἰς τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, 2) εἰς τ’ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἀπόκτησιν καὶ ἐγκατάστασιν εἰς τὸ χωρίον Ἀδαμῶν, καὶ 3) εἰς τ’ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐγγραφὴν προσημειώσεως ἐπὶ τοῦ χωρίου Ἀδαμῶν μετὰ μικρὰν εἰσαγωγήν. Εὐχαρίστως ἀναγγέλλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐδιχάσθη ἐν τῷ σταδίῳ τῶν ἐνεργειῶν αὐτῆς, ὡς καὶ κατὰ τὴν σύνταξιν τῆς ἐκθέσεως. Τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας, ὡς καὶ τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας εἰργάσθησαν ἀπὸ κοινοῦ πρὸς εὕρεσιν τῆς ἀληθείας, καὶ ὡς ἐκ τοῦ λόγου τούτου οὐδεμία, ὡς ἐῤῥέθη, διαφωνία ἐπῆλθε. Συμφώνως πρὸς τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς ἔλαβον, καταθέτω ὡς Εἰσηγητὴς αὐτῆς τὴν συνταχθεῖσαν καὶ ὑπογραφεῖσαν παρὰ πάντων τῶν μελῶν ἔκθεσιν. Ἤδη κατατεθείσης τῆς ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐντολῆς μου, δύναμαι, κύριοι βουλευταί, νὰ προσθέσω δύω λέξεις ὡς ἀτομικήν μου γνώμην. Περί τινων ἀντικειμένων ἐποιούμην καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς λόγον, ἀλλ’ αὕτη ἐνόμισεν ἀναγκαῖον ν’ ἀπαλείψῃ μέρη τινὰ ὡς περιέχοντα κρίσεις, καὶ ἐγὼ ἐνέδωκα. Πρώτη κρίσις μου ἦτο ἡ πεποίθησις, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισα ἐκ τῆς προσαχθείσης ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς δικογραφίας κατὰ τοῦ Ἀραβαντινοῦ. Ὁ ἐπερωτήσας ἀξιότιμος βουλευτὴς Γορτυνίας κ. Παλαμίδης εἶπεν, ὅτι ὁ Ἀραβαντινὸς ἐγένετο θῦμα. Ἡ πεποίθησις, κύριοι βουλευταί, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἐσχημάτισα ἐκ τῆς μελέτης τῆς δικογραφίας, καὶ ἥτις δὲν εἶναι μόνον πεποίθησις ἐμοῦ, ἀλλὰ πεποίθησις μαρτύρων τινῶν, ἐξετασθέντων ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς, ἦν, ὅτι ὁ Ἀραβαντινὸς ὑπῆρξε θῦμα, οὐχὶ διὰ τῆς ἐπεμβάσεως παρὰ τῇ δικαστικῇ Ἀρχῇ τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ κ. Κουμουνδούρου, ἀλλὰ θῦμα δικαστικῆς πλάνης. Δευτέρα κρίσις μου, κ. κ. βουλευταί, εἶναι, ὅτι ἐκ τῆς μελέτης τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἥτις εἶναι ῥυπαρὰ, καὶ δι’ ἣν αὐτὸς ὁ ἐν Παρισίοις ἤδη μένων Τοσίτσας, τὸν ὁποῖον ἐνόμισεν ἀναγκαῖον ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ἐξετάσῃ, καὶ ὅστις ἐξετασθεὶς ἐνώπιον τῶν ἐν Παρισίοις προξενικῶν Ἀρχῶν ἠρνήθη νὰ καταθέσῃ τι, εἰπὼν, ὅτι αἰσθάνεται ἀηδίαν, ὅτι ἐκ τῆς μελέτης, λέγω, τῆς ὑποθέσεως ταύτη Θέλει διαφωτισθῆ τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον περὶ τῆς ἠθικῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ διατελοῦμεν, καὶ θέλετε συμπεράνει περὶ τῶν λόγων, δι’ οὓς ὁ ἐν Παρισίοις Τοσίτσας αἰσθάνεται ἀηδίαν νὰ καταθέσῃ τι, ἀφοῦ ἐθυσίασεν ὑπὲρ τὸ ἓν ἑκατομμύριον δραχμὰς διὰ τοῦ γενομένου συμβιβασμοῦ. Ἐκ τῆς μελέτης τῆς ἐκθέσεως ταύτης θέλετε κρίνει, κύριοι βουλευταί, ὑμεῖς καὶ οὐχὶ ἐγὼ ἐὰν ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς ἦναι ὁ Καμπὼν, ὅστις συκοφαντηθεὶς ἔλεγεν ἀπὸ τοῦ βήματος πρὸς τοὺς συκοφαντοῦντας αὐτὸν «ἐξελέγξατε τὴν διαχείρισίν μου καὶ ἐκτιμήσατε τὴν διαγωγήν μου» ἢ ὁ Μορνὺ, ὅστις, ἐξυπηρετήσας τὴν δυναστείαν τῶν Ὀρλεανιδῶν ἐν Γαλλίᾳ καὶ εὐεργετηθεὶς παρ’ αὐτῶν, συνώμοσεν ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας καὶ κατὰ τοῦ Λουδοβίκου Φιλίππου, λαβὼν δὲ μέρος εἰς τὸ πραξικόπημα τοῦ Ναπολέοντος Γʹ κατὰ τῆς Δημοκρατίας καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ, ἐγένετο Ὑπουργὸς, περὶ οὗ πιθανολογεῖται, ὅτι ἐχρηματίζετο ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων του.

§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἔκθεσις θὰ τυπωθῇ. (Ὅρα Παράρτημα).

§52ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Κύριοι, ὁ τρόπος καθ’ ὃν διεξάγεται ἡ ὑπόθεσις τῶν Μακρακικῶν, ἤτοι τῶν ἐξορίστων κληρικῶν, καὶ παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀντὶ νὰ ἡσυχάσῃ τὴν συνήθεισιν τοῦ κοινοῦ, ἐξακολουθεῖ νὰ ἐξάπτῃ τὸ σκάνδαλον, καὶ αὐτὸ δὲν ἠξεύρω ποίας διαστάσεις θὰ ἔχῃ καὶ ὡς πρὸς τὴν θρησκείαν καὶ πρὸς τὴν κοινωνίαν. Τὸ ζήτημα, κύριοι, δὲν εἶναι περὶ τῆς Συνόδου καὶ τῶν ἐσωτερικῶν καθηκόντων της, τὸ ζήτημα δὲν εἶναι προσωπικὸν ὑπὲρ τῶν ἐξορίστων κληρικῶν· τὸ ζήτημα εἶναι καθαρῶς συνταγματικὸν, καθαρῶς νομικὸν, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ συζήτησις.

§53Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρὶν τυπωθῶσι τὰ ἔγγραφα, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν συζήτησιν.

§54ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἡσυχάσητε καὶ θὰ πεισθῆτε, ὅτι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔφερεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, εἶναι ὅλως περιττά.

§55Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς κάμω μίαν παρατήρησιν;

§56ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Μάλιστα, ἡμεῖς θέλομεν νὰ ἀκούωμεν τοὺς δόκτορας ἐν τῇ Βουλῇ.

§57Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ὑπεστήριξα καὶ ὑποστηρίζω, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως εἶναι ἓν τῶν πρωτίστων δικαιωμάτων· ἀλλ’ ὅταν τοῦ δικαιώματος τούτου γίνεται κατάχρησις, τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἐξευτελίζεται καὶ δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ἐξηυτελίσθη. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Καλλιφρονᾶ, τοῦ κ. Κουμουνδούρου, τοῦ κ. Τρικούπη, τοῦ κ. Δηλιγιάννη, τοῦ κ. Ἀντωνοπούλου καὶ ὅλων ὑμῶν, οἵτινες διαρκῶς παρίστασθε ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου τούτου, ἂν κατὰ τὸ διάστημα εἰκοσαετίας ἐκάμαμεν τόσας ἐπερωτήσεις, ὅσας ἔκαμεν εἷς βουλευτὴς ἐφέτος. Καὶ εἶναι πλέον αὐτὸ δικαίωμα; Καὶ δὲν ἐξέπεσε καὶ δὲν ἐξηυτελίσθη τὸ δικαίωμα αὐτό; Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς γνώμης τοῦ κ. Παλαμίδου. Ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἔφερεν ἔγγραφα, δι’ ὧν μᾶς εἶπεν, ὅτι ἅμα τὰ ἀναγνώσωμεν θέλομεν φωτισθῆ, καὶ δὲν πρόκειται νὰ φωτισθῶμεν μόνον ἡμεῖς, ἀλλὰ καὶ ἡ κοινωνία. Τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι σπουδαιότατον, καὶ πρέπει νὰ λυθῇ ἐν ἐπιγνώσει. Πρέπει λοιπὸν ἡ συζήτησις αὐτὴ ἀναγκαίως νὰ ἀναβληθῇ μέχρι τοῦ ἐρχομένου Σαββάτου. Δὲν ἐγένετο ἐπερώτησις διὰ ψύλλου πήδημα. Καὶ ὅταν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἔρχεται καὶ σᾶς καταθέτῃ ἔγγραφα καὶ λέγῃ, ἐξ αὐτῶν θέλομεν πεισθῆ, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐλύθη καλῶς, καὶ ὅταν ἀκόμη ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν λέγῃ ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι κοινωνικὸν καὶ πολιτικὸν σπουδαῖον καὶ εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις δὲν πρέπει νὰ ἐγερθῇ, πρέπει ἡμεῖς χωρὶς νὰ ἀναγνώσωμεν τὰ ἔγγραφα, ἐξ ὧν νὰ πεισθῶμεν, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς ἔχει δίκαιον ἢ ἄδικον ν’ ἀνοίξωμεν συζήτησιν; Δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ὀρθόν. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς προτάσεως αὐτῆς εἶπον, ὡς ἤμην πάντοτε ὅτι οἱ καλόγηροι καταδιώκονται ἀδίκως, αὐτὴ εἶναι ἡ πεποίθησίς μου, ἀλλὰ τέλος πάντων ὁ ὑπουργὸς κατέθεσεν ἔγγραφα, καὶ πρέπει νὰ τὰ ἴδωμεν καὶ τότε νὰ συζητήσωμεν.

§58ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Ὁ ἔξοχος βουλευτὴς καὶ καθηγητὴς ὅλων, ὅστις ἠθέλησε νὰ διδάξῃ τὴν Βουλὴν τὴν θεωρίαν ἐπὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπερωτήσεως, δὲν ἐφρόντισε νὰ διδάξῃ ἑαυτὸν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ διακόψῃ καὶ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν ἐπὶ ὥραν ὁλόκληρον, χωρὶς νὰ ἔχῃ δικαίωμα, καὶ ἀφοῦ δὲν ἐγνώριζε περὶ τίνος ἐπρόκειτο.

§59Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σᾶς ἐζήτησα τὴν ἄδειαν.

§60ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Ὀφείλετε, κ. βουλευτὰ, νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας, νὰ ἀκούσητε τί ἤθελα νὰ εἴπω, καὶ ἂν ἐβλέπετε, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔγγραφα, τὰ προεκτεθέντα, τότε δὲ ἠδύνασθε νὰ εἴπητε, ὅ,τι εἴπατε πρὶν ὅμως ἀκούσητε, νὰ μοὶ ἀπαγορεύσητε τὸν λόγον, νομίζω, ὅτι προσεκρούσατε εἰς τὸ ἱερώτερον δικαίωμα, ὅπερ ἔχει ἕκαστος βουλευτὴς νὰ λέγῃ ὅ,τι νομίζει ὅτι εἶναι ὀρθόν.

§61Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σεῖς μοὶ τὸ ἐπετρέψατε.

§62ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψει ὀλίγα τινὰ, τὰ ὁποῖα θὰ ἐκθέσω ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, θὰ ἴδητε, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναγνώσητε τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα προσήγαγεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Τὸ ζήτημα, κύριοι, δὲν εἶναι θρησκευτικὸν, εἶναι συνταγματικὸν, εἶναι νομικόν. Ἰδοὺ περὶ τίνος πρόκειται. Ἔχομεν τὴν γνωμοδότησιν διακεκριμένων νομικῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἔχει μέρος καὶ ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Οἱ νομομαθεῖς οὗτοι τί νομίζετε, ὅτι ἀποφαίνονται περὶ τῶν ἐξορίστων καλογήρων; Ὅτι τὸ Διάταγμα, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐπεκυρώθη ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου, δὲν εἶναι νόμιμον, ἐξεδόθη ἐναντίον τοῦ Νόμου, καὶ ἑπομένως εἶναι ἄκυρον.

§63ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Αὐτὸ εἶναι δι’ ἄλλην ὑπόθεσιν.

§64ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Πρόκειται περὶ ἀκύρου Διατάγματος, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐστερήθησαν τῆς προσωπικῆς τῶν ἐλευθερίας ἕνδεκα διακεκριμένοι κληρικοί. Ὅταν λοιπὸν τὸ ζήτημα ἦναι καθαρῶς νομικὸν, τί ἀνάγκην ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὰ ἔγγραφα τῆς Συνόδου καὶ τὰς γνωμοδοτήσεις τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς; Τὸ ζήτημα λοιπὸν εἶναι τὸ ἑξῆς: ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπικυρώσῃ τοιαύτην ἀπόφασιν τῆς Συνόδου; Ὄχι, λέγουν οἱ διακεκριμένοι νομομαθεῖς· ὄχι θὰ εἴπῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν θέλῃ νὰ φέρῃ δικαίαν λύσιν εἰς τὸ ζήτημα, σύμφωνα μὲ τὸν νόμον καὶ μὲ τὴν γνωμοδότησιν. Ὄχι θὰ εἴπῃ ἡ Βουλή. Τί εἴπαμεν, κύριοι, προκειμένου περὶ τῶν ἀκύρων Διαταγμάτων, δυνάμει τῶν ὁποίων ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία ἐσφετερίσθη τὰ δικαιώματα τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας; Ἢ νομίζετε, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρχῃ Σουλτανικὴ διοίκησις, εἴτε ἐκ μέρους τῆς Συνόδου, εἴτε ἐκ μέρους οἱασδήποτε ἄλλη Ἐξουσίας. Νομίζετε, ὅτι τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον εἶπεν, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῆς Συνόδου, ὅταν ἀποβλέπουν μακρὰν ἐξορίαν καλογήρων, πρέπει νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Κυβερνήσεως, ἐνόει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει νὰ ἐξετάσῃ τίποτε, δὲν ἔχει νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν συμφωνῇ μὲ τὸ Σύνταγμα ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου; Τὸ κυριώτερον δῶρον, ὅπερ ἔδωκεν ὁ Θεὸς εἰς τὸν ἄνθρωπον, εἶναι ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία. Ἐν τίνι δικαιώματι ἔρχεσθε καὶ στερεῖτε τὴν ἐλευθερίαν ἀπὸ ἕνδεκα Ἕλληνας κληρικούς, χωρὶς νὰ τοῖς δίδητε τὸν λόγον νὰ πεισθοῦν καὶ αὐτοί, ὅτι δικαίως ὑφίστανται τὴν τιμωρίαν; Εἴ τι ἄλλο κυριώτερον τούτου; Ἡ δὲ Βουλὴ ἔπρεπε νὰ τὸ κάμῃ ζήτημα, ἵνα δείξῃ εἰς τὸν κόσμον, ὅτι ὑποστηρίζει τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν νόμον. Ἐὰν τὸ ἀναβάλῃ, θὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἐννοεῖ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν. Δὲν πιστεύω, κύριοι, οὐδεὶς, καὶ πρὸ πάντων ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐννοῇ, ὅτι ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία τοῦ πολίτου πρέπει νὰ παραβιάζηται, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν πρέπει νὰ γίνεται λόγος. Ἰδοὺ, κύριοι, τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐπιληφθῇ σήμερον αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. Δὲν πρόκειται, κύριοι, νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ ἔγγραφα τῆς Συνόδου· δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τούτων· δὲν πρόκειται νὰ ἀναγνώσωμεν τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνόδου· δὲν ἔχομεν ἀνάγκην. Παραδέχομαι, ὅτι τὰ ἔγγραφα τῆς Συνόδου λέγουν, ὅτι πρέπει νὰ κρεμασθοῦν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι· ἀλλὰ ποῖος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάζῃ ἐὰν αὐτὴ ἡ ἀπόφασις καὶ τὰ ἔγγραφα ἦναι σύμφωνα μὲ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους; Ἡ μόνη, κύριοι, Ἐξουσία εἶναι ἡ Κυβέρνησις, καὶ διὰ τοῦτο ὑπεβλήθη εἰς αὐτὴν ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου. Λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐφρόντισε σύμφωνα μὲ τὸ Σύνταγμα νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνόδου, καὶ ἀπόδειξις εἶναι αὐτὴ ἡ γνωμοδότησις τῶν διακεκριμένων νομομαθῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς κ. Καλλιγᾶς· Ἰδοὺ, ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ ἀρχίσῃ, καὶ δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἀφήσωμεν νὰ ἀδικῶνται αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι. Λοιπὸν ἄρχομαι τῆς ὑποθέσεως.

§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἴδωμεν, ἂν δέχεται ἡ Βουλή.

§66ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Νὰ ἀποφανθῇ λοιπόν.

§67Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἦλθεν ἡ ἐπερώτησις ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, καὶ ἡ Βουλὴ εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ ἔλθουν τὰ ἔγγραφα· ἦλθε πάλιν τὸ ἴδιον ζήτημα καὶ εἴπομεν, ὅτι τὸ δικαίωμα τὸ ἔχει ἡ Βουλή, διότι πρόκειται περὶ τοῦ Διατάγματος τοῦ ὑπουργοῦ, καὶ ἡ Βουλὴ εἶπε συμφωνήσασα μὲ τὸν κ. ὑπουργὸν, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ὁ ἁρμόδιος καιρός. Λοιπὸν τὸ ἴδιον εἶπον καὶ τώρα. Τί χρειάζεται αὐτὸς ὁ λαὸς, καὶ ὁ τόπος καὶ ἔλα αὐτά;

§68ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Πρόκειται, κύριοι, περὶ ἐξορίστων· σᾶς εἶπον ποῖοι στεροῦνται τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας των. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἐξόριστοι ἢ μόνον εἷς, εἰς τὸ Μοναστῆρι Ἀνάφης· Ἰδοὺ διατὶ πρέπει νὰ ἀναγνώσητε τὰ ἔγγραφα (Θόρυβος). Ὅταν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἔρχεται εἷς ἀξιότιμος βουλευτὴς καὶ σᾶς λέγῃ, ὅτι πρόκειται περὶ ἐξορίστων 11 ἀξιοσεβάστων ἱερέων, οἵτινες στεροῦνται τῆς προσωπικῆς των ἐλευθερίας, αὐτὸς πρέπει νὰ μάθῃ, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς, διότι εἷς μόνον ἐξ αὐτῶν, ὡς σᾶς εἶπον καὶ προχθὲς, μένει ἐν τῇ Μονῇ. Οἱ δὲ ἄλλοι μένουσιν ἐλεύθεροι καὶ οἱ πλεῖστοι ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν.

§69ΤΙΝΕΣ. Εἶναι εἰς τὰ θεωρεῖα.

§70ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Οἱ λοιποὶ περιφέρονται, κύριοι, εἰς τὰς πόλεις, καὶ δὲν ἔχω, κύριοι, τὴν εὐχαρίστησιν νὰ τοὺς γνωρίζω. Αὐτοὶ δὲ οἱ ἴδιοι καλόγηροι τί θὰ εἴπουν, ὅταν ἀκούσωσιν, ὅτι λέγεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι εἶναι ἐξόριστοι ἄνθρωποι, οἵτινες, καθὼς ἀκούω, εὑρίσκονται ἐδῶ εἰς τὰ θεωρεῖα; Δὲν εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, καὶ πρέπει νὰ ἐξετάσητε τὰ ἔγγραφα· πρέπει νὰ ἐξετάσητε ἴσως καὶ τὸ Διάταγμα, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάσητε καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις παρανόμως ὑπέγραψε τὸ Διάταγμα, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἴδητε τὰ ἔγγραφα. Τρεῖς νομικοί, σᾶς εἶπεν ὁ προλαλήσας, ἐγνωμοδότησαν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος· αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθὲς, διότι ἔδωκαν τὴν γνώμην αὐτῶν δι’ ἄλλο ζήτημα. Θέλετε νὰ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν, εἶμαι ἕτοιμος.

§71ΤΙΝΕΣ. Νὰ ὁρισθῇ ῥητῶς ἡμέρα.

§72Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ, κύριοι, βεβαίως νὰ γείνῃ σήμερον ἡ συζήτησις, ἀλλὰ θὰ εἴπω δύω λέξεις, ἐπειδὴ ὁ κ. ὑπουργὸς μὲ ἐπροκάλεσε, διότι ὁ κ. ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἐξορίστων, καθόσον οἱ καλόγηροι αὐτοὶ δὲν εἶναι ἐξόριστοι, ἀλλὰ περιφέρονται ἐντὸς τῶν πόλεων. Ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, ὅπερ ἐγὼ δὲν γνωρίζω, αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη ἀπόδειξις, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου εἶναι ἄδικος, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀπόφασις, διότι ἢ πρέπει νὰ ἐπιμένῃ ὁ κ. ὑπουργὸς εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως, ἢ ἀφοῦ δὲν ἔγεινεν ἡ ἐκτέλεσις αὐτῆς, εἶναι ἀπόδειξις, ὅτι ἐσχηματίσθη ἡ πεποίθησις καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ὑπουργοῦ περὶ τοῦ ἀδίκου τῆς ἀποφάσεως, ἥτις ἐξετελέσθη. Βεβαίως δὲν ἐπιθυμῶ νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις σήμερον, διότι καὶ ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ μελετήσω τὸ ζήτημα ἐκτενέστερον καὶ νὰ ἴδω τὰ διάφορα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα διημείφθησαν μεταξὺ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Συνόδου, καὶ δι’ αὐτὸ ἐπρότεινα καὶ πάλιν τὴν ἀναβολὴν, καίτοι πρόκειται περὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας καθ’ ἡμᾶς, ἀλλ’ ὄχι περὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν, διότι λέγει, ὅτι οἱ κληρικοὶ εἶναι ἐλεύθεροι. Τότε λοιπὸν καὶ καιρὸν ἔχομεν ἀνετώτερον νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα, ἀφοῦ ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία τῶν κληρικῶν σήμερον δὲν εἶναι δεσμευμένη καὶ περιωρισμένη. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη πρέπει ν’ ἀναβληθῇ διὰ τὸ ἐρχόμενον Σάββατον, διότι πρέπει νὰ γείνῃ εὐρεῖα ἡ συζήτησις καὶ πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα αὐτό. Πολλάκις, κύριοι, Βασιλικὰ Διατάγματα κατὰ συνήθειαν ἐξεδίδοντο, καὶ τὰ Διατάγματα ταῦτα ὑπεχρέουν καὶ ὑποχρεοῦν ἀκόμη τὸ Δημόσιον εἰς καταβολὴν χρημάτων· ἀλλ’ ἡ Βουλὴ μετὰ μελέτην καὶ ἐξέτασιν εὗρεν, ὅτι ἡ ἔκδοσις τῶν Διαταγμάτων αὐτῶν ἦτο παράνομος καὶ τὰ περιώρισε. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι ἀφορᾷ καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ εἰς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τῶν ἀτόμων.

§73ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἀπόδειξις, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου εἶναι παράνομος, εἶναι ὁ δισταγμὸς, ὁ ὁποῖος ἐμφιλοχωρεῖ εἰς τὸν ἐγκέφαλον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁ ὁποῖος σᾶς εἶπεν, ὅτι οἱ καλόγηροι εἶναι ἐλεύθεροι καὶ μόνον εἷς κρατεῖται. Τί λοιπὸν ἀποδεικνύει τοῦτο; Ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἀθῶοι, καὶ ὁ ἴδιος ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀμφιταλαντεύεται καὶ εὑρίσκεται εἰς δεινὴν θέσιν τί νὰ πράξῃ.

§74ΡΑΔΙΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, πρὸ μηνὸς σχεδὸν ἔκαμα ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κύριον ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἀπάντησιν ἔτι δὲν ἔλαβον. Κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἀναχωρήσεώς μου ἐκ Τρικκάλων χωροφύλακες μετ’ ἐνωμοτάρχου καὶ ἀστυνομικοὶ κλητῆρες μετὰ τοῦ ὑπαστυνόμου καὶ βοηθοῦ εἰσῆλθον αὐθαιρέτως καὶ κατεπάτησαν τὴν κατοικίαν μου ἐπίτηδες διὰ νὰ προσβάλωσιν τὴν ὑπόληψίν μου ἐνώπιον τῶν συμπολιτῶν μου. Κατ’ ἀρχὰς δὲν ἐγνώριζον ποῖος ἔθεσε τὸ σκάνδαλον, ἐκ τῶν ὑστέρων ὅμως ἐγνώρισα, ὅτι αἰτία τούτου ἦτον αὐτὸς ὁ Εἰσαγγελεύς. Ὑπέθετον, ὅτι ἄνευ τῆς διαταγῆς τοῦ Εἰσαγγελέως δὲν ἠδύνατο ποτὲ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ καὶ χωροφύλακες νὰ εἰσέλθωσιν αὐθαιρέτως εἰς τὴν κατοικίαν πολίτου, ἀλλ’ ἀμφέβαλλον· ἀκολούθως ὅμως, ὅταν ἐγὼ, ἐνταῦθα ἐπανελθὼν, ἀνέφερον περὶ τοῦ συμβάντος μοι εἰς τὸν κύριον ὑπουργὸν, καὶ ἀπήτησα τὴν τιμωρίαν τῶν ἐνεργησάντων τὴν παρανομίαν ταύτην, πληροφορηθεὶς φαίνεται ὁ κ. εἰσαγγελεὺς, ὅπως ὑπερασπισθῇ ἑαυτὸν, ἐτηλεγράφησε πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν, καταγγέλλων με ὡς λησταπάδοχον καὶ διατηροῦντα καὶ τρέφοντα ἐν τῇ οἰκίᾳ μου ληστάς.

§75ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι δά· δὲν ἔγεινε τοῦτο.

§76ΦΛΩΡΙΑΣ. Ποῖος ἦτον ὁ εἰσαγγελεύς;

§77ΡΑΔΙΝΟΣ. Ὁ κ. Κλωτζάρης.—Ὁ εἰσαγγελεὺς οὗτος ἔπνεεν ἐναντίον μου μένεα, διότι τῷ εἶχον κάμει μερικὰς παρατηρήσεις διὰ τοὺς φυλακισμένους· τῷ εἶπον, ὅτι, ἀφοῦ καταδιώκονται ἀπὸ τὴν εἰσαγγελίαν ὡς ὕποπτοι ἐπὶ λῃστοπραξίᾳ, πρέπει ν’ ἀνακρίνωνται καὶ τοιουτοτρόπως νὰ στέλλωνται εἰς τὸ δικαστήριον, ἢ νὰ ἀπολύωνται· ἀλλὰ νὰ μένουν ἐπὶ δύω καὶ τρεῖς μῆνας χωρὶς ἀνάκρισιν, τοῦτο εἶναι ἄδικον. Δι’ αὐτὸ φαίνεται τῷ ἐκακοφάνη καὶ ἠθέλησε νὰ μοῦ κάμῃ αὐτὴν τὴν προσβολὴν ἐνώπιον τῶν συμπολιτῶν μου, δηλαδὴ νὰ κάμῃ κατ’ οἶκον ἔρευναν. Ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος λοιπὸν τούτου, ὅπερ μοὶ ἐπέδειξεν ὁ κ. ὑπουργὸς, ἐνόησα, ὅτι αἴτιος τῆς προσβολῆς μου εἶναι αὐτὸς ὁ Εἰσαγγελεὺς, καὶ ἀπήντησα πρὸς τὸν κ. ὑπουργόν: Ὁ κύριος εἰσαγγελεὺς εἶναι ὁ ἐνεργήσας τὰ πάντα· καὶ ἰδοὺ μοὶ κάμνει καὶ ἑτέραν προσβολὴν, μὲ ἀποκαλεῖ λῃσταπάδοχον καὶ διατηροῦντα καὶ τρέφοντα λῃστάς! καὶ δι’ αὐτὸ ἐπίσης ζητῶ ἱκανοποίησιν.

§78ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο.

§79ΡΑΔΙΝΟΣ. Μάλιστα, κύριε ὑπουργὲ, καὶ πρὸς ἀπόδειξιν σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐκβάλητε τὸ τηλεγράφημα. Κύριοι βουλευταί, πρὸ τριῶν ἐτῶν ἐλυμαίνετο τὴν Θεσσαλίαν ἡ λῃστεία, ἤμην δὲ προξενικὸς πράκτωρ πρὸ ὀκταετίας· πέρυσι κατ’ αὐτὸν τὸν καιρὸν, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὸν ἔντιμον πρώην πρωθυπουργὸν, ἦλθον ἐδῶ· μὲ ἠρώτησε περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου καὶ τῷ εἶπον: καταστροφὴ γενικὴ ἐκ τῆς λῃστείας, ἥτις μαστίζει τὸν τόπον καὶ κατερημόνει ὁλόκληρα χωρία, καὶ πρέπει νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον. Ὁποῖον μέτρον εἶπεν; ὅ,τι δήποτε εἶναι δυνατόν. Μοῦ λέγει πρέπει νὰ περιμείνητε, καὶ ὅ,τι ὑπέφερεν ὁ τόπος ἕως τώρα, ἂς ὑποφέρῃ ὀλίγον καιρὸν ἀκόμη μέχρις ὅτου ἔλθῃ ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς, καὶ τότε τὰ πάντα θὰ ἡσυχάσουν· μεταχειρισθῆτε ὅ,τι δήποτε μέσον ἠμπορέσετε διὰ νὰ καταστείλητε τὴν λῃστείαν. Τότε λοιπὸν ἐπανερχόμενος εἰς τὴν πατρίδα μου διῆλθον ἀπὸ τὴν Λάρισσαν, συνενοήθην μετὰ τοῦ προξένου, καὶ ἀμέσως ἐγράψαμεν εἰς τὰς συμμορίας, ὅπου καὶ ἂν ὑπῆρχον, λέγοντες εἰς αὐτὰς, ὅτι τὰ μέρη αὐτὰ παρεχωρήθησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ συνθήκης, ὅτι ἐντὸς τῆς συνθήκης ἐμπεριέχεται καὶ ἄρθρον περὶ ἀμνηστείας καὶ ὅτι πρέπει ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς νὰ παύσουν τὰς ληστοπραξίας, διότι ἄλλως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς θὰ τοὺς καταδιώξῃ. Καὶ οὐ μόνον νὰ παύσωσιν αὐτο, μετερχόμενοι τοῦ λοιποῦ τὸ αἰσχρὸν τοῦτο ἐπάγγελμα, ἀλλὰ καὶ τὰς λοιπὰς μικρὰς συμμορίας, τὰς μὴ πειθομένας, νὰ καταδιώξωσι, συνεργήσωσι δὲ πρὸς ἀπολύτρωσιν τῶν αἰχμαλώτων ἄνευ λύτρων. Τοιουτοτρόπως ἅπασαι αἱ χριστιανικαὶ ληστρικαὶ συμμορίαι ἡσύχασαν. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τουρκαλβανός τις, Ῥουστάν Βέης λοχαγὸς τῆς χωροφυλακῆς, συνενοηθεὶς μετ’ ἄλλων συμπατριωτῶν του τουρκαλβανῶν καὶ σχηματίσας ἰσχυρὰν συμμορίαν, ἐξῆλθε τῆς πόλεως Τρικάλων, φέρων τὸ πῦρ καὶ τὸν σίδηρον. Παντοῦ ὅπου ἐπάτει ὁ πούς του ἠπείλει τοὺς Δυστυχεῖς κατοίκους, ὅτι θὰ κατακαύσῃ τὰς οἰκίας καὶ θημονίας των, ἐὰν δὲν τῷ στείλωσι ἐξαγορὰν ποῦ μὲν διακοσίας λίρας, ποῦ δὲ πεντακοσίας κλπ. οἱ κάτοικοι μὴ ἔχοντες χρήματα εὑρίσκοντο εἰς ἀμηχανίαν τί νὰ κάμωσιν. Ἡ συμμορία αὕτη τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς, εἰσβαλοῦσα εἰς τὸ χωρίον Καστανέαν τοῦ Ἀσπροποτάμου καθ’ ἣν ὥραν οἱ ἄνθρωποι εὑρίσκοντο ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ, συλλαμβάνει ἐξ αὐτῶν Δέκα καὶ ἐννέα ἄτομα, ἐν οἷς καὶ μίαν γυναῖκα, καὶ ἀπάγει εἰς αἰχμαλωσίαν· ἀπῄτει δὲ λύτρα πέντε περίπου χιλιάδας λιρῶν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύναντο ἐκεῖνοι νὰ κάμωσι. Τότε ἰδὼν τὸ δεινὸν τοῦτο, ἔγραψα εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν ἡσυχασασῶν συμμοριῶν νὰ συνεννοηθῶσιν ἅπασαι οἱ συμμορίαι καὶ νὰ δοθῶσιν εἰς καταδίωξιν τῆς τουρκαλβανικῆς συμμορίας τοῦ Ῥουστάν βέη, καὶ νὰ λυτρώσωσι τοὺς αἰχμαλώτους. Πράγματι ἡ συμμορία τοῦ Γιάννη Σουπικιώτου ἢ Γκέκα, συνενοηθεῖσα μὲ τὴν τοῦ Δαβέλη, κατεδίωξαν τοὺς Ἀλβανοὺς, φονεύσαντες ἐν τῇ συμπλοκῇ τοὺς πλείστους, ἔσωσαν τοὺς αἰχμαλώτους καὶ οὕτως ἔφερον τὴν γενικὴν ἐν τῷ τόπῳ εἰρήνην. Ὅταν δὲ, μετὰ τὴν κατάληψιν τῆς 3 ζώνης, ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἐπλησίαζε πρὸς τὰ Τρίκκαλα, οἱ ἡσυχάσαντες λησταὶ μοὶ ἔγραψαν, ὅτι ἐπιθυμοῦσι νὰ προσέλθωσι, καὶ ὅτι δὲν τολμῶσι, πρὶν ἢ λάβω τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν κ. Σοῦτσον. Ἅμα λοιπὸν τῇ ἀφίξει τοῦ στρατοῦ εἰς Τρίκκαλα, αὐθημερὸν παρουσιάσθην εἰς τὸν ἀρχηγὸν, τῷ διηγήθην τὴν ἱστορίαν τῶν γεγονότων, καὶ τῷ ἐξέφρασα τὴν ἐπιθυμίαν των τοῦ νὰ προσέλθωσιν εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Ἀρχὰς καὶ νὰ ἡσυχάσουν. Ὁ ἀρχηγὸς εἶπε, μάλιστα νὰ στείλωμεν διὰ νὰ ἔλθουν. Ἦλθον λοιπὸν οἱ λησταὶ, παρέδωκαν τὰ ὅπλα καὶ ἔμειναν ἥσυχοι. Ἐπειδὴ δὲ ἐγένετο λόγος ἐντὸς τῆς Βουλῆς παρὰ πολλῶν βουλευτῶν τῆς Θεσσαλίας, ὅτι ἐπειδὴ ἔρχεται ἡ ἄνοιξις καὶ οἱ λησταὶ εἶναι πλησίον τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς καὶ μήπως συμβῇ τίποτε, εἶναι καλὸν νὰ περισταλῶσιν. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν ἔλαβε μέτρον διὰ νὰ τοὺς περιορίσῃ καὶ ἀποφασίσῃ μετὰ ταῦτα περὶ τῆς τύχης των. Ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ἐγνώριζε, διότι εἶχεν ἄλλους κατασκόπους, ὁποῖοι ὑπῆρξαν καὶ ἄλλοτε λησταὶ καὶ τοὺς συνελάμβανε· καὶ ἄλλους μὲν τοὺς ἀπέδιδε πρὸς ἀνάκρισιν καὶ τοὺς ἀπέλυεν, ἄλλους δὲ τοὺς ἐφυλάκιζε χωρὶς νὰ κάμῃ καμμίαν ἀνάκρισιν, καὶ τοὺς διατηρεῖ εἰς τὰς φυλακὰς ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους, διὰ τὸ ὁποῖον τῷ ἔκαμα παρατηρήσεις, τοῦτο δὲ τὸν παρώργισε καὶ δι’ αὐτὸ εἶπεν, ὅτι ἐγὼ εἶχον ληστὰς μέσα εἰς τὴν οἰκίαν μου.

§80ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι, δὲν σὲ εἶπε λησταπάδοχον, ἀλλὰ πράκτορα ληστῶν.

§81ΡΑΔΙΝΟΣ. Διὰ ταῦτα ἀπαιτῶ νὰ γείνῃ ἀνάκρισις, νὰ εὑρεθῇ ἡ ἀλήθεια, καὶ νὰ τιμωρηθῶσιν οἱ αἴτιοι τῆς προσβολῆς μου. Ὡς τοιοῦτοι δὲ εἰσὶν ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὁ ὑπαστυνόμος Παππᾶ Ἰωάσαφ, ὁ βοηθὸς Λουκᾶς Λουκόπουλος καὶ ὁ πρῶτος κλητὴρ Βασίλειος Βογιατσῆς.

§82ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). (Ὅρα Παράρτημα).

§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ προεξελέγξαν τὴν ἐκλογὴν Κερκύρας ἕκτον Τμῆμα τῆς Βουλῆς προτείνει τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς καὶ τὴν ἀνακήρυξιν ὡς νομίμου βουλευτοῦ τοῦ κ. Ν. Βασιλάκη, ἔχοντος τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα. (Ἐπικυροῦται δι’ ἀναστάσεως ἡ ἐκλογὴ καὶ ἀνακηρύσσεται νόμιμος βουλευτὴς τῆς ἐπαρχίας Κερκύρας ὁ κ. Νικόλαος Βασιλάκης.—Ὁμοίως γίνεται δεκτὴ ἡ ἔκθεσις τοῦ Βʹ Τμήματος τῆς Βουλῆς ἐπικυρωτικὴ διὰ τὴν ἐκλογὴν Πυλίας, καὶ ἀνακηρύσσεται νόμιμος βουλευτὴς ὁ κ. Π. Τριγγέτας, ὅστις προσελθὼν ἔδωσεν ἐπὶ τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον).

§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσμετρήσεως τοῦ πρὸς προβιβασμὸν ἀξιωματικῶν ἀπαιτουμένου χρόνου.

§85ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, κύριε Πρόεδρε. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων χθὲς τὸ ἑσπέρας ἀπηύθυνεν εἰς τὴν Βουλὴν παρατήρησιν, τῆς ὁποίας ἡ ὀρθότης μὲ ἔπεισε καὶ μὲ ἀναγκάζει νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς σκέψεις μου. Ἡμεῖς δὲν ἀντιλέγομεν, ἵνα τὴν ἡμερησίαν διάταξιν συντάσσῃ ἑκάστοτε τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ τοῦτο κανονίζῃ τὴν τάξιν, τὴν ὁποίαν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει πρέπει νὰ λαμβάνῃ ἕκαστον τῶν ἀντικειμένων τῶν πρὸς συζήτησιν· οὐδὲν δικαιούμεθα νὰ ἀντιλέξωμεν, διότι τὴν ἡμερησίαν διάταξιν κανονίζει ἡ πλειονοψηφία, ἡ δὲ πλειονοψηφία ὑποστηρίζει τὸ Ὑπουργεῖον, ἑπομένως ἡ πλειονοψηφία θέλει ἀποφασίσει ὡς τὸ Ὑπουργεῖον εἰσηγεῖται εἰς αὐτήν. Κάμνω ὅμως τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ τακτικὴ, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ, ἀναιρεῖ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ ἐπάγεται ὡς ἀποτέλεσμα νὰ μὴν ἔχωμεν οὐδεμίαν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἡ ἡμερησία διάταξις περιλαμβάνει 40 νομοσχέδια· ἀκολουθοῦντες τὴν τακτικὴν ταύτην, καθιστάμεθα ἀνίκανοι νὰ συζητήσωμεν τὰ 40 νομοσχέδια, διότι πρέπει νὰ ἤμεθα ἕτοιμοι μετὰ μελέτης ἐφ’ ἑκάστου αὐτῶν, ἵνα ἀνακοινώσωμεν τὰς γνώμας μας, τοῦτο δὲ εἶναι δυσχερέστατον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἐπάγει ἄλλο τι ἄτοπον· καταναλίσκομεν ὅλον τὸν χρόνον ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἀπαντῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν δυνάμεθα ἴσως νὰ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ εἴπωμεν ἂν ἔχωμεν ἀντίῤῥησιν· φθάνομεν δ’ εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως εἰς τὸ κύριον ἀντικείμενον, ὅτε οἱ βουλευταὶ εἶναι κεκμηκότες καὶ οἱ θέλοντες νὰ ἀγορεύσωσιν ἐπ’ αὐτοῦ εἶναι ἐπίσης κεκμηκότες. Ἐρωτώμεθα ἂν ἔχωμεν ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνει ἡ ἡμερησία διάταξις, καὶ λέγομεν, δὲν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν· ἀλλ’ εἶναι ἀληθὲς τοῦτο; Δὲν εἶναι ἀληθὲς, διότι δὲν ἐμελετήσαμεν τὰ νομοσχέδια, δὲν εἴχομεν τὸν καιρόν. Ἐνῷ, ἐὰν ἡ ἡμερησία διάταξις περιλαμβάνει νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα νὰ συζητῶνται κατὰ τάξιν, τότε θὰ ἤμεθα εἰς θέσιν καὶ νὰ συζητῶμεν αὐτὰ δεόντως, καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν της ὅσον τὸ δυνατὸν εὐσυνειδήτως. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συζητῶμεν τὰ νομοσχέδια, ὅπως ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει κατατάσσονται.

§86ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠκολούθησεν ἡ Βουλὴ τοῦ νὰ θεωρῇ ὡς προτακτέα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὰ νομοσχέδια, περὶ τῶν ὁποίων οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, εἶναι τὸ πρακτικώτερον πάντων, τα ὁποῖα δυνάμεθα νὰ ἐκλέξωμεν· διότι τοιουτοτρόπως τῇ ὁμοφώνῳ θελήσει τῆς Βουλῆς κανονίζεται ὡς πρὸς ταῦτα ἡ ἡμερησία διάταξις. Ἂν ὁ κ. βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος ἀνεκοίνωσε τὰς παρατηρήσεις του εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἀρέσκεται εἰς τοῦτο, εὐκόλως δύναται νὰ ἴδῃ ἐπικρατοῦσαν τὴν ἰδίαν αὑτοῦ γνώμην, δὲν ἀπαιτεῖται πρὸς τοῦτο ἄλλο τι παρὰ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔχει ἀντίῤῥησιν εἰς ἕκαστον νομοσχέδιον καὶ τοῦτο δὲν θὰ καταναλώσῃ πολὺν χρόνον, μόλις 10 λεπτά. Ἀλλὰ τί συνέβη χθές; Ἐπί τινος τῶν νομοσχεδίων ἐγένετο συζήτησις· τοῦτο ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔπρεπε νὰ γίνῃ, διότι νομίζω, ὅτι ὅλη ἡ Βουλὴ ἐδέχθη εὐδιαθέτως ὡς προτακτέον νομοσχέδιον ἀφορῶν εἰς συμφωνίαν πρὸς ξένην Κυβέρνησιν. Τὸ συμβὰν ὅμως χθὲς δὲν σχετίζεται πρὸς τ’ ἄλλα ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ νομίζω, ὅτι παρετηρήθη, ὅτι πρώτη ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει, ὅπως εὐθὺς ὡς ἐγείρεται ἡ ἐλαχίστη ἀντίῤῥησις ἐπί τινος νομοσχεδίου παραλείπεται τοῦτο καὶ μεταβαίνωμεν εἰς τὸ κατόπιν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ τῶν νομοσχεδίων τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νὰ μὴ ὑπάρχωσι καί τινα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν θὰ γείνῃ συζήτησις. Ἐὰν δὲν ἀκολουθήσωμεν τὸ σύστημα τοῦτο, θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τέλος τῆς Συνόδου, καὶ ταῦτα δὲν θὰ ἦναι ψηφισμένα. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν καὶ ἡ Κυβέρνησις κανονίζουσα τὴν ἡμερησίαν διάταξιν νὰ γνωρίζῃ ἀκριβῶς τίνα τὰ νομοσχέδια τὰ μὴ προκαλέσοντα συζήτησιν, ὥστε νὰ τὰ προτάξῃ· κινδυνεύει κατ’ ἰδίαν εἰκασίαν πράττουσα τοῦτο, νὰ θέσῃ μεταξὺ αὐτῶν καί τινα, τὰ ὁποῖα θὰ προκαλέσωσι συζήτησιν καὶ τοιουτοτρόπως θὰ ἐμποδίσωσι τὴν ψήφισιν τῶν ἄλλων· ὥστε ὁ τρόπος οὗτος, ὁ ὁποῖος δίδει εἰς ἕκαστον βουλευτὴν τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσῃ αὐτὸς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, εἶναι ὁ προτιμότερος.

§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν περὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Δηλιγιάννη.

§88ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἐμὴ πρότασις δὲν εἶναι πρότασις ἀνεξάρτητος τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, εἶναι πρότασις πρὸς τήρησιν τοῦ Κανονισμοῦ, διότι ἡ τακτικὴ, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦμεν, ἐκβιάζει ἡμᾶς νὰ κάμωμεν δυοῖν θάτερον, εἴτε νὰ λέγωμεν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν, εἰς τὸ νομοσχέδιον, καὶ ὅμως δὲν ἐμελετήσαμεν αὐτὸ καὶ δὲν γνωρίζομεν, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν ἀντίῤῥησιν, εἴτε νὰ προχωροῦμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ νὰ δεχώμεθα αὐτά. Ἐγὼ λοιπὸν προτείνω νὰ τηρῶμεν τὸν Κανονισμὸν, δὲν πιστεύω νὰ προτείνω τι καινοφανές.

§89ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ Κανονισμὸς δὲν λέγει τι οὔτε ὑπὲρ οὔτε κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Δηλιγιάννη. Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ κανονίσῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὡς θέλει· δύναται νὰ εἴπῃ, τὸ δεῖνα νομοσχέδιον θέλω νὰ προτάξω, τὸ δεῖνα ὄχι. Παρατηρεῖται, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ βουλευταὶ νὰ γνωρίζωσιν ἐπὶ τίνων νομοσχεδίων ἔχουσιν ἀντίῤῥησιν· ἀλλ’ ὅταν εὑρίσκωνται εἰς ταύτην τὴν θέσιν, δύνανται νὰ εἴπωσιν, ὅτι δὲν συναινοῦσιν, ἵνα τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ψηφισθῇ, διότι ἐπιφυλάσσονται νὰ τὸ μελετήσουν.

§90ΖΑΦΕΙΡΙΑΔΗΣ. Ἡ ἡμερησία διάταξις διανέμεται εἰς τὰς οἰκίας τῶν βουλευτῶν, καὶ ἑπομένως ἕκαστος δύναται νὰ σημειώνῃ ἐκεῖνα τὰ νομοσχέδια ἐφ’ ὧν ἔχει ἀντίῤῥησιν. (Ἀναβάλλεται ἡ δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 9 τῆς ἀπὸ 20 Ἰουνίου 1831 Ἑλληνοτουρκικῆς συμβάσεως). (Γίνεται κατόπιν δεκτὸν εἰς τρίτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἐν Μασσαλίᾳ ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας «Φραισινὲ» ἀτμοπλοϊκῆς συμβάσεως). (Κατόπιν ἀνεβλήθησαν τὰ νομοσχέδια περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς ἁλιείας διὰ δυναμίτιδος, περὶ ἐκμισθώσεως διὰ δημοπρασίας τῶν κατὰ τὸν ΥΛΔʹ νόμον δασμῶν ἐν τοῖς νήσοις Κεφαλληνίας, Ζακύνθου καὶ Ἰθάκης, τῆς προτάσεως νόμου περὶ ἀπαγορεύσεως ἐφέσεων κατὰ τῶν προδικαστικῶν ἀποφάσεων καὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐξαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ Ἐπτανησιακῶν προϊόντων).

§91ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀναφοραὶ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθεῖσαι παρὰ περιοίκων τῆς Κωπαΐδος.

§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνηγγέλθησαν εἰς τὴν Βουλὴν περιληπτικῶς.

§93ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν προχθὲς ὡμίλησα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς Κωπαΐδος περιωρίσθην εἰς τὰ ἀφορῶντα τὸ ἔγκυρον τῆς συμβάσεως· ἐπειδὴ δὲ παρεξηγήθην ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Αἰγιαλείας, ὅστις ὑπέθεσεν, ὅτι ἐσκόπουν, ὁμιλῶν οὕτω, νὰ μεταβάλω τὴν Βουλὴν εἰς δικαστήριον, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω πρὸς ἐπεξήγησιν τῆς ἰδέας μου, ἥτις ὅμως ἦτο καθαρὰ, ὅτι τὴν σύμβασιν θεωρῶ ὑπερβαίνουσαν τὰ ὅρια τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Νομοτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἑπομένως ὑποκειμένην εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ τὴν σύμβασιν, ὅπως τὸ 1880 συνωμολογήθη, οὐδεὶς δύναται ν’ ἀντιταχθῇ· ἂν ὅμως, πειθομένη ἡ Βουλὴ, ὅτι ἡ σύμβασις συνωμολογήθη ὄχι μόνον ἀναρμοδίως, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ὅρους μὴ συμφέροντας, ἀκυρώσῃ αὐτὴν, οὐδεὶς ἔχει δικαίωμα νὰ παραπονεθῇ κατὰ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, οὐδὲ νὰ προβάλῃ ἀξιώσεις ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων· ταῦτα εἶπον. Ἀλλ’ εἶπον προσέτι εἰς τὴν προχθεσινὴν ἀγόρευσίν μου, ὅτι δὲν θεωρῶ μόνον τὴν σύμβασιν ἄκυρον, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐργολάβους περιελθόντας εἰς τὸ σημεῖον τῆς ἐκπτώσεως· καὶ τοῦτο οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προηγουμένης συμβάσεως, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συμβάσεως τοῦ 1880, τὴν ὁποίαν καταπολεμῶ. Ἐὰν δὲ τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, ἡ Κυβέρνησις περιέρχεται εἰς εὐάρεστον σημεῖον. Ἐκ τῶν γενομένων συζητήσεων προέκυψεν, ὅτι κίνδυνοι ἀπειλοῦσιν ἰδιωτικὰ καὶ δημόσια συμφέροντα, ὁ δὲ πρωθυπουργὸς ὁμιλῶν, ὅτε εἰσήγετο ἡ σύμβασις, ἀνωμολόγησε τοῦτο, ἀλλ’ ἐπεῖπεν, ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ πείσῃ τὴν ἑταιρίαν νὰ ἀναδεχθῇ εἰς βάρος αὐτῆς τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἰδιωτικῶν ἀπαιτήσεων. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι καὶ ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐπιθυμεῖ νὰ εὑρίσκετο εἰς τὴν εὐάρεστον θέσιν, ὅπως ἐξέλθῃ μὲν καὶ αὐτὸς, ἐξαγάγῃ δὲ καὶ τὸν τόπον ἀπὸ τὰς περιπλοκὰς, αἵτινες δύνανται νὰ γεννηθῶσιν. Ἂν τοῦτο ἐπιθυμῇ σπουδαίως καὶ εἰλικρινῶς, ἰδοὺ ὅτι παρουσιάζεται εὐκαιρία ἔννομος, σπουδαία καὶ ἀξιοπρεπής. Δύναται νὰ εἴπῃ εἰς τὴν ἑταιρίαν σήμερον, ὅτι ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἔκπτωτος πρὸ πολλοῦ καὶ ὅτι τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον δικαιοῦται νὰ κηρύξῃ τοῦτο κατὰ τὸν νόμον, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν δεχθῇ τὰς εὐλόγους ἀξιώσεις της. Δι’ αὐτὸν τὸν σπουδαῖον λόγον προετάθη ἡ ἀναβολὴ, ὅπως δοθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὁ καιρὸς νὰ ἐνεργήσῃ. Τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς ὑποστηρίζω. Ἀλλ’ ὑποδεικνύω συγχρόνως, ὅτι ἡ ἀναβολὴ ἐπιβάλλεται καὶ ἐκ τῆς θέσεως, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ ἑταιρία σήμερον, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, τὴν μέριμναν αὐτῆς καὶ τὴν φιλοπατρίαν, ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν καὶ τὴν εἰλικρίνειαν τῶν σκέψεων τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, περὶ ὧν δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀμφιβάλλω. Κατὰ τὸ ἄρθρον 7 τῆς συμβάσεως τοῦ 1880, ἡ ἑταιρία πρὸ πολλοῦ περιῆλθεν εἰς τὸ σημεῖον τῆς ἐκπτώσεως διὰ τῆς παραβιάσεως δύω ὅρων, τοῦ πρώτου πρὸ ἑνὸς καὶ ἐπέκεινα ἔτους, τοῦ ἑτέρου ὅρου πρὸ ὀλίγων μηνῶν. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 7. «οἱ λαμβάνοντες τὴν παραχώρησιν ἐπιφυλάσσονται ἐντὸς πέντε μηνῶν ἀπὸ σήμερον νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰς ὁποίας κρίνουσιν ἀναγκαίας τροποποιήσεις ἐπὶ τῶν διαγραμμάτων τοῦ κ. Σωβάζ, συνεπαγομένας καὶ τὴν πρὸς αὐτοὺς παραχώρησιν τῶν παρὰ τὴν Κωπαΐδα δύω μικρῶν λιμνῶν, (γνωστῶν ὑπὸ τὰ ὀνόματα «Λίκερη» (ὑλίκη) καὶ «Παραλίμνη») πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ χρησιμοποιηθῶσι τὰ ἐκ τοῦ Κωπαϊκοῦ πεδίου ἐκβάλλοντα ὕδατα πρὸς ἄρδευσίν των τῶν γαιῶν τοῦ Θηβαϊκοῦ πεδίου καὶ πρὸς διοχέτευσιν εἰς τὸ λεκανοπέδιον τῆς Ἀττικῆς. Ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐπιφυλάσσεται ἐπίσης τὸ δικαίωμα νὰ μελετήσῃ τὰς ὑποβληθησομένας αὐτῇ τροποποιήσεις καὶ προκαλέσῃ τὴν νομοθετικὴν αὐτῶν κύρωσιν ἐντὸς τῆς προσεχοῦς βουλευτικῆς Συνόδου» Ὑπάρχει δεύτερον ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον λέγει τὰ ἑξῆς, καὶ ἐφ’ οὗ παρακαλῶ νὰ προσέξητε. «Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν οἱ λαβόντες τὴν παραχώρησιν δὲν ἤθελον ὑποβάλει τοιαύτας τροποποιήσεις, ὡς καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὑποβληθεῖσαι αὗται, δὲν ἤθελον τύχει τῆς νομοθετικῆς ἐγκρίσεως ἐντὸς τῆς προσεχοῦς βουλευτικῆς Συνόδου, ἡ διὰ τῆς παρούσης συμβάσεως παραχώρησις εἶναι ἔγκυρος καὶ ἰσχυρὰ κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ ΡΟΓʹ νόμου καὶ τῆς δι’ αὐτοῦ κυρωθείσης συμβάσεως». Ἡ διάταξις αὕτη τῆς συμβάσεως τοῦ 1880 ὑποβάλλει οὕτω ὁλόκληρον τὴν ἑαυτῆς ἰσχὺν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ τοῦ ὅρου. Ἂν οὗτος δὲν πραγματοποιηθῇ, ὅλα τὰ κατὰ τὸ 1880 συνομολογηθέντα καταπίπτουν καὶ ἐπανέρχεται ἡ ἰσχὺς τῆς συμβάσεως τοῦ 1865 καὶ τοῦ νόμου τοῦ 1867. Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ ἑταιρία ἔκαμε μετὰ 5 μῆνας τὰς προτάσεις της, δὲν μὲ ἐνδιαφέρει δὲ τοῦτο· γνωρίζω ὅμως, ὅτι ὑπεβλήθη σύμβασις παρὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τοιούτων προτάσεων, ὑπεβλήθη δὲ διὰ τοῦ ἑξῆς νομοσχεδίου. «Κυροῦται ἡ μεταξὺ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ τοῦ κ. Σ. Σκουλούδη, ὡς ἀντιπροσώπου τῆς πρὸς ἀποξήρανσιν καὶ καλλιέργειαν τῆς Κωπαΐδος λίμνης συσταθείσης ἐν Παρισίοις ἀνωνύμου ἑταιρίας ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Γαλλικὴ ἑταιρία πρὸς ἀποξήρανσιν καὶ καλλιέργειαν τῆς Κωπαΐδος λίμνης,» ἀφ’ ἑτέρου, συνομολογηθεῖσα τὴν 14 Ἀπριλίου 1881 καὶ συγκειμένη ἐξ ἄρθρων 6, ἧς τὸ κείμενον ἕπεται. Ἡ σύμβασις δὲν ἐκυρώθη ἐντὸς τῆς Συνόδου· ἡ Σύνοδος ἔληξε τὸν Μάρτιον 1881 καὶ ἔκτοτε ἤρχισεν ἡ ἰσχὺς τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 7. Ἰσχύει πλέον ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ὁ νόμος τοῦ 1867 καὶ ἡ σύμβασις τοῦ 1865 Κατὰ τὰς διατάξεις ἐκείνας ἐντὸς 20 ἡμερῶν ὤφειλεν ὁ ἐργολάβος νὰ καταβάλῃ τὸ δάνειον τῶν 1,700,000 δρ. τὸ ὁποῖον ἦτο ὅρος ἀνατρεπτικός, διότι ῥητὴ διάταξις τὸν ἀναγράφει ὡς τοιοῦτον. Εἴκοσι λοιπὸν ἡμέρας ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου τῆς τελευταίας ἐγεννήθη τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον τὴν ἑταιρίαν. Κατὰ τὰς αὐτὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1867 καὶ τῆς συμβάσεως τοῦ 1865, ἡ ἑταιρία ὤφειλε νὰ ποιήσηται ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, ἰδίως δὲ τῆς διατρήσεως τοῦ ὄρους Πτώου ἕνα ἐνιαυτὸν μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Β. Διατάγματος. Ἐπειδὴ δ’ ἐπῆλθον τὰ περὶ τροποποιήσεων, ἡ προθεσμία τοῦ ἐνιαυτοῦ ἄρχεται καὶ αὕτη ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς παρελθούσης Συνόδου, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι πρὸ πολλοῦ περιῆλθεν ἡ ἑταιρία εἰς τὸ σημεῖον τῆς ἐκπτώσεως διὰ τὸν πρῶτον ὅρον, πρὸ μικροῦ δὲ διὰ τὴν μὴ ἐκπλήρωσιν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ὅρου. Καὶ ταύτην τὴν ὑπόδειξιν ὤφειλον νὰ κάμω εἰς τὸ ὑπουργεῖον, πεποιθὼς, ὅτι εἰλικρινῶς ἐνδιαφέρεται νὰ διεξαγάγῃ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην οὐχὶ πρὸς ζημίαν τοῦ Δημοσίου, καὶ οὐχὶ πρὸς βλάβην καὶ καταστροφὴν τῶν περιοίκων τῆς Κωπαΐδος, ἀλλὰ πρὸς ὄφελος καὶ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς κοινωνίας καὶ τῆς ἑταιρίας. Ἔχει ἤδη τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ εἰ, τὴν ἑταιρίαν: «τὰ δίκαια, τὰ ὁποῖα σοὶ ζητῶ, εἶναι δίκαια, καὶ ὡς τοιαῦτα ὤφειλες νὰ τὰ ἱκανοποιήσῃς· δὲν θέλεις νὰ τὸ πράξῃς· ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω τὴν δύναμιν νὰ ἄρω ἀπὸ σοῦ τὴν ἐπιχείρησιν, διότι ὁ νόμος μοὶ παρέχει τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἐὰν τοῦτο πράξῃ ἡ Κυβέρνησις, αἴρονται ὅλαι αἱ δυσχέρειαι, καὶ θέλει καταρτισθῆ σύμβασις μὴ ἀπεμπολοῦσα, ὡς ἡ παλαιὰ, τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν ὡμίλησα ποσῶς οὔτε ὁμιλῶ καὶ σήμερον περὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον στηρίζεται εἰς σύμβασιν μὴ ὑπάρχουσαν. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου σήμερον Σήμερον πρόκειται περὶ ἀποσοβήσεως κινδύνων, περὶ προλήψεως ζημιῶν, περὶ διαφυλάξεως τοῦ χρήματος τοῦ Κράτους. Ἡ ἀναβολὴ, ὡς ἔχουν τὰ πράγματα, θέλει συντελέσει εἰς ταῦτα ἀποτελεσματικῶς, ἀσφαλῶς, βεβαίως. Διὰ τοῦτο καὶ ὑποστηρίζω τὴν ἀναβολήν. Δὲν δύναται δὲ τὸ ὑπουργεῖον νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ τὸ πράξῃ, καὶ ἂν ἔτι ἀμφιβάλῃ περὶ τῆς ἀκριβείας τῆς γνώμης μου, ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν. Δὲν ὑποθέτω κἂν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ σκεφθῇ ἐπὶ τούτου ὡριμώτερον. Ἂν ὑπάρχῃ ἀνάγκη, εἶναι αὕτη, τὸ νὰ μεριμνήσῃ συντονώτερον καὶ πατριωτικώτερον περὶ τῶν διακινδυνευόντων συμφερόντων τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν πολιτῶν· διότι, περὶ τίνος πρόκειται; Πρόκειται ἆρά γε περὶ ἔργων μεγάλων καὶ ὑψηλῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους; Πρόκειται περὶ πολιτικῶν ἀναγκῶν; Πρόκειται περὶ δημοσίου ἀσφαλείας; ἢ, ἂν πρόκηται περὶ τῶν πολυθρυλλήτων παρασκευῶν, τὰς ὁποίας ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀνέμιξε προχθὲς ἀκαίρως μὲ φορολογικόν τι νομοσχέδιον; Περὶ οὐδενὸς τοιούτου πρόκειται· ἀλλ’ ἁπλῶς καὶ μόνον περὶ ἑνὸς τραπεζιτικοῦ ἢ βιομηχανικοῦ συμφέροντος. Οὐδεὶς λοιπὸν κίνδυνος ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἐπ’ αὐτοῦ δραστικὴ κρίσις τῆς Βουλῆς, μέχρις οὗ φωτισθῇ αὕτη περὶ τῆς ἀληθείας ἢ μέχρις οὗ δυνηθῇ νὰ πείσῃ ἡμᾶς τὸ ὑπουργεῖον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἄλλως. Πιστεύω, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον, ἐπιθυμοῦν νὰ ἀπομακρύνῃ ἀπ’ αὐτοῦ πᾶσαν ὑπόνοιαν ἐπὶ ὑποθέσεως τοιαύτης, θέλει ἀποδεχθῆ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω καὶ ἐγώ, ὑποστηρίζων τοὺς πρὸ ἐμοῦ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν ὁμιλήσαντας περὶ αὐτῆς βουλευτάς.

§94ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Γνωρίζετε ἂν δὲν ἐγένετο ἀρχὴ διατρήσεως τοῦ ὄρους Πτώου; Ποίας πληροφορίας ἔχετε περὶ τοῦ ἔργου τούτου;

§95ΛΑΠΑΣ. Ποίου ἔργου; Ἄνοιξαν μόνον ἕνα χανδάκι. Ποῦ εὑρίσκεσθε!

§96ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ζητοῦν νὰ ἀποδώσουν εἰς αὐτὴν οἱ προτείναντες. Μόνην δ’ ἔννοιαν δύναται νὰ ἔχῃ, ὅτι εἶναι ἕτερος τρόπος ἀποῤῥίψεως τοῦ νομοσχεδίου, καὶ δὲν βλέπω διατὶ νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τοῦτο ἀπ’ εὐθείας, ἐὰν τοῦτο θέλωμεν. Ἂν ἀναβάλωμεν ἤδη τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι πρόδηλον, ὅτι ἡ ἑταιρία θέλει προχωρήσει εἰς τὰ τῆς ἐκτελέσεως, καθ’ ἣν ἔχει ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ νόμου, διατρήσσουσα τὸ ὄρος Πτῶον, ἐνῷ ὅσοι θέλουσι τὴν διὰ τῆς διατρήσεως τοῦ Πτώου ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος δύνανται μὲν διὰ τῆς ἀναβολῆς, ἀλλ’ ἀσφαλέστερον ἔτι διὰ τῆς ἀποῤῥίψεως τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἐπιτύχωσι τοῦτο· ὅσοι δὲ δὲν θέλουσι τοῦτο καὶ φρονοῦσιν ὅτι τὰ ὕδατα πρέπει νὰ ἀποταμιευθῶσιν εἰς τὰς δύω παρακειμένας μικρὰς λίμνας χάριν τῆς ἀρδεύσεως τοῦ Κωπαϊκοῦ καὶ τοῦ Θηβαϊκοῦ πεδίου, ἐκεῖνοι δὲν δύνανται νὰ ψηφίσουν ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς. Ὁ κ. βουλευτὴς Εὐρυτανίας προτείνει ἄλλον λόγον πρὸς τὴν ἀναβολὴν, ἄσχετον πρὸς τὸ ζήτημα τῶν συνεπειῶν. Λέγει, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἢ ἐν ἄλλαις λέξεσι νὰ ἀποῤῥιφθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἵνα δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ συμβληθῇ πρὸς τὴν ἑταιρίαν ἐπὶ ἄλλων βάσεων, οὐχὶ ἐπὶ τῶν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς βάσεως τοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον διατρέχει ἡ ἑταιρία τῆς ἐκπτώσεως· καὶ ἂν τῷ ὄντι ἡ ἑταιρία διατρέχῃ τὸν κίνδυνον τῆς ἐκπτώσεως, θὰ ἦτο ἀδιάφορον, ἐὰν ἐπεψηφίζετο ἢ οὔ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι δὲν μεταβάλλει τὴν θέσιν τῆς ἑταιρίας. Τὸν κίνδυνον τοῦτον τῆς ἐκπτώσεως δύναται νὰ ἐκμεταλλευθῇ ἡ Κυβέρνησις παρὰ τῇ ἑταιρίᾳ, ἵνα κατορθώσῃ ὅπως ἀναδεχθῇ ἐκείνη εἴτε τὸ ὅλον, εἴτε μέρος τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους δικαστικῶς δύναται νὰ διατρέχῃ ἡ Κυβέρνησις, τῆς ἀποζιμιώσεως τῶν ἐχόντων ἀξιώσεις ἰδιοκτησίας μεταξὺ τῆς γραμμῆς τοῦ Σωβὰζ καὶ τῆς ἄλλης, τὴν ὁποίαν οὗτοι ἀξιοῦσιν, ὅτι εἶναι ἡ φυσικὴ περιφέρεια τῆς λίμνης. Ἀλλ’ ὅστις ἐξετάσει τὸν νόμον τοῦ 1867 ὑποθέτω, ὅτι πείθεται ὅτι οὐδ’ ἴχνος ὑπάρχει ἀφορμῆς πρὸς ἔκπτωσιν τῆς ἑταιρίας. Ὅσα ἠκούσαμεν, παραβαλλόμενα πρὸς τὸ κείμενον τοῦ νόμου, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὅσον καὶ ἂν θέλῃ τις νὰ στρεψοδικήσῃ νὰ θεωρηθῇ παρὰ τῆς ἑταιρίας ὡς σπουδάζων, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι δικαστικὸν, καὶ λέγοντες πράγματα, τὰ ὁποῖα γινώσκει ἡ ἑταιρία, ὅτι ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων δὲν θεωροῦνται σπουδαῖα, δὲν θέλομεν ἐπηρεάσει αὐτὴν, ὅπως παραδεχθῇ, ἕνεκα τῆς ἀπειλῆς, παραχωρήσεις, τὰς ὁποίας ἡμεῖς θεωροῦμεν ὠφελίμους εἰς τὸ Δημόσιον. Λέγει ὁ κ. βουλευτὴς Εὐρυτανίας ὡς λόγον ἐκπτώσεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπετράπη νὰ δανεισθῇ ποσὸν 1,700,00), δὲν ἐζήτησε τὸ δάνειον τοῦτο, καὶ τοῦτο εἶναι λόγος ἐκπτώσεως τῆς ἑταιρίας, διότι, ἡ ἑταιρία εἴτε ζητήσει ἡ Κυβέρνησις εἴτε δὲν ζητήσει τὸ δάνειον, ὤφειλε νὰ καταθέσῃ τὰ χρήματα· ἀλλ’ ὁ νόμος λέγει ἄλλα· ὁ νόμος λέγει: «ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ παρὰ τῆς ἑταιρίας δάνειον», ἡ δὲ Κυβέρνησις ἦτο φυσικὸν νὰ μὴ λάβῃ τὸ δάνειον, διότι τὸ δάνειον εἶναι πρὸς 7% καὶ ἀπαιτεῖται νὰ δώσῃ ἐγγύησιν πραγματικήν· τοιαύτη δὲ κατ’ ἀρχὰς μὲν καθωρίζετο ἡ πρόσοδος τῶν ἁλυκῶν, κατόπιν δὲ ἀντικατεστάθη αὕτη δι’ ἄλλων προσόδων, συμφωνηθησομένων μετὰ τῆς ἑταιρίας. Ἡ Κυβέρνησις ἄρα ἐδύνατο νὰ δανεισθῇ, ἀλλὰ δὲν ἦτο καὶ ὑπόχρεως. Χθὲς ἐλέχθη καὶ ἄλλος λόγος· σήμερον δὲν τὸν ἤκουσα ἐπαναλαμβανόμενον, ὅτι διὰ τῆς νέας συμβάσεως ἡ ἑταιρία, ἥτις κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1867 ὤφειλε νὰ λάβῃ τὰ 80 χιλ. στρέμματα τὰ εἰς αὐτὴν ἀνήκοντα καθ’ ὡρισμένον τρόπον, θέλει τὰ λάβει κατ’ ἄλλον τρόπον, καὶ ἑπομένως, ἀφοῦ ἐγένετο σύμβασις μεταβάλλουσα τὰ τοῦ νόμου, ἡ σύμβασις δὲν ἔχει κῦρος, καὶ δύναται νὰ κηρυχθῇ ἤδη ἀνίσχυρος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ὅστις ἀναγνώσει τὸ ἄρθρον τῆς συμβάσεως, θέλει ἰδεῖ, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς παρενόησεν αὐτὸ τὸ ἄρθρον. Οὐδαμοῦ λέγει ἡ σύμβασις, ὅτι ἄλλως θέλουσι διανεμηθῆ αἱ γαῖαι, αἱ εἰς τὴν κυριότητα τῆς ἑταιρίας περιερχόμεναι καὶ αἱ ἐπὶ καρπώσει 99 ἐτῶν παραχωρούμεναι ἢ ὅπως ὁ ἀρχικὸς νόμος κελεύει. Λέγει ἁπλῶς ἡ σύμβασις, ὅτι αἱ γαῖαι, αἱ περιερχόμεναι εἰς τὴν ἑταιρίαν εἴτε τίτλῳ κυριότητος εἴτε τίτλῳ ἐπικαρπίας, θέλουσι διατεθῆ κατὰ τὸ ἓν τρίτον πρὸς τὴν σύστασιν μεγάλου ἀγροκηπίου, διευθυνομένου κατὰ τὰ νεώτερα συστήματα τῆς καλλιεργείας, καὶ ὅτι ἐφ’ ὅσον ἐν τῷ τρίτῳ ὑπάρχουσι γαῖαι ἀνήκουσαι τῇ ἑταιρίᾳ, ἐφ’ ὧν αὕτη δὲν ἐκπληροῖ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, θέλει ἐπ’ αὐτῶν πληρώνει τὸ τριπλάσιον τοῦ ἐγγείου φόρου ὡς ποινικὴν ρήτραν, ἐπίσης καὶ ἐπὶ τῶν γαιῶν τῶν ἐν τῷ τρίτῳ, αἵτινες περιέρχονται εἰς αὐτὴν λόγῳ ἐπικαρπίας, θέλει πληρώνει τὴν αὐτὴν ποινικὴν ρήτραν. Ὁ νόμος μεταχειρίζεται δύω ἐκφράσεις κεχωρισμένας καθαρῶς, ἐνδεικνυούσας, ὅτι ἡ διανομὴ θὰ γίνεται κατὰ τὸν ἀρχικὸν νόμον· ἑπομένως ἄλλαι τῶν γαιῶν τοῦ ἀγροκηπίου θὰ ἀνήκουσιν εἰς τὴν κυριότητα τῆς ἑταιρίας καὶ ἄλλαι θὰ νέμωνται παρ’ αὐτῆς λόγῳ ἐπικαρπίας. Ὁ κ. βουλευτὴς Εὐρυτανίας ἐνόμισεν, ὅτι ὁλόκληρον τὸ ἀγροκήπιον θὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν κυριότητα τῆς ἑταιρίας, ἀλλὰ τοῦτο δὲν περιέχεται ἐν τῇ συμβάσει. Ὅσον καὶ ἂν θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις στενοχωροῦσα τὰ πράγματα νὰ εὕρῃ λόγους ἀκυρότητος, εἴτε λόγους ἐκπτώσεως, δὲν δύναται νὰ εὕρῃ τοιούτους, οἵτινες νὰ θεωρηθῶσιν ὑπὸ τῆς ἑταιρίας ὡς σπουδαῖοι καὶ νὰ δύνανται νὰ ἐπηρεάσωσι τὴν γνώμην αὐτῆς· διότι ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Κυβέρνησις ἀκωλύτως, ἠδύνατο ἴσως νὰ φοβηθῇ ἡ ἑταιρία, ὅτι ἔστω καὶ παρερμηνεύουσα τὴν σύμβασιν ἡ Κυβέρνησις θέλει τὴν κηρύξει ἔκπτωτον ὁριστικῶς· ἡ ἑταιρία ὅμως γινώσκει, ὅτι τὸ ζήτημα θέλει λυθῆ δικαστικῶς, ἑπομένως ἡ ἐπὶ τοιούτων λόγων στηριζομένη ἀπειλὴ οὐδεμίαν πρὸς αὐτὴν θέλει ἔχει ἐπιῤῥοὴν, καὶ πᾶσα ἀναβολὴ, γενομένη πρὸς τοῦτο, δὲν εἶναι σκόπιμος, διότι ἡ ἑταιρία γινώσκει τὰ τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας. Ὁ κ. βουλευτὴς Εὐρυτανίας συνεζήτει τὰ τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἂν ἐπρόκειτο σήμερον περὶ παραχωρήσεως τῆς Κωπαΐδος καὶ ὑπέδειξεν ἐν τῇ ἀγορεύσει του, ὅτι ψηφίζοντες τὴν σύμβασιν κυροῦμεν τὴν παραχώρησιν καὶ ὅτι ἀποῤῥίπτοντες αὐτὴν, ἀποφεύγομεν τοὺς δικαστικοὺς κινδύνους. Τὸ κῦρος τῆς συμβάσεως τῆς Ἑταιρίας δὲν στηρίζεται ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ νόμου τοῦ 1867· ἀφ’ ὅτου ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐπεψηφίσθη, ἡ Κυβέρνησις ἐπεζήτησε νὰ πραγματοποιήσῃ ἀλληλοδιαδόχως τὸν ὅρον, κατὰ τὸν ὁποῖον μετὰ τὴν πρώτην ἑταιρίαν ἠδύνατο ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους νὰ παραχωρήσῃ τὴν ἐπιχείρησιν εἰς ἄλλην· καὶ διὰ τοῦτο, ἀφοῦ τὸ πρῶτον ἐπεκυρώθη σύμβασις ἐπ’ ὀνόματι τοῦ κ. Μομφεριέρου, κατόπιν ἐγένετο κύριος τῆς ἐπιχειρήσεως ὁ κ. Bonnaire· κατόπιν ἐγένοντο κύριοι τῆς ἐπιχειρήσεως ὁ κ. Σοῦτσος καὶ αἱ τρεῖς Τράπεζαι, ἡ Ἐθνικὴ, ἡ Πιστωτικὴ καὶ ἡ Βιομηχανική. Αὗται οὐχὶ ἐν ἐποχῇ πολὺ μεμακρυσμένῃ, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1876 μετεκαλέσαντο ἐξ Εὐρώπης μηχανικὸν, προέβησαν εἰς δαπάνας ἱκανὰς μελετῶν, καὶ ἀποτέλεσμα τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ μηχανικοῦ καὶ τῶν ἄλλων μελῶν ὑπῆρξεν ἡ γνώμη, ἣν ἐμόρφωσα, ὅτι ἐπὶ τοῖς ὅροις τοῦ νόμου τοῦ 1867 δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποξηρανθῇ ἐπικερδῶς ἡ λίμνη, καὶ διὰ τοῦτο παρῃτήθησαν τοῦ δικαιώματος, ὅπερ τοῖς εἶχε παραχωρηθῆ ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως πρὸς ἀπόκτησιν τῆς παραχωρήσεως τῆς ἀποξηράνσεως. Μετὰ τὴν παραχώρησιν ἐκείνην προσωρινῶς ἐγένετο ἑτέρα πρὸς τὸν κ. Jehenne διὰ 4 μῆνας καὶ κατόπιν παράτασις τῆς προθεσμίας διὰ δύω ἔτι μῆνας, τουτέστιν ἐν συνόλῳ δι’ ἓξ μῆνας, ἐντὸς τῶν ὁποίων εἶχε δικαίωμα προτιμήσεως ἀπέναντι παντὸς ἄλλου, ὅπως λάβῃ αὐτὸς τὸ δικαίωμα τῆς ἀποξηράνσεως κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ νόμου τοῦ 1867. Ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Jehenne μελετήσας τοὺς ὅρους τοῦ νόμου ἐκείνου καὶ τὰ τῆς Κωπαΐδος ἐπὶ τόπου, περιελθὼν δὲ κατόπιν καὶ τὰ Χρηματιστήρια τῆς Εὐρώπης, εἶδεν ὅτι ἐπὶ τοῖς ὅροις τοῦ νόμου τοῦ 1867 οὐδὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ. Ἐν τούτοις ἀπὸ τοῦ 1867 μέχρι τοῦ 1876, ὅτε ἐγένετο ἡ παραχώρησις πρὸς τὰς Τραπέζας, μέχρι τοῦ 1879, ὅτε παρεχωρήθη πρὸς τὸν κ. Jehenne καὶ μέχρι τοῦ 1880, ὅτε ἀνέλαβε τὴν ἐπιχείρησιν ὁ κ. Βοῦρος κατὰ τὴν ἤδη ὑφισταμένην παραχώρησιν, οὐδεὶς ἠκούσθη περὶ ἰδιοκτησιῶν ἐντὸς τῆς περιμέτρου τοῦ Σωβὰζ λόγος, οὐδὲν ἠκούσθη παράπονον παρὰ τῶν ἰδιοκτητῶν περὶ τῶν ὅρων τοῦ νόμου τοῦ 1867. Ἡμεῖς ἐλθόντες τότε εἰς τὴν ἐξουσίαν, βεβαίως ἐθεωροῦμεν, ὅτι ἡ παραχώρησις τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος ἦτο μέγα ἀγαθόν· ὅ,τι ἐπεζητοῦμεν, ἦτο ἡ ἑταιρία νὰ ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ διεξάξῃ τὸ ἔργον. Εὑρέθημεν μάλιστα τότε ἀπέναντι ἄλλης ὁμάδος ζητούσης τὴν παραχώρησιν ἐπὶ τοῖς ὅροις τοῦ 1867, τῆς ὁμάδος τοῦ κ. Burnouf, ἀντιπροσωπευομένου ἐνταῦθα ὑπό τινος συγγενοῦς του· οὗτος διετείνετο μάλιστα, ὅτι εἶχε καὶ παραχώρησιν, ἀλλ’ οὐχὶ ἔγγραφον παρὰ τῆς προκατόχου ἡμῶν Κυβερνήσεως, τῆς τοῦ κ. Κουμουνδούρου. Ἐξητάσαμεν τὸ θέμα καὶ ἐπείσθημεν, ὅτι ὁ ἰσχυρισμός του δὲν ἦτο βάσιμος· ὅτε δὲ ἀπῄτησεν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δοθείσης δῆθεν αὐτῷ ὑποσχέσεως τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ὑποχρεώσεως τῆς Κυβερνήσεως, ἐπεκαλούμενος τὴν ἀλληλεγγύην τῶν διαδόχων πρὸς τοὺς προκατόχους, ἀπεκρούσαμεν τὴν ἀπαίτησιν· οὐχ ἧττον εἴπομεν αὐτῷ, ὅτι θὰ ἐξετάσωμεν τὰς βάσεις τῶν προτάσεών του καὶ ἂν ἀποδείξῃ ὅτι εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ σχηματίσῃ ἑταιρίαν πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, ἐκ προσώπων οὐχὶ μόνον ἐντίμων, ἀλλὰ καὶ παρεχόντων ἐχέγγυα πίστεως καὶ κεκτημένων κεφάλαια, διότι μόνον συστάσεις παρὰ προσώπων εὐυπολήπτων ἔφερε, τότε θὰ ἐξετάσωμεν τὰς προτάσεις του, ἀπαιτοῦντες ἵνα βελτιώσῃ ὡς πρός τινα τοὺς ὅρους τοῦ νόμου. Οὐδόλως ὅμως ἐδέχετο οὗτος νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῶν ὅρων, ἰσχυριζόμενος ὅτι ἡ παραχώρησις εἶχε γίνει εἰς αὐτὸν καὶ δὲν ἠδύνατο ἐπὶ ἄλλων ὅρων νὰ ὑπογράψῃ τὴν σύμβασιν. Εἶχε δὲ καὶ τὴν ἰδέαν, ὅτι τὰ πρὸς αὐτὸν λεγόμενα παρ’ ἡμῶν, ὅτι ὑπάρχει ἄλλη ἑταιρία προτείνουσα ὅρους βελτίονας, δὲν ἦσαν ἀκριβῆ, ἀφοῦ, ὡς ἔλεγεν, ἡ Κυβέρνησις, ἐπὶ 9 ἔτη ματαίως ζητεῖ ἑταιρίαν καὶ ἐπὶ 6 μῆνας ὁ κ. Jehenne περιῆλθε τὰς ἀγορὰς τῆς Εὐρώπης καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ ὑποδοχήν. Ὁ κ. βουλευτὴς Εὐρυτανίας ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι αἱ βελτιώσεις, αἱ ἐπενεχθεῖσαι διὰ τῆς νεωτάτης συμβάσεως, δὲν ἔχουσι σημασίαν, καὶ ἤρχισε διὰ νὰ ἀποδείξῃ τοῦτο ἀπὸ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ τόκου τῆς ἐγγυήσεως ὡσανεὶ προσετέθη ὡς λόγου ἀξία βελτίωσις. Ἐγένετο ἡ ἐλάττωσις ἕνεκα γενικῆς ἀρχῆς, ληφθείσης τότε παρὰ Κυβερνήσεως, ὅπως τὰ χρηματικὰ ποσὰ, τὰ κατατιθέμενα εἰς τὸ ταμεῖον δι’ ἐγγυήσεως, μὴ ἀποφέρωσι τόκον ἀνώτερον. Βεβαίως προκειμένου περὶ 300,000 μόνον δραχμῶν, δὲν εἶναι σπουδαία ἡ διαφορά· ἀλλ’ ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν πάσας τὰς καταθέσεις εἰς τὸ ταμεῖον, τὸ μέτρον παρίσταται ἄξιον λόγου. Σπουδαῖος ὅμως ὅρος ἐν τῇ συμβάσει εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴν νὰ θεωρήσῃ τὴν σύμβασιν ἄκυρον· ὁ ὅρος, ὅστις ὑποχρεοῖ τὴν ἑταιρίαν νὰ διατηρήσῃ αὐτὴ τὸ ⅓ τῶν γαιῶν, ἵνα διαθέσῃ ταύτας εἰς τὴν μεγάλην καλλιέργειαν, διότι ἄλλως αἱ γαῖαι, εὑρίσκουσαι, ὡς γινώσκομεν, μεγάλην τιμὴν, ἤθελον καταμερισθῆ εὐθὺς εἰς μικροὺς ἀγροὺς, πληρονομένου μεγάλου τιμήματος οὐχὶ βεβαίως ἐπὶ χεῖρας, ἀλλὰ κατὰ δόσεις. Ἐὰν ὅμως ὑποχρεοῦται ἡ ἑταιρία νὰ μὴ πωλήσῃ μέρος τῶν γαιῶν, θέλει εἶσθαι ὑπόχρεως αὐτὰς τὰς γαίας νὰ καλλιεργήσῃ ἰδίᾳ διὰ τῶν νεωτέρων συστημάτων τῆς μεγάλης καλλιεργείας, καὶ οὕτω νὰ εἰσάξῃ ταύτην εἰς τὴν Ἑλλάδα, καθισταμένων τῶν γαιῶν τούτων σχολείων γεωργίας. Ἄλλος ὅρος, ὃν ἐνομίσαμεν, ὅτι πρέπει νὰ μεταβάλωμεν ἐκ τοῦ νόμου τοῦ 1867, εἶναι ὁ ἀφορῶν εἰς τὴν ἀσυδοσίαν ἐπὶ δεκαετίαν· ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ἡ ἀσυδοσία δὲν εἶναι δεδικαιολογημένη, ὅτι αἱ ἐκ τοῦ φόρου εἰσπράξεις τοῦ Δημοσίου θέλουσιν εἶσθαι σπουδαῖαι, καὶ οὕτω κατηργήθη ἡ διάταξις αὕτη. Ἐπίσης ὅρον σπουδαῖον ἐθεωρήσαμεν τοῦ χρόνου τοῦ παραχωρημένου πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Παρεχωρεῖτο δεκαετία, καὶ παρεχωρήσαμεν μόνον 5 ἔτη. Οὗτοι ὑπῆρξαν οἱ ὅροι, ὧν ἐζητήσαμεν τὴν βελτίωσιν καὶ ἐπετύχαμεν· ἀλλὰ δὲν ἐζητήσαμεν τὴν ἐξασφάλισιν κατὰ τῶν διεκδικήσεων τρίτων. Ὁμολογῶ, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἦτο εὐτυχῶς ἄγνωστον τότε, καὶ εἴμεθα ἐντελῶς δικαιολογημένοι μὴ γνωρίζοντες τὴν ὕπαρξιν τοιούτου ζητήματος, ἀφοῦ ἀπὸ τοῦ 1867 ἕως τοῦ 1880, τουτέστιν εἰς τὸ διάστημα 13 ἐτῶν, ὑφίστατο ὁ νόμος, ἐγένοντο παραχωρήσεις τῆς ἐπιχειρήσεως, καὶ οὐδέποτε ἠκούσθη οὐδεμία διαμαρτύρησις, οὐδεμία ἀξίωσις. Τοῦτο μάλιστα εἶναι ἄξιον παρατηρήσεως, ὅτι ἀφοῦ ὑπεγράφη ἡ σύμβασις καὶ ἐπεκυρώθη παρὰ τῆς ἀποτυχούσης μάλιστα ἑταιρίας, περὶ τῶν ἀξιώσεων τούτων οὐδεὶς ἐγένετο λόγος. Οἱ περὶ τὴν ἀποτυχοῦσαν ἑταιρίαν οὐδὲν ἄλλο ἔλεγον ἢ ὅτι προετιμήθησαν αὐτῶν ἄλλοι ἀτόπως, ἐνῷ οὗτοι ἦσαν εὐδιάθετοι νὰ δεχθῶσιν ὅρους καλλιτέρους, ὅπερ, ὡς προεῖπον, δὲν ἦτο ἀληθές. Οὐδὲν ὅμως ἠκούσθη περὶ ἀξιώσεων τρίτων· ταῦτα ἠκούσθησαν πολὺ βραδύτερον, καὶ μόλις ἤδη, ὅτε ἀνέλαβον τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργεῖον, ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐννοήσω τὴν σπουδαιότητα τοῦ ζητήματος καὶ ἀπέστειλα ἐπιτροπήν, ὅπως ἐξετάσῃ τὰ κατ’ αὐτό. Ἤδη ἔμαθον, ὅτι ὑφίστανται ἀξιώσεις, στηριζόμεναι ἐπὶ τίτλων προγενεστέρων τοῦ 1867, καὶ ἕτεραι ἀξιώσεις τῶν δηλωσάντων γαίας ἀπὸ τοῦ 1871· αὗται εὐτυχῶς δὲν μοὶ φαίνονται ἔχουσαι νομικὴν ὑπόστασιν, ἔχουσι δὲ σημασίαν μόνον, ὡς ἀποτελοῦσαι τὸν μέγιστον ἀριθμὸν τῶν ἀξιούντων προσώπων καὶ τῶν διεκδικουμένων στρεμμάτων. Ἐὰν ἐπρόκειτο μόνον περὶ διεκδικήσεως, στηριζομένης ἐπὶ τίτλων, βεβαίως πιστεύω, ὅτι αὐτὴ ἡ ἑταιρία, ἥτις, ὅπως παρατηρῶ, διευθύνεται ἐν πνεύματι εὐρεῖ, οὐχὶ ἐν τῷ στενῷ πνεύματι πλεονεκτικῆς κερδοσκοπίας, νομίζω, ὅτι αὐτὴ ἡ ἑταιρία δὲν θὰ ἐδυσκολεύετο, ἀποβλέπουσα εἰς τὸ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ποιουμένη τὴν παραχώρησιν, δὲν ἐγίνωσκεν, ὅτι ἠδύναντο νὰ ἐγερθῶσι ζητήματα περὶ διαφορῶν μεταξὺ τῆς περιμέτρου, ἥτις ἐχαράχθη ὑπὸ τοῦ Sauvage, καὶ τῆς πραγματικῆς, ἤθελεν εἶσθαι εὐδιάθετος νὰ συνδράμῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν λύσιν, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἦλθον εἰς ἐξηγήσεις πρὸς αὐτὴν καὶ ἐπείσθην, ὅτι διατεθειμένη εἶναι, ἵνα ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν πρὸς τοὺς κεκτημένους νομίμους τίτλους. Ὅ,τι ὅμως στενοχωρεῖ αὐτήν, εἶναι αἱ παράβολοι ἀξιώσεις, διότι δὲν γνωρίζει εἰς ποίαν βάσιν νὰ στηριχθῇ, ἵνα προέλθῃ εἰς λύσιν. Πρὸς τοὺς ἐγείροντας ἀξιώσεις λόγῳ δηλώσεων μετὰ τὸ 1875, ὅτε αἱ γαῖαι ἐξῃρέθησαν τῆς διανομῆς ἢ καὶ πρὸ τοῦ 1875, ἀλλὰ μὴ κεκτημένους παραχωρητήρια, πάντας δὲ μετὰ τὸν νόμον τοῦ 1867, ὁ ὁποῖος εἶχε χαρακτηρίσει τὴν περίμετρον, δὲν εἶναι βεβαίως δυνατὸν νὰ δεχθῇ ἡ ἑταιρία αὕτη νὰ ἔλθῃ εἰς οἱανδήποτε συμφωνίαν. Ἀλλὰ καὶ εἰς συμφωνίαν ἂν παρεδέχετο ἡ ἑταιρία νὰ προέλθῃ, δὲν θὰ τὸ ἔπραττεν ὅμως ἐν συσχετίσει πρὸς τὸ παρὸν νομοσχέδιον, καὶ δικαίως. Τὸν συμβιβασμὸν ὑπαγορεύει εἰς αὐτὴν ἡ ἐπιθυμία καὶ τὸ συμφέρον, ὅπως διατελῇ ἐν ἀγαθαῖς σχέσεσι πρὸς τοὺς νέους γείτονας αὐτῆς, πρὸς τοὺς κατοίκους, διὰ τῆς συνδρομῆς τῶν ὁποίων θέλει καλλιεργήσει τὰς γαίας ταύτας. Εἴτε ὅμως ἐπιψηφισθῆ εἴτε δὲν ἐπιψηφισθῆ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἡ ἑταιρία εἰς τὴν αὐτὴν θέλει εὑρεθῆ θέσιν ὡς πρὸς τὰς διαπραγματεύσεις, εἰς ἃς ἡ Κυβέρνησις θέλει ἔλθει πρὸς αὐτήν. Τοῦτο λέγω κατόπιν ἐξηγήσεων πρὸς τὴν Ἑταιρίαν, καθ’ ἃς παρετήρησα πνεῦμα εὐθυδικίας ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο· ἀλλὰ παρετήρησα ἐπίσης, ὅτε ἠθέλησα νὰ συσχετίσω τὸ ζήτημα τοῦτο πρὸς τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, ἡ ἑταιρία ἐδείχθη ἀδιάφορος. Τὸ ζήτημα τῆς μετατροπῆς τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως θεωρεῖ ἡ ἑταιρία ὡς πρός τινα μέρη ὠφελοῦν αὐτήν, ὡς πρός τινα δὲ ζημιοῦν αὐτήν, ἐν συνόλῳ δὲ εὑρίσκει ἐν τροποποιήσει ὠφέλειαν, καὶ διὰ τοῦτο ἀποδέχεται αὐτό· ἀλλὰ δὲν εὑρίσκει εἰς τὴν μετατροπὴν ταύτην τοιαύτας ὠφελείας, ὥστε ν’ ἀποδεχθῇ σπουδαιοτέρας παραχωρήσεις ἐκείνων, τὰς ὁποίας παρεδέχθη. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλή, προβαίνουσα ἤδη εἰς τὴν ψηφοφορίαν, ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ τοῦτο: Συμφέρει ἢ δὲν συμφέρει τὰ ὕδατα νὰ διοχετευθῶσιν ἐντὸς τῶν παρακειμένων τῇ Κωπαΐδι δύω λιμνῶν; Εἶναι προτιμότερον νὰ διοχετευθῶσιν εἰς τὴν θάλασσαν διὰ τοῦ Πτώου ὄρους; Ἐὰν φρονῇ, ὅτι συμφέρει τὸ πρῶτον, θέλει δεχθῆ τὸ νομοσχέδιον ὅπως ὑπεβλήθη· ἐὰν δὲ φρονῇ, ὅτι δὲν συμφέρει, ἐὰν πιστεύῃ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν αἱ λίμναι ἐκεῖναι νὰ καταστῶσι δεξαμεναὶ ὑγιειναί, ὅτι αἱ ὄχθαι αὐτῶν θέλουσι καταστῆ τελματώδεις, ὅτι τὰ ὕδατα δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τῶν λιμνῶν ἐκείνων νὰ χρησιμοποιηθῶσιν ἄνευ ὑπερόγκων δαπανῶν ὑπὲρ τοῦ Θηβαϊκοῦ πεδίου καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκῶς ὠφέλιμα ὑπὲρ τοῦ πεδίου τῆς Κωπαΐδος, θέλει ἀποφανθῆ ὑπὲρ τῆς διὰ τοῦ Πτώου ὄρους διοχετεύσεως τῶν ὑδάτων, ἀποῤῥίπτουσα τὸ νομοσχέδιον.

§97ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ δύω λέξεις, καὶ περὶ τῆς ἑτέρας γνώμης, ἣν ὑπέβαλον, περὶ τῆς προθεσμίας ἑνὸς ἔτους πρὸς διάτρησιν τοῦ Πτώου ὄρους... ἤρξαντο αἱ ἐργασίαι;

§98ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὰς πληροφορίας τῆς Κυβερνήσεως, τὰς παρὰ τῆς ἑταιρίας δοθείσας, ἐγένετο ἔναρξις τοῦ ἔργου.

§99ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ σᾶς τὸ εἶπε;

§100ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο δὲν ἦτο ἐκ τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πρὸς μελέτην καὶ ἀπόφανσιν.

§101ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Ἐγένετο ἔναρξις τῶν ἐργασιῶν, κύριε πρωθυπουργὲ, καὶ ἐκαθαρίσθησαν τὰ φρέατα τοῦ Ἀλεξάνδρου.

§102Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ζήτημα, ἐὰν ἐγένετο ἔναρξις τῆς ἐργασίας πρὸς διάτρησιν τοῦ Πτώου ὄρους ἢ ὄχι, εἶναι ζήτημα σπουδαῖον. Δι’ αὐτοῦ λύονται πλέον αἱ ἀμφιβολίαι, διότι ἐξ αὐτοῦ παρέχονται ἡμῖν δικαιώματα, ὧν ἡ δεξιὰ καὶ ἐπιτηδεία διαχείρισις δύναται νὰ μᾶς ἐξαγάγῃ ἀπὸ τῶν δυσκολιῶν, εἰς ἃς περιήλθομεν, καὶ αἱ ὁποῖαι προέκυψαν ἐκ τῶν ἀξιώσεων, ὧν ἔχετε γνῶσιν. Αἱ ἀξιώσεις αὗται ἐγεννήθησαν κατὰ τὴν δευτέραν σύμβασιν, διότι τότε προέκυψαν οἱ ἰδιοκτῆται προβάλλοντες δικαίωμα ἰδιοκτησίας ἐπὶ τῶν περιληφθεισῶν εἰς τὴν ζώνην τῶν συνήθων πλημμυρῶν γαιῶν, καὶ τότε ἕνεκα τῶν ἀξιώσεων τούτων ἀπεστάλη ἡ ἐπιτροπή, ἥτις ἐπανελθοῦσα ἐπληροφόρησε τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι αἱ ἀξιώσεις αὗται δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀβάσιμοι. Ἐὰν ἡ σύμβασις, ἣν συνωμολόγησεν ἡ Κυβέρνησις τὸ 1880, καὶ δι’ ἧς παρεχώρησε τὸ δικαίωμα τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος, ἦναι ἔγκυρος ἢ ἄκυρος, νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι ζήτημα ἐντελῶς κεχωρισμένον τοῦ νομοσχεδίου, ὃ συζητοῦμεν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὑπῆρξαν καὶ ὑπάρχουσιν οἱ νομίζοντες, ὅτι ἡ σύμβασις ἐκείνη εἶναι ἄκυρος, διότι οἱ ὅροι αὐτῆς ὑπερβαίνουσι τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως τοῦ 1865 καὶ τοῦ νόμου τοῦ 1867 τοῦ κυρώσαντος αὐτήν· ἀλλ’ ὡς ἐνθυμοῦμαι, τὸ ζήτημα τοῦτο προετάθη κατὰ τὴν λήξασαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς, ἥτις παρέπεμψε τὰ ἔγγραφα πάντα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν, αὕτη δὲ ἠρεύνησε καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν. Καὶ ἡ μὲν πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης δι’ ἰδίας ἐκθέσεως ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ σύμβασις τοῦ 1880 δὲν ἦτο ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ νόμου τοῦ 1867 καὶ ἑπομένως ἐθεώρει αὐτὴν ἄκυρον’ ἡ μειοψηφία ὅμως τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις συνέκειτο ὑπὸ τοῦ κ. Καλλιγᾶ, νῦν ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τοῦ κ. Στεφανοπούλου, βουλευτοῦ ἐξ Ἠλείας, ὑπέβαλεν ἔκθεσιν ἰδίαν, διὰ τῆς ὁποίας προσέβαλεν ἀντιῤῥήσεις εἰς τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῆς πλειοψηφίας. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἀπέσχε πάσης περαιτέρω ἐρεύνης τῆς ὑποθέσεως, ἐγκαταλιποῦσα αὐτήν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ ζήτημα, ἂν ἡ σύμβασις τοῦ 1880 συνωμολογήθη ἐντὸς τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως τοῦ 1865 καὶ τοῦ νόμου τοῦ 1867, ὅτι δὲν πρέπει πλέον ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν’ συνάγω δὲ τοῦτο καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς τακτικῆς, ἣν ἡ Βουλὴ ἠκολούθησε τότε, διότι, καίτοι ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν τοιαύτην ἔκθεσιν τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἐφάνη πεισθεῖσα ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν τῆς μειοψηφίας, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐπελάβετο πλέον τοῦ ζητήματος τούτου, οὐδ’ ἐπέκρινε τὴν Κυβέρνησιν, ὡς ὑπερβᾶσαν τοὺς ὅρους τοῦ νόμου. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας ἀνέπτυξε κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του αὐτοὺς τοὺς λόγους τῆς ἀκυρότητος, ἣν ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης εἶχεν ἰσχυρισθῆ, καὶ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἠσχολήθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ν’ ἀνασκευάσῃ. Ἀλλὰ τοῦτο τὸ ζήτημα, ἐὰν ἡ σύμβασις ἦναι ἔγκυρος ἢ ἄκυρος, πρέπει νὰ τὸ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος διὰ τοὺς ἀνωτέρω λόγους. Πρέπει δὲ νὰ συζητήσωμεν ἄλλο ζήτημα. Πρέπει νὰ ζητήσωμεν πῶς θέλομεν δυνηθῆ νὰ λύσωμεν τὰς δυσχερείας, τὰς ὁποίας ἐγέννησεν ἡ σύμβασις, τὰς δυσχερείας, τὰς ὁποίας παρήγαγε τὸ ζήτημα τῶν ἰδιοκτητῶν. Ἐπειδὴ δὲ εἰς τὴν Βουλὴν ὑπεβλήθη νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐγκρίνεται νὰ μεταβληθῇ τὸ διάγραμμα τοῦ Sauvage, δίδεται ἀφορμὴ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐρευνήσῃ τὰ τοῦ ζητήματος τούτου’ περὶ τοῦτο δὲ πρέπει νὰ περιστραφῇ ἡ συζήτησις. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν του ὁμιλῶν περὶ τῶν δυσκολιῶν, αἵτινες ἐγεννήθησαν ἐκ τῆς συμβάσεως τοῦ 1880, εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἠδύνατο νὰ καταλήξῃ εἰς ἀποτέλεσμά τι συνεννοούμενος μετὰ τῶν λαβόντων τὸ δικαίωμα τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος, καὶ νὰ ζητήσῃ ὡς ἀντάλλαγμα τῶν παραχωρήσεων, ἃς ἡμεῖς ποιούμεθα πρὸς αὐτοὺς σήμερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, νὰ ἀναδεχθῶσι καὶ οὗτοι εἰς βάρος των τὸ ὅλον ἢ μέρος τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ἀξιώσεων τῶν ἰδιοκτητῶν. Μᾶς εἶπε δὲ, ὅτι ἐπειδὴ διατεινόμεθα, ὅτι ἡ μεταβολὴ τοῦ τρόπου τῆς ἀποξηράνσεως, ἡ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐγκρινομένη, παρέχει ὠφελείας εἰς αὐτοὺς, ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ συνεννοηθῇ μετ’ αὐτῶν καὶ νὰ δοκιμάσῃ, ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν ἀντάλλαγμά τι. Ἀλλὰ, μᾶς προσέθηκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μετὰ τὰς γενομένας συνεννοήσεις μετὰ τῶν ἀναλαβόντων τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος, δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν αὐτὸ τὸ ἀντάλλαγμα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔκαμεν οὕτω γνωστὴν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀδυναμίαν, εἰς ἣν εὑρίσκεται, διότι δὲν ἔχει πλείονα μέσα, ἵνα πιέσῃ περαιτέρω τοὺς ἀναλαβόντας τὴν ἐπιχείρησιν, ὅπως προβῶσιν εἰς παραχωρήσεις πρὸς τὸ Κράτος, ἢ ὅπως ἀναλάβωσιν εἴτε τὸ ὅλον, εἴτε μέρος οἱονδήποτε ἐκ τῶν ἀξιώσεων, ἃς οἱ παριστάμενοι ὡς ἰδιοκτῆται γαιῶν προβάλλουσιν ἐπὶ τῶν γαιῶν, αἵτινες ἐμπεριελήφθησαν εἰς τὴν ζώνην τῶν συνήθων πλημμυρῶν τῆς λίμνης. Ὀφείλομεν λοιπὸν νὰ ἐρευνήσωμεν, ἐὰν ἦναί τι, τὸ ὁποῖον, ἐκτὸς τῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου παραχωρουμένων ὠφελειῶν, δύναται νὰ δώσῃ δύναμιν εἰς τὸν κ. πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως πείσῃ τὴν ἑταιρίαν νὰ δεχθῇ τοιαύτην τινὰ ὑποχρέωσιν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι τοιαύτην δύναμιν δίδει εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἐκ τοῦ νόμου, νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον τὴν ἑταιρίαν. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται ἀληθῶς εἰς αὐτὴν τὴν εὐχάριστον θέσιν, τότε τοιοῦτον δικαίωμα ἔχει μεγάλην βαρύτητα, καὶ δίδει εἰς τὸν βραχίονα τῆς Κυβερνήσεως μεγάλην δύναμιν· διότι, ἂν δὲν θελήσωσιν οἱ λαβόντες τὸ δικαίωμα τῆς ἀποξηράνσεως νὰ πεισθῶσιν εἰς τοὺς λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κηρύξῃ αὐτοὺς ἐκπτώτους, καὶ βεβαίως οὗτοι δὲν θέλουσιν ἀποφασίσει νὰ ἐκπέσωσι τοῦ δικαιώματος, ἐπιμένοντες νὰ μὴ ἀναδεχθῶσιν οὐδὲν βάρος πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἀξιώσεων τῶν ἰδιοκτητῶν. Ἡ σύμβασις τοῦ 1865 διὰ τοῦ ἄρθρου 8 διατάσσει τὰ ἑξῆς: «Τῶν ἐργασιῶν τῆς ὑπὸ τὸ Πτῶον ὄρος ὑπώρυγος ἡ ἔναρξις θέλει γίνει ἐντὸς ἐνιαυτοῦ ἀπὸ τῆς βασιλικῆς κυρώσεως θέλουν δ’ ἀποπερατωθῆ ἐντὸς πέντε ἐτῶν ἀπὸ τῆς αὐτῆς ἐποχῆς, ἐκτὸς ἐὰν συμπέσῃ κώλυμα ἐξ ἀνωτέρας δυνάμεως. — Ἐὰν αἱ ἐργασίαι δὲν ἀρχίσωσιν ἢ δὲν ἀποπερατωθῶσιν ἐντὸς τῶν ἀνωτέρω προθεσμιῶν, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δικαιοῦται νὰ κηρύξῃ δι’ ἀνεκκλήτου ἀποφάσεως ἔκπτωτον τὴν ἑταιρίαν». Τὸ ἄρθρον δὲ 5 τοῦ τροποποιήσαντος τὴν σύμβασιν νόμου τῆς 21 Ἰανουαρίου 1867 διατάσσει ῥητῶς, ὅτι «ἐὰν αἱ ἐργασίαι δὲν ἀρχίσωσιν ἢ δὲν ἀποπερατωθῶσιν ἐντὸς τῶν ἀνωτέρω προθεσμιῶν,.... τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δικαιοῦται νὰ κηρύξῃ δι’ ἀνεκκλήτου ἀποφάσεως ἔκπτωτον τὴν ἑταιρίαν». Ἡ παραχώρησις, ἡ γενομένη διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ 1880 ἐγένετο τὴν 30 Μαΐου τοῦ 1880. Ἐὰν λοιπὸν τὴν 30 Μαΐου τοῦ 1881 ἡ ἑταιρία δὲν εἶχεν ἀρχίσει τὰς ἐργασίας τῆς διατρήσεως τοῦ Πτώου ὄρους, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κηρύξῃ αὐτὴν ἔκπτωτον τῶν δικαιωμάτων ἐκ τῆς συμβάσεως. Ἐπειδὴ δὲ ἡ σύμβασις τοῦ 1880 ἔδωκε δικαίωμα εἰς τοὺς ἀναλαβόντας τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος λίμνης νὰ προτείνωσι τὴν μεταβολὴν τοῦ τρόπου τῆς ἀποξηράνσεως καὶ νὰ προτείνωσι νέα διαγράμματα, ἐπέβαλε συγχρόνως τὴν ὑποχρέωσιν, ἐὰν οὗτοι δὲν ζητήσωσι τοιαύτην μεταβολὴν τοῦ τρόπου τῆς ἀποξηράνσεως, ἢ ἂν ζητήσωσιν αὐτὴν καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν δεχθῇ τὴν μεταβολὴν ταύτην, ἢ ἂν ἡ Κυβέρνησις δεχθῇ καὶ προβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, ἵνα ἐγκριθῇ ἡ ζητουμένη μεταβολὴ, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον ἐντὸς τῆς προσεχοῦς Συνόδου, ἡ ὑποχρέωσις τῶν ἀναλαβόντων τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος νὰ ἀρχίσωσι τὰς ἐργασίας τῆς διατρήσεως τοῦ ὄρους Πτώου ἐντὸς ἑνὸς ἔτους μένει ἀκεραία. Μετὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως τοῦ 1880 συνῆλθεν ἡ Βουλὴ τοῦ 1881 τῆς παρελθούσης Συνόδου. Οἱ λαβόντες τὸ δικαίωμα τῆς ἀποξηράνσεως συνεννοήθησαν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἐπρότειναν, φαίνεται, εἰς αὐτὴν μεταβολὴν τοῦ τρόπου τῆς ἀποξηράνσεως, ἵνα τὰ ὕδατα τῆς Κωπαΐδος, μὴ μετοχετευθῶσι διὰ διατρήσεως τοῦ ὄρους Πτώου, ἀλλὰ μετοχετευθῶσιν εἰς τὰς ἄλλας λίμνας. Οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐδέχθησαν τὴν πρότασιν καὶ συνωμολόγησαν σύμβασιν μετ’ αὐτῶν περὶ μεταβολῆς τοῦ τρόπου τῆς ἀποξηράνσεως· ἡ σύμβασις εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἡ Σύνοδος ἐκείνη τῆς Βουλῆς παρῆλθε καὶ δὲν ἐπεψηφίσθη ἡ σύμβασις. Ἡ Σύνοδος ἐκείνη τῆς Βουλῆς ἔληξε τὸν Μάρτιον τοῦ 1881, ἔκτοτε δὲ μέχρι τοῦ Μαρτίου τοῦ 1882 διήνυσεν ἡ ἑταιρία τὸ ἔτος τῆς προθεσμίας, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἔπρεπε ν’ ἀρχίσῃ τὰς ἐργασίας τῆς διατρήσεως τοῦ Πτώου ὄρους. Ἐὰν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἔχῃ ἐπίσημον πληροφορίαν, ὅτι αἱ ἐργασίαι τῆς διατρήσεως τοῦ Πτώου ἤρχισαν βεβαίως, δὲν ὑπάρχει λόγος ἐκπτώσεως, οὐδὲ διὰ τοιούτου λόγου δύναταί τις νὰ πιέσῃ τὴν ἑταιρίαν. Ἂν ὅμως δὲν ἔχῃ αὐτὴν τὴν ἐπίσημον βεβαίωσιν, ὅτι ἡ ἑταιρία ἐποιήσατο ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν της...

§103ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Εἷς χάνδαξ ἠνοίχθη.

§104Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸ μικροῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐλάλησε περὶ τούτου· ἀλλ’ ὅσα εἶπε δὲν ἐδείκνυον, ὅτι ἔχει πληροφορίας ἐπισήμους, βεβαιούσας τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν, διότι ἀπέφυγε νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν ἐπισήμως, ὅτι ἐγένετο ἡ ἔναρξις τῶν ἐργασιῶν. Ὁ κ. βουλευτὴς, ὁ διακόψας, με ἀρνεῖται ὡσαύτως, ὅτι ἐγένετο ἔναρξις τῶν ἐργασιῶν τῆς διατρήσεως τοῦ Πτώου. Ἐὰν ἐγένετο ἢ δὲν ἐγένετο ἔναρξις τῆς διατρήσεως τοῦ Πτώου, τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ βεβαιώσωμεν ἡμεῖς, ἀλλ’ ἄνδρες τεχνικῶς ἁρμόδιοι.

§105ΛΑΠΑΣ. Δὲν ἔγεινε καμμία ἐργασία, καμμία ἀρχή.

§106Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ζητήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἐπισήμως τοιαύτας παρὰ τεχνικῶν ἀνδρῶν πληροφορίας.

§107ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔκαμε καμμίαν ἐργασίαν περὶ διατρήσεως, ἀλλὰ περιωρίσθη εἰς τὸ νὰ κάμῃ τάφρους· διότι δὲν εἶχε συμφέρον νὰ ἐπιχειρήσῃ δαπάνας.

§108Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τόσῳ καλλίτερον, διότι ἂν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον τὴν ἑταιρίαν, καὶ αὕτη θέλει ἀναγκασθῆ νὰ ἀποδεχθῇ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπιθυμοῦμεν. Διὰ ταῦτα νομίζω, ὅτι καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον ὑπὲρ πάντα ἄλλον κατήντησεν ἀναποφεύκτως ἀναγκαῖον νὰ ἀναβληθῇ τοῦ νομοσχεδίου ἡ ἐπιψήφισις, διότι ἂν θελήσῃ ἡ Βουλὴ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν, θέλει ἐγκαταλείψει ἰσχυρότατον λόγον, ὅστις δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον τὴν ἑταιρίαν, καὶ ἑπομένως θέλει ἀφαιρέσει ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὴν δύναμιν νὰ ζητήσῃ καὶ ἀποκτήσῃ τὰ ἀνταλλάγματα, τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς ἑταιρίας. Ἡ πρότασις λοιπὸν τῆς ἀναβολῆς δὲν εἶναι πρότασις ἔμμεσος ἀποῤῥίψεως νομοσχεδίου ἐξυπηρετοῦντος δημόσια συμφέροντα, ἀλλὰ ἀπ’ ἐναντίας εἶναι πρότασις χρησιμεύουσα πρὸς ἐξυπηρέτησιν αὐτῶν τῶν δημοσίων συμφερόντων. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις δὲ ταύτας ἐλπίζω, ὅτι καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου δὲν θέλει ἐπιμείνει ἀποκρούων τὴν ἀναβολήν.

§109ΛΑΠΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, θὰ εἴπω δύω λέξεις. Ὁ κ. Πρόεδρος εἶπεν, ὅτι οὐδὲν παράπονον ἐγένετο ἀπὸ τοὺς κατοίκους· βεβαίως δὲν ἔγεινε. Καὶ ποῦ ἐγνωρίζαμεν ἡμεῖς, ὅτι θὰ ἔλθῃ ἡ ἑταιρία νὰ θέλῃ σήμερον νὰ πάρῃ τὰς ἰδιοκτησίας μας; Τώρα, ὅτε εἴδαμεν αὐτὸ, ἐκάμαμεν ἀναφορὰν καὶ παραπονούμεθα, διότι δὲν ἐγνωρίζαμεν καὶ δὲν ἐπιστεύαμεν, ὅτι θὰ ἔλθῃ ἡ ἑταιρία νὰ θέλῃ σήμερον νὰ βάλῃ χέρι εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν μας. Τώρα τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλούστατον, ν’ ἀναβληθῇ, διότι θὰ ζημιωθῇ σπουδαίως τὸ Δημόσιον καὶ θὰ καταστραφῇ μία ἐπαρχία ὁλόκληρος· ἑπομένως ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ στείλῃ καὶ νὰ ἐξετάσῃ Φίλος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει 80) στρέμματα διὰ παραχωρητηρίου. Ὁ κ. Χατζόπουλος γνωρίζει ἀπὸ ποίαν οἰκογένειαν ἔλαβε σύζυγον ὁ βουλευτὴς οὗτος, ὅστις εἶναι ὁ κ. Κοντόσταυλος, ὅτι εἶναι τοῦ μεγάλου Κουντουριώτη. Καὶ τέλος πάντων αὐτὰ τὰ ἔδωσεν ἡ Κυβέρνησις καὶ τὰ παρεχώρησε. Σᾶς λέγω, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐγνωρίζαμεν, ὅτι ἤθελαν νὰ μᾶς πάρουν τὰς γαίας, ἃς ἔχουν οἱ κάτοικοι, ἄλλος ἀπὸ φαλαγγιτικὰ γραμμάτια, ἄλλος ἀπὸ δηλώσεις. Αὐτὰ ἠξεύρω νὰ σᾶς εἴπω. Ἑπομένως παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ καὶ νὰ σταλῇ ἐπιτροπή.

§110ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριοι, ἀνέρχομαι καὶ ἐκ δευτέρου τὸ βῆμα τοῦτο καὶ παρίσταμαι ὡς συνήγορος τῆς συμβάσεως, οὐχὶ δι’ ἄλλον λόγον ἢ διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἡ πρόοδος, ἡ εὐημερία καὶ τὸ μεγαλεῖον τοῦ Τόπου τούτου ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς ὑλικῆς αὐτοῦ ἀναπτύξεως. Τὰ ἔργα δὲ, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ συντελέσωσιν εἴπερ τι καὶ ἄλλο εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ Τόπου, εἶναι τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα δύνανται ν’ αὐξήσωσι τὰς παραγωγικὰς αὐτοῦ δυνάμεις καὶ νὰ χορηγῶσιν εἰς αὐτὸ τὰ μέσα οὐχὶ μόνον τῆς ὑπάρξεως, ἀλλὰ καὶ τοῦ πλουτισμοῦ. Τὸ πεδίον τῆς Κωπαΐδος ἀποξηραινόμενον οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι δύναται νὰ πλουτίσῃ μεγάλως τὰ μέρη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἔχει τὴν εὐτυχίαν νὰ κατοικῇ ὁ ἀξιότιμος κ. Λάπας. Παραπονοῦνται οἱ περίοικοι, ἰσχυριζόμενοι, ὅτι ἡ παραχώρησις παραβλάπτει δικαιώματα αὐτῶν κυριότητος καὶ κατοχῆς. Κύριοι, ἡ παραχώρησις ἐγένετο δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1867, ἔκτοτε ἦτο γνωστὸν εἰς τὸν κ. Λάπαν καὶ εἰς ὅλους ἐπὶ τῇ βάσει ὁποίου διαγράμματος ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ παραχώρησις. Ἦτο γνωστὸν ἔκτοτε, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἡ παραχώρησις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ διαγράμματος τοῦ Σωβάζ.

§111ΛΑΠΑΣ. Κύριε Μεσσηνέζη, σὲ παρακαλῶ, ἔχεις σκοπὸν νὰ πετάξῃς μίαν ἐπαρχίαν εἰς τοὺς δρόμους; (Θόρυβος).

§112ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐγὼ ἐνταῦθα ἦλθον νὰ ἐξυπηρετήσω τὰ γενικὰ συμφέροντα, δὲν θέλω δὲ νὰ ἐξυπηρετήσω ἀτομικὰ συμφέροντα, μὴ στηριζόμενα εἰς τὸν νόμον. Ἰδοὺ τί ἐπιδιώκω, κ. Λάπα.

§113ΛΑΠΑΣ. Νὰ ἔλθουν λοιπὸν νὰ μᾶς λῃστεύσουν;

§114ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐδῶ πρόκειται περὶ τῆς περιουσίας τοῦ Δημοσίου καὶ ὄχι τῶν ἰδιωτῶν, διότι οἱ ἰδιῶται θὰ καταφύγουν εἰς τὰ δικαστήρια καὶ θὰ κερδήσουν.

§115ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κίνδυνος ὑπάρχει καὶ κίνδυνος μέγας ἀποτυχίας τοῦ ἔργου, ὅταν ἔρχηται μία ἑταιρία καὶ ἀποτυγχάνῃ, ἔρχεται ἄλλη καὶ ἀποτυγχάνει, ἔρχεται ἄλλη καὶ ἀντιστρατευόμεθα ὅλοι κατ’ αὐτῆς, τότε τὰ κεφάλαια φυγαδεύονται καὶ καθίσταται ἀδύνατος ἡ ἐπιτέλεσις ἔργων. Δὲν πρέπει νὰ νομίσητε, ὅτι οἱ ἐπιχειροῦντες τὰ τοιαῦτα ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἄνθρωποι φερέοικοι, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται, τοποθετοῦντες ἄλλως πως τὰ κεφάλαιά των, νὰ προσπορίσωσιν εἰς ἑαυτοὺς ὠφελείας. Ἀφοῦ ἅπαξ ἀπεφάσισαν νὰ στραφῶσι τὰ κεφάλαια ἐν Ἑλλάδι εἰς ἔργα δημόσια, δὲν πρέπει ἁπλῶς καὶ μόνον, διότι τινὲς δὲν θέλουν τὸ ναυάγιον, ν’ ἀντιστρατευώμεθα καὶ ἡμεῖς κατ’ αὐτῶν. Ἔρχομαι, κύριοι, εἰς τὸν λόγον, ὁ ὁποῖος μὲ ἐκάλεσε καὶ δεύτερον εἰς τὸ βῆμα· ὁ λόγος εἶναι, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1867 ἦτο γνωστὸν ὁποία εἶναι ἡ γραμμὴ, ἥτις ἐθεωρήθη ὡς ἡ γραμμὴ τῶν συνήθων πλημμυρῶν. Ὁ νόμος ἦτο γνωστὸς εἰς τὸν κ. Λάπαν καὶ ἠδύνατο, ἐὰν ἐθεώρει αὐτὸν ἄδικον, μέλος μάλιστα ὢν τῆς Βουλῆς διαρκὲς, νὰ ζητήσῃ τὴν τροποποίησιν αὐτοῦ. Τοῦτ’ αὐτὸ ἠδύναντο νὰ πράξωσι καὶ οἱ ἄλλοι, ὅσοι σήμερον μόνον ἐγείρουσι παράπονα. Μὴ πράξαντες δὲ τοῦτο ἐγκαίρως, δὲν δικαιοῦνται σήμερον νὰ παραπονῶνται, εἴτε κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε καθ’ οἱουδήποτε ἄλλου. Ἐπειδή τινες συνέλαβον τὴν ἰδέαν μετὰ τὴν παραχώρησιν, ὅτι ὑπάρχει πλοῦτος βαθὺς, ζητοῦσιν ἤδη τὴν ἀκύρωσιν ἢ τὴν ἀναβολὴν τῶν ἔργων. Λέγω λοιπὸν, ὅτι οἱ λόγοι, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζονται οἱ ἀξιότιμοι κύριοι βουλευταὶ, οἱ κατὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐνιστάμενοι, δὲν εἶναι σπουδαῖοι, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπικύρωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν θέλῃ νὰ ἔλθωσι κεφάλαια ἐν Ἑλλάδι, διὰ τῶν ὁποίων νὰ γίνωσιν ὄχι μόνον τὸ ἔργον αὐτὸ, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα, ὅσα μένουσιν εἰσέτι ἐκκρεμῆ, καὶ ἄνευ τῆς ἐπιτελέσεως τῶν ὁποίων εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξέλθῃ ὁ Τόπος ἐκ τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν δυστυχῶς διατελεῖ.

§116ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, εὐχῆς ἔργον ἦτο, ἂν κατὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ προλαλήσαντος κ. Μεσσηνέζη, μὲ τὴν τομὴν τοῦ Ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου ἐσώζετο τὸ ἥμισυ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, μὲ τὴν ἀποξήρανσιν δὲ τῆς Κωπαΐδος τὸ ἕτερον ἥμισυ, καθόσον διὰ τῆς περαιώσεως τῶν δύω αὐτῶν ἔργων πληροῦνται οἱ ἐθνικοὶ πόθοι ἁπάντων τῶν Ἑλλήνων· καὶ ἂν ἦναι ἀληθὲς τοῦτο, ὀφείλομεν πάντες νὰ σπεύσωμεν, ἵνα ἐργασθῶμεν καὶ διὰ προσωπικῆς ἐργασίας, διὰ νὰ φέρωμεν ὅσον τάχιστα εἰς πέρας τὰ δημόσια αὐτὰ ἔργα, ἀφοῦ μάλιστα πάντες ὑποσχόμεθα νὰ χύσωμεν τὸ αἷμά μας διὰ τὸ μεγαλεῖον τῆς πατρίδος, ἐνῷ διὰ τοῦ μέτρου τούτου ὑποβαλλόμεθα εἰς μόνον κόπους, ἐξασφαλίζοντες τὴν ζωὴν, ἣν ἐπαπειλούμεθα νὰ χάσωμεν εἰς τὸν ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ πόλεμον. Αὐτὰ, κύριοι, δὲν λέγονται ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, δύνανται νὰ τὰ λέγουν τινὲς, καὶ μάλιστα βουλευταὶ, μόνον ὅταν πηγαίνουν εἰς ἐξωχώρια, ὅπου μόνον ὁ παπᾶς γνωρίζει νὰ διαβάζῃ. Κύριοι, ἐγὼ θὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ἀντικειμένου, ἀρχόμενος ἀπὸ τῆς τελευταίας παραγράφου τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ἐν εἰλικρινείᾳ, ὅτι ἀναγνωρίζει καὶ αὐτὸς, ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος νὰ πληρώσῃ τὸ Δημόσιον μεγάλας ἀποζημιώσεις. Ἐδικαιολόγησεν ὅμως τὴν ὁποίαν ἔκαμε παραχώρησιν εἰς τὴν ἑταιρίαν, διότι ἀπὸ τὰ 1867, ὅταν ἔγεινεν ὁ νόμος περὶ παραχωρήσεως τῆς Κωπαΐδος, δὲν ἠγέρθη καμμία ἀξίωσις ἰδιοκτήτου ἐπὶ τῶν ζωνῶν τῆς λίμνης. Ἀλλὰ πρὸς Θεοῦ! Λέγονται τὰ τοιαῦτα; Εἴμεθα ὅλοι Ἕλληνες· εἶναι δυνατὸν ὁ Ἕλλην, ἐὰν δὲν τὸν ἐγγίξῃς εἰς τὸ συμφέρον του, νὰ ὑψώσῃ φωνήν; Ἔπειτα τίς ἤξευρεν ἐκ τῶν μεγαλοκτηματιῶν καὶ τῶν γεωργῶν, ὅτι μὲ τὴν παραχώρησιν τῆς λίμνης θὰ συμπαραχωρηθῶσι καὶ τὰ κτήματά των, διὰ νὰ ὑψώσωσι φωνήν, κύριε Πρωθυπουργέ! Ὅταν εἷς ἁπλοῦς ἰδιοκτήτης ἀποφασίζῃ νὰ μισθώσῃ ἓν κτῆμά του, μεταβαίνει ἐπιτοπίως μετὰ τοῦ μισθωτοῦ καὶ ὁδηγούμενος ἐκ τῆς καταστάσεως τοῦ κτήματος αὐτοῦ κανονίζει τοὺς ὅρους τῆς μισθώσεως, καὶ ἂν δὲν δύναται αὐτὸς νὰ πράξῃ τοῦτο, στέλλει τὸν Κεχαγιᾶν του...

§117ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὸν Κεχαγιᾶν τῆς Τραπέζης;

§118ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ τῆς Τραπέζης Κεχαγιᾶς, εἶναι ἀφέντης ἰδικός σου.—Λοιπὸν, κύριε Πρωθυπουργέ, ὅταν ἡ Κυβέρνησις παραχωρῇ περιουσίαν Δημοσίου, ὀφείλει νὰ λαμβάνῃ τὴν πρόνοιαν ἑνὸς ἰδιοκτήτου, διότι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὁ οἰκοκύρης ἐπὶ τῆς περιουσίας τοῦ Κράτους, καὶ διὰ τοῦτο ὠφείλατε νὰ μεταβῆτε τὸ 1881 πρὶν ἢ παραχωρήσητε τὴν Κωπαΐδα εἰς τὴν ἑταιρίαν, καὶ ἂν δὲν εἴχετε σεῖς τὸν καιρὸν, ἂς ἐστέλλετε τοὺς ἀντιπροσώπους σας, Νομάρχην καὶ Ἀρχιμηχανικὸν, καὶ οὕτω ἠθέλατε προλάβει ὅλα τὰ ἄτοπα, ὅσα συμβαίνουσι διὰ τῆς παραχωρήσεως ταύτης. Ἀλλ’ οὐδὲν τούτων ἐπράξατε. Κ. Πρωθυπουργὲ, εἴπετε, ὅτι προχθὲς ἐστείλατε μίαν ἐπιτροπὴν, καὶ διατί νὰ μὴ τὴν στείλητε εἰς τὰ 1880 αὐτὴν τὴν ἐπιτροπὴν; Λέγετε, αἱ δηλώσεις τῶν κατοίκων ἔγειναν κατὰ τὰ 1875, ὅτε ἐγνώριζον ἀπὸ τοῦ 1867, ὅτι πρόκειται νὰ δηλώσουν λίμνην! λίμνην; Τὸ εἴπομεν προχθὲς δὲν εἶναι λίμνη! εἶναι γαῖαι καλλιεργούμεναι, αἱ ὁποῖαι κατακλύζονται μόνον τὸν χειμῶνα, καὶ τὸ καλοκαῖρι εἶναι αἱ εὐφορώτεραι γαῖαι τῆς Ἑλλάδος. Λέγετε, κ. Πρωθυπουργὲ, ὅτι ἡ ἑταιρία σᾶς δίδει ἐλπίδας νὰ δεχθῇ τροποποιήσεις, ἀλλὰ θέλει νὰ γνωρίσῃ μέχρι τίνος ἀναβαίνουν αἱ τοιαῦται ἀπαιτήσεις. Τοῦτο ἴσα ἴσα εἶναι ἰσχυρὸν ἐπιχείρημα νὰ ἐνδώσητε εἰς τὴν ἀναβολὴν, ἀφοῦ μάλιστα εἶσθε εἰς διαπραγματεύσεις. Θὰ μὲ συγχωρήσητε, κ. Τρικούπη, νὰ σᾶς κάμω μίαν παρατήρησιν ἀφορῶσαν τὸ προσωπικόν σας συμφέρον. Καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν πρωθυπουργίαν καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν, τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον σᾶς βάλλουν οἱ προκάτοχοί σας, εἶναι ἡ Κωπαΐς. Ἡ διατήρησις τῆς ὑπολήψεώς σας καθιστᾷ ὑμᾶς προσεκτικώτερον τοῦ νὰ δεικνύετε τόσον ζῆλον εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Νόμου...

§119ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν ἔχει ἀνάγκην ἀπὸ τίποτε ἡ ὑπόληψίς του. Τὴν ὑπόληψίν του καθεὶς τὴν ἔχει, δὲν τὴν περιμένει ἀπὸ σέ. (Θόρυβος).

§120ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ ἡ κατάστασις εἶναι ἀποδοκιμαστέα. Σὺ νὰ ῥίψῃς μομφὴν κατὰ τοῦ Τρικούπη...

§121ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖς σὺ νὰ ὁμιλῇς οὕτω, γελοῖε.

§122ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Γελοῖοι εἶσθε σεῖς.

§123ΑΣΗΜ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶσαι πολὺ μικρὸς διὰ νὰ κατηγορήσῃς· δὲν εἶσαι ἱκανὸς νὰ... (Θόρυβος)

§124ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὤφειλες λοιπὸν, κ. Τρικούπη, χάριν τῆς ὑπολήψεώς σου νὰ μὴ δείξῃς τόσον ζῆλον, καὶ διὰ τοῦτο ὀφείλεις νὰ δεχθῇς τὴν ἀναβολήν.

§125ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δι’ αὐτὸ δὲν κάμνομεν τὴν ἀναβολήν.

§126ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀλλὰ δὲν μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πόσον θὰ στοιχίσῃ ἡ διάτρησις τοῦ Πτώου ὄρους, καὶ πόσον ἡ διοχέτευσις εἰς τὰς Θηβαϊκὰς λίμνας; (Θόρυβος). Διατί ταράττεσθε; Ὅταν συζητοῦμεν, δὲν πρόκειται ἐδῶ νὰ χάσετε τὸ ζήτημα, θὰ τὸ κερδίσετε, διατί ταράττεσθε; ἢ νομίζετε διότι εἶσθε περισσότεροι, θὰ μᾶς ἐπιβάλετε σιωπήν; Ἀπατᾶσθε! Δύω ἂν μείνωμεν, εἴμεθα ἱκανοὶ νὰ ἐλέγχωμεν τὰς πράξεις σας. Λοιπὸν, κύριοι, ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐγὼ νὰ προτείνω τὴν ἀναβολήν· ἂν καὶ κατ’ ἀρχὴν εἶμαι ἐναντίος τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἡ ἑταιρία θὰ κερδίσῃ κατ’ ἐλάχιστον ὅρον 3 ἑκατομμύρια ἐκ τῆς μὴ διατρήσεως τοῦ ὄρους Πτώου. Φρονεῖς, κ. Πρωθυπουργὲ, ὅτι δύω χιλιάδες κάτοικοι δὲν ἔχουσι δικαίωμα, καὶ ἔχουν δικαίωμα τέσσαρες πραγματευτάδες, οἱ ὁποῖοι συνεβλήθησαν μετὰ σοῦ; Καὶ ἂν δὲν ἔχουν ἰδιοκτησίας δικαίωμα, ἔχουν ὅμως δικαίωμα κατοχῆς, διότι 50 ἔτη τὸ καλλιεργοῦν· εἶναι ὁ νόμος περὶ κατοχῆς τοῦ 1841, ὁ ὁποῖος δίδει τὸ δικαίωμα εἰς κάθε γεωργὸν νὰ ἔχῃ κατοχὴν 80 στρεμμάτων ξηρικῶν γαιῶν καὶ 40 ποτιστικῶν. Λοιπὸν ἐπὶ τέλους ἐπειδὴ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς διορθώσεως, ἀποτείνομαι πρὸς τὸν συμμέτοχον τῆς ἑταιρίας συνάδελφον κ. Σκουλούδην καὶ τῷ λέγω μίαν τελευταίαν πρόῤῥησιν, καὶ εἴθε νὰ εὑρεθῶ ψεύστης, μήπως ἀντὶ νὰ καταλάβῃ τὰ 90,000 στρέμματα τῶν καλλιεργητῶν, τὰ ὁποῖα ἀξίζουν 9,000,000, μήπως, λέγω, εὑρεθῇ ἡ ἑταιρία εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀφήσῃ τὸ ἔργον εἰς τὸ μέσον καὶ νὰ ἀναχωρήσῃ νύκτα, διότι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν χύσει τὸ αἷμά των εἰς ἐκείνας τὰς γαίας, καὶ δὲν θὰ ὑποχωρήσωσιν εἰς αὐτὴν κατ’ οὐδένα τρόπον.

§127ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐλπίζω, κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἐπηρεασθῇ ποσῶς ἐκ τῆς τελευταίας ὁμιλίας τοῦ προαγορεύσαντος, καὶ ἐκ τοῦ ἐρεθισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπεκράτησε συνεπείᾳ τῶν λόγων του. Τὸ ζήτημα ἐτέθη καθαρῶς, καὶ αἱ γενόμεναι μέχρι τοῦδε ἀγορεύσεις ἔπεισαν, πιστεύω, ὑμᾶς περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀναβολῆς, τὴν ὁποίαν ἀρχῆθεν ἐπρότεινα.

§128ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὄχι, δὲν τὴν ἀναβάλλομεν πλέον.

§129ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Εἶναι λυπηρὸν, ἂν, διότι εἷς τῶν συναδέλφων δὲν προσέχει ἢ ἀποδίδει πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν οὐδεμίαν ὑπόστασιν, πρέπῃ διὰ τοῦτο νὰ χάνωνται τὰ ζητήματα, τότε ἀλλοίμονον· πᾶς τις δύναται ἐκ προθέσεως ἐν παντὶ ζητήματι νὰ ῥίπτῃ τὸ σκάνδαλον καὶ ν’ ἀπόλλυται τοῦτο.

§130ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ποῖος προσέχει εἰς τοὺς λόγους τοῦ κ. Δημητρακάκη;

§131ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Οὐδεὶς τῷ ἀποδίδει καταλογισμόν.

§132ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἴσως δὲν προσέχετε ὑμεῖς, ἀλλὰ τὰ λοιπὰ μέλη τῆς μερίδος ταύτης δικαίως ἐξηρεθίσθησαν. Νομίζω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπηρεασθῆτε ἄλλως οὔτε ἐκ τῆς ἀναβολῆς ἐνέχεται ἡ ἀπόῤῥιψις τοῦ νομοσχεδίου. Ὑπάρχει, κύριοι, ἐλπὶς, ὅτι διὰ τῆς τελευταίας ταύτης ἀποπείρας ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἑταιρία θὰ ὑποχωρήσῃ εἰς πολλὰ πράγματα καὶ θὰ ἀποφύγῃ οὕτω τὸ Δημόσιον ζημίας. Δὲν εἶναι μέγα πρᾶγμα νὰ ἀναβληθῇ ἐπὶ 8 ἡμέρας ἡ ψήφισις· καὶ πρόκειται, κύριοι, νὰ χορηγηθῶσι σπουδαῖα δικαιώματα εἰς τὴν ἑταιρίαν· χορηγοῦντες λοιπὸν τὰ δικαιώματα ταῦτα, νομίζω, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ ὑποδείξωμεν καὶ τρόπον ἀνταλλαγῶν ἐκ μέρους τῆς ἑταιρίας. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπηρεασθῇ ἡ Βουλὴ ἐκ τῶν λεχθέντων, ἀναλογιζομένη τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ οὐχὶ τῶν κατοίκων, οἵτινες ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων βεβαίως θὰ δικαιωθῶσι.

§133ΛΑΖ. ΠΑΠΑΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ καὶ ἐγὼ, κύριοι, καὶ εἶμαι ὑπὲρ τῆς γνώμης τῆς ἀναβολῆς διὰ νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα, διότι, ὅτε παρεχωρήθη τὸ δεύτερον ἡ Κωπαΐς εἰς τὴν ἑταιρίαν ἐγεννήθησαν αὐτὰ τὰ ζητήματα καὶ αἱ ζημίαι κατὰ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἰδιωτῶν. Ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ τῶν μερῶν ἐκείνων γνωρίζομεν καλῶς, ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου προσγίγνεται τῇ ἑταιρίᾳ μεγίστη ὠφέλεια, ἀπέναντι τῆς ὁποίας εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ ἑταιρία θὰ θελήσῃ νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν καὶ συναλλαγήν· οὕτω δὲ δὲν θὰ ὑποστῇ τὸ Δημόσιον μεγάλας ζημίας, τὰς ὁποίας ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀναγνωρίζει. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλῃ δι’ ὀλίγας ἡμέρας τὴν ἐπιψήφισιν, διὰ νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα, διότι δὲν ἐξητάσθη τὸ ζήτημα εἰς τὰς ἀρχάς· ὁ κόσμος δὲν ἦτο δυνατὸν, ὅταν παρεχωρήθη ἡ Κωπαΐς καὶ ὅταν ἐψηφίσθη ὁ νόμος, δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ διαγράμματα· τὰ σημεῖα ἐτέθησαν ἐκεῖ μετὰ τὴν παραχώρησιν, καὶ τότε ἐξανέστη ὁ κόσμος καὶ ἠγέρθησαν τὰ παράπονα. Δὲν ἐξητάσθησαν λοιπὸν τὰ πράγματα καὶ ἐγένετο τὸ λάθος· τώρα σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ ἀναβληθῇ ἐπὶ ὀλίγας ἡμέρας μόνον, ἵνα ἐξετασθῇ τὸ πρᾶγμα.

§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ὑπάρχει ἐγγεγραμμένος. Ὑπάρχει μία πρότασις ἀναβολῆς. (Ἀναγινώσκει) «Ἡ Βουλὴ ἀναβάλλει προσωρινῶς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος, ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ νὰ γείνῃ ἡ τελευταία πρὸς τὴν ἑταιρίαν ἀπόπειρα πρὸς ἐξομάλυνσιν τῶν ἐγειρομένων παραπόνων».

§135ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. (Ἐγείρονται 15).

§136ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται νὰ γείνῃ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἐγὼ ὀφείλω νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς μᾶς ἐβεβαίωσεν ἐπισήμως... (Θόρυβος).... Διαμαρτύρομαι... (Θόρυβος. Ὁ Πρόεδρος κρούει διαρκῶς τὸν κώδωνα). Γνωρίζω τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις μου, κύριε Πρόεδρε, καὶ ἀγνοῶ ποῦ στηρίζεσθε προσπαθοῦντες νὰ μὲ ἐμποδίσητε νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος ἐπισήμως μᾶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἐνενήκοντα περίπου χιλιάδες στρεμμάτων, ἀνηκόντων εἰς τρεῖς κατηγορίας ἰδιοκτητῶν, παρεχωρήθησαν εἰς τὴν ἑταιρίαν τῆς Κωπαΐδος. Αἱ γαῖαι αὗται ἀφῃρέθησαν παρανόμως παρὰ τῶν μικρῶν χωρικῶν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἰδιοκτητῶν καὶ ἐδόθησαν προῖκα εἰς τὴν ἑταιρίαν, ἡ δ’ ἀξία αὐτῶν ὡμολογήθη ὡς ἀνερχομένη τοὐλάχιστον εἰς 9,000,000 δραχμῶν. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι αἱ μεγάλαι εἰς γαίας ἰδιοκτησίαι, τὰ κοινῶς καλούμενα τσιφλίκια, εἶναι δυστύχημα διὰ τὴν Ἑλλάδα· καὶ ἐνεργῶν πᾶν τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ὅπως ἐξευρεθῇ ἡ κατάλληλος θεραπεία, ἥτις ἐγὼ φρονῶ, ὅτι μόνον διὰ τῆς κατατομῆς τῆς ἰδιοκτησίας θέλει ἐπιτευχθῆ, ὀφείλω μετ’ ἀγανακτήσεως νὰ καταψηφίσω τὴν διὰ νόμου ἑδραίωσιν τῆς παραχωρήσεως τῶν γαιῶν τῆς Κωπαΐδος καὶ τὴν σύστασιν νέου μεγάλου τσιφλικίου, πρὸς βλάβην τῶν μικρῶν ἰδιοκτητῶν τῶν ἤδη κατόχων καὶ κυρίων. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, καθ’ ἣν ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 164· 58 μὲν ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, 106 δὲ κατ’ αὐτῆς. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη).

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ἰωάννης Μοσχοβάκης ΟΤατσέλος Μαυρομμάτης Ν
Νικόλαος Στεφανίδης ΟἈντ. Βάλβης Ν
Ἰω. Μεσσηνέζης ΟἈπόστ. Ἀθανασιάδης Ν
Κωνστ. Θεοδώρου Ἀθαν. Βαλαβάνης
Κ. Μωραϊτίνης Θεόδ. Δηλιγιάννης Ν
Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος ΟἸωάν. Ἀντωνόπουλος Ν
Δημήτ. Οἰκονομίδης Ἡλ. Παλαμίδης Ο
Λεωνίδας Καρυστινάκης Ἰω. Λαμπρινόπουλος Ν
Μιχ. Καΐρης Ὀρφανός ΝΠέτρος Πετροπουλάκης Ν
Κωνστ. Ἀργυρόπουλος ΝΧαρίλ. Τζανετάκης Ν
Λεωνίδας Ζωγράφος ΝΠολυμέρης Ζαρίμπας
Σωτήρ. Δανόπουλος Χριστ. Στεριάδης
Γεώργιος Τσώκρης ΟΝικόλ. Κατσικαπής Ο
Κωνστ. Καραπάνος ΟΓεώργ. Αἰδωρίκης Ο
Γεώργ. Παχὺς ΝΚωνστ. Ἀναγνωστόπουλος
Δημ. Ν. Καλλιφρονᾶς ΟΝ. Παππαμιχαλόπουλος Ν
Δημήτριος Ῥάλλης ΟΠαναγ. Ῥίτσος Ν
Παύλος Καλλιγᾶς ΟἸω. Καπιτσίνης
Ἀνδρέας Φύλλας ΟἈντ. Μήτσας Ν
Δημ. Μουτσοπούλος Γεώρ. Μίλησης
Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟΔημ. Χατζόπουλος
Ἀντών. Ζυγομαλᾶς ΝΓεώρ. Ζηνόπουλος Ν
Νικόλ. Λεβίδης ΟΝικ. Δ. Ζώτος
Κωνστ. Στράτος ΟΔημ. Βουλπιώτης Ο
Ἀνδρ. Στράτος ΟΜιχ. Ἰατρίδης Ν
Ἰωάν. Καρτάλης ΟΚωνστ. Λομβάρδος Ο
Ν κ. Γεωργιάδης ΟΦρειδερίκος Καῤῥέραν Ο
Γεώρ. Φιλάρετος ΝἈναστ. Λούντζης Ο
Ἱερώνυμος Κασιβέτης Ῥοβέρτος Ῥώμας Ν
Νικ. Κουκουσλῆς Ἀλέξ. Καραμπίνης Ο
Ἀπόστ. Φρόνιμος ΟΣτέφ. Στεφανόπουλος Ο
Κωνστ. Γρίβας ΝἈνδρ. Αὐγερινὸς Ν
Θεμιστ. Δαραλέξης ΝΣερίφ Βέης Ο
Δημοσθ. Δόγκας ΟἸω. Γεωργαντᾶς Ν
Ἀναγν. Δαλιάνης Λάζ. Παπασταθόπουλος Ν
Σπυρ. Σιδέρης Γεώρ. Λάππας Ν
Διομ. Διαμάντης ΟΠ. Μπογδάνος Ν
Ἔπαμ. Α. Δημητρίου Σπυρ. Βαλαωρίτης Ο
Σπυρ. Κουκούλεζας ΝΞενοφῶν Βαλαωρίτης
Νικ. Δ. Νομικός ΟΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ν
Ἀριστ. Βαλέττας ΟἈλκ. Παπαλουκᾶς Ν
Δημοσθένης Στάϊκος Δημ. Παπαλουκᾶς Ν
Βαρβαῤῥήγος Πήλικας ΟΦίλ. Βάρβογλης Ν
Χρήστος Σολιώτης Ἰω. Στεφανόπουλος Ο
Σωτ. Ν. Πετιμεζά Παναγ. Κ. Μανέτας Ν
Ἀλέξ. Φωτήλας Δημ. Ζέγγελης Ο
Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς ΟἈναστ. Σεχιώτης
Δημ. Τσαχτσήρης Κωνστ. Κωνσταντόπουλος Ο
Ἀλκ. Μάνταλος Πλ. Κοσσονάκος Ο
Περικλῆς Πεῤῥωτής Ἀθ. Κατριβάνος Ν
Κωνστ. Φλέσσας ΟΒασίλ. Βούτουνας
Δημ. Τζάννες ΝΣτέφ. Δραγούμης Ο
Δημ. Κάρτσωνας ΝἈθ. Ζαμπάκης Ο
Σπυρ. Καραϊσκάκης Γεώργ. Σταμούλης
Δημ. Τερτίπης Σπυρ. Ἀλαμάνος
Ἀπόστ. Βασαρδάνης Λεων. Δεληγεώργης
Λεων. Κοκορῖκος ΟΧαρίλ. Τρικούπης Ο
Γεώργ. Φραγκίδης ΟἜπαμ. Μπέλιας Ο
Τιμολ. Ἀδαμόπουλος ΟΠερικλ. Μποῦτος Ο
Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος Ν
Γεώργ. Παπαγεωργίου ΝΣπήλ. Ἀντωνόπουλος Ο
Ἀριστομ. Χατζηνικολῆς ΝΚωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος Ν
Νικ. Παπανικολάου ΟἈνδρ. Πρεζάνης
Νικόλ. Μπαλάφας Ἀντ. Μάτσας Ο
Γεώργ. Κόρπας Μιλτιάδης Βαρότσης Ν
Ἀνδρ. Ἱερομνήμων Ὄθων Μαῦρος Ο
ΓʹἈθ. Παραμυθιώτης Μιχ. Δαμιράλης
Δημ. Κουρκουμέλης Δημ. Δεσποταῖος
Δημ. Τουρνάκης ΟΝ. Γ. Καλαντζόπουλος Ο
Σπυρ. Α. Νοταρᾶς Νικ. Φαρμάκης
Φώτο Κανελλόπουλος Ἠλ. Ποταμιάνος Ο
Δημ. Σταυρόπουλος ΟἈλέξ. Ἀντωνόπουλος Ν
Παναγ. Ντετάκης Τηλέμαχος Ῥούκης
Νικ. Βαλσαμάκης Ἀλέξ. Πετσάλης Ο
Ἀνδρ. Μεταξᾶς Λεων. Καπετανάκος Μαυρομιχάλης
Σπ. Μοντεσάντος ΜπουλελᾶςΟ
Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ξανθός Πικουλάκης Ο
Σπυρ. Κοντολέων ΟἈντ. Μαυρομιχάλης Ν
Κοσμᾶς Πανάρετος Λεων. Καπετανάκης
Στυλ. Κασιμάτης ΟἈσημ. Χρηστόπουλος Ο
Χαρ. Χρηστόπουλος ΟΧαράλ. Κανελλόπουλος Ο
Κ. Χατζηπαναγιώτης ΟΖ. Ζαρειφόπουλος Ν
Σωκρ. Τζιβανόπουλος ΝἈναστ. Δ. Νικοκάβουρας Ο
Ἀντ. Καρδαρᾶς ΝΘεόδ. Ῥωμαίος Ο
Κωνστ. Σαλταφέρος ΟΔ. Μεταλλινός Ν
Δημ. Δημητρακάκης ΝΠαναγ. Ἰακωβάτος
Μελέτιος Ῥουσόπουλος ΟΝικόλ. Μεταξάς Ο
Ἀριστ. Τζιβανόπουλος ΟΝικόλ. Κάγκας Ν
Περικλ. Παπαδόπουλος ΝὈδ. Πετρόπουλος
Νικήτας Βαρβιτσιώτης ΝἨλ. Παπαηλιόπουλος Ο
Ἀναστ. Ζαρμάνης ΟἈνδρ. Μαρλάς
Κωνστ. Ἰσχόμαχος ΟΓεώργ. Παπαστάμος Ο
Χαλὴλ Δερβίς Βέης ΟΓεώργ. Ῥοῦφος Ο
Ἀγγελῆς Ῥοῦφος ΟΚωνστ. Ῥαδινός Ο
Περικλ. Καλαμογδάρτης ΟἈθ. Ι. Χατζηγάκης
Ἀριστ. Κοντογούρης ΟΔημ. Ἀντωναρόπουλος Ο
Νικ. Κουμανιώτης ΝΕὐστ. Κοκέβης Ο
Ἀνδρ. Ῥηγόπουλος ΝΣωτ. Σωτηρόπουλος
Δημήτρ. Τριγγέτας ΟΔημ. Παπατσώρης Ο
Ἀθαν. Μισυρλῆς Νικ. Βλαχόπουλος
Π. Τριγγέτας ΟΚωνστ. Διαλέτης Ο
Εὐάγγελος Ἀντύπας ΟΧριστόδ. Λ. Δουζίνας
Γεώργ. Φλωριᾶς Ἀντ. Α. Ἀντωνιάδης Ο
Ἀναστ. Ζερβός Ἰω. Παπαδόπουλος Ο
Ἰω. Ἀστεριάδης Ἀθ. Ζαφειριάδης Ο
Κωνστ. Βελισσάριος ΟΓεώρ. Δ. Βούλγαρης Ο
Δημ. Π. Γουδής ΝἜπαμ. Α. Κριεζῆς Ν
Γεώργ. Δ. Λεωνίδας Θεοδ. Ν. Γκίκας Ν
Στέφανος Σκουλούδης ΟΠέτρος Σκουμπουρδῆς
Ἰω. Γρυπάρης ΟΚομνᾶς Τράκας Ν
Ἀντ. Πετρίτσης ΟἈθ. Κέφαλος Ο
Κωνστ. Κατσίκος Ἰω. Καλαμάρας
Δημ. Παρασκευᾶς ΟΔημ. Ζουλούμης Ο
Κωνστ. Κοττίκας ΟΘ. Φλογαΐτης
Στάμος Νάζος ΝΒ. Βουδούρης Ο
Πέτρος Μωραϊτίνης ΟΔ. Κριεζώτης
Ἰω. Ζαλλώνης Ἀλέξ. Οἰκονόμου Ο
Ἀλέξ. Χατζηπέτρος ΟΚ. Παπανικολής Ο
Νικ. Στουρνάρας ΟΘ. Κανάρης

§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ νομοσχέδιον...

§138ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κ. Πρόεδρε.

§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα ἐψήφισαν 106, καὶ δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία! Τί εἶναι αὐτά!

§140ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία· ἔφυγαν. (Ὁ Γραμματεὺς ἄρχεται τῆς ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχεδίου).

§141ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τί κάμεις ἐκεῖ; Δὲν ἠμπορεῖς, ἀφοῦ ἔκαμα ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.....

§142ΛΑΠΑΣ. Διαμαρτύρομαι, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Τὸν Βούλγαρην ἀντικαταστήσατε; (Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου, εὑρέθησαν παρόντες 126 βουλευταί).

§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπαρτία ὑπάρχει. Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ συζητηθέντος νομοσχεδίου. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1).

§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ 1 ἄρθρου ὑπάρχει ἡ ἑξῆς τροπολογία τοῦ κ. Διαμάντη. (Ἀναγινώσκει). «Νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ ἑταιρία ὅπως αἱ νέαι τῶν δύω λιμνῶν καὶ δεξαμενῶν ὄχθαι μὴ ὦσι τελματώδεις».—Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2).

§145ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Κύριοι, ἀφοῦ δὲν ἠδυνήθημεν νὰ πείσωμεν τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ἐπιβλαβοῦς τῆς παραχωρήσεως κατὰ τὸ διάγραμμα τοῦ Σωβάζ, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ τὴν ἀκόλουθον τροπολογίαν. (Ἀναγινώσκει). «Αἱ καλυφθησόμεναι γαῖαι ἐκ τῆς ὑψώσεως τῶν ὑδάτων νὰ ἀνταλλαχθῶσι μὲ ἴσην ἔκτασιν ἐκ τῶν ἀποξηρανθησομένων ἐν τῇ Κωπαΐδι».

§146ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ἂν ἡ γῆ, τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ ἡ ἑταιρία, ἦναι χειροτέρα, τότε εἶναι δήμευσις.

§147ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Δὲν θὰ εἶναι βεβαίως χειροτέρα.

§148ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν τὸ ἠξεύρομεν.

§149ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Νὰ τεθῇ, ὅτι οἱ ἀνταλλαχθησόμενοι ἀγροὶ νὰ ἦναι ἴσης ἀξίας μὲ τοὺς καταληφθησομένους. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά.

§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ βουλευτοῦ κ. Κουκούλεζα παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον εἰς γʹ ἀνάγνωσιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 9 μ. μ.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 72
2τῆς 15 Μαΐου 1882.
3Ὥρα 3 μ. μ.
4(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ
5πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
6§1Σ. ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ἀπόστολος Φιλίππου, κάτοι-
7κος Ἀθηνῶν, ἐκ τῆς ἐπαρχίας Ἀγυιᾶς, ὑποβάλλει μίαν
8ἀναφορὰν εἰς τὴν Βουλὴν δι’ ἐμοῦ, καὶ παραπονεῖται, ὅτι
9πολλοὶ ἐθελονταὶ ἐκ Θεσσαλίας, καταταχθέντες εἰς τὸν
10Ἑλληνικὸν στρατὸν κατὰ τὰ 1877 καὶ 1878, ἀναγκα-
11σθέντες δὲ κατόπιν ν’ ἀναχωρήσωσιν ἐντεῦθεν ἕνεκα τῶν
12ἐκβιαστικῶν μέσων, τὰ ὁποῖα οἱ Τοῦρκοι μετεχειρίζοντο
13κατὰ τῶν γονέων των, ἠναγκάσθησαν ν’ ἀπομακρυνθῶσιν
14ἀπὸ τὸν στρατόν. Ἐπειδὴ δὲν ἔγεινεν ὁ πόλεμος οὗτος,
15ἐκηρύχθησαν λιποτάκται, καὶ ἄλλοι μὲν τούτων συνελή-
16φθησαν ὡς τοιοῦτοι, ἄλλοι δὲ προσῆλθον μόνοι των, ἐλπί-
17ζοντες, ὅτι τάχιστα θ’ ἀπολυθῶσι, καὶ ὅμως κρατοῦνται
18ἔκτοτε εἰς τὰς φυλακὰς ἀδίκως. Φρονῶ, ὅτι εἶναι δίκαιον
19νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις ἓν μέτρον ἐπιεικὲς δι’ αὐτοὺς τοὺς
20ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους κατονομάζει ἐν τῇ ἀναφορᾷ ὅλους.
21Πιστεύω, ὅτι εἶναι ἔργον ἐπιεικὲς καὶ παρακαλῶ τὴν Βου-
22λὴν νὰ συστήσῃ τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρα-
23τιωτικῶν, ὅπως ληφθῇ περὶ αὐτῶν ἡ ἀπαιτουμένη πρόνοια.
24§2ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐγὼ, κύριοι, διὰ τὰ παράπονα ταῦτα
25δεκάκις ὡμίλησα εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ ὑπουργὸν
26τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ μὲ διεβεβαίωσεν, ὅτι οἱ Εἰσηγηταὶ
27τῶν Στρατοδικείων, οἱ Ἀνακριταὶ κτλ. καταγίνονται ἀδια-
28λείπτως εἰς τὴν ἄρσιν τῶν παραπόνων αὐτῶν. Σήμερον δὲν
29ἠξεύρω διατὶ ὁ Ἀπόστολος Φιλίππου ἦλθε καὶ ἐπεφόρτισεν
30ἄλλον βουλευτὴν μὲ αὐτὴν τὴν ἀναφοράν. Ἐγὼ παρου-
31σιάζω μάρτυρα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὅτι πολλάκις τοῦ
32ὡμίλησα περὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως ἀπέναντι τοῦ καθήκον-
33τός μου ὡς βουλευτοῦ Ἀγυιᾶς καὶ βουλευτοῦ ἁγνοῦ.
34§3ΤΙΝΕΣ. Ὡς περιστερά.
35§4ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ὡς περιστερὰ, βέβαια.
36§5ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ ὅλα ἦσαν περιττά· αὐτοὶ οἱ ἄν-
37θρωποι ὑποφέρουν καὶ ἔκαμαν τὴν ἀναφοράν των αὐτήν.
38§6Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εὐχαρίστως ἔμαθον, ὅτι ὁ κ. πρωθυ-
39πουργὸς καὶ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει
40μου ἔλαβε τὰ κατάλληλα μέτρα περὶ τοῦ ζητήματος, περὶ
41οὗ ὡμίλησαν οἱ προλαλήσαντες. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ὅμως
42ταύτῃ καθῆκόν μου θεωρῶ καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ ὑποστη-
43ρίξω, ὅτι οἱ δυστυχεῖς οὗτοι Θεσσαλοὶ εὑρίσκονται ὑπὸ τὰς
44αὐτὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας καὶ πολλοὶ ἄλλοι λιπο-
45τάκται τοῦ 1878, οἵτινες ἀπηλλάγησαν· εἶναι δὲ, πιτεύω,
46καὶ ὑπὸ κρείττονας περιστάσεις ἐκείνων, διότι ὡς Θεσσαλοὶ,
47πιστεύσαντες ὅτι πρόκειται νὰ πολεμήσωμεν, ἐγκατέλειψαν
48τὰς ἑστίας των καὶ ἦλθον καὶ κατετάχθησαν ἐθελονταί· ὅταν
49δὲ ὁ στρατὸς ἐκ τοῦ Δομοκοῦ ἐπέστρεψεν, οἱ ζωηροὶ ἐκ Θεσ-
50σαλίας νέοι ἐπανῆλθον εἰς τὴν πατρίδα των καὶ ὡς ἐπανα-
51στάται ἐπολέμησαν εἰς τὴν Σέκλυζαν, εἰς τὴν Ματαράγκαν
52ἢ εἰς τὴν Μακρυνίτσαν, μετὰ δὲ τὸ τέλος τῆς ἐπαναστάσεως
53ἤθελον ἐπανέλθει, ἐὰν δὲν ἐπιέζοντο αἱ οἰκογένειαί των ἀπὸ
54τὴν Τουρκικὴν Ἀρχήν. Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Θεσ-
55σαλίας, οἱ στρατιῶται οὗτοι προσῆλθον ὅπως δώσωσι λόγον
56τῆς πράξεώς των, καὶ ἐφυλακίσθησαν, ὡς ἦν ἑπόμενον. Ἀλλὰ
57μολονότι παρῆλθον 8 ἕως 10 μῆνες, μένουσιν εἰς τὰς φυλα-
58κὰς ὡς ὑπόδικοι, ἐλεεινοὶ καὶ ἀξιοδάκρυτοι, πολλοὶ ἐξ αὐτῶν
59δὲν ἔχουσιν ἔτι ἀνακριθῆ, καὶ δικαίως ἤδη μετανοοῦσι, διότι
60ἐξεδήλωσαν τὸν πατριωτισμόν των διὰ πάσης θυσίας.
61Ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει μου, ὡς ἐπληροφορήθην, ὁ κ. πρω-
62θυπουργὸς καὶ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μετέβη αὐτο-
63προσώπως εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ἐξήτασε τὰ τῆς τύχης αὐτῶν,
64εἶδε τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν τῶν ὑποδίκων καὶ διέταξε τὰ
65δέοντα. Φρονῶ ὅμως, ὅτι τὰ ληφθέντα μέτρα ἴσως δὲν εἶναι
66ἐπαρκῆ, διότι ὑπάρχει ἀνωμαλία εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην·
67ἄλλοι εἶναι προφυλακισμένοι, ἄλλοι εἰς τὸν λόγον τῆς προσ-
68κολλήσεως, πολλῶν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα δὲν ἦλθον ἀπὸ τὰ
69τάγματά των, οὔτε καὶ ἐζητήθησαν, καὶ πολλοὶ δὲν ἀνε-
70κρίθησαν.
71Λοιπὸν συνιστῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρα-
72τιωτικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅλας γενικῶς τὰς περιστάσεις,
73καὶ νὰ ἐξομοιωθῶσιν οὗτοι μὲ τοὺς στρατιώτας τοῦ 1878,
74αἱ δὲ ἁρμόδιοι Ἀρχαὶ, συμφώνως μὲ τοὺς νόμους τοῦ Κρά-
75τους, ν’ ἀποδώσωσι δικαιοσύνην ταχεῖαν εἰς τοὺς ἀναξιο-
76παθοῦντας στρατιώτας Θεσσαλούς. Ὅλοι ἔχομεν συμφέρον
77ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς πειθαρχίας, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἐ-
78ξαιρετικαὶ περιστάσεις, οἷα καὶ ἡ προκειμένη, ἡ δὲ Ἐπιεί-
79κεια εἶναι ἀδελφὴ δευτερότοκος τῆς Δικαιοσύνης.
80§7Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι γίνεται κα-
81τάχρησις ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἐκ μέρους βουλευτῶν θελόντων
82νὰ ἐπιδείξωσι προστασίαν πρὸς λιποτάκτας στρατιώτας,
83στρατιώτας παραβάντας τὸ καθῆκόν των. Δὲν εἶναι βεβαίως
84ὁ τόπος τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς, ἀπὸ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ δί-
85δεται προστασία ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πα-
86ρέβησαν τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, πολὺ δὲ περισσότερον,
87διότι οὕτω τὸ πνεῦμα τῆς πειθαρχίας, τὸ ὁποῖον πρέπει
88πρὸ πάντων νὰ ἐπικρατῇ, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον οἱ βουλευταὶ
89πρὸ πάντων πρέπει νὰ ἐνδιαφέρωνται, εἰς τὸν στρατὸν, πα-
90ραλύει κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Οἱ βουλευταὶ ἔχουν ἄλλο κα-
91θῆκον· ἔχουν καθῆκον νὰ ἐξετάσωσιν ἐὰν ὁ στρατὸς ἐκπαι-
92δεύεται, ἐὰν οἱ νόμοι τοῦ Κράτους οἱ στρατιωτικοὶ αὐστηρῶς
93τηροῦνται, ἐὰν ὁ στρατὸς καὶ οἱ στρατιῶται τρέφωνται κα-
94λῶς, ἐὰν λαμβάνωσι τὴν δέουσαν μέριμναν περὶ τῆς ὑγείας
95καὶ τῆς ἀνατροφῆς αὐτῶν. Δὲν εἶναι ἐκ τῶν καθηκόντων
96τῶν βουλευτῶν νὰ προστατεύουν τοὺς λιποτάκτας, τοὺς
97φυγοστράτους, διότι οὕτω παραλύομεν τὸ στρατιωτικὸν
98πνεῦμα· ὅταν δὲ φερώμεθα οὕτω, ἂς ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι οὐ-
99δέποτε θέλομεν ἔχει στρατόν. Παρετήρησα, κύριε Πρόεδρε, ὅτι
100μεγάλη κατάχρησις ἐγένετο ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, καὶ
101ἐπεθύμουν μάλιστα πρῶτος ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτι-
102κῶν ν’ ἀποκρούσῃ αὐτὰς τὰς τάσεις, αἱ ὁποῖαι ὁσημέραι
103ἀναπτύσσονται, πρὸς ζημίαν καὶ πρὸς καταστροφὴν τοῦ
104στρατοῦ.
105§8ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, δύω λέξεις θὰ προσθέσω
106εἰς ὅσα εἶπε καθ’ ἡμῶν ὁ βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Ἀθ.
107Πετιμεζᾶς, καὶ ἄρχομαι ἀπὸ τὸ ῥητὸν τοῦ Θεοκρίτου: «ὁ
108ῥήτωρ ἐχάρη, καὶ ἀνήλατο, καὶ πλατάγησε νικήσας» τουτέ-
109στιν «ὁ ῥήτωρ χαρούμενος ὡς νικητὴς ἐσηκώθη καὶ ἐχειρο-
110κρότει παταγωδῶς διὰ τὸν θρίαμβόν του». Τοῦτο συμβαί-
111νει ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ μὲ τὸν κ. Ἀθ. Πετιμεζᾶν.
112Κύριε Πετιμεζᾶ, πότε ἀντελήφθης τοὺς βουλευτὰς Ἀγυιᾶς
113ζητοῦντας παρατόλμως τὴν ἀπελευθέρωσιν τῶν ὑποδίκων
114καὶ κρατουμένων ἐν ταῖς φυλακαῖς τῶν Ἀθηνῶν λιποτα-
115κτῶν τοῦ στρατοῦ, καὶ τολμᾷς νὰ ἐπιτιμήσῃς ἡμᾶς, ὡς κα-
116ταχρωμένους τὰς πολυτίμους στιγμὰς τοῦ Κοινοβουλίου;
117Φέρω ἀψευδῆ μάρτυρα τὸν κ. πρωθυπουργὸν, τὸν καὶ
118ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, πρὸς ὃν πολλάκις προσῆλθον,
119καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν, ὅπως φανῇ ἵλεως καὶ διατάξῃ τὴν
120ταχεῖαν ἐκδίκασιν τῶν ἐπὶ λιποταξίᾳ κατηγοριῶν κατὰ
121τῶν κρατουμένων ὑποδίκων λιποτακτῶν, ὡς εὑρισκομένων
122εἰς ἀμφίβολον κατάστασιν ἐν ταῖς φυλακαῖς πρὸ 10–12
123μηνῶν καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνακρίσεως. Ὥστε ἅπασα ἡ μετὰ
124στόμφου καὶ γεγωνυίᾳ τῇ φωνῇ ῥητορεία σας καταπίπτει
125πρόῤῥιζα. Σεῖς, κύριε, πολλάκις καταχρᾶσθε τὴν ὑπομο-
126νὴν τῆς Βουλῆς, καὶ ζητεῖτε ἐκ παντοίου τρόπου νὰ παρα-
127σύρητε τοὺς βουλευτὰς, ἵνα παραδεχθῶσι τὰς πεποιθήσεις
128σας, τὰς ὡς ἐκ τρίποδος ἀφηγουμένας, ὡς νὰ ἔχητε τὸν Κώ-
129δικα τῆς λογικῆς ἐντὸς τῆς κεφαλῆς σας· καὶ ἂν καὶ φαί-
130νωνται λίαν ἐσφαλμέναι κατ’ οὐσίαν καὶ κατὰ θεωρίαν, μόλα
131ταῦτα οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἐξανέστη ἐξ ἁβρότητος νὰ ἐπιτιμήσῃ
132ὑμᾶς ἀπροκαλύπτως ἐν τῷ δικαίῳ του.
133Ἡμεῖς, κύριοι βουλευταὶ, δὲν ἐζητήσαμεν τίποτε ἄλλο,
134παρὰ τὴν ταχεῖαν ἐκδίκασιν τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων τῶν
135λιποτακτῶν, ὡς ἁρμόζει εἰς καλῶς ὠργανισμένην κοινωνίαν.
136Ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη πρέπει νὰ προβαίνῃ μὲ ταχύτητα
137καὶ μὲ τὴν δικαιογνωστικὴν ἀκρίβειαν κατὰ τῶν κατηγορου-
138μένων, ὡς λέγει ὁ Βίας φιλόσοφος τῶν ἑπτὰ φιλοσόφων τῆς
139Ἀρχαίας Ἑλλάδος, «Εὐνομίης ἴδμονα θῆκε πόλιν». Τουτέ-
140στι «διὰ τῆς εὐνομίας ἡ πόλις ἀποκαθίσταται ἐπιστήμων,
141καὶ εὐτυχισμένη».
142Ὥστε, κύριοι βουλευταὶ, ἡμεῖς οὐδόλως ἐξήλθομεν τῶν
143καθηκόντων μας καὶ τοῦ προορισμοῦ μας, καὶ οὐδόλως ἐζη-
144τήσαμεν νὰ ἀπαλλάξωμεν τοὺς λιποτάκτας ἄνευ τῆς μεσο-
145λαβήσεως τοῦ ἁρμοδίου ποινικοῦ Δικαστηρίου. Δὲν εἶναι δὲ
146ἀληθὲς, ὅτι οἱ λιποτάκται οὗτοι ἰδιοποιήθησαν τὸν ὁπλι-
147σμὸν τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ὑπέπεσαν εἰς τὴν λιποταξίαν ταύ-
148την ἕνεκεν ἀναποδράστου ἀνάγκης, πρὸς σωτηρίαν τῶν οἰ-
149κογενειῶν των, βασανιζομένων ὑπὸ τῶν Τουρκικῶν Ἀρχῶν,
150αἵτινες ἀπῄτουν ἐπιμόνως τὴν ἐπάνοδον τῶν τέκνων τού-
151των εἰς τὴν πατρικήν των οἰκίαν. Οἱ λόγοι δ’ οὗτοι, πι-
152στεύω, ἐκ προοιμίων θέλουν ἐπιδράσει εἰς τὴν συνείδησιν
153τῶν δικαστῶν, οἵτινες θέλουσιν ἀποδώσει δικαιοσύνην εἰς
154τοὺς ἕνεκα ἀνωτέρας βίας ἐγκαταλείποντας τὰς τάξεις των.
155§9ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι ὁ ἀξιότιμος βου-
156λευτὴς Καλαβρύτων ἔχει δύω μέτρα πρὸς ἐκτίμησιν τῶν
157ἐπερωτήσεων, διότι ἄλλως δὲν ἐξηγοῦνται ὅσα πρὸ μικροῦ
158εἶπε. Πολλάκις τὸν ἠκούσαμεν λίαν εὐγλώττως ἀναπτύσσοντα
159τὸ ζήτημα, ὅτι τὸ ὕψιστον τῶν δικαιωμάτων τοῦ βουλευ-
160τοῦ εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως. Ἀφοῦ ὅμως συμ-
161φωνεῖ εἰς τοῦτο, ἔρχεται σήμερον, ἀγνοῶ διὰ τίνα λόγον,
162ν’ ἀναιρέσῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μᾶς εἶπεν. Ἀκόμη εἶναι ἔναυλα
163εἰς τὰς ἀκοάς μου ὅσα μᾶς εἶπε περὶ τῶν κληρικῶν.......
164§10Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ θὰ τὰ ἐπαναλάβω πάλιν.
165§11ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀνεβίβασε τὸ ζήτημα αὐτὸ εἰς ὑψηλὴν
166περιωπήν. Δὲν λέγω, ὅτι ἔχει ἄδικον. Ἀλλὰ τότε διατί θέ-
167λει ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὴν ὁμιλίαν μου ἐξυπηρέτησιν ἐπαρχια-
168κῶν συμφερόντων; Ποῖον εἶναι τὸ ζήτημα τῶν κληρικῶν;
169Ὅτι παραβιάζονται οἱ νόμοι καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δι-
170καίωμα νὰ ἐξελέγξῃ τὰς πράξεις καὶ αὐτῆς τῆς Ἱερᾶς Συ-
171νόδου καὶ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἀποκτήσωσιν οἱ
172ἐξόριστοι τὴν ἐλευθερίαν των. Τί δὲ λέγομεν ἡμεῖς; Ὅτι
173οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἐῤῥίφθησαν εἰς τὰς φυλακὰς πρὸ 8 καὶ
17410 μηνῶν καὶ μένουσιν ὑπόδικοι, ὅτι εἰς πολλοὺς αὐτῶν δὲν
175δίδεται ἄρτος, οὔτε λεπτὸν, καὶ οὐδὲν ἐγένετο ἕως πρὸ μι-
176κροῦ διὰ τὴν προδικασίαν τῆς ὑποθέσεώς των.
177§12ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν.
178§13ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιω-
179τικῶν νὰ δώσῃ τὰς ἀπαιτουμένας ἐξηγήσεις.
180§14Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τότε εἴμεθα σύμφωνοι, διότι ἐγὼ αὐτὸ
181ὑπεστήριξα.
182§15ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριοι, δὲν ἔρχομαι ν’ ἀντικρούσω τὴν ὀρ-
183θὴν, κατ’ ἐμὲ, ἰδέαν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Καλαβρύτων,
184ὅτι οἱ βουλευταὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπεμβαίνουν εἰς τὴν στρα-
185τιωτικὴν πειθαρχίαν, καὶ διὰ τοῦτο οὔτε ἀμέσως, οὔτε ἐμ-
186μέσως δὲν ἐδοκίμασα νὰ φέρω νόμον πρὸς ἀπαλλαγὴν τῶν
187ἀναξιοπαθούντων, ὡς σᾶς προεῖπον, Θεσσαλῶν.
188Ἀλλ’ ὅταν ἔχωμεν ἓν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπι-
189βάλλει ὑποχρέωσιν νὰ σώσωμεν τὰ ναυάγια τοῦ παρελθόν-
190τος, φρονῶ, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ μὴ παραλείψωμεν ταῦτο.
191Τὸ παρελθὸν μᾶς ἀφῆκε μίαν κατάστασιν τοιαύτην, ἡ ὁποία
192ἔχει ἀνάγκην θεραπείας. Ὅταν, κύριοι, ἐκάλεσεν ἡ Κυβέρ-
193νησις τοὺς Ἕλληνας ἐκ τῶν διαφόρων μερῶν τοῦ κόσμου
194διὰ νὰ πολεμήσωσιν, ὅταν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἐπιμένοντες
195εἰς τὸν ἀρχικόν των πόθον νὰ πολεμήσωσι κατὰ τῶν Τούρ-
196κων ἐπανῆλθον καὶ ἐπολέμησαν, ἤδη δὲ ἐῤῥίφθησαν καὶ ἐλη-
197σμονήθησαν εἰς τὰς φυλακὰς, φρονῶ ὅτι κανεὶς δὲν δύναται
198νὰ κατηγορηθῇ ὅτι ἐγκληματεῖ, ἐὰν ὑψώσῃ φωνὴν ὑπὲρ τῶν
199πασχόντων, ὅπως σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους τοὺς στρατιω-
200τικοὺς τοῖς ἀποδοθῇ δικαιοσύνη, ὅπως παύσῃ ἡ ἐπαχθὴς καὶ
201ἀδικαιολόγητος ὑποδικία.
202§16Α. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ζητῶ τὴν ἄδειαν, κ. βουλευταὶ, ν’
203ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγον τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπί τινων
204ἀντικειμένων λίαν ἐδιαφερόντων τὸν Τόπον καὶ τὴν ἐπαρ-
205χίαν, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύω. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ὁ και-
206ρὸς ἐπείγει, ὅτι πολλὰ τῶν νομοσχεδίων, ἅτινά εἰσιν ἀνα-
207γεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, δὲν θέλει ἴσως κατορ-
208θωθῇ νὰ ψηφισθῶσιν’ ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης βέβαιον, ὅτι ἡ
209Βουλὴ ἔχει δύω σπουδαῖα καθήκοντα νὰ ἐπιτελέσῃ. Ὀφείλει
210νὰ ψηφίσῃ τὴν σύμβασιν τῶν σιδηροδρόμων, οἵτινες θέλουσι
211δώσει νέαν ὤθησιν εἰς τὴν εὐημερίαν καὶ πραγωγὴν τοῦ
212ἡμετέρου τόπου, πάντα τὰ συναφῆ πρὸς τὸν προϋπολογι-
213σμὸν νομοσχέδια, τέσσαρα ἢ πέντε τὸν ἀριθμὸν, καὶ αὐτὸν
214τοῦτον τὸν προϋπολογισμόν. Ἰδοὺ τὸ ἓν τῶν καθηκόντων
215αὐτῆς. Ὀφείλει ἐπίσης νὰ δώσῃ ἓν τέλος εἰς τὴν ὑπόθεσιν
216τοῦ ἐλλείμματος τοῦ Ταμείου Θηβῶν. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ
217ἕτερον. Μὴ λησμονῶμεν, κύριοι, ὅτι βαθέως συνεκίνησε τὴν
218ἐθνικὴν συνείδησιν ἡ ὑπόθεσις αὕτη. Ἡ Βουλὴ, σεβομένη
219ἑαυτὴν καὶ ἀκριβῶς ἐπιθυμοῦσα νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον
220αὐτῆς, ὀφείλει μετ’ ἐπιστασίας καὶ μετὰ προσοχῆς νὰ ἐξεύρῃ
221τὸν τρόπον, ὅστις ἐγγυᾶται τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἀτόμων
222καὶ τῆς ἐθνικῆς τιμῆς. Πρέπει νὰ πιστοποιηθῇ ἀπὸ τοῦ βή-
223ματος τούτου, ὅτι τὰ καθήκοντα καὶ τὰ δικαιώματα τῆς
224Βουλῆς δὲν περιορίζονται μόνον εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν πό-
225θων καὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν
226νόμων, εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ
227Κράτους, ἀλλὰ καὶ προσέτι πρέπει νὰ μάθῃ ἡ κοινωνία, ὅτι
228δὲν δύναται νὰ λάβῃ χώραν ἀταξία καὶ κατάχρησις περὶ
229τὴν διαχείρισιν τοῦ δημοσίου πλούτου, χωρὶς τοῦτο νὰ μὴ
230συγκινήσῃ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, νὰ μὴν ἐφελκύσῃ
231τὴν προσοχήν της ἐπὶ τῶν αἰτίων τοῦ κακοῦ καὶ νὰ μὴ
232φέρῃ εἰς φῶς τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐρεύνης αὐτῆς οἱαιδή-
233ποτε καὶ ἂν ὦσιν αἱ παρακολουθοῦσαι ταύτην συνέπειαι.
234Καὶ ἐνῷ ταῦτα καὶ μόνα τὰ ἔργα της ἂν φέρῃ εἰς πέρας
235ἡ Βουλὴ πρὸ τῆς ἐπικειμένης λήξεως τῶν ἐργασιῶν της,
236ὀφείλομεν νὰ ὦμεν εὐχαριστημένοι, χωρὶς οὐδεὶς νὰ ἔχῃ
237τὸ δικαίωμα εὐλόγους νὰ προβάλῃ παρατηρήσεις, διότι ἡ
238διάλυσις τῆς Βουλῆς εἶναι ἡ αἰτία τῆς βραδύτητος τῶν
239ἐργασιῶν μας καὶ πασῶν τῶν ἀνωμαλιῶν, σπουδαῖα νο-
240μοσχέδια ἀφ’ ἑτέρου, ἄλλα μὲν ὑποβληθέντα, ἄλλα δὲ
241μέλλοντα νὰ ὑποβληθῶσι, θὰ μείνωσιν ἐκκρεμῆ. Μεταξὺ
242τῶν νομοσχεδίων τούτων τὴν πρωτεύουσαν ἴσως θέσιν κα-
243τέχει καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ ζωοκλοπῆς. Ἐπείγουσα
244ἀνάγκη τοῦ Τόπου ἐπιβάλλει, κύριοι, τὴν ταχεῖαν ψήφι-
245σιν νόμου περὶ ζωοκλοπῆς. Καὶ ἤθελα παρακαλέσει τὸν
246ἀξιότιμον φίλον μου καὶ ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης
247νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὸ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς πέρυσι συν-
248ταχθὲν νομοσχέδιον, καὶ μεταῤῥυθμίζων αὐτὸ καὶ διασκευ-
249άζων καταλληλότερον νὰ τὸ ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς
250Βουλῆς. Ἀλλ’ ἴσως ἤδη εἶναι ἀργά. Ἐν τούτοις, ἡ ζωοκλο-
251πὴ μαστίζει τὸν Τόπον.
252Ἡ Πελοπόννησος καὶ ἰδίως ὁ νομὸς ἡμῶν λυμαίνεται ὑπὸ
253τοῦ φοβεροῦ αὐτοῦ κακοῦ. Διὰ τοῦτο ἐπερωτῶ τὴν Κυβέρ-
254νησιν; τί σκέπτεται νὰ πράξῃ καθ’ ὅλον τοῦτο τὸ διάστη-
255μα μέχρι τῆς προσεχοῦς Συνόδου; Διὰ τοῦτο θερμῶς παρα-
256καλῶ οὐ μόνον τοὺς ἁρμοδίους ὑπουργοὺς, ἀλλὰ καὶ ἅπαν τὸ
257Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ λάβῃ σύντονα περὶ τούτου μέ-
258τρα. Ἰδίως συνιστῶ τὴν συγκρότησιν εἰδικῶν ἀποσπασμά-
259των, ἐχόντων ἐπὶ κεφαλῆς ἀξιωματικοὺς καὶ παρακολουθου-
260μένων ὑπὸ ἐκτάκτων ἀνακριτῶν, πρὸς ταχυτέραν καὶ ἀπο-
261τελεσματικωτέραν καταδίωξιν τῆς ζωοκλοπῆς.
262Εἶμαι, Κύριοι, εἰς τὴν εὐάρεστον θέσιν ν’ ἀναγγείλω, ὅτι
263τινὰ ἐκ τῶν αἰτημάτων τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Πατρῶν,
264περὶ ὧν ἐγένετο λόγος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, σπουδαίως
265ἀπησχόλησαν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐδόθησαν
266ἤδη, ὡς θετικῶς ἐπληροφορήθην, αἱ δέουσαι ὁδηγίαι. Μαν-
267θάνω μετ’ εὐχαριστήσεως, ὅτι ὑπογράφεται, ἂν δὲν ὑπεγρά-
268φη ἤδη, ἡ σύμβασις περὶ καταδύσεως ὑποβρυχίου τηλεγρά-
269φου, μέλλοντος νὰ συνδέσῃ τὴν Ζάκυνθον οὐ μόνον πρὸς τὰς
270Πάτρας, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὰς Ἀθήνας, καὶ ὅτι οἱ ὅροι τῆς συμ-
271βάσεως εἶναι λίαν ὠφέλιμοι καὶ διὰ τὸ Δημόσιον καὶ διὰ
272τοὺς ἰδιώτας.
273Ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
274κῶν, συναινῶν εἰς τὴν παραχώρησιν τοῦ ζητηθέντος οἰκοπέ-
275δου πρὸς ἀνέγερσιν Χρηματιστηρίου, δὲν θέλει ἐπιμείνει εἰς
276τὴν πρότασιν τοῦ νὰ ἐγκαθιδρυθῶσιν ἐν αὐτῷ καὶ τὰ γρα-
277φεῖα τῶν δύο Εἰσαγγελιῶν. Ἡ ἰδέα τοῦ Χρηματιστηρίου καὶ
278τῶν ἐμπορικῶν ἐργασιῶν δὲν συμβιβάζεται μὲ τὰς ἐργασίας
279τῶν δικαστικῶν γραφείων. Ἀρκοῦσα, νομίζω, εἶναι ἡ πρό-
280τασις τοῦ νὰ τοποθετηθῶσιν ἐκεῖ, ἀξιοπρεπέστερα βεβαίως
281παρὰ σήμερον, τὰ γραφεῖα τοῦ Ταχυδρομείου καὶ τοῦ Τη-
282λεγραφείου. Διὰ τῆς προτάσεως ταύτης τὸ Δημόσιον οἰκονο-
283μεῖ πέντε χιλιάδας δραχμῶν περίπου κατ’ ἔτος, ἤτοι θὰ ἀ-
284πολαμβάνῃ τὸν δίκαιον τόκον ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ παραχωρη-
285θησομένου οἰκοπέδου.
286Δὲν κάμνω λόγον περὶ τῆς δημοτικῆς διαμετακομίσεως,
287τὴν ὁποίαν πρὸ ἐτῶν δὲν ἔχομεν ἐν Πάτραις καὶ τῆς ὁποίας
288ἡ ἐπαναφορὰ ἐπιβάλλεται ὑπὸ ὑψίστων καὶ ἐπειγόντων τοῦ
289ἐμπορίου συμφερόντων. Καὶ δὲν κάμνω λόγον, διότι τὸ ζήτη-
290μα τοῦτο ἐπροχώρησε, τὰ δὲ σχετικὰ ἔγγραφα εὑρίσκονται
291ἐν τῇ Νομαρχίᾳ Πατρῶν, ἀφ’ ὅτου ἐζητήθησαν ἀναγκαῖαί
292τινες πληροφορίαι.
293Ἐπίσης πληροφοροῦμαι, ὅτι μελετᾶται καὶ ἡ σύμβασις
294τῶν ἱπποσιδηροδρόμων, τῆς ὁποίας τὴν ταχεῖαν ἔγκρισιν
295συνιστῶ θερμῶς εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑπουργόν. Ἐπίσης ὑπεβλή-
296θη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ σήμερον διενεμήθη νομοσχέδιον
297περὶ ἀπαγορεύσεως ποιμνιοβοσκῆς ἐντὸς τῶν κτημάτων, νο-
298μοσχέδιον χρησιμώτατον καὶ τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπήλλαξε τῆς
299ἀνάγκης νὰ ὑποβάλωμεν ὅμοιον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶχον ὑ-
300ποβάλει οἱ ἐξ Ἠλείας βουλευταί. Διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ
301νομοσχεδίου τούτου πρόκειται νὰ ἐξασφαλισθῶσιν ἡ ἰδιοκτη-
302σία καὶ τὰ κτήματα τῶν πολιτῶν.
303Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ λυπεῖ καὶ ὅπερ εἶναι τὸ σπου-
304δαιότατον πάντων, εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ δασμοῦ τῆς στα-
305φίδος. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς ὑπέβαλε
306προχθὲς τὴν σχετικὴν ἀλληλογραφίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέγνω-
307σα. Ἀλλ’ ὁποία τις εἶναι ἡ ἀλληλογραφία αὕτη; Μηδαμινή.
308Καὶ τῳόντι, θὰ λυπηθῆτε, ὅταν ἀκούσητε, ὅτι μέχρι τέλους
309Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. ἡ πρῴην Κυβέρνησις τῆς Χώρας τοσοῦτον ἐπι-
310πολαίως διεξήγαγε ζήτημα, μεθ’ οὗ συνδέονται ὕψιστα καὶ ζωτι-
311κώτατα τοῦ Τόπου συμφέροντα. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἔλε-
312γεν, ὅτι σπουδαίως ἐνήργει διὰ τῆς διπλωματικῆς ὁδοῦ, καὶ
313καθησύχαζε τὸν κόσμον καὶ τοὺς ἀπεσταλμένους τοῦ ἐκ
314Πατρῶν ἐμπορίου. Ἐν τούτοις, ὁ φάκελλος δὲν περιέχει
315παρὰ δύω μόνον ἔγγραφα, ἓν τῆς 1 [12 Φεβρουαρίου τοῦ
316ἐπὶ τοῦ Ἐμπορίου ὑπουργοῦ τῆς Γαλλίας, καὶ ἕτερον τῆς
31712[24 τοῦ Πρέσβεως ἡμῶν, διὰ τοῦ ὁποίου διεβίβαζεν πρὸς
318τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὸ ἀπαίσιον ἐκεῖνο Γαλλικὸν ἔγ-
319γραφον, ἔλεγε πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ τὰ ἑξῆς: «Ἀδύνατον
320νὰ γείνῃ λόγος περὶ ἐμπορικῆς συνθήκης, εἰ μὴ πρότερον
321προτείνωμεν σπουδαίας ἐλαττώσεις τοῦ ἐπὶ τῶν ὑφασμάτων
322εἰσαγωγικοῦ τέλους. Καὶ ἐπειδὴ περὶ τοῦ δασμοῦ τούτου
323οὐδεὶς γίνεται λόγος ἐν ταῖς διαβιβασθείσαις μοι ὁδηγίαις,
324ἐνόμιζον, ὅτι ὤφειλον νὰ ὑποβάλω τὴν αἴτησιν ταύτην τοῦ
325ὑπουργοῦ διὰ τὰ περαιτέρω».
326Τί πρόκειται ἐντεῦθεν; Ὅτι, ἀντὶ νὰ παραπονώμεθα
327ἡμεῖς διὰ τὸ ἐπαχθὲς τοῦ δασμοῦ, παραπονεῖται ἡ Γαλλία
328καὶ ἀρνεῖται διὰ τοῦ ὑπουργοῦ αὐτῆς μέχρι φθίνοντος Φε-
329βρουαρίου νὰ ἔλθῃ μεθ’ ἡμῶν, ἔστω καὶ εἰς προκαταρκτικὰς
330διαπραγματεύσεις. Ἔχω λόγους νὰ πιστεύω, ὅτι ἡ νῦν Κυ-
331βέρνησις σπουδαίως ἐσκέφθη περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου,
332καὶ μὲ σαφεῖς ὁδηγίας ἐπεφόρτισε τὸν Πρεσβευτὴν ἡμῶν, εἰς
333τὴν ἐνδελεχῆ μέριμναν, τὴν δραστηριότητα καὶ τὸν πατριω-
334τισμὸν τοῦ ὁποίου ἔχω ἀπόλυτον πίστιν. Παρακαλῶ ὅμως
335τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἂν μέχρι τοῦ προσεχοῦς
336Σαββάτου ἔχῃ τι εὐάρεστον, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ τὸ ἀναγ-
337γείλῃ εἰς τὴν Βουλήν.
338Δύω λέξεις ἀκόμη καὶ ἐτελείωσα. Δὲν ἤμην παρών, ὅτε
339πρό τινων ἡμερῶν συνεστήθη ἐπιτροπὴ πρὸς συναρμολόγησιν
340διαφόρων προτάσεων ἐπὶ τῆς τροποποιήσεως τοῦ Ἐκλογικοῦ
341Νόμου. Διὸ ἀναγκάζομαι σήμερον νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν σκέ-
342ψιν τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι, οἱαιδήποτε τροποποιήσεις καὶ ἂν
343ψηφισθῶσι πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγειν
344καὶ ἐκλέγεσθαι, οὐδεμία ῥιζικὴ βελτίωσις ὡς πρὸς τὸν γνή-
345σιον καταρτισμὸν τοῦ Κοινοβουλίου θέλει προκύψει, ἂν μὴ
346μεταβληθῶσιν αὐταὶ αἱ βάσεις τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος.
347Δὲν ἀναπτύσσω ἤδη. Ἀρκοῦμαι μόνον νὰ ὑποδείξω, ὅτι ἡ
348ἐπιτροπή, κατὰ τὰς μελέτας αὐτῆς, πρέπει νὰ ἐξετάσῃ
349καὶ τὸ ζήτημα τῆς μιᾶς ψήφου, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν ἰδέαν
350μου, ὡρίμασε πλέον, ἵνα, ταύτης καθιερουμένης, παύσουν
351τὰ ἄτοπα τῶν συνδυασμῶν, περὶ ὧν τοσάκις ἐγένετο λόγος,
352καὶ ἀντιπροσωπευθῇ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ αὐτὴ ἡ μειο-
353νοψηφία. Ὀφείλει ἐπίσης ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἐξετάσῃ, — διότι
354καιρὸς εἶναι νὰ συζητηθῇ καὶ ἡ ἰδέα αὕτη ἐν τῷ τύπῳ καὶ
355ἐνταῦθα — καὶ τὸ ζήτημα τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ
356τῶν βουλευτῶν, τροποποιοῦσα κατὰ τοῦτο τὴν βάσιν τοῦ
357πληθυσμοῦ, τὸν ὁποῖον παραδέχεται τὸ ἄρθρον 1 τοῦ Ἐκ-
358λογικοῦ Νόμου. Ἡ παρουσία τόσων Ἀντιπροσώπων εἶναι καὶ
359δυσανάλογος πρὸς τὸν πληθυσμὸν τῆς Ἑλλάδος, καὶ, συγ-
360χωρήσατέ μοι τὴν ἔκφρασιν, πολυτέλεια ἀσυγχώρητος.
361Διὰ τῶν δύω τούτων ὑποδεικνυομένων ῥιζικῶν μεταῤῥυθ-
362μίσεων θέλομεν ἐπιτύχει δύω μεγάλα καλά: γνήσιον καὶ
363ἄδολον καταρτισμὸν τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ μονιμότητα τῶν
364Κυβερνήσεων, μονιμότητα, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν θὰ δυνη-
365θῶμεν ποτὲ οὔτε νὰ τακτοποιηθῶμεν οἰκονομικῶς, οὔτε νὰ
366ὀρθοποδίσωμεν.
367§17ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν μεγάλων ἐργοστα-
368σιαρχῶν τῆς πρωτευούσης ζυθοποιῶν, παραπονουμένων κατὰ
369τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ.
370ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Νομίζω, ὅτι τὸ ἓν τῶν παρα-
371πόνων αὐτῶν μᾶλλον ἀφορᾷ εἰς λάθος τῆς ὑπηρεσίας. Διὰ
372τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως,
373ὅσον ἀφορᾷ τὰς πρώτας ὕλας, ἐξ ὧν γίνεται ἡ ῥακὴ, ἐφρόν-
374τισεν ἡ ὑπηρεσία νὰ ἀπαλλάξῃ αὐτὰς εἰσαγωγικοῦ τέλους·
375τὰς πρώτας ὅμως ὕλας, ἐξ ὧν κατασκευάζεται ὁ ζῦθος, οἷον
376τὸ ζυθόχορτον, humulus lupulus, καὶ τὴν κεκαυμένην κριθὴν,
377ἀφίνει βαρέως φορολογουμένας· τοῦτο εἶναι ἀδικώτατον. Τὸ
378δεύτερον αἴτημα αὐτῶν εἶναι, ὅπως τεθῇ ἀνάλογος φορο-
379λογία ἐπὶ τοῦ ζύθου, οἵα καὶ ἐπὶ τῆς ῥακῆς, διότι ἡ τιμὴ
380τοῦ ζύθου εἶναι 50 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν καὶ φορολογεῖται 25
381λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ἤτοι 50%, ἐνῷ τῆς ῥακῆς ἡ τιμὴ
382εἶναι 1,50 κατ’ ὀκᾶν καὶ φορολογεῖται αὕτη ἐπίσης 25
383λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ἤτοι 16%.
384Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπὸ
385σπουδαίαν σκέψιν τὰς αἰτήσεις ταύτας καὶ ἐπενέγκῃ τὴν
386δέουσαν θεραπείαν· ἄλλως, ἀρτισύστατος βιομηχανία θὰ μα-
387ρανθῇ ἅμα τῇ γενέσει αὑτῆς.
388§18ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
389§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάτοικοι διαφόρων χωρίων τῶν ἐπαρχιῶν
390Θηβῶν καὶ Λεβαδείας παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ψη-
391φίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος. — Ὁ
392βουλευτὴς Ἀγυιᾶς κ. Στεφανίδης ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἐπε-
393ρώτησιν.
394§20ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). (Ὅρα Παράρτημα).
395§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς ἐπερωτή-
396σεις τὰς γενομένας κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἑβδομάδος καὶ
397εἴς τινας γενομένας σήμερον.
398Καὶ πρῶτον παρατηρῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι πάντοτε
399πρόθυμος νὰ παρέχῃ πᾶσαν πληροφορίαν εἰς τὴν Βουλὴν·
400ἀλλ’ ὅπως ἔχει τὸ καθῆκον πρὸς τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἀρνῆται
401τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτή-
402σεως ἐπάγεται ὡς ἀντίστοιχον ὑποχρέωσιν αὐτῆς, τοιουτο-
403τρόπως ἔχει τὸ καθῆκον πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν, ἣν ἀντιπρο-
404σωπεύει, νὰ μὴ παρέχῃ πληροφορίας ἐκεῖ ὅπου δὲν δύναται
405νὰ παράσχῃ αὐτὰς ἄνευ ζημίας τῆς ὑπηρεσίας καὶ παρα-
406βιάσεως τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς· ἰδίως δὲ ὡς πρὸς τὰ
407στρατιωτικὰ καὶ τοὺς κανόνας τῆς πειθαρχίας ἐπιβάλλεται
408τῇ Κυβερνήσει νὰ ἀπέχῃ ἀπὸ συζητήσεων ἐν τῇ Βουλῇ περὶ
409θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται καθαρῶς εἰς τὴν ἐσωτερικὴν
410στρατιωτικὴν διοίκησιν. Ἡ ὑπόθεσις τοῦ ἀρχιάτρου Μαρά-
411του, περὶ ἧς ἐγένετο λόγος, εἶναι ὑπόθεσις ἀναγομένη καθα-
412ρῶς εἰς τὴν ἐσωτερικὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν. Ἐὰν εἶχε
413γείνει ὑπέρβασις ἐξουσίας, ἐννοεῖται, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ θὰ
414ἠδύνατο νὰ προκληθῇ περὶ τούτου συζήτησις· ὅταν ὅμως
415τὸ ζήτημα ἦναι ἐντὸς τῆς ἐξουσίας τοῦ ἀρχηγοῦ, καὶ ἂν
416ἐγένετο καλὴ ἢ κακὴ χρῆσις τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ, τοῦ-
417το δὲν ἀνάγεται εἰς τὴν βουλευτικὴν συζήτησιν· ἀνάγεται
418βεβαίως εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, οὐχὶ ὅμως εἰς
419συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως ἂν ἡ Κυβέρνησις
420ἐργασθῇ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, θέλει ἐργασθῆ ἐκτὸς
421τοῦ Κοινοβουλίου.
422Ὡσαύτως ἐγένοντο ἐπερωτήσεις περὶ τῶν ὑποδίκων. Καὶ
423ὡς πρὸς τούτους, ἐφ’ ὅσον ἔχουσι γενικώτερον χαρακτῆρα αἱ
424ἐπερωτήσεις, νομίζω, ὅτι λίαν ὀρθῶς τὸ ζήτημα ὑπεβλήθη
425εἰς τὴν Βουλήν, διότι τίς ἄλλος παρὰ τὴν Βουλήν ἔχει κα-
426θῆκον νὰ ἐπιβλέπῃ, ὅπως μὴ πιέζωνται οἱ πολῖται, ἔστω καὶ
427ἂν ἀνήκωσιν εἰς τὸν στρατόν, κατὰ παράβασιν τῶν νενομι-
428σμένων; καὶ βεβαίως δὲν πρέπει νὰ κρατῆται ὑπόδικος ἐν τῇ
429φυλακῇ πέραν τῆς ἀνάγκης. Ὅτι ὑπόδικοι στρατιωτικοὶ ἐκρα-
430τήθησαν ἐπὶ πολὺν χρόνον ἐν ταῖς φυλακαῖς εἶναι ἀληθές·
431ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, γενικῶς ἐξεταζομένου, ὅτι εὐθύ-
432νονται καὶ οἱ κυβερνῶντες ἢ οἱ στρατιωτικοὶ προϊστάμενοι,
433διότι κατὰ γενικὸν κανόνα αἰτία τούτου ὑπῆρξεν ἡ ἔκτακτος
434ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν ἐγέννησεν ἡ ἐπιστράτευσις. Ἡ στρατιω-
435τικὴ ὑπηρεσία ἦτο ἐντελῶς ἀπαράσκευος πρὸς τοιαύτην αὔ-
436ξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ διὰ στρατιωτικῆς δικαιο-
437σύνης, ὠργανωμένης χάριν στρατοῦ 12, 15 ἢ 18 χιλ. τὸ πολὺ
438ἀνδρῶν, ἐδέησε νὰ διεκπεραιωθῶσιν ὑποθέσεις ἀναγόμεναι
439εἰς στρατὸν 80 χιλ. ἀνδρῶν. Ἐννοεῖται, ὅτι αἱ συνέπειαι
440ὑπῆρξαν τοιαῦται, ὁποίας ἠκούσατε. Δὲν λέγω, ὅτι εἴς τινας
441περιστάσεις δὲν ὑπῆρχον καὶ ὑπεύθυνοι, καὶ δι’ αὐτὰς ἐπι-
442βάλλεται καθῆκον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ εὕρῃ τὸν ὑπεύθυνον
443καὶ τὸν τιμωρήσῃ. Κατὰ γενικὸν ὅμως κανόνα αἱ δυσχέρειαι
444αὗται προῆλθον ἐκ λόγων ἀνωτέρων, τοὺς ὁποίους ἀνθρώ-
445πινος δύναμις δὲν ἠδύνατο νὰ θέσῃ ἐκποδών. Καὶ ὡς ἐκ τοῦ
446λόγου τούτου θέλω προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν ν’ αὐξήσῃ κατὰ
447ἕνα ἀντεισηγητὴν τὸ προσωπικὸν ἑκατέρου τῶν Στρατοδι-
448κείων διὰ νὰ δύναται νὰ διεκπεραιωθῇ ταχύτερον ὁ μέγας
449ἀριθμὸς τῶν δικογραφιῶν.
450Παρετηρήθη προσέτι, ὅτι οὐχὶ μόνον ἐπὶ πολὺν χρόνον οἱ
451ὑπόδικοι διαμένουσιν ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἀλλὰ καὶ κακῶς
452διαιτῶνται. Καὶ τοῦτο οὕτως εἶχε, διότι δὲν ἐδίδετο εἰς τοὺς
453ὑποδίκους πρὸς διατροφὴν οὐδὲ τὸ ἥμισυ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον
454δίδεται πρὸς στρατιώτην ἐν ὑπηρεσίᾳ, οὐδὲν δὲ ἀπολύτως
455πρὸς ἐνδυμασίαν, ὥστε ὁ ὑπόδικος μετὰ διαμονὴν ὀλίγου
456χρόνου ἐν τῇ φυλακῇ ἤρχετο στερούμενος ἐνδυμασίας· πολ-
457λάκις δὲ ἐστερεῖτο καὶ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, ὅτε συνε-
458λαμβάνετο ἐν τῷ χωρίῳ του κρυπτόμενος ἄνευ ἐπαρκοῦς ἐνδυ-
459μασίας καὶ μετήγετο εἰς τὴν φυλακὴν μὲ μόνην τὴν λινοστο-
460λήν, καὶ οὐδὲν ὁ κανονισμὸς προνοεῖ περὶ τῆς ἐνδυμασίας αὐ-
461τῶν, οὐδὲ ὑπάρχει πίστωσις πρὸς τοῦτο, οὐδὲ ἔχει δικαίωμα ἐκ
462τοῦ ὑφισταμένου κανονισμοῦ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ πράξῃ τι.
463Τὸ πρῶτον ἄρα ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον τὸ Ὑπουργεῖον ὤ-
464φειλε νὰ ἐξετάσῃ, εἶναι κατὰ πόσον δύναται νὰ μεταβάλῃ
465τὸν κανονισμόν, καὶ προέβημεν εἰς πᾶσαν μεταβολὴν ἐπι-
466τρεπομένην παρὰ τοῦ Νόμου. Καὶ ὅσον ἰδίως ἀφορᾷ εἰς τοὺς
467ἐν Ἀθήναις ὑποδίκους, καὶ περὶ τροφῆς καὶ ἐνδυμασίας ἐφρον-
468τίσαμεν καὶ περὶ μεταγωγῆς αὐτῶν εἰς ἄλλον χῶρον ἐπι-
469σκευαζόμενον ἤδη, σήμερον δὲ ἢ αὔριον ὁδηγοῦνται ἐκεῖ, καὶ
470περὶ διατροφῆς αὐτῶν ἐπαρκοῦς.
471Ὡς πρὸς τοὺς λιποτάκτας, περὶ ὧν ἐγένετο λόγος, θέλω
472παρατηρήσει, ὅτι οὐδὲν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀνάγεται, διότι
473τὰ περὶ τούτων κανονίζονται ὑπὸ τοῦ Στρατοδικείου· μόνον
474περὶ μιᾶς τάξεως λιποτακτῶν προενόησεν ἡ Βουλή, ὅπως
475οὗτοι δι’ ἀποφάσεως τῆς Κυβερνήσεως τιμωρῶνται. Οἱ ἄλ-
476λοι πάντες ὑπάγονται εἰς τὰ Στρατοδικεῖα, καὶ οὐδεμία Ἐξου-
477σία δύναται νὰ ἐξαιρέσῃ αὐτοὺς ἀπὸ τῆς δικαιοδοσίας των.
478Δὲν ἔχω ὅμως ἀμφιβολίαν, ὅτι οἱ λόγοι, οἵτινες ἐῤῥέθησαν
479πρὸς ἀπαλλαγὴν αὐτῶν, θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει ὑπὸ τῶν δι-
480καστῶν των.
481§22ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Βραδύνουν τὰ Στρατοδικεῖα.
482§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅπως εἶπον αἱ δικαγραφίαι εἶναι πολυά-
483ριθμοι καὶ τὸ προσωπικὸν δὲν ἐπαρκεῖ, καὶ διὰ τοῦτο ἐν τῷ
484νομοσχεδίῳ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ θὰ προστεθῶσι
485δύω ἀντεισηγηταί.
486§24ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχουν πλέον τοῦ ἔτους ὡς ὑπόδικοι καὶ
487δὲν προσδιωρίσθη ἀκόμη ἡ δίκη των.
488§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Σᾶς εἶπον ὅτι ἐλήφθη πᾶσα πρόνοια ὑπὸ
489τοῦ ὑπουργείου. Ἐφρόντισα νὰ λάβω κατάλογον τῶν ἐκκρε-
490μῶν δικογραφιῶν, νὰ μάθω ποῦ εὑρίσκεται ἕκαστος ὑπόδικος
491καὶ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσίς του, ὅπως προ-
492κληθῇ ἡ δέουσα ὤθησις.
493§26ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Κατὰ τὸν στρατιωτικὸν Ποινικὸν Νόμον
494δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ διορίσῃ ἐκτάκτως ἕνα ἢ δύω ἀντ-
495εισηγητάς.
496§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὸν στρατιωτικὸν Ποινικὸν Νόμον
497δύναται, ἀλλὰ κατὰ τὸν Νόμον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρα-
498τοῦ, ὁ ὁποῖος ὁρίζει τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἀξιωματικῶν, δὲν
499δύναται νὰ διορίσῃ πλείονας τῶν ὅσων ἔχει διωρισμένους.
500Ἡ διάταξις τοῦ στρατιωτικοῦ Νόμου δύναται νὰ κατισχύσῃ,
501προκειμένου περὶ ἐκτάκτων εἰσηγητῶν, ἀλλὰ προκειμένου
502περὶ τακτικῶν δὲν δύναται τὸ ὑπουργεῖον νὰ διορίσῃ ἄλλους
503ἐκτὸς ἐκείνων, οἵτινες ἀναγράφονται σήμερον ἐν τῷ Νόμῳ
504περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ.
505§28ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐὰν λάβῃ ἄδειαν παρὰ τῆς Βουλῆς;
506§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο λέγω· ὅτι ἐπροτάθη τὸ νομοσχέδιον
507περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ ἐν αὐτῷ προσετέθη ἀνὰ
508εἷς ἀντεισηγητὴς εἰς ἑκάτερον τῶν Στρατοδικείων. Ἐγένετο
509καί τις ἐπερώτησις περὶ τοῦ ἐνωμοτάρχου Μελισσινοῦ, ὡς
510παρεκτραπέντος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ αὑτοῦ κατὰ προσώπων. Ὁ
511φάκελλος τῆς ὑποθέσεως μελετηθεὶς παρ’ ἐμοῦ ἀποδεικνύει
512ὅλως τὸ ἐναντίον· ὄχι μόνον ἡ διαγωγὴ τοῦ Μελισσινοῦ ὑ-
513πάρχει ἀνεπίληπτος, ἀλλὰ προσείλκυσεν οὗτος εἰς ἑαυτὸν
514τοὺς ἐπαίνους τῶν κατοίκων καὶ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου. Ἔχο-
515μεν ἀναφορὰς εὐχαριστηρίους, εἰς ἃς εἶναι ὑπογεγραμμένα
516πολλὰ ἀξιότιμα πρόσωπα περὶ αὐτῆς ταύτης τῆς πράξεως,
517ἥτις ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν ἐπερώτησιν. Βεβαίως ὅμως, ἂν
518τὰ πράγματα εἶχον συμβῇ ὅπως παρεστάθησαν, ἔπρεπε νὰ
519γείνῃ ἡ ἐπερώτησις.
520Ὁ κύριος βουλευτὴς Ἁγυιᾶς, ὁ κύριος Στεφανίδης, ὡμί-
521λησε πρὸ ὀλίγου περὶ ἀτοπήματος συμβάντος ἐν τῇ Ἀστυ-
522νομίᾳ τὴν πρωΐαν ταύτην. Ὡς πρὸς τοῦτο, νομίζω, ὅτι αἱ
523ἐπερωτήσεις δὲν πρέπει νὰ γίνωνται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον,
524διότι ἐὰν τῳόντι συνέβη τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον μοὶ εἶναι ἀδύ-
525νατον νὰ πιστεύσω, νομίζω, ὅτι πρῶτον ἔπρεπε νὰ ἀναφερθῇ
526εἰς τὴν ἁρμοδίαν Ἀρχήν.
527§30ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἀνεφέρθη εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν καὶ τὸν
528ἐδίωξαν.
529§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἠδύνατο νὰ ἀναφερθῇ καὶ εἰς τὸν διοικη-
530τικὸν προϊστάμενον, τὸ ὑπουργεῖον, καὶ μόνον ἂν ὁ διοικη-
531τικὸς προϊστάμενος δὲν ἐφρόντιζε νὰ ἐξακριβώσῃ τὰ γεγο-
532νότα καὶ προβῇ εἰς τὴν ἐπανόρθωσιν αὐτῶν, ἠδύνατο νὰ
533γείνῃ λόγος καὶ ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλὰ περὶ συμβάντος γενομέ-
534νου τὴν πρωΐαν ταύτην κατὰ τὰς 8, περὶ οὗ εἶναι ἀδύνα-
535τον νὰ γνωρίζωμεν, οὐδὲ καιρὸς ὑπῆρχε νὰ ἐξετάσωμεν καὶ
536νὰ ἐνεργήσωμεν πρὸς ἐπανόρθωσιν τοῦ ἀδικήματος, ἐὰν
537ἐγένετο· ἡ ἐπερώτησις βεβαίως ἔρχεται προώρως. Νομίζω
538ἤδη ὅτε ὁπωσδήποτε τὸ προϊστάμενον ὑπουργεῖον ἔλαβε
539γνῶσιν τοῦ γεγονότος, θέλει λάβει πρόνοιαν νὰ ζητήσῃ
540πληροφορίας περὶ τῶν καταγγελθέντων καὶ θὰ φροντίσι
541περὶ τῆς ἐπανορθώσεως αὐτῶν.
542§32ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Δὲν ἀμφέβαλλον περὶ τούτου, ἀλλ’ ἐγὼ
543θεωρῶ κατὰ τὸν σκοπὸν τὴν παροῦσαν κυβέρνησιν ὡς ἄλλον
544ἑκατόγχειρα.
545§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὀφείλω προσέτι ν’ ἀνατρέξω καὶ εἰς πα-
546λαιάν τινα ἐπερώτησιν, εἰς ἣν ἀπήντησα ἤδη, διὰ ν’ ἀπο-
547πλύνω ἐντελῶς ἀπὸ μομφῆς τινος ἀνυποστάτου ὑπάλληλον,
548περὶ οὗ ἐποιησάμην ἤδη λόγον, ὑποστηρίξας ὅτι εἶναι κατὰ
549πάντα ἀθῶος ἀπὸ τοῦ καταγγελθέντος αὐτῷ ἀνομήματος.
550Πρόκειται περὶ τοῦ ὑποπροξένου ἐν Ἰωαννίνοις· καίτοι ὅσα
551εἶπον εἶναι ἐπαρκῆ καὶ εἰς ἀπόδειξιν τοῦ ἀνεπιλήπτου
552αὐτοῦ καὶ εἰς ὑποστήριξιν πάντων τῶν ἐπαίνων, οὓς ἠκούσατε
553ὑπὲρ αὐτοῦ, ὀφείλω ἤδη ν’ ἀναγνώσω καὶ ἐπιστολὴν, ἣν
554ἔλαβον παρὰ τοῦ προϊσταμένου αὐτοῦ νῦν μεταβάντος αὐ-
555τόσε, τοῦ κυρίου Παλαμίδου, Γενικοῦ προξένου. Εἰς τὸν κύριον
556Παλαμίδην εἶχον γράψει ἐπισήμως περὶ τῆς ὑποθέσεως, ἀλλὰ
557πρὸ τῆς παραλαβῆς τῆς ἐπισήμου ἀνακοινώσεως, ὁ νέος Γε-
558νικὸς πρόξενος ἐν ἰδιαιτέρᾳ πρός με ἐπιστολῇ γράφει τάδε:
559«Ἐν Ἰωαννίνοις, τὴν 6 Μαΐου 1882.
560Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ γνωστοποιήσω τῇ Ὑμετέρᾳ Ἐξο-
561χότητι χάριν τῆς ἀληθείας, ἂν καὶ δὲν προεκλήθην ἐπισή-
562μως ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι ἅπασαι ἀνεξαιρέτως αἱ ἀποδο-
563θεῖσαι μομφαὶ ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τοῦ γραμματέως τοῦ Προ-
564ξενείου καὶ τέως διευθύνοντος αὐτὸ κ. Φουντούλη εἰσὶν ὅλως
565ἀβάσιμοι, ἐστερημέναι πάσης ὑποστάσεως, καὶ καθαρὰ
566συκοφαντία, προελθοῦσα ἐκ καρδίας πεπωρωμένης. Ὑπῆρξα
567αὐτόπτης μάρτυς, ὅτε κατὰ πρῶτον ἐπεσκέφθην τὸν ἐνταῦθα
568Διοικητὴν, τῆς ἐκπλήξεως καὶ ἀγανακτήσεως αὐτοῦ, ἀκού-
569σαντος τὰ περὶ τῆς ἐπερωτήσεως ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τοῦ κ.
570Φουντούλη.»
571Δύω ἐπερωτήσεις ἐγένοντο πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν
572Ὑπουργεῖον· ἡ πρώτη παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ Κυθήρων,
573ἀφορῶσα εἰς λῃστείαν διαπραχθεῖσαν πρὸ ἐτῶν πολλῶν ἐν
574πλοίῳ Ἑλληνικῷ. Περὶ τούτου εἶχε γίνει ἐπερώτησις καὶ
575ἄλλοτε ἐν τῇ Βουλῇ, κατὰ τὸ 1880, καὶ τότε ἐγένοντο
576ἐνέργειαι· τὰ πρόσωπα τὰ καταγγελθέντα ἐπὶ τῇ λῃστο-
577πραξίᾳ ταύτῃ κατεδικάσθησαν καὶ ἐτιμωρήθησαν· ἀλλ’ ἐζη-
578τήθη ἤδη καὶ ἀποζημίωσις παρὰ τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνή-
579σεως, διότι οἱ ἔνοχοι ἦσαν στρατιῶται. Ἡ ἀπαίτησις αὕτη
580τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως μέχρι τοῦδε δὲν ἔτυχεν ὑποδο-
581χῆς ἀγαθῆς παρὰ τῇ Τουρκικῇ Κυβερνήσει. Ἡ Τουρκικὴ Κυ-
582βέρνησις ἀξιοῖ, ὅτι τὰ πρόσωπα ταῦτα δὲν ἦσαν στρατιῶ-
583ται, ἀλλὰ λιποτάκται διαγεγραμμένοι ἐκ τῶν ἐλέγχων τοῦ
584στρατοῦ καὶ ὅτι δὲν ὀφείλει ἀποζημίωσιν δι’ ἐγκλήματα
585παρ’ αὐτῶν διαπραχθέντα· οὐχ ἧττον ἐξακολουθεῖ ἔτι οὖσα
586ἐκκρεμὴς ἡ ὑπόθεσις αὕτη.
587Ἑτέρα ἐπερώτησις ἔγεινε παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ
588Εὐρυτανίας περὶ ἐπιβαλλομένων φόρων ἐπιτηδευμάτων εἰς
589τοὺς ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἕλληνας, οἵτινες φόροι δὲν ἐπι-
590βάλλονται εἰς ἄλλους ξένους. Καὶ περὶ τούτου ἐπὶ πολὺ ἐγέ-
591νοντο διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως,
592καὶ πολλάκις ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἐλάμβανε καὶ ὡς πρὸς
593τοὺς Ἕλληνας μέτρα ἀνοχῆς, οἷα καὶ τὰ πρὸς τοὺς ἄλλους
594ξένους ὑπηκόους, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ τέλους σχεδὸν τοῦ παρελθόν-
595τος ἔτους διεκόπησαν αἱ διαπραγματεύσεις κατόπιν διατα-
596γῆς τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, στηριζομένης εἰς σύστα-
597σιν τῆς αὐτόθι Πρεσβείας περὶ τούτου, λόγῳ ὅτι δὲν εἶναι
598κατάλληλος ἡ ἐποχὴ πρὸς διεκπεραίωσιν τῆς ὑποθέσεως ταύ-
599της, ἀλλ’ ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀναβληθῶσιν αἱ διαπραγματεύσεις
600εἰς ἐποχὴν ἄλλην, τουτέστι μέχρις ὅτου παρέλθωσι γεγο-
601νότα τινά, τὰ ὁποῖα ἔτι ὑφίστανται. Οὐχ ἧττον τὸ ὑπουρ-
602γεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπανέλαβεν ἀρτίως τὰς περὶ τούτου
603διαπραγματεύσεις.
604§34ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Πληροφορίας περὶ τῆς συμβάσεως τῶν
605ἱπποσιδηροδρόμων δὲν μᾶς ἐδώκατε.
606§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ σύμβασις αὕτη δὲν ἀπεστάλη ἔτι ἐπισή-
607μως εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Φαίνεται, ὅτι ἔγει-
608νεν ἡ ἀνακοίνωσις πρὸς τὴν Νομαρχίαν. Ἐζήτησα ἤδη κα-
609τόπιν ὅσων ἐλέχθησαν ἐνταῦθα, ν’ ἀποσταλῇ ὑπὸ τῆς ἁρμο-
610δίας Ἀρχῆς.
611§36ΚΑΛΛΙΓΑΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγένετο καὶ
612πρὸς ἐμὲ ἐπερώτησις παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κορίνθου
613περὶ τῶν οἰκοπέδων ἐν Πειραιεῖ, ἂν ἐλήφθη ἡ δέουσα πρό-
614νοια. Ἐν Πειραιεῖ καὶ ἐν Φαλήρῳ, εἰς τὴν παραλίαν πρὸ
615πάντων, ὑπάρχουν πολλὰ οἰκόπεδα, εἴτε ἀποδεδειγμένως
616ἀνήκοντα εἰς τὸ Δημόσιον, εἴτε φιλονικούμενα. Περὶ αὐτῶν
617ἐνησχολεῖτο ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος Ἀττικῆς, ἀλλὰ δὲν ἐπήρ-
618κει εἰς τὰς φροντίδας αὐτὰς, καὶ διὰ τοῦτο ἀνετέθη ἡ φρον-
619τὶς εἰς τὸν νεωστὶ διορισθέντα οἰκονομικὸν ἐπιθεωρητὴν,
620ὅστις ἔχει μεγάλην πεῖραν. Ἔκτοτε πολλὰ ἀνεκαλύφθησαν
621καὶ πολλὰ ἐξησφαλίσθησαν. Ἀπεδείχθη μάλιστα, ὅτι εἷς ἐκ
622τῶν φυλάκων, ὅστις εἶχεν αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν νὰ φυλάττῃ
623τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ Δημοσίου, δι’ ὃ ἐλάμβανε 50 δραχμὰς
624κατὰ μῆνα, αὐτὸς εὑρέθη, ὅτι ὡς ἰδιοκτήτης δῆθεν ἐπώλησε
625διάφορα οἰκόπεδα τοῦ δημοσίου, ἀξίας 30–60 χιλιάδων
626δραχμῶν. Εἶναι περίστασις νὰ ἐρωτήσῃ τις, καὶ ποῖος ἐφύ-
627λαττε τὸν φύλακα; Ἤδη γίνεται φροντὶς ὅσον ἔνεστι με-
628γαλειτέρα καὶ οὐδὲν παραλείπεται, ὅπως ἀνευρεθῶσι τὰ οἰ-
629κόπεδα, τὰ ἀνήκοντα εἰς τὸ Δημόσιον.
630Ἡ ἐπερώτησις περιελάμβανε καὶ περὶ οἰκοπέδων ἀνηκόν-
631των εἰς τὴν Μονὴν τῶν Ἀσωμάτων. Ἡ Μονὴ αὕτη εἶναι
632διατηρουμένη, καὶ ἑπομένως ἡ διαχείρισις τῶν κτημάτων
633αὐτῆς δὲν ἀνάγεται εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ
634διαχείρισις εἶναι ὅλως ξένη τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκο-
635νομικῶν.
636Εὑρίσκω ἄλλην ἐπερώτησιν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐκ
637Θηβῶν, ἀπευθυνομένην πρὸς τρεῖς Ὑπουργοὺς, περιλαμβά-
638νουσαν καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐρωτᾷ ὁ ἔν-
639τιμος βουλευτὴς, ἂν παρεμβάλλωνται δυσκολίαι εἰς τὴν
640αἴτησιν τῆς περὶ ἀνεγέρσεως φυλακῶν ἐπιτροπῆς πρὸς χορή-
641γησιν τοῦ ἀναγκαιοῦντος οἰκοπέδου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὑ-
642πουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπαντῶ, ὅτι τοῦτο ἔδειξε πᾶσαν
643προθυμίαν νὰ χορηγηθῇ παρὰ τοῦ Δημοσίου τὸ κατάλληλον
644οἰκόπεδον διὰ τὴν ἀνέγερσιν τῶν φυλακῶν. Φρονῶ ὅμως,
645ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ὥριμον καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν
646Ἐσωτερικῶν θέλει ἐξηγήσει, ὅτι γίνεται φροντὶς περὶ τού-
647του συντονωτάτη.
648§37ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ὑπὸ τοῦ
649ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ὀλυμπίας ἀπηυθύνθη ἐπερώτησις εἰς τὸ
650Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν περὶ κακῆς διοικήσεως τῶν
651Μονῶν καὶ περὶ καταχρήσεως, ἢ μᾶλλον διαρπαγῆς τῆς
652ἰδιοκτησίας τῆς Μονῆς τῶν Ἀσωμάτων ἐνταῦθα παρὰ πο-
653λιτευομένων καὶ ἄλλων. Τὴν ἐπερώτησιν ταύτην τὴν ἔλα-
654βον σήμερον τὸ πρωΐ. Ἤθελα δὲ παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον
655Πρόεδρον νὰ διατάξῃ τὸ Γραφεῖον, αἱ ἐπερωτήσεις νὰ στέλ-
656λωνται πλέον ἐγκαίρως εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα, διὰ νὰ
657μένῃ καιρὸς πρὸς ἐξέτασιν, καὶ μάλιστα ὅταν ἦναι αἱ ἐπε-
658ρωτήσεις τόσον γενικαὶ, ὡς ἡ περὶ ἧς πρόκειται. Καθὼς ἐν-
659νοεῖτε, ἡ ἐπερώτησις εἶναι λίαν γενικὴ περὶ διαρπαγῆς ἢ
660σφετερισμοῦ κτημάτων παρ’ ἰδιωτῶν. Δὲν ἔλαβον καιρὸν
661νὰ ἐρευνήσω τί συμβαίνει καὶ νὰ μοὶ δώσουν πληροφορίας·
662ἤθελα δὲ παρακαλέσει τοὺς κυρίους βουλευτὰς νὰ εἰδικεύ-
663σωσι τὴν ἐπερώτησιν καὶ νὰ μοὶ εἴπωσι τί ἐννοοῦσιν, ὅτι
664συμβαίνει, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν Ἀσω-
665μάτων.
666§38ΤΟΥΡΝΑΚΗΣ. Ἡμεῖς δίδομεν νύξιν, δὲν ἔχομεν τὸ δι-
667καίωμα....;
668§39ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔχουν τὸ δικαίωμα οἱ κύριοι βουλευταὶ
669ν’ ἀπευθύνουν ἐπερωτήσεις καὶ νὰ περιμένουν ἀπαντήσεις·
670ἀλλὰ διὰ νὰ δοθῇ ἀπάντησις, πρέπει νὰ ἦναι ἐπερώτησις
671εἰδική....
672§40ΤΟΥΡΝΑΚΗΣ. Ἐν τῇ Μονῇ τῶν Ἀσωμάτων εἶπον ...
673§41ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐὰν θέλετε, εἴπατέ μοι καὶ ἰδιαιτέρως.
674Ἐγὼ ὅμως δὲν γνωρίζω σήμερον τίποτε.
675Καταθέτω ἐν πρωτοτύπῳ, δηλαδὴ τὸ ἐπίσημον ἀντίγρα-
676φον τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνόδου περὶ τῶν τιμωρηθέντων
677καλογήρων, τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ.
678Πετιμεζᾶς. Προσέτι καταθέτω ἐκθέσεις τῶν Ἡγουμενοσυμ-
679βουλίων καὶ ἄλλας πρὸς τὴν Σύνοδον, ἀφορώσας τὴν διαγω-
680γὴν τῶν καταδικασθέντων τούτων εἰς τὰ Μοναστήρια, εἰς
681τὰ ὁποῖα περιωρίσθησαν νὰ ὑπάγωσι. Καταθέτω ἀλληλο-
682γραφίαν ἀνταλλαγεῖσαν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου μεταξὺ
683τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τοῦ ὑπουργείου
684τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἀφορῶσαν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο τῶν
685καταδικασθέντων. Καταθέτω καὶ ἐγκύκλιον τοῦ ὑπουργείου
686πρὸς τὰς Ἀρχάς. Καταθέτω νεώτερον ἔγγραφον τῆς Συνό-
687δου εἰς ἀπάντησιν ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνα πρὸς αὐ-
688τὴν, ζητῶν πληροφορίας περὶ τοῦ πράγματος τούτου καὶ
689περὶ τῆς γνώμης τῆς Συνόδου ἐπ’ αὐτοῦ. Ταὐτοχρόνως κα-
690ταθέτω ἀναφορὰν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Κερκύρας......
691§42ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Σύνοδος τί γνωμοδοτεῖ;
692§43ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐδῶ εἶναι.—Ἀναφορὰν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου
693Κερκύρας πρὸς τὴν Σύνοδον, διὰ τῆς ὁποίας συνοδεύει ἀνα-
694φορὰν τοῦ ἡγουμένου ἢ τοῦ ἐπιτρόπου τοῦ Ἐπισκόπου, ἀφο-
695ρῶσαν τὸν ἐν τῇ Μονῇ τῆς Σ...... διορισθέντα παρὰ τῆς
696Συνόδου νὰ μένῃ ἐκεῖ ἱερομόναχον. Ἐπίσης φύλλον ἐφημε-
697ρίδος ἐκδιδομένης ἐν Κερκύρᾳ, τὸ ὁποῖον ἐστάλη πρὸς τὸν
698Ἀρχιεπίσκοπον, ὁ ὁποῖος τὸ ἔστειλε πρὸς τὴν Σύνοδον καὶ
699ἡ Σύνοδος πρὸς τὸ ὑπουργεῖον. Καταθέτω γνωμοδότησιν
700τοῦ Γενικοῦ γραμματέως τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησια-
701στικῶν Κ. Μάμουκα καὶ τοῦ καθηγητοῦ κ. Δαμαλᾶ περὶ ζη-
702τημάτων, τὰ ὁποῖα προέβαλον εἰς αὐτοὺς ἐπὶ τοῦ θέματος
703αὐτοῦ. Καταθέτω ἐπίσης καὶ ἑτέραν ἀπάντησιν τοῦ κ.
704Μάμουκα ἐπὶ ἄλλου ζητήματος ἐπὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως.
705Ὑποθέτω, ὅτι τὰ ἔγγραφα αὐτὰ θὰ τυπωθῶσι καὶ θὰ δια-
706νεμηθῶσι, διὰ νὰ λάβωσι γνῶσιν οἱ κύριοι Βουλευταί.
707§44ΤΙΝΕΣ. Ὄχι· δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τυπωθῶσι.
708§45ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κατετέθησαν,
709δέον νὰ σχηματίσητε γνώμην.
710§46Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂς τυπωθῶσι.
711§47ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πιστεύω, ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα θὰ τὰ
712ἀναγνώσωσιν οἱ κύριοι βουλευταί, τοὐλάχιστον ὅσοι δει-
713κνύουν ἐνδιαφέρον.
714§48ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ καταθέσῃ καὶ
715τὸν Κώδικα.
716§49ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ πιστεύω, ἢ τοὐλάχιστον ἐλπίζω, ὅτι,
717ἀφοῦ μελετήσωσι τὰ ἔγγραφα, ἀφοῦ σκεφθῶσι μὲ ψυχρὸν
718αἷμα ἐπ’ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, θὰ φθάσωσιν εἰ ἀξιότιμοι
719ἐπερωτήσαντες ἰδίως, εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ Βουλὴ οὔτε
720δικαίωμα, οὔτε καθῆκον ἔχει νὰ ἐπέμβῃ εἰς αὐτὴν τὴν ὑπό-
721θεσιν, θὰ φθάσωσιν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ Βουλὴ εἰς
722αὐτὸ τὸ στενὸν τοῦ χρόνου, ὅστις ὀλίγος μένει, δὲν πρέπει
723νὰ ἐπέμβῃ εἰς καθαρῶς καλογηρικὰς διενέξεις ἐν ἔτει σωτη-
724ρίῳ χιλιοστῷ ὀκτακοσιοστῷ ὀγδοηκοστῷ δευτέρῳ.
725§50ΦΩΤΗΛΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ ἐνεαμελὴς ἐξεταστικὴ
726τῶν πραγμάτων ἐπιτροπή, πρὸς ἣν ἡ Βουλὴ δι’ ἀποφάσεως
727αὐτῆς τῆς 16 Ἀπριλίου ἐνεστῶτος ἔτους ἀνέθηκε τὴν ἐντο-
728λὴν νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν περὶ τοῦ κτήματος τῶν Ἀδα-
729μῶν, ἐπεράτωσε τὴν ἐργασίαν αὐτῆς.
730Ἡ ἐπιτροπὴ ἐξήτασε 35 μάρτυρας, ἐξ ὧν 28 μὲν ἐξη-
731τάσθησαν ἐνώπιον αὐτῆς, 4 ἐνώπιον τοῦ ἐν Λαρίσσῃ εἰσαγ-
732γελέως τῶν Ἐφετῶν, εἷς παρὰ τοῦ εἰρηνοδίκου Καλαμπά-
733κας, καὶ 2 παρὰ τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ ἐν Ναυπλίῳ Πλημμε-
734λειοδικείου, πρὸς οὓς ἡ ἐπιτροπὴ εἶχεν ἀναθέσει τὴν ἐντο-
735λὴν ταύτην. Ἐκτὸς τῶν ἀνωτέρω ἐξετασθέντων μαρτύρων,
736ἐκλήθησαν καὶ ἄλλοι μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι δὲν κατέθεσάν τι
737σπουδαῖον καὶ οὐσιῶδες, ἑπομένως ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐνόμισεν
738ἀναγκαῖον νὰ συντάξῃ ἐγγράφους τῶν καταθέσεών των ἐκθέ-
739σεις, ἀφοῦ κατέθηκαν, ὅτι δὲν γνωρίζουν τι.
740Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἄλλους μάρτυ-
741ρας προταθέντας πρὸς αὐτήν· τὸ μὲν, διότι τινὲς τούτων
742ἀπεδήμουν εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν, τὸ δὲ, διότι τινῶν δὲν ἀνευ-
743ρέθη ἡ κατοικία, ἐκτὸς ἑνὸς, ὅστις ἠρνήθη νὰ προσέλθῃ παρὰ
744τῇ ἐπιτροπῇ καὶ ἐξετασθῇ παρ’ αὐτῆς. Ἐζητήθη παρὰ τῆς
745ἐπιτροπῆς καὶ κατετέθη παρ’ αὐτῇ ἡ κατὰ τοῦ ἀποβιώ-
746σαντος Ἀραβαντινοῦ δικογραφία, τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ
747ἐπισταμένως ἐμελέτησε, καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει της ποιεῖται
748μνείαν περὶ τῶν ἐκ τῆς δικογραφίας ταύτης ἐντυπώσεών
749της. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀπετάθη πρὸς διαφόρους τοῦ Κράτους
750Ἀρχὰς, ζητήσασα ἐγγράφους πληροφορίας, κατατεθείσας
751παρ’ αὐτῇ.
752Ἡ ἐπιτροπὴ ὁμοφώνως ἀπεφάσισε, προκειμένου περὶ ὑπο-
753θέσεως, εἴτε θιγούσης ὑπουργικὴν εὐθύνην ὑπὸ ποινικὴν,
754πολιτικὴν, ἢ ἠθικὴν ἔποψιν, εἴτε ἀφορώσης τὴν ὑπόληψιν
755ἢ τὴν τιμὴν οἱουδήποτε, νὰ μὴ φέρῃ κρίσεις καὶ συμπε-
756ράσματα, ἀφίνουσα τὴν Βουλὴν νὰ σχηματίσῃ τὴν ἑαυτῆς
757πεποίθησιν, ἀντλουμένην ἐκ τῶν καταθέσεων τῶν μαρτύρων
758καὶ λοιπῶν ἐγγράφων, ἅτινα ἡ ἐπιτροπὴ κατατίθησιν ἐνώ-
759πιον τῆς Βουλῆς. Τὴν συλλεγεῖσαν ὕλην ἐν τῇ ἐκθέσει της ἡ
760ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ διαιρέσῃ εἰς τρία μέρη, 1)
761εἰς τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας,
7622) εἰς τ’ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἀπόκτησιν καὶ ἐγκατάστασιν εἰς
763τὸ χωρίον Ἀδαμῶν, καὶ 3) εἰς τ’ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐγγρα-
764φὴν προσημειώσεως ἐπὶ τοῦ χωρίου Ἀδαμῶν μετὰ μικρὰν
765εἰσαγωγήν.
766Εὐχαρίστως ἀναγγέλλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἐπι-
767τροπὴ δὲν ἐδιχάσθη ἐν τῷ σταδίῳ τῶν ἐνεργειῶν αὐτῆς,
768ὡς καὶ κατὰ τὴν σύνταξιν τῆς ἐκθέσεως. Τὰ μέλη τῆς
769πλειονοψηφίας, ὡς καὶ τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας εἰργά-
770σθησαν ἀπὸ κοινοῦ πρὸς εὕρεσιν τῆς ἀληθείας, καὶ ὡς ἐκ
771τοῦ λόγου τούτου οὐδεμία, ὡς ἐῤῥέθη, διαφωνία ἐπῆλθε.
772Συμφώνως πρὸς τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν παρὰ τῆς Ἐπι-
773τροπῆς ἔλαβον, καταθέτω ὡς Εἰσηγητὴς αὐτῆς τὴν συντα-
774χθεῖσαν καὶ ὑπογραφεῖσαν παρὰ πάντων τῶν μελῶν ἔκθεσιν.
775Ἤδη κατατεθείσης τῆς ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐντολῆς μου,
776δύναμαι, κύριοι βουλευταί, νὰ προσθέσω δύω λέξεις ὡς
777ἀτομικήν μου γνώμην. Περί τινων ἀντικειμένων ἐποιούμην
778καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς λόγον, ἀλλ’ αὕ-
779τη ἐνόμισεν ἀναγκαῖον ν’ ἀπαλείψῃ μέρη τινὰ ὡς περιέχον-
780τα κρίσεις, καὶ ἐγὼ ἐνέδωκα. Πρώτη κρίσις μου ἦτο ἡ πε-
781ποίθησις, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισα ἐκ τῆς προσαχθείσης
782ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς δικογραφίας κατὰ τοῦ Ἀραβαντι-
783νοῦ. Ὁ ἐπερωτήσας ἀξιότιμος βουλευτὴς Γορτυνίας κ. Πα-
784λαμίδης εἶπεν, ὅτι ὁ Ἀραβαντινὸς ἐγένετο θῦμα. Ἡ πε-
785ποίθησις, κύριοι βουλευταί, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἐσχημάτισα
786ἐκ τῆς μελέτης τῆς δικογραφίας, καὶ ἥτις δὲν εἶναι μόνον
787πεποίθησις ἐμοῦ, ἀλλὰ πεποίθησις μαρτύρων τινῶν, ἐξετασθέν-
788των ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς, ἦν, ὅτι ὁ Ἀραβαντινὸς ὑπῆρξε
789θῦμα, οὐχὶ διὰ τῆς ἐπεμβάσεως παρὰ τῇ δικαστικῇ Ἀρ-
790χῇ τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ κ. Κουμουνδούρου, ἀλλὰ θῦμα
791δικαστικῆς πλάνης. Δευτέρα κρίσις μου, κ. κ. βουλευταί,
792εἶναι, ὅτι ἐκ τῆς μελέτης τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἥτις εἶ-
793ναι ῥυπαρὰ, καὶ δι’ ἣν αὐτὸς ὁ ἐν Παρισίοις ἤδη μένων Το-
794σίτσας, τὸν ὁποῖον ἐνόμισεν ἀναγκαῖον ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ἐξε-
795τάσῃ, καὶ ὅστις ἐξετασθεὶς ἐνώπιον τῶν ἐν Παρισίοις προ-
796ξενικῶν Ἀρχῶν ἠρνήθη νὰ καταθέσῃ τι, εἰπὼν, ὅτι αἰσθά-
797νεται ἀηδίαν, ὅτι ἐκ τῆς μελέτης, λέγω, τῆς ὑποθέσεως
798ταύτη Θέλει διαφωτισθῆ τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον περὶ
799τῆς ἠθικῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ διατελοῦμεν, καὶ θέλετε
800συμπεράνει περὶ τῶν λόγων, δι’ οὓς ὁ ἐν Παρισίοις Τοσίτσας
801αἰσθάνεται ἀηδίαν νὰ καταθέσῃ τι, ἀφοῦ ἐθυσίασεν ὑπὲρ τὸ
802ἓν ἑκατομμύριον δραχμὰς διὰ τοῦ γενομένου συμβιβασμοῦ.
803Ἐκ τῆς μελέτης τῆς ἐκθέσεως ταύτης θέλετε κρίνει, κύ-
804ριοι βουλευταί, ὑμεῖς καὶ οὐχὶ ἐγὼ ἐὰν ὁ πρώην Πρωθυπουρ-
805γὸς ἦναι ὁ Καμπὼν, ὅστις συκοφαντηθεὶς ἔλεγεν ἀπὸ τοῦ
806βήματος πρὸς τοὺς συκοφαντοῦντας αὐτὸν «ἐξελέγξατε τὴν
807διαχείρισίν μου καὶ ἐκτιμήσατε τὴν διαγωγήν μου» ἢ ὁ
808Μορνὺ, ὅστις, ἐξυπηρετήσας τὴν δυναστείαν τῶν Ὀρλεανι-
809δῶν ἐν Γαλλίᾳ καὶ εὐεργετηθεὶς παρ’ αὐτῶν, συνώμοσεν
810ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας καὶ κατὰ τοῦ Λουδοβίκου Φιλίππου,
811λαβὼν δὲ μέρος εἰς τὸ πραξικόπημα τοῦ Ναπολέοντος Γʹ
812κατὰ τῆς Δημοκρατίας καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ, ἐγένετο Ὑπουργὸς,
813περὶ οὗ πιθανολογεῖται, ὅτι ἐχρηματίζετο ἐν τῇ ἐνασκήσει
814τῶν καθηκόντων του.
815§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἔκθεσις θὰ τυπωθῇ. (Ὅρα Παράρτημα).
816§52ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Κύριοι, ὁ τρόπος καθ’ ὃν διεξάγεται ἡ ὑ-
817πόθεσις τῶν Μακρακικῶν, ἤτοι τῶν ἐξορίστων κληρικῶν, καὶ
818παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀντὶ νὰ ἡσυ-
819χάσῃ τὴν συνήθεισιν τοῦ κοινοῦ, ἐξακολουθεῖ νὰ ἐξάπτῃ τὸ
820σκάνδαλον, καὶ αὐτὸ δὲν ἠξεύρω ποίας διαστάσεις θὰ ἔχῃ
821καὶ ὡς πρὸς τὴν θρησκείαν καὶ πρὸς τὴν κοινωνίαν. Τὸ ζή-
822τημα, κύριοι, δὲν εἶναι περὶ τῆς Συνόδου καὶ τῶν ἐσωτε-
823ρικῶν καθηκόντων της, τὸ ζήτημα δὲν εἶναι προσωπικὸν
824ὑπὲρ τῶν ἐξορίστων κληρικῶν· τὸ ζήτημα εἶναι καθαρῶς
825συνταγματικὸν, καθαρῶς νομικὸν, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ
826συζήτησις.
827§53Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρὶν τυπωθῶσι τὰ ἔγγραφα, δὲν ἠμπο-
828ροῦμεν νὰ κάμωμεν συζήτησιν.
829§54ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἡσυχάσητε καὶ θὰ πεισθῆ-
830τε, ὅτι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔφερεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν
831Ἐκκλησιαστικῶν, εἶναι ὅλως περιττά.
832§55Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς κάμω μίαν
833παρατήρησιν;
834§56ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Μάλιστα, ἡμεῖς θέλομεν νὰ ἀκούωμεν τοὺς
835δόκτορας ἐν τῇ Βουλῇ.
836§57Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ὑπεστήριξα καὶ
837ὑποστηρίζω, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως εἶναι ἓν
838τῶν πρωτίστων δικαιωμάτων· ἀλλ’ ὅταν τοῦ δικαιώματος
839τούτου γίνεται κατάχρησις, τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἐξευτελί-
840ζεται καὶ δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ἐξηυτελίσθη. Ἐ-
841πικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Καλλιφρονᾶ, τοῦ κ. Κου-
842μουνδούρου, τοῦ κ. Τρικούπη, τοῦ κ. Δηλιγιάννη, τοῦ κ.
843Ἀντωνοπούλου καὶ ὅλων ὑμῶν, οἵτινες διαρκῶς παρίστασθε
844ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου τούτου, ἂν κατὰ τὸ διάστημα εἰκοσαε-
845τίας ἐκάμαμεν τόσας ἐπερωτήσεις, ὅσας ἔκαμεν εἷς βουλευ-
846τὴς ἐφέτος. Καὶ εἶναι πλέον αὐτὸ δικαίωμα; Καὶ δὲν ἐξέ-
847πεσε καὶ δὲν ἐξηυτελίσθη τὸ δικαίωμα αὐτό; Ἐγὼ εἶμαι
848ὑπὲρ τῆς γνώμης τοῦ κ. Παλαμίδου. Ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς
849τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἔφερεν ἔγγραφα, δι’ ὧν μᾶς εἶπεν, ὅτι
850ἅμα τὰ ἀναγνώσωμεν θέλομεν φωτισθῆ, καὶ δὲν πρόκειται
851νὰ φωτισθῶμεν μόνον ἡμεῖς, ἀλλὰ καὶ ἡ κοινωνία. Τὸ ζή-
852τημα αὐτὸ εἶναι σπουδαιότατον, καὶ πρέπει νὰ λυθῇ ἐν ἐπι-
853γνώσει. Πρέπει λοιπὸν ἡ συζήτησις αὐτὴ ἀναγκαίως νὰ
854ἀναβληθῇ μέχρι τοῦ ἐρχομένου Σαββάτου. Δὲν ἐγένετο ἐπε-
855ρώτησις διὰ ψύλλου πήδημα. Καὶ ὅταν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν
856Ἐκκλησιαστικῶν ἔρχεται καὶ σᾶς καταθέτῃ ἔγγραφα καὶ
857λέγῃ, ἐξ αὐτῶν θέλομεν πεισθῆ, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐλύθη
858καλῶς, καὶ ὅταν ἀκόμη ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν
859λέγῃ ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι κοινωνικὸν καὶ πολιτικὸν σπου-
860δαῖον καὶ εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις δὲν πρέπει νὰ ἐ-
861γερθῇ, πρέπει ἡμεῖς χωρὶς νὰ ἀναγνώσωμεν τὰ ἔγγραφα,
862ἐξ ὧν νὰ πεισθῶμεν, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς ἔχει δίκαιον ἢ ἄ-
863δικον ν’ ἀνοίξωμεν συζήτησιν; Δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι
864ὀρθόν. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς προτάσεως αὐτῆς εἶπον, ὡς ἤμην
865πάντοτε ὅτι οἱ καλόγηροι καταδιώκονται ἀδίκως, αὐτὴ
866εἶναι ἡ πεποίθησίς μου, ἀλλὰ τέλος πάντων ὁ ὑπουργὸς κα-
867τέθεσεν ἔγγραφα, καὶ πρέπει νὰ τὰ ἴδωμεν καὶ τότε νὰ συ-
868ζητήσωμεν.
869§58ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Ὁ ἔξοχος βουλευτὴς καὶ καθηγητὴς ὅλων,
870ὅστις ἠθέλησε νὰ διδάξῃ τὴν Βουλὴν τὴν θεωρίαν ἐπὶ τοῦ
871δικαιώματος τῆς ἐπερωτήσεως, δὲν ἐφρόντισε νὰ διδάξῃ
872ἑαυτὸν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ διακόψῃ καὶ ἀπασχολήσῃ τὴν
873Βουλὴν ἐπὶ ὥραν ὁλόκληρον, χωρὶς νὰ ἔχῃ δικαίωμα, καὶ
874ἀφοῦ δὲν ἐγνώριζε περὶ τίνος ἐπρόκειτο.
875§59Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σᾶς ἐζήτησα τὴν ἄδειαν.
876§60ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Ὀφείλετε, κ. βουλευτὰ, νὰ ἐπιστήσητε
877τὴν προσοχήν σας, νὰ ἀκούσητε τί ἤθελα νὰ εἴπω, καὶ ἂν
878ἐβλέπετε, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ
879ἔγγραφα, τὰ προεκτεθέντα, τότε δὲ ἠδύνασθε νὰ εἴπητε,
880ὅ,τι εἴπατε πρὶν ὅμως ἀκούσητε, νὰ μοὶ ἀπαγορεύσητε τὸν
881λόγον, νομίζω, ὅτι προσεκρούσατε εἰς τὸ ἱερώτερον δικαί-
882ωμα, ὅπερ ἔχει ἕκαστος βουλευτὴς νὰ λέγῃ ὅ,τι νομίζει
883ὅτι εἶναι ὀρθόν.
884§61Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σεῖς μοὶ τὸ ἐπετρέψατε.
885§62ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψει ὀλίγα τινὰ, τὰ ὁποῖα
886θὰ ἐκθέσω ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, θὰ ἴδητε, ὅτι
887δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναγνώσητε τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα
888προσήγαγεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν.
889Τὸ ζήτημα, κύριοι, δὲν εἶναι θρησκευτικὸν, εἶναι συνταγ-
890ματικὸν, εἶναι νομικόν. Ἰδοὺ περὶ τίνος πρόκειται. Ἔχομεν
891τὴν γνωμοδότησιν διακεκριμένων νομικῶν, μεταξὺ τῶν
892ὁποίων ἔχει μέρος καὶ ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονο-
893μικῶν. Οἱ νομομαθεῖς οὗτοι τί νομίζετε, ὅτι ἀποφαίνονται
894περὶ τῶν ἐξορίστων καλογήρων; Ὅτι τὸ Διάταγμα, δυνά-
895μει τοῦ ὁποίου ἐπεκυρώθη ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου, δὲν εἶναι
896νόμιμον, ἐξεδόθη ἐναντίον τοῦ Νόμου, καὶ ἑπομένως εἶναι
897ἄκυρον.
898§63ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Αὐτὸ εἶναι δι’ ἄλλην ὑπόθεσιν.
899§64ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Πρόκειται περὶ ἀκύρου Διατάγματος, δυ-
900νάμει τοῦ ὁποίου ἐστερήθησαν τῆς προσωπικῆς τῶν ἐλευ-
901θερίας ἕνδεκα διακεκριμένοι κληρικοί. Ὅταν λοιπὸν τὸ ζή-
902τημα ἦναι καθαρῶς νομικὸν, τί ἀνάγκην ἔχομεν νὰ ἐξετά-
903σωμεν τὰ ἔγγραφα τῆς Συνόδου καὶ τὰς γνωμοδοτήσεις τῆς
904Θεολογικῆς Σχολῆς; Τὸ ζήτημα λοιπὸν εἶναι τὸ ἑξῆς: ἠ-
905δύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπικυρώσῃ τοιαύτην ἀπόφασιν τῆς
906Συνόδου; Ὄχι, λέγουν οἱ διακεκριμένοι νομομαθεῖς· ὄχι θὰ
907εἴπῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν θέλῃ νὰ φέρῃ δικαίαν λύσιν εἰς
908τὸ ζήτημα, σύμφωνα μὲ τὸν νόμον καὶ μὲ τὴν γνωμο-
909δότησιν. Ὄχι θὰ εἴπῃ ἡ Βουλή. Τί εἴπαμεν, κύριοι, προ-
910κειμένου περὶ τῶν ἀκύρων Διαταγμάτων, δυνάμει τῶν
911ὁποίων ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία ἐσφετερίσθη τὰ δικαι-
912ώματα τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας; Ἢ νομίζετε, ὅτι δύναται
913νὰ ὑπάρχῃ Σουλτανικὴ διοίκησις, εἴτε ἐκ μέρους τῆς Συ-
914νόδου, εἴτε ἐκ μέρους οἱασδήποτε ἄλλη Ἐξουσίας. Νομίζετε,
915ὅτι τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον εἶπεν, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῆς
916Συνόδου, ὅταν ἀποβλέπουν μακρὰν ἐξορίαν καλογήρων,
917πρέπει νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Κυβερνήσεως,
918ἐνόει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει νὰ ἐξετάσῃ τίποτε,
919δὲν ἔχει νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν συμφωνῇ μὲ τὸ Σύνταγμα ἡ
920ἀπόφασις τῆς Συνόδου; Τὸ κυριώτερον δῶρον, ὅπερ ἔδωκεν
921ὁ Θεὸς εἰς τὸν ἄνθρωπον, εἶναι ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία. Ἐν
922τίνι δικαιώματι ἔρχεσθε καὶ στερεῖτε τὴν ἐλευθερίαν ἀπὸ
923ἕνδεκα Ἕλληνας κληρικούς, χωρὶς νὰ τοῖς δίδητε τὸν λό-
924γον νὰ πεισθοῦν καὶ αὐτοί, ὅτι δικαίως ὑφίστανται τὴν
925τιμωρίαν; Εἴ τι ἄλλο κυριώτερον τούτου; Ἡ δὲ Βουλὴ
926ἔπρεπε νὰ τὸ κάμῃ ζήτημα, ἵνα δείξῃ εἰς τὸν κόσμον,
927ὅτι ὑποστηρίζει τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν νόμον. Ἐὰν τὸ
928ἀναβάλῃ, θὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἐννοεῖ νὰ ὑποστηρίξῃ
929τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν. Δὲν πιστεύω, κύριοι, οὐδεὶς,
930καὶ πρὸ πάντων ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐννοῇ, ὅτι ἡ προσω-
931πικὴ ἐλευθερία τοῦ πολίτου πρέπει νὰ παραβιάζηται,
932καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν πρέπει νὰ γίνεται λόγος. Ἰδοὺ,
933κύριοι, τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ
934πρέπει νὰ ἐπιληφθῇ σήμερον αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. Δὲν
935πρόκειται, κύριοι, νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ ἔγγραφα τῆς Συ-
936νόδου· δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τούτων· δὲν πρόκειται νὰ
937ἀναγνώσωμεν τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνόδου· δὲν ἔχομεν
938ἀνάγκην. Παραδέχομαι, ὅτι τὰ ἔγγραφα τῆς Συνόδου
939λέγουν, ὅτι πρέπει νὰ κρεμασθοῦν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι· ἀλ-
940λὰ ποῖος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάζῃ ἐὰν αὐτὴ ἡ ἀπόφα-
941σις καὶ τὰ ἔγγραφα ἦναι σύμφωνα μὲ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς
942νόμους; Ἡ μόνη, κύριοι, Ἐξουσία εἶναι ἡ Κυβέρνησις, καὶ διὰ
943τοῦτο ὑπεβλήθη εἰς αὐτὴν ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου. Λοι-
944πὸν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐφρόντισε σύμφωνα μὲ τὸ Σύνταγμα
945νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνόδου, καὶ ἀπόδειξις εἶναι
946αὐτὴ ἡ γνωμοδότησις τῶν διακεκριμένων νομομαθῶν, με-
947ταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς κ. Καλ-
948λιγᾶς· Ἰδοὺ, ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ ἀρχίσῃ, καὶ δὲν ἔχο-
949μεν δικαίωμα νὰ ἀφήσωμεν νὰ ἀδικῶνται αὐτοὶ οἱ ἄνθρω-
950ποι. Λοιπὸν ἄρχομαι τῆς ὑποθέσεως.
951§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἴδωμεν, ἂν δέχεται ἡ Βουλή.
952§66ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Νὰ ἀποφανθῇ λοιπόν.
953§67Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἦλθεν ἡ ἐπερώτησις ἀπὸ
954τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, καὶ ἡ Βουλὴ εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ
955ἔλθουν τὰ ἔγγραφα· ἦλθε πάλιν τὸ ἴδιον ζήτημα καὶ εἴπο-
956μεν, ὅτι τὸ δικαίωμα τὸ ἔχει ἡ Βουλή, διότι πρόκειται περὶ
957τοῦ Διατάγματος τοῦ ὑπουργοῦ, καὶ ἡ Βουλὴ εἶπε συμφω-
958νήσασα μὲ τὸν κ. ὑπουργὸν, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ὁ ἁρμόδιος
959καιρός. Λοιπὸν τὸ ἴδιον εἶπον καὶ τώρα. Τί χρειάζεται αὐ-
960τὸς ὁ λαὸς, καὶ ὁ τόπος καὶ ἔλα αὐτά;
961§68ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Πρόκει-
962ται, κύριοι, περὶ ἐξορίστων· σᾶς εἶπον ποῖοι στεροῦνται τῆς
963προσωπικῆς ἐλευθερίας των. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω,
964ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἐξόριστοι ἢ μόνον εἷς, εἰς τὸ Μοναστῆρι
965Ἀνάφης· Ἰδοὺ διατὶ πρέπει νὰ ἀναγνώσητε τὰ ἔγγραφα (Θόρυ-
966βος). Ὅταν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἔρχεται εἷς ἀξιότιμος
967βουλευτὴς καὶ σᾶς λέγῃ, ὅτι πρόκειται περὶ ἐξορίστων 11
968ἀξιοσεβάστων ἱερέων, οἵτινες στεροῦνται τῆς προσωπικῆς των
969ἐλευθερίας, αὐτὸς πρέπει νὰ μάθῃ, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀλη-
970θὲς, διότι εἷς μόνον ἐξ αὐτῶν, ὡς σᾶς εἶπον καὶ προχθὲς,
971μένει ἐν τῇ Μονῇ. Οἱ δὲ ἄλλοι μένουσιν ἐλεύθεροι καὶ οἱ πλεῖ-
972στοι ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν.
973§69ΤΙΝΕΣ. Εἶναι εἰς τὰ θεωρεῖα.
974§70ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Οἱ λοιποὶ περιφέρονται, κύριοι, εἰς τὰς
975πόλεις, καὶ δὲν ἔχω, κύριοι, τὴν εὐχαρίστησιν νὰ τοὺς γνω-
976ρίζω. Αὐτοὶ δὲ οἱ ἴδιοι καλόγηροι τί θὰ εἴπουν, ὅταν ἀκού-
977σωσιν, ὅτι λέγεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι εἶναι ἐξόριστοι
978ἄνθρωποι, οἵτινες, καθὼς ἀκούω, εὑρίσκονται ἐδῶ εἰς τὰ θεω-
979ρεῖα; Δὲν εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, καὶ πρέπει νὰ ἐξετάσητε τὰ
980ἔγγραφα· πρέπει νὰ ἐξετάσητε ἴσως καὶ τὸ Διάταγμα, ἀλλὰ
981πρέπει νὰ ἐξετάσητε καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις παρανόμως ὑπέ-
982γραψε τὸ Διάταγμα, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἴδητε τὰ ἔγ-
983γραφα. Τρεῖς νομικοί, σᾶς εἶπεν ὁ προλαλήσας, ἐγνωμοδότη-
984σαν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος· αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθὲς, διότι
985ἔδωκαν τὴν γνώμην αὐτῶν δι’ ἄλλο ζήτημα. Θέλετε νὰ
986ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν, εἶμαι ἕτοιμος.
987§71ΤΙΝΕΣ. Νὰ ὁρισθῇ ῥητῶς ἡμέρα.
988§72Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ, κύριοι, βεβαίως νὰ γείνῃ
989σήμερον ἡ συζήτησις, ἀλλὰ θὰ εἴπω δύω λέξεις, ἐπειδὴ ὁ κ.
990ὑπουργὸς μὲ ἐπροκάλεσε, διότι ὁ κ. ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι
991δὲν πρόκειται περὶ ἐξορίστων, καθόσον οἱ καλόγηροι αὐτοὶ
992δὲν εἶναι ἐξόριστοι, ἀλλὰ περιφέρονται ἐντὸς τῶν πόλεων.
993Ἐὰν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, ὅπερ ἐγὼ δὲν γνωρίζω, αὐτὴ εἶναι
994ἡ πρώτη ἀπόδειξις, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου εἶναι ἄδι-
995κος, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀπόφασις, διότι ἢ πρέπει νὰ ἐπιμένῃ
996ὁ κ. ὑπουργὸς εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως, ἢ ἀφοῦ
997δὲν ἔγεινεν ἡ ἐκτέλεσις αὐτῆς, εἶναι ἀπόδειξις, ὅτι ἐσχημα-
998τίσθη ἡ πεποίθησις καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ὑπουργοῦ
999περὶ τοῦ ἀδίκου τῆς ἀποφάσεως, ἥτις ἐξετελέσθη.
1000Βεβαίως δὲν ἐπιθυμῶ νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις σήμερον, διότι
1001καὶ ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ μελετήσω τὸ ζήτημα ἐκτενέστερον καὶ
1002νὰ ἴδω τὰ διάφορα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα διημείφθησαν μετα-
1003ξὺ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Συνόδου,
1004καὶ δι’ αὐτὸ ἐπρότεινα καὶ πάλιν τὴν ἀναβολὴν, καίτοι πρό-
1005κειται περὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας καθ’ ἡμᾶς, ἀλλ’ ὄχι
1006περὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν, διότι
1007λέγει, ὅτι οἱ κληρικοὶ εἶναι ἐλεύθεροι. Τότε λοιπὸν καὶ και-
1008ρὸν ἔχομεν ἀνετώτερον νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα, ἀφοῦ ἡ προ-
1009σωπικὴ ἐλευθερία τῶν κληρικῶν σήμερον δὲν εἶναι δεσμευ-
1010μένη καὶ περιωρισμένη. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη
1011πρέπει ν’ ἀναβληθῇ διὰ τὸ ἐρχόμενον Σάββατον, διότι πρέ-
1012πει νὰ γείνῃ εὐρεῖα ἡ συζήτησις καὶ πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζή-
1013τημα αὐτό. Πολλάκις, κύριοι, Βασιλικὰ Διατάγματα κατὰ
1014συνήθειαν ἐξεδίδοντο, καὶ τὰ Διατάγματα ταῦτα ὑπε-
1015χρέουν καὶ ὑποχρεοῦν ἀκόμη τὸ Δημόσιον εἰς καταβολὴν
1016χρημάτων· ἀλλ’ ἡ Βουλὴ μετὰ μελέτην καὶ ἐξέτασιν εὗρεν,
1017ὅτι ἡ ἔκδοσις τῶν Διαταγμάτων αὐτῶν ἦτο παράνομος καὶ
1018τὰ περιώρισε. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα
1019τοῦτο, διότι ἀφορᾷ καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ εἰς τὴν προ-
1020σωπικὴν ἐλευθερίαν τῶν ἀτόμων.
1021§73ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἀπόδειξις, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Συνόδου
1022εἶναι παράνομος, εἶναι ὁ δισταγμὸς, ὁ ὁποῖος ἐμφιλοχωρεῖ
1023εἰς τὸν ἐγκέφαλον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁ
1024ὁποῖος σᾶς εἶπεν, ὅτι οἱ καλόγηροι εἶναι ἐλεύθεροι καὶ μόνον
1025εἷς κρατεῖται. Τί λοιπὸν ἀποδεικνύει τοῦτο; Ὅτι αὐτοὶ οἱ
1026ἄνθρωποι εἶναι ἀθῶοι, καὶ ὁ ἴδιος ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησια-
1027στικῶν ἀμφιταλαντεύεται καὶ εὑρίσκεται εἰς δεινὴν θέσιν τί
1028νὰ πράξῃ.
1029§74ΡΑΔΙΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, πρὸ μηνὸς σχεδὸν ἔκαμα
1030ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κύριον ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ
1031ἀπάντησιν ἔτι δὲν ἔλαβον.
1032Κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἀναχωρήσεώς μου ἐκ Τρικκά-
1033λων χωροφύλακες μετ’ ἐνωμοτάρχου καὶ ἀστυνομικοὶ κλη-
1034τῆρες μετὰ τοῦ ὑπαστυνόμου καὶ βοηθοῦ εἰσῆλθον αὐθαιρέ-
1035τως καὶ κατεπάτησαν τὴν κατοικίαν μου ἐπίτηδες διὰ νὰ
1036προσβάλωσιν τὴν ὑπόληψίν μου ἐνώπιον τῶν συμπολιτῶν
1037μου. Κατ’ ἀρχὰς δὲν ἐγνώριζον ποῖος ἔθεσε τὸ σκάνδαλον,
1038ἐκ τῶν ὑστέρων ὅμως ἐγνώρισα, ὅτι αἰτία τούτου ἦτον αὐτὸς
1039ὁ Εἰσαγγελεύς. Ὑπέθετον, ὅτι ἄνευ τῆς διαταγῆς τοῦ Εἰσαγ-
1040γελέως δὲν ἠδύνατο ποτὲ ἀστυνομικὴ ἀρχὴ καὶ χωροφύλα-
1041κες νὰ εἰσέλθωσιν αὐθαιρέτως εἰς τὴν κατοικίαν πολί-
1042του, ἀλλ’ ἀμφέβαλλον· ἀκολούθως ὅμως, ὅταν ἐγὼ, ἐν-
1043ταῦθα ἐπανελθὼν, ἀνέφερον περὶ τοῦ συμβάντος μοι εἰς τὸν
1044κύριον ὑπουργὸν, καὶ ἀπήτησα τὴν τιμωρίαν τῶν ἐνεργησάν-
1045των τὴν παρανομίαν ταύτην, πληροφορηθεὶς φαίνεται ὁ κ.
1046εἰσαγγελεὺς, ὅπως ὑπερασπισθῇ ἑαυτὸν, ἐτηλεγράφησε πρὸς
1047τὸν κ. ὑπουργὸν, καταγγέλλων με ὡς λησταπάδοχον καὶ δια-
1048τηροῦντα καὶ τρέφοντα ἐν τῇ οἰκίᾳ μου ληστάς.
1049§75ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι δά· δὲν ἔ-
1050γεινε τοῦτο.
1051§76ΦΛΩΡΙΑΣ. Ποῖος ἦτον ὁ εἰσαγγελεύς;
1052§77ΡΑΔΙΝΟΣ. Ὁ κ. Κλωτζάρης.—Ὁ εἰσαγγελεὺς οὗτος ἔ-
1053πνεεν ἐναντίον μου μένεα, διότι τῷ εἶχον κάμει μερικὰς παρα-
1054τηρήσεις διὰ τοὺς φυλακισμένους· τῷ εἶπον, ὅτι, ἀφοῦ κατα-
1055διώκονται ἀπὸ τὴν εἰσαγγελίαν ὡς ὕποπτοι ἐπὶ λῃστοπρα-
1056ξίᾳ, πρέπει ν’ ἀνακρίνωνται καὶ τοιουτοτρόπως νὰ στέλλων-
1057ται εἰς τὸ δικαστήριον, ἢ νὰ ἀπολύωνται· ἀλλὰ νὰ μένουν
1058ἐπὶ δύω καὶ τρεῖς μῆνας χωρὶς ἀνάκρισιν, τοῦτο εἶναι ἄδικον.
1059Δι’ αὐτὸ φαίνεται τῷ ἐκακοφάνη καὶ ἠθέλησε νὰ μοῦ κάμῃ
1060αὐτὴν τὴν προσβολὴν ἐνώπιον τῶν συμπολιτῶν μου, δηλα-
1061δὴ νὰ κάμῃ κατ’ οἶκον ἔρευναν. Ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος
1062λοιπὸν τούτου, ὅπερ μοὶ ἐπέδειξεν ὁ κ. ὑπουργὸς, ἐνόησα,
1063ὅτι αἴτιος τῆς προσβολῆς μου εἶναι αὐτὸς ὁ Εἰσαγγελεὺς,
1064καὶ ἀπήντησα πρὸς τὸν κ. ὑπουργόν: Ὁ κύριος εἰσαγγελεὺς
1065εἶναι ὁ ἐνεργήσας τὰ πάντα· καὶ ἰδοὺ μοὶ κάμνει καὶ ἑτέ-
1066ραν προσβολὴν, μὲ ἀποκαλεῖ λῃσταπάδοχον καὶ διατηροῦντα
1067καὶ τρέφοντα λῃστάς! καὶ δι’ αὐτὸ ἐπίσης ζητῶ ἱκανο-
1068ποίησιν.
1069§78ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο.
1070§79ΡΑΔΙΝΟΣ. Μάλιστα, κύριε ὑπουργὲ, καὶ πρὸς ἀπόδειξιν
1071σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐκβάλητε τὸ τηλεγράφημα.
1072Κύριοι βουλευταί, πρὸ τριῶν ἐτῶν ἐλυμαίνετο τὴν Θεσσαλίαν
1073ἡ λῃστεία, ἤμην δὲ προξενικὸς πράκτωρ πρὸ ὀκταετίας· πέ-
1074ρυσι κατ’ αὐτὸν τὸν καιρὸν, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὸν ἔντιμον
1075πρώην πρωθυπουργὸν, ἦλθον ἐδῶ· μὲ ἠρώτησε περὶ τῆς κατα-
1076στάσεως τοῦ τόπου καὶ τῷ εἶπον: καταστροφὴ γενικὴ ἐκ
1077τῆς λῃστείας, ἥτις μαστίζει τὸν τόπον καὶ κατερημόνει
1078ὁλόκληρα χωρία, καὶ πρέπει νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον. Ὁποῖον μέ-
1079τρον εἶπεν; ὅ,τι δήποτε εἶναι δυνατόν. Μοῦ λέγει πρέπει
1080νὰ περιμείνητε, καὶ ὅ,τι ὑπέφερεν ὁ τόπος ἕως τώρα, ἂς
1081ὑποφέρῃ ὀλίγον καιρὸν ἀκόμη μέχρις ὅτου ἔλθῃ ὁ Ἑλληνι-
1082κὸς στρατὸς, καὶ τότε τὰ πάντα θὰ ἡσυχάσουν· μεταχει-
1083ρισθῆτε ὅ,τι δήποτε μέσον ἠμπορέσετε διὰ νὰ καταστείλητε
1084τὴν λῃστείαν. Τότε λοιπὸν ἐπανερχόμενος εἰς τὴν πατρίδα
1085μου διῆλθον ἀπὸ τὴν Λάρισσαν, συνενοήθην μετὰ τοῦ προ-
1086ξένου, καὶ ἀμέσως ἐγράψαμεν εἰς τὰς συμμορίας, ὅπου καὶ
1087ἂν ὑπῆρχον, λέγοντες εἰς αὐτὰς, ὅτι τὰ μέρη αὐτὰ παρε-
1088χωρήθησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ συνθήκης, ὅτι ἐντὸς τῆς
1089συνθήκης ἐμπεριέχεται καὶ ἄρθρον περὶ ἀμνηστείας καὶ ὅτι
1090πρέπει ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς νὰ παύσουν τὰς ληστοπρα-
1091ξίας, διότι ἄλλως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ ὁ Ἑλληνικὸς
1092στρατὸς θὰ τοὺς καταδιώξῃ. Καὶ οὐ μόνον νὰ παύσωσιν
1093αὐτο, μετερχόμενοι τοῦ λοιποῦ τὸ αἰσχρὸν τοῦτο ἐπάγ-
1094γελμα, ἀλλὰ καὶ τὰς λοιπὰς μικρὰς συμμορίας, τὰς μὴ
1095πειθομένας, νὰ καταδιώξωσι, συνεργήσωσι δὲ πρὸς ἀπο-
1096λύτρωσιν τῶν αἰχμαλώτων ἄνευ λύτρων. Τοιουτοτρόπως
1097ἅπασαι αἱ χριστιανικαὶ ληστρικαὶ συμμορίαι ἡσύχασαν.
1098Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τουρκαλβανός τις, Ῥουστάν
1099Βέης λοχαγὸς τῆς χωροφυλακῆς, συνενοηθεὶς μετ’ ἄλλων
1100συμπατριωτῶν του τουρκαλβανῶν καὶ σχηματίσας ἰσχυρὰν
1101συμμορίαν, ἐξῆλθε τῆς πόλεως Τρικάλων, φέρων τὸ πῦρ καὶ
1102τὸν σίδηρον. Παντοῦ ὅπου ἐπάτει ὁ πούς του ἠπείλει τοὺς
1103Δυστυχεῖς κατοίκους, ὅτι θὰ κατακαύσῃ τὰς οἰκίας καὶ θη-
1104μονίας των, ἐὰν δὲν τῷ στείλωσι ἐξαγορὰν ποῦ μὲν διακο-
1105σίας λίρας, ποῦ δὲ πεντακοσίας κλπ. οἱ κάτοικοι μὴ ἔχοντες
1106χρήματα εὑρίσκοντο εἰς ἀμηχανίαν τί νὰ κάμωσιν. Ἡ συμ-
1107μορία αὕτη τὴν ἡμέραν τῆς πεντηκοστῆς, εἰσβαλοῦσα εἰς
1108τὸ χωρίον Καστανέαν τοῦ Ἀσπροποτάμου καθ’ ἣν ὥραν οἱ
1109ἄνθρωποι εὑρίσκοντο ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ, συλλαμβάνει ἐξ αὐτῶν
1110Δέκα καὶ ἐννέα ἄτομα, ἐν οἷς καὶ μίαν γυναῖκα, καὶ ἀπάγει
1111εἰς αἰχμαλωσίαν· ἀπῄτει δὲ λύτρα πέντε περίπου χιλιάδας
1112λιρῶν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύναντο ἐκεῖνοι νὰ κάμωσι.
1113Τότε ἰδὼν τὸ δεινὸν τοῦτο, ἔγραψα εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν
1114ἡσυχασασῶν συμμοριῶν νὰ συνεννοηθῶσιν ἅπασαι οἱ συμ-
1115μορίαι καὶ νὰ δοθῶσιν εἰς καταδίωξιν τῆς τουρκαλβανικῆς
1116συμμορίας τοῦ Ῥουστάν βέη, καὶ νὰ λυτρώσωσι τοὺς αἰχμα-
1117λώτους. Πράγματι ἡ συμμορία τοῦ Γιάννη Σουπικιώτου ἢ
1118Γκέκα, συνενοηθεῖσα μὲ τὴν τοῦ Δαβέλη, κατεδίωξαν τοὺς
1119Ἀλβανοὺς, φονεύσαντες ἐν τῇ συμπλοκῇ τοὺς πλείστους,
1120ἔσωσαν τοὺς αἰχμαλώτους καὶ οὕτως ἔφερον τὴν γενικὴν
1121ἐν τῷ τόπῳ εἰρήνην. Ὅταν δὲ, μετὰ τὴν κατάληψιν τῆς 3
1122ζώνης, ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἐπλησίαζε πρὸς τὰ Τρίκκαλα,
1123οἱ ἡσυχάσαντες λησταὶ μοὶ ἔγραψαν, ὅτι ἐπιθυμοῦσι νὰ προσ-
1124έλθωσι, καὶ ὅτι δὲν τολμῶσι, πρὶν ἢ λάβω τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὸν
1125ἀρχηγὸν κ. Σοῦτσον. Ἅμα λοιπὸν τῇ ἀφίξει τοῦ στρατοῦ
1126εἰς Τρίκκαλα, αὐθημερὸν παρουσιάσθην εἰς τὸν ἀρχηγὸν,
1127τῷ διηγήθην τὴν ἱστορίαν τῶν γεγονότων, καὶ τῷ ἐξέφρα-
1128σα τὴν ἐπιθυμίαν των τοῦ νὰ προσέλθωσιν εἰς τὰς Ἑλληνι-
1129κὰς Ἀρχὰς καὶ νὰ ἡσυχάσουν. Ὁ ἀρχηγὸς εἶπε, μάλιστα νὰ
1130στείλωμεν διὰ νὰ ἔλθουν. Ἦλθον λοιπὸν οἱ λησταὶ, παρέ-
1131δωκαν τὰ ὅπλα καὶ ἔμειναν ἥσυχοι. Ἐπειδὴ δὲ ἐγένετο λό-
1132γος ἐντὸς τῆς Βουλῆς παρὰ πολλῶν βουλευτῶν τῆς Θεσσα-
1133λίας, ὅτι ἐπειδὴ ἔρχεται ἡ ἄνοιξις καὶ οἱ λησταὶ εἶναι πλη-
1134σίον τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς καὶ μήπως συμβῇ τίποτε,
1135εἶναι καλὸν νὰ περισταλῶσιν. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν ἔλαβε
1136μέτρον διὰ νὰ τοὺς περιορίσῃ καὶ ἀποφασίσῃ μετὰ ταῦτα
1137περὶ τῆς τύχης των. Ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ἐγνώριζε, διότι εἶ-
1138χεν ἄλλους κατασκόπους, ὁποῖοι ὑπῆρξαν καὶ ἄλλοτε λη-
1139σταὶ καὶ τοὺς συνελάμβανε· καὶ ἄλλους μὲν τοὺς ἀπέδιδε
1140πρὸς ἀνάκρισιν καὶ τοὺς ἀπέλυεν, ἄλλους δὲ τοὺς ἐφυλάκι-
1141ζε χωρὶς νὰ κάμῃ καμμίαν ἀνάκρισιν, καὶ τοὺς διατηρεῖ εἰς
1142τὰς φυλακὰς ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους, διὰ τὸ ὁποῖον τῷ
1143ἔκαμα παρατηρήσεις, τοῦτο δὲ τὸν παρώργισε καὶ δι’ αὐτὸ
1144εἶπεν, ὅτι ἐγὼ εἶχον ληστὰς μέσα εἰς τὴν οἰκίαν μου.
1145§80ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι, δὲν σὲ εἶπε λησταπάδοχον, ἀλλὰ πρά-
1146κτορα ληστῶν.
1147§81ΡΑΔΙΝΟΣ. Διὰ ταῦτα ἀπαιτῶ νὰ γείνῃ ἀνάκρισις, νὰ
1148εὑρεθῇ ἡ ἀλήθεια, καὶ νὰ τιμωρηθῶσιν οἱ αἴτιοι τῆς προσ-
1149βολῆς μου. Ὡς τοιοῦτοι δὲ εἰσὶν ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὁ ὑπαστυ-
1150νόμος Παππᾶ Ἰωάσαφ, ὁ βοηθὸς Λουκᾶς Λουκόπουλος καὶ
1151ὁ πρῶτος κλητὴρ Βασίλειος Βογιατσῆς.
1152§82ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). (Ὅρα Παράρτημα).
1153§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ προεξελέγξαν τὴν ἐκλογὴν Κερκύρας ἕκτον
1154Τμῆμα τῆς Βουλῆς προτείνει τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς
1155καὶ τὴν ἀνακήρυξιν ὡς νομίμου βουλευτοῦ τοῦ κ. Ν. Βασι-
1156λάκη, ἔχοντος τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα.
1157(Ἐπικυροῦται δι’ ἀναστάσεως ἡ ἐκλογὴ καὶ ἀνακηρύσσε-
1158ται νόμιμος βουλευτὴς τῆς ἐπαρχίας Κερκύρας ὁ κ. Νικό-
1159λαος Βασιλάκης.—Ὁμοίως γίνεται δεκτὴ ἡ ἔκθεσις τοῦ Βʹ
1160Τμήματος τῆς Βουλῆς ἐπικυρωτικὴ διὰ τὴν ἐκλογὴν Πυ-
1161λίας, καὶ ἀνακηρύσσεται νόμιμος βουλευτὴς ὁ κ. Π. Τριγ-
1162γέτας, ὅστις προσελθὼν ἔδωσεν ἐπὶ τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου
1163τὸν νενομισμένον ὅρκον).
1164§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
1165προσμετρήσεως τοῦ πρὸς προβιβασμὸν ἀξιωματικῶν ἀπαι-
1166τουμένου χρόνου.
1167§85ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, κύριε
1168Πρόεδρε.
1169Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων χθὲς τὸ ἑσπέρας
1170ἀπηύθυνεν εἰς τὴν Βουλὴν παρατήρησιν, τῆς ὁποίας ἡ ὀρθό-
1171της μὲ ἔπεισε καὶ μὲ ἀναγκάζει νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βου-
1172λὴν τὰς σκέψεις μου. Ἡμεῖς δὲν ἀντιλέγομεν, ἵνα τὴν ἡμε-
1173ρησίαν διάταξιν συντάσσῃ ἑκάστοτε τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ
1174τοῦτο κανονίζῃ τὴν τάξιν, τὴν ὁποίαν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ δια-
1175τάξει πρέπει νὰ λαμβάνῃ ἕκαστον τῶν ἀντικειμένων τῶν
1176πρὸς συζήτησιν· οὐδὲν δικαιούμεθα νὰ ἀντιλέξωμεν, διότι
1177τὴν ἡμερησίαν διάταξιν κανονίζει ἡ πλειονοψηφία, ἡ δὲ
1178πλειονοψηφία ὑποστηρίζει τὸ Ὑπουργεῖον, ἑπομένως ἡ πλειο-
1179νοψηφία θέλει ἀποφασίσει ὡς τὸ Ὑπουργεῖον εἰσηγεῖται εἰς
1180αὐτήν. Κάμνω ὅμως τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ τακτικὴ, τὴν
1181ὁποίαν ἀκολουθεῖ, ἀναιρεῖ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ ἐπά-
1182γεται ὡς ἀποτέλεσμα νὰ μὴν ἔχωμεν οὐδεμίαν ἡμερησίαν
1183διάταξιν. Ἡ ἡμερησία διάταξις περιλαμβάνει 40 νομοσχέ-
1184δια· ἀκολουθοῦντες τὴν τακτικὴν ταύτην, καθιστάμεθα ἀνί-
1185κανοι νὰ συζητήσωμεν τὰ 40 νομοσχέδια, διότι πρέπει νὰ
1186ἤμεθα ἕτοιμοι μετὰ μελέτης ἐφ’ ἑκάστου αὐτῶν, ἵνα ἀνα-
1187κοινώσωμεν τὰς γνώμας μας, τοῦτο δὲ εἶναι δυσχερέστα-
1188τον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἐπάγει ἄλλο τι ἄτοπον· κατανα-
1189λίσκομεν ὅλον τὸν χρόνον ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα
1190ἀπαντῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων
1191δὲν δυνάμεθα ἴσως νὰ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ εἴπωμεν ἂν ἔχω-
1192μεν ἀντίῤῥησιν· φθάνομεν δ’ εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως
1193εἰς τὸ κύριον ἀντικείμενον, ὅτε οἱ βουλευταὶ εἶναι κεκμηκό-
1194τες καὶ οἱ θέλοντες νὰ ἀγορεύσωσιν ἐπ’ αὐτοῦ εἶναι ἐπίσης
1195κεκμηκότες. Ἐρωτώμεθα ἂν ἔχωμεν ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τῶν νο-
1196μοσχεδίων, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνει ἡ ἡμερησία διάταξις, καὶ
1197λέγομεν, δὲν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν· ἀλλ’ εἶναι ἀληθὲς τοῦτο;
1198Δὲν εἶναι ἀληθὲς, διότι δὲν ἐμελετήσαμεν τὰ νομοσχέδια,
1199δὲν εἴχομεν τὸν καιρόν. Ἐνῷ, ἐὰν ἡ ἡμερησία διάταξις πε-
1200ριλαμβάνει νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα νὰ συζητῶνται κατὰ τά-
1201ξιν, τότε θὰ ἤμεθα εἰς θέσιν καὶ νὰ συζητῶμεν αὐτὰ δεόν-
1202τως, καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν της ὅσον τὸ δυ-
1203νατὸν εὐσυνειδήτως. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ
1204συζητῶμεν τὰ νομοσχέδια, ὅπως ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει
1205κατατάσσονται.
1206§86ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠκο-
1207λούθησεν ἡ Βουλὴ τοῦ νὰ θεωρῇ ὡς προτακτέα ἐν τῇ ἡμε-
1208ρησίᾳ διατάξει τὰ νομοσχέδια, περὶ τῶν ὁποίων οὐδεμία
1209ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, εἶναι τὸ πρακτικώτερον πάντων, τα ὁποῖα
1210δυνάμεθα νὰ ἐκλέξωμεν· διότι τοιουτοτρόπως τῇ ὁμοφώνῳ
1211θελήσει τῆς Βουλῆς κανονίζεται ὡς πρὸς ταῦτα ἡ ἡμερησία
1212διάταξις. Ἂν ὁ κ. βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος ἀνεκοίνωσε τὰς πα-
1213ρατηρήσεις του εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἀρέσκεται εἰς τοῦτο,
1214εὐκόλως δύναται νὰ ἴδῃ ἐπικρατοῦσαν τὴν ἰδίαν αὑτοῦ γνώ-
1215μην, δὲν ἀπαιτεῖται πρὸς τοῦτο ἄλλο τι παρὰ νὰ εἴπῃ, ὅτι
1216ἔχει ἀντίῤῥησιν εἰς ἕκαστον νομοσχέδιον καὶ τοῦτο δὲν θὰ
1217καταναλώσῃ πολὺν χρόνον, μόλις 10 λεπτά. Ἀλλὰ τί συνέ-
1218βη χθές; Ἐπί τινος τῶν νομοσχεδίων ἐγένετο συζήτησις·
1219τοῦτο ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔπρεπε νὰ γίνῃ, διότι νομίζω,
1220ὅτι ὅλη ἡ Βουλὴ ἐδέχθη εὐδιαθέτως ὡς προτακτέον νομο-
1221σχέδιον ἀφορῶν εἰς συμφωνίαν πρὸς ξένην Κυβέρνησιν. Τὸ
1222συμβὰν ὅμως χθὲς δὲν σχετίζεται πρὸς τ’ ἄλλα ἀντικείμενα
1223τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ νομίζω, ὅτι παρετηρήθη, ὅτι
1224πρώτη ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει, ὅπως εὐθὺς ὡς ἐγείρεται ἡ
1225ἐλαχίστη ἀντίῤῥησις ἐπί τινος νομοσχεδίου παραλείπεται
1226τοῦτο καὶ μεταβαίνωμεν εἰς τὸ κατόπιν. Δὲν εἶναι δυνατὸν
1227ἐπὶ τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ τῶν νομοσχεδίων τῶν ἐν τῇ ἡμε-
1228ρησίᾳ διατάξει νὰ μὴ ὑπάρχωσι καί τινα, ἐπὶ τῶν ὁποίων
1229δὲν θὰ γείνῃ συζήτησις. Ἐὰν δὲν ἀκολουθήσωμεν τὸ σύ-
1230στημα τοῦτο, θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τέλος τῆς Συνόδου, καὶ
1231ταῦτα δὲν θὰ ἦναι ψηφισμένα. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν καὶ ἡ
1232Κυβέρνησις κανονίζουσα τὴν ἡμερησίαν διάταξιν νὰ γνωρίζῃ
1233ἀκριβῶς τίνα τὰ νομοσχέδια τὰ μὴ προκαλέσοντα συζήτησιν,
1234ὥστε νὰ τὰ προτάξῃ· κινδυνεύει κατ’ ἰδίαν εἰκασίαν πράτ-
1235τουσα τοῦτο, νὰ θέσῃ μεταξὺ αὐτῶν καί τινα, τὰ ὁποῖα θὰ
1236προκαλέσωσι συζήτησιν καὶ τοιουτοτρόπως θὰ ἐμποδίσωσι
1237τὴν ψήφισιν τῶν ἄλλων· ὥστε ὁ τρόπος οὗτος, ὁ ὁποῖος δίδει
1238εἰς ἕκαστον βουλευτὴν τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσῃ αὐτὸς τὴν
1239ἡμερησίαν διάταξιν, εἶναι ὁ προτιμότερος.
1240§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν περὶ τῆς προτάσεως
1241τοῦ κ. Δηλιγιάννη.
1242§88ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἐμὴ πρότασις δὲν εἶναι πρότασις ἀνε-
1243ξάρτητος τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, εἶναι πρότασις
1244πρὸς τήρησιν τοῦ Κανονισμοῦ, διότι ἡ τακτικὴ, τὴν ὁποίαν
1245ἀκολουθοῦμεν, ἐκβιάζει ἡμᾶς νὰ κάμωμεν δυοῖν θάτερον, εἴτε
1246νὰ λέγωμεν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν, εἰς τὸ νομοσχέδιον, καὶ ὅμως
1247δὲν ἐμελετήσαμεν αὐτὸ καὶ δὲν γνωρίζομεν, ὅτι πρέπει νὰ
1248ἔχωμεν ἀντίῤῥησιν, εἴτε νὰ προχωροῦμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν
1249διάταξιν καὶ νὰ δεχώμεθα αὐτά. Ἐγὼ λοιπὸν προτείνω νὰ
1250τηρῶμεν τὸν Κανονισμὸν, δὲν πιστεύω νὰ προτείνω τι και-
1251νοφανές.
1252§89ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ Κανονισμὸς δὲν λέγει τι οὔτε ὑπὲρ οὔτε
1253κατὰ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Δηλιγιάννη. Ἡ Βουλὴ δύναται
1254νὰ κανονίσῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὡς θέλει· δύναται νὰ
1255εἴπῃ, τὸ δεῖνα νομοσχέδιον θέλω νὰ προτάξω, τὸ δεῖνα ὄχι.
1256Παρατηρεῖται, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ βουλευταὶ νὰ γνω-
1257ρίζωσιν ἐπὶ τίνων νομοσχεδίων ἔχουσιν ἀντίῤῥησιν· ἀλλ’ ὅταν
1258εὑρίσκωνται εἰς ταύτην τὴν θέσιν, δύνανται νὰ εἴπωσιν, ὅτι
1259δὲν συναινοῦσιν, ἵνα τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ψηφισθῇ, διότι
1260ἐπιφυλάσσονται νὰ τὸ μελετήσουν.
1261§90ΖΑΦΕΙΡΙΑΔΗΣ. Ἡ ἡμερησία διάταξις διανέμεται εἰς τὰς
1262οἰκίας τῶν βουλευτῶν, καὶ ἑπομένως ἕκαστος δύναται νὰ
1263σημειώνῃ ἐκεῖνα τὰ νομοσχέδια ἐφ’ ὧν ἔχει ἀντίῤῥησιν.
1264(Ἀναβάλλεται ἡ δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ
1265τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 9 τῆς ἀπὸ 20 Ἰουνίου 1831 Ἑλληνο-
1266τουρκικῆς συμβάσεως).
1267(Γίνεται κατόπιν δεκτὸν εἰς τρίτην συζήτησιν τὸ νομο-
1268σχέδιον περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνή-
1269σεως καὶ τῆς ἐν Μασσαλίᾳ ἀτμοπλοϊκῆς Ἑταιρίας «Φραι-
1270σινὲ» ἀτμοπλοϊκῆς συμβάσεως).
1271(Κατόπιν ἀνεβλήθησαν τὰ νομοσχέδια περὶ ἀπαγορεύσεως
1272τῆς ἁλιείας διὰ δυναμίτιδος, περὶ ἐκμισθώσεως διὰ δημο-
1273πρασίας τῶν κατὰ τὸν ΥΛΔʹ νόμον δασμῶν ἐν τοῖς νήσοις
1274Κεφαλληνίας, Ζακύνθου καὶ Ἰθάκης, τῆς προτάσεως νόμου
1275περὶ ἀπαγορεύσεως ἐφέσεων κατὰ τῶν προδικαστικῶν ἀπο-
1276φάσεων καὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐξαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ
1277Ἐπτανησιακῶν προϊόντων).
1278§91ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀναφοραὶ εἰς τὴν
1279Βουλὴν ὑποβληθεῖσαι παρὰ περιοίκων τῆς Κωπαΐδος.
1280§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνηγγέλθησαν εἰς τὴν Βουλὴν περιληπτικῶς.
1281§93ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν προχθὲς ὡμίλησα ἐπὶ τοῦ ζητή-
1282ματος τῆς Κωπαΐδος περιωρίσθην εἰς τὰ ἀφορῶντα τὸ ἔγ-
1283κυρον τῆς συμβάσεως· ἐπειδὴ δὲ παρεξηγήθην ὑπὸ τοῦ βου-
1284λευτοῦ Αἰγιαλείας, ὅστις ὑπέθεσεν, ὅτι ἐσκόπουν, ὁμιλῶν
1285οὕτω, νὰ μεταβάλω τὴν Βουλὴν εἰς δικαστήριον, ὀφείλω νὰ
1286παρατηρήσω πρὸς ἐπεξήγησιν τῆς ἰδέας μου, ἥτις ὅμως ἦτο
1287καθαρὰ, ὅτι τὴν σύμβασιν θεωρῶ ὑπερβαίνουσαν τὰ ὅρια τῆς
1288ἁρμοδιότητος τῆς Νομοτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἑπομένως ὑπο-
1289κειμένην εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ
1290τὴν σύμβασιν, ὅπως τὸ 1880 συνωμολογήθη, οὐδεὶς δύνα-
1291ται ν’ ἀντιταχθῇ· ἂν ὅμως, πειθομένη ἡ Βουλὴ, ὅτι ἡ σύμ-
1292βασις συνωμολογήθη ὄχι μόνον ἀναρμοδίως, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ
1293ὅρους μὴ συμφέροντας, ἀκυρώσῃ αὐτὴν, οὐδεὶς ἔχει δικαίωμα
1294νὰ παραπονεθῇ κατὰ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, οὐδὲ νὰ
1295προβάλῃ ἀξιώσεις ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων· ταῦτα εἶπον.
1296Ἀλλ’ εἶπον προσέτι εἰς τὴν προχθεσινὴν ἀγόρευσίν μου, ὅτι
1297δὲν θεωρῶ μόνον τὴν σύμβασιν ἄκυρον, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐρ-
1298γολάβους περιελθόντας εἰς τὸ σημεῖον τῆς ἐκπτώσεως· καὶ
1299τοῦτο οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προηγουμένης συμβάσεως,
1300ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συμβάσεως τοῦ 1880, τὴν ὁποίαν
1301καταπολεμῶ. Ἐὰν δὲ τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, ἡ Κυβέρνησις πε-
1302ριέρχεται εἰς εὐάρεστον σημεῖον. Ἐκ τῶν γενομένων συζη-
1303τήσεων προέκυψεν, ὅτι κίνδυνοι ἀπειλοῦσιν ἰδιωτικὰ καὶ δη-
1304μόσια συμφέροντα, ὁ δὲ πρωθυπουργὸς ὁμιλῶν, ὅτε εἰσήγετο
1305ἡ σύμβασις, ἀνωμολόγησε τοῦτο, ἀλλ’ ἐπεῖπεν, ὅτι δὲν ἠδυ-
1306νήθη νὰ πείσῃ τὴν ἑταιρίαν νὰ ἀναδεχθῇ εἰς βάρος αὐτῆς
1307τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἰδιωτικῶν ἀπαιτήσεων. Τοῦτο σημαίνει,
1308ὅτι καὶ ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐπιθυμεῖ νὰ εὑρίσκετο εἰς τὴν
1309εὐάρεστον θέσιν, ὅπως ἐξέλθῃ μὲν καὶ αὐτὸς, ἐξαγάγῃ δὲ
1310καὶ τὸν τόπον ἀπὸ τὰς περιπλοκὰς, αἵτινες δύνανται νὰ γεν-
1311νηθῶσιν. Ἂν τοῦτο ἐπιθυμῇ σπουδαίως καὶ εἰλικρινῶς, ἰδοὺ
1312ὅτι παρουσιάζεται εὐκαιρία ἔννομος, σπουδαία καὶ ἀξιοπρε-
1313πής. Δύναται νὰ εἴπῃ εἰς τὴν ἑταιρίαν σήμερον, ὅτι ἀπέ-
1314ναντι τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἔκπτωτος πρὸ πολλοῦ καὶ ὅτι
1315τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον δικαιοῦται νὰ κηρύξῃ τοῦτο κατὰ
1316τὸν νόμον, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν δεχθῇ τὰς εὐλόγους
1317ἀξιώσεις της. Δι’ αὐτὸν τὸν σπουδαῖον λόγον προετάθη ἡ
1318ἀναβολὴ, ὅπως δοθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὁ καιρὸς νὰ ἐνεργή-
1319σῃ. Τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς ὑποστηρίζω. Ἀλλ’ ὑποδει-
1320κνύω συγχρόνως, ὅτι ἡ ἀναβολὴ ἐπιβάλλεται καὶ ἐκ τῆς θέ-
1321σεως, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ ἑταιρία σήμερον, καὶ ἐπικαλοῦμαι
1322τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, τὴν μέριμναν αὐτῆς καὶ τὴν φι-
1323λοπατρίαν, ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν καὶ τὴν εἰλικρίνειαν
1324τῶν σκέψεων τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, περὶ ὧν δὲν ἐπιθυμῶ νὰ
1325ἀμφιβάλλω.
1326Κατὰ τὸ ἄρθρον 7 τῆς συμβάσεως τοῦ 1880, ἡ ἑται-
1327ρία πρὸ πολλοῦ περιῆλθεν εἰς τὸ σημεῖον τῆς ἐκπτώσεως
1328διὰ τῆς παραβιάσεως δύω ὅρων, τοῦ πρώτου πρὸ ἑνὸς καὶ
1329ἐπέκεινα ἔτους, τοῦ ἑτέρου ὅρου πρὸ ὀλίγων μηνῶν. Ἰδοὺ
1330τί λέγει τὸ ἄρθρον 7.
1331«οἱ λαμβάνοντες τὴν παραχώρησιν ἐπιφυλάσσονται ἐντὸς
1332πέντε μηνῶν ἀπὸ σήμερον νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὴν Κυβέρνη-
1333σιν τὰς ὁποίας κρίνουσιν ἀναγκαίας τροποποιήσεις ἐπὶ τῶν
1334διαγραμμάτων τοῦ κ. Σωβάζ, συνεπαγομένας καὶ τὴν πρὸς
1335αὐτοὺς παραχώρησιν τῶν παρὰ τὴν Κωπαΐδα δύω μικρῶν
1336λιμνῶν, (γνωστῶν ὑπὸ τὰ ὀνόματα «Λίκερη» (ὑλίκη) καὶ
1337«Παραλίμνη») πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ χρησιμοποιηθῶσι
1338τὰ ἐκ τοῦ Κωπαϊκοῦ πεδίου ἐκβάλλοντα ὕδατα πρὸς ἄρ-
1339δευσίν των τῶν γαιῶν τοῦ Θηβαϊκοῦ πεδίου καὶ πρὸς διο-
1340χέτευσιν εἰς τὸ λεκανοπέδιον τῆς Ἀττικῆς. Ἡ δὲ Κυβέρ-
1341νησις ἐπιφυλάσσεται ἐπίσης τὸ δικαίωμα νὰ μελετήσῃ τὰς
1342ὑποβληθησομένας αὐτῇ τροποποιήσεις καὶ προκαλέσῃ τὴν
1343νομοθετικὴν αὐτῶν κύρωσιν ἐντὸς τῆς προσεχοῦς βουλευτι-
1344κῆς Συνόδου»
1345Ὑπάρχει δεύτερον ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον λέγει τὰ ἑξῆς, καὶ
1346ἐφ’ οὗ παρακαλῶ νὰ προσέξητε.
1347«Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν οἱ λαβόντες τὴν παραχώρησιν
1348δὲν ἤθελον ὑποβάλει τοιαύτας τροποποιήσεις, ὡς καὶ ἐν
1349περιπτώσει, καθ’ ἣν ὑποβληθεῖσαι αὗται, δὲν ἤθελον τύχει
1350τῆς νομοθετικῆς ἐγκρίσεως ἐντὸς τῆς προσεχοῦς βουλευτικῆς
1351Συνόδου, ἡ διὰ τῆς παρούσης συμβάσεως παραχώρησις εἶναι
1352ἔγκυρος καὶ ἰσχυρὰ κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ ΡΟΓʹ νόμου καὶ τῆς
1353δι’ αὐτοῦ κυρωθείσης συμβάσεως».
1354Ἡ διάταξις αὕτη τῆς συμβάσεως τοῦ 1880 ὑποβάλλει
1355οὕτω ὁλόκληρον τὴν ἑαυτῆς ἰσχὺν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ
1356τοῦ ὅρου. Ἂν οὗτος δὲν πραγματοποιηθῇ, ὅλα τὰ κατὰ τὸ
13571880 συνομολογηθέντα καταπίπτουν καὶ ἐπανέρχεται ἡ
1358ἰσχὺς τῆς συμβάσεως τοῦ 1865 καὶ τοῦ νόμου τοῦ 1867.
1359Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ ἑταιρία ἔκαμε μετὰ 5 μῆνας τὰς προ-
1360τάσεις της, δὲν μὲ ἐνδιαφέρει δὲ τοῦτο· γνωρίζω ὅμως, ὅτι
1361ὑπεβλήθη σύμβασις παρὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλὴν
1362κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τοιούτων
1363προτάσεων, ὑπεβλήθη δὲ διὰ τοῦ ἑξῆς νομοσχεδίου.
1364«Κυροῦται ἡ μεταξὺ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Οἰκο-
1365νομικῶν ὑπουργῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ τοῦ κ. Σ. Σκουλούδη, ὡς
1366ἀντιπροσώπου τῆς πρὸς ἀποξήρανσιν καὶ καλλιέργειαν τῆς
1367Κωπαΐδος λίμνης συσταθείσης ἐν Παρισίοις ἀνωνύμου ἑται-
1368ρίας ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Γαλλικὴ ἑταιρία πρὸς ἀποξήραν-
1369σιν καὶ καλλιέργειαν τῆς Κωπαΐδος λίμνης,» ἀφ’ ἑτέρου, συ-
1370νομολογηθεῖσα τὴν 14 Ἀπριλίου 1881 καὶ συγκειμένη ἐξ
1371ἄρθρων 6, ἧς τὸ κείμενον ἕπεται.
1372Ἡ σύμβασις δὲν ἐκυρώθη ἐντὸς τῆς Συνόδου· ἡ Σύνοδος
1373ἔληξε τὸν Μάρτιον 1881 καὶ ἔκτοτε ἤρχισεν ἡ ἰσχὺς τῆς
1374δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 7. Ἰσχύει πλέον ἀπὸ τῆς
1375στιγμῆς ἐκείνης ὁ νόμος τοῦ 1867 καὶ ἡ σύμβασις τοῦ 1865
1376Κατὰ τὰς διατάξεις ἐκείνας ἐντὸς 20 ἡμερῶν ὤφειλεν ὁ ἐρ-
1377γολάβος νὰ καταβάλῃ τὸ δάνειον τῶν 1,700,000 δρ. τὸ
1378ὁποῖον ἦτο ὅρος ἀνατρεπτικός, διότι ῥητὴ διάταξις τὸν
1379ἀναγράφει ὡς τοιοῦτον. Εἴκοσι λοιπὸν ἡμέρας ἀπὸ τῆς λή-
1380ξεως τῆς Συνόδου τῆς τελευταίας ἐγεννήθη τὸ δικαίωμα
1381τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον τὴν ἑται-
1382ρίαν.
1383Κατὰ τὰς αὐτὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1867 καὶ τῆς
1384συμβάσεως τοῦ 1865, ἡ ἑταιρία ὤφειλε νὰ ποιήσηται ἔναρξιν
1385τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, ἰδίως δὲ τῆς διατρήσεως τοῦ ὄρους
1386Πτώου ἕνα ἐνιαυτὸν μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Β. Διατάγματος.
1387Ἐπειδὴ δ’ ἐπῆλθον τὰ περὶ τροποποιήσεων, ἡ προθεσμία
1388τοῦ ἐνιαυτοῦ ἄρχεται καὶ αὕτη ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς παρελ-
1389θούσης Συνόδου, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι πρὸ πολλοῦ περι-
1390ῆλθεν ἡ ἑταιρία εἰς τὸ σημεῖον τῆς ἐκπτώσεως διὰ τὸν
1391πρῶτον ὅρον, πρὸ μικροῦ δὲ διὰ τὴν μὴ ἐκπλήρωσιν τοῦ
1392περὶ οὗ πρόκειται ὅρου. Καὶ ταύτην τὴν ὑπόδειξιν ὤφειλον
1393νὰ κάμω εἰς τὸ ὑπουργεῖον, πεποιθὼς, ὅτι εἰλικρινῶς ἐνδια-
1394φέρεται νὰ διεξαγάγῃ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην οὐχὶ πρὸς ζη-
1395μίαν τοῦ Δημοσίου, καὶ οὐχὶ πρὸς βλάβην καὶ καταστρο-
1396φὴν τῶν περιοίκων τῆς Κωπαΐδος, ἀλλὰ πρὸς ὄφελος καὶ
1397τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς κοινωνίας καὶ τῆς ἑταιρίας. Ἔχει ἤδη
1398τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ εἰ, τὴν ἑταιρίαν: «τὰ δίκαια, τὰ ὁποῖα
1399σοὶ ζητῶ, εἶναι δίκαια, καὶ ὡς τοιαῦτα ὤφειλες νὰ τὰ ἱκα-
1400νοποιήσῃς· δὲν θέλεις νὰ τὸ πράξῃς· ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω τὴν
1401δύναμιν νὰ ἄρω ἀπὸ σοῦ τὴν ἐπιχείρησιν, διότι ὁ νόμος μοὶ
1402παρέχει τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἐὰν τοῦτο πράξῃ ἡ Κυβέρ-
1403νησις, αἴρονται ὅλαι αἱ δυσχέρειαι, καὶ θέλει καταρτισθῆ
1404σύμβασις μὴ ἀπεμπολοῦσα, ὡς ἡ παλαιὰ, τὰ συμφέροντα
1405τοῦ Δημοσίου. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν ὡμίλησα ποσῶς οὔτε
1406ὁμιλῶ καὶ σήμερον περὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον στηρί-
1407ζεται εἰς σύμβασιν μὴ ὑπάρχουσαν. Δὲν πρόκειται περὶ τού-
1408του σήμερον Σήμερον πρόκειται περὶ ἀποσοβήσεως κινδύ-
1409νων, περὶ προλήψεως ζημιῶν, περὶ διαφυλάξεως τοῦ χρή-
1410ματος τοῦ Κράτους. Ἡ ἀναβολὴ, ὡς ἔχουν τὰ πράγματα,
1411θέλει συντελέσει εἰς ταῦτα ἀποτελεσματικῶς, ἀσφαλῶς, βε-
1412βαίως. Διὰ τοῦτο καὶ ὑποστηρίζω τὴν ἀναβολήν.
1413Δὲν δύναται δὲ τὸ ὑπουργεῖον νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι εἰς
1414κατάστασιν νὰ τὸ πράξῃ, καὶ ἂν ἔτι ἀμφιβάλῃ περὶ τῆς
1415ἀκριβείας τῆς γνώμης μου, ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν. Δὲν ὑπο-
1416θέτω κἂν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ σκεφθῇ ἐπὶ τούτου ὡριμώ-
1417τερον. Ἂν ὑπάρχῃ ἀνάγκη, εἶναι αὕτη, τὸ νὰ μεριμνήσῃ
1418συντονώτερον καὶ πατριωτικώτερον περὶ τῶν διακινδυνευόν-
1419των συμφερόντων τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν πολιτῶν· διότι,
1420περὶ τίνος πρόκειται; Πρόκειται ἆρά γε περὶ ἔργων μεγάλων
1421καὶ ὑψηλῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους; Πρόκειται περὶ πο-
1422λιτικῶν ἀναγκῶν; Πρόκειται περὶ δημοσίου ἀσφαλείας; ἢ,
1423ἂν πρόκηται περὶ τῶν πολυθρυλλήτων παρασκευῶν, τὰς ὁ-
1424ποίας ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀνέμιξε προχθὲς ἀκαίρως μὲ φορο-
1425λογικόν τι νομοσχέδιον; Περὶ οὐδενὸς τοιούτου πρόκειται· ἀλ-
1426λ’ ἁπλῶς καὶ μόνον περὶ ἑνὸς τραπεζιτικοῦ ἢ βιομηχανικοῦ
1427συμφέροντος. Οὐδεὶς λοιπὸν κίνδυνος ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἐπ’ αὐ-
1428τοῦ δραστικὴ κρίσις τῆς Βουλῆς, μέχρις οὗ φωτισθῇ αὕτη
1429περὶ τῆς ἀληθείας ἢ μέχρις οὗ δυνηθῇ νὰ πείσῃ ἡμᾶς τὸ
1430ὑπουργεῖον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἄλλως.
1431Πιστεύω, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον, ἐπιθυμοῦν νὰ ἀπομακρύνῃ
1432ἀπ’ αὐτοῦ πᾶσαν ὑπόνοιαν ἐπὶ ὑποθέσεως τοιαύτης, θέλει
1433ἀποδεχθῆ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω καὶ ἐγώ,
1434ὑποστηρίζων τοὺς πρὸ ἐμοῦ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρία-
1435σιν ὁμιλήσαντας περὶ αὐτῆς βουλευτάς.
1436§94ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Γνωρίζετε ἂν δὲν ἐγένετο ἀρχὴ διατρήσεως
1437τοῦ ὄρους Πτώου; Ποίας πληροφορίας ἔχετε περὶ τοῦ ἔργου
1438τούτου;
1439§95ΛΑΠΑΣ. Ποίου ἔργου; Ἄνοιξαν μόνον ἕνα χανδάκι.
1440Ποῦ εὑρίσκεσθε!
1441§96ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς δὲν ἔχει τὴν ἔν-
1442νοιαν, τὴν ὁποίαν ζητοῦν νὰ ἀποδώσουν εἰς αὐτὴν οἱ προτεί-
1443ναντες. Μόνην δ’ ἔννοιαν δύναται νὰ ἔχῃ, ὅτι εἶναι ἕτερος
1444τρόπος ἀποῤῥίψεως τοῦ νομοσχεδίου, καὶ δὲν βλέπω διατὶ
1445νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τοῦτο ἀπ’ εὐθείας, ἐὰν τοῦτο θέλωμεν.
1446Ἂν ἀναβάλωμεν ἤδη τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι
1447πρόδηλον, ὅτι ἡ ἑταιρία θέλει προχωρήσει εἰς τὰ τῆς ἐκτελέ-
1448σεως, καθ’ ἣν ἔχει ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ νόμου, διατρήσσουσα
1449τὸ ὄρος Πτῶον, ἐνῷ ὅσοι θέλουσι τὴν διὰ τῆς διατρήσεως
1450τοῦ Πτώου ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος δύνανται μὲν διὰ τῆς
1451ἀναβολῆς, ἀλλ’ ἀσφαλέστερον ἔτι διὰ τῆς ἀποῤῥίψεως τοῦ
1452νομοσχεδίου νὰ ἐπιτύχωσι τοῦτο· ὅσοι δὲ δὲν θέλουσι τοῦτο
1453καὶ φρονοῦσιν ὅτι τὰ ὕδατα πρέπει νὰ ἀποταμιευθῶσιν εἰς
1454τὰς δύω παρακειμένας μικρὰς λίμνας χάριν τῆς ἀρδεύσεως
1455τοῦ Κωπαϊκοῦ καὶ τοῦ Θηβαϊκοῦ πεδίου, ἐκεῖνοι δὲν δύναν-
1456ται νὰ ψηφίσουν ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς.
1457Ὁ κ. βουλευτὴς Εὐρυτανίας προτείνει ἄλλον λόγον πρὸς
1458τὴν ἀναβολὴν, ἄσχετον πρὸς τὸ ζήτημα τῶν συνεπειῶν. Λέ-
1459γει, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἢ ἐν ἄλλαις λέξεσι νὰ ἀποῤῥι-
1460φθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἵνα δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ συμβληθῇ
1461πρὸς τὴν ἑταιρίαν ἐπὶ ἄλλων βάσεων, οὐχὶ ἐπὶ τῶν τοῦ νο-
1462μοσχεδίου, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς βάσεως τοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον
1463διατρέχει ἡ ἑταιρία τῆς ἐκπτώσεως· καὶ ἂν τῷ ὄντι ἡ ἑται-
1464ρία διατρέχῃ τὸν κίνδυνον τῆς ἐκπτώσεως, θὰ ἦτο ἀδιάφο-
1465ρον, ἐὰν ἐπεψηφίζετο ἢ οὔ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι δὲν
1466μεταβάλλει τὴν θέσιν τῆς ἑταιρίας. Τὸν κίνδυνον τοῦτον τῆς
1467ἐκπτώσεως δύναται νὰ ἐκμεταλλευθῇ ἡ Κυβέρνησις παρὰ τῇ
1468ἑταιρίᾳ, ἵνα κατορθώσῃ ὅπως ἀναδεχθῇ ἐκείνη εἴτε τὸ ὅλον,
1469εἴτε μέρος τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους δικαστικῶς δύναται
1470νὰ διατρέχῃ ἡ Κυβέρνησις, τῆς ἀποζιμιώσεως τῶν ἐχόντων
1471ἀξιώσεις ἰδιοκτησίας μεταξὺ τῆς γραμμῆς τοῦ Σωβὰζ καὶ
1472τῆς ἄλλης, τὴν ὁποίαν οὗτοι ἀξιοῦσιν, ὅτι εἶναι ἡ φυσικὴ περι-
1473φέρεια τῆς λίμνης. Ἀλλ’ ὅστις ἐξετάσει τὸν νόμον τοῦ 1867
1474ὑποθέτω, ὅτι πείθεται ὅτι οὐδ’ ἴχνος ὑπάρχει ἀφορμῆς πρὸς
1475ἔκπτωσιν τῆς ἑταιρίας. Ὅσα ἠκούσαμεν, παραβαλλόμενα
1476πρὸς τὸ κείμενον τοῦ νόμου, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι δὲν εἶναι
1477δυνατὸν ὅσον καὶ ἂν θέλῃ τις νὰ στρεψοδικήσῃ νὰ θεωρηθῇ
1478παρὰ τῆς ἑταιρίας ὡς σπουδάζων, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶ-
1479ναι δικαστικὸν, καὶ λέγοντες πράγματα, τὰ ὁποῖα γινώσκει
1480ἡ ἑταιρία, ὅτι ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων δὲν θεωροῦνται
1481σπουδαῖα, δὲν θέλομεν ἐπηρεάσει αὐτὴν, ὅπως παραδεχθῇ,
1482ἕνεκα τῆς ἀπειλῆς, παραχωρήσεις, τὰς ὁποίας ἡμεῖς θεωροῦ-
1483μεν ὠφελίμους εἰς τὸ Δημόσιον.
1484Λέγει ὁ κ. βουλευτὴς Εὐρυτανίας ὡς λόγον ἐκπτώσεως,
1485ὅτι ἡ Κυβέρνησις, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπετράπη νὰ δανεισθῇ πο-
1486σὸν 1,700,00), δὲν ἐζήτησε τὸ δάνειον τοῦτο, καὶ τοῦτο
1487εἶναι λόγος ἐκπτώσεως τῆς ἑταιρίας, διότι, ἡ ἑταιρία εἴτε
1488ζητήσει ἡ Κυβέρνησις εἴτε δὲν ζητήσει τὸ δάνειον, ὤφειλε
1489νὰ καταθέσῃ τὰ χρήματα· ἀλλ’ ὁ νόμος λέγει ἄλλα· ὁ νόμος
1490λέγει: «ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ παρὰ τῆς
1491ἑταιρίας δάνειον», ἡ δὲ Κυβέρνησις ἦτο φυσικὸν νὰ μὴ λάβῃ
1492τὸ δάνειον, διότι τὸ δάνειον εἶναι πρὸς 7% καὶ ἀπαι-
1493τεῖται νὰ δώσῃ ἐγγύησιν πραγματικήν· τοιαύτη δὲ κατ’ ἀρχὰς
1494μὲν καθωρίζετο ἡ πρόσοδος τῶν ἁλυκῶν, κατόπιν δὲ ἀντι-
1495κατεστάθη αὕτη δι’ ἄλλων προσόδων, συμφωνηθησομένων
1496μετὰ τῆς ἑταιρίας. Ἡ Κυβέρνησις ἄρα ἐδύνατο νὰ δανεισθῇ,
1497ἀλλὰ δὲν ἦτο καὶ ὑπόχρεως. Χθὲς ἐλέχθη καὶ ἄλλος λό-
1498γος· σήμερον δὲν τὸν ἤκουσα ἐπαναλαμβανόμενον, ὅτι διὰ
1499τῆς νέας συμβάσεως ἡ ἑταιρία, ἥτις κατὰ τὸν νόμον τοῦ
15001867 ὤφειλε νὰ λάβῃ τὰ 80 χιλ. στρέμματα τὰ εἰς αὐτὴν
1501ἀνήκοντα καθ’ ὡρισμένον τρόπον, θέλει τὰ λάβει κατ’ ἄλλον
1502τρόπον, καὶ ἑπομένως, ἀφοῦ ἐγένετο σύμβασις μεταβάλλουσα
1503τὰ τοῦ νόμου, ἡ σύμβασις δὲν ἔχει κῦρος, καὶ δύναται νὰ
1504κηρυχθῇ ἤδη ἀνίσχυρος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ὅστις ἀνα-
1505γνώσει τὸ ἄρθρον τῆς συμβάσεως, θέλει ἰδεῖ, ὅτι ὁ κ. βου-
1506λευτὴς παρενόησεν αὐτὸ τὸ ἄρθρον. Οὐδαμοῦ λέγει ἡ σύμ-
1507βασις, ὅτι ἄλλως θέλουσι διανεμηθῆ αἱ γαῖαι, αἱ εἰς τὴν
1508κυριότητα τῆς ἑταιρίας περιερχόμεναι καὶ αἱ ἐπὶ καρπώσει
150999 ἐτῶν παραχωρούμεναι ἢ ὅπως ὁ ἀρχικὸς νόμος κελεύει.
1510Λέγει ἁπλῶς ἡ σύμβασις, ὅτι αἱ γαῖαι, αἱ περιερχόμεναι εἰς
1511τὴν ἑταιρίαν εἴτε τίτλῳ κυριότητος εἴτε τίτλῳ ἐπικαρπίας,
1512θέλουσι διατεθῆ κατὰ τὸ ἓν τρίτον πρὸς τὴν σύστασιν με-
1513γάλου ἀγροκηπίου, διευθυνομένου κατὰ τὰ νεώτερα συστή-
1514ματα τῆς καλλιεργείας, καὶ ὅτι ἐφ’ ὅσον ἐν τῷ τρίτῳ ὑπάρ-
1515χουσι γαῖαι ἀνήκουσαι τῇ ἑταιρίᾳ, ἐφ’ ὧν αὕτη δὲν ἐκπλη-
1516ροῖ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, θέλει ἐπ’ αὐτῶν πληρώνει τὸ
1517τριπλάσιον τοῦ ἐγγείου φόρου ὡς ποινικὴν ρήτραν, ἐπίσης
1518καὶ ἐπὶ τῶν γαιῶν τῶν ἐν τῷ τρίτῳ, αἵτινες περιέρχονται εἰς
1519αὐτὴν λόγῳ ἐπικαρπίας, θέλει πληρώνει τὴν αὐτὴν ποινικὴν
1520ρήτραν. Ὁ νόμος μεταχειρίζεται δύω ἐκφράσεις κεχωρισμέ-
1521νας καθαρῶς, ἐνδεικνυούσας, ὅτι ἡ διανομὴ θὰ γίνεται κατὰ
1522τὸν ἀρχικὸν νόμον· ἑπομένως ἄλλαι τῶν γαιῶν τοῦ ἀγρο-
1523κηπίου θὰ ἀνήκουσιν εἰς τὴν κυριότητα τῆς ἑταιρίας καὶ ἄλ-
1524λαι θὰ νέμωνται παρ’ αὐτῆς λόγῳ ἐπικαρπίας.
1525Ὁ κ. βουλευτὴς Εὐρυτανίας ἐνόμισεν, ὅτι ὁλόκληρον τὸ
1526ἀγροκήπιον θὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν κυριότητα τῆς ἑταιρίας, ἀλλὰ
1527τοῦτο δὲν περιέχεται ἐν τῇ συμβάσει. Ὅσον καὶ ἂν θελήσῃ
1528ἡ Κυβέρνησις στενοχωροῦσα τὰ πράγματα νὰ εὕρῃ λόγους
1529ἀκυρότητος, εἴτε λόγους ἐκπτώσεως, δὲν δύναται νὰ εὕρῃ
1530τοιούτους, οἵτινες νὰ θεωρηθῶσιν ὑπὸ τῆς ἑταιρίας ὡς σπου-
1531δαῖοι καὶ νὰ δύνανται νὰ ἐπηρεάσωσι τὴν γνώμην αὐτῆς·
1532διότι ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Κυβέρνησις ἀκωλύτως,
1533ἠδύνατο ἴσως νὰ φοβηθῇ ἡ ἑταιρία, ὅτι ἔστω καὶ παρερμηνεύ-
1534ουσα τὴν σύμβασιν ἡ Κυβέρνησις θέλει τὴν κηρύξει ἔκπτωτον
1535ὁριστικῶς· ἡ ἑταιρία ὅμως γινώσκει, ὅτι τὸ ζήτημα θέλει
1536λυθῆ δικαστικῶς, ἑπομένως ἡ ἐπὶ τοιούτων λόγων στηρι-
1537ζομένη ἀπειλὴ οὐδεμίαν πρὸς αὐτὴν θέλει ἔχει ἐπιῤῥοὴν, καὶ
1538πᾶσα ἀναβολὴ, γενομένη πρὸς τοῦτο, δὲν εἶναι σκόπιμος,
1539διότι ἡ ἑταιρία γινώσκει τὰ τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας. Ὁ
1540κ. βουλευτὴς Εὐρυτανίας συνεζήτει τὰ τοῦ νομοσχεδίου ὡς
1541ἂν ἐπρόκειτο σήμερον περὶ παραχωρήσεως τῆς Κωπαΐδος καὶ
1542ὑπέδειξεν ἐν τῇ ἀγορεύσει του, ὅτι ψηφίζοντες τὴν σύμβασιν
1543κυροῦμεν τὴν παραχώρησιν καὶ ὅτι ἀποῤῥίπτοντες αὐτὴν,
1544ἀποφεύγομεν τοὺς δικαστικοὺς κινδύνους. Τὸ κῦρος τῆς
1545συμβάσεως τῆς Ἑταιρίας δὲν στηρίζεται ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος
1546νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ νόμου τοῦ 1867· ἀφ’ ὅτου ὁ νόμος
1547ἐκεῖνος ἐπεψηφίσθη, ἡ Κυβέρνησις ἐπεζήτησε νὰ πραγματο-
1548ποιήσῃ ἀλληλοδιαδόχως τὸν ὅρον, κατὰ τὸν ὁποῖον μετὰ τὴν
1549πρώτην ἑταιρίαν ἠδύνατο ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους νὰ παραχω-
1550ρήσῃ τὴν ἐπιχείρησιν εἰς ἄλλην· καὶ διὰ τοῦτο, ἀφοῦ τὸ
1551πρῶτον ἐπεκυρώθη σύμβασις ἐπ’ ὀνόματι τοῦ κ. Μομφε-
1552ριέρου, κατόπιν ἐγένετο κύριος τῆς ἐπιχειρήσεως ὁ κ.
1553Bonnaire· κατόπιν ἐγένοντο κύριοι τῆς ἐπιχειρήσεως ὁ κ.
1554Σοῦτσος καὶ αἱ τρεῖς Τράπεζαι, ἡ Ἐθνικὴ, ἡ Πιστωτικὴ
1555καὶ ἡ Βιομηχανική. Αὗται οὐχὶ ἐν ἐποχῇ πολὺ μεμα-
1556κρυσμένῃ, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1876 μετεκαλέσαντο ἐξ
1557Εὐρώπης μηχανικὸν, προέβησαν εἰς δαπάνας ἱκανὰς με-
1558λετῶν, καὶ ἀποτέλεσμα τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ μηχανικοῦ
1559καὶ τῶν ἄλλων μελῶν ὑπῆρξεν ἡ γνώμη, ἣν ἐμόρφωσα, ὅτι
1560ἐπὶ τοῖς ὅροις τοῦ νόμου τοῦ 1867 δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀπο-
1561ξηρανθῇ ἐπικερδῶς ἡ λίμνη, καὶ διὰ τοῦτο παρῃτήθησαν τοῦ
1562δικαιώματος, ὅπερ τοῖς εἶχε παραχωρηθῆ ὑπὸ τῆς τότε Κυ-
1563βερνήσεως πρὸς ἀπόκτησιν τῆς παραχωρήσεως τῆς ἀποξη-
1564ράνσεως. Μετὰ τὴν παραχώρησιν ἐκείνην προσωρινῶς ἐγέ-
1565νετο ἑτέρα πρὸς τὸν κ. Jehenne διὰ 4 μῆνας καὶ κατόπιν
1566παράτασις τῆς προθεσμίας διὰ δύω ἔτι μῆνας, τουτέστιν ἐν
1567συνόλῳ δι’ ἓξ μῆνας, ἐντὸς τῶν ὁποίων εἶχε δικαίωμα προ-
1568τιμήσεως ἀπέναντι παντὸς ἄλλου, ὅπως λάβῃ αὐτὸς τὸ δι-
1569καίωμα τῆς ἀποξηράνσεως κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ νόμου τοῦ
15701867. Ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Jehenne μελετήσας τοὺς ὅρους τοῦ
1571νόμου ἐκείνου καὶ τὰ τῆς Κωπαΐδος ἐπὶ τόπου, περιελθὼν
1572δὲ κατόπιν καὶ τὰ Χρηματιστήρια τῆς Εὐρώπης, εἶδεν ὅτι
1573ἐπὶ τοῖς ὅροις τοῦ νόμου τοῦ 1867 οὐδὲν ἠδύνατο νὰ
1574ἐπιτευχθῇ. Ἐν τούτοις ἀπὸ τοῦ 1867 μέχρι τοῦ 1876, ὅτε
1575ἐγένετο ἡ παραχώρησις πρὸς τὰς Τραπέζας, μέχρι τοῦ 1879,
1576ὅτε παρεχωρήθη πρὸς τὸν κ. Jehenne καὶ μέχρι τοῦ 1880,
1577ὅτε ἀνέλαβε τὴν ἐπιχείρησιν ὁ κ. Βοῦρος κατὰ τὴν ἤδη
1578ὑφισταμένην παραχώρησιν, οὐδεὶς ἠκούσθη περὶ ἰδιοκτη-
1579σιῶν ἐντὸς τῆς περιμέτρου τοῦ Σωβὰζ λόγος, οὐδὲν ἠκού-
1580σθη παράπονον παρὰ τῶν ἰδιοκτητῶν περὶ τῶν ὅρων τοῦ
1581νόμου τοῦ 1867. Ἡμεῖς ἐλθόντες τότε εἰς τὴν ἐξουσίαν,
1582βεβαίως ἐθεωροῦμεν, ὅτι ἡ παραχώρησις τῆς ἀποξηράνσεως
1583τῆς Κωπαΐδος ἦτο μέγα ἀγαθόν· ὅ,τι ἐπεζητοῦμεν, ἦτο
1584ἡ ἑταιρία νὰ ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ διεξάξῃ τὸ ἔργον.
1585Εὑρέθημεν μάλιστα τότε ἀπέναντι ἄλλης ὁμάδος ζη-
1586τούσης τὴν παραχώρησιν ἐπὶ τοῖς ὅροις τοῦ 1867, τῆς
1587ὁμάδος τοῦ κ. Burnouf, ἀντιπροσωπευομένου ἐνταῦθα
1588ὑπό τινος συγγενοῦς του· οὗτος διετείνετο μάλιστα, ὅτι
1589εἶχε καὶ παραχώρησιν, ἀλλ’ οὐχὶ ἔγγραφον παρὰ τῆς
1590προκατόχου ἡμῶν Κυβερνήσεως, τῆς τοῦ κ. Κουμουν-
1591δούρου. Ἐξητάσαμεν τὸ θέμα καὶ ἐπείσθημεν, ὅτι ὁ ἰσχυ-
1592ρισμός του δὲν ἦτο βάσιμος· ὅτε δὲ ἀπῄτησεν ἐπὶ τῇ
1593βάσει τῆς δοθείσης δῆθεν αὐτῷ ὑποσχέσεως τὴν ἐκπλή-
1594ρωσιν τῆς ὑποχρεώσεως τῆς Κυβερνήσεως, ἐπεκαλούμενος
1595τὴν ἀλληλεγγύην τῶν διαδόχων πρὸς τοὺς προκατόχους,
1596ἀπεκρούσαμεν τὴν ἀπαίτησιν· οὐχ ἧττον εἴπομεν αὐτῷ,
1597ὅτι θὰ ἐξετάσωμεν τὰς βάσεις τῶν προτάσεών του καὶ ἂν
1598ἀποδείξῃ ὅτι εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ σχηματίσῃ ἑταιρίαν
1599πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, ἐκ προσώπων οὐχὶ μόνον ἐντί-
1600μων, ἀλλὰ καὶ παρεχόντων ἐχέγγυα πίστεως καὶ κεκτημέ-
1601νων κεφάλαια, διότι μόνον συστάσεις παρὰ προσώπων εὐυ-
1602πολήπτων ἔφερε, τότε θὰ ἐξετάσωμεν τὰς προτάσεις του,
1603ἀπαιτοῦντες ἵνα βελτιώσῃ ὡς πρός τινα τοὺς ὅρους τοῦ νό-
1604μου. Οὐδόλως ὅμως ἐδέχετο οὗτος νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῶν
1605ὅρων, ἰσχυριζόμενος ὅτι ἡ παραχώρησις εἶχε γίνει εἰς αὐτὸν
1606καὶ δὲν ἠδύνατο ἐπὶ ἄλλων ὅρων νὰ ὑπογράψῃ τὴν σύμβα-
1607σιν. Εἶχε δὲ καὶ τὴν ἰδέαν, ὅτι τὰ πρὸς αὐτὸν λεγόμενα
1608παρ’ ἡμῶν, ὅτι ὑπάρχει ἄλλη ἑταιρία προτείνουσα ὅρους βελ-
1609τίονας, δὲν ἦσαν ἀκριβῆ, ἀφοῦ, ὡς ἔλεγεν, ἡ Κυβέρνησις, ἐπὶ
16109 ἔτη ματαίως ζητεῖ ἑταιρίαν καὶ ἐπὶ 6 μῆνας ὁ κ. Jehenne
1611περιῆλθε τὰς ἀγορὰς τῆς Εὐρώπης καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ
1612ὑποδοχήν.
1613Ὁ κ. βουλευτὴς Εὐρυτανίας ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι
1614αἱ βελτιώσεις, αἱ ἐπενεχθεῖσαι διὰ τῆς νεωτάτης συμβάσεως,
1615δὲν ἔχουσι σημασίαν, καὶ ἤρχισε διὰ νὰ ἀποδείξῃ τοῦτο
1616ἀπὸ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ τόκου τῆς ἐγγυήσεως ὡσανεὶ
1617προσετέθη ὡς λόγου ἀξία βελτίωσις. Ἐγένετο ἡ ἐλάττωσις
1618ἕνεκα γενικῆς ἀρχῆς, ληφθείσης τότε παρὰ Κυβερνήσεως,
1619ὅπως τὰ χρηματικὰ ποσὰ, τὰ κατατιθέμενα εἰς τὸ ταμεῖον
1620δι’ ἐγγυήσεως, μὴ ἀποφέρωσι τόκον ἀνώτερον. Βεβαίως
1621προκειμένου περὶ 300,000 μόνον δραχμῶν, δὲν εἶναι σπου-
1622δαία ἡ διαφορά· ἀλλ’ ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν πάσας τὰς
1623καταθέσεις εἰς τὸ ταμεῖον, τὸ μέτρον παρίσταται ἄξιον
1624λόγου. Σπουδαῖος ὅμως ὅρος ἐν τῇ συμβάσει εἶναι ἐκεῖ-
1625νος, ὁ ὁποῖος ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Γόρ-
1626τυνος βουλευτὴν νὰ θεωρήσῃ τὴν σύμβασιν ἄκυρον· ὁ ὅρος,
1627ὅστις ὑποχρεοῖ τὴν ἑταιρίαν νὰ διατηρήσῃ αὐτὴ τὸ ⅓
1628τῶν γαιῶν, ἵνα διαθέσῃ ταύτας εἰς τὴν μεγάλην καλλιέρ-
1629γειαν, διότι ἄλλως αἱ γαῖαι, εὑρίσκουσαι, ὡς γινώσκομεν,
1630μεγάλην τιμὴν, ἤθελον καταμερισθῆ εὐθὺς εἰς μικροὺς ἀγροὺς,
1631πληρονομένου μεγάλου τιμήματος οὐχὶ βεβαίως ἐπὶ χεῖρας,
1632ἀλλὰ κατὰ δόσεις. Ἐὰν ὅμως ὑποχρεοῦται ἡ ἑταιρία νὰ μὴ
1633πωλήσῃ μέρος τῶν γαιῶν, θέλει εἶσθαι ὑπόχρεως αὐτὰς τὰς
1634γαίας νὰ καλλιεργήσῃ ἰδίᾳ διὰ τῶν νεωτέρων συστημάτων
1635τῆς μεγάλης καλλιεργείας, καὶ οὕτω νὰ εἰσάξῃ ταύτην εἰς
1636τὴν Ἑλλάδα, καθισταμένων τῶν γαιῶν τούτων σχολείων
1637γεωργίας. Ἄλλος ὅρος, ὃν ἐνομίσαμεν, ὅτι πρέπει νὰ με-
1638ταβάλωμεν ἐκ τοῦ νόμου τοῦ 1867, εἶναι ὁ ἀφορῶν εἰς τὴν
1639ἀσυδοσίαν ἐπὶ δεκαετίαν· ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ἡ ἀσυδοσία δὲν
1640εἶναι δεδικαιολογημένη, ὅτι αἱ ἐκ τοῦ φόρου εἰσπράξεις τοῦ
1641Δημοσίου θέλουσιν εἶσθαι σπουδαῖαι, καὶ οὕτω κατηργήθη
1642ἡ διάταξις αὕτη.
1643Ἐπίσης ὅρον σπουδαῖον ἐθεωρήσαμεν τοῦ χρόνου τοῦ
1644παραχωρημένου πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Παρεχωρεῖτο
1645δεκαετία, καὶ παρεχωρήσαμεν μόνον 5 ἔτη.
1646Οὗτοι ὑπῆρξαν οἱ ὅροι, ὧν ἐζητήσαμεν τὴν βελτίωσιν καὶ
1647ἐπετύχαμεν· ἀλλὰ δὲν ἐζητήσαμεν τὴν ἐξασφάλισιν κατὰ
1648τῶν διεκδικήσεων τρίτων. Ὁμολογῶ, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο
1649ἦτο εὐτυχῶς ἄγνωστον τότε, καὶ εἴμεθα ἐντελῶς δικαιολο-
1650γημένοι μὴ γνωρίζοντες τὴν ὕπαρξιν τοιούτου ζητήματος,
1651ἀφοῦ ἀπὸ τοῦ 1867 ἕως τοῦ 1880, τουτέστιν εἰς τὸ διά-
1652στημα 13 ἐτῶν, ὑφίστατο ὁ νόμος, ἐγένοντο παραχωρήσεις
1653τῆς ἐπιχειρήσεως, καὶ οὐδέποτε ἠκούσθη οὐδεμία διαμαρ-
1654τύρησις, οὐδεμία ἀξίωσις. Τοῦτο μάλιστα εἶναι ἄξιον πα-
1655ρατηρήσεως, ὅτι ἀφοῦ ὑπεγράφη ἡ σύμβασις καὶ ἐπεκυρώθη
1656παρὰ τῆς ἀποτυχούσης μάλιστα ἑταιρίας, περὶ τῶν ἀξιώ-
1657σεων τούτων οὐδεὶς ἐγένετο λόγος.
1658Οἱ περὶ τὴν ἀποτυχοῦσαν ἑταιρίαν οὐδὲν ἄλλο ἔλεγον ἢ
1659ὅτι προετιμήθησαν αὐτῶν ἄλλοι ἀτόπως, ἐνῷ οὗτοι ἦσαν εὐ-
1660διάθετοι νὰ δεχθῶσιν ὅρους καλλιτέρους, ὅπερ, ὡς προεῖπον,
1661δὲν ἦτο ἀληθές. Οὐδὲν ὅμως ἠκούσθη περὶ ἀξιώσεων τρίτων·
1662ταῦτα ἠκούσθησαν πολὺ βραδύτερον, καὶ μόλις ἤδη, ὅτε
1663ἀνέλαβον τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργεῖον, ἔλαβον ἀφορ-
1664μὴν νὰ ἐννοήσω τὴν σπουδαιότητα τοῦ ζητήματος καὶ ἀπέ-
1665στειλα ἐπιτροπήν, ὅπως ἐξετάσῃ τὰ κατ’ αὐτό. Ἤδη
1666ἔμαθον, ὅτι ὑφίστανται ἀξιώσεις, στηριζόμεναι ἐπὶ τίτλων
1667προγενεστέρων τοῦ 1867, καὶ ἕτεραι ἀξιώσεις τῶν δηλωσάν-
1668των γαίας ἀπὸ τοῦ 1871· αὗται εὐτυχῶς δὲν μοὶ φαίνον-
1669ται ἔχουσαι νομικὴν ὑπόστασιν, ἔχουσι δὲ σημασίαν μόνον,
1670ὡς ἀποτελοῦσαι τὸν μέγιστον ἀριθμὸν τῶν ἀξιούντων προ-
1671σώπων καὶ τῶν διεκδικουμένων στρεμμάτων. Ἐὰν ἐπρόκειτο
1672μόνον περὶ διεκδικήσεως, στηριζομένης ἐπὶ τίτλων, βεβαίως
1673πιστεύω, ὅτι αὐτὴ ἡ ἑταιρία, ἥτις, ὅπως παρατηρῶ, διευ-
1674θύνεται ἐν πνεύματι εὐρεῖ, οὐχὶ ἐν τῷ στενῷ πνεύματι πλεο-
1675νεκτικῆς κερδοσκοπίας, νομίζω, ὅτι αὐτὴ ἡ ἑταιρία δὲν θὰ
1676ἐδυσκολεύετο, ἀποβλέπουσα εἰς τὸ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ποιου-
1677μένη τὴν παραχώρησιν, δὲν ἐγίνωσκεν, ὅτι ἠδύναντο νὰ ἐγερ-
1678θῶσι ζητήματα περὶ διαφορῶν μεταξὺ τῆς περιμέτρου, ἥτις
1679ἐχαράχθη ὑπὸ τοῦ Sauvage, καὶ τῆς πραγματικῆς, ἤθελεν
1680εἶσθαι εὐδιάθετος νὰ συνδράμῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν λύσιν,
1681καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἦλθον εἰς ἐξηγήσεις πρὸς αὐτὴν καὶ ἐπεί-
1682σθην, ὅτι διατεθειμένη εἶναι, ἵνα ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν πρὸς
1683τοὺς κεκτημένους νομίμους τίτλους. Ὅ,τι ὅμως στενοχωρεῖ
1684αὐτήν, εἶναι αἱ παράβολοι ἀξιώσεις, διότι δὲν γνωρίζει εἰς
1685ποίαν βάσιν νὰ στηριχθῇ, ἵνα προέλθῃ εἰς λύσιν.
1686Πρὸς τοὺς ἐγείροντας ἀξιώσεις λόγῳ δηλώσεων μετὰ τὸ
16871875, ὅτε αἱ γαῖαι ἐξῃρέθησαν τῆς διανομῆς ἢ καὶ πρὸ
1688τοῦ 1875, ἀλλὰ μὴ κεκτημένους παραχωρητήρια, πάντας
1689δὲ μετὰ τὸν νόμον τοῦ 1867, ὁ ὁποῖος εἶχε χαρακτηρίσει
1690τὴν περίμετρον, δὲν εἶναι βεβαίως δυνατὸν νὰ δεχθῇ ἡ ἑται-
1691ρία αὕτη νὰ ἔλθῃ εἰς οἱανδήποτε συμφωνίαν. Ἀλλὰ καὶ εἰς
1692συμφωνίαν ἂν παρεδέχετο ἡ ἑταιρία νὰ προέλθῃ, δὲν θὰ
1693τὸ ἔπραττεν ὅμως ἐν συσχετίσει πρὸς τὸ παρὸν νομοσχέ-
1694διον, καὶ δικαίως. Τὸν συμβιβασμὸν ὑπαγορεύει εἰς αὐτὴν ἡ
1695ἐπιθυμία καὶ τὸ συμφέρον, ὅπως διατελῇ ἐν ἀγαθαῖς σχέσεσι
1696πρὸς τοὺς νέους γείτονας αὐτῆς, πρὸς τοὺς κατοίκους, διὰ
1697τῆς συνδρομῆς τῶν ὁποίων θέλει καλλιεργήσει τὰς γαίας
1698ταύτας. Εἴτε ὅμως ἐπιψηφισθῆ εἴτε δὲν ἐπιψηφισθῆ τὸ νο-
1699μοσχέδιον τοῦτο, ἡ ἑταιρία εἰς τὴν αὐτὴν θέλει εὑρεθῆ θέσιν
1700ὡς πρὸς τὰς διαπραγματεύσεις, εἰς ἃς ἡ Κυβέρνησις θέλει
1701ἔλθει πρὸς αὐτήν. Τοῦτο λέγω κατόπιν ἐξηγήσεων πρὸς τὴν
1702Ἑταιρίαν, καθ’ ἃς παρετήρησα πνεῦμα εὐθυδικίας ὡς πρὸς
1703τὸ ζήτημα τοῦτο· ἀλλὰ παρετήρησα ἐπίσης, ὅτε ἠθέλησα
1704νὰ συσχετίσω τὸ ζήτημα τοῦτο πρὸς τὸ συζητούμενον νο-
1705μοσχέδιον, ἡ ἑταιρία ἐδείχθη ἀδιάφορος.
1706Τὸ ζήτημα τῆς μετατροπῆς τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως θεω-
1707ρεῖ ἡ ἑταιρία ὡς πρός τινα μέρη ὠφελοῦν αὐτήν, ὡς πρός
1708τινα δὲ ζημιοῦν αὐτήν, ἐν συνόλῳ δὲ εὑρίσκει ἐν τροποποιή-
1709σει ὠφέλειαν, καὶ διὰ τοῦτο ἀποδέχεται αὐτό· ἀλλὰ δὲν
1710εὑρίσκει εἰς τὴν μετατροπὴν ταύτην τοιαύτας ὠφελείας,
1711ὥστε ν’ ἀποδεχθῇ σπουδαιοτέρας παραχωρήσεις ἐκείνων,
1712τὰς ὁποίας παρεδέχθη.
1713Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλή,
1714προβαίνουσα ἤδη εἰς τὴν ψηφοφορίαν, ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ
1715τοῦτο: Συμφέρει ἢ δὲν συμφέρει τὰ ὕδατα νὰ διοχετευθῶσιν
1716ἐντὸς τῶν παρακειμένων τῇ Κωπαΐδι δύω λιμνῶν; Εἶναι
1717προτιμότερον νὰ διοχετευθῶσιν εἰς τὴν θάλασσαν διὰ τοῦ
1718Πτώου ὄρους; Ἐὰν φρονῇ, ὅτι συμφέρει τὸ πρῶτον, θέλει
1719δεχθῆ τὸ νομοσχέδιον ὅπως ὑπεβλήθη· ἐὰν δὲ φρονῇ, ὅτι
1720δὲν συμφέρει, ἐὰν πιστεύῃ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν αἱ λίμναι
1721ἐκεῖναι νὰ καταστῶσι δεξαμεναὶ ὑγιειναί, ὅτι αἱ ὄχθαι αὐ-
1722τῶν θέλουσι καταστῆ τελματώδεις, ὅτι τὰ ὕδατα δὲν εἶναι
1723δυνατὸν ἀπὸ τῶν λιμνῶν ἐκείνων νὰ χρησιμοποιηθῶσιν ἄνευ
1724ὑπερόγκων δαπανῶν ὑπὲρ τοῦ Θηβαϊκοῦ πεδίου καὶ ὅτι δὲν
1725εἶναι ἐπαρκῶς ὠφέλιμα ὑπὲρ τοῦ πεδίου τῆς Κωπαΐδος, θέ-
1726λει ἀποφανθῆ ὑπὲρ τῆς διὰ τοῦ Πτώου ὄρους διοχετεύσεως
1727τῶν ὑδάτων, ἀποῤῥίπτουσα τὸ νομοσχέδιον.
1728§97ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ δύω λέξεις, καὶ περὶ τῆς
1729ἑτέρας γνώμης, ἣν ὑπέβαλον, περὶ τῆς προθεσμίας ἑνὸς ἔτους
1730πρὸς διάτρησιν τοῦ Πτώου ὄρους... ἤρξαντο αἱ ἐργασίαι;
1731§98ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὰς πληροφορίας τῆς Κυβερνήσεως,
1732τὰς παρὰ τῆς ἑταιρίας δοθείσας, ἐγένετο ἔναρξις τοῦ ἔργου.
1733§99ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ σᾶς τὸ εἶπε;
1734§100ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο δὲν ἦτο ἐκ τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα
1735ἐτέθησαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πρὸς μελέτην καὶ ἀπόφανσιν.
1736§101ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Ἐγένετο ἔναρξις τῶν ἐργασιῶν, κύριε πρω-
1737θυπουργὲ, καὶ ἐκαθαρίσθησαν τὰ φρέατα τοῦ Ἀλεξάνδρου.
1738§102Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ζήτημα, ἐὰν ἐγένετο ἔναρξις τῆς
1739ἐργασίας πρὸς διάτρησιν τοῦ Πτώου ὄρους ἢ ὄχι, εἶναι ζή-
1740τημα σπουδαῖον. Δι’ αὐτοῦ λύονται πλέον αἱ ἀμφιβολίαι,
1741διότι ἐξ αὐτοῦ παρέχονται ἡμῖν δικαιώματα, ὧν ἡ δεξιὰ
1742καὶ ἐπιτηδεία διαχείρισις δύναται νὰ μᾶς ἐξαγάγῃ ἀπὸ τῶν
1743δυσκολιῶν, εἰς ἃς περιήλθομεν, καὶ αἱ ὁποῖαι προέκυψαν
1744ἐκ τῶν ἀξιώσεων, ὧν ἔχετε γνῶσιν. Αἱ ἀξιώσεις αὗται ἐγεν-
1745νήθησαν κατὰ τὴν δευτέραν σύμβασιν, διότι τότε προέκυ-
1746ψαν οἱ ἰδιοκτῆται προβάλλοντες δικαίωμα ἰδιοκτησίας ἐπὶ
1747τῶν περιληφθεισῶν εἰς τὴν ζώνην τῶν συνήθων πλημμυρῶν
1748γαιῶν, καὶ τότε ἕνεκα τῶν ἀξιώσεων τούτων ἀπεστάλη ἡ
1749ἐπιτροπή, ἥτις ἐπανελθοῦσα ἐπληροφόρησε τὴν Κυβέρνησιν,
1750ὅτι αἱ ἀξιώσεις αὗται δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀβάσιμοι.
1751Ἐὰν ἡ σύμβασις, ἣν συνωμολόγησεν ἡ Κυβέρνησις τὸ
17521880, καὶ δι’ ἧς παρεχώρησε τὸ δικαίωμα τῆς ἀποξηράν-
1753σεως τῆς Κωπαΐδος, ἦναι ἔγκυρος ἢ ἄκυρος, νομίζω, ὅτι
1754τοῦτο εἶναι ζήτημα ἐντελῶς κεχωρισμένον τοῦ νομοσχεδίου,
1755ὃ συζητοῦμεν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὑπῆρξαν καὶ ὑπάρχουσιν
1756οἱ νομίζοντες, ὅτι ἡ σύμβασις ἐκείνη εἶναι ἄκυρος, διότι οἱ
1757ὅροι αὐτῆς ὑπερβαίνουσι τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως τοῦ
17581865 καὶ τοῦ νόμου τοῦ 1867 τοῦ κυρώσαντος αὐτήν· ἀλλ’
1759ὡς ἐνθυμοῦμαι, τὸ ζήτημα τοῦτο προετάθη κατὰ τὴν λή-
1760ξασαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς, ἥτις παρέπεμψε τὰ ἔγγραφα
1761πάντα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν, αὕτη δὲ
1762ἠρεύνησε καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν. Καὶ ἡ μὲν
1763πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης δι’ ἰδίας ἐκθέσεως ἰσχυ-
1764ρίσθη, ὅτι ἡ σύμβασις τοῦ 1880 δὲν ἦτο ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ
1765νόμου τοῦ 1867 καὶ ἑπομένως ἐθεώρει αὐτὴν ἄκυρον’ ἡ
1766μειοψηφία ὅμως τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις συνέκειτο ὑπὸ τοῦ κ.
1767Καλλιγᾶ, νῦν ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τοῦ κ.
1768Στεφανοπούλου, βουλευτοῦ ἐξ Ἠλείας, ὑπέβαλεν ἔκθεσιν
1769ἰδίαν, διὰ τῆς ὁποίας προσέβαλεν ἀντιῤῥήσεις εἰς τοὺς ἰσχυ-
1770ρισμοὺς τῆς πλειοψηφίας. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἀπέσχε πάσης πε-
1771ραιτέρω ἐρεύνης τῆς ὑποθέσεως, ἐγκαταλιποῦσα αὐτήν. Νο-
1772μίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ ζήτημα, ἂν ἡ σύμβασις τοῦ 1880 συ-
1773νωμολογήθη ἐντὸς τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως τοῦ 1865 καὶ
1774τοῦ νόμου τοῦ 1867, ὅτι δὲν πρέπει πλέον ν’ ἀπασχολήσῃ
1775τὴν Βουλὴν’ συνάγω δὲ τοῦτο καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς τακτικῆς,
1776ἣν ἡ Βουλὴ ἠκολούθησε τότε, διότι, καίτοι ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν
1777τὴν τοιαύτην ἔκθεσιν τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἐφάνη
1778πεισθεῖσα ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν τῆς μειοψηφίας, καὶ διὰ τοῦτο
1779δὲν ἐπελάβετο πλέον τοῦ ζητήματος τούτου, οὐδ’ ἐπέκρινε
1780τὴν Κυβέρνησιν, ὡς ὑπερβᾶσαν τοὺς ὅρους τοῦ νόμου.
1781Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας ἀνέπτυξε κατὰ
1782τὴν ἀγόρευσίν του αὐτοὺς τοὺς λόγους τῆς ἀκυρότητος, ἣν
1783ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης εἶχεν ἰσχυρισθῆ, καὶ
1784αὐτοὺς τοὺς λόγους ἠσχολήθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ν’ ἀνα-
1785σκευάσῃ. Ἀλλὰ τοῦτο τὸ ζήτημα, ἐὰν ἡ σύμβασις ἦναι
1786ἔγκυρος ἢ ἄκυρος, πρέπει νὰ τὸ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος διὰ
1787τοὺς ἀνωτέρω λόγους. Πρέπει δὲ νὰ συζητήσωμεν ἄλλο ζή-
1788τημα. Πρέπει νὰ ζητήσωμεν πῶς θέλομεν δυνηθῆ νὰ λύσω-
1789μεν τὰς δυσχερείας, τὰς ὁποίας ἐγέννησεν ἡ σύμβασις, τὰς
1790δυσχερείας, τὰς ὁποίας παρήγαγε τὸ ζήτημα τῶν ἰδιοκτητῶν.
1791Ἐπειδὴ δὲ εἰς τὴν Βουλὴν ὑπεβλήθη νομοσχέδιον, δι’ οὗ
1792ἐγκρίνεται νὰ μεταβληθῇ τὸ διάγραμμα τοῦ Sauvage, δίδε-
1793ται ἀφορμὴ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐρευνήσῃ τὰ τοῦ ζητήματος
1794τούτου’ περὶ τοῦτο δὲ πρέπει νὰ περιστραφῇ ἡ συζήτησις.
1795Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν του ὁμι-
1796λῶν περὶ τῶν δυσκολιῶν, αἵτινες ἐγεννήθησαν ἐκ τῆς συμβά-
1797σεως τοῦ 1880, εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἠδύνατο νὰ κατα-
1798λήξῃ εἰς ἀποτέλεσμά τι συνεννοούμενος μετὰ τῶν λαβόντων
1799τὸ δικαίωμα τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος, καὶ νὰ ζητήσῃ
1800ὡς ἀντάλλαγμα τῶν παραχωρήσεων, ἃς ἡμεῖς ποιούμεθα πρὸς
1801αὐτοὺς σήμερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, νὰ ἀναδε-
1802χθῶσι καὶ οὗτοι εἰς βάρος των τὸ ὅλον ἢ μέρος τῶν περὶ
1803ὧν ὁ λόγος ἀξιώσεων τῶν ἰδιοκτητῶν. Μᾶς εἶπε δὲ, ὅτι
1804ἐπειδὴ διατεινόμεθα, ὅτι ἡ μεταβολὴ τοῦ τρόπου τῆς ἀπο-
1805ξηράνσεως, ἡ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐγκρινομένη, παρέχει
1806ὠφελείας εἰς αὐτοὺς, ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ συνεννοηθῇ μετ’
1807αὐτῶν καὶ νὰ δοκιμάσῃ, ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν
1808ἀντάλλαγμά τι. Ἀλλὰ, μᾶς προσέθηκεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς,
1809μετὰ τὰς γενομένας συνεννοήσεις μετὰ τῶν ἀναλαβόντων
1810τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος, δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ βε-
1811βαιώσῃ, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν αὐτὸ τὸ ἀντάλλαγμα.
1812Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔκαμεν οὕτω γνωστὴν εἰς τὴν Βουλὴν
1813τὴν ἀδυναμίαν, εἰς ἣν εὑρίσκεται, διότι δὲν ἔχει πλείονα
1814μέσα, ἵνα πιέσῃ περαιτέρω τοὺς ἀναλαβόντας τὴν ἐπιχεί-
1815ρησιν, ὅπως προβῶσιν εἰς παραχωρήσεις πρὸς τὸ Κράτος, ἢ
1816ὅπως ἀναλάβωσιν εἴτε τὸ ὅλον, εἴτε μέρος οἱονδήποτε ἐκ
1817τῶν ἀξιώσεων, ἃς οἱ παριστάμενοι ὡς ἰδιοκτῆται γαιῶν
1818προβάλλουσιν ἐπὶ τῶν γαιῶν, αἵτινες ἐμπεριελήφθησαν εἰς
1819τὴν ζώνην τῶν συνήθων πλημμυρῶν τῆς λίμνης.
1820Ὀφείλομεν λοιπὸν νὰ ἐρευνήσωμεν, ἐὰν ἦναί τι, τὸ ὁ-
1821ποῖον, ἐκτὸς τῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου παραχωρουμένων
1822ὠφελειῶν, δύναται νὰ δώσῃ δύναμιν εἰς τὸν κ. πρόεδρον τῆς
1823Κυβερνήσεως, ὅπως πείσῃ τὴν ἑταιρίαν νὰ δεχθῇ τοιαύτην
1824τινὰ ὑποχρέωσιν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐρυτανίας βουλευ-
1825τὴς εἶπεν, ὅτι τοιαύτην δύναμιν δίδει εἰς τὸν κ. Πρωθυ-
1826πουργὸν τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἐκ τοῦ νόμου,
1827νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον τὴν ἑταιρίαν. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Κυβέρνη-
1828σις εὑρίσκεται ἀληθῶς εἰς αὐτὴν τὴν εὐχάριστον θέσιν, τότε
1829τοιοῦτον δικαίωμα ἔχει μεγάλην βαρύτητα, καὶ δίδει εἰς
1830τὸν βραχίονα τῆς Κυβερνήσεως μεγάλην δύναμιν· διότι, ἂν
1831δὲν θελήσωσιν οἱ λαβόντες τὸ δικαίωμα τῆς ἀποξηράνσεως
1832νὰ πεισθῶσιν εἰς τοὺς λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ Κυ-
1833βέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κηρύξῃ αὐτοὺς ἐκπτώτους,
1834καὶ βεβαίως οὗτοι δὲν θέλουσιν ἀποφασίσει νὰ ἐκπέσωσι
1835τοῦ δικαιώματος, ἐπιμένοντες νὰ μὴ ἀναδεχθῶσιν οὐδὲν
1836βάρος πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἀξιώσεων τῶν ἰδιοκτητῶν.
1837Ἡ σύμβασις τοῦ 1865 διὰ τοῦ ἄρθρου 8 διατάσσει τὰ
1838ἑξῆς: «Τῶν ἐργασιῶν τῆς ὑπὸ τὸ Πτῶον ὄρος ὑπώρυγος ἡ
1839ἔναρξις θέλει γίνει ἐντὸς ἐνιαυτοῦ ἀπὸ τῆς βασιλικῆς
1840»κυρώσεως θέλουν δ’ ἀποπερατωθῆ ἐντὸς πέντε ἐτῶν ἀπὸ
1841»τῆς αὐτῆς ἐποχῆς, ἐκτὸς ἐὰν συμπέσῃ κώλυμα ἐξ ἀνω-
1842»τέρας δυνάμεως. — Ἐὰν αἱ ἐργασίαι δὲν ἀρχί-
1843»σωσιν ἢ δὲν ἀποπερατωθῶσιν ἐντὸς τῶν ἀνωτέρω προ-
1844»θεσμιῶν, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δι-
1845καιοῦται νὰ κηρύξῃ δι’ ἀνεκκλήτου ἀπο-
1846φάσεως ἔκπτωτον τὴν ἑταιρίαν».
1847Τὸ ἄρθρον δὲ 5 τοῦ τροποποιήσαντος τὴν σύμβασιν νό-
1848μου τῆς 21 Ἰανουαρίου 1867 διατάσσει ῥητῶς, ὅτι «ἐὰν
1849»αἱ ἐργασίαι δὲν ἀρχίσωσιν ἢ δὲν ἀποπερατωθῶσιν ἐντὸς
1850»τῶν ἀνωτέρω προθεσμιῶν,.... τὸ Ὑπουργικὸν Συμβού-
1851»λιον δικαιοῦται νὰ κηρύξῃ δι’ ἀνεκκλή-
1852»του ἀποφάσεως ἔκπτωτον τὴν ἑταιρίαν».
1853Ἡ παραχώρησις, ἡ γενομένη διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ
18541880 ἐγένετο τὴν 30 Μαΐου τοῦ 1880. Ἐὰν λοιπὸν
1855τὴν 30 Μαΐου τοῦ 1881 ἡ ἑταιρία δὲν εἶχεν ἀρχίσει τὰς
1856ἐργασίας τῆς διατρήσεως τοῦ Πτώου ὄρους, τὸ Ὑπουργικὸν
1857Συμβούλιον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κηρύξῃ αὐτὴν ἔκπτωτον
1858τῶν δικαιωμάτων ἐκ τῆς συμβάσεως. Ἐπειδὴ δὲ ἡ σύμ-
1859βασις τοῦ 1880 ἔδωκε δικαίωμα εἰς τοὺς ἀναλαβόντας
1860τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος λίμνης νὰ προτείνωσι τὴν
1861μεταβολὴν τοῦ τρόπου τῆς ἀποξηράνσεως καὶ νὰ προτεί-
1862νωσι νέα διαγράμματα, ἐπέβαλε συγχρόνως τὴν ὑποχρέω-
1863σιν, ἐὰν οὗτοι δὲν ζητήσωσι τοιαύτην μεταβολὴν τοῦ
1864τρόπου τῆς ἀποξηράνσεως, ἢ ἂν ζητήσωσιν αὐτὴν καὶ ἡ
1865Κυβέρνησις δὲν δεχθῇ τὴν μεταβολὴν ταύτην, ἢ ἂν ἡ Κυ-
1866βέρνησις δεχθῇ καὶ προβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον,
1867ἵνα ἐγκριθῇ ἡ ζητουμένη μεταβολὴ, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν
1868ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον ἐντὸς τῆς προσεχοῦς Συνόδου,
1869ἡ ὑποχρέωσις τῶν ἀναλαβόντων τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Κω-
1870παΐδος νὰ ἀρχίσωσι τὰς ἐργασίας τῆς διατρήσεως τοῦ ὄρους
1871Πτώου ἐντὸς ἑνὸς ἔτους μένει ἀκεραία.
1872Μετὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως τοῦ 1880 συ-
1873νῆλθεν ἡ Βουλὴ τοῦ 1881 τῆς παρελθούσης Συνόδου. Οἱ
1874λαβόντες τὸ δικαίωμα τῆς ἀποξηράνσεως συνεννοήθησαν μετὰ
1875τῆς Κυβερνήσεως, ἐπρότειναν, φαίνεται, εἰς αὐτὴν μεταβολὴν
1876τοῦ τρόπου τῆς ἀποξηράνσεως, ἵνα τὰ ὕδατα τῆς Κωπαΐδος,
1877μὴ μετοχετευθῶσι διὰ διατρήσεως τοῦ ὄρους Πτώου, ἀλλὰ
1878μετοχετευθῶσιν εἰς τὰς ἄλλας λίμνας. Οἱ Ὑπουργοὶ τῶν
1879Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐδέχθησαν τὴν πρότασιν
1880καὶ συνωμολόγησαν σύμβασιν μετ’ αὐτῶν περὶ μεταβολῆς
1881τοῦ τρόπου τῆς ἀποξηράνσεως· ἡ σύμβασις εἰσήχθη εἰς τὴν
1882Βουλήν, ἀλλ’ ἡ Σύνοδος ἐκείνη τῆς Βουλῆς παρῆλθε καὶ δὲν
1883ἐπεψηφίσθη ἡ σύμβασις. Ἡ Σύνοδος ἐκείνη τῆς Βουλῆς ἔληξε
1884τὸν Μάρτιον τοῦ 1881, ἔκτοτε δὲ μέχρι τοῦ Μαρτίου τοῦ
18851882 διήνυσεν ἡ ἑταιρία τὸ ἔτος τῆς προθεσμίας, ἐντὸς τῆς
1886ὁποίας ἔπρεπε ν’ ἀρχίσῃ τὰς ἐργασίας τῆς διατρήσεως τοῦ
1887Πτώου ὄρους. Ἐὰν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἔχῃ ἐπίσημον
1888πληροφορίαν, ὅτι αἱ ἐργασίαι τῆς διατρήσεως τοῦ Πτώου
1889ἤρχισαν βεβαίως, δὲν ὑπάρχει λόγος ἐκπτώσεως, οὐδὲ διὰ
1890τοιούτου λόγου δύναταί τις νὰ πιέσῃ τὴν ἑταιρίαν. Ἂν
1891ὅμως δὲν ἔχῃ αὐτὴν τὴν ἐπίσημον βεβαίωσιν, ὅτι ἡ ἑταιρία
1892ἐποιήσατο ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν της...
1893§103ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Εἷς χάνδαξ ἠνοίχθη.
1894§104Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸ μικροῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐλά-
1895λησε περὶ τούτου· ἀλλ’ ὅσα εἶπε δὲν ἐδείκνυον, ὅτι ἔχει
1896πληροφορίας ἐπισήμους, βεβαιούσας τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργα-
1897σιῶν, διότι ἀπέφυγε νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν ἐπισήμως, ὅτι
1898ἐγένετο ἡ ἔναρξις τῶν ἐργασιῶν. Ὁ κ. βουλευτὴς, ὁ διακό-
1899ψας, με ἀρνεῖται ὡσαύτως, ὅτι ἐγένετο ἔναρξις τῶν ἐργασιῶν
1900τῆς διατρήσεως τοῦ Πτώου. Ἐὰν ἐγένετο ἢ δὲν ἐγένετο
1901ἔναρξις τῆς διατρήσεως τοῦ Πτώου, τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ
1902βεβαιώσωμεν ἡμεῖς, ἀλλ’ ἄνδρες τεχνικῶς ἁρμόδιοι.
1903§105ΛΑΠΑΣ. Δὲν ἔγεινε καμμία ἐργασία, καμμία ἀρχή.
1904§106Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ζη-
1905τήσῃ ἡ Κυβέρνησις ἐπισήμως τοιαύτας παρὰ τεχνικῶν ἀνδρῶν
1906πληροφορίας.
1907§107ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔκαμε καμμίαν ἐργα-
1908σίαν περὶ διατρήσεως, ἀλλὰ περιωρίσθη εἰς τὸ νὰ κάμῃ
1909τάφρους· διότι δὲν εἶχε συμφέρον νὰ ἐπιχειρήσῃ δαπάνας.
1910§108Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τόσῳ καλλίτερον, διότι ἂν τοῦτο ἦναι
1911ἀληθὲς, ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ κηρύξῃ ἔκπτω-
1912τον τὴν ἑταιρίαν, καὶ αὕτη θέλει ἀναγκασθῆ νὰ ἀποδεχθῇ
1913ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπιθυμοῦμεν.
1914Διὰ ταῦτα νομίζω, ὅτι καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον ὑπὲρ
1915πάντα ἄλλον κατήντησεν ἀναποφεύκτως ἀναγκαῖον νὰ ἀνα-
1916βληθῇ τοῦ νομοσχεδίου ἡ ἐπιψήφισις, διότι ἂν θελήσῃ ἡ
1917Βουλὴ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν, θέλει ἐγκαταλείψει
1918ἰσχυρότατον λόγον, ὅστις δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυ-
1919βέρνησιν νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον τὴν ἑταιρίαν, καὶ ἑπομένως
1920θέλει ἀφαιρέσει ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὴν δύναμιν νὰ ζητήσῃ
1921καὶ ἀποκτήσῃ τὰ ἀνταλλάγματα, τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ ζη-
1922τήσῃ παρὰ τῆς ἑταιρίας. Ἡ πρότασις λοιπὸν τῆς ἀναβολῆς
1923δὲν εἶναι πρότασις ἔμμεσος ἀποῤῥίψεως νομοσχεδίου ἐξυπη-
1924ρετοῦντος δημόσια συμφέροντα, ἀλλὰ ἀπ’ ἐναντίας εἶναι
1925πρότασις χρησιμεύουσα πρὸς ἐξυπηρέτησιν αὐτῶν τῶν δη-
1926μοσίων συμφερόντων. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις δὲ ταύτας ἐλπίζω,
1927ὅτι καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ ὑπουργείου δὲν θέλει ἐπιμείνει
1928ἀποκρούων τὴν ἀναβολήν.
1929§109ΛΑΠΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, θὰ εἴπω δύω λέξεις. Ὁ κ.
1930Πρόεδρος εἶπεν, ὅτι οὐδὲν παράπονον ἐγένετο ἀπὸ τοὺς κα-
1931τοίκους· βεβαίως δὲν ἔγεινε. Καὶ ποῦ ἐγνωρίζαμεν ἡμεῖς,
1932ὅτι θὰ ἔλθῃ ἡ ἑταιρία νὰ θέλῃ σήμερον νὰ πάρῃ τὰς ἰδιο-
1933κτησίας μας; Τώρα, ὅτε εἴδαμεν αὐτὸ, ἐκάμαμεν ἀναφορὰν
1934καὶ παραπονούμεθα, διότι δὲν ἐγνωρίζαμεν καὶ δὲν ἐπι-
1935στεύαμεν, ὅτι θὰ ἔλθῃ ἡ ἑταιρία νὰ θέλῃ σήμερον νὰ βάλῃ
1936χέρι εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν μας. Τώρα τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλού-
1937στατον, ν’ ἀναβληθῇ, διότι θὰ ζημιωθῇ σπουδαίως τὸ Δη-
1938μόσιον καὶ θὰ καταστραφῇ μία ἐπαρχία ὁλόκληρος· ἑπομέ-
1939νως ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ στείλῃ καὶ νὰ ἐξετάσῃ
1940Φίλος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει 80) στρέμματα διὰ παραχω-
1941ρητηρίου. Ὁ κ. Χατζόπουλος γνωρίζει ἀπὸ ποίαν οἰκογέ-
1942νειαν ἔλαβε σύζυγον ὁ βουλευτὴς οὗτος, ὅστις εἶναι ὁ κ.
1943Κοντόσταυλος, ὅτι εἶναι τοῦ μεγάλου Κουντουριώτη. Καὶ
1944τέλος πάντων αὐτὰ τὰ ἔδωσεν ἡ Κυβέρνησις καὶ τὰ παρε-
1945χώρησε. Σᾶς λέγω, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐγνωρίζαμεν, ὅτι ἤθελαν νὰ
1946μᾶς πάρουν τὰς γαίας, ἃς ἔχουν οἱ κάτοικοι, ἄλλος ἀπὸ
1947φαλαγγιτικὰ γραμμάτια, ἄλλος ἀπὸ δηλώσεις. Αὐτὰ ἠξεύρω
1948νὰ σᾶς εἴπω. Ἑπομένως παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ καὶ νὰ
1949σταλῇ ἐπιτροπή.
1950§110ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριοι, ἀνέρχομαι καὶ ἐκ δευτέρου τὸ
1951βῆμα τοῦτο καὶ παρίσταμαι ὡς συνήγορος τῆς συμβάσεως,
1952οὐχὶ δι’ ἄλλον λόγον ἢ διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἡ πρόοδος, ἡ
1953εὐημερία καὶ τὸ μεγαλεῖον τοῦ Τόπου τούτου ἐξαρτῶνται
1954ἐκ τῆς ὑλικῆς αὐτοῦ ἀναπτύξεως. Τὰ ἔργα δὲ, τὰ ὁποῖα δύ-
1955νανται νὰ συντελέσωσιν εἴπερ τι καὶ ἄλλο εἰς τὴν ἀνάπτυξιν
1956τοῦ Τόπου, εἶναι τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα δύνανται ν’ αὐξήσωσι
1957τὰς παραγωγικὰς αὐτοῦ δυνάμεις καὶ νὰ χορηγῶσιν εἰς αὐ-
1958τὸ τὰ μέσα οὐχὶ μόνον τῆς ὑπάρξεως, ἀλλὰ καὶ τοῦ πλουτι-
1959σμοῦ. Τὸ πεδίον τῆς Κωπαΐδος ἀποξηραινόμενον οὐδεμία
1960ἀμφιβολία, ὅτι δύναται νὰ πλουτίσῃ μεγάλως τὰ μέρη
1961ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἔχει τὴν εὐτυχίαν νὰ κατοικῇ ὁ ἀξιό-
1962τιμος κ. Λάπας. Παραπονοῦνται οἱ περίοικοι, ἰσχυριζόμενοι,
1963ὅτι ἡ παραχώρησις παραβλάπτει δικαιώματα αὐτῶν κυριό-
1964τητος καὶ κατοχῆς. Κύριοι, ἡ παραχώρησις ἐγένετο δυνάμει
1965τοῦ νόμου τοῦ 1867, ἔκτοτε ἦτο γνωστὸν εἰς τὸν κ. Λά-
1966παν καὶ εἰς ὅλους ἐπὶ τῇ βάσει ὁποίου διαγράμματος ἐπρό-
1967κειτο νὰ γείνῃ παραχώρησις. Ἦτο γνωστὸν ἔκτοτε, ὅτι
1968ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἡ παραχώρησις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ διαγράμ-
1969ματος τοῦ Σωβάζ.
1970§111ΛΑΠΑΣ. Κύριε Μεσσηνέζη, σὲ παρακαλῶ, ἔχεις σκοπὸν
1971νὰ πετάξῃς μίαν ἐπαρχίαν εἰς τοὺς δρόμους; (Θόρυβος).
1972§112ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐγὼ ἐνταῦθα ἦλθον νὰ ἐξυπηρετήσω τὰ
1973γενικὰ συμφέροντα, δὲν θέλω δὲ νὰ ἐξυπηρετήσω ἀτομικὰ
1974συμφέροντα, μὴ στηριζόμενα εἰς τὸν νόμον. Ἰδοὺ τί ἐπιδιώ-
1975κω, κ. Λάπα.
1976§113ΛΑΠΑΣ. Νὰ ἔλθουν λοιπὸν νὰ μᾶς λῃστεύσουν;
1977§114ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐδῶ πρόκειται περὶ τῆς περιουσίας τοῦ
1978Δημοσίου καὶ ὄχι τῶν ἰδιωτῶν, διότι οἱ ἰδιῶται θὰ κατα-
1979φύγουν εἰς τὰ δικαστήρια καὶ θὰ κερδήσουν.
1980§115ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κίνδυνος ὑπάρχει καὶ κίνδυνος μέγας
1981ἀποτυχίας τοῦ ἔργου, ὅταν ἔρχηται μία ἑταιρία καὶ ἀπο-
1982τυγχάνῃ, ἔρχεται ἄλλη καὶ ἀποτυγχάνει, ἔρχεται ἄλλη
1983καὶ ἀντιστρατευόμεθα ὅλοι κατ’ αὐτῆς, τότε τὰ κεφά-
1984λαια φυγαδεύονται καὶ καθίσταται ἀδύνατος ἡ ἐπιτέλεσις
1985ἔργων. Δὲν πρέπει νὰ νομίσητε, ὅτι οἱ ἐπιχειροῦντες τὰ
1986τοιαῦτα ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἄνθρωποι φερέοικοι, οἱ ὁποῖοι
1987δὲν δύνανται, τοποθετοῦντες ἄλλως πως τὰ κεφάλαιά
1988των, νὰ προσπορίσωσιν εἰς ἑαυτοὺς ὠφελείας. Ἀφοῦ ἅ-
1989παξ ἀπεφάσισαν νὰ στραφῶσι τὰ κεφάλαια ἐν Ἑλλάδι εἰς
1990ἔργα δημόσια, δὲν πρέπει ἁπλῶς καὶ μόνον, διότι τινὲς δὲν
1991θέλουν τὸ ναυάγιον, ν’ ἀντιστρατευώμεθα καὶ ἡμεῖς κατ’
1992αὐτῶν. Ἔρχομαι, κύριοι, εἰς τὸν λόγον, ὁ ὁποῖος μὲ ἐκάλεσε
1993καὶ δεύτερον εἰς τὸ βῆμα· ὁ λόγος εἶναι, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1867
1994ἦτο γνωστὸν ὁποία εἶναι ἡ γραμμὴ, ἥτις ἐθεωρήθη ὡς ἡ γραμ-
1995μὴ τῶν συνήθων πλημμυρῶν. Ὁ νόμος ἦτο γνωστὸς εἰς
1996τὸν κ. Λάπαν καὶ ἠδύνατο, ἐὰν ἐθεώρει αὐτὸν ἄδικον,
1997μέλος μάλιστα ὢν τῆς Βουλῆς διαρκὲς, νὰ ζητήσῃ τὴν
1998τροποποίησιν αὐτοῦ. Τοῦτ’ αὐτὸ ἠδύναντο νὰ πράξωσι καὶ
1999οἱ ἄλλοι, ὅσοι σήμερον μόνον ἐγείρουσι παράπονα. Μὴ πρά-
2000ξαντες δὲ τοῦτο ἐγκαίρως, δὲν δικαιοῦνται σήμερον νὰ παρα-
2001πονῶνται, εἴτε κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε καθ’ οἱουδήποτε
2002ἄλλου. Ἐπειδή τινες συνέλαβον τὴν ἰδέαν μετὰ τὴν παρα-
2003χώρησιν, ὅτι ὑπάρχει πλοῦτος βαθὺς, ζητοῦσιν ἤδη τὴν
2004ἀκύρωσιν ἢ τὴν ἀναβολὴν τῶν ἔργων. Λέγω λοιπὸν, ὅτι οἱ
2005λόγοι, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζονται οἱ ἀξιότιμοι κύριοι βου-
2006λευταὶ, οἱ κατὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐνιστά-
2007μενοι, δὲν εἶναι σπουδαῖοι, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν
2008Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπικύρωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν
2009θέλῃ νὰ ἔλθωσι κεφάλαια ἐν Ἑλλάδι, διὰ τῶν ὁποίων νὰ
2010γίνωσιν ὄχι μόνον τὸ ἔργον αὐτὸ, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα, ὅσα
2011μένουσιν εἰσέτι ἐκκρεμῆ, καὶ ἄνευ τῆς ἐπιτελέσεως τῶν
2012ὁποίων εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξέλθῃ ὁ Τόπος ἐκ τῆς καταστά-
2013σεως, εἰς ἣν δυστυχῶς διατελεῖ.
2014§116ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, εὐχῆς ἔργον ἦτο, ἂν κατὰ
2015τὴν ὁμιλίαν τοῦ προλαλήσαντος κ. Μεσσηνέζη, μὲ τὴν το-
2016μὴν τοῦ Ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου ἐσώζετο τὸ ἥμισυ τοῦ Ἑλ-
2017ληνισμοῦ, μὲ τὴν ἀποξήρανσιν δὲ τῆς Κωπαΐδος τὸ ἕτερον
2018ἥμισυ, καθόσον διὰ τῆς περαιώσεως τῶν δύω αὐτῶν ἔργων
2019πληροῦνται οἱ ἐθνικοὶ πόθοι ἁπάντων τῶν Ἑλλήνων· καὶ ἂν
2020ἦναι ἀληθὲς τοῦτο, ὀφείλομεν πάντες νὰ σπεύσωμεν, ἵνα ἐρ-
2021γασθῶμεν καὶ διὰ προσωπικῆς ἐργασίας, διὰ νὰ φέρωμεν
2022ὅσον τάχιστα εἰς πέρας τὰ δημόσια αὐτὰ ἔργα, ἀφοῦ μάλι-
2023στα πάντες ὑποσχόμεθα νὰ χύσωμεν τὸ αἷμά μας διὰ τὸ
2024μεγαλεῖον τῆς πατρίδος, ἐνῷ διὰ τοῦ μέτρου τούτου ὑπο-
2025βαλλόμεθα εἰς μόνον κόπους, ἐξασφαλίζοντες τὴν ζωὴν, ἣν
2026ἐπαπειλούμεθα νὰ χάσωμεν εἰς τὸν ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ
2027πόλεμον. Αὐτὰ, κύριοι, δὲν λέγονται ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς
2028Βουλῆς, δύνανται νὰ τὰ λέγουν τινὲς, καὶ μάλιστα βουλευ-
2029ταὶ, μόνον ὅταν πηγαίνουν εἰς ἐξωχώρια, ὅπου μόνον ὁ πα-
2030πᾶς γνωρίζει νὰ διαβάζῃ.
2031Κύριοι, ἐγὼ θὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ οὗ
2032πρόκειται ἀντικειμένου, ἀρχόμενος ἀπὸ τῆς τελευταίας παρα-
2033γράφου τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουρ-
2034γὸς εἶπεν ἐν εἰλικρινείᾳ, ὅτι ἀναγνωρίζει καὶ αὐτὸς, ὅτι
2035ὑπάρχει κίνδυνος νὰ πληρώσῃ τὸ Δημόσιον μεγάλας ἀπο-
2036ζημιώσεις. Ἐδικαιολόγησεν ὅμως τὴν ὁποίαν ἔκαμε παρα-
2037χώρησιν εἰς τὴν ἑταιρίαν, διότι ἀπὸ τὰ 1867, ὅταν ἔ-
2038γεινεν ὁ νόμος περὶ παραχωρήσεως τῆς Κωπαΐδος, δὲν ἠγέρ-
2039θη καμμία ἀξίωσις ἰδιοκτήτου ἐπὶ τῶν ζωνῶν τῆς λίμνης.
2040Ἀλλὰ πρὸς Θεοῦ! Λέγονται τὰ τοιαῦτα; Εἴμεθα ὅλοι Ἕλ-
2041ληνες· εἶναι δυνατὸν ὁ Ἕλλην, ἐὰν δὲν τὸν ἐγγίξῃς εἰς τὸ
2042συμφέρον του, νὰ ὑψώσῃ φωνήν; Ἔπειτα τίς ἤξευρεν ἐκ τῶν
2043μεγαλοκτηματιῶν καὶ τῶν γεωργῶν, ὅτι μὲ τὴν παραχώ-
2044ρησιν τῆς λίμνης θὰ συμπαραχωρηθῶσι καὶ τὰ κτήματά
2045των, διὰ νὰ ὑψώσωσι φωνήν, κύριε Πρωθυπουργέ! Ὅταν εἷς
2046ἁπλοῦς ἰδιοκτήτης ἀποφασίζῃ νὰ μισθώσῃ ἓν κτῆμά του,
2047μεταβαίνει ἐπιτοπίως μετὰ τοῦ μισθωτοῦ καὶ ὁδηγούμενος
2048ἐκ τῆς καταστάσεως τοῦ κτήματος αὐτοῦ κανονίζει τοὺς
2049ὅρους τῆς μισθώσεως, καὶ ἂν δὲν δύναται αὐτὸς νὰ πράξῃ
2050τοῦτο, στέλλει τὸν Κεχαγιᾶν του...
2051§117ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὸν Κεχαγιᾶν τῆς Τραπέζης;
2052§118ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ τῆς Τραπέζης Κεχαγιᾶς, εἶναι
2053ἀφέντης ἰδικός σου.—Λοιπὸν, κύριε Πρωθυπουργέ,
2054ὅταν ἡ Κυβέρνησις παραχωρῇ περιουσίαν Δημοσίου, ὀφείλει
2055νὰ λαμβάνῃ τὴν πρόνοιαν ἑνὸς ἰδιοκτήτου, διότι ἡ Κυβέρνησις
2056εἶναι ὁ οἰκοκύρης ἐπὶ τῆς περιουσίας τοῦ Κράτους, καὶ διὰ
2057τοῦτο ὠφείλατε νὰ μεταβῆτε τὸ 1881 πρὶν ἢ παραχωρή-
2058σητε τὴν Κωπαΐδα εἰς τὴν ἑταιρίαν, καὶ ἂν δὲν εἴχετε σεῖς
2059τὸν καιρὸν, ἂς ἐστέλλετε τοὺς ἀντιπροσώπους σας, Νομάρ-
2060χην καὶ Ἀρχιμηχανικὸν, καὶ οὕτω ἠθέλατε προλάβει ὅλα
2061τὰ ἄτοπα, ὅσα συμβαίνουσι διὰ τῆς παραχωρήσεως ταύτης.
2062Ἀλλ’ οὐδὲν τούτων ἐπράξατε. Κ. Πρωθυπουργὲ, εἴπετε, ὅτι
2063προχθὲς ἐστείλατε μίαν ἐπιτροπὴν, καὶ διατί νὰ μὴ τὴν
2064στείλητε εἰς τὰ 1880 αὐτὴν τὴν ἐπιτροπὴν; Λέγετε, αἱ δη-
2065λώσεις τῶν κατοίκων ἔγειναν κατὰ τὰ 1875, ὅτε ἐγνώριζον
2066ἀπὸ τοῦ 1867, ὅτι πρόκειται νὰ δηλώσουν λίμνην! λί-
2067μνην; Τὸ εἴπομεν προχθὲς δὲν εἶναι λίμνη! εἶναι γαῖαι
2068καλλιεργούμεναι, αἱ ὁποῖαι κατακλύζονται μόνον τὸν χει-
2069μῶνα, καὶ τὸ καλοκαῖρι εἶναι αἱ εὐφορώτεραι γαῖαι τῆς
2070Ἑλλάδος. Λέγετε, κ. Πρωθυπουργὲ, ὅτι ἡ ἑταιρία σᾶς δίδει
2071ἐλπίδας νὰ δεχθῇ τροποποιήσεις, ἀλλὰ θέλει νὰ γνωρίσῃ
2072μέχρι τίνος ἀναβαίνουν αἱ τοιαῦται ἀπαιτήσεις. Τοῦτο ἴσα
2073ἴσα εἶναι ἰσχυρὸν ἐπιχείρημα νὰ ἐνδώσητε εἰς τὴν ἀναβο-
2074λὴν, ἀφοῦ μάλιστα εἶσθε εἰς διαπραγματεύσεις. Θὰ μὲ
2075συγχωρήσητε, κ. Τρικούπη, νὰ σᾶς κάμω μίαν παρατήρησιν
2076ἀφορῶσαν τὸ προσωπικόν σας συμφέρον. Καὶ κατὰ τὴν πα-
2077ρελθοῦσαν πρωθυπουργίαν καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν, τὸ ση-
2078μεῖον εἰς τὸ ὁποῖον σᾶς βάλλουν οἱ προκάτοχοί σας, εἶναι
2079ἡ Κωπαΐς. Ἡ διατήρησις τῆς ὑπολήψεώς σας καθιστᾷ ὑμᾶς
2080προσεκτικώτερον τοῦ νὰ δεικνύετε τόσον ζῆλον εἰς τὴν ἐπι-
2081ψήφισιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Νόμου...
2082§119ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν ἔχει ἀνάγκην ἀπὸ τίποτε ἡ ὑπόληψίς
2083του. Τὴν ὑπόληψίν του καθεὶς τὴν ἔχει, δὲν τὴν περιμένει
2084ἀπὸ σέ. (Θόρυβος).
2085§120ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ ἡ κατάστασις εἶναι ἀποδοκι-
2086μαστέα. Σὺ νὰ ῥίψῃς μομφὴν κατὰ τοῦ Τρικούπη...
2087§121ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖς σὺ νὰ ὁμιλῇς οὕτω, γελοῖε.
2088§122ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Γελοῖοι εἶσθε σεῖς.
2089§123ΑΣΗΜ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶσαι πολὺ μικρὸς διὰ νὰ
2090κατηγορήσῃς· δὲν εἶσαι ἱκανὸς νὰ... (Θόρυβος)
2091§124ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὤφειλες λοιπὸν, κ. Τρικούπη, χάριν
2092τῆς ὑπολήψεώς σου νὰ μὴ δείξῃς τόσον ζῆλον, καὶ διὰ τοῦτο
2093ὀφείλεις νὰ δεχθῇς τὴν ἀναβολήν.
2094§125ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δι’ αὐτὸ δὲν κάμνομεν τὴν ἀναβολήν.
2095§126ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀλλὰ δὲν μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουρ-
2096γὸς πόσον θὰ στοιχίσῃ ἡ διάτρησις τοῦ Πτώου ὄρους, καὶ
2097πόσον ἡ διοχέτευσις εἰς τὰς Θηβαϊκὰς λίμνας; (Θόρυβος).
2098Διατί ταράττεσθε; Ὅταν συζητοῦμεν, δὲν πρόκειται ἐδῶ νὰ
2099χάσετε τὸ ζήτημα, θὰ τὸ κερδίσετε, διατί ταράττεσθε; ἢ
2100νομίζετε διότι εἶσθε περισσότεροι, θὰ μᾶς ἐπιβάλετε σιωπήν;
2101Ἀπατᾶσθε! Δύω ἂν μείνωμεν, εἴμεθα ἱκανοὶ νὰ ἐλέγχωμεν
2102τὰς πράξεις σας.
2103Λοιπὸν, κύριοι, ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐγὼ νὰ προτείνω τὴν
2104ἀναβολήν· ἂν καὶ κατ’ ἀρχὴν εἶμαι ἐναντίος τοῦ νομοσχεδίου,
2105διότι ἡ ἑταιρία θὰ κερδίσῃ κατ’ ἐλάχιστον ὅρον 3 ἑκατομ-
2106μύρια ἐκ τῆς μὴ διατρήσεως τοῦ ὄρους Πτώου. Φρονεῖς, κ.
2107Πρωθυπουργὲ, ὅτι δύω χιλιάδες κάτοικοι δὲν ἔχουσι δικαίω-
2108μα, καὶ ἔχουν δικαίωμα τέσσαρες πραγματευτάδες, οἱ ὁ-
2109ποῖοι συνεβλήθησαν μετὰ σοῦ; Καὶ ἂν δὲν ἔχουν ἰδιοκτη-
2110σίας δικαίωμα, ἔχουν ὅμως δικαίωμα κατοχῆς, διότι 50 ἔτη
2111τὸ καλλιεργοῦν· εἶναι ὁ νόμος περὶ κατοχῆς τοῦ 1841, ὁ
2112ὁποῖος δίδει τὸ δικαίωμα εἰς κάθε γεωργὸν νὰ ἔχῃ κατοχὴν
211380 στρεμμάτων ξηρικῶν γαιῶν καὶ 40 ποτιστικῶν.
2114Λοιπὸν ἐπὶ τέλους ἐπειδὴ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν δὲν ὑπάρχει
2115ἐλπὶς διορθώσεως, ἀποτείνομαι πρὸς τὸν συμμέτοχον τῆς ἑ-
2116ταιρίας συνάδελφον κ. Σκουλούδην καὶ τῷ λέγω μίαν τελευ-
2117ταίαν πρόῤῥησιν, καὶ εἴθε νὰ εὑρεθῶ ψεύστης, μήπως ἀντὶ
2118νὰ καταλάβῃ τὰ 90,000 στρέμματα τῶν καλλιεργητῶν, τὰ
2119ὁποῖα ἀξίζουν 9,000,000, μήπως, λέγω, εὑρεθῇ ἡ ἑταιρία
2120εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀφήσῃ τὸ ἔργον εἰς τὸ μέσον καὶ νὰ ἀνα-
2121χωρήσῃ νύκτα, διότι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν χύσει τὸ αἷμά των
2122εἰς ἐκείνας τὰς γαίας, καὶ δὲν θὰ ὑποχωρήσωσιν εἰς αὐτὴν
2123κατ’ οὐδένα τρόπον.
2124§127ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἐλπίζω, κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ
2125ἐπηρεασθῇ ποσῶς ἐκ τῆς τελευταίας ὁμιλίας τοῦ προαγο-
2126ρεύσαντος, καὶ ἐκ τοῦ ἐρεθισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπεκράτησε συνε-
2127πείᾳ τῶν λόγων του. Τὸ ζήτημα ἐτέθη καθαρῶς, καὶ αἱ γε-
2128νόμεναι μέχρι τοῦδε ἀγορεύσεις ἔπεισαν, πιστεύω, ὑμᾶς περὶ
2129τῆς ἀνάγκης τῆς ἀναβολῆς, τὴν ὁποίαν ἀρχῆθεν ἐπρότεινα.
2130§128ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὄχι, δὲν τὴν ἀναβάλλομεν πλέον.
2131§129ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Εἶναι λυπηρὸν, ἂν, διότι εἷς τῶν συνα-
2132δέλφων δὲν προσέχει ἢ ἀποδίδει πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν
2133ἔχουν οὐδεμίαν ὑπόστασιν, πρέπῃ διὰ τοῦτο νὰ χάνωνται τὰ
2134ζητήματα, τότε ἀλλοίμονον· πᾶς τις δύναται ἐκ προθέσεως
2135ἐν παντὶ ζητήματι νὰ ῥίπτῃ τὸ σκάνδαλον καὶ ν’ ἀπόλλυται
2136τοῦτο.
2137§130ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ποῖος προσέχει εἰς τοὺς λόγους τοῦ κ. Δη-
2138μητρακάκη;
2139§131ΒΑΛΕΤΤΑΣ. Οὐδεὶς τῷ ἀποδίδει καταλογισμόν.
2140§132ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἴσως δὲν προσέχετε ὑμεῖς, ἀλλὰ τὰ λοι-
2141πὰ μέλη τῆς μερίδος ταύτης δικαίως ἐξηρεθίσθησαν. Νομίζω
2142λοιπὸν, κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπηρεασθῆτε ἄλλως οὔτε
2143ἐκ τῆς ἀναβολῆς ἐνέχεται ἡ ἀπόῤῥιψις τοῦ νομοσχεδίου.
2144Ὑπάρχει, κύριοι, ἐλπὶς, ὅτι διὰ τῆς τελευταίας ταύτης ἀπο-
2145πείρας ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἑταιρία θὰ ὑποχωρήσῃ
2146εἰς πολλὰ πράγματα καὶ θὰ ἀποφύγῃ οὕτω τὸ Δημόσιον
2147ζημίας. Δὲν εἶναι μέγα πρᾶγμα νὰ ἀναβληθῇ ἐπὶ 8 ἡμέρας
2148ἡ ψήφισις· καὶ πρόκειται, κύριοι, νὰ χορηγηθῶσι σπουδαῖα
2149δικαιώματα εἰς τὴν ἑταιρίαν· χορηγοῦντες λοιπὸν τὰ δικαιώ-
2150ματα ταῦτα, νομίζω, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ ὑποδείξωμεν
2151καὶ τρόπον ἀνταλλαγῶν ἐκ μέρους τῆς ἑταιρίας. Ἐπαναλαμ-
2152βάνω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπηρεασθῇ ἡ Βουλὴ ἐκ τῶν λεχθέν-
2153των, ἀναλογιζομένη τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ οὐχὶ
2154τῶν κατοίκων, οἵτινες ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων βεβαίως θὰ
2155δικαιωθῶσι.
2156§133ΛΑΖ. ΠΑΠΑΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ καὶ ἐγὼ,
2157κύριοι, καὶ εἶμαι ὑπὲρ τῆς γνώμης τῆς ἀναβολῆς διὰ νὰ ἐξε-
2158τασθῇ τὸ ζήτημα, διότι, ὅτε παρεχωρήθη τὸ δεύτερον ἡ Κω-
2159παΐς εἰς τὴν ἑταιρίαν ἐγεννήθησαν αὐτὰ τὰ ζητήματα καὶ
2160αἱ ζημίαι κατὰ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἰδιωτῶν. Ἡμεῖς οἱ
2161βουλευταὶ τῶν μερῶν ἐκείνων γνωρίζομεν καλῶς, ὅτι διὰ
2162τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου προσγίγνεται τῇ ἑταιρίᾳ με-
2163γίστη ὠφέλεια, ἀπέναντι τῆς ὁποίας εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ ἑ-
2164ταιρία θὰ θελήσῃ νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν καὶ συναλλαγήν·
2165οὕτω δὲ δὲν θὰ ὑποστῇ τὸ Δημόσιον μεγάλας ζημίας, τὰς
2166ὁποίας ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀναγνωρίζει. Παρακαλῶ λοιπὸν
2167τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλῃ δι’ ὀλίγας ἡμέρας τὴν ἐπιψήφισιν,
2168διὰ νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα, διότι δὲν ἐξητάσθη τὸ ζήτημα
2169εἰς τὰς ἀρχάς· ὁ κόσμος δὲν ἦτο δυνατὸν, ὅταν παρεχωρήθη
2170ἡ Κωπαΐς καὶ ὅταν ἐψηφίσθη ὁ νόμος, δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ
2171γνωρίζῃ διαγράμματα· τὰ σημεῖα ἐτέθησαν ἐκεῖ μετὰ τὴν
2172παραχώρησιν, καὶ τότε ἐξανέστη ὁ κόσμος καὶ ἠγέρθησαν τὰ
2173παράπονα. Δὲν ἐξητάσθησαν λοιπὸν τὰ πράγματα καὶ ἐγέ-
2174νετο τὸ λάθος· τώρα σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ ἀναβληθῇ ἐπὶ
2175ὀλίγας ἡμέρας μόνον, ἵνα ἐξετασθῇ τὸ πρᾶγμα.
2176§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ὑπάρχει ἐγγεγραμμένος. Ὑ-
2177πάρχει μία πρότασις ἀναβολῆς. (Ἀναγινώσκει)
2178«Ἡ Βουλὴ ἀναβάλλει προσωρινῶς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νο-
2179μοσχεδίου περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος, ἐπὶ τῷ τέλει
2180τοῦ νὰ γείνῃ ἡ τελευταία πρὸς τὴν ἑταιρίαν ἀπόπειρα πρὸς
2181ἐξομάλυνσιν τῶν ἐγειρομένων παραπόνων».
2182§135ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. (Ἐγείρονται 15).
2183§136ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται νὰ γείνῃ ψηφοφορία δι’
2184ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἐγὼ ὀφείλω νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆ-
2185φόν μου. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς μᾶς ἐβεβαίωσεν ἐπισήμως...
2186(Θόρυβος).... Διαμαρτύρομαι... (Θόρυβος. Ὁ Πρόεδρος κρούει
2187διαρκῶς τὸν κώδωνα). Γνωρίζω τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑπο-
2188χρεώσεις μου, κύριε Πρόεδρε, καὶ ἀγνοῶ ποῦ στηρίζεσθε
2189προσπαθοῦντες νὰ μὲ ἐμποδίσητε νὰ δικαιολογήσω τὴν
2190ψῆφόν μου.
2191Ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος ἐπισήμως μᾶς ἐβε-
2192βαίωσεν, ὅτι ἐνενήκοντα περίπου χιλιάδες στρεμμάτων, ἀνη-
2193κόντων εἰς τρεῖς κατηγορίας ἰδιοκτητῶν, παρεχωρήθησαν εἰς
2194τὴν ἑταιρίαν τῆς Κωπαΐδος. Αἱ γαῖαι αὗται ἀφῃρέθησαν πα-
2195ρανόμως παρὰ τῶν μικρῶν χωρικῶν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἰδιο-
2196κτητῶν καὶ ἐδόθησαν προῖκα εἰς τὴν ἑταιρίαν, ἡ δ’ ἀξία
2197αὐτῶν ὡμολογήθη ὡς ἀνερχομένη τοὐλάχιστον εἰς 9,000,000
2198δραχμῶν. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι αἱ
2199μεγάλαι εἰς γαίας ἰδιοκτησίαι, τὰ κοινῶς καλούμενα τσι-
2200φλίκια, εἶναι δυστύχημα διὰ τὴν Ἑλλάδα· καὶ ἐνεργῶν πᾶν
2201τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ὅπως ἐξευρεθῇ ἡ κατάλληλος θεραπεία, ἥτις ἐγὼ
2202φρονῶ, ὅτι μόνον διὰ τῆς κατατομῆς τῆς ἰδιοκτησίας θέλει
2203ἐπιτευχθῆ, ὀφείλω μετ’ ἀγανακτήσεως νὰ καταψηφίσω τὴν
2204διὰ νόμου ἑδραίωσιν τῆς παραχωρήσεως τῶν γαιῶν τῆς Κω-
2205παΐδος καὶ τὴν σύστασιν νέου μεγάλου τσιφλικίου, πρὸς
2206βλάβην τῶν μικρῶν ἰδιοκτητῶν τῶν ἤδη κατόχων καὶ κυρίων.
2207(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, καθ’ ἣν ἐ-
2208ψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 164· 58 μὲν ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, 106
2209δὲ κατ’ αὐτῆς. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη).
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2210Ἰωάννης Μοσχοβάκης ΟΤατσέλος Μαυρομμάτης Ν
2211Νικόλαος Στεφανίδης ΟἈντ. Βάλβης Ν
2212Ἰω. Μεσσηνέζης ΟἈπόστ. Ἀθανασιάδης Ν
2213Κωνστ. Θεοδώρου Ἀθαν. Βαλαβάνης
2214Κ. Μωραϊτίνης Θεόδ. Δηλιγιάννης Ν
2215Ἀριστ. Ἀργυρόπουλος ΟἸωάν. Ἀντωνόπουλος Ν
2216Δημήτ. Οἰκονομίδης Ἡλ. Παλαμίδης Ο
2217Λεωνίδας Καρυστινάκης Ἰω. Λαμπρινόπουλος Ν
2218Μιχ. Καΐρης Ὀρφανός ΝΠέτρος Πετροπουλάκης Ν
2219Κωνστ. Ἀργυρόπουλος ΝΧαρίλ. Τζανετάκης Ν
2220Λεωνίδας Ζωγράφος ΝΠολυμέρης Ζαρίμπας
2221Σωτήρ. Δανόπουλος Χριστ. Στεριάδης
2222Γεώργιος Τσώκρης ΟΝικόλ. Κατσικαπής Ο
2223Κωνστ. Καραπάνος ΟΓεώργ. Αἰδωρίκης Ο
2224Γεώργ. Παχὺς ΝΚωνστ. Ἀναγνωστόπουλος
2225Δημ. Ν. Καλλιφρονᾶς ΟΝ. Παππαμιχαλόπουλος Ν
2226Δημήτριος Ῥάλλης ΟΠαναγ. Ῥίτσος Ν
2227Παύλος Καλλιγᾶς ΟἸω. Καπιτσίνης
2228Ἀνδρέας Φύλλας ΟἈντ. Μήτσας Ν
2229Δημ. Μουτσοπούλος Γεώρ. Μίλησης
2230Δημ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΟΔημ. Χατζόπουλος
2231Ἀντών. Ζυγομαλᾶς ΝΓεώρ. Ζηνόπουλος Ν
2232Νικόλ. Λεβίδης ΟΝικ. Δ. Ζώτος
2233Κωνστ. Στράτος ΟΔημ. Βουλπιώτης Ο
2234Ἀνδρ. Στράτος ΟΜιχ. Ἰατρίδης Ν
2235Ἰωάν. Καρτάλης ΟΚωνστ. Λομβάρδος Ο
2236Ν κ. Γεωργιάδης ΟΦρειδερίκος Καῤῥέραν Ο
2237Γεώρ. Φιλάρετος ΝἈναστ. Λούντζης Ο
2238Ἱερώνυμος Κασιβέτης Ῥοβέρτος Ῥώμας Ν
2239Νικ. Κουκουσλῆς Ἀλέξ. Καραμπίνης Ο
2240Ἀπόστ. Φρόνιμος ΟΣτέφ. Στεφανόπουλος Ο
2241Κωνστ. Γρίβας ΝἈνδρ. Αὐγερινὸς Ν
2242Θεμιστ. Δαραλέξης ΝΣερίφ Βέης Ο
2243Δημοσθ. Δόγκας ΟἸω. Γεωργαντᾶς Ν
2244Ἀναγν. Δαλιάνης Λάζ. Παπασταθόπουλος Ν
2245Σπυρ. Σιδέρης Γεώρ. Λάππας Ν
2246Διομ. Διαμάντης ΟΠ. Μπογδάνος Ν
2247Ἔπαμ. Α. Δημητρίου Σπυρ. Βαλαωρίτης Ο
2248Σπυρ. Κουκούλεζας ΝΞενοφῶν Βαλαωρίτης
2249Νικ. Δ. Νομικός ΟΚωνστ. Χαλκιόπουλος Ν
2250Ἀριστ. Βαλέττας ΟἈλκ. Παπαλουκᾶς Ν
2251Δημοσθένης Στάϊκος Δημ. Παπαλουκᾶς Ν
2252Βαρβαῤῥήγος Πήλικας ΟΦίλ. Βάρβογλης Ν
2253Χρήστος Σολιώτης Ἰω. Στεφανόπουλος Ο
2254Σωτ. Ν. Πετιμεζά Παναγ. Κ. Μανέτας Ν
2255Ἀλέξ. Φωτήλας Δημ. Ζέγγελης Ο
2256Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς ΟἈναστ. Σεχιώτης
2257Δημ. Τσαχτσήρης Κωνστ. Κωνσταντόπουλος Ο
2258Ἀλκ. Μάνταλος Πλ. Κοσσονάκος Ο
2259Περικλῆς Πεῤῥωτής Ἀθ. Κατριβάνος Ν
2260Κωνστ. Φλέσσας ΟΒασίλ. Βούτουνας
2261Δημ. Τζάννες ΝΣτέφ. Δραγούμης Ο
2262Δημ. Κάρτσωνας ΝἈθ. Ζαμπάκης Ο
2263Σπυρ. Καραϊσκάκης Γεώργ. Σταμούλης
2264Δημ. Τερτίπης Σπυρ. Ἀλαμάνος
2265Ἀπόστ. Βασαρδάνης Λεων. Δεληγεώργης
2266Λεων. Κοκορῖκος ΟΧαρίλ. Τρικούπης Ο
2267Γεώργ. Φραγκίδης ΟἜπαμ. Μπέλιας Ο
2268Τιμολ. Ἀδαμόπουλος ΟΠερικλ. Μποῦτος Ο
2269Ἀλέξ. Κοντόσταυλος Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος Ν
2270Γεώργ. Παπαγεωργίου ΝΣπήλ. Ἀντωνόπουλος Ο
2271Ἀριστομ. Χατζηνικολῆς ΝΚωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος Ν
2272Νικ. Παπανικολάου ΟἈνδρ. Πρεζάνης
2273Νικόλ. Μπαλάφας Ἀντ. Μάτσας Ο
2274Γεώργ. Κόρπας Μιλτιάδης Βαρότσης Ν
2275Ἀνδρ. Ἱερομνήμων Ὄθων Μαῦρος Ο
2276ΓʹἈθ. Παραμυθιώτης Μιχ. Δαμιράλης
2277Δημ. Κουρκουμέλης Δημ. Δεσποταῖος
2278Δημ. Τουρνάκης ΟΝ. Γ. Καλαντζόπουλος Ο
2279Σπυρ. Α. Νοταρᾶς Νικ. Φαρμάκης
2280Φώτο Κανελλόπουλος Ἠλ. Ποταμιάνος Ο
2281Δημ. Σταυρόπουλος ΟἈλέξ. Ἀντωνόπουλος Ν
2282Παναγ. Ντετάκης Τηλέμαχος Ῥούκης
2283Νικ. Βαλσαμάκης Ἀλέξ. Πετσάλης Ο
2284Ἀνδρ. Μεταξᾶς Λεων. Καπετανάκος Μαυρομιχάλης
2285Σπ. Μοντεσάντος ΜπουλελᾶςΟ
2286Ἀγαμ. Μεταξᾶς Ξανθός Πικουλάκης Ο
2287Σπυρ. Κοντολέων ΟἈντ. Μαυρομιχάλης Ν
2288Κοσμᾶς Πανάρετος Λεων. Καπετανάκης
2289Στυλ. Κασιμάτης ΟἈσημ. Χρηστόπουλος Ο
2290Χαρ. Χρηστόπουλος ΟΧαράλ. Κανελλόπουλος Ο
2291Κ. Χατζηπαναγιώτης ΟΖ. Ζαρειφόπουλος Ν
2292Σωκρ. Τζιβανόπουλος ΝἈναστ. Δ. Νικοκάβουρας Ο
2293Ἀντ. Καρδαρᾶς ΝΘεόδ. Ῥωμαίος Ο
2294Κωνστ. Σαλταφέρος ΟΔ. Μεταλλινός Ν
2295Δημ. Δημητρακάκης ΝΠαναγ. Ἰακωβάτος
2296Μελέτιος Ῥουσόπουλος ΟΝικόλ. Μεταξάς Ο
2297Ἀριστ. Τζιβανόπουλος ΟΝικόλ. Κάγκας Ν
2298Περικλ. Παπαδόπουλος ΝὈδ. Πετρόπουλος
2299Νικήτας Βαρβιτσιώτης ΝἨλ. Παπαηλιόπουλος Ο
2300Ἀναστ. Ζαρμάνης ΟἈνδρ. Μαρλάς
2301Κωνστ. Ἰσχόμαχος ΟΓεώργ. Παπαστάμος Ο
2302Χαλὴλ Δερβίς Βέης ΟΓεώργ. Ῥοῦφος Ο
2303Ἀγγελῆς Ῥοῦφος ΟΚωνστ. Ῥαδινός Ο
2304Περικλ. Καλαμογδάρτης ΟἈθ. Ι. Χατζηγάκης
2305Ἀριστ. Κοντογούρης ΟΔημ. Ἀντωναρόπουλος Ο
2306Νικ. Κουμανιώτης ΝΕὐστ. Κοκέβης Ο
2307Ἀνδρ. Ῥηγόπουλος ΝΣωτ. Σωτηρόπουλος
2308Δημήτρ. Τριγγέτας ΟΔημ. Παπατσώρης Ο
2309Ἀθαν. Μισυρλῆς Νικ. Βλαχόπουλος
2310Π. Τριγγέτας ΟΚωνστ. Διαλέτης Ο
2311Εὐάγγελος Ἀντύπας ΟΧριστόδ. Λ. Δουζίνας
2312Γεώργ. Φλωριᾶς Ἀντ. Α. Ἀντωνιάδης Ο
2313Ἀναστ. Ζερβός Ἰω. Παπαδόπουλος Ο
2314Ἰω. Ἀστεριάδης Ἀθ. Ζαφειριάδης Ο
2315Κωνστ. Βελισσάριος ΟΓεώρ. Δ. Βούλγαρης Ο
2316Δημ. Π. Γουδής ΝἜπαμ. Α. Κριεζῆς Ν
2317Γεώργ. Δ. Λεωνίδας Θεοδ. Ν. Γκίκας Ν
2318Στέφανος Σκουλούδης ΟΠέτρος Σκουμπουρδῆς
2319Ἰω. Γρυπάρης ΟΚομνᾶς Τράκας Ν
2320Ἀντ. Πετρίτσης ΟἈθ. Κέφαλος Ο
2321Κωνστ. Κατσίκος Ἰω. Καλαμάρας
2322Δημ. Παρασκευᾶς ΟΔημ. Ζουλούμης Ο
2323Κωνστ. Κοττίκας ΟΘ. Φλογαΐτης
2324Στάμος Νάζος ΝΒ. Βουδούρης Ο
2325Πέτρος Μωραϊτίνης ΟΔ. Κριεζώτης
2326Ἰω. Ζαλλώνης Ἀλέξ. Οἰκονόμου Ο
2327Ἀλέξ. Χατζηπέτρος ΟΚ. Παπανικολής Ο
2328Νικ. Στουρνάρας ΟΘ. Κανάρης
2329§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ νομοσχέδιον...
2330§138ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κ. Πρόεδρε.
2331§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα ἐψήφισαν 106, καὶ δὲν ὑπάρχει ἀπαρ-
2332τία! Τί εἶναι αὐτά!
2333§140ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία· ἔφυγαν.
2334(Ὁ Γραμματεὺς ἄρχεται τῆς ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχε-
2335δίου).
2336§141ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τί κάμεις ἐκεῖ; Δὲν ἠμπορεῖς, ἀφοῦ
2337ἔκαμα ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.....
2338§142ΛΑΠΑΣ. Διαμαρτύρομαι, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Τὸν
2339Βούλγαρην ἀντικαταστήσατε;
2340(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου, εὑρέθησαν παρόντες 126
2341βουλευταί).
2342§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπαρτία ὑπάρχει. Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις
2343τοῦ συζητηθέντος νομοσχεδίου.
2344(Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1).
2345§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ 1 ἄρθρου ὑπάρχει ἡ ἑξῆς τροπο-
2346λογία τοῦ κ. Διαμάντη. (Ἀναγινώσκει). «Νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ
2347ἑταιρία ὅπως αἱ νέαι τῶν δύω λιμνῶν καὶ δεξαμενῶν ὄχθαι
2348μὴ ὦσι τελματώδεις».—Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν
2349παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤ-
2350ῥίφθη.
2351(Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2).
2352§145ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Κύριοι, ἀφοῦ δὲν ἠδυνήθημεν νὰ πείσω-
2353μεν τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ἐπιβλαβοῦς τῆς παραχωρήσεως
2354κατὰ τὸ διάγραμμα τοῦ Σωβάζ, θὰ παρακαλέσω τὴν Βου-
2355λὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ τὴν ἀκόλουθον τροπολο-
2356γίαν. (Ἀναγινώσκει). «Αἱ καλυφθησόμεναι γαῖαι ἐκ τῆς ὑ-
2357ψώσεως τῶν ὑδάτων νὰ ἀνταλλαχθῶσι μὲ ἴσην ἔκτασιν ἐκ
2358τῶν ἀποξηρανθησομένων ἐν τῇ Κωπαΐδι».
2359§146ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ἂν ἡ γῆ, τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ ἡ ἑται-
2360ρία, ἦναι χειροτέρα, τότε εἶναι δήμευσις.
2361§147ΚΟΥΚΟΥΛΕΖΑΣ. Δὲν θὰ εἶναι βεβαίως χειροτέρα.
2362§148ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν τὸ ἠξεύρομεν.
2363§149ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Νὰ τεθῇ, ὅτι οἱ ἀνταλλαχθησόμενοι ἀγροὶ
2364νὰ ἦναι ἴσης ἀξίας μὲ τοὺς καταληφθησομένους. Νὰ σημειω-
2365θῇ εἰς τὰ πρακτικά.
2366§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ βου-
2367λευτοῦ κ. Κουκούλεζα παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγεί-
2368ρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη.
2369(Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρ-
2370θρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον εἰς γʹ ἀνάγνωσιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
2371Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 9 μ. μ.