1882.05.08
2,316 rows · 18,685 words · 96 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 66
τῆς 8 Μαΐου 1882.
Ὥρᾳ 2 μ. μ.
(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης Συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολῖται Ἀγρινίου, πληροφορηθέντες ὅτι ἐν τῇ συμβάσει περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμου ἀπὸ Μεσολογγίου εἰς Ἄρταν ἐκφράζεται ἀμφιβολία ἂν θέλῃ διέλθῃ ἡ γραμμὴ διὰ τῆς πόλεως Ἀγρινίου, παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ἵνα ὡς ἕνα τῶν πρώτων ὅρων παραδεχθῇ τὴν ἀπ’ εὐθείας διὰ τῆς πόλεως Ἀγρινίου διάβασιν τοῦ σιδηροδρόμου. —Αἴτησις Μιλτιάδου Δαλαρῆ, ἐξαιτουμένου ἵνα ὑπαχθῇ τὸ πρὸς τὸ Δημόσιον χρέος τοῦ πατρός του εἰς τὸν εὐεργετικὸν νόμον, τὸν ψηφισθέντα πέρυσι, περὶ τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλετῶν, καθόσον ὁ ταμίας κακῶς ἐξήρεσεν τοῦ εὐεργετήματος τούτου, θεωρήσας ὅτι τὸ χρέος προήρχετο ἐξ ἀπιστίας.—Ὁ Α. Δ. Χαλκεὺς ζητεῖ χρηματικὴν βοήθειαν, ἵνα ἀποσταλῇ εἰς Εὐρώπην πρὸς τελειοποίησιν τῆς τέχνης τοῦ ὁπλοποιοῦ.
§2ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριοι, ἡ δυσχέρεια πρὸς ἀποτέλεσιν ἀπαρτίας μᾶς ἄγει εἰς τὸ ζήτημα περὶ τῆς ὥρας τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς. Λέγω λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ μία σκέψις ἐκ μέρους τῶν κ.κ. βουλευτῶν, τὶ φρονοῦν, ὥστε νὰ καταντᾷ ἡ συνεδρίασις νὰ φθάνῃ εἰς ἀποτέλεσμα, διότι βλέπετε, ὅτι ἔχομεν ὡρισμένην τὴν 2 μ. μ. ὥραν διὰ νὰ συνερχώμεθα καὶ καταντᾷ μόλις περὶ τὴν 4 νὰ γίνητε ἀπαρτία. Μέτρον καταναγκαστικὸν δὲν δύναται νὰ ληφθῇ, μόνον δὲ ἐλατήριον εἶναι ἡ συναίσθησις ἑνὸς ἑκάστου βουλευτοῦ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός του καὶ εἰς τὴν πρόνοιαν ὑπὲρ τῶν δημοσίων συμφερόντων. Ἴσως ἡ 2 ὥρα εἶναι ἀκατάλληλος, καὶ πιθανὸν νὰ ἐπέρχεται αὐτὴ ἡ χαλάρωσις. Τί φρονεῖ λοιπὸν ἡ Βουλή; Ποῖον εἶναι τὸ καλλίτερον μέτρον; Πότε πρέπει νὰ συνέρχεται;
§3ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Τὴν νύκτα εἶναι τὸ καλλίτερον νὰ ἐργαζώμεθα.
§4ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐὰν τὸ Προεδρεῖον λάβῃ τὸ μέτρον, ὥστε ἐὰν τὴν ὡρισμένην ὥραν τὴν 2 μ. μ. δὲν συνέρχωνται οἱ βουλευταὶ ἀκριβῶς, νὰ διαλύσῃ τὴν συνεδρίασιν, τότε ἴσως θέλομεν πλέον ἀναγκασθῆ νὰ ἐργασθῶμεν, παρουσιαζόμενοι ἐγκαίρως. Ἂς ἀποφασίσῃ λοιπὸν ἡ Βουλὴ ποῖον μέτρον θεωρεῖ τὸ καταλληλότερον καὶ ποίαν ὥραν πρέπει νὰ συνεργώμεθα.
§5ΠΟΛΛΟΙ. Τὸ πρωΐ εἰς τὰς 8.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ συνεργώμεθα τὴν πρωΐαν κατὰ τὴν 8 ὥραν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται σχεδὸν ὅλοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§7ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὰς 7 τὸ πρωΐ, κύριε Πρόεδρε.
§8ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ πρωΐ νὰ συνερχώμεθα. Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ὥρα κατάλληλος. (Θόρυβος). Ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ ἔλθω.
§9ΠΟΛΛΟΙ. Τὸ πρωΐ εἰς τὰς 7, κύριε Πρόεδρε.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. — Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἔχει τὸν λόγον.
§11ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Τί ἀπεφάσισεν ἡ Βουλή, κ. Πρόεδρε;
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ πρωΐ εἰς τὰς 7.
§13ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ ΚΑΙ ΤΙΝΕΣ ΑΛΛΟΙ. Κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔλθῃ αὐτὴν τὴν ὥραν, κύριε Πρόεδρε. Νὰ γείνῃ ὀνομαστικὴ ψηφοφορία.
§14Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὑποβάλλω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσμετρήσεως τοῦ πρὸς προβιβασμὸν τῶν ἀξιωματικῶν ἀπαιτουμένου χρόνου. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ. (Ὅρα Παράρτημα).
§15Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἔρχομαι νὰ ἀπαντήσω, κύριοι, εἰς τὰς διαφόρους, πέντε, νομίζω, ἐπερωτήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπηυθύνθησαν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Παιδείας. Πρώτη κατὰ χρονολογίαν εἶναι, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ ἀξιοτίμου Κουμουνδούρου, τοῦ νεωτέρου, περὶ τοῦ διδασκάλου, ὅστις ἔφυγεν ἀπὸ τὴν Θήραν καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν Ἀμοργὸν κατὰ τὴν ὥραν τῶν ἐκλογῶν. Ὅτε ἐγένετο ἡ ἐπερώτησις, εἶχεν ἤδη ὑποβληθῆ πρὸ μιᾶς ἢ δύω ἡμερῶν εἰς τὸν βασιλέα ἡ πρότασις τῆς παύσεώς του, ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔκαμε τὴν ἐπερώτησιν. Τότε δὲν ἀπήντησα, διότι δὲν ἦτο καὶ ἡμέρα τῆς ἀπαντήσεως καὶ διότι δὲν ἦτο τετελεσμένον τὸ γεγονός. Ὁ Νομάρχης ἀνέφερεν ὅτι ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος διδάσκαλος ἀνεχώρησεν λαβὼν τὴν ἄδειαν τοῦ Ἐπάρχου, ὅστις δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ δώσῃ ἄδειαν, καὶ ἐπὶ τῇ ἀναφορᾷ ταύτῃ τοῦ Νομάρχου ἐγένετο ἡ παῦσις. Ὀφείλω ὅμως νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἴσως ἐπανέλθῃ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἀργότερα ὁ διδάσκαλος οὗτος, διότι εἶναι εἷς ἀπὸ τοὺς καλλιτέρους· οὐχ ἧττον ἐνόμιζα, ὅτι ἔπρεπε τότε νὰ παυθῇ. Δευτέρα ἐπερώτησις ἔρχεται ἡ τοῦ κ. Δουζίνα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, περὶ τοῦ νομίμου ἢ μὴ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Ἡγουμένου Πόρου. Ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Δουζίνα ἦτον ἀόριστος· δὲν ἠθέλησε νὰ μᾶς ἀναφέρῃ οὔτε τὸ ὄνομα τοῦ Ἡγουμένου. Δὲν ἠδυνάμην ἑπομένως νὰ ἐξακριβώσω τὰ περὶ τούτου. Συναντήσας ὅμως κατὰ τύχην τὸν σεβασμιώτατον πρόεδρον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τὸν ἠρώτησα περὶ τούτου. Ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωσεν ὁ σεβασμιώτατος Μητροπολίτης, ἦτο τοιαύτη, ὥστε, ἂς μοὶ συγχωρήσῃ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς νὰ τὸν πληροφορήσω, ὅτι ὁ παραμικρότερος δισταγμὸς δὲν μοὶ ἔμεινεν, ὅτι ἡ ἐκλογὴ τοῦ Ἡγουμένου τούτου δύναται νὰ μὴ ἦναι νόμιμος.
§16ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὑπῆρξεν ἐκλογή;
§17ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Αὐτὸς ἡγουμενεύει, δὲν εἶναι Ἡγούμενος δι’ ἐκλογῆς, εἶναι διάδοχος νόμιμος τοῦ ἀποθανόντος Ἡγουμένου Πόρου, ἀναπληρῶν αὐτὸν προσωρινῶς.
§18ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐκ διαθήκης ἢ ἐξ ἀδιαθέτου;
§19ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὅπως θέλετε· ὁ Ἐπίσκοπος Ὕδρας εἶναι, νομίζω, τώρα ἐκεῖ καὶ θὰ διατάξῃ τὰ δέοντα.
§20ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ· τοῦτο μόνον λέγω, ὅτι ἡ ἀπάντησις τοῦ Μητροπολίτου, βεβαίως, καὶ ὑμεῖς κατενοήσατε, ὅτι ὑποκρύπτει κἄτι τι ὑπολανθάνον, τὸ ὁποῖον καλύπτεται διὰ τῶν πλαγίων ἐνεργειῶν, τὰς ὁποίας μετέρχονται αὐτὰ τὰ πρόσωπα· διότι, ἀφοῦ ἐκλογὴ δὲν ἔγεινε, πῶς εἶναι διάδοχος; φυσικῷ κληρονομικῷ δικαίῳ;
§21ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς παρατηρήσω μὲ ὅλον τὸ θάῤῥος καὶ μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν, ὅτι προκειμένου περὶ τοῦ Προέδρου τῆς Συνόδου τοῦ προϊσταμένου τῆς Ἐκκλησίας, ὀφείλομεν νὰ ἐκφραζώμεθα μετ’ εὐλαβείας. Σᾶς εἶπον, ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος διεδέχθη τὸν ἀποθανόντα Ἡγούμενον ὡς ἀναπληρωτὴς αὐτοῦ. Ἠξεύρετε, ὅτι ἂν ἀποθάνῃ ὁ Ἡγούμενος, ἕως οὗ γείνῃ νέα ἐκλογή, ἔρχεται διάδοχός του ὁ κατὰ τὸν νόμον ἀναπληρωτὴς αὐτοῦ. Τοῦτ’ ἔλαβε χώραν ἐν Πόρῳ. Μὴ γενομένης ἐκλογῆς, λόγος δὲν δύναται νὰ μείνῃ περὶ νομιμότητος ἢ μὴ νομιμότητος αὐτῆς.
§22ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κατὰ τὸν νόμον, διορίζεται παρὰ τῆς Συνόδου.
§23ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καλά.
§24ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἀκόμη μίαν παρατήρησιν θὰ σᾶς κάμω· εἴπατε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ διστάζωμεν περὶ τῶν λόγων τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἐκκλησίας· ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀόρατος, εἶναι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ ὄχι ὁ Μητροπολίτης· καὶ ἑπομένως μὴ τὰ σχετίζητε.
§25ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μάλιστα, μάλιστα! Ἡσυχάσατε. Τρίτη ἐπερώτησις ἔρχεται ἡ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Καπετανάκη. Περὶ ταύτης, νομίζω, ὅτι ἀρκετὰ ὡμίλησε χθὲς καὶ ὁ κ. Φλέσσας. Δύω βοηθοὶ ἦσαν διωρισμένοι ἐκεῖ, δύω ἄλλοι διωρίσθησαν ἀντ’ αὐτῶν, τοῦτο δὲν ἔχει, κατὰ τὸν κ. Καπετανάκην, οὐδὲν τὸ παράνομον· δὲν εἶναι δὲ, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ κ. Καπετανάκης, ἄνθρωποι ἀνίκανοι· ὑπηρέτουν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Κουμουνδούρου· ἐπαύθησαν διὰ τὰς ἐκλογὰς, μετ’ αὐτὰς ὤφειλον νὰ ἐπανέλθωσι καὶ ἐπανῆλθον.
§26ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Παρακαλῶ.
§27ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μὴ διακόπτετε. — Ἄλλοτε ἀνέφερεν ὁ κ. Καπετανάκης, ὅτι οἱ διορισθέντες εἶναι φοιτηταὶ τῆς ἰατρικῆς καὶ τῆς νομικῆς, καὶ τοῦτο τὸ θεωρεῖ ὁ κ. Καπετανάκης παράνομον, καὶ δὲν τὸν κατακρίνω διὰ τοῦτο, διότι πολλοὶ ἔχουσι τὴν ἰδέαν ταύτην, ἴσως καὶ ἐγὼ πρὶν ἢ ἐξετάσω καλλίτερα. Ὁ νόμος, τὸ Διάταγμα δηλαδὴ, τὸ ἔχον ἰσχὺν νόμου, τὸ κανονίζον τὰ περὶ τῶν βοηθῶν, ἀπαιτεῖ νὰ ἔχωσιν οὗτοι ἀπολυτήριον Γυμνασίου. Κατόπιν ἐξεδόθησαν ἐναντίον τοῦ νόμου Διατάγματα, τὰ ὁποῖα λαλοῦσι περὶ φοιτητῶν τῆς φιλοσοφικῆς σχολῆς, ἀλλὰ τὸ Διάταγμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ μακαρίτου Ζαΐμη, ἔμεινεν ἀνεκτέλεστον· ἐτροποποιήθη, ἀλλὰ καὶ πάλιν δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσι παντοῦ φοιτηταὶ τῆς φιλοσοφικῆς σχολῆς. Ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι τοιοῦτον καὶ ὅτι διὰ τοῦ διορισμοῦ ὡς βοηθῶν φοιτητῶν τῆς ἰατρικῆς ἢ νομικῆς δὲν γίνεται κανὲν παράνομον, τουλάχιστον κατὰ τὴν γνώμην τῆς μερίδος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), τὸ ἀποδεικνύει ἡ διαγωγή της, ὅταν ἦτο εἰς τὴν Ἐξουσίαν· ἑπομένως ἀπὸ αὐτὴν τὴν μερίδα δὲν ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἐπίπληξις ἐπὶ τοῦ διορισμοῦ τούτου. Σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα· ἐδῶ εἰς Ἀθήνας ἦσαν διωρισμένοι ἀπὸ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν 42 βοηθοὶ ἔκτακτοι, 12 ἐξ αὐτῶν ἦσαν ὡς προσκεκολλημένοι εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἦσαν ὡς βοηθοὶ διωρισμένοι εἰς τὰς Καλάμας, εἰς Λαμίαν καὶ ἀλλαχοῦ καὶ προσκεκολλημμένοι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον· οἱ 30 ἄλλοι ἦσαν διωρισμένοι εἰς τὰ διάφορα Γυμνάσια. Οἱ 42 οὗτοι βοηθοὶ, οἵτινες ἦσαν μόνον ἐδῶ εἰς Ἀθήνας, ἦσαν ὅλοι τῆς φιλολογίας; Οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν ἢ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἦσαν καὶ τῆς ἰατρικῆς καὶ τῆς νομικῆς, διότι βεβαίως διὰ νὰ διορίσῃ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος 42 βοηθοὺς εἰς τὰ ἐν Ἀθήναις Ἑλληνικὰ σχολεῖα καὶ εἰς τὰ Γυμνάσια δὲν ἤθελεν εὑρεῖ ὅλους τῆς φιλοσοφικῆς σχολῆς. Ἀλλὰ ὁ κ. Καπετανάκης μᾶς κατηγόρησεν ἀκόμη, ὅτι διὰ τοῦ διορισμοῦ τῶν 2 ἐκείνων βοηθῶν ἐπέσαμεν εἰς ὑπερβασίαν. Ἐὰν ἤθελεν μᾶς εὕρει ὁ κ. Καπετανάκης νὰ διορίσωμεν 43 βοηθοὺς εἰς Ἀθήνας, ἠμποροῦσε νὰ μᾶς ἐπιπλήξῃ ὅτι διωρίσαμεν ἕνα πλέον τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν διορίσει 43, ἀλλ’ ἐπαύσαμεν ὅλους αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ὑπεράριθμοι, καὶ περιωρίσθημεν νὰ διορίσωμεν μόνον ἐκείνους τοὺς ὁποίους τὰ Γυμνάσια καὶ ἡ ὑπηρεσία εἶχεν ὑποδείξει ὡς ἀναγκαίους. Ὅθεν δὲν εἴμεθα οὔτε εἰς ὑπερβασίαν, οὔτε εἰς παρανομίαν. Ἀκόμη ἂν εἰς τοὺς 27 καθηγητὰς, τοὺς ὁποίους εὕρομεν διωρισμένους εἰς τὸ Βαρβάκειον, προσεθέσαμεν ἕνα, ἐὰν τοὺς ἐκάμαμεν 28 ἢ 29, τότε θὰ εἶχε δίκαιον. Ἐὰν εἰς τοὺς 44 ἐπιστάτας, οἱ ὁποῖοι ἦσαν διωρισμένοι εἰς τὰ ἐν Ἀθήναις Γυμνάσια προσεθέταμεν ἕνα καὶ ἐγίνοντο 45, εἶχε δίκαιον ἀλλ’ ἡμεῖς περιωρίσθημεν εἰς τὸν ἀριθμὸν τὸν ὡρισμένον. Νομίζω, ὅτι εὐχαριστήθη ὁ κ. Καπετανάκης ἐξ αὐτῶν τῶν πληροφοριῶν. Τετάρτη ἐπερώτησις σπουδαιοτέρα ἦτο ἡ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Αἰγιαλείας κυρίου Μεσσηνέζη περὶ τῆς Ῥιζαρείου Σχολῆς. Ἡ ἐπερώτησις αὕτη χρωματίζεται καὶ μὲ χρώματα ὀλίγον ζωηρὰ περὶ νεολαίας περὶ... περὶ.... Ὅσοι δὲν γνωρίζουν τὰ πράγματα ἠμποροῦν νὰ ἔλαβαν κἄποιαν ἐντύπωσιν ἀπὸ τὴν ἐπερώτησιν, ἀλλὰ ἰδοὺ τί τρέχει. Πρὸ ἐτῶν ἐνηργεῖτο ἔξωθεν ἐρεθισμὸς τῶν μαθητῶν τῆς Σχολῆς κατὰ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Σχολῆς, τοῦ ἀξιοτίμου κ. Κολιάτσου. Ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ὁ ἐρεθισμὸς ἐκορυφώθη καὶ ἀταξίαι συνέβαινον εἰς τὴν Σχολὴν, μερικοὶ δὲ μαθηταὶ προέβησαν καὶ περαιτέρω. Ὁ προκάτοχός μου κ. Παπαμιχαλόπουλος ἠθέλησε νὰ πληροφορηθῇ ἰδίοις ὄμμασιν περὶ τῆς καταστάσεως τῆς Σχολῆς, καὶ παρευρέθη εἰς τὰς ἐξετάσεις τὴν 1 Μαΐου 1881, ἀλλ’ ἐκεῖ καὶ παρόντος τοῦ ὑπουργοῦ ἔγειναν ἀταξίαι. Τὴν 15 Μαΐου τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον ἐπρότεινε καὶ τὸ Γενικὸν Συμβούλιον παρεδέχθη σχεδὸν παμψηφεὶ (καὶ λέγω σχεδὸν παμψηφεὶ, διότι μόνον μία ψῆφος διεφώνησεν), προέτεινεν καὶ ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὴν διάλυσιν τῆς Σχολῆς. Δὲν ἦτο τοῦτο τὸ μόνον αἴτιον τὸ παρακινῆσαν καὶ τὸ Διοικητικὸν καὶ τὸ Γενικὸν Συμβούλιον νὰ προβῇ εἰς αὐτὸ τὸ βῆμα· ἦτο καὶ ἕνας ἄλλος λόγος, ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἀναθεωρήσεως τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἀνάγκη προσθήκης μιᾶς νέας πτέρυγος εἰς τὸ κατάστημα, διότι τὸ κτίριον δὲν ἐχωροῦσεν πλέον τοὺς μαθητὰς, ἦτον δὲ καὶ ἑτοιμόῤῥοπον.
§28ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§29ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτῶν τῶν δύω Συμβουλίων εἶπον ὅτι εἷς διεφώνησεν καὶ οὗτος δὲν ἠρνήθη τὴν ἀνάγκην νὰ ληφθῇ μέτρον διὰ τὴν κατάστασιν τῆς Σχολῆς, ἀλλ’ ὑπεστήριξε ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ζητηθῇ ἡ διάλυσις, ἀλλὰ ἡ διακοπὴ τῶν μαθημάτων· ὑπεβλήθη ἡ ἀπόφασις ἀμφοτέρων τῶν Συμβουλίων εἰς τὸ ὑπουργεῖον. Ἀμφότεροι οἱ προκάτοχοί μου ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας, καὶ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ἐβράδυναν περὶ τοὺς 5 μῆνας περίπου νὰ δώσουν ἀπάντησιν· ἤθελαν δι’ ἐπανειλημμένων ἐπισκέψεων ἐν τῷ καταστήματι νὰ πεισθῶσι περὶ τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων. Ἀξιοπαρατήρητον εἶναι, ὅτι εἷς ἀξιότιμος καθηγητής μου, καὶ διδάσκαλος καὶ πολλῶν ἴσως ἀπὸ ὑμᾶς, ὁ ἀξιότιμος κ. Στροῦμπος (λέγω τὸ ὄνομά του, διότι τὸν εἶδα εἰς τὸν τύπον νὰ γράφῃ καὶ δημοσιεύῃ: τί εἶναι αὐτὸ τὸ κλείσιμον τῆς Σχολῆς; Πῶς δὲν γίνονται μαθήματα;)· αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος καθηγητὴς, ὅστις σήμερον δημοσιεύει φυλλάδια κατὰ τῆς διαλύσεως τῆς Σχολῆς, τότε ὡς μ’ ἐβεβαίωσαν κατηγόρησεν ἐγγράφως τὸ ὑπουργεῖον, διότι ἐβράδυνε νὰ παραδεχθῇ τὴν αἴτησιν τῶν δύω Συμβουλίων περὶ διαλύσεως τῆς Σχολῆς. Ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε τέλος πάντων μετὰ 5 ἢ 6 μῆνας νὰ παραδεχθῇ τὴν περὶ διαλύσεως αἴτησιν. Ἡ αἴτησις τῶν δύω Συμβουλίων περὶ διαλύσεως ἐγένετο τὴν 15 Μαΐου, τὸ δὲ Διάταγμα ἐξεδόθη τὴν 6 Νοεμβρίου 1881· τὰ δὲ Συμβούλια ἐπρότειναν ὡρισμένως νὰ μείνῃ διαλελυμένη ἡ Σχολὴ μέχρι τοῦ Αὐγούστου 1882. Τοῦτο παρεδέχθη καὶ τὸ Διάταγμα.
§30ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Προσωρινῶς βέβαια.
§31ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μέχρι τοῦ Αὐγούστου 1882· φέρει δ’ ἐπὶ λέξει: «Θεωροῦντε, τὸ μὲν, ὅτι αἱ ἐργασίαι τῆς οἰκοδομῆς τῆς νέας πτέρυγος τοῦ καταστήματος τῆς Σχολῆς κτλ». Ὡρίσθη λοιπὸν προθεσμία πρὸς ἀνοικοδόμησιν τοῦ καταστήματος καὶ πρὸς σύνταξιν τοῦ ὀργανισμοῦ μέχρις Αὐγούστου 1882. Ἠγέρθη κατόπιν τὸ ζήτημα ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου τοῦ προκατόχου ἂν θὰ ἐξακολουθήσουν νὰ πληρώνωνται οἱ καθηγηταί, διαρκούσης τῆς διαλύσεως τῆς Σχολῆς. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἀπεφάνθη, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἀπεφάνθη καλῶς, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πληρώσῃ μισθοὺς ἀργίας, ὁ νόμος τὸ ἀπαγορεύει· καὶ λέγω τοῦτο, διότι τώρα τινὲς ὑποστηρίζουσιν, ὅτι πρέπει νὰ πληρώνωνται οἱ καθηγηταί, καίτοι δὲν ἐργάζονται, καὶ ἴσως ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἀξιοῖ νὰ ζητήσῃ λόγον καὶ διὰ τοῦτο. Προέβη τὸ Συμβούλιον εἰς τὴν ἀνοικοδόμησιν τοῦ καταστήματος, εἰς τὴν προσθήκην δηλαδὴ νέας πτέρυγος, ἀλλ’ ἐνῷ ᾠκοδομεῖτο ἡ νέα αὕτη πτέριξ ἔπεσε ὁ τοῖχος τῆς παλαιᾶς πτέρυγος· λέγω δὲ τοῦτο διὰ νὰ νὰ δείξω πόσην εἶχε τὸ κατάστημα ἐκεῖνο ἀνάγκην ἐπισκευῆς· ἐὰν δὲν ἐλάμβανε χώραν ἡ διάλυσις τῆς Σχολῆς ἡ προσωρινή, ἴσως ἴσως θὰ ἐπλακώνοντο τὰ καϋμένα τὰ παιδιὰ μέσα. Μόλις ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, τὰς πρώτας σχεδὸν ἡμέρας ἐπορεύθην νὰ ἴδω τὶ γίνεται εἰς τὴν Ῥειζάριον Σχολήν· πράγματι εἶδον, ὅτι ἦτο τῶν ἀδυνάτων ἀδύνατον νὰ γίνωσι παραδόσεις ὅλα ἦσαν ἄνω κάτω, ὅπως συμβαίνει, ὅταν μία οἰκία ἀνασκευάζεται, ὄχι ἐπισκευάζεται. Ἐπειδὴ μοὶ ἐγένοντο ἀντίθετοι παραστάσεις καὶ ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος κ. Στροῦμπος ἦλθε καὶ προφορικῶς νὰ μᾶς ἀναφέρῃ, ἰσχυριζόμενος, ὅτι ἠδύναντο καὶ ἔπρεπε ν’ ἀρχίσουν τὰ μαθήματα, ἐζήτησα ἀπὸ τοὺς μηχανικοὺς νὰ μοὶ εἴπουν ἕως πότε ἤθελεν εἶσθαι ἕτοιμον διὰ νὰ γίνωσι παραδόσεις τὸ κατάστημα. Ὁ κ. Μεταξᾶς καὶ ὁ κ. Θεοφιλᾶς μοὶ ἀπήντησαν ἐγγράφως, ὅτι ἦτο ἀδύνατον πρὸ τοῦ Αὐγούστου νὰ τελειώσωσιν αἱ ἐργασίαι. Μετὰ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Αἰγιαλείας, σήμερον ἀκριβῶς τὸ πρωΐ ἐπεσκέφθην τὴν Σχολὴν διὰ νὰ ἴδω μήπως τῷ ὄντι ἠμπορεῖ νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τώρα νὰ γείνῃ καμία εὐκολία καὶ νὰ εἰσέλθουν τὰ παιδιὰ εἰς τὸ κατάστημα, ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον· καὶ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Αἰγιαλείας, διὰ νὰ πεισθῇ καὶ αὐτὸς, νὰ πορευθῇ εἰς τὸ κατάστημα καὶ νὰ ἴδῃ ἰδίοις ὀφθαλμοῖς. Ἡ ἀπόστασις δὲν εἶναι μεγάλη· εἶναι ἕνας ἐλαφρὸς περίπατος, καὶ θέλει πεισθῆ, ὅτι, ὡς εἶναι τὸ κατάστημα, δὲν εἶναι δυνατὸν ὄχι μαθήματα νὰ κάμῃ ἀλλ’ οὔτε κἂν νὰ περιπατήσῃ ἐντὸς αὐτοῦ. Ἀλλὰ μήπως αὐτοὶ οἱ κύριοι βραδύνουσι τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς οἰκοδομῆς ἐπίτηδες; Μήπως βάζουν ἀπὸ δύω ἐργάτας τὴν ἡμέραν νὰ ἐργάζωνται διὰ νὰ μὴ τελειώσῃ ποτὲ ἡ οἰκοδομή; ὄχι, κύριοι· ἀκούσατε πόσοι ἐργάται καθημερινῶς ἐργάζονται. Ἐργάζονται 13 ξυλουργοί, 16 σοβατζίδες, 6 μαρμαράδες, 6 πλακοστρῶται, 3 χρωματισταί, 9 κτίσται καὶ βοηθοὶ, 5 ἄλλοι ἐργάται καὶ 3 κάῤῥα πρὸς μεταφορὰν ὑλικοῦ, τὸ ὅλον 58 ἐργάται καὶ 3 κάῤῥα. Νομίζω, ὅτι περισσότερον δὲν ἠμποροῦσαν νὰ κάμουν οἱ ἄνθρωποι διὰ νὰ προχωρήσῃ ἡ ἐργασία ταχέως. Ἀλλ’ ἡ νεολαία; Ἀλλ’ οἱ μαθηταὶ Ἠπειρῶται διὰ τοὺς ὁποίους οἱ μακαρίται Ῥιζάραι διέταξαν νὰ σπουδάζουν ἐκεῖ μέσα; Διατί ὅλοι αὐτοὶ νὰ χάσουν τὰ μαθήματά των; Ἀνεξάρτητα αἴτια ἀπὸ τῆς θελήσεως καὶ τῶν Συμβουλίων καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐπέφεραν τὴν προσωρινὴν διάλυσιν τῆς Σχολῆς, ἀλλὰ τὸ Συμβούλιον δὲν ἔπαυσε νὰ χορηγῇ εἰς τοὺς μαθητὰς τοὺς ἐξ Ἠπείρου τὸ μηνιαῖον, τὸ ὁποῖον τοὺς ἐχορήγει πρότερον· ἐξακολουθεῖ δὲ νὰ δίδῃ καὶ τὰ χορηγήματα, τὰ ὁποῖα ἔδιδεν εἰς ἄλλους μαθητὰς οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐκεῖ ἕνεκα ἄλλων διαθηκῶν· δίδει ἀκόμη τὸ μηνιαῖον χορήγημα καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἐσωτερικοὺς ὑποτρόφους, τοὺς ὁποίους ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶχε διορίσει· ἠρνήθη νὰ δώσῃ χορήγημα μόνον εἰς τοὺς ἰδιοσυντηρήτους, διότι βεβαίως εἰς αὐτοὺς τὸ κατάστημα δὲν εἶναι ὑπόχρεον νὰ πληρώνῃ. Ὅλοι δὲ οὗτοι οἱ μαθηταὶ ἀκούουσι μαθήματα εἰς τὰ γυμνάσια ἕως ὅτου ἐπαναληφθῶσιν αἱ παραδόσεις εἰς τὴν Ῥιζάρειον. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἔπειτα ἀπὸ αὐτὰ πείθεται καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Αἰγιαλείας, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ τίποτε περισσότερον. Παρακαλῶ δὲ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν πρὶν ἢ λάβῃ ἐκ νέου τὸν λόγον, (δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ τὸν λάβῃ, εἶναι δικαίωμά του νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει) νὰ ἐπισκεφθῇ πρῶτον τὸ κατάστημα τῆς Ῥιζαρείου, διὰ νὰ ἴδῃ μὲ τοὺς ἰδίους του ὀφθαλμοὺς ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ διαφορετικώτερα. Πέμπτη ἐπερώτησις εἶναι ἡ περὶ τῶν τιμωρηθέντων κληρικῶν. Ὡς πρὸς αὐτὴν δὲν εἶμαι ἕτοιμος ν’ ἀπαντήσω· ἐζήτησα, καὶ ἐξακολουθῶ νὰ ζητῶ πληροφορίας. Ἡ Βουλὴ ἂς μὴ σπεύσῃ· εἶναι ζήτημα λίαν ἀκανθῶδες. Ἐλπίζω, ὅτι τὸ ἐρχόμενον Σάββατον θὰ ἦμαι εἰς κατάστασιν ν’ ἀπαντήσω. Ἐπαναλέγω, ἐξακολουθῶ νὰ ζητῶ καὶ νὰ λαμβάνω πληροφορίας ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. Ἐὰν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι θελήσουν νὰ συζητήσουν σήμερον, τοὺς προειδοποιῶ ὅτι δὲν θὰ ἦμαι εἰς κατάστασιν νὰ τοῖς ἀπαντήσω.
§32Ι. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριοι, ἡ ἀνάγνωσις τοῦ φυλλαδίου τοῦ κ. Στρούμπου αὐτὴ καὶ μόνη βεβαιοῖ ὑμᾶς διὰ τοῦ ἐπισημοτέρου τρόπου ἔδωκεν ἀφορμήν, ὅπως ἀπευθύνω τὴν προκειμένην ἐπερώτησιν. Τὸ φυλλάδιον τοῦ κ. Στρούμπου πιστεύω, ὅτι πολλοὶ ἐξ ὑμῶν θὰ τὸ ἀνεγνώσατε, διότι διενεμήθη πρὸς ὅλους. Εἶναι δὲ γεγραμμένον διὰ τῶν ζωηροτέρων χρωμάτων, περιγράφον πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι λυπηρὰ, καὶ τοσοῦτον λυπηρὰ ὥστε μόλις ἐτελείωσα τὴν ἀνάγνωσιν αὐτοῦ, ἀμέσως ἔλαβα τὸ κονδύλιον καὶ ἔγραψα τὴν ἐπερώτησιν περὶ ἧς ὁ λόγος. Τί λέγει ἡ ἐπερώτησις; Ἐκφράζει τὴν λύπην ἐπὶ τῇ διαλύσει τῆς Σχολῆς, γενομένῃ μάλιστα ἐν τῷ μέσῳ τοῦ σχολικοῦ ἔτους. (Θόρυβος καὶ διάλογοι) Ὡς ἐκ τούτου ἡ ἐπερώτησίς μου δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ἔχῃ ζωηρὸν χρωματισμόν. Οἱ γονεῖς τῶν νέων, οἵτινες ἀπέστειλον αὐτοὺς ἐνταῦθα καὶ κατέταξαν αὐτοὺς ἐν τῇ Σχολῇ, ὅπως ἐκπαιδευθῶσιν εἰς τὰ τῆς Ἐκκλησίας, μαθόντες, ὅτι ἐῤῥίφθησαν οὗτοι εἰς τοὺς δρόμους τῶν Ἀθηνῶν δὲν θὰ ἐλυπήθησαν, καὶ τὰ μάλα; Δὲν ἐταράχθη ὁλόκληρος ἡ κοινωνία ἐπὶ τῷ ἀκούσματι, ὅτι διελύθη Σχολὴ τοιοῦτον προορισμὸν ἔχουσα;
§33ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τίς ἐκ τῶν μαθητευόντων ἐν τῇ Σχολῇ ἠσπάσθη τὸ ἱερατικὸν σχῆμα; (Θόρυβος καὶ διάλογοι).
§34ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐὰν, κύριοι, ἡ Σχολὴ δὲν ἠδυνήθη νὰ μεταβάλῃ τὰ ἤθη τῶν καιρῶν, δὲν εὐθύνεται ἐπὶ τούτῳ. Ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὴν Σχολὴν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ὑψηλῆς ἀποστολῆς, εἰς ἣν προώρισαν αὐτὴν οἱ ἀοίδιμοι ἱδρυταὶ αὐτῆς. Διδάσκονται ἢ ὄχι γράμματα καὶ καλὰ γράμματα ἐν αὐτῇ; Γίνεται μετ’ ἐπιμελείας ἡ σπουδὴ ἐν τῇ Σχολῇ καὶ συντελεῖ αὕτη ἢ ὄχι εἰς τὸ νὰ φωτίσῃ τὴν διάνοιαν τῶν ἐν αὐτῇ μαθητευομένων; Αὐτὰ καὶ μόνα ὤφειλε νὰ ἐξετάσῃ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἐὰν ὑπῆρχον, καὶ ὑπῆρχον, δὲν ἠδύνατο νὰ διαλύσῃ τὴν Σχολὴν καὶ νὰ ἀποβάλῃ αὐτῆς τοὺς ἐν αὐτῇ φοιτῶντας. Δύνασθε νὰ λυπηθῆτε ἐπὶ τῇ καταστάσει τοῦ Τόπου, μὴ εὑρισκομένου εἰς θέσιν νὰ παρέξῃ εἰς ἐκείνους, οἵτινες σπουδάζωσιν ἐν τῇ Σχολῇ, τὰ μέσα ὥστε νὰ ἀσπασθῶσι τὸ ἱερατικὸν ἐπάγγελμα, χωρὶς νὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταφύγωσιν εἰς τὴν ἐπαιτίαν, ὅπως πορισθῶσι τὰ πρὸς τὸ ζῆν· ἀλλὰ δὲν εὐθύνεται ἐπὶ τούτῳ ἡ Σχολή, μᾶλλον τὰ ἤθη καὶ ἡ κατάστασις ὑπὸ τὴν ὁποίαν διατελεῖ ἡ Ἑλληνικὴ πολιτεία. Ἐζήτησα λόγον ἐπὶ τῇ διαλύσει τῆς Σχολῆς, διατί; Διότι ἐκεῖνος ὅστις ἀφιέρωσεν εἰς σκοπὸν, εἴπερ τις καὶ ἄλλος ἱερὸν, ὁλόκληρον τὴν περιουσίαν του, περιουσίαν σπουδαίαν καὶ σημαντικὴν, ἵνα καταστήσῃ ἀδύνατον πᾶσαν σκέψιν ἀντιστρατευομένην κατὰ τοῦ σκοποῦ, ὃν προέθετο, λέγει ἐν τῇ διαθήκῃ του· «Πᾶς ὅστις ἤθελε τολμήσει νὰ ζητήσῃ τὴν ἀνατροπὴν τῶν διατάξεων, ἔστω κατηραμένος αὐτὸς καὶ τὰ τέκνα του καὶ ὅλη ἡ γενεά του». Τοσαύτη ἦτο ἡ ἐπιθυμία αὐτοῦ, ὅπως ἱδρυθῇ ἡ Σχολὴ καὶ μὴ παύσῃ λειτουργοῦσα οὐδ’ ἐπὶ στιγμήν. Καὶ ὅμως ἐπροτάθη, λέγουσι, ἡ διάλυσις τῆς Σχολῆς, καὶ ἡ Κυβέρνησις διέλυσε αὐτὴν ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι συνέβησαν ἐν αὐτῇ ἀταξίαι! Καὶ ἀληθὲς ἐὰν ὑποτεθῇ τοῦτο, τὸ Ὑπουργεῖον ἠδύνατο νὰ παύσῃ τοὺς μὴ ἐκπληροῦντας τὸ καθῆκον αὑτῶν καθηγητὰς, ἠδύνατο νὰ διατάξῃ τὴν ἀποβολὴν τῶν ἀποδεδειγμένως ἀτακτούντων μαθητῶν, οὐδέποτε δὲ νὰ διαλύσῃ τὴν Σχολήν. Εἶναι πραξικόπημα κατὰ τῶν γραμμάτων καὶ τῆς Ἐκκλησίας ἡ διάλυσις τῆς Σχολῆς· ἀποτελεῖ αὕτη μέγα ἀδίκημα κατὰ τῶν μαθητῶν, κατὰ τῶν γονέων αὐτῶν, μακρὰν τῶν πλείστων εὑρισκομένων, κατὰ τῆς Ἐκκλησίας, κατὰ τῆς κοινωνίας ὁλοκλήρου, ἐχούσης ἀνάγκην κληρικῶν εὐπαιδεύτων, δυναμένων νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἠθικοποίησιν αὐτῆς, εἰς τὴν πρόοδον καὶ τὴν εὐημερίαν τοῦ Τόπου. Ἀναγνώσατε, κύριοι, τὴν διαθήκην τῶν ἱδρυτῶν τῆς Σχολῆς καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι οὐδαμοῦ ὑπάρχει διάταξις ἐπιτρέπουσα τὴν διάλυσιν, ἡ δὲ τελευταία διάταξις τῆς διαθήκης ἐκφέρει, ὡς προεξετέθη, ἀρὰς κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον τολμήσει τοῦτο. Ἆρα δὲν ἠδύναντο τὰ μέλη τῆς Διοικητικῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ προτείνωσι τὴν διάλυσιν τῆς Σχολῆς, καὶ προτεινομένην δὲν ἠδύνατο νὰ διατάξῃ αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ, κύριοι, τὰ γενόμενα οὐκ ἀπογίγνονται. Καιρὸς ἤδη, ὅπως ἐπανορθωθῇ τὸ γενόμενον ἀδίκημα κατά τε τῶν διδασκόντων καὶ τῶν διδασκομένων. Ἡ ἐπερώτησίς μου ἐγένετο κυρίως, ὅπως παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ διατάξῃ τὴν ἀνασύστασιν τῆς Σχολῆς καὶ τοιουτοτρόπως ἐκλείψωσι τὰ λυπηρὰ ἀποτελέσματα τὰ ἐκ τῆς διαλύσεως προελθόντα.
§35Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§36ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, δικαίως ὁ ῥήτωρ Δημοσθένης, ὑπερασπιζόμενος ἀδικουμένους, ἔλεγεν «ἀλλ’ ἔχει τινὰ τοῖς ἀδικουμένοις ῥᾳστώνην τὸ λέγειν ἃ πάσχουσιν, ὥσπερ τοῖς ἄλλοις τὸ στένειν· τουτέστιν οἱ ἀδικούμενοι, λέγοντες τὰ παθήματά των, εὑρίσκουσιν ἀνακούφισίν τινα, ὡς καὶ ἄλλοι ἀναπαύονται εἰς τὸν ἐκ βάθους τοῦ στήθους των ἀναστεναγμόν. Εἰς τὴν ἰδίαν μοῖρα εὑρίσκονται δυστυχῶς οἱ ἐξορισθέντες ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου διὰ παρανόμου ἀποφάσεως κληρικοί, οἵτινες ἐν τῇ Βουλῇ τοῦ Ἔθνους ἀφηγοῦνται γιγωνυίᾳ τῇ φωνῇ τὰ παθήματά των, ἀφοῦ εἰς ὅλας τὰς Ἀρχὰς τοῦ Κράτους δὲν εἰσηκούσθησαν, καὶ ζητοῦν σὺν τῇ ἀφηγήσει τῶν παθημάτων των τὴν θεραπείαν αὐτῶν, καὶ τὴν ἀπαλλαγήν των ἐκ τῶν βασάνων. Καὶ τῷ ὄντι ἡ Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία, ὄχι τοῦ νὰ ἐξετάσῃ ἂν εἶχεν ἁρμοδιότητα ἡ Ἱερὰ Σύνοδος νὰ δικάσῃ τοὺς ἐπὶ αἱρέσει κληρικούς, ὡς διατείνονται ἔνιοι τῶν βουλευτῶν, ἀλλ’ ἂν ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, δικάζουσα, συνεμορφώθη μὲ τοὺς κειμένους νόμους τῆς Ἑλλάδος, τουτέστι τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς κανόνας, καὶ μὲ τὸ Σύνταγμα, καὶ ἂν ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία παρεβιάσθη διὰ τῆς ἐκδοθείσης ἀποφάσεως, στηριζομένης ὄχι εἰς ἐκκλησιαστικοὺς κανόνας, ἀλλ’ εἰς ποινὴν ἐξορίας πολυετοῦς, μὴ ἀναγνωριζομένης ὑπὸ τῶν ἐκκλησιαστικῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος καὶ αὐτοῦ τοῦ ποινικοῦ νόμου. Ὅθεν ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα ἀναντίῤῥητον νὰ ἐξετάσῃ δικαιογνωστικῶς τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἂν αὕτη στηρίζεται εἰς τὸν νόμον, καὶ ἂν τὸ Β. Διάταγμα πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως ταύτης καλῶς ἢ κακῶς ἐξεδόθη, καθότι ἄνευ τοῦ Β. Διατάγματος δὲν ἐκτελεῖται οὐδεμία ἀπόφασις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν ἔχει ἁρμοδιότητα, ὄχι νὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἀλλὰ τὸ Β. Διάταγμα ὡς ἀντισυνταγματικόν, περιαφθὲν εἰς ἐκτέλεσιν παρανόμου ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, προσβαλλούσης τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν κληρικῶν· ὥστε τὸ ζήτημα τῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου, ἔστω καὶ κληρικοῦ, καθόσον καὶ ὁ κληρικὸς οὐδόλως ἔπαυσε τῶν ἀστικῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων νὰ ἀπολαμβάνῃ ἐν τῇ Ἑλληνικῇ κοινωνίᾳ, ὑπάγεται ἀναντιῤῥήτως εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ Συντάγματος, λέγον: «ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία εἶναι ἀπαραβίαστος· οὐδεὶς καταδιώκεται, συλλαμβάνεται, φυλακίζεται, ἢ ἄλλως περιορίζεται, εἰμὴ ὁπόταν καὶ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει». Τὸ δὲ ἄρθρον 110 τοῦ Συντάγματος λέγει: «ἡ τήρησις τοῦ παρόντος Συντάγματος ἀφιεροῦται εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων.» Ὥστε ἐπιμένω, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τοῦ ἂν νομίμως ἐξεδόθη ἡ πολυθρύλλητος ἀπόφασις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου περὶ πολυετοῦς ἐξορίας τῶν κληρικῶν ἐπὶ αἱρέσει δῆθεν κατηγορηθέντων, καὶ ἀποφανθῇ καταψηφίζουσα τὸ ἐκδοθὲν Διάταγμα, ὡς παρανόμως προκληθὲν ἄνευ τῆς νομίμου ἐρεύνης τοῦ πρώην ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τῆς πεπτωκυίας Κυβερνήσεως. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως πρὸ τριῶν ἑβδομάδων ὑπεσχέθη νὰ φέρῃ τὰς ἀποχρώσας πληροφορίας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τῶν κληρικῶν, καὶ ὅμως σήμερον παραδόξως ἔρχεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς μὲ κενὰς τὰς χεῖρας καὶ μὲ γλῶσσαν αἰολόστομον ζητεῖ ἐκ νέου προθεσμίαν, ὅπως συλλέξῃ τὰς δεούσας πληροφορίας παρὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου· ἀλλ’ ἔχομεν τὸ θάῤῥος νὰ τῷ εἴπωμεν, ὅτι ὑπεκφεύγει τῆς ἀμέσου καὶ ὁριστικῆς ἀπαντήσεως ἐπὶ τοῦ σκανδαλώδους ζητήματος τῶν κληρικῶν, ὅπως παρατείνηται ἡ ἐλεεινὴ καὶ οἰκτρὰ κατάστασις τῶν θυμάτων μιᾶς παρανόμου καὶ φρικαλέας ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Κύριοι Βουλευταί. Ἡ ἀπάντησις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἤθελεν εἶσθαι, ἂν εἰλικρινῶς δὲν εἶχε πλάγιον σκοπὸν καὶ κακὴν προαίρεσιν τοῦ νὰ φυλάττῃ τοὺς δυστήνους κληρικοὺς εἰς ἀμφίβολον ἐκκρεμῆ θέσιν, τοῦ νὰ καταθέσῃ πρὸ ἡμερῶν εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἀντίγραφον ἐπικυρωμένον τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ τῶν πρακτικῶν τῆς συνεδριάσεως, ἐξ ὧν ἤθελε φανῆ ἡ νομιμότης τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος ἀποφάσεως, καὶ εἰς ποίους νόμους ἐκκλησιαστικοὺς στηρίζεται, καὶ ὁποία ἦτο ἡ ἀπολογία τῶν κατηγορηθέντων κληρικῶν. Κατὰ τοὺς νόμους τῆς Ἑλλάδος, τὸ δεδικασμένον τινὸς ἀντικειμένου πρέπει ἐξ αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως νὰ ἀποδεικνύεται, καὶ οὐχὶ ἐξ ἄλλων ἐξωδίκων πληροφοριῶν. Ἐκ προοιμίων λέγω, ὅτι αὗται εἰς οὐδὲν ἄλλο θὰ συντελέσουν, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ καταδείξουν τὰς ἀσχημίας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καὶ τὸ αὐθαίρετον αὐτῆς ὡς πρὸς τὴν παράνομον καταδίκην τῶν κατηγορουμένων, μηδόλως προσκληθέντων εἰς ἀπολογίαν καὶ ὑπεράσπισίν των κατ’ ἀντιμωλίαν ἐναντίον πασῶν τῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου.
§37Ι. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι διὰ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Βουλῆς εἰς τὰ δικαιώματα τῶν ἄλλων Ἐξουσιῶν, τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ὠθήσωμεν τὴν Πολιτείαν εἰς τὴν ἀναρχίαν. Ἡ Ἐκκλησία διοικεῖται κατὰ Κανόνας, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὸ κῦρος τῆς Πολιτείας. Ὅταν δὲ μία Ἐξουσία ἀποφασίζῃ τι ἐντὸς τοῦ κύκλου τῆς δικαιοδοσίας της, αἱ ἄλλαι δὲν ἔχουσι δικαίωμα πρὸς παρέμβασιν. Δυνάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ἀπόφασίς τις τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων ἦναι δικαία, καὶ ἂν νομίσωμεν, ὅτι δὲν εἶναι δικαία ν’ ἀκυρώσωμεν τὴν ἀπόφασιν αὐτήν;
§38ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Τὸ Διάταγμα καὶ οὐχὶ ἀπόφασιν θὰ ἀκυρώσωμεν. (Θόρυβος)
§39ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὅ,τι ἔπραξεν ἡ Σύνοδος, ἔπραξεν αὐτὸ ἐντὸς τῶν δικαιωμάτων της. Ἐνδεχόμενον ἡ ἀπόφασις νὰ ἦναι αὐστηρὰ, καὶ ἂν τοιοῦτόν τι συμβαίνῃ, εὐχῆς ἔργον εἶναι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Σύνοδος, συνεννοούμεναι, νὰ θεραπεύσωσι τὸ γενόμενον τυχὸν ἀδίκημα, ἐὰν ἐγένετο, ἐπαναλαμβάνω, τοιοῦτον. Ὁ τρόπος ὅμως, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιδιώκουσιν οἱ ἐπερωτῶντες τὴν θεραπείαν τοῦ ἀδικήματος, ἄγει ἡμᾶς εἰς μεγαλείτερον ἀδίκημα. Ἐὰν ἡμεῖς δὲν σεβασθῶμεν τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Τόπου εἰς τὰς σημερινὰς μάλιστα περιστάσεις, δὲν ἠξεύρω ποῖον ἠθικὸν κῦρος θὰ ἔχωσιν αἱ ἀποφάσεις αὐτῆς ἐν τῷ μέλλοντι. Δέον βεβαίως ν’ ἀποστρεφώμεθα καὶ νὰ καταδικάζωμεν πᾶν ἀδίκημα, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ κλονίσωμεν ἓν ἐκ τῶν βάθρων, ἐφ’ ὧν στηρίζεται ἡ Πολιτεία, διότι ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος τοῦ Ἑλληνισμοῦ (Θόρυβος). Ἡμεῖς ἐνταῦθα δὲν ἐζητήσαμεν διὰ νομίμου ὁδοῦ τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ γενομένου τυχὸν ἀδικήματος, ἀλλὰ διὰ προσβολῶν κατὰ τῆς Ἐκκλησίας, ἰσχυριζόμενοι, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἀδικεῖ, παραβιάζουσα τὰς ἐλευθερίας τοῦ Τόπου, ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὅτι δὲν εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἥτις ἐξεπολίτισε τὴν Ἀνατολὴν καὶ τὸν κόσμον ὁλόκληρον! Τοιοῦτοι λόγοι νομίζω, ὅτι δὲν ἁρμόζει νὰ λέγωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου (Θόρυβος καὶ διάλογοι). Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὅ,τι ἔπραξε, κατὰ τὴν κρίσιν μου, τὸ ἔπραξεν ἐντὸς τοῦ δικαιώματός της, καὶ ὡς ἀπόδειξιν φέρω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἶναι ὁ ἐπιτηρητὴ τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἐκκλησίας, ἐνέκρινε τὴν ἀπόφασίν της. Δύνασθε ἐὰν ὑπάρχῃ ἀδίκημα νὰ κατακρίνητε τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν κύρωσιν τῆς ἀποφάσεως, ἀλλὰ τὴν Σύνοδον δὲν δύνασθε νὰ τὴν κατακρίνετε, οὔτε ἐπιτρέπεται, νὰ ζητήσητε τὴν ἀναίρεσιν τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς. Κύριοι, ὅσον καὶ ἂν θορυβῆτε, ὅσον καὶ ἂν μὲ διακόπτητε, τὴν θέλησίν σας δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ τὴν ἐπιβάλητε εἰς τὸν Τόπον, διότι ὁ Τόπος δὲν πιστεύει εἰς τὸν Μακράκην, ἀλλ’ εἰς τὴν μίαν ὀρθόδοξον καθολικὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἀνατολῆς.
§40Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀπορῶ τῷ ὄντι διατί νὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις, καὶ διατί ὁ κ. Μεσσηνέζης νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ μετὰ τόσης ἐξάψεως νὰ πολεμήσῃ ἰδέας, τὰς ὁποίας οἱ ἀντίθετοι αὐτοῦ δὲν εἶπον. Τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπερωτᾶν εἶναι τὸ ἱερώτερον καὶ μεγαλείτερον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀπέκτησαν τὰ ἐλεύθερα Κοινοβούλια. Ἐὰν εἷς βουλευτὴς ἔκαμεν ἐπερώτησιν, ἡ ἐπερώτησίς του ἀποβλέπει, ἐφ’ ὅσον ἡ πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, περὶ ἧς πρόκειται. Καὶ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν εἷς ὑπουργὸς προὐκάλεσε Διάταγμα βασιλικὸν καλῶς, ἢ κακῶς; Καὶ ὅταν αὐτὸ τὸ δικαίωμα δὲν ἔχῃ ἡ Βουλή, ποῖα εἶναι τὰ δικαιώματα αὐτῆς; Ὁ κ. Μεσσηνέζης σᾶς ὡμίλησε περὶ τῆς Ἐκκλησίας, ὡσὰν ἡ Ἐκκλησία νὰ εὑρίσκῃ ἐν τῷ προσώπῳ ἡμῶν, οἵτινες ὑπερασπιζόμεθα τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, τοὺς ἐχθροὺς αὐτῆς· εἴμεθα καὶ ἡμεῖς τέκνα τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, κ. Μεσσηνέζη, καθὼς εἶσθε καὶ σεῖς, ἀλλ’ ἔχομεν ἡμεῖς συνείδησιν ἴσως διαφορετικὴν τῆς ἰδικῆς σας, καὶ σήμερον ἡ ἐλευθερία τῆς συνειδήσεως ἐπικρατεῖ εἰς ὅλον τὸν πεπολιτισμένον κόσμον· δὲν θὰ ἔλθητε σεῖς βεβαίως νὰ ἐπιβάλητε τὰς ἰδικάς σας θρησκευτικὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἔχετε περὶ τῆς Ἐκκλησίας εἰς τοὺς ἀντιθέτους! Ἀλλὰ σήμερον καιρὸς δὲν εἶναι νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, καιρὸς νὰ συζητηθῇ ἐπὶ τῆς οὐσίας τὸ ζήτημα εἶναι, ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀπαντήσῃ. Σήμερον ἦτο ἐντελῶς περιττὴ καὶ ἄσκοπος ὅλη αὐτὴ ἡ συζήτησις.
§41Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. Μεσσηνέζης ἠθέλησε ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ τὸν Ὑπουργὸν καὶ πρὶν ἡμεῖς ἀκόμη ὁμιλήσωμεν, μᾶς ἐννόησε, μᾶς ἐξήγησε καὶ μᾶς ἐπέκρινε.
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὀφείλω καὶ ἐγὼ ἀπαντήσεις τινὰς εἰς ἐπερωτήσεις. Ἐγένετο ἐπερώτησις περὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὸν ἱπποσιδηρόδρομον Ἀθηνῶν· ἠρωτήθην, ἂν ἡ ἑταιρία τοῦ ἱπποσιδηροδρόμου ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ θέσῃ γραμμὰς ἐν τῇ ὁδῷ Σταδίου. Ὡς πρὸς ταύτην, ἡ ἀρχικὴ σύμβασις δὲν ἐχορήγει δικαίωμα, ἀλλὰ στηριζομένη ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἰς τινα διάταξιν τῆς συμβάσεως, καθ’ ἣν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν σύστασιν καὶ ἄλλων γραμμῶν, ἐπέτρεψε τὴν στρῶσιν σιδηρῶν ῥάβδων ἐν τῇ ὁδῷ Σταδίου. Ἤδη εἰσέτι εἶναι ὑπὸ δοκιμασίαν ἡ γραμμὴ αὕτη, καὶ ἂν ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ λειτουργία αὐτῆς, ἄνευ κινδύνου τῶν ἄλλων ἁμαξῶν, ὑπάρχει πρόνοια περὶ τούτου ἐν τῇ συμβάσει, διότι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διατάξῃ τὴν ἄρσιν τῆς γραμμῆς, χορηγοῦσα εἰς τὴν ἑταιρίαν ἀποζημίωσιν. Ἡ ἀποζημίωσις αὕτη εἶναι καθωρισμένη, κατὰ μὲν τὸ πρῶτον ἔτος ἀπὸ τῆς συστάσεως τῆς ἑταιρίας εἰς 10 χιλιάδας νέας δραχμὰς κατὰ χιλιόμετρον, καὶ ἡ ὁδὸς Σταδίου ἔχει ἔκτασιν ὀλιγωτέραν τοῦ χιλιομέτρου. Κατὰ τὰ ἑπόμενα δὲ ἔτη ἀνὰ διακοσίας πεντήκοντα δραχμὰς νέας ὀλιγώτερον δι’ ἕκαστον ἔτος. Ὥστε ἂν ἤδη ἐπρόκειτο νὰ ἀρθῇ ἡ γραμμὴ, ἠδύνατο νὰ γείνῃ τοῦτο διὰ τῆς ἀποζημιώσεως ταύτης τῶν 10 χιλιάδων φράγκων.
§43ΨΥΛΛΑΣ. Πρέπει νὰ ἀρθῇ, κ. Πρωθυπουργέ, διότι γίνεται ζημία εἰς τοὺς δυστυχεῖς ἁμαξηλάτας.
§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἤδη ἤρξατο ἡ δοκιμή. Ἐγὼ προσωπικῶς ἤμην ἐναντίος τῆς γραμμῆς ταύτης, καὶ διὰ τοῦτο, ἐν τῇ συνομολογήσει τῆς συμβάσεως τυγχάνων ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἐπέμεινα ὅπως μὴ περιληφθῇ ἐν τῇ παραχωρήσει ἡ γραμμὴ αὕτη συνάμα μετὰ τῶν γραμμῶν τῆς ὁδοῦ Αἰόλου καὶ τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ, καὶ ἡ ἑταιρία συνῄνεσε νὰ μὴ τὴν περιλάβῃ. Κατόπιν διὰ πράξεως Κυβερνητικῆς περιελήφθη καὶ ἡ γραμμὴ αὕτη. Ἤδη δὲ ἀφοῦ εἶναι ἐν λειτουργίᾳ ἡ γραμμή, νομίζω, ὅτι εἶναι πρέπον νὰ δοκιμασθῇ· δὲν δυνάμεθα πρὸ τῆς δοκιμασίας νὰ προβῶμεν εἰς ἀπόφασιν. Ἐννοεῖται, ὅτι ἐὰν ἀρθῶσιν αἱ σιδηραῖ ῥάβδοι ἀπὸ τῆς ὁδοῦ Σταδίου, θέλουσι τεθῆ εἰς τὴν ὁδὸν Πανεπιστημίου, ὅπου κατὰ τὴν ἀρχικὴν σύμβασιν ὤφειλον νὰ τεθῶσι.
§45Δ. Μ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Καθ’ ἑκάστην συμβαίνουν δυστυχήματα, κ. Πρωθυπουργέ, καὶ πρέπει νὰ ἀρθῇ.
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ ἴδωμεν. Ἂν συμβαίνωσι δυστυχήματα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ γραμμή· ἂν πάλιν ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν συμβαίνουσι δυστυχήματα, δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀποχρῶν λόγος νὰ ἀρθῇ ἡ γραμμή. Ἡ ἐπερώτησις αὕτη ἀφώρα καὶ εἰς ἄλλο, ἐὰν πρόκηται νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν ἑταιρίαν ἡ χρῆσις ἀτμαμαξῶν. Κατὰ τὴν σύμβασιν, ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ χορηγήσῃ τῇ ἑταιρίᾳ τὴν ἄδειαν τῆς χρήσεως ἀτμαμαξῶν, κατεσκευασμένων κατὰ τὰ νεώτατα συστήματα τῶν τοιούτων γραμμῶν, ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, χορηγοῦσα τὴν ἄδειαν ταύτην, θέλει φροντίσει νὰ χορηγήσῃ αὐτὴν μόνον διὰ τὰς γραμμὰς ἐκείνας ἔνθα δύναται νὰ ἐπιτραπῇ τοῦτο ἀκινδύνως εἰς γραμμὰς τοιαύτας, ὁποῖαι εἶναι αἱ ἐν Εὐρώπῃ, ἔνθα ἐπιτρέπεται ἡ δι’ ἀτμαμαξῶν κίνησις. Ὡς πρὸς τὰς θέσεις, τὴν τιμὴν τῶν θέσεων ἐν τοῖς λεωφορείοις, περὶ ὧν ἐπίσης διαλαμβάνει ἡ ἐπερώτησις, δὲν ἀμφιβάλλω, καθ’ ἃς ἔλαβον πληροφορίας, ὅτι ἐφαρμόζονται οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως· ἂν ὅμως γείνῃ τις παράβασις, βεβαίως θὰ ζητήσωμεν νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου.
§47ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ ὁρισθῇ σταθμὸς διὰ τὰ λεωφορεῖα, διότι αὐτὰ στέκονται ἐντὸς τοῦ δρόμου καὶ ἐμποδίζουν τὴν συγκοινωνίαν καὶ τὰ πάντα.
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ἄρθρον 12 καθορίζει τοὺς σταθμούς· 1) ἡ πλατεῖα τῆς Ὁμονοίας, 2) ὁ σταθμὸς τοῦ σιδηροδρόμου, 3) ἡ πλατεῖα τοῦ Συντάγματος, 4) οἱ παριλίσσιοι κῆποι, 5) τὸ ὅριον τῆς πόλεως ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Φαλήρου κτλ· ἀλλὰ διὰ τῆς λέξεως «σταθμὸς» δὲν ἐννοεῖται κατάστημα, ἀλλὰ σημεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα μένουσιν αἱ ἅμαξαι.
§49ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τώρα ἵστανται εἰς τὴν ὁδὸν Σταδίου.
§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἠξεύρετε, ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην γίνονται διάφοροι ἐργασίαι ἐν ταῖς ὁδοῖς, καὶ ὡς ἐκ τῶν ἐργασιῶν τούτων παρὰ τοῖς σταθμοῖς πρὸς στιγμὴν ἴσως ἅμαξαί τινες κεῖνται ἀλλαχοῦ· ἀλλ’ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 12 τῆς συμβάσεως θέλει ἐφαρμοσθῆ. Ἐγένετο ἐπερώτησις ὑπὸ τῶν βουλευτῶν Κορινθίας κ. Τουρνάκη, Κανελλοπούλου καὶ Ντεντάκη περὶ τῶν λιμνῶν Φενεοῦ, Στυμφαλίας καὶ Κλημεντοκαίσαρι. Παραπονοῦνται οἱ κύριοι βουλευταὶ, ὅτι αἱ ἐργασίαι, ἀντὶ νὰ ἀποξηράνωσι τὰς λίμνας, τοὐναντίον ηὔξησαν τὸ ποσὸν τῶν ὑδάτων. Περὶ τούτου ἐξετάζομεν ἤδη· εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ λύσωμεν ἐκ τοῦ προχείρου, διότι ἡ ἑταιρία ἀξιοῖ, ὅτι ὑπῆρξεν ἔκτακτος πλημμύρα καὶ ὅτι ἐὰν δὲν εἶχον γείνει αἱ ἐργασίαι, τὰς ὁποίας αὕτη ἔκαμεν, ἡ πλημμύρα θὰ ἦτο ἔτι μεγαλειτέρα, ἐνῷ οἱ παραπονούμενοι διατείνονται, ὅτι αὐτὰ ταῦτα τὰ ἔργα εἶναι τὰ προκαλέσαντα τὴν πλημμύραν. Δι’ ἐξετάσεως ἐπιτοπίου, διαταχθείσης ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, θέλει βεβαιωθῆ τὸ γεγονὸς, καὶ θέλει ληφθῆ πᾶσα πρόνοια, ὅπως ἐπέλθῃ θεραπεία. Ὁ βουλευτὴς Λοκρίδος ἠρώτησεν ἂν θέλουσιν ἀποδοθῆ εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν ὁδοποιΐαν Λοκρίδος τὰ δαπανηθέντα δι’ ὁδὸν, ἥτις πρότερον ἐχαρακτηρίζετο ὡς ἐπαρχιακὴ, κατόπιν δὲ ἀνεγνωρίσθη ὡς ἐθνική. Τὸ ζήτημα τοῦτο θέλει λυθῆ πιθανώτατα ἐπιεικῶς ὑπὲρ τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας, ὅταν τὸ ταμεῖον τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας εὐπορήσῃ ἐφ’ ἱκανὸν, ἵνα δυνηθῇ ν’ ἀποδώσῃ τὰς ὀφειλὰς αὑτοῦ, καὶ ὑποθέτω, ὅτι τοῦτο δὲν θέλει βραδύνει πολὺ κατόπιν τῶν ληφθέντων μέτρων. Ὁ βουλευτὴς Ὄρους κ. Νικοκάβουρας ἐπηρώτησε περὶ τῶν χωροφυλάκων, οἵτινες κατετάχθησαν κατόπιν τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἂν τουτέστιν ἡ Κυβέρνησις θέλει θεωρήσει, ὅτι ἡ τοιαύτη κατάταξις δὲν εἶναι ἐντελῶς ἐλευθέρα, διότι εἰς αὐτὴν προέβησαν οἱ καταταχθέντες ὡς ἔχοντες τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἐπιστρατεύσεως, καὶ ὅτι ἀφοῦ οἱ ἄλλοι οἱ ἔχοντες τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην ἀπηλλάγησαν, δίκαιον εἶναι νὰ ἀπαλλαγῶσι καὶ αὐτοί. Ἡ θέσις τῶν δύω κατηγοριῶν δὲν εἶναι βεβαίως ἡ αὐτὴ, διότι ἡ ὑποχρέωσις τῶν οὕτω καταταχθέντων ἐν τῇ χωροφυλακῇ ὑπῆρξεν ἐθελουσία· ἠδύναντο οὗτοι νὰ καταταχθῶσι τότε ἐν τῷ τακτικῷ στρατῷ καὶ νὰ ἦναι σήμερον ἀπηλλαγμένοι τῆς ὑποχρεώσεως, ἐνῷ ἐν γνώσει κατετάχθησαν ἐν τῇ χωροφυλακῇ καὶ ἀνέλαβον ὑποχρέωσιν ὑπηρεσίας τετραετοῦς. Ἀλλὰ θὰ ἠδύνατο ἴσως κατ’ ἐπιείκειαν νὰ δοθῇ λύσις τις ἄλλη εἰς τὰ περὶ τούτου, ἂν τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς ἦτο πλῆρες· ἐλπίζομεν, ὅτι ἤδη κατόπιν τοῦ ψηφισθέντος νόμου περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν ὁπλιτῶν τῆς χωροφυλακῆς, θέλουσι προσέλθει εἰς κατάταξιν πλείονες, καὶ ἂν ἴδωμεν, ὅτι αἱ προσελεύσεις εἶναι ἱκαναὶ, θέλομεν σκεφθῆ τότε περὶ μέτρου τινὸς ἐπιεικοῦς πρὸς τοὺς κατατεταγμένους πρώην ἐπιστράτους.
§51ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐπί τε τῇ ἐπερωτήσει τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Νικοκάβουρα καὶ τῇ ἀπαντήσει τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν θέλω κάμει τὰς ἑξῆς παρατηρήσεις, καθ’ ὅσον δὲν ἀρκοῦμαι εἰς τὰ λεχθέντα τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ὅστις εἶπεν ὅτι θέλει φέρει μέτρον τι εὐάρεστον χωρὶς νὰ προσδιορίσῃ τὴν ἐποχήν. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ πρὸ πολλοῦ, ἅμα τῇ ἀναῤῥήσει τῆς νέας Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ἔκαμα ὁμοίαν ἐπερώτησιν, καὶ τότε ὑπεσχέθη ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ θεραπείαν τινὰ, ἣν ὅμως μέχρι τοῦδε δὲν ἔφερε.
§52ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι· ὅ,τι εἶπον τώρα, εἶπον καὶ τότε.
§53ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἴπετε ὅτι θέλετε λάβει φροντίδα περὶ τοῦ μέτρου τούτου ἐνῷ μέχρι τοῦδε οὐδὲν ἀπεφασίσατε, καίτοι μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι δικαία ἡ ἀρχὴ ἐξ ἧς ὁρμᾶται ἡ παροῦσα Κυβέρνησις τοῦ νὰ μὴ θέλῃ νὰ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον, τὸ ὁποῖον δικαιωματικῶς ἔλαβεν ἡ αὐτὴ σειρὰ τῆς ἐπιστρατείας. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, τῇ ἀδείᾳ τότε τῆς Βουλῆς, ἕνεκα αἰτήσεως γενομένης παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐδόθη τὸ δικαίωμα πρὸς τὸν τότε ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λαμβάνῃ καὶ ἀπὸ τοὺς ἐπιστράτους εἴς τε τὰ εὐζωνικὰ τάγματα καὶ εἰς τὴν χωροφυλακήν· ἂν τὸ τοιοῦτον δικαίωμα δὲν παρείχετο, δὲν ἤθελον ἄξιοι δικαιώματα ἀπαλλαγῆς οἱ κατατασσόμενοι εἰς τὴν χωροφυλακὴν καὶ τὰ εὐζωνικὰ τάγματα. Ἀλλὰ τότε οἱ προσερχόμενοι ὡς ἐπίστρατοι δὲν ἤθελον προτιμήσει τὴν χωροφυλακὴν, ἀλλ’ ἔχοντες τὴν βεβαιότητα ὅτι ὡς ἐπίστρατοι θὰ ὑπηρετήσωσι τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ἐκ τῆς ἐπιστρατείας προσδιοριζόμενον ὡς ἐπαρκὲς, κατετάχθησαν εἰς τὴν χωροφυλακήν. Ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις δικαιολογημένως καὶ πολὺ ὀρθῶς ἠλευθέρωσέ τινας τῆς κατηγορίας ταύτης. Τώρα κατὰ τοῦτο δὲν ἔπραξεν ὀρθῶς, καθόσον ἄφησέ τινας ἐλευθέρους, ἀλλὰ δὲν ἀπήλλαξεν ἅπαντας. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν τὴν ἐδικήν μου ἀπήλλαξεν ὀκτὼ ἐπιστράτους χωροφύλακας, καταταχθέντας μετὰ ὀκτὼ ἄλλων τοὺς ὀκτὼ τούτους δὲν τοὺς ἀπήλλαξε, τὸ διατί δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ εἰκάσω. Ἐν τούτοις, ὑπάρχει μία προνομιοῦχος τάξις χωροφυλάκων, ἡ ὁποία ἀπολαμβάνει τῶν αὐτῶν δικαιωμάτων τῶν ὁποίων ἀπήλαυσαν ὅλοι οἱ ὡς ἐπίστρατοι καταταχθέντες. Ἡ ἐπιστρατεία, κύριε Τρικούπη, σημαίνει ἔκτακτον καὶ ἐμπόλεμον κατάστασιν τῆς πολιτείας, ἥτις δὲν ὑφίσταται πλέον καὶ εἶναι ἐν τῇ χωροφυλακῇ ἄνθρωποι ἔγγαμοι καὶ ἔχουσι τέκνα, εἶναι δὲ ἄδικον νὰ κρατῶνται, ἐνῷ ἀρκετὰ ὑπέφερον αἱ οἰκογένειαι αὐτῶν χάριν τῆς καταστάσεως ταύτης. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει φροντίσει νὰ ἐλευθερώσῃ καὶ τούτους ἀπὸ τὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται ἀδίκως, διότι ἄλλως πράττουσα θὰ ἀδικήσῃ τὴν γεωργίαν καὶ θέλει δείξει πνεῦμα ἂν ὄχι αὐθαίρετον, τοὐλάχιστον μὴ πατρικόν.
§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐξεταζόμενον ὡς ζήτημα δικαιώματος τὸ προβαλλόμενον, δὲν δύναται νὰ λάβῃ καταφατικὴν λύσιν, διότι ἡ ὑπηρεσία τῆς χωροφυλακῆς εἶναι προτιμοτέρα τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἄλλων σωμάτων. Τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς εἶναι οὐχὶ ἁπλῶς στρατιωτικὸν σῶμα, μετέχει καὶ πολιτικοῦ χαρακτῆρος καὶ ὑπάγεται καὶ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὅταν δὲ ὁ ἔχων τὴν ὑποχρέωσιν καθαρᾶς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, αὐτοπροαιρέτως μετατρέπῃ αὐτὴν εἰς ὑπηρεσίαν χωροφυλακῆς, δὲν δύναται νὰ παραπονεθῇ κατόπιν, ἂν ἐπιβάλλωνται εἰς αὐτὸν οἱ κανόνες, οἵτινες παρομαρτοῦσι τῇ ὑπηρεσίᾳ ταύτῃ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς καὶ φίλος μου κ. Πεστάλης ἓν μόνον εὗρε νὰ ἐπαινέσῃ ἐν τοῖς γενομένοις μέχρι τοῦδε περὶ τῶν τῆς προκειμένης κατηγορίας χωροφυλάκων καὶ ἀκριβῶς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ κατακρίνῃ, τουτέστι τὰ περὶ αὐτῶν γενόμενα παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως· διότι ἂν ὑπάρχῃ τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνεπίδεκτον δικαιολογίας, εἶναι ἡ κατ’ ἄτομον ἀπαλλαγὴ τῶν χωροφυλάκων. Ὅσοι τῶν χωροφυλάκων εἶχον φίλους ἀπηλλάσσοντο, ὅσοι δὲ δὲν εἶχον φίλους δὲν ἀπηλλάσσοντο. Ἂν αἱ σκέψεις τοῦ κ. Πετσάλη ἦσαν ὀρθαί, ἔπρεπε νὰ ἀπαλλαγῶσιν ὅλοι· ἂν αἱ σκέψεις αὐτοῦ δὲν ἦσαν ὀρθαί, δὲν ἔπρεπε ν’ ἀπαλλαγῇ οὐδείς. Ἀλλ’ οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ἵνα ἀπαλλαγῇ ὁ Α καὶ νὰ μὴ ἀπαλλαγῇ ὁ Β.
§55Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές.
§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς φέρω αἰτήσεις, αἵτινες ἀπεῤῥίφθησαν. Ἡ ἐνέργεια ὑπῆρξε καθαρῶς προσωπική, καὶ πολλάκις ἠρνεῖτο ἡ Κυβέρνησις πρὸς ἓν πρόσωπον, ἤρχετο δὲ κατόπιν ἄλλος ὑποστηρικτής, ἔχων μεγαλειτέραν ἐπιῤῥοὴν παρὰ τῇ Κυβερνήσει, καὶ οὗτος κατώρθου ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύνατο νὰ κατορθώσῃ ὁ πρῶτος.
§57Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ φέρετε τὰ ἔγγραφα καὶ θὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε δὲν εἶναι ἀκριβῆ.
§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ διὰ τοῦτο εὑρίσκομεν ὅτι εἰς χωροφύλακας ἐδόθη ἀρνητικὴ ἀπάντησις, καὶ κατόπιν καταφατικὴ ἀπάντησις.
§59Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πῶς τὸ ἠξεύρετε αὐτό;
§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐκ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν.
§61Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τοῦτο δὲν εἶναι δυνατόν, δι’ ἐπιστολῶν θὰ τὸ ἐμανθάνετε.
§62ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι, σᾶς ἀναφέρω ὀνομαστί τινας ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου, τὸν Πετράκην, τὸν Κωνσταντῖνον Κατσικᾶν καὶ 10 ἄλλους δὲν ἐνθυμοῦμαι αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὰ ὀνόματα, τὴν αὐτὴν ἡμέραν ὁρκισθέντας, ὧν ὁ μὲν ἀπηλλάγη, οἱ δὲ δὲν ἀπηλάγησαν.
§63Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὰ ἔγγραφα νὰ φέρετε.
§64ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Τὸ μέτρον τῆς ἐπιεικείας διὰ τοὺς ἐπιστράτους ἅπαξ ἐλήφθη καὶ ἐλήφθη πολὺ δικαίως· ἀλλ’ ὅταν λαμβάνεται ἓν μέτρον ἐπιεικείας διὰ τὸν Αʹ πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ διὰ τὸν Βʹ. διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἰσότης. Ἡ Βουλὴ ἐπεψήφισεν εὐχαρίστως τὸ νομοσχέδιον τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν τῆς χωροφυλακῆς, καὶ τὸ ἐπεψήφισε διὰ νὰ δυνηθῇ μίαν ὥραν τὸ ταχύτερον νὰ ἀπαλλάξῃ τῆς ἐπιστρατεύσεως τοὺς ἐπιστράτους χωροφύλακας. Ἂν ἐλάμβανεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὸ μέτρον νὰ ζητήσῃ πληροφορίας ἀπὸ ὅλα τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα, ἤθελε μάθει, ὅτι ἐν Τριπόλει καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας ἐξηπατήθησαν οἱ ἐπίστρατοι καὶ κατετάχθησαν εἰς τὴν χωροφυλακήν· διότι τοῖς ἔλεγον, ὅτι εἴτε εἰς τὸν στρατὸν καταταχθῆτε, εἴτε εἰς τὴν χωροφυλακὴν, εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό. Ὅταν λοιπὸν ὁ ἐπίστρατος ἐξηπατήθη καὶ κατετάχθη εἰς τὴν χωροφυλακὴν, τίς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀφαιρῇ ἀπὸ αὐτοὺς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν καὶ νὰ τοὺς κρατῇ, ὅταν μάλιστα ἦναι οἰκογενειάρχαι οἱ πλεῖστοι; Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ σχηματίσῃ Ἐπιτροπὴν εἰδικὴν, ἡ ὁποία νὰ ἐργασθῇ περὶ ὅλων τῶν ἐπιστράτων· ἂν ἦτο δυνατὸν μάλιστα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ συμπεριληφθῇ καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κέας κ. Κόρπας, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰδικώτατος καὶ ὑπὸ τὰς ὄψεις τοῦ ὁποίου διῆλθον ὅλα τὰ ζητήματα τὰ στρατιωτικὰ, διὰ νὰ ἐξετασθῇ ἀκόμη ὄχι μόνον τὸ ζήτημα τῶν χωροφυλάκων, ἀλλὰ καὶ τὸ ζήτημα τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν ἐθνοφρουρὰν, τὸ ὁποῖον καταντᾷ σήμερον νὰ γεννήσῃ ἐπίσης σκάνδαλον, διότι ἀφοῦ εἶναι ῥητὸς νόμος, δυνάμει τοῦ ὁποίου ὁ εἰς τὴν ἐθνοφρουρὰν ὑπαγόμενος, δὲν εἶναι ὑπόχρεως νὰ ὑπηρετῇ ἐν τῷ στρατῷ, ἐν τούτοις κρατοῦνται ἐν τῷ στρατῷ πολλοὶ καὶ ὑπηρετοῦσι καὶ ἡ ὑπηρεσία των θεωρεῖται ἀνάγκη· ἀνάγκη δὲ οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἐναντίον τοῦ νόμου, οὔτε δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐξαίρεσις ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ αἵματος. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ συστηθῇ Ἐπιτροπὴ διὰ νὰ δοθῇ δικαιοσύνη καὶ ἰσότης, καὶ ὄχι σήμερον μὲν νὰ ὁμιλῶμεν περὶ χωροφυλάκων, αὔριον περὶ ἐθνοφρουρῶν, μεθαύριον περὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀκόμη εἰς τὰς φυλακάς· δὲν εἶναι ἰσότης αὐτὴ, καὶ πρέπει νὰ ἐπέλθῃ θεραπεία.
§65ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Φέρω εἰς γνῶσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἀδικήματά τινα, τὰ ὁποῖα συμβαίνουν εἰς τὰ σώματα τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τοὺς ἀρχηγοὺς πρὸς τοὺς στρατιώτας, ὅπως θεραπευθῶσι ταῦτα, εἰ δυνατὸν, ἵνα μὴ γογγύζουν οἱ ἄνθρωποι, ὅταν προσέρχωνται εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Εἷς δυστυχὴς κατετάχθη ἀπὸ τὸ 1878 ὡς ἀντικαταστάτης, πρὸ ἑνὸς ἔτους ἔληξεν ἡ θητεία του· τὸν ἐκράτησαν ὡς κληροῦχον τοῦ 1880, καί τοι ὑπάγεται εἰς ἐξαίρεσιν, διότι εἶναι πρῶτος ὀρφανὸς, καὶ ὑπέβαλεν αἴτησιν· τὸ στρατολογικὸν ὅμως συμβούλιον δὲν τὸν ἀπήλλαξε, διότι ἔδωκε παρακαίρως τὴν αἴτησίν του· ὑπάγεται εἰς τὸ ἄρθρον 62, καὶ ἀπὸ 4 μηνῶν παρακαλεῖ τὸν ταγματάρχην νὰ τοῦ δώσῃ 6 ἡμερῶν ἄδειαν, ὅπως μεταβῇ εἰς τὸν τόπον του καὶ εὕρῃ τὰς ἑκατὸν δραχμὰς νὰ τὰς καταθέσῃ, στέκεται ἀδύνατον νὰ τῷ δοθῇ ἄδεια· τοῦτο εἶναι ἀδικώτατον. Εἷς ἄλλος, ὑπαγόμενος εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 62, κατετάχθη, ὑπηρέτησεν ἐπὶ ἔτος, ἠσθένησε καὶ ἔλαβεν ἀναῤῥωτικὴν ἄδειαν· μετέβη εἰς τὴν Πατρίδα του, ἐζήτησε παράτασιν ἀδείας, ὑπέβαλε πιστοποιητικὰ ἰατρῶν, ἐστάθη ἀδύνατον νὰ τῷ δοθῇ, ἐκηρύχθη λιποτάκτης καὶ εἶναι τρεῖς μῆνες εἰς τὰς φυλακάς, καὶ ἄλλα ἀδικήματα συμβαίνουν. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῶν σωματαρχῶν νὰ ἦναι δίκαιοι καὶ νὰ μὴ καταθλίβουν τοὺς ὑπ’ αὐτοὺς ἄνδρας, ὅπως μὴ προκαλοῦν γογγυσμοὺς καὶ δίκαια παράπονα.
§66ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς εἶναι καὶ γνώμη τοῦ ἔθνους, διότι οἱ βουλευταὶ ἀντιπροσωπεύουν τὸ ἔθνος, καὶ ἀπεστάλησαν ἐνταῦθα, ὅπως κατὰ τὰ αἰσθήματα καὶ κατὰ τοὺς ἰδίους ἑαυτῶν συλλογισμοὺς σκέπτωνται περὶ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Τί λοιπὸν παρατηροῦμεν ἐνταῦθα ἀπὸ τῆς λύσεως τῶν ζητημάτων ἐκείνων τῶν ἐξωτερικῶν; ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πάντοτε εἰς πᾶσαν κοινωνικὴν μεταβολὴν παρουσιάζεται εἰς ὅλα τὰ ἔθνη· εἴτε ἐσωτερικὴ μεταβολὴ, εἴτε μεταπολίτευσις, εἴτε καὶ ἐξωτερικὴ εἰς τὴν παραφορὰν τῶν περιστάσεων, εἰς τὴν ἐπιβολὴν τῶν ἀναγκῶν, σχηματίζονται σχέσεις, συνδέονται ὑποχρεώσεις, εἴτε πρὸς κεντρικὴν ὑπηρεσίαν, εἴτε καὶ ἀτομικὴν ἀκόμη, αἱ ὁποῖαι ὅμως μετὰ τὴν παρέλευσιν ἐκείνων τῶν περιστάσεων λύονται, ἐπανέρχεται δηλ. τὸ ἔθνος εἰς τὴν ὁμαλήν του κατάστασιν. Τὴν Ἑλλάδα ὑπεξέκαυσεν ἀναντιῤῥήτως τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα· πάντε ἦσαν ἐνθουσιασμένοι καὶ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἔσπευσαν νὰ ἔλθουν ἀφέντες τὰ ἔργα αὑτῶν καὶ νὰ καταταχθοῦν εἰς τὸν στρατὸν, ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ, ὅτι θέλουν φανῆ χρήσιμοι εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς πατρίδος. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα διὰ τὸ ὁποῖον οὗτοι κατετάχθησαν, τὸ ζήτημα διὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἐπιστρατεία ἐκινήθη, τὸ ζήτημα διὰ τὸ ὁποῖο ἐν τῇ ἐπιστρατείᾳ συνέβησαν ἐκεῖναι αἱ ἔστω καὶ ὑπὸ δόλων δυνάμεναι νὰ χαρακτηρισθῶσι κατατάξεις ἐν τῇ χωροφυλακῇ καὶ μὴ ἐν τῇ νομίμῳ ὑποχρεώσει, τὸ ζήτημα αὐτὸ παρῆλθεν ἤδη· δὲν εἶναι ἤδη οὔτε ἐθνικὸν συμφέρον, οὔτε ὑπηρεσίας νὰ λέγωμεν, ὅτι πρέπει δι’ ἓν φαντασιῶδες πρᾶγμα, διὰ μίαν πειθαρχίαν κακῶς ἐννοουμένην, νὰ θέλωμεν νὰ ἐπιβάλωμεν ποινὰς εἰς ἐκείνους, οἵτινες ὑπὸ ἄλλας περιστάσεις ἀνέλαβον ὑποχρεώσεις. Ἡ περίστασις ἦτον ὅλως ἔκτακτος καὶ ἔκρυθμος, δὲν ἦτο λοιπὸν δυνατὸν νὰ ἐφαρμοθῇ στρατιωτικὴ πειθαρχία αὐστηρὰ, καὶ οὔτε σωστὸν νὰ λέγωμεν, ὅτι πρέπει νὰ διανύσουν τὴν θητείαν οἱ ἐθελονταὶ εἰς τὴν χωροφυλακὴν, ἢ εἰς τὰ ἄλλα σώματα. Πρέπει νὰ λαμβάνωνται μέτρα ἐπιεικείας κατόπιν τοιούτων κοινωνικῶν μεταβολῶν. Δὲν βαδίζομεν ἐπὶ τοῦ αὐστηροῦ τύπου ἐν ὅσῳ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ κατάστασις· ἐπιβάλλεται λοιπὸν ἡμῖν ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων ἡ σκέψις ῥιζικοῦ μέτρου καὶ καθολικοῦ· ὀφείλομεν δικαιοσύνην πρὸς πάντας καὶ πρὸς τὸν Τόπον. Πρὸ τριετίας ἤδη ἔπαυσε, κύριοι, ἡ ἐργασία τῶν ἀγρῶν καὶ τῶν βιομηχανιῶν, καὶ μένουν οἱ ἄνδρες εἰς τὰ σπήλαια ἔξω τῆς Δουκίσσης κεκλεισμένοι διὰ νὰ ὑποφέρουν ἀπὸ εὐλογιὰ καὶ ἀπὸ τὸν τύφον. Συνέβη, κύριοι, τινὲς τῶν ἀνδρῶν τούτων νὰ μεταβῶσι μετὰ μακροχρόνιον ὑπηρεσίαν πρὸς ἐπίσκεψιν τῶν πασχουσῶν οἰκογενειῶν των, καὶ ἐπειδὴ ἀπουσίασαν πέντε ἢ δέκα ἡμέρας πέραν τῆς ἀδείας των, ἐστάλησαν εἰς τὸ Στρατοδικεῖον καὶ ἤδη εὑρίσκονται εἰς τὰς φυλακάς. Δὲν ἐννοῶ δὲ τὸν ὑπερβολικὸν αὐτὸν ζῆλον τῶν σωματαρχῶν, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν νὰ ἐκτελέσωσι μὲ ὅλην τὴν αὐστηρότητα τὰς ποινάς. Ἔχω, κύριοι, συμπολίτας, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς δωμάτια κάθυγρα φυλακισμένοι, καὶ δὲν ἠξεύρω ἂν μέχρι τοῦδε ἡ ὑγεία των δὲν εἶναι προσβεβλημένη. Ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲ προσεδόκουν νὰ ἔχουν στρατιωτικὰς ὑποχρεώσεις, συνῆψαν γάμους, ἀνέλαβον διαφόρους ὑποχρεώσεις, ἐπεχείρησαν ἐμπόριον, καὶ περιπεπλεγμένοι ὄντες ἐν βιωτικαῖς φροντίσι μετεβλήθησαν αἴφνης καὶ παρανόμως εἰς 21 ἔτους, καὶ ἀπαιτεῖται παρ’ αὐτῶν ὅ,τι ἡ φύσις τῶν πραγμάτων ἀρνεῖται· λοιπὸν εἶναι καιρὸς νομίζω σήμερον νὰ λείψουν ὅλα αὐτὰ τὰ λυπηρὰ ἀποτελέσματα, καὶ εἴπωμεν εἰς τοὺς συμπολίτας μας ἀπέλθετε εἰς τὰς ἑστίας σας, καὶ σεῖς ἐπλανήθητε, καὶ ἡμεῖς δὲν ἐσκέφθημεν καλῶς· ἐνομίσαμεν, ὅτι θὰ πολεμήσωμεν καὶ δὲν ἐπολεμήσαμεν· ἀποδίδομεν ἤδη εἰς τὴν γεωργίαν καὶ τὴν βιομηχανίαν τοὺς ἐργάτας αὐτῆς. Διὰ τοῦτο, κύριοι, κάμνω πρότασιν ἵνα πάντες οἱ ἀπὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως μέχρι τοῦ 1882 φέροντες στρατιωτικὰς ὑποχρεώσεις κηρυχθῶσιν ἀπηλλαγμένοι πάσης ὑποχρεώσεως.
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Φέρετε νομοσχέδιον, διότι πρότασιν δὲν δεχόμεθα· καὶ τὸ νομοσχέδιον δὲ θέλομεν πολεμήσει. (Θόρυβος).
§68ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Γίνονται, κύριοι, ἐπαναστάσεις καὶ δίδονται ἀμνηστεῖαι, καὶ σεῖς δὲν ἀφίνετε ἐλευθέρους αὐτοὺς τοὺς πολίτας, οἱ ὁποῖοι ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των, ὄχι ὀλιγώτερον ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ μὲ περισσοτέρας μάλιστα θυσίας! Μήπως ἡμεῖς ἐδῶ συνεδριάζοντες ἐκτελοῦμεν τὸ ἰδικόν μας; Εἴπομεν νὰ συνερχώμεθα τὴν 2 ὥραν, ἐρχόμεθα εἰς τὰς 4 καὶ ἥμισυ. Εἴμεθα 200 τὸν ἀριθμὸν καὶ οἱ 120 λιποτακτοῦν ἤδη, ὥστε μόλις καταρτίζεται ἀπαρτία. Εἶσθε δικαιολογημένοι νὰ φαίνεσθε ἀπηνεῖς πρὸς τοὺς ἐνδεεστέρους μάλιστα; Συνιστῶ λοιπὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἵνα πάντες οἱ φέροντες στρατιωτικὰς ὑποχρεώσεις ἀπὸ τῆς ἐπιστρατείας καὶ ἐντεῦθεν μέχρι τῆς κληρώσεως τοῦ 1882 ἀπαλλαγῶσι πάσης ὑποχρεώσεως. Τὴν δέχεσθε;
§69ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§70ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, ἔλαχον καὶ εἰς τὸν ἐμὸν κλῆρον πολλαὶ ἐπερωτήσεις, ἀλλὰ πρὸ τούτων λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν δύω νομοσχέδια· τὸ μὲν περὶ προσθήκης τριῶν ὑπαλλήλων εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τὴν στατιστικὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν νομίζω, ὅτι ὅλοι κρίνετε ἀναγκαίαν καὶ ἀναπόφευκτον· τὸ ἕτερον νομοσχέδιον περὶ νομικῶν συμβούλων, κατανεμομένων εἰς ὅλα τὰ ὑπουργεῖα καὶ συγχρόνως συναποτελούντων ἐπιτροπὴν γνωμοδοτικὴν εἰς ὅλα τὰ ζητήματα τὰ νομικὰ, τὰ ὁποῖα καθ’ ἡμέραν ἀναφύονται. Ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια συνοδεύονται μὲ ἔκθεσιν, ὥστε εἶναι περιττὸν νὰ ἀναπτύξω τὰ καθ’ ἕκαστα. (Ὅρα Παράρτημα) Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὰς ἐπερωτήσεις. Πρώτη εἶναι τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἁγυιᾶς, ὅστις ἠρώτησεν ἂν ἦναι ὑπόχρεοι εἰς τὴν πληρωμὴν τέλους εἰσαγωγικοῦ οἱ εἰσαγαγόντες ζῶα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ ἀποφασίσαντες νὰ ἀποκατασταθῶσιν ἐν Ἑλλάδι. Γνωρίζετε, ὅτι ἐπετράπη προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας οἱ εἰσάγοντες ζῶα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἂν δὲν παρατείνουν τὴν διαμονήν των, δὲν ὑπόκεινται εἰς τέλος εἰσαγωγικόν, ἀλλὰ πρέπει νὰ πιστοποιήσωσιν ἐξερχόμενοι, ὅτι ἐξάγουν πάλιν τὸ αὐτὸ ποσὸν ζώων, ὅσον εἰσήγαγον. Πλείονες κτηνοτρόφοι, εὑρίσκοντες τὰ ἀγαθὰ τῆς ἀσφαλείας, εἰσῆλθον μετὰ τῆς ἀποφάσεως νὰ ἀποκατασταθῶσι καὶ ἀποκατεστάθησαν, καὶ κτήματα ἠγόρασαν, οὐδὲ ἔχουσι πλέον σκοπὸν νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὴν γειτονικὴν χώραν. Οἱ τοιοῦτοι ἔδωκαν ἐγγύησιν εἰσελθόντες, ὅτι θέλουν ἐπαναφέρει ἐξερχόμενοι τὸν αὐτὸν ἀριθμὸν τῶν ζώων, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγον· ἀλλὰ τώρα δὲν ἔχουν πλέον σκοπὸν νὰ ἀναχωρήσωσι, μένουν ἐνταῦθα, καὶ τοῦτο σκοπεῖ ἡ ἐρώτησις τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἁγυιᾶς, ἂν ὑπόκεινται εἰς τὸ τέλος τῆς εἰσαγωγῆς. Εἶναι προφανές, ὅτι ὑπόκεινται· κατὰ τὸν νόμον δὲν δύνανται νὰ ἀπαλλαγῶσι τοῦ τέλους τῆς εἰσαγωγῆς. Τὸ τέλος τοῦτο χρεωστεῖται ἰδίως διὰ τὸν χρόνον, ὅτε διὰ Διαταγμάτων εἰσήχθη ἡ νομοθεσία εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας· αὐτὰ τὰ Διατάγματα καθεαυτὰ δὲν ἦσαν ὑποχρεωτικὰ πρὶν κυρωθῶσιν· ἀλλ’ ἀντὶ νὰ κυρωθῶσιν ἠκυρώθησαν διὰ τοῦ νόμου τῆς ἀφομοιώσεως, δι’ οὗ παρεδέχθημεν, ὅτι τὰ μὲν Διατάγματα εἶναι ἄκυρα, τὰ δὲ γενόμενα καθὼς καὶ αἱ σχέσεις, ὅσαι συνήφθησαν ὑπὸ τὸ Κράτος τῶν Δικταγμάτων αὐτῶν διατηροῦν τὸ κῦρος, ἄρα καὶ αἱ ὑποχρεώσεις αἱ γεννηθεῖσαι κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν αὐτῶν τῶν ζώων διὰ τῆς ἐγγυήσεως περὶ τῆς πληρωμῆς τοῦ τέλους καὶ αὐταὶ αἱ ὑποχρεώσεις διατηροῦν τὸ κῦρος, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν αὐταῖς ὁ νόμος τῆς ἀφομοιώσεως. Ἡ Ἐξουσία ἡ Ἐκτελεστικὴ δὲν δύναται ν’ ἀπαλλάξῃ αὐτοὺς ἀπὸ τῆς ἐκτελέσεως τῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἀνεδέχθησαν. Τώρα, λέγει ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀγυιᾶς, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ εἰσαγωγῆς πρὸς κερδοσκοπίαν, ἀλλὰ περὶ περιουσίας, ἣν ἔφερον μεθ’ ἑαυτῶν. Ἐθεώρησεν, ὡς εἶπεν, ὅτι αὐτὰ τὰ κτήνη εἶναι ὡς τὰ ἐνδύματα· τοῦτο δὲν μεταβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν, οὔτε ὅτι ἔγειναν ἰθαγενεῖς οἱ κτηνοτρόφοι, διότι καὶ οἱ ἰθαγενεῖς εἶναι ὑπόχρεοι εἰς ὅλα τὰ βάρη· εἰς αὐτοὺς μάλιστα ἐπιβάλλονται οἱ φόροι. Αὕτη εἶναι ἡ ἀπάντησις, ἣν δίδω εἰς αὐτὴν τὴν ἐπερώτησιν, ὅτι δηλαδὴ δὲν ὑπάρχει λόγος ἀπαλλαγῆς. Ἔρχομαι εἰς ἑτέραν ἐπερώτησιν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἄργους. Ὁ κ. Ζωγράφος ἔχει δύω ἐπερωτήσεις· ἡ πρώτη εἶναι, διατί εἰσέτι δὲν ἐβεβαιώθη ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἐν τῇ Ἀργολίδι, καὶ ἕνεκα τούτου περιῆλθον τὰ ταμεῖα τῶν δήμων ἐκεῖ καὶ ἡ οἰκονομικὴ ὑπηρεσία εἰς κρίσιν. Πραγματικῶς δὲν εἶχε διεκπεραιωθῆ ἡ βεβαίωσις τῶν φόρων τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἄργους. Διατί ἐβράδυναν μοὶ εἶναι ἄγνωστον, ἀνάγεται εἰς προγενεστέραν ἐποχήν· εἰς τὸ ὑπουργεῖον εὗρον πλεῖστα ἔγγραφα περὶ τούτου, τὰ ὁποῖα συνεκεντρώθησαν ὅλα, καὶ κατωρθώθη νὰ δοθῇ πέρας. Σήμερον ἀποστέλλονται εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἵνα λάβῃ πλῆρες πέρας ἡ βεβαίωσις αὐτοῦ τοῦ φόρου. Δευτέρα ἐπερώτησις ἦτο περὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ γραμματέως τῆς Ἐφορίας Ἄργους Βασιλείου Ἀγγελετοπούλου, ὅτι δηλαδὴ ἐγένετο παρὰ τὸν νόμον τοῦ 1875, διότι εἶναι δημότης Ἄργους καὶ ἔγγαμος, ἔχων σύζυγον ἐξ αὐτῆς τῆς ἐπαρχίας. Ἅμα ἐγένετο ἡ ἐπερώτησις, ἐζήτησα πληροφορίας ἀπὸ τὰς ἁρμοδίας Ἀρχὰς, καὶ πρῶτον μοὶ ἐστάλη πιστοποίησις τοῦ δημάρχου Ἀκράτας, τῆς 12 Αὐγούστου 1881, ἐξ ἧς βεβαιοῦται, ὅτι εἶναι δημότης Ἀκράτας. Δεύτερον ἔχω τηλεγράφημα τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ναυπλίῳ Πρωτοδικῶν, ὅστις τηλεγραφεῖ «Βασίλειος Κωνσταντόπουλος δικασθεὶς ἐνώπιον ἐνταῦθα Πλημμελειοδικῶν τῇ 12 Μαρτίου ε. ε. ἐπὶ παραβάσει νόμου ἐντοπίων ὑπαλλήλων ἐκηρύχθη ἀθῷος διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθὸν 475 ἀποφάσεως» Ὁ κ. Ζωγράφος πρὸ ὀλίγων στιγμῶν μοὶ ἐπέδειξε τὸν ἐκλογικὸν κατάλογον τοῦ δήμου Ἄργους τοῦ 1831, καὶ ἐν αὐτῷ βλέπω τῷ ὄντι «Ἀγγελετόπουλος Βασίλειος ὑπάλληλος». Τώρα δὲν ἠξεύρω διατί ὁ κ. Ζωγράφος δὲν μοὶ ὑπέδειξε πρότερον ὃν κατάλογον.
§71ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Πρὸ ὀλίγου τὸν εὗρον.
§72ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Πρέπει νὰ περιμείνητε λοιπὸν ἕως ὅτου προβῶμεν εἰς νέας ἐξετάσεις, διότι βλέπετε, ὅτι ἐδικάσθη καὶ ἠθωώθη. Ἄλλην ἐπερώτησιν ἀπηύθυνεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας κ. Σταυρόπουλος περὶ τῶν χρημάτων, τῶν συλλεγέντων κατὰ τὸν σεισμὸν τοῦ 1858 ὑπὲρ τῶν ἐξ αὐτοῦ παθόντων, τὶ ἐγένοντο τὰ χρήματα ταῦτα. Ἦτο πολὺ κατάλληλος ἡ ἐπερώτησις, διότι ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἀνίχνευσιν τῶν περὶ τούτου. Ἐκ τῶν πρώτων πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔχω, ἔμαθον τὰ ἑξῆς: Ὅτι ἐν ἔτει 1858 ἐγένετο ἔρανος καὶ συνέστη ἐπιτροπὴ, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχε μέρος, ὑποθέτω, ὁ ἀρχιερεὺς, ὁ νομάρχης καὶ ἄλλα πρόσωπα, ἁπλοῖ πολῖται, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνετέθη ἡ διαχείρισις. Αὐτὴ ἡ Ἐπιτροπὴ παρέλαβε ποσὸν 270 χιλ. δραχμῶν περίπου· αὐτὸ τὸ ποσὸν κατὰ τὸ πλεῖστον μέρος διενεμήθη εἰς τοὺς παθόντας μέχρι τοῦ ποσοῦ 258 χιλιάδων μέχρι τοῦ 1863. Ἔκτοτε ὑπάρχει περίσσευμα περίπου 14 χιλ. δραχμῶν, τὸ ὁποῖον παρέδωκεν ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς τὸν ταμίαν τῆς Κορινθίας, ἀλλ’ ὁ ταμίας δὲν παρέλαβεν αὐτὸ, ὅπως τὸ εἰσαγάγῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον· ἦτο παρακαταθήκη εἰς χεῖρας αὐτοῦ τοῦ ταμίου. Ὁ ταμίας Κορινθίας εἶχε διάδοχον, ὅστις ἐπίσης παρέλαβε καὶ αὐτὸς καὶ παρέδωκεν εἰς ἄλλον διάδοχον. Μέχρι τοῦδε ὅμως δὲν ἐξάγεται τὶ ἀπέγεινεν αὐτὸ τὸ ποσόν· μᾶς ὑπέδειξαν τὸν τρόπον πρὸς ἀνεύρεσιν αὐτοῦ· ὑπεδείχθη, ὅτι ὑπάρχει καὶ γραμμάτιον, βεβαιοῦν τὴν κατάθεσιν αὐτὴν, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἀνευρέθη. Καταγινόμεθα εἰς τὴν ἀναζήτησίν του. Ὑποβάλλω τὸ ἔγγραφον τοῦ ταμίου Κορινθίας, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐκτίθενται διὰ μακρῶν τὰ περὶ τούτου, καὶ ὑποδεικνύει, ὅτι δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἀνίχνευσιν τοῦ ὑπολοίπου τούτου, εἰς ἣν θέλομεν ἐνασχοληθῆ. Περὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Μοντεσάντου ἐζήτησα πληροφορίας, ἀλλὰ δὲν ἔλαβον εἰσέτι.
§73ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι, βουλευταὶ, μὲ ἀπορίαν μου ἤκουσα τὸν κ. Π. Καλλιγᾶν, ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε οἱ βλαχοποιμένες, ὄντες πάντες δημόται καὶ κάτοικοι σταθερῶς εἰς Βελεστῖνον τῆς ἐπαρχίας Βώλου, εἰσὶν ὑπόχρεοι νὰ πληρώνωσι τέλος εἰσαγωγικὸν διὰ τὰ ποίμνιά των, τὰ ὁποῖα ἐξάγουσι πρὸ βοσκὴν κατὰ τὸ θέρος εἰς τὰ ὄρη τῶν ἐπαρχιῶν τῆς ὁμόρου Τουρκίας, τὸν δὲ χειμῶνα εἰς τὰς πεδιάδας τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος. Ἂν κύριοι, βουλευταὶ, παραδεχθῶμεν τὴν γνώμην ταύτην τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος βλαχοποιμένες ὕστερον ἀπὸ τρεῖς κατὰ συνέχειαν ἐκδρομὰς μετὰ τῶν ποιμνίων εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, χάριν βοσκῆς αὐτῶν, θέλουν ἑκόντες ἄκοντες ἀπολέσει ταῦτα πάντα ἕνεκα τῆς πληρωμῆς τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους, εἰσερχόμενοι καὶ ἐπιστρέφοντες εἰς τοὺς δήμους των ἐν τῇ Ἑλλάδι, καὶ θὰ μείνουν οὕτω μὲ τὴν ποιμενικήν των ῥάβδον ἀνὰ χεῖρας, καὶ μὲ τοὺς σκύλους τῶν μανδραίων των. Εἰς τὴν τοιαύτην πληρωμὴν ἐπὶ τουρκοκρατίας οὐδέποτε οἱ ποιμένες οὗτοι ὑπεβλήθησαν, καίτοι ὑπὸ ἀφόρητον τυραννίαν εὑρίσκοντο, ἀλλ’ ἐξήρχοντο καὶ εἰσήρχοντο εἰς τὰς μονίμους κατοικίας των ἐλευθέρως, θεωρούμενοι ὅτι εἶχον διπλᾶς κατοικίας εἰς διαφόρους Ἐπαρχίας, πληρώνοντες μόνον τὸν ἐπὶ τῶν ζώων φόρον, ὅν περὶ καὶ σήμερον δὲν ἀρνοῦνται νὰ ἀποτίσωσι προθύμως. Ὅθεν ἡ σημερινὴ κατάστασις τῶν βλαχοποιμένων εἶναι οἰκτρὰ καὶ ἀνυπόφορος καὶ ἐλεεινὴ, οἵτινες εὐελπίζοντο νὰ εὕρωσιν ὑπεράσπισιν καὶ ὀλβιότητα, καὶ πᾶσαν ἄλλην εὐδαιμονίαν ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι, κατὰ τὰς ὑποσχέσεις καὶ ἐπαγγελίας τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν ἕνωσιν τῶν ἐπαρχιῶν Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου. Ὁ κύριος, ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς ἀδικεῖ τὸν νομαδικὸν βίον τῶν βλαχοποιμένων, ἐπιμένων καὶ ὑποστηρίζων, ὅτι πρέπει νὰ πληρώσωσιν οἱ βλαχοποιμένες εἰσαγωγικὸν τέλος τῶν ποιμνίων των, ὅταν μετὰ τούτων ἐπιστρέφουν ἀπὸ τὰς ἐξωτερικὰς βοσκὰς τοῦ Τουρκικοῦ Κράτους, καὶ περὶ πλέον καὶ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ζώων, καί τοι μὴ εἰσκομίζοντες τὰ ποίμνιά των λόγῳ ἐμπορίας καὶ πρὸς πώλησιν. Τὸ τοιοῦτον μέτρον θέλει καταστρέψει πρόῤῥιζα τὴν τάξιν τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ποιμένων, καθὸ ἄδικον καὶ παράλογον νὰ φορολογῶνται δὶς οἱ κτηνοτρόφοι οὗτοι· ὅθεν γνωμοδοτῶ, καὶ ἂν ὑπάρχῃ τοιοῦτον Διάταγμα ἐν Ἑλλάδι ἐν ἰσχύϊ πρὶν τῆς ἑνώσεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου, πρέπει νὰ καταργηθῇ, καὶ ἀφεθῶσιν οἱ βλαχοποιμένες ἐλεύθεροι παντὸς εἰσαγωγικοῦ τέλου; καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ὑποβάλλω πρότασιν νόμου, τὴν ἑξῆς. 1. Ἀπαλλάσσονται οἱ βλαχοποιμένες οἱ κατοικοῦντες μονίμως καὶ σταθερῶς ἐντὸς τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος παντὸς εἰσαγωγικοῦ τέλους, ἐπιστρέφοντες μετὰ τῶν ποιμνίων των ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν εἰς τὰς ἐπαρχίας των, ὅταν ἐξῆλθον χάριν τῆς βοσκῆς τῶν θρεμμάτων των κατὰ χειμῶνα καὶ θέρος, ὡς συνήθως οἱ τοιοῦτοι ποιμένες νομαδικὸν βίον βιοῦσι. 2 Καταργεῖται πᾶν Διάταγμα ἀντιβαῖνον.» Ἄλλως θὰ πάθωμεν, ὅ,τι ἔπαθον ἐπὶ Διονυσίου τοῦ τυράννου τῶν Συρακουσῶν, τοῦ ὁποίου οἱ ὑπουργοὶ ἀσυνέτως ἐπέβαλον ἐπαχθεῖς φόρους εἰς τοὺς πολίτας, καὶ ἕνεκα τούτου ἔφθασαν εἰς ἄκραν ἀξυντέλειαν καὶ ἀπελπισίαν, καὶ τούτου ἕνεκα ἔπαυσαν ἐκ πάσης βιοποριστικῆς ἐργασίας καὶ παρεδόθησαν εἰς τὴν κρεπάλην, χοροὺς καὶ μέθην· ὥστε ἂν ὁ τύραννος δὲν ἐπρολάμβανε τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου, ἤθελον ἀνατραπῆ τὰ καθεστῶτα Κατόπιν τοὺς ὑπουργούς του ἀπέλυσεν ὡς σχολαστικοὺς διδασκάλους, μὴ γνωρίζοντας τὰς τοῦ κοινωνικοῦ βίου ἀνάγκας. Τοῦτο δὲ φοβοῦμαι μὴ πάθωμεν μὲ τὸν νομοδιδάσκαλον τοῦ Ῥωμ. Δικαίου κ. Καλλιγᾶν, ἀναδειχθέντα διὰ μιᾶς εἰς μέγαν Οἰκονομολόγον, ζητοῦντα ἀπὸ ἓν πρόβατον δύω δέρματα· μὴ χειρότερα!
§74Α. ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ κάμω μίαν ἐπερώτησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, παρακαλῶ δὲ νὰ προσέξῃ καὶ ἡ Βουλή. Πρὸ ὀλίγου ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ Βώλου, δι’ οὗ μοὶ ἀναγγέλλουν γεγονός, τὸ ὁποῖον πιστεύω, ὅτι θέλει λυπήσει καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὑμᾶς. Γνωρίζετε, ὅτι ὁ ἀρχίατρος κ. Τηλέμαχος Μαράτος μετέβη μετὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ διορισθέντος ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἐσχάτως διετάχθη ὁ κ. Μαράτος ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν νὰ μεταβῇ εἰς Βῶλον, ὅπως ἐπιθεωρήσῃ τοὺς νοσηλευομένους ἐκεῖ. Ἀφοῦ ἐτελείωσε τὴν ὑπηρεσίαν του ὁ κ. Μαράτος, βλέπων, ὅτι δὲν ἀνακαλεῖται εἰς τὴν Λάρισσαν, ἔγραψε πρὸς τὸν ἰατρὸν τὸν ὑπὸ τὰς διαταγάς του κ. Βερνάρδον διαμένοντα ἐν Λαρίσσῃ, πρὸς τὸν ὁποῖον λέγει, ὅτι, ἀφοῦ ἐτελείωσε τὴν ἐργασίαν του, δὲν ἐννοεῖ, διατί δὲν ἀνακαλεῖται. Φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Βερνάρδος ἀνεκοίνωσε πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τὴν ἐπιστολὴν ταύτην, ὁ δὲ ἀρχηγὸς, ἐνῷ τὸ πολὺ δὲν ἦτο ἢ πειθαρχικὸν πταῖσμα, διατάσσει ἀμέσως καὶ προφυλακίζει τὸν κ. Μαράτον.
§75ΤΙΝΕΣ. Καλὰ τοῦ ἔκαμε.
§76ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Μαράτος δὲν ἔπραξε τίποτε, τὸ ὁποῖον ἀντιβαίνει εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς κανόνας· ἠδύνατο ὁ ἀρχηγὸς καὶ ὤφειλε νὰ τὸν ἀνακαλέσῃ, ἀφοῦ ἐτελείωσε τὴν ὑπηρεσίαν του. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξετάσῃ περὶ τίνος πρόκειται, διότι ἂν ἕκαστος ἀρχηγὸς διὰ τὸ παραμικρὸν δύναται νὰ προφυλακίζῃ ἕνα ἔντιμον ἀνώτερον ἀξιωματικὸν, ὡς εἶναι ὁ κ. Μαράτος, τότε ἐνεργεῖ ὡς δικτάτωρ. Πρὸ καιροῦ δὲ βλέπω εἰς τὴν ἀτμοσφαῖραν πνεῦμα δικτατορίας ἀπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν.
§77Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κατὰ περίεργον σύμπτωσιν, ἐγὼ εἶμαι ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος δὲν λαμβάνω ἀπάντησιν εἰς τὰς ἐπερωτήσεις μου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης σιγᾷ εἰς τὴν περὶ συμβολαιογράφων ἐπερώτησίν μου, μολονότι πρὸ δέκα ἡμερῶν ὑπέβαλον αὐτὴν ἐγγράφως, καὶ μολονότι ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη.
§78ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὑποβάλετε εἰς ἐμὲ τὴν ἐπερώτησιν, νὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§79ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν σᾶς ἐννοῶ.
§80ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Νὰ ὑποβάλητε εἰς ἐμὲ μίαν ἐπερώτησιν διὰ νὰ ἴδητε, ὅτι θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§81ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ κ. Καλλιγᾶς ἀστειεύεται.
§82ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς ἐσυνείθισεν ἐκ τῆς καθηγητικῆς ἕδρας, ὡς φοιτητὰς ἐν τῇ Νομικῇ Σχολῇ, γνωρίζων δὲ καλῶς, ὅτι τὸν σεβόμεθα ἡμεῖς οἱ πρώην μαθηταί του, ἐγὼ μάλιστα τὸν σέβομαι πολὺ, λέγει καὶ ὡς ὑπουργὸς καὶ ὡς βουλευτὴς ἐνίοτε πράγματα, τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ παραλίπῃ, διότι οὕτω καταχρᾶται οὐ μόνον τῆς εὐφυΐας του, ἀλλὰ καὶ τῆς ὑποχρεώσεως, ἣν ἡμεῖς ἔχομεν νὰ τὸν σεβώμεθα. Ἐν τούτοις ἐγὼ προτιμῶ νὰ μὴ τὸν ἀκολουθήσω εἰς τὴν πρὸ μικροῦ εἰρωνείαν του. Παρακαλῶ λοιπὸν τοὺς παρόντας ὑπουργοὺς νὰ εἴπωσιν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δὲν τῷ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ περιφρονῇ τὰς ἐπερωτήσεις τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, εἰς ἃς ἀπαραιτήτως ὀφείλει ν’ ἀπαντᾷ κατὰ τὴν ταχθεῖσαν ἡμέραν.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς, ἐξελέγξασα τὸν ἀπολογισμὸν τῆς διαχειρίσεως τοῦ ταμείου τῆς παρελθούσης Συνόδου, ἀποφαίνεται, ὅτι ἡ διαχείρισις ἔχει καλῶς, καὶ συνιστᾷ τὴν ἀποδοχὴν τοῦ ἀπολογισμοῦ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§84ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἠξεύρω ἂν ἡ ἐπερώτησις τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ εἶχε μόνον σκοπὸν νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸν νόμον, διότι μέχρι τοῦδε δὲν προέβην εἰς πρᾶξιν, ἕνεκα τῆς ὁποίας ν’ ἀπαντήσω· διέταξα μόνον τὸν Εἰσαγγελέα νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὸν νόμον.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προικίσεως τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας.
§86ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ πάλιν νομίζω καλὸν ν’ ἀνατρέξωμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἵνα ψηφίσωμεν τὰ νομοσχέδια, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§87ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπεκτάσεως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος καὶ ὑπὲρ τῶν ἄλλων προνομιούχων Τραπεζῶν τῶν ἰσχυουσῶν ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, δυνάμει εἰδικῶν συμβάσεων νόμων, διατάξεων, ὡς πρὸς τὰς ἀναγκαστικὰς ἐκτελέσεις κλπ. — Ἐπίσης γίνονται δεκτὰ εἰς γʹ συζήτησιν τὰ ἑξῆς νομοσχέδια 1) Περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐξετάσεως τῶν Ὀθωμανίδων ὡς μαρτύρων. 2) Περὶ σημειώσεως ὑποθηκῶν ἐν τοῖς νομοῖς Ἄρτης, Λαρίσσης καὶ Τρικκάλων. 3) Περὶ διορισμοῦ ἑρμηνέων τῆς Τουρκικῆς γλώσσης ἐν τοῖς δικαστηρίοις τῶν νέων ἐπαρχιῶν 4) Περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς ἐκχωρήσεως τῶν μισθῶν τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων κλπ. 5) Περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ Β. ναυτικοῦ. 6) Περὶ στρεμματικῆς ἀποζημιώσεως τῶν ἐνεργούντων τὴν καταμέτρησιν δασῶν.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προικίσεως τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας.
§89Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ φόρος ἑνὸς δεκατημορίου κατὰ προσθήκην τῶν μέχρι τοῦδε πληρονομένων εἰσαγωγικῶν τελῶν· τὸ ἔσοδον, τὸ ὁποῖον θέλει προκύψει ἐκ τοῦ φόρου τούτου, θέλει χρησιμεύσει εἰς πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τοῦ χρεωλύτρου δανείου, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις συνωμολόγησε μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐκ δραχμῶν 20,000,000, διὰ νὰ προικισθῇ ἐκ τούτων τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας· τὸ δὲ ὑπόλοιπον θέλει εἰσάγεσθαι ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ. Διὰ νὰ ἔχῃ τις γνώμην ἀσφαλῆ ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου πρέπει, νομίζω, νὰ ἐξετάσῃ πόσα εἶναι τὰ μέχρι τοῦδε ἔσοδα τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, πόσαι αἱ ἀνάγκαι αὐτοῦ, καὶ ἑπομένως ἐὰν τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ἐπαρκῶσιν εἰς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας δὲν ἐπαρκοῦσιν εἰς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ, πρέπει νὰ ἐξετάσῃ κατὰ τίνα τρόπον θέλομεν πορισθῆ τὰ χρήματα, ἵνα παράσχωμεν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας τὰ μέσα πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ, καὶ ἂν ὁ τρόπος διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ πορισθῇ τὰ χρήματα ταῦτα διὰ τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν συνωμολόγησε μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εἶναι ὁ συμφερώτερος καὶ ὁ καταλληλότερος Ἀλλὰ πρὸ τούτου καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου προετάθη ζήτημα παρεμπῖπτον, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν: ἐὰν δηλ. ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ διατάξῃ νὰ εἰσπράττεται τὸ ἓν δεκατημόριον κατὰ προσθήκην τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἀπὸ τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀνέπτυξε χθὲς ὁ ἔντιμος ἐξ Εὐρυτανίας βουλευτὴς, καὶ ἀπήντησεν εἰς αὐτὸν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀναιρῶν τὴν αἰτίασιν, ἣν τῷ ἀπηύθυνεν ἐπὶ τούτου ὁ ἔντιμος ἐξ Εὐρυτανίας βουλευτὴς, ὑπεστήριξεν, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο εἶχεν ἡ Κυβέρνησις δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1880· ἐπειδὴ δὲ ἐλέχθη, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ νόμου ἐκείνου ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς χθὲς τὴν ἑσπέραν παρέστησε πόσων καλῶν αἰτία ἦτο ἡ διάταξις ἐκείνη, καὶ πόσα ἄτοπα ἐθεράπευσε, τὰ ὁποῖα πρὶν ἢ ἐκδοθῇ ὁ νόμος τοῦ 1880 ἐγίνοντο ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Ἄρχομαι ἀπὸ τῆς ἐρεύνης τοῦ τελευταίου τούτου ζητήματος, διότι εἶναι σχεδὸν κεχωρισμένον ἀπὸ τῆς οὐσίας τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θέλομεν συζητήσει. Ὁ ἰσχυρισμὸς, τὸν ὁποῖον ὁ κ. πρωθυπουργὸς προέβαλεν, ὅτι, διατάξας νὰ εἰσπράττηται τὸ ἓν δεκατημόριον, δὲν παρέβη τὸν νόμον, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθός. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1880 ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν προβάλῃ διὰ νομοσχεδίου μεταῤῥυθμίσεις τελωνιακῶν τελῶν, ὅταν δηλονότι προτείνῃ ν’ ἐπιβληθῶσιν εἰσαγωγικὰ τέλη ἐπὶ ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε δὲν ὑπήγοντο εἰς τέλος, ἢ ὅταν προτείνῃ ν’ αὐξηθῇ τελωνιακὸν τέλος ἀντικειμένων τινῶν, ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ νὰ ἄρχεται ἡ εἴσπραξις τοῦ τέλους τούτου ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ περὶ τούτου νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλήν· ἀλλὰ δὲν ἔδωκεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα, ὅταν προτείνῃ προσθήκην τελῶν ἐπὶ ὅλων ἐν γένει τῶν εἰσαγομένων ἀντικειμένων, νὰ διατάσσῃ τὴν εἴσπραξιν τῶν τελῶν τούτων ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς εἰς τὴν Βουλὴν εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου. Διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἡ γνώμη, ἣν σᾶς προτείνω, δὲν διεσκευάσθη αὐθαιρέτως, εἰμὶ ἠναγκασμένος νὰ σᾶς ἐκθέσω τὴν ἱστορίαν τῆς διατάξεως τοῦ νόμου τοῦ 1830. Πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1880 ἴσχυεν ὁ νόμος τοῦ 1867, διὰ τοῦ ὁποίου εἶχε κυρωθῆ νομοθετικῶς τὸ τελωνιακὸν δασμολόγιον· ὁ δὲ νόμος τοῦ 1867 περιελάμβανε διάταξιν αὐτοῦ ἐν τῷ ἄρθρῳ 7 τὴν ἑξῆς: «ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς «δύναται νὰ μεταῤῥυθμισθῇ τὸ δασμολόγιον διὰ Β. διατά«γματος, τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐκδιδο«μένου, ὅπερ ἐντὸς δύω μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς προσεχοῦς Συνόδου ὑποβάλλεται εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐπιψή«φισιν». Ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὢν καὶ κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1880, εὗρεν ὅτι ἡ διάταξις τοῦ νόμου τοῦ 1867 ἦτο διάταξις ἀντισυνταγματικὴ, διότι ἐπέτρεπεν εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν, εἰς Διάταγμα βασιλικὸν, μὲ μόνην τὴν ἐγγύησιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νὰ μεταβάλλῃ τὸ δασμολόγιον. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ ἦναι ἀληθὴς, καὶ ἂν διὰ νὰ διορθώσῃ ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος παρεῖχεν ἐναντίον τοῦ Συντάγματος δικαίωμα εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνέκειτο εἰς τὴν φύσιν τῶν καθηκόντων αὐτῆς, ἐὰν τοῦτο ἦτο ἀληθὲς, καὶ ἂν, διὰ νὰ διορθώσῃ τὸ ἄτοπον τοῦτο, εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1880, τότε πῶς ἑρμηνεύει τὸν ἴδιον αὑτοῦ νόμον, ὡς διδόντα δικαίωμα εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν νὰ εἰσπράττῃ τὰ νέα ἢ ηὐξημένα τελωνιακὰ τέλη, πρὶν ἢ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ τὸ εἰσαχθὲν νομοσχέδιον, καὶ πρὶν ἢ κυρώσῃ ὁ βασιλεὺς τὸν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐπιψηφισθέντα νόμον; Ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἰσχυριζόμενος, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1867 ἦτο ἀντισυνταγματικὸς, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1880 ἐξεδόθη ἵνα ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἐναντίον τον Συντάγματος ἔλαβε διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1867, ἔρχεται καὶ πράττει αὐτὸ τοῦτο, διατάξας νὰ εἰσπράττωσιν, ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς εἰς τὴν Βουλὴν εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου, τὰ τέλη, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιβάλλονται κατὰ προσθήκην εἰς τὰ νενομισμένα τέλη, πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ ἐπιψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον. Αὐτὸ μοὶ ἐνθύμισεν ἀστείαν τινὰ ἀφήγησιν, τὴν ὁποίαν οἱ συγγραφεῖς μᾶς μετέδωκαν. Παριστᾷ ὁ ἀφηγούμενος αὐτὴν συγγραφεὺς παιδαγωγὸν, ὁ ὁποῖος συνώδευε νεανίαν, ὅν τινα τῷ ἐνεπιστεύθησαν· ὁ νεανίας εὗρε καθ’ ὁδὸν ἰσχάδα τινὰ, καὶ ἔλαβεν αὐτὴν, καὶ ἐπρόκειτο νὰ θέσῃ αὐτὴν εἰς τὸ στόμα του, ἀλλ’ ὁ παιδαγωγὸς, ἐπιπλήξας αὐτὸν, ἥρπασε τὴν ἰσχάδα ἀπὸ τῶν χειρῶν τοῦ νεανίου καὶ κατέφαγεν αὐτήν. Παρόμοιόν τι συμβαίνει καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν περίστασιν. Ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1867 δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν, ἣν ὁ πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀπέδωκεν εἰς αὐτόν. Ὁ νόμος τοῦ 1867 ἐπιτρέπων εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν διὰ Διαταγμάτων, ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐκδιδομένων, νὰ διατάσσῃ τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου, ἐστηρίχθη ἐπὶ νόμου προγενεστέρου τοῦ νόμου τοῦ 1857, ὁ ὁποῖος πρῶτος ἐνομοθέτησε τὴν διάταξιν ταύτην. Ἐν Ἑλλάδι δὲν εἴχομεν ἀρχῆθεν τελωνιακὸν δασμολόγιον. Μέχρι τοῦ 1857 ἡ τελωνιακὴ ὑπηρεσία ἐλειτούργει δυνάμει τελωνιακῆς διατάξεως, ἥτις εἶχεν ἐκδοθῆ κατὰ τὴν 25 Μαρτίου 1830· αὕτη δὲ εἶχεν ὑποστήσει διαφόρους μεταβολὰς νεωτέρων τελωνιακῶν διατάξεων, καὶ αἱ οὕτω μετεῤῥυθμισμέναι διατάξεις ἀπετέλουν τὸ τελωνιακὸν δασμολόγιον, ὅπερ ἐφηρμόζετο μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Κατὰ τὸ 1857 πρώτην φορὰν ἐψηφίσθη τελωνιακὸν δασμολόγιον. Καὶ χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὴν ἐργασίαν ἐκείνην ὀφείλομεν εἰς τὸν ζῆλον, ὃν ἐπέδειξε τότε καὶ πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς τελωνιακῆς ὑπηρεσίας ὁ τότε ἀρτίως γενόμενος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις πρὸ μικροῦ ἦτο πρωθυπουργὸς, ἤτοι ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης. Τότε κατὰ τὸ 1856 εἶχε ψηφισθῆ νόμος, δι’ οὗ ἡ διάρκεια τῶν ἐργασιῶν τῶν βουλευτικῶν σωμάτων περιωρίζετο ἐπὶ ἓξ μῆνας. Ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, συντάσσων τὸν νόμον καὶ τὸ δασμολόγιον, ὑπέθεσεν ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἓξ μηνῶν, καθ’ ὃ δὲν ἤθελον εἶσθαι παροῦσαι αἱ Βουλαὶ, νὰ προκύψωσι τοιαῦται μεταβολαὶ ἐν τῇ βιομηχανίᾳ, αἵτινες νὰ ἀπαιτῶσιν, ἵνα ἐπέλθῃ μεταβολὴ τοῦ δασμολογίου πρὸς θεραπείαν τῶν παρουσιασθησομένων ἕνεκα τούτου ἀναγκῶν, νὰ προκύψωσι τοιαῦται μεταβολαὶ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας, ὥστε αἱ ἀνάγκαι αὗται νὰ ἀνατρέψωσι τὸ ἕως τότε κρατοῦν μέτρον τῆς ζητήσεως καὶ τῆς προσφορᾶς, καὶ νὰ ἐπιφέρωσι μεγάλην μεταβολὴν εἰς τὰς ἀγοραίας τιμάς. Ἠθέλησε λοιπὸν νὰ προβλέψῃ περὶ τῶν ἐν τοιαύτῃ ἐκτάκτῳ περιστάσει μέσων τῆς θεραπείας, καὶ περιέλαβε διάταξιν περὶ τούτου ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1857. Ὁ νόμος εἶναι τῆς 10 Ἰουνίου, διατάσσων ἐν ἄρθρῳ 6 τάδε: «ἐν ἀπουσίᾳ τῶν Βουλευτικῶν Σωμάτων, τυχούσης ἀνάγκης, τὸ τέλος τῆς εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς δύναται νὰ τροποποιηθῇ ἐπὶ πλέον ἢ ἔλαττον, ἢ καὶ νὰ καταργηθῇ διά τινα ἐμπορεύματα διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐντὸς δύω μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς προσεχοῦς Συνόδου, μεταποιούμενα εἰς νομοσχέδια, ὑποβάλλονται εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐπιψήφισιν». Ἡ ἔννοια λοιπὸν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τοῦ 1867 εἶναι ἡ ἔννοια, ἣν εἶχεν ἡ διάταξις τοῦ νόμου τοῦ 1857, ἡ δ’ ἔννοια, ἣν εἶχεν ἡ διάταξις τοῦ νόμου τοῦ 1857, γίνεται κατάδηλος ἀπὸ αὐτὸ τὸ κείμενον τῶν διατάξεων τοῦ νόμου. «Ἐν ἀπουσίᾳ τῶν Βουλευτικῶν Σωμάτων, διατάσσει ὁ νόμος τοῦ 1857, τυχούσης ἀνάγκης, τὸ τέλος εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς δύναται νὰ τροποποιηθῇ ἐπὶ πλέον ἢ ἔλαττον, ἢ καὶ νὰ καταργηθῇ διά τινα ἐμπορεύματα, διὰ Β. Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐντὸς δύω μηνῶν, καὶ τὰ λοιπά.» Ὁ συντάξας τὸν νόμον τοῦ 1867, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τοῦ 1857, ἐζήτησε νὰ διασώσῃ τὴν αὐτὴν ἔννοιαν, καὶ ἀληθῶς περὶ τούτου προέβλεψεν. «Ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, διατάσσει καὶ ὁ νόμος τοῦ 1867, δύναται νὰ μεταῤῥυθμισθῇ τὸ δασμολόγιον διὰ Β. Διατάγματος, τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐκδιδομένου, ὅπερ ἐντὸς δύω μηνῶν, καὶ τὰ λοιπά.» Παρέλιπε δὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἡ διάταξις τοῦ νόμου τοῦ 1857, «τυχούσης ἀνάγκης, τὸ τέλος εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς δύναται νὰ τροποποιηθῇ ἐπὶ πλέον ἢ ἔλαττον, ἢ καὶ νὰ καταργηθῇ διά τινα ἐμπορεύματα.» Καὶ μετεχειρίσθη τὴν φράσιν «ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, τὸ δασμολόγιον δύναται νὰ μεταῤῥυθμισθῇ» Ὁ νόμος λοιπὸν τοῦ 1867, ὡς καὶ ὁ τοῦ 1857, δὲν παρεῖχεν ἀπόλυτον δικαίωμα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ προσθέτῃ διὰ Διαταγμάτων τέλη, ἀλλὰ νὰ θεραπεύῃ τὰς ἀνάγκας, αἵτινες ἤθελον προκύψει εἴτε ἐκ μεταβολῆς τῶν περιστάσεων τῆς βιομηχανίας ἢ ἐκ τῆς μεταβολῆς τῶν ἀγοραίων τιμῶν τῶν εἰσαγομένων. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐσκόπει διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1880 νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἔπρεπε νὰ μὴ διατάξῃ νὰ εἰσπράξωσι φόρους αἱ τελωνιακαὶ Ἀρχαὶ ἀπὸ τῆς ἡμέρας, ἀφ’ ἧς εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν ὑπῆρχε δικαίωμα εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν νὰ δώσῃ τοιαύτην διαταγὴν εἰς τὰ Τελωνεῖα, πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπροτάθη νὰ προστεθῇ τὸ δεκατημόριον, καὶ πρὶν ἢ τὸ ψηφισθὲν παρὰ τῆς Βουλῆς κυρωθῇ παρὰ τοῦ Βασιλέως. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τοῦ νόμου, ὃν ἐπρότεινε κατὰ τὸ 1880, καὶ ὅστις ψηφισθεὶς καὶ κυρωθεὶς εἶναι νόμος τοῦ Κράτους, δὲν ἐσκόπει μόνον νὰ καταργήσῃ διάταξιν νόμου ἀντιβαίνουσαν εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ ἐσκόπει νὰ καταστείλῃ καὶ καταχρήσεις γενομένας πρὸ τοῦ 1880 παρὰ τῶν ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν, οἵτινες διὰ Διαταγμάτων μετέβαλλον τὸ δασμολόγιον, καὶ τῶν καταχρήσεων τούτων σᾶς ἔδωκε παραδείγματα. Καὶ πῶς σᾶς παρέστησε τὸ πρᾶγμα; Σᾶς ἀνέφερε περὶ ἑνὸς Ὑπουργοῦ, ὅστις προέβαλε Διάταγμα, δι’ οὗ μετέβαλε τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος ἐπὶ τοῦ καφὲ, ἐπὶ τῆς σακχάρεως καὶ ἐπὶ τοῦ πετρελαίου, καὶ ὅστις διὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεώς του ἀνέφερεν, ὅτι ἐπρότεινε νὰ αὐξηθῇ τὸ τέλος ἐπὶ τοῦ πετρελαίου, διότι ἦτο πολὺ εὐθηνόν· ἐπρότεινε τὴν αὔξησιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τοῦ καφὲ, διότι ἐπωλεῖτο πολὺ ἀκριβά· ἐπρότεινε τὴν αὔξησιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τῆς σακχάρεως, διότι αὕτη πίνεται μετὰ τοῦ καφὲ. Καὶ ὅταν ἠκούετε ταῦτα, ἂν ἐγνωρίζετε, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐκεῖνος ἤμην ἐγώ, ἠθέλατε στρέψει πάντες νὰ μὲ ἴδετε, καὶ ἤθελε συμβῆ ἐκεῖνο, ὅπερ ἄλλοτε συνέβη ὅταν παριστάνοντο ἐν τῷ θεάτρῳ τῶν ἀρχαίων Ἀθηνῶν αἱ Νεφέλαι, ὅτε οἱ θεαταὶ ἐστράφησαν πάντες νὰ ἴδωσι τὸν διακωμῳδούμενον διὰ τῶν Νεφελῶν ὑπὸ τοῦ Ἀριστοφάνους. Ὅσα περὶ τούτου εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι ἥκιστα ἀκριβῆ, καὶ, ἵνα σᾶς ἀποδείξω τοῦτο, σᾶς φέρω αὐτὸ τὸ κείμενον τῆς ἐκθέσεως, δι’ ἧς συνωδεύθη τὸ Διάταγμα δι’ οὗ ηὐξήθη τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος ἐπὶ τῆς σακχάρεως, ἐπὶ τοῦ καφὲ καὶ ἐπὶ τοῦ πετρελαίου. Ἡ ἔκθεσις αὕτη εἶναι ἐκτετυπωμένη, εἶναι δὲ κατακεχωρισμένη εἰς τὸ παράρτημα τῶν πρακτικῶν τῆς πρώτης Συνόδου τῆς Βουλῆς τῆς Ηʹ Περιόδου ἐν σελ. ξβʹ. Ἰδοὺ τί λέγει. Δίδει πρῶτον τὸν λόγον ὡς πρὸς τὴν αὔξησιν τοῦ τέλους ἐπὶ τοῦ πετρελαίου: «ὡς πρὸς τὸ πετρέλαιον (ἐπροτάθη ἡ αὔξησις) ἐκ τῆς σκέψεως, ὅτι, ἀφ’ οὗ ἀπό τινων ἐτῶν καὶ ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ εἴδους τούτου προχωρεῖ αὐξάνουσα, καὶ ἐλαττοῦται ἡ ἀγοραία τιμὴ αὐτοῦ, ἕπεται ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ τέλους δὲν θέλει παρακωλύσει τὴν εἰσαγωγήν· ὅτι ἡ ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τοῦ τέλους ἐνδεχομένη αὔξησις τῆς τιμῆς θέλει πάντοτε εἶσθαι ὑποδεεστέρα ἢ καὶ ἀνάλογος τῆς τιμῆς, ἐν ᾗ πρό τινος ἐτύγχανε πωλούμενον τὸ πετρέλαιον· μὴ αὐξάνουσα δὲ τὴν πρὸς φωτισμὸν δαπάνην τῶν κατοίκων τῶν μεσογείων, ἐν χρήσει τῶν ὁποίων πρὸς φωτισμὸν τυγχάνει ἔτι τὸ ἐγχώριον ἔλαιον, θέλει πιθανῶς ἀναβιβάσει μόνον τὴν πρὸς φωτισμὸν δαπάνην μόνον τῶν κατοίκων τῶν μερῶν, ἐν οἷς γίγνεται χρῆσις τοῦ πετρελαίου, καὶ ἥτις πάντοτε εἶναι ὑποδεεστέρα τῆς δαπάνης τοῦ δι’ ἐλαίου φωτισμοῦ.» Ἔλεγον πρὸς τοὺς συναδέλφους, ὧν ἐζήτουν τὴν γνώμην, καὶ πρὸς τὸν Ἡγεμόνα, οὗ ἐζήτουν τὴν συναίνεσιν, ὅτι ἡ προτεινομένη αὔξησις δὲν θέλει παρακωλύσει τὴν εἰσαγωγὴν, διότι διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἡ ἀγοραία τιμὴ τοῦ πετρελαίου θέλει ἐπανέλθει εἰς τὸ ποσὸν εἰς τὸ ὁποῖον πρὸ μηνὸς τότε ἐτύγχανεν. Ἔλεγον, ὅτι, ἐὰν ἡ αὔξησις ἡ προτεινομένη ἐπὶ τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους τοῦ πετρελαίου ἤθελε φέρει αὔξησιν τῶν ἐξόδων τῶν κατοίκων, δὲν δύνανται νὰ παραπονεθῶσι, διότι, ἐὰν μεταχειρίζοντο πρὸς φωτισμὸν τὸ ἔλαιον, ἤθελον δαπανήσει περισσότερα. Ἔλεγον ὅτι δὲν παραβλάπτεται τὸ συμφέρον τῶν καταναλωτῶν, οὔτε τῆς χώρας, ἥτις καλλιεργεῖ τὴν ἐλαίαν καὶ παράγει τὸ ἔλαιον. Πρὸς δικαιολογίαν δὲ τῆς αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τοῦ καφὲ, ἔγραφον διὰ τῆς ἐκθέσεως ἐκείνης· «Ὡς πρὸς τὸν καφὲ, ἐκ τῆς σκέψεως, ὅτι ἡ ἐπὶ τοῦ εἴδους τούτου αὔξησις τοῦ τέλους πρόκειται νὰ ἐπιβαρύνῃ εἶδος, μὴ ὂν τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης· καὶ ὅτι διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ τέλους διατηρεῖται ἡ αὐτὴ ἀναλογία, ἥτις ὑπῆρχε μεταξὺ τοῦ μέχρι τοῦδε καταβαλλομένου τέλους καὶ τῆς προηγουμένης τιμῆς τοῦ καφὲ, ἤτοι ἡ τοῦ 15% ἐπὶ τῆς ἀξίας, διότι ἡ τιμὴ τοῦ καφὲ ἀνεβιβάσθη ἔκτοτε, ὑπολογιζομένη νῦν κατὰ μέσον ὅρον εἰς δραχμὰς 3 καὶ 50 κατ’ ὀκᾶν· καὶ ὅτι εἰς τὰ ἄλλα Κράτη τὸ εἶδος τοῦτο πλειότερον ἐπιβαρύνεται.» Ἔλεγον ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους τοῦ καφὲ δὲν πρόκειται νὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν πενεστέραν φορολογουμένην τάξιν, διότι ὁ καφὲς δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἀντικειμένων τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης. Ἔλεγον, ὅτι κατὰ τὸ παρελθόν, ὅτε τὸ δασμολόγιον συνετάχθη, τὸ τελωνιακὸν τέλος, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐπιβληθῆ ἐπὶ τοῦ καφὲ, εἶχεν ἀναλογίαν πρὸς τὴν τιμὴν αὐτοῦ ὡς 15 πρὸς 100, διὰ δὲ τῆς αὐξήσεως τοῦ τέλους ἐπὶ τοῦ καφὲ δὲν μετεβλήθη ὁ ὅρος τοῦ 15%, διότι ἡ ὑπερτίμησις τοῦ καφὲ, εἶχε μεταβάλει τὴν ἀναλογίαν τῶν 15%. Ἐπὶ τῆς σακχάρεως ἐδικαιολόγουν διὰ τῆς ἐκθέσεώς μου τὴν αὔξησιν οὕτως: «Ὡς πρὸς τὴν σάκχαριν, ἐκ τῆς σκέψεως, ὅτι συνήθως τὸ τέλος τῆς σακχάρεως παρακολουθεῖ κατ’ ἀναλογίαν ἐκεῖνο τοῦ καφὲ, ἑπομένως εἵπετο καὶ τοῦ ἐπὶ τῆς σακχάρεως εἰσαγωγικοῦ τέλους ὁ ἀναβιβασμός. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ σάκχαρις δὲν καταναλίσκεται εἰς μόνην τοῦ καφὲ τὴν χρῆσιν, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας ποικίλας ἀνάγκας, ἡ Ἐπιτροπὴ περιωρίσθη νὰ αὐξήσῃ τὸ τέλος κατὰ δύω καὶ ἥμισυ μόνον λεπτὰ, καὶ οὕτως ἡ ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰ τοῦ τέλους τοῦ εἴδους τούτου πρὸς ἐκεῖνο τοῦ καφὲ εἶναι ἤδη 25 λεπτά, ἐνῷ κατὰ τὸ ἐν ἰσχύϊ δασμολόγιον εἶναι λεπτὰ 22. Ὅθεν ἔκρινα προσῆκον νὰ ὁρισθῇ ἐπὶ τοῦ εἴδους τούτου εἰσαγωγικὸν τέλος λεπτῶν 30». Διὰ τῶν αἰτιολογιῶν τούτων προέβαλον νὰ αὐξηθῇ τὸ τελωνιακὸν τέλος τοῦ πετρελαίου ἀπὸ λεπτῶν 22 εἰς 35, διότι τὸ ποσὸν τοῦ πετρελαίου, ὅπερ εἶχεν εἰσαχθῆ κατὰ τὸ 1876, ἀνήρχετο εἰς ὀκάδας 1,219,332, κατὰ τὸ 1877 ἀνήρχετο εἰς ὀκάδας 1,484,756, κατὰ δὲ τὸ 1878 εἰς ὀκ. 2,000,000. Ἐπειδὴ δὲ εἰσέπραττε κατὰ μέσον ὅρον λαμβανομένου ὑπ’ ὄψει τοῦ εἰσαχθέντος, ὡς εἴρηται, ποσοῦ κατὰ τὴν τριετίαν, εἰσαγωγικὸν τέλος ἐκ δραχ. 314,966, ἐπρότεινα τὴν αὔξησιν τοῦ πετρελαίου ἀπὸ λεπτῶν 22 εἰς 35, ὑπολογίζων αὔξησιν τῶν ἐσόδων κατὰ 200,000 δραχ. ὡσαύτως ἐπειδὴ κατὰ τὸ 1876 εἰσήχθησαν εἰς τὸ Κράτος καφὲ ὀκ. 803,998, κατὰ τὸ 1878 ὀκ. 858,555, κατὰ τὸ 1877 ὀκ. 673,058, ὁ δὲ μέσος ὅρος τῶν κατὰ τὰ τρία ἔτη εἰσπράξεων συνίστατο εἰς δρ. 385,375, ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ τέλους ἀπὸ λεπτῶν 49 καὶ ἥμισυ κατ’ ὀκᾶν εἰς λεπτὰ 55 ὑπελόγιζον αὔξησιν ἐσόδων ἐκ δραχ. 40,000. Καὶ ἐπὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τῆς σακχάρεως, ἐπειδὴ εἰσήχθησαν εἰς τὸ Κράτος ὀκάδες κατὰ τὸ 1876 3,215,699, κατὰ τὸ 1877 ὀκάδες 3,127,011 καὶ κατὰ τὸ 1878 ὀκάδες 3,711,126, ὁ δὲ μέσος ὅρος τῶν κατὰ τὴν τριετίαν εἰσπράξεων ἀνήρχετο εἰς δραχ. 921,629, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει, ὅτι τῆς ζακχάρεως χρῆσις γίνεται καὶ εἰς ἄλλας ἀνάγκας, ἐπροτείναμεν μὲν τὴν αὔξησιν ἀπὸ 27½ εἰς 30 μόνον λεπτὰ, ὑπελογίζομεν δ’ ὅτι ἐκ τῆς προσθήκης 2½ λεπτῶν ἐμέλλομεν νὰ εἰσπράξωμεν 60,000 δραχμῶν. Κατὰ τὸ 1879 εἴχομεν καὶ ἄλλον σκοπὸν, νὰ ἐξεύρωμεν τὰ μέσα, ἵνα μειώσωμεν τὸ ἔλλειμμα, ὅπερ καὶ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἦτο ἱκανόν. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1879 εἶχεν ἔλλειμμα δραχ. 14,270,318, κατὰ δὲ τὸ 1880 εἶχεν ἔλλειμμα 10,252,115, ἐπειδὴ δ’ εἶχον παραλειφθῆ 600,000 δραχμῶν νὰ περιληφθῶσι μετὰ τῶν ἐσόδων, προερχόμεναι ἐκ τῶν ἐσόδων τῆς ὁδοποιΐας, τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πραγματικὸν ἔλλειμμα συνίστατο εἰς 9,652,415. Μόλον ὅτι λοιπὸν εἶχεν ἐπιτευχθῆ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880 ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1879 ἐλλείμματος κατὰ 5,000,000, εἶχον καθῆκον ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ ἀρκεσθῶ εἰς τοῦτο, ἀλλὰ νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν μέτρα, δι’ ὧν νὰ ἐλαττώσω ἐπὶ μᾶλλον τὸ ἔλλειμμα· καὶ ἐπρότεινα εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, δι’ οὗ ὑπελόγιζον, ὅτι ἠθέλομεν ἔχει πρόσοδον δραχ. 2,000,000, ἐπρότεινα εἰς τὴν Βουλὴν νέον τελωνιακὸν δασμολόγιον, ὑπελόγιζον δὲ δι’ αὐτοῦ πρόσοδον δραχ. 1,700,000, ἐπρότεινα δὲ εἰς τὸν Βασιλέα διὰ τῆς εἰρημένης ἐκθέσεως καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ τέλους ἐπὶ τοῦ πετρελαίου, ἐπὶ τοῦ καφὲ καὶ ἐπὶ τῆς σακχάρεως, δι’ οὗ ηὔξανον τὰ ἔσοδα κατὰ 300,000 δραχμῶν. Οὕτω δὲ παρεῖχον νέας προσόδους διὰ τῶν μέτρων τούτων ἐκ δραχ. 4,000,000 καὶ ἠλάττουν τὸ ἔλλειμμα ἀπὸ 9.652,415 εἰς 5,652,415. Ἡ μεταβολὴ λοιπὸν τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους τῶν τριῶν τούτων εἰδῶν εἶχε τὸν σκοπὸν κυρίως νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν μείωσιν τοῦ ἐλλείμματος, ἐγένετο δὲ χωρὶς νὰ ἐπέλθῃ ἀνωμαλία τις ἢ διατάραξις εἰς τὴν ἐμπορικὴν ἁρμονίαν, οὔτε εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Διὰ τοὺς λόγους τούτους προετάθη τότε ἡ αὔξησις τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τῶν τριῶν εἰδῶν· αὐτοὺς δὲ τοὺς λόγους εἴδατε πῶς μετέτρεψεν ὁ κ. πρωθυπουργός. Σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐπρότεινα τὴν αὔξησιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τοῦ πετρελαίου, διότι ἦτο εὐθηνὸν, ὅτι ἐπρότεινα τὴν αὔξησιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τοῦ καφὲ, διότι εἶχεν ἀνυψωθῆ ἡ τιμή του, ὅτι ἐπρότεινα τὴν αὔξησιν τοῦ τέλους ἐπὶ τῆς σακχάρεως, διότι καταναλίσκεται μετὰ τοῦ καφέ. Οὕτω πως παρέστησε πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐκτετυπωμένα· πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀσυμβίβαστον μὲ τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον φέρει ὁ κ. πρωθυπουργός. Αὗται εἶναι αἱ καταχρήσεις, ἃς ὁ νόμος τοῦ 1880, κατὰ τὴν ἔννοιαν, ἣν εἶχεν ὁ συντάκτης αὐτοῦ κ. πρωθυπουργός, ἐνόησε νὰ θεραπεύσῃ! Ἀλλὰ ὁ νόμος τοῦ 1880 εἶχε καὶ ἄλλον σκοπόν, νὰ ματαιώσῃ τὸ τελωνιακὸν δασμολόγιον, τὸ ὁποῖον εἶχε συνταχθῆ κατὰ τὸ 1879 ἀπὸ ἐμὲ ὡς ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τὸ ὁποῖον εἶχεν εἰσαχθῆ εἰς τὴν Βουλήν. Ἀκούετε, κύριοι, περὶ τελωνιακοῦ δασμολογίου, ἀλλ’ ἴσως πολλοὶ ἐξ ὑμῶν δὲν γνωρίζουσι τί εἶναι τελωνιακὸν δασμολόγιον, οὐδὲ πῶς ὑπολογίζονται τὰ τελωνιακὰ τέλη, οὐδὲ πῶς εἰσπράττονται, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς κάμω περὶ τούτου λόγον. Τὰ τελωνιακὰ τέλη προσδιωρίσθησαν διὰ τοῦ δασμολογίου τοῦ 1867. Ἀλλ’ ὁ τελώνης ὀφείλει νὰ εἰσπράξῃ ἐκτὸς τοῦ τελωνιακοῦ τέλους, τὸ ὁποῖον προσδιώρισεν ὁ νόμος τοῦ 1867, ἓν δέκατον προσέτι δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1877· ἐκτὸς δὲ τούτου, ⅒ προσέτι δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1878· τὸ δὲ δεύτερον τοῦτο δέκατον εἶναι ἕνδεκα ἐπὶ τοῖς ἑκατόν, διότι εἰσπράττεται ἐπί τε τοῦ κατὰ τὸ δασμολόγιον τέλους καὶ ἐπὶ τοῦ πρώτου προσθέτου δεκάτου, ἑπομένως ἐὰν ἔχητε νὰ πληρώσητε 100 δραχ. δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1867, δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1877 θέλετε πληρώσει 110, δυνάμει δὲ τοῦ νόμου τοῦ 1878 θέλετε πληρώσει 121. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὀφείλετε κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1880 νὰ μετατρέψητε τὰς παλαιὰς δραχμὰς εἰς νέας· ἑπομένως ἀντὶ τῶν 121 δρ. θέλετε πληρώσει 135 52 ο)ο· ἐπ’ αὐτοῦ δὲ τοῦ ποσοῦ θέλετε προσθέσει, κατὰ τὸ ψηφιζόμενον σήμερον νομοσχέδιον, ἓν δέκατον προσέτι, καὶ οὕτω θέλετε πληρώσει τὸ ὅλον τὸ ποσὸν 119 δραχ. καὶ 7 λεπτῶν· ὥστε ὁ τελώνης πρέπει νὰ κρατήσῃ τὸν ἔμπορον ὅλας ὥρας, ἵνα γράψῃ πάντας αὐτοὺς τοὺς ὑπολογισμοὺς, ἐπέρχεται δὲ ἡ ἀνάγκη νὰ βραδύνῃ ἐπὶ τοσοῦτον, ὅπερ εἶναι καὶ ἐπιβλαβὲς εἰς τὸ ἐμπόριον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ἀτόπου τούτου ὑπάρχει καὶ ἄλλο ἄτοπον, ὅτι ὁ ἀναλογικὸς ὅρος, ὃν τὸ τελωνιακὸν δασμολόγιον εἶχε, δὲν ὑφίσταται πλέον. Καὶ ποῖος εἶναι ὁ ἀναλογικὸς ὅρος; Ὅταν προσδιωρίσθη τὸ ποσὸν τοῦ τέλους κατὰ τὸ 1867, ὁ νομοθέτης εἶχε τὴν ἔννοιαν νὰ μὴ ἐπιβαρύνῃ τὴν τάξιν τὴν πενεστέραν, καὶ διὰ τοῦτο τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα εἶναι χρήσιμα εἰς αὐτὴν, ἐφορολόγει π. χ. μόνον πρὸς 3%, ἐνῷ τοὐναντίον, τὰ ἀντικείμενα τῆς πολυτελείας ἐφορολόγει πρὸς 40%. Τὸ οἰκοδόμημα ὅμως τοῦτο ἀνετράπη νῦν ἀφοῦ τὸ δασμολόγιον συνετάχθη πρὸ 15 ἐτῶν καὶ πληθὺς διαφόρων μεταῤῥυθμίσεων μετέβαλε τὰ δι’ αὐτοῦ προσδιορισθέντα τέλη. Τὸ ἄτοπον εἶναι καταφανὲς εὐθὺς ὡς μάθῃ τις, ὅτι κατὰ τὸ 1880 διετηροῦμεν τὸ δασμολόγιον τοῦ 1867. Αὐτὴ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ὅταν κατὰ τὰ 1857 συνετάχθη τὸ πρῶτον δασμολόγιον, ἐπανῆλθε κατὰ τὰ 1867 καὶ εὗρεν ὅτι εἶχε παρέλθει πολὺς χρόνος, τὰ 10 ἔτη, ἀφ’ ἧς εἶχε συνταχθῆ τὸ δασμολόγιον ἐκεῖνο, ὅτι ὁ χρόνος οὗτος μετέβαλε τὰς βάσεις αὐτοῦ, συνέταξε δὲ διὰ τοῦτο καὶ ἐψήφισε νέον δασμολόγιον. Καὶ ἀφοῦ ἐξεδόθη τὸ δασμολόγιον τὸ νέον, παρῆλθον 15 ἔτη, καθ’ ἃ ἔμεινε τὸ αὐτὸ δασμολόγιον. Διὰ τοῦτο κατὰ τὰ 1879 ἐσύστησα Ἐπιτροπὴν ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ὁποία εἰργάσθη 4 μῆνας, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἀντεπροσωπεύετο τὸ ἐμπόριον τῶν Ἀθηνῶν, διὰ μελῶν τοῦ ἐμπορικοῦ κόσμου Ἀθηνῶν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἀντεπροσωπεύετο τὸ ἐμπόριον τοῦ Πειραιῶς, δι’ ἐμπόρων τοῦ Πειραιῶς, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἀντεπροσωπεύετο τὸ ἐμπορικὸν ἐπιμελητήριον τῶν Ἀθηνῶν, διότι ἦσαν καὶ μέλη τοῦ ἐπιμελητηρίου μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἀντεπροσωπεύετο ἡ ἐπιστήμη, διότι ἦτο ὁ καθηγητὴς τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας καὶ ὁ καθηγητὴς τῆς δημοσιονομίας μέλη αὐτῆς, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἀντεπροσωπεύετο ἡ κατανάλωσις, διότι ἦτο ὁ δήμαρχος τοῦ Πειραιῶς κ. Μουτσόπουλος, διότι ἦταν μέλη τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς Ἀθηνῶν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἦσαν μέλη τῆς ὑπηρεσίας, διότι ἦσαν μέλη αὐτῆς ὁ τελώνης Ἀθηνῶν καὶ ὁ τελώνης Πειραιῶς. Οὗτοι εἰργάσθησαν 4 μῆνας καὶ κατεσκεύασαν νέον δασμολόγιον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπεν ὅτι ἦτο ἐξάμβλωμα, καὶ τὸ ὁποῖον αὐτὸς ἔκρινεν ἀνάξιον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τότε διετέλει κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἀνόδου του ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν. Ἂν δὲν εἶχε ἀκόμη τότε πλειοψηφίαν, εἶχεν ὅμως ἰσοψηφίαν προσεγγίζουσαν εἰς τὴν πλειοψηφίαν, εἶχε τὴν δύναμιν νὰ παραλύσῃ πᾶσαν νομοθετικὴν ἐργασίαν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνη, καὶ τὴν παρέλυσε πράγματι, καὶ ἐγκατελείφθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὸ δασμολόγιον. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀφοῦ ἐγκατελείφθη τὸ δασμολόγιον, εἶχεν ἀνάγκην νὰ καρπωθῇ τὰ ἀγαθὰ αὐτοῦ τοῦ δασμολογίου· ὅταν μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἐγένετο τότε Πρωθυπουργὸς, τὸ δασμολόγιον ὑπέσχετο 1, 700,000 δρ. πρόσοδον· ὁ δὲ Πρωθυπουργὸς εἶχεν ἀνάγκην προσόδων. Εὔκολον εἰς αὐτὸν πρᾶγμα. Καὶ ἰδοὺ ὁ νόμος τοῦ 1880, τὰς δραχμὰς τὰς παλαιὰς μεταβάλλων εἰς φράγκα, καὶ προσπορίζων εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἂν οὐχὶ 1,700,000 κατὰ τὸ δασμολόγιον, 1,800,000 ἄνευ τούτου. Ἀλλ’ ἡ τέχνη αὕτη τοῦ νομοθετεῖν εἶναι τέχνη πρωτάκουστος· καὶ ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπέκρινε τὴν αὔξησιν τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τοῦ πετρελαίου, ἐπὶ τοῦ καφὲ καὶ ἐπὶ τῆς ζακχάρεως, αὔξησιν τὴν ὁποίαν ἐγὼ προέβαλον, καὶ τὴν ὁποίαν κατ’ αὐτὸν ἐκεῖνον τὸν χρόνον εἶχον διατάξει καὶ ἐν Ἰταλίᾳ, ὃ καὶ ἀμφιβάλλων ἂν μεταβῇ εἰς τὸ ἀναγνωστήριον τῆς Βουλῆς, ἵνα εὕρῃ Διάταγμα ἐν Ἰταλίᾳ, διὰ τοῦ ὁποίου ηὔξησε τότε ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος τοῦ πετρελαίου, τοῦ καφὲ καὶ τῆς ζακχάρεως· ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπέκρινε τὸ μέτρον ἐκεῖνο, πῶς ἐγὼ νὰ μὴ ἐπικρίνω τὸ σύστημα τοῦ νομοθετεῖν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος διὰ δύω στίχων, ἀδιαφορῶν ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματα καὶ τὴν ἐπιῤῥοὴν τὴν ὁποίαν ἐνασκοῦσι ταῦτα, διὰ δύω στίχων αὐξάνει συλλήβδην τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη; Ἤθελον, κύριοι, ἐφελκύσει, τὴν προσοχήν σας καὶ ἐπὶ τῶν ἄρθρων 1 καὶ 5 τοῦ νόμου τοῦ 1880, διὰ νὰ ἰδῆτε ἄλλην νομοθετικὴν δεινότητα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατηγόρησαν ὡς ἐξάμβλωμα τὸ ἔργον τοῦ δασμολογίου. Ἠθέλατε ἰδεῖ ἐν τοῖς ἄρθροις τούτοις, ὅτι ἐνῷ ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 διατάσσεται, ὅτι «τὰ ἰσχύοντα νῦν εἰσαγωγικὰ τέλη, (συμπεριλαμβανομένων τῶν κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1877 καὶ (τῶν κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1878 εἰσπραττομένων, νὰ πληρόνωνται οὐχὶ εἰς παλαιὰς δραχμὰς ἀλλ’ εἰς νέας», ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 καταργεῖ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ 1878, δυνάμει τῆς ὁποίας εἰσεπράττετο τὸ πρόσθετον δεκατημόριον τοῦ 1878. Ἂν ἤθελεν ὑποβληθῆ εἰς τοὺς κανόνας τῆς ἑρμηνευτικῆς τὸ ἄρθρον 5 καὶ 1 τοῦ νόμου τοῦ 1880, ἤθελεν ἐπισκοποιηθῆ ἡ καταφανὴς ἀντινομία, τὴν ὁποίαν μόνη ἡ ἐφαρμογή, ἡ ἐφαρμογὴ ἡ ἐνδειχθεῖσα ὑπὸ τῆς διοικήσεως, ἡ ἐνδειχθεῖσα ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ πρωθυπουργοῦ εἰς τὰς τελωνιακὰς ἀρχὰς, ἠδυνήθη νὰ θεραπεύσῃ. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρατείνω ἐπὶ πλέον τὴν ἔρευναν τοῦ προεισαγωγικοῦ, τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος, τὸ ὁποῖον προέβαλεν ὁ βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας ἐπὶ τοῦ ἂν νομίμως ἢ μὴ νομίμως διετάχθη ἡ εἴσπραξις τοῦ δεκατημορίου ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν. Ἐλάλησα ἀρκετὰ ἐπὶ τούτου, ἐξέθηκα ὑμῖν τὴν γνώμην μου καὶ προέβαλον εἰς ὑμᾶς τὰ ἐπιχειρήματα, δυνάμει τῶν ὁποίων ἐσχημάτισα ταύτην. Κατ’ ἀνάγκην, ἕνεκα τῶν προκλήσεων τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ἐξέδραμον εἰς τὰ τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου. Νομίζω δὲ ὅτι δὲν εἶναι πλέον προσῆκον νὰ σᾶς ἀπασχολῶ περὶ τὰ ζητήματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα, ὡς εἶπον προηγουμένως, δὲν εἶναι στενῶς συνδεδεμένα μετὰ τῆς ἐννοίας τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ κύριον ζήτημα εἶναι, ἂν πρέπῃ νὰ ἐπιβληθῇ τὸ δεκατημόριον ἐπὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, ὡς τὸ νομοσχέδιον διατάσσει. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, διὰ νὰ σχηματίσωμεν γνώμην ἐπ’ αὐτοῦ, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐξετάσωμεν ποία εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, ἂν τὰ ἔσοδα αὐτοῦ, τὰ μέχρι τοῦδε, ἐπαρκῶσιν ἵνα θεραπεύσωσιν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας τὰς ἀνάγκας αὐτῆς, ἢ ἂν πρέπῃ νὰ προσπορίσωμεν εἰς αὐτὸ καὶ ἄλλα μέσα πλέον τῶν ὑπαρχόντων. Δυστυχῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν ηὐκολύνθη διὰ νὰ δημοσιεύσῃ τὸ ἀπολογισμὸν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας κατὰ τὰ ἔτη 1880 καὶ 1881. Δὲν καταλογίζω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἔλλειψιν διὰ τοῦτο· ἐποίησα μόνον μνείαν τοῦ συμβεβηκότος, ὅτι οἱ ἀπολογισμοὶ τοῦ 1880 καὶ 1881 τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ἀκόμη δὲν ἐδημοσιεύθησαν, διὰ νὰ σᾶς παραστήσω ὅτι δὲν ἔχω τὰ ἐπίσημα μέσα, ἐκ τῶν ὁποίων Θέλω ἀντλήσει ἐπισήμους πληροφορίας περὶ τῶν ἐσόδων τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας κατὰ τὸ 1881. Ἐπειδὴ ὅμως ἔχομεν ὑπ’ ὄψει τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας κατὰ τὸ 1879, δυνάμεθα νὰ ἀνεύρωμεν πόσα ἦσαν τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας μέχρι τοῦδε κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1879, τὰ ἐξ ἄλλων πόρων πλὴν τῶν τελωνιακῶν προερχόμενα. Τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας τὰ ἐξ ἄλλων πόρων, πλὴν τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, ἀνέρχονται εἰς 1,686,483 καὶ 9 λεπτά. Εἰς ταῦτα πρέπει νὰ προσθέσωμεν τὸ ἔσοδον τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, τὸ ἐκ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν· ἐπειδὴ δὲ ὁ νόμος τοῦ 1880 διέταξεν, ὅτι εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἀποδίδονται τὰ 11 ἑκατοστὰ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἰσπράττεται ἐν τοῖς τελωνείοις ἐξ εἰσαγωγικῶν τελῶν δυνάμει τοῦ δασμολογίου τοῦ 1867 καὶ δυνάμει τοῦ πρώτου δεκατημορίου τοῦ 1877 καὶ δυνάμει τοῦ δευτέρου δεκατημορίου τοῦ 1878 καὶ δυνάμει τῆς κατὰ τὸ 1880 διαταχθείσης μετατροπῆς τῶν παλαιῶν δραχ. εἰς νέας δραχμὰς, πρέπει εἰς τὸ σημειωθὲν ποσὸν τῶν δραχ. 1,686,483:09 νὰ προσθέσωμεν τὰ 11 ἑκατοστὰ τοῦ ποσοῦ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν. Τὸ ποσὸν τοῦτο, κατὰ τὸν πίνακα, ὁ ὁποῖος ἐδημοσιεύθη ἤδη διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ ὁποῖος παριστᾷ τὰς τελωνιακὰς εἰσπράξεις τοῦ 1881, ἀνέρχεται εἰς 16,391,055 δραχ. καὶ 33]00, ἑπομένως τὰ 11 ἑκατοστὰ ἀποτελοῦσι ποσὸν 1,803,316, καὶ 8· ἐπειδὴ δὲ, κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1880, πρέπει νὰ ἀποδίδωνται ἀκόμη κατ’ ἔτος εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας 45,000 δραχμαί, προσθέτω καὶ ταύτας καὶ εὑρίσκω, ὅτι, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας κατὰ τὸ 1881 ἦσαν 3,534,829 καὶ 17 ο[ο. Λέγω κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, διότι, ὅταν ὑπελόγισα τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, τὰ ἐκ τῶν ἄλλων πόρων, πλὴν τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, τὰ ἐκ τοῦ φόρου π. χ. τῶν ζώων, τὰ ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, ὑπελόγισα αὐτὰ στηριχθεὶς εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας τοῦ 1879· ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1879 μέχρι τοῦδε συνετελέσθη καθ’ ὅλους τοὺς κλάδους τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς ἡ φυσικὴ πρόοδος· ἑπομένως τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ 1879 συμπεριελήφθη ἐν τῷ ἀπολογισμῷ ὡς εἰσαχθὲν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, κατὰ πιθανὸν λόγον, θέλει εἶσθαι ὑποδεέστερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη κατὰ τὸ 1881. Ἀφοῦ λοιπὸν τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας κατὰ τὸ 1881 ἀνέρχονται πιθανῶς εἰς 3,534,829, πεποιθότως φρονῶ, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ἐπαρκεῖ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἐξεύρωμεν πόρους, διὰ νὰ αὐξήσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο καὶ ἐπειδὴ πόρος τοιοῦτος εἶναι τὸ δεκατημόριον, τὸ ὁποῖον προβάλλει διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὁ κ. πρωθυπουργὸς, διὰ νὰ προστεθῇ ἐπὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, ὑποστηρίζω τὸ δεκατημόριον τοῦτο. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπε χθὲς, ὅτι προσδοκᾷ πρόσοδον ἐκ τοῦ δεκατημορίου, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπρότεινε νὰ προστεθῇ εἰς τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, δραχμῶν 2,000,000· λαμβάνω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ καὶ προσθέτω τὰ 2,000,000 εἰς τὰ 3,534,823, καὶ εὑρίσκω ποσὸν συμπληρούμενον εἰς 5,534,823. Ἀλλ’ ἐνῷ κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς προσθήκης τοῦ δεκατημορίου ἐπὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, ὀφείλω νὰ κάμω διαστολήν τῆς γνώμης μου, ἀπὸ τὴν γνώμην τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς τὸ δεκατημόριον, τὸ ὁποῖον σᾶς προτείνει νὰ προσθέσητε, δὲν σᾶς προτείνει νὰ τὸ προσθέσητε εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, ἀλλὰ σᾶς προτείνει ἐκ τοῦ δεκατημορίου τούτου, δηλ. ἐκ τῶν δραχμῶν 2,000,000, τὰς ὁποίας θέλετε εἰσπράξει, νὰ πληρόνητε τοὺς τόκους κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς πρώτης πενταετίας δανείου ἐξ 20,000,000, τὸ ὁποῖον συνωμολόγησε μὲ τὴν Τράπεζαν, μετὰ δὲ τὴν πρώτην πενταετίαν νὰ πληρόνητε τοὺς τόκους καὶ τὸ χρεωλύσιον τοῦ δανείου τούτου, τὸ δὲ ὑπόλοιπον νὰ εἰσάγηται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἐν πρώτοις, κύριοι, ὅταν ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία συνιστᾷ εἰδικὸν ταμεῖον, ἔχει μίαν ἐπιθυμίαν, νὰ ἔχῃ αὐτὸ κεχωρισμένον ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον· ἂν δὲν εἶχε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ τὸ ἔχῃ κεχωρισμένον ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἦτο περιττὸν νὰ συστήσῃ εἰδικὸν ταμεῖον. Καὶ διατί ἤθελε νὰ τὸ ἔχῃ κεχωρισμένον ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον; Διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἐνδεχομένην περίπτωσιν, καθ’ ἣν αἱ ἀνάγκαι τοῦ δημοσίου ταμείου ἤθελον ἀποῤῥοφήσει τὰ ἔσοδα τοῦ εἰδικοῦ ταμείου. Ἂν ὁ κ. πρωθυπουργὸς σκοπὸν εἶχε δι’ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς προσόδου τῶν 2,000,000 θέλει ὑπολειφθῆ μετὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων εἰς τὴν Τράπεζαν, νὰ μειώσῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ αὐξήσῃ δηλ. τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882, ἔπρεπε νὰ σᾶς εἴπῃ εὐκρινῶς τί ἐπιθυμεῖ· ἔπρεπε νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι «σᾶς προβάλλω τὴν φορολογίαν ταύτην, διότι προσδοκῶ ἐξ αὐτῆς τοσοῦτον ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλω μεταχειρισθῆ νὰ καλύψω τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ·» ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ σᾶς προτείνῃ μέτρα ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, διὰ νὰ ἀφαιρεθῶσι κατόπιν ἐκ τοῦ προκύψοντος ἐκ τῶν μέτρων τούτων ἐσόδου, διὰ νὰ ὑποκλαπῇ κατόπιν ἓν ποσὸν ἐκ τῆς προσόδου τῶν μέτρων τούτων, ἵνα διατεθῇ πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ πόσον νομίζετε, ὅτι θέλει εἶσθαι αὐτὸ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλει μετατραπῆ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, τὸ ὁποῖον δὲν θέλει διατίθεσθαι ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας, θέλει ἀποσπασθῆ ἀπὸ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι προωρισμένα διὰ τὴν ὁδοποιΐαν καὶ διατεθῆ διὰ νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ; Εἶναι εὔκολον νὰ τὸ ἐξεύρωμεν. Κατὰ τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν σᾶς παρουσίασεν, ὅτι συνωμολόγησε μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, συνωμολογήθη ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐα, δικαίωμα διὰ νὰ ζητηθῶσιν ἀπὸ τὴν Τράπεζαν 20,000,000, ἐξ ὧν 15,000,000 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ 5,000,000 εἰς μεταλλικὸν ἐντὸς 5 ἐτῶν. Θέλετε νὰ λάβετε ὡς ὅρον τὴν πενταετίαν; Εὔκολον εἶναι νὰ κάμετε ἀμέσως ὑπολογισμόν. Ἐπειδὴ τὸ δάνειον θέλει ληφθῆ κατὰ τὴν διάρκειαν πέντε ἐτῶν καὶ τὸ δάνειον εἶναι 20 ἑκατομμυρίων, θέλετε λάβει κατ’ ἔτος 4,000,000· τὸ πρῶτον ἔτος θέλετε πληρώσει εἰς τὴν Τράπεζαν διὰ τόκους πρὸς 6¾% δραχ. 270,000, κατὰ τὸ δεύτερον ἔτος θέλετε πληρώσει 540,000, κατὰ τὸ τρίτον ἔτος θέλετε πληρώσει 810,000, κατὰ τὸ τέταρτον 1,080,000, κατὰ τὸ πέμπτον 1,350,000, ἑπομένως ἐν ὅλῳ θέλετε πληρώσει κατὰ τὴν πενταετίαν διὰ τόκους δραχ. 4,050,000. Ἀλλὰ κατὰ τὰ 5 ἔτη τί θέλετε εἰσπράξει ἀπὸ τὸ πρόσθετον δεκατημόριον; Δύω ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος, σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἄρα κατὰ τὰ πέντε ἔτη 10,000,000. Ἐκ τῶν δέκα ἑκατομμυρίων θέλετε πληρώσει λοιπὸν τὰ 4,050,000 τόκους εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, τὸ δὲ ὑπόλοιπον 5,950,000 θέλετε μετατρέψει διὰ τὸ ἔλλειμμα τοῦ δημοσίου ταμείου. Αὐτὸς εἶναι ὁ φόρος τοῦ προσθέτου δεκατημορίου, ὁ ὁποῖος σᾶς προετάθη ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, ἀπὸ τὸν ὁποῖον οὐδὲ τὸ ἥμισυ δὲν θέλει χρησιμεύσει εἰς τὴν ὁδοποιΐαν! Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπε χθὲς, ὅτι δὲν λείπουσι παρὰ μόνον τὰ χρήματα, ὅτι ἂν εἶχε χρήματα ἠδύνατο νὰ κάμῃ τόσας ὁδοὺς, ὅσας δὲν δύναται νὰ τὰς ἀριθμήσῃ, καὶ ὅτι δύναται νὰ δαπανήσῃ διὰ τὴν ὁδοποιΐαν ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ὄχι μόνον 6 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ 16, ἀλλὰ 26, ἀλλὰ 36 ἑκατομμύρια. Ἂν εἰς τοὺς λόγους τούτους ἀναζητήσω τὴν προαίρεσιν μόνον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ἀποδεχθῶ ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ προαίρεσίς του, δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ἀνεύρω, ὅτι καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπιθυμεῖ ὅ,τι ἐπιθυμεῖ πᾶς Ἕλλην, διότι πᾶς κάτοικος τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου ἔχει τὸν ἴδιον πόθον, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ δαπανηθῶσι 36,000,000, ἐντὸς ἑνὸς ἔτους διὰ νὰ στρωθῇ ὅλη ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ δρόμους. Διὰ τοῦτο ἃ ὑποθέσωμεν, ἀφοῦ τοιαύτην ἐπιθυμίαν ἐδήλωσεν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι τὸ δάνειον τῶν 20,000,0 0 δὲν θέλει ληφθῆ ἐντὸς 5 ἐτῶν, ἀλλ’ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θέλει σπεύσει τοιουτοτρόπως τὰς ὁδοποιητικὰς ἐργασίας, ὥστε ἐντὸς 3 ἐτῶν νὰ δαπανήσῃ καὶ τὰ 20,000,000 καὶ νὰ δαπανήσῃ προσέτι καὶ τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὰ ἄλλα ἔσοδα τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Πόσα θέλομεν πληρώσει τότε εἰς τὴν Τράπεζαν διὰ τόκους εἰς τὸ δάνειον τῶν 20,000,000; Θέλομεν λαμβάνει κατ’ ἔτος τὸ ἓν τρίτον τῶν 20,000,000, δηλ. 6,666,666 δραχμὰς, θέλομεν πληρώσει ὡς τόκους διὰ τὸ πρῶτον ἔτος 450,000 δραχμὰς, θέλομεν πληρώσει διὰ τὸ δεύτερον ἔτος 900,000 καὶ διὰ τὸ τρίτον 1,350,000 Λοιπὸν θέλομεν πληρώσει διὰ τὴν τριετίαν ὡς τόκους εἰς τὴν τράπεζαν 2,700,000. Ἀλλὰ θέλομεν εἰσπράξει κατὰ τὴν Τριετίαν ἀπὸ τὸ πρόσθετον δεκατημόριον 6,000,000, ἀφοῦ εἰς δύω ἑκατομμύρια προϋπελόγισε τὸ ἐτήσιον ἔσοδον αὐτοῦ ὁ κ. πρωθυπουργός. Ἐκ τῶν 6,000,000, μετὰ τὴν πληρωμὴν τῶν δραχμῶν 2,700,000 διὰ τόκους, τὸ ὑπόλοιπο, δηλ. δραχμαὶ 3,300,000, δὲν θέλει εἰσαχθῆ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ἀλλὰ θέλει εἰσαχθῆ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἀλλ’ ὁ κ. πρωθυπουργὸς θέλει σᾶς προτείνει ἰσχυρισμὸν, ὅτι, ἂν δὲν προσπορίσῃ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας χρήματα περισσότερα ἀπὸ ὅσα θέλει προσπορίσει εἰς αὐτὸ τὸ προστιθέμενον δεκατημόριον ἐπὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, τότε τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας θέλει μείνει ἔχον ἔσοδα μόνον τὰ 5,534, 829, καὶ ἐπειδὴ ἐκ τῶν 5,534,829 εἶναι ἠναγκασμένος νὰ δαπανήσῃ εἰς ἔξοδα συντηρήσεως τῶν ὁδῶν ἱκανὸν ποσὸν, τὸ ὑπόλοιπον θέλει εἶσθαι πολλὰ ὀλίγον, καὶ δὲν θέλει ἐπαρκέσει ἵνα δυνηθῇ νὰ κατασκευάσῃ τόσας ὁδοὺς, ὅσας ἐπιθυμεῖ νὰ κατασκευάσῃ. Ἀληθῶς, κύριοι, δὲν εἶναι συνετὸν νὰ προνοῇ τις μόνον περὶ χρημάτων, τὰ ὁποῖα θέλει δαπανήσει πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν· πρέπει νὰ προνοῇ συγχρόνως καὶ περὶ χρημάτων, τὰ ὁποῖα θέλει δαπανήσει πρὸς συντήρησιν τῶν ὁδῶν. Ἀλλ’ εἶχον παρακαλέσει ἄλλοτε τὸν κ. πρωθυπουργὸν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωσιν περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1881 πρὸς κατασκευὴν τῶν ὁδῶν, τοῦ ποσοῦ δὲ τῶν δαπανηθέντων πρὸς συντήρησιν τῶν ὁδῶν· κατὰ δὲ τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶχε δώσει τότε εἰς τὴν Βουλὴν, ἐδαπανήθησαν κατὰ τὸ 1881 πρὸς κατασκευὴν καὶ συντήρησιν ὁμοῦ δραχ. 5,232,577 καὶ 51, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν ἐδαπανήθησαν πρὸς συντήρησιν 1,098,766 καὶ 27, τὰ δὲ ὑπόλοιπα ἐδαπανήθησαν πρὸς κατασκευήν Λέγοντες συντήρησιν ἐννοοῦμεν ὅλας τὰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, ἐξαιρέσει τῶν ἐξόδων πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν· ἑπομένως ἐννοοῦμεν ἔξοδα συντηρήσεως ἐθνικῶν ὁδῶν, ἔξοδα συντηρήσεως ἐπαρχιακῶν ὁδῶν, ἔξοδα συντηρήσεως δημοτικῶν ὁδῶν, ἔξοδα διὰ τὴν ὁδοποιΐαν τῆς Ἑπτανήσου, χορηγίαν εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν 370,000 καὶ προσέτι τὰ ἔξοδα τοῦ γραφείου. Ἑπόμενον λοιπὸν εἶναι, ὅτι, ἂν ἀπὸ 5,232,577: 54 ἀφαιρέσητε 1,098, 766:27, δὲν θέλετε ἔχει εἰς τὴν διάθεσίν σας παρὰ 4,133,811: 37 πρὸς κατασκευὴν ἐθνικῶν καὶ ἐπαρχιακῶν ὁδῶν· ἐπειδὴ δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν εἶναι ἐπαρκὲς εἰς τὴν ὁδοποιΐαν τῆς Ἑλλάδος, διὰ τοῦτο, θέλει σᾶς εἰπεῖ ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἠναγκάσθη νὰ συνομολογήσῃ δάνειον μὲ τὴν Τράπεζαν δραχμῶν 20,000,000· καὶ ἐπειδὴ διὰ τὸ δάνειον αὐτὸ πρέπει νὰ πληρώνωμεν τόκους καὶ χρεωλύσιον, διὰ τοῦτο θέλει σᾶς εἰπεῖ, ὅτι ἠναγκάσθη νὰ ἀποσπάσῃ ἀπὸ τὸ ἔσοδον τοῦ δεκατημορίου τῶν τελωνιακῶν τελῶν τὰ πρὸς ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τούτου ἀπαιτούμενα. Ἂς ἴδωμεν τὸ σύστημα τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ ποῖα ἀποτελέσματα θέλει φέρει, ποῖα καλὰ θέλει προικοδοτήσει εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, καὶ ποῖα βάρη θέλει ἐπιφέρει, διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν τὸ σύστημα τοῦτο ἦναι τὸ λυσιτελέστερον διὰ τὴν ὁδοποιΐαν τῆς Ἑλλάδος. Ἂς ὑποθέσωμεν, ἐπειδὴ εἶδον ὅτι ὁ πρωθυπουργὸς σᾶς ἔδωκε χθὲς μεγάλας ἐλπίδας, καὶ σᾶς εἶπεν ὅτι θέλει δαπανήσει 36,000,000 ἐντὸς ἑνὸς ἔτους πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν, ἃς ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ κ. πρωθυπουργὸς θέλει λάβει τὰ 20,000,000 τῆς Τραπέζης ἐντὸς δύω ἐτῶν, καὶ θέλει τὰ δαπανήσει ὅλα ἐντὸς δύω ἐτῶν πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς θέλει ἔχει 20,000,000 ἀπὸ τὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ θέλει ἔχει ὄχι τὸ ἔσοδον τοῦ δεκατημορίου, τὸ ὁποῖον προσθέτομεν σήμερον, διότι αὐτὸ προορίζεται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν τόκων καὶ τοῦ χρεωλυσίου τῆς Τραπέζης καὶ τὸ ὑπόλοιπον διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον, θέλε ἔχει τὸ ποσὸν τῶν ἄλλων ἐσόδων τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, τῶν πρὸ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος δεκατημορίου. Ἐπειδὴ δὲ τὰ ἔσοδα ταῦτα ἦσαν 3,534,820: 17, δὲν δύναται δὲ νὰ ἔχῃ ὅλα διὰ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν, διότι πρέπει ἐξ αὐτῶν νὰ ἀφαιρέσῃ τὰ ἔξοδα τῆς συντηρήσεως ὁδῶν, εἶναι δὲ ταῦτα 1,098,766: 57, θέλουσι μένει εἰς τὴν διάθεσίν του κατ’ ἔτος πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν δραχμαὶ 2,436,062 καὶ 90. Τὸ ποσὸν τοῦτο διὰ τὰ δύω ἔτη θέλει εἶσθαι δραχμαὶ 4,872,125: 80. Ἑπομένως ἐντὸς δύω ἐτῶν, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ σύστημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, θέλει ἔχει εἰς τὴν διάθεσίν του πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν 24,872,125: 80. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἔχωμεν τὰ χρήματα ταῦτα πρέπει νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς ὑποχρεώσεις. Ἂς ἴδωμεν εἰς ποίας ὑποχρεώσεις θέλομεν ὑποβληθῆ. Ἂν λάβωμεν τὰ 20,000,000 ἀπὸ τὴν Τράπεζαν ἐντὸς δύω ἐτῶν, ὡς ὑπεθέσαμεν, θέλομεν πληρώσει εἰς τὴν Τράπεζαν δραχμὰς 675,000 τὸν πρῶτον χρόνον ὡς τόκον, θέλομεν πληρώσει 1,350,000 τὸν δεύτερον χρόνον ὡς τόκους· ὅθεν θέλομεν πληρώσει κατὰ τὰ δύω ἔτη εἰς τὴν Τράπεζαν δραχμὰς 2,025,000. Λοιπὸν διὰ νὰ ἔχωμεν 21,872,125: 80 διαθέσιμα διὰ νὰ κατασκευάσωμεν κατὰ τὴν διετίαν ὁδοὺς, πρέπει νὰ πληρώσωμεν εἰς τὴν Τράπεζαν τόκους 2,025,000. Δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποφύγωμεν τὴν ζημίαν ταύτην; 2,025,000 θέλουσιν ἀφαιρεθῆ εἴτε ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, καὶ εἶναι ἀρκετὰ πτωχὸν διὰ νὰ αἰσθανθῇ τὴν ζημίαν 2,025,000 δραχμῶν, εἴτε ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ εἶναι καὶ τοῦτο εἰς μεγάλας στενοχωρίας, διὰ νὰ ἐπιθυμήσωμεν οἱ ἐπιμελούμενοι αὐτοῦ νὰ ἀποφύγωσι πληρωμὴν 2,025,000. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅταν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Αἰγίου ἔλεγε χθὲς τὸ ἑσπέρας, ὅτι οἱ ὅροι, τοὺς ὁποίους προβάλλει ἡ Τράπεζα, ἐφαίνοντο αὐτῷ βαρεῖς, καὶ ὅτι εὐκταῖον ἦτο νὰ ἐζητεῖτο, νὰ ἐγίνετο προσπάθεια διὰ νὰ πληρόνωμεν τόκον ὀλιγώτερον τῶν δραχμῶν 6 καὶ 75%, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ κατορθώσῃ νὰ πληρόνῃ πρὸς τὴν Τράπεζαν 1%, ἀλλὰ ἔκρινε τοῦτο ἀσύμφορον εἰς τὸ Κράτος. Σᾶς εἶπεν, ὅτι ἂν ἤθελε ζητήσει ἀπὸ τὴν Τράπεζαν νὰ πληρόνῃ 1% τόκον, ἔπρεπε νὰ ὑποσχεθῇ εἰς αὐτὴν, νὰ παραχωρήσῃ εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ θέσῃ καὶ ἐκείνη εἰς κυκλοφορίαν γραμμάτια ἴσου ποσοῦ, ἤτοι δραχμὰς 20,000,000. Ὅτι, ἐὰν ἤθελε θέσει ἡ Τράπεζα ἄλλα 20 ἑκατομμύρια γραμματίων εἰς κυκλοφορίαν, ἐὰν τώρα πληρόνωμεν 120 καὶ ἥμισυ λεπτὰ τὸ φράγκον, διότι ἔχει: εἰς κυκλοφορίαν 96,000,000 τραπεζικῶν γραμματίων, τότε ἤθελομεν πληρώσει πολὺ περισσότερον, διότι ἡ ὑποτίμησις τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἤθελεν εἶσθαι μεγαλειτέρα, ἡ ὑπερτίμησις τοῦ μεταλλικοῦ ἑπομένως μεγαλειτέρα ἀναλόγως, καὶ μεγαλειτέρα ἐπίσης ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος. Καὶ τοῦτο, σᾶς εἶπε, δὲν εἶναι φορολογία ἔμμεσος καὶ λαθραία εἰς τοὺς συναλλασσομένους; Ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν δέχεται νὰ ἐπιβάλῃ λαθραίας φορολογίας εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ εἰς τὰς συναλλαγάς. Ἀλλὰ καὶ ταῦτα, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἦσαν ἥκιστα ἀκριβῆ· διότι, ἂν ἤθελε νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Τράπεζαν δάνειον 20,000,000 ἐπὶ τόκῳ ἑνὸς τοῖς ἑκατὸν, μὲ τὴν ὑπόσχεσιν νὰ ἀποκτήσῃ καὶ ἐκείνη τὸ δικαίωμα νὰ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν ἄλλα 20 ἑκατομ. γραμματίων, ἡ Τράπεζα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν ταύτην, καὶ νὰ παραχωρήσῃ τὸ ζητούμενον ὑπὸ τοιούτους ὅρους δάνειον. Διατί νὰ ἀποκτήσῃ ἡ Τράπεζα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ θέσῃ 20 ἑκατομμυρίων ἀκόμη τραπεζικὰ γραμμάτια εἰς κυκλοφορίαν, ἀφοῦ δὲν θέτει οὐδ’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δύναται κατὰ τὴν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως σύμβασιν τοῦ 1880 νὰ ἔχῃ εἰς κυκλοφορίαν; Δυνάμει τῆς συμβάσεως ἐκείνης ἔδωκεν ἡ Τράπεζα εἰς τὸ Κράτος δάνειον εἰς μεταλλικὸν καὶ γραμμάτια 52 ἑκατομμυρίων, ἀπέκτησε δὲ καὶ πρὶν ἢ ἔτι εἶχε λήξει τὸ προνόμιόν της, πρὸ ὅλης δωδεκαετίας, τὴν παράτασιν τοῦ προνομίου της ἐπὶ 25 ἀκόμη ἔτη, ἀπέκτησε δὲ προσέτι καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἔχῃ εἰς κυκλοφορίαν 122 ἑκατομμυρίων τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἀλλ’ ἡ Τράπεζα ἔχει καὶ ἄλλο συμφέρον, νὰ μὴ ὑποτιμήσῃ τὰς μετοχάς της. Ἄν ἡ κοινωνία ἔχῃ ἀνάγκην φερ’ εἰπεῖν 60 ἑκατομμυρίων δραχμῶν τραπεζικὰ γραμμάτια διὰ τὰς συναλλαγάς της, καὶ ἂν ἀντὶ τούτων ὑπάρχωσιν εἰς κυκλοφορίαν 80 ἢ 90 ἑκατομμύρια, ὁ πλεονασμὸς τῶν γραμματίων φέρει τὴν ὑποτίμησιν τῶν γραμματίων, ἥτις εἶναι ὑποτίμησις τῆς ἀξίας τῆς ὑποσχέσεως, ἣν διὰ τῶν γραμματίων ἔχει δώσει ἡ Τράπεζα πρὸς ἐξόφλησιν αὐτῶν. Ἑπομένως ἡ Τράπεζα, μόλον ὅτι ἔχει δικαίωμα νὰ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν 122 ἑκατομμυρίων τραπεζικὰ γραμμάτια, ἔθηκε μόνον 96,000,000 τραπεζικὰ γραμμάτια, δηλαδὴ δὲν ἔθηκεν εἰς κυκλοφορίαν 26 ἑκατομμυρίων γραμμάτια. Ἐγὼ ἐπαινῶ τὴν Τράπεζαν διὰ τοῦτο τὸ μέτρον, καὶ κρίνω, ὅτι ἦτο μέτρον συνετὸν καὶ ἄξιον πιστωτικοῦ καταστήματος τοσοῦτον μεγάλου. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν ἔπραξε τοῦτο, ἐνῷ εἶχε δικαίωμα νὰ τὸ πράξῃ, τί συμφέρον εἶχε νὰ λάβῃ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τὸ δικαίωμα νὰ θέσῃ ἀκόμη εἰς κυκλοφορίαν 20,000,000 γραμμάτια, δηλαδὴ νὰ δύναται νὰ ἔχῃ εἰς κυκλοφορίαν 112,000,000 γραμμάτια, ἀφοῦ δὲν θέτει ἐν κυκλοφορίᾳ οὐδὲ τὰ 122000000; Λοιπὸν δὲν ἠδύνατο ὁ κ. πρωθυπουργὸς νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον ἐπὶ τόκῳ 1%, καὶ ἑπομένως δὲν εὑρέθη εἰς τὴν εὐκαιρίαν νὰ μεριμνήσῃ καὶ νὰ προφυλάξῃ τὸ ἐμπόριον καὶ τὰς συναλλαγὰς ἀπὸ τὴν λαθραίαν φορολογίαν, ἡ ὁποία ἤθελεν ἐπέλθει ἐκ τοῦ πλεονασμοῦ τῶν εἰς κυκλοφορίαν τραπεζικῶν γραμματίων, ὡς ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως αὐτῶν καὶ ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ μεταλλικοῦ καὶ τοῦ συναλλάγματος. Ἂν ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐπεθύμει νὰ εὕρῃ χρήματα πρὸς ἓν τοῖς ἑκατὸν, ἠδύνατο νὰ τὰ εὕρῃ, καὶ εἶχε δικαίωμα εὑρίσκων αὐτὰ νὰ τὰ λάβῃ ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὰ κατέχουσιν, οἵτινες εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ τὰ δώσωσι· ἐὰν δ’ ἐλάμβανε τὰ χρήματα πρὸς 1%, ἤθελεν ἀποφύγει νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἢ τὸ δημόσιον ταμεῖον μὲ πληρωμὴν τόκου 6 καὶ ¾ τοῖς ἑκατόν. Καὶ ποῦ ἤθελε εὑρεῖ ὁ κ. πρωθυπουργὸς τὰ χρήματα; Στηρίζομαι, κύριοι, κατὰ τὴν ἔκθεσιν, ἣν θέλω σᾶς κάμει, εἰς ἐπισήμους πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τῶν ὁποίων τὸ κῦρος δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ τις. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει εἰς τὴν διάθεσίν της φράγκα 15,112,565, ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων· ἀλλ’ ἔχει καὶ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τῆς Τραπέζης ἐκ τῶν 52 ἑκατομμυρίων δραχ. 9,803,887, διὰ τὰς ὁποίας πληρώνει ὡς τόκον 1%, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι μόνον τραπεζικὰ γραμμάτια, διότι ἐξ αὐτῶν 5,791,193 εἶναι εἰς χρυσὸν, καὶ μόνον 4,012,601 εἶναι εἰς γραμμάτια. Διατί λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις δὲν λαμβάνει τὰ 9,803,887, νὰ δώσῃ αὐτὰ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, καὶ νὰ ὑποχρεώσῃ τοῦτο νὰ πληρώνῃ τὸν τόκον πρὸς τὴν Τράπεζαν, πρὸς 1%, μόνον 98,038 καὶ 87)100 καὶ οὐχὶ δραχμὰς 1,350,000; Καὶ νομίζετε, ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἤθελεν ἀθροισθῆ μικρὸν ποσὸν, καὶ ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ἤθελεν ἀρκέσει εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας; Σᾶς φέρω λογαριασμόν. Τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, ἂν ἤθελε παραχωρηθῆ εἰς αὐτὸ τὸ εἰρημένον ποσὸν τῶν δραχ. 9,803,887, δὲν ἤθελεν εἶσθαι ὑποχρεωμένον νὰ πληρώνῃ κατ’ ἔτος τόκον 6 καὶ ¾%, ἀλλὰ μόνον 1%. Ἑπομένως τὸ ποσὸν τοῦ ἐσόδου τοῦ δεκατημορίου ἐπὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἤθελεν εἰσέλθει ὅλον εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Ἐπειδὴ δὲ τὰ ἔσοδα τοῦ ταμείου τούτου εἶναι 3,534,829:17, ἂν προσθέσητε τὰ 2 ἑκατομμύρια, τὸ ἔσοδον τοῦ δεκατημορίου τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφίσητε, θέλετε ἔχει 5,534,829:17 καὶ ἐντὸς δύω ἐτῶν θέλετε ἔχει 11,069,658:34· ἐὰν προσθέσητε τὰ 9,803:887, τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἤθελεν ἔχει ἐντὸς τῆς διετίας δραχ. 20, 873,545:34. Τί ὀφείλετε νὰ ἀφαιρέσητε ἐκ τούτου; Μόνον τὰ ἔξοδα τῆς συντηρήσεως καὶ ἀνακαινίσεως τῶν ὁδῶν διὰ τὰ δύω ἔτη. Ἐπειδὴ δὲ ἐντὸς τῶν δύω ἐτῶν δὲν θέλετε ἔχει νὰ πληρώνητε ἔξοδα συντηρήσεως τῶν κατασκευασθησομένων ἀλλὰ μόνον τῶν κατεσκευασμένων ὁδῶν, ταῦτα δὲ τὰ ἔξοδα εἰσὶ κατὰ τὸ 1881 δραχ. 1,098,766:27, διὰ τὰ δύω ἔτη δρ. 2,197,532:54· ἂν δ’ ἀφαιρέσητε ταῦτα ἀπὸ τὸ ἄνω ποσὸν, θέλουσι μείνει εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας διὰ τὰ δύω ἔτη δραχ. 18,676.012:80. Καὶ θέλετε πληρώνει τόκον εἰς τὴν Τράπεζαν μόνον 98,038:87 καὶ οὐχὶ ὅσον ἠθέλατε πληρώνει, ἐὰν λάβητε τὰ 20 ἑκατ. πρὸς 6 καὶ τρία τέταρτα τοῖς ἑκατὸν, ἤτοι δραχ. 1,350,000. Ὑπάρχει, δὲν γνωρίζω, ποία σκέψις καὶ μελέτη, ποία γνώμη ἐν τῇ διανοίᾳ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ ὁποία δὲν ἀφίνει αὐτὸν ἥσυχον, καὶ ἐπιβάλλει εἰς αὐτὸν ὡς καθῆκον νὰ μεριμνᾷ νυχθημερὸν, ἵνα συνομολογῇ συμβάσεις μετὰ τῆς Τραπέζης. Κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1880 ἐπρόκειτο νὰ παραιτηθῇ τὸ ὑπουργεῖον Τρικούπη· ἦτο γνωστὸν, ὅτι εἶχεν ἀπολέσει ἐν τῇ Βουλῇ τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ ὅμως πίπτον ἔσπευδε νὰ ὑπογράψῃ τὴν σύμβασιν καὶ νὰ παραχωρήσῃ τὸ προνόμιον εἰς τὴν Τράπεζαν ἐπὶ 25 ἔτη, ἐνῷ δὲν ἔμελλεν ἀκόμη νὰ λήξῃ εἰμὴ μετὰ δώδεκα ἔτη. Ἔρχεται κατὰ τὸ 1882 πάλιν πρωθυπουργὸς, καὶ ἡ μόνη φροντίς του ἦτο, εὐθὺς ὡς διωρίσθη, νὰ ὑπογράψῃ νέαν σύμβασιν μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἵνα δανεισθῇ 20 ἑκατ. εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἀλλὰ δὲν εἶναι 20 ἑκατομμύρια τραπεζικὰ γραμμάτια· εἶναι μόνον 15,000,000 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ 5 εἰς μεταλλικόν. Καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι ὀλίγον. Ἡ σύμβασις ἀφίνει τὴν Κυβέρνησιν ἐλευθέραν, ἐὰν θέλῃ νὰ λάβῃ καὶ τὰ 20 ἑκατομμύρια εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, ἀλλὰ δίδει εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα, ἐὰν θέλῃ νὰ λάβῃ ἐκ τῶν εἴκοσι τὰ πέντε ἑκατομμύρια εἰς μεταλλικόν. Νομίζω, ὅτι καὶ ἡ μέριμνα αὕτη δὲν ἀποβαίνει πρὸς ζημίαν τῆς Τραπέζης. Ἂν λοιπὸν ἡ Τράπεζα διαθέσῃ 20 ἑκατομμύρια ἢ ἔστω 15 εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, νομίζετε, ὅτι εἶναι εἰς τὴν Τράπεζαν τὶ ἀδιάφορον; Διαθέτουσα γραμμάτια 15 ἑκατομμυρίων, κυκλοφορεῖ 15 ἑκατομμυρίων τραπεζικὰ γραμμάτια ἄχρηστα εἰς τὰ ταμεῖά της, καὶ τὰ διαθέτει διὰ τρόπου, ὅστις δὲν θέλει καταστήσει αἰσθητὸν τὸ ἐν τῇ κυκλοφορίᾳ πλεόνασμα τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἵνα ἐπιφέρῃ τὴν ὑποτίμησιν αὐτῶν, διότι θὰ γεννηθῶσι νέαι ἀνάγκαι ἐκ τῆς κατασκευῆς τῶν ὁδῶν, καὶ νέαι συναλλαγαὶ, καὶ ἑπομένως θέλουσι λειτουργεῖ καὶ τὰ κεφάλαια ταῦτα ἄνευ δυσφορίας. Ἡ κυκλοφορία δὲν θέλει ἐνοχληθῆ· ἀλλ’ πλὴν τούτου, ἡ Τράπεζα θέλει ἀπολαμβάνει καὶ τόκον 1,350,000 καὶ προσέτι μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς πενταετίας καὶ δραχ. 200,000 διὰ χρεώλυτρον, ἤτοι τὸ ὅλον 1,550,000. Καὶ ὁ κ. πρωθυπουργὸς σᾶς ὑπέδειξεν ὡς μεγάλην ἐπιτυχίαν, διότι κατώρθωσε νὰ λάβῃ τὸ δάνειον πρὸς 6¾%, καὶ νὰ τὸ λάβῃ εἰς ἀνοικτὸν λογαριασμόν. Καθ’ ὃν χρόνον ἡ Τράπεζα δανείζει 5 καὶ 10 χιλιάδας δραχ. εἰς ἰδιώτας ἐπὶ τόκῳ 7% καὶ ἐπ’ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ, ἐχαρίσθη εἰς τὸν κ. πρωθυπουργὸν δανείσασα 15,000,000 τοὐλάχιστον δραχμῶν εἰς γραμμάτια ἐπὶ τόκῳ 6 καὶ ¾% καὶ ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ! Ὑποθέσατε, ὅτι ἡ δαπάνη τῆς κατασκευῆς καὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν γραμματίων ἀνέρχεται εἰς 1%, διὰ τὰ 15,000,000 ἔμελλον νὰ πληρωθῶσι δραχ. 150,000· ἂν ἀφαιρέσητε ταύτας ἀπὸ τὰς δραχ. 1,350,000, τὰς ὁποίας θέλετε πληρόνει ὡς τόκον, τί ἔμειναν; 1,200,000 δραχ. τὰς ὁποίας ἡ Τράπεζα θέλει λαμβάνει ὡς τόκον 5,000,000 μεταλλικοῦ. Ἠξεύρετε ὁ τόκος τοῦ ποσοῦ τούτου πόσος εἶναι τοῖς ἑκατὸν; 24%. Διὰ τοῦτο εἶπον, κύριοι, ὅτι διέστειλα κατὰ τοῦτο τὰς γνώμας μου ἀπὸ τὴν γνώμην τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ. Καὶ εἶμαι μὲν σύμφωνος νὰ ψηφίσω τὸ δεκατημόριον ἐπὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, ἀλλὰ ἀπαιτῶ τοῦτο νὰ δοθῇ ὅλον εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Πρέπει νὰ παύσῃ πᾶσα σχέσις, πᾶσα ἀνάμιξις τῶν χρημάτων τοῦ δημοσίου ταμείου, νὰ λάβῃ δὲ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας διὰ τὰ δύω ἔτη τὰ 18,676,012.80, ἤτοι νὰ ἔχῃ εἰς τὴν διάθεσίν του καθ’ ἑκάτερον τῶν δύω ἐτῶν 9,338,006:40, καὶ νὰ πληρώνῃ δι’ αὐτὰ μόνον ὡς τόκον κατ’ ἔτος 98,038: 87 εἰς τὴν Τράπεζαν πρὸς 1%. Ποία εἶναι ἡ διαφορὰ ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων; Ὅτι ἀντὶ νὰ ἔχητε, κατὰ τὸ σύστημα τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, 21,872,125: 18 εἰς διάστημα πέντε ἐτῶν, θέλετε ἔχει 18,676,012: 80 εἰς τὴν διάρκειαν 2 ἐτῶν. Καὶ ἂν κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν 2 ἐτῶν δαπανήσετε ὅλον τὸ ποσὸν τῶν 18 ἑκατομμυρίων, ποῖος σᾶς κλείει τὴν θύραν νὰ προσέλθητε εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ ζητήσητε δάνειον, ἵνα ἐξακολουθήσετε τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν; Δὲν ἠκούσατε τὰς αἰσιοδόξους γνώμας τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ; Δὲν εἶπεν, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ πρόοδος εἶναι τοσαύτη, ὥστε νομίζει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μεριμνᾷ καὶ ἀνησυχῇ τις περὶ τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ἡ πρόοδος αὕτη ἡ φυσικὴ θέλει καλύψει ὅλα τὰ ἐλλείμματα; Ἀλλ’ ἀφοῦ ἔχει τοιαύτας ἐλπίδας, πῶς δὲν ἐλπίζει, ὅτι θέλει αὐξήσει καὶ ἡ πίστις τοῦ Κράτους ἐντὸς τῶν δύω ἐτῶν, καὶ ὅτι τὸ τρίτον ἔτος θέλει δυνηθῆ νὰ δανεισθῇ, κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 84, οὐχὶ πρὸς 6 καὶ ¾%, ἀλλὰ μόνον πρὸς 6 τοῖς ἑκατόν; Ἢ νομίζετε, ὅτι μὲ 18 ἑκατομμύρια, ἂν ἐξοδεύσητε αὐτὰ ἐντὸς δύω ἐτῶν, ἵνα κατασκευάσητε ὁδοὺς, θέλετε κατορθώσει μικρὸν πρᾶγμα; Ἐὰν τὰ 18,676,012: 80, τὰ ὁποῖα θέλει δύνασθαι, κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ δαπανήσῃ ἡ Κυβέρνησις πρὸς κατασκευὴν ἐθνικῶν ὁδῶν ἐντὸς τῶν 2 ἐτῶν, διαιρέσῃ καθ’ ἕκαστον ἔτος, θέλετε ἔχει 9,338,006: 40, καὶ ἐὰν δ’ ὑπολογίσητε, ὅτι κατὰ μέσον ὅρον ἔχετε δαπάνην 15 χιλ. δραχ. διὰ πᾶν χιλιόμετρον ὁδοῦ, δύνασθε νὰ κατασκευάσητε ἐντὸς ἔτους 608 χιλιόμετρα θέλει δ’ εἶσθαι εὐτυχὴς ἡ Ἑλλὰς, ἐὰν ἴδῃ 1216 χιλιόμετρα ὁδῶν ἐντὸς τῶν δύω ἐτῶν. Καὶ τέλος πάντων, ἀφοῦ κατασκευάσητε αὐτὰς, τὸ τρίτον, τὸ τέταρτον ἔτος, δανεισθῆτε ἐκ νέου ἀπὸ τὴν Τράπεζαν· δὲν θέλουσι κλείσει αἱ θύραι της. Ἂν ὁ κ. πρωθυπουργὸς νομίζῃ, ὅτι δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους, νὰ παριστᾷ ἑαυτὸ ὡς ἐπαίτην πρὸ τῶν θυρῶν τῆς Τραπέζης, ὡς ἔλεγε χθὲς τὸ ἑσπέρας εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Αἰγιαλείας, ἂν ὁ κ. πρωθυπουργὸς ὀρθῶς φρονῇ, ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν εἶναι πτωχοκομεῖον, καὶ ὅτι τὸ Κράτος δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ νὰ γηροκομηθῇ ἐν τῇ Τραπέζῃ, ὀφείλει νὰ ἦναι ὅμως βέβαιος, ὅτι τὸ Κράτος, ἂν εὑρεθῇ μετὰ δύω ἔτη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κρούσῃ τὰς θύρας τῆς Τραπέζης, θέλει εὕρει αὐτὰς ἀνοικτὰς, διότι τὰ συμφέροντα αὐτῆς δὲν θέλουν ἐκτεθῆ καὶ τότε οὐδόλως εἰς κίνδυνον, ὅπως δὲν ἐξετέθησαν καθ’ ὅλας τὰς συναλλαγὰς, τὰς ὁποίας μέχρι τοῦδε ἔκαμε μὲ τὸ Δημόσιον, καὶ διότι προσέτι τὸ μέγα αὐτὸ κατάστημα εἶναι Ἑλληνικόν. Μὴ ἀνησυχῆτε λοιπὸν, ὅτι δὲν θέλουσιν εὑρεθῆ ἄνδρες νὰ σᾶς δανείσωσιν, ἵνα σπεύσητε νὰ θέσητε ἀπὸ τοῦδε, ὅπως καὶ ὅπως, 24 ἑκατομμύρια εἰς τὴν τσέπην σας, ἀφοῦ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχητε 18 ἑκατομμύρια εἰς διάστημα δύω ἐτῶν. Καὶ δὲν εἶναι ἀνάξιον προσοχῆς, ὅταν πρόκηται νὰ δαπανήσητε 1,350,000, ἀντὶ τούτου, νὰ γείνῃ δυνατὸν νὰ δαπανήσητε μόνον 98,000, οὐδὲ σᾶς ἐπιτρέπεται νὰ ἀποῤῥίψητε τὴν πρότασιν ταύτην· διότι, ἄλλως πράττοντες, θέλετε ὄντως καταστήσει τὸ Κράτος ἐπαίτην, καὶ τότε πρέπει νὰ εὑρῆτε πτωχοκομεῖον, ἵνα τὸ εἰσαγάγητε νὰ γηροκομηθῇ. Ἀλλὰ ποῖος λόγος ἐμποδίζει τὴν Κυβέρνησιν νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Τράπεζαν νὰ λάβῃ τὰ 9,803,887 καὶ νὰ δώσῃ αὐτὰ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας; Μήπως πρέπει προηγουμένως τὸ Κράτος νὰ ζήσῃ, πρὶν ἢ ζητήσῃ νὰ διαθέσῃ ἐκ τοῦ ὑστερήματός του ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας τὰ χρήματα ταῦτα; Κύριοι, πάλιν θέλω κάμει χρῆσιν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους ἤντλησα ἐκ τῶν ἐπισήμων πληροφοριῶν τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχετε ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων, κατὰ τὰς πληροφορίας τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, φράγκ. 15,112,555, ἤτοι δραχμὰς, πρὸς 112 μόνον λεπτὰ, 16,599,672.80. Ἔχετε ὑπόλοιπον τοῦ δανείου, ὅπερ συνομολογήσατε, κατὰ τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, 9,803,887. Ἑπομένως ἔχετε 26,763,559:80 εἰς τὴν διάθεσίν σας. Καὶ δὲν ἔχετε μόνον αὐτά. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁμιλῶν ἡμέραν τινὰ ἐντεῦθεν, σᾶς εἶπεν, ὅτι, ὅταν συνέτασσε τὸν προϋπολογισμὸν, ἔδωκαν αὐτῷ πληροφορίας, ὅτι ὑπάρχουσι τόσα κτήνη πρὸς πώλησιν, καὶ ὅτι ἐκ τῆς πωλήσεως τούτων ἤθελεν εἰσπράξει 500,000 δραχμὰς ἔσοδον. Ἀλλὰ κατόπιν ἔλαβεν ἄλλας πληροφορίας, ὅτι δὲν θέλει εἰσπράξει 500 χιλιάδας μόνον, ἀλλὰ 1,500,000 δραχμάς, καὶ σᾶς παρέστησε διὰ τούτου τὴν μεγάλην ἀκαταστασίαν, ἥτις ὑπάρχει εἰς τὰ γραφεῖα τοῦ κλάδου τῆς στρατιωτικῆς διοικήσεως. Λοιπὸν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν περιελήφθη ἔσοδον 500,000 δραχμῶν· ἑπομένως ἔχετε περίσσευμα ἐσόδου ἓν ἑκατομμύριον, μὴ περιληφθὲν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς προέβαλε προχθὲς νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν πνευματωδῶν ποτῶν, ἐκ τοῦ ὁποίου προσδοκᾷ νὰ εἰσπράξῃ δραχμὰς 1,800,000. Ἐὰν προσθέσητε καὶ ταῦτα, συνιστάμενα ἐκ 2,800,000, θέλετε ἔχει εἰς τὴν διάθεσίν σας 29,563,559:80. Πόσον εἶναι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1882; Ὅταν ὁ κ. ὑπουργὸς εἰσήγαγε τὸν προϋπολογισμὸν σᾶς εἶπεν ὅτι τὸ ἔλλειμμα εἶναι 11 ἑκατομ. ἄλλην τινὰ ἡμέραν σᾶς εἶπεν ἔλλειμμα 15 ἑκατομ. Κρατήσατε ἐκ τῶν 20,000,000, τὰ ὁποῖα ἔχετε, τὸ ἔλλειμμα τῶν 15 ἑκατομ. καὶ θέλετε ἔχει πάλιν 14 ἑκατομμύρια διαθέσιμα. Ἀπὸ ταῦτα σᾶς λέγω νὰ διαθέσητε τὰ 9,803,887 ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας. Δὲν πρόκειται διὰ τούτου νὰ παρακωλυθῇ ἡ κίνησις τῆς κυβερνητικῆς μηχανῆς, οὔτε κἂν νὰ στενοχωρηθῆτε, διότι θέλουσι σᾶς μείνει 5,000,000 ἀκόμη. Ἢ μήπως ὑπάρχει ἄλλος τις σκοπός; Ἐπειδὴ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ὑπάρχει βεβαία πλειοψηφία, πρὸς ὑποστήριξιν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εἶναι λίαν πιθανὸν, ἴσως ἀναντίῤῥητον, ὅτι τὸ 1882 θέλουσι διέλθει κυβερνῶντες οἱ κκ. ὑπουργοί, ἀφίνουσι τὰ χρήματα ταῦτα διαθέσιμα, ἵνα καλύψωσι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1883, καὶ μὴ εὑρεθῶσιν εἰς τὴν ἀνάγκην κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1883 νὰ μεριμνήσωσι πρὸς ἐξεύρεσιν πόρων καὶ ἐν ἀνάγκῃ πρὸς μεταβολὴν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, ἢ πρὸς ἐπιβολὴν φόρων, ὅπως μὴ δυσαρεστήσωσι τὸν λαόν; Ἡ οἰκονομικὴ αὕτη τακτικὴ εἶναι τακτικὴ ὀλεθρία. Ὅταν τὰ Κράτη ἔχωσιν ἐλλείμματα, πρέπει νὰ σκέπτωνται σπουδαίως, καὶ πρέπει οὐχὶ νὰ διακωμῳδῶσι τὴν αὔξησιν τοῦ τέλους ἐπὶ τοῦ πετρελαίου, τῆς σακχάρεως καὶ τοῦ καφὲ, γενομένην ἵνα πορισθῶμεν 300 χιλ. δραχμῶν, ἀλλὰ πρέπει νὰ καταφύγωσι εἰς πᾶν μέσον, ἵνα δυνηθῶσι νὰ καλύψωσι τὸ ἔλλειμμα ἢ νὰ τὸ μειώσωσιν. Ἐὰν νομίζῃ τις, ὅτι δύναται διὰ χρημάτων, τὰ ὁποῖα δανείζεται ἔνθεν καὶ ἔνθεν, νὰ καλύπτῃ τὰ ἐλλείμματα τῶν προϋπολογισμῶν, θέλει ἀκολουθήσει τὴν τακτικὴν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ γείτονος Κράτους, τὸ ὁποῖον κατὰ πᾶν δεύτερον ἢ τρίτον ἔτος συνομολόγει νέον δάνειον διὰ νὰ καλύπτῃ τὰ ἐλλείμματα δύω καὶ τριῶν ἐτῶν, τὸ ὁποῖον προεξώφλει τοὺς φόρους, καὶ ἔφθασεν ἐκεῖ ὅπου ἔφθασεν. Καὶ ἡμεῖς εἴδομεν αὐτὸ κατὰ τὸ 1877 ποῦ ἔφθασε, καθὼς βλέπομεν καὶ τώρα, ὅτι ἐκεῖ ἀνενδότως ἀσχολοῦνται ἤδη εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἀνόρθωσίν των, καὶ τὸ παράδειγμα αὐτοῦ ἂς κεντήσῃ καὶ ἡμᾶς εἰς τὸ ἔργον, ὅπως μὴ μετερχώμεθα αὐτὴν τὴν ὀλεθρίαν οἰκονομικὴν τακτικὴν, διὰ νὰ μὴ μετερχώμεθα αὐτὴν τὴν ἀδρανῆ οἰκονομικὴν τακτικὴν, αὐτὴν τὴν τακτικὴν, ἡ ὁποία δὲν θέλει νὰ μεριμνᾷ διὰ νὰ μὴ βασανίζῃ τὸ πνεῦμα, δὲν θέλει νὰ ἐνοχλῇ τοὺς ἄλλους, ἵνα ὅλοι ἦναι εὐχαριστημένοι ἀπὸ αὐτὴν, αὐτὴ δ’ ἀρκεῖται νὰ μένῃ οὕτως ἐν τῇ Κυβερνήσει. Τακτικὴ τοιαύτη δὲν εἶναι ἡ προσήκουσα, ὡς δὲν εἶναι ἐπίσης προσῆκον νὰ λέγῃ εἰς τὸν κόσμον, ὅτι μεριμνῶμεν περὶ ὁδοποιΐας, ὅτι δι’ αὐτὴν ἐπιβάλλομεν ἓν δεκατημόριον ἐπὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, δι’ αὐτὴν δανειζόμεθα, ἐνῷ ἠδυνάμεθα κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ θεραπεύσωμεν τὰς ἀνάγκας τῆς ὁδοποιΐας, χωρὶς νὰ ὑποβάλωμεν τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰς τὴν πληρωμὴν τοσούτων τόκων. Ἀκούω ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν κατὰ τὴν πτέρυγα ταύτην ψιθυρισμοὺς, καὶ ἐννοῶ ὅτι εἶναι προδήλωσις τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τὰ πλεῖστα μέλη θέλουσι δηλώσει ἐπὶ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν θέλω ὑποβάλει. Γνωρίζω, ὅτι ἡ φωνή μου πιθανῶς θέλει εἶσθαι φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ. Ἀλλ’ ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ἦναι τ’ ἀποτελέσματα, ἐγὼ ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου ἔχω νὰ ἐκπληρώσω καθῆκον, καὶ θέλω ἐκπληρώσει τὸ καθῆκον τοῦτο διὰ ν’ ἀκούσητε τῆς φωνῆς μου καὶ οἱ ἐντὸς καὶ οἱ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ τυπωθῶσιν οἱ λόγοι μου εἰς τὰ πρακτικὰ, διότι θέλει ἔλθει ἡ ἡμέρα....
§90ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἡ ἡμέρα τῆς δευτέρας παρουσίας.
§91ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Τῆς δευτέρας παρουσίας τῆς Ἑλλάδος.
§92ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλει ἔλθει ἡ ἡμέρα, καθ’ ἣν ὅλοι θὰ ἀνταμωθῶμεν, καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην θέλει εἴπει ἕκαστος τί ἔπραξε καὶ πῶς ἐπολιτεύθη. Ἀνακεφαλαιώνων λοιπὸν προτείνω νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ προσθήκης ἑνὸς δεκατημορίου ἐπὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, ἀλλὰ τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τῆς προσθήκης ταύτης ν’ ἀποδοθῇ ὁλόκληρον εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Προτείνω ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας αἱ δραχμαὶ 9,893,887, ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τὸ ὁποῖον εἶχε συνομολογηθῆ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸ συνιστάμενον εἰς 5,791,193 εἰς χρυσὸν, καὶ 4,012,694 εἰς γραμμάτια. Νὰ πληρόνηται δὲ ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ὁ τόκος διὰ τὸ ποσὸν τοῦτο, ὁ συμπεφωνημένος διὰ τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Τραπέζης, τοῦ ἑνὸς τοῖς ἑκατὸν, κατὰ πᾶσαν ἑξαμηνίαν, τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ πληρόνῃ μέχρι τοῦδε τὸ Δημόσιον. Κατὰ συνέπειαν ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν: Ἅρθρον 1. «Προστίθεται ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας «ἐφ’ ἁπάντων τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἓν δεκατημόριον, (τοῦ ὁποίου γίνεται ἀνεκτὴ ἡ εἴσπραξις ἀπὸ τῆς εἰς τὴν Βουλὴν εἰσαγωγῆς τοῦ παρόντος νόμου». Εἶπον τοῦτο, διότι τὸ μέτρον τῆς θεραπείας, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος τοῦ 1880 εἶχεν ἀποδεχθῆ, ἤτοι, ὅταν ἐν τῇ Βουλῇ δὲν ψηφισθῇ ἡ προσθήκη τῶν τελῶν, νὰ ἀποδίδωνται τὰ εἰσπραχθέντα τέλη εἰς τοὺς καταβαλόντας, εἶναι ἄνευ σκοποῦ· διότι τὰ καταβληθέντα κατεβλήθησαν μὲν ἀπὸ τοὺς ἐμπόρους, ἀλλ’ οὗτοι τὰ εἰσέπραξαν ἀπὸ τοὺς ἀγοραστὰς τῶν εἰδῶν, ἤ οἱ τοὺς καταναλωτὰς, καὶ ἑπομένως λαμβάνοντες αὐτὰ ἐπιστρεφόμενα ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον δὲν δύνανται νὰ τὰ ἀποδώσωσιν εἰς τοὺς πληρώσαντας αὐτὰ καταναλωτάς. Διὰ τοῦτο σκοπεύω νὰ προτείνω νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ καταργηθῇ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου τοῦ 1850, ὡς καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νόμου τοῦ 1867. Ἄρθρον 2. «Εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας «τίθενται δραχμαὶ πέντε ἑκατομμύρια ἑπτακόσιαι ἐννενή«κοντα καὶ μία χιλιάδες, καὶ ἑκατὸν ἐννενήκοντα τρεῖς, «ἀριθ. 5,791,193, εἰς μεταλλικὸν, καὶ δραχμαὶ τέσσαρα «ἑκατομμύρια δώδεκα χιλιάδες καὶ ἑξακόσιαι ἐννενήκοντα «τέσσαρες, ἀριθ. 4,012,694, ὑπόλοιπον ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τρα«πέζῃ τοῦ μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ αὐτῆς συνομολογηθέν«τος δανείου κατὰ τὰς ἀπὸ 8 Ὀκτωβρίου καὶ 26 Ὀκτω«βρίου 1880 μετ’ αὐτῆς συμβάσεις, τὰς κυρωθείσας διὰ τοῦ «ἀπὸ 2 Δεκεμβρίου 1880 ΩΞΖ νόμου». Ἄρθρον 3. «Παρὰ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας καταβάλ«λεται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, κατὰ πᾶσαν ἑξαμηνίαν, «ἤτοι κατὰ τὴν 30 Ἰουνίου καὶ κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου «ἑκάστου ἔτους, ὁ παρὰ τοῦ Δημοσίου πληρωτέος εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν διὰ τὸ εἰρημένον ποσὸν τῶν δραχ. ἐννέα ἑκατομμυρίων ὀκτακοσίων τριῶν χιλιάδων ὀκτακοσίων ὀγδοήκοντα ἑπτὰ, ἀριθ. 9,803,887, τόκος τοῦ ἑνὸς τοῖς ἑκατὸν, κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τῆς ἀπὸ 8 Ὀκτωβρίου 1880 μνημονευθείσης συμβάσεως».
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ γείνῃ τώρα ἡ δευτέρα ἀνάγνωσις.
§94ΤΙΝΕΣ. Ὄχι· αὔριον.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε νὰ τελειώσωμεν σήμερον.
§96ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἔχομεν ἀπαρτίαν. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 8 καὶ 15 μ. μ.