1882.05.07
2,236 rows · 17,408 words · 145 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 65
τῆς 7 Μαΐου 1882
Ὥρα 2 μ. μ.
(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τὰ πρακτικὰ τῶν ἐνεργηθεισῶν ἐκλογῶν Αἰγίνης, Κερκύρας καὶ Μέσσης. Θὰ κληρωθῶσιν εἰς τὰ Τμήματα. (Γενομένης τῆς κληρώσεως ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ ἀντιπροέδρου Γεωργιάδου, ἔλαχον ἡ μὲν ἐκλογὴ Κερκύρας εἰς τὸ ΣΤʹ Τμῆμα, ἡ δὲ ἐκλογὴ Μέσσης εἰς τὸ Αʹ καὶ ἡ τῆς Αἰγίνης εἰς τὸ Γʹ).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶχε χορηγήσει ποσὸν 500 δραχμῶν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ ταμείου Θηβῶν. Τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν ἤρκεσε, καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐξαιτεῖται ἀκόμη δραχμὰς 457 καὶ 80 0)0. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιψηφίσῃ αὐτὸ τὸ ποσόν.
§3ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, Μάλιστα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπερώτησις τοῦ βουλευτοῦ τῆς ἐπαρχίας Ὄρους κ. Νικοκάβουρα.
§5ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει.) (Ὅρα Παράρτημα).
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑτέρα ἐπερώτησις τοῦ ἐξ Ἄργους βουλευτοῦ Σ. Δανοπούλου.
§7ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει.) (Ὅρα Παράρτημα.)
§8ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀποτείνομαι πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐστάλη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀναφορὰ ἐν εἴδῃ ὑπομνήματος περὶ τροποποιήσεως διαφόρων διατάξεων τοῦ Προξενικοῦ Νόμου. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ἐὰν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν καὶ τὴν ἐνήργησεν.
§9ΤΟΥΡΝΑΚΗΣ. Ὑποβάλλω, κύριοι, τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν.
§10ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). (Ὅρα Παράρτημα.)
§11ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι πρὸ πολλοῦ καιροῦ εἶχον συστήσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκ μέρους τοῦ δημάρχου Πατρέων σύμβασιν συνομολογηθεῖσαν μεταξὺ τοῦ δήμου Πατρῶν καὶ ἑταιρίας ἱπποσιδηροδρόμων, τὴν ὁποίαν ἐπίσης κατὰ ὑπόμνημα τοῦ ἐμπορικοῦ Συλλόγου Πατρῶν συνέστησα μετὰ ταῦτα. Ἤδη ἀπὸ συμπολίτας μου ἔλαβον ἐπιστολὴν ἔχουσαν ἐπισυνημμένην ἀναφορὰν πολλῶν συμπολιτῶν μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως, καὶ ἀποροῦν οἱ συμπολῖταί μου πῶς μέχρι τοῦδε ἡ Κυβέρνησις δὲν εὐηρεστήθη νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς ψηφίσεως αὐτῆς τῆς συμβάσεως. Θὰ ἦτο περιττὸν βεβαίως νὰ πλέξω τὸ ἐγκώμιον τοῦ Ἡρακλέους, νὰ εἴπω δηλαδὴ τὴν ἀνάγκην καὶ τὴν ὠφέλειαν τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας. (Θόρυβος). Ναὶ, κύριε Καλλιγᾶ, ἀλλ’ ὁ πράγματι εὐφυὴς ἄνθρωπος πρέπει νὰ λαμβάνῃ πρόνοιαν περὶ αὐξήσεως τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, ἥτις συντελεῖ εἰς τὴν ὠφέλειαν τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν κτημάτων.
§12ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἴπατε περὶ Ἡρακλέους.
§13ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί· καὶ σεῖς, ὅστις ἔχετε τάσεις Ἡρακλέους, καί τοι μικρὸς τὸ δέμας, φροντίσατε δι’ ἔργων, ὥστε νὰ διορθωθῶσιν ὅλα αὐτὰ τὰ κακὰ, ἐν οἷς καὶ αἱ πλημμύραι τῆς Στυμφαλίας, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ προλαλήσας βουλευτὴς Κορινθίας.— Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως τὸ ταχύτερον ἐπικυρώσῃ τὴν σύμβασιν αὐτὴν, διότι εἶναι ὠφέλιμος, μάλιστα εἰς ὅλα τὰ μέρη ἐκεῖνα, ὅπου εἶναι σταφιδάμπελοι καὶ πρόκειται νὰ συνδεθῇ ἡ πρωτεύουσα μὲ τοὺς ἔξω δήμους. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ταχύτερον φροντίσῃ νὰ ἐπικυρωθῇ ἡ σύμβασις αὕτη, καὶ ἐπιμένω νὰ μάθω ἐὰν ἔλαβεν αὐτὴν τὴν τελευταίαν ἀναφορὰν διὰ νὰ γνωρίσωμεν τί τρέχει καὶ ποῖον εἶναι τὸ ἐμπόδιον τῆς μὴ μέχρι τοῦδε κυρώσεως. Ἡ ἀναφορὰ ἐστάλη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, πρὸς ἐμὲ δὲ ἐστάλη ἀντίγραφον αὐτῆς.
§14ΦΛΕΣΣΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ὁ ἔντιμος φίλος μου, κ. Λ. Καπετανάκης, βουλευτὴς ἐξ Οἰτύλου, τὴν παρελθοῦσαν Δευτέραν, ἂν δὲν πλανῶμαι, καθ’ ἣν ἀσθενῶν δὲν εὑρισκόμην ἐν τῇ Βουλῇ, ἀναβὰς ἐπὶ τῷ βήματι τούτῳ λίαν ὀργίλως ἐπηρώτησε τὸν κ. ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως περὶ τῆς παύσεως ἑνὸς βοηθοῦ τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου Καλαμῶν, συγγενοῦς του, καὶ περὶ τοῦ διορισμοῦ δύω ἑτέρων, κατ’ αὐτὸν, ἀκαταλλήλων, καὶ παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σπουδαῖον ἀδίκημα, ὅπερ ἐπηνέχθη εἰς τὴν νεότητα τῆς πόλεως Καλαμῶν, πρὸς δὲ καὶ τὰς ἐκ τῆς παύσεως δεινὰς συνεπείας. Συγχαίρω τὸν ἔντιμον φίλον μου ἀπὸ καρδίας διὰ τὴν μέριμναν, ἣν ἀπέδειξεν ὑπὲρ τῆς νεότητος τῆς πόλεως Καλαμῶν, καὶ συλλυποῦμαι τοὺς συναδέλφους μου βουλευτὰς ἐκ Καλαμῶν, διότι, ἐνῷ μᾶλλον τοῦ κ. Καπετανάκη ἐνδιεφέροντο ὑπὲρ τῆς ἀδικηθείσης νεότητος Καλαμῶν, ἀπέδειξαν ὅμως ἀδιαφορίαν ἐπὶ τῷ ἀδικήματι κατὰ τῶν συμπολιτῶν των νέων. Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν ἔντιμον φίλον μου βουλευτὴν ἐξ Οἰτύλου νὰ δεχθῇ μερικὰς θετικωτέρας πληροφορίας, πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἰδικῶν του, τὰς ὁποίας θὰ τῷ ὑποβάλω· ὅτι ὁ διορισθεὶς ἀντὶ τοῦ παυθέντος συγγενοῦς του Σ. Μποσκαΐνου δὲν διωρίσθη ἤδη ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ὑπουργοῦ τῆς Δημοσίας ἐκπαιδεύσεως, καὶ ὁ νῦν κ. ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως μετέθεσεν αὐτὸν ἀπὸ τοῦ ἑλληνικοῦ Σχολείου Πυλίας εἰς τὸ τῶν Καλαμῶν. Ἐπίσης καὶ ὁ ἕτερος εἶχε διορισθῆ ὑπὸ τοῦ κ. Κουμουνδούρου εἰς τὸ ἑλληνικὸν σχολεῖον Καλαμῶν καὶ εἶναι εἷς τῶν ἠθικωτέρων καὶ ἱκανῶν νέων τῆς πόλεως Καλαμῶν. Κατὰ συνέπειαν τὰ παράπονα τοῦ ἐντίμου φίλου μου δὲν εἶναι βάσιμα καὶ δίκαια.
§15Λ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ δύω λέξεις.
§16ΠΟΛΛΟΙ. Συζήτησιν θὰ κάμωμεν τώρα;
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου περὶ εἰσαγωγῆς ἁπάσης τῆς Ἑλληνικῆς Νομοθεσίας εἰς τὰς νέας Ἐπαρχίας, δέον νὰ ληφθῶσι μέτρα περὶ τῆς στρατολογίας ἐν αὐταῖς. Ἡ στρατολογία δὲν εἶναι δυνατὸν, κατὰ τὰς διατάξεις αὐτοῦ τοῦ νόμου, νὰ ἐκτελεσθῇ ἐντὸς τοῦ ἔτους τούτου, ἑπομένως ὡς πρὸς τὸ ἔτος 1882 πρέπει ν’ ἀναβληθῇ αὕτη ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις. Πλὴν ὅμως τούτου πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν καὶ περὶ τῶν Ὀθωμανῶν συμπολιτῶν ἡμῶν ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις ἐκείναις· δὲν ἐξετάζω, τί περὶ αὐτῶν προνοεῖ ἡ Σύμβασις, διότι ἤδη οἱ Ὀθωμανοὶ οὗτοι εἶναι συμπολῖται ἡμῶν καὶ ἔχομεν τὸ καθῆκον νὰ προνοῶμεν περὶ αὐτῶν ἡμεῖς ἐν τῷ συμφέροντι καὶ τῆς Πολιτείας καὶ αὐτῶν, καὶ οὕτω σκεπτόμενοι φρονοῦμεν, ὅτι ἐπί τινα χρόνον δέον ν’ ἀναβληθῇ ὡς πρὸς τοὺς Ὀθωμανοὺς ἡ ὑποχρέωσις πρὸς στράτευσιν. Πρὸς τοῦτο ἐπηνέχθησαν καί τινες μεταῤῥυθμίσεις εἰς τὰ τῆς Χωροφυλακῆς, ὅπως καταστῇ ἡ ἐν τῷ σώματι ἐκείνῳ κατάταξις Ὀθωμανῶν εὐχερεστέρα· ἀλλὰ τὴν ὑποχρέωσιν θεωροῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν ἐπί τινα ἔτη, καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅπερ ὑποβάλλω, ὁρίζομεν τὸ 1889 ὡς ἔτος ἐφαρμογῆς ὡς πρὸς τοὺς Ὀθωμανοὺς συμπολίτας ἡμῶν τῆς ὑποχρεώσεως τῆς στρατεύσεως. Κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς παρελθούσης Περιόδου πολὺς ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ ληφθέντος μέτρου παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς μισθώσεως τῶν ἐπὶ τῶν ποταμῶν πορθμείων. Διὰ τῆς μισθώσεως τῶν πορθμείων ἐπὶ τῶν ποταμῶν ἀφῃρέθησαν ἀπὸ διαφόρων σωματείων τὰ τέλη, τὰ ὁποῖα ὑπὲρ αὐτῶν εἰσεπράττοντο καὶ ἰδίως ἀπὸ Ἐκκλησιῶν, Κοινοτήτων καὶ Δήμων. Ἤδη δὲ τὸ ζήτημα τοῦτο παρουσιάζεται σπουδαιότερον ἔτι ἐπὶ τοῦ Πηνειοῦ, ὅπου διετάχθησαν ἐσχάτως δημοπρασίαι πρὸς ἐκμίσθωσιν τῶν πορθμείων. Ἐν τῇ τελευταίᾳ Συνόδῳ τῆς παρελθούσης Περιόδου ὡμίλησα καὶ ἐγὼ περὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ ἐξέφρασα τὴν γνώμην, ἣν ἐφάνη ἀποδεχομένη ἡ Βουλὴ, ὅτι καίτοι τὸ γενόμενον δὲν ἦτο παράνομον, οὐχ ἧττον ὅμως ἦτο πρέπον νὰ ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια περὶ ἀποδόσεως εἰς τὰς Ἐκκλησίας, τὰς Κοινότητας καὶ τοὺς Δήμους τοῦ προϊόντος τῶν πορθμείων, οὗτινος ἐστερήθησαν, τοὐλάχιστον ἐφ’ ὅσον ἐξηκολούθει τὸ αὐτὸ σύστημα τῶν διαπορθμεύσεων. Ἔκτοτε ἐκρίθη πρέπον, ὅπως τὰ πορθμεῖα, θεωρούμενα ὡς ἀναπληροῦντα τὰς γεφύρας, ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, εἰς ἣν καὶ αἱ γέφυραι ὡς πρὸς τὰ τῆς συστάσεως καὶ διατηρήσεως αὐτῶν, ἤτοι εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, καὶ ἀπαγορευθῇ ἡ εἴσπραξις τέλους διαπορθμεύσεως ἐπ’ αὐτῶν, θεωρουμένων τῶν διοδίων ἐπὶ τῆς ὁδοῦ, ἣν τὰ πορθμεῖα συνεχίζουσιν, ὡς ἐπαρκῶν ἀπέναντι τῶν ἐξόδων, ἅτινα ταῦτα ἐπάγονται· ἀλλὰ μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἀλληλοδιαδόχως τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας θέλει παραλάβει πάντα τὰ ὑπάρχοντα πορθμεῖα, ἐθεωρήθη πρέπον, ἵνα τὸ προϊὸν τῶν ἐκμισθώσεων τῶν διατηρουμένων ἐν τῷ μεταξὺ πορθμείων παρ’ ἰδιωτῶν, ἀποδίδηται εἰς τὰ σωματεῖα, ἅτινα μέχρι τῆς ἐκμισθώσεως ἀπελάμβανον αὐτῶν. Κατὰ ταῦτα συνετάχθη νομοσχέδιον, ὅπερ ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νομοσχέδιον περὶ τῶν πρὸς χρῆσιν τῶν ὑδραγωγείων τῶν πόλεων ἢ κωμοπόλεων καταλαμβανομένων γαιῶν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι λίαν ἐπεῖγον, διότι ἐκ τῆς ἐλλείψεως νόμου περὶ ἀναγκαστικῆς ἐκποιήσεως παρεμποδίζεται ἡ συμπλήρωσις τοῦ Ἀδριανείου ὑδραγωγείου, καὶ ἤδη, ἂν ἐπιτραπῇ εἰς τὸν δῆμον νὰ προβῇ εἰς ἀναγκαστικάς τινας ἐκποιήσεις πρὸς διοχέτευσιν τῶν ὑδάτων τοῦ ὑδραγωγείου ἐκείνου, ἐλπίζεται, ὅτι ἐντὸς ὀλιγίστων ἡμερῶν δύναται νὰ διοχετευθῇ εἰς τὴν δεξαμενὴν τῆς πόλεως ποσὸν ἀνώτερον τῶν τριῶν ὀκάδων ὕδατος. Ὑποβάλλω προσέτι εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νομοσχέδιον περὶ προσχωρήσεως εἰς τὰς περὶ διαμοιβῆς ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν διεθνεῖς συμφωνίας. Ἀφορᾷ τοῦτο εἰς σύμβασιν ὑπογραφεῖσαν παρὰ τῶν πλείστων Δυνάμεων, καθ’ ἣν ἐπιτρέπεται ν’ ἀποστέλλωνται διὰ τοῦ Ταχυδρομείου παρ’ ἰδιωτῶν χρήματα ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν διὰ συμφωνιῶν ταχυδρομικῆς ἀμοιβαιότητος, ἕκαστον δὲ Κράτος καὶ ἐκ τῶν μὴ ὑπογραψάντων τὴν σύμβασιν ἐκείνην, δύναται, προσχωροῦν εἰς τὰς συμφωνίας, νὰ ἀπολαύσῃ τῶν πλεονεκτημάτων τῆς συμβάσεως. (Ὅρα Παράρτημα).
§19Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ ὕδατος δὲν εἶναι δίκαιον νὰ θεωρηθῇ κατεπεῖγον;
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα. Νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον καὶ νὰ καταχωρισθῇ ἀμέσως εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§21ΚΑΛΛΙΓΑΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι, ἔρχομαι πάλιν νὰ σᾶς ζητήσω τὸ μηνιαῖον. Γνωρίζω, ὅτι γίνομαι ὀχληρός· ἀλλ’ ἕως ὅτου συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ πράττω τοῦτο. Ὑποβάλλω λοιπὸν νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως ἑνὸς δωδεκατημορίου διὰ τὸν μῆνα Μάϊον. (Ὅρα Παράρτημα.)
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ βέβαια τὸ θεωρεῖ κατεπεῖγον, καὶ θὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§23ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προικίσεως τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας.
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι καὶ πάλιν πρέπει νὰ διατρέξωμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν διὰ νὰ ἴδωμεν ποῦ ὁμοφώνως ἡ Βουλὴ συναινεῖ εἰς ψήφισιν νομοσχεδίων. Εὐθὺς ὡς γίνει ἀντίῤῥησις, ἔστω καὶ παρ’ ἑνὸς βουλευτοῦ, τότε μεταβαίνομεν εἰς τὸ ἑπόμενον ἀντικείμενον.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ περὶ προικίσεως τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας νομοσχέδιον ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, νὰ γείνῃ πρώτη ἀνάγνωσις;
§27ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.— Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§29ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Πρώτη συζήτησις ἐπὶ τῶν συμβάσεων μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδιωτῶν περὶ τῆς κατασκευῆς διαφόρων σιδηροδρομικῶν ὁδῶν.
§31ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ἐπ’ αὐτοῦ θὰ γείνῃ συζήτησις μεγάλη.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται καὶ αὐτό.—Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως συμβάσεως πρὸς κατασκευὴν σιδηροδρόμου ἀπὸ Πειραιῶς εἰς Πάτρας καὶ Ναύπλιον. Βεβαίως καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχει ἀντίῤῥησις καὶ ἀναβάλλεται.—Πρώτη συζήτησις τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ νομοσχεδίου. Ἐπίσης καὶ εἰς αὐτὸ ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, καθὼς καὶ εἰς τὸ περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ΨΙΣΤʹ Νόμου περὶ στρατολογίας, καθὼς καὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ ναυτικῆς στρατολογίας. Ἑπομένως ἀναβάλλεται ἡ ἐπ’ αὐτῶν συζήτησι.
§33ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἡ ὑπηρεσία, κύριοι, ἡ ναυτικὴ χωλαίνει, διότι ἔχομεν πλοῖα καὶ δὲν ἔχομεν ναύτας. Πρέπει λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περὶ τῆς ναυτικῆς στρατολογίας νὰ συζητηθῇ.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴπομεν, κύριε βουλευτὰ, ὅτι ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, καὶ ἑπομένως ἀνεβλήθη.— Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσμετρήσεως τοῦ πρὸς προβιβασμὸν ἀξιωματικῶν ἀπαιτουμένου χρόνου.
§35ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς αὐτὸ δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναγινώσκεται. (Ἀναγινώσκεται τὸ 1 ἄρθρον).
§37Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔχω ἀντίῤῥησιν, κύριε Πρόεδρε.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.—Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπεκτάσεως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος καὶ ὑπὲρ τῶν ἄλλων προνομιούχων καὶ ἀνεγνωρισμένων Τραπεζῶν τῶν ἰσχυουσῶν ὑπὲρ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, δυνάμει εἰδικῶν συμβάσεων καὶ νόμων, διατάξεων ὡς πρὸς τὰς ἀναγκαστικὰς ἐκτελέσεις κλπ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις εἰς αὐτό;
§39Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μίαν μόνον ἐρώτησιν θὰ κάμω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν αἱ Τράπεζαι ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ δανείζωσι καὶ εἰς κτηματίας μὲ τριτεγγυημένον γραμμάτιον, χωρὶς αὐτοὶ νὰ ἦναι ἔμποροι.
§40ΡΑΛΛΗΣ (ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα· ἀφομοιοῦται ἡ θέσις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης μετὰ τῶν ἄλλων Τραπεζῶν.
§41ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε. Διεξελθὼν κἀγὼ εἰς κατ’ ἰδίαν μελέτην τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἐδικαίωσα καὶ ἐκ τούτου ἐμαυτόν, ὅτι ἀπὸ μακροῦ ἤδη χρόνου εἶχον μεμορφωμένην τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ μέρος τῆς Πολιτικ. Δικονομίας, τὸ περὶ ἐκτελέσεως, ἔχρῃζε μεταῤῥυθμίσεως, καὶ τοιαύτην τινα ἐμελέτων μέλλουσαν ν’ ἀποτελέσῃ ἓν κοινὸν δίκαιον ἐκτελέσεως καὶ οὐχὶ προνομιακὸν ὑπὲρ τῶν ἰσχυρῶν, χάος δὲ ἀδιέξοδον ὑπὲρ τῶν ἰδιωτῶν καὶ ἀδυνάτων, καὶ κατεμεμφόμην κατ’ ἐμαυτὸν τῶν θεσπισάντων περὶ προνομίου ἐκτελέσεως διὰ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν· ἀλλ’ ἤδη δυστυχῶς βλέπομεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις βαδίζει πάλιν τὴν αὐτὴν ὁδὸν τῆς περιποιήσεως τῶν ἰσχυρῶν, ἀφίνουσα τὸν κυκεῶνα διὰ τοὺς μικροὺς κεφαλαιούχους ἢ ἀκουσίους δανειστάς, ὅπερ τοῦτο τὸ σπουδαιότατον, ὅτε δὲν ἐκλέγει ὁ δανειστὴς τὸν ὀφειλέτην. Δράττομαι λοιπὸν τῆς στιγμῆς, ὅτε ἡ Βουλὴ εἶναι διατεθειμένη, ἵνα ψηφίσῃ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἵνα ζητήσω ἀντὶ πάσης ἄλλης εὐρυτέρας διὰ τοὺς μικροὺς κεφαλαιούχους ἢ δανειστὰς μεταῤῥυθμίσεως τῶν δημευτικῶν ἐκτελεστηρίων διατάξεων τῆς Πολιτ. Δικονομίας, νὰ ἀρκεσθῶ προτείνων ὑμῖν, ὅπως τὸ ἐξαιρετικὸν τοῦτο νομοσχέδιον τῶν τραπεζικῶν εὐκολιῶν ἀντικαταστῇ ἢ τὸ κοινὸν δίκαιον, τὸ ὑφιστάμενον περὶ ἐκτελέσεων. Δυστυχῶς ἀντιλαμβάνομαι θορύβου ἐμφαίνοντος ἀνανέωσιν, καὶ δὲν ἐννοῶ διατί! Διατί τάχα αἱ Τράπεζαι διαθέτουσαι κεφάλαια μεγάλα καὶ ἀλλότρια, οὐχὶ δηλονότι ἐννοῶ προσωπικὰ ἀτομικὰ ἑνὸς, ἀλλὰ μετοχικὰ, καὶ ἑπομένως ἀνεπαισθήτου δυσχερείας κινήσεως ἑαυτῶν, καὶ οὔτε ἐκ τῶν δυσχερειῶν τῆς ἐκτελέσεως ὑποκείμεναι εἰς ἄμεσα ὀλέθρια ἀποτελέσματα, διότι εἰσὶν ἠθικὰ πρόσωπα ἄληπτα κατ’ ἄτομον, διατί αὗται νὰ χαίρωσι νομοθετικῆς εὐνοίας καὶ ν’ ἀπολαύωσι προνομίων, ὁ δὲ ἱδρὼς τοῦ πτωχοῦ κεφαλαιούχου νὰ τίθεται εἰς προβληματικὴν θέσιν, ἂν θὰ εἰσπραχθῇ δι’ ἐκτελέσεως ἢ ὄχι; Καὶ πάλιν διατί οἱ μικροὶ ὀφειλέται νὰ ὦσι καὶ οὗτοι τὰ θύματα τοῦ δημοσίου θησαυροῦ; Τίς ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ, ὅτι δι’ ὀφειλὴν 10 δραχμῶν κατάσχονται πενταπλασίας ἀξίας κινητὰ ἢ ἀκίνητα, καὶ μετὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν παρουσιάζεται ὁ ὀφειλέτης ὀφείλων πάλιν οὐχὶ μόνον τὰς 10 δραχμὰς τοὐλάχιστον, ὡς πρότερον, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀπώλειαν τῆς περιουσίας του ὀφείλει πλειότερα, διότι ἐγένετο δαπάνη πρὸς ἐκποίησιν μὴ καλυφθεῖσα, καὶ οὕτως ἐπαναλαμβάνεται κατάσχεσις καὶ ἐξοντοῦται ὁλοσχερῶς ἡ μικρὰ περιουσία. Πῶς ἀνέχεσθε τὴν τοιαύτην δήμευσιν τῆς περιουσίας τοῦ δυστυχήσαντος συμπολίτου σας ὑπὸ τὴν ὄψιν φόρου χαρτοσήμου παρουσιαζομένην; Ἐννοῶ τὸν φόρον τοῦ χαρτοσήμου ἐπὶ τῶν κερδῶν ἢ ἀδήλων ἐπιχειρήσεων, ἀλλὰ φόρος χαρτοσήμου ἐπὶ τῆς δυστυχίας! Ἐδυστύχησεν ἓν ἄτομον καὶ δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ τὰ χρέη του, καὶ δίδει τὸ αἷμά του, τὰ ὑπάρχοντά του, ἵνα τιμίως ἱκανοποιήσῃ τοὺς δανειστάς του. Ὑμεῖς λέγετε ὄχι, δὲν ἔπρεπε νὰ δυστυχήσῃ καὶ ἐπειδὴ ἐδυστύχησε καὶ τῷ πωλοῦν τὰ ὑπάρχοντά του, ἡμεῖς θέλομεν φόρον ἐπὶ τῆς δυστυχίας, θέλομεν χαρτόσημον, ὅπως μὴ ἱκανοποιήσῃ τοὺς δανειστάς, ἀλλὰ νὰ κατασυντρίψωμεν καὶ αὐτὸν καὶ τὴν οἰκογένειάν του καὶ τὴν κοινωνικήν του θέσιν καὶ τὴν τιμήν του. Τὸ σύστημα τοῦτο, κύριοι, δὲν εἶναι νομοθετικὴ κατάστασις εὐνομουμένου ἔθνους, καὶ ἰδοὺ εὐκαιρία, ἵνα ἀντὶ παντὸς γενικωτέρου μέτρου ἐπεκτείνωμεν τὸ προνόμιον τῶν Τραπεζῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, εἰσαγόμενον νὰ ἰσχύῃ ὡς κοινὸν δίκαιον, ὡς κοινὸς τύπος ἐκτελέσεως ἐν τῇ Δικονομίᾳ· ἄλλως, ἔχει δίκαιον ὁ λαὸς νὰ φρονῇ, ὅτι δὲν εἴμεθα ἀντιπρόσωποι τῶν συμφερόντων του καὶ τοῦ δικαίου τοῦ πτωχοῦ, ἀλλὰ συνέταιροι καὶ κόλακες τῶν ἰσχυρῶν τῶν κατατρωγόντων αὐτά. Προτείνω λοιπὸν νὰ γενικευθῇ τὸ νομοσχέδιον ἀνεξαιρέτως εἰς πάσας τὰς ἐκτελέσεις.
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂς τὸ ἀφήσωμεν καὶ αὐτὸ, κύριε Πρόεδρε, καὶ ἂς προχωρήσωμεν εἰς τὸ ἑπόμενον νομοσχέδιον.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε λοιπὸν, κύριε Δουζίνα· τὸ ἀφίνομεν καὶ αὐτό.
§44ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὄχι νὰ τὸ ἀφήσωμεν, ἀλλὰ νὰ τὸ συζητήσωμεν.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις, ἀναβάλλεται. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐξετάσεως τῶν Ὀθωμανίδων ὡς μαρτύρων.
§46ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις εἰς αὐτό. (Ἀναγινώσκονται τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως). (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 3).
§47ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀντὶ τοῦ «βʹ παραγράφῳ τοῦ προηγουμένου» νὰ τεθῇ «βʹ παραγράφῳ τοῦ πρώτου». (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνεται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 3, καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου ὡς καὶ τὸ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως εἰς βʹ συζήτησιν).
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ σημειώσεως ὑποθηκῶν ἐν τοῖς νομοῖς Ἄρτης, Λαρίσσης καὶ Τρικκάλων. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διορισμοῦ ἑρμηνέων τῆς Τουρκικῆς γλώσσης ἐν τοῖς δικαστηρίοις τῶν νέων ἐπαρχιῶν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 1. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 2).
§50ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον, μετὰ τὸ «ἐπὶ τῇ παραγγελίᾳ τῶν Δικαστηρίων» νὰ τεθῇ «τῶν παρ’ αὐτῶν διοριζομένων εἰσηγητῶν, τῶν ἀνακριτῶν». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 3. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 4).
§51ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τὴν προτελευταίαν παράγραφον, μετὰ τὸ «ἄλλως ἡ ἀμφισβήτησις εἶναι ἀπαράδεκτος», νὰ προτεθῇ «ὡς καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελεν ὑποδειχθῆ ὡρισμένως καὶ ἐγγράφως τὸ ἀμφισβητούμενον τῆς μεταῤῥάσεως μέρος». Ἐπίσης δὲ νὰ ἀπαλειφθῶσιν αἱ μετὰ τὴν λέξιν «παράβολα» λέξεις «δὲ ταῦτα». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4. Ἐπίσης ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 5 καὶ 6.)
§52ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλω τροπολογίαν. (Τὴν καταθέτει εἰς τὸ Προεδρεῖον). (Ὅρα Παράρτημα).
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7 ὡς ἔχει). (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 8).
§54ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ «ἐν ἐλλείψει ἢ κωλύματι» νὰ γείνῃ «ἐν ἐλλείψει ἢ ἐν περιπτώσει κωλύματος», καὶ μετὰ τὸ «ὁ Εἰρηνοδίκης» νὰ προστεθῇ «πᾶς εἰσηγητής». (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 8 ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, μετὰ τῶν γενομένων τροποποιήσεων, εἰς βʹ συζήτησιν).
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσθήκης 8 γεωμετρῶν. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 3).
§56ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ κρίνῃ ἂν δὲν ἦναι καλλίτερον ἡ κλῖμαξ τῆς διαῤῥυθμίσεως τῶν ἀποζημιώσεων πρὸς τοὺς γεωμέτρας νὰ τεθῇ ἐν τῷ νόμῳ.
§57ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Πολὺ καλά. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 ὡς καὶ τὸ σύνολον εἰς βʹ συζήτησιν. Ἐπίσης δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἀπαγορεύεται ἡ ἐκχώρησις τῶν μισθῶν τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων.—Ὁμοίως γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ). (Ὁρκίζεται ὁ βουλευτὴς Κερκύρας κ. Κουρκουμέλης).
§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν εἰς τὰς ἐκλογὰς ἀποδυομένων ἀξιωματικῶν, ἐγένετο λόγος περὶ τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς ὁ ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν δύναται νὰ θέσῃ εἰς ἀργίαν τοὺς ἀξιωματικούς, τουτέστιν ἄνευ διαδικασίας τινός· ὁ δὲ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κέας κατόπιν ὅσων παρετήρησε κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην καὶ ὅσων παρετήρησεν ἡ Κυβέρνησις, ὑπέβαλε νομοσχέδιον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἤδη ὑποβάλλω καὶ ἐγὼ νομοσχέδιον περὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος· θεωρῶ δὲ ὅτι ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια ταῦτα πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ὡς κατεπείγοντα, ἐκτὸς ἐὰν θελήσῃ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κέας βουλευτὴς νὰ συγχωνεύσῃ τὸ ἰδικόν του μὲ τὸ ἰδικόν μου, ἀφοῦ λάβῃ γνῶσιν τούτου. (Ὅρα Παράρτημα).
§59ΚΟΡΠΑΣ. Καὶ χωρὶς νὰ θέλω συγχωνεύεται.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προικίσεως τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Ὁ κ. Ζηνόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§61ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πᾶν ἄλλο εἶναι ἀληθὲς ἐν τῷ συζητουμένῳ νομοσχεδίῳ παρὰ ὁ τίτλος αὐτοῦ. Ἀναγινώσκοντες τὸν τίτλον τοῦτον, νομίζετε, ὅτι καλεῖσθε τῳόντι νὰ προικίσητε τὴν ὁδοποιΐαν, καὶ ζηλωταὶ βεβαίως τῶν δημοσίων ἔργων, ζηλωταὶ ἰδίως τῆς μεγάλης καὶ κατεπειγούσης ἀνάγκης τῆς ἀναπτύξεως τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν, σπεύδετε πρὸς τοῦτο, ὑποθέτοντες ὅτι ἐξυπηρετεῖτε αὐτὸν τὸν σκοπόν· ἀλλὰ δυστυχῶς ἀπατᾶσθε. Δὲν εὑρισκόμεθα ἐνώπιον τοιούτου νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν, καὶ ἂς μοὶ συγχωρηθῇ ἡ ἔκφρασις, διότι ἀποδίδω εἰς αὐτὴν μόνον πολιτικὸν χαρακτῆρα, δύω μηχανοῤῥαφίας, μίαν τραπεζιτικὴν καὶ μίαν φορολογικήν. Ἐπειδὴ δὲ εἶπον περὶ τραπεζιτικῆς, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ προσέτι νὰ ἐνθυμηθῶ τὴν στιγμὴν ταύτην τοὺς ὑπαινιγμούς, οἱ ὁποῖοι ἀτόπως, κατ’ ἐμὲ, ἐξετοξεύοντο ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπ’ αὐτῶν ἐκείνων, οἵτινες καὶ εἰσερχόμενοι εἰς τὴν Ἐξουσίαν καὶ ἐξερχόμενοι ἐξ αὐτῆς διαβαίνουσι διὰ διαβατηρίου μιᾶς τραπεζιτικῆς συμβάσεως. Ὕστερον ἀπὸ τὸ πασίγνωστον πλέον τοῦτο, κρίνατε ὑμεῖς ἂν οἱ ἄτοποι ἐκεῖνοι ὑπαινιγμοὶ δὲν κατέθησαν τοὐλάχιστον μέχρι τοῦ ἀστείου. Ἀλλὰ πρόκειται ἆρά γε περὶ προικίσεως τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας; οὐδαμῶς. Πρόκειται τοὐλάχιστον περὶ αὐξήσεως φόρων, ἐπιβαλλομένης ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τῆς συνομολογήσεως δανείου πρὸς ἐπίσπευσιν τῶν ἔργων τῆς ὁδοποιΐας; Παντάπασιν. Ἢ μήπως τὸ δάνειον τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ψηφισθῶσιν οἱ ἐπιζητούμενοι φόροι; Ἢ μὴ τέλος εἶναι κἂν τὸ δάνειον αὐτὸ ὠφέλιμον εἰς τὴν ἐθνικὴν ὁδοποιΐαν; Καὶ περὶ τούτων θέλω διαπραγματευθῆ ἐν πρώτοις, πρὶν ἢ εἰσέλθω εἰς τὸ ὑποκρυπτόμενον, ἀγνοῶ διατί, ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου, ἀλλὰ πράγματι κύριον ζήτημα, τὸ φορολογικόν. Δὲν πρόκειται περὶ προικίσεως τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, καὶ τοῦτο μαρτυρεῖ αὐτὸ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν, ὡς καὶ ἡ σύμβασις, ἥτις μετ’ αὐτοῦ ὑποβάλλεται. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον· Ἄρθρον 1. «Προστίθενται ἐφ’ ἁπάντων τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἀπὸ τῆς εἰς τὴν Βουλὴν εἰσαγωγῆς τοῦ παρόντος Νόμου ἓν δεκατημόριον.» Ὥστε σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ αὔξησις τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν. Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 2. «Εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας θέλει ἀποδίδοσθαι ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου καθ’ ἑξαμηνίαν κατὰ πᾶσαν 1 Ἰανουαρίου καὶ 1 Ἰουλίου ποσὸν ἴσον πρὸς τὸ διατεθὲν ὑπὸ τοῦ εἰρημένου ταμείου εἰς ὑπηρεσίαν τοῦ χρεωλυτικοῦ δανείου, τοῦ συνομολογηθέντος ὑπ’ αὐτοῦ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τῆς ἀπὸ 19 Μαρτίου ε. ε. συμβάσεως δυνάμει τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ΨΙΓʹ Νόμου ἀπὸ 23 Νοεμβρίου 1878 ἐκ δραχμῶν 20,000,000. Ἡ καταβολὴ αὕτη τοῦ Δημοσίου θέλει παύσει ἐπὶ τῇ ἐξοφλήσει τοῦ ἀνωτέρω δανείου». Τέλος, κατὰ τὴν σύμβασιν, τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς ὁδοποιΐας ἔχει δικαίωμα ἐντὸς πέντε ἐτῶν νὰ λάβῃ ἢ νὰ μὴ λάβῃ ἐν μέρει ἢ ἐν ὅλῳ τὸ δάνειον, περὶ οὗ πρόκειται. Ἂν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, ἀληθέστατον ἐπίσης εἶναι ὅτι ὁ τίτλος τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἐκφράζει τὴν ἀλήθειαν, δὲν πρόκειται ἐν αὐτῷ περὶ προικίσεως τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, ἀλλὰ πρόκειται περὶ αὐξήσεως τῶν τελῶν, διότι εἶναι δυνατὸν, εἶναι λίαν πιθανὸν τὸ δάνειον νὰ μὴ πραγματοποιηθῇ ἢ νὰ πραγματοποιηθῇ ἐπ’ ἐλάχιστον, ἐὰν ἀποδειχθῇ εἴτε τὸ ἀσύμφορον αὐτοῦ, εἴτε τὸ περιττόν· ἐν τούτοις ὁ φόρος θὰ μείνῃ, καὶ διὰ νὰ ἐννοήσητε κάλλιον τοῦτο, σᾶς λέγω τί προτείνει σήμερον ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον μᾶς ὑπέβαλε· προτείνει ἐπὶ τοῦ δανείου τούτου τὴν ἀναγραφὴν ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς ὁδοποιΐας ποσοῦ μόνον 33,750 δραχμῶν, διὰ τόκους δανείου 2,000,000 ἐπὶ τρεῖς μῆνας. Κεφάλ. Βʹ, ἄρθρ. 5, ἐδάφ. ιά. τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ ὅμως, ὅταν εἰσήγαγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, μᾶς εἶπεν, ὅτι θέλει ἀποφέρει αὔξησιν τελωνιακῶν τελῶν δύω τοὐλάχιστον ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Καὶ ἐπειδὴ ἤρχισεν ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ πρὸ δύω περίπου μηνῶν, κακῶς, ὡς θέλω ἀποδείξει, θὰ εἰσπραχθῶσι μέχρι τέλους τοῦ ἔτους 1,700,000 κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ἐνῷ τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, τὸ ὁποῖον καλεῖσθε πανηγυρικῶς νὰ προικίσητε, θὰ λάβῃ ἐξ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ ἐφέτος μόνον δραχ. 33,750. Ἀλλὰ πρόκειται ἆρά γε περὶ αὐξήσεως φόρων ἐπιβαλλομένης ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς συνομολογήσεως τοῦ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δανείου τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς ὁδοποιΐας; οὐδὲ τοῦτο. Καὶ διὰ νὰ ἐκτιμήσωμεν τὴν ἀνάγκην ἀπαιτεῖται νὰ ἐξετάσωμεν πόσα ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τούτων δύνανται νὰ διατεθῶσιν ἀποκλειστικῶς εἰς κατασκευὴν νέων ὁδῶν, περὶ ὧν, ὡς νομίζω, πρόκειται διὰ τοῦ συνομολογηθέντος δανείου. Δυστυχῶς, ὅπως καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε, τὰ τῆς λογιστικῆς ὑπηρεσίας τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς ὁδοποιΐας δὲν εἶναι κανονικὰ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἔχωμεν καὶ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ τελευταίου ἔτους. Ἀνέτρεξα διὰ τοῦτο κατ’ ἀνάγκην εἰς τὸν τελευταῖον δημοσιευθέντα ἀπολογισμὸν, τὸν τοῦ 1879, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ἐπειδὴ πρόκειται νὰ μεταχειρισθῶ τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ ἀπολογισμοῦ τούτου, ὅτι, ὅπως εἶναι γνωστὸν πᾶσιν ἡμῖν, ἀπὸ τοῦ 1879 ἐγένετο μεγίστη αὔξησις, ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῶν τελωνιακῶν τελῶν, τῶν ἐσόδων τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς ὁδοποιΐας. Κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1879, τὰ εἰσοδήματα τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς ὁδοποιΐας ἀνέρχονται ἐν συνόλῳ εἰς 3,313,451.61. Ἐξ αὐτῶν πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν καὶ τὴν δημοτικὴν ὁδοποιΐαν ὡς καὶ τὰ δαπανώμενα εἰς τὴν συντήρησιν καὶ ἐπισκευὴν τῶν ἐθνικῶν καὶ ἐπαρχιακῶν ὁδῶν. Ἐκ τούτων ἀνήκουσιν εἰς μὲν τὴν ἐπαρχιακὴν ὁδοποιΐαν δραχμαὶ 355,052,87, εἰς δὲ τὴν δημοτικὴν δραχμαὶ 355,052,62, καὶ οὕτω ἀποτελεῖται ποσὸν, μὴ ἀνῆκον εἰς τὴν Ἐθνικὴν ὁδοποιΐαν, ἐκ δραχμῶν 710,105,49. Ἐκ τῶν ὑπολειπομένων ὀφείλει ἡ Ἐθνικὴ ὁδοποιΐα νὰ δαπανᾷ κατ’ ἔτος ά. εἰς συνδρομὴν τῆς Ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας δραχ. 370,000, βʹ. εἰς συντήρησιν τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν, κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1879, δραχμὰς 317,494,72, καὶ εἰς συντήρησιν ἐπαρχιακῶν ὁδῶν, ἥτις βαρύνει κατὰ τὸν νόμον τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, δραχμὰς 348,751,65. Ἑπομένως ἀφαιροῦνται ἀπὸ τὸ σύνολον τῶν ἐσόδων τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς ὁδοποιΐας 1,746,351,86, καὶ ἀπομένει ποσὸν διαθέσιμον πρὸς κατασκευὴν νέων ὁδῶν δραχ. 1,567,099,75.
§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τώρα δὲν μένει τίποτε.
§63ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλῶ περὶ τῶν κανονικῶν ἐσόδων καὶ τῶν κανονικῶν ὑποχρεώσεων τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, περὶ τούτου δὲ καὶ πρόκειται. Ἂν δὲ τυχὸν ὀφείλῃ τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν ὑπὲρ αὐτοῦ ἐφάπαξ συνδρομήν τινα πρὸς ἐξόφλησιν τῶν χρεῶν του. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται σήμερον. Ὅπως παρετήρησα ἐν τῇ συμβάσει, καὶ τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον συνέταξεν αὐτὴν, φρονεῖ, ὅτι τὸ δάνειον τῶν 20,000,000 δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατεθῇ ἀμέσως πρὸς ἐκτέλεσιν τοιούτων ἔργων· δὲν δύναται δὲ νὰ διατεθῇ ἀμέσως διὰ πολλοὺς καὶ διαφόρους λόγους καὶ διὰ τοῦτο ἐν τῇ συμβάσει ἀνεγράφη πενταετία, ἐντὸς τῆς ὁποίας εἶναι ὑποχρεωμένον τὸ ταμεῖον, ἂν πρόκηται νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ δάνειον, εἴτε ἐν ὅλῳ, εἴτε ἐν μέρει, νὰ λάβῃ αὐτὸ παρὰ τῆς Τραπέζης· ὥστε τὸ ὑπουργεῖον ὁμολογεῖ διὰ τῆς συμβάσεως, ὅτι 4,000,000 κατ’ ἔτος ἀπαιτοῦνται καὶ τόσα δύνανται νὰ δαπανηθῶσι πρὸς ἐνίσχυσιν καὶ ἀνάπτυξιν τῶν ἔργων τῆς κατασκευῆς νέων ὁδῶν, καὶ παραδέχομαι καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν γνώμην ταύτην τοῦ ὑπουργείου. Ἀλλ’ ἂν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, πρὸς τί τότε οἱ φόροι; Ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἐπρόκειτο νὰ δοθῇ ἀληθῶς ἀνάπτυξις εἰς τὴν Ἐθνικὴν ὁδοποιΐαν, ὅτε θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι προικίζομεν τὸ ταμεῖον αὐτῆς, διατί νὰ μὴ ἐκτελεσθῇ ἄνευ περιστροφῆς ὁ νόμος τοῦ 1878, ὁ συνετὸς καὶ εὐθὺς ἐκεῖνος νόμος, ὅστις ἐπέτρεψε τὴν συνομολόγησιν δανείου 20,000,000 πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, ὑποθηκευμένων τῶν εἰσοδημάτων τῆς Ἐθνικῆς ὁδοποιΐας; Ἐξετάσωμεν ἂν ἀντὶ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται καὶ τὸ ὁποῖον συνεπιφέρει τὴν μὴ ἀναγκαίαν, ὡς πρὸς τοῦτο τοὐλάχιστον, αὔξησιν τῶν τελωνιακῶν τελῶν, ἐξετάσωμεν, λέγω, ἂν ἀντὶ τούτου ἠδύναντο νὰ ἐκπληρωθῶσιν οἱ σκοποὶ τῆς κατασκευῆς νέων ὁδῶν διὰ μόνου τοῦ δανείου τοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1878 ἐπιτρεπομένου. Λαμβάνω πάντοτε τὰς ἀναλογίας, τὰς ὁποίας τὸ ὑπουργεῖον ἔθηκεν ὡς πρὸς τὸ δάνειον τὸ ὑπ’ αὐτοῦ συνομολογηθὲν, δηλ. 4,000,000 κατ’ ἔτος. Ὑποτιθεμένου, ὅτι ἄνευ τῆς προσθήκης τῶν φόρων, λαμβάνομεν δάνειον εἴτε 20 εἴτε καὶ 10 μόνον ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἀφοῦ δυνάμεθα νὰ μὴ λάβωμεν καὶ ποσῶς κατὰ τὴν σύμβασιν, τὸ ποσὸν τοῦ δανείου διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος θὰ ἀνέρχηται εἰς 1,000,000 δρ. θὰ πληρώσωμεν δὲ δι’ αὐτὸ ἐκ τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, ὑπολογιζομένου τοῦ τόκου εἰς 7% καὶ ὄχι εἰς 6¾%, (δὲν προσθέτω δὲ τὸ χρεώλυτρον, διότι, κατὰ τὴν σύμβασιν, μόνον μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς πενταετίας ἄρχεται ἡ πληρωμὴ αὐτοῦ) δρ. 280,000. Ἑπομένως τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας θὰ δύναται νὰ διαθέσῃ κατὰ τὸ ἔτος 1883 τὸ ποσὸν τοῦτο τοῦ δανείου, ἤτοι 1,000,000 δρ. καὶ προσέτι τὸ ὑπόλοιπον τῶν διαθεσίμων τακτικῶν εἰσοδημάτων αὐτοῦ ἐκ δρ. 1,287,099,75, τουτέστι θὰ δύναται νὰ δαπανήσῃ ἐπὶ ἓν ἔτος πρὸς κατασκευὴν νέων ὁδῶν ποσὸν ἐκ δρ. 5,287,099,75. Νομίζω ὅτι διὰ τοῦ τηλικούτου ποσοῦ χωρὶς νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὴν κατανάλωσιν, χωρὶς νὰ πιέσωμεν τὸν παραγωγικώτατον κλάδον τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν δραστηριότητος, τὸ ἐμπόριον, χωρὶς ἀδίκως νὰ ἐπιβάλλωμεν δυσβάστακτα βάρη εἰς τοὺς δυστυχεστέρους τῶν καταναλωτῶν, ὡς θὰ σᾶς ἀποδείξω βραδύτερον, καὶ καταστήσωμεν οὕτω τὸν βίον αὐτῶν ἀβίωτον, δυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπόν. Κατὰ τὸ δεύτερον ἔτος ἐπὶ τῇ βάσει τῶν αὐτῶν ἀναλογιῶν τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, πληρῶνον τοὺς ὀφειλομένους ἐπὶ τῶν τεσσάρων πρώτων καὶ τῶν τεσσάρων δευτέρων ἑκατομμυρίων τόκους, θέλει ἔχει δρ. 4,668,815, 25 διὰ νὰ ἐνεργήσῃ νέαν ὁδοποιΐαν. Μετὰ δύω δὲ ἔτη εἶναι λίαν πιθανὸν, ὡς εἶναι καὶ εὐκταῖον, νὰ εὑρεθῶμεν εἰς καλλιτέραν θέσιν, ἵνα ἄνευ τοσούτῳ μεγάλης βλάβης τῶν φορολογουμένων ἐπιβάλωμεν νέους φόρους, ἢ ἀνεύρωμεν νέους πόρους, θὰ δυνηθῶμεν τέλος ἐντὸς τῶν δύω τούτων ἐτῶν νὰ ὁδηγηθῶμεν. Διατί σπεύδομεν; Διατί δὲν θεραπεύομεν τὴν ἀνάγκην διὰ τοῦ μέσου, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος παρέχει εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ τοῦτο ἀπεδείχθη πλέον ἢ ἐπαρκές; Καὶ ἐπειδὴ ἐπιθυμῶ καὶ ἐγὼ νὰ φωτισθῶ πλειότερον, καὶ ἡ Βουλὴ δικαιοῦται νὰ πληροφορηθῇ ἀκριβέστερον περὶ τούτων, ἀπευθύνω ἐν εἴδει ἐπερωτήσεως εἰς τὸν κ. πρωθυπουργὸν καὶ ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν ἑξῆς ἐρώτησιν καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ παραγγείλῃ τὴν Διεύθυνσιν τῶν δημοσίων ἔργων νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ἀφορᾷ ἡ ἐπερώτησίς μου. «Νὰ προσκληθῇ ἡ Διεύθυνσις τῶν δημοσίων ἔργων νὰ ὑποβάλῃ ἐντὸς τῆς αὔριον ᾐτιολογημένην ἔκθεσιν περὶ τοῦ χρηματικοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον κατ’ ἔτος δύναται νὰ δαπανᾶται ἐν Ἑλλάδι πρὸς κατασκευὴν νέων ὁδῶν καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν ἑξῆς· αʹ) Ὅτι αἱ ὁδοὶ δύνανται νὰ κατασκευάζωνται ἐν διαφόροις τοῦ Κράτους σημείοις, ὑπὸ τὸν ὅρον, ἐννοεῖται, τοῦ δυνατοῦ τῆς προσηκούσης ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων μηχανικῶν διευθύνσεως καὶ ἐπιτηρήσεως τῆς κατασκευῆς αὐτῶν ὑπό τε τεχνικὴν καὶ ὑπὸ λογιστικὴν ἔποψιν· βʹ) Ὅτι ὅπως ἀποφασισθῇ ἡ κατασκευὴ ἑκάστης ὁδοῦ προαπαιτοῦνται, κατὰ τὸν νόμον, σχέδια τῶν ὁδῶν καὶ τῶν ἐπ’ αὐτῶν γεφυρῶν καὶ ὑπολογισμοὶ τῶν δαπανῶν· γʹ) Ὅτι πρὸς ἔκδοσιν τῆς κατασκευῆς αὐτῶν εἰς ἐργολαβίαν ἀπαιτεῖται, κατὰ τὸν νόμον, νὰ ἐνεργῶνται δημοπρασίαι· δʹ) Ὅτι ἡ πρόοδος τῶν ἐργασιῶν ἐξαρτᾶται 1) Ἐκ τῶν εὐκολιῶν τῆς προμηθείας καὶ μεταφορᾶς ἐπὶ τόπου τοῦ ἀναγκαίου παντοδαποῦ ὑλικοῦ· 2) Ἐκ τοῦ πιθανῶς δυνατοῦ κατὰ τὰ διάφορα σημεῖα ἀριθμοῦ τῶν ἀπαιτουμένων τεχνιτῶν· 3) Ἐκ τοῦ πιθανῶς δυνατοῦ κατὰ τὰ διάφορα ἐπίσης σημεῖα ἀριθμοῦ τῶν ἐργατῶν, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν ἐπί τε τοῦ παρόντος καὶ ἐπὶ τοῦ προηγουμένου ἐδαφίου τῶν λοιπῶν τελουμένων ἤδη μεγάλων ἔργων καὶ τῆς πιθανῶς ἀρξομένης κατασκευῆς σιδηροδρόμων· 4) Ἐκ τῶν συνήθων ἀτμοσφαιρικῶν ἀνωμαλιῶν καὶ τῶν ἐκ τούτων κωλυμάτων· 5) Ἐκ τοῦ ἕνεκα τοῦ τε ἀνωτέρω λόγου καὶ τῶν ἑορτῶν ἀριθμοῦ τῶν πράγματι ἐργασίμων ἡμερῶν· 6) Ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐργατῶν, οὓς δύναται νὰ ἐπιτηρῇ ὁ ἐργολάβος αὐτός τε καὶ διὰ τῶν τυχὸν συνεταίρων του· 7) Ἐκ τοῦ ἀπαιτουμένου χρόνου πρὸς τὴν κατὰ νόμον πιστοποίησιν καὶ πληρωμὴν τῶν εἰς τοὺς ἐργολάβους ὀφειλομένων δόσεων. Ὁρίζουσα τὸ ποσὸν, ὅπερ κατ’ ἀνώτατον ὅρον δύναται νὰ δαπανηθῇ κατ’ ἔτος, ἄνευ βλάβης τῶν ἔργων καὶ ἄνευ σπατάλης τοῦ χρήματος, ἡ Διεύθυνσις τῶν δημοσίων ἔργων θέλει ἀναγάγει αὐτὸ, δι’ ὑποθετικοῦ ὑπολογισμοῦ εἰς ἀριθμὸν χιλιομέτρων νέων ὁδῶν. Ἀπεδείχθη νομίζω προφανῶς, ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων δὲν ὑπάρχει, ἀφοῦ ὁ σκοπὸς τῆς ἐπεκτάσεως τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας πληροῦται διὰ τοῦ ἁπλοῦ δανείου τοῦ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1878 ἐπιτραπέντος· ἀλλὰ τὸ δάνειον εἶναι ἆρά γε ἀναγκαῖον ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγκριθῇ ἡ προσθήκη τῶν φόρων; Ποσῶς. Ἐκ τοῦ αὐτοῦ ὑπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐκάμομεν πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ἑτέρου θέματος, ἀποδεικνύεται καὶ τοῦτο, ὅτι εἰς τὰ ἔσοδα τῆς ὁδοποιΐας θέλει προστεθῆ τὸ ποσὸν τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν εἰλικρινῶς πρόκειται νὰ προικισθῇ τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς ὁδοποιΐας· καὶ οὕτω τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων αὐτῶν, τὸ διαθετέον πρὸς κατασκευὴν τῶν νέων ὁδῶν θὰ ὑπερβαίνῃ 4 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα τὸ ὑπουργεῖον ὥρισεν ὡς ἀνώτατον ὅρον τῆς δυνατῆς δαπάνης πρὸς τοιοῦτον σκοπόν. Πρὸς τί λοιπὸν τὸ δάνειον, ἀφοῦ αἴρει ἐξ ὁλοκλήρου τὴν ἀνάγκην ἡ αὔξησις τοῦ φόρου; ἢ μᾶλλον πρὸς τί νὰ δαπανήσωμεν, ἄνευ ἀνάγκης, ἐπὶ σειρὰν ὅλην ἐτῶν δεκάδας ἑκατομμυρίων πρὸς πληρωμὴν τόκου καὶ χρεωλύτρου; Ἀλλὰ τὸ δάνειον, ὅπως συνομολογεῖται, δὲν εἶναι οὔτε κἂν οἰκονομικῶς ὠφέλιμον εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ἐθνικῆς, ἐὰν, ἀντὶ τούτου δὲν εἶναι βλαπτικὸν καὶ γενικώτερον. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς, εἰσάγων τὸ νομοσχέδιον, ἐκαυχήθη ἐπὶ τούτῳ ἰδίως, ὅτι ὁ τόκος εἶναι ἐλάσσων κατὰ ἓν καὶ ¼ τοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1878 ἐπιτραπέντος· ἀλλ’ ἐν τῇ οὐσίᾳ τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἀκριβές. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον καὶ τὴν σύμβασιν τὸ δάνειον δίδεται κατὰ μὲν τὸ ἓν τέταρτον εἰς μεταλλικὸν, κατὰ δὲ τὰ τρία τέταρτα εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια· γνωστὸν δ’ εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, συνομολογοῦσα μετὰ τῆς Τραπέζης τὰ διὰ τραπεζικῶν γραμματίων δάνεια πληρώνει τόκον ἓν ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, ἐπὶ τῇ παροχῇ τοῦ δικαιώματος νὰ αὐξήσῃ αὕτη ἀναλόγως τὰ εἰς κυκλοφορίαν γραμμάτια, καὶ ἐπὶ τῷ προνομίῳ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Βεβαίως εἶναι καθῆκον ἱερὸν τὸ δανείζειν ἐν ὥρᾳ μεγάλης ἀνάγκης τῆς πατρίδος τὸν δημόσιον θησαυρὸν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὀλιγώτερον ἱερὸν καὶ τὸ δανείζειν ἐν κανονικωτέραις περιστάσεσι πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας. Ἑπομένως ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως τὴν ὠφέλειαν, τὴν ὁποίαν ὁ δημόσιος θησαυρὸς προσεπορίσατο ἐκ τοῦ δικαίου τούτου συνδυασμοῦ τῶν ἀμοιβαίων συμφερόντων Δημοσίου καὶ Τραπέζης, τὴν προσπορισθῇ καὶ τὸ πτωχὸν ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Ἠδύνατο δὲ νὰ πραχθῇ τοῦτο, διότι ἡ Τράπεζα πράγματι, ὅπω τοὐλάχιστον φαίνεται ἐκ τῶν ἰσολογισμῶν της, κατ’ οὐδὲν ἤθελε ζημιωθῇ. Ἡ Τράπεζα ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ θέτῃ εἰς κυκλοφορίαν γραμμάτια μέχρις 122 ἑκατομμυρίων, ἂν δὲν ἀπατῶμαι· ἐν τούτοις δὲν ὑπερβαίνει τὸ ποσὸν τῶν 90 ἢ 95 ἑκατομμυρίων, διότι πιθανῶς αἱ συναλλαγαὶ τοῦ Τόπου δὲν ἐπιτρέπουσι πλειοτέραν κυκλοφορίαν, καὶ διότι ἡ Τράπεζα καταχρωμένη τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ δίδουσα μὴ φυσικὴν ἀνάπτυξιν εἰς τὴν κυκλοφορίαν ἤθελεν ἐπιφέρει ἴσως πλείονα αὔξησιν τῆς τιμῆς τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος, ὅπερ ἐν τῇ συνέσει αὐτῆς, ἣν πάντες ἀνομολογοῦμεν, ἀποφεύγει. Ἀλλὰ διὰ τοῦ νέου δανείου παρέχεται νέον εἶδος ἐργασίας, μὴ ὑπαρχούσης τέως εἰς τὸ Κράτος, καὶ μετ’ αὐτῆς νέα ἀνάγκη κοινωνικὴ κυκλοφορίας χρηματικῶν ποσῶν. Ἑπομένως ἐκ τούτου καὶ μόνον, ὅτι πρόκειται νὰ δοθῇ ἀνάπτυξις εἰς τὴν ὁδοποιΐαν καὶ νὰ αὐξήσωσιν αἱ ἐργασίαι, μετ’ αὐτῶν δὲ καὶ ἡ χρῆσις τῶν μέσων τῆς συναλλαγῆς, ἤτοι τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ἡ Τράπεζα ἤθελεν ἐπωφεληθῆ πλειότερον ἐκ τοῦ προνομίου, τὸ ὁποῖον τῇ ἐξασφαλίζουσιν οἱ νόμοι περὶ δανείων, καὶ δυνηθῆ νὰ αὐξήσῃ τὸ ποσὸν τῶν εἰς κυκλοφορίαν γραμματίων ἴσως καὶ μέχρι 122 ἑκατομμυρίων, ἄνευ βλάβης τινὸς ἢ κινδύνου. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὄχι ὅτι ὠφελεῖται ἡ Τράπεζα, ἀλλ’ ὅτι ζημιοῦται τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπρονόησε νὰ συνάψῃ τοιαύτην συμφωνίαν τόσῳ εὔλογον καὶ δικαίαν, ὅλως δὲ ἀκίνδυνον. Ζημιοῦται δὲ κατ’ ἔτος ἐπὶ τοῦ ὅλου δανείου 863,000 δραχμῶν τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, τὸ ὁποῖον τόσον γενναιοφρόνως προικίζομεν, ἀναγκαζόμενον νὰ πληρώνῃ κατ’ ἔτος ἀντὶ 487,500 δραχμῶν, δραχμὰς 1,350,000 ἤτοι τόκον ἕνδεκα καὶ 6 δέκατα ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τοῦ ποσοῦ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, ὅπερ, ὡς εἴπομεν, ἀνέρχεται εἰς 15 ἑκατομμύρια καὶ ἐφ’ οὗ θὰ ἐπλήρωνε μόνον 150 χιλιάδας δραχμῶν, ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ 1%. Ἂν ταῦτα ἦναι ἀληθῆ, τὸ προσωπεῖον νομίζω, τὸ ὁποῖον ἐτέθη πρὸ τῆς μορφῆς τοῦ νομοσχεδίου, τὸ τῆς προικίσεως δῆθεν τῆς Ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, ἀπεσπάσθη καὶ μένει καταφανὲς τὸ ζήτημα τὸ φορολογικὸν, τὸ ὁποῖον ἀπορῶ πῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ προτείνῃ καθαρῶς καὶ ἀνεπιφυλάκτως, ἀφοῦ μάλιστα πρόκειται ν’ ἀπευθυνθῇ πρὸς τὸν ἀπρόσωπον ἐκεῖνον δυστυχῆ φορολογούμενον, τὸν ὁποῖον καταδιώκει ὁ ἔμμεσος φόρος, ἀλλ’ ὅστις πράγματι εἶναι ὁλόκληρον τὸ ἔθνος, καὶ ἰδίως αἱ πενόμεναι τάξεις τῆς κοινωνίας. Εὑρισκόμεθα δὲ, κύριοι, ἐν τῷ προτεινομένῳ φόρῳ ἐνώπιον μέτρου, ἀνατρέποντος ἄρδην τὰς ἀρχὰς ἐφ’ ὧν στηρίζονται εἰς ὅλα τὰ εὐνομούμενα ἔθνη αἱ τελωνιακαὶ εἰσπράξεις. Τὴν ἀνατροπὴν εἴδομεν τελουμένην καὶ κατὰ τὸ 1830, διὰ τῆς μετατροπῆς τῆς δραχμῆς εἰς φράγκον, διὰ τῆς ἐπιβολῆς δηλαδὴ νομισματικῆς μονάδος, μὴ ἰσχυούσης ἐν τῷ Τόπῳ. Τὴν βλέπομεν καὶ σήμερον καταστρεπτικωτέραν, διότι, ὅσῳ προχωροῦμεν εἰς τὰς τοιαύτας αὐξήσεις ἐν τῷ συνόλῳ καὶ εἰς τὰ τυφλὰ, τοσοῦτον συντελοῦμεν εἰς τὴν ὁλοσχερῆ ἀνατροπὴν τῶν βάσεων τοῦ δασμολογίου. Τὸ δασμολόγιον, κύριοι, δὲν εἶναι εἰμὴ μηχανισμὸς, καὶ μηχανισμὸς ἁπλούστατος. Τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη ὁρίζονται ἅπαντα ἐπὶ τῆς ἀξίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις· ὑπάρχουσι δὲ δύω συστήματα προσδιορισμοῦ τῆς φορολογητέας ἀξίας· τὸ σύστημα τῆς ἐκτιμήσεως κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς εἰσαγωγῆς ἑκάστου εἰσαγομένου εἴδους, καὶ τὸ σύστημα τοῦ ἐκ τῶν προτέρων προσδιορισμοῦ τῆς ἐκτιμήσεως ταύτης. Τὸ δεύτερον σύστημα εἶναι τὸ δασμολόγιον, ἀλλὰ, ἐπαναλαμβάνω, στηρίζεται καὶ τοῦτο εἰς τὴν ἰδίαν βάσιν, εἰς τὴν ἀξίαν. Τὸ πρῶτον σύστημα εἶναι βεβαίως τὸ δικαιότερον, διότι ἡ τιμὴ τῶν ἐμπορευμάτων ποικίλλεται ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν, πολλάκις ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν· καὶ ἤθελεν εἶσθαι ὀρθότερον νὰ φορολογῶμεν τὰ εἰσαγόμενα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀξίας, ἣν ἔχουσιν ὅταν εἰσάγωνται. Ἀλλ’ ἔχει ἓν μέγα ἐλάττωμα τὸ σύστημα τοῦτο, ὅτι ἐγείρει μεταξὺ τῶν τελωνῶν καὶ τῶν εἰσαγόντων ἀτελευτήτους ἔριδας καὶ παρακωλύει τὸ ἐμπόριον καὶ φέρει προσκόμματα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ γεννᾷ παράπονα καὶ δυσαρεσκείας καὶ δίδωσιν ἴσως χώραν καὶ εἰς καταχρήσεις. Διὰ τοῦτο ἐγκατελείφθη πανταχοῦ καὶ παρ’ ἡμῖν· καὶ μ’ ὅλον ὅτι ὑπάρχουσι πολλὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα δυσκολώτατα δύνανται νὰ ἀναχθῶσιν εἰς τὸ δασμολόγιον, μολαταῦτα, πρὸς ἀποφυγὴν τῶν ἀνωτέρω συνεπειῶν, ἐλάχιστα, 9 ἢ 10, νομίζω, εἶναι τὰ ἀντικείμενα, τὰ ἐκτιμώμενα κατὰ τὸ ἡμέτερον δασμολόγιον, κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς εἰσαγωγῆς. Εἰς τί δὲ στηρίζεται ὁ φορολογικὸς ὅρος, ὁ ἐπὶ τῆς ἀξίας ἑκάστου εἴδους; Στηρίζεται εἰς πλεῖστα, εἰς τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ Τόπος εἰδῶν τινων ἐμπορευμάτων, ὡς χρησιμευόντων πρὸ πάντων εἰς τὴν κατωτέραν τάξιν, ὅτε ὁ φορολογικὸς ὅρος, ὁ ἐπὶ τῆς ἀξίας, ὁρίζεται ἐλαφρότερος, διὰ νὰ μὴ στερῆται ὁ Τόπος ἀναγκαίων εἰδῶν καταναλώσεως, ἢ διὰ νὰ μὴ βαρύνωνται αἱ πενέστεραι τάξεις τῆς κοινωνίας, αἵτινες καὶ δαπανῶσι πλειότερα, διότι εἶναι αἱ πολυανθρωπότεραι, αὐτὸς ὁ λαός. Στηρίζεται προσέτι εἰς μέτρα, τὰ ὁποῖα αἱ Κυβερνήσεις λαμβάνουσι πρὸς ἐνίσχυσιν τοπικῆς τινος βιομηχανίας ἢ παραγωγῆς, ὅτε ὁ φορολογικὸς ὅρος ὁρίζεται ἀνώτερος. Τούτων ἕνεκεν ἄλλα μὲν ἐκ τῶν ἐμπορευμάτων φορολογοῦνται πρὸς πέντε τοῖς ἑκατὸν, ἄλλα πρὸς 10, ἄλλα πρὸς 15 καὶ ἄλλα πρὸς 20, ἀλλ’ ὁ λόγος τῆς ἀνισότητος ταύτης ἐν τῷ φορολογικῷ ὅρῳ εἶναι αὐτὸς, τὸν ὁποῖον σᾶς ἐξήγησα καὶ ὅστις ἀφορᾷ εἰς τὴν ἰσότητα ἐν τῇ ἐπιβαρύνσει τῶν καταναλωτῶν. Εἶπον, ὅτι τὸ πρῶτον σύστημα, τὸ τῆς ἐν τῇ ὥρᾳ τῆς εἰσαγωγῆς ἐκτιμήσεως, εἶναι τὸ ὀρθότερον καὶ δικαιότερον· ἐκ τούτου δὲ ἐννοεῖ πᾶς τις, ὅτι ἂν ὑπάρχῃ ἐν τῷ δασμολογίῳ τι, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐλάττωμα, εἶναι ὅτι τὸ δασμολόγιον δὲν δύναται νὰ ἀναθεωρῆται συχνὰ, ἑπομένως, ὅτι δύνανται νὰ ἐπέρχωνται ἐν τῷ μεταξὺ αὐξομειώσεις τιμῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνατρέπουν τοὺς ὅρους τῆς ἀναλογίας τοῦ ἐπιβαλλομένου φόρου, εἴτε πρὸς βλάβην τῶν καταναλωτῶν, εἴτε πρὸς ζημίαν τοῦ Δημοσίου. Διὰ τοῦτο ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον εἰς ὅλας τὰς πεπολιτισμένας πολιτείας νὰ ἀναθεωρῆται ὅσον οἷόν τε συχνότερον τὸ δασμολόγιον καὶ διὰ τοῦτο προσέτι περιελήφθη εἰς τοὺς διαφόρους νόμους αὐτῶν, ὡς καὶ εἰς τὸν ἡμέτερον τοῦ 1867, ἡ σοφὴ ἀληθῶς διάταξις, καθ’ ἣν ἐν ἀπουσίᾳ τῶν Βουλῶν, ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία δικαιοῦται διὰ Βασιλικοῦ διατάγματος, εἰσαγομένου εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν πρώτην αὐτῆς Σύνοδον, νὰ τροποποιῇ τὸ δασμολόγιον. Οὕτως αἴρεται τὸ μειονέκτημα τοῦτο τοῦ δασμολογίου. Ὑπάρχει ἴσως καὶ ἕτερον μειονέκτημα Ἐπειδὴ τὰ ἐμπορεύματα δὲν δύνανται ἄλλως νὰ φορολογηθῶσι διὰ τοῦ δασμολογίου, εἰμὴ κατὰ βάρος, ἢ μέτρον, ἢ ἀριθμὸν (κομμάτι) ἐπιβαρύνονται συνήθως πλειότερον τὰ βαρύτερα, τὰ ὁποῖα εἶναι καὶ τὰ εὐθηνότερα, τὰ καταναλισκόμενα ὑπὸ τῶν πτωχῶν· διὰ τοῦτο λαμβάνεται πρόνοια, ἵνα ἡ κατάταξις γίνηται ὅσον τὸ δυνατὸν εὐρεῖα, λεπτομερὴς, διῃρημένη εἰς πολλὰς καὶ διαφόρους ποιότητας ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ εἴδους· οὕτω δὲ προλαμβάνομεν κατὰ τὸ πλεῖστον τὴν ἀδικίαν. Ἀλλὰ διὰ τοῦ ἐμπειρικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον τὸ ὑπουργεῖον μᾶς εἰσάγει, ὅλαι αὐταὶ αἱ ἀρχαὶ ἀνατρέπονται καὶ εἰς τὰ τυφλὰ αὐξάνομεν τὸν φορολογικὸν ὅρον ὅλων τῶν ἀντικειμένων τῆς εἰσαγωγῆς ὁμοιομόρφως καὶ ἄνευ τινὸς διακρίσεως. Καὶ διὰ νὰ ἰδῆτε ποῦ καταντῶμεν, θέλω σᾶς ἀναφέρει περὶ ὀλίγων ἀντικειμένων, εἰς πόσα τοῖς ἑκατὸν θὰ φθάσῃ ἡ φορολογία μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου, ἄρχομαι δὲ ἀπὸ τοῦ σίτου. Ὁ σῖτος εἶναι τῆς πρωτίστης ἀνάγκης, ἀλλὰ διὰ τὴν Ἑλλάδα ἔχει καί τι τὸ ἰδιάζον, ὅτι ὁ πλεῖστος ἔρχεται ἔξωθεν· διὰ τοῦτο εἰς τὸ πρῶτον δασμολόγιον ὁ φορολογικὸς ὅρος ἐπὶ τοῦ σίτου ἦτο ἐλάχιστος, δὲν ὑπερέβαινε, νομίζω, τὰ 5 ἢ 6 τοῖς ἑκατόν. Ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ 1877 καὶ ἐντεῦθεν διὰ τῶν προσθέτων φόρων ἀνῆλθεν εἰς 10 ἢ καὶ 12 τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῆς σημερινῆς ἀξίας του· καὶ σημειώσατε, ὅτι ἡ αὐτὴ αὔξησις ἐπέρχεται πρὸς βλάβην ἁπάντων τῶν καταναλωτῶν καὶ ἐπὶ τῆς τιμῆς τοῦ ἐγχωρίου σίτου. Δεύτερον ἀντικείμενον τροφῆς, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς πρωτίστης ἀνάγκης ἕνεκα τῆς προόδου τῆς εὐζωΐας παρ’ ἡμῖν, εἶναι ἡ ζάκχαρις, τὴν ὁποίαν ἡ Ἀγγλία ἀπήλλαξε μάλιστα πρὸ μικροῦ παντὸς τέλους. Τὸ εἶδος τοῦτο, τοῦ ὁποίου ἡ ἀξία κατὰ μέσον ὅρον εἶναι 1 καὶ 15, πληρώνει 30 ἐπὶ τοῖς ἑκατόν.
§64ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διὰ νόμων ἢ διὰ Διαταγμάτων ἐτέθησαν αὐτοὶ οἱ φόροι;
§65ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νόμου.
§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι, διὰ Διαταγμάτων.
§67ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ἐμὲ εἶναι ἀδιάφορον.
§68ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ εἶπον, διότι ὠνομάσατε τὴν διάταξιν σοφήν.
§69ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ κατάχρησις, ἂν ἐγένετο, δὲν καθιστᾷ τὸ νομοθετικὸν μέτρον ἀξιόμεμπτον· ἀξιόμεμπτος εἶναι ἡ κακὴ ἐφαρμογή. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἀναγνωρίζετε, ὅτι ἡ ζάκχαρις βαρύνεται πολὺ, διατί προσθέτετε νέον τέλος; Διατί διὰ τοῦ νόμου, ὃν εἰσάγετε, δὲν διορθόνετε τὴν ἀδικίαν; Ὁ καφὲς πληρώνει 35 ἐπὶ τοῖς ἑκατόν. Οἱ παστοὶ ἰχθεῖς, τοὺς ὁποίους τρώγουσιν οἱ δυστυχέστατοι παρ’ ἡμῖν, πληρώνουν 22 ἐπὶ τοῖς ἑκατόν· ὁ μπακαλάος 21, τὸ δὲ πετρέλαιον, τὸ ὁποῖον κατέστη ἀπαραίτητος ἀνάγκη, πληρώνει 50 ἢ 60% ἐπὶ τῆς ἀξίας του.
§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περισσότερον.
§71Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἑκατὸν ἓξ τοῖς ἑκατόν.
§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς τιμῆς.
§73ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Πῶς προσδιωρίσατε τὴν ἀξίαν εἰς τὸν τόπον τῆς παραγωγῆς;
§74ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλαβον τὴν ἀξίαν ἐκεῖ ὅπου λογικῶς ὤφειλα νὰ τὴν λάβω, ἔλαβον αὐτὴν οὐχὶ εἰς τὸν τόπον τῆς παραγωγῆς, ἀλλὰ κατὰ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἀφικνεῖται εἰς Πειραιᾶ τὸ ἐμπόρευμα. Ἔχομεν ἕτερον ἀντικείμενον πρωτίστης ἀνάγκης διὰ τὰς πτωχὰς τάξεις, τὰ πανιὰ τῆς Ἀμερικῆς. Ἡ φορολογία αὐτῶν ἀνέρχεται εἰς 28 ἐπὶ τοῖς ἑκατόν· τὰ τσίτια εἰς 33 ἐπὶ τοῖς ἑκατόν· αἱ χονδραὶ τσόχαι καὶ αἱ μαλλινοβάμβακοι εἰς 27 καὶ 30 ἐπὶ τοῖς ἑκατόν.
§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ σταφὶς πόσον πληρώνει εἰς τὴν Ἀγγλίαν, εἰς τὴν Αὐστρίαν καὶ τὴν Γαλλίαν;
§76ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πληρώνει βαρύτατον φόρον, καὶ διὰ τοῦτο ζητεῖτε νὰ ἐλαττωθῇ ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων ἐκείνων ὁ βαρὺς οὗτος φόρος, καὶ διὰ τοῦτο προσεφύγετε εἰς represailles, εἰσαγαγόντες νομοσχέδιον διαφορικῶν τελῶν, ὅπως ἐξαναγκάσητε τὴν ἐλάττωσιν. Καὶ ἐπειδὴ μὲ ἐνθυμίζετε τὴν σταφίδα, σᾶς λέγω, ὅτι διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων, τῆς ὅλως διόλου ἀδίκου, τὴν ὁποίαν προτείνετε σήμερον εἰς ὅλα ἐν γένει τὰ εἰσαγόμενα, θέλετε καταστήσει ἀδύνατον παρὰ τοῖς ἔθνεσιν ἐκείνοις, ὧν ἐπιβαρύνετε τὰ προϊόντα, τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου, καὶ θέλετε ἀδικήσει οὐ μόνον τοὺς καταναλωτὰς, ἀλλὰ καὶ τοὺς σταφιδοκτήμονας καὶ τὸν Τόπον ἐν γένει εἰς ὅ,τι ἔχει πολυτιμότερον ἐν τῇ παραγωγῇ. Καὶ ἐπαναλαμβάνω ἐνταῦθα τὴν παράκλησιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὑμῖν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, νὰ ὑποβάλητε εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἔγγραφον τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, τὸ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εἶχε ἀνάγκην αὐξήσεως ἐσόδων, νομίζω, ὅτι ἠδύνατο μὲν νὰ στρέψῃ τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς αὐτὸν τὸν ἀπρόσωπον φορολογούμενον τοῦ ἐμμέσου φόρου, ἀλλ’ ὤφειλε νὰ τὸ πράξῃ λογικῶς, ἐπιστημονικῶς, δικαίως· ἔπρεπε νὰ ἀναθεωρήσῃ τὸ δασμολόγιον, καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐγένετο ἐργασία, διότι προσεκλήθην καὶ ἐγὼ, ἵνα δώσω γνώμην τινὰ πρὸ πολλοῦ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἥτις καὶ ὑπάρχει ἑτοίμη.
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν λέγω ὅτι δὲν ἔγινεν ἡ ἐργασία, ἀλλὰ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς εἶναι ἐντελῶς ἀνάξια λόγου.
§78ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἥτις, καθ’ ἃ ἐπληροφορήθην, ἐξησφάλιζεν αὔξησιν δύω ἑκατομμυρίων δραχμῶν.
§79ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐργασία ἐκείνη ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν.
§80ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης, νομίζω, ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δασμολόγιον. Διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ ἠθέλομεν ἀποφύγει τὴν ἀδικίαν, δὲν ἠθέλομεν καταστήσει δυσφόρητον τὸν βίον τοῦ δυστυχοῦς πτωχοῦ καταναλωτοῦ, καὶ ἠθέλομεν προλάβει ἴσως τὴν δυσαρέσκειαν, ἡ ὁποία θὰ ἐμποιηθῇ εἰς τὰς Κυβερνήσεις ἐκείνας, παρ’ ὧν αἰτοῦμεν καὶ ἐλπίζομεν ἐλάττωσιν τοῦ βαρέος φόρου τῆς σταφίδος ἡμῶν, ἐνῷ συγχρόνως ἤθελε προσπορισθῆ ἡ Κυβέρνησις τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐπιζητεῖ. Διατί δὲν ἔπραξεν οὕτω; Μᾶς λέγει συχνὰ, πυκνὰ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀναγράφει ὡς προορισμὸν αὑτῆς, εὔχομαι δὲ νὰ τὸν πραγματοποιήσῃ, ὅτι ἦλθε πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν πάντων! Διατί δὲν ἀνορθοῖ τουλάχιστον αὐτὸ τὸ προφανῶς ἄδικον, τὸ προφανῶς ἀνεπιστῆμον, τὸ προφανῶς παράλογον, ἀλλὰ μάλιστα τὸ ἐπιτείνει; Ἔπραξεν ὅμως καὶ ἄλλο τι ἡ Κυβέρνησις τῆς ἀνορθώσεως ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου· ἔπραξε φορολογικὴν καταπίεσιν καὶ πράττει αὐτὴν ἀκόμη. Ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου, ἡ ἅμα τῇ ὑποβολῇ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τούτου εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι παράνομος, προφανῶς παράνομος, καὶ ὡς τοιαύτη εἶναι καταπίεσις. Ἐγένετο πολὺς λόγος ἐν ταῖς ἐφημερίσι περὶ τούτου, καὶ παρέστησαν οἱ γράψαντες τὴν πρᾶξιν ταύτην ὡς ἀντισυνταγματικήν. Ἐὰν ἦτο νόμιμος, βεβαίως θὰ ἦτο ἀντισυνταγματική. Ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ δὲν εἶναι οὔτε κἂν νόμιμος. Ἡ διάταξις ἐκείνη διαστρέφεται, δὲν κατενοήθη παρὰ τοῦ νῦν κ. ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ συντάξας τὴν διάταξιν ἐκείνην ἐγνώριζε καλῶς τί ἔγραφεν, ἦτο δὲ τότε ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὁ νῦν πρωθυπουργὸς, καὶ ἐνόει ὄχι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κατὰ παρεξήγησιν ἐνόησεν ὁ κ. Καλλιγᾶς. Ἐπεζήτει ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας τὸ δικαίωμα τῆς μεταῤῥυθμίσεως τοῦ δασμολογίου, διότι, ὡς μᾶς εἶπε, παρετήρησεν, ὅτι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἐγίνοντο καταχρήσεις. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν αἱ καταχρήσεις δικαιολογοῦσι τὴν κατάργησιν μέτρου σοφοῦ, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω, διότι μοὶ τὸ ὑπενθύμισεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὡς θεραπεύοντος ἀποτελεσματικῶς τὸ κυριώτατον μειονέκτημα τοῦ δασμολογίου· τουτέστι τὸ κακὸν τοῦ νὰ φορολογῶνται ὀλιγώτερον ἢ πλειότερον πρὸς βλάβην τοῦ Δημοσίου, ἢ τῶν καταναλωτῶν, ἀντικείμενα, τῶν ὁποίων ἐν τῷ μεταξὺ ἡ ἀξία ηὔξησεν ἢ ἠλαττώθη. Περὶ τούτου δὲ πρόκειται ἐν τῷ ἄρθ. 3 τοῦ Νόμου τοῦ 1880, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηριχθέντες οἱ περὶ τὸ ὑπουργεῖον διέταξαν τὴν ἄμεσον εἴσπραξιν τοῦ φόρου. Καὶ δὲν δύναται μάλιστα νὰ εἴπῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἀφοῦ εἶχεν ἕνα νόμον καλὸν ἢ κακὸν, ὤφειλε νὰ τὸν ἐκτελέσῃ· διότι τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο ἐπρονόησε καὶ περὶ τούτου. Ἐννοῶν ὁ νομοθέτης, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ νέου φόρου, ἀλλὰ μόνον περὶ ἐκτιμήσεως τῆς μεταβληθείσης τυχὸν ἀξίας, εἶπεν ὅτι τότε μόνον εἰσπράττεται ὁ φόρος οὗτος ἀπὸ τῆς εἰς τὴν Βουλὴν εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου, ὅταν καὶ καθόσον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ῥητῶς ἀναφέρεται τοῦτο. Καὶ τοῦτο διότι εἶχον ὑπ’ ὄψιν οἱ συντάκται, γινώσκοντες καὶ σεβόμενοι τὸ Σύνταγμα, ὅτι περὶ νέων φόρων δὲν ἠδύναντο νὰ δώσωσιν εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν τοιοῦτον δικαίωμα καὶ διότι ἐφρόνουν, ὅτι οἱ κατὰ καιροὺς ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελον ἐμπνέεσθαι ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ πρὸς τὸ Σύνταγμα σεβασμοῦ. Ἰδοὺ δὲ τὸ ἄρθρον τοῦ Νόμου τοῦ 1880, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου, παρανοουμένου, παραβιαζομένου, τελεῖται ἡ καταπίεσις. «Ἄρθρον 3. Ὅταν εἰσάγηται εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ σχέδιον νόμου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου», καὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι μεταῤῥύθμησις δασμολογίου σημαίνει, καθ’ ὅλους τοὺς συγγραφεῖς, ἀναγωγὴ τοῦ ὅρου τοῦ φόρου, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δι’ αὐτοῦ τεθεισῶν ἀναλογιῶν, ἐπὶ τῶν ἐπελθουσῶν αὐξομοιώσεων τῶν ἀξιῶν τῶν ἐμπορευμάτων, ἤτοι πρᾶξις διατιμήσεως, πρᾶξις ἁπλῶς ἀριθμητική· «τὰ οὕτω προτεινόμενα —ἐξακολουθεῖ τὸ ἄρθρον— νέα ἢ ηὐξημένα τέλη ὀφείλονται καὶ εἰσπράττονται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου ἂν καὶ ἐφ’ ὅσων τοῦτο ὁρίζεται ἐν αὐτῷ». Ὥστε, βλέπετε, ὅτι ὁ κ. Καλλιγᾶς εἶχε τὸ δικαίωμα, εἶχε δὲ καὶ τὸ καθῆκον, κατ’ ἐμὲ, νὰ μὴ ὁρίσῃ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὴν πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἴσπραξιν τοῦ προταθέντος φόρου. Ἀλλ’ ἂν καταψηφισθῶσι—ἐπιλέγει τὸ ἄρθρον—τὰ τέλη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἢ ἂν δὲν ψηφισθῶσιν ὁριστικῶς ὑπ’ αὐτῆς ἐντὸς τῆς συνόδου, καθ’ ἣν εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον, ἐπιστρέφονται τοῖς δικαιούχοις τὰ δυνάμει αὐτοῦ εἰσπραχθέντα». Ἐνταῦθα θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ σᾶς ἐξηγήσω τί θὰ συμβῇ ἐν τῇ τελευταίᾳ ταύτῃ περιπτώσει. Ὑποθέσατε, ὅτι μετὰ τρεῖς μῆνας, ἀφ’ ἧς εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἡ Βουλὴ ἀποῤῥίπτει αὐτό. Τὰ χρήματα εἰσεπράχθησαν, θέλουσιν ἀποδοθῆ παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου εἰς τοὺς ἐμπόρους, ἀλλ’ οἱ δυστυχεῖς καταναλωταὶ τὰ ἐπλήρωσαν, διότι οἱ ἔμποροι ἐπώλησαν βεβαίως τὰ ἐμπορεύματά των, ἀφ’ ἧς ἤρξατο ἡ πρόσθετος πληρωμή, ἐπὶ τῇ βάσει καὶ ταύτης. Ἀλλὰ ζημιοῦται καὶ τὸ ἐμπόριον μὲ τὸ παράδοξον τοῦτο σύστημα, καὶ ζημιοῦται, διότι εἶναι μὲν βέβαιον, ὅτι ὁσάκις ἐπέρχεται αὔξησις τῶν τελωνιακῶν τελῶν, ἐλαττοῦται ἡ εἰσαγωγή, ἐλαττοῦται καὶ ἡ κατανάλωσις. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲ ἀναστέλλεται προσέτι ἡ μὲν προμήθεια ἐκ μέρους τῶν ἐμπόρων, ἡ δὲ κατανάλωσις ἐκ μέρους τῶν καταναλωτῶν, ἐλπιζόντων ἁπάντων τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀπόῤῥιψιν τοῦ νομοσχεδίου. Οὕτω δὲ περιστέλλεται ἡ κίνησις τῶν ἐμπορικῶν κεφαλαίων, τὰ δὲ ὑπάρχοντα ἐμπορεύματα δυσκόλως ἐξοδεύονται. Οἱ πάντες βλάπτονται, ὡς βλέπετε. Εἶπον, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1867, ὁ ἐκδοθεὶς ὑπουργοῦντος τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, διὰ τοῦ ἄρθρ. 7 εἰσάγει σοφὴν διάταξιν· λέγει «ὅτι ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, δύναται νὰ μεταῤῥυθμισθῇ τὸ δασμολόγιον διὰ Β. διατάγματος, τῇ προτάσει τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἐκδιδομένου, ὅπερ ἐντὸς δύω μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς προσεχοῦς Συνόδου ὑποβάλλεται εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐπιψήφισιν». Τοῦτο ἦτο ὀρθότατον· πρῶτον, διότι ἡ αὔξησις ἢ ἡ ἐλάττωσις ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἀκριβῶς καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπήρχετο ἡ δικαιολογοῦσα αὐτὴν περίστασις, καὶ ἔπειτα διότι ἠδύνατο νὰ γίγνηται καθ’ ἅπαν τὸ ἔτος, ἀφοῦ κατὰ μὲν τὸ ἥμισυ θὰ ἦτο παροῦσα ἡ Βουλὴ, κατὰ δὲ τὸ ἕτερον ἥμισυ, ἀπούσης τῆς Βουλῆς, εἶχε τὸ πρὸς τοῦτο δικαίωμα ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία. Ὁ νόμος τοῦ 1880 τοὺς 6 μῆνας τοὺς θεωρεῖ, φαίνεται, ὅλως ἀκαταλήπτως, ὡς μὴ δυναμένους νὰ φέρωσιν αὐξομείωσιν τῶν τιμῶν, ἀφοῦ περιορίζῃ μόνον εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα τῆς μεταῤῥυθμίσεως! Εἶχεν ὅμως καὶ ἄλλο πλεονέκτημα ἡ διάταξις τοῦ 1867, ὅτι ἡ δι’ αὑτῆς ἐπερχομένη αὔξησις ἢ ἐλάττωσις ἦτο πραγματικὴ, εἰλικρινὴς, δὲν ἦτο μέτρον ἀμφίβολον καὶ τὰ πάντα διαταράσσον, διότι ἐφ’ ὅσον χρόνον ἴσχυεν, ἴσχυεν ὁριστικῶς, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἠκυροῦντο ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὰ Διατάγματα. Οὕτω δὲ ἐγίνωσκον καὶ καταναλωταὶ καὶ ἔμποροι ποῖα εἶναι τὰ βάρη των ἢ ποῖαι αἱ ὠφέλειαί των. Ὅτι δ’ αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρ. 3 τοῦ νόμου τοῦ 1880 προκύπτει καὶ ἐκ τοῦ ἄρθρ. 4, νομίζω, τοῦ ἰδίου νόμου, καθ’ ὃ ἀκυροῦται τὸ ἄρθρον 7 τοῦ ἀπὸ 3 Φεβρουαρίου 1867 νόμου περὶ δασμολογίου· ἐγένετο λοιπὸν ἀντικατάστασις, καὶ ἡ μεταβολὴ συνίσταται εἰς τοῦτο, ὅτι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἡ Νομοτελεστικὴ Ἐξουσία τῆς αὐξομειώσεως τῶν τιμῶν, ἐπὶ ἰδίᾳ εὐθύνῃ, διατηρεῖται εἰς τὸν ὑπουργὸν, τὸν ἔχοντα ἐλευθέραν τὴν κρίσιν ἐπὶ τοῦ ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον, ἀλλ’ ἡ εὐθύνη μεταβιβάζεται εἰς τὴν Βουλήν. Ἐκ τούτων προδηλότατον, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ νέου φόρου, ἀλλὰ περὶ πράξεως ἀριθμητικῆς, ἀναλογισμοῦ, διατιμήσεως· πληροφορεῖται ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ σίτου ἀπὸ 40 λεπτὰ κατῆλθεν εἰς 30, μεταβάλλει ἀμέσως τὸν ὅρον τοῦ φόρου ἀναλόγως τῆς μεταβολῆς τῆς ἀξίας. Γεννᾶται ἀνάγκη προσελκύσεως ἐμπορεύματός τινος, ὅπερ δὲν ἔρχεται εἰς ἱκανὴν ποσότητα εἰς τὴν ἀγορὰν, ἕνεκα ὑπερβολικοῦ φόρου ἐλαττώνει τὸν ὅρον αὐτοῦ. Βεβαιοῦται περὶ τῆς ἐνάρξεως εἰσαγωγῆς νέου τινὸς ἐμπορεύματος, ὅπερ δὲν εἰσήγετο πρίν, ἢ εἰσήγετο μὲν, ἀλλ’ εἰς τοσοῦτον ἀσήμαντον ποσὸν, ὥστε δὲν ἐφορολογεῖτο, ἐπιβάλλει εἰς τὸ ἐμπόρευμα τοῦτο τὸν φόρον τὸν εἰς τὴν ἀξίαν αὑτοῦ ἀναλογοῦντα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ δασμολογίου, ὅπερ εἶναι ἐψηφισμένον ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Καὶ αὕτη εἶναι ἡ ἀληθὴς ἔννοια τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου τοῦ 1880, τοῦ ἀντικαταστήσαντος τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νόμου τοῦ 1867. Ὅπως ἐν τούτῳ, οὕτω καὶ ἐν τῷ νῦν ἰσχύοντι οὐδέποτε ἠδύνατο νὰ πρόκηται περὶ νέων φόρων, οἷος εἶναι ὁ προτεινόμενος. Ἀλλὰ, ἐὰν φρονῇ τις, ὅτι δύναται νὰ δοθῇ ἡ ἐξήγησις, ἣν ἔδωκεν ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διαστρεφομένης τῆς ἐννοίας καὶ παρεννοουμένου τοῦ γράμματος τοῦ νόμου, τότε ἐπέρχεται φρικτὴ ἡ ἀντίστασις τοῦ Συντάγματος. Τί νομίζετε διατάσσει τὸ Σύνταγμα περὶ φόρων; Ἔχει διάταξιν, ἡ ὁποία καὶ ὡς ἐκ τῆς φράσεως αὐτῆς ἀκόμη μαρτυρεῖ τὴν αὐστηρὰν πρόνοιαν, τὴν ὁποίαν ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις ἔλαβεν, ἵνα μὴ ἐπιβαρύνηται ὁ Τόπος διὰ φόρων χωρὶς οὗτοι νὰ ψηφίζωνται προηγουμένως ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 59 τοῦ Συντάγματος. «Οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται, οὐδ’ εἰσπράττεται, ἐὰν προηγουμένως δὲν ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως». Ἐνταῦθα ἡ φράσις καὶ κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως παρέλκει βεβαίως, ἀλλὰ διότι παρέλκει δεικνύει ἐντονώτερον τὴν ἐπιθυμίαν ἣν εἶχεν ἡ Συνέλευσις νὰ περιφρουρήσῃ τὸν λαὸν ἀπὸ πᾶσαν παράνομον καὶ ἄδικον φορολογίαν. Δὲν ἔχω τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει οἱ ἔμποροι ἀπενθυνθῶσιν εἰς τὰ δικαστήρια, τὰ δικαστήρια θὰ δικαιώσωσιν αὐτοὺς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ δικασταὶ θὰ ἐξηγήσωσι τὸν νόμον ὀρθότερον τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Θὰ θεωρήσωσιν ὅμως ἀφεύκτως τὰ δικαστήρια ἄκυρον τὸν νόμον, τοῦτο δὲ συμφώνως μάλιστα πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὡς καθηγητοῦ τοῦ δικαίου, ἐὰν, πλανηθέντα καὶ ταῦτα, κρίνωσιν, ὅτι ἡ διάταξις τοιαύτην ἔχει ἔννοιαν, διότι ἂν πράγματι ἔχῃ τὴν ἔννοιαν ταύτην, ὅπερ ἀποκρούω, παραβιάζει προφανῶς τὸ Σύνταγμα· κατὰ δὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Καλλιγᾶ διάταξις, παραβιάζουσα τὸ Σύνταγμα, δὲν πρέπει νὰ ἐφαρμόζηται ὑπὸ τῶν δικαστηρίων. Καὶ εἶναι περιττὸν ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ σύγγραμμα τοῦ κ. Καλλιγᾶ, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι λίαν εὐγλώττως καὶ μετ’ ἀδυσωπήτου λογικῆς ὁ σοφὸς συγγραφεὺς ὑποστηρίζει τὴν ὀρθὴν ταύτην καὶ φιλελεύθερον ἰδέαν. Οὕτω δὲ τὸ ἤδη εἰσπραττόμενον πρόσθετον τέλος, τὸ μήπω ψηφισθὲν, εἰσπράττεται παρανόμως ἢ ἀντισυνταγματικῶς, καὶ εἴτε ἐγκριθῇ, τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἀπεύχομαι, εἴτε δὲν ἐγκριθῇ, θέλει ἀποδοθῆ· ὀφείλει μάλιστα ἡ Κυβέρνησις νὰ διατάξῃ ἀπὸ τοῦδε τὴν ἀπόδοσιν αὐτοῦ. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἀντιτάσσομαι κατ’ αὐτῆς διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους εἶπον. Δὲν θεωρῶ τὸν φόρον ἀναγκαῖον διὰ τὸ δάνειον τῆς Ἐθνικῆς ὁδοποιΐας· ἑπομένως θεωρῶ αὐτὸν ψευδῆ κατὰ τοῦτο. Ὡς φόρον δὲ ἁπλᾶς θεωρῶ αὐτὸν ἄδικον καὶ ἐπιβλαβῆ, ἰδίως μάλιστα διότι πιέζει τὰς πενομένας τάξεις τῆς κοινωνίας. Εἰδικῶς δὲ περὶ τοῦ δανείου, ἐὰν ἡ σύμβασις, τὴν ὁποίαν τὸ ὑπουργεῖον συνῆψεν ἔλαβεν ἤδη κῦρος, καὶ ὡς φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς, περὶ οὗ ἀμφιβάλλω, ἕνεκα τινῶν περιεχομένων ἐν αὐτῇ νομοθετικῶν διατάξεων, δὲν ἀποκρούω αὐτὸ, εἰ καὶ τὸ θεωρῶ ἀσύμφορον, διότι δὲν θέλω νὰ λεχθῇ, ἔστω καὶ ἀδίκως, ὅτι παρ’ οἱουδήποτε βουλευτοῦ παρενεβλήθη πρόσκομμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν μεριμνῶσαν, ὡς διατείνεται, περὶ τόσον σπουδαίου ζητήματος, οἷον τὸ τῆς Ἐθνικῆς ὁδοποιΐας. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἀπεδείχθη, ὅτι διὰ μόνον τοῦ δανείου θὰ δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἄνευ αὐξήσεως φόρων, νὰ ἐπιτύχῃ τοῦ σκοποῦ, διατί νὰ μὴ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τοὺς δυστυχεῖς καταναλωτὰς καὶ τοὺς ἀπειλουμένους σταφιδοκτήμονας; Ὥστε τὸ νομοσχέδιον ἀποβαίνει πάντη περιττὸν διὰ τὴν ὁδοποιΐαν. Ἡ δὲ αὔξησις τοῦ φόρου καθ’ ἑαυτὴν, ὡς προτείνεται δι’ αὐτοῦ, ὡς ἄστοχος, ἄδικος καὶ ἀνατρέπουσα τὰς θεμελιώδεις ἀρχὰς τῆς ἐπιβολῆς τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν, εἶναι ἀποῤῥιπτέα.
§81ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὰ παρὰ τοῦ προλαλήσαντος λεχθέντα, καίπερ λίαν λελογισμένα, εἶναι δυστυχῶς λόγοι καὶ οὐδὲν ἄλλο, ἢ λόγοι ἐξεταζόμενοι ὑπὸ πρακτικὴν ἔποψιν. Καὶ εἶναι, κύριοι, λόγοι, διατί; Διότι καὶ ἂν ἡ μερὶς αὕτη, ἡ ἀριστερὰ, ἐκαλεῖτο εἰς τὴν Ἐξουσίαν μετὰ διάλυσιν τῆς Βουλῆς καὶ εὑρίσκετο εἰς τὴν Ἐξουσίαν ἐν ἐποχῇ προκεχωρημένῃ, διατελοῦσα ὑπὸ τὴν ἀνάγκην νὰ ζῇ διὰ πιστώσεων, βεβαίως, κύριοι, ἤθελε καταφύγει εἰς τὴν αὐτὴν μέθοδον τῶν πειραματικῶν δανείων καὶ εἰς φόρους ἐπιβαλλομένους κατὰ τρόπον ἐπίσης πειραματικόν. Δὲν ἔρχομαι λοιπὸν εἰς τὴν ἀναίρεσιν τῶν ὅσα εἶπε, διότι δὲν πρόκειται περὶ θεωριῶν. Λαμβάνω τὰ πράγματα ὅπως δυστυχῶς ἔχουν ἐν Ἑλλάδι. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἢ δὲν ἔχει ἀνάγκην χρημάτων διὰ τὴν ὁδοποιΐαν; Ὁ προλαλήσας, ἰσχυρίσθη ὅτι οἱ πόροι τῆς ὁδοποιΐας εἶναι ἀρκοῦντες, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν ἡ Κυβέρνησις δυνηθῇ νὰ συνομολογήσῃ νέον δάνειον. Δὲν γνωρίζω τὰ καθέκαστα τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ, νομίζω, ὅτι δὲν εἶπε τὴν ἀλήθειαν ὁ προλαλήσας· δὲν πρόκειται μόνον περὶ ἁπλῆς ὁδοποιΐας, πρόκειται καὶ περὶ σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας.
§82ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§83ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διὰ τοῦτο, ὅτι δὲν λέγω τὴν ἀλήθειαν.... Πρόκειται περὶ τῆς ἁπλῆς ὁδοποιΐας, περὶ τῶν ἁμαξιτῶν ὁδῶν.
§84ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐγὼ ὑπέλαβον, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ, ὅπερ πρόκειται νὰ δανεισθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἤθελε τὸ διαθέσει καὶ διὰ τὴν σιδηροδρομικὴν συγκοινωνίαν, καὶ διὰ τοῦτο προεθέμην νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι καὶ τὸ ποσὸν αὐτὸ, ὅπως δανείζεται σήμερον ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἀρκεῖ ὅπως ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν μεγάλην αὐτῆς ὑποχρέωσιν, ἥτις ἐπιβάλλεται σήμερον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, καὶ ἑπομένως εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Εἶπεν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ὀφείλει εἰς τὸ Δημόσιον, διότι ἐδανείσθη παρὰ τούτου, μὴ δυνηθὲν διὰ τῶν ἰδίων πόρων νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας τῆς ὁδοποιΐας ἕνεκα τῶν τελευταίων ἐκτάκτων περιστάσεων. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ὀφείλει ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν νὰ δικαιολογήσῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, καὶ νὰ μᾶς ἐκθέσῃ τοὺς λόγους, οἵτινες τὸν ἀναγκάζουν νὰ συνομολογήσῃ δάνειον 20,000,000 διὰ τὴν κοινὴν συγκοινωνίαν τῶν ἁμαξιτῶν ὁδῶν, καὶ νὰ προτείνῃ τὸν χάριν τοῦ δανείου τούτου πειραματικὸν φόρον. Ἐὰν δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀποδείξῃ, ὅτι τὸ δάνειον εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, τότε νομίζω, ὅτι ἡ κατάκρισις, ἡ ἀφορῶσα τὸν φόρον, δὲν εἶναι βάσιμος. Δὲν εἶμαι, κύριοι, ὑπὲρ τοῦ συστήματος τῶν ἐμμέσων φόρων. Οἱ ἔμμεσοι φόροι ἔχουσι πολλὰ τὰ ἐλαττώματα, τὸ μόνον προτέρημα, ὅπερ ἔχουσιν, εἶναι τὸ τῆς ἰσότητος.
§85Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ προτέρημα δὲν τὸ ἔχουσι.
§86ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὸ ἔχουσι, διότι φορολογοῦσιν ἅπαντας τοὺς καταναλωτὰς καὶ καθ’ ὅσον ἕκαστος καταναλίσκει. Ἀλλ’ ἔχουσι τὸ μέγα ἐλάττωμα, ὅτι δὲν φορολογοῦσι τὴν παραγωγὴν, οὔτε τὰ κεφάλαια κἂν, ἀλλὰ φορολογοῦσι τὴν ἐργασίαν, τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεως τῶν διὰ τῆς ἐργασίας ἀποζώντων ἀνθρώπων. Ὁ ἄνθρωπος, ὅστις ἐργάζεται νυχθημερὸν καὶ πορίζεται ἓν μικρὸν ποσὸν, διὰ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ συντηρηθῇ, διὰ τῶν ἐμμέσων φόρων φορολογεῖται αὐτὸς, ὅστις πολλάκις εἶναι εἰς τὴν ἀνάγκην ὄχι νὰ συντρέχῃ τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ νὰ τυγχάνῃ περιθάλψεως καὶ βοηθείας. Ἔχουσι δὲ καὶ τὸ μέγα ἐλάττωμα, ὅτι ἄγουσι τὰς κοινωνίας εἰς τὴν πενίαν καὶ εἶναι ἴσως μία ἐκ τῶν αἰτιῶν τῶν μεγάλων κοινωνικῶν νοσημάτων, ὑφ’ ἃ διατελεῖ ὁ εὐρωπαϊκὸς κόσμος· διότι ὅταν ὁ ἄνθρωπος δὲν δύναται νὰ πορισθῇ τὴν τροφήν του, τὰ ἀναγκαῖα μέσα, ὅπως κατασκευάσῃ τὴν ἐνδυμασίαν του, τότε βεβαίως ἄγεται εἰς τὸν κοινωνισμόν. Καὶ ἠδυνάμεθα ἴσως νὰ μὴ καταφύγωμεν σήμερον εἰς αὐτὸ τὸ μέσον τῶν ἐμμέσων φόρων· δυστυχῶς ὅμως κατέστρεψε τὸ σύστημα τῶν ἀμέσων φόρων ἡ πλευρὰ αὐτὴ, ἡ πρώην ἀντιπολίτευσις καὶ νῦν συμπολίτευσις, ἀλλὰ καὶ ἡ ἄλλη πλευρὰ, ἡ νῦν ἀντιπολίτευσις, ἐλθοῦσα πέρυσιν εἰς τὴν Ἐξουσίαν, ὑπεστήριξε τὸ νέον φορολογικὸν σύστημα, τὸ τοσοῦτον ἐλαττωματικὸν καὶ ἐπιζήμιον διὰ τὸ Κράτος, καὶ κατέστησε τὸ σύστημα τοῦτο σύστημα πάγιον, οὕτως εἰπεῖν. Τούτου δ’ ἕνεκεν δὲν δυνάμεθα πλέον νὰ καταφύγωμεν εἰς τὸ προπατορικὸν ἐκεῖνο σύστημα, ὅπερ βελτιούμενον διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ φόρου ἀπὸ 8% εἰς πέντε καὶ διὰ τῆς αὐστηρᾶς ἐφαρμογῆς τῶν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ τεταγμένων νόμων, ἠδύνατο βεβαίως νὰ προσπορίζῃ εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον τὰ πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους χρηματικὰ μέσα, ἀποφεύγοντες τότε τὴν αὔξησιν τῶν ἐμμέσων φόρων, οἱ ὁποῖοι ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις βλάπτουσι τὴν κοινωνίαν, καὶ οὐ μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν, ἣν ἀνέφερον, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν, ὅτι ἐξαναγκάζονται οἱ ἐμπορευόμενοι εἰς τὸ λαθρεμπόριον, καὶ καθίσταται δύσκολος ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐπὶ τῶν ἡμετέρων προϊόντων ἐπιβαλλομένων εἰς ξένα Κράτη δικαιωμάτων εἰσαγωγῆς, ὅπερ παρεμποδίζει παρ’ ἡμῖν τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς καὶ τὴν ἐξαγωγὴν τῶν ἡμετέρων προϊόντων. Ὅθεν ἀμέσους φόρους ἄλλους δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν· ἔχομεν ἀνάγκην χρημάτων, ὥστε δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποστερήσωμεν τὸν ἔμμεσον φόρον, ὃν ἡ Κυβέρνησις προτείνει, αὐξανομένου τοῦ τέλους τῆς εἰσαγωγῆς κατὰ ἓν δέκατον εἰσέτι. Δὲν ἀποκρούω λοιπὸν, κύριοι, τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, δὲν ἀποκρούω τὴν προτεινομένην αὔξησιν· τοὐναντίον, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ τὴν παραδεχθῇ καὶ θὰ τὴν παραδεχθῇ· φρονῶ ὅμως, ὅτι οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς συνομολογήθη τὸ δάνειον, εἶναι ὅροι βαρεῖς. Πρόκειται τὸ Δημόσιον νὰ πληρώσῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐπὶ δανείου 20 ἑκατομμυρίων τόκον 6⅓%. Ἀλλ’ ὑφισταμένης τῆς βιαίας κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, νομίζω, ὅτι εἶναι ἄδικον ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποχρεοῦται εἰς τὴν πρὸς τὴν Τράπεζαν πληρωμὴν τηλικούτων τόκων. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ βιαία κυκλοφορία, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ σπάνις τοῦ μετάλλου ἕνεκεν ταύτης, ἐὰν δὲν ἐφορολογεῖτο ἡ παραγωγὴ τοῦ Τόπου διὰ 5, 6, 7% ἕνεκεν τούτου ἐπίσης, τότε οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ κατακρίνῃ τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τόκῳ, ὑπὸ τὸν ὁποῖον συνομολογεῖ τὸ μετὰ τῆς Τραπέζης δάνειον. Ἀλλ’ ὑφισταμένης, ἐπαναλαμβάνω, τῆς βιαίας κυκλοφορίας, καὶ ἀφοῦ ὁ φορολογούμενος φορολογεῖται περισσότερον παντὸς ἄλλου ἐξ αὐτῆς τῆς βιαίας κυκλοφορίας, τὸ Δημόσιον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συνομολογῇ δάνειον μετὰ τῆς Τραπέζης ἐπὶ τοσούτῳ τόκῳ. Ὁ τόκος, τὸν ὁποῖον ἔπρεπεν εἰς τὴν περίστασιν ταύτην νὰ πληρώνῃ τὸ Δημόσιον, εἶναι τὸ πολὺ πολὺ 3%. Ποίας ὠφελείας ἀντλεῖ ἡ Τράπεζα ἐκ τῆς βιαίας κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων δὲν ἔχω ἀνάγκην πολλῶν πληροφοριῶν, ἵνα ἀποδείξω. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὰ χρηματολογικὰ δελτία ἑκάστης ἡμέρας καὶ θὰ ἴδετε τὰς ὠφελείας αὐτῆς. Δὲν κατακρίνω τὴν Τράπεζαν, συγχαίρω τοὐναντίον ἐπὶ τῇ καλῇ διοικήσει αὐτῆς, ἥτις ἤγαγε τὸ κατάστημα αὐτὸ εἰς σημεῖον λίαν εὐάρεστον καὶ διὰ τοὺς μετόχους καὶ διὰ τὴν κοινωνίαν, συντελοῦν μεγάλως εἰς τὴν πρόοδον καὶ εὐημερίαν τοῦ Τόπου. Δὲν κατακρίνω αὐτήν, διότι ἐπιτυγχάνει εἰς τὰς ἐπιχειρήσεις της ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε αἱ μετοχαὶ αὐτῆς νὰ ὑπερτιμῶνται μεγάλως, καὶ οἱ μέτοχοι αὐτῆς νὰ ὠφελῶνται ὅσον ὠφελοῦνται· ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Τράπεζα ὠφελεῖται ὅσον ὠφελεῖται ἐκ τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι γενναιοτέρα εἰς τὰς παραχωρήσεις, ὅταν αὗται θέλουσι συντελέσει ὑπὲρ τοῦ κοινοῦ συμφέροντος. Δὲν παραδέχομαι δὲ, ὅτι ἐξαντλοῦνται τὰ κεφάλαια τῆς Τραπέζης ὡς ἐκ τῶν προηγουμένων δανείων αὐτῆς πρὸς τὸ Δημόσιον· διότι, ὡς γνωρίζετε, κύριοι, μέρος ἐκ τῶν δανείων αὐτῶν ἐπιστρέφεται τῇ Τραπέζῃ καθ’ ἑξαμηνίαν, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔχει ἡ Τράπεζα ἐκ τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα ἐδάνεισε πρὸς τὸ Δημόσιον, τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν, ὅπως χορηγήσῃ τὸ δέον δάνειον χωρὶς νὰ ἦναι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν ποσὸν τραπεζικῶν γραμματίων ἀνώτερον τοῦ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ σχετικοῦ νόμου ἀποφασισθέντος.
§87ΓΚΙΚΑΣ. Ἀφοῦ ἡ Τράπεζα δανείζεται πρὸς 6%, διατί νὰ δανείσῃ πρὸς 2%;
§88ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἡ Τράπεζα σήμερον δὲν δανείζεται.
§89ΓΚΙΚΑΣ. Ἐξακολουθεῖ νὰ δανείζηται.
§90ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι ἐδανείσθη πρὸς 6%, δανείζει τὸ κοινὸν τῆς Ἑλλάδος πρὸς 8%.
§91ΓΚΙΚΑΣ. Πολὺ ὀλιγώτερον.
§92ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν τὸ πιστεύω. Ὠφελεῖται δὲ οὐχὶ μόνον τοὺς τόκους, τοὺς ὁποίους πληρώνει, ἀλλὰ καὶ ποσόν τι λόγῳ μεσιτείας. Ὅθεν δίκαιον καθόσον ἀποβλέπει τὸ Δημόσιον νὰ ἦναι γενναιοτέρα. Ἐπαναλαμβάνω δὲ, ὅτι δὲν ἀποκρούω κατ’ ἀρχὴν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ὅτι δέον νὰ ἐπιβληθῇ ὁ προτεινόμενος φόρος, καὶ ὅτι ὑπαρχούσης τῆς βιαίας κυκλοφορίας καὶ τῆς Τραπέζης δανειζούσης τὸ κοινὸν πρὸς 8%, δέον νὰ φανῇ γενναιοτέρα πρὸς τὸ Δημόσιον. Τὴν τελευταίαν ταύτην γνώμην δὲν ὑποστηρίζω, κύριοι, ὅπως ἀποῤῥιφθῇ ἡ σύμβασις· εἶναι παρατήρησις, τὴν ὁποίαν κάμω μόνον ὅπως ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, προβῇ εἰς νέας διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Τραπέζης καὶ ἐπιτύχῃ ἐλάττωσιν τοῦ τόκου, μὲ τὸν ὁποῖον συνήφθη τὸ δάνειον. Ἐστὲ δὲ βέβαιοι, ὅτι ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος θεωρεῖ, ὅτι οἱ ὅροι, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλει ἡ σύμβασις, εἶναι πέραν τοῦ δέοντος ἐπιβαρυντικοὶ, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ἄλλως εὐάρεστον θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ Τράπεζα.
§93ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Τὸ συμπέρασμά σας εἶναι νὰ πληρώνωμεν πρὸς 2%.
§94ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. βουλευτὴς Εὐρυτανίας ἐπικρίνει τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ πρόκειται, διότι δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἐπιγραφήν του, διότι δὲν εἶναι μόνον νομοσχέδιον περὶ προικίσεως τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, ἀλλ’ εἶναι συνάμα καὶ νομοσχέδιον περὶ δανείου· οὐδ’ ἀξιοῦμεν ἡμεῖς, ὅτι ἡ ἐπιγραφὴ εἶναι συντεταγμένη ἀκριβῶς, ὅπως ἀνταποκρίνεται πρὸς τὸ περιεχόμενον. Αἱ ἐπιγραφαὶ δὲν ψηφίζονται ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τίθενται ἁπλῶς πρὸς τὴν κατάταξιν τοῦ νομοσχεδίου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ τοῦτο πολλάκις ἐῤῥέθη. Ἀναντιῤῥήτως, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν εἶναι μόνον νομοσχέδιον περὶ προικίσεως τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας, ἀλλ’ εἶναι καὶ νομοσχέδιον περὶ προσθήκης τέλους δεκατημορίου εἰς τὴν εἰσαγωγήν. Τὸ ζήτημα ἄρα εἶναι ἂν ἡ Κυβέρνησις ὀρθῶς ἔπραξε συνομολογήσασα δάνειον, τοῦ ὁποίου τοὺς τόκους ἀπεφάσισε νὰ πληρώσῃ διὰ προσθέτου τέλους, τέλους μάλιστα, τοῦ ὁποίου τὸ ποσὸν εἶναι ἀνώτερον τῶν τόκων τοῦ δανείου, καὶ ἑπομένως ἀποφέρει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἄμεσον ὠφέλειαν, διότι οἱ τόκοι τοῦ δανείου τῶν 20 ἑκατομμυρίων, ἐὰν μὲν ὑπολογισθῶσιν ἄνευ τοῦ χρεωλυσίου, ὅπως πρέπει νὰ ὑπολογισθῶσι κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς πρώτης πενταετίας, ἀπαιτοῦσιν ἐτησίως 1,350,000 δραχ. ἐὰν ὑπολογίσωμεν καὶ τὸ χρεωλύσιον 1%, ἀπαιτεῖται 1,550,000 μετὰ τὴν πενταετίαν· ὥστε μετὰ τὴν πενταετίαν θὰ ὑπολογίσητε 450,000 ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, πρὸ τῆς παρελεύσεως δὲ τῆς πενταετίας 650,000. Πρὸ τῆς λήξεως δὲ τῆς πενταετίας θὰ ὑπολείπεται ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ ὁ τόκος ὁ ἀνταποκρινόμενος πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον δὲν ἤθελεν ἔτι πραγματοποιηθῆ, διότι πάντα τὰ περισσεύματα ἀποδίδονται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ὡς πρὸς τοῦτο ἄρα τὸ ζήτημα εἶναι: Ἐξελέξατο καλῶς ἡ Κυβέρνησις τὸν πόρον, ἐξ οὗ θέλει πληρώσει τοὺς τόκους τοῦ δανείου τῶν εἴκοσιν ἑκατομμυρίων καὶ οὗτινος τὸ περίσσευμα θέλει αὐξήσει τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους; Ὤφειλεν ἀλλαχοῦ νὰ ἐπιζητήσῃ τὸν πόρον τοῦτον; διότι δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἢ ἄλλος τις ἤθελε θεωρήσει ὠφέλιμον νὰ συνάψωμεν τὸ δάνειον καὶ νὰ μὴ προνοήσωμεν περὶ πόρου πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων τοῦ δανείου, ἀφοῦ ὁ προϋπολογισμὸς ὄχι μόνον δὲν παρουσιάζει περίσσευμα, ἀλλὰ τοὐναντίον παρουσιάζει σπουδαῖον ἔλλειμμα. Ἀνάγκη ἄρα ἐπιβολῆς φόρου ὑπῆρχε διὰ τὸ δάνειον τοῦτο· ὑπῆρχε καὶ ἀνάγκη ἐπιβολῆς φόρου πρὸς ἐλάττωσιν τοῦ ἐλλείμματος. Ὥστε ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις κατ’ ἀρχὴν ὁ πρόσθετος φόρος δὲν δύναται νὰ προσβληθῇ. Δύναται ὅμως νὰ προσβληθῇ παρὰ τῶν φρονούντων, ὅτι τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη εἶναι ἤδη ἱκανῶς ἐπιβεβαρυμένα, ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ εἶναι ἐπαχθῶς ἐπιβεβαρυμένη. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι εἰς τὴν εἰσαγωγὴν δύνανται νὰ ἐπιβληθῶσιν οἱ φόροι τοὺς ὁποίους προτείνομεν, καὶ ὅτι δύνανται νὰ ἐπιβληθῶσι καὶ ἄλλοι φόροι· ὅτι δὲ φρονοῦμεν τοῦτο γινώσκει ἡ Βουλὴ καὶ ἄλλοθεν, διότι ὑπεβάλομεν καὶ ἤδη νομοσχέδιον περὶ προσθήκης τέλους εἰσαγωγικοῦ ἐπὶ τῶν ἐμπορευμάτων Ἐπικρατειῶν, αἵτινες ἐπιβαρύνουσι τὴν ναυτιλίαν καὶ τὸ Ἑλληνικὸν ἐμπόριον διὰ διαφορικῶν τελῶν. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, καὶ πρὸ αὐτοῦ ἐν ἄλλῃ συζητήσει ἄλλοι εἶπον, ὅτι διὰ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ φόρου τούτου, τοῦ ἐπιπροσθέτου τέλους ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς, καθιστῶμεν ἀδύνατον τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τέλους ἐν ξέναις Ἐπικρατείαις ἐπὶ τῶν Ἑλληνικῶν προϊόντων, καὶ ἰδίως ἐπὶ τῆς σταφίδος· ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ἀκριβῶς τοὐναντίον συμβαίνει, καὶ φρονοῦμεν τοῦτο συνάμα μετὰ τῶν κυβερνήσεων τῶν Ἐπικρατειῶν ἐκείνων. Ἅπασαι αἱ Ἐπικράτειαι τῆς Εὐρώπης, βλέπουσαι τὰς γειτνιαζούσας Ἐπικρατείας καὶ ἄλλας ἐπιβαρυνούσας τὰ ἑαυτῶν εἴδη διὰ προσθήκης τελῶν εἰσαγωγῆς, ἠναγκάσθησαν νὰ αὐξήσωσι τὰ τέλη ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν προϊόντων τῶν Ἐπικρατειῶν ἐκείνων πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἐπιτύχωσι διὰ συνεννοήσεως τὴν ἀπὸ κοινοῦ ἐλάττωσιν τῶν διατιμήσεων· καὶ τοῦτο τὸ σύστημα φρονῶ, ὅτι ὀφείλομεν ν’ ἀκολουθήσωμεν καὶ ἡμεῖς, διότι ἄλλως οὐδέποτε θὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἐλάττωσιν τῶν φόρων ἐπὶ τῶν εἰδῶν τῶν ἐπιβαρυνομένων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ παρὰ τῶν οὕτω σκεπτομένων Κυβερνήσεων. Ὅταν ἀπετάθημεν πρὸς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ζητήσωμεν τὴν ἐλάττωσιν τοῦ προστεθέντος παρ’ αὐτῆς τέλους ἐπὶ τῆς σταφίδος, ἀπήντησεν αὕτη πρὸς τοὺς προκατόχους ἡμῶν, οἵτινες εἶχον προβῆ εἰς τὸ διάβημα τοῦτο, τί; Ἀπήντησεν, ὅτι εὐχαρίστως ἤθελεν ἐλαττώσει τὰ τέλη ἐπὶ τῆς σταφίδος, ἐὰν καὶ ἡμεῖς ἀποδεχθῶμεν ἀναλόγως ἐλάττωσιν ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων ἐκ Γαλλίας εἰδῶν, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐζητήθη καὶ ἄλλοτε καὶ σήμερον πάλιν ἐζητήθη ὑπό τινων καὶ τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ποία δὲ ὑπῆρξεν ἡ προσθήκη τοῦ φόρου ἐν Γαλλίᾳ, ἵνα ἴδωμεν ὁποία ἐλάττωσις τοῦ ἡμετέρου δασμολογίου αἰτεῖται παρ’ αὐτῆς; Ἐπὶ τῆς σταφίδος ἐπεβάλλετο τέλος 30 ἑκατοστῶν τοῦ φράγκου κατὰ 100 χιλιόγραμμα, καὶ ἐνῷ ἐπεβάλλοντο πρότερον μόνον 30 ἑκατοστὰ τοῦ φράγκου, ἤτοι 33 λεπτὰ, σήμερον τί ἐπιβάλλεται; σήμερον ἐπιβάλλεται τέλος 6 φράγκων, τουτέστιν ὁ φόρος εἰκοσαπλασιάσθη. Ἀπαγορευτικὸν δὲν εἶναι τὸ τέλος, διότι ἐξακολουθεῖ ἡ σταφὶς εἰσαγομένη εἰς μεγάλας ποσότητας καὶ εἰς μεγαλειτέρας ἐκείνων, αἵτινες εἰσήγοντο, ὅταν ἦτον ὁ φόρος 30 ἑκατοστὰ τοῦ φράγκου· λέγω δὲ τοῦτο διὰ νὰ παραστήσω, ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ τέλους δὲν ἐμποδίζει τὴν αὔξησιν τῆς εἰσαγωγῆς. Τὸ πρόσθετον τέλος ὑπῆρξε τὸ εἰκοσαπλάσιον καὶ εἰς τὸ κύριον εἶδος τῆς εἰσαγωγῆς ἡμῶν· Σήμερον ζητεῖ ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, ἵνα καταργήσῃ τὸ πρόσθετον τέλος, ὅπως καὶ ἡμεῖς ἐλαττώσωμεν ἐπὶ ἴσου ποσοῦ τὰ εἰσαγωγικὰ ἡμῶν τέλη. Τοῦτο ὅμως δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἐπὶ τῶν παλαιῶν τελῶν, ἡ μόνη δὲ διέξοδος εἶναι νὰ προσθέσωμεν τέλη, τὰ ὁποῖα ν’ ἀφαιρέσωμεν κατόπιν, ὅπως καὶ ἡ Γαλλία θ’ ἀφαιρέσῃ τὸ πρόσθετον τέλος. Ἡ Αὐστριακὴ Κυβέρνησις ἀκριβῶς τὸ αὐτὸ παθοῦσα, ὡς πρὸς τὰς ἰδίας προελεύσεις, ὅ,τι καὶ ἡμεῖς πρὸς τὰ τῆς σταφίδος, προσέφυγεν εἰς τὸ αὐτὸ μέτρον τῆς αὐξήσεως τῶν τελῶν, καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἔλαβεν ἀνάγκην νὰ συντάξῃ ἰδίαν ἔκθεσιν δικαιολογητικὴν, ἀλλ’ ἀντέγραψε τὴν ἔκθεσιν τῆς Αὐστριαστριακῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Αὐστριακὴ Κυβέρνησις λέγει ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, ὅτι τὰ ξένα Κράτη ἐπεβάρυνον τὴν εἰσαγωγὴν τῶν Αὐστριακῶν εἰδῶν, ὅτι δὲν δυνάμεθα, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑπάρχοντος δασμολογίου νὰ παραχωρήσωμεν ἀντάλλαγμα, πρέπει ἄρα νὰ πράξωμεν καὶ ἡμεῖς, ὅπως καὶ ἐκεῖνα, πρέπει νὰ διαιρέσωμεν τὸ δασμολόγιον εἰς γενικὸν καὶ συμβατικὸν δασμολόγιον· πρέπει νὰ ἐπιπροσθέσωμεν 25% εἰς τὰ 5%, ἅτινα προστίθενται ἤδη εἰς τὸ δασμολόγιον ἀπέναντι τῶν Κρατῶν, ἅτινα ἐπιβαρύνουσι τὴν ναυτιλίαν καὶ τὸ ἐμπόριον ἡμῶν διὰ διαφορικῶν τελῶν. Τὸ 5% ἀπεδείχθη ἀνεπαρκὲς, ἀλλὰ διὰ τοῦ 30% ἐλπίζομεν, ὅτι θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἔλθωμε εἰς διαπραγματεύσεις πρὸς τὰ ξένα Κράτη. Τοῦτο ἐπράξαμεν καὶ ἡμεῖς διὰ τοῦ ἄλλου νομοσχεδίου, τοῦ εἰς τὸ πρόσθετον τοῦτο τέλος ἀφορῶντος· τὸ αὐτὸ δὲ πράττομεν καὶ διὰ τούτου τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ αὐτὸ δ’ ἐπράξαμεν καὶ δι’ ἑτέρου νομοσχεδίου, τοῦ ἐπιβάλλοντος φόρον ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τῶν πνευματωδῶν ποτῶν καὶ τῶν οἴνων, τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων. Πάντα ταῦτα τὰ νομοσχέδια συντρέχουσιν εἰς τὸ αὐτὸ, ἐφ’ ὅσον ἐπιβάλλουσιν αὔξησιν εἰς τὰ τέλη ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων εἰδῶν. Τὰς αὐξήσεις ταύτας ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας καὶ οἱ πρὸ αὐτοῦ ὁμιλήσαντες ἐν ἄλλῃ συζητήσει, ἐθεώρησαν ὡς παρεμποδιζούσας τὴν πραγματοποίησιν συμφωνιῶν πρὸς ξένα Κράτη περὶ ἀμοιβαίας ἐλαττώσεως τῶν δασμῶν· ἀλλ’ ἡ αὔξησις τῶν δασμῶν καὶ παρ’ ἡμῖν θ’ ἀποδειχθῇ, ὅπως καὶ παρ’ ἄλλαις Ἐπικρατείαις ἀπεδείχθη, ὡς τὸ δραστικώτατον μέσον, ὅπως δυνηθῇ ἓν Κράτος νὰ κατορθώσῃ παρ’ ἄλλου Κράτους ἐλάττωσιν τῶν δασμῶν.
§95ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ......
§96ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, ἡ ὠφέλεια τῆς χώρας συμψηφίζει τὴν ζημίαν, ἣν ὑφίσταται τὸ Δημόσιον ταμεῖον, διότι οὐδέποτε, προσβαλλομένης ὠφελείας τῆς χώρας καὶ τοῦ Δημοσίου ταμείου, πρέπει νὰ προτιμήσωμεν τὴν ὠφέλειαν τοῦ Δημοσίου ταμείου. Ἐκ δὲ τῶν δασμῶν, οὓς ἤδη προτείνομεν, ὁ σπουδαιότερος εἶναι ὁ εἰδικῶς πρὸς τοῦτον τὸν σκοπὸν ἐπιβαλλόμενος, καὶ οὗτινος ἡ ἐφαρμογὴ περιορίζεται εἰς τὰς Ἐπικρατείας ἐκείνας, αἵτινες ἐπιβάλλουσιν εἰς τὰ ἑλληνικὰ εἴδη καὶ τὴν Ἑλληνικὴν ναυτιλίαν διάφορα τέλη· ἑπομένως τοῦ φόρου ἐκείνου ἡ κατάργησις σχετικῶς ὀλιγώτερον ζημιοῖ τὸ Δημόσιον ταμεῖον, διότι δὲν καταργεῖται τὸ τέλος ἐπὶ τοῦ εἴδους ὁλοκλήρου, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ τοῦ προσθέτου ποσοστοῦ τοῦ ἐπιβαρύνοντος τὴν εἰσαγωγὴν τῶν Χωρῶν, αἵτινες ἐπιβάλλουσι διαφορικὰ τέλη εἰς τὰ εἰσαγόμενα Ἑλληνικὰ εἴδη. Εἴμεθα μικροὶ καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιβληθῶμεν διὰ τῶν ὅπλων καὶ διὰ τῆς βίας· δυνάμεθα ὅμως νὰ ἐπιβληθῶμεν διὰ τοῦ συμφέροντος. Ὅταν κατορθώσωμεν νὰ δημιουργήσωμεν συμφέρον ἀντίῤῥοπον τοῦ συμφέροντος, ὅπερ τὰ ξένα Κράτη εὑρίσκουσιν ἐν τῇ αὐξήσει τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν ἐξ Ἑλλάδος εἰσαγομένων εἰδῶν, οὐδόλως δύσκολον εἶναι, ἀλλὰ μᾶλλον εἶναι βεβαιότατον, ὅτι διὰ τοῦ δημιουργηθέντος ἀνταλλάγματος θὰ κατορθώσωμεν τὴν κατάργησιν ἢ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ζημιοῦντος ἡμᾶς προσθέτου τέλους. Ἐπὶ συμφερόντων ὀλίγον ἐνδιαφέρει ἡ ἐξέτασις ἂν ὁ προσφέρων ἦναι μέγας ἢ μικρός, ἀρκεῖ νὰ ᾖ ἴση πρὸς τὸ ζητούμενον ἀντάλλαγμα ἡ ἀξία τῆς αἰρομένης ζημίας ἢ τῆς παρεχομένης ὠφελείας. Θὰ ἐξετάσωσιν ἄρα αἱ Δυνάμεις ἐὰν ἡ ζημία, ἣν θὰ ὑποστῶσι διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ τέλους ἐπὶ τῶν ἐξ Ἑλλάδος εἰσαγομένων εἰδῶν, καὶ ἰδίως τῆς σταφίδος, ἀντισηκοῦται ἐκ τῆς ὠφελείας, ἧς θ’ ἀπολαύσωσι διὰ τῆς ἐλλαττώσεως τοῦ δασμοῦ τῶν εἰς Ἑλλάδα εἰσαγομένων εἰδῶν. Τὸ μόνον καθ’ ὃ ἡ μικρότης τῆς Ἑλλάδος ἔβλαψεν εἶναι, ὅτι ἐμπνέει τὸν φόβον νὰ ἐνεργήσωμεν πρὸς τὰ ξένα Κράτη ὡς ἰσότιμοι, καὶ ἐκ τοῦ φόβου τούτου πολλάκις αἱ Κυβερνήσεις αἱ Ἑλληνικαὶ ἀπέσχον νὰ διεκδικήσωσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, καθ’ ὃ ἔχει δικαίωμα ἐκ τῶν ἀρχῶν τῆς ἰσότητος· ἐνόμισαν, ὅτι δὲν ἁρμόζει τῇ μικρᾷ Ἑλλάδι νὰ λαμβάνῃ μέτρα ὑπὲρ τοῦ δικαίου, διὰ τοῦ ἐξαναγκασμοῦ μεγάλων Δυνάμεων, κατόπιν τῶν εὐεργεσιῶν, ἃς προσήνεγκον αὗται πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὰς εὐεργεσίας τῶν μεγάλων Δυνάμεων; ἀλλ’ ἡ διάθεσις αὐτῶν αὕτη ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἐχέγγυον, ὅτι δὲν θέλουν παρεξηγήσει τὴν μέριμναν, ἣν αὕτη λαμβάνει ὑπὲρ τῶν ἰδίων δικαιωμάτων καὶ συμφερόντων, καὶ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ὑποβολὴ τοῦ νομοσχεδίου, περὶ οὗ προανέφερα, παρ’ οὐδενὸς Κράτους ἐθεωρήθη ἀνευλαβὴς, οὐδὲ καὶ παρ’ αὐτῶν ἐφ’ ἃ ἦτο προωρισμένον ἵνα ἐπιδράσῃ· τοὐναντίον, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ τῶν Κρατῶν ἐκείνων ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσι περὶ ἀμοιβαίας ἐλαττώσεως τῶν τελῶν, θέλουσιν ἐκτιμήσει μέτρον, ὅπερ θέτον τὴν Ἑλλάδα ἐν ἴσῃ μοίρᾳ πρὸς τὰς Χώρας, πρὸς ἃς συναλλάσσεται, καθιστᾷ εὐχερεστέραν τὴν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς ἀμοιβαιότητος συμφωνίαν, καὶ δικαιολογεῖ πᾶσαν πρὸς τὴν Ἑλλάδα παραχώρησιν, ὡς γενομένην ἀπέναντι ἰσοτίμου ἀνταλλάγματος. Ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι ἡ προσθήκη τοῦ τέλους εἰς τὴν εἰσαγωγὴν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ δὲν εἶναι ἐπαχθὴς μόνον πρὸς τὰς ξένας Ἐπικρατείας, ἀλλ’ εἶναι ἐπιβάρυνσις ἐπαχθὴς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ὅτι, ἂν μὴ ἐπιτευχθῇ δι’ αὐτοῦ, καταργουμένου ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, ἡ κατάργησις ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τῶν ἐπαχθῶν δασμῶν ἐπὶ τῆς ἐξ Ἑλλάδος εἰσαγωγῆς, ἢ ἂν βραδύνῃ ἡ κατάργησις αὐτῶν, θὰ ὑφίσταται ἡ Ἑλλὰς τὰ βάρη δασμοῦ, ὅστις, ἐνῷ εἶναι ἐπαχθὴς πρὸς τὰ ξένα Κράτη, εἶναι ἐπιζήμιος καὶ διὰ τὸ Ἑλληνικὸν δημόσιον ὡς παρακωλύων τὴν παραγωγήν. Ἀλλὰ διὰ νὰ εἴπωμεν τοῦτο πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ἡ ἐπιβάρυνσις αὕτη ἦναι τοσοῦτον ἐπαχθὴς, ὥστε νὰ καταπονήσῃ τὰς παραγωγικὰς δυνάμεις τῆς χώρας. Καὶ ὁποῖον εἶναι τὸ γνώρισμα τῆς ὑπερβολικῆς ἐπιβαρύνσεως τῶν εἰσαγομένων εἰδῶν; Τί τὸ γνώρισμα τοῦτο δεικνύει; Ὅτε, πρὸ ἕξ ἐτῶν, ὑπεβάλομεν πάλιν ὡς Κυβέρνησις πρότασιν περὶ αὐξήσεως τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους, ἠκούσαμεν καὶ τότε παρὰ τῶν ἀντιστρατευομένων πρὸς τὰ μέτρα ἡμῶν, ὅτι ἠπατώμεθα φρονοῦντες, ὅτι διὰ τῆς προτεινομένης προσθήκης τελῶν ἤθελεν ἐπέλθει ἴση τῇ προσθήκῃ αὔξησις τῶν εἰσπράξεων. Ὄχι μόνον δὲν θέλει ἐπέλθει αὔξησις ἴση τῇ προσθήκῃ, εἶπέ τις τότε ἐκ τῶν ἀντιλεγόντων βουλευτῶν, ἀλλὰ δὲν θέλει ἐπέλθει αὔξησις οὐδὲ κατὰ τὸ ἥμισυ. Θέλετε ἴδει, μᾶς εἶπεν, ὅτι διὰ τῆς προσθήκης ταύτης τῆς ἐπερχομένης διὰ τῆς τροπῆς τῆς παλαιᾶς εἰς νέαν δραχμὴν, θέλετε προκαλέσει τοσαύτην ἐλάττωσιν εἰσαγωγῆς, ὥστε θὰ ἔχετε ζημίαν ἀντὶ κέρδους. Ἂς ἐξετάσωμεν τὰ ἀποτελέσματα. Ἐπεβάλομεν τότε προσθήκην 11%, ἑπομένως ἡ αὔξησις τῶν τελῶν, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι δὲν ἐπήρχετο ἐλάττωσις τῆς εἰσαγωγῆς ἐπὶ ποσοῦ 14 περίπου ἑκατομμυρίων ἢ ἐπακριβῶς 13,411,000, ὅπως τότε ἦτον ἡ ἐξ εἰσαγωγῆς εἴσπραξις, ἔπρεπε νὰ ἀνέλθῃ περίπου εἰς 15 ἑκατομμύρια, ἤτοι νὰ ἔχωμεν αὔξησιν σχεδὸν 1,500,000 δραχμῶν· ἀντὶ τούτου τί ἔχομεν; διπλασίαν αὔξησιν, ἤτοι ἐν ἔτει 1881 ἐπὶ πλέον τοῦ 1879 τρία σχεδὸν ἑκατομμύρια. Τοῦτο εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα, ὅπερ μᾶς δίδουν οἱ πίνακες οἱ στατιστικοί.
§97ΤΙΝΕΣ. Εἶναι καὶ τὰ τέλη τῆς ἐξαγωγῆς.
§98ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁμιλῶ μόνον περὶ τελῶν εἰσαγωγῆς, καὶ δύναμαι νὰ προσαγάγω τοὺς πίνακας. Ἡ αὔξησις λοιπὸν ὑπῆρξε διπλασία τοῦ ἐκ τοῦ προστεθέντος τέλους ποσοῦ τῶν εἰσπράξεων. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ εἰσαγωγὴ δὲν παρεμποδίσθη ἐκ τοῦ τελευταίου προσθέτου τέλους, δυνάμεθα ἀσφαλῶς νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὁ κλάδος οὗτος τῆς φορολογίας εἶναι ἔτι δεκτικὸς αὐξήσεως· καὶ μόνον τότε ὀφείλομεν νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἄκρον ὅριον, ὅταν ἴδωμεν, ὅτι τὸ προστιθέμενον τέλος, ὄχι μόνον δὲν φέρει αὔξησιν, ἀλλὰ τοὐναντίον φέρει ἐλάττωσιν. Ὅταν ἡ προσθήκη δασμοῦ φέρῃ ἐλάσσονα τῆς ἀναλογίας αὔξησιν, ἀποδεικνύει τοῦτο, ὅτι ἡ ἐπιβάρυνσις γίνεται ἐπαισθητή· ἀλλ’ ὅταν φέρῃ αὔξησιν ἴσην τῇ ἀναλογίᾳ τοῦ προσθέτου ποσοστοῦ, ἕπεται, ὅτι ἡ παραγωγὴ ὑφίσταται τὸ βάρος, πολλῷ δὲ μᾶλλον, ὅταν ὑπερβαίνῃ τὴν ἀναλογίαν. Ἂν ἄρα ὑπολειπόμεθα τῆς ἀναλογίας, θὰ ὀφείλωμεν νὰ προβῶμεν μετὰ περισκέψεως. Ἀλλ’ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ οὐδὲν τοιοῦτον παρίσταται· δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς περαιτέρω ἐπιβάρυνσιν, καὶ ἡ προτεινομένη, νομίζω, δὲν εἶναι κἂν τοιαύτη, ὥστε νὰ ὀφείλωμεν νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι ἐφθάσαμεν πλέον εἰς τὸ τελευταῖον ὅριον.
§99Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ἕνα πίνακα, ὅπως ἴδωμεν ποῦ ἔγεινεν αὔξησις.
§100ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ ἐζητήσατε ποτέ· μοὶ ἐζητήτατε κατ’ εἶδος.
§101ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπάρχει κατεστρωμένος πίναξ.
§102Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὰ 1881 ἐδημοσιεύθη πίναξ τοιοῦτος.
§103ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ταῦτα εἶναι δημοσιευμένα ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ φόρος ἄρα ὁ προταθεὶς δὲν δύναται νὰ κατακριθῇ ὡς φόρος δυνάμενος νὰ ἔχῃ ἐπαχθῆ ἀποτελέσματα. Ἀλλὰ μᾶς ἐπέκριναν οὐ μόνον διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ηὐξήσαμεν τὸν φόρον τοῦτον, ἀλλὰ καὶ διότι τὸν ἐπιβάλλομεν διὰ τρόπου δῆθεν ἀντισυνταγματικοῦ· ὁ δὲ κατὰ πρῶτον ἀγορεύσας ἐν τῇ συζητήσει εἶπεν, ὅτι σοφὸν μόνον ὑπῆρξε τὸ σύστημα τῆς προσθήκης φόρων εἰσαγωγῆς τὸ ἐπικρατοῦν πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου τοῦ 1880, τουτέστι τοῦ προσθέτειν τὰ τέλη διὰ Διαταγμάτων. Ἀλλὰ ἐθαύμασα πῶς, ἀφοῦ ὁ κ. βουλευτὴς Εὐρυτανίας εἶχεν ἐνώπιόν του ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ῥητῶς κελεύει, ὅτι οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται, ἐὰν μὴ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ βασιλέως, πῶς ταυτοχρόνως ὀνομάζει σοφὸν σύστημα τὸ ἐπιτρέπον τὴν φορολογίαν διὰ Βασ. Διαταγμάτων!
§104ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι δὲν ἀποβλέπω εἰς φορολογίαν, ἀλλὰ εἰς τακτοποίησιν τοῦ δασμοῦ, ἑπομένως εἰς πράξεις ῥυθμιστικάς.
§105ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς Εὐρυτανίας λέγει, ὅτι δὲν ἀποβλέπει ἡ διὰ Διαταγμάτων αὔξησις εἰς πραγματικὴν φορολογίαν, ἀλλὰ εἰς διαῤῥύθμισιν· ἀλλ’ ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως εἰς πᾶν αὐτῆς φύλλον, ἐκ τῶν περιεχόντων Διατάγματα περὶ τοῦ θέματος τούτου, διαψεύδει τὸν κ. βουλευτὴν Εὐρυτανίας, ὡς πρὸς τοῦτο. Ἀνοίξατε τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀνάγνωτε ἐν αὐτῇ τὰ Διατάγματα τὰ ἐκδοθέντα, τί εὑρίσκετε; ὅτι τὸ πετρέλαιον π. χ. ἐφορολογεῖτο 20 λεπτὰ, καὶ κατόπιν 22 ὡς ἐκ τῆς προσθήκης τοῦ 10%, καὶ ἦλθε σοφὸς ὑπουργός, κατὰ τὸν πρῶτον ἀγορεύσαντα, ὅστις διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ δικαιολογήσῃ καὶ δι’ ἐκθέσεως, ἐκανόνισεν, ὅπως ὁ φόρος οὗτος αὐξηθῇ ἀπὸ 22 εἰς 35 λεπτὰ· καὶ τοῦτο διατί; Θὰ εἴπητε πρὸς διαῤῥύθμισιν, ὄχι διότι ἠλαττώθη ἡ ἀξία.
§106ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔκαμε κακά.
§107ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο λέγει ῥητῶς ἐν τῇ ἐκθέσει, ὅτι ἐπειδὴ τὸ πετρέλαιον ἠλαττώθη τὴν ἀξίαν, εἶναι δίκαιον νὰ μετατρέψωμεν τὴν ἐλάττωσιν εἰς τέλος ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ταμείου. Τοῦτο ὀνομάζεται διαῤῥύθμισις τοῦ δασμολογίου; Ἐν τῷ αὐτῷ Διατάγματι εὑρίσκεται διάταξις περὶ καφέ· ἐκεῖ ὅμως ἔγεινεν ἡ αὔξησις, διότι ηὔξησεν ἡ ἀξία τοῦ καφέ. Εὑρίσκεται αὔξησις καὶ εἰς τὴν ζάκχαριν, ὄχι διότι ηὔξησεν ἡ ἀξία τῆς ζακχάρεως, ἀλλὰ διότι τὴν ζάκχαριν τὴν μεταχειριζόμεθα μετὰ τοῦ καφὲ (ἱλαρότης). Ὅσοι διετελέσαμεν ὑπουργοὶ κατὰ τὴ ἐποχὴν καθ’ ἣν ἴσχυε τὸ σοφὸν σύστημα τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Εὐρυτανίας γινώσκομεν τὰς πιέσεις, τὰς ὁποίας ὑφίστανται αἱ Κυβερνήσεις πρὸς μεταβολὴν τοῦ δασμολογίου κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς. Περιέμενον τὰ συμφέροντα τὴν λῆξιν τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἐπιπίπτωσι κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ζητῶσιν ἀτελείας ἢ ἐξ ἀντιθέτου αὐξήσεις δασμῶν χάριν προστασίας. Ἐγὼ πὰ τότε ἀντέστην εἰς τὰς τοιαύτας πιέσεις, καὶ οὐδέποτε ὑπέγραψα Διάταγμα τοιοῦτον, διότι τὸ ἔκρινα ἀντισυνταγματικὸν, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως ἐκ τούτου ἔλαβον τὴν ἀφορμὴν νὰ σκεφθῶ περὶ τοῦ θέματος καὶ ἀνεγνώρισα, ὅτι σοφὸν ἀληθῶς ἦτο τὸ σύστημα τὸ ἰσχῦον ἐν Ἀγγλίᾳ, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται αὔξησις τελῶν, εἰμὴ μόνον παρούσης τῆς Βουλῆς καὶ ψηφιζούσης τὸν φόρον τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ψήφισις παρὰ τῆς Βουλῆς τοῦ τέλους ἐπάγεται βραδυτῆτα, καὶ ἐπειδὴ ἡ βραδύτης παρέχει εἰς τὴν κερδοσκοπίαν τὸ μέσον, ὅπως ἐπωφελουμένη, ἰδίως ἐκ τῆς ὑπάρξεως τῶν τηλεγράφων καὶ τῶν διαμετακομιστικῶν ἀποθηκῶν, εἰσάγῃ, πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου καὶ ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ παλαιοῦ τέλους, τὰ εἴδη ὅσα πρόκειται νὰ ἐπιβαρυνθῶσι, καὶ τοιουτοτρόπως καταναλίσκονται ταῦτα ἀτελῆ, ἐπὶ ἓν, δύω καὶ τρία ἔτη, ἐπεκράτησεν ἐν Ἀγγλίᾳ ἡ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν ἀνέγραψεν ὁ νόμος τοῦ 1880. Αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου τοῦ 1880. Εἰσηγάγομεν ἡμεῖς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπιβαρύνονται κατὰ 10% τὰ εἰσαγόμενα εἴδη· πολλὰ εἴδη εὑρίσκοντο ἀποθηκευμένα ἐν τῇ διαμετακομίσει τοῦ Πειραιῶς, πολλὰ ἐν Σύρῳ καὶ ἀλλαχοῦ· εὐθὺς ὡς εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐπειδὴ ἐγίνωσκε τὸ ἐμπόριον, ὅτι ὑπάρχει πᾶσα πιθανότης, ὅτι ἤθελε ψηφισθῆ, θὰ ἐβλέπομεν τὰς ἀποθήκας τῆς διαμετακομίσεως κενουμένας, συῤῥέοντα δὲ τὰ ἐμπορεύματα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπιβάλλον τέλος, τὸ ὁποῖον, ἕνεκα τῆς τοιαύτης εἰσαγωγῆς, οὐδεμίαν ὡς πρός τινα εἴδη ἐφ’ ἱκανὸν χρόνον θὰ εἶχεν ἐφαρμογήν. Ἀλλ’ ὄχι μόνον τὸ Δημόσιον θὰ ἐζημιοῦτο, θὰ ἠδικοῦντο προσέτι καὶ οἱ ἔμποροι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τὴν τύχην νὰ ἔχωσιν ἐν τῇ διαμετακομίσει εἴδη, ἢ οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τὰ μέσα νὰ σπεύσωσι νὰ τηλεγραφήσωσιν εἰς Εὐρώπην, ὅπως ἐν τῷ μεταξὺ προμηθευθῶσι καὶ εἰσαγάγωσιν ἐμπορεύματα, ἰσχύοντος ἔτι τοῦ παλαιοῦ τέλους. Πρόνοιά τις ἄρα ἦτο ἀπαραίτητος, ἵνα εἰσαχθῇ ἄνευ ἀδικημάτων καὶ ἄνευ ἐξουδετερώσεως τοῦ φόρου, νέον πρόσθετον τέλος, καὶ διὰ τοῦτο εὑρίσκομεν μεταξὺ τῶν λόγων, οἵτινες ἐδίδοντο πρὸς δικαιολογίαν τῶν Διαταγμάτων ἄλλοτε, εὑρίσκομεν καὶ τοῦτον, ὅτι πρέπει τὸν φόρον τοῦτον νὰ ἐπιβάλωμεν, ἀπούσης τῆς Βουλῆς, διότι μόνον διὰ Διατάγματος ἠδύνατο νὰ ἐπιβληθῇ ὁ φόρος καὶ συνάμα νὰ ἐκτελεσθῇ, καὶ διὰ τοῦτο εἶχε γίνει κανὼν, ὅτι πρόσθετον τέλος οὐδέποτε ἐπεβάλλετο παρὰ Βουλῆς, ἀλλὰ πάντοτε ἀντισυνταγματικῶς διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος. Ἤδη εἰσήλθομεν εἰς ὁδὸν συνταγματικὴν, ἔκρυθμον κἄπως, ἀλλὰ συνταγματικὴν, διότι τῆς Βουλῆς παρούσης ἐπιβάλλεται ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου τέλος, τέλος ὅμως περὶ τοῦ ὁποίου εἶναι προειδοποιημένη ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ὁποῖον θέλει ἀποδοθῆ, ἂν ἡ Βουλὴ δὲν τὸ ἐγκρίνῃ. Ἡ Βουλὴ προειδοποιηθεῖσα, ὅτι τὸ τέλος τοῦτο ἤρξατο εἰσπραττόμενον, ἂν δὲν τὸ ἐγκρίνῃ, δύναται νὰ σπεύσῃ νὰ κηρύξῃ, ὅτι δὲν τὸ ἀποδέχεται καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἀρκεῖ ἡ ἐπὶ τῇ πρώτῃ ἀναγνώσει ἀποδοκιμασία, καὶ ἰδοὺ εὐθὺς τὸ μέτρον ματαιούμενον. Βεβαίως δὲν εἶναι οὗτος ὁ κανονικὸς τρόπος τοῦ ἐπιβάλλειν φόρους, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἀντισυνταγματικός, εἶναι ὅμως καὶ ἀναγκαῖος, καὶ πιστεύω, ὅτι περὶ τούτου ἐπείσθη ἡ Βουλή.
§108ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§109ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἑτέρα ἐπίκρισις τοῦ ἐπιβαλλομένου προσθέτου τέλους ὑπῆρξεν ὡς πρὸς τὸν τρόπον. Ἐῤῥέθη, ὅτι ὠφείλαμεν νὰ μὴ ἐπιβάλωμεν τὸ πρόσθετον τέλος ἀδιακρίτως διὰ ποσοστοῦ ἴσου ἐπὶ παντὸς τέλους, ἀλλ’ ὅτι ὠφείλαμεν τὴν προσθήκην νὰ ἀναζητήσωμεν ἐν ἀναθεωρήσει τοῦ δασμολογίου. Καὶ τίς ἀρνεῖται τοῦτο; Βεβαίως οὐδεὶς ἀρνεῖται, ὅτι ὠφείλαμεν νὰ ἐπιζητήσωμεν τὴν αὔξησιν, μετασκευάζοντες τὸ δασμολόγιον. Ἂν ἐπρόκειτο μόνον περὶ τοῦ νῦν προτεινομένου τέλους τοῦ δεκατημορίου, ἴσως ἡ παρατήρησις αὕτη δὲν θὰ εἶχε μεγάλην σπουδαιότητα, ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνον περὶ τούτου· πρὸ τοῦ τέλους τούτου ἐπεβλήθη τέλος διὰ τῆς τροπῆς τῆς δραχμῆς τῆς παλαιᾶς εἰς νέαν, καὶ πρὸ τούτου ἕτερον τέλος ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας, καὶ πρὸ ἐκείνου, ἕτερον τέλος δεκατημορίου· πάντα ταῦτα τὰ πρόσθετα τέλη ἐπεβλήθησαν ἐπὶ δασμολογίου συνταχθέντος κατὰ τὸ 1867, τροποποιηθέντος δὲ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων, ἠτιολογημένων καθ’ ὃν τρόπον πρὸ ὀλίγου ἐξέθηκα. Τὰ πρόσθετα τέλη εἰς δασμολόγια ἀπηρχαιωμένα, καὶ πρόσθετα τέλη τόσῳ σπουδαῖα, βεβαίως καθιστῶσι τὴ δυσαναλογίαν ἔτι μεγαλειτέραν οὐχὶ ὅμως τοσοῦτον μεγαλειτέραν ὅσῳ παρέστησεν αὐτὴν ὁ ἐξ Εὐρυτανίας κύριος βουλευτής. Ὁ ἐξ Εὐρυτανίας βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι τὸ 5 ἔγεινε 12· ἂν ἔγεινε 12, ἔγεινε διὰ τῶν Διαταγμάτων, οὐχί ποτε διὰ τῶν προσθέτων τελῶν· τὰ πρόσθετα τέλη δὲν ὑπερβαίνουσι, νομίζω, τὰ 35% ἐν συνόλῳ, ἀλλ’ οὐχ ἧττον καὶ τὸ 35% εἶναι σπουδαῖον, εἰς αὐτὸ δὲ ἐπιπροστίθεται ἕτερον δεκατημόριον, θὰ ἔχωμεν ἄρα αὔξησιν 45%· ὥστε ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἀποδέχομαι τὴν ἰδέαν, καὶ δὲν δύνανται νὰ ἀμφιβάλλωσιν οἱ ἐξενεγκόντες αὐτήν, ὅτι τὴν εἶχον καὶ ἐγὼ πρότερον, ὅτι δι’ ἀναθεωρήσεως τοῦ δασμολογίου ἔδει νὰ ἐπέλθῃ ἡ αὔξησις ἂν ὑπῆρχεν ὁ καιρὸς πρὸς τοῦτο· ἀλλὰ τίς δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ὑπῆρχεν ὁ πρὸς τοῦτο χρόνος; Αἱ ἀναθεωρήσεις τῶν δασμολογίων δὲν εἶναι ἔργα ἐκ τοῦ παραχρῆμα ἐπιτελούμενα· ἀναθεώρησις δὲ δασμολογίου, γενομένη κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ἐπάγεται ἐξαμβλώματα ὁποῖον ὑπῆρξεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἐξ Εὐρυτανίας βουλευτής, τὸ ἐν φυλλαδίῳ ἄλλοτε δημοσιευθέν. Ὅταν αἱ Ἐπικράτειαι, αἱ καλῶς συντεταγμέναι, προβαίνουσιν εἰς ἀναθεωρήσεις δασμολογίων, ἡ ἐργασία τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνουσιν εἶναι κολοσσιαία· δὲν ἐργάζεται μόνον τὸ Γραφεῖον τοῦ ὑπουργείου, ἐργάζεται πᾶσα ἡ ὑπηρεσία, συνιστῶνται δ’ ἐπιτροπαὶ καὶ ἐντὸς τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας. Τὰ ἔργα τῶν ἐπιτροπῶν ἀποστέλλονται εἰς πάντα τὰ κέντρα, ὅπου ὑπάρχει συμφέρον τι, ἵνα τὸ συμφέρον τοῦτο ἀκουσθῇ· αἱ γνῶμαι αὐτῶν πάλιν ὑποβάλλονται εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς κεντρικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία συντάττει πάλιν τὸ σχέδιον, διαχωνεύουσα τὴν συγκεντρωθεῖσαν ὕλην, καὶ ἀποστέλλει αὐτὸ πρὸς ἐξέτασιν, καὶ πολλάκις δύω, τρία, τέσσαρα καὶ πέντε ἔτη παρέρχονται πρὶν ἢ θεωρηθῇ ὅτι ὡρίμασεν ἱκανῶς τὸ ἔργον, διὰ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν νομοθετικὴν κύρωσιν. Ὅταν λοιπὸν τὸ ἔργον τοιοῦτον ἔχῃ χαρακτῆρα, ποίαν δυνάμεθα ν’ ἀποδώσωμεν σπουδαιότητα εἰς μομφήν, ὅτι ἡμεῖς τὴν 3 Μαρτίου ἀνελθόντες εἰς τὴν Κυβέρνησιν δὲν εἰσηγάγομεν τὴν 20 Μαρτίου νομοσχέδιον περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ δασμολογίου; Ὁσάκις θεωρεῖται παρὰ τῶν Κυβερνήσεων, ὅτι ἓν τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται ἐκ τῶν οἰκονομικῶν περιστάσεων, εἶναι καὶ αὔξησις τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἐκ τοῦ προχείρου, τοῦτο γίνεται πάντοτε διὰ τῶν προσθέτων ἑκατοστῶν. Τοῦτο τὸ σύστημα παρελάβομεν ἡμεῖς παρὰ τῶν ἄλλων Ἐπικρατειῶν, αἵτινες τὸ ἐφαρμόζουσι διηνεκῶς, καὶ νομίζω, ὅτι ὅταν ἔχῃ τις τὴν Γαλλίαν, τὴν Ἰταλίαν καὶ τὴν Αὐστρίαν ὡς ὑπόδειγμα, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς δικαίως ἐκτιθέμενος εἰς μομφὰς, ὁποίας ἠκούσαμεν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ἰδέα καθ’ ἑαυτὴν εἶναι ὀρθὴ τὸ συμπέρασμα αὐτῆς εἶναι, ὅτι ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου τούτου νὰ ἐργασθῇ εἰς τὰ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ δασμολογίου, καὶ ἂν ἦναι δυνατὸν ἐν τῇ προσεχεῖ Συνόδῳ ἢ ἄλλως βραδύτερον νὰ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ἔργου τῆς πρὸς νομοθετικὴν συζήτησιν καὶ κύρωσιν. Ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἂν θεωρῶμεν, ὅτι κατάλληλον ἔδαφος πρὸς φορολογίαν εἶναι ἡ ἔξωθεν εἰσαγωγὴ, δὲν ἔχομεν ἄλλον τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν προσθήκην, εἰμὴ τοῦτον τὸν ὁποῖον προτείνομεν. Ἐννοῶ ἅμα τοὺς κατακρίνοντας τὸ εἶδος τῆς προσθήκης, τοὺς λέγοντας ὅτι δὲν πρέπει νὰ φορολογήσωμεν ἐπιπροσθέτως τὴν εἰσαγωγήν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν, ἀποδεχόμενός τις τὴν προσθήκην φόρου ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς, νὰ μὴ ἀποδεχθῇ καὶ τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ νομοσχέδιον κανονίζει τὴν προσθήκην ταύτην. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὸν φόρον· ὡς πρὸς δὲ τὴν σύμβασιν περὶ τοῦ δανείου, τοὺς τόκους τοῦ ὁποίου θέλομεν πληρώνει διὰ τοῦ προσθέτου τούτου φόρου, ἔχοντες προσέτι, ὡς εἶπον, καὶ περίσσευμα ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ταμείου, ἠκούσαμεν ἐπικρίσεις διαφόρους. Ἐῤῥέθη, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ὡς ἀπολαύουσα τοῦ εὐεργετήματος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὤφειλε νὰ δανείσῃ ἐπὶ τόκῳ πολλῷ ἐλαφροτέρῳ, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Εὐρυτανίας διετύπωσεν ὀρθῶς τὴν ἰδέαν, εἰπὼν ὅτι ἔπρεπε νὰ δανείσῃ πρὸς 1% Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἢ θὰ συνομολογήσῃ δάνειον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῇ ἀγοραίᾳ ἀξίᾳ τῶν τραπεζικῶν αὐτῆς γραμματίων ἢ θὰ δανείσῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τραπεζικὰ γραμμάτια, οὐχὶ εἰς αὐτὴν ἀνήκοντα, ἀλλ’ ἐπιπροστιθέμενα εἰς τὰ εἰς αὐτὴν ἀνήκοντα καὶ πληρωθῇ 1% διὰ τὴν κατασκευὴν αὐτῶν, τὴν ἐγγύησιν καὶ τὴν προμήθειαν. Μεταξὺ τῶν δύω τούτων συστημάτων εἶχε τὴν ἐκλογὴν ἡ Κυβέρνησις. Εὔκολον ἦτο νὰ εἴπωμεν πρὸς τὴν Τράπεζαν, ὅτι ἐπὶ πλέον τῶν ἤδη κυκλοφορούντων τραπεζικῶν γραμματίων, ἐπιθυμοῦμεν νὰ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν ἕτερα 20 ἑκατομμύρια φράγκων, τὰ ὁποῖα θέλει δανείσει πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἡ Τράπεζα δὲν ἤθελεν ἀντείπει, ὅπως οὐδέποτε ἀντεῖπεν εἰς τὰς τοιαύτας συμφωνίας· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ σκεφθῇ ὁποία θὰ ἦτο ἡ ἐπιῤῥοὴ τῆς προσθήκης ταύτης ἐπὶ τὴν ἀξίαν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἐν τῇ ἀγορᾷ. Ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις πρὶν ἢ ἀποφασίσῃ νὰ πράξῃ τοῦτο, νὰ ἐξετάσῃ ἂν ἡ κυκλοφορία τῶν τραπεζικῶν γραμματίων δὲν ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, πέραν τοῦ ὁποίου πᾶσα προσθήκη ἐπήγετο ἔκπτωσιν τῆς ἀξίας αὐτῶν. Οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες ἀμφότεροι εἶπον, ὅτι ὑπάρχει ὑποτίμησις τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου· αὐτὴ δὲ ἡ ὑποτίμησις εἶναι ἡ ἀπάντησις εἰς τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν ἔθετο εἰς ἑαυτὴν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις· ἀφοῦ ὑπάρχῃ ὑποτίμησις, ἐπετρέπετο, ἄνευ ἀπολύτου ἀνάγκης, νὰ ἐπαυξήσωμεν τὴν κυκλοφορίαν τῶν γραμματίων, διὰ νὰ οἰκονομήσωμεν τὴν διαφορὰν μεταξὺ τοῦ φυσικοῦ τόκου καὶ τοῦ 1% ἀπέναντι τῶν ἐξόδων τῆς Τραπέζης; Ἡ ἀπάντησις, ὡς εἶπον, εἶναι προφανής. Βεβαίως τοιοῦτόν τι δὲν ἐπετρέπετο, βεβαίως δὲν ἐπετρέπετο διὰ νὰ σώσῃ ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὸ ταμεῖον διαφορὰν 5 καὶ 75% ἐπὶ δανείου 15 ἑκατομμυρίων, διότι τὰ 5 ἑκατομμύρια εἶναι εἰς μεταλλικὸν, νὰ ἐπιβαρύνωμεν πᾶσαν τὴν κοινωνίαν, διὰ τῆς προσθέτου ἐκπτώσεως τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἀπὸ 7 εἰς 10 καὶ 15%. Ἔπρεπεν ἄρα νὰ ἀποταθῶμεν εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ νὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτῆς δάνειον ἐκ τῶν γραμματίων τῶν εἰς αὐτὴν ἀνηκόντων, ἐκ τῶν γραμματίων, τὰ ὁποῖα αὐτὴ διαθέτει κατὰ τὸ καταστατικὸν αὐτῆς, τὸ ἐγκεκριμένον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὰς συμβάσεις αὐτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπὶ τόκῳ 7 ἢ 8%. Ἡ Τράπεζα, στηριζομένη εἰς τὰς διατάξεις ταύτας τοῦ καταστατικοῦ της καὶ ἐπὶ τῶν συμβάσεών της, οὐ μόνον δανείζει πρὸς 7 καὶ 8% κατὰ τὰς κατηγορίας, ἀλλὰ καὶ δανείζεται μέχρις 6%, διότι, δανείζουσα πρὸς 7 καὶ δανειζομένη πρὸς 6, ἔχει διαφορὰν 1%, διὰ νὰ καλύπτῃ τοὺς κινδύνους καὶ τὰ ἔξοδα καὶ νὰ ἀπολαμβάνῃ τινὰ προμήθειαν· σήμερον πᾶς τις δύναται νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Τράπεζαν τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ ἀναλαμβάνων τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀφήσῃ αὐτὰ ἐπὶ χρόνῳ μακρῷ, νὰ λαμβάνῃ τόκον 6%.
§110ΚΑΛΛΙΓΑΣ. 5%.
§111ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατεβίβασεν ἐσχάτως ἡ Τράπεζα τὸν ὅρον τοῦ τόκου εἰς 5%. Πρό τινος χρόνου ἐδέχετο πρὸς 6 καὶ ½%, ὕστερον πρὸς 6%, τώρα πρὸς 5. Καὶ ἡ Τράπεζα λοιπὸν δὲν εἶναι ἐλευθέρα· εἶναι ὑπόχρεως νὰ δέχεται πρὸς 5% παρὰ παντὸς τοῦ προσάγοντος. Ἂν ἄρα ἡ Κυβέρνησις ἐδανείζετο πρὸς 3% καὶ ἔθετε τὰ χρήματα εἰς κυκλοφορίαν, τὰ χρήματα ταῦτα, κυκλοφοροῦντα ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἤθελον ἐπανέλθει πολλὰ ἐξ αὐτῶν εἰς τὴν Τράπεζαν, καὶ ἤθελον ἐπανέλθει ὑπὸ τὸν τύπον τοῦτον, δανείου πρὸς 5%, δηλ. ἡ ἐργασία τῆς Τραπέζης θ’ ἀπέληγεν εἰς 2% ζημίαν. Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ζητήσῃ ἡ Κυβέρνησις παρὰ τῆς Τραπέζης τοιοῦτον δάνειον; Τὸ Κράτος δὲν εἶναι πτωχοκομεῖον, δὲν εἶναι πρόσωπον δεχόμενον περιθάλψεις, δὲν δύναται ν’ ἀποταθῇ πρὸς τὴν Τράπεζαν ὡς πάσχον καὶ ζητοῦν παρ’ αὐτῆς ἀντίληψιν. Ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Τράπεζαν δέον νὰ ᾖ ἀξιοπρεπής· ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὁ προστάτης τῆς Τραπέζης, οὐχὶ δὲ ἡ Τράπεζα προστάτης τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποδεχθῶμεν, ὅτι ἡ Τράπεζα, συναλλαττομένη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἤθελε ποιήσει πρὸς αὐτὴν παροχὴν ἐξ οἴκτου, οὐδὲ καὶ ἂν ἴδωμεν αὐτὴν διατεθειμένην πρὸς τοῦτο, δυνάμεθα νὰ τὸ ἀποδεχθῶμεν· δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ἀποδεχθῶμεν καὶ λόγῳ ἀξιοπρεπείας, καὶ ἐκ λόγου συμφέροντος, διότι ἡ Τράπεζα κατὰ πολὺ εἶναι κατάστημα κυβερνητικόν· ἡ Τράπεζα εἶναι συμπλήρωμα τῆς Κυβερνήσεως, ὡς πρός τινας οἰκονομικὰς ἐπιχειρήσεις· διὰ τῆς Τραπέζης συνδέεται ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὴν πίστιν τὴν ἐν Εὐρώπῃ, καὶ ὀφείλει τὴν Τράπεζαν νὰ τὴν διατηρῇ εἰς σημεῖον τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ δύναται ποτὲ νὰ ἐγείρηται ἀμφιβολία περὶ τῆς βάσεως τῆς πίστεως αὐτῆς. Ἀλλὰ τί θέλουσιν εἴπει τὰ Χρηματιστήρια τῆς Εὐρώπης; τί θέλουσιν εἴπει οἱ πρὸς τὴν Τράπεζαν συναλλαττόμενοι, ὅταν ἴδωσιν, ὅτι αὕτη, διαπραγματευομένη καὶ συνομολογοῦσα συμβάσεις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν διαπραγματεύεται ταύτας ἐπὶ τοῖς ὅροις τοῖς τραπεζικοῖς, ἀλλὰ διαπραγματεύεται ταύτας ἐπὶ ὅροις εὐεργετικοῖς; Ἡ Τράπεζα, μετατρεπομένη εἰς εὐεργετικὸν κατάστημα τοῦ Δημοσίου, οὐδεμίαν πίστιν δύναται νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς τὰ ξένα χρήματα, καὶ ἀπολλύουσα τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς ἐκτὸς τοῦ Κράτους, ζημιοῖ τὸ Κράτος, διότι ἡ πίστις τῆς Τραπέζης ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐπαυξάνει τὰ μέσα πρὸς παραγωγὴν τοῦ Κράτους καὶ ἐπαυξάνει καὶ αὐτὰς τὰς δυνάμεις τῆς Κυβερνήσεως, διότι διὰ τῆς Τραπέζης ἡ Κυβέρνησις ἐν ἀνάγκῃ δύναται νὰ ἐπιτύχῃ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ δάνεια, κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἀποτεινομένη ἀπ’ εὐθείας, δὲν θὰ ἀπελάμβανεν ἐπὶ ὅροις ἐπίσης εὐνοϊκοῖς. Ἠξεύρομεν ὅλοι, ὅτι, προκειμένου περὶ ἐπιχειρήσεως ἐν Ἑλλάδι, ἡ προσθήκη τῆς Τραπέζης μεταξὺ τῶν ἱδρυτῶν τῆς ἐπιχειρήσεως ἐπιπροσθέτει εἰς τὴν πίστιν τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης, συντελεῖ εἰς τὴν ἐπιτυχίαν αὐτῆς πολὺ, διότι ὅλοι ἠξεύρουν, ὅτι ἡ Τράπεζα διευθύνεται καλῶς, τουτέστι δὲν διευθύνεται κατὰ τὰς ἀρχὰς ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἤθελον τῇ ὑπαγορεύσει νὰ δανείσῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς 3%. Ὡς εἶπον, δάνειον ἠδυνάμεθα νὰ συνομολογήσωμεν ἐπὶ τόκῳ 1%· τοῦτο ὅμως τὸ ἐθεωρήσαμεν ἀσύμφορον· ἑπομένως δὲν ἠδυνάμεθα νὰ δανεισθῶμεν παρὰ τῆς Τραπέζης ἄλλως, παρὰ ἐπὶ τῇ ἀγοραίᾳ τιμῇ τῶν γραμματίων αὐτῆς. Ὡς πρὸς ταύτην τὴν ἀγοραίαν τιμὴν, ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ διαφορὰ τις μεταξὺ τῆς τιμῆς, εἰς τὴν ὁποίαν δανείζει ἡ Τράπεζα πρὸς ἰδιώτας καὶ τῆς τιμῆς, εἰς τὴν ὁποίαν δανείζει πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· τοῦτο οὐχὶ πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ εὐεργετήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ, διότι ἡ Κυβέρνησις παρέχει πλείονας ἐγγυήσεις καὶ εὐκολίας πρὸς τὸν δανείζοντα εἰς αὐτὴν, παρ’ ὅσας παρέχει ἡ λοιπὴ κοινωνία· δὲν ἐπέτυχε δὲ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν βαθμὸν, εἰς τὸν ὁποῖον ἐπιτυγχάνεται ἀλλαχοῦ, ἀλλὰ δὲν ἔφθασεν ἔτι καὶ εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον. Ἐν Ἀγγλίᾳ, ἡ Κυβέρνησις δανείζεται πρὸς 3%, ἐνῷ οἱ ἰδιῶται δανείζονται πρὸς 5% ἐπὶ ὑποθήκῃ. Λοιπὸν ἦτο εὔλογον καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐνταῦθα νὰ ζητήσῃ ἔκπτωσίν τινα ἐπὶ τῆς ἀγοραίας τιμῆς τῶν χρημάτων, καὶ τοῦτο ἐπέτυχε παρὰ τῆς Τραπέζης, διότι ἐνῷ κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1878 ἠδύνατο νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ δάνειον πρὸς 8%, ἐνῷ ἡ Τράπεζα πραγματοποιεῖ σήμερον δάνεια πρὸς 8% καὶ ἄλλα πρὸς 7% κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, ἐπραγματοποίησε τὸ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν δάνειον μόνον πρὸς 6 75· ἀλλὰ πραγματοποιοῦσα αὐτὸ οὕτω, παρέσχε καὶ ἄλλας πολλὰς εὐκολίας, τὰς ὁποίας ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἡ Τράπεζα δὲν θὰ παρεχώρει εἰς ἰδιώτην· δὲν παραχωρεῖ εἰς ἰδιώτην τὴν εὐκολίαν τοῦ νὰ δύναται νὰ πραγματοποιῇ ἐκ τοῦ δανείου μόνον ὅσα θέλει ὁ ἰδιώτης, τρέχοντος τοῦ τόκου ἀπὸ τοῦ χρόνου τῆς πραγματοποιήσεως. Τοιαῦται εὐκολίαι εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἠδύνατο ἀξιοπρεπῶς ἡ Κυβέρνησις νὰ δεχθῇ παρὰ τῆς Τραπέζης, διότι καὶ ἐν τῷ συμφέροντι τῆς Τραπέζης συνομολογοῦνται· πέραν ὅμως τούτου δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα, καὶ ὁ πρόσθετος φόρος καὶ τὸ δάνειον, ἐπραγματοποιήθησαν ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας· ὁ δὲ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας εἶπεν, ὅτι ἡ ὁδοποιΐα δὲν ἔχρῃζε τοῦ δανείου τούτου, ὅτι ἄνευ τοιούτου δανείου ἠδύνατο νὰ κατορθωθῇ ὅ,τι ἐπιτυγχάνεται δι’ αὐτοῦ, καὶ ἑπομένως ἀδικαιολόγητος εἶναι καὶ ἡ πρόσθετος φορολογία καὶ ἀναδοχὴ ὑποχρεώσεων πρὸς τὴν Τράπεζαν.
§112ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό· εἶπον, ὅτι τὸ δάνειον ἤρκει ἄνευ τῆς αὐξήσεως· ἂν ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ αὔξησις, τότε ἦτο περιττὸν τὸ δάνειον· ἢ τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο.
§113ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λοιπὸν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας ἐθεώρησεν, ὅτι οἱ πόροι τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας εἶναι ἐπαρκεῖς, ὅπως μὴ προσφύγωμεν εἰς πάντα, ὅσα ἐθεωρήσαμεν ἀναγκαῖα πρὸς συνδρομὴν αὐτοῦ, εἰς πραγματοποίησιν τῆς ὁδοποιΐας. Ἐνταῦθα διαφωνοῦμεν ῥιζικῶς· ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας θεωρεῖ, ὅτι τὰ τῆς ὁδοποιΐας πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωσι διεπόμενα, ὅπως μέχρι τοῦδε, μετά τινος προσθήκης χάριν τῆς προόδου τοῦ χρόνου, ὅτι δαπανῶμεν 1, 2, 3 ἢ καὶ 4 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος, ὅτι τοῦτο εἶναι ὅ,τι δυνάμεθα σήμερον νὰ ἀπαιτῶμεν ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας· ὅτι περαιτέρω δαπάνη οὐ μόνον ὑπερβαίνει τὰς εὐλόγους ἡμῶν ἀξιώσεις, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἀπραγματοποίητος. Ἠξίωσε μάλιστα, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀποβλέπει εἰς δαπάνην μεγαλειτέραν, διότι διῄρεσε τὸ 20 διὰ τοῦ 5, ἤτοι τοῦ χρόνου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου θέλει πραγματοποιηθῆ τὸ δάνειον κατὰ τὴν σύμβασιν, καὶ εὑρὼν πηλίκον τέσσαρα, μᾶς εἶπεν, ὅτι τοῦτο τὸ τέσσαρα εἶναι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐθεώρησεν ἡ Κυβέρνησις ὡς ἀνώτατον ὅρον ἐτησίας δαπάνης· ὑπέβαλε δὲ προσέτι καὶ πίνακα μακροσκελέστατον ἐρωτήσεων, τεινουσῶν εἰς τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν Ἑλλάδι νὰ πραγματοποιηθῶσι δημόσια ἔργα, ἀξίας ἐτησίας ἀνωτέρας τῶν 4 ἑκατομμυρίων.
§114ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τῶν ἕξ.
§115ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔστω καὶ τῶν ἕξ· δὲν θὰ φιλονεικήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν περὶ τοῦ 4 καὶ 6, διότι ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἐντὸς ἑνὸς ἔτους δυνάμεθα νὰ κατασκευάσωμεν ἔργα, 6, 16, 26 καὶ 36 ἑκατομμυρίων, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν, ὅταν μὲ ἠρώτησεν, ἂν τῷ ὑπεσχόμην τὴν προσαγωγὴν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ζητεῖ, ὅτι δὲν τῷ ὑπόσχομαι αὐτά. Διὰ νὰ τῷ δώσω τοιαύτην ἀπάντησιν, βεβαίως ἐνόησεν, ὅτι ἔχω ἰδέαν τινὰ ῥιζικῶς ἀντίθετον πρὸς τὴν ἰδικήν του, διότι ποτὲ δὲν δικαιοῦμαι νὰ ἀρνηθῶ πληροφορίας αἰτουμένας παρὰ βουλευτοῦ.
§116ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἔχετε ἀντιθέτους ἰδέας δικαιοῦσθε;
§117ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δικαιοῦμαι τότε μόνον, ὅταν ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομίζω, ὅτι αἱ πληροφορίαι αἱ αἰτούμεναι περιέχουσιν ἐν ἑαυταῖς ἀντιφάσεις, διότι δὲν δύναμαι νὰ ἀπαιτήσω πληροφορίας παρὰ τοῦ γραφείου τῶν Δημοσίων Ἔργων, αἵτινες δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν, αἵτινες δὲν ἔχουσιν ἔννοιαν· διατί; Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐζήτησε σημείωσιν: πόσα ἐντὸς ἔτους δύναται νὰ καταμετρήσῃ χιλιόμετρα ὁδοῦ τὸ Τμῆμα, πόσους ἐντὸς ἔτους δύναται νὰ μεταχειρισθῇ ἐργάτας, πόσα ἐντὸς ἔτους δύναται νὰ ἐπιθεωρήσῃ τὸ Τμῆμα σχέδια ὑποβληθέντα αὐτῷ. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι τὸ Τμῆμα θὰ ἀπαντήσῃ, ὅτι δύναται νὰ καταμετρήσῃ ὅσα καὶ ἂν θέλῃ χιλιόμετρα, ἀρκεῖ νὰ τῷ διαθέσωμεν τὸ χρηματικὸν καὶ τῷ ἐπιτρέψωμεν νὰ φέρῃ ἔξωθεν τοὺς εἰδήμονας, διότι ἐντὸς τοῦ Κράτους δὲν ἔχομεν ἀποχρῶντας. Καὶ τοῦτο εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπεβάλομεν καὶ τοῦτο μᾶς παρέσυρεν, ἵνα ἐπιγράψωμεν τὸ νομοσχέδιον περὶ προικίσεως τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας, παρατρέξαντες τὸ «καὶ περὶ προσθέτων εἰσαγωγικῶν τελῶν». Τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ εἰς τὴν παροχὴν εἰς τὸ Κράτος τῶν μέσων, ὅπως δυνηθῇ, ἐντὸς βραχέος χρονικοῦ διαστήματος, νὰ πράξῃ ἐκεῖνο, ὅπερ ἄνευ δανείων καὶ διὰ μόνων τῶν μέσων, ἅτινα παρέχει ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπικράτεια, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκτελέσῃ, εἰμὴ ἐν μακροτάτῳ χρόνῳ.
§118Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Οὔτε τὰ τέκνα μας δὲν θὰ ἔβλεπον, καὶ ἀπόδειξις εἶναι ὁ δρόμος μεταξὺ Πατρῶν καὶ Καλαβρύτων· εἶναι 20 χρόνια καὶ ἀκόμη δὲν ἔγεινε τίποτε.
§119ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι ὑπεβάλομεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, εὐθὺς ἀπὸ τῆς ἀνόδου ἡμῶν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ὅτι καὶ πρὶν ἢ ὑποβάλωμεν τὸ νομοσχέδιον ἐπελήφθημεν διαπραγματεύσεων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ πρὸς μετάκλησιν μηχανικῶν, καὶ ἡ ἐργασία αὕτη εἶναι ἤδη πλήρης, μὴ ἀναμένουσα εἰς πραγματοποίησιν ἢ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ πλὴν τῶν μηχανικῶν ὑπάρχουσιν οἱ ἐργάται, οἵτινες κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. πρώτου ἀγορεύσαντος θὰ λείψωσιν. Ἄν ἦτο ἀληθὴς ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας, ἔπρεπε νὰ σταματήσῃ πᾶσα διαπραγμάτευσις περὶ σιδηροδρόμων, διότι ἐκλείσαμεν συμφωνίας περὶ σιδηροδρόμου μεταξὺ Ἀθηνῶν, Πατρῶν καὶ Ναυπλίου καὶ περὶ τοῦ συμπλέγματος τῶν Θεσσαλικῶν σιδηροδρόμων· ἐκλείσαμεν συμφωνίας περὶ σιδηροδρόμου Λαυρίου, καὶ ὑποθέτω, ὅτι οὕτως ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ὅριον, ὅπερ ὁ κ. βουλευτὴς ἀνέφερε, διότι ταῦτα θὰ καταναλώσωσιν ὁπωσδήποτε τὰ ἓξ ἑκατομμύρια ἐντὸς ἑνὸς ἔτους.
§120ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ σιδηροδρόμων, ὅπου δαπανῶνται περισσότερα χρήματα.
§121ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πρόκειται περὶ ἐκείνων, πρὸς οὓς γίνεται ἡ δαπάνη· πρόκειται περὶ τῶν ἐργατῶν. Τὰ ἔργα ταῦτα βεβαίως εἶναι τοιαῦτα, ὥστε ἐντὸς ἑνὸς ἔτους θὰ χρειασθῶμεν πολὺ περισσοτέρους ἐργάτας, ἢ ὅσους ἠθέλομεν χρειασθῆ δι’ ἐργασίαν, ὁποίαν εἶχεν ἀντιληφθῆ αὐτὴν, ὡς ὑπερβαίνουσαν τὰς ἐργατικὰς δυνάμεις τοῦ Κράτους ὁ ἀξιότιμος βουλευτής. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ διακόψωμεν τὰς ὁποίας διεξάγομεν διαπραγματεύσεις περὶ σιδηροδρόμων ἀπὸ Ἄργους μέχρι Καλαμῶν, ἀπὸ Ἀθηνῶν μέχρι Λαρίσσης καὶ περὶ ἄλλων δημοσίων ἔργων, διότι δὲν ἔχομεν ἐργάτας.
§122Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔχομεν καὶ τὸν ἰσθμὸν τῆς Κορίνθου.
§123ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὡς ἀναφέρει ὁ ἔντιμος βουλευτὴς, ἔχομεν καὶ τὴν διώρυγα τῆς Κορίνθου· ὅσοι δ’ ἐπεσκέφθητε τὸν ἰσθμὸν τῆς Κορίνθου, τί εἴδατε; Εἴδατε ἐργάτας, πρόσωπα καινοφανῆ· πόθεν ἦλθον ταῦτα; δὲν γνωρίζω· τὰ χρήματα ἔφερον αὐτά. Χρήματα θὰ φέρωσι καὶ τοὺς ἐργάτας τῆς ὁδοποιΐας· πόθεν θὰ τοὺς φέρωσι, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ τὸ ἐξετάσωμεν, διότι, ἔχοντες τὰ χρήματα, θέλομεν δυνηθῆ νὰ συγκεντρώσωμεν πάντας τοὺς εἰς διεξαγωγὴν τῶν ἔργων χρησίμους βραχίονας.
§124Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀπόδειξις εἶναι ὁ ἰσθμὸς τοῦ Σουὲζ, ὅστις ἐκάλεσεν ἐργάτας ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου.
§125ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως, ἡ διῶρυξ ἐκόπη ἐπὶ ἐρημίας, καὶ ἐν τούτοις ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου προσῆλθον ἐκεῖ οἱ ἀναγκαῖοι ἐργάται διὰ τὰ ποικίλα ἔργα τῆς τομῆς.
§126ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἰργάζοντο ἐκεῖ 20,000 Ἕλληνες.
§127ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ζήτημα χρημάτων· ἐὰν ἔχωμεν τὰ χρήματα, δυνάμεθα νὰ ἐκτελέσωμεν πᾶσαν ἐργασίαν. Ἀλλ’ ἆρα ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ κατασκευάσωμεν καὶ ἁμαξιτὰς ὁδοὺς, ἀφοῦ θὰ πραγματοποιηθῶσι σιδηροδρομικαὶ ὁδοὶ, ὁποίας ἀνέφερον ὡς ἤδη συμπεφωνημένας ἢ ὑπὸ συμφωνίαν; Ἐγὼ λέγω, ὅτι οἱ σιδηρόδρομοι καθιστῶσιν ἔτι μᾶλλον ἀναγκαίας τὰς ἁμαξιτὰς ὁδούς....
§128ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα! Μάλιστα!
§129ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. ... διότι, ἵνα χρησιμοποιηθῶσιν οἱ σιδηρόδρομοι, πρέπει δι’ ἁμαξιτῶν ὁδῶν νὰ συγκοινωνήσωμεν πρὸς αὐτοὺς τὰ σημεῖα πάντα, δι’ ὧν ὁ σιδηρόδρομος δὲν δύναται νὰ διέλθῃ. Πρέπει ἄρα καθ’ ἣν ὥραν οἱ σιδηρόδρομοι θὰ ἦναι συντετελεσμένοι, νὰ ὑπάρχῃ συντετελεσμένον καὶ ὅλον τὸ σύμπλεγμα τῶν ἁμαξιτῶν ὁδῶν τῆς Ἐπικρατείας, καὶ τοῦτο ἵνα δυνηθῶσι καὶ αὐτοὶ οἱ σιδηρόδρομοι νὰ ζήσωσι, διότι οὐ μόνον θὰ παράσχωσι πλήρεις τὰς ὠφελείας εἰς τὸν Τόπον οἱ σιδηρόδρομοι συμπληρούμενοι διὰ τῶν ἁμαξιτῶν ὁδῶν, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ σιδηρόδρομοι θὰ στερεωθῶσι διὰ τῶν ἁμαξιτῶν ὁδῶν.
§130Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὰ 20,000,000 δὲν θὰ ἐπαρκέσωσι, πρέπει νὰ τὰ κάμωμεν 30,000,000.
§131ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὀλίγον κατ’ ὀλίγον.
§132ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ 20,000,000 ἐθεωρήθησαν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐπαρκῆ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ἡ χάραξις τῶν ὁδῶν καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἔργων ἀπαιτεῖ χρόνον· οἱ μηχανικοί, τοὺς ὁποίους θέλομεν φέρει, θὰ ἐπιληφθῶσι τῆς χαράξεως πασῶν τῶν ὁδῶν τοῦ συμπλέγματος· ἀλλ’ ἂν περιμένωμεν τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ἔργου τῆς χαράξεως καὶ τῶν προϋπολογισμῶν, ἵνα κηρύξωμεν τὴν δημοπρασίαν, ἡ ἀναβολὴ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐργολαβίας ἔσται μακροτάτη θὰ διαιρέσωμεν ἄρα τὴν ἐργασίαν εἰς τμήματα, ἀλλ’ ἵνα ἔχωμεν σπουδαίους ἐργολάβους, τὰ τμήματα δέον νὰ ὦσι μεγάλα. Δὲν θὰ δυνηθῶμεν ἄρα ν’ ἀρχίσωμεν τὴν ἐργασίαν τοῦ πρώτου τμήματος, ἢ μετὰ τρεῖς ἢ τέσσαρας μῆνας διὰ τοῦτο ἐσημειώσαμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δαπάνην 2,000,000 διὰ τὸ ἔτος τοῦτο. Καθ’ ἃ εἶπον, διὰ νὰ γείνῃ ἡ χάραξις καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τῆς ὁδοῦ, ἅπερ προαπαιτοῦνται τῆς δημοπρασίας, θὰ παρέλθῃ τοσοῦτος χρόνος, ὥστε ἐντὸς τοῦ ἔτους δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ πραγματοποιήσωμεν δαπάνην ἀνωτέραν. Μετὰ ἓξ ἢ ὀκτὼ μῆνας θὰ ὑπάρχῃ πλήρης ἡ χάραξις τοῦ ὅλου συμπλέγματος, τότε δὲ θέλομεν φροντίσει περὶ ἐργολαβίας εἰς συμπλήρωσιν τοῦ ὅλου, καὶ ἂν ἴδωμεν, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη πλειοτέρων χρημάτων ἐκείνων, ἅπερ τώρα ζητοῦμεν παρὰ τῆς Βουλῆς, οὐδὲν ἐμποδίζει, ὅπως προτείνωμεν νέον δάνειον· διὰ δὲ τοῦ νομοσχεδίου ἤδη ἐξασφαλίζομεν ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας ποσὸν 20,000,000, γινώσκομεν δὲ, ὅτι κατὰ τὸν μέσον ὅρον τῆς δαπάνης δύνανται ἐν Ἑλλάδι νὰ κατασκευασθῶσι διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου περίπου 1400 χιλιόμετρα ὁδοῦ· ταῦτα εἶναι ἀρκετὰ, ὅπως ἀπασχολήσωσι τοὺς μηχανικοὺς, τοὺς ὁποίους θέλομεν φέρει πρὸς διαχάραξιν τοῦ συμπλέγματος τῶν Ἑλληνικῶν ὁδῶν· ὅταν δὲ τοῦτο πράξωμεν, ὁδηγούμεθα ἐκ τῆς τελουμένης ἐργασίας περὶ τῶν περαιτέρω. Δὲν ὑπῆρξεν αὕτη ἡ μόνη ἐπίκρισις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας· εἶπεν: ἔστω, θέλετε νὰ κατασκευάσητε τὰς ὁδοὺς, καὶ ὑποθέτω, ὅτι δύνασθε νὰ τὸ πράξητε, ἀλλὰ διατί τοὺς τόκους τῶν χρημάτων δὲν τοὺς πληρώνετε ἐκ τῶν κανονικῶν ἐσόδων τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας; Πρῶτον, ὡς σᾶς εἶπον, οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας ὡς πρὸς τὸν χρόνον, ὃν ἀπαιτεῖ ἡ κατασκευὴ τοῦ συμπλέγματος τῶν ὁδῶν, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς. Ἡ Κυβέρνησις, θέσασα ἐν τῇ συμβάσει τὸν ὅρον τῶν πέντε ἐτῶν, πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ δανείου, δὲν ἐνόει, ὅτι καὶ ὁλόκληρον τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα θὰ ἀπαιτηθῇ διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν· ἡμεῖς τοὐλάχιστον ἔχομεν τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἐν πολλῷ βραχυτέρῳ διαστήματι θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ κατασκευὴ τῶν ὁδῶν τούτων· ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν πέντε ἐτῶν, ἐὰν κατελογίζομεν τὴν δαπάνην, ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας δὲν εἶναι διὰ τοῦτο ὀρθότερος. Τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἔχει ἤδη εἰσπράξεις, ἐτησίας, κεφάλαια δὲν ἔχει· τοὐναντίον, ἐκ τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας ἐγένοντο δαπάναι εἰς λογαριασμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀπέναντι τῶν ὁποίων ἀπεδόθησαν εἰς τὸ αὐτὸ διὰ πιστώσεως, διὰ Βασ. Διατάγματος χορηγηθείσης, 2,000,000 δραχμαὶ, ἀλλ’ αἱ δαπάναι τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας εἰς στρατιωτικὰς ὁδοὺς ὑπερβαίνουσι τὰ 3,500,000, καὶ ὡς πρὸς ταῦτα θέλομεν φέρει εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν πιστώσεως. Ὡς ἐκ τῶν τοιούτων ἄρα δαπανῶν καὶ ὡς ἐκ τῶν προηγουμένων δαπανῶν καὶ τῆς ἀνωμάλου καταστάσεως τοῦ ταμείου τούτου, οὗτινος τὸ τμῆμα τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας εἶχεν ἀποροφήσει τὰ κεφάλαια τῶν τμημάτων τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας, σήμερον οὐ μόνον δὲν εὑρίσκεται τὸ ταμεῖον ἐν συνόλῳ εἰς ἐνεργητικὴν κατάστασιν, ἀλλ’ εὑρίσκεται εἰς παθητικήν· ὑποθέτω ὅμως, ὅτι πάντα τὰ ἐλλείμματα καλύπτονται, ὅταν ψηφισθῶσιν αἱ περὶ τῶν ὀφειλομένων αὐτῷ πιστώσεις παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ ὅτι μετὰ τοῦτο τὸ ταμεῖον θὰ δύναται νὰ διαθέτῃ τὰς ἐτησίας εἰσπράξεις αὑτοῦ οὐχὶ εἰς ἀπότισιν ὀφειλῶν ἀναληφθεισῶν ἤδη, ἀλλ’ εἰς τὸν κύριον αὑτοῦ προορισμόν. Τὸ εἰσόδημα τοῦτο δύναται νὰ διατεθῇ ἀζημίως πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων τοῦ δανείου, ὅπερ πρόκειται νὰ πραγματοποιηθῇ ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας; Ἐγὼ λέγω, ὅτι οὐ μόνον τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἐγγιχθῇ διὰ τοιαύτας ἀνάγκας, ἀλλὰ θὰ ἦτο καλὸν καὶ νὰ φροντίσωμεν νὰ τὸ ἐπαυξήσωμεν, διότι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ ταμεῖον τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας εἶναι ὑπόχρεων ἐκ τοῦ νόμου νὰ συντηρῇ οὐ μόνον τὰς ἐθνικὰς ὁδούς, ἀλλὰ καὶ τὰς ἐπαρχιακὰς, καὶ ὅτι εἰς τὰς ἐθνικὰς ὁδοὺς μόνας πρόκειται νὰ προσθέσωμεν ἤδη, ὡς εἶπον, 1300 ἕως 1400 χιλιόμετρα. Ὅταν τοιαύτην ἐργασίαν ὁδοποιΐας πρόκηται νὰ ἐκτελέσωμεν, δὲν θὰ δειχθῶμεν συνετοί, ἂν ταὐτοχρόνως δὲν φροντίσωμεν καὶ περὶ συντηρήσεως τῶν ὁδῶν, τὰς ὁποίας κατασκευάζομεν. Ἐὰν, κατασκευάζοντες τοσαύτας ὁδοὺς, στειρεύωμεν τοὺς πόρους, ἐξ ὧν αἱ ὁδοὶ ἐκεῖναι θὰ συντηρηθῶσι, πράττομεν ἔργον ἐσχάτης ἀπρονοησίας....
§133ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡμίλησα περὶ διετίας.
§134ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ δύω ἢ τεσσάρων ἐτῶν, ἀλλὰ περὶ τοῦ διαρκοῦς προϋπολογισμοῦ τῆς ὁδοποιΐας. Ὁ προϋπολογισμὸς τῆς ὁδοποιΐας περιέχει ποσὰ ὡρισμένα ἐτησίων εἰσπράξεων. Ταύτας τὰς ἐτησίας εἰσπράξεις πρέπει ν’ ἀφήσωμεν ἀθίκτους, διότι εἶναι ἀναγκαῖαι διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ὑπαρχουσῶν ὁδῶν, θὰ ἦναι δὲ ἀναγκαῖαι καὶ διὰ τὴν συντήρησιν τῶν κατασκευασθησομένων καὶ διότι πρέπει τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας νὰ ἔχῃ ἐτήσιον ποσὸν, δι’ οὗ νὰ δύνηται νὰ ἐκτελῇ καὶ μικράς τινας γραμμὰς συμπληρωτικὰς τῶν ὑπαρχουσῶν.
§135ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔχωμεν καὶ διόδια.
§136ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ διόδια, ὡς γνωρίζετε, ἀποφέρουσι μόνον 180,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος, ἑπομένως δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν, προκειμένου περὶ συντηρήσεως χιλιάδος ἢ χιλιάδων χιλιομέτρων ὁδῶν. Τὸ κατ’ ἐμὲ σύστασις ὁδοποιΐας καλῶς ὠργανωμένης ὑποθέτει καὶ τὴν κατάργησιν τῶν διοδίων, διότι τὰ διόδια δικαιολογοῦνται σήμερον, ὅταν τὸ εὐεργέτημα τῆς ὁδοποιΐας ἐπεκτείνεται εἰς ὀλίγα τμήματα τοῦ Κράτους, καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσότητος ἀπαιτεῖ, ὅπως τὰ εὐεργετούμενα τμήματα ἀποδίδωσιν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἀντάλλαγμα τῆς εὐεργεσίας· ὅταν ὅμως ὡς ἐκ τοῦ νέου συστήματος, τοῦ ἐκ τῶν δανείου παραχθησομένου, τὸ σύμπλεγμα τῆς ὁδοποιΐας ἐπεκταθῇ ἐφ’ ἅπαν τὸ Κράτος, τὸ εὐεργέτημα τοῦτο καθίσταται γενικὸν, οὐδεὶς δὲ ὑπάρχει λόγος νὰ φορολογῶμεν πάντας διὰ τοῦ συστήματος τῶν διοδίων, τὸ ὁποῖον, πλὴν τῶν κωλυμάτων, ἅτινα φέρει εἰς τὴν συγκοινωνίαν, ἔχει καὶ τὸ μέγα ἐλάττωμα, ὅτι ἀπαιτεῖ μεγίστην ἀναλόγως δαπάνην εἰσπράξεως. Ὁ φόρος οὗτος πρέπει νὰ μετενεχθῇ εἰς ἕτερον κλάδον, ἐφ’ οὗ δύναται νὰ ληφθῇ μεθοδικώτερον, ὀρθότερον, δικαιότερον. Τὸ ταμεῖον τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, ὡς σᾶς εἶπον, ἔχει ὀφειλὰς πρὸς τὸ ταμεῖον τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ πρὸς τὸ ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας· τὰ ταμεῖα ταῦτα μέχρι τοῦδε δὲν ἀπήνεγκον τοὺς καρποὺς, οὓς ἐξ αὐτῶν προσεδοκῶμεν, διότι εἰς ἐλαχίστας ἐπαρχίας ἐξετελέσθησαν ἔργα ὁδοποιΐας ἐπαρχιακὰ καὶ δημοτικά· τοῦτο δὲ διὰ δύω λόγους· πρῶτον, διότι τὸ ποσὸν τῶν εἰσπράξεων ἐκ τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ τῆς δημοτικῆς φορολογίας ἦτο μικρὸν, δεύτερον δὲ διότι καὶ τὸ μικρὸν τοῦτο πυσὸν εἶχεν ἀφαιρεθῆ ἀπὸ τῶν ταμείων τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ δημοτικῆς ὁδοποιΐας παρὰ τοῦ ταμείου τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας. Σήμερον ὅμως πρέπει ν’ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ἐθνικῆς ὁδοποιΐας νὰ ἀνανήψῃ ἐφ’ ἱκανὸν, ὅπως δυνηθῇ ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὰ δύω ταμεῖα τὰς ὀφειλὰς αὐτοῦ, καὶ τοῦτο δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ πράξῃ, ἂν παραδεχθῶμεν τὸ σύστημα τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Εὐρυτανίας. Οὗτοι ὑπῆρξαν οἱ λόγοι, δι’ οὓς ἐθεωρήσαμεν, ὅτι τὸ Κράτος ἔπρεπε ν’ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι τὰ τῆς συμπληρώσεως τοῦ συστήματος τῶν ἁμαξιτῶν ὁδῶν ἀποτελοῦσιν ὑποχρέωσιν τῆς Ἐπικρατείας, ὑποχρέωσιν ἣν ὤφειλε νὰ ἐκτελέσῃ ἐκ πόρων δημοσίων καὶ οὐχὶ δι’ ἐπιῤῥίψεως τοῦ βάρους εἰς ταμεῖον μὴ δυνάμενον νὰ βαστάσῃ αὐτὸ συνάμα μετὰ τῶν ἄλλων αὑτοῦ ὑποχρεώσεων. Τοῦτο θ’ ἀναγνωρίσῃ καὶ ἡ Βουλὴ, ἂν θέλῃ ὁδοποιΐαν· ἂν δὲ δὲν ἐννοῇ νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν λαὸν διὰ φόρων ὑπὲρ τῆς συμπληρώσεως τῆς ὁδοποιΐας, τοῦτο σημαίνει, ὅτι δὲν αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην τῆς ὁδοποιΐας, οἵαν παρέστησε αὐτήν. Ὅταν τις λέγῃ, παραδέχομαι τὸ σύστημα τῆς κατασκευῆς ὁλοκλήρου τοῦ συστήματος τῶν ὁδῶν τοῦ Κράτους ἐν ὅσον ἔνεστι βραχυτέρῳ χρόνῳ, ἀλλὰ θέλω τὸ σύμπλεγμα νὰ τὸ πραγματοποιήσω ἐκ τῶν φόρων, οὓς ἐψήφισα κατὰ τὸ 1867, λέγει, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1867 μέχρι τοῦ 1832 ἔμεινε στάσιμος, δὲν ἠκολούθησε τὴν πρόοδον τῆς ἐποχῆς καὶ δὲν ἐνόησεν, ὅτι σήμερον ἄνευ μέσων συγκοινωνίας εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ Κράτος, ἀξιοῦν νὰ κατέχῃ θέσιν ἐν τῷ πεπολιτισμένῳ κόσμῳ. (Ἐπευφημίαι καὶ χειροκροτήματα).
§137Ι. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐσφαλμέναι γνῶμαι ὅταν ἀνάγωνται εἰς ζητήματα ἀφορῶντα τὰς διεθνεῖς σχέσεις, δέον ν’ ἀναιρῶνται· διότι ἄλλως ἐπικρατοῦσι καὶ τότε βλάπτονται, καὶ βλάπτονται σπουδαίως οἱ πολῖται. Ὁ κύριος πρωθυπουργὸς εἶπε πρὸ μικροῦ ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι διὰ τῶν ἀντιποίνων δυνάμεθα νὰ βελτιώσωμεν τὴν θέσιν ἡμῶν ἐν ταῖς μετὰ τῶν ξένων Δυνάμεων ἐμπορικαῖς ἡμῶν σχέσεσιν. Ἰδέαν μᾶλλον πεπλανημένην ταύτης δὲν ἤκουσα καὶ δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ καταφύγω εἰς ἐπιχειρήματα, ὅπως τὴν ἀναιρέσω. Κατὰ τὸ 1880 ἐπῆλθεν αὔξησις τῶν τελῶν τῆς εἰσαγωγῆς κατὰ 11 ἢ 12%· ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἐκ τούτου ἐπῆλθεν ἐλάττωσις τῶν τελωνιακῶν τελῶν εἰς τὰς ξένας Χώρας; Ὄχι. Ἄρα τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ μετέλθῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἐπιφέρῃ τὴν ἐλάττωσιν τῶν διὰ τῶν ξένων δασμολογίων ἐπιβαλλομένων ἐπὶ τῶν ἡμετέρων προϊόντων δικαιωμάτων εἰσαγωγῆς, δὲν δύναται νὰ ἐπιφέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἐπιδιώκει. Δὲν δυνάμεθα δι’ ἀντιποίνων νὰ ἐπιβάλωμεν θέλησιν εἰς τὰς μεγάλας Δυνάμεις, τὰς περιστοιχούσας ὑμᾶς. Εἶναι μηδὲν, σταγὼν ὕδατος ἐν τῷ Ὠκεανῷ τὸ Ἑλληνικὸν ἐμπόριον ἀπέναντι τοῦ ἐμπορίου τῆς Ἀγγλίας, τῆς Αὐτρίας, τῆς Γαλλίας. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ λάβωσιν αἱ Δυνάμεις ὑπ’ ὄψιν τὸ δασμολόγιον τὸ ἡμέτερον, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ κανονίσωσι τὸ δασμολόγιον αὑτῶν ὡς πρὸς τὰ προϊόντα τὰ Ἑλληνικά. Τὸ μόνον μέσον, δι’ οὗ δυνάμεθα νὰ βελτιώσωμεν τὴν θέσιν μας, εἶναι τὸ δίκαιον Ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὅτι οἱ μικροὶ δὲν πρέπει νὰ παραδίδουν τὰ ὅπλα, δὲν πρέπει νὰ ὑποκύπτουν εἰς πᾶσαν θέλησιν τῶν ἰσχυρῶν, ἀλλὰ τὸ μόνον ὅπλον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρέπει οἱ ἀδύνατοι νὰ στηρίζωνται, εἶναι τὸ δίκαιον. Μένη ἡ φωνὴ τοῦ δικαίου δύναται νὰ κάμῃ τὸν ἰσχυρὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἀσθενοῦς καὶ ἀδυνάτου, καὶ οὐχὶ ἡ τῶν ἀντιποίνων μέθοδος. Ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα, τὸ ἀφορῶν τοὺς τόκους ὑπὸ τοὺς ὁποίους συνομολογεῖται τὸ δάνειον μεταξὺ Τραπέζης καὶ Δημοσίου. Δὲν ζητῶ, κύριοι, ἔλεος ἀπὸ τὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ δικαιοσύνην. Ἡ Τράπεζα ὠφελεῖται ἐκ τῶν σχέσεων αὑτῆς μετὰ τοῦ Δημοσίου. Ποῖαι εἶναι αἱ μεγάλαι ἐπιχειρήσεις τῆς Τραπέζης, αἱ μᾶλλον πλουτίσασαι αὐτήν; ἡ μεγαλειτέρα εἶναι τὰ δάνεια πρὸς τὸ Δημόσιον. Ἀφοῦ δ’ ἐκ τούτων ἐπὶ τοσοῦτον ὠφελήθη, ἔργον δικαιοσύνης πρὸς τὸ ἔθνος εἶναι νὰ χορηγήσῃ τὸ ζητούμενον δάνειον ὑπαρχούσης πλήρους ἀσφαλείας ἐπὶ τῷ τύπῳ, ἐπὶ τῷ ὁποίῳ καὶ αἱ ἄλλαι Τράπεζαι χορηγοῦσι δάνεια εἰς τὰς Κυβερνήσεις. Πρὸς πόσον δανείζει ἡ Τράπεζα τῆς Γαλλίας, τῆς Ἀγγλίας ἑκατομμύρια ἑκατομμυρίων; πρὸς 2%. Καὶ δὲν εἶναι ἐκεῖ ὁ τόκος πάντοτε 2%, ἀλλὰ καὶ 5 καὶ 6% καὶ ἀνώτερος πολλάκις κατ’ ἐποχάς. Δὲν συνάπτουσι δ’ αἱ Τράπεζαι ἐκεῖναι χρηματολογικὰς σχέσεις μετὰ τῶν Κυβερνήσεων ὑπὸ ὅρους, οἵτινες δυνατὸν νὰ καταστήσωσιν ἀνεπίδεκτον τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὁποίων ἀνέλαβον αὗται ὑποχρεώσεων. Θέλει ὁ κ. πρωθυπουργὸς νὰ ἦναι ὑπὸ τὴν ἰδιότητα ταύτην γενναῖος ἀπέναντι τῆς Τραπέζης, καὶ πρέπει νὰ ἦναι τοιοῦτος ἀπέναντι καὶ τοῦ ἠθικοῦ τούτου προσώπου καὶ παντὸς ἄλλου. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ πρὸς τοῦτο μόνη ἡ θέλησις. Δέον νὰ πολιτεύεται καὶ κατὰ τρόπον δυνάμενον νὰ μεταποιήσῃ τὴν θέλησιν εἰς πρᾶγμα, καὶ νὰ μὴ δεικνύεται γενναῖος ὡς οὐδεὶς καὶ ἐν οὐ δέοντι. Καὶ ἄλλοτε ἦλθον εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὡς πρὸς τὰ τῆς Τραπέζης. Ὅτε κατὰ τὸ 1880 ἐζητήθη ἡ κατάργησις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διεμαρτυρήθην κατὰ τῆς καταργήσεως καὶ εἶπον μὴ καταργῆτε τὴν βιαίαν κυκλοφορίαν, διότι θὰ τὴν θέσητε πάλιν εἰς ἐνέργειαν· δὲν εἰσηκούσθην, καὶ τὸν νόμον ἐκεῖνον τὸν ἐπληρώσαμεν μὲ ζημίαν οὐ μικράν. Σήμερον τί λέγετε; θὰ δανεισθῶμεν 20 ἑκατομμύρια ἀπὸ τὴν Τράπεζαν καὶ δὲν θὰ τὰ λάβωμεν ὅλα διὰ μιᾶς, ἀλλ’ ἐντὸς 4 ἢ 5 ἐτῶν. Μετὰ τῆς Τραπέζης ἔχομεν τοιαύτας σχέσεις δοσοληψίας, δίδομεν καὶ λαμβάνομεν. Ἐκ τῶν ἐπιστρεφομένων, ἂν ἡ Τράπεζα δώσῃ βαθμηδὸν τὰ 20 ἑκατομμύρια εἰς τὸ διάστημα τῶν 5 ἐτῶν, δύναται νὰ τὰ δώσῃ, χωρὶς νὰ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν ἄλλα τραπεζικὰ γραμμάτια, χωρὶς νὰ ὑποστῇ δυσχερείας ἢ ἐπιβαρυνθῇ μὲ ἔξοδον ἀνώτερον ἐκείνων, μὲ τὰ ὁποῖα ἐπιβαρύνεται μέχρι τοῦδε ἐκ τῶν σχέσεών της μετὰ τοῦ Δημοσίου. Οὕτω δὲ πράττουσα ἡ Τράπεζα, θ’ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην, καὶ θὰ πράξῃ τι, τὸ ὁποῖον συνάδει πρὸς τὸ συμφέρον καὶ αὑτῆς τῆς ἰδίας καὶ τῆς κοινωνίας, μὴ ἐπιβαρύνουσα τὸ Δημόσιον διὰ βάρους ἀνωτέρου τῶν δυνάμεών του, διότι τὸ δάνειον γίνεται ἐπὶ τόκῳ, ὅστις πρέπει ν’ ἀποδοθῇ, ἔχει δὲ καὶ διαφόρους ἄλλους δανειστάς, καὶ πολλὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας πρὸς ἱκανοποίησιν τὸ Δημόσιον. Ἄρα πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Τραπέζης, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας, καὶ ἵνα μὴ καταταθῇ τὸ Δημόσιον Πτωχοκομεῖον, καὶ ὅπως τηρῇ τὴν πρέπουσαν αὐτῷ θέσιν, σῷζον τὴν τιμὴν τοῦ Ἔθνους καὶ πράττον ὅ,τι ὀφείλει ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, δέον ἡ Πολιτεία ἡμῶν νὰ ἦναι λίαν μεμετρημένη περὶ τὴν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους πραγμάτων.
§138ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, κ. Πρόεδρε.
§139ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ ἐξακολουθήσωμεν.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§141ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§142ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ ἐξακολουθήσωμεν. Νὰ κάμωμεν τὴν ά ἀνάγνωσιν.
§143ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπιφυλάσσομαι, κ. Πρόεδρε, νὰ ὁμιλήσω εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν.
§144ΠΟΛΛΟΙ. Ἂς κάμωμεν τὴν ά ἀνάγνωσιν ἀπόψε. (Θόρυβος). (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς ά συζήτησιν).
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐμψυχώσεως τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας.—Ὑπεβλήθη πρότασις νόμου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ νόμου ΨΙϚʹ περὶ στρατολογίας. (Ὅρα Παράρτημα). Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 8 καὶ 10 μ. μ.