1882.05.04
1,987 rows · 16,037 words · 131 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 63
τῆς 4 Μαΐου 1882.
Ὥρα 2 μ. μ.
(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μόλις αὐτὴν τὴν στιγμὴν λαμβάνομεν, κύριε Πρόεδρε, τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Εἶναι πλέον τῶν 100 νομοσχεδίων τυπωμένα, καὶ ὀλίγα μόνον ἔχομεν λάβει. Πρέπει λοιπὸν νὰ διανέμηται ἡ ἡμερησία διάταξις ἀπὸ πρωΐας, διὰ νὰ γνωρίζωμεν τὰ ἀντικείμενα τῆς συζητήσεως.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε δίκαιον.
§3ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, νὰ διατάξητε, ὥστε νὰ διανέμηται ἡ ἡμερησία διάταξις ἀπὸ πρωΐας κατ’ οἶκον.
§4ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά — Ὁ δήμαρχος Μαλευρίου ζητεῖ ν’ ἀναγνωρισθῇ εἰς τὸν δῆμον τὸ δικαίωμα νὰ ἐνοικιάσῃ ἀκίνητόν τινα περιουσίαν τῶν ἐν τῷ δήμῳ Μονῶν, τὸ δὲ εἰσόδημα νὰ χρησιμοποιηθῇ εἰς κοινωφελεῖς τοῦ τόπου ἀνάγκας.— Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος λίμνης.— Δύω ἐπερωτήσεις πρὸς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Τρικκάλων κ. Ῥαδινοῦ.
§6ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ (Ἀναγινώσκει). (Ὅρα Παράρτημα.)
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑτέρα ἐπερώτησις ὑπὸ τοῦ ἐξ Ἄργους βουλευτοῦ κ. Ζωγράφου.
§8ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ (Ἀναγινώσκει). (Ὅρα Παράρτημα).
§9ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶναι πλέον καιρὸς, καθ’ ὃν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ἀπὸ πολλῶν ἤδη χρόνων ἀναμενομένου νομοσχεδίου Ἑλληνικοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, τοῦ ἐπὶ πολλὰς δεκάδας ἐνιαυτῶν ἐπεξεργασθέντος ὑπὸ τῶν ἐξόχων νομομαθῶν τῆς Ἑλλάδος ἀνδρῶν καὶ μείναντος δυστυχῶς ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἄνευ τῆς δεούσης ἐπιψηφίσεως, ἐνῷ ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις πρὸ παντὸς ἄλλου νομοθετήματος νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς εἰσαγωγῆς Ἀστικοῦ νόμου, εἰς τὴν ἐγχώριον γλῶσσαν συντεταγμένου, ὅπως οἱ πολῖται Ἕλληνες διὰ τοῦ τοιούτου νόμου κανονίζωσι τοῦ Λοιποῦ τὰς ὑποθέσεις των, καὶ μὴ στερῶνται πολιτικοῦ Κώδικος ἐπὶ 60 ἤδη ἔτη, ἤτοι ἀπὸ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν Ἑλληνικῶν πραγμάτων. Ἐκ τῆς ἐλλείψεως τοῦ νόμου τούτου ἀναγκάζονται οἱ πολῖται καὶ οἱ δικασταὶ νὰ προσφεύγωσιν εἰς τὸ ὀγκῶδες καὶ ἀδιέξοδον Ῥωμαϊκὸν Δίκαιον, Λατινιστὶ γεγραμμένον καὶ μηδόλως δημοσιευμένον ἐν Ἑλλάδι εἰς τὴν ἐγχώριον Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τοιούτων πολυειδῶν Ῥωμαϊκῶν νόμων, κατασκευασθέντων πρὸ 2,500 ἐτῶν, κανονίζονται καὶ διέπονται καὶ ἀποφασίζονται αἱ ὑποθέσεις τῶν Ἑλλήνων, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἔρχονται οἱ δικασταὶ καὶ δικηγόροι, ἕνεκα τῆς ἀντινομίας, εἰς παρερμηνείας καὶ παρεξηγήσεις, καὶ αἱ ὑποθέσεις τῶν πολιτῶν περιπλέκονται, καὶ οὐδόλως ἀποπερατοῦνται, ἀλλὰ κυλίονται ἐπ’ ἄπειρον ἀπὸ δικαστηρίου εἰς δικαστήριον πρὸς δυστυχίαν τῶν πολιτῶν. Ἡ ἐλεεινὴ αὕτη κατάστασις πρέπει νὰ παύσῃ διὰ τῆς ταχείας ἐπιψηφίσεως τοῦ ἑτοίμου Ἀστικοῦ Κώδικος.....
§10Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κατὰ τὸ Σύνταγμα, πᾶς νόμος πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἄρθρον κατ’ ἄρθρον.
§11ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Διὰ νὰ γείνῃ τοῦτο, ἠξεύρετε πόσα χρόνια θὰ περάσουν; Δεκαπέντε Σύνοδοι. Εἰς ὅλα τὰ Ἔθνη τοῦ Κόσμου, ὅταν πρόκηται περὶ τοιούτου νόμου, συσταίνουν μίαν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία γνωμοδοτεῖ, καὶ τοιουτοτρόπως τελειώνει τὸ ζήτημα. — Προτείνω λοιπόν, ὅπως ἡ Βουλὴ διορίσῃ Ἐπιτροπήν τινα ἐκ νομομαθῶν βουλευτῶν, ἥτις νὰ ἐπεξεργασθῇ τὸν Ἀστικὸν Κώδικα καὶ φέρῃ αὐτὸν ταχέως πρὸς ἐπιψήφισιν, καθότι εἶναι ἐντροπὴ Ἔθνη ἄλλα μιξοβάρβαρα, ὡς ἡ Τουρκία, ἡ Σερβία, τὸ Μαυροβοῦνι κλπ. νὰ ἔχωσι πολιτικὸν ἐγχώριον Κώδικα, καὶ ἡ Ἑλλάς, ἑξήκοντα ἐτῶν Βασίλειον, νὰ στερῆται πολιτικοῦ Κώδικος, καὶ νὰ κάμνῃ χρῆσιν τῶν πηγῶν τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου, οἵτινες πολλάκις εἰσὶν ἀνεφάρμοστοι καὶ δυσνόητοι, ἀφιέμεναι εἰς τὴν αὐθαίρετον καὶ ἰδιόῤῥυθμον ἑρμηνείαν τῶν ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων δικαστῶν.
§12ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ὅτι τόσον συχνὰ ἔρχεται ἐνώπιον ὑμῶν τὸ ζήτημα τῆς δικαιοσύνης, ἀποδεικνύει, πιστεύω, τρανώτατα, ὅτι πάντες αἰσθανόμεθα τὴν μεγίστην ἀνάγκην δικαστικῆς ἀναδιοργανώσεως καὶ ὅτι πάντες παραδεχόμεθα τὴν ἀνάγκην νομοθετικῆς μεταῤῥυθμίσεως. Ἀλλὰ ταῦτα εἶναι ἔργα δύσκολα καὶ πρὸ πάντων, διότι ἡ παροῦσα Σύνοδος ἐγγίζει εἰς τὸ τέλος. Ἐν τούτοις, ἐὰν δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τὸ ὅλον, δύναται νὰ γείνῃ τὸ μέρος, καὶ πρέπει νὰ γείνῃ τὸ μᾶλλον κατεπεῖγον μέρος τοῦ ὅλου ἔργου τῆς δικαστικῆς ἀναδιοργανώσεως καὶ τῆς νομοθετικῆς μεταῤῥυθμίσεως. Διὰ νὰ μὴν ἐπασχολῶμεν τὴν Βουλὴν ἐν ἡμέραις, καθ’ ἃς εἶναι προσδιωρισμένα ἀντικείμενα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει πρὸς συζήτησιν, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ προσδιορισθῇ ἡμέρα, καθ’ ἣν πρὸ παντὸς ἄλλου ἀντικειμένου νὰ γείνῃ συζήτησις περὶ τούτου, καὶ πᾶς ὁ ἔχων σχετικόν τι νὰ ἀναφέρῃ, νὰ τὸ εἴπῃ. Φρονῶ δὲ, ὅτι πρέπει νὰ προσδιορισθῇ ἡ προσεχὴς Δευτέρα....
§13ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μετὰ τὸν προϋπολογισμόν.
§14ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Διατί; Ὑποθέτετε, ὅτι δὲν εἶναι κατεπεῖγον τὸ ζήτημα τῆς δικαιοσύνης;
§15ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι.
§16ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νομίζω, ὅτι οὐδὲν ἄλλο εἶναι πλέον κατεπεῖγον ἀπὸ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀναφέρω εἰς ὑμᾶς, τὸ ζήτημα τῆς δικαιοσύνης. Αὐτὴ εἶναι ἡ πεποίθησίς μου. Δὲν ἐννοῶ νὰ φέρω πρόσκομμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ἀναγνωρίζω, ὅτι καὶ τὸ ἔργον τοῦτο εἶναι κατεπεῖγον. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἀσχοληθῶμεν σπουδαίως πρὸς βελτίωσιν τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, πᾶσα ἄλλη προσπάθεια ἡμῶν πρὸς βελτίωσιν τῶν κακῶς κειμένων θὰ προσκόπτῃ οὐσιωδῶς, καὶ ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι εἶναι οἰκτροτάτη ἡ κατάστασις τῆς δικαιοσύνης, τινὲς δὲ λέγουσιν, ὅτι δὲν ὑπάρχει δικαιοσύνη ἐν Ἑλλάδι. Φρονῶ λοιπόν, ὅτι πρέπει νὰ προσδιορισθῇ ἡ προσεχὴς Δευτέρα, ἵνα πρὸ παντὸς ἄλλου ἀντικειμένου γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ὅτε ἐπιφυλάσσομαι νὰ εἴπω τὴν ἰδιαιτέραν μου γνώμην καὶ σχετικά τινα πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Στεφανίδου περὶ ἐπικυρώσεως τοῦ νομοσχεδίου τοῦ Ἀστικοῦ Νόμου.
§17ΡΑΛΛΗΣ. Εἴπατε, κύριε Φιλάρετε, ὅτι θέλετε νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν τοῦ δικαστικοῦ ζητήματος. Ποῖον εἶναι τὸ ζήτημα αὐτό;
§18ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὅ,τι ἐκ τῆς δικαστικῆς ἀναδιοργανώσεως καὶ τῆς νομοθετικῆς μεταῤῥυθμίσεως δυνάμεθα νὰ βελτιώσωμεν ἐν τῇ παρούσῃ Συνόδῳ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα.
§19ΡΑΛΛΗΣ. Ἐννοῶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως καὶ τὸ δικαίωμα πρὸς ὑποβολὴν νομοσχεδίων ἐκ μέρους τῶν κ. κ. βουλευτῶν· ἀλλὰ τὸ νὰ γείνῃ συζήτησις χωρὶς νὰ ἔχωμεν βάσιν, δὲν τὸ ἐννοῶ.
§20ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ματαίως, φρονῶ, ἐπιμένει ἐρωτῶν με νὰ ὁρίσω τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως, ὅπερ ἀρκούντως ὥρισα.
§21ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ ἐννοῶ αὐτό.
§22ΤΙΝΕΣ. Πρέπει νὰ ὑποβάλητε, κύριε Φιλάρετε, ὡρισμένην πρότασιν.
§23ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὴν προσεχῆ Δευτέραν θὰ καταλήξω εἰς ὡρισμένην πρότασιν, καὶ διὰ νὰ μὴ ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν σήμερον, παρακαλῶ νὰ ὁρίσῃ ἄλλην ἡμέραν.
§24ΒΑΛΒΗΣ. Διατυπώσατε τὴν πρότασίν σας, κύριε Φιλάρετε.
§25ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὴν Δευτέραν θέλω φέρει τὴν πρότασίν μου.
§26ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω, κύριοι, τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιτρέψωσι, τὸν δὲ κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ ἐγγράψῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὴν σύμβασιν περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος· διότι, κατὰ τὴν ὑποβληθεῖσαν σύμβασιν, ἐὰν αὕτη δὲν συζητηθῇ κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς...
§27ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, σᾶς ἐζήτησα πρὶν τὸν λόγον, διὰ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ πρώτου.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ σᾶς τὸν ἔδωσα. Ὡμίλησεν ὁ ὑπουργός. Ἀφοῦ τελειώσῃ ὁ ἀγορεύων ἤδη, λαμβάνετε κατόπιν τὸν λόγον.
§29ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἐγγραφῇ ἡ σύμβασις περὶ Κωπαΐδος εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι, ἂν εἰς τὴν παροῦσαν Σύνοδον δὲν συζητηθῇ, ἡ Ἑταιρία θὰ ἦναι ἐλευθέρα νὰ ποιήσηται τὴν ἀποξήρανσιν διὰ τοῦ Πτώου, καὶ ἂν τοῦτο γείνῃ, ἡ ὑγεία τῆς ἐπαρχίας Θηβῶν θὰ πάθῃ, διότι αἱ δύω παρακείμεναι λίμναι τρέφονται ἐκ τῶν ὑδάτων τῆς Κωπαΐδος. Λοιπὸν, ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι τὰ ὕδατα τῆς Κωπαΐδος θὰ ἐκρέωσι διὰ τοῦ Πτώου, τὸ ὑπολειπόμενον ὕδωρ εἰς τὰς δύω μικρὰς λίμνας θὰ μείνῃ ὀλίγον καὶ ὡς τοιοῦτον θὰ καταστῇ κατὰ τὸ θέρος νοσογόνος ἑστία, ἐξ ἧς θὰ πάθῃ ἡ ὑγεία τῆς ἐπαρχίας. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τοῦτο εἶναι κατεπεῖγον, καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἐγγραφὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§30ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀκούσῃ καὶ τὴν γνώμην μου ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ κ. Στεφανίδου καὶ τοῦ κ. Φιλαρέτου. Πάντες, κύριοι, αἰσθανόμεθα τὴν ἀνάγκην, καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὑμᾶς, ὅτι καὶ κατ’ ἐμὴν πεποίθησιν ἡ κύρωσις τοῦ Ἀστικοῦ Νόμου εἶναι ὁ ἐπιούσιος ἄρτος τῆς Πολιτείας. Τοσαύτη καὶ τοσοῦτον μεγίστη εἶναι ἡ ἀνάγκη. Ἀλλὰ, κυρίως, τὸ ἔργον τοῦτο δὲν εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ δυνηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ καὶ ἀποφανθῇ ἀμέσως. Δὲν ἀμφισβητῶ παντάπασιν, ὅτι μεταξὺ ὑμῶν, οἱ πάντες ἴσως, οἱ πλεῖστοι, εἶσθε ἱκανοὶ νὰ φέρητε πᾶσαν διόρθωσιν ἐπὶ τῶν μὴ καλῶς ἀναγεγραμμένων· ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο εὔκολον. Εἶναι δὲ ἐντελῶς ἀδύνατον, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, νὰ ἐξετάσητε ἓν πρὸς ἓν τὰ διάφορα ἄρθρα, τὰ ἀπαρτίζοντα τὸν Κώδικα τοῦτον. Ἐὰν, κύριοι, σπουδαίως θέλετε νὰ φθάσητε εἰς αὐτὸ τὸ πέρας, δὲν εἶναι σκόπιμος οὔτε ἡ γνώμη τοῦ κ. Στεφανίδου τοῦ φίλου μου, ὅστις σᾶς λέγει νὰ κηρύξητε αὐτὸ κατεπεῖγον, οὔτε ἡ γνώμη τοῦ κ. Φιλαρέτου, ὅστις σᾶς λέγει νὰ ὁρίσητε ἡμέραν πρὸς εἰδικὴν συζήτησιν. (Θόρυβος). Παρακαλῶ, κύριοι. Κατ’ οὐδὲν θέλετε ὠφεληθῆ· μόνον θὰ ἀπολεσθῇ χρόνος. Ἐὰν σπουδαίως ὅμως μεριμνῶμεν, τὸ ἔργον τοῦτο ἁρμόζει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ δὲν ἐννοῶ τὴν παροῦσαν μόνον, ἥτις εἶναι καὶ φιλικὴ, ἀλλὰ καὶ πᾶσαν ἄλλην. Ἓν τῶν μελῶν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ὁ κ. Καλλιγᾶς, καθ’ ὅσον γνωρίζω, συνετέλεσε σπουδαίως εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ ἔργου τούτου. Νομίζω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ εὔνουν πέρας, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, ἐὰν παρακαλέσωμεν τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὅλα τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἂς ἐξετάσῃ, καὶ ἔχει ἐξετάσει, κατ’ ἐμὲ, ἐν γένει τ’ ἄρθρα τ’ ἀποτελοῦντα τὸν Κώδικα τοῦτον, καὶ ἂς φέρῃ τὰς ἀναγκαίας παρατηρήσεις, ὅσας ἤθελε κρίνει διαφόρους πρὸς τὴν γνώμην τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς. Τούτου δὲ γεινομένου, ἂς ἀποφασισθῇ ἡ συζήτησις αὐτοῦ οὐχὶ κατ’ ἄρθρον, διότι οὐχὶ μόνον ἡ παροῦσα Σύνοδος τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ οὔτε ὅλη ἡ Περίοδος δὲν ἀρκεῖ, κύριοι, διὰ νὰ φθάσητε εἰς τὸ ζητούμενον ἀποτέλεσμα. Ἐπὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ἀντικειμένου ὑποβάλλω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου. Εἶναι ἀδύνατον νὰ γείνῃ ἡ κύρωσις τοῦ Ἀττικοῦ Κώδικος, ὅπως εἶπον οἱ κύριοι, καὶ ἓν μόνον δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω. Θέλετε παρατηρήσει εἰς τὸν Κώδικα διάταξιν, παραδείγματος χάριν, καταργοῦσαν ἔθιμα παλαιὰ καὶ νόμου ἰσχὺν ἔχοντα σήμερον καὶ πολλὰς σχέσεις τῶν πολιτῶν διέποντα. Εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς ἐκ τοῦ προχείρου καὶ ἐν μιᾷ συνεδριάσει, εἴτε καὶ ἐν δέκα συνεδριάσεσι, νὰ κρίνητε καὶ ἀποφασίσητε; Ὅλην τὴν ἱκανότητα ἀναγνωρίζω ὑμῖν· ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι τοιουτοτρόπως θὰ δυνηθῆτε νὰ φθάσητε εἰς ἓν πέρας.
§31ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Τῷ ὄντι, τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος διατάσσει, ὅτι, ἵνα γείνῃ Νομοσχέδιόν τι δεκτὸν, πρέπει νὰ συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ ἄρθρον πρὸς ἄρθρον τρὶς κατ’ ἐπανάληψιν. Ἀλλὰ τοῦτο ἂν συμβῇ, θέλομεν 15 χρόνους διὰ νὰ φθάσωμεν, ὅπως ἐργάζεται ἡ Βουλὴ, εἰς τὴν καθ’ ὁλοκληρίαν ἐπιψήφισιν τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, συνισταμένου ἐξ ἄρθρων 2,025. Πρὸς θεραπείαν λοιπὸν τῆς ἀπωλείας τοῦ χρόνου, καὶ ἵνα τηρήσωμεν ἀφ’ ἑτέρου τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος, δέον νὰ πράξωμεν ἀπαράλλακτα ὡς ἔπραξε τὸ Ἰταλικὸν Βασίλειον, διὰ τὸ κατεπεῖγον τῶν περιστάσεων, εἰς τὴν ἐπικύρωσιν τοῦ Πολιτικοῦ Νόμου· νὰ διορίσωμεν δηλαδὴ Ἐπιτροπήν τινα ἐκ τῆς Βουλῆς πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος Ἀστικοῦ Κώδικος, καὶ τῇ εἰσηγήσει αὐτῆς νὰ ἐπιψηφισθῇ κατεπειγόντως, ὡς ἄλλοτε ἔπραξεν ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου περὶ πτωχεύσεως. Ἄλλην θεραπείαν ἐγὼ δὲν βλέπω εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ἅπασαν τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν Ἐπιτροπὴ κατέθεσε ταύτῃ τῇ στιγμῇ τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων περὶ προικίσεως τοῦ Ταμείου τῆς Ὁδοποιΐας, περὶ δασῶν καὶ περὶ κανονισμοῦ τῶν συντάξεων, αἵτινες θὰ τυπωθῶσιν. (Ὅρα Παράρτημα.)
§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπεβάλλω πίνακάς τινας εἰς συμπλήρωσιν τῶν προϋποβληθέντων κατόπιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. βουλευτοῦ Οἰτύλου. Οἱ πίνακες οὗτοι εἶναι καταστάσεις τῶν ἐντὸς τοῦ ἔτους 1882 συμπληρούντων ἐνιαύσιον τουλάχιστον ὑπηρεσίαν ἐν τοῖς εἰδικοῖς σώμασι, καὶ καταστάσεις τῶν καταταχθέντων ἐθελοντῶν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. μέχρι σήμερον. Τοιαύτη κατάστασις ὑπεβλήθη καὶ πρότερον, ἀλλ’ αὕτη ἦτον ἐν μέρει ἐλλιπὴς, διότι δὲν περιελάμβανε τοὺς ἀπ’ εὐθείας καταταχθέντας εἰς τὰ σώματα. Ὑπέβαλον προσέτι συνεπείᾳ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. βουλευτοῦ Οἰτύλου κατάστασιν τῶν μεταθέσεων ἀπὸ τάγματος εἰς τάγμα ἀξιωματικῶν, ἀνθυπασπιστῶν, ὑπαξιωματικῶν, μουσικῶν καὶ στρατιωτῶν ἀπὸ τῆς 3 Μαρτίου τοῦ ἔτους τούτου. Ἤδη ὑποβάλλω τοιαύτην κατάστασιν καὶ τῶν ὑπὸ τῶν προηγουμένων Κυβερνήσεων γενομένων μεταθέσεων, διότι, ἐννοεῖται, ὅτι τὰ τοιαῦτα μόνον ἐν συγκρίσει ἔχουσιν ἔννοιαν. Ὑποβάλλω ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν σύμβασιν πρὸς τὴν Ἑταιρίαν τῶν Μεταλουργείων τοῦ Λαυρίου περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμου μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Λαυρίου. Πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου τούτου θέλει συστηθῆ ἀνώνυμος ἑταιρία, ἔχουσα κεφάλαιον 6,000,000 δραχμῶν καταβληθησομένων ὑπὸ τῆς Ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου· ἐὰν δὲ ὁ σιδηρόδρομος, ὁ κατασκευασθησόμενος, δὲν καταναλώσῃ τὸ ὅλον ποσὸν τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὑπόλοιπον θέλει καὶ ταῦτα διατεθῆ εἰς σιδηροδρομικὰς ἐπιχειρήσεις ἐντὸς τῆς Ἀττικῆς. Συνάμα μετὰ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς Ἑταιρίας, ὅπως κατασκευάσῃ σιδηρόδρομον μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Λαυρίου καταργοῦνται καὶ αἱ δίκαι τοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν Ἑταιρίαν καὶ τῆς Ἑταιρίας πρὸς τὸ Δημόσιον· εἰς ἀντάλλαγμα δὲ τῆς τοιαύτης καταργήσεως, λαμβάνει τὸ Δημόσιον μετοχὴν εἰς τὰ κέρδη τοῦ σιδηροδρόμου κατὰ τὸ ἥμισυ, ἐφ’ ὅσον τὰ καθαρὰ κέρδη ὑπερβαίνουσι τὰ 3%. Ὥστε τὸ ἀντάλλαγμα τὸ ἐπιζητηθὲν ὑπὲρ τοῦ Κράτους ἐπὶ τῇ καταργήσει τῶν δικῶν, περὶ ὧν πολλάκις μέχρι τοῦδε ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ὑπεβλήθησαν καὶ προτάσεις νόμων, τὸ ἀντάλλαγμα, λέγω, εἶναι διττόν· εἶναι ἀφ’ ἑνὸς ἡ συμμετοχὴ τοῦ Δημοσίου εἰς τὰ κέρδη Ἑταιρίας ἐχούσης κεφάλαια 6,000,000 δραχμῶν, εἶναι ἀφ’ ἑτέρου ἡ ὠφέλεια ἡ παρεχομένη εἰς τὸν τόπον διὰ τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου, ἄνευ οὐδενὸς ἐπιχορηγήματος, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐγγυήσεως, οὐδεμιᾶς παροχῆς ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἀναγκάζεται τὸ Δημόσιον νὰ ἀναγράφῃ ὑπὲρ τῶν Ἑταιριῶν, αἵτινες ἀναλαμβάνουσι τοιαύτας ἐπιχειρήσεις, ἄνευ ἀνταλλάγματος, οἷον ἤδη δίδοται πρὸς τὴν Ἑταιρίαν τῶν μεταλλουργείων. (Ὅρα Παράρτημα). Ἤδη διενεμήθη εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σχέδιον νόμου περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου ἀπὸ Πειραιῶς εἰς Πάτρας καὶ Ναύπλιον, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐγκρίνῃ, ὅπως ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§34ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παρατηρῶ ὅμως, ὅτι πρέπει πρῶτον νὰ διανεμηθῶσιν αἱ συμβάσεις πρὸς τὸν κ. Descanne Perdoux, ἵνα ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπ’ αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐλπίζω, ὅτι θέλουσι διανεμηθῆ καὶ αἱ συμβάσεις ἐκεῖναι ἐντὸς τῆς ἡμέρας, διὰ τοῦτο προτείνω, ὅπως ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐγκριθῇ ἡ ἐγγραφὴ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κυροῦντος τὴν σύμβασιν, περὶ ἧς ἀνέφερον, ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τῆς αὔριον.
§36ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως κανονικώτερον θὰ ἦτο, ἂν ἀπεστέλλετο ἡ σύμβασις εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, καὶ ἴσως αὕτη δὲν θὰ ἐμποδισθῇ ἐκ τῆς ἐγγραφῆς τοῦ νομοσχεδίου ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὅπως συνέλθῃ καὶ διασκεφθῇ ἐπὶ τῆς συμβάσεως ταύτης. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν, ἀναμένοντες τὴν γνωμοδότησιν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐὰν ἡ Ἐπιτροπή δυνηθῇ, διαρκούσης τῆς συζητήσεως, νὰ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν, βεβαίως θὰ ἦναι καὶ αὕτη ὠφέλιμος. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ἐπεξεργασία παραταθῇ, δὲν θεωρῶ συμφέρον ν’ ἀναβληθῇ, ἕνεκα τούτου, ἡ συζήτησις καὶ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου.
§38ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§39Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρέπει νὰ συνταχθῇ μία τακτικὴ ἡμερησία διάταξις, ὥστε νὰ ἠξεύρωμεν τὶ νὰ συζητήσωμεν, διότι ἔχομεν μίαν ἡμερησίαν διάταξιν, ἡ ὁποία ἔχει πολλὰ νομοσχέδια, καὶ πρέπει νὰ καθαρισθῇ τοιουτοτρόπως, ὥστε νὰ ἦναι κατατεταγμένα τὰ νομοσχέδια, ἵνα ἠξεύρωμεν ποῖα πρέπει νὰ συζητήσωμεν.
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐξ ἀνάγκης ἡ ἡμερησία διάταξις πρέπει νὰ περιέχῃ πολλὰ νομοσχέδια· πρέπει νὰ περιέχῃ ὅλα τὰ νομοσχέδια τὰ μέχρι τοῦδε ὑποβληθέντα, τυπωθέντα καὶ διανεμηθέντα, τῶν ὁποίων τὴν ψήφισιν θεωρεῖ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ὡς ἀναγκαίαν ἐν τῇ παρούσῃ Συνόδῳ, καὶ τοῦτο διότι δὲν πρόκειται μακρὰ συζήτησις νὰ γείνῃ ἐπ’ αὐτῶν κατὰ τὴν πρώτην καὶ δευτέραν ἀνάγνωσιν. Ἐὰν θελήσωμεν καθ’ ἑκάστην συζήτησιν νὰ ἔχωμεν ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἓν ἢ δύω μόνον νομοσχέδια, ἐννοεῖται, ὅτι δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ ψηφίσωμεν ὅλα ἐκεῖνα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θεωροῦμεν ὅλως ἀναγκαῖα καὶ ἐπείγοντα. Ἀλλὰ παραδέχομαι τὴν γνώμην τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Μεσσήνης, νὰ περιορίσωμεν τὸν ἀριθμὸν, περιλαμβάνοντες ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει μόνον τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα νομοσχέδια, ἐκεῖνα, περὶ τῶν ὁποίων θεωροῦμεν, ὅτι δέον ἐν τῇ παρούσῃ Συνόδῳ νὰ ληφθῇ πρόνοια. Περὶ δὲ τῆς συστάσεως τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Θηβῶν, τῆς ἀφορώσης εἰς τὴν τροποποίησιν τῆς ὑπαρχούσης συμβάσεως περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος, φρονῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι εἶναι πρέπον νὰ ἐγγραφῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὅπως λάβῃ τὴν εὐκαιρίαν ἡ Βουλὴ καὶ ἀποφανθῇ περὶ τῆς τροποποιήσεως, εἴτε ὑπὲρ, εἴτε κατά. Ἐκ τῶν κατατεθέντων ἐπὶ τῇ ἐπερωτήσει τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Οἰτύλου, αἱ μὲν δύω καταστάσεις περὶ καταταχθέντων ἐθελοντῶν καὶ τῶν συμπληρούντων τὴν ἐνιαύσιον ὑπηρεσίαν ἐντὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους, αὗται δύνανται νὰ τυπωθῶσι, διότι εἶναι ἁπλοῖ πίνακες· αἱ δὲ καταστάσεις αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὰς μεταθέσεις καὶ προσκολλήσεις, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τυπωθῶσιν, ἕκαστος δὲ δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν παρὰ τῷ Προεδρείῳ.
§41ΑΘΑΝ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὅσον εἶναι ἀναγκαῖον ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιμελῆται τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν συγκοινωνίαν τοῦ τόπου, τόσον ἀφ’ ἑτέρου ἀναγκαῖον εἶναι τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ μελετηθῇ, καὶ νὰ μελετηθῇ σπουδαίως· Δὲν θὰ συμφωνήσω μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι μία σύμβασις, ἀφορῶσα εἰς τὴν κατασκευὴν σιδηροδρόμων, τῶν σπουδαιοτέρων μάλιστα σιδηροδρόμων ἐν Ἑλλάδι, πρέπει νὰ συζητηθῇ τόσον κατεπειγόντως, ὥστε οὔτε καιρὸς νὰ δοθῇ νὰ μελετηθῇ ἀπὸ τὴν ἁρμοδίαν Ἐπιτροπὴν, ἢ μᾶλλον ἀπὸ τὰς ἁρμοδίας Ἐπιτροπὰς, διότι ἡ σύμβασις πρέπει νὰ μελετηθῇ καὶ ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπὸ κοινοῦ ἐργασθησομένας. Τοσούτῳ περισσότερον ἐμμένω εἰς τὴν ἰδέαν αὐτὴν, καθόσον ἀνέκαθεν ὑπεστήριξα, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν σιδηροδρόμων, ὡς ζήτημα μεγάλης σπουδαιότητος, ἀπαιτεῖ προηγουμένως νὰ μελετηθῇ δι’ ὑπαλλήλων εἰδικῶν καὶ ἐπιστημόνων, διορισθησομένων παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε ἡ Κυβέρνησις, ὅταν παρουσιασθῶσι προτάσεις, νὰ ἦναι ἐν γνώσει καὶ περὶ τοῦ ποσοῦ, καὶ περὶ τοῦ ποιοῦ τῶν σιδηροδρόμων, οἱ ὁποῖοι θὰ γείνουν, καὶ περὶ τῆς καταλλήλου αὐτῶν ἀναλογίας τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν θὰ κατέχουν. Τόσον δὲ περισσότερον λέγω τοῦτο, καθόσον νομίζω, ὅτι σιδηρόδρομος ἀπὸ τὰς Πάτρας ἕως Ἀθηνῶν δὲν ἔχει τὸν προορισμὸν νὰ ἑνώσῃ μόνον τὰς δύω πόλεις καὶ τὴν παραλίαν τῆς Πελοποννήσου μὲ τὴν Πρωτεύουσαν, ἀλλ’ ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς κατασκευῆς τῶν σιδηροδρόμων θέλει εἶσθαι γενικώτερος, θέλει εἶσθαι διεθνής· διότι ὁ σιδηρόδρομος αὐτὸς βεβαίως πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἑνωθῇ μὲ τοὺς σιδηροδρόμους τῆς Ἀνατολῆς, ὅπως συγκοινωνήσῃ ἡ Ἑλλὰς καὶ μὲ τὴν Εὐρώπην. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα ἐὰν ὁ προτεινόμενος σιδηρόδρομος ἦναι ὁ καλλίτερος δι’ αὐτὸν τὸν σκοπὸν καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον. Τοσούτῳ δὲ περισσότερον σήμερον πρέπει νὰ μελετηθῇ τὸ ζήτημα, διότι αἱ προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἔρχονται, γίνονται ἀπὸ Τραπεζίτας, καὶ οἱ Τραπεζῖται εἶναι ἥκιστα ἁρμόδιοι διὰ τὴν κατασκευὴν σιδηροδρόμων. Ἡ Κυβέρνησις ἐξ ἑνὸς δὲν ἐμελέτησε τὸ ζήτημα δι’ εἰδικῶν προσώπων, καθ’ ἃ εἶπεν· ἀφ’ ἑτέρου οἱ ἀναλαμβάνοντες τὴν κατασκευὴν, οὔτε αὐτοὶ εἶναι εἰδικοὶ, καὶ βεβαίως τὴν ἐπιχείρησιν αὐτὴν λαμβάνοντες, τὴν λαμβάνουσι διὰ τραπεζιτικοὺς σκοποὺς μᾶλλον, παρὰ διὰ νὰ κάμουν σιδηρόδρομον, ὅπως ἐκ τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου ὠφεληθῶσιν. Ἤδη δὲν ἀνθίσταμαι κατὰ τῆς συμβάσεως, διότι οὔτε τὴν εἶδον, οὔτε τὴν ἐμελέτησα· νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη πρέπει νὰ μελετηθῇ ἀπὸ τὰς Ἐπιτροπὰς, διὰ νὰ ἤμεθα καὶ ἡμεῖς ἐν γνώσει καὶ ἔλθῃ μία ἔκθεσις ἐκ τῶν Ἐπιτροπῶν, νὰ δοθῇ δὲ ὁ ἁρμόδιος χρόνος καὶ καιρὸς νὰ μελετηθῇ τὸ ζήτημα, καθόσον δὲν εἶναι ζήτημα ἁπλοῦν. Τοσούτῳ δὲ περισσότερον, διότι ἡ πεποίθησίς μου εἶναι, ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν τὸ Δημόσιον θὰ καταβάλῃ πλέον τῶν 7 καὶ 8 ἑκατομμυρίων φράγκων.
§42ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Τὸ ζήτημα τὸ προβλεπόμενον διὰ τῆς συμβάσεως ἔχει τόσον ὡριμάσει, ὥστε ὁ λαὸς δὲν ἀπαιτεῖ ἢ τὴν πραγματοποίησιν αὐτοῦ. Ἐν ὀνόματι λοιπὸν τοῦ λαοῦ πρέπει νὰ προβῶμεν κατεπειγόντως εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ πόθου αὐτοῦ, διότι ἡ μελέτη, ἥτις πρατείνεται παρὰ Ἐπιτροπῶν, δὲν ἀποβλέπει παρὰ εἰς τὴν ματαίωσιν τῆς ἐπιθυμίας ταύτης. Εἶναι ἱκανοὶ βουλευταὶ νὰ μελετήσωσι τὸ ζήτημα· ἡμεῖς μάλιστα ἀπεφάνθημεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑπεύθυνος καθόσον ἀφορᾷ τὴν πραγματοποίησιν, καὶ διὰ τοῦτο θὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὴν πραγματοποίησιν. Θέλομεν νὰ ἴδωμεν τὰ ἐλάσματα νὰ τεθοῦν ὅσον τὸ δυνατὸν γρηγορώτερα εἰς τὴν γῆν. Τί θὰ εἴπῃ αὐτὸ δηλαδὴ μελέτη παρ’ Ἐπιτροπῶν; Λοιπὸν μίαν ὥραν ἐνωρίτερον ὀφείλομεν νὰ μελετήσωμεν καὶ νὰ μὴν ἀπαιτήσωμεν ἄλλο, παρὰ νὰ πραγματοποιηθῇ, διότι μὲ τὰς μελέτας καὶ τὰς ἀναβολὰς δὲν θὰ ἴδωμεν ποτὲ σιδηρόδρομον.
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἦναι διατεθειμένη, ὅπως ἀπαιτήσῃ τὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν, δὲν ἁρμόζει τῇ Κυβερνήσει νὰ ἐναντιωθῇ εἰς τοῦτο. Ἀλλ’ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς πρέπει, κατ’ ἐμὲ, νὰ ἦναι ὑπὲρ τῆς ἀπ’ εὐθείας συζητήσεως παρὰ τῆς Βουλῆς. Ὅ,τι θέλω παρατηρήσει εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐκ Καλαβρύτων εἶναι, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀναμένῃ παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλλείπει ἐν τῇ Συμβάσει ταύτῃ, τουτέστιν ἐπιστημονικὴν προεξέτασιν. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐλλείπει προεξεργασία ἐπιστημονικὴ εἰς τὴν Σύμβασιν ταύτην περὶ σιδηροδρόμου, ἐλλείπει δὲ, διότι δὲν εἶχε γείνει τεχνικὴ μελέτη μέχρι τοῦδε, καὶ διότι, ἐὰν ἠθέλομεν νὰ προβῶμεν εἰς αὐτὴν ἤδη, ἔπρεπε νὰ ἀναβάλωμεν τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου ἐπὶ πολὺν χρόνον. Ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν δύναται νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἔδαφος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν παρέσχον εἰς αὐτὴν αἱ ἐργασίαι ἐπιστημόνων, τουτέστι δὲν δύναται νὰ παράσχῃ εἰς αὐτὴν ἐπισκόπησιν τῆς ὁδοῦ καὶ χάραξιν τεχνικῶς γεγενημένην. Ἐν ἐλλείψει τοιούτων ἐπιστημονικῶν δεδομένων, ὅ,τι ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν, προκειμένου περὶ σιδηροδρόμων, εἶναι πρῶτον, ἐὰν πρόκηται νὰ δαπανήσωμεν πολλά· δεύτερον, ἐὰν ἦναι ἐλπὶς, ὅτι, ἀκυρουμένης τῆς προτεινομένης Συμβάσεως, θέλει δυνηθῆ τὸ Κράτος νὰ ἔλθῃ εἰς συμφωνίας ἄλλας καλλιτέρας. Ὡς πρὸς τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν δύναται νὰ πράξῃ τι, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ γείνῃ καὶ ἐν τῇ δημοσίᾳ συνεδριάσει. Ὁ κ. βουλευτὴς Καλαβρύτων εἶπεν, ὅτι κατ’ αὐτὸν ἡ δαπάνη τοῦ Κράτους διὰ τὸν σιδηρόδρομον θέλει ἀνέλθει εἰς 7 ἑκατομμύρια. Ἡ Σύμβασις εἶναι τόσον καθαρὰ, ὥστε δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία περὶ τῆς μελλούσης δαπάνης, καθόσον 20 χιλιάδας φράγκων θέλει πληρώσει τὸ Δημόσιον ἀνὰ ἕκαστον χιλιόμετρον. Εἰς τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο θέλει προστεθῆ καὶ ἡ ἀξία τῶν γαιῶν, δι’ ὧν θέλει διέλθει ὁ σιδηρόδρομος. Ἐὰν ὡς πρὸς τὴν ἀξίαν τῶν γαιῶν ἔχῃ ἀμφιβολίαν, θὰ ἦναι εὔκολον νὰ ἱκανοποιήσω τὴν ἀπαίτησίν του, διότι ἐν τῇ ἀρχικῇ Συμβάσει, ἀντὶ τῆς ἐξαγορᾶς τῶν γαιῶν ὑπὸ τοῦ Κράτους, περιείχετο διάταξις, καθ’ ἣν αἱ γαῖαι ἐξηγοράζοντο ὑπὸ τῆς Ἑταιρίας ἀντὶ καταβολῆς ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἑνὸς ἑκατομμυρίου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ κατόπιν ἐξετάσεως ἐθεωρήθη, ὅτι δὲν ἤθελε φθάσει εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο ἡ ἐξαγορὰ τῶν γαιῶν, ἀπῄτησεν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως τὴν ἐξαγορὰν τῶν γαιῶν ἀναλάβῃ τὸ Κράτος καὶ οὐχὶ ἡ Ἑταιρία, ἀπαλλαγῇ δὲ τὸ Δημόσιον τῆς καταβολῆς τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου φράγκων. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίσῃ, ὅτι εἶναι πιθανὸν νὰ ἐκτεθῇ τὸ Δημόσιον εἰς δαπάνην ἀνωτέραν τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου διὰ τὴν ἐξαγορὰν τῶν γαιῶν, δύναται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τῷ συνοδεύοντι τὴν Σύμβασιν, νὰ περιλάβῃ διάταξιν, ἐπιτρέπουσαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συμφωνήσῃ πρὸς τὴν Ἑταιρίαν, ὅπως καταβάλῃ τὸ Κράτος ἓν ἑκατομμύριον φράγκων, ἀπαλλασσόμενον τῆς ὑποχρεώσεως τῆς ἐξαγορᾶς τῶν γαιῶν, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ ἠξεύρωμεν ἀκριβῶς εἰς χρήματα ποία εἶναι ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Δημοσίου. Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον δὲ ζήτημα, τουτέστιν ἐὰν ἦναι πιθανὸν νὰ εὕρωμεν ἄλλους προθύμους νὰ ἀναδεχθῶσι τὴν ἐπιχείρησιν ἐπὶ ὅροις συμφερωτέροις, ἡ Κυβέρνησις, ἥτις εἰργάσθη ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, φρονεῖ, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι τοιαῦται ἐλπίδες σήμερον, αἱ δὲ προηγουμένως ὑπογραφεῖσαι συμβάσεις ἀποδεικνύουσιν, ὅτι αἱ ἀπαιτήσεις τῶν ἄλλων ἑταιριῶν εἶναι ὄχι μόνον ἀνώτεραι τῶν τῆς ἑταιρίας, μεθ’ ἧς συνηλλάγημεν, ἀλλὰ τοσοῦτον ἀπέχουσιν αὐτῶν, ὥστε δὲν δύνανται κἂν νὰ παραβληθῶσι. Καὶ ὅμως αἱ συμβάσεις ἐκεῖναι, καί τοι τοσοῦτον ἐπιβαρύνουσι τὸ Δημόσιον, ἐθεωρήθησαν παρὰ τῶν συναλλαγέντων ὡς μὴ πραγματοποιήσιμοι. Ταῦτα τὰ θέματα ἡ Βουλὴ θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν· θὰ ἐξετάσῃ ἐὰν ἡ ἐγγύησις ἡ χρηματικὴ, ἡ καταβληθεῖσα ὑπὸ τῶν συναλλαγέντων, εἶναι ἀποχρῶσα πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς πραγματοποιήσεως τῆς ὑποχρεώσεως· ἐὰν οἱ συναλλαγέντες παρέχωσιν αὐτοί, ὡς ἐκ τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα κέκτηνται, καὶ τῆς πίστεως, τὰ ἐχέγγυα, ὅτι δύνανται νὰ διεξαγάγωσι τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβον· θὰ ἐξετάσῃ ἐὰν οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως ὡς πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὑποβαλλομένας εἰς τὸ Δημόσιον, ἦναι πρόσφοροι. Ἐπιστημονικὸν δὲ ζήτημα, νομίζω, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν οὔτε ἡμεῖς, οὔτε ἡ Ἐπιτροπή· καὶ διὰ τοῦτο ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι ἡ ἐπεξεργασία παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι περιττή. Ἀλλ’ ἀποδεχόμεθα πᾶσαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς περὶ τούτου.
§44ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἡ εὐκολία, μεθ’ ἧς ἐξήνεγκεν ὁ ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴς τὴν ἐπὶ τῆς συμβάσεως γνώμην αὐτοῦ, δικάσας καὶ καταδικάσας τὴν σύμβασιν, ἀποδείκνυσιν, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ὥριμον πρὸς λύσιν· διότι, καθ’ ὃν τρόπον ὁ ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴς ἐσχημάτισε γνώμην κατὰ τῆς συμβάσεως, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἄλλος ἐσχημάτισε γνώμην ὑπὲρ τῆς συμβάσεως. Ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως καὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς διὰ σιδηροδρόμων συγκοινωνίας βλάπτει καὶ ζημιοῖ τὸν τόπον εἰς τὸν ὕπατον βαθμόν· διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει, ὅπως ἡ Βουλὴ μὴ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἵνα κηρυχθῇ ἡ προκειμένη σύμβασις κατεπείγουσα καὶ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Τὰ ζητήματα τῶν σιδηροδρόμων, ἐὰν δὲν ἤμεθα ἡμεῖς ἱκανοὶ νὰ τὰ κρίνωμεν, ὑπάρχουσιν ἄλλοι, οἵτινες καταγίνονται καὶ ἐπασχολοῦνται εἰς αὐτὰ, καὶ δύνανται ἑπομένως νὰ μᾶς δώσωσι τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, ὅπως κατὰ τὴν συζήτησιν ἐξενέγκωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν ἐν ἐπιγνώσει τῶν πραγμάτων καὶ προβῶμεν εἰς ἐπιψήφισιν ἔργων, ἅτινα θέλουσιν εἶσθαι λίαν ὠφέλιμα εἰς τὸν τόπον καὶ τὴν Ἀνατολήν.
§45Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀπορῶ μὲ τὸν φίλον μου κ. Μεσσηνέζην, εἰς ποῖον μέρος τῆς ὁμιλίας μου εὗρεν, ὅτι εἶμαι κατὰ τῆς συμβάσεως. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι εἶμαι οὔτε κατὰ, οὔτε ὑπὲρ, διότι δὲν τὴν ἀνέγνωσα· κατὰ συνέπειαν δὲν δύναμαι νὰ κηρυχθῶ οὔτε ὑπὲρ αὐτῆς, οὔτε κατ’ αὐτῆς. Μόνον ὁ κ. Μεσσηνέζης ὑπέθεσεν, ὅτι ἐγὼ εἶμαι κατὰ τῆ συμβάσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἀνέπτυξε θεωρίας καὶ ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπάρχουν. Ἐγὼ, ὅ,τι ὑπεστηρίχθη πέρυσι παρὰ τοῦ κ. Μεσσηνέζη, νομίζω καὶ παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τοῦτο καὶ ὑπεστήριξα ἤδη. Ἐγὼ καὶ πέρυσιν ὑπεστήριξα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζω καὶ σήμερον, καὶ δὲν ἠξεύρω διατί ἤλλαξαν οἱ καιροὶ διὰ τὸν κ. Μεσσηνέζην, καὶ λέγει σήμερον, ὅτι ἓν τοιοῦτον ζήτημα δὲν πρέπει καθόλου νὰ μελετηθῇ, ἀλλ’ ὅτι πρέπει, διότι ἔχομεν ἀνάγκην τῶν σιδηροδρόμων, τυφλοῖς ὄμμασιν, ὅπως παρουσιάσθη, νὰ εἴπωμεν μάλιστα. Δὲν ἀπαντῶ εἰς τὸν ἕτερον βουλευτὴν, ὅστις συνείθισε νὰ ὁμιλῇ πάντοτε ἐν ὀνόματι τοῦ λαοῦ. Καὶ τότε ἡμεῖς ποῖον ἄλλον ἀντιπροσωπεύομεν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου παρὰ τὸν λαὸν αὐτόν; Δὲν ἐπεριμέναμεν νὰ ἔλθῃ ὁ κ. Παλαμήδης νὰ μᾶς διδάξῃ, ὅτι ὀφείλομεν ν’ ἀντιπροσωπεύωμεν τὸν λαὸν, διότι ἕκαστος ἀντιπρόσωπος ἀντιπροσωπεύει πάντοτε τὸν λαόν. Λέγω δὲ εἰς τὸν κ. Παλαμήδην, ὅτι ἕκαστος ἐδῶ δύναται νὰ ὁμιλῇ καὶ νὰ ἀφίνῃ τὸν λαὸν ἥσυχον, καὶ νὰ λέγῃ τὰς ἰδέας τὰς ἰδικάς του, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον ὁ λαὸς τῶν Καλαβρύτων νὰ ἔχῃ ἐναντίας ἰδέας ἀπὸ τὸν τῆς Γόρτυνος λαόν. Ὥστε τότε ὁ κ. Παλαμήδης θὰ φέρῃ τὸν ἕνα λαὸν καὶ τὸν ἄλλον λαὸν εἰς ἀντίθεσιν.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέλετε νὰ περιληφθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§47ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς διὰ τὸ ἔτος 1882.
§49Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἱστάμην πρὸ τῆς Βουλῆς τῆς διαλυθείσης Περιόδου, ἤθελεν εἶσθαι περιττὸν νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν σήμερον εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν· ἤθελεν εἶσθαι ἴσως ἱκανὴ ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντός μου, ἐὰν περιωριζόμην νὰ δώσω μέλαιναν ἐπ’ αὐτοῦ ψῆφον. Ἐπειδὴ ὅμως ὁμιλῶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἥτις ἀρτίως συνεκροτήθη, καὶ ἐν τῇ ὁποίᾳ ὑπάρχουσι βουλευταὶ, οἵτινες δὲν ἦσαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω τὸ σύστημα τὸ φορολογικὸν, τὸ ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον περιέχει. Τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν διὰ τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν εἰσήχθη τὸ πρῶτον κατὰ τὸ ἔτος 1880. Τότε ἐσυζητήθη ἐν εὐρύτητι ἐν τῇ Βουλῇ ἐσυζητήθη δὲ καὶ κατὰ τὸ 1881, καὶ ἑπομένως εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴν εἴπω σήμερον νέα πράγματα, νὰ ἐπαναλάβω τὰ πλεῖστα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὰς δύω εἰρημένας Συνόδους ἐλέχθησαν. Πρὸ τοῦ 1880, ἡ φορολογία τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἐγίνετο διὰ συστήματος ἄλλου ἢ τοῦ ὑφισταμένου. Εἶχε δὲ μεγάλας πλημμελείας τὸ σύστημα ἐκεῖνο· πρῶτον, ὅτι ἐφορολόγει τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον, ἔπειτα, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων, τὸ ὁποῖον ἐξήρχετο ἀπὸ τὸ ταμεῖον τοῦ φορολογουμένου, δὲν εἰσήρχετο ὅλον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἐπειδὴ ὁ φόρος εἶναι ποσοστὸν τῆς προσόδου, τὴν ὁποίαν παράγει ὁ φορολογούμενος, πρέπει ν’ ἀποτελῇ ἀναλογίαν τινὰ ἐπὶ τῆς προσόδου ταύτης. Ἡ ἀναλογία αὕτη χρησιμεύει, οὐχὶ μόνον ἵνα ἐξισώσῃ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἴδους τούτου τῆς παραγωγῆς πρὸς τοὺς ἐπὶ τὰ ἄλλα εἴδη τῆς παραγωγῆς ἐπιβεβλημένους φόρους, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ διὰ νὰ ὁδηγῇ τοὺς προσδιορίζοντας τὸ ποσοστὸν τοῦτο νὰ τὸ προσδιορίζωσιν ἐντὸς ὁρίων ἀναλόγων. Κατὰ τὸ σύστημα τὸ ὑπάρχον πρὸ τοῦ 1880, καὶ ὅταν ἐλαμβάνομεν 10% ἐπὶ τῆς προσόδου τῆς γεωργίας, καὶ ὅταν ἐλαμβάνομεν ὀλιγώτερον ποσοστὸν, δὲν ἐλαμβάνομεν αὐτὸ ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, διότι ἡ πρόσοδος, τὴν ὁποίαν ἐφορολογοῦμεν, περιεῖχε καὶ τὰ κεφάλαια τὰ καταβληθέντα παρὰ τοῦ γεωργοῦ πρὸς παραγωγὴν αὐτῆς. Ἑπομένως, ἐνῷ ἐλέγομεν, ὅτι φορολογοῦμεν πρὸς 7% τὴν πρόσοδον, ἐφορολογοῦμεν πολὺ ἀνώτερον τῶν 7%. Τὸ ἐλάττωμα τοῦτο τοῦ φορολογικοῦ συστήματος ἦτο δυνατὸν ν’ ἀρθῇ, διότι, ἂν τὸ 7% τοῦ φόρου τοῦ ἐγγείου ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἤθελεν ὑποτεθῇ, ὅτι κατὰ πιθανὸν λόγον ἀντιπροσωπεύει ποσοστὸν διπλάσιον ἢ τριπλάσιον ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, ἠδυνάμεθα νὰ ἐλαττώσωμεν τὸ ποσοστόν, τὸ ὁποῖον ἀντὶ φόρου ἐλαμβάνομεν ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, διὰ νὰ ἐπιφέρωμεν ἀναλόγως καὶ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ποσοστοῦ ἐπὶ τῆς πιθανῆς καθαρᾶς προσόδου. Ἐξηγοῦμαι. Ἐὰν ἐφορολογοῦμεν 7% ἐπὶ τῆς προσόδου, ἐφορολογοῦμεν τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον. Ἐὰν δὲ ἠθέλομεν ἐρευνήσει ποῖον ποσοστὸν τῆς καθαρᾶς προσόδου παριστᾷ τὸ ποσὸν τοῦ 7%, τὸ ὁποῖον ἐλαμβάνομεν ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου, καὶ ἠθέλομεν συναγάγει πιθανῶς, ὅτι παριστᾷ 15 ἢ 20% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, ἠδυνάμεθα νὰ περιορίσωμεν τὸν φόρον τοῦ 7% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου εἰς 2 καὶ 3%, ἵνα ἐπιφέρωμεν τὴν ἐλάττωσιν τοῦ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο ἀναλογοῦντος φόρου ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου. Τὸ ἐλάττωμα λοιπὸν, ὅτι διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου ἐφορολογοῦμεν τὰ κεφάλαια τῶν γεωργῶν, ἠδύνατο νὰ μειωθῇ, ἢ καὶ νὰ ἀρθῇ ἐντελῶς, διὰ τῆς μειώσεως τοῦ ποσοῦ τοῦ φόρου, ὃν ἠθέλαμεν ἐπιβάλει ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου τῶν γεωργῶν. Ἀλλὰ τὸ φορολογικὸν ἐκεῖνο σύστημα εἶχε καὶ ἄλλο ἐλάττωμα ἀδιόρθωτον, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν χρημάτων, ὅπερ κατ’ ἐκεῖνο ἐξήγετο ἐκ τοῦ ταμείου τῶν φορολογουμένων, δὲν εἰσήγετο ὁλόκληρον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Καὶ ἀληθῶς, εἴτε ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου ἐγίνετο κατὰ τὸ σύστημα ἐκεῖνο ἀμέσως ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως, εἴτε δι’ ἰδιωτῶν ἀναδεχομένων δι’ ἐνοικιάσεως τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου, καὶ λαμβανόντων τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσωσι τὸ διὰ τῆς δημοπρασίας προσδιορισθὲν ποσὸν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἦτον ἀδύνατον νὰ ἀποφύγωμεν τὰς κατὰ τῶν φορολογουμένων καταθλίψεις. Οἱ φορολογούμενοι ἠναγκάζοντο νὰ πληρώσωσι ποσὸν μεγαλείτερον ἀπὸ ἐκεῖνο, ὅπερ εἰσήγετο εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἐκτὸς δὲ τῆς ζημίας ταύτης τῶν φορολογουμένων, ὑπῆρχε καὶ ἄλλη, ἥτις προήρχετο ἐκ τῶν καταχρήσεων, ἤτοι ἐκ τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου. Ἡ ἀνάγκη νὰ μεταβληθῇ τὸ φορολογικὸν ἐκεῖνο σύστημα εἶχε γείνει ἐπαισθητὴ εἰς τὸ κοινόν· πολλάκις δ’ ἐχρησίμευσεν ὡς μέσον ἢ ὡς ὅπλον κατὰ τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμόν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ Σύνοδον τινα βουλευτικήν, τοῦ 1871, διὰ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου ἐδίδετο ῥητὴ ὑπόσχεσις εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἔμελλε νὰ προβάλῃ τὴν κατάργησιν τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Κατὰ δὲ τὸ 1880 εἶχεν οὕτω παρασκευασθῆ ἡ συνείδησις τοῦ κοινοῦ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς μεταβολῆς τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, ὥστε διὰ τῆς μεταβολῆς ταύτης ἐζητήθη ἡ μεταβολὴ τοῦ Ὑπουργείου προετάθη δὲ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον τότε ἀνῆλθεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συζητήσωμεν σήμερον. Τὸ σύστημα τοῦτο ἂν ἐξετάσῃ τις, θέλει εὑρεῖ, ὅτι ἔχει ὡσαύτως πλημμελείας· καὶ τὰς πλημμελείας ταύτας προτίθεμαι νὰ καταδείξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὁ φόρος ἀντιπροσωπεύει μερίδα τῆς παραγομένης προσόδου· ἡ δὲ παραγομένη πρόσοδος, ἐκ τῆς ὁποίας τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰσπράττει ποσόν τι ἀντὶ φόρου, πρέπει νὰ εἶναι γνωστὴ καὶ βεβαία. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτήρων βοῶν εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ συμβῇ νὰ μὴ ἀντιπροσωπεύῃ οὐδεμίαν μερίδα παραχθείσης προσόδου, διότι ἐνδέχεται νὰ ὑπάρχωσι τὰ φορολογητέα ἀντικείμενα, οἱ βόες, νὰ μὴν ὑπάρχῃ ὅμως πρόσοδος, ἥτις πρέπει νὰ θεωρῆται ἡ κυρίως φορολογητέα, διότι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτήρων βοῶν δὲν εἶναι φόρος ἐπὶ τῆς παραγομένης προσόδου, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ὀργάνου, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει πρὸς παραγωγὴν προσόδου. Γνωρίζετε, ὅτι πρὸς παραγωγὴν τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἀπαιτοῦνται τρεῖς παράγοντες· ἀπαιτεῖται πρῶτον ἡ γῆ, δεύτερον τὰ γεωργικὰ ὄργανα, καὶ τρίτον ἡ ἐργασία. Οἱ τρεῖς οὗτοι παράγοντες συντελοῦσιν εἰς τὴν παραγωγὴν τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Εἶναι ἐνδεχόμενον ὁ γεωργὸς νὰ ἔχῃ τὴν γῆν, νὰ ἔχῃ τὰ γεωργικὰ ὄργανα, νὰ καταβάλῃ τὴν ἐργασίαν του, καὶ ὅμως νὰ μὴ παραγάγῃ πρόσοδον. Καὶ οὐχ ἧττον κατὰ τὸ σύστημα τὸ φορολογικόν, τὸ προτεινόμενον νὰ ἐξακολουθήσῃ ἰσχῦον, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον, διότι ἔχει τοὺς βόας, διὰ τῶν ὁποίων ἤροσε τὴν γῆν. Αὕτη εἶναι ἡ ἐνδεχομένη περίπτωσις. Εἶναι ὅμως καὶ ἄλλη περίπτωσις, ἡ ὁποία εἶναι βεβαία, δὲν εἶναι ἐνδεχομένη. Ἡ βεβαία περίπτωσις εἶναι, ὅτι πάντες οἱ φορολογούμενοι, πάντες οἱ κύριοι τῶν βοῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπόκεινται εἰς τὸν φόρον, δὲν πληρώνουσιν ὡς φόρον ἴσον ποσὸν ἐκ τῆς προσόδου, ἣν παρήγαγον πάντες οἱ παράγοντες τὴν φορολογουμένην πρόσοδον, δὲν φορολογοῦνται ἐξ ἴσου, ἐπειδὴ φορολογεῖται κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο τὸ ὄργανον καὶ οὐχὶ ἡ πρόσοδος, τὰ δὲ ὄργανα εἶναι ἀνίσου δυνάμεως, εἴτε αὐτὰ καθ’ ἑαυτά, εἴτε ἐν τῇ συμπράξει μετὰ τῶν ἄλλων παραγόντων. Ἡ πρόσοδος, τὴν ὁποίαν οἱ φορολογούμενοι παράγουσι, καίπερ ποιούμενοι χρῆσιν ὀργάνων παραγωγικῶν ἴσου ἀριθμοῦ, εἶναι ἄνισος. Σᾶς φέρω παράδειγμα. Γεωργὸς ἔχει βόας ἰσχυροτέρους, διὰ τῶν ἰσχυροτέρων δὲ βοῶν κατεργάζεται ἔκτασιν γῆς πολλῷ μεγαλετέραν ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν κατεργάζεται γεωργὸς ἔχων βόας ἀσθενεστέρους, καὶ τὴν κατεργάζεται ἐν τῷ αὐτῷ χρονικῷ διαστήματι· προσέτι γεωργὸς, ἀρόνων γῆν μαλακὴν καὶ εὔφορον, κατεργάζεται διὰ τοῦ αὐτοῦ ἀριθμοῦ βοῶν ἔκτασιν μεγαλειτέραν ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν κατεργάζεται γεωργὸς, ἀρόνων ἔδαφος σκληρὸν καὶ τραχύ. Καὶ ὅμως ἀμφότεροι πληρώνουσι τὸν αὐτὸν φόρον, διότι ἀμφότεροι μεταχειρίζονται ἴσον ἀριθμὸν βοῶν. Ἡ φορολογία λοιπὸν τῶν δημητριακῶν καρπῶν διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν εἶναι ἄδικος καὶ ἄνισος. Εἶναι ἄδικος, διότι ἐνδέχεται νὰ συμβῇ νὰ ὑποβάλληται εἰς φορολογίαν καὶ ὁ μηδὲν παραγαγών· εἶναι ἄνισος, διότι παραγωγοὶ, παράγοντες ἀνίσους προσόδους, πληρώνουν ἴσον φόρον. Τὰ δύω ταῦτα ἐλαττώματα μὲ ἠνάγκασαν κατὰ τὸ 1880 καὶ 1881 νὰ δώσω ψῆφον μέλαιναν εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Τὰ ἐλαττώματα ταῦτα ἐνόμισα, ὅτι ὀφείλω νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον, ἵνα, ἐὰν πεισθῇ ἡ Βουλὴ, προτρέψῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προτείνῃ ἄλλο σύστημα φορολογίας ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Τὸ ζήτημα δὲν μετέχει οὐδενὸς πολιτικοῦ χρωματισμοῦ. Εἶναι ἀληθὲς, ὡς σᾶς εἶπον, ὅτι ἄλλοτε, κατὰ τὸ 1871, ἐπεδείχθη ἡ ἐλπὶς τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης, ὡς μέτρον, ὅπερ ἤθελε θεραπεύσει τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας, ἑπομένως ἤθελεν εὐχαριστήσει τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἤθελε διαθέσει αὐτὰ συμπαθῶς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν διδοῦσαν τὴν ἐλπίδα ταύτην. Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ ὑπόσχεσις, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, εἶχεν ἐπινοηθῆ ἀπὸ τὸν πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, διὰ νὰ μετατρέψῃ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἥτις ἐφαίνετο τότε διατεθειμένη νὰ ῥίψῃ τὴν Κυβέρνησίν του, ὡς καὶ ἔῤῥιψε τότε αὐτὴν μετ’ ὀλίγον, ἢ ἂν εἶχεν ἐπινοηθῆ ἀπὸ ἐκείνους, μετὰ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη συνέπραττε κατὰ τὸ 1871. Ὅταν ὅμως ἐπῆλθεν ὁ χωρισμὸς ἐκείνων ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ 1871, ὁπόταν ἐσχηματίσθη ἓν κόμμα νέον, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου λειτουργεῖ ἐν τῇ Βουλῇ, τὸ κόμμα τοῦτο ἐνθυμήθη τὸ στρατήγημα τοῦ 1871 καὶ ἔσπευσε κατὰ τὸ 1880 νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ σύστημα τῆς φορολογίας καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτό. Ἀλλ’ ὅταν ἐτέθη εἰς ψηφοφορίαν τὸ φορολογικὸν τοῦτο σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀπετέλει τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τοῦ τότε ἡγουμένου τῆς Κυβερνήσεως καὶ νῦν Πρωθυπουργοῦ, ἐτέθη μεμιγμένον μετὰ πολιτικῆς ἐννοίας καὶ πολιτικῆς σημασίας. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ὑποστηρίζων τὸ φορολογικὸν νομοσχέδιον ὁ τότε πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ νῦν προϊστάμενος τῆς Κυβερνήσεως, ἔλεγεν εἰς τὴν Βουλήν: «Ἡ ψῆφος, τὴν ὁποίαν θέλετε δώσει καὶ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ζητημάτων καὶ ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα προβάλλονται εἰς ὑμᾶς, δὲν θὰ ἔχῃ μόνον ἔννοιαν ὡς πρὸς τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικὴν, ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν μέτρων, εἰς ἅτινα ἀμέσως ἀφορᾷ· θὰ ἔχῃ σημασίαν εὐρυτέραν καὶ ἀνωτέραν, θὰ ἀποδείξῃ ποίαν ἀποδέχεσθε ἐξωτερικὴν πολιτικήν· δίδοντες δὲ τὴν ψῆφον ὑμῶν, ὀφείλετε νὰ ἔχητε πλήρη τὴν συναίσθησιν, ὅτι δι’ αὐτῆς ἡ Βουλὴ δύναται καὶ νὰ ὠφελήσῃ καὶ νὰ βλάψῃ τὰ τῆς λύσεως τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος.» Ἡ Βουλὴ, προκαλουμένη τότε νὰ ψηφίσῃ ἐπὶ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις εἶχε προτείνει, δὲν ἐψηφοφόρει κεχωρισμένως, ἰδίᾳ, μακρὰν πάσης ἄλλης πολιτικῆς ἐννοίας, δὲν ἐψηφοφόρει τὸ φορολογικὸν νομοσχέδιον, δὲν ἐδήλου μόνον ἂν ἦναι καλὸν ἢ κακὸν, ἂν ἦναι ὀρθὸν ἢ πλημμελὲς, ἀλλ’ ἐδήλου καὶ ἄλλο τι· ἐδήλου ἂν ἀποδέχεται τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις τοῦ χρόνου ἐκείνου εἶχεν ἀνακοινώσει εἰς τὴν Βουλὴν, ἢ ἂν ἀπεδέχετο τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἡ προκάτοχος τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου Κυβέρνησις μετήρχετο, ζητοῦσα τὴν συνδρομὴν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡ εὐθύνη τῶν ὑπουργῶν δὲν εἶναι ἀίδιος, οὐδὲ δύνανται τὰ Κοινοβούλια νὰ ἐπιζητῶσιν αὐτὴν ἀδιακόπως καὶ ἀδιαλείπτως. Ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργείου τοῦ 1880 ἠρευνήθη, ἐξητάσθη, καὶ οἷαι καὶ ἂν ἦσαν αἱ ἐπὶ τῆς λύσεως τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος συνέπειαι τῆς πολιτείας ἐκείνου τοῦ Ὑπουργείου, ἡ πολιτεία του ἀνεγνωρίσθη καὶ ἐπεδοκιμάσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία προηγήθη. Ἑπομένως δὲν ἀναφέρω ταῦτα, διὰ νὰ ἐπιζητήσω εὐθύνην παρὰ τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου. Ἴσως δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι τὰ τότε γενόμενα ὡς ἀντικείμενον ἐρεύνης τῆς ἱστορίας, καὶ ἴσως ὑπὸ τῆς ἱστορίας βεβαιωθῇ, ὅτι εἶχον δίκαιον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, ἥτις ἐγκαινιάσθη κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1880, ἦτο πολιτικὴ ἀτυχὴς, καὶ ὅτι ἕνεκα ταύτης αἱ ἐλπίδες τῆς Ἑλλάδος ἐματαιώθησαν, ἕνεκα ταύτης οἱ πόθοι τοῦ Ἑλληνισμοῦ δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσι. Σήμερον δὲν εἴμεθα εἰς παραπλησίας περιστάσεις. Ψηφίζοντες τὸ φορολογικὸν νομοσχέδιον, δὲν ἔχομεν νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς οὐδὲν ἄλλο, ἕν δὲ καὶ μόνον ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν, φορολογοῦντες τοὺς ἀροτῆρας βόας, φορολογῶμεν δικαίως καὶ ἐπιεικῶς τὴν παραγωγὴν τῶν γεωργῶν. Λέγων δ’ ἐπιεικῶς δὲν ἐννοῶ ἂν φορολογῶμεν τοὺς γεωργοὺς ὀλιγώτερον τῶν ἄλλων καὶ χαριστικῶς πρὸς αὐτοὺς, ἀλλ’ ἂν φορολογῶμεν τοὺς γεωργοὺς ἐξ ἴσου πρὸς πᾶσαν ἄλλην παραγωγικὴν τάξιν, ἐργαζομένην ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Διὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται εἰς κρείσσονα θέσιν ἀπὸ ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη ἡ Βουλὴ τοῦ 1880. Κατὰ τὸ 1881, ὅταν ἐπέκρινον τὸ φορολογικὸν τοῦτο σύστημα, μοὶ ἐγένετο ἀντίῤῥησις· μοὶ εἶπον τότε, ὅτι ἐπικρίνω τὸ φορολογικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐκράτει μέχρι τοῦ 1880, τὸ ὁποῖον ἦτο γνωστὸν ὑπὸ τὸ ὄνομα τῆς δεκάτης, ὅτι ἐπικρίνω τὸ φορολογικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη κατὰ τὸ 1880, δηλαδὴ τῆς φορολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν διὰ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ ὅμως δὲν προτείνω ἄλλον τινὰ τρόπον φορολογίας. Μοὶ εἶπον: «ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδυνήθη νὰ συντάξῃ, νὰ καταρτίσῃ ἄλλο φορολογικὸν σύστημα· τοῦτο κατήρτισε καὶ προβάλλει. Λοιπὸν θέλεις νὰ μὴ φορολογήσωμεν τοὺς δημητριακοὺς καρπούς; Ἀφοῦ δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν οὔτε τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐκράτει μέχρι τοῦ 1880, οὔτε τὸ σύστημα τῶν ἀροτήρων βοῶν, δὲν θὰ πράξωμεν ἀνισότητα, ἂν ἀφήσωμεν ἀφορολόγητον μίαν παραγωγικὴν τάξιν, καθ’ ὃν χρόνον φορολογοῦμεν τὰς ἄλλας;» Μοὶ ἐπρότειναν δὲ τὴν ἀντίῤῥησιν ταύτην μέλη τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μετὰ τοσαύτης ἐπιμονῆς, ὥστε μοὶ ἔδωκαν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράσω τότε τὴν ἀπορίαν μου, πῶς ἡ Κυβέρνησις νομίζει, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ καταρτίζῃ φορολογικὸν σύστημα, νὰ συντάσσῃ φορολογικὸν νόμον ἓν μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, ἢ πολλὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, ἢ ὁλόκληροι ὁμάδες ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, αἱ ὁποῖαι δὲν κατέχουσι τὰ δημόσια γραφεῖα, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσιν εἰς τὴν διάθεσίν των τὰς στατιστικὰς πληροφορίας τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, αἱ ὁποῖαι δὲν γνωρίζουσιν οὐδὲ τὰς συνήθεις στατιστικὰς πληροφορίας τῆς κοινωνικῆς κινήσεως! Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαιτῇ ἀπὸ μέλη, ἀπὸ ὁμάδας τοῦ Κοινοβουλίου, συγκρότησιν, συγγραφὴν φορολογικοῦ συστήματος πλήρους καὶ ἀρτίου! Καὶ ἔλεγον τότε: πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀξιοῖ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις; Εἶναι οὐχὶ ἐντελῶς ἐπικριτὸν, ἂν ὑπουργὸς λέγῃ πρὸς ἕνα βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος ἐπικρίνει τὴν Κυβέρνησιν, διατί νὰ μὴν εἰσαγάγῃ τὸν δεῖνα νόμον, νὰ τῷ λέγῃ «πρότεινε σὺ τὸν νόμον τοῦτον, διότι καὶ σὺ ἔχει, ἐπίσης τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχω καὶ ἐγώ.» Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ φορολογικοῦ συστήματος, καὶ μάλιστα φορολογικοῦ συστήματος, διὰ τοῦ ὁποίου φορολογεῖται ἡ πολυπληθεστέρα τάξις τῶν παραγωγῶν τῆς Ἑλλάδος, τῶν γεωργῶν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀξιώσῃ τις τοῦτο ἀπὸ ἁπλοῦν μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, ἢ ἀπὸ ὁμάδας τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ δὲν ἠμέλησα νὰ ἔλθω εἰς συνάφειαν καὶ συνεννόησιν μετὰ γεωργῶν, ὄχι μόνον τῶν κατοικούντων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, παρὰ τῆς ὁποίας ἐκλέγομαι, ἀλλὰ καὶ γεωργῶν κατοικούντων ἐν ἄλλαις ἐπαρχίαις τῆς Πελοποννήσου. Πολλάκις συνεζήτησα μετ’ αὐτῶν, καὶ ὁμολογῶ ὅτι συνήγαγον ὡς πόρισμα τῶν συζητήσεων τούτων, ὅτι τὰ ἐλαττώματα τῆς φορολογίας τῶν βοῶν, τὰ ὁποῖα σᾶς κατέδειξα πρὸ μικροῦ, δὲν εἶναι ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ἐνδεικνύει ἡ θεωρητικὴ μελέτη τοῦ συστήματος, ἀλλ’ εἶναι ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ἐπικυροῖ καὶ αὐτὴ ἡ πρακτικὴ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου κατὰ τὰ δύω παρελθόντα ἔτη. Συνεννοούμενος δὲ μετ’ αὐτῶν κατὰ τίνα τρόπον ἠδύνατο νὰ ἐπιβληθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ἠρεύνησα πολλάκις μετ’ αὐτῶν τὴν ἱστορίαν, τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐλειτούργησεν ἐν Ἑλλάδι ἡ φορολογία ἐπὶ ἄλλων εἰδῶν παραγωγῆς. Μὲ ἠρώτησαν πολλάκις οἱ γεωργοί, μεθ’ ὧν συνεζήτουν «δὲν ἐφορολογοῦντο πρότερον τὰ λεμόνια καὶ τὰ πορτοκάλλια κατ’ ἄλλον τρόπον ἢ καθ’ ὃν νῦν φορολογοῦνται; Καὶ δὲν εἶχον οἱ παραγωγοὶ παράπονα διὰ καταχρήσεις καὶ πιέσεις, τὰς ὁποίας οἱ μετροῦντες τὰ πορτοκάλλια καὶ τὰ λεμόνια ἐνήσκουν ἐπὶ τῶν φορολογουμένων; Καὶ ἡ μεταβολὴ, τὴν ὁποίαν εἰσηγάγετε διὰ τὴν φορολογίαν τῶν λεμονίων καὶ τῶν πορτοκαλλίων (μὲ ἠρώτων οἱ εἰρημένοι γεωργοί) δὲν ἔφερε βελτίωσιν;» Καὶ ἀληθῶς, ἀφ’ ἧς ἐνομοθετήθη, ἵνα ὁ ἔγγειος φόρος ἐπὶ τῶν λεμονίων καὶ πορτοκαλλίων εἰσπράττηται κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν, ἔπαυσαν τὰ παράπονα τῶν φορολογουμένων. Μοὶ ἔλεγον προσέτι οἱ γεωπόνοι «ὅταν ἐφορολογεῖτο ἡ σταφὶς διὰ τῶν πρωτοκόλλων τῆς τιμῆς, δὲν ὑπῆρχον ἄπειρα παράπονα; Καὶ ἡ μεταβολὴ, τὴν ὁποίαν εἰσηγάγετε, ἐπιβαλόντες τὴν φορολογίαν κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν τῆς σταφίδος, δὲν ἔπαυσεν ἐντελῶς τὰ παράπονα τῶν φορολογουμένων;» Ἀνεγνώριζον, ὅτι μοὶ ἀπηύθυνον ἐρώτησιν ἀληθῆ καὶ εὔλογον, διότι, ἀφ’ ἧς ἐπεβλήθη ὁ φόρος κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν τῆς σταφίδος, δὲν ὑπάρχει πλέον παράπονον. «Καὶ κατὰ τὸν φόρον τῶν ἀμπέλων τῶν νήσων, ὅταν ὁ φόρος ἐβεβαιοῦτο καὶ εἰσεπράττετο, ὡς βεβαιοῦται καὶ εἰσπράττεται ὁ ἔγγειος φόρος τῶν ἀμπέλων κατὰ τὸ ἄλλο Κράτος, δὲν συνέβαινον καταχρήσεις; Καὶ ἀφ’ ὅτου ἐπεβλήθη εἴς τινας νήσους ἡ φορολογία κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ οἴνου, καὶ περισσότερα εἰσπράττει τὸ Δημόσιον καὶ παράπονα τῶν φορολογουμένων δὲν ὑπάρχουσι. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ μεταθέσητε καὶ τὸν ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν φόρον; νὰ μὴν ἐπιβάλλητε αὐτὸν ἐπὶ τῆς παραγομένης προσόδου, διὰ νὰ μὴν ἔχετε ἀνάγκην νὰ φορολογῆτε ἐν τοῖς ἀγροῖς, νὰ καταμετρήσητε τὸν σῖτον καὶ τὸν ἀραβόσιτον, τὸν ὁποῖον παράγουσι, νὰ μὴν ἔχετε ἀνάγκην νὰ μεταχειρίζεσθε ἐπιστάτας καὶ φύλακας, οὐδ’ ἐνοικιαστὰς καταπιέζοντας τοὺς φορολογουμένους; Δὲν εἶναι δυνατὸν, ἀντὶ νὰ ἐπιβάλητε τὸν φόρον ἐπὶ τῆς παραγωγῆς τῆς προσόδου, νὰ ἐπιβάλητε αὐτὸν κατ’ ἄλλον τρόπον, ὥστε ἀπὸ ἀμέσου νὰ γείνῃ ἔμμεσος φόρος;» Ἡ ἔρευνα αὐτὴ, τὴν ὁποίαν, ὡς εἶπον, μετὰ γεωργῶν καὶ γεωπόνων ἐπανειλημμένως ἔκαμα, κατέληξεν εἰς τινα πορίσματα, τὰ ὁποῖα πορίσματα δὲν δύναμαι νὰ σᾶς παρουσιάσω ὡς σύστημα φορολογικὸν, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα, νομίζω, ὅτι ὀφείλω νὰ μεταδώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα λάβῃ γνῶσιν αὐτῶν, ἵνα δημοσιευθῶσιν εἰς τὸ κοινὸν, καὶ ἐρευνήσωσιν αὐτὰ ὅλαι αἱ τάξεις τῆς κοινωνίας, καὶ ἰδίως αἱ τάξεις τῶν φορολογουμένων, καὶ ἐκφέρωσι τὰς γνώμας των, διὰ δὲ τῆς συζητήσεως ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ διὰ τῆς ἐρεύνης αὐτῆς σχηματισθῇ γνώμη, ἡ ὁποία νὰ φθάσῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὅπως δυνηθῶμεν μίαν ἡμέραν ἐν γνώσει καὶ πεφωτισμένως νὰ μάθωμεν ἂν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τοιοῦτον σύστημα. Ὁ τρόπος οὗτος μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἐντελῶς κοινοβουλευτικός· μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐπιβάλλεται μάλιστα καὶ ὑπὸ τῶν ἐθίμων τοῦ κοινοβουλευτικοῦ συστήματος καὶ ὑπὸ τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, νὰ φροντίζωμεν, ἵνα οἱ νόμοι ἡμῶν ἀντιπροσωπεύωσι τὴν θέλησιν τῶν πλειόνων καὶ οὐχὶ τυπικῶς μόνην τὴν θέλησιν τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλαχοῦ, καὶ ἰδίως ἐν Ἀγγλίᾳ, οἱ νόμοι δημοσιεύονται πολὺ πρότερον τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν συζητοῦνται ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, καὶ ἐρευνῶνται ἐν τῇ κοινωνίᾳ, καὶ ἡ κοινωνία λαμβάνει καιρὸν νὰ ἐκφέρῃ γνώμην, ὅπως ληφθῇ αὕτη ὑπ’ ὄψιν ἀπὸ τὸ Κοινοβούλιον. Τὸ πόρισμα λοιπὸν τῶν τοιούτων συνεννοήσεων μοὶ ἐνέδειξεν, ὅτι ἦτο δυνατὸν ὁ ἔγγειος φόρος ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν νὰ λαμβάνηται κατὰ τὴν ὥραν τῆς μεταποιήσεως τῶν δημητριακῶν καρπῶν εἰς ἄλευρα. Ἡ μεταποίησις τῶν δημητριακῶν καρπῶν γίνεται ἐν τοῖς μύλοις. Ἔχομεν διάφορα εἴδη μύλων ἐν τῷ Κράτει, ἔχομεν μύλους κινουμένους διὰ τοῦ ὕδατος, μύλους κινουμένους διὰ τοῦ ἀνέμου, μύλους κινουμένους διὰ τῶν ζώων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν εἰδῶν τούτων, ἔχομεν καὶ μύλους ἀτμοκινήτους· ἀλλ’ αὐτοὶ εἶναι ὀλίγοι καὶ εὑρίσκονται εἴς τινας παραλίους πόλεις μόνον. Ἐὰν ἀνεύρῃ ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τὸν μέσον ὅρον τοῦ χρηματικοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἰσέπραξε τὸ Κράτος ἀπὸ τὸν ἔγγειον ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν φόρον ἐν διαστήματι πέντε ἐτῶν, — ἐγὼ δὲ λαμβάνω τὰ πέντε τελευταῖα ἔτη, καθ’ ἃ ἴσχυε τὸ σύστημα τῆς δεκάτης, διότι τότε τὸ Κράτος εἰσέπραττε ποσὸν πολὺ μεγαλείτερον ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰσπράττει τώρα, — ἂν λάβῃ λοιπὸν τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τὸν μέσον ὅρον, τὸν ὁποῖον εἰσέπραττεν ἐξ ἑκάστης ἐπαρχίας ἐκ τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν κατὰ τὰ πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ συστήματος τῶν ἀροτήρων βοῶν πέντε ἔτη, καὶ τὸν μέσον τοῦτον ὅρον τὸν προσδιορίσῃ ὡς ποσὸν, τὸ ὁποῖον οἱ γεωργοῦντες τὴν γῆν ἐν ἑκάστῃ ἐπαρχίᾳ ὀφείλουσι νὰ δώσωσιν εἰς τὸ Κράτος, ἂν κατόπιν ἐξεύρῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν μύλων, οἵτινες λειτουργοῦσιν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, εἴτε κινούμενοι δι’ ὕδατος, εἴτε δι’ ἀνέμου, εἴτε διὰ ζώων, καὶ ἐξεύρῃ τὴν ἐτησίαν πρόσοδον ἑκάστου τῶν μύλων τούτων· εἶναι δὲ εὔκολον νὰ ἐξεύρῃ τὴν ἐτησίαν πρόσοδον τῶν μύλων, διότι ἂν μὲν οἱ μύλοι λειτουργῶσιν ἐκμισθούμενοι ὑπὸ τοῦ κυρίου των εἰς μυλωθροὺς, τότε ὑπάρχουσι συμφωνητικὰ, δυνάμει τῶν ὁποίων προσδιορίζεται τὸ μίσθωμα τοῦ μύλου, ἂν δὲ δὲν ἦναι ἐκ τῶν μισθουμένων, ἀλλὰ λειτουργοῦσι διὰ λογαριασμὸν τοῦ ἰδιοκτήτου, εἶναι εὔκολον νὰ ἐξευρεθῇ δι’ ἐκτιμήσεως ἢ διὰ πραγματογνωμόνων ἢ ἄλλων πληροφοριῶν ἡ πρόσοδος τοῦ μύλου· ἂν λοιπὸν ἡ πρόσοδος τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον ἑκάστῃ ἐπαρχίᾳ θέλει δώσει, διαιρεθῇ ἀναλόγως τῆς προσόδου ἑκάστου μύλου, θέλομεν γνωρίσει τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλομεν εἰσπράξει ἐξ ἑκάστου μύλου. Οὕτω τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον οἱ φορολογούμενοι γεωργοὶ ὀφείλουσι νὰ δώσωσι, θέλομεν μεταφέρει ἐπὶ τῶν μύλων, οἱ ὁποῖοι λειτουργοῦσιν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ. Ἂν τότε δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν μύλων νὰ εἰσπράττωσιν ἐπὶ τῶν μεταποιουμένων ἐν αὐτοῖς σιτηρῶν ποσοστὸν τόσον, ὅσον δύναται νὰ ἀναλογισθῇ ὡς ἀποφέρον τὸ χρηματικὸν ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐπιβαρύνει ἕκαστον μύλον, τότε οἱ μὲν κύριοι τῶν μύλων θέλουσιν εἰσπράττει παρὰ τῶν ἀλεθόντων ἐν τοῖς μύλοις τόσον ποσὸν, ὅσον θέλει ἀποτελέσει εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἕκαστος μύλος ὀφείλει νὰ πληρώσῃ, τὰ δὲ ὑπὸ τῶν κυρίων τῶν μύλων ἐν ὅλῳ καταβληθησόμενα, ἀθροιζόμενα, θέλουσιν ἀποτελέσει τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, ὁ ὁποῖος ἀνελογίσθη εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἦμαι καταληπτός.
§50Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς ἐνόησα.
§51ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ ἐπαρχία τῶν Καλαβρύτων διὰ τῆς ἐξευρέσεως τοῦ μέσου ὅρου τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐγγείου φόρου, τὸ ὁποῖον ἐπλήρωσε κατὰ τὰ πέντε ἔτη, ὀφείλει νὰ δώσῃ κατὰ τὸ 1883 100 χιλιάδας δραχμῶν ὡς ἔγγειον φόρον. Τὸ ποσὸν τῶν 100 χιλιάδων δραχμῶν θέλει ἀναλογισθῆ ἐφ’ ἕκαστον τῶν ὑδρομύλων ἢ τῶν ἀνεμομύλων τῶν λειτουργούντων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καλαβρύτων κατ’ ἀναλογίαν τῆς ἐτησίας προσόδου ἑκάστου τῶν μύλων τούτων. Τοῦτο γίνεται δι’ ἁπλῆς ἀριθμητικῆς πράξεως, ἡ ὁποία εὐκόλως δύναται νὰ γείνῃ, καὶ θέλομεν ἐξεύρει, ὅτι ὁ μύλος, ὁ ὁποῖος λειτουργεῖ ἐν ὡρισμένῳ χωρίῳ ὡρισμένου δήμου, θέλει ὑποχρεωθῆ νὰ πληρώσῃ ὡς μέρος τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐγγείου φόρου τῆς ἐπαρχίας δραχμὰς χιλίας. Ἂν διότι μετεφέρομεν ἐπὶ τοῦ μύλου τὴν πληρωμὴν τῶν χιλίων δραχμῶν, τὴν ὀφειλομένην ἀπὸ τοὺς γεωργοὺς, ἂν ἀντὶ τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν μύλον νὰ εἰσπράττῃ τόσον ποσοστὸν ἐπὶ τῶν ἐν αὐτῷ μεταποιουμένων σιτηρῶν, ὅσον κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους θέλει ἀποτελέσει τὸ ἀναλογισθὲν εἰς βάρος τοῦ μύλου ποσὸν τοῦ φόρου, τότε εἰσπράττομεν τὸν ἔγγειον φόρον κατὰ τὴν μεταποίησιν τῶν σιτηρῶν ἐν τοῖς μύλοις καὶ οὐχὶ κατὰ τὸν χρόνον τῆς συγκομιδῆς τῶν δημητριακῶν καρπῶν· τότε εἰσπράττομεν τὸν ἔγγειον φόρον οὐχὶ ἀπὸ τοὺς παραγωγοὺς τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ἀλλ’ ἀπὸ τοὺς μεταποιοῦντας αὐτοὺς εἰς ἄλευρα.
§52ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἔξωθεν δημητριακοὺς καρποὺς, ἐννοεῖτε νὰ τοὺς ὑπαγάγητε εἰς τὴν αὐτὴν φορολογίαν;
§53ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλω πραγματευθῆ περὶ τούτου.
§54ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κατὰ τίνα τρόπον θὰ διακρίνωμεν τὴν διάφορον ποιότητα τοῦ σίτου καὶ τῶν δημητριακῶν προϊόντων; Ὑπελογίσατε δὲ τὰς δαπάνας τῆς περισυνάξεως αὐτοῦ τοῦ φόρου;
§55ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὡς πρὸς τὴν διαφορὰν τῆς ποιότητος τῶν σιτηρῶν, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ μεριμνήσῃ ὁ νομοθέτης, διότι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θέλει εἰσπραχθῆ ἀπὸ ἕκαστον ἐν τοῖς μύλοις, θέλει εἰσπραχθῆ εἰς εἶδος, καὶ οὕτω δὲν θέλει ζημιωθῆ τις. Ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα τῆς βεβαιώσεως, μοὶ φαίνεται, ὅτι τοιαῦτα δὲν θέλουσιν ὑπάρχει, διότι ὁ προσδιορισμὸς τοῦ ποσοῦ, τὸν ὁποῖον ἑκάστη ἐπαρχία θέλει πληρώσει, καὶ ὁ προσδιορισμὸς τῆς μερίδος τοῦ φόρου, ὁ ὁποῖος θέλει ἐπιβληθῆ εἰς ἕκαστον μύλον, θέλουσι γίνει διὰ πράξεως ἀριθμητικῆς.
§56ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἂν ἡ ἐπαρχία δὲν παραγάγῃ καθόλου ἕνεκα καταστροφῆς, τότε θὰ πληρώσουν οἱ μύλοι;
§57ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν γείνῃ πλήρης καταστροφὴ, ἂν ἐπισκήψῃ θεομηνία ἔν τινι ἐπαρχίᾳ, ἡ Νομοθετικὴ ἐξουσία θέλει λάβει γνῶσιν τοῦ δυστυχήματος, καὶ προσδιορίζουσα τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, θέλει ἀπαλλάξει τὴν ἐπαρχίαν. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ ἔχωμεν γεωργοὺς φορολογουμένους, ἢ ἀντὶ ἀροτήρων βοῶν φορολογουμένων, θέλομεν ἔχει μύλους φορολογουμένους, ὧν ἕκαστος θέλει πληρώσει μέρος τοῦ φόρου, τὸ ὁποῖον προσδιωρίσθη διὰ τῆς ἀναλογίας ὡς ἐπιβαρύνον τὴν ἐπαρχίαν· θέλομεν δὲ, εἰς ἀποζημίωσιν τοῦ κυρίου τοῦ μύλου, δώσει αὐτῷ τὸ δικαίωμα νὰ εἰσπράττῃ ἀπὸ τοὺς κομίζοντας σιτηρὰ πρὸς ἄλεσιν ποσοστὸν τόσον, ὅσον ἀποτελεῖ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐπιβαρύνει τὸν μύλον. Διὰ τοῦ συστήματος τούτου, πρῶτον οἱ γεωργοὶ δὲν φορολογοῦνται δι’ ὅσον ποσὸν παράγουσιν, ἀλλὰ δι’ ὅσον καταναλίσκουσι, δεύτερον τὸ ποσὸν τὸ παραγόμενον καὶ καταναλισκόμενον δι’ ἄλλου τρόπου παρὰ διὰ τοῦ συνήθους τρόπου τῆς ἐν τοῖς μύλοις μεταποιήσεως τῶν σιτηρῶν εἰς ἄλευρον μένει ἀφορολόγητον· ἀμφότερα ταῦτα δέ εἰσι παροχαὶ, αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς τὴν γεωργικὴν τάξιν. Ἐὰν τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον προσδιορισθῇ ὡς ἐπιβαρύνον ἕκαστον μύλον, ὑποχρεωθῇ ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ μύλου νὰ καταθέτῃ εἰς τὸ Δημόσιον κατὰ δώδεκα μηνιαίας δόσεις, τῶν ὁποίων ἡ πρώτη νὰ ἄρχεται τὸν τρίτον μῆνα τοῦ ἐνιαυτοῦ, θέλομεν εὐκολυνθῆ οὐ μόνον κατὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν εἴσπραξιν, καὶ δὲν θέλομεν ἐπιβαρύνει τοὺς φορολογουμένους διὰ τῶν καταθλίψεων τῆς εἰσπράξεως. Ὑπάρχουσιν ὅμως δυσκολίαι τινὲς, καὶ πρώτη εἶναι, πῶς θέλουσι κανονισθῆ τὰ τῶν μύλων, οἱ ὁποῖοι κεῖνται εἰς τὰ ὅρια ἐπαρχίας τινὸς καὶ οἱ ὁποῖοι ἀλέθουσι δημητριακοὺς καρποὺς παραγομένους καὶ ἀπὸ τὴν ὅμορον ἄλλην ἐπαρχίαν. Δευτέρα δυσκολία εἶναι, πῶς θέλουσι κανονισθῆ τὰ τῶν ἀτμομύλων, ὅπου μάλιστα οὗτοι μεταποιοῦσι σιτηρὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα. Ἐὰν ἤθελον αἱ δύο αὗται δυσκολίαι κανονισθῆ διὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος νὰ μὴν ἀναιρῇ τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσότητος, ὁ ὁποῖος νὰ μὴν ἐπάγῃ ἀδικήματα, μοὶ φαίνεται, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο τῆς φορολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἠδύνατο νὰ γένηται ἀντικείμενον ἐρεύνης καὶ συζητήσεων. Ἐγὼ δὲν εἰσάγω τὸ σύστημα τοῦτο ὡς σύστημα φορολογικὸν, ἀλλ’ ἀνακοινόνω αὐτὸ ὡς πόρισμα συζητήσεων καὶ συνεννοήσεων, τὰς ὁποίας ἔσχον μετὰ γεωργῶν. Ἐὰν ἤθελον εὑρεθῆ ἐν τῇ Κυβερνήσει, ἤθελον βασανίσει τὸ σύστημα τοῦτο καθ’ ὅλας αὐτοῦ τὰς λεπτομερείας, καὶ ἤθελον ὁδηγηθῆ ἂν ἦναι δυνατὸν νὰ διατυπωθῇ ὡς φορολογικὸν σύστημα καὶ εἰσαχθῇ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Ἀλλὰ δὲν ἔχω τὰ μέσα ταῦτα.
§58Λ. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχει ἓν ῥιζικὸν ἐλάττωμα, τὸ ἑξῆς. Εἴπατε, ὅτι λαμβάνομεν μέσον ὅρον πέντε ἐτῶν, τὸν ὁποῖον διανέμομεν κατ’ ἐπαρχίας. Νομίζω, ὅτι τοιοῦτος μέσος ὅρος χρησιμεύει συνήθως εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς, οὐδέποτε ὅμως εἰς τὰς εἰσπράξεις.
§59ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχομεν ποσὰ προϋπολογιζόμενα, βεβαιούμενα καὶ εἰσπραττόμενα. Προϋπολογίζεται ποσόν τι ὡς πιθανὸν ἔσοδον ἐξ ἑκάστου φόρου τοῦ Κράτους, ἀφοῦ δὲ καταχωρισθῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἐπέρχεται ἡ ἐργασία πρὸς ἐπιβολὴν τοῦ φόρου, καὶ τότε γίνεται ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου, καὶ αὕτη προσδιορίζει πόσον ἐκ τοῦ προϋπολογισθέντος ποσοῦ ἀποδεικνύεται εἰσπρακτέον. Ἀφοῦ γένῃ ἡ βεβαίωσις, τότε ἄρχεται ἡ εἴσπραξις, ἐκ τῆς ὁποίας δηλοῦται πόσον εἰσεπράχθη ἐκ τοῦ καταδειχθέντος εἰσπρακτέου ποσοῦ. Τὸ προτέρημα τοῦ τρόπου τούτου τῆς φορολογίας εἶναι, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ νὰ εἰσπράττωνται ὅλα τὰ βεβαιούμενα. Τὸ τοιοῦτον δὲ δὲν εἶναι μόνον προτέρημα τοῦ τρόπου τῆς φορολογίας ἀλλὰ καὶ τῆς διοικήσεως. Ἐγὼ δὲν εἶπα νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς προσδιορισμὸν τοῦ παρ’ ἑκάστης ἐπαρχίας εἰσπρακτέου φόρου ὁ μέσος ὅρος τῶν βεβαιωθέντων κατὰ τὰ πέντε ἔτη, ἀλλὰ ὁ τῶν εἰσπραχθέντων. Εἶπον, ὅτι ἡ διαφορὰ τῶν προϋπολογισθέντων πρὸς τὰ βεβαιωθέντα, καὶ ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν βεβαιωθέντων καὶ τῶν εἰσπραχθέντων, ἀποδεικνύει καὶ τὰς ἀρετὰς ἢ κακίας τοῦ φορολογικοῦ νόμου, καὶ τὰς ἀρετὰς ἢ κακίας τῆς διοικήσεως. Ἂν σᾶς ἀναφέρω ποία διαφορὰ ὑπῆρχε μεταξὺ τῶν προϋπολογιζομένων καὶ τῶν βεβαιουμένων, καὶ μεταξὺ τῶν βεβαιουμένων καὶ τῶν εἰσπραττομένων, ὅταν ἐλειτούργει τὸ σύστημα τῆς δεκάτης, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι πράγματι ὁ φόρος ἦτο ἐλαττωματικός. Ἐκτὸς δὲ τούτου, θέλετε λάβει καὶ ἀπόδειξιν, ὅτι καὶ ἡ διοίκησις δὲν ἦτον ἀκμαία. Κατὰ τὰ 1876 προϋπελογίσθη ποσὸν ἐκ τοῦ φόρου τῆς δεκάτης 4,700,000, ἐβεβαιώθησαν δὲ ἐντὸς τῆς χρήσεως 3,996, 051:70, ἑπομένως ἡ ἀναλογία μεταξὺ προϋπολογισθέντων καὶ βεβαιωθέντων ὑπῆρξεν ὡς 100 πρὸς 79, ἤτοι ἐβεβαιώθησαν ὀλιγώτερα πλέον τῶν 20 τοῖς ἑκατόν. Ἀλλὰ μήπως νομίζετε, ὅτι τὸ νέον σύστημα σᾶς παρήγαγε καλλίτερον ἀποτέλεσμα; Ἤκουσα κατὰ τὸ 1881 ἕνα τῶν συναδέλφων νὰ ἐξαίρῃ τὸ σύστημα, ὡς ἔχον μεγάλην ἀρετὴν, ὅτι ἐπιφέρει τὴν εἴσπραξιν ὅλου τοῦ ποσοῦ τοῦ βεβαιωθέντος. Ἀλλ’ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος ἀπέδειξε μεγάλην διαφορὰν μεταξὺ τῶν βεβαιουμένων πρὸς τὰ εἰσπραττόμενα. Κατὰ τὸ 1880 προϋπελογίσθη ὡς πιθανὸν ἔσοδον ἀπὸ τὸν φόρον τῶν ἀροτήρων βοῶν 2,130,000. Ὁ τότε ὑπουργὸς ὁ εἰσαγαγὼν τὸ φορολογικὸν τοῦτο σύστημα ὑπέλαβεν ὅτι ἐσύμφερεν εἰς αὐτὸν νὰ ἐνθαῤῥύνῃ τὴν Βουλὴν, καὶ ἔλεγεν, ὅτι 3,000,000 εἰσεπράττοντο ἀπὸ τοῦ φόρου τῆς δεκάτης, καὶ προέτεινε τὸν ἐκ τῶν ἀροτήρων βοῶν, βεβαιῶν, ὅτι ἐμέλλομεν νὰ εἰσπράξωμεν ἐξ αὐτοῦ δρ. 2,130,000. Ὁ ὑπουργὸς ἐκεῖνος παρίστα λοιπὸν, ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον ἔμελε νὰ ζημιωθῇ μόνον δραχμὰς 870,000, καὶ ὅτι διὰ τὴν ζημίαν τόσου μικροῦ ποσοῦ δὲν πρέπει νὰ ἐμποδισθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ σύστημα τόσῳ εὐεργετικὸν εἰς τοὺς γεωργούς. Ἀλλ’ οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ ὑπουργοῦ ἐκείνου δὲν ἦσαν ὀρθοὶ, οὐδὲ ἀκριβεῖς, ταῦτα δὲ πάντα ἦσαν τεχνάσματα, δι’ ὧν ἀπεπλάνα τὴν Βουλὴν· διότι κατὰ τὸ 1878 εἶχον βεβαιωθῆ ἐκ τοῦ φόρου τῆς δεκάτης 3,736,311, κατὰ τὸ 1877 εἶχον βεβαιωθῆ δρ. 4,918,524, καὶ κατὰ τὸ 1876 εἶχον βεβαιωθῆ δρ. 3,696,051· ὁ δὲ μέσος ὅρος τῶν κατὰ τὰ τρία ταῦτα ἔτη βεβαιωθέντων συνίστατο εἰς δρ. 4,116,962, καὶ οὐχὶ εἰς 3,000,000 ὡς ἐβεβαίου τὴν Βουλὴν ὁ εἰρημένος ὑπουργὸς, ἀποπλανῶν αὐτὴν καὶ ἀντικρούων ἐμὲ, ὅστις, ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχον προϋπολογίσει ὡς πιθανὸν ἔσοδον δραχμὰς 4,000,000, εἶχε δὲ συμφέρον νὰ παραστήσῃ, ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν εἰσέπραττε πολλὰ ἐκ τοῦ φόρου τῆς δεκάτης, ἵνα πείσῃ αὐτὴν, ὅτι δὲν θέλει ζημιωθῆ, ἂν ἀντικαταστήσῃ τὸν τρόπον ἐκεῖνον τῆς φορολογίας διὰ τοῦ φόρου τῶν κτηνῶν. Ἡ δ’ ἐφαρμογὴ τοῦ νέου φορολογικοῦ συστήματος ἐπέφερε μεγίστην μείωσιν τῶν ἐσόδων, διότι ἀπὸ τεσσάρων ἑκατομμυρίων, ὅσα ἐβεβαιοῦντο περίπου κατὰ τὸ καταργηθὲν σύστημα, ἐβεβαιώθησαν μόνον 1,421,380: 91. Ἡ διαφορὰ δὲ μεταξὺ τοῦ ποσοῦ τῶν προϋπολογισθέντων πρὸς τὰ βεβαιωθέντα, ἤτοι τῶν 2,130,000 πρὸς τὰ 1,421,380, εἶναι ὡς 100 πρὸς 67, ἤτοι ἐβεβαιώθησαν ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων περισσότερον ἀπὸ 30 τοῖς ἑκατόν. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὸ 1881 ὡς μέγα προτέρημα τοῦ φορολογικοῦ συστήματος τῶν ἀροτήρων βοῶν ἐπροτάθη, ὅτι θὰ εἰσπράττωνται ὅλα τὰ βεβαιωθέντα, κατὰ τὴν ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δοθεῖσάν μοι σημείωσιν, ἐκ τοῦ 1,421,380: 94 εἰσεπράχθησαν κατὰ τὰ 1880 δραχμαὶ 1,348,990:43, ἤτοι τὰ βεβαιωθέντα πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα εἰσὶν ὡς 100 πρὸς 94 60/100, δηλαδὴ δὲν εἰσεπράχθησαν πλέον τῶν 5%. Οὕτω δ’ ἔχομεν εἰσπραχθέντα ὀλιγώτερα τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ 35%.
§60ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν τὸ εὑρίσκετε ὀλίγον;
§61ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι, διότι τὸ παρελθὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶχε μεγάλας πλημμελείας, διότι ἐφορολόγει τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον, διότι κατέθλιβε τοὺς γεωργοὺς, εἶχε τὸ ἴδιον ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ τὸ ἀντικαταστῆσαν αὐτό. Κατὰ τὰ 1876 εἰσεπράχθησαν 3,450,913 ἐκ τῶν 4,700,000 προϋπολογισθέντων, ἑπομένως τὰ προϋπολογισθέντα εἶχον πρὸς τὰ εἰσπραχθέντα ὡς 100 πρὸς 73 30|100, ἤτοι εἰσεπράχθησαν 27% ὀλιγώτερον τῶν προϋπολογισθέντων. Καὶ κατὰ τὰ 1876 ἦτο διοίκησις, ἣν δὲν θαυμάζει ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις· ἂν δὲ ἐπὶ τόσῳ κακῆς διοικήσεως, ἔχομεν διαφορὰν 27%, πῶς ἐπὶ τῆς καλῆς διοικήσεως, ἣν παριστᾷ, ὅτι εἰσάγει ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις, θέλει δικαιολογήσει τὴν κατὰ τὰ 1880 διαφορὰν τῶν 35% τοῦ νέου φορολογικοῦ συστήματος; Μεταβαίνω εἰς τὸ ἔτος 1881. Καὶ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἐσημειώθη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ποσὸν 2,300,000. Ἡ σημείωσις αὕτη ἦτον ἐσφαλμένη, διότι ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε προτείνει ἄλλο σύστημα φορολογικὸν τῶν δημητριακῶν καρπῶν, διὰ τῆς φορολογίας τῆς γῆς κατὰ στρέμμα. Καὶ κατὰ τὸ 1881 ἐβεβαιώθη τὸ ἴδιον ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶχε βεβαιωθῆ καὶ κατὰ τὸ 1880, ἤτοι δραχ. 1,413,119 καὶ εἰσεπράχθη ποσὸν δραχ. 1,212,224: 45, ἡ δὲ ἀναλογία τῶν εἰσπραχθεισῶν δρ. 1,212,224, πρὸς τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν δραχ. 2,300,000 εἶναι ὡς 52½ πρὸς 100, ἤτοι εἰσεπράχθησαν ὀλιγώτερον τῶν προϋπολογισθέντων οὐχὶ 35%, ἀλλὰ 47 καὶ ½%. Εἶπον ταῦτα, διότι ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ τὸ 1881, ὅταν ἀντέλεγον κατὰ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος τῶν ἀροτήρων βοῶν, ὁ νῦν ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνόμισεν, ὅτι μὲ ἀπεστόμωσε, λέγων μοι «ποῖον φορολογικὸν σύστημα προτείνεις σύ;» Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ προτείνω φορολογικὸν σύστημα, ἐνόσῳ δὲν εἶμαι Κυβέρνησις· ἐνόσῳ εἶμαι βουλευτὴς, δὲν ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ προτείνω φορολογικὸν σύστημα. Ἔχω ὅμως δικαίωμα νὰ ἐπικρίνω τὰ συστήματα τὰ προβαλλόμενα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπειδὴ δέ μοι ἔκαμε τότε τὴν εἰρημένην παρατήρησιν, ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν ὄχι σύστημα φορολογογικὸν, ἀλλὰ πορίσματα, τὰ ὁποῖα συνήγαγον ἐκ συζητήσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμον μετὰ γαιοπόνων.
§62ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μετὰ μυλωθρῶν δὲν ἐκάματε;
§63ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς Πατρῶν σᾶς ἔδωκε χθὲς μίαν ἀπάντησιν· ἐγὼ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ τὴν ἐπαναλάβω· ἰδίως δὲ μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ μὴ σᾶς δώσω ἀπάντησιν ἡ σοβαρότης, μὲ τὴν ὁποίαν οἱ σύμβουλοι τοῦ Στέμματος πρέπει νὰ συνεδρεύωσιν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, συζητοῦντες καὶ συμβουλευόμενοι μετὰ τῶν βουλευτῶν καὶ ὑποβοηθούμενοι ὑπ’ αὐτῶν, ἵνα ἀνεύρωσι τὴν ἀλήθειαν, βοηθοῦντες δὲ τὴν Βουλὴν, ἵνα ψηφίζῃ τὰ κρείττονα.
§64ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον προβάλλετε, γίνεται εἰς τὴν Ἰταλίαν.
§65ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ὅλως διόλου διάφορον πρᾶγμα· ἐκεῖ εἶναι εἰδικὴ φορολογία εἰς τοὺς μύλους.
§66ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω τὴν γνώμην σας περὶ τῶν ἔξωθεν ἐρχομένων σιτηρῶν.
§67ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι δύω δυσκολίαι ὑπάρχουσιν ἐπὶ τοῦ τρόπου τούτου τῆς φορολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν· α) ὡς πρὸς τοὺς μύλους τοὺς εὑρισκομένους εἰς τὰ ὅρια τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ βʹ) ὡς πρὸς τοὺς ἀτμομύλους, ἐφ’ ὅσον ἀλέθουσι δημητριακοὺς καρποὺς ἔξωθεν εἰσαγομένους. Αἱ ἀπορίαι ἐπὶ τούτων εἰσὶν ἄξιαι ἐρεύνης. Καὶ εἶπον, ὅτι, ἂν τὰ ζητήματα ταῦτα λυθῶσι μετὰ ἰσότητος καὶ ἄνευ ἀδικίας τῶν φορολογουμένων, ἴσως τὸ σύστημα τοῦτο ἤθελε κριθῆ ἄξιον συζητήσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν εἶμαι Κυβέρνησις καὶ δὲν ἔχω τὰς πληροφορίας, ὧν ἔχω ἀνάγκην, ἵνα κανονίσω τὰ τῆς λύσεως τῶν ἀποριῶν τούτων. Ἐξέθηκα τὰς ἰδέας ταύτας, διὰ νὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχὴν πάντων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ βασανίσωσι τὰς ἰδέας ταύτας, καὶ φέρωσι παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν ἀτελειῶν. Ἐν γένει ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν πορίσματα συζητήσεων, αἵτινες ἔλαβον χώραν ἰδιαιτέρως καὶ αἵτινες ἠδύναντο νὰ προκαλέσωσι μελέτας καὶ ἐρεύνας, ἐὰν ἐγίνοντο ἀντικείμενον συζητήσεως ἐν κοινῷ, ἵνα δυνηθῶσιν, ἐὰν κριθῇ λυσιτελές, ν’ ἀποτελέσωσι τὴν βάσιν νέου τρόπου φορολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν.
§68ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν;
§69ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
§70ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Δὲν ὡμιλήσατε περὶ......... Σᾶς ἐξηγῶ τὴν ἐρώτησιν, διότι μοὶ γεννᾶται ἡ ἀπορία: Σεῖς διανέμετε τὸν φόρον κατ’ ἐπαρχίας, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἴσως δὲν ὑπάρχουν μύλοι. Τοῦτο δὲ, ἐννοεῖται, ὅτι ὁσημέραι συνεχέστερον θὰ συμβαίνῃ, διότι οἱ ἀτμόμυλοι, ἀντικαθιστῶντες τοὺς ἀνεμομύλους, ἐπιφέρουσι τὴν ἐλάττωσιν αὐτῶν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πῶς θὰ φορολογηθῶσιν αἱ ἐπαρχίαι, ἐν ταῖς ὁποίαις δὲν ὑπάρχουσι μύλοι, ἀλλ’ ἔξωθεν εἰσάγονται τὰ ἄλευρα;
§71ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὶν ἢ καταδείξητε τὸ σημεῖον τῆς ἀπορίας σας ταύτης, ἐγὼ προέβαλον αὐτὸ εἰς τὴν Βουλὴν ὡς ἀντικείμενον ἐρεύνης καὶ εἶπον, ὅτι ἐγὼ δὲν ἔχω τὰ ἀναγκαῖα μέσα, διότι δὲν εἶμαι Κυβέρνησις, ἵνα ποιήσω τὴν ἔρευναν ταύτην.
§72Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, σκοπεύω νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τροπολογίαν τινὰ, ἥτις δύναται ἀμέσως νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, καὶ παρατηρήσεις ἑπομένως συντόμους ἐπὶ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, ὅπερ μᾶς διέπει, διότι εἶναι πλῆρες ἀτοπημάτων. Ἀλλὰ περὶ τούτων θέλομεν σκεφθῆ κατόπιν. Νομίζω ὅμως, ὅτι καὶ σήμερον δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν ἀμέσως τὴν τροπολογίαν καὶ δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ τὴν δεχθῇ. Ὅτε πρῶτον ἡμεῖς ἐσκέφθημεν περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου τῆς δεκάτης, πρὸς ἀντικατάστασιν τούτου ἐνομίσαμεν, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτήρων βοῶν, ἐπὶ τῶν μύλων καὶ ἐπὶ διαφόρων ἄλλων ἀντικειμένων. Ἡ σκέψις ἡμῶν τότε δὲν ἦτο νὰ ἀντικαταστήσωμεν τὸν ἕνα φόρον διὰ τοῦ ἄλλου, ἀλλὰ τὸν ἕνα διὰ πολλῶν, διανεμόμενον εἰς διάφορα εἴδη. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἐφηρμόσαμεν τὴν ἰδέαν ταύτην. Ἡ ἰδέα περὶ μύλων μᾶς ἀπησχόλησε πολὺ, ἀλλ’ ἐπείσθημεν ἐπὶ τέλους, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι ἀπραγματοποίητον. Ἔχει πρῶτον τὸ ἄτοπον, ὅτι εἶναι φόρος καταναλώσεως, ἐνῷ ζητοῦμεν φόρον παραγωγῆς, καὶ θέλουσι συνήθως πληρώνει αὐτὸν οἱ μὴ παράγοντες. Ὑποθέσατε, ὅτι παράγει τις 100 κοιλὰ σίτου καὶ ἕτερος ἐπίσης ἕτερα 100 κοιλὰ σίτου. Ὑποθέσατε, ὅτι ὁ πρῶτος ἔχει οἰκογένειαν μικρὰν καὶ καταναλίσκει 10 κοιλὰ, πληρώνει δὲ τὸν φόρον αὐτῶν· ὁ ἕτερος καταναλίσκει 30 κοιλὰ, ὡς ἔχων οἰκογένειαν μεγαλειτέραν, καὶ πληρώνει τριπλάσια, δὲν πληρώνει δὲ ὅσον πωλεῖ. Ἄνισος ἡ φορολογία ὡς πρὸς τοὺς παραγωγούς, ἀδικία δὲ ὡς πρὸς τοὺς καθαροὺς ἀναλωτάς. Ἐκτὸς τούτου, ὁ φόρος ἐπὶ τῶν μύλων εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς μετακινήσεως τῶν πληθυσμῶν ἐπιβαρύνει μόνον τὸν μυλωθρὸν, ὅστις θέλει ὑποστῆ τὴν ζημίαν καὶ πληρώσει φόρον μὴ παραγαγὼν, μηδὲ εἰσπράξας. Ὑποθέσατε καὶ μύλους ἐμπορευομένους, οἱ ὁποῖοι ἀποστέλλουσιν ἄλευρα εἰς διάφορα μέρη πρὸς πώλησιν. Θέλει πληρώσει ὁ ἐμπορευόμενος μύλος εἰς βάρος τῶν καταναλωτῶν, ἐὰν ὑπάρχῃ ζήτησις μεγαλειτέρα τῆς προσφορᾶς. Βλέπετε πόσα ἄτοπα ἔχει τὸ σύστημα τοῦτο καὶ σιωπῶ πολλά. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν ἀτοπημάτων, τὰ ὁποῖα σᾶς ὑπέδειξεν ὁ προλαλήσας, ὡς πρὸς τὸ προκείμενον σύστημα, ἔχει καὶ τὸ κακὸν, ὅτι ἡ φορολογία, ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶναι ἄνισος, ἀλλὰ καὶ περισσότερον ἐπιβαρύνει τοὺς ἐλάσσονα παράγοντας. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὴν κλίμακα, εἷς παράγει 30 κοιλὰ καὶ πληρώνει 5 δραχμάς. Ὑποθέσατε ὅτι τὸ κοιλὸν πωλεῖται πρὸς 5 δραχμὰς, ἡ ἀξία 30 κοιλῶν εἶναι 150 δραχμάς· οὗτος πληρώνει 3½% περίπου δραχμὰς. Ὑποθέσατε, ὅτι ἕτερος παράγει 100 κοιλὰ, ἀξίας 500 δραχμῶν, καὶ πληρώνει μόνον 12 δραχμάς. Λογαριάσατε καὶ θέλετε εὕρει, ὅτι πληρώνει 2 δραχμὰς καὶ 40)00 περίπου. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὁ εἷς πληρώνει 3½, καὶ ὁ ἕτερος 2 καὶ 40)00 ἐπὶ τῆς παραγωγῆς τῆς ἀκαθαρίστου. Ὁ πληρώνων περισσότερα εἶναι ὁ παράγων ὀλιγώτερα. Τὸ ἄτοπον τοῦτο λαμβάνει χώραν κατὰ κοινότητας, διότι κατὰ κοινότητας προσδιορίζεται ὁ μέσος ὅρος καὶ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου. Ἑπομένως ἡ κοινότης, ἡ παράγουσα περισσότερα καὶ ἔχουσα ἀναλογίαν μέσου ὅρου μεγαλειτέραν, πληρώνει ὀλιγώτερα· ἡ δὲ παράγουσα ὀλιγώτερα, πληρώνει περισσότερα, ἀναλόγως τῆς παραγωγῆς. Μεγαλύτερον δὲ τὸ κακὸν ὑπάρχει μεταξὺ τῶν κατοίκων τῆς αὐτῆς κοινότητος, διότι ἀναλόγως τῶν γαιῶν, τῶν καταβαλλομένων κεφαλαίων, τῶν ὀργάνων τῆς καλλιεργείας, ἡ παραγωγὴ εἶναι μεγαλειτέρα ἢ μικροτέρα. Καὶ συμφωνῶ, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἰσότης φόρων· ἀλλὰ τὸ λαμβάνον κατὰ τὸ σύστημα χώραν δὲν εἶναι ἀνισότης ἁπλῆ, ἀλλ’ ὁ παράγων περισσότερα ἐπιβάλλει τὸν φόρον εἰς βάρος τοῦ παράγοντος ὀλιγώτερα. Ὑποθέσατε, ὅτι ἐγὼ παράγω 30 κοιλὰ, σεῖς δὲ ἔχοντες γαίας εὐφορωτέρας, ζῶα καλλίτερα, ὄργανα τελειότερα καὶ καλλιεργοῦντες περισσότερον, παράγετε 100 κοιλά.
§73ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ ἔχω καὶ δαπάνας περισσοτέρας.
§74ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἐξαρτᾶται ἡ μεγαλητέρα παραγωγὴ ἀπὸ τὰς περισσοτέρας δαπάνας· μόνον ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν διάφορον ποιότητα τῆς γῆς.
§75ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, νὰ σᾶς δώσω μίαν πληροφορίαν. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀποβλέπετε εἰς τὴν ἀληθῆ παραγωγήν· ἀλλ’ ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι ἡ ἀληθὴς παραγωγή.
§76ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος μεθ’ ὑμῶν. Δι’ αὐτὸ λέγω, ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ, ὡς μὴ στηριζόμενον εἰς τὴν ἀληθῆ παραγωγὴν, εἶναι σύστημα ψευδές. Ἰδοὺ, κύριοι, διατί λέγω, ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῶμεν καὶ ὅτι πρέπει μεθ’ ἡμῶν νὰ σκεφθῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις· διότι αὐτὸ δὲν εἶναι ἀδιάφορον, τοῦ μὲν νὰ φορολογῶνται τὰ κεφάλαια, τοῦ δὲ ἡ πρόσοδος. Καὶ τοῦτο εἶναι σπουδαῖον. Καὶ ἐννοῶ, ὅτι ὁ καταβάλλων περισσότερα κεφάλαια δὲν πρέπει νὰ διώκηται καὶ φορολογῆται ἀναλόγως τῆς αὐξήσεως τῆς παραγωγῆς του, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ, ὁ μὴ παράγων, ὁ πτωχὸς, ὁ μὴ ἔχων κεφάλαια καὶ γῆν εὔφορον, δὲν πρέπει νὰ λαμβάνω μέρος τῶν βαρῶν τοῦ ἑτέρου, καὶ τὰ ἀναλαμβάνω, διότι φορολογοῦμαι ἐπὶ τῇ βάσει μέσου ὅρου, τὸν ὁποῖον ὁρίζει οὐσιωδῶς ἡ μεγάλη παραγωγὴ, ὥστε τὰ 30 ἰδικά μου μετὰ τῶν 100 τοῦ γείτονος ἀποτελοῦσι μέσον ὅρον 65 κοιλά. Φορολογοῦμαι λοιπὸν οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παραγωγῆς τῶν 30, ἀλλὰ τοῦ μέσου ὅρου τῶν 65. Ἔτι δὲ χείρω πληρώνουσιν οἱ ἀροτῆρες βόες καὶ οἱ μὴ παραγαγόντες. Εἰς τὴν Μεσσηνίαν π. χ. χρησιμεύουσιν οἱ βόες εἰς καλλιέργειαν κτημάτων μᾶλλον’ ἐν τούτοις ὁ γεωργὸς, ὅστις διὰ τῶν κτηνῶν αὑτῶν καλλιεργεῖ τὰ κτήματά του καὶ δὲν παράγει καρποὺς, πληρώνει ἐπίσης, ἐνῷ ἤδη ἡ πρόσοδος τοῦ κτήματος ἐφορολογήθη. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο ἔχει καὶ τοῦτο τὸ ἄτοπον. Πολὺ ὀρθῶς κατεξανέστη ὁ κ. βουλευτὴς Φθιώτιδος κατὰ τῆς μονιμότητος τῶν δηλώσεων. Μονιμότης καὶ πάγιοι προσδιορισμοὶ ἐννοοῦνται μόνον ὅταν ὁ παράγων ἦναι πάγιος καὶ μόνιμος, ὁρίζουσι τὴν παραγωγικὴν δύναμιν αὐτῆς καὶ ἐπιβάλλουσι τὸν φόρον· ἐὰν δι’ ἐπιμεμελημένης καλλιεργείας, διὰ καταβολῆς κεφαλαίων αὐξήσῃ ἡ παραγωγὴ, ἡ αὔξησις δὲν φορολογεῖται, διότι θεωρεῖται ὡς παραγωγὴ τῶν κεφαλαίων καὶ τῆς ἐργασίας. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὸ σύστημα ὑμῶν στηρίζεται ἐπὶ βάσεως ψευδοῦς καὶ θὰ ἔχῃ κακὰς συνεπείας. Ἐξακολουθοῦντες νὰ φορολογῆτε τὸ κεφάλαιον τοῦ ὀλιγώτερον παράγοντος ἢ τοῦ μὴ παράγοντος, θέλετε τὸν ἐξαντλήσει. Νομίζω προσέτι, ὅτι εἶναι ἄδικος ἡ προσθήκη ἡ ἐπελθοῦσα εἰς τὴν κλίμακα· εἶναι αὔξησις φόρου καὶ οὐχὶ μεταῤῥύθμισις. Τὰ πληρώνοντα πρότερον 5 δραχμὰς πληρώνουσιν ἤδη 7. Τὰ πληρώνοντα πρότερον 10, ἤδη πληρώνουσι 12. Ἀλλὰ τὸ αὐτὸ ποσὸν, ἐπιβαλλόμενον εἰς πᾶσαν παραγωγὴν, ἐπιβαρύνει καὶ πάλιν τοὺς ὀλιγώτερον παράγοντας· ἐγὼ, ὅστις παράγω 50, τώρα ἐπιβαρύνομαι μὲ 2 δραχμὰς περισσότερον φόρον, καὶ σεῖς, οἵτινες παράγεται 100, ἐπιβαρύνεσθε ἐπίσης μὲ δύω μόνον δραχ. φόρον.
§77ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θέλετε τὴν κατὰ κτήματα φορολογίαν;
§78ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι· θέλω τὴν κατ’ ἀναλογίαν προσθέσατε τόσον τοῖς ἑκατόν. Αὐτὸ θέλω, καὶ εἶναι δίκαιον. Οὕτως ἡ μεγαλητέρα παραγωγὴ φορολογεῖται ἀναλόγως. Ἤδη ἐπιβάλλουσι πρόσθετον φόρον δύω δραχμῶν εἰς τὸν παράγοντα 50 κοιλὰ, δύω εἰς τὸν παράγοντα 100, καὶ δύω εἰς τὸν παράγοντα 200. Ὅταν ὅμως αὐξήσωμεν κατὰ τόσον τοῖς ἑκατὸν τὸν φόρον, ἕκαστος θέλει πληρώνει ἀναλόγως τῆς παραγωγῆς του καὶ ὁ παράγων 100 θὰ πληρώνῃ πέντε δραχμὰς καὶ οὐχὶ δύω. Ἔχει, προσθέτω, τὸ ἄτοπον ὁ νόμος, διότι αὐτὴ ἡ ἀναλογία πρέπει νὰ χρησιμεύῃ ὡς βάσις διὰ πάντας τοὺς ἄλλους προσθέτους φόρους. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ πρέπει νὰ δεχθῇ ἀντὶ τοῦ προσθέτου φόρου ποσοστόν. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις δὲν ζητεῖ ἢ τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου, οὐχὶ δὲ τὴν ἀδικίαν τῶν κατοίκων. Πρέπει ἑπομένως νὰ διορθώσῃ τοιούτῳ τρόπῳ τὸ νομοσχέδιον, διότι ἄλλως προσγίνεται εἰς τοὺς φορολογουμένους μεγάλη ἀδικία.
§79Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι περιττὸν, κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τοῦ συστήματος τοῦ νομοσχεδίου· καὶ εἶμαι ὑπὲρ τοῦ συστήματος τούτου ὄχι μόνον σήμερον, ἀλλὰ πρὸ δωδεκαετίας. Πιθανὸν τὸ σύστημα τοῦτο νὰ μὴν ἦναι τὸ ὀρθότερον, νὰ μὴν ἦναι, ὡς λέγουν οἱ οἰκονομολόγοι, τὸ ἐπιστημονικώτερον, ἀλλ’ οὐχ ἧττον εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον πρὸ πάντων δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν πατρίδα μας, μέχρις ὅτου ἔλθῃ οἰκονομολόγος τις ἐπιστήμων καὶ μελετήσῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου καὶ δυνηθῇ δι’ ἄλλου συστήματος ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸ ὑπάρχον. Πιθανὸν καὶ τὸ σύστημα τοῦ κ. Δηλιγιάννη νὰ ἦναι καλόν, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν τὸ ἐνόησα, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ κρίνω περὶ αὐτοῦ. Μοὶ φαίνεται ὅμως πολυσύνθετον, δύσκολον καὶ ἀνεφάρμοστον διὰ τὸν τόπον. Οὐχ ἧττον ὅμως, καί περ ὢν ὑπὲρ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζει τὸ νομοσχέδιον, δὲν παραδέχομαι τὴν κλίμακα τοῦ φόρου οὔτε ὡς ὑπέβαλεν αὐτὴν ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, οὔτε ὡς ὑποστηρίζει αὐτὴν ἐν τῇ ἐκθέσει της ἡ Ἐπιτροπή. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ἀνώτατον ὅριον ὁρίζει τὰς 25 δραχμάς· αἱ δὲ 25 δραχ. καταλογίζονται εἰς τὸν φορολογούμενον, ὁ ὁποῖος παράγει ποσὸν 230 κοιλῶν, τὸν δὲ φορολογούμενον, ὅστις παράγει ἄνω τῶν 230 κοιλῶν, ἀφίνει εἰς πλήρη ἀσυδοσίαν. Κατὰ συνέπειαν προτιμῶ τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου ὡς πρὸς τὸ μέρος αὐτὸ, δὲν παραδέχομαι ὅμως τὴν κλίμακα ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλει, ἀρχίζον νὰ φορολογῇ τὴν παραγωγὴν τῶν 30 κοιλῶν· θέλω δ’ ἐξετάσει διὰ τοῦτο ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα. Λέγω ἀκόμη, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Τράκα εἶναι καὶ ὀρθοτέρα καὶ δικαιοτέρα, καὶ παραδέχομαι τὴν γνώμην του. Τὸ Ὑπουργικὸν νομοσχέδιον ἀρχίζει τὴν κλίμακα τῆς φορολογίας ἀπὸ τὰ 30 κοιλά. Ἂς ἐξετάσωμεν λοιπὸν τώρα τὰ 30 κοιλὰ τί ἤθελον δώσει μὲ τὸ σύστημα τῆς δεκάτης, τί θὰ δώσουν δὲ μὲ τὸ ἕτερον σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζεται σήμερον, ἀφοῦ μάλιστα ηὐξήθη καὶ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ζώων; Πρέπει δὲ νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν σας, κύριοι, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ζώων ἐπιβαρύνει αὐτὴν ταύτην τὴν τάξιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλομεν τὸν φόρον ἐπὶ τῶν προϊόντων τῆς γῆς. Ὑποθέσατε γεωργὸν ζῶντα εἰς ἐπαρχίαν ὀρεινὴν, ἔχοντα δὲ ζεῦγος μικρῶν βοῶν, καὶ ὅτι ἡ παραγωγὴ αὐτοῦ, ὡς εἰς τὰς Ἐπαρχίας Γόρτυνος, Εὐρυτανίας καὶ εἰς πλεῖστα μέρη τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων, εἶναι παραγωγὴ 30 κοιλῶν. Διὰ τοῦ φορολογικοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπουργείου ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὸν φόρος δραχμῶν 5. Διὰ τοῦ συστήματος τῆς δεκάτης πρὸς 7%, ὅπως ἐπληρώνετο πρότερον, θέλει πληρώσει δύω κοιλὰ καὶ 2 ὀκάδας, καὶ ἂν ὑπολογίσητε ἕκαστον κοιλὸν πρὸς 5 δραχ. θέλετε ἴδει, ὅτι ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον θὰ πληρώσῃ ὁ πτωχὸς αὐτὸς γεωργὸς σήμερον διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι αὐτὸς ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἤθελε πληρώσει διὰ τῆς δεκάτης, προστιθεμένου εἰς αὐτὸν ἀκόμη τοῦ βάρους τοῦ δημοτικοῦ φόρου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐνδεχόμενον ν’ ἀναλογῇ ἀκόμη πρὸς 10%. Κατὰ τὸ σύστημα λοιπὸν αὐτὸ τῆς φορολογίας, ἡ τάξις τῶν φορολογουμένων, τῶν παραγόντων 30, 40 καὶ 50 κοιλὰ, δὲν ὠφελεῖται· ἀπ’ ἐναντίας ζημιοῦται, ἐπιβαρυνομένη καὶ μὲ δημοτικὸν φόρον μεγαλείτερον. Καὶ ἀφοῦ ἐπιβαρυνθῶσι καὶ διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων, θέλετε ἴδει, ὅτι ἡ τάξις αὕτη τῶν γεωργῶν, ἡ ὁποία παράγει ὀλιγώτερα, ὄχι μόνον δὲν ἐλαφρύνθη, ἀλλὰ καὶ ἐπεβαρύνθη περισσότερον. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου, ὁ παράγων 600 κοιλὰ θέλει πληρώσει 62 δραχμάς. Τώρα 20 γεωργοὶ παράγοντες ἕκαστος ἀπὸ 30 κοιλὰ καὶ ἀποτελοῦντες τὸ ποσὸν τῶν ἑξακοσίων κοιλῶν, τὸ ὁποῖον παράγει ὁ εἷς φορολογούμενος, θέλουσι πληρώσει 240 δραχμάς. Εἶναι αὐτὴ ἰσότης φορολογίας; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ, εἰς τὸ ὁποῖον βλέπετε, ὅτι ὁ μὲν πλούσιος δι’ ὡρισμένα κοιλὰ πληρώνει 62 δραχμὰς, οἱ εἴκοσι πτωχοὶ πληρώνουσι 240, εἶναι κακόν. Καλλίτερον δὲν εἶναι τὸ σύστημα, ὅπερ ὑποστηρίζει ἡ Ἐπιτροπὴ, νὰ σταματήσωμεν εἰς τὰς 25 δραχμάς. Εἶναι ἄδικον καὶ ἐντελῶς ἀποῤῥιπτέον, διότι δὲν εἶναι ζήτημα, ὅτι δι’ αὐτοῦ ζητοῦμεν νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους, ὡς εἶπε καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, βαρεῖς εἰς τὴν πτωχοτέραν τάξιν τῶν γεωργῶν. Ὀρθότερον ἤθελεν εἶσθαι ἀπὸ ἓν ποσὸν παραγωγῆς, ἀντὶ νὰ προσθέσωμεν τὴν μίαν δραχμὴν κατὰ δεκάδα, ἂν ἠθέλομεν προσθέσει 1½ δραχ. Θέλω σᾶς κάμει λογαριασμὸν, ὥστε θέλετε πεισθῆ, ὅτι, ὅταν φθάσωμεν εἰς ἓν σημεῖον παραγωγῆς καὶ προσθέσωμεν ἀντὶ μιᾶς, 1½ κατὰ δεκάδα δραχμὴν, ἡ τάξις αὕτη τῶν παραγωγῶν δὲν ζημιοῦται. Ὑποθέσατε, ὅτι ἐθέσαμεν ὡς ὅριον τῆς κλίμακος αὐτῆς, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἠθέλαμεν ἀρχίσει νὰ ἐπαυξάνωμεν τὴν φορολογίαν κατὰ 1½ δραχ. ἐπὶ τῆς δεκάδος, τὰ 250 ἢ 300 κοιλά. Ὑποθέσατε, ὅτι παρεδέχθη ἡ Βουλὴ ὡς ὅριον τὰ 300 κοιλά. Ἀπὸ τὰ 300 ἕως τὰ 400 ἀντὶ νὰ θέσωμεν 10 δραχμὰς θέλομεν προσθέσει 15. Τί θὰ γείνει τότε; Διὰ μὲν τὰ 300 κοιλά ὁ παραγωγὸς θέλει πληρώσει 32 δραχμὰς καὶ 15 διὰ τὰ 100 κοιλά· ἀπὸ τὸ ἀνώτατον ποσὸν τοῦ ὁρίου ἕως τὰ 400, γίνονται 47 δραχμαί, καὶ 47 δραχμὰς διὰ τὸ ἕτερον ζῶον, θὰ ἔχωμεν κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν δραχ. 94. Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι εἴχομεν τὸ παλαιὸν σύστημα, εἰς 400 κοιλά, τί ἠθέλαμεν πληρώσει; 4 ἐπὶ 7, ἴσον 28 κοιλά· ἀπὸ 5 δραχμὰς, ἴσον 140 δραχμάς. Τί ὠφελεῖται λοιπὸν ἐκεῖνος, ὅστις παράγει ποσὸν μεγαλείτερον; Ὠφελεῖται 24 δραχμὰς ἀπὸ τὴν παλαιὰν φορολογίαν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὅσον μεγαλειτέρα εἶναι ἡ φορολογία, ἐὰν αὐξήσῃ ἡ κλῖμαξ, δὲν ἐπιβαρύνεται ὁ παραγωγός. Ἐνῷ ἐὰν ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὴν μικρὰν κλίμακα, ὄχι μόνον δὲν ὠφελοῦμεν τοὺς πτωχοὺς γεωργοὺς, ἀλλ’ ἀπεναντίας τοὺς βαρύνομεν περισσότερον. Αὐτὴ, κύριοι, εἶναι μαθηματικὴ ἀλήθεια, εἰς ἣν δὲν χωρεῖ ἀντίῤῥησις. Ἀκόμη τὸ νομοσχέδιον,—καὶ ἐδῶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὲ φωτίσῃ — περιέχει μίαν διάταξιν εἰς τὸ ἄρθρον 2, ἥτις λέγει, ὅτι «εἰς χωρίον ἔχον μόνον κτήνη 20 δὲν ἐπιτρέπεται νὰ πληρώνῃ πλέον τῶν 25 δραχμῶν». Ἀπορῶ τῇ ἀληθείᾳ, διατί, παραδείγματος χάριν, ὁ παραγωγὸς τοῦ χωρίου Καρᾶ, ὅστις εἶναι ἔξω τῶν Ἀθηνῶν καὶ ὅστις παράγει ποσὸν 500 κοιλῶν, νὰ πληρώνῃ ποσὸν ὀλιγώτερον ἀπὸ τὸν παραγωγὸν τὸν κατοικοῦντα ἐν Ἀθήναις! Ἀγνοῶ τὸν λόγον, ὅστις ὑπηγόρευσε τὴν διάταξιν αὐτὴν εἰς τὸ νομοσχέδιον καὶ δὲν ἐννοῶ αὐτὴν τὴν διάταξιν. Διατί διὰ τὸν παραγωγὸν μεγάλης ποσότητος, ἀλλ’ εὐτυχήσαντα νὰ κατοικῇ εἰς Καλύβια, νὰ ἦναι ὁ φόρος 25 δραχμαὶ, καὶ διὰ τὸν παραγωγὸν τὸν κατοικοῦντα ἐν Ἀθήναις ἡ φορολογία νὰ ἦναι βαρυτέρα; Διότι ἐπιβαρύνεται μὲ μεγαλείτερα ἔξοδα, κατοικῶν ἐν Ἀθήναις, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ τὸν ἐπιβαρύνωμεν καὶ μὲ μεγαλειτέραν φορολογίαν; Δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος, ὅστις νὰ περιορίσῃ τὸν φόρον τοῦ ἑνὸς παραγωγοῦ, τοῦ παράγοντος 500 κοιλά, ἀλλὰ κατοικοῦντος εἰς τὸ χωρίον Καρᾶ, εἰς 25 δραχ. ἐνῷ αὐτὸ τὸ ποσὸν τὸ ἐπαυξάνει διὰ τὸν κατοικοῦντα εἰς Ἀθήνας, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, εἰς 52 δραχ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι αὐτὴ ἡ διάταξις χωρὶς νὰ μελετηθῇ ἐτέθη.
§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐμελετήθη πολὺ, καὶ διατί ἐτέθη, θὰ τὸ ἀκούσητε.
§81Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τώρα θὰ τὸ ἀκούσω, διατί ὁ εἷς παραγωγὸς, ὅστις κατοικεῖ εἰς Ἀθήνας πληρώνει 52 δραχμὰς, καὶ ὁ ἄλλος, ὁ κατοικῶν εἰς Καρᾶ, διὰ τὸ αὐτὸ ποσὸν πληρώνει 25 δραχμάς.
§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ τὸ ἴδητε τώρα.
§83Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχα νὰ κάμω.
§84ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, συντόμως θὰ δώσω ἀπάντησιν εἰς ἀπορίας περὶ ἐφαρμογῆς αὐτοῦ τοῦ νόμου. Ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν ἐκ Μεσσήνης εἶναι περίεργον, ὅτι καὶ αὐτὸς διατελέσας ἐν τῇ Κυβερνήσει καὶ ὑποβαλὼν φορολογικὸν νόμον, αὐτὴν τὴν βάσιν ἔλαβε, καὶ δὲν εὗρεν ἄλλην, ἐν τούτοις σήμερον εὑρίσκει, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀναλογία, ὅπως διεχαράχθη διὰ τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐσύγχυσε τὰς 2 κλίμακας, καὶ ὡς ἐκ τούτου περιῆλθεν εἰς ἀποτελέσματα ἀνακολουθίας καὶ ἀσυναρτησίας. Παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης, ὅτι ἡ ἀφετηρία ἦτον ἀπὸ τῶν 50 κοιλῶν πρὸς 5 δραχ. τώρα δὲ ἀρχόμεθα ἀπὸ τῶν 30 κοιλῶν. Τί ἔπραξε λοιπὸν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης; Εἶπεν, ἐνῷ πρότερον τὰ 50 κοιλὰ ἔδιδον 5 δραχμὰς, τώρα θὰ δίδουν 7· ἄρα ὑπῆρξεν αὔξησις πρὸς 40% καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς. Ἐξήτασε λοιπόν, ποία εἶναι ἡ ἀναλογία τῶν 30, τῶν 60; ἀλλ’ ἀρχόμενος ἀπὸ τῶν 50 εἶπεν ὅσα εἶπεν. Ἅμα μεταβάλλετε τὴν κλίμακα, πρέπει ἐν τῇ νέᾳ κλίμακι νὰ ζητήσητε ἀναλογίαν. Εἰς τὴν ἀριθμητικὴν ὁ πρῶτος ἀριθμὸς προσδιορίζει τὴν ἀναλογίαν. Ἅμα ἀνατρέψετε αὐτὸν τὸν ἀριθμόν, τότε καὶ ἡ ἀναλογία καταστρέφεται.
§85Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅποιος ὅρος καὶ ἂν ἀλλάξῃ, τὸ αὐτὸ συμβαίνει.
§86ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τώρα βλέπετε, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, ὅστις γνωρίζει καλλίτερα τὰ μαθηματικά, συμφωνεῖ μετ’ ἐμοῦ — Ἡμεῖς ἔχομεν βάσιν τὸ 30, ἐνῷ πρότερον ὑπῆρχεν ὡς βάσις τὸ 50, καὶ πρὸς τὸ 50 ἡ ἀναλογία εἶναι 40%. Ἂν λάβητε τὸ 30, τότε κατὰ πᾶσαν δεκάδα ἔχετε προσθήκην 20%. Ἄλλως πρέπει νὰ ὑπολογίσητε κλάσματα, καὶ ἐκ κλασμάτων δὲν καταρτίζετε κλίμαξ. Σεῖς προχωρεῖτε ἀλλέως. Λέγετε διὰ 30 κοιλὰ δραχ. 5, διὰ 40 πρὸς 20%, 6 καὶ τώρα λέγετε πρὸς 20% ἀπὸ τοῦ 6, διὰ 50 κοιλὰ ἔπρεπε νὰ ἦναι 7, 20, ἢ ἄλλως δὲν ἐννοῶ τὴν τάξιν τοῦ ὑπολογισμοῦ σας. Ἀλλὰ δὲν ἔχει οὕτω. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν ἐκ Καλαβρύτων Τὸ περίεργον εἶναι, ὅτι ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων ὑπῆρξεν ὁ ἔνθερμος θιασώτης αὐτοῦ τοῦ συστήματος· σήμερον ἐγείρει κατ’ αὐτοῦ πόλεμον.
§87Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἤμην καὶ ἐξακολουθῶ νὰ ἦμαι.
§88ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐν τούτοις προτείνετε, ὅτι δὲν ἐτηρήθη ἀναλογία, καὶ ὅτι ἐπιβαρύνεται ὁ μικρὸς παραγωγὸς, πλέον τοῦ μεγάλου, καὶ διὰ νὰ τὸ ἀποδείξητε προσετρέξατε εἰς τὸν δημοτικὸν φόρον. Πρὸς τί ἡ σύγχυσις τῶν δύω τούτων φόρων; Τότε βεβαίως ἀδυνατεῖτε νὰ εὕρητε τὴν λύσιν τῆς ἀπορίας σας. Ὅταν λέγετε ὅτι εἶσθε ὑπέρμαχοι....
§89Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ ἤμην ὑπὲρ τοῦ συστήματος αὐτοῦ, τὸ ὑπεστήριξα καὶ εἶπον, ὅτι δύναται μὲν νὰ μὴ ἦναι τὸ ὀρθότερον, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι τόσον μικρὰ ἡ φορολογία, δὲν ἐπιβαρύνει καμμίαν τάξιν· διὰ τῆς ἀναλογίας ὅμως αὐτῆς ὁ φόρος αὐτὸς μεταβάλλει χαρακτῆρα.
§90ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Διατί κατεφύγατε εἰς τὴν ἀναλογίαν τοῦ δημοτικοῦ φόρου, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ προσέξητε εἰς τὴν ἀναλογίαν αὐτοῦ τοῦ δημοσίου φόρου, διὰ νὰ κρίνητε τὸν φορολογικὸν νόμον. Ἡ παρατήρησίς σας δὲν εἶναι δίκαιον νὰ τεθῇ κατὰ μέρος, ἀφοῦ πρόκειται μόνον περὶ τοῦ δημοσίου φόρου; Καὶ τὸ ὑπουργεῖον σκέπτεται, ὅτι δυσαναλογία ὑπάρχει εἴς τινας περιστάσεις, καὶ δυσαναλογία μεγάλη· ὅπου εἶναι ὀλιγώτερα τὰ κτήνη καταφαίνεται αὕτη, διότι ὑποφέρουν τὸ βάρος τοῦ δημοτικοῦ φόρου οἱ ἔχοντες τὰ κτήνη. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τοῦτο σήμερον, ἀλλ’ ὅταν σκεφθῶμεν περὶ τοῦ δημοτικοῦ φόρου. Ἡ παρατήρησίς σας ὡς ἐκ τούτου δὲν ἔχει σημασίαν, ἅμα ἀφήσετε τὸν δημοτικὸν φόρον. Διὰ ποίαν αἰτίαν τὸ ὑπουργεῖον δὲν φορολογεῖ πέραν τῶν 25; Καὶ ἐδῶ εὑρίσκετε ἀντιλογίαν, καὶ λέγετε ὅτι ἐπιβαρύνεται ὁ μικρὸς παραγωγὸς, καὶ ὄχι ὁ μέγας. Λέγετε μάλιστα, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἔχει πεῖραν, δὲν ἐμελέτησε, δὲν ἐξήτασε τί ὑπάρχει; τώρα ἐν ὀλίγοις εἶναι δύσκολον νὰ ἐξηγήσῃ τις ὅλον τὸ σύστημα καὶ νὰ τὸ ἐξηγήσῃ ἀκριβῶς, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι καὶ οἱ δύω προλαλήσαντες δὲν ἔχουν τὴν αὐτὴν γνώμην. Πρῶτος ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης ἐνόμισεν, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς ἀληθοῦς παραγωγῆς. Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἐστήριξε τὰς σκέψεις του, ἀλλ’ αὐτὴ δὲν εἶναι ἡ βάσις· ἡ βάσις εἶναι ἡ ἅπαξ εὑρεθεῖσα ἀναλογία πρὸς τὴν παραγωγὴν διαστήματος δεκαετίας. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἡ ἀληθὴς παραγωγή. Ἔπρεπε νὰ εὕρῃ τὸ ἐλάττωμα ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει, καὶ ὄχι ἐκ τοῦ μὴ ὑπάρχοντος νὰ πλάσῃ ἐλάττωμα. Τώρα ἔρχομαι καὶ εἰς αὐτό· προσδιωρίσθη ἅπαξ ἡ ἀναλογία, καὶ εἴπομεν ἐντὸς δεκαετίας τοσαύτη ὑπῆρχεν ἡ παραγωγή. Κατὰ τὴν ἅπαξ βεβαιωθεῖσαν ταύτην ἀναλογίαν, ἐλήφθη ὡς πρῶτος ὅρος καὶ ἀφετηρία τὸ ποσὸν 50 κοιλῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις τοῦ νόμου. Λοιπὸν ἐγὼ εἶμαι ὀφειλέτης ἐκ 50 κοιλῶν, δύναμαι ἐντούτοις νὰ κατορθώσω νὰ παραγάγω 200, δὲν θὰ πληρώσω εἰμὴ μόνον 50. Θὰ μοὶ εἴπητε παρήγαγες 200 κοιλὰ, καὶ πληρώνεις 50· μάλιστα λέγω καὶ διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω τὸν νόμον ὡς ὀρθὸν, διότι ἀνταμείβει τὴν φιλοπονίαν καὶ τὴν ἱκανότητα· αὐτὸ κυρίως συντελεῖ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς γεωργίας, διότι ὅσα καὶ ἂν παραγάγω, διὰ 50 μόνον θὰ πληρώσω. Καὶ κατὰ τὸ σύστημα τὸ γαλλικὸν, τὸ αὐτὸ ὑπάρχει καὶ ἀναγνώσατε, ἵνα τὸ ἰδῆτε· διότι ἐκεῖ ἅπαξ ἐτέθη πάγιος φόρος καὶ τοῦτο συνετέλεσε τὰ μέγιστα εἰς τὴν ἀνάπτυξιν, καὶ τὴν βελτίωσιν τῆς γεωργίας. Ἡ γεωργία θέλει νὰ γνωρίζῃ ἀκριβῶς τὸ ἐπικείμενον βάρος, καθ’ ὃ κανονίζεται ἡ περαιτέρω ἐργασία, ὥστε νὰ ἐπιτρέπεται ἐκ τῆς γεωργίας πᾶν ὅ,τι ἐπὶ πλέον ἀποκτᾶται νὰ ἦναι καθαρὸν κέρδος, τότε ἡ παραγωγὴ αὐξάνει. Θὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν μόνον παράδειγμα, καὶ πιστεύω αὐτὸ ἀρκεῖ νὰ σᾶς πείσῃ. Ἡ Ἀγγλία, ὅταν παρέλαβε τὰς ἀνατολικὰς Ἰνδίας, τί ἔκαμε; Εὗρε τὴν δεκάτην, ἣν δὲν ἀφῆκεν ὅπως ἦτο· τί ἔπραξεν; Μετέτρεψε τὸν ἔγγειον φόρον εἰς πάγιον, καὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐπῆλθεν ἡ ἀνάπτυξις τῆς γεωργίας, καὶ βελτίωσις τεραστία, ἣν δὲν δύναμαι νὰ σᾶς παραστήσω. Ἐκ τῆς μητροπόλεως μετήγαγεν ἡ Ἀγγλία τὴν ἀρχὴν τοῦ παγίου φόρου, καὶ τὰ εὐεργετήματα ἐπηκολούθησαν ἄφθονα· ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὁ γεωργὸς γνωρίζει, ὅτι πᾶν ὅ,τι παραγάγει ἐπὶ πλέον εἶναι κέρδος ἴδιον αὑτοῦ καὶ ὄχι λάφυρον τοῦ φορολογοῦντος αὐτόν. Μὴ ζητεῖτε λοιπὸν τὴν ἀληθῆ παραγωγήν, ἐξ ἐναντίας εὐχαριστηθῆτε, ὅτι ἡ ἀναλογία εἶναι 50 καὶ ἡ ἀληθὴς παραγωγὴ 200 ἢ 500. Ἀλλ’ ἔρχομαι καὶ εἰς τὴν ἄλλην παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Καλαβρύτων. Διατί, ὅταν ἦναι ὀλιγώτερα τῶν 20 τὰ κτήνη, περιορίζετε εἰς 25 ὁ φόρος; Διότι ἔγεινε πίναξ, ἐξ οὗ φαίνεται τί συμβαίνει εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν. Βλέπετε, ὅτι μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 200 ἢ 250 κοιλῶν, τὰ ὁποῖα παράγει χωρίον τι, ὑπάρχει πλῆθος κτηνῶν, ἄνω τῶν 25· ἅμα ὅμως ὑπερβῆτε αὐτὸ τὸ ποσὸν μέχρι τῶν 1600 κοιλῶν, θὰ εὕρητε ἐλάχιστον ἀριθμὸν κτηνῶν. Τί ἐξάγετε ἐκ τούτου; Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ ἐλάχιστος οὗτος ἀριθμὸς κτηνῶν δύναται νὰ παραγάγῃ τόσον ποσόν; δὲν εἶναι ἀληθές· αὐτὸ ἐμφαίνει, ὅτι ἐξ ἄλλων χωρίων ἔρχονται κτήνη, ἢ μένουσιν ἀδήλωτα. Αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία, δι’ ἣν ἐτέθη ὅριον. Ἐὰν τὰ κτήνη ἦναι πολλά, τότε δὲν ὑπάρχει ἡ ἀνάγκη αὕτη, ἡ πληθὺς ἀποδεικνύει, ὅτι ὑπάρχουν καὶ περισσότερα τὰ μέσα, ὥστε δύναται νὰ προστεθῇ ἀνώτερος φόρος. Δὲν πιέζεται λοιπὸν ὁ μικρὸς παραγωγός, καὶ ἀφίνεται ἄνεσις εἰς τὸν μεγάλον. Ὅταν μελετήσητε αὐτὸν τὸν πίνακα θὰ πεισθῆτε.
§91ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δὲν δύναται νὰ συμβῇ καὶ εἰς χωρίον ἔχον πλειότερα κτήνη νὰ ἔχῃ μεγάλην παραγωγήν; Διατί θέλετε νὰ ἀπαλλάξητε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀναβαίνουσιν εἰς 20 καὶ ὄχι 25;
§92ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος θὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσῃ.
§93ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Καλλιγᾶς εἶναι θαυμάσιος· λαμβάνει μίαν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς πολεμεῖ, τὴν ὑποστηρίζει καὶ νικᾷ· ἐπαινεῖ τὸν Ἀχιλλέα, τὸν ὁποῖον οὐδεὶς κατηγορεῖ. Ἀλλ’ ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου ἐδέχθησαν ἐπίσης τὸ πάγιον τοῦ φόρου, δὲν ἐστηρίχθησαν εἰς ψευδεῖς ὑποθέσεις, ἀλλ’ εὗρον τὴν παραγωγικὴν δύναμιν ἑκάστου τμήματος γῆς καὶ ἐπέβαλον κατ’ αὐτὴν τὸν φόρον. Σεῖς τί πράττετε; Ἐδέχθητε βάσιν ψευδῆ, οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσαν πρὸς τὴν παραγωγήν. Καὶ τῷ ὄντι εἶναι ὠφέλιμος ὁ φόρος, ὁ μὴ παρακολουθῶν τὴν μεγάλην παραγωγήν. Ἀλλ’ ὁποῖον τὸ καλὸν, ὅταν ἡ παραγωγὴ εἶναι μικρά; Ὅταν τὰ 20 καὶ 30 κοιλὰ τὰ ἐπιβαρύνητε διὰ φορολογίας βαρείας καὶ ἐπαχθοῦς, δὲν καταστρέφετε οὕτω τὴν πτωχὴν παραγωγήν; Βλέπετε, κύριοι, ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ, ὅπερ καλὸν εἶναι ἀναντιῤῥήτως καὶ ὠφέλιμον ἐν γένει, σύστημα ἔχον μὲν ὀρθὴν καὶ ἀληθῆ βάσιν, ἀλλὰ ψευδῆ, καταστρέφει τὴν μικρὰν παραγωγὴν πρὸ πάντων. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ διορθώσητε τὴν βάσιν καὶ νὰ ἐπιβάλητε ἀληθῆ φόρον.
§94ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Πῶς δὲν τὸ ἐκάματε σεῖς;
§95ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς δὲν εἴχομεν καιρὸν τότε. Ἀλλὰ σεῖς ἐπαινεῖτε τὸ σύστημα τοῦ παγίου φόρου, ἀλλὰ τὸ παραβιάζετε ἐν τοῖς πράγμασι, διότι μόλις ἓν ἔτος παρῆλθε καὶ προτείνετε αὔξησιν φόρου, προσθέτοντες μεγαλείτερον εἰς τὴν πτωχοτέραν παραγωγήν. Ἐπειδὴ, κύριοι, τὸ σύστημα ὅλον εἶναι ψευδὲς καὶ δὲν ἔχει βάσιν, διὰ τοῦτο ἔχομεν τὰ ἄτοπα αὐτά. Τὸ σύστημα, ὅπερ ἔχει ψευδῆ βάσιν, καὶ τὰ ἀποτελέσματα ἔχει ψευδῆ, ἐπαναλαμβάνω. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ μεταβάλωμεν τὸ σύστημα αὐτὸ, ἀλλὰ πρέπει νὰ μελετήσωμεν ἀφοῦ πεισθῶμεν ὅτι εἶναι ψευδὲς καὶ ἄδικον. Γνωρίζετε δὲ, ὅτι ἡ φορολογία ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου ἐν Εὐρώπῃ ἠλαττώθη μέχρι 4%. Πόσον εἶναι ἡ καθαρὰ πρόσοδος ἐν Ἑλλάδι; Ἐὰν ἦναι 10 ἢ 15 τὸ πολὺ, ὁ ἐπιβαλλόμενος φόρος ὑπερβαίνει τὰ 15 καὶ 20% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου. Δυνατὸν νὰ μὴν ἦναι ἀκριβέστατον τοῦτο, ἡ ἀναλογία ὅμως ἡ ὑπάρχουσα εἶναι μεγάλη καὶ πλέον τῶν 23%. Νομίζω, ὅτι εἶναι ὠφέλιμον νὰ μελετηθῇ τὸ ζήτημα, διότι θέλει ἐπιφέρει βλάβην μεγίστην.
§96Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ, κύριοι, τὸ σύστημα αὐτὸ τὸ ἠσπάσθην ἀπὸ τοῦ 1871, τὸ ὑπεστήριξα ἐκθύμως, ὅτε ὁ κ. Καλλιγᾶς δὲν ἐπολιτεύετο. Δὲν εἶμαι ἀσυνεπὴς πρὸς τὸν ἑαυτόν μου ποσῶς; εἶμαι συνεπέστατος, καὶ συνεπέστατος μάλιστα, ὑποστηρίζων αὐτὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξα καὶ πέρυσι καὶ προπέρυσι. Τί διημφισβήτησα ἐγώ; Διημφισβήτησα μόνον τὴν κλίμακα καὶ εἶπον, ὅτι εἶναι προτιμότερον τὸ ποσὸν αὐτοῦ τοῦ φόρου, τὸ ὁποῖον ζητεῖτε νὰ εἰσπράξητε ἀπὸ τοὺς πτωχοτέρους γεωργοὺς, νὰ τὸ εἰσπράξητε ἀπὸ τοὺς πλουσιωτέρους. Εἶπον ἀκόμη, ὅτι πολεμῶ τὴν πρότασιν τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν οἰκονομικῶν, διότι εἶναι ἄδικος, καθόσον δὲν πρέπει νὰ σταματήσῃ ὁ φόρος εἰς μόνον τὰς 25 δραχμὰς, ἀλλὰ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ ἄπειρον καὶ ἀναλόγως τῆς παραγωγῆς, συμφωνήσας μὲ τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον. Εἶπον δὲ νὰ ἀφήσωμεν τοὺς πτωχοὺς καὶ νὰ ἀρχίσωμεν τὴν κλίμακα ἀπὸ τὰ 60, καὶ νὰ μὴ ἐπιβαρύνωμεν τὴν τάξιν τῶν πτωχοτέρων γεωργῶν· ὁ δὲ κ. Καλλιγᾶς μὲ εἶπεν ἀσυνεπῆ! καὶ ἔχει τὸ θάῤῥος νὰ λέγῃ ἐμὲ ἀσυνεπῆ, ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἔφερε νομοσχέδιον διὰ νὰ πληρώσωμεν φόρον ἐπὶ τῶν αἰγῶν 50 λεπτὰ κατὰ κεφαλὴν, καὶ ὁμιλῶν ἀνεφέρετο εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ Ταρκυνίου καὶ ὡμίλει περὶ τῆς Σιβύλλης καὶ ὡμίλει περὶ Αὐτοκρατόρων καὶ τοῦ Πατριάρχου Φεῤῥῶν, διὰ νὰ μᾶς πείσῃ περὶ τῶν πεποιθήσεων, τὰς ὁποίας εἶχεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ τὴν δευτέραν ἡμέραν ἀνακαλοῦν οἱ συνάδελφοί του τὸ νομοσχέδιον καὶ αὐτὸς νομίζει, ὅτι εἶναι συνεπὴς πρὸς ἑαυτὸν, ἐὰν πάρῃ τὸ καπέλλο του καὶ ἐξέλθῃ τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν ὥραν τῆς ψηφοφορίας! Εἰς τί εἶμαι ἀσυνεπής;
§97ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγὼ εἶμαι φύσει ἀσυνεπής.
§98Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τότε δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ κατηγορῆτε ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι εἶναι συνεπέστατοι καὶ θὰ δοθῇ ἀφορμὴ νὰ ὁμιλήσωμεν πλέον ἐκτεταμένως περὶ τῆς συνεπείας καὶ ὑμῶν καὶ ἐμοῦ.
§99ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Πολλοὶ τῶν ἐντίμων συναδέλφων ἐθεώρησαν τὰς περὶ νέου φορολογικοῦ συστήματος σημερινὰς πραγματείας παρακαίρους, ἑπομένως καὶ περιττάς. Τὰ ⅗ τῶν κυρίων συναδέλφων, ὡς μὴ ὄντων βουλευτῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, ἀγνοοῦσιν, ὅτι καὶ τότε ἐν τῇ συζητήσει τοῦ φορολογικοῦ νόμου κατεδείξαμεν τὰ ἐλαττώματα τοῦ ἐν ἰσχύϊ περὶ ἀροτήρων κτηνῶν, ἰδίως δὲ ἐγὼ διὰ τῶν ἀψευδῶν μαρτύρων, τῶν ἀριθμῶν, κατέδειξα ὅτι ἐκ τῶν 1,700,000 κατοίκων τῆς Ἑλλάδος μόνον αἱ 700,000 πληρώνουσι τὸν φόρον αὐτὸν, διότι, εἶπον, ὅτι 183,000 κτήνη ἀροτριῶντα ἐδηλώθησαν, ὑπάρχουν τοὐλάχιστον 43,000 ἔχουσαι ἀνὰ δύω, μένουν 140,000, ὅ ἐστὶ τόσοι εἶναι οἱ πληρόνοντες τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων τούτων δύναται ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ ἕκαστος πέντε τὸ πολὺ ψυχὰς καὶ ἀνέρχονται εἰς 700,000. Ἐκ τῶν 1,700,000, ἀφαιρουμένων 600,000 τῶν κατοίκων τῆς Ἑπτανήσου καὶ Μάνης, καὶ τῶν μὴ ζώντων ὁπωσδήποτε ἐκ γεωργικῆς παραγωγῆς, εἴτε ὡς ἰδιοκτητῶν, εἴτε ὡς καλλιεργητῶν, μένουσιν 1,100,000 ζῶντες ἐκ γεωργικῶν παραγωγῶν, καὶ ἐκ τούτων αἱ 400,000 δὲν πληρώνουσιν οὔτε δημόσιον, οὔτε δημοτικὸν φόρον, ἀναλαμβανόντων τοῦτον τῶν 700,000 ἐχόντων ἀροτριῶντα κτήνη. Ἀπέδειξα δὲ συνάμα, ὅτι αἱ 400,000 εἶναι οἱ μεγαλοκτηματίαι, οἵτινες καλλιεργοῦσι πολλὰς ἐκτάσεις δι’ ἀγγαρειῶν, χωρὶς νὰ ἔχωσιν ἴδια κτήνη· ἐπίσης δὲν ἔχουσι κτήνη πολλοὶ γεωργοὶ κτηνοτρόφοι, λιπαίνοντες τοὺς ἀγρούς των διὰ τῶν ζώων των, καὶ ἐνεργοῦντες πάσας τὰς γεωργικὰς ἐργασίας ἐπὶ τῶν ἀγρῶν των, ἐκτὸς τῆς ἀροτριάσεως μόνης, ἣν ἀναπληροῦσι μισθοῦντες διὰ τὴν ἐργασίαν μόνον αὐτὴν τοὺς ἔχοντας κτήνη, καὶ ἐν τούτοις οἱ ἀγροὶ τούτων ὡς λιπαινόμενοι εἶναι πολὺ εὐφορώτεροι τῶν ἐχόντων ἀροτριῶντα κτήνη· ἐπίσης εἶναι καὶ ἄλλοι μὴ ἔχοντες ζῷα, ἀλλὰ καὶ μὴ δυνάμενοι νὰ θρέψωσι βοῦν, ὅστις εἶναι ἀδηφάγον ζῶον, καὶ ἀπαιτοῦν τὴν ἄμεσον ἐπίβλεψιν τοῦ ἰδιοκτήτου, διότι εἶναι καὶ φθοροποιότατον εἰς τὰς φυτείας, καὶ αὐτοὶ ἐνεργοῦν τὴν ἀροτρίασιν ὅπως καὶ οἱ ποιμενογεωργοί. Ἐκ τοῦ ὑπολογισμοῦ λοιπὸν αὐτοῦ ἐξάγεται, ὅτι 38% ἐκ τῶν ὁπωσδήποτε ἐσοδευόντων ἐκ καλλιεργείας τῆς γῆς, καὶ μάλιστα οἱ μᾶλλον ἐσοδεύοντες, ὄχι μόνον δὲν πληρώνουσι εἰς τὸ Δημόσιον καὶ τὸν δῆμον φόρον, ἀλλὰ καὶ τὸν φορτώνουσιν εἰς τὴν ράχιν τῶν ἑτέρων 62% τῶν ἀπορωτέρων καὶ ὀλιγώτερα ἐσοδευόντων. Καὶ ὅμως, κύριοι, ὕστερον ἀπὸ τοιαύτην ἐλαττωματικὴν διακανόνισιν τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων, ἣν ἀπεδείξαμεν, οὔτε τὸ ἓν κόμμα οὔτε τὸ ἕτερον τῶν ἐφαρμοσάντων αὐτὸν ἐφρόντισε νὰ βελτιώσῃ τὸν νόμον κατ’ ὀλίγον ἢ πολύ.
§100ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἡμεῖς ἐφέρομεν τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν, ἀλλὰ δὲν ἐπέρασε.
§101ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἀλήθεια! Παρῃτήσατε τὸ νομοσχέδιόν σας πρὸς χάριν ὀλίγων φίλων σας βουλευτῶν μεγαλοκτηματιῶν, δύναμαι μάλιστα νὰ τοὺς δηλώσω κατ’ ὄνομα. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ὑποχώρησίν του ἐδικαιολογήθη, ὅτι τὸν ἐπίεσεν ὁ Βασιλεύς. Ἐπίσης καὶ ὁ κ. Τρικούπης δὲν θέλει νὰ βελτιώσῃ τὸν νόμον νὰ συνεισφέρωσιν εἰς τὸν φόρον καὶ οἱ μεγαλοκτηματίαι, διότι δὲν θέλει καὶ οὗτος νὰ δυσαρεστήσῃ μεγαλοκτηματίας φίλους του βουλευτάς. Ἰδοὺ λοιπὸν ὁ λόγος, δι’ ὃν καθ’ ἑκάστην συζήτησιν φορολογικοῦ νόμου νομίζομεν ἀναγκαῖον νὰ προτείνωμεν μέτρα βελτιώσεως αὐτοῦ, ἵνα μὴ ὑποκρίνωνται οἱ κατὰ καιροὺς κυβερνῶντες ἄγνοιαν τῶν συμβαινόντων ἀδικημάτων καὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀποφυγῆς αὐτῶν. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Καλλιγᾶς, (ὅστις, ἐνῷ συζητεῖται ὁ σπουδαιότερος οἰκονομικὸς νόμος, φεύγει ἀπὸ τὴν συνεδρίασιν, περιφρονῶν τοὺς συζητοῦντας, ἀλλὰ διὰ τὴν πρὸς τὸ Σῶμα τοιαύτην περιφρόνησιν ὑπουργοῦ φέρει τὴν εὐθύνην μόνη ἡ ὑποστηρίζουσα αὐτὸν πλειοψηφία), ὁ κ. Καλλιγᾶς φρονεῖ, ὅτι πρέπει ὁ περισσότερα ἐσοδεύων γεωργὸς νὰ πληρώνῃ ὀλιγώτερον φόρον, καὶ τοῦτο εἶναι μία ἀρετὴ τοῦ νόμου, διότι ἀμείβει τὴν νοημοσύνην καὶ φιλοπονίαν, ὅπως γίνεται καὶ ἐν Γαλλίᾳ. Ἔχω δίκαιον ἐγὼ νὰ λέγω, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ δὲν γνωρίζουν τὴν Ἑλλάδα, παραβάλλοντες αὐτὴν μὲ τὴν Γαλλίαν, ὅπου οἱ κυβερνῆται γνωρίζουν καὶ τῆς τελευταίας γωνίας τοῦ Κράτους τὴν ἔκτασιν, τὴν γονιμότητα καὶ τὸν τρόπον τῆς βελτιώσεως, διότι καὶ πολλῶν αἰώνων ἐργασία πρὸς τοῦτο ἐγένετο καὶ ἡ καλλιέργεια εἶναι καθ’ ὅλα ἐπιστημονικὴ, ἐνῷ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀρτισύστατον ἔθνος, κατεστραμμένον διὰ τὴν βαρβαρότητα καὶ τὴν πρὸς τὸ καταστρέφειν ῥοπὴν τῶν δυναστῶν του, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ τοιαύτας ἡ Κυβέρνησις γνώσεις περὶ τῆς καλλιεργουμένης μερίδος τῆς Ἐπικρατείας. Οὐχ ἧττον ὅμως ὀφείλουσιν οἱ ὑπουργοὶ νὰ γνωρίζωσι τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον οἱ μὲν τῶν γεωργῶν ἐσοδεύουν πολλὰ, καὶ οἱ ἕτεροι ὀλίγα· φέρω παράδειγμα ἐκ τόπων γνωστῶν καὶ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Οἱ ἐξ Εὐρυτανίας Ἀμπλανῖται οἱ μὲν καλλιεργοῦντες εἰς τὰ παρὰ τὸ Μεσολόγγιον Βοχωρογάλατα, οἱ δὲ εἰς τὸ ἐν Εὐρυτανίᾳ ὀρεινὸν χωρίον των, οἱ πρῶτοι ἐσοδεύουν πολλὰ, οἱ δεύτεροι ὀλίγα. Οἱ πρῶτοι, διότι εἶναι φιλοπονώτεροι καὶ νοημονέστεροι τῶν συγχωρίων των, ἐσοδεύουν πολλὰ; καὶ διὰ τοῦτο βραβευόμενοι πρέπει νὰ πληρώνωσιν ὀλιγώτερον φόρον; ἢ διότι καλλιεργοῦσι γαίας εὐφόρους, ἐνῷ οἱ ἄλλοι, καίτοι διπλασίως ἴσως τῶν πρώτων ἐργαζόμενοι καὶ ἐπιμελούμενοι ἐσοδεύουσιν ὀλίγα διὰ τὸ ἄγονον τῶν ὀρεινῶν γαιῶν; Μᾶς ἔφερεν ὁ κ. Καλλιγᾶς παράδειγμα καὶ ἐκ τῶν Ἰνδιῶν, ὅπου ἀφ’ ὅτου κατέστη ἡ Ἀγγλικὴ ἐξουσία καὶ ἀμείβει δι’ ἐλαφροτέρων φόρων τοὺς γεωργοὺς, ἡ γεωργία ἐπολλαπλασιάσθη. Ὁ κ. Καλλιγᾶς ἢ ὡς πολυμαθὴς μᾶς λογαριάζει ἐνταῦθα, ἢ δὲν κρίνει καλῶς τὰς περιστάσεις καὶ τὰς διέρχεται, ὡς συνειθίζει εἰς ὅλα, ἐπιπολαίως. Ἡ ἐλάττωσις τοῦ φόρου ἔφερεν εἰς τὰς Ἰνδίας τὴν ἀνάπτυξιν τῆς γεωργίας ἢ ἡ εὐνομία, δι’ ἧς ὅ,τι ἐργάζεται ὁ γεωργὸς μένει μετὰ τὸν φόρον εἰς αὐτόν; Ἐνῷ ἐπὶ τῆς ἡγεμονίας τῶν ἐντοπίων τοπαρχῶν ἐκ τοῦ παραγομένου τῆς ἐργασίας του, μόλις τῷ ἄφινον μέρος νὰ ἀποζῇ, τὸ δὲ ἄλλο τὸ ἥρπαζον οἱ Μαχαραγιάδες καὶ Σπαχίδες! Διατί νὰ ὑπάγῃ ὁ κ. Καλλιγᾶς τόσον μακρὰν εἰς τὰς Ἰνδίας ὅπου ἠμπορεῖ νὰ πάθῃ καὶ ἀπὸ τὸν τοῦ ἰσημερινοῦ κίτρινον πυρετόν; Δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψει τὰς ἡγεμονίας, εἰς τὰς ὁποίας ἐν ὅσῳ ἐκυβέρνων οἱ ὑπὸ τῆς Τουρκίας στελλόμενοι Βοεβόδαι, καὶ ἡ ἄκρα τῶν τοσούτων ἀκολούθων αὐτῶν, ἐξεμύζων πᾶσαν τὴν ἐργασίαν τοῦ Τζαράνου, ὄντος δουλοπαρίκου, ἡ καλλιέργεια ἦτο μικρά; Ὅταν ὅμως ἐγένοντο αἱ ἡγεμονίαι ἡμιανεξάρτητοι καὶ οἱ δουλοπάροικοι λαβόντες τὴν ἀπελευθέρωσίν των ἐργάζονται δι’ ἑαυτοὺς, δίδοντες τὸ ἀνῆκον εἴς τε τὸ Δημόσιον καὶ τοὺς ἰδιοκτήτας, ἡ καλλιέργεια ἐπολλαπλασιάσθη καὶ τὰ εἰσοδήματα ἐπενταπλασιάσθησαν. Ἰδοὺ ὁ πραγματικὸς λόγος τῆς πρὸς τὴν ἐργασίαν ἐπιδόσεως τῶν χωρικῶν τῶν χωρῶν ἐκείνων, ἐν αἷς κατηργήθη ἡ δουλοπαροικία. Ἐν τούτοις, ἀφοῦ ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν δυνάμεθα νὰ φέρωμεν ἄλλην βελτίωσιν εἰς τὸν ὑπὸ συζήτησιν νόμον, τουλάχιστον ἂς παραδεχθῶμεν τὰς προτάσεις τοῦ κ. Τράκα, δηλαδὴ, ἡ ἀναλογία τοῦ φόρου νὰ γείνῃ κατὰ χωρίον καὶ οὐχὶ κατὰ δῆμον, διότι πολλὰ χωρία ἔχουν γαίας εὐφορωτάτας, ἐνῷ ἕτερα τοῦ ἰδίου δήμου ἔχουν ἀφορωτάτας· καὶ δεύτερον νὰ ἐπιτραπῇ τοὐλάχιστον διὰ τὸ τρέχον ἔτος νὰ ἀναθεωρηθῶσι διὰ νέαν δήλωσιν τὰ Μητρῷα τῶν ἀροτήρων κτηνῶν· καὶ τὰς προτάσεις ταύτας τοῦ κ. Τράκα ὑπεστήριξα καὶ προχθὲς, συχωνεύων τὰς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ τροπολογίας μου. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ὡς καὶ τὸ ἄρθρον 1). (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 2).
§102ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου τοῦ 1880) περιέχει παγίας διατάξεις, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων κανονίζεται ὁ ἐτήσιος φόρος· αὐταὶ αἱ πάγιαι διατάξεις τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου τοῦ 138) τροποποιοῦνται διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, τοῦ ἰσχύοντος διὰ μόνον τὸ ἔτος 1882. Ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ὡς καὶ ἡ βʹ καὶ ἡ γʹ περιέχουν διατάξεις παγίας, τροποποιούσας τὰς παγίας διατάξεις τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου τοῦ 1880. Διάταξις ἰσχύουσα διὰ τὸ ἔτος 1882 εἶναι μόνον ἡ ἀφορῶσα τὸν κανονισμὸν τοῦ φόρου ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κλίμακος, τὴν ὁποίαν περιέχει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Διὰ τοῦτο κάμνω τὴν παρατήρησιν ταύτην, ὅτι αἱ διατάξεις τῆς βʹ παραγράφου καὶ γʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου εἶναι πάγιαι διατάξεις, καὶ πρέπει νὰ εἰσαχθῶσι δι’ εἰδικοῦ νομοσχεδίου, τροποποιοῦντος τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου ἐκείνου, καὶ νὰ περιορισθῶμεν εἰς μόνην τὴν ψήφισιν τῆς παραγράφου πρώτης, τῆς ἀφορώσης τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου.
§103ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ νόμος ὁ πάγιος μίαν μόνην ἐν ἄρθρῳ 3 περιέχει διάταξιν παγίαν, τὴν λέγουσαν, ὅτι ὁ φόρος κανονίζεται ἐτησίως, κατὰ ταύτην ἑπομένως ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἐξουσίαν νὰ μεταβάλῃ τὸν φόρον, ὅπως καὶ τὸ ἐπράξαμεν· αἱ δὲ ἄλλαι διατάξεις τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ παγίου νόμου δὲν εἶναι πάγιαι, ὅπως αὐτὸ τὸ ἄρθρον λέγει, διότι ἐν μὲν τῷ πρώτῳ ἐδαφίῳ λέγει, ὅτι ὁ ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν φόρος κανονίζεται διὰ τοῦ ἐνιαυσίου φορολογικοῦ νόμου ἐπὶ ταῖς βάσεσι τοῦ παρόντος νόμου — αὕτη ἡ διάταξις εἶναι παγία.
§104ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τροποποιεῖται ὅμως τώρα.
§105ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι, ἐκτελεῖται· αὕτη ἡ διάταξις εἶναι παγία καὶ ἐκτελεῖται τώρα. Ἡ διάταξις λέγει, ὅτι ὁ ἐτήσιος νόμος κανονίζει τὸν φόρον. Ὁ ἐτήσιος λοιπὸν νόμος τοῦ 1882 κανονίζει τὸν φόρον διὰ τὸ ἔτος τοῦτο. Ὁ ἐτήσιος ὅμως νόμος, τὸν ὁποῖον ὑπεβάλομεν, περιέχει καὶ ἄλλα θέματα, περὶ ὧν προνοοῦσι τὰ μετὰ τὸ πρῶτον ἐδάφια τοῦ ἄρθρου 3, ἀλλ’ ἐκεῖνα εἶναι ἐνιαύσια, ὅπως ἐν αὐτοῖς τοῖς ἐδαφίοις λέγεται· διότι τί λέγεται ἐν ἀρχῇ τῶν ἐδαφίων τούτων; «Διὰ τὸ 1880 ὁ φόρος οὗτος κανονίζεται εἰς δραχμὰς πέντε δι’ ἕκαστον κτῆνος». Ὅταν δὲ ὁ κατὰ τὸ ἄρθρον 10 τοῦ αὐτοῦ νόμου κτλ. πάντα ταῦτα ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς πρώτης φράσεως, τουτέστιν ἐκ τῆς φράσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία λέγει «διὰ τὸ ἔτος 1880».
§106ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρώτη παράγραφος δὲν τροποποιεῖται;
§107ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ πρώτη παράγραφος ἐκτελεῖται, αἱ δὲ ἄλλαι παράγραφοι τροποποιοῦνται, ἀλλ’ εἶναι ἐνιαύσιοι· ἀφορῶσιν εἰς μόνον τὸ ἔτος 1880.
§108Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι εἰς τὴν κλίμακα, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ἀντὶ νὰ ἀρχίζωμεν ἀπὸ 30 κοιλὰ, νὰ ἀρχίζωμεν ἀπὸ 50.
§109ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δὲν ἐννοοῦμεν νὰ ψηφίσωμεν τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου.
§110ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν κλίμακα ἀνιοῦσαν τὴν παραδεχόμεθα, κατιοῦσαν ὅμως τὴν εὑρίσκομεν ἐντελῶς ἀδικαιολόγητον, διότι χειροτερεύει οὕτω ἡ κατάστασις τῶν πτωχῶν γεωργῶν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, εἶπεν ὄχι μόνον ὅτι προτίθεται νὰ αὐξήσῃ τοὺς πόρους τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ καὶ ὅτι σκοπεῖ νὰ ἐπιφέρῃ διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ διορθώσεις τῶν ἀνισοτήτων καὶ τῆς ἀδικίας, ἅπερ παρετηρήθησαν εἰς αὐτό. Ἐνόμισα, ὅτι ἤθελε διορθώσει ἰδίως τὴν ἀδικίαν, τὴν διαπραττομένην κατὰ τῶν πτωχῶν γεωργῶν· ἀλλὰ δὲν ἔπραξεν οὕτω· ἤρχισεν ἐπιβαρύνων πρώτους πάντων τοὺς πτωχοὺς γεωργούς. Ἐννοῶ τὴν κλίμακα ἀνερχομένην ἀπὸ τῶν 50 κοιλῶν καὶ φθάνουσαν εἰς τὸ ἐπ’ ἄπειρον· καὶ οὕτω ἔτι ὑπῆρχεν ἀδικία αὕτη, ὅτι οἱ παράγοντες 20, 30, 40 κοιλὰ, ἐπλήρωναν ὅπως καὶ οἱ παράγοντες 50. Ἀκούω τινῶν λεγόντων, ὅτι κανεὶς δὲν παράγει 20 καὶ 30 κοιλά· ἀπαντῶ δὲ εἰς τοὺς κυρίους τούτους, ὅτι εἰς τὴν Εὐρυτανίαν ὑπάρχουσι γαῖαι καὶ πλεῖσται, αἵτινες παράγουσι μόνον 20, καὶ παρακαλῶ τοὺς κυρίους βουλευτὰς τῶν ὀρεινῶν ἐπαρχιῶν νὰ τὸ ὁμολογήσωσι.
§111ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§112ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα ἡ ἀδικία αὐξάνει, διότι καὶ οἱ τῶν 40 κοιλῶν ἐθεωροῦντο ἐκ τῶν πτωχῶν καὶ οἱ τῶν 50 κοιλῶν ἐθεωροῦντο τοιοῦτοι, ἐπλήρωνον δὲ καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ 5 δραχμὰς, ἀλλὰ σήμερον οἱ μὲν τῶν 40 κοιλῶν θὰ πληρώνουν ἕξ, οἱ δὲ τῶν 50 ἑπτὰ, οἱ δὲ τῶν 30 πέντε δραχμὰς, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εὑρέθη εἰς ἀμηχανίαν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, προκειμένου νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῶν ἀναλογιῶν, περὶ ὧν ἐπηρώτησεν αὐτὸν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος· διότι εἰς τὸν πρῶτον νόμον ὑπῆρχε τοὐλάχιστον ἀριθμητικὴ ἀκρίβεια, τουτέστι 50 κοιλὰ ἐπλήρωνον 5 δραχμὰς, προσετίθετο δὲ κατὰ 10 κοιλὰ μία δραχμὴ, ἑπομένως ἡ αὔξησις τῆς ἀνιούσης κλίμακος, κατὰ δεκάδα, μιᾶς δραχμῆς ἦτο λογικωτάτη· σήμερον ὅμως τὰ 30 κοιλὰ πληρώνουσι 5 δραχμάς· ὥστε δὲν αὐξάνει κατ’ ἀναλογίαν δεκαδικὴν ὁ φόρος. Νομίζω, ὅτι ὀρθὸν θὰ ἦτο νὰ παραδεχθῶμεν, ἵνα τὰ 30 κοιλὰ πληρώνουσι 3 δραχμὰς, τὰ 40 τέσσαρας, καὶ πέντε τὰ 50. Ἀλλὰ δύνασθε νὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι ἡμεῖς ἐνταῦθα προτείνομεν νομοσχέδιον πρὸς αὔξησιν τῶν φόρων. Ἀπαντῶ, ὅτι δὲν τὸ προτείνετε πρὸς αὔξησιν μόνον, ἀλλὰ καὶ πρὸς βελτίωσιν τῶν ἐλλείψεών του, πρὸς ἐλάττωσιν τῆς ἀδικίας, καὶ διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, καθ’ ἣν προλαμβάνεται τοὐλάχιστον ἡ δείνωσις τῆς θέσεως τῶν πτωχῶν γεωργῶν.
§113ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὁ παράγων 30 κοιλὰ κατὰ τὸν προγενέστερον νόμον ἐπλήρωνε 5 δραχμὰς, κατὰ τὸν ἐνεστῶτα νόμον τί πληρώνει; πέντε δραχμάς.
§114ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ παράγων 40 πληρώνει 6.
§115ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτό. Οἱ Εὐρυτᾶνες εἶναι ἀνυπόμονοι.
§116ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὀρεινοί.
§117ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Καταβῆτε ὀλίγον εἰς τὰ πεδινά.
§118ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μᾶς ἀρέσκουν.
§119ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Λοιπὸν κατὰ τὸν ἐνεστῶτα νόμον ὁ παράγων 30 κοιλὰ πληρώνει τὸν αὐτὸν φόρον ὡς καὶ πρίν· διατί δυσανασχετεῖτε; μὴ μᾶς λέγετε, ὅτι δεικνύετε πλειοτέραν συμπάθειαν διὰ τὸν γεωργόν. Ἐρχόμεθα ἤδη εἰς τὸν παράγοντα 40 κοιλά· κατὰ τὸν προηγούμενον νόμον ὁ παράγων 40 κοιλὰ ἐπλήρωνε 5 δραχμὰς, σήμερον θὰ πληρώσῃ 6, ἰδοὺ τὸ μέγα βάρος τῆς μιᾶς δραχμῆς. Ποῖος δὲν ἀναγνωρίζει, ὅτι ὁ φόρος οὗτος εἶναι ἐλαφρός; ὄχι μόνον διὰ τὸν παράγοντα 40 κοιλὰ, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν παράγοντα 30· μόνον ἅμα πωλήσῃ τὸ ἄχυρόν του ἐπλήρωσε τὸν φόρον.
§120ΤΡΑΚΑΣ. Θέλετε νὰ τοῦ πάρητε καὶ τὸ ἄχυρον τοῦ πτωχοῦ; (Θόρυβος).
§121ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Σεῖς τὸ λέγετε· καὶ τί ἐκάματε σεῖς διὰ τοὺς πτωχούς;
§122ΤΡΑΚΑΣ. Σεῖς εἶσθε ὑπουργὸς, ἐγὼ δὲν εἶμαι. (Θόρυβο.).
§123ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τώρα δὲν εὑρίσκετε, ὅτι τηρεῖται μέτρον δικαιοσύνης, ὅταν ὁ παράγων ἐπὶ πλέον 40 κοιλὰ πληρώνῃ 1 δραχμὴν ἐπὶ πλέον. Πρότερον ἡ ἀνισότης ἦτο μεγαλειτέρα, διότι ὁ παράγων 30 καὶ ὁ παράγων 40 ἐπλήρωνε 5 δραχμάς· τώρα τί προσθέτομεν; ἀνὰ μίαν δραχμὴν, καὶ αὐτὸ εἶναι καταστροφή. Θέλετε ἐξίσου νὰ πληρώνῃ ὁ παράγων 30 καὶ ὁ παράγων 50; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι διϋλίζετε τὸν κώνωπα καὶ καταπίνετε τὴν κάμηλον· ἔρχεσθε νὰ διϋλίσητε τὸ μηδέν· δὲν ὑπάρχει φόρος μικρότερος, καὶ πολυπραγμονεῖτε διὰ τὴν μίαν δραχμήν. Ὥστε οἱ λόγοι σας δὲν ἔχουν καμμίαν σημασίαν ἄλλην, ἢ τὴν τῆς ἐπιδείξεως (Θόρυβος). Δυσανασχετεῖτε εἰς πᾶσαν αὔξησιν φόρου. Ἡ ἀναλογία εἶναι τῶν 40 κοιλῶν· ἀνὰ 10 κοιλὰ προστίθεται μία δραχμή.
§124ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ 30 κοιλὰ εἶναι πέντε δεκάδες.....
§125ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν καταλαμβάνω τί μοῦ λέγετε· ἐγὼ νομίζω ὡς νὰ μὲ ἐρωτᾶτε, ἂν 5 βώδια ἦναι τρία ζευγάρια, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ συζητῶ περισσότερον.
§126ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς, κύριε ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, κατεπίετε καὶ ἤδη τὴν κάμηλον, ὡς τοῦτο πάσχετε πάντοτε, ὁσάκις σᾶς καταδεικνύει τις σφάλματα ἐπιστημονικὰ καὶ ἀριθμητικὰ ἔτι εἰς τὰ νομοσχέδια σας καὶ δικαίως συνταράττεσθε. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἡ ἀναλογία δὲν εἶναι ἡ τῆς μιᾶς δραχμῆς κατὰ 10 κοιλὰ, καὶ πράγματι δὲν εἶναι τοιαύτη. Τὸ τακτικὸν θὰ ἦτο νὰ προσετίθετο κατὰ 10 κοιλὰ 1 δραχμὴ, δηλαδὴ τὰ 10 κοιλὰ νὰ ἐπλήρωναν μίαν, τὰ 20 δύω, τὰ 30 τρεῖς· ἀλλὰ δὲν ἠθελήσατε νὰ καταβῆτε μέχρι τῶν 10 κοιλῶν, διότι εἶναι ἐλάχιστον τὸ ποσὸν, καὶ ἐθεωρήσατε ἄξια προσοχῆς μόνον τὰ 30 κοιλά. Ἔστω. Ἀλλ’ ὀφείλετε τότε νὰ ὁρίσητε διὰ τὰ 30 ταῦτα κοιλὰ δραχμὰς τρεῖς, ὅπως εἶσθε ἐντὸς τῆς ἀναλογίας σας, τῆς μιᾶς δραχμῆς κατὰ 10 κοιλά. Ἰδοὺ τὸ ἀριθμητικὸν σφάλμα τὸ ἐξελεγχθὲν, καὶ ἰδοὺ διατί ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐταράχθη καὶ ἐδυσφόρησε, καταπιὼν καὶ ταύτην τὴν κάμηλον. Παρακαλῶ ὅμως τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ τὴν διόρθωσιν ταύτην, σύμφωνον οὖσαν πρὸς τὰς βάσεις τοῦ νομοσχεδίου της καὶ πρὸς τὸ δίκαιον, τὸ ὀφειλόμενον πρὸς πάντας μὲν, ἀλλὰ πρὸ πάντων πρὸς τοὺς πενεστέρους ἐκ τῶν γεωργῶν.
§127ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν δέχομαι τίποτε.
§128ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριοι, ὅσοι ἐξ ὑμῶν παρευρέθησαν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ προπέρυσι κατὰ τὴν πρώτην εἰσαγωγὴν τοῦ νόμου περὶ φόρων ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ πέρυσιν ὅτε πάλιν ἐπεψηφίσθη, ἐνθυμοῦνται τὰς μακρὰς καὶ σπουδαίας ἐπ’ αὐτοῦ συζητήσεις, αἵτινες κατέληξαν εἰς τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ὅλα τὰ φορολογικὰ συστήματα ἔχουσι τὰς πλημμελείας των, τὰ ἐλαττώματά των, προετιμήσαμεν δὲ τὴν ἐπὶ τῶν ἀροτήρων, ἐκ τῆς σκέψεως, ὅτι ὁ φόρος οὗτος ἐθεωρήθη ἐπιεικέστερος ἀπὸ τὸν πρὸ αὐτοῦ ἰσχύοντα, ἐνέχει ὅμως καὶ αὐτὸς μίαν ἀνισότητα ὁμολογουμένως, δηλαδὴ κατὰ τὸ ὅτι δὲν φορολογεῖται ἡ μεγάλη παραγωγὴ ὡς ἔπρεπεν. Ἀλλὰ τοῦτο στηρίζεται εἰς τὴν φύσιν αὐτῆς τῆς φορολογίας τοῦ νὰ μὴ δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ἀπόλυτος ἰσότης. Ὅλα τὰ συστήματα τῆς φορολογίας ἔχουν τὴν πλημμέλειαν αὐτήν, νὰ μὴ δύνανται νὰ φθάσουν εἰς τὴν μαθηματικὴν ἀκρίβειαν. Δὶς λοιπὸν ἤδη ἐπεψηφίσθη καὶ ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν διὰ τὸ ἀνακουριστικώτερον ὁ φόρος οὗτος καὶ ὅλοι οἱ χωρικοὶ ἕκαστος δι’ ἑαυτὸν ὃν φόρον αὐτὸν τὸν νέον τὸν εὑρίσκουν ἐλαφρότερον τοῦ ἄλλου, ἀλλ’ ὁ φθόνος βασκαίνει τὸν πλειότερα κερδίζοντα, καὶ κυρίως ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ φθόνου τούτου ἐστηρίχθη πᾶσα κατὰ τοῦ τοιούτου φόρου καταφορά. Τώρα πάλιν ἔχομεν κατὰ τῆς ἀναλογικῆς κλίματος, ἐφ’ ἧς ἠρχίσατε νὰ ζητῆτε ἀναλογίας μὲ μαθηματικὴν ἀκρίβειαν, καὶ ἀμφισβητήσεις σημείων ἐνάρξεων τῆς προόδου τοῦ φόρου καὶ τῶν προσθέτων ποσοστῶν. Αὐτὰ τὰ πράγματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσι πᾶσαν ὄψιν, μὲ δικαιολογικὴν βάσιν· ἐξηγήσατε λ. χ. διατί 30 ἡμερῶν ἡ πρὸς ἔφεσιν προθεσμία; διατί ἀνήλικας πρὸ μιᾶς ἡμέρας καὶ ἐνήλικας τὴν ἐπιοῦσαν; εἶναι αὐθαίρετοι ὁρισμοὶ τῆς ἀνάγκης τῶν νόμων. (Θόρυβος)
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἀθ Πετιμεζᾶ τοῦ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ 50 κοιλὰ ἀντὶ τῶν 30, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἄρθρον 3, διορθωθείση μόνον τῆς λέξεως «Μαρτίου» εἰς Μαΐου». Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.) (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 5.)
§130ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μετὰ τὰς λέξεις «τοῦ ἀνωτέρω εἰρημένου νόμου ΩΙ» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις»· μετὰ δὲ τὰς λέξεις «ἔνθα δὲ» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «ἐν ταῖς εἰρημέναις ἐπαρχίαις.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5 μὲ τὰς ἀνωτέρω προσθήκας τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς καὶ τὸ ἄρθρον 6 μὲ τὴν προσθήκην τῶν λέξεων «ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις». Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7 ὡς ἔχει, καθὼς καὶ τὸ σύνολον εἰς γʹ ἀνάγνωσιν).
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ τῆς παρελθούσης Συνόδου. (Ὅρα Παράρτημα). Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 8 καὶ 15′ μ. μ.