1882.04.20
1.481 στίχοι · 11.672 λέξεις · 91 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 53
τῆς 20 Ἀπριλίου 1882
Ὥρα 2 μ. μ.
(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἰωάννης Θανοῦκος ἐκθέτει διὰ τηλεγραφήματός του, ὅτι 200 ποιμένες ἐκ Βαλτετσίου τῆς Μαντινείας καταπονοῦνται κατὰ τοῦ Δημάρχου Τροιζῆνος, ὅτι ἀρνεῖται νὰ παραδώσῃ αὐτοῖς τὰς ὁποίας ἔκαμον ἐμπροθέσμως δηλώσεις τῶν ποιμνίων των, παρακαλεῖ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ διατάξῃ τὰ δέοντα.
§2ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὁ τηλεγραφῶν πρὸς τὴν Βουλὴν τὸ τηλεγράφημα τοῦτο εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς παρεπιδημοῦντας καὶ παραχειμάζοντας ἐν Τροιζηνίᾳ καὶ παρακολουθοῦντας τοὺς ποιμένας τυρεμπόρους. Ἀλλ’ ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἡ Τροιζηνία εἶναι λίαν φιλόξενος καὶ ἔχει ἀντιπροσώπους, οἵτινες δὲν προνοοῦν μόνον περὶ τῆς ἐπαρχίας, μόνον περὶ τοῦ Ἔθνους, ἀλλ’ ὑπὸ τοσούτου γενικοῦ πνεύματος ἐμφοροῦνται, ὥστε οὐδὲ τῆς ὑφηλίου ὁλοκλήρου τὰ ζητήματα εἰσὶν ἀλλότρια αὐτοῖς, καὶ δείγματα τούτου ἱκανὰ ἐπὶ ἱκανὸν ἤδη χρόνον παρέσχον· ἑπομένως καὶ περὶ τοῦ δι’ ὃ τὸ τηλεγράφημα ζητήματος ἐμεριμνήσαμεν δεόντως· δηλονότι ἐζήτησα πληροφορίας ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι οὗτοι θέλουσι δώσει ἐγγύησιν περὶ πληρωμῆς τοῦ φόρου, τοῦ νομοθετησομένου, ἢ νὰ πληρώσουν μέρος ὅσος ὁ περυσινὸς, καὶ ἐγγύησιν διὰ τὸ ψηφισθησόμενον, καὶ οὕτω δύνανται νὰ ἀπέλθωσι τῶν χειμαδίων διὰ θατέρου τῶν τρόπων τούτων.—Προκειμένου δὲ ἤδη λόγου περὶ τοῦ ποιμνιακοῦ φόρου καὶ ἀποβλέπων εἰς τὸ περὶ τούτου σχετικὸν νομοσχέδιον, λέγω, ὅτι δὲν ἔχουν δίκαιον νὰ παραπονῶνται οἱ ποιμένες διὰ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου τρόπον τινὰ ὑπερόγκου, διότι ὅταν εἶδον τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ θητεία περιορίζεται ἀπὸ τριετοῦς εἰς μονοετῆ, νομίζω, ὅτι θὰ μὲ δικαιώσουν, καὶ δὲν ἔχουν δίκαιον νὰ παραπονῶνται, καθότι δυνάμεθα χρηματολογικῶς νὰ τοὺς στενοχωρήσωμεν ὀλίγον, πλὴν ἱκανοποίησις, ἀντισταθμίζουσα μυριοπλασίως τὴν θυσίαν ταύτην, παρέχεται ἅπασι τοῖς πληθυσμοῖς τούτοις καὶ πᾶσι τοῖς λοιποῖς διὰ τῆς μονοετοῦς θητείας· ἑπομένως φρονῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν ποιμνίων πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὅπως ἔχει ἀμειώτως, διότι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἡ φορολογουμένη τάξις ὠφελήθη κατὰ χιλιάδας δραχμῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ ἀσυζητητεὶ τὸ νομοσχέδιον ἐν δέοντι.
§3ΜΑΝΤΑΛΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ διορίσῃ Ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία νὰ ἐξετάσῃ τοὺς μισθοὺς, τοὺς ὁποίους λαμβάνουσιν οἱ πρόσφυγες, διότι οἱ πραγματικοὶ πρόσφυγες, καὶ μάλιστα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπώλεσαν ἐν γένει τὴν κινητὴν καὶ ἀκίνητον περιουσίαν των, δὲν λαμβάνουσι μισθὸν, ἢ ἂν λαμβάνωσί τινες, δὲν λαμβάνουσιν ἀνάλογον ἀπέναντι τῶν θυσιῶν, ἃς ὑπέστησαν, καὶ τῆς ἀπωλείας τῆς περιουσίας των. Λαμβάνουσι δὲ μισθὸν πρόσφυγος ἄνθρωποι μὴ πρόσφυγες, καὶ μάλιστα κάτοικοι τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, καὶ ὄχι ἐκ τῆς Ἠπείρου, Θεσσαλίας καὶ Μακεδονίας.
§4ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Δουζίνας φαίνεται, ὅτι δὲν ἔχει γνῶσιν τοῦ τηλεγραφήματος. Τὸ τηλεγράφημα εἶναι κατὰ τοῦ Δημάρχου Τροιζῆνος, ὅτι παρακωλύει τὴν ἀναχώρησιν τῶν ποιμένων αὐτῶν.
§5ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δὲν ἐπροσέξατε εἰς ὅ,τι εἶπα.
§6ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ οἱ ἀναφερόμενοι παρακαλοῦσι νὰ ἀρθῇ τὸ κώλυμα (Θόρυβος). Νὰ ἀποδοκιμασθῇ ἡ διαγωγὴ τοῦ Δημάρχου, κ. Πρόεδρε.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὴν ὑπ’ ἀριθ. 63 πρότασιν νόμου περὶ παραχωρήσεως οἰκοπέδου ἐν συνοικισμοῖς, προτείνει τὴν παραδοχὴν τῆς προτάσεως ταύτης καὶ παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιψηφίσῃ αὐτήν. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. Ὑποβάλλονται τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκκαθαρίσεως καὶ ἐπισκευῆς τοῦ κατὰ τὸ Ληλάντιον πεδίον Καλαποδίου. — (Ὅρα Παράρτημα). Οἱ ἐκ Καρδίτσης Γ. Βελούλας, Ἰω. Βαζούρας, Σ. Φουσέκης καὶ Νάκος Φίλης πληροφοροῦνται, ὅτι διετάχθη ἡ σύλληψίς των ἕνεκα ἐγκληματικῶν πράξεων, εἰς τὰς ὁποίας ὑπέπεσαν πρὸ πολλῶν χρόνων διὰ διαφόρους αἰτίας καὶ δι’ ἃς ἐτιμωρήθησαν ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς ἐξουσίας, ἔκτοτε δὲ διῆγον βίον φιλήσυχον καὶ εἰρηνικόν. Παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ἵνα ἐνεργήσῃ τὴν ἀναστολὴν πάσης κατ’ αὐτῶν καταδιώξεως. Θὰ ἀποσταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. — Ἡ κοινότης Ἀταλείας, διαψεύδουσα τὰ παρά τινων γραφέντα κατὰ τοῦ ἐκεῖ ὑποπροξένου κ. Μαυρομιχάλη, ἀποδοκιμάζει αὐτοὺς καὶ ἐκφράζει τὰς εὐχαριστίας καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην της πρὸς τὸν ὑποπρόξενον τοῦτον διὰ τὴν μετ’ εὐλαβείας ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων, συνιστῶσα αὐτὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§8ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐξωτερικῶν.
§9Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σᾶς εἶπα, κ. Πρόεδρε, ὅτι θέλω τὸν λόγον διὰ μίαν ἐπερώτησιν.
§10ΜΟΣΧΟΒΑΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ εἴπω ἐγὼ πρῶτον δύω λέξεις.
§11Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁμιλήσατε.
§12ΜΟΣΧΟΒΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ, κύριοι, εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὑπάρχουσι πολλὰ ζητήματα, φρονῶ ὅτι δὲν θὰ ἐξαντληθῇ σήμερον ὅλη ἡ ἡμερησία διάταξις· καὶ διότι ὑπάρχει τελευταῖον τὸ ζήτημα τὸ ἰδικόν μου, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, πρὸ πάσης ἄλλης ἐργασίας, νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ προταχθῇ τοῦτο, διότι καὶ 1 ὥραν ἐὰν ἀναβληθῇ φρονῶ, ὅτι ἡ ἡ τιμωρία δι’ ἐμὲ εἶναι μεγάλη ὡς ἐκ τῆς ἀναβολῆς μόνον.
§13ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§14Ι. ΜΟΣΧΟΒΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ δὲν γινώσκει τὰς λεπτομερείας τῆς ὑποθέσεως, ἥτις ἤγειρε τὴν κατηγορίαν μου, ἐὰν ἐπέτρεπεν ὁ νόμος νὰ ἐξετάσῃ ἐπισταμένως αὐτὰς ἡ Βουλή, δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἤθελε πεισθῆ περὶ τῆς ἀθωότητός μου· καὶ ἐγὼ, κύριοι, μόλις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἔμαθον τὰ αἴτια τῆς κατηγορίας μου ταύτης, τοῦ τοσούτου πατάγου· ἐπείσθην δὲ ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι δὲν ὑφίσταται διόλου κατηγορία ἐναντίον μου τοιαύτη. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Δικαιοσύνης, συνελθοῦσα προχθὲς καὶ ἐξετάσασα τὰ ἔγγραφα τοῦ οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ, τὸ μόνον δηλαδὴ κατηγορητήριον τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐναντίον μου, ἐσχημάτισε, δὲν ἀμφιβάλλω, πεποίθησιν ὅτι εἶμαι ἐντελῶς ἀθῶος καὶ ὅτι κατηγορία δὲν ὑφίσταται ἀλλὰ μᾶλλον συκοφαντία ἐπιτηδείως σχηματισθεῖσα, διότι ὁ οἰκονομικὸς ἐπιθεωρητὴς δὲν ἀποδεικνύει κατηγορίαν ἀλλὰ στηρίζεται εἰς ἐσφαλμένας πληροφορίας. Καὶ ὅμως ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Δικαιοσύνης, ἐπειδὴ εἰς τὰς τοιαύτας ὑποθέσεις ἡ Βουλὴ ὀφείλει κατὰ τύπον νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν ἄδειαν ἵνα ἐξετάζωνται τὰ μέλη αὐτῆς, ἡ Ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ ὅπως δοθῇ ἡ ἄδεια εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἵνα μὲ ἐξετάσῃ. Συμφωνῶ καὶ ἐγὼ πληρέστατα, κύριοι, μὲ τὴν γνωμοδότησιν ταύτην τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἄδειαν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως πρὸς ἀνακάλυψιν τῆς ἀληθείας καὶ βεβαίωσιν τῆς πράξεως. Ἀλλὰ τίς δύναται, κύριοι, νὰ μὲ πείσῃ ὅτι ὁ ἀνακριτὴς, εἰς τὸν ὁποῖον θ’ ἀνατεθῇ μία τοιαύτη ὑπόθεσις, θὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντά του ὥστε νὰ ἀποδειχθῇ ἡ ἀλήθεια; Μ’ ὅλα ταῦτα καὶ τοῦτο ἀκόμη δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἄδειαν, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ μείνῃ οὐδ’ ἴχνος ἀμφιβολίας περὶ τῆς ἀθωότητός μου. Τὴν κατηγορίαν μου ταύτην δὲν διστάζω κύριοι, νὰ εἴπω ὁμολογῶν καθαρὰν τὴν ἀλήθειαν, τὴν κατηγορίαν μου ταύτην, ἐπαναλέγω, ἔπλασαν εἷς Βαλτινὸς καὶ εἷς ἐπιθεωρητής· ὁ κ. Βαλτινὸς μὲν, δηλ. ὁ προκάτοχος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διότι δὲν κατώρθωσε νὰ μὲ κάμῃ ὀπαδὸν τῶν πολιτικῶν αὐτοῦ σκοπῶν, ὁ ἐπιθεωρητὴς δὲ διότι ἦτο τυφλὸν ὄργανον τοῦ κ. Βαλτινοῦ· ὁ ἐπιθεωρητὴς ἦτο ὁ οἰκονομικὸς ἀξιωματικὸς Πανέρης.
§15Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, κύριε, ἀξιωματικὸς ὡς σεῖς νὰ κατηγορῆτε ἕνα γέροντα, Συνταγματάρχην μάλιστα, ὅτι ἠθέλησε νὰ κατέλθῃ τόσον χαμηλά.
§16ΜΟΣΧΟΒΑΚΗΣ. Αὐτὰ εἶναι σοφίσματα· ἄλλως τε, ἐγὼ ὁμιλῶ τὴν ἀλήθειαν καὶ αὕτη θὰ ἀποδειχθῇ, πλὴν ἔχετε ὑπομονὴν, κύριε Κουμουνδοῦρε. Ὁ οἰκονομικὸς ἐπιθεωρητὴς διατείνεται ἐν τῇ ἐκθέσει του, κύριοι, ἐν τῷ μόνῳ δηλαδὴ κατηγορητηρίῳ, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει κατ’ ἐμοῦ, ὅτι ἐν Χαλκίδι πρὸ ὀλίγων μηνῶν τινὲς χωροφύλακες παρεπονέθησαν δῆθεν ἐνώπιόν του ὅτι μέρος ἐκ τῆς μισθοδοσίας των καθυστερήθη καὶ ἐπειδὴ τότε διετέλουν ἐγὼ διαχειριστὴς, ἐκεῖθεν ἕπεται ὅτι ἤμην ἄμεσος ὑπεύθυνος διὰ τὴν τοιαύτην ἔλλειψιν καὶ γνωμοδοτεῖ ἐν τῇ ἐκθέσει του ὁ γενναῖος οἰκονομικὸς ἐπιθεωρητὴς οὗτος νὰ τεθῶ ἐγὼ εἰς τὴν ἀγχόνην διὰ νὰ ἱκανοποιήσω τὰς διαθέσεις τοῦ προϊσταμένου τότε κυρίου ὑπουργοῦ. Ἐπειδὴ κύριοι, ἡ ὑπόθεσις αὕτη σχετίζεται μέ τινα ὑπόθεσιν οἰκονομικὴν, ἐπισυμβᾶσαν ἐν Χαλκίδι, θέλω προσπαθήσει νὰ καταδείξω εἰς τὴν Βουλὴν πόσον ἐνδιεφέρετο ἐπὶ ταύτης ὁ κ. Βαλτινὸς καὶ ἂν χάριν ἐμοῦ δὲν θὰ ἐνέδιδεν ὁ κ. Μπαΐρας εἰς τὰς θελήσεις του. Πρὸ ἔτους, κύριοι, ὡς ὑπουργὸς ὁ κ. Βαλτινὸς διώρισεν εἰς Χαλκίδα διευθυντὴν τῆς ἐκεῖσε γενικῆς ἀποθήκης τοῦ ἱματισμοῦ τὸν ταγματάρχην κύριον Μερκάτην· τότε συνέπεσεν ἡ οἰκογένεια Ἀβέρωφ, ἡ ὁποία εἶναι συγγενὴς μὲ τὸν κ. Βαλτινὸν, νὰ ζητήσῃ τὴν ἐνοικίασιν μιᾶς οἰκίας της δι’ ἀποθήκην ἐν Χαλκίδι.
§17Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αὐτὰ δὲν λέγονται ἐνταῦθα· δὲν εἴμεθα δικασταὶ ἡμεῖς· τὸ βούλευμα θὰ ἦναι θρίαμβος, κ. Μοσχοβάκη.
§18ΜΟΣΧΟΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ παρεκάλεσα ἐξ ἀρχῆς τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν συζήτησιν ταύτην κατὰ προτίμησιν, διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκθέσω τὰ πράγματα ὡς ἔχουν, ἐνῷ ἀπὸ μόνην τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν δύναται νὰ φωτισθῇ ἡ Βουλὴ καὶ ἐνδέχεται νὰ ἀποπλανηθῇ· (Θόρυβος) ἐν τοσούτῳ ἔχετε ὑπομονὴν καὶ θὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν διὰ νὰ ἀποδειχθῇ τὸ μέγα μηδενικὸν τῆς κατηγορίας μου.
§19Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ἦσαι ἀθῶος, θὰ ἀθωωθῇς.
§20ΜΟΣΧΟΒΑΚΗΣ. Σεῖς ἐλάβατε γνῶσιν τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἣν συνέταξεν αὕτη ἐπὶ τῇ βάσει μόνον τοῦ ἐγγράφου τοῦ οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ὑμετέραν ἔκθεσιν, ἣν ἐγκαίρως παρέδωκα αὐτῇ. (Θόρυβος) Θέλω δὲ νὰ ἀπαλλάξω τὴν Βουλὴν ἀπὸ τὴν ἰδέαν ὅτι ὑφίσταται κατηγορία (Θόρυβος). Ἐπειδὴ βλέπω ὅτι πρόκειται νὰ σᾶς ἐπασχολήσω, ἂς παύσω· ἀλλ’ οὐχ ἧττον προκαλοῦμαι καὶ ἀναγκάζομαι νὰ ἐκθέσω τὰ καθέκαστα σχετικῶς πρὸς τὰ περὶ τοῦ κ. Βαλτινοῦ λεχθέντά μοι, ἀλλὰ θὰ ἀποδειχθῇ ἐκ τῆς ἐξετάσεως ἡ ἀλήθεια καὶ ἐπειδὴ ὡς ἐκ τοῦ μεγάλου θορύβου δὲν μὲ ἀκούετε, παύω ἕως νὰ ἡσυχάσητε, διότι ἀναμένω νὰ ἐξετασθῇ καὶ ἐνταῦθα ἡ σκανδαλώδης αὕτη ἔκθεσις.
§21ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύω λέξεις παρακαλῶ. Ἡμεῖς ἀπὸ τὴν Ἀγυιᾶν, ὁ κ. Μοσχοβάκης καὶ ἐγὼ, ἕως προχθὲς ἐλέγαμεν γεγονυίᾳ τῇ φωνῇ, ὅτι ἐξελέχθημεν βουλευταὶ καὶ ἤλθομεν ἐδῶ μέσα ὡς περιστεραί. Σήμερον παραδόξως προσβάλλεται εἷς συνάδελφος, περὶ τοῦ ὁποίου λέγουσιν, ὅτι ἰδιοποιήθη χρήματα. Εὐχόμεθα ἅπαξ πάντες οἱ βουλευταὶ νὰ μὴν ὑπάρξῃ ἀληθὲς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίζεται ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, αὐτὸς ὁ κατηγορούμενος πρῶτος ἐζήτησεν, ἵνα παμψηφεὶ δοθῇ ἡ ἄδεια νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ δικαστήριον, καθόσον θέλει παραστήσει ὁ ἴδιος εἰς τὴν ἀνάκρισιν τὴν ἀθωότητά του, καὶ ἀπὸ τὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν ὅλην αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν καὶ τὴν ἐξετάσει, θέλει φανῆ ἐὰν ἦναι ἔνοχος ἢ ὄχι. Καὶ ἐὰν μὲν ἦναι ἀθῶος, θέλει πάλιν ἀνοίξει τὰς ἀγκάλας τῆς ἡ Βουλὴ καὶ θέλει τὸν δεχθῇ· ἂν δὲ ἔνοχος, νὰ ὑπάγῃ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὸν νόμον, διότι εἰς αὐτὸν τὸν ἱερὸν τόπον, ἐδῶ, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μένωσιν ἔνοχοι.
§22ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, ἀρκετά.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι....
§24ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Θὰ ἀποφασίσωμεν τώρα περὶ τῆς ἀδείας τῆς καταδιώξεως; Ἀλλ’ ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν διενεμήθη ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἔλαβα γνῶσιν.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διενεμήθη πρὸ 8 ἡμερῶν.
§26ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δυστυχῶς δὲν ἀντελήφθην τοιούτου τινὸς, ἀλλὰ καὶ τούτου δοθέντος, προκαλῶ πάντα ἐξ ὑμῶν νὰ δηλώσῃ τὸ τὶ κατὰ συνείδησιν φρονεῖ. Ὀφείλομεν λοιπὸν νὰ μελετήσωμεν τὴν ὑπόθεσιν, διότι ἐνδέχεται ἡ Βουλὴ νὰ μὴ πεισθῇ περὶ τῶν λόγων, οἵτινες ἀποτελοῦν τὸ αἴτιον τῆς εἰς δίκην εἰσαγωγῆς τοῦ συναδέλφου μας, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ μελετήσωμεν καλῶς τὴν ὑπόθεσιν. Εἶναι πολὺ σπουδαῖον τὸ ζήτημα καὶ δὲν πρέπει παραπολὺ ἐσπευσμένως νὰ παραδώσωμεν ἕνα συνάδελφον εἰς ποινικὴν καταδίωξιν, ὅταν μάλιστα διὰ δευτερεύοντος λόγου ἐνοχοποίησις ὑπεμφαίνεται, καὶ ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ ἦναι λίαν προσεκτικὴ, διότι δύω λεπτῶν χάρτης καὶ εἷς ἐπηρεαζόμενος εἰσαγγελεὺς δύνανται βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον ν’ ἀπογυμνώνουν τὴν Βουλὴν ἐκ τῶν μελῶν της. Ἄλλως, νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει καὶ βία περὶ τῆς ποινικῆς καταδιώξεως, διότι καὶ μετὰ τὸ πέρας τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐργασιῶν, δύναται ἡ δικαιοσύνη νὰ ἐπιληφθῇ ταύτης τῆς καταδιώξεως, εἰ δὲ ἃς ἐξετάσωμεν ἐμβριθῶς, διότι ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχουν καὶ λόγοι, ἐπιτρέποντες τὴν ἀναβολὴν τῆς καταδιώξεως. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ σπεύδωμεν, διότι καὶ αὐτὴ ἡ ἄδεια θὰ προσάψῃ ἕνα μῶμον ἐπὶ τοῦ συναδέλφου μας. Πρέπει λοιπὸν νὰ σκεφθῶμεν σπουδαίως καὶ νὰ μελετήσωμεν τὸ ζήτημα, ὅπως μὴ δώσωμεν λαβὴν εἰς ἄλλους διὰ μεθόδου τοιαύτης νὰ ἀραιώνωσι τὰς τάξεις μας.
§27Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δύω λέξεις θὰ εἴπω, κ. Πρόεδρε, εἰς ἀπάντησιν τοῦ προαγορεύσαντος. Ἀφοῦ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης γνωμοδοτεῖ, ὅπως δοθῇ ἡ ἄδεια παρὰ τῆς Βουλῆς, ἵνα παραπεμφθῇ εἷς συνάδελφός μας, δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ἐμποδίσωμεν τοῦτο. Μοὶ φαίνεται, ὅτι, ἀφοῦ καὶ ὁ ἴδιος ὁ προαγορεύσας, περὶ οὗ πρόκειται, ἐζήτησε νὰ δώσῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἄδειαν, ἡμεῖς δὲν πρέπει νὰ διστάζωμεν, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν τὴν ἄδειαν, ὅπως ἐκλείψῃ ὁ λόγος καὶ ἡ ἀφορμὴ τῆς κατηγορίας. Ἡμεῖς λοιπὸν δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου πρέπει νὰ ἐπιληφθῇ ἡ δικαιοσύνη. Ὀρθὸν καὶ δίκαιον καὶ ἀξιοπρεπὲς εἶναι νὰ δώσωμεν τὴν ἄδειαν.
§28ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ὁ βουλευτὴς οὔτε κἂν κατὰ διάνοιαν πρέπει νὰ ἦναι ἐνοχοποιημένος. Τί θὰ εἴπῃ ὅλος ὁ κόσμος, ὅταν ἴδῃ ἕνα ἐγκληματίαν νὰ βουλεύεται περὶ τῶν κοινῶν; Πρέπει λοιπὸν νὰ δώσωμεν τὴν ἄδειαν.
§29ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὴν αὔριον ἡ ψηφοφορία.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται λοιπὸν διὰ τὴν αὔριον, καὶ εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§31Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν γίνεται αὐτὸ, κ. Πρόεδρε.
§32ΠΕΤΣΑΛΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Βέβαια, δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀναβληθῇ.
§33Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πρέπει νὰ διατάξητε νὰ τεθῶσιν αἱ κάλπαι, διὰ νὰ γείνῃ ψηφοφορία. (Θόρυβος).
§34ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Καὶ ὁμοφώνως πρέπει νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια, διότι ὁμοφώνως καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια. (Θόρυβος).
§35ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ πάντων πρέπει νὰ συμφωνήσωμεν περὶ τοῦ καθήκοντος, ὅπερ πρόκειται σήμερον νὰ ἐκπληρώσωμεν. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐφρόνει, ὅτι οἱ νόμοι πρέπει νὰ λειτουργῶσιν ἀπροσκόπτως, καὶ ὅτι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον χορηγεῖται ἐκ τοῦ Συντάγματος εἰς τὴν Βουλὴν νὰ δίδῃ τὴν ἄδειαν τῆς καταδιώξεως τῶν βουλευτῶν, τὸ κώλυμα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον δύναται ἡ Βουλὴ νὰ παρεμβάλλῃ εἰς τὴν τακτικὴν πορείαν τῆς δικαιοσύνης, δὲν ἔχει ἄλλον τινὰ σκοπὸν, εἰμὴ μόνον νὰ ἐξασφαλίσῃ ὅλα τὰ μέλη τῆς Βουλῆς ἀπὸ ἐνδεχομένας φατριαστικὰς καταδιώξεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ προκληθῶσιν ἐκ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ὄχι πρὸς ἀγαθὸν σκοπὸν ἱκανοποιήσεως τῶν νόμων, ἀλλὰ χάριν πολιτικῶν συμφερόντων πρὸς παρακώλυσιν βουλευτοῦ τινος ἀπὸ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν βουλευτικῶν αὐτοῦ καθηκόντων. Τοιαῦτα φρονοῦσα ἡ ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης Ἐπιτροπὴ, ἐνόμισεν, ὅτι ὤφειλε νὰ μὴ ἐρευνήσῃ ἄλλο τι, εἰμὴ μόνον πρῶτον ἐὰν διατυποῦται κατηγορία κατὰ τοῦ βουλευτοῦ, περὶ οὗ πρόκειται, καὶ δεύτερον ἐὰν δύναται ὥστε καὶ πόῤῥωθεν νὰ διεγερθῇ ὑπόνοια, ὅτι ἡ κατηγορία αὕτη διετυπώθη ἢ προεκλήθη χάριν ἄλλων τινῶν πολιτικῶν σκοπῶν, πρὸς ἀπομάκρυνσιν δηλαδὴ τοῦ βουλευτοῦ ἀπὸ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν βουλευτικῶν του καθηκόντων. Ἡ ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης λοιπὸν Ἐπιτροπὴ, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔγγραφα καὶ πεισθεῖσα, ὅτι πράγματι διατυποῦται κατηγορία, φέρουσα ἀξιόποινον χαρακτῆρα, μὴ ἀνευροῦσα δὲ οὔτε ἴχνος πολιτικοῦ τινος σκοποῦ, διότι καὶ ἡ πρώην Κυβέρνησις ἐζήτησε τὴν ἄδειαν τῆς εἰς δίκην παραπομπῆς, καὶ ἡ νῦν Κυβέρνησις ἐπανέλαβε τὴν αἴτησιν ταύτην, ἐνόμισε πρέπον παμψηφεὶ νὰ γνωμοδοτήσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν ὑπὲρ τῆς χορηγήσεως τῆς ἀδείας πρὸς καταδίωξιν, διότι δὲν ἐπιθυμεῖ ἡ Ἐπιτροπὴ οὔτε πρὸς στιγμὴν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι δύναται νὰ παρεμβληθῇ κώλυμα εἰς τὴν τακτικὴν πορείαν τῆς δικαιοσύνης. Ἐνόμισε μάλιστα ἡ Ἐπιτροπὴ, ὅτι καὶ τὸ συμφέρον αὐτὸ τοῦ κατηγορουμένου ἀπῄτει νὰ μὴ διατελῇ ὑπὸ ἐκκρεμότητα ἡ κατηγορία, ἀλλὰ νὰ ἀποφανθῇ ὅσον τάχιστα περὶ αὐτοῦ ἡ δικαιοσύνη. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ, συμμεριζομένη τὰς σκέψεις ταύτας, θέλει προβῆ παμψηφεὶ ἐπίσης εἰς τὴν χορήγησιν τῆς ἀδείας πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς δίκην τοῦ περὶ οὗ πρόκειται βουλευτοῦ.
§36ΤΙΝΕΣ. Τὰς κάλπας, κ. Πρόεδρε.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις λοιπὸν κηρύσσεται περαιωμένη.
§38ΜΟΣΧΟΒΑΚΗΣ. Παραλῶ, κύριοι, νὰ παύσῃ πᾶσα συζήτησις, διότι ἐγὼ, ὁ ἐνδιαφερόμενος καὶ κατηγορούμενος, ζητῶ παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν καὶ νὰ μὴν ἀναβάλῃ.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια......
§40ΤΙΝΕΣ. Εἶναι προσωπικόν, κ. Πρόεδρε, τὸ ζήτημα καὶ πρέπει νὰ τεθῶσιν αἱ κάλπαι, διὰ νὰ γείνῃ ψηφοφορία μυστική.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.—Οἱ παραδεχόμενοι νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια καταδιώξεως κατὰ τοῦ βουλευτοῦ Μοσχοβάκη, ῥίπτουσι τὸ σφαιρίδιον εἰς τὸ Ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι ῥίπτουσι τὸ σφαιρίδιον εἰς τὸ Ὄχι.
§42ΜΟΣΧΟΒΑΚΗΣ. Νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια περὶ ἐξετάσεώς μου, κ. Πρόεδρε.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ καταδιώξεως, λέγει ἡ Ἐπιτροπή. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα. (Παρατεθείσης τῆς κάλπης, γίνεται μυστικὴ ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ Ἀντιπροέδρου Χ. Κανελλοπούλου καὶ τοῦ βουλευτοῦ Δημητρακάκη ὡς ψηφολεκτῶν).
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 162, ἐξ ὧν 116 εἰς τὸ Ναὶ καὶ 46 εἰς τὸ Ὄχι. Ὥστε ἡ ἄδεια περὶ τῆς ποινικῆς καταδιώξεως τοῦ κ. Μοσχοβάκη ἐδόθη.
§45ΧΑΛΚΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς εἰσηγητὴς τοῦ ΣΤʹ. τμήματος ἐπὶ τῆς ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Βάλτου, ὑποβάλλω τὴν ἔκθεσιν περὶ ταύτης· τὸ ἐξαγόμενον εἶναι ἐπικυρωτικόν· 13 προτείνουσι τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς, 4 δὲν προσῆλθον νὰ ὑπογράψωσι. (Ὅρα Παράρτημα)
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχω ἔκθεσιν τῆς μειονοψηφίας, προτεινούσης τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς. Θὰ τυπωθῶσιν ἀμφότεραι. (Ὅρα Παράρτημα).
§47Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ διατάξῃ νὰ σταλῶσι χρήματα διὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Πατρῶν εἰς Καλάβρυτα, διότι κατήντησεν ἀδιάβατος. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ δώσῃ ἰδιαιτέρας ἐξηγήσεις, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ ἐπίσημος συνεννόησις εἶναι καλλιτέρα. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ δοθῶσι χρήματα, διότι πάντες γνωρίζουσιν, ὅτι ἡ ὁδὸς αὕτη εἶναι ἀναγκαία.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ πιστώσεως ἑνὸς δωδεκατημορίου διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ τρέχοντος μηνὸς Ἀπριλίου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§49ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Δύω θέματα συνεζητήθησαν σχετικῶς πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον· τὸ θέμα, ἐὰν ἡ πίστωσις αὕτη ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ τρέχοντος ἔτους, ἢ τοὐναντίον, ἐὰν ἔπρεπε νὰ δοθῇ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐψηφισμένου τοῦ παρελθόντος ἔτους. Συνεζητήθη προσέτι καὶ ἕτερον ἀντικείμενον, ἂν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου χορηγῶνται τὰ μέσα, ὅπως πληρωθῶσιν αἱ δαπάναι Ἐπιτροπῆς τινος, συσταθείσης ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐξελέγξεως τῆς διαχειρίσεως τοῦ δανείου τῶν 120,000,000, καὶ ἐὰν ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη κανονικῶς συνεστήθη, καὶ ἑπομένως ἐὰν ἦναι πρέπον ὑπὸ τῆς Βουλῆς νὰ ἀναγνωρισθῇ ἡ σύστασις αὐτῆς διὰ τῆς ψηφίσεως τῆς πιστώσεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ τρέχοντος ἔτους, περιέχοντας διὰ τὰς δαπάνας ταύτας ἄδειαν. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον θέμα, τὸ ἀφορῶν εἰς τὸν προϋπολογισμόν, εἰς ὃν ἔπρεπε νὰ στηρίζεται ἡ πίστωσις, πολλὰ ἐλέχθησαν, ἰδίως περὶ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ θέματος τούτου, τουτέστιν ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ θεωρήσῃ τὸν τοιοῦτον καθορισμὸν τῆς πιστώσεως ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ πρὸς τοὺς θεωροῦντας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε νὰ θέτῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἰδίως δὲ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συνδέῃ τοῦτο πρὸς νομοσχέδια, ἅτινα ἐκ τῆς φύσεως αὑτῶν δὲν ἔχουσι τοῦτον τὸν χαρακτῆρα, ὅπως ἐπιπροσθέτει εἰς τας ψήφους, ἃς ἤθελε λάβει τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἐκείνας αἵτινες θὰ δοθῶσιν, ὅταν τὸ νομοσχέδιον προκαλῇ ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἀλλ’ ὅπως ὡς πρὸς τοῦτο συμφωνῶ πρὸς τοὺς ἔχοντας τοιαύτην γνώμην, οὕτω φρονῶ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ νομοσχεδίων, ὧν ἡ ἐπιψήφισις ἐπάγεται τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, νὰ ἀφαιρῇ τὸν τοιοῦτον χαρακτῆρα, διότι τοῦτο δὲν συνάδει πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἑπομένως δὲν συνάδει πρὸς τὰ καθήκοντα αὐτῆς ἀπέναντι τῆς Βουλῆς. Ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ τί συμβαίνει; Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, κατὰ πλειονοψηφίαν, προτείνει εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως τὸ ἀνέκαθεν γενόμενον μὴ γένηται ἤδη, ὅπως, ἐὰν μέχρι τοῦδε ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ διέποντος ἡμᾶς Συντάγματος οὐδέποτε ἄλλως ἐχορηγήθη ἡ πίστωσις ἢ ὅπως ἤδη προτείνεται, ἤδη τὸ πρῶτον ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ὅτι δὲν θέλει ψηφίσει τὴν πίστωσιν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοῦ καταρτισθέντος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸ τρέχον ἔτος, ἀλλ’ ὅτι θέλει ψηφίσει τὴν πίστωσιν ἐπὶ τῇ βάσει προϋπολογισμοῦ, καταρτισθέντος ὑπὸ ἄλλης Κυβερνήσεως καὶ ψηφισθέντος δι’ ἄλλο ἔτος. Καὶ ὄχι μόνον ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ διέποντος ἡμᾶς Συντάγματος οὕτως ἐγίνετο πάντοτε, ἀλλὰ σχεδὸν ἀείποτε ἐγίνετο οὕτως καὶ ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ πρώτου Συντάγματος, ἀνεξαιρέτως δὲ πάντοτε ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1852. Ἕν τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀνέφερε περιστάσεις πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, καθ’ ἃ αἱ πιστώσεις ἐδίδοντο ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἀλλὰ συνάμα δὲν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν πληροφορίαν κἂν ὑπῆρχον τότε ὑποβεβλημένοι προϋπολογισμοὶ τῶν τρεχόντων ἐτῶν. Ἄλλως τε τὰ γενόμενα πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ὀλίγην δύνανται νὰ προσπορίσωσιν ὠφέλειαν, διότι ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ἔθεσε νέαν βάσιν εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς ἀπὸ τοῦ 1852. Ἐπικρατεῖ ἄρα μέχρι τῆς σήμερον τὸ σύστημα ὅπως αἱ Βουλαὶ ἐμπιστεύωνται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἄνευ μελέτης τῶν ἄρθρων τοῦ προϋπολογισμοῦ, προκειμένου περὶ προσωρινῆς πιστώσεως μηνιαίας, νὰ παρέχωσιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου τὴν πίστωσιν. Τὴν ἀξίωσιν, ὅπως καὶ ἤδη γένηται τὸ αὐτὸ, ἐχαρακτήρισαν τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ὡς καινοτομίαν. Ἄλλος δὲ ἀγορεύσας χθὲς εἶπεν ὅτι ἔχει τοῦτο καί τι τὸ τερατῶδες, ὅτι ἀποδεικνύει ἀξιώσεις ὑπερφιάλους τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἶναι τόσον παράλογον, ὥστε μόνον δύναται νὰ ἐξηγηθῇ διὰ τῆς ἀμαθείας τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ ἀγορεύσας χθὲς ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εἰδικώτερον καὶ τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἐξενεγκὼν, ἐν τῷ παρελθόντι εὑρέθη εἰς περιστάσεις, ὅπως, καὶ ὡς συμπολιτευόμενος καὶ ὡς ἀντιπολιτευόμενος, ἐκφράσῃ γνώμην ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὡς καὶ ἡμεῖς εὑρέθημεν ἐν τῷ παρελθόντι εἰς τοιαύτην περίστασιν. Ἐν τῷ παρελθόντι, ὁσάκις ὡς ἀντιπολιτευόμενοι ἠναγκάσθημεν ν’ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, καίτοι ἄκροι ἀντιπολιτευόμενοι, οὐδέποτε ἐδιστάσαμεν νὰ παράσχωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐμπιστοσύνην, ἣν ὤφειλεν ἡ Βουλὴ νὰ χορηγῇ εἰς Κυβέρνησιν πλειονοψηφοῦσαν, καὶ τοῦτο οὐδέποτε ἠμφισβητήσαμεν ἢ ἠγείραμεν περὶ τούτου συζήτησιν. Ἐκλήθημεν ὅμως καὶ ἐν τῇ Κυβερνήσει νὰ ἐκφράσωμεν γνώμην. Ἐν τῇ οἰκουμενικῇ Κυβερνήσει, ἧς μετεῖχε καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς, ὅστις χθὲς ἐξήνεγκε τὴν γνώμην, ἣν ἀνέφερον, τὸ ζήτημα παρουσιάσθη, καὶ ἡ οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἔδωκε τὴν λύσιν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἣν δίδομεν καὶ ἡμεῖς σήμερον. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γόρτυνος, μέλος ὢν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, θεωρεῖ, ὅτι δὲν εὐθύνεται ἐπὶ τῇ τότε γενομένῃ προτάσει παρὰ τοῦ συναδέλφου ἡμῶν ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀοιδίμου Δεληγεώργη. Ἠξεύρω, ὅτι ὅσα τῆς οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως εἶναι τρωτὰ, ἐπὶ τούτων ἐσυνείθισε νὰ θεωρῇ ἑαυτὸν ἀνεύθυνον, ἀλλὰ τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὴν μετριοφροσύνην αὐτοῦ περὶ τῆς μετοχῆς, ἣν εἶχεν εἰς τὴν ἐργασία τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης· φρονῶ ὅμως ὅτι δὲν δικαιοῦται νὰ λέγῃ, ὅτι εἶναι πρωτοφανὲς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγένετο, συμπράττοντο αὐτοῦ ἐπισήμως ὁπωσδήποτε. Ἐπειδὴ δὲ γνωρίζω, ὅτι τὰ τῆς οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως ἀποδέχεται ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς μόνον ὅταν ἀποδέχεται, ὅτι δύνανται νὰ παρασταθῶσι πρὸς ἔπαινόν του, ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ ἐξετάσω μή ὡς καὶ ἐν ἄλλῃ Κυβερνήσει εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀποφανθῇ καὶ πῶς ἀπεφάνθη. Ἰδοὺ δὲ τί εὑρίσκω· εὑρίσκω τὸν ΧΟΖ νόμον ἀπὸ 20 Δεκεμβρίου 1879 λέγοντα· Ἄρθρον 1. Πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 1880 χορηγεῖται εἰς τὴν Κυβέρνησιν πίστωσις ἴση πρὸς ἓν δωδεκατημόριον τοῦ εἰσαχθέντος εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων διὰ τὴν χρῆσιν 1880». Προσυπογραφὴν δὲ εἰς ταῦτα εὑρίσκω· Θεόδωρος Π. Δηλιγιάννης. (Ἱλαρότης). Ἐδῶ, κύριοι, δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ φανῶ ἐπιεικὴς πρὸς αὐτὸν, ὅσον ἐφάνη καὶ αὐτὸς πρὸς ἡμᾶς, καὶ τὴν ἀμάθειαν, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκε πρὸς ἡμᾶς, νὰ τοῦ ἀνταποδώσω πολὺ πλείονα, διότι ἀγνοεῖ καὶ αὐτὰ τὰ παρ’ αὐτοῦ ὑπογεγραμμένα. Ἡ ἐξέτασις ἄρα τοῦ παρελθόντος ἀποδεικνύει, ὅτι πάντες, ὅσοι ἔλαβον μέχρι τοῦδε τὴν τιμὴν νὰ ὑπουργεύσωσιν, ἔτυχον παρὰ τῆς Βουλῆς τῆς ἐμπιστοσύνης, ἣν σήμερον ζητοῦμεν παρ’ αὐτῆς ὅπως, ἄνευ συζητήσεως τῶν ἄρθρων τοὐλάχιστον καὶ κεφαλαίων, ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς κατὰ ἓν δωδεκατημόριον, τῆς ἀνάγκης παρισταμένης, ὡς ἔχει. Ἐὰν ἡμεῖς ὑπεχωροῦμεν ἀπὸ τῆς ἀπαιτήσεως, ὅπως ἡ Βουλὴ δείξῃ εἰς ἡμᾶς τὴν ἐμπιστοσύνην, ἣν μέχρι τοῦδε αἱ Βουλαὶ ἔδειξαν πρὸς τὰ προηγούμενα ὑπουργεῖα, θὰ ἀπεδεικνύομεν, ὅτι δὲν ἔχομεν τὴν συναίσθησιν τῆς ἰδίας ἀξιοπρεπείας, τὴν συνείδησιν τοῦ καθήκοντος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Βουλήν. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν τὸ ζήτημα τοῦτο ἐθέσαμεν ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης Οὐσιαστικῶς, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα, ἐὰν δὲν εἶχε προηγουμένην ἱστορίαν, καὶ πάλιν εἰς τὴν αὐτὴν λύσιν ἠθέλομεν φθάσει, ὅτι ἡ δοθεῖσα παρ’ ἡμῶν λύσις εἶναι ἡ ὀρθοτέρα, ὅτι, ὑπάρχοντος κενοῦ ἐν τῇ λογιστικῇ ἡμῶν νομοθεσίᾳ, ὁ καταλληλότερος τρόπος πρὸς κανονισμὸν τῆς ἐκτάκτου ταύτης ἀνάγκης εἶναι ἡ ψήφισις πιστώσεως ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκείνου, ὅστις καθ’ ὅλας τὰς πιθανότητας θέλει τύχει τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, διότι συνετάχθη παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ἀντιπροσωπεύουσι τὴν πλειονοψηφίαν, ἀντιπροσωπεύουσι τὴν γνώμην, τὴν πολιτικὴν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὅπως εἶπον, ἀνεξαρτήτως τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος οὐσιαστικῶς, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὸ καὶ ἱστορικῶς, καὶ ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν τὴν φιλοτιμίαν, ὅπως, ἐὰν πρόκηται νὰ γείνῃ ἡ μεταβολὴ αὕτη, μὴ γείνῃ ἐν τοῖς προσώποις ἡμῶν. Ἐπὶ τοῦ ἑτέρου δὲ ζητήματος, ὅπερ ἀνεκινήθη ἐξ ἀφορμῆς τῆς πιστώσεως ταύτης, τοῦ ζητήματος, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν συσταθεῖσαν παρ’ ἡμῶν Ἐπιτροπὴν πρὸς ἐξέλεγξιν τῆς διαχειρίσεως τοῦ δανείου τῶν 120,000,000, ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰ λεχθέντα. Παρεστάθη ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ὡς παρανόμως σχηματισθεῖσα. Ἐῤῥέθη ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συνιστᾷ Ἐπιτροπὰς, εἰμὴ καθ’ ὃν τρόπον ὁ νόμος κανονίζει, ὁ δὲ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γόρτυνος ἐγενίκευσε τὴν θεωρίαν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἔφθασε νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι ὁμολογουμένη ἀλήθεια, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει οὐχὶ μόνον νὰ μὴ παραβιάζῃ νόμον, ἀλλὰ καὶ οὐδὲν νὰ πράττῃ, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ διαγράφηται λεπτομερῶς ὑπὸ κειμένων νόμων· ὅτι, ἐὰν γίνηταί τι διὰ τρόπου μὴ ῥητῶς κανονισμένου, καίτοι οὐδεὶς νόμος παραβιάζεται, τοῦτο ἐκθέτει τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ ἐγνώριζον τὸν νόμον περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖ μόνον περὶ παραβιάσεως τῶν νόμων· ἀλλ’ ἤδη ἔχομεν καὶ νέαν θεωρίαν, ὅτι ἄνευ παραβιάσεως νόμου ὑφίστανται οἱ ὑπουργοὶ ποινικὴν εὐθύνην. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἔχω πάλιν ἀρωγὸν τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Γόρτυνος ἐν τῷ παρελθόντι. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γόρτυνος ἐν τῷ παρελθόντι ἐνήργησε διὰ τρόπου μὴ κανονιζομένου ὑπὸ τοῦ νόμου, καὶ οὕτω διὰ τῆς ὑψηλῆς αὐτοῦ αὐθεντίας δικαιολογεῖ τὰς σκέψεις ἡμῶν. Προέβη ὅμως καὶ περαιτέρω· καὶ βεβαίως, ἐὰν τὸ ἤξευρε, θὰ ἦτο πολὺ προσεκτικώτερος εἰς ὅσα χθὲς εἶπε, διότι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γόρτυνος ἐν ταῖς ἐνεργείαις αὐτοῦ παρεβίασε καὶ ῥητῶς ὡμολόγησεν, ὅτι παρεβίασε νόμον. Ἐν ἐκθέσει αὑτοῦ πρὸς τὸν βασιλέα, φερούσῃ χρονολογίαν 17 Φεβρουαρίου 1870, λέγει: «Ἑπομένως ἔπρεπε νὰ ἐκλέξω δυοῖν θάτερον, ἢ νὰ ἀναμείνω τὴν προσεχῆ Σύνοδον τῆς Βουλῆς καὶ τότε νὰ προβάλω αἴτησιν πρὸς χορήγησιν τῆς πιστώσεως ταύτης, ἢ πεπεισμένος, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη εἶναι ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἡ δὲ παράτασις αὐτῆς λίαν ἐπιζημία καὶ ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη πρέπει νὰ ἐκλίπῃ τὸ ταχύτερον, νὰ προτείνω νὰ πραγματοποιηθῇ καὶ ἀπὸ τοῦδε ἡ δαπάνη καὶ ἄνευ πιστώσεως διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ χορηγουμένης, νὰ προβάλω δὲ τὸ περὶ τῆς ἀναγκαίας πιστώσεως εἰς τὴν Βουλὴν, εὐθὺς ὡς συνέλθει ἐν Βʹ Συνόδῳ». Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γόρτυνος ἐθεώρησεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ προσφέρῃ ὑπηρεσίαν, κανονίζων τὰ λογιστικὰ τοῦ Κράτους, διὰ τῆς προσλήψεως δέκα γραμματέων ταμείου εἰς τὸ Λογιστήριον· δὲν εἶχεν ὅμως πρὸς τοῦτο ἄδειαν νομοθετικήν· ἀλλ’ ἀπεφάσισεν, ἀποβλέπων εἰς τὴν μεγάλην ὠφέλειαν, ἣν τὸ μέτρον τοῦτο ὑπέσχετο, καὶ ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς νὰ προβῇ εἰς τὴν συγκέντρωσιν ἐν τῷ Λογιστηρίῳ δέκα γραμματέων ταμείων, οὓς ἐπὶ τούτῳ διώρισεν εἰς θέσεις, αἵτινες διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἀνεγνωρίσθησαν. Ἡμεῖς εὐτυχῶς δὲν προέβημεν μέχρι παραβάσεως νόμου· ἡμεῖς προέβημεν εἰς τὸν διορισμὸν Ἐπιτροπῆς, ἧς τὴν σύστασιν οὐδεὶς νόμος ἀπηγόρευσεν· ὡς πρὸς δὲ τὴν δαπάνην, ἔχομεν διαφόρους πιστώσεις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἐξ ὧν δυνάμεθα νὰ πληρώσωμεν τὰ μέλη αὐτῆς. Ἔχομεν πρῶτον τὴν πίστωσιν, περὶ ἧς ἐποιήσατο λόγον χθὲς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γόρτυνος, τὴν πίστωσιν τοῦ κεφαλαίου ΣΤʹ, ἄρθρου 6, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὰς ἐπιθεωρήσεις. Ἔχομεν ὅμως καὶ ἄλλην πίστωσιν, ἣν οὐδόλως ἀνέφερεν ὁ ἐκ Γόρτυνος βουλευτής, ἣν καὶ ἡμεῖς δὲν ἠθέλομεν ἴσως ἀναφέρει, ἂν μὴ ἐπροκαλούμεθα, διότι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προστρέξωμεν εἰς ὅλας τὰς πιστώσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἔχομεν πίστωσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν: «Κεφάλαιον Αʹ, ἄρθρον 1, δι’ ἀντιμισθίαν εἰδημόνων ἰδιωτῶν, πρὸς ἐκκαθάρισιν καὶ ἐξέλεγξιν παλαιῶν λογαριασμῶν καὶ ἄλλων ἐκκρεμῶν λογιστικῶν ἐργασιῶν». Ἔχομεν πίστωσιν ἐν τῷ Κεφαλαίῳ ΙΓʹ. ἄρθρῳ 5, ἐδαφίῳ 9 τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου δι’ Ἔξοδα ὑπηρεσίας τῶν δανείων, διὰ γραφικὰς ἐργασίας τῶν διαφόρων δανείων». Ἀλλὰ καὶ αὐταὶ αἱ δύω πιστώσεις μᾶς εἶναι περιτταί, διότι ὑπάρχει ἡ τρίτη πίστωσις, εἰς ἣν περιωρίσθη χθὲς ἀγορεύσας. Ἐὰν τὴν πίστωσιν ταύτην δὲν θεωρήσωμεν ἐπαρκῆ, ἔχομεν τὰς ἄλλας πιστώσεις καὶ δυνάμεθα νὰ προστρέξωμεν εἰς αὐτάς. Τὸ ζήτημα ἄρα δὲν εἶναι περὶ παραβάσεως νόμου, δὲν εἶναι ζήτημα εὐθύνης, εἶναι ὅμως πάντοτε ἐξεταστέον, διότι ἡ Βουλὴ δὲν ἐξετάζει μόνον τὰ ζητήματα, τὰ ἀφορῶντα εἰς ποινικὴν εὐθύνην τῶν ὑπουργῶν, ἀφοῦ δύναται ὁ ὑπουργὸς καὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ νόμου βαδίζων νὰ πράξῃ τι ἐπικριτέον, δύναται νὰ ἐντείλῃ δαπάνας, ἐπιτρεπομένας ἐκ πιστώσεων, καὶ ὅμως ἡ Βουλὴ νὰ καταδικάσῃ τὰς δαπάνας ταύτας. Εἶναι ἄρα ἡ περὶ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως τοιαύτη. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν λογαριασμῶν τοῦ Δημοσίου τῶν ἐκτάκτων. Ὁποία δὲ ἡ κατάστασις τῶν ἐκτάκτων τούτων λογαριασμῶν, δύνασθε νὰ ἐννοήσητε, ὅταν μάθητε, ὅτι βιβλίον τῶν δανείων δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ὅτι δὲν ἠξεύρομεν πόσα εἰσεπράξαμεν καὶ πόσα ἐδαπανήσαμεν ἐξ αὐτῶν, ὅτι δὲν ἠξεύρομεν πόσα χρήματα οἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ διαχειρισταὶ ἔχουσιν ἀνήκοντα εἰς τὸ Δημόσιον, ὅταν μάθητε ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον, ἀφ’ ἑνὸς ἠμφισβήτησε τὴν ἀπότισιν δικαιωμάτων τινῶν προμηθείας, καὶ ἀφ’ ἑτέρου πληρώνει τὸ Δημόσιον τὰ δικαιώματα ταῦτα, διότι τὸ ταμεῖον ἀγνοεῖ τὴν ἀμφισβήτησιν ταύτην τοῦ Ὑπουργείου. Ἡ νῦν Κυβέρνησις, εὐθὺς ὡς ἀνέλαβε τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν, ὤφειλε νὰ παρασκευάσῃ τὸν προϋπολογισμόν. Ἐζήτησεν ἄρα νὰ μάθῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ λογιστικὸς νόμος ἐπέβαλλεν εἰς αὐτὴν ὡς πρώτην ἐργασίαν. Ποία ἡ κατάστασις ἡ λογιστική, καθ’ ἣν ὥραν συνετάσσετο ὁ προϋπολογισμός; Δὲν ἠδυνήθη νὰ μάθῃ ποῖαι ἦσαν αἱ πιστώσεις τοῦ παρελθόντος ἔτους. Δὲν ἠδυνήθη νὰ μάθῃ ποῖαι ἦσαν αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ παρελθόντος ἔτους, διὰ ἃς διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων ἐλήφθησαν πιστώσεις. Ὑπέβαλεν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν χθὲς εἰς κύρωσιν τῆς Βουλῆς Διατάγματά τινα πιστώσεων ἀναπληρωτικῶν καὶ ἐκτάκτων τοῦ 1881, καὶ μιᾶς ἢ δύω τοῦ ἔτους 1880. Νομίζετε, κύριοι, ὅτι αὗται εἶναι αἱ ἔκτακτοι δαπάναι τοῦ ἔτους 1881; ἢ ὅτι δὲν ὑπολείπονται ἀτακτοποίητα διὰ πιστώσεων ἑκατομμύρια δαπανῶν τοῦ 1880; Περιοριζόμενος εἰς τὸ 1881, παρατηρῶ, ὅτι δὲν ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν πιστώσεις τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἐκδεδομένας ἤδη διὰ Διαταγμάτων, 1,500,000 περίπου· δὲν ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν πιστώσεις τοῦ αὐτοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν 2,000,000 περίπου, δι’ ἃς δὲν ἐξεδόθησαν Διατάγματα πιστώσεων κατὰ τὸ παρελθόν· δὲν ὑπεβλήθησαν οἱ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, δι’ ἃς δὲν ἐξεδόθησαν διατάγματα, ποσοῦ ἴσως 2,000,000· δὲν ὑπεβλήθησαν δὲ νομοσχέδια πιστώσεων διὰ τὰς δαπάνας ταύτας, διότι δὲν εἴμεθα εἰσέτι εἰς θέσιν ν’ ἀποφανθῶμεν ἂν αἱ πιστώσεις αὗται πρέπῃ νὰ ὑποβληθῶσιν ἢ ὄχι, ἂν τὸ Κράτος ἦναι ὑπόχρεον καὶ ἂν θὰ ἦναι δικαιολογημένη ἡ Βουλή, ψηφίζουσα τὰς πιστώσεις ταύτας. Οὐ μόνον δὲ ὡς πρὸς τὰς δαπάνας διατελοῦμεν ἐν ἀγνοίᾳ, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς αὐτὰ τὰ ἔσοδα. Ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐσημειώσαμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὅ,τι ἠδυνάμεθα τότε νὰ μάθωμεν· ἐμάθομεν, ὅτι ἐξ ἐκποιήσεως ἀχρήστου ὑλικοῦ καὶ κτηνῶν εἶναι πιθανὸν νὰ εἰσπραχθῶσι 500,000 δραχ. καὶ τοῦτο ἐσημειώθη· ἀφ’ ὅτου διευθύνω τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἐξηκολούθησα τὴν ἐξέτασιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀμέσως προκάτοχός μου εἶχεν ἀρχίσει ἐπὶ τῆς ἐκποιήσεως ταύτης, καὶ αἱ 500,000 τῆς πιστώσεως ταύτης ἀνέρχονται ἤδη εἰς 1,500,000! Ποῖον ἦτο τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀπέναντι τοιαύτης καταστάσεως οἰκονομικῆς, προκειμένου ἰδίως περὶ δύω ὑπουργείων, τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τῶν ὁποίων τὸ λογιστικὸν, ὡς ἐκ τοῦ συστήματος τῶν προκαταβολῶν δὲν εἶναι ῥυθμισμένον μετὰ τῆς αὐτῆς αὐστηρότητος, μετὰ τῆς ὁποίας εἶναι κεκανονισμένον τὸ τῶν ἄλλων ὑπουργείων; Ἠδυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν ἐκ τῶν ἐνόντων μέσων τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν λογαριασμῶν διὰ τρόπου, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν γενικὴν ἰδέαν περὶ τῆς καταστάσεως τῶν χρηματικῶν ἡμῶν πραγμάτων καὶ νὰ στηρίξωμεν ἐπ’ αὐτῶν σκέψεις διὰ τὸν προϋπολογισμόν; Τίς ἀγνοεῖ, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἶναι ὅλως ἀνεπαρκὲς διὰ τὴν κανονικὴν αὑτοῦ ἐργασίαν, καὶ ὅτι ὅλως ἄσκοπον θὰ ἦτο νὰ ἐπιζητήσωμεν παρ’ αὐτοῦ ἔκτακτον ἐργασίαν; Τίς ἀγνοεῖ, ὅτι τὸ Λογιστήριον εἶναι καὶ αὐτὸ ἐντελῶς ἀνεπαρκὲς πρὸς τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ; Οὔτε ἐκ τοῦ Συνεδρίου καὶ τοῦ Λογιστηρίου, οὔτε ἐκ τῆς παροχῆς τοῦ προσωπικοῦ, τὴν ὁποίαν ἠδύναντο τὰ γραφεῖα ταῦτα νὰ προσφέρωσι, ἠδυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμέν τι· καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον καὶ τὸ Λογιστήριον ἔχουσιν ἀνάγκην προσθήκης προσωπικοῦ, διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰ καθήκοντα αὐτῶν τὰ κανονικά. Ἐκεῖθεν δὲν ἠδυνάμεθα νὰ δανεισθῶμεν προσωπικόν· πόθεν ἄλλο τὸ ἐδανειζόμεθα; Δὲν ὑπῆρχεν ἄλλη ἐλπὶς παρὰ νὰ ἀποταθῶμεν εἰς ἄλλους ὑπαλλήλους, ἔχοντας λογιστικὰς γνώσεις, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν εὑρίσκομεν ὑπαλλήλους, νὰ προσφύγωμεν εἰς συνταξιούχους. Ὑπάρχει διάταξίς τις νόμου, ἥτις ν’ ἀπαγορεύῃ τοῦτο; Ἐπρόκειτο ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη νὰ ἐκδώσῃ ἀποφάσεις, αἵτινες νὰ ἔχωσι κῦρος κατὰ τρίτων, ὥστε νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ ἐξέλθωμεν τῶν ὁρίων τῶν διαγραφομένων ὑπὸ τοῦ νόμου, προκειμένου περὶ καταλογισμοῦ ὑπολόγων; Ἐπρόκειτο περὶ Ἐπιτροπῆς, ἥτις ἤθελεν ἀναστείλει ἢ διακόψει τὴν λειτουργίαν ἄλλων Ἀρχῶν ἢ γραφείων τοῦ Κράτους; Μετὰ τὴν σύστασιν τῆς Ἐπιτροπῆς ἤθελε παύσει τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἐκτελοῦν τὰ κατὰ νόμον καθήκοντα αὐτοῦ; Ἤθελε παύσει τὸ Λογιστήριον ἐκτελοῦν τὰ κατὰ ὅλον καθήκοντα αὐτοῦ; Δὲν ἐπρόκειτο περὶ τούτου ποσῶς· ἐπρόκειτο μόνον περὶ ὑλικῆς ἐργασίας· ἐπρόκειτο περὶ συγκεντρώσεως πληροφοριῶν καὶ περὶ καταστρώσεως τοῦ συμπεράσματος αὐτῶν ἐν πίναξιν· αὕτη ἦτο ἡ ἐργασία. Ποῖος νόμος ἀπαγορεύει εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ λάβῃ τὰς πληροφορίας ταύτας, νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἐργασίαν δι’ οὗτινος τρόπου θεωρήσῃ καταλληλοτέρου; Ἠδύνατο διὰ φίλων νὰ κάμῃ τὴν ἐργασίαν ταύτην. Ὅπως εἰς φίλους ἡμῶν βουλευτὰς ἀποτεινόμεθα συνεχῶς, ὅπως μᾶς συνδράμωσι περὶ τὸν καταρτισμὸν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλομεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως μᾶς συνδράμωσι περὶ τὸν καταρτισμὸν τῶν ὀργανικῶν Διαταγμάτων, οὕτως ἠδυνάμεθα νὰ ἀποταθῶμεν καὶ εἰς φίλους ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, διὰ τὴν προκειμένην ἐργασίαν· ἠδυνάμεθα ὅμως, ἐὰν ἔχωμεν καὶ πίστωσιν, νὰ ζητήσωμεν τὴν ἐργασίαν ταύτην ἐπὶ πληρωμῇ. Ἐθεωρήσαμεν δὲ ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἡ ἐργασία παρ’ ἀνδρῶν εἰδικῶν καὶ ἐπὶ πληρωμῇ, διότι ἡ ἐργασία αὕτη δὲν παρέχει τι ἐπαγωγόν· δὲν πρόκειται ἐδῶ περὶ καταρτισμοῦ νομοσχεδίου, ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ὁποίου βλέπει ὁ καταρτίσας αὐτὸ τὰς ἰδέας αὐτοῦ λαμβανούσας σάρκα, καὶ ἀρκεῖται εἰς αὐτὴν τὴν ἀμοιβὴν· ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ξηρῶν ἀριθμητικῶν πράξεων καὶ ἐξελεγκτικῶν ἐργασιῶν, ἃς οὐδεὶς ἀναλαμβάνει, ἂν δὲν πρόκηται νὰ ἀμειφθῇ ὡς δε εἴπομεν, ἔχομεν πολλὰς πιστώσεις, ἐξ ὧν ἀνέφερα 3 ἐξ ὧν δυνάμεθα ν’ ἀρυσθῶμεν τὰ ἀναγκαῖα ποσά. Ἀλλὰ τὴν Ἐπιτροπὴν συνεστήσαμεν διὰ Β. Διατάγματος, ἐνῷ ἠδυνάμεθα νὰ τὴν συστήσωμεν δι’ ὑπουργικῆς διαταγῆς, καὶ ταύτης οὐχὶ ἐγγράφου, ἀλλὰ προφορικῆς. Καὶ κατὰ τί διαφέρουσι πάντα ταῦτα; Ἆρα ἡ ὑπουργικὴ διαταγὴ δὲν ἀποῤῥέει ἐκ τῆς Βασιλικῆς διαταγῆς; Τὸ Σύνταγμα μίαν ἀναγνωρίζει Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν, τὴν τοῦ Βασιλέως, ἐνασκουμένην διὰ τῶν ὑπευθύνων ὑπουργῶν, προσυπογραφόντων τὰ Β. Διατάγματα, ἢ, ἀντὶ Β. Διατάγματος, ἐκδιδόντων ὑπουργικὴν διαταγήν· πᾶσα πρᾶξις τοῦ ὑπουργοῦ, ὡς ὑπουργοῦ, εἶναι πρᾶξις, ἥτις ἐκ τῆς φύσεως αὐτῆς ἠδύνατο νὰ γείνῃ διὰ Β. Διατάγματος, διότι ὁ ὑπουργὸς δὲν ἔχει παρὰ τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα χορηγεῖ εἰς τὴν Βασιλείαν, τῆς ὁποίας ὁ ὑπουργὸς εἶναι ὑπεύθυνος, συμπράττων Λοιπὸν ὁ τύπος, ὑφ’ ὃν γίνεται πρᾶξίς τις τοῦ ὑπουργοῦ, ὁ τύπος τοῦ Β. Διατάγματος ἢ τῆς ὑπουργικῆς διαταγῆς ἧς ἐγγράφου ἢ προφορικῆς, πάντα ταῦτα εἶναι ἄσχετα πρὸς τὸ ζήτημα. Τὸ ζήτημα εἶναι μόνον, ἂν ἔχῃ τὸ ὑπουργεῖον τὸ δικαίωμα νὰ συμπληρώσῃ τὰς πληροφορίας, ὧν ἔχει ἀνάγκην, νὰ τὰς ἐκκαθαρίσῃ καὶ τὰς καταστρώσῃ διὰ προσώπων τῆς ἐκλογῆς τοῦ ἐκτὸς τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος ἐκ τοῦ νόμου, ἵνα μὴ πράξῃ τοῦτο. Κατ’ οὐσίαν δὲ, ἂν περιωριζόμεθα εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς ὑπηρεσίας, θὰ ἦτο τὸ αὐτὸ ὡς νὰ ἀπεφασίζομεν νὰ μὴ πράξωμεν τίποτε, διότι ἡ ὑπηρεσία δὲν παρέχει προσωπικὸν ἐπαρκὲς, διὰ νὰ διεξαγάγῃ τοιαύτην ἐργασίαν. Τώρα ἐσχέτισεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γόρτυνος ταῦτα πάντα μὲ τὸ ζήτημα τῆς πιστώσεως διὰ τὸν μῆνα Ἀπρίλιον. Βεβιασμένη λίαν ἦτο ἡ συσχέτισις, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁπωσδήποτε οὕτω παρουσιάσθη τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν, ὀφείλω καὶ ὡς πρὸς τοῦτο νὰ ἀπαντήσω. Ὁ κ. Δηλιγιάννης, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὰς σκέψεις του περὶ τοῦ θέματος τούτου, προκειμένου περὶ τῆς πιστώσεως, εἶπεν, ὅτι ζητοῦμεν τὴν πίστωσιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882, διότι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1882 κατεχωρίσαμεν πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦσαν κατακεχωρισμέναι ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τοῦ 1881 καὶ 1880 καὶ δι’ ὧν ἐλπίζομεν, ὅτι θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀποτίσωμεν τὴν δαπάνην, τὴν ὁποίαν ἐπήγετο ὁ σχηματισμὸς τῆς Ἐπιτροπῆς· ἀλλ’ ὡς παρετήρησα χθὲς, διακόψας αὐτὸν, ὅσα εἶπε περὶ τούτου, δὲν εἶναι ἀκριβῆ, διότι καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1881 καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1880 περιέχουν τὴν αὐτὴν πίστωσιν· μόνον ἠδυνήθη νὰ εἴπῃ ὁ ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς περὶ τῆς καταδήλου ταύτης ἀνακριβείας περὶ τὰς βεβαιώσεις αὐτοῦ, ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ περὶ τὸ ποσόν. Καὶ ὁ προϋπολογισμὸς ἄρα τοῦ 1881, ἐξεταζόμενος, παρουσιάζει τὰς αὐτὰς πιστώσεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν καὶ ἐν τῷ ἐφετεινῷ προϋπολογισμῷ. Ἀναγινώσκω ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1881 ἐν κεφαλαίῳ Β, ἄρθρῳ 5, ἐδαφίῳ θʹ «Ἔξοδα ὑπηρεσίας τῶν δανείων. Ἔξοδα κληρώσεως, διαφορὰ συναλλάγματος προμήθεια κτλ.» Τὸ «κτλ.» τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1881 ἡμεῖς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1882 διεγράψαμεν, καὶ τοῦτο κατὰ γενικὴν ἀρχὴν, διότι αὐτὸ εἶναι μία τῶν πρωτίστων πηγῶν τῶν καταχρήσεων. Ὁσάκις ὑπουργεῖον θέλει νὰ προβῇ εἰς δαπάνην, τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ εἰσαγάγῃ κανονικῶς εἰς τι ἄρθρον τοῦ προϋπολογισμοῦ, εὑρίσκει ἓν «κτλ.» καὶ λέγει, ὅτι τὸ «κτλ.» ἀφορᾷ εἰς ἐκείνην τὴν δαπάνην (ἱλαρότης)· διὰ τοῦτο εἰς τὰς ὁδηγίας, τὰς ὁποίας ἐδώκαμεν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ἐν τῷ καταρτισμῷ τοῦ προϋπολογισμοῦ, περιελάβομεν καὶ ταύτην ὡς θεμελιώδη, ὅπως ὅλα τὰ «κτλ.» ἐκλείψωσιν, ἵνα ἀντικατασταθῶσιν ὑπὸ τῆς ἐννοίας, τὴν ὁποίαν περιέχει ἕκαστον, καὶ ἂν δὲν ἔχῃ ὡρισμένην ἔννοιαν, νὰ ἐκλείψῃ. Διὰ τοῦτο οὐδαμοῦ θὰ εὕρητε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1882 τὰ τρία αὐτὰ στοιχεῖα, ἀλλ’ ἀντ’ αὐτῶν τὴν περιεχομένην ἐν αὐτοῖς ἔννοιαν. Ἐπίσης καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1881 ἔχομεν ἐν κεφαλαίῳ 6, ἄρθρῳ 6, τὴν πίστωσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίξαμεν τὴν δαπάνην, περὶ ἧς πρόκειται, δι’ ἐνδεχομένην ἔκτακτον ἐπιθεώρησιν, οὐχὶ διὰ τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν, εἰς οὓς ἀφορᾷ τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου τούτου, ἀλλὰ δι’ ἄλλων ὑπαλλήλων τῆς ἐκλογῆς τοῦ ὑπουργοῦ. «δι’ ἄλλων ὑπαλλήλων λέγει τὸ ἐδάφιον· ἔχομεν ὅμως ἄλλας πιστώσεις διὰ τοὺς μὴ ὑπαλλήλους. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γόρτυνος, ὁμιλῶν χθὲς περὶ τούτων, ἔλεγεν, ὅτι μόνον δι’ οἰκονομικῶν Ἐπιθεωρητῶν δύνανται νὰ γίνωσιν κατὰ νόμον αἱ ἐπιθεωρήσεις, καὶ ἐθεώρει, ὅτι τὴν ἀξίωσιν αὐτοῦ ταύτην ὑποστηρίζει καὶ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ κεφαλαίου 6 τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἔχω τὸ παρελθὸν ὑπὲρ ἐμοῦ, καὶ τὸ παρελθὸν αὐτοῦ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Γόρτυνος, διότι ἐν τῷ παρελθόντι ἐπιθεωρήσεις ἐξετέλεσαν πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις, καὶ ἡμεῖς καὶ ὁ κ. Δηλιγιάννης, ἐν τῇ Κυβερνήσει εὑρεθεὶς, οὐχὶ δι’ οἰκονομικῶν Ἐπιθεωρητῶν, ἀλλὰ δι’ ἄλλων ὑπαλλήλων.
§50ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὑπαλλήλων.
§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας τοιαῦται ἐπιθεωρήσεις ἐπάγονται, ἐπληρώσαμεν ἐκ πιστώσεων διαφόρων. Ὅλοι γινώσκετε, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐξαγωγῆς τῆς σταφίδος ἀποστέλλονται εἰς τὰ τελωνεῖα Ἐπιθεωρηταὶ, συμπράκτορες τῶν τελωνῶν, ἐπιτηρηταὶ αὐτῶν, οἵτινες διαμένουσιν ἐκεῖ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ἐκτάκτου ταύτης ἐργασίας· ποῖος νόμος προβλέπει περὶ τούτου; ποῦ εὗρε τοῦτο κανονισμένον ὁ κ. Δηλιγιάννης, ὅστις ἀξιοῖ, ὅτι μόνον ἐπὶ τῶν κεκανονισμένων ἐργάζεται; Καὶ ἐν τούτοις ἔστειλε πάντοτε ὑπαλλήλους τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἄλλους ὑπαλλήλους εἰς ἐπιτήρησιν τῆς ἐξαγωγῆς τῆς σταφίδος, καὶ ἐπλήρωσεν αὐτοὺς ἐκ διαφόρων κονδυλίων, διότι, ἐξετάσας εἰς τὸ Λογιστήριον, εὗρον, ὅτι δὲν πληρώνονται πάνοτε ἐκ τῆς αὐτῆς πιστώσεως, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἐπαρκεῖ μία πίστωσις, πληρώνονται ἐξ αὐτῆς, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπαρκεῖ, πληρώνονται ἐξ ἄλλης. Τί ταῦτα ἀποδεικνύουν; ἀποδεικνύουσιν, ὅτι τὸ σύστημα τῶν ἐπιθεωρήσεων παρ’ ἡμῖν δὲν εἶναι ἐπαρκῶς κανονισμένον, ὅτι ἰδίως ὡς ἐκ τῆς ἀτελείας τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας ἔχομεν ἀνάγκην πλειότερον τῶν ἄλλων Κρατῶν ἡμεῖς νὰ ἐπιθεωρῶμεν τὰς οἰκονομικὰς ἡμῶν Ἀρχὰς, καὶ ἐν τούτοις ἔχομεν σύστημα ἐπιθεωρήσεως ἧττον πλῆρες ἢ ἐν τοῖς ἄλλοις Κράτεσιν, ἀναγκαζόμεθα δὲ νὰ πληρώνωμεν αὐτὸ ἐκ τῶν ἐνόντων. Οὐδεὶς νόμος προβλέπει περὶ τῆς συμπληρώσεως, διότι ὁ νόμος προεῖδε μόνον περὶ τῶν οἰκονομικῶν Ἐπιθεωρητῶν. Ἐνταῦθα ὅμως, ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, περὶ ἧς πρόκειται, δὲν ὑπαγόμεθα κἂν εἰς τοὺς περιορισμοὺς τῶν ἐκτάκτων Ἐπιθεωρητῶν ἐπὶ τῆς σταφίδος, διότι ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν πρόκειται νὰ διεξαγάγῃ ὑπηρεσίαν ἐπίσημον, ὁποίαν διεξάγουσιν οἱ Ἐπιθεωρηταὶ, οἱ παριστάμενοι εἰς τὴν ἐξαγωγὴν τῆς σταφίδος· ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη οὐδὲν ἄλλο καθῆκον ἔχει ἢ μόνον νὰ φωτίσῃ τὸ ὑπουργεῖον, ὅπως τὸ ὑπουργεῖον δυνηθῇ νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλήν· εἶμαι δὲ πεπεισμένος, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει νὰ φωτισθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ὅτι θέλει ἐγκρίνει τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐνομίσαμεν, ὅτι δυνάμεθα καταλληλότερον νὰ τὴν φωτίσωμεν.
§52Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἂν δὲν ἀνήρεσαν τοὺς λόγους, διὰ τῶν ὁποίων προσεπάθησα νὰ σᾶς πείσω, ὅτι ἡ σύστασις τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ἦτο νόμιμος, καὶ ὅτι ὁ προσδιορισμὸς χρηματικῶν χορηγιῶν εἰς τὰ μέλη αὐτῆς δὲν ἦτο νόμιμος, ἐὰν, λέγω, τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν ἀνήρεσαν τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους πρὸς τοῦτο χθὲς ἐξέθηκα πρὸς ὑμᾶς, ἠλλοίωσαν ὅμως τοὺς λόγους τούτους, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. πρωθυπουργὸς δὲν διέπραξε τὴν ἀλλοίωσιν ταύτην εἰμὴ ἐκ πλάνης ἢ ἐκ λήθης τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους χθὲς σᾶς εἶπον. Ἐξετάζων χθὲς τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον συνεστήθη ἡ Ἐπιτροπή, ἡ πρὸς ἐξέλεγξιν τῆς διαχειρίσεως τοῦ δανείου τῶν 120,000,000, καὶ ἀποδεικνύων εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι συνεστήθη ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ νόμου· ἐξετάζων ἂν νομίμως προσδιωρίσθη χρηματικὸν χορήγημα εἰς τὰ μέλη αὐτῆς, καὶ ἀποδεικνύων, ὅτι δὲν ἐχορηγήθησαν νομίμως τὰ χρηματικὰ ποσὰ τὰ προσδιορισθέντα, κατέληξα, ὡς εἰκὸς, εἰς ἓν πόρισμα. Καὶ ποῖον ἦτο τὸ πόρισμα; Εἶπον, ὅτι δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ἀποδώσω προαίρεσιν εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, ὅτι ἐν γνώσει παρέβησαν τοὺς νόμους, διότι δὲν ἔχω περὶ τούτου ἀναντίῤῥητόν τινα ἀπόδειξιν· μὴ ἔχων δὲ ἀναντίῤῥητον ἀπόδειξιν, δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ αἰτιῶμαι τῶν ἄλλων. Ἀλλ’ ἀπέδωκα τοῦτο εἰς ἀμάθειαν τῶν νόμων. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς τὴν ἀμάθειαν, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκα εἰς τοὺς ὑπουργοὺς, τὴν μετετόπισε, καὶ ἀπὸ τῆς συστάσεως ἐξελεγκτικῆς Ἐπιτροπῆς, διὰ τὴν ὁποίαν ἀπέδωκα τὴν ἀμάθειαν τῶν νόμων εἰς τοὺς ὑπουργοὺς, τὴν μετέφερεν εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως, καὶ σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐνῶ ἀπέδωκα εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀμάθειαν, διότι ἐζήτησε διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου πίστωσιν οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1881, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882. Συνετελέσθη ἀληθὴς ἀλλοίωσις τοῦ λόγου μου· δὲν γνωρίζω ἂν ἡ ἀλλοίωσις αὕτη ἐχρησίμευεν εἰς τὸν κ. πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διὰ νὰ περιβάλῃ μὲ περισσότερον ὄγκον τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνεκοίνωνε πρὸς ὑμᾶς· ἐγὼ ὅμως ἐλπίζω, ὅτι ἡ ἀλλοίωσις δὲν συνετελέσθη ἐν γνώσει, καὶ ὅτι ὁ κ. Τρικούπης ἠλλοίωσε τοὺς λόγους μου, διότι δὲν εἶχεν ἀντιληφθῆ ἢ εἶχε λησμονήσει αὐτούς. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἤμην μέλος τῆς οἰκουμενικῆς λεγομένης Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι ἡ οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις προέβαλε νομοσχέδιον πιστώσεως, καὶ ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἐζητήθη ἡ ἄδεια τῆς δαπάνης μηνῶν τινων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ τότε τρέχοντος ἔτους καὶ ὄχι τοῦ παρελθόντος. Τὴν εὐθύνην ταύτην ἀναλαμβάνω. Τὸ ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐσχηματίσθη ἡ οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις, ἦτο ἔτος ἔκτακτον, ἐξαιρετικὸν, εἶχεν ἀνάγκας, τὰς ὁποίας δὲν εἶχε τὸ προηγούμενον τῆς συστάσεως αὐτῆς, καὶ ἡ οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ μὴ διακόψῃ τὰς ἐργασίας, ὧν εἶχε ποιήσει ἔναρξιν. Ἐγὼ αὐτὸς ἔπραξα τὸ αὐτὸ κατὰ τὸ 1880, οὐδὲ ἀρνοῦμαι ὅσα εἶπεν ὁ κ. πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι ἐγὼ αὐτὸς προέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐχορηγεῖτο πίστωσις κατὰ τὸ 1880 ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880. Ἀλλὰ διατί; Διότι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1880, ὁ ὁποῖος δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ, διότι ἐσχηματίσθη πλειοψηφία κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τῆς πλειοψηφίας ἐκείνης προΐστατο ὁ κ. Τρικούπης, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1880 εἶχε πολιτικὴν, τὴν πολιτικὴν τοῦ σχηματισμοῦ στρατοῦ ἐξ 25,000, ἑτοίμου εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ στρατοῦ τούτου εὐθὺς ὡς ἡ Εὐρώπη ἀνεκοίνωνεν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν ἀπόφασιν τῆς μεσολαβήσεως. Λοιπὸν κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ 1880 εἶχε συμφέρον τὸ Κράτος νὰ παραχωρηθῇ ἡ ἄδεια τῆς δαπάνης τῶν ἐξόδων τῶν μηνῶν τούτων ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πολιτικῆς τοῦ ἔτους ἐκείνου, καὶ ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἂν ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἤθελεν ἐνθυμηθῆ καλλίτερον, διατὶ ἠτιάθην τῶν ὑπουργῶν ἐπὶ τῇ ἀγνοίᾳ τῶν νόμων, ἤθελε συναινέσει νὰ ἐπιστρέψω εἰς αὐτὸν τὴν ἐκτόξευσιν τῆς ἀμαθείας, τὴν ὁποίαν σήμερον ἐσκόπευσε κατ’ ἐμοῦ, παριστῶν, ὅτι καὶ ἐγὼ ἔπραξα ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ 1880 αὐτὸ τοῦτο, διὰ τὸ ὁποῖον ἀπέδωκα ἀμάθειαν εἰς τοὺς παρόντας Ὑπουργούς. Ἀλλ’ ὁ λόγος δι’ ὃν ἐπὶ τῆς οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως ἐπροτάθη νομοσχέδιον πιστώσεως ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους ἐκείνου, ὁ λόγος οὗτος ὑπάρχει σήμερον. Καὶ τὸ ὑπουργεῖον ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον μᾶς εἰσήγαγε, ἔχει πολιτικὴν ἰδίαν καὶ νέαν, τὴν ἔναρξιν τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ὁποίας ὀφείλει νὰ ἐπιζητήσῃ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἀπὸ τῆς πρώτης Ἀπριλίου, ὥστε καὶ ἡ Βουλὴ νὰ πεισθῇ νὰ παραχωρήσῃ τὸ δωδεκατημόριον; Αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι ἦσαν ὅλως διαφορετικαί, οἱ ὅροι τοῦ βίου καὶ τοῦ σκοποῦ τῆς οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐντελῶς διάφοροι ἀπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους εὑρίσκεται ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις. Εἶπα, ὅτι δὲν ἀπέδωκα ἄγνοιαν τῶν νόμων εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς πιστώσεως, ἀλλ’ ἀπέδωκα εἰς ἄγνοιαν τῶν νόμων διὰ τὴν σύστασιν τῆς ἐξελεγκτικῆς Ἐπιτροπῆς, διότι φρονῶ πεποιθότως ὅτι ἐσύστησεν αὐτὴν ἐναντίον τοῦ νόμου, ὡς καὶ ὅτι παρέβη τὸν νόμον, προσδιορίσας χρηματικὰς χορηγίας εἰς τὰ μέλη αὐτῆς. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς οὐδένα τῶν λόγων τούτων εὑρίσκει ὀρθόν. Σᾶς παρέστησε μάλιστα, ὅτι καὶ δικαίωμα εἶχε νὰ συστήσῃ τὴν Ἐπιτροπήν. Σᾶς παρέστησεν, ὅτι ἐγὼ αὐτὸς ἄλλοτε παρέβην νόμον τοῦ Κράτους, παραπλήσιόν τι πράξας. Σᾶς παρέστησεν, ὅτι δικαίωμα εἶχε νὰ προσλάβῃ καὶ ἰδιώτας καὶ προσδιορίσῃ χρηματικὰς χορηγίας εἰς αὐτούς. Πῶς ὀνομάζει τὰς χρηματικὰς χορηγίας πρὸς τὰ μέλη τῆς ἐξελεγκτικῆς Ἐπιτροπῆς τὸ Διάταγμα περὶ συστάσεως τῆς ἐξελεγκτικῆς Ἐπιτροπῆς; Ὀνομάζει αὐτὰς ἀποζημιώσεις. Χθὲς ἀπέδειξα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ χορηγία, ἡ ὁποία προσδιορίζεται εἰς τὰ μέλη τῆς ἐξελεγκτικῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν εἶναι ἀποζημίωσις, ἀλλ’ εἶναι μισθὸς διὰ τὰ μέλη αὐτῆς, ὅσοι εἶναι ἰδιῶται, ἢ ἐπιμίσθιον διὰ τὰ μέλη αὐτῆς, τὰ ὁποῖά εἰσιν ὑπάλληλοι. Καὶ ἂν μὲν ἦναι μισθὸς, σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ἄνευ νόμου νὰ ἀπονείμῃ εἰς αὐτοὺς μισθὸν ἂν δ’ ἐπιμίσθιον, σᾶς ἀνέφερα τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, καθ’ ἣν δὲν εἶχεν ἐπίσης τὸ δικαίωμα νὰ ἀπονείμῃ ἐπιμίσθιον ἄνευ νόμου. Ἀλλ’ ἐγὼ πρὸς στιγμὴν ὑποχωρῶ· παραδέχομαι, ὅτι εἶναι ἀποζημίωσις. Προβάλλουσιν, ὅτι τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης ἔκαμον προκαταβολὰς ἐκ τοῦ ἰδιαιτέρου τῶν ταμείου εἰς βάρος τῆς Ἐπικρατείας καὶ διὰ τὸ συμφέρον τῆς Ἐπικρατείας. Ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἦτο ἄτοπον νὰ παρακρατήσῃ τὰ χρήματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα οἱ ἰδιῶται προκατέβαλον, καὶ διὰ τοῦτο διὰ τοῦ Διατάγματος προσδιωρίσθη κατ’ ἀποκοπὴν, τί θέλει πληρώνεσθαι εἰς τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ὡς ἀποζημίωσις ἀπέναντι τῶν ταξειδίων καὶ τοῦ ἐκτοπισμοῦ, τὸν ὁποῖον θέλουσιν ἀναγκασθῆ νὰ ἐπιχειρήσωσιν, ἢ ἀπέναντι τῆς καταστροφῆς τῶν ἐνδυμάτων αὐτῶν; Οὐδὲν τοιοῦτον προβάλλουσιν, ἵνα ἀποδείξωσιν, ὅτι εἶναι ἀποζημίωσις. Καὶ ὅμως ὑποχωρῶ, ἀποδεχόμενος πρὸς στιγμὴν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ μισθοῦ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἐπιμισθίου, ἀλλ’ ὅτι πρόκειται περὶ ἀποζημιώσεως. Εἶμαι συγκαταβατικός, διότι ὑποθέτω ὡς ὑπάρχον ὅ,τι δὲν τὸ φρονῶ Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν ἂν τὸ ὑπουργεῖον ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ προσδιορίζῃ διὰ Διατάγματος ἀποζημιώσεις. Καὶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἀκούσατε, παρακαλῶ, οὐχὶ τὴν γνώμην ἐμοῦ, ἀλλὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος θέλει σᾶς εἰπεῖ ἃ φρονῇ, ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ προσδιορίζῃ χρηματικὴν ἀποζημίωσιν διὰ Διαταγμάτων. Τῇ τρίτῃ Ἀπριλίου ἐδημοσιεύθη τὸ Διάταγμα περὶ συστάσεως Ἐπιτροπῆς, δι’ οὗ προσδιορίζονται 25 δραχμαὶ ἡμερησίως εἰς τούτους, 10 εἰς ἄλλους καὶ 5 εἰς ἄλλους ἐκ τῶν μελῶν τῆς εἰρημένης Ἐπιτροπῆς· καὶ ἐνῷ τὴν τρίτην Ἀπριλίου ἐκδίδοται τὸ Διάταγμα τοῦτο, φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Καλλιγᾶ, τῇ 5 Ἀπριλίου νομοσχέδιον εἰσήχθη ὑπὸ τοῦ κ. Καλλιγᾶ εἰς τὴν Βουλὴν, φέρον τὴν ὑπογραφήν του, καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τί λέγει; «Ἐπειδὴ δὲ αἱ ἀποζημιώσεις αὗται φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ κανονίζωνται διὰ νόμου, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ προβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀπαιτούμενον νομοσχέδιον κτλ.» Οἱ δασονομικοὶ ἐπιθεωρηταὶ ἢ ὑπάλληλοι, ἐκτελοῦντες ἐργασίαν ἐκτὸς τῆς ἕδρας των, ἐλάμβανον ἡμερησίαν ἀποζημίωσιν τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπεβάλλοντο, ἡ δ’ ἀποζημίωσις εἶχε προσδιορισθῆ διὰ Διαταγμάτων εἰς ποσόν τι δραχμῶν καθ’ ἡμέραν, ἢ εἰς ποσόν τι λεπτῶν κατὰ στρέμμα. Ἡ ἀποζημίωσις αὕτη ἦτο ἀληθὴς ἀποζημίωσις, οὐχὶ οἵα εἶναι ἡ καθ’ ὑπόθεσιν θεωρηθεῖσα ὡς ἀποζημίωσις, ἣν θέλουσι λάβει τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς· διότι οἱ δασονομικοὶ ὑπάλληλοι καὶ ἐπιθεωρηταὶ, ἐξερχόμενοι τοῦ κέντρου τῆς κατοικίας αὐτῶν, ὑποβάλλονται εἰς ἀληθεῖς ἐκτάκτους δαπάνας, φθείρουσι τὰ ἐνδύματά των καὶ προκαταβάλλουσιν εἰς βάρος καὶ διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου. Ἡ χορηγία πρὸς αὐτοὺς εἶναι τῷ ὄντι ἀποζημίωσις, καὶ ἡ ἀποζημίωσις ἄλλοτε προσδιωρίζετο δυνάμει Διατάγματος. Ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διέγνω, ὅτι ἐναντίον τοῦ νόμου προσδιωρίζετο διὰ Διατάγματος ἀποζημίωσις, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ προσδιορισθῇ διὰ νόμου· δὲν ὑπέφερε τὴν παρανομίαν ταύτην καὶ ἔσπευσε νὰ ἀνορθώσῃ τὸν νόμον καὶ σᾶς ὑπέβαλε νομοσχέδιον διὰ νὰ κανονίσῃ ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία τὰς ἀποζημιώσεις τῶν δασονομικῶν ἐπιθεωρητῶν. Ἀπορία προσέτι μοὶ ἐγεννήθη, ὅταν ἐξήταζον τὸ Διάταγμα τοῦτο περὶ συστάσεως ἐξελεγκτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐκ τίνος ἄρθρου καὶ κεφαλαίου τοῦ προϋπολογισμοῦ θέλουσι πληρωθῆ αἱ προσδιορισθεῖσαι χρηματικαὶ χορηγίαι εἰς τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐπειδὴ δὲ τὸ Διάταγμα περὶ συστάσεως Ἐπιτροπῆς προέβλεψε περὶ τούτου, καὶ οἱ ὑπουργοὶ ἐπρότειναν εἰς τὸ βασιλέα, ὁ δὲ βασιλεὺς ἐνέκρινε διὰ τοῦ Διατάγματος, ὅτι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα θέλουσι χορηγηθῆ εἰς τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, θέλουσι λαμβάνεσθαι ἐκ τῆς πιστώσεως τοῦ κεφαλαίου 6, ἄρθρου 6 τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐξήτασα τὸ κεφάλαιον ἕκτον, ἄρθρον 6, καὶ εὗρον ὅτι τὸ κεφάλαιον ἔχει εἰδικεύσει ἐντελῶς τὰς πιστώσεις, καὶ ὅτι ἔχει θεραπεύσει τὸ κακόν, ὅπερ ὁ ἀξιότιμος κύριος πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου προηγουμένως σᾶς εἶπεν, ὅτι λαμβάνει χώραν, κατὰ τὴν διάθεσιν καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν πιστώσεων. Τὸ κεφάλαιον 6, ἄρθρον 6 τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔχει τὸ «καὶ τὰ λοιπά», ἀλλ’ ἔχει εἰδικῶς ἑκάστην δαπάνην λέγον: Σᾶς δίδω δύω χιλιάδας, ἵνα πληρώσητε τὸν μισθὸν εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς Ἐπιθεωρητὰς, ὅταν ἐξέρχωνται τοῦ τόπου τῆς περιφερείας των· σᾶς δίδω δύω χιλιάδας, ἵνα πληρώσητε τὰ γραφικὰ ἔξοδα καὶ τὰ λοιπὰ ὁδοιπορικὰ αὐτῶν· σᾶς δίδω 6 χιλιάδας, ἵνα πληρώσητε τὰ ἔξοδα τῶν ἐπιθεωρήσεων, ἃς θέλετε ἐνεργήσει δι’ ἄλλων ὑπαλλήλων. Αὐτὸ τὸ δι’ ἄλλων ὑπαλλήλων ὁ κ. πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὸ παρέλειψεν, ἀλλ’ εἶναι ῥητόν. Ἐπειδὴ δὲ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1881 περιεῖχε μόνον δύω χιλιάδας, ὁ δὲ τοῦ 1882 περιέλαβεν ἕξ χιλιάδας, ὑπέλαβον, ὅτι διὰ τοῦτο ἐπιμένουσιν, ἵνα ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τῆς πιστώσεως ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ 1882, ἵνα ἔχωσιν εἰς τὴν διάθεσίν των ἕξ χιλιάδας καὶ οὐχὶ δύω χιλιάδας πρὸς πληρωμὴν ἐξόδων ἐπιθεωρήσεως δι’ ἄλλων ὑπαλλήλων, καὶ πληρώνωσιν ἐκ τούτου τὰς ἀποζημιώσεις τῇ Ἐπιτροπῆς, ἣν ἐσύστησαν. Ἡ πίστωσις ὅμως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν 6,000 ὁρίζει ῥητῶς, ὅτι ἡ ἐπιθεώρησις πρέπει νὰ γείνῃ δι’ ἄλλων ὑπαλλήλων, καὶ τὸ ὁρίζει συμφώνως μὲ τὸν νόμον, ὅστις ἐνόει ἐπιθεώρησιν μόνον δι’ ὑπαλλήλων, καὶ διὰ τοῦτο μνημονεύει ἐπιθεώρησιν δι’ ἄλλων ὑπαλλήλων. Ἀλλ’ ὁ κ. πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἐπὶ τούτου φρονεῖ, ὅτι δύναται ν’ ἀναθέσῃ τὸ ἔργον τῆς ἐπιθεωρήσεως καὶ εἰς ἰδιώτας. Προσέβη μάλιστα τόσον, ὥστε παρέστησεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις συνιστᾷ Ἐπιτροπὰς καὶ ἐκ βουλευτῶν, καὶ ζητεῖ παρ’ αὐτῶν τὴν συνδρομήν των, τὰ φῶτά των εἰς σύνταξιν νομοσχεδίων, καὶ μεταδίδει αὐτοῖς δημοσίαν ἐργασίαν, Ὡς λοιπὸν εἰς τοὺς φίλους της βουλευτὰς μεταδίδει δημοσίαν ἐργασίαν, ζητοῦσα τὰ φῶτά των πρὸς πληρεστέραν κατάρτισιν νόμων, οὕτως ἡ Κυβέρνησις, συνεπέρανεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δύναται νὰ ζητήσῃ τὴν συνδρομὴν καὶ φίλων της ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ἵνα ἀποστείλῃ αὐτοὺς εἰς ἐπιθεώρησιν ταμείου ἢ πρὸς ἐξέλεγξιν λογαριασμῶν. Ἡ παραβολὴ ἰδίως αὕτη, ἣν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔκαμε, μοὶ φαίνεται, ὅτι πρέπει νὰ κάμῃ τὴν Βουλὴν νὰ διστάσῃ περισσότερον εἰς τὸ ν’ ἀναγνωρίσῃ ὡς νόμιμον τὴν σύστασιν τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὸν καταρτισμὸν αὐτῆς καὶ ἐξ ἰδιωτῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐλπίζω, ὅτι δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ ἐκτραπῇ ἐπὶ τοσοῦτον, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκτραπῇ εἰς διάδοχος αὐτοῦ οἷος δήποτε μετὰ παρέλευσιν χρόνων, καὶ νὰ συμβῇ νὰ ἰδῆτε μίαν ἡμέραν Ἐπιτροπὰς ἐκ μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, πρὸς ἐξέλεγξιν λογαριασμῶν συνιστωμένας, εἰς τὰ μέλη τῶν ὁποίων νὰ προσδιορίζωνται χρηματικαὶ χορηγίαι. Ἤθελε τῷ ὄντι ἐπιστεγασθῆ τότε τὸ ῥουσφετολογικὸν οἰκοδόμημα, ἐὰν ἤθελε συμβῇ ἐν Ἑλλάδι νὰ συντελεσθῇ παραπλησία πρᾶξις. Ἐὰν δὲν ἐδίσταζα μήπως παρεξηγηθῶ ἢ μήπως ὑποληφθῶ ὑπό τινος ἐκ τῶν συναδέλφων, ὅτι θέλω νὰ ἀφήσω ὑπαινιγμοὺς περὶ ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐτάραξαν τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν, ἤθελον ἐπικαλεσθῆ πρὸς κύρωσιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ ἀναθέτῃ ἐξελέγξεις καὶ ἐπιθεωρήσεις εἰς ἰδιώτας ἤθελον ἐπικαλεσθῆ, λέγω, αὐτὴν τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὡς ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ 1880. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτε διετέλει ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ προπαρελθὸν ἔτος, καὶ τῷ ἐγένετο γνωστὸν ὅτι συνετελεῖτο ἔν τινι ἐπαρχίᾳ ῥυπαρὸν καὶ ἀπαίσιον ἔγκλημα, καὶ ἡ διάπραξις τοῦ ἐγκλήματος κατηγγέλθη εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἀπῄτει τὴν ταχίστην καὶ ἄμεσον ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς βεβαίωσιν τῶν ἰχνῶν τοῦ ἐγκλήματος, καὶ περικοπὴν τῆς προόδου αὐτοῦ, τί ἔπραξεν, ἵνα σταματήσῃ τὴν πρόοδον τοῦ κακοῦ; Διώρισεν ἀμέσως ἰδιώτας ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀπέστειλεν αὐτοὺς ἐκεῖ πρὸς ἐξέτασιν; Καὶ μεταξὺ τῶν φίλων του διεκρίνοντο πολλοὶ καὶ ἐπὶ λογιστικῇ ἱκανότητι καὶ ἐπὶ νομομαθείᾳ καὶ ἐπὶ ἐντιμότητι χαρακτῆρος καὶ ἀκριβείᾳ. Ἀπέστειλέ τινα ἐξ αὐτῶν ἰδιώτην, ἵνα βεβαιώσῃ τὸ ἔγκλημα; Ὄχι Ἠναγκάσθη νὰ προσκαλέσῃ δημοσίους ὑπαλλήλους, καὶ ἠναγκάσθη ἀκόμη περισσότερον νὰ ὑποταχθῇ εἰς ὅλας τὰς βραδύτητας, ἃς προσεκληθεὶς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ὁ δημόσιος ὑπάλληλος ἐπέφερε, διότι εἶχε καὶ ἄλλας δημοσίας ὑπηρεσίας, καὶ ἐσταύρωσε τὰς χεῖράς του, περιμένων αὐτόν. Ἀποφεύγω νὰ ὀνομάσω πρόσωπα, διότι θέλω τὴν συζήτησιν ταύτην νὰ χωρίσω ἐντελῶς ἀπὸ πάσης παρεξηγήσεως, ἀφοῦ ἐγὼ αὐτὸς ἐμφοροῦμαι ὑπὸ ἀγαθῆς πίστεως, ὅσον τὸ δυνατὸν μεμαρτυρημένης. Ἀλλ’ ἐνῷ τὸ Διάταγμα περὶ διορισμοῦ ἐξελεγκτικῆς Ἐπιτροπῆς ῥητῶς διατάσσει, ὅτι τὰ χρήματα, ἅπερ ὁρίζονται ὡς χορηγία εἰς τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, θὰ ληφθῶσιν ἐκ τῆς πιστώσεως τοῦ κεφαλαίου 6, ἄρθρον 6 τοῦ προϋπολογισμοῦ, τί ἠκούσαμεν χθέ; Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς εἶπεν, ὅτι θέλουσι ληφθῆ ἐξ ἄλλης πιστώσεως, οὐχὶ ἐξ ἐκείνης, ἣν τὸ Διάταγμα προσδιορίζει, ὡς ἂν αἱ πιστώσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔχωσι τοσοῦτον γενικὸν χαρακτῆρα, ὥστε μένει εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ἐκτελοῦντος νὰ λαμβάνῃ τὰ χρήματα ὧν ἔχει ἀνάγκην, εἴτε ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου, εἴτε ἐξ ἄλλου ἄρθρου καὶ κεφαλαίου τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἴτε ἐκ τοῦ ἑνὸς ὑπουργείου εἴτε ἐκ τοῦ ἄλλου. Αὐτὰ δύνανται ἀληθῶς νὰ λέγωνται; Καὶ ἔχει προσομοιότητά τινα, ἔχει ἀναλογίαν τινὰ ἡ πίστωσις, ἣν σᾶς ἀνέφερεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐξ αὐτῆς θέλει λάβει τὰ χρήματα πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἔχει προσομοιότητά τινα πρὸς τὴν οὐσίαν τῆς ἀνάγκης τῆς πληρωμῆς τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης, εἰς ἣν θέλουσι δοθῇ τὰ χρήματα ταῦτα; Αἱ πιστώσεις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ προσδιορίζονται, ἀλλὰ προσδιορίζονται δι’ αὐτοῦ καὶ αἱ εἰδικαὶ ἀνάγκαι δι’ ἃς αἱ πιστώσεις ὁρίζονται Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν τὰς πιστώσεις, ἃς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σκοπεῖ νὰ διαθέσῃ, ἵνα πληρώσῃ τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς. Γνωρίζετε, ὅτι ὑπάρχουσι συνωμολογημένα ὀκτὼ δάνεια, ἕκαστον τῶν ὁποίων ἔχει ἰδίαν ὑπηρεσίαν δι’ ἕκαστον αὐτῶν τὸ Κράτος πληρώνει τόκον καὶ χρεώλυτρα, δι’ ἄλλα μὲν καθ’ ἑξάμηνον, δι’ ἄλλα δὲ κατὰ τριμηνίαν. Καὶ ἐπειδὴ ὅλα εἶναι συνωμολογημένα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συνθέτου χρεωλυτικοῦ συστήματος, κατ’ ἔτος διατίθεται ἕν ποσὸν πρὸς ἀπόσβεσιν τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ χρεωλύσιον τὸ καθ’ ἑξάμηνον ἢ κατὰ τριμηνίαν καταβαλλόμενον. Αἱ μετοχαὶ κληροῦνται, καὶ οἱ κάτοχοι τῶν κληρουμένων μετοχῶν λαμβάνουν τὸ κεφάλαιον, τὸ ὅλον ποσὸν τῆς μετοχῆς των, καὶ γίνεται ἐξόφλησις. Ταῦτα πάντα ἀπαιτοῦσι μίαν ὑπηρεσίαν πολύπλοκον, καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἔπρεπε νὰ περιλάβῃ ποσὸν χρημάτων πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης. Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν λοιπὸν ταύτην προωρίσθη πίστωσις 200 χιλ. δραχμῶν, καὶ προσδιωρίσθησαν αἱ εἰδικαὶ ἀνάγκαι, εἰς τὰς ὁποίας αὕτη θέλει διατεθῆ. Ἂς ἴδωμεν λοιπὸν ποῦ θέλει δαπανηθῆ αὐτὸ τὸ ποσόν. Θέλει δαπανηθῆ, λέγει ῥητῶς ὁ προϋπολογισμός, εἰς ἔξοδα κληρώσεως, εἰς πληρωμὴν διαφορᾶς συναλλάγματος», ἐπειδὴ μεταξὺ τοῦ μεταλλικοῦ, εἰς χρυσὸν μάλιστα, καὶ τοῦ νομίσματος εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ὑπάρχει διαφορὰ ἀγοραίας τιμῆς, καὶ ἔπρεπε τὸ Δημόσιον νὰ ἀποτίσῃ τὴν ἐκ τῆς διαφορᾶς ταύτης δαπάνην «εἰς πληρωμὴν προμηθείας», ἐπειδὴ τὰ τραπεζικὰ καταστήματα, τὰ ἐκτελοῦντα τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν, λαμβάνουσι προμήθειαν, καὶ ἔπρεπε νὰ προβλέψῃ καὶ περὶ τοῦ ποσοῦ τούτου ὁ προϋπολογισμός· «εἰς πληρωμὴν ἐξόδων μεταφορᾶς τοκομεριδίων, εἰς κατασκευὴν βιβλίων», χρησίμων διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίου, «εἰς γραφικὰς ἐργασίας ἐπὶ τῶν διαφόρων δανείων». Ἀλλ’ εὕρετε ἐξ ὅλων τούτων προσδιορισμόν τινα, ὅστις ἐπιτρέπει εἰς τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν νὰ λαμβάνῃ ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης χρήματα, ἵνα διαθέτῃ διὰ τὴν πληρωμὴν τῆς ἀποζημιώσεως τῶν μελῶν τῆς εἰρημένης Ἐπιτροπῆς; Καὶ ἄν τις ὑπουργὸς ἤθελε πειραθῆ νὰ ἀποκόψῃ ἀπὸ τῆς πιστώσεως ταύτης χρήματα, καὶ διαθέσῃ πρὸς πληρωμὴν τῆς ἀποζημιώσεως τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης, δὲν ἤθελε πράξει αὐτὸ, ὅπερ πρὸ ὀλίγου ἐπέκρινεν ὁ κ. πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δὲν ἤθελεν ὑπαγάγει εἰς τὸ καὶ τὰ λοιπὰ τῆς πιστώσεως δαπάνην, ἣν ἡ πίστωσις δὲν διέλαβεν ὡρισμένως; Μοὶ μένει νὰ δικαιολογήσω ἐμαυτὸν διὰ μίαν παράβασιν, ἣν ὁ κ. πρωθυπουργὸς μοὶ ἀπέδωκεν ὡς παράβασιν ἐμοῦ, καὶ ἣν παρέστησε ὡς πολὺ βαρυτέραν τῆς πράξεως, ἣν ἀποτελεῖ ἡ σύστασις τῆς ἐξελεγκτικῆς Ἐπιτροπῆς Μοὶ εἶπε ὅτι ἐγὼ, ὅστις ἐπίκρινα τὴν σύστασιν τῆς ἐξελεγκτικῆς Ἐπιτροπῆς ὡς μὴ γενομένην κατὰ τοὺς νόμους, πρὸ 12 ἐτῶν ἔπραξα πρᾶξιν, δι’ ἧς ὡσαύτως παρέβην τοὺς νόμους. Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι ἔπραξα τὴν παρανομίαν ἐκείνην, ἥτις συνίστατο εἰς τὸ ὅτι ἐνέκρινα δαπάνην μεγαλειτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὁ προϋπολογισμὸς μοὶ ἐπέτρεπεν· ἀλλὰ παραβὰς οὕτω τὸν προϋπολογισμὸν ἤτοι τὸν νόμον, δὲν ἰσχυρίσθην, οὐδ’ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, οὐδ’ ἐνώπιον τοῦ ἡγεμόνος, ὅτι ἐνήργουν σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους. Ἐξ ἐναντίας, εἶπον τὴν ἀλήθειαν, εἶπον ὅτι οἱ νόμοι δέν μοι ἐπιτρέπουσι τὴν πρᾶξιν ἐκείνην, ἀλλ’ ὅτι ἐγὼ εἶχον τὸ θάῤῥος νὰ ὑποβληθῶ εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς καὶ ζητήσω εἴτε νὰ με ἐλέγξῃ καὶ κατακρίνῃ ὡς παραβάτην τῶν νόμων, ἢ νὰ συγχωρήσῃ τὴν παράβασίν μου ἐκείνην, ὡς γενομένην διὰ νὰ προστατευθῇ μέγα τοῦ Κράτους συμφέρον. Ἀληθῶς συμφέρον τοῦ Κράτους ἀπῄτει νὰ δαπανήσω χρήματα, τὰ ὁποῖα ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἐπέτρεπεν· ἔπρεπεν ἑπομένως ἢ νὰ περιμείνω τὴν Βουλήν, διὰ νὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν αὐτῆς, ἀλλ’ αὕτη ἤθελε συνέλθει μετὰ ἐννέα μῆνας, ἢ νὰ σπεύσω ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς νὰ διασώσω τὰ δημόσια συμφέροντα, δαπανῶν πέραν τῶν πιστώσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὅθεν ἐζήτησα τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ τὸν Βασιλέα, ἵνα μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ κάμω τὴν δαπάνην ταύτην, σκεφθεὶς ὅτι τὸ καθῆκον μοὶ ἐπιβάλλει νὰ προτιμήσω τοῦτο. Καὶ ποῖον συμφέρον τοῦ Κράτους μοὶ ἐπέβαλε τὸ καθῆκον τοῦτο; Ἐγενόμην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἀναλαβὼν τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, εὗρον ὅτι πρὸ 15 ἐτῶν δὲν εἶχε συνταχθῆ ἀπολογισμὸς τοῦ Κράτους, ὅτι πρὸ 20 καὶ πλέον ἐτῶν δὲν εἶχεν ἐξελεγχθῆ ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἀπολογισμός, ὅτι οὐδ’ ἐγγραφαὶ τῶν λογαριασμῶν εἶχον γίνει ἐν τοῖς βιβλίοις τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου...
§53ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Καὶ τώρα τὸ ἴδιον εἶναι.
§54ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅτι τὰ πάντα ἦσαν εἰς πλήρη ἀταξίαν, ὅτι ἔλεγχος χρηματικὴ διαχειρίσεως δὲν ὑπῆρχεν. Ἑπομένως ἐσκέφθην ἂν πρέπῃ νὰ ἀφήσω τὴν κατάστασιν ταύτην νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐνόσῳ ἤμην ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἕως ὅτου ἔλθῃ ἡ Βουλή, ἵνα ἀναφέρω τότε τὸ κακὸν εἰς αὐτὴν καὶ ζητήσω τὴν νομοθετικὴν συναίνεσίν της πρὸς θεραπείαν αὐτοῦ, ἢ ἂν πρέπῃ νὰ προβῶ ἀμέσως εἰς τὰ μέτρα ἐκεῖνα, εἰς ἃ προέβην. Ἀνήγγειλα τὴν ὑπόθεσιν εἰς τοὺς συναδέλφους μου, ἔλαβον τὴν γνώμην αὐτῶν, προεκάλεσα Β. Διάταγμα, καὶ δημοσίᾳ εἶπον, ὅτι ἡ εἰρημένη ἀνάγκη μοὶ ἐπιβάλλει τὸ βαρὺ καθῆκον νὰ παραβῶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ὅστις εἶναι νόμος, ἵνα συντελέσω εἰς θεραπείαν συμφέροντος τοῦ δημοσίου ταμείου. Μήπως ἐγὼ ἤθελον ἐπικρίνει τοὺς κκ. ὑπουργούς, ἐὰν ἤθελον εὑρεθῆ εἰς παραπλησίαν ἀνάγκην νὰ πράξωσιν αὐτὸ τοῦτο, ὅπερ ἐγὼ τότε ἔπραξα; Μήπως ἤθελον κατηγορήσει αὐτούς; Ἐξ ἐναντίας, ἤθελον ὁμολογήσει δημοσίᾳ, ὅτι προσέφερον ὑπηρεσίαν εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ἀλλ’ οἱ σημερινοὶ ὑπουργοὶ ἔπραξαν αὐτὸ, ὅπερ ἐγὼ τότε ἔπραξα; Ἀλλ’ οἱ κ.κ. ὑπουργοὶ δὲν ὑπερέβησαν πιστώσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ, παρέβησαν νόμους, ἐξέτειναν τὴν ἐξουσίαν των πέραν τῶν ὁρίων τοῦ νόμου, παρούσης τῆς Βουλῆς, προβάντες εἰς τὴν σύστασιν ἐξελεγκτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἣν δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ συστήσωσι, καὶ προσδιορίσαντες εἰς τὰ μέλη αὐτῆς χρηματικὰς ἀποζημιώσεις ἐναντίον τοῦ νόμου. Καὶ προέβησαν εἰς ταῦτα οὐχὶ φρονοῦντες, ὅτι ἡ ἐξουσία των δὲν φθάνει ἕως ἐκεῖ ἐξ ἐναντίας, φρονοῦντες καὶ ἰσχυριζόμενοι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι εἶχον ὑπὸ τοῦ νόμου τοιαύτην ἐξουσίαν. Ἑπομένως εἶναι ἐντελῶς διαφορετικοὶ οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς εὑρέθην ἐγὼ καὶ ὑφ’ οὗ ἐνήργησαν οἱ κκ. ὑπουργοί. Ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελον ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, καὶ ἤθελε ζητήσει τὴν ἄδειαν, ἵνα συστήσῃ Ἐπιτροπὴ ἐξελεγκτικὴν, ἢ ἵνα δαπανήσῃ δι’ αὐτὴν χρήματα, ἐγὼ δὲν ἤθελον εἶσθαι ἐναντίος, οὐδ’ ἤθελον ἀντιλέξει, διότι γνωρίζω τὴν κατάστασιν, τὴν τῷ ὄντι οἰκτράν, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ διαχείρισις τῶν δημοσίων χρημάτων.
§55ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὴν ὁποίαν ἀφήσατε.
§56ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι ἐπίκειται μεγίστη ἀνάγκη νὰ θεραπευθῇ ἡ ἀνωμαλία αὕτη καὶ ἀποκατασταθῇ ἔλεγχος πλήρης τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων χρημάτων, διότι ἡ ἔλλειψις τοῦ ἐλέγχου τούτου βραβεύει τοὺς ὑπολόγους τῆς κακῆς πίστεως, τιμωρεῖ δὲ τοὺς καλῆς πίστεως δυστυχεῖς ὑπαλλήλους. Ἡ ἀνισότης δ’ αὕτη οὐ μόνον ἐνθαῤῥύνει τοὺς ὑπαλλήλους εἰς τὴν παραβίασιν τοῦ καθήκοντός των, οὐ μόνον τοὺς ἐμβάλλει εἰς πειρασμὸν νὰ μὴ διαχειρίζωνται εἰλικρινῶς καὶ ἐντίμως τὰ δημόσια, ἀλλὰ φέρει χειρότερόν τι ἀποτέλεσμα, τιμωρεῖ τοὺς τιμίους ὑπαλλήλους, διότι κρατεῖ τὰς ἐγγυήσεις αὐτῶν ἐπὶ πολὺν χρόνον καὶ τὰς ὑποθήκας ἐπὶ τῶν κτημάτων των χωρὶς νὰ δύνανται νὰ ἄρωσιν αὐτὰς, καὶ διαθέσωσι πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν των.
§57ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους δὲν τὸ συλλογίζεσθε, μόνον αὐτὰ τὰ πρόσωπα!
§58ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ αὐτὰ χθὲς ὑπέμνησα εἰς τὴν Βουλήν. Εἶπον εἰς αὐτὴν ἀκόμη, ὅτι εἴκοσι καὶ πλέον ἑκατομμύρια διετέθησαν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους χωρὶς νὰ τηρηθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ· σήμερον δ’ ἤκουσα παρὰ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ὅτι ποσὰ μεγαλύτερα ἔτι διετέθησαν παρὰ τῶν ὑπουργῶν πρὸς τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευὰς τοῦ Κράτους χωρὶς νὰ τηρηθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ὑπολάβω, ὅτι ἡ μὴ ἐφαρμογὴ αὕτη περικαλύπτει τι ἐπιλήψιμον ἢ κατακριτέον· ἔχω ὅμως εὔλογον ἀφορμὴν νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα συγκεντρώσῃ πᾶσαν τὴν προσοχήν της εἰς τὴν ἔρευναν τῆς πιστώσεως, ἵνα πεισθῇ, ὅτι ἡ μὴ ἐφαρμογὴ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ οὐδὲν ἀτόπημα περικαλύπτει κατ’ οὐσίαν ἢ κατὰ τύπον. Ὅθεν ἡμεῖς δὲν εἴμεθα κατὰ τοῦ ἐλέγχου, οὐδὲ προσπαθοῦμεν νὰ πείσωμεν τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐνισχύσῃ τὸν ἔλεγχον τοῦτον, ζητοῦμεν μόνον, ἵνα ὁ ἔλεγχος γείνῃ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, οἱ δὲ ὑπουργοὶ ἐκπληρῶσι τὰ καθῆκόν των ὅπως οἱ νόμοι διακελεύουσιν.
§59ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Δὲν ἔχομεν νομικὴν διάταξιν, ὑπαγορεύουσαν ῥητῶς ἂν αἱ πιστώσεις πρέπῃ νὰ ζητῶνται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ προηγουμένου ἔτους ἢ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ εἰσαγομένου. Ὅθεν δὲν δύναταί τις ἐπακριβῶς νὰ στηρίξῃ ὡς ὀρθοτέραν ἑκατέραν τῶν γνωμῶν τούτων. Τοῦτο μόνον ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ζητῇ ὡς πίστωσιν ποσοστὸν τοῦ εἰσαχθέντος προϋπολογισμοῦ, ἂν ἡ Βουλὴ δεχθῇ τὸ ποσοστὸν αὐτὸ, συνάγεται, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀναγκαίως πρέπει νὰ δεχθῇ τὸ ὅλον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπως ἡ Κυβέρνησις τὸν ὑποβάλλει. Ἐντεῦθεν ἕπεται ὅτι ἡ Κυβέρνησις λέγει πρὸς τὴν Βουλὴν: Δός μοι τὸ ποσοστὸν σήμερον, ἀλλὰ δὲν σοὶ δίδω τὸ δικαίωμα εἰς τὸ μέλλον νὰ συζητήσῃς περὶ τῆς παραδοχῆς ἢ μὴ τῶν λοιπῶν κονδυλίων. Ἐγὼ, κύριοι, καὶ συμπολιτευόμενος ἂν ἤμην καὶ φίλτατος οἱασδήποτε Κυβερνήσεως, δὲν ἤθελον προπωλήσει τὴν ψῆφόν μου ἐκ τῶν προτέρων, δίδων τὸ ποσοστὸν καὶ ἀποκλειόμενος τοῦ δικαιώματος νὰ συζητήσω τὰ καθέκαστα, διότι καὶ ἐπὶ τῶν καθέκαστα ἐγείρονται ζητήματα ἐμπιστοσύνης ὅπως καὶ ἐπὶ τοῦ ζητουμένου ποσοστοῦ. Ἤθελον εἰπεῖ εἰς τὴν Κυβέρνησιν: δίδω πίστωσιν, διότι εἶναι ἀνάγκη διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἀλλὰ μόνον διὰ τὰς τακτικὰς δαπάνας, ὡς πρὸς τὰς προσθήκας δὲ πρέπει νὰ μείνῃ ἐλευθέρα ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς· ἐπὶ τούτων ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐπιφυλάξῃ τὸ δικαίωμά της, καί τοι ἔχουσα πλήρη πεποίθησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ταῦτα ἐν ὀλίγοις ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν· ὡς πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν δὲ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναφέρω ὀλίγα τινά. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν δύναταί τις ν’ ἀναγνωρίσῃ τὴν ὕπαρξιν τοῦ Διατάγματος, διότι ἄλλο τὸ Διάταγμα κελεύει, καὶ ἄλλως ὁ ἔντιμος Πρωθυπουργὸς μᾶς παρέστησε τὰ καθήκοντα τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐὰν καλῶς ἐνόησα τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἶπεν, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ καθῆκον ἔχει ἁπλῶς νὰ ἐξετάσῃ τὰ βιβλία καὶ ποιήσῃ μίαν ἐκκαθάρισιν, διότι δὲν ὑπάρχουν τακτικὰ ἔγγραφα καὶ βιβλία τῶν διαφόρων διαχειρίσεων, ὥστε τὸ καθῆκον τῆς Ἐπιτροπῆς, ὡς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρέστησεν, εἶναι ἁπλούστατον, εἶναι ἡ καταστίχωσις βιβλίων, περιεχόντων τοὺς λογαριασμούς. Ἀλλ’ ἀναγινώσκων τις τὸ Διάταγμα, βλέπει, ὅτι περιέχει ὅλως ἀλλοίας διατάξεις. Τὸ Διάταγμα στηρίζεται εἰς τὰ ἄρθρα τοῦ λογιστικοῦ νόμου 42, 168 καὶ 198. Τὸ ἄρθρον 42 τίθησι τὸν κανόνα, ὅτι πᾶς ὑπόλογος διαχειριστὴς χρημάτων δίδει λόγον εἰς τὸν ὑπουργὸν, ὡς ἐκπροσωποῦντα τὸ Δημόσιον. Πρόκειται λοιπὸν κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο νὰ δοθῇ λόγος ἐκ μέρους ὑπολόγων, εἴτε πρὸς ὑπουργὸν, εἴτε πρὸς ἁρμόδια πρόσωπα. Κατὰ τὸ ἄρθρον 198, οἱ ὑπόλογοι πρέπει νὰ παραδίδωσιν εἰς τοὺς ἀπεσταλμένους πρὸς ἐπιθεώρησιν ὅλα τὰ βιβλία, ὅλους τοὺς λογαριασμοὺς, ὅλα τὰ χρήματα, ἅπερ ἔχουσιν εἰς τὰ γραφεῖα. Ὅταν στηρίζεται ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ τὸ Διάταγμα, ἕπεται, ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ ὑπόλογοι ὀφείλουν νὰ δώσουν λόγον εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν· ἑπομένως ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ἔρχεται νὰ ἐξελέγξῃ τὴν διαχείρισιν τῶν ὑπολόγων τῶν ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν. Καὶ ποῖοι εἶναι αὐτοὶ οἱ ὑπόλογοι; εἶναι οἱ εἰδικοὶ ταμίαι τῶν διαφόρων ὑπουργείων. Λοιπὸν, κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦ Διατάγματος, ἡ Ἐπιτροπὴ πρέπει νὰ ἐξετάσῃ τοὺς εἰδικοὺς ταμίας τῶν ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ὑπόλογοι· καὶ πῶς αὕτη θέλει ἐξετάσει; Τὸ ἄρθρον 2 κανονίζει τὸν τρόπον τῆς ἐργασίας αὐτῆς τῆς Ἐπιτροπῆς, τουτέστι λέγει: Τὰς ἐργασίας τῆς ἀνωτέρω Ἐπιτροπῆς κανονίζει ὁ Πρόεδρος ἐντὸς τῶν ὅρων τῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων περὶ τῶν ἀποστελλομένων ὑπὸ τῶν ὑπουργῶν καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου Ἐπιθεωρητῶν. Λοιπὸν αὐτὴ ἡ Ἐπιτροπὴ θέλει ἐκπληρώσει τὰ καθήκοντα Ἐπιθεωρητῶν, τοὺς ὁποίους ἀποστέλλει, εἴτε τὸ ὑπουργεῖον, εἴτε τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Καὶ ποῖα εἶναι τὰ καθήκοντα τῶν Ἐπιθεωρητῶν τούτων; Κατὰ τὸν Λογιστικὸν νόμον καὶ τὸ Καταστατικὸν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἔχουσι τὰ ἑξῆς καθήκοντα οἱ Ἐπιθεωρηταί. Ἐπισκέπτονται τὰ γραφεῖα τῶν ὑπὸ ἐξέλεγξιν, λαμβάνουσι τὰ βιβλία αὐτῶν, ἐξελέγχουσιν, ἐὰν ἦναι συντεταγμένα κατὰ τὰς νομίμους διατυπώσεις, καταμετροῦσι τὰ χρήματα, πληροφοροῦνται ἐὰν ἐδαπανήθησαν ἐννόμως, καὶ ἐξετάζουσιν ἐὰν τὰ ὑπόλοιπα ὑπάρχωσιν. Αὐτὰ εἶναι τὰ καθήκοντα τῶν Ἐπιθεωρητῶν· τὸ δὲ ἄρθρον 2 τοῦ Διατάγματος τούτου δίδει εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὰ αὐτὰ καθήκοντα. Ἡ Ἐπιτροπὴ λοιπὸν αὕτη ὀφείλει νὰ ὑπάγῃ καὶ ἐξελέγξῃ τὴν διαχείρισιν αὐτῶν τῶν ὑπολόγων, καὶ ὄχι μόνον τὴν χρηματικὴν, ἀλλὰ καὶ τὴν διαχείρισιν τοῦ ὑλικοῦ. Σᾶς παρακαλῶ τώρα, συνάδουσιν αἱ διατάξεις αὗται τοῦ Διατάγματος μὲ τὴν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος κ. Πρωθυπουργὸς λέγει, ὡς πρὸς τὰ ἁπλούστατα ἔργα τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι οὐδὲν ἄλλο εἶχε νὰ πράξῃ ἢ νὰ μεταβῇ εἰς τὰ ὑπουργεῖα τῶν Ναυτικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ λάβῃ τὰ ἔγγραφα αὐτῶν καὶ νὰ καταστρώσῃ ἕνα λογαριασμόν; Ἐπὶ τῇ ὑποθέσει λοιπὸν, ἢ μᾶλλον ἐπὶ τῇ βεβαιότητι, ὅτι τὰ καθήκοντα τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης κανονίζονται κατὰ τὸ Διάταγμα τὰ αὐτὰ πρὸς τὰ καθήκοντα τῶν Ἐπιθεωρητῶν, τοὺς ὁποίους ἀποστέλλουσι τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἂς ἐξετάσωμεν, ἠδύνατο τοιαύτη Ἐπιτροπὴν μὲ τοιαῦτα καθήκοντα νὰ συστήσῃ ὁ Ὑπουργός; Διότι ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἁπλῆς Ἐπιτροπῆς, ἵνα ἐξετάσῃ ἁπλῶς λογαριασμοὺς, τὸ ζήτημα ἦτον ἁπλοῦν. Τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει τὸ Διάταγμα, δὲν συνάδουσι, δὲν ὑποβοηθοῦσι τὴν σύστασιν τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης, διότι τὸ μὲν ἄρθρον 42, τὸ ὁποῖον ἐπικαλοῦνται, περιέχει γενικὸν κανόνα, ὅτι βεβαίως ὅλοι οἱ ὑπόλογοι δίδουσι λόγον εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ πῶς δίδεται ὁ λόγος οὗτος πρὸς τὸν ὑπουργόν; Ὁ λόγος δίδεται δυνάμει τῶν εἰδικῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας περιέχει ὁ λογιστικὸς νόμος. Ὁ λογιστικὸς νόμος διατάσσει, ὅτι κατὰ δεκαημερίαν, κατὰ μῆνα, δίδεται κατάστασις εἰς τὸ Λογιστήριον· τοῦτο ἐξελέγχει τὴν κατάστασιν ταύτην καὶ ὑποβάλλει αὐτὴν εἰς τὸν ὑπουργὸν, ὁ ὁποῖος ἐξελέγχει διὰ τοῦ Λογιστηρίου ταύτην, καὶ οὕτω λαμβάνει λόγον ἀπὸ τοὺς ὑπολόγους. Ὑπάρχει δὲ καὶ ἄλλο μέσον· ἐξεδόθη νόμος κανονίζων τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Ἐπιθεωρητῶν, καὶ ὁ ὑπουργὸς ἔχει δικαίωμα, ὁσάκις λαμβάνει ὑπονοίας, ν’ ἀποστέλλῃ Ἐπιθεωρητὰς καὶ νὰ ἐξελέγχῃ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν διαχειριζομένων. Καὶ δὲν εἶναι μὲν ὑπόχρεως νὰ στέλλῃ Ἐπιθεωρητὰς ἰδίους, ἀλλὰ δύναται νὰ κάμῃ χρῆσιν καὶ διαφόρων ἄλλων ὑπαλλήλων, καὶ νὰ ἐξελέγχῃ τὴν διαχείρισιν τῶν ὑπολόγων. Ἀφοῦ λοιπὸν ἔχομεν εἰδικὰς διατάξεις, ἀφοῦ ἔχομεν νόμον λογιστικὸν, διὰ τῶν ὁποίων ὁ ὑπουργὸς δικαιοῦται νὰ λαμβάνῃ λόγον ἀπὸ τοὺς διαχειριστὰς, πῶς δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν καὶ νὰ καθιερώσωμεν νέον τρόπον; Ὁ ἴδιος κ. Πρωθυπουργὸς ἐπικαλεῖται τὸ ἄρθρον 168. Αὐτὸ, σᾶς βεβαιῶ, εἶναι ὅλως διόλου ἀνεφάρμοστον· διότι τοῦτο ἀναφέρει τοὺς προϊσταμένους, ὅτι δηλαδὴ οἱ προϊστάμενοι ἐξελέγχουσι τοὺς ὑπ’ αὐτοὺς διατελοῦντας· ἀλλὰ δὲν ἐννοεῖ προϊστάμενον τὸν ὑπουργὸν, ἐννοεῖ τὸν ταμίαν ὡς πρὸς τοὺς εἰσπράκτορας, τὸν τελώνην ὡς πρὸς τοὺς εἰσπράκτορας, τοὺς διατελοῦντας ὑπ’ αὐτόν. Καὶ τόσον εἶναι βέβαιον, ὅτι τούτους ἐννοεῖ, ὥστε τὸ παρακατιὸν ἄρθρον 171 κηρύττει τοὺς προϊσταμένους συνυπευθύνους μὲ τὸν ὑποδεέστερον, καὶ βεβαίως δὲν ἐννοεῖ τὸν ὑπουργόν. Μὲ συγχωρεῖτε, ἐὰν θέλητε νὰ ἐννοήσητε ἐπὶ μᾶλλον, νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἄρθρον· «Οἱ προϊστάμενοι ἐξελέγχουσι τὴν διαχείρισιν τῶν ὑπ’ αὐτοὺς διατελούντων, ἐπιθεωροῦντες τὰ βιβλία, καταμετροῦντες τὰ εἰς χεῖράς των χρήματα, καὶ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν κτλ.» Ἐνοεῖτε λοιπὸν, ὅτι ὁ νόμος ἐννοεῖ τοὺς προϊσταμένους τῶν ὑπηρεσιῶν ταμίας, τελώνας, κτλ. οὐδέποτε δὲ τὸν ὑπουργόν. Ἑπομένως ἀνωφελῶς ἐπικαλοῦνται τὸ ἄρθρον τοῦτο. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ ἄρθρον 198. Τοῦτο λέγει, ὅτι «Οἱ ὑπόλογοι ὀφείλουσι νὰ ὑποβάλλωσιν εἰς τοὺς πρὸς ἐπιθεώρησιν τῶν ταμείων ἀπεσταλμένους τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου». Αὐτὸ τὸ ἄρθρον εἶναι συνέπεια τῶν προηγουμένων, τὰ ὁποῖα κανονίζουσιν, ὅτι ὅλοι οἱ ὑπόλογοι δίδουσι λόγον, καὶ ἐννοεῖ τοὺς Ἐπιθεωρητὰς καὶ τοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς ὁποίους τὸ Ὑπουργεῖον ἀποστέλλει πρὸς ἐπιθεώρησιν. Τόσον δὲ εἶναι βέβαιον, ὅτι τὰ ἄρθρα ταῦτα δὲν δίδουσι δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διορίσῃ τοιαύτην Ἐπιτροπὴν, ὥστε καὶ αὐτὸς ὁ λογιστικὸς νόμος προβλέπει μίαν καὶ μόνην περίπτωσιν, καθ’ ἣν δύναται νὰ ὑπάρξῃ Ἐπιτροπὴ πρὸς γενικὴν ἐξέλεγξιν τῶν λογαριασμῶν τοῦ Κράτους, καὶ ὡς τοιαύτην παραδέχεται τὴν συγκειμένην ἀπὸ δύω βουλευτὰς, δύω γερουσιαστὰς καὶ ἓν μέλος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου· καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ἐξελέγχει τοὺς γενικοὺς λογαριασμοὺς τοῦ Κράτους· ὡς πρὸς ἅπαντας τοὺς ἄλλους λογαριασμοὺς ὥρισεν εἰδικὰ πρόσωπα. Ἐὰν τώρα ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη θελήσῃ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον τῇ ἐπιβάλλει αὐτὸ τὸ Διάταγμα, πρέπει νὰ ὑπάγῃ εἰς τὰ εἰδικὰ ταμεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, ὅπου τοῦ Κράτους καὶ ἂν εὑρίσκονται ταῦτα. Παραλείπω τώρα τὸν χρόνον, καὶ τὰς δαπάνας πρὸς ἐνέργειαν τῆς τοιαύτης ἐργασίας. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι, ἐὰν μεταβῇ εἰς τοιοῦτον ταμεῖον ἡ Ἐπιτροπὴ, ὀφείλει ὁ ταμίας νὰ δώσῃ τὰ ἔγγραφά του; Λέγω ὄχι· διότι ὁ λογιστικὸς νόμος κανονίζει τὸν τρόπον, καθ’ ὃν τὰ διάφορα δικαιολογητικὰ ἔγγραφα ἑκάστου ὑπολόγου ἐξελέγχονται καὶ ἀποστέλλονται. Λοιπὸν δὲν δύναται, ἐναντίον τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ ὑπόλογος, νὰ παραδώσῃ τὰ ἔγγραφά του εἰς Ἐπιτροπὴν, εἰς τὴν σύστασιν τῆς ὁποίας δὲν δύναται νὰ ἔχῃ πεποίθησιν, διότι εἶναι Ἐπιτροπὴ, τῆς ὁποίας τοὐλάχιστον ἡ ἔννομος ὕπαρξις ἀμφισβητεῖται, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τὴν διώρισε. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι τὰ ἔδωκε καὶ συνέταξεν οἱανδήποτε πρᾶξιν ἡ Ἐπιτροπὴ, δύναται νὰ ἔχῃ ἡ πρᾶξις αὕτη δημόσιον κῦρος, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς δημοσία πρᾶξις καὶ νὰ ἐπιβάλλῃ ὑποχρεώσεις; Τότε μόνον θεωρεῖται ὡς δημοσία πρᾶξίς τις, ὅταν γείνῃ παρὰ δημοσίου ὑπαλλήλου, καὶ τότε θεωρεῖταί τις ὡς δημόσιος ὑπάλληλος, ὅταν διορίζηται εἰς θέσιν νενομοθετημένην. Τὰ ἔγγραφα λοιπὸν, τὰ ὁποῖα θὰ συντάξῃ ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη, θεωροῦνται ὡς ἔγγραφα ἁπλᾶ, ἰδιωτικά. Δὲν σᾶς λέγω, κύριοι, ὅτι αἱ ἐξελέγξεις τῶν διαφόρων ὑπολόγων δὲν πρέπει νὰ γίνωνται. Πρέπει νὰ γίνωνται, καὶ νὰ γίνωνται αὐστηρῶς, διότι αὐτὸ τὸ καθῆκον μετὰ πολλῆς δραστηριότητος καὶ ἐγὼ ἐξεπλήρωνα, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ ὑπουργεῖον. Ἀλλ’ ἡ ἐξέλεγξις, διὰ νὰ ἔχῃ ἐπίσημα ἀποτελέσματα, πρέπει νὰ γίνεται καθ’ ὃν τρόπον ὁ νόμος διατάσσει. Φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἔχει ἀνάγκην μέσων διὰ νὰ κανονίσῃ τὴν ἐξέλεγξιν ταύτην, καὶ ταύτην στηρίζει ἐπὶ τοῦ ἁπλουστάτου λόγου, τὸν ὁποῖον καὶ ἐγὼ παραδέχομαι, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Λογιστηρίου, εἴτε τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, δὲν ἐπαρκεῖ. Τότε ἂς φέρῃ νόμον,—ἡ Βουλὴ εἶναι παροῦσα,—καὶ ἂς ἦναι βεβαία, ὅτι ὅλοι παμψηφεὶ θέλομεν ἀποδεχθῆ αὐτὸν καὶ θέλομεν δώσει τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν, καὶ οὕτως ἐξαλείφεται ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ τοιαύτη Ἐπιτροπὴ δὲν στηρίζεται ἐπὶ τοῦ νόμου, καὶ ἡ ἐξέλεγξις γενήσηται ἐγκαίρως καὶ λυσιτελῶς· διότι ἄλλως ἡ συσταθεῖσα Ἐπιτροπὴ, εἴτε ἐκπληρώσει τὰς διατάξεις τοῦ Διατάγματος, ἢ, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καταρτίσει ἁπλῶς ἕνα κατάλογον τῆς διαχειρίσεως, ἡ ἐργασία αὕτη, μὴ ἔχουσα ἔννομον κῦρος, ἔσεται ματαία. Περαίνων τὸν λόγον, φρονῶ, ὅτι ἡ ζητουμένη πίστωσις πρέπει νὰ περιορισθῇ ἐπὶ τῶν τακτικῶν καὶ ἀμεταβλήτων δαπανῶν τοῦ τρέχοντος μηνὸς, ὅτι ἡ συσταθεῖσα διὰ τοῦ Διατάγματος Ἐπιτροπὴ δὲν εἶναι ἔγκυρος, καὶ ὅτι ἑπομένως πίστωσις περὶ αὐτῆς δὲν πρέπει νὰ δοθῇ.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον;
§61ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκετε τὸ νομοσχέδιον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§63ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων διὰ τὸ ἔτος 1882.
§65ΠΟΛΛΟΙ. Ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§66ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ ἐξακολουθήσωμεν σήμερον, διότι τὴν Πέμπτην καὶ Παρασκευὴν δὲν ἔχομεν συνεδρίασιν.
§67ΠΟΛΛΟΙ. Ἐπ’ αὐτοῦ ἔχει νὰ ὁμιλήσῃ ὁ ὑπουργὸς καὶ θὰ ἀργήσωμεν.
§68Π. ΚΑΛΛΙΓΑΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἂς ἀναβληθῇ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἂς προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἄλλων.
§69Ι. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὀφείλω νὰ δηλώσω ἐπειδὴ εἶμαι ἐγγεγραμμένος, ὅτι παραιτοῦμαι τοῦ λόγου, διότι δυστυχῶς δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ ἔλθω.
§70Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ νὰ εἴπω δύω λέξεις.
§71ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§72Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πληροφοροῦμαι, ὅτι ὁ Ἔπαρχος Μεγάρων ἐγκατέλιπε τὴν θέσιν του καὶ μετέβη εἰς Ἀμοργόν. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐὰν ἐν γνώσει αὐτοῦ ἀνεχώρησε καὶ ἦναι ἐν ἀδείᾳ.
§73ΤΙΝΕΣ. Ποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ Ἔπαρχος;
§74Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Μαῦρος.
§75ΡΟΥΦΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Δὲν εἶναι αὐτὸς Ἔπαρχος Μεγάρων.
§76ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔπαρχος Μεγάρων εἶναι ὁ κ. Στριφτόμπολας.
§77Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἠξεύρω. Αὐτὰς τὰς πληροφορίας ἔχω.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέλετε νὰ ἐξακολουθήσωμεν; Ἔχομεν εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν ΧΜΗ νόμου.
§79ΤΙΝΕΣ. Ἂς ἀναγνωσθῇ εἰς πρώτην συζήτησιν.
§80Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Προκειμένου περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν νόμου, νομίζω, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν ἄνευ συζητήσεως.
§81ΤΙΝΕΣ. Ἂς ἀναβληθῇ αὐτό.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν ἔρχεται εἰς πρώτην συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ προσθήκης δευτέρου Τμηματάρχου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
§83ΠΟΛΛΟΙ. Ν’ ἀναγνωσθῇ.
§84ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). (Γίνεται δεκτὸν εἰς ά. ἀνάγνωσιν δι’ ἀναστάσεως).
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ ἀστικοῦ νόμου.
§86ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει). (Γίνεται δεκτὸ δι’ ἀναστάσεως εἰς ά. ἀνάγνωσιν).
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου περὶ ἐπισκευῆς καὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ κατὰ τὸ Ληλάντιον πεδίον Καλαποδίου.
§88ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Ν’ ἀναβληθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. — Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὡρισμένου ἐξαγωγικοῦ τέλους τῶν Ἑπτανησιακῶν προϊόντων.
§90ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναβληθῇ.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 6 καὶ ½ μ. μ.