1882.04.19
1,974 rows · 15,754 words · 74 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 52
τῆς 19 Ἀπριλίου 1882.
Ὥρα 2 μ. μ.
(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάτοικοι τοῦ χωρίου Κερατέας παραπονοῦνται, ὅτι τὸ Δημόσιον, ἐκτὸς τῶν δασῶν, τὰ ὁποῖα ἐπεδικάσθησαν αὐτῷ, συνεπείᾳ ἀποφάσεως μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς κοινότητος Κερατέας, ἐνοχλεῖ τοὺς κατοίκους διὰ τοὺς ἰδιωτικούς των ἀγροὺς, τοὺς ὁποίους νέμονται πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων. — Ἡ Ἰσραηλιτικὴ κοινότης Λαρίσσης παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν, ὅπως χορηγήσῃ εἰς τοὺς ἐν Λαρίσσῃ Ἰσραηλίτας ἀνάλογον προθεσμίαν, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ ἐκμάθωσι τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν τὰ τέκνα των καὶ οὕτω δυνηθῶσι νὰ ἐκμάθωσι τὰς στρατιωτικὰς ἀσκήσεις, τὰ ἐκ τούτων ὑπόχρεα εἰς στράτευσιν.
§2ΚΑΡΔΑΡΑΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ποῖα μέτρα ἔλαβε καὶ θέλει λάβει κατὰ τοῦ διοικοῦντος τὴν ὑπομοιραρχίαν Κυνουρίας ἐνωμοτάρχου Διονυσίου Μελησσινοῦ, ὅστις τίποτε περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον δὲν πράττει ἢ θέλει ν’ ἀπομιμηθῇ τὴν δικτατορικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ἀλῆ Πασσᾶ τῶν Ἰωαννίνων, ἐνεργῶν πράξεις ὅλως αὐθαιρέτους. Παρακαλῶ συνάμα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ποῖα μέτρα ἔλαβε κατὰ τοῦ Ἐφόρου Κυνουρίας, ὅστις τοὺς Προέδρους τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων καὶ τοὺς Εἰρηνοδίκας, διὰ τὰς ἐκδικάσεις τῶν ἐπιτηδευμάτων, καί τοι προσκαλέσας, τοὺς ἀπεδίωξεν· μεταξὺ δὲ τῶν Προέδρων συγκατεριθμούμην καὶ ἐγώ. Παρακαλῶ λοιπὸν ἀμφοτέρους τοὺς κκ. Ὑπουργοὺς νὰ λάβωσι ἔντονα καὶ δραστήρια μέτρα.
§3ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐκπληρῶν τὴν ὑπόσχεσίν μου, ὑποβάλλω πρότασιν νόμου, ἀφορῶσαν τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν, ἐπιτρέψατέ μοι δὲ νὰ ἀναγνώσω αὐτήν. (Ἀναγινώσκει). (Ὅρα Παράρτημα). Ἐὰν ἡ Βουλὴ εὐαρεστηθῇ, παρακαλῶ νὰ ὁρίσῃ τὴν Παρασκευήν, ὅπως ἀναπτύξω τὴν πρότασίν μου, τότε δὲ θέλω προσπαθήσει, εἰσηγούμενος καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν πληροφοριῶν τῶν διαφόρων Συλλόγων, ἐμποροπλοιάρχων καὶ Ἐμπορικῶν Ἐπιμελητηρίων, νὰ δικαιολογήσω τὴν ὑποβαλλομένην πρότασιν. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς Παρασκευῆς.
§4ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι ἑορτὴ τὴν Παρασκευήν.
§5ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τότε τὴν Δευτέραν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά· θὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς Δευτέρας.
§7ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μετὰ τὴν κύρωσιν τοῦ νόμου περὶ ἀφομοιώσεως, ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἡ ἐκτέλεσις· ἔπρεπε δὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ καὶ τὴν γνώμην τῶν βουλευτῶν τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ἥτις δὲν ἠδύνατο νὰ ἦναι ὑποχρεωτική, ἀλλὰ βεβαίως ἤθελεν ὠφελήσει. Οὐ μόνον δὲν ἐζητήθη παρ’ ὅλων τῶν βουλευτῶν αὐτή, ἀλλὰ παρετήρησα καὶ ὅτι εἰς τὴν ἐκτέλεσιν δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψει ὅλαι ἐκεῖναι αἱ περιστάσεις, αἵτινες ἠδύναντο νὰ ὁδηγήσωσιν εἰς τὴν καλὴν σύστασιν τῶν ὑποτελωνείων καὶ τῶν τελωνειακῶν σταθμῶν, τῶν εἰρηνοδικείων...
§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅλα αὐτὰ εἶναι προσωρινά· ἐτηρήθη ἡ προϋπάρξασα ὑπὸ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως κατάστασις...
§9ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὄχι ἐντελῶς.
§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Σχεδόν...
§11ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐννοῶ τῳόντι ὅτι εἶναι πολὺ ἐνοχλητικὸν νὰ ἐπιβάλλωνται οἱ βουλευταὶ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς διὰ τὰ προσωπικά, καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ ἔλαβον τοὐλάχιστον ἓν μέτρον, ὅπως μὴ τοὺς ἐνοχλῶ. Ἀλλὰ διὰ τὰς ἐπαρχιακὰς ἀνάγκας, φρονῶ, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐρωτᾷ τοὺς Ἀντιπροσώπους τῶν ἐπαρχιῶν ἄνευ διακρίσεως τῶν πολιτικῶν ἀποχρώσεων καὶ ἰδίως ὅταν πρόκηται περὶ ἀφομοιώσεως. Ἐπειδὴ εἶδον, ὅτι δὲ ἐλήφθη τοιοῦτον μέτρον ὅπερ θεωρῶ χρήσιμον, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀνακοινώσω μερικὰς παρακλήσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὰς ὁποίας παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει...
§12ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἶναι ὡρισμένη ἡμέρα πρὸς τοῦτο.
§13ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Εἶναι ὡρισμένον τὸ Σάββατον διὰ τὴν συζήτησιν ἐπερωτήσεων, οὐχὶ ὅμως καὶ διὰ τὴν ὑποβολὴν τοιούτων. Φείδομαι τοῦ χρόνου τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἐκτὸς τῶν γενικῶν τῆς πατρίδος συμφερόντων, εἶναι καὶ τὰ ἐπαρχιακὰ, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μᾶς ἐπασχολήσωσι μέχρι τινὸς...
§14ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Νὰ μὴ παρακωλύηται ἡ ψήφισις τῶν φόρων· δὲν πρέπει νὰ κατατρίβηται ὁ χρόνος...
§15ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἐδῶ μέσα κατατρίβεται ὁ χρόνος ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς ἐπουσιωδέστερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ εἴπω, καὶ ἀδίκως ἀνυπομονεῖτε. Ἐν πρώτοις εἰς τὸ ζήτημα τῶν ὑποτελωνείων δὲν ἐτηρήθη ἡ προϋπάρξασα ἐπὶ Τουρκοκρατίας κατάστασις ὡς πρός τινας εὐκολίας· φρονῶ δέ, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ χειροτερεύσῃ ἡ κατάστασις τοῦ τόπου. Εἰς τὴν Ἄφησον ἐπὶ Τουρκοκρατίας ὑπῆρχεν ὑποτελωνεῖον καὶ δικαίως, διότι εἶναι τόπος, εἰς τὸν ὁποῖον προσεγγίζουσι πάντοτε ἀτμόπλοια φορτηγὰ διαφόρων ἐθνικοτήτων, εἶναι ὅρμος, εἰς τὸν ὁποῖον γίνεται ἐξαγωγὴ 1,000,000 ὀκάδων ἐλαίου, 300 χιλιάδων ὀκάδων σύκων καὶ ἄλλων προϊόντων· ὑπῆρχε λοιπὸν ἐκεῖ ὑποτελωνεῖον ἐπὶ Τουρκοκρατίας, τὸ ὁποῖον μετὰ τὴν προσάρτησιν δὲν ὑπάρχει. Ὑπέθετον, ὅτι τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ὑπὸ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως, ἤθελε διορθωθῆ ὑπὸ τῆς παρούσης, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ταύτης δὲν ἐγένετο τίποτε. Ἐγὼ εἶχον ἐν καιρῷ δώσει εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸν ἀναφορὰν τῶν ἐκεῖθεν ἐνδιαφερομένων κατοίκων, ἀλλ’ ἀτυχῶς δὲν τὴν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει.
§16ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν τὴν ἔλαβον ἐγκαίρως· ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὅταν ὑπεβλήθη τὸ Διάταγμα, τότε μοὶ ὑπεβλήθη ἡ ἀναφορὰ αὕτη, ἀλλ’ ἦτο ἀργὰ τότε.
§17ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ σᾶς ἐδόθη ἐγκαίρως· ἀλλ’ ἢ δὲν τὴν ἐνθυμήθητε, ἢ δὲν ἠθελήσατε νὰ τὴν λάβητε ὑπ’ ὄψει, ἐνῷ ἀναφέρει σπουδαίους λόγους· καὶ ἔπρεπε, κατ’ ἐμὲ, νὰ συστηθῇ τὸ ὑποτελωνεῖον τοῦτο Θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, ταυτοχρόνως καὶ σχέδιον νόμου περὶ συστάσεως ὑποτελωνείου ἐν Ἀφήσῳ, τὸ ὁποῖον παραδίδω εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ παρακαλῶ νὰ υἱοθετήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ἡ παρ’ ἐμοῦ ὑποβολὴ εἶναι ἀπαράδεκτος, ὡς περιέχουσα αὔξησιν ἐξόδων (Ὅρ. Παράρτ.)
§18Ν. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ἐπὶ Τουρκοκρατίας δὲν ὑπῆρχεν ὑποτελωνεῖον ἐν Ἀφήσῳ. Οὐδέποτε ὑπῆρξε τοιοῦτο.
§19ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Θετικῶς πληροφοροῦμαι, ὅτι ὑπῆρχεν, καὶ πιστεύω, ὅτι οἱ εἰς τὴν ἀναφορὰν ὑπογράψαντες συνεπαρχιῶται ἡμῶν γνωρίζουσι τί βεβαιοῦσιν. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἡ σήμερον προσδιωρισμένη διὰ τὴν συζήτησιν. Τὸ ὑπέβαλον σήμερον καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν δύναται νὰ γείνῃ πᾶσα τυχὸν ὑπάρχουσα ἀντίῤῥησις. Ἔχω ἐπίσης ἕτερον παράπονον διὰ τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, διότι καὶ ἐκεῖ τὰ Εἰρηνοδικεῖα δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὰς περιστάσεις τοῦ τόπου. Ἐπὶ παραδείγματι, εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον Ἀργαλαστῆς, ὅπου ὑπάγονται 8000–9000 χιλιάδες ψυχῶν, ἡ δικαιοδοσία εἶναι δυσανάλογος πρὸς τὰ λοιπὰ Εἰρηνοδικεῖα, καὶ ἡ ἔκτασις μεγάλη ἐν συγκρίσει καὶ ἰδίως ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως καλῶν ὁδῶν καὶ μάλιστα ἐν καιρῷ χειμῶνος· ὑποθέτω, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ὑπέβαλεν ἐσπευσμένως τὸ Διάταγμα καὶ δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ τὰ καθέκαστα· ἀλλ’ ἐλπίζω, ὅτι θὰ ζητήσῃ καὶ θὰ λάβῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας δεόντως, ὅπως φέρῃ διορθώσεις. Κατὰ τὸ ἄρθρον 2ον τοῦ νόμου τῆς ἀφομοιώσεως, ἐκδοθήσεται νόμος ὁριστικῶς περὶ τῶν διοικητικῶν διαιρέσεων. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τὴν τεταγμένην ἡμέραν πρὸς συζήτησιν τῶν ἐπερωτήσεων νὰ δηλώσῃ, διατὶ δὲν ὑπέβαλεν εἰσέτι, ἢ ἂν προτίθεται νὰ ὑποβάλῃ ἐντὸς τῆς Συνόδου ταύτης τὸν ὁριστικὸν νόμον περὶ διοικητικῶν διαιρέσεων, διότι φρονῶ, ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ἔταξεν ἐκ λεπτότητος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν προθεσμίαν, οὐχ ἧττον πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ παρατείνῃ ἄνευ λόγου τὴν ἰσχὺν προσωρινοῦ νόμου, καὶ ὅτι ἐντὸς τῆς Συνόδου ταύτης πρέπει νὰ συζητηθῇ ὁ ὁριστικὸς νόμος. Ἀπὸ τοῦδε δὲ ὑποβάλλω σκέψεις τινὰς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὰς ὁποίας ἐλπίζω, ὅτι θέλει λάβει ὑπ’ ὄψει.......
§20ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διατί σήμερον;
§21ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε βουλευτὰ Ἄρτης, ἐγὼ σᾶς ἤκουσα μὲ πολλὴν προσοχὴν, ὁσάκις ὡμιλήσατε διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ἐπαρχίας σας. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι δικαιοῦμαι ν’ ἀξιῶ καὶ παρ’ ὑμῶν ὁμοίαν ὑπομονήν. Διὰ τῶν διακοπῶν σπαταλᾶται πλειότερος χρόνος....
§22ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ ἁπλῶς ἐξέφρασε τὴν ἀπορίαν μου, διότι, ἐνῷ προχθὲς ἀπεφασίσαμεν τὸ Σάββατον νὰ γίνηται ἡ συζήτησις τῶν ἐπερωτήσεων, βλέπω ὅτι κάμνετε τὴν συζήτησιν σήμερον.
§23ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὸν βουλευτὴν Ἄρτης, ὅτι ἀκριβῶς πράττω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ διδάσκει, διότι ὑποβάλλω ἐπερωτήσεις, συζητηθησομένας τὸ Σάββατον. Ὑποβάλλω, ὡς ἤκουσε, νομοσχέδιον καὶ ῥητῶς εἶπον, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν σήμερον· δὲν ἐννοῶ διατὶ θέλει νὰ μὲ διορθώσῃ διὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἀκριβῶς ἐκτελῶ. Ὑποβάλλω λοιπὸν σκέψεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, σχετικῶς μὲ τὰς ἐπερωτήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμα περὶ τοῦ ὁριστικοῦ νόμου τῶν διοικητικῶν διαιρέσεων, ὅτι ἐν Βόλῳ, ὡς ἐκ τῆς ἐξαιρετικῆς θέσεως τοῦ τόπου, τοῦ διεθνοῦς ἐμπορίου καὶ τοῦ προαγγελλομένου λαμπροῦ μέλλοντος, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἕδρα νομοῦ, προστιθεμένης ἐκεῖ τῆς ἐπαρχίας Σκοπέλου· εἰς δὲ τὴν ἐπαρχίαν Ἁλμυροῦ, τοῦ δήμου Πτελεατῶν καὶ τοῦ δήμου Νέας Μιτζέλης· οἱ κάτοικοι μάλιστα τῆς ἐπαρχίας Σκοπέλου διακαῶς ποθοῦσι τοῦτο, ὡς μανθάνω. Τοιουτοτρόπως θέλει ἀποτελεσθῆ Νομὸς ἀπὸ 81 χιλιάδων ψυχῶν περίπου, καὶ θέλουσι μείνει ἕτεραι 80,000 ψυχαὶ διὰ τὸν Νομὸν Λαρίσσης· ταῦτα δ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γενομένης ὑπὸ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως ἀπογραφῆς, ἐνῷ ὁ πραγματικὸς πληθυσμὸς εἶναι καὶ ἀνώτερος. Ἡ Κυβέρνησις ἐπασχολεῖται κατ’ αὐτὰς μὲ τὸ ζήτημα τῶν δημοτικῶν διαιρέσεων. Καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι σπουδαιότατον, πρέπει δὲ νὰ καταβληθῇ πᾶσα προσοχὴ, ὅπως γίνωσιν αἱ πρέπουσαι διαιρέσεις, ἰδίᾳ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Βόλου, ὅπου, ὡς γνωρίζετε, ἑκάστη κωμόπολις εἶχε καὶ τὴν δημογεροντίας της, ἰσοδυναμοῦσαν περίπου πρὸς δημαρχίαν. Διὰ νὰ γίνωσι δὲ πρέπουσαι δημοτικαὶ διαιρέσεις, φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤθελε πράξει καλῶς, ἐὰν διέταττε τὸν ἔπαρχον Βόλου νὰ ἐπισκεφθῇ τὰ μέρη ἐκεῖνα, διότι ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη, ὅτι οἱ ἐκ Βόλου ἀποφαινόμενοι χωρὶς νὰ γνωρίζωσι καλῶς τὸν τόπον δύνανται νὰ σφάλωσιν, ὡς συνέβη εἰς τὴν διαίραισιν τῶν ἐκλογικῶν τμημάτων ὑπὸ τοῦ πρώην Ἐπάρχου. Πολλοὶ Θεσσαλοὶ, ὡς γνωρίζετε, ἔσπευσαν ἐν ἔτει 1878 εἰς τὴν πρώτην τῆς Ἑλλάδος πρόκλησιν, πιστεύοντες ὅτι ἤθελε βεβαίως γείνει πόλεμος Ἑλληνοτουρκικὸς, καὶ κατετάχθησαν εἰς τὸν στρατόν. Ὅτε δὲ ὁ στρατὸς ἀνεκλήθη ἐκ τοῦ Δομοκοῦ, ἐπανῆλθον εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ συνηγωνίσθησαν μετὰ τῶν ἐπαναστατῶν.
§24ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Νέα ἱστορία.
§25ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ναί, κ. Ὑπουργέ, νέα ἱστορία, ἀφορῶσα εἰς τὴν ἐπὶ 8–10 μῆνας στέρησιν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας 100 περίπου Θεσσαλῶν, κρατουμένων ἐν ταῖς φυλακαῖς, ὡς ὑποδίκων. Θὰ σᾶς διατυπώσω λοιπὸν ταῦτα εἰς τύπον ἐπερωτήσεως, κ. ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅσον καὶ ἂν σᾶς ἐνοχλεῖ τοῦτο. Ἐπερωτῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τί ἐγένετο διὰ τοὺς 100 Θεσσαλοὺς, οἱ ὁποῖοι ἦλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ νὰ πολεμήσωσι, καὶ διότι δὲν ἐγένετο πόλεμος τῷ 1878 ἐπανῆλθον καὶ συνηγωνίσθησαν μετὰ τῶν ἐπαναστατῶν; Μετὰ τὸ τέλος δὲ τῆς ἐπαναστάσεως, συνεπείᾳ τῶν πιέσεων τῆς Τουρκικῆς Ἀρχῆς, ἠναγκάσθησαν νὰ μείνωσιν ἐκεῖ. Μετὰ τὴν ὑπογραφὴν δὲ τῆς Συμβάσεως, προσελθόντες ἐξακολουθοῦσι νὰ μένωσι φυλακισμένοι πρὸ τόσων μηνῶν, ὡς ὑπόδικοι. Ἐρωτῶ λοιπὸν, διατί δὲν εἰσάγονται εἰς δίκην τοὐλάχιστον, ἀφοῦ δὲν ἐξισώθησαν μὲ τοὺς στρατιώτας τοῦ Σώματος τοῦ κ. Τερτίπη ὡς πρὸς τὴν ποινὴν, ὅπερ φρονῶ, ὅτι ἠδύνατο νὰ γείνῃ;
§26ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἀφήσατε τὰς ἱστορίας·
§27ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Σεῖς λέγετε, ἀφήσατε τὰς ἱστορίας· σεῖς δὲ, ὅταν ὁμιλῆτε, λέγετε πολλὰς ἱστορίας, καὶ πολλάκις μᾶς λέγετε τοιαύτας, αἵτινες ἠδύναντο νὰ παραληφθῶσι χωρὶς νὰ βλαφθῶσιν οἱ λόγοι σας καὶ χωρὶς νὰ ζημιωθῶμεν ἡμεῖς. Ὅταν, κύριοι, συνεζητεῖτο ὁ ἐπιεικὴς νόμος περὶ μετριασμοῦ ποινῆς ἐκείνων, οἵτινες, ὡς ἐπίστρατοι δὲν εἶχον ἐκτελέσει ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις των, ἐγὼ δὲν ἔλαβον τὸν λόγον, ἀλλὰ δὲν ἤμην καθ’ ὅλα σύμφωνος· ἐπίσης δὲν ἐχειροκρότησα τὸν νόμον, δι’ οὗ ἄλλοτε ἱκανοποιοῦντο λειπόστρατοι. Κατ’ ἀρχὴν φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν ἰσχυροὶ οἱ δεσμοὶ τῆς στρατιωτικῆς πειθαρχίας, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐτόλμησα νὰ λαλήσω, οὐδὲ ὑπὲρ τῶν λειποτακτῶν τοῦ 1878, οἵτινες ἐν τούτοις καὶ λόγῳ ἰσότητος πρὸς τὰ ληφθέντα μέτρα καὶ ἕνεκεν τῶν ἐξαιρετικῶν ὅλως λόγων, ἐδικαιοῦντο γενικοῦ τινος μέτρου ἐπιεικοῦς· περιέμενον δὲ ἐκ τῶν πρώτων ἔργων τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ τοιοῦτον, ἢ τουλάχιστον νὰ εἰσαχθῶσιν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἰς δίκην καὶ νὰ δικασθῶσι ταχέως κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, πεποιθὼς, ὅτι οἱ δικασταὶ θὰ ἐδεικνύοντο τοὐλάχιστον ἐπιεικεῖς. Ἐπειδὴ ὅμως οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ἀδικοῦνται, διότι, καθόσον γνωρίζω, καὶ οἱ στρατιῶται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπανῆλθον τῷ 1878, ἕνεκα λόγων εὐνοήτων ἐπιεικείας, ἀπηλλάγησαν μετὰ τὴν ἐπάνοδόν των, ἐνῷ περὶ τῶν ὑποδίκων, περὶ ὧν σᾶς ὁμιλῶ, οὐδὲν μέχρι τοῦδε ἐλήφθη μέτρον, διὰ τοῦτο ἐθεώρησα καλὸν νὰ εἴπω αὐτὰς τὰς ὀλίγας λέξεις, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ν’ ἀπαντήσῃ κατὰ τὴν ὡρισμένην ἡμέραν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐφάνη πρὸ μικροῦ ἀνυπομονῶν διὰ τὴν ὅσον οἷόν τε ταχυτέραν ἐπικύρωσιν τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων του, ἅτινα μόνα θεωρεῖ σπουδαῖα καὶ κατεπείγοντα. Φρονῶ ἐν τούτοις, ὅτι ἐπίσης σπουδαῖον καὶ κατεπεῖγον εἶναι νὰ μάθωμεν πῶς δαπανῶνται οἱ φόροι οὗτοι καὶ τὰ ἀτελεύτητα δάνεια. Πιστεύω δὲ ὅτι δὲν εἶναι ἐκτὸς τῆς ἀποστολῆς ἡμῶν νὰ μάθωμεν ποῦ τοποθετοῦνται οἱ ὑπόδικοι καὶ οἱ κατάδικοι. Ἐπερωτῶ λοιπὸν τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργὸν, διατί ἐν μιᾷ καὶ τῇ αὐτῇ οἰκίᾳ κλείονται οἱ ὑπόδικοι, οἱ κατάδικοι καὶ οἱ διὰ χρέη κρατούμενοι; Διατί ἐν Χαλκίδι εὑρίσκονται φύρδην μίγδην εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ μέρος ὑπόδικοι, μέχρι τῆς στιγμῆς τῆς ἀθωώσεώς των, ὑποτιθέμενοι ἀθῶοι, μετὰ καταδικασθέντων διὰ βαρέα καὶ πολλάκις ἐπονειδίστα ἐγκλήματα καὶ διατί ἐν τῷ ἰδίῳ τόπῳ ἐγκλείονται οἱ ἀτυχεῖς ἐκεῖνοι ὀφειλέται, οἵτινες πολλάκις εἶναι τὰ θύματα τῆς τοκογλυφίας, καταδιωκόμενοι καὶ δι’ ἐλάχιστα ποσά; Ἐννοῶ, ὅτι δὲν εἶναι λογικὸν ν’ ἀξιῶμεν παρὰ τῆς νῦν Κυβερνήσεως ἀμέσως τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ τελειοτέρου περὶ φυλακῶν συστήματος, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι δὲν ζητῶ ἀδύνατα, παρακαλῶν τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργὸν, ὅπως, μετὰ τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν παρ’ ἐμοῦ λεγομένων, λάβῃ, ἐξ εὐσπλαγχνίας καὶ συμφώνως πρὸς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου ἡμῶν, σημείωσιν τῶν λόγων μου καὶ φέρῃ τὴν προχειροτέραν θεραπείαν, καὶ τοιαύτην ἐγὼ θεωρῶ τὴν ἐνοικίασιν χωριστῶν οἰκιῶν διὰ τοὺς ὑποδίκους, ἑτέραν διὰ τοὺς καταδίκους καὶ ἄλλην διὰ τοὺς κρατουμένους διὰ χρέη. Ἐπωφελοῦμαι δὲ τῆς εὐκαιρίας ταύτης, ὅπως ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργοῦ καὶ ἐπὶ ἑτέρου γεγονότος. Κατὰ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ ΧΙΔʹ νόμου τοῦ 1877, ὁ ἀριθμὸς τῶν συμβολαιογράφων ἐν ἑκάστῃ περιφερείᾳ Εἰρηνοδικείου ὁρίζεται διὰ Διατάγματος συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 167 τοῦ Δικαστικοῦ Ὀργανισμοῦ, «ὑπ’ ὄψιν πάντοτε λαμβανομένων ὑπὸ τῶν δικαστηρίων εἰς τὰς γνωμοδοτήσεις αὐτῶν περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν συμβολαιογράφων τοῦ ποσοῦ τοῦ καταναλωθέντος ἐπὶ δικαιώματι χαρτοσήμου κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν.» Διὰ τοῦ ἀπὸ 5 Μαρτίου 1877 Διατάγματος ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ Εἰρηνοδικείου Χαλκίδος, ὡρίσθησαν τρεῖς Συμβολαιογράφοι, καὶ φρονῶ, ὅτι αἱ ἀποδοχαὶ αὐτῶν δὲν εἰσι τοιαῦται, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη προσθέσεως τετάρτου. Πληροφοροῦμαι ὅτι, χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ καταναλωθὲν κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν χαρτόσημον τῶν συμβολαιογράφων, ἐγένετο γνωμοδότησις τοῦ κ. εἰσαγγελέως, ὅπως προστεθῇ τέταρτος.
§28ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τρίτος ὑπάρχει;
§29ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ναί.
§30ΡΑΛΛΗΣ. Τότε δὲν εἰμπορεῖ νὰ διορισθῇ τέταρτος.
§31ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐλπίζω ὅτι, ὅταν μάθετε πῶς ἔχουσι τὰ περὶ τούτου, δὲν θὰ προσθέσητε τέταρτον.
§32Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ κάτοικοι δύω χωρίων τῆς ἐπαρχίας Ὀλυμπίας ἤτοι τῶν Μακρυσίων καὶ Ἀλητσελεπῆ τοῦ δήμου Σκυλοῦντος, δηλαδὴ τῆς πατρίδος τοῦ Ξενοφῶντος, ὑποβάλλουν δι’ ἐμοῦ ἀναφορὰν εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τῆς ὁποίας παρακαλοῦσιν αὐτὴν νὰ σπεύσῃ διὰ νόμου νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰς φυτείας καὶ ἐν γένει τὰ κτήματα αὐτῶν, τὰ ὁποῖα πρὸ 20–30 καὶ 40 ἐτῶν ἀπέκτησαν καὶ τὰ ὁποῖα παρ’ ἐπιτροπῆς, συνισταμένης ἐκ τῶν Ἀρχῶν τῆς ἐπαρχίας, ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς δασικαὶ περιφέρειαι. Οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων τούτων, οἵτινες ἀνέρχονται εἰς 250, εἶναι ἀποφασισμένοι ν’ ἀντισταθῶσι διὰ παντὸς τρόπου κατὰ τοῦ μέτρου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι διατεθειμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιχειρήσῃ, καὶ κατὰ συνέπειαν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ἓν μέτρον, ἵνα προλάβῃ τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ γείνῃ καὶ ἐξασφαλισθῇ ἡ περιουσία τῶν κατοίκων τῶν εἰρημένων χωρίων, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς ἀναφορᾶς των ταύτης δὲν ζητοῦσι τίποτε ἄλλο, παρ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἐζήτησα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν διὰ προτάσεως νόμου καὶ παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν νὰ κηρύξῃ τὴν πρότασιν ἐκείνην κατεπείγουσαν καὶ νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν καὶ ἐξετασθῇ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ἐκτενῶς. Τότε θέλω λάβει τὸν λόγον καὶ θέλω ἀποδείξει κατὰ πόσον εἶναι ἀναγκαῖον νὰ σκεφθῇ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις περὶ τῆς σπουδαίας ταύτης ὑποθέσεως. Ἑπομένως παρακαλῶ καὶ πάλιν τὴν Βουλὴν, νὰ διατάξῃ νὰ ἐγγραφῇ ἡ πρότασίς μου αὐτὴ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ νὰ συζητηθῇ, ὅτε θέλει ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ ὑποβαλλομένη ἤδη ἀναφορὰ, τὴν ὁποίαν καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§33ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ πιστώσεων τῆς κεκλεισμένης χρήσεως τοῦ 1880 καὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1881. Ἐξεδόθησαν κατὰ τὸ 1880 Διατάγματα περὶ ἀναγκῶν, αἱ ὁποῖαι τῷ ὄντι φαίνονται πραγματικαί, οἷον περὶ ἀποζημιώσεως μαρτύρων καὶ τὰ ἑξῆς. Τὸ ποσὸν ἀναβαίνει εἰς δραχμὰς 29,500. Ἐπίσης τὸ 1881 ἐξεδόθησαν Διατάγματα, δι’ ὧν ἐπείσθημεν, ὅτι ἔγεινε πρόνοια περὶ πραγματικῶν ἀναγκῶν. Τὸ ποσὸν εἶναι σπουδαῖον, εἶναι 2,129,352· ἀλλὰ τὰ 2,000,000 εἶναι ἀπόδοσις εἰς τὴν ὁδοποιΐαν, διὰ κατασκευὴν ὁδῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ὑπὸ τῆς Στρατιωτικῆς Ἀρχῆς. Τὸ τρίτον νομοσχέδιον εἶναι ἀποζημειώσεις τῆς χρήσεως τοῦ 1881 διὰ τὰς ὑπηρεσίας ἐν ταῖς προσαρτηθείσαις ἐπαρχίαις καὶ τὸ ποσὸν ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 693,331. (Ὅρα Παράρτημα).
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ πιστώσεως ἑνὸς δωδεκατημορίου διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ τρέχοντος μηνὸς Ἀπριλίου.
§35Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ δηλώσῃ ποῦ εὗρε τὴν διαφορὰν μεταξὺ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1881 καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882, καὶ διὰ τοῦτο ὑποστηρίζει, ὥστε νὰ δοθῇ ἡ πίστωσις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1881 καὶ ὄχι τοῦ 1882.
§36Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, κύριοι, καὶ λυποῦμαι μεγάλως, διότι ἡ πρότασις τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπὶ τῆς αἰτηθείσης ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου πιστώσεως δαπάνης διὰ τὸν Ἀπρίλιον ε. ε. παρεξηγηθεῖσα ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ καταστῇ ζήτημα ὑπουργικόν. Ὀφείλω, κύριοι, ν’ ἀποκρούσω μεθ’ ὅλης τῆς δυνάμεως, ὅτι τοιαύτη σκέψις ὡδήγησε τὴν Ἐπιτροπὴν εἰς τὸ νὰ συντάξῃ καὶ ὑποβάλῃ γνώμην τροποποιοῦσαν τὸ νομοσχέδιον, οὔτε πνεῦμα ἀντιδράσεως, οὔτε σκέψις ἀντιπολιτεύσεως ὤθησε τὴν Ἐπιτροπὴν εἰς τοῦτο. Ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐκπληροῦσα τὸ καθῆκόν της, ἀναλογιζομένη τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἔχει ἀπέναντι καὶ τοῦ ἔθνους καὶ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἐπεδίωξε καὶ ἐπιδιώκει διὰ τῆς προτάσεώς της τὴν τάξιν. Ἡ μειονοψηφία, ἀποκρούουσα τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας, ἐπρότεινεν, ὅτι τοιοῦτόν τι ἄλλοτε δὲν ἐγένετο, ὅτι κακῶς σήμερον ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ζητεῖ νὰ δοθῇ πίστωσις οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀμέσως προηγουμένου ἔτους· τὸ δὲ ὑπουργεῖον ἔκρινεν, ὅτι τοιαύτη διάταξις, ὁποίαν ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς προτείνει, δὲν δύναται παρὰ νὰ θεωρηθῇ ὡς ἔμμεσος ἔλλειψις ἐμπιστοσύνης, ἑπομένως δὲν δύναται παρὰ νὰ θεωρήσῃ τὸ ζήτημα ὑπουργικόν. Ἀπατῶνται ὅμως οἱ φρονοῦντες, ὅτι ποτὲ δὲν ἐδόθη πίστωσις ἐπὶ τῇ βάσει προϋπολογισμοῦ παρελθόντος ἔτους. Ὅταν, κύριοι, ἡ τάξις διεύθυνε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ὅταν δὲν εἶχεν εἰσαχθῆ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν πᾶν μέσον καταδολιεύσεως τοῦ Νόμου, πᾶν μέσον σπατάλης, ἐπεκράτει ἀρχὴ, καθ’ ἣν ἐδίδετο πίστωσις ἐπὶ τῇ βάσει οὐχὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ τρέχοντος, ἀλλὰ τοῦ παρελθόντος ἔτους. Καὶ ὅτι, κύριοι, λέγω πράγματα, θέλω σᾶς ἀναφέρει ῥητὰς περιστάσεις. Τοιαύτη δὲ διάταξις, τοιαύτη προσπάθεια ἐλαμβάνετο ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐπόνουν τὴν πατρίδα, οἱ ὁποῖοι ἐφρόντιζον πῶς νὰ διοικηθῇ ὁ Τόπος κανονικώτερον, πῶς νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ τάξις ἡ οἰκονομικὴ εἰς τὴν διαχείρισιν. Τοῦτο λέγων, δὲν ἐννοῶ τὰς κατὰ καιρὸν Κυβερνήσεις μόνον, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ τὰς Βουλὰς, αἵτινες διὰ τῆς ὑποχωρήσεως ἐνίσχυσαν τὴν ἀταξίαν. Δὲν σᾶς λέγω λόγους πτερόεντας, ἀλλὰ πράγματα, ὡς θέλετε πεισθῆ ἐκ τῶν ἑξῆς. Ἐν τῇ Ἐφημερίδι τοῦ 1845, ἀριθ. 15 § 11, ὑπάρχει ὁ ἑξῆς νόμος· «Τὰ ὑπουργεῖα θέλουσι πληρώνει, μετὰ προηγουμένην ἔγκρισιν τοῦ Βασιλέως καὶ κατὰ τὰς ἐν ἰσχύϊ λογιστικὰς διατυπώσεις, τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους τῶν μηνῶν Ἀπριλίου, Μαΐου καὶ Ἰουνίου τρ. ε. εἰς λογαριασμὸν τοῦ ὑποβληθέντος ἤδη εἰς τὰς Βουλὰς προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ αὐτοῦ ἔτους καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπαρχόντων νόμων, Διαταγμάτων καὶ κανονισμῶν». Κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ὡρίσθη νὰ γίνωσιν αἱ δαπάναι, αἱ στηριζόμεναι ἐπὶ νόμων, Διαταγμάτων καὶ κανονισμῶν, διότι δὲν ὑπῆρχε προϋπολογισμὸς τοῦ προηγουμένου ἔτους 1844. Τὸ ἔτος ὅμως 1846, ὅτε προϋπῆρχεν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1845, ἐζητήθη ἐπίσης πίστωσις διὰ τὰς δαπάνας τῶν μηνῶν Ἰουλίου, Αὐγούστου καὶ Σεπτεμβρίου, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους 1845. Πῶς ἔχει δὲ ὁ περὶ πιστώσεως νόμος; Ἀκούσατε «Τὰ ὑπουργεῖα θέλουσι πληρώνει, μετὰ προηγουμένην ἔγκρισιν τοῦ Βασιλέως καὶ κατὰ τὰς ἐν ἰσχύϊ διατυπώσεις, τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους τῶν μηνῶν Ἰουλίου, Αὐγούστου καὶ Σεπτεμβρίου εἰς λογαριασμὸν τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ τοῦ 1846, μὴ ὑπερβαίνοντα τὸ τεταρτημόριον αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ἐκείνου τοῦ 1845, καὶ τῶν ὑπαρχόντων νόμων, κανονισμῶν καὶ Διαταγμάτων.» (Ἐφημ. Κυβερνήσεως 1846 ὑπ’ ἀριθ. 22, § 27). Τὸ 1847 ἐζητήθησαν κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον πιστώσεις διὰ τὰ ἔξοδα μηνῶν τοῦ ἔτους τούτου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐγκεκριμένου προϋπολογισμοῦ τοῦ 1846. Τὸ ἔτος 1848 ἐζητήθησαν ὁμοιομόρφως πιστώσεις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους. Τὸ αὐτὸ ἐγένετο τὸ 1849 καὶ 1850 ἕως τὸ ἔτος 1853. Πείθεσθε λοιπὸν ἐκ τούτων, ὅτι μέχρι τοῦ 1853 αἱ πιστώσεις ἐζητοῦντο εἰς λογαριασμὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους, καθ’ ὃ ἐζητοῦντο αὗται, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους.
§37Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶχεν ὑποβληθῆ τότε προϋπολογισμός.
§38Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς ἑκάστου ἔτους ἦτον ὑποβεβλημένος τῇ Βουλῇ, ὅτε ἐζητοῦντο αἱ πιστώσεις, ὡς τοῦτο βεβαιοῦται διὰ τῶν περὶ πιστώσεων νόμων, τοὺς ὁποίους σᾶς ἀνέφερον καὶ ἐν οἷς ῥητῶς γίνεται λόγος, ὅτι ἡ πίστωσις ζητεῖται εἰς λογαριασμὸν τοῦ ὑποβληθέντος ἤδη προϋπολογισμοῦ. Οὕτω συνέβη μέχρι τοῦ 1853. Τὸ ἔτος 1853 εἶχε ληφθῆ πρόνοια τακτικωτέρα, καὶ εἰς ἀποφυγὴν ἀνωμαλιῶν ἐψηφίσθη τότε καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1854· τὸ δὲ 1854 ὁ τοῦ 1855, καὶ οὕτω ἔκτοτε ἐψηφίζετο πάντοτε τὸ προηγούμενον ἔτος ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἑπομένου, μέχρι τοῦ 1862. Τότε περιεπλέχθησαν τὰ οἰκονομικὰ, καὶ ἤρξατο ἄλλος τρόπος διαχειρίσεως οἰκονομικῆς, τὰ δυσάρεστα ἀποτελέσματα τῆς ὁποίας γνωρίζετε. Ἐν τούτοις, τὸ ἔτος 1868 ἐπεψηφίσθη καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1869, τὸ δὲ 1869 ὁ τοῦ 1870· ἀλλ’ ἕως ἐκεῖ ἐσταμάτησε τὸ μέτρον τοῦτο, καὶ ἔκτοτε ἀπεμακρύνθημεν ἀπὸ τὴν βάσιν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἑπομένου ἔτους κατὰ τὸ παρελθόν, καὶ ὑπερεπλεόνασαν τὰ ἐκ τῆς χορηγήσεως τῶν πιστώσεων διὰ τὰ ἔξοδα τρεχούσης χρήσεως ἀτοπήματα. Ὡς ἐπίμετρον τοῦ κακοῦ, τὸ 1878 ὑπεισῆλθεν εἰς τὸν νόμον τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους ἄρθρ. 4ον, ὁρίζον ὅτι αἱ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1878 συμπεριληφθεῖσαι καὶ ἐγκριθεῖσαι πιστώσεις ἐπιτρέπεται νὰ δαπανηθῶσι καὶ ἂν δὲν ὑπάρχῃ νόμος προγενέστερος, ἐπιτρέπων αὐτάς, μόνον διὰ τὰς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ῥητῶς ἀναγεγραμμένας ἀνάγκας. Τοιαῦτα ὁρίζει τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἐνῷ, ὡς γινώσκετε, δὲν δύναται νὰ γείνῃ δαπάνη εἰς μισθοὺς διὰ θέσεις, καὶ δι’ ἔργα, ὑπερβαίνοντα τὰς δραχμὰς, 3,000 ἄνευ νόμου. Διατί δὲ παρενεβλήθη ἡ τοιαύτη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ παράνομος διάταξις τοῦ ἄρθρου 4; διότι αἱ κατὰ καιρὸν Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι πάντοτε δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὴν θέσιν τοῦ ἀντιπολιτευομένου ἀλλὰ τὴν τῆς ὑπουργικότητος, προέβησαν νὰ ἐπεκτείνωσι τὴν ἐξουσίαν αὐτῶν, παρασύρασαι τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς νὰ ψηφίσῃ τὴν ἀντισυνταγματικὴν ταύτην διάταξιν. Ἡ Ἐπιτροπή σας λοιπόν, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὰ προηγούμενα, δὲν ἠθέλησε βεβαίως διὰ τῆς προτάσεώς της νὰ ὑποδείξῃ ὅτι δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ὅτι κατ’ οὐδένα ἄλλον τρόπον δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν τὴν τάξιν καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν πιστώσεων, εἰμὴ δι’ αὐτοῦ τοῦ μέσου, καὶ μάλιστα κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ὑπάρχει Κυβέρνησις ἔχουσα μεγάλην βουλευτικὴν πλειονοψηφίαν, ἐπαγγελθεῖσα τὴν ἀνόρθωσιν τῶν κακῶς κειμένων. Ἐκ τοιούτων σκέψεων ὁρμωμένη ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας ἡ πλειονοψηφία συμφωνεῖ πρὸς τὸ πρόγραμμα καὶ πρὸς τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως, ὑπέβαλε πρότασιν, συνάδουσαν πρὸς τὴν καλὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν. Ἐὰν δὲ Κυβέρνησις ἰσχυρά, ἥτις ἐπηγγέλθη τὴν ἀνόρθωσιν τῶν κακῶς κειμένων, ἀποκρούσῃ τοιαύτην πρότασιν, τότε ποία Κυβέρνησις θέλει φροντίσει περὶ τῆς ἐπανορθώσεως τοῦ κακῶς ἔχοντος; Ἐὰν νῦν δὲν φέρωμεν τὰς δεούσας βελτιώσεις καὶ παρακολουθήσωμεν τὸ πλημμελὲς ὑπάρχον σύστημα, τότε τίς δύναται νὰ φέρῃ τὴν θεραπείαν; Διότι καὶ ἡ διάδοχος Κυβέρνησις, ὀρθῶς ποιοῦσα, θέλει ἀποκρούσει πᾶσαν βελτίωσιν τοιαύτην, μιμουμένη τὸ νῦν παράδειγμα καὶ προτείνουσα ζήτημα ἐμπιστοσύνης διὰ νὰ κέκτηται ἀπόλυτον περὶ τὴν διαχείρισιν ἐξουσίαν. Ἐκ τούτων προκύπτει, ὅτι ἡ πρότασις τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἀφορᾷ οὐχὶ μόνον εἰς τὸ παρὸν, ἀλλὰ τίθησι φραγμὸν καὶ εἰς τὸ μέλλον. Ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς οὐδένα τοιοῦτον σκοπὸν εἶχε· διότι ἡ πλειονοψηφία αὐτῆς, συνισταμένη ἐκ μελῶν ἐννέα, ἀποτελεῖται ἀπὸ πέντε μέλη τῆς ὑπουργικῆς μερίδος. Λοιπὸν οἱ πέντε, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Ἐπιτροπῆς, οἵτινες ἀποτελοῦν μέρος τῆς ὑπουργικῆς μερίδος, ἦτο δυνατὸν νὰ προκαλέσωσι ζήτημα ἐμπιστοσύνης διὰ τὴν Κυβέρνησιν;
§39ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἀπέκρουσε τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς.
§40Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ ἑκάστου νομοσχεδίου δύναται νὰ ὑπάρχῃ ὑπουργικὸν ζήτημα, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, οὐχὶ δὲ ἐπὶ τῶν καθέκαστα. Ἐπὶ τῆς παρούσης περιστάσεως δὲν διεφιλονεικήθη ἡ ἀρχὴ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, ἀλλὰ τὰ καθ’ ἕκαστα· ἐὰν δὲ ἡ διαφιλονείκησις ἐπὶ τῶν καθέκαστα καὶ ἡ πρότασις πρὸς βελτίωσιν τῶν μέχρι τοῦδε κακῶς ἐχόντων γίνεται ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου ζήτημα ἐμπιστοσύνης, τότε περιστέλλεται ἡ συζήτησις καὶ ἡ ἐλευθέρα ἔκφρασις τῆς Βουλῆς, παρασυρομένης τῆς πλειονοψηφίας εἰς ἀνεξέλεγκτον ἐπιψήφισιν, σύμφωνα πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ οὐχὶ τὰς ἰδίας. Ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐξεφράσαμεν, δὲν εἶναι ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ τάξεως. Ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ χορήγησις πιστώσεως διὰ τὸν Ἀπρίλιον τρέχοντος ἔτους. Ἐὰν διεφιλονεικεῖτο ἡ ἀρχὴ αὕτη, εἶχε δίκαιον ἡ Κυβέρνηνησις, νὰ θέσῃ τοῦτο ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἀφοῦ ὅμως τοιοῦτόν τι δὲν ἐγένετο νῦν, ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, παραδεχομένη τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, προτείνει εἰς τὰ καθ’ ἕκαστα διορθώσεις, δὲν δικαιοῦται ἡ Κυβέρνησις νὰ θεωρήσῃ τὰς λεπτομερείας ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης· διότι οὕτω αἴρει τὸν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐξασκούμενον ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως. Ἐκτὸς τούτου, πρέπει νὰ διατηρηθῶσι τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς ἀκέραια, καὶ εἰς τοῦτο τείνει ἡ πρότασις τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ πίστωσιν, ἡ δὲ Βουλὴ ὀφείλει νὰ στηρίξῃ τὴν ἄδειαν εἰς τὸν ἀμέσως προηγούμενον νόμον περὶ ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους, οὐχὶ δὲ νὰ προκαλῆται νὰ χορηγήσῃ πίστωσιν, ἵνα πληρώσῃ τὰ ἔξοδα τοῦ Ἀπριλίου τρέχοντος ἔτους, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ τρέχοντος ἔτους, τὸν ὁποῖον τὰ πλεῖστα ἴσως μέλη τῆς Βουλῆς δὲν ἔλαβον τὸν καιρὸν οὔτε ν’ ἀναγνώσωσι τοὐλάχιστον, διὰ νὰ ἐννοήσωσι ποῦ θέλουσι δαπανηθῆ τὰ αἰτούμενα χρηματικὰ ποσὰ, καὶ ἐπιψηφίσωσιν ἐν πεποιθήσει καὶ ἐν γνώσει τὴν πίστωσιν. Ἐὰν δὲν ἐφέρομεν τὴν πρότασιν ταύτην, ἠθέλομεν ἐξακολουθεῖ εὑρισκόμενοι εἰς τὸν αὐτὸν πλημμελῆ κύκλον περὶ πιστώσεων, ὅστις μᾶς διέπει ἀπό τινος, ἐνῷ ἡ συμπολίτευσις ἐπηγγέλθη νὰ ἐξαλείψῃ τὰ κακῶς ἔχοντα, τοῦτο δὲ πρέπει νὰ καταστήσῃ γνωστὸν διὰ τῶν ἔργων καὶ οὐχὶ νὰ ἐμμένωμεν εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον. Κατὰ τί θέλομεν διαφέρει τῶν προλαβόντων, ὅταν δίδωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἄδειαν νὰ δαπανᾷ καὶ ἄνευ Νόμου; Τί ἄλλο πράττομεν οὕτω ἢ νὰ ἀπαλλοτριωθῶμεν τῶν δικαιωμάτων μας, τῶν ὁποίων τὴν ἐξάσκησιν ἡ Βουλὴ, πρὸς βλάβην ὑψίστων συμφερόντων τοῦ Κράτους, παρέλειψεν καὶ παραλείπει ἀπό τινος, ἐναντίον ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος; Γινώσκετε, κύριοι, ὅτι ἡ ἐκ συμπαθειῶν πρὸς τὰς κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις τοιαύτη παράλειψις εἶναι ἐπίμεμπτος· διότι πᾶσαι αἱ Ἐξουσίαι συλλήβδην, ἤτοι Βουλὴ, Ὑπουργεῖον καὶ Βασιλεὺς, δὲν δύνανται νὰ καταλύσωσι διάταξιν ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ Συντάγματι, τοιαύτη δὲ διάταξις ῥητὴ εἶναι, ὅτι δὲν γίνεται δαπάνη διὰ θέσιν μὴ νενομοθετημένην, καὶ κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Λογιστικοῦ νόμου δὲν ἐπιτρέπεται εἰς δημόσια ἔργα δαπάνη ἀνωτέρα τῶν δραχμῶν 3,000, ἄνευ εἰδικοῦ νόμου. Ταῦτα ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς, προέτεινεν, ὅπως τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου τροποποιηθῇ συμφώνως πρὸς τὴν περὶ πιστώσεων λύσιν, τὴν ὁποίαν τὸ Ὑπουργεῖον ἐπρότεινε καὶ ἡ Βουλὴ ἐπεψήφισε περὶ τῶν πιστώσεων τῆς ά. τριμηνίας τοῦ τρέχοντος ἔτους, καὶ ἰδίως τοῦ ἀμέσως παρελθόντος μηνὸς Μαρτίου. Τὴν λύσιν ταύτην ἔδωκεν ὁ Νόμος ΠΛΗʹ. τῆς 13 Μαρτίου 1882, ὁρίζων ἐν ἄρθρῳ 1 τὰ ἑξῆς· «Τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους διὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον, Φεβρουάριον καὶ Μάρτιον ε. ε. πληρόνονται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ διὰ τοῦ ΠΙΔʹ τῆς 3 Μαρτίου 1881 Νόμου κυρωθέντος Γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως 1881. Τὰ αὐτὰ αὐτολεξεὶ ἐπρότεινε καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ νομοθετηθῶσι καὶ περὶ τῆς πιστώσεως τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου τρέχοντος ἔτους. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἔκαμε χρῆσιν τῶν λέξεων, τὰς ὁποίας αὐτὸ τὸ Ὑπουργεῖον περιέλαβεν εἰς τὴν περὶ πιστώσεως τῆς 1ης τριμηνίας αἴτησίν του. Τὸ Ὑπουργεῖον δικαίως δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1881, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου προτείνεται ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ γείνωσιν αἱ δαπάναι διὰ τὸν μῆνα Ἀπρίλιον, δὲν ἐνδιαλαμβάνει καὶ διὰ τὰς δαπάνας, τὰς ἀπαιτουμένας διὰ τὰς νέας ἐπαρχίας, κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τρέχοντος ἔτους. Τοῦτο εἶναι ἀληθές· περὶ τῆς θεραπείας ὅμως τοῦ κενοῦ τούτου ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς, προνοήσασα, προέτεινε νὰ ψηφισθῇ ἄρθρον 2, οἷον ἐψηφίσθη διὰ τὴν πίστωσιν τῆς 1ης τριμηνίας καὶ ἔχον οὕτω· «Τὰ ἔξοδα τῆς ὑπηρεσίας ὅλων τῶν κλάδων τῶν ἐν ταῖς προσαρτηθείσαις ἐπαρχίαις Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας ἐγκατεστημένων Ἀρχῶν πληρώνονται κατὰ τοὺς κυρωθέντας μέχρι τοῦδε νέους νόμους.» Διὰ τῶν προτάσεών της ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν στερεῖ τὴν Κυβέρνησιν τῶν ἀναγκαίων δαπανῶν, ἀλλὰ προτείνομεν, ὅπως αἱ δαπάναι γίνωσιν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους, ὡς ἐδαπάνησε τὸ Ὑπουργεῖον καὶ κατὰ τὸν Μάρτιον. Εἶναι ὅλως ἄτοπον καὶ ἀδικαιολόγητον νὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ, νὰ γίνωσι αἱ δαπάναι διὰ τὸν Ἀπρίλιον μῆνα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882, τὸν ὁποῖον οὔτε ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, οὔτε ἴσως οἱ πλεῖστοι τῶν κυρίων βουλευτῶν ἔλαβον τὸν καιρὸν νὰ ἀναγνώσωσιν, ἵνα κατανοήσωσιν ὁποία ἡ ἔκτασις καὶ αἱ συνέπειαι τῆς ἀπαιτήσεως τοῦ Ὑπουργείου. Ἐκτὸς τούτου, κύριοι, ἠξεύρετε τί θέλομεν κάμει, παραδεχόμενοι ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργείου; θέλομεν ἔχει τρεῖς προϋπολογισμοὺς διὰ τὸ αὐτὸ ἔτος 1882. Ἕνα προϋπολογισμὸν τοῦ 1881, διὰ τὰ ἔξοδα τῆς 1 τριμηνίας· δεύτερον, τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1882, ὡς εἰσήχθη διὰ τὸν μῆνα Μάρτιον, καὶ τρίτον, διὰ τὰς τῶν λοιπῶν μηνῶν δαπάναι, τὸν προϋπολογισμὸν, ὅστις θέλει ψηφισθῆ μὲ τὰς τυχὸν ἐπενεχθησομένας τροποποιήσεις. Ἕνεκα πάντων τούτων ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς, πρὸς ἀποφυγὴν ἀνωμαλιῶν καὶ ἐπιδιώκουσα τὴν τάξιν, ἐγνωμάτευσε νὰ γίνωσιν ἐπὶ τοῦ εἰσαχθέντος νομοσχεδίου περὶ τῶν ἐξόδων τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου τροποποιήσεις, σύμφωνοι πρὸς τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν αὐτὸ τὸ Ὑπουργεῖον ἔδωκε, διὰ τοῦ ΠΛΗʹ νόμου τῆς 13 Μαρτίου 1882.
§41Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὡς μέλος τῆς μειοψηφίας τῶν παρευρεθέντων κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καθ’ ἣν συνεζητήθη τὸ νομοσχέδιον περὶ οὗ ὁ λόγος, νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις πρὸς ἐξήγησιν τῶν λόγων, διὰ τοὺς ὁποίους διεφωνήσαμεν πρὸς τοὺς ἄλλους ἀξιοτίμους συναδέλφους μας. Τὸ διαιρέσαν ἡμᾶς ζήτημα ἐξητάσαμεν ἰδίως ὡς ζήτημα τάξεως. Ὁ λογιστικὸς νόμος δὲν ἐπιτρέπει οὔτε τὸν ἕνα τρόπον τῆς ἐκτάκτου πιστώσεως τοῦ δωδεκάτου, οὔτε τὸν ἄλλον, διότι ὑποθέτει, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ψηφίζεται πρὸ τοῦ ἔτους, τοῦ ὁποίου κανονίζει τὴν χρῆσιν. Ἐὰν ὁ εἷς τρόπος ἦναι καλλίτερος ἢ ὁ ἄλλος, τοῦτο εἶναι ζήτημα. Ἐνδέχεται νὰ ἦναι καλλίτερον, ὅπως δίδεται ἡ τοιαύτη πίστωσις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ψηφισθέντος προϋπολογισμοῦ. Ἐνδέχεται δ’ ὡσαύτως νὰ ἦναι προτιμότερον, ὅπως αὕτη δίδεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰσαγομένου. Ἡμεῖς εἴχομεν καὶ ἔχομεν τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ τελευταῖος τρόπος εἶναι ὁ καλλίτερος. Αἱ περιστάσεις δέ, ὑφ’ ἃς παρουσιάζεται τὸ ζήτημα, ὅπερ μᾶς χωρίζει τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀποτελοῦσιν ἰσχυρὸν ἐπιχείρημα, ὑποστηρίζον τὸ ὀρθὸν τῆς ἰδέας μας. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1881 συνετάχθη ὑπὸ τὴν ἐπιῤῥοὴν περιστάσεων καὶ πρὸς θεραπείαν ἀναγκῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑφίστανται σήμερον. Ὁ προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος προετίθετο νὰ συντηρήσῃ μέγαν στρατὸν καὶ εἶχεν ἀνάγκην μεγάλων πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον δαπανῶν· ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη αὕτη δὲν ὑφίσταται σήμερον Ὑπῆρχον ἐπίσης καὶ ἄλλαι ἀνάγκαι τότε, αἵτινες δὲν ὑφίστανται σήμερον· ἀπεναντίας δὲ σήμερον ὑπάρχουσιν ἀνάγκαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπῆρχον τότε. Ἡ διοίκησις τῶν νέων ἐπαρχιῶν εἶναι μία ἐκ τῶν κυριωτέρων τοιούτων ἀναγκῶν. Ὅθεν νομίζομεν, ὅτι, ὅπως διοικηθῇ καλῶς τὸ Κράτος, πρέπει νὰ διοικηθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰσαγομένου προϋπολογισμοῦ, τοῦ ἔχοντος ὑπ’ ὄψιν καὶ θεραπεύοντος τὰς ὑφισταμένας καὶ οὐχὶ τὰς παρελθούσας ἀνάγκας, καὶ ἑπομένως, ὅτι ἡ πίστωσις τοῦ δωδεκατημορίου πρέπει νὰ δοθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου. Τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντωνόπουλος, τὰ ἀνέπτυξε καὶ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ἀλλὰ δὲν μᾶς ἔπεισεν. Ὅ,τι ἐγίνετο πρὸ τοῦ Λογιστικοῦ νόμου, περιωρίσθη καὶ κατηργήθη ὑπ’ αὐτοῦ· ἡ Νομολογία, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἄρχεται ἀπὸ τοῦ νόμου τούτου· οὗτος δὲ πρέπει νὰ στηρίζηται ἐπὶ τῶν διατάξεων αὐτοῦ. Δυστυχῶς ὅμως ὅπως καὶ πολλαὶ ἄλλαι παρημελήθησαν, ὡσαύτως καὶ ἡ διάταξις τοῦ Λογιστικοῦ νόμου, ἡ ὁρίζουσα τὴν ἐποχὴν τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Σπανίως δ’ ἐψηφίσθη οὗτος πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους, εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ ὁποίου ἀναφέρεται. Ἡ δὲ Βουλὴ ἐσυνείθησε νὰ διορθώνῃ τὴν τοιαύτην ἀνωμαλίαν, δίδουσα πίστωσιν δωδεκατημορίων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰσαχθέντος προϋπολογισμοῦ, ἐκτὸς ὅταν δὲν ἦναι εἰσέτι εἰσηγμένος τοιοῦτος, ὅτε δίδει τὴν τοιαύτην πίστωσιν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ψηφισθέντος προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ὅθεν, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ὁ εἰσαχθεὶς προϋπολογισμὸς κανονίζει τὰ ἔξοδα τοῦ τρέχοντος ἔτους ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν περιστάσεων αὐτοῦ, ἔχομεν ὡσαύτως ὑπὲρ τῆς ἰδέας ἡμῶν καὶ τὴν Νομολογίαν τῆς Βουλῆς, ἥτις ἠκολούθησε τὸν κανόνα τοῦτον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς προσέθετε προσέτι ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ὅτι αἱ δαπάναι τοῦ παρόντος μηνὸς θέλουσι γίνει ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὀργανικῶν νόμων. Τοῦτο περιέχει μᾶλλον ἐλάττωσιν πιστώσεως διὰ τὴν Κυβέρνησιν, καθόσον ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1882, μὴ ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, δὲν περιέχει εἰς τὸ τελευταῖον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κάμῃ καὶ τὰς μὴ στηριζομένας εἰς ὀργανικοὺς νόμους δαπάνας, ἐνῷ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1881, ψηφισθεὶς ἤδη παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ περιέχων τὸ ῥηθὲν ἄρθρον, ἐπιτρέπει καὶ τὰς τοιαύτας δαπάνας, ὥστε πᾶς τυχὸν φόβος ὑπερβολικῆς δαπάνης ὑφίσταται μᾶλλον, ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν πίστωσιν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1881, παρὰ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882. Ἡ ἰδέα, ἣν ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ κ. Ἀντωνόπουλος, ὅτι, παραδεχόμενοι τὴν πίστωσιν ἐπὶ τῇ βάσει ψηφισθέντος προϋπολογισμοῦ, θέτομεν ἕνα φραγμὸν εἰς τὸ κακῶς γινόμενον, δὲν μοὶ φαίνεται ὀρθή, διότι, καὶ ἂν παραδεχθῶμεν ὡς προτιμότερον τὸ νὰ δίδεται ἡ πίστωσις τῶν δωδεκατημορίων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προεψηφισμένου προϋπολογισμοῦ, ἀντὶ νὰ δίδεται αὕτη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰσαχθέντος, ἡ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἤθελε λάβει σήμερον εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὰς προηγουμένας αὐτῆς ἀποφάσεις, οὐδεμίαν μᾶς παρέχει ἀσφάλειαν περὶ τῆς διορθώσεως τοῦ τυχὸν κακῶς γιγνομένου, διότι ἡ Βουλὴ δύναται τὸ ἐρχόμενον ἔτος ν’ ἀναιρέσῃ τὴν σημερινὴν ἀπόφασίν της. Ἂν πραγματικῶς ἦναι κακὸν, καὶ βεβαίως εἶναι κακὸν, τὸ νὰ δίδωνται πιστώσεις δωδεκατημορίων, δὲν πρέπει νὰ ζητήσωμεν τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ ἐν τῇ μεταβολῇ τῆς ὑπαρχούσης Νομολογίας ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλ’ ἐν τῇ πιστῇ ἐφαρμογῇ τοῦ Λογιστικοῦ νόμου, δηλ. ἐν τῇ ἐγκαίρῳ εἰσαγωγῇ τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§42Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν ἔχω οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν, κύριοι, οὔτε νὰ ἀπολογηθῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἂν ἀφορᾷ ἡ τροπολογία ζήτημα ἐμπιστοσύνης, οὔτε νὰ ὑπερασπίσω τὴν Κυβέρνησιν. Ἔρχομαι μόνον νὰ ὑπερασπίσω τὸν νόμον· διότι οὔτε ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, οὔτε ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας δὲν μᾶς ἐξήγησαν ποῦ εὗρον τὴν διαφορὰν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1881 ἀπὸ τὸν τοῦ 1882, ἂν ὑπάρχῃ που διαφορά, μὴ προβλεπομένη ἀπὸ τὸν νόμον. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι προχθὲς ἠρώτησα τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου ἂν σκοπεύῃ νὰ πληρώσῃ μὲ τὴν πίστωσιν αὐτὴν τοῦ Ἀπριλίου μίαν Ἐπιτροπὴν, τὴν ὁποίαν ἔμαθεν ἡ Βουλὴ ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας, καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐπισήμως, καὶ οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ εἶπον, ὅτι θὰ πληρώσωσιν. Ἔρχομαι λοιπὸν νὰ ἐξετάσω ἂν ἡ σύστασις τῆς Ἐπιτροπῆς στηρίζηται εἰς τὸν νόμον, διότι ἐγὼ ὄχι μόνον ἔχω ἀμφιβολίαν, ἀλλ’ ἔχω πλήρη πεποίθησιν, ὅτι δὲν στηρίζεται εἰς τὸν νόμον, καὶ τ’ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει τὸ Β. Διάταγμα, κάθε ἄλλο ἀφοροῦν παρὰ τὴν σύστασιν τοιαύτης Ἐπιτροπῆς. Ἂν ἠξεύρω, κύριοι, ποίας ἔχει ὑποχρεώσεις ἡ Κυβέρνησις εἴτε πρὸς τὴν Βουλήν, εἴτε πρὸς τὴν κοινὴν γνώμην, διὰ νὰ φέρει καθ’ ἑκάστην νόμους, διὰ τῶν ὁποίων ν’ ἀποπλανᾷ τὴν κοινὴν συνείδησιν καὶ νὰ ζητῇ ἀναβολὰς ἐπὶ ἀναβολῶν, διὰ νὰ ὑπεκφύγῃ τὴν ἐκτέλεσιν ὅσων ὑπεσχέθη ἀπὸ ἑνὸς ἔτους, ἢ ἴσως δὲν δύναται νὰ τὰ ἐκτελέσῃ, διότι δὲν ἔχει τὰ μέσα, ἢ δὲν εἶναι ἀληθῆ ὅσα διεθρύλλει. Φέρει ἓν Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου συνιστᾷ Ἐπιτροπὴν, νὰ ἐξελέγξῃ τὴν διαχείρισιν τῶν 120,000,000. Ποῖοι διεχειρίσθησαν αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια; Πρῶτοι διαχειρισθέντες ἦσαν οἱ Ὑπουργοὶ, διότι αὐτοὶ ἐνετείλαντο τὰς προμηθείας, αὐτοὶ ἐτοποθέτησαν τὰ προμηθευθέντα, αὐτοὶ ἐνετείλαντο τὰς πληρωμὰς. Πῶς ἐξελέγχονται αἱ πράξεις τῶν Ὑπουργῶν; Ὑπάρχει ὁ περὶ λογιστικοῦ νόμος τοῦ 1852, ὑπάρχουσι δύω σειραὶ δημοσίας ὑπηρεσίας, εἰς τὰς ὁποίας εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ ἐξέλεγξις τῶν Τμημάτων τῶν εἰδικῶν λογιστηρίων τῶν ἐν ἑκάστῳ Ὑπουργείῳ. Ἑκάστη λοιπὸν ἐντολὴ Ὑπουργοῦ ἐξετάζεται ἀπ’ αὐτὸ τὸ Τμῆμα, ἂν ἦναι σύμφωνος μὲ τοὺς νόμους, ἂν τὸ ἔξοδον προβλέπεται ἀπὸ νομοθετημένην διάταξιν, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ὁ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμος, θεωρεῖ καὶ τὸν Τμηματάρχην, τὸν προσυπογράφοντα τὴν ἐντολὴν, συνυπεύθυνον μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ. Μετὰ τὴν ἐντολὴν τοῦ Ὑπουργοῦ ἔρχεται τὸ Λογιστήριον, τὸ ὁποῖον, διὰ νὰ ἐντείλῃ διὰ τοῦ Διευθυντοῦ εἰς τὸ ταμεῖον τὴν πληρωμὴν, πρέπει καὶ τοῦτο νὰ ἐξετάσῃ, ἂν τὸ ἔξοδον στηρίζεται εἰς νομοθετημένην διάταξιν· κατόπιν ἔρχεται καὶ αὐτὸς ὁ ταμίας, ἔχων τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν ἐξέλεγξιν ὡς ὑπεύθυνος. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη καὶ διοικητικὴ ἐξέτασις τῶν ἐντολῶν. 2) Ἔρχεται κατόπιν τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον ἐξετάζει ἂν αὐτοὶ ὅλοι οἱ ὑπεύθυνοι τῶν δαπανῶν ἐστηρίχθησαν εἰς τὴν ἐνέργειάν των ἐπὶ τῶν νομοθετημένων, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Λοιπὸν ἡ διαχείρισις τῶν 120,000,000 πρέπει νὰ ἐξελεγχθῇ ἀπὸ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ ἁρμόδιον, καὶ ἡ ἀπόφασίς του ἔχει ἰσχὺν, καὶ ὡς νόμιμος ἐπιδέχεται καὶ ἐκτελέσεως. Ἐσυστήθη μία Ἐπιτροπὴ, καὶ τὸ παράδοξον, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ἔχει καὶ μέλη ἐξ ἰδιωτῶν· ἐκ τῶν ἐννέα, 4 εἶναι ἰδιῶται. Τί δικαίωμα ἔχουν αὐτοί; Ποῦ εὗρον τὸν νόμον οἱ κκ. ὑπουργοὶ νὰ σχηματίσωσι τοιαύτην Ἐπιτροπὴν δι’ ἑνὸς Διατάγματος; Προχθὲς ἐζητεῖτε νὰ κρεμάσετε τοὺς προκατόχους σας, διότι ἐδιοίκουν μὲ Διατάγματα τὰς προσαρτηθείσας χώρας, καὶ ἐν τούτοις, μόλις εἰσήλθετε εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ θέλετε νὰ διοικήσητε μὲ Διατάγματα, καὶ παρούσης μάλιστα τῆς Βουλῆς. Ἐὰν εἷς ὑπόλογος τῆς διαχειρίσεως τῶν 120,000,000 ἀρνηθῇ νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν σας καὶ νὰ δώσῃ διασαφήσεις, ποῖος νόμος τὸν τιμωρεῖ, διοικητικὸς ἢ δικαστικός; Λυποῦμαι μάλιστα, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ὑπέγραψε τὸν τοιοῦτον νόμον, εἶναι ὁ ἐπισημότερος δικαστικὸς τῆς Ἑλλάδος.
§43ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Καὶ ἐγὼ σφάλλω.
§44ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἴσως μοῦ εἴπητε, ὅτι δὲν ἔχομεν πρόσωπα εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν ἱκανὰ, ὅπως τὰ τῶν ἰδιωτῶν. Κάμετέ τα δημόσια· ἔχετε ἀνοικτὴν τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου· διορίσατε τὸν κ. Λεβίδην Πρόεδρον.
§45ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν ἠμπορεῖ ὁ ὑπουργός.
§46ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Διορίσατέ τον Διευθυντὴν τοῦ Λογιστηρίου, ἰσόβαθμον θέσιν, καὶ νὰ κάμητε χρῆσιν αὐτῶν. Διωρίσατε προχθὲς εἰς 15 θέσεις ἀνωτέρας, διατί δὲν εἰσηγάγετε καὶ αὐτοὺς, καὶ ὅταν τελειώσῃ αὐτὴ ἡ ὑπηρεσία ἂς τοὺς ἀπολύετε; Ἀπορῶ μάλιστα πῶς ὁ κ. Λεβίδης ἐδέχθη τὴν θέσιν αὐτὴν, ὅστις εἶναι ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου τοῦ Λογιστικοῦ, διότι αὐτὸς ἦτο ὁ εἰσηγητὴς τοῦ Νόμου τοῦ 1852, ὅτε ἐψηφίσθη, καὶ γνωρίζει τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου, καὶ λυποῦμαι διότι ὁ φίλος μου αὐτὸς δὲν ἐσκέφθη, ὅτι διὰ τῆς παραδοχῆς τοιαύτης παρανόμου θέσεως προσβάλλει καὶ ἀξιότιμον συνάδελφον, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ ἔχῃ στοργὴν, καθὼς καὶ τὴν ἔχει, διότι σπερμολογίαι διεδόθησαν, ὅτι αἱ θέσεις αὐταὶ ἐδόθησαν χάριν τοῦ ἑνὸς βουλευτοῦ καὶ τοῦ ἄλλου. Ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Λεβίδης ἐδέχθη θέσιν μὲ 25 δραχ. τὴν ἡμέραν ἐπιμίσθιον, ἐνῷ ὁ περὶ Λογιστικοῦ Νόμος λέγει, ὅτι οὐδεὶς λαμβάνει δύω μισθούς. Ὁ κ. Λεβίδης λαμβάνει 15 δραχ. τὴν ἡμέραν σύνταξιν, δὲν ἠμπορεῖ λοιπὸν νὰ λάβῃ καὶ ἄλλας 25 τὴν ἡμέραν. Ὁ Λογιστικὸς νόμος λέγει πότε οἱ ὑπάλληλοι λαμβάνουν ἀποζημίωσιν, διὰ δὲ τοὺς οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλου; τότε τοὺς δίδει ἀποζημίωσιν, ὅταν οὗτοι ἐξέρχωνται τῆς ἕδρας των, καὶ δικαίως, διότι ὅταν ὁ ὑπάλληλος φεύγῃ ἀπὸ τὴν κατοικίαν του, φέρει ἀταξίαν εἰς τὰ οἰκιακά του οἰκονομικὰ, ἀναλαμβάνει μείζονας κόπους, φθείρει τὰ ἐνδύματά του....
§47ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΤΙΣ. Ἀναλαμβάνει μείζονας κόπους;
§48ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἂς λέγομεν κἄτι τι καὶ διὰ τοὺς κοινοβουλευτικοὺς μαργαρίτας τοῦ Ἀσμοδαίου. Καὶ μέχρι τοῦδε τὸ ὑπουργεῖον ἔφερε πολλοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι συντελοῦν εἰς τὴν ἀποπλάνησιν τῆς κοινῆς γνώμης, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν μὴ ἐκπλήρωσιν ἄλλων ὑποσχέσεων· δὲν ἔβλαπτεν ὅμως τὸ δημόσιον ταμεῖον ὡς π. χ. ἔφερε νόμον, καταργοῦντα τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Διαταγμάτων, τῶν λειτουργησάντων ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις, καὶ ἐνόμισεν, ὅτι ἐτιμώρει τοὺς προκατόχους του, ἂν ἐβλάπτοντο τὰ συμφέροντα τῶν ἰδιωτῶν, σκεπτόμενον καθὼς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ βλάψῃ τὸν ἐχθρόν του ἄλλως καὶ καίει τὰς θημωνίας του, ἀλλὰ μετὰ τούτων καὶ ἐκείνας τῶν γειτόνων, καὶ οὕτω διὰ τῆς καταργήσεως τῶν Διαταγμάτων ἐκείνων ἀνέτρεψε τὰ συμφέροντα ἀνθρώπων ἑνὸς μεγάλου τμήματος τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ μὲ τὸ Διάταγμα τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος Ἐπιτροπῆς, θὰ πληρόνωμεν καὶ 100 δραχμὰς τὴν ἡμέραν. Τὴν σύστασιν δὲ τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης δικαιολογεῖ ἴσως τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τὴν ἔλλειψιν προσώπων ἱκανῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ὁποῖα οἱ διορισθέντες ἰδιῶται· ἀλλὰ διώρισε καὶ ἀκατάλληλα πρόσωπα, καθόσον τί θὰ κάμῃ ὁ δικαστὴς, ὁ ὁποῖος διωρίσθη, καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι, ἐκτὸς δύω ἢ τριῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι λογιστικοὶ ἢ μᾶλλον ἑνὸς καὶ μόνου, τοῦ Λεβίδου; Λοιπὸν ἐπιβάλλετε καθ’ ἡμέραν δαπάνην 100 δραχμῶν, καὶ ποῖος τὸ ἠξεύρει ἂν καὶ αὐτὴ ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ζήσῃ ὅσον καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ ἀγῶνος, ἡ ὁποία ἔζησε ἀπὸ τοῦ 1862–1881, ἢ ὅσον ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Κώδικος ἀπὸ τοῦ 1852–1882 καὶ ἀκόμη Κώδικα δὲν ἔχομεν!
§49ΡΑΛΛΗΣ. Τί ἐξοδεύθησαν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Κώδικος; 23,000 δραχμαί.
§50ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἴκοσι τρεῖς χιλιάδας μόνας ἀποτελοῦν τόσα ἔτη, ἀφοῦ ἐπληρόνοντο τὰ μέλη 14,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος, καὶ ἐκτὸς τοῦ γραφείου τῆς Ἐπιτροπῆς; Εἰς μόνην τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ ἀγῶνος δὲν ἐλάμβανον τὰ μέλη οὔτε μισθὸν, οὔτε ἐπιμίσθιον, διότι τὰ μέλη ἦσαν ἀγωνισταὶ καὶ ἡ γενεὰ ἐκείνη ὤφειλε ν’ ἀποθάνῃ πεινῶσα· ἡμεῖς πρέπει νὰ λαμβάνωμεν καὶ μισθοὺς καὶ ἐπιμίσθια, διότι εἴμεθα ἄρχοντες ἀναθρεμμένοι, καὶ διὰ τοῦτο λαμβάνομεν 25 δραχμὰς τὴν ἡμέραν ὑπὸ τὴν κεκαλυμμένην φράσιν ἀποζημίωσις. Λοιπὸν ἐπιμένω ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἔλαβε παράνομον γέννησιν· ἑπομένως παράνομος εἶναι καὶ ἡ διατήρησίς της. Τέλος πάντων, ἔχετε ἀνάγκην αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων καὶ δὲν ἔχετε θέσιν δημοσίαν δι’ αὐτούς; φέρατε ἕνα νόμον νὰ νομιμοποιήσητε τὴν θέσιν των χωρὶς νὰ φαίνεσθε, ὅτι ποδοπατεῖτε τὴν Βουλήν, ἀφοῦ συνεδριαζούσῃ αὐτῆς σχηματίζετε διὰ Διαταγμάτων θέσεις! Τοῦτο μάλιστα ἀποδεικνύει, ὅτι σεῖς εἶσθε τολμηρότεροι εἰς τὴν παράβασιν τοῦ Συντάγματος, διότι οἱ ἄλλοι ἐξέδωκαν τὰ Διατάγματα ἀπούσης τῆς Βουλῆς, καὶ ἐν τούτοις ἐζητεῖτε νὰ τοὺς κρεμάσετε διὰ τοῦτο. Ἔπειτα λέγετε ὅ,τι θέλετε, οἰκονομικὴν ἰσοῤῥοπίαν καὶ ἐπιβάλλετε φόρους εἰς τοὺς δυστυχεῖς ποιμένας, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τσαροῦχι νὰ φορέσουν, καὶ τοὺς γεωργοὺς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν φέσι νὰ φορέσουν τὸ Πάσχα· καὶ ὅτι τοῦτο εἶναι ἀληθέστατον, ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ὅλων τῶν ἐντίμων ἐπαρχιωτῶν συναδέλφων. Καὶ ἐν τοσούτῳ σχηματίζετε θέσεις μεγαλοπρεπεῖς, λίαν πολυδαπάνους, μὲ ἡμερησίαν δαπάνην 100 δραχμῶν. Λοιπόν, κύριοι, ἐπιμένω καὶ ἐγὼ ὥστε τὸ δωδεκατημόριον τοῦ Ἀπριλίου νὰ ψηφισθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1881, καὶ νὰ λείψῃ ἡ εἰς τὸ κεφάλαιον 6. § 6 τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὑπάρχουσα δαπάνη 6 χιλιάδων δραχμῶν διὰ τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Διατάγματος, μολονότι σᾶς λέγω δὲν θὰ φθάσουν οὐδ’ ἑκατὸν ἓξ, μάλιστα ἂν πρόκειται νὰ πληρωθοῦν μὲ τὴν ἡμέραν. Διὰ νὰ λείψουν λοιπὸν αὐτά, παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπὲρ τῆς ὑπολήψεως τοῦ ὁποίου ὁρκίζομαι ὅτι ἐνδιαφέρομαι εἰλικρινῶς, διότι εἶναι ὁ πατριάρχης τῶν νομικῶν τῆς Ἑλλάδος....
§51ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Πατριάρχης; Ἐγὼ εἶμαι νέος;....
§52ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον ὁ παπποῦς, ἀλλ’ ὁ πατριάρχης, ὅστις δύναται νὰ ἦναι νέος, ὅπως κατεσκευάσαμεν πρό τινων ἡμερῶν Δεσποτάδες 30 ἐτῶν. Σᾶς παρακαλῶ, λοιπὸν, κ. ὑπουργέ, ἐπειδὴ εἶσθε καὶ νομικὸς, νὰ μὴ δεχθῆτε αὐτὴν τὴν καταπάτησιν τοῦ Συντάγματος. Κύριοι, ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐκδίδει αὐτὴ ἡ Ἐπιτροπὴ μίαν ἀπόφασιν· ποίαν ἰσχὺν θὰ ἔχῃ; Ποῖον θὰ ζητήσητε ὑπόλογον δυνάμει αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως; Πῶς θὰ στείλετε χωροφύλακας νὰ τὸν καταδιώξητε ὡς κλέπτην; αὐτὸς θὰ φέρῃ τὸν εἰσαγγελέα νὰ τὸν ἀπολέσῃ. Φέρατε λοιπὸν νόμον νὰ νομιμοποιήσητε τὴν Ἐπιτροπήν σας, κύριοι ὑπουργοὶ, καὶ νὰ κανονίσητε καὶ τὰ καθήκοντά της, διότι, τὰ ὁποῖα μνημονεύετε εἰς τὸ Διάταγμα ἄρθρα τοῦ Λογιστικοῦ νόμου, κάθε ἄλλο ἀφορῶσι παρὰ Ἀρχὴν ὡς τὴν Ἐπιτροπήν, ἣν κατεσκεύασε τὸ Διάταγμα αὐτό. Κατερχόμενος λοιπὸν κηρύττω ὡς παρὰ τὸν νόμον ἐκδοθὲν τὸ Διάταγμα τοῦ διορισμοῦ Ἐπιτροπῆς διὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν 120,000,000, τοῦ ὁποίου τὴν ὕπαρξιν πρώτην φορὰν μανθάνει ἡ Βουλὴ ἀπὸ ἐμὲ ἐπισήμως.
§53ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, δὲν εἶναι ζήτημα ἐμπιστοσύνης, εἶναι ζήτημα τάξεως, εἶπεν ὁ πρῶτος λαλήσας ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος ἐκ τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ αὐτὸς ἐκ τῶν 5 μελῶν τοὐλάχιστον τῶν συναποτελεσάντων τὴν πλειοψηφίαν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Βεβαιοῖ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσσήνης ὅτι οὐδεὶς ἠννόησε νὰ ἐκφράσῃ δισταγμὸν περὶ τοῦ ὑπουργείου, ἀλλ’ ἐνόμισεν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ κανὼν ἐξασφαλίζων τὴν τακτικὴν διαχείρισιν, κανὼν, ὅστις νὰ γίνῃ χρήσιμος, οὐ μόνον εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν, ὑπάρχοντος αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλὰ καὶ εἰς πᾶσαν ἑπομένην. Καὶ χάριν τοῦ κανόνος καὶ τῆς τάξεως μετήλλαξαν τὴν βάσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ πίστωσις· ἡ πίστωσις ζητεῖται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, ἐθεώρησαν δὲ ὅτι βάσιν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἡ πίστωσις τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἐρωτᾷ τις, ποῦ κεῖται αὐτὴ ἡ τάξις, εἰς τί συνίσταται, τί εἶναι τὸ ἐμφαῖνον, ὅτι τάξις ἐπέρχεται, ὅταν βάσις εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ παρελθόντος ἔτους; Ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς πλειοψηφίας γίνεται λόγος, ὅτι κατὰ τοῦτο συντελεῖ εἰς τὴν τάξιν ἡ βάσις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ τρ. ε. ἐβασανίσθη, ἐξητάσθη παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ οὕτως αἱ δαπάναι, αἱ περιεχόμεναι ἐν αὐτῷ, εἶναι δαπάναι, αἵτινες ἔλαβον ἄλλοτε μὲν, ἀλλ’ ἔλαβον τὸ κῦρος τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, καὶ ἰδοὺ ἡ τάξις. Ἀλλ’ εἶναι τῷ ὄντι αὐτὸ ἡ τάξις; Καὶ ἂν δὲν ἦναι τάξις, τί εἶναι τότε; Ποῖα εἶναι τὰ στοιχεῖα τοῦ προϋπολογισμοῦ; Τί ἐννοεῖ ἡ πίστωσις ἑνὸς δωδεκατημορίου; Τὰ στοιχεῖα τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι τάχα ἁπλαῖ πιστώσεις, τὰς ὁποίας κατ’ ἀρέσκειαν ζητεῖ ἕκαστος Ὑπουργός; Παντάπασιν. Εἶναι πιστώσεις βάσιν ἔχουσαι κειμένους νόμους, καὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων αὐτῶν τῶν κειμένων νόμων, ἐντὸς αὐτῶν τῶν ὁρίων ζητεῖται προσδιορισμὸς ποσοῦ ἀναλόγου πρὸς τὰς τοῦ ἔτους ἀνάγκας. Καὶ ἂν καθ’ ὑπόθεσιν ὁ ὀργανικὸς νόμος ἐπιτρέπῃ εἰς οἱανδήποτε ὑπηρεσίαν πολλὰ ὄργανα, ὁ προϋπολογισμὸς δύναται νὰ χορηγήσῃ πίστωσιν διὰ τὸ ἥμισυ, διὰ τὰ δύω τρίτα, καὶ διὰ τὸ ἓν τρίτον ἀργεῖ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, μὴ ὑπαρχούσης πιστώσεως· δύναται τάχα ὁ προϋπολογισμὸς νὰ περιλάβῃ ποσὸν ἀνώτερον τῆς ὀργανικῆς ὑπηρεσίας; βεβαίως ὄχι. Λοιπὸν εἴτε ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν, τὴν γενομένην κατὰ τὸ π. ε. εἴτε δὲν ἀποβλέψωμεν, ὅριον ἔχομεν τοὺς κειμένους νόμους. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ὑπηρεσίαι, αἵτινες ἐκρίθησαν ἀναγκαῖαι καὶ πάντοτε ἐξακολουθοῦσι νὰ κρίνωνται τοιαῦται, εἰ καὶ μικρᾶς σημασίας, συνεπαγόμεναι μικρὰν δαπάνην. Αἱ ὑπηρεσίαι αὗται δὲν ἔφθασαν ἀκόμη νὰ λάβωσι τὸ κῦρος ὀργανικοῦ νόμου. Ὡς ἐκ τούτου κατὰ συνέχειαν, ἀλληλοδιαδόχως, ἐν ἑκάστῳ προϋπολογισμῷ γίνεται μνεία καὶ περὶ αὐτῶν τῶν ὑπηρεσιῶν, ὅτι ἡ πίστωσις, ἡ ψηφιζομένη κατ’ ἔτος, ὡς ψηφίζεται, αὐτὴ καὶ μόνη ἡ πίστωσις θεωρεῖται ὡς στηριζομένη ἐπὶ νόμου, καίτοι τοιούτου μὴ ὑπάρχοντος. Ἡ αὐτὴ πρόνοια ἐπαναλαμβάνεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, ὅπως ὑπάρχῃ καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ π. ε. Ἀλλ’ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ε. ε. παρετηρήσατε ἴσως, ὅτι προσετέθη φραγμὸς, ὅστις δὲν ὑπῆρχε κατὰ τὸ παρελθὸν, ὅτι δηλαδὴ δὲν δύναται νὰ γείνῃ μετάθεσις πιστώσεως ἀπὸ ἐδαφίου εἰς ἐδάφιον, διότι μέχρι τοῦδε περὶ ἐδαφίου δὲν ἐγένετο λόγος. Οὐδὲ κατὰ τοῦτο ὑπάρχει διαφορὰ πιστώσεων, οὐδὲ ἂν ληφθῇ βάσις ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ π. ε. παρέχει πλείονα τὰ πιστὰ, οὐδὲ ἐπέρχεται ἐκ τούτου ἐγγύησις οἱαδήποτε καὶ περιστολὴ, ἢ τοὐλάχιστον φραγμὸς εἰς τὴν διαχείρισιν οἱουδήποτε Ὑπουργείου. Ἀλλὰ λέγετε, ἰδοὺ διαφορὰ, ὅτι ἐψηφίσθη, ἐδόθησαν ψῆφοι πέρυσιν καὶ αἱ ψῆφοι ἔχουν σημασίαν. Σᾶς ἐρωτῶ, ποίαν σημασίαν ἔχουν αὐταὶ αἱ ψῆφοι διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος; Ἐμφαίνουν πρόβλεψιν διὰ τὸ ἐνεστώς; Ὅταν δίδωμεν ψῆφον, τί πράττομεν; Κρίνομεν, διαγινώσκομεν, ἀκούομεν, βλέπομεν τὰς σκέψεις, τί ζητεῖται παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητεῖται, εἰς τί εἶναι σχετικόν; Εἶναι σχετικὸν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ ἔτους ἐκείνου. Λοιπὸν αἱ ψῆφοι, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, οὐδεμίαν ἔχουν σημασίαν διὰ τὸ ἐνεστώς. Οὐδεμίαν, διότι κατὰ τὸ παρελθὸν οὐδεμία σκέψις ἐγένετο περὶ τοῦ ἐνεστῶτος. Δὲν θέλετε διστάσει νὰ παραδεχθῆτε τοῦτο, ὅταν σᾶς ἐρωτήσω, ποία εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐν αὐτῷ κατετέθησαν αἱ σκέψεις τοῦ Ὑπουργείου, ἐκδηλώσαντος κατὰ ποῖον τρόπον ἀναδέχεται νὰ διεξαγάγῃ τὴν ὑπηρεσίαν κατὰ τὸ τρέχον ἔτος. Τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἐμφανίζεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ὑποβάλλει τὸν προϋπολογισμὸν, λέγει: ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ ἐκτίμησίς μου περὶ τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ τοῦ ἔτους, τοιαύτην ἐσχημάτισα γνώμην, αὐτὸ συμβουλεύω εἰς τὸ Ἔθνος. Αὐτὴ ἡ ἐκτίμησις, αὐτὴ ἡ ἐργασία, καὶ αἱ σκέψεις, ἃς ὑποβάλλει τὸ Ὑπουργεῖον, εἶναι τὸ περιεχόμενον τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἀφαιρέσατε αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, καὶ τότε τὸ Ὑπουργεῖον εἶναι ἁπλοῦς λογιστὴς, ἐνῷ ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἀπόῤῥοια τῶν πολιτικῶν σκέψεων τοῦ Ὑπουργείου. Ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι οὐδεμία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ περυσινοῦ καὶ τοῦ παρόντος προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ κατ’ ἀρχὴν λέγω ὑπάρχει. Ἠρώτησεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Σπάρτης, ἂν ὑπάρχει διαφορὰ· ἀλλὰ ἡ διαφορὰ ὑπάρχει κατ’ ἀρχήν. Κατ’ ἀρχὴν πρέπει νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα καὶ μεταξὺ ἡμῶν περὶ τῆς ἀρχῆς ὑπάρχει τὸ ζήτημα· καὶ σεῖς οἱ μεταβάλλοντες ὅ,τι προτείνει τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ μετεβάλλετε λόγω μιᾶς ἀρχῆς· δὲν μετεβάλλετε ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε, οὔτε τὸ Ὑπουργεῖον θέτει τὸ ζήτημα ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε, οὔτε ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀντιτάσσεται ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε. Ἕκαστος ἐννοεῖ νὰ στηρίξῃ μίαν ἀρχὴν, καὶ ἡ ἀρχὴ εἶναι, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἐμφαίνει τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὁ μὴ δεχόμενος αὐτὴν εἶναι ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἂν δὲν ὑπερισχύσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν ὑποβαλλόμενον προϋπολογισμὸν, εἶναι ἀσθενὴς, δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ. Ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἠθικὴν δύναμιν ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, νὰ μεταδίδῃ τὸ φρόνημα αὑτῆς εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ πείθῃ αὐτὴν εἰς ὅ,τι εἶναι ὀρθὸν, ὅτι τοῦτο ἀπαιτεῖ τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους.
§54Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§55ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Καὶ ὅταν πείθῃ, τότε τὸ ὑπουργεῖον ὑπάρχει πολιτικῶς ἐνώπιον τοῦ ἔθνους· ἄλλως, δὲν ὑπάρχει πολιτικῶς. Εἶναι λογιστὴς ἁπλοῦς, προπαρασκευάζων λογιστικὴν ἐργασίαν, δὲν ἐκτυλίσσει σχέδιον πολιτικῆς. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1881, φαίνεται ὅτι δὲν προσέξατε, εἶναι προϋπολογισμὸς ἐκτάκτων περιστάσεων, περιέχων ὑπερβολικὰς δαπάνας, ἐνῷ σήμερον εὑρισκόμεθα εἰς τακτικὴν κατάστασιν καὶ ζητοῦμεν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν τακτικὴν διαχείρισιν, ἄνευ προβλέψεως ἐκτάκτων μέτρων. Τότε ἐδώκατε μείζονα ἐξουσίαν, διότι ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς πολλῷ μείζονας δαπάνας εἰς τὰ στρατιωτικὰ, εἰς τὰ ναυτικά· ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον σήμερον ἔχει τὴν φιλοτιμίαν νὰ καταδείξῃ, ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ κατέθεσε τὸ φρόνημά του περὶ τῆς διοικήσεως, καὶ ἤθελεν εἶναι ὑπουργεῖον μὴ ἄξιον τῆς ἐμπιστοσύνης σας, ἂν δὲν ἐφέρετο κατ’ αὐτὸν τὸν φιλότιμον τρόπον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν ἐθεώρει ὅτι εἶναι ὑπουργικὸν ζήτημα. Ὅταν σᾶς ὑποβάλλῃ τὸν προϋπολογισμὸν, εἶναι ὡς ἂν σᾶς λέγῃ: δότε μοι τὰ μέσα νὰ βαδίσω, ἰδοὺ αἱ ἐμβάδες, δι’ ὧν δύναμαι νὰ βαδίσω, καὶ σεῖς μοὶ δίδετε τὰς τετριμμένας ἐμβάδας τοῦ παρελθόντος ἔτους· αἱ τοιαῦται ἐμβάδες εἶναι κόθορνοι. (Ἱλαρότης). Εἴπατε ὅτι ὁ λογιστικὸς νόμος δὲν διατάσσει τι. Ἔστω πρὸς στιγμὴν λέγω δὲν διατάσσει· δὲν εἰσέρχομαι πρὸς στιγμὴν οὐδὲ εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ λογιστικοῦ νόμου, οὐδὲ εἰς τὸ γράμμα· καὶ τὸ ἤκουσα λεγόμενον· ἐπειδὴ δὲν διατάττει ὁ λογιστικὸς νόμος, ἄρα δὲν δέχομαι τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1882, ἀλλὰ θέλω τοῦ 1881. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο συμπέρασμα, διότι δὲν διατάττει εἰδικῶς ὁ λογιστικὸς νόμος, πρέπει νὰ ἀποκρούσητε ὅ,τι προτείνει τὸ ὑπουργεῖον κατὰ τὰς σκέψεις καὶ τὰς δυνάμεις, ἃς εἶχε νὰ σκεφθῇ ἐπὶ τοιούτου θέματος; Καὶ ἐνῷ φέρετε τοιαύτην πρότασιν, λέγετε, δὲν ἐννοῶ νὰ ἐκφράσω δυσπιστίαν. Ἀλλὰ τάχα τὴν δυσπιστίαν ἐκφράζετε μόνον, ὅταν ἔχητε σκοπὸν νὰ τὴν ἐκφράσητε; Δὲν ἐκφράζετε αὐτὴν ἐξ ἀντικειμένου, ὅταν πράττητε ὅ,τι περιέχει ἐν ἑαυτῷ τὴν δυσπιστίαν; Εἶσθε ἐν συνειδήσει αὐτοῦ, ὅπερ πράττετε; Ἔχει πολιτικὸν χαρακτῆρα ἡ πρᾶξίς σας; Εἶναι ἀπόῤῥοια μιᾶς σκέψεως; Πῶς λέγετε, ὅτι δὲν ἐκφράζετε δυσπιστίαν, ὅταν ἐν αὐτῇ τῇ ἐκφράσει ὑπάρχῃ ἡ ἔννοια τῆς δυσπιστίας; Οὐδὲν σᾶς ὑποχρεοῖ νὰ δεχθῆτε ἀποκλειστικῶς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1881· σεῖς ὅμως τὸ πράττετε ἐναντίον τῆς προτάσεως τοῦ ὑπουργείου· τὸ πράττετε ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε; Πρὶν ἀποφασίσητε, δὲν ἐσκέφθητε, ποίαν σημασίαν καὶ ἔννοιαν ἔχει ἡ πρότασις σας; Ἐὰν ἠθέλατε νὰ ἐκφράσητε δυσπιστίαν, πῶς ἄλλως ἠθέλατε τὴν ἐκφράσει; Ἀλλὰ λέγετε, δὲν ἐκφράζομεν δυσπιστίαν· τότε τί νὰ συμπεράνῃ τις; Ποῦ εἶναι ὁ νοῦς σας; Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ τὸν εὕρω· τὸν νοῦν τὸν εὑρίσκω εἰς τὰ πράγματα· δὲν δύναμαι νὰ εἰσδύσω εἰς τὴν καρδίαν σας· ἐγὼ κρίνω ἐκ τῆς ἐκδηλώσεως τοῦ φρονήματός σας· καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ μοὶ εἴπητε, δυσπιστῶ ἢ δὲν δυσπιστῶ. Πρόκειται τάχα περὶ ἰδιαιτέρας σχέσεως μεταξὺ τῶν πέντε μελῶν τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ ὑπουργείου, ἢ τὸ ζήτημα ἐτέθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους; Ὅ,τι ἐπράξατε δὲν εἶναι ἐν παραβύστῳ μεταξύ μας· εἶναι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἔθνους· καὶ ὅταν ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους ἐκφράζετε γνώμην ἐπὶ σπουδαίων πραγμάτων ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ ὑπουργείου, τί εἶναι αὕτη ἡ πρᾶξις παρὰ δυσπιστία; Λέγετε, δὲν περιέχει τι ὁ λογιστικὸς νόμος. Δὲν περιέχει τῳόντι τίποτε; ἂν δὲν περιέχῃ τί ῥητῶς καὶ ἐκπεφρασμένως, ἐὰν μονονουχὶ δὲν ἀφίνει φωνήν, λέγει ὅμως ὅτι ἕκαστον ἔτος ἔχει τὸν οἰκονομικὸν αὐτοῦ νόμον· καὶ σεῖς θέλετε διὰ τοῦ οἰκονομικοῦ νόμου τοῦ παρελθόντος ἔτους νὰ γείνῃ διαχείρισις τοῦ ἐνεστῶτος· ἀλλ’ εἶσθε τότε ἐντὸς τοῦ πνεύματος τοῦ λογιστικοῦ νόμου; Θέλετε οἱ νόμοι νὰ λέγουν τὰ πάντα, νὰ μὴν ἀφίνουν τίποτε εἰς τὴν νοημοσύνην, ἢ εἰς τὴν ἑρμηνείαν; ἠκούσθη ποτὲ οἰκονομικὸς νόμος τοῦ παρελθόντος ἔτους νὰ γείνῃ βάσις τοῦ ἐνεστῶτος, ἐνῷ ὁ λογιστικὸς νόμος λέγει «ἕκαστον ἔτος ἔχει τὸν οἰκονομικόν του νόμον;» Τὸ σύνταγμα λέγει «ἕκαστον ἔτος ἔχει τὸν προϋπολογισμόν του»· πῶς μεταπηδᾶτε ἐκ τοῦ πνεύματος καὶ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου· καὶ τί εἶναι τὸ δωδεκατημόριον παρὰ ὁ οἰκονομικὸς νόμος τοῦ ἔτους κατὰ τὸ δωδέκατον; πῶς δύναται τὸ δωδεκατημόριον νὰ βασισθῇ ἐπὶ τοῦ παρελθόντος ἔτους; Ποῦ εἶναι ἡ λογική, ἥτις σᾶς φωτίζει; Πῶς, συγχέοντες δύω οἰκονομικοὺς νόμους, λέγετε ὅτι τότε μόνον ὑπάρχει τάξις καὶ ἀσφάλεια; Βεβαίως ἐξετροχιάσθημεν, διότι δὲν ἐφθάσαμεν νὰ ψηφίσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν ἐγκαίρως· ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι πρέπει νὰ ἀντικαταστήσωμεν τὸν οἰκονομικὸν νόμον τοῦ παρελθόντος ἔτους εἰς τὸν οἰκονομικὸν τοῦ ἐνεστῶτος. Ἀλλὰ λέγετε, ὅτι θὰ ἔχωμεν σύγχυσιν· θὰ ἔχωμεν τρεῖς προϋπολογισμούς. Τὸ ἐξητάσετε αὐτό; Ὅταν ἀνελάβομεν τὸ ὑπουργεῖον, εἶχον παρέλθει δύω μῆνες, ὁ Ἰανουάριος καὶ Φεβρουάριος καὶ ὁ Μάρτιος προέβαινε· προϋπολογισμὸς δὲν ἠδύνατο νὰ ὑποβληθῇ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας· ἠναγκάσθημεν ὅθεν νὰ καταφύγωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους, μὴ ὑπάρχοντος ἔτι τοῦ ἐνεστῶτος, καὶ κατεφύγαμεν ὁμολογουμένως ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ, ἂν ἠδυνάμεθα νὰ ἐπαρκέσωμεν. Ἐπιστεύομεν, ὅτι αἱ περισσότεραι ὑπηρεσίαι δὲν ἤθελον πάθει. Τοῦτο ἐβεβαίουν ὅλα τὰ γραφεῖα τῶν Ὑπουργείων, ὅτι δὲν ἤθελε πάθει ἡ ὑπηρεσία, καὶ διὰ τοῦτο πρὸς στιγμήν, διὰ νὰ κανονισθῇ ἡ διαχείρισις καὶ ἡ ταμιακὴ ὑπηρεσία, ἐδέχθημεν τὴν βάσιν τοῦ παρελθόντος διὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον, Φεβρουάριον καὶ Μάρτιον· ἀλλ’ ἀφ’ ὅτου ὑπεβάλαμεν τὸν προϋπολογισμόν, δὲν εἴμεθα εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν διὰ τὸν Ἀπρίλιον. Σήμερον σᾶς παρουσιάσαμεν τὸν προϋπολογισμόν, ὅστις εἶναι ὡς μία κινάρα μὲ δώδεκα φύλλα· σᾶς λέγομεν δώσατέ μας ἀπὸ ἕνα φύλλον καθ’ ἕκαστον μῆνα, καὶ κινδυνεύομεν ν’ ἀποκόψωμεν ὅλα τὰ φύλλα πρὶν κυρώσωμεν τὴν ὕπαρξιν αὐτῆς τῆς κινάρας. Τώρα, μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐπιτρέπεται πλέον νὰ εἴμεθα τοσοῦτον ἀνακόλουθοι καὶ ὀπισθοδρομικοὶ εἰς τὸ παρελθόν, ὥστε νὰ εἴπωμεν, ὅτι πρέπει νὰ βασισθῶμεν ἐπὶ τοῦ 1881; καὶ λέγετε, ὅτι θέλει γείνει σύγχυσις; Οὐδεμία σύγχυσις, διότι, ὅταν ψηφίσητε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1882, θὰ ἴδητε ποία ὑπάρχει ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου, καὶ διὰ τοὺς λήξαντας μῆνας θέλετε προσθαφαιρέσει. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ τριῶν προϋπολογισμῶν· δὲν ἕπεται, ἐπειδὴ ψηφίζονται δαπάναι, ὅτι ὅλαι ἐξ ἅπαντος πρέπει νὰ γίνουν. Αὐταὶ εἶναι πιστώσεις, ὧν γίνεται χρῆσις· δὲν ἕπεται δέ, ὅτι ὅλον τὸ ποσὸν δαπανᾶται. Ἰδοὺ διατὶ δὲν προλαμβάνετε τὸ ἀτόπημα λογιστικῶς, ὅπερ θέλετε νὰ προλάβητε. Ἀλλά, λέγουν, ὑπάρχουν παραδείγματα ἀπὸ τοῦ 1815, ἐποχῆς πρὸ τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ὅτε οὐδεμία ὑπῆρχε τάξις. Οἱ προϋπολογισμοὶ μέχρι τινὸς ἦσαν ἀπολογισμοί. Ὁ προϋπολογισμὸς ἐψηφίζετο εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως καὶ ἦτο πράγματι ἀπολογισμός, καὶ ἐντεῦθεν ὁ μακαρίτης Χρηστίδης ὡρμήθη, ὅπως ἀναχαιτίσῃ τὸ κακόν, εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ λογιστικοῦ νόμου, ἐλπίζων νὰ θέσῃ χαλινόν. Δι’ ὀλίγον καιρὸν κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἐτηρεῖτο περισσοτέρα ἀκρίβεια· ἀλλὰ ὑπερεπήδησαν καὶ αὐτοὶ οἱ χάνδακες καὶ τὰ ἐσκαμμένα· οὐχ ἧττον ὁσάκις ὑπεβάλλετο προϋπολογισμὸς ἐγκαίρως καὶ ἐζητεῖτο πίστωσις δωδεκατημορίου, πάντοτε ἐλαμβάνετο ὡς βάσις ὁ ὑποβληθεὶς προϋπολογισμὸς τοῦ ἐνεστῶτος καὶ οὐχὶ τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἔρχομαι ἤδη καὶ εἰς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Σπάρτης, ὅστις μοὶ ἐφάνη, ὅτι σχεδὸν παρωργίσθη, καὶ δικαίως, διότι ἐνόμισεν, ὅτι κατέδειξε παρανομίαν. Ἰδίως ἠγανάκτησε κατ’ ἐμοῦ, πῶς παραβλάπτω τὸν νόμον, ἢ διατί δεικνύω ἀδιαφορίαν. Ἢ δὲν ἐνόησα τὸν νόμον, ἢ ἐν γνώσει παρεβίασα αὐτόν. Κατὰ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Σπάρτης, ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1881 καὶ 1882 κεῖται εἰς τὴν σύστασιν αὐτῆς τῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέλεγξιν τῆς διαχειρίσεως τοῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων. Φαίνεται δ’ ὅτι αὐτὴ ἐπέστησε τὴν προσοχὴν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Σπάρτης· διότι, ἂν προέβαινε, θὰ ἔβλεπε καὶ ἄλλας διαφοράς, ἃς δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ καταδείξω εἰς τὸν κ. Δημητρακάκην, τόσον ἔμπειρον εἰς τὰ τοιαῦτα. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπέστησε τὴν προσοχήν του ὡς τι τερατῶδες, ὡς ἀποκύημα ἀνήκουστον, μὴ στηριζόμενον εἰς νόμον, δι’ ὃ ἐγένετο δαπάνη, μὴ στηριζομένη εἰς νόμον, παράνομος, ἀντισυνταγματική· φθάνει μέχρι τούτου, μέχρις αὐτῆς τῆς ὑψηλῆς βαθμίδος τοῦ Συντάγματος. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Σπάρτης, ὅστις ἔχει μακρὰν πεῖραν καὶ διῆλθεν ὅλας τὰς βαθμίδας τῆς διοικητικῆς ὑπηρεσίας, εἶναι περίεργον, πῶς δὲν ἔδωκε προσοχὴν εἰς τὸν λογιστικὸν νόμον, καὶ εἰς ἄλλα ἔτι τινά, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1882, ἐνῷ ὑπάρχουν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν παρελθόντων ἐτῶν, ἀλλὰ διέφυγον τὴν ὀξυδέρκειάν του καὶ τὴν ἀγχίνοιαν. Γνωρίζετε, ὅτι, κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον, πᾶς διαχειριστὴς εἶναι ὑπόλογος πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ πάντων, καὶ δεύτερον πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Ἀναγκάζομαι ν’ ἀναγνώσω τὰ κείμενα τῶν νόμων. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 42. «Πᾶς διαχειριστὴς δημοσίων χρημάτων διατελεῖ ὑπὸ τὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸν, προτείνεται παρ’ αὐτοῦ, δίδει λόγον τῶν πράξεών του εἰς αὐτὸν, καὶ εἶναι ὑπόλογος ἐνώπιον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.» Πᾶς διαχειριστὴς δίδει λόγον εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐξέλαβεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Σπάρτης, ὅτι μόνον πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον χρεωστεῖ λόγον, ἀλλὰ παρεγνώρισεν αὐτὰς τὰς διαῤῥήδην διαγορεύσεις τοῦ νόμου. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἔρχεται δεύτερον. Ὁ Ὑπουργὸς προπαρασκευάζει τὸν ἔλεγχον. Τί δηλοῖ, ὅτι παρασκευάζεται παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὁ ἔλεγχος; Δηλοῖ, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει νὰ ἦναι ἄγρυπνος ἐπιτηρητὴς πάσης διαχειρίσεως, προσέχων ν’ ἀνακαλύψῃ πᾶσαν πρᾶξιν, ἐμφαίνουσαν ἄπιστον διαχείρισιν, ὥστε ὁ ἀνακαλυπτόμενος νὰ ὑφίσταται τὰς συνεπείας τῆς ἀπίστου διαχειρίσεως. Ἀλλ’ ἔχομεν ἔτι καὶ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 108, ὅπερ λέγει. «Οἱ προϊστάμενοι ἐξελέγχουν τὴν διαχείρισιν τῶν ὑπ’ αὐτοὺς διατελούντων, δηλαδὴ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν αὐτὸς πρῶτος ἐξελέγχει· καὶ τώρα ἐρωτῶ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Σπάρτης, νομίζει, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μόνος θέλει ἐξελέγχει; εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ τὸ πράξῃ ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας, ν’ ἀφήσῃ τὴν πολιτικὴν, τὴν Βουλὴν καὶ τὰ γραφεῖα καὶ νὰ ἐξελέγχῃ ἀδιακόπως, καὶ νὰ ἔχῃ ἐνώπιον του ὅλας τὰς λογιστικὰς πράξεις καὶ τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, καὶ τί ἠθέλατε εἰπεῖ ἐὰν ἤρχεσθε εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ ἐβλέπατε τὸν Ὑπουργὸν ἀσχολούμενον εἰς τοιαύτας ἐξελέγξεις; Ὁ ὑπουργὸς ἐξελέγχει δι’ ἐκείνων, εἰς οὓς δίδει ἐμπιστοσύνην, καὶ τοὺς ὁποίους θεωρεῖ, ὅτι εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐξελέγχουν, καὶ οἵτινες εἶναι εἰδικώτεροι αὐτοῦ καὶ δύνανται νὰ προπαρασκευάσουν τὴν ἐργασίαν. Ἀλλὰ μοὶ λέγουν, ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τοὺς τῆς ὑπηρεσίας, διατί δὲν προσκαλεῖ τοὺς ὑπαλλήλους του νὰ ἐξελέγξουν; διατί ὑπάρχουν αὐτοὶ οἱ ὑπάλληλοι; Ἀλλὰ τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου; Ὁ νόμος τάχα ἐννοεῖ, ὅτι μόνον διὰ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου γίνεται ἡ ἐξέλεγξις; ποῦ εὑρίσκεται αὐτό; Ἐὰν ἀναθέσω εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοιαύτην ἔκτακτον ὑπηρεσίαν, τί γίνεται ἡ τακτική; τί γίνεται τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ἐὰν ἀποσπάσω τὰ κυριώτερα ὄργανα καὶ τὰ κλείσω, ἵνα ἐργάζωνται εἰς ἐξέλεγξιν διαχειρίσεως ἑκατομμυρίων; Ὁ νόμος, ὅστις συνετάχθη ὑπὸ ἀνθρώπων λογικῶν, ἀφῆκεν ἐλεύθερον τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐνεργήσῃ τὸν ἔλεγχον δι’ ἐκείνων τῶν προσώπων, ὅσα θεωρεῖ κατάλληλα, εἰς ἃ αὐτὸς δίδει ἐμπιστοσύνην. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 194. «Οἱ ὑπόλογοι ὀφείλουν νὰ ὑποβάλλουν εἰς τοὺς πρὸς ἐπιθεώρησιν τοῦ ταμείου τῶν παρουσιαζομένους ἀπεσταλμένους τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου κτλ.» Τί εἶναι αὐτοὶ οἱ ἀπεσταλμένοι τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν; δηλαδὴ οἱ ἔχοντες εἰδικὴν ἐντολὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ μάλιστα ἤκουσα περὶ τούτου ἐπίκρισιν εὐφυεστάτην· ὅτι ἠμπορεῖ νὰ στείλῃ ἀπεσταλμένους, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ σχηματίσῃ Ἐπιτροπήν· πρέπει νὰ ἐργάζηται ἕκαστος χωριστὰ, νὰ μὴ βλέπῃ ὁ εἷς τὸν ἄλλον, ἀλλὰ τὴν αὐτὴν ἐργασίαν νὰ κάμνουν χωριστά.
§56ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος τὸ εἶπε;
§57ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ποῖος εἶναι εὐφυέστερος ἐδῶ αὐτὸς τὸ εἶπεν. Ἐγὼ σᾶς ἀφίνω ἀπὸ πρωΐας μέχρι νυκτὸς νὰ τὸν εὕρητε. (Ἱλαρότης). Ἂς ἀφήσω αὐτὰ ὡς μὴ σπουδαῖα.—Ἀλλὰ λέγουν, πῶς ἐκανονίσθη δαπάνη ἀποζημιώσεως, καὶ ὅτι ἐπίτηδες τὴν ὠνομάσαμεν ἀποζημίωσιν, ἵνα μὴ τὴν ὀνομάσωμεν μισθόν. Ἐν τίνι ἐξουσίᾳ ἐπράξαμεν τοῦτο; διατί ἐκαλύψαμεν τὸν μισθὸν ὑπὸ τὸ ὄνομα τῆς ἀποζημιώσεως, καὶ πῶς ἐδώκαμεν ἀποζημίωσιν εἰς ὑπαλλήλους; Λυποῦμαι, ὅτι δὲν ἐμελετήσατε τὸν προϋπολογισμόν, οὐχὶ μόνον τοῦ ἐνεστῶτος, ἀλλὰ τοῦ παρελθόντος ἔτους· ἐκεῖ ἠθέλατε ἰδεῖ, ὅτι ὑπάρχει ἄρθρον ῥητὸν «Ἔξοδα ὑπηρεσίας τῶν δανείων» τί εἶναι ταῦτα; τί εἶναι; εἰμὴ ὅ,τι ἀφορᾷ τὰ δάνεια. Αὐτὴ ἡ διαχείρισις καὶ ὁ ἔλεγχος τῆς διαχειρίσεως. Εἶναι ἕτερόν τι; «Γραφικὰ ἔξοδα ἐπὶ διαφόροις δανείοις κτλ. 200,000 δραχμαί.» διότι βεβαίως πῶς θὰ γείνῃ ἡ ὑπηρεσία τοῦ δανείου, ἂν δὲν προβλέπεται καὶ περὶ τῆς διαχειρίσεώς του; τί εἶναι ἡ ὑπηρεσία τοῦ δανείου παρὰ ἡ διαχείρισίς του; Ἔρχομαι εἰς τοὺς ὑπαλλήλους. Ἔχετε Κεντρικὴν ὑπηρεσίαν, Κεφάλαιον 6, ἄρθρον 6. Ἔξοδα ἐπιθεωρήσεως δι’ ἐνδεχομένας ἐκτάκτους ἐπιθεωρήσεις 6,000 δραχμάς, ἐνεργουμένας δι’ ἄλλων ὑπαλλήλων, πλὴν τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν. Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι εὑρίσκεσθε ἐν ἄκρᾳ πλάνῃ· μόνον μία προκατάληψις ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς ὅλα ταῦτα καὶ εἰς τὴν πλειοψηφίαν τῆς Ἐπιτροπῆς. Μικρόν τι ἐκινήθησαν τὰ πνεύματα, ἐν τῇ ἀτμοσφαίρᾳ ἐφαίνετο ὡς προπαρασκευὴ ἀναπτύξεως ἠλεκτρισμοῦ, καὶ τότε ἐξῆλθον καί τινα πτηνά, ὅσα βλέπομεν μόνον ὡς προαγγέλους καταιγίδος, ἀλλ’ ἐπῆλθεν αἰθρία καὶ τὰ πτηνὰ ἔγειναν ἄφαντα, μόνον δὲ ἠκούσθη ὁ κρωγμὸς αὐτῶν (ἱλαρότης). Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς ἀπασχολήσω πλειότερον’ νομίζω τὸ ζήτημα ἁπλοῦν καὶ δὲν πιστεύω νὰ διστάζῃ ἡ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ ὑπουργείου.
§58Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μὲ ἀναγκάζει νὰ ἔλθω εἰς τὸ βῆμα ἡ συνταγματικὴ θεωρία, ἣν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς κατὰ τὸ πρῶτον μέρος τοῦ λόγου του ἀπήγγειλεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ θεωρία αὕτη μοὶ ἐφάνη τοσοῦτον ἀναιροῦσα καὶ τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος καὶ τὰς βάσεις τοῦ Συντάγματος, ὥστε ἐνόμισα, ὅτι πρὸ πάντων εἶχον καθῆκον νὰ ἐγείρω φωνὴν καὶ διὰ ταύτης φωνὴν διαμαρτυρήσεως κατὰ τοῦ νέου πολιτειακοῦ βίου, ὃν δημιουργοῦμεν. Ἀλλὰ μετὰ τὸ μέρος ἐκεῖνο τοῦ λόγου του, ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς προέβη εἰς ἀλληλοδιάδοχον διδασκαλίαν· ὡμίλησε περὶ λογιστικοῦ, ὡμίλησε περὶ διοικήσεως, ὡμίλησε περὶ ὑπουργικῆς ἐξουσίας· διέγραψε τὰ ὅρια αὐτῆς, καὶ σᾶς εἶπε γνώμας, τὰς ὁποίας, ἐὰν δὲν περιέπεσα εἰς τὴν ἐσχάτην λήθην τῶν γνώσεων τοῦ δημοσίου δικαίου, θεωρῶ σφαλερὰς καὶ πρωτοφανεῖς. Διὰ τοῦτο ἔχω καθῆκον νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως ἐπιτακτικώτερον, καὶ ἀναγκάζομαι νὰ πραγματευθῶ περὶ πάντων τούτων. Ὁ ἐμὸς συνάδελφος καὶ φίλος βουλευτὴς ἐκ Λακεδαίμονος, ἔφερε παρεμπιπτόντως τὸν λόγον περὶ Ἐπιτροπῆς Ἐξελεγκτικῆς, ἡ ὁποία ἐσυστήθη διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, ἐκδοθέντος ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Νομίζω, ὅτι δὲν ἦτον ἡ κατάλληλος ὥρα διὰ νὰ ἀπασχολήσῃ ὑμᾶς σήμερον διὰ τῆς ἐρεύνης τῆς κυβερνητικῆς ταύτης πράξεως. Ἔπρεπε νὰ ἐρευνηθῇ ἡ πρᾶξις αὕτη εἴτε κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἴτε κεχωρισμένως καὶ ἰδιαιτέρως δι’ ἐπερωτήσεως· διότι ἔπρεπε νὰ ἐρευνηθῇ καὶ νὰ ἐξετασθῇ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εἶχε δικαίωμα νὰ διορίσῃ Ἐπιτροπὴν τοιαύτην καὶ νὰ ἀναθέσῃ εἰς αὐτὴν ἔργα, τὰ ὁποῖα οἱ νόμοι ἀνέθηκαν εἰς ἄλλα ὄργανα· δεύτερον, ἂν ἡ Κυβέρνησις εἶχε δικαίωμα νὰ προσδιορίσῃ ἀντιμισθίαν ἢ ἀποζημίωσιν εἰς τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ φίλος μου βουλευτὴς ἐκ Λακεδαίμονος ἔσπευσε νὰ φέρῃ τὴν συζήτησιν ταύτην, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὡμίλησε καὶ περὶ ταύτης, ἀναγκάζομαι νὰ ἀρχίσω τὸν λόγον μου ἀπὸ τῆς ἐρεύνης τῆς συστάσεως καὶ τοῦ διορισμοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς. Εὑρίσκω τῷ ὄντι, ὅτι ὁ ἔλεγχος τῆς διαχειρίσεως τῶν 120,000,000, ὡς καὶ ὁ ἔλεγχος τῆς διαχειρίσεως τῶν ἄλλων χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν ἐξ ἄλλων πόρων τοῦ Κράτους, καὶ τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν δι’ ἀδείας τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας παρὰ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εἰς τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευάς, εὑρίσκω, ὅτι ὁ ἔλεγχος οὗτος πρέπει νὰ γείνῃ μετὰ τινος σπουδαιότητος. Δὲν γνωρίζω ἂν ὑπῆρξαν πλημμέλειαι κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν χρημάτων τούτων, ἐὰν αἱ κατὰ τὴν διαχείρισιν πλημμέλειαι ἀνάγονται εἰς τὴν οὐσίαν, ἢ ἐὰν συνέβησαν περὶ τοὺς τύπους. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι, ὅτι κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς παρελθούσης Συνόδου ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε φέρει εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς 10 Μαρτίου 1880, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν ὑπὸ τὴν πρωθυπουργίαν τοῦ καὶ νῦν Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἶχε διαχειρισθῆ 26,000,000 καὶ ὅτι εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν 26 τούτων ἑκατομμυρίων δὲν συνεμορφώθη ἀκριβῶς μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, καὶ ὅτι ὁ τότε ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι μόνον διὰ τὰ 4,520,000, ἐκ τῶν 26,000,000, εἶχον ζητηθῆ παρὰ τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου πιστώσεις, τηρηθεισῶν περὶ τοῦτο τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, διὰ δὲ τὸ ὑπόλοιπον τῶν 26,000,000, κατὰ τὸν τότε ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἐτηρήθησαν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ κατὰ τὴν διαχείρισιν· συνίστατο δὲ τὸ ὑπόλοιπον τοῦτο τοῦ μνημονευθέντος ποσοῦ εἰς δραχ. 21,480,000. Ἐνθυμοῦμαι ὡσαύτως, ὅτι ὁ τότε Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀνωμολόγησεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀληθῶς δὲν ἐτήρησε τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, διότι ἐνόμισεν, ὅτι διὰ τῆς τηρήσεως τῶν διατάξεων τούτων δὲν ἤθελεν ἐπιτευχθῆ ἡ ποθητὴ καὶ ὑπὸ πάντων ζητουμένη οἰκονομία περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων χρημάτων. Ἐνόμισε δὲ ὅτι, ἀφοῦ δὲν ἔλαβε παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν πίστωσιν τῶν 26,000,000, ἀλλὰ προέβη εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῆς ὑπὸ τὴν ἰδίαν αὑτοῦ εὐθύνην ἄνευ νόμου, ὅτι ἀπηλλάσσετο καὶ τῆς ὑποχρεώσεως νὰ δαπανήσῃ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ τὸ εἰρημένον ποσόν. Ὁ τότε Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπεκαλέσθη μάλιστα, διὰ νὰ ἀποδείξῃ τὴν προαίρεσιν, ἐκ τῆς ὁποίας ὡρμήθη εἰς τὸ νὰ μὴ τηρήσῃ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, καὶ ἑτέραν γνώμην τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας, τὴν ὁποίαν οὗτος, ὡς μέλος τῆς Συνελεύσεως κατὰ τὰ 1863, εἶχεν εἰπεῖ εἰς τὴν Συνέλευσιν. Εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἐν τῇ Ἐθνικῇ Συνελεύσει ἀγορεύων ἔλεγεν, ὅτι αἱ δαπάναι, αἱ γινόμεναι ὑπὸ τῶν ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν, πρέπει νὰ ἦναι διαρκῶς ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν καὶ τὸν ἔλεγχον τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Διὰ τοῦ συστήματος δὲ, τὸ ὁποῖον ἠκολούθησεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου ὡς πρωθυπουργὸς τότε, ἀπομακρυνθεὶς τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἐνόμιζεν ὅτι καθιστᾷ τὸν ἔλεγχον τῆς διαχειρίσεως τῶν ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν ἐγγύτερον καὶ ἄμεσον ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ἐὰν ἐκ δὲ τῆς ἀθετήσεως ταύτης τοῦ νόμου, τῆς γενομένης περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν 26 ἑκατομμυρίων, ὑπῆρξε καὶ ἄλλη ἀθέτησις τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν ὑπολοίπων χρημάτων μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 120,000,000 ἢ καὶ κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν ἄλλων χρημάτων, τῶν ἐξ ἄλλων πόρων τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα ἐδαπάνησαν αἱ προηγηθεῖσαι Κυβερνήσεις εἰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευάς, δὲν γνωρίζω παντάπασιν. Ὅθεν εὐλόγως φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μετ’ αὐστηρότητος πρέπει νὰ στραφῇ εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς διαχειρίσεως τῶν χρημάτων τούτων. Ποιοῦμαι δὲ τὴν διασάφησιν ταύτην, διότι εἶναι εὔκολον καὶ ἴσως δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀκούσω καὶ αὖθις ἀπό τινας, ὅτι ἐπικρίνω τὴν σύστασιν τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος Ἐπιτροπῆς, διότι δὲν θέλω τὸν ἔλεγχον τῆς διαχειρίσεως. Τοῦτο δέ μοι συνέβη πολλάκις, ὁσάκις ἔφερα ἀντιῤῥήσεις, νὰ κατακριθῶ ἐπὶ παρομοίοις λόγοις. Γνωρίζετε, ὅτι ἤμην κατὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἐπειράθησαν νὰ μὲ παραστήσωσιν ὄχι μόνον ὡς φυγοπόλεμον, ἀλλὰ καὶ ὡς ὑβριστὴν τοῦ μεγάλου ἀγῶνος τοῦ 1821. Καὶ ὅταν ἐπραγματευόμην ἀγορεύων εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπιστράτευσις προέβλεπον ὅτι ἤθελε φέρει, καὶ περὶ τῶν ἀτυχημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ἤθελε μᾶς ὁδηγήσει, δὲν ἠκούσατε φωνὰς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, αἵτινες τότε ἔλεγον, ὅτι ζητῶ νὰ προπαρασκευάσω τὴν θέσιν μου διὰ τὴν ὑπογραφὴν νέου πρωτοκόλλου; Τί παράξενον νὰ εἴπωσι σήμερον, ὅτι δὲν θέλω τὸν ἔλεγχον τῆς διαχειρίσεως τῶν 120 ἑκατομμυρίων, καὶ διὰ τοῦτο κατακρίνω τὴν σύστασιν τῆς Ἐπιτροπῆς; Τὸν ἔλεγχον τῆς διαχειρίσεως ταύτης συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐκφράσῃ τὴν αὐτὴν ἐπιθυμίαν. Ἀλλὰ θέλω τὸν ἔλεγχον τῆς διαχειρίσεως κατὰ τοὺς νόμους καὶ διὰ τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων. Δὲν ἐπιθυμῶ δὲ οὐδεμία Ἐξουσία τοῦ Κράτους νὰ ἔχῃ ἐλευθερίαν καὶ νὰ ἐνεργῇ ἄλλως, παρὰ ὅπως οἱ νόμοι διατάσσουσι. Διὰ τοῦτο ἀποκρούω μετὰ πάσης πεποιθήσεως τὴν περὶ τούτου θεωρίαν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὅτι, κατὰ τὸ ἄρθρον 42 τοῦ λογιστικοῦ νόμου, οἱ ὑπόλογοι ὀφείλουσι λόγον εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὅτι, κατὰ τὸ ἄρθρον 198 τοῦ αὐτοῦ νόμου, δύναται ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ζητῇ παρ’ αὐτῶν λόγον. Λοιπὸν συνεπέρανε: πῶς ὁ νόμος ἐμποδίζει τὴν Κυβέρνησιν νὰ συστήσῃ Ἐπιτροπὴν καὶ νὰ ζητήσῃ παρὰ τῶν ὑπολόγων διὰ τὴν διαχείρισιν ταύτην τὸν ὀφειλόμενον λόγον; Καὶ ὑπέθεσε τοὺς ἀκροατάς του, μὴ ἔχοντας μηδὲ τὸν κοινὸν νοῦν. Καὶ τί ὑποθέτετε σᾶς εἶπεν; ὅτι ὁ ὑπουργὸς θὰ κλεισθῇ εἰς ἓν γραφεῖον καὶ θὰ ἐργασθῇ μόνος του, καὶ ὅταν οἱ βουλευταὶ ζητῶσιν αὐτὸν, θέλουσιν ἀπαντᾷ εἰς αὐτοὺς, ὅτι ὁ ὑπουργὸς ἐκλείσθη, διότι ἐλέγχει τὴν διαχείρισιν ταύτην. Ἡ ἀντίῤῥησις αὕτη δὲν ἔπρεπε νὰ ῥηθῇ κατὰ συζήτησιν τοῦ πολιτικοῦ τούτου Σώματος, τοῦ τόσον σοβαροῦ. Ὁ ὑπουργὸς ἔχει δικαίωμα νὰ ζητῇ λόγον, νὰ ἐξετάζῃ τὴν διαχείρισιν, ἀλλ’ ἔχει καθῆκον νὰ ἐνασκῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο, καθ’ ὃν τρόπον διαγράφουσιν οἱ νόμοι. Ἡ ὑπουργικὴ ἐξουσία δὲν εἶναι ἐξουσία ἀπόλυτος· οἱ ὑπουργοὶ δὲν ἔχουσι τοσαύτην ἐξουσίαν, ὥστε νὰ δύνανται νὰ πράττωσιν ὅσα ἀπαγορεύουσιν οἱ νόμοι, ἀλλ’ ἔχουσι καθῆκον νὰ πράττωσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπουσιν ἢ ὁρίζουσιν οἱ νόμοι. Τὴν ὑπουργικὴν ἐξουσίαν ἐκανόνισαν οἱ νόμοι, καὶ ὀφείλετε νὰ ἐνεργῆτε ὅπως οἱ νόμοι ἐκανόνισαν αὐτήν. Κατὰ τίνα τρόπον ἐκανόνισαν οἱ νόμοι τὴν ἐνάσκησιν τῆς ὑπουργικῆς ἐξουσίας, εἴτε ἵνα ἐπιτηρῇ τὴν διαχείρισιν τῶν ὑπολόγων, εἴτε ἵνα ζητῇ τὸν ἔλεγχον αὐτῆς, εἴτε ἵνα ἐγκαίρως καὶ ἀμέσως καταστέλλῃ πᾶσαν παράβασιν περὶ ταύτην; Ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ἐκανόνισε τὸ στάδιον τῆς διοικητικῆς ἐξελέγξεως, τὸ στάδιον τῆς δικαστικῆς ἐξελέγξεως, καὶ πρὸ πάντων τὸ στάδιον τῆς ἀστυνομικῆς ἐξελέγξεως. Πῶς γίνεται ἡ διοικητικὴ ἐξέλεγξις; γίνεται ἀπὸ τὰ Εἰδικὰ Λογιστήρια τῶν ὑπουργείων καὶ ἀπὸ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Δύναται ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παραλάβῃ δύω τραπεζίτας, φέρ’ εἰπεῖν, ἢ δύω οἱουσδήποτε πολίτας καὶ νὰ διορίσῃ αὐτοὺς νὰ ἐξελέγξωσι τὰ ἐντάλματα τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τὰ ὁποῖα τοῦτο ἐξέδωκεν, ἢ τὰ δικαιολογητικὰ, τὰ ὁποῖα τὸ Λογιστήριον τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἔπεμψεν εἰς τὸ Κεντρικὸν ταμεῖον ἢ εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, διὰ νὰ ἐκδοθῶσι τὰ ἐντάλματα; Καὶ ἐὰν οἱ δύω ἰδιῶται ἤθελον ἐξελέγξει αὐτὰ, καὶ ἤθελον ἀποφανθῆ, ὅτι τὰ δικαιολογητικὰ, τὰ ὁποῖα ἔπεμψε τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, εἶναι πλήρη καὶ ὀρθὰ ἢ μὴ, ἔχει κῦρος ἡ γνώμη των; Ποῦ στηριζόμενος ὁ ὑπουργὸς, ἤθελεν ἀποφανθῆ, ὅτι ἀκούει τὴν γνώμην τῶν ἰδιωτῶν τούτων καὶ ἀποφαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὰ, ἢ ὅτι δὲν εἶναι πλήρη τὰ δικαιολογητικὰ ταῦτα τὰ ἀποσταλέντα, ἵνα προσαρτηθῶσιν εἰς τὰ ἐκδοθέντα ἐντάλματα; Ἡ διοικητικὴ ἐξέλεγξις γίνεται ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει, ἤτοι ἐν τοῖς Εἰδικοῖς Λογιστηρίοις καὶ ἐν τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ· ἡ δὲ δικαστικὴ ἐξέλεγξις ἐν τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ. Δὲν δύναται δ’ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διαχειρισθῇ ἄλλως τὴν ἐξουσίαν του. Προβαίνω μάλιστα ἔτι περαιτέρω καὶ ὑποθέτω μεγαλειτέραν ἐξουσίαν ἀπὸ τὴν τοῦ ὑπουργοῦ τὴν ἐξουσίαν, ἣν ἐνασκεῖ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἀκόμη μεγαλειτέραν ἐξουσίαν, ἐκείνην ἣν διαχειρίζεται ὅλη ἡ Νομοτελεστικὴ Ἐξουσία, ὁ βασιλεὺς μετὰ τῶν ὑπουργῶν του. Νομίζετε, ὅτι δύναται οὗτοι εἴτε Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, εἴτε ὅλη ἡ Νομοτελεστικὴ Ἐξουσία νὰ συστήσωσιν Ἐπιτροπὴν, ἵνα προβῇ αὕτη εἰς τὸν δικαστικὸν ἔλεγχον τῶν ὑπολόγων; Καὶ νομίζετε, ὅτι, ἐὰν τοιαύτη Ἐπιτροπὴ ἤθελε συστηθῆ καὶ συνέλθει καὶ ἀποφασίσει, ὅτι ἡ ἀπόφασίς της αὕτη ἤθελεν ἔχει ἐλάχιστον κῦρος; Ὁ δικαστικὸς ἔλεγχος ἐτάχθη ὑπὸ τοῦ νόμου ν’ ἀσκῆται ἀπὸ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον καὶ οὐχὶ ἀπὸ ἄλλην τινὰ Ἀρχήν. Ὁ δὲ ἀστυνομικὸς ἔλεγχος εἶναι ἀνατεθειμένος εἰς δύω Ἀρχὰς, εἰς τὴν Ἀρχὴν, ἥτις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δικάζῃ, καὶ ἥτις εἶναι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ εἰς τὴν Ἀρχὴν, ἥτις ὀφείλει νὰ ἐπιτηρῇ, καὶ ἥτις εἶναι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Δύναται νὰ στείλῃ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐνεργήσῃ ἐρεύνας εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους καὶ νὰ ἐξετάσῃ τὴν διαχείρισιν αὐτῶν. Πρὸς ποῖον σκοπόν; διὰ νὰ μάθῃ ἐὰν κατ’ ἐκεῖνο τὸ σημεῖον τοῦ χρόνου ὁ ὑπόλογος ἦναι ἀκριβὴς εἰς τὴν διαχείρισίν του, ἂν ἐδαπάνησεν 700 φέρ’ εἰπεῖν χιλ. δραχμῶν ἐκ τῶν ὀκτακοσίων χιλ. ἃς ἔλαβε, καὶ ἂν ἔχῃ ἐν τῷ ταμείῳ του τὰς ὑπολοίπους 100 χιλιάδας μετρητὰς, ἂν αἱ δαπανηθεῖσαι 700 χιλ. ἐδαπανήθησαν πράγματι καὶ ὑπάρχωσιν αἱ ἀποδείξεις τῆς δαπάνης αὐτῶν ἢ ἂν ὁ διαχειρισθεὶς τὰ ποσὰ ταῦτα ὑπόλογος ταμίας περιέπεσεν εἰς καταχρήσεις, διὰ νὰ μὴ δοθῇ εἰς αὐτὸ, ὁ καιρὸς νὰ καλύψῃ αὐτάς, ἐὰν δὲ ἤθελε γείνῃ ἔλεγχος εἰς τὸ ταμεῖον. Ἔχει βεβαίως ὁ ὑπουργὸς, ἡ διοίκησις, τὸ δικαίωμα νὰ ἀσκήσῃ τὴν ἀστυνομικὴν ταύτην ἐπιτήρησιν. Γνωρίζετε, ὅτι ἡ διοίκησις ἔχει ποικίλα δικαιώματα· ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ὠθήσεως, δι’ ἧς γίγνεται ἔναρξις διοικητικῆς τινος ἐνεργείας· ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιτηρήσεως, ἵνα ἡ διοικητικὴ αὕτη ἐνέργεια γένηται πλήρης καὶ τελεία· ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου. Ἀλλὰ πῶς ἐνασκεῖται ἡ ἐπιτήρησις; Ἐνασκεῖται δι’ ὑπαλλήλων. Ὁ ὑπουργὸς ἔχει εἰς τὴν διάθεσίν του οἰκονομικοὺς Ἐπιθεωρητάς, οἵτινες ἐπιθεωροῦσι τὰ ταμεῖα καὶ τὰ τελωνεῖα· διατάσσει ἕνα Ἐπιθεωρητὴν οὗτος μεταβαίνει εἰς τὸ ταμεῖον ἢ τὸ τελωνεῖον, ἐρευνᾷ τὴν κατάστασιν αὐτῶν καὶ βεβαιοῖ ἐὰν ἡ διαχείρισις ἐγένετο κατὰ νόμον ἢ οὔ. Ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀναθέσῃ εἰς ἰδιώτην τὴν ἐπιθεώρησιν ἑνὸς τελωνείου ἢ ἑνὸς ταμείου; Καὶ διατί νὰ καταφύγῃ εἰς τοῦτο, ὅταν ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ προκαλέσῃ τὸν διορισμὸν τῶν ἰδιωτῶν τούτων εἰς θέσιν, τὰ καθήκοντα τῆς ὁποίας περιλαμβάνουσι καὶ τὴν ἐπιθεώρησιν, ὅπως ἐκπληρώσῃ δι’ αὐτῶν τὸ τῆς ἐπιτηρήσεως καθῆκον τῆς διοικήσεως; Ποῖος τὸν ἐμπόδιζε νὰ ἀναθέσῃ εἰς αὐτοὺς τὴν ἐντολὴν ταύτην, ὅταν δύναται νὰ διορίσῃ αὐτοὺς εἰς τὰς θέσεις, εἰς ἃς δύναται νὰ δοθῇ ἡ τοιαύτη ἐντολή; Ἄλλως, ἡ εἰς τοιαύτην ὑπηρεσίαν ἀποστολὴ ἰδιωτῶν εἶναι λίαν ἐπικίνδυνος. Ποίαν ἐγγύησιν θέλει ἔχει, ἀφοῦ οἱ ἰδιῶται οὗτοι δὲν συνδέονται μετὰ τοῦ Κράτους διὰ τοῦ δεσμοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου συνδέονται οἱ ἀναλαβόντες δημοσίαν ὑπηρεσίαν, καὶ γενόμενοι ὄργανα τῆς διοικήσεως, ἤτοι ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους; Ὁ ὑπάλληλος, παραβαίνων τὸ καθῆκόν του, ἀπὸ τὸν ποινικὸν νόμον τιμωρεῖται αὐστηρότερον, ἀλλ’ ὁ ἰδιώτης τίνα δεσμὸν θὰ ἔχῃ, τί ἔχει νὰ φοβηθῇ, ἀφοῦ οἱ νόμοι δὲν τὸν τιμωροῦσιν ἢ τιμωροῦσιν αὐτὸν ὀλιγώτερον; Τὸ μεγαλείτερον προτέρημα τοῦ συνταγματικοῦ θεσμοῦ συνίσταται ἰδίως εἰς τὸν ὑπὸ τοῦ νόμου προσδιορισμὸν τῆς ἐνεργείας τῶν ὀργάνων τῆς Νομοτελεστικῆς Ἐξουσίας. Τὰ συνταγματικὰ πολιτεύματα ἐπάγουσι βάρη εἰς τὰ Κράτη, ἐν οἷς εἰσήχθησαν, ἐπάγουσι καί τινα κακά, ὅταν δὲν λειτουργῶσι κατὰ τόπους ἢ πλημμελῶς, ἀλλ’ ἐπάγουσι καὶ πολλὰ καλά, καὶ τὸ μέγιστον πάντων καλὸν εἶναι, ὅτι ἕκαστος, εἰς οἱανδήποτε βαθμίδα τῆς ἱεραρχίας καὶ ἂν ὑπηρετῇ, εἴτε ὑπουργός, εἴτε τελωνοφύλαξ τυγχάνει, εἴτε νομάρχης, εἴτε μικρός τις ὑπάλληλος, δὲν ἔχει ἄλλην ἐξουσίαν παρὰ τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου ῥητῶς προσδιορισθεῖσαν εἰς αὐτόν. Ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ δύνανται νὰ πράξωσιν ὅσα δὲ ἀγορεύονται ἀπὸ τὸν νόμον, καθὼς ἰσχυρίσθη ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν· διότι ὑπάρχει ὁ θεμελιώδης κανὼν, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ καὶ πάντες οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους ὀφείλουσι νὰ πράττωσι μόνον ὅσα οἱ νόμοι διακελεύουσι. Εἶπον ὅτι ὁ ἔντιμος φίλος μου, ὁ ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτής, δὲν ἐξελέξατο τὴν κατάλληλον ὥραν, ἵνα ἐπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν διὰ τῆς ἐρεύνης τῆς συσταθείσης Ἐπιτροπῆς. Σήμερον ἐπρόκειτο νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐὰν δίδῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς οἱουδήποτε προϋπολογισμοῦ, τὴν ἄδειαν νὰ πραγματοποιήσῃ τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους διὰ τὸν μῆνα Ἀπρίλιον. Δὲν ἐπρόκειτο δὲ σήμερον περὶ τῆς πληρωμῆς ἢ τῆς ἀποζημιώσεως τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐσχέτισεν ὅμως τὴν συζήτησιν ταύτην, διότι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1882, διαφέρει ἀπὸ τὸν τοῦ 1881 κατὰ τοῦτο, διότι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1881 περιλαμβάνει ὑπὸ τὸ κεφάλαιον 6, ἄρθρον 6, πίστωσιν δύω χιλιάδων δραχμῶν, διὰ νὰ πληρώνωνται ἐξ αὐτῆς αἱ ἐκ τριῶν δραχμῶν ἀνὰ πᾶσαν ἡμέραν ἀποζημιώσεις τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν, ὅταν ἐξέρχωνται τῆς ἕδρας των. Ἐκτὸς δὲ τούτου ὁ προϋπολογισμὸς ἐκεῖνος περιλαμβάνει καὶ πίστωσιν ἐκ δύω χιλιάδων δραχμῶν, διὰ τὰ γραφικὰ ἔξοδα καὶ διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ὁδοιπορίας αὐτῶν, ὡς περιέλαβεν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1881, καὶ πίστωσιν 6,000 δραχμῶν, πρὸς ἀποστολὴν ἐπιθεωρητῶν ἐκ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἡ πίστωσις ὅμως αὕτη ἴσως ἔχει ἱστορίαν καὶ συνδέεται μὲ τὸ ἀποκαλυφθὲν ἔλλειμμα εἰς τὸ ταμεῖον Θηβῶν· διότι ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ὅταν ἐγνώσθη τὸ ἔλλειμμα ἐκεῖνο καὶ ἡ κοινωνία ἐταράχθη τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, τὸ ὁποῖον εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτηρῇ καὶ ἐξελέγχῃ τὰ ταμεῖα, ἐδικαιολογήθη διότι δὲν ἐξετέλει τὸ καθῆκον τοῦτο διὰ τὸν λόγον, ὅτι δὲν ὑπάρχει πίστωσις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πρὸς πληρωμὴν τοιούτων ἐξόδων ἐπιθεωρήσεως. Τότε τὸ Ὑπουργεῖον ἴσως περιέλαβε τὴν πίστωσιν τῶν 6,000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1882 περιέλαβε προσέτι καὶ ἄλλην πίστωσιν 6,000 δραχμῶν, πρὸς ἀποστολὴν ἐπιθεωρητῶν τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Σφάλλετε εἰς ὅλα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε, ὅπως θὰ σᾶς ἀποδείξω, διότι ἐγὼ ἔχω καὶ τοὺς τρεῖς προϋπολογισμοὺς ἐδῶ.
§60ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ μοὶ εἴπητε ὅτι σφάλλω εἰς ὅλα ὅσα λέγω, χωρὶς ν’ ἀποδεικνύητε, ὅτι πράγματι σφάλλω. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ συστήσητε Ἐπιτροπὴν, καὶ ν’ ἀναθέσητε εἰς αὐτὴν τὸν ἔλεγχον τῆς διαχειρίσεως, περὶ ἧς ὁ λόγος· σφάλλω κατὰ τοῦτο; Σφάλλω, ἰσχυριζόμενος, ὅτι ὁ διοικητικὸς ἔλεγχος ἀνήκει εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ἐνασκοῦντα αὐτὸν ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει καὶ οὐχὶ ὅπως αὐτὸς θέλει; Ὅτι ὁ δικαστικὸς ἔλεγχος ἀνήκει εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον; Ὅτι ὁ ἀστυνομικὸς ἔλεγχος ἀνήκει εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον καὶ τὸν Ὑπουργόν; Σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀποδείξητε, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὰ αὐτά. Ἐὰν τοῦτο δυνηθῆτε ν’ ἀποδείξητε, τότε δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι σφάλλω· ἀλλὰ νὰ λέγητε, ὅτι σφάλλω εἰς ὅλα αὐτά, διότι ἴσως ἡ πίστωσις, περὶ ἧς ὁ λόγος, περιείχετο καὶ ἐν ἄλλῳ προϋπολογισμῷ, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὸ λέγητε. Ἐκφέρετε γενικὰς φράσεις διὰ νὰ ἀκούωνται ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἀλλ’ αὐτὰ δὲν ἔχουσι καμμίαν σημασίαν, ὅταν λέγωνται διὰ γενικῶν λόγων. Ἐγὼ εἶπον πάντοτε τὴν ἀλήθειαν εἰς τοὺς ἄλλους· ἐὰν δὲ ὑπάρχωσιν ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶπον τὴν ἀλήθειαν, ἀλλὰ λέγουσιν εἰς αὐτοὺς γενικὰς φράσεις καὶ λόγους, ἐγὼ δὲν εὐθύνομαι. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1882 περιέχει τὴν πίστωσιν δύω χιλιάδων δραχμῶν πρὸς πληρωμὴν ἀποζημιώσεως τῶν οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν, καὶ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ κεφαλαίου 6 τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν λέγει ῥητῶς: «Ἔξοδα καὶ ἀποζημίωσις οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν, ἀνὰ τρεῖς δραχμὰς, δύω χιλιάδες»· καὶ ἡ πίστωσις ζητεῖται διὰ τὴν πληρωμὴν, τὴν ὁποίαν ὁ προηγούμενος νόμος ἐπέτρεψε, τὴν ὁποίαν δὲν προσδιώρισεν αὐτοβούλως ὁ ὑπουργὸς, διατάξας, ὅτι θέλουσι πληρώνεσθαι τρεῖς δραχμὰς τὴν ἡμέραν, ἀλλ’ ὁ νόμος, καὶ ἡ πληρωμὴ αὕτη ἐπετράπη οὐχὶ ὡς πληρωμὴ ἀντιμισθίας, ἀλλ’ ὡς ἀποζημίωσις τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν, εἰς τὰς ὁποίας ὑποβάλλονται οἱ ἐπιθεωρηταί. Τὸ εἰρημένον ἄρθρον ἀναφέρει ἀποζημίωσιν ἐπιθεωρητῶν, ἀποστελλομένων ἀπὸ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ δίδει πίστωσιν 6,000 ἀλλ’ ἡ πίστωσις τῶν 6,000 δραχμῶν δι’ ἐπιθεωρητὰς, ἀποστελλομένους ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν, πρώτην φορὰν εἰσήχθη σήμερον εἰς τὸν προϋπολογισμόν.
§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λέγετε πρώτην φοράν! Ἰδοὺ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1881.
§62Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχει δύω χιλιάδας.
§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὡς πρὸς τὸ ποσὸν βεβαίως.
§64ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα — Καὶ ἓξ χιλιάδας διὰ τοὺς ἀποστελλομένους παρὰ τοῦ Συνεδρίου. Εἰς τί θέλει χρησιμεύσει ἡ πίστωσις τῶν 6 χιλιάδων διὰ τοὺς ἀποστελλομένους ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν; Ἡ Ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν διώρισεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὁ τῶν Ναυτικῶν, εἰσὶν ὑπάλληλοι στελλόμενοι πρὸς ἐπιθεώρησιν; Ὄχι! Ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία ἐσυστήθη, ἀποτελεῖ Ἀρχὴν, ἡ ὁποία θέλει ἔχει γραφεῖον, καὶ εἰς τὸ γραφεῖον αὐτῆς θέλουσι σταλῆ τὰ δικαιολογητικὰ καὶ ὅλα τὰ ἔγγραφα τῆς διαχειρίσεως ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀπὸ τὸ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἀπὸ τὸ τῶν Ναυτικῶν, ἵνα ἐξελέγξῃ τὴν διαχείρισιν. Καὶ ἐὰν ἡ ἐξέλεγξις τῶν λογαριασμῶν τούτων καταδείξῃ τὴν ἀνάγκην, θέλει προβῆ καὶ εἰς μέτρα καὶ εἰς ἀπόφασιν; Δὲν εἶναι ἐπιθεωρηταὶ, ἀποστελλόμενοι ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν· εἶναι Ἐπιτροπὴ, ἐξελέγχουσα καὶ ἐξετάζουσα τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ Κράτους· ἑπομένως οἱ ὑποστηρίζοντες ὅτι διώρισαν αὐτὴν δυνάμει τοῦ ἄρθρου 198 τοῦ λογιστικοῦ νόμου διαστρέφουσι καὶ τὸ γράμμα καὶ τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ. Τὸ νὰ λέγωσιν, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο δίδει τὸ δικαίωμα εἰς σύστασιν τοιαύτης Ἐπιτροπῆς, δὲν λέγουσιν ὀρθά. Οἱ διορισθέντες εἶναι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι μεταβαίνουσιν ὡς ἀπόστολοι νὰ ἐπιθεωρήσωσι τὰ Ταμεῖα, ἢ νὰ ἐλέγξωσι τὴν διαχείρισιν, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβον οἱ ὑπόλογοι; Εἰς ποῖα Ταμεῖα θέλουσι μεταβῆ νὰ ἐπιθεωρήσωσιν οἱ ἐλεγκταὶ οὗτοι. Ἀλλὰ ὁ κ. βουλευτὴς Λακεδαίμονος δὲν ἐξέλεξε τὴν κατάλληλον ὥραν πρὸς τὴν ἔρευναν αὐτὴν, διότι τὸ δωδεκατημόριον ἐκ τῆς πιστώσεως τῶν 6,000 δραχ. τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882, κατὰ τὸν κανονισμὸν μάλιστα, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσήγαγε, τοῦ νὰ μὴ ἐπιτρέπεται ἡ μετάβασις τῶν πιστώσεων ἀπὸ ἄρθρου εἰς ἄρθρον...
§65ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἀπὸ ἐδαφίου εἰς ἐδάφιον.
§66ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ νόμος τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ ἐπιτρέπει τὴν ἀπὸ ἐδαφίου εἰς ἐδάφιον μεταβίβασιν, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προβάλλει νὰ περιορισθῇ ἡ ἐλευθερία αὕτη. Λοιπὸν μετὰ τὸν περιορισμὸν οὗτον δὲν δύναται νὰ διατεθῇ διὰ τὸ δωδεκατημόριον τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου εἰμὴ τὸ δωδεκατημόριον τῆς περιληφθείσης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πιστώσεως τῶν 6,000 δραχμῶν, ἤτοι 500 δραχμαὶ, ἑπομένως αἱ 500 δρ. δὲν ἀρκοῦσιν εἰς πληρωμὴν τῆς μηνιαίας ἀποζημιώσεως τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς. Τὰ μέλη λαμβάνουν 70 δραχμὰς τὴν ἡμέραν, ἑπομένως τὸν μῆνα 2,100· ὥστε δὲν ἀρκεῖ πρὸς πληρωμὴν τῆς μηνιαίας χορηγίας αὐτῶν τὸ ποσὸν τῶν 500 δραχμῶν, ἑπομένως θέλει ζητηθῆ συμπληρωτικὴ πίστωσις. Ἑπομένως δὲν ἦτο ἡ ὥρα τῆς συζητήσεως ταύτης, ἀλλ’ ὅταν ἔμελλε νὰ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμός. Οὔτε ἦτο δυνατὸν ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου τούτου νὰ ἐκδώσῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔνταλμα πρὸς πληρωμὴν, διότι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὤφειλε νὰ μὴ παραβῇ διάταξίν τινα τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἡ ὁποία εἶναι σαφὴς καὶ ἀπαράβατος. Ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ διατάσσει νὰ μὴ ἐκδίδεται ἔνταλμα, τὸ ὁποῖον δὲν στηρίζεται εἰς νόμον, ἢ δὲν στηρίζεται εἰς Διάταγμα ἐκδοθὲν πρὸς ἐκτέλεσιν νόμου· ἐπειδὴ δὲ τὸ Διάταγμα περὶ συστάσεως Ἐπιτροπῆς δὲν ἐξεδόθη πρὸς ἐκτέλεσιν νόμου, οὐδὲ ἦτο νόμος, ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκδώσῃ ἔνταλμα πρὸς πληρωμὴν τῆς ἀποζημιώσεως τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο καὶ δι’ ἄλλον λόγον, διότι τὸ Διάταγμα ὁμιλεῖ περὶ ἀποζημιώσεως, προσδιοριζομένης καθ’ ἡμέραν εἰς τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἂν δὲν παίζωμεν μὲ τὰς λέξεις, ἂν θέλωμεν νὰ ἀκριβολογῶμεν, ἡ πληρωμὴ, τὴν ὁποίαν προσδιώρισε τὸ Διάταγμα περὶ συστάσεως λογιστικῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν εἶναι ἀποζημίωσις. Γνωρίζω πληρωμὴν μισθοῦ, γνωρίζω πληρωμὴν ἐπιμισθίου, γνωρίζω πληρωμὴν ἀποζημιώσεως κατὰ τὸν νόμον· ἀλλ’ αὐτὸ, τὸ δέον προσδιορίζεται, ἵνα λάβωσι τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς, δὲν εἶναι ἀποζημίωσις. Τί εἶναι μισθός; Μισθὸς εἶναι ἡ πληρωμὴ ἐργασίας, τὴν ὁποῖαν προσφέρει τις εἰς τὸ Κράτος. Τί εἶναι ἐπιμίσθιον; Ὅταν ἐκτὸς τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποῖαν προσδιωρίσθη νὰ προσφέρῃ τις καὶ διὰ τὴν ὁποῖαν λαμβάνει τὸν προσδιορισθέντα διὰ νόμου μισθὸν, καλεῖται νὰ προσφέρῃ καὶ ἄλλην ὑπηρεσίαν, τότε ἐπιτρέπεται νὰ λάβῃ, ἐκτὸς τοῦ μισθοῦ, καὶ ἄλλο χρηματικὸν ποσόν. Διὰ τοὺς δημοσίους λοιπὸν ὑπαλλήλους, ὅσοι εἶναι μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον προσδιωρίσθη νὰ δίδεται εἰς αὐτοὺς, εἶναι ἐπιμίσθιον. Ἀλλ’ ἐπιμίσθιον δὲν δύναται νὰ δοθῇ ἄνευ νόμου. Ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, τὸ ἄρθρον 38 αὐτοῦ, ῥητῶς διέταξεν, ὅτι ἐπιμίσθιον δὲν δίδεται εἰμὴ ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει. Εἶναι λοιπὸν μισθός; μισθὸς δὲν δύναται νὰ ἦναι, διότι οὐδέποτε δύναται νὰ προσδιορισθῇ δι’ ἐργασίαν, παρεχομένην εἰς τὸ Κράτος, μισθὸς ἄνευ νόμου. Τί εἶναι λοιπόν; Σᾶς τὸ ὠνόμασαν ἀποζημίωσιν. Ἀλλ’ ἀποζημίωσις εἶναι ἡ ὑπὸ τοῦ Κράτους ἀπόδοσις τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ὁ ὑπάλληλος ἢ ὁ ἰδιώτης, ἐκτελῶν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, καταβάλλει εἰς λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου. Ὁ ὑπάλληλος ἢ ὁ ἰδιώτης, μεταβαίνων ἀπὸ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸ ἄλλο μέρος, ἀναγκάζεται νὰ πληρώνῃ ναῦλον, καὶ τὸν πληρώνει, διότι διετάχθη νὰ μεταβῇ, καὶ ὀφείλει νὰ μεταβῇ διὰ τοῦ ἀτμοπλοίου, πληρώνει ἀγώγια. Λοιπὸν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα προκαταβάλλει εἰς πληρωμὴν τοῦ ναύλου, εἰς πληρωμὴν τῶν ἀγωγίων, τὰ προκαταβάλλει διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου· αὐτὰ δὲ τὸ Δημόσιον ἀποδίδει εἰς αὐτὸν καὶ λέγει: σοῦ δίδω ἀποζημίωσιν. Εἶναι ἀποζημίωσις τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον προσδιωρίσθη διὰ τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης; Ποίαν προκαταβολὴν διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου ἔκαμον, διὰ τὴν ὁποίαν λαμβάνουσιν οἱ μὲν δέκα, οἱ δὲ ὀλιγωτέρας καὶ ἄλλοι εἴκοσι πέντε δραχμὰς καθ’ ἡμέραν; Τὴν ἔρευναν ταύτην ἐποίησα διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι δὲν ἠδύναντο οἱ τρεῖς ὑπουργοὶ νὰ προκαλέσωσι τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος Διάταγμα περὶ συστάσεως τοιαύτης Ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἀπορῶ ἐν τούτοις, διατί ἔσπευσεν εἰς τὸ μέτρον τοῦτο ἡ Κυβέρνησις. Ἡ Βουλὴ ἦτο παροῦσα. Ἐν τῇ Βουλῇ ὑπῆρχε δεδηλωμένη πλειοψηφία ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ οἱ ἀποτελοῦντες δὲ τὴν μειοψηφίαν δὲν ἤθελον ἀντείπει, διὰ νὰ παρασχεθῶσι νομοθετικῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ μέσα πρὸς ἔλεγχον τῆς διαχειρίσεως τῶν χρημάτων. Ἄνευ ἀνάγκης λοιπὸν οἱ ὑπουργοὶ παρεβίασαν τοὺς νόμους. Καὶ ἐπειδὴ ἐγὼ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀποδίδω εἰς τοὺς ἄλλους ἄνευ ῥητῶν καὶ ἀναντιῤῥήτων ἀποδείξεων κακὴν πρόθεσιν, ἀναγκάζομαι ν’ ἀποδεχθῶ, ὅτι παρεβίασαν τοὺς νόμους ἐξ ἀγνοίας, ἐξ ἀμαθείας πρὸς τοὺς νόμους. Καὶ ταῦτα μὲν εἶχον νὰ εἴπω περὶ τῆς παρεμπιπτούσης ταύτης ὑποθέσεως, τῆς συστάσεως ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἡ ἔρευνα περὶ τῆς συστάσεως ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς ἐγεννήθη παρεμπιπτόντως εἰς ἄλλο ζήτημα, εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπροκάλεσεν ἡ γνωμοδότησις τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς πιστώσεως τοῦ ἑνὸς δωδεκατημορίου. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ δι’ οὗ ἐζήτησε τὴν ἄδειαν νὰ δαπανήσῃ τὰ ἔξοδα τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου, δὲν συμφωνεῖ μὲ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ αὐτὸς ὑπουργὸς καὶ δι’ οὗ εἶχε ζητήσει τὴν ἄδειαν νὰ δαπανήσῃ διὰ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου, Φεβρουαρίου καὶ Μαρτίου. Διὰ μὲν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου προεζήτησε τὴν ἄδειαν τῆς δαπάνης ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους, διὰ τούτου δὲ τοῦ νομοσχεδίου ζητεῖ τὴν ἄδειαν τῆς δαπάνης ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους.
§67ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τότε δὲν ἦτο κατηρτισμένος ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1882.
§68ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἰδοῦσα τὴν διαφορὰν ταύτην, ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μὴ δοθῇ ἡ ἄδεια αὕτη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ τρέχοντος ἔτους, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ὁ δὲ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀντέστη κατὰ τῆς γνώμης ταύτης τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἀντέστη προβάλλων εἰς τὴν Βουλὴν διαφόρους λόγους, διὰ νὰ πείσῃ δι’ αὐτῶν τὴν Βουλὴν, ὅτι πρέπει νὰ μὴ ἀποδεχθῇ τὴν γνώμην τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ πρῶτος λόγος, τὸν ὁποῖον προέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι, ὅτι ἡ γνώμη αὕτη τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς περιέχει τι, τὸ ὁποῖον ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θεωρεῖ θίγον, ἵνα μὴ εἴπω μειοῦν, τὰς μέχρι τοῦδε ὑπαρχούσας ἀποδείξεις, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἀπολαμβάνει τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Κοινοβουλίου. Ὁ προϋπολογισμός, σᾶς εἶπεν, εἶναι ἡ πολιτικὴ τοῦ ὑπουργείου. Θέλετε νὰ μεταβάλητε τὸν προϋπολογισμόν; Μὰ λοιπὸν μεταβάλλετε τὴν πολιτικὴν τοῦ ὑπουργείου. Ὅταν μεταβάλλητε τὴν πολιτικὴν τοῦ ὑπουργείου, τί ἄλλο πράττετε, εἰμὴ δηλοῦτε, ὅτι δὲν ἔχετε ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτό; Λοιπὸν, συνεπέρανεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ γνώμη τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι γνώμη πολιτικὴ, εἶναι γνώμη ὁδηγοῦσα τὴν Βουλὴν εἰς μίαν ὑπουργικὴν μεταβολήν. Αὐτὸ ἰδίως τὸ μέρος τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν μὲ ἠνάγκασε νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν· διότι, κρίνων ὅλον τὸν συλλογισμὸν τοῦτον, εὑρίσκω αὐτὸν μὴ στηριζόμενον ἐπὶ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, οὐδόλως σύμφωνον μὲ τὰς βάσεις τοῦ πολιτεύματος, ὑπὸ τὸ ὁποῖον κυβερνώμεθα. Ὁ προϋπολογισμὸς περιέχει ἀληθῶς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ περιέχει τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῶν νέων καὶ πρωτοφανῶν μέτρων, διὰ τῶν νέων μεταβολῶν, τὰς ὁποίας εἰσάγει, εἴτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἴτε εἰς τὴν διοίκησιν. Ποίαν νέαν μεταβολὴν κυβερνητικὴν ἢ ἐν τῇ διοικήσει εὑρίσκετε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1882; Ποίαν πολιτικὴν διαφέρουσαν τῆς πολιτικῆς τῶν ὁμαλῶν καὶ συνήθων χρόνων εὑρίσκετε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1882; Ἀξιοῖ τις, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1882 ἔπρεπε νὰ ἦναι ὅμοιος, ὁ αὐτὸς μὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1881; Παντάπασιν. Οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ τοιοῦτόν τι ἀξιῶν. Αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις, τὰς ὁποίας ἐπεκαλέσθησαν καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπεβαρύνθη τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ τοσούτων ὑποχρεώσεων, παρῆλθον τέλος πάντων. Ἐπανερχόμεθα εἰς τὸν ὁμαλὸν βίον τοῦ Κράτους. Ὁ ὁμαλὸς βίος τοῦ Κράτους συντελεῖται, γίγνεται διὰ τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσιν ἐν ἰσχύϊ. Οἱ νόμοι, οἱ κανονίζοντες ἕκαστον κλάδον τῆς δημοσίας διοικήσεως, εἶναι οἱ ἴδιοι. Ἐπροτάθη ἡ μεταβολὴ νόμων κλάδου τινὸς τῆς διοικήσεως, ἵνα ἕνεκα τῆς μεταβολῆς ταύτης ζητηθῶσι πιστώσεις περισσότεραι ἢ ὀλιγώτεραι, ἢ ὑπὸ τύπον ἄλλον ἢ ὑφ’ ὃν ἐζητήθησαν διὰ τῶν παρελθόντων προϋπολογισμῶν, διὰ νὰ μᾶς εἴπητε, ὅτι ἡμεῖς οἱ κυβερνῆται δὲν δυνάμεθα νὰ κυβερνήσωμεν διὰ τῶν ὑπαρχόντων νόμων, νομίζομεν, ὅτι πρέπει νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους αὐτὰς τὰς μεταβολάς; Μετεβάλετε τὸν νόμον, φέρ’ εἰπεῖν, περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους; Μᾶς εἴπατε, ὅτι σκοπεῖτε νὰ διοικήσητε δι’ ἄλλου συστήματος, καὶ οὐχὶ διὰ τοῦ λειτουργοῦντος νομαρχιακοῦ; Μᾶς εἴπατε, ὅτι εἰσάγετε εἰς τὸν κλάδον τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως αὐτὰς τὰς μεταβολάς; Μεταβάλλετε π. χ. τὸ λειτουργοῦν σύστημα τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, δὲν θέλετε πλέον τὴν μέχρι τοῦδε λειτουργοῦσαν; Μᾶς εἴπατε, ὅτι σκοπεῖτε νὰ εἰσαγάγητε εἰς τὸν κλάδον τῆς κατωτέρας δικαιοσύνης, εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης τοῦ λαοῦ μεταβολάς, μᾶς ἐπροτείνατε νέον σύστημα εἰρηνοδικειακόν, διὰ νὰ ἔχητε τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς εἴπητε, ὅτι, μὴ ψηφίζοντες ὡς βάσιν τῆς πιστώσεως τοῦ Ἀπριλίου τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1882, ἐν ᾧ περιελάβετε τὰς μεταβολὰς ταύτας, ἀμφισβητοῦμεν τὴν πολιτικήν σας ταύτην, ἐκφράζομεν ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης πρὸς ὑμᾶς, καὶ ἔχετε δίκαιον νὰ θεωρήσητε τὴν ἐναντίαν ψῆφόν μας ὡς ψῆφον δυσπιστίας; Ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν ἐδῶ; Καὶ ἂν ὑπάρχῃ πολιτική τις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὃν εἰσηγάγετε, πρόκειται νὰ ἀποῤῥίψωμεν τὴν πολιτικὴν ταύτην, διότι ἀποδεχόμεθα ὡς βάσιν τῆς πιστώσεως τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1881; Ἂν ὑπάρχῃ μεταβολὴ νόμου τινὸς, ἂν ὑπάρχῃ τροποποίησίς τις εἰς τινα κλάδον τῆς δημοσίας διοικήσεως, σήμερον δίδοντες τὴν πίστωσιν τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1881 καὶ ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προυπολογισμοῦ τοῦ 1882, ἀποῤῥίπτομεν τὴν μεταβολὴν ταύτην; Ἀποδεχόμενοι τὴν πίστωσιν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1881 καὶ οὐχὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882, ἀποφαινόμεθα, ὅτι δὲν ἀποδεχόμεθα τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως; Ἡ θεωρία τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν εἶναι ἐντελῶς πλημμελής. Ἂν ὅταν πρόκηται ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι δίδει τὴν ἄδειαν νὰ γίνωσιν αἱ δαπάναι ἑνὸς μηνὸς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους ἢ τοῦ τρέχοντος ἔτους, ἂν ἡ ψῆφος αὕτη τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἐκφέρεται διὰ νὰ δοθῇ ἡ πίστωσις ἐπὶ τῇ βάσει τούτου καὶ οὐχὶ ἐκείνου τοῦ προϋπολογισμοῦ, θεωρῆται ὡς πολιτικὴ γνώμη, καὶ δηλόνηται εἰς τὴν πλειοψηφίαν κατὰ πρῶτον λόγον τῆς Βουλῆς καὶ κατὰ δεύτερον εἰς ὅλην τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ τοιαύτη ἢ τοιαύτη ψῆφός της θέλει ἔχει συνεπείας τοσοῦτον μεγάλας, θέλει φέρει μεταβολὴν ὑπουργείου, ἡ τακτικὴ αὕτη δεσμεύει τὴν ἐλευθερίαν τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, δεσμεύει τὴν ἐλευθερίαν ἰδίως τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς. Ἐν πᾶσι δὲ τοῖς Κοινοβουλίοις, ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, ἥτις ὑποστηρίζει πεποιθότως τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν θεωρεῖ ἐκπροσωποῦσαν τὰς ἀρχάς της καὶ τὰς γνώμας της, ἡ πλειοψηφία αὐτὴ δὲν εἶναι πλειοψηφία, μὴ ἔχουσα ἰδίαν γνώμην, παραιτουμένη ἀπὸ τοῦ νὰ ἔχῃ θέλησιν, δεσμῶτις τῆς θελήσεως τοῦ ὑπουργείου καὶ ὑποτεταγμένη εἰς τὰ νεύματα αὐτοῦ. Ἂν δὲ ἤθελε συμβῆ πλειοψηφία νὰ περιέλθῃ ποτὲ εἰς τοιαύτην θέσιν, ἐκλείπει πλέον ὁ χαρακτὴρ τοῦ πολιτεύματος, δὲν εἶναι πολίτευμα συνταγματικόν, κοινοβουλευτικόν· εἶναι πολίτευμα δεσποτικόν, τοῦ ὁποίου τὴν κίνησιν κρατεῖ εἷς, ὁ Πρωθυπουργὸς, καὶ δὲν κρατοῦν οἱ πολλοὶ, οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους. Καὶ περὶ πόσων ἡμερῶν πρόκειται, κύριοι, κατὰ τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ διακινδυνεύσῃ ἡ πολιτικὴ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν; 19 Ἀπριλίου ἔχομεν σήμερον, καὶ πρόκειται περὶ τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα θέλουν γίνει μέχρι τέλους Ἀπριλίου. Καὶ διότι διὰ τὰς ἡμέρας τούτας διστάζει ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιτρέψῃ τὰς δαπάνας ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς λέγει, «κινδυνεύει ἡ πολιτική μας· θέλομεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου.» Πολιτικὰ ζητήματα εἶναι ἐκεῖνα μόνον, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὰ μεγάλα καὶ κεφαλαιώδη μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς τὰς κρίσεις αὐτῆς περὶ τῶν σχέσεων τοῦ Κράτους πρὸς τὰ ἄλλα Κράτη, περὶ τῶν σχέσεων τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς ἀλλαχοῦ ὁμοφύλους του, περὶ τοῦ καθόλου τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ κυβερνᾶται τὸ Κράτος, περὶ τοῦ καθόλου τρόπου, καθ’ ὃν πρέπει νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ διαχείρισις τῶν οἰκονομικῶν αὐτοῦ. Καὶ εἶναι πολιτικὰ ζητήματα αὐτὰ, διότι οἱ κυβερνῶντες εἰς τὰ συνταγματικὰ Κράτη δὲν ἔχουσι σκοπὸν μόνον τὴν Ἐξουσίαν· ἡ Ἐξουσία εἶναι μέσον, δὲν εἶναι ὁ σκοπὸς αὐτῶν. Λοιπὸν δὲν ὀφείλουσι νὰ λέγωσι καὶ νὰ σκέπτωνται πῶς θὰ μείνωσιν ἐν τῇ Κυβερνήσει· ἑπομένως δὲν δύνανται τώρα νὰ φρονῶσι τοῦτο, εἰς τὸ ὁποῖον συναινεῖ ἡ Βουλὴ καὶ διὰ τοῦτο γίνονται Ὑπουργοὶ, αὔριον δὲ νὰ μεταβάλλωσι φρόνημα, διατί; διότι ἡ Βουλὴ δὲν στέργει εἰς τὴν γνώμην των, καὶ μεταβάλλουσι καὶ αὐτοὶ φρόνημα διὰ νὰ μένωσιν ἐν τῇ Κυβερνήσει. Ἀλλ’ ἂν δὲν τοῖς ἐπιτρέπεται νὰ μεταβάλλωσι γνώμην, ἐξ ἐκείνων, αἵτινες ἐκφρασθεῖσαι ἀποτελοῦσι τὸ πρόγραμμα περὶ τῆς καθόλου ὑπ’ αὐτῶν διαχειρίσεως τῶν τοῦ Κράτους, καὶ αἱ γνῶμαι αὐτῶν αὗται δὲν ἀναγνωρίζωνται ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου, δικαίως τότε ἐκλαμβάνουσι τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς ὡς ἔκφρασιν δυσπιστίας καὶ εὐλόγως ἀποσύρονται τῶν κοινῶν. Δὲν ἀποσύρεται ὅμως εὐλόγως ἡ Κυβέρνησις, οὐδὲ δύναται νὰ πείσῃ τὴν κοινωνίαν, ὅτι πρόκειται περὶ πολιτικοῦ ζητήματος, ὅταν προτείνηται ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τὴν πίστωσιν τοῦ Ἀπριλίου νὰ λάβῃ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους καὶ οὐχὶ τοῦ ἐνεστῶτος. Καὶ μήπως ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας τὰ μέλη δὲν συνδέονται δι’ οὐδενὸς πολιτικοῦ δεσμοῦ μετ’ ἐμοῦ, μήπως ἡ γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι γνώμη παράλογος; Εἶναι γνώμη ἀντιβαίνουσα εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα; Εἶναι γνώμη ἀνατρέπουσα τοὺς νόμους; Εἶναι γνώμη ἀναιρουμένη ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος; παντάπασιν. Ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προβλέψῃ πῶς πρέπει νὰ ζητῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ χορηγῇ ἡ Βουλὴ πίστωσιν περὶ ἑνὸς δωδεκατημορίου, διότι ἤθελε τότε προβλέψει περὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀπαγορεύει, ἤτοι περὶ τῆς μὴ ὑπάρξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ· καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νὰ προβλέπῃ τί δέον νὰ γίνηται, ὅταν οἱ κυβερνῶντες παραβαίνωσιν αὐτὸν, ἤτοι ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους δὲν ἐψηφίσθη πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους· Ἀλλ’ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον δὲν προέβλεψεν ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἦτο δυνατὸν νὰ συμβῇ· ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἦτο ἀδύνατον νὰ μὴ συμβῇ ποτὲ νὰ μὴ ψηφισθῇ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἔτους. Λοιπὸν ἠδύνατο νὰ συμβῇ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ νέον ἔτος ἄνευ προϋπολογισμοῦ· τί πρέπει τότε νὰ πράξωμεν; Νὰ ἐπιτρέψωμεν τὰς δαπάνας, διότι, ἂν δὲν ἐπιτρέψωμεν τὰς δαπάνας, σταματᾷ ἡ μηχανή, ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ διοίκησις δὲν λειτουργοῦσι· συμφέρον δὲ καὶ καθῆκον ἔχει τὸ Κοινοβούλιον πρὸ παντὸς νὰ ἐπιτρέψῃ τὰς δαπάνας, διὰ νὰ μὴ σταματήσῃ, οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε ἡ διοίκησις. Ἀλλ’ ἐπὶ τίνι βάσει πρέπει νὰ ἐπιτρέψῃ τὰς δαπάνας; Πρέπει νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν κίνησιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς διοικήσεως καθ’ ὃν τρόπον ἐκινεῖτο μέχρι τῆς ὥρας ἐκείνης. Πῶς ἐκινεῖτο μέχρι τῆς ὥρας ἐκείνης; Ἡ κίνησις αὐτῶν ἐγίγνετο ἕως τότε δυνάμει προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ Κράτους καὶ ἡ ἄλλη Νομοθετικὴ Ἐξουσία, τὸ Στέμμα, ἐνέκριναν καὶ ἐπεκύρωσαν. Λοιπὸν ἡ γνώμη τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ὄχι μόνον δὲν ἀναιρεῖ τὸ πολίτευμα, ἀλλ’ εἶναι σύμφωνος μὲ τὸ πολίτευμα καὶ μὲ τοὺς νόμους.
§69ΤΟΥΡΝΑΚΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§70ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πρὸ μικροῦ, ὅταν εἰσῆλθον εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ κυρίου τούτου ζητήματος, τὸ ὁποῖον προκαλεῖ ἡ γνώμη τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἠρξάμην ἀπὸ τῆς διαφορᾶς, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ νομοσχεδίου περὶ πιστώσεως τριμήνου διὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον, Φεβρουάριον καὶ Μάρτιον πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως διὰ τὰς δαπάνας τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου. Εἷς τῶν φίλων τοῦ ὑπουργείου, ὅστις διακρίνεται πάντοτε διὰ μεγάλου ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ ὑπουργείου ζήλου, ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ μὲ διακόψῃ καὶ νὰ ὑπενθυμίσῃ, ὅτι τὰ ἔξοδα τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου, Φεβρουαρίου καὶ Μαρτίου ἐζητήθησαν ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου διὰ τοῦ νομοσχεδίου του ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1881, διότι τότε δὲν ἦτο συντεταγμένος ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1882· τὰ δὲ ἔξοδα τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου ζητοῦνται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882, διότι ἦτο συντεταγμένος καὶ εἰσηγμένος εἰς τὴν Βουλὴν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1882. Μοὶ φαίνεται ὁ ζῆλος τοῦ κ. βουλευτοῦ ἄκαιρος, διότι δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ μοὶ ὑπενθυμίσῃ τοῦτο, ἀφοῦ καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸ εἶπε πρίν, καὶ ἐγὼ τὸ εἶπον, οὐδὲ ἐμνήσθην τῆς διαφορᾶς ταύτης, διὰ νὰ ἐπικρίνω τὸ ὑπουργεῖον, ὥστε νὰ σπεύσῃ τῆς πλειοψηφίας ὁ πιστὸς οὗτος συνήγορος νὰ μὲ ἀποστομώσῃ, δικαιολογῶν τὴν διαφορὰν ταύτην. Ἡ διαφορὰ ὅμως εἶναι ἄλλη, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1882, ἂν περιέχῃ καινοτομίας ἐν τῇ Κυβερνήσει καὶ τῇ διοικήσει, ἂν περιέχῃ τὰς μεταβολὰς τῶν νόμων, κατὰ τοὺς ὁποίους λειτουργεῖ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ διοίκησις, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον δὲν ἔλαβε γνῶσιν ἀκόμη, οὐδὲ συνεζήτησεν ἐπὶ τῶν μεταβολῶν τούτων, οὐδὲ παρεδέχθη ἔτι τὰς μεταβολὰς ταύτας, τὴν μεταβολὴν τῶν νόμων τῶν ἰσχυόντων μέχρι τοῦδε· καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ δὲν ἐξέφερε γνώμην ἂν δέχεται τὴν μεταβολὴν τῶν νόμων, ἥτις ἐπροτάθη, θέλει κριθῆ ἐσπευσμένως ἐνεργοῦσα, οὐδὲ σοβαρῶς σκεπτομένη, ἂν σπεύδῃ νὰ ἐπιτρέψῃ τὸ δωδεκατημόριον τῆς δαπάνης ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τοιούτων μεταβολῶν. Πρὸ παντὸς δὲ τὰ πολιτικὰ σώματα, ἔχουσι καθῆκον νὰ ἦναι ζηλότυπα τῆς ἰδίας αὐτῶν ἐξουσίας, οὐδὲ ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὰ, ἐὰν θέλωσι νὰ διατηρῶσι τὴν ἀξιοπρέπειάν των, νὰ ἐπιτρέπωσι νὰ γίνωνται δαπάναι ἐπὶ τῇ βάσει νόμων, τοὺς ὁποίους αὐτὰ δὲν ἐψήφισαν. Ἂν λοιπὸν κατὰ τὸ 1882 ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἐστηρίχθη ἐπὶ ἑτέρων νόμων, προταθέντων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἢ ἐκείνων, οἵτινες ἐλειτούργουν μέχρι τοῦδε, τότε καμμίαν πολιτικὴν δὲν ἐκφράζει ὁ προϋπολογισμός, οὐδὲ δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἰσχυρίζηται, ὅτι ἡ γνώμη τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀνατρέπει τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν δὲ ἐστηρίχθη ὁ προϋπολογισμὸς ἐπὶ νόμων νέων, τοὺς ὁποίους εἰσέτι δὲν ἐψηφίσαμεν, ἀλλὰ μέλλομεν νὰ ψηφίσωμεν, ἡ εὐπρέπεια τοῦ Κοινοβουλίου ἐπιβάλλει εἰς αὐτὸ νὰ διατηρήσῃ πλήρη ἐλευθερίαν, καὶ ἐπιφυλαχθῇ νὰ φέρῃ τὴν γνώμην του, ὅταν θὰ συζητηθῶσιν οἱ νόμοι, καὶ νὰ μὴ προδικάσῃ τούτους παραχωροῦν τὴν πίστωσιν τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νέων τούτων, μήπω ψηφισθέντων παρ’ αὐτοῦ, νόμων.
§71ΤΟΥΡΝΑΚΗΣ. Ἡ παροῦσα θέσις μου, κύριοι, εἶναι δύσκολος, καθ’ ὅσον ἀναγκάζομαι νὰ ὁμιλήσω μετὰ τοὺς δύω σπουδαίους ῥήτορας καὶ νομομαθεῖς· περιορίζομαι ὅμως εἰς δύω καὶ μόνας μαθητικὰς λέξεις, ἵνα μὴ κουράσω τὴν Βουλήν. Ἐξ ἑνὸς μαθηματικοῦ πορίσματος ἐγεννήθη ὁλόκληρος ὁ κυκεὼν οὗτος τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν δυσπιστιῶν. Ὅταν ἦλθεν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τοῦ δωδεκατημορίου, εἶπον κατ’ ἐμαυτόν, ἂν παραδεχθῶμεν αὐτὸ ἀνεξέλεγκτον, πρὸς τί νὰ μὴ παραδεχθῶμεν καὶ τὴν μονάδα ὁλόκληρον; Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐγένετο ἱκανὴ περὶ τούτου φιλονεικία, καὶ ἐδέησε νὰ παρακαλέσωμεν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν· οὗτος δὲ προσελθὼν συνεφώνησε μὲν μεθ’ ἡμῶν κατ’ ἀρχήν, εἶπεν ὅμως ἀδιαφόρως, ὅτι καλλίτερον εἶναι νὰ λάβωμεν τὸ δωδεκατημόριον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1882. Ὅτε δ’ εἶπον αὐτῷ, τί γενήσεται, ἐὰν γείνῃ μὲν δεκτὸν τὸ δωδεκατημόριον τοῦ 1882, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ καὶ πρὸ τῆς ἐγκρίσεως αὐτοῦ ἐπέλθῃ διάλυσις τῆς Βουλῆς εἰς ποῖον προϋπολογισμὸν θὰ καταταχθῇ τὸ ἀνεξέλεγκτον τοῦτο δωδεκατημόριον; Οὗτος ἔλαβε τὸν πῖλόν του καὶ ἔφυγεν, εἰπὼν «κάμετε ὅ,τι θέλετε». Ὁ ὑπάλληλος ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ἐρωτηθεὶς παρ’ ἐμοῦ, τί διαφέρει τὸ δωδεκατημόριον ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1832 καὶ τοῦ 1881, εἶπε δὲν διαφέρει τίποτε, διότι πᾶν ἔξοδον γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει νόμου. Ἐγώ, κύριοι, ἔχω πλήρη ὑπόληψιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν· ἂν ἤθελον νὰ φέρω ζητήματα δυσπιστίας, δὲν ὑπεστήριζον αὐτήν, διότι εἰμὶ ἐντελῶς ἐλεύθερος νὰ μεταβῶ εἰς οἱανδήποτε θέλω ἄλλην μερίδα — Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὤφειλεν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ νὰ μᾶς εἴπῃ ῥητῶς καὶ βασίμως, ὅταν ἠρωτήθη τὴν ἰδέαν του, καὶ τότε καὶ ἡμεῖς ἠθέλομεν ἢ οὐ παραδεχθῇ αὐτήν, διότι δὲν εἴχομεν καμμίαν πλαγίαν σκέψιν, ἀλλὰ μόνον διὰ νὰ μὴ φανῶμεν παραβλέποντες τὴν μαθηματικὴν ἀλήθειαν, καθ’ ἣν τὸ ἀνεξέλεγκτον μέρος δὲν διαφέρει τῆς ὅλης ἀνεξελέγκτου μονάδος. Παρετηρήσαμεν τὰ εἰρημένα, διότι ἄλλως θὰ ἦτο περιττὴ ἡ ἐν τῇ Βουλῇ ὕπαρξις ἐξελεγκτικῆς Ἐπιτροπῆς.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύττω περατωμένην τὴν συζήτησιν.
§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ θέλω ἀπαντήσει εἰς τοὺς ἀγορεύσαντας, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶμαι ἠναγκασμένος ν’ ἀναχωρήσω, παρακαλῶ ν’ ἀναβάλητε δι’ αὔριον.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 7 μ.μ.