1882.04.15
1,636 rows · 13,040 words · 110 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 49
τῆς 15 Ἀπριλίου 1882.
Ὥρα 2 μ. μ.
(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν.... ἔγγραφον τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν ὁμοφώνως νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν πρὸς ἔγερσιν ποινικῆς καταδιώξεως κατὰ τοῦ βουλευτοῦ Ἰω. Μοσχοβάκη ἐπὶ ταῖς ἐν τῷ ἐγγράφῳ ἐκτιθεμέναις πράξεσι. (Ὁ κ. Μοσχοβάκης ἀναβαίνει τὸ βῆμα.)
§2ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι περιττόν· δὲν θὰ γείνῃ συζήτησις τώρα. Πρέπει νὰ τυπωθῇ πρῶτον ἡ ἔκθεσις καὶ νὰ διανεμηθῇ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βέβαια, θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ καὶ κατόπιν θὰ γείνῃ ἡ ἐπ’ αὐτῆς συζήτησις —Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§4ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ δύω λέξεις πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Οἱ λόγοι, κύριοι, οἱ ὁποῖοι μοὶ ὑπηγόρευσαν τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποβάλω πρό τινων ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἐκλογικὸν νομοσχέδιον, ἐξετέθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτε καὶ παρεστάθη ἡ ἀνάγκη αὐτοῦ. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, ὅτι ὑφίσταται ἀνάγκη τῆς ταχίστης ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, περὶ οὗ πρόκειται. Ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ συστήσῃ εἰς τὰ μέλη τῆς Βουλῆς τὰ ἀποτελοῦντα τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συνέλθωσι καὶ ἐξετάσωσι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο· διότι, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ ἐντὸς τοῦ Ἀπριλίου μηνὸς, εἶναι ματαία ἡ ἐπιψήφισις του κατόπιν.
§5ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ποῖον νομοσχέδιον;
§6ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Εἶναι τὸ αὐτὸ μὲ τὸ ἰδικόν σας.
§7ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἄλλο τὸ ὑμέτερον.
§8ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Πολὺ καλά· ἀλλ’ ὁ λόγος εἶναι νὰ συνέλθῃ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἂς ἐξετάσῃ καὶ τὰ δύο, καὶ νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της· διότι, ἐὰν, ὅπως εἶπα, ἐντὸς τοῦ Ἀπριλίου δὲν ψηφισθῇ, τότε κατόπιν εἶναι ματαία ἡ ἐπιψήφισις τοιούτου νομοσχεδίου.
§9ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἢ τοὐλάχιστον ἡ ἀντίληψις, τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον προχθές, ἐπὶ τῇ αἰτήσει μου ἐθεωρήθη κατεπεῖγον. Παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ σαφέστερον ἐὰν τὸ θεωρῇ τοιοῦτον, καὶ τότε δύναται νὰ γείνῃ σήμερον ἡ πρώτη ἀνάγνωσις.
§10ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ἰδικόν μου, ἀφ’ ὅτου ὑπεβλήθη, πρὸ 25 ἡμερῶν, ἀπὸ τότε ἐθεωρήθη κατεπεῖγον. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ἰδικόν μου εἶναι πληρέστερον, καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι τότε ἐγένετο καὶ μία ἐξήγησις παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Νὰ ἔλθῃ λοιπὸν εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον, καὶ τότε δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν οἱανδήποτε τροπολογίαν, εἴτε παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε παρ’ ἄλλου βουλευτοῦ.—Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐὰν τὸ θεωρῇ κατεπεῖγον.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θεωρεῖ ἡ Βουλὴ κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον αὐτό;
§12ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον.
§14ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Κύριοι, εἰς τὸν κανονισμὸν τῆς Βουλῆς ὑπάρχει κενόν, οὗτινος ἕνεκα τ’ ἀφορῶντα εἰς καθαρῶς ἐπαρχιακὰ συμφέροντα νομοσχέδια οὐδεμιᾶς τυγχάνουσι προστασίας. Πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ κενοῦ τούτου ὑποβάλλω νομοσχέδιον, τροποποιοῦν τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ κανονισμοῦ. Κύριοι, ὅλοι προτείνομεν συνεχῶς νομοσχέδια ἀφορῶντα συμφέροντα ἐπαρχιακὰ, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ τύχη των εἶναι τοιαύτη, ὥστε παρέρχεται ἡ Σύνοδος καὶ ἀναμένωμεν τὴν ἑπομένην, καὶ ἔρχεται ἡ τρίτη καὶ τὰ νομοσχέδια εὑρίσκονται πάντοτε ἐκκρεμῆ. Ὁ λόγος τούτου εἶναι, ὅτι δὲν γίνεται παρ’ ἡμῖν ὅ,τι ὑπάρχει εἰς ἄλλας Βουλάς, δὲν ἐχορηγήθησαν διὰ τοῦ κανονισμοῦ ὡρισμένη ἡμέρα ἢ ἡμέραι, κατὰ τὰς ὁποίας νὰ συζητῶνται τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται παρὰ τῶν βουλευτῶν, καὶ τὰ ὁποῖα ἀφορῶσιν ὅλως διόλου εἰς συμφέροντα ἐπαρχιακά. Διὰ νὰ ἐννοήσητε, κύριοι, πόσον σπουδαῖον εἶναι τοῦτο εἰς τὰ Κράτη, ὅπου ὑπάρχει τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα, ἀρκεῖ νὰ σᾶς γνωστοποιήσω τὴν στατιστικὴν τῶν συνεδριάσεων, αἱ ὁποῖαι ἔγειναν κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν Σύνοδον τῶν συνεδριάσεων τοῦ Κοινοβουλίου τῆς Ἀγγλίας μέχρι τῆς προχθές, ἵνα ἴδητε πόσαι συνεδριάσεις κατελήφθησαν ὑπὸ νομοσχεδίων ἰδιωτικῶν καὶ πόσαι ὑπὸ νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἐπροτάθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. 41 συνεδριάσεις ἔλαβον χώραν· ἐξ αὐτῶν 24 κατελήφθησαν ὑπὸ νομοσχεδίων ἰδιωτικῶν, τῶν βουλευτῶν, καὶ 17 ἐχρησίμευσαν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοῦ Ἰρλανδικοῦ ζητήματος, τοῦ παρεμπίπτοντος τοῦ βουλευτοῦ Βραδλὼ καὶ ἄλλων παρομοίων. Ἡ πρότασίς μου λοιπόν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω, ἀφορᾷ εἰς τοῦτο: Νὰ ὁρισθῇ ἡ Δευτέρα καὶ ἡ Πέμπτη ἑκάστης ἑβδομάδος, κατὰ τὰς ὁποίας νὰ προηγῆται ἡ συζήτησις νομοσχεδίων εἰσαγομένων ὑπὸ βουλευτοῦ ἢ βουλευτῶν καὶ ἀφορώντων εἰς ἀντικείμενα ὅλως ἐπαρχιακά· κατὰ τὰς ἰδίας δὲ ἡμέρας νὰ προηγῶνται αἱ ἐπερωτήσεις, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἐγγράφωνται εἰς ἰδιαίτερον βιβλίον, τηρούμενον παρὰ τοῦ κ. Προέδρου, καὶ νὰ ἀνακοινῶνται ἐγκαίρως αἱ ἐπερωτήσεις εἰς τὰ ἁρμόδια ὑπουργεῖα. Παρακαλῶ, ἐὰν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλή, ἐπειδὴ εἶναι πρᾶγμα ἀφορῶν τὴν διαδικασίαν τῆς Βουλῆς, ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι εἶναι ἐκ τῶν ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ συζητηθῶσι κατεπειγόντως.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ.
§16ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐν Βώλῳ ὑπάρχουσι χιλιάδες ἐργάται ἄνευ ἐργασίας, τὰ δὲ κεφάλαια μένουσιν ἀργά, διότι ἀφ’ ὅτου ἐγένετο ἡ κατάληψις, ἤτοι ἀπὸ τῆς 2 Νοεμβρίου 1881 μέχρις σήμερον, οὐδεμία ἐγένετο ἐνέργεια διὰ τὸν καταρτισμὸν καὶ τὴν ἔγκρισιν τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως Βώλου. Ἡ κατάστασις αὕτη φέρει μεγάλην ἀνωμαλίαν καὶ πολλοὶ πάσχουσι μὴ ἔχοντες ἐργασίαν. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὅλα τὰ κατάλληλα μέσα, ὅπως ὅσον οἷόν τε τάχιον γείνῃ καὶ ἐγκριθῇ τὸ σχέδιον, αἰρομένου οὕτω σπουδαίου προσκόμματος εἰς τὴν κατασκευὴν οἰκοδομημάτων.
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ σχέδιον δὲν ὑπάρχει καὶ πρέπει νὰ καταρτισθῇ. Πρὸς τοῦτο διωρίσθη μηχανικὸς, ὅστις μετὰ τοῦ ἀναγκαίου ἀριθμοῦ τῶν ἐργοδηγῶν θέλει μεταβῆ ἐκεῖ· ἐγένοντο δὲ ἤδη καὶ προκαταρκτικαὶ ἐργασίαι. Ὡς ἐκ τούτου ἐλπίζω, ὅτι τάχιστα θέλει ἐκτελεσθῆ ἡ ἀπαίτησις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ, ἡ ὁποία στηρίζεται ἐπὶ πραγματικῆς ἀνάγκης, διότι δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἐργασία πρὸς οἰκοδομὴν, ἐνόσῳ τὸ σχέδιον δὲν καταρτισθῇ ὁριστικῶς.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη ἀνάγνωσις τῆς προτάσεως νόμου περὶ ἐπισκευῆς καὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ κατὰ τὸ Ληλάντιον πεδίον Καλαποδίου.
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Φλογαΐτης μοὶ εἶπε πρὸ μικροῦ, ὅτι ἐπιθυμεῖ ν’ ἀναβληθῇ ἐπὶ 2–3 ἡμέρας, διὰ νὰ γείνῃ περαιτέρω ἐπεξεργασία.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Τότε ἔρχεται ἡ πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων διὰ τὸ ἔτος 1882.
§21ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν ἐπίστευα, κύριοι, ὅτι ἤθελε τολμήσει ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ νόμον περὶ ἐπιβαρύνσεως τοῦ μεγάλου τμήματος τοῦ ἔθνους, τῆς τάξεως τῶν γεωργοποιμένων, καθόσον εἰς τὴν Ἑλλάδα οἱ ποιμένες εἶναι καὶ γεωργοί, ἐκτὸς ὀλίγων ἐξαιρέσεων, τῶν σκηνιτῶν. Δὲν ἐπίστευα, λέγω, ὅτι ἤθελε τολμήσει νὰ προτείνῃ τὴν ἐπιβάρυνσιν τῆς τάξεως ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐργάζεται ὡς μύρμηξ, παλαίουσα πρὸς ἁπάσας τὰς δυσκολίας, καὶ ἐν τοσούτῳ εἶναι ἡ μᾶλλον δυστυχὴς ἐν τῷ ἔθνει καὶ ἡ πάντοτε πενομένη· εἶναι δυστυχής, διότι ἦτο ἡ μόνη, ἥτις ἔφερε μέχρι τινὸς ὅλα τὰ βάρη τῆς διοικήσεως τῆς ἐπικρατείας· εἶναι δυστυχὴς, διότι, ἐνῷ ἐργάζεται τόσον, ἀμείβεται ἀχαρίστως διὰ τὴν ἐργασίαν της, διότι εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχουν τὰ ἐν τῇ Εὐρώπῃ μέσα τῆς τε γεωργίας καὶ κτηνοτροφίας· εἶναι τέλος δυστυχής, διότι λείπουν τὰ μέσα τῆς ἐξοικονομήσεως τῶν κεφαλαίων, τῶν ἀναγκαιούντων πρὸς τὴν ἐργασίαν της, ἀφοῦ οὐδέποτε ἐσκέφθησαν οἱ κυβερνῶντες περὶ γεωργικῶν Τραπεζῶν· ἀπεναντίας, ἀπό τινων ἐτῶν φροντίζουσι νὰ ψηφίζωσι νόμους προνομίων ὑπὲρ τῶν Τραπεζῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἔκλεισαν ἐπὶ ἕνα τοὐλάχιστον αἰῶνα πᾶσαν θύραν, διὰ τῆς ὁποίας ἠδυνάμεθα εἰσερχόμενοι νὰ εὕρωμεν τὰ μέσα πρὸς σύστασιν μιᾶς μικρᾶς ἢ μεγάλης γεωργικῆς τραπέζης. Καὶ μὀλαταῦτα, ὁσάκις στενοχωρούμεθα εἰς τὰς ἐθνικὰς δαπάνας, καὶ δαπάνας οὐχὶ δικαιολογημένας, ἀλλὰ γενομένας ἕνεκα τῆς ἀπροσέκτου διοικήσεώς μας, στενοχωροῦμεν πάλιν αὐτὴν τὴν ἀτυχῆ τάξιν. Φέρουσιν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ νόμον περὶ προσθήκης φόρων δι’ αὐτὴν μόνην τὴν τάξιν, καὶ μολονότι δὲν καλύπτουσι τὰς δαπάνας τοῦ 1882, δὲν ἐτόλμησαν νὰ φέρωσι νόμον, δι’ οὗ νὰ ἐπιβαρύνωσι καὶ τὰς εὐπόρους τάξεις τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ προσέτρεξαν καὶ εἰς τὸ κατάλοιπον τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον προωρίσθη δι’ ἄλλας ἐκτάκτους δαπάνας καὶ μεγάλας ἀνάγκας τοῦ ἔθνους. Αὐτὴ ἡ τάξις τῶν γεωργοποιμένων, μίαν μόνην φορὰν εὗρεν ἀληθεῖς ἀντιπροσώπους της, πονέσαντας αὐτὴν, τοὺς πληρεξουσίους τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1843 καὶ τῆς Βουλῆς τοῦ 1854· μόνον ἐκεῖνοι οἱ ἀντιπρόσωποι ἐσκέφθησαν ὑπὲρ αὐτῆς τῆς τάξεως. Ἠθελήσαμεν καὶ ἡμεῖς νὰ σκεφθῶμεν πρὸ δύω ἐτῶν καὶ ἐφέραμεν μίαν ἐλάφρυνσιν εἰς τὴν φορολογουμένην αὐτὴν τάξιν, ἀλλὰ τὴν ἐπλήρωσεν ἀκριβά, διότι ἀφηρέσαμεν ἀμέσως τὰ τέκνα τῶν γεωργοποιμένων καὶ τὰ παρεδώκαμεν εἰς ὑπηρεσίας ὅλως διόλου ἀκάρπους καὶ μὴ ἀναγκαίας, καὶ μόλις τοὺς ἀπηλλάξαμεν ἀπὸ αὐτὴν τὴν βαρεῖαν ἀγγαρείαν, τοὺς ἐπιβάλλομεν πάλιν νέους φόρους. Ἐπιβάλλετε διὰ τοῦ νομοσχεδίου, κ. ὑπουργέ, φόρον εἰς τὰ ποίμνια, ὑπολογίζοντες, φαίνεται, τὰ κέρδη, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ ποιμήν, ὅστις παραχειμάζει καὶ παραθερίζει ἔξωθεν τῶν Ἀθηνῶν· ἀλλ’ ὑπολογίσατε τὸν τρόπον τῆς συντηρήσεως καὶ τῆς ἀγορᾶς τῶν ζώων διὰ τοὺς ποιμένας, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς τὰς ἐπαρχίας; Ἠρωτήσατε τί χρειάζεται ἐκεῖ ἕνας ποιμὴν, διὰ νὰ συντηρήσῃ ἑκατὸν μόνον πρόβατα ἢ αἶγας καὶ τί ἀπολαμβάνει; Νομίζετε, ὅτι παντοῦ πωλεῖται τὸ γάλα 1 δραχμὴ ἢ 1,20 ἡ ὀκᾶ, ὅπως πωλεῖται εἰς τὰς Ἀθήνας; Νομίζετε, ὅτι εἰς τὰς ἐπαρχίας ἀσφαλίζονται τὰ ποίμνια, ὅπως πέριξ τῶν Ἀθηνῶν; Ζητεῖ ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ διπλασιάσωμεν τὸν φόρον τῶν αἰγῶν, διὰ νὰ τὰς καταστρέψωμεν, διότι εἶναι κακοποιὰ ζῶα· ἀλλ’ ἠρώτησεν, ἂν, ἀφαιρουμένων τῶν αἰγιδίων ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, θὰ ἔχῃ νὰ φάγῃ κρέας; Εἶναι εὔκολον νὰ συντηρηθῶσι τὰ πρόβατα εἰς τὰ βουνὰ, ὅπως τὰ αἰγίδια;
§22Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τρώγομεν ὅλο βώδια.
§23ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἔχομεν; Γνωρίζετε, κ. ὑπουργέ, τί εἰσόδημα ἔχει καὶ τί ἀπολαμβάνει ἕνας ἰδιοκτήτης ποιμνίων εἰς τὰς ἐπαρχίας; Φέρω παράδειγμα ἐκείνους, οἵτινες τὰ δίδουν εἰς τοὺς ποιμένας κεφαλιακὰ ἢ ὡς τὰ λέγουν ἐδῶ σιδηροκέφαλα, δηλαδὴ ὅσα δώσωσι, τόσα θὰ λάβωσι μετὰ παρέλευσιν τινῶν ἐτῶν. Πόσον εἶναι τὸ εἰσόδημά των; δύω ὀκάδες τυρὶ ἢ ἡμίσεια ὀκᾶ βούτυρο κατὰ κεφαλήν. Τί ἀξίζει δύω ὀκάδες τυρὶ νωπὸν εἰς τὰς ἐπαρχίας; 1½ δραχμήν. Ἔρχεται λοιπὸν ὁ φόρος 25 λεπτὰ κατὰ κεφαλήν, 15%, καὶ κατὰ τὸν ἰδικόν σας νόμον, τὸ ⅓ τοῦ εἰσοδήματος. Ἐξητάσατε, τί συνέβη εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅταν ἐπαρουσιάσθη νόμος, ἀναβιβάζων τὸν φόρον τῶν ποιμνίων εἰς 50 λεπτὰ; Τὸ 1837 ἐτόλμησεν ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀναβιβάσῃ τὸν φόρον τῶν ποιμνίων εἰς 50 λεπτὰ, ἀλλ’ ἐγέννησεν ἀμέσως τὴν ἐπανάστασιν τῶν μᾶλλον κτηνοτρόφων τότε ἐπαρχιῶν τῆς Πελοποννήσου, Μεσσηνίας, Πυλίας, Ὀλυμπίας, Μεγαλοπόλεως, Τριφυλίας, Γορτυνίας καὶ Μαντινείας, καὶ ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις, διαρκούσης τῆς ἐπαναστάσεως ἐκείνης, ν’ ἀνακαλέσῃ τὸν νόμον αὐτόν. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον τότε τὸ ἔθνος δὲν εἶχε τὸ παράπονον, διότι δὲν ἐψήφιζαν τοὺς νόμους ἀντιπρόσωποί του· δὲν εἶχε παράπονον, διότι διῳκεῖτο ἀπὸ τὴν Βαυαροκρατείαν, καὶ διότι ἐβασιλεύετο ἀπὸ ἀντιβασιλείαν. Καὶ τολμᾷ ἡ τωρινὴ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ σήμερον τοιαύτην αὔξησιν τοῦ φόρου τῶν ποιμνίων! καὶ κατὰ ποῖον ἔτος; ἔτος δυστυχίας διὰ τὰ ποίμνια, καὶ πρὸς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τοὺς συναδέλφους τῶν ἐπαρχιῶν, ὅπου διατηρεῖται ἡ κτηνοτροφία. Καὶ ἡ δυστυχία ἐπῆλθεν ἕνεκα τῆς ἀνομβρίας τοῦ θέρους, ἥτις εἶναι ἡ συνήθης ἀφορμὴ νὰ μὴ φυτρώνῃ κατὰ τὸ φθινόπωρον χόρτον· καὶ ἦλθον εἰς τοιαύτην δυστυχῆ κατάστασιν τὰ ποίμνια, ὥστε οἱ ποιμένες ἔῤῥιπτον τὰ νεογνὰ εἰς τοὺς κύνας διὰ νὰ δυνηθοῦν νὰ σώσωσι τὰς μητέρας, διότι δὲν ἦσαν εἰς κατάστασιν νὰ θηλάσωσι τὰ νεογνά των. Εἶναι ἀλήθεια αὐτά, κύριοι; Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ὅλων σας.
§24ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§25ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὑπολογίζει ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ εἰσόδημα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀπὸ τὰ ποίμνια ὁ ποιμὴν, ἀπὸ τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ κρέατος· ἀλλ’ ἠρώτησε διατί ἐπῆλθεν ἡ ὑπερτίμησις αὕτη; ἐπῆλθεν ἀπὸ τὴν ἐπιζωοτίαν. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ὁ ποιμὴν εἶναι ἰδιοκτήτης περιουσίας, ἥτις δύναται εἰς μίαν στιγμὴν, εἴτε ἕνεκεν ἀσθενείας, εἴτε ἕνεκα τοῦ καιροῦ, νὰ χαθῇ ὁλόκληρος, καὶ ἐπὶ τοιαύτης ἰδιοκτησίας ἐπιβάλλετε φόρον βαρύν. Καὶ ἐπειδὴ, ὡς προεῖπον, ἡ φορολογία τῶν κτηνῶν εἶναι ἡνωμένη μὲ τὴν φορολογίαν τῆς γεωργίας, καὶ γεωργὸν ἐννοῶ καὶ τὸν ἰδιοκτήτην τῶν φυτειῶν διότι οἱ γεωργοὶ ἐν Ἑλλάδι εἶναι καὶ οἱ ἐμφυτευταὶ καὶ οἱ τῶν γαιοκτημάτων κύριοι· διότι ἐμετριάσαμεν ὀλίγον πρὸ δύω ἐτῶν τὸν γεωργικὸν φόρον καὶ ἠλαφρώσαμεν τοὺς γεωργοὺς, τοὺς ἐφθονήσατε καὶ ἀναβιβάζετε εἰς δύω ἀντικείμενα τοὺς φόρους των, εἴς τε τὰ ποίμνια καὶ ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν! Ἀλλ’ ἴσως μᾶς εἰπῆτε, ὅτι τὸ Ἔθνος ὑπέκυψεν εἰς χρέη ἀπαιτητά· τί νὰ κάμωμεν; πρέπει νὰ αὐξήσωμεν τοὺς φόρους. Ἀλλὰ διὰ τί αὐξάνετε τοὺς φόρους τῶν ἐπαρχιακῶν ἐσόδων καὶ δὲν αὐξάνετε τοὺς φόρους τῶν πόλεων, εἰς τὰς ὁποίας ἐντρυφᾶτε ὅλοι οἱ εὐποροῦντες; Διατί δὲν αὐξάνετε, κ. Ὑπουργέ, τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ πληρώσητε σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχετε μεγάλα εἰσοδήματα; Ἀπὸ ἕνα ποιμένα, ὅστις ἔχει ἑκατὸ πρόβατα καὶ ὅστις ἐπλήρωνε 25 δραχ. φόρον, ζητεῖτε τώρα 50· ἐν τοσούτῳ σεῖς τί πληρόνετε κατ’ ἔτος, ἀφοῦ ἔχετε εἰσόδημα 50, 60 ἢ καὶ 100 χιλιάδας δραχμῶν κατ’ ἔτος;
§26ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Εἴπατε ἐν συντόμῳ πόσω τοῖς ἑκατὸν θέλετε νὰ πληρώσουν. Εἴμεθα σύμφωνοι ὅλοι νὰ ἐλαττώσωμεν τοὺς φόρους.
§27ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριε Στεφανίδη, οὐδεὶς δύναται νὰ ἦναι τιμητὴς πρὸς τοὺς συναδέλφους ἐνταῦθα.
§28ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Δὲν ἐκατάλαβα.
§29ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τότε νὰ ὑπάγῃς ἐκεῖ ὅπου ἠμπορεῖς νὰ καταλάβῃς (Θόρυβος).— Ἡ ἀξία ὅλων τῶν κτημάτων τῶν ἐπαρχιῶν ἐξέπεσε· καθ’ ἑκάστην ἐκποιοῦνται κτήματα εἰς πολὺ ὑποτιμημένην ἀξίαν, καὶ ἐν τούτοις αἱ τιμαὶ τῶν κτημάτων τῶν εὐπορούντων ἐν ταῖς μεγαλοπόλεσιν ὁλονὲν ἀναβιβάζονται. Πέρυσιν ἐκάμαμεν ἕνα νόμον περὶ Τραπέζης, καὶ εὐθὺς ἀνεβιβάσθη ἡ ἰδιοκτησία τῆς Τραπέζης κατὰ δεκαὲξ μιλιούνια, διότι αἱ μετοχαὶ εἶχον τότε ἀξίαν 3,700 ἑκάστη, σήμερον ἔχουν 4,500, καὶ μόλον τοῦτο οἱ κ.κ. Ὑπουργοὶ δὲν ἀναβιβάζουν οὔτε κατὰ μίαν δραχμὴν τὸν φόρον αὐτῶν τῶν εἰσοδημάτων. Λοιπὸν, ἐπειδὴ ὁμολογουμένως τὰ ἔσοδα δὲν ἀντιστοιχοῦν μὲ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους καὶ ἔχομεν ἀνάγκην αὐξήσεως τῶν φόρων, νὰ εὕρωμεν ἐκεῖ ὅπου πρέπει νὰ αὐξήσωμεν, καὶ κατὰ δίκαιον λόγον οὐχὶ ἄδικον καὶ μετ’ ἐπιεικείας μάλιστα, καὶ ἐγὼ σᾶς παρουσιάζω τοὺς πόρους αὐτούς. Ἀναβιβάζεται ἐφέτος τὸ ποσὸν τοῦ φόρου ἐκ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν κατὰ 550 χιλ. δραχμῶν, εἰς τὰς ὁποίας συμπεριλαμβάνεται καὶ ὁ φόρος τῶν προσαρτηθεισῶν χωρῶν κατ’ ἀναλογίαν. Ἀναβιβάζει τὸ ὑπουργεῖον περισσότερον τὸν φόρον τῶν ποιμνίων κατὰ 1,100,000 δραχμῶν, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον λαμβάνει κατ’ ἀναλογίαν ἐκ τῶν νέων ἐπαρχιῶν. Ἂς καταβιβάσωμεν λοιπὸν 1,650,000 τὴν προσθήκην τῶν φόρων αὐτῶν· ἂς ἐλαττώσωμεν ἀκόμη 400,000 ἀπὸ τὸν φόρον τοῦ ἐλαίου, διότι τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν τῶν 1,900,000 εἶναι ὑπερβολικόν.
§30ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Θὰ ἐλαττώσωμεν βέβαια, ἀφοῦ δὲν αὐξάνομεν καὶ αὐτὸν τὸν φόρον.
§31ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀφοῦ πληρώνει, κύριε Ὑπουργὲ, ὁ ἐλαιοϊδιοκτήτης 10% ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου, θέλεις νὰ τὸ φορτώσῃς ἀκόμη; Λοιπὸν ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τὰ προϋπολογισθέντα 2,050,000, ἀφίνοντες τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων καὶ ποιμνίων ὅσος ἦτο καὶ τὸ 1881, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς ἐκπτώσεως 400,000 ἐκ τοῦ φόρου τοῦ ἐλαίου, καὶ ὄχι μόνον αὐτὸ τὸ ποσὸν, ἀλλὰ καὶ 7,000,000 ἀκόμη δι’ ἑτέρων φόρων. Ἄρχομαι λοιπὸν τῆς προτάσεως τῶν νέων φόρων: 1) τὸν τοῦ καπνοῦ, διὰ τοῦ μονοπωλίου, τὸ ὁποῖον ἔχουν ὅλα τὰ εὐνομούμενα Κράτη, καὶ ὑπεβλήθησαν κατ’ ἐπανάληψιν διάφορα νομοσχέδια περὶ τοῦ φόρου τούτου· διατί ἐφέτος ὑπάρχει μεγάλη σιωπή; Διατί δὲν ἐλήφθη πρόνοια περὶ αὐτοῦ τοῦ φόρου, ὅστις θὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν εὐποροῦσαν τάξι; Καὶ ἐπειδὴ μέχρις οὗ ψηφίσωμεν καὶ ἐφαρμόσωμεν νόμον μονοπωλίου θὰ παρέλθῃ τὸ Αʹ. ἑξάμηνον, τότε πρέπει νὰ προϋπολογίσωμεν τὸ ἔσοδον αὐτὸ διὰ τὸ 1882 μιᾶς ἑξαμηνίας, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἦναι ἔλαττον τῶν 1,500,000 δραχμῶν, διότι ἡ Θεσσαλία ἔχει πολλὰ καπνά. 2) Ἐσημειώσατε 80,000 διὰ τὸν φόρον τῶν ἰδιοκτήτων βοσκῶν.... Ἀφοῦ λοιπὸν εἰς τὴν Θεσσαλίαν εἶναι μεγάλαι βοσκαὶ, αἵτινες δὲν ὑπάρχουσιν εἰς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα καὶ ἰδίως τὴν Πελοπόννησο, ἠμπορεῖτε νὰ προσθέσητε ἀκόμη 150,000 δραχμάς. 3) Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὰς οἰκοδομὰς, αἱ ὁποῖαι πληρώνουσι 5%, ἐνῷ εἶναι ἀπὸ τ’ ἀσφαλέστερα εἰσοδήματα. Ἐννοῶ λοιπὸν νὰ πληρώσωσιν 8% τοὐλάχιστον, καὶ ἔχομεν τότε νὰ προσθέσωμεν καὶ ἑτέρας 750,000 δραχμῶν. 4) Ἂς εἰσέλθωμεν εἰς τὰς ἀνωνύμους ἑταιρίας, αἱ ὁποῖαι πληρώνουν μόνον 3% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ μάλιστα εἰσοδήματος, ὅ ἔστιν, ἐὰν ἐπλήρωνεν ὁ ἐλαιοϊδιοκτήτης 10% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος, ἤθελε πληρώνει 3% μόνον ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου. Λοιπὸν νὰ πληρώσωσιν ὅλαι αἱ ἑταιρίαι 10% ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου εἰσοδήματος, διότι ἀπολαμβάνει τὸ μᾶλλον ἀσφαλὲς καὶ ἐπικερδὲς εἰσόδημα, καὶ τότε θὰ ἔχωμεν τ’ ὀλιγώτερον 1,500,000. Ἀφαιρουμένων 300,000, ὅσας ἔχετε ἀπὸ αὐτὰ σημειωμένας, μᾶς μένουν 1,200,000 περιπλέον. 5) Ἔχετε τελωνειακὰς ποινὰς 60,000, ἐνῷ καθ’ ἑκάστην ἀκούομεν, ὅτι ἐξέρχονται ἀποφάσεις τῶν Τελωνῶν ἐκ 30,000 δραχμῶν ἑκάστη. Τί γίνονται; κατακαθίζουν βεβαίως καὶ σμικρύνονται.
§32ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§33ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν ἐννοῶ σᾶς, ἀλλὰ τινὰς τῶν προκατόχων σας, οἵτινες δὲν συνεστάλησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ κηρύττωσιν, ὅτι οἱ λαθρέμποροι εἶναι ἄξιοι ἐπιεικείας, διότι δὲν ἐγνώριζον δῆθεν τὸν νόμον· τότε βεβαίως θὰ ἔχωμεν μόνας τὰς 60,000, καὶ αὐταὶ εἶναι πολλαί, ἀλλὰ μία αὐστηρὰ ἐνέργεια θ’ ἀναβιβάσῃ αὐτὸ τὸ εἰσόδημα εἰς 300–400,000, καὶ ἂς λείψῃ ἡ ἐπιείκεια διὰ τοὺς λαθρεμπόρους, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχῃ οὔτε ἴχνος ἐπιεικείας διὰ τὸν ἀτυχῆ γεωργὸν ἢ κτηνοτρόφον, ἐὰν παραλείψῃ νὰ δηλώσῃ τὸ κτῆνός του. 6) Ἔχετε σημειωμένας ἐκ κληρονομιῶν 100,000. Ἐνόσῳ ὑπάρχει ὁ ἐν ἐνεργείᾳ περὶ τοῦ φόρου τούτου νόμος, βεβαίως δὲν ἠμπορεῖ ν’ αὐξήσῃ τὸ ποσόν, ἀλλὰ πρέπει νὰ τροποποιηθῇ ὁ νόμος αὐτὸς, συμφώνως μὲ τοὺς νόμους τῶν ἄλλων Κρατῶν. Προπέρυσι μάλιστα ὁμιλῶν περὶ αὐτοῦ, ἔφερον ἓν παράδειγμα, ὅτι Εὐρωπαῖος καὶ μάλιστα πρίγκιψ, κληρονομήσας 50,000,000 φράγκα, ἐπλήρωσεν ὡς φόρον τὰ 10, ἤτοι 20%. Καθ’ ἡμᾶς ὅμως, πληρώνουν μικρὸν ποσοστὸν, καὶ ἀναλόγως τῆς συγγενείας, ἐν ᾧ καὶ αὐτὸς ὁ φόρος πρέπει νὰ πληρώνηται ἀναλόγως τοῦ ποσοῦ, διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν εἷς τρίτος ἐξάδελφος νὰ πληρώνῃ διὰ μικρὸν κληρονομηθὲν ποσόν, καθὼς ἕνα ἀδελφὸν κληρονομήσαντα μέγα ποσόν. Προσέτι πρέπει νὰ πληρώνωσι φόρον καὶ οἱ κερδίζοντες ἐκ δωρεῶν, λαχείων καὶ τῶν τοιούτων. Κύριε ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὅποιος εἶσθε ἐκ τῶν πρώτων νομομαθῶν τῆς Ἑλλάδος, πρέπει νὰ μελετήσητε αὐτὸ τὸ ζήτημα καὶ νὰ τροποποιήσητε τὸν νόμον, καὶ θὰ ἔχωμεν τοὐλάχιστον 300,000 δραχμῶν εἰσόδημα κατ’ ἔτος. 7) Ἔχομεν τὰς ἁλυκάς. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἐλάβετε ὑπ’ ὄψει, ὅτι εἰς τὴν Θεσσαλίαν ἔχομεν καὶ ὀρυκτὰ ἅλατα.
§34ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὰ αὐτόπηκτα.
§35ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὄχι! τὰ ὀρυκτά. Πέρυσι παρουσιάσθη ἑταιρία, ἥτις προσηνέχθη νὰ ἐνοικιάσῃ τὰ ἅλατα, καὶ προσέφερε 400,000 δραχμὰς περισσότερον τῶν εἰσπραττομένων καὶ συνάμα εὐκολίας μεγάλας εἰς τοὺς καταναλωτάς, διότι σήμερον εἰς αὐτὰς τὰς Ἀθήνας, πλησίον τῶν ὁποίων ὑπάρχει ἁλυκὴ καὶ ἁλαταποθήκη, πληρώνομεν τὸ ἅλας 25 λεπτὰ, ἐνῷ ἠμπορεῖτε νὰ τὰ ἐνοικιάσητε, καὶ θὰ ἔχητε καὶ πολὺ εὐθηνότερον τὸ ἅλας καὶ 400,000 δραχμὰς περισσότερον εἰσόδημα. 8) Ἔχομεν τὸν φόρον ἐκ τῶν ἰδιωτικῶν δανείων τὰ ὁποῖα εἶναι τοὐλάχιστον 50,000,000· λογιζόμενα πρὸς μόνον 12% τόκον, φέρουν 6,000,000 φόρος ἐπὶ τούτων 10%, θὰ ἔχωμεν ἓν εἰσόδημα 600,000, ἂν τὰ κανονίσωμεν διὰ καταλλήλου νόμου. Δὲν ἐννοῶ διατὶ οἱ τοκογλύφοι νὰ φορολογῶνται μὲ ἕνα φόρον μικροσκοπικὸν ἐπιτηδεύματος· τοκογλύφος—διότι κάθεται εἰς ἕνα χωρίον—ἀφοῦ ἀπολαμβάνῃ 20 καὶ 30 χιλιάδας δραχμῶν κατ’ ἔτος καὶ μόλις πληρώνει φόρον ἐπιτηδεύματος 30 δραχμάς. Λοιπὸν δύνασθε νὰ φορολογήσητε τὰ εἰσοδήματα τούτων πρὸς 10% καὶ μάλιστα νὰ τιμωρήσητε ἐν μέρει καὶ τὴν ἀσυνειδησίαν, διότι ἀφ’ ὅτου εἶχε τὴν ἀτυχίαν ἡ Ἑλλὰς νὰ ἔλθωσιν εἰς τὰς ἀνωτέρας δικαστικὰς θέσεις τοκογλύφοι, κατηργήθησαν δύω χριστιανικαί, νόμιμοι καὶ σωτήριαι νομολογίαι, τοῦ νὰ μὴ ἐπιτρέπηται τόκος πλέον τῶν 12% καὶ νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ τὸ ἀποδοτέον ποσὸν τὸ διπλάσιον τοῦ πρωτοτύπου χρέους· Ὕστερον, λέγω, ἀπὸ τὴν νομολογίαν, ἣν καθιέρωσαν περὶ καταλογισμοῦ τῶν χρεῶν οἱ σοφοὶ τῆς ἀνωτέρας δικαστικῆς περιωπῆς, πρέπει νὰ λάβωμεν ἀπὸ τοὺς τοκογλύφους ἕνα νόμιμον φόρον. Κύριε ὑπουργὲ, θὰ ἔχετε εἰσόδημα τὸ ὀλιγώτερον 600,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος. 9) Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὰ τελωνεῖα. Κύριε ὑπουργέ! ἡ ἰδέα περὶ ἐνοικιάσεως τῶν τελωνείων ὡρίμασε, διότι δι’ αὐτῆς δὲν ἐπιβαρύνονται οἱ τίμιοι ἔμποροι, ἀλλὰ μόνον οἱ λαθρέμποροι· διὰ τοῦτο πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν, καὶ τότε εἶναι περιττὸν νὰ προσθέσητε τὸ δεκατημόριον, τὸ ὁποῖον ἐπεβάλετε χάριν τῆς ὁδοποιΐας, διότι διὰ τῆς ἐνοικιάσεως θὰ ἀναπληρωθῇ καὶ τὸ 1½ ἑκατομμύριον τὸ ἐκ τοῦ φόρου τούτου καὶ ἄλλα τρία ἢ τέσσαρα ἀκόμη κατ’ ἔτος. Ἂς ὁμολογήσωμεν, κ. ὑπουργέ, ὅτι ἐστενοχωρήσατε τὸ ἐμπόριον εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε, ὡς εἶπε προχθὲς καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἡ Γαλλία καὶ ἡ Αὐστρία, παραπονούμεναι διὰ τὴν αὔξησιν τῶν τελωνειακῶν τελῶν, μᾶς ἀπειλοῦν νὰ δεσμεύσουν διὰ φόρων τὰ ἰδικά μας προϊόντα.
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§37ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἂς φέρωσι τὰ πρακτικά. Ἔχετε Γαλλικὴν καὶ Αὐστριακὴν διακοίνωσιν, αἵτινες διαλαμβάνουσιν, ὅτι, ἐὰν ἐξακολουθῇ ἡ Ἑλλὰς νὰ φορολογῇ βαρέως τὰ βαμβακερὰ, ἡ Γαλλία καὶ ἡ Αὐστρία θὰ ἐπιβαρύνουν διὰ φόρων τὰς σταφίδας. Ἂν δὲν διαλαμβάνωσι τὰς ἰδίας λέξεις, ἔχουσιν ὅμως αὐτὴν τὴν ἔννοιαν. Κύριοι, εἶδον εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς εἰσηγητικῆς ἐπιτροπῆς παρατηρήσεις περὶ φορολογίας εἰδῶν τινων, καὶ φρονῶ, ὅτι αὐτὰ πρέπει νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν φορολογίαν, ὡς π. χ. τὰ πνευματώδη ποτὰ, ὁ ζύθος καὶ τὰ τοιαῦτα, διότι ὄχι μόνον μεγάλη κατανάλωσις αὐτῶν γίνεται, ἀλλὰ καὶ τὰ μέρη, ὅπου δαπανῶνται, κατήντησαν τὰ καταγώγια τῆς διαφθορᾶς καὶ ἰδίως ἐν Ἀθήναις. Ἡ φορολογία τῶν οἰκοπέδων, προξενούντων ἀταξίαν εἰς τὴν ὑγείαν, τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὸν φωτισμὸν, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς βάρος τοῦ Δήμου. Ἐπίσης αἱ ἅμαξαι, οἱ ἵπποι καταστρέφουν τοὺς δρόμους, οἱ ὁποῖοι ἐπιβαρύνουσι τὸν Δῆμον. Ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ φορολογηθοῦν διὰ νόμου, ἀλλὰ διὰ λογαριασμὸν τῶν Δήμων. Ἐὰν ὅλα αὐτὰ μελετήσητε μετ’ ἐπιστασίας, κ. ὑπουργέ, καὶ τὰ μελετήσητε μὲ τοὺς ἀνωτέρους ὑπαλλήλους, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι θὰ εὑρῆτε πόρους αὐξήσεως σπουδαίας τῶν δημοσίων ἐσόδων, χωρὶς νὰ ἐπιβαρύνετε τὴν δυστυχῆ τάξιν τῶν γεωργοποιμένων μὲ τὴν ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου σας προτεινομένην αὔξησιν, ἡ ὁποία, σᾶς τὸ λέγω ἐγὼ, καὶ σεῖς νὰ μὴ θελήσητε, κκ. ὑπουργοὶ θὰ πέσῃ, διότι οὐδεὶς τῶν βουλευτῶν, ἐκτὸς ὀλίγων, ὧν αἱ ἐπαρχίαι δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν φορολογίαν ταύτην, θὰ τολμήσῃ νὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου σας, διότι δὲν θὰ ἔχῃ λόγους νὰ δικαιολογηθῇ εἰς τοὺς ἐντολεῖς του.
§38ΜΟΝΤΕΣΑΝΤΟΣ......
§39ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Σεῖς ἀνήκετε εἰς τὰς ὀλίγας ἐπαρχίας, αἵτινες δὲν ἐπιβαρύνονται ἀπὸ αὐτὴν τὴν φορολογίαν· ὀφείλετε λοιπὸν, χάριν ἁβροφροσύνης, νὰ μὴ μᾶς ἐνοχλῆτε ἐν τῇ συζητήσει τοῦ νόμου. Ἂν βαρύνεσθε ν’ ἀκούετε, φύγετε. Κύριοι, ἀναγκάζομαι νὰ σᾶς κάμω μίαν παρέκβασιν, ἣν ὅμως θεωρῶ ἀναγκαίαν. Ἔμαθον, ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν φέρει νομοσχέδιον διὰ τὸ μονοπώλειον τοῦ καπνοῦ χάριν τῶν νέων συναδέλφων μας, ἵνα μὴ τοὺς ἐπιβαρύνῃ, ἀφοῦ πρὸ ὀλίγου ἀπηλλάγησαν τοῦ ζυγοῦ, καὶ πρὸ πάντων τῶν Θετταλῶν, οἵτινες ἔχουν, ὡς προανέφερον, μεγάλας καπνοφυτείας. Εὐχῆς ἔργον ἦτον, ἐὰν οἰκονομικῶς τὸ Ἔθνος ἦτο εἰς εὐάρεστον θέσιν, νὰ ἀφήσωμεν τοὺς ἀδελφούς μας ἐλευθέρους διὰ πολλὰ ἔτη, ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ Ἔθνος εὑρίσκεται, ὡς γνωρίζομεν, παραπολὺ βεβαρυμένον. Κύριοι, ὁ Κυβερνήτης ἐπάτησε τὸ ἔδαφος τῆς Ἑλλάδος τὴν 8 Ἰανουαρίου 1828· ποίαν Ἑλλάδα, νομίζετε, ὅτι εὗρε; ἅπασαν σωρὸν ἐρειπίων, καὶ ὅλως τὸν Μάρτιον εἰσέπραξε τὰ νόμιστρα (φόρον τῶν ζώων) τὸν Ἀπρίλιον τὸν φόρον τῶν κουκουλίων διὰ τῆς πληρωμῆς 10 παράδων δι’ ἕκαστον μωρεόδενδρον, τὸν δὲ Μάϊον, διὰ προπληρωμῆς τοῦ ἐνοικίου, τοὺς φόρους ἁπάντων τῶν λοιπῶν εἰσοδημάτων, δημητριακῶν καρπῶν, οἴνων καὶ ἐλαίου, καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶχεν οἰκονομικὰς Ἀρχὰς, ἐσχημάτισε κινητὰς ἐπιτροπάς, αἱ ὁποῖαι περιῆλθον ἀπὸ ἐπαρχίας εἰς ἐπαρχίαν καὶ ἐνοικίασαν τοὺς φόρους. Βλέπετε λοιτὸν, ὅτι, ὅταν οἱ πατέρες μας ἠλευθερώθησαν, ἦσαν κατεστραμμένοι, καὶ μόλα ταῦτα ἐπλήρωσαν ἀμέσως φόρους βαρεῖς, ὥστε δὲν πρέπει οἱ νέοι ἀδελφοὶ νὰ δυσανασχετῶσι διότι τοῖς ἀπαιτοῦμεν νὰ πληρώσωσι, ὅ,τι πληρώνομεν καὶ ἡμεῖς. Ὅταν πρὸ ἡμερῶν ὡμίλησα περὶ τῆς εἰσφορᾶς τῶν νέων ἐπαρχιῶν εἰς τὸν στρατολογικὸν φόρον, διέγνωσα μεμψιμοιρίας κατ’ ἐμοῦ ἐκ μέρους τῶν νέων συναδέλφων· ἀλλ’ ἂς μάθωσιν, ὅτι εἰς τὰ 1828 — διότι διετηρεῖτο ἐπὶ δύω ἔτη ἀκόμη ὁ πόλεμος εἰς τὰς Θήβας, τὴν Φθιώτιδα, τὴν Ἀττικὴν καὶ Εὔβοιαν καὶ ὅλος ὁ ἐθνικὸς στρατὸς μετηνέχθη ἐκεῖ — ὑποχρεώθησαν αἱ κοινότητες νὰ χορηγῶσι τὰς φρουρὰς διὰ πᾶσαν τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν, ἀποστέλλουσαι τὴν ἐξ ἀνδρῶν ἀναλογίαν των, διὰ νὰ σχηματίζωσι τὰ σώματα τῶν πολιταρχιῶν (ἀντιστοιχουσῶν μὲ τὴν σημερινὴν χωροφυλακήν), αἵτινες διετήρουν τὴν τάξιν, καὶ πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ τρίτον τῶν οἰκογενειῶν ἦσαν τότε ὀρφαναὶ, καθόσον ὁ πολυετὴς ἐκεῖνος καταστρεπτικὸς πόλεμος κατέφαγε μυριάδας ἀνδρῶν. Βλέπετε λοιπὸν, νέοι ἀδελφοὶ, ὅτι ἔχετε παραδείγματα πολὺ σοβαρωτέρων θυσιῶν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ παραπονῆσθε καθόλου διότι ζητοῦμεν νὰ συνεισφέρητε εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους.
§40ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος τὸ ἀρνεῖται; Ἡ Θεσσαλία ἔχει ἀρκετὰς προσόδους καὶ πληρώνει.
§41ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐρωτῶ, κ. ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν εἰσεπράχθησαν τὰ παρὰ τῶν ἑταιριῶν Λαυρίου καὶ Γαλλικῆς ὀφειλόμενα.
§42ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Αὐτὰ δὲν ἐξεδικάσθησαν.
§43ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δικάζεται ἡ Γαλλικὴ ἑταιρία;
§44ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν ἔχω εἴδησιν.
§45ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐχρεώστουσε.
§46ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὰ ἐπλήρωσε.
§47ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐπλήρωσε τὰ ἡμίση.
§48ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Θὰ ἐξετάσω.
§49ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τί γίνονται τὰ μερίσματα τοῦ Δημοσίου ἐκ τῶν διαφόρων ἑταιριῶν; Τί γίνονται τὰ εἰσοδήματα τοῦ κληροδοτήματος τοῦ Ἀλαγωνίου Δημάκη, διότι μόνον 6,000 δραχμὰς βλέπω σημειωμένας εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ἐνῷ ἔχει, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, τὴν οἰκίαν, ἐν ᾗ εἶναι τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, μὲ τόσα ἐργαστήρια, ἐν τοιαύτῃ κεντρικῇ θέσει; Ἐξήτασεν ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς, ὅστις εἶναι τῶν Οἰκονομικῶν, τί γίνονται τὰ ἔσοδα αὐτά;
§50ΤΙΝΕΣ. Τί ἔχομεν νὰ κάμωμεν μὲ τὰ κτήματα τοῦ Δημάκη;
§51ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἔχομεν, διότι σημειοῦνται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὡς δημόσια ἔσοδα. Κύριοι ὑπουργοί, σᾶς παρακαλῶ σκεφθῆτε καλῶς περὶ τῆς οἰκονομικῆς μας καταστάσεως· διότι ἐφέτος οἰκονομήσατε τὸ ἐλλεῖπον τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τοῦ καταλοίπου τοῦ δανείου τῶν 120,000,000, καὶ δὲν πιστεύω νὰ φθάσῃ, διότι προϋπελογίσατε, ὅτι θὰ εἰσπράξητε 66,000,000, ὅπερ δὲν εἶναι δυνατόν. Τὸ ἑπόμενον ἔτος, ἂν εἶσθε σεῖς ἢ ἄλλοι, θὰ φάγετε τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τῶν 20,000,000, τὸ ὁποῖον συνεφωνήσατε διὰ νὰ προικίσετε δῆθεν τὸ Ταμεῖον τῆς Ὁδοποιΐας. Τὰ ἄλλα ἔτη τί θὰ γείνῃ; ὅ,τι γίνεται βέβαια εἰς τὴν Τουρκίαν· καὶ ἡ Ἑλλὰς θὰ ὑποστῇ τὰς ταπεινωτικὰς ἐξελέγξεις τῶν δανειστῶν, τὰς ὁποίας ὑφίσταται ὁ Χεδίβης τῆς Αἰγύπτου, διότι ἐκεῖ μᾶς ὁδηγεῖ ἡ μέθοδος νὰ ἐμβαλώνωμεν αἰωνίως τὰ καθυστερήματα μὲ δάνεια. Τελευτῶν τὸν λόγον, κατέρχομαι προτείνων νὰ μείνῃ ὁ φόρος τῶν ζώων, ὅπως ἦτο καὶ τὸ 1881, ὅπως θὰ προτείνω καὶ τὴν μὴ αὔξησιν τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις καὶ τοῦ νόμου ἐκείνου.
§52ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, ἀχάριστον τῷ ὄντι ἀναλαμβάνω ἀγῶνα, ἐπιχειρῶν νὰ ὑποστηρίξω αὔξησιν τῶν φόρων, καὶ ἰδίως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἀρνεῖται τὴν ἀνάγκην ἀνευρέσεως πόρων, καὶ αὐτὴ ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν, ἥτις ἀπαρέσκεται εἰς τὴν αὔξησιν, ὁμολογεῖ ὅτι ἡ ἀνάγκη ὑπάρχει ἀπαραίτητος. Καὶ πρὸς στιγμὴν ἐὰν γίνωμεν ἐπιλήσμονες τῶν ὑποχρεώσεων, αἵτινες ἐπιβάλλονται ὡς ἐκ τῆς ἀποστολῆς αὐτοῦ εἰς τὸ ἡμέτερον ἔθνος, δίδοντες μόνον προσοχὴν εἰς τὴν διαταραχθεῖσαν ἰσοῤῥοπίαν, ἀμέσως εὑρίσκομεν ἀναπόδραστον τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἄνευ ἀνευρέσεως πόρων, ἄνευ αὐξήσεως φόρων, ἢ ἐπιβολῆς νέων, εἶναι ἀδύνατον ἡ ἀνισοῤῥοπία νὰ ἐκλείψῃ. Δὲν εἶναι ἀνισοῤῥοπία πρόσκαιρος, δὲν εἶναι ἔλλειμμα κατ’ αὐτὸ μόνον τὸ ἔτος παριστάμενον, καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν κατὰ πρῶτον ἐξέθεσα τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν, ἐνθυμεῖσθε αὐτὸς ὁ ἔντιμος προλαλήσας μὲ διέκοψε λέγων, καὶ τί ἔσεται κατὰ τὸ 1883; Ἐὰν κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος τὸ ἔλλειμμα τῶν 11,000,000, τὸ ὁποῖον ἐνδέχεται νὰ φθάσῃ καὶ εἰς τὰ 15, καλύπτεται ἐκ τοῦ λειψάνου τοῦ δανείου μετὰ τὴν ἐξάντλησιν αὐτοῦ, τί εἶναι τὸ πρακτέον; Θέλομεν περιμείνει νὰ ἔλθῃ ἐκείνη ἡ ἡμέρα, ὅπως σκεφθῶμεν περὶ αὐξήσεως τῶν φόρων, ἢ πρέπει νὰ προνοήσωμεν προπαρασκευάζοντες τὴν κοινωνίαν κατὰ μικρὸν νὰ συνειθίσῃ εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ βάρους, διὰ νὰ ἐξέλθωμεν σῶοι ἐξ αὐτῆς τῆς ὀλεθρίας καταστάσεως; Μὴ νομίζετε, ὅτι τὸ πολὺ τῶν φόρων καταπιέζει τὰ ἔθνη· τὸ χρέος καταπιέζει αὐτὰ πολὺ μᾶλλον. Ὅταν διὰ τῶν φόρων, κατανεμομένων μετὰ δικαιοσύνης, μετ’ ἐπιεικείας καὶ ὅσον ἔνεστι μετ’ ἰσότητος, αὐξάνουν οἱ πόροι τοῦ Κράτους, προπαρασκευάζεται ἡ κατάστασις τῆς ἀνακουφίσεως, καὶ κατὰ μικρὸν πάλιν αὐτοὶ οἱ φόροι ἐλαττοῦνται καὶ ἐνίοτε ἐκλείπουν. Λάβετε πρὸ ὀφθαλμῶν τὸ παράδειγμα τῆς Ἰταλίας. Ἡ Ἰταλία εὑρέθη εἰς θέσιν ὁμοίαν, οἵαν ἡμεῖς, καὶ τὸ ἔλλειμμα τῆς Ἰταλίας ἐτάραττε τὸν νοῦν παντὸς ἀνθρώπου, σκεπτομένου ἐμβριθῶς καὶ προβλέποντος τὰ μέλλοντα. Ἀλλὰ πάντες ἐδέχθησαν ἀσμένως νὰ ὑποκύψουν εἰς βαρείας θυσίας, καὶ διὰ νὰ σᾶς εἴπω ἐν ὀλίγοις μόνον τὸ μέτρον αὐτῶν τῶν θυσιῶν, ἀρκεῖ νὰ γνωρίζητε, ὅτι ἐν Ἰταλίᾳ ἔφθασαν οἱ φόροι ἐν γένει κατὰ μέσον ὅρον εἰς τὰ 35% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος. Δι’ αὐτῆς τῆς ἀφαιμάξεως, ἡ Ἰταλία εἰσῆλθε σήμερον εἰς τὴν ἰσοῤῥοπίαν καὶ εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ ἤδη προπαρεσκεύασε τὴν ἐλάττωσιν τῶν φόρων, καὶ τὴν κατάργησιν τοῦ βαρυτέρου καὶ ὀχληροτέρου αὐτῶν, ἤτοι τοῦ φόρου τοῦ ἀλέσματος. Γνωρίζετε, ὅτι κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος αὐτὸς ὁ φόρος ἐκλείπει ἐκ τῆς Ἰταλίας, καὶ ἐκλείπει διὰ τῶν ἐγκαίρως γενομένων θυσιῶν, διότι, ἐὰν αἱ θυσίαι δὲν γίνουν ἐγκαίρως, τότε ἀπαιτοῦνται διπλάσια καὶ πολλαπλάσια. Ἀναγνωρίζει καὶ ἡ ἔντιμος Ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων, ἀλλ’ ἰδοὺ τί πράττει. Ὅταν πρόκηται περὶ αὐξήσεως τοῦ φόρου τῶν ζώων, λέγει: «παρένεγκε ἀπ’ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο», εἶναι πικρὸν ὡς ἡ ἄψινθος· καὶ δὲν λέγει μόνον τοῦτο, ἀλλὰ λέγει προσέτι «προσένεγκε αὐτὸ τὸ ποτήριον εἰς τοὺς οἰνοπνευματιστὰς». Καὶ ὅταν προσφέρετε τὸ ποτήριον εἰς αὐτοὺς, θέλουν εἴπει καὶ αὐτοὶ «παρένεγκε ἀπ’ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο». Καὶ ὅταν ὅλοι εἴπουν τὸ αὐτὸ, σᾶς ἐρωτῶ, πῶς θὰ πληρωθῇ τὸ κενόν; Ὅλοι πρέπει νὰ πίουν ἐκ τοῦ ποτηρίου. Τὸ νομοσχέδιον περὶ φόρου, ἐπιβαλλομένου εἰς τὰ οἰνοπνεύματα, ἤδη προπαρεσκευάσθη, καὶ ἐντὸς ὀλίγου ἴσως θὰ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ τὸ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἂν γείνῃ δεκτὸν, ἐλπίζω καὶ ἐκεῖθεν νὰ γεννηθῇ πόρος σπουδαῖος. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ πόρος, ἐὰν ὑπάρξῃ, πάλιν δὲν εἶναι ἐπαρκής. Ἐὰν προσθέσητε τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου τῶν ζώων εἰς ἐκεῖνον τὸν φόρον περὶ τοῦ ὁποίου ἤδη λέγω καὶ ἐὰν προσθέσητε καὶ τὰς ἄλλας αὐξήσεις, αἱ ὁποῖαι ἤδη ὑπεβλήθησαν, καὶ τὰς ἄλλας, αἱ ὁποῖαι θὰ ὑποβληθῶσι, θέλετε ἴδει, ὅτι εἴμεθα εἰσέτι μακρὰν τῆς ἰσοῤῥοπίας, ἐκτὸς ἐὰν εἴχομεν τὴν εὐπιστίαν ἐκείνην, διὰ τῆς ὁποίας ἀναπληροῖ τὰ κενὰ ὁ ἔντιμος προλαλήσας, ὅστις εὗρε καὶ περισσεύματα. Εὐτυχὴς, τῷ ὄντι, ὅστις καταθαυκαλίζεται ὑπὸ τοιούτων ὀνείρων καὶ νομίζει, ὅτι δύναται ῥίπτων ἓν μόνον βλέμμα ἐπὶ τῶν πραγμάτων, ν’ ἀναπληρώσῃ τὰ ἐλλείμματα. Νομίζω ὡς ἔγγιστα, διότι προεῖπον εἰς ἐμὲ τὸν Ἀθηναῖον, ὅτι αὐτὴ μέλλει νὰ ἦναι ἡ ἐν Αἰγὸς ποταμοῖς μάχη, ὅτι θέλει συμβῆ τὸ ἀντίστροφον, ἢ ὅ,τι συνέβη εἰς τὴν Σιβύλλαν, ὅτε προσήνεγκεν εἰς τὸν Ταρκύνιον πρὸς πώλησιν τὰ ἐννέα βιβλία· ἐπειδὴ τὸ τίμημα ἐφάνη βαρὺ εἰς τὸν βασιλέα, ἔκαυσε τὰς τρεῖς βίβλους καὶ προσέφερε τὰς ἓξ ἐπὶ τῷ αὐτῷ τιμήματι· ἀλλ’ ἔτι μᾶλλον εὗρεν ὑπέρογκον τὸ τίμημα ὁ βασιλεύς· τότε ἔκαυσε τὰς ἄλλας τρεῖς· ὅτε δὲ ἔμελλε νὰ καύσῃ καὶ τὰς τελευταίας τρεῖς βίβλους, ὁ βασιλεὺς ἐπλήρωσεν ὁλόκληρον τὸ τίμημα διὰ τὰς τρεῖς μόνας. Σήμερον σᾶς προτείνω αὐτὴν τὴν αὔξησιν· ἂν δὲν παραδεχθῆτε αὐτὴν, εἷς ἄλλος ὑπουργὸς θέλει σᾶς προτείνει τὸ διπλάσιον· ἂν δὲν ἀκούσητε αὐτὸν, τρίτος ὑπουργὸς θὰ σᾶς προτείνῃ τὸ τριπλάσιον, καὶ θὰ εὑρεθῆτε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κύψητε. Τοῦτο λέγω ἐν γένει ὑπὲρ αὐξήσεως, ἀλλ’ ἐνδέχεται ἡ αὔξησις τοῦ φόρου αὐτῆς τῆς κατηγορίας νὰ μὴ θεωρῆται δικαία. Ἴσως αἱ σκέψεις σας εἶναι ὀρθαί. Καὶ ὁ μὴ ἀμφισβητῶν τὴν ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως, εἶναι δεκτὸς ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων, ὡς καταπιεστικὴν μιᾶς τάξεως τῆς κοινωνίας, ἣν καὶ ἐγὼ σέβομαι, καὶ περὶ πολλοῦ πρέπει νὰ ἔχωμεν, περὶ αὐτῆς μεριμνῶντες, ὅπως μεριμνῶμεν καὶ περὶ τῆς γεωργικῆς τάξεως καὶ περὶ πάσης ἄλλης. Συνομολογῶ, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ζώων δὲν εἶναι σύμφωνος μὲ τὰς ἰδέας τοῦ πολιτισμοῦ. Ὅπου καὶ ἂν στρέψητε τὸ βλέμμα εἰς τὰ πεπολιτισμένα Κράτη, οὐδαμοῦ θὰ εὕρητε φόρον ἐπὶ τῶν ζώων, καὶ εἰς ὅντινα εἰπῆτε ἐκ τῶν ἐρχομένων ἐκ τῆς Ἑσπερίας, ὅτι ἔχομεν αὐτὸν τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ζώων, σᾶς βλέπει ἀσκαρδαμυκτεὶ καὶ ἀπορεῖ, τί εἶναι αὐτὸς ὁ φόρος. Δὲν εἶναι φόρος πολιτισμοῦ, ὁμολογουμένως· ἀλλὰ κατέστη δι’ ἡμᾶς ἀνάγκη ἀπαραίτητος, ὡς ἐκ τοῦ εἴδους τῆς κτηνοτροφίας παρ’ ἡμῖν. Ἡ κτηνοτροφία αὕτη εἶναι παρ’ ἡμῖν, οὕτως εἰπεῖν, ἀποτέλεσμα ἱστορικῶν συμβάντων καὶ συνέπεια χρόνων παρελθόντων· αὐτὴ ἡ συνέπεια διαρκεῖ καὶ θέλει διαρκέσει ἐπὶ πολύ· δὲν εἶναι ἐλπὶς ἐντὸς γεννεᾶς ἴσως νὰ ἐκλείψῃ. Εἶναι ἡ συνέπεια τῆς εἰσβολῆς ξένων φυλῶν, αἱ ὁποῖαι ὤθησαν τὰς ἔμπροσθεν αὐτῶν καὶ ἔφερον μετακίνησιν ἀπὸ τοῦ Δουνάβεως μέχρι τοῦ Ταινάρου· καὶ ὠθοῦσαι καὶ ὠθούμεναι, ἐξηκολούθησαν νὰ μετακινῶσι τοὺς πληθυσμοὺς, βιοῦντας βίον νομαδικόν. Ἀπὸ τοῦ ὀγδόου αἰῶνος εἰσέβαλον οἱ λεγόμενοι Ζουπάνοι, οἵτινες ἐσχημάτισαν τὴν Σερβίαν, καὶ πρῶτος ὁ Στέφανος, ὅτε ἐνίκησε τὸν Κωνσταντῖνον τὸν μονομάχον, ἵδρυσε τὴν βασιλείαν τῆς Σερβίας. Ὅτε ἔφθασεν εἰς ἀκμὴν ἐπὶ τοῦ Στεφάνου Δονσὰν, τὰ ὅρια αὐτῆς ἐξετάθησαν ἕως εἰς τὰ Ἰωάννινα, καὶ εἰς τὴν Πρέβεζαν, καὶ εἰς τὰς Φεῤῥὰς ἵδρυσε Πατριαρχεῖον. Ἀλλὰ μετὰ τὸν θάνατον αὐτοῦ τοῦ ἰσχυροῦ βασιλέως κατεῤῥυπώθησαν οἱ Σέρβοι εἰς τὸ Κοσσυφοπέδιον καὶ διεσκορπίσθησαν κατὰ τὸν 14 αἰῶνα. Ἡ συνέπεια αὐτῆς τῆς διασκορπίσεως τῆς Σερβοβλαχικῆς βασιλείας ὑπῆρξεν ἡ κίνησις τῶν φυλῶν καὶ τῶν ἐθναρίων καὶ ἡ συνώθησις αὐτῶν ἀμοιβαίως, ὅθεν ὁ νομαδικὸς βίος. Ἔτι καὶ σήμερον αὐτοὺς τοὺς ποιμένας ὀνομάζομεν βλάχους, διότι προῆλθον ἐξ αὐτοῦ τοῦ Σερβοβλαχικοῦ βασιλείου· καὶ ὀνομάζονται βλάχοι καὶ αὐτοὶ οἱ Ἕλληνες ποιμένες. Αὐτοὶ, ἀπὸ τοῦ συμπλέγματος τῶν ὀρέων τοῦ Αἵμου, τῆς Ῥοδόπης, τοῦ Σκάρδου καὶ τῆς παρεκτάσεως αὐτῶν, ἤτοι τοῦ Πίνδου, ὅστις ἀποτελεῖ τὴν σπονδυλικὴν στήλην τοῦ σώματος, τοῦ ἀπολήγοντος εἰς τὴν Χερσόνησον τοῦ Πέλοπος, ὡς σκηνῖται κατέρχονται ἀπὸ τῶν ὑψηλῶν εἰς τὰς πεδιάδας τὸν χειμῶνα, καὶ πάλιν ἀνέρχονται εἰς τὰ ὑψηλὰ τὸ θέρος, αὐτὸς δὲ ὁ νομαδικὸς βίος εἶναι παρ’ ἡμῖν ἡ κτηνοτροφία. Εἶναι ἀρχέγονος κατάστασις καὶ πατριαρχικὴ, ὡς ὅτε εἰσέτι ἡ ἀνθρωπίνη πρόνοια ἐν τῇ φυσικῇ καταστάσει, ἢ μικρὸν, ἢ οὐδὲν συνετέλει κατὰ τῶν ἀπειλούντων στοιχείων, καρπουμένη ὅ,τι ἡ φύσις παρέχει, καὶ οὐδὲν δυναμένη, ὅταν ἦναι δυσμενής. Ὑπεραφθονεῖ, ὅταν ἡ γῆ φύῃ παχεῖαν χλόην, καὶ καταστρέφεται, ὅταν ἡ βλάστησις στειρεύσῃ ἔρχεται ὁ χειμὼν, δὲν ἔχει στέγην, καλύπτει ἡ χιὼν τοὺς ἀγροὺς, δὲν εὑρίσκει τροφήν· ἐξαλείφονται τὰ ποίμνια. Εἶναι ἄνθρωποι δυστυχεῖς αὐτοὶ οἱ κτηνοτρόφοι· γνωρίζουσι τοὺς ἐπαπειλοῦντας κινδύνους καὶ ἄοπλοι ἐκτίθενται εἰς αὐτοὺς, ἀποβάλλοντες αἴφνης τὴν περιουσίαν, ἣν δὲν ἔμαθον νὰ προφυλάττωσι, τὰ πάντα ἀναρτῶντες ἐκ τῆς τύχης. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τῆς κτηνοτροφίας ἁπανταχοῦ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Πελοπόννησον· εἶναι κατάστασις νομαδικοῦ βίου, ὀλιγώτερον εἰς τὴν Πελοπόννησον, περισσότερον εἰς τὴν Στερεάν. Καὶ αὐτὴ ἡ κατάστασις θέλει παραταθῆ, καὶ ἐπειδὴ παρατείνεται, καὶ ἐπειδὴ τὸν κεκτημένον αὐτὴν τὴν περιουσίαν δὲν δύνασθε νὰ τὸν συναντήσητε ἀλλαχοῦ ἐξ ἀνάγκης φορολογεῖτε τὰ ποίμνια κατὰ κεφαλὴν, ὅπως φορολογοῦνται καὶ εἰς τὸ Ὀθωμανικὸν κράτος, εἰς τὴν Ἀσίαν, εἰς τὴν Ἀφρικὴν· ὅπου δὲ αὕτη ἡ κατάστασις ἐπεκράτησε, παρημπόδισε τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἰδιοκτησίας. Σήμερον ἡ μεγαλειτέρα πληγὴ, ἣν ὑπέχει ἡ Γαλλία ἐν τῇ Ἀλγερίᾳ, εἶναι αὐτοὶ οἱ νομάδες, μὴ ἀνεχόμενοι τὴν προσωπικὴν ἰδιοκτησίαν, διότι θέλουν νὰ ἔχουν ἐλευθέραν τὴν κίνησιν· θέλουν νὰ ἔχουν τὴν χρῆσιν καὶ κάρπωσιν τοῦ χόρτου ἀπεριόριστον. Ἡ ἀναχαίτισις αὐτῆς τῆς καταστάσεως, ἡ προσπάθεια εἰς τὸ νὰ κατασταθῇ ἡ κτηνοτροφία καθεστηκυῖα, δὲν εἶναι ἔργον ἡμερῶν· ἐπέρχεται βαθμηδὸν διὰ τῆς κοινωνικῆς προόδου, καὶ πρὸ πάντων διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἰδιοκτησίας. Τί ἐγένετο παρ’ ἡμῖν, ὅπως μεταβληθῇ ἡ κατάστασις αὕτη; ἐλάχιστα μόνον ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης ἐν τῇ Συνελεύσει, ὃν καὶ ἐγὼ ὑπεστήριξα, εἰσήγαγε τὸν νόμον περὶ τῶν βοσκῶν τῶν κοινοτήτων καὶ συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ ἐν μέρει καθεστηκυῖαν τὴν κτηνοτροφίαν τῶν κοινοτήτων. Ἔδωκε τοιαῦτα δικαιώματα, ὥστε αἱ κοινότητες νὰ ἔχουν ἀσφαλῆ τὴν νομὴν ὡρισμένου ἀριθμοῦ. Τὸ δεύτερον, ὅπερ κατὰ μικρὸν συντελεῖ, εἶναι αἱ ἰδιοκτησίαι αἱ ἰδιωτικαί· ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον πρὸ πάντων εἶναι ἐπιβλαβὲς καὶ συντελεῖ εἰς τὴν παράτασιν τῆς καταστάσεως ταύτης, εἶναι αἱ ἐθνικαὶ γαῖαι, καὶ μετ’ ὀλίγον θέλω σᾶς εἴπει τί κακὸν ἐπέρχεται ἐκ τούτου, καὶ ὁποῖα βάρη ἐπιβάλλονται εἰς τὴν κτηνοτροφίαν, δεκαπλάσια καὶ πολλαπλάσια, καθ’ ὧν ὅμως οὐδεὶς γογγύζει. Τοιαύτη εἶναι ἡ παρ’ ἡμῖν κτηνοτροφία, καὶ ἀρκεῖ ἐπιτροχάδην σύγκρισις, ἵνα ἐννοήσητε καλλίτερον. Θὰ εἴπω τινὰ ἐν παρεκβάσει, ἂν μοὶ ἐπιτρέπετε, ὅπως σᾶς δείξω ποῖον πλοῦτον κατέχομεν καὶ ποίου στερούμεθα· διότι δυστυχῶς δὲν ἠδυνήθημεν νὰ διαδώσωμεν ὅ,τι ἀπαιτεῖται, διὰ νὰ φωτίσωμεν αὐτὴν τὴν δυστυχῆ τάξιν, ἥν καὶ ἐγὼ οἰκτείρω, καὶ διὰ τὴν ὁποίαν συμπαθῶ, ὡς καὶ ὁ ἔντιμος προλαλήσας, καὶ ἴσως κατ’ ἀνώτερον βαθμόν. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω τί ἦτο ἡ Πρωσσία πρὸ ὀλίγων χρόνων, τί ἦτο ἡ ἀνατολικὴ Πρωσσία καὶ ἡ βόρειος ἀμμώδης πεδιάς, κατακλυζομένη ὑπὸ ὑδάτων, ὅπου ἀπορίας ἄξιον ἦτο πῶς ἠδύναντο νὰ ὑπάρξωσιν ἄνθρωποι. Περιέστειλαν τὰ ὕδατα, ἐσχημάτισαν νομὰς, ἔδωσαν στεγάσματα εἰς τὰ κτήνη, ἐξησφάλισαν τὴν τροφὴν ἐν καιρῷ χειμῶνος, μὴ ἐξηρτημένην πλέον ἐκ τῶν ἀτμοσφαιρικῶν περιστάσεων, ἐξηυγένισαν δὲ τὸ γένος τῶν προβάτων. Ἐξηυγένισαν ἔτι μᾶλλον τὰ μερινὰ τῆς Ἱσπανίας, κατὰ πρῶτον εἰσαχθέντα εἰς τὴν Σαξωνίαν, ὅθεν καὶ Σαξωνικὰ ὠνομάσθησαν. Ταῦτα προήχθησαν εἰς ἀνώτερον βαθμὸν εἰς τὴν Πρωσσίαν· τί δὲ συνέβη; ἑκατονταπλασιάσθη ὁ πλοῦτος ὁ ἐκ τῶν προβάτων, καὶ σήμερον τὸ ἔριον τῆς Πρωσσίας εἶναι πολυτιμότερον τοῦ ἐρίου ὅλης τῆς Εὐρώπης· εἶναι λεπτὸν ὡς ἡ μέταξα. Εἶναι ἀκαταλόγιστα τὰ ἐντεῦθεν πλούτη, καὶ δικαίως ὑπερέχει ἡ Πρωσσία, πολλὴν ἐντεῦθεν ἀντλοῦσα δύναμιν καὶ ἀφθόνους φόρους, πρὸς ἀπόδειξιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραμελῇ τις ταῦτα καὶ νὰ τὰ νομίζῃ, ὅτι εἶναι κατώτερα προσοχῆς, οὐδὲ ὁ λέγων, ὅτι εἶναι ἁπλοῖ σκηνῖται οἱ πρὶν Ζουπάνοι, οἵτινες ἔγειναν Τσελεγκάδες, δικαιοῦται μὲν’ ἀπορίας ν’ ἀποβλέπῃ εἰς αὐτοὺς, διότι εἰς χεῖράς των εὑρίσκονται μέγισται περιουσίαι. Πολλοὶ ἐξ αὐτῶν εἶναι, καὶ τοιοῦτοι ὄντες, βαθύπλουτοι, ἀλλὰ καὶ βαθύπλουτοι, δὲν ἀνέῳξαν τοὺς ὀφθαλμούς των, οὐδὲ μετήλλαξαν βίον· πάντοτε δυστυχεῖς, διότι δὲν ἐνόησαν τὰ συμφέροντά των. Οὐδὲν κατέβαλον διὰ νὰ ἑκατονταπλασιάσουν τὴν ἀξίαν τῆς περιουσίας των· ἂν ἐγνώριζον τί ἔπρεπε νὰ πράξουν, ἐντὸς ὀλίγου θὰ εἶχον μέγιστα πλούτη. Ἡ κτηνοτροφία ἐν Ἑλλάδι εὑρίσκεται εἰς θλιβερὰν κατάστασιν, εἰς οἵαν ἦτο ἐν καιρῷ τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τοῦ Ἰσαάκ. Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαύτην περιγράφομεν αὐτὴν, δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ζώων, μέχρις οὗ κατασταθῇ καθεστηκυῖα. Ἕως οὗ δὲν κατασταθῇ καθεστηκυῖα, θὰ ἦναι συγχρόνως ἐπιβλαβὴς εἰς τὴν κοινωνίαν, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἦναι ὠφέλιμος, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἦναι ἐπίκουρος τῆς γεωργίας. Ἡ γεωργία ἔπρεπε νὰ ἀντλῇ ἐκ τῆς κτηνοτροφίας μεγάλας δυνάμεις· ἐξ ἐναντίας, ὑπόκειται εἰς φθορὰς, ὑπόκειται δὲ εἰς φθορὰς καὶ αὐτὴ ἡ περιουσία τοῦ ἔθνους, διὰ τῆς καταστροφῆς τῶν δασῶν, καὶ καταστρέφεται οὕτω περιουσία, ἥτις δύναται νὰ ἐκτιμηθῇ εἰς πολλὰς ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων, καὶ δύναται νὰ παράσχῃ προσόδους εἰς τὸ Κράτος μέχρις ἓξ ἑκατομμυρίων· ἀλλὰ τὸ πῦρ καταστρέφει τὰ δάση, διότι τὸ πῦρ παρασκευάζει τόπον νομῆς, καὶ τὰ δάση ἐκλείπουν καὶ ἡ γεωργία καιρίως βλάπτεται. Ἐνόσῳ ἡ κτηνοτροφία εἶναι μεταβατικὴ, δὲν ἀφίνει ἐκεῖνο τὸ κέρδος, ὅπερ ἔπρεπε ν’ ἀφίνῃ εἰς τὴν ἰδιόκτητον γῆν· ὅλος αὐτὸς ὁ πλοῦτος ἐκμηδενίζεται. Μεταξὺ δὲ τῶν δύω γενῶν τῶν προβάτων καὶ τῶν αἰγῶν, ποῖον εἶναι τὸ καταστρεπτικώτερον; Μοὶ λέγουν, ὅτι εἶναι τὰ πρόβατα, διότι χάριν αὐτῶν—καὶ τοῦτο λέγει καὶ ἡ ἐπιτροπὴ—καίονται τὰ δάση, καὶ μετὰ ταῦτα καὶ ἡ γῆ ἐξαντλεῖται, τὰ δὲ ποίμνια μεταβαίνουν ἀλλαχοῦ πρὸς πυρπόλησιν ἑτέρου δάσους. Ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὅτι καταστρεπτικώτεραι εἶναι αἱ αἶγες, διότι αὐταὶ δὲν ἐπιτρέπουν πλέον τὴν ἀναβλάστησιν τῶν δασῶν, κείρουσαι τοὺς πρώτους βλαστοὺς. Εὐφυέστατα ἔλεγεν Ἄγγλος τις πρὸ χρόνων ἐνταῦθα, ὅτι τὰ Ἑλληνικὰ δάση κατέστρεψαν οἱ Ἕλληνες καὶ αἱ αἶγες. Καὶ περὶ μὲν τῶν Ἑλλήνων, δύναται νὰ γείνῃ πρόνοια διὰ τοῦ νόμου περὶ δασῶν· περὶ δὲ τῶν αἰγῶν, τί ἄλλο δύναται νὰ πράξῃ ὁ νομοθέτης, ἐὰν θέλῃ νὰ δώσῃ διεύθυνσιν καὶ νουθεσίαν χρήσιμον, εἰμὴ νὰ καταστήσῃ ὀλιγώτερον ἐπικερδῆ τὴν κτῆσιν αὐτῶν; Αὐξάνει τότε ὁ ἀριθμὸς τῶν προβάτων, ἅτινα εἶναι ὠφέλιμα, ὄχι μόνον εἰς τὸν κτηνοτρόφον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ ἰδοὺ διατί. Τὰ πρόβατα εἶναι ἐπιδεκτικὰ βελτιώσεως, ἐξ ἧς αὐξάνει ἡ πρόσοδος, ἐνῷ αἱ αἶγες εἶναι ἀνεπίδεκτοι βελτιώσεως. Ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη καὶ κατ’ ἀναλογίαν τὸ ζήτημα, ἵνα ἴδωμεν ἂν, ὅπως ἐτάχθη αὐτὸς ὁ φόρος, ἦναι τοιοῦτος, ὥστε ν’ ἀδικήσῃ τοὺς κτηνοτρόφους, τοὺς κυρίους τῶν αἰγῶν, τοὺς αἰγικορεῖς Εἶπον μάλιστά τινες, πῶς ἐν τοιαύτῃ ἐποχῇ, ὅτε εἶναι γνωστὴ ἡ βλάβη, ἡ ἐπελθοῦσα ἐκ τοῦ χειμῶνος εἰς τοὺς κτηνοτρόφους, προτείνετε αὔξησιν φόρου; Ἡ πεποίθησις, ὅτι ἐπῆλθε τοιαύτη σπουδαία βλάβη, στηρίζεται εἰς τὴν βεβαίωσιν περὶ τοπικῶν ζημιῶν· ἕκαστος ἐπικαλεῖται τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἄλλου, οὐδεὶς δὲ γινώσκει τὸ σύνολον, οὐδὲ συνεβουλεύθη στατιστικοὺς πίνακας, ἐξ ὧν μόνον συνάγεται ἂν ἐπῆλθε βλάβη. Ἐξ αὐτῶν ἀποδεικνύεται τὸ ἐναντίον· ἰδοὺ τί λέγουν οἱ ἀριθμοί: κατὰ τὸ 1878 ἐδηλώθησαν πρόβατα 2,614,311, ἦτο δὲ τότε ὁ πρῶτος χρόνος τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου συστήματος τῶν δηλώσεων· κατὰ τὸ 1879 ἐδηλώθησαν 2,542,891· κατὰ τὸ 1880 2,489,080· κατὰ τὸ 1881 2,265,822· βλέπετε ἐλάττωσιν, τί συμβαίνει; Κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος 1878, ὅτε ἐφηρμόσθη τὸ σύστημα τῆς ἐνοικιάσεως ἀδηλώτων, ὑπῆρχε περισσοτέρα ἀθωότης τῶν κτηνοτρόφων καὶ ἐδήλωσαν μετὰ πλείονος εἰλικρινείας.
§53ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ εἴπητε, δὲν ἐξάγεται ἐκ τῶν πληροφοριῶν τὰς ὁποίας ἔχετε.
§54ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Περιμείνατε νὰ τελειώσω· αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔχετε ἐδῶ εἰς τὸ κεφάλι σας, ἔχω καὶ ἐγὼ εἰς τὸ κεφάλι μου. Βλέπετε λοιπὸν διαφορὰν ἐπὶ ἔλαττον εἰς τοὺς ἀριθμοὺς, καὶ θὰ μοὶ εἴπητε ἀμέσως· ἰδοὺ κατὰ τὰ τέσσαρα ἔτη παρουσιάζουν ἐλάττωσιν· ἀλλὰ τί συμβαίνει; Ἔρχονται εἰς συμπλήρωσιν τὰ ποσὰ τὰ εἰσπραττόμενα ἐκ τῶν ἀδηλώτων, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὑπάρχει αὔξησις ἀντίστροφος καθ’ ἕκαστον ἔτος. Εἰς τὰ 1878 ἐβεβαιώθησαν ἐκ τῶν δηλωθέντων δραχμαὶ 1,511,218 καὶ ἐξ ἀδηλώτων 166,424, εἰ τὰ 1879 ἐκ δηλωθέντων 1,749,916 καὶ ἐξ ἀδηλώτων 72,691, εἰς τὰ 1880 ἐκ δηλωθέντων 1,705,485 καὶ ἐξ ἀδηλώτων 69,836, εἰς δὲ τὰ 1881 ἐκ δηλωθέντων 1,599,922 καὶ ἐξ ἀδηλώτων 193,010, ἤτοι διαδοχικῶς 1,707,642, 1,822,517, 1,775,723, 1,770,932, ὥστε μεταξὺ τῶν ἐτῶν τούτων δὲν εἶναι σπουδαία ἡ διαφορά, οὐδὲ καταφαίνεται προϊοῦσα ἐλάττωσις. Ἔρχομαι εἰς τὸ 1882, διότι ἡ ἐπιτροπὴ λέγει, ὅτι ἀλλεπαλλήλως κατ’ αὐτὰ τὰ ἔτη ἐπήρχετο ἐλάττωσις εἰς τὰ ζῶα, καὶ ἀπαντῶ πρῶτον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν διὰ τῶν μνησθέντων ἀριθμῶν· ἤδη θὰ ἀπαντήσω καὶ εἰς τὸν κ. Ζηνόπουλον, διότι εἶναι ἄξιος εἰδικῆς ἀπαντήσεως, καὶ εἰς αὐτὸν ἐπεθύμουν νὰ δώσω ἀπάντησιν πλήρη, ἀλλὰ δὲν δύναμαι αὐτὴ τὴν στιγμήν, διότι δὲν συνεπληρώθησαν ὅλαι αἱ δηλώσεις· δυνάμεθα ὅμως νὰ συγκρίνωμεν ἐπαρχίας τινάς, ὧν ἔχομεν τὰ ἐξαγόμενα· ἡ διαφορὰ δὲν εἶναι ὁποία παρίσταται. Ἐξ αὐτῶν τῶν ἐπαρχιῶν κατὰ τὸ 1881 ἐδηλώθησαν ζῶα μικρὰ 2,697,165· εἰς τὰς αὐτὰς ἐπαρχίας διὰ τὸ 1882, 2,777,274· ἡ διαφορὰ εἶναι μικρά, 5%. Ἀλλὰ τὶ θὰ ἀποδειχθῇ κατόπιν ἐκ τῶν ἀδηλώτων; δὲν θὰ καλύψουν μέγα μέρος τῆς ἐπὶ ἔλαττον διαφορᾶς; Εἴς τινας ἐπαρχίας ἔχομεν καὶ πλεόνασμα· σᾶς ἀναφέρω τὴν Φθιώτιδα. Εἰς τὰ 1881 ἐδηλώθησαν 246,475, εἰς τὰ 1882, 259,957 περισσότερα 13,482.
§55ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν συνέβησαν ἐκεῖ δυστυχήματα.
§56ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μαντινείας κατὰ τὸ 1881 ἐδηλώθησαν 100,528, κατὰ τὸ 82, 106,072. Γόρτυνος 1881, 103,374, 1882, 135,429.
§57ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Καρυστίας;
§58ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἔγειναν καταστροφαὶ ἐκεῖ;
§59ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Γινώσκω τὸ ἑξῆς· ὅτι ἡ Καρυστία ἐπρομήθευεν ἀμνοὺς κατὰ τὸ Πάσχα εἰς τὴν πρωτεύουσαν, καὶ ἤδη εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητῇ ἐκ τῆς Ἀνατολῆς.
§60ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγὼ σᾶς βλέπω εὐτραφέστατον.
§61ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Διότι ζῶ ἐν Ἀθήναις.
§62ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Καρυστίας κατὰ τὸ 1881 ἔχομεν 161,455, μετὰ δὲ τὸν θάνατον τῶν ἀμνῶν κατὰ τὸ 1882 ἔχομεν 162,420.
§63ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον αἱ πληροφορίαι αὐταὶ εἶναι σωσταί.
§64ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Αὐτὰ ἐδηλώθησαν· ἐὰν ὅμως ἦσαν ὀλιγώτερα, θὰ ἐλέγετε, ὅτι τὰ ἔφαγα ἐγώ.
§65ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατί φέρετε μόνον τ’ ἀποτελέσματα αὐτῶν τῶν ἐπαρχιῶν καὶ δὲν φέρετε καὶ τῶν ἄλλων;
§66ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δυστυχῶς δὲν ἦλθον, καθημέραν ἔρχονται.
§67Ο ΑΥΤΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τῶν Θηβῶν ἔχετε; διότι αὐτὰ εἶναι πολὺ ὀλιγώτερα.
§68ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐνδέχεται νὰ ἦναι ὀλιγώτερα.
§69ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν ὅλα τὰ ἀποτελέσματα, δὲν ἔχομεν πηγὴν ἀσφαλῆ......
§70ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν γεννᾶται λοιπὸν ἐκ τῆς ἐξετάσεως αὐτῆς ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἐπῆλθε σπουδαία βλάβη εἰς τὰ ζῶα καὶ εἰς τὴν κτηνοτροφίαν. Ἐπῆλθε, δὲν τὸ ἀρνοῦμαι· ὁ χειμὼν ἦτο βαρύς· εἴδομεν ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν πάσχοντα τὰ ζῶα, ἀλλὰ δὲν ἦτο τοιαύτη ἡ φθορά, ὥστε νὰ ταράξῃ τὸν νοῦν καὶ νὰ παραστήσῃ ὅτι ἡ ἐλαχίστη αὔξησις τοῦ φόρου δύναται νὰ καταστρέψῃ, νὰ ἐξοντώσῃ αὐτὴν τὴν τάξιν ἢ δύναται νὰ παρακωλύσῃ τὴν πρόοδόν της. Σᾶς εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἄλλα καταθλιπτικώτερα βάρη κατατρύχουν τὴν κτηνοτροφίαν, ἐνῷ δι’ αὐτὰ δὲν γογγύζει. Ἰδοὺ τὶ εἶναι: εἰς τὰς ἐθνικὰς νομὰς γίνεται τοποθέτησις, καὶ ὅπου εἶναι ἐπιτηδειότεροι εἰς τὴν χρῆσιν τῶν μέσων καὶ εἰς τὰς ἐνεργείας των κατορθώνουν νὰ λαμβάνουν ἔκτασιν σπουδαίαν διὰ ποίμνιον ἐλάχιστον, οἱ δὲ ἔξω μείναντες, διὰ νὰ θρέψουν τὰ ποίμνιά των, πληρώνουν εἰς αὐτοὺς ὑπέρογκον φόρον, ὄχι πρὸς μίαν δραχμὴν κατὰ κεφαλήν, ἀλλὰ πρὸς δύω, πρὸς τρεῖς, πρὸς τέσσαρας καὶ πέντε πολλάκις. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν διὰ ποίαν αἰτίαν τὸ Κράτος νὰ μὴ λαμβάνῃ μέρος ἐλάχιστον αὐτῆς τῆς θυσίας, τὴν ὁποίαν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ δώσῃ ὁ κτηνοτρόφος, ἐφ’ ᾧ ὠφελεῖται ὁ ἰδιώτης, ὁσοδήποτε, πολλαπλασίως ἐκ τῆς ἐθνικῆς νομῆς· καὶ μάλιστα, ἐὰν ἐξετάσητε, μανθάνετε, ὅτι εἶναι ἰδιῶται, οἵτινες κατ’ ἔτος ἐπαναληπτικῶς τοποθετοῦνται εἰς τὸ αὐτὸ μέρος, καὶ ὡς ἐκ τούτου σήμερον ἔχουσι τὴν ἀξίωσιν, ὅτι εἶναι ἰδιοκτῆται τῆς γῆς, διότι παρῆλθον τριάκοντα ἔτη κατοχῆς, καὶ δὲν ἔχουν ἀνάγκην πλέον τοῦ Δημοσίου, ὡς ἔχοντες κεκτημένον δικαίωμα ἰδιοκτήτου, καὶ μὴ ἐρχόμενοι δῆθεν δικαιώματι τοποθετήσεως. Ἡ τοποθέτησις, λέγουν, εἶναι μονομερὴς πρᾶξις τῆς Ἀρχῆς, ἥτις δὲν ἀναιρεῖ τὴν ὑπάρχουσα κατοχήν. Αὐταὶ αἱ καταθλίψεις γίνονται ἐπαναληπτικῶς καὶ δὲν θέλουν ἐκλείψει, ἐὰν δὲν γείνῃ ἡ ἐκποίησις τῶν ἐθνικῶν λειβαδίων, διὰ νὰ σχηματισθῶσιν ἰδιοκτησίαι ἰδιωτικαί. Εἶναι σκέψις, ἥτις θέλει χρησιμεύσει εἰς τὸ νὰ παρασκευάσωμεν τὴν βελτίωσιν καὶ τὴν πρόοδον τῆς τάξεως τῶν κτηνοτρόφων διότι ὅταν καταστῶσιν ἰδιοκτησίαι, τότε θὰ φορολογῶνται ἀναλόγως τῆς προσόδου τῆς ἰδιοκτησίας, ἡ δὲ κτηνοτροφία ἀπαλλάσσεται τοῦ φόρου. Ὅταν ὁ κτηνοτρόφος ἦναι ἰδιοκτήτης τῆς γῆς, ἔχει καὶ στέγασμα καὶ ξηρὰν τροφὴν ἐν καιρῷ χειμῶνος, ἢ ἀνυδρίας τοῦ φθινοπώρου, δὲν περιέρχεται δὲ εἰς ἀπορίαν, διότι ἡ χλοερὰ τροφὴ ἐβράδυνεν ἢ ἐξέλιπεν, οὐδὲ κινδυνεύει νὰ βλέπῃ κατὰ δεκάδας θνήσκοντα τὰ ζῷά του, ὑπὸ τὴν πνοὴν τοῦ ψύχους, ἢ διὰ τὴν παντελῆ στέρησιν τροφῆς. Συγχρόνως ἔχει τὰ μέσα νὰ βελτιώσῃ τὸ ποίμνιόν του κατὰ τὸ Δαρβινικὸν σύστημα τῇ ἐπιλογῇ τῶν κριῶν, δι’ οὗ βελτιοῦται τὸ γένος καὶ ἐξευγενίζεται, διότι ὑπάρχουν πρόβατα, τὰ ὁποῖα καὶ κρέας πολὺ δίδουν καὶ ἔριον καλῆς ποιότητος, ἀντέχουν δὲ καὶ περισσότερον εἰς τὸ ψῦχος, καὶ ἴσως δὲν ἀπαιτοῦν καὶ τοσαύτην ἀφθονίαν τροφῆς.
§71ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ αἰγῶν δὲν ἀναφέρετε ἀριθμούς.
§72ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Λοιπὸν περὶ αἰγῶν ἀμέσως ἐπιλαμβάνομαι τοῦ λόγου. Ὁ ἀριθμὸς τῶν αἰγῶν εἶναι σχεδὸν ἴσος ἐν Ἑλλάδι ὡς ὁ τῶν προβάτων. Ἐνῷ ὁ ἀριθμὸς τῶν προβάτων ἦτο κατὰ τὸ 1878 2,614,311, τῶν αἰγῶν ἦτο 2,418,647, διαφορὰ 200,000 περίπου. Κατὰ τὸ 1879 ὁ ἀριθμὸς τῶν προβάτων ἦτο 2,542,894, τῶν αἰγῶν ἦτο 2,489,162, σχεδὸν ἡ αὐτὴ διαφορά. Κατὰ τὸ 1880 ὁ ἀριθμὸς τῶν προβάτων ἦτο 2,489,080, τῶν αἰγῶν ἦτο 2,184,711. Ἐν ἔτει 1881 πρόβατα 2,265,822, αἶγες 2,000,287, κατὰ τὸ 1882 ἐκ τῶν 24 ἐπαρχιῶν ἔχομεν τὸ σύνολον 2,477,274.
§73ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἴπατε διὰ τὰς 24 ἐπαρχίας, τὸ εἴχετε καὶ διὰ τὰς αἶγας.
§74ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ σημείωσις εἶναι ὁμοῦ.
§75ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἔχει δίκαιον ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος. Δὲν ἐχωρίσθησαν εἰσέτι τὰ γένη, ὥστε δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ εἴπω· ἴσως εἰς τὴν δευτέραν ἢ τρίτην συζήτησιν δυνηθῶ.
§76ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξ ἡμισείας εἶναι.
§77ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Βλέπομεν, ὅτι ἐκ παραλλήλου βαδίζει ἡ κτηνοτροφία προβάτων καὶ αἰγῶν. Τώρα διατί, λέγω, ὁ φόρος τῶν αἰγῶν πρὸς 50 λεπτὰ δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι δυσανάλογος ἢ ἄδικος; Τοῦτο τὸ στηρίζω εἰς ὑπολογισμούς, οἱ ὁποῖοι ἐνδέχεται νὰ ἦναι ἐσφαλμένοι, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ συντελέσῃ νὰ φωτισθῶμεν. Μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀρκετὰς καὶ θετικὰς πληροφορίας περὶ αὐτῆς τῆς τάξεως τῆς κοινωνίας, οὔτε ἐκ τῶν συζητήσεων καὶ τῶν σκέψεων βλέπω ἰδέας, τὰς ὁποίας ἤντλησαν, ὄχι σήμερον, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε ἐκ τῶν πραγμάτων. Συνήθως λέγουν, ἰδοὺ ὁ περὶ τῶν ζώων φόρος, καὶ φυσικῷ τῷ λόγῳ ἀπαντοῦν, ὅτι εἶναι πολύς, νὰ τὸν καταβιβάσωμεν 5 λεπτὰ. Τοιαῦται συζητήσεις δὲν ἔχουν σημασίαν.
§78ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε νὰ τὸν ἀναβιβάσωμεν.
§79ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Αὐτὸ ἔχει περισσοτέραν σημασίαν, διότι εἰσέρχεται χρῆμα εἰς τὸ ταμεῖον. Οἱονδήποτε ἄνθρωπον ἂν ἐρωτήσητε, ἐὰν θέλῃ φόρον, θέλει σᾶς εἴπει ὄχι· δὲν εἶναι εὐχαριστημένος, ὅσον καὶ ἂν καταβιβάσητε. Ἐὰν ὅμως τοῦ εἴπητε, ὅτι τὸν ἀπαλλάσσετε, τότε μόνον θέλει σᾶς ὀνομάσει εὐεργέτην. Ἄλλο εἶναι νὰ ἐξετάσωμεν πόση εἶναι ἡ πρόσοδος τῶν αἰγῶν. Ἀκολουθοῦντες τὰς διδομένας πληροφορίας, ἐνδέχεται νὰ εὕρωμεν θετικὴν βάσιν. Πόση εἶναι ἡ καθαρὰ πρόσοδος; Ἰδοὺ ποῖον ἀκολουθῶ ὑπολογισμόν. Αὐτὸν ἤντλησα, οὐχὶ ἐκ τῶν γραφείων, ἀλλ’ ἐκ τῶν σχέσεών μου· διότι καὶ ἐγὼ γνωρίζω κτηνοτρόφους, καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζω τσελιγκάδες καὶ ἄλλους καταγινομένους εἰς τὰ τοιαῦτα. Τούτους ἠρώτησα καὶ ἐρωτῶ, διὰ νὰ μανθάνω τὰ ἀκριβέστερα ἐξ αὐτῶν· ἰδοὺ τί ἐξάγω: ὅτι αἱ αἶγες, κατὰ μέσον ὅρον, δίδουν γάλα ἐπὶ 5 μῆνας, καὶ ἐπὶ 7 μῆνας δὲν δίδουν, ἐγκυμονοῦσαι δηλαδὴ ἐπὶ ἡμέρας 150.
§80ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ γάλακτος, τὸ ὁποῖον θηλάζουν;
§81ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι· τὸ ἀμελγόμενον γάλα κατ’ ἐλάχιστον ἐκ τῆς αἰγὸς εἶναι 50 δράμια τὴν ἡμέραν. Οὐδεὶς θέλει εἰπεῖ, ὅτι εἶναι πολύ· τοὐναντίον, εἶναι ὀλίγον· δύναται νὰ δώσῃ καὶ 60, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ λαμβάνω τὸ ἐλάχιστον. Λοιπὸν εἶναι 7,500 δράμια τοὺς πέντε μῆνας, ἤτοι ὀκάδες 18 καὶ 300 δράμια. Ὅπως οἱ τοιοῦτοι κτηνοτρόφοι ὑπολογίζουν, 12 ὀκάδες ἀποτελοῦν μίαν καρδάραν, καὶ μία καρδάρα πωλεῖται 1,70· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πωληθῇ ὀλιγώτερον. Δὲν λέγω ὑπερβολήν· τοὐναντίον, σφάλλω, διότι λαμβάνω τὸ ἐλάχιστον. Ἔχομεν καὶ ἡμίσειαν καρδάραν, ὥστε τὸ ὅλον ἔχομεν 2,55 ἐκ γάλακτος.
§82ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβέστατα.
§83ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Μὲ ὑποτίμησιν μάλιστα.
§84ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὸ γραφεῖον μοὶ δίδει μεγάλα ποσά· δὲν τὰ ἐδέχθην· ἔλαβον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μοὶ δίδουν κτηνοτρόφοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὸ συμφέρον νὰ τὰ κρύψουν. Λοιπὸν 2,55. Τώρα ἔχομεν τὸν γόνον· τοὐλάχιστον 5 δραχμάς· τόσον τὸν ὑπολογίζουν καὶ οἱ κτηνοτρόφοι· ἄρα ἔχομεν 2,55 καὶ 5= 7,55. Διὰ νὰ ἔχωμεν ἀκριβῶς, ὅσον ἔνεστι τὴν πρόσοδον, ὑπολογίζω καὶ τὸ ἔριον 5 λεπτὰ· ἔχομεν ἐν συνόλῳ 7,60. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρόσοδος.
§85ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἀποθνήσκουν;
§86ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον, εἶναι ὁ ἐλάχιστος μέσος ὅρος. Τώρα θὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι αὐτὸς ὁ γόνος ἀμέσως ἀπέθανεν ὁ ἄλλος ἐκλάπη, τὸν ἄλλον οἱ χωροφύλακες ἔφαγον, ἢ ἐπῆγεν ὁ βουλευτὴς καὶ τοῦ ἔσφαξαν διὰ νὰ τὸν εὐχαριστήσουν. Ὅλα αὐτὰ ἠμπορεῖ νὰ γίνουν, ἀλλὰ λαμβάνω τὸν μέσον ὅρον, καὶ διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι εἶναι 7,60, διότι ὑπάρχουν αἶγες, αἵτινες δίδουν καὶ 15 καὶ 20 δραχμάς. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὴν δαπάνην. Τί εἶναι ἡ δαπάνη; εἶναι διττὴ ἡ δαπάνη.
§87ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ἐβάλατε τὸ ἔριον.
§88ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὸ ἔβαλον 5 λεπτά.
§89ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶναι ἐλάχιστον.
§90ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἤθελον νὰ τὸ ὁμολογήσετε. Ἐγὼ σᾶς εἶπον ὅτι ἔβαλον τὸ ἐλάχιστον. — Τώρα τί ἔξοδα εἶναι; εἶναι διττὰ τὰ ἔξοδα· ἡ δαπάνη τῆς τροφῆς καὶ ἡ δαπάνη τῆς φυλάξεως, ἄλλη δαπάνη δὲν ὑπάρχει. Λοιπὸν δαπάνη τροφῆς. Ἡ τροφὴ εἶναι ὀλιγωτέρα τῆς τῶν προβάτων, καὶ δι’ αὐτὸ λέγω, ὅτι εἶναι δεκτὸς ὁ βαρὺς φόρος· διότι αἱ αἶγες εὑρίσκουν ἀπανταχοῦ τροφὴν, ζῶσι καὶ ὅπου δὲν ὑπάρχει χλόη, καὶ τρέφονται ἐκ παντὸς ξηροῦ θάμνου· ἰδοὺ πῶς ὑπολογίζω τὴν δαπάνην· ἀποβλέπω εἰς διδόμενα καὶ ὄχι εἰς τοὺς λόγους τοῦ δεῖνος ἢ δεῖνος. Ὡς διδόμενον λαμβάνω πόσα εἶναι τὰ ἐνοίκια ὅσα φορολογοῦνται παρὰ τῆς Ἐπικρατείας, καὶ παραβάλλω πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ζώων. Εὑρίσκω ὅτι ὁ φόρος τῶν τοιούτων ἐνοικίων εἶναι 60–80,000 κατ’ ἔτος πρὸς 500,000 ἐπὶ τοῦ ἐνοικίου λειβαδίων, δηλαδὴ ἀντιστοιχεῖ πρὸς 2,000,000 τὸ πολύ, ἀλλ’ ἐγὼ λαμβάνω 3,000,000. Αὐτὰ πληρώνουν οἱ κτηνοτρόφοι διὰ τὴν τροφήν. Καὶ ὅπου δὲν πληρόνουν ἐνοίκιον, δὲν πληρόνουν τίποτε, εὑρίσκουν ξηρὰν τροφὴν ἢ δωρεὰν εἰς τὰς κλιτύας τῶν ὀρέων. Αὐτὸ εἶναι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον παρέχει διὰ τὴν διατροφὴν ἡ κτηνοτροφία, 3,000,000. Ἐὰν δὲν θέλετε 3,000,000, λάβετε 4,000,000. Αὐτὴ εἶναι ἡ τροφὴ ἡ ἀγοραζομένη, διότι ἡ μὴ ἀγοραζομένη δὲν εἶναι δαπάνη. Λοιπὸν δίδει χρήματα διὰ τὴν διατροφὴν ἡ κτηνοτροφία τὸ πολὺ 3,500,000 ἢ 4,000,000. Πόσα εἶπον δὲ ὅτι εἶναι τὰ ζῶα; εἶναι 5,000,000· λοιπὸν δὲν ἀντιστοιχεῖ οὔτε πρὸς μίαν δραχμήν.
§91ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οἱ μὴ ἀγοράζοντες δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν.
§92ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Προσθέσατε ἄλλας τόσας. Ὅσα ἀγοράζονται συμποσοῦνται εἰς 2,000,000, ἐὰν ὑποθέσετε τὸν φόρον παράγοντα 100,000, ἀλλ’ ἡμεῖς ἔχομεν 60–0 χιλιάδας. Λοιπὸν σᾶς λέγω, ὅτι καὶ ἡ τροφὴ τῶν ἰδιοκτητῶν, συμπεριλαμβανομένη, δὲν ὑπερβαίνει τὰ 5,000,000, ὥστε ἀντιστοιχεῖ πρὸς μίαν δραχμὴν τὸ ζῶον. Μία δραχμὴ εἶναι ἡ δαπάνη δι’ ἕκαστον ζῶον, καὶ ὑπολογίσατέ το ὅπως θέλετε. Ἐρχόμεθα εἰς τὰ ἔξοδα τῆς φυλάξεως. Ἐγὼ θέτω τὰ ἔξοδα τῆς φυλάξεως ἐπίσης πρὸς μίαν ἢ μίαν καὶ ἡμίσειαν δραχμὴν τὸ ζῶον. Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν τὰς δύω ἥμισυ δραχμὰς ἐκ τῶν 7,50, ὑπολείπονται 5 δραχμαί. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀσφαλεστάτη πρόσοδος.
§93ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἐλάβατε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι διὰ νὰ λάβῃ 100 γόνους, πρέπει νὰ ἔχῃ 300 αἶγας.
§94ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Βεβαίως, ὅταν ἔχετε 300 αἶγας καὶ δὲν ἔχετε 200 γόνους παραγομένους, τότε δὲν εἶσθε καλὸς κτηνοτρόφος, ἀλλὰ εἶσθε ἄνθρωπος τῆς πολυτελείας. Κατὰ μέσον ὅρον, διὰ συμψηφισμοῦ τοῦ πλέον καὶ ἔλαττον, 5 δραχμαὶ εἶναι ἡ καθαρὰ πρόσοδος. Τί θέλετε νὰ ἦναι ὁ φόρος ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου; Ἐὰν λάβητε τὴν ἀκαθάριστον, δὲν πρέπει νὰ ἦναι βαρὺς, ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου ὅμως ὁ ἐπιστημονικὸς ὅρος εἶναι 20%. Αὐτὸν καθιέρωσεν ἡ Γαλλικὴ ἐπανάστασις, οἱ σοφοὶ ἄνδρες τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως ἐν τῇ Συντακτικῇ Συνελεύσει, ὅτι ὁ ἀληθὴς ὅρος τοῦ φόρου εἶναι μέχρις 20% ἐν γένει, καὶ ἐπ’ αὐτῇ τῇ βάσει ἐκανονίσθη ὁ ἔγγειος φόρος ἐν Γαλλίᾳ, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ 20% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου.
§95ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Τοιοῦτον φόρον νὰ βάλετε καὶ εἰς τὴν Τράπεζαν.
§96ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μάλιστα. Τὸ 20% εἶναι ὁ ὅρος ὁ ἐπιστημονικός. Τί δὲ προτείνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου; 50 λεπτὰ ἄρα 10%. Λοιπὸν ποῦ εἶναι ἡ ἀδικία; ἐξηγήσατέ το. Νομίζετε, ὅτι εἶναι φόρος ἄδικος τὸ 10% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου; Βλέπετε, εἰς τὰς οἰκοδομὰς λαμβάνομεν 5%, ἀλλὰ ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, ἐνῷ ἂν λάβετε ἐπὶ τῆς καθαρᾶς, διπλασιάζεται. Ἀλλὰ σᾶς εἶπον 20%; Μέχρι τίνος ἔφθασαν εἰς τὴν Ἰταλίαν; ἔφθασαν εἰς 35% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς. Αὐτοὶ εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ὑπολογίσουν τὴν καθαρὰν πρόσοδον, καὶ διὰ τοῦτο ἡ βάσις εἶναι πάντοτε ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, καὶ ὅταν λέγουν 35 τοῖς ἑκατὸν, ἐννοοῦν ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, καὶ ὄχι ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου. Δὲν εἶναι λοιπὸν κατάθλιψις ἡ αὔξησις τοῦ φόρου. Δὲν προβαίνω νὰ ἐξετάσω καὶ περὶ προβάτων ποία εἶναι ἡ καθαρὰ πρόσοδος. Δὲν ἠκούσθησαν τὰ βληχήματα τῶν προβάτων ἕως ἐδῶ, ὡς ἠκούσθησαν τῶν αἰγῶν, ἀλλὰ καὶ περὶ αἰγῶν δὲν δύνανται νὰ δυσαρεστηθῶσιν οἱ Θεσσαλοὶ καὶ οἱ Ἠπειρῶται. Πῶς θὰ δυσαρεστηθῶσιν αὐτοί, οἵτινες ἀπέδιδον πολὺ βαρύτερον φόρον; Διὰ τὰ μικρὰ ζῶα ἀπέδιδον γρόσια 4 κατὰ κεφαλήν, δηλ. ἀνὰ μίαν δραχμήν· τὸ διπλάσιον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν διὰ τὰς αἶγας. Εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρίσκουν, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς αὐτοὺς ὑπέρογκον βάρος; Βεβαίως οἱ Θεσσαλοὶ πρέπει νὰ ἦναι λίαν εὐχαριστημένοι, ὄχι μὲ τὰ 50 λεπτά, ἀλλὰ καὶ μὲ τὰ 70. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀκούσητε εἰς τὴν πολύμηλον Θεσσαλίαν καὶ εἰς τὴν εὔανδρον Ἤπειρον, ὅτι ὁ φόρος εἶναι δυσανάλογος. Δυσανάλογος ἐφάνη ἐνταῦθα ἐκ τῆς πρώτης ἐντυπώσεως, διότι ἦλθε περὶ αὐτοῦ ἡ συζήτησις ἐκ τῶν πρώτων, διότι συνήθως αἱ πρῶται ἐντυπώσεις ταράττουν ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ ἄλλως. Τώρα εἶναι ἡ ἐποχὴ τῆς δηλώσεως τῶν ζώων καὶ τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου, καὶ εἶναι τὸ πρῶτον εἰσπραττόμενον ἔσοδον τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο ἡ ἀρχὴ γίνεται ἐκ τοῦ φόρου τῶν ζώων. Ἂν τὸ παρὸν Ὑπουργεῖον προτείνῃ αὔξησιν, φρονεῖτε ὅτι ἄλλο Ὑπουργεῖον δὲν ἤθελε πράξει τὸ αὐτό; Ἐκτὸς ἐὰν ἤθελεν εἴπει: ἂς ἀφήσωμεν τὰ πράγματα νὰ βαδίζωσιν ὅπως βαδίζουσι· μὴ μεριμνᾶτε διὰ τὴν αὔριον, ὅπως τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ. Ἐξέθεσα ταῦτα, διότι πρὸ πολλοῦ ἐπεθύμουν νὰ γείνῃ σοβαρὰ συζήτησις τοῦ πράγματος, συζήτησις ἀναλυτική, ἥτις ἴσως συντελέσει εἰς τὸ νὰ γνωρίσωμεν ἀκριβέστερον τὴν κοινωνίαν, ὁποία ὑπάρχει, καὶ νὰ γνωρίσῃ καὶ ἡ κοινωνία ποῦ εὑρίσκεται, καὶ γνωρίσῃ καὶ αὐτὸς ὁ φορολογούμενος ποῖαι εἶναι αἱ σκέψεις περὶ αὐτοῦ, οὐδὲ ὅτι ἐπεκράτησεν ἀδιαφορία ἢ ὅτι ἁπλῶς σκεπτόμεθα νὰ εὕρωμεν χρήματα ὁπωσδήποτε καὶ διὰ πιέσεως. Τὸ βάρος πρέπει νὰ καταστῇ ἴσον, καὶ διὰ νὰ καταστῇ ἴσον, πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἀνάλογος αὔξησις καὶ νὰ εὑρεθοῦν νέοι πόροι. Αὐτὴ ἡ συζήτησις, κατ’ ἐμέ, εἶναι προπαρασκευαστικὴ πρὸς περαιτέρω σκέψεις, πρὸς ἀνεύρεσιν πόρων, οἵτινες πράγματι ὑπάρχουν παρ’ ἡμῖν, καὶ διὰ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ ἐπανορθώσωμεν τὴν διαταραχθεῖσαν ἰσοῤῥοπίαν· καὶ οὐ μόνον νὰ ἐπανορθώσωμεν τὴν διαταραχθεῖσαν ἰσοῤῥοπίαν, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀνυψώσωμεν τὸ φρόνημα ἐν ἡμῖν, καὶ ἐν ἐκείνοις, οἵτινες ἀτενίζουν πρὸς ἡμᾶς, διὰ νὰ ἐμποιήσωμεν εἰς αὐτοὺς τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ πράξῃ τι γενναῖον, ὅταν τὸ καλέσῃ ἡ περίστασις. Προπαρασκευάσας τοιαύτην συζήτησιν, θέλω τὴν παρακολουθήσει μετὰ πολλῆς προσοχῆς, καὶ θέλω ἐξετάζει καὶ ἐγὼ, ἐὰν βασανιζόμεναι αἱ παραστάσεις, τὰς ὁποίας ἔφερον ἐνώπιόν σας, ἀποδεικνύωνται ὀρθαὶ ἢ ἐσφαλμέναι· καὶ ὑποθέτω, ὅτι ἕκαστος ἡμῶν θέλει πράξει ἐκθύμως τὸ καθῆκον.
§97Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ παραιτήσῃ δι’ ὀλίγας ὥρας τὴν μέριμναν περὶ τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς παρασκευῆς τοῦ Κράτους, διότι, σᾶς βεβαιῶ, δὲν εὑρίσκω λόγον, ὁ ὁποῖος νὰ μὲ πείθῃ, ὅτι, ψηφίζοντες τὸν νόμον περὶ φόρου τῶν ζώων σήμερον, ὀφείλομεν καὶ ἐπὶ τούτου νὰ ἀναμίξωμεν τὴν στρατιωτικὴν καὶ ναυτικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας. Ἀρκετὰ ἐμεριμνήσαμεν πέρυσι διὰ τὴν στρατιωτικὴν καὶ ναυτικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας, καὶ ἐπὶ ἱκανὸν ἐκαρπώθημεν τὰς θυσίας, τὰς ὁποίας κατέβαλε τὸ Κράτος. Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται νὰ κανονίσωμεν σήμερον τὴν φορολογίαν τοῦ ἔτους τούτου, τὸ ὁποῖον ἦλθε μετὰ τὴν τοιαύτην ἔκβασιν τῶν μεριμνῶν μας ἐκείνων, εἶναι καλὸν νὰ ἀφήσωμεν πλέον αὐτὰς τὰς αἰτιολογίας. Οὐδ’ ἁρμόζουσι, κύριοι, τοιαῦται αἰτιολογίαι εἰς σπουδαίαν συζήτησιν τοῦ Κοινοβουλίου, οὐδὲ εἰς σπουδαίους ἄνδρας σπουδαίαν ἐπιτετραμμένους ἐντολήν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τί ζητεῖται; Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ζητεῖται αὔξησις φόρου 5 λεπτῶν κατὰ κεφαλὴν ἑκάστου προβάτου, 25 λεπτῶν κατὰ κεφαλὴν ἑκάστης αἰγός· ζητεῖται προσέτι αὔξησις φόρου 30 λεπτῶν κατὰ κεφαλὴν ἑκάστου μεγάλου ζώου, καὶ 80 λεπτῶν κατὰ κεφαλὴν ἑκάστου χοίρου. Ἂς ἐξετάσωμεν λοιπὸν, πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν φόρων τούτων; Αὐτὸ εἶναι τὸ κύριον ζήτημα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποστηρίζων τὸ νομοσχέδιον καὶ θέλων νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν νὰ ἀποδεχθῇ τὴν αὔξησιν τῶν φόρων τούτων, ἀνεκοίνωσεν εἰς αὐτὴν διαφόρους λόγους, οἵτινες ἔπεισαν αὐτὸν νὰ ὑποβάλῃ τὴν πρότασιν ταύτην εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ πρῶτος λόγος ἦτο, κατὰ τὸν κ. ὑπουργὸν, ἡ ἀνάγκη τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὰ μεγάλα ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα ὁ προϋπολογισμὸς περιέχει. Ὁ δεύτερος λόγος ἦτο ἡ καταστροφὴ τοῦ συστήματος τῆς κτηνοτροφίας, τῆς ὑπαρχούσης ἐν Ἑλλάδι, πρὸς τὸν σκοπὸν καὶ μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ ἀντικαταστήσωμεν αὐτὸ διὰ κτηνοτροφίας τοιαύτης, ὁποία ὑπάρχει καὶ λειτουργεῖ ἐν ταῖς ἄλλαις χώραις, ταῖς πρὸ ἡμῶν εἰσαχθείσαις εἰς τὸν πολιτισμόν. Ὁ τρίτος λόγος ἦτο, ὅτι ὁ προτεινόμενος φόρος δὲν εἶναι βαρύς· ἐξ ἐναντίας, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εὑρίσκει αὐτὸν μέτριον, καὶ τὸν εὑρίσκει τοσοῦτον μέτριον, ὥστε, κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ προτεινόμενος φόρος δὲν ἀντιστοιχεῖ οὐδὲ πρὸς τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ εὐλόγως ἔπρεπε νὰ ἐπιβάλῃ ἐπὶ τῆς ἐν Ἑλλάδι κτηνοτροφίας. Πρὸ παντὸς νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐρευνήσωμεν τὸ τελευταῖον ζήτημα: ἂν ὁ προτεινόμενος φόρος δὲν ἦναι βαρὺς, ἂν ὁ φόρος μάλιστα ἦναι τοσούτῳ μέτριος, ὥστε ἠδύναντο νὰ παραπονεθῶσιν αἱ ἄλλαι φορολογούμεναι τάξεις, ὅτι ἐκεῖναι ἐπιβαρύνονται περισσότερον ἀπὸ ὅσον βαρύνεται ἡ τάξις τῶν κτηνοτρόφων. Νομίζω μάλιστα, ὅτι θέλομεν ἀπαλλαγῆ τῆς ἀνάγκης νὰ ἐρευνήσωμεν τοὺς ἄλλους δύω λόγους, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προέβαλεν, ἂν πεισθῶμεν, ὅτι, ἀσκοῦντες εὐλόγως τὴν φορολογικὴν ἡμῶν ἐξουσίαν, δὲν ἐπιβαρύνομεν τὴν κτηνοτροφίαν. Δὲν πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τότε, ἂν οὕτω φορολογοῦντες συμπληρῶμεν κατὰ τύχην καὶ τὰ κενὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι οὕτω φορολογοῦντες πράττομεν ὅ,τι ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν, τὸ σύνηθες, τὸ τακτικὸν ἔργον ἡμῶν. Διὰ τοῦτο τὸ πρωτεῦον ζήτημα ἦναι νὰ ἐρευνηθῇ ἂν ἡ προτεινομένη αὔξησις τοῦ φόρου ἦναι εὔλογος, ἂν ὁ φόρος τόσον, ὅσος ἐπιβάλλεται, δὲν εἶναι βαρύς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεκοίνωσεν εἰς ἡμᾶς στατιστικάς τινας πληροφορίας, αἵτινες τὸν ὡδήγησαν νὰ ἀνεύρῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν μικρῶν ζώων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἐν Ἑλλάδι. Καὶ ἐγὼ ἔχω παραπλησίας στατιστικὰς πληροφορίας. Αἱ πληροφορίαι μου ἔχουσι καὶ αὐταὶ ἐπίσημον πηγήν, τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργεῖον, ἀνήκουσιν ὅμως εἰς χρόνον ἀπώτερον ἀπὸ ἐκεῖνον, εἰς ὃν ἀνήκουσιν αἱ πληροφορίαι τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Αἱ στατιστικαὶ πληροφορίαι μου παριστῶσι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Νόμου περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων κατὰ τὸ 1870. Ἀλλὰ πρὸ τοῦ νὰ προσφύγω εἰς τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα καὶ χρησιμοποιήσω αὐτὰ, ἔχω τὸ ἑξῆς ἀναντίῤῥητον φορολογικὸν ἀποτέλεσμα. Μέχρι τοῦ 1874 ὁ φόρος ἐπὶ τῶν μικρῶν ζώων συνίστατο εἰς λεπτὰ 30· κατὰ τὸ 1875 ὁ φόρος περιωρίσθη εἰς 25 λεπτά. Πόση ὑπῆρξεν ἡ ἐλάττωσις τῆς προσόδου τοῦ Δημοσίου ἐκ τῆς ἐλαττώσεως κατὰ 5 λεπτὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν μικρῶν ζώων; Ἐὰν ἔχω ἐκ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων τὴν πληροφορίαν περὶ τῆς προσόδου ταύτης, ἠμπορῶ νὰ εὕρω ἀλανθάστως πόσα μικρὰ ζῶα ὑπάρχουσιν ἐν Ἑλλάδι. Τὰ ἀποτελέσματα τῶν προσωρινῶν ἀπολογισμῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνεκοινώθησαν εἰς τὴν Βουλήν, μοὶ μεταδίδουσι τὴν πληροφορίαν ταύτην. Κατὰ τὸ 1871 εἶχον εἰσπραχθῆ ἐκ τοῦ φόρου τῶν 30 λεπτῶν ἐπὶ τῶν μικρῶν ζώων δραχ. 1,373, 774· κατὰ τὸ 1872 εἶχον εἰσπραχθῆ δραχ. 1,419,092· κατὰ τὸ 1873 εἶχον εἰσπραχθῆ δραχ. 1,367,485. κατὰ τὸ 1874 εἶχον εἰσπραχθῆ δραχ. 1,460,000. Ὁ μέσος ὄρος τοῦ εἰσπραχθέντος ἐσόδου κατὰ τὰ τέσσαρα ταῦτα ἔτη εἶναι, 1,405,087. Ἀλλὰ μετὰ τὸ 1875, ὅτε ἠλαττώθη ὁ φόρος ἀπὸ 30 εἰς 25 λεπτά, ἤτοι κατὰ τὸ 1876, εἰσεπράχθησαν 1,087,000· κατὰ δὲ τὸ 1877 εἰσεπράχθησαν 1,110,805. Ὁ μέσος ὄρος τοῦ εἰσπραχθέντος ἐσόδου κατὰ τὰ δύω ταῦτα ἔτη εἶναι δραχμαὶ 1,098,000. Τὸ ποσὸν λοιπόν, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐμειώθη ἡ πρόσοδος ἡμῶν μεταξὺ τῶν 30 καὶ 25 λεπτῶν, συνίσταται εἰς 307,087. Ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἐσόδου κατὰ δραχ. 307,087, διότι ἠλαττώθη ὁ φόρος κατὰ 5 λεπτά, πόσα δεικνύει, ὅτι ὑπῆρχον τὰ μικρὰ ζῶα; Δεικνύει 6,141,700. Ἀλλὰ δὲν θέλετε νὰ τὸν εὕρωμεν δι’ αὐτῆς τῆς μεθόδου;
§98ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Περιλαμβάνετε μέσα καὶ τῶν μεγάλων ζώων, διότι λέγετε πρὸς 5 λεπτά.
§99ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς ἔχω καὶ τὰ μεγάλα ζῶα. Δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν μικρῶν ζώων καὶ κατ’ ἄλλην μέθοδον. Μέχρι τοῦ 1877, ὅτε ὁ νόμος ἐπέτρεψε νὰ ἐνοικιάζωνται τὰ ὑπὸ τῶν κτηνοτρόφων μὴ δηλούμενα ζῶα, τὸ Κράτος εἰσέπραττε, ὡς σᾶς εἶπον, κατὰ μέσον ὅρον 1,098,000. Κατὰ τὸ 1878 ὅμως, ἀφοῦ ἐνοικιάσθη καὶ ὁ φόρος τῶν ἀδηλώτων, εἰσέπραξε δραχμὰς 1,609,100:66. Κατὰ τὸ 1879 εἰσέπραξε δραχμὰς 1,631,146: 91. Κατὰ τὸ 1880 εἰσέπραξε δραχμὰς 1,627,241:89. Δὲν ἔχω δυστυχῶς τὰς κατὰ τὸ 1881 πραγματοποιηθείσας εἰσπράξεις· ἀλλὰ διὰ τὴν παράλειψιν ταύτην περισσότερον πταίει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἢ ἐγώ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν εἰσήγαγε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, διὰ τῆς ἐκθέσεως, δι’ ἧς συνώδευσεν αὐτόν, ἐπληροφόρησε τὴν Βουλήν, ὅτι συνυποβάλλει συγχρόνως εἰς τὴν Βουλὴν τὸν συγκεφαλαιωτικὸν πίνακα τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1880, προσέτι τὸν συγκεφαλαιωτικὸν πίνακα τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ ἔτους 1881, μέχρι τῆς πρώτης Ἰανουαρίου 1882. Ἀνεφύλλισα ὅμως τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ τὸν πίνακα τοῦτον οὐδαμοῦ εὗρον.
§100ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν ἐτυπώθη.
§101ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἠξεύρω πῶς παρελείφθη νὰ εἰσαχθῇ, ἐνῷ ἐμνημονεύθη ὅτι εἰσήχθη, ἢ πῶς δὲν ἐτυπώθη ὁ πίναξ οὗτος, ἀφοῦ ἐτυπώθησαν πάντες οἱ ἄλλοι πίνακες τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐνῷ μάλιστα ἐπιβάλλεται καὶ ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ ἡ εἰς τὴν Βουλὴν εἰσαγωγὴ τοῦ πίνακος τούτου, καὶ ῥητῶς διατάσσεται, ὅτι ἐντὸς τῶν πρώτων τριῶν μηνῶν τοῦ ἔτους πρέπει νὰ ὑποβάλληται εἰς τὴν Βουλήν. Λοιπὸν ἡ διαφορὰ τῶν 1,098,000, τὰς ὁποίας εἰσεπράττομεν παρὰ τῆς τάξεως τῶν κτηνοτρόφων πρὶν ἢ ἐπιτραπῇ ἡ ἐνοικίασις πρὸς τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 1,622,496, τὸ ὁποῖον εἰσεπράξαμεν κατὰ μέσον ὅρον, ἀφοῦ ἐνομοθετήθη νὰ ἐνοικιάζηται ὁ φόρος τῶν ἀδηλώτων ζώων, εἶναι δραχ. 524,496. Αἱ δραχ. 521,496, ἐὰν ὑπολογισθῶσιν ὡς ἔσοδον ἐκ τοῦ φόρου, συνισταμένου εἰς 25 λεπτὰ καθ’ ἕκαστον μικρὸν ζῶον, θέλομεν εὕρει, ὅτι ἐφορολογήθησαν ὡς μὴ δηλωθέντα 2,097,984 μικρὰ ζῶα. Ἂν προστεθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὰ κατὰ τὰς δηλώσεις τοῦ 1870 καὶ κατὰ τὰ ἐπίσημα πρωτόκολλα τῶν ἀπαριθμήσεων ἀνευρεθέντα μικρὰ ζῶα, ἀναβαίνοντα εἰς 3,999,321, θέλομεν ἀνεύρει ἀριθμὸν ὁλικὸν μικρῶν ζώων 6,097,305. Ἐὰν λοιπὸν λάβωμεν ὡς ἀποδεδειγμένον, ὅτι εἰς 6,000,000 ἀναβαίνουσι τὰ μικρὰ ζῶα, τότε ἡ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προβάλλει, δὲν εἶναι 3,400,000 δρ. ὅσας προϋπελόγησε διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ ποσὸν πολὺ μεγαλείτερον. Καὶ ἀληθῶς, ἐὰν ὑπολογήσω, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν προβάτων εἶναι μεγαλείτερος τοῦ ἀριθμοῦ τῶν αἰγῶν, καὶ ὑπολογίσω αὐτόν, χαριζόμενος εἰς τὸν κ. ὑπουργόν, οὐχὶ ὡς ἐκεῖνος ὑπελόγισεν αὐτόν, ἤτοι κατὰ τι μικρότερον τὸν ἀριθμὸν τῶν αἰγῶν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν προβάτων, καὶ παραδεχθῶ, ὅτι ἐκ τῶν 6,000,000 τῶν μικρῶν ζώων, αἱ αἶγες ἀνέρχονται μόνον εἰς 2,500,000, τὰ δὲ πρόβατα εἰς 3,500,000, τότε θέλομεν ἔχει ἔσοδον ἐκ τοῦ φόρου ἀπὸ μὲν τῶν προβάτων, πρὸς 30 λεπτά, δραχ. 1,500,000, ἀπὸ δὲ τῶν αἰγῶν, πρὸς 50 λεπτά, δραχ. 1,250,000. Ἀλλ’ εἰς ταῦτα πρέπει νὰ προσθέσωμεν καὶ ὅσα θέλομεν εἰσπράξει ἀπὸ τὰ μεγάλα ζῶα. Ὑποθέτω μάλιστα ἐξ ἐπιεικείας, ὅτι οὐδεμίαν ἔλαβον ταῦτα αὔξησιν ἀπὸ τοῦ 1870, ἀλλ’ εἶναι τοσαῦτα ὅσα παριστᾷ αὐτὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν δηλώσεων καὶ τῶν ἀπαριθμήσεων κατὰ τὸ 1870, μολονότι ἔκτοτε ὄχι μόνον ὑπῆρξαν οἱ φυσικοὶ λόγοι τῆς αὐξήσεως τῶν μεγάλων ζώων, ἀλλὰ ὑπῆρξαν καὶ ἔκτακτοι λόγοι, διότι εἰσήχθησαν πλῆθος ἡμιόνων καὶ ἵππων, ὧν οἱ πλεῖστοι ἠγοράσθησαν κατόπιν παρὰ τῶν ἰδιωτῶν. Ἀλλ’ ἂν ὑπολογίσωμεν ὅτι εἶναι τόσα τὰ μεγάλα ζῶα, ὅσα ἦσαν κατὰ τὰ 1870, πρέπει νὰ προσθέσωμεν ἀκόμη εἰς τὸ ἔσοδον ἀπὸ 117,749 μεγάλα ζῶα, πρὸς δραχμὴν μίαν καὶ 50 λεπτὰ ἕκαστον, δρ. 221,623, καὶ ἀπὸ 62,572 ὄνους, πρὸς λεπτὰ 70 ἕκαστον, δραχ. 43,800:40. Ἐὰν δὲ εἰς ταῦτα προσθέσωμεν καὶ τὸν φόρον τῶν χοίρων, καὶ ὑποθέσωμεν ἐπίσης, ὅτι καὶ ἐφέτος ὁ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν εἶναι τόσος, ὅσος ἦτο κατὰ τὸ 1870, δηλαδὴ 47,702, ἔχομεν ἀκόμη δραχμὰς 95,404, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ προσθέσωμεν εἰς τὴν πιθανὴν πρόσοδον. Οὕτω δὲ τότε ὅλον τὸ ἔσοδον, τὸ ὁποῖον θέλομεν εἰσπράξει ὡς φόρον ἀπὸ τὴν κτηνοτροφίαν, ἐὰν γένηται δεκτὸν τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, τὸ ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. ὑπουργοῦ προβάλλει, ἀνέρχεται εἰς δραχ. 3,110,831, μὴ συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ φόρου τῶν ζώων τῶν νέων ἐπαρχιῶν, περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ ὁποίου δὲν δύναμαι νὰ προβάλω ἀντίῤῥησιν, διότι δὲν ἔχω στατιστικήν τινα διὰ νὰ κρίνω ἐὰν καλῶς ὑπελόγισε τὸ ἐξ αὐτοῦ ἔσοδον ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ περιέλαβεν ὁ κ. ὑπουργὸς πρόσοδον ἐκ τοῦ φόρου τῶν ζώων ἐκ τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν δραχμὰς 2,700,000, ἐνῷ, ὡς ἀνωτέρω ὑπελόγισα αὐτὸν κατὰ μετριωτάτους ὅρους, τὸ ἐξ αὐτοῦ πιθανὸν ἔσοδον ἀνέρχεται εἰς 3,118,831. Τὸ ποσὸν λοιπὸν τῶν 3,110,831, τὸ ὁποῖον θέλομεν ζητήσει ἀπὸ τὴν κτηνοτροφίαν, εἶναι παροχὴ εὔλογος καὶ ἀνάλογος πρὸς τὰς προσόδους αὐτῆς; Ὡς εἶπον εἰς ὑμᾶς, κατὰ τὰ ἔτη 1871, 1872, 1873 καὶ 1874, ὁ φόρος συνίστατο εἰς 30 λεπτὰ κατὰ κεφαλὴν διὰ τὰ μικρὰ ζῶα. Ἀλλ’ ὑπῆρξαν φωναὶ μεγάλαι· ἡ κτηνοτροφία παρεπονεῖτο, ὅτι ἐπεβαρύνετο περισσότερον ἀπὸ τὰς ἄλλας τάξεις, καὶ ὅτι αὐτὴ ἠδικεῖτο, διότι ἡ φορολογία αὐτῆς δὲν εἶχε τὸν αὐτὸν λόγον πρὸς τὴν πρόσοδον, τὴν ὁποίαν εἶχεν, οἷον λόγον εἶχεν ἡ φορολογία τῶν ἄλλων παραγωγικῶν τάξεων πρὸς τὰς προσόδους, τὰς ὁποίας ἐκεῖναι παρῆγον. Ἀλλ’ ἡ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου, τὴν ὁποίαν εἰσεπράττομεν τότε ἐκ τοῦ φόρου τούτου, ἀνήρχετο, ὡς σᾶς εἶπον, κατὰ μέσον ὅρον εἰς 1,405,000. Τὸ ποσὸν τοῦτο ποῖον ποσοστὸν πρέπει νὰ θεωρηθῇ τῆς προσόδου τῆς κτηνοτροφίας; Ἐγὼ δὲν εἶμαι τόσον αὐστηρὸς, ὅσον ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὡς πρὸς τὸ ποσοστὸν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀποτελῇ ὁ φόρος ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι τὴν καθαρὰν πρόσοδον δύνασθε νὰ τὴν φορολογήσητε πρὸς 20%, καὶ ὅτι ἐν Ἑλλάδι, ὅπου ἰδίως εὑρισκόμεθα εἰς ἐκτάκτους οἰκονομικὰς περιστάσεις, δυνάμεθα νὰ ἀπαιτήσωμεν, ἵνα πᾶσα παραγωγὴ παρέχῃ 20% ἀπὸ τὴν καθαρὰν πρόσοδον. Ἂν ἐξετάσωμεν ὅλους τοὺς φόρους, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὸ ἐν τῷ Κράτει φορολογικὸν σύστημα, καὶ ἂν πεισθῶμεν ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιβάλωμεν ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου φόρον 20%, βεβαίως αἱ φορολογούμεναι τάξεις πρέπει νὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὴν μεγάλην ταύτην ἀνάγκην. Ἀλλὰ θέλει εἶσθαι μεγίστη ἀνωμαλία, ἥτις δὲν ἀπολήγει μόνον εἰς καταστροφὴν μιᾶς παραγωγικῆς τάξεως, ἀλλ’ ἀπολήγει εἰς συντάραξιν τῆς ἐν τῇ Πολιτείᾳ ὑπαρχούσης οἰκονομικῆς καταστάσεως, ἐὰν τὴν μίαν τάξιν φορολογῶμεν μὲ 20% καὶ τὴν ἄλλην μὲ 5 ἢ 10%. Σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν εἶμαι τόσον αὐστηρὸς ὡς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ δέχομαι νὰ ἀποδεχθῶμεν ποσὸν φόρου, τὸ ὁποῖον νὰ ἀναλογῇ πρὸς τὴν καθαρὰν πρόσοδον ὡς ἑπτὰ μόνον πρὸς ἑκατόν. Ἐὰν λοιπὸν λάβωμεν τὸν ὅρον 7%, εὑρίσκομεν, ὅτι μέχρι τοῦ 1874, ὅτε εἰσεπράττομεν 1,405,000, τὸ Κράτος ὑπελόγιζεν, ὅτι ἡ κτηνοτροφία ἐν Ἑλλάδι παρῆγε καθαρὰν πρόσοδον δραχμὰς 20,000,000, καὶ ἐφορολογοῦμεν τὰ 20,000,000 πρὸς 7% καὶ εἰσεπράττομεν 1,405,000. Καὶ ἐνῷ τοιοῦτον ὑπολογισμὸν ἐποίει ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία, ἡ κτηνοτροφία παρεπονεῖτο, ὅτι ἦτο βαρὺς ὁ φόρος, καὶ ἡ Βουλὴ ἦλθεν ἐπίκουρος, καὶ ἠλάττωσε τὸν φόρον ἀπὸ 30 εἰς 25 λεπτά. Ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία λοιπὸν ἀπεδέχθη τότε, ὅτι ἡ κτηνοτροφία ἐν Ἑλλάδι δὲν παρῆγε πρόσοδον 20,000,000· ἐξ ἐναντίας, ἐπίστευεν, ὅτι παρῆγεν ὀλιγωτέραν τῶν 20,000,000, καὶ διότι εἶχε τοιοῦτον φρόνημα, ἦλθεν ἐπίκουρος εἰς αὐτήν. Τί εἰσέπραξε τὸ δημόσιον ταμεῖον κατὰ τὰ ἔτη 1876 καὶ 1877 ἀπὸ τὸν φόρον τῶν 25 λεπτῶν κατὰ κεφαλὴν τῶν μικρῶν ζώων; δραχ. 1,098,000. Τὸ ποσὸν τοῦτο πρὸς 7% ὑποθέτει πρόσοδον τῆς κτηνοτροφίας 15,500,000. Ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία λοιπὸν ἀνεγνώρισεν, ὅτι τὰ 20,000,000, τὰ ὁποῖα ὑπέθεσεν, ὅτι παρῆγεν ἡ κτηνοτροφία, ὑπελογίσθησαν κατὰ πλάνην, καὶ ἀπεδέξατο ὡς ἀληθῆ καθαρὰν πρόσοδον τῆς κτηνοτροφίας τὰ 15,500,000. Ἀλλὰ ποῖον ὑπολογισμὸν νομίζετε, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔκαμε περὶ τῆς ἐτησίας προσόδου τῆς κτηνοτροφίας, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐπείσθη, ὅτι πρέπει νὰ αὐξήσῃ τὸν φόρον, καὶ ὅτι δικαιοῦται ν’ αὐξήσῃ τὸ ἔξοδον τοῦ Κράτους ἀπὸ δραχ. 1,098,000 εἰς 3,110,831; Ὑπολογίσατε τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 3,110,831, τὸ ὁποῖον πιθανῶς θέλει εἰσπράξει τὸ Κράτος ἀπὸ τὸν φόρον τοῦ κ. ὑπουργοῦ ὡς ποσοστὸν 7% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, καὶ θέλετε εὑρεῖ, ὅτι ὑπελόγισε τὴν καθαρὰν πρόσοδον τῆς κτηνοτροφίας εἰς 44,000,000 δραχμῶν!
§102ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Καὶ περισσότερον.
§103ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν πείθομαι κυρίως, ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ἡ κτηνοτροφία ἐν Ἑλλάδι παράγει πρόσοδον τοσοῦτον μεγάλην, δὲν πείθομαι, ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος εἶναι ἀληθής. Ἤκουσα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἐπορίσθη ἐκ πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας παρὰ κτηνοτρόφων ἐζήτησε καὶ ἔλαβε, καὶ ὅτι κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦτον ἑκάστη αἲξ δίδει πρόσοδον ἐτησίαν 5,60, ὅτι ἡ δαπάνη πρὸς νομὴν καὶ φύλαξιν τῶν αἰγῶν εἶναι τοσοῦτον μικρὰ, ὥστε ἡ ὑπολειπομένη ἐξ ἑκάστης αἰγὸς πρόσοδος εἶναι τοσαύτη, ὥστε τὸ Κράτος εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβάλῃ εἰς ἕκαστον μικρὸν ζῶον φόρον 70 καὶ 80 λεπτά. Δὲν ἔχω σχέσεις μετὰ κτηνοτρόφων, ὡς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ δὲν δύναμαι νὰ σᾶς μεταδώσω παραπλήσια φῶτα. Ἔχω ὅμως μικρὰν ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ τοιαῦτα φῶτα τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ μ’ ὅλον, ὅτι δύναμαι ἐκ τοῦ προχείρου νὰ προβάλω ἀντιῤῥήσεις κατὰ τοῦ ὑπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔκαμεν, αἱ ὁποῖαι πιθανῶς ἤθελον κλονίσει καὶ τὴν ὑμετέραν πεποίθησιν, μ’ ὅλα ταῦτα ἀρκοῦμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι δὲν διακινδυνεύετε παραδεχόμενοι τὰς γνωμοδοτήσεις τοῦ κ. Καλλιγᾶ ὡς νομομαθοῦς, ἀλλ’ ὅτι θέλετε ἀπομακρυνθῆ ἐντελῶς τῆς ἀληθείας, ἐὰν ἀκούσητε τὰς γνώμας τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὡς ἐμπείρου περὶ τὴν κτηνοτροφίαν. Τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ νομοσχεδίου προβάλλεται, διὰ τοὺς λόγους τούτους εἶναι βαρύ. Τὸ θεωρῶ μάλιστα βαρύτατον, καὶ εὔχομαι, ἔχω καθῆκον μάλιστα νὰ σᾶς συστήσω νὰ μὴ ἀπομακρυνθῆτε, τό γε νῦν ἔχον, ἀπὸ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ἡ φορολογία τοῦ 1881 εἶχε παραδεχθῆ, κατὰ τὸν κανονισμὸν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων. Ἂν ὁ προϋπολογισμὸς ἦναι ἑτεροσκελὴς, ἐὰν παρουσιάζηται μεγάλη ἀνισότης μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων, λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν, διὰ νὰ ἐπιστήσῃ ἐγκαίρως τὴν προσοχήν του, πρὸς θεραπείαν τοῦ μεγάλου τούτου κακοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπειλεῖ, οὐ μόνον τὸ Κράτος τὸν μέγιστον κίνδυνον, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν κοινωνίαν. Ἀλλὰ νὰ προβάλῃ τὸ κακὸν τοῦτο ὡς αἰτιολογίαν αὐξήσεως ἑνὸς μόνου φόρου, νὰ λαμβάνῃ κεχωρισμένως ὑπ’ ὄψει τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅταν πρόκηται νὰ κανονίσῃ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ζώων, ἀφίνων πᾶσαν τὴν ἄλλην φορολογίαν ὡς ἔχει, νομίζω ὅτι ἡ μέθοδος αὐτοῦ εἶναι λίαν πλημμελής. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε καιρὸν νὰ σκεφθῇ πρὸς πλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐὰν ἐνόμιζεν, ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ στρέψῃ κατὰ προτίμησιν τὴν προσοχὴν αὐτοῦ εἰς τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ τούτου, ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει ὅλον τὸ φορολογικὸν σύστημα, ἔπρεπε νὰ ἐρευνήσῃ ἐὰν αἱ διάφοροι φόροι ἔχωσι τὸν αὐτὸν λόγον πρὸς τὴν πρόσοδον, τὴν ὁποίαν φορολογοῦσιν, ἔπρεπε ν’ ἀναζητήσῃ ἐὰν ἦναι ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπεβλήθησαν μέχρι τοῦδε εἰς τὴν φορολογίαν, καὶ νὰ ὑποβάλῃ καὶ ταῦτα εἰς τοιαύτην, καὶ νὰ εἰσαγάγῃ πλῆρες σύστημα φορολογικὸν, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ζητηθῇ ἡ πλήρωσις τῶν κενῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ μέριμνα ὅμως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς βελτίωσιν τῆς ἐν Ἑλλάδι κτηνοτροφίας μοὶ ἐφάνη ὑπερβαίνουσα ἐντελῶς τὰς προσδοκίας μου. Ἐνόμιζον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, μόλις κατέπαυσαν αἱ μεγάλαι μέριμναι, αἱ ὁποῖαι ἐπεβάρυνον αὐτὴν, μόλις κατέπαυσαν αἱ ἀνησυχίαι αἱ μεγάλαι, τὰς ὁποίας ἡ ἔλλειψις τῶν χρηματικῶν μέσων ἐπέβαλον εἰς αὐτὴν, εἶχε περὶ πολλῶν νὰ μεριμνήσῃ, πρὶν ἢ καταντήσῃ εἰς τὴν μέριμναν τῆς βελτιώσεως τῆς κτηνοτροφίας. Ἡ ἀνάγκη τῆς ἀποκαταστάσεως διοικήσεως ἐν τῷ Κράτει, ἡ φροντὶς περὶ ὀργανώσεως τῶν νέων χωρῶν, ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Τόπου, τοσαύτας ἐπιβάλλουσι μερίμνας, ὥστε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει εἶσθαι εὐτυχὴς, ἐὰν δυνηθῇ ν’ ἀνταποκριθῇ κατά τι πρὸς τὰ καθήκοντά του αὐτὰ, τὰ ὁποῖα τοσοῦτον ἔκτακτοι περιστάσεις ἐπιβάλλουσιν εἰς αὐτὸν, καὶ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἥσυχον συνείδησιν, ἐὰν δὲν ἐφρόντιζε συγχρόνως νὰ βελτιώσῃ καὶ τὴν κτηνοτροφίαν τῆς Ἑλλάδος. Καὶ νομίζετε, κύριοι, ὅτι ἡ κτηνοτροφία τῆς Ἑλλάδος θέλει βελτιωθῆ διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου; Ἐνθυμοῦμαι παραπλησίαν μέριμναν, τὴν ὁποίαν ἄλλη κυβέρνησις κατ’ ἄλλην ἐποχὴν εἶχε λάβει, ἵνα βελτιώσῃ τὴν κτηνοτροφίαν τῆς Ἑλλάδος. Εἶχεν ἀναγνώσει ἐν ταῖς ἐφημερίσιν, ὅτι οἱ μερινοὶ παράγουσι μεγαλειτέραν πρόσοδον ἀπὸ τὰ ἄλλα ἐν Εὐρώπῃ πρόβατα. Ἔγραψε λοιπὸν εἰς τὴν Ἱσπανίαν καὶ ἐστάλησαν ἐνταῦθα μερινοί, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλεσαν ποίμνιον ἐν Τύρινθι. Ἐβελτιώθη διὰ τούτου ἡ κτηνοτροφία τῆς Ἑλλάδος; Παρεδειγματίσθησαν οἱ κτηνοτρόφοι διὰ ν’ ἀντικαταστήσωσι τὰ ὑπάρχοντα πρόβατα διὰ προβάτων μερινῶν; Νομίζετε, ὅτι οἱ κτηνοτρόφοι καὶ οἱ γεωργοὶ Ἕλληνες εἶναι τοσοῦτον ἐλαφροὶ ἄνθρωποι, ὥστε νὰ ἐκτίθενται εἰς τὰς πρώτας δοκιμὰς, τὰς ὁποίας ἤθελε συμβουλεύσει εἰς αὐτοὺς τις, ὁ ὁποῖος ἤθελε λάβει πληροφορίας τοιαύτας ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας; Τὸ ποίμνιον τῶν μερινῶν, τὸ δυστυχὲς, ἔμεινεν ἐν Τύρινθι, καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχεν ἄνθρωπος γνωρίζων νὰ κείρῃ αὐτὸ, ὁ ἐγχώριος ποιμὴν ἐλάμβανε τὴν ψαλίδα καὶ μετὰ τοῦ ἐρίου ἔκοπτε καὶ τὴν σάρκα τοῦ προβάτου, καὶ ἐγὼ ἰδίοις ὀφθαλμοῖς εἶδον τὰς πληγὰς τῶν ζώων τούτων. Καὶ τὸ ἔριον αὐτὸ τὶ τὸ ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις; Ἡ γεωργικὴ σχολὴ ἐν Τύρινθι τὸ ἔριον αὐτὸ τὸ εἶχε παραλάβει, τὸ εἶχε ῥίψει εἰς μίαν γωνίαν, τὸ ἀφῆκε πέντε ἔτη, καὶ ἀφοῦ ἐσάπη, τὸ ἔῤῥιψεν εἰς τοὺς δρόμους.
§104ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποία Κυβέρνησις;
§105ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὅταν ἦτο γενικὸς γραμματεὺς ὁ κ. Δηλιγιάννης.
§106ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ, πρὶν ἢ γίνω βουλευτὴς καὶ πρὶν ἢ γίνω ὑπουργὸς, ὑπηρέτησα πολλὰ ἔτη ὡς γενικὸς γραμματεύς. Λοιπὸν κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ἐγένετο τοῦτο. Ἡ κτηνοτροφία τῆς Ἑλλάδος δὲν θέλει πιεσθῆ νὰ ἀντικαταστήσῃ τὴν κτηνοτροφίαν τὴν πλάνητα διὰ τῆς κτηνοτροφίας τῶν σταύλων. Καὶ πῶς νὰ πράξῃ τοῦτο; Διὰ τίνων μέσων; Ἡ γεωργία, ἡ ὁποία συμβαδίζει καὶ συμπράττει μετὰ τῆς κτηνοτροφίας, προώδευσεν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε νὰ παρέχῃ εἰς τὴν κτηνοτροφίαν τὰ μέσα τὰ ἀναγκαιοῦντα εἰς συντήρησιν τῶν κτηνῶν της, καθ’ ὃν χρόνον δὲν ὑπάρχει βλάστησις ἐπὶ τοῦ ἐδάφους; Ἡ γεωργία τῆς Ἑλλάδος δὲν παρέχει ἀκόμη μέσα τοιαῦτα. Καὶ πρό τινων ἐτῶν ἀκόμη ἐψηφίσθη νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου διετίθεντο αἱ ἐθνικαὶ γαῖαι καὶ διετέθη μέγα μέρος τῶν γαιῶν τούτων, καὶ ἡ διάθεσις αὐτῶν ἀφῆκε τόσας περιπλοκὰς, ὥστε θέλουσι παρέλθει δεκάδες ἐτῶν, διὰ νὰ τακτοποιηθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας. Καὶ ἐγένοντο οὕτω ἰδιοκτῆται ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδύναντο νὰ πληρώσωσι τὰς ἐτησίας δόσεις. Καὶ προϋπολογίζετε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὡς πρόσοδον ἐκ δόσεων τοιούτων τέσσαρα ἑκατομμύρια, καὶ δὲν εἰσπράττετε πλέον τοῦ ἑνὸς, διότι οὐκ ἂν λάβοις παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος. Ἢ ὑπάρχουσιν αἱ γεωργικαὶ Τράπεζαι, διὰ νὰ δανεισθῇ ὁ γεωργὸς ἐπὶ τόκῳ εὐλόγῳ ἢ ὑπάρχουσι τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ μεταφέρῃ τὰ προϊόντα του ἀπὸ τὸν τόπον τῆς παραγωγῆς εἰς τὰς ἀγορὰς, ἢ εἰς τοὺς τόπους τῆς καταναλώσεως; Καὶ ἐν τοιαύτῃ καταστάσει ἀξιοῖτε νὰ καταστήσητε τὴν κτηνοτροφίαν τῆς Ἑλλάδος ὁμοίαν μὲ τὴν ἐν Εὐρώπῃ κτηνοτροφίαν, κτηνοτροφίαν τῶν σταύλων; Νομίζω, ὅτι εὐθύτερον θέλει βάλει πρὸς τὸν σκοπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐὰν ἐξηγήσῃ μετ’ εἰλικρινείας τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι τὸν ἔπεισαν νὰ προτείνῃ τὰς προσβληθείσας αὐξήσεις ἐπὶ τῶν ζώων. Ἀλλὰ νὰ περιτρέχῃ εἰς τὸ Βασίλειον τῆς Σερβίας καὶ νὰ μᾶς διηγῆται περὶ τῶν νομάδων λαῶν, οἱ ὁποῖοι κατῆλθον ἀπὸ τὸν Δούναβιν μέχρι τοῦ Ταινάρου, ἀλλὰ νὰ μᾶς ἐνθυμίζῃ, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον ἔχει καθήκοντα πρὸς τοὺς ὁμοφύλους του, καὶ πρέπει νὰ παρασκευασθῇ στρατιωτικῶς, καὶ πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ ἔχῃ χρήματα, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει τὸν φόρον τῶν ζώων νὰ ἀναβιβάσωμεν, παραδεχόμενο το νομοσχέδιό του, νομίζω, ὅτι δὲν πράττει, οὐδὲ λέγει ἄξιο σοβαροῦ ἀνθρώπου. Ἐγὼ, κύριοι, ἀντιτάσσομαι μετὰ πλήρους πεποιθήσεως εἰς τοὺς φορολογικοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους τὸ νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν σᾶς προέβαλε. Σᾶς συνιστῶ καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ ἀπομακρυνθῆτε ἀπὸ τοὺς φορολογικοὺς ὅρους τῆς φορολογίας τῶν ζώων τοῦ 1881. Ἰδίως δὲ σᾶς συνιστῶ νὰ μὴ λησμονήσητε, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ νόμος τοῦ 1877 ἔχει ἀνάγκην ἀναθεωρήσεώς τινος. Ὁ νόμος διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετράπη νὰ ἐκτεθῆται εἰς μίσθωσιν ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον ὀφείλουσι νὰ πληρώσωσι τὰ μὴ δηλούμενα ἐμπροθέσμως ὑπὸ τῶν κτηνοτρόφων ζῶα, εἶναι εὔλογος καὶ δίκαιος κατὰ βάσιν· δυστυχῶς ὅμως, ὡς πᾶσα φορολογία, γιγνομένη διὰ ἐκμισθώσεως εἰς ἰδιώτας, ἔχει ἀτελείας καὶ λειτουργεῖ πλημμελῶς, οὕτω καὶ ἡ ἐκμίσθωσις αὕτη παρήγαγεν ἄτοπα. Ἰδίως διότι ἡ ἐκμίσθωσις αὕτη περιέρχεται εἰς χεῖρας τάξεώς τινος ἐνοικιαστῶν, οἱ ὁποῖοι κατορθώνουσι, τηροῦντες τοὺς ἐξωτερικοὺς τόπους, νὰ πιστοποιῶσι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀξιοῦσιν, ὅτι ἔχουσι, νὰ φορολογήσωσιν ἀριθμὸν ζώων ἀνώτερον τοῦ ἀληθοῦς, ὡς μὴ δηλωθέντα δῆθεν. Διὰ τοῦτο συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ τὰς δικονομικὰς, τὰς δικαστικὰς, ἵνα εἴπω οὕτω, διατάξεις τοῦ νόμου ἐκείνου, διὰ νὰ προβάλῃ τὴν τροπολογίαν αὐτῶν, ὅπως περιστείλῃ τὰς καταθλίψεις ταύτας, τὰς ὁποίας οἱ φορολογούμενοι ὑφίστανται.
§107Κ. ΤΡΑΚΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἐγὼ δὲν θέλω ἀπασχολήσει ὑμᾶς ἐπὶ πολὺ, οὐδὲ θέλω ἐκταθῆ γενικῶς περὶ φόρων, ἀφοῦ οἱ προλαλήσαντες πολλὰ ἀνέπτυξαν περὶ αὐτῶν, καὶ πιθανὸν καὶ ἄλλοι νὰ εἴπωσι τοιαῦτα, ἀλλὰ θὰ περιορισθῶ νὰ ὑποβάλω πληροφορίας τινὰς πραγματικὰς, ἀφορώσας ἰδίως τὸ ζήτημα τῶν αἰγῶν. Ἡ πρόθεσις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ τῆς κατὰ μικρὸν ἐλαττώσεως τῶν ἐν Ἑλλάδι διατηρουμένων ποιμνίων ἐξ αἰγῶν, καὶ τῆς συνεπῶς ἐντελοῦς αὐτῶν ἐκλείψεως πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς προφυλάξεως τῶν τε ἀγροτικῶν κτημάτων καὶ τῶν δασῶν ἀπὸ τῆς ἐξ αὐτῶν ἐπιφερομένης βλάβης, νομίζω ὅτι, ὄχι μόνον δὲν δύναται νὰ ἦναι ὠφέλιμος, ἀλλ’ ἀδιστάκτως θὰ ἦναι τὰ μέγιστα ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ συμφέροντα τῶν τε ἐνδιαφερομένων ἰδιοκτητῶν αἰγῶν, γαιῶν καὶ λειβαδίων, καὶ ὅλων τῶν κατοίκων τοῦ Κράτους. Δὲν εἶναι ἐπιβλαβεῖς αἱ αἶγες, διότι αὗται διατηροῦνται εἰς τὰ πετρώδη, ἄγονα καὶ ἀπόκρημνα μέρη καὶ εἰς χαράδρας, ὅπου οὔτε ἀγροτικὰ κτήματα ὑπάρχουσιν, οὔτε δάση πρὸς ξύλευσιν δύνανται νὰ ὑπάρξωσι διότι αὐτόθι μόνον θάμνοι ἀναφύονται, οἵτινες, καὶ ἐπὶ αἰῶνας ἂν προφυλαχθῶσι, δὲν καθίστανται χρήσιμοι· ἂν δὲ συμπέσῃ νὰ βοσκήσωσιν εἰς δάση, ἅτινα κατὰ τὸ πλεῖστον, ἂν δὲν εἴπω κατὰ τὸ ὅλον, εἶναι ἐν Ἑλλάδι ἐκεῖνα τὰ ἐξ ἐλάτης συνιστάμενα, ταῦτα δὲν χρησιμεύουσιν εἰς τροφὴν τῶν αἰγῶν, οὐδὲ προσβάλλονται ποσῶς παρ’ αὐτῶν, καί τοι μόλις ἀναφυόμενα. Ὅπου δὲ ὑπάρχουσιν ἐλάχιστα δάση δρυὸς ἢ πρίνων, καὶ εἰς ταῦτα δὲν ἐπιφέρουσι βλάβην, διότι τῶν θάμνων καὶ χαμοκλάδων τὰ φύλλα τρώγουσι καὶ οὐχὶ τῶν μεγάλων δένδρων, ἀπεναντίας δὲ καὶ εἰς αὐτὰ πολυειδῆ ὠφέλειαν προσφέρουσι. Τὰ δάση, κύριοι βουλευταὶ, κατεστράφησαν καὶ καταστρέφονται, οὐχὶ διὰ τῆς βοσκῆς τῶν αἰγῶν, ἀλλὰ διὰ τῆς ἐκχερσώσεως γαιῶν, διότι οἱ ὀρεινοὶ γεωργοὶ, ἐπιθυμοῦντες νὰ καταστήσωσι καλλιεργήσιμον γῆν, ἢ ἀποφλοιῶσιν ὑπεράνω τῶν ῥιζῶν τὸν κορμὸν τοῦ δένδρου κυκλοτερῶς καὶ ἐπέρχεται ἡ ἀποξήρανσις αὐτοῦ, ἢ θέτουσι πῦρ, καὶ τότε ἡ καταστροφὴ ἐκτείνεται καὶ γίγνεται πολὺ μεγαλειτέρα. Ἐπίσης δὲ καὶ οἱ ἰδιοκτῆται προβάτων θέτουσι πῦρ εἰς δασώδη μέρη, ἵνα καταστήσωσι ταῦτα βοσκήσιμα· οὐδέποτε δὲ οἱ αἰγοτρόφοι πράττουσι τοῦτο, διότι ἔχουσι τὸ ἐνδιαφέρον νὰ ὑπάρχωσι δασώδη μέρη, καὶ περιποιοῦνται τὴν ἀνάπτυξιν τῶν δυναμένων ν’ ἀναπτυχθῶσιν. Ἄλλως τε, ἐπὶ τῶν θέσεων, εἰς ἃς συμβαίνει ἐμπρησμὸς, ἀπαγορεύεται ἡ βόσκησις ζώων, καὶ οὕτως αἱ αἶγες δὲν πλησιάζουσιν εἰς αὐτὰς, μέχρις ὅτου τὰ ἀναφυόμενα δένδρα κατασταθῶσιν ἀπρόσβλητα. Αἱ αἶγες εἶναι ὠφέλιμοι 1) Διότι αἶγες δύνανται νὰ παραχειμάσωσι καὶ εἰς τὰ ὀρεινὰ μέρη ὡς ἀντέχουσαι καὶ ἀπολαμβάνουσαι τροφὴν εὐκολωτέραν, διατηροῦνται δὲ τοιαῦται εἰς μικρὸν ἀριθμὸν παρὰ πλείστων οἰκογενειαρχῶν, τῆς τε γεωργικῆς καὶ ποιμενικῆς τάξεως, ἀνερχόμεναι εἰς πεντήκοντα χιλιάδας τοὐλάχιστον, ὅπως δι’ αὐτῶν ἀφ’ ἑνὸς μὲν λιπαίνουσι τὰς ὀλίγας γαίας των πρὸς παραγωγὴν ἀραβοσίτου εἰς τὰ ὀρεινότερα μέρη, καὶ καπνοῦ εἰς τοὺς πρόποδας τῶν ὀρέων (εἰς τὰς ῥίζας λεγόμενα), καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἵνα ἐκ τῆς πωλήσεως ἀναλόγων τράγων, αἰγῶν γηραλέων ἢ στειρῶν, καὶ τῆς παραγωγῆς βουτύρου, ἀπολαμβάνωσι τὰ πρὸς συντήρησιν τῶν οἰκογενειῶν των μέσα· 2) Διότι, ἂν μειωθῶσιν ἢ ἐντελῶς ἐκλείψωσιν αἱ αἶγες, ὄχι μόνον θ’ ἀπολεσθῇ ἡ παραγωγὴ αὕτη τοῦ ἀραβοσίτου καὶ καλοῦ καπνοῦ, ἀλλὰ θ’ ἀπολέσῃ ἡ τάξις αὕτη τὴν πρόσοδον τῆς συντηρήσεώς της, ἣν δι’ οὐδενὸς ἄλλου μέσου δύναται ν’ ἀντικαταστήσῃ· ἐκτὸς δὲ τούτων καὶ πολλαὶ ζημίαι θὰ ἐπέλθωσιν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν αἰγολειβαδίων, μὴ δυναμένων αὐτῶν νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς ἄλλο τι· 3) Διότι ἐτησίως, κατὰ μέσον ὅρον, ἑξακοσίων χιλιάδων αἰγῶν καὶ τράγων καὶ ἑκατὸν χιλιάδων ἐριφίων σφαζομένων, τὸ κρέας χρησιμεύει εἰς τροφὴν ὅλων τῶν ἐν Ἑλλάδι κατοίκων, καὶ βεβαίως ἡ ἔλλειψις αὕτη δὲν δύναται ν’ ἀναπληρωθῇ ἄνευ μεγάλης ὑπερτιμήσεως, ἣν ὤφειλε, νομίζω, ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του πρωτίστως. Ὡς πρὸς τὸ ἔξοδον καὶ ἔσοδον τῶν ποιμνίων. Διὰ μὲν τὰ πρόβατα, καίτοι ἀπαιτουμένου διπλασίου ἐξόδου πρὸς διατήρησιν αὐτῶν ἕνεκα τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν λειβαδίων, τὸ καθαρὸν ἔσοδον αὐτῶν ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς ἓξ κατὰ κεφαλὴν, ἐνῷ τὰ αἰγίδια δὲν δύνανται ν’ ἀποδώσωσι καθαρὸν ἔσοδον πλέον τῶν τριῶν δραχμῶν, (ἀμφότερα δὲ ἕνεκα καταστρεπτικοῦ χειμῶνος ἢ ἐπιζωοτίας). Ἐν γένει δὲ τὰ ποίμνια δυστυχῶς ἐπιβαρύνονται πολλάκις καὶ μὲ ἔκτακτον ἔξοδον, ὅπερ μέχρι τοῦ 1871 ἔτους ἀνήρχετο μέχρι δραχμῶν δύω κατὰ κεφαλὴν, καὶ τὸ ὁποῖον προήρχετο ἐκ τῆς ἁρπαγῆς σφαγίων, ἐνδυμάτων κλπ. ὑπὸ τῶν φυγοδίκων καὶ λῃστῶν, καὶ ἐκ τῆς καταχρήσεως τῶν καταδιωκόντων αὐτοὺς μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων, ὅπερ καὶ ἤδη εἶναι φόβος, ὅτι θέλει ἐξακολουθήσει καθ’ ὅλην τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὰς πλείστας ἐπαρχίας τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος, ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν λάβῃ σπουδαίαν καὶ σύντονον μέριμναν περὶ τῆς ἀμέσου προλήψεως καὶ θεραπείας τοῦ κακοῦ τούτου πρὸ τῆς γεννήσεώς του. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους ἀπαιτεῖ αὔξησιν ἀνάλογον τῶν φόρων ἐπὶ ὅλων τῶν προϊόντων καὶ εἰδῶν, ὡς καὶ ἐπὶ τῶν ζώων· ἀλλ’ ὅμως, ἐπειδὴ ἐφέτος δυστυχῶς αἱ αἶγαις ἔπαθον περισσότερον τῶν ἄλλων ζώων, διότι ἄν τις εἶχεν 100 αἶγας ἐγκύους, μόλις διέσωσεν 20–30 ἐρίφια, ἐκ δὲ τῶν αἰγῶν τὰ ¾ ἢ τὰ ⅔, δὲν θεωρῶ δίκαιον ν’ αὐξηθῇ ἡ φορολογία αὐτῶν. Ἑπομένως προτείνω νὰ παραδεχθῇ ἡ αὔξησις τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν προβάτων, χοίρων καὶ μεγάλων ζώων καὶ νὰ τροποποιηθῇ ὁ ὑπὸ συζήτησιν νόμος ὡς πρὸς τὸν διπλασιασμὸν τοῦ φόρου τῶν αἰγῶν, περιοριζομένου τοῦ φόρου αὐτῶν εἰς λεπτὰ εἴκοσι πέντε κατὰ κεφαλήν.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζηνόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§109ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της διὰ τὴν πίστωσιν τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Δικαιοσύνης ὑπέβαλεν ἐπίσης ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ 1 ἄρθρου τοῦ ἀστικοῦ νόμου. Ἔχομεν ἑτέραν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης περὶ προσθήκης δευτέρου τμηματάρχου. Αὔριον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν θὰ ἦναι τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας, τὸ κατεπεῖγον νομοσχέδιον περὶ ἐκλογικῶν μεταῤῥυθμίσεων τοῦ κ. Ἱερομνήμονος, καὶ ὑποχρεωτικῶς ὡς πρῶτον ἀντικείμενον ἡ ἐκλογὴ τῆς Χαλκίδος. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 6 καὶ 45′ μ. μ.