1882.04.12
1.913 στίχοι · 14.699 λέξεις · 122 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 46
τῆς 12 Ἀπριλίου 1882.
Ὥρα 2 μ. μ.
(Ἐκφωνεῖται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν κυρίων Βουλευτῶν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἀπαρτίαν. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ τῶν ἀκροατηρίων θεωρεῖα. (Ἀνοίγονται). Πρακτικὰ δὲν ἔχομεν, κύριοι, διότι ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐπεκυρώθησαν εἰς τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν. Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀποστέλλει πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἀντιπροσώπων ἔγγραφον περὶ τῆς ἐνεργηθείσης ἐν τῷ Δήμῳ Ληλαντίων τῆς Ἐπαρχίας Χαλκίδος ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς πρὸς ἐκλογὴν Βουλευτοῦ. Ὅμοιον ἔγγραφον τὸ αὐτὸ Ὑπουργεῖον περὶ τῆς ἐπαναληφθείσης ἐκλογῆς ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ Βάλτου. Θέλετε ν’ ἀναγνωσθῶσι;
§2ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη, κ. Πρόεδρε, νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ ἔγγραφα αὐτά· πρέπει μόνον νὰ κληρώσωμεν τὰς ἐκλογάς.
§3ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. (Γενομένης τῆς κληρώσεως ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ Ἀντιπροέδρου κ. Κανελλοπούλου καὶ τῶν ψηφολεκτῶν Διαμάντη καὶ Ἀδαμοπούλου, ἔλαχεν ἡ μὲν ἐκλογὴ τοῦ Δήμου Ληλαντίων τῆς ἐπαρχίας Χαλκίδος εἰς τὸ Εʹ Τμῆμα, ἡ δὲ ἐκλογὴ τῆς ἐπαρχίας Βάλτου εἰς τὸ Ϛʹ Τμῆμα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γεώργιος Τυπάλδος Ἰακωβάτος, βουλευτὴς Πάλλης, παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν, ἄνευ ἐνστάσεως νὰ παραδεχθῇ τὴν παραίτησίν του ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος, διότι θεωρεῖ τὴν ἐκλογήν του ὡς παράνομον.
§5ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἀφοῦ τὴν θεωρῇ παράνομον, νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν δουλειά του.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε ν’ ἀναγνώσω τὴν παραίτησίν του;
§7ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Γεωργίου Ἰακωβάτου, βουλευτοῦ Πάλλης, ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§9Ν. ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἡ Βουλὴ, κύριε Πρόεδρε, παρεδέχθη ἤδη τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Γ. Ἰακωβάτου. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπισπεύσῃ νὰ διατάξῃ τὴν ἐπαναληπτικὴν ἐκλογὴν, διότι ἡ ἐπαρχία μου ἀδικεῖται, ἀντιπροσωπευομένη ἀπὸ δύω μόνον βουλευτάς. Κατὰ τὸν νόμον ἡ ἐπαναληπτικὴ ἐκλογὴ ἐνεργεῖται ἐντὸς δύω μηνῶν’ δὲν ἀπαγορεύεται ὅμως νὰ γείνῃ καὶ ἐντὸς ἑνὸς μηνός. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὴν διατάξῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν παρακαλεῖ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ τῷ ἀνακοινώσῃ ἐὰν ἐχορηγήθη παρὰ τῆς Βουλῆς ἡ αἰτηθεῖσα παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τούτου ἄδεια πρὸς ποινικὴν καταδίωξιν τοῦ βουλευτοῦ ἀνθυπομοιράρχου κυρίου Μοσχοβάκη. Ὡς ἐξεύρετε, ὅλα τὰ συστατικὰ ἔγγραφα τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἐπέμφθησαν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ παρακαλεῖται αὕτη νὰ ἀποφανθῇ καὶ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§11ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ εἶμαι μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης, ὀφείλω νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ὅτι, διὰ νὰ ἀποφανθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ, πρέπει τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἀποστείλῃ ὅλα τὰ ἔγγραφα.
§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὅ,τι ἐζητήθη ἐστάλη· οὐδεμίαν αἴτησιν ἔχομεν ἐκκρεμῆ.
§13ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΟΣ. Ὑπάρχει αἴτησις πρὸ εἴκοσιν ἡμερῶν, περὶ ἀποστολῆς ἑνὸς ἐγγράφου, καὶ ὅμως τοῦτο δὲν ἐστάλη.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κωνσταντόπουλος, προσεκάλεσε, λέγει, τὴν Ἐπιτροπήν. — Ἀνακοινοῦται εἰς τὴν Βουλὴν τὸ Διάταγμα, περὶ τῆς παύσεως τῆς ἐπιστρατεύσεως τοῦ κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν στρατοῦ.
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ Διάταγμα περὶ παύσεως τῆς ἐπιστρατεύσεως, κατὰ τὸν Νόμον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ τοῦ 1880, πρέπει νὰ ἀνακοινωθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Αὐτὸ γίνεται διὰ τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Πρόεδρος.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Παλαιολόγος ἐξαιτεῖται παρὰ τῆς Βουλῆς, ἵνα τῷ χορηγηθῶσι τὰ μέσα διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἀνεύρῃ ἐν ταῖς βιβλιοθήκαις τῆς Ῥωσσίας σπουδαῖα διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν χειρόγραφα, ἱστορικὰ ἔγγραφα, ἀπομνημονεύματα ἐπιστολὰς κλπ. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Ἔμποροί τινες τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ζητοῦσι τὴν καταψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσθέτου φόρου ἐφ’ ἀπάντων τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν ἢ τοὐλάχιστον τὴν ἕναρξιν τῆς χρονολογίας ταύτης μετὰ χρόνον ὡρισμένον ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Νόμου τούτου. — Βλαχοποιμένες τινὲς ἐξ Ἠπείρου καὶ Μακεδονίας, διαμένοντες ἐν Τυρνάβῳ, ἀποφασίσαντες νὰ μένωσιν ὁριστικῶς ἐν τῷ ἐσωτερικῷ ὅπως ἀπολαύωσι τὰ τῶν Ἑλλήνων δικαιώματα, ἐξαιτοῦνται παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν κατάργησιν τοῦ τελωνειακοῦ φόρου ἐπὶ τῶν δηλωθέντων ἐν γένει ζώων των. — Ὁ Ἰωάννης Δασκαλάκης ἀρχιτεχνίτης εἰς τὸ κεντρικὸν κατάστημα τοῦ ἱματισμοῦ τοῦ στρατοῦ ἐξαιτεῖται, ὅπως ὑπαχθῇ ἡ ὑπηρεσία του εἰς τὸ τῆς συντάξεως δικαίωμα. — Κάτοικοι Κυπριανοῦ τοῦ Λαυρίου ἐξαιτοῦνται, ἵνα ἡ Βουλὴ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐκποιήσεως τῶν οἰκοπέδων ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔκαμον διαφόρους οἰκοδομάς, νὰ ὑποχρεωθῶσι δὲ διὰ νόμου νὰ πληρώσωσι τὴν ἀξίαν αὐτῶν, κατ’ ἐκτίμησιν πραγματογνωμόνων. — Σταφιδέμποροι Κεφαλληνίας ἐξαιτοῦνται παρὰ τῆς Βουλῆς, ἵνα ὡς βάσις τοῦ μέσου ὅρου τῆς τιμῆς τῆς σταφίδος πρὸς προσδιορισμὸν τοῦ ἐξαγωγικοῦ τέλους προσδιορισθῇ οὐχὶ ἀνωτέρα τῶν δραχμῶν 130 κατὰ χιλιάδα. — Οἱ μαθηταὶ τῆς 4ης τάξεως τοῦ Αʹ. ἐν Ἀθήναις Γυμνασίου παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ἵνα συστήσῃ εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τὴν ἐπανόρθωσιν τῆς ἐσχάτως γενομένης μεταβολῆς τῶν γυμνασιαρχῶν, καθ’ ὅσον, ὡς ἐκ ταύτης, ἐπέρχεται βλάβη αὐτοῖς. — Ὁ Παναγιώτης Γ. Λιβαδᾶς ὑποβάλλει ἔκθεσιν δι’ ἧς ζητεῖ τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἀπὸ 2 Ἀπριλίου 1880 μεταξὺ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης καὶ τῆς Κυβερνήσεως Συμβάσεως. — Νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ προσθήκης 3 γεωμετρῶν καὶ περὶ ἀποζημιώσεως αὐτῶν, ἐνεργούντων καὶ αμετρήσεις. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. — Διεβιβάσθη κατάστασις, ἐμφαίνουσα τὸν ἀριθμὸν τῶν δημοσιευθέντων κατασχετηρίων εἰς ἐφημερίδας καὶ τὸ δοθὲν πρὸς τοῦτο ποσὸν χρημάτων. Οἱ θέλοντες νὰ ἀναγνώσουν τὰ καθέκαστα δύνανται νὰ ἴδωσιν τὴν κατάστασιν ταύτην ἰδιαιτέρως.
§17ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Αὐταὶ αἱ πληροφορίαι δὲν εἶναι πλήρεις.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγνώσατε τὴν κατάστασιν.
§19ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μάλιστα.
§20ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ, κ. Πρόεδρε.
§21ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης Ἐπιτροπὴ θὰ συντάξῃ ἔκθεσιν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐπιθυμεῖ νὰ τυπωθῇ ἡ κατάστασις αὕτη καὶ νὰ διανεμηθῇ;
§23ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα, διὰ νὰ λάβωμεν ὅλοι γνῶσιν.
§24ΤΖΑΝΕΣ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης, ἥτις θὰ συντάξῃ ἔκθεσιν, καὶ αὐτὴ ἡ ἔκθεσις πρέπει νὰ τυπωθῇ μᾶλλον.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τί ἀποφασίζει ἡ Βουλή; Νὰ τυπωθῇ ὁ κατάλογος;
§26ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάτοικοι τοῦ χωρίου Πόρτας τῶν Τρικκάλων αἰτοῦσι νὰ τοῖς χορηγηθῇ δικαίωμα ξυλεύσεως εἰς τὸ παρακείμενον δάσος, χωρὶς νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὸν φόρον, ἵνα οἰκοδομήσωσι τὰς πυρποληθείσας οἰκίας των. Ὁ κ. Τιμολέων Φιλήμων μοὶ διαβιβάζει ἐπιστολὴν, διὰ τῆς ὁποίας μοὶ ἀνακοινοῖ, ὅτι ὁ κ. Γεράσιμος Κούπας συνεπλήρωσε τὰς 50 χιλιάδας φράγκων, καὶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ πέμψω εὐχαριστήριον ἐπιστολήν.
§28ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τιμολέων Φιλήμων μοὶ ἀνεκοίνωσεν, ὅτι, πειθόμενος εἰς τοὺς λόγους τῆς Βουλῆς, παρεδέχθη νὰ λαμβάνῃ τὴν μισθοδοσίαν τοῦ Ἐφόρου· μένει μόνον νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα ποῦ θὰ δώσῃ τὴν ὁρκωμοσίαν του.
§30ΤΙΝΕΣ. Ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§31ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἡ Βουλὴ τὸν διώρισε καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ γείνῃ ἡ ὁρκωμοσία του.
§32ΑΘ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ὅ,τι ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος κύριος Στεφανίδης, εἶναι τῷ ὄντι ὀρθὸν, διότι πάντοτε ὁ ὁρκιζόμενος δίδει τὸν ὅρκον ἐνώπιον τῆς προϊσταμένης Ἀρχῆς, καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην προϊσταμένη Ἀρχὴ βεβαίως εἶναι ἡ Βουλή· ἐπειδὴ ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ τὸν ὅρκον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἡ Βουλὴ θὰ ἐξουσιοδοτήσῃ τὸν κ. Πρόεδρον ὅπως ἐνώπιον αὐτοῦ δώσῃ τὸν ὅρκον.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐννοεῖτε ὅτι ἡ μισθοδοσία του ἄρχεται ἀπὸ τὴν ἡμέραν τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς.
§34ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα! μάλιστα!
§35ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Βεβαίως, κ. Πρόεδρε, ὁ κ. Φιλήμων θεωρεῖται ὡς ὑπάλληλος, καὶ ὁ ἀνώτερος ὅλων μάλιστα. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ μισθοδοσία αὐτοῦ πρέπει νὰ ἀρχίσῃ ὅπως ἀρχίζουν αἱ μισθοδοσίαι ὅλων τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἐκλογῆς του καὶ ὄχι τῆς ὀρκωμοσίας.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§37ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔπειτα καὶ ἓν ἄλλο παρατηρῶ, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι μισθοδοτοῦνται ἀπὸ τῆς ὀρκωμοσίας, ἀλλὰ τότε ἐπιλαμβάνονται καὶ τῶν ἔργων τῆς ὑπηρεσίας των· ἀλλ’ ὁ κ. Φιλήμων διαρκῶς ὑπηρετεῖ, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει ἡ μισθοδοσία του ν’ ἀρχίσῃ τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἐκλογῆς του.
§38ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.—Οἱ κρατούμενοι εἰς τὰς πολιτικὰς τῶν Πατρῶν φυλακὰς παραπονοῦνται τρομερὰ κατὰ τοῦ ἐπιστάτου διὰ τὰς καταπιέσεις καὶ τὰς φορολογίας, τὰς ὁποίας τοὺς κάμει. Παρακαλοῦσι νὰ διαβιβασθῇ ἡ ἀναφορά των αὕτη εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα λάβῃ πρόνοιαν. — Ὁ Δ. Χαρατζῆς ζητεῖ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὑπόμνημά του περὶ φορολογίας. (Ὁρκίζεται ὁ βουλευτὴς Τήνου κ. Ἰω. Ζαλλώνης).
§40ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Ἐπερωτῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν, διατί βραδύνει νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν σύμβασιν περὶ Κωπαΐδος;
§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ποίαν σύμβασιν;
§42ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Ἐννοεῖται, οὐχὶ τὴν σύμβασιν περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος, διότι ἡ ἀποξήρανσις ἐχορηγήθη δυνάμει τοῦ Νόμου τοῦ 1867, ἀλλὰ τὸ ἕτερον μέρος αὐτῆς, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ἐκροὴν τῶν ὑδάτων, ἐὰν δηλαδὴ θὰ παραχωρηθῶσιν εἰς τὴν Ἑταιρίαν αἱ δύω ἕτεραι λίμναι, ἡ Ὑλικὴ καὶ ἡ Οὐγγρία, ὅπως ἐν αὐταῖς ἀποταμιεύωνται τὰ ὕδατα τῆς Κωπαΐδος, ἅτινα ἄνευ τούτου θὰ χαθῶσι, χυνόμενα εἰς τὸν Εὐβοϊκὸν κόλπον. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῇ ἡ σύμβασις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀποφασίσῃ αὕτη περὶ τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν ὑδάτων, συμφώνως πρὸς τὸ σχεδιάγραμμα τοῦ κ. Taratte, καθ’ ὃ τὰ ὕδατα θ’ ἀποταμιεύωνται ἐντὸς τῆς Ὑλικῆς ὡς ἐν μεγάλῃ δεξαμενῇ, καὶ ἐκεῖθεν θέλουσι χρησιμοποιηθῆ πρὸς ἄρδευσιν τοῦ Θηβαϊκοῦ πεδίου. Δὲν πρέπει δὲ νὰ λησμονῶμεν ὅτι, προκειμένου περὶ ὕδατος ἐν Ἑλλάδι, δέον σπουδαίως νὰ σκεπτώμεθα, διότι ἡ γεωργία μας ὑποφέρει ἰδίως ὑπὸ τῆς ξηρασίας. Ἐνταῦθα δὲ πρόκειται περὶ ἑνὸς καὶ πλέον ἑκατομμυρίου κυβικῶν μέτρων ὕδατος ἐτησίως, τὸ ὁποῖον θὰ χαθῇ ἐπὶ ματαίῳ, χυνόμενον εἰς τὴν θάλασσαν κατὰ τὸ σχεδιάγραμμα τοῦ κ. Sauvage, ἐνῷ, ἐὰν ἐκχωρηθῶσιν εἰς τὴν Ἑταιρίαν καὶ αἱ δύω ἕτεραι λίμναι, τότε τόσα ἑκατομμύρια κυβικῶν μέτρων ὕδατος θὰ χρησιμεύσωσι πρὸς ἄρδευσιν μεγάλων ἐκτάσεων καλλιεργουμένη γῆς. Διὰ τοὺς λόγους τούτους παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως σπεύσῃ νὰ καθυποβάλῃ τὴν σύμβασιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ τοῦ θέματος, εἰς ὃ ἀφορᾷ ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος, παρατηρῶ, ὅτι, κατὰ τὴν ὑπογραφεῖσαν Σύμβασιν, ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις, συνεννοουμένη μετὰ τῆς ἑταιρίας, ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας, νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν μεταβολὴν τοῦ ἀρχικοῦ σχεδίου, πρὸς τὸν σκοπὸν, ὅπως ἀποταμιευθῶσι τὰ ὕδατα τῆς Κωπαΐδος ἐντὸς τῶν παρακειμένων δύω μικρῶν λιμνῶν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ παρῆλθεν ἡ διορία ἐκείνη, ἐθεωρήσαμεν, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἐτέθη κατὰ μέρος. Ἤδη, κατόπιν τῆς γενομένης ἐπερωτήσεως, θέλω ἀποταθῆ εἰς τὴν ἑταιρίαν, ἵνα μάθω ἂν ἦναι εὐδιάθετος, διότι δὲν εἶναι ὑπόχρεως πρὸς τοῦτο, ν’ ἀποδεχθῇ τροποποίησιν τῆς Συμβάσεως, ὅπως τὰ ὕδατα ταῦτα διατηρήσῃ ὑπὲρ τῆς ἀρδεύσεως τοῦ Βοιωτικοῦ πεδίου. Ἡ ἑταιρία, ὡς ἐκπνευσάσης τῆς διορίας σήμερον, δύναται νὰ εἴπῃ, καὶ ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι τοῦτο εἶχεν εἰπῆ, ὅτι οὐδεμίαν ἔχει ὑποχρέωσιν, ὅπως συζητήσῃ περὶ τροποποιήσεων καὶ ὅτι ἤρξατο τῶν παρασκευαστικῶν ἐργασιῶν πρὸς διάτρησιν τοῦ Πτώου ὄρους. Οὐχ ἧττον θὰ ἀποταθῶ εἰς τὴν ἑταιρίαν, καὶ ἐὰν ἴδω, ὅτι εἶναι αὕτη εὐδιάθετος νὰ ἀποδεχθῇ τὴν τροποποίησιν, θέλω παρασκευάσει νομοσχέδιον, ὅπερ θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§44ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Ἡ μελέτη ἔχει γείνει.
§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς μελέτης· λέγω, ὅτι παρῆλθεν ἡ διορία, ἐντὸς τῆς ὁποίας, κατὰ τὴν Σύμβασιν, ἔδει νὰ γείνῃ ἡ τροποποίησις. Ἔρχομαι ἤδη νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν διάφορα νομοσχέδια. Καὶ πρῶτον τὸ νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων.
§46ΤΙΝΕΣ. Ὅλων τῶν ὑπαλλήλων;
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν ὅλων τῶν ὑπουργείων καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἐπαρχιῶν, καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὴν διοίκησιν. Ὡς πρὸς τὰς εἰδικὰς ὑπηρεσίας θὰ ὑποβληθῶσιν εἰδικὰ νομοσχέδια, στηριζόμενα ἐπὶ τῶν αὐτῶν βάσεων, ἐφ’ ὧν καὶ τὸ γενικὸν νομοσχέδιον. Δὲν θέλω προβῆ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν θεμάτων, περὶ ὧν προνοοῦσι τὰ νομοσχέδια, ἤδη, διότι νομίζω, ὅτι ἡ κατάλληλος στιγμὴ πρὸς τοῦτο θὰ εἶναι, ὅταν θέλει συζητηθῆ ἓν ἕκαστον νομοσχέδιον, καὶ ἐὰν ἤθελον περὶ ἑνὸς ἑκάστου ἐξ αὐτῶν προβῆ εἰς εἰσαγωγικὴν ἔκθεσιν, δὲν θὰ ἐπροφθάνομεν ἐντὸς τῆς ἡμέρας νὰ καταθέσωμεν πάντα. Ὑποβάλλω δεύτερον νομοσχέδιον, τὸ ἀφορῶν εἰς μεταῤῥυθμίσεις τοῦ κειμένου νόμου περὶ στρατολογίας. Αἱ μεταῤῥυθμίσεις αὗται ὑπηγορεύθησαν ἐκ τῆς πείρας, ἣν ἐλάβομεν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, καὶ ἐκ τῶν ἰδεῶν, ἃς ἔχομεν περὶ θητείας καὶ ἃς γνωρίζει ἡ Βουλὴ, ἐξ ὅσων ἄλλοτε πρὸς αὐτὴν ἀνεκοινώσαμεν. Ὑποβάλλω προσέτι νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ. Κατὰ τοὺς πίνακας τοῦ νομοσχεδίου τούτου, συνετάχθη καὶ ὁ προϋπολογισμὸς, καὶ ἐννοεῖται, ὅτι ἄνευ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμός. Ἕτερον νομοσχέδιον εἶναι τὸ ἀφορῶν εἰς τὸν χρόνον, τὸν ἀπαιτούμενον πρὸς προβιβασμὸν τῶν ἀξιωματικῶν. Ὁ χρόνος οὗτος, ὅσον ἀφορᾷ εἰς ἀξιωματικοὺς, ἔχοντας βαθμὸν κατώτερον τοῦ συνταγματάρχου, δέον νὰ διανύηται ἐν τῷ στρατεύματι τοῦ οἰκείου ὅπλου. Πρὸς τὸν νόμον, τὸν ἀφορῶντα εἰς τὰς μεταῤῥυθμίσεις τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου, σχετίζεται καὶ ἕτερον νομοσχέδιον, ἀφορῶν εἰς τινας καταταχθέντας ἤδη ἐν τῷ στρατῷ καὶ οἱ ὁποῖοι ἑπομένως δὲν ὑπάγονται εἰς τὰς κατηγορίας, περὶ ὧν προνοεῖ ὁ περὶ στρατολογίας νόμος, διότι οὗτος δὲν προνοεῖ περὶ ὁπλιτῶν. Ἐδέησεν ἄρα, ὡς πρὸς αὐτοὺς, νὰ συνταχθῇ ἴδιον νομοσχέδιον, ἐπανορθοῦν ἄτοπά τινα, ἀποδειχθέντα ἐκ τῆς πείρας. Ἄλλο νομοσχέδιον ἀφορᾷ εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, τοὺς ἐκτιθεμένους εἰς τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς, καὶ εἰς ἐκείνους, οἵτινες λαμβάνουσι τὴν συνταγματικὴν ἄδειαν, καὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὴν δοθεῖσαν, ὀρθῶς κατ’ ἐμὲ, ἑρμηνείαν παρὰ τῆς Βουλῆς, ἐκτίθενται εἰς τὰς ἐκλογὰς μὴ λαμβάνοντες συνταγματικὴν ἄδειαν. Ὑποβάλλω προσέτι νομοσχέδιον, ἀφορῶν εἰς τὸν μισθὸν τῶν ὁπλιτῶν τῆς χωροφυλακῆς. Ὁ μισθὸς τούτων σήμερον εἶναι σχεδὸν ὁ αὐτὸς, ὃν καθιέρωσεν ὁ νόμος ἐπὶ τῇ πρώτῃ συστάσει τοῦ Σώματος τούτου εἶναι δὲ ὅλως ἀνεπαρκὴς καὶ δυσανάλογος πρὸς τοὺς μισθοὺς τῶν ἄλλων, πρὸς αὐτοὺς δυναμένων νὰ παρομοιωθῶσι στρατιωτικῶν ἢ πολιτικῶν. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ περιελάβομεν αὔξησιν μηνιαίαν τοῦ μισθοῦ τῶν ὁπλιτῶν 10 δραχμῶν κατ’ ἄτομον· ἀλλὰ μελέτη μεταγενεστέρα τῆς ὑποβολῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ μὲ ἔπεισεν, ὅτι καὶ διὰ ταύτης τῆς αὐξήσεως τῶν 10 δραχμῶν δὲν ἐπιτυγχάνομεν τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπὸν, τουτέστι νὰ δυνάμεθα νὰ ἐκλέγωμεν τοὺς ὁπλίτας καὶ νὰ ἀποβάλλωμεν τῆς χωροφυλακῆς τοὺς ἀναξίους, διότι σήμερον, ὡς ἐκ τοῦ γλίσχρου τοῦ μισθοῦ, τοσοῦτον ὀλίγοι κατατάσσονται, ὥστε ἡ προϊσταμένη Ἀρχὴ ἀναγκάζεται νὰ παραβλέπῃ ὡς πρὸς τὰς παραβιάσεις καὶ τὰ προσόντα τῶν χωροφυλάκων, ἵνα δύναται νὰ ἔχῃ συμπεπληρωμένας τὰς τάξεις τοῦ Σώματος τούτου. Δύω ἕτερα νομοσχέδια στρατιωτικά, ἅπερ ὑποβάλλω, ἀφορῶσιν εἰς τὴν διατήρησιν ἐν τῷ στρατῷ ὡς ἀξιωματικῶν προσώπων, ἅτινα προσελήφθησαν ἐν αὐτῷ κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν, ἤδη δὲ, ἀρθείσης τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἀπολύονται. Εἶναι οὗτοι ἐν τῷ πρώτῳ τῶν νομοσχεδίων οἱ ἐπίκουροι ἰατροὶ καὶ φαρμακοποιοί· οὗτοι ἤδη ἀπολύονται, ἀλλὰ, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ὑποβάλλω, δύνανται, κατόπιν διαγωνισμοῦ, νὰ γίνωσι δεκτοὶ ἐν τῷ στρατῷ καὶ μὲ τὸν βαθμὸν, ὃν ὡς ἐπίκουροι εἶχον ἐν αὐτῷ. Τὸ δ’ ἕτερον τῶν νομοσχεδίων ἀφορᾷ εἰς τοὺς ἐπικούρους κτηνιάτρους, οὓς ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ μετακαλέσηται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ· καὶ οὗτοι εἶναι ἀναγκαιότατοι, διότι δὲν ἔχομεν ἀριθμὸν ἐπαρκῆ. Δέον ἄρα μετὰ τὴν κατάργησιν τῆς ἐπιστρατεύσεως νὰ ψηφισθῇ περὶ αὐτῶν ἴδιον νομοσχέδιον. Ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ὑποβάλλω σήμερον νομοσχέδιον περὶ τῶν διερμηνέων τοῦ διπλωματικοῦ καὶ τοῦ προξενικοῦ Γραφείου τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Πρεσβείας. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον ὡς συμπλήρωμα τοῦ προξενικοῦ νόμου, ὅστις θέλει ἰσχύσει ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου. Ὑποβάλλω προσέτι εἰς κύρωσιν σύμβασιν προξενικὴν μετὰ τῆς Γερμανίας, ἣν εὗρον συνωμολογημένην. Ἕτερον νομοσχέδιον, ὅπερ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θέλει ψηφισθῆ παρὰ πάσης τῆς Βουλῆς ὁμοθύμως, ἀφορᾷ εἰς τὴν πολιτογράφησιν τοῦ Κωνσταντίνου Ζάππα. Ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβάλλω νομοσχέδιον, ἀφορῶν εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν. Καὶ τοῦτο, ἐλπίζω, ὅτι θέλει ἐπιψηφίσει ἡ Βουλὴ κατεπειγόντως, διότι πολλαὶ διενηργήθησαν καὶ διενεργοῦνται δημοτικαὶ ἐκλογαὶ, καὶ πάντες εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι ὁ τρόπος τῆς ἐκδικάσεως αὐτῶν δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος. Κατὰ τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον, ἡ ἐκδίκασις ἀνατίθεται εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον καὶ κατ’ ἔφεσιν εἰς τὸ Ἐφετεῖον, ἀντὶ τῆς ἤδη συνισταμένης Ἐπιτροπῆς, τῆς δικαζούσης πρωτοδίκως, καὶ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, δικάζοντος κατ’ ἔφεσιν. Ὑποβάλλω προσέτι εἰς τὴν Βουλὴν, κατὰ καθῆκον, ὑπὸ τοῦ νόμου ἐπιβαλλόμενον, τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῶν δήμων. Αὕτη εἶναι ὑποχρέωσις, ἣν ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον ἐκ τοῦ Λογιστικοῦ Νόμου, ἥτις ὅμως ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον παρορᾶται. (Ὅρα Παράρτημα).
§48ΚΑΛΛΙΓΑΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω καὶ ἐγὼ τὴν τιμὴν, κύριοι, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τρία νομοσχέδια σήμερον, ἐκ τῶν ὁποίων ἓν εἶναι τὸ περὶ δασῶν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι μεγάλης σπουδαιότητος, πρὸ πολλοῦ παρασκευασθὲν καὶ πολλάκις μελετηθὲν, ὡς καὶ παρ’ ἐμοῦ, τῇ συνδρομῇ τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων. Κατὰ τὴν νέαν μελέτην ἐπέφερον καὶ ἐγὼ τινας μεταβολάς. Εἶναι ἔντυπον καὶ θέλει διανεμηθῆ. Ὑποβάλλω προσέτι νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου κανονίζονται αἱ ἀποζημιώσεις τῶν γεωμετρῶν διὰ τὰς ἐργασίας, ἃς καταβάλλουσι. Βεβαίως οὗτοι δικαιοῦνται εἰς ἀποζημίωσιν, ἀλλ’ ἐνόσῳ δὲν κανονισθῆ διὰ νόμου, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ χορηγήσωμεν ἀμοιβήν. Ἐπίσης ὑποβάλλω νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπαγορεύεται καὶ θεωρεῖται ἄκυρος πᾶσα ἐκχώρησις τοῦ μισθοῦ τοῦ ὑπαλλήλου. Ἐκ τῆς ἐκχωρήσεως ταύτης πολλὰ προσκόμματα γεννῶνται ἐν τῇ ταμιακῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ πολλαὶ ζημίαι προσγίνονται εἰς τὸ Δημόσιον. Πρῶτον ἐπέρχεται ἀταξία εἰς τὰ ταμεῖα, διότι ὅλα τὰ ταμεῖα εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην, ὅταν ἀπομακρύνωνται ἐκ τῆς περιφερείας των οἱ ὑπάλληλοι, νὰ μεταβιβάζωσι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα ἐγκαίρως. Ἐκ τῆς βραδύτητος ἐπέρχονται συνέπειαι ἀποζημιώσεως. Καθ’ ἑαυτὰς αἱ ἐκχωρήσεις εἶναι ἐντελῶς ἀντίθετοι εἰς τὴν πρόθεσιν τοῦ νόμου, ὅστις θέλει νὰ ἐξασφαλίσῃ ὑπὲρ τοῦ ὑπαλλήλου τὰ ¾ τοῦ μισθοῦ του. Παρακαλῶ συγχρόνως τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν Ἐπιτροπὴν, ἥτις ἐργάζεται ἐπὶ τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσιν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων, διότι, ἐὰν δὲν ψηφισθῶσιν ἐγκαίρως καὶ ἰδίως τὸ περὶ φόρου τῶν ζώων, κινδυνεύομεν νὰ ὑποστῶμεν τὴν ἀπώλειαν τοῦ φόρου κατὰ τὸ ἐνεστώς. (Ὅρα Παράρτημα).
§49Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου, κύριοι, ὅπου ὁ ἄνθρωπος διὰ τῆς ἀναπτύξεως ἀπέβαλε τὴν κτηνώδη κατάστασίν του, μεταξὺ τῶν σπουδαιοτέρων μεριμνῶν τῶν Κυβερνήσεων, εἶναι καὶ ἡ πρόνοια περὶ τῆς ὑγιεινῆς ἑκάστης χώρας καταστάσεως, ἥτις, ἀμελουμένη, δύναται νὰ καταντήσῃ καὶ ζήτημα δημοσίας τάξεως. Παρ’ ἡμῖν ὅμως, ἀτυχῶς, ἂν πρόκηται νὰ κρίνω ἐκ τοῦ συμβαίνοντος εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἣν ἀντιπροσωπεύω, γίνεται ὅλως τὸ ἀντίθετον. Χαρίσατέ μοι σᾶς παρακαλῶ μικρὰν ὑπομονὴν, διὰ νὰ ἐξηγηθῶ. Μεταξὺ τῶν ἐπὶ καθαριότητι, σχετικῶς δὲ καὶ ῥυμοτομίᾳ διακρινομένων Ἑλληνικῶν πόλεων εἶναι καὶ ἡ τῆς Ἰθάκης πρωτεύουσα. Ἡ δὲ πόλις δὲν ἀνηγέρθη εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχεν, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει ἐπιστημονικῶν σχεδίων κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν Ἑνετῶν. Πρωτίστη ὁδὸς τῆς πόλεως εἶναι ἡ παραλία ὁδὸς, ἥτις συγκοινωνεῖ πρὸς τὰς τοῦ ἐσωτερικοῦ παραλλήλους δι’ ἐγκαρσίων τοιούτων, ἐξ ὧν ὑπάρχουσι πάμπολλαι. Ἐν τούτοις, μετὰ τῆς Ἑπτανήσου τὴν ἕνωσιν, ὁ ἐκεῖσε ἀποσταλεὶς μηχανικὸς ἐθεώρησε καλόν, ἀδιάφορον ἂν καλῶς ἢ κακῶς, νὰ σχεδιάσῃ καὶ νέαν ὁδὸν δημοσίαν, ἥτις καὶ αὕτη θὰ ἑνώσῃ τὴν μεγάλην παραλίαν ὁδὸν πρὸς τὴν ἀμέσως παράλληλον ταύτης ἐσωτερικὴν, καὶ ἥτις θ’ ἀπολήξῃ εἰς τὴν πλατίαν τῆς πόλεως. Ἡ χάραξις ὅμως αὕτη, γενομένη μόνον ἐν τῷ νῷ τοῦ μηχανικοῦ, ἐτέθη ἐπὶ τοῦ σχεδίου, καὶ θὰ μένῃ ἐν τῷ σχεδίῳ ἁπλῶς ἐπὶ τόσους αἰῶνας, ἢ τόσα ἔτη, ὅσα ἀπαιτοῦνται, ἵνα καταπέσωσιν ἀφ’ ἑαυτῶν οἰκοδομαὶ πολλαὶ καὶ στερεώταται, διότι ἡ δι’ ἀποζημιώσεως κατεδάφισις καθίσταται ἀνέφικτος, ἀφοῦ πολλαὶ μὲν χιλιάδες δραχμῶν ἀπαιτοῦνται πρὸς ἀποζημίωσιν, ὁ δὲ δῆμος στερεῖται τοῦ τοσούτου πλούτου, καὶ ἀνάγκη οὐδεμία ἐπείγουσα ὑφίσταται, διότι οὐδὲ τὸ παράπαν προσκόπτει ἡ συγκοινωνία. Μεταξὺ ὅμως δύω ἐπὶ τῆς πλατίας οἰκιῶν, καὶ ἀκριβῶς εἰς τὸ μέρος, ὅπου θ’ ἀπολήξῃ, ἄν ποτε πραγματοποιηθῇ μετὰ αἰῶνας ἡ ἐν τῷ νῷ τοῦ μηχανικοῦ συλληφθεῖσα ὁδὸς, ὑπῆρχε μικρὸν γήπεδον ἀτείχιστον καὶ ἀδιέξοδον, ὅπερ ἐχρησίμευεν ὡς δοχεῖον πάσης ἀκαθαρσίας, καὶ ὡς ἀφετηρία καθημερινῶν ἀσέμνων θεαμάτων ἐπὶ τῆς πλατίας. Χάριν λοιπὸν καὶ τῶν ἠθῶν, πρὸς ἀποφυγὴν δὲ καὶ τῶν ἐκ τῶν ἀκαθαρσιῶν συνεπειῶν, οἱ χρηστοὶ ὄντως πολῖται καὶ τοῦ γηπέδου κύριοι, ἐνδίδοντες καὶ εἰς τῶν συμπολιτῶν των τὰς προτροπὰς, καὶ τοῦ ὑγιεινοῦ ἑαυτῶν συμφέροντος κηδόμενοι, περιέφραξαν πρὸ τριῶν ὅλων ἐτῶν τὸ μνησθὲν γήπεδον διὰ τείχους κομψοῦ, καθωραΐζοντος μάλιστα τὴν πρὶν πηγὴν τόσων ἀσχημιῶν. Τὸ τεῖχος ἠγέρθη πρὸ τριετίας, ἐπαναλαμβάνω, ὑπὸ τὰς ὄψεις ὅλων τῶν Ἀρχῶν, καὶ ἀδείᾳ μάλιστα τῆς δημοτικῆς Ἀρχῆς, καὶ οὐ μόνον δὲν ἀντέλεξέ τις, ἀλλὰ τοὐναντίον ὅλη ἡ κοινωνία ὡμολόγει χάριτας εἰς τοὺς ἀγαθοὺς αὐτοὺς πολίτας. Ἕνεκεν ὅμως προσωπικῶν λόγων ὁ παρακείμενος γείτων τοῦ προμνησθέντος γηπέδου, ἐπιθυμῶν διὰ τῆς κοινῆς βλάβης καὶ ζημίας νὰ ἐκδικηθῇ τὸν γείτονά του, κατήγγειλε τὴν οἰκοδομὴν τοῦ τείχους, ὡς γενομένην παρὰ τὸ σχέδιον, καὶ ἐζήτησε τὴν κατεδάφισίν της. Εὐτυχῶς ὅμως καὶ Ἀρχαὶ καὶ πολῖται ἐξετίμησαν προσηκόντως τὴν καταγγελίαν καὶ οὐδεμία ἐδόθη προσοχή. Ἀμέσως ὅμως μετὰ τὸν σχηματισμὸν τῆς ὑφισταμένης Κυβερνήσεως, αὐτεπαγγέλτως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ παρατύπως προσέτι διατάσσει τὴν κατεδάφισιν τοῦ τείχους πρὸς γενικὴν ἔκπληξιν καὶ κοινὸν σκάνδαλον, ἐνδίδον βεβαίως οὐχὶ εἰς τῆς ὑπηρετίας τὰς παραστάσεις, ἀλλ’ εἰς πλαγίας ἀνειλικρινεῖς εἰσηγήσεις. Δὲν εἶναι δὲ ἡ πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς δύναται νὰ ἐκτιμήσῃ τὸ ἀνειλικρινὲς καὶ ὕποπτον μάλιστα τῶν τοιούτων εἰσηγήσεων. Γνωρίζω ἐκ τῶν προτέρων τί θὰ μοὶ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι δηλαδὴ τὸ τεῖχος ἠγέρθη παρὰ τὸ σχέδιον τῆς πόλεως καὶ πρέπει νὰ κατεδαφισθῇ. Παρατηρῶ ὅμως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ φραγμοῦ δημοσίας ὁδοῦ, ὡς τὸν ἐπληροφόρησαν, διότι ὁδὸς τοιαύτη δὲν ὑπάρχει, ἢ ἐν τῷ νῷ τοῦ μηχανικοῦ, ὅτι ἐπὶ τῆς ὑποθετικῆς ταύτης ὁδοῦ ὑπάρχει σειρὰ ὅλη στερεοτάτων καὶ κάλλιστα διατηρουμένων οἰκοδομῶν· μία δὲ τούτων εἶναι καὶ ἡ τοῦ συναδέλφου μου κυρίου Πήλλικα, ἐν ᾗ κατοικεῖ, καὶ τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγων μόνον μηνῶν σχεδὸν ἀνεκαίνισεν, οὐδενὸς ἀντιλέγοντος ἢ ἐναντιουμένου, καί τοι μὴ φίλα φρονουσῶν αὐτῷ τῶν ἐπιτοπίων Ἀρχῶν, διότι οὐδείς ποτε ἐν Ἰθάκῃ, πλὴν τοῦ καταγγείλαντος τὴν οἰκοδομὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν τείχους, εἶχε τὸν παραλογισμὸν ν’ ἀρέσκηται εἰς τὴν ἀσχημίαν καὶ τὴν ἀκαθαρσίαν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ προλάβῃ τὰ συμβησόμενα ἄτοπα, ἀφοῦ καὶ ἐγὼ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ τόπου καὶ ἡ εἰδικώτερον ἀντιπροσωπεύουσα τὸν τόπον δημοτικὴ Ἀρχὴ, παρὰ τῆς ὁποίας ἔλαβε πρό τινων ἡμερῶν, νομίζω, τηλεγραφικὴν περὶ τούτου ἀναφορὰν, διαμαρτυρόμεθα κατὰ τοῦ πραξικοπήματος αὐτοῦ κατὰ τῆς καθαριότητος τῆς πόλεώς μας καὶ τῆς ὑγείας μας. Ἄλλως τε, δὲν πρέπει νὰ λησμονήσῃ, ὅτι καὶ παρὰ τοῦ ἰδίου κ. Βαλσαμάκη, τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ γηπέδου καὶ τοῦ τείχους ἔλαβε πρὸ εἴκοσι, νομίζω, ἡμερῶν ἀναφορὰν, ἐν ᾗ, ἀφοῦ ἐκτίθενται τὰ ἀνωτέρω ὡς τὰ ἐξέθηκα, ὑπάρχει καὶ ἡ διαβεβαίωσις καὶ ἀναδοχὴ ἐκ μέρους αὐτοῦ τῆς ὑποχρεώσεως, ὀψέποτε ἤθελεν ἀνοιχθῆ ἡ ὁδὸς, αὐτὸς ἰδίᾳ δαπάνῃ ἀναλαμβάνει τὴν κατεδάφισιν τοῦ τοίχου αὐτοῦ, ὅστις ἠγέρθη μόνον λόγῳ σεμνότητος καὶ καθαριότητος, ἣν ἔχομεν τὴν ἀδυναμίαν νὰ ἀγαπῶμεν οἱ Ἰθακήσιοι. Ἐπειδὴ δὲ δυνατὸν, ἢ ἐγὼ νὰ μὴν ἐξηγήθην καλῶς, ἢ τινες νὰ μὴν ἐννόησαν περὶ τίνος πρόκειται, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα, ἵνα κατασταθῶ καταληπτότερος. Ὑποθέσατε λοιπὸν, κύριοι, πρὸς στιγμὴν, ὅτι ὁ μηχανικὸς τῆς πόλεως Ἀθηνῶν συλλαμβάνει τὴν ἰδέαν νὰ συγκοινωνήσῃ τὴν πρὸ ἡμῶν ὁδὸν Σταδίου μὲ τὴν παράλληλον τοῦ Πανεπιστημίου διὰ νέας ἐγκαρσίας ὁδοῦ, καὶ ὅτι ἡ νέα ὁδὸς θὰ διέλθῃ μεταξὺ τῶν καταστημάτων τοῦ Φρουραρχείου καὶ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης· ὅτι μεταξὺ τῶν δύω αὐτῶν οἰκοδομῶν ὑπάρχει μικρὸν γήπεδον 5–6 μέτρων πλάτους καὶ ἴσου βάθους· τῶν λοιπῶν οἰκιῶν ὑφισταμένων ἐφ’ ὅλης τῆς ἐπεκτάσεως τῆς οὕτω πως σχεδιασθείσης ὁδοῦ. Δύναταί τις νὰ φαντασθῇ, ὅτι ἡ ἀστυνομία ἤθελεν ἀφήσει τὸ οἰκόπεδον τοῦτο ἀτοίχιστον, ἵνα χρησιμεύῃ ὡς δοχεῖον πάσης ἀκαθαρσίας; Καὶ ἂν ἡ ἀστυνομία παρημέλει τὸ φράξιμον αὐτοῦ, δὲν ἤθελον κραυγάζει ὅλος ὁ τύπος καὶ ὅλοι ἡμεῖς διὰ τὸ ἄτοπον αὐτό; Εἰς τὴν αὐτὴν λοιπὸν πρόκειται νὰ εὑρεθῶμεν καὶ ἡμεῖς θέσιν ἐν Ἰθάκῃ παραδόξως, καὶ λέγω παραδόξως, διότι ἐκ τῆς Κυβερνήσεως, ὅθεν ἐδικαιούμεθα νὰ προσδοκῶμεν ἐνίσχυσιν, ἔχομεν τοὐναντίον πόλεμον διὰ τὸ ἀντίστροφον. Ἂν δὲ ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν ἀρκῆται εἰς τοὺς λόγους μου καὶ εἰς τὰς παραστάσεις τῆς ἁρμοδιωτέρας Ἀρχῆς, τοῦ Δμάρχου δηλονότι, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ ζητήσῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὴν γνώμην οἱασδήποτε Ἀρχῆς ἢ ὑπαλλήλου, οὓς ὁ ἴδιος διώρισε, διότι ἐκ τῶν πρώτων οὐδεὶς ὑπολείπεται. Δύναμαι δὲ, πρὸς χάριν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νὰ παραιτηθῶ καὶ αὐτῆς ἔτι τῆς ἀξιώσεώς μου, ἂν ὁ χρησιμεύσας παρ’ αὐτῷ εἰσηγητὴς τοῦ τοιούτου πραξικοπήματος κ. Πήλλικας ἀναλάβῃ νὰ μὲ διαψεύσῃ. Καὶ πρὸς τοῦτο τὸν προκαλῶ, ἀφοῦ οὐδὲ φωνῆς, οὐδὲ γλώσσης στερεῖται, βεβαιῶ δὲ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι θὰ ἀρκεσθῶ εἰς τὴν τοιαύτην τοῦ κ. Πήλλικα διάψευσιν, ὑπομιμνήσκων μόνον αὐτῷ, ὅτι καὶ ἐγὼ εἰμὶ παρὼν καὶ θὰ τὸν ἀκούσω, καὶ τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς ἀναγινώσκονται καὶ ἐν Ἰθάκῃ καὶ ὅπου ὑπάρχουσιν Ἰθακήσιοι.
§50ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ κ. Πήλλικας.
§51ΣΤΑΪΚΟΣ. Ποῦ εἶναι λοιπόν;
§52ΜΙΑ ΦΩΝΗ. Ἀσθενεῖ.
§53ΣΤΑΪΚΟΣ. Λυποῦμαι, κύριοι, διὰ τὴν ἀπουσίαν αὐτοῦ, διότι τὸ ζήτημα θὰ ἐλύετο ἀμέσως, διότι ἁπλῶς θὰ ἠρώτων αὐτὸν ποῦ κεῖται ἡ ἐν Ἰθάκῃ πατρική του οἰκία, ἐν τῇ ὁποίᾳ αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του κατοικοῦσιν· ἐκ δὲ τῆς ἀπαντήσεώς του ἤθελε πληροφορηθῆ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς ποίαν περιέπεσε πλάνην, δοὺς ἀκρόασιν εἰς τὰς εἰσηγήσεις αὐτοῦ τοῦ κ. Πήλλικα, καὶ ἤθελε κατασταθῆ τοῦ λοιποῦ προσεκτικώτερος εἰς τὰς ἐκ τοιούτων εἰσηγήσεων ἐνεργείας του. Οὐχ ἧττον παρακαλῶ αὐτὸν νὰ μὴ ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν διαταγῆς, ἥτις, ἂν ἐπετρέπετο νὰ ἐκτελεσθῇ, ἤθελεν εἶσθαι ἀντιστράτευσις κατὰ τῆς ὑγείας καὶ τῆς καθαριότητος ἑνὸς τόπου.
§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀπουσία τοῦ συναδέλφου τοῦ προαγορεύσαντος κ. βουλευτοῦ Ἰθάκης εἶναι ὅλως ἀδιάφορος ὡς πρὸς τὴν ἐπερώτησιν, διότι αἱ εἰσηγήσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηριχθεὶς ἐνήργησε καὶ ὤφειλε νὰ ἐνεργήσῃ ὁ ὑπουργὸς ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ, ἦσαν αἱ τοῦ ἁρμοδίου Τμήματος τῶν Δημοσίων Ἔργων. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας γνωρίζει τὴν γνώμην τῆς Διευθύνσεως τοῦ Τμήματος ταύτην ὅμως τὴν γνώμην δὲν εἶναι ὑπόχρεως ὁ ὑπουργὸς νὰ παραδεχθῇ Ἀλλ’ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ἡ Διεύθυνσις τοῦ Τμήματος, καὶ οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλε πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης αὐτῆς, ἦσαν τοιοῦτοι, ὥστε ἔπεισαν καὶ ἐμὲ καὶ ἤθελον πείσει καὶ πάντα ἄλλον, ὅπως ἐνεργήσῃ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ὅπως ἐνήργησα. Εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς Ἰθάκης, ὅτι ὑπάρχει σχέδιον τῆς πόλεως· εἶναι δὲ τοῦτο ἀκριβὲς, ἐπίσης δὲ ἀκριβὲς εἶναι, ὅτι κατὰ τὸ σχέδιον δὲν ἐπετρέπετο νὰ οἰκοδομηθῇ ὁ τοῖχος, ὅστις ᾠκοδομήθη, κατόπιν τῆς κυρώσεως τοῦ σχεδίου. Αἱ οἰκίαι, αἵτινες εὑρίσκοντο ἐπὶ τῆς χαραχθείσης ὁδοῦ, ὅτε τοῦτο ἐκυρώθη, δέον νὰ καταδαφισθῶσιν, ἀλλὰ προηγουμένως πρέπει, σύμφωνα μὲ τὸν νόμον, νὰ καταστῶσιν ἑτοιμόῤῥοποι καὶ νὰ ἐκτελεσθῶσι τὰ ἀπαιτούμενα εἰς βεβαίωσιν τοῦ ἑτοιμοῤῥόπου. Οἰκοδομαὶ δὲ νέαι ἐπὶ τῆς γραμμῆς ἐκείνης δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐγερθῶσιν. Αἱ λοιπαὶ οἰκίαι ὑπῆρχον, ὅταν τὸ σχέδιον ἐκυρώθη· ὁ τοῖχος ὅμως, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου συνηγόρησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς, ἀνηγέρθη κατόπιν. Ἐγένοντο λοιπὸν παράπονα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠνέχθη τὴν παραβίασιν τοῦ νόμου. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο ν’ ἀνεχθῇ τὴν μομφὴν, καὶ διέταξε τὴν ἄρσιν τῆς παρανομίας. Αἰρομένου τοῦ τοίχους, πιθανὸν νὰ συμβῶσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἐπερωτήσας, ἐὰν ὑπάρχῃ χῶρος κενός· ἀλλ’ εἶναι ἔργον τῆς Ἀστυνομίας ἡ πρόληψις τοιαύτης καταχρήσεως. Νομίζω δὲ, ὅτι αἱ Δημοτικαὶ Ἀρχαὶ ὀφείλουσι νὰ φροντίσωσι περὶ τούτου, καὶ δὲν θὰ ὑπάρχῃ δυσκολία, ὅπως ὁ κενὸς αὐτὸς χῶρος καθαρίζεται, καὶ οὕτω μὴ ἐκτίθεται ἡ ὑγεία τῆς πόλεως εἰς τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ κ. βουλευτής.
§55Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν ἐπερίμενα ποτὲ ἀπὸ τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀπαντήσῃ ὅπως ἀπήντησε. Τὸ οἰκόπεδον αὐτὸ πρὸ τριῶν ἐτῶν ἐκλείσθη, οὐδενὸς ἀντιλέγοντος, σήμερον δὲ διατάσεται ἡ διὰ τῆς βίας κατεδάφισίς του, ἐνῷ τότε οὔτε ἡ Διοικητικὴ Ἀρχὴ ἔφερεν ἀντίῤῥησιν, ἡ δὲ Δημοτικὴ Ἀρχὴ ἔδωκε καὶ τὴν πρὸς τοῦτο ἄδειαν. Ὑπολείπεται ἐφεξῆς εἰς ἡμᾶς ἄλλο στάδιον καὶ ἄλλο μέσον ἐνεργείας, πρὸς παρακώλυσιν πραξικοπήματος κατὰ τῆς ὑγείας τοῦ τόπου μας.
§56ΡΟΥΦΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ναυτικῆς στρατολογίας, διότι ἀπεδείχθη, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ περὶ στρατολογίας τῶν ναυτῶν νόμου δὲν ἠδυνήθησαν νὰ φέρωσι τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον προσεδοκᾶτο. (Ὅρα Παράρτημα).
§57ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οἱ ἐκ Μήλου, Θηβῶν καὶ Λοκρίδος συνάδελφοι κύριοι Πρεζάνης, Κουκούλεζας, Χαλκιόπουλος καὶ ἐγὼ ὑποβάλλομεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον φρονοῦμεν, ὅτι ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἐπιθυμίαν πάντων ὑμῶν. Καθὼς γνωρίζετε, ὑπὸ τοῦ ἐκλογικοῦ Νόμου δὲν ἐπιτρέπεται, κατὰ τὴν ἐτησίαν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων ἀναθεώρησιν, νὰ γίνωνται ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων Ἀρχῶν, ἄνευ ἐνστάσεως τῶν ἐνδιαφερομένων, ἐγγραφαὶ ἐκλογέων, μὴ ἐγγεγραμμένων, ἀλλ’ ἁπλῶς μόνον διαγραφαὶ τῶν ἀποβιωσάντων κλπ. Ἀφ’ ὅτου ὅμως ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος ὁ στρατολογικὸς καὶ ὑφίστανται τὰ Μητρῷα τῶν ἀῤῥένων, ἐξέλιπεν ὁ λόγος, δι’ ὃν δὲν ἐπετράπη ἡ ἐπὶ αἰτήσει τοῦ Δημάρχου ἐγγραφὴ τῶν μὴ ἐγγεγραμμένων, καὶ εἶναι ἀδικώτατον νὰ παραλείπωνται δι’ ἔλλειψιν ἐνστάσεως τὰ ὀνόματα τῶν πολιτῶν ἐκείνων, οἵτινες, συμπληρώσαντες ἀποδεδειγμένως, κατ’ αὐτὰ, τὸ 21 ἔτος τῆς ἡλικίας, ὑπηρέτησαν μάλιστα ἐν τῷ στρατῷ. Παρετηρήθη ἐν ἁπάσαις ταῖς ἐπαρχίαις, ὅτι εἶναι δύσκολος εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους ἡ ὑποβολὴ ἐνστάσεως ἐν καιρῷ καὶ ἡ προσέλευσις πρὸς ἔνορκον βεβαίωσιν αὐτῶν, εἴτε ἕνεκεν ἀσθενείας, εἴτε ἕνεκεν ἀπουσίας εἴτε δι’ ἄλλον οἱονδήποτε λόγον. Διὰ τοῦτο προτείνομεν ἐν τῷ ὑποβαλλομένῳ νομοσχεδίῳ, ὅπως πάντες οἱ ἐγγεγραμμένοι ἐν τῷ Μητρῴῳ τῶν ἀῤῥένων ἑκάστου δήμου καὶ συμπληρώσαντες ἑκάστοτε, κατ’ αὐτὸ, τὸ 21 ἔτο, τῆς ἡλικίας, ἐγγράφωνται κατὰ τὴν ἐτησίαν ἀναθεώρησιν ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ ἄνευ ἐνστάσεως καὶ ἄνευ ἄλλης ἀποδείξεως. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἤδη παρῆλθον δύω ἢ τρεῖς ἡλικίαι ἀνδρῶν, ὑπηρετησάντων ἐν τῷ στρατῷ, μὴ ἐγγεγραμμένων κατὰ τὸ πλεῖστον ἐν τοῖς ἐκλογικοῖς καταλόγοις, ἔχομεν ἰδιαιτέραν διάταξιν, ὁρίζουσαν ἵνα ἐγγραφῶσι κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος. Ἐπειδὴ δὲ ἐπίκειται νῦν ὁ χρόνος τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, καὶ ἀπὸ 1 Μαΐου ἄρχεται τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου ὡρισμένον διάστημα ἑνὸς μηνὸς, παρακαλοῦμεν τὴν Βουλὴν, νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν συζήτησιν τοῦ Νομοσχεδίου ὡς κατεπείγοντος.
§58ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§59Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνω καὶ ἐγὼ τὴν τιμὴν, κύριοι βουλευταὶ, νὰ ὑποβάλω πρότασιν νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ζητῶ νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ διανομῆς τῶν ἐθνικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν καὶ αἱ γαῖαι ἐκεῖναι, αἵτινες θεωροῦνται παρὰ τοῦ Δημοσίου ὡς κείμεναι ἐντὸς τῶν δασικῶν περιφερειῶν καὶ ὡς τοιαῦται ἐξαιρούμεναι τῆς διανομῆς. Ὡς γνωρίζετε, εἰς διάφορα μέρη τοῦ Κράτους καὶ ἰδίως εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ὀλυμπίας, ὑπάρχουσι δάση, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἀνέκαθεν ὑπῆρχον γαῖαι ἀσκεπεῖς, ἀλλὰ καλλιεργήσιμοι. Τὰς γαίας αὐτὰς οἱ κάτοικοι τῶν ὀρεινῶν μερῶν τῆς ἐπαρχίας μου, ὡς καὶ πολλοὶ κάτοικοι τῆς Γορτυνίας καὶ οἱ κάτοικοι πολλῶν μερῶν τῆς Μαντινείας πρὸ ἐτῶν πολλῶν κατέλαβον, ἐκαλλιέργησαν αὐτὰς καὶ τὰς ἐνεφύτευσαν σταφιδοκλίματα, ἀμπελοκλίματα καὶ διάφορα ἄλλα εἴδη καρποφόρων δένδρων καὶ συγχρόνως ἀνήγειρον ἐντὸς τῶν φυτειῶν τούτων οἰκοδομὰς καὶ ἄλλα διάφορα καταστήματα. Χάριν δὲ τῶν κτημάτων τούτων ἐγένοντο συνοικισμοὶ ἐκ πολλῶν κατοίκων τῆς Γορτυνίας καὶ Μαντινείας, μεταναστευσάντων καὶ ὁριστικῶς ἀποκατασταθέντων εἰς τὰς περιφερείας ταύτας. Τὰς φυτείας ταύτας ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις, θέλουσα νὰ ἐφαρμόσῃ κατὰ γράμμα τὸν νόμον περὶ διανομῆς τῶν φυτειῶν καὶ γαιῶν, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐξαιροῦνται ταύτης αἱ δασικαὶ περιφέρειαι, καὶ κακῶς, κατ’ ἐμὲ, ἑρμηνεύσασα τὸν νόμον περὶ διακρίσεως τῶν δημοσίων κτημάτων, ἀπέστειλεν ἐπιτροπὴν καὶ ἐχαρακτήρισε τὰ μέρη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἤδη εἶναι πεφυτευμένα ἐκ σταφιδαμπέλων, ἀμπέλων, ἐλαιώνων, μωρεώνων, συκεώνων, ὡς δασικὰς περιφερείας, καὶ πρόκειται δυνάμει τοῦ μέτρου τούτου νὰ ἀποβληθῶσιν οἱ κάτοχοι καὶ κύριοι αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι συνεμορφώθησαν μὲ τὸν νόμον περὶ διανομῆς καὶ ἐδήλωσαν ταύτας. Ἡ ἰδέα αὕτη, ἣν ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις εἶχε καὶ τὴν ὁποίαν καὶ ἡ ἐνεστῶσα ἴσως ἔχει, σᾶς διαβεβαιῶ, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι εἶναι ἀπραγματοποίητος καὶ χιμαιρικὴ, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀποβάλῃ οὐδεμία Κυβέρνησις ἐκ τῶν φυτειῶν τούτων ἑκατοστύας οἰκογενειῶν, αἱ ὁποῖαι διὰ ν’ ἀποκτήσωσι τὰ ὡραῖα καὶ πλούσια ταῦτα κτήματα, κατέβαλον ἀτρύτους κόπους καὶ δαπάνας σημαντικὰς, καὶ αἱ ὁποῖαι συνοικισθεῖσαι αὐτόθι ἀποτελοῦσι σήμερον κοινότητας. Προτείνω λοιπὸν καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ τὸ κηρύξῃ κατεπεῖγον, καὶ μετὰ τὴν τύπωσιν νὰ διατάξῃ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διὰ νὰ συζητηθῇ κατὰ προτίμησιν. Παρακαλῶ δὲ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ τοῦτο ἐμβριθῶς καὶ νὰ τὸ υἱοθετήσῃ, διότι πρόκειται περὶ τῆς τύχης πολλῶν καὶ ἀπείρων οἰκογενειῶν. Κατὰ δὲ τὴν συζήτησιν θέλω ἀναπτύξει αὐτὸ καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θὰ λάβωσι μέρος καὶ οἱ τῆς Γορτυνίας καὶ Μαντινείας βουλευταί, καθόσον πρόκειται περὶ τῶν συμφερόντων καὶ τῆς τύχης τῶν συμπολιτῶν καὶ ἐμοῦ καὶ αὐτῶν συνάμα, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἐκπατρισθῶσι, καὶ μόνον διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου δύνανται νὰ ἐξασφαλισθῶσι.
§60ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ἔχει σχέσιν μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλα περὶ δασῶν· ὥστε νὰ ζητήσητε νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν αὐτὴν Ἐπιτροπήν, καὶ οὕτω νὰ ἔλθουν καὶ τὰ δύω ὁμοῦ.
§61Χ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ διὰ τί ἐζήτησα νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον καὶ νὰ μὴ συνδεθῇ μὲ τὸ ἰδικό σας· διότι ἡ Κυβέρνησις διαθέτει δι’ ἐνυικιάσεως τὴν ὁλοκάρπωσιν τῶν φυτειῶν τούτων ἀπὸ τοῦ παρελθόντος καὶ προπαρελθόντος ἔτους· οἱ δὲ ἰδιοκτῆται ἀνθίστανται, καὶ ἐκ τούτου συμβαίνουν συγκρούσεις, προκύπτουσι δὲ καὶ ἐγκλήματα, καθόσον οὗτοι εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀποχωρισθῶσιν ἀπὸ τῶν κτημάτων των εὐκόλως.
§62ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Μετὰ πολλῆς εὐχαριστήσεως ἤκουσα πρὸ ὀλίγου τὸν ἀξιότιμον ἐκ Μεγαρίδος βουλευτὴν ὑποβαλόντα νομοσχέδιον, ἀφορῶν εἰς τροποποίησιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, καὶ μάλιστα περὶ τῆς ἀναθεωρήσεως. Καὶ ἐγὼ ὑπέβαλον πρὸ καιροῦ πρότασιν νόμου περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ἡ δὲ πρότασίς μου ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη. Τὴν ὑποβολὴν ταύτην συνώδευσα μὲ μερικὰς παρατηρήσεις, ὡς ἐκ τῶν ὁποίων μοὶ ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι εἰσῆλθον προώρως εἰς τὴν συζήτησιν. Ἀλλ’ οὔτε τώρα πρόκειται περὶ ταύτης· ἔρχομαι μόνον νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασίν μου ἐκείνην καὶ, ἀναγνωρίζουσα τὴν ἀνάγκην τῆς ταχείας ἐπιψηφίσεώς της, ἐπισπεύσῃ τὴν συζήτησιν αὐτῆς. Ἐν τῇ προτάσει μου ἐκείνῃ ζητῶ τὴν τροποποίησιν πολλῶν ἄρθρων τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ἀλλὰ δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν λοιπῶν διότι, καί τοι πάσας τὰς τροποποιήσεις ταύτας θεωρῶ ἀναγκαίας, δὲν τὰς θεωρῶ καὶ κατεπειγούσας· θεωρῶ ὅμως οὐσιωδῶς ἀναγκαίαν καὶ λίαν κατεπείγουσαν τὴν τροποποίησιν τοῦ περὶ ἀναθεωρήσεως τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων μέρους τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου· ὡς ὅλοι δὲ γνωρίζετε, ἡ ἀναθεώρησις γίνεται ἐντὸς τῶν μηνῶν Ἀπριλίου καὶ Μαΐου ἑκάστου ἔτους· ἐὰν δὲ δὲν ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια περὶ τροποποιήσεως τοῦ μέρους τούτου, τότε, πρὸς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀπεπέμφθησαν ὡς μὴ ἐγγεγραμμένοι ἐν τοῖς ἐκλογικοῖς καταλόγοις κατὰ τὰς παρελθούσας ἐκλογὰς, θὰ ἀποπεμφθῶσιν καὶ οἱ ἄλλοι, οἵτινες δὲν θὰ κατορθωθῇ νὰ ἐγγραφῶσι, δυνάμει τῶν κειμένων, καὶ πρόκειται ὅσον οὔπω, ὡς γνωρίζεται, νὰ γίνωσιν αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαί. Ὁ ἐν ἰσχύει νόμος περιέχει καὶ διατάξεις ἀντισυνταγματικάς· ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὴν παροῦσαν ὥραν δὲν ἔχει ἡ Βουλὴ νομοσχέδια κατεπείγοντα νὰ συζητήσῃ, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ συζητηθῇ τὸ προκείμενον σχέδιον νόμου μετὰ τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεγάρων εἰς ἓν, διότι ὑπάρχει ἀπόλυτος ἀνάγκη. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ παραγγείλῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἐσωτερικῶν νὰ προεξετάσῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐπισπεύσῃ νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της, ὥστε νὰ ἐγγραφῇ ὡς πρῶτον ἀντικείμενον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν δι’ αὔριον ἢ μεθαύριον.
§63ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Σχετικῶς πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ προαγορεύσας βουλευτὴς Ὀλυμπίας ὡς πρὸς τὰς φυτείας, ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Ἰμβραϊμίου τῆς Γόρτυνος, διότι ἔχουν καὶ αὐτοὶ τὰ αὐτὰ παράπονα. Μεταξὺ τῶν δηλωσάντων τὰς γαίας καὶ τῶν ἐνοικιαστῶν τοῦ Δημοσίου ἠγέρθησαν μεγάλαι φιλονεικίαι, αἱ ὁποῖαι ὑπέβαλον εἰς βαρείας δαπάνας τοὺς ἀτυχεῖς χωρικοὺς καὶ συνάμα εἰς ἀδικήματα. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει ἕτοιμον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾶ τὰς σποραδικῶς κειμένας ἐλαίας ἐντὸς τῶν δηλωθεισῶν γαιῶν. Λοιπὸν ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αἱ ἐλαῖαι αὗται δὲν ἀποτελοῦσι φυτείαν, ἀλλ’ ὅτι, ὅταν κῆνται ἐντὸς ἐκτάσεως 10 ἢ 15 στρεμμάτων ἐλαῖαί τινες σποραδικῶς, αὗται θεωροῦνται ὡς ἰδιοκτησία τοῦ δηλώσαντος· ὅταν δὲ δὲν ἦναι τόσον πολλαὶ, ὥστε ν’ ἀποτελοῦν φυτείαν, τότε πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ὡς φυτεῖαι. Παρακαλῶ δὲ, εἰς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν αἴτησιν τῶν χωρικῶν Ἰμβραϊμίου καὶ νὰ τακτοποιήσῃ τὸ νομοσχέδιον οὕτως, ὥστε νὰ μὴν ἐπέλθωσιν ἀδικίαι εἰς τοὺς χωρικοὺς οὐ μόνον τῆς Γορτυνίας, ἀλλὰ καὶ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι ὑπάγονται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν. Νομίζω, ὅτι εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Κορινθίας περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῶν δηλώσεων δύναται νὰ συμπεριληφθῇ καὶ τοιαύτη τις τροπολογία, ἣν καὶ ἔχω προσθέσει.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἔχομεν ὡς πρῶτον ἀντικείμενον ἐγγεγραμμένην τὴν πρότασιν τοῦ κ. Φιλαρέτου, ἀφορῶσαν τὴν πολιτικὴν τῆς πρώην Κυβερνήσεως.
§65Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐζητήσαμεν ἔγγραφα· ὑπεβλήθησαν;
§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπεβλήθησαν ὅλα.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐστάλησαν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου, τὰ ἐθέσαμεν εἰς τὴν διάθεσίν σας.
§68ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Δὲν τὰ ἴδομεν.
§69Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μοὶ εἶναι ἀδιάφορον, ἐὰν προχωρήσῃ ἡ συζήτησις καὶ ἄνευ τῶν ἐγγράφων, διότι ἡμεῖς εἴπομεν τί θέλομεν κάμει εἰς τοιαύτην περίστασιν. Ἡ Κυβέρνησις ὑπεσχέθη νὰ φέρῃ τὰ ἔγγραφα, δὲν ἠξεύρω δὲ μέχρι τοῦδε ἐὰν τὰ ἔφερε ὅλα καὶ ὅλων τῶν Ὑπουργείων. Δὲν ἀρκεῖ ὅτι τὰ ἔστειλεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀργὰ, πρέπει νὰ γείνωσι γνωστά· πρέπει νὰ ἴδωμεν καὶ ἐὰν θὰ τυπωθῶσιν ἢ ὄχι· ἄνευ τῶν ἐγγράφων δὲν λαμβάνομεν μέρος εἰς τὴν συζήτησιν.
§70ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὰ ἔγγραφα ὑπεβλήθησαν πρὸ πολλοῦ.
§71ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶδον τὰ ἔγγραφα. Δὲν εἶναι παρὰ τὰ τηλεγραφήματα τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καθὼς καὶ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τῶν προμηθειῶν. Ὑπάρχουσι δὲ καὶ ὀγκώδεις φάκελλοι τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλληλογραφία δηλαδὴ τοῦ ἀρχείου τοῦ Ὑπουργείου τούτου ἐπὶ διαφόρων στρατιωτικῶν ἀντικειμένων ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ταῦτα τὰ ζητηθέντα· ταῦτα εἶναι τὰ ἥκιστα χρήσιμα μάλιστα. Ἡμεῖς ἐζητήσαμεν πίνακας περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, περὶ τοῦ ὁλικοῦ τοῦ τε στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης, περὶ τῶν γενομένων παραγγελιῶν, περὶ τῶν ἐκτελεσθεισῶν καὶ μὴ, περὶ τῆς ἀριθμητικῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, περὶ τῶν χρηματικῶν μέσων κλπ.
§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ οἱ πίνακες ὑπεβλήθησαν. Ἐγὼ τοὺς ἀνέγνωσα ὅλους, καὶ ἀνταποκρίνονται πρὸς τὴν γενομένην αἴτησιν.
§73ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος μᾶς εἶπεν, ὅτι ἄλλα ἔγγραφα, παρὰ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερον ἀνωτέρω, δὲν ὑπάρχουσι.
§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει λεπτομερῶς ὁποῖα τὰ ὑποβληθέντα. Ἰδοὺ, κύριοι, τί περιέχει τὸ ἔγγραφον τοῦτο. (Ἀναγινώσκει τὸν κατάλογον τῶν ἀποσταλέντων ἐγγράφων εἰς τὴν Βουλήν). Φαίνεται ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς εἶδε μόνον τὰ τελευταῖα.
§75ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔπρεπε, φρονῶ, νὰ σκεφθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, πρὶν εἴπῃ τὴν τελευταίαν λέξιν. Ἐγὼ πρώτην φορὰν μανθάνω τὰ περὶ τοῦ ἀναγνωσθέντος ἐγγράφου. Ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Προέδρου. (Ὁ Πρόεδρος συναινεῖ). Παρακαλῶ ἐν τούτοις τὸν κύριον Τρικούπην νὰ μοὶ εἴπῃ τὴν ἡμερομηνίαν τοῦ ἐγγράφου.
§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. 2 Ἀπριλίου.
§77ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡ ἡμέρα τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τὴν Βουλήν;
§78ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. 8 Ἀπριλίου.
§79ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Βλέπετε λοιπὸν, κύριε Πρωθυπουργὲ, ὅτι δὲν εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν οὔτε τὸ ἔγγραφον, ὅπερ ἀνεγνώσατε, οὔτε τὰ δι’ αὐτοῦ ἀποστελλόμενα;
§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν λέγω, ὅτι τὰ εἴδατε. Ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι τὰ ἐστείλαμεν· οἱ φάκελλοι ἐστάλησαν πρὸ τοῦ ἐγγράφου, δὲν ἦσαν δὲ καὶ οἱ πίνακες ἕτοιμοι.
§81ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν φιλονεικῶ τοῦ ἐγγράφου τὴν ἡμερομηνίαν, ἀλλὰ τὸν χρόνον τῆς ὑποβολῆς αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλήν· ἀλλ’ ἤδη συμφωνοῦμεν πληρέστατα. Ἀφοῦ τὸ ἔγγραφον ἦλθε βραδύτερον, δὲν ἠδυνάμεθα βεβαίως νὰ τὸ ἴδωμεν καὶ δὲν τὸ εἴδομεν οὐχὶ ἐκ πταίσματος ἡμῶν, κύριε Πρωθυπουργέ.
§82ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον.
§83ΜΙΛΗΣΗΣ. Θ’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις χωρὶς ν’ ἀναγνώσωμεν τὰ ἔγγραφα;
§84ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι ἐντὸς τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§85Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν πειράζει· ἀρκεῖ ὅτι ἐβεβαιώθη, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν εἴδομεν τὰ ἔγγραφα, καὶ ὅτι λείπουν ἔτι τὰ ἔγγραφα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν.
§86Γ. ΡΟΥΦΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Τί θὰ σᾶς ὠφελήσουν περισσότερον; δύναμαι νὰ σᾶς δώσω ὁποιαςδήποτε πληροφορίας θέλετε. (Θόρυβος).
§87ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν θέλομεν ἰδικάς σας πληροφορίας. Θέλομεν τὰ ἔγγραφα. Ἄλλως, ἡμεῖς δὲν ἀναμιγνυόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ πράξετε ὅ,τι θέλετε.
§88Γ. Ν. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι τὸ τέκνον τῆς Βουλῆς, ὅπερ ἄλλοτε ἐστήριζεν ὅλην τὴν δόξαν καὶ ὅλον τὸ γόητρον εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, λυποῦμαι, διότι ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσσήνης βουλευτὴς, ὅστις ἄλλοτε ἤθελε νὰ ἦναι, εἰ δυνατὸν, διαρκῶς παροῦσα ἡ Βουλὴ, μετέβαλεν ἤδη ἐντελῶς γνώμην. Ἀφοῦ ἐπὶ δέκα καὶ πλέον μῆνας ἀντισυνταγματικῶς, κατ’ ἐμὲ, ἔκλεισε μετὰ τῶν λοιπῶν μελῶν τοῦ ὑπουργείου τὰς πύλας τοῦ Κοινοβουλίου, μετὰ πολλὰς βασάνους ἔφθασεν ἐπὶ τέλει ἡ στιγμὴ, καθ’ ἣν ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἤρχετο φέρουσα τὴν ἐντολὴν τοῦ λαοῦ νὰ ζητήσῃ λόγον περὶ τῶν κακῶς πεπραγμένων, καὶ ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργὸς, νῦν δὲ ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἀπὸ τῆς πρώτης συνεδριάσεως μᾶς ἠπείλησε νὰ ἐξέλθῃ τῆς Βουλῆς, οἱονεὶ φυγοδικῶν καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς Βουλῆς, ὡς πρόφασιν δὲ λαμβάνων, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἐπρόκειτο νὰ δεχθῇ τὴν εἰς τὸ ἄρθρον 66 τοῦ Συντάγματος στηριζομένην πρότασίν μου περὶ νομιμοποιήσεως τῶν Ἀντιπροσώπων τῶν νέων ἐπαρχιῶν. Ἐπαναλαμβάνω, λέγων, μετὰ πολλῆς μου λύπης, ὅτι οἱ πρῶτοι λόγοι τοῦ ἀξιοτίμου πρώην πρωθυπουργοῦ, ὡς τοιούτου ὁμιλοῦντος ἀπὸ τοῦ βήματος, ἦσαν ὅτι ἤθελεν ἐξέλθει μετὰ τῶν φίλων του ἐκ τῆς Βουλῆς, ἂν ἠθέλαμεν ἀποφασίσει ἐναντίον τῆς ἰδέας του. Καὶ ἡ μὲν Βουλὴ τότε ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασίν μου, ἀλλ’ οὐχὶ ἐκ τοῦ φόβου τῶν ἀπειλῶν τῆς τότε Κυβερνήσεως. Ἀπορῶ ἐν τούτοις, καὶ ἀπορῶ σφόδρα πῶς ὁ ἀξιότιμος πρώην Πρωθυπουργὸς, ὁ ἐπὶ ὁλόκληρον σχεδὸν γενεὰν Κυβερνήσας τὸν Τόπον, ὁ κάλλιον γνωρίζων παντὸς ἄλλου αὐτὸν καὶ τὴν σύγχρονον ἱστορίαν, πῶς, λέγω, σήμερον ἀπεφάσισε νὰ ζητήσῃ, καὶ ἀδικαιολογήτως μάλιστα, δευτέραν ἀναβολὴν, ὅπως ἀπαντήσῃ εἰς τὴν πρότασιν, ἣν ἐγὼ συνέταξα, στηριζόμενος εἰς αὐτὰς ταύτας τὰς συζητήσεις, αἵτινες ἐγένοντο τελευταῖον ἐν τῇ Βουλῇ, ὡς πόρισμα καὶ συμπέρασμα αὐτῶν ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος. Ἐπίστευον δὲ ἀδιστάκτως, ὅτι, ἐὰν ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ φίλοι του ᾐσθάνοντο τὴν ἀνάγκην νὰ προσθέσωσί τι εἰς ὅσα διὰ μακρῶν ἐπὶ πολλὰς ἄλλας ἡμέρας ὡμίλησαν, ἐπὶ πράξεων ἄλλως τε γνωστοτάτων, ἤθελον πάραυτα καταλάβει τὸ βῆμα, ὅπως ἀναιρέσωσι τὰ παρ’ ἐμοῦ προταθέντα. Ὅτε κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 19 Μαρτίου ἐζήτησαν προθεσμίαν καὶ ἔγγραφα, ὅτε ἠθέλησαν νὰ ὀχυρωθῶσιν ὄπισθεν τοῦ δῆθεν ὑποχρεωτικοῦ τῆς δηλώσεως τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἤθελε γείνει συζήτησις ἐπὶ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, δὲν ἐδέχθην ὅτι εἶχον δίκαιον, ἀλλὰ καὶ δὲν κατεδέχθην νὰ φέρω ἀντίῤῥησιν, διότι ἤθελον νὰ ἐκλείψῃ καὶ ὁ ἐλάχιστος δισταγμὸς, ὅτι φέρω προσκόμματα εἰς τὴν πληρεστάτην ἀπάντησιν. Ἀλλὰ παραδόξως, κύριοι, ἠκούσαμεν καὶ αὖθις τὰς ἐπ’ ἄπειρον προτεινομένας ἀναβλητικὰς ἐνστάσεις, ἄνευ λόγων βασίμων. Γνωρίζετε μετὰ πόσης ἀνυπομονησίας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς περιμένει τὸ ἀποτέλεσμα τῶν συζητήσεων, αἵτινες μᾶς ἀπησχόλησαν ἀφ’ ὅτου ἤρχισεν ἡ Βουλὴ, διότι θέλει, καὶ δικαίως, νὰ μάθῃ ἂν τὸ ἔργον τῆς 3 Μαρτίου ἦτο ἁπλῶς καὶ μόνον ἔργον ἀλλαγῆς προσώπων ἢ ἀλλαγῆς συστήματος. Ἀναμένει μετ’ ἐνδιαφέροντος εὐνοήτου νὰ μάθῃ ἂν πρόκειται νὰ τιμωρηθῶσιν οἱ ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ἀντισυνταγματικῶς κυβερνήσαντες τὸν Τόπον, καὶ ἂν πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν αὐτὴν ὁδὸν ἐξ ὑπολογισμῶν ἀλληλοβοηθείας ἢ καὶ ἀδικαιολογήτου μακροθυμίας. Βεβαιωθῆτε, κύριοι, ὅτι, ἐὰν ἦτο δεδικαιολογημένη ἡ ἀναβολὴ, προθύμως ἤθελον δεχθῆ ταύτην· ἀλλ’ ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὸ ὑποκείμενον τῆς συζητήσεως, καὶ ὅτι πρόκειται περὶ πραγμάτων, ἅτινα καὶ τὰ μικρὰ παιδία καλῶς πλέον γνωρίζουσιν, ἀφοῦ ἐβεβαιώθημεν ἐκ τοῦ πρὸ μικροῦ ὑπὸ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ ἀναγνωσθέντος ἐγγράφου τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν ἔστω καὶ ἀπὸ τῆς 8 Ἀπριλίου, μολονότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶπεν ἡμῖν, ὅτι ταῦτα εἶχον κατατεθῇ πρὸ τοῦ Πάσχα, φρονῶ ὅτι πᾶσα ὑπεκφυγὴ εἶναι ἄτοπος. (Θόρυβος). Μὴ ὑποθέσῃ τις ἐξ ὑμῶν, κύριοι, ὅτι ἔχω προσωπικόν τινα λόγον κατά τινος τῶν μελῶν τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως· οὐδένα, ἀπολύτως οὐδένα· προκαλῶ δὲ τοὺς πρώην κ. κ. ὑπουργοὺς νὰ μὲ διαψεύσωσιν, ἐὰν φρονῶσιν, ὅτι λόγοι προσωπικῆς ἐκδικήσεως μὲ παρορμῶσιν ἀλλ’ οὐδὲ ὡς εἰσηγητὴς ἄλλων, ἐχόντων τυχὸν προσωπικὰ πάθη, ἀνέλαβον τὸν ἀγῶνα τῆς ὑπὸ συζήτησιν προτάσεως. Ἔρχομαι, ὅμως, κύριοι, ἐν πληρεστάτῃ πεποιθήσει νὰ ἐλαφρύνω τὴν συνείδησίν μου, νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου. Πιθανὸν νὰ πλανῶμαι· εἶμαι ὅμως ἕτοιμος νὰ ἀκούσω τοὺς ἐναντία φρονοῦντας, καὶ ἐὰν μοὶ ὑποδείξωσι πειστικὰ ἐπιχειρήματα, δὲν θὰ ἐδίσταζον καὶ νὰ μεταβάλω γνώμην, ἀλλὰ καὶ τώρα, φοβοῦμαι δὲ καὶ μέχρι τέλους τῆς συζητήσεως, δὲν ὑπάρχει τοιαύτη ἐλπὶς, πρὸ παντὸς δὲ πέποιθα, ὅτι διὰ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεώς μου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διερμηνεύω τὴν κοινὴν γνώμην. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος πρώην ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργὸς κ. Παππαμιχαλόπουλος, παραπονούμενος κατὰ τῶν μὴ θιασωτῶν τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως διὰ τὰς ἀπὸ τῆς 31 Μαρτίου 1881 καὶ ἐντεῦθεν πράξεις αὐτῆς, μᾶς ἐμαρτύρησεν, ὅτι τὰ μέλη τῆς πρώην Κυβερνήσεως περιμένουσι παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀνδριάντας πρὸς διαιώνισιν τῆς δόξης των. Ἐγὼ ἐν τούτοις, καίτοι παρακολουθήσας μετὰ πολλοῦ ἐνδιαφέροντος, μετὰ πολλῆς καλῆς πίστεως τὰς συζητήσεις, κατέληξα εἰς τὸ συμπέρασμα, νὰ μὴ λάβω πρωτοβουλίαν διὰ κατασκευὴν τῶν ἀνδριάντων τῶν πρώην ὑπουργῶν, ἀλλὰ νὰ ὑποβάλω πρότασιν μομφῆς βαρυτάτης· μεταξὺ δὲ τῶν ἀνδριάντων, οὓς ζητεῖ ἡ πρώην Κυβέρνησις διὰ τοῦ πρώην ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τῆς προτάσεώς μου ὑπάρχει χάσμα μέγα. Συναισθάνομαι, κύριοι, ἐπαρκῶς τὸ βάρος, προκειμένου νὰ κατηγορήσω τοὺς ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον κυβερνήσαντας τὸν Τόπον. Δὲν παραγνωρίζω τὰς συνεπείας τῆς τοιαύτης προτάσεώς μου, καὶ μὴ ὢν κατηρτισμένος διὰ τὸ βουλευτικὸν βῆμα, ἐν τοιαύτῃ σπουδαίᾳ συζητήσει, ἤθελον ἐμποδισθῆ ν’ ἀναλάβω δυσανάλογον πρὸς τὰς δυνάμεις μου ἀγῶνα, ἐὰν τὰ πράγματα αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ εὐγλώττως δὲν ἐφώναζον. Ἀλλ’ ἡ θέσις ἐμοῦ, ὄντος Ἀντιπροσώπου μιᾶς τῶν ἀπελευθερωθεισῶν ἐπαρχιῶν, ἤθελεν εἶσθαι δυσχερεστέρα πάντων τῶν Ἀντιπροσώπων τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν. Πῶς, ἐγὼ νὰ φέρω πρότασιν μομφῆς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἦτο κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς κατοχῆς! Δὲν θὰ προσέθετον οὕτω ἓν ἔτι ἐπιχείρημα εἰς τὰ ὑποκώφως ψιθυριζόμενα περὶ τῆς ἀγνωμοσύνης τῶν Θεσσαλῶν; Εὐτυχῶς ὅμως ἡ καλὴ πίστις, ἐλπίζω, θέλει μὲ καθοδηγήσει νὰ διερμηνεύσω τὸ ἐμὸν φρόνημα, ὅπερ κολακεύομαι πιστεύων, ὅτι ἀσπάζεται, ὡς προεῖπον, καὶ ἡ κοινὴ γνώμη. Θεωρῶ δὲ καλὸν ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ νὰ ἀπαντήσω ὀλίγιστα καὶ εἰς τοὺς περὶ ἀγνωμοσύνης τῶν Θεσσαλῶν ψιθυρισμούς. Ἄδικος, ἀδικωτάτη ἡ ἀποδιδομένη ἀγνωμοσύνη. Καὶ τί προτιμᾶτε σεῖς, κύριοι, οἱ τὰ τοιαῦτα λέγοντες, νὰ ἤμεθα ψυχροὶ καὶ ἀναίσθητοι εἰς τὰ παθήματα τῆς μεγάλης ἡμῶν πατρίδος; Προτιμᾶτε νὰ γίνωμεν παραβάται τοῦ καθήκοντός μας, καὶ δὲν ἐννοεῖτε, ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς εἶναι ἑνιαῖος καὶ ἀχώριστος; Καὶ ἐὰν δὲ ὑπετίθετο πρὸς στιγμήν, ὅτι ἔχομεν νὰ ἐκπληρώσωμεν καθῆκον εὐγνωμοσύνης πρὸς τὴν κατὰ σύμπτωσιν Κυβέρνησιν τῆς 31 Μαρτίου, ἐὰν δικαιῶνται ν’ ἀξιῶσιν εὐγνωμοσύνην οἱ δι’ ἀντισυνταγματικῶν καὶ ἀνθελληνικῶν πράξεων διαμείναντες ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ, καὶ ἐὰν τὴν ἐλευθερίαν εἶχον δώσει ἡμῖν ὡς δῶρόν τι ἐκ τοῦ θυλακίου των, ἡμεῖς καθῆκον εἴχομεν νὰ καταπνίξωμεν πᾶν αἴσθημα εὐγνωμοσύνης, ὅπως ἐκπληρώσωμεν καθῆκον ὑπέρτερον. Ἤθελον, οἱ τὰ τοιαῦτα λέγοντες, ὅτι φρονοῦσι, νὰ ἔλθωμεν μετ’ ἐνθουσιασμοῦ ὑπὲρ τῆς πρώην Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ οἱ εὐαίσθητοι, προκειμένου περὶ αἰσθήματος εὐγνωμοσύνης, διατί ἀπαιτοῦσι παρ’ ἡμῶν ἀναισθησίαν; Διατί προσποιοῦνται, λησμονοῦντες, ὅτι τὴν ἐλευθερίαν ἡμῶν ἐξηγόρασαν δι’ ἁδρῶν λύτρων, διὰ τῆς ἐκ νέου ὑποδουλώσεως τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Ἐλασσῶνος; Ἡμεῖς ἀκριβῶς οἱ ἐκ τῆς δουλείας ἐξελθόντες κάλλιον τῶν ἀξιούντων εὐγνωμοσύνην αἰσθανόμεθα τι σημαίνει ἡ τοιαύτη ὑποδούλωσις. Ναὶ, τὴν ἐλευθερίαν ἡμῶν ἐξηγόρασαν μὲ τὴν τιμὴν τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Καὶ οὕτω ἡ χαρὰ ἡμῶν εἶναι μεμιγμένη μὲ πολλὴν λύπην. Λησμονοῦσιν οἱ περὶ τὴν Κυβέρνησιν θέλοντες ν’ ἀποκαλῶσιν ἡμᾶς ἀγνώμονας, ὅτι, ἐὰν διὰ τῆς μιᾶς χειρὸς πομπωδῶς, ὡς λέγουσι, μᾶς ἀπηλευθέρουν αὐτοὶ ἀπὸ τὸν ζυγὸν τῶν Τούρκων, διὰ τῆς ἄλλης χειρὸς μᾶς παρέδιδον σιδηροδεσμίους εἰς τὴν δουλείαν τῶν τιμαριούχων! Ὁποίαν ἀγαλλίασιν ἀναμένετε παρὰ τοῦ ἀτυχοῦς ἐκείνου Θεσσαλοῦ, ὅστις τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἀπελευθερώσεώς του ἐδιώχθη ὡς κύων ἐκ τῆς καλύβης του ἢ παρ’ ἐκείνου, ὅστις εἰς πᾶσαν ἐμφάνισιν κλητῆρος φοβεῖται δήμιον; Ἐπανέφερον ἐν ἔτει 1881 τὰ μεσαιωνικὰ τιμάρια, ἐγέννησαν διὰ τῆς Συμβάσεως ἀγροτικὸν ζήτημα, συνταράσσον τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὸ Ἠπειρωτικὸν ῥάκος ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον, καὶ ἀξιοῦσι στεφάνους καὶ ἀνδριάντας εὐγνωμοσύνης καὶ ἐνθουσιασμοῦ! Μήπως τοὐλάχιστον, μετὰ τὴν Συνθήκην τῆς κατοχῆς, ὁ τόπος ἐκεῖνος εὗρε καλὴν διοίκησιν, ἀσφάλειαν, τάξιν; Ἐνθυμοῦμαι καλῶς ὅτι ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργὸς, ὅστις δὲν εἶναι ἀτυχῶς παρὼν κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν διὰ νὰ μὲ ἀκούσῃ, ἠθέλησε νὰ σᾶς παραστήσῃ ὅτι τάξις καὶ ἀσφάλεια, καλὴ διοίκησις καὶ ἄκρα δικαιοσύνη ἐβασίλευσαν ἐν Θεσσαλίᾳ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς καταλήψεως μέχρι τῆς τελευταίας ἡμέρας τοῦ βίου τῆς πρώην Κυβερνήσεως. Καὶ οἱ μὲν ἐν Θεσσαλίᾳ ἀναγνόντες τοὺς μύθους, οὓς ἔπλασεν ὁ ῥήτωρ ἀμυνόμενος, δεόντως ἐξετίμησαν τὴν ἀξίαν αὐτῶν. Δὲν ἀπαντῶ δ’ ἐγὼ διὰ μακρῶν εἰς αὐτούς· τοῦτο μὲν, διότι τὸ κυρίως ἐπασχολῆσάν με ζήτημα θὰ μὲ ἀναγκάσῃ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ σπουδαιοτέρων ζητημάτων· τοῦτο δὲ, διότι θὰ ἠναγκαζόμην νὰ καταστήσω γνωστὰ πράγματα, ἅτινα χάριν ἐθνικῶν συμφερόντων καλὸν εἶναι νὰ μένωσιν ὑπὸ τὸν πέπλον τοῦ σκότους. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπιμόνως προκληθῶ, δὲν θ’ ἀποφύγω, καὶ ἂς ἀναλάβωσιν ἐκεῖνοι τὴν εὐθύνην. Ἔχω ἐν τούτοις ἐνταῦθα δέσμην πολλῶν ἐπιστολῶν, ἣν θέτω εἰς τὴν διάθεσιν παντὸς δυσπίστου Θωμᾶ...
§89Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ, σὲ παρακαλῶ....
§90ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ἀμέσως, ἅμα κατέλθω τοῦ βήματος.—Καὶ ὕστερον ἀπὸ πάντα ταῦτα τολμᾶτε νὰ ψιθυρίζητε περὶ ἀγνωμοσύνης τῶν Θεσσαλῶν, διότι δὲν σᾶς ἐχειροκρότησαν; Κύριοι, ὅτε ἐγὼ ὑπέβαλον τὴν πρότασιν αὐτήν, ὑπέθετον, ὅτι δὲν ἤθελε γίνει συζήτησις, καὶ διὰ τοῦτο ὑπέβαλον αὐτὴν ὡς πόρισμα τῶν συζητήσεων ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος. Ἐννοῶ τὴν ἀηδίαν, ἡ ὁποία κυριεύει τοὺς πάντας, ὅταν ἀκούωσι πολιτικὴν συζήτησιν, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι, προκειμένου περὶ τοιαύτης προτάσεως καὶ ἀφοῦ ἐδηλώθη παρὰ τῶν ἐνδιαφερομένων διάθεσις πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως, πρέπει νὰ ἐξαντληθῇ τὸ θέμα, πρέπει ν’ ἀκούσωμεν τοὺς ἀντιφρονοῦντας, διὰ νὰ μὴ μείνῃ δισταγμός τις, ὅτι διὰ πνεύματος εὐθυδικίας ἐπιῤῥίπτομεν μομφὴν ἐπὶ ἀπιστίᾳ κατὰ τῶν ἐντολοδόχων τοῦ λαοῦ. Πρέπει τὰ πάντα νὰ διαλευκανθῶσιν, ἵνα μή τις τολμήσῃ νὰ εἴπῃ, ὅτι παρεσύρθημεν ἀπὸ πάθη ἢ ἀπὸ εἰσηγήσεις. Ὁ Ἑλληνικὸς χαρακτὴρ εἶναι δυστυχῶς, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, εὔπιστος, ἐπιλήσμων καὶ ἐπιπόλαιος· διὰ τοῦτο δὲ τὰ σπουδαιότατα καὶ διδακτικώτατα τῶν γεγονότων παρέρχονται πολλάκις, χωρὶς νὰ μένωσιν ὡς μαθήματα ἐπωφελῆ τοῦ μέλλοντος· ἀλλ’ ἐνίοτε διὰ πράξεων ἀποδεικνύει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅτι γνωρίζει νὰ ὠφελῆται ἐκ τῶν παθημάτων τοῦ παρελθόντος, ἐλπίζω δὲ ὅτι καὶ ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει θέλει πιστοποιηθῆ τοῦτο Οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ, οὐδ’ ἐπιτρέπεται ν’ ἀγνοῇ τὰ ἐν Ἑλλάδι συμβάντα ἐν ἔτεσιν 1874 καὶ 1875, ὅτε μία παρερμηνεία τοῦ ἄρθρ. 56 τοῦ Συντάγματος ἀνεστάτωσε τὸν Τόπον. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὁ κ. πρώην πρωθυπουργὸς, διαδεχόμενος τὸ ὑπουργεῖον Τρικούπη, ἔλεγεν ἐπιδεικτικῶς τῇ 16 8βρίου 1875, ὅτι «ἡ ἐλευθερία, ὅπως ἤδη ἀσφαλίζεται ἀπὸ τοὺς συνταγματικοὺς θεσμοὺς, τὸ σέβας τὸ ἀπόλυτον πρὸς τὸν νόμον καὶ τὸ σέβας πρὸς τὰς καθεστηκυίας Ἐξουσίας, ἰδοὺ τὸ στοιχειῶδες πρόγραμμα, ἐφ’ οὗ στηριζόμενα τὰ ἔθνη δύνανται νὰ ἐλπίζωσι τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον· τὸ πρόγραμμα αὐτὸ θέλομεν τὸ τηρήσει, ἀμφιβολίαν δὲ δὲν ἔχομεν, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ θέλει τὸ τηρήσει, καὶ διὰ τοῦτο ἐλπίζω, ὅτι θέλομεν ἑτοιμάσει μέλλον λαμπρὸν διὰ τὴν πατρίδα καὶ ἐξασφαλίσωμεν τὸ παρὸν αὐτῆς». Ἀκούετε, ὅτι τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ὁ νῦν ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἦτο ἔνθερμος θιασώτης τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν, ὅτι ἐπεθύμει ἀπόλυτον τὸ πρὸς τὸν νόμον καὶ τὸ Σύνταγμα σέβας, ὅτι μόνον δι’ αὐτοῦ ὑπεσχέθη νὰ ἔχωμεν μέλλον λαμπρόν. Ἀλλ’ ἡ γῆ στρέφεται καὶ τὰ πράγματα μεταβάλλονται· χάρις ὅμως εἰς τὸν Γουτεμβέργιον, ἐκτυποῦνται αἱ ἰδέαι· ὁ δὲ λαὸς, ἐὰν θέλῃ νὰ βελτιωθῇ, πρέπει νὰ ἔχῃ περὶ τῆς συγχρόνου ἱστορίας τὸ σημειωματάριον, ὅπερ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ν’ ἀναγινώσκῃ. Λόγοι σπουδαιότεροι ἐκείνων, οἵτινες ἀπησχόλησαν τὸν Τόπον κατὰ τὸ 1874, χάριν σεβασμοῦ πρὸς τὸ Σύνταγμα, ἐπανέφερον τὴν αὐτὴν ἀνώμαλον κατάστασιν, ἰδίως ἀπὸ τῆς 31 Μαρτίου 1881 καὶ ἐντεῦθεν, διότι ὁ πρώην πρωθυπουργὸς ἐλησμόνησε πλέον τὰς περὶ μέλλοντος λαμπροῦ διδασκαλίας τοῦ 1875. Ὁ λαὸς καὶ πάλιν ἐξηγέρθη, καὶ ὅσοι ἀρνοῦνται τὴν κοινὴν γνώμην, φρονῶ, ὅτι πλανῶνται. Δὲν ἐμορφώθη εἰσέτι, ὡς πρέπει, εἶναι ἀληθές· οὐχ ἧττον ὑπάρχει καὶ ἐποπτεύει τὰ συμβαίνοντα· δὲν δύναται καθ’ ἑκάστην νὰ ἐγείρῃ ἐπαναστάσεις, ἀλλ’ ὅταν ἔλθῃ ἡ στιγμή, πράττει ὅ,τι εἶναι δυνατόν. Πάντες ἐνθυμούμεθα ὁποῖα καὶ ὁπόσα ἀπειλητικὰ νέφη ἐκάλυψαν τὸν πολιτικὸν ὁρίζοντα τῆς Ἑλλάδος, ὅτε ὁ λαὸς ἔβλεπε τὰς ὑποσχέσεις τῆς Κυβερνήσεως ἀθετουμένας καὶ τὸ Σύνταγμα σχιζόμενον σκανδαλωδῶς. Ἐσκέφθη τότε νὰ θέσῃ φραγμὸν, ἀλλὰ σκέψεις ἐθνικοῦ συμφέροντος, αἱ σκέψεις ὅτι δὲν εἶχον εἰσέτι καταληφθῆ αἱ νέαι ἐπαρχίαι, ἀνεχαίτισαν τὴν ὁρμὴν τοῦ λαοῦ. Οὐδεὶς ἐτόλμησε νὰ λάβῃ τὴν εὐθύνην τῆς ἐν τῇ δουλείᾳ διατηρήσεως τῶν ὁπωσδήποτε ἐλευθερωθέντων. Ἀλλ’ ἡ σύνεσις τοῦ λαοῦ ἐκείνη παρεξηγήθη, ὡς γνωρίζετε. Μετὰ τὴν κατάληψιν ἐπῆλθεν ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς. Τότε ὁ λαὸς ἀνέμενε τὴν ἱκανοποίησίν του ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ὅταν δὲ οἱ τοιοῦτοι ἀγῶνες τοῦ λαοῦ ἀποτυγχάνωσιν ἐντὸς τοῦ Ἐθνικοῦ περιβόλου, τότε δὲν μένει εἰς αὐτὸν ἄλλο τι ἐκτὸς τοῦ ἄρθρου 110 τοῦ θεμελιώδους ἡμῶν νόμου, καθ’ ὃ ἡ τήρησις τοῦ Συντάγματος ἀφιερώθη εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων. Πρέπει δὲ νὰ ἐννοήσωμεν πάντες καλῶς, ὅτι δὲν εἴμεθα κύριοι ἡμεῖς οἱ ἐντολοδόχοι τοῦ λαοῦ ν’ ἀμνηστεύσωμεν τοὺς παραβιάσαντας τὸ Σύνταγμα, διότι ὁ κυρίαρχος λαὸς ἔχει δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι ἡμεῖς ἠθέλομεν παραλείψει. Ἡ πρότασίς μου εἶναι τοιαύτη, ὥστε καὶ πλεῖστα δύναταί τις νὰ λαλήσῃ, ἀναπτύσσων αὐτὴν, καὶ ὀλίγιστα· εὐτυχῶς αἱ ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος συζητήσεις εἶναι πρόσφατοι καὶ δὲν εὑρίσκω κἄν τὴν ἀνάγκην ν’ ἀναλύσω τὰ περὶ τοῦ θέματος τῆς προτάσεώς μου λεχθέντα. Ὅλα τὰ κόμματα τῆς Βουλῆς συμμετέσχον τῶν συζητήσεων ἐκείνων· μ’ ὅλα ταῦτα, λαβὼν τὴν πρωτοβουλίαν προτάσεως τοιαύτης, ὀφείλω νὰ συνοψίσω καὶ ἐκ τῶν λεχθέντων, ἐνιαχοῦ δὲ καὶ νὰ συμπληρώσω ταῦτα. Ὡς ἀποδεικτικὰ, οὕτως εἰπεῖν, μέσα τῆς προτάσεώς μου ἐπικαλοῦμαι τὴν ἐθνικὴν ἀγανάκτησιν καὶ τὴν γενικὴν κατακραυγὴν κατὰ τῆς λύσεως τῆς 31 Μαρτίου καὶ τῶν μετὰ ταῦτα συμβάντων· ἐπικαλοῦμαι πρὸ πάντων τὰ ἐκλογικὰ προγράμματα, καὶ σᾶς ὑπενθυμίζω, ὅτι οὐδεὶς, φίλος τῆς πρώην Κυβερνήσεως, ἐτόλμησε νὰ ὑποσχεθῇ, διὰ προγράμματος, ὑποστήριξιν τῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διαπραχθέντων. Ἐὰν δέ τινες εἶχον τότε τοιαύτην ἰδέαν, ἐπιμελῶς ἀπέκρυψαν αὐτὴν παρὰ τοῦ ἐντολέως ἡμῶν λαοῦ, βεβαιότατοι ὄντες, ὅτι οἱ ἐκλογεῖς δὲν ἠσπάζοντο τὴν ἰδέαν ἀποστολῆς συνηγόρων τῶν ἀνθρώπων τῆς 31 Μαρτίου. Ἐπικαλοῦμαι, κύριοι, τὸ ἱστορικὸν πλέον καὶ ἀναμφισβήτητον γεγονὸς τῆς ἐκτελέσεως μέρους τῆς ἀνατεθείσης ἡμῶν ἐντολῆς, τὴν πτῶσιν δηλαδὴ τῆς πρώην Κυβερνήσεως. Ἐὰν ἡ πρότασίς μου δὲν ἐστηρίζετο εἰς τὸ δίκαιον καὶ τὸ ἀληθὲς, ἦτό ποτε δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσι τόσοι Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, ἐκλεχθέντες συνεπείᾳ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, νὰ ῥίψωσι τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην; Καὶ δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη, ἡ ψῆφος τοῦ λαοῦ δὲν ἀντεπροσωπεύετο ἐν τῇ περιστάσει ἐκείνῃ; Καὶ δὲν ἠθέλομεν ἀκούσει διαμαρτυρήσεις ἐν ταῖς ἐπαρχίαις παρὰ τῶν ἐκλογέων μας, ὅτι αὐτοὶ δὲν ἐνόουν νὰ μᾶς πέμψωσιν ἐδῶ διὰ νὰ ῥίψωμεν τὴν τὰ καλὰ πράττουσαν Κυβέρνησιν τῆς 31 Μαρτίου; Τοὐναντίον, ἠκούσαμεν, ἀντὶ διαμαρτυρήσεως, ὅτι καλῶς καὶ πιστῶς διηρμηνεύσαμεν τὸ φρόνημα τῶν ἐντολέων μας, μὴ ἐμπιστευόμενοι πλέον τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Τόπου εἰς τοὺς δικτατορίαν ἀναλαβόντας κυβερνήτας ἡμῶν. Θέλετε νεωτέρας ἀποδείξεις; Ἔχομεν τὴν ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ 14 ἄρθρου τοῦ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως κυρωθέντος νόμου περὶ ἀφομοιώσεως, δι’ οὗ ἠκυρώσαμεν καὶ ἐθεωρήσαμεν ἐξ ὑπαρχῆς ἄκυρα τὰ νομοθετικὰ Διατάγματα, ὡς ἀντισυνταγματικῶς ἐκδοθέντα. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχῃ τις ὁ μὴ ἀρκούμενος εἰς πάντα ταῦτα, μνημονεύω καὶ ἰδέαν τινὰ, ὀρθοτάτην κατ’ ἐμὲ, τοῦ πρώην ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργοῦ κ. Ῥικάκη, ὅστις τῇ 29 Ὀκτωβρίου 1875, ὅτε συνεζητεῖτο ἡ ἀκύρωσις τῶν ἀκύρων νόμων τοῦ 1874, ἔλεγε «καὶ ἂν ἡ ἑρμηνεία τοῦ 56 ἄρθρου εἶναι ἀμφίβολος, δὲν σᾶς ἀρκεῖ ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς ἔδωκεν εἰς τὸ ἄρθρον 56; Τὸ Ἔθνος ἐξαναστὰν, ἔδωκε τὴν ἑρμηνείαν, ἡ ὁποία ἥρμοζεν εἰς τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο· ἀπέναντι τοιαύτης ἐπισήμου ἑρμηνείας, οὐδεὶς ἔχει δικαίωμα ἀμφισβητήσεως.» Καὶ ἐγὼ λοιπὸν σᾶς λέγω, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐξηγέρθη καὶ ἀπέστειλεν Ἀντιπροσώπους μὲ τοιαύτην εἰδικὴν ἐντολήν. Καὶ ἐὰν δὲν ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπάρχει ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία εἰς τὴν ἑρμηνείαν ἄρθρων τινῶν τοῦ Συντάγματος, ἐξ ἐκείνων ὅσα ὁ κυρίαρχος λαὸς φρονεῖ, ὅτι παρεβιάσθησαν, δὲν σᾶς ἀρκεῖ ἡ αὐθεντική του ἑρμηνεία;....
§91ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐλάβατε τοιαύτην εἰδικὴν ἐντολήν;
§92ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Λησμονεῖ ὁ ἐρωτῶν καὶ κρείττων ἐμοῦ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἑρμιονίδος τὸ 61 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ οἱ βουλευταὶ ἀντιπροσωπεύουσι τὸ Ἔθνος, καὶ οὐχὶ μόνον τὴν ἐπαρχίαν ὑπὸ τῆς ὁποίας ἐκλέγονται· τῷ ὑπομιμνήσκω δὲ καὶ ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν βουλευτῶν τὴν φορὰν ταύτην ἐξελέγησαν συνεπείᾳ ἐκλογικοῦ προγράμματος, καὶ ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔχω τὴν εἰδικὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν θέλει ν’ ἀμφισβητήσῃ ὁ κ. βουλευτής, διότι εἰς τὸ ἐκλογικόν μου πρόγραμμα ὑπεστήριξα ἐκ πληρεστάτης πεποιθήσεως τὴν ἔννοιαν τῆς προτάσεως, ἣν οἱ ἐκλογεῖς τῆς ἐπαρχίας Βώλου μοὶ ἔδωκαν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν κρίσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἡ πρότασίς μου δύναται νὰ διαιρεθῇ εἰς πέντε μέρη. Θεωρῶ δὲ καθῆκόν μου νὰ ἐξηγήσω διὰ τῶν ἀσθενῶν μου δυνάμεων, ποῦ ἐστηριζόμην, ὅτε ἀπεφάσιζον ν’ ἀποδώσω τοιαύτην μομφὴν εἰς τὴν προηγουμένην Κυβέρνησιν. Σᾶς παρακαλῶ δὲ νὰ μὲ παρακολουθήσητε διὰ τῆς προσοχῆς σας, ἧς μὲ ἀξιοῦτε, ὅπως ἐκτιμήσητε ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἐσκέφθην. Τὸ πρῶτον μέρος τῆς προτάσεώς μου ἔχει οὕτως: «Ἡ Βουλή, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἡ ἑλληνοτουρκικὴ Σύμβασις τῆς 31 Μαρτίου δὲν ἱκανοποιεῖ τοὺς ἐθνικοὺς πόθους καὶ τὰς ἀνάγκας τῆς διαῤῥυθμίσεως τῶν συνόρων». Ὑποθέτω, ὅτι ματαιοπονία εἶναι ἡ ἀνάπτυξις οὕτω σαφοῦς ἐκφράσεως, ἥτις δύναται νὰ θεωρηθῇ ἡ φωτογραφία τῆς ἀπόψεως τῶν γνωμῶν τῶν ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἐκδηλωθεισῶν. Ἐν τούτοις, θέλω νὰ ἐπισφραγίσω τὸ πρῶτον μέρος τῆς προτάσεώς μου, ὅπερ εἶναι καὶ τὸ πρῶτον ὀλίσθημα τῆς πρώην Κυβερνήσεως, διὰ τῆς αὐθεντικότητος γνωμῶν ἁρμοδιωτέρων καὶ ἱκανωτέρων ἐμοῦ τοῦ νεήλυδος ἐν τῇ Βουλῇ. Χάρις εἰς τὴν πρόνοιαν τῆς πρώην Κυβερνήσεως, ἕκαστος ἡμῶν ἔλαβεν ὡραῖον τεῦχος, περιέχον τὰ «διπλωματικὰ ἔγγραφα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸ μεθοριακὸν ζήτημα.» Διὰ νὰ μὴ μακρηγορῶ, δὲν θέλω ἐπικαλεσθῆ τὰς γνώμας ὅλων τῶν σοφῶν καὶ ἁρμοδίων εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα Ἑλλήνων διπλωματῶν, ἀλλὰ θὰ περιορισθῶ νὰ ἐκλέξω ἐκ τῶν διπλωματικῶν ἀνθέων ἱκανὰ ν’ ἀπαρτίσωσιν ὡραίαν ἀνθοδέσμην ἐπιχειρημάτων πειστικῶν, ἅτινα αὐτὸς οὗτος ὁ νῦν ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ πρώην ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς ἤντλησεν ἐκ τῶν ἐθνικῶν πόθων καὶ ἐκ τῶν διεθνῶν νομίμων καὶ ἐκ τῆς δικαιοσύνης. Ἐν τῷ μέσῳ δὲ τῆς ἀνθοδέσμης μου θὰ θέσω μίαν καμέλιαν, τὸ ὑπόμνημα τῆς 21 Μαρτίου 1881. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης κ. Κουμουνδοῦρος, τὴν 27 Νοεμβρίου 1880 γράφων πρὸς τὴν ἐν Βιέννῃ Πρεσβείαν, ἔλεγεν, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τῆς Βερολινείου ἀποφάσεως «ἀποτελεῖ ἀναπόφευκτον ὅρον αὐτῆς τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἑλλάδος». Καὶ εἶχε δίκαιον. Τὴν 13 Νοεμβρίου ὁ αὐτὸς εἶπε τῷ κ. Ῥάδοβιτς, Πρέσβει τῆς Γερμανίας, ὅτι ἡ Ἑλλάς, δυνάμει τοῦ πολυτίμου τίτλου, καθῆκον αὐτῆς ἱερὸν νομίζει νὰ ἐπιδιώξῃ πάσῃ δυνάμει τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ, «πολὺ δὲ προτιμότερον νὰ ἐκτεθῇ τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον εἰς τὸν κίνδυνον ἐνδεχομένης στρατιωτικῆς ἥττης ἢ νὰ παραταθῇ ἐπ’ ἀόριστον κατάστασις, εἰς ἣν οὐδεμίαν ἄλλην διαβλέπει ἡ Κυβέρνησις διέξοδον.» Τὴν 11 Δεκεμβρίου ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἶπεν εἰς τὸν κ. de Mouy, Πρέσβυν τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας: «Καὶ δὲν ὑποτιμῶμεν τοὺς κινδύνους τοιούτου τινὸς ἐγχειρήματος, οὐδὲ ἀποκλείομεν τὴν ὑπόθεσιν, ὅτι δυνατὸν εἶναι νὰ νικηθῶμεν ἐν πολέμῳ κατὰ τῆς Τουρκίας. Ἀλλὰ προτιμῶμεν ὅμως καὶ τοῦτο ἢ τὴν σημερινὴν ἡμῶν ἀβέβαιον, ἀκροσφαλῆ καὶ πλήρη κινδύνων θέσιν, ἐξ ἧς οὐδὲν δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν ἄλλο, ἢ τὴν ἐσωτερικὴν ἐξάντλησιν καὶ τὴν διάλυσιν παντὸς ἐθνικοῦ γοήτρου τῆς Ἑλλάδος παρὰ τῷ ὑποδούλῳ ἔτι Ἑλληνισμῷ.» Ἐγνώριζε λοιπὸν ἀπὸ τότε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς τότε Κυβερνήσεως, ὅτι, ἐὰν παρῃτεῖτο τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐν Βερολίνῳ Συνδιασκέψεως, ἤθελον ἀπολεσθῆ «πᾶν ἐθνικὸν γόητρον τῆς Ἑλλάδος παρὰ τῷ ὑποδούλῳ ἔτι Ἑλληνισμῷ.» Τὴν 12 Δεκεμβρίου ὁ κ. Κουμουνδοῦρος πρὸς τὸν ἴδιον εἶπεν ὀρθότατα, ὅτι ὁ Βερολίνειος τίτλος, χάριν τῆς εὐρωπαϊκῆς εἰρήνης καὶ τῶν συμφερόντων τῆς Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, «ἐχαρακτηρίσθη παρ’ αὐτῆς τῆς Εὐρώπης ἀμετάκλητος καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ Ἑλλὰς μήτε δύναται, μήτε θέλει νὰ παραιτηθῇ αὐτοῦ.» Οὐδὲν δὲ ἀκριβέστερον τοῦ ὅτι ἔπρεπε πλέον ἡ Ἑλλὰς ν’ ἀφήσῃ τὰ σπέρματα μελλουσῶν ταραχῶν καὶ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἀδελφῶν, οἵτινες ἐπρόκειτο νὰ ὑποδουλωθῶσιν ἐκ νέου. Τὴν 18 Δεκεμβρίου ἔλεγεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὅτι «ἡ Ἑλλὰς θεωρεῖ τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνδιασκέψεως τοῦ Βερολίνου ἀναλλοίωτον καὶ ὁριστικήν.» Τὴν 22 Δβρίου ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὡς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργός, προκειμένου περὶ τῆς προταθείσης διαιτησίας, τηλεγραφικῶς διεβίβασε τὴν μετὰ τοῦ Πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας συνομιλίαν του· «ὅτε δὲ ὁ κ. Corbet προσέθηκεν, ὅτι ἔβλεπε τήν τε Κυβέρνησιν καὶ τὴν ἀντιπολίτευσιν συμφώνους ν’ ἀρνηθῶσιν οἱανδήποτε τροποποίησιν τῆς γραμμῆς τῆς Συνδιασκέψεως, ἀπήντησα, ὅτι οὐδεμία Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἤθελεν εὑρεθῆ, κατὰ τὴν γνώμην μου, διατεθειμένη ν’ ἀπομακρυνθῇ τῆς γραμμῆς ταύτης.» Τὴν 27 Δβρίου μετ’ ἐκπλήξεως ἔλεγεν· «Καὶ δὲν δικαιοῦται ἆρά γε ἡ Ἑλλάς, ἥτις ἔφραξε τότε (1878) εἰς αὐτοὺς τὴν ὁδὸν τῆς ἐθνικῆς των ἀποκαταστάσεως, νὰ τείνῃ χεῖρα βοηθείας πρὸς ἀδελφοὺς λῃστευμένους, πυρπολουμένους, σφαζομένους καὶ κινδυνεύοντας νὰ ἐξαφανισθῶσιν ὑπὸ ἀδαμάστου φανατισμοῦ!» Ἐκ τοῦ διπλωματικοῦ δὲ τούτου πρὸς τὸν κ. Βράϊλαν ἐγγράφου τοῦ πατρὸς τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1878 ἐννοοῦμεν κάλλιον, ὅσοι δὲν τὸ ἐγνώριζον, διατὶ κατὰ τὸν Ἰανουάριον, Φεβρουάριον καὶ Μάρτιον τοῦ 1878 ἐξ Ἀθηνῶν ἐστέλλετο πάγος, ἵνα κατασβέσῃ τὸ ἐπαναστατικὸν ἐν Θεσσαλίᾳ ῥεῦμα, καὶ ἤδη ἂς μάθωσιν αὐθεντικώτερον πῶς κατεπνίγετο ἡ ἐπανάστασις καὶ ἐξηπατῶντο οἱ ἐν ταῖς μεθορίοις χώραις ὑπόδουλοι! Τὴν 3 Ἰανουαρίου 1881 ὁ τότε ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς κ. Κουμουνδοῦρος, ἀνακοινῶν πρὸς τὰς Πρεσβείας τηλεγραφικῶς τὴν μετὰ τοῦ Πρέσβεως τῆς Γαλλίας ὁμιλίαν του, ἔλεγεν, ὅτι καὶ ἐὰν ἡ Ἑλλάς, ἐγκαταλειπομένη ὑπὸ τῆς Εὐρώπης, ἐξαρτηθῇ ἐκ τῆς πάλης καὶ ἐὰν ἀντιταχθῇ κατὰ τῆς Τουρκίας αὐτῆς καὶ τῶν Τουρκικῶν δυνάμεων, προτιμοτέρα ἡ θέσις της. Τὴν 8 Ἰανουαρίου, ὅτι ὁ ἐρεθισμὸς καὶ ἡ ἔξαψις τῶν κατοίκων τοῦ Βασιλείου λαμβάνουσιν ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν διαστάσεις, ἐμπνεούσας ἀνησυχίαν, καὶ τὴν 6 Φεβρουαρίου, ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη ἐπιτακτικῶς ζητεῖ τὴν ἐφεδρείαν. Σημειώσατε δὲ καλῶς, ὅτι τὰ τοιαῦτα ἔγγραφα καὶ ἐπρέσβευεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὅστις κατὰ τὴν συζήτησιν περὶ τῆς ἀκυρώσεως τῶν νομοθετικῶν Διαταγμάτων ἰσχυρίσθη, ὅτι ἀπήντησε διφορουμένως τὴν 31 Μαρτίου διὰ νὰ ἐννοήσῃ τὴν κοινὴν γνώμην, καὶ ὅταν εἶδεν, ὅτι αὕτη δὲν ἐπαναστατεῖ διὰ νὰ θραύσῃ ὑπουργικὰς κεφαλάς, ἢ τουλάχιστον ὑέλους, ἠννόησε τὸ εἰρηνόφυλον τοῦ Τόπου, καὶ τότε ἐξήγησεν εἰς τοὺς διπλωματικῶς, ὅτι ὁριστικῶς ἦτο καταφατικὴ ἡ ἀπάντησις τῆς Ἑλλάδος· ταῦτα δὲ μᾶς εἶπε σπουδάζων. Πάντα ὅμως ταῦτα, κύριοι, οὐδεμίαν, δύναταί τις εἰπεῖν, ἔχουσιν ἀξίαν ἀπέναντι τῆς καμελίας μου· καὶ ἴσως ἠδύνατό τις νὰ εἰπῇ, ὅτι ὑφίστατο τουλάχιστον ἕως τότε ὁ πολύτιμος τίτλος τοῦ Βερολίνου· ἀλλὰ μήπως ἡ πρώην Κυβέρνησις μετὰ τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀπόφασιν μετέβαλε γνώμην; Ὁ τότε κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς, τουναντίον, ἐρεθισθεὶς πολὺ περισσότερον συνέταξεν ἀρειμανίως τὸ πολυθρύλητον ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον ὅλοι γνωρίζετε καὶ πολλάκις ἀνεγνώσατε· ἀλλ’ ἐν τῇ σειρᾷ τῆς ὁμιλίας ταύτης θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ἐξ αὐτοῦ νὰ σᾶς ὑπομνήσω ὀλίγα τινὰ, διότι, καὶ ἐὰν ταῦτα μόνα ὑπῆρχον, θεωρῶ ἱκανὰ πρὸς παραδοχὴν τῆς προτάσεώς μου. «Ἡ Ἤπειρος καὶ Θεσσαλία δικαιοῦνται νὰ θεωρῶσιν ἑαυτὰς τοῦ λοιποῦ ἐλευθέρας καὶ ἀποτελούσας μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Κατέχουσι τὸν τίτλον τῆς ἐλευθερίας των, πανηγυρικῶς παραχωρηθέντα ὑπὸ τῆς Εὐρώπης καὶ πανηγυρικῶς ἀποδεκτὸν γενόμενον ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος»................................................ «Ἄν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπεδέχετο σήμερον τὸν ἀνώτατον ὅρον, τὸν προτεινόμενον ὑπὸ τῆς Πύλης, οἱ Ἠπειρῶται καὶ Θεσσαλοὶ, ἀποκληρούμενοι, θὰ ἐδικαιοῦντο νὰ ζητήσωσι λόγον τῆς τοιαύτης ἐγκαταλείψεως ἀπὸ τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα. Δικαίως θὰ ἐπίστευον, ὅτι οἱ ἐλεύθεροι ἀδελφοί των, ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων ἡ ἐλευθερία ἐξηγοράσθη διὰ τοῦ αἵματος τῶν πατέρων των, ἀποποιοῦνται σήμερον ν’ ἀποτίσωσι τὴν ὀφειλήν των, καθὸ φειδωλοὶ θυσιῶν καὶ οἰκονόμοι τῆς ἑαυτῶν ζωῆς........ ........................................................ «Οὕτω φερομένη θὰ συνέτριβε διὰ παντὸς τοὺς δεσμοὺς, τοὺς συνδέοντας αὐτὴν πρὸς τοὺς ἐν Τουρκίᾳ Ἕλληνας, καὶ θ’ ἀπέβαλλε τὸ γόητρον, τὸ ἀποτελοῦν τὴν μεγαλειτέραν τοῦ Ἑλληνισμοῦ δύναμιν· θὰ ἀπεγυμνοῦτο ἀμετακλήτως τῆς ἀγάπης καὶ τῆς στοργῆς τῶν τέκνων της καὶ θὰ ὤρυσσεν ἄβυσσον μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ στοιχείου τῆς χερσονήσου τοῦ Αἵμου................ «Οἱ κατοικοῦντες τὴν Ἤπειρον Ἕλληνες θὰ εὑρεθῶσιν ἐκτεθειμένοι εἰς ὅλας τὰς δυνατὰς καταπιέσεις καὶ εἰς παντοίας καταδρομάς. Ἡ Ἑλλὰς, ἂν ἐδέχετο τὴν γραμμὴν, ἥτις τῇ προτείνεται καὶ ἥτις προμηνύει εἰς τὴν Ἤπειρον τοιοῦτο μέλλον, δὲν θὰ καθίστατο συνένοχος τοῦ ἐξολοθρευτικοῦ τούτου ἔργου;....................................... Ὅτι ἡ Πύλη, κρατοῦσα ἐν Θεσσαλίᾳ τὴν Ἐλασσῶνα καὶ ὅλην τὴν πεδιάδα τοῦ Ξυριᾶ, προσφέρει εἰς τὴν Ἑλλάδα μεθόριον γραμμὴν σχεδὸν φαντασιώδη καὶ τὴν στερεῖ πάσης δυνατῆς συγκοινωνίας μεταξὺ Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας............ ................ Διατηροῦντες τὴν Πρέβεζαν οἱ Ὀθωμανοὶ δεσπόζουσι τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου, ἀπειλοῦσι τὰ παράλια τῶν ἐπαρχιῶν Ἀκαρνανίας καὶ Βάλτου, ἅτινα ἀποτελοῦσι μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, καὶ μένουσιν ἀπόλυτοι κύριοι τοῦ διὰ θαλάσσης ἐμπορίου τῶν παροχθίων ἐπαρχιῶν, αἵτινες δὲν ἔχουσιν ἄλλην πρὸς τὴν θάλασσαν διέξοδον παρὰ τὸν κόλπον................................................ Ἡ ἀποδοχὴ τοῦ ὑπὸ τῆς Πύλης προσφερομένου ἀνωτάτου ὅρου θὰ ἦτο λοιπὸν ὑπέρτερόν τι τῶν δυνάμεων τῆς Ἑλλάδος, κατώτερον δὲ τῶν ἐθνικῶν της συμφερόντων, ὡς καὶ τῶν αἰσθημάτων τῶν κατοίκων της. «Ἰδοὺ ἐν συνόψει ἡ θλιβερὰ κατάστασις, τὴν ὁποίαν ἡ ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος ἀποδοχὴ τῆς γραμμῆς τῆς προτεινομένης ὑπὸ τῆς Πύλης θὰ παρῆγεν ἀφεύκτως· ἐν τῷ ἐξωτερικῷ· ἐντελὴς ἐξασθένησις τοῦ Ἑλληνικοῦ στοιχείου· διάῤῥηξις τῶν δεσμῶν, τῶν συνδεόντων τήν ἐλευθέραν Ἑλλάδα πρός τούς ἐν Τουρκίᾳ Ἕλληνας· ἐξαφάνησις πάσης ἐλπίδος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀγῶνες ἄπαυστοι τῶν ἀποκληρωθέντων Ἑλλήνων καὶ διηνεκὴς ἐρεθισμὸς μεταξὺ τῶν κατοίκων τοῦ Βασιλείου..................... διὰ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς περιστάσεις ἡ Βασιλικὴ Κυβέρνησις ἐκάλεσε ὑπὸ τὰς σημαίας δέκα ἡλικιῶν ἄνδρας συνάμα, πρᾶγμα τοῦ ὁποίου πολὺ ἰσχυρότερα καὶ πλουσιώτερα τῆς Ἑλλάδος Κράτη δὲν παρέχουσι παράδειγμα, ἐπεβάρυνε τὸν λαὸν διὰ φόρου καὶ ἐπεβαρύνθη ἡ ἰδία διὰ χρέος 200 ἑκατομμυρίων, ὑπεβλήθη εἰς ὑποχρεώσεις ὑπερτέρας τῶν δυνάμεών της, καὶ ἀνεδέχθη δαπάνας ἀνωτέρας τῶν πόρων της. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὑπεβλήθη εἰς ὅλας ταύτας τὰς θυσίας ἀγογγύστως, πλήρης ὤν ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν σπουδαίαν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεώς του καὶ πεποιθήσεως εἰς τὰς πανηγυρικὰς ὑποσχέσεις τῆς Εὐρώπης... ............. Ἀλλὰ δὲν δύναται ν’ ἀποδεχθῇ τὴν τοιαύτην ἐξοικονόμησιν ὡς λύσιν τοῦ ζητήματος, διὰ τὸ ὁποῖον τοσαύτας κατέβαλε προσπαθείας. Ἂν ἔβλεπε τὴν Κυβέρνησίν του ἀποδεχομένην τὴν μερικὴν ταύτην λύσιν, δικαίως θὰ τὴν ἐμέμφετο ἐπὶ ἀπροβλεψίᾳ καὶ κουφότητι, θὰ ἐδυσπίστει πρὸς αὐτὴν ἐν τῷ μέλλοντι, καὶ θὰ τὴν ἐθεώρει ὡς τὴν μόνην παραγωγόν καταστάσεως ἐκρύθμου καὶ πλήρους κινδύνων. Περιττὸν νὰ ἐπαναλάβωμεν πῶς οἱ ἐν Τουρκίᾳ Ἕλληνες θὰ σκεφθῶσι περὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Καὶ αὐτὴ ἡ Εὐρώπη θὰ ἔβλεπε τὴν διαγωγήν της μετ’ ἐκπλήξεως καὶ θὰ εἶχε δίκαιον. Ὅσοι εἴμεθα ἐν Ἀθήναις τὴν 31 Μαρτίου ἐνθυμούμεθα βεβαίως τὴν ἀγωνίαν, τὴν ὁποίαν ἠσθανόμεθα, ἀναμένοντες τὸ ἀποτέλεσμα τῆς λυπηρᾶς ταύτης ὑποθέσεως· ἐνῷ δὲ περιεμένομεν τὴν ἀρνητικὴν ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως, μὴ ὑπαρχούσης Βουλῆς, ἐδημοσιεύθη παράρτημα τῆς ἡμιεπισήμου ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀντὶ νὰ εὕρωμεν τὴν ἀρνητικὴν ἀπάντησιν, ἀνέγνωμεν ἐν τὸ ὑπόμνημα τῆς 31 Μαρτίου. Ἐκείνην δὲ τὴν ἡμέραν τί ἐγένετο; ἐδόθη καταφατικὴ ἀπάντησις παρὰ τῆς πρώην Κυβερνήσεως, ἢ διφορουμένη κατὰ τὸ λέγειν τοῦ κ. Κουμουνδούρου, τὸ ναὶ καὶ τὸ ὄχι. Τί ἀποδεικνύουσι ταῦτα; ὅτι ἡ τότε Κυβέρνησις ἐγνώριζε κάλλιστα τί ἐφρόνει ὁ λαός, καὶ ὅτι πάσῃ δυνάμει ἀπέκρυβε τὰ ἐναντίον τοῦ φρονήματος τοῦ λαοῦ παρ’ αὐτῆς πραττόμενα. Ὕστερον δὲ ἀπὸ ὅλα ταῦτα εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ μᾶς εἴπῃ ἐνταῦθα, ὅτι περιέμενε νὰ ἐπαναστατήσῃ τὸ Κράτος, ἢ τοὐλάχιστον αἱ Ἀθῆναι, ὡς τὸ 1878, διὰ νὰ κηρύξῃ τὸν πόλεμον, ἢ διὰ νὰ ἀπαντήσῃ ἀποφατικῶς! Καὶ ἴσως μέν τις θελήσῃ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἀνθοδέσμη δὲν χρησιμεύει ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι ὁ διπλωμάτης κ. Κουμουνδοῦρος ἤθελε νὰ ἐξαπατήσῃ τὴν Εὐρώπην. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἐπιχείρημα τοιοῦτο δὲν εἶναι σπουδαῖον, διότι δὲν πιστεύω, ὅτι καταγινόμεθα νὰ παίξωμεν τὸ πρόσωπον τοῦ Δὸν Κισώτου, ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἐὰν πάντα τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Κουμουνδούρου δὲν εἶχον ληφθῆ ἐκ τῶν Ἐθνικῶν πόθων καὶ τῶν ἀναμφισβήτων ἡμῶν δικαιωμάτων, ἐὰν δὲν ἦσαν καὶ δὲν εἶναι αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ λογικώτατα καὶ ἄξια υἱοθεσίας παρὰ παντός. Ἐνθυμοῦμαι τὸν πάταγον τὸν δημοσιογραφικόν, ὅστις ἐγένετο ὅτε ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων ἐπεσκέφθη τὰς καταληφθείσας χώρας· ἐνόμιζέ τις, ὅτι μετὰ μακρὸν αἱματηρότατον πόλεμον περιήρχετο ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων διὰ νὰ δρέψῃ τοὺς καρποὺς αὐτοῦ τε, τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ καὶ ὅλου τοῦ ἔθνους. Ἐνθυμούμεθα ἀκόμη τὶ μᾶς εἶπεν ὁ κ. πρώην πρωθυπουργὸς, ὅτι δηλαδὴ ἡ Θεσσαλία καὶ ἡ Ἤπειρος ἐδέχθησαν μετ’ ἀγαλλιάσεως τὴν ἀναίμακτον λύσιν, ἀλλ’ οὐδεὶς τῶν ἀντιφρονούντων μᾶς εἶπέ τι περὶ τῶν ἀρῶν, αἵτινες ἐξετοξεύοντο πέραν τοῦ Ἀράχθου καὶ τοῦ Πηνειοῦ, οὐδὲν μᾶς ἀνέφερέ τις περὶ τῶν οἰμωγῶν, αἵτινες ἠκούοντο παρὰ τῶν κραυγαζόντων ἐκ τῶν τειχῶν τῆς Πρεβέζης «Ποῦ μᾶς ἀφήκατε μᾶς;» Ἀφοῦ λοιπὸν διέπραξεν ἡ Κυβέρνησις τὸ ἔγκλημα τῆς ἐκ νέου ὑποδουλώσεως 400,000 καὶ πλέον Ἑλλήνων, δὲν πρέπει ἐνταῦθα νὰ γείνῃ ἡ πάνδημος διαμαρτύρησις; Καὶ πιστεύω, ὅτι ὅλοι παρετηρήσατε τινὰ ἐκ τῶν δυστυχῶν θυμάτων τῆς τότε Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα εἶχον τὴν ἀτυχίαν νὰ ἴδωσι τὴν ἐλευθερίαν πλησίον των χωρὶς νὰ δυνηθῶσι νὰ τὴν ψαύσωσι· βεβαίως θὰ παρετηρήσατε τὴν ἐπὶ τοῦ μετώπου των ἐζωγραφισμένην λύπην. Καὶ μήπως δὲν εἶχον δίκαιον; Ἐὰν τοὐλάχιστον ἔλεγεν ἡ μήτηρ των εἰς αὐτοὺς: δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς βοηθήσω, μὴ ἐλπίζετε. Ἀλλ’ ὅταν τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀποφάσεως, ἡ Κυβέρνησις τοῖς λέγει, ὅτι ὅλ’ αὐτὰ ἐγένοντο, διότι ὁ λαὸς ἐβασίζετο εἰς σπουδαίαν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, εἰς ἣν πρέπει νὰ βασίζεται, δὲν εἶναι ἀληθὲς ἆρά γε, ὅτι ἐξυπάτησεν αὐτὸν τοῦτον καὶ σύμπαντα τὸν λαὸν ἡ τότε Κυβέρνησις; Οἱ ἐν Ἀθήναις Ἠπειρῶται, 424 τὸν ἀριθμὸν, καὶ ἐκ τῶν ἐγκριτωτέρων μοὶ ἔκαμον τὴν τιμὴν νὰ ἐγχειρίσωσι εἰς ἐμὲ ἀναφορὰν, ἢ μᾶλλον διαμαρτύρησιν κατὰ τῆς Συμβάσεως τῆς 31 Μαρτίου, ἵνα ὑποβάλω αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀφοῦ δὲ ὁ κ. πρώην Πρωθυπουργὸς εἶχε πραγματικῶς τὸ πολὺ ἐνδιαφέρον ν’ ἀντιπροσωπευθῇ ὁ συνοικισμὸς τοῦ Ἀδάμαντος, καὶ ἐνθυμεῖσθε τὸν πάταγον, ὃν πρὸς τοῦτο ὑπεκίνησε, φρονῶ, ὅτι καθῆκον ὑψηλὸν ἐκτελῶ, ὡς διερμηνεὺς τῶν αἰσθημάτων τῆς πικρίας καὶ τῆς λύπης ἐκείνων, ν’ ἀναγνώσω τὸν ψυχικὸν αὐτῶν πόνον. (Ἀναγινώσκει τὴν ἀναφορὰν, μεθ’ ὃ τὴν παραδίδει εἰς τὸ Προεδρεῖον). Ἀλλὰ τίς, κύριοι, ἡ Σύμβασις ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτῆς; Ἡ σπουδαιοτέρα τῶν ἐλλείψεων αὐτῆς εἶναι ἡ νέα ὁροθετικὴ γραμμή· ἐνῷ δὲ ὁ κύριος σκοπὸς ἦτο ὁ κανονισμὸς τῶν ὁρίων πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς λῃστείας καὶ ἀμοιβαία, κατὰ τὸ δυνατὸν, ἀμυντικὴ γραμμὴ, τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν ὅλως ἀντίθετον. Οἱ κάλλιον ἡμῶν τὸν τόπον γνωρίζοντες, οἱ μύσται τῆς στρατιωτικῆς ἐπιστήμης, οἱ ἐμπειρότεροι ἐμοῦ, γνωρίζουσιν ὅτι ὁροθετικὴν γραμμὴν πλέον δὲν ἔχομεν, ὅτι ἀντηλλάξαμεν τὴν καλὴν ὁροθετικὴν ἡμῶν γραμμὴν τῆς Ὄρθρυος δι’ ἀμφιβόλου, ὅτι τὰ σημεῖα τῆς Ἀναλήψεως, τοῦ Ζάρκου καὶ τοῦ Κριτῆρι εἶναι πολὺ χειρότερα ἢ πρίν....
§93ΜΙΛΗΣΗΣ. Γυρίστε ὀπίσω.
§94ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἐπίστευον ποτὲ ν’ ἀκούσω τὸν ἀξιότιμον κ. Μίλησην νὰ μοὶ εἴπῃ «γυρίστε ὀπίσω»· νὰ εἰρωνευθῇ Ἀντιπρόσωπον διαμαρτυρόμενον κατὰ τῶν προδήλων καὶ οὐσιωδῶν τῆς Συμβάσεως ἐλλείψεων, τῶν ἀφορωσῶν εἰς σπουδαιότατα τοῦ Ἑλληνισμοῦ συμφέροντα· νὰ ἐρεθισθῇ ὁ συνήγορος τῶν παραβιασάντων τὸ Σύνταγμα ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε καγχάζων νὰ μᾶς εἴπῃ «γυρίστε ὀπίσω». Ὅταν, κύριοι, ἀπὸ τοῦ 1833 μᾶς ἐπασχολῇ, καὶ σπουδαίως ἕνεκα τῆς λῃστείας, τὸ ζήτημα τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, νομίζω, ὅτι ὁ πολὺ κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζων τὰ πράγματα κύριος ἐξ Ἑρμιονίδος βουλευτὴς ἔπρεπε νὰ ἐννοήσῃ διὰ τῶν συντόμων αὐτῶν λέξεων τὴν ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν σπουδαιότητα τῶν λόγων μου, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ μεθοριακὸν ζήτημα τοὐλάχιστον. Εἰς πρώτην, κύριοι, τυχὸν ἐν τῷ μέλλοντι ἐχθροπραξίαν μεταξὺ Ἑλλήνων καὶ Τούρκων, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς Δομοκόν. Δὲν εἶναι γνώμη ἐδική μου αὕτη, εἶναι γνώμη τῶν γνωριζόντων τὸν Τόπον καὶ τὴν στρατιωτικὴν ἐπιστήμην. Ἐκ τοῦ μέρου δὲ τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου σᾶς ὑπενθυμίζω οὐ μόνον ὅσα ὀρθῶς προεμάντευσεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἰς τὸ ὑπόμνημά του, ἀλλὰ καὶ ὅτι τὴν ἐπιοῦσαν τῆς Συμβάσεως, ἐν ᾗ ἀνεγράφετο ἡ ἐλευθεροπλοΐα τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου, οἱ Ὀθωμανικαὶ Ἀρχαὶ παρεκώλυον τὸν εἴσπλουν τοῦ ἀτμοπλοίου τῆς ἑταιρίας τοῦ κ. Γουδῆ. Φαντασθῆτε δ’ ἐν καιρῷ πολέμου τί δύναται νὰ συμβῇ. Βεβαίως μία ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων ἐλλείψεων εἶναι ἡ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, ἀλλ’ ἀτυχῶς δὲν εἶναι ἡ μόνη! Πιθανὸν νὰ ἐνθυμεῖσθε ὀλίγας λέξεις, ἃς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, ὅτε ἐπρόκειτο ἡ ἐπικύρωσις τῆς Συμβάσεως, περὶ τοῦ ἄρθρου 4 καὶ 6 αὐτῆς. Διὰ νὰ μὴν ἐπαναλάβω τ’ αὐτὰ, σᾶς ὑπενθυμίζω ἁπλῶς τὰ λεχθέντα καὶ σᾶς προσθέτω, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 5 διατηροῦνται τὰ αὐτοκρατορικὰ κτήματα’ κράτος ἐν κράτει, ἐννοεῖται μ’ ἐκείνους τοὺς ἀγνώστους εἰς ἡμᾶς Ὀθωμανικοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι, κύριος οἶδε, ποίας περιπλοκὰς δύνανται νὰ προκαλέσωσιν εἰς τὰς μεταξὺ ὑμῶν καὶ τοῦ ἰδιοκτήτου τῶν κτημάτων τοῦ Σουλτάνου’ διὰ τοῦ 8ου ἄρθρου διατηρεῖται τὸ Σερί. Καὶ ναὶ μὲν ἐπὶ τῶν θρησκευτικῶν ἀντικειμένων λέγει ἡ Σύμβασις, θέλουσιν ἐξασκεῖ δικαιοδοσίαν τὰ ἱεροδικαστήρια, ἀλλὰ γνωρίζετε ὅτι ὁ θρησκευτικὸς τῶν Ὀθωμανῶν κώδιξ, δὲν εἶναι ἀμέτοχος καὶ πολιτικῶν διατάξεων. Σπουδαιοτέρα πληγὴ τῆς Συμβάσεως εἶναι ἡ ὑποδούλωσις τῶν δυστυχῶν καλλιεργητῶν. Πιστεύω ὅτι ἄλλοτε θὰ ἐπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐκτείνω σήμερον τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ, ἀρκούμενος εἰς ὅσα ἄλλοτε εἶπον. Συμπεραίνων λοιπὸν ἐπὶ τοῦ πρώτου μέρους τῆς προτάσεώς μου, λέγω, ὅτι ἡ Ἑλλὰς καὶ μετὰ τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀπόφασιν ὤφειλε νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὰ ἀρχικῶς ἀποφασισθέντα διότι τοῦτο ἦτο ἡ θέλησις τοῦ Τόπου, τοῦτο ἦτο τὸ συμφέρον τοῦ Τόπου. Καὶ ἂν δὲ ὑποτεθῇ ὅτι ἡ Εὐρώπη ἤθελε μᾶς ἐγκαταλείψει κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον, ἡμεῖς οἱ γνωρίζοντες πῶς ἤρξατο ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1821, καὶ πῶς ἐτελείωσε, ἡμεῖς οἱ προωρισμένοι ὀλίγοι κατὰ πολλῶν ν’ ἀγωνιζώμεθα, ἐρειδόμενοι εἰς τὸ δίκαιον καὶ τὸ ἱερὸν τοῦ ἀγῶνός μας, ἔπρεπε νὰ προκαλέσωμεν τὴν ἰσχὺν τῶν πραγμάτων, λαμβάνοντες τὴν πρωτοβουλίαν· ἠδυνάμεθα δὲ δικαίως νὰ ἔχωμεν ἐλπίδας μετὰ μίαν μάχην καλὴν νὰ λάβωμεν καὶ πλέον ἴσως τῶν παραχωρηθέντων ἀρχικῶς· ἀλλὰ καὶ μετὰ μίαν κακὴν μάχην δὲν ἠθέλαμεν ἀπολέσει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐλάβομεν· ἔρχομαι ὅμως καὶ εἰς τὸ τελευταῖον ὀχύρωμα. Ἐγὼ λέγω ὅτι δὲν θὰ ἐλαμβάναμεν οὐδὲ σπιθαμὴν γῆς· τίς ποτε κύριος ἠρνήθη τὰ τῆς Ἑλλάδος δικαιώματα, τὰ τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἠπείρου; Ναὶ μὲν δὲν ἠθέλαμεν λάβει οὐδὲ σπιθαμὴν γῆς, ἀλλ’ ἠθέλαμεν διατηρήσει τὸ γόητρον, τοῦ ὁποίου τὴν ἀξίαν ἠκούσατε πόσον καλῶς γνωρίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὸ γόητρον, τὴν τιμήν. Καὶ γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι ὡς ὁ ἰδιώτης ἄνευ τιμῆς δὲν δύναται νὰ ζήσῃ, οὕτω καὶ τὰ Ἔθνη. Οἱ περιηγούμενοι τὴν Ἀνατολὴν καὶ τὴν Δύσιν γνωρίζουσι τοὺς μυκτηρισμοὺς, τοὺς ὁποίους ὑφιστάμεθα μετὰ τὴν 31 Μαρτίου· καὶ δικαίως, κύριοι. Ὅταν μία δρὰξ Μαυροβουνίων, ὅταν ἐλάχιστοι Σέρβοι ἐδημιούργησαν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἱστορίαν ἔνδοξον, διατί τάχα νὰ ἀδικῶμεν ἡμᾶς αὐτοὺς, λέγοντες ὅτι δὲν ἠθέλαμεν λάβει τὸ προσῆκον ἡμῖν μέρος ἐν τῷ παιζομένῳ ἀνατολικῷ δράματι τῆς ἀπελευθερώσεως τῶν λαῶν; Ἀλλὰ δὲν ἔπρεπεν ἐπὶ τέλους νὰ δοκιμασθῇ ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς, διὰ τὸν ὁποῖον δαπανῶμεν ἑκατομμύρια διὰ τὰς νευρικὰς ἡμῶν καὶ πάντοτε ἀσκόπους πολεμικὰς παρασκευὰς, διὰ τοῦ ὁποίου συνταράσσομεν τὴν γεωργίαν καὶ τὴν βιομηχανίαν; Πολλοὶ, κύριοι, κατηγοροῦσι τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν, ὅτι ζητεῖ βαθμοὺς μόνον καὶ δὲν εἶναι ἄξιος διὰ πόλεμον. Ἀλλ’ ὅταν τὸν στέλλομεν μέχρι τοῦ Δομοκοῦ καὶ τὸν ἐπαναφέρομεν, ὅταν τῷ ἐξάπτομεν τὸν ἐνθουσιασμὸν διὰ νὰ τὸν ἐμπαίξωμεν καὶ τὸν ἐξαπατήσωμεν, φρονῶ, ὅτι δὲν δικαιούμεθα νὰ τῷ ἐπιῤῥίπτωμεν τὴν μομφὴν, ὅτι δὲν πολεμεῖ. Πῶς νὰ πολεμήσῃ; Ἐὰν δὲ ἡ τελευταία Θεσσαλικὴ ἐπανάστασις, ἐν ᾗ εὐάριθμα γενναῖα τοῦ στρατοῦ τέκνα ἔλαβον μέρος, ἐγκαυχᾶται διὰ τὰ ἡρωϊκὰ κατορθώματά του, πῶς δύναταί τις νὰ προδικάσῃ αὐτὸν καὶ νὰ καταδικάσῃ, ὡς ἠθέλησάν τινες ἐν τῇ στενοχωρίᾳ τῆς ἀμύνης των ἐν τῇ προκειμένῃ μομφῇ; Πιθανώτατα, ἐντὸς ὀλίγου χρόνου, θὰ ἐπανέλθωσιν ὅμοιαι εὐκαιρίαι· ἡ Ἑλλὰς δὲ καὶ ἀκουσίως θὰ λάβῃ μέρος. Δὲν ἔπρεπεν ἆρά γε τὸ πρῶτον στάδιον τῆς δοκιμῆς νὰ εἶχεν ἤδη γίνει; Τὸ δεύτερον μέρος τῆς προτάσεώς μου εἶναι ὅτι «ὑπεγράφη αὐθαιρέτως (ἡ Σύμβασις) ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως ἐναντίον ῥητῆς ἐντολῆς, ἣν εἶχεν αὕτη λάβει ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας.» Ἄν, κύριοι, τοποθετήσητε ἄνθρωπόν τινα ἐν τῇ οἰκίᾳ σας, τῷ δώσετε δὲ τὴν ῥητὴν ἐντολὴν νὰ φυλάξῃ τὰ ἐν αὐτῇ καὶ ἀκολούθως οὗτος σᾶς πωλήσῃ ταῦτα, ἐνῷ σεῖς εἶσθε ἐν τῇ γειτονείᾳ, πῶς θέλετε χαρακτηρίσει αὐτόν; Ἄπιστον θεματοφύλακα, πιστεύω, τῆς περιουσίας σας. Εἶναι πασίγνωστον, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔδωκε τῷ κ. Κουμουνδούρῳ καὶ τοῖς κ.κ. συνυπουργοῖς αὐτοῦ ῥητὴν ἐντολὴν, καὶ πιστεύω ὅτι οὐδεὶς ὁ εἰς τοῦτο ἀντιφρονῶν· ἐλήφθη ὅμως πᾶσα πρόνοια νὰ ἀπουσιάσῃ ὁ κύριος τῆς οἰκίας, ὁ ἐντολεὺς, καὶ νὰ διαῤῥυθμισθῶσι τὰ πάντα κατὰ τὴν αὐταρχικὴν ἰδέαν τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἰδέαν τὴν ὁποίαν φαίνεται, ὅτι ἐξ ἀρχῆς εἶχε— τουλάχιστον οὕτω πῶς ἐξηγοῦνται νῦν τὰ πράγματα — ἰδέαν ὅλως ἣν θρησκευτικῶς ἀπέκρυπτεν ὥς τι κειμήλιον, προσποιούμενος τὸν πολεμικόν. Οἱ εὑρεθέντες τὴν 14ην Ὀκτωβρίου 1880 ἐν τῇ Βουλῇ ἤκουσαν τὸν κ. Κουμουνδοῦρον ἀναλαμβάνοντα τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐρεθισθέντα ὡς ἐκ τῶν πολεμικῶν λόγων τοῦ τότε ἀρχηγοῦ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν σκοπὸν νὰ περιμένωμεν νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ Συνθήκη, ἀλλὰ πρόκειται, εἶπε, νὰ ἑτοιμασθῶμεν διὰ νὰ ἐκτελέσωμεν ταύτην ἡμεῖς αὐτοὶ, καὶ ἠρώτα κομπαστικῶς «Δὲν ἀρκεῖ αὐτὸ εἰς τὸν κ. Τρικούπην;» Ποῖον λοιπὸν ἦτο τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἐδόθη ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ λαοῦ; ἡ παρ’ ἡμῶν ἐκτέλεσις τῆς Συνθήκης. Ἔλαβε μεταγενεστέρως ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἄλλην τινὰ ἐντολὴν, ἀνατρέπουσαν τὴν πρώτην; ἐγὼ δὲν γνωρίζω, νὰ ἔλαβε καὶ προκαλῶ πάντα νὰ μὲ διορθώσῃ εἰς τοῦτο, ἐὰν σφάλλω· τοὐναντίον, εἰς ὅλας τὰς μεταγενεστέρας συνεδριάσεις ἐνισχύετο ἡ τοιαύτη πεποίθησις, καὶ δὲν ἐθεωρεῖτο πλέον ζήτημα διὰ τὸν εὔπιστον δυστυχῶς Ἑλληνικὸν λαόν· οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ πιστεύσῃ, ὅτι δὲν ἐγίνετο σπουδαία ἐνέργεια. Ἐλησμονήσαμεν ἀτυχῶς ἡμεῖς οἱ εὔπιστοι τὴν ἀπάτην καὶ τὸν ἐμπαιγμὸν τοῦ 1878, ὅτε καὶ ἐγὼ ἐπίσης ὑπέπεσα εἰς τὴν ἀσύγγνωστον πλάνην νὰ πιστεύσω ὅτι ἦτό ποτε δυνατὸν ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως νὰ γείνῃ σπουδαία ἐνέργεια. Εἰς ὅλας λοιπὸν τὰς μετέπειτα συνεδριάσεις τῆς τότε Βουλῆς, ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐξηκολούθει λέγων, τὸ «μετὰ καὶ ἄνευ τῆς Εὐρώπης» ἡμεῖς θὰ ἐκτελέσωμεν τὴν Συνθήκην· τοιοῦτο δηλαδὴ ἦτο τὸ νόημα τῶν ὁμιλιῶν του. Ἐγὼ ὅμως ἔρχομαι εἰς τὸ τελευταῖον διανόημα, οὕτως εἰπεῖν, τῆς τότε Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Τί διενοεῖτο ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὁ νομίμως ἀντιπροσωπευόμενος ἐνταῦθα τῇ 10 Μαρτίου 1881, ἤτοι δύω ἡμέρας πρὶν λήξει ἡ Σύνοδος; Ὁ τότε ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως κύριος Τρικούπης εἶπε: «ἐπειδὴ ὁ πόλεμος εἶναι ἀναπόφευκτος, ἕπεται, ὅτι τὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως εἶναι τὰ μόνα ὀρθά· ἕπεται βεβαίως, ὅτι πάντες, καὶ συμπολίτευσις καὶ ἀντιπολίτευσις, ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν συνδρομὴν ἡμῶν, ὅπως παρασκευασθῇ πρὸς πόλεμον». Ἔχομεν λοιπὸν τὴν φωτογραφίαν, οὕτως εἰπεῖν, τῆς τότε ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλὰ τί ἄρα ἐφρόνει ἡ τότε Κυβέρνησις, τὸ λέγει ἐν τῇ ἰδίᾳ συνεδριάσει ὁ πρώην πρωθυπουργὸς κ. Κουμουνδοῦρος, ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Τρικούπην (ἀναγινώσκει). «Καὶ, κύριοι, οὐδεὶς βεβαίως δύναται νὰ ἐμβαθύνῃ εἰς τὰ ἄδυτα τοῦ μέλλοντος καὶ νὰ εἴπῃ ἀκριβῶς τί θέλει συμβῆ· δύναται ὁ ἀγὼν νὰ ὑπάρξῃ περιωρισμένος καὶ εὔκολος, ὅταν ἀφορᾷ εἰς ἐπιχείρησιν ἐκτελέσεως ἀποφάσεως· ἐὰν εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐνεργήσωμεν ἐγκαταλελειμμένοι καὶ τῇ ἰδίᾳ πρωτοβουλίᾳ ν’ ἀντιταχθῶμεν κατ’ ἐπισήμου ἀντιστάσεως, συλλογισθῆτε, ὅτι ὁ ἀγὼν ἡμῶν θὰ ἦναι μακροχρόνιος, ἄνευ ὡρισμένων ὁρίων, δὲν θὰ ἦναι οὔτε τυχαῖος, οὔτε ἁπλοῦς, θὰ ἦναι περὶ τῶν ὅλων· θέλει διαρκέσει δὲν ἠξεύρω ἐπὶ πόσον, διότι μεγάλα γεγονότα μέλλουσι νὰ λάβωσι χώραν, μεγάλα συμφέροντα νὰ παλαίσωσι καὶ διὰ τοῦτο ἑτοιμασθῆτε πρὸς τὰς θυσίας». Τί σημαίνουσι πάντα ταῦτα; Σᾶς ἐρωτῶ, δὲν ἐτέθη σαφέστατα τὸ ζήτημα παρὰ τοῦ κ. πρώην πρωθυπουργοῦ, ὅτι καὶ ἐὰν μόνον ἀπὸ τὸν οὐρανὸν περιμένομεν βοήθειαν, ἡμεῖς ἀπεφασίσαμεν νὰ ἐκτελέσωμεν τὴν Βερολίνειον ἀπόφασιν διὰ πάσης θυσίας; Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ λησμονήσῃ τὴν 31 Μαρτίου 1881, ὅσα ὑπεσχέθη, ὅτε διὰ τελευταίαν φορὰν εἶχεν ἐνώπιόν του τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, ὅτε ἐδήλου, ὅτι, καὶ ἂν ὅλη ἡ Εὐρώπη μᾶς ἐγκαταλείψῃ, ἡμεῖς θὰ προχωρήσωμεν. Αἱ λέξεις αὗται τοῦ κ. Κουμουνδούρου οὐδεμίαν ἀφίνουσι, πιστεύω, ἀμφιβολίαν, ὅτι τὸ Ἔθνος εἶχεν ὑπ’ ὄψει του τὰς ἐπισήμους ὑποσχέσεις τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Ἑλλὰς, καὶ ἐγκαταλιμπανομένη ὑπὸ πάντων καὶ σχιζομένου τοῦ Βερολινείου τίτλου, ἤθελε προχωρήσει. Τὸ τρίτον μέρος τῆς προτάσεώς μου ἔχει οὕτω· «ὅτι ἡ τότε Κυβέρνησις δὲν συνεκάλεσε τὴν Βουλὴν πρὸς ὑποβολὴν τῆς Συμβάσεως καὶ πρὸς νομοθετικὴν ἀφομοίωσιν τῶν νέων ἐπαρχιῶν, παραβιάσασα ῥητὰς τοῦ Συντάγματος διατάξεις». Ἡ δευτέρα Σύνοδος, κύριοι, τῆς ὀγδόης Περιόδου ἤρξατο τῇ 9 Ὀκτωβρίου 1880· ὁ φυσικὸς θάνατος τῆς Συνόδου ἐκείνης ἤρχετο τῇ 9 Ἀπριλίου 1881· ἡ Βουλὴ εἰργάσθη μέχρι τῆς 12 Μαρτίου 1881. Ἐκ τῶν διπλωματικῶν ἐγγράφων ἐξάγεται κάλλιστα, ὅτι τότε προσήγγιζε βεβαίως ἡ ὁριστικὴ λύσις τῆς διπλωματικῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐκστρατείας, καὶ ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ ἦναι παροῦσα ἡ Βουλή, διὰ νὰ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ τόσῳ σπουδαίου ζητήματος. Ἐν τούτοις, τῇ 14 Μαρτίου ὑπογράφεται τὸ Διάταγμα τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ δημοσιεύεται τῇ 17 Μαρτίου. Μετὰ τέσσαρας ἡμέρας ἐγένετο, ὡς γνωρίζομεν, τὸ Ὑπόμνημα πρὸς τὰς Δυνάμεις, τῇ δὲ 31 Μαρτίου ἡ ἀποδοχὴ τῆς Συμβάσεως. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὰ πάντα ᾠκονομήθησαν ἀναλόγως καὶ μετ’ ἀξιοθαυμάστου προνοίας. Καὶ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου του μᾶς εἶπε πρό τινων ἡμερῶν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὅτι δηλαδὴ εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῆς τοιαύτης λύσεως ἦσαν ἰσχυρὰ προσκόμματα οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, καὶ διὰ τοῦτο ἐστάλησαν εἰς τὰς οἰκίας των, ἔμεινε δὲ ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ ὑπογράψῃ τὴν Συνθήκην. Δὲν ὑπῆρχε λοιπὸν ἀδυναμία τῆς παρουσίας τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπίας. Ἀλλ’ ὑποθέσωμεν, ὅτι τὰ πράγματα δὲν ἔχωσιν οὕτω· ὑπεβλήθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ Σύμβασις τὴν 31 Μαρτίου. Τὰ ἔθνη γνωρίζουσι τὰ πολιτεύματα ἀλλήλων ἢ ὑποτίθεται τοὐλάχιστον, ὅτι τὰ γνωρίζουσι, ὡς οἱ πολῖται ὀφείλουσι νὰ γνωρίζωσι τοὺς νόμους. Κατὰ τὸ 32 ἄρθρον τοῦ θεμελιώδους ἡμῶν νόμου, Συνθήκη τοιαύτη, ἐπιβάλλουσα ὑποχρεώσεις εἰς τὸ ἔθνος, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ νομοθετικὸν κῦρος, νὰ ἦναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὴν Ἑλλάδα, εἰμὴ ἀφοῦ ψηφισθῇ ὡς νόμος τοῦ Κράτους. Ἡ Κυβέρνησις, ὠχυρουμένη πρὸ τοῦ ἄρθρου 32, εἶχε καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καλέσῃ τὴν Βουλὴν ἐκτάκτως, ὡς πολλάκις ἐγένετο καὶ ἐνίοτε ἄνευ λόγου, ἵνα ἐρωτήσῃ αὐτήν· «Εἴχομεν ἓν ἔγγραφον»· ἀπατηθέντες ἀπὸ τὰς ὑπογραφὰς, ἐθεωρήσαμεν αὐτὸ ὡς μεγάλης ἀξίας, ἀναλλοίωτον, ὁριστικὸν, ἀμετάκλητον· ἀλλ’ ὁ τίτλος αὐτὸς δὲν ὑπάρχει, ἀνεκλήθη μὲ τὴν αὐτὴν εὐκολίαν, οἵαν καὶ ἡ εἰρηνοδικειακὴ προδικαστικὴ ἀπόφασις· λαμβάνετε σεῖς τὸ θάῤῥος νὰ κάμητε τὸν πόλεμον· ὁρίσατε εἰς τὴν ἐξουσίαν, κύριοι, καὶ κάμετε τὸν πόλεμον· ἡμεῖς ὅμως δὲν σᾶς συμβουλεύομεν τοῦτο καὶ πλύνομεν τὰς χεῖρας ἡμῶν ἀπὸ πάσης συνεπείας.» Τί ἐμπόδιζε τὴν Κυβέρνησιν νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν ἐκτάκτως; Τί ἄλλο παρὰ ἡ φιλαρχία — διότι δὲν τολμῶ νὰ ὑποθέσω ἄλλο τι, θὰ ἦτο φρικαλέον νὰ ὑποθέσῃ τις πλειότερον τούτου· ἢ τὸ πολὺ ἐγένετο θῦμα κακῶν εἰσηγήσεων — ἀλλὰ βεβαίως εἶναι ἀσύγνωστον αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔπραξε ν’ ἀναλάβῃ τοιαύτην βαρεῖαν εὐθύνην. — Ἠδύνατο λοιπὸν νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν, λέγουσα εἰς τὰς Δυνάμεις, ὅτι, προκειμένου νὰ γεννηθῶσι σκάνδαλα καὶ ἐρεθισμοὶ, ὀφείλω νὰ ἐρωτήσω τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἥτις μοὶ εἶχε δώσει ἐναντίαν ἐντολὴν τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀποφασισθέντων. Βεβαίως δὲ, προκειμένου λόγου περὶ τοιούτου ζητήματος, οἱ Ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους θὰ ἔσπευδον, καὶ ἡ πρώην Κυβέρνησις θὰ εἶχε μίαν ἀπόφασιν τοῦ ἔθνους, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι θὰ ὑπερίσχυε ἡ γνώμη αὐτῆς· ἢ θὰ ἀπεδεικνύετο, ἂν ἡ τότε ἀντιπολίτευσις θὰ εἶχε τὴν τόλμην ν’ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τοῦ πολέμου. Ἀλλὰ μήπως ἐσταμάτησαν μόνον ἐκεῖ; Μήπως ἐκάλεσε τουλάχιστον πρὸ τῆς πρώτης Νοεμβρίου τὴν Βουλὴν διὰ νὰ γείνῃ ἡ νομοθετικὴ ἀφομοίωσις τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐκλογὰς βουλευτῶν; Φρονῶ μάλιστα ὅτι ἀπωλέσθη μία σπουδαία εὐκαιρία, ἡ εὐκαιρία τῆς Συνελεύσεως, διότι ἠδύνατο τότε νὰ καλέσῃ τοὺς Ἀντιπροσώπους, ἂν ὑπερίσχυεν ἡ γνώμη τῆς ἐπικυρώσεως τῆς Συμβάσεως, ἠδύνατο, λέγω, νὰ ἐπικρατήσῃ καὶ ἔπρεπε νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ ἰδέα τῆς Συνελεύσεως. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν εἶχον τὸ θάῤῥος ν’ ἀτενίσωσι Συντακτικὴν Συνέλευσιν, ἠδύναντο τουλάχιστον, καλοῦντες ἐκτάκτως ἢ τακτικῶς τὴν Βουλὴν, νὰ προβῶσιν εἰς τὴν ἀφομοίωσιν τῶν ἐκλογικῶν νόμων, νὰ διακόψωσι τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς ἐπὶ τεσσαράκοντα ἡμέρας κατὰ τὸ ἄρθρον 38 τοῦ Συντάγματος, ἵνα ἐνεργήσωσι καὶ εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας ἐκλογὰς, μεθ’ ὃ νὰ ἐπαναληφθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς διὰ τὴν λοιπὴν νομοθετικὴν ἀφομοίωσιν τῶν νέων ἐπαρχιῶν· οὕτω ἐξεπληροῦτο καὶ ὁ πόθος των, ὃν λέγουσι ὅτι εἶχον, νὰ εἴμεθα καὶ ἡμεῖς παρόντες· τώρα δὲ ὅτε εἴμεθα παρόντες καὶ δὲν τοὺς χειροκροτοῦμεν, τοῖς ἀπαρέσκομεν· ἀλλ’ ἐπροτίμησαν τὰ νομοθετικὰ Διατάγματα, διότι εἶχον ἀντιπάθειαν εἰς τὴν φυσιογνωμίαν τῆς τότε Βουλῆς ἀπὸ τῆς 31 Μαρτίου καὶ ἐντεῦθεν. Τὸ τέταρτον μέρος τῆς προτάσεώς μου λέγει «ὅτι ἀδικαιολογήτως καὶ διὰ προφανοῦς παραγνωρίσεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ προέβη εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς.» Ἀφοῦ, κύριοι, ἐξήντλησεν ἡ Κυβέρνησις ὅλον τὸν χρόνον, κρατήσασα κεκλεισμένον τὸ Βουλευτήριον, τῇ 22 Ὀκτωβρίου 1881 ἐδημοσίευσε καὶ τὸ Διάταγμα τῆς διαλύσεως. Προκειμένου ὅμως λόγου περὶ διαλύσεως, ἀναγκάζομαι νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰ Ἰουλιανά, ὡς τὰ ὠνόμασεν ὁ μακαρίτης Ζαΐμης, διότι ταῦτα ἦσαν τὸ προοίμιον τῆς μεταβολῆς τῶν ἰδεῶν τῶν τέκνων τῆς Βουλῆς· καὶ τότε ὁ κ. πρώην πρωθυπουργὸς εἶχε καλέσει τὴν Βουλὴν ἐκτάκτως «διὰ σπουδαίους νόμους τοῦ Κράτους». Ἔσπευσαν λοιπὸν οἱ Ἀντιπρόσωποι καὶ ἦλθον· ἀλλ’ ἅμα ἀρξαμένων τῶν ἐργασιῶν, ἐζήτησε λόγον ἀπὸ τοὺς κυβερνῶντας, καὶ κυβερνῶντες ἦσαν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος μετὰ τῶν φίλων του· ἅμα δὲ εἶδον οὗτοι, ὅτι δὲν δύνανται νὰ δώσωσι λόγον, διότι ἐκλονίζετο ἡ γῆ ὑπὸ τοὺς πόδας των, ἐκήρυξαν τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν, χωρὶς νὰ ψηφισθῶσιν οἱ σπουδαῖοι διὰ τὸ Κράτος νόμοι». Ἔκτοτε πιστεύει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ὅτι, ἡ Βουλὴ εἶναι περιττὴ, ὅταν ἀλλαχόθεν ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ εὑρίσκῃ ἰσχυρὰ στηρίγματα, ἵνα μένῃ ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ. Καὶ βεβαίως δὲν λησμονῶ τὸ περὶ ἀνευθύνου 29ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος· ἀλλ’ οὐδεὶς ὑπὸ τὸν ἥλιον εἶναι ἠθικῶς ἀνεύθυνος, καὶ νομίζω, ὅτι καὶ ἐντὸς τοῦ Συντάγματος καὶ τῆς λογικῆς δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἡ Βασιλεία δὲν ἔκαμε καλὴν χρῆσιν τοῦ προνομίου τῆς διαλύσεως καὶ εἰς προηγουμένας περιστάσεις, ἰδίᾳ ὅμως τὴν 22 Ὀκτωβρίου 1881· ἀλλὰ περὶ τούτου ἂς ὁμιλήσῃ καὶ θὰ ὁμιλήσῃ ἡ ἱστορία πλατύτερον.
§95ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ζητῶμεν εὐθύνας ἐκεῖ ὅπου νομικῶς δὲν ὑπάρχουσι τοιαῦται.
§96ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Ἡμεῖς δὲν ἀποφεύγομεν τὴν εὐθύνην.
§97ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ναί, τὴν πολιτικὴν, τὴν νομικὴν καὶ τὴν ἠθικήν· ἀλλὰ τῆς τελευταίας μετέχει καὶ ἡ Βασιλεία. Καὶ ἀφοῦ μοὶ δίδετε ἀφορμὴν, σᾶς ὑπενθυμίζω, ὅτι ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων ἐν τῷ προγράμματι αὑτοῦ μᾶς εἶπε: «Οὐ μόνον θέλω σεβασθῆ καὶ τηρήσει εὐσυνειδήτως τοὺς νόμους ἡμῶν καὶ πρὸ πάντων τὸ Σύνταγμα, τὸν ἀκρογωνιαῖον λίθον τοῦ νέου Ἑλληνικοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ θέλω σεβασθῆ καὶ θέλω ἀσκηθῆ, ὅπως ἀγαπῶ τοὺς θεσμοὺς ὑμῶν, τὰ ἤθη σας, τὴν γλῶσσαν ὑμῶν, πᾶν ὅ,τι ὑμεῖς αὐτοὶ λατρεύετε, ὡς ἤδη ἀγαπῶ ὑμᾶς αὐτούς.» Ἡμεῖς δὲ γνωρίζομεν ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ταῦτα ἐξετελέσθησαν· μολονότι δὲ, ὡς πάντες γνωρίζομεν, τὴν συνταγματικὴν εὐθύνην ἔχουσιν οἱ ὑπεύθυνοι, οὐδὲν θέλει ἐμποδίσει τὸν ἱστορικὸν κάλαμον ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι καὶ τὸ Στέμμα κακὴν ἐποιήσατο χρῆσιν τῆς προνομίας τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Τίνες δὲ ἦσαν αἱ συνέπειαι ὅλων τούτων; αἱ συνέπειαι ἦσαν, ὅτι ἡ πρώην Κυβέρνησις ἔσχισε εἰς ῥάκη τὸ Σύνταγμα, τοὐλάχιστον δέκα ἄρθρα αὐτοῦ· δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὸ ἄρθρ. 3, καθ’ ὃ «μόνοι οἱ πολῖται Ἕλληνες εἶναι δεκτοὶ εἰς ὅλας τὰς δημοσίας λειτουργείας. Πολῖται εἶναι ὅσοι ἀπέκτησαν ἢ ἀποκτήσωσι τὰ προσόντα τοῦ πολίτου κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους». Ἐλησμόνησε τὸ ἄρθρον 7, καθ’ ὃ «ποινὴ δὲν ἐπιβάλλεται ἄνευ νόμου, ὁρίζοντος προηγουμένως αὐτήν.» Περιεφρόνησε τὸ ἄρθρον 22, καθ’ ὃ «ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἐνεργεῖται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς.» Ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην τοῦ ἄρθρου 32, καθ’ ὃ ἡ Σύμβασις δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν ἄνευ προηγουμένης ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς. Ἔσχισε τὸ ἄρθρον 34, καθ’ ὃ «Ὁ Βασιλεὺς δὲν δύναται νὰ διορίσῃ ὑπάλληλον εἰς μὴ νενομοθετημένην θέσιν.» Ἔσχισε τὸ ἄρθρον 35, καθ’ ὃ ὁ Βασιλεὺς ἐκδίδει τ’ ἀναγκαῖα Διατάγματα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων.» Ἔσχισε τὸ ἄρθρον 44, καθ’ ὃ «Ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει ἄλλας ἐξουσίας, εἰμὴ ὅσας τῷ ἀπονέμωσι ῥητῶς τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ συνάδοντες πρὸς αὐτὸ ἰδιαίτεροι νόμοι.» Ἔσχισε τὸ ἄρθρον 59, καθ’ ὃ «Οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται, οὐδ’ εἰσπράττεται, ἐὰν προηγουμένως δὲν ψηφισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως.» Ἔσχισε τὸ ἄρθρον 60, καθ’ ὃ «Κατ’ ἔτος ἡ Βουλὴ ψηφίζει τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ, τὸν προϋπολογισμὸν, ὃν ὀφείλει νὰ εἰσαγάγῃ ἐντὸς τῶν δύω πρώτων μηνῶν ἑκάστης Συνόδου.» Οὕτω δὲ ἐνῷ ἐν Γαλλίᾳ συζητεῖται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1884, ἐν Ἑλλάδι εἰσέτι δὲν ἤρξατο ἡ συζήτησις τοῦ 1882, μολονότι παρῆλθον τέσσαρες περίπου μῆνες. Ἔσχισε καὶ τὸ ἄρθρον 66, καθ’ ὃ «Ἡ Βουλὴ σύγκειται ἐκ βουλευτῶν ἐκλεγομένων συμφώνως πρὸς τὸν ἐκλογικὸν νόμον.» Ἔχουσιν ἆρά γε ἀνάγκην ἑρμηνείας τινὸς τὰ οὕτω σαφῆ ἄρθρα τοῦ θεμελιώδους ἡμῶν νόμου, καὶ δὲν ἀρκοῦσιν αἱ τόσαι καὶ τόσαι περὶ αὐτῶν συζητήσεις; Δὲν ἀδικῶ τὴν Βουλὴν καὶ δὲν βαρύνω αὐτὴν, ἀρχόμενος τῆς ἀναπτύξεως ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἄρθρων, διότι πολλὰ περὶ περὶ αὐτῶν ἐῤῥέθησαν. Τὸ πέμπτον μέρος τῆς προτάσεώς μου ἔχει οὕτω: «ὅτε συνεβούλευσεν εἰς τὸ Στέμμα τὴν ἔκδοσιν Διαταγμάτων ἀντισυνταγματικῶν.» Θεωρῶ περιττὸν ν’ ἀναπτύξω τὸ μέρος τοῦτο, διότι ὑπάρχει περὶ αὐτοῦ ἀπόφασις πλέον τῆς Βουλῆς, τὸ ἄρθρον 14 τοῦ περὶ ἀφομοιώσεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν νόμου. Ὡς ἀπαραίτητον λοιπὸν συμπέρασμα τῶν πραχθέντων ὑπὸ τῆς πρώην Κυβερνήσεως ὀφείλει ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ, «ὅτι ΑΠΟΔΟΚΙΜΑΖΕΙ τὴν πολιτικὴν τῆς τότε Κυβερνήσεως, καὶ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΕΤΑΙ κατὰ τῆς ἀντεθνικῆς λύσεως τοῦ μεθοριακοῦ ζητήματος.» Τοῦτο δὲ εἶναι τὸ τελευταῖον μέρος τῆς προτάσεώς μου. Ἐγὼ, κύριοι, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ὑποβάλω τὴν πρότασιν ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ δι’ αὐτῆς φρονῶ, ὅτι ἐκτελῶ ταυτοχρόνως, ὅ,τι μὲ διέταξεν ὁ κ. πρώην πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἦτο καὶ πρωθυπουργὸς, ὅτε ἤρξατο ἡ ἰσχὺς τοῦ Συντάγματος, ὅστις τότε μᾶς εἶπε: «Παραγγέλλομεν ἁπάσας τὰς δικαστικὰς, πολιτικὰς καὶ στρατιωτικὰς τοῦ Κράτους Ἀρχὰς, καὶ πάντας νὰ τηρῶσιν ἀπαρασαλεύτως τὸ παρὸν πολιτικὸν Σύνταγμα.» Ἐγὼ φρονῶ, δι’ οὓς λόγους ἀνέπτυξα, ὅτι ἡ πρώην Κυβέρνησις ἠθέτησε τὰς ὑποσχέσεις της καὶ παρεβίασε τὸ Σύνταγμα· εἶχον καθῆκον καὶ ὡς πολίτης καὶ ὡς βουλευτὴς νὰ τὰ ἀναφέρω ἐνώπιόν σας. Ἑπομένως, κύριοι, παραδίδω τὴν πρότασίν μου εἰς τὴν ἐκτίμησίν σας, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι συμφώνως μὲ τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἐλάβετε παρὰ τῶν ἐκλογέων σας, τοὐλάχιστον ὡς κατὰ τὰς ἐκλογὰς ὑπεσχέθητε, οἱ πλεῖστοι θέλετε δεχθῆ τὴν πρότασίν μου, διότι οὕτω θέλετε ὑποχρεώσει νὰ σέβωνται ἐν τῷ μέλλοντι οἱ Κυβερνῆται, ἁπλοῖ ἐντολοδόχοι τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, τὴν ἐντολὴν, ἣν λαμβάνουσι, καὶ οὕτω θέλετε ἀποσκορακίσει τὴν αὐθαιρεσίαν καὶ τὴν δικτατορίαν. Ἐὰν δὲ ὑπάρξῃ ἀνάγκη, εἰμὶ ἕτοιμος νὰ δευτερολογήσω.
§98Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ ἐκ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα κατετέθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, νομίζω, ὅτι πρέπει καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ στρατὸς καὶ ὁ κόσμος νὰ ὠφεληθῇ, ὡς καὶ ἀπὸ τὴν ἐν τοῖς ἐγγράφοις αὐτοῖς ὑπάρχουσαν ἀλήθειαν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ διατάξῃ τὴν τύπωσιν ὅλων τῶν ἐγγράφων τῶν περὶ στρατιωτικῶν δυνάμεων καὶ περὶ προμηθειῶν, διὰ νὰ μελετηθῶσι, νὰ χρησιμεύσωσι δὲ καὶ διὰ τὸ μέλλον εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Τόπου, ἀνεξαρτήτως τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον συζητεῖ ἡ Βουλή.
§99ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥισις ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου.
§100Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ τυπωθοῦν.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἀναγνωσθῇ ἡ πρότασις.
§102Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν, κ. Πρόεδρε. (Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις τοῦ κ. Φιλαρέτου, ἔχουσα ὡς ἑξῆς): «Ἡ Βουλὴ, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ Ἑλληνοτουρκικὴ Σύμβασις τῆς 31 Μαρτίου 1881 δὲν ἱκανοποιεῖ τοὺς ἐθνικοὺς πόθους καὶ τὰς ἀνάγκας τῆς διαῤῥυθμίσεως τῶν συνόρων, ὑπεγράφη δὲ αὐθαιρέτως ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως ἐναντίον ῥητῆς ἐντολῆς, ἣν εἶχεν αὕτη λάβει ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας· ὅτι ἡ τότε Κυβέρνησις δὲν συνεκάλεσε τὴν Βουλὴν πρὸς ὑποβολὴν τῆς Συμβάσεως καὶ πρὸς νομοθετικὴν ἀφομοίωσιν τῶν νέων ἐπαρχιῶν, παραβιάσασα ῥητὰς τοῦ Συντάγματος διατάξεις· ὅτι ἀδικαιολογήτως καὶ διὰ προφανοῦς παραγνωρίσεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ προέβη εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς· ὅτι συνεβούλευσεν εἰς τὸ Στέμμα τὴν ἔκδοσιν Διαταγμάτων ἀντισυνταγματικῶν, ἀποδοκιμάζει τὴν πολιτικὴν τῆς τότε Κυβερνήσεως, καὶ διαμαρτύρεται κατὰ τῆς ἀντεθνικῆς λύσεως τοῦ μεθοριακοῦ ζητήματος.»
§103ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκηρύξατε, κ. Πρόεδρε, τὴν συζήτησιν περαιωμένην;
§104ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§105ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅτι πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, ὅτε ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Βώλου κ. Φιλάρετος ὑπέβαλε τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἀνέπτυξεν, ἀνέβην τὸ βῆμα, ἵνα ὑποβάλω τροπολογίαν τῆς προτάσεως ἐκείνης τοῦ κ. Φιλαρέτου καὶ ἔκτοτε προεδήλωσα, ὅτι ἡ πρότασις, ἣν ἔμελλον νὰ ὑποβάλω, περιλαμβάνει μὲν ἀκριβῶς πάντα τὰ περιεχόμενα καὶ ἐν τῇ προτάσει τοῦ ἐκ Βώλου βουλευτοῦ, τοῦ ὁποίου τὰς ἐπὶ τοῦ προκειμένου γνώμας ἐν γένει συμμερίζομαι, ἀλλ’ ὅτι ἐπεχείρησα νὰ διατυπώσω αὐτὴν εὐρύτερον καὶ συμφωνότερον πρὸς τὰ ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις κρατοῦντα· διότι ἡ πρότασις τοῦ ἐκ Βώλου βουλευτοῦ ἔχει τύπον ἁρμόζοντα μᾶλλον εἰς κατηγορητήριον, κατηγορητήριον δὲ δυνάμεθα νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν νὰ ὑποβάλωμεν ἐν καιρῷ, ἐὰν ὑπάρχωσιν ἐν τῇ Βουλῇ ἱκανοὶ τὸν ἀριθμὸν, οἱ συμμεριζόμενοι τὰς ἰδέας τοῦ ἐκ Βώλου βουλευτοῦ. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν θέλω ὑποβάλει, εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἀφίεται πλήρη ἐλευθερία εἰς τὴν Βουλὴν καὶ μένει ἀκέραιον τὸ δικαίωμα αὐτῆς, ὅταν ἔλθῃ ἡ κατάλληλος ὥρα, ἥτις ἴσως δὲν ἀπέχει μακρὰν, νὰ ἀσκήσῃ ἡ Βουλὴ, ἐπὶ τῇ προτάσει εἴκοσι βουλευτῶν, καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ δικαστικοῦ ἐλέγχου. Ἰδοὺ κύριοι βουλευταὶ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἔχω ἔκτοτε συντεταγμένην: «Ἡ Βουλὴ, μετὰ τὰς γενομένας συζητήσεις περὶ τῶν πεπραγμένων ὑπὸ τοῦ πεσόντος ὑπουργείου, ἀποκηρύττει ὡς καιρίως ζημιώσασαν τὸν Ἑλληνισμὸν τὴν ἐν τῷ ἐθνικῷ ζητήματι πορείαν τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου, ἀθετήσαντος ἐπισήμου πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπαγγελίας, καὶ ἀποδοκιμάζει τὴν πολιτείαν αὐτοῦ, παραβιάσασαν τὰς Συνταγματικὰς ὑποχρεώσεις». Τοιαύτη γενικὴ εἶναι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω ὡς τροπολογίαν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Βώλου Δηλῶ δὲ ὅτι, ἐὰν ἀκούσω τινὰ ἐκ τῶν ἐχόντων ἀντίθετον φρόνημα ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν μακρὰν καὶ ἠκριβολογημένην ἀγόρευσιν τοῦ κ. Φιλαρέτου, διότι μέχρι τοῦδε ἐσιώπησαν, θέλω λάβει τὸν λόγον εἰς ἀνάπτυξιν καὶ ὑποστήριξιν αὐτῆς.
§106ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ πρῶτον ἡ ἐδική μου πρότασις, καθόσον ἡ πρότασις τοῦ κ. Δραγούμη δὲν ποιεῖται μνείαν περὶ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Παρακαλῶ δ’ ἑπομένως, ἐὰν ἀσπάζωνται τὴν ἰδέαν μου ἄλλοι δεκατέσσαρες ἐκ τῶν κυρίων βουλευτῶν, νὰ γείνῃ ὀνομαστικὴ κλῆσις.
§107Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καθόσον ἀντελήφθην, τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὁ ἐκ Μεγαρίδος βουλευτὴς ὑπέβαλεν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ ἐκ Βώλου βουλευτοῦ, βλέπω ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύω αὐτῶν προτάσεων· φρονῶ δέ, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι καλλίτερον νὰ ἐτυποῦτο καὶ τὸ κείμενον τῆς τροπολογίας καὶ νὰ διενέμετο εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ τὸ ἴδωμεν καὶ νὰ τὸ μελετήσωμεν καλλίτερον, καὶ ἐν γνώσει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν, ἐὰν ἤθελε γείνει τοιαύτη.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τυπωθῇ λοιπὸν ἡ τροπολογία;
§109ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι πρότασις ἄλλη, ὁ δὲ Κανονισμὸς δὲν ἀπαιτεῖ τὴν τύπωσιν, καὶ ἂν ἀκόμη ἐπρόκειτο περὶ νομοσχεδίου καὶ ὄχι περὶ ἁπλῆς προτάσεως.
§110ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν γνώσει· ὥστε νὰ εἴπωμεν «ἐμπρός, ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τάν.» Τί τοὺς θέλεις τοὺς ψύλλους ’ς τ’ ἄχυρα! (Ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Δραγούμη).
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§112ΤΙΝΕΣ. Δὲν παρεδέχθη. (Θόρυβος).
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Προεδρείου, παρεδέχθη.
§114ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπειδὴ ἐγένετο ἀντίῤῥησις περὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ψηφοφορίας, ὀφείλετε νὰ προβῆτε εἰς ὀνομαστικὴν κλῆσιν. (Θόρυβος).
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν τὸ Προεδρεῖον ἀπεφάνθη, ἔπρεπε νὰ κάμητε τὴν παρατήρησιν. Ἀλλ’ ἤδη ἀφήκατε καὶ παρῆλθεν ἀρκετὴ ὥρα.
§116ΜΙΛΗΣΗΣ. Σᾶς ὑπενθυμίζω, ὅτι ἀμέσως ἐγένετο παρατήρησις ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἴχετε ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ ὄχι μόνον τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ, συγχωρήσατέ μοι νὰ προσθέσω, καὶ τὸ καθῆκον νὰ προκαλέσητε τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν.
§117Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν μᾶς μέλλει, ἀφοῦ ἐπιμένετε.
§118ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὅπως ἀγαπᾶτε, κ. Πρόεδρε. Ἀφοῦ ἔχετε τὴν δύναμιν τοῦ ἀριθμοῦ, κάμετε οἵαν θέλετε αὐτοῦ χρῆσιν καὶ κατάχρησιν.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς φορολογίας τῶν ζώων διὰ τὸ ἔτος 1882, τὸ ὁποῖον ἐπείγει, ὑπεβλήθη ἡ ἔκθεσις. Θὰ σταλῇ εἰς τύπωσιν. (Ὅρα Παράρτημα).
§120ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεύτερον ζήτημα εἶναι ἡ πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διορισμοῦ εἰδικοῦ ὑπαλλήλου παρὰ τῇ Οἰκονομικῇ Ἐφορίᾳ Ἀττικῆς (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ ἀνάγνωσιν). Ἔχομεν δεύτερον ἀντικείμενον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ Δηλαντίου πεδίου.
§122ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ θὰ φέρωμεν τροπολογίαν. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 6 μ. μ.