1882.03.18
1,255 rows · 9,781 words · 51 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 41
τῆς 18 Μαρτίου 1882.
Ὥρᾳ 2 μ. μ.
(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Παναγιώτης Μπατζίκας, καταστραφεὶς ἐκ τῆς τελευταίας ἐν Ἀθήναις πυρκαϊᾶς, ζητεῖ συνδρομήν τινα.
§2ΨΥΛΛΑΣ. Τὴν ἀναφορὰν ταύτην παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ παραπέμψητε εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον καὶ νὰ συστήσητε θερμῶς αὐτήν. Γνωρίζω τὸν παθόντα καὶ ἠξεύρω, ὅτι κατεστράφη ἐντελῶς καὶ πένεται σήμερον ἡ οἰκογένειά του ἐκ τῆς πυρκαϊᾶς, ἣν ὑπέστη πρό τινων ἡμερῶν ἡ οἰκία του, ὄπισθεν τοῦ μεγάλου στρατῶνος κειμένη.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Ἡ Ζαχαρένια χήρα τοῦ ἀντιστρατήγου Γραμματικοπούλου ζητεῖ αὔξησιν τοῦ ἐκ δραχ. 40 μηνιαίου βοηθήματος. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.— Κάτοικοι τῆς νέας Κορίνθου παραπονοῦνται, ὅτι ἡ χαραχθεῖσα γραμμὴ τῆς διώρυγος καταστρέφει τὴν πόλιν τῆς Κορίνθου.— Διάφοροι κάτοικοι τοῦ Δήμου Θουρίας ἐξαιτοῦνται τὴν ἀποστολὴν οἰκονομικοῦ ὑπαλλήλου πρὸς ἀληθῆ κατάταξιν τῶν διαφόρων ἐπιτηδευματιῶν. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§4ΤΖΑΝΕΣ. Ποῖοι εἶναι ὑπογεγραμμένοι, κύριε Πρόεδρε;
§5ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἰδοὺ, κ. Τζάνε, ἀναγνώσατε τὰς ὑπογραφὰς, διότι ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ τὰς ἀναγνώσωμεν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κωνσταντῖνος Χ. Εὐθυμίου, πρόσφυξ τῆς Ἠπείρου, ζητεῖ μηνιαῖον βοήθημα διὰ τὰς ὑπηρεσίας του. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.— Ἀναφορὰ Τριανταφυλλιᾶς χήρας Γ. Μπασδέκη, κατοίκου Μακρυνίτσης καὶ διαμενούσης ἐνταῦθα, ζητεῖ διὰ τὰς πρὸς τὴν Πατρίδα διαφόρους ὑπηρεσίας τοῦ συζύγου της μηνιαίαν σύνταξιν. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.— Ὁ Εὐστάθιος Γ. Σταθάκης, καθηγητής, ζητεῖ τὴν συνδρομὴν τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἐκ τῆς γερμανικῆς γλώσσης ὑπ’ αὐτοῦ μεταγλωττιζομένην μεγάλην γραμματικὴν τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.— Οἱ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ κτηνοτρόφοι καὶ ζωοέμποροι παραπονοῦνται κατά τινων διατάξεων τοῦ Νόμου ΨΜΕʹ περὶ βεβαιώσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων ὡς ἐπιβλαβῶν· ζητοῦσι δὲ τὴν τροποποίησιν αὐτοῦ.
§7ΨΥΛΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ ἡ ἀναφορὰ αὕτη νὰ σταλῇ κατεπειγόντως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Λέγω δὲ κατεπειγόντως, καθόσον φρονῶ, ὅτι ἔχουσι δίκαιον νὰ παραπονοῦνται οἱ ἀναφερόμενοι κατὰ τῆς διατάξεως τοῦ Νόμου περὶ τῶν μὴ δηλωθέντων ζώων. Προτείνουσιν οἱ παραπονούμενοι διὰ τῆς ἀναφορᾶς των δύω μέτρα πρὸς βελτίωσιν τοῦ Νόμου· ἀλλ’ ἐπειδὴ νομίζω, ὅτι ταῦτα δὲν εἶναι τὰ μόνα κατάλληλα, διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ σταλῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἡ ἀναφορά, ἵνα συνεννοούμενος μετὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ὑπ’ αὐτὸν Ὑπουργείου, ὑποβάλῃ ταχέως εἰς τὴν Βουλὴν πᾶν ὅ,τι ἤθελε κρίνει κατάλληλον πρὸς διόρθωσιν τῶν κακῶς κειμένων.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποστέλλεται λοιπὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.— Ὁ Γρηγόριος Δεσποτόπουλος, ἰατρός, ζητεῖ, διὰ τὰς πρὸς τὴν Πατρίδα ὑπηρεσίας του, νὰ συστηθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως τῷ χορηγηθῇ μηνιαία σύνταξις. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.— Ἡ Ἑλένη χήρα Νικολάου Στάμου Μπουτούρη, διὰ τὰς πρὸς τὴν Πατρίδα μεγάλας ἐκδουλεύσεις τοῦ τε πενθεροῦ της καὶ τοῦ συζύγου της, ζητεῖ μηνιαῖον χρηματικὸν βοήθημα.— Ὁ Δημ. Μπακόλας ζητεῖ παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ ψηφισθῇ θέσις ἐλεγκτικὴ καὶ ἐξησφαλισμένη παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὑπὲρ αὐτοῦ, ὅπως ὑποδείξῃ, ὅτι ἑκατοντάδες χιλιάδων δραχμῶν ὑπεξαιροῦνται παρὰ κηφήνων. Χθὲς, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ κατεπεῖγον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναβολῆς τῆς ἰσχύος τοῦ ΧΝϚʹ. Νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τῶν Προξενικῶν Ἀρχῶν.
§9ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον πρίν, διὰ νὰ κάμω ἐπερώτησιν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§11ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κύριοι, ὑπέβαλε χθὲς τὸν προϋπολογισμὸν περὶ τῶν ἐξόδων καὶ ἐσόδων τοῦ Κράτους. Παρετήρησα, ὅτι διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀναγράφεται δαπάνη 17 ἑκατομμυρίων, ἐνῷ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομοσχεδίου τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν, ἂν δὲν μὲ λανθάνῃ ἡ μνήμη, ἀνέρχεται εἰς 29,850. Ἐπειδὴ δὲ φρονῶ, ὅτι τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὸν ὡς εἴρηται ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν, διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν ἔντιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοὺς προσωρινοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν τελευταίων ἐτῶν, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ ὑπολογισμὸς τῶν 30 χιλιάδων ἀνδρῶν διὰ τὸν μόνιμον στρατὸν δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὸ χρηματικὸν ποσὸν, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπολογίζεται· διότι, ὑπολογιζομένου ἑκάστου ἀνδρὸς πρὸς 900 δραχμὰς, ἐπὶ 30 χιλιάδων στρατοῦ ἀπαιτοῦνται 25 καὶ πλέον ἑκατομμύρια, ἐνῷ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τὸν ὑποβληθέντα σημειοῦνται μόνον 17 ἑκατομμύρια. Παρακαλῶ λοιπὸν τὰς σημειώσεις αὐτὰς τῶν προσωρινῶν ἀπολογισμῶν νὰ τὰς ἔχωμεν πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀπάντησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Οἰτύλου εἶναι πολὺ ἁπλῆ Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἔπρεπε νὰ ἀναγράψωμεν πᾶσαν τὴν δαπάνην, τὴν ὁποίαν καθιστᾷ ἀναγκαίαν ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ὡς γνωρίζει ὁ ἀξιότιμος κ. Μαυρομιχάλης, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ σημειοῦται καὶ ἐλάττωσις διὰ διὰ τὰς θέσεις τὰς μὴ πληρουμένας καὶ διὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν τον μὴ συμπληρούμενον. Τοιοῦτος ἀριθμὸς ὑπάρχει πολύς· καὶ ἀναφέρω ἓν παράδειγμα. Εἰς τὴν Χωροφυλακὴν ἀνεγράψαμεν δύναμιν ὡρισμένην· ἡ δύναμις αὕτη κατὰ τοσοῦτο μόνον θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ, ἐφ’ ὅσον θὰ παρουσιασθῶσιν ἐθελονταὶ, διότι ἡ Χωροφυλακὴ ἐξ ἐθελοντῶν καταρτίζεται. Ἐὰν ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐθελοντῶν δὲν παρουσιασθῇ, ἡ δύναμις τῆς Χωροφυλακῆς θὰ ἦναι κατωτέρα. Ὡς ἐκ τούτου ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστον παρουσιάζεται ἡ Χωροφυλακὴ ὡς ἔχουσα πᾶσαν τὴν δύναμιν, ἀλλ’ ἐν τῷ συνόλῳ τοῦ προϋπολογισμοῦ σημειοῦται δαπάνη ἡ πραγματικὴ, διότι ἐν τέλει τοῦ πίνακος τῶν λεπτομερειῶν γίνεται ἡ ἀφαίρεσις διὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν κατατεταγμένους ἐντὸς τοῦ ἔτους 1882, Ταῦτα γνωρίζει ἄριστα ὁ κ. Μαυρομιχάλης, καὶ ἑπομένως εἶναι περιττὸν νὰ προβῶ εἰς περισσοτέραν ἀνάπτυξιν ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου πίνακος.
§13ΚΑΛΛΙΓΑΣ (ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ τὸ λογιστικὸν, κ. Μαυρομιχάλη, ὀνομάζεται......
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ σημειοῦται ὁ ἀριθμὸς ὅλος, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἡ διάκρισις. Ὅσα εἶναι ἐν τῷ ὀργανισμῷ, δὲν θὰ ἦναι πραγματικά· ὅσα εἶναι ἐν τῷ ὀργανισμῷ εἶναι ὑποτιθέμενα πράγματα.
§15Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Οὐχ ἧττον δὲν ζητῶ τίποτε δύσκολον ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§16ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Σᾶς τὸ ὑπόσχομαι νὰ τοὺς φέρω.
§17ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πρὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ ζητῶ νὰ ὑποβάλῃ αὐτοὺς τοὺς ἀπολογισμούς, διότι θέλω νὰ ἀποδειχθῇ διὰ τῶν ἐπισήμων ἀπολογισμῶν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἀνέκαθεν ἦτο ψευδής, διότι ἐγγράφονται πάντοτε ἐν αὐτῷ ὅλα ὀλιγώτερα τῶν πραγματικῶν καὶ τῶν πραγματοποιηθησομένων, καθόσον τὰ πάντα, καὶ τροφαί, καὶ ἱματισμὸς καὶ πολλὰ ἄλλα ὑπολογίζονται ὀλιγώτερον τῆς πραγματικῆς αὐτῶν ἀξίας, καὶ διὰ τοῦτο ὁ μὲν προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν γίνεται εἰς 7 καὶ 8 ἑκατομμύρια, οἱ δὲ ἀπολογισμοὶ θὰ ἀποδείξουν, ὅτι, ἂν ὄχι κατὰ τὸ ἥμισυ, τοὐλάχιστον κατὰ τὸ τρίτον τὰ ἔξοδα εἶναι περισσότερα τῶν οὕτω προϋπολογιζομένων. Ἐκ τῶν παρατηρήσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐννοῶ πολὺ καλὰ τί γίνεται· ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι, μολονότι αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις εἶχον ὡς βάσιν τὴν ἀφαίρεσιν ἑνὸς τόσου τοῖς ἑκατὸ καὶ περὶ τῶν ἀνδρῶν καὶ περὶ τῶν δαπανῶν, ἦλθον οἱ ἀπολογισμοὶ καὶ ἀπέδειξαν, ὅτι οἱ προϋπολογισμοὶ δὲν εἶχον στερεὰν βάσιν, καὶ διὰ τοῦτο ἦλθον ἀναπληρωτικαὶ καὶ ἔκτακτοι πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι συνεπλήρωσαν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου. Ἕνεκα τούτων ὅλων ἀνάγκη ὅπως εἰς τὸ μέλλον ἡ Βουλὴ λάβῃ ὡς βάσιν τῶν σκέψεών της τὰς πραγματικὰς δαπάνας καὶ οὐχὶ τὰς προϋπολογιζομένας.
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι λίαν δίκαιον νὰ ἔχῃ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας καὶ ἡ Βουλὴ ἐνώπιόν της πάσας τὰς σημειώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐχρησίμευσαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν δαπανῶν, ὅπως συνετάχθη. Ἑπομένως ὑποσχόμεθα, ὅτι καὶ τὰς σημειώσεις ταύτας θέλομεν ὑποβάλει καὶ πάσας ἐκείνας, τὰς ὁποίας διετάξαμεν νὰ καταρτισθῶσιν ἐν τοῖς γραφείοις, ὅπως ὅσον εἶναι δυνατὸν πληρέστερον φωτισθῇ ἡ Βουλὴ ἐν τῇ παρούσῃ ἀτελεῖ καταστάσει τῆς στατιστικῆς τοῦ Κράτους.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναβολῆς τῆς ἰσχύος τοῦ ΧΝϚʹ Νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τῶν Προξενικῶν Ἀρχῶν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην συζήτησιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ΤΜϚʹ Νόμου περὶ τῆς τομῆς τοῦ Ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου, διότι καὶ αὐτὸ ἐθεωρήθη κατεπεῖγον. (Ἀναγινώσκεται τὸ 1 ἄρθρον καὶ γίνεται δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. (Ἀναγινώσκεται τὸ 2 ἄρθρον).
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐπιτροπὴ ἐνταῦθα προτείνει, ὅπως προστεθῇ μία λέξις «τοὐλάχιστον». Νομίζω, ὅτι ἡ προσθήκη αὕτη ἔχει καλῶς· δηλαδὴ εἰς τὰ δύο μέτρα ἐννοεῖται τὸ «τοὐλάχιστον»· ἀλλ’ ἡ προσθήκη τῆς λέξεως καθιστᾷ τὴν ἔννοιαν καταλληλοτέραν· ἑπομένως νὰ προστεθῇ ἡ λέξις αὕτη «τοὐλάχιστον».
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 2 ἄρθρον μὲ τὴν προσθήκην τῆς λέξεως «τοὐλάχιστον» νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται τὸ 3 ἄρθρον καὶ γίνεται δεκτὸν, καθὼς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς πρώτην συζήτησιν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως).
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον.
§24ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριε πρόεδρε, πολλοὶ συνάδελφοι ὑπέβαλον πολλὰς προτάσεις νόμων. Αὗται λοιπὸν πρέπει νὰ τεθῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καθόσον εἶναι πολὺ σπουδαῖα καὶ κατεπείγοντα τὰ δι’ αὐτῶν προτεινόμενα, πρὸ παντὸς ἄλλου δὲ τὰ τῆς ἐπιστρατείας.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλα ταῦτα εἶναι εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς. Ἅμα τελειώσουν αἱ Ἐπιτροπαὶ τὴν ἐπ’ αὐτῶν ἐπεξεργασίαν των, θὰ τεθῶσιν ἀμέσως εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§26ΣΟΛΙΩΤΗΣ. Μετὰ τὴν σπουδαίαν ἀγόρευσιν τοῦ ἐκ Καρυστίας ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Κοντοσταύλου, ἐπεθύμουν νὰ ἤκουον καὶ τὴν παράλληλον ταύτης ἐκ μέρους τινὸς τῶν ἁρμοδίων, ἐπεθύμουν νὰ ἐξετυλίσσετο καὶ τὸ πολεμικὸν μέρος, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα, ἀναλυτικῶς ὅπως τόσον εὐγλώττως ἀνεπτύχθη τὸ πολεμικόν. Τουτέστιν εἴμεθα ἢ δὲν εἴμεθα παρεσκευασμένοι ἀρκούντως, ὥστε νὰ προτιμήσωμεν τὸν πόλεμον, ὅτε ἐπροτείνετο ἡ παραδοχὴ τῆς Συμβάσεως; Εἴμεθα ἢ δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ λάβωμεν διὰ τῶν ὅπλων ὅ,τι ἐπεδίκασεν ἡμῖν ἐν Βερολίνῳ ἡ Εὐρώπη; Ἐὰν ἤμεθα, διατί δὲν τὸ ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις; Ἐὰν δὲ δὲν ἤμεθα ἀρκούντως παρεσκευασμένοι, τίς ὁ ὑπεύθυνος; Ὁ ἔντιμος ἐκ Καρυστίας βουλευτὴς ἀνέπτυξεν ἰδίως τὰς ἐξωτερικὰς σχέσεις κατὰ τὰς ἰδέας του, ὡς πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα, ἐκήρυξε δὲ ἑαυτὸν ἀναρμόδιον, ὅπως ἀποφανθῇ περὶ τῆς ἐσωτερικῆς καταστάσεως τοῦ Τόπου ὑπὸ πάσας τὰς ἐπόψεις, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος, τὴν οἰκονομικὴν, καὶ ἰδίως ὑπὸ τὴν στρατιωτικὴν ἔποψιν. Καὶ πρὸς τοῦτο ἄλλο: παρ’ ἐμὲ ὑπολαμβάνονται ἁρμοδιώτεροι, ἀλλ’ ἐπειδὴ φοβοῦμαι ὅτι πιθανὸν νὰ σιγήσωσιν, ἐπιχειρῶ τὴν ἐπὶ τούτων ἀνάπτυξιν τῶν ἰδεῶν μου, παρακαλῶν τοὺς ἁρμοδιωτέρους νὰ μὴ ἀφήσωσι καὶ διέλθῃ ἐν σιγῇ τὸ σπουδαῖον τοῦτο μέρος ἐπὶ τῆς πολιτικῆς συζητήσεως. Κύριοι, ἡ στρατιωτικὴ διοργάνωσις τῶν ἐθνῶν δὲν εἶναι ἔργον μιᾶς στιγμῆς, καὶ λέγων μιᾶς στιγμῆς, ἐννοῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἔργον δύω ἢ καὶ τριῶν ἐτῶν. Ἀπαιτεῖ πολλῶν ἐτῶν ἐργασίαν καὶ θυσίας. Προϋποθέτει Κυβερνήσεις διηνεκῶς μεριμνώσας πρὶν ἐπιστῇ ἡ στιγμὴ τῆς ἐνεργείας, μετ’ ἀποφάσεως καὶ εὐσταθείας. Ταῦτα εἶναι ἀρχαὶ παραδεδειγμέναι. Ἰδοὺ τί λέγει γνωστότατος σύγχρονος στρατιωτικὸς συγγραφεὺς, ὁ Vial. «Ἡ ὕπαρξις καὶ τὸ μεγαλεῖον τῶν ἐθνῶν ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς στρατιωτικῆς θεσμοθεσίας των. Ὅταν αὕτη παραμελῆται παρὰ Κυβερνήσεων ῥαθύμων καὶ ἀνικάνων, ἐπέρχεται ἡ ἐθνικὴ ἐξασθένησις καὶ καταστροφὴ ἐν περιπτώσει πολέμου. Τοὐναντίον δὲ, ὅταν καλλιεργῆται καὶ τελειοποιῆται ὑπὸ Κυβερνήσεως ἔμφρονος καὶ ἐμψυχουμένης ὑπὸ φιλοπατρίας, παρέχει εἰς τὸ ἔθνος πεποίθησιν ἐπὶ τῆς ἰσχύος του, καὶ ἐλπίδα ἐπιτυχίας νίκης, ἐν περιπτώσει πολέμου.» Ἡμεῖς, ἂν ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ παρελθὸν, ἂν ῥίψωμεν ἓν βλέμμα πρὸς τὰ τελευταῖα ἔτη ἀπὸ τοῦ 1862 ἢ 1865, ἀφ’ ὅτου νεωτέρα πολιτικὴ ἐποχὴ ἐχαράχθη εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὶ βλέπομεν; Βλέπομεν πολλοὺς Πρωθυπουργοὺς, τοὺς πλείστους ἀναῤῥιχηθέντας εἰς τὴν ἐξουσίαν διὰ τῆς ἐξασκήσεως τοῦ προνομίου τῆς διαλύσεως τῶν Βουλῶν· ἐκ τούτου συχνοὶ οἱ ἐσωτερικοὶ περισπασμοὶ τοῦ ἔθνους. Βλέπομεν προσωπικὰ κόμματα καὶ πολιτευτὰς μὴ δυνηθέντας νὰ ἀρθῶσιν εἰς μεγαλουργίας. Δὲν τολμῶ, οὔτε προτίθεμαι νὰ διαμφισβητήσω τὴν φιλοπατρίαν καὶ ἀγαθὴν προαίρεσιν τῶν πρώτων παρ’ ἡμῖν πολιτευομένων, ἀλλ’ ἡ εἰλικρινὴς ἐκτύλιξις τῶν γενομένων, ἡ κατάδειξις τῶν σφαλμάτων τοῦ παρελθόντος, ἴσως γίνει πρόξενος ὠφελείας ὡς πρὸς τὸ μέλλον. Ὅτε ἤναψεν ὁ μικρὸς σπινθὴρ ἐν Ἑρζεγοβίνῃ, ἐξ οὗ ἐφαίνετο εἰς πάντα ὀπωσοῦν γινώσκοντα τὴν σύγχρονον ἱστορίαν, ὅτι σπουδαιότεραι περιπλοκαὶ ἤθελον ἀκολουθήσει ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἡμεῖς καὶ τότε, ὡς καὶ σήμερον, ἠσχολούμεθα ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ εἰς μακρηγορίας καὶ ἀντεγκλήσεις. Ὁ πόλεμος τέλος ἔκρουε τὰς θύρας ἡμῶν, καὶ ἡμεῖς τότε μόλις συνελαμβάνομεν τὴν ἰδέαν προπαρασκευῆς τινος. Ἐνθυμεῖσθε τὴν Οἰκουμενικὴν κληθεῖσαν Κυβέρνησιν, ἧς ἀπετελεῖτε μέρος καὶ ὑμεῖς, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὑμεῖς, κ. πρώην Πρωθυπουργέ, καὶ ὑμεῖς, κ. Δεληγιάννη. Τότε παρηγγείλατε τὴν προμήθειαν πολεμικῶν ἐφοδίων, καὶ ἐκαλέσατε νεοσυλλέκτους ὑπὸ τὸ ψευδώνυμον τῶν ἐφέδρων, καὶ λέγω ψευδώνυμον, διότι ἔφεδροι λέγονται ἡ ἐκγεγυμνασμένη μερὶς τοῦ ἔθνους, ἡ καλουμένη ἐπὶ τῶν ὅπλων, πρὸς ἐνδυνάμωσιν τοῦ μονίμου στρατοῦ, ὅταν ἐπιστῇ ἀνάγκη νὰ τεθῇ τὸ ἔθνος ἐπὶ ποδὸς πολέμου· ἀλλὰ τοιαύτας ἐφεδρείας εἶχε κανεὶς φροντίσει νὰ ἔχωμεν; Τότε ὡπλίζεσθε διὰ νὰ ἀποφύγετε τὸν πόλεμον καὶ διὰ νὰ καθησυχάσητε τὴν ἐξεγερθεῖσαν φιλοπόλεμον ἐθνικὴν γνώμην. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τότε ἐπεθύμει τὸν πόλεμον, καὶ τὸ ἐξέφρασε καὶ διὰ τῆς Ἀντιπροσωπείας αὑτοῦ καὶ ἐπὶ τέλους καὶ διὰ βιαίων καὶ ἐκνόμων μέσων. Ἔπεσαν θύματα τότε ἐν μέσαις Ἀθήναις ὑπὸ ἀποσπασμάτων στρατοῦ, μεθ’ ὧν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ συμπράττω καὶ ἐγώ, ἐκπληρῶν ὕψιστον καθῆκον, διότι κατὰ τὰς δυσχερεῖς ἐκείνας περιστάσεις ἦτο σωτηρία ἡ διατήρησις τῆς τάξεως. Ἀλλὰ τὰ κινήματα ἐκεῖνα ἦσαν φυσικὴ ὁρμὴ ἐκ τοῦ ἔθνους, αἰσθανομένου ὅτι ἐνεπέχθη εἰς ὅ,τι εἶχε ἱερώτερον· προήρχοντο ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τῶν εὐγενεστέρων αἰσθημάτων, ἅτινα ἄγουσι πολλάκις τοὺς λαοὺς εἰς ἔργα θαυμάσια. Ἐνστίκτως ἐνόει τὸ ἔθνος, ὅτι ἡ ψυχολογικὴ στιγμὴ τῆς ἐνεργείας ᾤχετο πλέον ἀνεπιστρεπτί. Τί ἐγένετο κατόπιν; Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἀνέλαβε τὸν σχηματισμὸν νέας Κυβερνήσεως, καὶ ὠθούμενος ὑπὸ τῆς δυνάμεως τῶν πραγμάτων, μετὰ τόλμης ἀληθοῦς πολιτικοῦ ἀνδρὸς διέταττε τὸν στρατὸν ἡμῶν νὰ ἐξέλθῃ τῶν συνόρων. Τὰ τοῦ κινήματος ἐκείνου, διαφοροτρόπως ἐχαρακτηρίσθησαν· δικαιοῦμαι ὅμως καὶ ἐγὼ νὰ ἐκφράσω τὴν περὶ αὐτῶν γνώμην μου. Διὰ τοῦ τολμήματος ἐκείνου, γενομένου ἀκριβῶς μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς μεταξὺ Ῥωσσίας καὶ Τουρκίας ἀνακωχῆς, ἐδείξαμεν εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅτι ἔχομεν τὸ θάῤῥος νὰ ὑπερασπισθῶμεν τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν, καθ’ ἣν ἐποχὴν μόνον ὑπὲρ τῶν Σλαβικῶν φυλῶν καταστρεπτικὸς ἐκινήθη πόλεμος ὑπ’ αὐτῆς τῆς Ῥωσσίας. Διὰ τοῦ τολμήματος ἐκείνου ἐχορηγήθη ὑπόσχεσις νὰ ληφθῶμεν ὑπ’ ὄψιν ἐν Βερολίνῳ ὑπὸ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ Συνεδρίου. Κατακριτέα, κατ’ ἐμέ, ἐν τῇ περιστάσει ἐκείνῃ εἶναι ἡ ὑποχώρησις. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἐνταῦθα παρὰ τοῦ σεβαστοῦ κ. Κουμουνδούρου νὰ ἀναφέρω μίαν εἰδικὴν περίστασιν. Ὅτε ὁ στρατὸς ἡμῶν εὑρίσκετο παρὰ τὸν Δομοκὸν, καὶ οἱ πάντες ἀνέμενον τὴν προχώρησιν αὐτοῦ, ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις τὸ ἐκ Πέρα τῆς Κων/πόλεως γνωστὸν τηλεγράφημα, δι’ οὗ ἠπειλεῖτο ὁ ἐκεῖθεν εἰς Πειραιᾶ ἔκπλους τοῦ Τουρκικοῦ στόλου. Ἦλθε τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἀφοῦ συνωμίλησε μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ, μοὶ παρέσχε τὴν τιμὴν νὰ μὲ καλέσῃ ἐν τῇ ἁμάξῃ του, ἔνθα μοὶ ἀπηύθυνε τὴν ἐρώτησιν «τί δυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἐν περιπτώσει ἀποβιβάσεως τουρκικοῦ στρατοῦ εἰς Πειραιᾶ;» «Κύριε Πρόεδρε, ἀπήντησα, ἡ ἀποβίβασις στρατοῦ εἰς ξένην Ἐπικράτειαν εἶναι ἐκ τῶν δυσχερεστέρων ἐπιχειρήσεων. Μόνη ἡ Ἀγγλία ἐπιχειρεῖ τοιαύτας ἐπιχειρήσεις, ἡ δὲ Τουρκία, ὅπως εἶναι καταβεβλημένη, οὔτε νὰ διανοηθῇ δύναται τοιαύτην ἐπιχείρησιν, ἥτις ἀπαιτεῖ καὶ ἐφόδια καὶ τροφὰς καὶ πολλὰ φορτηγὰ πλοῖα, ἐκτὸς τῶν τοῦ στόλου, καὶ ἐπὶ τέλους χρόνον ὑλικὸν πρὸς παρασκευὴν, δύω ἢ τριῶν μηνῶν· νομίζω δὲ, ὅτι ἡ Εὐρώπη εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν Τουρκικὸν στόλον νὰ προσβάλῃ ἀνυπερασπίστους παραλίας πόλεις. Δι’ ὄνομα Θεοῦ, Κύριε Πρόεδρε μὴ ὑποχωρήσετε, διότι ἡ Θεσσαλία εἶναι γυμνὴ στρατιωτῶν. Προχωρήσατε, καὶ ὅταν εὕρῃ τοὺς στρατιώτας μας εἰς τὸν Ὄλυμπον καὶ τὸ Μέτσοβον τὸ Συνέδριον τοῦ Βερολίνου, θὰ λάβῃ καὶ ἡμᾶς ὑπ’ ὄψιν. Τῷ ὄντι ἐκ τῶν ὑστέρων ἐγένετο γνωστὸν, ὅτι αἱ κυριώτεραι πόλεις τῆς Θεσσαλίας ἦσαν ἀφρούρητοι καὶ ἀνέμενον τότε τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν ὡς σωτῆρα· ἂν τοῦτο ἐγίνετο, ἂν ἐπροχώρει ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς, τὰ ἐπιδικασθέντα ἡμῖν ὑπὸ τοῦ ἐν Βερολίνῳ Συνεδρίου ἴσως ἔκτοτε ἤθελον χορηγηθῇ. Ἀπὸ τῆς περιόδου τῶν ἐπαναστατικῶν ἀποστρέφω τὸ πρόσωπον. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀναγραφὴν τῶν δικαιωμάτων, τῶν ἀναγνωρισθέντων ἡμῖν ὑπὸ τοῦ ἐν Βερολίνῳ Συνεδρίου τί συνέβη; Ἀδράνεια, χαλάρωσις· ἐκ τούτου ἐλπίδες καὶ φόβοι, καὶ πάλιν ἐλπίδες καὶ πάλιν διαψεύσεις τῶν ἐλπίδων. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω πρὸς τιμὴν τοῦ πεσόντος πρωθυπουργοῦ κ. Κουμουνδούρου, ὅτι τὴν σημαίαν τῶν προπαρασκευῶν καὶ τῆς ἐνεργείας ἐκράτει ὀλίγον ὑψηλότερον τῶν ἀντιζήλων του, ἀλλὰ κατακρίνω αὐτὸν, διότι, ἀπολαμβάνων σχεδὸν διαρκῶς τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἔθνους, δυστυχῶς δὲν ἐκράτησεν αὐτὴν εἰς τὴν θέσιν της. Γνωρίζω, κ. Βουλευταὶ, ὅτι προκειμένου νὰ κρίνωμεν τὴν διαγωγὴν τῶν κορυφαίων παρ’ ἡμῖν πολιτικῶν προσώπων, ὡς τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου καὶ τοῦ κυρίου Χ. Τρικούπη, καὶ τῶν ἄλλων, οἵτινες ἐξέλιπον ἐκ τοῦ βίου τούτου, ὀφείλομεν νὰ ἤμεθα προσεκτικοὶ καὶ νὰ μὴ ἀπαρνούμεθα τὸν ὀφειλόμενον σεβασμὸν, οὔτε νὰ παραγνωρίζωμεν τὰς σπουδαίας αὐτῶν πρὸς τὸν Τόπον ὑπηρεσίας καὶ τὴν ἀγαθὴν αὐτῶν πρόθεσιν. Ἀλλ’ ἄν τινες φρονοῦμεν, ὅτι ἀμφότεροι διὰ τῆς πολιτείας αὑτῶν περιέπεσαν εἰς σφάλματα, ἡμεῖς οἱ οὕτω φρονοῦντες, καί τοι μὴ βλέποντες ἄλλους πρὸς οὓς δυνάμεθα μετὰ πλείονος ἐμπιστοσύνης νὰ ἀποβλέψωμεν, ὀφείλομεν διὰ τοῦτο νὰ σιωπήσωμεν; Ἄλλως τε ψέγομεν τὰ καθ’ ἡμᾶς ψεκτὰ καὶ θέλομεν ἐπαινέσει τὰ ἄξια ἐπαίνων. Κύριοι, παρατρέχοντες τὰ προηγούμενα καὶ σταματῶντες ἐπ’ ὀλίγον εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς πτώσεως τοῦ ὑπουργείου Κουμουνδούρου καὶ σχηματισμοῦ Κυβερνήσεως ὑπὸ τοῦ Κ. Τρικούπη τῆς 10 Μαρτίου κατὰ τὸ 1880, τί βλέπομεν; Βλέπομεν Κυβέρνησιν ἀπελπισθεῖσαν πλέον περὶ τῆς ὑπάρξεως ἑλληνικοῦ ζητήματος, καὶ λαβοῦσαν εἰς χεῖρας μόνον τὴν σημαίαν τῶν οἰκονομιῶν· βλέπομεν Κυβέρνησιν περιπεσοῦσαν εἰς δύω σπουδαῖα σφάλματα, τὴν παραδοχὴν στρατιωτικοῦ συστήματος, τείνοντος νὰ διαλύσῃ καὶ τὸν ὀλίγον τότε στρατὸν, καὶ φορολογικοῦ συστήματος, εἰσάγοντος τὴν ἀνισότητα, καὶ ἐλαττοῦντος σπουδαίως τοὺς πόρους τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἐπελθούσης τῆς ἐν Ἀγγλίᾳ πολιτικῆς μεταβολῆς, βλέπομεν τὸν κ. Τρικούπην ἀσπαζόμενον τὴν ἐνεργὸν πολιτικὴν, καλοῦντα τὴν ἐπιστράτευσιν, καὶ ἐνταῦθα ἀναγνωρίζομεν τὸν σπουδαῖον ἄνδρα, ὅστις εὐθέως καὶ εὐσταθῶς βαίνει εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ γενναίου σχεδίου του. Ἀκολούθως συνελθούσης τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἰδεῶν ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ζητήματος, ἀπέμεινε μειοδοτῶν ἐν τῷ διαγωνισμῷ πρὸς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ὅστις κατ’ αὐτὸν τὸν κ. Τρικούπην ὑπερεθεμάτιζεν. Τὸ καθ’ ἡμᾶς, ἐν εἰλικρινείᾳ ἀμφιβάλλομεν ἂν ἦναι μᾶλλον ἀξιοκατάκριτος ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ ὑπερθεματίζων καὶ μὴ ἐκτελῶν τὰ ἐπαγγελθέντα ἢ ὁ ὑποθεματίζων.
§27ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἀναθεματίζων.
§28ΣΟΛΙΩΤΗΣ. Ἴσως ἡ λέξις ὑποθεματίζειν δὲν εἶναι κατάλληλος, κύριε Καλλιγᾶ, ἀλλ’ ἐσχημάτισα αὐτὴν ἐκ τοῦ ὑπερθεματίζειν. Εὑρίσκετε κατάλληλον τὴν ἀντικατάστασιν διὰ τῆς λέξεως μειοδοτῶν.
§29ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μάλιστα.
§30ΣΟΛΙΩΤΗΣ. Λοιπὸν τὴν δέχομαι καὶ ἐξακολουθῶ. Ἐγὼ ὅστις παραδέχομαι τὴν γνώμην τοῦ κ. Κοντοσταύλου καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γνώμης ταύτης κρίνων τὸν πρώην Πρωθυπουργὸς καὶ τὸν ἤδη, εὑρίσκω αὐτοὺς ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐν τῷ αὐτῷ ἰσοπέδῳ, διότι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ὑπερεθεμάτιζεν ἐν λόγοις, ἐν δὲ τοῖς πράγμασιν ὑπεχώρησε μέχρι τῆς ἰδέας τοῦ κ. Τρικούπη. Ἐν τούτοις μόνον ἀπὸ τὴν πρώην Κυβέρνησιν δικαιούμεθα νὰ ζητήσωμεν εὐθύνην, διότι μετ’ αὐτῆς συνετάχθη τὸ Ἔθνος διὰ τῆς Βουλῆς. Αὐτὴ δὲ ἐναντίον τῆς ῥητῆς τοῦ Ἔθνους ἐντολῆς ὑπεχώρησεν ἄνευ τῆς γνώμης τοῦ Ἔθνους. Ἐνῷ ἡ γνώμη τοῦ κ. Τρικούπη ἦτο γνώμη ἀτομικὴ, ἡ γνώμη τῆς μειοψηφίας· ἄλλως τε καὶ ἐὰν εὑρίσκετο ἐπὶ τῆς διευθύνσεως τῶν πραγμάτων, τίς οἶδεν ἂν, μειοδοτῶν ἐν τοῖς λόγοις, δὲν θὰ ὑπερεθεμάτιζεν ἐν τοῖς πράγμασιν. Ἴσως αἱ ἰδέαι μου ἀπαρέσκουσι καὶ εἰς τὰς δύω πτέρυγας, τοῦτο ὅμως ὀλίγον μὲ πτοεῖ. Ἀλλὰ παύω πλέον, ἀναμιγνύων τὰ πρόσωπα, καὶ κατηγορῶ τὸ σύστημα. Ἐν τῇ ἐσωτερικῇ διοικήσει, κύριοι βουλευταὶ, οἱ παρ’ ἡμῖν πολιτευταὶ δὲν διηγωνίσθησαν ἐπὶ τοῦ ἁρμόζοντος πεδίου τῆς ἠθικῆς καὶ ὑλικῆς ἀναπτύξεως τοῦ Τόπου. Διὰ τοῦτο καὶ τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα δὲν ἔλαβε τὴν πλήρη λύσιν, τὴν δικαίαν, τὴν θέσει καὶ δυνάμει ἐμπρέπουσαν. Ἐὰν δὲν εὑρέθημεν εἰς θέσιν νὰ ἐκβιάσωμεν ὑπὲρ τοῦ δικαίου καὶ ὑπὲρ ἡμῶν τὰ πράγματα, τοῦτο ὀφείλετε εἰς τὴν ἀβελτηρίαν ἡμῶν αὐτῶν. Εἰσήγαγον οἱ παρ’ ἡμῖν πολιτευταὶ σύστημα ἀποσχολοῦν τὸ πνεῦμα τοῦ τόπου ἐν μικροῖς. Εἰσήγαγον σύστημα, καθ’ ὃ ἡ Νομοθετικὴ καὶ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία, περὶ μικρὰ ἀσχολούμεναι, ἐπελάθοντο τῶν μεγάλων καὶ σπουδαίων. Ἐν τοιαύτῃ στάσει πραγμάτων δικαιοῦται ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, καὶ ἂς μὴ εἶναι Ναπολέων, νὰ ἀπευθύνῃ τὴν ἐρώτησιν, τί μᾶς ἐκάμετε τὴν Ἑλλάδα; Ποῖαι ἦσαν αἱ ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ βλέψεις σας ἐπὶ εἰκοσαετίαν; Ποία ἡ παρ’ ἡμῶν ἐξασκηθεῖσα ἐπιῤῥοὴ ἐπὶ τῶν ἐν δουλείᾳ ἀδελφῶν ἡμῶν; Ποῖαι αἱ πρὸς τοὺς ὁμοφύλους Ἀλβανοὺς σχέσεις σας; Πότε ἐπέμψατε ἀξιωματικοὺς καταλλήλους, ἵνα παρέχωσιν ἡμῖν πληροφορίας περὶ τῆς γείτονος χώρας, ἢ πολιτικοὺς πράκτορας, ἀξίους σπουδαίας παραπλησίας ἀποστολῆς; Ἀναφέρων τοὺς Ἀλβανοὺς, ζητῶ τὴν ἄδειαν, ἵνα εἴπω τινὰ περὶ αὐτῶν, καθόσον καὶ πολλοὺς προσωπικῶς ἐγνώρισα κατὰ τὴν κατάληψιν τῆς προσαρτηθείσης χώρας καὶ μετὰ πολλῶν εἰς συνομιλίαν ἐκτεταμένην ἦλθον. Εἶναι τῳόντι φυλὴ Ἑλληνικωτή’ εἰς τὰς ὡραίας αὐτῶν μορφὰς ἀπεικονίζεται ὁ Ἑλληνικώτερος τύπος. Ἄνδρες νοήμονες, φιλοπάτριδες καὶ φιλοπόλεμοι, οἵτινες, μὴ διδαχθέντες, ὅτι μεθ’ ἡμῶν ἠδύναντο νὰ ἀποκτήσωσι καὶ ἐλευθερίαν καὶ ἀνάπτυξιν, ἐπιζητοῦσιν αὐτὴν ἐν ἑαυτοῖς μόνοις. Ἠδυνάμην νὰ ἀναφέρω ἐνταῦθα ἰδέας τινάς, ἃς μετ’ αὐτῶν ἀντήλλαξα, καὶ τοῦτο θὰ ἦτον ἐπαγωγικώτατον, ἀλλ’ ἄτοπον. Ἀναφέρω μόνον τὸ ἀκόλουθον. Πρὸ μηνὸς πρὶν τῆς καταλήψεως ἐπεσκέφθην μεθοριακόν τι χωρίον φρουρούμενον παρ’ ἑνὸς λόγου, ἐξ ἀνδρείων Ἀλβανῶν ἀποτελουμένου. Γοητευθεὶς ἐκ τοῦ παραστήματος καὶ τῆς φυσιογνωμίας τῶν στρατιωτῶν, εἶπον πρός τινας ἐξ αὐτῶν, ἐνώπιον τοῦ λοχαγοῦ των, ἀγνοοῦντος τὴν Ἑλληνικήν: «Σεῖς εἶσθε ἀπὸ ἡμᾶς, φαίνεται εἰς τὸ πρόσωπόν σας, εἶσθε ἀνδρεῖοι καὶ εἶσθε ἀδελφοί μας». Ἠξεύρετε ὁποῖον ἀποτέλεσμα ἔσχον αἱ ὀλίγαι αὗται λέξεις; Εἶδον Ἀλβανόν, ὅστις ἀπεμακρύνθη καὶ ἐκρύβη ὄπισθεν τοῦ κορμοῦ μιᾶς πλατάνου, καὶ ἔχυσε δάκρυα ὡς βρέφος καὶ ἔπειτα μὲ ἐπλησίασε καὶ μοῦ εἶπεν, ὡς θέλων νὰ ἐξιλεωθῇ: «Δὲν τοὺς ἀγαπῶμεν τοὺς Τούρκους». Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα, καὶ περιοριζόμενος εἰς τὰ ἐσωτερικὰ, καθ’ ὅσον ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὴν οἰκονομικὴν θέσιν καὶ τὸ ἐθνικὸν φρόνημα, ἐρωτῶ: Ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, διατί δὲν ἀνεπτύξατε τὴν συγκοινωνίαν; Πῶς δὲν ἀνεύρετε τοὺς ἀναγκαίους πόρους, ἢ τοὐλάχιστον ἕν δάνειον 30–40 ἑκατομμυρίων, ἵνα διατεθῇ ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς συγκοινωνίας τῆς χώρας, ἐξ ἧς ἄμεσον καὶ ἐλάχιστον ἀποτέλεσμα θὰ ἦτον ὁ διπλασιασμὸς σήμερον τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους; Πῶς δὲν κατωρθώσατε νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὸν παραγωγικώτατον ἡμῶν τόπον εὐρωπαϊκὰ κεφάλαια, ἀλλ’ ἐδέσατε χειροπόδαρα τὴν Ἑλλάδα καὶ κατεστήσατε αὐτὴν ὑποχείριον μιᾶς μόνης Τραπέζης διὰ τῶν ἐξαιρετικῶν πρὸς αὐτὴν προνομίων; Διατί δὲν εἴχετε κύριον καὶ διηνεκὲς μέλημα τὴν αὔξησιν τῶν ναυτικῶν καὶ στρατιωτικῶν ἡμῶν δυνάμεων, ἀλλ’ ὅτε ἤναψε πλησίον ἡμῶν ἡ πυρκαϊὰ ἄλλοθεν, ὅτε ἴδετε τὸν κίνδυνον πλησιάζοντα, τότε καὶ μόνον ἀνανήψατε μικρὸν ἐκ τοῦ ληθάργου; Διατί ἐπιτρέπετε εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν νὰ οἰκειοποιῆται τὰ τῆς Νομοθετικῆς; Διατί ἡ Νομοθετικὴ συμμετέχει τοσοῦτον τῶν τῆς Ἐκτελεστικῆς; Ἠξεύρετε ποῦ ἄγει ἡ ἐρώτησις αὕτη; Ἠδύνατο νὰ φέρῃ βουλευτήν τινα ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ νὰ ἀκούσωμεν αὐτὸν παραπονούμενον κατὰ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ὅτι δὲν παρέχει αὕτη εὐήκοον οὖς εἰς τὰς συστάσεις του εἴτε περὶ διορισμοῦ προσώπων εἰς δημοσίας θέσεις, εἴτε περὶ θεραπείας ἄλλων ἐπαρχιακῶν ἀναγκῶν ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι τυγχάνει ἀντιπολιτευόμενος. Νομίζετε, ὅτι θὰ γελάσωμεν, ἂν ἀκούσωμεν τοιοῦτον παράπονον; Φρονῶ ὄχι· διότι θὰ δυνηθῇ νὰ μᾶς ἀποδείξῃ τότε ὅτι ὅταν ἀκούωνται εἰς τοιαύτας συστάσεις μόνον οἱ συντασσόμενοι μετὰ τῆς Κυβερνήσεως βουλευταί, σημαίνει ὅτι αἱ τοιαῦται συστάσεις χρησιμεύουσιν ὡς μέσον διαφθορᾶς τῶν συνειδήσεων. Ἡ σειρὰ τῶν ἰδεῶν μου, κύριοι βουλευταί, ἄγει εἰς τοῦτο, ὅτι ἀλλεπάλληλα γεγονότα, τοῖς πᾶσι γνωστά, διὰ τὰ ὁποῖα εὐθύνονται καὶ οἱ ἄλλοι παρ’ ἡμῖν πολιτευταὶ καὶ μᾶλλον ἴσως ὁ σεβαστὸς κ. Κουμουνδοῦρος, καθὸ διαρκέστερον τιμηθεὶς ὑπὸ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ ἔθνους, ἐστέρησαν τὸ ἔθνος τῆς πρὸς ἑαυτὸ πεποιθήσεως· ἐστέρησαν αὐτὸ τῆς πρὸς τοὺς διοικοῦντας πίστεως αὐτοῦ. Διότι τὸ ἔθνος ἐν τῷ παρελθόντι κατ’ ἐπανάληψιν ἠπατήθη. Ἐνόμισεν, ὅτι, δίδον στρατιώτας καὶ ἐφέδρους καὶ χρήματα, δίδει ταῦτα πρὸς πόλεμον. Ἐνόμισεν ἀκολούθως, ὅτι, δίδον ἐθνοφύλακας, δίδει αὐτοὺς πρὸς σκοπὸν ἐνεργείας. Ἐνόμισεν, ὅτι, χορηγοῦν τὴν ἐπιστρατείαν, δι’ ἧς ὁλόκληρος ἡ ἀκμαιοτέρα ἡλικία μετέβαινεν ἀπὸ τῆς ἐργασίας εἰς τοὺς στρατῶνας, ἤθελεν ἴδει ἐπὶ τέλους ἐκπληρουμένους τοὺς ἐθνικοὺς πόθους. Σειρὰ τοιούτων γεγονότων ὑπεβίβασε τὸ ἐθνικὸν φρόνημα, καὶ μετέτρεψε τὸν ἐνθουσιασμὸν εἰς ἀπαγοήτευσιν. Καὶ τοιαύτη κατ’ ἐμὲ ἡ ἐσωτερικὴ τοῦ Τόπου κατάστασις ἀλλὰ τὸ φρόνημα τῶν κατοίκων τῆς Θεσσαλίας ὁποῖον ἦτο; Χωρὶς νὰ ἀρνηθῶ οὔτε τὰ ἀναμφισβήτητα καὶ ἀπαράγραπτα αὐτῶν δικαιώματα, οὔτε τὰς ἐπανειλημμένας αὐτῶν ὑπὲρ ἐλευθερίας θυσίας ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει, εἰλικρινῶς ἀποφαίνομαι, ὅτι δὲν ἐπεθύμουν τὸν πόλεμον.
§31ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Εἴθε εἰς τὰ στρατόπεδα καὶ δὲν ἐγνωρίσατε τὸ φρόνημα τοῦ τόπου.
§32ΣΟΛΙΩΤΗΣ. Ὑμεῖς, κύριε Στεφανίδη, ἀπεστείλατε τὴν εἰκόνα σας μόνον, ὡς ὁ ἴδιος εἴπετε, ἐνῷ ἐγὼ διῆλθον ὅλην τὴν Θεσσαλίαν καὶ ἐγνώρισα αὐτὴν, καὶ ἐζήτασα τὸ πνεῦμα τῶν κατοίκων σχεδὸν, ὅσον οἱ νόμιμοι αὐτῶν ἀντιπρόσωποι, οὓς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψωσι νὰ εἴπω, ὅτι ἀπὸ τῆς μικροτέρας καλύβης τοῦ χωρικοῦ, μέχρι τῶν μεγαλειτέρων σεραγίων τῶν γαιοκτημόνων καὶ Χριστιανοὶ καὶ Ὀθωμανοὶ ηὐλόγουν τὴν Θείαν Πρόνοιαν, ἥτις ηὐδόκησε καὶ ἔσωσε τὸν τόπον αὐτῶν ἀπὸ ἀπειλουμένας καταστροφὰς ἐν περιπτώσει πολέμου. Τοῦτο εἶναι ἀλήθεια. Οὐδόλως ὅμως ἀμφιβάλλω, ὅτι ἐν περιπτώσει πολέμου ἤθελον ὑποστῆ μεγίστας θυσίας καὶ ἤθελον παράσχει μεγίστην συνδρομὴν εἰς τὸν στρατὸν ἡμῶν.
§33ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Εὖγε!
§34ΣΟΛΙΩΤΗΣ. Παρετηρήσατε, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι κατ’ ἐμὲ τὸ ἐθνικὸν φρόνημα, ὡς ἐκ τῶν ἀναπτυχθέντων αἰτίων, δὲν ἦτον ἀκμαῖον, ὅτε αἱ μὲν στρατιωτικαὶ προπαρασκευαὶ προσήγγιζον εἰς τὸ ἀνώτερον αὐτῶν ὅριον, τὸ δὲ ζήτημα ἡμῶν ὑπεβιβάζετο ὑπὸ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Ἐν τοιαύτῃ στάσει πραγμάτων, τί ὤφειλε νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις; Κύριοι, ἐπὶ τοῦ προκειμένου, πᾶς τις εὑρισκόμενος εἰς τὴν θέσιν μου, ἤθελε δυσκολευθῆ νὰ ἐκφράσῃ γνώμην ἐλευθέραν, διότι δυσκόλως δύναταί τις νὰ μείνῃ ἀνεπηρέαστος ἀπὸ τὰς ἰδέας, ἃς ἐκ παιδικῆς ἡλικίας ὡς ἐκ τοῦ ἰδιαιτέρου σταδίου του ἐνεστερνίσθη. Διότι πάντες οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ φλέγονται ὑπὸ τοῦ πόθου νὰ προσενέγκωσι τὰς πρὸς τὴν πατρίδα ὑπηρεσίας των ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μάχης. Ἂν δὲ ὑποθέσωμεν, ὅτι ὑπάρχουσί τινες, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἐσβέσθη τὸ πῦρ τοῦτο—ἀλλ’ ἐγὼ καὶ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ἀρνοῦμαι—οὗτοι ὀλίγον θὰ ἐχρησίμευον, διότι ἀφ’ ἑαυτῶν θὰ ἔμενον ἐκτὸς ἐνεργείας. Φρονῶ ὅμως, ὅτι ἐλευθέραν ἐκφέρω γνώμην, συνισταμένην εἰς τὸ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐντολὴν, ἣν εἶχε δώσει πρὸς αὐτὴν τὸ ἔθνος διὰ τῆς Βουλῆς. Ἔπρεπε νὰ ἐπιχειρήσῃ νὰ λάβῃ διὰ τῶν ὅπλων ὅ,τι ἠρνεῖτο αὐτῇ ἡ κακοβουλία τῆς Πύλης καὶ ἡ δικαιοσύνη τῆς Εὐρώπης. Ἔπρεπε νὰ ἐμπνεύσῃ τὸ θάῤῥος εἰς τὸ Ἔθνος καὶ νὰ ῥίψῃ τὸν περὶ τῶν ὅλων κύβον. Ἴσως θὰ ὑφιστάμεθα πολλὰς θυσίας καὶ περιπετείας, διότι ἡ τύχη τῶν ὅπλων εἶναι ἄδηλος, ἀλλ’ ἐν τέλει ἠθέλομεν ἐξέλθει τούτων καὶ ἀποτελεσματικῶς καὶ ἐντίμως. Ἠδυνάμην ἐπὶ τοῦ προκειμένου νὰ ἀναπτύξω πολλὰ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς ἰδιότητας καὶ τὰς τυχὸν ἐλλείψεις τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ, ὡς καὶ εἰς τὰς ἰδιότητας καὶ τὴν γνωστὴν κατάστασιν τοῦ Τουρκικοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ περιγραφὴ τοιαύτη θὰ ἐξήρχετο τῶν ὁρίων βουλευτικῆς συζητήσεως. Ἀναφέρω μόνον, ὅτι ἔσχον τὴν τύχην νὰ ἴδω τὸν Τουρκικὸν στρατὸν ἐκ τοῦ σύνεγγυς. Ἐπὶ ἔτος καὶ πλέον εὑρέθην ἀπέναντι τῶν πυρῶν Τουρκικοῦ στρατοῦ ἐκ 10, 15 καὶ 20 χιλιάδων ἀποτελουμένου. Μικραὶ ὁμάδες ἐθελοντῶν καὶ γενναίων Κρητῶν ἐπὶ διετίαν ἀπησχόλησαν (ἵνα μὴ εἴπω τι πλέον) 50–60 χιλιάδας τουρκικοῦ στρατοῦ ἐν τόπῳ λίαν περιωρισμένῳ καὶ ἀποκεκλεισμένῳ ἐν Κρήτῃ. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι πολλάκις ἐπεθύμησα νὰ εἶχον ἓν μόνον τάγμα τακτικοῦ στρατοῦ, διότι ἓν μόνον τάγμα εἴς τινας περιστάσεις ἠδύνατο ν’ ἀντιταχθῇ ἐπιτυχῶς κατὰ στρατοῦ πολλῷ πολυαριθμοτέρου. Κύριοι, μετὰ μετριότητος, ἀλλὰ καὶ μεθ’ ὑπερηφανείας ἐθνικῆς σᾶς λέγω τὴν πεποίθησίν μου, ὅτι ὁ στρατὸς ἡμῶν εἶναι πολὺ ὑπέρτερος κατ’ ἀξίαν παρ’ ὅτι κοινῶς ἐν Ἑλλάδι φρονοῦμεν. Σᾶς λέγω μετὰ πολλῆς εὐχαριστήσεως, ὅτι τὰ τελευταῖα γεγονότα, ἅτινα δὲν ἤγαγον ἡμᾶς εἰς ὁλόκληρον τὸ ποθούμενον ἀποτέλεσμα, συνετέλεσαν ὅμως πολὺ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν δυνάμεων. Ἡ μάζα τοῦ στρατοῦ ἡμῶν εἶναι ἀρίστη. Ἡ νοημοσύνη καὶ φιλοτιμία τοῦ Ἑλλ. στρατοῦ πέποιθα, ὅτι δύναται πράγματι θαύματα νὰ ἐκτελέσῃ. Εἰσέρχομαι ἤδη εἰς τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Ἰδὼν τὸν ἔντιμον ἐκ Πατρῶν βουλευτὴν κ. Κοντογούρην χθὲς εἰς τὸ βῆμα, ἐνόμισα, ὅτι ἤθελεν ὑποστηρίξει τὸ σχέδιον τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, ὡς πρόεδρος αὐτῆς· ἀλλ’ ἀντὶ τούτου ἤκουσα πλῆρες εὔγλωτον κατηγορητήριον κατὰ τῆς πρώην Κυβερνήσεως, οὐδαμοῦ δὲ δικαιολόγησιν τῆς ἐν τῇ ἀπαντήσει εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἀφασίας! Τὸ κατ’ ἐμὲ εἰλικρινῶς, λέγω ὅτι, ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως, ἀδυνατῶ νὰ ἐξάξω οὔτε ὑπολανθάνουσαν ἔννοιαν ἐξ ὅσων ἀνεπτύχθησαν ὑπὸ τόσων ῥητόρων τῆς συμπολιτεύσεως. Ἑπομένως προτίθεται νὰ φέρω τροπολογίαν, ἀφοῦ ἀκούσω καὶ τὰς τροπολογίας τὰς πιθανῶς ὑπ’ ἄλλων προταθησομένας. Ἴσως πολλὰ κατέκρινα. Καὶ ἠδύνατό τις νὰ μοὶ εἴπῃ «εἶναι εὔκολον τὸ κατακρίνειν, ἀλλὰ δύσκολον τὸ δημιουργεῖν.» Καὶ τὸ λέγω πρῶτος. Ἀναγνωρίζω δὲ συγχρόνως, ὅτι Κράτος μικρὸν καὶ ἀρτισύστατον ἀναγκαίως ἤθελε διέλθει πολλὰς ἀναποφεύκτους δοκιμασίας· ἀλλ’ ἀπελπιστικὸν ἤθελεν εἶναι, ἂν τὸ παρελθὸν δὲν ἤθελε χρησιμεύσῃ ἡμῖν ὡς μάθημα διὰ τὸ μέλλον.
§35ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ψηφίσητε τὸ σχέδιον τῆς πρὸς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἀπαντήσεως, τὸ συνταχθὲν καὶ εἰσαχθὲν ἐν τῇ Βουλῇ ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, θέλει συμβῆ περίεργόν τι. Ὁ ἀναγινώσκων τὰ πρακτικὰ τῆς τελευταίας Συνόδου τῆς παρελθούσης Περιόδου, καὶ μεταβαίνων εἶτα εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Συνόδου ταύτης, θέλει διακρίνει ἀπότομόν τινα μετάβασιν, καὶ θέλει ἐρωτᾷ: τί συνέβη, οὗ ἕνεκα τὸ Ἑλληνικὸν κράτος, τὸ ὁποῖον παρίστα ἡ παρελθοῦσα Βουλὴ πάνοπλον καὶ ἕτοιμον νὰ ἐκστρατεύσῃ, ἵνα στήσῃ τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν ἐπὶ τῶν ἀκρωρειῶν τοῦ Ὀλύμπου καὶ ἐπὶ τῶν στενῶν τῆς Πίνδου, τί συνέβη, ἕνεκα τοῦ ὁποίου τώρα τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον φαίνεται φαιδρόν, ἂν καὶ οὐδὲν τούτων ἐγένετο, καὶ εὐχαριστημένον διότι ἐγένετο εἰρηνικὴ ἡ κατάληψις τῶν παραχωρηθεισῶν χωρῶν καὶ μηδεμίαν ἄλλην ἔχον ἀνησυχίαν παρὰ πῶς νὰ λυθῶσιν αἰσίως τὰ ἐκκρεμῆ ζητήματα; Τίνος ἕνεκα, ἀφοῦ κατὰ τὰ πρακτικὰ τῆς παρελθούσης Συνόδου ἡ Βουλὴ παρίστα τοὺς πολίτας τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἀποφασισμένους νὰ πέσωσι μέχρις ἑνὸς ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μάχης, καὶ ἀφοῦ οὐδὲν τοιοῦτον ἐγένετο, ἡ Βουλὴ εἶναι τοσούτον ἤρεμος, ὥστε νομίζει ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἔχει νὰ πράξῃ ἢ νὰ ἱκετεύσῃ τὸ Στέμμα, ὅπως λυθῶσιν αἰσίως τὰ ἐκκρεμῆ ζητήματα; Τί συνέβη, ἀφοῦ, κατὰ τὰ πρακτικὰ τῆς Συνόδου τῆς παρελθούσης Βουλῆς, εἶχεν ἀποφασισθῆ νὰ αἱματοβρέξωμεν τὸ Πρωτόκολλον, ἐὰν τυχὸν δὲν ἤθελον μᾶς παραχωρήσει τὰς δι’ ἐκείνου προσδιορισθείσας χώρας, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ σταθμεύσωμεν εἰς τὸν προφήτην Ἠλίαν ἢ νὰ καταλάβωμεν τὰ Ἰωάννινα καὶ τὰ στενὰ τοῦ Πίνδου, τί συνέβη καὶ ἤδη τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον αἰσθάνεται μίαν καὶ μόνην ἀνάγκην, πῶς νὰ ἱκετεύσῃ τὸ Στέμμα ἵνα εὐκολύνῃ τὸ Ἑλληνικὸν κράτος διὰ νὰ ἀναβῇ μέχρι τοῦ Κριτηρίου, καὶ νὰ δυνηθῇ νὰ προσβλέψῃ πρὸς τὴν Ἀνάληψιν; Ἀναγνώσατε τὴν τρίτην καὶ τὴν τετάρτην παράγραφον τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως, διὰ νὰ ἴδητε ἀπεικονιζομένην τὴν φαιδρότητα τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, καὶ νὰ μὴ διακρίνητε ἐπὶ τοῦ φαιδροῦ μετώπου της εἰμὴ ἐμφαινομένην μίαν μόνην ρυτίδα, τὴν τῆς ἀνησυχίας τῆς λύσεως τῶν ἐκκρεμῶν εἰσέτι ζητημάτων. Εἶναι συμφέρον τοῦ Ἑλληνικοῦ κράτους, εἶναι ἀνάγκη τοῦ ἔθνους, νὰ σιωπήσωμεν, νὰ κλείσωμεν τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ νὰ μεταβῶμεν ἀπὸ τῆς μιᾶς ὄχθης εἰς τὴν ἄλλην χωρὶς νὰ μνημονεύσωμεν παντάπασιν τῆς διαβάσεώς μας; Νὰ λησμονήσωμεν τοὺς πόθους, τοὺς ὁποίους αἱ ἀποφάσεις τοῦ Βερολίνου ἐγέννησαν ἐν ἡμῖν, νὰ μεριμνήσωμεν δὲ μόνον πῶς νὰ ἀπαλλάξωμεν τοὺς κατοίκους τῆς Ἄρτης ἀπὸ τελωνιακὰ τέλη, τὰ ὁποῖα οἱ τελωνιακοὶ ὑπάλληλοι τῆς Ἑλλάδος ἤθελον ἀπαιτεῖ παρ’ αὐτῶν ἐπὶ τῶν ὠῶν, τὰ ὁποῖα θέλουσιν εἰσκομίζει εἰς τὴν Ἑλληνικὴν χώραν ἐκ τῶν ἐκεῖθεν τοῦ ποταμοῦ Ἀράχθου τρεφομένων ὀρνίθων των; Εἶναι ἐθνικὴ ἀνάγκη νὰ παραλείψωμεν ταῦτα πάντα, καὶ νὰ τραπῶμεν ἐπὶ τὰ ἔργα τοῦ καθημερινοῦ ἡμῶν βίου; Ὄχι· δὲν σᾶς προβάλλουσι τοιαύτην ἀνάγκην· δὲν σᾶς προβάλλουσι συμφέρον τι τοῦ Κράτους, ἀλλὰ σᾶς προτείνουσι τοὺς κανόνας τῆς ἐπιστήμης. Ἡ ἐπιστήμη, σᾶς λέγουσιν, ἀπαιτεῖ, ὅταν τὰ ὑπουργεῖα, τὰ ὁποῖα συνέταξαν τὸν Βασιλικὸν λόγον, ἀναγκασθῶσι νὰ παραιτηθῶσιν, ἡ Βουλὴ νὰ σιωπᾷ καὶ ν’ ἀπευθύνῃ εἰς τὸ Στέμμα ἀπάντησιν μόνον τυπικήν. Λοιπόν, χάριν τῆς ἐπιστήμης, λησμονήσατε πάντα, καὶ παραδεχθῆτε τὸ σχέδιον τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἂν παραδεχθῆτε αὐτὸ, θέλετε ἀφήσει εἰς μεγάλην ἔκστασιν τὸν ἀναγινώσκοντα τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς· διότι δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ ἐξηγήσῃ τὴν ἀπότομον μετάπτωσιν εἰς τὴν ὁποίαν θέλετε παραστήσει περιπεσόντα τὸν ἐπίσημον κοινοβουλευτικὸν βίον τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Πλὴν καὶ τούτου ἄνευ, οὐδ’ ἡ ἐπιστήμη, τὴν ὁποίαν σᾶς προβάλλουσιν, ἐπιβάλλει ὑμῖν τὴν ἀνάγκην ταύτην. Ὅταν οἱ βασιλικοὶ λόγοι ἀνακοινῶσιν εἰς τὰ Κοινοβούλια πολιτικὸν πρόγραμμα τῆς πορείας, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις θέλει μετέλθει, ἂν ἡ Κυβέρνησις αὕτη ἀναγκασθῇ νὰ παραιτηθῇ πρὶν τὸ Κοινοβούλιον ψηφίσῃ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, βεβαίως τὸ Κοινοβούλιον οὐδὲν ἔχει νὰ εἴπῃ, διότι εἶναι μάταιον νὰ συζητῇ τὴν πολιτικὴν τοῦ μέλλοντος, τὴν ὁποίαν ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις ὑπέσχετο, ἀφ’ οὗ ἡ ὑποσχεθεῖσα αὐτὴν Κυβέρνησις ἀπεχώρησε τῆς Ἀρχῆς. Ἀλλ’ ὅταν οἱ Βασιλικοὶ λόγοι ἀφηγῶνται συμβεβηκότα τόσῳ ἐπίσημα καὶ μεγάλα, τὰ ὁποῖα ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, ἤτοι κατὰ τὸ παρελθὸν, συνετελέσθησαν, τὰ ὁποῖα τοσοῦτον στενῶς συνδέονται οὐ μόνον μετὰ τοῦ βίου τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ μετὰ τοῦ μέλλοντος τοῦ Ἔθνους, ἀπορῶ πῶς τὸ Κοινοβούλιον δύναται νὰ σιωπήσῃ ἐπικαλούμενον τὸν ἰσχνὸν καὶ ἐσκωριασμένον κανόνα τῆς ἐπιστήμης, τὸν ὁποῖον σᾶς προβάλλουσι! Τότε ἤθελεν ὑποληφθῆ, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον μόνον καθῆκον εἶχε νὰ ἀνατρέψῃ τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὁποίαν εὗρε, καὶ ἀντικαταστήσῃ ἄλλην εἰς τὴν θέσιν ἐκείνης, ὅτι οὐδένα ὤφειλε νὰ δώσῃ εἰς οὐδένα λόγον τῆς πράξεώς του ταύτης, καὶ ὅτι δὲν ὑπολείπεται αὐτῷ παρὰ νὰ ἀπολαύσῃ τὴν εὐφροσύνην, τὴν ὁποίαν ὁ Θεὸς ἀπήλαυσε τὴν ἡμέραν τοῦ Σαββάτου, ἀφ’ οὗ κατὰ τὰς προτεραίας αὐτῆς εἶχε δημιουργήσει τὸν κόσμον καὶ τὴν φύσιν. Καὶ οὐ μόνον οἱ κανόνες τῆς ἐπιστήμης δὲν σᾶς ἐπιβάλλουσι τὴν θυσίαν, τὴν ὁποίαν ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως ζητεῖ παρ’ ὑμῶν, ἀλλὰ δὲν σᾶς ἐπιβάλλουσιν αὐτὴν οὐδὲ τὰ προηγούμενα τοῦ Κοινοβουλίου τούτου. Δὲν εἶναι πρώτη φορὰ καθ’ ἣν συνέβη ἡ Βουλὴ ν’ ἀνατρέψῃ, ἅμα τῇ ἐνάρξει τῶν ἐργασιῶν της, τὸ ὑπουργεῖον, — τὸ ὁποῖον εὗρε. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον συνέταξε τὸν βασιλικὸν λόγον, δὲν εὑρίσκετο ἐπὶ κεφαλῆς τῶν πραγμάτων, ὅταν ἡ Βουλὴ συνεζήτει νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸ Στέμμα. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον εὑρέθημεν ἀκριβῶς εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν. Ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐκυβέρνα τὴν χώραν ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, εἶχεν ἀντικατασταθῆ τὴν πρώτην ἡμέραν καθ’ ἣν ἐπελαβόμεθα τῶν ἔργων μας, ὁ δὲ Βασιλικὸς Λόγος, ὃν τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ κ. Τρικούπη εἶχε συντάξει, ἐγένετο ἀντικείμενον τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς, καθ’ ὃν χρόνον τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ κ. Τρικούπη δὲν ἦτο πλέον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἶχε δ’ ἀντικατασταθῆ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης. Ἡ Βουλὴ, ἡ παρελθοῦσα, δὲν ἠκολούθησε τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς· ἀπ’ ἐναντίας, ὑπολαβοῦσα, ὅτι κατὰ τὴν ἀπουσίαν αὐτῆς ἡ Νομοτελεστικὴ Ἐξουσία ἰδιοποιήθη ἐξουσίαν, ἥτις ἀνῆκεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἐπραγματεύθη δι’ ἰδίας παραγράφου τῆς ἀπαντήσεως περὶ τοῦ συμβεβηκότος τούτου. Δύνανται ὅμως νὰ σᾶς εἴπωσιν ὅτι, ὅταν ἡ Βουλὴ τῆς παρελθούσης Συνόδου τοιαύτην ἐλάμβανεν ἀπόφασιν, ἡμεῖς καὶ τότε τὴν αὐτὴν εἴχομεν γνώμην, καὶ προσεπαθήσαμεν νὰ ἀποτρέψωμεν τὴν Βουλὴν ἀπὸ τακτικὴν, ἣν καὶ τότε, ὡς νῦν, ἐθεωροῦμεν μὴ σύμφωνον μὲ τοὺς κανόνας τῆς ἐπιστήμης. Ἀλλὰ κατὰ τὰ 1875, ὅτε ὁ Βασιλεὺς ἀπήγγειλε τὸν Βασ. λόγον, ἐκυβέρνα τὴν χώραν ὑπουργεῖον ὑπὸ τὸν κ. Τρικούπην· καὶ τότε δὲ πρὶν ἡ Βουλὴ καταρτισθῇ καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἐξελέγξεων τῶν ἐκλογῶν, τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἠναγκάσθη νὰ ἀποχωρισθῇ τῶν πραγμάτων· καὶ τότε καθ’ ὃν χρόνον συνεζητεῖτο ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασ. Λόγον, ὑπουργεῖον ἄλλο ἐκυβέρνα τὴν χώραν, καὶ μετ’ ἄλλου ὑπουργείου εἰργάζετο ἡ Βουλὴ. Ἀλλὰ καὶ τότε ἡ Βουλὴ ἔκρινεν, ὅτι εἶχε καθῆκον ἐν τῇ ἀπαντήσει πρὸς τὸ Στέμμα νὰ πραγματευθῇ περὶ τοῦ παρελθόντος, καὶ νὰ τὸ καταδικάσῃ καὶ χαρακτηρίσῃ αὐτὸ διὰ χαρακτηρισμοῦ, ὅστις ἐδικαιολόγει τὴν πρωτοβουλίαν, ἣν τὸ Στέμμα εἶχε λάβει, ἵνα ἐπαναγάγῃ τὴν συνταγματικὴν λειτουργίαν εἰς τὴν κανονικὴν αὐτῆς τροχιάν. Καὶ ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τότε τὴν ἀπάντησιν ἐκείνην παμψηφεὶ, καὶ τῆς Βουλῆς ἐκείνης δὲν ἦτο ἁπλοῦν μέλος ὁ ἔντιμος ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς, καὶ ἐν αὐτῇ δὲν ἦτο εἷς βουλευτὴς ὁ κ. Τρικούπης, οὐδ’ ἠρίθμει ἐννέα φίλους, ὅπως ἠρίθμει ἡμᾶς πρό τινων ἡμερῶν, ἀλλ’ ἦσαν μετ’ αὐτοῦ δέκα καὶ ἕξ βουλευταί, οἵτινες εἶχον ἀναδειχθῆ ἐκ τῶν τελευταίων ἐκλογῶν, ἃς ὁ κ. Τρικούπης εἶχεν ἐνεργήσει ὡς πρωθυπουργός. Σᾶς ἀναγινώσκω τὴν παράγραφον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασ. Λόγον, ἣν κατὰ τὸ 1875 ἐψήφισεν ἡ Βουλή. «Τὸ Ἔθνος ἀείποτε μετὰ δικαιοσύνης ἐξετίμησε, Βασιλεῦ, τὴν ἀπὸ πάσης ἐπὶ τῆς ψήφου τοῦ λαοῦ ἐπηρείας κυβερνητικὴν ἀποχὴν, καὶ, προσηλωμένον εἰς τὴν τάξιν, ἐτήρησε καὶ κατὰ τὰς ἐκλογὰς διαγωγὴν, ἀποδεικνύουσαν αὐτὸ ἄξιον τῆς ἐλευθερίας του. Ἐλπίσαν δὲ εὐλόγως ἐπὶ τὸ μέλλον, μετὰ παραδειγματικῆς ὄντως φρονήσεως διῆλθε τὰς περιόδους ἐκείνας, καθ’ ἃς ἡ κυβερνητικὴ ἐνέργεια δὲν ἐσεβάσθη τὴν ἐλευθερίαν τῆς ψήφου τῶν ἐκλογέων.» Ἢ νομίζετε, κύριοι, ὅτι, ὅταν παραγνωρίζονται αἱ ἐλευθερίαι τῶν ἐκλογῶν, ὅταν παρακωλύηται ἡ ἐνάσκησις τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος τοῦ πολίτου, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον ἔχει καθήκοντα μᾶλλον ἐπιτακτικὰ, ἀπὸ τὸ καθῆκον ὅπερ ἔχει, ὅταν πρόκειται ἡ ἔρευνα τῆς διεξαγωγῆς τοῦ μεγίστου τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων, ἅπερ ἀπὸ τῆς καταπαύσεως τοῦ πολέμου, ὃν οἱ πατέρες ἡμῶν ἤγειραν, εἶχον ποτὲ παρουσιασθῆ! Δὲν σᾶς ζητοῦμεν, κύριοι, νὰ μᾶς εἴπητε ποίαν νομίζετε, ὅτι ἔχει νομικὴν σημασίαν, ἢ διπλωματικὴν δύναμιν ἡ ἐν τῷ Πρωτοκόλλῳ τοῦ 1878 ἀπόφασις τῆς ὁμοφωνησάσης τότε Εὐρώπης. Γνωρίζομεν τὴν γνώμην τῶν πλείστων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ τῶν πλείστων μελῶν τῆς πλειοψηφίας. Τινὲς ἐξ αὐτῶν, εὐθὺς ὡς ἐγένετο γνωστὴ ἡ ἀπόφασις ἐκείνη, διετίμησαν τὸν τίτλον τοῦ Πρωτοκόλλου 13 ὡς τίτλον πανίσχυρον καὶ προέλεγον εἰς τοὺς συμπολίτας των, ὅτι τάχιστα καὶ ἀμέσως ἐπίκειται τῶν χωρῶν, τῶν ἐνδεικνυμένων διὰ τοῦ Πρωτοκόλου, ἡ παραχώρησις. Ἐνθυμοῦμαι προσέτι, ὅτι ἤκουσα ἐν τῇ Βουλῇ αὐτὰ ἐκεῖνα τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας λέγοντα, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι ὁ τίτλος ἐκεῖνος ἦτο ἄνευ ἀξίας τινὸς, ἦτο χάρτης, ὅστις κατ’ οὐδὲν διαφέρει τοῦ ἀσήμου χάρτου. Οὐδ’ ἐσκέφθημεν, κύριοι, νὰ σᾶς ζητήσωμεν, νὰ μᾶς εἴπητε, πῶς, ἀφοῦ τὸ Ἀγγλικὸν ὑπουργεῖον τοῦ λόρδου Βήκονσφηλ ἠναγκάσθη, ἵνα ἀποκτήσῃ τὴν συνδρομὴν τῆς Γερμανίας καὶ Αὐστρίας καὶ δυνηθῇ νὰ ἀπομονώσῃ τὴν Ῥωσσίαν, νὰ ὑποσχεθῇ νὰ ἀποδεχθῇ τὴν ἀνάμιξιν εἰς τὴν Ἀνατολὴν τῆς ἑτέρας τῶν δύω Γερμανικῶν αὐτοκρατοριῶν, ὅπως διὰ τούτου τροποποιήσῃ τὴν συνθήκην τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, ἐγκαταλιμπάνον ὅμως τὸν Ἑλληνισμὸν, πῶς ἐγένετο δυνατὸν ἡ Εὐρώπη, συνελθοῦσα μετὰ τὴν τοιαύτην συνενόησιν, νὰ ἐνθυμηθῇ τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, καὶ ὁμοφώνως νὰ προβῇ εἰς τὴν πρᾶξιν, ἣν διετύπωσεν ἐν τῷ Πρωτοκόλλῳ 13. Ἓν μέλος τῆς Βουλῆς, ἐπανειλημμένως πρό τινων ἡμερῶν ἀγορεῦσαν, ὑπέλαβεν, ὅτι ἡ ἔρευνα τῶν πραγμάτων αὐτῶν συνεδέετο μετὰ τῆς ἐλπίδος καὶ τοῦ πόθου νὰ ζητηθῶσι χάριτες διὰ τὰς ὑπηρεσίας, αἵτινες προσηνέχθησαν τότε εἰς τὴν πατρίδα, καὶ ἐνόμισεν, ὅτι ἔβλεπεν τοὺς τὰς ὑπηρεσίας ταύτας προσενεγκόντας νὰ κρούωσι τὴν θύραν του, καὶ ἔσπευσε νὰ ἀπωθήσῃ αὐτοὺς, καὶ διὰ τοῦτο μᾶς εἶπεν ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα ἐγεννήθη τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἔπιπτεν ἐπὶ τῶν τειχῶν τῆς Κωνσταντινουπόλεως ὁ ἀείμνηστος τελευταῖος αὐτοκράτωρ τοῦ Βυζαντίου, καὶ ὅτι ἐτράφη διὰ τοῦ αἵματος, τὸ ὁποῖον ἐχύθη ὑπὲρ πατρίδος ὑπὸ τῶν ἀειμνήστων Ῥήγα καὶ Βλαχάβα. Ζητοῦντες τὴν ἔρευναν τῶν συμβεβηκότων ἐκείνων δὲν εἴχομεν τοιαύτην προαίρεσιν, οὐδὲ ἠδύνατο πολίτης ἐλευθέρου Κράτους νὰ νομίζῃ, ὅτι ὀφείλει τι τὸ Κράτος εἰς αὐτὸν διὰ τὰς ὑπηρεσίας του. Μόνον εἰς τὰς πολιτείας, αἵτινες ἐξεφαυλίσθησαν, τὸ ὑπηρετεῖν τὴν πατρίδα θεωρεῖται παράγον δικαιώματα, χορηγοῦν ἀξίωσιν πρὸς χάριτας. Ἡμεῖς δὲ εὐτυχῶς πρὸ 50 ἐτῶν διατελοῦμεν μέλη ἐλευθέρας πολιτείας. Δὲν σᾶς ζητοῦμεν, κύριοι, νὰ μᾶς εἴπητε ποίαν νομικὴν ἀξίαν, ποίαν διπλωματικὴν σημασίαν ἀποδίδει ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς εἰς τὰς κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1880 πράξεις τῆς ἐν Βερολίνῳ Συνόδου. Ἠκούσαμεν τὰς γνώμας τῶν πλείστων ἐξ ὑμῶν καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐν αὐτῇ τῇ αἰθούσῃ, καὶ ἐνθυμούμεθα ὅτι καὶ ἔξω τοῦ Βουλευτηρίου ἰσχυρίσθησαν καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐβεβαίωσαν, ὅτι τὸ Ἑλληνοτουρκικὸν ζήτημα δὲν ὑπῆρχε πρὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καὶ ὅτι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲ ἠσκήθη ὑπὸ τῶν Δυνάμεων μεσολάβησις δυνάμει τοῦ ἄρθρου 24 τῆς Συνθήκης τοῦ Βερολίνου, ἀλλ’ ὅτι ἡ Εὐρώπη εἶχε συνέλθει εἰς διαιτητικὸν δικαστήριον, ἡ δὲ πρᾶξις τῆς μεσολαβήσεως ἦτον ἀπόφασις διαιτητικὴ, εἰς ἣν ὤφειλον καὶ τὰ δύω Κράτη νὰ κύψωσι τὸν αὐχένα. Καὶ ἂν δὲν ἐνθυμώμεθα πάντα ταῦτα δ’ ὅτι ἠκούσαμεν καὶ ἀνέγνωμεν αὐτὰ, ἐπῆλθε προσέτι καὶ ἡ τελευταία ἀγόρευσις τοῦ ἐντίμου ἐκ Καρυστίας βουλευτοῦ, ἵνα μᾶς ἐνθυμίσῃ τὴν περίεργον ἐκείνην θεωρίαν, καθ’ ἣν ὅταν Δύναμίς τις ἢ πολλαὶ Δυνάμεις ἐκτήσαντο διὰ Συνθήκης τὸ δικαίωμα νὰ μεσολαβήσωσι μεταξὺ ἄλλων Δυνάμεων διϊσταμένων καὶ διαφωνουσῶν, καὶ ὅταν μεσολαβήσασαι ἀνεκοίνωσαν τὴν ἀπόφασίν των εἰς τὰς διαφωνούσας Δυνάμεις, ἄν τις τῶν Δυνάμεων τούτων ἀποδεχθῇ τὴν ἀπόφασιν τῆς μεσολαβήσεώς των ἐκείνης, ἡ Δύναμις αὐτὴ συνῆψε συνάλλαγμα μετὰ τῶν μεσολαβησασῶν Δυνάμεων, αἵτινες ἀνεδέχθησαν νὰ ἐκτελέσωσι διὰ τῆς βίας τὴν πρᾶξιν τῆς μεσολαβήσεώς των. Ἡ θεωρία αὕτη, ἡ ὁποία εὐτυχῶς δὲν ἠκούσθη πολὺ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διὰ τὸ σιγαλὸν τῆς φωνῆς τοῦ ἀπαγγείλαντος, ἡ ὁποία ὅμως ἀνεγνώσθη μετὰ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκείνου ῥήτορος, ἐὰν ἤθελε περιέλθει εἰς γνῶσιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐρευνῶσι τοὺς κανόνας, καθ’ οὓς τὰ ἔθνη πολιτεύοντα, ἤθελε γεννήσει ἔκστασιν. Δὲν ἀμφιβάλλω δὲ ὅτι ἤθελον ἀπορήσει πῶς ἦτο δυνατὸν τοιαύτη νὰ δοθῇ εὐρύτης εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς μεσολαβήσεως, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ δοθῇ τοιαύτη δύναμις εἰς πρᾶξιν τῆς μεσολαβήσεως, ὑπὸ ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ὤφειλον νὰ ἔχωσιν ἀκριβεστέραν γνῶσιν τῶν κανόνων τοῦ διεθνοῦς δικαίου. Δὲν σᾶς ζητοῦμεν, κύριοι, νὰ μᾶς εἴπητε ποίαν γνώμην ἔχετε περὶ τῆς πολιτικῆς ἀξίας, περὶ τῆς πολιτικῆς σημασίας τῶν ἀποφάσεων ἐκείνων τῆς Εὐρώπης, διότι ἠκούσαμεν τὴν γνώμην ὑμῶν. Ἐνθυμούμεθα ἀληθῶς ὅτι μέλη τῆς πλειοψηφίας ταύτης, οὐ μόνον μᾶς ἤλεγξαν, ἀλλὰ μᾶς κατήγγειλαν εἰς τὸν Ἑλληνισμόν, διότι ἐτολμήσαμεν νὰ ζητήσωμεν καὶ νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν ἐπέκτασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, κατὰ τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐνεδείκνυε τὸ τότε ἐκδοθὲν 13 Πρωτόκολον, καὶ ἐδέχθημεν ταύτην τὴν ἀσήμαντον λωρίδα γῆς, τὸ εὐτελὲς τοῦτο πινάκιον τῆς φακῆς, ἀνταλλάξαντες αὐτὸ μὲ τὸ πολύτιμον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἀποκτήσῃ τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον τοῦ νὰ διορίζῃ ἓν ἐκ τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας. Δὲν ἐζητήσαμεν, κύριοι, νὰ μᾶς εἴπητε πῶς, ἀφοῦ ἐσχηματίσθη ἐν Βερολίνῳ ὁμοφωνία τῶν ἓξ μεγάλων Δυνάμεων, πῶς αὕτη διεταράχθη ἀμέσως, καὶ πῶς ἐγένετο, ἀφοῦ αὕτη διεταράχθη νὰ μὴ ἀποτελεσθῇ ὁμοφωνία κατὰ τῆς Ἑλλάδος, πῶς ἐγένετο δυνατὸν, ἀφοῦ ἀπωλέσαμεν τὴν ὑπὲρ ἡμῶν ὁμοφωνίαν τῶν μεγάλων Δυνάμεων, νὰ ἀξιωθῶμεν νὰ μὴ ἴδωμεν καθ’ ἡμῶν τὴν ὁμοφωνίαν ταύτην μετατρεπομένην. Καὶ πραγματικῶς εἴδατε, κύριοι, ὅτι ἐσχηματίσθη μὲν ὁμοφωνία τῶν ἑδρευσασῶν ἐν τῇ Συνόδῳ τοῦ Βερολίνου μεγάλων Δυνάμεων, ἀλλ’ ὅτι τὴν ἐπιοῦσαν οἱ πληρεξούσιοι τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἐκηρύχθη πολεμία τῶν ἀξιώσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, καὶ μολονότι καὶ ἡ Γερμανία καὶ ἡ Αὐστρία εἶχον τὴν αὐτὴν πολιτικὴν, διὰ τὴν ὁποίαν τοσοῦτον καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ ἐδυσφορεῖτε καὶ δυσηνασχετεῖτε μέχρι τῆς χθὲς, μόλα ταῦτα δὲν ἐσχηματίσθη ὁμοφωνία καθ’ ἡμῶν, ἀλλὰ παρεσκευάσθη ἡ συγκρότησις ὁμοφωνίας ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἐνῷ ὁ ἡγέτης τοῦ Τορικοῦ ὑπουργείου ἐκηρύσσετο πολέμιος τῆς ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου γενομένης ἑρμηνείας τῶν γεωγραφικῶν ὁρισμῶν τοῦ Πρωτοκόλλου, ὁ περιφανὴς ἡγέτης τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὁ ἡγέτης τοῦ φιλελευθέρου κόμματος, ἐξεπόρθει καὶ τὰς τελευταίας ἐπάλξεις τοῦ πολιτικοῦ ἀντιπάλου του, ἐμπήγων ἐπ’ αὐτῶν σημαίαν, ἡ ὁποία εἶχεν ἀναγράψει τὴν πλήρη ἐκτέλεσιν τοῦ Πρωτοκόλλου ἐκείνου. Δὲν σᾶς ζητοῦμεν νὰ μᾶς εἴπητε, πῶς, ἀφοῦ εἶχε διατηρηθῇ ἡ ὁμοφωνία, καὶ εἶχε συντελεσθῆ, μετὰ τρεῖς μῆνας ἀνεζητήσαμεν τὴν ὁμοφωνίαν ταύτην, ἀλλ’ οὐδαμοῦ τὴν εὕρομεν· καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ εὕρομεν ὁμοφωνίαν πλήρη καὶ θετικὴν καθ’ ἡμῶν· πῶς συνέβη καὶ ἐκείνη ἡ Δύναμις, ἡ ὁποία μετὰ τοσούτου φιλελληνισμοῦ κατὰ τὸν χρόνον τοῦ ἐν Βερολίνῳ Συνεδρίου ἔλαβε τὴν πρωτοβουλίαν προβαλοῦσα τὸ Πρωτόκολλον, καὶ αὐτὴ νὰ μᾶς ἐγκαταλίπῃ πῶς συνέβη, ἐκεῖνοι οἵτινες μᾶς ἐθεώρησαν ὡς ἀναγκαῖον ἐν τῇ Ἀνατολῇ στοιχεῖον καὶ ἀνεκήρυξαν ἑαυτοὺς προστάτας τοῦ Ἑλληνισμοῦ, πῶς καὶ αὐτοὶ μᾶς ἐγκατέλειπαν πῶς τέλος πάντων καὶ αὐτὴ ἡ Ἀγγλία ἠναγκάσθη νὰ σπεύσῃ νὰ συνταχθῇ μετὰ τῶν ἄλλων Δυνάμεων, ἵνα μὴ ὑποληφθῇ ἀντιπράττουσα πρὸς τὰς ἀποφάσεις αὐτῶν πῶς καὶ αὐτὴ ἡ προβαλοῦσα τὸ Πρωτόκολλον Δύναμις ἐγκατέλιπε τὴν ἀκεραίαν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφασισθέντων, καὶ προσεπάθησε νὰ μειώσῃ τὴν νομικὴν σημασίαν καὶ τὴν διπλωματικὴν δύναμιν τῶν πράξεων τοῦ Βερολίνου. Δὲν ζητοῦμεν νὰ μᾶς εἴπητε, πῶς, ἀφοῦ ἐγκατελείφθημεν καὶ ὑπ’ αὐτῆς τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, πῶς τέλος πάντων εὑρέθημεν ἐντελῶς μόνοι καὶ δὲν ἔχομεν οὔτε τὴν ἐλπίδα ὅτι θέλομεν τύχει τῆς προστασίας, ἢ τῆς ἀρωγῆς τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, αὐτοῦ ἐκείνου ὁ ὁποῖος εἰς τὸ πρόγραμμά του εἶχεν ἀναγράψει τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα, ὡς ἀντικείμενον, οὗ ἕνεκα διΐστατο καὶ ἐπάλαιε πρὸς τοὺς πολιτικοὺς ἀντιπάλους του. Δὲν σᾶς ζητοῦμεν, κύριοι, νὰ μᾶς εἴπητε, πῶς ἐσκέφθητε ὅτι δὲν ὤφειλεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, καθ’ ἣν ὥραν ἡ Εὐρώπη κατὰ τὸ 1880, ὁμοφωνήσασα τὸ δεύτερον, ἔλαβε τὴν γραφίδα καὶ ἔσειρε τὴν ὁροθετικὴν ἡμῶν γραμμὴν, κατὰ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἔδιδεν εἰς τοὺς ὅρους τοῦ Πρωτοκόλλου, νὰ ἐπωφεληθῇ τῆς εὐκαιρίας καὶ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐπιτύχῃ κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, πρὸς τὴν ἑρμηνείαν, καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Πρωτοκόλλου. Δὲν σᾶς ζητοῦμεν νὰ μᾶς εἴπητε, πῶς κατόπιν ὑπελήφθη, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου, ἡ ὁποία ἐδικαιολογήθη ὑπὸ τῆς Εὐρώπης ὡς ὑπαγορευθεῖσα ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς διατηρήσεως τῆς εἰρήνης, κατὰ τὰς πρὸς μεσημβρίαν χώρας τῆς Ἰλλυρικῆς χερσονήσου, ὅτι, λέγομεν, ἠδύνατο νὰ μετατραπῇ ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον εἰς πρᾶξιν ἀναστατόνουσαν τὸν κόσμον ὅλον· οὐδὲ πῶς, ἂν τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον ἠδυνήθη νὰ πείσῃ ἑαυτὸ, ἵνα τοιαύτην σχηματίσῃ γνώμην πῶς ὑπέλαβεν, ὅτι τρεπόμενον ἐπὶ τὸν πόλεμον, ἢ ποιούμενον χρῆσιν ἀπειλῆς πολέμου, ἠδύνατο νὰ λύσῃ αἰσίως τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα. Δὲν σᾶς ζητοῦμεν ταῦτα, κύριοι, διότι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συνεδριάζουσι πλεῖστα μέλη τῆς πολυαρίθμου ἐκείνης ὁμάδος τοῦ περυσινοῦ Κοινοβουλίου, τὴν ὁποίαν τότε εἶχον ἀποτελέσει τὰ δύω μεγάλα κόμματα, ἀδελφοποιηθέντα, εἰς τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Τρικούπης εἶχεν εἰσαγάγει καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἀπεδέχθη νὰ ἐφαρμόσῃ· οὐδὲ ἀνεφέρομεν ταῦτα διὰ νὰ ἐπικρίνωμεν τὴν μεγάλην ἐκείνην πλειονοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου· οὐδ’ ἔχει πλέον τινὰ ἐπιῤῥοὴν, ἐπ’ ἐκείνων ἡ γνώμη ἡμῶν τώρα, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι. Ἐπιβάλλεται ὅμως ὑμῖν ὑπὸ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Σώματος, τοῦ ὁποίου ἀποτελοῦμεν μέρος, ἐπιβάλλεται, λέγω, τὸ καθῆκον νὰ μὴ παραστήσωμεν τοιαύτην ἀπότομον μετάπτωσιν τῆς ἱστορίας τοῦ Κοινοβουλίου τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ὅταν παριστᾷ τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Ἐὰν ἤμην, κύριοι, μέλος, φιλολογικοῦ τινος Συλλόγου, ἢ ἂν ἤμην μέλος συνόδου ἐκκλησιαστικῆς, ἥτις συνεκλήθη διὰ νὰ πολεμήσῃ αἱρέσεις, αἵτινες ἐκλόνιζον τὴν πρὸς τὰ δόγματα τῆς πίστεως ἀφοσίωσιν τοῦ χριστεπωνύμου πληρώματος, ἤθελον καὶ ἐγώ, κύριοι, ἀποκηρύξει, καὶ ἐνώπιον ἡμῶν, καὶ ἐνώπιον τῶν ἐπερχομένων γενεῶν, οὐχὶ τὴν πολιτικήν, ἧς τὴν ἀποκήρυξιν ἠκούσατε πρό τινων ἡμερῶν, ἀλλὰ τὴν πολιτικὴν κερδοσκοπίαν. Αὕτη εἶναι ἡ μεγαλειτέρα φαγέδαινα τῶν ἐλευθέρων πολιτειῶν· διότι αὕτη μόνη ἀρκεῖ νὰ καταβρώσῃ καὶ τὰς σάρκας καὶ τὰ ὀστᾶ αὐτῶν. Ἕνεκα αὐτῆς, κύριοι, ἡ ἱστορία θέλει μνημονεύει, ὅτι συνέβη, ἄλλοτε μὲν αἱ ἀποφάσεις τοῦ Βερολίνου νὰ ὑπερτιμῶνται, ἄλλοτε δὲ νὰ ὑποτιμῶνται καὶ νὰ καταβιβάζεται ἡ ἀξία αὐτῶν μέχρι τῆς μονάδος τῆς νομισματικῆς· ὅτι κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους, καθ’ οὓς ἐπὶ τοσοῦτον ὑπετιμήθη ἡ διπλωματικὴ ἀξία, ἢ ἡ νομικὴ σημασία τῶν ἀποφάσεων τοῦ Βερολίνου, κατεβλήθησαν αἱ μεγαλείτεραι προσπάθειαι, ἵνα τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἀποστρέψῃ ἀπὸ ἐκείνων τὴν προσοχήν του, καὶ στρέψῃ αὐτὴν ἐπὶ τὴν μέριμναν τῶν ἐσωτερικῶν ὑποθέσεών του. Θέλει ἀναφέρει, ὅτι καὶ πολιτικὸν πρόγραμμα, γραφὲν διὰ γραφίδος ἑνὸς τῶν τραπεζιτῶν, ἀνεπετάσθη ὡς πρόγραμμα πολιτικῆς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ ὅτι ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ ἐτέθη ὡς ἔπαθλον τῶν ἀποδεχομένων τὸ οἰκονομοπολιτικὸν ἐκεῖνο πρόγραμμα· ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐλέχθη, ὅτι ὅσοι παρεδέχοντο τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο, αὐτοὶ παρεδέχοντο καὶ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν, ἥτις συνίστατο εἰς τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς Βερολινείου ἀποφάσεως. Ἡ ἱστορία θέλει ἀναφέρει, ὅτι, ἕνεκα τῆς πολιτικῆς κερδοσκοπίας, ἐπὶ ὀκτὼ καὶ πλέον μῆνας κατωρθώθη νὰ παραλύσῃ πᾶσα ἡ Κυβερνητικὴ ἐνέργεια, τῆς ὁποίας σκοπὸς ἦτο νὰ δυνηθῇ ἡ Ἑλλὰς νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν ὁμοφωνίαν τῆς Εὐρώπης, ἐὰν ἤθελε συντελεσθῇ ἡ ὁμοφωνία αὐτῆς, οὗ ἕνεκα συνέβη νὰ παρασταθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀνέτοιμος καὶ ἀνίκανος κατὰ τὴν ὥραν τῆς ὁμοφωνίας πρὸς πλήρη χρησιμοποίησιν αὐτῆς· μετ’ ὀλίγας δὲ ἡμέρας νὰ τραπῇ αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀντίθετον πολιτικὴν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν εἶχε δι’ ἀληθοῦς συναλλάγματος συνομολογήσει μετὰ τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ νὰ ἐγκαταλίπῃ μὲν τὴν μετὰ τοῦ Κοινοβουλίου συμφωνηθεῖσαν, νὰ ἐφαρμόσῃ δὲ πολιτικὴν ἀντίθετον, ἥτις οὐδὲν ἄλλο ἦτο ἢ πολιτικὴ τῆς ἀπειλῆς πολέμου. Ἡ ἱστορία θέλει μνημονεύσει, ὅτι ἕνεκα τῆς πολιτικῆς κερδοσκοπίας, ἐνῷ τινες πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς τὴν πολιτικὴν ταύτην τῆς ἀπειλῆς τοῦ πολέμου, ὄχι μόνον ἐπέκρινον ὡς ὀλεθρίαν, ἀλλὰ καὶ ἀπεδοκίμαζον, ἀφοῦ συνεκλήθη ἡ Βουλή, ἀπεδέχθησαν τὴν πολιτικὴν ταύτην, καὶ αὕτη κατέστη τὸ μῆλον, περὶ τὸ ὁποῖον ἤρισαν οἱ δύω ἀρχηγοί, καὶ ὅτι, διὰ νὰ ἐκδηλωθῇ ὁ ὄγκος τῆς πεποιθήσεως αὐτῶν, ἡ δύναμις τῆς θελήσεως καὶ ἀποφάσεώς των, προέβησαν, καὶ εἰς τὸν ὑπερθεματισμὸν τοῦ βαθμοῦ τῆς ἀπειλῆς τοῦ πολέμου, ἀφοῦ διεδέχθησαν τοὺς ἀντιπάλους των ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ. Ἡ ἱστορία θέλει μνημονεύσει, ὅτι ἕνεκα πολιτικῆς κερδοσκοπίας, ὅταν τὸ Κοινοβούλιον ἀπῆλθεν, οἱ ἐντεταλμένο ἵνα ἀκολουθήσωσι τὴν ὑπ’ ἐκείνων γενομένην ἀποδεκτὴν πολιτικήν, οὐχὶ μόνον δὲν συνεμορφώθησαν πρὸς ταύτην, ἀλλ’ ἐγκατέλιπον αὐτὴν, ἀποδεχθέντες τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν, τὴν ὁποίαν ἡ Τουρκία, ἐνθαῤῥυνομένη ὑπὸ τῆς καθ’ ἡμῶν ὁμοφωνίας τῆς Εὐρώπης, γενναιοδώρως μᾶς προσέφερεν. Ἡ ἱστορία, κύριοι, θέλει ἀναφέρει, ὅτι ἕνεκα αὐτῆς τῆς πολιτικῆς κερδοσκοπίας, οὐ μόνον ἅπαξ, ἀλλὰ καὶ τὸ δεύτερον ἠθετήθη ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν τὸ Κοινοβούλιον εἶχεν ἀποδεχθῆ, καὶ ἠθετήθη καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ Κοινοβούλιον ἀπῆλθεν. Καὶ ὅτι, ἐνῷ τὴν πρώτην φορὰν ἠθετήθη πρὸς διατάραξιν τῆς ὑπὲρ ἡμῶν ὁμοφωνίας τῆς Εὐρώπης, καὶ πρὸς ἀποκατάστασιν ὁμοφωνίας καθ’ ἡμῶν, τὴν δευτέραν ἀνετράπη ἡ πολιτικὴ τοῦ Κοινοβουλίου διὰ τῆς ἀπαισίας λύσεως τοῦ Ἑλληνοτουρκικοῦ ζητήματος. Λέγω δὲ ἀπαισίαν τὴν λύσιν, διότι ἀρχῆθεν διετίμησα τὴν πολιτικὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ ἀπόφασις τοῦ Βερολίνου τοῦ 1878, σχετικῶς πρὸς τὰς περιστάσεις τῆς Εὐρώπης τότε, ὡς ἐπαρκῆ ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀρωγὴν τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς. Ἡ ἐκτέλεσις τοῦ Πρωτοκόλλου ἐκείνου, ὡς ἡρμηνεύθη ὑπ’ αὐτῆς τῆς Εὐρώπης μετὰ τὰς ἐπιμόνους ἀπαιτήσεις τῆς Ἑλλάδος, ἡ ἐκτέλεσις τοῦ Πρωτοκόλλου ἐκείνου δὲν ἤθελε μόνον ἐμποιήσει ἐλπίδα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν φυλήν, ἤθελε ἐνισχύσει διὰ πραγματικῆς δυνάμεως τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Καὶ ἐὰν ἐξετελεῖτο, ὅπως καὶ ἡ Εὐρώπη ἐμελέτα καὶ ἡμεῖς προσεδοκῶμεν, ἄνευ ἐξαντλήσεως τῶν οἰκονομικῶν πόρων τῆς Ἑλλάδος, ἄνευ τῆς ἐξαντλήσεως τῶν πηγῶν ἐξ ὧν ὀφείλομεν νὰ σχηματίζωμεν τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, ἡ ἐκτέλεσις τοῦ Πρωτοκόλλου ἐκείνου ἤρκει διὰ νὰ καταστήσῃ τὴν Ἑλλάδα ἀληθῆ παράγοντα κατὰ τὴν μεγάλην ἡμέραν τῆς κρίσεως, καὶ δώσῃ αὐτῇ τὴν ἐπαρκῆ δύναμιν, ἵνα τελεσφόρως ὑπηρετήσῃ τοὺς δικαίους πόθους τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς. Ἀλλ’ ἡμεῖς οὐ μόνον εἰς τὰ ὅρια τῆς Μακεδονίας δὲν προσηγγίσαμεν, οὐχὶ μόνον τὴν μεσημβρινὴν Ἤπειρον δὲν εἴδομεν ἀπελευθερωθεῖσαν, ἀλλὰ καὶ τὰ πτωχὰ βαλάντια τοῦ ἐλευθέρου Κράτους ἐξηντλήσαμεν μέχρι πυθμένος, καὶ διὰ τῆς ἀπειλητικῆς πολέμου πολιτικῆς, ἣν ἠσπάσθημεν, ἐφαρμόσαντες μάλιστα αὐτήν, ὅπως κατὰ δυστυχίαν ἐφηρμόσθη, κατεθλίψαμεν καὶ τὰς οἰκογενείας, ἀφαιρέσαντες παρ’ αὐτῶν τὰς χεῖρας, καὶ τὰς ἡλικίας, τὰς ὁποίας συνεκαλέσαμεν ὑπὸ τὰ ὅπλα. Διὰ τοῦτο λέγω τὴν λύσιν τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος ἀπαισίαν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς νομίζει, ὅτι ἐπαρκῶς ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της, παραστήσασα τὴν πολιτικὴν γνώμην της, διὰ τῆς ἁπλῆς μεταβολῆς τοῦ ὑπουργείου, καὶ ὅτι ἐπαρκῶς ἐκπληρώνει τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχε, ψηφίζουσα τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον διὰ τῶν ἀντιπροσωπευόντων αὐτὴν μελῶν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ συνέταξε, δὲν ζητοῦμέν τι παρ’ αὐτῆς. Δὲν μόνον ζητοῦμεν, νὰ θελήσῃ νὰ συνεχίσῃ τὴν ἐπίσημον ἱστορίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ βίου τῆς Ἑλλάδος, καὶ θέλει τὴν συνεχίσει, ἐὰν ψηφίσῃ, ἀντὶ τῶν § 3 καὶ 4 τοῦ ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας συνταχθέντος σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως, τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινα πρὸ ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν δὲν νομίζῃ ἄξιον κόπου, ἂν δὲν κρίνῃ ἄξιον φροντίδος νὰ μεριμνήσῃ, ἵνα μὴ ἱστορηθῇ τοιαύτη κατάπτωσις ἀπότοκος ἐν τῷ κοινοβουλευτικῷ βίῳ ἡμῶν, καὶ δὲν θελήσῃ νὰ συνεχίσῃ τὴν ἱστορίαν αὐτοῦ, ἂς ἐνθυμηθῇ τοὐλάχιστον, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ὑπὸ τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτῆς ταύτης, τὸ καθῆκον ἐν τῇ ἀπαντήσει της πρὸς τὸ Στέμμα, τὸ ὁποῖον ἐποιήσατο μνείαν τῶν κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς γεγονότων, ὅτι ἐπιβάλλεται, λέγω, εἰς αὐτὴν νὰ μνημονεύσῃ κἂν ὅτι κατὰ τὴν ἀπουσίαν αὐτῆς καὶ ἄνευ συμπράξεως αὐτῆς ἐτελέσθησαν γεγονότα, τὰ ὁποῖα δὲν ἦτο νόμιμον νὰ τελεσθῶσιν ἄνευ αὐτῆς.
§36ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ἀφορῶν τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι οὐδεμία Κυβέρνησις Ἑλληνικὴ ἐγέννησεν Ἑλληνικὸν ζήτημα· αἱ περιστάσεις ἐγέννησαν αὐτό. Ἰδοὺ πῶς. Κατὰ τὸν Ῥωσσοτουρκικὸν πόλεμον, μετὰ τὴν Συνθήκην τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, ὁ Βήκονσφιλδ ἔλαβε τὴν τόλμην νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν Βόσπορον, καὶ τότε ἡ Ῥωσσία συνεφώνησε νὰ καθυποβάλῃ τὴν Συνθήκην τοῦ Ἁγίου Στεφάνου εἰς τὸ ἐν Βερολίνῳ Συνέδριον· ταυτοχρόνως δὲ, βλέπων τὴν Τουρκία παραδεδομένην, ἐκίνησε τὸν Ἑλληνισμὸν κατὰ τῆς Τουρκίας, ἦλθεν εἰς τὸ Συνέδριον ἡ Ἑλλάς. Ὁ Βάσκονφιλδ μετεχειρίσθη τὸ μέσον τοῦτο διὰ ν’ ἀπειλήσῃ τὴν Τουρκίαν, ἀλλ’ ἀφοῦ ἔλαβε τὴν παραχώρησιν τῆς Κύπρου, τότε ἔστρεψε τὰ βλέμματα ἀλλαχοῦ, ἡ δὲ Γαλλία καὶ ἡ Ῥωσσία... ................................................ (Εὖγε) Κατόπιν ὁ Βήσκονφιλδ μετέβη εἰς Λονδῖνον. Τὸ Ἀγγλικὸν ἔθνος, βλέπον τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς, καὶ ὅτι τὴν πρωτοβουλίαν ἀνέλαβεν ἡ Γαλλία, ἐρεθίσθη, ἔλαβε δὲ ὁ Γλάδστων τὴν σημαίαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ τότε ἐγένετο τὸ Πρωτόκολλον, διὰ τοῦ ὁποίου παρεχώρησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὰς χώρας. Ἐὰν δὲ τὸ Πρωτόκολλον δὲν ἐξετελέσθη κατὰ γράμμα, εἴμεθα ὑπεύθυνοι ἡμεῖς. Ἡ Κυβέρνησις, ἐνεργοῦσα ἐντόνως καὶ δραστηρίως παρασκευὰς, ἴσως ἤθελεν ἐπιτύχει, ἀλλ’ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐν παρόδῳ ἐνήργησε ταῦτα, διότι ἐξ ἑνὸς μέρους ἤρχοντο οἱ ἐπίστρατοι, καὶ ἐξ ἄλλου ἀπελύοντο. Ἐγένετο δὲ προβιβασμοὶ ὄχι κατ’ ἀξίαν, ἀλλὰ κατὰ σύστασιν, καὶ οὕτως ἐπῆλθεν ἡ ἀπαγοήτευσις.
§37Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νέος Κολόμβος.
§38ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ. Ἐγὼ ἦλθον νὰ φέρω γεγονότα.
§39ΜΠΟΥΛΕΛΑΣ ΜΟΝΤΕΣΑΝΤΟΣ. Τὴν Ἀμερικὴν ἀνεκάλυψες;
§40ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ἐν εἰλικρινείᾳ ἐνεργῶν ὑπὲρ ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ, διὰ νὰ ἔχῃ αὐτὸν ἑτοιμοπόλεμον ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης, ὤφειλεν, ὅταν εἶδεν, ὅτι ἡ πολιτικὴ μετετράπη καὶ ὅτι ἐσκόπευον νὰ μεταβῶσιν εἰς Κωνσταντινούπολιν, νὰ προσκαλέσῃ τὴν Βουλήν. Μὴ πράξας τοῦτο, ἐνήργησε παρανόμως.
§41ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Κύριοι, μετὰ τὰ ἐκτεθέντα χθὲς περὶ συγκοινωνίας, περὶ τῶν νέων ἐφευρέσεων τῆς κατασκευῆς ὁδῶν καὶ γεφυρῶν διὰ τοῦ τύπου μόνον, τὴν ὁποίαν δὲν γνωρίζουν ἀκόμη οἱ ἄνθρωποι, δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι αἱ ἐπαρχίαι δὲν ἐννοοῦν νὰ καταναλισκώμεθα εἰς ματαίας θεωρίας καὶ εἰς κενοὺς λόγους· ἠναγκάσθην ὅμως ἀπὸ χθὲς νὰ ζητήσω τὸν λόγον, διότι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λόγοι θίγοντες τὴν φιλοτιμίαν τῶν ἀδελφῶν καὶ συναδέλφων ἡμῶν ἐκ τῶν νέων ἐπαρχιῶν ἐῤῥέθησαν ἀκαίρως. Ἐνόμιζον, κύριοι, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἤθελε τηρεῖσθαι ὁ ἀμοιβαῖος σεβασμὸς τῶν δικαιωμάτων καὶ ὅτι δὲν θὰ ἐλέγοντο παρ’ ὅσα εἶναι ὀρθὰ καὶ συμφέροντα εἰς τὴν πατρίδα. Ἐὰν δὲν ἤμεθα ἐπιλήσμονες τῆς ἱστορίας, θέλομεν μνημονεύει, ὅτι κατὰ τὸν ἱερὸν ἀγῶνα ἔλαβε μέρος οὐχὶ μόνον ἡ γωνία τῆς Ἑλλάδος ἡ μικρὰ, ἀλλ’ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνισμός. Καὶ ἡ Κρήτη καὶ ἡ Θεσσαλία καὶ ἡ Ἤπειρος καὶ ὅλος ὁ Ἑλληνισμὸς συνεισέφερον τὸν ὀβολόν των, ὑπέστησαν θυσίας καὶ ὑλικὰς καὶ ἠθικὰς, καὶ αἵματα ἔχυσαν, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐλευθερίας δὲν ἐπῆλθε παρὰ διὰ τὴν μικρὰν γωνίαν τῆς Ἑλλάδος· ἀλλὰ τοῦτο δὲν θὰ εἴπῃ, ὅτι μόνη ἡ Ἑλλὰς ἦτον ἀξία τῆς ἐλευθερίας. Ἡ Φιλικὴ Ἑταιρία εἶχε δώσει ὅρκον νὰ μὴ ἐπαναπαυθῇ, καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ ὁ ἀγὼν, μέχρις οὗ κατορθώσῃ τὴν ἐλευθερίαν ὅλων τῶν στεναζόντων ὑπὸ τὸν ζυγὸν χριστιανῶν. Ὁ μακαρίτης Κανάρης, κατὰ τὴν τελευταίαν προεδρείαν του, εἶπεν ἐνώπιον πολλῶν, ὅτι ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς θὰ τιμωρηθῇ, διότι εἶναι παραβάτης τοῦ ὅρκου, τὸν ὁποῖον ἡ Φιλικὴ Ἑταιρία ἔδωκε, διότι δὲν φροντίζει ν’ ἀγωνισθῇ, ἵνα ἐλευθερώσῃ καὶ τοὺς ἄλλους ἀδελφοὺς ἡμῶν. Ὁπόταν λοιπὸν τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων, δὲν ἔχομεν δίκαιον, νομίζω, νὰ κατακρίνωμεν ἀδελφοὺς, οἱ ὁποῖοι εἰς πᾶσαν περίστασιν εὑρέθησαν πρόθυμοι νὰ θυσιάσουν τὰ πάντα, καὶ νὰ μᾶς ὑποστηρίξουν εἰς τὰς ὑπὲρ ἐλευθερίας ἰδέας, ἀλλὰ τοὺς ὁποίους αἱ περιστάσεις ἐκράτησαν καὶ κρατοῦσιν ἔτι ὑπὸ τὸν ζυγόν Μετὰ τὰ ὀλίγα ταῦτα, κύριοι, τὰ ὁποῖα εἶχα σκοπὸν χθὲς νὰ εἴπω εἰς τοὺς ἀγορεύσαντας καὶ θίξαντες τὴν φιλοτιμίαν τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν ἐκ Θεσσαλίας, ἠναγκάσθην σήμερον νὰ περιμείνω μέχρις οὗ λάβῃ καὶ ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Βασιλικοῦ λόγου καὶ νὰ ἐκφράσω τὴν ἀληθῆ γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο ἡ ἐπαρχία Γορτυνίας καὶ ἡ ὁποία δυστυχῶς πάντοτε εὑρίσκεται εἰς διαφωνίας πρὸς τὸν προαγορεύσαντα, (ἱλαρότης) δὲν εἴχομεν τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἔχωμεν μέρος εἰς τὸ διαλυθὲν Κοινοβούλιον καὶ διὰ τοῦτο δὲν θὰ ἐκθέσωμεν τί συνέβη τότε, οὔτε θὰ ἐξετάσωμεν τί συνέβη ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως ἡ ἰδέα ἡμῶν εἶναι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπάντησιν, ὅτι ὁσάκις τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον συνέταξε τὸν Βασιλικὸν λόγον, εὑρίσκεται ἐν τοῖς πράγμασιν, ὀφείλει ἡ μειοψηφία τῆς Βουλῆς νὰ κάμνῃ ἐκτεταμένην ἀπάντησιν ἐφ’ ὅλων τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει ὁ λόγος, διότι ἡ μειονοψηφία δὲν ἔχει ἄλλο μέσον νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὸν Βασιλέα τίνας ἀνάγκας ἔχει τὸ ἔθνος. Ὁπόταν ὅμως ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία συνέταξε τὸν Βασιλικὸν λόγον, δὲν εὑρίσκεται ἐν τοῖς πράγμασι, τότε ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, ἡ πρὶν ἀντιπολίτευσις, δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ συντάξῃ ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἐκτεταμμένην, διότι δύναται, ἀφ’ οὗ εἶναι ἐν τῇ ἐξουσίᾳ καὶ εἶναι σύμβουλος μάλιστα τῆς αὐλῆς, καθ’ ἑκάστην νὰ συμβουλεύῃ εἰς τὸν Βασιλέα τὰ δέοντα, καὶ νὰ ἐνεργῇ ἀκόμη ὅ,τι ἀπαιτεῖ τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους. Αὐτὸ ἐννοεῖ ἡ ἐπαρχία Γορτυνίας, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον (ἱλαρότης) Ἀλλά, κύριοι, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἡ πρώην ἀντιπολίτευσις εὑρισκομένη σήμερον ἐν τοῖς πράγμασι δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐκφέρῃ εὐχὰς, καὶ ἕτερος λόγος ὑπαγορεύει τὴν τυπικὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Ἐκ τῶν μακροσκελῶν ἀπαντήσεων, τῆς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας δὲν ἐβαρύνθη ν’ ἀναγνώσῃ πρὸς ὑμᾶς, ἐπείσθητε ἀδιστάκτως, κ. βουλευταί, ὅτι οἱ πομπώδεις λόγοι καὶ τὰ λαμπρὰ προγράμματα δὲν εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὠφελοῦν τὸ ἔθνος καὶ σήμερον ὀφείλομεν, ἐὰν σωφρονῶμεν, νὰ ἤμεθα πρακτικώτεροι, καὶ νὰ ζητῶμεν πράγματα καὶ οὐχὶ λόγους. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ἀρκετὰ συνεζητήθη ἡ ἀπάντησις. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἐφρόνει ὅτι ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις δὲν τὸ διεξῆγε καλῶς, καὶ ὅτι ὁ τίτλος, τὸν ὁποῖον αὐτὸς ἀνέλαβεν ὑπ’ εὐθύνην του καὶ διὰ λογαριασμὸν του, ἦτον ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νὰ σώσῃ τὴν Ἑλλάδα, τότε δὲν ἔπρεπε διὰ τῆς ψήφου του νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν πεσοῦσαν Κυβέρνησιν ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους· ὤφειλε νὰ διαμαρτυρηθῇ εὐθὺς, ὅταν ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἔδιδε τὰ μέσα εἰς τὴν πεσοῦσαν Κυβέρνησιν, ὅταν περιέβαλλα αὐτὴν διὰ τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης της, ὅταν ἐδέχετο, ὅτι ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ζήτημα· ἔπρεπε νὰ διαμαρτυρηθῇ καὶ νὰ εἴπῃ: δὲν εἶμαι σύμφωνος μὲ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἔχω ἰδίαν πολιτικὴν, τὴν πολιτικὴν τοῦ Πρωτοκόλλου. Οὐδέποτε ὅμως διεμαρτυρήθη καὶ ὁ μόνος ἦτο παραίτιος διὰ νὰ μείνῃ ἡ Κυβέρνησις. Πῶς λοιπὸν σήμερον, κύριε, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἔρχεσαι καὶ λέγεις λόγους, οἱ ὁποῖοι, ἐὰν δὲν προξενοῦν οὐδεμίαν ἄλλην ἐντύπωσιν, προκαλοῦν θυμηδίαν διὰ νὰ χάνωμεν τὸν καιρόν μας; Ποῖος εἶναι ὁ πολιτικὸς ἐκεῖνος κερδοσκόπος, ὁ ὁποῖος ἔθεσεν εἰς ἐνέργειαν τὸ ἐπάγγελμα αὐτὸ ἐντὸς τῆς Βουλῆς, παρὰ τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζει, ὅτι μία Κυβέρησις δὲν φέρεται καλῶς καὶ ὑποστηρίζει πάντοτε τυφλῶς αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν; Ἰδοὺ λοιπὸν ποῖος εἶναι ὁ πολιτικὸς κερδοσκόπος, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ κατέστρεψε τὴν πατρίδα του, ἐννοεῖ νὰ καταστρέψῃ καὶ τὴν ἐν γένει Ἑλλάδα. Αὐτὰ τὰ ὀλίγα, κύριοι, ἤθελα νὰ εἴπω διὰ νὰ ἐννοήσῃ τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι σήμερον ὁ καιρὸς τῶν κενῶν λόγων παρῆλθε, ὅτι σήμερον ἀπαιτοῦνται πράγματα, καὶ δὲν ἐπαναπαυόμεθα παντάπασιν εἰς τοὺς λόγους, οἱοιδήποτε καὶ ὅσον λαμπροὶ καὶ ἂν ἦναι οὗτοι.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἄλλος νὰ ὁμιλήσῃ. Ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Δηλιγιάννη: «Τὰ ὑπὸ τῶν μεγάλων Δυνάμεων ὁμοφώνως ἐν Βερολίνῳ ἀποφασισθέντα περὶ τῆς νέας ὁροθετικῆς γραμμῆς τοῦ Βασιλείου, ὁμοφώνως ὑπ’ αὐτῶν ἐτροποποιήθησαν, λόγῳ γενικοῦ Εὐρωπαϊκοῦ συμφέροντος, διὰ τοῦ προσδιορισμοῦ γραμμῆς ἄλλης, μεσημβρινωτέρας ἐκείνης, μηδὲ διὰ τῆς κοιλάδος τοῦ Θυάμιδος διηκούσης. Εἰς τὴν ὁμόφωνον ταύτην ἀπόφασιν τῶν μεγάλων Δυνάμεων, δὲν ἠδύνατο νὰ μὴν ὑποκύψῃ Κυβέρνησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἀφ’ οὗ τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα εὑρέθησαν διϊστάμενα πρὸς τὸ γενικὸν συμφέρον τῆς Εὐρώπης. Τὸ δὲ ὑπουργεῖον τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος ἀπεδέξατο τὴν ὑπὸ τῶν μεγάλων Δυνάμεων συστηθεῖσαν αὐτῷ γραμμήν, μεταβαλόν, κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς, τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν αὕτη, τῇ συστάσει αὐτοῦ, εἶχεν ἀποδεχθῆ. Καὶ ὑπὸ τῶν κατοίκων τῶν διὰ τῆς πράξεως ταύτης προσαρτηθεισῶν εἰς τὸ Κράτος Ἑλληνικῶν χωρῶν διετρανώθη τὸ ἐθνικὸν αἴσθημα, τὸ χαρακτηρίζον ἅπαν τὸ Ἑλληνικόν· ἡ δὲ δημοσία τάξις καὶ ἡσυχία ἐτηρήθη ἀμείωτος κατά τε τὴν κατάληψιν τῶν χωρῶν τούτων καὶ μετ’ αὐτήν, χάρις εἰς τὸ αἴσθημα τοῦτο καὶ εἰς τὴν ἐξαίρετον διαγωγὴν τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ». Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἑτέρα τροπολογία μοὶ ἐδόθη τώρα παρὰ τοῦ κ. Φιλαρέτου. (Ἀναγινώσκεται).
§43ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ποῦ θὰ τεθῇ αὐτὴ ἡ τροπολογία;
§44ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὴν ὑπέβαλον ὡς τροπολογίαν τῆς βʹ. παραγράφου· βλέπων ὅμως ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει πολλὴν διάθεσιν νὰ δεχθῇ τοιαύτην τροπολογίαν, τὴν χαρακτηρίζω καὶ τὴν ὑποβάλλω ὡς πρότασιν αὐτοτελῆ καὶ ὡς πόρισμα τῶν συζητήσεών μας ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος. Ἔχει δὲ ὡς ἑξῆς:
ΠΡΟΤΑΣΙΣ
Ὡς πόρισμα τῶν συζητήσεων ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος. Ἡ Βουλὴ, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ Ἑλληνοτουρκικὴ Σύμβασις τῆς 31 Μαρτίου 1881 δὲν ἱκανοποιεῖ τοὺς ἐθνικοὺς πόθους καὶ τὰς ἀνάγκας τῆς διαῤῥυθμίσεως τῶν συνόρων, ὑπεγράφη δὲ αὐθαιρέτως ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως ἐναντίον ῥητῆς ἐντολῆς, ἣν εἶχεν αὕτη λάβει ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας· ὅτι ἡ τότε Κυβέρνησις δὲν συνεκάλεσε τὴν Βουλὴν πρὸς ὑποβολὴν τῆς Συμβάσεως καὶ πρὸς νομοθετικὴν ἀφομοίωσιν τῶν νέων ἐπαρχιῶν, παραβιάσασα ῥητὰς τοῦ Συντάγματος διατάξεις· ὅτι ἀδικαιολογήτως καὶ διὰ προφανοῦς παραγνωρίσεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ προέβη εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς· ὅτι συνεβούλευσεν εἰς τὰ Στέμμα τὴν ἔκδοσιν Διαταγμάτων ἀντισυνταγματικῶν, ἀποδοκιμάζει τὴν πολιτικὴν τῆς τότε Κυβερνήσεως, καὶ διαμαρτύρεται κατὰ τῆς ἀντεθνικῆς λύσεως τοῦ μεθοριακοῦ ζητήματος.
§45ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ἦναι πρότασις αὐτοτελὴς, πρέπει νὰ τὴν συζητήσωμεν καὶ τότε νὰ τυπωθῇ.
§46ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη εἶναι βεβαίως πόρισμα τῶν μέχρι τοῦδε συζητήσεων· ἀλλ’ ἡ τάξις ἡ κοινοβουλευτικὴ ἀπαιτῇ νὰ συζητηθῇ ἰδιαιτέρως, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ προκαταλάβωμεν τοὺς ἀντιθέτους, μὴ γνωρίσαντες, ὅτι τοιαύτη πρότασις ἔμελλε νὰ ὑποβληθῇ ἤδη. Προτείνω λοιπὸν καὶ ἐγὼ νὰ τυπωθῇ ἡ πρότασις αὕτη καὶ νὰ συζητηθῇ ἰδιαιτέρως αὔριον, καὶ εἶμαι σύμφωνος μετ’ αὐτῆς, ἀλλὰ προτίθεμαι νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν τινὰ μικράν.
§47ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἀντιλέγω εἰς ὅσα ὁ κ. Δραγούμης εἶπε· νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ συζητηθῇ.
§48ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Πρέπει νὰ ἐκφρασθῇ ὁ κ. βουλευτὴς, ἐὰν ἐννοῇ ν’ ἀποτελέσῃ ἡ πρότασις αὕτη μέρος τῆς ἀπαντήσεως.
§49ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Ὄχι. (Ψηφίζεται τὸ σχέδιον τῆς εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἀπαντήσεως κατὰ παράγραφον καὶ κατὰ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως)
§50ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Αὔριον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν νὰ λάβουν θέσιν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει τὰ νομοσχέδια....
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ πρὶν διαλυθῇ ἡ συνεδρίασις νὰ κληρωθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ διὰ τὴν ἀπάντησιν. Ἐνεργεῖται κλήρωσις ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν κ. κ. Νομικοῦ καὶ Μανδάλου. Ἐξάγονται δὲ ἐκ τῆς κληρωτίδος τὰ ἑξῆς ὀνόματα: Ν. Λεβίδης, Διομ. Διαμάντης, Γ. Ἰακωβάτος, Σπ. Ἀντωνόπουλος, Ν. Βαλσαμάκης, Α. Μαυρομιχάλης, Περ. Καλαμογδάρτης, Μ. Δαμηράλης, Ρ. Ῥώμας καὶ Χ. Δουζίνας. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 6 μ. μ.