1882.03.17
2,362 rows · 18,845 words · 90 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 40
τῆς 17 Μαρτίου 1882.
Ὥρα 2 μ.μ.
(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ Τουρνάβου οἱ ἐθελονταὶ τοῦ ἐσωτερικοῦ γράφουσι πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, καὶ ἐξαιτοῦνται παρὰ τῆς Βουλῆς, ἵνα λάβῃ τὴν πρόνοιαν ὅπως ἀπολυθῶσιν ἐκ τοῦ στρατοῦ, ὡς ἀπελύθησαν καὶ οἱ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐθελονταί.
§2Ν. ΜΕΤΑΞΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος ἐθελονταὶ κατετάχθησαν εἰς τὸν στρατὸν ἀπὸ τῆς προκηρύξεως τῆς ἐπιστρατείας, ὅπως χύσωσι τὸ αἷμά των ὑπὲρ τῆς Πατρίδος· θεωρῶ δὲ πρέπον ν’ ἀπολυθῶσι, καθ’ ὅσον ἑκουσίως προσέφεραν ἑαυτοὺς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ. Δὲν ἐννοῶ δὲ νὰ ἀπολυθῶσιν οἱ ἐθελονταὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες κατετάχθησαν μετὰ τὴν ἐπιστρατείαν, καὶ μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς Συμβάσεως, διότι οὗτοι κατετάχθησαν ἐν γνώσει, ὅπως ὑπηρετήσωσι τριετῆ θητείαν, ἐν ᾧ οἱ πρῶτοι κατετάχθησαν προσκαίρως ὅπως ὑπηρετήσωσι τὴν Πατρίδα των, καὶ παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν κατόπιν εὑρέθησαν ὡρκισμένοι ἐπὶ τρία ἔτη, ἐνῷ ὡρκίσθησαν μὲ τὴν πεποίθησιν καὶ μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι θὰ ὑπηρετήσωσι ἐπὶ ἓν μόνον ἔτος. Ἑπομένως παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐγκρίνῃ τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν, ἥτις καὶ ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν περαιτέρω.
§3ΣΤ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη, κύριε Πρόεδρε, τῳόντι ἀφορᾷ εἰς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐθελονταὶ καὶ κατετάχθησαν ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης, ὅπως ὑπηρετήσωσι τὴν Πατρίδα. Καὶ πολλοὶ ὅμως ἀπόστρατοι, ἐπειδὴ ἐγνώριζον, ὅτι ἤθελον ἀπολυθῆ, ἅμα ἤθελε τελειώσει ἡ ἐκστρατεία, κατετάχθησαν εἰς τὴν Χωροφυλακήν· πρέπει λοιπὸν καὶ οὗτοι νὰ ἀπολυθῶσι. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ νὰ φέρῃ ἓν νομοσχέδιον περὶ τῆς ἀπολύσεως αὐτῶν, διότι εἶναι ἄδικος ἡ ἐπὶ πλέον κράτησις τούτων ἐν τῷ στρατῷ.
§4ΝΙΚΟΚΑΒΟΥΡΑΣ. Καὶ αὐτοὶ οἱ χωροφύλακες βεβαίως πρέπει ν’ ἀπολυθῶσι. (Θόρυβος).
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, τί ἀποφασίζει ἡ Βουλή; Νὰ στείλωμεν τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν;
§6ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν σταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν, δὲν θὰ τελειώσῃ ποτέ.
§8ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ σταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θὰ ἀποσταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Οἱ μετοικίσαντες εἰς Πικέρνην ζητοῦσι νὰ τοῖς παραχωρηθῇ γῆ ἐξ ὀγδοήκοντα στρεμμάτων. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν, διότι ζητοῦσι καὶ κἄποιον βοήθημα.
§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ ἀναφοραὶ, κύριε Πρόεδρε, παραπέμπονται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ νὰ τὰς παραπέμψῃ ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παραπέμπεται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Διάφοροι βουλευταὶ ὑποβάλλουσι νομοσχέδιον, περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρ. 3 τοῦ νόμου ΑΧΕ περὶ στρατιωτικῶν προβιβασμῶν. Ἕτεροι βουλευταὶ ὑποβάλλουσι νομοσχέδιον περὶ διανομῆς τῆς ἐγχωρίου περιουσίας Κερκύρας, καὶ περὶ ἐλαττώσεως τοῦ ἐλαίου ἐν Κερκύρᾳ. (Ὅρα παράρτημα).
§12ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί. Συνεπείᾳ παραγγελίας πρὸς ἐμὲ παρὰ τοῦ δημάρχου τοῦ δήμου Ἀδάμαντος, τοῦ συνοικισμοῦ τῶν μεταναστῶν Κρητῶν, ὑποβάλλω πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν αὐτοῦ, δι’ ἧς παρακαλεῖ καὶ ἐξ ὀνόματος τοῦ δημοτικοῦ Συμβουλίου, νὰ συστηθῇ εἰς τὴν Β. Κυβέρνησιν ἵνα ἄρῃ τὴν διαταχθεῖσαν ἀναστολὴν τῆς διαταχθείσης ἐκλογῆς βουλευτοῦ παρὰ τῆς πρώην Κυβερνήσεως, συμφώνως μὲ τὸ Ψήφισμα τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, καθόσον εἰς τὸν συνοικισμὸν τοῦτον ὑπάρχει πράγματι ὁ ἀπαιτούμενος πληθυσμὸς τῶν μεταναστῶν πρὸς ἐκλογὴν ἰδίου βουλευτοῦ. Ἑπομένως παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὴν Σ. ταύτην Βουλὴν, καὶ τὴν Σ. Κυβέρνησιν νὰ εὐαρεστηθῇ, ἡ μὲν Βουλὴ νὰ συστήσῃ τὴν ἀναφορὰν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ δὲ Κυβέρνησις νὰ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην πραγματικὴν εἰς τοὺς μετανάστας, καὶ νὰ μὴν τὸ πάθουν, ὅπως εἷς Κατῆς ἔπραττεν, ἤτοι, ἀφοῦ ἐδικαίονε τὸν ἔχοντα δίκαιον, ἐλάμβανε τὰ χρήματα ἀπὸ τὸν καταδικασθέντα, ἅπερ ἐμέτρα ἐπί τινος χαλκίνου δίσκου, καὶ τὸν μὲν ἦχον ἔδιδεν εἰς τὸν δικαιοῦχον, τὰ δὲ χρήματα, κατὰ τὸ Σερὺ, ἐκράτει διὰ λολαριασμόν του, λόγῳ ἀμοιβῆς τῆς δικαίας κρίσεως. Τουτέστιν νὰ μὴ δίδῃ τις μὲ τὸ ἓν χέρι τὸ δίκαιον, καὶ μὲ τὸ ἄλλο χέρι νὰ τὸ ἀφαιρῇ, καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν πιστεύω νὰ πράξῃ τοιοῦτον ἁμάρτημα. Ἂν ὅμως δὲν ὑπάρχῃ ὁ ἀπαιτούμενος πληθυσμὸς μεταναστῶν πρὸς ἐκλογὴν ἰδίου βουλευτοῦ, τότε βεβαίως δὲν ἔχουσι κανὲν δίκαιον νὰ παραπονοῦνται· ἀλλὰ πρέπει νὰ γείνῃ ἡ δέουσα ἔρευνα καὶ ἐξέτασις ἐκ τοῦ σύνεγγυς, ἐπιτοπίως, δι’ ἀκριβοῦς καταγραφῆς τῶν ἐνδημούντων δημοτῶν τοῦ δήμου Ἀδάμαντος. Καὶ ταῦτα, ὡς πρὸς ζήτημα τοῦ συνοικισμοῦ Ἀδάμαντος... Ἤδη ἔρχομαι ἐπὶ ἄλλου ἀντικειμένου, ἀξίου νὰ ἐφελκύσῃ τὴν ἰδιάζουσαν μέριμναν καὶ προσοχὴν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Κύριοι βουλευταί. Ὅμιλος ἀγωνιστῶν, πολυπαθημένων καὶ πεινασμένων, τὸν ἀριθμὸν 40, μὲ ἐπεφόρτισαν νὰ ὑποβάλλω τὴν ἀνὰ χεῖράς μου ἀναφορὰν των πρὸς τὴν Σ. ταύτην Βουλὴν, δι’ ἧς μὲ ἄλγος ψυχῆς παρακαλοῦν τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ὅπως εὐαρεστηθῇ καὶ συστήσῃ αὐτοὺς εἰς τὴν Β. Κυβέρνησιν, διὰ νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ τοῖς χορηγήσῃ σύνταξίν τινα, ὅπως προσπορίζωνται τοὐλάχιστον τὸν ἐπιούσιον ἄρτον, τοῦ ὁποίου καὶ ἀσπλάγχνως ἤδη στεροῦνται. Ἐπὶ τῇ ἀναφορᾷ ταύτῃ κἀγὼ γνωμοδοτῶ, ὅτι οἱ ἀγωνισταὶ οὗτοι δικαιοῦνται νὰ λάβωσί τινα σύνταξιν, ὅπως μὴ ἀποθάνωσι τῆς πείνης. Νομίζω δὲ καὶ ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ τέλος πρόνοιά τις ἐπαρκὴς ὑπὲρ τῶν ἀνδρῶν τοῦ μεγάλου ἀγῶνος, ἵνα μὴ ἐπὶ πλέον στερῶνται καὶ αὐτοῦ τοῦ ἄρτου, ὅπερ εἶναι οὐ μόνον ἐναντίον τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ καὶ παντὸς ὀφειλομένου αἰσθήματος φιλανθρωπίας, ἰδίως πρὸς ἄνδρας συντελέσαντας διὰ πάσης στερήσεως καὶ διὰ πάσης θυσίας πρὸς ἀποκατάστασιν τοῦ Βασιλείου τούτου.
§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὰ τῆς ἐκλογῆς Ἀδάμαντος προσεκλήθη ἡ προσοχὴ ἡμῶν εὐθὺς ὡς ἀνελάβομεν τὴν ἐξουσίαν. Ποίαν εἴχομεν γνώμην περὶ τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ δήμου Ἀδάμαντος, γινώσκει ἡ Βουλὴ ἐκ τῶν συζητήσεων κατὰ τὰς ἐξελέγξεις, οὐχ ἧττον διετάξαμεν καὶ πάλιν νὰ γείνῃ νέος ἔλεγχος τοῦ καταλόγου τῶν δημοτῶν. Καίτοι, κατὰ τὸν ἐκλογικὸν νόμον, δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ὁ ἀριθμὸς τῶν δημοτῶν, ἀλλ’ ὁ ἀριθμὸς ὁ ἐγγεγραμμένος ἐν τῇ ἀπογραφῇ τῇ δημοσιευθείσῃ ἀμέσως πρὸ τῶν γενικῶν ἐκλογῶν, ἡμεῖς ὅμως ἠθελήσαμεν ὄχι μόνον κατὰ τύπους, ἀλλὰ καὶ κατ’ οὐσίαν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα, διότι, ἐὰν ἀπεδεικνύετο, ὅτι ὁ δῆμος Ἀδάμαντος, καίτοι ἐν τῇ ἀπογραφῇ φαίνεται ἔχων πληθυσμὸν οὐχὶ ἀνώτερον τῶν 650 ψυχῶν, εἶχεν ὅμως ἀληθεῖς δημότας τὸν ἀριθμὸν πλείονας τῶν 2875, νομίζω, ὅστις ἀπῃτεῖτο διὰ νὰ ἔχῃ, κατὰ τὸν ἐκλογικὸν νόμον, τὸ δικαίωμα νὰ ἀντιπροσωπεύηται ἐν τῇ Βουλῇ, ἠθέλαμεν λάβει μέτρον τι, τοῦτο δὲ τῇ συμπράξει τῆς Βουλῆς. Ὡς ὅμως εἶχον τὰ πράγματα, ἐπεβάλλετο ἡμῖν τὸ καθῆκον νὰ ἀναστείλωμεν τὴν διαταχθεῖσαν ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ ἐκλογήν, ταὐτοχρόνως δὲ ἐπὶ τῇ πεποιθήσει εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἴχομεν καὶ κατὰ τὰς ἐξελέγξεις, ὅτι ὁ πληθυσμὸς τοῦ δήμου Ἀδάμαντος δὲν ἦτο ἐπαρκὴς διὰ τὴν ἐκλογὴν βουλευτοῦ, καὶ ἐκ τῆς ἐπιθυμίας, ὅπως πραγματοποιηθῇ τῶν ἐν Ἑλλάδι μεταναστῶν Κρητῶν ἡ ἀντιπροσωπεία, διεσκεπτόμεθα περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἠδυνάμεθα νὰ συναθροίσωμεν τὰς ψήφους οὐ μόνον τῶν ἐν τῷ δήμῳ Ἀδάμαντος μεταναστῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐν τοῖς ἄλλοις δήμοις, διὰ τρόπου, ὅστις ν’ ἀπαρτίζῃ ἀριθμὸν ἱκανὸν Κρητῶν, ὅστις νὰ δύναται ν’ ἀντιπροσωπεύηται ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐν τῷ μέσῳ ὅμως τῆς διασκέψεως ἡμῶν ταύτης ἐλάβομεν ἀναφορὰν ὁμοίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν, ἀπευθυνομένην πρὸς τὴν Βουλήν, ἀνεκοίνωσε πρὸς ὑμᾶς πρὸ ὀλίγου, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἁγυιᾶς. Ἐν τῇ ἀναφορᾷ ταύτῃ, ἐνῷ ἐκφράζεται τὸ παράπονον διὰ τὴν ἀναστολὴν τῆς διατεταγμένης ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς, καὶ ζητεῖται παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἀνάκλησις τοῦ μέτρου τούτου, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως διαῤῥήδην ἐκφράζονται οἱ τοῦ δήμου Ἀδάμαντος κατὰ παντὸς μέτρου, τὸ ὁποῖον ἤθελε περιλάβει αὐτοὺς ἐν ἐκλογικῇ περιφερείᾳ πάντων ἢ πολλῶν ἄλλων ἐν Ἑλλάδι ἐγκατεσταμένων μεταναστῶν Κρητῶν· λέγουσιν, ὅτι ἂν πρόκηται νὰ ἀντιπροσωπεύηται εἰς τὴν Βουλὴν μέγας ὅμιλος μεταναστῶν Κρητῶν ἐν Ἑλλάδι, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ συγχωνευθῇ ἐν τῷ ἀριθμῷ τῷ εὐρυτέρῳ καὶ ὁ δῆμος Ἀδάμαντος, οὗτοι οὐδόλως ἐπιθυμοῦσι τοιαύτην ἀντιπροσωπείαν, καὶ προτιμῶσιν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ ψηφίζωσι μετὰ τῆς ἐπαρχίας Μήλου. Ἐπειδὴ δὲ ἐν πάσῃ ἀποφάσει, εἰς τὴν ὁποίαν ἠθέλομεν προβῆ περὶ καταρτισμοῦ ἐκλογικῆς περιφερείας τῶν ἐν Ἑλλάδι μεταναστευσάντων Κρητῶν, ὁ δῆμος Ἀδάμαντος θὰ κατεῖχε θέσιν κυριωτάτην, ἡ τοιαύτη ἀπόκρουσις παρὰ τοῦ δήμου τούτου τῆς συμπεριλήψεώς του ἐν ἐκλογικῇ περιφερείᾳ τῶν μεταναστῶν Κρητῶν καθιστᾷ τὸν καταρτισμὸν αὐτῆς λίαν δυσχερῆ· διότι, ἐὰν ἀπεφασίζομεν, ὅπως προτείνωμεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον χορηγοῦν εἰς τοὺς ἐν Ἑλλάδι μεταναστεύσαντας Κρῆτας νὰ ἀντιπροσωπεύωνται, ἀλλὰ δὲν συμπεριλαμβάνομεν ἐν τῷ ἀριθμῷ τῶν μεταναστευσάντων ἐν Ἑλλάδι Κρητῶν, τῶν ἀποκτώντων τὸ δικαίωμα τοῦτο, καὶ τοὺς Κρῆτας τοῦ Ἀδάμαντος, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ θεωρηθῇ ἡ τοιαύτη ἐκλογικὴ περιφέρεια ὡς ἀνταποκρινομένη πρὸς τὸν σκοπὸν, πρὸς τὸν ὁποῖον συνιστᾶται. Αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τῶν πραγμάτων σήμερον, κατόπιν τῆς ἀναφορᾶς τῶν Κρητῶν τοῦ Ἀδάμαντος.
§14ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι, ὑποθέτω ὅτι κατ’ αὐτὰς πρόκειται νὰ ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους.
§15ΚΑΛΛΙΓΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα, τώρα ἀμέσως θὰ τὸν ὑποβάλω.
§16ΦΩΤΗΛΑΣ. Πρὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔχω νὰ προτείνω δύω παρακλήσεις εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας καὶ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, παρακλήσεις, αἱ ὁποῖαι συνδέονται μὲ τὰ συμφέροντα τῆς Ἐπαρχίας μου. Προκειμένου δὲ, κύριοι, περὶ συμφέροντος ἐπαρχιακοῦ, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐπιστήσητε ὅλοι τὴν προσοχήν σας, διότι δὲν ἀφορᾷ ἐμὲ μόνον ἀλλὰ καὶ ὅλους ὑμᾶς, καθότι ὅλοι σεῖς ἐνδιαφέρεσθε διὰ τὰ ἐπαρχιακά σας συμφέροντα, ἐνδιαφέρεται δὲ ὁλόκληρον τὸ Κράτος διὰ τὰ συμφέροντα ἑκάστης ἐπαρχίας. Ἀποτείνω λοιπὸν πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τὴν παράκλησιν νὰ ζητήσῃ, ἔστω καὶ τηλεγραφικῶς, νὰ λάβῃ θετικὰς πληροφορίας περὶ τῶν μαθητῶν τῶν ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου καταγομένων καὶ ἐγγεγραμμένων εἰς τὰ δύω γυμνάσια τῶν Πατρῶν, εἰς τὸ γυμνάσιον τῆς Τριπόλεως, εἰς τὸ γυμνάσιον τοῦ Πύργου καὶ εἰς τὰ γυμνάσια τῶν Ἀθηνῶν. Ἡ ἐπαρχία μου, κύριοι Βουλευταὶ, κατοικεῖται ὑπὸ 50–60 χιλιάδων ψυχῶν, εἶναι ἐπαρχία ὄχι πλουσία, διότι δὲν ἔχει παραγωγὴν, δὲν εἶναι ἐπαρχία ἔχουσα ἐμπόριον ἢ βιομηχανίαν τινὰ, καὶ ὡς τοιαύτη ἐπαρχία ἔχει τὴν ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς καὶ ὑποστηρίξεως τῆς Κυβερνήσεως. Αἱ ἐπαρχίαι, αἱ ἔχουσαι παραγωγὴν, αἱ ἔχουσαι ἐμπόριον, αἱ ἔχουσαι βιομηχανίαν τινὰ, δὲν ἔχουσι πολλὴν ἀνάγκην ὑποστηρίξεως καὶ συνδρομῆς τῆς Κυβερνήσεως. Αἱ Πάτραι δὲν ἔχουν ἀνάγκην τῆς ὑποστηρίξεως τῆς Κυβερνήσεως καὶ δὲν ἔτυχον τοιαύτης, μάλιστα ὡς πρὸς τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, ὧν εἶχον ἀνάγκην, ἔχουσιν ὅμως παραγωγὴν μεγάλην, ἐμπόριον καὶ βιομηχανίαν. Αἱ Πάτραι ἔχουσιν ἓν γυμνάσιον, ὑπάρχουσι δὲ ἐκεῖ καὶ πολλὰ ἰδιοσυντήρητα Λύκεια, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ πλούσιοι τῶν Πατρῶν δύνανται νὰ ἐκπαιδεύωσι τὰ τέκνα των· καὶ ἐν τούτοις, ἐνῷ — καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν ὁμολογίαν τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν Πατρῶν — ἡ ἐπαρχία τῶν Πατρῶν δὲν ἔχει ἀνάγκην δευτέρου γυμνασίου, διότι ὑπάρχουσι διάφορα ἰδιοσυντήρητα ἐκπαιδευτήρια ἐν Πάτραις, ἡ Κυβέρνησις συνέστησε καὶ δύω τάξεις δευτέρου γυμνασίου. Ἡ ἐπαρχία μου κατοικεῖται, ὡς σᾶς εἶπον, ὑπὸ 50,000 κατοίκων, καὶ ἀναγκάζονται οἱ δυστυχεῖς κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας μου νὰ στέλλουν τὰ τέκνα των εἰς τὰς διαφόρους πόλεις τῆς Ἑλλάδος νὰ ἐκπαιδεύωνται. Λοιπὸν ἐρωτῶ ὅλους ὑμᾶς ὡς καὶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ μᾶς εἴπωσιν ἐὰν δὲν ἦναι μέγα ἀδίκημα αὐτὸ τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῶν Καλαβρύτων. Διατί ἡ ἐπαρχία τῶν Καλαβρύτων, ἡ ὁποία ἔχει 50,000 κατοίκους καὶ καταβάλλει τόσους φόρους νὰ στερῆται ἑνὸς γυμνασίου καὶ ἐν τούτοις εἰς τὰς Πάτρας νὰ ἦναι συστημένον καὶ δεύτερον γυμνάσιον, ἐνῷ, ὡς σᾶς εἶπον, αἱ Πάτραι ἔχουσι διάφορα ἰδιοσυντήρητα ἐκπαιδευτήρια εἰς τὰ ὁποῖα ἐκπαιδεύονται; Θὰ παρακαλέσω ἑπομένως τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ λάβῃ μίαν πληροφορίαν καὶ νὰ ἴδῃ πόσοι μαθηταὶ ἐκ τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων ὑπάρχουσιν εἰς τὰ διάφορα Γυμνάσια τοῦ Κράτους, καὶ ἐὰν ἐγκρίνῃ, ὅπως αἱ δύω τάξεις τοῦ Γυμνασίου αἵτινες ὑπάρχουσιν εἰς τὴν ἐπαρχίαν Πατρῶν, συστηθῶσιν εἰς τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων. Δεύτερον, εἰς ὅλην τὴν ἐπαρχίαν τῶν Καλαβρύτων, ὅπως εἶπε καὶ ὁ κ. Πετιμεζᾶς, κατοικουμένην ἀπὸ 50 χιλιάδας πληθυσμὸν, ὑπάρχουσι τέσσαρα εἰρηνοδικεῖα. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὥστε νὰ συστηθῇ ἕτερον εἰρηνοδικεῖον εἰς τὸν δῆμον Νωνάκριδος, καὶ δεύτερον εἰρηνοδικεῖον εἰς τὸν δῆμον Κλειτορίας καὶ Λευκασίου, οἵτινες ἔχουσι πληθυσμὸν ἄνω τῶν 10 χιλιάδων κατοίκων.
§17Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Τὴν προσεχῆ Κυριακὴν ἐνεργεῖται, ὡς γνωστὸν, ἡ ἐπαναληπτικὴ ἐκλογὴ Βάλτου. Πολλὰ δὲ ἐκεῖθεν προερχόμενα τηλεγραφήματα ἐπαναλαμβάνουσιν, ὅτι πολλὰ ἐνεργοῦνται τὰ ἔκθεσμα ἐκ μέρους δημοτικῶν τινων ἀρχόντων, πολλὰ δὲ καὶ τὰ σκανδαλώδη ἐκ μέρους φυγοδίκων, μενόντων ἀκαταδιώκτων, ὥστε νὰ ἀλλοιωθῇ παρανόμως τῆς ἐπαρχίας τὸ φρόνημα. Προσάγω λοιπόν τινα τῶν τοιούτων τηλεγραφημάτων καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀνάγνωσιν αὐτῶν, παρακαλῶ δὲ καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ ὅσα ὀφείλει καὶ ὑποχρεοῦται νὰ λάβῃ μέτρα πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐκλογῆς.
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ἀναγνωσθῶσι, κ. Πρόεδρε, τὰ τηλεγραφήματα. (Ἀναγινώσκονται).
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἓν τηλεγράφημα ἔλαβον μόνον παρὰ τοῦ κ. Βαλτινοῦ περὶ τοῦ δημάρχου Ἐχίνου, οὐχὶ Ἀμβρακίας, ἤτοι περὶ τοῦ δημάρχου ἑτέρας ἐπαρχίας, ὅστις μετέβη ἐκ τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης εἰς τὴν ἐπαρχίαν Βάλτου. Ἐτηλεγράφησα ἀμέσως πρὸς τὰς ἁρμοδίας Ἀρχὰς τὰ εἰκότα, ἀνεκοίνωσα τὰς γενομένας μοι παραστάσεις καὶ προσεκάλεσα τὰς Ἀρχὰς νὰ μὲ πληροφορήσωσι περὶ τῶν γενομένων καὶ νὰ πράξωσι καὶ αὗται ὅ,τι εἰς αὐτὰς ἀνήκει. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ ἄλλα τηλεγραφήματα, οὐδὲν ἔλαβον οὔτε παρὰ τοῦ κ. Βαλτινοῦ, οὔτε παρὰ τῆς ἐν Βάλτῳ Ἀρχῆς, οὐδὲν δὲ ἄλλο παράπονον διεβιβάσθη μοι παρὰ αὐτὸ, τὸ ἀφορῶν εἰς τὸν δήμαρχον τῆς γειτνιακῆς ἐπαρχίας. Ἤδη, κύριοι, θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, ἀφορῶν εἰς τὴν ἀναβολὴν τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τῶν προξενικῶν Ἀρχῶν, μέχρι 1 προσεχοῦς Ὀκτωβρίου. Ὡς γινώσκετε, ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου τούτου εἶχεν ἀναβληθῆ μέχρι 1 Ἰανουαρίου τρ. ἔτους, ἔκτοτε δὲ ἀνεβλήθη πάλιν διὰ νομοθετικοῦ Διατάγματος. Ἐννοεῖται, ὅτι τὸ νομοθετικὸν τοῦτο Διάταγμα, καὶ κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατὰ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, μετὰ τὴν χθεσινὴν ἀπόφασίν της, οὐδὲν ἔχει, οὐδὲ δύναται ν’ ἀποκτήσῃ κῦρος· ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θέλομεν ψηφίσει περὶ τῆς ἀναβολῆς τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ἕως τοῦ Ὀκτωβρίου, νὰ ἦναι οὕτω διατετυπωμένον, ὥστε νὰ ἔχῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν μέχρι τῆς 1 Ἰανουαρίου, ἵνα ἀποφύγωμεν τὰς δικαστικὰς περιπλοκάς. Ἠθέλομεν ἐφαρμόσει τὸν νόμον εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν ἀνελάβομεν τὴν ἐξουσίαν, ἂν τοῦτο δὲν ἦτο ἀδύνατον, διότι τὰ Διατάγματα, τὰ πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου τούτου, τὰ παρ’ αὐτοῦ προβλεπόμενα, δὲν ἦσαν παρεσκευασμένα, προσέτι δὲ ἀπαιτεῖται καὶ χρόνος πρὸς ἐγκατάστασιν τῶν κεκτημένων τὰ προσόντα νέων προσώπων, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ νόμου ἀποκτῶσι τὴν μονιμότητα. Ὡς ἐκ τούτου, ἐξελέξαμεν τὴν πρώτην Ὀκτωβρίου, τουτέστιν ἐποχὴν παρέχουσαν πρὸς παρασκευὴν τῆς ἐφαρμογῆς χρονικὸν διάστημα ἑξάμηνον. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει οὕτω: (Ἀναγινώσκεται). (Ὅρα παράρτημα). Παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, συνάμα δὲ παρακαλῶ τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ τὸ ἐπιψηφίσωμεν τὸ ταχύτερον, ὅπως παύσῃ ἡ ὑφισταμένη ἔκρυθμος κατάστασις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.
§20ΨΥΛΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ καλέσητε τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ νὰ συνέλθῃ καὶ κάμῃ τὰς ἀρχαιρεσίας της.
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν συνῆλθεν ἔτι, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται ν’ ἀποφασίσῃ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἄνευ τῆς γνωμοδοτήσεως τῆς Ἐπιτροπῆς.
§22ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοσοῦτο μᾶλλον, ὅσον προσεχῶς θέλω ὑποβάλει καὶ ἄλλο νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, τροποποιοῦν τινας τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, οὗ τινος ἀναβάλλεται ἡ ἰσχὺς, καὶ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ νεωτέρου νομοσχεδίου, δύναται καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ἐκθέσῃ τὰς περὶ τοῦ νόμου σκέψεις αὑτῆς, καὶ ἡ Βουλὴ ἀνετώτερον νὰ ἐξετάσῃ τὰ περὶ τούτου.
§24ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἀντιλέγομεν, κύριε Πρόεδρε, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλε, καὶ ἄνευ τῆς γνώμης τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις νὰ γείνῃ μετὰ τὴν ἐκτύπωσιν καὶ διανομὴν αὐτοῦ.
§25ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§26ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ δήμαρχος Πατρέων κ. Θάνος Κανακάρης μοὶ ἔπεμψε προχθὲς ἔγγραφον ἡμιεπίσημον, δι’ οὗ μὲ παρακαλεῖ νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἑξῆς ὑπόθεσιν. Γνωρίζετε ὅλοι, ὅτι ἡ πόλις τῶν Πατρῶν εἶναι ἡ ἐμπορικωτέρα πόλις καὶ παρέχει εἰς τὸ Κράτος τοὺς σπουδαιοτέρους φόρους. Ὁ ἐμπορικὸς σύλλογος Πατρῶν ἐπρότεινε καὶ τὸ δημοτικὸν Συμβούλιον καθὼς καὶ ὁ κ. δήμαρχος παρεδέχθησαν καὶ παρακαλοῦν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως αὕτη χορηγήσῃ εἰς τὸν δῆμον Πατρέων ἕν γήπεδον, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ ἀναφορᾷ ὁρίζεται, πρὸς οἰκοδόμησιν Χρηματιστηρίου. Θὰ ἦτο περιττὸν νὰ προσθέσω πλειότερα· διότι καὶ τὰ δικαιώματα τῆς χώρας καὶ ἡ ἱκανότης τοῦ νῦν Δημάρχου συνιστῶσι τὸ ἔργον τοῦτο. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι καὶ οἱ προκάτοχοι Δήμαρχοι ἀπὸ τοῦ μακαρίτου Ἰωάννου Μπουκαούρη ἐξεπλήρωσαν τὰ καθήκοντά των, ἀλλ’ ὁ κ. Θάνος Κανακάρης εἰς διάστημα ὀλιγίστου χρόνου ἀνώρθωσεν, οὕτως εἰπεῖν, τὴν πόλιν τῶν Πατρῶν, διότι κατεσκεύασε δύω ὡραίας ἀγορὰς καὶ ἓν Παρθεναγωγεῖον, ἵδρυσεν ἓν Νεκροταφεῖον, καλλίτερον τοῦ ὁποίου ἴσως δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν Ἑλλάδα, συγχρόνως δὲ καὶ τοὺς δρόμους τοὺς ἐντὸς τῆς πόλεως καὶ τοὺς ἔξω ἐπίσης τοὺς ἐπεσκεύασε καὶ νέους ἐσχημάτισε, ἤδη δὲ κατασκευάζει τὴν αἱμασιὰν, ἤτοι τὸν παράλιον δρόμον, ὅστις θὰ φθάσῃ μέχρι πολὺ μακρὰν τῶν Πατρῶν· πρὸς δὲ τούτοις συνεννοήθη μὲ τὴν Ἑταιρίαν τοῦ ἱπποσιδηροδρόμου, ὥστε θὰ τεθῇ ἤδη εἰς ἐνέργειαν καὶ ἱπποσιδηρόδρομος ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς πόλεως Πατρῶν. Ὅλα λοιπὸν ταῦτα συντελοῦσιν, ὥστε ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ νὰ παραχωρήσωσιν αὐτῷ τὸ γήπεδον πρὸς οἰκοδομὴν Χρηματιστηρίου ἐν τῇ πόλει τῶν Πατρῶν. Πρὸς τούτοις ὁ κ. δήμαρχος Πατρέων συνιστᾷ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν, ὅπως τὸ ταχύτερον ψηφισθῇ νόμος περὶ ζυγιστικῆς. Δεύτερον, κύριοι, ἐπηρώτησε πρό τινων ἡμερῶν ἔντιμος συνάδελφός μου, εἰς ποίαν στάσιν εὑρίσκεται ἡ Σύμβασις περὶ τοῦ προϊόντος τῆς σταφίδος· εἶναι περιττὸν νὰ τὸ συστήσω καὶ ἐγὼ, διότι πιστεύω ὅτι οἱ Βουλευταὶ ὅλων τῶν Ἐπαρχιῶν γνωρίζουν, ὅτι τὸ προϊὸν τοῦτο εἶναι τὸ κύριον προϊὸν, τὸ ὁποῖον συντελεῖ καὶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν ὅλων τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν. Ἐπειδὴ δὲ μοῦ γράφουν πολλοὶ ἐκ Πατρῶν, ὀφείλω καὶ ἐγὼ νὰ ὑπομνήσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ σπεύσῃ τὸ ταχύτερον πρὸς συνομολόγησιν συμβάσεως μεταξὺ Γαλλίας καὶ Ἑλλάδος, καθόσον ἀφορᾷ τὸν σταφιδοκαρπόν. Κατά τινας δὲ ἐπιστολὰς ἐξ Εὐρώπης, ὑφίσταται πρὸ καιροῦ ἤδη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως αὕτη παραδεχθῇ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν οἴνων τῶν Γαλλικῶν, τὸ ὁποῖον καὶ ὑπὸ ἄλλας ἐπόψεις θὰ ἦναι ὠφέλιμον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἰδίως δὲ διότι θὰ καταργηθῇ ἢ θὰ ἐλαττωθῇ κατὰ πολὺ ὁ δασμὸς τῆς σταφίδος ἐν Γαλλίᾳ. Σήμερον ἔγεινε λόγος ἐδῶ καὶ ἀνεγνώσθησαν τηλεγραφήματα περὶ Βάλτου. Χθὲς εἶδον καὶ ἐγὼ μὲ ἀπορίαν μου εἰς μίαν ἐφημερίδα ἕν ἄλλο τηλεγράφημα. Ἐγὼ, κύριοι, ἐνθυμεῖσθαι δὲν κατέκρινα τὸν κ. Βαλτινὸν διότι ἀνώρυξε φρέαρ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ του, ἀλλ’ εἶπον ὅτι μία Κυβέρνησις τότε εἶναι κατακριτέα, ὅταν εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν μεταθέτει ὑπαλλήλους ἢ δημιουργεῖ δημόσια καταστήματα. Τὸ τηλεγράφημα λοιπὸν τὸ χθεσινὸν ἀναφέρει πρὸς τοῖς ἄλλοις, ὅτι σχηματίζεται ἤδη εἰς τὰς παραμονὰς τῆς ἐκλογῆς Βάλτου, ἀπὸ τὴν νῦν Κυβέρνησιν σχολεῖον ἐκεῖ, φέρει δὲ τὸ Διάταγμα τὴν ὑπογραφὴν τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ.
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργό.). Μὲ ὑπογραφὴν ἰδικήν μου βεβαίως ὄχι.
§28ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς τούτοις, κύριοι, περιμένω μίαν ἀπάντησιν ἀπὸ τὸν κ. νῦν Πρωθυπουργόν. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι πρό τινων ἡμερῶν, προκειμένου περὶ τῶν Διαταγμάτων, ἐλέχθη ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, ὅτι ὁ κ. νῦν Πρωθυπουργὸς εἰς τὴν περυσινὴν Βουλὴν εἶχεν ἐκφρασθῆ ἄλλως πως παρ’ ὅτι ἐκφράζεται σήμερον· ὁ κ. Τρικούπης μοὶ ἀπήντησεν, ὡς ἐνθυμεῖσθε ὅτι θέλει περὶ τούτου ἐξηγηθῆ ὅτι δηλαδὴ δὲν εἶναι ἀντίφασις.
§29ΤΙΝΕΣ. Αὐτὰ παρῆλθον πλέον.
§30ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Περιμένω νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ ἂν ἦναι ἢ ἂν δὲν ἦναι εἰς ἀντίφασιν. Τὸ ὀφείλει.
§31ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ὅλαι αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις, ἐμφορούμεναι ὑπὸ χριστιανικῶν καὶ φιλανθρωπικῶν αἰσθημάτων, ἐθεώρησαν ἀείποτε καθῆκον ἑαυτῶν, ὁσάκις ἔκτακτα δυστυχήματα κοινωνικὰ ἐπέφερον ἀνεπανορθώτους ζημίας νὰ προσέρχωνται καὶ νὰ χορηγῶσι συνδρομάς τινας εἰς τὰ θύματα. Νομίζω, κύριοι, ὅτι οὔτε σεισμός, οὔτε πλήμμυρα, οὔτε πυρκαϊὰ συνέβη ποτὲ, χωρὶς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ χορηγήσῃ καὶ αὐτὴ περίθαλψίν τινα εἰς τὰ θύματα τῶν τοιούτων δυστυχημάτων. Τοιοῦτον, κύριοι, δυστύχημα συνέβη κατὰ τὸν παρελθόντα Αὔγουστον καὶ ἐν Τριπόλει. Πυρκαϊὰ, ἐκραγεῖσα νύκτα τινὰ, ἀπετέφρωσε μέγα μέρος τῆς πόλεως, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπῆρχον 80 περίπου καταστήματα ἐμπορικὰ καὶ βιομηχανικὰ καὶ πλῆθος οἰκιῶν. Οἱ κατοικοῦντες εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, ὧν τινες μὲν εὔποροι, ἄλλοι δὲ ἐντίμως ἐκ τοῦ ἔργου τῶν ἐπιζῶντες, περιῆλθον ἅπαντες εἰς τὴν ἐσχάτην πενίαν καὶ ἀθλιότητα ἕνεκα αὐτοῦ τοῦ δυστυχήματος. Τινὲς, κύριοι, τῶν παθόντων ὑποβάλλουσιν εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν, δι’ ἧς ζητοῦσι καὶ αὐτοὶ νὰ γείνῃ χρῆσις τῆς γενναιοδωρίας τῆς Κυβερνήσεως, ὁποία πάντοτε εἴθισται, καὶ σημειώσατε ὅτι οἱ ἀναφερόμενοι, ὡς ἔχοντες ἐν τῷ ἐμπρησθέντι τμήματι οἰκίαν μεγάλης ἀξίας καὶ πλήρη οἰκιακῶν ἀποσκευῶν, ὑπέστησαν ἐντελῆ ἐκ τῆς πυρκαϊᾶς καταστροφήν· εἶναι αἱ οἰκογένειαι Πετροπούλου καὶ Παπαζαφειροπούλου. Ὑποβάλλων λοιπὸν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, παρακαλῶ νὰ συστηθῇ στενῶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἔλθῃ αὕτη εἰς ἀρωγὴν καὶ ἀνακούφισίν τινα τῶν δυστυχῶν.
§32ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ συστηθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§33ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐὰν ὑπέστη ἐπαρχία τοῦ Κράτους καταστροφὰς, ἐὰν ὑπέστη ἐπαρχία τοῦ Κράτους ὄλεθρον, ἐὰν ὑπέστη ἀλλοίωσιν ἐν γένει τῆς ἐξωτερικῆς αὐτῆς περιχαροῦς πρότερον ὄψεως καὶ μετεβλήθη εἰς ἔρημον, εἶναι ἡ ἐπαρχία τῆς Τροιζηνίας. Τίς ἐξ ὑμῶν, εἴτε ὡς αὐτόπτης εἴτε ἐξ ἀκοῆς δὲν ἐγνώριζε τοὺς κήπους, τοὺς εὐώδεις κήπους τῆς ἐπαρχίας Τροιζηνίας, τοὺς λεμονεῶνας καὶ πορτοκαλλεῶνας καὶ τὰ ἄλλα ἀνθηρὰ καὶ εὐώδη ἀειθαλῆ δένδρα; Τίς ἐξ ὑμῶν δὲν ἤκουσεν εἴτε δὲν ἐγνώρισεν ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ὅτι, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ὑπάρξῃ τερπνότερος τόπος ἐν τῷ κόσμῳ, δὲν ἦτο παρὰ οἱ κῆποι τοῦ Πόρου, ὑπὸ τοὺς ὁποίους, ἀπὸ τῆς εὐωδίας τῶν ἀνθέων καὶ ἀπὸ τὴν δροσερὰν σκιὰν, δὲν ἠδύνατο εἰμὴ νὰ θεωρῇ ἑαυτὸν ὅτι εὑρίσκεται οἱονεὶ εἰς ἐπίγειον παράδεισον; Σήμερον δὲ ποία εἶναι ἡ θέσις τῆς ἐπαρχίας; Νόσος φθοροποιὰ πρὸ ἐτῶν κατέστρεψε τὰ αἰώνια αὐτὰ δένδρα, λεμονόδενδρα 100 καὶ πλέον ἐτῶν, καὶ ἐκεῖ ὅπου πρότερον ἀκτὶς ἡλίου δὲν εἰσέδυεν καθ’ ἅπαν τὸ θέρος, σήμερον δὲν ὑπάρχει οὔτε χόρτον, διότι καίει ὁ ἥλιος. Καὶ ποία Κυβέρνησις ἐφρόντισε περὶ ἀνακουφίσεως τῶν δυστυχῶν τούτων ἰδιοκτητῶν; Ἐπιπλέον δὲ εἰς ἐπαύξησιν τοῦ ὀλέθρου προσετέθη καὶ τοῦτο· ὤφειλόν τινες τῶν ἰδιοκτητῶν εἰς τὴν Τράπεζαν, καὶ ὡς εἰκὸς δὲν ἠδύναντο ὡς ἐκ τῆς καταστροφῆς νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων· συνεποσώθησαν οἱ τόκοι εἰς κεφάλαιον καὶ ἤδη ἀπὸ 6 μηνῶν ἡ Τράπεζα ἤρχισεν ἀνηλεῶς νὰ πλειστηριάζῃ τὰ κτήματα αὐτῶν, τὰ ὁποῖα, ἐνῷ πρότερον οὐδὲ μὲ 100 χιλιάδας δραχμὰς ἠδύνατό τις νὰ τὰ ἀγοράσῃ, σήμερον οὐδὲ ἀντὶ τριῶν χιλιάδων δραχμῶν δύνανται νὰ πωληθῶσιν, οἱ δὲ ἰδιοκτῆται αὐτῶν εὑρίσκονται ῥακένδυτοι καὶ ὀφείλουν ἔτι εἰς τὴν Τράπεζαν, διότι μετὰ τὴν ἐκποίησιν τῶν κτημάτων τούτων πάλιν ἔμειναν ὀφειλέται, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ὁ ὁποῖος γνωρίζει κάλλιστα τὴν καταστροφὴν ταύτην. Καὶ τὸ μὲν κτῆμα τοῦ κ. Κουμουνδούρου κατεστράφη, ἀλλ’ οὗτος ἀντέσχεν, πλὴν οἱ δυστυχεῖς ἄλλοι τί ἠδύναντο νὰ πράξωσι; Ἄν λοιπὸν πρόκειται περὶ ἐπικουρίας καὶ ἀντιλήψεως δυστυχῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις συμπολιτῶν ἡμῶν ὀφείλετε νὰ λάβητε, ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ἐπαρχίαν ταύτην ἐκ τῆς ὁποίας πᾶσα πρὸς αὐτὴν βοήθεια δὲν θέλει εἶσθαι ἀλυσιτελὴς διὰ τὸ Δημόσιον· διότι, διδομένης τῆς βοηθείας πρὸς ἀναφύτευσιν τῶν κήπων ἐκείνων, θέλει εἰσπράττει καὶ τὸ Δημόσιον φόρον ἐκ τῶν προϊόντων. Ταῦτα εἶναι τὰ δυστυχήματα, τὰ ὁποῖα ὑπέστη ἡ ἐπαρχία Τροιζηνίας, ἀκόμη δὲ καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ἀπηγορεύθη ἡ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς εἰσαγωγὴ δένδρων πρὸς ἀποφύτευσιν τῶν περιβολίων· κατήντησαν νὰ ἀγοράζωνται δένδρα ἀντὶ 5 καὶ 6 δραχμῶν τὸ ἓν ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ, ἐνῷ πρότερον εἶχον πεντήκοντα λεπτὰ ἐρχόμενα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Λοιπὸν, ἂν πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ συμπάθειαν καὶ ἑπομένως θελήσῃ νὰ βοηθήσῃ τὰς τοιαύτας περιστάσεις, πρέπει νὰ μὴν παραλείψῃ καὶ τὴν ἐπαρχίαν Τροιζηνίας, δίδουσα αὐτῇ ἓν χορήγημα ἐκ δρ. 50,000, ἢ τοὐλάχιστον νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ ἀπαγόρευσις τῆς εἰσαγωγῆς τῶν λεμονοδένδρων δὲν ἔχει οὐδένα λόγον, διότι ἡ φυλοξήρα δὲν μεταδίδεται διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν δένδρων, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀτμοσφαίρας. Καὶ ἰδοὺ, κύριοι, εἰς τὸν Πόρον δὲν ἦλθον ἐκ τῆς Ἰταλίας δένδρα ποτὲ καὶ ἐντούτοις τὸ κτῆμα τοῦ κ. Κουμουνδούρου προσεβλήθη πρῶτον.
§34ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἦτο φυλοξήρα.
§35ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Λοιπὸν προτείνω ὑπὲρ τῆς ἐπαρχίας Τροιζηνίας εἴτε νὰ καταργηθῇ ἡ ἀπαγόρευσις τῆς εἰσαγωγῆς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἢ νὰ δοθῇ ἓν γενναῖον βοήθημα καὶ εἰς τὸν δῆμον Τροιζῆνος 50,000 δραχμῶν, ὅπως δυνηθῶσι νὰ κάμωσι κἄτι τι. Δὲν ἀντιτείνω εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συνδυασθῶσιν ὅλαι αὐταὶ αἱ περιστάσεις καὶ ν’ ἀξιωθοῦν ὅλαι αὐταὶ αἱ ἐπαρχίαι τῆς ἐθνικῆς συνδρομῆς.
§36ΚΟΡΠΑΣ. Πάντες γνωρίζετε, ὅτι κατὰ τὰ 1879 ἐγένοντο αἱ δηλώσεις πρὸς σύνταξιν τῶν μητρῴων τῶν ἀῤῥένων, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐφηρμόσθησαν αἱ διατάξεις τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου. Κατὰ τὴν ἐγγραφὴν τῶν δηλωθέντων, πολλοὶ εἴτε ἐκ πλάνης τῶν γονέων των, εἴτε καὶ αὐτῶν τῶν ἰδίων, ἢ καὶ σκοπίμως ἴσως ἐνεγράφησαν μὲ ἡλικίαν ἀνωτέραν τοῦ 21 συμπεπληρωμένου, καί τοι πράγματι ἄγοντες ἡλικίαν ἐλάσσονα τοῦ ἔτους τούτου. Τούτου δ’ ἕνεκεν συμφώνως πρὸς ῥητὴν διάταξιν τοῦ περὶ στρατολογίας Νόμου, ἀναγραφομένην ἐν ἄρθρῳ 120, ὑπεχρεώθησαν νὰ διανύσωσι τριετῆ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ ἀπὸ τῆς κατατάξεώς των. Ὀρθὴ, κύριοι, καὶ δικαία ἡ ἀνωτέρω αὕτη διάταξις, ὅπως ὀρθαὶ καὶ δίκαιαι εἶναι ἅπασαι αἱ ἐν τῷ Νόμῳ τούτῳ ἀναγραφόμεναι ποινικαὶ διατάξεις. Ἀλλὰ, κύριοι, πρό τινων ἡμερῶν ἀκόμη ἐπεψηφίσαμεν νομοσχέδιον, διαλαμβάνον διατάξεις εὐεργετικὰς καὶ ἐπιεικεῖς, ἀφορώσας εἰς ἐκείνους ἐκ τῶν κληρωτῶν τοῦ 1881, οἵτινες, ἔχοντες λόγον ἀπαλλαγῆς, δὲν ὑπέβαλον τὰς αἰτήσεις αὑτῶν ἐγκαίρως, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι οὗτοι ἠγνόουν τὰς συνεπείας τοῦ Νόμου. Ἀφοῦ λοιπὸν δι’ ἐκείνους, μετὰ διετῆ ἐφαρμογὴν τοῦ Νόμου προεκλήθη μέτρον ἐπιεικὲς ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, νομίζω, ὅτι κατὰ μείζονα λόγον πρέπει νὰ ἐφελκύσωσι τὴν προσοχὴν καὶ ἐπιείκειαν ὑμῶν οἱ ἐπίστρατοι ἐκεῖνοι, οἵτινες πολὺ πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Νόμου ὑπέπεσαν εἰς τὸ σφάλμα τῆς πλημμελοῦς δηλώσεως, εἴτε, ὡς προεῖπον, ἐκ πλάνης αὐτῶν, εἴτε γινόμενοι θύματα τῆς ἁπλότητος ἢ τῆς κακῆς θελήσεως ἴσως τῶν γονέων αὐτῶν. Ἕτερος λόγος, συνηγορῶν ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως ἐπιεικοῦς μέτρου, εἶναι ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἐφηρμόσθη καθ’ ἅπαντας τοὺς δήμους τοῦ Κράτους, ἔν τισι δὲ δήμοις ἐφηρμόσθη ἐν μέρει, διότι εὐάριθμοι δήμαρχοι, ὁρμώμενοι ἐξ ἀξιεπαίνου ζήλου πρὸς τὸ καθῆκόν των καὶ σεβασμοῦ πρὸς τὸν νόμον, κατήγγειλαν τοὺς εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην ὑπαγομένους, ἄλλοι κατήγγειλαν μόνον τοὺς μὴ φίλα πρὸς αὐτοὺς φρονοῦντας, καὶ οἱ πλεῖστοι ἀπέκρυψαν ἐντελῶς αὐτοὺς, καί τοι πολλάκις προσκληθέντες νὰ καταγγείλωσιν αὐτούς. Ὅθεν διὰ τοὺς λόγους τούτους καὶ διότι ἀκόμη μέγα μέρος ἐξ αὐτῶν ἀπηλλάγησαν δι’ ἀποφάσεως τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν καὶ δὲν μένουσιν εἰς τὰς τάξεις εἰμὴ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι στεροῦνται προστασίας τινός, ἢ ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶχον τὴν ἀτυχίαν νὰ ὦσιν ἐγγεγραμμένοι εἰς παλαιά τινα κατάστιχα, τὰ ὁποῖα κατ’ εὐφημισμὸν ὀνομάζονται ληξιαρχικὰ βιβλία, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς αὐτῶν· ἐπειδὴ δὲ δὲν εἶναι γνωστὸν ἐὰν οὗτοι, ἐγγεγραμμένοι ὄντες εἰς τὰ μητρῷα τῶν ἀῤῥένων μὲ τὴν πραγματικὴν αὐτῶν ἡλικίαν, θὰ ἐκληροῦντο διὰ τριετῆ ἢ ἑξάμηνον ὑπηρεσίαν, διέλαβον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑπηρετήσωσιν ἓν ἔτος ἀπὸ τῆς κατατάξεώς των. (Ὅρα παράρτημα).
§37ΗΛ. ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ὅλα αὐτὰ τὰ νομοσχέδια, τὰ ἀφορῶντα εἰς ἐπιστράτους, νὰ τυπωθοῦν μαζὺ καὶ νὰ ἐξετασθοῦν ἀπὸ μίαν ἐπιτροπὴν καὶ νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον διὰ τοὺς ἀδικημένους ἐν γένει. Τὸ ζήτημα τῆς συγκοινωνίας ἐνδιαφέρει ἐπίσης ὁλόκληρον τὸ ἔθνος, κινδυνεύει δὲ νὰ ναυαγήσῃ ἐκεῖθεν, ὅθεν δύναται νὰ λάβῃ τὴν συνδρομήν. Γνωρίζετε πόσα ἐλέχθησαν περὶ γεφυρώσεως τοῦ ποταμοῦ Ἀλφειοῦ· τὸ ζήτημα τῆς γεφυρώσεως τοῦ Ἀλφειοῦ ἔλαβεν ὕπαρξιν, ἀφ’ ὅτου ἤρχισαν νὰ λαμβάνουν χώραν καὶ αἱ ἐκλογαὶ αἱ βουλευτικαί. Ἔκτοτε ὑπέσχοντο εἰς τὴν ἐπαρχίαν Γορτυνίας νὰ γεφυρώσουν τὸν Ἀλφειὸν ποταμόν, ἡ δὲ γέφυρα, ἡ ὁποία θὰ γείνῃ εἰς τὸν μέγιστον αὐτὸν ποταμόν, ἐνδιαφέρει τρεῖς σπουδαίας ἐπαρχίας, τὴν Ἠλείαν, τὴν Γορτυνίαν καὶ Ὀλυμπίαν. Καὶ ἐν τούτοις μέχρι τοῦδε, ἐνῷ πολλάκις ἐξετέθη εἰς μειοδοτικὴ δημοπρασίαν ἡ κατασκευὴ τῆς γεφύρας, ἐνῷ πολλάκις ἐνεκρίθη εἰς τὸν δεῖνα ἢ δεῖνα ἐργολάβον, εἰσέτι δυστυχῶς δὲν ἐγένετο οὐδεμία ἔναρξις, διατί; Διότι καὶ ἡ δημοπρασία, καὶ ὅλα ἐγένοντο πρὸς φενάκην. Μόλις ἡ νέα Κυβέρνησις ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν καὶ ἀμέσως παρεκάλεσα τὸν ἀξιότιμον πρόεδρον αὐτῆς, καὶ ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ λάβῃ ἓν μέτρον, ὅπως γείνῃ γνωστὸν εἰς τὴν ἐπαρχίαν Γορτυνίας ἂν θὰ πραγματοποιηθῇ ἡ γέφυρα τοῦ Ἀλφειοῦ, ἢ θὰ μείνῃ ὡς πάντοτε μόνον γραμμένη. Ὁμολογῶ, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης διέταξε τηλεγραφικῶς νὰ εἰδοποιηθῶμεν καὶ περὶ τῆς ἐνάρξεως, καὶ τηλεγραφικῶς νὰ ἐξακολουθῶμεν νὰ λαμβάνωμεν γνῶσιν, περὶ τῆς προόδου τῆς γεφύρας. Ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης εἰς τὸν ὁποῖον ἐδόθη ἡ διαταγή, ὁ κ. Σκαλιστήρης, ἐνῷ ἐδόθη ἡ διαταγὴ τὴν πρωΐαν τῆς δεῖνα ἡμέρας, κατήντησε μετὰ 21 μόλις ὥρας νὰ διευθύνῃ τηλεγράφημα εἰς τὸν νομομηχανικὸν Τριπόλεως· μετὰ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἡμέρας μόλις ἔλαβεν ἀπάντησιν. Ἀλλὰ τί νομίζετε, κύριοι, ὅτι ἀνεκαλύφθη περὶ τῆς ἐν λόγῳ γεφύρας; Ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διέταξε τηλεγραφικῶς νὰ μᾶς εἰδοποιήσουν πότε γίνεται ἡ ἔναρξις, ἀμέσως ἔγραψα καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἐπαρχίαν νὰ φροντίσουν νὰ μάθουν τί συμβαίνει εἰς ἐκεῖνο τὸ μέρος. Ἔλαβα λοιπὸν τὴν ἑξῆς ἀπάντησιν, ὅτι ἐνῷ ὁ ἐργολάβος, ὁ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ ὁποίου κατεκυρώθη ἡ κατασκευὴ τῆς γεφύρας ἦτο ὑπόχρεως, δυνάμει τῶν ὅρων τῆς δημοπρασίας, νὰ καταθέσῃ ἐγγύησιν 20 χιλιάδων δραχμῶν, αὐτὸς ἔδωκε εἰς ὑποθήκην πρὸς ἀσφάλειαν τῆς Κυβερνήσεως, οἰκίαν ἐν Τριπόλει, ἥτις ἐνῷ δὲν ἔχει ἀξίαν οὔτε 10 χιλιάδων δραχμῶν, εἶναι βεβαρυμένη μὲ 6 ἢ 7 ὑποθήκας· ἐνᾧ δὲ δὲν ἔδωκεν οὐδεμίαν ὑποθήκην καὶ ἑπομένως δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ οὐδὲ λεπτὸν, πρὶν ἀσφαλίσῃ τὸ Δημόσιον καὶ τὴν ἐπαρχίαν, ἡ ὁποία συνεισφέρει, καὶ πρὶν κάμῃ ἔναρξιν λαμβάνει παρὰ τοῦ πεσόντος Ὑπουργείου δραχμὰς 6 χιλιάδας προκαταβολικῶς, λόγῳ ὅτι δῆθεν ἔκαμεν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν· ὅταν δὲ προχθὲς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διέταξε νὰ τῷ ἀπαντήσωσι τηλεγραφικῶς τί γίνεται τὸ ἔργον, ὁ νομομηχανικὸς ἀπαντᾷ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ γένηται ἔναρξις τῆς κατασκευῆς τῆς γεφύρας πρὸ τοῦ τέλους τοῦ ἐλευσομένου Ἰουλίου! Λοιπὸν παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Τμηματάρχην, διὰ νὰ μοῦ δώσῃ τὰ ἔγγραφα νὰ ἴδω τί συμβαίνει· ὁ Τμηματάρχης ἠρνήθη λέγων, ὅτι δὲν ἔχει πλήρη τὴν δικογραφίαν. Ἑπομένως θὰ παρακαλέσω τὸν Πρωθυπουργὸν νὰ διατάξῃ τὸν κ. Σκαλιστήρην νὰ συγκεντρώσῃ ὅλα τὰ ἔγγραφα, διὰ νὰ ἴδωμεν τί συμβαίνει ἐπ’ αὐτῆς τῆς γεφύρας, διότι τὸ ἐννοῶ νὰ γίνωνται δημόσια ἔργα, καὶ νὰ ἐπαινῶνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατασκευάζουν αὐτά· ἀλλ’ ἐνῷ μία ἐπαρχία συνεισφέρει, καὶ διὰ χρημάτων της φροντίζει νὰ κάμῃ ἓν ἔργον δημόσιον, οἱ κατὰ καιροὺς πολιτευόμενοι δὲν πρέπει νὰ φροντίζουν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν κατὰ τύπους, κυρίως δὲ νὰ καταγίνωνται νὰ συλλέγουν τὰς ψήφους ἀπὸ τὸν ἕνα καὶ ἀπὸ τὸν ἄλλον, ἐν καιρῷ τῶν ἐκλογῶν, καὶ νὰ διανέμουν εἰς ὅσους θέλουν τὰ διὰ τὴν συγκοινωνίαν χρήματα τῆς ἐπαρχίας. Αὐτὸ εἶναι, νομίζω, ἔγκλημα, ἄξιον νὰ καταταχθῇ εἰς τὰ Βελεντζικά. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν διὰ τὰ ἑξῆς: Ἐπειδὴ ὁ κ. Σκαλιστήρης εἶναι καλὸς ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἀνίκανος, διότι ὁ Σκαλιστήρης μόνον νὰ σοῦ ἀπαντήσῃ θέλει 24 ὥρας, καὶ διὰ νὰ κινηθῇ θέλει βασιλικὰ ἔξοδα, πρέπει ν’ ἀντικατασταθῇ. Εἶναι δυνατὸν τοιοῦτος ἄνθρωπος νὰ χρησιμεύῃ εἰς τὰ ἔργα τῆς συγκοινωνίας, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ ψηφίσωμεν αὔριον 20 ἑκατομμύρια; Δὲν ἐπιτρέπεται, κύριοι, μὲ τὰ χρήματα τῶν ἐπαρχιῶν νὰ ἔχωμεν τοιαῦτα πρόσωπα πρὸς διεύθυνσιν τῶν δημοσίων ἔργων· πρέπει νὰ εὕρωμεν πρόσωπα ἱκανὰ καὶ δραστήρια, πρόσωπα, τὰ ὁποῖα νὰ μὴ νομίζουν, ὅτι τὰ χρήματα θὰ δοθοῦν ἀπὸ τὴν τσέπην των, ἀλλ’ ὅτι τὰ συνεισφέρει ἡ ἐπαρχία. Πρέπει λοιπὸν νὰ τὸν θέσητε εἰς διαθεσιμότητα, καὶ ἂν δὲν ἔχωμεν Ἕλληνας μηχανικοὺς καταλλήλους, νὰ στείλωμεν νὰ φέρωμεν ξένους, διότι εἶναι δυστύχημα νὰ λεγώμεθα πολιτισμένον ἔθνος, καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν δημόσια ἔργα νὰ ἐπιδείξωμεν.
§38ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σχετικῶς πρὸς τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Κόρπα, νομίζω, ὅτι τοῦ αὐτοῦ εὐεργετήματος πρέπει νὰ τύχωσι καὶ οἱ παντάπασιν μὴ δηλωθέντες, ταχθέντες δὲ πρῶτοι εἰς τοὺς κληρωτικοὺς καταλόγους κατὰ τὰ ἄρθρα 31 καὶ 98 τοῦ νόμου, ἵνα ὑπηρετήσωσιν ἐπὶ τρία ἔτη, διότι καὶ διὰ τούτους συντρέχουσιν οἱ αὐτοὶ λόγοι. Ἀπεδείχθη, ὅτι πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν δὲν ἐδηλώθησαν, οὐχὶ ἐκ προθέσεως, ἀλλ’ ἐξ ἀμελείας καὶ ἀγνοίας τῶν συνεπειῶν καὶ ἕνεκα τοῦ ὅτι ἀπεδήμουν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν αὐτοὶ καὶ οἱ γονεῖς των, δὲν εἶναι δὲ καὶ διὰ τούτους τὸ μέτρον γενικόν, διότι ἐκ τῶν μὴ δηλωθέντων μόνον οἱ καταγγελθέντες ὑπήχθησαν εἰς τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην, οὐχὶ δὲ καὶ οἱ μὴ καταγγελθέντες, οἵτινες εἶναι πλειότεροι. Ἀφοῦ ἐλήφθησαν καὶ θὰ ληφθῶσι τόσα ἐπιεικῆ μέτρα ὑπὲρ τῶν στρατιωτῶν, νομίζω, ὅτι εἶναι ἐκ τῶν δικαιοτάτων καὶ τοῦτο, νὰ ἀπαλλαγῶσιν οἱ εἰρημένοι μετὰ ἐνιαύσιον ὑπηρεσίαν. Δεύτερον, παρετήρησα εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 33, ὅτι ἀπαλλάσσεται τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας ὁμοίως υἱὸς πατρὸς ὑπερβάντος τὸ 70 ἔτος τῆς ἡλικίας του, δὲν προβλέπει ὅμως ὁ νόμος τὴν περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ὑπερβὰς τὸ 70 ἔτος πατὴρ ἔχει 2 ἢ πλείονας υἱοὺς καὶ ἐξ αὐτῶν ὁ εἷς μόνος εἶναι ἱκανὸς δι’ ἐργασίαν. Μοὶ παρουσιάσθησαν δὲ περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας πατὴρ ἑβδομηκοντούτης εἶχε δύω υἱοὺς, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ εἷς ἦτο τυφλὸς ἢ δι’ ἄλλην σωματικὴν βλάβην ἀνίκανος πρὸς ἐργασίαν, καὶ ὁ ἄλλος υἱὸς δὲν ἀπηλλάγη, ἐνῷ εἶχε ἕνα ἀκόμη λόγον δικαιολογητικόν, δὲν εἶχε μόνον πατέρα γέροντα καὶ τὰ θήλεα μέλη τῆς οἰκογενείας νὰ προστατεύσῃ, ἀλλὰ καὶ ἀδελφὸν ἀνίκανον. Λοιπὸν πρέπει νὰ προστεθῇ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ ἀπαλλάσσεται ὁ μόνος πρὸς ἐργασίαν ἱκανὸς υἱὸς πατρὸς ὑπερβάντος τὸ 70 ἔτος τῆς ἡλικίας. Τρίτον, κατὰ τὸ ἔτος 1881, αὐξηθέντος τοῦ στρατοῦ εἰς 80 χιλιάδας, ὑπεχρεώθησαν οἱ δῆμοι νὰ δώσωσι κληρωτοὺς ὑποχρέους διὰ τριετῆ ὑπηρεσίαν τετραπλασίους τῶν συνήθων, εἶχον δὲ κληθῆ οἱ περιπλέον οὗτοι, ὡς ἀνήκοντες εἰς τὴν κατηγορίαν τοῦ ἄρθρου 62, καὶ κατόπιν ὑπήχθησαν εἰς τὴν τοῦ ἄρθρου 61. Τώρα ὅτε ἡ ἀνάγκη τοῦ πολέμου παρῆλθεν, ὅτε ὁ στρατὸς ἠλαττώθη πάλιν, νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ἀπαλλαχθῶσι μετὰ ἐνιαύσιον ὑπηρεσίαν οἱ περιπλέον προσκληθέντες. Τελευταῖον, νομίζω, ὅτι πρὸς τοὺς εἰς τὴν κατηγορίαν τοῦ 61 ἄρθρου ἀνήκοντας καὶ ὑποχρέους νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐπὶ τρία ἔτη, πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἀντικατάστασις μετὰ ἐνιαύσιον ὑπηρεσίαν, διότι πολλοὶ νέοι καταστρέφονται ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ σταδίου των εὑρισκόμενοι, διὰ τῆς τοιαύτης ὑποχρεώσεως.
§39ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Τὸ ἀντικείμενον τῶν ἑκάστοτε γενομένων ἐπερωτήσεων εἶναι, κύριοι, μεγάλης αἰτίας, διότι ἀφορᾷ ἐπαρχιακὰ συμφέροντα, διὰ τὰ ὁποῖα καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον ἔχει ἡ Βουλὴ νὰ φροντίζῃ. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἐγένετο κατάχρησις αὐτῶν. Εἶναι ἤδη 5 ὥρα μ. μ. καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἤρχισε τὰς ἐργασίας της. Φρονῶ λοιπὸν καλὸν νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα τις διὰ τὰς ἐπερωτήσεις, ὥστε νὰ μὴ χάνηται ὁ χρόνος.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα;
§41ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§42ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν γίνεται αὐτό· διότι ὑποθέσατε, ὅτι προσδιορίζεται ἡ Δευτέρα, τὴν δὲ Τρίτην συμβαίνει κἄτι τι, περὶ οὗ πρέπει νὰ γείνῃ λόγος.
§43Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν ἔπρεπε κἂν νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ κάμῃ περὶ τούτου λόγον εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ ζήτημα τῶν ἐπερωτήσεων εἶναι ἀνώτερον ὅλων τῶν δικαιωμάτων, ἅτινα ἔχει ἡ Βουλή. Δὲν δύναται νὰ τεθῇ περιορισμός.
§44ΚΑΛΛΙΓΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριοι, ἀναγκάζομαι νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ὅπως μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ὑποβάλω τὸν προϋπολογισμὸν πρὸς ἐκπλήρωσιν συνταγματικοῦ καθήκοντος, διότι ἂν δὲν ἦναι σήμερον, αὔριον εἶναι ἡ τελευταία ἡμέρα, καθ’ ἣν, κατὰ τὸ Σύνταγμα, πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ προϋπολογισμός. Τοῦτο πράττων, λυποῦμαι, ὅτι διακόπτω τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως, ἥτις ἔπρεπε νὰ προηγῆται, ἀλλ’ ὁ χρόνος δὲν ἐπιτρέπει νὰ γείνῃ ἄλλως. Ἡ ἔκθεσις, ἣν προτίθεμαι προφορικῶς νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, ἐλπίζω ὅτι θέλει ἀφαιρέσει πολὺν χρόνον. Κατεπειγόντως προσάγοντες τὸν προϋπολογισμὸν, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἶναι προϊὸν ὡρίμου μελέτης, ὁποία ἀπαιτεῖται ὅταν εἰσάγωνται σπουδαῖαι καὶ μεγάλαι μεταῤῥυθμίσεις ἢ βελτιώσεις, καὶ ὅπως ἐναποτεθῶσιν ἐν τῷ ἔργῳ αἱ ἰδέαι τοῦ ἐργασαμένου, τοὐλάχιστον κατὰ τὸ οὐσιωδέστερον αὐτῶν μέρος. Εἰς ἡμᾶς δὲ ἦτο τοῦτο ἔτι μᾶλλον ἀδύνατον, διότι δὲν παρῆλθον ἡμέραι ἀφότου ἀνεδέχθημεν τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ δὲν εὕρομεν καὶ ἐργασίαν τοιαύτην, σύμφωνον τοὐλάχιστον πρὸς τὰς ἡμετέρας προθέσεις, περὶ ὧν ἤδη πρόκειται νὰ λαλήσω πρὸς ὑμᾶς. Παρ’ ἡμῖν ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι μακρὰν τοῦ νὰ ἐκπληροῖ τοὺς ὅρους τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης, τουτέστι δὲν στηρίζεται ἐπὶ θετικῶν βάσεων, εἶναι ἁπλοῦν ἔργον εἰκοτολογιῶν καὶ πιθανοτήτων, διότι παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχει ὁ ἔλεγχος. Δυνάμεθα οὐχὶ ἀστόχως νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὁ ἔλεγχος εἶναι πτηνὸν ἄγνωστον εἰς τὴν ἡμετέραν ὀρνιθολογίαν, διότι δὲν ἔχομεν τὰ ἀπαραίτητα στοιχεῖα πρὸς ἔλεγχον, καὶ ἂν ἔχωμεν τὰ ὄργανα πρὸς ἔλεγχον, δὲν ἐργαζόμεθα πρὸς ἔλεγχον. Ἄνευ τοῦ ἐλέγχου ἐν τούτοις στερούμεθα τῶν ἐφοδίων τῆς πείρας, στερούμεθα τακτικῶν πληροφοριῶν. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ὑποβάλλει εἰς ὅλα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη τὸν προϋπολογισμόν, πρέπει νὰ ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ προείπῃ μετὰ πλείστης πιθανότητος τὰ ἀποτελέσματα, ὅσα ἕπονται μετὰ τὸ πέρας τῆς διαχειρίσεως. Οὐδὲν τούτων ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν, ἐνῷ ἀπολογισμὸς δὲν προσάγεται ἢ γίνεται πολὺ βραδέως. Ἔχομεν προϋπολογισμὸν δαπανῶν καὶ ἐσόδων, καὶ ἐν τούτοις κατόπιν ἄλλα εἶναι τὰ βεβαιούμενα καὶ ἄλλα τὰ εἰσπραττόμενα· καὶ ἡ ἀπόστασις μεταξὺ προϋπολογιζομένων, βεβαιουμένων καὶ εἰσπραττομένων εἶναι ἐπαισθητή· ἐπισωρεύονται καθυστερήσεις καὶ αἱ χρήσεις λήγουν μὴ καθαριζόμεναι. Ὅλα δὲ ταῦτα προέρχονται, διότι τὰ ὄργανα τοῦ ἐλέγχου δὲν λειτουργοῦσιν ἢ ἀπασχολοῦνται εἰς πᾶν ἄλλο ἢ εἰς ἔλεγχον. Ἔχομεν Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, διερχόμενον τὰς ἡμέρας εἰς ἄλλας ἐργασίας ἢ εἰς ἐξελέγξεις τῶν ἀπολογισμῶν, ἤτοι εἰς ἐκκαθάρισιν πολιτικῶν συντάξεων, εἰς ἔκδοσιν παραχωρητηρίων τῶν ἐθνικῶν γαιῶν καὶ ἄλλα τοιαῦτα· ἀλλὰ τὸ κύριον ἔργον, δι’ ὃ προωρίσθη αὐτὸ τὸ ἵδρυμα, ὅπερ εἶναι ἀπαραίτητον διὰ τὴν ἐπαγρύπνησιν τῆς διαχειρίσεως, ἐντελῶς παρημελήθη, ὥστε μόνον κατὰ τὸ φαινόμενον ὑπάρχει καὶ εἶναι μᾶλλον εἰκονικὴ παράστασις τοῦ ἱδρύματος· δὲν εἶναι σήμερον τῆς ὥρας νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλήν τὴν κατάστασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ διατί δὲν προοδεύει ἡ ἐργασία πρὸς τὸν ἔλεγχον, ἀλλ’ ἐλπίζω ταχέως νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς τὴν ἔκθεσιν περὶ τῶν κυριωτέρων αἰτίων. Ἔχομεν καὶ ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ὅπερ πρέπει νὰ προπαρασκευάζῃ τὴν ἐργασίαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ νὰ ἐξεικονίζῃ ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν τὴν ὅλην κατάστασιν καὶ τὴν πρόοδον τῆς διαχειρίσεως, καὶ νὰ δίδῃ τοὺς ἀκριβεῖς ἀριθμοὺς, ὥστε νὰ ἤμεθα ἐγκρατεῖς πάσης πράξεως ἀφορώσης αὐτήν. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον εὑρίσκεται ἢ εὑρίσκετο πρὸ μικροῦ ἐνησχολημένον εἰς διαφόρους ἐργασίας ἀλλοτρίας, διότι ἐπεμελεῖτο τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ χαρτοσήμου, ἐξ ἧς καθ’ ἡμέραν ἀναφύονται ζητήματα ἀπαιτοῦντα λύσιν, κατέτριβε τὸν χρόνον εἰς τὰ καθυστεροῦντα, εἰς τὰ περὶ νομισμάτων, ἀλλ’ εἰς τὰ περὶ τῆς διαχειρίσεως, εἰς τὴν ἐπίβλεψιν τῶν ταμείων καὶ εἰς ὅλα, ὅσα ἀνάγονται εἰς τὴν ἀκρίβειαν τῆς λογοδοσίας, καθυστερεῖ. Ἅμα εἰσῆλθον εἰς τὸ ὑπουργεῖον, κατὰ πρῶτον ἐξήτασα ποίαν ἠδυνάμην νὰ λάβω βοήθειαν ἐκ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, καὶ εἶδον, ὅτι ἐλαχίστην, καὶ ὅτι οἱ ἀριθμοὶ αὐτοῦ δὲν εἶναι ἀσφαλεῖς, καὶ κίνδυνος ὑπάρχει μήπως προβῇ λανθανόντως καὶ ἡ ἀπώλεια καὶ αὐτῶν τῶν δικαιολογητικῶν τῆς διαχειρίσεως ἐγγράφων, ὥστε νὰ εὑρεθῶσιν ἀπηλλαγμένοι οἱ ὑπόλογοι δι’ ἔλλειψιν τῶν ἐγγράφων τῆς προσηκούσης εὐθύνης. Εὗρον πρὸ ἐμοῦ μέτρον λίαν πρόσφορον, ἀλλ’ ἀνεκτέλεστον, ὅπως σχετικῶς ἐπέλθῃ μικρά τις θεραπεία· ὁ ἔντιμος προκάτοχός μου εἶχε προκαλέσει Διάταγμα, δι’ οὗ ἀπέσπα πᾶσαν ἄλλην ὑπηρεσίαν ἐκ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ὅπως ἐπασχολῆται ἀποκλειστικῶς δι’ ἴδια αὐτοῦ ἔργα. Εἶχε σχηματίσει Τμῆμα ἕβδομον, ὅπως ὑπῆρχε καὶ πρὸ χρόνων ἐν τῷ ὑπουργείῳ, εἰς ὃ ἀνετίθεντο ὅλαι αὐταὶ αἱ ἀλλότριαι ἐργασίαι, τοῦ χαρτοσήμου, τῶν νομισμάτων καὶ τῶν καθυστερούντων. Αὐτὸ τὸ Διάταγμα ἐπανέλαβον μετά τινος τροποποιήσεως, διότι ἐνόμισα, ὅτι ἀπῃτεῖτο τροποποίησις, ὅπως συναρμολογηθῇ ἡ ὑπηρεσία, κατασταθῇ δὲ αὐτὸ τὸ Τμῆμα αὐτοτελὲς, ἐνῷ, κατὰ τὸ Διάταγμα τοῦ ἐντίμου προκατόχου μου, δὲν ἦτο αὐτοτελὲς, καὶ μάλιστα εἰς αὐτὸ τὸ Τμῆμα ἀπέδωκε καὶ τὸ τοῦ προσωπικοῦ τῶν ταμείων, τὰ ὁποῖα γνωρίζετε πόσον ἀπασχολοῦν τοὺς ὑπαλλήλους, διότι τὰ προσωπικὰ παρ’ ἡμῖν εἶναι πολυάσχολα, καὶ ἅμα ὁ ἀνώτερος ὑπάλληλος εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δίδῃ λόγον περὶ τοῦ προσωπικοῦ καὶ νὰ φροντίζῃ περὶ αὐτοῦ, φωτίζων τὸν ὑπουργὸν καὶ τοὺς ζητοῦντας πληροφορίας, καὶ ἀπαιτοῦντας αὐτὰς παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ αὐτοῦ, δὲν δύναται νὰ εὕρῃ καιρὸν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του. Ἀφήρεσα λοιπὸν καὶ τοῦτο ἀπὸ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ κατέστησα τὸ Τμῆμα αὐτοτελές, αὐτὴ δὲ εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ Διατάγματος τοῦ ἐντίμου προκατόχου μου καὶ τοῦ παρ’ ἐμοῦ προκληθέντος. Ἐλπίζω, ὅτι ἐν βραχεῖ χρόνῳ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ἐπασχολούμενον ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ ἔργα αὐτοῦ, μέλλει νὰ συγκεντρώσῃ ὅλα τὰ στοιχεῖα, ἅτινα εἶναι ἀπαραίτητα, ὥστε ὁ ὑπουργὸς νὰ μὴ ἦναι τὸ ἕρμαιον τῶν ὑπαλλήλων, νὰ μὴν ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς διακρίσεως παντὸς ὑποδεεστέρου, δίδοντος προχείρους καὶ ἀβασανίστους πληροφορίας ἢ κατὰ λόγον τῆς διανοητικῆς αὐτοῦ ἀναπτύξεως, ἀλλὰ νὰ δύναται νὰ στηρίζηται ἐπὶ πραγμάτων καὶ ἐπὶ δεδομένων θετικῶν. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο· ἐλλείπει παρ’ ἡμῖν ἄλλη ὑπηρεσία ἀπαραίτητος, ἥτις εἶναι τὸ χαρακτηριστικὸν τῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν· ἐλλείπει ἡ στατιστικὴ ἐν γένει.
§45ΜΑΥΡΟΜΑΤΗΣ. Ἡ ὑπηρεσία κάμνει αὐτὰ, καὶ εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ δίδῃ πληροφορίας.
§46ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κατὰ τὴν ἰδέαν σας καὶ κατὰ τὴν παράδοσιν ἣν ἔχετε· ἀλλ’ ἐγὼ αὐτὴν τὴν παράδοσιν ἀποχαιρετῶ καὶ τὴν ἀφίνω ὡς κτῆμα, ἐὰν θέλητε, ἰδικόν σας, καὶ ὡς κτῆμα ὅλης τῆς μερίδος, εἰς ἣν ἀνήκετε· διότι αὐτὴ ἡ παράδοσις ἔφερε τὴν πλάνην, ὅτι ἀρκεῖ ὁ ὑπάλληλος νὰ δώσῃ προφορικὰς ἢ ἐγγράφους, ἀλλ’ ἐκ τοῦ προχείρου, πληροφορίας, διὰ νὰ ὑπάρχῃ βεβαιότης, καὶ ἐπ’ αὐτῶν οἰκοδομηθῇ, ὅ,τι δήποτε. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι στατιστικὴ, ἀλλ’ ἡ βεβαίωσις ἐκ τῶν πραγμάτων. Ἡ βεβαίωσις τῶν πραγμάτων πρέπει νὰ στηρίζηται ἐπὶ ἐγγράφων καὶ δεδομένων, τὰ ὁποῖα παρήχθησαν ἐξ αὐτῶν τῶν πράξεων τῆς διαχειρίσεως.
§47ΜΑΥΡΟΜΑΤΗΣ. Αὐτὸ ἐννοῶ.
§48ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δύνασθε νὰ ἔχητε τὰς ἰδέας σας, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἦναι μεγαλείτεραι ἀπὸ τὰς ἰδικάς μου· δὲν ἀντεμετρήσαμεν αὐτὰς ποτέ. Λέγω λοιπὸν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἄλλοτε ἔδιδε τὴν κίνησιν τοῦ ἐμπορίου, καὶ ὑπῆρχε Τμῆμα ἢ ἰδιαίτερον γραφεῖον, εἰς ὃ συνεκεντροῦντο ὅλαι αἱ στατιστικαὶ πληροφορίαι, καὶ αὐταὶ εἶναι τὸ μόνον φῶς, τὸ ὁποῖον ἀσφαλῶς καθοδηγεῖ πᾶσαν σκέψιν τοῦ Ὑπουργοῦ· διότι, ὅταν ἔρχηται προτείνων τροποποίησιν τοῦ δασμολογίου, ἢ ὑμεῖς ζητεῖτε τροποποίησιν ὡς πρὸς εἶδός τι, σᾶς ἐρωτῶ ποῦ θὰ στηρίξητε τὰς σκέψεις σας; Ἅμα δὲν ἔχετε στατιστικὴν πλήρη, ὅπως γνωρίζητε τί εἰσάγεται καὶ τί ἐξάγεται, ποία ἡ κατανάλωσις, ποία ἡ πρόοδος καὶ ἡ ἐλάττωσις, οὐδὲν ἔχετε, εἰμὴ μόνον ἐπιθυμίας καὶ ἀπαιτήσεις τῶν ἐνδιαφερομένων, ζητούντων μείωσιν, αὔξησιν, ἢ προστασίαν, καὶ πιεζόντων διὰ τῶν ὄγκων τοῦ ἀριθμοῦ τὰς διασκέψεις ἡμῶν πρὸς ἀπόφασιν. Δὲν εἶναι ταῦτα πολιτικὴ σκέψις. Ἄλλο εἶναι νὰ ἐξετάσητε στατιστικῶς, ν’ ἀνεύρητε ποία εἶναι ἡ εἰσαγωγὴ, τί ἀποδεικνύουν τὰ τελωνεῖα, τι ἡ ἐμπορία, ὅθεν δύνασθε ν’ ἀνακαλύψητε τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας, ἐὰν αὗται ἀφορῶσι μεγάλας ὁμάδας καὶ ποίας. Τὸ τοιοῦτον Γραφεῖον στατιστικῆς θεωρῶ ἀναγκαῖον διὰ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἐννοήσωμεν καὶ τὴν κατάστασιν τῆς γεωργίας. Ὅταν προσάγωμεν νομοσχέδια περὶ τοιούτων συμφερόντων, πρέπει νὰ στηρίζωμεν τὰς σκέψεις ἡμῶν ἐπὶ δεδομένων ἀσφαλῶν καὶ ἐξηκριβωμένων. Περὶ τούτου ἐπιφυλάττομαι νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον, διότι δὲν ἀρκοῦσιν οἱ ὑπάρχοντες σήμερον ὀργανικοὶ νόμοι πρὸς τοιαύτην ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται συμπλήρωσις, ὅπως ὀργανισθῇ τὸ γραφεῖον πρεπόντως, πρὸς συστηματικὴν συγκέντρωσιν τῶν ὅσων γίνονται σποράδην. Πρέπει πᾶν ὑπουργεῖον νὰ ἔχῃ τὴν ἰδίαν στατιστικὴν, καὶ πάλιν αὐτὰ τὰ γραφεῖα συγκεντρούμενα θέλουν σχηματίζει τὴν στατιστικὴν τοῦ Κράτους. Ταῦτα λέγων, ἐξηγῶ διατί οἱ προϋπολογισμοὶ ἡμῶν δὲν στηρίζονται ἐπὶ θετικῶν βάσεων, εἶναι προϋπολογισμοὶ πιθανότητος, καὶ ὅ,τι προϋπολογίζομεν δὲν εἶναι ἄλλο ἢ ἡ εὐστοχία τοῦ προϋπολογίζοντος καὶ σχεδὸν μαντεία· τὰ διαδιδόμενα, ὅσα ἤδη ἔχομεν, τί ἄλλο εἶναι εἰμὴ οἱ προηγούμενοι προϋπολογισμοί; λέγομεν, πέρυσι ἐψηφίσαμεν τόσα, πρὸ δύω ἐτῶν τόσα, ἀλλὰ τί ἀποδεικνύουν ὅλα ταῦτα, οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ· λήγει ἡ χρῆσις μὲ τὰ καθυστερούμενα, προστίθενται εἰς τὰ προηγούμενα, ὅπως καὶ τὸ Δημόσιον καθυστερεῖ, διὸ ψηφίζομεν πλεῖστα κεκλεισμένων χρήσεων. Τί ἄλλο ἀποδεικνύουσι δὲ αἱ πιστώσεις, ἢ ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἡ δέουσα πρόνοια, καὶ τοῦτο, διότι δὲν ὑπῆρχον τὰ στοιχεῖα, ὥστε νὰ σχηματίσωμεν ἀκριβῆ κρίσιν; Διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ φέρῃ συμπληρωτικὰς ἢ ἀναπληρωτικὰς καὶ ἐκτάκτους πιστώσεις· ἄρα οἱ προϋπολογισμοὶ ἦσαν ἐσφαλμένοι καὶ «ἡ ἅμαξα τὸν βοῦν ἐκφέρει»· τὰ πράγματα κατακρίνονται ἐκ τῶν ὑστέρων, ἐνῷ τοῦ προϋπολογισμοῦ σκοπὸς εἶναι ἡ ἐκ τῶν προτέρων πρόνοια. Ταῦτα λέγω, ὅπως δικαιολογήσω τὴν ἀτέλειαν τοῦ ἔργου, καὶ συγχρόνως προκαλέσω τὴν προθυμίαν ἢ μᾶλλον εἰπεῖν τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ὥστε εἰς τὸ μέλλον νὰ ἦναι ἀπαιτητικωτέρα ὡς πρὸς τοὺς ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν. Κατὰ τὸ παρόν, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἦναι ἀπαιτητικωτέρα πρὸς ἐμὲ, ἢ ὅσον ἦτο πρὸς τοὺς προκατόχους, διότι μέχρι τοῦδε τοιαύτη ἦτο ἡ παράδοσις, καὶ ταῦτα ἐκληροδοτήθησαν παρὰ τῶν πρὸ ἡμῶν. Ἄν ἡ Βουλὴ ὄντως ἐγκολπωθῇ αὐτὰς τὰς ἰδέας εἰς τὸ ἑξῆς, πρέπει νὰ ἔρχεται μᾶλλον μεμελετημένος ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐφοδιασμένος, διότι ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων ἔργων, περὶ οὗ ἕκαστος χρεωστεῖ νὰ φροντίσῃ, ὅπως δώσῃ λόγον πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς του. Ὁ προϋπολογισμὸς περιλαμβάνει ἐν ἑαυτῷ ὅλα τὰ συμφέροντα ἑκάστης Ἐπαρχίας καὶ τοῦ ὅλου Κράτους, καὶ πᾶς ἐκλογεὺς φορολογούμενος βεβαίως πρώτην ἀπαίτησιν ἔχει νὰ γίνηται χρῆσις τῶν φόρων αὐτοῦ πρὸς κοινὴν ὠφέλειαν, καὶ νὰ μὴ δαπανᾶται εἰς μάτην τὸ χρῆμα, ὅπερ μετὰ κόπου καὶ ἐκ τοῦ ὑστερήματος παρέχει μᾶλλον ὁ πένης ἢ ὁ πλούσιος, διότι ὁ πένης εἶναι μᾶλλον φορολογούμενος ἐν πάσῃ κοινωνίᾳ. Ὁ προϋπολογισμὸς πρέπει νὰ ἦναι ἀπόῤῥοια τῆς πείρας τοῦ παρελθόντος, ἐξ οὗ προβαίνει τὸ ἐνεστώς, οὐδὲ ὑπάρχει μεγαλείτερον ἀδίκημα, ἢ ὅσον εἶναι νὰ ἀναβάλληται καὶ ὡς ἐκ τῆς ἀναβολῆς νὰ ἐπισπεύδηται ἡ ψήφισίς του μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς χρήσεως, ὅτε μέρος ἤδη ἐδαπανήθη, διότι τότε κατὰ τύπον ψηφίζεται καὶ περὶ οὐδενὸς γίνεται πρόνοια. Δυσκόλως εὑρίσκει τις λόγον νὰ δικαιολογήσῃ ἐκεῖνον, ὅστις δὲν ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του ἐγκαίρως. Ἤδη εὑρισκόμεθα εἰς τὸν τρίτον μῆνα τῆς διαχειρίσεως, ὥστε κατὰ φυσικὸν λόγον, ὡς πρὸς τοὺς 3 μῆνας, οὐδὲν δύναται νὰ μεταβάλῃ ὁ προϋπολογισμός· πᾶσα δὲ βελτίωσις ἀνάγεται εἰς τοὺς 9 ἑπομένους μῆνας. Ἀλλὰ καιρὸς εἶναι νὰ ἐκτεθῶσιν ἐν συντόμῳ οἱ ἀριθμοὶ ὅπως σχηματίζομεν αὐτοὺς ἐκ τοῦ παρελθόντος, ἐκ τῶν στοιχείων ὅσα προχείρως εἴχομεν ἐνώπιον ἡμῶν, ἐκ τῶν ἀναγκῶν, ὅσας βλέπομεν ἀναπτυχθείσας καὶ ἀπαραίτητον ἀπαιτούσας ἱκανοποίησιν. Ἀπεκτήσαμεν ἀτυχῶς, οὐχὶ ὡς ἦτον ὁ ἡμέτερος πόθος, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἀπεκτήσαμεν κατὰ μέρος νέας ἐπαρχίας, καὶ τούτου γενομένου ἄρχεται ἡ σκέψις περὶ τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως αὐτῶν, περὶ ἐσόδων, τὰ ὁποῖα προσδοκῶμεν, καὶ περὶ δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται. Ἀλλ’ ἔχομεν πολλὰς ἄλλας καὶ παντοειδεῖς ὑποχρεώσεις· ἔχομεν βαρύτατα χρέη, δυσανάλογα πρὸς τὰ ἔσοδα, καὶ πρώτη σκέψις εἶναι τί δυνάμεθα νὰ προτείνωμεν, ὅπως αὐξήσωμεν τοὺς πόρους τοῦ Κράτους. Αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους, ὅπως εἶναι ἑπόμενον, ηὔξησαν σπουδαίως. Δὲν δύναται πλέον νὰ διοικηθῇ ἡ Ἑλλάς, ὅπως ἐγίνετο ἡ διοίκησις αὐτῆς πρὸ ἐτῶν καὶ πρὸ μικροῦ. Τὸ πρῶτον καθῆκον εἶναι ἡ αὔξησις τῶν πόρων, ἡ ἀνεύρεσις νέων, εἰ δυνατόν, ἡ ἀνεύρεσις τοιούτων, δι’ ὧν δὲν ὑπερφορτοῦται μέρος τῶν φορολογουμένων. Ὡς ἐκ τούτου, μὴ δυνάμενοι εἰσέτι νὰ καταδείξωμεν τὰ φορολογήσιμα ἀντικείμενα, πρέπει ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τοὺς ὑφισταμένους φόρους, δίδοντες εἰς αὐτοὺς ἀνεπαίσθητον αὔξησιν. Κατὰ τὰς προτάσεις, ἃς ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν, τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ἀναβιβάζονται εἰς δραχ. 66,841, 560· πέρυσιν ὑπελογίσθησαν εἰς 49,051,060, διαφορὰ λοιπὸν εἶναι ἐπὶ πλέον 17,790,000. Ἀλλὰ πόθεν εἶναι αὐτὰ τὰ 17 ἑκατομμύρια; Ἰδοὺ πρῶτον αὐξάνομεν τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ζώων, τὸν αὐξάνομεν δὲ ὅπως ἐπείσθημεν εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἐπιβαρύνῃ ἡ αὔξησις ἀδίκως τὸν φορολογούμενον. Τὰ πρόβατα φορολογοῦνται ἐπὶ πλέον μὲ 5 λεπτὰ, αἱ αἶγες μέχρις 25 λεπτῶν· διότι νομίζομεν, ὅτι αἱ αἶγες εἶναι καταστρεπτικαὶ καὶ τῶν δασῶν καὶ τῆς γεωργίας· καὶ δὲν πρέπει νὰ προστατεύωνται· εἰς τὰ μεγάλα ζῶα προσθέτομεν ἀνὰ 50 λεπτὰ, εἰς τοὺς χοίρους ἀνὰ 80 λεπτὰ· ἐκ τῆς αὐξήσεως ταύτης ὑπολογίζομεν 800 χιλ. δραχ. αὔξησιν διὰ τὸ παλαιὸν Βασίλειον. Ὑπολογίσαμεν τὰ ἔσοδα τῶν νέων ἐπαρχιῶν, κατ’ εἰκασίαν καὶ ἐξ ἀναλογίας ἐπὶ τῇ βάσει τῆς εἰς τὸ λοιπὸν Βασίλειον φορολογίας, εἰς 7,941,000· λοιπὸν ἐκ τῶν 17 ἑκατομμυρίων τὰ 7,941,000 εἶναι ἐκ τῶν νέων ἐπαρχιῶν. Ἔχομεν 800 χιλ. ἐκ τῆς αὐξήσεως φόρων ἐπὶ τῶν ζώων. (Θόρυβος) Ἴσως σᾶς κάμει ἐντύπωσιν τὸ ποσὸν, ἀλλὰ διανέμεται ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε δὲν εἶναι ἐπαισθητόν· τί εἶναι 5 λεπτὰ κατὰ πρόβατον; δὲν φέρουσι καμίαν αὔξησιν εἰς τὴν τιμὴν τοῦ κρέατος κατ’ ὀκᾶν· κατὰ τί θὰ εἶναι ἀκριβώτερον τὸ κρέας; Ἔρχομαι εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τῶν προϊόντων τῆς γῆς, καθ’ ὃν ἐπίσης γίνεται αὔξησις, ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ ἐπέλθῃ δικαιοτέρα ἀναλογία μεταξὺ τῶν φορολογουμένων· πρὸς τοῦτο μετεβάλομεν τὴν κλίμακα, ἐξ αὐτῆς δὲ τῆς μεταβολῆς πηγάζει μία σπουδαία αὔξησις. Κατὰ τὸ νόμον τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐλαμβάνετο ὡς βάσις ὅτι ὁ φόρος ἄρχεται ἀπὸ 5 δραχμῶν, ὅτε ὁ ἀριθμὸς τῶν ζώων ἑκάστου χωρίου ἀντιστοιχεῖ πρὸς πεντήκοντα τοὐλάχιστον κοιλὰ παραγωγῆς. Ὅταν λάβωμεν τὸ σύνολον τῆς παραγωγῆς τοῦ χωρίου, τὸ διαιρέσωμεν δὲ διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ζώων, τὸ δὲ πηλίκον δὲν ὑπερβαίνει τὰ 50 κοιλὰ, ὁ φόρος εἶναι 5 δραχμῶν, ὅστις κατὰ τὴν κλίμακα αὐξάνει μέχρι τῶν δραχ. 15. Ἐκ τῆς πείρας καὶ τῆς ἐφαρμογῆς ἀπεδείχθη πόσον ὁ νόμος αὐτὸς ὑπῆρξεν εὐεργετικὸς, διότι ἐπέφερεν ἀνακούφισιν, συνάμα ὅμως κατεδείχθη, ὅτι ὑπερτερεῖ πᾶν ἄλλο σύστημα φόρου ἀμέσου διὰ τὴν ἀκρίβειαν τῆς εἰσπράξεως, διότι ἐκ τῶν δύω ἐτῶν, καθ’ ἃ ἰσχύει, πληροφορούμεθα, ὅτι ἡ εἴσπραξις φθάνει σχεδὸν μέχρι λεπτοῦ, εἶναι δὲ ἐλάχιστα τὰ καθυστερούμενα, καὶ αὐτὰ προερχόμενα ἀπὸ αἰτίας λίαν δεδικαιολογημένας, περὶ ὧν ληφθήσεται πρόνοια. Παρετηρήσαμεν ὅτι τὸ νὰ φθάνῃ ὁ ἀνώτερος ὅρος εἰς 15 δραχμὰς εἶναι ἐναντίον τῆς ἰσότητος, καθόσον ὑπάρχει δυσαναλογία εἰς τὴν φορολογίαν. Ὑπάρχουσι περιφέρειαι, ὅπου ἡ γῆ εἶναι γονιμωτάτη, διότι δὲ εἶναι γονιμωτάτη, κατὰ φυσικὸν λόγον, εἶναι καὶ πολλὰ τὰ τῆς καλιεργείας ζῶα, καὶ ὡς ἐκ τούτου διανέμεται μεταξὺ πολλῶν τὸ βάρος· ἅμα διανέμεται μεταξὺ πολλῶν, κατὰ φυσικὸν λόγον, τὸ πηλίκον εἶναι μικρὸν καὶ δυσανάλογον πρὸς τὸ ὑπάρχον ἐκεῖ, ὅπου ἡ γῆ δὲν εἶναι ἴσης γονιμότητος. Πρέπει λοιπὸν νὰ ζητήσωμεν ἄλλην ἀναλογίαν. Διὰ τοῦτο ἐθέσαμεν τὴν ἑξῆς βάσιν. Εἴπομεν, αἱ 5 δραχμαὶ εἶναι ἀρκοῦσαι, ἅμα τὸ πηλίκον τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ζώων πρὸς τὴν ὅλην παραγωγὴν φθάνει εἰς τὰ κοιλὰ 30. Ἀπὸ τοῦ ἀριθμοῦ 30 ἄρχεται ἡ κλίμαξ, κατὰ πᾶσαν δὲ δεκάδα προστίθεται μία δραχμὴ, καὶ δὲν φθάνομεν εἰς τὸ ἐπάπειρον, παρὰ μόνον ὅταν τὰ κτήνη χωρίου τινὸς περιορίζονται εἰς 20 τοὐλάχιστον, ὅτε ὁ ἀνώτατος ὅρος τοῦ φόρου φθάνει μέχρι τῶν δρ. 25.
§49ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Βέβαια, διότι ὁ ἄνθρωπος εἶναι πεπερασμένος.
§50ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Οὐχὶ ὅμως ὁ ἀριθμὸς· ὑπάρχει καὶ τὸ ἀναρίθμητον, ἐξεύρετε, ὅτι ὑπάρχει τὸ σημεῖον τοῦ ἀπείρου, τὸ ὁποῖον μεγάλως χρησιμεύει εἰς τὴν μαθηματικήν. — Λέγω λοιπὸν, ὅτι δὲν φθάνομεν εἰς τὸ ἐπάπειρον ἀπολύτως, διότι θέτομεν φραγμὸν, λέγοντες ὅτι δὲν προβαίνει, ὅταν ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀροτήρων εἶναι ὀλιγώτερος τῶν εἴκοσι· ἐὰν ὑποθέσωμεν παραγωγὴν πολλῶν κοιλῶν, ἔχομεν ἀναλογίαν πρὸς ἕκαστον ζῶον μεγάλην, ὅσον μικρότερος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ζώων, παραβαλλόμενος πρὸς τὸ ὅλον ποσὸν τῆς παραγωγῆς. Διὰ τῆς κλίμακος ταύτης ὑπάρχει δικαιοτέρα ἀναλογία μεταξὺ τῶν Ἐπαρχιῶν τῶν εὐφόρων, καὶ τῶν Ἐπαρχιῶν ὅπου ἡ εὐφορία δὲν εἶναι ἡ αὐτή. Συμπεραίνω, ὅτι εἰς τὸ παλαιὸν Βασίλειον ἐξ αἰτίας τῆς νέας κλίμακος τοῦ φόρου τούτου προβλέπεται ἐκ 300,000 δραχ. αὔξησις, κατ’ αὐτὸ τὸ κεφάλαιον. Ἔχομεν λοιπὸν μέχρι τοῦδε 7,900,000 ἐκ τῶν νέων Ἐπαρχιῶν, 300,000 ἐξ αὐτοῦ τοῦ φόρου, 800,000 ἐκ τοῦ φόρου τῶν ζώων. Εἰσάγομεν προσέτι εἰς τὸν τελωνειακὸν δασμὸν αὔξησιν τῶν τελωνειακῶν δικαιωμάτων διὰ τὰ ἔργα τῆς ὁδοποιίας, περὶ τῶν ὁποίων γίνεται, ἢ εἶναι ἐν τῷ γίνεσθαι σύμβασις δανείου 20,000,000. Δι’ ὧν τῶν 20,000,000 τὸ δάνειον θὰ χρησιμεύσῃ ἀποκλειστικῶς διὰ τὰ ἔργα τῆς ὁδοποιίας καὶ τῆς συγκοινωνίας, καὶ περὶ τούτου δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἐλαχίστη ἀντίῤῥησις. Ἐπῆλθεν ἡ ὥρα νὰ μὴν ἀναβάλωμεν πλέον τὰ περὶ τῆς συγκοινωνίας. Τὸ δάνειον αὐτὸ ἀπαιτεῖ περίπου 1,550,000 δραχ. κατ’ ἔτος τόκον καὶ χρεωλύσιον, ἐὰν συναφθῇ ἐπὶ τόκῳ πρὸς 7 ἢ 6 καὶ ¾. Πρέπει λοιπὸν νὰ δημιουργηθῇ νέος πόρος, καὶ αὐτὸς εἶναι ἡ προσθήκη ἑνὸς δεκατημορίου ἐπὶ τοῦ τελωνιακοῦ δασμοῦ τῆς εἰσαγωγῆς, ὅπερ θέλει ἀποφέρει κατ’ ἔτος ποσὸν 2,000,000, διότι 20,000,000 εἶναι αἱ εἰσπράξεις, ἢ διὰ τοὺς ἐννέα ὑπολειπομένους μῆνας τοῦ ἔτους, 1,500,000. Ἔχομεν καὶ ἄλλην πρόσοδον, ἥτις δὲν εἶναι μὲν σπουδαία, ἀλλὰ πρέπει νὰ μνημονευθῇ· ἔχομεν αὔξησιν 100,000 δραχ. ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ προξενικοῦ νόμου, διότι κατὰ τὸν νέον νόμον τὰ ἔσοδα ἀνήκουσιν εἰς τὸ Κράτος. Ἄλλον πόρον ἔχομεν ἔκτακτον καὶ τυχαῖον ἐκ τῆς κατασκευῆς τῶν χαλκίνων νομισμάτων. Παρηγγέλθη πρὸ καιροῦ κατασκευὴ χαλκίνων νομισμάτων, καὶ μάλιστα ἓν μέρος εἶναι καθ’ ὁδόν. Ἐκ τούτου ἔχομεν 2,320,000. Λογιστικὸς μόνον εἶναι ὁ ἀριθμὸς ἐκ τῶν τοκομεριδίων τῶν ἀδιαθέτων ὁμολογιῶν τοῦ τελευταίου δανείου. Ἠκούσατε τὴν πρώτην ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, ὅτι αἱ ὁμολογίαι τοῦ τελευταίου δανείου δὲν διετέθησαν ὅλαι, ἀλλ’ ἔμειναν 4,957 περίπου ἀδιάθετοι. Οἱ τόκοι αὐτῶν θὰ μείνουν εἰς τὸ Ταμεῖον, ἤτοι 140,000 δραχμῶν, ἐνῷ μεταξὺ τῶν ἐξόδων σημειοῦμεν ὅλον τὸν τόκον τοῦ δανείου· διὰ τοῦτο ἐνταῦθα πρέπει νὰ σημειωθῇ αὐτὸ τὸ ποσόν. Ἐκ τῶν ἐκποιηθησομένων κτηνῶν τοῦ στρατοῦ ὑπελογίσθη, ὅτι θέλομεν εἰσπράξει 500,000 ἐκ τῶν κληρωτῶν, ὡς φαίνεται, κατὰ τὰ διδόμενα μέχρι τοῦδε, περίπου 600,000 δραχμῶν. Ὅλα αὐτὰ συναποτελοῦν ποσὸν 14,201,000, τοὐτέστι τῶν ἐπαρχιῶν τῶν νέων 7,941,000 καὶ ὅλαι αἱ ἄλλαι αὐξήσεις ἀποτελοῦν 14,201,000. Ἄλλον νέον πόρον τοῦ Κράτους βλέπομεν, τὴν ὁσημέραι αὔξησιν τῶν ἐσόδων, ἥτις κατ’ ἀναλογίαν δύναται ν’ ἀναβιβασθῇ εἰς 3,589,000, καὶ τοιουτοτρόπως συμπληροῦται τὸ ποσὸν τῶν 17,790,000. Πρὶν μεταβῶ εἰς τὰ ἔξοδα, κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ὑποβάλω εἰς ὑμᾶς καί τινας σκέψεις καὶ προτάσεις περὶ Ἑπτανήσου, διότι πανταχόθεν τῆς Ἑπτανήσου παρετήρησαν εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἐκεῖ πάσχει πρὸ πάντων τὸ ἐμπόριον, διότι τὰ κυριώτερα προϊόντα τῆς ἐξαγωγῆς τελωνίζονται κατ’ ἀξίαν, ad valorem. Κατὰ τὴν ἐπικρατοῦσαν συνήθειαν ἐκεῖ, κάθε ἑβδομάδα οἱ μεσῖται πιστοποιοῦν τὴν ἀγοραίαν ἀξίαν τοῦ ἐλαίου, τῆς σταφίδος, τοῦ οἴνου, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν τιμῶν κατὰ μέσον ὅρον προσδιορίζεται τὸ κεφάλαιον τὸ φορολογητέον, πρὸς 18% ἐπὶ τοῦ ἐλαίου καὶ τῆς σταφίδος, εἰς 6% ἐπὶ τοῦ οἴνου. Διακυμαίνονται αἱ τιμαί, αἱ πιστοποιήσεις δὲν εἶναι πάντοτε ἀκριβεῖς, οὔτε δύνανται νὰ ἦναι, διότι καθ’ ἑβδομάδα δὲν γίνονται πράξεις, ἀλλ’ εἶναι πολλάκις εἰκασίαι τῶν μεσιτῶν· μολονότι ὑπάρχει ἀπραξία, προσδιορίζουν ἐν τούτοις τιμήν, καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς τιμῆς στηρίζονται αἱ τελωνειακαὶ εἰσπράξεις. Ὁ τελώνης εἶναι ὑπόχρεως ν’ ἀκολουθήσῃ αὐτὰς τὰς τιμὰς, καθ’ ἃς λαμβάνει τὸ 18 ἢ τὸ 6%. Συμβαίνει μάλιστα παραγγελίαι νὰ γείνωνται πρὸ καιροῦ ἐπὶ προθεσμίᾳ. Τὸ ἐμπόριον ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δὲν ἐργάζεται αὐθημερόν, ἀλλ’ ἐπὶ προθεσμίᾳ γίνονται αἱ μεγάλαι μάλιστα πράξεις τοῦ ἐμπορίου. Ὁ λαμβάνων τὴν παραγγελίαν νὰ παραδώσῃ μετὰ καιρόν, ἢ καὶ ὁ μέλλων νὰ λάβῃ μετὰ προθεσμίαν σπουδαῖον ποσὸν προϊόντος, δὲν δύναται νὰ προΐδῃ τὴν τιμὴν κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐξαγωγῆς, οὔτε νὰ προϋπολογίσῃ τὸ βάρος τοῦ τέλους, ὡς ἐκ τούτου ἐνδέχεται καὶ νὰ ζημιωθῇ, καὶ διὰ τοῦτο παραλείπει τὴν ἐπιχείρησιν· ὅστις δὲν εἶναι βέβαιος περὶ τῆς ἐκβάσεως, ἀποδειλιᾷ, ἐνῷ λαμβάνει θάῤῥος κατὰ λόγον τῆς βεβαιότητος. Τὸ ἐμπόριον, ἐὰν δὲν εὑρίσκῃ πᾶσαν ἀσφάλειαν, δὲν προχωρεῖ, καὶ ὅπου ὑπάρχει ἀβεβαιότης, τὸ ἐμπόριον ἀπρακτεῖ. Γνωρίζετε, ὅτι ἄλλοτε ἐξέφρασα ἄλλας ἰδέας περὶ Ἑπτανήσου, εἰς τὰς ὁποίας πάντοτε ἐμμένω, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ τὰς προτείνω, ἐὰν δὲν εὕρω ὑποστήριξιν παρὰ τῶν Ἑπτανησίων Ἐναπόκειται εἰς αὐτοὺς νὰ σχηματίσωσι γνώμην περὶ τοῦ τὶ εἶναι τὸ ὠφελιμώτερον διὰ τὰς ἐπαρχίας των, διότι εἶναι βέβαιον, ὅτι ὑπάρχει δυσαναλογία μεταξὺ τῶν φόρων τῶν Ἰονίων Νήσων καὶ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τὸν ὅρον τῆς ἀναλογίας, ἐνόσῳ δὲν ὑπάρχει τὸ αὐτὸ σύστημα φορολογίας, οὔτε ποτὲ θέλομεν προσδιορίσει αὐτὸν τὸν ὅρον, ἐνόσῳ δὲν ἔχομεν τοὺς αὐτοὺς φόρους. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ τείνωμεν πρὸς ἀφομοίωσιν, καὶ ἐὰν ἡ ἀφομοίωσις γείνῃ, τότε θέλομεν ἔχει τὴν πλήρη ἀναλογίαν. Ἐνδιαφερόμεθα διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἀφομοίωσιν καὶ κατ’ ἄλλον λόγον· διότι οἱ Ἰόνιοι εἶναι ἐντελῶς ψυχροὶ καὶ ἀδιάφοροι, ὅταν πρόκηται περὶ τῶν φορολογικῶν ἡμῶν νόμων, οἵτινες δὲν ἀφορῶσιν αὐτούς, ἐνῷ τοὺς ψηφίζουν· διὰ τοῦτο ἔχομεν συμφέρον νὰ ἐνδιαφέρωνται. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἀνώτερος λόγος ἐπιβάλλων τὴν ἀφομοίωσιν, διὰ νὰ γείνῃ ἀνακούφισις τῆς γεωργικῆς τάξεως. Δὲν εἶναι δύσκολον νὰ ἐννοήσῃ πᾶς τις, ὅτι τὸ βάρος ἐπιπίπτει εἰς τὴν γεωργικὴν τάξιν, ὅταν τὰ προϊόντα τῆς γῆς φέρουν αὐτὸν κατὰ τὸ πλεῖστον. Δι’ αὐτῆς τῆς καταθλίψεως ἐξηγεῖται, ὅτι ἐν ταῖς Ἰονίοις Νήσοις εὑρίσκεται ἡ γεωργικὴ τάξις εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται· αἱ ἄλλαι τάξεις δὲν συμμερίζονται τοὺς φόρους, ἀλλὰ δὲν ὠφελοῦνται ἐκ τούτου· κατὰ τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισα, ὅπου ἡ γεωργία πάσχει, ὅλοι πάσχουν. Δὲν πρέπει νὰ νομίζῃ τις ὅτι, ἐὰν πίπτῃ τὸ βάρος τῶν φόρων εἰς τὴν γεωργικὴν τάξιν, οἱ ἄλλοι δὲν πάσχουσι· διότι δὲν πάσχουσι μὲν ἀμέσως, ἀλλὰ πάσχουσιν ἐμμέσως. Ὅπως ἐπράξαμεν ἡμεῖς πρὸς ἀνακούφισιν τῆς γεωργικῆς τάξεως ἐν τῷ λοιπῷ Κράτει, χρέος ἔχομεν ν’ ἀνακουφίσωμεν καὶ τὴν γεωργικὴν τάξιν τῆς Ἑπτανήσου. Φέροντες αὐτὴν τὴν ἀνακούφισιν, θέλομεν ἴδε ἀμέσως τὴν αὔξησιν τῆς ἀξίας τῶν γεωργικῶν κτημάτων, ἐνῷ ἐκεῖ τὰ κτήματα ἔχουσιν ἐλαχίστην ἀγοραίαν ἀξίαν. Ὅταν παραβάλητε τὰ κτήματα τῆς Ἑπτανήσου πρὸς τὰ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, θέλετε ἴδει, ὅτι ἡ διαφορὰ τῆς ἀξίας εἶναι μεγίστη. Καὶ διατί τοῦτο; διότι ὅλον τὸ βάρος τῆς φορολογίας ἐπιπίπτει ἐπὶ τῶν κτημάτων καὶ τῆς παραγωγῆς. Ὅταν καταθλίβεται ἡ παραγωγή, καταθλίβεται ἡ πηγὴ τοῦ πλούτου, καὶ ὁ κάτοικος τῆς πόλεως δὲν ἔχει πρόσοδον ἐκ τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων. Σήμερον προτείνω αὐτὰς τὰς ἰδέας διὰ νὰ γείνῃ σκέψις ἐπ’ αὐτῶν ὑπὸ τῶν Ἑπτανησίων· ἐὰν δέ ποτε ἴδω αὐτοὺς ἀσπαζομένους αὐτὰς τὰς ἰδέας, θέλω εἶσθαι ὑπὲρ αὐτῶν, ὅπου καὶ ἂν εὑρίσκωμαι, εἴτε ἐν τῇ συμπολιτεύσει, εἴτε ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει, ὅπως λάβωσι κῦρος. Ταῦτα εἶπον καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, ἐπαναλαμβάνω δὲ καὶ πάλιν. Σήμερον οὐδὲν τολμῶ νὰ προτείνω, διὰ νὰ μὴ ὑποθέσωσιν οἱ ἐξ Ἑπτανήσου, ὅτι θέλομεν νὰ καταθλίψωμεν αὐτοὺς διὰ τοῦ ἀριθμοῦ. Ὁ ἀριθμὸς ἐμποδίζει· ἐὰν ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐξ Ἑπτανήσου βουλευτῶν, παραβαλλόμενος πρὸς τοὺς τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, δὲν ἦτο δυσανάλογος, ἤθελον προβῆ· ἀλλὰ σήμερον πρέπει νὰ σκέπτηται τις περὶ τούτου, μήπως ἐκληφθῇ ὅτι γίνεται κατάχρησις τοῦ ἀριθμοῦ, καὶ ἐπεβάλαμεν τὴν θέλησίν μας.
§51Α. ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἐσεῖς δὲν ἔχετε συμφέρον, ἡμεῖς θέλομεν περισσότερον.
§52ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τώρα γίνεται ἀνακοίνωσις ἰδεῶν· ἐξηγῶ, ὅτι ὁ μόνος τρόπος ν’ ἀνακουφίσωμεν καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ τὴν γεωργικὴν τάξιν, ν’ ἀνορθώσωμεν καὶ ἐκεῖ τὴν περιουσίαν τὴν ἀγροτικήν, καὶ νὰ πράξωμεν τοῦτο ἄνευ βλάβης τοῦ Δημοσίου, εἶναι ἡ ἀφομοίωσις. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γένῃ τοῦτο ἐν μιᾷ στιγμῇ, ἀλλὰ δυνάμεθα ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἀφομοίωσιν. Δυνάμεθα ἐν Ἑπτανήσῳ νὰ εἰσαγάγωμεν τὸν φόρον ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν καὶ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, ὡς καὶ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ζώων, καὶ τότε θὰ φθάσωσιν ἐκεῖ ὅπου εἴμεθα καὶ ἡμεῖς, θὰ ὑποβάλλωνται εἰς ὅμοιον φόρον ἐπὶ τῆς σταφίδος καὶ τοῦ ἐλαίου ἐν τῷ τελωνείῳ. Ὅταν οὐδὲν ἄλλο πληρώνῃ ἡ πολυάριθμος τάξις ἡ γεωργική, εἰμὴ τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, θέλει ἀνακουφισθῆ ἐντελῶς. Ἀλλὰ τοῦτο πρέπει νὰ γείνῃ βαθμηδὸν καὶ ἀνεπαισθήτως. Διατί ὁ ἰδιοκτήτης οἰκίας ἐν τῇ πόλει νὰ μὴ ὑποχρεοῦται εἰς φόρον οἰκοδομῶν, ὅπως ὑποχρεούμεθα καὶ ἡμεῖς; Ποῖος ὁ λόγος; διότι λέγουν, ὅτι πληρώνει τὸν δασμὸν τῆς καταναλώσεως; Τί καταναλίσκει, ὥστε ν’ ἀναλογῇ ὁ φόρος; εἶναι ἀνάλογον πρὸς τὸν φόρον τῆς οἰκοδομῆς; Ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν ἠμπορεῖ νὰ ἦναι 2000 καὶ 3000 δραχμῶν· ἠμπορεῖ νὰ πληρώσῃ φόρον καταναλώσεως τόσου ποσοῦ, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ ἀναλογία; Τί πρέπει νὰ φάγῃ διὰ νὰ πληρώσῃ αὐτὸν τὸν φόρον; Λοιπὸν αὐτὸ δὲν εἶναι ἄξιον λόγου. Ὁ ἰδιοκτήτης ἀστικῆς οἰκίας ἔχει τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ὁ μὴ ἰδιοκτήτης· ὅστις δὲν εἶναι ἰδιοκτήτης, πληρώνει ἐπίσης τὸν φόρον καταναλώσεως. Λοιπὸν ὁ ἰδιοκτήτης ἔχει περιουσίαν, μὴ ὑπαγομένην εἰς φόρον· διατί; διότι οὕτω παρέλαβεν ἀπὸ τὸν πατέρα του, ἀπὸ τὸν προπάτορά του, καὶ δὲν ἀνοίγει τὰ παράθυρά του νὰ ἴδῃ εἰς ποίαν κατάστασιν εἶναι οἱ ἀγροί του! Δὲν βλέπει τὸν γεωργὸν, ὅστις ἔρχεται εἰς τὴν πόλιν κεκυφὼς, καὶ ζητῶν δάνειον ἐπὶ τόκῳ βαρυτάτῳ καὶ μάλιστα ἔρχεται καὶ χρόνος, ὅτε οὔτε αὐτὸ τὸ δάνειον εὑρίσκει διὰ νὰ καλλιεργήσῃ τὸν ἀγρόν του! Τίς θέλει δανείσει εἰς τὸν φέροντα τοσοῦτον φορολογικὸν βάρος ἐπὶ τῶν ὤμων; Διατί ὁ ἐπιτηδευματίας, ὅστις μετέρχεται ἔργον ἐπικερδὲς, δὲν πληρώνει φόρον; Καὶ τί εἶναι ὁ φόρος, ὅστις θὰ ἐπιβληθῇ; 50–60 δραχμῶν: Τί εἶναι αὐταὶ, ὡς πρὸς τὸ κέρδος τοῦ ἔτους; ἀλλ’ ἡ ἀνακούφισις διὰ τὸν γεωργὸν εἶναι μεγάλη. Ἐὰν ἐμπνεώμεθα ἐκ τοῦ πνεύματος τῆς προόδου, ἐκ τῶν ἰδεῶν τῆς τελειοτέρας φορολογίας, ὅτι πρέπει νὰ διανέμηται ὁ φόρος, ὅτι ἡ φορολογία πρέπει νὰ ἦναι ὅσον ἔνεστιν ἴση, τότε δὲν θέλομεν κοιμᾶσθαι ἐπὶ τοῦ προσκεφαλαίου, ὅτι ὅλα ἔχουν καλῶς, διότι οὕτω ἔκπαλαι γίνονται· τὸν οὕτω κοιμώμενον θέλει εὕρει ἐκεῖ ἐπὶ τέλους ὁ θάνατος. Σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τούτου· πρόκειται νὰ εἰσάξωμεν πάγιον τὸ τέλος τῆς ἐξαγωγῆς, καὶ νὰ εὕρωμεν ἑπομένως ἀναλογίαν ἀντιστοιχοῦσαν πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σήμερον πληρώνεται ἀτάκτως κατὰ τὰς διακυμαινομένας τιμάς. Ἐλάβομεν πίνακας δέκα ἐτῶν ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ κατ’ αὐτοὺς προτείνει τὰ ἑξῆς· ἐπὶ μὲν τοῦ ἐλαίου βλέπομεν τὰς τιμὰς τῶν διαφόρων ἐτῶν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1870 μέχρι τοῦ 1880 ἀπὸ 60 μέχρι 49· βλέπομεν, ὅτι ὁ μέσος ὅρος εἶναι 55, καὶ ἐπὶ τῆς τιμῆς ταύτης ἐφηρμόσαμεν τὸ 18 τοῖς ἑκατὸν, ὥστε τὸ τέλος προσδιορίζεται 10 δραχμῶν. Ἐπὶ τῆς σταφίδος εὕρομεν μέσον ὅρον 170 δραχμῶν καὶ περιωρίσαμεν τὸν φόρον εἰς 30. Τὸ αὐτὸ ὑπελογίσαμεν διὰ τὸν οἶνον. Αὐτὸ εἶναι τὸ προτεινόμενον περὶ τῆς Ἑπτανήσου, τὸ ὁποῖον ἀπόκειται εἰς τοὺς κ. κ. Ἑπτανησίους νὰ τὸ ἐκτιμήσουν ἐμβριθέστερον καὶ νὰ φέρουν τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἐπικρίσεις των, τὰς ὁποίας θέλομεν ἀκούσει μετὰ προσοχῆς, διότι δὲν πρόκειται περὶ αὐξήσεως πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλὰ πρόκειται νὰ φέρωμεν εὐκολίαν ζητηθεῖσαν παρὰ τοῦ ἐμπορίου τῆς Ἑπτανήσου. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὰ ἔξοδα. Περὶ τῶν ἐξόδων δύναμαι νὰ ἦμαι βραχύς· τὰ περισσότερα ἀνήκουν εἰς τὰ ἄλλα ὑπουργεῖα, καὶ αἱ εἰδικαὶ ἐκθέσεις ἑκάστου ὑπουργείου θὰ ἐξηγήσουν τοὺς λόγους τῶν δαπανῶν. Καθὼς γνωρίζετε, αἱ μεγαλεῖτεραι δαπάναι εἶναι τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ τοῦ τῶν Στρατιωτικῶν· αἱ δαπάναι τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν περιορίζονται εἰς 3,900,000, τοῦ δὲ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν νομίζω εἰς 17,000,000. Τὸ ὅλον τῶν δαπανῶν εἶναι 77,851,000. Πέρυσιν ἦσαν, ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων 133,830,000. Ἡ διαφορὰ εἶναι 55,000,000. Τοῦτο δὲν χρεωστεῖται εἰς ἡμᾶς, ἀλλ’ εἰς τὰς περιστάσεις, ἡ δὲ αὔξησις ἡ σπουδαία προέρχεται ἐκ τῆς διοικήσεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ἥτις ἐν ἀρχῇ μέλλει νὰ ἦναι δαπανηροτέρα. Ἐγκατεστάθησαν αἱ Ἀρχαί, ἀλλὰ δὲν ἐγκατεστάθησαν ἐντελῶς, καὶ βλέπω πολλοὺς, ὅσοι διωρίσθησαν ἐκεῖ, ἀναβαίνοντας καὶ καταβαίνοντας τὸ ὑπουργεῖον. Τὸ ἔλλειμμα, κατ’ αὐτοὺς τοὺς ὑπολογισμοὺς, εἶναι 11,013,000, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀπίθανον ν’ ἀναφανοῦν ἔτι ἔκτακτοι δαπάναι, τὸ ὁποῖον θέλομεν προσπαθήσει, ὅσον τὸ δυνατὸν, ν’ ἀποφύγωμεν, διότι θεωροῦμεν, ὅτι τὸ πρώτιστον καθῆκον ἡμῶν εἶναι νὰ μὴ ἐξέλθωμεν αὐτοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅστις βεβαίως δὲν περιλαμβάνει ὅλα, ὅσα σήμερον ἡ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος ἐπιβάλλει, καὶ ἐπιβάλλει δεσποτικῶς, ἀπαρεγκλίτως. Προκειμένου περὶ τῶν δανείων, κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος, ἡ δαπάνη διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν θέλει εἶσθαι μικρὰ, διότι διὰ τὴν ὁδοποιΐαν τὸ δάνειον τῶν 20,000,000 μέλλει νὰ δαπανηθῇ ἐκ διαλειμμάτων, ὅσον προβαίνουσι τὰ ἔργα, ἀλλὰ τὰ περὶ τούτου θ’ ἀναπτύξῃ ἐκτενέστερον, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὑπάρχει ἄλλο τι ἐξ ἴσου σπουδαῖον, ἡ προπαρασκευὴ τῆς ναυτικῆς δυνάμεως. Τὸ πρὸς τοῦτο δάνειον ὑποδεικνύεται μόνον ἐνταῦθα ἐκ δραχ. 40,000,000. Μικρόν τι θέλει προστεθῆ εἰς τὰς δαπάνας κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ποσὸν, δὲν δύναμαι νὰ εἴπω κατὰ τὸ παρὸν, διότι καὶ ἂν συνομολογηθῇ δάνειον, ἔστω καὶ 40,000,000 διὰ τοιαύτην ναυτικὴν προπαρασκευὴν, αὐτὸ τὸ δάνειον κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος δὲν θέλει ἐπιβαρύνει ἐπαισθητῶς τὸν παρόντα προϋπολογισμόν. Τὸ τακτικὸν ἔλλειμμα ἐξ ἕνδεκα ἑκατομμυρίων θέλει καλυφθῆ ἐκ τοῦ περισσεύματος τοῦ δανείου τῶν 120,000,000, τὸ ὁποῖον ὑπερβαίνει τὰ 11,000,000. Κατ’ αὐτὸ τὸ ἔτος ἐπαρκοῦμεν, ἀλλ’ ὅπως ἐρωτᾷ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Σπάρτης κ. Δημητρακάκης κατὰ τὸ 83 τὰ ὑπάρχοντα μόνον δὲν θέλουν ἐπαρκέσει, ὅταν τὸ περίσσευμα τοῦ δανείου καταναλωθῇ. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ προπαρασκευασθῇ καὶ ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου κ. Δημητρακάκης νὰ μᾶς ὑποστηρίξῃ μετὰ τῆς θερμότητος, ἥτις εἰς αὐτὸν ἐξιδιάζει, διὰ προσθήκης ἄλλων φόρων, νὰ προπαρασκευάσωμεν τὴν ἰσοῤῥοπίαν. Ἓν μόνον νομοσχέδιον ἔχω σχετικὸν πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποβάλω. Κατεδείχθη ὅτι ἡ Ἐφορία Ἀττικῆς δὲν ἐπαρκεῖ εἰς τὰ ἔργα της καὶ πρὸ πάντων εἰς τὰ κύρια, τῆς βεβαιώσεως τῶν φόρων καὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς περιουσίας τοῦ Δημοσίου, διότι πλεῖσται ὑπάρχουσι δίκαι μεταβάλλουσαι τὸν Ἔφορον μᾶλλον εἰς πελάτην ἀναζητοῦντα δικηγόρου; καὶ δικαστήρια. Διὰ τοῦτο, καὶ κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Συμβούλου, ὑποβάλλω νομοσχέδιον ὅπως προστεθῇ δικαστικὸς ὑπάλληλος, ἔχων προσόντα ὡρισμένα, ὁ ὁποῖος ν’ ἀναλάβῃ ὅλα τὰ δικαστικὰ ἔργα τῆς Ἐφορίας. Τοιουτοτρόπως θέλει δυνηθῆ ὁ Ἔφορος νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον νὰ σταλῇ ἁρμοδίως εἰς τὴν ἐπιτροπήν. (Ὅρα παράρτημα). Τώρα εἶμαι ἕτοιμος νὰ σᾶς δώσω ἀπαντήσεις. Τί θέλετε, κύριε Βαλσαμάκη;
§53ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Εἴπατε ὅτι διαδοχικῶς πρέπει νὰ γείνῃ ἡ ἀφομοίωσις τοῦ φορολογικοῦ συστήματος εἰς τὰς Ἰονίους νήσους, καὶ ἑπομένως ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ ἐπεκταθῇ ἡ φορολογία εἰς ἕκαστον ἐκ τῶν εἰδῶν, τὰ ὁποῖα σήμερον δὲν φορολογοῦνται· παραδείγματος χάριν πρῶτον αἱ οἰκοδομαί, δεύτερον τὰ ἐπιτηδεύματα κτλ. Ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή, ἐὰν θέλῃ νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην βαθμιαίαν ἀφομοίωσιν, πρέπει νὰ ἔχῃ βάσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ στηριχθῇ. Ἐξηγοῦμαι· σήμερον παραδεχόμεθα οἱ ἐκ τῶν Ἰονίων νήσων βουλευταὶ π. χ. νὰ δεχθῶμεν τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων ἢ τῶν οἰκοδομῶν. Ἐννοεῖται, ὅτι, παραδεχόμενοι τοῦτο, θ’ ἀπαιτήσωμεν νὰ ἐλαττώσητε ἀναλόγως τὸν φόρον τῆς σταφίδος καὶ τοῦ ἐλαίου. Κατὰ τὴν συζήτησιν, ἡμεῖς θὰ ἰσχυρισθῶμεν ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ εἰσπράξῃ ἐξ αὐτῶν τῶν φόρων 300,000 ἢ καὶ 500,000 δραχμάς. Ἡ Βουλὴ θὰ ἐρωτήσῃ τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῆς ἀκριβείας τοῦ ἰσχυρισμοῦ μας. Ἐγένετο ἐργασία τις περὶ τούτου; Φρονῶ οὐχί, καί τοι καὶ ἄλλοτε προεκάλεσα τὴν Κυβέρνησιν εἰς τοῦτο. Ἀπαιτεῖται ἄρα μία τοιαύτη ἐργασία νὰ γείνῃ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν, νὰ προβῇ εἰς αὐτὴν τὴν ἐργασίαν καὶ νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐπισήμους πληροφορίας ποῖον εἶναι τὸ πιθανὸν ἔσοδον ἐκ τῆς δεῖνα ἢ δεῖνα φορολογίας. Προσθέτω δὲ τὴν παράκλησίν μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καθ’ ὅτι ἀπὸ τοῦδε ὁμολογῶ, ὅτι ἀσπάζομαι ἐν μέρει τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἀνεπτύξατε ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν τῶν Ἰονίων νήσων καὶ τὴν κατάστασιν τῆς γεωργίας εἰς αὐτάς.
§54ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εὑρίσκετε ὅτι ἡ περιγραφή μου ἦτον ἀκριβής;
§55ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Μάλιστα. Ἀκριβεστάτη· ἀλλὰ ὀφείλεται εἰς διαφόρους αἰτίας.
§56ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὸ ὑπουργεῖον ὑπάρχει ἓν ἔγγραφον τοῦ κ. Βράϊλα, σχέσιν ἔχον μὲ τὴν φορολογίαν τῆς σταφίδος. Ἐντὸς αὐτοῦ ὑπάρχει ἔγγραφον τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, παραπονουμένης διὰ τὸ ὑπερβολικὸν τῶν τελῶν ἐπὶ διαφόρων εἰδῶν. Σᾶς παρακαλῶ, ἐὰν ἦναι δυνατόν, ἀντίγραφον αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν.
§57ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μάλιστα.
§58Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑποθέτω, ὅτι μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ ὑπεβλήθη ὡσαύτως καὶ πίναξ, καταδεικνύων τὸ ποσὸν τῶν βεβαιωθέντων ἐσόδων ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων τοῦ 1881. Ἐπειδὴ ὑποθέτω τοῦτο, νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ προβάλω τοιαύτην αἴτησιν. Προβάλλω ὅμως ἄλλην αἴτησιν. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ νὰ συνταχθῇ πίναξ, δηλῶν τὰ ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς χρήσεως τοῦ 1880 μέχρι τοῦδε βεβαιωθέντα ποσὰ κατ’ ἄρθρον καὶ κεφάλαιον, διότι εἰς τὴν Βουλὴν εἰσήχθη τὸ ποσὸν τὸ βεβαιωθὲν μέχρι τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν εἰσήχθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1881· ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ συμπληρωθῶσιν αἱ πληροφορίαι ἐκεῖναι ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους 1881 βεβαιωθέντος καὶ εἰσπραχθέντος κατὰ κεφάλαιον καὶ κατ’ ἄρθρον.
§59ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὑπόσχομαι καὶ αὐτὸ καὶ πολλὰ πλείονα, πρὸς περισσοτέραν πληροφορίαν, ὡς εἶχον σκοπὸν, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχε καιρός.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαιτήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον.
§61ΤΙΝΕΣ. Νὰ γείνῃ μικρὰ διακοπή. (Γίνεται διακοπὴ 10 λεπτῶν, μεθ’ ὃ ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις).
§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι, ἐπειδὴ πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἰθάκης ἀνέγνωσε τηλεγραφήματα ἐκ Βάλτου, καὶ ἀπαντῶν εἰς αὐτὰ, εἶπον ὅτι ἓν μόνον τηλεγράφημα εἶχον λάβει, ἔλαβα δὲ ταύτην τὴν στιγμὴν ἕτερον τηλεγράφημα, πρέπει νὰ τὸ ἀναγνώσω, διὰ νὰ ἦμαι ἀκριβής. Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο εἶναι παρὰ τοῦ κ. Ἀνδρέου Στράτου καὶ τοῦ κ. Κ. Στράτου, εἶναι δὲ σχετικὸν πρὸς τὰ θέματα, περὶ ὧν ἔκαμε λόγον πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἰθάκης. (Ἀναγινώσκει τὸ τηλεγράφημα).
§63ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Προκληθέντες, κύριοι βουλευταὶ, ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Γόρτυνος, τοῦ ἀξιοτίμου κ. Δηλιγιάννη, νὰ ἐκθέσωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοὺς λόγους, οἵτινες ἔπεισαν τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Β. Λόγον νὰ ὑποβάλῃ σχέδιον τυπικῆς ὅλως ἀπαντήσεως, θεωροῦμεν χρέος ἡμῶν ν’ ἀνακοινώσωμεν ἀπὸ τοῦδε τὰς ἰδέας καὶ τὰ φρονήματά μας περὶ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων τῆς χώρας, καὶ κατόπιν νὰ δικαιολογήσωμεν διατί τοιαῦτα φρονοῦντες συνετάξαμεν τὸ σχέδιον, ὅπως τὸ ὑπεβάλομεν. Πρὸ πάντων ὀφείλω, ἐν ὀνόματι τοῦ τόπου, ὅστις μᾶς ἀπέστειλεν ἐνταῦθα, ὅπως ζητήσωμεν λογοδοσίαν παρὰ τῶν πρώην κυβερνητῶν τῆς χώρας περὶ τῆς ἐσωτερικῆς καὶ ἐξωτερικῆς αὐτῶν πολιτικῆς, πολιτικῆς ἀναγραφείσης ἐν τῷ Β. Λόγῳ, ἐκπληρῶν καθῆκον ἀνώτερον πάσης πρὸς τὰ πρόσωπα προσωπικῆς φιλίας καὶ συμπαθείας, νὰ ἐκθέσω ὑμῖν διὰ βραχέων τοὺς λόγους, οἵτινες μὲ παρεκίνησαν νὰ ὑποβάλω πρό τινων ἡμερῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν παρ’ ἐμοῦ διατυπωθεῖσαν κατὰ τῆς Συνθήκης μετὰ τῆς Τουρκίας διαμαρτύρησίν μου. Θέλω προσπαθήσει νὰ μὴν ἐπαναλάβω ὅσα ἐῤῥέθησαν ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀφομοιώσεως τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ὅπου ἀτόπως, κατ’ ἐμὲ, μετετοπίσθη τὸ πολιτικὸν ζήτημα, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ εἴπω καὶ πανθ’ ὅσα θεωρῶ ἀναγκαῖα, ὅπως ἀποδείξω, ὅτι τὸ ἔθνος, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἐποιήσαντο ἔκκλησιν οἱ πρώην ὑπουργοί, ἀπαιτεῖ ἵνα ὁ ἔλεγχος τῆς Βουλῆς ἐνασκηθῇ πλήρης, μετὰ δικαιοσύνης καὶ μετριοπαθείας, ἀλλὰ καὶ μετ’ αὐστηρότητος. Ἐὰν ἀποδείξω, ὅτι τὰ γενόμενα δὲν ἦσαν οὔτε νόμιμα, οὔτε ὠφέλιμα, δὲν πρέπει οὔτε νὰ ἐρεθισθῶσιν, ἀλλὰ καὶ οὔτε νὰ παραπονεθῶσιν οἱ κύριοι ἀντιπολιτευόμενοι· διότι τὴν ὀρθὴν ταύτην συμβουλὴν ἠκούσαμεν πέρυσι παρὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς σήμερον ἀντιπολιτεύσεως πρὸς ἡμᾶς ἀπευθυνομένην. Κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς, καὶ ἀκριβῶς πρὸ ἑνὸς ἔτους, ὅτε συνεσκέπτοντο αἱ Μ. Δυνάμεις ἐν Κωνσταντινουπόλει, ὁμιλῶν ἐντεῦθεν καὶ διαμαρτυρόμενος κατὰ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ἔλεγον, πρὶν κατέλθω τοῦ βήματος: «Ἂς ἀναμένωμεν μετὰ θάῤῥους τὴν ὑστάτην ἐτυμηγορίαν τῶν ἰσχυρῶν τοῦ κόσμου. Ἀλλ’ ἀπέναντι τῆς ὁμοφώνου αὐτῶν προσταγῆς πῶς θὰ πολιτευθῶμεν; Ἰδοὺ ζήτημα σημαντικότητος, οὗτινος τὴν ἐπίλυσιν δὲν δυνάμεθα παρὰ ν’ ἀφήσωμεν εἰς χεῖρας ἐκείνων, οὓς θέλομεν περιβάλει διὰ τῆς ἀπολύτου καὶ ἀνεπιφυλάκτου ἐμπιστοσύνης ἡμῶν». Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἐκείνη, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐν αὐτῇ κατάστασιν τῶν κομμάτων, ἐν τῷ πατριωτισμῷ αὐτῆς, ἐνόμισεν, ὅτι ἐξυπηρετεῖ τὸ ἐθνικὸν συμφέρον, περιβάλλουσα τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην διὰ τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης αὐτῆς. Ἀλλὰ ποῖα τὰ ἀποτελέσματα; Πάντες ὀφείλομεν σήμερον ν’ ἀνομολογήσωμεν τὴν πλάνην, εἰς ἣν ὑπέπεσε τότε ἡ Βουλή.—Θὰ προετίμων τότε πολλὰς καὶ ἀλλεπαλλήλους ὑπουργικὰς μεταβολὰς, θὰ προετίμων τότε τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, διότι, τέλος πάντων, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἤθελον ἐπέλθει κακὰ ἀποτελέσματα ἐκ τῆς ἐκρύθμου ἐκείνης καταστάσεως, ἣν ὑποδεικνύω, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῶμεν, ὅτι ἠθέλομεν φθάσει εἰς τὰ ἀποτελέσματα, πρὸ τῶν ὁποίων ἱστάμεθα ὡς ἔκπληκτοι θεαταί. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν ἐκείνη ἀφῆκε τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐνεπιστεύθη εἰς αὐτὴν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἐθνικοῦ προγράμματος ἄφθονα χορηγήσασα εἰς αὐτὴν τὰ ὑλικὰ καὶ ἠθικὰ ἀναγκαῖα μέσα. Ἠδύνασθε αὐτογνωμόνως νὰ μεταβάλητε τὸ ἐθνικὸν πρόγραμμα; Οὐχί.—Καὶ τὴν γνώμην ταύτην ἔχει μετ’ ἐμοῦ ὁ φίλος συμπολίτης μου καὶ πρώην ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργὸς, ὅστις ἔλεγε πέρυσι ταῦτα: «Ἡ Βουλὴ σᾶς ἠκολούθησεν εἰς τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο, καὶ ἀπεχώρησε. Σεῖς λοιπὸν δὲν εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ μεταβάλητε τὸ πρόγραμμά σας ἐκεῖνο, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ φέρητε τὴν Βουλήν, ἅμα ἐπαρουσιάσθησαν νέαι περιστάσεις, καὶ νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν εἶσθε οἱ κατάλληλοι νὰ ἐκτελέσητε τὸ νέον πρόγραμμα, ἢ ἐὰν ἐνομίζετε, ὅτι ἠδύνασθε νὰ μεταβάλητε τοσοῦτον ἀποτόμως τὸ πρόγραμμά σας, ὠφείλετε νὰ ζητήσητε ἐκ νέου τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ νέου προγράμματός σας· ἀλλὰ σεῖς συνεκαλέσατε τὴν Βουλήν, ἀφοῦ ἐθέσατε τὴν Ἑλλάδα εἰς τοιαύτην δύσκολον θέσιν, ὅταν πρὸ ὀλίγου σᾶς ἐπανέλαβον, καὶ ὁποίαν μᾶς παρέστησεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δηλαδή, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ μὲν ὀπισθοχώρησις εἶναι αὐτοκτονία, ἡ δὲ ἀναβολὴ ὀλεθρία.» Ἐὰν τοῦτο δὲν ἠδύνασθε νὰ πράξητε, διατί δὲν παρητήθητε; Ἔχω πρόχειρον τὴν ἀπάντησίν σας, τὴν εὑρίσκω εἰς τὸ ἡμιεπίσημον φύλλον τῆς Κυβερνήσεως, εἰς 8 ἐνίοτε θ’ ἀναγκασθῶ νὰ προσφύγω, διότι, μὴ ὑπαρχούσης Βουλῆς, ἀπούσης τῆς Βουλῆς, κατὰ συνταγματικὰ νόμιμα, αἱ ἰδέαι τῆς Κυβερνήσεως διατυποῦνται ἐν τῷ ἡμιεπισήμῳ αὐτῆς φύλλῳ. Ἐν φύλλῳ λοιπὸν τοῦ «Ἐθνικοῦ Πνεύματος», ἀριθ. 1959, ἀναγινώσκω ταῦτα: «Ἐνόσῳ ἐπικρατοῦσα γνώμη ἐπὶ τοῦ ζητήματος ὑπῆρχεν ἡ γνώμη τοῦ ὑπουργείου, καὶ ὁ Βασιλεὺς παρεδέχθη ταύτην, οὐδὲν δικαίωμα εἶχεν αὐτὸ νὰ παραιτηθῇ, προέδιδεν ἀπεναντίας τὸ καθῆκόν του, πράττον τοῦτο.» Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο ὀρθόν; Οὐχὶ μόνον δὲν εἶναι ὀρθὸν, ἀλλὰ καὶ ἀνάξιος εἶναι ὁ ὑπουργὸς, καὶ παραγνωρίζει τὰ καθήκοντά του, ὅστις ζητεῖ προστασίαν καὶ καταφύγιον εἰς πρόσωπον ἱερὸν καὶ ἀνεύθυνον. Δὲν τὸ λέγω ἐγὼ, κύριοι, αὐτό· μᾶς τὸ εἶπε πέρυσιν ὁ κ. Κουμουνδοῦρο. Ὁ ὑπουργὸς, εἶπεν, ὅστις ἀντὶ νὰ προτάττῃ τὸ στῆθός του καὶ νὰ λαμβάνῃ αὐτὸς τὴν εὐθύνην ἐν γένει, ζητεῖ νὰ καλύπτηται, καὶ καταφύγιον ἐπικαλεῖται καὶ προστασίαν ἱερὸν καὶ ἀνεύθυνον πρόσωπον, εἶναι, κύριοι, ἀνάξιος νὰ ἦναι ὑπουργὸς, παραγνωρίζει τὴν σοβαρότητα τῶν καθηκόντων του. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν δὲν ἠδύνατο νὰ ὑποχωρήσῃ. Ὤφειλε ν’ ἀποχωρήσῃ, ἅμα ἡ ἀρχικὴ αὐτῆς πολιτικὴ ἤθελεν ἀποδειχθῇ ἀνέφικτος. Τοῦτο ὤφειλε καὶ εἰς ἑαυτὴν καὶ εἰς τὸν Τόπον, ὅστις ἐπὶ ὡρισμένῃ ἰδέᾳ τὴν ὑπεστήριξεν ἐκθύμως. Ὅτε ἡ Ἑλλὰς τῷ 1821 ἐῤῥίπτετο εἰς τὴν ἐπανάστασιν, μόνα ἐφόδια ἐξ Εὐρώπης εἶχε τὴν περιφρόνησιν, τὴν ἀποστροφὴν καὶ αἰσθήματα ἐχθρικὰ, καθ’ ὧν οὐδὲν ἴσχυον τῶν φιλελλήνων καὶ τοῦ Βύρωνος αἱ παρορμήσεις. Ἐγείρετο δὲ κατὰ ἐχθροῦ φοβεροῦ, ὃν ἐφοβεῖτο αὐτὴ ἡ Εὐρώπη. Ὅτε τῷ 1855 ἀπεφάσισε νὰ ἐπαναλάβῃ τὸν ἀγῶνα εἶχε πάλιν καθ’ ἑαυτῆς τὴν Εὐρώπην. Καὶ εἰς τὰς δύω δὲ περιστάσεις τὸ Ἑλληνικὸν γένος δὲν διέθετε δυνάμεις ἱκανὰς καὶ ἐπαρκεῖς. Ἀλλὰ σήμερον εἴχομεν δύναμιν, ἀπολύτως μὴ τελείαν, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἀποῤῥιπτέαν. Τὴν συντεταγμένην δὲ ταύτην δύναμιν ἤθελε συμπληρώνει ὁ ἐνθουσιασμὸς καὶ τὸ πατριωτικὸν φρόνημα τοῦ Τόπου, καταλλήλως ἐμπνεόμενον. Ἡ Ἰταλία, ὡς ἠκούσατε, ἐγένετο ἐν Νοβάλᾳ· διότι ἐκεῖ τὸ Πεδεμόντιον ἀπέδειξεν, ὅτι ἔχει στοιχεῖα ζωῆς. Ἐκεῖ ἐγεννήθησαν αἱ πρὸς τὴν Ἰταλίαν συμπάθειαι καὶ ὁ θαυμασμός. Καὶ ἡμεῖς προτιμότερον νὰ ἠθέλομεν ὑποστῆ ἧτταν Νοβάρας· ἀλλὰ βεβαίως θὰ ἐπηκολούθει τὸ Σολφερῖνον καὶ ἡ Μαγέντα, ἡ ἀπελευθέρωσις συμπάσης τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς. Τὸ κύριον διὰ τὴν Ἑλλάδα ζήτημα ἦτο τὸ τῆς Ἐθνικῆς ἑνότητος, καὶ τῆς ἱερότητος τῶν πρὸς ὁμοφύλους ὑποχρεώσεων· ἡ δὲ ἑνότης ἐτραυματίσθη διὰ τῆς ἀποδοχῆς γραμμῆς διασπώσης τὴν ἑνότητα. Δὲν ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι ἤθελεν εὑρεθῇ Κυβέρνησις, ἀποφασίζουσα νὰ ἐξαφανίσῃ τίτλον ἀποκτηθέντα ὑπὲρ Ἑλλήνων. Ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς τιμῆς δύναταί τις νὰ ὑπογράψῃ τὰ δεινότατα, διότι σώζει τὴν τιμήν του· ἀλλ’ ὁ τρέμων πρὸ τῆς ἀπειλῆς, ὁ ταπεινούμενος, οὐδὲν ἔχει νὰ ἐλπίσῃ. Ἰδοὺ διατί εἶπον, ὅτι οἱ κυβερνήσαντες ὤθησαν τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν ἠθικὴν ταπείνωσιν καὶ τὸν ἐξευτελισμόν. Ἠκούσατε τί ἰσχυρίζονται. — Λέγουσιν, ὅτι ἡ Τουρκία ἐδημιούργησε τὴν ἰσχὺν τῶν πραγμάτων· ὤφειλε καὶ ἡ Ἑλλὰς νὰ δημιουργήσῃ τοιαύτην τινὰ ἰσχύν. Καὶ ἡ ἰσχὺς αὕτη ἤθελεν ἐξαναγκάσει τὰς Μ. Δυνάμεις νὰ διατυπώσωσι νέον διακανονισμόν, ἀφοῦ τὰς γνώμας μετέβαλον. Τοῦτο ὤφειλε νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἀπῃτεῖτο ἡ τὰ τῆς Ἑλλάδος διευθύνουσα δύναμις νὰ ἀποδυθῇ, πλήρης πεποιθήσεως, εἰς τὸν ἀγῶνα, πλήρης ἐμπνεύσεως καὶ αὐτοθυσίας. Ἡ ἀβεβαιότης, ἡ δειλία, αἱ πονηραὶ κρίσεις, ἦσαν τόσα τραύματα κατὰ τῆς ἐπιτυχίας. Ἀλλὰ προσθέτουσι: Μᾶς ἐγκατέλειπε καὶ ἡ Ἀγγλία. Ναί· ἀλλ’ ἡ Ἀγγλία εἶναι ὁ συνήγορος τῶν ζώντων καὶ οὐχὶ τῶν λιποθυμούντων. Καὶ ὁ Καβοὺρ ἀπεδοκιμάζετο ἐν Παρισίοις καὶ ἠπειλεῖτο ὑπὸ τοῦ Ναπολέοντος, ἀλλ’ ἐκεῖνος ἐξηκολούθει τὸ ἔργον του, διότι ἀνεγίνωσκεν ἐν τοῖς διαμέσοις τῶν στίχων Οὕτω καὶ ἡ Τουρκία, ἐνόησεν, ὅτι ἡ ὁμοφροσύνη ἦτο φανταστικὴ ὡς πρὸς τὴν πίεσιν, καὶ ἀντέστη. Ἀλλ’ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔπαιζεν ἐν οὐ παικτοῖς. Τί κραυγάζεις, ἔλεγε πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν; λάβε τὰ ὅπλα καὶ σπεῦσον εἰς τὰ σύνορα· ἡμεῖς δὲν σκεπτόμεθα δι’ ἄμυναν, ἀλλὰ δι’ ἐπίθεσιν. Ὅτε ἐξηκολούθουν αἱ διαπραγματεύσεις ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἐζητήθημεν νὰ ὑποσχεθῶμεν νὰ μὴ διαταράξωμεν τὴν εἰρήνην κατὰ τὴν διάρκειαν αὐτῶν. Ἐνθυμεῖσθε πάντες, ὅσοι εὑρέθητε ἐνταῦθα κατὰ τὴν ἐπίσημον ἐκείνην στιγμὴν, ὑπὸ ποίαν ἔννοιαν ἡ Βουλὴ ἐνόησε νὰ δοθῇ ἡ ὑπόσχεσις ἐκείνη. Ἐλπίζει, εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῶν Δυνάμεων, περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ὁποίων ἐκφράζεται ἡ Κυβέρνησις, εἶναι οἱ τῆς Βερολινείου Συνόδου. Βεβαιότατα, ἀπήντησεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος. Ἐνθυμεῖσθε μεθ’ ὁποίου ἐνθουσιασμοῦ προσήρχοντο πανταχοῦ τοῦ Κράτους οἱ ἔφεδροι. Πανταχοῦ, ἐν σώματι προσήρχοντο, ᾄδοντες πολεμικὰ ᾄσματα, καὶ ἓν ζητοῦντες, τὴν ταχεῖαν μετάβασίν των εἰς τὰ σύνορα. Ἐνθυμεῖσθε τὸν ἅγιον ἐνθουσιασμόν, ὅστις κατέλαβε τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Βασιλείου κατὰ τὴν 23 Μαρτίου, κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν σημαιῶν. Ἐνθυμεῖσθε πῶς ἤρχισαν νὰ συῤῥέωσι πανταχόθεν οἱ ἑλληνόπαιδες, κατατασσόμενοι ὡς ἐθελονταὶ, διότι πάντες ἤκουσαν τὸ φοβερὸν ἐκεῖνο τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ ὑποχώρησις εἶναι αὐτοκτονία, καὶ τὸ φοβερώτερον ἔτι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι θὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν τῶν Δυνάμεων μετὰ καὶ ἄνευ αὐτῶν, καὶ ἀνωμολόγει, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἦτον εἰς πλήρη κατάστασιν νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον αὐτῆς, διατρανώσας ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς τὰ ἑξῆς: «Βεβαίως, ἡμεῖς δὲν θ’ ἀρχίσωμεν συζήτησιν, ἡ ὁποία, κατὰ τὴν πεποίθησίν μας, θὰ βλάψῃ τὰ δημόσια συμφέροντα Ἄλλως, ἂν τοῦτο δὲν μᾶς ἐμπόδιζεν, ἕτοιμοι ἤμεθα νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως, καὶ ν’ ἀποδείξωμεν, ὅτι ἐξετελέσαμεν πληρέστατα τὸ καθῆκον ἡμῶν, καὶ ὅτι ἡ πατρὶς ἡμῶν, παρὰ τὴν ἰδέαν τοῦ προαγορεύσαντος, εὑρίσκεται εἰς πολὺ καλὴν κατάστασιν, δυναμένη νὰ ἐκτελέσῃ πληρέστατα τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον αἱ περιστάσεις ἐπιβάλλουσιν αὐτῇ Καὶ πάντες ἐπίστευσαν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐῤῥίπτετο σπουδαίως εἰς τὸν ἀγῶνα. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι αἱ Ἑλληνικαὶ κοινότητες ἤρχισαν νὰ συνεισφέρουν. Καὶ ἀπὸ τὴν Καλκούταν ἀκόμη εἶχον σταλῆ 2½ χιλ. λίραι. Καὶ εἷς μόνος ὁμογενὴς ἐν Αἰγύπτῳ ἔλαβεν ἐκ τοῦ δανείου ἓν ἑκατομμύριον. Καὶ πάντα ταῦτα διετράνωσε πρὸς τὴν Εὐρώπην αὐτὸς ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, διὰ τῆς ὡραιοτάτης καὶ ἑλληνικωτάτης ἐκείνης γραφίδος τοῦ συντάκτου τοῦ ὑπομνήματος τῆς 24 Μαρτίου. Ἐνθυμεῖσθε πάντες τὸ ὑπόμνημα ἐκεῖνο, ὅπερ περιέχει τὴν ἀληθῆ καὶ Ἑλληνικὴν ἔποψιν τοῦ ζητήματος, καὶ εὐλόγως παριστᾷ τὴν παραδοχὴν νέων συνόρων ὡς προδοσίαν τῶν τιμαλφεστέρων τοῦ Ἑλληνισμοῦ συμφερόντων· Πῶς, ἐρωτῶ ἤδη, ἐντὸς 10 ἡμερῶν ὑπέγραψεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς δύω τόσον ἀντίθετα κείμενα; Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι ἐντὸς τῶν 10 ἡμερῶν προέκυψαν ὅλαι ἐκεῖναι αἱ δυσχέρειαι, αἵτινες ἔφεραν εἰς τὴν ὑποχώρησιν τῆς 31 Μαρτίου; Ἕνεκα τούτου, κύριοι, ὁ Τόπος ἐπὶ ἡμέρας, ἔκπληκτος ἐπὶ τῷ ἀκούσματι, δὲν ἐπίστευεν εἰς τὴν ὑποχώρησιν. Τὸ ἔγγραφον τῆς ἀπαντήσεως περιεῖχεν ἀπὸ ὅλα, καὶ ἄρνησιν, καὶ ἀποδοχὴν, καὶ εἰρωνείαν, καὶ ὑποκριτικὴν εὐλάβειαν, καὶ διαμαρτύρησιν, κατὰ βάθος ὅμως ἦτο ἡ προϋπεσχημένη ὑποχώρησις. Ἀλλ’ ἐν Εὐρώπῃ πομπωδῶς ἐθεώρησαν τὴν ἀπάντησιν ὡς ἀποδοχήν. Ἐν τούτοις, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις ἀπέκρουε διὰ τοῦ ἡμιεπισήμου ὀργάνου της τὴν τοιαύτην ἑρμηνείαν. Οὐδὲν ἐλύθη ὁριστικῶς, ἔλεγεν· ὁ τίτλος δὲν μηδενίσθη. Σήμερον δὲ μᾶς λέγουσι, τί νὰ κάμωμεν; ἀνῃρέθη, ἐμηδενίσθη. Ἀλλ’ ἡ προσπάθεια ἐκείνη νὰ δοθῇ ἔννοια ἀρνητικὴ, τί ἄλλο ἀποδεικνύει ἢ ὅτι αὐτοὶ οὗτοι κατεδίκαζον τὴν ἀποδοχήν; Καὶ πῶς νὰ μὴ λυπῆται πᾶς τις, ὅτι ἐγένετο δεκτὴ ἡ ὁροθεσία ὄχι τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ τῆς Τουρκίας, ἐλάσσων ἐκείνης τῆς Συνθήκης τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, ἥτις ἔφερε τὰ ὅρια εἰς τὴν Θεσσαλονίκην; Πῶς δύναται νὰ μὴ θλίβεται πᾶσα καρδία Ἑλληνικὴ, ὅταν πραγματοποιῶνται οἱ φόβοι τῆς ἐγκυκλίου τῆς 21 Μαρτίου περὶ διχασμοῦ τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Ἡ Εὐρώπη, λέγουν, ἀνῄρεσε τὸν τίτλον μας. Ἐκτὸς τούτου, πῶς ἠδυνάμεθα ν’ ἀρνηθῶμεν τὴν ἐλευθερίαν εἰς 250 χιλιάδας ἀδελφῶν, καὶ νὰ ἐμποδίσωμεν δούλους νὰ ἐλευθερωθῶσι; Καὶ πῶς ἀπεδέχθητε νὰ ξεσχίσῃ ἡ Εὐρώπη μονομερῶς τὸν τίτλον μας; Ἡ ἀπόφασις τοῦ Βερολίνου ἐκοινοποιήθη ἐπισήμως εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἀπεδέχθη αὐτὴν, καὶ τὴν ἐδημοσίευσεν ἐν τῇ ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Κατέστη λοιπὸν κοινὴ συμφωνία, Συνθήκη μεταξὺ Δυνάμεων καὶ Ἑλλάδος, τῆς ὁποίας ἡ ἰσχὺς δὲν ἠδύνατο νὰ καταργηθῇ μονομερῶς. Καὶ αὐτὸς ὁ St. Hilaire ἀνεγνώρισε τὴν ἀπόφασιν ἐν ταῖς ἐγκυκλίοις αὐτοῦ, ὡς τίτλον πολύτιμον ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος κεκτημένον, ἠμφισβήτησε μόνον τὴν ὑποχρέωσιν τῶν Δυνάμεων εἰς τὴν ἐκτέλεσιν. Χωρὶς λοιπὸν νὰ συναινέσῃ καὶ ἡ Ἑλλὰς, δὲν ἠδύνατο νὰ ξεσχισθῇ. Καὶ ἐνταῦθα διὰ τῆς ὑποχωρήσεως παρεβιάσθη τὸ ἄρθρον 33 τοῦ Συντάγματος. Παρεβιάσθησαν διὰ τῆς ὑποχωρήσεως αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, διότι διὰ τῆς παραδεχθείσης γραμμῆς μειοῦται ἡ διὰ τοῦ Βερολινείου τίτλου ἀποκτηθεῖσα ἀμυντικὴ γραμμὴ, καὶ καταστρέφεται ἡ διὰ τοῦ τίτλου ἐκείνου χαραχθεῖσα. Καὶ ἐν τούτοις, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ ἀπαλλαγῆς νομοσχεδίου, ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλήν: «Σπεύσατε, διότι δὲν ἠξεύρομεν ποῦ θὰ εὑρεθῶμεν μετὰ τινας ἴσως ἡμέρας. Ἴσως κληθῶμεν νὰ ἐκτελέσωμεν τὴν ἀπόφασιν». Καὶ ὅτε ἐσυζητεῖτο τὸ περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ νομοσχέδιον, καὶ ἐζητοῦντο ἐξηγήσεις περὶ τῆς καταστάσεως αὐτοῦ, καὶ πολλοὶ ἔλεγον, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ δοθῶσιν ἐξηγήσεις, τοὐναντίον, ἔλεγεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, χαίρε, διότι ἐκ τῶν πληροφοριῶν, ἃς θὰ δώσῃ, θὰ ἰδοῦν, ὅτι εἴμεθα καθ’ ὁλοκληρίαν παρεσκευασμένοι, ὅτι ἔχομεν ἀρκούσας δυνάμεις, ὅπως ὑποστηρίξωμεν τὸ πρόγραμμά μας, καὶ ὅτι ἔχομεν στρατὸν 75,000. Πῶς ὁ ἱκανὸς τότε νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Βερολίνου, καὶ λαβὼν πρὸς τοῦτο ἑκατομμύρια δραχμῶν, χιλιάδας ἀνδρῶν, καὶ πᾶσαν ὑποστήριξιν καὶ εὐκολίαν, δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἦτον ἱκανὸς κατόπιν; Ἐνθυμεῖσθε πάντες μεθ’ ὁποίου ἐνθουσιασμοῦ ὡμίλει τότε ὁ κ. Κουμουνδοῦρος πρὸς τὴν Βουλήν. Καὶ ἐν τούτοις, ὅτε ταῦτα ἔλεγε καὶ διεβεβαίου, ὅτι ἤθελεν ἐκτελέσει τὴν ἀπόφασιν τοῦ Βερολίνου, ἐγνώριζε τὰς διαθέσεις τῶν Δυνάμεων, ἐγνώριζε τί ἐσκέπτετο ἡ Ἀγγλία, ἡ ὁποία διὰ τοῦ στόματος τοῦ Γράμβιλ ἔλεγεν, ὅτι οὐδέποτε ἐνεθάῤῥυνε τὴν Ἑλλάδα. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ὅταν ὁ κ. Τρικούπης εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Ἀγγλία δὲν ἤθελε μᾶς ἀφήσει, ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἀπήντησεν, ὅτι οὔτε νὰ βεβαιώσῃ, οὔτε νὰ ἀρνηθῇ τὸ τοιοῦτον δύναται, ἐνῷ ὤφειλε νὰ εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἴσως ἡ Βουλὴ ἐκανόνιζεν ἄλλως τὴν πορείαν καὶ τὴν πολιτικήν της. Στενοχωρηθεὶς ὅμως ὁ κ. πρόεδρος, κατέφυγεν ἐπὶ τέλους εἰς τὸ ὅτι ἐφοβεῖτο τὰ παράλια, ὅτι κατὰ τὸν Νοέμβριον, πρὶν ἀκυρωθῇ ὁ τίτλος μας, ὑπῆρχεν ἡ ἐλπὶς τῆς ὑποστηρίξεως αὐτῶν. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἶναι βέβαιον, ὅτι οὐδέποτε ἡ Ἀγγλία ὑπεσχέθη τὴν ὑποστήριξιν αὐτῆς, πῶς κατὰ τὸν Νοέμβριον θὰ ὑπεστήριζε τὰ παράλιά μας; Ἐκτὸς τούτου, ἀφοῦ ὅλα ἦσαν εὐνοϊκὰ τὸν Νοέμβριον, καὶ αἱ παρασκευαὶ ἦσαν πλήρεις, καὶ κατὰ θάλασσαν εἴμεθα ἀσφαλεῖς, διατί δὲν προέβητε τότε εἰς τὴν ἐκτέλεσιν, καὶ ἀφήκατε νὰ μᾶς ἀκυρώσουν τὸν τίτλον μας; Δυοῖν θάτερον· ἢ ὅσα ἐγράφετε περὶ στρατιωτικῆς καὶ διεθνοῦς καταστάσεως τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1880 ἦσαν ἀληθῆ, καὶ τότε διέπραξεν ἔγκλημα ἐθνικὸν ἡ Κυβέρνησις μὴ ἐπωφεληθεῖσα τόσων εὐνοϊκῶν περιστάσεων, ἵνα ἐφαρμόσῃ τὸ πρόγραμμά της, ἢ δὲν ἦσαν ἀληθῆ, καὶ τότε εἶναι κακῆς πίστεως, θέλουσα νὰ ἐξηγήσῃ τὴν πολιτικήν της δι’ ἀνυποστάτων ἐπιχειρημάτων. Ἀλλὰ, κύριοι, ἡ ἐφημερὶς τοῦ πρωθυπουργοῦ ἀνεκάλυψεν ὅτι ἡ γενομένη λύσις ἐγένετο ὑπὸ τῆς Γερμανίας, ὅπως ἐξυπηρετηθῶσιν Αὐστριακὰ συμφέροντα. Ὁμολογεῖ δὲ ὅτι ἡ λύσις ἡ δοθεῖσα δὲν εἶναι κατ’ οὐσίαν ἡ συμφέρουσα. Καὶ τῳόντι δὲν εἶναι συμφέρουσα, διότι ἐγένετο ὅπως ἀπωθηθῇ ὁ Ἑλληνισμὸς ἀπὸ Ἑλληνικῶν χωρῶν, ἃς ἐποφθαλμιᾷ ἡ Αὐστρία. Καὶ ἤδη θέλετε στεφάνους; Καὶ λέγετε ἤδη ὅτι ἡ δοθεῖσα λύσις ἐξυπηρέτησε τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Τὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος, ὅπως τὴν περιεγράψατε ἠδύνασθε νὰ προλάβητε, ἐὰν ἐγκαίρως ἐπράττετε τὸ καθῆκόν σας, ἐὰν μὴ ἐκύπτετε εἰς λύσιν, ἧς γινώσκετε τὴν πηγὴν, καὶ ἧς δὲν ἀρνεῖσθε τὸν ὀλέθριον χαρακτῆρα, ἐὰν ἀρκούντως παρεσκευάζετε τὸν Τόπον, ὅπως ἔχῃ φωνὴν, καθ’ ἣν στιγμὴν διεκυβεύετο τὸ μέλλον τοῦ ἔθνους, καὶ προσεκλήθητε νὰ ὑπογράψητε λύσεις ὑποστηριζούσας ξένα καὶ ἐχθρὰ τῷ Ἑλληνισμῷ συμφέροντα. Δὲν εἶναι οὔτε ὀρθὸν, οὔτε ἀληθὲς τὸ λεγόμενον παρ’ ὑμῶν σήμερον, ὅτι ὁ Τόπος σᾶς ἐνεθάῤῥυνεν εἰς τὴν τοιαύτην λύσιν. Ὁ τόπος διεμαρτυρήθη. Ὁ τόπος ἔκπληκτος ἐπὶ ἡμέρας δὲν ἠδύνατο νὰ πιστεύσῃ εἰς τὴν ἐπελθοῦσαν συμφοράν. Τί ἠθέλατε νὰ πράξῃ; Νὰ ἐπαναστατήσῃ; Νὰ διαταράξῃ τὴν τάξιν καὶ τὴν κοινὴν ἀσφάλειαν; Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀμοιβή, ἣν προσφέρετε εἰς τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὴν σύνεσιν τῶν συμπολιτῶν σας; Καὶ δὲν σᾶς ἤρκεσαν αἱ διαμαρτυρίαι τῶν Συλλόγων καὶ τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων; Λησμονεῖτε ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πρόθυμος ἔδωκε φόρους χρήματος καὶ φόρον καὶ αἵματος ὡς ἐζητήθη. Λησμονεῖτε ὅμως πρὸ πάντων, ὅτι δὲν ἄγουσι τὰς Κυβερνήσεις οἱ λαοὶ, ἀλλ’ αἱ Κυβερνήσεις ἄγουσιν αὐτοὺς, ὅπου τὸ γενικὸν συμφέρον, ἔστω καὶ μετὰ θυσιῶν, καλεῖ αὐτούς. Δὲν ἐνθυμεῖσθε πάντες τὴν ἀπάντησιν, ἣν ἔδωκεν ὁ κ. Πρόεδρος πρὸς τὸν κύριον Φρεαρίτην, μεταβάντα μετὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ λαοῦ, ἵνα ἐρωτήσῃ αὐτὸν ἂν ἡ ἀπάντησις τῆς Κυβερνήσεως ἦτον ἀποδοχή; «Ὄχι, εἶπε, δὲν ἀπεδέχθημεν. Τὴν τελευταίαν λέξιν θὰ εἴπῃ ἡ Βουλή.» Δὲν ἐνθυμεῖσθε τοὺς χάρτας τῆς Θεσσαλίας, οὓς ἐπιδεικτικῶς ἐτοιχοκόλλησεν ἡ Ἀστυνομία εἰς τὰ κεντρικώτερα μέρη τῆς πρωτευούσης, διὰ νὰ καταπλήξῃ τὰ πλήθη; Δὲν ἐνθυμεῖσθε τὰς εἰκονικὰς ἀνακλήσεις τοῦ Κουντουριώτη, τοῦ Ῥαγκαβῆ, ὡς ἔλεγον, καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι τίνος ἄλλου ἀκόμη; Ὅλα ταῦτα ἦσαν τεχνάσματα, διὰ νὰ καταπραΰνωσι τὸ ἐξεγειρόμενον δημόσιον φρόνημα. Καὶ τώρα θέλετε νὰ τὸ καταστήσητε συνυπεύθυνον; Δὲν ἐνθυμεῖσθε τὴν ἐξέγερσιν τῶν Ἀλβανῶν, οὓς ἀφήσαμεν ἐγκαταλελειμμένους, καὶ οἵτινες σφοδρῶς καὶ πικρότατα διεμαρτυρήθησαν κατὰ τῆς Ἑλλάδος; Ἀλλὰ ἡ ἐξέγερσις τῶν Ἀλβανῶν ἔπεισε τὴν Τουρκίαν, ὅπως τάχιον ἄρῃ τὰς δυσχερείας ἐκ τῆς Ἑλλάδος, καὶ συγκεντρώσῃ τὰς δυνάμεις της κατ’ αὐτῶν. Πῶς, ἐρωτᾷ ὑμᾶς, ὦ πρώην κυβερνῆται, τὸ ἔθνος, ἀφήσατε τὴν Πρέβεζαν καὶ Ἐλασσῶνα, καὶ ὑπεκύψατε εἰς τὴν ὑποχώρησιν μετὰ δουλικῆς ταπεινότητος; Πῶς ἐτολμήσατε νὰ ὑπογράψητε ὁριστικῶς τὴν Συνθήκην ἐκείνην, παραβιάζοντες καὶ ποδοπατοῦντες τὸ Σύνταγμα; Καὶ βεβαίως παραβιάζεται δι’ αὐτῆς τὸ Σύνταγμα, διότι 1) διὰ τῆς Συμβάσεως ἀναλαμβάνει ἡ Ἑλλάς μέρος τοῦ Τουρκικοῦ χρέους· 2) ὑποχρεοῦται νὰ σεβασθῇ, παρὰ τοὺς Νόμους, προνόμια· 3) ὑποβάλλεται τὸ Κράτος ἀπέναντι ἰδιοκτητῶν ἰδιοῤῥύθμων εἰς ἄλλας ὑποχρεώσεις· 4) τέλος παραβιάσθησαν τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ Νόμοι τοῦ Κράτους, διότι ἐξετελέσθη ἡ Σύμβασις αὕτη ὡς Νόμος τοῦ Κράτους, καί τοι ἐστερημένη τῆς νομοθετικῆς ἐγκρίσεως. Δίκαιον λοιπὸν εἶχον, ὅταν πρό τινων ἡμερῶν, διαμαρτυρηθεὶς κατὰ τῆς Συνθήκης ταύτης, ἐχαρακτήρισα αὐτὴν ὡς ἐξευτελιστικὴν διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν, ἐπιβλαβῆ εἰς τὰ ἑλληνικὰ συμφέροντα καὶ ἀντισυνταγματικήν. Ἀλλὰ θὰ εἴπητε ἴσως, τί ὤφειλε νὰ πράξῃ ἡ Ἑλλάς; Ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας ὤφειλεν, ἐπὶ ποινῇ παραλείψεως ὑψίστου καθήκοντος, παραγνωρίσεως τῶν δικαιωμάτων καὶ ὑποχρεώσεων αὐτῆς, καὶ σφετερισμοῦ ἀλλοτρίων δικαιωμάτων, νὰ συγκαλέσῃ ἀμέσως τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς ὑποχωρήσεως, ἢ νὰ διαλύσῃ αὐτὴν, πρὸ τῆς ἐκτελέσεως τῆς Συμβάσεως. Καὶ ἐν τούτοις τὴν Βουλὴν δὲν ἔφεραν. Πρὸς τί, ἔλεγον, ἐπιθυμοῦσι ν’ ἀκούσωσι τῆς μονοτόνου μουσικῆς τοῦ προεδρικοῦ κώδωνος; Τί ζητοῦσι διὰ τῆς ἀμέσου συγκλήσεως τῆς Βουλῆς; Καὶ τὴν Βουλὴν ἀπεκάλουν «κριθοφόρον φάτνην!» Ἀλλ’ ἰδοὺ διατί ἠθέλαμεν τὴν Βουλήν. Τὸ λέγετε σεῖς, διὰ τοῦ στόματος τοῦ κυρίου βουλευτοῦ Μεσσήνης. «Ἄλλη θεωρία μοὶ ἐπροξένησεν ἐντύπωσιν καὶ λύπην. Τί ἠθέλατε, σᾶς εἶπον τὴν Βουλὴν; Τί καλλίτερον ἤθελε πράξει; πάντοτε, ἀπαντῶ, καλλίτερον ἢ ὅ,τι ἐγένετο. Ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη τῆς παρουσίας τῆς Βουλῆς δὲν κρίνεται ἀπὸ τὴν καλλιτέραν ἢ χειροτέραν ἐνέργειάν της. Εἰς τὴν Βουλὴν ἔχει ἐναποθέσει τὸ ἔθνος τὴν θέλησίν του, τὴν ἀπόφασίν του, τὰς ἐπιθυμίας του. Ἡ Βουλὴ εἶναι φρουρὸς τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ, διότι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐλευθερία ὅπου τὸ ἔθνος δὲν ἀποφασίζει περὶ τῶν ἐπιβαλλομένων βαρῶν καὶ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ, ὅπου δὲν δεσπόζει ἡ θέλησίς του. Καὶ ἂν ἤθελε πράξει κακὸν, ἔπρεπε νὰ ἦναι ἐδῶ, νὰ τὸ πράξῃ αὐτὴ, διότι ἀντιπροσωπεύει τὸν λαόν. Δὲν εἶσθε σεῖς οἱ δυνάμενοι νὰ ἀμφισβητήσητε τὴν χρησιμότητά της. Ἡ Βουλὴ εἶναι τὸ Παλλάδιον τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Τόπου, καὶ δὲν πρέπει οὐδὲ στιγμὴν νὰ παραγκωνισθῇ». Εἴπατε λοιπὸν πέρυσι: πᾶσα πρᾶξις, ἀφορῶσα εἰς τὰ ὕψιστα συμφέροντα τοῦ Κράτους, μὴ γενομένη τῇ συμπράξει τῆς Βουλῆς, εἶναι μεμπτέα. — Καθ’ ὑμᾶς, ἡ Βουλὴ ἦτον ἡ ἁγνὴ ἔκφρασις τοῦ λαοῦ. Διατί λοιπὸν δὲν ἐζητήσατε τὴν συνδρομὴν τοῦ ἔθνους; Ἐὰν ἔγκλημα ὑπῆρξε διότι δὲν συνεκλήθη ἡ Βουλὴ, ὅτε διετάχθη ἡ ἐπιστράτευσις, δὲν ἦτο μεῖζον ἔγκλημα, προκειμένου ν’ ἀναλάβῃ ἡ Ἑλλὰς τοὐλάχιστον 200 ἑκατομ. φράγκων βάρος πρόσθετον, ὑποχρεώσεις ἄλλας, θιγούσας τὴν ἐθνικὴν τιμὴν καὶ τὸ δημόσιον δίκαιον; Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ, ὡς μέλλουσα νὰ παρεμβάλῃ προσκόμματα εἰς τὴν τελείαν συντέλεσιν τοῦ ἔργου τῆς 31 Μαρτίου, δὲν συγκαλεῖται! Ἡ παρουσία τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἤθελε φέρει εἰς κίνδυνον τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος. Εἶναι ταῦτα νὰ λέγωνται; Αὗται εἶναι βλασφημίαι! Σεῖς τὸ εἴπατε. «Νομίζω, κύριοι, ἔλεγεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος πέρυσιν, ὅτι Βουλὴ, συγκροτουμένη ἀπὸ ἀνθρώπους ὁμοίους μὲ ἐμὲ καὶ τὸν κ. Τρικούπην, δὲν ἠδύνατο νὰ παραγνωρίσῃ τὴν θέσιν καὶ τὸ καθῆκόν της. Ὑβρίζετε τὴν Βουλὴν, ὑποθέτοντες, ὅτι, ἐρχομένη ἐνταῦθα καὶ βλέπουσα τὸ σπουδαῖον τῶν πραγμάτων καὶ τὰ μεγάλα συμφέροντα τοῦ Τόπου, δὲν ἤθελε δείξει πατριωτισμὸν τοιοῦτον, οἷον καυχᾶσθε ὅτι ἔχετε, καὶ δὲν ἤθελε συμμορφωθῆ μὲ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς ἐποχῆς καὶ μὲ τὰς ἀνάγκας τοῦ Τόπου, πλὴν ἤθελεν ἀσχοληθῆ εἰς πολιτικὰ ζητήματα. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ δὲν ἐκλήθη λόγῳ δυσπιστίας. Ἡ Βουλὴ, κύριοι, ἔπρεπε νὰ ἦναι ἐδῶ, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα· τὸ ἀπέδειξε καὶ ἄλλοτε». Ἐν τούτοις εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ ἀτυχὴς καὶ ταπεινωτικὴ λύσις τοῦ ζητήματος τῶν συνόρων, ἡ συνεπεία τῶν ἀσχημιῶν τοῦ ταμείου τῶν Θηβῶν ἀνακαλυφθεῖσα λυπηρὰ κατάστασις τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Τόπου καὶ εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων χρημάτων, ἐπήγαγον τὴν ἀναστάτωσιν τοῦ τόπου. Δὲν ἐμιμήθησαν κατὰ τοῦτο τὴν γείτονα Ἰταλίαν, τὴν ὁποίαν πολλάκις ἀνέφερον, ἀλλὰ τῆς ὁποίας τὴν πολιτείαν δὲν ἠθέλησαν ν’ ἀκολουθήσωσιν. Ὅτε ὁ Γαριβάλδης ἐγένετο κύριος τῆς Νεαπόλεως, συνεκλήθησαν αἱ Ἰταλικαὶ Βουλαὶ, καὶ ἐζητήθη παρ’ αὐτῶν ἡ ἄδεια τῆς προσαρτήσεως. Ἠθέλησαν πρὸ ἡμερῶν ν’ ἀμφισβητήσωσι τὸ τοιοῦτον, καὶ σᾶς προσήγαγον κείμενα, ἀλλ’ ἐνθυμεῖσθε πῶς ὁ κ. Καλλιγᾶς ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ ἱστορία δὲν μεταβάλλεται. Καὶ οὐ μόνον τὴν Βουλὴν δὲν συνεκάλεσαν, καθ’ ὃ εἶχον καθῆκον, καὶ ταύτην μὴ συγκαλέσαντες παρέλειψαν ἐν γνώσει καὶ ἐκ προθέσεως τὴν ἐκπλήρωσιν καθήκοντος ἐπιβαλλομένου αὐτοῖς, οὐ μόνον προέβησαν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ὡς νόμου τοῦ Κράτους Συνθήκης μὴ κεκυρωμένης, καὶ ἐξετέλεσαν αὐτὴν, ἀλλὰ καὶ εἰς δαπάνας ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὰς πλείστας παρανόμους καὶ ἀδικαιολογήτους, ὑπέβαλον τὸ Κράτος. Καὶ οὐ μόνον ταῦτα ἔπραξαν, ἀλλὰ καὶ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τέλους διέλυσαν, κακῶς χρησάμενοι τῇ βασιλικῆς ταύτης προνομίας, καὶ κακῶς συμβουλεύσαντες τὸ Στέμμα. Ἀλλ’ ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς εἶχε προαποφασισθῆ ἐν τῷ νῷ τῶν ὑπογραψάντων τὴν ὑποχώρησιν ἀπὸ τῆς 31 Μαρτίου. Τοῦτο τοὐλάχιστον ἐξάγεται ἐκ τῶν δημοσιευθέντων ὑπὸ τῶν εὐρωπαϊκῶν ἐφημερίδων, ὑποστηρίζεται δὲ ἐκ τῆς ἐπιμονῆς τοῦ κ. Κουμουνδούρου εἰς τὸ νὰ μὴ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν, καὶ ὅτε ὁ κ. Σωτηρόπουλος θερμῶς παρεκάλει, καὶ ἐπρόκειτο περὶ τῆς τιμῆς οὐ μόνον τοῦ ὑπουργοῦ, ἀλλὰ καὶ συμπάσης τῆς Κυβερνήσεως. Πῶς ἠθέλατε νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν, κ. Σωτηρόπουλε, πρὸς χάριν σας, ἀφοῦ ἐν τῷ νῷ τοῦ κ. Προέδρου εἶχεν ἀποφασισθῆ ἡ διάλυσις αὐτῆς, διάλυσις, ἥτις σκοπίμως ἐμελετήθη, ἐπὶ προσδοκίᾳ πλειονοψηφίας ἐν τῇ νέᾳ Βουλῇ; Κακῶς λοιπὸν καὶ παρὰ τὸ Σύνταγμα ἔλυσε τὸ μεθοριακὸν ζήτημα ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις, κακῶς καὶ παρὰ τὸ Σύνταγμα δὲν συνεκάλεσε τὴν Βουλὴν, κακῶς καὶ παρὰ τὸ Σύνταγμα διέλυσεν αὐτήν. Ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς εἶναι προνομία τοῦ Στέμματος, τὸ ὁποῖον βεβαίως εἶναι ἀνεύθυνον διὰ τὴν ἐνάσκησιν αὐτῆς. Ἀλλὰ κατὰ τὰ ἄρθρα 30 καὶ 37 τοῦ Συντάγματος οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Βασιλέως ἰσχύει ἂν δὲν ἦναι προσυπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ ὑπευθύνου ὑπουργείου. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς ἐρεύνης, ἂν καλῶς καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἐγένετο ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς. Ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, ἐν αἷς περιστάσεσιν ἐγένετο, δικαίως ἐθεωρήθη παρὰ τῶν πολλῶν ὡς πραξικόπημα κατὰ τῆς κυριαρχίας τοῦ λαοῦ, καὶ ὡς τείνουσα εἰς τὴν ἐκμηδένισιν καὶ κατάργησιν τῶν ἐλευθεριῶν, καὶ παρακώλυσιν τῆς ἐῤῥύθμου λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος. (Εὖγε, εὖγε). Οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἥτις ἀνέγραψεν ἐπὶ τοῦ προγράμματος αὑτῆς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Βερολίνου, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐθνικοῦ προγράμματος τούτου ἐζήτησε καὶ ἔλαβε παρὰ τῆς Βουλῆς πάντα τὰ μέσα, τὰ ἀναγκαῖα πρὸς πραγματοποίησιν αὐτοῦ, ἤθελε λησμονήσει ἐπὶ τοσοῦτον τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῆς, καὶ ἤθελε τολμήσει, εἰς ξένας ὑπείκουσα παρορμήσεις, ν’ ἀνακηρυχθῇ δικτάτωρ τῆς χώρας, καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ, κύριοι, ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς συνεπάγεται ἀνωμαλίας εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους· ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς καταργεῖ τὰ ἄρθρα 59–60 τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὰ ὁποῖα οὐδεὶς φόρος ἐπιβάλλεται, οὐδ’ εἰσπράττεται, ἄνευ τῆς Βουλῆς, οὐδεμία δαπάνη γίνεται ἄνευ τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐπὶ τοσοῦτον εἶναι σπουδαία ἡ διατάραξις αὕτη ἐν τῷ Κράτει, ὥστε, ὅτε μέχρι τοῦ 1874 ἐπανελαμβάνετο συνεχῶς ἡ ἀταξία αὕτη τῆς διὰ πιστώσεων καὶ Διαταγμάτων εἰσπράξεως φόρων καὶ δαπάνης ἐν τῷ Κράτει, δύω βουλευταὶ ἐσκέφθησαν, ὅτι ἦτο καιρὸς νὰ τεθῇ φραγμὸς εἰς τὰς ὑπερβασίας ταύτας τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, καὶ εἰς τὰς δεσποτικὰς τάσεις, ὑφ’ ὧν καταλαμβάνονται ἐνίοτε οἱ κυβερνῶντες, καθὼς ἐπίσης καὶ νὰ προλάβωσι τὰς ἀδικαιολογήτους διαλύσεις τῶν Βουλῶν, ὑπέβαλον σχέδιον νόμου ἐκ τριῶν ἄρθρων, δι’ οὗ περιωρίζετο ἐμμέσως καὶ αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως, διότι δι’ αὐτοῦ ἐζητεῖτο νὰ καθιερωθῇ, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο διάλυσις εἰμὴ μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, φέρον τὰς ὑπογραφὰς τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ Σωτηροπούλου, δὲν ἐπρόφθασε νὰ συζητηθῇ. Ἐπιτρέπεται λοιπὸν εἰς ὑμᾶς, οἵτινες τοιαύτας εἴχετε ἰδέας, νὰ λέγητε: ἔπρεπε νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλὴ, διότι τοῦτο ἤθελε τὸ ἔθνος, διότι ἡ ἀποστολὴ αὐτῆς ἐπεραιώθη! Τίς σᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ ἔθνος ἤθελε νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλή; Πῶς ἐτολμήσατε νὰ θέσητε χεῖρα ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας; Πῶς ἐτολμήσατε νὰ εἴπητε, ὅτι ἐπεραιώθη ἡ ἀποστολὴ τῆς Βουλῆς, ἐνῷ εἶχε περαιωθῆ ἤδη ἡ ἰδική σας ἐντολή, τὴν ὁποίαν σᾶς εἶχεν ἀναθέσει ἡ ἐμπιστοσύνη αὐτὴ τῆς Βουλῆς, καὶ τὴν ὁποίαν παρεγνωρίσατε! Καὶ ποῖον ἔθνος θέλετε σήμερον νὰ κρίνῃ; Τί εἶναι αὐτὰ, τὰ ἐπαναλαμβανόμενα ἐντεῦθεν, ὅτι τὸ ἔθνος θὰ κρίνῃ μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν; Μήπως τὸ ἔθνος δὲν ἔκρινεν; Αὐτὰ ἐλέγατε κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ὅτε εἴπατε ὅτι κάμνετε ἔκκλησιν εἰς τὸν λαὸν, διὰ νὰ κρίνῃ. Ἰδοὺ λοιπὸν ἡμεῖς ἐνταῦθα, ἐκλεκτοὶ τοῦ λαοῦ, ὃν ἀντιπροσωπεύομεν, καὶ ὅστις μᾶς ἀπέστειλε, διὰ νὰ σᾶς ζητήσωμεν λόγον καὶ νὰ σᾶς κρίνωμεν. Ἡμεῖς λοιπὸν θὰ κρίνωμεν, καὶ ἡ κρίσις ἡμῶν ἔσται δικαία, ἀλλ’ ἀνάλογος τῆς σοβαρότητος τῶν περιστάσεων καὶ τῆς σημαντικότητος τῶν διαπραχθέντων ἀνομημάτων. Καὶ ὁμιλεῖτε περὶ Συντάγματος, περὶ Νόμων, περὶ Διαταγμάτων, περὶ εὐλαβείας πρὸς τὰ κείμενα, περὶ εἰρήνης καὶ ὁμονοίας, καὶ προτρέπετε τὴν Βουλὴν νὰ μὴν ἐξαντλῆται εἰς τοιαύτας πολιτικὰς διαμάχας, ἀλλὰ νὰ προβῇ εἰς τὰ ἔργα της τὰ νομοθετικά! Πλανᾶσθε. Τοιαύτη δὲν εἶναι ἡ ἀποστολὴ ἡμῶν. Πρωτίστως ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ἐξαντλήσωμεν πᾶσαν τὴν ἔρευναν περὶ τῶν γενομένων. Ἔχει ἀπόφασιν καὶ θέλησιν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ τεθῇ ἓν τέρμα εἰς τὰς ὑπερβασίας τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, διὰ νὰ μὴν ἐπαναληφθῶσι. Τοιαύτη ἡ ἀποστολὴ ἡμῶν. Ἄλλως πράττοντες, παραγνωρίζομεν αὐτήν Βεβαίως ἀνωμαλίαι πολλαὶ ὑφίστανται, καὶ ἡ θεραπεία τῶν ἀτόπων, τῶν κακῶς κειμένων, δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἀμέσως· ἀλλὰ πρὸ πάντων σεῖς εἶσθε οἱ δημιουργοὶ τῆς τοιαύτης καταστάσεως, καὶ δὲν δικαιοῦσθε νὰ φωνάζητε ἤδη ὑπὲρ τῆς ἀπολύτου νομιμότητος, καὶ νὰ δεικνύητε, ὅτι συνταράττεσθε διὰ τὴν παραμικρὰν παρατυπίαν. Στρέφων ἤδη τὸν λόγον πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, εἰς ἣν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀνήκω, τῇ λέγω: Ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Μαρτίου καταγγέλλεις τοὺς πρώην κυβερνήτας ἐπὶ παρανομίαις, ἐπὶ σφετερισμῷ δικαιωμάτων τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας, ἐπὶ βλάβῃ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Καιρὸς νῦν ἐπέστη νὰ τὰ ὑποστηρίξῃς, ἂν θέλῃς νὰ ἦσαι ἀξία τῶν ἐπαγγελιῶν σου, καὶ τῶν προσδοκιῶν τῆς κοινωνίας. Αὐταὶ εἶναι αἱ ἰδέαι καὶ τὰ αἰσθήματα τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Ἡ πλειονοψηφία φρονεῖ, ὅτι περὶ μὲν τῶν ἐξωτερικῶν ἡμῶν παθημάτων, ὅσα ὁ Βασιλικὸς Λόγος διέλαβε συνοψίζονται εἰς τοῦτο: «ἡ Εὐρώπη ἔδωκεν, ἡ Εὐρώπη ἀφείλετο»· ἀλλ’ ὅτι τὰ ἐν τῇ Ἑλλάδι τελεσθέντα πραξικοπήματα δὲν ἠξιώθησαν οὔτε μνείας. — Ὁ Βασιλικὸς Λόγος παραδέχεται ἁπλῶς ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς, ὡς ἐκ θαύματος συντελεσθεῖσαν, καὶ ἑπομένως ἐξηγεῖ φυσικώτατα τὰ κατόπιν ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις. — Ἀλλ’ ἂν ταῦτα διεγράφησαν ἐκ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου, ἡ Βουλὴ ὤφειλε νὰ στηλιτεύσῃ αὐτὰ ἐν τῇ ἀπαντήσει αὐτῆς. Καὶ ἐνῷ ταῦτα ἐῤῥονοῦμεν, καὶ φρονοῦμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς ἄλλας ἐργασίας, πρὶν ἐκφέρῃ τὴν ἐτυμηγορίαν της ἐπὶ τῶν γενομένων, καὶ ὅτι ἡ ἀπάντησις ἔπρεπε νὰ ὑποδεικνύῃ εἰς τὸν Βασιλέα πῶς σκέπτεται ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως αὐτοῦ, ἐπῆλθεν ἡ κυβερνητικὴ μεταβολή, καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ συντάξασα τὸν Βασιλικὸν Λόγον, δὲν εἶναι πλέον ἐπὶ κεφαλῆς τῶν πραγμάτων. Τί ἔπρεπε λοιπὸν νὰ πράξῃ ἡ Βουλή; Ἐὰν ἐκεῖνο τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον συνέταξε τὸν Βασιλικὸν Λόγον, δὲν ὑπάρχῃ, ὅπως ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ποίαν ἔννοιαν ἔχει πᾶσα ἀπάντησις, μὴ ἀπευθυνομένη πρὸς τὸ ὑφιστάμενον Ὑπουργεῖον, ἀλλὰ πρὸς τὸ πεπτωκώς; Διότι ὅταν ἐν τῇ ἀπαντήσει παρενείρεται ὅ,τι δήποτε ἐναντίον εἰς τὰ λεγόμενα ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ, τί πρέπει νὰ πράξῃ ὁ Βασιλεύς; Ἢ ν’ ἀποπέμψῃ τὸ Ὑπουργεῖόν του, ἢ νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν. Ἡ ἀπάντησις λοιπὸν ἀπευθύνεται πάντοτε πρὸς τὸν Βασιλέα, ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ τοῦ καταδείξῃ ἂν ὑποστηρίξῃ ἢ οὐχὶ τὸ Ὑπουργεῖον. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο δὲν ὑφίσταται. Οὔτε ἦτον ἀνάγκη, ὡς εἶπαν, ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφράσῃ τὴν λύπην της, καὶ ὅτι τὰ γενόμενα ἐγένοντο παρὰ τὴν θέλησιν τοῦ ἔθνους, διὰ ν’ ἀκούσῃ ταῦτα καὶ ὁ ἔξω κόσμος. Ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ διατυπώσῃ τὰς ἰδέας της καὶ νὰ λάβῃ τὴν ἀπόφασίν της δι’ ἰδίας πράξεώς της, ἥτις τὴν αὐτὴν θὰ ἔχῃ δημοσιότητα, καὶ ἴσως πληρεστέραν ἐπισημότητα, ἢ ἂν ἐν τῇ ἀπαντήσει ἐλέγετό τι. Ἰδού, κύριοι, οἱ λόγοι, οἵτινες ἔπεισαν τὴν πλειοψηφίαν νὰ ὑποβάλῃ σχέδιον τυπικῆς ἀπαντήσεως. Ἡ δευτέρα ἄλλως παράγραφος, καὶ διὰ τὸν θέλοντα ν’ ἀναγινώσκῃ ἐν τοῖς διαμέσοις τῶν στίχων, περιέχει τὴν ἔννοιαν, καὶ ἀντιπροσωπεύει τὰ αἰσθήματα πάντων ἐκείνων, ὅσοι φρονοῦσιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς 31 Μαρτίου, ἡ Κυβέρνησις τῶν παρανόμων Διαταγμάτων, ἡ Κυβέρνησις ἡ παρανόμως εἰσπράξασα καὶ παρανόμως προβᾶσα εἰς πληρωμὰς δημοσίων δαπανῶν, ἀδικαιολογήτων τῶν πλείστων, ἡ Κυβέρνησις, ἥτις αὐτογνωμόνως, καὶ ἐναντίον τῆς ῥητῆς τοῦ ἔθνους ἐντολῆς ἐδέχθη τὴν διάῤῥηξιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Βερολίνου, καὶ ἥτις παρεγνώρισε τὸ καθῆκον αὐτῆς ἀπέναντι καὶ τοῦ Τόπου καὶ τῆς Βουλῆς, καὶ ὑποκατέστησε τὴν θέλησίν της εἰς τὴν θέλησιν τοῦ ἔθνους, ὅτι, λέγω, ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, διὰ τῆς τυπικῆς ταύτης ἀπαντήσεως ἡμῶν, δὲν ἀπαλλάσσεται τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ὑπέχει ἀπέναντι τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ τὴν ὁποίαν ὀφείλει τοῦτο νὰ ἐπιδιώξῃ, ἂν θέλῃ νὰ ᾖναι, ὡς εἶναι, ζηλωτὸν τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν καθηκόντων αὐτοῦ. (Εὖγε, εὖγε).
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ἡ μειονοψηφία.
§65ΤΖΑΝΕΣ. Ἀποτελῶ μέρος τῆς μειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον· ἡ πλειονοψηφία ὑπέβαλε σχέδιον ἀπαντήσεως· ἡ μειονοψηφία μόνον τροποποίησιν εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον. Ἀναμένω ν’ ἀκούσω ἀληθεῖς κρίσεις ἐπὶ τοῦ σχεδίου τούτου, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον εἰσηγητὴν νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις ἐπ’ αὐτοῦ καὶ νὰ διαβεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Πατρῶν ἦναι ἀποδεκτὰ ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, διότι ἂν ἐγνώριζον, ὅτι εἰς τὴν συνεδρίασιν, ἥτις ἐγένετο πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς συντάξεως τοῦ σχεδίου, καθ’ ἣν μάλιστα ἐσυζητήσαμεν, ὅτι ἡ πλειονοψηφία θὰ εἶχε τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Πατρῶν ἐξήνεγκε, τότε ἠθέλομεν ὑποβάλει σχέδιον αὐτοτελές. Ἂς μοὶ συγχωρηθῇ ἐν τούτοις, κύριοι, νὰ εἴπω ὅτι δὲν ἠπατήθημεν, φρονοῦντες περὶ πλήρους συνεννοήσεως, καθ’ ὅσον ἐκεῖ συζητοῦντες εὑρέθημεν σύμφωνοι καὶ μόνον διϊστάμεθα εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον.
§66ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Δὲν εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ σᾶς δώσωμεν λόγον διατὶ οὕτω σκεπτόμεθα.
§67Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Λυποῦμαι, διότι προκαλεῖτε συζήτησιν, ἡ ὁποία δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ. Ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ἀντηλλάξαμεν τὰς ἰδέας ἡμῶν καὶ ἐσυμφωνήσαμεν περὶ τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ ὑποβληθῇ· σεῖς μάλιστα, τὸν ὁποῖον παμψηφεὶ ἐξελέξαμεν πρόεδρον, ἐδώκατε τὸν τύπον τῆς ἀπαντήσεως.
§68ΤΖΑΝΕΣ. Ἐν ὀνόματι τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Ἐπιτροπῆς — διότι ἡ Ἐπιτροπὴ, ἂν σύγκηται ἐκ δύω μερῶν, ἐκ μειονοψηφίας καὶ πλειονοψηφίας, εἶναι ἀδιαίρετος, καὶ ἀποτελεῖ μέρος τῆς Βουλῆς — προκαλῶ τὸν εἰσηγητὴν ν’ ἀποφανθῇ· ἄλλως, καὶ ἡμεῖς ἔχομεν τὰς ἰδέας μας, καὶ δυνάμεθα νὰ τὰς ἀνακοινώσωμεν· θέλω μόνον ἤδη νὰ πεισθῶ ἂν ἠπατήθημεν, ὑποθέσαντες ὅτι συνεννοήθημεν μετὰ τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας, ἐπιφυλασσόμενος νὰ λάβω τὸν λόγον.
§69ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἐννοῶ παντάπασι τὴν αἰτίασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαμῶν συναδέλφου, ἀκολουθήσαντος τὸ παράδειγμα τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Ἰθάκης. Ἀμφότεροι εἰσὶ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀνήκοντες εἰς τὴν μειονοψηφίαν αὐτῆς, καὶ δὲν πιστεύω, ὅτι ἐπλανήθησαν, ἀλλὰ καὶ ἂν ἐπλανήθησαν, βεβαίως ἡμεῖς δὲν περιηγάγομεν αὐτοὺς εἰς πλάνην. Ὅτι ἡμεῖς ἐντελῶς ἀντιθέτους πρὸς αὐτοὺς γνώμας ἐπρεσβεύομεν, καὶ ὅτι ἀκριβῶς πᾶν ὅ,τι ἐκεῖνοι ἔλεγον, ἀντέκειτο ἄντικρυς εἰς ὅ,τι ἡμεῖς ἐλέγομεν, τοῦτο εἶναι εἰς πάντας γνωστόν. Εἰς ἓν καὶ μόνον εὑρέθημεν σύμφωνοι, εἰς τὸ νὰ μείνωσιν αἱ παράγραφοι, αἱ μὴ ἔχουσαι πολλὴν χροιὰν, ὅπως ἔμειναν· διεφώνησαμεν δὲ ἐπὶ τῆς δευτέρας καὶ τρίτης παραγράφου, τὰς ὁποίας εἰς μίαν μόνην διετυπώσαμεν ἡμεῖς, εἰς τρόπον ὥστε, νὰ δεχθῶμεν ὅτι δὲν συμφωνοῦμεν πρὸς τὰς ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ γνώμας, ἀλλὰ ν’ ἀποφύγωμεν, ν’ ἀπαντήσωμεν πρὸς τὸν Ἡγεμόνα διὰ κατακρίσεως μὴ ἐχούσης σκοπόν, ἀφ’ οὗ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς ἀνέτρεψε τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ἔχον τὰς γνώμας ἐκείνας. Ἀπορῶ δὲ διατί προκαλεῖται ὁ Εἰσηγητὴς ἰδίᾳ νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην αὑτοῦ ὁ Εἰσηγητὴς εἶναι καὶ αὐτὸς μέλος τῆς πλειοψηφίας, ἡ δὲ γνώμη τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἦτο σαφῶς αὕτη· δὲν ἐπιδοκιμάζομεν μὲν τὰ γεγονότα, ἀποφεύγομεν δὲ εἰς τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον νὰ κατακρίνωμεν ῥητῶς αὐτόν, διότι ὁ Ἡγεμών, καλέσας Ὑπουργὸν ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἠσπάσθη τὰς γνώμας τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἀπεδοκίμασεν οὕτω πάντα τὰ πρότερον γενόμενα. Τοιαύτη ἦτο ἡ γνώμη τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ δὲν ἐννοῶ τὸν λόγον διατί γίνεται σήμερον ἡ ἀμφισβήτησις αὕτη. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ μειοψηφία ἐπιθυμεῖ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα διὰ τῆς τροπολογίας φέρει εἰς συζήτησιν, εἴμεθα πρόθυμοι νὰ προβῶμεν εἰς αὐτὴν, νὰ προβῶμεν μάλιστα καὶ εἰς συμπεράσματα καὶ ὑποβάλωμεν προτάσεις, φερούσας εἰς ῥητὴν ἀποδοκιμασίαν τῶν πράξεων τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως.
§70Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν ἐννοῶ, κύριοι, τὸν χόλον καὶ τὴν ὀργὴν τοῦ προαγορεύσαντος· ἀναγκάζομαι δὲ καὶ μᾶλλον τὸ προκεχωρηκὸς τῆς ὥρας καὶ τὴν οὐχὶ καλὴν ὑγιεινήν μου κατάστασιν, νὰ φέρω ἐν συντόμῳ παρατηρήσεις τινάς. Ἐγώ, κύριοι, καὶ οἱ ἀξιότιμοι ἐκ Καλαμῶν καὶ Κέας συνάδελφοι ὑπεδείχθημεν ὑπὸ τῆς μειοψηφίας τῆς Βουλῆς ὡς μέλη τῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν ἐναρκτήριον Βασιλικὸν Λόγον Ἐπιτροπῆς. Συνήλθομεν λοιπὸν εἰς σύσκεψιν τὴν ὡρισμένην ἡμέραν, καὶ πρόεδρον μὲν παμψηφεὶ ἐξελέξαμεν τὸν βουλευτὴν Πατρῶν κ. Κοντογούρην, εἰσηγητὴν δὲ τὸν βουλευτὴν Μεγαρίδος κ. Δραγούμην, ἀπόντα ἐκ τῆς συσκέψεως ἐκείνης Ἀπὸ τῆς πρώτης λοιπὸν συναντήσεώς μας, ἡ πλειοψηφία, εἰσηγουμένου τοῦ κ. Κοντογούρη, ἐδήλωσεν, ὅτι, τὰς ἐμπνεύσεις τῆς Κυβερνήσεως ἀκολουθοῦσα, καὶ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς ἀντιπροσωπεύουσα, ἐνόει καὶ ἐσκόπει νὰ ἀποφύγῃ ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἀπαντήσεως τὴν ἀφορμὴν πολιτικῆς συζητήσεως, καθόσον τοιαύτη ἐπὶ ἄλλου πεδίου ἔμελλε νὰ λάβῃ χώραν. Διελύθημεν λοιπὸν μετὰ τὴν ἀνταλλαγὴν ἰδεῶν τινων, καὶ συνήλθομεν κατὰ πρόσκλησιν τοῦ Προέδρου μετά τινας ἡμέρας, ἵνα συζητήσωμεν τὸ ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως σχέδιον. Ἡ συζήτησίς μας καὶ τότε δὲν ὑπῆρξε μακρὰ, καὶ, ὡς παρατηρεῖτε, ἐκ τοῦ τυπωθέντος καὶ διανεμηθέντος σχεδίου, μόνον ὡς πρὸς τὴν δευτέραν παράγραφον ἡ μειοψηφία προέτεινε προσθήκην, ἣν ἐθεώρει ἀπαραίτητον, κατὰ τὴν πεποίθησίν της. Καὶ διὰ τοῦτο, κύριοι, δυσφορῶ καὶ διὰ τοῦτο ἄκων ἔλαβον τὸν λόγον, διότι δὲν ἐννοῶ πῶς ἐννοοῦσί τινες νὰ ἀρνηθῶσι τὸν σεβασμὸν πρὸς τὰς πεποιθήσεις τῶν ὁμοτίμων των. Δὲν ἐννοῶ, ὅτι εἶναι δυνατὸν, δὲν εἶνε μάλιστα οὐδὲ πρέπον νὰ ὦμεν οἱ πάντες σύμφωνοι. Ὅ,τι ἀποτελεῖ τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἀξίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος εἶναι ὁ ἔλεγχος ὁ κοινοβουλευτικός. Τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν συμπολίτευσιν καὶ ἀντιπολίτευσιν, αἵτινες φυσικῶς διΐστανται ἐκ πεποιθήσεων. Ἡμεῖς δὲν σᾶς κακίζομεν διὰ τὰς πεποιθήσεις σας· ἡμεῖς ἀνομολογοῦμεν καὶ τὰ φῶτά σας καὶ τὴν εὐγλωττίαν καὶ τὴν μεγαλόνοιάν σας καὶ ὅ,τι θέλετε. Μὴ θέλετε ὅμως νὰ διατηρήσητε εἰς μόνους ἑαυτοὺς ἀποκλειστικὸν προνόμιον τὸν πατριωτισμὸν, καὶ τὸν πατριωτισμὸν καὶ πάντοτε τὸν πατριωτισμόν! Ἀφήσατε καὶ εἰς ἡμᾶς κόκον τινὰ ἐκ τούτου! Διέστημεν λοιπὸν πρὸς τὴν πλειοψηφίαν ὡς πρὸς τὴν δευτέραν παράγραφον, καθόσον ἡμεῖς δὲν ἐννοούσαμεν νὰ κρύψωμεν τὴν λύπην μας διὰ τὴν ἐπελθοῦσαν μεταβολὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει εἰς τὸ Πρωτόκολλον τῆς Συνδιασκέψεως τοῦ Βερολίνου, καὶ εἴπομεν, ὅτι μετριάζει τὴν λύπην μας, μόνον ἡ πεποίθησις, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὑπέκυψεν εἰς τὴν ἀνάγκην γενικοῦ Εὐρωπαϊκοῦ συμφέροντος. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ὡς ἄτομον εἶχον καὶ ἔχω ὅλως διαφορετικὴν ἰδέαν· διότι καὶ ἐν τῇ πεποιθήσει δυστυχεστάτης ἐκβάσεως δυστυχοῦς πολέμου ἐθεώρησα τοῦτον ἀναγκαιότατον κακὸν διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ὡς δημόσιος ὅμως ἄνθρωπος, ὡς πολιτευόμενος, δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀπομακρυνθῶ τῆς πολιτικῆς, ἣν τὸ ἔθνος διὰ τῶν ἡγητόρων του ἐχάραξεν ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος. Καὶ ἡ πολιτικὴ, κύριοι, τῆς Ἑλλάδος ἐχαράχθη καὶ διεγράφη οὐχὶ σήμερον, οὐδὲ χθές. Ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος ὡρίσθη καὶ ὑπεδείχθη πρὸ ἑπταετίας ὑπὸ τῆς Οἰκομενικῆς λεγομένης Κυβερνήσεως, ἧς τινος μέλη ἦσαν, ἐκτὸς τῶν εἰς ἄλλον κόσμον ἀνηκόντων ἤδη, καὶ οἱ κύριοι Κουμουνδοῦρος, Τρικούπης καὶ Δηλιγιάννης. Καὶ ἡ πολιτικὴ ἐκείνη, κύριοι, διέγραφεν ἐνέργειαν τῆς Ἑλλάδος διὰ τῆς πραγματικῆς ἢ ἠθικῆς ἀρωγῆς τῆς Εὐρώπης, ἢ μέρους τῆς Εὐρώπης. Τοῦτο δὲν εἶναι πλέον μυστήριον δι’ οὐδένα, διότι καὶ ἐῤῥέθη καὶ ἐγράφη καὶ διετυμπανίσθη ἀνὰ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ἡ δικαιολόγησις, ἥτις προὐτάθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης διὰ τὴν ἀπραξίαν της εἰς τὴν κατάλληλον στιγμὴν, ἦτο, ὅτι οὐδαμοῦ εὗρε συμμάχους, οὐδαμοῦ ἀπήντησεν ἐνθάῤῥυνσιν ἢ εὐμενῆ κἂν ἀκρόασιν ὑπὲρ τῶν πολεμικῶν διαθέσεών της. Διέστημεν λοιπὸν πρὸς τὴν πλειοψηφίαν, ὑποστηρίζουσαν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος πρέπει νὰ ἐνεργῇ ἀπολύτως μεμονωμένη καὶ κεχωρισμένη ἀπὸ τῆς Εὐρώπης. Ἡμεῖς σεβόμεθα, χωρὶς νὰ συμμεριζώμεθα, τὴν πεποίθησίν των ταύτην, καὶ διὰ τοῦτο προετείναμεν τὴν ἐπὶ τῆς δευτέρας παραγράφου προσθήκην. Ἰδοὺ λοιπὸν καὶ πάλιν ἀνανεουμένη σήμερον, λίαν ἀκαίρως, πολιτικὴ συζήτησις, κατὰ κόρον ἐν τούτοις παραταθεῖσα. Ἀνεμίχθην δὲ εἰς ταύτην ἀκουσίως, διότι ἔλαχον τὸν ἀτυχῆ κλῆρον νὰ ἦμαι μέλος τῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν ἐναρκτήριον Β. λόγον Ἐπιτροπῆς. Ἤλεγξαν, κύριοι, οὐχὶ μόνον δριμέως, ἀλλὰ καὶ πέραν τοῦ ἀπρεποῦς τὸν πρώην Πρωθυπουργὸν, διότι πέρυσιν εἶπεν, ὅτι ἐνόει νὰ ἐνεργήσῃ μετὰ καὶ ἄνευ τῆς Εὐρώπης. Ναὶ, κύριοι, εἶναι ἀληθὲς, ἀληθέστατον, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἰσχυρίσθη νὰ ἐνεργήσῃ μετὰ καὶ ἄνευ τῆς Εὐρώπης. Ἀλλὰ πότε ἰσχυρίσθη, ὅτι ἤθελεν ἐνεργήσει καὶ κατὰ τῆς Εὐρώπης; Πῶς ἄλλως δὲ ἤθελε χαρακτηρισθῆ ἡ ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος ἐνέργειά του, ὅπως εἶχον περιέλθει τὰ πράγματα; Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος διετάθη καὶ ὑπεστήριξεν, ὅτι ὤφειλεν ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐνεργήσῃ, καὶ ἂν δὲν ἤθελεν ἔχει τὴν Εὐρωπαϊκὴν συνδρομὴν, πρὸς ἐκτέλεσιν τίτλου, ὃν παρεῖχεν εἰς τὴν Ἑλλάδα Εὐρωπαϊκὴ ἀπόφασις. Ὅταν ὅμως ἡ ἀπόφασις αὕτη δὲν ἐθεωρήθη ἀνέκκλητος, ἀλλ’ ἐπετράπη τὸ ἔνδικον, οὕτως εἰπεῖν, μέσον τῆς ἀναιρέσεως, καὶ ἀναιρεθεῖσα ἐτροποποιήθη καὶ κατέστη ὁριστικὴ, ὁ τίτλος τῆς Ἑλλάδος τίς ἄλλος ἦτο ἢ ἡ ἀπόφασις τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Συνδιασκέψεως; Ἠδύνατο βεβαίως καὶ δύναται καὶ σήμερον ἡ Ἑλλὰς, ἂν ἐπιθυμῇ, νὰ πολεμήσῃ πρὸς τὴν Τουρκίαν· ἀλλ’ αἱ Συνθῆκαι, οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς θὰ ἐπολέμει, δὲν εἶναι πλέον οἱ ἀρχικοί. Δὲν ἐπρόκειτο κατὰ τὸν παρελθόντα Ἀπρίλιον, ἂν ἡ Ἑλλὰς ἐπεχείρει τὸν πόλεμον, δὲν ἐπρόκειτο, λέγω, νὰ ἀναλάβῃ ἀγῶνα πρὸς ἐκτέλεσιν Εὐρωπαϊκῆς ἀποφάσεως, μὴ ὑπαρχούσης πλέον, ἀναιρεθείσης. Θὰ ἐπεχείρει τὸν πόλεμον βεβαίως πρὸς διεκδίκησιν δικαιωμάτων ἀληθῶς ἱερῶν καὶ ἀναμφισβητήτων, τὰ δικαιώματα αὐτὰ ὅμως δὲν περιωρίζοντα μόνον μέχρις Ἐλασσῶνος ἢ μέχρι Πίνδου. Καὶ τὰ δικαιώματα αὐτὰ δὲν παρεγράφησαν· σώζονται ἀκέραια. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ὅμως δὲν ἔλαβε τὴν ἐντολὴν, οὐδ’ ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐνεργήσῃ διεκδικῶν τὰ τοιαῦτα δικαιώματα. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν καὶ ἔλαβε τὴν ἐντολὴν νὰ ἐνεργήσῃ, καὶ χωρὶς Εὐρωπαϊκῆς συνδρομῆς, διὰ τὴν πραγματοποίησιν τίτλου, ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω δικαιωμάτων στηριζομένου. Ὅταν λοιπὸν ὁ τίτλος αὐτὸς κατεστράφη ἢ ἐτροποποιήθη, ἡ δὲ Εὐρώπη οὐχὶ πλέον ἀδιάφορον, ἀλλ’ ἐχθρικὴν μᾶλλον ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος ἐλάμβανε στάσιν, φρονεῖτε, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ἀποδεξάμενος τὴν Σύμβασιν, ὑπῆρξεν ἀσυνεπής; Νομίζετε, ὅτι τὸ ἱστορικὸν «μετὰ καὶ ἄνευ τῆς Εὐρώπης» ἐνόει πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας, καὶ ἂν δὲν εἶχεν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος Εὐρωπαϊκὴν ἀπόφασιν, ἢ τίτλον, ἢ καὶ τούτου ἐκλιπόντος ἢ τροποποιηθέντος, καὶ ἀντιτασσομένης εἰς τοῦτο τῆς Εὐρώπης; Καὶ ἔπρεπε τὰ πάντα νὰ διακυβευθῶσι καὶ τεθῶσιν ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς, τῆς Ἑλλάδος στηριζομένης ἐπὶ μόνον τῶν ὑποθέσεων τοῦ εὐγλώττου βουλευτοῦ Καρυστίας; Πιστεύετέ το ὅσον θέλετε, ἢ μᾶλλον ὑποκριθῆτε ὅσον θέλετε, ὅτι τὸ πιστεύετε, ἀλὰ μὴ θέλετε νὰ ὑποχρεώσητε πάντας νὰ ἀκολουθήσωσι τὸ παράδειγμά σας. Κύριοι, ἀρνούμενοι τὴν ἱστορίαν, ἀρνούμενοι τὰ χθεσινὰ πασίγνωστα γεγονότα, ἐπικαλοῦνταί τινες ξένα παραδείγματα, ἀναφέροντες Σερβίαν, Ῥουμουνίαν, Μαυροβούνιον κλπ. Ἀλλὰ, κύριοι, ἂν θέλετε νὰ ἦσθε καλῆς πίστεως, ὀφείλετε νὰ ἀνομολογήσητε, ὅτι τὰ τοιαῦτα παραδείγματά εἰσι καθ’ ὑμῶν· διότι ὁποῖον ἐξ αὐτῶν τῶν ἐθνῶν ἐνήργησε μεμονωμένως ἢ αὐτοβούλως; Τί ἄλλο ἔπραξαν αὐτὰ ἢ νὰ συνταυτίσωσι τὴν τύχην των μετ’ ἰσχυροτάτου συμμάχου, μιᾶς τῶν πρωτίστων Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων; Ὁμιλοῦσι περὶ Μαυροβουνίου· ἀλλ’ ὁμιλοῦσι μόνον διὰ νὰ λέγωσι λόγους. Τὸ Μαυροβούνιον, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἐνήργει ἀπολύτως ὡς ἐπαρχία Ῥωσσικὴ, τὸ Μαυροβούνιον τὸ εἶδον προχθές. Τὸ Μαυροβούνιον δὲν ἔθαψε μόνον, ἀλλ’ ἐπότισεν, ἀλλ’ ἐζύμωσε τὸ ἔδαφός του ὅλον με τὸ αἷμα τῶν τέκνων του. Καὶ δὲν ἔπρεπε τὸ Μαυροβούνιον νὰ τὸ ἐπικαλῶνται τόσον συχνὰ οἱ ἐκ Θεσσαλίας συνάδελφοι, διότι δὲν ἐφρόντισαν νὰ μιμηθῶσι τὸ παράδειγμά του.
§71ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Τὸ αἷμα τῶν Θεσσαλῶν δύνασθε νὰ ἀναγνώσητε εἰς τὴν ἱστορίαν.
§72ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Σεῖς ἐσταθήκατε ὅλοι κλοτίδες!... Τί ἠθέλατε νὰ κάμουν οἱ Θεσσαλοί; (Θόρυβος).
§73ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Στάϊκε, μοὶ ἐπιτρέπετε, παρακαλῶ, μίαν διακοπήν;
§74ΣΤΑΪΚΟΣ. Εἰς ὑμᾶς ἐπιτρέπω εὐχαρίστως νὰ μὲ διακόψητε.
§75ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ. Φρονῶ, ὅτι ἀδικεῖτε πολὺ τὴν Θεσσαλίαν, καὶ εἰς ἀπόδειξιν τούτου, παραλείπων πολλὰ ἄλλα ἱστορικὰ γεγονότα, σᾶς ὑπενθυμίζω, ὅτι, ὅταν ὁ νῦν ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως διέταξε τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν νὰ προχωρήσῃ μέχρι Δομοκοῦ, ἡ Θεσσαλία ἠλεκτρίσθη, ἑτοιμασθεῖσα εἰς πᾶσαν θυσίαν καὶ εἰς τὸν περὶ τῶν ὅλων ἀγῶνα. Καὶ ὅτε δὲ οἱ ἐξ Ἀθηνῶν διέταξαν τὴν ἀδικαιολόγητον ὀπισθοδρόμησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἡ Θεσσαλία, ἐγκαταλειφθεῖσα εἰς τὸ φάσγανον τῶν ἀγρίων βασιβουζούκων, ἐξηκολούθησεν ἐν τούτοις μαχομένη γενναίως. Φρονῶ καὶ ἐπιμένω λέγων, ὅτι ἀδικεῖτε τὸν τόπον, διότι, ἐὰν ἐδίδετο ἐντεῦθεν τὸ σημεῖον, ἡ Θεσσαλία ἦτον ἑτοίμη πρὸς τὰς μεγαλειτέρας θυσίας. Δὲν μεγαλύνω τὰ πράγματα, καὶ μὴ θέλων νὰ παρατείνω τὴν διακοπὴν, παύω. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ σᾶς παρατηρήσω, κύριε συνάδελφε, ὅτι οἱ ἄδικοι λόγοι σας πολὺ μᾶς ἐλύπησαν.
§76ΣΤΑΪΚΟΣ. Μὲ διέκοψεν ὁ κ. Φιλάρετος, ὅτε ἔλεγον, ὅτι οἱ Θεσσαλοὶ δὲν ἐμιμήθησαν τὸ παράδειγμα τῶν Μαυροβουνίων. Καὶ εἶχε δίκαιον, διότι ἐμπνέεται ἐξ ἑαυτοῦ, ὅστις εἶναι ἐκ τῶν νέων ἀνδρῶν, οἵτινες, πιστεύω, ὅτι, ὅταν ἐπέλθῃ ἡ ὥρα τῶν πραγμάτων, δὲν θὰ ἦναι ἐκ τῶν τελευταίων εἰς τὰς τάξεις τῆς τιμῆς. Εἶχε λοιπὸν δίκαιον ὁ κ. Φιλάρετος· ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἀρκεῖ μόνη ἡ ἀτομική του διάθεσις νὰ διαψεύσῃ τὰ πράγματα, καὶ ἐγὼ ἐκτίθημι πραγματικὰ γεγονότα.
§77ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν εἶμαι μόνος. Οἱ πλεῖστοι τῶν ἐνταῦθα παρακαθημένων Ἀντιπροσώπων Θεσσαλῶν εἶναι ἐκ τῶν αὐτοπροσώπως λαβόντων μέρος εἰς τὴν τελευταίαν Θεσσαλικὴν ἐπανάστασιν.
§78ΤΙΝΕΣ. Πῶς δὲν εἶναι καὶ ἄλλοι; (Θόρυβος).
§79ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζετε λοιπὸν τὴν ἱστορίαν.... (Θόρυβος).
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι. Ἂς παύσουν αἱ διακοπαί.
§81ΣΤΑΪΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ταράττομαι ἐκ τούτου, διότι ὑπάρχουν διακοπαὶ, τὰς ὁποίας οὐ μόνον ἀποδέχομαι, ἀλλὰ καὶ ἐπιθυμῶ· ὑπάρχουν ὅμως καὶ διακοπαὶ, τὰς ὁποίας οὐδέποτε θὰ ἐπιτρέψω εἰς ἐμαυτὸν, ὥστε νὰ τὰς ἀκούσω. Ἄτομα ὡρισμένα, κύριοι, δὲν ἀποτελοῦσι τὰ ἔθνη καὶ τοὺς λαούς. Ἐκτὸς τοῦ κ. Φιλαρέτου, παρακάθηνται ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ καὶ πραγματικοὶ μαχηταὶ τῆς Θεσσαλίας, εἰσὶ δὲ καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἀδελφοὶ, οἵτινες ἔχυσαν αἷμα, ἀγωνισάμενοι τὸν κάλλιστον τῶν ἀγώνων. Τοῦτο ὅμως οὔτε μὲ καταδικάζει, οὔτε μὲ διαψεύδει, διατεινόμενον, ὅτι δὲν ὑπέστησαν ὅσα οἱ Μαυροβούνιοι, ἢ δὲν ἀνέλαβον τὸν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον ἀνέλαβον καὶ διεξήγαγον οἱ Μαυροβούνιοι. Τί μοι εἶπε, κύριοι, διακόψας με ὁ κ. Φιλάρετος; Μοὶ εἶπεν, ὅτι, ὅτε ἐξῆλθεν ὁ στρατὸς, ὁλόκληρος ἡ Θεσσαλία συνεκινήθη καὶ ἀνέλαβε τὸν ἀγῶνα. Ὑπάρχουσιν εὐτυχῶς συνάδελφοι ἀξιωματικοὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀγωνισάμενοι ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ οὗτοί εἰσιν εἰς κρείττονα θέσιν καὶ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Φιλαρέτου νὰ βεβαιώσωσιν ἂν ὁλόκληρος ἡ Θεσσαλία, ἢ ἄτομα μόνον ἐπανεστάτησαν. Ἐγὼ ὅμως παρατηρῶ τὰ ἑξῆς· ὑπάρχει μεγίστη διαφορὰ μεταξὺ τοῦ πολέμου ἔθνους πρὸς ἔθνους καὶ τοῦ πολέμου λαοῦ, δεδουλωμένου καὶ ἐπαναστατοῦντος κατὰ τῶν δυναστῶν του· ἕν ἔθνος, ἡττώμενον, ὑποχωρεῖ καὶ ἀποδέχεται τοὺς ὅρους τοῦ νικητοῦ· ὅταν ὅμως λαὸς ἐπαναστατεῖ πρὸς ἀνάκτησιν τῆς ἐλευθερίας του, ὅταν ἡ ἰδέα τῆς ἐλευθερίας καθίσταται πεποίθησις εἰς τὸν λαὸν αὐτὸν, ἡ πεποίθησις αὕτη περιάγει τοὺς λαοὺς, ἂν οὐχὶ εἰς ἀπόγνωσιν, ἀλλὰ βεβαίως εἰς αὐταπάρνησιν, καὶ οἱ λαοὶ αὐτοὶ δὲν καταθέτουσι τὰ ὅπλα, ἅμα ὡς ἐκλείψῃ ἡ ἔξωθεν βοήθεια, ἀλλ’ ἐμμένουσι καὶ ἐπιμένουσιν εἰς τὸν ἀγῶνα, καὶ ἢ νικῶσι καὶ καθίστανται ἐλεύθεροι, ἢ θνήσκουσιν ἐν τῇ ἐπαναστάσει καὶ μὲ τὰ ὅπλα εἰς τὰς χεῖρας. Ἂν λοιπὸν ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἀνεκλήθη, κ. Φιλάρετε, τὰ ὄρη καὶ τὰ βουνὰ δὲν κατεστράφησαν· ἐκεῖ δὲ ὑπῆρχον τὰ ἀσφαλέστερα στρατόπεδα διὰ τὴν ἐπανάστασιν. Τοιαύτη ὅμως ἐπανάστασις δὲν ἐγγυᾶτο βεβαίως τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ λιμένος Βώλου, καὶ τὴν διατήρησιν τῶν μεγάρων τῆς Λαρίσσης. Ἡ τοιαύτη ἐπανάστασις ἤθελε σπείρει πανταχοῦ τὸν ὄλεθρον καὶ τὴν καταστροφὴν, καὶ ἤθελε ποτίσει δι’ αἱμάτων τὰ Θεσσαλικὰ πεδία. Τοιαῦτά τινα λοιπὸν δὲν ἐγένοντο. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἑπομένως ὁ ἀξιότιμος κ. Φιλάρετος, νὰ ἐπιμένω εἰς τὸν ἰσχυρισμόν μου, ὅτι ἡ Θεσσαλία δὲν ἠκολούθησε τὸ παράδειγμα τοῦ Μαυροβουνίου.
§82ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Σεῖς δὲν μᾶς ἀφήσατε νὰ πράξωμεν ὅ,τι εἰμπορούσαμεν. (Θόρυβος). Ἐπεξετάθην, κύριοι, καὶ ἐποίησα παρέκβασιν, ἂν καὶ ἐπεθύμουν νὰ ἀποφύγω, ἀλλὰ παρεξέβην καὶ ἐπεξετάθην, παρασυρόμενος, οὕτως εἰπεῖν, ἐκ τῶν διακοπῶν. Ἐγὼ ἐσκόπουν ἁπλῶς νὰ παραπονεθῶ ἐν ὀλίγοις κατὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων τῆς πλειοψηφίας καὶ ἰδίᾳ τοῦ κ. Κοντογούρη, οἵτινες προὐκάλεσαν, παρὰ τὰ συμπεφωνημένα, συζήτησιν, ἔνθα δὲν ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ τοιαύτη. Δὲν παραπονούμεθα δὲ διότι ἐπῆλθε συζήτησις· καθότι, οὐ μόνον δὲν ἐννοοῦμεν νὰ ἀποφύγωμεν συζήτησιν, ἀλλὰ μάλιστα καὶ προκαλοῦμεν τοιαύτην Ὤφειλον ὅμως, ἐπαναλαμβάνω, νὰ προειδοποιήσωσιν ἡμᾶς οἱ συνάδελφοι περὶ τῆς μεταβολῆς τῆς πρώτης ἀποφάσεως, ὥστε νὰ μὴ προκαταλάβῃ ἡμᾶς ἀνετοίμους συζήτησις, ἐρχομένη ἀνελπίστως καὶ ἐξ ἀπροόπτου ἐπὶ ζητήματος οὐχὶ μικρᾶς σπουδαιότητος. Τοῦτο τοὐλάχιστον ἐπέβαλεν οὐ μόνον ἡ ἁβροφροσύνη, ἀλλὰ καὶ ἡ καλὴ πίστις, καὶ νὰ μὴ εὑρεθῇ ἡ πτωχὴ μειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ἐντελῶς ἀπαράσκευος ἀπέναντι μεμελετημένου καὶ λίαν εὐγλώττου ῥητορικοῦ λόγου, ὃν διὰ σωρείας σημειώσεων ἐξηκολούθησε καὶ συνεπλήρωσεν ὁ βουλευτὴς Πατρῶν καὶ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Κοντογούρης. Τούτου δ’ ἕνεκα καὶ ἀγορεύοντα διεκόψαμεν τὸν κ. Κοντογούρην ἐρωτῶντες αὐτὸν, ἂν ὡμίλει ἐξ ὀνόματος τῆς Ἐπιτροπῆς, ἢ τοὐλάχιστον τῆς πλειοψηφίας αὐτῆς, ἀφοῦ αὐτοὶ οὗτοι εἶπον πρὸς ἡμᾶς, ὅτι δὲν ἐσκόπουν νὰ προκαλέσωσι συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον.
§83ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τίς τὸ εἶπεν αὐτό;
§84ΣΤΑΪΚΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς κ. Κοντογούρης, ἀπόντος μὲν τοῦ κ. Δραγούμη, ἀλλὰ παρόντων τῶν ἄλλων συναδέλφων κ. κ. Βουλπιώτη, Σκουλούδη καὶ Χαντζοπούλου καὶ οἵτινες καὶ ἤδη εἰσὶ παρόντες καὶ μὲ ἀκούουσι, καὶ οἵτινες ὀφείλουσι νὰ μὴ σιωπήσωσιν ὡς πρὸς τοῦτο τοὐλάχιστον, ἂν πιστεύουσι τὸ ἐναντίον.
§85ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀπὸ τοῦ 1868, ἐπὶ τῆς Πρωθυπουργίας τοῦ ἀειμνήστου Βούλγαρη, ποτὲ δὲν ἐβιάσθη ἡ Βουλὴ νὰ καθήσῃ ἐδῶ πλέον τῆς ἑβδόμης ὥρας μ. μ. Ποῖον λόγον ἔχομεν τώρα νὰ μένωμεν ἀκόμη; ἢ μήπως θέλομεν νὰ φθάσωμεν πάλιν εἰς τὰ 1868!
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπὸ τῆς 18 Ἰανουαρίου μέχρι σήμερον εἶναι 2 μῆνες ἀφ’ ὅτου ἐξεφωνήθη ὁ Βασιλικὸς λόγος. Ἐπὶ τέλους πρέπει νὰ ἔλθωμεν εἰς ἓν τέρμα.
§87ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω, κύριοι, πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὡς μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῆς πλειονοψηφίας, νὰ δώσω ἀπάντησιν ἐναντίον τῶν αἰτιάσεων, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνε κατὰ τῶν συναδέλφων του. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου παρεμπίπτον ζήτημα ἦλθεν εἰς συζήτησιν καὶ ἐπὶ τούτου τοῦ παρεμπίπτοντος λαμβάνω τὸν λόγον. Τὸ νὰ γείνῃ, κύριοι, τυπικὴ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, βεβαίως δὲν δύναται νὰ προϋποθέτῃ θυσίαν γνωμῶν οὐδὲ ἐπὶ τοῦ ἐλαχίστου οὐσιαστικοῦ ζητήματος, πολλῷ μᾶλλον ἐπὶ ζητήματος ἐθνικοῦ μεγάλου, ἐπὶ τῆς λύσεως τοῦ ὁποίου καλεῖται ἡ Ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους ν’ ἀποφανθῇ. Τὸ τυπικὸν τῆς ἀπαντήσεως εἰς οὐδὲν ἄλλο συνίσταται εἰμὴ εἰς τὴν ἀποφυγὴν, τὴν ὅσον οἷόν τε ἔντεχνον, τῶν κρίσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ προκαλέσωσι τὰς ἐπικρίσεις καὶ τὴν πάλην. Ἐὰν ἡ μειοψηφία θελήσῃ νὰ ἐξετάσῃ τί εἴχομεν ἡμεῖς ἐν τῷ νῷ, ἡμεῖς δυνάμεθα ν’ ἀπαλλάξωμεν αὐτὴν ἀπὸ τοῦ κόπου τῆς σκέψεως, σπεύδοντες νὰ εἴπωμεν πρὸς αὐτὴν, ὅτι βεβαίως εἴχομεν ἐν τῷ νῷ ἐκεῖνα ἀκριβῶς πρὸς τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται αὐτοὶ εἰς μεγίστην ἀντιφωνίαν. Ἐπεκράτησε, κύριοι, ἡ γνώμη, καὶ νομίζω εὐλόγως, ὅτι ἐπειδὴ ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ἀπευθυνομένη κυρίως εἰς τὸν Βασιλέα, ἔχει σκοπὸν νὰ ῥυθμίσῃ τὰς σκέψεις τοῦ Βασιλέως ἐπὶ τῆς πολιτείας τῶν ὑπουργῶν, ὡς ἔμμεσον δὲ μόνον σκοπὸν ἢ ἀποτέλεσμα νὰ φωτίσῃ τὸ ἔθνος, ἐπειδὴ, λέγω, ἐκεῖνον ἔχει κύριον σκοπὸν ἡ ἀπάντησις, ἕπεται, ὅτι ὅταν μεσολαβήσῃ ὑπουργικὴ μεταβολὴ, δὲν ἁρμόζει πλέον εἰμὴ τυπικὴ ἀπάντησις, καὶ οὕτω διατετυπωμένη, ὥστε νὰ μὴ ἐξαναγκάζῃ τοὺς ἀντιφρονοῦντας νὰ πολεμήσωσιν αὐτήν. Τὸ σχέδιον λοιπὸν τῆς ἀπαντήσεως εἶναι τοιοῦτον, ὥστε δύναται μὲν βεβαίως νὰ δώσῃ ἀφορμὴν πρὸς διαφωνίας, ἀλλὰ δὲν καθιστᾷ τοὺς μειοψηφοῦντας ὑποχρέους νὰ διαφωνήσωσι καὶ νὰ ἀγωνισθῶσιν, ὅπως μὴ ψηφισθῇ ὅπως ἔχει. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ ἀπάντησις, καθ’ ἑαυτὴν ὡς ἔχει, δὲν καθιστᾷ ἀναπόφευκτον τὴν συζήτησιν, εὐλόγως ὅμως ἠδύνατο ἡ μειοψηφοῦσα μερὶς νὰ εἴπῃ: πῶς λοιπὸν θὰ παρέλθῃ ἄνευ κυρίας καὶ εὐρείας συζητήσεως ἡ ἐξέλεγξις τῶν πράξεων ἡμῶν ἐπὶ ἑνὸς τόσον μεγάλου ἐθνικοῦ ζητήματος; Πῶς δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν ἀτελῆ τινα συζήτησιν, καθ’ ἣν νὰ μὴ ἐκφρασθῇ ἡ Ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους ἐπὶ τῆς πορείας ἡμῶν; δυνάμεθα ν’ ἀπομακρύνωμεν τὴν συζήτησιν αὐτὴν ἐπὶ τοῦ φυσικωτέρου πεδίου, δηλαδὴ τῆς εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἀπαντήσεως; Ἐὰν δὲ ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἦναι ἀπάντησις ἀπευθυνομένη πρὸς μόνον τὸν ἡγεμόνα, δὲν δύναταί τις ὅμως νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι καὶ τὸ ἔθνος περιμένει ν’ ἀκούσῃ ἐν τῇ ἀπαντήσει τὰς ἰδέας τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, καὶ δὲν δύναται νὰ μὴ αἰσθανθῇ τὸ ἔθνος ἀπορίαν τινὰ, πῶς δύναται νὰ παρέλθῃ ἡ ἀπάντησις, χωρὶς νὰ γείνῃ συζήτησις εὐρεῖα καὶ πλήρης διὰ τὴν πορείαν τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως ἐπὶ μεγάλου ἐθνικοῦ ζητήματος. Καὶ τὸ παράπονον τὸ σχετικὸν, ὅτι δὲν ἐξεφράσθη ἐντελῶς ἡ Ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους, ἠδύνατο εὐλόγως νὰ τὸ ἔχῃ ἡ πρώην Κυβέρνησις. Ἠκούσατε προχθὲς, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐμέμφθη τὴν συζήτησιν τὴν πολιτικὴν, εἰσαγομένην κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ ἀφομοιώσεως τῶν νέων χωρῶν νομοσχεδίου, ὡς φερομένην εἰς μίαν στενωπόν· διότι τῳόντι στενωπός τις ἦτο ἐκείνη, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ πολιτικὴ συζήτησις εἰσήρχετο, δηλαδὴ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ 14 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ἐξ οὗ βεβιασμένως ἐξήγομεν τὰς ἐπὶ τῆς λύσεως τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος κρίσεις. Ἀλλὰ πότε λοιπὸν θὰ γείνῃ; Πῶς θὰ γείνῃ ἡ πολιτικὴ συζήτησις; Θὰ φέρωμεν τὴν συζήτησιν αὐτὴν ὅπου τύχῃ; Ἴσως εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν ἐγένετο ἐκ τῶν προτέρων ἀπόκρουσις τῆς ἐκφρασθείσης ὑπὸ τῶν πρώην ὑπουργῶν διαθέσεως αὐτῆς τοῦ νὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ἀλλ’ οὐχ ἧττον παρετηρήθη εἰς τὴν πρώην Κυβέρνησιν, μόλις ἤρξατο τῆς πολιτικῆς συζητήσεως, ὅτι δὲν τὴν φέρει εἰς τὸ φυσικὸν αὐτῆς πεδίον, καὶ ἐγένετο ἡ προειδοποίησις καὶ προϋπόσχεσις, ὅτι τὸ πολιτικὸν ζήτημα θὰ ἔλθῃ αὐτοτελές· ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχῃ τὸ καθῆκον νὰ φέρῃ ἡ Ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους αὐτοτελῆ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοσοῦτον μεγάλου ζητήματος, βεβαίως οὐδὲν φυσικώτερον, παρὰ νὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις αὕτη παραλλήλως πρὸς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως καὶ πρὸς τὴν ψήφισιν μιᾶς ἀπαντήσεως τυπικῆς. Τουλάχιστον, κατὰ τὴν γνώμην μου, πρέπει ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἀφ’ ἑνὸς μὲν μέχρι τοῦδε δὲν ἐγένετο ὅσον ἔπρεπεν εὐρέως συζήτησις πολιτικὴ ἐπὶ τῶν πράξεων τῆς πρώην Κυβερνήσεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ, ὅτι ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον ἔχει μὲν, κύριον, σκοπὸν τὴν διαφώτισιν τοῦ Ἡγεμόνος, ἀλλ’ ὅτι συγχρόνως, ἂν οὐχὶ ὡς σκοπὸν, τοὐλάχιστον ὡς ἀποτέλεσμα, ἔχει καὶ ὅτι τὸ ἔθνος φωτίζεται περὶ τῶν ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπικρατοῦσιν εἰς τὴν Ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους. Ταῦτα, λέγω, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν, πρέπει, νομίζω, νὰ συμπληρώσωμεν τὴν ἔλλειψιν, ἡ ὁποία ἐκ τῶν γνωστῶν λόγων ἐπῆλθε, παραλλήλως πρὸς τὴν τυπικὴν ἀπάντησιν φέροντες τὴν συζήτησιν τὴν πολιτικὴν, φέροντες αὐτὴν εὐρεῖαν, καὶ ὅπως ἁρμόζει εἰς τὸ ὕψος ἑνὸς τοιούτου ζητήματος καὶ εἰς τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους, νὰ ἐκφρασθῇ προσηκόντως ἐπὶ τοιούτου ζητήματος. Ἐν τούτοις δυστυχῶς ἡ ἐπὶ τοιούτου ζητήματος συζήτησις παρίστατο μέχρι τοῦδε προκαλοῦσα ἐνίοτε τὴν ἱλαρότητα, καὶ ἐπροκαλεῖτο κατ’ ἀνάγκην ἡ ἱλαρότης, διότι ἕκαστος συναισθάνεται, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη δὲν εἶναι ἐπὶ τοῦ φυσικοῦ της πεδίου. Παρεπονέθησαν οἱ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ μειοψηφοῦντες συνάδελφοι, ὅτι, φερομένης ἀπροσδοκήτως καὶ παρὰ τὰ συμπεφωνημένα τῆς συζητήσεως, εὑρίσκονται ἤδη καὶ ἀπαράσκευοι ἀλλὰ δὲν εἶναι εὔλογον τὸ παράπονον τοῦτο τῶν συναδέλφων ἡμῶν, διότι ἀπεναντίας, ἡ μειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς φαίνεται παρεσκευασμένη καὶ ἐκ τῶν προτέρων μάλιστα διατεθειμένη νὰ φέρῃ τὴν οὐσιαστικὴν συζήτησιν, διότι αὐτὴ μάλιστα, παρὰ τὰ συμπεφωνημένα ἔφερεν ἀντιῤῥήσεις εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον, ὥστε ἀκριβῶς ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἠδυνάμεθα νὰ παραπονεθῶμεν, τὸ βλέπομεν ν’ ἀπευθύνηται καθ’ ἡμῶν. Ἀφίνω, ὅτι τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας δὲν ἔχουν ἀνάγκην πολλῆς παρασκευῆς, προκειμένου μάλιστα νὰ συζητηθῶσι ζητήματα, περὶ τῶν ὁποίων βεβαίως πρὸ πολλοῦ καὶ εὐρέως ἐσκέφθημεν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ συγχρόνως καὶ ἡ τυπικὴ ἀπάντησις καὶ ἡ οὐσιαστικὴ συζήτησις, καὶ ἐνῷ θὰ ψηφίζεται ἡ τυπικὴ ἀπάντησις πρὸς τὸν Ἡγεμόνα, ἡ περιέχουσα μόνον τὰς κρίσεις καὶ ἰδέας, αἵτινες δὲν προκαλοῦσι τὴν διαφωνίαν κατ’ ἀνάγκην, συγχρόνως νομίζω, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ὀφείλει νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της ἐπὶ τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος, καὶ νὰ καταλήξῃ εἰς μίαν ἀπόφασιν, διότι τοῦτο ὄχι μόνον τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους ἀπαιτεῖ, ἀλλὰ δύνανται νὰ ἀπαιτήσουν καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐξελέγχονται ἢ ἐπικρίνονται πρὸ ἡμερῶν, προκειμένου περὶ τόσον μεγάλου ζητήματος, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἡ Βουλὴ ἐμπιστευθῆ εἰς τὰς χεῖρας αὐτῶν.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων ἔχει τὸν λόγον.
§89ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι 8 ἡ ὥρα· αὔριον.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 8 μ. μ.