| 1425 | Δεκαρχῶν πρώτης μὲν τάξεως | 4 | |
| 1426 | δευτέρας δὲ τάξεως | 6 καὶ | |
| 1427 | φυλάκων | 100 | |
| 1428 | Τὸ ὅλον | 110 |
1882.03.16
1,709 rows · 13,193 words · 1 table · 99 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 39
τῆς 16 Μαρτίου 1882.
(Ὥρα 2 μ. μ.)
(Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζηνόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§2ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Προκειμένου περὶ πολιτικῆς συζητήσεως, κύριε Πρόεδρε, ἄνευ τῆς παρουσίας τῶν ὑπουργῶν δὲν δύναμαι νὰ ὁμιλήσω· οἱ κύριοι ὑπουργοὶ δὲν εἶναι παρόντες.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ, καὶ δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε.
§4ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὅλως ἄτοπον.
§5ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Ὁ νόμος λέγει ἀπαρτίαν· ἂς ὁμιλήσῃ, κύριε Πρόεδρε. (Εἰσέρχεται ὁ ὑπουργὸς τῆς Παιδείας κ. Λομβάρδος).
§6ΤΙΝΕΣ. Ἰδοὺ εἶναι παρὼν εἷς ὑπουργός.
§7ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ἦναι εἷς ὑπουργὸς παρών, ἂς ὁμιλήσω.
§8ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὑποβάλω μίαν ἀναφοράν. (Τὴν καταθέτει εἰς τὸ Προεδρεῖον).
§9ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀνάγκη, νομίζω, εἶπον χθὲς, τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ἐκτελέσεως τῆς νομοθεσίας καὶ προσέτι λόγοι οὐσιωδέστεροι, τοὺς ὁποίους ἐξήγησα, ἐπέβαλον εἰς τὴν Κυβέρνησιν......
§10Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, βλέπετε, ὅτι δὲν εἶναι ἀπαρτία· δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ συζήτησις τοιαύτη, μὲ κενὰ τὰ ἑδώλια. Πρῶτον δὲν εἶναι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδῶ. Ν’ ἀναγνωσθῇ λοιπὸν ὁ κατάλογος. (Θόρυβος).
§11ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, κύριε Πρόεδρε.
§12Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιμένω νὰ μείνωμεν μέχρι τῆς 8 ἐδῶ καὶ 9· ἀλλὰ πρέπει νὰ ἦναι οἱ ὑπουργοὶ παρόντες. Ἐκανονίσατε τὴν 2αν ὥραν νὰ συνεργώμεθα ἀκριβῶς, καὶ ὅμως εἶναι 4 ἡ ὥρα καὶ βλέπετε πόσοι ἦλθον. (Θόρυβος).
§13ΤΙΝΕΣ (Δεξιόθεν). Εἶναι εἷς ὑπουργὸς ἐδῶ, καὶ ἠμπορεῖ ὁ κ. Ζηνόπουλος νὰ ὁμιλήσῃ.
§14Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι ὁ ὑπουργὸς τῆς Παιδείας μόνον παρών· δὲν εἶναι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἦναι παρών. (Θόρυβος).
§15ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἐζήτησα, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος· ὀφείλετε νὰ τὸν ἀναγνώσητε· καὶ δὲν ἀνεγνώσθη μάλιστα, ὅπερ εἶναι ἄτοπον.
§16ΤΙΝΕΣ (Ἐξ ἀριστερῶν). Ἐμπρός, κ. Πρόεδρε, ἂν θέλουν ἂς ὁμιλήσουν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λέγουν, ὅτι δὲν εἶναι ἀπαρτία, καὶ ἐπιμένουν νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. Δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ ἀναγνωσθῇ.
§18Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν παραιτοῦμαι· ἐπιμένω ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§19ΚΟΚΚΕΒΗΣ (Γραμματεύς). Ὁ κατάλογος ἀνεγνώσθη καὶ εἶναι παρόντες 125. (Εἰσέρχεται ὁ Πρωθυπουργὸς κ. Τρικούπης).
§20Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ λοιπὸν ὁ κατάλογος, κ. Πρόεδρε. (Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου ὑπὸ τοῦ Γραμματέως κ. Κοκέβη μόνον).
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πρέπει νὰ γείνῃ κανονικὴ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου, κ. Πρόεδρε. (Ἀναγινώσκεται ὁ κατάλογος ὀνομαστικῶς ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τοῦ Κ. Κουμουνδούρου).
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρόντες εἶναι βουλευταὶ 157. Κύριε Ζηνόπουλε, ἔχετε τὸν λόγον.
§23ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον χθὲς, κύριοι, ὅτι ὁ λόγος τῆς ἀνάγκης πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἐκτελέσεως τῆς Συμβάσεως καὶ οὐσιωδέστερός τις λόγος, περὶ τοῦ ὁποίου ἐπίσης ὡμίλησα, ἐπέβαλλον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ καθῆκον νὰ μὴ συγκαλέσῃ τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ πλὴν τούτων, ὑπῆρχε καὶ ἀνάγκη ἄλλη, λίαν ἐπιτακτικὴ, ἡ ὁποία ἐπέβαλλε τὸ αὐτὸ καθῆκον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὸ ἐπέβαλλε μάλιστα ὡς καθῆκον ἱερόν. Ἡ Κυβέρνησις εἶχε πληροφορηθῆ ἐξωδίκως, πρὸ τῆς ἐπισήμου κοινοποιήσεως τῶν Δυνάμεων τὰ ἐν Κων)πόλει ἀποφασισθέντα, καὶ ἐθεώρησεν ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ ῥήξῃ φωνὴν διαμαρτυρήσεως, καὶ διὰ τῆς ἐγκυκλίου τῆς 21 Μαρτίου 1881 ἔῤῥηξε τὴν φωνὴν ταύτην, δηλώσασα, ὅτι δὲν δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀποδεχθῇ τὴν νέαν γραμμὴν, ἢ μᾶλλον νὰ παραιτηθῇ ἀπὸ τῆς γραμμῆς τοῦ Βερολίνου. Ἤλπιζεν, ὅτι ἡ τελευταία αὕτη ἀπόπειρα ἤθελεν ἔχει εὐάρεστόν τι ἀποτέλεσμα· σᾶς εἶπα δὲ καὶ χθὲς, ὅτι μέχρι καὶ τῆς τελευταίας στιγμῆς, καθ’ ἣν προσεκλήθη νὰ ὑπογράψῃ τὴν Σύμβασιν, πολλῷ μετὰ τὴν μὴ ἀρνητικὴν δήλωσιν τῆς 31 Μαρτίου, ἡ Κυβέρνησις ἤλπιζε πάντοτε· ἀλλ’ εὐθὺς ὡς ἡ διαμαρτύρησις αὕτη τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἔφθασεν εἰς γνῶσιν τῶν διαφόρων Εὐρωπαϊκῶν Κυβερνήσεων καὶ τῆς Τουρκίας, τὰ πράγματα ἤρχισαν νὰ περιπλέκωνται· ὑπῆρξαν φόβοι, ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ μετὰ τόσου κόπου καὶ τόσων ἀγώνων τῶν Δυνάμεων ἀποκτηθὲν ἠδύνατο νὰ ἀπολεσθῇ, καὶ ἤρχοντο περὶ τούτου πανταχόθεν πληροφορίαι. Ἐτίθετο οὕτως εἰς τὴν Κυβέρνησιν νέον δίλημμα, ἢ, ἐπιμένουσα εἰς τὴν ἄρνησιν αὐτῆς, καὶ συγκαλοῦσα τὴν Βουλὴν, νὰ προκαλέσῃ τὴν ματαίωσιν καὶ τοῦ Δευτέρου Πρωτοκόλλου, τοῦ ἐν Κων)πόλει συνομολογηθέντος, ἢ νὰ προβῇ. Ἐπειδὴ δὲ ὅσα εἶπον εἶναι ἀνάγκη νὰ τὰ ὑποστηρίξω καὶ διὰ κειμένων, ἀναγινώσκω ὑμῖν ἐκ τοῦ τεύχους τῶν διπλωματικῶν ἐγγράφων ἐπίσημα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα μαρτυροῦσι περὶ τοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον διετρέχομεν. Τὴν 27 Μαρτίου 1881 ὁ ἐν Κων)πόλει Πρεσθευτὴς τῆς Ἑλλάδος κ. Κουντουριώτης ἐτηλεγράφει πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὰ ἑξῆς: «Ἐπληροφορήθην, ὅτι, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἀρνηθῇ τὴν γραμμὴν τῆς Εὐρώπης, ἡ Τουρκία θέλει ἀπευθύνει εἰς τὰς Δυνάμεις διακοίνωσιν, ὅπως δηλώσῃ ὅτι ἀποσύρει τὰς τελευταίας παραχωρήσεις». Δύω ἡμέρας δὲ μετὰ τοῦτο....
§24ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποίαν χρονολογίαν εἶχεν αὐτὸ τὸ τηλεγράφημα;
§25ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς τὸ εἶπον, 27 Μαρτίου 1881. Τὴν 29 Μαρτίου—βλέπετε ὅτι καὶ τώρα ἀρχίζω ἀπὸ τῆς ἡμερομηνίας—ἐκοινοποιήθη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν ἐνταῦθα Πρεσβευτὴν αὐτῆς· καὶ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀκούσητε μετὰ προσοχῆς, ὅσοι δὲν ἔσχετε τὸν καιρὸν νὰ ἀναγνώσητε τὰ ἔγγραφα τῆς Λευκῆς Βίβλου. «Εὐαρεστήθητε νὰ ἐκφράσητε εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὴν στερεὰν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Τουρκία θέλει ἀποσύρει τὰς παραχωρήσεις της, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς βραδύνῃ νὰ ἀποδεχθῇ τὰς προτάσεις τῶν Δυνάμεων, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτευχθῇ συμφωνία μεταξὺ τῶν Δυνάμεων πρὸς διαχάραξιν ἑτέρας γραμμῆς, καὶ ὅτι ἡ Ἑλλὰς, μεμονωμένη, θέλει ἀπολέσει, ἐν περιπτώσει πολέμου ἀτυχοῦς δι’ αὐτὴν, πᾶσαν ἐλπίδα αὐξήσεως ἐν τῷ μέλλοντι. «Χωρὶς νὰ ἔχωμεν συμφέρον ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, δὲν δυνάμεθα νὰ διατρανώσωμεν κάλλιον τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Α. Μ. τοῦ Αὐτοκράτορος καὶ Βασιλέως ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς ὑποθέσεως καθὼς καὶ ὑπὲρ τοῦ προσώπου τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλεως Γεωργίου, εἰμὴ συνιστῶντες στενῶς εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὴν πρότασιν τῶν Δυνάμεων». Εἰς αὐτὸ τὸ δίλημμα εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις· πᾶσα βραδύτης ἐθεωρεῖτο κίνδυνος, καὶ ὁ κίνδυνος ἐδηλοῦτο καὶ ἐπιστοποιεῖτο ἐκεῖθεν, ὅπου δυστυχῶς εἶχε καταλήξει τελευταῖον ἡ ὑπόθεσις ἡμῶν καὶ ἔνθα ἔλαβε τὴν τελευταίαν λύσιν, ἤτοι ἐκ τοῦ Βερολίνου. Οὐδεμία ἠδύνατο ν’ ἀπομένῃ πλέον ἀμφιβολία, ὅτι, ἐὰν δὲν παραδέχετο ἡ Ἑλλὰς τὴν νέαν γραμμὴν, ἡ μὲν Τουρκία ἤθελεν ἀποσύρει αὐτὴν, πᾶσα δὲ ἐλπὶς νὰ συμφωνήσωσιν αἱ Δυνάμεις πρὸς χάραξιν ἑτέρας γραμμῆς οἱαςδήποτε ἤθελεν ἐκλίπει. Πᾶσα λοιπὸν βραδύτης ἠδύνατο νὰ διακυβεύσῃ τὰ πάντα, ἡ δὲ συγκάλεσις τῆς Βουλῆς ἦτο βραδύτης. Καὶ πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ ἐκ τούτου βεβαίου κινδύνου, καθῆκον ὑπέρτατον ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἄμεσον διεξαγωγὴν τῆς ὑποθέσεως καὶ ἀγάγῃ αὐτὴν εἰς πέρας ἄνευ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς. Ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἐμόχθησαν τοσοῦτον αἱ Δυνάμεις, ὤφειλε νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὰς παραινέσεις αὐτῶν, ὤφειλε πρὸ πάντων νὰ μὴ παρεμβάλῃ κανὲν πρόσκομμα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεώς των. Τοῦτο δὲ, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἡ προεδρευομένη ὑπὸ τοῦ κ. Κουμουνδούρου εἰς ὑπόθεσιν τοσοῦτον σοβαρὰν, εἰς ὑπόθεσιν ἀποφασιστικὴν, τοῦτο ἔπραξε καὶ ὁ κ. Τρικούπης, ὅτε ἦτο καὶ αὐτὸς Πρωθυπουργὸς, εἰς σχετικὴν μὲν πρὸς τὸ ζήτημα τὸ Ἑλληνικὸν ὑπόθεσιν, ἀλλ’ ὄχι τόσον σοβαράν. Ὄχι μόνον δὲ τὸ ἔπραξεν, ἀλλὰ καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὡμολόγησε τοῦτο καὶ παρέστησεν, ὅτι εἶχε καθῆκον ἡ Κυβέρνησις οὕτω νὰ προσενεχθῇ πρὸς τὰς Δυνάμεις. Αἱ Δυνάμεις, εἶπε τότε ὁ κ. Τρικούπης, ἂν ἐνθυμῶμαι καλῶς, κατὰ τὴν πολιτικὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, συνεβούλευσαν εἰς τὴν Ἑλλάδα δύω τινά· πρῶτον, νὰ μὴ συγκληθῇ ἡ Βουλὴ, καὶ δεύτερον νὰ μὴ ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ταχεῖαν ἐπάνοδον τοῦ Βασιλέως. Ἐπ’ ἀμφοτέρων τῶν ζητημάτων τούτων, εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης, εἶχεν ἀντίθετον πρὸς τὰς Δυνάμεις γνώμην. Ἐφρόνει, ὅτι ἔπρεπε νὰ συγκληθῇ ἀμέσως ἡ Βουλὴ, ἐφρόνει, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπανέλθῃ ταχέως ὁ Βασιλεύς· ἀλλ’ ἐπειδὴ αἱ Δυνάμεις ἀντιθέτως τὸν συνεβούλευσαν, ὁ κ. Τρικούπης, ὀρθῶς κατ’ ἐμὲ ποιῶν, ἀπεφάσισε νὰ μὴ παρεμβάλῃ προσκόμματα εἰς τὴν θέλησιν τῶν Δυνάμεων, διότι τὰ προσκόμματα, τὰ παρεμβαλλόμενα εἰς τὴν θέλησιν τῶν Δυνάμεων, ἤθελον εἶσθαι προσκόμματα παρεμβαλλόμενα εἰς τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ζητήματός μας. Ἰδοὺ δὲ τί εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Τρικούπης: «Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶπεν εἰς τὰς Δυνάμεις, ὅτι τὰς ἐπαρχίας τὰς ἐπιδικασθείσας λαμβάνομεν χάρις εἰς τὰς ἐνεργείας ἐκείνων, καὶ ὅτι ἑπομένως ἐν τῇ μετ’ αὐτῶν συμπράξει πρὸς κατοχὴν τῶν ἐπαρχιῶν θέλει συμβουλεύεσθαι πάντοτε αὐτὰς, διότι φρονεῖ, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ταῖς παράσχῃ πράγματα ἐν τῇ ἐκτελέσει, ὅτι ἀφοῦ ἀποδέχεται τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ὑπὲρ ἡμῶν ἐξήνεγκον αἱ Δυνάμεις, ὤφειλε νὰ τὰς συντρέχῃ πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως, καὶ ἔτι εὐτυχὴς λογίζεται παρέχουσα αὐταῖς τοὐλάχιστον τὴν ἀρνητικὴν συνδρομὴν τοῦ νὰ μὴ πράττῃ τι δυνάμενον νὰ ταῖς φέρῃ ἐμπόδιον.» Ὁμολογήσατε, ὅτι οὐδεὶς εὐγλωττότερον ἤθελεν ὑπερασπίσει τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, μεθ’ ὅσα σᾶς εἶπον περὶ τῆς ἀξιώσεως τῆς Εὐρώπης, καὶ μεθ’ ὅσα σᾶς ἀνέγνωσα περὶ τῶν σκέψεων τοῦ κ. Τρικούπη, ὡς πρὸς τὰς σχέσεις τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Εὐρώπην ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ζητήματος, οὐδεὶς εὐγλωττότερον ἠδύνατο νὰ ὑπερασπίσῃ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, κατηγορούμενον σήμερον, ὅτι δὲν συνεκάλεσε τὴν Βουλὴν, ἢ αὐτὸς ὁ κ. Τρικούπης. Ὁ κ. Τρικούπης, ὅπως πιστοποιηθῇ ἡ ἀνάγκη, εἰς ἣν εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκδώσῃ τὰ Διατάγματα, ἀπαιτεῖ καὶ νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι αὕτη, πράττουσα ὅ,τι ἔπραξεν, εἰλικρινῶς ἐφρόνει, ὅτι ἀντεπροσώπευε τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Περὶ τούτου ὡμίλησα χθές. Ἀπέδειξα χθές, ὅτι καὶ ἡ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας, κατὰ τὴν ῥῆσιν τοῦ κ. Κουμουνδούρου, τὴν πολύκροτον, «μετὰ καὶ ἄνευ,» καὶ ἡ γνώμη τῆς μειονοψηφίας ἦτον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔπρεπε ν’ ἀρνηθῇ τὴν νέαν γραμμήν, ἀφοῦ ἡ τοῦ Βερολίνου ἐξηλείφθη. Ἀλλὰ πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἐκεῖ λεχθέντων καὶ ἰδίως πρὸς σαφεστέραν — διότι οὐδεὶς ἄλλος παρὰ τὸν κ. Τρικούπην, προκειμένου περὶ τῶν ἰδίων ἑαυτοῦ πράξεων, δύναται νὰ ἐξηγήσῃ αὐθεντικώτερον τὴν ἔννοιαν αὐτῶν — πρὸς σαφεστέραν λέγω κατανόησιν τῆς τότε ἐπικρατούσης γνώμης ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει, σᾶς ἀναγινώσκω τὸ μέρος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ὠνόμασε δήλωσιν, καὶ ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἠναγκάσθη νὰ ἐκδώσῃ τὰ δύω τηλεγραφήματα, τὰ ἐνώπιον ἡμῶν ἀναγνωσθέντα χθές. «Βεβαίως δι’ 60 χιλιάδων ἀνδρῶν ἡ Ἑλλὰς μεμονωμένη δὲν ἠδύνατο εὐλόγως νὰ ὑπολογίζῃ ἐπὶ τὴν νίκην. Εἶναι ἄτοπον νὰ ἐλπίζωμεν εἰς τὴν ἀδυναμίαν τοῦ ἐχθροῦ. Ὁ ἐχθρὸς ἡμῶν εἶναι ἰσχυρὸς, καὶ πρέπει νὰ ἠξεύρωμεν, παρασκευαζόμενοι, ὅτι παρασκευαζόμεθα ἵνα πολεμήσωμεν πρὸς ἐχθρὸν, ἔχοντα ἀνωτέρας ἡμῶν δυνάμεις. Ἀλλὰ ποῦ στηριζόμενοι ἐκηρύξαμεν τὴν ἐπιστράτευσιν καὶ παρασκευαζόμεθα εἰς πόλεμον κατὰ τοιούτου ἐχθροῦ; Κατὰ τοιούτου ἐχθροῦ, μόνοι πολεμοῦντες, εὑρισκόμεθα εἰς ἥττονα θέσιν καὶ μὲ 60 καὶ μὲ 80 χιλιάδας ἀνδρῶν.»... Καὶ διατί λοιπὸν παρασκευαζόμεθα; Παρασκευαζόμεθα, διότι ἔχομεν πεποίθησιν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον μετὰ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν ἡ Εὐρώπη, νὰ μὴ εὑρεθῇ μεταξὺ τῶν ἓξ Δυνάμεων μία τουλάχιστον, ἡ ὁποία νὰ μᾶς ὑποστηρίξῃ, καὶ ἀρκεῖ νὰ ἦναι μία, ὅταν ἦναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἠξεύρομεν ὅτι θὰ ἦναι. Καὶ αὕτη ἦτον ἡ πολεμικὴ ἀντιπολίτευσις, τῆς ὁποίας τὸ θούριον μᾶς ἐτόνισε προχθὲς ὁ κ. Τρικούπης καὶ πρὸς τὴν ὁποίαν μετὰ φόβου ἠτένιζεν ἡ Εὐρώπη! Αὐτὸ τὸ εἶδος τοῦ πολέμου ἐνόει καὶ αὐτὴν τὴν παρακαταθήκην παρέδωκεν εἰς τὴν πλειονοψηφοῦσαν Κυβέρνησιν, ὅταν ἡ Βουλὴ ἀπεχώρει! Καὶ ἀντιπολίτευσις, τοιαύτην ἀναγράψασα πολιτικὴν, καὶ τοιαύτην σημαίαν ἀνυψώσασα, σημαίαν δειλὴν, δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ προχθὲς διὰ τοῦ ἀρχηγοῦ αὐτῆς, προέδρου τῆς Κυβερνήσεως σήμερον, πρὸς τοὺς τηρήσαντας τὰς ὑποσχέσεις αὐτῶν, ὅτι ἀπεμπόλησαν τὴν ἐθνικὴν τιμήν.
§26Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διεπώπευσαν.
§27ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἀνήκει εἰς τὸν κ. Κοντόσταυλον. — Εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς ἐξηγήσω ἐγὼ πρὸς ποίους ἄνδρας ὁ βαρὺς οὗτος λόγος ἐκσφενδονίζεται, οὔτε τολμῶ ν’ ἀνταποδώσω αὐτόν· ἀλλ’ ἀπορῶ πῶς δὲν ἐνόησεν ὁ κ. Τρικούπης, ὅταν ἐξήλεγχε τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, εἰπόντα μίαν παγκοίνως γνωστὴν ἀλήθειαν, ὅτι ἡ μεταβολὴ τῶν φρονημάτων τῆς Εὐρώπης ἤρξατο ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Δουλτσίνου, ὅπως ἀποδώσῃ, εἰς τὸν πρώην Πρωθυπουργὸν τὴν μικρολόγον αἰτίασιν, ὅτι ψευδῶς δῆθεν ὑπεσχέθη πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι θὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν διεκδίκησιν τοῦ τίτλου τοῦ Βερολίνου, ἐνῷ δῆθεν ἔκτοτε εἶχεν ἀποφασίσει ἐν ἑαυτῷ τὴν παραδοχὴν νέας γραμμῆς· ἀπορῶ, λέγω, πῶς δὲν ἐνόησεν, ὅτι οὕτω κατήγγειλεν αὐτὸς ἑαυτόν. Τῳόντι κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ Δουλτσίνου ἐν τοῖς διαβουλίοις τῆς Εὐρώπης τὸ ὑπὲρ τοῦ ζητήματος ἡμῶν ἐνεργὸν ἐνδιαφέρον εἶχεν ἐκπέσει. Ἀλλὰ διατί εἶχεν ἐκπέσει; Εἶχεν ἐκπέσει, διότι ἀπὸ τοῦ Μαρτίου τοῦ 1880 μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἡ Ἑλλὰς εἶχε παραδεχθῆ πολιτικὴν ὅλως εἰρηνικήν, πολιτικὴν οἰκονομιῶν, πολιτικὴν ἐλαττώσεως τῶν φόρων, πολιτικὴν ἐνιαυσίου στρατιωτικῆς θητείας, πολιτικὴν διαλύσεως τοῦ στρατοῦ. Γνωρίζετε πάντες, ὅτι, κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας τῆς ὑπουργείας τοῦ λόρδου Βήκονσφιλδ, τὸ ζήτημα τῆς Ἑλλάδος διέτρεχε κινδύνους· οἱ κίνδυνοι προήρχοντο ἐκ τοῦ ὅτι ὁ Βήκονσφιλδ, διὰ λόγους ἀφορῶντας εἰς τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος του, ὅπως αὐτὸς τὰ ἐνόει, ἐνόμιζεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ θυσιάσῃ ὑπὲρ αὐτῶν τὸ ἡμέτερον ζήτημα. Ἀπελπισία, ἤ τοὐλάχιστον μέγισται ἀμφιβολίαι ἐπεκράτησαν τότε ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἐν τῷ χρόνῳ τῶν ἀμφιβολιῶν ἐκείνων ὁ κ. Τρικούπης, δραξάμενος τῆς εὐκαιρίας, ἀνεπέτασε τὴν σημαίαν τῶν οἰκονομιῶν, καὶ διὰ τῆς γνωστῆς φράσεως ἐκείνης, ὅτι τὸ ζήτημα ἡμῶν δὲν εἶναι οὔτε εἰς τὸ Ἄλφα, ἐκήρυττε πόλεμον ἀμείλικτον κατὰ πάσης προπαρασκευῆς. Οὕτω δὲ ἐπὶ δύω μῆνας ἐπάλαιεν, ἵνα παρακωλύσῃ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου Κουμουνδούρου, ὑπουργοῦντος τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ κ. Βαλτινοῦ, ὑποβληθέντος νομοσχεδίου περὶ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, προβλέποντος τὴν συγκρότησιν στρατοῦ 25 χιλιάδων ἀνδρῶν. Ἀνακηρύξας τὴν ἀρχὴν τῶν οἰκονομιῶν, εὐπρόσδεκτον τότε, τὴν ἀρχὴν τῶν ἐλαττώσεων τῶν φόρων, εὐπρόσδεκτον πάντοτε, διαβεβαιῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀδιακόπως, ὅτι τὸ ζήτημα ἡμῶν κοιμᾶται, ἠδυνήθη νὰ παρασύρῃ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν χώραν, καὶ κατώρθωσε ν’ ἀνατρέψῃ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην καὶ νὰ καταλάβῃ τὴν ἐξουσίαν. Εἶναι δὲ μέγα δυστύχημα, οὐχὶ ὅτι ὁ κ. Τρικούπης ἐγένετο Πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ ὅτι καὶ Πρωθυπουργὸς ἤδη γενόμενος ἐπέμεινεν εἰς τὰς ἀρχάς, δι’ ὧν ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐνῷ ἀπροόπτως μὲν καὶ ἀνελπίστως, ἀλλὰ πασιφανῶς μετεβλήθησαν ἐντελῶς αἱ περιστάσεις, τὰς ὁποίας εἶχεν ἐκμεταλλευθῆ. Οὐδεὶς τῷ ὄντι ἤλπιζεν ἐν Εὐρώπῃ, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ, τὰς ὁποίας ἐν Ἀγγλίᾳ εἶχε διατάξει ὁ λόρδος Βίκονσφιλδ, ἤθελον ἀποβῆ κατ’ αὐτοῦ· ὅλοι ἀπεναντίας ἐπίστευον, ὅτι θὰ κατῆγε νίκην καταπληκτικήν. Καὶ ὅμως τὸ φιλελεύθερον κόμμα, τοῦ ὁποίου προεξῆρχεν ὁ Γλάδστων, αὐτὸ ἀνεδείχθη νικῶν. Ἐὰν ἡ μεταβολὴ αὕτη ἐπήρχετο μετὰ χρόνον πολὺν ἀπὸ τῆς ἀναῤῥήσεως τοῦ κ. Τρικούπη εἰς τὴν ἀρχὴν, ἐὰν ἐπήρχετο δηλαδὴ, ἀφοῦ ὁ κ. Τρικούπης εἶχεν ἤδη ἐφαρμόσει τὸ σχέδιον αὑτοῦ, διατελῶν ἐν τῇ πλάνῃ, ἤθελον περιορισθῆ νὰ οἰκτείρω τὴν πλάνην, ὡς βλάψασαν καιρίως, ὡς καταστρέψασαν τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος, ἀλλὰ δὲν θὰ εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορήσω τὸν κ. Τρικούπην· τὸ πλανᾶσθαι ἀνθρώπινον. Ἀλλ’ ἡ μεταβολὴ ἐπῆλθε συγχρόνως σχεδὸν μὲ τὴν ἀνάῤῥησιν τοῦ ὑπουργείου ἐκείνου εἰς τὴν ἀρχήν. Ἐὰν ἐνθυμῶμαι καλῶς, αἱ πρῶται ἐκλογαὶ, καθ’ ἃς ἐπέτυχον οἱ φιλελεύθεροι, ἀνηγγέλθησαν ἐνταῦθα τὴν 21 Μαρτίου, νομίζω, καὶ καθ’ ἡμέραν καὶ δὶς τῆς ἡμέρας ἤρχοντο ἀλλεπάλληλα τηλεγραφήματα διὰ τῶν ὁποίων ἀνηγγέλλοντο καταπληκτικαὶ νίκαι τῶν φιλελευθέρων. Ἦτο λοιπὸν ἐν γνώσει ὁ κ. Τρικούπης, πρὶν ἢ ἔτι ποιήσῃ κἄν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν του μετὰ Βουλῆς, ἦτον ἐν γνώσει τῆς μεγάλης μεταβολῆς, τὴν ὁποίαν ἡ πολιτικὴ τῆς Εὐρώπης ὑπέστη, καὶ ἑπομένως τῆς ἐπιδράσεως, τὴν ὁποίαν ἡ μεταβολὴ αὕτη ἤθελεν ἐξασκήσει ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἡμῶν· ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἐπέμεινεν εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς ἀπραξίας καὶ τῶν οἰκονομιῶν, ἐπέμεινε δὲ ἐν γνώσει, ὅτι ἐπήρχετο ταχεῖα καὶ ἐπιτακτικὴ ἡ ἀνάγκη τῆς ἐνεργείας, διότι ταχεῖα καὶ βεβαία ἐπήρχετο ἡ ἀνακίνησις τοῦ Ἑλληνικοῦ ζητήματος ἐκ μέρους τῆς Ἀγγλίας. Καὶ τοῦτο διατί; Κρίνατε σεῖς. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ ἔπραξε μόνον διὰ νὰ διατηρήσῃ τὴν ἀρχὴν, ὁ σκοπὸς ἦτο τοὐλάχιστον πολὺ ταπεινὸς ἐνώπιον τοῦ ὕψους τῶν διακυβευομένων ἐθνικῶν συμφερόντων. Ὁ Γλάδστων ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν τὴν 14 Ἀπριλίου καὶ μέχρι τῆς 20 Ἀπριλίου ἦτον ἐνταῦθα ἡ Βουλή. Ἐὰν παρουσιάζετο εἰς τὴν Βουλὴν τότε ὁ κ. Τρικούπης καὶ ἀνεκοίνου τὴν ἐπελθοῦσαν μεταβολὴν, καὶ τὰς ἐλπίδας, τὰς ὁποίας εἶχε, καὶ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα δυνάμει τῶν ἐλπίδων τούτων ἐπεβάλλοντο τότε εἰς τὸν Τόπον, ἤθελε βεβαίως προθύμως παράσχει αὐτὰ ἡ Βουλὴ καὶ ἤθελεν οὕτως ἑτοιμάσει τὸν Τόπον ὁ κ. Τρικούπης. Ἀλλ’ οὐχὶ μόνο εἰς τὴν Βουλὴν δὲν εἶπέ τι ἔπραξε ἢ μᾶλλον παρέλειψε καὶ τὸ μεῖζον. Μετὰ ἕνα ὅλον μῆνα, τὴν 8 Μαΐου, ἂν ἡ μνήμη δὲν μὲ ἀπατᾷ, συμβουλεύει τὸν Βασιλέα νὰ ἀποδημήσῃ τῆς Ἑλλάδος, καίτοι, ἐρωτηθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. Μεσσηνέζη, νομίζω, εἶχε διαβεβαιώσει τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον, ὡς Συνταγματικὸν ὑπουργεῖον, ἐν τῷ δικαιώματι αὐτοῦ, ἤθελεν ἀντιταχθῆ εἰς τὴν ἀναχώρησιν τοῦ Βασιλέως, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἐθεώρει ταύτην ἐπιβλαβῆ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Τόπου. Καὶ ὅμως, ἐνῷ ἐγίνωσκε βεβαίως ἡ Κυβέρνησις τότε μάλιστα, ὅτε εἶχον ἤδη ἀρχίσει καὶ αὐταὶ αἱ πρὸς συγκρότησιν τῆς Συνδιασκέψεως τοῦ Βερολίνου ἐνέργειαι, τὴν αἰσιωτάτην ὑπὲρ ἡμῶν τροπὴν τῶν πραγμάτων ἐν Εὐρώπῃ, δὲν ἀπέτρεψε τὴν ἀναχώρησιν τοῦ Βασιλέως, ὅπως μὴ ἦναι δυνατὸν, ἀπούσης τῆς Βουλῆς, ἀπόντος τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος, νὰ πράξῃ τι τὸ Ἔθνος ὑπὲρ τῶν δικαίων αὐτοῦ. Ἐπαναλαμβάνω, κρίνατε σεῖς, διατὶ ταῦτα ἐγένοντο. Ἦτο δὲ λίαν φυσικὸν νὰ ἐπέλθῃ ἡ τροπὴ αὕτη ἐν Εὐρώπῃ, συνεπείᾳ τῆς μεταβολῆς, τῆς ἐπελθούσης ἐν Ἀγγλίᾳ· ἡ Εὐρώπη μάλιστα κατεπλάγη, καὶ ἰδίως αἱ δύο Γερμανικαὶ Δυνάμεις, ἐκ τῆς ἀπροόπτου νίκης τοῦ Γλάδστωνος, διότι γνωρίζετε, ὅτι κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας τὸ ὑπουργεῖον Βήκονσφιλδ προπαρεσκεύαζε συμμαχίαν μεταξὺ τῆς Ἀγγλίας, τῆς Αὐστρίας καὶ τῆς Γερμανίας πρὸς ἀπομόνωσιν τῆς Ῥωσσίας, ἐνῷ ὁ ἀνατρέψας αὐτὸν Γλάδστων εἶχεν εἴπει εἰς τὴν Αὐστρίαν: τὸ πολύκροτον ἐκεῖνο κάτω τὰς χεῖρας. Εὑρέθησαν λοιπὸν εἰς τὴν ἀνάγκην αἱ Γερμανικαὶ Δυνάμεις νὰ ὑποκύψωσι τότε, ἔστω καὶ προσωρινῶς, πρὸς ἀποσόβησιν ὑπερτέρων κινδύνων, εἰς τὴν θέλησιν τοῦ Γλάδστωνος. Ἐφοβοῦντο αἱ Δυνάμεις ἐκεῖναι συμμαχίαν τῆς Ἀγγλίας μετὰ τῆς Ῥωσσίας καὶ τῆς Γαλλίας. Ταῦτα εἶναι γνωστὰ εἰς πάντα μελετῶντα τὴν σύγχρονον ἱστορίαν· ἀλλ’ ἐπειδὴ περὶ τούτων εὗρον κατὰ τύχην καὶ ἔγγραφον λίαν λεπτομερὲς, εἰ καὶ σύντομον, ἐν τῇ Λευκῇ Βίβλῳ, σᾶς τὸ ἀναγινώσκω. Τὸ ἔγγραφον εἶναι ἐμπιστευτικόν· ἀπευθύνεται δὲ πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ τῆς ἐν Πετρουπόλει Ἑλληνικῆς Πρεσβείας καὶ φέρει ἡμερομηνίαν 26 8βρίου 1880. Ἰδοὺ αὐτό. «Σπουδαῖον πρόσωπον μοὶ ἀπεκάλυψε μυστήριά τινα, δι’ ὧν λογικῶς ἐξηγοῦνται πολλὰ ἀπόκρυφα τῆς Εὐρωπαϊκῆς διπλωματίας. «Καθ’ ἃ εἶπέ μοι τὸ ἐν λόγῳ πρόσωπον, ὀλίγον πρὸ τῆς πτώσεως τοῦ λόρδου Βήκονσφιλδ, Αὐστρία καὶ Γερμανία διεπραγματεύοντο μετὰ τῆς Ἀγγλίας πρὸς συνομολόγησιν συνθήκης, δι’ ἧς κυρίως ἐσκόπουν ν’ ἀπομονώσωσι τὴν Ῥωσσίαν, καὶ ἀντιπράξωσι πρὸς πάσας τὰς ἐπιχειρήσεις αὐτῆς, πρὸ πάντων δὲ ἐν Ἀνατολῇ. «Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἡ ἀπροσδόκητος ἔκβασις ἐν Ἀγγλίᾳ τῶν ἐκλογῶν τοσοῦτο μᾶλλον κατετάραξε τὰς δύω αὐτοκρατορικὰς Κυβερνήσεις, καθόσον ἐκ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ φιλελευθέρου κόμματος προέβλεπον, ὅτι οὐχὶ μόνον δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ πραγματοποιήσωσι τὸ σχέδιόν των, ἀλλ’ ὅτι ἡ νέα πολιτικὴ τῆς Ἀγγλίας θὰ ἦτο μᾶλλον ἀντίθετος πρὸς τὰ ἑαυτῶν συμφέροντα. Σκεφθεῖσαι περὶ τοῦ πρακτέου καὶ ἀναλογισθεῖσαι ὅτι ὁ κ. Γλάδστων, ἐκτεθειμένος ὢν ἀπέναντι τοῦ κόμματός του καὶ τῆς κοινῆς γνώμης, θὰ ἔπραττε πᾶν ὅ,τι ἠδύνατο πρὸς πραγματοποίησιν τοὐλάχιστον ἐν μέρει τοῦ περὶ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς προγράμματός του, ἐθεώρησαν ὅτι δὲν θὰ ἔπραττον συνετῶς ἀντιτασσόμεναι φανερῶς κατ’ αὐτοῦ, διότι θὰ ἐβίαζον τὸν Ἄγγλον Πρωθυπουργὸν νὰ ζητήσῃ ὑποστήριξιν παρὰ τῆς Ῥωσσίας καὶ Γαλλίας, ὅπερ θὰ ἠδύνατο, ὡς εἰκός, νὰ καταστρέψῃ ὅλα τὰ σχέδιά των. Δι’ ὃ μετὰ πολλὴν σκέψιν ἀπεφάσισαν νὰ διαδηλώσωσιν ἀναφανδὸν τὴν προθυμίαν των, ὅπως μετάσχωσι τῆς κοινῆς ἐνεργείας τῶν Δυνάμεων, πρὸς ταχεῖαν ἐφαρμογὴν τῶν ἐν Βερολίνῳ ἀποφασισθέντων· εἰσῆλθον δὲ εἰς τὸν Εὐρωπαϊκὸν σύνδεσμον μεθ’ ὁριστικῆς ἀποφάσεως νὰ ἐνεργήσωσι πρὸς ἀποτυχίαν παντὸς μέτρου προτεινομένου παρὰ τοῦ Γλάδστωνος.» Βλέπετε λοιπὸν καθαρὰν καὶ δι’ ἐπισήμων πληροφοριῶν βεβαιουμένην τὴν εἰκόνα τῆς Εὐρώπης κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην. Ὁ Γλάδστων ἐκυριάρχει ἠθικῶς τῆς Εὐρώπης, δὲν εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ τὸ εἴπω ἐγώ, διότι τὸ ὑπαγορεύει ὅλων μας ἡ καρδία, ὅτι ἓν ἀπὸ τὰ πρῶτα ζητήματα, ἅτινα θὰ ἔσπευδε νὰ λύσῃ, ἦτο τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα. Ἀλλ’ εἶχε νὰ παλαίσῃ κατὰ τοιούτων ὑπούλων ἐχθρῶν, οἵτινες, ὡς ἠκούσατε, ἐμελέτησαν νὰ παρακωλύσωσιν ἐκ τοῦ ἀφανοῦς τὰ σχέδια τοῦ ἐπιφανοῦς ἀρχηγοῦ τῶν φιλελευθέρων τῆς Ἀγγλίας. Διὰ τοῦτο ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὁ Γλάδστων οὐ μόνον εὐλογοφανῆ, ἀλλὰ καὶ ἐπιτακτικὴν Εὐρωπαϊκὴν ἀνάγκην διὰ νὰ προκαλέσῃ τὴν ὁμόφωνον ἐνέργειαν τῆς Εὐρώπης ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ τὸν λόγον τῆς τοιαύτης ἀνάγκης μόνον τὸ Δουλτσῖνον παρέσχεν εἰς τὸν Γλάδστωνα, ἡ δὲ Ἑλλὰς ἐνῃσχολεῖτο τότε, ὁδηγουμένη ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη, εἰς τὴν διάλυσιν τοῦ στρατοῦ της, εἰς τὴν ἐκποίησιν τῶν κτηνῶν αὐτοῦ, καὶ εἰς τὴν βωδολογίαν! Ἐὰν ἠδύνατο ὁ Γλάδστων νὰ παραστήσῃ εἰς τὰς Δυνάμεις, ὅτι ὁ αὐτὸς κίνδυνος, ὁ ἀπειλούμενος ἐκ Δουλτσίνου, ἠπειλεῖτο καὶ ἐξ Ἑλλάδος, βεβαίως τὰ 20 πλοῖα τῆς Εὐρώπης, ἅτινα δὲν ἐστάλησαν εἰς Δουλτσῖνον μόνον καὶ μόνον διὰ τὴν μικροσκοπικὴν ἐκείνην ὑπόθεσιν, τὰ 20 ἐκεῖνα πλοῖα θὰ ἐξεπλήρουν τὸν ἐν τῇ διανοίᾳ τοῦ Γλάδστωνος καὶ ἐν τῇ διανοίᾳ τῆς τότε Γαλλικῆς Κυβερνήσεως ἀληθῆ αὐτῶν προορισμὸν, ὅστις οὐδὲν ἄλλο ἦτον, εἰμὴ ἡ ὁριστικὴ λύσις τοῦ Ἑλληνικοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ, χάρις εἰς τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθει τὸ Ὑπουργεῖον τῆς 10 Μαρτίου 1880, ὁ Γλάδστων δὲν εἶχε νὰ παρουσιάσῃ τὴν ἀνάγκην ταύτην, διότι ἡ βῳδολογοῦσα μετὰ τῆς Κυβερνήσεώς της Ἑλλὰς οὔτε δισχιλίους ἄνδρας εἶχε νὰ παρατάξῃ τότε εἰς τὰ σύνορα. Ἐπειδὴ δὲ ὡμίλησα περὶ Δουλτσίνου, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ εἰς τὸν πρὸ αὐτοῦ ὁμιλήσαντα πρώην πρεσβευτὴν κ. Κοντόσταυλον, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ Δουλτσίνου δὲν ἔχει ὁμοιότητα, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν διπλωματικὴν, μὲ τὸ ζήτημα τῆς Ἑλλάδος. Τὸ Μαυροβούνιον ἦτον ἐμπόλεμον, καὶ τὰ περὶ Δουλτσίνου ἀνεγράφησαν εἰς τὴν Συνθήκην, καὶ μολονότι ἀνεγράφησαν εἰς αὐτήν, διὰ νὰ ἐκτελεσθῶσιν, ἐτροποποιήθησαν καὶ ταῦτα διὰ νεωτέρων ἀποφάσεων. Ἐνθυμίζω δὲ εἰς τὸν κ. Κοντόσταυλον τὴν ἀπελπισίαν, εἰς ἣν διετέλει καὶ αὐτός, ἐν τῇ ἀληθῶς φιλοπατρίδι τότε ἀγανακτήσει αὐτοῦ, βλέπων ἐγκαταλιμπανόμενον τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα, ὑπενθυμίζω εἰς αὐτὸν τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον περὶ τὰ μέσα Ὀκτωβρίου ἀπέστειλεν εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν. Εἶχε τόσον ἀπελπισθῇ ὁ κ. Κοντόσταυλος, καὶ δικαίως, ὥστε, καίτοι βεβαίως ἐγνώριζεν ὅτι αἱ ἀρχαὶ τοῦ ἀστικοῦ δικαίου δὲν ἠδύναντο νὰ ἐφαρμοσθῶσι, προκειμένου περὶ ἀναγκῶν πολιτικῶν, κατέφυγε καὶ εἰς τὴν ὑπόδειξιν τῶν ἀρχῶν τούτων καὶ ἐσημείωσε μάλιστα καὶ τὸν συγγραφέα, τὸν Unger νομίζω, τοῦ ὁποίου ἡ φωνή, ἐφρόνει ἴσως, ὅτι ἠδύνατο, ὡς ἄλλη Σειρὴν, νὰ προσελκύσῃ εἰς τὰ ὕδατα τῆς Ἑλλάδος τοὺς στόλους τῶν Δυνάμεων. Ὅτε, συζητουμένης τῆς ὀλεθρίας πολιτικῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐπέφερε τὴν κατάπτωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ ζητήματος, ἐζητήθη λόγος ἀπὸ τὸν κ. Τρικούπην, ὁ κ. Τρικούπης δὲν ἐδίστασε νὰ εἴπῃ, ὅτι αὐτὸς μάλιστα ἀνύψωσε τὸ ζήτημα, προκαλέσας τὴν ἐπιστράτευσιν. Ἀλλ’ ἀπέκρυψε τότε ὁ κ. Τρικούπης, ἐγίνωσκεν ὅμως, εἶμαι βέβαιος, τὴν ἀληθῆ ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιστράτευσις ἐπροξένησεν εἰς τὴν Εὐρώπην. Αἱ ζητηθεῖσαι παρὰ τῆς Εὐρώπης ἐξηγήσεις δοθεῖσαι δὲ παρὰ τοῦ κ. Τρικούπη δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀφήσωσιν οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν — μ’ ὅλον ὅτι ἡ Εὐρώπη γινώσκει τόσον καλὰ τὰ καθ’ ἡμᾶς ὥστε δὲν εἶχε μάλιστα καὶ ἀνάγκην ἐξηγήσεων — ὅτι ἡ ἐπιστράτευσις οὐδὲν ἄλλο ἐσήμαινε εἰμὴ πρόσκλησιν ἀόπλων καὶ ἀγυμνάστων πολιτῶν πρὸς ὅπλισιν καὶ ἄσκησιν εἰς τὴν χρῆσιν τῶν ὅπλων. Ἑπομένως ἡ ἐπιστράτευσις, ἐφ’ ᾗ θαυμάζω διατί καυχᾶται ὁ κ. Τρικούπης, ἔδιδε μάλιστα μακρὰν προθεσμίαν εἰς τὰς Δυνάμεις ἐκείνας, αἵτινες, κατὰ τὸ ἔγγραφον τοῦ ἐν Πετρουπόλει Πρέσβεως, ὅπερ πρὸ μικροῦ σᾶς ἀνέγνωσα, εἶχον μελετήσει ν’ ἀντιδράσωσιν εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῶν σχεδίων τοῦ Γλάδστωνος ἐν τῇ Ἀνατολῇ· ἔδιδεν εἰς αὐτὰς καιρὸν ἑνὸς τοὐλάχιστον ἔτους, ὑπέσχετο ἑνὸς ἔτους ἡσυχίαν εἰς τὴν Τουρκίαν καὶ εἰς τὴν Εὐρώπην ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος, διότι οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὅτι πρὸ τῆς παρελεύσεως ἑνὸς ἔτους ὁ προσκληθεὶς νεαρὸς πληθυσμὸς δὲν ἠδύνατο νὰ κατασταθῇ ἱκανὸς νὰ πολεμήσῃ. Ἰδοὺ ποῖαί εἰσιν αἱ ἀληθεῖς αἰτίαι, αἰτίαι ἐγκείμεναι ἐν ἡμῖν — καὶ κατὰ τοῦτο συμφωνῶ, ἔστω καὶ ἐξ ἀντικειμένου πρὸς τὸν κ. Μεσσηνέζην — ἰδοὺ αἱ ἀληθεῖς αἰτίαι διὰ τὰς ὁποίας τὸ ζήτημα ἡμῶν κατέπεσε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος καὶ διὰ τὰς ὁποίας ἡ Ἀγγλία ἠναγκάσθη, ἀπομονωθεῖσα, νὰ ζητήσῃ ἐπὶ τέλους ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ τὴν ἀρωγὴν τῆς Γερμανίας, ἤτοι τοῦ Βίσμαρκ, ὅπως κατορθώσῃ τὴν κατορθωθεῖσαν παραχώρησιν. Ἤδη εἰσέρχομαι εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ἐπὶ τῶν νομικῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐλάχιστα θέλω εἴπει, διότι οἱ προσαγορεύσαντες εὐγλώττως παρέστησαν αὐτὰς καὶ διότι ἀκόμη μεταξὺ τῶν παραστησάντων τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα, τὰ ἐκ τῆς ἀκυρώσεως τῶν Διαταγμάτων ἀπειλούμενα, ὑπάρχουσι καὶ μεταξὺ τῶν τάξεων τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Θέλω εἴπει μόνον καὶ τοῦτο διὰ νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν ἰδίως τῶν ἐκ Θεσσαλίας καὶ ἐξ Ἠπείρου Βουλευτῶν, ὅτι φοβοῦμαι ὅτι ἡ ἐπιψήφισις τῆς καταργήσεως τῶν Διαταγμάτων θέλει ἐπιφέρει ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἐκείναις τὸ χάος. Τὴν γνώμην ταύτην δὲν ἔχω ἐγώ, τὴν ἀρύομαι ἐκ τῶν λόγων ἀνδρὸς δυστυχῶς ἀφ’ ἡμῶν προώρως μεταστάντος, ἀλλὰ τοῦ ὁποίου αἱ γνῶμαι καὶ εἰς τὰ πολιτικὰ ζητήματα καὶ εἰς τὰ ζητήματα τὰ νομικὰ ἔχουσιν αὐθεντίαν, τοῦ ἀειμνήστου Δεληγεώργη. Ὅλοι ἐνθυμοῦνται τὴν ἀκύρωσιν τῶν νόμων τῶν ψευδῶν, τὴν γενομένην κατὰ τὸ 1875. Μ’ ὅλον ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ οὐδεὶς ὑπῆρχεν ὁ ἀντιλέγων, οὔτε ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν, οὔτε ὑπὸ ἔποψιν νομικὴν ἐν τῷ συνόλῳ, μ’ ὅλον τοῦτο, προκειμένου περὶ τόσον σπουδαίας ἀποφάσεως, ἡ Βουλὴ ἐκείνη, παρόντων μάλιστα ὅλων τῶν τότε ζώντων ἀρχηγῶν τῶν διαφόρων κομμάτων, συνεζήτησε σπουδαίως καὶ διὰ μακρῶν καθ’ ὅλας τὰς ἀναγνώσεις τοῦ νομοσχεδίου, συνεζήτησε δὲ ἰδίως περὶ τῶν συνεπειῶν, τὰς ὁποίας ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἡ ἀκύρωσις. Ἐπροτάθη ὑπό τινων νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον, τὸ διατάττον τὴν ἀκύρωσιν, ὅτι καταργοῦνται καὶ τὰ ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων τούτων, τῶν ψευδῶν, τελεσθέντα. Ἐπὶ τούτου δὲ κατ’ ἐξοχὴν ἐγένετο ἡ συζήτησις· ἐγένετο καὶ περὶ τῆς ὀνομασίας αὐτῶν· τινὲς ἔλεγον νὰ τοὺς ὀνομάσουν χαρτιὰ ἁπλῶς, ἄλλοι νὰ τοὺς ὀνομάσουν ψευδεῖς νόμους καὶ ἄλλοι ἄλλα. Τὴν τρίτην ἡμέραν ἔλυσε πᾶσαν ἀμφιβολίαν ἡ εὔγλωττος φωνὴ τοῦ Δεληγεώργη. Ἰδοὺ τί εἶπεν ὁ ἀνὴρ ἐκεῖνος, προκειμένου περὶ τῆς ὀνομασίας: «φρονῶ, ὅτι εἶναι πολὺ τολμηρὸν νὰ ἰσχυρίζηταί τις, ὅτι αἱ πράξεις αὗται δὲν ἦσαν νόμοι, ψευδεῖς ἐὰν θέλετε, πλαστοὶ ἐὰν θέλετε, ἀντισυνταγματικοὶ ἐὰν θέλετε, ἀλλὰ δὲν ἦσαν νόμοι.» Προκειμένου δὲ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἀκυρώσεως καὶ περὶ τοῦ ἐὰν ἡ Βουλὴ εἶχε δικαίωμα, ἀποφασίζουσα τὴν ἀκύρωσιν αὐτήν, νὰ προσθέσῃ καὶ διατάξεις ἄλλας, καὶ περὶ τούτου ἰδίως πρόκειται ἐνταῦθα, ἔνθα προτείνεται ἡ ἀναγνώρισις τινῶν καὶ ἡ μὴ ἀναγνώρισις ἄλλων ἐκ τῶν δυνάμει τῶν νομοθετικῶν Διαταγμάτων τελεσθέντων, ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης εἶπε τὰ ἑξῆς: «ἐὰν θέλωμεν νὰ περιορίσωμεν τὰ δικαστήρια διὰ προσθέτων διατάξεων, θὰ παραβιάσωμεν τὸ ἰδικόν μας καθῆκον. Τοῦτο ἐπιτραπήτω μοι νὰ ὀνομάσω σκόπελον... Ἐὰν θελήσωμεν νὰ τὸ πράξωμεν, οὐδὲν τὸ ὄφελος, διότι τὰ δικαστήρια μόνον τὰς φυσικὰς συνεπείας τῆς ἀρχικῆς ἀκυρότητος θὰ δεχθῶσι καὶ δὲν θὰ ἀκολουθήσωσι τὴν ἰδικήν μας γνώμην». Αὐτὸν τὸν φόβον ἔχω ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, καὶ θεωρῶ περιττὸν, ὡς εἶπα, νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν ἄλλων συνεπειῶν, ὧν μία θὰ ἦναι καὶ ἡ ἀναβίωσις τοῦ Τουρκικοῦ δικαίου, περὶ τῆς ὁποίας ἐβεβαίωσεν ἡμᾶς ἐπιστημονικῶς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ αἱ πολιτικαὶ συνέπειαι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ἄρθρου, δι’ οὗ ἀκυροῦνται ἐξ ὑπ’ ἀρχῆς ὅλα τὰ πρὸς διοίκησιν τῶν νέων ἐπαρχιῶν ἐκδοθέντα νομοθετικὰ Διατάγματα, εἶναι ἀπαίσιοι. Εἶπον χθὲς ὁμιλῶν περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ, τὸν ὁποῖον ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἔδωκεν εἰς τὴν ἔκδοσιν τῶν Β. Διαταγμάτων, εἶπον ὅτι ὁ κ. Καλλιγᾶς ὡμίλησε βιαιότατα, εἶπον ὅτι ὡμίλησε οὐχὶ ὡς ὑπουργός, ἀλλ’ ὡς ἐπαναστάτης. Καὶ ἐπεθύμουν νὰ μάθω ἂν τὴν γνώμην ταύτην ἔχῃ καὶ ὡς ὑπουργὸς, καὶ ἂν συμμερίζωνται αὐτὴν καὶ οἱ συνάδελφοί του. Τὰ Διατάγματα, τῶν ὁποίων προτείνει τὴν ἀκύρωσιν τὸ Ὑπουργεῖον, παρέβαλεν ὁ κ. Καλλιγᾶς πρὸς τὰ Διατάγματα τῆς 25 Ἰουλίου 1830, τὰ ὑπὸ τοῦ Καρόλου 10ου τῆς Γαλλίας ἐκδοθέντα. Ἴσως δὲν γνωρίζετε πάντες τί ἦσαν τὰ Διατάγματα ἐκεῖνα. Τὰ Διατάγματα ἐκεῖνα ἦσαν ἀληθὴς καὶ πραγματικὴ βεβήλωσις τοῦ Συντάγματος, διότι ἀπέβλεπον εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου, καὶ εἰς τὴν αὐθαίρετον μεταβολὴν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, καὶ διὰ τοῦτο ἡ βεβήλωσις ἐκείνη κατέληξεν εἰς ἐπανάστασιν. Καὶ ὡς ἐὰν ἤθελεν ὁ κ. Καλλιγᾶς νὰ μὴ ἀφήσῃ οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι τοιαῦτα ἐννοεῖ τὰ προσωρινὰ Διατάγματα, δι’ ὧν παρ’ ἡμῖν ἐδιοικήθησαν αἱ νέαι ἐπαρχίαι, ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ἐπέτρεψεν ἑαυτῷ νὰ ὀνομάσῃ τὸν πρώην πρωθυπουργὸν Πολινιάκ. Ἀλλ’ ἂν ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος εἶναι Πολινιὰκ, ἂν τῷ ὄντι ὁ κύριος Καλλιγᾶς φρονεῖ, ὅτι ὁ πρώην Πρωθπουργὸς ἐβεβήλωσε τὸ Σύνταγμα, ὅπως ἐβεβήλωσεν αὐτὸ ὁ Πρωθυπουργὸς τοῦ ἐκθρονισθέντος Καρόλου 10, ὀφείλει νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ δικαιούμεθα ἡμεῖς νὰ τὸν ἐρωτήσωμεν, τί φρονεῖ περὶ τοῦ ὑπογράψαντος τὰ Διατάγματα, ἐφ’ οἷς κατηγορεῖ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον. Ἐκτὸς ἂν ὁ κ. Καλλιγᾶς διὰ νὰ μὴ μείνῃ ἀμφιβολία τις περὶ τοῦ φρονήματος αὐτοῦ προσέφυγεν εἰς τὸ ἀτυχὲς ἐκεῖνο, διὰ νὰ μὴ εἴπω τι πλειότερον, λογοπαίγνιον. Ἐνεθυμήθη κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος μετέβη ἄλλοτε, πολιτικῶς καταδιωκόμενος εἰς τὴν Ζαρνάταν, καὶ ἐκ τῆς προσεγγίσεως τοῦ ὀνόματος ἐπωφελούμενος, εἶπεν εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον ὅτι κατήνεγκε κατὰ τοῦ πολιτεύματος ἓν coup de Jarnac. Πρέπει νὰ μάθωσιν οἱ ἀγνοοῦντες τί εἶναι τὸ coup de Jarnac, πρέπει νὰ τὸ μάθῃ πᾶσα ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ἔθνος, διὰ νὰ μὴ ἀπομείνῃ ὁ ἐλάχιστος δισταγμὸς περὶ τῆς ἐννοίας, τὴν ὁποίαν ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀποδίδει εἰς τὴν ἀκύρωσιν τῶν Διαταγμάτων. Jarnac ἦτό τις εὐγενὴς τοῦ 16 αἰῶνος· νομίζω, οὗτος εἶχε λάβει τὴν ἄδειαν τοῦ Βασιλέως νὰ προσκαλέσῃ εἰς μονομαχίαν ἕτερον εὐγενῆ, καὶ ἐν ᾧ, τελουμένης τῆς μονομαχίας, ὁ Jarnac ἐκινδύνευε νὰ πληγωθῇ καὶ νὰ πέσῃ, κατώρθωσε νὰ καταφέρῃ δολίως κατὰ τοῦ ἀντιπάλου του καιρίαν πληγὴν εἰς τὸν μηρόν, καὶ οὕτω κατέβαλεν αὐτόν. Ἐκ τούτου ἡ γαλλικὴ γλῶσσα ἀνέγραψε τὴν φράσιν coup de Jarnac, ὡς σημαίνουσαν κτύπημα προδοτικόν, (coup de traitre)· λοιπὸν ἐπρόδωσεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος τὴν Πατρίδα, ἐβεβήλωσε τὸ Σύνταγμα. Πρὸς τί; Ἀναδιφήσατε ὅλην τὴν ἱστορίαν καὶ ἴδετε ἐὰν ὑπῆρξέ ποτε ἐν οἱῳδήποτε ἔθνει παράδειγμα, καθ’ ὃ τὸ πολίτευμα νὰ ἐπιβουλεύηται καὶ νὰ βεβηλοῦται πρὸς ὄφελος ὑπουργοῦ.... Ἠναγκάσθην νὰ κάμω μνείαν τούτου, διότι φρονῶ, ὅτι οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως καὶ εἰς τὴν ὑποταγὴν τοῦ Τόπου, εἶναι ἄτοπον καὶ ἐπικίνδυνον νὰ περιέχωσιν ἐννοίας, δυναμένας νὰ κλονίσωσιν ἠθικῶς τὰς βάσεις τῶν καθεστώτων, καὶ ἀφίνω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ κρίνῃ ἐὰν αἱ ἔννοιαι αὐταὶ πρέπει νὰ μείνωσιν ἀναγεγραμμέναι εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ἀφίνω εἰς αὐτὸ καὶ τὴν εὐθύνην. Ἀλλὰ πλὴν τούτων τῶν ἐννοιῶν, τὰς ὁποίας ἀπέχω νὰ χαρακτηρίσω, ἡ ἀκύρωσις τῶν Διαταγμάτων περιέχει καὶ ἄλλας πολιτικὰς συνεπείας ὀλεθρίους. Ἢ θὰ καταστήσῃ ἀδύνατον τὴν ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων θεραπείαν τῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν τοῦ τόπου καὶ τὴν περίσωσιν τῶν συμφερόντων αὐτοῦ, ἢ θὰ προπαρασκευάσῃ τὴν ἐπανάστασιν. Ὅλοι ἀνομολογοῦμεν, ὁ κ. Τρικούπης δὲ ἐν τοῖς πρώτοις, ὅτι ὑπάρχουσι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ συνταγματικὴ Κυβέρνησις εἶναι ἠναγκασμένη, ἀπούσης τῆς Βουλῆς, νὰ λαμβάνῃ μέτρα νομοθετικὰ πρὸς θεραπείαν ἀναγκῶν τῆς χώρας. Τοιοῦτόν τι ἔπραξεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ἔπραξε τοῦτο ἐξ ὑπερτάτης καὶ ἀναμφισβητήτου ἀνάγκης, σεῖς διατείνεσθε, ὅτι δὲν ἔπραξε κατ’ ἀνάγκην ὑπερτάτην· φρονεῖτε, ὅτι ἐπλανήθη. Μεμφθῆτε λοιπὸν αὐτῆς ἐπὶ τῇ πλάνῃ· διδάξατε αὐτὴν καὶ τοὺς ἄλλους διὰ τὸ μέλλον, μὴ θέλετε ὅμως διὰ μιᾶς μονοκονδυλιᾶς νὰ ἐξαλείψητε ὁλόκληρον παρελθὸν, καὶ μὴ ἔρχεσθε νὰ τιμωρήσητε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπήκουσαν εἰς τὴν φωνὴν τῆς Κυβερνήσεως τῆς Πατρίδος των ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης. Ἀλλ’ εἶναι τόσον μικρὸν τὸ ζήτημα αὐτό, τὸ περὶ τῶν προσώπων, ὥστε δὲν καταδέχομαι νὰ κάμω λόγον, ἀφοῦ πάντες γνωρίζομεν ἐκ ποίου πείσματος γίνεται ὅ,τι γίνεται περὶ αὐτῶν. Ἐρωτῶ δὲ ὑμᾶς, κύριοι ὑπουργοὶ, τί πταίει τὸ ἔθνος, καὶ καταδικάζετε αὐτὸ νὰ εὑρεθῇ ἐστερημένον τῆς Κυβερνητικῆς προνοίας; Νομίζετε, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ καὶ ἄλλη ὁμοία ἔκτακτος καὶ εὐτυχὴς περίστασις, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν τῷ μέλλοντι νὰ παρουσιασθῇ ἄλλη τις σοβαρὰ καὶ κατεπείγουσα ἀνάγκη, καθ’ ἣν ἡ συνταγματικὴ Κυβέρνησις, μὴ ἔχουσα παροῦσαν τὴν Βουλήν, ν’ ἀναγκασθῇ νὰ ἐκδώσῃ Διατάγματα νομοθετικὰ πρὸς θεραπείαν τῶν παρουσιαζομένων ἀναγκῶν; Σᾶς ἐρωτῶ περὶ τούτου, διότι μετὰ τὴν ὁποίαν πρόκειτε νὰ λάβητε ἀπόφασιν σήμερον, καὶ ἀπεύχομαι νὰ τὴν λάβητε, ἀδύνατον εἶναι νὰ εὑρεθῇ Κυβέρνησις εἰς τὸ μέλλον, ἥτις νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ὑπέρτατον τοῦτο καθῆκον, ἢ ἂν τὸ πράξῃ, οὐδεὶς θὰ τὴν ὑπακούσῃ. Σᾶς φέρω ἓν μόνον παράδειγμα. Καταργεῖτε τὴν δικαστικὴν ἰσοβιότητα, ἀφαιροῦντες τὰς θέσεις ἰσοβίων δικαστῶν, μόνον διότι τινὲς ἐξ αὐτῶν, ὑπακούσαντες εἰς τὴν φωνὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ οὐχὶ εἰς τὰς παρορμήσεις ὑμῶν, ὡς ἀντιπολιτεύσεως, μετέβησαν εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας· ἀλλὰ διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἀπὸ τῆς Βουλῆς, εἰς τῆς ὁποίας τὴν σύνεσιν καὶ τὴν φιλοπατρίαν πρέπει νὰ ἐμπιστεύηται πρὸ πάντων ὁ Τόπος, μεταφέρετε, κύριοι ὑπουργοί, τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἀνάγκης καὶ τῶν πράξεων τῆς νομίμου τοῦ Κράτους ἐξουσίας ταύτης εἰς τὸν στρατόν, εἰς τὰς ἀτομικὰς δοξασίας, εἰς τὰς ὁδούς. Ἰδοὺ διατί εἶπον, ὅτι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου θέλει ἐπιφέρει εἴτε τὴν παραλυσίαν πάσης Κυβερνητικῆς ἐνεργείας ἐν τῷ μέλλοντι, διότι οὐδεμία Κυβέρνησις ἤθελε τολμήσει, ἐν περιπτώσει ἀνάγκης, νὰ λάβῃ ἔκτακτα μέτρα, εἴτε τὴν ἐπανάστασιν, ἄν, πιεζομένη ὑπὸ τῆς ἀνάγκης, ἐτόλμα νὰ τὸ πράξῃ. Φρονῶ, καὶ τὸ φρονῶ ἐν πεποιθήσει, ὅτι τοιαῦται θὰ ἦνα αἱ συνέπειαι, καὶ πολεμῶ τὴν ἀκύρωσιν μόνον δι’ αὐτό, διότι τίποτε ἄλλο δὲν ἀκυρόνει τὸ νομοσχέδιόν σας πράγματι παρὰ τὰς ὀλίγας θέσεις δικαστῶν, τῶν ὁποίων γνωστὸν εἶναι τὸ πρὸς τὴν πρώην ἀντιπολίτευσιν ἔγκλημα. Πολεμῶ τὴν ἀκύρωσιν, διότι δι’ αὐτῆς καταφέρεται δεινὸν κτύπημα κατὰ τοῦ Πολιτεύματος. Εἶπεν ἄλλοτε ὁ κ. Τρικούπης, καὶ τὸ εἶπεν ὀρθῶς, ὅτι τὸ μεγαλεῖον τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος συνίσταται κυρίως εἰς τοῦτο, ὅτι πλειοψηφοῦσα συνταγματικὴ Κυβέρνησις παρέχει διὰ τούτου καὶ μόνου, ὅτι εἶναι προϊὸν τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου, πᾶσαν εἰς τὸ ἔθνος ἐγγύησιν, καὶ δύναται καὶ ὀφείλει, ἀπούσης τῆς Βουλῆς, νὰ μὴν ἀφήσῃ νὰ ἀπολεσθῇ τι ἐκ τῶν ζωτικῶν συμφερόντων τοῦ Τόπου, ἀλλὰ ν’ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην παντὸς μέτρου, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ὑπερβαίνει τῆς Νομοτελεστικῆς Ἐξουσίας τὰ δικαιώματα. Διατί τώρα ἐπιζητεῖ ὁ κ. Τρικούπης νὰ παραλύσῃ τὰς χεῖρας τῆς συνταγματικῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ ἐκμηδενίσῃ ἢ νὰ καταβιβάσῃ εἰς τὰς ὁδούς τὸ μεγαλεῖον τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος; Ἰδοὺ διὰ ποίους σπουδαίους καὶ εἰς τὸ μέλλον τοῦ Τόπου ἀφορῶντας λόγους ὑποστηρίζω τὴν τροπολογίαν ἡ ὁποία ὑπεβλήθη εἰς τὸ 1 ἄρθρον. Ἀποβλέπων εἰς τὸν σκοπὸν τῆς ἀποσοβήσεως τῶν ἠθικῶν καὶ πραγματικῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους σᾶς ἐξήγησα, καὶ τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐπιδιώκων, θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐπικαλεσθῶ ἐνταῦθα τὸ δίκαιον τῆς ἀνάγκης, ἢ ἄλλο τι δίκαιον. Φρονῶ δέ, ὅτι, ὑπαρχούσης πραγματικῆς ἀνάγκης, ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ βουλευτὴς ἐκ Μαντινείας κ. Κωνσταντόπουλος, λύει τὸ ζήτημα, ὀρθότατα μὲν νομικῶς, πληρέστατα δὲ ὡς πρὸς τὰς συνεπείας· διότι, ἐὰν ἡ μνήμη δὲν μὲ ἀπατᾷ, διὰ τῆς τροπολογίας του ταύτης ὁ κ. Κωνσταντόπουλος προτείνει ν’ ἀνακηρυχθῶσιν ἔχοντα Νόμου ἰσχὺν, ἀπὸ τῆς στιγμῆς τῆς ἐκδόσεώς των, τὰ νομοθετικὰ Διατάγματα, τὰ πρὸς διοίκησιν τῶν ἐπαρχιῶν Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας ἐκδοθέντα. Καὶ τὴν τροπολογίαν ταύτην ὑποστηρίζω.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν τύπωσιν τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς τομῆς τοῦ Ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου, διότι εἶναι κατεπείγουσα. Ἐπιθυμεῖ τις ἄλλος νὰ ὁμιλήσῃ;
§29ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁμιλῶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1, θέλω συνδέσει καὶ τὸ ἄρθρον 14, διότι εἶναι οὕτως ἀχωρίστως συνδεδεμένα, ὥστε ἀδυνατεῖ τις, ἔχων νὰ ὑποβάλῃ παρατηρήσεις μετὰ ταῦτα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 14, νὰ δυνηθῇ νὰ τὰς ὑποβάλῃ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου 1. Θέλω λοιπὸν ὁμιλήσει συγχρόνως καὶ περὶ τῶν δύω. Τὸ νομοσχέδιον δύω κυρίους σκοποὺς ἐπιδιώκει, τοὺς ὁποίους κατ’ ὁλοκληρίαν παραδέχομαι. Πρῶτος σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι νὰ καταργήσῃ τὰ ἄκυρα Διατάγματα δεύτερος σκοπὸς νὰ διατηρήσῃ τινὰ ἐκ τῶν γενομένων ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἀκύρων Διαταγμάτων. Προφανῶς οἱ δύω αὐτοὶ σκοποὶ εἶναι εἰς ἀντίφασιν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κηρύττῃ τις ἀφ’ ἑνὸς Διατάγματα ἀπ’ ἀρχῆς ἄκυρα καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ θέλῃ νὰ θεωρήσῃ ὡς ἔγκυρα τὰ ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἀκύρων γενόμενα. Οὐχ ἧττον αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνάγκη εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις τῆς πλειοψηφίας, ἡ ὑποβαλοῦσα τὸ νομοσχέδιον, διότι τὰ νομοθετικὰ Διατάγματα, τὰ δημοσιευθέντα ὑπὸ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, ἦσαν συνταγματικῶς ἄκυρα, καὶ αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ γνώμη εὐθὺς ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἦσαν ἄκυρα ὁμολογουμένως, διότι ἐξεδόθησαν καθ’ ὑπέρβασιν ἐξουσίας ὑπὸ τῆς Νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, πάντες δὲ οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἡ πρώην Κυβέρνησις ἐπεκαλέσθη κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀφομοιώσεως, ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν ἔκδοσιν τῶν Διαταγμάτων ἐκείνων, νομίζω, ὅτι δὲν ὑπῆρξαν ἐπαρκεῖς. Πρῶτον ἐπεκαλέσθη τὸ δικαίωμα τῆς ἀνάγκης· τὸ δικαίωμα ὅμως αὐτὸ τῆς ἀνάγκης, τὸ δ’ ὅταν ἐπροκάλεσε τὰς περισσοτέρας συζητήσεις, τὰς ἐπροκάλεσεν ἐκ παρανοήσεως, διότι νομίζω, ὅτι ἡ συμπολίτευσις δὲν ἀμφισβητεῖ ὅτι ὑπῆρξεν ἀνάγκη, ἀντιπροτείνει ὅμως καὶ ἰσχυρίζεται, ὅτι ἡ ἀνάγκη αὕτη ἐπλάσθη ὑπὸ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ πλάττων ἀνάγκας καὶ περιπλανώμενος ἐντὸς αὐτῶν καὶ πράττων τ’ ἀπηγορευμένα, ἐπικαλούμενος δὲ μετὰ ταῦτα τὴν ἀνάγκην, ὅπως ἀπαλλαχθῇ, δὲν ἀπαλλάττεται. Τοῦτο συνέβη ὄχι μόνον ὡς πρὸς τὴν ἔκδοσιν τῶν Διαταγμάτων, ἀλλὰ συνέβη καὶ ἐπ’ αὐτῆς ἀκόμη τῆς Συνθήκης. Νομίζω, ὅτι ὡς πρὸς αὐτὴν ἡ οὐσία τῶν ἐπικρίσεων τῆς πρώην ἀντιπολιτεύσεως, δὲν εἶναι ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἡ ἀνάγκη ὅπως ὑπογραφῇ Συνθήκη, ἀλλ’ ὅτι τὴν ἀνάγκην αὐτὴν τὴν προπαρασκεύασεν, οὕτω εἰπεῖν, κατὰ μέγα μέρος ἡ πρώην Κυβέρνησις. Ἐμέμφθη αὐτῆς, ὅτι διὰ χαλαρᾶς διοικήσεως, διὰ χαλαρᾶς παρασκευῆς ἠλάττωσε τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Τόπου εἰς τὰς παρασκευὰς εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, ὅτι ἐψύχρανε τὸν ἐνθουσιασμὸν τοῦ Τόπου καὶ ὅτι τοιουτοτρόπως ἐνεθάῤῥυνε καὶ τὰς Δυνάμεις καὶ τὴν Τουρκίαν νὰ πιστεύσωσιν, ὅτι ἦτο δυνατὸν ἐπὶ μικροτέραις παραχωρήσεσι νὰ γείνῃ ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος ἀποδεκτὴ ἡ τροποποίησις τῆς γραμμῆς τῆς ὁροθετικῆς. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὡς πρὸς τοῦτο δὲν ἐπροτάθησαν κατὰ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, γεγονότα καὶ ἀποδείξεις φέρουσαι εἰς αὐτὸ τὸ συμπέρασμα· οὐχ ἧττον ἡ ἔννοια, ἡ οὐσία τῶν ἐπικρίσεων κατὰ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς ὑπογραφῆς τῆς Συνθήκης αὐτῆς, ὑπῆρξεν ἡ εὐθύνη ἐπὶ τῇ ἀνάγκῃ. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει, δηλ. νὰ εἶναι ἀδικαιολόγητος ἡ ἀνάγκη, καὶ ἐπὶ τῆς ἐκδόσεως τῶν Διαταγμάτων. Ἡ πρώην Κυβέρνησις ὑποστηρίζει, ὅτι εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δημοσιεύσῃ τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα, διότι αἱ ἀνάγκαι τῶν νέων ἐπαρχιῶν ἐπέβαλλον τοῦτο πρὸς συντήρησιν τῆς τάξεως καὶ πρὸς διοίκησιν τῆς νέας χώρας. Ἡ αὐτὴ καὶ ἐνταῦθα παρανόησις ὡς πρὸς τὴν ἀνάγκην· δὲν ἀμφισβητεῖται ἡ ὕπαρξις τῆς ἀνάγκης αὐτῆς, ἀλλὰ γίνεται ἡ μομφὴ, ὅτι διὰ τῆς μὴ ἐγκαίρου συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς εὑρέθη ἡ τότε Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μετέλθῃ κατάχρησιν καὶ σφετερισμὸν ἐξουσίας Νομοθετικῆς. Προσεπάθησάν τινες νὰ δικαιολογήσωσι τὴν μὴ συγκάλεσιν τῆς Βουλῆς, ἰσχυριζόμενοι, ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ συνεκαλεῖτο τότε, ἤθελε δυσχεράνει καὶ παρεμβάλει δυσκολίας εἰς τὴν τακτικὴν ἐκτέλεσιν τῆς Συνθήκης. Τοῦτο δὲν διευκρινίσθη ἀρκούντως, ὅπως δύναταί τις σήμερον νὰ ἐκτιμήσῃ τοὺς λόγους, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστήριξε τὴν ὑπόνοιαν αὐτὴν ἡ πρώην Κυβέρνησις. Ἂν ἔλεγεν ὅτι ἡ Βουλὴ συνερχομένη δὲν ἤθελεν ἴσως ἀποδεχθῆ τὴν Συνθήκην, θὰ ἐνόουν τὸν φόβον περὶ μὴ ἐκτελέσεως τῆς Συνθήκης. Ἀλλὰ δὲν ἠμφισβήτησεν, ὅτι ἡ Βουλή, συγκαλουμένη τότε, θὰ παρεδέχετο τὴν Συνθήκην. Ἀλλ’ ἂν παρεδέχετο αὐτήν, δὲν ἐννοῶ πῶς θὰ παρενέβαλλε προσκόμματα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς. Ἂν ἡ μορφή, ἡ ὁποία ἀπεδόθη ὑπό τινος τῶν προλαλησάντων, ὅτι ἡ Βουλή, συνερχομένη τότε, ἤθελεν ἀποδεχθῆ τὴν Συνθήκην ἐκ λόγων, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ περιεποίουν εἰς αὐτὴν τιμήν, ἐκ φόβου καὶ ἐκ πιέσεων....
§30ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον ὅτι δὲν ἤθελε περιποιήσει τιμήν· εἶπον, ὅτι αἱ περιστάσεις τοῦ Τόπου ἦταν τοιαῦται, ὥστε καὶ ἡ Βουλὴ ὡς καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐδέχοντο τὴν Συνθήκην.
§31ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἴπατε, ὅτι ἤθελε συναρπαγῆ ἡ Βουλὴ καὶ ὅτι πολλοὶ βουλευταὶ θὰ ἐπιέζοντο ὑπὸ τῶν υἱῶν των, οἱ ὁποῖοι ἦσαν τότε εἰς τὸν στρατόν. Εἴπατε, ὅτι ἤθελε παρασυρθῆ ἡ Βουλή. Λοιπὸν δὲν ἐννοῶ, ἂν σήμερον ἡ Βουλὴ ἐδέχθη τὴν Συνθήκην ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, σχεδὸν παμψηφεί, διὰ ποῖον λόγον δὲν θὰ τὴν ἐδέχετο καὶ τότε; Θὰ τὴν ἐδέχετο διὰ τὸν αὐτὸν λόγον τῆς ἀνάγκης, ὃν ἐπικαλεῖσθε. Καὶ τότε καὶ σήμερον ὑπάρχει ἡ αὐτὴ ἀνάγκη· δὲν παρενέπεσε δὲ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅτε ἔπρεπε νὰ συγκληθῇ ἡ Βουλή, μέχρι σήμερον, οὐδὲν γεγονός, τὸ ὁποῖον μετέβαλε τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ τότε ἤθελε διαμαρτυρηθῆ, ἀλλὰ τὴν Συνθήκην ἤθελε τὴν ἀποδεχθῆ, διότι ὑφίστατο ἡ ἀνάγκη. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελε μεμφθῆ, θὰ ἦτον ὅλως προσωπικόν, κατὰ τῆς Κυβερνήσεως· θὰ τῇ ἔλεγεν, «ἂν εἰργάζεσο δραστηριώτερον, ἂν διεξῆγες τὸ ζήτημα δεξιώτερον, δὲν θὰ περιῆγες τὴν Βουλὴν εἰς τὸ σημεῖον ν’ ἀποδεχθῇ τὴν Συνθήκην.» Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀρκοῦσα δικαιολόγησις εἴτε τῆς μὴ συγκαλέσεως εἴτε τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Λοιπὸν δὲν ἐννοῶ, ἂν ἡ Βουλὴ θ’ ἀπεδέχετο τὴν Συνθήκην τότε, ποῦ ὑπῆρξεν ἡ ἀνάγκη. Ἄλλως θὰ εἶχεν, ἂν ἤθελεν ὁμολογήσει ἡ πρώην Κυβέρνησις, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν ὡμολόγησεν, ὅτι εἶχε τὴν πεποίθησιν τότε, ὅτι συγκαλουμένη ἡ Βουλὴ δὲν θ’ ἀπεδέχετο τὴν Συνθήκην. Ἀλλὰ τότε θὰ ὡμολόγει, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἡ ἀνάγκη, δι’ ἣν ὑπέγραψε τὴν Συνθήκην. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι τὰ τῆς ἀνάγκης εἴτε ἀνάγκης ἐκ τῆς Συνθήκης καὶ τῆς ἐκτελέσεως αὐτῆς, εἴτε τῆς ἀνάγκης ἀπολύτως, δὲν δύνανται νὰ δικαιολογήσουν τὰ Διατάγματα. Ἡ ἀνάγκη ἡ ἀπόλυτος, ὅπως τὴν παρέστησαν ἀπὸ τοῦ βήματος κατὰ τὰς τρεῖς τελευταίας ἡμέρας, δὲν εἶναι ἡ ἀνάγκη, διὰ τὴν ὁποίαν πολλοὶ παρεδέχθησαν, ὅτι δύναται ἡ Νομοτελεστικὴ Ἐξουσία νὰ κάμῃ ὑπέρβασιν ἐξουσίας καὶ νὰ διοικήσῃ διὰ Διαταγμάτων νομοθετικῶν. Τὸ δίκαιον τῆς ἀνάγκης ὑποθέτει, ὅτι τὸ Κράτος, ὅτι ἡ ἀσφάλεια αὐτοῦ τρέχουν τὸν ἔσχατον κίνδυνον, ὅτι διὰ τῶν ἐνόντων μέσων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ διατήρησις τῆς τάξεως, καὶ ἡ Κυβέρνησις, χάριν αὐτῆς, ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην, ἀπούσης τῆς Βουλῆς, νὰ προβῇ εἰς μέτρα νομοθετικά. Ὡς πρὸς τοῦτο νομίζω, ὅτι οὔτε ἡ συμπολίτευσις, οὔτε ἰδίως ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἠμφισβήτησε τὴν ἀνάγκην, ἔχει διάφορον γνώμην ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἑρμιονίδος. Ἀλλὰ τοὺς ὅρους τῆς ἀνάγκης αὐτῆς δὲν τοὺς ὥρισαν ἐνταῦθα εὐκρινῶς ὅσοι ὑπεστήριξαν τὸ δίκαιον τῆς ἀνάγκης. Τοῦτο ὑποθέτει ἐπικείμενον κίνδυνον τοῦ Κράτους, κίνδυνον ἐπίφοβον, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται ν’ ἀποτραπῇ διὰ τῶν νομίμων μέσων ὑποθέτει εἰσβολὴν ἐχθροῦ, π. χ. ἐπανάστασιν, στάσιν ἐκραγεῖσαν ἐν τῷ Κράτει καὶ ἀπειλοῦσαν ἀνατροπὴν τῆς τάξεως καὶ ἀσφαλείας. Τότε βεβαίως πᾶσα Κυβέρνησις, ἀπέναντι τοιούτων ἐπιφόβων καὶ ἐπικειμένων κινδύνων εὑρισκομένη, ὀφείλει ν’ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τῆς διὰ νομοθετικῶν Διαταγμάτων διασώσεως τοῦ Κράτους, καὶ οὐδεμία Βουλή, ἐρχομένη μετὰ ταῦτα, θέλει ἀρνηθῆ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἔσωσε τὸ Κράτος ἀπὸ μεγάλους κινδύνους, διὰ σφετερισμοῦ ἐξουσίας νομοθετικῆς, τὸ κῦρος τῶν πράξεων αὐτῶν. Καὶ ἂν ὅμως ἤθελε δεχθῇ τις, ὅτι πράγματι ὑπῆρξεν ἀνάγκη, ἡ ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν ἡ πρώην Κυβέρνησις προβάλλει, τοῦτο οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει μὲ τὸ ἄκυρον τῶν Διαταγμάτων. Τὰ νομοθετικὰ Διατάγματα εἶναι πάντοτε ἄκυρα, οἱαδήποτε καὶ ἂν ὑπῆρξεν ἡ ἀνάγκη καὶ ὅπου καὶ ἂν ὑπῆρξεν αὕτη δικαιολογημένη. Αἱ δικαιολογίαι, διὰ τὰς ὁποίας Κυβέρνησίς τις ὑπερέβη τὴν ἐξουσίαν αὑτῆς, σκοποῦν τοῦτο καὶ μόνον, ν’ ἀπαλλάξουν τὴν Κυβέρνησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀπὸ τὴν εὐθύνην, ἑπομένως εἴτε ἀπὸ μομφῆς εἴτε ἀπὸ καταλογισμοῦ δαπανῶν, εἰς τὰς ὁποίας προέβη ἄνευ δικαιώματος, ἢ ἀπὸ τῆς κατηγορίας τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ δύναται ἐναντίον τῶν ὑπουργῶν νὰ ἐγείρῃ. Περὶ αὐτῶν ὅμως κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτὴν οὐδόλως ἐγένετο λόγος, οὔτε περὶ ἐκφράσεως μομφῆς ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε περὶ κατηγορίας, οὔτε περὶ καταλογισμοῦ δαπανῶν. Ἂν ὅμως δὲν ἐγένοντο αὐτά, δὲν ἕπεται, ὅτι τὰ Διατάγματα εἶναι ἔγκυρα· οἱ δικαιολογίαι τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἄσχετοι μὲ τὸ ἔγκυρον τῶν διαταγμάτων· ἡ Βουλὴ ἄλλας ἀνάγκας καὶ ἄλλας περιστάσεις ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅπως ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ κύρους αὐτῶν σήμερον. Ἡ Βουλὴ πολλάκις, καὶ ὅταν ἐγκρίνῃ τὸ δεδικαιολογημένον τῶν Διαταγμάτων, ὀφείλει ν’ ἀκυροῖ αὐτὰ ἀπ’ ἀρχῆς, ἂν τοῦτο ἀπαιτῇ τὸ δημόσιον συμφέρον. Σήμερον ἡ μόνη δυσκολία εἶναι ἡ εὕρεσις τῆς μεθόδου, διὰ τῆς ὁποίας ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐπιτύχῃ καὶ τὴν ἀκύρωσιν τῶν Διαταγμάτων καὶ τὴν προστασίαν καὶ διαφύλαξιν τῶν συμφερόντων εἴτε τῶν ἰδιωτικῶν, εἴτε τῶν τοῦ Δημοσίου, τὰ ὁποῖα ὑπὸ τὸ Κράτος τῶν ἀκύρων αὐτῶν Διαταγμάτων ἐγεννήθησαν. Τὰ Διατάγματα τὰ ἀπ’ ἀρχῆς, ἀπὸ τῆς 26 Ἰουλίου μέχρι τῆς πτώσεως τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, ἐκδοθέντα διαιροῦνται εἰς δύω· εἶναι Διατάγματα μὴ νομοθετικὰ καὶ Διατάγματα νομοθετικά. Μὴ νομοθετικὰ Διατάγματα εἶναι ὅλα ἐκεῖνα διὰ τῶν ὁποίων εἰσήχθησαν καὶ εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας οἱ νόμοι καὶ τὰ Διατάγματα, τὰ ἰσχύοντα ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Βασιλείῳ· νομοθετικὰ Διατάγματα ἀφ’ ἑτέρου εἶναι ὅλα τὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα τροποποιοῦσιν κειμένους νόμους ἐν Ἑλλάδι, ἢ δεύτερον ἐξαιροῦσι διατάξεις μόνον νόμων, οἱ ὁποῖοι ἐδημοσιεύθησαν εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας, καὶ τὰ Διατάγματα τὰ ὁποῖα ὑποθέτουν νομοθετημένας θέσεις μὴ νομοθετηθείσας καὶ εἰς τὰς ὁποίας ὁρίζονται ὑπάλληλοι. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ μὴ νομοθετικὰ Διατάγματα, ἤτοι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπεξέτειναν εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας τὴν νομοθεσίαν τὴν Ἑλληνικὴν, τὸ ζήτημα θὰ ἦτον ἁπλούστατον, ἐὰν νομοθετικὸν Διάταγμα τῆς πρώην Κυβερνήσεως, τὸ Διάταγμα τὸ τροποποιῆσαν τὸ 1 ἄρθρον τοῦ ἀστικοῦ νόμου περὶ δημοσιεύσεως, δὲν καθίστα τὴν γενομένην δημοσίευσιν τῶν νόμων ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις ἄκυρον καὶ ματαίαν. Ἡ πρώην Κυβέρνησις λίαν δεδικαιολογημένως, ἕνεκα τοῦ κατεπείγοντος καὶ τοῦ ὄγκου τῆς εἰσακτέας νομοθεσίας, ἤλλαξε τὸν τρόπον τῆς δημοσιεύσεως· ἡ ἀλλαγὴ ὅμως τοῦ τρόπου τῆς δημοσιεύσεως ἀποτελεῖ τροποποίησιν νόμου, ἡ ὁποία δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἀπὸ τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν. Ἕνεκα τούτου πᾶσα ἡ νομοθεσία, ἡ δημοσιευθεῖσα ἀπὸ τῆς 26 Ἰουνίου μέχρι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, θεωρεῖται μὴ ἰσχύουσα· καὶ ἂν παρήχθησαν ὑπ’ αὐτὴν σχέσεις δρῶσαι ἰδιωτικὰ καὶ δημόσια συμφέροντα, ὅλα ταῦτα οὐδεμίαν ἰσχὺν καὶ οὐδὲν νόμιμον κῦρος ἔχουσιν εἴτε ἀπέναντι τῶν δικαστηρίων, εἴτε ἀπέναντι τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν. Τὸ νομοσχέδιον ἐπιδιώκει διὰ τοῦ ἄρθρ. 14 νὰ κυρώσῃ τινὰς ἐκ τῶν σχέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπιπαρήχθησαν ὑπὸ τὸ Κράτος τῶν ἀκύρων Διαταγμάτων· ἐξαιρεῖ ῥητῶς καὶ σαφῶς, πρῶτον τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις, ἢ ἄλλας πράξεις, αἱ ὁποῖαι φέρουν δικαστικὸν τύπον, καὶ δεύτερον, πᾶσαν πρᾶξιν, δημόσιον φέρουσαν τύπον, ἡ ὁποία ἀφορᾷ εἰς ἰδιώτας. Νομίζω, ὅτι ὁ σκοπὸς αὐτὸς τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ νὰ διασώσῃ τὰ γενόμενα ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἀκύρων Διαταγμάτων, δὲν ἐπιτυγχάνεται διὰ τῆς μεθόδου, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε τὸ ἄρθρ. 14, καὶ δὲν ἐπιτυγχάνεται διότι ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἡ κύρωσις ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀποφάσεων μὴ ἐκδοθεισῶν ὑπὸ νομίμων δικαστηρίων καὶ ἐφαρμοσάντων μὴ ἰσχύουσαν νομοθεσίαν, τὴν Ἑλληνικὴν, νομίζω, ὅτι δὲν θέλει θεωρηθῆ ὑποχρεωτική. Κατὰ τὸ Σύνταγμα, κατὰ τὸ ἄρθρον αὐτοῦ περὶ διακρίσεως τῶν Ἐξουσιῶν, αἱ διάφοροι ἐξουσίαι τοῦ Κράτους ἐνεργοῦνται ὅπως τὸ Σύνταγμα ὁρίζει Ἐν ἄλλῳ ἄρθρῳ τὸ Σύνταγμα ὁρίζει ὅτι ἡ Δικαστικὴ Ἐξουσία ἐνεργεῖται ὑπὸ δικαστηρίων, καὶ ἐν ἄλλῳ ἄρθρῳ, ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἀπονέμεται ἀπὸ δικαστῶν, διοριζομένων ὑπὸ τοῦ Βασιλέως κατὰ τὸν νόμον. Ἂν ἤδη ἀκυρωθῶσιν ἀπ’ ἀρχῆς ὅλα τὰ νομοθετικὰ Διατάγματα, συνέπεια θέλει εἶσθαι, ὅτι οὔτε ἡ νομοθεσία ἡ Ἑλληνικὴ, ἡ δημοσιευθεῖσα ὑπὸ τῆς πρώην Κυβερνήσεως διὰ διαφόρων Διαταγμάτων, ἴσχυε καθ’ ὃν χρόνον ἐξεδόθησαν αἱ ἀποφάσεις, οὔτε οἱ δικασταί, οἱ διορισθέντες κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως εἰς θέσεις μὴ νομοθετημένας καὶ ἐκδόσαντες τὰς ἀποφάσεις ἢ τὰ διαφόρους δικαστικὰς πράξεις, ἦσαν νόμιμοι δικασταί. Λίαν πιθανὸν, ὅτι, ἂν πρᾶξίς τις, ἂν ἀπόφασις δικαστικὴ προσαχθῇ ἐνώπιον τῶν ἀνωτέρω δικαστηρίων, τὰ δικαστήρια, τηροῦντα τὸ Σύνταγμα, θέλουν ἀποφανθῆ, ὅτι αἱ ἀποφάσεις αὗται, καθ’ ὃ ἐκδοθεῖσαι ὑπὸ δικαστῶν, οἵτινες δὲν ἦσαν νομίμως διωρισμένοι, καὶ οἵτινες ἐφήρμοσαν ἄλλην νομοθεσίαν παρὰ τὴν τουρκικὴν, ἥτις μόνη διεῖπε τὰς νέας ἐπαρχίας, εἶναι ἄκυροι. Οὕτω ἡ προστασία τοῦ νομοσχεδίου ἀποβαίνει ἀνωφελής. Φρονῶ ὅμως, ὅτι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν νομοθεσίαν τὴν Ἑλληνικὴν, ἥτις διὰ διαφόρων Διαταγμάτων ἐδημοσιεύθη ἐν ταῖς νέαις χώραις, ἔπρεπεν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς καταλήψεως πραγματικῶς νὰ δημοσιευθῇ, καὶ ἐκ τῶν πρώτων καθηκόντων τῆς πρώην Κυβερνήσεως ἦτο νὰ τὴν εἰσαγάγῃ ἐκεῖ. Οὐδεὶς νόμος ὑπάρχει καὶ οὐδὲν Διάταγμα ἰσχῦον ἐν τῷ πρώην Βασιλείῳ, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις δὲν ὤφειλε νὰ δημοσιεύσῃ. Πάντες οἱ νόμοι μιᾶς χώρας εἶναι γενικοί, ὅταν δὲν γίνεται ἐξαίρεσις, καὶ διέπουν πάντας τοὺς πολίτας, οὐ μόνον τοὺς ὑπάρχοντας κατὰ τὴν δημοσίευσίν των, ἀλλὰ καὶ τοὺς μέλλοντας νὰ γίνωσι τοιοῦτοι, εἴτε διὰ τῆς γεννήσεως, εἴτε διὰ τῆς πολιτογραφήσεως. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ Σύνταγμα ἡμῶν, οὐδεμία δημοσίευσις ἀπῃτεῖτο διὰ νὰ ἰσχύσῃ εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας, διότι αὐτὸ τὸ Σύνταγμα ὁρίζει, ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται δημοσίευσις ὅπως ἰσχύσῃ. Τὸ Σύνταγμα ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν ἅμα τῇ ὑπογραφῇ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἁπλῶς δὲ λέγει ἐν τῷ ἄρθρῳ 103, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὤφειλεν ἐντὸς 24 ὡρῶν νὰ τὸ δημοσιεύσῃ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ εἰς τὰς νέας λοιπὸν ἐπαρχίας, ἅμα τῇ προσαρτήσει αὐτῶν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, αὐτοδικαίως, οὕτως εἰπεῖν, ἄνευ οὐδεμιᾶς δημοσιεύσεως, ἴσχυσε τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ Συντάγματος ἀπεδίωξεν ἐκεῖθεν τὸ πολίτευμα τὸ πρὶν ἰσχύον, τὸ πολίτευμα τὸ Τουρκικὸν, κατήργησε δὲ καὶ πάντα νόμον καὶ πᾶν Διάταγμα τουρκικὸν, τὸ ὁποῖον ἀντέκειτο εἰς τὸ Σύνταγμα ἡμῶν, διότι ῥητῶς ἐν αὐτῷ λέγεται, ὅτι πᾶς νόμος, ἀντιβαίνων εἰς αὐτὸ, καταργεῖται. Μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ Συντάγματος καὶ τὴν κατάργησιν τῶν νόμων καὶ τῶν Διαταγμάτων, ἅτινα ἀντέκειντο αὐτῷ, ὑπελείφθη ἐκεῖ ἰσχύουσα μόνη πᾶσα ἡ ἄλλη νομοθεσία ἡ Τουρκικὴ, ὅπως ὀρθῶς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπεστήριξε. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἑλληνικὴν νομοθεσίαν, τὴν ἄλλην παρὰ τὸ Σύνταγμα, δὲν φρονῶ, ὅτι αὕτη εὐθὺς ἅμα τῇ προσαρτήσει τῶν ἐπαρχιῶν, αὐτοδικαίως, ἄνευ δημοσιεύσεως, ἴσχυσε, διότι τὸ Σύνταγμα ἐννοεῖ πάντοτε δημοσίευσιν τῶν νόμων, καθὼς καὶ ὁ ἀστικὸς νόμος ἀπαιτεῖ κατὰ δήμους δημοσίευσιν, πρὶν λάβῃ ὁ νόμος ὑποχρεωτικὴν ἰσχύν. Ἡ θεωρία τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Γόρτυνος, ὅτι καὶ οἱ νόμοι καὶ τὸ Σύνταγμα ἴσχυσαν ἅμα τῇ προσαρτήσει, ἄνευ δημοσιεύσεως εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας, δὲν εἶναι οὕτω γενικῶς ὀρθή. Τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον δὲν ἐννοεῖται ἄνευ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων τῶν ἰσχυόντων ἐν Ἑλλάδι· πᾶς δ’ ὅστις γίνεται πολίτης Ἕλλην, εἴτε διὰ τῆς γεννήσεως, εἴτε διὰ τῆς πολιτογραφήσεως, ὑποβάλλεται ἀμέσως εἰς τοὺς Ἑλληνικοὺς νόμους, χωρὶς νὰ ἀπαιτῆται ἰδιαιτέρα πρᾶξις τοῦ Κράτους, ὅπως τὸν ὑποβάλῃ εἰς αὐτούς. Ὡς πρὸς τοὺς πολίτας ὅμως Ἕλληνας, οἵτινες ἐγένοντο τοιοῦτοι διὰ τῆς προσαρτήσεως, ὑπάρχει ἡ ἑξῆς διαφορά, ὅτι ἐπειδὴ, ὅταν ἐν Ἑλλάδι ἐδημοσιεύθησαν οἱ νόμοι, δὲν ἀπετέλουν μέρος τοῦ Βασιλείου, ὑποτίθεται, ὅτι δὲν ἔλαβον γνῶσιν αὐτῶν, καὶ ἀπαιτεῖται νέα ὡς πρὸς αὐτοὺς δημοσίευσις κατὰ τόπους. Συμβαίνει καὶ ἐκεῖ ὅ,τι ἤθελε συμβῆ εἰς μίαν ἐκ τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν, εἰς ἣν τυχὸν δὲν ἤθελε δημοσιευθῆ νόμος τις, διὰ διαφόρους λόγους. Καὶ ἐκεῖ αἱ σχέσεις μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νέου νόμου ἤθελον κανονισθῆ κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον. Ἀπῃτεῖτο λοιπὸν δημοσίευσις· ἀλλ’ αὕτη ἐγένετο ἀκύρως ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις. Τὸ ἄρθρον 14 ἐξῄρεσεν, ὡς εἶπον ἐν ἀρχῇ, τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις καὶ τὰς πράξεις τὰς φερούσας δικαστικὸν τύπον. Ἀλλ’ ἡ ἐξαίρεσις δὲν εἶναι ἰσχυρὰ καὶ δὲν θέλει διασώσει τὰς ἀποφάσεις αὐτὰς, διότι θὰ ἦναι ἀποφάσεις δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν δικαστήρια, καὶ μάλιστα μὴ δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα ἐφήρμοσαν νομοθεσίαν μὴ ἰσχύουσαν· διότι ἂν ὅλα τὰ νομοθετικὰ Διατάγματα θεωρηθῶσιν ἄκυρα, ὡς ἡ γενομένη δημοσίευσις τῶν νόμων εἶναι ἄκυρος καὶ οἱ διορισμοὶ τῶν δικαστῶν, θὰ ἔχωμεν δικαστικὰς ἀποφάσεις ἐκδοθείσας, οὕτως εἰπεῖν, ὑπὸ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας. Νομίζω, ὅτι σήμερον ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι μὴ δικαστήρια, ὅτι μὴ δικασταὶ ἐξέδωκαν δικαστικὰς ἀποφάσεις, ἀλλὰ μόνον, ὅτι οἱ δικασταὶ ἐκεῖνοι εἶχον τὸν τίτλον καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ δικαστοῦ καὶ ὅτι ἀπετέλουν νόμιμον δικαστήριον· δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ νομοθεσία, ἡ δημοσιευθεῖσα, ἐδημοσιεύθη καλῶς καὶ ἑπομένως ἴσχυεν, ὅταν καὶ ἐδίκασαν, καὶ τότε αἱ ἀποφάσεις εἶναι βεβαίως ἀποφάσεις δικαστικαί. Ἀλλὰ νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἦσαν δικαστήρια, ὅτι δὲν ἴσχυεν ἡ νομοθεσία ἡ Ἑλληνικὴ, καὶ ὅμως αἱ ἀποφάσεις εἶναι ἔγκυροι, τοῦτο εἶναι σφετερισμὸς Δικαστικῆς Ἐξουσίας ἐκ μέρους τῆς Νομοθετικῆς, καὶ δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν τοιοῦτον παράδειγμα σήμερον, ὅτε ἐρχόμεθα νὰ μεμφθῶμεν τὴν Νομοτελεστικὴν Ἐξουσίαν, ὡς ἐκδώσασαν νομοθετικὰ Διατάγματα διὰ σφετερισμοῦ νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἐκτὸς τούτων, καὶ ἄλλαι πράξεις, μὴ φέρουσαι δικαστικὸν τύπον, αἱ ὁποῖαι ὅμως ἔλαβον ὕπαρξιν ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἀκύρων Διαταγμάτων, θέλουσι φέρει περιπλοκὰς καὶ ζημίας, ἃς δίκαιον εἶναι ἡ Βουλὴ νὰ προλάβῃ διὰ τοῦ νόμου καὶ νὰ μὴν ἀνοίξῃ στάδιον εἰς δίκας καὶ ἀμφισβητήσεις καὶ ἐνώπιον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐνώπιον ἑτέρων Ἀρχῶν. Πλῆθος Διαταγμάτων ἐκανόνισαν διαφόρους σχέσεις καὶ δικαιώματα· δυνάμει Διαταγμάτων εἰσεπράχθησαν φόροι, ἐπεβλήθησαν πρόστιμα, ἐβεβαιώθησαν δικαιώματα καὶ γεγονότα, ἐπίσημον φέροντα χαρακτῆρα, ἐγένοντο ὅρκοι πολιτῶν Ἑλλήνων, καὶ πολλαὶ ἄλλαι πράξεις, φέρουσαι τύπον ἐπίσημον. Π. χ. οἱ ἀπογραφικοὶ πίνακες ἐνηργήθησαν καὶ ἐβεβαιώθησαν ὑπὸ ὑπαλλήλων, ὧν ὁ διορισμὸς καὶ πᾶσα ἐνέργεια θεωρεῖται ἄκυρος. Τί θέλει γείνει διὰ τοὺς πληρώσαντας ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ φόρους; Δὲν δύνανται νὰ προσφύγουν εἰς τὰ δικαστήρια καὶ νὰ ζητήσουν τὴν ἐπιστροφὴν αὐτῶν; Ἀγνοῶ ἂν τοιοῦτόν τι θὰ γείνῃ· ἴσως πολλοὶ ἐκ φιλοτιμίας δὲν τὸ πράξουν, ὁπωσδήποτε ὅμως ὁ νόμος δίδει λαβὴν, καὶ μία μόνη περίπτωσις ἂν παρουσιασθῇ, εἶναι ἀρκετὴ νὰ δικαιολογήσῃ, ὅπως μὴ προβῶμεν διὰ τῆς μεθόδου τοῦ ἄρθρου 14 εἰς διάσωσιν τῶν ἀκύρως λαβόντων χώραν. Ὅπως διασώσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἰδιωτῶν, τὰ παραχθέντα ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἀντισυνταγματικῶν Διαταγμάτων, τὸ νομοσχέδιον ὀφείλει νὰ κάμῃ περισσοτέρας ὑποχωρήσεις καὶ θυσίας τῆς ἀρχῆς τοῦ ἀπ’ ἀρχῆς ἀκύρου τῶν Διαταγμάτων ἐκείνων. Νομίζω ἐν πρώτοις, ὅτι πρέπει νὰ κυρώσωμεν τὴν γενομένην δημοσίευσιν τῶν νόμων διὰ τῶν Διαταγμάτων τῆς πρώην Κυβερνήσεως. Ἡ δημοσίευσις ἐκείνη εἶναι, ἂν τὴν παραβάλῃ τις πρὸς τὴν ἐν τῷ 1 ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου κανονιζομένην καὶ πρὸς τὰ ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποστηριχθέντα, πλέον ἢ ἐπαρκὴς καὶ ἡ μόνη δυνατὴ δημοσίευσις τῆς νομοθεσίας, ἀφοῦ περιλαμβάνει τὴν ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου μέχρι σήμερον. Ἀδύνατον ἦτο νὰ γείνῃ αὕτη καθ’ ὃν τρόπον διαγράφει τὸ 1 ἄρθρον τοῦ ἀστικοῦ νόμου. Ἐὰν ἔγεινε τροποποίησις, αὕτη δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἡ Βουλὴ σήμερον νὰ τὴν θεωρήσῃ ὡς ἀτελῆ. Νομίζω, ὅτι ἐπειδὴ Διατάγματα προσωρινὰ, ἐξ ἀνάγκης καὶ χάριν τῆς ταχυτέρας ἀφομοιώσεως, ἐτροποποίησαν τὸν τρόπον τῆς δημοσιεύσεως τῶν Νόμων καὶ Διαταγμάτων, πρέπει νὰ ἐγκρίνωμεν τὴν δημοσίευσιν αὐτὴν ὡς ἰσχυράν. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ δημοσίευσις ἡ ἰσχύουσα τῶν νόμων δὲν περιέχει κύρωσιν καὶ τῶν ἄλλων Διαταγμάτων τῶν Νομοθετικῶν, ἅτινα ὑπὸ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως ἐξεδόθησαν· τὰ ἄκυρα αὐτὰ Διατάγματα ἐξακολουθοῦσι νὰ μένωσι ἄκυρα· μόνον ἡ νομοθεσία ἡ ἰσχύουσα ἐν Ἑλλάδι καὶ τῆς ὁποίας δὲν μετεβλήθη τίποτε, ἀλλ’ ἥτις ἁπλῶς ἐπεξετάθη ἀπὸ τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας, θέλει θεωρηθῆ ὡς ἐγκύρως γενομένη ἀπ’ ἀρχῆς καὶ ἐφεξῆς ἔχουσα κῦρος. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τ’ ἄλλα Διατάγματα, τὰ νομοθετικὰ, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀναπόφευκτος ἀνάγκη, πρὸς διατήρησιν τῆς τάξεως καὶ πρόληψιν συγχύσεων καὶ ζημιῶν, νὰ κηρυχθῶσιν ἔγκυρα, ἀλλὰ μόνον μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου. Τότε πᾶσα πρᾶξις, ἥτις ἐγένετο ὑπὸ τὸ κράτος αὐτῶν τῶν Διαταγμάτων, θέλει θεωρηθῆ ἰσχυρὰ, καὶ οὐ μόνον αἱ δικαστικαὶ ἀποφάσεις, ἀλλὰ καὶ πᾶσα εἴσπραξις φόρων καὶ πᾶσα πρᾶξις καὶ ἐνέργεια τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Νομίζω ἄλλως, ὅτι διὰ τῶν Διαταγμάτων τούτων οὐδεμία ἐγένετο τοιαύτη τροποποίησις, ἥτις ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς κατ’ οὐσίαν ἀδικήσασα ἢ βλάψασα τοὺς κατοίκους τῶν νέων ἐπαρχιῶν, ἢ τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἡ νομοθεσία, ἡ ἰσχύουσα δυνάμει τῶν νομοθετικῶν Διαταγμάτων, περιέχει τροποποιήσεις, αἵτινες καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, συγκαλουμένης ἐγκαίρως, θὰ ἐπετρέποντο Σήμερον καθῆκον τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ μὴν ἐπιδιώξῃ μόνον τὴν ἀκύρωσιν τῶν Διαταγμάτων, ἀλλὰ νὰ ἀποβλέψῃ καὶ εἰς τοῦτο, ἂν τὰ νομοθετικὰ Διατάγματα παρεβίασαν ἢ μὴ στοιχειώδεις ἀρχὰς καὶ θεμελιώδεις. Τοιοῦτόν τι ὅμως δὲν προτείνεται. Ἡ ἀνάγκη, ὑφ’ ἧς ἐκινήθη ἡ παροῦσα Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν τῶν Διαταγμάτων, ἐπλάσθη ὑπ’ αὐτῆς, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ὑπῆρξεν. Ἂν ἡ Βουλὴ συνεκαλεῖτο ἐγκαίρως, εὐθὺς μετὰ τὴν Συνθήκην, ἐντὸς τοῦ χρόνου, ὅστις ἀπῃτεῖτο ἵνα συνέλθῃ, ἂν δὲν ἐπήρχετο διάλυσις, καὶ ἐρχομένη εὕρισκε Κυβέρνησιν, ἥτις ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἀναγκῶν τῶν νέων ἐπαρχιῶν ἐξέδωκε νόμους τροποποιοῦντας κατά τι τοὺς ὑπάρχοντας, ἕνεκα τοπικῶν περιστάσεων, θὰ τοὺς ἐνέκρινε. Τὸ αὐτὸ πρέπει καὶ σήμερον νὰ πράξωμεν, χάριν τῶν ἰδιωτικῶν καὶ δημοσίων συμφερόντων, ἀποχωρίζοντες τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως δι’ ὅσα κακῶς ἔπραξε. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι ἡ κύρωσις τῶν νομοθετικῶν Διαταγμάτων μέχρι σήμερον, καὶ ἡ ἀκύρωσις αὐτῶν ἀπὸ τῆς σήμερον καὶ ἐφεξῆς θέλει πρακτικώτερον καὶ λυσιτελέστερον ἐξασφαλίσει ὅσα ἡ Βουλή, ὑποθέτω, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ προστατεύσῃ, χωρὶς ν’ ἀπαλλάττῃ τὴν πρώην Κυβέρνησιν τῶν εὐθυνῶν· διότι ἡ κύρωσις τῶν ἀκύρων, ὡς πρὸς τὸ παρελθὸν, γίνεται οὐχὶ διότι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη τὰ ἐδικαιολόγησεν, ἀλλὰ χάριν τοῦ Κράτους καὶ τῶν συμφερόντων τῶν νέων ἐπαρχιῶν. Ὡς πρὸς τοὺς δικαστὰς, ἡ κύρωσις τοῦ διορισμοῦ των πρέπει νὰ γείνῃ ὡς πρὸς τὸν παρελθόντα χρόνον μέχρι τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου. Ἡ ἰσοβιότης δὲν τοὺς ἀσφαλίζει καὶ διὰ τὸ μέλλον, διότι τὰ νομοθετικὰ Διατάγματα, τὰ ὑπὸ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως ἐκδοθέντα, φέρουν τὸν τύπον τῆς προσωρινότητος· ἡ ἰδία Κυβέρνησις ἀνέγραψε τὸ προσωρινὸν ἐν αὐτοῖς καὶ τὸ ἐπανέλαβε καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος. Ὅταν ὅμως λέγωμεν προσωρινὸν ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἰσοβιότητα, λέγομεν δύω πράγματα ὅλως ἀντίθετα. Δὲν δύναται νὰ ἦναι ἰσόβιον ὅ,τι προσωρινῶς ἐγένετο. Ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους, ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ τοὺς παύσῃ, ὁπόταν θέλῃ. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς ἰσοβίους, αὐτοὶ, νομίζω, ὅτι δυνάμει αὐτῶν τῶν Διαταγμάτων, ἅτινα τοὺς διώρισαν, δὲν δύνανται νὰ ἀξιῶσι τὴν διατήρησιν τῆς ἰσοβιότητός των, διότι εἴτε ἐπροβιβάσθησαν τὸ πρῶτον ὡς δικηγόροι ἢ διδάκτορες, εἴτε μετετέθησαν ἐξ ὁμοίων θέσεων ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις, εἴτε ἐπροβιβάσθησαν, οἱ διορισμοὶ αὐτῶν ὑπῆρξαν προσωρινοὶ, ἐγένοντο ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς. Αὐτοὶ οἱ ἴδιοι δικασταὶ ἐγίνωσκον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ τοὺς διορίσῃ ἢ προβιβάσῃ, καὶ ἐδέχθησαν ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς. Δίκαιον εἶναι ν’ ἀκυρώσωμεν ὡς πρὸς τοὺς ἰσοβίους δικαστικοὺς ὑπαλλήλους τὰ Διατάγματα τοῦ διορισμοῦ των, μὲ τὸ δικαίωμα βεβαίως νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς ἣν κατάστασιν εὑρίσκοντο πρίν. (Θόρυβος).
§32ΣΤΑΪΚΟΣ. Καὶ ἂν ἦναι συμπεπληρωμέναι αἱ θέσεις;
§33ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀδιάφορον· θὰ ἐπανέλθῃ εἰς ἣν θέσιν ἦτο καὶ πρίν.
§34ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει θέσις δικαστοῦ Πρωτοδικῶν ἢ προέδρου Ἐφετῶν· ὑπάρχει θέσις πρωτοδίκου τοῦ δεῖνος ἢ δεῖνος δικαστηρίου. Ἑπομένως, καταργουμένου τοῦ δικαστηρίου, συγκαταργοῦνται καὶ πάντες οἱ ἐν αὐτῷ δικασταὶ, εἴτε ἐκ μεταθέσεως προέκυψαν, εἴτε ἐκ προβιβασμοῦ.
§35ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ ἠθέλησα νὰ ἐξηγήσω, ὅτι δὲν εἶναι ἀσυμβίβαστος ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ ἀκύρωσις τῶν Διαταγμάτων τῶν ἰσοβίων δικαστῶν πρὸς τὴν ἰσοβιότητα, διότι αὐτοὶ διωρίσθησαν καὶ ἐδέχθησαν προσωρινῶς, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθουν εἰς ἣν πρότερον θέσιν εἶχον. Ἀποβάλλοντες τὴν ἰσοβιότητά των, δὲν δύνανται νὰ παραπονεθοῦν, οὔτε νὰ προσφύγουν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων καὶ ζητήσωσιν ἀποζημιώσεις, διότι ἐν γνώσει ἐδέχθησαν τὴν προσωρινὴν θέσιν, ἣν ἡ Βουλὴ ἠδύνατο νὰ ἀκυρώσῃ.
§36ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ὀρθὸν, ἀλλὰ δὲν εἶναι νόμιμον, διότι πρόκειται καὶ περί τινων, οἵτινες μετετέθησαν καὶ οἵτινες εἶχον καὶ πρὶν τὴν ἰσοβιότητα.
§37ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτοὶ διατηροῦν τὴν θέσιν τοῦ δικαστοῦ, ἣν καὶ πρὶν εἶχον. Ἡ γνώμη μου λοιπὸν εἶναι, ὅτι πρέπει διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ κυρωθῇ ἡ μέχρι τοῦδε γενομένη δημοσίευσις τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας, ἡ μὴ τροποποιηθεῖσα διὰ τῶν νομοθετικῶν Διαταγμάτων, ὅπως ἰσχύῃ ἔκτοτε καὶ ἐφεξῆς. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ νομοθετικὰ Διατάγματα, εἰς ἃ περιλαμβάνονται τὰ τροποποιοῦντα νόμους κειμένους καὶ ἰσχύοντας ἐν Ἑλλάδι, καθὼς καὶ τὰ διορίσαντα ὑπαλλήλους εἰς θέσεις μὴ νενομοθετημένας, ταῦτα πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ἄκυρα διὰ τὸ μέλλον μόνον, ἐξαιρουμένων τῶν λαβόντων ἰσοβίους δικαστικὰς θέσεις ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις, οἱ ὁποῖοι θέλουν ἐπανέλθει εἰς ἣν κατάστασιν ἦταν καὶ πρὶν, ὅπως ἐξήγησα πρότερον. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν. Ἐν μὲν τῷ 1 ἄρθρῳ νὰ προστεθῇ ἐδάφιον ά ὡς ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει). «Κυροῦται ἡ ἀπὸ τῆς 26 Ἰουνίου 1881 μέχρι τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου γενομένη δημοσίευσις ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις τῶν Νόμων καὶ Διαταγμάτων τῶν ἰσχυόντων ἐν τῷ λοιπῷ Βασιλείῳ.» Τὸ δὲ 14 ἄρθρον ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῶν ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει). «Τὰ ἀπὸ τῆς 26 Ἰουνίου 1881 μέχρι σήμερον ἐκδοθέντα περὶ τῶν νέων χωρῶν νομοθετικὰ Β. Διατάγματα καὶ τὰ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν ἐκδοθέντα κηρύσσονται ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου ἄκυρα. Οἱ διορισθέντες εἰς ἰσοβίους δικαστικὰς θέσεις ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις ἐπανέρχονται εἰς ἣν ἦσαν πρὸ τοῦ διορισμοῦ των κατάστασιν.»
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τὸν λόγον;
§39ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῆς ἀρχῆς;
§41ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§42ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀρχὴ ἐψηφίσθη.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἔχομεν τὸ 1 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου.
§44Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα, ὡς συμπέρασμα τοῦ λόγου μου, τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου.
§45ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀπωτέρω, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἀρχίζομεν.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν τοῦ 1 ἄρθρου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι) Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. — Ἔχομεν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου. (Ἀναγινώσκεται). «Ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία, ἡ εἰσαχθεῖσα μέχρι τοῦδε ἐν ταῖς ἐπαρχίαις τῆς Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου, κηρύσσεται ὑποχρεωτικὴ ἀπὸ τοῦ χρόνου τῆς εἰσαγωγῆς αὐτῆς. Ἡ δὲ ὑπόλοιπος ἐν τῷ Βασιλείῳ κειμένη νομοθεσία λαμβάνει ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν ἐν ταῖς αὐταῖς ἐπαρχίαις δέκα ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἡμερομηνίας τοῦ φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἐν ᾧ καταχωρισθήσεται ὁ παρὼν νόμος.»
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κωνσταντοπούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι) Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. — Ἔχομεν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Φιλαρέτου. (Ἀναγινώσκεται). «Νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρ. 1 αἱ ἑξῆς λέξεις· «Ἐκτὸς τῆς ἀφορώσης εἰς τὰ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ εἰς τὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοτικῶν καὶ τῶν κοινοτικῶν περιουσιῶν, κανονισθησόμενα ἐντὸς δύω μηνῶν διὰ νόμου.»
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. — Ἔχομεν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Δεληγεώργη. (Ἀναγινώσκεται).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Δεληγεώργη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. — Ἔχομεν τὴν τροπολογίαν τῶν κ. κ. Μανέτα καὶ Μίληση. (Ἀναγινώσκεται). «Νὰ προστεθῇ ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου «καὶ παύει ἔκτοτε ἡ ἰσχὺς τῶν ἀπὸ 26 Ἰουνίου καὶ ἐφεξῆς, διὰ τὴν προσωρινὴν διοίκησιν αὐτῶν, ἐκδοθέντων νομοθετικῶν Β. Διαταγμάτων. «Ἐντὸς τῆς προθεσμίας ταύτης δημοσιευθήσονται καὶ οἱ μήπω δημοσιευθέντες διὰ Διαταγμάτων νόμοι.»
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. — Ἔχομεν ἤδη τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου. (Ἀναγινώσκεται). «Ἄρθρον 1 Μετὰ δέκα ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἡμερομηνίας τοῦ φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἐν ᾧ καταχωρισθήσεται ὁ παρὼν νόμος, ἅπασα ἡ ἐν τῷ λοιπῷ Βασιλείῳ κειμένη νομοθεσία λαμβάνει ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν ἐν ταῖς ἄρτι εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος προσαρτηθείσαις χώραις.»
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 1 ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. — Ἔχομεν ἐπὶ τοῦ 2 ἄρθρου τὴν τροπολογίαν τῶν κ. κ. Μανέτα καὶ Μίληση. (Ἀναγινώσκεται). «Ἐν ταῖς ἄρτι προσαρτηθείσαις χώραις καθίστανται τέσσαρες Νομοί· 1) ὁ τῆς Ἄρτης, ἕδραν ἔχων τὴν ὁμώνυμον πόλιν, καὶ περιλαμβάνων τὰς ἐπαρχίας Ἄρτης καὶ Τζουμέρκων· 2) ὁ τῆς Λαρίσσης, ἕδραν ἔχων τὴν ὁμώνυμον πόλιν, καὶ περιλαμβάνων τὰς ἐπαρχίας Λαρίσσης καὶ Τυρνάβου, Δομοκοῦ καὶ Φερσάλων καὶ Ἁγυιᾶς· 3) ὁ τῶν Τρικκάλων, ἕδραν ἔχων τὴν ὁμώνυμον πόλιν, καὶ περιλαμβάνων τὰς ἐπαρχίας Τρικκάλων, Καλαμπάκας καὶ Καρδίτσης· καὶ 4) ὁ τοῦ Βώλου, ἕδραν ἔχων τὴν ὁμώνυμον πόλιν, καὶ περιλαμβάνων τὰς ἐπαρχίας Βώλου καὶ Ἁλμυροῦ. Διὰ Β. Διατάγματος θέλουσιν ὁρισθῆ αἱ ἕδραι καὶ αἱ περιφέρειαι τῶν νέων ἐπαρχιῶν.»
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. — Ἔχομεν τὸ 2 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου. (Ἀναγινώσκεται). «Ἄρθρον 2. Μέχρι τῆς ἐκδόσεως νόμου ὁριστικοῦ περὶ διαιρέσεως τῶν χωρῶν τούτων εἰς Νομοὺς καὶ Ἐπαρχίας, καθίστανται ἐν αὐταῖς τρεῖς νομοί· αʹ) ὁ τῆς Ἄρτης, περιλαμβάνων ὡς Ἐπαρχίας τὰς ἐκλογικὰς περιφερείας Ἄρτης καὶ Τζουμέρκων· βʹ) ὁ τῆς Λαρίσσης, περιλαμβάνων ὡς Ἐπαρχίας τὰς ἐκλογικὰς περιφερείας Λαρίσσης, Δομοκοῦ καὶ Φαρσάλων, Ἁγυιᾶς, Τυρνάβου, Ἁλμυροῦ καὶ Βώλου· γʹ) ὁ τῶν Τρικκάλων, περιλαμβάνων ὡς Ἐπαρχίας τὰς ἐκλογικὰς περιφερείας Τρικκάλων, Καλαμπάκας καὶ Καρδίτσης.» Βασιλικὸν Διάταγμα θέλει κανονίσει τὰ τῆς πρώτης ἐγκαταστάσεως Ἐπάρχων ἐν ταῖς ἄνω Ἐπαρχίαις.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 2 ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. — Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 ἔχομεν τὴν τροπολογίαν τῶν κ. κ. Μίληση καὶ Μανέτα. (Ἀναγινώσκεται). «Μέχρι τοῦ σχηματισμοῦ τῶν δήμων καὶ τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν ἐκλεχθησομένων δημοτικῶν Ἀρχῶν ἐν ταῖς προσαρτηθείσαις χώραις, κατὰ τοὺς σχετικοὺς νόμους, αἱ ὑφιστάμεναι ἐν αὐταῖς δημοτ. Ἀρχαὶ ἐνεργοῦσι τὰ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους καθήκοντα αὐτῶν ἐν ταῖς διὰ Β. Διατάγματος ὁρισθησομέναις περιφερείαις καὶ κατὰ τὸν ἐν αὐτῷ κανονισθησόμενον τρόπον. «Ἐν περιπτώσει ἀνάγκης, ἐκ τῶν ἐν τῷ δημοτικῷ νόμῳ ὡρισμένων, ἡ μὲν προσωρινὴ τῶν Ἀρχῶν τούτων ἀναπλήρωσις γίνεται ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Νομάρχου, ἡ δὲ ὁριστικὴ αὐτῶν ἀντικατάστασις διὰ Β. Διατάγματος, ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ.»
§54ΜΑΝΕΤΑΣ. Κατὰ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλομεν, προτείνομεν ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 3. Εἰς τοῦτο δὲ προέβημεν, διότι φρονοῦμεν, ὅτι, ἀφοῦ εἰσάγεται ἅπαξ ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία εἰς τὰς ἐπαρχίας αὐτάς, βεβαίως εἰσάγεται καὶ ὁ περὶ τῶν δήμων νόμος. Ὥστε εἶναι περιττὸν τὸ ἐδάφιον.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 τοῦ Νομοσχεδίου. (Ἀναγινώσκεται.) «Ἄρθρον 3. Ἡ ἐν ταῖς προσαρτηθείσαις ἐπαρχίαις δημοτικὴ διαίρεσις καὶ ὁ σχηματισμὸς τῶν δήμων γενήσεται κατὰ τὸ ἄρθρον 8 τοῦ ἀπὸ 27 Δεκεμβρίου 1833 νόμου περὶ συστάσεως τῶν δήμων, ἀλλ’ ὁ τυχὸν κατὰ τὴν πρώτην περίοδον τῶν ἐκλεχθησομένων δημοτικῶν Ἀρχῶν γενησόμενος μετασχηματισμὸς τῶν νέων τούτων δήμων πραγματοποιεῖται κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς ἀμέσως ἑπομένης περιόδου καὶ οὐδεμία ἐπιφέρει μεταβολὴν εἰς τὰς πρὸ αὐτοῦ ἐγκατασταθείσας δημοτικὰς Ἀρχάς. Μέχρι τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν Ἀρχῶν τούτων, αἱ ὑφιστάμεναι νῦν δημοτικαὶ Ἀρχαὶ ἐξακολουθοῦσιν ἐκτελοῦσαι τὰ καθήκοντα αὐτῶν ἐν ταῖς διὰ Β. Διατάγματος ὁρισθησομέναις περιφερείαις καὶ κατὰ τὸν ἐν τῷ Διατάγματι κανονισθησόμενον τρόπον. Ἡ ἀναπλήρωσις ἢ ἀντικατάστασις τῶν Ἀρχῶν τούτων, ἐν περιπτώσει ἀνάγκης, ἐκ τῶν ἐν τῷ δημοτικῷ νόμῳ ὡρισμένων, γίνεται ὑπὸ τοῦ Νομάρχου.»
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4 τοῦ Νομοσχεδίου. (Ἀναγινώσκεται.) «Ἄρθρον 4. Μέχρι τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν νέων δημοτικῶν Ἀρχῶν ἐξακολουθεῖ ἐν τοῖς ὑφισταμένοις δήμοις ἡ αὐτὴ, ὡς πρότερον, δημοτικὴ φορολογία. Ἐπιβάλλεται προσέτι δημοτικὸς φόρος ἐπὶ τῶν ζώων καὶ ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐκεῖνος μὲν ἴσος πρὸς τὸ πεμπτημόριον τοῦ δημοσίου φόρου, οὗτος δ’ ἐκ δραχμῶν δέκα κατὰ κτῆνος ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἐκ δραχμῶν πέντε κατὰ κτῆνος ἐν τῷ νομῷ Ἄρτης.»
§57ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 ἐπρότεινα προσθήκην, ἣν καὶ ἡ Κυβέρνησις παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται ἡ προσθήκη). «Ὁ ὑποβληθεὶς εἰς πληρωμὴν δημοτικοῦ φόρου ἀροτριώντων κτηνῶν δικαιοῦται νὰ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ τὸν ἰδιοκτήτην ἢ καρπωτὴν τῶν γαιῶν, εἰς τὴν ἀροτρίωσιν τῶν ὁποίων ἐχρησίμευσε τὸ φορολογηθὲν κτῆνος, μέρος τοῦ φόρου, ἀντιστοιχοῦν πρὸς ἣν ὁ ἰδιοκτήτης ἢ καρπωτὴς ἀπέτιεν ἀναλογίαν τοῦ φόρου τῆς δεκάτης, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ καλλιεργητοῦ διανομῆς τῶν προϊόντων. «Ἡ περὶ τούτου διαδικασία διεξάγεται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου».
§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν τῇ πρώτῃ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου περὶ φορολογίας ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἐν τῷ παλαιῷ Βασιλείῳ ἐθεωρήθη, ὅτι εἶναι πρέπον νὰ τεθῇ διάταξις ἀπαλλάττουσα τὸν πληρώνοντα τὸν φόρον καλλιεργητὴν τῆς πληρωμῆς τοῦ ὅλου καὶ δίδουσα αὐτῷ δικαίωμα ἵνα ἀπαιτήσῃ παρὰ τοῦ ἰδιοκτήτου μερίδα τοῦ φόρου ἀντιστοιχοῦσαν πρὸς τὴν μερίδα τοῦ προϊόντος, ἣν ὁ ἰδιοκτήτης ἀπολαμβάνει. Ἡ αὐτὴ διάταξις κατεχωρίσθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ. Ὁ καλλιεργητὴς πληρώνει τὸν φόρον, ἀλλ’ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ παρὰ τοῦ ἰδιοκτήτου μέρος τοῦ φόρου, ἀνάλογον πρὸς τὸ ἀποδιδόμενον εἰς τὸν ἰδιοκτήτην μέρος τοῦ προϊόντος. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ τροπολογία. (Ἀναγινώσκει.)
§59ΤΙΝΕΣ. Μόνον διὰ τὰς νέας ἐπαρχίας εἶναι;
§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βέβαια.
§61ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Αὐτὴ ἡ διάταξις, φαίνεται, ὅτι εἶναι εἰδικὴ, καὶ πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ διὰ τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα. Πρέπει νὰ γείνῃ μία προσθήκη, δηλ. ὁ γεωργὸς, ὁ ὁποῖος θὰ ζητήσῃ τὴν μερίδα ἀπὸ πολλοὺς κτηματίας, διότι εὐμπορεῖ νὰ ἔχῃ πολλοὺς, ἀπὸ ποῖον θὰ τὴν λάβῃ;
§62ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀναλόγως ἀπὸ ἕκαστον.
§63ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἡ Βουλὴ ἠθέλησε νὰ καταργήσῃ τὴν δεκάτην, πρὸς ὠφέλειαν τῶν γεωργῶν, καὶ πρὸς τοῦτο παρεδέχθη τὸν νόμον περὶ ἀροτριώντων κτηνῶν. Πολλοὶ ὅμως ἰδιῶται ἐξήγησαν τὸν νόμον, ὅτι τὴν δεκάτην ἐχάρισεν ἡ Βουλὴ εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας. Παρακαλῶ νὰ ἐξηγηθῇ ἐὰν ἡ δωρεὰ ἐγένετο εἰς τοὺς χωρικοὺς, ἢ εἰς τοὺς κτηματίας.
§64ΚΟΤΤΙΚΑΣ. Παρακαλῶ νὰ δοθῇ μία ἐξήγησις, τί ἐννοεῖ ἡ Κυβέρνησις· διότι οἱ ἰδιοκτῆται δὲν ἔχουν παρὰ νὰ λάβουν τὸ ⅓. Παρακαλῶ νὰ δοθῇ μία ἐξήγησις εἰς τὴν τροπολογίαν.
§65ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πάντοτε ἐκεῖνος, ὅστις καλλιεργεῖ τὸ κτῆμα, πληρώνει καὶ τὸν φόρον. Λοιπὸν αὐτὴ ἡ διάταξις εἶναι εὐεργετικὴ ὑπὲρ τῶν καλλιεργητῶν.
§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριοι, τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα ἐγείρονται ἤδη, θὰ λυθῶσιν ἁρμοδίως παρὰ τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἐπετείου νομοσχεδίου περὶ ἐγγείου φορολογίας. Θὰ περιληφθῇ ἐκεῖ διάταξις περὶ τοῦ δημοσίου φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, διότι ἐνταῦθα πρόκειται περὶ τοῦ δημοτικοῦ φόρου. Ἐδῶ τί λέγομεν; ὅτι ὁ φόρος οὗτος πληρώνεται παρὰ τοῦ καλλιεργοῦντος τὰ κτήματα, ἀλλ’ αὐτὸς ἔχει τὸ δικαίωμα, νὰ λάβῃ παρὰ τοῦ ἰδιοκτήτου μέρος τῶν φόρων, ἀνάλογον τοῦ προϊόντος τοῦ κτήματος, ὅπερ ἀνήκει εἰς αὐτόν. Οὐδεμία περὶ τούτου δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία· τὸ ζήτημα δὲ καθαρῶς θέλει λυθῆ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ψηφισθησομένου περὶ τοῦ ἐγγείου φόρου.
§67ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἔχω ἀνάγκην νὰ λάβω μίαν πληροφορίαν. Ὅταν ἐκάμαμεν τὸν νόμον περὶ ἀροτριώντων κτηνῶν, πολλοὶ ἰδιοκτῆται εἶχον τὴν ἀσυνειδησίαν........ τὸ ⅒ ἀπὸ τοὺς γεωργούς ... (Θόρυβος) ... καὶ διὰ τοῦτο ὑποθέτω, ὅτι ἡ τροπολογία, ἥτις φέρεται ὑπὲρ τῶν γεωργῶν, εἶναι ἐπιβουλὴ, καὶ φέρεται ὑπὲρ τῶν ἰδιοκτητῶν.
§68ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Νὰ σημειωθῇ ἡ ἐξήγησις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 μὲ τὴν προσθήκην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἔχομεν τὸ ἄρθρον 5, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔχουν τροπολογίαν οἱ κ.κ. Μίλησης καὶ Μανέτας, ζητοῦντες ν’ ἀπαλειφθῇ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου 5 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Νομοσχεδίου) «Ἄρθρον 5. Μέχρι τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν κατὰ τοὺς Ἑλληνικοὺς νόμους δημοτικῶν Ἀρχῶν, ἡ δημοτικὴ ἀστυνομία ἀνατίθεται εἰς τὴν διοικητικὴν Ἀρχὴν, ἐνεργουμένη διὰ τῶν ὑπὸ τῶν Νομαρχῶν κατὰ τόπους διοριζομένων ἀστυνόμων, ὑπαστυνόμων, βοηθῶν καὶ ἀστυνομικῶν κλητήρων, ὧν ὁ ἀριθμὸς, ὁ μισθὸς καὶ ὁ βαθμὸς κανονισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος. Ὅ τε Νομάρχης, ὡς Διευθυντὴς τῆς ἐν τῷ νομῷ Ἀστυνομίας, καὶ τὰ ἀνωτέρω κατονομαζόμενα ὄργανα αὐτοῦ ἐκτελοῦσι τὰ καθήκοντα, τὰ ὁριζόμενα ὑπὸ τοῦ περὶ Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ΡΚΣΤʹ. νόμου τῆς 13 Μαρτίου 1849, ἐπεκτείνονται δὲ καὶ εἰς τὰς χώρας ταύτας αἱ διατάξεις τοῦ περὶ δημοτικῆς ἀστυνομίας Β. Διατάγματος τῆς 31 Δεκεμβρίου 1836.»
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6. Ἔχομεν τροπολογίαν τῶν κ. κ. Μίληση καὶ Μανέτα. (Ἀναγινώσκεται). «Ἡ δημοτικὴ διαίρεσις ἐν ταῖς προσαρτηθείσαις χώραις καταρτισθήσεται καὶ δημοσιευθήσεται ἐντὸς τριῶν μηνῶν, ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου. Μετὰ τοῦτο δ’ ἐνεργοῦνται ἀμέσως αἱ πρῶται δημαιρεσίαι κτλ. ὡς ἐν τῷ σχεδίῳ».
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται ὀλίγοι) Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται τὸ 6 ἄρθρον τοῦ Νομοσχεδίου). «Ἄρθρον 6. Ἅμα καταρτισθείσης καὶ δημοσιευθείσης τῆς δημοτικῆς διαιρέσεως, ἐνεργοῦνται αἱ πρῶται δημαιρεσίαι ἐπὶ τῇ βάσει καταλόγων, περιεχόντων πάντας τοὺς ἔχοντας τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν καὶ καταρτιζομένων κατὰ τὰς διατάξεις Β. Διατάγματος, κανονίζοντος τὰ περὶ τούτου καὶ ὁρίζοντος προσέτι τὰ τοῦ κανονισμοῦ τῶν τμημάτων καὶ τὰ πρὸς συγκρότησιν εἰδικῶν Ἐφορευτικῶν Ἐπιτροπῶν διὰ τὰς δημαιρεσίας ταύτας. Κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν καταλόγων τούτων καὶ μέχρι τῆς κατὰ τὸν κείμενον ἐκλογικὸν νόμον ἀναθεωρήσεως αὐτῶν, δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 30 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου τοῦ 1878. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν μετὰ τὴν σύνταξιν τῶν καταλόγων τούτων καὶ πρὸ τῆς πρώτης ἀναθεωρήσεως αὐτῶν παρεμπέσῃ Βουλευτικὴ ἐκλογὴ, αὕτη ἐνεργεῖται ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν ἐν τοῖς αὐτοῖς τμήμασι καὶ ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῶν αὐτῶν Ἐπιτροπῶν.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη (Κατόπιν ἐγένοντο δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἑπόμενα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου). «Ἄρθρον 7. Αἱ ἐκλεχθησόμεναι πρῶται δημοτικαὶ Ἀρχαὶ ἐξακολουθοῦσι καὶ ἐφ’ ὅλην τὴν ἑπομένην τετραετίαν, μεθ’ ἣν ἐνεργηθήσονται ἐν ταὐτῷ καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος δημοτικαὶ ἐκλογαί. Ἄρθρον 8. Κατὰ τὴν πρώτην περίοδον ἡ ἐκδίκασις τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν γίνεται ἀνεκκλήτως ὑπὸ τοῦ οἰκείου Πρωτοδικείου, ἀποφαινομένου ἐν συμβουλίῳ καὶ δι’ ἠτιολογημένης ἀποφάσεως.»
§73ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9 ὑπάρχει ἡ ἑξῆς τροπολογία τῶν κκ. Μίληση καὶ Μανέτα. «Αἱ ὑφιστάμεναι οἰκονομικαὶ Ἀρχαὶ ἐν ταῖς προσαρτηθείσαις χώραις διατηροῦνται προσωρινῶς καὶ μέχρι τῆς ἐκδόσεως εἰδικῶν περὶ τούτων Νόμων.»
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἔχομεν ἑτέραν τροπολογίαν τοῦ 9 ἄρθρου.
§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου ἐγκατελείφθη καὶ πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ τροπολογία. (Ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία). «Ἄρθρον 9. «Διὰ Β. Διατάγματος κανονισθήσονται προσωρινῶς, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς εἰσαγομένης νομοθεσίας, τὰ τῶν οἰκονομικῶν καὶ ἄλλων Ἀρχῶν ἐν ταῖς νέαις Ἐπαρχίαις. «Ὡσαύτως διὰ Β. Διατάγματος κανονισθήσονται τὰ τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου τῶν ζώων διὰ τὸ ἔτος 1882. «Ἐπιτρέπεται ἡ διὰ Β. Διατάγματος προσθήκη εἰς τὸ σῶμα τῶν πολιτικῶν μηχανικῶν τριῶν νομομηχανικῶν, ὧν δύω πρώτης τάξεως καὶ εἷς δευτέρας, καὶ ἓξ ἐπαρχιακῶν μηχανικῶν, ὧν τέσσαρες πρώτης τάξεως καὶ δύω δευτέρας. «Ἐπίσης ἐπιτρέπεται ἡ διὰ Β. Διαταγμάτων προσθήκη εἰς τὸ Σῶμα τῆς τελωνοφυλακῆς
| Δεκαρχῶν πρώτης μὲν τάξεως | 4 |
| δευτέρας δὲ τάξεως | 6 καὶ |
| φυλάκων | 100 |
| Τὸ ὅλον | 110 |
«Οἱ πρῶτοι διορισμοὶ εἰς τὰς θέσεις τῶν Δεκαρχῶν τούτων γίνονται καὶ ἐκ τῶν μὴ ὑπηρετούντων νῦν φυλάκων κατὰ τὰ διὰ Β. Διατάγματος κανονισθησόμενα. «Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ Β. Διατάγματος ν’ ἀπαλλάξῃ εἰσαγωγικοῦ τέλους προϊόντα καὶ ἄλλα εἴδη, εἰσαγόμενα ἐκ τῆς πεδιάδος Ἄρτης εἰς τὴν ὁμώνυμον πόλιν πρὸς τοπικὴν κατανάλωσιν, ὡς καὶ τὰ κτήνη καὶ γεωργικὰ ἐργαλεῖα, τὰ χρησιμεύοντα εἰς τοὺς ἐκ Θεσσαλίας μεταβαίνοντας ἑκάστοτε εἰς τὴν Ὀθωμανικὴν χώραν πρὸς καλλιέργειαν τῶν κτημάτων των. «Ἀτέλεια ὡσαύτως διὰ Β. Διατάγματος ἐπιτρέπεται διὰ τὰ ὑπὸ κατοίκων τῆς Ἑλλάδος μεταφερόμενα εἰς τὸ Ὀθωμανικὸν ἐπὶ προσκαίρῳ διαμονῇ πρὸς νομὴν κτήνη καὶ ἐπαναφερόμενα εἰς τὴν ἡμεδαπὴν ἐντὸς ὀκταμήνου.»
§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (πρωθυπουργός). Θέλω νὰ φέρω μίαν διόρθωσιν. Ἀντὶ τῆς λέξεως «ἐκ Θεσσαλίας» νὰ τεθῶσιν αἱ λέξεις «ἐκ τῶν ὁμόρων χωρῶν», διὰ νὰ περιλαμβάνωνται καὶ τὰ προσαρτηθέντα μέρη τῆς Ἠπείρου. — Πρὸς τούτοις προτείνομεν παράγραφον, ἀφορῶσαν εἰς τοὺς ἑλληνοδιδασκάλους καὶ δημοδιδασκάλους. Οὗτοι μέχρι τῆς λήξεως τοῦ σχολικοῦ ἔτους δὲν θὰ δυνηθῶσιν νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὰς διατάξεις τῶν Ἑλληνικῶν νόμων· ὥστε μέχρι τούτου τοῦ χρόνου πρέπει νὰ μένωσιν ἐν κατοχῇ τῆς θέσεώς των, καίπερ μὴ κεκτημένοι τὰ κατὰ τὰς διατάξεις ἐκείνας προσόντα. Τοῦτο διετυπώθη ἐν τῇ ἑξῆς παραγράφῳ· «Οἱ ὑπάρχοντες ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις ἑλληνοδιδάσκαλοι καὶ δημοδιδάσκαλοι δύνανται νὰ διατηρηθῶσιν ἐν αἷς κατέχουσι θέσεσι μέχρι τῆς ἐνάρξεως τοῦ νέου σχολικοῦ ἔτους, καὶ ἂν στερῶνται τῶν κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν νομοθεσίαν προσόντων.» Προτείνω ἄρα ἵνα καὶ ἡ παράγραφος αὕτη προστεθῇ.
§77Ι. ΠΑΠΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ, ἡ ἀτέλεια, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἰς τὰ προϊόντα τῆς Ἄρτης, εἶναι δίκαιον νὰ ἐπιβληθῇ καὶ ἀλλοῦ.
§78ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου περιορίζει τὴν ἀτέλειαν τὴν χορηγουμένην εἰς τοὺς ἐκ Θεσσαλίας μεταβαίνοντας ἐκεῖθεν τοῦ συνόρου μόνον εἰς τὰ κτήνη καὶ εἰς τὰ γεωργικὰ ἐργαλεῖα, οὐχὶ ὅμως καὶ εἰς τὰ προϊόντα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπεκταθῇ ἡ ἀτέλεια, ἡ πρὸς τὸ τμῆμα τῆς Ἄρτης χορηγουμένη, καὶ εἰς τὰ τμήματα τὰ ἄλλα, διότι εἰς ταῦτα ἡ ἔκτασις εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα καὶ δὲν ὑπάρχουν αἱ περιστάσεις αἱ δικαιολογοῦσαι μίαν ἐξαίρεσιν εἰς τὸ τμῆμα τῆς Ἄρτης, ἀφορῶσαν εἰς τοὺς γεωργοὺς, τοὺς ἐξερχομένους, ὅπως οὗτοι ἐπανερχόμενοι μὴ ἐξετάζωνται εἰς τὴν τελωνιακὴν γραμμὴν καὶ μὴ ὑποβάλλωνται εἰς τὴν πληρωμὴν τελῶν. Τὸ νὰ δύνανται οἱ ἐκεῖθεν τοῦ συνόρου εἰσερχόμενοι εἰς τὴν Θεσσαλίαν νὰ εἰσάγωσιν ἐκεῖ καὶ παντὸς εἴδους προϊόντα θὰ ἔφερεν εἰς ἀτοπήματα μέγιστα, διότι ἡ ἐκεῖ γραμμὴ εἶναι λίαν ἐκτεταμένη, καὶ δὲν ὑπάρχει τρόπος ἐξακριβώσεως, ὅτι τὰ εἰσαγόμενα προϊόντα προέρχονται ἐκ καλλιεργείας τῶν ἐντεῦθεν τῆς γραμμῆς κατοικούντων.
§79ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατί μόνον εἰς τὴν γέφυραν;
§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου εἶναι περὶ τῆς πεδιάδος τῆς Ἄρτης· οὐδεὶς γίνεται λόγος περὶ γεφύρας.
§81Ι. ΠΑΠΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ἡμᾶς, κύριε Πρόεδρε, πολλοὶ κτηματίαι ἔμειναν εἰς τὸ Τουρκικόν· τώρα οἱ ἄνθρωποι θὰ πηγαίνουν νὰ πέρνουν τὰ προϊόντα των ἐκεῖθεν, καὶ εἰς τὸν Ὀζερὸ ἔμειναν πολλοὶ ἀγροὶ εἰς τὸ Τουρκικόν. Τί θὰ γίνουν τὰ προϊόντα ταῦτα;
§82ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς τροπολογίας αὐτῆς φέρω ἀντίῤῥησιν....
§83ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πρέπει νὰ δύνανται τὰς θέσεις ταύτας νὰ καθέξωσιν Ἠπειρῶται καὶ Θεσσαλοί. Ἐννοεῖται ὅτι Ἠπειρῶται καὶ Θεσσαλοὶ δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι τὰ προσόντα τὰ ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ νόμου ἀπαιτούμενα. Πρέπει ἄρα νὰ γείνῃ ἐξαίρεσις.
§84ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Παραδέχομαι τὴν ἐξαίρεσιν, ἀλλὰ, καθὼς εἶναι γεγραμμένον τὸ ἄρθρον, θὰ στείλῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἢ ὁ ἄλλος τὸν ὑπηρέτην αὑτοῦ. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ σημειωθῇ περὶ προσόντων.
§85Ι. ΠΑΠΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον προτήτερα, ὅτι καὶ εἰς τὸ Τύρνοδον καὶ εἰς ἓν χωρίον τοῦ Ὀζεροῦ ἔμειναν πολλὰ κτήματα ἔξω. Θὰ πληρώσουν τώρα φόρους διὰ τὰ προϊόντα των;
§86ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διακριθῶσι τὰ προϊόντα, τὰ ὁποῖα ἐκαλλιεργήθησαν ὑπὸ τῶν ἔνθεν τῶν συνόρων κατοίκων, ἀπὸ τῶν προϊόντων, τὰ ὁποῖα ἐκαλλιεργήθησαν ὑπὸ τῶν ἐκεῖθεν τῶν συνόρων κατοίκων. Προκειμένου περὶ ἀτελείας, ἡ πεδιὰς τῆς Ἄρτης εἶναί τι περιωρισμένον, καὶ ἠξεύρομεν ἀκριβῶς, ὅτι ἡ ζημία δὲν δύναται νὰ ἐπεκταθῇ πέραν ἑνὸς ὁρίου. Ἐὰν ὅμως καὶ πρὸς τὴν Θεσσαλικὴν γραμμὴν θελήσωμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν αὐτὴν ἀρχὴν, πάντα τὰ προϊόντα τῆς ἐκεῖθεν τῶν ὀρέων τῆς Θεσσαλίας, ἢ τῆς Μακεδονίας δύνανται νὰ εἰσάγωνται διὰ τῆς γραμμῆς ταύτης ἄνευ πληρωμῆς τελῶν, διότι διάκρισις δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἐν τῷ τελωνείῳ.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9 μὲ τὴν προσθήκην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 10. Ὑπάρχει τροπολογία τῶν κ. κ. Μίληση καὶ Μανέτα ἐπὶ τοῦ 10 ἄρθρου, ἡ ἑξῆς· «Αἱ ἐν ταῖς προσαρτηθείσαις χώραις ὑφιστάμεναι δικαστικαὶ Ἀρχαὶ διατηροῦνται ὡσαύτως μέχρι τῆς ἐκδόσεως εἰδικῶν περὶ τούτων νόμων.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 10). Ἄρθρον 10. Ἐπιτρέπεται ἡ διὰ Β. Διατάγματος σύστασις Εἰρηνοδικείων καὶ Πρωτοδικείων, κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, καὶ ἑνὸς Ἐφετείου ἐν ταῖς ἄρτι προσαρτηθείσαις εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος Ἐπαρχίαις, ὡς καὶ ἡ ὑπαγωγὴ Πρωτοδικείου, συσταθησομένου ἐν αὐταῖς, εἰς Ἐφετεῖον ἐκ τῶν ἤδη ὑφισταμένων. Ὁ ἀριθμὸς, αἱ ἕδραι, ἡ περιφέρεια καὶ ὁ χρόνος τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν δικαστηρίων τούτων ὁρισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος. Αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὸν διορισμὸν τῶν δικαστικῶν γραφέων καὶ ὑπογραμματέων, δὲν ἐφαρμόζονται ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις, ἀλλ’ ἰσχύει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 123 τοῦ Δικαστικοῦ Ὀργανισμοῦ. Ἡ περὶ τῶν προσόντων καὶ τοῦ διορισμοῦ τῶν παρέδρων παρὰ τοῖς Ἐφετείοις καὶ τοῖς Πρωτοδικείοις διάταξις τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων δὲν ἐφαρμόζεται ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος ἀπὸ τῆς ἰσχύος τῆς εἰσαγομένης νομοθεσίας, ἀλλ’ ἰσχύουσι κατὰ τοῦτο αἱ διατάξεις τῶν ἐδαφίων 1 καὶ 2 τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ Δικαστικοῦ Ὀργανισμοῦ. Διὰ τὸν διορισμὸν δικηγόρου παρὰ τῷ συστηθησομένῳ ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις Ἐφετείῳ, κατὰ τὸν πρῶτον μῆνα ἀπὸ τῆς ἰσχύος τῆς εἰσαγομένης νομοθεσίας, δὲν προαπαιτεῖται ἡ γνωμοδότησις τοῦ Πρωτοδικείου, περὶ ἧς ὁρίζει τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ὡσαύτως διὰ τὸν διορισμὸν κλητήρων ἐν τοῖς δικαστηρίοις τῶν νέων ἐπαρχιῶν δὲν ἀπαιτεῖται κατὰ τὸν πρῶτον μῆνα ἡ ὑπὸ τῶν ἄρθρων 1 καὶ 9 τοῦ ἀπὸ 29 Ἰουνίου ΥΜΔ νόμου ὁριζομένη γνωμοδότησις τοῦ Συμβουλίου τῶν Πρωτοδικῶν.»
§88ΡΑΛΛΗΣ (ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 10 πρέπει νὰ ὁρισθῇ ὁ χρόνος, καθ’ ὃν θὰ ἰσχύῃ ἡ διάταξις αὕτη, προστιθεμένων μετὰ τὴν λέξιν «ἐπαρχίαις» τῶν λέξεων «κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος ἀπὸ τῆς ἰσχύος τῆς εἰσαγομένης νομοθεσίας.» Ἐπίσης εἰς τὴν παράγραφον τετάρτην τοῦ αὐτοῦ δέον νὰ γείνῃ προσθήκη τις. Τῳόντι πρὸς τὴν σύστασιν Συμβολαιογραφείων τὸ ἄρθρον 167 τοῦ νόμου περὶ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων ἀπαιτεῖ προηγουμένως γνωμοδότησιν τοῦ Πρωτοδικείου· ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ἀμέσως νὰ ἔχωμεν τὴν γνωμοδότησιν ταύτην, καὶ τότε θὰ συμβῇ, ὥστε ἀμέσως τώρα συμβολαιογράφος νὰ μὴν ὑπάρχῃ. Διὰ τοῦτο κατὰ τὸν πρῶτον μῆνα, ὅπως δὲν ἀπαιτεῖται ἡ γνωμοδότησις διὰ τὸν διορισμὸν δικηγόρου παρ’ Ἐφέταις, νὰ μὴ ἀπαιτηθῇ καὶ ἡ γνωμοδότησις διὰ τὸν τοῦ συμβολαιογράφου. Λοιπὸν νὰ τεθῇ οὕτω πως· μετὰ τὰς λέξεις «τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων» νὰ προστεθῶσι τὰ ἑξῆς· «οὔτε διὰ τὴν σύστασιν Συμβολαιογραφείου ἡ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 167 τοῦ Δικαστικοῦ Ὀργανισμοῦ ἀπαιτουμένη γνωμοδότησις τοῦ Δικαστηρίου τῶν Πρωτοδικῶν.»
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 10 μὲ τὴν προσθήκην παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 11. (Ἀναγινώσκεται). Ἄρθρον 11. Μέχρις οὗ κατασταθῇ ἐφικτὸς ὁ καταρτισμὸς καταλόγου ἐνόρκων ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ νέου Ἐφετείου, τὰ ὑπαγόμενα εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Κακουργιοδικῶν ἀδικήματα ἐκδικάζονται τὰ μὲν τοῦ νομοῦ Ἄρτης ὑπὸ τῶν κατὰ τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Κερκύρας Κακουργιοδικῶν, τὰ δὲ λοιπὰ ὑπὸ τῶν κατὰ τὴν περιφέρειαν τοῦ ἐν Ἀθήναις Ἐφετείου. Πρὸς τοῦτο δὲ παραπέμπονται μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ ὁριστικοῦ βουλεύματος αἱ σχετικαὶ δικογραφίαι πρὸς τοὺς ἁρμοδίους Εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν.»
§90ΡΑΛΛΗΣ. Μία φράσις πρέπει νὰ διορθωθῇ. Τὸ ἄρθρον 11 λέγει ἐν ἀρχῇ «μέχρις οὗ κατασταθῇ ἐφικτὸς ὁ καταρτισμὸς καταλόγου ἐνόρκων ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ νέου Ἐφετείου κλπ.» Ὑποθέτει ἡ ἔκφρασις αὕτη, ὅτι οἱ τρεῖς νομοί, Ἄρτης, Λαρίσσης καὶ Τρικκάλων, θ’ ἀποτελέσωσι μίαν περιφέρειαν· ἀλλ’ ὁριστικῶς ὁ τῆς Ἄρτης ἀποδίδεται εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Κερκύρας. Λοιπὸν πρέπει νὰ τεθῶσιν, ἀντὶ τῶν λέξεων «ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ νέου Ἐφετείου», αἱ λέξεις «ἐν τοῖς νέοις νομοῖς».
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 11 μὲ τὴν διόρθωσιν αὐτὴν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία τῶν κ.κ. Μίληση καὶ Μανέτα ἐπὶ τοῦ 12 ἄρθρου: «Ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ δευτέρα περίοδος τῆς πρώτης παραγράφου, καὶ ὁλόκληρος ἡ δευτέρα παράγραφος».
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ 12 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ἔχον οὕτω): «Ἄρθρον 12. Μέχρι τοῦ ὁριστικοῦ τῶν δήμων σχηματισμοῦ, τὰ βιβλία τῶν ὑποθηκῶν καὶ τῶν μεταγραφῶν τηρηθήσονται κατὰ περιφερείας Εἰρηνοδικείων. Τὰ δὲ καθήκοντα τοῦ δημοσίου κατηγόρου, πλὴν τοῦ Εἰσαγγελέως, θέλει ἐκπληροῖ καὶ ὁ ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ Πταισματοδικείου ἀστυνόμος, ὑπαστυνόμος ἢ βοηθὸς, ἐν ἐλλείψει δὲ τοιούτων ἐν τῇ ἕδρᾳ ταύτῃ, οἱ ἐν τῇ πρωτευούσῃ τῆς ἐπαρχίας, εἰς ἣν ἀνήκει τὸ Πταισματοδικεῖον. Τὰ ὑπὸ τῶν Πταισματοδικείων καταγιγνωσκόμενα πρόστιμα εἰσπράττονται μέχρι τοῦ ὁριστικοῦ καταρτισμοῦ τῶν δήμων ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, τὰ δὲ λοιπὰ δικαιώματα, τὰ ὁριζόμενα ἐν τῷ ἄρθρῳ 14 τοῦ νόμου περὶ Διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, εἰσπράττονται ὑπὲρ τῶν δήμων·» (Ἀναγινώσκεται τροπολογία, προτείνουσα τὴν ἀπάλειψιν τοῦ 13 ἄρθρου, καὶ ἀποῤῥίπτεται Γίνεται δὲ δεκτὸν τὸ 13 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ἔχον οὕτω): «Ἄρθρον 13. Πᾶσαι αἱ ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις ἐκκρεμεῖς διαφοραὶ ὑπάγονται εἰς τὰ κατὰ τὰς διατάξεις τῆς εἰσαγομένης νομοθεσίας συσταθησόμενα ἁρμόδια δικαστήρια.» Ἄρθρον 14. (Ἀναγινώσκεται). «Ἄρθρον 14. Τὰ ἀπὸ τῆς 26 Ἰουνίου 1881 μέχρι σήμερον ἐκδοθέντα περὶ τῶν νέων χωρῶν νομοθετικὰ Β. Διατάγματα καὶ τὰ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν ἐκδοθέντα εἰσὶν ἐξ ὑπαρχῆς ἄκυρα. Πᾶσαι δὲ αἱ ἀπὸ τῆς προσαρτήσεως μέχρι τῆς ἰσχύος τῆς ἐν τῷ λοιπῷ Βασιλείῳ κειμένης νομοθεσίας ἐκδοθεῖσαι ἀποφάσεις ἢ ἄλλαι πράξεις, δικαστικὸν φέρουσαι τύπον, λαμβάνουσι κῦρος ὅπως ἀπηγγέλθησαν. Ὡσαύτως κυροῦται πᾶσα πρᾶξις, δημόσιον φέρουσα τύπον, ἀφορῶσα εἰς ἰδιώτην, ἐκτὸς διορισμοῦ εἰς δημοσίαν θέσιν· ἀλλ’ οἱ διορισθέντες εἰς δικαστικὰς θέσεις διατηροῦσιν ἅπερ πρὸ τοῦ διορισμοῦ ἐκέκτηντο προσόντα προαγωγῆς. Τὰ τῆς ἰσχύος τῶν χρηζουσῶν νομοθετικῆς ἐγκρίσεως συμβάσεων τοῦ Δημοσίου πρὸς ἰδιώτας θέλει κανονίσει εἰδικῶς περὶ ἑκάστης ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία.»
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τῶν κκ. Μίληση καὶ Μανέτα, ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ πρώτη παράγραφος. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Τροπολογία τοῦ κ. Δηλιγιάννη. (Ἀναγινώσκεται). «Τὰ ἀπὸ τῆς 26 Ἰουνίου 1881 καὶ μετέπειτα ἐκδοθέντα Β. Διατάγματα, δι’ ὧν ἐνομοθετήθησαν τὰ τῆς ὀργανώσεως τῶν προσαρτηθεισῶν εἰς τὸ Κράτος χωρῶν, ἀκυροῦνται ἅμα τῇ κατὰ τὸ ἄρθρ. 1 τοῦ παρόντος νόμου δημοσιεύσει αὐτοῦ. Τὰ πρὸς κύρωσιν ὅμως συμβάσεων τοῦ Δημοσίου πρὸς ἰδιώτας ἐξακολουθοῦσιν ἰσχύοντα, καὶ εἰσαχθήσονται εἰς τὴ Βουλὴν τὰ ἐκ τούτων χρήζοντα νομοθετικῆς κυρώσεως.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη —Τροπολογία τοῦ κ. Δεληγεώργη. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 14, ὡς ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 15. (Ἀναγινώσκεται). «Ἄρθρον 15. Τὰ τῆς ὁρκωμοσίας τῶν δικαστικῶν καὶ τῶν ἄλλων δημοσίων ὑπαλλήλων κατὰ τὴν πρώτην ἐγκατάστασιν τῶν Ἀρχῶν ὁρισθήσονται διὰ τοῦ περὶ διορισμοῦ ἑκάστου αὐτῶν Διατάγματος.» Οἱ κκ. Μίλησης καὶ Μανέτας προτείνουσι τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 15, ὡς ἔχει, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§97ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἠκυρώθησαν δύω ἐκλογαὶ ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις καὶ θὰ διαταχθῶσιν αἱ ἐπαναληπτικαὶ ἐκλογαί. Ἐὰν ἄρα καθ’ ἣν ἐποχὴν θέλει ἐνεργηθῆ ἡ νέα ἐκλογή, δὲν ὑπάρχουν ἔτι κληρωμέναι αἱ Ἐφορευτικαὶ Ἐπιτροπαί, δὲν ὑπάρχουν κατηρτισμένοι οἱ ἐκλογικοὶ κατάλογοι, δέον νὰ ληφθῇ πρόνοια ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ τούτῳ, ὅπως κανονισθῶσι τὰ περὶ τούτου. Διὰ τοῦτο προτείνω ἄρθρ. 16, ἔχον ὡς ἑξῆς· «Ἡ νόμιμος διορία, πρὸς ἐπανάληψιν τῶν ἀκυρωθεισῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν ἐν ταῖς προσαρτηθείσαις ἐπαρχίαις, ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου· κανονισθήσονται δὲ διὰ Β. Διατάγματος, εἰδικῶς διὰ τὰς ἐκλογὰς ταύτας, τὰ τῶν καταλόγων, περιεχόντων πάντας τοὺς ἔχοντας τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν, τὰ τῶν Ἐφορευτικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ τὰ τῶν τμημάτων.»
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον τοῦτο, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ ἄρθρα 16 καὶ 17 τοῦ Νομοσχεδίου, γενόμενα 17 καὶ 18, καὶ ἔχοντα οὕτω): Ἄρθρον 17. Ὁ παρὼν νόμος ἰσχύει ἀπὸ τῆς ἡμερομηνίας τοῦ ἐν ᾧ καταχωρισθήσεται φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Ἄρθρον 18. Πᾶσα διάταξις, ἀντιβαίνουσα εἰς τὸν παρόντα νόμον, καταργεῖται. (Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου)
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον ἔχομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 6½.