1882.02.25
1,665 rows · 13,296 words · 133 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 24
τῆς 25 Φεβρουαρίου 1882.
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκρίνονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ προσέλθωσι νὰ ὁρκισθῶσιν οἱ μὴ ὁρκισθέντες βουλευταί. (Προσέρχεται καὶ ὁρκίζεται ὁ βουλευτὴς κ. Μποῦτος.)
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συζήτησις.
§3ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§5ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριοι, γνωρίζω βεβαίως, ὅτι τὸ Σῶμα δὲν εἶναι κατηρτισμένον σήμερον, καὶ ἑπομένως εἰς ἀποφάσεις δὲν δύναται νὰ προβῇ ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἀποτελέσματος, τὸ ὁποῖον λαμβάνει χώραν δυστυχῶς ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ἤθελεν ἀνυπερθέτως νὰ μεταμεληθῶμεν, διὰ τὰς κακὰς καὶ ὀλεθρίας συνεπείας, τὰς ὁποίας μέλλει νὰ ἔχῃ, καὶ ἐννοῶ τὸ ζήτημα περὶ χειροτονίας ἀρχιερέων, συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἰδίως εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἀναβάλῃ τὰς ἐπὶ θύραις χειροτονίας, ἵνα ὡριμώτερον καὶ ἐκκλησιαστικώτερον προβῶμεν εἰς τὸ διάβημα τοῦτο, ὅπερ εἶναι λίαν σπουδαῖον καὶ θέλει ἔχει συνεπείας καὶ διὰ τὴν Ἐκκλησίαν διὰ καὶ τὴν κοινωνίαν οὐχὶ εὐκταίας. Φίλιππος ὁ βασιλεὺς τῶν Μακεδόνων ἐχλεύαζε τὰς ἀρχαίας Ἀθήνας, σαρκαστικῶς μακαρίζων, ὅτι κατ’ ἔτος εὕρισκον 10 στρατηγοὺς καὶ ἐχειροτόνουν, ἐνῷ αὐτὸς καθ’ ὅλον αὐτοῦ τὸν μακρὸν στρατιωτικὸν βίον δὲν εὗρεν εἰμὴ μόνον ἕνα στρατηγὸν, τὸν Παρμενίωνα. Τὸν χλευασμὸν τοῦτον ἄξιοι εἴμεθα νὰ ἀκούσωμεν σήμερον καὶ ἡμεῖς, οἵτινες ἠδυνήθημεν νὰ εὕρωμεν 60–70 πρόσωπα ἐν τῇ πόλει ταύτῃ, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὁ Διογένης μὲ φανὸν ἐζήτει ἄνθρωπον, ἄτομα ἱκανὰ δι’ ἐπισκόπους καὶ ἀρχιεπισκόπους Ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν, τὰ πρόσωπα ταῦτα, τὰ ἐν τοῖς ὁδοῖς τῶν Ἀθηνῶν ἀπαντηθέντα, εἶναι ἔγγαμοι ἢ ἄγαμοι; Βεβαίως πρέπει νὰ ἦναι ἄγαμοι, πρέπει νὰ ἦναι μοναχοί· μένοντες δὲ ἐν τῇ πόλει, δὲν δύνανται παρὰ νὰ ἔχωσι κατηγορίαν συνεπείας λίαν ἐπιβαρυντικῆς δι’ ἑαυτούς. Ἄρα τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ φέρουσι τὸ στίγμα τῆς παρανομίας ἐφ’ ἑαυτῶν διὰ τῆς ἐν τῇ πόλει διατριβῆς των, ἐνῷ ὤφειλον, κατὰ τοὺς κανόνας τῆς προσωπικῆς των καταστάσεως, νὰ διατελῶσιν ἐν ταῖς μοναῖς τῆς ἑαυτῶν μετανοίας. Ἰδοὺ λοιπὸν ἐκ πρώτης ὄψεως μία κακὴ ἐντύπωσις περὶ τῶν προσώπων αὐτῶν. Τίνι λόγῳ εὑρίσκονται ἐντὸς τῶν πόλεων; ἔχουν, ἀνήκουν εἰς μονάς; διατί δὲν διαβιοῦν ἐν αὐταῖς; Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος, ἀλλὰ περὶ τῆς ποιότητος τῶν ὑποψηφίων ἐπισκόπων καὶ ἀρχιεπισκόπων, οὐδὲν συστατικὸν δυναμένων περὶ ἑαυτῶν νὰ παρουσιάσωσι, καὶ τὸ ἁπλούστερον κἄν. Τίς ἐξ αὐτῶν, ἐκτὸς τοῦ Χριστοφόρου Σταματιάδου, εἶναι ἱκανὸς νὰ ἐπιδείξῃ ἓν κἄν μόνον προσὸν, τὴν διδασκαλίαν τοῦ θείου λόγου; Οὐδείς. Πάντες ὑπῆρξαν ἰχθεῖς ἄφωνοι.
§6ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ὁ Σύρου;
§7ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δὲν τὸν γνωρίζω· γνωρίζω περὶ τοῦ Χριστ. Σταματιάδου, διότι τὸν ἤκουσα κηρύττοντα, καὶ διότι συνηγωνίσθην μετὰ τοῦ Σταματιάδου τούτου, ὅπως καταπαύσῃ ἓν μέγα σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον ἐπεκράτει ἐν τῇ πρωτευούσῃ καὶ ἐμπρὸς εἰς τὰ ὄμματα πάντων καταφανὲς τῶν ἐπισκεπτομένων τὴν πόλιν ταύτην, τὴν ἕδραν τοῦ Χριστιανισμοῦ. Τίς ἐξ ὑμῶν δὲν εἶχεν ἴδει ἀναγεγραμμένον τὸ σημεῖον τοῦ τιμίου Σταυροῦ ἐπὶ θέσεων, φρικτῶν εἰπεῖν, βρωμερῶν, εἰς οὐρητήρια; Καὶ ἐν τούτοις οὔτε ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, οὔτε ἡ τόση πληθὺς τῶν ὑποψηφίων ἐπισκόπων ἐμερίμνησαν, παρὰ εἰς τὴν ἀπάλειψιν τοῦ κακοῦ τούτου συνηντήθημεν ἐγὼ καὶ ὁ Σταματιάδης. Σκεφθῆτέ το καλῶς, κύριοι, τὸ τοιοῦτον κακὸν ὁπόσην προσβολὴν ἐπέῤῥιπτεν ἐπὶ τοὺς Ἕλληνας, οἵτινες, ἡμεῖς, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἔχωμεν φιλοτιμίαν, ὅτι εἴμεθα Ἕλληνες, καὶ ἂν πρέπῃ νὰ καυχώμεθα, ὀφείλομεν νὰ καυχώμεθα, ὅτι εἴμεθα Ἕλληνες μᾶλλον διὰ τὸν χριστιανισμὸν, διότι ὁ χριστιανισμὸς εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Καὶ ἐὰν πρέπῃ νὰ σεμνυνώμεθα, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔδωκε τὰ φῶτα καὶ τὴν φιλοσοφίαν εἰς τὴν ἀνθρωπότητα, ἔτι μᾶλλον δικαιούμεθα νὰ καυχώμεθα, ὅτι ἔδωκε καὶ τὴν μυθολογικὴν θεολογίαν καὶ τὴν ἀληθῆ θεογνωσίαν. Ὁ πολιτευόμενος κόσμος, κύριοι, ἐν τῇ ἀρχαιότητι προσέκτησε τοὺς Θεοὺς τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ εἰς τὸν νεώτερον πολιτισμὸν ἅπας ὁ νεώτερος πεπολιτισμένος κόσμος προσέλαβε πάλιν τὴν ἑλληνικὴν θεολογίαν, τὴν διδασκαλίαν τοῦ χριστιανικοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τὴν ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν. Ὠφείλαμεν λοιπὸν ἐντὸς τῆς πόλεως ταύτης νὰ μὴ βλέπωμεν τὰ τοιαῦτα ἀσεβήματα. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ κατάλληλα διὰ τὰς τοιαύτας θέσεις, διότι δὲν ἔχουν οὔτε τὸν ζῆλον, τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἐξασκήσουν ἐν παντὶ ἀφορῶντι τὴν θρησκείαν, ἀλλὰ καὶ φέρουν ἔτι ἐκ πρώτης ὄψεως καὶ τὴν παρανομίαν ἐπὶ τοῦ μετώπου αὐτῶν ἀναγεγραμμένην, διότι μένουν ἐντὸς τῶν πόλεων, κατὰ παράβασιν τῶν ἱερῶν κανόνων, ἄνθρωποι ἀμφίβιοι, καὶ τοιουτοτρόπως οὗτοι ὄχι μόνον δὲν θέλουσιν ὠφελήσει τὴν Ἐκκλησίαν, ἀλλὰ καὶ βλάβης μᾶλλον θὰ γείνουν αἴτιοι. Γνωρίζω δὲ, ὅτι εἷς ἐξ αὐτῶν, μόλις χειροτονηθεὶς, εἰδοποίησε τοὺς ἐν τοῖς μοναστηρίοις τῆς ἐπαρχίας νὰ μεταβῶσιν ἐνταῦθα πρὸς ἐπίσκεψίν του, ἐννοῶν βεβαίως μὲ χεῖρας οὐχὶ κενάς. Ταῦτα κατὰ καθῆκόν μου ἐθεώρησα ἐπιβαλλόμενά μοι νὰ εἴπω, ὅπως λάβῃ ἡ Βουλὴ μέτρα σοφώτερα περὶ τῶν χειροτονιῶν καὶ μετακαλέσῃ εὐσεβεῖς ἄνδρας, ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει ἠσκηκότας καὶ πεπειραμένους ἐν τῇ διδασκαλίᾳ τῶν ψυχῶν, καὶ ἀναδείξῃ αὐτοὺς ἐπισκόπους καὶ ἀρχιεπισκόπους· ἄλλως, ἀντὶ τῶν προταθέντων ὑποψηφίων, ἀναθέσατε εἰς τοὺς ἐπάρχους τὴν διοίκησιν τῶν ἐκκλησιῶν. Ἄξιον δὲ παρατηρήσεως, κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναφέρω, εἶναι, ὅτι ὁ Ἕλλην, ἅμα δὲν ἔχει προϊσταμένην ἐξουσίαν, πολιτεύεται καλῶς, ἅμα δὲ τῷ διορίσητε ἐξουσίαν, προσέκοψε. Πιστεύω, πανταχοῦ, ἀλλ’ ὅσον γνωρίζω, ἐν τῇ πατρίδι μου, τῇ ἐπαρχίᾳ Τροιζηνίας, ἐνόσῳ ἦτον ἐπίσκοπος, καθεκάστην ὑπῆρχον δικαστήρια ἱερατικὰ, καθ’ ἑκάστην κατεδικάζοντο ἱερεῖς καὶ ἐτρώγοντο μεταξὺ των καὶ κατεδιώκοντο. Ἔλειψεν ὁ ἐπίσκοπος; ἡσύχασαν. Ἕξ ἕως ἑπτὰ ἔτη ἤδη, ὅπου δὲν ὑπάρχει ἐπίσκοπος εἰς τὴν ἐπαρχίαν Τροιζηνίας, εἶναι ἠγαπημένοι οἱ ἱερεῖς· ἅμα ἔλθῃ ἐπίσκοπος, θὰ φαγωθοῦν. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἔρχομαι εἰς ἕτερον, ἐπίσης οὐσιῶδες θέμα, τὸ τῶν ἐπιστράτων.
§8ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι καιρὸς τώρα.
§9ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Παρακαλῶ, θὰ τελειώσω ἀμέσως. Καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα, εἴτε εἰς μεγαλοπόλεις, εἴτε εἰς πολίχνια καὶ ἐρήμους, πᾶσαι αἱ οἰκογένειαι ὑποφέρουσιν ἕνεκα τῆς καταδιώξεως τῶν ἐπιστράτων. Ἔπρεπε περὶ τούτου νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον, καὶ συνιστῶ τῇ Κυβερνήσει, ὅπως λάβῃ καὶ περὶ τούτου ἓν ἐπιεικὲς μέτρον, δηλαδὴ, ἕως ὅτου καταρτισθῇ ἡ Βουλὴ καὶ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ πρακτέου, νὰ διαταχθῇ ἡ ἀναστολὴ τῆς καταδιώξεως τῶν ἐπιστράτων, διότι ὑπάρχουσι καὶ ὑπὲρ καὶ κατὰ λόγοι, καὶ θὰ ἐξετασθῇ ποῖα ὁριστικὰ μέτρα δυνάμεθα νὰ λάβωμεν περὶ φυγοστράτων, ἀνυποτάκτων καὶ λειποτακτῶν.
§10ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Ἀναφέρει ὁ νόμος.
§11ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ναὶ, ἀλλὰ διατί κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν ἀνώμαλον τῆς λειτουργίας τοῦ νόμου γνωρίζετε, ὅτι πολλὰ ἐγεννήθησαν τὰ ἄτοπα. Λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ ἤμεθα αὐστηροί· διότι τὸ ὑπερβολικὸν δίκαιον εἶναι ὑπερβολικὴ ἀδικία. Θὰ ληφθῇ βέβαια ἓν μέτρον ὁριστικὸν καὶ γενικῆς δι’ ὅλους ἱκανοποιήσεως, δὲν ἠμποροῦν ὅμως 15 χιλιάδες νὰ ὑπάγουν εἰς τὰς φυλακάς· ὅταν ἔχῃς 15 ἢ 8 χιλιάδας φυλακισμένους, ἔχεις τὴν κοινωνίαν ἐν τῇ φυλακῇ. Φρονῶ λοιπόν, ὅτι καὶ περὶ τῶν ἐπιστράτων καλὸν εἶναι ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ διαταγὴν νὰ ἀναστείλῃ τὰ τῆς καταδιώξεως ἐπὶ ἕνα μῆνα, διότι τὰ ποίμνια, αἱ οἰκογένειαι, αἱ καλύβαι κατεστράφησαν ἐκ τῆς καταδιώξεως τῶν ἐπιστράτων, ὑδρόμυλοι, πᾶσα κατοικία ἀνθρώπων ἔγεινεν ἕρμαιον τῆς παρόδου τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων. Καὶ περὶ τούτου λοιπὸν καλὸν εἶναι νὰ ληφθῇ αὐτὸ τὸ μέτρον τῆς ἀναστολῆς ἐπὶ ἕνα μῆνα τῶν καταδιώξεων, μέχρις ὅτου ἡ Βουλὴ ἀποφασίσει καὶ περὶ αὐτοῦ τοῦ θέματος τί δέον γενέσθαι.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν, κύριοι, εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν. Ἡ Βουλὴ παραδέχεται ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ ἔγκυρον 1) τῆς ἐκλογῆς Τήνου καὶ νομίμους βουλευτὰς αὐτῆς τοὺς κ.κ. Στάμον Νάζον, Πέτρον Μωραϊτίνην καὶ Ἰωάννην Ζαλώνην ἔχοντας τὰ παρὰ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα. 2) Τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Τρικάλων καὶ νομίμους βουλευτὰς αὐτῆς τοὺς κυρίους Ἀλέξανδρον Χατζηπέτρον, Νικόλαον Στουρνάραν, Κωνσταντῖνον Ῥαδινὸν καὶ Ἀθ. Ι. Χατζηγάκην, ἔχοντας τὰ παρὰ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα. 3) Τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Τριφυλίας καὶ νομίμους βουλευτὰς αὐτῆς τοὺς κ. κ. Δημήτριον Ἀντωναρόπουλον, Εὐστάθιον Κοκέβην, Σωτήριον Σωτηρόπουλον καὶ Δημ. Παπατσώρην.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπαρχίας Τριχωνίας. (Ἀναγινώσκεται τὸ διατακτικὸν τῆς ἐκθέσεως τοῦ Τμήματος.) Διὰ ταῦτα τὸ Τμῆμα ἀποφαίνεται αʹ) Ὡς πρὸς τὸν Νικόλ. Βλαχόπουλον θεωρεῖ ἔγκυρον τὴν ἐκλογὴν αὐτοῦ ὡς βουλευτοῦ τῆς ἐπαρχίας Τριχωνίας, κατὰ τὸ ἄρθρον 70 τοῦ Συντάγματος, διὰ τοὺς ἀνωτέρω ἀναπτυχθέντας λόγους. βʹ) Ὡς πρὸς τὸν Κωνστ. Διαλέτην; ἐπειδὴ ἔνθεν μὲν εἶναι βεβαιωμένη μόνη ἡ ἔλλειψις κανονικῆς ἀδείας, ἔνθεν δὲ εἶναι ὑποβεβλημένη ἡ σπουδαία καὶ θετικὴ καὶ ἐνώπιον τοῦ Τμήματος μὴ ἀναιρεθεῖσα ἐπισήμως ἐπίκλησις γεγονότος, ὅπερ μὴ ἀναιρούμενον συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς νομιμότητος τῆς ἐκλογῆς τοῦ ὑποψηφίου Κωνστ. Διαλέτη, διότι οὔτε τὸ Σύνταγμα, οὔτε ὁ ἐκλογικὸς νόμος ὑπέταξεν εἰς τὴν ἔγγραφον ὑποβολὴν ἢ εἰς ἄλλον οἱονδήποτε τύπον τὴν αἴτησιν τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος ἀδείας, διὰ τοὺς λόγους τούτους τὸ Τμῆμα, μὴ δυνάμενον ἐκ τῶν ἐνόντων νὰ ἐξελέγξῃ ἀκριβέστερον τὰ περὶ τῆς αἰτήσεως ταύτης, ἀπέχει νὰ ὑποβάλῃ ἀπὸ τοῦδε ὁριστικὴν γνώμην, ἐπιφυλασσομένων τῶν μελῶν αὐτοῦ νὰ κρίνωσιν ὁριστικῶς μετὰ τελειοτέραν διευκρίνισιν τῶν πραγμάτων ἐν τῇ γενικῇ συζητήσει, καὶ ἀναφέρεται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Σώματος. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 2 Φεβρουαρίου 1882. Ὁ Πρόεδρος Δ. Καλλιφρονᾶς. Ὁ εἰσηγητὴς Γ. Παπαστάμος. Τὰ μέλη. Α. Μάνδαλος, Σ. Δραγούμης, Κ. Χαλκιόπουλος, Κ. Κοττίκας, Λ. Χατζηγάκης, Ὀδ. Πετρόπουλος, Α. Δαλιάνης. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐκφράσω γνώμην κατὰ τὴν ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησιν καὶ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ πραγματικὸν γεγονὸς τῆς ἐκ μέρους τοῦ καθ’ οὗ ἡ ἔνστασις Κ. Διαλέτη αἰτήσεως ἀδείας, συμφωνῶν πρὸς τὰς ἀνωτέρω σκέψεις τῶν λοιπῶν μελῶν, καὶ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ περὶ συνταγματικῆς ἀδείας τῶν στρατιωτικῶν ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Ὡς πρὸς τὰς λοιπὰς ἐνστάσεις, τάς τε κατὰ τοῦ ἐν γένει κύρους τῆς ἐκλογῆς καὶ τὰς ἀφορώσας εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Κ. Βλαχοπούλου, θεωρῶ αὐτὰς ἀβασίμους καὶ τὴν ἐκλογὴν ἔγκυρον. Ἰω. Γρυπάρης. Διαφωνῶ ὡς πρὸς τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς τοῦ Κωνσταντίνου Διαλέτη, ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ δὲν δώσει εὐρυτέραν ἑρμηνείαν εἰς τὴν διάταξιν τοῦ 71 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος· καθόσον εἶναι βέβαιον, ὅτι ὁ κ. Διαλέτης οὐ μόνον δὲν ἔλαβεν, ἀλλ’ οὐδ’ ἐζήτησε τὴν ὑπὸ τοῦ ἀνωτέρω ἄρθρου ἀπαιτουμένην ἄδειαν. Τοῦτο δὲ εἶναι βεβαιωμένον ἐξ αὐτῆς τῆς ἰδιότητος τοῦ Διαλέτη, ὅστις καὶ πολλάκις μέχρι τοῦδε ἐπολιτεύθη, καὶ βουλευτὴς καὶ πληρεξούσιος ὑπῆρξε, καὶ τάγμα διῴκησε, καὶ ἑπομένως γινώσκει κάλλιστα, ὅτι ἐγγράφως ὤφειλε νὰ ζητήσῃ ἄδειαν· ἄλλως τε, καὶ αὐτὴ ἡ πρὸς ἕν τῶν μελῶν τοῦ Τμήματος ἀπάντησις τοῦ Διαλέτη, ἐρωτηθέντος ἂν ἐζήτησεν ἄδειαν, μακρὰν τοῦ νὰ ἦναι κατηγορηματική, ὡς ἡ πλειοψηφία ἐκτίθησιν, ὑπῆρξε τοὐναντίον βεβιασμένη καὶ ἀμφίβολος. Εἶναι δὲ λυπηρὸν, ὅτι ἀπεῤῥίφθη ἡ πρότασις, ἣν διετύπωσα εἰς τὸ Τμῆμα, περὶ ἐπισήμου ἐρωτήσεως τοῦ Ὑπουργείου ἐκ μέρους τοῦ Τμήματος· καθόσον ἐκ τῆς ἐπισήμου ἀπαντήσεως τοῦ Ὑπουργείου ἤθελε βεβαίως ἀρθῆ τὸ σκάνδαλον, ἅπερ γεννᾶται, ἂν παραδεχθῶμεν, ὅτι καὶ ἡ Διοίκησις τοῦ τάγματος ἠγνόει τὸ καθῆκόν της, ἀρνουμένη εἰς ἀξιωματικὸν τὴν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὁριζομένην ἄδειαν, ὅπερ ἐγὼ ἀπολύτως δὲν παραδέχομαι, καὶ ἀξιωματικὸς ἀνώτερος ἠγνόει, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ μόνον ἐγγράφως ἀναφέρονται. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 2 Φεβρουαρίου 1882. Δημοσθ. Στάϊκος. Μὴ ὢν βέβαιος ἂν ἐζητήθη ἄδεια, ἣν θεωρῶ ὡς ἀπαραίτητον παρὰ τοῦ Κωνστ. Διαλέτη, ἐπιμένω, πρὶν ἢ ἀποφανθῶ, νὰ ζητηθῇ ἁρμοδίως ἐπίσημος βεβαίωσις, ἂν ὁ Κωνστ. Διαλέτης ἐζήτησεν ἄδειαν ἢ οὔ. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰς γενικὰς κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς Τριχωνίας ἐνστάσεις, καὶ τὴν περὶ τοῦ κ. Βλαχοπούλου, φρονῶ, ὅτι εἰσὶν αὗται ἀβάσιμοι: καὶ ἑπομένως ἔγκυρος ἡ ἐκλογή. Αὐθημερόν. Ἀντ. Ζυγομαλᾶς.
§14ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις τοῦ 1862, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844, ἐπιτρεπομένης τῆς ἐκλογῆς δημοσίων ὑπαλλήλων ὡς βουλευτῶν, ἡ Κυβέρνησις ἐξήσκει ἐπὶ τούτων μεγάλην ἐπιῤῥοὴν καὶ πίεσιν, ἠθέλησε νὰ χωρίσῃ ὁριστικῶς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τὴν νομοθετικήν. Ἀπεφάσισε λοιπὸν, ὄχι μόνον δημόσιος ὑπάλληλος, ἀλλ’ οὔτε δημοτικὸς νὰ ἦναι καὶ βουλευτής. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ Συνέλευσις ἐκείνη ἔπαθε περὶ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς ὑπάρξεώς της ἀσθένειαν, ἕνεκα τῆς ἰσχυρᾶς διαιρέσεως τῶν κομμάτων, ὥστε νὰ μὴ δύναται ν’ ἀποτελῇ ἀπαρτίαν τὸ κυβερνητικὸν κόμμα, τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν πλειονοψηφίαν. Ἐγὼ δὲν ἤμην τότε πληρεξούσιος, ἀλλὰ τὰ πράγματα αὐτὰ ἦσαν γνωστὰ τοῖς πᾶσι. Τοῦτο ἰδόντες οἱ στρατιωτικοὶ πληρεξούσιοι ἁπάντων τῶν κομμάτων, ἐσκέφθησαν νὰ κερδοσκοπήσωσιν ἐπὶ τῆς στενοχωρίας ταύτης τῆς ἐξουσίας· διὰ τοῦτο προσήνεγκαν ἑαυτοὺς προθύμους νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἀπαρτίαν, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως ἀμοιβῆς· καὶ τὸ κατώρθωσαν, λαβόντες τὸ προνόμιον νὰ λαμβάνωσι σύνταξιν ἀνωτέραν ἀπὸ τὸν μισθόν, ὅνπερ λαμβάνουσιν ὄντες ἐν ἐνεργείᾳ.
§15ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ. Καλὰ ’κάματε!!
§16ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ λέγω, καλὰ ἐκάματε, ἀφοῦ οἱ πληρεξούσιοι τοῦ ἐνδόξου ἐκείνου Συνεδρίου ἔπασχον ὡς Ἰουδαῖοι ἀπὸ στρατοφοβίαν! Μεταξὺ τῶν ἄλλων προνομίων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον οἱ στρατιωτικοί, κατέκτησαν τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνωσι μέρος καὶ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἀφοῦ εἶναι τὰ ἰσχυρότερα ὄργανα τῆς νομοτελεστικῆς. Κατ’ ἐμὲ, ἔπρεπε νὰ γίνῃ τὸ ἀντίθετον, διότι ἡ στρατιωτικὴ ἐξουσία, ὡς εἶπον, εἶναι ἡ μᾶλλον καταπιέζουσα κυβερνητικὴ δύναμις. Τὸ ἐπῆραν λοιπὸν τὸ δικαίωμα τοῦτο μὲ τὸ σπαθί τους ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1862, καὶ ὁ σεβαστός μοι καθηγητὴς καὶ τότε ἐπιφανὲς μέλος τῆς Συνελεύσεως ἐπολιορκήθη ὑπὸ τῶν ἀξιωματικῶν, θελήσας νὰ ἀντιτείνῃ εἰς τὴν παραχώρησιν ταύτην· παρ’ ὀλίγον νὰ τὸν πνίξωσιν εἰς τὸ βῆμα. Τοῦτο εἶπε πέρυσιν ὁ ἴδιος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
§17ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος;
§18ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ κ. Καλλιγᾶς.—Λοιπὸν, κύριοι, ἐδόθη τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς νὰ λαμβάνουν θέσιν ἐν τῇ νομοθετικῇ ἐξουσίᾳ. Ἐκανονίσθη δὲ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, ὅπως οἱ μὲν δημόσιοι καὶ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι πρὸ 40 ἡμερῶν τῆς ψηφοφορίας δίδωσι τὴν παραίτησίν των, ἐὰν θέλουν νὰ λάβουν μέρος εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, καὶ ἂν δὲν τοῖς δοθῇ ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν ἡ αἰτηθεῖσα παραίτησίς των νὰ ἀπομακρύνωνται ἀμέσως τῆς ὑπηρεσίας· εἰς δὲ τοὺς στρατιωτικοὺς ἐπέβαλε νὰ καταθέτωσι τὴν περὶ ἑξαμήνου ἀδείας των αἴτησιν εἰς τὴν πλησιεστέραν ἀνωτέραν στρατιωτικὴν ἐξουσίαν τὴν τριακοστὴν τοὐλάχιστον ἡμέραν πρὸ τῆς ψηφοφορίας, καὶ νὰ ἀπέχωσι τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας, ἐὰν θέλωσι νὰ ἐκτεθῶσιν ὡς ἐκλέξιμοι εἰς τὴν βουλευτικὴν ἐκλογήν. Σήμερον, κύριοι, πρόκειται περὶ βουλευτοῦ, τὸν ὁποῖον ἄλλως ἐκτιμῶ καὶ ὡς πολίτην καὶ ὡς στρατιώτην, καὶ δὲν ἔχω τίποτε μὲ τὸν ἄνθρωπον· ἀλλὰ πρέπει νὰ λύσωμεν ἓν ζήτημα, ἐὰν τὰ θίγοντα τὴν στρατιωτικὴν ἐξουσίαν δεσμὰ πρέπῃ νὰ τὰ παραλύσωμεν, καὶ οὕτω διὰ τῆς περιφρονήσεως τοῦ Συντάγματος προσθέσωμεν καὶ ἓν ἕτερον προνόμιον εἰς τοὺς στρατιωτικούς.
§19ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§20ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ κ. Διαλέτης, χωρὶς νὰ λάβῃ συνταγματικὴν ἄδειαν, ἔρχεται καὶ παρακάθηται σήμερον μεταξὺ ἡμῶν ὡς βουλευτής. Πρώτην φορὰν γίνεται αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὁμοιάζει πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰς ἄλλην περίστασιν ὠνόμασεν ὁ ἔντιμος συνάδελφός μας κ. Α. Πετιμεζᾶς ὑπερπήδημα τοῦ Ῥουβίκωνος, δηλαδὴ ἐὰν πρέπῃ νὰ ὑπερβῶμεν αὐτὴν τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Ἂν γείνῃ τοῦτο, κύριοι, σᾶς βεβαιῶ, ἅμα ἔλθουν αἱ ἑπόμεναι περίοδοι, θὰ ἴδωμεν ἐδῶ στρατιωτικοὺς ἐν ἐνεργείᾳ, ἴσως θὰ φέρουν ὡς οὐράν των καὶ τοὺς διαγγελεῖς των καὶ τοὺς ἀγγελιαφόρους των. (Θόρυβος.) Λοιπὸν, κύριοι, εἶναι δι’ ἐγγράφων ἀποδεδειγμένον, καὶ οὐχὶ δι’ ἐγγράφων, ὁποῖα παρουσιάσατε ἄλλοτε, ἀλλὰ δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων, ὅτι ὁ κ. Διαλέτης δὲν ἔλαβε τὴν συνταγματικὴν ἄδειαν· δὲν ἦτο δυνατὸν λοιπὸν νὰ ἐκλεχθῇ βουλευτὴς, καὶ ἂν ἐξελέχθη, ἡ ἐκλογή του εἶναι παράνομος. Προτείνω λοιπὸν τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς Τριχωνίας ὡς πρὸς κ. Διαλέτη, μόνον, διότι ὁ κ. Βλαχόπουλος ἔλαβε συνταγματικὴν ἄδειαν· καὶ τὴν πρότασίν μου ταύτην ὑποβάλλω ἐκτελῶν καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχω ὡς βουλευτής. Λοιπὸν δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους ἐγὼ ὤφειλον νὰ ὑποβάλω, καὶ ἐπιμένω, ὥστε ὁ κ. Διαλέτης νὰ ἐξέλθῃ τοῦ Βουλευτηρίου, διότι δὲν ἐφρόντισε νὰ ἐκπληρώσῃ αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν. Διατί νὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ ὑποχρέωσις διὰ τοὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους; καὶ τί εἶναι αὕτη διὰ τοὺς στρατιωτικούς; Τοὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους τοὺς ἀναγκάζει νὰ παραιτηθῶσι καὶ νὰ γίνωσιν ἁπλοῖ πολῖται, χωρὶς νὰ λαμβάνωσιν οὔτε μισθοδοσίαν, καὶ οὔτε κἄν νὰ ἔχωσιν ἔνδυμα δημοσίου ὑπαλλήλου· ἐνῷ διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς ἀφαιρεῖ τὰ ⅖ μόνον τοῦ μισθοῦ των, διότι τοὺς θέτει εἰς ἀργίαν, καὶ κατὰ τὸ διάστημα τῶν 6 μηνῶν, ὅπου διατελοῦν εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν τῆς ἀργίας, λαμβάνουσι τὰ ⅖ τῆς μισθοδοσίας των.
§21ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τῆς διαθεσιμότητος.
§22ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Μάλιστα, εἰς διαθεσιμότητα.
§23ΛΑΠΠΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς κάμω μίαν παρατήρησιν. Οἱ στρατιωτικοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐκλέγονται βουλευταὶ, τίθενται εἰς διαθεσιμότητα ἀνεξαιρέτως ὅλοι, καὶ λαμβάνουσι τὸ ¼ τοῦ μισθοῦ των· καὶ ἀκόμη σᾶς λέγω, ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται ἐδῶ μέσα, ἐνῷ σὺ πέρνεις 2,000 δραχμὰς, ἡμεῖς δὲν λαμβάνομεν παρὰ μόνον τὸν μισθὸν τῆς διαθεσιμότητος.
§24ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ Θεὸς νὰ σᾶς ἐλεήσῃ διὰ τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον σᾶς κάμνει ἡ Πολιτεία.
§25ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Δὲν ἦτο καλλίτερον διὰ τὴν ἐκλογὴν, ὅπου δὲν ἔλαβεν ὁ Διαλέτης ἄδειαν, καὶ ἔλειπεν ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν του;
§26ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν κατηγορῶ, ὅτι ἐνεργήθη ἡ ἐκλογὴ παρανόμως· ἐγὼ λέγω, ὅτι ὁ κ. Διαλέτης παρέβη ἕνα νόμον, καὶ ἂν τοῦτο ἐπικρατήσῃ, αὔριον θὰ ἔχωμεν ἀξιωματικοὺς ἐν ἐνεργείᾳ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ.
§27ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Εἰς τὴν παρελθοῦσαν περίοδον ἡ Βουλὴ ἔχε ἀποφασίσει ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Μυκονίου, ὅστις δὲν εἶχε λάβει ἄδειαν.
§28Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔγινε κἂν συζήτησις τότε.
§29ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τόσον καλλίτερα.
§30ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Νὰ ἴδητε τὰ πρακτικὰ τῆς Συνεδριάσεως.
§31ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην τῶν πρακτικῶν· ἐγὼ ἔχω τὸν νόμον.
§32ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Ποῦ εἶναι ὁ νόμος;
§33ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει νόμος; Νόστιμον πρᾶγμα.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παύσατε, κύριοι, τοὺς διαλόγους.
§35ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Προτείνω λοιπὸν, κύριοι, ν’ ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ Τριχωνίας ὡς πρὸς τὸν κ. Διαλέτην.
§36ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Κύριοι, καθῆκον ἔχω νὰ λάβω σήμερον τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς περὶ ἧς πρόκειται ἐκλογῆς, καὶ διότι εἶμαι ἓν ἐκ τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Τμήματος, τὰ ὁποῖα ἐπεφυλάχθησαν ν’ ἀποφανθῶσι κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν σημερινὴν, καὶ διότι μόνος ἐγὼ ἐκ τῶν μελῶν τῶν ἐπιφυλαχθέντων ἐπεφυλάχθην ν’ ἀποφανθῶ καὶ περὶ τῆς ἐννοίας καὶ ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ὑποχρεωτικὸν ἢ μὴ τῆς αἰτήσεως ἀδείας ἐκ μέρους τῶν ὑποψηφίων ἀξιωματικῶν. Καὶ πρῶτον, κύριοι, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα τὸ πραγματικὸν, εἰς τὸ γεγονὸς τὸ πραγματικὸν τῆς αἰτήσεως ἀδείας ἐκ μέρους τοῦ κ. Διαλέτη, τὰ πράγματα ἔχουσιν ὡς ἑξῆς: ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἔχομεν βεβαιωμένον καὶ ἐξ ἐγγράφου τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, προκληθέντος παρὰ τοῦ Τμήματος, καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς ὁμολογίας τοῦ κ. Διαλέτη, ὅτι ἄδεια δὲν ἐλήφθη.
§37Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἐζητήθη.
§38ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Αὐτὸ εἶναι βεβαιωμένον, κατ’ ἐμέ· ἐπιμένω εἰς τὴν λέξιν δὲν ἐλήφθη. Τοῦτο καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐπληροφόρησε, καὶ ὁ κ. Διαλέτης ὡμολόγησε.
§39ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δὲν εἶναι οὐσιῶδες, ἂν δὲν ἐδόθη ἄδεια.
§40ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Ἑτέρωθεν ὅμως ὑπάρχει ἡ διαβεβαίωσις καὶ ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Διαλέτη, ὅστις ἐνώπιον τοῦ Τμήματος, διὰ γλώσσης ἀπερίττου καὶ ἀνεπιτηδεύτου, εἶπεν, ὅτι ἔσπευσε καὶ ἐζήτησε προφορικῶς παρὰ τῆς διοικήσεως τοῦ τάγματος, εἰς ὃ ἀνῆκεν, ἄδεια, μὴ δοθεῖσαν ὅμως, ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ ἀπαραδέκτῳ, κατὰ τὴν κρίσιν τῆς διοικήσεως, αἰτήσει.
§41Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν σᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑβρίζητε ἀνώτερον ἀξιωματικόν.
§42ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐπιβάλετε τὴν τάξιν.
§43Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν λέγητε, ὅτι εἷς ἀξιωματικὸς ἀνώτερος ἐζήτησε προφορικὴν ἄδειαν, τὸν ὑβρίζετε.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται, κύριοι, νὰ διακόπτετε.
§45ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Ἑτέρωθεν λοιπὸν, κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, ἔχομεν τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Διαλέτη, ὅτι ἐζήτησεν ἄδειαν. Μὴ διαγράφοντος τοῦ νόμου κανένα τρόπον περὶ αἰτήσεως, νομίζω, ὅτι ὄχι μόνον εἶναι ἐπιτετραμμένον, ἀλλὰ καθῆκον ἔχομεν νὰ δεχθῶμεν καὶ τὴν προφορικῶς ὑποβαλλομένην, ὅταν πεισθῶμεν περὶ αὐτῆς.
§46ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς εἴθισται νὰ αἰτῶνται αἱ ἄδειαι;
§47ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Παραδέχομαι, ὅτι εἴθισται οἱ ὑποψήφιοι νὰ αἰτῶνται ἐγγράφως τὰς ἀδείας των.
§48Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ λέγει τὸ χαρτὶ, δὲν εἶναι ἔθιμον.
§49ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Ἐφ’ ὅσον ὁ νόμος δὲν ἀπαγορεύει τὴν αἴτησιν προφορικῆς ἀδείας, νομίζω, ὅτι ἦτον ἐπιτετραμμένον νὰ ζητηθῇ τοιαύτη, ὅταν ἐκ τῶν πραγμάτων ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐζητήθη πράγματι. Καὶ οὔτε, κύριοι, ἐξασθενεῖ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κυρίου Διαλέτη, ὅτι ᾐτήσατο προφορικῶς ἄδειαν, ἡ διαβεβαίωσις τοῦ ἀξιοτίμου διοικητοῦ τοῦ τάγματος, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπηρετεῖ. Διότι ὅσην, κύριοι, ἀξιοπιστίαν καὶ ἂν θέλητε νὰ παράσχητε εἰς τοὺς λόγους τοῦ κυρίου διοικητοῦ, τὸν ὁποῖον ἐγὼ πρῶτος τιμῶ καὶ ὑπολήπτομαι, πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι οὐδεμία στρατιωτικὴ ἀρχὴ, ἡ ὁποία ἕνεκα οἱουδήποτε λόγου, δὲν θέλω νὰ εἴπω ἐκ συμφέροντος, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἁπλῆς ἰδιοτροπίας ἢ παρεξηγήσεως ἀρνηθῆ νὰ χορηγήσῃ ἄδειαν, αἰτουμένην εἴτε ἐγγράφως, εἴτε προφορικῶς, εἶναι βέβαιον, ὅτι μέγα καὶ ὕπατον ἔχει συμφέρον νὰ ἀρνηθῇ καὶ τὴν ὑποβολὴν τῆς αἰτήσεως ταύτης· διότι γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, καὶ οἱ στρατιωτικοὶ ἰδίως, εἰς ποίας ποινὰς δύναται νὰ ὑποβληθῇ ὁ στρατιωτικὸς διοικητὴς, ὁ μὴ χορηγήσας τὴν αἰτηθεῖσαν ἄδειαν. (Θόρυβος.) Ἀλλ’ ἐνῷ, κύριοι, ἀφ’ ἑνὸς νομίζω, ὅτι εἶναι ἀποδεδειγμένον καὶ αὐτὸ τὸ πραγματικὸν γεγονός, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐξετάσω ἐὰν εἶχεν ἀνάγκην αἰτήσεως τοιαύτης ἀδείας. Καὶ σᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Λακεδαίμονος, ὅτι ὑπὸ τὸ πνεῦμα τῆς στρατοκρατίας ἐλήφθησαν οἱ νόμοι οὗτοι, καὶ ὅτι ἐν τῇ Συνελεύσει τοῦ 1863 καθιέρωσαν τὸ ἀσυμβίβαστον τῆς λειτουργίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων πρὸς τὰ ἔργα τὰ νομοθετικὰ, καὶ ὅτι ἐν τῷ Συντάγματι ἀνεγράφη, ὅτι ὁ μὲν ὑπάλληλος δύναται νὰ ἐκτεθῇ εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, ἐὰν προηγουμένως παραιτηθῇ, ὁ δὲ στρατιωτικός, ἐὰν αἰτήσηται ἄδειαν. Τὸ πρῶτον, κύριοι, συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς ἐμῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 71, ὡς θέλετε ἴδει· τὸ δεύτερον εἶναι ἀνακριβὲς, διότι τὸ Σύνταγμα οὐδαμῶς ἀναγράφει τὴν παραίτησιν τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, καθιερῶσαν μόνον τὸ ἀσυμβίβαστον καὶ παραπέμψαν εἰς τὸν ἐκλογικὸν νόμον τὴν ἐξαίρεσιν. Ἐὰν λάβητε, κύριοι, τὸν κόπον νὰ ἐξετάσητε καὶ διεξέλθητε ἐπισταμένως τὰς συζητήσεις, τὰς γενομένας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὸ προκείμενον θέμα, θέλετε ἀνενδοιάστως πεισθῆ, ὅτι τὸ ἄρθρον 71 οὐδεμίαν ἐπιβάλλει ὑποχρέωσιν εἰς τὸν ἀξιωματικόν, ὅπως αἰτήσῃ συνταγματικὴν ἄδειαν, ὅταν δὲν πρόκηται νὰ κατέλθῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν του, καὶ ὅτι τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην καθιέρωσε τὸ Σύνταγμα ὑπὲρ τοῦ ἀξιωματικοῦ καὶ κατὰ τῆς αὐθαιρεσίας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Θέλετε ἀνενδοιάστως πεισθῆ, ὅτι τὸ Σύνταγμα ἠθέλησε νὰ ἀσφαλίσῃ εἰς τὸν ἀξιωματικὸν τὸ πρὸς τὸ ἐκλέγεσθαι δικαίωμα καὶ τὸ τῆς προπαρασκευῆς τῆς ἐκλογῆς του, διὰ τῆς εἰς τὴν ἐπαρχίαν του μεταβάσεως, ἀπέναντι τῶν παρεμβαλλομένων εἰς αὐτὸν προσκομμάτων ἐκ μέρους τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς. Καὶ τῷ ὄντι κύριοι, ὅταν ἐν σχεδίῳ εἰσήχθη τὸ ἄρθρον 71 εἰς τὴν Συνέλευσιν, εἶχεν ὡς ἑξῆς: «Τὰ καθήκοντα τοῦ βουλευτοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ τοῦ ἐμμίσθου ὑπαλλήλου, ἐκτὸς τῶν ὁρισθησομένων ἐξαιρέσεων ἐν τῷ ἐκλογικῷ νόμῳ». Κατεξανέστησαν, κύριοι, πολλοὶ τότε τῶν πληρεξουσίων, καὶ ἰδίᾳ οἱ στρατιωτικοί, κατὰ τοῦ ἄρθρου, ὡς εἶχε, διότι ἀπῄτουν ν’ ἀναγραφῇ σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς ἐν τῷ Συντάγματι τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα τοῦ ἀξιωματικοῦ πρὸς τὸ ἐκλέγεσθαι. Μάτην παρετηρήθη εἰς τοὺς πληρεξουσίους ἐκείνους παρὰ πολλῶν ἑτέρων πληρεξουσίων, καὶ ἰδίως τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἑρμιονίδος κ. Μίληση καὶ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ νῦν καὶ τότε ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη ἰδίας ἀναγραφῆς τοῦ δικαιώματος τῶν ἀξιωματικῶν, ὅτι αὐτὸ ὑπάρχει ἀπόλυτον, καὶ ὅτι ἡ μνεία ἐν τῷ Συντάγματι ἦτο ὅλως περιττή. Ἐπέμενον αὐτοί, λέγοντες, ἀπαιτοῦμεν ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Συντάγματι, διότι θέλομεν νὰ ἀσφαλισθῶμεν ἀπέναντι πάσης αὐθαιρεσίας. Θέλομεν αὐτό, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει δυνάμει, νὰ τὸ καταστήσωμεν πραγματικόν· δὲν θέλομεν νὰ εὑρισκώμεθα ὑπὸ τὸ κράτος τῆς αὐτοβουλίας τῶν κατὰ καιροὺς ὑπουργῶν. Μᾶς ἀναγνωρίζετε, ἔλεγον, τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ τὶς μᾶς ἐγγυᾶται, ὅτι δὲν θὰ ἐπαναληφθῶσιν αἱ σκηναὶ τοῦ παρελθόντος, καθ’ ἃς εἴχομεν μὲν τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ μᾶς τὸ ἐματαίου κατὰ βούλησιν ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργός, ἀρνούμενος νὰ χορηγήσῃ ἡμῖν ἄδειαν, ὅπως μεταβῶμεν εἰς τὰς ἐπαρχίας μας καὶ παρασκευάσωμεν τὰ τῆς ἐκλογῆς; Διότι ἔχει ἀνάγκην ὁ ὑποψήφιος ἐπιτοπίως νὰ ἐργασθῇ. Ἀλλ’ ὅταν εἷς ἀξιωματικὸς δὲν ζητῇ ἄδειαν, καὶ δὲν μεταβαίνῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν του, καλῶς ἐξελέγη. Τοιοῦται ἦσαν, κύριοι, αἱ παρατηρήσεις τῶν πληρεξουσίων τῶν αἰτησάντων τὴν ἀναγραφήν. Καὶ διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, κύριοι, ὅτι τοιοῦτο τὸ πνεῦμα τῆς μικρᾶς αὐτῆς συζητήσεως, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω δύο μόνον περικοπὰς ἐκ τῶν τότε γενομένων συζητήσεων. Πρόκειται περὶ τῆς διατάξεως ὡς εἶχεν ἐν τῷ σχεδίῳ. «Ἀφίνει λοιπὸν αὕτη εἰς δεινοτέραν θέσιν τὸ ζήτημα παρ’ ὅ,τι ἐπὶ Ὄθωνος ἦτο· λέγει δηλαδή, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν ἀποκλείονται τῶν πολιτικῶν των δικαιωμάτων κατὰ τὰς βουλευτικὰς ἐκλογάς. Οὐδόλως, κύριοι, ἐκωλύθησαν οἱ ἀξιωματικοὶ δι’ ἀπαγορευτικῶν διατάξεων· ὅταν ὅμως ἐπρόκειτο νὰ κατέλθουν εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, τοῖς ἔλεγεν ὁ ὑπουργὸς «πήγαινε εἰς τὴν ὁροθετικὴν γραμμήν, πήγαινε εἰς τὴν Κέρκυραν, ὑποκρινόμενος καὶ προτάσσων τὸ φάσμα τῆς ὑπηρεσίας δῆθεν.»
§50ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ποῖος τὰ λέγει αὐτά;
§51ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Ὁ κ. Ζατουνίτης.
§52ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὸ λέγει, διότι ἦτο στρατιωτικός.
§53ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Ὁ δὲ κ. Ἀντώνιος Μαυρομιχάλης λέγει τὰ ἑξῆς: «Ζητῶ τὴν ἐν τῷ Συντάγματι καθιέρωσιν, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ ἔχουν αὐτοβούλως τὸ δικαίωμα νὰ κατέρχωνται ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία νὰ μὴ δύναται νὰ παρεμποδίσῃ τὴν εἰς τὰς ἐπαρχίας μετάβασίν των· καὶ τὸ ζήτημα νὰ τεθῇ ἐν τῷ Συντάγματι, διότι ἔχομεν ἀφορμὰς, τὰς ὁποίας ἡ συζήτησις κατέδειξε, διότι κατὰ τὰ παρελθὸν ἐζήτησαν πολλάκις οἱ ἀξιωματικοὶ ἄδειαν καὶ δὲν τοῖς ἐδόθη· διὰ τοῦτο θέλομεν νὰ τὴν συμπεριλάβωμεν ἐντὸς τοῦ Συντάγματος». Καὶ κατωτέρω ὁ αὐτὸς ἐπάγεται: «Δύνανται νὰ ζητήσωσι καὶ λάβωσιν ὑποχρεωτικῶς ἄδειαν, διὰ νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας των, καὶ ἐννοοῦμεν, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ μᾶς ἀποκλείσῃ τὸ δικαίωμα νὰ μεταβῶμεν ἐγκαίρως εἰς τὰς ἐπαρχίας μας». Αὐτὸ λοιπὸν, κύριοι, ἦτο τὸ πνεῦμα τῆς Συνελεύσεως· ἤθελε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ δικαίωμα ἀπέναντι τῆς αὐθαιρεσίας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἤθελε νὰ ἦναι ὑποχρεωμένη ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ παρέχῃ τὴν ἄδειαν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὴν ἐπαρχίαν των καὶ προετοιμάζωνται εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα. Διὰ νὰ πεισθῆτε, κύριοι, ὅτι αὐτὴ ἦτον ἡ ἔννοια ὅλης αὐτῆς τῆς συζητήσεως, θὰ σᾶς ἀναγνώσω τί παραδέχθη ἡ Συνέλευσις. «Ὁ δὲ πρόεδρος λέγει, ἀναφέρων καὶ ἐξηγῶν τὸ προταθὲν θέμα. «Ἡ πρότασις αὕτη περιέχει, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκτίθενται εἰς τὸν ἀγῶνα καὶ ἐκλέγονται· δεύτερον, ἔχουσι δικαίωμα νὰ ζητήσωσιν ἄδειαν». Βλέπετε, κύριοι, ὅτι εἶναι δύο πράγματα χωριστά· τὸ πρῶτον εἶναι ἡ καθιέρωσις δικαιώματος ἀπολύτου, τὸ δεύτερον εἶναι δικαίωμα τοῦ ἀξιωματικοῦ νὰ αἰτήσηται, καὶ ὑποχρέωσις τοῦ ὑπουργοῦ νὰ παράσχῃ τὴν ἄδειαν.
§54Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὥστε ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ δυνάμεθα νὰ ἀπερχώμεθα, ὅταν πρόκηται νὰ ἐνεργηθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ, καὶ τότε νὰ διαλύεται ὁ στρατός.
§55ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι, κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ Συντάγματος, ὁ μὲν ἀξιωματικὸς ἔχει τὸ δικαίωμα, ἡ δὲ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παρέχῃ τὴν ἄδειαν. (Θόρυβος.) Καὶ, κύριοι, ἐξανίστασθε κατ’ αὐτῆς τῆς γνώμης, καὶ γνωρίζω διατί· διότι φοβεῖσθε τὰς κακὰς συνεπείας. Ἀλλ’ οὐδένα κίνδυνον τρέχετε. Ἄλλως δύνασθε ἐκ περισσοῦ νὰ προλάβητε τὰς συνεπείας αὐτὰς, νομοθετοῦντες διάταξιν περὶ ἐντοπίων στρατιωτικῶν· δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ὁ ὑποψήφιος στρατιωτικὸς δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὑπηρεσίαν ἐν τῇ ἐκλογικῇ περιφερείᾳ, εἰς ἣν ἀνήκει· δὲν ἔχετε ὅμως τὸ δικαίωμα, ὅταν πρόκηται νὰ δικάσητε τὴν νομιμοτάτην ἴσως τῶν ἐκλογῶν, — διότι ὅλοι ἤμεθα εἰς τὰς ἐπαρχίας μας κατὰ τὰς ἐκλογὰς, ὁ δὲ κύριος Διαλέτης ἦτο μακρὰν, —νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν εἶναι νόμιμος ἡ ἐκλογή του. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἑρμηνείαν ταύτην τοῦ Συντάγματος, δὲν τὴν ἠκούσατε πρώτην φοράν· καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κύριος Κάρτσωνας ἀπὸ τῆς θέσεώς του ἠμφισβήτησε τοῦτο. Ὁ κ. Κάρτσωνας, ἀποτελῶν μέρος τοῦ Τμήματος τοῦ προεξελέγξαντος τὴν ἐκλογὴν Νάξου, καὶ ὑποβληθέντος τοῦ ζητήματος τῆς ἐνστάσεως, ὅτι κακῶς ἡ ἐκλογὴ ἐνηργήθη, διότι δὲν ὑπῆρχεν ἄδεια, γνωμοδοτεῖ, ὅτι ὁ κ. Μυκόνιος δὲν εἶχεν ἀνάγκην τοιαύτης ἀδείας. Κύριε Κάρτσωνα, ἔχετε τὴν ὑπογραφήν σας ἐδῶ, Δημήτριος Κάρτσωνας. «Διὰ ταῦτα τὸ Τμῆμα ἀποφαίνεται ἔγκυρον τὴν...κλπ.» Σημειώσατε δὲ, κύριοι, ὅτι ὑπὲρ τῆς ἑρμηνείας ταύτης ἦτο τότε καὶ ὁ κ. Κορωναῖος, μέλος τοῦ Τμήματος καὶ πληρεξούσιος, ἐνεργὸν λαβὼν μέρος ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει, ὅτε συνεζητεῖτο καὶ ἐψηφίζετο τὸ 71 ἄρθρον.
§56ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη ἡ ἰδική μου, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ τί εἶπε;
§57ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Ἦτον ἄλλο τὸ ζήτημα ἐκεῖ, κ. Κάρτσωνα, δὲν ἦτον ὅπως ἐδῶ. Κύριοι, ἀνεξαρτήτως τοῦ νομικοῦ μέρους τοῦ πράγματος, τουτέστι τῆς ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν νομίζω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ δεχθῶμεν, φρονῶ, ὅτι τὰ πραγματικὰ γεγονότα παρίστανται τοιαῦτα ἐνώπιόν μας, ὥστε δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Βουλήν, δικάζουσαν τὴν νομιμοτάτην τῶν ἐκλογῶν, νὰ ἀποφανθῇ κατὰ τοῦ κύρους αὐτῆς.
§58ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Ἀποτελῶν, κύριοι, καὶ ἐγὼ μέρος τοῦ Τμήματος τοῦ ἐξελέγξαντος τὴν ἐκλογὴν Τριχωνίας, ὀφείλω νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου. Μὲ φέρει δὲ εἰς τὸ βῆμα ἡ βεβαίωσις τοῦ κ. Γρυπάρη, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἔγγραφα, πιστοποιοῦντα, ὅτι ὁ κ. Διαλέτης δὲν ἐζήτησεν ἄδειαν. Ὑπάρχει ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον βεβαιοῖ, ὅτι δὲν ἔλαβεν ἄδειαν. Ἐπειδὴ δὲ παρὰ τοῦ κ. Δραγούμη, μέλους τοῦ Τμήματος, δὲν ἠμφισβητήθη, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς δὲν πρέπει νὰ λάβῃ ἄδειαν, ἀλλ’ ὅτι ἐζήτησε καὶ δὲν ἔλαβεν, ἐγὼ ἠρώτησα τὸν κ. Διαλέτην ἐὰν ἐζήτησε τοιαύτην· ὁμολογῶ δέ, ὅτι ἡ βεβαίωσίς του δὲν ἦτο πολὺ θετική, ἦτο μᾶλλον ταλαντευομένη. Παρακαλῶ τὸν κ. Διαλέτην, εὑρισκόμενον πρὸ ὀλίγου ἐνταῦθα καὶ ἀπελθόντα τὴν στιγμὴν ταύτην, νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ εἴπῃ, ἐὰν ἐζήτησεν ἔστω καὶ προφορικὴν ἄδειαν. Γινώσκει δὲ ὁ κ. Διαλέτης, ὅτι δὲν τῷ ἐπετρέπετο νὰ ζητήσῃ προφορικὴν ἄδειαν εἰμὴ 48 ὡρῶν, διὰ μείζονα δὲ τῶν 48 ὡρῶν ἄδειαν ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ ἔγγραφον αἴτησιν, καὶ μάλιστα προκειμένου περὶ τῆς συνταγματικῆς ἀδείας 5½ μηνῶν. Τοῦτο διατάσσει ὁ κανονισμὸς τοῦ στρατοῦ. — Μ’ ὅλον ὅτι ταλαντευομένη ἦτο ἡ βεβαίωσις τοῦ κ. Διαλέτη, ἐγὼ ἐγνωμοδότησα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐρωτηθῇ ἡ ἁρμοδία ἀρχή, ἐὰν ἐζητήθη ἄδεια παρὰ τοῦ κ. Διαλέτη· διότι αὐτὸ τὸ θεωρῶ ἀπαραίτητον, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ βεβαιωθῇ ἐπισήμως, ὄχι ἂν ἔλαβεν ἄδειαν, ἀλλ’ ἐὰν ἐζήτησεν ἄδειαν. Καὶ νομίζω, ὅτι τὸ Προεδρεῖον ἐζήτησε ἐπίσημον βεβαίωσιν, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ μοὶ δώσῃ τὴν ἐπίσημον ἀπάντησιν. Οὐδεὶς δισταγμὸς ὑπῆρξεν ἐν τῷ Τμήματι περὶ τοῦ ἂν ὤφειλε νὰ ἔχῃ ἄδειαν, ἐκτὸς τοῦ κ. Γρυπάρη, ὅστις εἶχεν ἄλλην γνώμην, διότι πάντες ὁμογνωμόνως εἴπομεν, ὅτι ὤφειλε νὰ ἔχῃ τοιαύτην, διὰ νὰ κατέλθῃ εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα. Ἰδοὺ ἡ ἀπάντησις. Ἀριθ. 9703.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Τμῆμα προσωπικοῦ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν Πρὸς τὸν Κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ἐπὶ τῷ ὑπ’ ἀριθ. 100/57 ἐγγράφῳ ὑμῶν λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ πέμψωμεν ὑμῖν συνημμένως ὧδε τὸ πρὸς ἡμᾶς τηλεγράφημα τοῦ 3 τάγματος τῶν εὐζώνων, ἐξ οὗ θέλετε πληροφορηθῆ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ ταγματάρχης Διαλέτης Κωνσταντῖνος οὔτε προφορικῶς οὔτε ἐγγράφως ᾐτήσατο τὴν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος προβλεπομένην ἄδειαν, ὅπως ἀποδυθῇ εἰς τὰς βουλευτικὰς ἐκλογάς. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 19 φεβρουαρίου 1882.
Ὁ ὑπουργὸς
(Τ. Σ.) Β. ΒΑΛΤΙΝΟΣ
Ἰδοὺ δὲ καὶ τὸ τηλεγράφημα τί λέγει: Ἀριθ. 801. Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν. Ἀναφέρομεν ἐπὶ ὑπ’ ἀριθ. 6758 διαταγῆς του, ὅτι ταγματάρχης Κωνστ. Διαλέτης δὲν ἐζήτησεν ἄδειαν συνταγματικὴν, οὔτε ἐγγράφως, οὔτε προφορικῶς ἡμῖν. Πέτα, 11 Φεβρουαρίου 1882. 3 εὐζώνων.
ΣΤΑΪΚΟΣ.
Ἀπέναντι τοιαύτης ἐπισήμου βεβαιώσεως, ἀπέναντι τῆς νομολογίας τῆς Βουλῆς, ἥτις ἐπεκράτησεν ἐπὶ 15 ὅλα ἔτη, ὡς διεβεβαίωσεν ὁ κ. Α. Γ. Πετιμεζᾶς κατὰ τὸ 1868, τί ἄλλο θέλετε;
§59Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτό.
§60ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ποῦ τὸ στηρίζετε αὐτό;
§61Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτῆς τῆς νομολογίας. Διαβάσατε καλλίτερα.
§62ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Δὲν τὸ εὑρίσκω.
§63Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δόσε μού το νὰ σοῦ τὸ εὕρω ἐγὼ, νὰ τὸ διαβάσῃς, γιὰ νὰ ἰδῇς τί λέγω.
§64ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Θὰ μοὶ κάμητε μεγάλην χάριν, διότι θὰ ἀναμνησθῆτε τῶν τότε λόγων σας. (Διάλογοι.) Ὁ προαγορεύσας θεωρεῖ τὴν ἄδειαν ὡς δικαίωμα τῶν ἀξιωματικῶν. Ἀλλὰ, κύριοι, ποῖον δικαίωμα δὲν ἔχει ἀντίστοιχον ὑποχρέωσιν; Ὁ κύριος Καλλιγᾶς διεβεβαίωσεν ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ εἶπεν, ὅτι τὸν περιεκύκλωσαν εἰς τὸ βῆμα καὶ τὸν ἐβίασαν πεντήκοντα ἀξιωματικοί, καὶ σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἔχει τὸ κῦρος τῆς γνώμης τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ἐλευθέρας καὶ ἀνεπηρεάστου. Οὐχ ἧττον ποῖον δικαίωμα δὲν ἔχει ἀντίστοιχον ὑποχρέωσιν; Ὁ ἀξιωματικὸς δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ ἄδειαν καὶ ὁ ὑπουργὸς ὑποχρεοῦται νὰ παράσχῃ ταύτην· ἀλλ’ ἐπιτρέπεται εἰς ἀξιωματικὸν, ὅστις εἶναι ἐν ἐνεργείᾳ καὶ διοικεῖ τάγμα, ἢ σῶμά τι στρατιωτικὸν, ἢ εἶναι φρούραρχος καὶ ἐνεργεῖ τὰ καθήκοντά του, νὰ ἐκτεθῇ εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα καὶ ἐνεργήσῃ τὰς ἐκλογάς του; δὲν ὑποχρεοῦται καὶ οὗτος ν’ ἀπόσχῃ τῆς θέσεως, ἐξ ἧς ἐπηρεάζεται ἡ ἐκλογή; Λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας, κύριοι, τὸ προηγούμενον, τὸ ὁποῖον θὰ καθιερώσητε, καὶ μάλιστα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχετε στρατιωτικοὺς ἀντιπάλους ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ σας. Ὁ ἀξιωματικός, οὕτω πως ἐκτιθέμενος εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, ἐπιβάλλεται καὶ ἐπηρεάζει τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς. Δὲν εἶναι ὀρθὸν τὸ λεχθὲν παρὰ τοῦ κ. Γρυπάρη, ὅτι πρέπει διὰ νόμου, οἷος ὁ περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων, νὰ ὁρισθῇ, ὅτι ἀπαγορεύεται εἰς τὸν ἀξιωματικὸν νὰ ἦναι εἰς τὴν ἐπαρχίαν του· διότι τότε θὰ τῷ ἀπαγορεύσητε νὰ ὑπηρετῇ εἰς οἰανδήποτε ἐπαρχίαν. Δὲν πρόκειται περὶ κατωτέρων ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ περὶ ἀνωτέρων. Ὁ λοχαγὸς βεβαίως δύναται ν’ ἀπαγορευθῇ, ἀλλ’ ὁ συνταγματάρχης, ὅστις γίνεται ἀρχηγὸς ἑνὸς σώματος τῆς Ἀνατολικῆς Ἑλλάδος λ. χ. καὶ διοικεῖ ὁλόκληρον στρατιωτικὴν περιφέρειαν, καὶ ἔχει ὑπὸ τὰς διαταγάς του 15 τάγματα πεζικοῦ, 3 πυροβολικοῦ καὶ πλεῖστα ἄλλα σώματα, δύναται νὰ μὴ ἦναι εἰς τὴν ἐπαρχίαν του; Ὥστε ὁ νόμος αὐτὸς δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ἤτοι νόμος περὶ ἐντοπίων ἀξιωματικῶν, ἐκτὸς μόνον ἐὰν πρόκηται περὶ τῶν κατωτέρων. Νομίζω δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ, ὁσάκις ἦλθε τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται, ἐνώπιόν της, πάντοτε ἀπεφάσισεν, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἔχει αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, καὶ διὰ τοῦτο ἡ νομολογία τῆς Βουλῆς τοιαύτη πάντοτε ὑπῆρξε. Φρονῶ, κύριοι, ὅτι, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἑτέρα βεβαίωσις, ἐκτὸς τῆς ἐπισήμου ταύτης, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἔλαβεν ἄδειαν, ἀλλ’ οὔτε ἐζήτησε προφορικῶς ἢ ἐγγράφως, πρέπει νὰ ἀκυρώσητε τὴν ἐκλογήν.
§65Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Βεβαίως, κύριοι, σκοπὸν δὲν εἶχον νὰ ὁμιλήσω· ἀλλ’ ὁ κ. Ζυγομαλᾶς με ἐξηνάγκασεν. Ἔφερεν ἐνταῦθα τὰ πρακτικὰ καὶ ἐπεκαλέσθη τὴν ὁμιλίαν τὴν ἰδικήν μου ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Μυκονίου, ὅπως πολεμήσῃ τὴν γνώμην τοῦ προαγορεύσαντος. Ἀλλ’ ὁ κ. Ζυγομαλᾶς φαίνεται, ὅτι ἢ δὲν ἀνέγνωσε τὰ πρακτικά, ἢ τὰ ἀνέγνωσε μετὰ μεγίστης ὀλιγωρίας, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἄλλο τι. Καθόσον, ἀφοῦ ἐσυζητήθη τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ἂν ἡ ἐκλογὴ τοῦ κ. Μυκονίου ἦναι ἔγκυρος ἢ ἄκυρος, καὶ καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐπρόκειτο νὰ τεθῇ τὸ θέμα εἰς ψηφοφορίαν, ἐπετάθη παρὰ τοῦ κ. Μίληση καὶ Μυκονίου, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς διετάχθη ἡ ἐκλογή. Καὶ διατί τοῦτο; Διότι ἰσχυρίζοντο, ὅτι, καί τοι προβιβασθεὶς ὁ κ. Μυκώνιος, οὐχ ἧττον τὴν θέσιν τοῦ βουλευτοῦ δὲν τὴν ἀπώλεσεν. Αὐτὸ ἦτο τὸ θέμα. Τότε λοιπὸν ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Μίλησην, τὸν κ. Ῥικάκην καὶ τὸν κ. Μυκώνιον, ἀπήντησα, ὅτι «οἱ κατ’ ἐκλογὴν προβιβαζόμενοι ὑποβάλλονται εἰς νέαν ἐκλογήν· καὶ αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος καὶ ἡ νομολογία τῆς Βουλῆς.» Ἐξακολουθῶν δὲ τὸν λόγον εἶπον, ὅτι ἐπὶ 15 ἔτη ἡ νομολογία αὕτη ὑπῆρξεν ἀσάλευτος, ἤρχισε δὲ ἀπὸ τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Σιαφάκα, συνταγματάρχου τῆς φάλαγγος. Τί κοινὸν λοιπὸν ἔχει τοῦτο μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον; Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ὅλως ἄλλον, καὶ θὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου διότι καὶ ἐγὼ ὡς πληρεξούσιος ἔλαβον μέρος εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ Συντάγματος. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δι’ ἐγκυκλίου διέταξεν, ὅτι, ὅστις τῶν στρατιωτικῶν θελήσῃ νὰ κατέλθῃ εἰς τὸν ἀγῶνα, πρέπει νὰ ζητήσῃ ἄδειαν 8 ἡμέρας πρὸ τῆς προθεσμίας. Τοῦτο βεβαίως δὲν ὑπεχρέου κανένα τῶν ἀξιωματικῶν νὰ συμμορφωθῇ μὲ αὐτὸν τὸν φετρᾶ· διότι ἀπέναντι ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος ἡ ἐγκύκλιος δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν. Λοιπὸν ὁ κ. Διαλέτης, μὴ ἔχων ἴσως κατὰ νοῦν νὰ κατέλθῃ εἰς τὸν ἀγῶνα, λαμβάνει τηλεγράφημα ἀπὸ τὸ Ἀγρίνιον εἰς Ἄρταν, ὅτι ἐπροτάθη ὡς βουλευτής. Μεταβαίνει λοιπὸν παρὰ τῷ διοικητῇ, τῷ κ. Σταΐκῳ, καὶ ζητεῖ τὴν συνταγματικὴν ἄδειαν. Ὁ κ. διοικητὴς τῷ ἀπαντᾶ, ὅτι ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν πρὸ 8 ἡμερῶν· ἦτο δὲ ἡ 4 μ. μ. τῆς τελευταίας ἡμέρας τῆς τεταγμένης παρὰ τοῦ νόμου. Σκοπός, φαίνεται, τοῦ κ. διοικητοῦ θὰ ἦτο νὰ παρέλθῃ καὶ αὐτὴ ἡ ἡμέρα, ὅπως ἀπολέσῃ τὸ δικαίωμα. Ἀλλ’ ὁ κ. Διαλέτης, αἰτήσας τὴν ἄδειαν προφορικῶς, ἐφέρθη συμφώνως μὲ τὸν νόμον. Σκοπὸς τοῦ Συντάγματος εἶναι, ὅπως οἱ ὑπάλληλοι οἱ στρατιωτικοὶ ἦναι μὲν ἐλεύθεροι νὰ ἐξασκήσουν τὸ δικαίωμά των, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως νὰ μὴ δύνανται ὡς ἐκ τῆς θέσεώς των νὰ ἐπεμβαίνουν εἰς τὰς ἐκλογάς. Ἀλλὰ τί γίνεται ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν δώδεκα, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ὁ νόμος; Ὁ ὑποψήφιος αὐτὸς ἀπεῖχε παρασάγγας πολλοὺς μακρὰν τῆς ἐπαρχίας, καὶ χωρὶς νὰ ἦναι παρών, ἐκλέγεται πανηγυρικῶς· καὶ σεῖς λέγετε, ὅτι ἕνα τοιοῦτον βουλευτὴν πρέπει νὰ τὸν ἀποβάλωμεν. Ἐπειδὴ εὑρίσκομαι εἰς τὸ βῆμα, ὀφείλω νὰ κάμω καὶ μερικὰς ἄλλας παρατηρήσεις, διότι πολλάκις ἤκουσα νὰ λέγεται «ἤρχισεν ὁ δεκατισμός,» καὶ νὰ ὑποστηρίζεται, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ ἐξητάσθησαν ὑπὸ τὸ πρίσμα τοῦ φατριασμοῦ. Σᾶς λέγω λοιπόν, ὅτι ἡ πλειοψηφία λίαν ἐπιεικῶς ἐφέρθη, καὶ ὅτι τὸ στρατιωτικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ἐφέτος ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, κατορθώσας νὰ μεταθέσῃ εἰς τὰς ἐπαρχίας ὅλους τοὺς ἐντοπίους χωροφύλακας καὶ ὅλους τοὺς στρατιώτας, εἶναι σύστημα πρωτοφανὲς, τὸ ὁποῖον, ἐὰν δὲν φροντίσωμεν νὰ καταστρέψωμεν διὰ νομοθετικῶν μέτρων, θὰ πολλαπλασιασθῇ. Σᾶς εἶπον, ὅτι, ἐὰν ἐψηφοφόρησαν τόσος ἀριθμὸς χωροφυλάκων, τὸ ἀποτέλεσμα δὲν μεταβάλλεται. Ἀλλ’ ἡ παρουσία τῶν χωροφυλάκων, ἢ τῶν ἀξιωματικῶν, ἢ τῶν ὑπαλλήλων τῶν ἐντοπίων, ἐξετάζεται ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν. Ἐνθυμοῦμαι, κατὰ τὰς παρελθούσας ἐκλογὰς, δύο ἢ τρεῖς ὑπάλληλοι παρῃτήθησαν καὶ μετέβησαν, ὅπως ὑποστηρίξωσι τοὺς ὑπουργικοὺς ὑποψηφίους. Κατέκρινα καὶ τότε τὸ μέτρον αὐτὸ, καὶ εὑρέθησαν βουλευταὶ νὰ τὸ ὑπερασπισθῶσιν. Αὐτοὶ δὲ οἱ ὑπάλληλοι, ἅμα ἐτελείωσεν ἡ ἐκλογὴ, ξαναδιωρίσθησαν. Εἶπον καὶ τότε, ὅτι τὸ μέτρον αὐτὸ εἶναι κάκιστον, διότι θὰ πολλαπλασιασθῇ. Καὶ τῷ ὄντι τί εἴδατε φέτος; Σχεδὸν εἰς τὰς πλείστας ἐπαρχίας εἴτε παρῃτήθησαν, εἴτε ψευδῶς ἐπαύθησαν, καὶ μετέβησαν, ὅπως ὑποστηρίξωσι τοὺς ὑπουργικοὺς ὑποψηφίους, καὶ ἅμα ἐτελείωσεν ἡ ἐκλογὴ, διωρίσθησαν ἐκ νέου. Ὅλος αὐτὸς ὁ δεκατισμὸς, ὁ ὁποῖος ἐγένετο διὰ τῶν μέσων τῆς ἐξουσίας, θεωρεῖται μηδὲν, ἡ δὲ αὐστηρὰ ἐξέτασις τοῦ νόμου ἐθεωρήθη ὡς ἔγκλημα μέγα, καὶ ἐθεωρήθη παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι δοῦλοι τῆς ἐξουσίας καὶ οἱ ὁποῖοι ἄνευ τῆς προστασίας τῆς ἐξουσίας οὐδέποτε εἰσῆλθον ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου. Καὶ ἄλλο τι πρέπει νὰ εἴπω, διότι ὁ κ. πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπε, καὶ ἐπανέλαβε καὶ ὁ κ. Μίλησης, ὅτι μὲ διπλὰ μέτρα καὶ σταθμὰ μετροῦμεν, καὶ ἀνέφερε τὴν ἐκλογὴν Θήρας καὶ εἶπεν ὅτι ἐκεῖ δὲν ἐδημοσιεύθη τὸ πρόγραμμα, καὶ ἐν τούτοις τὸ Τμῆμα ἐζήτησε τὴν ἐπικύρωσιν. Ἀλλὰ δὲν εἴχομεν τὸ ἴδιον ζήτημα εἰς τὴν ἐκλογὴν Κυθήρων, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπέτυχε πολύτιμος φίλος, ὁ στρατηγὸς Κορωναῖος, καὶ ἡμεῖς εἴπομεν ἐντὸς τοῦ Τμήματος, ὅτι δὲν εἶναι λόγος σπουδαῖος πρὸς ἀκύρωσιν ἐκλογῆς; Εἴδατε χθὲς ὁ κ. Μαυρομιχάλης πόσα σᾶς εἶπεν. Ἀλλὰ λάβετε τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε πέρυσιν ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Βάλτου, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὁ κ. Μαυρομιχάλης λέγει ἐκεῖ, καὶ πολὺ δικαίως, ὅτι αἱ μετακινήσεις στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων καὶ σωμάτων καὶ ἀξιωματικῶν κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἐκλογῆς βεβαίως εἶναι ζήτημα λίαν σπουδαῖον· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπλειονοψήφει κατὰ πολλὰς ψήφους, διὰ τοῦτο καὶ μόνον προτείνει τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς. Ὅσα δὲ ἐλέχθησαν, ὅτι δῆθεν ἐπαρχίαι τινὲς περιέχουν παλληκαράδες, καὶ ὅτι τὸ φρόνημα δὲν ὑποτάσσεται, αὐτὰ εἶναι μῦθοι, ἐκτὸς ἐὰν θελήσητε νὰ κάμητε νόμον, διαιροῦντα τὰς ἐπαρχίας κατὰ παλληκαράδες καὶ μά. Ἐγὼ ἀνήκω εἰς ἐπαρχίαν μὴ παλληκαράδων καὶ ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ νὰ κρατοῦν οἱ νόμοι καὶ ὄχι οἱ χωροφύλακες. Προτείνω λοιπὸν, ὅτι ἡ ἐκλογὴ τοῦ κ. Διαλέτη εἶναι ἡ νομιμωτέρα πασῶν, καὶ πρέπει νὰ ἐπικυρωθῇ.
§66Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν θαυμάζω τὴν δεξιότητα, μὲ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Γρυπάρης ἐπραγματεύθη τὸ ζήτημα, διότι εἶναι δικηγόρος, συνεπῶς σοφιστὴς, οὔτε τὸν κ. Πετιμεζᾶ, ὁ ὁποῖος εἰς ὅλα τὰ ζητήματα λαμβάνει τὸν λόγον, καὶ εἰς ὅλα εἶναι ἐνήμερος· ἀλλὰ θὰ ἐξετάσω αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ τὸ ζήτημα. Τὸ Σύνταγμα λοιπὸν λέγει ῥητῶς καὶ καθαρῶς: «Εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς χορηγεῖται, ἐπὶ τῇ αἰτήσει αὐτῶν, ὑποχρεωτικῶς πέντε καὶ ἡμίσεως μηνῶν κανονικὴ ἀπουσίας ἄδεια ἕνα μῆνα πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐκλογῶν.» Αἱ δὲ αἰτήσεις τῶν ἀξιωματικῶν πῶς γίνονται, αὐτὸ θὰ τὸ εὕρητε εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας, ὁ ὁποῖος λέγει «μόνοι οἱ ἀξιωματικοὶ ἀναφέρονται ἐγγράφως, οἱ δὲ ὑποξιωματικοὶ τότε μόνον, ὅταν διοικῶσιν ἀπεσπασμένα τμήματος.» Διὰ τοῦτο διακόπτων τὸν κύριον Γρυπάρην τῷ εἶπον, ὅτι ὑβρίζει τὸν ἀξιωματικόν, ὅταν λέγῃ, ὅτι τοιούτου εἴδους αἴτησιν ὑπέβαλε προφορικῶς· καὶ πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὁ κύριος Γρυπάρης, ὅτι αἱ ἀναφοραὶ δίδονται, ὁπουδήποτε καὶ ἂν ὦσιν, ἐπὶ παρουσίᾳ καὶ τῶν ἄλλων ἀξιωματικῶν τῶν ἐχόντων ὑπηρεσίαν, ποτὲ δὲ κατὰ μόνας καὶ εἰς τὰς ὁδούς.
§67ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Κύριε συνάδελφε, αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἀνεγνώσατε, συνηγοροῦν ὑπὲρ τῆς γνώμης μου.
§68Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἄρα πιστεύετε ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ ἀναφέρονται πάντοτε γραπτῶς, ἐκτὸς ὅταν πρόκηται νὰ κάμωσι γνωστόν εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ τάγματος, ὅτι στρατιῶται ἀπουσίασαν, ὅτι στρατιῶται εἰς τὴν φυλακὴν παραπονοῦνται καὶ τὰ τοιαῦτα. Ἀπόδειξις, ὅτι λέγω ἀλήθειαν, εἶναι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Διαλέτης δὲν ἐδέχθη νὰ μείνῃ ἐδῶ, διότι ἦτο πεπεισμένος, ὅτι θὰ τὸν προεκάλουν ἐπὶ λόγῳ τιμῆς νὰ εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν καὶ ἤθελε τὴν εἴπει φανερά, διότι γνωρίζω τὸν ἱπποτισμόν του, καὶ ἤθελεν εἴπει μετὰ παῤῥησίας, ἥτις τὸν χαρακτηρίζει, ὅτι δὲν ἐζήτησεν οὔτε ἐγγράφως, οὔτε προφορικῶς.
§69ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Ἐνώπιον τοῦ Τμήματος ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἐζήτησε προφορικῶς τὴν ἄδειαν.
§70Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιτρεψατέ μοι νὰ μὴν τὸ πιστεύσω.
§71ΒΑΛΒΗΣ. Ἡ Διοίκησις τοῦ τάγματος ἀναφέρει, ὅτι οὐδὲ προφορικῶς ἐζήτησε τὴν ἄδειαν. Λοιπὸν δὲν δυνάμεθα νὰ πιστεύσωμεν περισσότερον τὸν κ. Διαλέτην, ἐνδιαφερόμενον ἀμέσως.
§72Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ πρᾶγμα λοιπὸν εἶναι καθαρόν. Καὶ τὸ Σύνταγμα ῥητῶς λέγει, ὅτι ἕνα μῆνα πρὸ τῶν ἐκλογῶν δίδεται ἡ ἄδεια· δηλαδή, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς ὅπως δήποτε δὲν δύναται νὰ ἐκλεχθῇ. Καὶ οὕτως ἐξηγήθη παρ’ ὑμῶν εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ κ. Μυκονίου κατὰ τὸ 1878.
§73ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Ὅταν τὴν ζητῇς.
§74Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν δεχθῆτε, ὅτι ἔχουν οἱ ἀξιωματικοὶ τὸ δικαίωμα, χωρὶς νὰ ζητήσουν ἄδειαν, νὰ μεταβαίνουν εἰς τὰς ἐπαρχίας των, καταντᾶτε εἰς ἄτοπον, καὶ τότε συμβουλεύετε τὴν παραλυσίαν.
§75ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Ἐὰν θέλῃ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν του, θὰ ζητήσῃ ἄδειαν, καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑπόχρεως νὰ τὴν δώσῃ.
§76Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι δικηγόρος, ἐπαναλαμβάνω, οὔτε ῥήτωρ, νὰ δύναμαι νὰ κάμνω σοφιστείας, καὶ δὲν ἐσπούδασα διὰ νὰ διαστρέφω καὶ αὐτὰ τὰ κείμενα· ἀλλὰ προκαλῶ τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ν’ ἀναπτύξῃ τὴν γνώμην του ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἕνας ἀρχηγὸς μερίδος, ἄνθρωπος ὡς ὁ κ. Τρικούπης, πρέπει νὰ ἔχῃ γνώμην, καὶ νὰ τὴν εἴπῃ καθαρῶς ἀπ’ ἐδῶ, διότι εἶμαι ἀξιωματικὸς καὶ θὰ συμμορφωθῶ μεθαύριον μὲ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ θὰ δεχθῇ, καὶ θὰ φύγω χωρὶς ἄδειαν. Προσθέτω, κύριοι, διὰ νὰ γραφῇ καὶ ἐδῶ καὶ ἔξω εἰς τὴν δημοσιότητα, ὅτι μετρᾶτε μὲ πήχεις διαφόρους, ὡς ἐμετρήσατε εἰς τὸν Σιβιτανίδην καὶ εἰς τὸν Ἰσχόμαχον, εἰς τὸν Βράϊλαν καὶ Ζαΐμην καὶ τοὺς ἄλλους, τῶν ὁποίων τὰς ἐκλογὰς ἠκυρώσατε, διότι ἐκάθηντο εἰς τὴν πτέρυγα τὴν δεξιάν· ἠκυρώσατε ἐκλογὰς διὰ ψυχολογικὰς ἐπεμβάσεις καὶ ὄχι δι’ ἐπεμβάσεις ὁμοίας μὲ ἐκείνας τοῦ Βούλγαρη. Καὶ ἀκόμη εἰς τὴν ἐκλογὴν Βάλτου εἴπατε, ὅτι ἄνευ ἀδείας οἱ ἀξιωματικοὶ μετέβησαν εἰς τὴν ἐπαρχίαν, εἴπατε διὰ τὸν κ. Σκυλοδῆμον, ἔχοντα ἄδειαν, ὅτι δὲν ἔβαλε κάλπην, καὶ εἴπατε, ὅτι δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογή. Ἀλλὰ τώρα βεβαίως δὲν συμφέρει, διότι ὁ κ. Διαλέτης εἶναι εἰς τὴν ἀπόχρωσίν σας καὶ συνεπῶς δὲν πρέπει νὰ ἐξέλθῃ. Ὁ κ. Ἀμβράζης ὅμως καὶ ὁ κ. Ζαΐμης, ἐπαναλαμβάνω, ἔπρεπε νὰ ἐξέλθουν, ἀλλ’ ὁ κ. Ῥοῦφος ἔπρεπε νὰ μείνῃ· καὶ αὐτὸ κατὰ σᾶς λέγετε ἐκπλήρωσις τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος. Λοιπὸν ματαιοπονοῦν ὅσοι συμφωνοῦσι μὲ τὴν γνώμην μου· καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ παύσητε συζητοῦντες, νὰ μὴ ἀνέλθῃ κανεὶς εἰς τὸ βῆμα· διότι εἶναι ἐντελῶς μάταιον. Τὸ πρόγραμμα εἶναι πρὸ πολλοῦ γεγραμμένον καὶ ἀποφασισμένον, καὶ θὰ σταματήσῃ τότε, ὁπόταν ἐδῶ ψηφοφορήσωσιν ἐπιτροπὴν δι’ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐπῆρε δι’ ὑπογραφῆς τόσα, ὅσα ἐπῆρε ἡ Αὐστρία, ἡ ὁποία αἱματοκύλισε τὸν τόπον της, καὶ περισσότερα τοῦ Μαυροβουνίου, αἱματοκυλίσαντος, ἐπαναλαμβάνω, τὸν τόπον του. Ὁμιλεῖτε περὶ προδοσίας σεῖς, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐδιοικήσατε ἀντισυνταγματικῶς, καὶ τὰς ἐξελέγξεις παρανόμως ἀντισυνταγματικῶς καὶ κομματικῶς διεξήξατε, καὶ εἰς τὰς ἀποστολὰς εἰς Ἰταλίαν ἐπροδόσατε τὸ ζήτημα.
§77ΜΠΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Δὲν ἔχουν σχέσιν αὐτά.
§78Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχουν σχέσιν πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς.
§79ΤΖΑΝΕΣ. Φρονῶ, ὅτι, προκειμένου περὶ τοιούτου ζητήματος, κύριοι βουλευταί, ἔχομεν πάντες τὸ καθῆκον νὰ συζητήσωμεν μετὰ ψυχραιμίας καὶ προσοχῆς· καὶ μάλιστα διὰ τοῦτο θὰ προκαλέσω δι’ ὅλης τῆς δυνάμεως τῆς φωνῆς μου καὶ τὸν κ. πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῆς ἀντιπολιτεύσεως νὰ ἐκφέρωσι τὴν γνώμην των. Ὁμολογῶ, ὅτι κλονίζομαι εἰς τὴν διάγνωσιν τοῦ ζητήματος· διότι ἐξ ἑνὸς μὲν ὑπάρχει ἀναγεγραμμένον εἰς τὸν χάρτην τοῦ πολιτεύματος ἐπιτακτικῶς, ὅτι οἱ κ. κ. ἀξιωματικοὶ δέον νὰ λαμβάνωσιν ἄδειαν. (Θόρυβος ἀριστερά.) Ἐκ τῆς ἀπροσέκτου ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος πρόκειται νὰ ἐγκολαφθῇ εἰς τὸ μέτωπον τῆς Βουλῆς παράπτωμα, οὗτινος τὴν μνήμην ἕκαστος ἐξ ἡμῶν θὰ φέρῃ βεβαίως βαρέως. Δὲν ἀποτελοῦμεν ἡμεῖς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν; ἢ νομίζετε, ὅτι δυνάμεθα ἀσκέπτως ν’ ἀποφασίζωμεν; Ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ὑπάρχουσιν ἄλλοι, οἵτινες ἐπιβλέπουσιν ἐφ’ ἡμῶν. (Θόρυβος ἀριστερά.) Θέλω νὰ φωτισθῶ, θέλω, ὅπως εἶπεν ἄλλοτε ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Πάλλης κ. Ἰακωβάτος, θέλω φῶς, διότι ἐν τῷ σκότει οὐδεὶς δύναται νὰ βλέπῃ. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ἐξηγηθῶσι καὶ ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς, ἡγέτης τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ νὰ διαφωτίσουν τὴν Βουλήν. Χθὲς ἀκόμη ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐξέλθῃ ὁ κ. Βράϊλας, καὶ ὁ κ. Βράϊλας ἐξεβλήθη, διότι δὲν εἶχε παραιτηθῆ τῆς θέσεως, ἣν κατεῖχε, καὶ πρὸ τινος ἐξεβλήθη τοῦ βουλευτηρίου ὁ κ. Μυκόνιος, διότι δὲν εἶχεν ἄδειαν· καὶ καλῶς ἐξεβλήθησαν οὗτοι. Εἶναι ἀναγεγραμμένη εἰς τὸν θεμελιώδη χάρτην, ὅστις διέπει τὸν πολιτικὸν ἡμῶν βίον καὶ τὴν πολιτικὴν ἡμῶν ὕπαρξιν, ἡ τοιαύτη διάταξις, καὶ πρέπει νὰ ᾖναι σεβαστή. Ἐδόθη ἄλλη σημασία ἐν τούτοις εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ταύτην. Ἤκουσα πολλὰ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ φρονῶ, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ τὸ εἴπω, ὅτι δὲν ἐξητάσθη τὸ ζήτημα ὅπου πράγματι ἔγκειται. Ἄλλοθι ἔγκειται τοῦτο, καὶ ἀκούσατε σᾶς παρακαλῶ, κύριοι βουλευταί. Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὁ νομοθέτης ἦτο τόσον ἄσκοπος, ὥστε ἁπλῶς νὰ ἀναγράφῃ διατάξεις, προβλέπων μόνον περὶ τῆς τυχὸν ἀποβολῆς ἐκ τοῦ Βουλευτηρίου ἑνὸς βουλευτοῦ, καὶ νὰ μὴν εἶχεν ἄλλο τι σπουδαιότερον ἐν τῷ νῷ. Ὁ νομοθέτης ἄλλον τινὰ σκοπὸν, βεβαίως πολὺ ὑψηλότερον, πολὺ σπουδαιότερον εἶχεν, ὅτε ἀνέγραφε τὴν διάταξιν ἐν τῷ Συντάγματι. Κύριοι, ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι τὸν ἀξιότιμον κ. Διαλέτην ἠράσθησαν οἱ συμπολῖται αὐτοῦ καὶ διὰ τῆς ψήφου αὑτῶν τὸν ἐξαπέστειλαν ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, ἕνεκα τούτου ἑπόμενον εἶναι, καὶ δὲν εἶναι παράδοξον, νὰ ἐρασθῶσι πάντες οἱ κάτοικοι τῆς Ἑλλάδος πάντας τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ, καὶ συνεπῶς νὰ ἴδωμεν τὸ Κοινοβούλιον συγκροτούμενον ἀπὸ ἀξιωματικοὺς, ἡμᾶς δὲ ἠναγκασμένους νὰ καθέξωμεν τὰς θέσεις αὐτῶν ἐν τῷ στρατῷ. Φαντασθῆτε δὲ, κύριοι, τὴν σύμπτωσιν ταύτην, ἥτις ἄγει κἄπως εἰς εὐρυτέραν τοῦ ζητήματος ἔρευναν. Ἀλλὰ, κύριοι, ἂν παραδεχθῶμεν, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς ἄνευ προηγουμένης ἀδείας δύναται νὰ ἀποδυθῇ εἰς τὸν βουλευτικὸν ἀγῶνα καὶ νὰ ἐκλεχθῇ, τότε τί θέλομεν παραδεχθῆ; ἀρχὴν ὀλεθρίαν, κακὴν ἀρχήν. Καὶ διατί; Διότι εἰς τὰς μετερχομένας βουλευτικὰς ἐκλογὰς δὲν ἔχει οὐδεὶς τῶν ἀξιωματικῶν τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ ἄδειαν διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θέλετε ἴδει ἅπαντας τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ νὰ ἀποδυθῶσιν εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, τὰς δὲ τάξεις των κενὰς καὶ ἐγκαταλελειμμένας. Ὁποία ὅμως θέλει εἶσθαι ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ; κρίνατε! Ὅταν ζητῆταί τι, κύριοι, ὑπὲρ τοῦ νόμου, πρέπει νὰ ζητῆται διὰ τοῦ νόμου καὶ οὐχὶ διὰ τῆς διαστροφῆς αὐτοῦ. Διὰ τῆς διαστροφῆς τοῦ νόμου ἐζητήθη νὰ κρεμασθῇ εἰς τὸν σταυρὸν ὁ Θεάνθρωπος· ἀλλὰ τοῦτο τί ἦτο; ἦτο καὶ ἔσεται κακούργημα, ὑπὸ σύμπαντος τοῦ κόσμου πανθομολογούμενον. Λοιπὸν προσέξωμεν διὰ τοῦ νόμου ἀληθῶς νὰ ζητήσωμεν τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ κ. Διαλέτη εἰς τὴν Βουλὴν, προσέξωμεν ἵνα μὴ καταλύσωμεν τὸν νόμον, ἵνα μὴ καθιερώσωμεν ἀρχὴν ἤδη, ὅτε ἔχομεν ἀνάγκην παρά ποτε ἄλλοτε νὰ συγκρατήσωμεν καὶ ὀργανώσωμεν τὸν στρατόν. Καὶ ἠξεύρετε, κύριοι βουλευταὶ, εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται ὁ στρατὸς ἡμῶν;
§80ΡΑΛΛΗΣ. Ἄς ἦσθε καλά.
§81ΤΖΑΝΕΣ. Ἠξεύρετε τὴν ἱστορίαν αὐτῆς ἀπὸ ποίας ἀρχίζει ἐποχῆς;
§82ΡΑΛΛΗΣ. Ἄς ἦσθε καλά.
§83ΤΖΑΝΕΣ. Ἠξεύρετε, ὅτι ὁ ἡμέτερος στρατὸς, εἰς χαλάρωσιν εὑρισκόμενος καὶ εἰς ἀταξίαν, ἀπαιτεῖ σπουδαίαν καὶ σύντονον τὴν ὑπὲρ αὐτοῦ μέριμναν τῆς Βουλῆς; Ἅπαντες γνωρίζομεν τὴν κακὴν αὐτοῦ κατάστασιν· καὶ ἀπαντῶν πρὸς τὸν κ. Ῥάλλην, λέγω, ὅτι εἰς τὴν τοιαύτην τοῦ στρατοῦ κατάστασιν εἰργάσθησαν εἴκοσιν ὅλα ἔτη, καθ’ ἃ καὶ αὐτὸς ἔκαμε τὸ μέρος του· καὶ ὁ ἀναμάρτητος τὸν λίθον βαλέτω.
§84ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ τὸν βάλῃ πολὺ ταχέως.
§85ΤΖΑΝΕΣ. Καὶ διὰ τοῦτο πρόσεξε νὰ προφυλαχθῇς; — Ἐν τούτοις, κύριοι βουλευταὶ, ἂν ἄλλοτέ ποτε ἐσκέπτοντο πρὸ ἡμῶν ἄλλοι περὶ τοῦ στρατοῦ, ἂν, λέγω, κατὰ τὰ ἔτη 1843 καὶ 1862 αἱ Συνελεύσεις τῆς πατρίδος ἐσκέφθησαν περὶ αὐτοῦ, ἐσκέφθησαν ἐπὶ τῇ βάσει ἄλλων ἀναγκῶν, ἄλλων περιστάσεων. Ἡμεῖς ἤδη πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ἐπὶ τῇ βάσει ἀναγκῶν καὶ περιστάσεων ὅλως ἐξαιρετικῶν. Ὁ βίος τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ πολιτικὴ αὐτῆς θέσις κατὰ τὰ ἔτη 1843 καὶ 1869 ἦτο ἄλλη, καὶ ἄλλη ἡ πολιτικὴ θέσις τοῦ ἔθνους σήμερον. Ἡ Ἑλλὰς σήμερον ἤρξατο βίον στρατιωτικὸν, ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀνάγκην σήμερον στρατοῦ· καὶ τοῦτο ἀπέδειξαν ὁ ἡγέτης τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· διότι ὁ μὲν πρῶτος ἤρξατο νὰ παραιτῇ τὰς ἰδέας τοῦ παρελθόντος, ὁ δὲ δεύτερος νὰ τὰς ὑποστηρίζῃ. Ἔχει λοιπὸν ἀνάγκην ἡ Ἑλλὰς νὰ ὑπάρξῃ καὶ νὰ ζήσῃ στρατιωτικῶς. Καὶ προσέξατε εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, διὰ νὰ μὴν εὑρεθῆτε μεταμελημένοι.
§86ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ........
§87ΤΖΑΝΕΣ. Μὴ ἀδημονῆτε, κ. βουλευτὰ, διότι σεῖς παρὰ πάντα ἄλλον ἔχετε ἀνάγκην νὰ ἀκούσητε ὅ,τι λέγω, σεῖς πρέπει νὰ σεβασθῆτε τὸ Σύνταγμα, σεῖς οἱ Θεσσαλοί, οἱ ποιήσαντες προχθὲς δήλωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι ἀγρύπνως θέλετε φρουρήσει τοὺς νόμους τῆς πατρίδος.— Ἐν τούτοις, κύριοι βουλευταὶ, εἰσήχθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον τῆς Βουλῆς νόμος, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη ὡς κυβερνήτου, διὰ τοῦ ὁποίου δὲν ἐπετρέπετο εἰς ἀξιωματικὸν, εἴτε κατώτερον, εἴτε ἀνώτερον, νὰ πολιτεύηται, ἂν δὲν διανύσῃ τέσσαρα ὅλα ἔτη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ. Καὶ ἐν ᾗ ἐποχῇ ὁ ἡγέτης τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὡς κυβερνήτης μάλιστα τοῦ Κράτους, κύριοι βουλευταί, ἐσκέφθη περὶ τοιαύτης ἀπαγορεύσεως, εἰς τὸν στρατὸν δίδομεν νὰ ἐννοήσῃ τοῦ τί ἀληθῶς σημαίνει τὸ «Ἐλευθέρα Κέρκυρα.» Τέλος πάντων εἶπον, ὅτι μετὰ ψυχραιμίας καὶ προσοχῆς δέον νὰ συζητήσωμεν, ἐξετάζοντες τὸ ζήτημα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πνεύματος καὶ τοῦ γράμματος τοῦ 71 ἄρθρ. τοῦ Συντάγματος· εἶπον, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προσέξωμεν εἰς τὴν δικαίαν καὶ συμφέρουσαν αὐτοῦ ἑρμηνείαν· εἶπον, ὅτι δὲν φρονῶ ὀρθὸν νὰ ἐγκαταλείπωσι τὰς τάξεις των οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ ἄνευ ἀδείας, ἵνα ἀποδύωνται εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα· καὶ διὰ τούτων ἐξέφρασα τὴν ἐμὴν γνώμην, ἐν πλάνῃ ἴσως. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον, σπουδαιότατον, καὶ πάλιν παρακαλῶ τὸν κ. πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, νὰ ἐκφράσωσι τὴν γνώμην αὑτῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἵνα ἐπιχυθῇ τὸ ἀπαιτούμενον φῶς ἐπὶ τῶν τυχὸν σκοτεινῶν μερῶν αὐτοῦ.
§88ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, οἱ προλαλήσαντες ἀπέφυγον νὰ ἐξηγήσωσι καθαρῶς καὶ σαφῶς τὴν διάνοιαν τοῦ νομοθέτου ὡς πρὸς τοὺς ὑποψηφίους ἀξιωματικοὺς κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῶν ἐπαρχιῶν των, κατὰ τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος· καὶ ἤδη ἐγὼ ἐπιχειρῶ τὴν ἐξήγησιν τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος, καὶ λέγω, ὅτι τὸ ἄρθρον 71 δίδει ἀπόλυτον δικαίωμα εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ νὰ κατέρχωνται εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα τῶν ἐπαρχιῶν των, καὶ εἰς τοὺς θέλοντας νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας των νὰ τοῖς δίδεται ἡ συνταγματικὴ ἄδεια τῆς μεταβάσεώς των, τῇ αἰτήσει των, πρὸ 30 ἡμερῶν τῆς τελετῆς τῶν ἐκλογῶν, ὅπως ἐνασκήσωσι τὰ περὶ τῆς ἐκλογῆς των δικαιώματά των· καὶ ἡ αἴτησις αὕτη τοῦ ἀξιωματικοῦ δὲν σκοπεύει ἄλλο τι, εἰμὴ νὰ εἰδοποιῆται ἡ προϊσταμένη ἀρχή του καὶ ἀντικαθιστᾷ εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἐν ἀδείᾳ ἀξιωματικοῦ τὸν ἐπὶ τούτῳ ἁρμόδιον ἀξιωματικὸν, ὥστε νὰ μὴν ἤθελε μείνει ὁ στρατὸς ἄνευ τοῦ καταλλήλου ἀξιωματικοῦ, πρὸς βλάβην τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ ἀξιωματικοῦ Διαλέτη, ἐκλεχθέντος παρὰ τῶν συνεπαρχιωτῶν του αὐτομάτως, μακρὰν τῆς ἐπαρχίας του εὑρισκομένου, εἰς Ἄρταν, δὲν εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ, εἴτε ἐγγράφως, εἴτε προφορικῶς, συνταγματικὴν ἄδειαν, διὰ νὰ τεθῇ ὑποψήφιος βουλευτὴς κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν· διότι τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἀναμιγνύεται ὁ ἀξιωματικὸς εἰς τὰς ἐκλογὰς ἀφέθη ἀπολύτως ἐλεύθερον καὶ ἄνευ τινὸς περιορισμοῦ εἰς τὸ ἄρθρον 71, ἐδάφιον 1 τοῦ Συντάγματος, καὶ μόνον ὅταν σκοπεύῃ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἐπαρχίαν του ἔχει ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὴν προϊσταμένην ἀρχήν του. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ Διαλέτης ἐξελέχθη ὑπὸ τῶν ἐκλογέων τῆς ἐπαρχίας του ἐν τῇ ἀπουσίᾳ του, καὶ ἑπομένως δὲν εὐρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μεταβῇ αὐτοπροσώπως εἰς τὴν ἐπαρχίαν του κατὰ τὰς ἐκλογάς, ὥστε ἡ ἐκλογή του εἶναι νόμιμος καὶ δέον νὰ ἐπικυρωθῇ· καὶ εὐχῆς ἔργον ἤθελεν εἶσθαι, ἀπαξάπαντες οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ πολιτικοὶ νὰ ἐκλέγωνται ἐν τῇ ἀπουσίᾳ τῶν ὑπὸ τῶν συνεπαρχιωτῶν των· καὶ τότε παύει καὶ ἡ σπουδαρχία καὶ πᾶσα ἄλλη διαφθορά, λαμβάνουσα χώραν κατὰ τὴν τελετὴν τῶν ἐκλογῶν, κατὰ κακὴν μοῖραν. Ἔπειτα δὲν βλέπω κατ’ οὐσίαν, ὁποία βλάβη καὶ ζημία ἐπῆλθεν εἰς τὴν πολιτείαν, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῆς συνταγματικῆς ἀδείας· καθόσον ὁ Διαλέτης οὐδόλως, καίτοι ἐκλεγόμενος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ του, ἀπεμακρύνθη τῆς στρατιωτικῆς του θέσεως, εὑρισκόμενος εἰς Ἄρταν, πολλῶν ἡμερῶν μακρυνῆς ἀποστάσεως τῆς ἐπαρχίας του· ὥστε ποσῶς δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ κἂν μικρὰ ἐπίδρασις καὶ ἐπηρέασις εἰς τὰ πνεύματα τῶν ἐκλογέων τῆς ἐπαρχίας του, ἀλλὰ ἡ ἐπιτυχία ὡς βουλευτοῦ τοῦ κ. Διαλέτου εἶναι ἀπαύγασμα τῆς κοινῆς ἀγάπης καὶ τῆς ὁμοθύμου καὶ ἀδόλου ψηφοφορίας τῶν συμπολιτῶν του. Καὶ τούτου ἕνεκα ζητῶ τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς του· καὶ μὴ χανώμεθα εἰς λογομαχίας ἀπράκτους καὶ ἔριδας.
§89ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, ἤκουσα τοὺς ὑπὲρ τοῦ κ. Διαλέτη ὁμιλήσαντας ῥήτορας, διέγνωσα δὲ ἀμέσως τὴν στενοχωρίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον ὡς πρὸς τὸ ζήτημα· καὶ συνήθως, κύριοι, ὁσάκις εὑρίσκεται τις εἰς θέσιν νὰ δικαιολογήσῃ μίαν ὑπόθεσιν καὶ δὲν ἔχει ἰσχυροὺς λόγους, ἀποπλανᾷ τὴν συζήτησιν. Τοιοῦτόν τι συνέβη πρὸ ὀλίγου. Ἐρωτῶ τοὺς κ. κ. ἀξιωματικούς, τοὺς ὁποίους βλέπω σήμερον ὅλους ἐγκολπωθέντας τὴν πρότασιν τοῦ βουλευτοῦ Σύρου: διατί ἐζητήσατε σεῖς ἄδειαν, ἀφοῦ δὲν ἦτο ἀνάγκη, παρὰ εἰς μόνος εὑρέθη νὰ μὴ ζητήσῃ; — Λοιπὸν, κύριοι, ἀπεπλάνησαν τὴν συζήτησιν σκοπίμως, διὰ νὰ σκοτίσωσι τὸ ζήτημα. Κύριοι, ἐγὼ ἐνόμιζα, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ, τοῦ νὰ στρεβλώσωμεν μίαν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, εἶναι μία νέα νομολογία τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πλειονοψηφούσης μερίδος τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τοῦτο τὸν ἐπροκάλεσα καὶ ἐγὼ μετὰ τῶν πολλῶν νὰ δώσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξηγήσεις· καὶ δὲν βλέπω τοῦτο νὰ γείνῃ. Ὕστερον ὅμως ἐνόησα τὸν λόγον διὰ τί δὲν θέλει νὰ δώσῃ, καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἰδική του ἡ νομολογία αὐτὴ, ἀλλ’ εἶναι νομολογία τοῦ κ. Κάρτζωνα, καὶ ὅτι ἡ μερὶς αὕτη (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) εἶναι ὑπὸ τὴν νομολογίαν τοῦ συνταγματικοῦ καθηγητοῦ Κάρτζωνα.
§90ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Ποῖος τὸ εἶπε;
§91ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Σεῖς. Ἡ ἐφαρμογὴ ἐπὶ ἐννέα συνόδους τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ δὲν εἶναι τίποτε· μόνον ἡ Νομολογία τοῦ κ, Κάρτζωνα, ὅστις ἔκαμε μίαν ἔκθεσιν μειονοψηφίας ἰσχύει σήμερον εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς ταύτης νὰ στρεβλώσῃ τὸ Σύνταγμα. Ἐρωτῶ τὸν κ, Καλλιγᾶν νὰ ἐξηγήσῃ, ἂν οἱ ἀξιωματικοὶ ἔχουν ἢ δὲν ἔχουν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ζητῶσιν ἄδειαν.
§92Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σεῖς εἶδα, ὅτι εὑρίσκετε ὡς ὀρθὸν τὸ νὰ ἐξαπατᾷ ὁ ἀξιωματικὸς τὴν ἀρχὴν, νὰ λαμβάνῃ στρατιωτικὴν ἄδειαν, νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν του, καὶ νὰ ὑποστηρίζῃ ἐπεμβαίνων ἄλλους ὑποψηφίους, χωρὶς νὰ θέτῃ κάλπην· καὶ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν τὴν ἐπεκυρώσατε εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Βάλτου, καὶ εἰς ἄλλας ἐκλογάς. Ἤδη εἰς ἀξιωματικὸν, ἀπέχοντα πολλὰς ὥρας ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν του, ζητήσαντα ἄδειαν προφορικὴν, μὴ ἐπεμβάντα διόλου, λέγεις, ὅτι ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἄκυρος;
§93ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριε Πετιμεζᾶ, ἂν ἦναι ἐλαττωματικὸς ὁ νόμος, κατὰ τοῦτο πταίεις σὺ καὶ οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι συνετάξατε τὸ Σύνταγμα· ἐγὼ δὲν ἔχω εὐθύνην. Ζητῶ τὴν αὐστηρὰν ἐφαρμογὴν τοῦ Συντάγματος. Λοιπὸν, κύριοι, ἐπιμένω νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι ὀφείλει ἕκαστος ἀξιωματικὸς νὰ λάβῃ τὴν συνταγματικὴν ἄδειαν. Τώρα ἔρχομαι εἰς ἓν προσωπικόν. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς εἶπεν, ὅτι ὡμιλήσαμεν περὶ δεκατισμοῦ. Πρὸ ἐμοῦ ὡμίλησαν ἄλλοι καὶ σᾶς παρέβαλον ἐκλογὰς ἐπικυρωθείσας πρὸς ἄλλας ἀκυρωθείσας, καὶ σᾶς ἀπέδειξαν, ὅτι δὲν ἀπεφασίσατε, οὔτε ἐξητάσατε μὲ τὸν ἴδιον πῆχυν. Διὰ τοῦτο ἐγὼ ὡμίλησα περὶ δεκατισμοῦ, ἔχων πεποίθησιν, ὅτι εἰς τινας ἀποφάσεις ὡδηγήθητε ἀπὸ τὸν φατριασμόν. Ἄλλοτε, κύριοι, ὑψώθη γοερὰ φωνή, καὶ φωνὴ ἰσχυρὰ, ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι σήμερον ὑποστηρίζουσι τὰς ἰδίας ἀρχάς· κατὰ τίνος; κατ’ ἀνδρὸς ὅστις εἶχε παρελθὸν, ὄγκον ἐν τούτοις τὸν κατηγόρησαν μέχρι τρίτου οὐρανοῦ, διότι ἔκαμε χρῆσιν τοιούτων μέτρων. Τί προδίδεται σήμερον; Ἐὰν εἴχετε (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα) τὸν ὄγκον, τὴν ὀξίαν καὶ τὰς ἄλλας ἀρετὰς ἐκείνου τοῦ μεγάλου ἀνδρὸς, ὅλους ἐκείνους (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ἠθέλατε τοὺς πετάξει ἔξω. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαγωγή σας, καὶ διὰ τοῦτο λέγω μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι ἐπράξατε δεκατισμὸν καὶ σπεύδετε πρὸς τὴν κατάπτωσιν τῆς ὑπολήψεως τῆς Βουλῆς. Δὲν ἔχετε οὔτε τὰς ἀρετὰς οὔτε τὸν ὄγκον τοῦ ἀειμνήστου Βούλγαρη, διὰ νὰ ὑπερισχύσητε καὶ διὰ νὰ κρυφθῆτε, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐτολμήσατε νὰ κάμητε χειρότερα διαβήματα. Ἰδοὺ διὰ τί εἶχον τὴν παῤῥησίαν νὰ ἐξελέγξω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μίαν κατάχρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε σήμερον ἡ πλειοψηφία κατὰ τῆς μειοψηφίας. (Εὖγε.)
§94Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὡς Κυβέρνησις νομίζω, ὅτι ὀφείλω νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου ἐπὶ συνταγματικοῦ ζητήματος Θέλω δὲ εἶσθαι ὀλιγόλογος. Ὅσοι, κύριοι, παρευρέθησαν εἰς τὴν Συνέλευσιν ἐνθυμοῦνται τὴν πάλην, ἥτις ὑπῆρξε μεταξὺ στρατιωτικῶν καὶ πολιτικῶν. Ἐγὼ τὴν ἐνθυμοῦμαι καλλίτερον, κύριοι, διότι παρουσιάσας τότε μετ’ ἄλλων καὶ ἀξιωματικῶν πρότασιν, ἀφορῶσαν εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ στρατοῦ, τὴν ἐπιοῦσαν ὑπέστην σχεδὸν συμφορὰς, καὶ ὅσοι ἦσαν ἐδῶ τότε, ἐνθυμοῦνται τὸ πάθημά μου, πολιορκηθεὶς ἐπὶ πολλὰς ὥρας ἐν τῇ οἰκίᾳ μου καὶ λιθοβοληθεὶς δι’ ὅλης τῆς νυκτός. (Διακοπή...) Ὁ στρατὸς ἦτο δυσηρεστημένος καὶ ἠδιαφόρησεν· ὅταν τὸ προκείμενον ζήτημα συνεζητήθη, ἡ γνώμη ἡμῶν ἦτο νὰ περιορισθῇ ὅσῳ τὸ δυνατὸν περισσότερον ἡ ἐπέμβασις ἢ ἡ μετοχὴ τῶν στρατιωτικῶν εἰς τὰς ἐκλογάς. Ἀλλὰ, κύριοι, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦτο ἀδύνατον νὰ τεθῇ φραγμός, διότι τὸ στρατιωτικὸν στοιχεῖον ὑπερίσχυε καὶ ἐπεβάλλετο. Εὑρέθη λοιπὸν ἡ διάταξις αὕτη, ὡς ποινὴ τρόπον τινὰ, χρησιμεύουσα εἰς τὸ νὰ περιορίσῃ τὴν μεγάλην τάσιν τῶν στρατιωτικῶν εἰς τὸ λαμβάνειν μέρος εἰς τὰς ἐκλογάς. Τί εἶπε τότε ἡ Συνέλευσις; — τὴν γνώμην αὐτὴν τὴν ὑπεστήριξα καὶ ἐγώ· — εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν ποινήν τινα εἰς τοὺς στρατιωτικούς, τοὺς θέλοντας νὰ ἐκτεθῶσιν εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, διὰ νὰ περιορίσωμεν, ὅσῳ ἦτο δυνατὸν μάλιστα, τὰς ψευδεῖς αἰτήσεις λόγῳ βουλευτικῶν ἐκλογῶν· ἂν τῶν ἀξιωματικῶν, εἴπομεν τότε, ἐλαττώσωμεν ἢ ἀφαιρέσωμεν τὸν μισθόν των ἐπί τινα καιρόν, βεβαίως θέλουν σκεφθῆ πρὶν ἀποφασίσωσι νὰ ἀπομακρυνθῶσι, μάλιστα μὴ σπουδαίως. Αὐτὴ ἦτο λοιπὸν ἡ ἀρχικὴ ἰδέα, ποινὴ καθιερωθεῖσα διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς, σκοπὸν ἔχουσα νὰ περιορίσῃ τὴν συμμετοχὴν τῶν ἀξιωματικῶν ἐν ταῖς ἐκλογαῖς ὅσῳ τὸ δυνατὸν περισσότερον. Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι ἡ σύνταξις τοῦ ἄρθρου δίδει χώραν εἰς ἀμφιβολίας τινὰς ὡς ἔχει, ἀλλ’ ἄλλως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συνταχθῇ. Ἐκτὸς δὲ τούτου, ὑπῆρξεν, ἐρωτῶ, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τὶς τῶν ἀξιωματικῶν, ὁ ὁποῖος ἐνόμισεν, ὅτι δύναται νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὰς ἐκλογάς, χωρὶς νὰ λάβῃ προηγουμένως ἄδειαν; ὑπῆρξεν, ἐρωτῶ, καμμία Βουλή, ἡ ὁποία νὰ ἔλυσεν ἄλλως τὸ ζήτημα; Ἔχομεν λοιπὸν τὴν κοινὴν συνείδησιν οὕτως ἐννοοῦσαν καὶ ἐφαρμόζουσαν τὸ Σύνταγμα. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν τὸ Σύνταγμα ἐδημοσιεύθη, μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς, καὶ οἱ πολῖται, καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ, καὶ ἡ Βουλή, οὕτως ἐφήρμοσαν τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος· καὶ τὴν κοινὴν συνείδησιν αὐτὴν δυνάμεθα νὰ ἀναιρέσωμεν, καὶ ν’ ἀντιτάξωμεν αὐθαίρετον λύσιν καὶ ἰδέαν; Ἀλλὰ καὶ τὸ ἄρθρον, ὅπως εἶναι συντεταγμένον, μᾶς ὁδηγεῖ εἰς αὐτὴν τὴν λύσιν. Βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸν ἀξιωματικὸν ἡ ἄδεια καὶ ἡ στέρησις τοῦ ὀλίγου μισθοῦ του, καὶ ἡ ἀπομάκρυνσίς του ἀπὸ τὸν στρατὸν ἄνευ τῆς αἰτήσεώς του. Δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ ὑπουργὸς νὰ εἴπῃ εἰς τὸν ἀξιωματικόν: σοὶ δίδω ἄδειαν, ὕπαγε εἰς τὰς ἐκλογάς. Μόνον τῇ αἰτήσει του λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν τοῦ νὰ ἀπομακρυνθῇ 5½ μῆνας· ἰδοὺ διατὶ λέγει τὸ ἄρθρον τῇ αἰτήσει του. Ἀλλὰ, κύριοι, ἂν ἡ αἴτησις καὶ ἡ ἄδεια δὲν ἦτο ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν ἀξιωματικὸν, ἵνα γείνῃ βουλευτὴς, τίς ἡ ἀνάγκη νὰ προστεθῇ εἰς τὸν νόμον, «ἡ ἄδεια δίδεται τῇ αἰτήσει αὐτοῦ, ἀλλὰ πρὸ ἑνὸς μηνός;» τὸ πρὸ ἑνὸς μηνὸς τί χρησιμεύει; Κατὰ τὴν πεποίθησίν μου χρησιμεύει, ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς ὀφείλει νὰ λάβῃ ἄδειαν, καὶ πρὸ ἑνὸς μηνός. Ἐὰν δέχησθε τὸ ἐναντίον, ὅτι δύναται ἀξιωματικὸς νὰ ἐκλεχθῇ βουλευτὴς, χωρὶς νὰ ζητήσῃ ἄδειαν, τότε ἡ διάταξις περὶ πενταμήνου ἀδείας δὲν ἔχει σκοπόν. Ἀλλ’ ἂν δὲν εἶχε σκοπὸν, τότε πρὸς τί ἐτέθη; Ἐγὼ, κύριοι, ἤμην ἐναντίος ἔκτοτε τοῦ ἤδη γενομένου· ἐπρέσβευον, ὅτι ὁ ἀξιωματικός, ὁ λαβὼν τὴν ἄδειαν, πρέπει νὰ τὴν διανύσῃ ὅλην ὡς ποινήν. Ἂν δὲν δέχησθε αὐτό, δὲν βλέπω ποῖον λόγον ἔχει ἡ διάταξις. Ὁ ἀξιωματικὸς, ἐὰν εἶχεν ἀνάγκην ἀδείας διὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς του πρὸ ἑνὸς μηνός, ἡ ἀνάγκη ἐξέλιπεν ἅμα ἐτελείωσεν ἡ ἐκλογὴ, καὶ εἴτε ἐπιτυχὼν, εἴτε ἀποτυχὼν, ἦτο περιττὸν νὰ μείνῃ εἰς ἄδειαν. Κύριοι, ἐὰν δεχθῆτε ὅ,τι προτείνουσι, θέλετε δεχθῇ ὅτι δύναται ὁ ἀξιωματικὸς, χωρὶς νὰ ζητήσῃ ἄδειαν, νὰ ἀποδυθῇ εἰς τὰς ἐκλογάς· ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ τί ἐχρειάζετο τότε ἡ διάταξις, ἀφοῦ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν ἀξιωματικὸν, ἵνα γείνῃ βουλευτὴς χωρὶς νὰ λάβῃ ἄδειαν, ἀφοῦ μετὰ τὸ τέλος τῶν ἐκλογῶν δικαιοῦται κατὰ θέλησιν νὰ μείνῃ ἢ νὰ μὴ μείνῃ εἰς τὸν στρατόν. Κύριοι, δὲν ἐξετάζω τὰς συνεπείας ἢ τὸν σκοπὸν τῆς διατάξεως· διότι δὲν νομοθετοῦμεν σήμερον, ἀλλ’ ἐφαρμόζομεν τὸν νόμον. Ἐὰν ἐπρόκειτο ἤδη νὰ συνταχθῇ τὸ ἄρθρον καὶ ἠθέλομεν ἐπανέλθει εἰς τὴν ἀρχικὴν συζήτησιν τὴν ἐν τῇ Συνελεύσει, ἤθελον εἴπει τότε κατὰ τὴν πεποίθησίν μου: εἶναι ἐλαχίστη ἡ τεθεῖσα ποινὴ, ὅπως ἀπομακρύνῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἀπὸ τοὺς ἐκλογικοὺς ἀγῶνας, ἀπὸ τὴν πολιτικὴν πάλην, καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ μὴ λαμβάνωσι μέρος πολλοὶ ἀξιωματικοὶ, καὶ μάλιστα ὑποδεέστεροι, ἐν ταῖς πολιτικαῖς διαμάχαις. Ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις δὲν ἠδυνήθη ὅμως τότε νὰ πράξῃ καὶ ἄλλως, καίτοι αὐτὸ ἔχουσα τὸ πνεῦμα τοῦ περιορισμοῦ. Ἂν θέλετε νὰ καταργήσητε, εἶσθε κύριοι· ἐγὼ ὅμως σᾶς λέγω, ὅτι θὰ βλάψητε, καὶ νομίζω, ἀντὶ νὰ καταργήσητε, ὀφείλετε νὰ ἐπιτείνητε τὸν περιορισμὸν, καὶ ἂν δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐπιτείνητε, ἐπιμείνατε τοὐλάχιστον, ὥστε ἡ ἄδεια ἡ πεντάμηνος νὰ ἦναι ἀναπόφευκτος καὶ ὑποχρεωτικὴ καὶ νὰ ἐπιβάλληται εἰς τὸν ἀξιωματικὸν, ἐκτιθέμενον εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα. Οὕτω δύνασθε νὰ σώσητε κἄτι τι. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Διαλέτη λέγω καὶ ἐγὼ, ὁ κ. Διαλέτης εἶναι προϊὸν τῆς καθαρᾶς θελήσεως τοῦ λαοῦ. Πρόκειται περὶ τοῦ ζητήματος τί πρέπει νὰ γείνῃ εἰς περιστάσεις τοιαύτας. Ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἀξιωματικὸς ἄνευ προηγουμένης ἀδείας νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἔχω ἄπειρον ὑπόληψιν εἰς τὰς διαβεβαιώσεις ἰδίως τῶν ἀξιωματικῶν· πιστεύω εἰς τὸν ἀξιωματικὸν, ὁ ὁποῖος σᾶς λέγει «ἔπραξα τοῦτο·» ἀλλὰ πιστεύω ἐπίσης καὶ τὸν ἀξιωματικόν, ὁ ὁποῖος σας λέγει ἐπίσης «δὲν τὸ ἔπραξα.» Εὑρίσκομαι μεταξὺ δύω ἐντίμων ἀνδρῶν, ἐξ ὧν ὁ μὲν εἷς λέγει, ὅτι παρῃτήθη, ὁ ἕτερος λέγει ὄχι. Εἰς τοιαύτας περιστάσεις ἡ ἀμφισβήτησις λύεται, ὅταν στηριχθῶμεν εἰς τὸν παραδεδεγμένον κανόνα, εἰς τὴν ἀρχὴν, ὅτι τοιαῦται ἀμφιβολίαι ἀπαιτεῖ ὁ νόμος νὰ λύωνται δι’ ἀποδείξεων ἀναμφισβητήτων, ἑπομένως ἐγγράφως. Ἐὰν δώσητε τὸ δικαίωμα εἰς ἕκαστον προφορικῶς νὰ ἰσχυρίζηται καὶ ἀποδεικνύῃ, τὸ πᾶν θέτετε ἐν ἀμφιβολίᾳ, τὸ ὅλον καταστρέφετε· διότι βεβαίως ὁ ἐνδιαφερόμενος, ὁμολογῶν, μένει ἀνεξέλεγκτος. Κατὰ τὸν νόμον καὶ τὰς γενικὰς ἀρχὰς, δὲν ἠμπορεῖ ἕκαστος νὰ χρησιμεύσῃ ὡς μάρτυς ἀναμφισβήτητος ἰσχυρισμοῦ, ὁ ὁποῖος τείνει ὑπὲρ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ, καὶ ν’ ἀποκτήσῃ οὕτω δικαιώματα. Ὁ νόμος δυσπιστεῖ εἰς τοιαύτην ὑψίστην πρὸς τὴν ἀλήθειαν ἀφοσίωσιν τοῦ ἀνθρώπου, καὶ διὰ τοῦτο ζητεῖ ἀναμφισβητήτους ἀποδείξεις καὶ βεβαίωσιν, ζητεῖ ἔγγραφα. Ἂν ἀντὶ ταύτης δεχθῆτε μόνον τὴν ὁμολογίαν τοῦ ἔχοντος συμφέρον, τότε ὁ νόμος εἶναι περιττὸς, καὶ χωρὶς νὰ προσβάλω τὸν ἀξιότιμον ἀξιωματικόν, λέγω, ὅτι ἡ αἴτησίς του, ἐὰν ἐγένετο ὅπως λέγει, δὲν εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν νόμον, δὲν εἶναι πιστευτὴ, ἀφοῦ ἀναιρεῖται μάλιστα ἀπὸ ἀξιωματικὸν ἐπίσης, καὶ ἀνώτερον μάλιστα. Δὲν δύνασθε λοιπὸν νὰ μεταβάλητε ὅ,τι εἶναι κοινῶς μέχρι τοῦδε παραδεδεγμένον· δὲν πρέπει περισσότερον νὰ χαλαρώσητε τοὺς περιορισμοὺς, διότι περισσότερον θὰ βλάψητε καὶ τὸν στρατὸν καὶ τὴν κοινωνίαν· δὲν πρέπει εἰς τὰς ἐγγράφους βεβαίως ἀποδείξεις ν’ ἀντικαταστήσητε τοὺς προφορικοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ ἐνδιαφερομένου.
§95ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶμαι καὶ ἐγὼ, ὡς καὶ ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἐπιθυμοῦσι τὴν ἐπίτασιν τῶν ὑπαρχόντων περιορισμῶν ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τῶν στρατιωτικῶν τοῦ νὰ ἐκτίθενται ἐν ταῖς ἐκλογαῖς· ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι ἡ ἐπιθυμία, ἣν ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει καὶ ἣν ἔχω καὶ ἐγὼ ἐπίσης, ὅπως οἱ περιορισμοὶ οὗτοι ἐπιταθῶσιν, ἐπιτρέπει τὴν παραγνώρισιν τῆς ἐννοίας τοῦ Συντάγματος. Καὶ περὶ ἄλλων διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἀφορωσῶν εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγεσθαι, ἔχω ἐπιθυμίαν ὅλως ἐναντίαν πρὸς τὰ κείμενα. Θὰ ἐπεθύμουν καὶ νὰ ἐγίνετο ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ καταργήσωμεν τὰ κείμενα ὡς πρός τινας τῶν διατάξεων τούτων. Ἐγὼ δὲν θεωρῶ ὀρθὰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν ἀπαιτουμένην ἡλικίαν τῶν βουλευτῶν· δὲν θεωρῶ ὀρθὰς τὰς διατάξεις τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν ἀπαίτησιν τῆς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἐγκαταστάσεως, ἢ τῆς καταγωγῆς ἐκ τῆς ἐπαρχίας· ἀλλὰ δὲν φρονῶ, ἐνόσῳ δὲν ἀναθεωρήσωμεν τὸ Σύνταγμα, ἵνα καταργήσωμεν τὰς διατάξεις ταύτας, ὅτι ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ μὴ τὰς ἐφαρμόζωμεν. Ἐπίσης τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, τὴν ἀναγράφουσαν τὸ δικαίωμα τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικῶν ὅπως ἐκλέγωνται βουλευταί, θεωρῶ λίαν ἐπιζήμιον καὶ εἰς τὸν στρατὸν καὶ εἰς τὴν πολιτείαν· ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον μένει ἀναγεγραμμένη, νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς, κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, νὰ ὑποκαταστήσωμεν τὴν ἡμετέραν ἐπιθυμίαν εἰς τὴν διάταξιν τοῦ νόμου. Ὀφείλομεν ἄρα νὰ ἐξετάσωμεν σήμερον, ὅτε δὲν πρόκειται περὶ νομοθεσίας, ἀλλὰ περὶ ἐφαρμογῆς τῶν κειμένων, τί τὰ κείμενα ταῦτα ἐννοοῦσιν. Ὅταν κατόπιν μεταβῶμεν εἰς ἄλλο στάδιον ἐνεργείας, τὸ νομοθετικόν, τότε καὶ ἐγὼ πολλὰ θὰ ἔχω νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα ὅσον τὸ δυνατὸν καὶ ἐντὸς τῶν ἐπιτρεπομένων ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὅρων περιορισθῇ τὸ δικαίωμα τῶν ἀξιωματικῶν, ὅπως ἐκτίθενται εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα. Καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι καὶ ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλει ἀποδεχθῆ πολλὰ ἐκ τῶν προταθησομένων, θέλει δὲ ἴσως καὶ αὐτὸς προτείνει ἄλλα, κατὰ τὴν γνώμην ἣν ἐξέφρασε, πρὸς ἀποδοχὴν παρὰ τῆς Βουλῆς. Σήμερον ὅμως τὸ τί θὰ προτείνωμεν κατόπιν, δὲν δύναται νὰ μᾶς ἐπηρεάσῃ ὡς πρὸς τὴν ἀπόφασιν, ἣν θὰ λάβωμεν περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Διαλέτη. Τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο διαφωνῶ ἐντελῶς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν, τὴν δοθεῖσαν παρὰ τοῦ κ. προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνεχώρησεν ἐκ τῆς ἀφετηρίας, ὅτι ἡ συντακτικὴ Συνέλευσις ἠθέλησε διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου νὰ θέση περιορισμόν, εἰς τὰ δικαιώματα τῶν στρατιωτικῶν, ὅπως ἀναδείκνυνται βουλευταί, ἐνῷ, καθὰ γινώσκομεν ὅσοι τότε εἴμεθα μέλη τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης, καὶ καθὰ ἠδυνήθητε νὰ πληροφορηθῆτε πάντες ὅσοι ἀνεγνώσατε τὰ πρακτικὰ καὶ ἐπληροφορήθητε τὰ τῆς ἱστορίας τῶν πολιτικῶν πραγμάτων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἡ Συνέλευσις ἠθέλησε διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου νὰ ἀσφαλίσῃ τὰ δικαιώματα τῶν ἀξιωματικῶν, κακῶς, κατ’ ἐμέ· ὤφειλε νὰ μὴ θελήσῃ νὰ τὰ ἐξασφαλίσῃ, ὤφειλε νὰ θέλῃ νὰ τὰ καταργήσῃ. Ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς, οἵτινες ἐμειονοψηφοῦμεν ἐν τῇ Συνελεύσει, νὰ ἔλθωμεν νὰ ὑποκαταστήσωμεν τὴν ἡμετέραν γνώμην εἰς τὴν θέλησιν τῆς Συνελεύσεως. Πῶς τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐπεψηφίσθη, ὅλοι, ὅσοι ἤμεθα μέλη τῆς Συνελεύσεως, ἐνθυμούμεθα. Τότε ἐπρόκειτο περὶ τῶν πραγμάτων τῆς Ἑπτανήσου, καὶ ἐγένετο συμφωνία μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Ἰονίων νήσων καὶ τῶν ἐν τῇ Συνελεύσει στρατιωτικῶν, ἀποδεχθέντων τῶν πρώτων τὰς προτάσεις τῶν δευτέρων, καὶ τἀνάπαλιν· οὕτω δὲ κατηρτίσθη τὸ ἄρθρον καὶ ἐπετεύχθη ὑπὲρ αὐτοῦ πλειονοψηφία. Οἱ στρατιωτικοὶ ἔλεγον, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν οὐδεμία ὑπῆρχε διάταξις, ἀπαγορεύουσα εἰς τοὺς ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοὺς νὰ ἐκτίθενται εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα καὶ ν’ ἀναδεικνύωνται βουλευταί, ἀλλ’ ὅτι ἡ ἄδεια αὕτη εἴτε ἐντελῶς ἐματαιοῦτο, εἴτε ἐφηρμόζετο μετὰ προσωποληψίας διὰ τῆς παρεμβάσεως τῆς ἀρχῆς, ἥτις εἴτε δὲν ἐπέτρεπεν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ μεταβαίνωσιν ἐπὶ τόπου, ὅπως ἐπιστατῶσιν εἰς τὴν ἐκλογὴν, εἴτε ἐπέτρεπε τοῦτο εἴς τινας τῶν φίλων αὐτῆς, δὲν ἐπέτρεπε δὲ εἰς τοὺς μὴ φίλους· καὶ τοῦτο, παρετήρουν οἱ ἀξιωματικοί, ἔπρεπε νὰ παύσῃ, ἀναγραφομένης τῆς διατάξεως ἐν τῷ Συντάγματι, ὅτι ὁ στρατιωτικὸς δύναται νὰ ἐκλεχθῇ βουλευτής. Καὶ διὰ τοῦτο ἀναγινώσκετε ἐν τῷ ἄρθρῳ 71 τοῦ Συντάγματος. «Τὰ καθήκοντα τοῦ βουλευτοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ τοῦ ἐμμίσθου δημοσίου ὑπαλλήλου καὶ τὰ τοῦ δημάρχου, οὐχὶ δὲ καὶ πρὸς τὰ τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοῦ.» Ἀνεγράφη τὸ δικαίωμα, ἀλλ’ ἡ ἁπλῆ ἀναγραφὴ δὲν ἐθεωρήθη ἀρκοῦσα, διότι τὰ κατὰ τὸ παρελθὸν συμβάντα ἀπεδείκνυον, ὅτι ἡ ἀρχὴ αὕτη, καὶ οὕτως ἀναγεγραμμένη, ἠδύνατο νὰ ματαιωθῇ διὰ τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως. Ἠθέλησαν ἄρα οἱ συντάξαντες τὸ ἄρθρον νὰ ὑποχρεώσωσι τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως παράσχῃ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τὸ πρακτικὸν μέσον τῆς ἐνασκήσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐν τῷ ά ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου 71 ἀναγεγραμμένου. Ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι θαυμάζει πῶς μέχρι τοῦδε οὐδεὶς εὑρέθη στρατιωτικὸς, ὅστις νὰ δώσῃ ἑρμηνείαν εἰς τὸ Σύνταγμα, οἵαν πρῶτος ἔδωκεν ὁ κ. Διαλέτης, ἐκτεθεὶς εἰς ἐκλογὴν, χωρὶς νὰ ζητήσῃ τὴν ὑπὸ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 71 ὡρισμένην ἄδειαν. Ἀλλὰ συμβαίνει νὰ ζητῶσι πάντες σχεδὸν οἱ ἀξιωματικοὶ ἄδειαν, οὐχὶ διότι τοιαύτην ἑρμηνείαν δίδουσιν εἰς τὸ ἄρθρον, ἀλλ’ ἀναγκαζόμενοι ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων· διότι καὶ ἐκ τῶν μὴ στρατιωτικῶν οἱ μὴ μεταβαίνοντες εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἔνθα ἐκτίθενται ὡς ὑποψήφιοι, εἶναι τὸ πολὺ εἷς ἐπὶ τοῖς ἑκατόν. Ὡς ἔχουσι τὰ ἐκλογικὰ ἐν Ἑλλάδι, δὲν δύναταί τις, κατὰ κανόνα, νὰ ἐπιτύχῃ ἐν τῇ ἐκλογῇ, ἂν μὴ μεταβῇ τὴν ἐπαρχίαν του. Ἑπομένως ἡ χορήγησις δικαιώματος ἐκλογικοῦ ἄνευ τῆς χορηγήσεως δικαιώματος μεταβάσεως εἰς εἰς τὴν ἐπαρχίαν εἶναι ματαία. Τοῦτο εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ἡ Συνέλευσις καὶ ἐθεώρησεν, ὅτι, ἵνα κατασταθῇ πραγματικὸν τὸ ἐν τῷ ά ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου 71 ἀναγραφόμενον δικαίωμα, πρέπει νὰ κανονισθῶσι τὰ περὶ ἀδείας μεταβάσεως τοῦ ὑποψηφίου ἀξιωματικοῦ εἰς τὴν ἐπαρχίαν αὐτοῦ, καὶ ὅτι, ἂν τὸ δικαίωμα τῆς αἰτήσεως ἀδείας μὴ ἀναγραφῇ, ἂν ἡ Κυβέρνησις δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἄδειαν, δύναται νὰ ματαιώσῃ καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγεσθαι, διότι τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγεσθαι ἐν 99 ἐκλογαῖς ἐπὶ ταῖς 100 ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ δικοιώματος τοῦ μεταβαίνειν εἰς τὴν ἐπαρχίαν. Τὸ δεύτερον ἄρα ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 71 οὐδόλως ἀφορᾷ εἰς ὑποχρέωσιν τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἀλλ’ ἀφορᾷ εἰς ὑποχρέωσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως καταστήσῃ πραγματοποιήσιμον τὸ ἐν τῷ ά ἐδαφίῳ ἀναγεγραμμένον δικαίωμα, χορηγοῦσα εἰς τὸν ἀξιωματικόν, ὅστις ἤθελε ζητήσει, ὅπως τῷ ἐπιτραπῇ ἡ μετάβασις εἰς τὴν ἐπαρχίαν πρὸς ἐνάσκησιν τῶν ἐκλογικῶν αὑτοῦ δικαιωμάτων, τὴν αἰτουμένην ἄδειαν. Ἀλλ’ ὁ κ. πρωθυπουργὸς λέγει, «ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, διατί χορηγεῖται ἡ ἄδεια ἕνα μῆνα πρὸ τῆς ἐκλογῆς; διατί ἡ ἄδεια δίδεται ἐπὶ 5 καὶ ½ μῆνας;» Διότι ἤθελεν ἡ Συνέλευσις νὰ θέσῃ περιορισμὸν οὐχὶ εἰς τὸ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικῶν δικαίωμα τοῦ ἐκλέγεσθαι, ὅπερ ἀνεγράφη ἀπολύτως, ἀλλ’ εἰς τὸ δικαίωμα αὐτῶν τοῦ λαμβάνειν ἄδειαν, εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ καταλείπειν τὰς τάξεις καὶ μεταβαίνειν εἰς τὴν ἐπαρχίαν· λέγει ἄρα τὸ ἄρθρον, ὅτι δύναται νὰ ζητήσῃ ὁ ἀξιωματικὸς τὴν ἄδειαν, ἵνα μεταβῇ εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἀλλ’ ὀφείλει, ἂν μὴ ἐκλεχθῇ, νὰ μείνῃ ἐν αὐτῇ 5 καὶ ½ μῆνας. Δὲν δύνασαι, λέγει ἡ διάταξις, νὰ ζητήσῃς τὴν ἄδειαν μόνον ἐφ’ ὅσον ἀρκεῖ αὕτη πρὸς διεξαγωγὴν τῆς ἐκλογῆς· διότι θέλω νὰ θεωρῇς τὴν ἄδειαν ταύτην ὡς ἐπαχθῆ, θέλω νὰ σὲ τιμωρήσω, ἂν ζητῇς αὐτὴν ἀπερισκέπτως, θέλω νὰ ἠξεύρῃς, ὅτι, μεταβαίνων εἰς τὴν ἐπαρχίαν χάριν τῆς ἐκλογῆς, θὰ ἔχῃς νὰ μείνῃς ἐκεῖ, ἐν ἀποτυχίᾳ, ἐπὶ μῆνας μὲ μισθὸν διαθεσιμότητος, διότι, γινώσκων τοῦτο, θέλεις ζητήσει τὴν ἄδειαν ταύτην, μόνον ὅταν σπουδαίως ἀποφασίζῃς νὰ ἐγκαταλείψῃς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἵνα πολιτευθῇς. Εἶναι ἄρα ἡ διάταξις περὶ διαρκείας τῆς ἀδείας ἀντίστοιχος πρὸς τὸ δικαίωμα τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἵνα ζητήσῃ ἄδειαν μεταβάσεως εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἔνθα ἐξέθηκε κάλπην, οὐχὶ δὲ πρὸς τὸ δικαίωμα αὐτοῦ, ὅπως ἐκλεχθῇ βουλευτής· οὐδόλως ἀφορᾷ εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ ἀξιωματικοῦ, ὅπως ἐκθέσῃ κάλπην, ἀλλ’ ἐπηρεάζει τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τῆς αἰτήσεως ἀδείας ἀπουσίας. Ἐπίσης καὶ ἡ ἑτέρα διάταξις, καθ’ ἣν δύναται νὰ ζητήσῃ ὁ ἀξιωματικὸς τὴν ἄδειαν, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ τὴν ζητήσῃ ἕνα μῆνα πρὸ τῆς ἐκλογῆς καὶ οὐχὶ βραδύτερον, εἶναι ὅλως ἄσχετος πρὸς τὸ ἐκλογικὸν δικαίωμα τοῦ ἀξιωματικοῦ. Ἀφοῦ εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἐπιβάλλεται ἡ ὑποχρέωσις νὰ χορηγήσῃ ἄδειαν εἰς τὸν ἀξιωματικὸν, ἔπρεπε νὰ ῥηθῇ ῥητῶς, πότε ἔπρεπε νὰ τὴν χορηγήσῃ· διότι τοιαύτη ὑποχρέωσις, ἐπιβαλλομένη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἄνευ κανονισμοῦ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἔπρεπε νὰ ἐνασκηθῇ, ἤθελε φέρει τὴν παράλυσιν εἰς τὸν στρατόν. Διατί ὡρίσθη εἷς μὴν πρὸ τῆς ἐκλογῆς; Διότι ὑποτίθεται, ὅτι οὗτος εἶναι ὁ ἐλάχιστος χρόνος, ὁ ἀναγκαῖος εἰς τὸν θέλοντα νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἵνα ἐνεργήσῃ ὑπὲρ τῆς ἰδίας ἐκλογῆς. Δὲν εἶναι διάταξις τεθεῖσα κατὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ, ὡς ὑπέθεσεν ὁ κύριος πρωθυπουργὸς, δὲν ἀφορᾷ εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγεσθαι· εἶναι κανονιστικὴ τοῦ ἑτέρου δικαιώματος, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν ἄδειαν τοῦ νὰ μεταβῇ ὁ ἀξιωματικὸς εἰς τὴν ἐπαρχίαν. Οὐδόλως λοιπὸν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος ἀποτελεῖ ὑποχρέωσιν ἐπιβαλλομένην εἰς τὸν ἀξιωματικὸν καὶ περιορίζουσαν τὸ ἐν τῷ ά ἐδαφίῳ ἀναγραφόμενον δικαίωμα. Ὁ κ. Διαλέτης ἔχει πλῆρες τὸ δικαίωμα, τὸ ἐν τῷ ά ἐδαφίῳ ἀναγραφόμενον, τοῦ νὰ ἐκλεχθῇ βουλευτής. Ἐὰν ἤθελε νὰ ζητήσῃ ἄδειαν, ὤφειλε νὰ τὴν ζητήσῃ ἕνα μῆνα πρὸ τῆς ἐκλογῆς, καὶ ὤφειλε νὰ τὴν λάβῃ ἐπὶ 5 καὶ ½ μῆνας· ἀλλ’ ἂν, θέλων νὰ ἐνασκήσῃ τὸ δικαίωμα, τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ ά ἐδαφίῳ, ἠδιαφόρησε περὶ τῆς ἐνασκήσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀναγραφομένου ἐν τῷ βʹ ἐδαφίῳ, δὲ ἔχει διὰ τοῦτο τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ κηρύξῃ ἄκυρον τὴν ἐκλογήν. Βεβαίως θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν νὰ εἶχον ἄλλως τὰ ἐν τῷ Συντάγματι· δὲν ἐπιτρέπεται ὅμως εἰς ἡμᾶς, διότι τοιαῦτα φρονοῦμεν, ν’ ἀποστερήσωμεν τοῦ δικαιώματος αὐτῶν τὴν ἐπαρχίαν καὶ τὸν βουλευτήν. Ὅταν συνταχθῇ ἡ Βουλὴ, θέλομεν δυνηθῆ νὰ ψηφίσωμεν διατάξεις σχετικὰς πρὸς τὸ θέμα καὶ ἐπιτρεπομένας ὑπὸ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ὅπως περιορίσωμεν τὴν κατάχρησιν τοῦ χορηγουμένου δικαιώματος καὶ ἀποσοβήσωμεν τὰς ἐπιζημίους συνεπείας, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἔχῃ τὸ ἀόριστον τῶν κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῆς ἀναγεγραμμένης ἀρχῆς. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ὅμως δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ὑποκαταστήσωμεν τὴν θέλησιν ἡμῶν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος.
§96ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός.). Δύω λέξεις μόνον θὰ εἴπω. Ὁ κύριος βουλευτὴς Μεσολογγίου σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ ἄδεια τῶν 5½ μηνῶν ἐτέθη εἰς τὸν νόμον ὡς ποινὴ, ὡς περιορισμὸς τοῦ ἀξιωματικοῦ τοῦ θέλοντος νὰ ἐκτεθῇ εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα.
§97ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦ ζητοῦντος, ἂν ζητήσῃ.
§98ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι, νομίζω, τοῦτο λογικὸν, διότι ὁ κ. βουλευτὴς λέγει, ἂν ζητήσῃ, ὑποβάλλεται εἰς τὴν ποινήν. Καὶ ποῖος εἶναι μωρὸς νὰ ζητήσῃ;
§99ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν δύναται ἄλλως νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν.
§100ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ νόμος δὲν εἶχε βεβαίως σκοπὸν νὰ ἐμποδίσῃ τὸν θέλοντα νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἀλλ’ εἶχε σκοπὸν νὰ ἐμποδίσῃ νὰ ἐκτεθῇ· διότι δὲν εἶναι λογικὸν, ὁ νόμος νὰ θεωρῇ νόμιμον καὶ ὀρθὴν μίαν πρᾶξιν καὶ νὰ τὴν τιμωρῇ· εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς ὁ νόμος νὰ λέγῃ, δύνασαι νὰ γείνῃς βουλευτὴς, ἀλλὰ, ἐὰν μεταχειρισθῇς τὸ μέσον τοῦτο, σὲ τιμωρῶ. Διὰ τοῦτο, κύριοι, νομίζω, ὅτι ὁ νόμος πρέπει νὰ ἑρμηνευθῇ ὡς ἡμεῖς τὸν ἐννοοῦμεν.
§101Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, ὀφείλω νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν ποῖοι λόγοι, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν ὑπηγόρευσαν τὴν ἀναγραφὴν τῆς διατάξεως αὐτῆς ἐν τῷ Συντάγματι. Κατὰ τὴν τελευταίαν Συνέλευσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχον καὶ ἐγὼ μέρος, αἱ ἑκατέρωθεν καταχρήσεις ὑπηγόρευσαν τὴν διάταξιν αὐτὴν, αἱ καταχρήσεις τῶν Κυβερνήσεων καὶ αἱ καταχρήσεις τῶν ἀτόμων· καὶ κατὰ τῆς καταχρήσεως τῆς Κυβερνήσεως ἐτέθησαν φραγμοὶ ὑποχρεωτικοὶ, διότι ἡ αἴτησις ἀδείας εἶναι ὑποχρεωτικὴ καὶ ἐπιβεβλημένη. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐδόθη αὐτὸ τὸ δικαίωμα, ἔπρεπε τὰ ἄτομα νὰ μὴν ἐπωφεληθῶσι τῆς διατάξεως αὐτῆς καὶ κάμωσι κακὴν χρῆσιν τοῦ μεγάλου προνομίου, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ἡ Συνέλευσις. Καὶ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἄτομον, κατὰ τὴν διάταξιν αὐτὴν, νὰ τὴν ἐκμεταλλευθῇ ὑπὲρ τῶν συγγενῶν, τῶν φίλων ἢ τῆς φατρίας. Ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ φόβου, ἐγὼ πρῶτος ἐζήτησα νὰ ἀναγραφῇ ἡ διάταξις αὕτη ἐν τῷ Συντάγματι: οἱ θέλοντες νὰ ἐκτεθῶσιν εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα νὰ ζητοῦν ἀδείας, καὶ αἱ θέσεις των νὰ συμπληροῦνται αὐθημερόν. Καὶ διατί; Διότι ἀφ’ ἑνὸς ἔπρεπε νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰ δικαιώματα τοῦ ἀτόμου, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἡ γνώμη αὕτη, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἐθεωρήθη ἀποτρόπαιος, καὶ ὅτι ἠδύνατο νὰ παραβλάψῃ τὰ συμφέροντα τοῦ στρατοῦ. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ὁ νῦν πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἐπίσης καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἠπόρησε, διότι ἐπέμενον εἰς τὴν πρότασιν αὐτήν. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὸ στρατιωτικὸν πνεῦμα μὲ ἔκαμε ν’ ἀποσύρω, χάριν ἁβροφροσύνης, τὴν πρότασιν. Τότε ἐφέρθη εἰς τὸ μέσον ἡ διάταξις αὕτη καὶ ἀνεγράφη, διότι καὶ ἐγὼ ἐπέφερον, ὅπως ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου εἶπεν, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως εἶναι αὐθαίρετον, διότι εἰς ἄλλους δίδει τὴν ἄδειαν καὶ εἰς ἄλλους δὲν δίδει. Καὶ ἐγὼ εἰς τὰ 1861 παρουσιάσθην καὶ ἐζήτησα ἄδειαν, ἀλλὰ δὲν ἔλαβον, ἐνῷ ἄλλοι προηγουμένως εἶχον λάβει. Ὁ ἀγὼν τότε, κύριοι, ἦτο περὶ τῶν ὅλων· ἠθέλησα καὶ ἐγὼ τὸ πρῶτον νὰ συναγωνισθῶ, ἀλλὰ δὲν μοὶ ἐδόθη ἡ ἄδεια, καὶ παρουσιάσθην προσωπικῶς καὶ εἶπον, διατί δι’ ἐμὲ ἔχεις ἄλλο μέτρον ἐκτιμήσεως, καὶ διὰ τὸν ἄλλον ἄλλο; Διότι, εἶπεν, οὕτω θέλω. Σήμερον, κύριοι, οἱ ὑπουργοὶ εἶναι καὶ εὐγενέστεροι, ἔχουν δὲ καὶ προσωπικὴν καὶ πραγματικὴν εὐθύνην, ἐνῷ τότε ἦτον ἡ κατάστασις ὁποία τὴν γνωρίζετε ὅλοι. Ἔκτοτε, κύριοι, ἐπεζήτησαν οἱ στρατιωτικοὶ νὰ ἔχουν τὰ αὐτὰ δικιώματα μὲ τοὺς πολίτας· ἀλλὰ, καθὸ ἔχοντες βαθμὸν, ἠθέλησεν ἡ Συνέλευσις νὰ ἐξασφαλίσῃ καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν ἐξησφαλίσθησαν ἔκτοτε, διότι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι σήμερον ἡ διάταξις δὲν ἐφηρμόσθη διότι ἐκ τῶν ζητησάντων ἄδειαν κανονικὴν, οὐδεὶς τὴν ἐξετέλεσεν, ἐὰν δὲ τὴν ἐξετέλεσε, τὴν ἐξετέλεσεν ὅπως καταδιώξῃ τοὺς ἀντιπάλους του. Εἴδομεν τοὺς ἀξιωματικοὺς ἔκτοτε λαμβάνοντας ἀδείας, ἀλλὰ εἴδομεν συνάμα καὶ τοὺς ἀποτυχόντας ἀξιωματικοὺς νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς τάξεις των πρὶν λήξῃ ἡ προθεσμία, ἐνῷ οἱ μὴ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐπανήρχοντο καὶ διήνυον ὁλόκληρον τὴν ἄδειαν ὡς ποινήν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων, κύριοι· ἐτέθη εἰς ἀχρηστίαν ἡ διάταξις αὕτη. Ἐνθυμοῦμαι, μόνον ἐπὶ τοῦ μακαρίτου Σπυρομήλιου, κατὰ τὸ 1864, ἐξεδόθη μία ἐγκύκλιος διάταξις, ἡ ὁποία ἀπῄτει, ὥστε οἱ ἀποδυόμενοι ἀξιωματικοὶ εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα ὤφειλον νὰ ἐκτεθῶσι σπουδαίως. Ἐάν τις τολμήσῃ νὰ ζητήσῃ ἄδειαν καὶ νὰ μὴ ἀποδυθῇ, εἶχε δικαίωμα ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ τὸν θέσῃ εἰς ἀργίαν, ἕνεκα ἐλλείψεως ποινῆς. Ἀλλὰ δυστυχῶς, κύριοι, καὶ δὲν ἐκτελοῦνται. Δὲν εἶδον ἀξιωματικὸν τιμωρηθέντα ἐπὶ παραλήψει τῆς ὑποχρεώσεως αὐτῆς. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἐπρόκειτο διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς νὰ ἐξασφαλισθῶσι τὰ δικαιώματα τοῦ ἀτόμου καὶ τοῦ Κράτους, νὰ ἐπιβάλωμεν μίαν ποινὴν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς, οἱ ὁποῖοι θὰ θελήσωσι νὰ μεταβοῦν εἰς τὰς ἐπαρχίας των, καὶ ἐὰν δὲν ἐκτεθῶσι, νὰ τοὺς ζημιώσωμεν τὰς ἀποδοχὰς, ἀφοῦ ἐστάθη ἀδύνατον νὰ τοὺς θέσωμεν εἰς ἀργίαν. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπὸ συζήτησιν περίπτωσιν ὁ κ. Διαλέτης δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτήν. Καὶ διατί δὲν ὑπάγεται, κύριοι; Διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, διότι δὲν ἐζήτησεν ἄδειαν. Τοῦτο δὲ δὲν τῷ ἀφαιρεῖ κανὲν δικαίωμα καὶ εἰς αὐτὸ προσέξατε, κύριοι· δὲν τῷ ἀφαιρεῖ κανὲν δικαίωμα, οὔτε τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν μετήρχετο· διότι ἀπεῖχε τοῦ τόπου τῆς ἐκλογῆς πέντε–δέκα ἡμέρας καὶ δὲν ἐπέδρασεν ἐπ’ αὐτῆς. Καὶ διατί ἀνεγράψαμεν αὐτὴν τὴν διάταξιν; καὶ διατί ἠθελήσαμεν νὰ γυμνώσωμεν τὸν ἀξιωματικόν; Διὰ νὰ μὴν ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῶν ἐκλογέων. Αὐτὴ εἶναι, κύριοι, ἡ διάνοια, κατ’ ἐμὲ, τοῦ νομοθέτου. Ὅταν αὐτὸ τὸ δικαίωμα, κύριοι, ἐξασφαλίζηται, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐξασφαλίζητε τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς εἰς τὸν Διαλέτην ἢ εἰς ὁποιονδήποτε ἄλλον. Διὰ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἀναγνωρίζων τὰς πλημμελείας τοῦ πολιτεύματος ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν στρατιωτικῶν αὐτοῦ διατάξεων, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, θέλω συντελέσει ὅσον δύναμαι νὰ τεθῶσι φραγμοί. Διότι, βεβαιωθῆτε, ὅτι καὶ οἱ πόροι τοῦ λαοῦ καὶ αἱ προσπάθειαι τῶν ἀξιωματικῶν δὲν θέλουσι καταλήξει διὰ ὠφέλειαν τοῦ τόπου.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις.
§103Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος. Ἐν ταῖς συζητήσεσι προέκυψε τὸ ἑξῆς, τὸ ὁποῖον νὰ τεθῇ ὡς θέμα. Πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ὡς ἑξῆς. Ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ἀξιωματικὸν... (Θόρυβος.) Εἶναι προϊόν τῆς συζητήσεως. Πρέπει ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι δὲν ὑποχρεοῦται νὰ ζητήσῃ ἄδειαν· διότι, διὰ νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφίσωμεν, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη αἰτήσεως ἀδείας. (Θόρυβος.)
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Τριχωνίας ὡς πρὸς τὸν κ. Βλαχόπουλον; Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Τριχωνίας καὶ νόμιμον βουλευτὴν αὐτῆς τὸν κ. Βλαχόπουλον. (Θόρυβος.) Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς ὡς πρὸς τὸν κ. Διαλέτην νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται ὀλίγοι.)
§105ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἠκούσαμεν.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς καὶ ὡς πρὸς τὸν κ. Διαλέτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς καὶ νόμιμον βουλευτὴν αὐτῆς τὸν κ. Διαλέτην.
§107ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως (Θόρυβος.)
§108ΕΤΕΡΟΙ. Παραιτοῦνται, κ. Πρόεδρε.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ παραιτοῦνται, δὲν θὰ γίνῃ ὀνομαστικὴ κλῆσις. Ὥστε ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Τριχωνίας καὶ νομίμους βουλευτὰς αὐτῆς τοὺς κ.κ. Ν. Βλαχόπουλον καὶ Κ. Διαλέτην, ἔχοντας τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα. (Κατόπιν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη δι’ ἀναστάσεως τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Τροιζηνίας καὶ νομίμους βουλευτὰς αὐτῆς τοὺς κκ. Χ. Λ. Δουζίναν καὶ Α. Λ. Ἀντωνιάδην· ἐπίσης τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Τυρνάβου καὶ νομίμους βουλευτὰς αὐτῆς τοὺς κ. Ι. Παπαδόπουλον καὶ Δ. Ζαφειριάδην· ἐπίσης τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Ὕδρας καὶ νομίμους βουλευτὰς αὐτῆς τοὺς κ. Γ. Δ. Βούλγαρην, Ε. Α. Κριεζῆν καὶ Θ. Ν. Γκίκαν.)
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκλογὴ Φθιώτιδος. (Ἀναγινώσκεται τὸ διατακτικὸν τῆς ἐκθέσεως τοῦ Τμήματος.)
§111ΔΕΣΠΟΤΑΙΟΣ. (Ὅρα παράρτημα.)
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Τυμφρηστοῦ παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἀπεῤῥίφθη.—Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος καὶ νομίμους αὑτῆς βουλευτὰς τοὺς κκ. Π. Σκουμπουρδῆν, Κ. Τράκαν, Α. Κέφαλον, Ι. Καλαμάραν καὶ Δ. Ζουλούμην. Ἐκλογὴ Χαλκίδος.
§113ΡΑΛΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα.)
§114ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Μὴ νομίσῃ τις, ὅτι σκοπὸν ἔχω νὰ ὑπερασπίσω τὴν ἐκλογὴν Χαλκίδος, ἢ νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τοῦ ἐγκύρου αὐτῆς. Μόνον προτίθεμαι νὰ ὑποβάλω ἓν ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἐνδεχόμενον νὰ προκύψῃ ἐκ τῆς ἀποδοχῆς τῆς γνώμης τῆς πλειοψηφίας. Ὁ θόρυβος, τὸν ὁποῖον ἤγειραν οἱ ἀδικηθέντες, αἱ ἐνστάσεις, αἱ ἀναγραφόμεναι ἐν τῇ ἐκθέσει, καὶ ἰδίως αἱ παραστάσεις ἑνὸς προσώπου, γινώσκοντος τὰ τῆς ἐκλογῆς, μὲ παρεκίνησαν νὰ μελετήσω τὰ τῆς ἐκλογῆς ταύτης. Νοθεία καὶ ἀποκλεισμὸς ἔλαβον χώραν ἐν τῷ δήμῳ Ληλαντίων. Παραδέχομαι, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ βραβεύσωμεν τὸν δόλον, ὅπως ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Ῥάλλης, ἀλλὰ παρετήρησα, ὅτι δὲν συνηγωνίσθησαν μόνον οἱ δύο ἀντίθετοι συνδυασμοί, ἀλλὰ καὶ τέσσαρα ἄλλα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἠγωνίσθησαν χωριστά· καὶ παρατηροῦντες τοὺς ἀριθμοὺς θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὁ Καλογερόπουλος καὶ ὁ Μεταξᾶς ἔλαβον τοσαύτας ψήφους, ὥστε προσήγγισαν τοὺς ἐπιτυχόντας.
§115ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἡ προσέγγισις εἶναι ἡ ἀκόλουθος· ὁ Φλογαΐτης ἔλαβε ψήφους 2,901, ὁ Βουδούρης 2,676, ὁ Κριεζώτης 2,615, ὁ δὲ κ. Καλογερόπουλος καὶ ὁ κ. Μεταξᾶς δὲν ἔφθασαν οὐδὲ τὰς 1900.
§116ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Ὁ ἀποκλεισμὸς δὲν ἐμείωσε μόνον τὰ κεφάλαια τοῦ ὑπουργικοῦ συνδυασμοῦ, ἀλλ’ ἐξήσκησεν ἐπιῤῥοὴν καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἀκόμη· καὶ ἐν τῷ δήμῳ αὐτῷ, ὁ ὁποῖος περιλαμβάνει 1600 ψήφους, ἐλευθέρως ἐνεργουμένης τῆς ἐκλογῆς, δύναταί τις εἰκότως νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι δύνανται νὰ ψηφοφορήσουν 1200. Ὥστε, ἐὰν ὁ κ. Μεταξᾶς καὶ ὁ κ. Καλογερόπουλος λάβωσι πολλοὺς ψήφους, τότε θὰ ἐπέλθῃ τὸ ἄτοπον, ὥστε μετὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς διὰ τὸν ἕνα, νὰ ἔχουν δύο ἢ πλείονες περισσοτέρας ψήφους τῶν ἐπιτυχόντων. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι τοῦτο δύναται νὰ συμβῇ, βεβαίως ἡ ἐκλογὴ πρέπει ν’ ἀκυρωθῇ διὰ τοὺς τρεῖς.
§117ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὁ κ. Καλογερόπουλος, τὸν ὁποῖον ἀνεφέρατε, εἶναι υἱὸς τῆς ἀδελφῆς μου. Πρώτην φορὰν κατῆλθεν εἰς τὸν ἀγῶνα. Διὰ τί ἔλαβεν αὐτὰς τὰς ψήφους, ἀφίνω εἰς ὑμᾶς νὰ κρίνητε.
§118ΡΑΛΛΗΣ. Δύο ζητήματα θὰ τεθοῦν· θὰ διαιρεθῇ ἡ ἐκλογὴ ὡς πρὸς τοὺς τρεῖς ἀντιπολιτευομένους καὶ ὡς πρὸς τὸν κ. Βασιλείου. Εἶναι ἄκυρος ἡ ἐκλογὴ ὡς πρὸς τὸν Βασιλείου, εἶναι ἔγκυρος ὡς πρὸς τοὺς τρεῖς.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ψηφοφορήσωμεν.
§120ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Διὰ τί θέλετε ν’ ἀκυρώσητε τὸν δῆμον αὐτόν; ποῦ βλέπετε τὰς ἐπεμβάσεις; Οἱ ἀντιπρόσωποι ὅλοι εἶναι ὑπογεγραμμένοι, χωρὶς οὐδεὶς νὰ κάμῃ ἔνστασιν. Θέλετε νὰ μὲ ἀδικήσητε, καὶ τίποτε ἄλλο. Λάβετε τὰ πρακτικά. Αὐτοὶ, κύριοι, μὲ εὐχαρίστησαν εἰς τὴν Χαλκίδα.
§121ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐτόλμησαν νὰ ἔλθουν νὰ κάμουν ἐνστάσεις.
§122ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Οἱ ἄνθρωποι τοῦ Βουδούρη μὲ εὐχαρίστησαν.
§123ΡΑΛΛΗΣ. Ποῖος ἔκαμε τὴν καλπονόθευσιν;
§124ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Δὲν ἠξεύρω· οἱ χωρικοὶ μόνοι των.
§125ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὸν ἀποκλεισμὸν δὲν τὸν ἔκαμαν οἱ χωρικοί.
§126ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Οἱ χωρικοὶ τὸν ἔκαμαν, καὶ δι’ αὐτὸ σᾶς λέγω, ὅτι ἐγὼ δὲν πταίω.
§127ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὸν ἔκαμαν οἱ 142 στρατιωτικοί, ἀξιωματικοί, ὑπαξιωματικοὶ καὶ χωροφύλακες, τοὺς ὁποίους σᾶς ἔδωκεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.
§128ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι τὸ σῶμα δὲν εἶχε νὰ δώσῃ στρατιώτας, διότι ἔδωκεν εἰς τὸ Ξηροχῶρι, καὶ δὲν εἶχε νὰ δώσῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν τὴν ἰδικήν μας.
§129ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐπίσης ὁ Γκαβέρας, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῶν, ἔγεινεν ἀνθυπασπιστής.
§130ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ὁ Γκαβέρας ἦτο φίλος σας.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἕβδομον Τμῆμα προτείνει νὰ ἐπικυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ Χαλκίδος ὡς πρὸς τοὺς τρεῖς βουλευτὰς, νὰ ἀκυρωθῇ δὲ ὡς πρὸς τὸν Ἀθ. Βασιλείου ἡ ἐκλογὴ ἀμφοτέρων τῶν τμημάτων τοῦ δήμου Ληλαντίων. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς ὡς πρὸς τοὺς τρεῖς πρώτους νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, καὶ ἀνακηρύσσονται νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ. κ. Θ. Φλογαΐτης, Β. Βουδούρης καὶ Δ. Κριεζώτης. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄκυρον ἀμφοτέρων τῶν τμημάτων τοῦ δήμου Ληλαντίων ὡς πρὸς τὸν Ἀθ. Βασιλείου νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἄκυρον. (Εἶτα ἐπικυροῦται ἡ ἐκλογὴ Νέων Ψαῤῥῶν, καὶ ἀνακηρύσσονται νόμιμοι βουλευταὶ οἱ κ. κ. Κ. Παπανικολῆς καὶ Θ. Κανάρης.)
§132ΤΙΝΕΣ. Αὔριον ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, ἐτελειώσαμεν τὸ πρῶτον στάδιον, τὸ καὶ δυσχερέστερον, τῶν ἐξελέξεων τῶν ἐκλογῶν. Αὔριον ἔχομεν τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 7½ μ. μ.