1882.02.17
1.105 στίχοι · 8.997 λέξεις · 49 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 17
τῆς 17 Φεβρουαρίου 1882.
Ὥρα 2½ μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκρίνονται τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΒΑΛΤΙΝΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Χθὲς, κύριοι ἀγορεύων ἔδωσα νὰ ἐννοήσωσιν ὅλοι, ὅσοι ἦσαν ἐν τῇ συνεδριάσει, ὅτι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βάλτου ἡ συστηματικὴ ἐπιῤῥοὴ ἀνήκει μόνον εἰς τὸν κύριον Ἴσκον, αἱ δὲ ἄλλαι ἐπιῤῥοαὶ εἶναι διαβατικαί· προσεπάθησα, καὶ πιστεύω τὸ κατώρθωσα, νὰ πείσω ὑμᾶς, ὅτι, ἐὰν ἐπετύχομεν, ἐπετύχομεν πρῶτον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συνδυασμοῦ ἡμῶν, δεύτερον διότι ὅλα σχεδὸν τὰ στοιχεῖα τὰ ἔχοντα δύναμιν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βάλτου ἦσαν μεθ’ ἡμῶν. Οἱ ἐνιστάμενοι, τοὐναντίον, ἠθέλησαν ν’ ἀποδείξωσι διὰ τῆς ἐκθέσεως τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Τμήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι, ἐὰν ἐπετύχομεν, ἐπετύχομεν ἐπὶ τῇ βάσει πιέσεων καὶ ἐπιθέσεων στρατιωτικῶν. Εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐνστάσεων κατὰ τὰς λεπτομερείας θέλομεν ἰδεῖ τὰς αἰτιάσεις καὶ πῶς ἔγειναν δι’ ἐπιβολῆς τοῦ στρατοῦ. Πιέσεις ἔλαβον χώραν, διότι ἐπράξαμεν τὰ ἀγαθά! πιέσεις ἔλαβον χώραν, διότι κατωρθώσαμεν νὰ λάβωμεν ὑπὲρ ἡμῶν ψήφους, τὰς ὁποίας οἱ ἐνιστάμενοι καθ’ ἡμῶν ἐθεώρουν ἰδικάς των! καὶ τὸ χειρότερον πάντων, κύριοι, εἶναι διότι κατωρθώσαμεν νὰ διεγείρωμεν, τοὐλάχιστον πρὸς τὸ παρὸν, τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ τόπου δι’ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐκεῖ ἔλαβον χώραν, διότι, κατὰ σύμπτωσιν καὶ ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, εἴχομεν τὴν τύχην νὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὰ πράγματα, διότι κατωρθώθη ἕν, τὸ ὁποῖον ἐθεωρεῖτο ἀδύνατον εἰς τὸν κόσμον νὰ τὸ φαντασθῇ κἄν τις, ὅτι ὁ ἀναχωρῶν ἀπὸ Μεσολογγίου μέχρι Κραβασαρᾶ δύναται νὰ ταξειδεύσῃ ἐφ’ ἁμάξης! Μᾶς κατηγοροῦσι, κύριοι, ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν ἡμῶν κατωρθώθη νὰ δεσμεύσωμεν τὸν Ἀχελῶον διὰ γεφύρας· μᾶς κατηγοροῦσιν, ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας κατωρθώθη νὰ πίωσιν οἱ ἐν τῷ Βάλτῳ ὕδωρ! Ναὶ, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου, κύριοι, κατώρθωσα καὶ ἕτερον, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ἱστορικὴν ἐν Ἑλλάδι ἀξίαν, κατωρθώθη νὰ δύναται ἡ Ἑλλὰς, ἐὰν ἡ ἀνάγκη παραστῇ, νὰ δύναται νὰ συντηρήσῃ εἰς τὸν Βάλτον καὶ παρὰ τὴν Ἄρταν ὅσον καὶ ἂν θέλῃ πολυάριθμον στρατὸν, διότι διὰ τῆς ἐπιμονῆς μου εὑρέθη τὸ ὕδωρ. Ὅταν ἐπρόκειτο νὰ παραλάβωμεν τὴν Ἄρταν, ἤτοι τὸ τμῆμα τῆς Ἠπείρου, ἐθεωρεῖτο ἀδύνατον νὰ παραταχθῇ στρατὸς ἐκεῖ ἐπὶ ἡμέρας· μοὶ ἐζητεῖτο νὰ κατορθωθῇ ἡ διὰ θαλάσσης διάβασις τοῦ στρατοῦ μέχρι Μενιδίου· ἀπήντων εἰς τοὺς ζητοῦντας τοῦτο, καὶ πρὸς τί; μήπως ἀπὸ τῶν πλοίων αὐθωρεὶ θὰ μεταβῆτε εἰς Ἄρταν; δέον νὰ ζητηθῇ ὕδωρ· καὶ ὄντως ἐζητήθη καὶ εὑρέθη τὸ ὕδωρ εἰς Μενίδι. Ταῦτα, κύριοι, εἶναι καθ’ ἡμῶν! ἀλλ’ ἐὰν ἦναι καθ’ ἡμῶν ταῦτα, ἤθελον παρακαλέσει τοὺς Αἰτωλεῖς νὰ μοὶ εἴπωσι, διατί δὲν καταψηφίζουσι τὸν κύριον Τρικούπην, διατί δὲν κατεψήφιζον τὸν ἀείμνηστον Ἐπαμ. Δεληγεώργην, ὅταν κατώρθωσαν, πρὸς τὸ καλὸν τοῦ τόπου των, νὰ σχηματίσωσι τὴν Αἰτωλίαν εὐρωπαϊκὴν ἐπαρχίαν; Αἱ ἐνστάσεις, κύριοι, τῶν ἐνδιαφερομένων δὲν ἐγένοντο ἐν Βάλτῳ· δὲν δύνανται ν’ ἀρνηθῶσιν, ὅτι, διαρκουσῶν τῶν ἐκλογῶν καὶ πρὸ αὐτῶν, οὐδέν τι ἠγέρθη παράπονον οὔτε κατὰ τοῦ στρατοῦ, οὔτε καθ’ οἱουδήποτε ἄλλου, καὶ ὅταν ἀκόμη ἐνηργοῦντο αἱ ἐκλογαί, οὐδὲν παράπονον τοιοῦτον ἐνεγράφη εἰς τὰ πρακτικά. Ἐλέχθη, ὅτι μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς ἐκλογῆς Βάλτου εἰς τὸ Τμῆμα ἠρωτήθη εἷς τῶν ἐνισταμένων παρὰ τῶν μελῶν τοῦ Τμήματος, καὶ ἂν ἔχωσι παράπονον κατὰ τοῦ στρατοῦ· εἶπεν ὄχι. Καὶ πράγματι, κύριοι, δὲν ὑπῆρξεν ἀληθὲς παράπονον κατὰ τοῦ στρατοῦ. Ὁ ἀνώτερος ἀξιωματικός, εἰς τὸν ὁποῖον ἐπιῤῥίπτεται ἡ εὐθύνη, ὅτι ἐξεβίασε διὰ τῶν ὑπ’ αὐτὸν τὰς συνειδήσεις τῶν κατοίκων Βάλτου, ὁ Χατζῆ Ἰωάννου, συνηντήθη τὴν 11 Ἰανουαρίου μετὰ τοῦ ἐκ Βάλτου Ἀθανασούλα Καραχρήστου, γαμβροῦ ἐπ’ ἀδελφῇ ἑνὸς τῶν ἐνισταμένων, καὶ ἐπειδὴ εἶχεν ἰδεῖ εἰς τὴν «Αἰτωλίαν», ἐφημερίδα ἐκδιδομένην ἐν Μεσολογγίῳ, αἰτιάσεις κατὰ τοῦ στρατοῦ, τὸν ἠρώτησε, τί παράπονα εἶχον; διατί δὲν ἀνεφέρθησαν; διατί δὲν παρεπονέθη κανεὶς πρὸ καὶ μετὰ τὴν ἐκλογήν; Ἰδοὺ τί τοῦ ἀπήντησεν ὁ Καραχρῆστος: «μὴ δυσαρεστῆσαι, κύριε Χατζῆ Ἰωάννου, διὰ πᾶν ὅ,τι ἐγράφη· ἡμεῖς ἤμεθα καταγοητευμένοι ἀπὸ σᾶς, ὅταν ἐμάθομεν, ὅτι ἤλθατε· καθ’ ὑμῶν δὲν ἔχομεν εὔλογον παράπονον, πλὴν τῆς ἐλεύσεως τοῦ τάγματος, τὸ ὁποῖον, καὶ ἡμεῖς ἐὰν εἴχομεν τὴν ἐξουσίαν, ἠθέλομεν τὸ φέρει· ἐπλάσαμεν τὰς ἐνστάσεις διὰ νὰ κτυπήσωμεν τὸν ὑπουργὸν, διότι μᾶς ὑπεσχέθησαν, ὅτι, ἐὰν οἱ φίλοι μας ὑπερισχύσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ ἀκυρώσουν τὴν ἐκλογήν.»
§2Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Θὰ τὸ καταθέσητε αὐτὸ, κύριε ὑπουργέ;
§3ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἐὰν θέλετε τὸ πρωτότυπον, τὸ βλέπετε. Ὁ καθ’ οὗ τὸ παράπονον, κύριοι, γράφει ἐπίσης: «δὲν ἐννοῶ τὰ παράπονα τοῦ ἐνισταμένου, μετὰ τοῦ ὁποίου συνεταξείδευα μέχρις Ἀγρινίου καὶ συνῴκησα ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ κυρίου Θεοφανίδου.» Ἤδη μεταβαίνω, κύριοι, εἰς τὰ καθέκαστα τῶν ἐνστάσεων. Ἐν πρώτοις θὰ παρακαλέσω τὸν διορθώσαντα τὸ τεῦχος τῶν ἐκθέσεων τῶν ἐκλογῶν, νὰ γνωστοποιήσῃ εἰς τοὺς κυρίους βουλευτὰς, ὅτι καλὸν ἤθελεν εἶσθαι νὰ διορθώσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ψήφων τοῦ πλειονοψηφήσαντος. Εἰς τὴν τύπωσιν εἶναι 1757, ἐνῷ τὸ πραγματικὸν εἶναι 1797.
§4Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰσιτηρίου ἔγεινεν ἡ ἔκθεσις. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, τὸ εἰσιτήριον τῶν βουλευτῶν Βάλτου. Ἐγὼ ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Δικαστηρίου· τὸ εἰσιτήριον ἔχει 1757.
§5ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Δὲν ἔχει ἐπιῤῥοὴν αὐτό.
§6Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ὄχι, ἀλλὰ λέγω, ὅτι ἐγὼ ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Δικαστηρίου, καὶ εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς ἀνακηρύξεως ἦσαν 1757.
§7ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κατὰ τὴν πρώτην ἔνστασιν τῶν ἐνισταμένων, τὴν ὁποίαν ἡ πλειοψηφία τοῦ Τμήματος συνδυάζει καὶ συγχωνεύει εἰς τὴν ἐννάτην, οἱ ἐνιστάμενοι παραπονοῦνται, ὅτι, ὅταν διετάχθη συμπληρωτικὴ ἐκλογή, μετετέθη ἐπ’ αὐτῷ τούτῳ τὸ 2ον εὐζωνικὸν τάγμα· παραπονοῦνται, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ, ὑπαξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται ἦσαν πάντες ἐκ Βάλτου, ὅτι κατὰ τὴν μετάθεσιν τοῦ τάγματος διοικητὴς ἦτον ὁ κύριος Μακρῆς, καὶ ὅτι διεδέχθη αὐτὸν ὁ κύριος Χατζῆ Ἰωάννου, ὅστις διῴκει τὸ τάγμα καὶ κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1879. Καὶ κατὰ μὲν τὸν ἐνιστάμενον, κύριοι, τὸ τάγμα μετετέθη ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ συντρέξῃ εἰς τὴν ἐκ νέου ἐπιτυχίαν τοῦ τότε προβιβασθέντος ἀντισυνταγματάρχου καὶ πρώην βουλευτοῦ κ. Ἴσκου· κατὰ δὲ τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Τμήματος τὸ τάγμα μετετέθη οὐχὶ ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ, ἀλλὰ διότι ἦτο προαποφασισμένη ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς. Ἐνόμιζα, κύριοι, καὶ ἐξακολουθῶ νὰ νομίζω, ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τὸ Τμῆμα νὰ ἐξέρχεται τοῦ πνεύματος τῶν ἐνστάσεων καὶ τοῦ γράμματος αὐτῶν. Ἐὰν ἡ εἰσήγησις εἶχε τὸ φρόνημα, ὅπερ ἔχει, ὤφειλε νὰ περιορισθῇ νὰ γράψῃ «ψευδὴς ἡ πρώτη ἔνστασις», διότι ὁ κ. Ἴσκος δὲν ἐξετέθη κατὰ τὴν συμπληρωτικὴν ἐκλογήν. Εἰς τὴν πρώτην ἔνστασιν ὑπάρχει περιληπτικῶς τὸ παράπονον, ὅτι ἐν τῷ τάγματι ἐκείνῳ, τῷ 2ῳ τῶν εὐζώνων, οἱ ἀξιωματικοί, ὑπαξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται ἦσαν Βαλτινοί, πρὸς δὲ, ὅτι διῴκει αὐτὸ τότε ὁ συνταγματάρχης κ. Μακρῆς, καὶ τὸν διεδέχθη ὁ κ. Χατζῆ–Ἰωάννου· τὸ τάγμα εὑρίσκετο εἰς Βάλτον πολλὰ ἔτη, ὡς ἐθελονταὶ δὲ κατετάσσοντο εἰς αὐτὸ οἱ Βαλτινοί, ὡς καὶ εἰς ἄλλα τάγματα ἄλλοι. Τί πρὸς ἐμὲ, ἐὰν ἐκεῖ ὄντες προήχθησαν; καὶ εἰς τί πταίω ἐγώ; Ὁ εἰσηγητὴς τοῦ Τμήματος ἀπηύθυνεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἐρώτησιν καὶ ἐζήτησε κατάστασιν τῶν ἀξιωματικῶν· ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων πέντε εὑρέθησαν Βαλτινοί· ἀλλὰ καὶ τὸ ὅλον ἐὰν ἦτο, δὲν τοὺς μετέφερα ἐγὼ ἐκεῖ· ὅτε ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ ὑπουργείου, οἱ πάντες ἦσαν ἐκεῖ, μόνον ὁ Βασίλειος Ἴσκος μετετέθη. Δὲν ἠξεύρω, κύριοι, ἐὰν δύναται νὰ στηριχθῇ τις ἐνιστάμενος κατ’ ἐκλογῆς τινος εἰς τοῦτο, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ ἦταν ἐν τόποις· ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρετήρησα, ὡς ἔχων τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὰ τοῦ στρατοῦ, εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι οἱ κάτοικοι ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν, πολιτευόμενοι καὶ μὴ, εὔχονται, οἱ ἀνήκοντες εἰς τάγμα τι νὰ ἦναι ἐκ τῆς ἐπαρχίας, ἵνα ἔχωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν πλησιέστερον τὰς οἰκογενείας των. Δὲν γνωρίζω, κύριοι, πόθεν ὁρμώμενοι οἱ ἐνιστάμενοι κατήγγειλαν τὸ 2ον τῶν εὐζώνων, ὅπερ διῴκει ὁ κ. Μακρῆς, ἀξιωματικὸς γνωστὸς διὰ τὰς ὑπηρεσίας, ἃς προσέφερον εἰς τὸ Κράτος κατὰ τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας· εἰς τὰ τάγματα ἐκεῖνα, τὰ λεγόμενα εὐζωνικά, τὰ προωρισμένα νὰ προηγῶνται ὅλων τῶν ἄλλων καὶ νὰ καταδιώκωσι τοὺς κακοὺς ἐν ὥρᾳ εἰρήνης, εἰς τὰ τάγματα ἐκεῖνα, σωφρονοῦντες πάντοτε οἱ διευθύνοντες τὰ τοῦ στρατοῦ, φροντίζουσιν, ὅσον τοῖς εἶναι δυνατόν, νὰ διορίζωσι διοικητὰς τοὺς ἐκ τῶν προηγουμένων αὐτῶν, ἱκανοὺς περὶ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν· ὑποθέτω, κύριοι, ὅτι δὲν πταίω ἐγώ, ἐὰν ὁ κ. Μακρῆς, διορισθεὶς διοικητὴς τοῦ 2ου εὐζωνικοῦ τάγματος, τυγχάνῃ συγγενής μου· ὑποθέτω, ὅτι δὲν πταίω ἐγὼ ἐὰν ὁ διοικητὴς τοῦ 3ου εὐζωνικοῦ τάγματος τυγχάνῃ συγγενής μου· ἀρκεῖ ὅτι ἔχουσι τὴν ἱκανότητά των. Ὁ κύριος Μακρῆς, κύριοι, μέχρι τῆς παραμονῆς σχεδὸν τῆς διορίας, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἀξιωματικοὶ ὀφείλουσι νὰ ζητῶσι συνταγματικὴν ἄδειαν, μ’ ἐρωτᾷ, ἂν σκοπεύω νὰ τὸν ἀφήσω εἰς Βάλτον, διὰ νὰ μεταφέρῃ ἐκεῖ τὴν οἰκογένειάν του, καὶ τῷ ἀπεκρίθην, ὅτι δὲν ἔχω λόγον νὰ ἀπομακρυνθῇ ἐκεῖθεν· αἴφνης μὲ εἰδοποιεῖ, ὅτι, πιεζόμενος ὑπὸ τῶν συγγενῶν του, ἀναγκάζεται νὰ ἐκτεθῇ εἰς τὸν βουλευτικὸν ἀγῶνα ἐν Αἰτωλίᾳ. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην διατελῶν διοικητὴς ἐν Ἀθήναις τοῦ 14ου πεζικοῦ τάγματος ὁ φίλος μου καὶ φίλος στενὸς ἐπίσης τοῦ ἑνὸς τῶν ἐνισταμένων κατὰ τῆς ἐκλογῆς ἀντισυνταγματάρχης κ. Χατζῆ Ἰωάννου, εὑρέθην ὑποχρεωμένος ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ν’ ἀπομακρύνω αὐτόν· εὑρέθη ἀφ’ ἑτέρου τὸ 2ον εὐζ. τάγμα ἄνευ διοικητοῦ, καὶ τὸν διώρισα ἐκεῖ. Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη, εἰλικρινὴς καὶ καθαρὰ ἀλήθεια καὶ ὁμολογία τῶν πραγμάτων. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐνίστανται κατὰ τοῦ διορισμοῦ τούτου, ἐρωτῶ, διατί ἐπήνουν σφόδρα τὴν διαγωγὴν αὐτοῦ κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ 1879; ὁ αὐτὸς ἦτο τότε ἐκεῖ, καὶ διατί δὲν ἠγέρθη κανὲν παράπονον κατὰ τοῦ διορισμοῦ αὐτοῦ πρὶν ἢ φανῇ τὸ ἀποτέλεσμα ὑπὲρ ἡμῶν; Ἡ ἐρώτησις αὕτη, πιθανὸν, φαίνεται εἴς τινας ἐξ ὑμῶν περιττή. Ὄχι, κύριοι, δὲν εἶναι περιττή· διευθύνων ἐπὶ πολλοὺς μῆνας τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς καὶ κατὰ τὴν πρώτην περίοδον τῆς ὑπουργείας μου, πλειστάκις ἔλαβον παράπονα διὰ διορισμοὺς ἀξιωματικῶν εἰς τὸ δεῖνα ἢ δεῖνα μέρος, καὶ ἀμέσως ἔλαβα τὰ παράπονα ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἐὰν τὰ ἔκρινα στηριζόμενα ἐπὶ τῆς ἀληθείας, διὰ τῆς ὑπηρεσίας ἀντήλλαξα τὰ πρόσωπα· ἀλλὰ διὰ τὸν διορισμὸν τοῦ κυρίου Χατζῆ Ἰωάννου οὐδὲν παράπονον ἠγέρθη· πιστεύω δὲ ἀδιστάκτως, ὅτι, ἐὰν συνέπιπτε νὰ μᾶς ἐγκαταλείπωσι κομματάρχαι, ἢ ἐὰν συνέπιπτε νὰ ἦτο μειωμένη ἡ δύναμις τοῦ Ἴσκου, καὶ ὡς ἐκ τούτου νὰ ὑστερώμεθα τῆς τύχης ν’ ἀντιπροσωπεύσωμεν τὴν ἐπαρχίαν ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, πιστεύω ἀδιστάκτως, λέγω, ὅτι οὐδὲν παράπονον ἤθελεν ἐγερθῆ, οὔτε ἤθελεν ἀναγραφῆ εἰς τὰς ἐνστάσεις τὸ μέγα κακὸν, ὅτι διοικητὴς τοῦ τάγματος ἐκείνου ἦτο ὁ Χατζῆ Ἰωάννου. Ἀλλαχοῦ τῶν ἐνστάσεων, κύριοι, ὡς ἐπίσης εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Τμήματος, προστίθεται, ὅτι πρὸς ἀμοιβὴν τῶν ἐνεργειῶν αὑτοῦ τὸν ηὐχαρίστησα, τὸν ἀντήμειψα, διορίσας αὐτὸν μέλος τοῦ στρατολογικοῦ συμβουλίου Ἀχαϊοήλιδος.
§8ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ Χατζῆ Ἰωάννου, ὅστις διοικεῖ τὸ 14ον πεζικόν· αὐτὸς εἶναι συγγενὴς τοῦ κ. Τρικούπη, δὲν ἦτο δυνατόν ποτε νὰ γείνῃ ὄργανον ἐδικόν σας.
§9ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ γνωρίζω, ὅτι οὐδεὶς τῶν ἀξιωματικῶν τῶν μὴ πολιτευομένων ἀνήκει εἰς μερίδας. Δὲν γνωρίζω, κύριοι, ἐὰν διαβατική τις ὑπηρεσία, οἵα εἶναι τὸ νὰ ἦναί τις μέλος στρατολογικοῦ συμβουλίου, εἶναι ἀμοιβὴ διὰ κόπους, οὓς κατέβαλέ τις, καὶ δι’ ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας τυχὸν προσέφερεν. Αὐτὴ εἶναι ὑπηρεσία διαβατική. Ἡ πλειονοψηφία τοῦ Τμήματος, λαμβάνουσα ἀφορμὴν ἀπὸ τοῦ τυχαίου αὐτοῦ διορισμοῦ ὡς μέλους τοῦ συμβουλίου τοῦ στρατιωτικοῦ, προχωρεῖ καὶ αἰτιᾶται οὐχὶ κατὰ τῆς ἐκλογῆς, ἀλλὰ κατ’ ἐμοῦ, ὑπὸ τὴν ἑτέραν ἰδιότητα ὅτι τὸν διώρισα μέλος ἐκεῖ, ὅπου ὁ νόμος ἀπαγορεύει. Ὁ κ. Χατζηϊωάννου, καὶ βεβαίως εἶναι γνωστὸν εἰς τοὺς ἐκ τῆς Ἀχαΐας βουλευτὰς, ἦτο διοικητὴς τοῦ 8ου πεζικοῦ τάγματος, ταγματάρχης ὢν, καὶ τὸ διώκει, ἐν Πάτραις διαμένων. Δὲν ἠξεύρω διατὶ ὁ σήμερον αἰτιώμενος, ὅτι τὸν διώρισα ἐν τῇ χώρᾳ αὐτῇ, δὲν κατήγγειλε τὴν πρᾶξιν ἑτέρου ὑπουργοῦ, ὅστις πρὸ ἐτῶν τὸν εἶχε διορίσει καὶ διαρκῶς ἐκεῖ διοικητὴν τάγματος. Ἐγὼ δὲν τὸν διώρισα, ὡς εἶπον, εἰς διαρκῆ ὑπηρεσίαν, διότι ὁ διορισμὸς του ἦτο διορισμὸς διοικητοῦ τοῦ 2ου πεζικοῦ τάγματος, τοῦ ὁποίου ἕδρα ἦτο τὸ Μεσολόγγιον. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔνστασις, κύριοι, ἡ μεγάλη καὶ τρομερὰ, ὁ διορισμὸς τοῦ ἀξιωματικοῦ ἐκείνου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔνστασις, κύριοι, ὅτι ὤφειλα, προκειμένου νὰ ἐνεργηθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ, νὰ λάβω τὸν κατάλογον καὶ διώξω ὅλους τοὺς τυχὸν ἐκ Βάλτου καταγομένους ἀξιωματικοὺς ὑπαξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας. Κατὰ τὴν ἔνστασιν, εἶναι ἔγκλημα νὰ ἦναι τις, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ του ὑπηρετῶν ἐν τῷ στρατῷ. Εὔχομαι, κύριοι, νὰ ἔλθῃ ὁ καιρὸς, καὶ πιθανὸν νὰ ἔλθῃ, τὰ τοῦ στρατοῦ νὰ διοικῇ ὁ εἷς τῶν ἐνισταμένων, καὶ τὸν προκαλῶ ἀπὸ τοῦδε, νὰ μὴ ἀφήσῃ ἐκ Βάλτῳ οὔτε ἕνα ποτὲ στρατιώτην, διὰ νὰ συλλάβῃ ἐλαχίστην ἰδέαν, ἂν, ὅταν ἔγραψε ταῦτα, τὰ ἐπίστευε. Δὲν ἔφθανε, κύριοι, ἡ πίεσις ἡ τρομερὰ, ἡ στρατιωτικὴ, ἧς ἐκάμομεν χρῆσιν· εἰς τὰς ἐνστάσεις μᾶς κατηγοροῦσι καὶ ἐπὶ δωροδοκίᾳ εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ κομματάρχου Βασιλείου Τολιᾶ. Ἐὰν λοιπὸν ἔγεινε χρῆσις χρημάτων καὶ δωροδοκίας, πρὸς τί αἱ πιέσεις αἱ στρατιωτικαί; Ἐὰν ἀπετέλουν, κύριοι, μέλος τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Τμήματος, ἤθελον ἔχει τὸ πολιτικὸν θάῤῥος νὰ ἐγγράψω εἰς τὴν ἔκθεσιν ψευδὲς καὶ τὸ μέρος τοῦτο τῶν ἐνστάσεων. Εὐχαριστῶ μ’ ὅλα ταῦτα τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Τμήματος, ὅτι δὲν κατεδέχθη νὰ στηριχθῇ εἰς τὴν ἔνστασιν ταύτην. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον ὅμως, ἂν καὶ δὲν τὴν λέγῃ δωροδοκίαν, δὲν παρεδέχεται, ὅτι δὲν ἔγεινε χρῆσις μέσων περιποιητικῶν πρὸς τὸν Βασίλειον Τολιᾶν. Ἀπὸ ποίους, κύριοι; Ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικούς, τοὺς ὑπηρετοῦντας δουλικῶς τὰ ἰδικά μου συμφέροντα, κατὰ τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Τμήματος. Ἤλπιζον, κύριοι, ὅτι ἤθελε παρατρέξει τὴν ἔνστασιν ταύτην ἡ πλειονοψηφία τοῦ Τμήματος, ἀλλὰ δράττεται καὶ ταύτης, τὴν τροπολογεῖ κἄπως μόνον. Εἰς τὴν ἔνστασιν ταύτην καταφεύγουσι ταὐτοχρόνως, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ περιώδευον δεξιὰ καὶ ἀριστερά, ψηφοθηροῦντες ὑπὲρ ἡμῶν. Ἀλλὰ περιώδευον, κύριοι; εἶναι τοῦτο ἀληθές; Παντάπασι· μόνον εἷς τῶν ἀξιωματικῶν, ὁ ὑπολοχαγὸς Λαμπράκης, μετέβη εἰς μέρη τινὰ πρὸς μισθοδότησιν. Ἤλπιζα, κύριοι, ὅτι ἡ πλειονοψηφία τοῦ Τμήματος, πρὶν ἢ καταρτίσῃ τὴν ἔκθεσίν της, ὅτι ἤθελε φροντίσει, ὅπως ἐφρόντιζε πρὸς τὸ ὑπουργεῖον, ἤθελε φροντίσει καὶ πρὸς τὸ τάγμα νὰ μάθῃ ἐὰν ὅσα ἔγραψαν εἰς τὴν ἔνστασιν ἔχωνται ἀληθείας. Αὐτὴ εἶναι ἡ μεγάλη κατηγορία, ὡς ἐκείνη ἡ περὶ Χατζηϊωάννου ἀντισυνταγματάρχου. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ διοικητὴς τοῦ τάγματος ἐνήργει τόσον κατὰ τῶν ἐναντίον τῆς ἐπιτυχίας ἡμῶν ἐνισταμένων, διατί οἱ φίλοι μου καὶ αὐτὸς ὁ κ. Ἴσκος, ὁ ὁποῖος, ἐὰν ἐπιθυμῇ, ἂς μὲ διαψεύσῃ, διατί μοὶ ἔγραφε νὰ μεταθέσω ἐκεῖθεν τὸν κ. Χατζηϊωάννου;
§10ΙΣΚΟΣ. Εἶναι βέβαιον, κύριοι.
§11ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Διατί; Διότι ἐκράτει πλήρη ἀμεροληψίαν, πρὸς πάντας εὐμενῶς φερόμενος. Εἰς τὴν ἀνάλυσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ εἰσηγητὴς ἐπὶ τῆς δευτέρας ἐνστάσεως, περιγράφει κατ’ ἐπώνυμον καὶ ὄνομα ὅλους τοὺς ἀξιωματικούς, οἵτινες ἔτυχον, καὶ τοὺς διαιρεῖ εἰς δύο κατηγορίας, τοὺς μὲν ἐκ Βάλτου καταγομένους, τοὺς δὲ μετατεθειμένους ἐκεῖσε, διότι δῆθεν μοὶ ὤφειλον εὐγνωμοσύνην διὰ τὴν προαγωγήν. Εἶπον καὶ χθές, κύριοι, καὶ ἐπαναλαμβάνω τὰ αὐτά. Ὡς ὑπουργὸς προεβίβασα, ἀλλὰ δὲν κατεχράσθην τοῦ δικαιώματος, οὔτε τῆς ἐξουσίας μου εἰς τὴν προαγωγήν, οὔτε καὶ ἐτοποθέτησα τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους εἰς τὸ 2ον τάγμα τῶν εὐζώνων· τοὺς εὗρον ἐκεῖ κατὰ τὴν δευτέραν ὑπουργίαν μου, καί, ὡς καὶ χθὲς σᾶς εἶπον, ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, ὅτι οὔτε ἡ μεταστάθμευσις τοῦ τάγματος, οὔτε ἡ ὕπαρξις τῶν εἰς τοῦτο εὑρεθέντων ἀξιωματικῶν ἔλαβε χώραν διὰ τὴν ἐκλογήν· διότι, ὡς εἶπον ὑμῖν χθές, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδέχετο τὴν παραίτησίν μου, θὰ ἤμην ἁπλοῦς ἀξιωματικὸς μῆνας πολλοὺς πρὶν ἢ τὸ τάγμα ἐκεῖνο μετατεθῇ εἰς Βάλτον· ὡς ἐπίσης, κύριοι, θὰ ἤμην ἁπλοῦς ἀξιωματικός, ἐὰν ἐδέχετο τὴν ἑτέραν μου παραίτησιν, ἥτις ἐπεδόθη αὐτῷ κατόπιν τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὴν τρίτην ἔνστασιν, κύριοι, διαλυθείσης τῆς Βουλῆς ἐσυστήθησαν νέοι σταθμοὶ περιττοὶ καὶ μεταβατικὰ ἀποσπάσματα, τὰ πάντα πρὸς ἐπηρέασιν τῶν ἐκλογῶν· κατηγοροῦμαι, κύριοι, ὅτι δὲν μοὶ ἤρκει ὅτι ἔφερα τὸ 2ον εὐζωνικὸν τάγμα ἐν Βάλτῳ, δὲν μοὶ ἤρκει, ὅτι διὰ τῆς μετασταθμεύσεως ἐκείνης ηὐχαρίστησα τοὺς γονεῖς καὶ συγγενεῖς ἐν γένει τῶν στρατιωτῶν, οἵτινες ἐπανῆλθον εἰς τὴν πατρίδα των, ἀλλὰ μοὶ ἐχρειάζετο, ὅπως ἐπιτύχω, καὶ ἡ σύστασις νέων στρατιωτικῶν σταθμῶν. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, κύριοι, ἕνα καὶ μόνον σταθμὸν συνέστησα ἀπ’ εὐθείας, καὶ περὶ τούτου πολὺς ἔγεινε λόγος· πάντες οἱ ἄλλοι σταθμοὶ ἐσυστήθησαν ὑπὸ τῆς ἐξουσίας ἐκείνης, ἥτις ἦτο ἐντεταλμένη τὴν σύστασιν σταθμῶν καὶ ἥτις ἦτον ἐντεταλμένη νὰ λάβῃ πάντα τὰ κατάλληλα μέτρα διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἡσυχίας καὶ τάξεως. Ἐγὼ ἐνόμισα καλὸν νὰ μεταφέρω τὰ δικαιώματά μου εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν στρατευμάτων, προκαλέσας Βασ. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ὤφειλον νὰ τὸ γνωρίσωσιν οἱ καταγγέλλοντες τοὺς σταθμοὺς, δι’ οὗ διατάγματος μεταβιβάζεται ἡ λῆψις τῶν καταλλήλων μέτρων πρὸς ἐξασφάλισιν ἡσυχίας καὶ τάξεως εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν σωμάτων· αὐτοὶ ἐσύστησαν τοὺς σταθμοὺς καὶ ὄχι ἐγώ, καὶ διὰ διαταγῆς ὑπουργικῆς ὑπεχρεώθησαν νὰ ἔρχωνται πρὸς τοῦτο εἰς συνάφειαν μὲ τὰς πολιτικὰς τοπικὰς ἀρχάς. Εἶναι ἄχαρις ἡ ἀνάλυσις τῶν ἐνστάσεων, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ διέλθω βῆμα πρὸς βῆμα τὰς κατ’ ἐμοῦ ἐνστάσεις. Ἐνῷ, λέγουσιν, ἦσαν ἓξ σταθμοὶ ἐν Βάλτῳ πρίν, διατί κατόπιν ἐπολλαπλασιάσθησαν; διατί διωρίσθησαν καὶ ἄλλοι; Τοῦτο ἐγένετο, κατὰ τοὺς κατηγόρους μου, διότι ὁ Βαλτινὸς ἐκ τῆς θέσεως, ἣν κατεῖχεν, ἠθέλησε βῆμα πρὸς βῆμα νὰ σιδηροδέσῃ τὴν ἐπαρχίαν Βάλτου.
§12ΜΙΛΗΣΗΣ. Πότε ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα;
§13ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Πρὸ τῶν ἐκλογῶν. Ἐὰν ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν κάμνουσιν οἱ ἐνιστάμενοι, εἶναι σωστή, ὅτι ὑπῆρχον εἰς Βάλτον οἱ ἓξ αὐτοὶ σταθμοί, βεβαίως δὲν λησμονοῦσιν, ὅτι ὑπῆρχεν ἐποχή, καθ’ ἣν καὶ ὀλιγώτεροι ἦσαν οἱ σταθμοί. Τί πρὸς τοῦτο; Μὲ κατηγοροῦσι διὰ τοὺς σταθμοὺς, ἐνῷ ἡ κατάστασις τοῦ τόπου ἦτο λυπηρά. Ἰδού, κύριοι, τηλεγράφημα τοῦ ἐπάρχου, τὸ ὁποῖον καταδεικνύει τὴν κατάστασιν. Ἰδοὺ ἀπαίτησις τοῦ νομάρχου περὶ συστάσεως σταθμῶν. Ἰδοὺ τί ἔγραφε πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν πολὺ πρὸ τῶν ἐκλογῶν ὁ ἔπαρχος Βάλτου, καθὼς καὶ πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀριθ. 1738. Ἐκ Κραβασσαρᾶ, 16/28 7βρίου 1881. Ὑπουργεῖον ἐσωτερικῶν. Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν Ἀθήνας. Διορισθέντος ἐνταῦθα διοικητοῦ μεταβατικοῦ καὶ μεταβατικῶν ἀποσπασμάτων κ. Βασιλείου Κοντογεωργακοπούλου, λοχαγοῦ, καὶ ἀνακληθέντος τηλεγραφικῶς αὐτόθι, διετάχθη παραλαβεῖν εἰρημένα ἀποσπάσματα ἀνθυπολοχαγὸς Ὄφμαν, ὅστις καὶ ἀφίχθη, ἀλλὰ λίαν ἀκατάλληλος· ἤδη δὲ διωρίσθη λοχαγὸς Τόλιας, ἐπίσης ἀκαταλληλότατος. Ἐπαρχία Βάλτου, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διοικῶ, ἔχει ἀνάγκην δεδοκιμασμένου ἀξιωματικοῦ ὡς πρὸς τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας, ἀποφεύγοντος ἀπαιτήσεις καὶ παρακλήσεις, ὅπως φέρῃ αἴσια ἀποτελέσματα, καθόσον ἡ κατάστασις τῆς ἐπαρχίας εἶναι ἀπελπιστική! Οἱ οἰκοκυραῖοι, ποιμένες καὶ γεωργοί, ἔρχονται καθ’ ἑκάστην ζητοῦντες παρ’ ἡμῶν θεραπείαν, διότι διατελοῦσιν ὑπὸ τὸ κράτος τῶν κακούργων· εἶναι ἀνάγκη ληφθῶσι δραστήρια μέτρα, καθόσον συνάδελφός μας ἔπαρχος Εὐρυτανίας τηλεγραφεῖ, ὅτι ἀνεφάνησαν ἓξ ἄγνωστοι περιφέρειαν Ῥαυτοπούλου, δήμου Ἀπεραντίων, οἵτινες, ἀφοῦ ἔλαβον πέντε σφαγιὰ, διηυθύνθησαν δῆμον Ἰδομένης τῆς ἐπαρχίας μας· ὥστε εἶναι ἑπόμενον νὰ ἦναι ἀρτισύστατός τις ληστοσυμμορία ἐκ τῶν προκηρυχθεισῶν, καὶ πρέπει νὰ κτυπηθῇ ἀμέσως ἐν τῇ γεννήσει της. — Νομάρχην Ἀκαρνανίας δι’ ἀλεπαλλήλων ἀναφορῶν μου ὑπ’ ἀριθ. 1591, 1701, 1707 καὶ ἄλλων σχετικῶν παρέστησα τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην τοῦ διορισμοῦ διακεκριμένου ἀξιωματικοῦ διὰ τὴν καταδίωξιν τῶν τεράτων τούτων, καὶ ἐμμένω εἰς τὰ ἐν αὐταῖς προτεινόμενα, ἀναλαμβάνων καὶ πᾶσαν τὴν εὐθύνην διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τάξεως· ἄλλως τε, ἐὰν ἀφεθῶσιν εἰς ἣν εὑρίσκονται κατάστασιν ὑπὸ τὸν νῦν διορισθέντα Τόλιαν, ἡ δημόσιος ἀσφάλεια ἐπιβλαβὴς ἀποβαίνει, καὶ ἄδηλον ποῦ καταλήξαι! Ἐπαναλαμβάνομεν, ἔχει ἀνάγκην ἀξιωματικοῦ διακεκριμένου, ὅστις νὰ μὴ πτοῆται ἀπὸ φωνάς.
Ἔπαρχος Βάλτου
Α. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ.
Διὰ τὴν ἀντιγραφήν. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 7 Φεβρουαρίου 1882. Ὁ Διευθυντὴς τοῦ γραφείου τῆς δημοσίου ἀσφαλείας τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν.
(Τ. Σ.) Α. ΚΕΦΑΛΛΗΝΑΙΟΣ.
§14ΡΟΥΦΟΣ. Ποίαν ἡμερομηνίαν φέρει;
§15ΒΑΛΤΙΝΟΣ. 16)28 Σεπτεμβρίου 1881.— Λοιπὸν, κύριοι, δὲν πταίω ἐγὼ ἐὰν καὶ ἡ ἀρχὴ ἡ διοικητικὴ τοῦ τόπου παρέστησε τὴν κατάστασιν οὐχὶ εὐχάριστον· οὔτε ἐσύστησα ἐγὼ τοὺς σταθμοὺς, ὅπερ παρεδέχθη καὶ ἡ πλειονοψηφία τοῦ Τμήματος. Δὲν ἀρκοῦσι ταῦτα· ὁ νομάρχης Αἰτωλοακαρνανίας, περιοδεύων μετὰ τοῦ διοικητοῦ τοῦ μεταβατικοῦ Αἰτωλίας καὶ Τριχωνίας, ἰδοὺ τί γράφει ἐξ Ἀγρινίου πρὸς τὰ ὑπουργεῖα τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν. Ἀριθ. 1.
ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ
Ἀθήνας. Ἀφικόμην ἐνταῦθα μετὰ διοικητοῦ μεταβατικοῦ, λοχαγοῦ Μοσχονησίου, ὅπως λάβωμεν ἐπὶ τόπου κατάλληλα μέτρα δημοσίου ἀσφαλείας. Ἐν τοῖς μέτροις τούτοις θεωροῦμεν λίαν ἐπάναγκες, ἵνα καταληφθῶσιν ἀμέσως δι’ ἀποχρώντων στρατιωτικῶν σταθμῶν αἱ ἑξῆς θέσεις: Λουτράκι τῆς ἐπαρχίας Ἀκαρνανίας. Παλιάμπελον ὁμοίως. Χελολίθαρον ὁμοίως, σὺν τῷ Ἀκτίῳ. Κατάφουρκον ἐπαρχίας Βάλτου. Κόπρενα ἐπαρχίας Ἄρτης. Ἄσπρος Γιαλὸς Λαμίας, Ἀκαρνανίας, καὶ Σπάρτο ἐπαρχίας Βάλτου. Τὰς θέσεις ταύτας θεωροῦμεν λίαν ἐπικαίρους, ἐξ ὧν δύνανται νὰ διαπεράσωσι Πρέβεζαν ἢ πεδιάδα Ἄρτης ἐχθροὶ δημοσίου ἀσφαλείας· διότι, στενοχωρηθέντες ἐκ μέτρων ἐκτοπίσεως κλπ. προτίθενται μεταβῶσι Τουρκικόν· ἀνάγκη δὲ ἐπίσης, ἵνα ἀτμάκατος Ἀμβρακικοῦ κόλπου περιπλέῃ ἀκτὰς Ἀκαρνανίας ἐν τῷ κόλπῳ τούτῳ, πρὸς ἀνακάλυψιν πλοιαρίων, μελλόντων τυχὸν μεταγαγεῖν αὐτούς.
Ὁ Νομάρχης
Ν. ΔΙΚΑΙΟΣ.
Ὁ Διοικητὴς Μεταβατικοῦ
Α. ΜΟΣΧΟΝΗΣΙΟΣ
Διὰ τὴν ἀντιγραφὴν λοχαγός. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 6 Φεβρουαρίου 1882.
(Τ. Σ.) Ε. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ.
§16ΡΟΥΦΟΣ. Ποίαν χρονολογίαν φέρει τὸ τηλεγράφημα;
§17ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. 15 Αὐγούστου.
§18ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὅταν ἔλαβον τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, τὸ διεβίβασα τηλεγραφικῶς πρὸς τὸ σχετικὸν Ἀρχηγεῖον στρατοῦ, πρὸς συμμόρφωσιν καὶ ἵνα ἐπισπευθῇ ἡ τούτου ἐνέργεια· μετ’ οὐ πολὺ ἐτηλεγράφησα πρὸ αὐτὸ ἐκ νέου τὰ ἑξῆς. Ἀριθ. 70571. Προσωπικόν. Ὁ Νομάρχης Αἰτωλοακαρνανίας τηλεγραφεῖ, ὅτι καταδιωκόμενοι ἐν τῇ Δυτικῇ Ἑλλάδι οἱ φυγόδικοι προτίθενται ν’ ἀπέλθωσιν εἰς Πρέβεζαν, καὶ δέον νὰ τηρῶνται ἐν χρήσει τὰ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1 τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς του συστηθέντα μέτρα. Ἐπισημειωτικῶς Πρὸς Τὸ 2ον Ἀρχηγεῖον στρατοῦ, σχετικῶς τῆς ὑπ’ ἀριθ. 66619 ἐπισημειωτικῆς διαταγῆς μας, ὅπως ἐνεργήσῃ ὅ,τι δέον, σὺν τῇ προσθήκῃ, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἔκαμε τὰς δεούσας συστάσεις εἰς τὸ τῶν Ναυτικῶν διὰ τὴν ἀποστολὴν πολεμικοῦ πλοίου εἰς τὰ παράλια τῆς Ἀκαρνανίας. Ἀθῆναι, τῇ 22 Ὀκτωβρίου 1881.
Ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν
(Τ. Σ). ΒΛ. ΒΑΛΤΙΝΟΣ.
Διὰ τὴν ἀντιγραφὴν Ἀθῆναι, τὴν 5 Φεβρουαρίου 1882. Ὁ Διευθυντὴς τοῦ γραφείου τῆς δημοσίας ἀσφαλείας (Τ. Σ.) Α. Κεφαλληναῖος. Ἐπίσης ὑπάρχει ἀναφορὰ τοῦ ἐπάρχου Βάλτου πρὸς τὴν Μοιραρχίαν περὶ τῆς ἀνάγκης συστάσεως σταθμῶν εἰς Δούνιτσαν, τὴν ὁποίαν περιττὸν νὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ τὴν σύστασιν τῆς ὁποίας παραδέχεται ἡ Μοιραρχία· εἷς καὶ μόνος σταθμὸς συνέστη παρ’ ἐμοῦ, ὁ σταθμὸς τῆς Κεχρινιᾶς. Οἱ σταθμοὶ δὲν συνέστησαν ὅπως καταναγκάσωμεν τὸν λαὸν τοῦ Βάλτου νὰ μᾶς ψηφίσῃ, οὔτε οἱ σταθμοὶ τοῦ Σπάρτου, οὔτε οἱ ἕτεροι, τοὺς ὁποίους συνέστησεν ἡ ὑπηρεσία ἀπ’ εὐθείας. Ναὶ, συνέστησα τὸν σταθμὸν τῆς Κεχρινιᾶς, ἀποτέλεσμα τοῦ ὁποίου ὑπῆρξεν ἡ σύλληψις λῃστοῦ, προστατευομένου, φαίνεται, ὑπὸ ἄλλων. Ὁ Μασούρας συνελήφθη ὑπὸ τοῦ σταθμοῦ ἐκείνου, καὶ καταγγελλόμεθα, ὅτι ἐβιαιοπραγήσαμεν κατ’ αὐτοῦ. Ὁ Μασούρας εἶναι ἴσως ἐκεῖνος, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐξεδόθησαν δύο βουλεύματα διὰ τὰς λῃστρικὰς πράξεις, δι’ ἃς κατηγορεῖται μὲ τὸν ἐξάδελφόν του ἀρχιλῃστὴν διὰ κακούργημα κατὰ τῆς οἰκογενείας τῶν Τσιμπουρακαίων.
§19ΡΟΥΦΟΣ. Κατὰ ποίαν ἐποχὴν συνελήφθη;
§20ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Μετὰ τὰς ἐκλογὰς, καὶ καταγγελλόμεθα.
§21ΙΣΚΟΣ. Παραπονοῦνται διότι τὸν κατεδιώξαμεν καὶ πρὸ τῶν ἐκλογῶν, καὶ εἰς τὸ Τμῆμα ὑπεστηρίζετο ἡ ἔνστασις, ὅτι ἡ ἐξουσία ἐβιαιοπράγησε κατὰ τοῦ Μασούρα· Ἰδοὺ τί λέγει ἡ 7η ἔκθεσις τοῦ Τμήματος, ὅτι οἱ ὁπλῖται τοῦ σταθμοῦ Κεχρινιᾶς προέβησαν εἰς βιαιοπραγίας τρομακτικὰς, ἕνεκα τῆς εὐσταθείας, ἣν ἔδειξαν οἱ φίλοι τῶν Στράτων, καὶ ὅτι τρεῖς ἐπετέθησαν ἐνόπλως κατ’ ἐκείνων, τῇ διαταγῇ τοῦ Μάργαρη, κομματάρχου τοῦ Βαλτινοῦ, ὅτι ἐλόγχισαν τὸν Κώσταν Θεοδωράκην καὶ ἐκτύπησαν σπουδαίως διὰ τοῦ κοπάνου τοῦ ὅπλου τὸν Κώσταν Μασούραν, ἀφέντες ἀμφοτέρους ἡμιθανεῖς.
§22ΡΟΥΦΟΣ. Καὶ ἀφοῦ τὸν ἐκτύπησαν διὰ τοῦ ὅπλου, διατί δὲν τὸν συνελάμβανον;
§23ΙΣΚΟΣ. Δὲν τὸν ἐγνώριζαν.
§24ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Μᾶς αἰτιῶνται, ὡς ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου....
§25ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Βαλτινὲ, δὲν κάμνετε ὀλίγον ταχύτερα;
§26ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὄχι, κύριε Στεφανίδη, μὴ μὲ ἐνθυμίζετε τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους εἶπον ἄλλοι, καταδικαζόμενοι ἀπὸ τοὺς πολιτικούς των ἀντιπάλους, ὅτι εἶναι περιττὰ τὰ λόγια. Ὄχι, ἐγὼ δὲν λέγω παρὰ τὸ ἐλάχιστον τῶν ὅσων ἠδυνάμην νὰ εἴπω, ὅπως καταδείξω, ὅτι ἁπλοῦς φανατισμὸς δύναται ν’ ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογήν.—Ἐκ τῆς πρὸ μικροῦ διαληφθείσης ὁμιλίας μεταξὺ τοῦ κ. Ῥούφου καὶ τοῦ κ. Ἴσκου παρατηρῶ περιέργως, ὅτι κατηγορούμεθα διατὶ συνελάβομεν τὸν λῃστὴν Μασούραν κατόπιν τῶν ἐκλογῶν, καὶ δὲν τὸν συνελάβομεν πρὸ τῶν ἐκλογῶν.—Κατηγορούμεθα ταὐτοχρόνως ἐν τῷ τεύχει διατὶ τὸν ἀγαθὸν αὐτὸν Μασούραν ἐκακοποίησαν οἱ στρατιῶταί μας. Ἀπαντήσατε ἐν τῇ συνειδήσει σας ὅπως ἐμπρέπει. Ναὶ, τὸν συνελάβομεν, ὅταν τὸν ἀνεγνωρίσαμεν, ὅπως συνελάβαμεν διὰ τοῦ σταθμοῦ Ἀμπελακίων καὶ τοὺς Ῥοζαίους, δύο ἀδελφούς, τοὺς ὁποίους ἐστείλαμεν εἰς τὰς φυλακάς. Εἶναι ὁ κατηγορούμενος φυγόδικος, οὐχὶ φίλος ἡμῶν; Ὄχι· ἀγνοῶ ὅμως τίνος δύναται νὰ ἦναι, ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ ἀγνοῆτε, ὅτι ὁ Τσώτρας, ὁ Μπακούλας, ὁ Χαϊρλῆς, ὁ Πιστάρης καὶ οἱ δύο ἀδελφοὶ Ῥοζαῖοι δὲν εἶναι φίλοι μου, οὔτε τοῦ Ἴσκου, εἶναι ὅμως ἐκ τῶν τρομερωτέρων φυγοδίκων, ἀλλ’ ἐχρειάσθη ἡ εὐστάθεια τῶν φίλων μας ν’ ἀναγκάσῃ καὶ αὐτοὺς τοὺς φίλους καὶ ἐκλογεῖς τῶν ἐνισταμένων νὰ κατέλθωσιν ἔνοπλοι καὶ νὰ τοὺς πείσωσι ν’ ἀποχωρήσουν διὰ τὰ ὄρη τῆς Ἰδομένης· δὲν δέχονται βιασμοὺς, οὔτε ἀπὸ φυγοδίκους, οὔτε ἀπὸ στρατιώτας. Αὐτὴ εἶναι ἡ μεγάλη καὶ τρομερὰ πίεσις, ἣν ἐνηργήσαμεν ἐπὶ τῆς συνειδήσεως τοῦ λαοῦ τοῦ Βάλτου, ἡ σύστασις τῶν σταθμῶν· ἡμεῖς δὲ κανένα δὲν ἠθέλαμεν συστήσει· ἀπ’ ἐναντίας, ἂν δὲν ἤρχοντο τηλεγραφήματα τοῦ ἐπάρχου καὶ τοῦ νομάρχου, ὁ ἀριθμὸς τῶν σταθμῶν δὲν ἤθελεν αὐξήσει ποσῶς. Ἀλλά, κύριοι, δὲν διστάζω νὰ εἴπω, καθ’ ὃν τρόπον συνελάβαμεν τὸν Μασούραν, ὅτι ἤθελον συστήσει σταθμὸν καὶ παρὰ τῇ οἰκίᾳ καὶ ἐν τῇ οἰκίᾳ οἱουδήποτε, εἰς οἱανδήποτε σφαῖραν κοινωνικὴν καὶ ἂν ἀνῆκεν, ἐὰν ἐπρόκειτο ἐν τῇ οἰκίᾳ ἐκείνῃ νὰ συλλάβω κάθαρμα τῆς κοινωνίας· καὶ μοὶ ἐπροτάθησαν τοιαῦτα ὀνομαστὰ πρόσωπα, ἀλλ’ ἔπρεπε, διὰ νὰ προσβάλω οἰκίαν, νὰ πεισθῶ πρότερον. Μοὶ ἐπροτάθησαν καὶ ἄλλα μέσα εἰς ἄλλην ἐποχὴν καὶ εἰς τὰς ἄλλας ἐκλογὰς,—ὀφείλω νὰ τὰ εἴπω ὅλα,—καὶ μοὶ ἐπροτάθησαν ὑπὸ ἀνθρώπων, σήμερον φίλων ἴσως ἐκείνου, καθ’ οὗ ἐπροτάθησαν, καὶ ἂν ἤθελον, ἦτο εἰς χεῖράς μου νὰ παραμερίσω τὸν ἕνα τῶν ἐνισταμένων ἀπὸ τοῦ θεάτρου τῶν ἐκλογῶν· δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ στενοῦ μου φίλου, ἀλλὰ περὶ τοῦ ἑτέρου· ἠδυνάμην νὰ τὸν παραμερίσω διὰ τρόπου νομιμωτάτου· εἰς χεῖρας προσώπου γνωστοῦ ὑπῆρχον τὰ μέσα νὰ ἐξασφαλισθῶ κατ’ αὐτοῦ διὰ χρέη· εἶπον, ποτὲ δὲν θὰ καταφύγω εἰς τοῦτο. Εἰς τὰ 1879 μοὶ ἐπροτάθη ὑπὸ συγγενῶν τοῦ ἑτέρου τῶν ἐνισταμένων κατὰ τοῦ συντρόφου του τοῦ ἐφετείνου· εἶπον ὄχι, προτιμῶ νὰ χάσω τὴν ἐκλογὴν, παρὰ νὰ λάβω τοιαῦτα μέσα ὑπὲρ ἐμοῦ. Ἡ τετάρτη ἔνστασις ἐπανέρχεται εἰς τὰ αὐτά· ὅτι βιαιοπραγίαι ἐνηργήθησαν κατὰ τῶν φίλων τῶν ἐνισταμένων. Τὴν ἔνστασιν ταύτην, κύριοι, οὔτε ὁ ἐνιστάμενος ἐν τῷ Τμήματι ὑπεστήριξε, καὶ δι’ αὐτὸ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ τὴν παραμερίσω, ἂν καὶ ἡ πλειονοψηφία τοῦ Τμήματος εὐηρεστήθη νὰ εἰκάσῃ, ὅτι, διὰ νὰ ἀναγραφῇ ἡ 4η ἔνστασις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἦναι ἀληθής. Μεταβαίνω εἰς τὴν πέμπτην ἔνστασιν· πάλιν βιαιοπραγίαι κατὰ τῶν φίλων τῶν ἐνισταμένων, ὅτι εἰς χωρίον Σαρδίνια ἐλόγχευον τοὺς φίλους τοῦ κ. Στράτου, καὶ ὅτι τὸν υἱὸν τοῦ Τσεκούρα συνέλαβεν ὁ ἀποσπασματάρχης πρὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ τὸν ἔστειλεν εἰς Μεσολόγγιον· ἀπόδειξις δὲ τῆς βιαιοπραγίας ἦτο, ὅτι ἀπελύθη· μάλιστα ἀπελύθη, ἀλλὰ συνελήφθη ἔχων τὸ δέρμα τῆς ἀγελάδος τοῦ Πατέλου· ὁ Πατέλος εἶναι φίλος μας, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ τὸν παραπείσουν ν’ ἀλλάξῃ γνώμην πολιτικὴν, καὶ ἀγελάδας καὶ ἄλλα κτήνη τοῦ ἀπέκτειναν. Ὅλα ταῦτα ἐγένοντο δι’ ἡμᾶς καὶ πρὸς χάριν ἡμῶν. Μεταβαίνω εἰς τὴν 6ην ἔνστασιν. Οἱ ἐν τοῖς σταθμοῖς κατώρθωσαν οὐχὶ μικρόν τι, ἀλλὰ μέγα, νὰ μετατρέψουν ὑπὲρ ἐμοῦ τὸν Βασίλειον Μαυρογιάννην, τοὺς Πλιατσικαίους καὶ ἄλλους ὀκτώ. Κύριοι, εἶναι τρομερὰ ἔνστασις, ὅτι διὰ τῆς παρουσίας τῶν σταθμῶν τοὺς ἀπεσπάσαμεν· ὀνομάσατε φίλας οἰκογενείας ἀπὸ τῆς μερίδος τῶν καθ’ ἡμῶν ἐνισταμένων, ἃς μετεπείσαμεν διὰ τῶν σταθμῶν ὅπως κηρυχθῶσιν ὑπὲρ ἡμῶν. Κατὰ τὴν 7ην ἔνστασιν, πάλιν διὰ τῶν σταθμῶν κατωρθώσαμεν ν’ ἀποσπάσωμεν ἀπὸ τῆς μερίδος τῶν ἐνισταμένων τοὺς Μπουρομητραίους καὶ τοὺς Μαρανδραίους· τὸ παράπονον, κύριοι, εἶναι οὐχὶ ὅτι ἐκερδήσαμεν τὴν ἐκλογὴν, ἀλλ’ ὅτι ἐγένοντο φίλοι μας οἱ μέχρι τότε φίλοι των. Ἂν τουλάχιστον μᾶς ἔλεγον, ὅτι ἐνηργήσαμεν βιαιοπραγίας κατὰ τῶν φίλων των, ὅτι ἠναγκάσθησαν οἱ φίλοι των ν’ ἀποσυρθῶσι τῶν ἐκλογῶν, τὸ ἐννοῶ· ἀλλὰ νὰ παραπονῶνται, ὅτι τὸν δεῖνα π. χ. φίλον των ἐκάμαμεν φίλον μας, εἶναί τι ἀκατανόητον. Κατὰ τὴν 8ην ἔνστασιν, οἱ Μπουρομητραῖοι εἶναι φίλοι τοῦ Στράτου καθὼς καὶ οἱ Μαρανδραῖοι· κατὰ τὴν 6ην ἔνστασιν οἱ Παυλογιανναῖοι εἶναι φίλοι τοῦ Στράτου, καὶ κατωρθώσαμεν νὰ τοὺς κάμωμεν φίλους μας. Δὲν μᾶς λέγουν, ὅτι δὲν ἀφίναμεν ἐλεύθερον τὸ στάδιον εἰς τοὺς φίλους νὰ ἐνασκήσουν τὸ ἐκλογικὸν αὐτῶν δικαίωμα· δὲν μᾶς τὸ λέγουν οὐδαμοῦ εἰς τὸ τεῦχος αὐτό· εἴπατέ μας, ποῖοι ἀπέσχον τῆς ψηφοφορίας ἐν Βάλτῳ· αὐταὶ εἶναι αἱ ἐπεμβάσεις, αὐταὶ εἶναι αἱ πιέσεις. Κατὰ τὴν 10ην ἔνστασιν, κύριοι, κατηγορούμεθα, ὅτι ὁ ἀνθυπασπιστὴς Φούντας διὰ τοῦ ἀποσπάσματος αὐτοῦ συνώδευσε τοὺς Καραγκούνιδες τῆς Λεπανοῦς. (Τὴν 9ην τὴν συνεχωνεύσατε μὲ τὴν 1ην.) Οἱ Καραγκούνιδες εἶναι φίλοι μας· ὁ Μίχας, ὁ Πάγκιος δὲν ψηφίζουν ἀπὸ καιροῦ ἄλλους· θὰ ἔλθῃ ὥρα πιθανὸν νὰ μᾶς ἐγκαταλείπωσιν· οὐδὲν ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ σταθερόν· καὶ ἂς μὴ καυχηθῶσι τὸ παράπαν, δι’ οἱονδήποτε πρᾶγμα, οἱ ἄνθρωποι ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ· οὐδὲν σταθερόν· ὑψοῦται τις, ἂς μὴ νομίζῃ, ὅτι δὲν δύναται νὰ καταπέσῃ.
§27ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Τέρπεται ἡ φύσις εἰς τὴν ποικιλίαν.
§28ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Οἱ Καραγκούνιδες, κύριοι, δὲν εἶχον ἀνάγκην συνοδίας, οὔτε τοὺς συνώδευσεν ὁ Φούντας· μεταβαίνουσι πάντοτε συσσωματωμένοι, 150, 200, ὅσοι καὶ ἂν ἦναι· εἶναι ἔγκλημα τοῦτο, κύριοι, σᾶς παρακαλῶ; Ἀλλ’ ἐπίτηδες ἐτέθη, ὅτι τὸ ἀπόσπασμα τοῦ Φούντα ἦτο μαζῆ των. Ἔ, λοιπὸν ὅπως ἐγράφη, θέλετε νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι οἱ Καραγκούνιδες ἤθελον ψηφίσει τοὺς καθ’ ἡμῶν ἐνισταμένους; Οὔτε μίαν ψῆφον ἠδύναντο νὰ λάβωσι παρ’ αὐτῶν, οὔτε συμπαθητικήν. Κατὰ τὴν 11ην ἔνστασιν, κύριοι, (ἀναγινώσκει) «ὁ Ἴσκος μετέβη δι’ ὑπηρεσίαν εἰς Βάλτον, εἰς δὲ τὸν κ. Στράτον δὲν ἐπετράπη νὰ μεταβῇ εἰς Βάλτον πρὸ τῆς νομίμου διορίας.» Δὲν ἠξεύρω, κύριοι, ἂν ὁ Στράτος ἐπεθύμει νὰ ἀναχωρήσῃ πρὸ τῆς 20 Νοεμβρίου· ἐὰν ἐπεθύμει, ἠδύνατο νὰ τὸ ζητήσῃ.
§29ΡΟΥΦΟΣ. Ὁ κ. Σακελλαρόπουλος τὸ ἐζήτησε, καὶ δὲν τοῦ τῷ ἐπιτρέψατε, καὶ τὸν ἐσηκώσατε ἀπὸ τὴν Τριφυλίαν καὶ τὸν ἐπήγατε εἰς τὴν Ἄμφισσαν.
§30ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Μάλιστα. Ὁ Στράτος, ἂν τὸ ἐπεθύμει, ἠδύνατο νὰ τὸ ζητήσῃ ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας· εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἀπέκειτο νὰ τὸ ἐγκρίνῃ, ναὶ ἢ ὄχι. Ἀλλ’ ἐνόσῳ δὲν τὸ ἐδοκίμασέ τις, δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀναγράφῃ εἰς τὸ τεῦχος, ὅτι δὲν τῷ ἐδόθη ἄδεια. Ὁ ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ ἐγκρίνῃ, ἢ ὄχι, εἰς τὸν ἀξιωματικὸν, ὅστις σκοπεῖ νὰ ἀναλάβῃ τὴν λεγομένην συνταγματικὴν ἄδειαν· ἡ ἄδεια αὕτη δὲν δίδεται εἰμὴ ἕνα μῆνα πρὸ τῶν ἐκλογῶν· πρὸ τοῦ διαστήματος τοῦ ἐκλογικοῦ εἶναι ἐλεύθερος νὰ ζητήσῃ καὶ δύω καὶ τριῶν καὶ πέντε μηνῶν ἄδειαν· μένει εἰς αὐτὸν νὰ ὑπολογίσῃ ἂν ἀρέσκηται νὰ ὑπερβῇ τοὺς ἓξ μῆνας ἐν ἀδείᾳ, τὸ ὁποῖον στοχίζει πολὺ εἰς τὸν ἀξιωματικόν, διότι χάνει ἐν τῷ χρονικῷ τῆς ὑπηρεσίας διὰ τὴν προαγωγήν του. Ὁ Ἴσκος πράγματι, κύριοι, διετάχθη καὶ μετέβη εἰς Κραβασσαρᾶν· μᾶς λέγουσι ταυτοχρόνως, ὅτι, ἐὰν μετέβη διὰ λόγους ὑπηρεσίας καὶ διὰ δημοσίαν ἀσφάλειαν νὰ συσκεφθῇ μετὰ τοῦ κ. Μακρῆ, τότε διοικητοῦ τοῦ 2ου εὐζωνικοῦ τάγματος, διατί δὲν ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ διατάξωμεν τὸν Μακρῆν νὰ μεταβῇ ἀπὸ Κραβασσαρᾶν εἰς Λευκάδα πρὸς ἀντάμωσιν τοῦ Ἴσκου; Ἂν ᾖναι τοῦτο ἔνστασις, ἂν ᾖναι λόγος, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ προτείνῃ τις! Εἴχομεν ἀνάγκην νὰ συνέλθωσιν ἐπὶ τὸ αὐτὸ οἱ δύω διοικηταὶ, ὁ διοικητὴς τοῦ 2ου εὐζωνικοῦ τάγματος καὶ ὁ διοικητὴς τοῦ 5ου τάγματος τοῦ πεζικοῦ. Καὶ ὁ λόγος οὗτος, κύριοι, εἶναι πλέον ἢ τῆς δημοσίας τάξεως, τῆς ἀσφαλείας· ἦτο ζήτημα δημοσίας τάξεως, καὶ δὲν ἤμην ὑποχρεωμένος, εἰς οὐδένα ποτὲ νὰ εἴπω διατὶ τὸν ἔστειλα. Ἀκούσατε ἓν ἐλάχιστον μόνον μέρος· τὸ τάγμα συνέκειτο ἐκ Βαλτινῶν· τὸ τάγμα εἶχε παράπονα κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν· τὸ τάγμα ἤθελεν, ἐπεθύμει νὰ ἴδῃ ἐφαρμοζόμενα μέτρα ἀπελευθερώσεως ἀπὸ τῶν τάξεων ὑπὲρ τῶν ἐν αὐτῷ ὑπηρετούντων, καὶ αὐτὰ τὰ ἤθελεν ἐξαιρετικῶς· καὶ τοῦτο δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ ὑπ’ ἐμοῦ, διότι κατ’ ἐξαίρεσιν οὐδέν ποτε ἔπραξα· ἐκράτησα εἰς ὅλα μου ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν πῆχυν· οἱ στρατιῶται τοῦ τάγματος ἐῤῥαδιουργοῦντο, κύριοι, καὶ ἐπιστολαὶ ἀλλεπάλληλοι ἤρχοντο, λέγουσαί μοι: λάβετε μέτρα· διατί δὲν τοὺς ἀπολύετε καὶ τούτους; Ἤρχισεν ἡ ἀπόλυσις τῶν στρατιωτῶν τοῦ 2ου εὐζωνικοῦ τάγματος, ὅταν ἤρχισεν εἰς ὅλα τὰ εὐζωνικὰ τάγματα· οὔτε μίαν ἡμέραν πρίν, οὔτε μίαν ἡμέραν κατόπιν δὲν ἐξεδόθη διαταγὴ ἐγκύκλιος ἐξαιρετική· γενικὸν ἐλήφθη τὸ μέτρον παρὰ τοῦ ὑπουργείου. Μετέβη ὁ Ἴσκος εἰς Κραβασσαρᾶν καὶ περιώδευεν· ἰδοὺ τί λέγει τὸ τηλεγράφημα τοῦ διοικητοῦ τοῦ 2ου εὐζωνικοῦ τάγματος· θὰ μὲ εἰπῇ τις, τότε ἐλήφθη· δὲν εἰδοποιήθην ἢ ὅταν ἐζητοῦντο ἄλλα τηλεγραφήματα. (Ἀναγινώσκει.) «Ἴσως ἀνεχώρησεν ἀπὸ Κραβασσαρᾶν μετὰ τὴν 20 Νοεμβρίου.» Ψεῦδος λοιπὸν καὶ ἡ 11η ἔνστασις, ἡ ὁποία ἰσχυροποιεῖται ὑπὸ τοῦ Τμήματος. Πότε μετέβητε, κ. Ἴσκο;
§31ΙΣΚΟΣ. Τὴν 10 Νοεμβρίου ἔφθασα εἰς Κραβασσαρᾶν.
§32ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἡ δωδεκάτη ἔνστασις, κύριοι, εἶναι ἡ κατὰ τοῦ Σκυλοδήμου ἔνστασις· ὁ Σκυλοδῆμος, κατὰ τοὺς ἐνισταμένους, ἔλαβεν ἄδειαν συνταγματικὴν, καὶ μετέβη εἰς Βάλτον· δὲν ἀνεκηρύχθη, δὲν ἐξέθετο κάλπην, ἀλλ’ ὑπηρέτησε τὰ πολιτικὰ συμφέροντα τοῦ συνδυασμοῦ μας. Ἡ πλειονοψηφία τοῦ Τμήματος, ἐμπαίζουσα τὴν ἀπάντησιν, ἣν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἔδωκε τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι, αἰτηθείσης ἀδείας, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἐγκριθῇ, ὅτι δὲν εἶναι ὑπόχρεως ὁ ἀξιωματικὸς ὑπὸ τοῦ νόμου, οὔτε ν’ ἀναχωρήσῃ τῆς ἐπαρχίας του, οὔτε νὰ θέσῃ κάλπην, φθάνει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι διὰ τῶν ἰδεῶν μου καταστρέφω τὸν στρατόν. Κατὰ τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Τμήματος, κύριοι, ὑποτίθεται, ὅτι, ἂν ὁ ἀξιωματικὸς λάβῃ συνταγματικὴν ἄδειαν, ὀφείλει νὰ ἐκτεθῇ, ἂν δὲ δὲν ἐκτεθῇ, στερεῖται τοῦ δικαιώματος τῆς ἀδείας. Τὴν ἰδέαν ταύτην, κύριοι, δὲν τὴν ἔχω, καὶ δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ νόμῳ· τοὐναντίον ἀναγεγραμμένον εἶναι, ὅτι λαμβάνει ὑποχρεωτικῶς τὴν ἄδειαν. — Εὐκταῖον νὰ ληφθῶσι μέτρα τινὰ περιοριστικά, πάντοτε ἐντὸς τοῦ κύκλου τοῦ Συντάγματος, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο· ἀλλὰ μέχρις οὗ δὲν ληφθῶσι νομοθετικῶς, δὲν δύναταί τις νὰ μᾶς μεμφθῇ, ὅτι ἀφήκαμεν εἰς Βάλτον ἐκεῖνον, ὅστις δὲν ἠθέλησε ν’ ἀνακηρυχθῇ καὶ δὲν ἐξέθηκε κάλπην. Ἔχω ἀνὰ χεῖρας κατάλογον, τὸν ὁποῖον ἔλαβον ἀπὸ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν· εἰς 152 ἀνέρχεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν τῶν αἰτησαμένων καὶ δικαιώματι λαβόντων ἄδειαν συνταγματικήν. Ἐκ τούτων ἀνεκηρύχθησαν ὑποψήφιοι καὶ ἑπομένως ἔθεντο κάλπην 120, δὲν ἀνεκηρύχθησαν δὲ ὡς τοιοῦτοι καὶ ἑπομένως δὲν ἔθεντο κάλπην 27, καὶ 4, μόλις λαβόντες τὴν ἄδειαν, ᾐτήσαντο μόνοι των, ὅτι παραιτοῦνται τοῦ δικαιώματος τούτου. Ἂν λοιπὸν μεταξὺ τῶν 27 τυγχάνῃ καὶ ὁ Σκυλοδῆμος, εἶναι ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ πληρώσῃ ἡ ἐκλογὴ Βάλτου; Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲν δύναμαι εἰς τὴν περίστασιν ταύτην νὰ πράξω ἐξαιρετικὸν τίποτε διὰ τὸν Σκυλοδῆμον· ἔπραξα περὶ αὐτοῦ ὅ,τι καὶ περὶ τῶν ἄλλων, εἴτε ἀνακηρυχθέντων καὶ μὴ θεσάντων κάλπην, εἴτε καὶ ἀποτυχόντων. Διὰ διαταγῆς ἐγκυκλίου ἠρώτησα πάντας· ὅσοι θέλουσιν ὑπηρεσίαν, τὴν ἀναλαμβάνουσιν ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος· τινὲς ἐπανῆλθον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καί, κατὰ παράδοξον σύμπτωσιν, ὁ Σκυλοδῆμος καὶ ὁ ἕτερος τῶν ἐνισταμένων ᾐτήσαντο ταὐτοχρόνως δι’ ἑνὸς τηλεγραφήματος τοῦ φρουράρχου Κραβασσαρᾶ· ἔλαβον τὰς αἰτήσεις ἀμφοτέρων, ὅτι ἐπιθυμοῦσι νὰ λάβωσιν ὑπηρεσίαν, καὶ ταὐτοχρόνως ἀνεκάλεσα αὐτοὺς εἰς ὑπηρεσίαν. Δὲν ἠξεύρω, κύριοι, ἂν ἦναι ἔγκλημα, ἂν ἦναι ἔνστασις κατὰ τῆς ἐκλογῆς, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος εἰργάσθη ὑπὲρ ἢ κατὰ μερίδος τινός. Τότε ἀναζητήσωμεν ἐν τῷ καταλόγῳ καὶ ἂς εὕρωμεν ὑπὲρ τίνων μερίδων ἦσαν οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι μετέβησαν εἰς τὰς ἐκλογὰς, ποῖοι ἐξ αὐτῶν ἀνεκηρύχθησαν καὶ ἐξέθεσαν κάλπην, πράγματι πολεμοῦντες τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, ποῖοι ἐξέθηκαν κάλπην διὰ νὰ φανῶσιν ἁπλῶς, καὶ ποίας μερίδας ὑπεστήριζον. Ἀλλὰ τοῦτο πρὸς τί; Κατὰ τὴν 13ην ἔνστασιν, πάλιν, κύριοι, καταγγέλλεται εἷς ὑπαξιωματικός, Βράζος καλούμενος, ὅτι ἠνόχλησε τοὺς φίλους τοῦ Στρατοῦ, ὅτι ἀπὸ τοῦ χωρίου των τοὺς ὡδήγησε καὶ ἐψήφισαν ὑπὲρ ἡμῶν εἰς Κραβασσαρᾶν καὶ κατόπιν ἔφερε τὴν ψῆφόν του ὑπὲρ ἡμῶν εἰς τὸν δῆμον Θυάμου. Ἐν τῷ τεύχει λέγεται ὅτι ἀπὸ τὰ Ἀμπελάκια τοὺς ὡδήγησεν εἰς Κραβασσαρᾶν, ὥρας 3, καθὰ δὲ ῥητῶς λέγει, μ. μ. ἀπὸ Κραβασσαρᾶν μετέβη εἰς Πατιόπουλον, καὶ ἐδῶ ἐψήφισεν ὑπὲρ ἡμῶν! Ὅσοι γνωρίζουν τὸν Βάλτον ἠξεύρουν καλῶς, ὅτι ὁ Κραβασσαρᾶς ἀπέχει πλέον τῶν 10 ὡρῶν ἀπὸ τοῦ Πατιοπούλου. Ἄλλως τε, κύριοι, οἱ Καπαῖοι ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῶν ἔχουσι τὸν Βασ. Κάπαν. Δὲν ἤλπιζον νὰ ἔλθω εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ὑπερασπίσω τὴν ἐκλογήν μου· ἤθελον φυλάξει τηλεγράφημα πρὸ τῶν ἐκλογῶν, εἰς τὸ ὁποῖον μοὶ ὁμολογεῖ φιλίαν πολιτικὴν, διότι δὲν μοι ἀνῆκε πρίν. Κατὰ τὴν 14ην ἔνστασιν, κύριοι, δὲν ἀρκοῦσι τὰ ἐν Βάλτῳ λαμβάνοντα χώραν· εἶναι ἀνάγκη νὰ προστρέξουν καὶ ζητήσουν συνδρομὴν εἰς τὴν Ἀκαρνανίαν· ὁ ἐκεῖ ἀπεσπασμένος διοικητὴς τοῦ μεταβατικοῦ Τουρλίδος συνάζει τοὺς ψηφοφόρους, τοὺς φίλους ἡμῶν, τοὺς ἐξ Ἰδομένης, ἔχει τὴν καλὴν φροντίδα νὰ περιποιηθῇ διὰ στρατιωτῶν τὰ ποίμνιά των, καὶ οὕτως οἱ ποιμένες ἀμέριμνοι μεταβαίνουσιν εἰς Ἰδομένην, καὶ χαρίζουσιν ἡμῖν τὰς ψήφους των. Ἐκ τῶν ἐγγράφων, κύριοι, τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ Τμῆμα, καὶ ἅτινα ἔστειλα ἐγὼ αὐτὸς, διότι μοὶ τὰ ἔστειλεν ὁ διοικητὴς τοῦ τάγματος, συνάγεται, ὅτι ἐλέχθη τὸ τοιοῦτον καὶ ἀμέσως ἡ διοίκησις τοῦ τάγματος ἐζήτησε τὸν λόγον ἀπὸ τὸν ἀξιωματικόν, καὶ οὗτος ἀπήντησεν, ὅτι εἶναι ἕτοιμος νὰ ὑποστῇ ἁπάσας τὰς συνεπείας τοῦ νόμου, ἐάν τοιοῦτόν τι εἶχε λάβει χώραν. Ἀλλὰ, λέγουσι, πρὸς ἡμᾶς ἡ διαμαρτύρησις τοῦ ἀξιωματικοῦ; Ἔχομεν ἐπιστολὴν τοῦ δημάρχου Ἐχίνου πρὸς τὸν Αʹ τῶν ἐνισταμένων, τὸν γυναικάδελφόν του, ὅστις τοῖς λέγει, ὅτι τοιοῦτό τι ἔλαβε χώραν. Δὲν θέλουσι τὴν ἐπίσημον ὁμολογίαν τοῦ ἀξιωματικοῦ, ἀλλὰ τουλάχιστον δὲν θέλουσι τὴν ὁμολογίαν τοῦ ἑτέρου δημάρχου, ὅστις δὲν εἶναι γυναικάδελφος οὔτε ἰδικός μας, οὔτε τοῦ ἐνισταμένου, τοῦ δημάρχου Ἐχίνου, ὅστις, καθὰ ἐμάθομεν ἐξωδίκως, ἠρωτήθη ἐπισήμως ὑπὸ τοῦ Τμήματος, ὑπὸ τοῦ προέδρου, καὶ αὐτὸ τὸ ἀρνεῖται; Ὁ μὲν γράφων ἐπιστολὴν εἶναι ὁ Γεώργιος Πετμεζᾶς, ἔχων σύζυγον τὴν ἀδελφὴν τοῦ Ἀνδρ. Στράτου, ὅστις εἶναι ἀξιόπιστος, κατὰ τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Τμήματος, δὲν εἶναι δὲ ἀξιόπιστος ὁ ἀξιωματικὸς, ὅστις γνωρίζει, ὅτι δύναται νὰ στερηθῇ καὶ τὴν προαγωγήν του καὶ τὸν βαθμόν του. Δὲν τοῖς ἀρέσκει ἡ ἀπάντησις, οὔτε τὴν λαμβάνουσιν ἤδη ὑπ’ ὄψιν, ἡ ἀπάντησις ἡ ἐπίσημος τοῦ Γεωργίου Τσέλλου, δημάρχου Ἀστακοῦ. Ὄχι, λέγουν, αὐτὰ τὰ ἀφίνομεν εἰς τοὺς θέλοντας νὰ ὑπερασπίσωσιν ἑαυτούς! Τὸ Τμῆμα ὤφειλε νὰ κάμῃ τὰς ἀνακρίσεις του καὶ ὑπὲρ καὶ κατὰ, γενναίως νὰ μᾶς κτυπήσῃ, ἀλλὰ καὶ γενναίως νὰ μᾶς ὑπερασπισθῇ. Κατὰ τὴν 15ην ἔνστασιν, κατηγορούμεθα, ὅτι, διαταχθείσης τῆς ἀπολύσεως τῶν προϋπηρετησάντων ἐν τοῖς τάγμασι τῶν εὐζώνων, κατεκρατοῦντο ἐπίτηδες, κατὰ τὴν προηγουμένην ἔνστασιν, τινὲς, ὧν ὁ ἀριθμὸς δὲν μοὶ εἶναι γνωστός. Κατηγορούμεθα, διότι δὲν εἴχομεν διατάξει τὴν ἀπόλυσιν ἤδη κατηγορούμεθα, ὅτι ἐξεδώκαμεν ἡμεῖς διαταγὴν, ἀλλὰ παρηγγείλαμεν νὰ μὴ πραγματοποιηθῇ αὕτη. Ἡ πλειοψηφία τοῦ Τμήματος, κύριοι, ἔφερε καὶ ἐδῶ τὰς πικρὰς παρατηρήσεις· ἂν δὲν ἐπρόκειτο, λέγει, νὰ ἐξυπηρετηθῶσι τὰ πολιτικὰ συμφέροντα Ἴσκου καὶ Βαλτινοῦ, ἤθελον ἀπολυθῆ πάντες αὐθημερόν· ἀλλὰ, ἵνα ἀπολύωνται διαδοχικῶς, τοῦτο σημαίνει, ὅτι ἀπελύοντο τότε, ὅταν ὑπέσχοντο πίστιν καὶ ὑποστήριξιν εἰς τὸν συνδυασμὸν Βαλτινοῦ. Καὶ βεβαίως δὲν ἀδικῶ τοὺς γράψαντας τὰ πικρὰ ταῦτα λόγια, διότι δὲν εἶναι στρατιῶται· ἔδει νὰ μάθωσιν ὅμως, ὅτι, ἵνα ἀπολυθῇ τις, χρειάζεται προεργασία, καὶ ἂν κάθεσθε νὰ περιμένητε ν’ ἀπολύσητε ὅλους μαζῆ, θὰ περιμένητε μῆνας. Ἐὰν ἐκάμνομεν τοῦτο, ἀγνοῶ ἂν καὶ μέχρι σήμερον ἐτελείονεν ἡ ἐργασία· ἠθέλομεν κατηγορηθῆ, ὅτι τοὺς ἐκρατήσαμεν ὅλους. Ὄχι, κύριοι, διαταγὴ εἶχε δοθῆ, διαταγαὶ εἶχον δοθῆ γενικῶς, ἅμα ὁ λόχος ἡτοίμαζε τὰ ἔγγραφα ἑνὸς ἑκάστου, ἡ διοίκησις νὰ ἐνεργῇ, καὶ συνεπείᾳ τούτου καθ’ ἑκάστην ἀπελύοντο ἀπὸ 20 καὶ 30. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο τὸ ἀναφέρουσι καθ’ ἡμῶν. Καὶ βεβαίως, ἐὰν δὲν εἶχον τίποτε ἄλλο, θὰ ἔλεγον, πρέπει νὰ ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ, διότι ἔγεινεν ἐκλογή. Δὲν ἔφθασαν, κύριοι, ὅσα ἐπράξαμεν μέχρι τοῦδε, μέχρι τῆς τελευταίας τῶν ἐνστάσεων, ὅπως διεγείρομεν ὑπὲρ ἡμῶν τὸ πνεῦμα τῶν κατοίκων, ἀλλ’ ἐπληρώσαμεν τὸν Βάλτον δι’ ἀδειῶν κανονικῶν καὶ ἀναῤῥωτικῶν καὶ διὰ μεταθέσεων, συμπεριλαμβάνοντες οὕτω πάντας τοὺς εἰς τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν ὑπηρετοῦντας ἐκ Βάλτου, ὑποσχεθέντας ἡμῖν ψῆφον. Κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Βάλτου, οὐδεὶς ἐκ Βάλτου καταγόμενος στρατιώτης καὶ στρατιωτικὸς ἔλειπεν ἐκ Βάλτου, κατὰ τὸ φρόνημα καὶ κατὰ τὸ γράμμα τῶν ἐνισταμένων αὐτῶν καὶ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Τμήματος. Δύο, κύριοι, στρατιῶται ἦσαν ἐκ Βάλτου μὲ ἀναῤῥωτικὴν ἄδειαν, καὶ οὐδεὶς ὁπλίτης μετετέθη εἰς Βάλτον ἢ εὑρέθη ἐκεῖ ἐν κανονικῇ ἀδείᾳ. Ἐρωτηθέντες ὑπὸ τοῦ Τμήματος, εἴπομεν τὴν ἀλήθειαν, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησαν νὰ μᾶς πιστεύσωσιν, ὅτι αἱ ἄδειαι δίδονται ὑπὸ τὸν τίτλον τὸν γενικὸν «εἰς τὰς ἑστίας των». Ἠναγκάσθην λοιπὸν καὶ ἐτηλεγράφησα πρὸς τὸ τάγμα, καὶ πράγματι τὸ τάγμα μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα. Ἐρωτήσαμεν, ἂν καὶ δὲν ἀμφιβάλλομεν, διὰ νὰ μάθωμεν, ἐὰν μετετέθη κανεὶς, καὶ μᾶς ἀπήντησαν, ὅτι δὲν μετετέθη οὐδεὶς, ἐνῷ κατὰ τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Τμήματος μετεθέσαμεν 37. Οἱ μελετήσαντες τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔστειλα εἰς τὸ Τμῆμα, εὗρον μίαν σημείωσιν τῆς διοικήσεως τοῦ τάγματος περὶ τῆς δυνάμεως αὐτοῦ. Ἐν τῇ σημειώσει ἐκείνῃ φέρονται τὸ ὅλον τοῦ τάγματος κατὰ τὴν 27ην Νοεμβρίου εἰς ἀξιωματικοὺς, ὑπαξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας 611. Παρακατιὸν εἶναι σημειωμένον, μετετέθησαν καὶ κατετάχθησαν ἀπὸ τῆς 27ης Νοεμβρίου μέχρι τῆς 20ῆς Δεκεμβρίου, συμπεριλαμβανομένης, 23, τὸ ὅλον 634. Κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα ἀπελύθησαν καὶ μετετέθησαν 198· ὑπόλοιπον τῆς δυνάμεως κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ψηφοφορίας 438. Ἰδοὺ αἱ καταπιέσεις. Ἤμην βέβαιος, κύριοι, περὶ τῆς χειρός μου, ὅτι διαταγὴν τοιαύτην δὲν ἐξέδωκα, καὶ δὲν ἐξέδωκα, κύριοι, καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ὑπουργίας μου. Τώρα ὁμολογῶ, ὅτι ἐταράχθην καὶ ἐβλασφήμησα, εἰπὼν εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον φράσιν ἀκατάλληλον, μὴ τυχὸν ὑπεκλάπη ἡ ὑπογραφή μου· ἀλλ’ ἀνεζητήσαμεν καὶ εὕρομεν ποῦ ἔγκειται τὸ κακόν· εἶναι περιληπτικὴ ἔκφρασις· δὲν εἶναι κεχωρισμένη, πόσοι μετετέθησαν ἐκ τοῦ τάγματος, καὶ πόσοι ἀπελύθησαν. Ἰδοὺ ἐκ τῆς καταστάσεως τῆς ἐν τῷ ὑπουργείῳ τί προκύπτει· ἐξ αὐτῆς θέλετε ἰδεῖ, ὅτι οὐδεὶς μετετέθη στρατιώτης ἐξ ἐκείνων, οὓς, λέγουσιν, ἐφέραμεν ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς Ἑλλάδος. Ἀπὸ τῆς 27ης Νοεμβρίου μέχρι τῆς 20ῆς Δεκεμβρίου ἔχομεν ἕνα ὑπολοχαγόν, ἕνα ἐπιλοχίαν, μετατεθέντα ἐναλλὰξ ἀντὶ ἑτέρου—ἀμοιβαία μετάθεσις,—ἔχομεν κατάταξιν ἐθελοντῶν, καὶ τίποτε ἄλλο.
§33Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Τί ἡμερομηνίαν ἔχει;
§34ΒΑΛΤΙΝΟΣ. 26 Δεκεμβρίου 1881.
§35Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Πόσους ἀναφέρει;
§36ΒΑΛΤΙΝΟΣ. 611, καὶ μὲ τοὺς 23, 634.
§37Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἐλάβομεν ἀπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ τάγματος, εἶναι ἐπίσημον.
§38ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἐπίσημον, διότι τὸ ἔχω ἀπὸ τὸ γραφεῖον. Οὐδεὶς στρατιώτης μετετέθη, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον νὰ τηλεγραφήσῃ· καὶ μὴ θέλετε νὰ παραμορφώνητε τὴν ἀλήθειαν, διότι εἶναι περιληπτικὴ ἡ σημείωσις, ἣν ἔχετε.
§39ΙΣΚΟΣ. Τί τὸ τάγμα ἐρωτηθὲν ἀπήντησε;
§40ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Εἶναι καθαρὰ ἐγγεγραμμένοι οἱ εἰσελθόντες εἰς τὸ τάγμα, κύριε Ῥοῦφε; 23 εἶναι ἢ 25;
§41Γ. ΡΟΥΦΟΣ. 23.
§42ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Καὶ ἐὰν ἤθελον παραδεχθῆ, ὅτι τοῦτο εἶχε λάβει χώραν καὶ δὲν ἔλαβε χώραν δι’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ἔπρεπε μὲ τοιοῦτον ὄγκον ἐκφράσεως, ὄχι μόνον νὰ γίνῃ ἔνστασις, ἀλλὰ νὰ γραφῇ καὶ ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Τμήματος, ὅτι ἀπὸ τὰ ἑπτὰ πέρατα τῆς Ἑλλάδος μετεφέραμεν ὅλους τοὺς Βαλτινούς; Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐπισημότερον πάντων· λείπει ἡ ὑπογραφή μου· εἶναι ἔγγραφον τοῦ γραφείου καὶ συμφωνεῖ πληρέστατα μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον στρεβλώνει ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας.
§43Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν φράσιν του.
§44ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Εἶναι περιληπτικὴ ἔκφρασις τῆς διοικήσεως τοῦ τάγματος· «εἰσῆλθον καὶ μετετέθησαν, κατετάχθησαν καὶ μετετέθησαν.» Βλέπετε ὅτι συμφωνοῦμεν εἰς τὸν ἀριθμόν; Ἀλλὰ τρομερωτέρα ἔνστασις εἶναι ἡ 17η· ἐψηφοφόρησαν ὅλοι οἱ στρατιῶται ἐν Βάλτῳ, 400 τὸν ἀριθμὸν, καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν μετέβη τὸ τάγμα καὶ κατέπληξε, κατεπλάκωσεν ὑπὲρ ἡμῶν τοὺς ἀντιπάλους μας. Καὶ ἡ ἔνστασις λέγει τὸν ἀριθ. 400, ἡ δὲ πλειοψηφία τοῦ Τμήματος δὲν ἀνευρίσκει τὸν ἀριθμὸν τοῦτον, ὅσον καὶ ἂν προσπαθῇ νὰ τὸν ἀνεύρῃ· ὑποθέτει ὅμως, ὅτι εὗρε τὸ ἥμισυ τοῦ ἀριθμοῦ τούτου, ὅτι εὗρε 208 ἢ 128. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ ἔνστασις ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Τμήματος· ἔπρεπεν ἐκεῖ νὰ ἦναι ἐγγεγραμμένη, ἢ νὰ γραφῇ ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, ὅτι θέλει τὰ πάντα νὰ κηρύξῃ κατὰ τῶν ἀντιπάλων ὁ συνδυασμὸς ὁ ἀποτυχών. Ἀλλὰ δὲν ἦταν 400, καὶ, ὅσον ἂν ζητήσητε, δὲν δύνασθε νὰ τοὺς εὕρητε, διότι ἐν Βάλτῳ, κατὰ τὸ ἐπίσημον τηλεγράφημά μου, μόνον 166 στρατιῶται ἐκ Βάλτου καταγόμενοι εὑρίσκοντο ἐντὸς τῆς περιφερείας Βάλτου κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς· καὶ εἶναι τὰ ὀνόματα ἐδῶ ἐγγεγραμμένα· τὰ παρέλαβον τηλεγραφικῶς. Ἐὰν δὲ τοῦτο δὲν συνέβη πρότερον, συνέβη ἀπὸ λάθος τοῦ γραφείου, διότι εἶχε παραπέσει, καὶ ὅταν ἐτηλεγραφήσαμεν, μᾶς εἶπον, ὅτι ἔπεμψαν τὰ ὀνόματα, τὰ ὁποῖα εἶναι 166. Αὐτοὶ εἶναι ὅλοι οἱ Βαλτινοὶ στρατιῶται, οἱ ὁποῖοι εὑρέθησαν ὑπὸ τὰ ὅπλα κατὰ τὸν χρόνον τῶν ἐκλογῶν. Ἀλλὰ, παρακαλῶ, ὄχι 166, ἀλλὰ καὶ 1166 ἐὰν ἦταν, τὶς ἤθελε τολμήσει κύριοι, νὰ εἴπῃ, εἶσθε στρατιῶται καὶ δὲν πρέπει νὰ ψηφίσητε; τίς ἠδύνατο νὰ εἴπῃ εἰς τὸν ἐκλογέα, δὲν σοῦ ἐπιτρέπω νὰ μεταβῇς εἰς ψηφοφορίαν; Δὲν ἠξεύρω τί γίνεται εἰς Πάτρας, ἀλλ’ ἐδῶ, ἐν Ἀθήναις, διὰ διαταγῆς τοῦ κατὰ καιροὺ φρουράρχου ἀναγνωρίζεται κατ’ ἀποσπάσματα ἡ μετάβασις εἰς ψηφοφορίαν, καὶ τοῦτο διὰ νὰ μὴ γίνεται ἀταξία, διὰ νὰ μὴ φαίνωνται στρατιῶται τρέχοντες δεξιὰ καὶ ἀριστερά· μεταβαίνουσιν εἰς τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας κατ’ ἀποσπάσματα, ἀνὰ 5 ἢ 10 ἢ 15, ψηφοφοροῦσι καὶ ἐπανέρχονται εἰς τοὺς στρατῶνας. Ἐὰν τοῦτο ἦναι κακὸν, ἂς ἔλθῃ νόμος, καὶ ἐγὼ τὸν ἐπιθυμῶ, ἐὰν συμφέρῃ· διατί νὰ μὴ γείνῃ; ἂς μὴ ἔχωσι ψῆφον πάντες οἱ στρατιωτικοὶ, εἴτε ἀξιωματικοὶ, εἴτε ὑπαξιωματικοὶ, εἴτε καὶ στρατιῶται. Ἀλλ’ ἐνόσῳ δὲν ὑπάρχει νόμος, ἔρχεσθε νὰ μοῦ κάμητε τὴν ἔνστασιν, ὅτι οἱ 400 ἐκ Βάλτου, οἱ ψευδῶς ἀναφερόμενοι, διότι 166 μόνον μετέβησαν καὶ ἐψηφοφόρησαν, εἶναι ἔγκλημα ἰδικόν μας! πρέπει διὰ τοῦτο νὰ ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογή! Ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς λέγω, τίς δύναται νὰ μᾶς εἴπῃ ποῦ ἐψηφοφόρησαν; τίς δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν διάνοιαν τοῦ ψηφοφοροῦντος; Χθὲς ἐγένετο λόγος περὶ χρημάτων ἐξοδευομένων κατὰ τὰς ἐκλογάς. Ἔ, κύριοι, οἱ συνειθίζοντες νὰ δίδωσι χρήματα ἴσως γνωρίζουσιν, ὅτι λαμβάνοντες ἀπὸ τὸν ἕνα λαμβάνουσι καὶ ἀπὸ τὸν ἄλλον, καὶ ψηφίζουσι συνήθως ὑπὲρ ἐκείνων, μὲ τοὺς ὁποίους ἀνταλλάσσουσι μία δεκάρα εἰς τὰ τρία.
§45ΛΑΠΠΑΣ. Αὐτὸ εἶναι σωστὸν, κύριοι· πιστεύω, ὅτι καὶ ὁ κ. Λομβάρδος τὸ δέχεται. (Ἱλαρότης.)
§46ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, εἶναι ἔγκλημα τῆς ἐκλογῆς, διότι ὑπῆρξαν στρατιῶται καὶ ἐψηφοφόρησαν; καὶ πᾶσαι αἱ ψῆφοι, αἵτινες ἐδόθησαν, ἆρά γε ὑπὲρ ἡμῶν ἐδόθησαν; Ἀλλὰ θὰ μᾶς εἴπωσιν, ὅτι αὐτοὶ εὑρέθησαν ἐκεῖ ὑπὸ τὰς σημαίας, οἱ ἄλλοι δὲν ἦσαν ὑπὸ τὰς σημαίας, καὶ ἀπῆλθον. Καὶ τολμᾶτε μὲ τοιαύτην ἔκφρασιν νὰ μᾶς εἰπῆτε ὅτι ἔπρεπε νὰ διώξωμεν ἐκ Βάλτου τοὺς ἀπελθόντας τῆς ὑπηρεσίας, διότι εὑρέθησαν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ των; Λοιπὸν, κύριοι, εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας δὲν μετέβησαν τοιοῦτοι; Ἀπὸ τὸν στρατὸν ὅλον εἴχομεν 65,000 προϋπηρετήσαντας, ἐπιστράτους καὶ τῆς ἑξαμήνου ὑπηρεσίας, οἵτινες ὅλοι μετέβησαν εἰς τὰς ἐπαρχίας των· καὶ πταίει ὁ ἐκθέσας κάλπην, διότι διῆλθον τῆς κάλπης καὶ τοιοῦτοι; Ἆ! κύριοι, εἶναι πλήρης ἀπελπισία, ὅταν ἀναγινώσκῃ τις ὄχι τὴν ἔνστασιν, διότι πολλάκις τις τὴν γράφει χάριν παιδιᾶς, ἀλλ’ ὅταν ἀναγινώσκῃ τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Τμήματος, δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ ἀπελπισθῇ διὰ τὸν τόπον μας. Κατὰ 18ην ἔνστασιν, μᾶς αἰτιῶνται περὶ τῆς μεταθέσεως τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ Μαγουλᾶ· λέγουσι δὲ, ὅτι, ἐνῷ ὑπηρέτει ἐνταῦθα, εἰς Ἀθήνας, μετέβη εἰς Βάλτον πρὸς ἐπηρεασμόν. Ὅλαι λοιπὸν αἱ πράξεις περιεστράφησαν μόνον καὶ μόνον πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν καὶ πρὸς οὐδὲν ἕτερον. Ὁ ἀνθυπασπιστὴς οὗτος δὲν μετετέθη ἐντεῦθεν κατ’ εὐθεῖαν εἰς Βάλτον, μετετέθη εἰς τὴν μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν Τριχωνίας καὶ κατόπιν εἰς Βάλτον’ ἐὰν δὲ πᾶσαι αἱ μεταθέσεις ἦναι αἰτιάσεις κατὰ τῶν ἐκλογῶν, εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω τι. Ἄλλη αἰτίασις, τρομερὰ καὶ μεγάλη, κατὰ τὴν 19ην ἔνστασιν: Ὑπῆρχεν ἐν Βάλτῳ ἰατρὸς Τσαούσης· ὁ ἰατρὸς οὗτος Τσαούσης ὠνομάσθη παρ’ ἐμοῦ ἐπίκουρος ἰατρός. Καὶ εἶναι ἔγκλημα τρομερὸν διότι τὸν ὠνόμασα; καὶ διατί δὲν εἶναι ἔγκλημα οἱ διορισμοὶ ὅλων τῶν ἄλλων ἐπικούρων ἰατρῶν; Ἀλλὰ, λέγουσιν, ὁ ἰατρὸς οὗτος ἐνήργει τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἰατροῦ ἐν Βάλτῳ καὶ παρέμενεν ἐν Βάλτῳ. Ἔπρεπε νὰ τὸν διώξω ἐκ Βάλτου, διότι ὠνομάσθη στρατιωτικὸς ἰατρός; Ὁ Τσαούσης δὲν εἶναι ἐκ Βάλτου· συγγενεύω μετ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἀνήκει εἰς τὴν μερίδα ἐκείνων τῶν συγγενῶν μου, οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦν τὴν πολιτικὴν πορείαν ἄλλω, οὐχὶ τὴν ἐμήν. Ἔχω συγγενεῖς, ἀλλὰ δὲν ἔφθασα εἰς τὸ ὕψος ἐκεῖνο, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἠδυνάμην ἴσως νὰ συγκρατῶ περὶ ἐμὲ τοὺς συγγενεῖς ὅλους. Ὁ Τσαούσης ἀνήκει εἰς τὴν Αἰτωλίαν· ἡ οἰκογένεια αὐτοῦ ψηφίζει εἰς Ὠλενίαν· ἰατρὸς, ὅπως εἶναι καὶ ὁ Ἠλίας Καραγιαννόπουλος καὶ τόσοι ἄλλοι εἰς Βάλτον ἢ εἰς ἄλλα μέρη· δὲν λέγω, ὅτι ὁ ἰατρὸς αὐτὸς ἐπάλαιε κατ’ ἐμοῦ, ἐνῷ ἐπάλαισαν ἄλλοι συγγενεῖς μου· καὶ ὁμιλῶ ἐπὶ τὸ γενικώτερον. Κατὰ τὴν εἰκοστὴν ἔνστασιν, πάλιν τὰ αὐτά· «τὸ τάγμα ἔδιδεν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς ἀδείας». Μόνον εἷς ἔλαβεν ἄδειαν, ὁ Ὀδυσσεὺς Μοσχοβίτης· ἐγένετο δὲ χρῆσις ἐκ μέρους τοῦ τάγματος τοῦ δικαιώματος τῆς ὀλιγοημέρου ἀδείας. Μέγα καὶ τοῦτο ἔγκλημα! Οὐχὶ, λέγω, δὲν ἔλαβε τὴν ἄδειαν ἵνα ψηφοθηρήσῃ· τί νὰ κάμῃ; νὰ συλλέξῃ ὑπὲρ ἡμῶν ψήφους· ἀλλ’ ὁ Μοσχοβίτης ἔχει ἀδελφοὺς τοὺς στενωτάτους φίλους τοῦ ἑνὸς τῶν ἐνισταμένων, οἱ ὁποῖοι μένουν πάντοτε, καὶ τοῦ εὔχομαι νὰ τοῦ μένωσι διαρκῶς, πιστοί· ἂν ὁ εἷς Μοσχοβίτης ἦτο ὑπὲρ ἡμῶν, εἶχεν ὁ ἀντίθετος συνδυασμὸς τοὺς ἄλλους Μοσχοβίτας, οἱ ὁποῖοι ἐν τῷ δήμῳ ὑπηρετοῦσι τὰ πολιτικὰ συμφέροντα τῶν φίλων των. Πρὸς τί λοιπὸν μᾶς αἰτιᾶσθε; Κατὰ τὴν εἰκοστὴν πρώτην ἔνστασιν, κατηγορούμεθα, ὅτι ὁ ὑπομοίραρχος Μοσχοβίτης ἐπείσθη παρ’ ἡμῶν νὰ μὴ ἐκθέσῃ κάλπην, νὰ μὴ ὑποστηρίξῃ τοὺς ἀντιθέτους μας. Ὁ Μοσχοβίτης, κύριοι, δὲν ἦτο κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐκεῖ, ἦτο εἰς Τριχωνίαν· ἂν δὲ μετέθη προσκαίρως εἰς Βάλτον, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ἐστάλη διὰ τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν μὲ αἰτιᾶσθε, δὲ δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε, ὅτι οὐδὲν κατώρθωσε· διότι, ἂν μετέθη ἵνα καταπείσῃ τοὺς ἀδελφούς του, ἦτο περιττὸν τοῦτο δι’ ἡμᾶς, ἀφοῦ δὲν κατωρθώθη διὰ τοῦ ἐν Βάλτῳ ἀξιωματικοῦ Ὀδυσσέως Μοσχοβίτου. Κατὰ τὴν εἰκοστὴν τρίτην ἔνστασιν, κατηγορεῖται ἡ μερίς μου, ὅτι διὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κατωρθώσαμεν νὰ διορίσωμεν περὶ τοὺς τριάκοντα ἐπιστάτας ἐπὶ τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Ἀγρινίου εἰς Ἄνινον, καὶ διὰ τῶν διορισμῶν τούτων ἀπεσπάσαμεν φίλους μέχρι τότε τοῦ ἑτέρου συνδυασμοῦ. Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι ἤμην ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ τούτου· ὅταν ὅμως ἀνέγνωσα τὰς ἐνστάσεις, ἠρώτησα ἂν ὁ ἀριθμὸς ἦναι ἀληθὴς, ἔμαθον δὲ, ὅτι ἕνδεκα εἶναι οἱ διορισθέντες· κατηγορούμεθα δὲ, ὅτι ἐνεργήσαμεν τοὺς διορισμοὺς παύοντες φίλους τῶν ἀντιθέτων· δὲν κατηγορούμεθα ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε, βλέπετε. Πρὸς Θεοῦ, ποῦ εὑρέθη τὸ δικαίωμα διὰ τοιαύτην ἀπαίτησιν; Ἂν ἠδυνάμεθα νὰ διατηρῶμεν ἐν τῇ ἐπιστασίᾳ τῶν ὁδῶν φίλους μας, εἴμεθα κατηγορητέοι, καὶ ἔπρεπε νὰ διατηρήσωμεν ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ὁ νομομηχανικὸς κ. Ἔσλεν ἐν τῷ δικαιώματί του εἶχε διορίσει καὶ οἵτινες πάντες ἦσαν τῆς ἐναντίας μερίδος· αὐτὸ εἶναι τὸ ἔγκλημα. Κατὰ τὴν 24ην ἔνστασιν, οἱ ὑπουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Οἰκονομικῶν διώρισαν ἢ μετέθεσαν ὑπαλλήλους ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ περιέλθωσι τὴν ἐπαρχίαν καὶ νὰ αὐξήσωσι τὸν ἀριθμὸν τῶν ψήφων ὑπὲρ ἡμῶν. Ἔχω ἀνὰ χεῖρας τὴν σημείωσιν, καὶ πιστεύω ὅτι θέλετε τὴν πιστεύσει· εἷς καὶ μόνος ὑπάλληλος διῆλθεν ἐκ Βάλτου, ὀνομαζόμενος Κ. Χρήστου, μεταβαίνων εἰς τὴν Ἐφορείαν Βονίτσης, καὶ οὐδεὶς ἕτερος· ἀληθῶς μετετέθη ἄλλος τις, τὸν ὁποῖον ἔχουσιν, ὅτι ἦτο εἰς Βάλτον, ὁ Σαρλῆς, γραμματεὺς Εἰρηνοδικείου· ἀλλ’ οὗτος ἀπὸ τοῦ δήμου Ἀπεραντίων εἶχε μετατεθῆ εἰς τὸν δῆμον Κτημενίων τῆς Εὐρυτανίας δηλαδὴ 10 ὥρας μακρύτερα ἀφ’ ὅσον ἀπεῖχε τοῦ Βάλτου πρίν. Οἱ ἐνιστάμενοι εὐηρεστήθησαν ν’ ἀναφέρωσι καὶ τὸ ὄνομα τοῦ μέχρι πρὸ ὀλίγου ἐπάρχου Θηβῶν, σήμερον δὲ Τριχωνίας, νομίζω, τοῦ κ. Χατζοπούλου, ὅτι τὸν μετεθέσαμεν ἐπ’ αὐτῷ τῷ σκοπῷ, δηλαδὴ διὰ νὰ εὑρεθῇ εἰς Βάλτον, ἐνῷ οὗτος μετετέθη ἀπὸ τὴν Λοκρίδα εἰς τὰς Θήβας, ὅπου καὶ παρέμενε μέχρι προχθές· αἰτίασις τρομερὰ καὶ αὐτή. Πράγματι, κύριοι, διωρίσθησαν ὑπάλληλοι μικροῦ ἀριθμοῦ, ἀλλὰ τούτων τινὲς δὲν ἐδέχθησαν τὸν διορισμὸν, καὶ ἄλλοι εἶχον τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον τοῖς δίδει ἡ ὑπηρεσία, νὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὰς θέσεις των ἐν ὡρισμένῃ προθεσμίᾳ. Κατὰ τὴν εἰκοστὴν πέμπτην ἔνστασιν, κατηγορούμεθα, ὅτι φρέαρ ἠνεῴχθη πλησίον ἑνὸς χωρίου τοῦ Βάλτου καὶ ὅτι εἰς αὐτὸ ἐδόθη τὸ ὄνομά μου. Εἶναι ἐντροπὴ, κύριοι, νὰ ὑπερασπισθῶ ἐπὶ τοιούτου πράγματος τὸν ἑαυτόν μου· ἐὰν ἐνεγράφη τὸ ὄνομά μου, νομίζω, ὅτι ἔσφαλεν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τὸ ἔγραψε, καὶ ἔσφαλε διότι δὲν προσέθηκεν «ἐπὶ Βλασίου Βαλτινοῦ»· αὐτὸ τὸ ἐννοῶ, ἀλλὰ νὰ γράψῃ ἐκεῖ ἐκεῖνος, ὅστις ἔγραψε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔγραψε, εἶναι ἐχθρός μου· τί πταίω δὲ εἰς τοῦτο ἐγώ; ἐὰν τὸ ἐγνώριζον καὶ εἶχον τὸ δικαίωμα, ἤθελον τὸ σβύσει, νὰ μὴ φαίνεται ἐκεῖ τὸ ὄνομα τοῦ Βλασίου Βαλτινοῦ, ὅπως πιθανὸν εἰς τὴν αὐριανὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου τῶν βουλευτῶν νὰ ἦναι ἐσβεσμένον τὸ ὄνομά μου. Προσθέτει ἡ ἔνστασις, ὅτι τὰ λειβάδια τῆς περιφερείας τοῦ χωρίου Στάνου ἀπὸ τοῦ 1872 ἐκηρύχθησαν κοινοτικὰ, καὶ ὅμως ἡμεῖς διὰ τοῦ φίλου ἡμῶν ἐφόρου, προκειμένων τῶν ἐκλογῶν, ἐφροντίσαμεν νὰ δεσμεύσωμεν τοὺς κατοίκους τοῦ χωρίου Στάνου, προβάλλοντος τοῦ ἐφόρου, ὅπως τοὺς πειθαναγκάσῃ νὰ μᾶς δώσωσι ψήφους, ὅτι εἶναι ἐθνικὰ, ὅπως κατόπιν κηρυχθῶσι κοινοτικά. Ἔφορος, κύριοι, ἦτο Γιώτης τις καλούμενος, ὅστις τὰ λειβάδια ταῦτα, διὰ πολιτικοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους θέλουσι νὰ μᾶς ἐπιῤῥίψωσι, κατώρθωσε νὰ τὰ κηρύξῃ πρὸ τριῶν ἐτῶν ἐθνικὰ, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1878· δὲν ἐκηρύχθησαν σήμερον μόνον τοιαῦτα. Ὁ ἔφορος, ἂν ἔπραξέ τι, τὸ ἔπραξε βεβαίως καθ’ ἡμῶν· διότι τὸ παράπονον ἦτο καθ’ ἡμῶν, πῶς ἐν τῇ θέσει, ἐν ᾗ εὑρισκόμεθα, δὲν κατωρθώσαμεν νὰ τὰ ἐπαναφέρωμεν εἰς ἣν εὑρίσκοντο κατάστασιν, δηλαδὴ νὰ τὰ κηρύξωμεν κοινοτικά. Δὲν φθάνουν, κύριοι, αἱ ἐνστάσεις αἱ γραπταί· ἐπεδόθησαν καὶ αἱ προφορικαί, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, θέλον νὰ κρατήσῃ ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὰς ψήφους τῶν Καραγκουνίδων, ἐμέτρησεν εἰς αὐτοὺς χρήματα διὰ μεταφορὰν πολεμοφοδίων κατὰ τὸ 1878. Ὅταν τὴν ἐρώτησιν ταύτην ἀπηύθυνεν ὁ εἰσηγητὴς ἀπὸ τοῦ βήματος πρὸς τὸν ὑπουργὸν καὶ ἐζήτησε πληροφορίας, ἔλαβε τὴν ἀληθῆ ἀπάντησιν, ὅτι εἶναι ψευδέστατον, ὅτι οἱ Βαλτινοὶ Καραγκούνιδες Μίχας καὶ Πάγκιος ἔλαβον εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην χρήματα, καθὼς οὔτε ὁ Κατσαρὸς, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἐκ Βάλτου, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος εἶναι ἐξ Ἀκαρνανίας καὶ ἐκεῖ ἐνασκεῖ τὰ πολιτικά του δικαιώματα. Καὶ πράγματι, κύριοι, ὑπῆρχε φωνὴ παραπόνων ἐκ μέρους τούτων, καὶ πολὺ πιθανὸν νὰ δικαιοῦνται νὰ λάβωσι τὰ χρήματα ταῦτα, διότι μετέφερον πολεμοφόδια κατὰ τὸ 1878· ἀλλ’ ἡ ὑπόθεσις αὕτη μένει ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐκκρεμὴς, διότι φαίνεται, ὅτι ἐμπερδεύθη εἰς τὸ ζήτημα, ἂν ὀφείλῃ ν’ ἀποζημιώσῃ τοὺς δικαιουμένους εἰς ἀποζημίωσιν ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία, ἢ ἡ ἄλλη. Ἰσχυρίσθησάν τινες, ὅτι ἐπί τινα μόνον χρόνον ἐνήργησαν ὑπηρεσίαν παρὰ τῷ στρατῷ, καὶ ὅτι κατόπιν ἀπεσπάσθησαν. Αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις, κύριοι, μένει ἐκκρεμὴς, καὶ δύναμαι νὰ σᾶς πληροφορήσω, ὅτι μοὶ εἰσήχθη κατὰ τὴν πρώτην μου ὑπουργίαν τοῦ 1879, καὶ εἶπον «μακρὰν ἀπ’ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο», τὸ αὐτὸ δὲ εἶπον καὶ κατὰ τὴν δευτέραν μου ὑπουργίαν, ὅτε πάλιν μοὶ εἰσήχθη. Συνέπεσε δὲ καὶ νὰ ἔλθωσιν ἐνταῦθα· τοῖς εἶπον, ὅτι πολὺ πιθανὸν νὰ ἔχητε δίκαιον, ἀλλ’ ἐγὼ, ὑπουργὸς ὢν, δὲν δύναμαι τίποτε νὰ εἴπω· πηγαίνετε εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ ὑποθέτω, ὅτι θέλετε κερδίσει. Λοιπὸν ἡ ὑπόθεσις, ὅτι ἠθελήσαμεν νὰ σαγηνεύσωμεν, λύοντες τὸ ζήτημα ὑπὲρ τῶν δικαιουμένων, τοὺς ἀρχιποιμένας Πάγκιον καὶ Μίχαν, εἶναι ψευδὴς, εἶναι συκοφαντία. Πέρυσι, κύριοι, διαταγῇ τοῦ ὑπουργοῦ, ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν ἀποθηκῶν τοῦ στρατοῦ, ὁ ἀντισυνταγματάρχης κ. Νανίδης, διῆλθε διάφορα μέρη τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος, ὅπως μελετήσῃ τὰ περὶ συστάσεως στρατιωτικῶν ἀποθηκῶν, εὗρε δὲ, ὡς εἶπε, μίαν ἀποθήκην εἰς ἀπόκεντρον καὶ μεμονωμένον μέρος, ἐπρότεινε δὲ, ὅτι συμφέρει, ἡ ἀποθήκη αὕτη νὰ καταργηθῇ καὶ τὸ ὑλικὸν νὰ μεταφερθῇ εἰς τὴν Ἐφορείαν Κραβασσαρᾶ. Ἔλαβε τὴν ἄδειαν καὶ μετέφερε τὸ ὑλικόν. Τὸ χρῆμα λοιπὸν, τὸ ὁποῖον ὠφείλομεν καθ’ ἑκάστην νὰ πληρώνωμεν εἰς τοὺς δικαιούχους, τὸ ἐπληρώσαμεν πρὸ μικροῦ, ὡς καὶ τὸν Κατσαρὸν, ὁ ὁποῖος δι’ ἐπισήμου συμβολαίου ἀνέλαβε τὴν μεταφοράν. Ἀλλ’ ἀτυχῶς μᾶς αἰτιῶνται καὶ διὰ τοῦτο· δὲν ἔπρεπε, λέγουν, νὰ πληρώσητε, διότι ἐπέκειντο αἱ ἐκλογαὶ, καὶ, καθ’ ἃ λέγουσι, καὶ τὸ ὁποῖον, σᾶς ὀμνύω, τὸ ἐννοῶ, μεταξὺ τῶν φορτηγῶν ζώων, τῶν ὁποίων ἔκαμον χρῆσιν, περιλαμβάνονται καὶ ζῶα Βαλτινῶν. Αὗται εἶναι αἱ ἐνστάσεις, 25 τὸν ἀριθμὸν, γραπταὶ, ἡ δὲ τελευταία ἄγραφος, διὰ τῶν ὁποίων ὑποστηρίζεται, ὅτι ἐπηρεάσαμεν τὴν ἐκλογὴν διὰ τῆς μεταθέσεως τοῦ 2ου εὐζωνικοῦ τάγματος, ὅτι ἐπηρεάσαμεν τὴν ἐκλογὴν διότι εἰς τὸ τάγμα τοῦτο ἦσαν ἀξιωματικοὶ, ὑπαξιωματικοὶ καὶ στρατιῶται Βαλτινοί· κατηγορούμεθα ὅτι ἐκάμαμεν χρῆσιν μέσων, δι’ ὧν ἐκερδήσαμεν φίλους τοῦ κ. Στράτου· κατηγορούμεθα, ὅτι, ἐὰν ὅλα τὰ μέσα, ὧν ἐποιησάμεθα χρῆσιν, δὲν ἐλάμβανον χώραν, ἄλλοι ἀνθ’ ἡμῶν ἤθελον εἶσθαι βουλευταὶ τῆς ἐπαρχίας Βάλτου· κατηγορούμεθα τέλος, ὅτι δὲν ἐπράξαμεν ὅσα λέγουν καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ πράξωμεν, διότι πίεσις ἐπῆλθεν, ἥτις ἀφαιρεῖ τὴν συνείδησιν τοῦ ἀνθρώπου, εἴτε διὰ τῆς βίας, εἴτε διὰ τῆς δωροδοκίας. Μέχρι τέλους τῶν ἐκλογῶν οὐδεὶς παρεπονέθη, καὶ ὅταν ἤκουσα διὰ πρώτην φορὰν, ὅτι ἡ ἐκλογὴ Βάλτου θὰ προσβληθῇ, μοὶ ἐφάνη, ὅτι γελᾷ ἐκεῖνος, ὅστις τὸ ἔλεγεν. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ταύτῃ, ὅστις θέλει νὰ δικάσῃ μὲ τὴν συνείδησίν του, χωρὶς ν’ ἀποβλέπῃ εἰς ἄλλο τι, θὰ εὕρῃ, ὅτι ἡ ἐκλογὴ αὕτη εἶναι μία τῶν ἐξαιρετικῶν ἐκλογῶν. Θέλουν τινὲς νὰ μὲ κατακρίνωσιν, ὅτι ἔκαμα χρῆσιν τῆς μεταβάσεως τοῦ τάγματος εἰς Βάλτον. Σᾶς ἀνέπτυξα ἐπὶ πολὺ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, καὶ δὲν θέλω νὰ σᾶς κουράσω πλέον. Περαίνων τὸν λόγον μου θὰ κάμω μίαν ἁπλῆν παρατήρησιν, ἡ ὁποία, παρακαλῶ, νὰ μὴ παρεξηγηθῇ ἀπὸ κανένα Ἡμεῖς οἱ πολιτευόμενοι τοῦ πρώην Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν διαμαχόμεθα διαρκῶς, διότι ζωὴ πολιτικὴ ἑνὸς ἔθνους εἶναι βεβαίως ἡ διαμάχη. Ἕκαστος φρονεῖ, ὅτι τὸ πολιτικὸν αὑτοῦ φρόνημα ὑπερτερεῖ τὸ τοῦ ἑτέρου χάριν τῆς εὐδαιμονίας τῆς χώρας. Ἐντεῦθεν ἡ πολιτικὴ πάλη, ἐντεῦθεν αἱ διαδοχικαὶ πάροδοι τῶν Κυβερνήσεων. Ἀλλ’ ἀκολουθήσατε τὴν σειρὰν τῆς νεωτέρας μας πολιτικῆς ἱστορίας, καὶ θέλετε εὕρει, ὅτι ἀνέρχονται καὶ κατέρχονται οἱ ἄνθρωποι, ἐπιτυγχάνουν καὶ ἀποτυγχάνουν εἰς τὰς ἐκλογάς. Οὐδὲν ὑπάρχει παράπονον, διότι ὑποτίθεται, ὅτι τὰ πάντα γίνονται διὰ τὸ καλὸν τοῦ τόπου. Ἀλλ’ ὅταν ἐπέλθῃ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ συνείδησις τοῦ πλήττοντος τῷ λέγει, ἀδικεῖς, καλὸν εἶναι νὰ σκεφθῇ ὁ πλήττων· δὲν εἶναι παιδιὰ ἡ ἀκύρωσις τῆς ἐκλογῆς μας. Μὴ νομίσωσιν οἱ φρονοῦντες, ὅτι πρέπει ν’ ἀκυρωθῇ, ὅτι δὲν πράττουσι τὸ κακόν. Ἀλλ’ ἡμεῖς γνωριζόμεθα καλῶς· ὑπάρχουν ὅμως ἐνταῦθα καὶ νεήλυδες, οἱ ὁποῖοι δὲν μᾶς γνωρίζουσι τόσον καλῶς. Πρὸς τοὺς Θεσσαλοὺς καὶ ἄλλους Ἠπειρώτας ἀντιπροσώπους ἀποτείνων τὸν λόγον μου, τοὺς παρακαλῶ, νὰ σκεφθῶσι πολὺ ὅταν δώσουν τὴν ψῆφόν των. Ἡ ψῆφος αὐτῶν ἔχει ἀποτελέσματα. Παρουσιάζει ἡ Θεσσαλία ὄγκον, καὶ ἂς ἦναι βεβαία, ὅτι, ἐὰν δυνηθῇ νὰ κρατηθῇ ὑπὸ ἐμπνεύσεις ἀγαθάς, θὰ φέρῃ καλὰ ἐν τῷ τόπῳ ἀποτελέσματα. Δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο νὰ προσθέσω. Ἐὰν χρειασθῇ, θὰ λάβω κατόπιν τὸν λόγον.
§47ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ, ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς εἰπῆτε πόσοι Βαλτινοὶ ὑπηρετοῦσι;
§48ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἀνεξαρτήτως ἀπὸ τὴν συζήτησιν δὲν ὑπάρχει οἰκογένεια Βαλτινῶν, ἡ ὁποία νὰ μὴ ἔχῃ ὑπηρετοῦντας ἐν τῷ στρατῷ.
§49ΡΟΥΦΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα.) Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 7 μ. μ.