1881.03.03
2,165 rows · 17,115 words · 116 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 84
τῆς 3 Μαρτίου 1881.
Ὥρα 3 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, κηρύσσεται ἡ ἔναρξις τῆς συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἐν Τουρίνῳ ἑλληνικὸν κομιτάτον τηλεγραφεῖ: «Πρόεδρον τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, Ἀθήνας. Τὸ ἐν Τουρίνῳ κεντρικὸν κομιτάτον τῆς Φιλελληνικῆς Ἑνώσεως, εὐγνωμονοῦν, εὐχαριστεῖ τὴν Ὑμετέραν Ἐξοχότητα καὶ τὴν μεγαλόφρονα Ἑλληνικὴν Βουλὴν ἐπὶ τῇ ὑψίστῃ τιμῇ, τῆς ὁποίας τὴν μνήμην θέλει τηρήσει ἀΐδιον.
ΒΟΣΚΑΛΙΟΝΕ».
Οἱ κύριοι Βαλσαμάκης καὶ Κατσανδρῆς ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσκλήσεως ὑπὸ τὰ ὅπλα τῶν προσωρινῶς ἀπαλλασσομένων τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας.
§2ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ δήμαρχος Ναυπλιέων διαβιβάζει τηλεγραφικῶς τὰ παράπονα καπνοφυτευτῶν συμπολιτῶν του κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ.—Ἡ χήρα τοῦ ἀντιστρατήγου Ἰωσὴφ Γραμματικοπούλου Ζαχαρένια ζητεῖ αὔξησιν τῆς χορηγουμένης αὐτῇ βοηθείας. Θὰ συστηθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§4ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἀποφοιτήσαντες ἐκ τῶν ἐν Τριπόλει ἱερατικῶν σχολῶν παραπονοῦνται κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ στρατολογικοῦ συμβουλίου, ὅπερ ἀπέῤῥιψε τὰς αἰτήσεις των περὶ ἀπαλλαγῆς ἐκ τῆς ἐπιστρατείας. Θὰ σταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.—Ἔμποροι τῆς πόλεως Ζακύνθου ἐξαιτοῦνται, ἵνα ὁ ἐπὶ τῆς σταφίδος τῆς ἐπαρχίας των φόρος ἐξισωθῇ πρὸς τὸν φόρον τοῦ τόπου τῆς παραγωγῆς ὡς ἐγένετο διὰ τὰς ἐπαρχίας Πατρῶν καὶ Ἠλείας.
§6ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐφρόντισα, κ. Πρόεδρε, καὶ φρονῶ, ὅτι ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἶναι περιττή, διότι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸς ὃν ὡμίλησα περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, μὲ διεβεβαίωσεν, ὅτι καὶ διὰ τὴν Ζάκυνθον θέλει ἐφαρμοσθῆ ὅ,τι γίνεται καὶ διὰ τὰς ἐπαρχίας Πατρῶν καὶ Ἠλείας.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Δημήτριος Μάγκος προσφέρεται νὰ χορηγήσῃ πολλὰ εἴδη εἰς τὸ πολεμικὸν Ναυτικὸν ἐπὶ τιμῇ μικροτέρᾳ κατὰ 10%.
§8ΨΥΛΛΑΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, διότι ἐν Πειραιεῖ τὸ δημόσιον εὐκόλως δύναται νὰ εὕρῃ τοιαῦτα εἴδη τοῦ Ναυτικοῦ ἐπὶ ὀλιγωτέρᾳ τιμῇ.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀποσταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν.—Πολλοὶ κάτοικοι Ἀθηνῶν ἐξαιτοῦνται, ὅπως τεθῇ τέρμα εἰς τὴν κυβείαν τὴν λυμαινομένην πρὸ δύο ἐτῶν τὴν κοινωνίαν, νὰ συζητηθῇ ἡ σύμβασις τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου.
§10ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν ἀπὸ προχθὲς καὶ εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ ἡ σύμβασις μετὰ τὸν προϋπολογισμόν.
§11ΜΙΛΗΣΗΣ. Πρέπει ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ ἀμέσως ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, νομίζω δὲ, ὅτι πρέπει τάχιστα νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως τῆς συμβάσεως.
§12ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἡ σύμβασις πρόκηται νὰ συζητηθῇ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως καὶ ἄνευ συζητήσεως, δὲν ἔχομεν οὐδεμίαν ἀντίῤῥησιν, ἵνα προηγηθῇ· ἂν ὅμως πρόκηται νὰ γείνῃ συζήτησις, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ παραιτηθῶμεν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα νομίζομεν πρώτης καὶ γενικῆς ἀνάγκης, μετὰ ταῦτα δ’ ἂς ἔλθῃ ἡ συζήτησις τῆς συμβάσεως. Ὁμολογουμένως ἡ σύμβασις, περὶ ἧς πρόκειται, εἶναι οὐσιώδης καὶ σπουδαία διὰ τὸν τόπον· ἔχομεν δὲ ἀνάγκην καὶ ἡμεῖς νὰ τελειώσῃ, καθόσον ὁ Δικαστικὸς Σύμβουλος μᾶς λέγει, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ δίκη ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν ἐκκρεμῆ σύμβασιν συμβιβασμοῦ. Λοιπὸν θεωροῦμεν καὶ ἡμεῖς αὐτὴν ἀναγκαίαν καὶ ἀναπόφευκτον, ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦμεν καὶ νὰ τὴν προτιμήσωμεν τῶν ἄλλων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα νομίζομεν γενικωτέρας καὶ σπουδαιοτέρας ἀνάγκης· μετὰ ταῦτα εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ τὴν συζητήσωμεν.
§13Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐὰν δὲν θὰ γείνῃ καμμία ἀντίῤῥησις διὰ τὴν ἀκύρωσιν, εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι νὰ συζητηθῇ.
§14ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπὶ τῆς συμβάσεως, κ.κ. βουλευταί, τὴν ἔχει ἀποφασίσει ἡ Βουλὴ, καὶ μάλιστα διὰ μιᾶς ψηφοφορίας, ἥτις ἔγεινε δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, καὶ τότε δὲν ἐζητήθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπ’ ἀόριστον, ἀλλὰ νὰ γείνῃ ἀμέσως μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τώρα παρουσιάζει ἡ Κυβέρνησις ἄλλα νομοσχέδια, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ ὀλίγων στιγμῶν μοὶ εἶπεν, ὅτι ἡ σύμβασις τῶν Μεταλλουργείων πρέπει νὰ συζητηθῇ, διότι ὁ δικαστικὸς σύμβουλος συνιστᾷ τοῦτο, καθόσον δὲν δύναται νὰ προβῇ τὸ Δημόσιον εἰς τὰς δικαστικάς του ἀξιώσεις· ἀλλ’ ἀντὶ νὰ εἴπῃ τοῦτο, ὤφειλον καὶ αὐτὸς καὶ ὁ κ. πρωθυπουργὸς νὰ συστήσωσιν ἀνεπιφυλάκτως, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀποφασίσῃ ἀμέσως ἐπὶ τῆς συμβάσεως ταύτης, διότι τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ ἔχει δύο ζημίας, τὴν ζημίαν τοῦ Δημοσίου, διότι δὲν περατόνει τὰς δίκας του, τὰς ὁποίας ἔχει μὲ τὴν ἑταιρίαν τῶν Μεταλλουργείων, καὶ δεύτερον τὴν ζημίαν τὴν μεγαλειτέραν, τὴν ὁποίαν τινὲς ἐξ ἡμῶν δὲν θεωροῦσι ζημίαν, τὴν ζημίαν, λέγω, τοῦ νὰ γυμνώνουν οἱ πονηρότεροι τοὺς ἁπλουστέρους. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον προτείνω καὶ ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ βουλευτοῦ Ἑρμιονίδος κ. Μίληση καὶ πολλῶν ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων, νὰ συζητηθῇ ἀμέσως σήμερον ἡ σύμβασις αὕτη μετὰ τῆς ἑταιρίας τῶν Μεταλλουργείων ἅμα εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§15ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, Μάλιστα.
§16Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δηλαδὴ ν’ ἀποῤῥιφθῇ παμψηφεί.
§17ΜΙΛΗΣΗΣ. (Ὄρα Παράρτημα.)
§18ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὴν κανονίζει ἡ κυβέρνησις. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβάλωμεν ἡμεῖς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§19ΤΙΝΕΣ. Τὴν κανονίζει ἡ Βουλή.
§20ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἠκούσατε πολὺ καλά, ὅτι ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προτιμᾷ ἄλλα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θεωρεῖ μᾶλλον κατεπείγοντα καὶ ἀναγκαῖα διὰ τὰς σημερινὰς περιστάσεις. Ἀφοῦ λοιπὸν γείνῃ ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν τῶν νομοσχεδίων, τότε ἂς ἔλθῃ ἡ σύμβασις αὐτή. (Θόρυβος.) Ἡ πρόφασις, ἣν προβάλλουσί τινες, ὅτι ὑπάρχει ζημία καὶ ζημιώνονται πολλοὶ, ἕνεκα τῆς κυβείας, δὲν εἶναι πραγματική. Ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ προέδρου τῆς κυβερνήσεως καὶ παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε, νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν, ἥτις εἶμαι βέβαιος θέλει θέσει τὴν σύμβασιν τοῦ Λαυρίου πρὸ τῆς συζητήσεως τῆς συμβάσεως τῆς Πιστωτικῆς.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μίλησης ἐπρότεινε τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§22ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶναι τὰ νομοσχέδια περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ προηγηθῶσι. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προηγηθῇ αὐτῶν ἡ σύμβασις;
§23ΜΙΛΗΣΗΣ. Μετ’ αὐτά.
§24ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι καὶ τὸ περὶ ἀπαλλαγῶν.
§25ΜΙΛΗΣΗΣ. Πρέπει ἡ σύμβασις νὰ συζητηθῇ μετὰ τὰ τρία πρῶτα νομοσχέδια τὰ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει.
§26ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρέπει ἡ ἡμερησία διάταξις νὰ μείνῃ ὅπως ἔχει.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς λέγει νὰ μείνῃ ἡ ἡμερησία διάταξις ὅπως ἔχει, δηλαδὴ τὸ περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως μετὰ τῶν Μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου νὰ μείνῃ ὄγδοον ὅπως εἶναι σημειωμένον.
§28ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Διατί ἐτέθη πρὸ αὐτῆς τῆς συμβάσεως τὸ περὶ Κωπαΐδος;
§29ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἠμπορεῖ πρὸς εὐκολίαν, κ. πρόεδρε, ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ περὶ σιδηροδρόμων, καὶ ἀντ’ αὐτοῦ νὰ τεθῇ τὸ περὶ συμβάσεως τοῦ Λαυρίου νομοσχέδιον.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς ἕκτον δηλαδή. Ἡ Ἐλπὶς Θησέως, ἐκ Κύπρου, ἐξαιτεῖται μηνιαῖον τακτικὸν βοήθημα ἀπέναντι τῶν προσωπικῶν καὶ χρηματικῶν θυσιῶν τῆς οἰκογενείας της. Θὰ σταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἡ ἀναφορά της μετὰ συστάσεως.
§31ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἀθ. Κοκοράβας, ἐξ Ἀσπροποτάμου, παρακαλεῖ νὰ ἐκτιμηθῶσι δεόντως τὰ δικαιώματα αὐτοῦ.
§33ΤΖΑΝΕΣ. Δὲν εἴδομεν τὸν κατάλογον τῶν προσφύγων, διότι μανθάνομεν, ὅτι ἐγράφησαν εἰς αὐτὸν 600, οἵτινες λαμβάνουσι χρήματα, καὶ ἔχει δίκαιον νὰ παραπονῆται ὁ ἀναφερόμενος.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κατάλογος εἶναι εἰς τὸ γραφεῖον, καὶ δύναται ὅστις θέλει νὰ τὸν ἴδῃ.
§35ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ. Ὁ κατάλογος, τὸν ὁποῖον ζητεῖ ὁ κ. Τζάνες, εἶναι ἄλλος.
§36ΤΖΑΝΕΣ. Μανθάνω, ὅτι ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν προσφύγων ἐνεγράφησαν πρόσωπα, ἅτινα οὐδέποτε εἶδον πόλεμον ἢ ἔλαβον ὅπλα. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι οἱ ὁπλαρχηγοὶ κατὰ τὸν πόλεμον ἐκεῖνον εὑρίσκονται ἥσυχοι εἰς τὰς πατρίδας των· πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν οἱ στρατιῶται νὰ ὦσι προγεγραμμένοι, ἀφοῦ οἱ ὁπλαρχηγοὶ δὲν καταδιώκονται; Τὸ ζήτημα λοιπὸν εἶναι νὰ εὕρωμεν ποῖοι εἶναι ἄξιοι περιθάλψεως καὶ ποῖοι ὄχι. Ἐνταῦθα ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι ἀξιότιμοι, ὡς εἶναι οἱ Ζικαῖοι καὶ ἄλλοι, οἵτινες δύνανται νὰ ἐξελέγξωσι τοὺς καταλόγους, νὰ κρίνωσι δὲ τίνες πρέπει νὰ λάβωσι χορηγήματα καὶ τίνες οὐχί. Ἡ ἀναφορὰ τοῦ Ἀθ. Κοκοράβα νὰ σταλῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον ὑπουργεῖον, ἵνα σχετισθῇ μὲ τοὺς καταλόγους.
§37ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἀκούω πολλὰ παράπονα κατὰ τῶν χορηγουμένων βοηθημάτων εἰς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀναξίως λαμβάνουσι τοιαῦτα, ἐνῷ ἄλλοι δικαιοῦνται νὰ λάβωσιν, ἀλλὰ δὲν ἔχουν τὴν ἀπαιτουμένην ἐπιτηδειότητα, καὶ στεροῦνται καὶ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου. Ἐλέχθη προχθὲς, ὅτι δυστυχῶς συμβένουν πολλὰ ἀδικήματα, καὶ ταῦτα πρέπει νὰ θεραπευθῶσι. Παρακαλῶ νὰ ἐξετασθῇ τοῦτο, ὅπως λαμβάνωσι τὰς παροχὰς ταύτας οἱ δικαιούμενοι. Κατὰ συνέπειαν παρακαλῶ νὰ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἐξετάσῃ ὁ ὑπουργὸς τὸ παράπονον, καὶ ἐντὸς δύο ἡμερῶν πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν καθ’ ἕκαστα.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σταλῇ λοιπὸν ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν μὲ τὰς παρατηρήσεις τῶν κκ. βουλευτῶν.
§39ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ. Ἐλπίζω αὔριον νὰ κατατεθῶσιν οἱ κατάλογοι τῶν χορηγουμένων βοηθημάτων εἰς τοὺς πρόσφυγας.
§40ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Εἶναι γνωστὸν, κύριοι, ὅτι πρό τινος χρόνου δυστυχῶς συνέβησαν ἐν τῷ πρωτοδικείῳ Σύρου σκηναὶ συνταράξασαι τὰς ἐν συμπνοίᾳ καὶ ὁμονοίᾳ ἐργασίας τοῦ δικαστηρίου. Μόλις περιῆλθον εἰς γνῶσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ αἱ σκηναὶ αὗται, ἐκπληρῶν τὸ ἑαυτοῦ καθῆκον ὁ κ. ὑπουργὸς, διέταξε τὸν ἐνταῦθα παρ’ ἐφέταις κ. εἰσαγγελέα νὰ προβῇ εἰς ἀνακρίσεις. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ καὶ ἐμὲ καὶ τὴν Βουλὴν ποῖον τὸ ἐξαγόμενον τῶν διοικητικῶν ἀνακρίσεων, ποῖα μέτρα ἔλαβε πρὸς ἄρσιν τοῦ κακοῦ, ἐὰν τὰ μέτρα ταῦτα ἦναι σύμφωνα πρὸς τὸ ἐξαγόμενον καὶ τὰ συμπεράσματα τοῦ εἰσαγγελέως, καὶ ἂν θεωρῇ τὰ ληφθέντα ἀρκοῦντα πρὸς ἄρσιν τοῦ κακοῦ.
§41ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ ἐν Σύρῳ Πρωτοδικεῖον ἦτο κάλλιστα συγκεκροτημένον, καὶ ἀπὸ τὸ προσωπικὸν τῶν ἐκεῖ ὑπηρετούντων δικαστῶν ἔμενον εὐχαριστημένοι καὶ ἡ ὑπηρεσία καὶ ὁ τόπος. Δυστυχῶς ἔκ τινος περιστάσεως δύο ἐκ τῶν δικαστῶν ἦλθον εἰς ἔριδας μεταξύ των καὶ κατηγγέλθησαν ἀμοιβαίως, ὁ δὲ εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ἐπρότεινε πρὸς ἀποφυγὴν παντὸς δυσαρέστου τὴν μετάθεσιν ἀμφοτέρων, ὅπερ καὶ ἐγένετο ἀμέσως. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐν τῷ μεταξὺ ἀνεμίχθησαν εἰς τὴν διένεξιν ταύτην καὶ ἄλλοι δύο δικασταὶ, κατόπιν δὲ ὁ πρόεδρος καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς, παρήγγειλα τὸν εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν νὰ μεταβῇ ἐπιτοπίως εἰς Σῦρον, ἐξετάσῃ ἐκ τοῦ πλησίον τὰ πράγματα καὶ προτείνῃ τὰ δέοντα. Ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν μετέβη ἐκεῖ καὶ ἐπανελθὼν ὑπέβαλεν ἔκθεσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διὰ τῆς ὁποίας ἐπρότεινεν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ μετατεθῶσι καὶ οἱ ἄλλοι δύο δικασταὶ, ὡς καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς, ἐπὶ τέλους δὲ καὶ ὁ πρόεδρος, καὶ νὰ παραπεμφθῶσι τὰ ἔγγραφα εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ Ἐφετείου, διὰ νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις. Κατὰ συνέπειαν τούτου μετετέθησαν δύο ἄλλοι δικασταὶ καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς, ὥστε δὲν μένει εἰμὴ μόνος ὁ πρόεδρος, παρήγγειλα δὲ τὸν εἰσαγγελέα, ἐὰν μὲν ὑπάρχῃ περίπτωσις πειθαρχικῆς καταδιώξεως, νὰ ὑποβάλῃ τὴν δικογραφίαν, εἰς τὸ συμβούλιον, ἐὰν δὲ ποινικῆς, νὰ διαβιβάσῃ τὰ ἔγγραφα εἰς τὸν πρόεδρον, πρὸς ἐνέργειαν τῆς ἀπαιτουμένης ἀνακρίσεως.
§42ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἡ Βουλὴ παρεδέχθη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἓν κονδύλιον, ὅπως δαπανηθῇ διὰ βελτίωσιν τῶν λουτρῶν τῶν ἐν τῷ τόπῳ· ἐπειδὴ δὲ ὁ καιρὸς τῆς χρήσεως τούτων ἐγγίζει, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ζητήσω πληροφορίας ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τίνι τρόπῳ θέλει διαθέσει τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ διὰ τὰ λουτρὰ, καθόσον ὁ καιρὸς τῆς χρήσεως αὐτῶν ἐγγίζει, καὶ ἀφοῦ τὸ ἔθνος ἀπεφάσισεν ὑπὲρ τῶν πασχόντων πολιτῶν νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν εὐκολίαν, πρέπει νὰ χρησιμοποιηθῇ τέλος πάντων τοῦτο, καὶ ἂς λάβῃ ἡ κυβέρνησις ὑπὸ σκέψιν τοῦτο, ὅπως κανονίσῃ τὰ τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς, ἰδίως δὲ τὰ περὶ τῶν λουτρῶν Μεθάνων, τὰ ὁποῖα εἶνε εἰς τὰ πρόθυρα τῆς πρωτευούσης καὶ εὐκόλως καθεὶς δύναται διὰ τοῦ ἀτμοπλοίου, τὸ ὁποῖον προσπελάζει εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, νὰ μεταβαίνῃ ἐκεῖ παρὰ εἰς τὰ ἄλλα, ὅπου διὰ νὰ μεταβῇ τις χρειάζεται μεγαλειτέρας δαπάνας, ἐνῷ ἐδῶ μὲ 2½ ὡρῶν πλοῦν δύναται νὰ φθάσῃ. Δεύτερον, κύριοι, ὑποβάλλω νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συνέταξα κατὰ πρότασιν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου καὶ τοῦ δημάρχου Τροιζηνίας, ἐπὶ τῇ βάσει ψηφίσματος τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, τὸ ὁποῖον γνωμοδοτεῖ, ὅπως καταργηθῶσιν οἱ λιμενικοὶ φόροι τοῦ δήμου Τροιζῆνος, διότι ὁ δῆμος Τροιζῆνος ὑπέστη ζημίας πολλὰς καὶ σχεδὸν κατεστράφη ἐκ τῆς κτηματικῆς πανολεθρίας· ἤδη δὲ οἱ φόροι οὗτοι οἱ λιμενικοὶ χειροτερεύουν τὴν θέσιν τοῦ τόπου, καθόσον ἐμποδίζεται ἡ ἐξαγωγὴ τῶν προϊόντων τοῦ Δήμου καὶ ἡ ἀνάπτυξις τῆς ἐγχωρίου ναυτιλίας, διότι πλοῖα δὲν δύνανται νὰ ἔρχωνται εἰς τὸν λιμένα καὶ νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν λιμενικῶν τελῶν ἐπὶ τῷ ἀδήλῳ τῆς καταρτίσεως συναλλαγῶν. Ὑποβάλλω λοιπὸν τὸ ψήφισμα τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ ὑποβάλλω νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν περὶ καταργήσεως τῶν λιμενικῶν φόρων. Ἐπειδὴ δὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει μὲ ἄλλα συμφέροντα τῆς ἐπικρατείας, ἁπλῶς δὲ μόνον συνδέεται μὲ τὰ ζωτικὰ συμφέροντα τῆς ἐπαρχίας αὐτῆς, φρονῶ, ὅτι δὲν χρειάζεται οὐδεμία ἄλλη διατύπωσις παρὰ μόνον ἀπ’ εὐθείας σήμερον δύναται ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς ά ἀνάγνωσιν.
§43ΠΟΛΛΟΙ. Πρέπει νὰ τυπωθῇ πρῶτον.
§44ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη· ἐδῶ ἔρχεται μία ἐπαρχία καὶ σᾶς λέγει: δυστυχῶ καὶ θεωρῶ, ὅτι εἶνε συμφέρον μου νὰ πράξω τοῦτο ἢ ἐκεῖνο· καὶ τὸ δημοτικὸν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον εἶνε ἀντιπρόσωπος τῶν συμφερόντων τοῦ δήμου, ἐπίσης λέγει τ’ αὐτὰ, καὶ εἶναι ὑπογεγραμμένος καὶ ὁ Δήμαρχος καὶ σᾶς λέγει καὶ αὐτὸς, ὅτι αὐτὸ εἶνε τὸ συμφέρον τῆς ἐπαρχίας. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντίῤῥησις καὶ δύναται ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς ά ἀνάγνωσιν.
§45ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῇ πρῶτον.
§46ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τότε θὰ βραδύνῃ. — Εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης εἶχον ὑποβάλει κατάδικοί τινες ἀναφορὰς περὶ χαρίτων. Ἂς λάβῃ πρόνοιαν ἡ ὑπηρεσία, ὅπως αἱ ἀναφοραὶ αὗται σπουδασθῶσι παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς, μελετηθῶσιν αἱ ὑποθέσεις αὐταί, καὶ ἴσως τύχωσι τῆς παρὰ τοῦ νόμου χορηγουμένης ἀνακουφίσεως. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δώσῃ μίαν ὤθησιν εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως μὴ ἀφήσῃ ἐπὶ μᾶλλον νὰ χειροτερεύῃ ἡ κατάστασις ἡ σκανδαλώδης, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ τὸν Εἰρηνοδίκην Πόρου. Γνωρίζει ὁ κ. ὑπουργὸς τὴν ἱστορίαν τοῦ ὑπαλλήλου τούτου· κατὰ συνέπειαν ἂς λάβῃ ἓν ὁριστικὸν μέτρον περὶ αὐτοῦ, καθόσον εἴδετε τί εἴπετε διὰ τοὺς δικαστὰς Σύρου, τοὺς διεσκορπίσατε· διασκορπίσατέ τον λοιπὸν καὶ αὐτὸν, διαλύσατέ τον καὶ αὐτὸν τὸν εἰρηνοδίκην, διότι καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα συνδέεται μὲ ζωτικὰ συμφέροντα τῆς ἐπαρχίας Τριζηνίας· ὁ εἰρηνοδίκης ἐκεῖνος εἶναι ὁ λίθος τοῦ προσκόμματος καὶ ἡ πέτρα τοῦ σκανδάλου εἰς τὴν Τροιζηνίαν. Μοὶ φαίνεται ἀκόμη, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ παραλείψω καὶ ἓν οὐσιωδέστερον, τὸ ὁποῖον παρέλειψα ἕως τώρα· πρόκειται περὶ παραβιάσεως διατάξεως τοῦ Συντάγματος ὑπὲρ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας. Γνωρίζετε, ὅτι ἄνευ τῶν διατυπώσεων τοῦ νόμου οὐδεὶς στερεῖται τῆς προσωπικῆς του ἐλευθερίας. Ὁ ἐπίστρατος ὁ δυνάμει ἀποφάσεως ἀπαλλαγεὶς κρατεῖται παρανόμως καὶ στερεῖται τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, τὴν ὁποίαν δυνάμει τοῦ νόμου ἀποκτᾷ. Ἅμα τις ἀπαλλάσσηταί τινος ὑπηρεσίας, ὀφείλει εὐθὺς ἐξ αὐτῆς τῆς στιγμῆς νὰ παύσῃ ὑπηρετῶν, διότι τὸ ἐναντίον εἶναι καταπίεσις καὶ παράβασις τοῦ Συντάγματος καὶ ἔκνομος ἀποστέρησις τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας. Ἀποφάσεις ὑπάρχουσι πολλαὶ περὶ ἀπολύσεως ἐπιστράτων. (Θόρυβος.) Βλέπω τὴν διάθεσίν σας νὰ διατηρήσητε τὴν διάταξιν ταύτην, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῶν νὰ λάβω τὸν λόγον. Ἕν εἰσέτι θέλω παρακαλέσει τὴν Βουλήν. (Θόρυβος.) Κύριοι, ὑπάρχει τὸ ναυτικὸν ἀπομαχικὸν ταμεῖον· αὐτὸ τὸ ταμεῖον εἶναι προϊὸν τῆς καταθέσεως τοῦ ὀβολοῦ ἑκάστου ναύτου, καὶ τὸ δημόσιον ἐκ τούτου δὲν βλάπτεται διόλου· ὁ νόμος ὅμως ἔχει ἀτελείας τινάς, καὶ διὰ τοῦτο ὑπεβλήθη νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου βελτιοῦνται αἱ ἀτέλειαι, δυνάμει τῶν ὁποίων δυστυχῶς συνέβαινε πάντοτε νὰ γίνωνται ἀδικήματα χάριν τῶν ἐπιτηδείων, οἵτινες εὐκόλως λαμβάνουσι συντάξεις, ἐνῷ οἱ διὰ τῶν διατυπώσεων τοῦ νόμου ἐρχόμενοι δὲν λαμβάνουν. Ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατηρτίσθη πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν, τυγχάνει εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, οὐδὲν τὸ κωλῦον νὰ ψηφισθῇ, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀντίῤῥησις. (Θόρυβος.) Παρακαλῶ λοιπὸν, ὅπως καὶ αὐτὸ ψηφισθῇ.
§47ΜΙΛΗΣΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα.)
§48Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα.)
§49ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἶχον ζητήσει παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξετάσῃ ποῖα ὑπάρχουν κωλύματα πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν ταχυδρομικῶν δελταρίων ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, καὶ νὰ φροντίσῃ νὰ φέρῃ αὐτὴν τὴν πληροφορίαν, ἣν ἤθελε λάβει ἐκ τῆς ὑπηρεσίας.
§50ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ πολλοῦ παρεπέμφθη ἀπὸ τὸν προκάτοχόν μου ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον ἐπίσης ἔχει δικαιοδοσίαν νὰ ἐνεργήσῃ καὶ αὐτὸ ἐπ’ αὐτῆς, καὶ εἰσέτι δὲν ἐξωμαλύνθησαν αἱ δυσκολίαι ὡς πρὸς τὴν κατασκευὴν τῶν πλακῶν διὰ τὴν ἐκτύπωσιν τῶν δελταρίων, ὡς καὶ ἄλλαι τινὲς μικραὶ δυσκολίαι, αἵτινες, ὡς ἐλπίζω, τάχιστα θέλουσιν ἐξομαλυνθῆ καὶ τεθῆ εἰς ἐνέργειαν καὶ ἐσωτερικῶς τὰ δελτάρια.
§51ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Λοιπὸν εἰς τὴν ἐρώτησίν μου ἀπαντᾶτε καταφατικῶς.
§52ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§53ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι εἶχον ζητήσει πληροφορίας παρὰ τῶν ἁρμοδίων ὑπουργῶν περὶ τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας κατέβαλε τὸ δημόσιον εἰς τὰς ἐν Ὀλυμπίᾳ ἀνασκαφάς. Δὶς ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἔδωκε πληροφορίας ἐγγράφους, καὶ τὰς δευτέρας ἔχω ἐν χερσίν· εἶναι δὲ αἱ πληροφορίαι αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὰς δαπάνας τὰς γενομένας εἰς τὴν ὁδὸν τὴν μεταξὺ Πύργου καὶ τοῦ τόπου τῶν ἀνασκαφῶν. Ἐκ τούτων προκύπτει, ὅτι ἐδαπανήθησαν εἰς τὴν ὁδὸν ταύτην 332,000 δραχμῶν. Ἀλλὰ μοὶ ἐγένετο γνωστὸν παρ’ ἀνθρώπων δυναμένων νὰ γινώσκωσιν ἀκριβῶς, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν εἶναι τὸ ὅλον, διότι τὸ ποσὸν τὸ σημειούμενον, σημειοῦται ὡς δαπανηθὲν ἐκ τῶν τριῶν ταμείων τῆς Ἐθνικῆς, τῆς ἐπαρχιακῆς καὶ τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας, μανθάνω δὲ, ὅτι ὑπάρχει καὶ προκαταβολὴ ἐξ 90–100 χιλιάδων δραχμῶν, χορηγηθεῖσα ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Κατακώλου, ἥτις ζητεῖ τὸ ποσὸν τοῦτο ν’ ἀποδοθῇ· ὥστε ἔχομεν δαπάνην ὑπὲρ τὰς 400 χιλιάδας δραχμῶν, γενομένην διὰ μόνην τὴν ὁδὸν τὴν σχετιζομένην πρὸς τὰς ἀνασκαφάς. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ πληροφορήσῃ ἡμᾶς ὁ κύριος ὑπουργὸς, ἂν ἦναι ἀκριβὴς ἡ ἐξώδικος αὕτη πληροφορία, ὅτι πλὴν τῆς δαπάνης τῶν 332 χιλιάδων δραχμῶν ἐδαπανήθησαν καὶ 90–100 χιλιάδων δραχμῶν ἐξ ἑτέρου ταμείου ἑλληνικοῦ, τοῦ λιμενικοῦ. Πλὴν τούτου παρατηρῶ, ὅτι ἀτελῶς ἀπήντησε τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ ὑπουργοῦ, διότι ἐνῷ ὁ ὑπουργὸς ἐρωτᾷ πρῶτον περὶ τῆς δαπάνης τῆς γενομένης εἰς κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ, καὶ δεύτερον περὶ τῆς δαπάνης τῆς εἰς τὴν κατασκευὴν γεφύρας ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Κλαδέου, τὸ τμῆμα ἐπὶ τοῦ δευτέρου δὲν ἀπήντησεν.
§54ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠρώτησα καὶ ἐγὼ, καὶ μοὶ εἶπεν, ὅτι τὸ ποσὸν εἶναι καὶ διὰ τὰ δύω.
§55ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῶν τελευταίων πληροφοριῶν, ἃς ἐγγράφως κατέθεσεν ὁ ὑπουργὸς τῆς Παιδείας. Τὴν δὲ πρώτην πληροφορίαν, περὶ τῆς πρὸς ἐπιτήρησιν τῶν ἀνασκαφῶν δαπάνης, ματαίως ἐζήτησα ἐν τῷ γραφείῳ, διότι ἐκ πλάνης παρελήφθη ἴσως πάλιν παρὰ τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ.
§56ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. 75 χιλιάδες δραχμαί, λέγει ὁ ἔφορος, ὅτι ἐδαπανήθησαν.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐντὸς τοῦ φακέλλου εἶναι ἡ πληροφορία αὕτη.
§58ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχει καλῶς. Ἀλλὰ βλέπω ἐν ταῖς πληροφορίαις ἑτέραν ἀτέλειαν. Ἐνῷ ἐγὼ ἠρώτησα πόσα ἐδαπανήθησαν εἰς ἀποζημιώσεις γαιῶν, ὁ ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων σημειοῖ ἐν τῷ προσαχθέντι ἐγγράφῳ αὐτοῦ, ὅτι οὐδὲν ἐδαπανήθη. Ἐγὼ δ’ ἔξωθεν ἔχω γνῶσιν, ὅτι ἐδαπανήθησαν χρήματα εἰς ἐξαγορὰν γαιῶν, καὶ αὕτη ἡ πληροφορία εἶναι πιθανὴ, διότι πῶς ἄλλως ἦτο δυνατὸν νὰ γείνωσιν ἀνασκαφαὶ ἐπὶ γαιῶν ἰδιοκτήτων; Πῶς ἐγένετο τοσοῦτον εὐρεῖα ἀνασκαφὴ, ἄνευ καταλήψεως γῆς ἐπὶ ἀποζημιώσει; Ἠρώτησα ἐμαυτὸν, μήπως ὁ ἔφορος ἀγνοῇ τὸ πρᾶγμα, διότι δὲν ἐγένοντο αἱ δαπάναι ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῆς Παιδείας, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἔμαθον δ’ ὅτι ἐγένοντο ἀποζημιώσεις καὶ παρὰ βουλευτῶν ἐξ Ἠλείας, βεβαίως μόνον τοῦ ἐδάφους, διότι κατὰ τὴν σύμβασιν, ἐὰν ὑπῆρχον φυτεῖαι ἢ οἰκοδομαὶ, ταύτας ἀπεζημίωσε βεβαίως ἡ γερμανικὴ Κυβέρνησις. Ὅθεν παρακαλῶ τοὺς κυρίου, ὑπουργοὺς νὰ ἐρευνήσωσιν ἐπισταμένως καὶ ἀπαντήσωσι τί ἐδαπανήθη εἰς ἀγορὰς γαιῶν. Βλέπετε, ὅτι ἡ γερμανικὴ Κυβέρνησις, ζητοῦσα νὰ λάβῃ παρ’ ἡμῶν δῶρον τὰς ἀρχαιότητας, ἐδικαιολόγησε τὴν αἴτησιν αὐτῆς καὶ διὰ τῶν δαπανῶν, εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθη, ἕνεκα τῶν ἀνασκαφῶν. Ἀλλ’ ἀφ’ οὗ οὕτως ἐτέθη τὸ ζήτημα, πρὶν ἢ ἀποφασίσητε νὰ δώσητε τὸ δῶρον, ὀφείλετε νὰ ἠξεύρητε καὶ τί ἐδαπανήσαμεν ἡμεῖς, καθ’ ὅσον δ’ ἡμεῖς ἐδαπανήσαμεν πλειότερον, ἡ προσφορὰ θέλει εἶναι ἐλάσσων. Ἤδη ἐξ ὅσων ἐλέχθησαν ἀποδεικνύεται, ὅτι περίπου ½ ἑκατομμύριον ἐδαπάνησεν ἡ Ἑλλάς· ἔχω δὲ ἀνάγκην νὰ μάθω, ἐὰν ἐγένοντο καὶ ἄλλαι δαπάναι, διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον προσωπικῶς ἐκ τούτου θέλω φανῆ φειδωλότερος περὶ τὴν προσφοράν.
§59ΔΟΥΜΑΣ. Ὑποβάλλω ἀναφορὰν τῆς ἐπιτροπῆς τῶν καπνεμπόρων Σύρου, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ζητήσῃ τὴν ἐκτύπωσιν αὐτῆς. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς οἱ καπνέμποροι ἐκθέτουσι τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἀποδοκιμάζουσι τὴν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ διὰ τῆς μισθώσεως, καὶ ὑποδεικνύουσιν ἄλλον τρόπον. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, ὅπως οἱ κύριοι ἀντιπρόσωποι λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν των τὰ ἐκτιθέμενα.
§60ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§61ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἵνα ὦμεν συνεπεῖς, ἀφοῦ καθίσταται ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις καὶ ἡ ψήφισις ὅλων τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται ἀπαραίτητα διὰ τὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, παρακαλῶ τοὺς κυρίους ὑπουργοὺς εἰς ὅλας τὰς ἐπερωτήσεις, αἵτινες ἀπευθύνονται πρὸς αὐτοὺς, νὰ λέγωσιν, ὅτι θ’ ἀπαντήσωσιν, ἀφοῦ τελειώσωσιν αὐτὰ τὰ ἔργα.
§62ΦΙΛΗΜΩΝ. Συνεπείᾳ τῶν διαπραγματεύσεων πρὸς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν παραχώρησιν τῶν διπλῶν ἐκ τῶν ἐν Ὀλυμπίᾳ ἀνακαλυφθέντων ἀρχαίων, ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἀπεστάλη εἰς τὴν Ὀλυμπίαν ἐπιτροπὴ ἀρχαιολογικὴ, ἐντολὴν ἔχουσα νὰ ἐξετάσῃ τὸν κατάλογον τὸν ὑποβληθέντα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Γερμανικῆς, καὶ νὰ κρίνῃ, ἐὰν πράγματι ἦναι διπλᾶ καὶ ὅμοια τὰ ζητούμενα. Ἐπληροφορήθην ὅμως, ὅτι ἔλαβεν ἐντολὴν ἡ ἐπιτροπὴ ὄχι μόνον νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν πράγματι ἦναι διπλᾶ καὶ ὅμοια τὰ ζητούμενα, ἀλλὰ συγχρόνως νὰ ἐρευνήσῃ, ἐὰν ἐκτὸς τῶν διπλῶν καὶ τῶν ὁμοίων ὑπάρχωσι καὶ ἄλλα καλλιτεχνήματα, ἅτινα δυνάμεθα, χωρὶς νὰ κολοβώσωμεν τὴν ἀρχαιολογικὴν συλλογήν μας, νὰ παραδώσωμεν εἰς τὴν Γερμανίαν. Τὸ τοιοῦτον ἐξέρχεται τῆς συμβάσεως, δὲν πιστεύω δὲ νὰ.... ἡ ἀρχαιολογικὴ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ παραδέχηται, ὅτι δύνανται ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ ἀρχαιολογικῆς συλλογῆς ἀντικείμενα, χωρὶς νὰ κολοβωθῇ αὕτη. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ δώσῃ τὰς δεούσας πληροφορίας, ἂν πράγματι ἐδόθη τοιαύτη ἐντολὴ εἰς τὴν ἀποσταλεῖσαν ἐπιτροπήν.
§63ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις εἰς ἀπάντησιν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Δραγούμης περὶ τῶν γενομένων δαπανῶν. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας μοὶ ἔδωσε κατ’ ἀρχὰς ὁ γενικὸς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων, καὶ αἱ ὁποῖαι περιέχονται εἰς τὸ ἔγγραφον τῆς 25 Φεβρουαρίου, εἶναι, ὅτι μέχρι τῆς 20 Φεβρουαρίου ἡ Κυβέρνησις ἐδαπάνησε διὰ μισθοὺς καὶ ἔξοδα ὑπηρεσίας καὶ προπαρασκευῆς τῶν συλλογῶν 75 χιλιάδας δραχμάς. Μετὰ ταῦτα ἐζήτησα πληροφορίας ἀπὸ τὸν Γενικὸν Ἔφορον τῶν ἀρχαιοτήτων, ἐὰν ἐδαπάνησε τὸ δημόσιον καὶ εἰς ἀγορὰν γαιῶν ἀσκεπῶν. Ὁ ἔφορος κ. Εὐστρατιάδης δι’ ἐγγράφου του μὲ ἐπληροφόρησεν, ὅτι τοιαύτη δαπάνη ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δὲν ἔγεινεν. Ἀπετάθην πρὸς τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, ζητήσας πληροφορίαν περὶ τῶν δαπανῶν τῶν γενομένων εἰς κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Πύργου εἰς Ὀλύμπια καὶ τῆς γεφύρας ἐπὶ τοῦ Κλαδέου ποταμοῦ, ζητήσας νὰ μοὶ χορηγήσῃ καὶ πᾶσαν ἄλλην πληροφορίαν περὶ οἱασδήποτε δαπάνης. Τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων μὲ ἐπληροφόρησεν, ὅτι ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ ταύτης δραχμαὶ τὸ ὅλον 332 χιλιάδες καὶ ὅτι εἰς τὸ ποσὸν αὐτὸ συμπεριλαμβάνεται καὶ ἡ δαπάνη διὰ τὴν κατασκευασθεῖσαν γέφυραν ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Κλαδέου. Οὐδεμία ἄλλη δαπάνη ἐγένετο ἐκ μέρους τῶν ὑπουργείων τουλάχιστον τῆς Παιδείας καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Δὲν ἠξεύρω δὲ ἐὰν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 332 χιλιάδων περιλαμβάνηται καὶ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον προκατέβαλε τὸ λιμενικὸν ταμεῖον· θέλω ἐξετάσει περὶ τούτου καὶ θέλω πληροφορήσει τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ χρεωστῶ νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ ὁδὸς αὕτη δὲν ἐγένετο κυρίως χάριν τῶν ἀνασκαφῶν, διότι αὕτη συνδέει τὸν δῆμον Ὀλυμπίων καὶ τὸ Κατάκωλον, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ἐπίνειον ὅλης τῆς ἐπαρχίας, οὔτε ἦτον ἀνάγκη νὰ γείνῃ ὁδὸς ἁμαξιτὴ διὰ τὰς ἀνασκαφάς, διότι καὶ ἄνευ τοιαύτης ὁδοῦ ἠδύναντο νὰ μεταφέρωσιν οἱ Γερμανοὶ ὅσα ἐργαλεῖα καὶ ἄλλα πράγματα ἦσαν ἀναγκαῖα διὰ τὰς ἐργασίας των. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ ἐξετασθῇ βραδύτερον, καὶ τότε θέλω πληροφορήσει τὴν Βουλήν. Ἀπαντῶν ἤδη εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Φιλήμονος, πληροφορῶ αὐτόν, ὅτι, ὅτε ἀπέστειλα τὴν ἐπιτροπήν, ἔδωκα ἐντολὴν εἰς αὐτὴν νὰ ἐξετάσῃ πρωτίστως ἐὰν ὑπάρχωσι κυρίως διπλᾶ καὶ ὅμοια καλλιτεχνήματα δυνάμενα νὰ παραχωρηθῶσιν εἰς τὴν Γερμανικὴν κυβέρνησιν κατὰ τὴν ῥήτραν τοῦ 6 ἄρθρου τῆς συμβάσεως· ὁ γενικὸς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων, ὅστις συνέταξε καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν ὑπογραφήν μου τὸ πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν ἔγγραφον, περιέλαβεν οὐ μόνον αὐτὴν τὴν παραγγελίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν παραγγελίαν νὰ συλλέξῃ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἄλλας πληροφορίας, αἵτινες θέλουσι μᾶς χρησιμεύσει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἡ ἠθικὴ ὑποχρέωσις ἡμῶν εἶναι νὰ παραχωρήσωμεν εἰς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν τὰ διπλᾶ ἢ τὰ ὅμοια, ἐὰν ἡ Βουλὴ τὸ ἐγκρίνῃ, καὶ διὰ τοῦτο εἴπομεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ὅτι πρέπει ν’ ἀποφανθῇ ἐὰν ὑπάρχωσι καλλιτεχνήματα διπλᾶ ἢ ὅμοια· ἐὰν δὲ διὰ τοῦ ἐγγράφου μας ἐζητήσαμεν καὶ ἄλλας πληροφορίας, αἵτινες, ὡς εἶπον, θέλουσι χρησιμεύσει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπουργείου, τοῦτο εἶναι ἄσχετον πρὸς τὸ ζήτημα τὸ ἀφορῶν τὴν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Γερμανίαν τοῦ νὰ παραχωρήσῃ τὰ διπλᾶ ἢ ὅμοια καλλιτεχνήματα καὶ διὰ τοῦτο οὐδεὶς πρέπει ν’ ἀνησυχῇ διὰ τὰς πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν δοθείσας ὁδηγίας.
§64ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ συζητήσω, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀφήσω ἀπαρατήρητον διπλοῦν σφάλμα, τὸ ὁποῖον διέπραξεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, σφάλμα δυνάμενον νὰ φέρῃ εἰς δυσάρεστα ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ὀφείλομεν ν’ ἀποφύγωμεν. Πρῶτον σφάλμα ὑπῆρξεν, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς ἄνευ ἀνάγκης διεβεβαίωσεν, ὅτι ἡ ὁδὸς δὲν ἐγένετο διὰ τὰς ἀνασκαφὰς, τοῦθ’ ὅπερ ἄλλως δὲν εἶναι ἀκριβές. Τόσον εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ ὁδὸς κατεσκευάσθη πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν, ὥστε ὅτε ἐγένετο ἡ ἔναρξις καὶ ἐβράδυνεν ἡ ἀποπεράτωσις τῆς ὁδοῦ Ἄγγλος τις περιηγητὴς κατέκρινε τὴν Ἑλλάδα, ὅτι ἤρχισε τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ μόνον διὰ νὰ ἐμπαίξῃ τὸν κόσμον, καὶ οὐδέποτε θέλει τελειώσει. Ὅσοι δὲ ἐξ ὑμῶν διήλθετε, διότι ἐγὼ δὲν διῆλθον, τὴν ὁδὸν ταύτην, γινώσκετε, ὅτι κατὰ τὴν δίοδον αὐτῆς μόνον δύω μικρὰ χωρία ὑπάρχουσιν, ἀρχομένη δὲ ἐκ Πύργου, ἀπολήγει εἰς τὸν τόπον τῶν ἀνασκαφῶν καὶ οὐχὶ εἰς κέντρον πληθυσμοῦ. Δεύτερον σφάλμα διέπραξεν ὁ κ. ὑπουργὸς, εἰπὼν, ὅτι εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ δώσωμεν τὰ ἀρχαῖα.
§65ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν τὸ ἐγκρίνῃ ἡ Βουλή.
§66ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ δωρήσῃ αὐτὰ, ἀλλὰ δὲν ἔχει καμμίαν ὑποχρέωσιν. Ἡ συνθήκη λέγει, ὅτι ἀπὸ μόνης τῆς θελήσεως τῆς Ἑλλάδος ἐξαρτᾶται ἡ παραχώρησις αὐτῶν.
§67ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ τὸ εἶπον εἰς ἄλλην συνεδρίασιν.
§68ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ταῦτα μόνον ἤθελον νὰ βεβαιώσω. Νῦν δὲ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ προσθέσῃ εἰς τὰς πληροφορίας καὶ ἄλλην τινὰ πληροφορίαν, ἐὰν δύναται νὰ ὑποβάλῃ αὐτήν. Ἤκουσα καὶ ἔχω λόγους νὰ θεωρῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἐσφαλμένη ἡ πληροφορία μου, ὅτι κατόπιν τοῦ λόγου, ὅστις ἐγένετο ἐνταῦθα, ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν ἑλληνικὴν, ὅτι ἐμμένει μὲν ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ νὰ λάβῃ τὰ διπλᾶ καὶ τὰ ὅμοια τὰ σημειούμενα ἐν τῷ καταλόγῳ, ἀλλ’ ὅτι καὶ δὲν ἔχει δυσκολίαν νὰ παραιτήσῃ τινὰ τῶν ζητουμένων.
§69Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔχω κανὲν τοιοῦτον ἔγγραφον.
§70ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Νομίζω, ὅτι εὐπρεπέστερον δι’ ἀμφότερα τὰ Κράτη εἶναι ν’ ἀναβληθῇ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, μέχρις ὅτου διέλθωσιν αἱ περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, διότι θέλει ὑπάρξει ἡ ὑποψία ἢ ὅτι ἡμεῖς ὑπεχωρήσαμεν, ὅπως ἔχωμεν τὴν εὔνοιαν καὶ τὴν συνδρομὴν τῆς Γερμανίας, ἢ ὅτι ἡ Γερμανία ἐδράξατο τῆς εὐκαιρίας νὰ μᾶς πιέσῃ, ὅπερ δὲν εἶναι εὐπρεπές. Βεβαίως οὔτε τὸ ἓν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, οὔτε τὸ ἄλλο· οὐχ’ ἧττον ὅμως ὀφείλομεν νὰ μὴ δώσωμεν ἀφορμὴν εἰς τοῦτο. Παρακαλῶ λοιπὸν ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὐτή.
§71Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ πληροφορίας αὐθεντικὰς ἐκ Γαλλίας, ἡ Γαλλικὴ Γερουσία ἐπεψήφισε τὸ ἄρθρον τοῦ σχεδίου γενικοῦ δασμολογίου τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν σταφίδα, καὶ οὕτως ἡ πρότασις ἡ Κυβερνητικὴ, ὅπως ὁ δασμὸς ἐπὶ τῆς σταφίδος ἀπὸ 31]100 τοῦ φράγκου ἀναβιβασθῇ εἰς 6 φράγκα, τουτέστιν εἰς τὸ εἰκοσαπλάσιον, ἥτις εἶχε γείνει δεκτὴ ἐν τῇ Βουλῇ, ἐγένετο ἤδη δεκτὴ καὶ ἐν τῇ Γερουσίᾳ. Τοῦτο δὲν ἐπάγεται καὶ τὴν ἄμεσον ἐφαρμογήν· διότι πρέπει πρότερον νὰ γείνῃ δεκτὸν ὑπὸ τῆς Γερουσίας καὶ ὅλον τὸ σχέδιον τοῦ δασμολογίου, ἤτοι καὶ ἅπασαι αἱ ὑπολειπόμεναι διατάξεις αὐτοῦ, ἀφοῦ δὲ γείνωσιν αὗται δεκταὶ, πάλιν θέλει συζητηθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διότι ἡ Γερουσία ἐπήνεγκε τροποποιήσεις, καὶ πρέπει νὰ ἐπέλθῃ συνεννόησις μεταξὺ τῶν δύω σωμάτων· ὡς ἐκ τούτου ὑπάρχει καιρὸς εἰς ἐνέργειαν. Αἱ συζητήσεις αἱ γενόμεναι ἐν τῇ Γαλλικῇ Γερουσίᾳ, ὡς ἐπληροφορήθην ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν στενογραφημένων πρακτικῶν, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ὑπῆρχεν ἐν αὐτῇ ἀριθμὸς γερουσιαστῶν, οἵτινες ἐφρόνουν, ὅτι ἐπὶ τῆς σταφίδος οὐ μόνον δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ αὔξησις φόρου, ἀλλὰ τοὐναντίον, ἔπρεπε νὰ καταργηθῇ καὶ ὁ ὑπάρχων φόρος. Ὑπεβλήθη καὶ πρότασις εἰς τὴν Γερουσίαν, ἥτις ὅμως δὲν ἐγένετο δεκτή, ὅπως ἡ σταφὶς ἡ χρήσιμος πρὸς οἰνοποιΐαν ἀπαλλαγῇ πάσης φορολογίας, ἡ δὲ σταφὶς τραπέζης φορολογηθῇ, ὅπως ἐπρότεινεν ἡ κυβέρνησις καὶ ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ, τουτέστιν ἀντὶ 6 φράγκων τὰ 100 χιλιόγραμμα. Ἐὰν τὸ νέον δασμολόγιον ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπολύτως εἰς πάντα τὰ κράτη, τὸ κακὸν θὰ ἦτο ἀνεκτότερον, ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι τῶν γαλλικῶν ἐφημερίδων μᾶς πείθουσιν, ὅτι ἄλλα κράτη θὰ ἐπιτύχωσι τροποποιήσεις τῶν ἐν τῷ γενικῷ δασμολογίῳ τελῶν οὐχὶ κατὰ τὰς συζητήσεις τὰς ἐν τῇ Γερουσίᾳ καὶ τῇ Βουλῇ, οὐχὶ ἐν τῷ καταρτισμῷ αὐτοῦ τοῦ δασμολογίου, ἀλλὰ διὰ συμβάσεων, τουτέστιν, ὅτι καὶ πάλιν θὰ ἐπικρατήσῃ τὸ καὶ πρότερον ὑφιστάμενον σύστημα ἐν Γαλλίᾳ τοῦ διπλοῦ δασμολογίου, τοῦ γενικοῦ καὶ τοῦ συμβατικοῦ. Συμβατικὰ δασμολόγια διεῖπον πρότερον ἁπάντων τῶν κρατῶν πλὴν τῆς Ἑλλάδος τὰ προϊόντα, καὶ φοβοῦμαι μὴ καὶ ἤδη συμβῇ τὸ αὐτὸ, διότι ἅπαντα τὰ κράτη ἀπηύθυνον παράπονα εἰς τὴν Γαλλίαν διὰ τὰ ἐν τῷ γενικῷ δασμολογίῳ περιεχόμενα, εἰ καὶ ἡ Γαλλικὴ κυβέρνησις ἐδέχθη προθύμως νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννοήσεις περὶ τροποποιήσεων. Ἐσχάτως ἡ Ἰταλία δι’ ἄρθρα τοῦ δασμολογίου σχετιζόμενα καὶ μετὰ τῆς σταφίδος ἀπηύθυνε παράπονα σφοδρότατα πρὸς τὴν γαλλικὴν κυβέρνησιν, αἱ δὲ τελευταῖαι ἐφημερίδες ἀγγέλλουσιν, ὅτι ἤρξαντο διαπραγματεύσεις πρὸς τὴν Ἰταλίαν καὶ ὅτι βαίνουσιν αἰσίως. Ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ κάμω λόγον περὶ τούτου πρὸς τὴν Βουλὴν, διότι πρέπει εὐθὺς καὶ ἡμεῖς νὰ σπεύσωμεν νὰ ἔλθωμεν εἰς ὁμοίας συνεννοήσεις, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι ἡ Γαλλικὴ κυβέρνησις δὲν θὰ δειχθῇ ὀλιγώτερον συμβιβαστικὴ πρὸς ἡμᾶς ἢ ὅσον δείκνυται πρὸς τὰ ἄλλα κράτη. Ἐὰν γένηται ἡ παρατήρησις, ὅτι τὰ ἄλλα κράτη ἀποκτῶσι τὰς ἐλαττώσεις ταύτας παρέχοντα καὶ ταῦτα πρὸς τὴν Γαλλίαν ἀνταλλάγματα, ἀνταλλάγματα δυνάμεθα νὰ παράσχωμεν καὶ ἡμεῖς, ἀλλὰ πρὶν ἢ παράσχωμεν ἀνταλλάγματα, εἶνε ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον ἡ νομοθεσία ἡμῶν δὲν εἶνε εὔνους πρὸς τὴν Γαλλίαν, καὶ κατὰ πόσον καὶ ἄνευ ἀνταλλάγματος δὲν ὀφείλει ἡ γαλλικὴ κυβέρνησις ν’ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὴν τόσον ἐλευθερίαν ἡμετέραν τελωνιακὴν νομοθεσίαν.
§72ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἤμην εἰς τὴν Γαλλίαν ὡς ἰδιώτης, ὅταν ἐπληροφορήθην, ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν ἐπεψηφίσθη νόμος, καθ’ ὃν ἐπεβάλλετο φόρος 6 φράγκων ἐπὶ τῆς σταφίδος, πρὸς δὲ, ὅτι ἐξηκολούθει ἐπιβαλλόμενος φόρος ὑπερβολικὸς εἰς τὰ σῦκα τὰ ἄχρηστα, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν Γαλλίαν χρησιμεύουν διὰ κατασκευὴν διαφόρων ποτῶν. Μοὶ εἶπον τότε, ὅτι τὸ ζήτημα ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἐλύθη, ὅτι εἶναι ὑπ’ ὄψιν τῆς Γερουσίας, καὶ ὅτι βεβαίως καλὸν ν’ ἀκολουθήσωμεν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀνέφερε καὶ ὁ κ. Τρικούπης, νὰ φροντίσωμεν περὶ ἐμπορικῆς συνθήκης. Τὸ δασμολόγιον τροποποποιεῖται, καὶ οὕτω κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπιβάλλεται φόρος εἰς τὰς σταφίδας τῆς τραπέζης· ἑπομένως ὑπετίθετο, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ σταφὶς ἡ στελλομένη ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα δὲν χρησιμεύει ἰδίως διὰ τὴν τράπεζαν, ἀλλ’ εἰς κατασκευὴν οἴνων, ἠδύνατο νὰ μὴ ἐπιβληθῇ ὁ φόρος τῶν 6 φράγκων. Διὰ τοῦτο, ἅμα ἐπιστρέψας καὶ ἀναλαβὼν τὸ Ὑπουργεῖον, ἐτηλεγράφησα ἀμέσως εἰς τὸν κ. Βράϊλαν, εἰς τὸν ὁποῖον καὶ ἐνταῦθα εἶχον ὁμιλήσει, νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν κατὰ τὴν ἐν τῇ Γερουσίᾳ συζήτησιν τοῦ φόρου τῆς σταφίδος, ἂν δὲ δὲν κατορθωθῇ οὐδὲν, νὰ ἐπιληφθῇ δραστηρίως ἐνεργειῶν ὑπὲρ ἰδιαιτέρας συμβάσεως. Ὁμολογῶ, ὅτι ἕως σήμερον δὲν ἔχω ἀπάντησιν· πληροφοροῦμαι ἤδη, ὅτι ὑπάρχει εἴδησις, τὴν ὁποίαν δὲν ἀνέγνωσα ἔτι, θὰ ἐπαναλάβω δὲ εἰς τὸν κ. Βράϊλαν νὰ ἐπισπεύσῃ τὰς διαπραγματεύσεις, Δὲν γνωρίζω, ἐὰν, ὅταν ἐπανέλθῃ τὸ δασμολόγιον εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ δοθῇ εὐκαιρία νὰ συζητηθῇ καὶ αὐτὸ τὸ μέρος, καὶ πιστεύω τοῦτο, διότι ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη καὶ αἱ πληροφορίαι μου, παρεδέχθη φόρος ἐπὶ τῆς σταφίδος τῆς τρωγομένης. Ἐὰν δὲ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐλπίζω νὰ ἔχωμεν ἐκεῖ πολλοὺς ὑποστηρικτάς· ἀπήντησα μεγάλην προθυμίαν, ἵνα λύσωσι τὸ ζήμητημα τοῦτο εὐνοϊκῶς, καὶ ἰδίως ἐκ μέρους τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ δασμολογίου. Ἐν τούτοις, ὅπως δήποτε ἐγὼ, θὰ ἐπαναλάβω σήμερον ἢ αὔριον εἰς τὸν κ. Βράϊλαν νὰ ἐπισπεύσῃ δι’ ὅλων τῶν μέσων....
§73ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀφοῦ ἕως τώρα δὲν ἔκαμε τίποτε.
§74ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔκαμεν ἴσως διότι ἐπρόκειτο περὶ τῆς συζητήσεως ἐνώπιον τῆς Γερουσίας· πιστεύω δὲ, ὅτι δὲν θ’ ἀπαντήσωμεν δυσκολίας, ὥστε νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἐλάττωσιν, διότι καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν πολλοὶ ἐνδιαφέρονται ὑπὲρ τῆς ἐλαττώσεως.
§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦ σχεδίου τοῦ γαλλικοῦ δασμολογίου τοῦ ψηφιζομένου ἤδη ἐν τῇ Γερουσίᾳ καὶ ἀρχικῶς οὕτω προταθὲν δὲν ποιεῖται τὴν διάκρισιν περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι τὸ 80, τὸ ὁποῖον λέγει «σταφίδες, μῆλα καὶ ἀπίδια 6 φράγκα», ὑπάρχει ὅμως τὸ κατόπιν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον λέγει «καρποὶ τῆς τραπέζης»· ὥστε σύγχυσις ἐγένετο παρὰ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ ὡς πρὸς τοῦτο. Ἀλλ’ ἡ ἰδέα τῆς διακρίσεως ὑφίσταται ἐν Γαλλίᾳ, καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Βὰρν, ἥτις ἀπεῤῥίφθη ὑπὸ τῆς Γερουσίας, ἠκούσθη ὅμως παρὰ πολλῶν εὐνοϊκῶς, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν στενογραφημένων πρακτικῶν, ἀφορᾷ εἰς τὴν χάριν τοιαύτης διακρίσεως τροπολογίαν τοῦ 80 ἄρθρου. Ὁ κ. Βὰρν δὲν ἐζήτει τὴν κατάργησιν τοῦ ἄρθρου τούτου, ἀλλ’ ἐζήτει, ὅπως γένηται διάκρισις τῶν σταφίδων τῶν χρησιμευουσῶν εἰς τὴν οἰνοποιΐαν καὶ ὅπως ὁ ἐπ’ αὐτῶν φόρος καταργηθῇ. Τοιαύτη διάκρισις ἐγένετο ὡς πρὸς τοὺς δημοτικοὺς φόρους, καὶ ἀναφέρω τοῦτο εἰς τὸν κ. πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὰς διαπραγματεύσεις. Ἐγένετο ἡ διάκρισις αὕτη κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου καὶ τοῦ νομαρχιακοῦ συμβουλίου τῆς Μασσαλίας ὡς πρὸς τοὺς δημοτικοὺς φόρους τοὺς ἐκεῖ ἐπιβαλλομένους. Ἐκεῖ κατηργήθη ὁ δημοτικὸς δασμὸς οὐχὶ ἐφ’ ἁπασῶν τῶν σταφίδων, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν σταφίδων τῶν χρησιμευουσῶν εἰς τὴν οἰνοποιΐαν· τοιαῦται δὲ θεωροῦνται αἱ σταφίδες αἱ λεγόμεναι Κορινθιακαὶ καὶ αἱ Σμυρναϊκαί. Ὅπως λοιπὸν εἰς τὴν δημοτικὴν φορολογικὴν νομοθεσίαν ἐγένετο τοιαύτη διάκρισις, τοιουτοτρόπως νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν, ὅπως γένηται καὶ ἐν τῇ δημοσίᾳ φορολογίᾳ· καὶ οἱ λόγοι, οἵτινες ἔπεισαν τὸ δημοτικὸν συμβούλιον καὶ τὸ γενικὸν συμβούλιον τοῦ νομοῦ τῆς Μασσαλίας, ὅπως ψηφίσωσι τὴν διάκρισιν ταύτην, πιστεύω, ὅτι θέλουσι μᾶς ὑποστηρίξει, ὅπως ἐπιτύχωμεν τὴν διάκρισιν καὶ ὡς πρὸς τὰ τοῦ δημοσίου δασμολογίου.
§76Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄρα Παράρτημα.
§77ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὄρα Παράρτημα.
§78ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ πρὸ παντὸς ἄλλου ἔχω εὐθύνην δι’ ὅσα ἐλέχθησαν, διότι ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ τμῆμα ὤφειλε νὰ ἐργασθῇ καὶ ἠμέλησεν, εὐθύνην ἔχω ἐγὼ, ὁ ὁποῖος δὲν τὸ συνεκάλεσα· λοιπὸν ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω πέντε λέξεις. Ὡς γνωρίζετε, τὴν 17 Φεβρουαρίου ἐγένετο ἡ ἀνακήρυξις, ἑπομένως ἡ δεκαήμερος προθεσμία, ἥτις ὁρίζεται, ὅπως ἐπιδοθῶσιν αἱ ἐνστάσεις εἰς τὸν Νομάρχην Πατρῶν, ἔληγε τὴν 28. Ὑπελόγισα λοιπὸν, ὅτι μέχρι τοῦ Σαββάτου τὸ ἑσπέρας εἶχον τὸ δικαίωμα οἱ ἐνδιαφερόμενοι νὰ ἐπιδώσωσι τὰς ἐνστάσεις των, καὶ ὅτι ὁ Νομάρχης βεβαίως τὸ ταχύτερον ὤφειλε νὰ τὰς πέμψῃ χθὲς Δευτέραν, καὶ νὰ φθάσωσιν αὔριον. Εἶχον σκοπὸν αὔριον νὰ προσκαλέσω διὰ προκηρύξεως τοὺς ἐνισταμένους νὰ ἐμφανισθῶσι μεθαύριον ἐνώπιον τοῦ τμήματος, συγχρόνως δὲ νὰ παρακαλέσω τοὺς συναδέλφους νὰ συνέλθωσι τὴν αὐτὴν ἡμέραν· ἐρωτῶ, ἐὰν ἔλαβε χώραν ἡ ἐλαχίστη βραδύτης καὶ ἂν ὑπῆρξεν ἀφορμὴ νὰ γείνῃ κἂν λόγος. Ἄλλως, κ. πρόεδρε, μολονότι νομίζω, ὅτι ἀρκετὴν ὑπόληψιν δύναμαι νὰ χαίρω, ὅτι παρέχω ἐγγυήσεις ὡς πρὸς τὴν εὐθύτητά μου περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων μου, χρεωστῶ νὰ εἴπω, ὅτι πανταχόθεν δὲν ἀκούω, εἰμὴ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς ταχείας διεκπεραιώσεως τῆς ἐκλογῆς ταύτης.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ 1881. (Ἐπιψηφίζεται.)
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ καὶ τῆς στρατολογίας κατὰ τὸ 1881. (Ἐπιψηφίζεται ἡ ἀρχή.)
§81Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παρατηρῶ ἐνταῦθα, ὅτι ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ ὁρίζεται εἰς 82,000 καὶ ὅτι εἰς τὸν ἀριθμὸν τοῦτον δὲν περιλαμβάνονται οἱ ἄνδρες τῆς ἐθνοφρουρᾶς· ἑπομένως περιλαμβάνονται πάντες οἱ ἄλλοι, ὡς ἀποδεικνύει αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις, ἀλλὰ πάντες οἱ ἄλλοι θὰ ὑπερβῶσι καὶ κατὰ πολὺ τὸν ἀριθμὸν τῶν 82,000. Δὲν ἔρχομαι νὰ φέρω ὑπολογισμοὺς ἰδικούς μου, ἀλλὰ λαμβάνω τοὺς ὑπολογισμούς, ὅπως ὑπέβαλεν αὐτοὺς ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν προτελευταίαν, νομίζω, συνεδρίασιν. Ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι ὡς ἤδη ἔχουσι τὰ πράγματα, ὑπολογίζομεν 41,000 ἄνδρας ἐκ τῆς ἐπιστρατεύσεως, δηλαδὴ 38,000 προσελθόντας καὶ 3,000, οἵτινες θὰ προσέλθωσιν. Εἰς τούτους προσθετέον τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὰ ἀκροβολιστικὰ σώματα, τοὺς εὐζώνους, προσθετέον τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὴν χωροφυλακὴν, προσθετέον τοὺς ἀξιωματικοὺς, καὶ προσθετέον ἐκ τῶν ὑπαξιωματικῶν τοὺς ἄγοντας ἡλικίαν ἀνωτέραν τῶν 30 ἐτῶν. Πάντα ταῦτα μᾶς δίδουσι δύναμιν 56,000 περίπου. Εἰς ταύτας προσθετέον κατὰ μῆνα Ἰούλιον τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὴν ἀπογραφὴν τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, τουτέστιν 8,500 κατὰ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1880· ἑπομένως ἔχομεν 64,500. Προσθετέον τοὺς ἐκτάκτους ἐφέδρους καὶ τοὺς ἐξυπηρετήσαντας, ἤτοι τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὴν γεγυμνασμένην ἐφεδρείαν, 15,000 τοὐλάχιστον. Ἔχομεν οὕτω 79,000 ἀνδρῶν· καὶ τώρα εἰς ταύτας θὰ προσθέσωμεν τοὺς ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν ἀπαλλαγῶν. Ἡ κατάργησις αὕτη θὰ φέρῃ 20,000 ἀγυμνάστους καὶ 15,000 ἐκγεγυμνασμένους, ὥστε φθάνομεν εἰς ἀριθμὸν ὑπερβαίνοντα τὰς 100,000. Τί θὰ γείνῃ ἤδη, ὅτε ἡ κυβέρνησις διὰ τοῦ νόμου τούτου περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ περιορίζει τὴν δύναμιν εἰς 82,000; Δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ κάμῃ χρῆσιν τῶν ἀνδρῶν, οὓς θεωροῦσα ἤδη ἀναγκαίους, προτείνει τὴν ψήφισιν νομοσχεδίου περὶ ἀδείας, ὅπως καλέσῃ αὐτούς. Τὸ νομοσχέδιον μαρτυρεῖ, ὅτι ἡ κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι θὰ παραστῇ ἀνάγκη ἀνωτέρας δυνάμεως, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις φρονεῖ τὸ αὐτό. Μεταξὺ κυβερνήσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως ὑπάρχει διαφωνία ὡς πρὸς τὴν πρόσκλησιν τῶν ἤδη ἀπαλλαττομένων, ἀλλ’ ὑπάρχει διαφωνία οὐχὶ ἀπόλυτος, ὑπάρχει διαφωνία χρονική. Ἡ ἀντιπολίτευσις φρονεῖ, ὅτι οἱ ἀπαλλαττόμενοι δὲν πρέπει νὰ κληθῶσιν, ἐνόσῳ δὲν διατελοῦμεν εἰς τὰς παραμονὰς πολέμου, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις φρονεῖ, ὅτι εὐθὺς ὡς ἐν τῇ γνώμῃ τῆς Κυβερνήσεως φθάσωμεν εἰς τὰς παραμονὰς τοῦ πολέμου, πρέπει νὰ κληθῶσιν, ὥστε ἐντὸς τοῦ ἔτους 1881 ἡ πρόσκλησις αὕτη θέλει ἐξ ἀνάγκης μᾶς φέρει, εἴτε κατὰ τὴν γνώμην τῶν ἀντιπολιτευομένων, εἴτε κατὰ τὴν γνώμην τῶν συμπολιτευομένων, εἰς ἀριθμοὺς ἀνωτέρους τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1881. Ταῦτα πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ κυβέρνησις πρὸ τῆς ὁριστικῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§82ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὅ,τι λέγομεν τώρα, ἴσως ἔχει σχέσιν μὲ τὸ νομοσχέδιον τὸ ἑπόμενον. Ἡ προθεσμία, καθ’ ἣν θ’ ἀρχίσῃ ἡ ἔλευσις τῶν νεοσυλλέκτων, εἶναι ἡ 1 Ἰουνίου· ἑπομένως δὲν δυνάμεθα μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς νὰ καταλογίσωμεν τὴν δύναμιν αὐτήν. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβάλομεν, ἔχει ἄμεσον σκοπὸν τὴν προσέλευσιν τῶν ἐφέδρων καὶ τῶν ἐκγυμνασθέντων, διότι, ἐὰν δὲν ἀρθῇ ἡ δυσκολία τῶν ἀπαλλαγῶν, τότε ἀμφιβάλλω ἂν θὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ συλλέξωμεν τοὺς ἐφέδρους. Διὰ νὰ διευκολύνωμεν λοιπὸν πρῶτον τὴν ἔλευσιν τῶν ἐφέδρων, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν. Μετὰ τοῦτο θὰ γνωσθῇ ποῖαι εἰσὶν αἱ ἀνάγκαι τοῦ στρατοῦ, καὶ κατὰ συνέπειαν θὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ τὸ ἕτερον μέρος τοῦ νομοσχεδίου· βεβαίως καμμία Κυβέρνησις ἄνευ ἀπολύτου ἀνάγκης δὲν θὰ ἐφαρμόσῃ πλῆρες τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, δὲν θὰ καλέσῃ ὅλους, ἐὰν δὲν παρουσιάζεται κατεπείγουσα ἀνάγκη μετὰ τὴν συλλογὴν τῶν ἐφέδρων καὶ τῶν ἐκγυμνασθέντων καὶ μετὰ τὴν νεοσυλλεξίαν. Ἤδη ὅμως ἄνευ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ προχωρήσωμεν. Κύριοι, ἐκ τῶν ὑπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους κάμνω, ἂν θέλωμεν νὰ ἤμεθα ἀκριβεῖς, πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν καὶ τοὺς μέλλοντας ν’ ἀπολυθῶσι, δυνάμει τοῦ δικαιώματος τῶν ἀπαλλαγῶν, νὰ ἀφαιρέσωμεν τοὺς ἀγνοουμένους· βλέπετε λοιπὸν, ὅτι οἱ σημειούμενοι εἰς τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ ἐν ἐνεργείᾳ δὲν δύνανται νὰ ἦναι καὶ τόσοι ὅσοι σημειοῦνται.
§83ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ ἦναι 110.
§84ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐν καιρῷ πολέμου, μάλιστα. Νομίζω, ὅτι, ὅτε θέλει ἀναπτυχθῆ ἅπασα ἡ δύναμις, δυνάμεθα νὰ ἀναλάβωμεν τότε τὴν εὐθύνην, νὰ ἀναβιβάσωμεν τὸν ἀριθμὸν εἰς 100,000 καὶ πλέον· ἄλλως πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον ὁ προϋπολογισμὸς ὁρίζει.
§85ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐνόησε τὸν σκοπὸν τῆς παρατηρήσεώς μου· ὡμίλησεν ὡς ἂν εἰ τὸ νομοσχέδιον καθώριζε τὴν κανονικὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐὰν τοιοῦτον εἶχε τὸ νομοσχέδιον χαρακτῆρα, βεβαίως αἱ παρατηρήσεις μου δὲν ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσι σκόπιμοι· ἀλλὰ δὲν εἶναι τοιοῦτον τὸ νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει τὴν κατὰ τὸ 1881 δύναμιν ἐν ἐπιστρατεύσει, τουτέστιν ἐν ὥρᾳ πολέμου, διότι κατὰ τὴν ἔννοιαν τῶν ἄλλων νόμων, κατὰ τοὺς ὁποίους ἡ ἡμετέρα νομοθεσία συνετάχθη, ἐπιστράτευσις καὶ ἐμπόλεμος κατάστασις εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό. Ὡς ψηφίζοντες ἤδη νομοσχέδιον, κανονίζον τὸν ἀριθμὸν τῆς δυνάμεως ἐν ἐπιστρατεύσει, πρέπει νὰ φροντίσωμεν, ὅπως ὁ ἀριθμὸς οὗτος παρέχῃ πᾶσαν ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς αὔξησιν τῆς δυνάμεως ἕως τοῦ ἀνωτάτου ἀριθμοῦ, ὃν ἀποφέρει ἡ πλήρης ἐκτέλεσις τῶν κειμένων νόμων. Τὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ ἐν γένει τῆς ἐμπολέμου καταστάσεως κανονίζονται ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας καὶ τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἡ δὲ δύναμις, ἣν ἀποφέρουσιν οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ἐν ἐπιστρατεύσει ἢ ἐμπολέμῳ καταστάσει, δὲν ὁρίζεται διὰ τοῦ ἐτησίου νόμου. Ὅ,τι ὡς πρὸς ταύτην ἀνήκει εἰς τὸν ἐτήσιον νόμον, εἶναι ἡ ἄδεια πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν διατάξεων τῶν παγίων νόμων. Ὡς πρὸς τὴν κανονικὴν ὅμως δύναμιν δὲν ἀρκοῦσιν αἱ διατάξεις τῶν παγίων νόμων· δέον ὡς πρὸς ταύτην νὰ ἀναφέρῃ ὁ ἐτήσιος νόμος τοὺς ἀριθμοὺς, διότι ὡς πρὸς τοὺς ἀριθμοὺς παραπέμπουσιν οἱ πάγιοι νόμοι εἰς τὸν ἐτήσιον. Κατ’ ἐμὲ τὸ νομοσχέδιον ἔδει νὰ ᾖ συντεταγμένον ἄλλως· ἔδει νὰ καθορίζῃ μὲν τὴν δύναμιν τὴν κανονικὴν, ἀλλὰ νὰ συμπληροῖ τὸν καθορισμὸν τοῦτον διὰ διατάξεως, καθ’ ἣν ἐν τῇ κανονικῇ δυνάμει δὲν περιλαμβάνεται ἡ δύναμις ἐκ τῶν διαθεσίμων, ἐκ τῶν ἐφέδρων καὶ ἐκ τῶν ἐθνοφρουρῶν, ἥτις, κατὰ τὸν νόμον περὶ στρατολογίας, δύναται νὰ κληθῇ εἰς τὰ ὅπλα ἐν ἐπιστρατεύσει ἢ ἐμπολέμῳ καταστάσει. Οὕτως ἔπρεπε νὰ συνταχθῇ τὸ νομοσχέδιον· ἀλλ’ ἀφοῦ συνετάχθη ἄλλως καὶ περιλαμβάνει τὸν ἀριθμὸν τῆς ἐν πολέμῳ ἢ ἐπιστρατεύσει δυνάμεως, πρέπει νὰ τὸ συμπληρώσωμεν, ὅπως μὴ ὦμεν δεσμευμένοι ὑπὸ τοῦ ἐτησίου νόμου. Ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι δὲν θὰ ἤμεθα δεσμευμένοι, διότι οἱ ἐκ τῆς ἀπογραφῆς τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους θὰ ἔλθωσι τὸν Ἰούλιον· ἀλλ’ οὗτος ὁ νόμος ἰσχύει μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου, ὥστε οἱ ἐλευσόμενοι τὸν Ἰούλιον πρέπει νὰ εὕρωσι θέσιν ἐντὸς ἀναγεγραμμένου ἐν τῷ νόμῳ ἀριθμοῦ. Ἐὰν ἡ Ἑλλὰς κληθῇ νὰ ἐνεργήσῃ, θὰ κληθῇ πρὸ τῆς 31 Δεκεμβρίου, ἑπομένως πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, ἵνα μὴ ὑπάρχῃ δεσμευμένη ἡ Κυβέρνησις ὡς πρὸς τοὺς ἀριθμοὺς, καὶ ἀφοῦ οἱ ἀριθμοὶ, οὓς δύναται νὰ διαθέσῃ κατὰ τοὺς παγίους νόμους, εἶναι ἀνώτεροι τῶν 82 χιλιάδων, πρέπει νὰ περιληφθῇ διάταξις ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ ἐτησίου νόμου, δίδουσα ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ ὡς πρὸς τοὺς διαθεσίμους καὶ τοὺς ἐφέδρους, ὅπως τῇ δίδεται ἄδεια αὐξήσεως διὰ τοὺς τῆς ἐθνοφρουρᾶς.
§86Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Ὁ ἐτήσιος νόμος περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ δὲν ἔχει ἄλλον σκοπὸν παρὰ νὰ ἐπιβάλῃ τὸν στρατιωτικὸν φόρον, τὸν φόρον τῶν κληρούχων· τὰ λοιπὰ προβλέπονται ἀπὸ τοὺς παγίους νόμους καὶ τὰ Διατάγματα, ἅτινα ἀνεκοινώθησαν εἰς τὴν Βουλήν. Ἄλλοτε ὁ περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ νόμος προσεκάλει εἰς ὑποχρεωτικὴν στράτευσιν 1,000 ἢ 500 κληρούχους· ὁ ἐφετεινὸς ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν εἰς 6 χιλ. πρὸς τούτοις δὲ καλεῖ ὁλόκληρον τὴν ἡλικίαν, ἡ ὁποία θὰ ὑποχρεωθῇ τὴν πρώτην Ἰουνίου, διότι ἔχομεν ἀναγράψει εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δύναμιν 80 χιλ., ἐφρόνει δὲ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι, ἐὰν ἦτο δυνατὸν τὰ βάρη αὐτὰ νὰ μειωθῶσιν εἰς τὸ μέλλον, ἡ μείωσις ἔπρεπε νὰ γείνῃ εἰς ἄλλας κλάσεις καὶ ἰδιότητας, δὲν ἔπρεπε δὲ εἰς τὴν μείωσιν τῶν βαρῶν νὰ λάβῃ μέρος ἡ τελευταία ἡλικία, ἀλλ’ αἱ μεγαλείτεραι, καὶ διὰ τοῦτο ὁλόκληρον τὴν ἡλικίαν τοῦ 22 ἔτους ἀνεγράψαμεν ὡς ὑποχρεωτικήν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι κατὰ τοῦτο ἡ σύνταξις τοῦ νομοσχεδίου δὲν καθυστέρησεν. Ἡ δευτέρα ἰδέα, ἣν ἐξέθηκεν ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι ἡ ἀναγραφομένη δύναμις τῶν 82 χιλ. εἶναι μικροτέρα τῆς πραγματικῆς, ἴσως εἰς τὸ χαρτὶ παρουσιάζεται ὡς τοιαύτη, εἰς τὰ πράγματα ὅμως ἔχομεν ἀφορμὴν νὰ μὴ τὸ πιστεύωμεν, διότι ὅταν εἴπωμεν εἰς τὰς παραμονὰς τοῦ τρέχοντος ἔτους, ὅτι ἀναγράφομεν τοιαύτην δύναμιν, ἐννοοῦμεν νὰ τὴν ἔχωμεν ἄμεσον καὶ ὅσῳ τὸ δυνατὸν ταχύτερον. Γνωρίζετε δὲ τί συμβαίνει ὡς πρὸς τὴν προσέλευσιν τῶν καταζητουμένων. Ὅταν ἔχητε νὰ κατατάξητε 20 χιλ. ἐντὸς τοῦ ά μηνὸς, δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε πλέον τῶν 5–6 ἐντὸς τοῦ δευτέρου μηνὸς θὰ ἔχητε τὸ ὑπόλοιπον· αἱ ἄλλαι ὑποχρεώσεις ἔρχονται λίαν ἀραιωμέναι καὶ δὲν πληροῦσι τὴν ἀνάγκην, ἣν αἰσθάνεται ἡ Κυβέρνησις, νὰ συμπληρώσῃ τὰ κενὰ ὅσῳ τὸ ταχύτερον. Ὁ χρόνος δὲν ἀνήκει εἰς ἡμᾶς. Διὰ τοῦτο ἐζητήσαμεν τὴν κατάργησιν τῶν ἀπαλλαγῶν, οὐχὶ μὲ τὴν πρόθεσιν, ὅτι εἶναι 15 χιλ., ἀλλὰ διότι τὰς 15 χιλ. δὲν δυνάμεθα ἐντὸς τοῦ μηνὸς νὰ καλέσωμεν, διότι εἰσὶ κατεσπαρμένοι ἐντὸς τοῦ Κράτους, ἄλλοι δ’ εὑρίσκονται ἐκτὸς αὐτοῦ. Ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς νὰ συμπληρώσωμεν τὰ κενὰ, καὶ ὁ χρόνος δὲν εἶναι ἀνάλογος εἰς συλλογὴν τῶν 15 χιλ. Ἰδοὺ διατὶ ἐν γνώσει τοῦ ὅτι ὁ ἀριθμὸς δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγραφόμενον, ἐνομίσαμεν, ὅτι, ἐμμένοντες εἰς τὸν ἀριθμὸν, δὲν ζημιοῦμεν τὸν τόπον, οὔτε γεννῶμεν δυσκολίας, εἴτε δι’ ἡμᾶς, εἴτε διὰ τὴν μέλλουσαν Κυβέρνησιν. Δυνάμει τοῦ παγίου νόμου δυνάμεθα νὰ καλέσωμεν τοὺς ἄνδρας, καὶ ἂν ὁ ἀριθμὸς ὑπερβῇ, θὰ ὑπερβῇ δυνάμει νόμου· ἄλλως τε καὶ ἡ ἔλλειψις νόμου ἀναπληροῦται διὰ τῆς προσθήκης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς ἀναλόγου δαπάνης· ἡ Βουλὴ διὰ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐχορήγησε τὴν ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἶπεν ὅτι ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῆς μισθοδοσίας, τοῦ ἱματισμοῦ καὶ τῆς τροφοδοσίας ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκδίδῃ διατάγματα. Οὕτως οὐδεμία Κυβέρνησις δεσμεύεται ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν. Νομίζω δὲ ὅτι δὲν ὑπάρχουσι λόγοι νὰ μὴ ἀναβιβάσωμεν τὸν ἀριθμὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀναγεγραμμένος ἐν τῷ νόμῳ, ἀφοῦ ὁ ἀριθμὸς οὗτος κατ’ οὐδὲν δύναται νὰ βλάψῃ.
§87ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ ἰδέα τοῦ κ. Τρικούπη εἶναι, ὅτι ἐνδέχεται μὲ τοὺς ὑπάρχοντας ἤδη ἐν ἐνεργείᾳ, μὲ τὰς 6 χιλ. κληρούχων, μὲ τὰς 8 ἢ 10 χιλ. ἐκ τῶν ἀπαλλαγέντων καὶ μὲ τοὺς ἐθελοντὰς, ὁ ἀριθμὸς 80 χιλ. νὰ συμπληρωθῇ. Ἐνδέχεται ἐν καιρῷ ἀνάγκης οἱ κληθησόμενοι ἔφεδροι νὰ ὑπερβῶσι τὸν ἀριθμὸν, ἀλλὰ τότε, λέγει ὁ κ. Τρικούπης, θὰ κληθῶσι πλέον τοῦ ἀριθμοῦ, τὸν ὁποῖον λαμβάνομεν, καὶ ἑπομένως τότε θὰ πράξωμεν μίαν παρανομίαν. Τοῦτο νομίζω, ὅτι ἀναπληροῖ ὁ πάγιος νόμος, ὁ περὶ στρατολογίας, ὅστις ὁρίζει, ὅτι εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν ὅλοι καλοῦνται, χωρὶς νὰ ἦναι ἐγγεγραμμένοι...
§88ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐδῶ ὅμως περιορίζεσθε σεῖς οἱ ἴδιοι διὰ τοῦ νόμου.
§89ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν νὰ περιορισθῶμεν. Ἐπειδὴ δὲ τῷ ὄντι βλέπω, ὅτι ὑπάρχει διαφωνία τις μικρὰ, καλὸν ἤθελεν εἶσθαι νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου διὰ σήμερον, καὶ αὔριον συζητοῦμεν αὐτὰ μετὰ πλειοτέρας σκέψεως.
§90Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον πρόκειται ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον, παρακαλῶ τόσῳ τὴν συμπολίτευσιν, ὅσῳ καὶ τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἵνα εἰς τὸ νομοσχέδιον περιληφθῇ διάταξις, ὅπως ὁ ἀριθμὸς μείνῃ πέραν παντὸς ὁρίου.
§91ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ τοῦτο ἀναβάλλομεν.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται τὸ νομοσχέδιον δι’ αὔριον. (Γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τῆς εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν προκαταβολῆς.) Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προσκλήσεως ὑπὸ τὰ ὅπλα τῶν προσωρινῶς ἀπαλλασσομένων.
§93Α. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, κατὰ τὴν τελευταίαν συζήτησιν πολὺς ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ταχείας λήξεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ κοινοβουλίου. Δὲν εἶμαι ὁ ἁρμόδιος νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος ἂν ἡ Κυβέρνησις ἢ ἡ ἀντιπολίτευσις φέρῃ τὴν εὐθύνην τῆς ταχείας λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Τοῦτο μόνον ὀφείλω νὰ σημειώσω, ὅτι πάντες ἡμεῖς ὅσοι μένομεν ἐνταῦθα δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ νουθετηθῶμεν παρ’ οὐδενὸς πρὸς ἐκπλήρωσιν καθήκοντος, ὅπερ ἐπιβάλλεται ἡμῖν ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος καὶ τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων ἐν αἷς διατελοῦμεν. Ἀπέναντι τῆς ἱερᾶς ταύτης ἐντολῆς πάντες ἐσμὲν ἴσοι, διότι πάντες ἐσμὲν οἱ νόμιμοι ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, καὶ διότι πάντες ἐξίσου φέρομεν τὴν εὐθύνην διὰ πᾶσαν τοῦ καθήκοντος παράβασιν. Προδίδετε τὸ καθῆκον, μᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μὴ ἐκφράζοντες μετὰ παῤῥησίας τὸ φρόνημά σας, ἀλλ’ ἀποκρύπτοντες αὐτό. Καὶ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις ἀπέκρυψε τὸ φρόνημά της; οὕτω πως ἀμείβεται ἡ μέχρι τοῦδε συνετὴ καὶ λελογισμένη αὐτῆς συμπεριφορά; Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις μᾶς προκαλεῖ, ὀφείλομεν πάντες ἡμεῖς νὰ ἐξηγήσωμεν τὰς ἰδέας μας καὶ τὰ αἰσθήματά μας. Ἐν πρώτοις ὀφείλω νὰ ἐξετάσω τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως, ἐπειδὴ ἡ ὡς ἐκ τούτου προκληθεῖσα συζήτησις ἔδωκεν ἀφορμὴν ν’ ἀκούσωμεν πάντες ἡμεῖς οἱ ἀντιπολιτευόμενοι τὴν Κυβέρνησιν τόσα καὶ τόσα ἀνάρμοστα καὶ ἀνακριβῆ, ἐκπληρῶν καθῆκον ὑπέρτατον πρὸς τὴν πολιτείαν καὶ ἔργον συνειδήσεως, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ, ἵνα διὰ βραχέων ὑποβάλω τὰς σκέψεις μου καὶ ἐκθέσω τὸ φρόνημά μου, ὡς ἀντιπρόσωπος ἐπαρχίας, τῆς ὁποίας ἡ γνώμη πρέπει νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν ἐν ταῖς περὶ τῶν κοινῇ συμφερόντων ἀποφάσεσιν ἡμῶν. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου σχέδιον νόμου περὶ προσκλήσεως ὑπὸ τὰ ὅπλα τῶν προσωρινῶς ἀπαλλασσομένων τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Ἵνα τί, ἐρωτῶ, ἡ Κυβέρνησις τὸ τοιοῦτον ὑπέβαλε νομοσχέδιον; Ἂν πράγματι τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως, εἶχεν ἀνάγκην νὰ προκαλέσῃ εἰδικὸν περὶ τούτου νόμον; μήπως δὲν ἐκάλεσε τὴν ἐφεδρείαν διὰ Β. Δ. τὸ ὁποῖον ἠρκέσθη μόνον ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν; Κατὰ τὸ ἄρθρον 33 τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου κανονίζονται αἱ ἀπαλλαγαὶ ἐν καιρῷ εἰρήνης, κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 40 οἱ οὕτω πως ἀπαλλαγέντες ἐν ὥρᾳ πολέμου καλοῦνται εἰς τὰ ὅπλα. Ἐκτὸς τούτου, ἔχετε τὸν νόμον τὸν κυρώσαντα τὸ διάταγμα περὶ ἐπιστρατείας πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νόμου, ἔχετε τὸν ψηφισθέντα νόμον περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ καὶ τὸν ψηφισθέντα προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, δυνάμει τῶν ὁποίων ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ ἀναβιβάζεται, εἰς 82,000 ἄνδρας, καὶ ζητεῖτε εἰδικὴν παρ’ ἡμῶν ἄδειαν, ἵνα καλέσητε τοὺς ἀπαλλαγέντας, ἤγουν τοὺς διατελοῦντας εἰς τὴν διαθεσιμότητα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν; Καὶ ζητεῖτε τοιαύτην ἄδειαν, ἐνῷ, κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἀπὸ τοῦ 21 μέχρι τοῦ 40 ἔτους, κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 4 ἡ ἀπαλλαγὴ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ εἶναι ὁριστική; Ζητεῖτε λοιπὸν τὴν ἄδειαν, ἐναντίον τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος, πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων; ἀλλ’ ἐπιτρέπεται ἡ τοιαύτη ἐπέμβασις τῆς νομοθετικῆς εἰς τὰ τῆς ἐκτελεστικῆς, καὶ τοιαύτη μετατόπισις τῆς εὐθύνης; Εἴπετε, ὅτι τοὺς καλεῖτε ἁπλῶς διὰ τὰ γυμνάσια. Ἀλλὰ μήπως καὶ τὴν περίστασιν ταύτην δὲν προβλέπει σαφῶς καὶ ὡρισμένως τὸ ἄρθρον 9 τοῦ νόμου, ἐν ᾧ λέγεται, ὅτι οἱ ἀπαλλαγέντες ἐκτελοῦσι γυμνάσια δυνάμει ἑνὸς μόνον διοικητικοῦ κανονισμοῦ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν; Καὶ τοιαῦτα γυμνάσια δύνασθε νὰ διατάξητε, ἀλλ’ οἱ γυμναζόμενοι θὰ μένωσιν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις των. Ποῦ ἠκούσθη ποτὲ νὰ γίνωνται γυμνάσια ὑπὸ τοὺς ὅρους ἐμπολέμου καταστάσεως; Μόνον ἐν ἐσχάτη ὥρᾳ, μόνον μετὰ τὴν προσέλευσιν καὶ τῆς ἐφεδρείας καὶ αὐτῆς τῆς ἐθνοφρουρᾶς, μόνον ὅταν ἤμεθα ἐν πολέμῳ, τότε, ἀλλὰ τότε μόνον δύνασθε νὰ τοὺς καλέσητε· διότι ἡ πρόσκλησις αὐτῶν ἀπὸ τοῦδε, δὲν δύνασθε νὰ τὸ ἀρνηθῆτε, θέλει ἐπιφέρει ἀμέσως τὴν ἐρήμωσιν.
§94ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Εἶναι ὀλεθρία.
§95Α. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ναὶ, τὴν ἐρήμωσιν δὲν θέλομεν ἀποφύγει, ἂν θέλωμεν ὅ,τι λέγομεν, ἂν ἤμεθα ἀποφασισμένοι νὰ ὑποστῶμεν πᾶσαν θυσίαν πρὸς διεκδίκησιν τιμῆς καὶ ἐθνικῆς ὑπάρξεως, ἀλλ’ ἡ ἐρήμωσις νὰ μὴν ἐπέλθῃ πρὸ τῆς ὥρας, διότι τοῦτο ἰσοδυναμεῖ μὲ ἐξόντωσιν καὶ πανολεθρίαν πρὶν ἢ ἀρξώμεθα τοῦ πολέμου. Τί μᾶς εἶπεν ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; Δὲν θὰ πολεμήσωμεν, δὲν ὠθοῦμεν εἰς τὸν πόλεμον, θέλομεν μόνον νὰ ἤμεθα ἕτοιμοι. Καὶ ἐφόσον δὲν σᾶς ἐπιτρέπεται νὰ εἴπητε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι θὰ πολεμήσωμεν, σᾶς ἐπιτρέπεται νὰ καλέσητε ὑπὸ τὰ ὅπλα ὅλην τὴν Ἑλλάδα; Θέλετε νὰ ἴδητε ὁποῖον εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου; Τὸ εὑρίσκετε ἐν τῷ γαλλικῷ νόμῳ, οὗ τινος ὁ ἡμέτερος εἶναι μετάφρασις, καὶ ἐν τῇ ἐγκυκλίῳ τοῦ γάλλου ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Εἰς τὴν ἐγκύκλιον αὐτοῦ τῆς 28 Ἀπριλίου 1873 § 117 ἀναγινώσκομεν, ὅτι «ἀρχὴ τοῦ νόμου εἶναι ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ὑπὸ τὴ εὐνοϊκωτέραν ἔννοιαν εἰς τὰ συμφέροντα τῶν οἰκογενειῶν.» Ἐν δὲ τῷ γαλλικῷ νόμῳ, ἐκτὸς τῶν ἀπαλλαγῶν τοῦ ἡμετέρου ἄρθρου 33, ὑπάρχουσι πολλαὶ ἄλλαι ἀπαλλαγαὶ, π. χ. ἡ τοῦ ἄρθρου 22, καθ’ ὃ ἀπαλλάσσονται τὰ ἀναπόφευκτα ὑποστηρίγματα τῶν οἰκογενειῶν, ὡς τοιαῦτα, καὶ ἂς μὴ ἔχωσιν ἄλλον λόγον ἀπαλλαγῆς. Ἐπίσης κατὰ τὸ ἄρθρον 23 ἐπιτρέπεται ἀναβολὴ κατατάξεως ἐπὶ δύω ἔτη εἰς ἐκείνους, οἵτινες δὲν πρέπει πρὸς βλάβην τῆς γεωργίας, τῆς βιομηχανίας καὶ τοῦ ἐμπορίου ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τῆς ἐργασίας των. Ὑπεστηρίχθη μάλιστα ἐν τῇ Γαλλικῇ Συνελεύσει τοῦ 1872, ὅτι εἶναι ἀπάνθρωπον, ἵνα οἱ ἀπαλλαγέντες κληθῶσιν ὑπὸ τὰ ὅπλα καὶ ἐν καιρῷ πολέμου, καὶ διότι δὲν εἶναι καλῶ γυμνασμένοι. Ἀλλ’ ἐδόθη ἀπάντησις, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 25, ἀντιστοιχοῦν πρὸς τὸ ἡμέτερον 39, οἱ ἄνδρες οὗτοι γυμνάζονται. Ὅταν δὲ ἄρχηται ὁ πόλεμος καὶ τὸ τηλεβόλον κροτῇ εἰς τὰ μεθόρια, ὅταν ἡ χώρα κατεπατήθη ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ, ὁ πατὴρ ἐγκαταλείπει τὴν ἑστίαν του, τὴν σύζυγόν του καὶ τὰ τέκνα του καὶ πηγαίνει νὰ τὰ ὑπερασπισθῇ· ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει δὲν εἶναι δίκαιον νὰ μὴ δράμωσιν εἰς βοήθειαν τῆς πατρίδος καὶ αὐτοὶ οἱ ἀπαλλαγέντες. Βλέπετε λοιπὸν ὁποῖον εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου καὶ ὑπὸ τίνας ὅρους δύνασθε νὰ καλέσητε καὶ αὐτοὺς τοὺς ἀπαλλαγέντας. Ἄλλως, ἐπαναλαμβάνω, θὰ φέρητε καταστροφὰς πολὺ πρὸ τῆς ὥρας. Καὶ ἀφοῦ σεῖς οἱ μέχρι τοῦδε κυβερνήσαντες τὸν τόπον ἀπὸ τῆς μεταπολιτεύσεως καὶ ἐντεῦθεν πλειότερον παντὸς ἄλλου, χωρὶς νὰ σκεφθῆτε ποτὲ, ὅτι ἤθελεν εὑρεθῆ ἡ Ἑλλὰς εἰς ἣν εὑρίσκεται κατάστασιν, καὶ χωρὶς νὰ παρασκευάσητε τὸν τόπον ὅτε ἔπρεπε, δὲν εἶσθε ἀκόμη εἰς θέσιν νὰ εἴπητε σταθερῶς καὶ ἀμετακλήτως, ὅτι θὰ πολεμήσητε, μὴ προβῆτε ἀποτόμως εἰς τὸ ἔσχατον τοῦτο μέτρον. Ἀλλ’ ἂν φθάσητε ἕως ἐκεῖ, ὀφείλετε νὰ προχωρήσητε, νὰ παύσητε τὰς συναλλαγὰς, ν’ ἀναστείλητε τὰς προθεσμίας ἐμπορικὰς τε καὶ δικαστικὰς, καὶ νὰ μὴ ζητῆτε φόρους, ἀφοῦ δὲν θὰ ἔχητε χεῖρας, αἵτινες νὰ τοὺς παραγάγωσι. Τίς θὰ σᾶς πληρώσῃ τὸν φόρον τὸν ποιμνιακὸν, τὸν ἔγγειον, τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων, τὸν φόρον ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς τῆς σταφίδος, ἀφοῦ δὲ, θὰ ἔχητε οὔτε ποίμνια, οὔτε δημητριακοὺς καρποὺς, οὔτε ἐπιτηδευματίας, οὔτε χεῖρας πρὸς καλλιέργειαν καὶ συλλογὴν τῆς σταφίδος; Εἶναι βέβαιον λοιπὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἂν θέλῃ, δύναται, δυνάμει τῶν κειμένων νόμων, νὰ καλέσῃ ὑπὸ τὰ ὅπλα καὶ τοὺς ἀπαλλαγέντας. Ἀφοῦ τοῦτο δύναται, διατί ἆρά γε ὑπέβαλε τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον; Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τοῦτο ἔπραξε διὰ δύο λόγους· ά) Διότι συναισθάνεται τὸ λάθος, εἰς ὃ ὑπέπεσεν ὑποστηρίξασα, ἐναντίον τῶν διαμαρτυρήσεων ἡμῶν, τὴν παραπομπὴν τῆς ἐκδικάσεως τῶν ἀπαλλαγῶν εἰς τὰ στρατολογικὰ συμβούλια, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ ἐντίμου κ. Μαυρομιχάλη, διὰ τῶν πραγμάτων ἀπέδειξαν, ὅτι ἦσαν ἀκατάλληλα διὰ τοιαύτην ἐργασίαν.
§96ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶπον, ὅτι ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ ἐξασκήσω ἔλεγχον ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν στρατολογικῶν συμβουλίων.
§97ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἐπολεμήσατε τὴν ἐξακολούθησιν τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐνταῦθα, ἥτις οὐδὲν εἰς οὐδένα ἀδίκημα ἐπροξένησε. Καὶ τώρα λοιπὸν, διότι ἔπταισαν κατά τι τὰ συμβούλια, εἶναι δίκαιον νὰ ἐπιπέσῃ τὸ βάρος ἐπὶ τῶν νομίμως ἀπαλλαγέντων; Εἶναι δίκαιον νὰ θέλητε νὰ ἐπανορθώσητε διὰ νόμου τὰς νομίμους συνεπείας ἑτέρου ἐπίσης νόμου, ὅστις διατελεῖ ἐν ἰσχύϊ; β) Διὰ ν’ ἀποβάλῃ τὴν εὐθύνην, μὴ ἔχουσα τὴν τόλμην ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὰς περιστάσεις, διότι αἰσθάνεται τὴν θέσιν της, διότι αἰσθάνεται, ὅτι εἶναι Κυβέρνησις τῆς ἀνάγκης, τῆς ἀνοχῆς, τῆς μειονοψηφίας, καὶ μεθ’ ὅλας τὰς καυχήσεις τοῦ κ. προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ζητεῖ ν’ ἀντλήσῃ δυνάμεις, τῶν ὁποίων στερεῖται. Ἐνταῦθα τοῦ λόγου γενόμενος, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν, χωρὶς ν’ ἀξιῶ νὰ ἐγείρω ζητήματα, ὁποῖον τὸ φρόνημά μου περὶ τῆς ἐν τῇ Βουλῇ καταστάσεως τῶν πραγμάτων καὶ περὶ τῶν καθηκόντων ἡμῶν, διότι νομίζω, ὅτι, ἀφοῦ οὕτως αἰσθάνομαι, δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ μὴ κάμω καὶ περὶ τούτων λόγον. Συνεχῶς, κύριοι, μετὰ θυμοῦ ὁμιλεῖ ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ πέρυσιν, ἀποτεινόμενος πρὸς ἡμᾶς τοὺς νεωτέρους, μᾶς ἔλεγε «πῶς νεήλυδες εἰς τὴν Βουλὴν ἔρχεσθε σεῖς νὰ ὑβρίζητε οὕτως ἐλαφρῶς ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἐγηράσαμεν ὑπηρετοῦντες τὴν πατρίδα;» καὶ τοὺς λόγους τούτους ἀπήγγειλε μετὰ τοῦ αὐτοῦ ἐκείνου θυμοῦ, μεθ’ οὗ καὶ προχθὲς ὡμίλει, λησμονήσας τὴν σύνεσιν καὶ τὴν μετριοπάθειαν, τὴν ὁποίαν συχνὰ πυκνὰ μᾶς συνιστᾷ, ἀπομιμούμενος δὲ μόνον τὴν Μήδειαν, ἡ ὁποία εἶπεν: «Οἶδα μὲν οἷα μέλλω δρᾷν κακά, θυμὸς δὲ μείζων τῶν ἐμῶν βουλευμάτων.» Δὲν εἶμαι ἐγὼ, ὅστις θ’ ἀρνηθῶ οὔτε τὸ ὀφειλόμενον σέβας πρὸς τὰ πρόσωπα, οὔτε τὸν δίκαιον ἔπαινον εἰς τὰς πράξεις αὐτῶν. Ἀλλὰ μή τις ἐκλάβῃ, ὅτι ἐνταῦθα, χάριν τῶν προσώπων, δυνάμεθα νὰ καταπνίξωμεν τὸ αἴσθημα τῆς καρδίας μας καὶ τὴν φωνὴν τῆς συνειδήσεώς μας, ἀφοῦ ἔχομεν τὴν ἱερὰν ἐντολὴν ν’ ἀποφασίσωμεν περὶ ἱερῶν καὶ ὁσίων, ἐκ δὲ τῆς ἀποφάσεως ἡμῶν ταύτης ἐξαρτᾶται τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τῆς πατρίδος. Ὅταν γίνεται λόγος περὶ εὐθύνης, τὸ ζήτημα εἶναι καθαρόν. Ἡ Βουλὴ καλεῖται νὰ ἐνασκήσῃ τὸ ὕψιστον τῶν δικαιωμάτων της, ὑποβάλλουσα εἰς αὐστηρὸν ἔλεγχον τὴν ἐσωτερικὴν καὶ ἐξωτερικὴν πολιτικὴν καὶ ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκδηλοῦσα τὸ φρόνημά της. Τὸ ζήτημα εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐξεγείρουσι τὰ πάθη. Ἀλλ’, ὡς εἶπεν ὁ Μοντέσκιος, τὸ πάθος αἰσθάνεται καὶ δὲν βλέπει· ἂς τὸ ἀποβάλωμεν λοιπὸν ἐκεῖθεν, ὅπου ἡ συνείδησις καὶ ὁ λόγος δύνανται νὰ ὁμιλῶσι μετ’ αὐθεντίας. Ἀπέναντι ζητήματος ἱεροῦ, ἂς πιέσωμεν τὴν καρδίαν μας. Σκοπός μας εἶναι νὰ πείσωμεν, καὶ οὐχὶ νὰ προκαλέσωμεν τὴν ἀγανάκτησιν ἐν ταῖς ψυχαῖς. Πολλάκις ἐῤῥέθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τὰ κόμματα παρεμποδίζουσι τὴν ἀνάπτυξιν κοινοῦ φρονήματος, ὅτι οἱ δεσμοὶ, δι’ ὧν συνέχονται, εἰσὶ δεσμοὶ ταπεινωτικοί. Ἀλλὰ, κύριοι, ὁ διὰ τοῦ λόγου, τῶν παραδειγμάτων καὶ τῆς πείρας βαθμηδὸν φωτιζόμενος νοῦς, ἡ μόρφωσις τοιουτοτρόπως ἁγνῆς καὶ καθαρᾶς συνειδήσεως, ὀρθὴ κρίσις, σχηματιζομένη ἐκ τῆς πείρας, ἡ διὰ τοῦ τύπου διάδοσις ἀληθῶν καὶ ὑγιῶν ἰδεῶν, ὁ ὀρθὸς λόγος μὲ μόνην τὴν γοητείαν του, μὲ μόνην τὴν δύναμίν του, θέλουσι φέρει εἰς τὸν ἀγαθὸν ἡμῶν σκοπὸν, τὴν μόρφωσιν ἰσχυροῦ καὶ ἐπιβλητικοῦ κοινοῦ φρονήματος. Ἀλλὰ λέγων κόμματα, ἐννοῶ μερίδας πολιτικάς, ἰδίας ἀρχὰς καὶ πεποιθήσεις ἐχούσας, καὶ οὐχὶ φατρίας εἰς τὴν ἰδιοτέλειαν καὶ τὸ ἀτομικὸν ἑκάστοτε συμφέρον ἀποβλεπούσας. Ἐῤῥέθη ἐπίσης καὶ ὑπεστηρίχθη διὰ τοῦ πεπειραμένου καλάμου τοῦ συντάκτου πρωϊνῆς ἐφημερίδος, ἀντιπροσωπευούσης τὸ φρόνημα ἐπιφανοῦς μέλους τοῦ κοινοβουλίου, ὅτι ἡ ὕπαρξις δύο μόνον κομμάτων εἶναι ἐπιβλαβὴς καὶ καταστρεπτικὴ, ὑπεστηρίχθη μάλιστα τοῦτο καὶ διὰ παραδειγμάτων εἰλημμένων ἐκ τῆς παγκοσμίου ἱστορίας. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς θεωρίας ταύτης, διότι δὲν εἶναι τοῦ παρόντος καιροῦ· θέλω μόνον νὰ σημειώσω τὸ γεγονὸς, ἵνα ἐπ’ αὐτοῦ θέσω τὴν πρώτην βάσιν τῆς ὁμιλίας μου. Ἐρωτῶ λοιπὸν, κατόπιν τῆς δηλώσεως, ὅτι καὶ τρίτον ἐσχηματίσθη κόμμα, εἶναι ἡ Κυβέρνησις τοιαύτη, οἵαν ἀπαιτοῦσιν αἱ περιστάσεις; καὶ εἰς τοιαύτην Κυβέρνησιν, Κυβέρνησιν μὴ ὑποστηριζομένην εἰλικρινῶς καὶ ἀνεπιφυλάκτως ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ κοινοβουλίου, δύνασθε νὰ ἐμπιστευθῆτε τὴν διαχείρισιν τοῦ χρήματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ λαοῦ; Καὶ χωρὶς ν’ ἀμφισβητήσω τὰ προσόντα τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, δὲν φρονεῖτε, ὅτι, ἀφ’ ἧς ἐγνώσθη ὁ σχηματισμὸς ἑτέρου κόμματος οὐχὶ φίλα φρονοῦντος τῇ κυβερνήσει, καὶ καθὼς κατεμερίσθησαν αἱ δυνάμεις ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν φρονεῖτε, λέγω, ὅτι Κυβέρνησις κοινοβουλευτικὴ δὲν ὑφίσταται; Καὶ ὑπὸ τοιούτους ὅρους εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαχθῶσι τὰ μεγάλα ζητήματα, ἅτινα μᾶς ἐπασχολοῦσιν; Ὁ καιρὸς ἐπείγει, κύριοι βουλευταὶ, τὰ συμβεβηκότα ἐπέρχονται ἀλλεπάλληλα, καὶ πρέπει τέλος πάντων νὰ ὑπάρξῃ μία Κυβέρνησις, οὐχὶ Κυβέρνησις ταλαντευομένη, ἀλλὰ Κυβέρνησις ἰσχυρὰ καὶ ἀνάλογος τῶν περιστάσεων, καὶ περὶ τούτου εἴχομεν πρωτίστως καθῆκον νὰ μεριμνήσωμεν ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ. Δὲν δύναμαι οὔτε πρέπον εἶναι νὰ ἐξετάσω σήμερον τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Λόγοι ὑπερτάτων συμφερόντων, πρὸς ἃ εἰσὶν ἐστραμμένα ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδία ἡμῶν, ἐπιβάλλουσι τὴν σιωπήν. Ὁ ἔλεγχος δὲν παραγράφεται, ἂν ἀναβάλωμεν αὐτὸν εἰς ἄλλους καιροὺς, καὶ θὰ τὸ πράξωμεν, ἀπέναντι οἱουδήποτε, μὲ τὸ θάῤῥος ἐκεῖνο, ὅπερ ἁρμόζει εἰς ἄνδρας ἐλευθέρας πολιτείας, διότι οὕτω τοὐλάχιστον ἐγὼ αἰσθάνομαι, καὶ δὲν πιστεύω νὰ εὑρεθῇ τις, ὅστις θέλει μοῦ ἀρνηθῆ, ὅτι ἔχω ἀκέραιον τὸ φρόνημά μου καὶ ἀνεξάρτητον τὴν συνείδησίν μου. Ἡ ἐσωτερικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ἄλλως τε, γνωστή. Εἶναι ἡ πολιτικὴ τοῦ «μὴ χάνεσαι», εἶναι πολιτικὴ, ἥτις οὐδέποτε ἠθέλησε ν’ ἀνομολογήσῃ τὰς πλάνας αὑτῆς, διότι οὐδέποτε ἀνῆλθεν εἰς τὸ ὕψος ἐκεῖνο, εἰς ὃ ἀνυψώθη ὁ μέγας τῆς ἐποχῆς στρατηγὸς Γρὰντ, ὅστις ἐπισήμως ἐνώπιον τῆς ἀντιπροσωπείας τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν ἀνωμολόγει τῷ 1877 τὰς ἑαυτοῦ πλάνας. Τοιαύτη ὑπῆρξεν ἀνέκαθεν ἡ πεποίθησίς μου περὶ τῆς τοιαύτης πολιτικῆς. Ἑπομένως, κύριοι, οὐδεμίαν πρόοδον δύνασθε νὰ ἐλπίζητε παρ’ αὐτῆς. Μὴ περιμένετε νὰ ἴδητε προαγομένην οὔτε τὴν ἠθικὴν τοῦ λαοῦ μόρφωσιν, οὔτε τὴν ὑλικὴν αὐτοῦ εὐημερίαν. Λόγους κενοὺς, λόγους πομπώδεις θ’ ἀκούσητε, ἀλλὰ δὲν θὰ ἴδητε καὶ ἔργα ἀνάλογα τῶν ὑποσχέσεων. Σᾶς λέγουν, ὅτι τοὺς προσβάλλετε, ὅτι αἱ κατηγορίαι σας εἰσὶν ἀόριστοι καὶ ἄνευ ἀξίας, ἀλλὰ λησμονοῦν, ὅτι ἐδῶ δὲν ἤλθομεν οὔτε διὰ νὰ ἐπαινῶμεν, οὔτε διὰ νὰ εἰσάγωμεν καθ’ ἑκάστην κατηγορητήρια. Ἐδῶ καλούμεθα, εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ μεταφέρωμεν τὰς γενικὰς ἡμῶν ἐντυπώσεις περὶ τῶν καθ’ ὅλου καὶ κατὰ μέρος ἐνεργειῶν τῆς κυβερνήσεως, ἵνα μετὰ παῤῥησίας ἐκφράζωμεν τὸ φρόνημά μας. Τὸ σπουδαιότερον μέλημα τῆς Κυβερνήσεως εἶνε καὶ πρέπει νὰ ἦναι ὁ τρόπος τῆς φορολογίας τοῦ λαοῦ, ἡ δὲ μεγαλειτέρα ἱκανότης αὐτῆς συνίσταται εἰς τὸ νὰ κατανοήσῃ ἂν ἡ ἐθνικὴ συνείδησις ἦναι προητοιμασμένη νὰ δεχθῇ τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα προτίθεται νὰ ἐπιβάλῃ εἰς αὐτήν. Καὶ ἐν τούτοις, ἐκ τῶν δύο σπουδαιοτέρων νομοσχεδίων της, τὸ μὲν περὶ τῆς ἐγγείου φορολογίας ἀπέσυρε, τὸ δὲ περὶ φορολογίας ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ δὲν ἐτόλμησε νὰ τὸ ὑποβάλῃ ὡς εἶχε. Ποία δὲ ἡ κατάστασις τοῦ τόπου οἰκονομικῶς, ποία ἡ θέσις τῆς ἀγορᾶς; Μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ φοβεροῦ δανείου τῶν 120 ἑκατομμυρίων δὲν κατώρθωσεν εἰσέτι νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν προκαταβολήν, πρό τινων δὲ ἡμερῶν τοιαύτη διατάραξις ὑπῆρχεν εἰς τὰς ἀξίας, ὥστε τὸ μὲν ναπολεόνιον εἶχε φθάσει εἰς τὰς δρ. 24,60, τὸ δὲ συνάλλαγμα εἰς τὰς 30,50. Ἐκ τούτου δὲ ἡ Κυβέρνησις, ἵνα σταματήσῃ ἐπ’ ὀλίγον τὴν κατ’ αὐτῆς αὔξουσαν ὁσημέραι ἀγανάκτησιν τοῦ κοινοῦ, ἐπώλησε τὸ φράγκον διὰ τῆς τραπέζης πρὸς 1,20. Καὶ διατί ταῦτα; διότι, ἀντὶ νὰ προϋπολογίσῃ καλῶς τὰ ποσὰ, ὧν εἶχε χρείαν, πρὸς διεκπεραίωσιν τοῦ μεγάλου ἔργου, καὶ νὰ χορηγήσῃ εἰς τὰς τραπέζας ὀλιγώτερα τῶν ὅσα ἠναγκάσθη κατόπιν, πρὸς βλάβην τῆς τε ἀξιοπρεπείας της καὶ τοῦ συμφέροντος τοῦ κράτους, νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν ὁμάδα τοῦ κ. Συγγροῦ, ἀντὶ παραλαμβάνουσα καὶ τὴν Πιστωτικὴν, ἥτις διὰ τῶν σχέσεών της καὶ τῶν κεφαλαίων της κατέλαβεν ἐξέχουσαν θέσιν ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν, νὰ λάβῃ καὶ παρ’ αὐτῆς τὸ ἀναγκαῖον ποσὸν, ἐπροτίμησε νὰ συμβληθῇ μετ’ ἄλλων, χορηγοῦσα αὐτοῖς ἐγγυήσεις καὶ ὅρους βαρυτάτους. Τί δ’ ἐπράξατε διὰ τὴν συγκοινωνίαν τῆς χώρας; Καθ’ ἑκάστην, ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς συνόδου, δὲν ἀκούομεν τοὺς κυρίους βουλευτὰς παραπονουμένους περὶ τοῦ θέματος τούτου;
§98ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ τοῦ ἀντικειμένου σας;
§99ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ναὶ, βεβαίως. Γνώρισμα κυριώτατον τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν εἶνε ὁ ἔλεγχος. Τοῦ δικαιώματος καὶ τοῦ καθήκοντος τούτου μετὰ ζήλου ποιοῦνται χρῆσιν ἅπαντα τὰ κοινοβούλια τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου. Στιγμὴ δὲ καταλληλοτέρα πρὸς τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν εἶνε, φρονῶ, ὅταν ἡ ὑπεύθυνος κυβέρνησις ζητῇ διὰ τῶν προτάσεών της νὰ τῇ ἐπιτραπῇ νὰ διαχειρισθῇ τὸν φόρον τοῦ χρήματος καὶ τὸν φόρον τοῦ αἵματος. Καὶ δὲν ἔχω δικαίωμα, φρονεῖτε, νὰ ὁμιλήσω ὡς ὁμιλῶ, ἀφοῦ πρόκειται περὶ τοῦ φόρου τοῦ αἵματος τοῦ λαοῦ; (χειροκροτήματα). Τί ἔπραξεν, ἐξακολουθῶ, ἡ Κυβέρνησις περὶ τῆς συγκοινωνίας τῆς χώρας; Μᾶς ἔφερε τελευταίως μίαν σύμβασιν περὶ μελέτης σιδηροδρόμων. Ἀλλὰ τίς δύναται, κύριοι, ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἀνάγκην τῆς τοιαύτης μελέτης; τίς ἤθελεν ἀρνηθῆ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τὴν πίστωσιν ταύτην, ἂν σπουδαίως ἐφρόνει, ὅτι ἔπρεπε νὰ γένηται ἡ τοιαύτη μελέτη; καὶ πῶς δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι σπουδαίως τοῦτο ἐφρόνει, ἀφοῦ γνωρίζομεν, ὅτι οὔτε εἰς αὐτὴν τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπεβλήθη ἡ σύμβασις αὕτη; Ἀλλὰ μετὰ τρεῖς ὅλους μῆνας, καὶ περὶ τὸ τέλος τῶν ἐργασιῶν μας, ἔρχεται ὁ κ. ὑπουργός, καὶ μᾶς ἀναγγέλλει τὸ εὐχάριστον γεγονός, ὅτι τέλος πάντων ἀπεφάσισε νὰ κατασκευάσῃ σιδηροδρόμους, διὰ νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι καὶ περὶ συγκοινωνίας ἐμερίμνησε. Καὶ δὲν εἶνε κατάρα διὰ τὸν τόπον ἡ τοιαύτη τῶν κυβερνώντων αὐτὸν ἀβελτηρία; Καὶ τίς, κύριοι, δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἴδῃ τὸν τόπον ἡμῶν διασχιζόμενον ὑπὸ σιδηροδρόμων; Μήπως δὲν ἀνήκω εἰς ἐπαρχίαν, δι’ ἣν τὸ ζήτημα τοῦτο εἶνε ζωτικὸν, μήπως δὲν ἀνήκω εἰς πόλιν, ἥτις τὰ μέγιστα ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς συγκοινωνίας, πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ ἐν αὐτῇ καὶ δι’ αὐτῆς ἐνεργουμένου μεγάλου ἐμπορίου; Μήπως δὲν εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν, οἵτινες πέρυσιν ὑπεβάλομεν καὶ ψήφισμα τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Πατρέων, καὶ ἀναφορὰς φερούσας τὰς ὑπογραφὰς πολλῶν χιλιάδων κατοίκων τῶν μερῶν ἐκείνων, δι’ ὧν προσεφέροντο νὰ ὑποστῶσι πάντα τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἀπαιτηθῆ ἀπὸ αὐτούς; Ἀλλ’ ἡ σύμβασις, ὡς ὑπεβλήθη, δὲν πληροῖ τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ζητεῖται ἡ πίστωσις. Ἡ σύμβασις εἶναι ἄχρηστος, βλαβερά, μετὰ δὲ τὰς μελέτας, ἃς ὑπόσχονται, θὰ εὑρεθῶμεν πάλιν εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον, εἰς τὸ σκότος. Δὲν λέγω τι διὰ τὴν γεωργίαν. Δι’ αὐτὴν ἐγένετο πέρυσιν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ, καὶ ἀρκούντως ἀνεκουφίσθησαν τὰ βάρη αὐτῆς. Καὶ ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ τούτου, δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω, ὅτι, μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου φορολογικοῦ συστήματος, περιῆλθον τὴν ἐπαρχίαν μου καὶ τὸ πεδινὸν μέρος τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας καὶ εὗρον ὄχι πλέον τοὺς μεγάλους ἰδιοκτήτας, ἀλλὰ τὴν μικρὰν γεωργικὴν τάξιν λίαν εὐχαριστημένην καὶ εὐγνωμονοῦσαν. Δυνατὸν οἱ μεγάλοι κτηματίαι νὰ ὠφελήθησαν πλειότερον, εἶναι ὅμως ἀναντίῤῥητον, ὅτι ἡ μικρὰ τῶν γεωργῶν τάξις, ἡ τάξις ἐκείνη, ἣν εἴχομεν πρὸ ὀφθαλμῶν ν’ ἀνακουφίσωμεν, ἀνεκουφίσθη. Οὐδὲν ἀπολύτως ἐπιχείρημα δύναται νὰ διασείσῃ τὴν ἀκρίβειαν τῶν λόγων μου τούτων. Ἀλλὰ παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς γεωργίας ἵσταται ἡ βιομηχανία, ἡ ὑποστήριξις καὶ ἀνάπτυξις τῆς ὁποίας ἀποτελεῖ τὴν κυρίαν βάσιν τῆς εὐημερίας καὶ τοῦ πλούτου πάσης εὐνομουμένης πολιτείας. Τί ἐπράξατε ὑπὲρ αὐτῆς; Οὐδὲν, καθόσον γινώσκω. Ἔχω μάλιστα ἓν παράδειγμα περὶ τοῦ ἐναντίου. Πρὸ καιροῦ ὑπάρχει ἀναφορὰ τῶν ξυλουργῶν Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καὶ Πατρῶν, δι’ ἧς ἐκθέτουσιν, ὅτι ἀδυνατοῦσι νὰ συναγωνισθῶσι πρὸς τὴν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένην κατειργασμένην ξυλείαν, καὶ ζητοῦσι προστασίαν. Τί ἐπράξατε ὑπὲρ αὐτῶν; Ὁ ἐμπορικὸς σύλλογος Πατρῶν, ἀντιπροσωπεύων τὸ σπουδαιότερον μέρος τοῦ ἑλληνικοῦ ἐμπορίου, ὑπέβαλεν ἐπανειλημμένως ἀναφορὰς, δι’ ὧν ἐκθέτει, ὅτι ἡ νόσος ἀνθρακῖτις ἐπαπειλεῖ τὸ σπουδαιότερον προϊόν τοῦ Κράτους, ἐφιστᾷ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ζητεῖ, ἀντὶ μικρᾶς δαπάνης, νὰ μετακαλέσῃ ἐκ Γαλλίας ἐμπειροτέχνην, ἵνα ἴδῃ καὶ γνωμοδοτήσῃ. Τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις; Μᾶς ὑπεσχέθη, ἐζήτησε πίστωσιν, ἥτις ἐδόθη· ἀμφιβάλλω ὅμως ἂν ἐφρόντισε μέχρι τοῦδε. Ποῖον δὲ παράδειγμα σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νόμους δίδει καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος; Ἀκούσατε. Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος κατὰ μῆνα Αὔγουστον, νομίζω, μετὰ τὸ Β. Διάταγμα περὶ ἐπιστρατείας, ἐξέδωκεν ἐγκύκλιον, καθ’ ἣν ἀπηγορεύετο ἡ χειροτονία ἱερέων μὴ ὑπερβάντων τὸ 40 ἔτος, καὶ τοῦτο, ἵνα μὴ ἀπαλλάσσωνται ἐμμέσως οἱ πρὸς στράτευσιν ὑπόχρεοι, ἄγοντες ἡλικίαν μικροτέραν. Ἡ ἐγκύκλιος αὕτη ἐτηρήθη κατὰ γράμμα μέχρι τῆς ἐλεύσεως τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ἔκτοτε δὲ κατηργήθη προφορικῶς, ἡ δὲ Ἱερὰ Σύνοδος προχωρεῖ εἰς χειροτονίας ἱερέων οὐ μόνον κάτω τῶν 40, ἀλλὰ καὶ τῶν 30 ἐτῶν, ἐναντίον καὶ τῆς ἐγκυκλίου αὐτῆς καὶ αὐτῶν τῶν ἱερῶν κανόνων. Εἶπον καὶ πέρυσι δύο λέξεις περὶ ἐκκλησίας, διότι νομίζω, ὅτι δὲν συμφέρει εἰς τὴν πολιτείαν νὰ μένωσι κεναὶ τοὐλάχιστον αἱ μεγαλείτεραι ἐπισκοπικαὶ περιφέρειαι, καὶ νὰ διατελῶμεν ὑπὸ τὸ κράτος καὶ τὴν ἰσχὺν τῶν κατὰ τόπους ἐπιτροπῶν. Εἶπον δύο λέξεις καὶ διὰ τοὺς ἐξορίστους, θεωρήσας, ὅτι δὲν ἥρμοζε πλέον οὔτε εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς ἐκκλησίας, οὔτε εἰς τὴν πολιτείαν νὰ ἐπιμένωσιν εἰς σωματικὰς τιμωρίας διὰ ζητήματα συνειδήσεως. Εἷς φίλος μου, τῆς δεξιᾶς πτέρυγος, μὲ διέκοψε καὶ μὲ ἠρώτησεν ἂν τυγχάνω ὢν ὀπαδὸς τῶν νέων δογμάτων. Δὲν ἤμην ὑπόχρεως νὰ ἐξομολογηθῶ πρὸς τὸν φίλον μου· οὐχ ἧττον ὅμως, ἂν αἱ παρατηρήσεις, ἃς ποιοῦμαι καὶ ἤδη, τὸν ἐνισχύσωσιν εἰς τὴν περὶ ἐμοῦ ἰδέαν του, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ ἀπαντήσω, ὅτι ἀδιαφορῶ ἐντελῶς. Ἐγὼ ἐγεννήθην, ἐξεπαιδεύθην, καὶ ζῶ ἐν Πάτραις, κολακεύομαι δὲ νὰ φρονῶ, ὅτι οἱ συμπολῖταί μου, διὰ τὴν ἐκτίμησιν τῶν ὁποίων μόνον ἐνδιαφέρομαι, γνωρίζουσι καλῶς, ὅτι πάντοτε ἐσεβάσθην τὰ πρὸς τὴν πολιτείαν καὶ τὴν ἐκκλησίαν καθήκοντά μου, καὶ δὲν ἔχω λόγους ἤδη, κατὰ τὸ 40 ἔτος τῆς ἡλικίας μου, νὰ μεταβάλω πεποιθήσεις. Ἐσυνείθισα ὅμως καὶ νὰ λέγω τὴν ἀλήθειαν, ἀδιαφορῶν ἂν πολλάκις δυσαρεστῶ καὶ φίλους, οὓς ὑπολήπτομαι καὶ ἀγαπῶ. Καὶ ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ ἀληθείας, ἐνθυμοῦμαι πάντοτε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦ βήματος εἶπε πρό τινος ὁ καλὸς συνάδελφος κ. Δουζίνας. Τὸ βῆμα τοῦτο εἶναι ἱερὸν, εἶναι βωμὸς, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ἔχει τις προσφορὰν ἁγνοτέραν νὰ προσφέρῃ, εἰμὴ τὴν ἀλήθειαν. Ἡ ἀλήθεια λοιπὸν, ἣν ὀφείλομεν ἀπροκαλύπτως καὶ μετὰ παῤῥησίας νὰ εἴπωμεν, εἶναι ὅτι, ὡς ἤθελεν εἴπει ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Οἰκονόμος, ἡ διέπουσα ἡμᾶς πολιτικὴ, εἶναι τετριμμένη. Ὁ πολὺς κόσμος τοιαύτην ἰδέαν ἔχει, καὶ δὲν εἶναι δίκαιον, χάριν τῆς ἐξουσίας, νὰ λέγωμεν ἐνταῦθα τὰ ἐναντίον. Δὲν ἠξεύρω τὶς θὰ φέρῃ τὸν χρυσοῦν αἰῶνα εἰς τὴν Ἑλλάδα· διαβεβαιῶ μόνον τὸν φίλον κ. Οἰκονόμου, ὅτι δὲν θὰ ἐντραπῶ νὰ παρακολουθήσω μετὰ τυφλῆς ἀφοσιώσεως καὶ τὸν ἄνδρα ἐκεῖνον, ὅστις θὰ δείξῃ διὰ τῶν ἔργων, ὅτι ἔχει νοῦν καὶ θέλησιν, ἵνα μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν ὁδὸν τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς προόδου. Ἂς σπεύδωμεν λοιπὸν βραδέως. Κέρδος δὲ μέγα ἔσται ἡμῖν, ἂν κατορθώσωμεν νὰ εὕρωμεν πρωθυπουργὸν, περὶ οὗ νὰ μὴ λέγωσιν ὅ,τι κατὰ τὸν Erskine May ἔλεγον περὶ τοῦ Chatham, «La seule vue du Cabinet du roi suffit pour l'enivrer, et il sera ainsi jusqu’ à la fin de ses jours», ἤτοι «ἡ μόνη ὄψις τοῦ γραφείου τοῦ βασιλέως ἀρκεῖ νὰ τὸν κατενθουσιάσῃ, καὶ τοιοῦτος ἔσται μέχρι τέλους τῶν ἡμερῶν του.» Ταῦτα, κύριοι, ἐπιτροχάδην ὡς πρὸς τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὡς ἐν παρόδῳ, διότι καὶ ταῦτα ἀρκοῦσιν, ἵνα πείσωσιν ὁποίαν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν δυνάμεθα ν’ ἀπεκδεχώμεθα παρ’ αὐτῆς. Παρῆλθον ἤδη τόσοι μῆνες, καὶ ὁ τόπος δὲν ἔπαυσεν ἀνεχόμενος, συγχωρῶν, ἐπισχύων. Ἑκάστη ἡμέρα ἀριθμεῖ καὶ ἓν λάθος, τὸ ὁποῖον ὁ τόπος συνεχώρει, ἀναμένων τὴν θεραπείαν διὰ τὴν ἐπαύριον, ἥτις ἀνέτελλε μετὰ νέου ἁμαρτήματος. Μᾶς εἴπετε, ὅτι σᾶς γνωρίζομεν—καὶ εἴχομεν τὴν ἁπλότητα νὰ πιστεύσωμεν εἰς τὰς ἐπαγγελίας σας.—Βεβαιώθητε, κύριοι, καὶ τοῦτο λέγω, διότι οὕτως ἔχει, ὅτι ἡ ἀνάῤῥησίς σας εἰς ὑπουργοὺς, ὅτε ἐγένετο, καὶ ὡς ἐγένετο, ἔβλαψε καιρίως τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος. Δὲν θέλω νὰ ἐπανέλθω εἰς ζητήματα τοῦ παρελθόντος· νομίζω ὅμως, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι φρονιμότερον καὶ συμφερώτερον, χάριν τοῦ μεγάλου σκοποῦ, ὑπὲρ οὗ ὅλοι ἀγωνιζόμεθα, καὶ σεῖς, ὅπως καὶ ἡμεῖς, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἡ ἀναλαβοῦσα εὐτόλμως τὴν πολιτικὴν τῆς ἐνεργείας, καὶ ἥτις ὤθησε διὰ μιᾶς τὸ ἔθνος ἐκ τῆς μιᾶς πολιτικῆς εἰς τὴν ἄλλην, ἂν, λέγω, ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐξηκολούθει τὸ ἔργον της, κατὰ τὰς ἰδέας καὶ τὰ σχέδια αὐτῆς. Τοῦτο, κύριοι, ἀναμολογεῖται ἤδη παρ’ ἁπάντων. Ὅτι ἐπῆλθεν ὀπισθοδρόμησις εἰς τὰ πάντα, εἶναι ἐπίσης ἀναντίῤῥητον. Ἀπευθύνομαι εἰς τὴν συνείδησίν σας, καὶ εἰς τὴν φιλοπατρίαν σας, καὶ δὲν δύνασθε νὰ τὸ ἀρνηθῆτε. Ἡ Ἑλλάς, ἡ ὡραία ἡμῶν πατρίς, ἐπικαλεῖται σήμερον τὴν φιλοπατρίαν καὶ σύνεσιν ὅλων ἡμῶν. Ἔχομεν καθῆκον ἱερὸν καὶ ὑποχρέωσιν πρὸς τὰς ἐπερχομένας γενεὰς νὰ φανῶμεν ἄξιοι τῶν πατέρων ἡμῶν. Οἱ καιροὶ ἐπείγουσι καὶ δὲν ἐπιτρέπουσι πλέον ν’ ἁμαρτάνωμεν. Δὲν πρόκειται σήμερον περὶ ἐξουσίας, ἥτις, ὡς ὑποθέτω, ἀντὶ θελγήτρων, βάρη φέρει μεγάλα καὶ εὐθύνας ἀνυπολογίστους. Σήμερον πρόκειται περὶ τῶν ὅλων· ὅθεν καιρὸς νὰ σπουδαιολογήσωμεν. Πάντοτε μὲν, μάλιστα δὲ νῦν, ἐν ᾗ διατελοῦμεν οἰκονομολογικῇ κρίσει, ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἰδεῶν, αἵτινες μᾶς κατέχουσι, καὶ τῶν πόθων, οὓς διεκδικοῦμεν, εἶναι ἀνάγκη κυβερνήσεως, εἴτε ταύτης εἴτε ἄλλης, ἀλλ’ ἰσχυρᾶς καὶ ἀποφασιστικῆς, κυβερνήσεως ἐχούσης τὴν τόλμην ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὰς περιστάσεις, καὶ μετὰ θάῤῥους ἀναλόγου πρὸς τὴν εὐθύνην αὐτῆς νὰ τραπῇ τὴν ὁδὸν, ἥτις ἁρμόζει, νὰ λάβῃ ὁριστικὴν ἀπόφασιν, καὶ νὰ μὴ ἐξακολουθῇ κυμαινομένη, ἀλλὰ συμβουλευομένη τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους, νὰ πολιτευθῇ σταθερῶς ἐπὶ σχεδίου μεμελετημένου. Ἀλλὰ ποία ἡ μέχρι τοῦδε πολιτεία τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ποῦ εὑρισκόμεθα; Εἴπετε, ὅτι θέλετε τὴν ἐπιστρατείαν, θέλετε τὰς παρασκευὰς, ἵνα ἐκτελέσητε καὶ ἀκούσῃς τῆς Εὐρώπης τὸ βούλευμα τῆς συνδιασκέψεως τοῦ Βερολίνου. Ἐνῷ ταῦτα εἴπετε, δὲν ἐσκέφθητε σπουδαίως περὶ πολέμου, καὶ ἰδοὺ διατί σήμερον, ὅτε πλησιάζει ἴσως ἡ ἐνέργεια, διατελοῦμεν ἐν καταστάσει γνωστῇ τοῖς πᾶσι. Δὲν ἀρνοῦμαι τὴν φιλοπατρίαν σας, διότι δὲν παραδέχομαι, ὅτι ὁ πατριωτισμὸς εἶναι μονοπώλιον οὐδενὸς, ἀλλ’ ἀρνοῦμαι, ὅτι ἐπράξατε ὅσα ἔπρεπε νὰ πράξητε, καὶ ἰσχυρίζομαι, ὅτι παρῆλθον τόσοι μῆνες χωρὶς ν’ ἀναπτύξητε τὴν δραστηριότητα ἐκείνην, ἥτις ἁρμόζει εἰς τοιαύτας περιστάσεις, ἵνα πείσητε τὸν ἀτυχῆ λαὸν, τὸν ὁποῖον κυβερνᾶτε, ὅτι τέλος πάντων ἐτράπητε ἀμετακλήτως τὴν ὑπὸ τῆς τιμῆς καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους ἐπιβαλλομένην ὁδόν. Οἱ πάντες ἀμφιβάλλουσιν, οἱ πάντες διστάζουσι. Καὶ δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς φέρω ἄλλα παραδείγματα. Ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου, φίλος συνάδελφος, στρατιωτικὸς ἐκ τῶν διακεκριμένων, δὲν ἐπείσθη ἀκόμη, σᾶς εἶπεν, ὅτι θὰ πολεμήσωμεν, καὶ διὰ τοῦτο οἱ ἐκ τῶν βουλευτῶν στρατιωτικοὶ δὲν προσῆλθον ἀκόμη εἰς τὰς τάξεις των. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡμεῖς αὐτοὶ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ δὲν ἐπείσθημεν εἰσέτι περὶ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, πῶς θέλετε νὰ πεισθῇ ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία περὶ τῶν πολεμικῶν σχεδίων σας; Καὶ δὲν λέγω, κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ πολεμήσωμεν. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ ἁρμόδιος, ἵνα λύσω τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐξ οὗ κρέμαται τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τοῦ δυστήνου τούτου τόπου· τὸ ζήτημα τοῦτο ἀνήκει εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ σᾶς ὑπέδειξε τὸν πόλεμον. Τὸν πόλεμον δὲν κηρύσσει ἡ Βουλή· τὸν πόλεμον κηρύσσει ὁ Βασιλεὺς, καὶ ἡ ὑπεύθυνος Κυβέρνησις, ἡ δὲ Βουλὴ χορηγεῖ τὰ μέσα, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ γείνῃ ὁ πόλεμος. Σεῖς λοιπὸν τὰ ἐχορηγήσατε ἐπιψηφίσαντες τὸν προϋπολογισμόν· ἀλλὰ διὰ νὰ ψηφίσητε τοιοῦτον προϋπολογισμὸν, δὲν ἐδικαιοῦσθε νὰ ἐρωτήσητε, μὰ, τέλος πάντων, ποῦ εὑρισκόμεθα διπλωματικῶς, ποῦ τὰ ἔγγραφα, τῶν ὁποίων πρὸ τόσου καιροῦ τὴν κατάθεσιν ἐζήτησεν ὁ ἐξ Αἰγίου βουλευτὴς κ. Μεσσηνέζης; Στὰ τυφλὰ λοιπὸν, ὡς λέγουσι, θέλετε νὰ σᾶς δώσωμεν τὴν ἄδειαν νὰ δαπανήσητε ἑκατομμύρια, νὰ χύσητε ἴσως τὸ αἷμα τῶν συμπολιτῶν μας, καὶ νὰ ἀπέλθωμεν εἰς τὰς ἑστίας μας, χωρὶς νὰ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ φωτίσωμεν τοὺς ἐντολεῖς μας; Δὲν γνωρίζω τὶ θ’ ἀποφασίσωμεν, τοῦτο μόνον λέγω, ὅτι πᾶσα ἀπόφασις ἡμῶν, διὰ νὰ ᾖναι λελογισμένη, συνετὴ καὶ εὐσυνείδητος, δέον νὰ γνωρίζωμεν τὰ πάντα. Εἴτε εἰρήνην θὰ κλείσητε, εἴτε πόλεμον θὰ ἐπιχειρήσητε, θὰ τὸ πράξητε ἐν ἀπουσίᾳ ἡμῶν, καὶ διὰ νὰ ἔχωμεν τὴν συνείδησίν μας ἀνεπαυμένην, ὅτι ἐξεπληρώσαμεν τὸ καθῆκόν μας, πρέπει ἐν γνώσει τῶν πάντων, τώρα, ὅτε εἶναι ἀκόμη καιρὸς, ν’ ἀποφανθῶμεν. Μὴ σᾶς τρομάζῃ ἡ ἀμφιταλαντευομένη Εὐρώπη. Ἡ διπλωματία ἔχει τὰ ἐλατήριά της· αὐτὴ μᾶς ἐθυσίασε τῷ 1830, ἀλλὰ σήμερον θὰ μᾶς σώσῃ. Δὲν τὸ λέγω ἐγώ, τὸ εἶπον τόσοι καὶ τόσοι ἔξοχοι ἄνδρες τῆς Εὐρώπης καὶ ἀπὸ τοῦ ὕψους τῶν κοινοβουλίων καὶ διὰ τοῦ τύπου, ὅτι ἡ Εὐρώπη ὀφείλει, ἐν ὀνόματι τῆς τιμῆς της καὶ τῆς δόξης αὐτῆς, ἐν ὀνόματι τῶν συμφερόντων αὐτῆς καὶ τῆς αἰωνίου δικαιοσύνης, ἐν ὀνόματι τέλος τῆς ἐλευθερίας, ἥτις ἂν δὲν ᾖναι ἴση πρὸς ὅλους, δὲν εἶναι, κατὰ τὸν Κικέρωνα, ἐλευθερία, ὀφείλει, λέγω, νὰ βοηθήσῃ τὴν Ἑλλάδα, ἵνα ἐξακολουθήσῃ τὸ ἀρξάμενον ἔργον της, νὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς τοὺς ὑπὸ δουλείαν διατελοῦντας τὴν ἀκεραιότητα τῆς ἀνεξαρτησίας των, καὶ νὰ υἱοθετήσῃ μεθ’ ὑπερηφανείας τὴν νέαν αὑτῶν ἐθνικότητα, ἀφοῦ ἐπείσθη, ὡς ἐπανειλημμένως ἀνεκήρυξεν ἐν Βερολίνῳ, ὅτι ἡ ἐθνικότης εἶναι διὰ τοὺς λαοὺς ὅ,τι ἡ συνείδησις διὰ τὸ ἄτομον. Δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐξέλθῃ τὸ ξῖφος ἐκ τῆς θήκης, διότι γνωρίζει, ὅτι, ἅπαξ ἀνασυρόμενον, δὲν θέλει εἰσέλθει πρὶν ἐγγράψῃ ἐν τῷ κώδικι τῶν λαῶν τὴν ἀπελευθέρωσίν των, καὶ ἐξασφαλίσῃ διὰ παντὸς τὴν ἐξωτερικὴν ἀνεξαρτησίαν των καὶ ἐσωτερικὴν αὐτῶν ἐλευθερίαν. Καὶ ἄλλοτε κατηγόρησαν τὴν Ἑλλάδα, ὅτι οὐδέποτε ἔλαβε τὰ ὅπλα ἐπ’ ἐσχάτων. Καὶ ἦτό πως ἡ κατηγορία ὑποστηρικτέα, ἀφοῦ κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ὅλοι ἐπολέμησαν, καὶ αὐτοὶ οἱ Ζουλού. Ἀλλ’ εὑρέθη εὐγενὴς καρδία, ὁ εὐπατρίδης Ἄγγλος Mahaffy, ὅστις ἐν τῇ συγχρόνῳ ἐπιθεωρήσει τοῦ Λονδίνου ἀνέτρεψεν ἄρδην τὴν αἰτίασιν καὶ τὴν μομφὴν ἐκείνην καὶ ἐδικαιολόγησεν ἡμᾶς ἀρκούντως. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ τύχη τῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς κεῖται σήμερον ἐν ταῖς χερσὶ τῶν ἡγουμένων τῶν μεγάλων δυνάμεων. Καὶ περὶ αὐτῶν ὁ Ὅμηρος θὰ ἔλεγεν: «Ὁρᾷς τὸ σκῆπτρον τουτὶ, φέρουσι δ’ αὐτὸ οἱ Βασιλεῖς ἐν χερσὶν ὡς παρὰ Διὸς εἰληφότες δικάζειν.» Ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀληθές, ὅτι γινώσκουσιν ἄριστα σήμερον μεταξὺ τίνων πρόκειται νὰ δικάσωσιν. Ὁ ἔξοχος οἰκονομολόγος καὶ πρώην ὑπουργὸς τῆς Ἀγγλίας Lowe, καὶ μετ’ αὐτὸν ὁ Savary περιέγραψαν διὰ ζωηροτάτων χρωμάτων τὴν κατάστασιν τῆς Τουρκίας. «Les beaux pays qu'ils habitent, ἔγραψεν ὁ τελευταῖος, n’ ont point adouci la férocité pe leur caractère. La force est leur loi. Le sabre leur justice», ἤτοι «αἱ ὡραῖαι χῶραι, ἃς κατοικοῦσι, δὲν ἐπράϋνον ποσῶς τὴν ἀγριότητα τοῦ χαρακτῆρός των. Ἡ ἰσχὺς εἶναι ὁ νόμος αὐτῶν, καὶ τὸ ξῖφος ἡ δικαιοσύνη.» Ἔκτοτε ἐπείσθη πλέον ἡ δυτικὴ Εὐρώπη περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἀσθενοῦς. Ἀλλ’ ἡ ἐπερχομένη ἑκάστοτε ἀντιζηλία, ἥτις εἶναι παλαιὰ, παρεμποδίζει τὴν ἀναγνώρισιν νέας καταστάσεως πραγμάτων. Αὐτὸς ὁ μισέλλην Ναπολέων ὁ Γʹ ἔν τινι λόγῳ του συνεβούλευσε τὰς δυνάμεις ὡς ἑξῆς· «Εἴθε ἐφεξῆς ἡ ἀντιζηλία τῶν δυνάμεων μὴ ἐμποδίσῃ τὴν Ἀνατολὴν ν’ ἀποτινάξῃ τὴν κόνιν 20 αἰώνων καὶ ν’ ἀναδειχθῇ ἐν τῇ ζωῇ καὶ τῷ πολιτισμῷ.» Ἀλλ’ ἡ ἀντιζηλία αὕτη δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑφισταμένη· διότι ἐπὶ τέλους ὑπάρχει δίκαιον ὑπεράνω ὅλων τῶν δικαίων, δίκαιον ἐξαχθὲν ἐκ τῆς τέφρας, ἔνθα κατέκειτο, δίκαιον ἐγγεγραμμένον ἐν τῷ κώδικι τοῦ ἀνθρωπίνου λόγου «ὅτι πᾶν ἔθνος εἶναι κύριον ἑαυτοῦ.» Οἱ Ῥωμαῖοι νομοδιδάσκαλοι συνεζήτουν περὶ δουλείας, περὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ κυρίου, καὶ περὶ ἀνακουφίσεως τῆς τύχης τῶν δούλων, ὅτε ἡ λέξις ἐλευθερία ἠλέκτρισε τὰ πνεύματα, ἡ δουλεία κατέπεσεν αὐθωρεὶ, καὶ μετ’ αὐτῆς αἱ σοφαὶ συζητήσεις τοῦ Οὐλπιανοῦ καὶ Παπινιανοῦ. Τὸ αὐτὸ συνέβη καὶ διὰ τὴν δουλείαν τῶν λαῶν, ἅμα τὸ πνεῦμα τῆς γαλλικῆς ἐπαναστάσεως κατεκυρίευσε τοῦ κόσμου. Μὴ μᾶς τρομάζουν αἱ φιλοφρονήσεις τῶν Εὐρωπαίων πρὸς τὸν Σουλτάνον, οὔτε ἡ μετ’ ἐπιδείξεως ἀπονομὴ πρὸς αὐτὸν παρασήμων ἀδαμαντοκολλήτων. Ἴσως κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἐμιμήθη καὶ ἐκεῖνος τὸν Ῥισχελιὲ, καὶ ἐνεχυρίασεν αὐτὰ πρὸς συντήρησιν τοῦ χαρεμίου του. «Judas vendit Jesus-Christ et s’ en pendit de rage, Richelieu plus fin que lui, n’ a mis que le Saint-Esgrit en gage.» Ἀπέναντι, λέγω, τῆς ὁμοφώνου τῶν δυνάμεων ἀποφάσεως ἐν Βερολίνῳ, τὰ καθέκαστα δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀπελπίζωσι. Βεβαίως αἱ δυνάμεις ἀπευθύνουσιν, ὡς λέγεται, διότι ἐπισήμως δὲν τὰ γνωρίζομεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησίν μας, συμβουλὰς μετριοπαθείας. Ἡ Γαλλία μάλιστα ἀπὸ τοῦ ὕψους τοῦ Γαλλικοῦ βήματος προὐχώρησε περαιτέρω, συμβουλεύσασα ἡμᾶς ν’ ἀφοπλισθῶμεν ἀμέσως. Ἀλλ’ ἡ Γαλλία, ἡ πατρὶς τοῦ Καρόλου, τοῦ Σατωβριὰντ καὶ τοῦ Οὐγκὼ, διατί μᾶς ἐγκαταλείπει; Ἡ Γαλλία ἔχει πλοῦτον, δύναμιν, μεγαλεῖον, διατί μᾶς ἀποκηρύττει; Ὁποία διαφορὰ ἤθελέ τις εἰπεῖ μεταξὺ τῶν Ἀθηνῶν τοῦ Ἰσοκράτους καὶ τοῦ Ἀριστοτέλους, καὶ τῶν Παρισίων τοῦ St Hilaire. «Οὕτως ἡ πόλις ἡμῶν, ἔλεγεν ὁ Ἰσοκράτης, οὐ μόνον θεοφιλῶς, ἀλλὰ καὶ φιλανθρώπως ἔσχεν, ὥστε κυρία γενομένη τοσούτων ἀγαθῶν, οὐκ ἐφθόνησε τοῖς ἄλλοις, ἀλλ’ ὧν ἔλαβεν ἅπασι μετέδωκεν.» Ἀλλ’ ὄχι! Ἄλλο τι συμβαίνει, ὅπερ δὲν εἶναι ἡμῖν ἐπιτετραμμένον νὰ ἐρευνήσωμεν, οὔτε δυνάμεθα, ὡς ὁ σοφὸς Reinach, ν’ ἀποδώσωμεν τοῦτο εἰς λειποψυχίαν. Ἀλλ’ ὄχι! Ζῇ ἔτι ὁ Βίκτωρ Οὐγκὼ, καὶ μετ’ αὐτοῦ ζῶσιν οἱ Βαδιγκτῶνες, οἱ Φρεσσυνὲ, καὶ ὁ κλεινὸς Γαμβέτας. Δὲν πείθομαι, ὡς καὶ πάντες ἡμεῖς, ὅτι ἡ Γαλλία τοῦ 1881 θ’ ἀπαρνηθῇ τὴν Γαλλίαν τοῦ 1821. Καὶ διὰ τοῦτο μετὰ προσοχῆς καὶ μετ’ εὐγνωμοσύνης ὀφείλομεν πάντοτε ν’ ἀκούωμεν τὰς συμβουλάς της. Καὶ ἂν ἅπασαι αἱ δυνάμεις συνεφώνουν, εἶναι δυνατὸν νὰ συναινέσῃ ὁ ἔξοχος τῆς Ἀγγλίας πολίτης εἰς τὴν ἐξαφάνισιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Βερολίνου; Εἶναι δυνατὸν αἱ ἓξ μεγάλαι δυνάμεις, προβαίνουσαι ἤδη εἰς τὴν ὁριστικὴν διάλυσιν τῆς ἔριδος ἡμῶν πρὸς τὴν Τουρκίαν, νὰ παρίδωσιν ἐντελῶς τὴν θέσιν μας, τὰ δικαιώματά μας, τὰς ἐλπίδας, ἃς ἐπ’ αὐτὰς ἐστηρίξαμεν, τὰς δαπάνας ἡμῶν καὶ τὰς μεγάλας θυσίας; Γνωρίζει ἡ Εὐρώπη, ὅτι οἱ ἀδελφοὶ ἡμῶν, οἱ μεθ’ ἡμῶν ζητοῦντες νὰ ἑνωθῶσιν, ὑποφέρουσι τὰ κακὰ τῆς δουλείας, καὶ δουλείας ἀγρίας· ναὶ, ὑπέκυψαν μέχρι τοῦδε, ἀλλ’ ὑπέκυψαν μετ’ ἀγανακτήσεως, ἐπαναλαμβάνοντες μετὰ τοῦ Ἀλφιέρη, «Siam servi, si, ma servi ognor flementi.» Καὶ δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ ἡ Εὐρώπη, ὅτι οἱ γογγυσμοὶ τῶν πασχόντων κατὰ τῆς σκληρότητος τῶν συγχρόνων θὰ εὕρουν ἐν τῇ ἱστορίᾳ συμπαθῆ ἠχὼ, καὶ ἐκδίκησιν ἐν τῇ θείᾳ καλοκἀγαθίᾳ. Εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ παραδεχθῆτε γενικὴν συνωμοσίαν πρὸς ἐξόντωσιν τῆς Ἑλλάδος; Ἂς ἀναμένωμεν μετὰ θάῤῥους τὴν ὑστάτην ἐτυμηγορίαν τῶν ἰσχυρῶν τοῦ κόσμου. Ἀπέναντι τῆς ὁμοφώνου αὐτῶν προσταγῆς, πῶς θὰ πολιτευθῶμεν; Ἰδοὺ ζήτημα, ὅπερ ὁ ἔντιμος ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴς κ. Σ. Πετιμεζᾶς ἠδύνατο ἀσφαλῶς ν’ ἀποκαλέσῃ ζήτημα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἰδοὺ ζήτημα ὑψίστης σημαντικότητος, οὗτινος τὴν ἐπίλυσιν δὲν δυνάμεθα παρὰ ν’ ἀφήσωμεν εἰς χεῖρας ἐκείνων, οὓς θέλομεν περιβάλει διὰ τῆς ἀπολύτου καὶ ἀνεπιφυλάκτου ἐμπιστοσύνης ἡμῶν. (Ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα.)
§100Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Τί εἶναι αὐτὰ ποῦ κάμνετε; (ποδοκροτήματα.)
§101ΦΙΛΗΜΩΝ. Κύριε πρόεδρε, δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀνέχηται τὰ χειροκροτήματα, ἀλλὰ τὰ ποδοκροτήματα δὲν πρέπει νὰ τὰ ἐπιτρέψητε, ἀπευθυνόμενα κατὰ βουλευτῶν.
§102Σ. ΜΟΝΤΕΣΑΝΤΟΣ. Ὁ Ζερβὸς τὰ ἤθελε καὶ τὰ ἔπαθε.
§103ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, δὲν ἔρχομαι νὰ φέρω εἰς τὸ βῆμα ὑπουργικὸν ζήτημα, οὔτε νομίζω, ὅτι συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως, περὶ ἧς πρόκειται, ἔχει τοιαύτην ἰδιότητα ὑπουργικοῦ ζητήματος. Δὲν εἶναι τουτέστιν ἐξ ἐκείνων τῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας ἐπιψηφίζων τις δεικνύει ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸ ὑφιστάμενον ὑπουργεῖον, ἢ καταψηφίζων δεικνύει ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης· εἶναι ἐκ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐξεταστέον κατὰ τὸ μέτρον τῆς ὑφισταμένης ἀνάγκης, καὶ μᾶλλον πρέπει νὰ σχηματίσῃ τὴν γνώμην ἐὰν ἦνε ἐπωφελὴς ἢ ἐὰν ἦναι ἐπιβλαβὴς ἡ παραδοχὴ τῆς προτάσεως. Τὸ κατ’ ἐμὲ ἐσχημάτισα γνώμην, ὅτι εἶναι ἐπιβλαβὴς καὶ ἀλυσιτελὴς πρὸς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἐγένετο, καὶ τοῦτο ἔρχομαι νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Τὰ ἐπιχειρήματά μου θέλω λάβει ἰδίως ἐκ τοῦ συστήματος, τοῦ ὁποίου εἶναι ἀπόῤῥοια. Εἰσηγάγομεν τὸ σύστημα τῆς γενικῆς στρατολογίας καὶ ἀμέσως ἐν τῇ πρώτῃ ἐφαρμογῇ εὑρέθημεν εἰς ὅλως ἔκτακτον περίστασιν. Ὑπὸ τὸ κράτος αὐτοῦ τοῦ συστήματος ἔγεινε βῆμα τολμηρὸν, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξεν ἡ περίστασις, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἐμφαίνει ἐγκατάλειψιν τοῦ συστήματος τῆς ἰσότητος, ἔδειξε δὲ μέχρι τίνος δύναται νὰ κατασταθῇ χρήσιμος, ὅπως ὑπάρχει, ὁ νόμος τῆς γενικῆς στρατολογίας. Μετὰ τὴν κλῆσιν ἑκάστης ἡλικίας κατ’ ἔτος οἱ γυμναζόμενοι μεταβαίνουσιν εἰς τὴν ἐφεδρείαν. Διὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως ἐκαλέσαμεν 10 ἡλικίας καὶ τὰς ἐγυμνάσαμεν, ὥστε νὰ ἔχωμεν 10 ἡλικίας ἐκγεγυμνασμένων ἐφέδρων εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς. Ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ταύτῃ, ἐνῷ ἐγίνετο λόγος μόνον περὶ ἐκγυμνάσεως, ἐγένετο σκέψις σπουδαία, ὥστε ἡ ἔκτακτος πρόσκλησις νὰ μὴ κατασταθῇ ἐπαχθὴς καὶ ἐκ πρώτης ἀφετηρίας νὰ μὴ ἐξεγείρωμεν τὴν δυσαρέσκειαν τῆς κοινωνίας, ἐπάγοντες εἰς αὐτὴν ἐπιβλαβῆ ἀποτελέσματα. Διὰ τοῦτο ἐξ ἀναλογίας ἐφηρμόσθησαν αἱ ἀπαλλαγαὶ ἐπὶ τῆς ἐπιστρατείας, αἵτινες γίνονται κατὰ τὴν συνήθη κατ’ ἔτος κλήρωσιν. Εἶναι λοιπὸν ἡ ἀπαλλαγὴ ἐφαρμογὴ ἐξ ἀναλογίας καὶ δὲν δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ν’ ἀκολουθήσωμεν αὐτὴν τὴν ἀναλογίαν, ἐνῷ τοὐναντίον ἀντιβαίνει εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου ἡ πρότασις περὶ καταργήσεως τῶν ἀπαλλαγῶν. Ὁ λόγος, ὅστις ὑπηγόρευσεν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τὰς ἀπαλλαγὰς κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τῆς στρατολογίας, ὁ αὐτὸς λόγος καὶ μείζων ἴσως συνηγορεῖ, ὅπως αἱ ἀπαλλαγαὶ διατηρηθῶσι καὶ ἐν τῇ ἐπιστρατείᾳ. Ἐὰν αἱ ἀπαλλαγαὶ ἦναι χρήσιμοι, ἐὰν ὑποδεικνύωνται ἐκ τῆς ἀνάγκης, ὅπως ὁ νόμος μὴ ἀπαντήσῃ δυσκολίαν εἰς τὴν ἐφαρμογήν του καὶ μὴ προσκόψῃ εἰς δικαίαν ἀντίδρασιν, κατὰ μείζονα λόγον καθίσταται ἡ σπουδαιότης τῶν ἀπαλλαγῶν καὶ ἐπὶ τῆς ἐπιστρατείας ὅταν ἀντὶ μιᾶς ἡλικίας καλῶνται 10 συγχρόνως, ὥστε ὑποστηρίζεται οὕτως εἰπεῖν ἡ ἀνάγκη τῶν ἀπαλλαγῶν δεκαπλασίως. Ποία εἶναι ἡ σημασία αὐτῶν τῶν ἀπαλλαγῶν κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο; Γενικὸν εἶναι τὸ χρέος τῆς στρατεύσεως, ἀλλ’ ἐνῷ εἶναι γενικὸν δὲν ἐπιβαρύνει ὅλους ἐξ ἴσου, καὶ ἡ ἀνισότης φέρει εἰς τὴν ἀδικίαν. Δὲν ἐπιβαρύνει ἐξ ἴσου τὴν οἰκογένειαν καθ’ ἣν ὑπάρχουν δύο ἀδελφοὶ καλούμενοι ἀμφότεροι, ἢ καθ’ ἣν καλεῖται εἷς μόνος, ἢ καθ’ ἣν ὑπάρχουν 5 ἀδελφοὶ καλούμενοι καὶ οἱ πέντε. Ἡ ἰσότης ἀπαιτεῖ ἄνευ ἀνάγκης ἐκτάκτου νὰ μὴ ἐπιβάλλωμεν βάρος ἀσυγκρίτως δυσανάλογον πρὸς τὰς δυνάμεις ἑκάστου, ὅταν μάλιστα συνεπάγηται συνεπείας προδήλως καταστρεπτικάς. Αἱ ἀπαλλαγαὶ οὐδένα ἄλλον σκοπὸν ἔχουν ἢ νὰ μὴ προσκολλήσουν μονίμως εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἐκεῖνον, ὅστις δὲν δύναται νὰ προσκολληθῇ ἄνευ ζημίας ἀνυπολογίστου, διότι τυγχάνει ὁ μόνος ἐργαζόμενος ἐν τῇ οἰκογενείᾳ καὶ παρέχων εἰς αὐτὴν τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεως. Ἀλλὰ τάχα πρέπει ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν πλήρη ἰσότητα; Καὶ ἄλλοτε ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ παρατηρήσω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ τηρηθῇ πλήρης ἰσότης ἐν τῇ ἐπιβολῇ φόρων, ἀλλὰ διότι εἶνε ἀδύνατον, διὰ τοῦτο ὁ νομοθέτης πρέπει νὰ ἦναι ἀδυσώπητος; Ὁ νομοθέτης δύναται ἐπὶ τέλους νὰ καλέσῃ καὶ ἐκεῖνον ὅστις εἶναι τὸ μόνον στήριγμα τῆς οἰκογενείας, διότι καὶ αὐτὸς εἶναι στρατιώτης τῆς πατρίδος, ἥτις καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ κινδυνεύει, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἀνάγκῃ, ἐν ὥρᾳ τοῦ ἐσχάτου κινδύνου, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ μόνον ἀρκεῖ νὰ ἐκγυμνάζηται ἐκτὸς τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, μὴ ἀποσπώμενος ὁλοτελῶς ἀπὸ τὰ ἔργα του. Αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημα τῶν ἀπαλλαγῶν. Ἡ ἀπαλλαγὴ δὲν ἐξαιρεῖ τὸν ἔχοντα σωματικὰς δυνάμεις, ἀλλ’ ἀφίνει εἰς τὴν οἰκογένειαν ἐκεῖνον, ὅστις εἶναι τὸ στήριγμα αὐτῆς· ἐνῷ δὲ τὸν ἀφίνει, τὸν προσκαλεῖ εἰς ἐκγύμνασιν, ὥστε ἐν ὥρᾳ πολέμου ὑπάρχει καὶ αὐτὸς στρατιώτης, οὐδὲ στερεῖται ἡ πατρὶς τῆς συνδρομῆς αὐτοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἡμέτερον σύστημα, αὐτὴ εἶναι ἡ οἰκονομία τῶν ἀπαλλαγῶν, καθ’ ἣν ἡ μὲν ὑποχρέωσις στρατεύσεως ἐπεκτείνεται εἰς ὅλους ἄνευ ἐξαιρέσεως, δὲν ἐκτελεῖται ὅμως παρὰ πάντων κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, διότι δι’ ὅλους δὲν ἕπονται αἱ αὐταὶ συνέπειαι. Αὐτὸ τὸ σύστημα πρόκειται σήμερον νὰ ἐγκαταλείψωμεν, νὰ ἐγκαταλείψωμεν δὲ ἄνευ σκοποῦ καὶ ἄνευ ἀνάγκης. Εἶναι μεγάλη διαφορὰ τὸ νὰ προσκαλέσῃ τις πάντας εἰς τὰ ὅπλα ἐν ὥρᾳ πολέμου, ἢ νὰ προσκαλέσῃ αὐτοὺς πρὸ τοῦ πολέμου, ἐνόσῳ αὐτὴ ἡ ἡμέρα εἶναι ἄγνωστος, ἄγνωστον μένει ἐπὶ πόσον δύναται νὰ παραταθῇ αὐτὴ ἡ κατάστασις. Σήμερον εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν εὑρισκόμεθα. Πρόκειται ἀορίστως χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν τὴν ὥραν ἢ τὴν ἡμέραν νὰ προσκαλέσωμεν εἰς τὰ ὅπλα καὶ ἐκείνους, οἵτινες ἀπολαμβάνουσι τὸ εὐεργέτημα τῆς ἀπαλλαγῆς, ὅπως προσαρτηθῶσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἐνῷ δὲν γνωρίζομεν ἐπὶ πόσον μέλλει τοῦτο νὰ διαρκέσῃ. Ἐκ τούτου ποῦ θέλομεν φθάσει; θέλομεν φθάσει εἰς τὴν ἀπαραίτητον συνέπειαν, ὅτι θέλομεν καταστήσει τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου εἰς πολλὰς οἰκογενείας ὅσον οἷόν τε ἐπαχθῆ, καὶ μέχρι τοιαύτης βλάβης, ἥτις δύναται νὰ ἐπαπειλήσῃ τὴν στέρησιν τῶν μέσων τῆς ὑπάρξεως τῶν οἰκογενειῶν. Διατί νὰ πράξωμεν αὐτὸ καὶ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου νὰ προκαλέσωμεν αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα, καὶ νὰ καταστήσωμεν μισητὸν τὸν νόμον, ἐνῷ ἔχομεν συμφέρον νὰ καταστήσωμεν αὐτὸν προσφιλῆ καὶ ἀγαπητὸν εἰς ὅλους; καὶ εἶναι προσφιλὴς διότι οὐδένα, ἀκμαίας ἔχοντα δυνάμεις, ἐξαιρεῖ, διότι εἰς πάντας ἐπιβάλλει τὴν αὐτὴν ὑποχρέωσιν, διότι ἀφαιρεῖ ἐκ τοῦ μέσου ἐκεῖνο τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ἔγεινεν ἄλλοτε διὰ τῆς κατὰ κλῆρον στρατεύσεως, ὥστε τινὲς μόνον ὑπέκειντο κατὰ τὴν δυσμένειαν τῆς τύχης εἰς τὸν δεινὸν τοῦτον φόρον τοῦ αἵματος. Ἐνῷ κατεστήσαμεν τὸν νόμον ἀγαπητὸν εἰς τὸν λαὸν, ὅστις βλέπει, ὅτι καὶ ὁ πλούσιος καὶ ὁ πένης ἐξ ἴσου προσφέρουν αὐτὸν τὸν φόρον, διὰ ποίαν αἰτίαν νὰ ἐπιζητήσωμεν ἐπαχθῆ ἀποτελέσματα, ὥστε νὰ ἐξεγερθῇ δυσμενὴς γνώμη, ἥτις νὰ διασείσῃ αὐτὸ τὸ σύστημα ἐπὶ τέλους; Αὐτὸ τὸ σύστημα, ὅπου ἐφαρμόσθη, ἐφαρμόσθη μετὰ τοιούτων προφυλάξεων· αὗται δὲ αἱ προφυλάξεις εἶναι ἐπίνοια τῆς σοφοτάτης παρατηρήσεως ἐκείνων, οἵτινες ἐδέχθησαν τὴν ἀρχὴν τῆς πανδήμου στρατεύσεως· ἐννόησαν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ φθάσωμεν μέχρι τῶν ἐσχάτων συνεπειῶν, ἑωσοῦ νὰ θεωρήσωμεν τὸ ἄτομον ὡς μηδὲν, ν’ ἀδικοφορήσωμεν περὶ τῆς ὑπάρξεώς του καὶ ν’ ἀμεριμνήσωμεν περὶ αὐτοῦ καὶ τῆς εὐημερίας του ὡς νὰ μὴν ἦτον ἀντικείμενον ἐκτιμήσεως. Ἡ πολιτεία δὲν φθάνει μέχρις αὐτοῦ τοῦ βαθμοῦ. Ὑπάρχει ὅριον τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ πολίτου πρὸς τὴν πολιτείαν, καὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς πολιτείας ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου, καὶ αὐτὸ τὸ ὅριον λήγει ἐκεῖ, ὅπου ἡ ἐκτέλεσις τῆς ὑποχρεώσεως εἶναι ἐξόντωσις. Εἶναι λοιπὸν ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ ἡ τοιαύτη προφύλαξις. Μοὶ φαίνεται παράδοξον πῶς ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ἔφερεν αὐτὴν τὴν πρότασιν ὁμοῦ μετὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κατ’ ἄλλην συζήτησιν, ὅταν ἐγίνετο λόγος περὶ τῆς ἐκδικάσεως τῶν ἀπαλλαγῶν καὶ τῆς αὐστηρότητος τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν καὶ τῆς ἐνδεχομένης ἐπιεικείας, ἐξέθεσε τότε αὐτὴν τὴν ἀρχὴν καὶ ἐζήτησε νὰ δώσωμεν προσοχὴν εἰς αὐτὴν, ἔφερε δὲ ὡς παράδειγμα, ὅτι δῆθεν ἐν Πρωσσίᾳ, διότι ἐφηρμόσθησαν μὲν αὐστηρῶς αὐτοὶ οἱ νόμοι, ἐπέφερε στάσεις καὶ κίνδυνον εἰς τοὺς διοικοῦντας τὸν στρατὸν, καὶ τότε εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τῷ ὑπενθυμίσω, ὅτι τὸ παράδειγμα ἱστορικῶς δὲν ἦτον ἀκριβὲς, καὶ τὸν διέκοψα, διὰ νὰ μὴ παραμορφώνῃ τὴν ἱστορίαν. Οὐδέποτε ἐν Πρωσσίᾳ ἔγεινε στάσις εἰς οὐδεμίαν περίστασιν ὡς ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ τοῦ νόμου, διότι πάντοτε ἐκεῖ ἐτηρήθη μετὰ μεγίστης εὐλαβείας αὐτὸ τὸ ὅριον, τὸ ὁποῖον ἐτηρήθη ἀπ’ ἀρχῆς ἀπὸ τῆς πρώτης ἐφαρμογῆς αὐτοῦ τοῦ συστήματος. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι χρεωστεῖται εἰς τὴν μεγαλεπήβολον ἐπίνοιαν τοῦ Icharnhorst, κατεδείχθη δὲ τί δύναται κατὰ τὴν πάνδημον ἐξέγερσιν ἐν ἔτει 1812 ὅλης τῆς Πρωσσίας, ἀλλ’ ἐν ὥρᾳ πολέμου. Ἐξηγέρθησαν τότε ὅλαι αἱ τάξεις τῆς κοινωνίας μέχρι τοῦ ἐσχάτου ἐργάτου καὶ τοῦ τελευταίου γεωργοῦ, καὶ ἀφῆκαν πάντες τὰ ἄροτρα, ὅπως ἐκστρατεύσωσιν ὄχι μόνον μὲ ὅπλα τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ καὶ μὲ τὰς ἀξίνας. Ἐπῆλθε τῳόντι στάσις ἐν τῷ Πρωσσικῷ στρατῷ, ἀλλ’ ὄχι ἐξ αὐτῆς τῆς αἰτίας, ἐπῆλθεν ἐξ αἰτίας τῶν ταγμάτων τῆς Σαξωνίας, τὰ ὁποῖα δυσανησχέτησαν, ὅτε ὁ βασιλεὺς αὐτῶν, συλληφθεὶς αἰχμάλωτος, ἔμελλε κατὰ τὸ 1814 νὰ μετακομισθῇ εἰς τὸ Spandau καὶ ἐκεῖ νὰ καθειρχθῇ. Τότε, ὅτε ἀκόμη συνεδρίαζεν ἡ σύνοδος ἐν Βιέννῃ, ἐστασίασαν τῳόντι τὰ Σαξωνικὰ τάγματα καὶ ἔφεραν εἰς κίνδυνον τὴν ζωὴν τοῦ Blücher. Αὐτὴ ἦτο ἡ μόνη στάσις, οὐδέποτε ὅμως ἕνεκα τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ τοῦ συστήματος, διότι τοῦτο ἐφαρμόζεται ἐν Πρωσσίᾳ μετὰ μεγίστης προσοχῆς, ὥστε νὰ μὴ ἐπέρχηται βλάβη πρὸ πάντων εἰς τὴν ἐργατικὴν τάξιν καὶ τὴν βιομηχανίαν, εἰς πάντα, ὅστις συντελεῖ πρὸς αὔξησιν τοῦ κοινωνικοῦ πλούτου, καὶ ἐκεῖ ἐφαρμόζεται τὸ σύστημα τοιουτοτρόπως, ὥστε τὰ γυμνάσια δὲν ἀποσποῦν ἐντελῶς τὸν καλούμενον εἰς αὐτὰ ἀπὸ τῶν ἔργων του, ὅπως παρ’ ἡμῖν, οὔτε κατατάσσεται καὶ μένει εἰς τοὺς στρατῶνας ὁ ἐκγυμναζόμενος ὡς ὑπηρετῶν ἐν καιρῷ θητείας.
§104Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Καλλιγᾶ, νομίζω ὅτι τὸ Πρωσσικὸν σύστημα διαφέρει τοῦ ἡμετέρου.
§105ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἶναι γενικὴ στρατολογία ὑπὸ τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον εἶπον, νὰ μὴ ἀποσπᾶται ὁ καλούμενος εἰς ἐκγύμνασιν πολίτης ἀπὸ τὰς ἐργασίας του.
§106Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔχετε δίκαιον, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα διαφέρει εἰς τὴν οὐσίαν.
§107ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Βεβαίως ὁ νόμος δὲν εἶναι ἀπαράλλακτος. Εἰς τὸ σύστημα ἡμῶν αὐτὸ τὸ πνεῦμα προεδρεύει, ἀφαιρεῖται τὸ ἄτομον ἀπὸ τῆς οἰκογενείας, ἀλλ’ ὑποτίθεται, ὅτι δὲν εἶναι αὐτὸς μόνος ὁ διατηρῶν τὴν οἰκογένειαν· ὅταν ὅμως ἦναι αὐτὸς ὁ μόνος, τότε ἄρχεται ἡ βλάβη, καὶ πρὸς ἀποφυγὴν αὐτῆς προβλέπεται ἡ ἀπαλλαγή. Δὲν εἶναι ὁ αὐτὸς φόρος τοῦ αἵματος δι’ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐκ τῆς ἐπιστρατεύσεως δὲν μέλλει νὰ ὑποστῇ ὑλικὴν βλάβην, ὡς εἶναι δι’ ἐκεῖνον, ὅστις μέλλει νὰ ὑποστῇ αὐτὴν κατὰ τὸν ἀνώτατον βαθμόν. Δὲν συνηγορεῖ μόνον κατὰ τῆς προτάσεως ταύτης τὸ πνεῦμα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἐδέχθημεν αὐτὸ τὸ σύστημα, ἀλλὰ συνηγορεῖ καὶ ἄλλος λόγος, ὁ ἑξῆς· ὅτι πρὸ τῆς ὥρας τῆς κρισίμου, καθ’ ἣν γίνεται πλέον χρῆσις τοῦ μόνου προστάτου, διὰ τοῦ ὁποίου λύονται μεταξὺ τῶν ἐθνῶν αἱ διαφοραὶ, δὲν εἶναι συμφέρον τῆς πολιτείας νὰ διασείωνται ὅλα τὰ στρώματα τῆς κοινωνίας. Δὲν εἶμαι ἀσυνεπὴς, ὁμιλήσας ἄλλοτε ὑπὲρ τῶν προπαρασκευῶν καὶ ὑποστηρίξας τὴν ἐπιστρατείαν, λέγων σήμερον, ὅτι ἡ πολιτεία πρέπει νὰ ἦναι προσεκτικὴ, ὥστε ὅσον ἔνεστιν ὀλιγώτερον νὰ διασαλεύσῃ τὴν κοινωνίαν, καὶ ὅσον ὀλιγώτερον τὴν διασαλεύει, τοσούτῳ μᾶλλον διατηρεῖ καὶ τ’ ἀπαραίτητα ὑλικὰ μέσα, τῶν ὁποίων ὁ πόλεμος ἔχει ἀνάγκην, διότι ὁ πόλεμος αὐτὸς ἀφ’ ἑαυτοῦ δὲν ὑπάρχει. Πρέπει νὰ ἦναί τις λίαν ὁρμητικὸς ὅταν ἔρχηται ἐπὶ τὸ βῆμα ἐν σχήματι ἀποστροφῆς, λέγων πόλεμον θέλετε· σηκωθῆτε, κλείσατε τὰ ἐργαστήρια, ἀφήσατε τὰ ἔργα σας, τώρα εἶναι πόλεμος· τοιουτοτρόπως δὲν λύονται, ἀλλ’ ἁρπάζονται τὰ ζητήματα ἄνευ σκέψεως. Μάλιστα καὶ ἐν καιρῷ πολέμου ἀκόμη, ἐνόσῳ ἡ πολιτεία δύναται ὅσον ἔνεστι ν’ ἀφήσῃ ἀνενόχλητον τὴν ἐργατικὴν τάξιν καὶ νὰ προστατεύσῃ τὴν ἐργασίαν, καὶ τότε ἀκόμη αἱ δυνάμεις της εἶναι ἰσχυρότεραι, ὁ δὲ θόρυβος οὐδὲν ἄλλο εἶναι, ἢ ἄλογος ὁρμὴ ἀνθρώπων, οἵτινες ἀγνοοῦσι τί πράττουσι καὶ τὰ πάντα φέρουσιν εἰς σύγχυσιν. Σήμερον δὲν γίνονται πλέον οἱ πόλεμοι ὅπως εἰς ἄλλας ἐποχάς· σήμερον αἱ κοινωνίαι δὲν ταράσσονται ἐκ βάθρων, ἀλλὰ σκέπτονται ὡρίμως μετὰ πολλῆς ψυχραιμίας καὶ ἐργάζονται εἰς προπαρασκευὴν τῶν μέσων τοῦ πολέμου, τὰ δὲ μέσα τοῦ πολέμου, ὅταν ταράσσηται ἡ κοινωνία εἰς τρόπον ὥστε οὐδεὶς γινώσκει ποῦ εὑρίσκεται, ἐκλείπουν, οἱ δὲ ἀποροῦντες μέσων γίνονται βάρος εἰς τὴν πολιτείαν καὶ ζητοῦν τὸν ἐπιούσιον ἄρτον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Τί θὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅταν δὲν ἔχῃ τὰ μέσα νὰ θρέψῃ πάντας; Τοιαύτην κατάστασιν συνεπάγεται ἡ ἔλλειψις φρονήσεως· ὅπου ἀνοίγομεν τὴν βίβλον τῆς ἱστορίας βλέπομεν εἰς τοὺς ἡμετέρους χρόνους, ὅτι ἐγένοντο μάχαι μυριόνεκροι, καὶ ἐν τούτοις εἰς τὰς πόλεις, ἐνώπιον τῶν ὁποίων ἐγίνοντο αἱ μάχαι αὗται, δὲν ἔπαυσαν ἐργαζόμενοι ὅσοι δύνανται νὰ ἐργάζωνται καὶ ὅσοι πορίζονται ἐκ τῆς ἐργασίας τὸν ἐπιούσιον ἄρτον. Σᾶς ἐνθυμίζω ἀνέκδοτον, τὸ ὁποῖον αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐνθυμοῦμαι. Ὅταν ἔγεινεν ἡ μάχη τῆς Ἰένης εἰς τὰ 1807 ὁ φιλόσοφος Hegel ἐκείνην τὴν ἡμέραν ἔφερεν εἰς τὸ τυπογραφεῖον τὸ ἔργον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ μεταβάλῃ τὴν ὄψιν τῆς φιλοσοφίας, τὴν φαινομενολογίαν τοῦ πνεύματος ὑπὸ τὸν κρότον τῶν τηλεβόλων. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὁ πόλεμος λόγος, ὥστε καὶ πρὸ αὐτοῦ νὰ ἐκστῶμεν τῶν φρενῶν, διότι τοῦτο εἶναι τὸ νὰ λέγῃ τις, ὅτι δὲν πρέπει πλέον ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τίποτε· κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὁ πόλεμος γίνεται ὑπὸ τῶν βαρβάρων. Ἐκ τῆς ἱστορίας τῆς Τουρκίας γνωρίζομεν, ὅτι ἤκμαζε καὶ ἐθριάμβευεν ἡ ὁρμὴ τῶν Γιανιτσάρων καὶ ὁ φανατισμὸς ἦτον ὀλέθριος εἰς τοὺς πολεμίους, οὓς πολλάκις καὶ μετ’ ἀκρατήτου ἀνδρείας κατετρόπωσαν, πρὸ πάντων τοὺς αὐστριακοὺς καὶ ἐν γένει ὅλους τοὺς ὁμόρους· ἐστήνετο τὸ Σαντζακσερὶφ εἰς τὸ Ἀτμεϊντὰν καὶ ἐφώναζον ὅλοι: πόλεμος, καὶ ἔπρεπεν ὅλοι νὰ παρακολουθήσουν τὸν στρατόν. Λοιπὸν τοιοῦτον πόλεμον ἐννοοῦμεν ἢ πόλεμον λελογισμένον; Ἐννοοῦμεν νὰ συντάξωμεν τὰς δυνάμεις μας εὐτάκτως καὶ νὰ κάμωμεν χρῆσιν τῶν μέσων μας μετὰ φειδοῦς καὶ μετὰ τρόπου τοιούτου, ὥστε νὰ μὴ ἐπεκτείνωμεν ἄνευ ἀνάγκης τὰ κακὰ τοῦ πολέμου, ἢ ἐννοοῦμεν ν’ ἀποχαιρετίσωμεν πᾶσαν σκέψιν; Καλεῖτε τὴν ἐφεδρείαν καὶ ἔχετε ὡς ἔγγιστα ἀριθμὸν 30 χιλιάδων.
§108Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δεκαπέντε χιλιάδας.
§109ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰκοσιπέντε διὰ τὴν ἀκρίβειαν.
§110ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὰ μητρῷα καταδεικνύουν 25 χιλιάδας ἔστω· ἀλλ’ ἐὰν ἐρωτήσητε αὐταὶ αἱ ἀπαλλαγαί, τὰς ὁποίας τώρα πρόκειται νὰ θέσητε εἰς ἀργίαν, πόσους ἄνδρας θὰ σᾶς ἀφαιρέσουν; 5,000 ἴσως. Ἐγὼ κάμνω αὐτὸν τὸν ὑπολογισμόν, διότι δὲν ἀρύομαι ἐκ τῶν ἐπισήμων πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔφερεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, τῶν ὁποίων ἡ πηγὴ εἶναι μὲν τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ εἶναι ἄνευ ἐλέγχου, διότι δυστυχῶς γνωρίζομεν πῶς γίνεται ἡ στατιστικὴ ὑπηρεσία. Δὲν ἔχομεν σύστημα στατιστικὸν, διότι σύστημα στατιστικὸν δὲν σημαίνει νὰ ἔχωμεν σημειώσεις ἄνευ ἐλέγχου, αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγουν οἱ Γάλλοι contre épreuve. Στατιστικὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἦναι ἐκείνη ἡ πληροφορία καθ’ ὑπόθεσιν, ὅτι ὑπάρχουν 9,000 εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Πρέπει νὰ βεβαιῶνται καὶ ἐκ τῶν προξένων.
§111ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα ὀνομαστὶ, ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις, βιβλίον μὲ ὀνόματα καὶ μὲ ἡλικίας. Περιπλέον λέγουν οἱ πρόξενοι, ὅτι δὲν προσῆλθον ὅλοι νὰ δηλωθῶσι, φοβούμενοι τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ὅσοι ἐδηλώθησαν εἶναι τόσοι.
§112ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν ἐζήτησα τὰ ἔγγραφά σας· ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι δευτερεῦον. Ἐδῶ ἐρχόμεθα εἰς τὰς ἀπαλλαγάς· λέγω λοιπὸν, ὅτι αὐταὶ αἱ ἀπαλλαγαὶ δὲν σᾶς στεροῦν ἀριθμοῦ πλείονος τῶν 5 ἢ 6 χιλιάδων. Λοιπὸν δι’ αὐτὸν τὸν ἀριθμὸν νομίζετε, ὅτι συμφέρει ν’ ἀνατρέψητε τὸ σύστημα τοῦ νόμου καὶ νὰ φθάσητε εἰς τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας εἶπον; Λέγω δὲ, ὅτι σήμερον, ἐὰν ἔλθουν καὶ αἱ 30 χιλιάδες, δὲν εἶσθε εἰς κατάστασιν νὰ κάμητε χρῆσιν αὐτῶν, δὲν ἔχετε στελέχη νὰ τοὺς κατατάξητε, εἰς τὰ τάγματά σας δὲν δύνασθε νὰ τοὺς συγχωνεύσητε, διότι εἶναι πλήρης ἡ δύναμίς των, εἶνε 1,200 ἕως 1,300, καὶ πρέπει νὰ σχηματίσητε νέα τάγματα καὶ νέα στελέχη· πολὺ ἀμφιβάλλω λοιπὸν ἐὰν δύνασθε νὰ τοὺς χρησιμοποιήσητε. Οὐδὲν ἄλλο θέλετε πράξει ἢ νὰ γεννήσητε γογγυσμοὺς καὶ ν’ ἀποσπάσητε ἄτομα ἀπὸ τὰς ἀπαραιτήτους ἐργασίας καὶ διὰ τὴν συντήρησίν των, ἀλλ’ ἄνευ ὠφελείας πρὸς αὔξησιν τοῦ στρατοῦ. Δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν βεβαίως νὰ ἐξετάσω μεθ’ ὑμῶν ὑπὸ τὴν στρατιωτικὴν ἔποψιν. Πῶς μέλλετε νὰ διοικήσητε αὐτὸν τὸν στρατὸν, καὶ ἂν ἀπαιτῆται ἀπαραιτήτως, ὥστε νὰ ἔχητε ἀπ’ ἀρχῆς ὅλον τὸν ἀριθμὸν, τὸν ὁποῖον θέλετε νὰ φέρητε εἰς τὸ μέγα ἔργον, ἐννοῶ, ὅτι ἐπιθυμεῖτε νὰ ἦναι ὅλοι ἐξησκημένοι, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ διατί νὰ βαρύνητε τὸ δημόσιον ταμεῖον μὲ τὴν συντήρησιν στρατοῦ 80 χιλιάδων καὶ πλέον, ὁ ὁποῖος οὐδὲν ἄλλο νὰ πράττῃ παρὰ νὰ ἀσκῆται εἰς τὰς κανονικὰς ἀσκήσεις τάγματος, διότι ἄλλας ἀσκήσεις καὶ τῶν 80 χιλιάδων ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἀδύνατον νὰ κάμητε. Κατὰ τὸν ὑπάρχοντα ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ βλέπω, ὅτι ἔχετε ἔμπεδα τάγματα, τῶν ὁποίων ἔργον εἶναι βεβαίως ἡ προπαρασκευὴ πρὸς ἀναπλήρωσιν τῆς δυνάμεως τῶν ταγμάτων, ὁσάκις ἐκλείπουν ἄνδρες ἐξ ἀσθενειῶν ἢ ἐξ ἄλλων αἰτίων. Καὶ τί ἄλλην σημασίαν ἔχει ὁ πολὺς στρατὸς εἰμὴ τοῦτο νὰ μὴ ὑπάρχουν κενὰ ἐν τῷ στρατῷ, διότι ἡ ἀνάπτυξις μεγάλων στρατῶν ἐπιβάλλει βαρύτερα καθήκοντα διοικητικὰ, καὶ αὐτὰ τὰ καθήκοντα δὲν ἠξεύρω ἐὰν ὑπάρχουν οἱ δυνάμενοι νὰ τὰ φέρουν. Πολὺ ἀμφιβάλλω ἐὰν δύνασθε νὰ διοικήσητε τοσοῦτον στρατὸν, ὥστε ἡ δαπάνη νὰ γείνῃ χρήσιμος, καθ’ ἣν ὥραν θὰ κινήσητε αὐτὸν τὸν στρατόν. Αἱ περιστάσεις λοιπὸν δεικνύουν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην στρατευσίμων ἠσκημένων, διὰ ν’ ἀναπληρώσουν τὰ χάσματα, ἀλλὰ πράγματι δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν σήμερον νὰ ἔχωμεν 80, 90, 100 χιλιάδας στρατοῦ, ὁ ὁποῖος νὰ μένῃ παρατεταγμένος ἀορίστως ἑωσοῦ ἡ ἀνάγκη καλέσῃ αὐτὸν εἰς ἔργα. Περὶ τῆς μελλούσης ἀνάγκης τοιούτου στρατοῦ καὶ περὶ τῆς χρησιμότητός του δὲν διαφιλονεικῶ, δὲν θεωρῶ ὅμως τὸν ἀριθμὸν τοῦτον ἀπὸ τοῦδε ἀπαραίτητον ἐν ἐνεργείᾳ. Ναὶ μὲν λέγουν, ὅτι ἡ νίκη πάντοτε ἀνήκει εἰς τὰ πυκνότερα στίφη aux pros bataillons, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο πάντοτε, καὶ βλέπετε ἐσχάτως τί συνέβη εἰς τὸν πόλεμον μεταξὺ τοῦ Περοῦ καὶ τοῦ Χιλί. Οἱ Χιλιανοὶ μὲ στρατὸν 25 χιλιάδων κατετρόπωσαν τὸν Περουβιανὸν στρατὸν 52 χιλιάδων, καὶ ἐξεπόρθησαν καὶ τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Περοῦ τὴν Λίμαν, ὥστε δὲν φέρει ἀπολύτως τὴν νίκην ὁ ἀριθμὸς τοῦ στρατοῦ, ὅσον ἡ διοίκησις. Ἐὰν μοὶ εἴπητε, ὅτι ἔχετε στρατὸν 50, 60 χιλιάδων καλῶς ἐξησκημένων καὶ ὅτι δύνασθε ν’ ἀναπληρώσητε πάντοτε τὰ κενὰ, λέγω, ὅτι εἶσθε εἰς κατάστασιν νὰ ἐπιχειρήσητε καὶ τὸ τολμηρότερον· ἐὰν ὅμως ἐξαντληθῆτε πρὶν ἔλθῃ ἡ στιγμὴ χωρὶς νὰ γνωρίζητε πότε ἄρχεται, λέγω, ὅτι δὲν θέλετε δυνηθῆ νὰ διοικήσητε αὐτὸν τὸν στρατὸν καὶ θέλετε ἔχει πολλοὺς στρατιώτας, ἀλλ’ ὄχι στρατὸν δυνάμενον νὰ βαδίσῃ ὅπου πρέπει. Δὲν λέγω, ὅτι δὲν θέλει γείνει χρῆσις στρατοῦ· ἡ εἰρηνικὴ λύσις εἶναι, κατ’ ἐμὲ, ἀπίθανος ὅπως ἔφθασεν ἡ περιπλοκὴ, τὴν ὁποίαν βεβαίως δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσω, μᾶλλον πιστεύει τις, ὅτι οὐδεμία ἄλλη λύσις ὑπάρχει ἢ διὰ τῶν ὅπλων, καὶ ἰδοὺ, ὅτι ὁ σπουδαιότερος τῶν διπλωματῶν, ὁ πρύτανις αὐτῶν, ἐξέφρασεν, ὅτι ἡ Εὐρώπη δύναται νὰ μείνῃ ἥσυχος καὶ εἰς μάτην ἐταράχθη ἡ Γαλλία· διότι ὁ πόλεμος μέλλει νὰ περιορισθῇ τοπικῶς. Ἐνόμισεν ἡ Γαλλία, ὅτι διὰ τῶν προτροπῶν της ἠδύνατο νὰ καθησυχάσῃ τὰ πάντα καὶ ν’ ἀφοπλίσῃ τὴν Ἑλλάδα ἐπὶ προσδοκίᾳ τοῦ μέλλοντος, ἀλλὰ τὸ ἐναντίον ἐσκέφθη ὁ ἐν Βερολίνῳ, ὅτι θέλει ἐπενεργήσει μᾶλλον διὰ τῆς παραστάσεως, ὅτι ὁ πόλεμος εἶναι ἀναπόφευκτος, ἀλλ’ ἀκίνδυνος διὰ τοὺς ἄλλους. Ἠθέλησε, φαίνεται, νὰ δοκιμάσῃ ἐπὶ τῶν διαφερομένων τὴν χρῆσιν τῆς ψυχολογικῆς στιγμῆς, οὕτω δὲ ν’ ἀποσοβήσῃ καὶ τὴν Τουρκίαν καὶ τὴν Ἑλλάδα, θέτων πρὸ ὀφθαλμῶν αὐτῶν, ὅτι ἄνευ πολέμου δὲν δύνανται νὰ λύσωσι τὴν διαφορά των, καὶ ἴσως φανῶσιν ὑποχωροῦσαι. Ἐκ τούτων ἐξάγεται, ὅτι ἡ λύσις διὰ τῶν εἰρηνικῶν μέσων δὲν εἶναι ἐνδεχομένη, διότι οὐδέποτε θέλομεν εὕρει πλήρη σύμπνοιαν μεταξὺ τῶν δυνάμεων, ἥτις οὐδέποτε ὑπῆρξεν εἰς οὐδεμίαν ἐποχὴν τῆς ἱστορίας. Καὶ ἂν παραβάλωμεν τοὺς ἰθύνοντας τὰς μεγάλας δυνάμεις πρὸς τοὺς Ὀλυμπίους θεοὺς τοῦ Ὁμήρου, καὶ αὐτοὶ ἦσαν διῃρημένοι, καὶ κατήρχοντο εἰς τὸ πεδίον τῆς μάχης καὶ ἔδιδον συνδρομὴν πρὸς τοὺς ἀγωνιζομένους. Ἐκ τῆς συμπνοίας λοιπὸν τῶν Ὀλυμπίων Θεῶν δὲν πρέπει νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι θέλει ἀποσοβηθῆ ἡ ἀνάγκη τοῦ πολέμου. Νομίζω, ὅτι εὑρισκόμεθα καὶ ἡμεῖς εἰς ἣν θέσιν ᾐσθάνθη ἑαυτὸν ὁ γενναῖος ἐκεῖνος αὐστριακὸς στρατηγὸς εἰς τὴν μάχην Saint Gothard τὴν πρώτην, κατὰ τὴν ὁποίαν κατετροπώθησαν οἱ Τοῦρκοι ὑπὸ τῶν Αὐστριακῶν ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ Monte Cuculi. Καὶ δυνάμεθα εἰς αὐτοὺς τοὺς Ὀλυμπίους θεοὺς νὰ ἀπευθύνωμεν τὴν εὐχὴν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ἐκεῖνος πρὸς τὸν Θεὸν, ὁ τότε λεγόμενος Ὁμηρικὸς Αἴας ὁ Sporck. Πρὸ τῆς μάχης τοῦ Saint Gothard ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Raad, κατὰ τὸ 1864 ἀπηύθυνε τὴν ἑξῆς εὐχὴν πρὸς τὸν Θεόν: «Παντοδύναμε στρατάρχα», ὠνόμασε τὸν Θεὸν στρατάρχην, διότι πρὸς στρατιώτην αὐτὸ εἶναι τὸ μεγαλείτερον ἀξίωμα «ἂν δὲν θέλῃς νὰ βοηθήσῃς ἡμᾶς τὰ ἐν Χριστῷ πιστὰ τέκνα σου, τοὐλάχιστον μὴ βοηθήσῃς αὐτοὺς τοὺς σκύλους τοὺς Τούρκους, καὶ τότε θὰ διασκεδάσῃς. Αὐτὴν τὴν εὐχὴν πρέπει νὰ ἤμεθα εἰς θέσιν ν’ ἀπευθύνωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τοὺς Ὀλυμπίους τούτους θεοὺς, ὅτι ἂν δὲν θέλετε νὰ βοηθήσητε ἡμᾶς τοὺς ἐν Χριστῷ ἀδελφοὺς, τοὐλάχιστον μὴ βοηθήσητε τοὺς Τούρκους, καὶ θέλετε διασκεδάσει. Ἀλλὰ διὰ νὰ εὑρεθῶμεν εἰς θέσιν, ὥστε νὰ διασκεδάσωσι διὰ τῶν πράξεών μας, πρέπει νὰ πράξωμεν ὅ,τι εἶνε δυνατὸν, ὥστε νὰ μὴ στερηθῶμεν τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν νὰ διατηρήσωμεν τὴν πλήρη ἡμῶν ἀκμὴν, νὰ καταστήσωμεν τὴν ἐπιστρατείαν γενέτειραν στρατοῦ ἰσχυροῦ δυναμένου ν’ ἀνανεοῦται, δυναμένου νὰ ἀναλαμβάνῃ πάντοτε νέας δυνάμεις, νὰ πορίζητε αὐτὰς διὰ τῆς ἀσκήσεως τῶν στρατευσίμων. Τὰ μέσα ταῦτα τὰ ἔχετε, καὶ τὰ ὑπέδειξεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας· σᾶς ὑπέδειξεν, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 39 τοῦ νόμου ἔχετε τὸ δικαίωμα διοικητικῶς νὰ κανονίσητε τὴν ἄσκησιν ὅλων τῶν ἀπαλλαττομένων, καὶ τότε φθάνομεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ζητεῖτε καὶ ἐπιδιώκετε τοῦ νὰ ἔχητε στρατιώτας ἠσκημένους, πρὸς σχηματισμὸν στρατοῦ καὶ ἀναπλήρωσιν τῶν ἐν αὐτῷ κενῶν. Ἐκ μόνου τοῦ ἀριθμοῦ μὴ πιστεύητε, ὅτι συγκροτεῖται στρατὸς σπουδαῖος, ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται σπουδαία διοίκησις στρατοῦ, δι’ ἧς καὶ μόνης ὁ στρατὸς ἀναδεικνύεται ἀνάλογος πρὸς τὰς περιστάσεις.
§113ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι, ἀνάγκη νὰ σκεφθῶμεν ποῦ εὑρισκόμεθα πρὸ πάντων καὶ τίνος ἔργου ἐπελήφθημεν. Ἂν τῷ ὄντι ὑπάρχῃ θόρυβος ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἐὰν ὑπάρχῃ ταραχὴ, ἂν ἐπῆλθον καταστροφαὶ, ἂν τὰ συμφέροντα τῶν οἰκογενειῶν ἔπαθον, ἐὰν θὰ πάθωσιν ἤδη, ὀφείλεται τοῦτο εἰς τὰ πράγματα· διὰ νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ ἔργον, διὰ τὸ ὁποῖον παρασκευαζόμεθα, εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καλέσωμεν 10 ὁμοῦ ἡλικίας, πρᾶγμα πρωτοφανὲς εἰς τὰ χρονικὰ τοῦ κόσμου, καὶ οὐ μόνον 10, ἀλλὰ καὶ δύο ἀκόμη ἐκ τῶν ἐθνοφρουρῶν πρὸς βοήθειαν τῆς χωροφυλακῆς· ἦτο πρᾶγμα ἀναπόφευκτον νὰ γείνῃ ὅ,τι γίνεται· ἠθέλομεν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὰ δικαιώματά μας, ἔπρεπε νὰ παρουσιασθῶμεν πρὸς τοῦτο ἰσχυροὶ καὶ ἱκανοὶ, ἀφοῦ μάλιστα εἴχομεν τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ἀπέναντι ἐνδεχόμενον ν’ ἀπαντήσωμεν δύναμιν πολλαπλασίως μεγαλειτέραν καὶ πολυανθρωποτέραν ἡμῶν. Κύριοι, νομίζω, ὅτι οὕτω πως ἡ προκάτοχος κυβέρνησις ἐσκέφθη, καὶ πολὺ φρονίμως οὕτω σκεφθεῖσα, ἐκάλεσεν ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλείτερον ἀριθμὸν, ἵνα ἑτοιμάσῃ δύναμίν τινα μεγίστης ἐπίσης δυνάμεως· σκεπτόμεθα νὰ καταλάβωμεν τὰς χώρας τὰς ἡμῖν χορηγηθείσας, δὲν δυνάμεθα συνεπῶς ἢ νὰ παρουσιασθῶμεν μὲ δύναμιν κατάλληλον· πρὸς τοῦτο ἕν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον ἑτοιμαζόμεθα νὰ πράξωμεν τοῦτο. Ἂς μὴ παραπονώμεθα λοιπὸν διὰ τὰς συνεπείας, αἵτινες παρουσιάζονται· μὴ νομίζητε, ὅτι τώρα θὰ ἔλθῃ ἡ καταστροφὴ καὶ ἡ σύγχυσις· ὑπῆρχε τοῦτο ἐξ ἀρχῆς καὶ συνεπείᾳ τῆς ἀποφάσεως, ἣν ἐλάβομεν, τοῦ νὰ λάβωμεν διὰ μιᾶς δέκα ἡλικίας, ἐκτὸς ἂν ὁμολογήσωμεν, ὅτι ὅ,τι ἐπεζητήσαμεν, δὲν ἦτο σπουδαῖον, δὲν τὸ ἐσκέφθημεν καλῶς, καὶ ὅτι ἐπελήφθημεν ἔργου ἀνωτέρου τῶν δυνάμεων μας, τοῦ ὁποίου αἱ συνέπειαι θὰ φέρωσι καταστροφὰς, καὶ ἤδη ἀναγκαζόμεθα νὰ ὀπισθοδρομήσωμεν. Ἀλλὰ δὲν ἔχει οὕτως· ὡρίμως ἐσκέφθημεν καὶ ἐν γνώσει ἀπεφασίσαμεν. Ἀλλὰ, κύριοι, τὸ παρουσιαζόμενον μέτρον εἶναι ξένον τοῦ ἀληθοῦς πνεύματος καὶ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου; ἰδοὺ τί ἐξήτασεν ὁ κ. Καλλιγᾶς καὶ θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει νὰ ἐξετάσω καὶ ἐγὼ ἐν ὀλίγοις, ἐν ὀλίγοις βεβαίως καὶ διὰ μικροτέρων θεωριῶν· διότι δὲν δύναμαι νὰ ἀντιταχθῶ πρὸς τὰ φῶτα τοῦ κ. Καλλιγᾶ. Ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ἤδη ἐν ἐνεργείᾳ, καθιεροῖ τὴν στρατιωτικὴν ἐξάσκησιν ὅλων τῶν κατοίκων, καὶ δὲν πρόκειται σήμερον νὰ συζητήσωμεν τὸ περὶ ἀπαλλαγῶν, δὲν πρόκειται νὰ καθιερώσωμεν κανόνας καὶ διατάξεις, καθ’ ἃς τὰ βάρη πρέπει νὰ διανέμωνται ἢ καὶ νὰ ἐπηρεάζωσι τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον, καὶ δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν σήμερον ἂν ἦναι ὀρθὸν ἡ κοινωνία νὰ προσφερθῇ θῦμα εἰς τὸ στρατιωτικὸν πνεῦμα· δὲν πρόκειται περὶ τούτου· τὸ ζήτημα τοῦτο σήμερον εἶναι λελυμένον ἤδη, ὁ νόμος τὸ ἔλυσε. Τί ἐννοεῖ ὁ Νόμος, ὅπως εἶναι συντεταγμένος; ὁ νόμος ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐφαρμοζόμενος ἐπὶ δέκα ἔτη· κατ’ ἔτος ἤθελε μένει εἰς τὸν στρατὸν ὁ ἀναγκαῖος ἀριθμὸς ὡς μόνιμος, καὶ ἕτεροι πρὸς γύμνασιν καλούμενοι· θὰ ἐγυμνάζοντο οὕτω ἅπαντες καὶ θὰ ἐπανήρχοντο εἰς τὰς οἰκίας των καὶ ἕτοιμοι ὡς γεγυμνασμένοι θὰ προσεκαλοῦντο, ὅτε ἤθελε παρουσιασθῆ ἡ ἐσχάτη ἀνάγκη πρὸς ἐνέργειαν, ὅπως ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των. Ὁ νόμος ἐννοεῖ, ὅτι, ἐπερχομένης τῆς στιγμῆς τῆς ἐνεργείας τῆς ἐπιστρατεύσεως, ὅλοι θὰ ὦσιν ἕτοιμοι, καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λαμβάνουσι χώραν σήμερον, δὲν ἤθελον παρουσιασθῆ. Ἀλλ’ ἡμεῖς, κύριοι, ἠναγκάσθημεν νὰ πράξωμεν τὸ ἀντίθετον. Τί ἐννοοῦσιν οἱ καθιερώσαντες τὴν λέξιν ἐπιστράτευσιν; Ἐννοοῦν κλῆσιν τῶν πολιτῶν πρὸς ἐκγύμνασιν; Ὄχι. Ἐννοοῦν τὴν πρόσκλησιν πρὸς πόλεμον; ἡμεῖς ἐπράξαμεν τὸ ἐναντίον, διότι ἡ θέσις μας ἦτον ἀλλοία, διότι δὲν ἔχομεν στρατιώτας γεγυμνασμένους. Οὔτε ἡμεῖς ἐκαλοῦμεν 60,000, ἵνα πολεμήσουν ἀμέσως· ἀλλ’ ἵνα γυμνασθοῦν, νὰ ἑτοιμασθῶσι· δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ ἀληθοῦς ἐπιστρατεύσεως· ἐφαρμόσαμεν, κύριοι, τὸν Νόμον οὕτω χωρὶς νὰ προγνωρίζωμεν τὰ ἀποτελέσματα, διότι εἰς ἄλλα μέρη, ὅπου ἐλειτούργησεν ὁ Νόμος, γνωρίζουσι τίνα ἀριθμὸν ἔχουσι στρατιώτας ἑτοίμους· αὐτὸ θέλομεν γνωρίζει καὶ ἡμεῖς· ἡμεῖς ὅμως δὲν ἠδυνάμεθα νὰ τὸ γνωρίζομεν, ἤδη τρέχομεν εἰς τὸ ἀβέβαιον, δὲν ἠξεύρομεν ποῖοι θὰ παρουσιασθοῦν καὶ ποῖοι ὄχι· ἀλλὰ, κύριοι, ὅτι ἡ ἐπιστράτευσις δὲν σημαίνει ἐκγύμνασιν καὶ ὅτι αὐτὸ ἐνόει κατ’ ἀρχὰς καὶ τὸ Ὑπουργεῖον, ἀποδεικνύεται, διότι εἰς τὸ πρῶτον Διάταγμα τῆς συγκαλέσεως δὲν ἐνεγράφη οὐδεμία ἀπαλλαγὴ, διότι ἐπιστράτευσις καὶ ἀπαλλαγὴ δὲν συμβιβάζεται. Ἡ πρώτη πρᾶξις τοῦ Ὑπουργείου ἦτο νὰ καλέσῃ ὅλας τὰς ἡλικίας εἰς τὰ ὅπλα· ἀλλ’ εἶδεν ἀμέσως, ὅτι δὲν ἠδύνατο, διότι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀληθοῦς ἐπιστρατεύσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἐφήρμοσε τὸν Νόμον ἀντιθέτως ὡσεὶ ἐπρόκειτο πρώτην φορὰν νὰ λάβωσι μέρος οἱ πολῖται εἰς τὸν στρατὸν, καὶ ἐντεῦθεν ἐγεννήθη τὸ Διάταγμα περὶ ἀπαλλαγῶν. Κατὰ τὸν ἐν ἰσχύϊ νόμον ἠδυνάμεθα νὰ καλέσωμεν ὅλους τοὺς πολίτας εἰς τὰ ὅπλα ἐν ἀνάγκῃ ἄνευ ἐξαιρέσεως, ἀλλὰ διὰ τούτων δὲν δυνάμεθα νὰ ἐνεργήσωμεν πόλεμον· ἠθέλομεν καλέσει ἁπλῶς πολίτας ἀγυμνάστους, οἱ ὁποῖοι εἰς πόλεμον δὲν ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσωσι, διότι δὲν θὰ λείπῃ δι’ αὐτοὺς μόνον ἡ καλὴ διοίκησις, ἀλλὰ πᾶσα γνῶσις, ἄλλως δὲν εἴμεθα ἡμεῖς εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν, δὲν προκαλοῦμεν πόλεμον, γυμναζόμεθα.
§114ΜΙΛΗΣΗΣ. Γυμνάσατέ τους.
§115ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θέλω σᾶς εἶπει περὶ τούτου· ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην τοῦ ὁρισθέντος ἀρχικῶς στρατοῦ, ἀλλ’ οἱ ὑπολογισμοὶ δὲν εὑρέθησαν ἀκριβεῖς· κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἐπιστρατεύσεως εὑρέθη, ὅτι δὲν πληροῦται ὁ ἀπαιτούμενος στρατὸς, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἑτοίμην τὴν παραδεχθεῖσαν δύναμιν, αἱ ἀπαλλαγαὶ ἠλάττωσαν πολὺ τὸν ἀριθμόν. Τί πρόκειται ἤδη διὰ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ὑπεβάλομεν, νὰ πράξωμεν; νὰ πληρώσωμεν τὰ κενὰ ἀμέσως, καὶ νὰ ἑτοιμάσωμεν ἐν ἀνάγκῃ διὰ τὸ μέλλον νέους στρατιώτας· ἀλλὰ μᾶς λέγει, ἵνα ἑτοιμασθῆτε, ἵνα γυμνάσητε, ἔχετε τὸ ἄρθρον 39 τοῦ νόμου· ἀλλ’ ἐνθυμηθῆτε καλῶς, ὅτι τὸ ἄρθρον 39 ὁμιλεῖ περὶ ἀπαλλασσομένων κατὰ τὴν πρώτην διάταξιν, καὶ ὅταν πρόκηται περὶ πρώτης κατατάξεως, περὶ ἐφέδρων ἢ διαθεσίμων, διάταξις περὶ ἀπαλλαγῶν δὲν ὑπάρχει εἰς τὸν νόμον, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ· κατὰ τὸν νόμον δὲ, οἱ ἀπαλλασσόμενοι ἐκ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ καλοῦνται καὶ γυμνάζονται μόνον, ὅταν παύσουν ὅμως νὰ ἦναι ἐνεργοὶ στρατιῶται, καὶ γίνωνται ἔφεδροι, δὲν γυμνάζονται κατὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ, δὲν ὑπάρχουσι τότε ἀπαλλαττόμενοι, δὲν ἐφαρμόζεται, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τοὺς ἐν ἐφεδρείᾳ καὶ διαθεσιμότητι, ἀλλ’ εἰς τοὺς ἐν ἐνεργείᾳ. Ἂν ἡ Βουλὴ οὕτως ἑρμηνεύῃ τὸν νόμον, ἀλλάσσει· ἄλλως ὅμως ἔχει ὁ νόμος, ἄνευ δὲ τοῦ νέου νόμου, τὸν ὁποῖον προτείνομεν, δὲν δυνάμεθα νὰ καλέσωμεν τοὺς ἐφέδρους, διότι πλεῖστοι ὑπάγονται εἰς τὸν νόμον τῶν ἀπαλλαγῶν· ἰδοὺ διατὶ δὲν ἐφηρμόσαμεν τὴν διάταξιν αὐτήν. Ἀλλὰ, κύριοι, ὑπάρχει καὶ ἑτέρα ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ θεραπεύσωμεν, διότι καὶ αὐτὸ σκοπεῖ ὁ νόμος· καλοῦμεν τοὺς ἐφέδρους οὐχὶ μόνον, ἵνα συμπληρώσωμεν τὰ κενὰ, ἢ νὰ φθάσωμεν τὸν ἀριθμὸν, τὸν ὁποῖον ἐξ ἀρχῆς ἐθεωρήσαμεν ἅπαντες ἀναγκαῖον· ἀλλ’ οἱ ἔφεδροι, ὡς παλαιοὶ στρατιῶται ἐκγεγυμνασμένοι, εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖοι νὰ συμπράξωσι μετὰ τῶν νέων στρατιωτῶν τῶν ὀλιγοχρόνιον γύμνασιν ἐχόντων, ὅπως συμπληρῶσιν αὐτὴν τῇ συνδρομῇ αὐτῶν· ἀλλὰ τοὺς ἐφέδρους δὲν δυνάμεθα νὰ φέρωμεν, ἐπαναλέγω· ἀνήκουσιν εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν 10 ἡλικιῶν· αἱ οἰκογένειαι δὲ αὗται ἔστειλαν εἰς τὸν στρατὸν ἐκ τῶν μελῶν αὐτῶν, ὥστε οἱ ἔφεδροι, οἱ πλεῖστοι τοὐλάχιστον, ἀπαλλάσσονται. Διὰ τοῦτο ἄνευ τοῦ νόμου θὰ περισσεύσωσι μετὰ τὰς ἀπαλλαγὰς ὀλίγαι χιλιάδες. Τὴν δυσκολίαν ταύτην ἤθελεν αἰσθανθῆ πᾶσα Κυβέρνησις, ἣν ᾐσθάνθημεν καὶ ἡμεῖς· αἰσθανόμεθα δὲ καὶ τὰ δεινὰ τῆς ἐπιστρατείας καὶ τὰς βλάβας, τὰς ὁποίας ἐπιφέρει εἰς τὴν κοινωνίαν. Διὰ τοῦτο, κύριοι, τὸν νόμον, ἐὰν τὸν ψηφίσητε, θέλομεν ἐφαρμόσει μετὰ φρονήσεως. Πρέπει νὰ τὸ εἴπωμεν καθαρά· δὲν πρόκειται περὶ πολιτικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ περὶ ζητήματος γενικοῦ συμφέροντος· μετ’ εὐχαριστήσεως δὲ ἠθέλομεν δεχθῆ τοῦτο, διὰ νὰ μὴ ἀκούωμεν πλέον ἐπαναλαμβανόμενον, ὅτι μένομεν κατ’ ἀνοχήν· ἀλλὰ τὸ ἠθέλομεν δεχθῆ προτεινόμενον ἀπὸ τὰ κόμματα ἀπὸ ὁμάδα Βουλευτῶν, ἀπὸ τὴν ἀντιπολίτευσιν, καὶ οὐχὶ ἀπὸ βουλευτὴν ἀναμασσῶντα πρὸς γύμνασιν τὰ χιλιάκις ἐπαναληφθέντα. Ἔχομεν λοιπὸν σκοπὸν νὰ καλέσωμεν τοὺς ἐφέδρους κατόπιν ὁδηγούμενοι ἀπὸ τὰ πράγματα. Θέλομεν ἀποφασίσει περὶ τῶν λοιπῶν. Δὲν ἔχομεν σκοπὸν ἀμέσως νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν Νόμον ἐξ ὁλοκλήρου· ἄδειαν ἤδη λαμβάνομεν. Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν θέλωμεν σπουδαῖόν τι νὰ πράξωμεν, πρέπει νὰ συμπληρώσωμεν τὰς τάξεις μας εἰς τὸν ἀριθμὸν, τὸν ὁποῖον προσδιωρίσαμεν ἐξ ἀρχῆς, καὶ νὰ ἔχωμεν ἑτοίμους ἑτέρους πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν κενῶν, ἄλλως δὲν ἐνεργοῦμεν σπουδαίως. Κύριοι, τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀναλαμβάνομεν, εἶναι μέγα καὶ βαρύ· εἴμεθα 1 καὶ ½ ἑκατομμύριον καὶ πρόκειται νὰ παρουσιάσωμεν ἴσως 100,000. Αὐτὸ εἶναι βεβαίως πρωτοφανὲς, ἀλλὰ τέλος πάντων αὐτὸ ἀπεφασίσαμεν νὰ πράξωμεν καὶ αὐτὸ πράττομεν. Δὲν πρέπει νὰ μείνωμεν εἰς τὸ μέσον τῆς ὁδοῦ, διότι καὶ σπουδαῖοι δὲν θέλομεν φανῆ καὶ συνεπείας θὰ ἔχῃ· τοιαύτη εἶναι παρασκευὴ σπουδαία διὰ πᾶσαν τυχὸν ἀνάγκην. Σήμερον τοιαύτη δὲν ὑφίσταται; Κύριοι, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ δείξωμεν, ὅτι ὁμοφρονοῦμεν, ὅτι ἀναλαμβάνομεν ὁμοφώνως ἔργον σπουδαῖον καὶ σοβαρόν· τοιαύτη δὲ ὁμόνοια δύναται τῳόντι εἰς τὰς παρούσας ψυχολογικὰς περιστάσεις νὰ συντελέσῃ· πρέπει νὰ ψεύσωμεν, ὅπως εἶναι καὶ ψευδὲς, τὸ διαδιδόμενον εἰς πολλὰ μέρη, ὅτι εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ δεχθῶμεν τὰ πάντα· πρέπει νὰ δείξωμεν, ὅτι ἡμεῖς ἐλάβομεν σοβαρὰν ἀπόφασιν, ἀφοῦ ἀπεκτήσαμεν ἓν δικαίωμα· ὅτι δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ ὑποχωρήσωμεν ἢ νὰ ὑποχωρήσωμεν εὐκόλως. Πρὸς τοῦτο ἔχομεν ἀνάγκην, ἐπαναλαμβάνω, πραγμάτων καὶ ὁμοφώνου καὶ προθύμου ἀποφάσεως.
§116ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 7½.