1881.02.24
2,111 rows · 16,168 words · 201 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 78
τῆς 24 Φεβρουαρίου 1881.
Ὥρα 2½ μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκρίνονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀνακοινοῖ Διάταγμα περὶ προσθήκης δύο ἀντισυνταγματαρχῶν, ἑνὸς εἰς τὸ ἀρχηγεῖον τοῦ πυροβολικοῦ καὶ ἑτέρου εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης παρακαλεῖ, ἵνα ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 930 καὶ 932 τῆς πολιτικῆς Δικονομίας, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποβάλει ἄλλοτε ὁ κ. Νικολόπουλος ὡς ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§2ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλει νομοσχέδια περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 1,600 καὶ ἀναπληρωτικῆς ἐκ δραχμῶν 18,127, 49|00 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1880, κατατίθησι δὲ πίνακα τῶν δημοσίων χρεῶν μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1880, κατὰ τὴν ἀπαίτησιν τοῦ κ. Βαλασοπούλου. Ἡ γνωστὴ ὑμῖν κ. Ῥοζοῦ παραπονεῖται, ὅτι τὸ ἐκ δραχμῶν 100 μηνιαῖον βοήθημά της δὲν εἶναι ἀρκετὸν εἰς τὰς μεγάλας ἀνάγκας της, παρακαλεῖ δὲ τὴν Βουλὴν, ἵνα συστήσῃ τὴν αὔξησιν αὐτοῦ.
§4ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§5ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ. Ἐγένετο αὔξησις εἰς 125 δραχμὰς κατὰ μῆνα.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάτοικοι Μώλου τῆς Λοκρίδος παραπονοῦνται κατὰ τοῦ νόμου περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς καὶ ἐξαιτοῦνται τὴν τροποποίησιν αὐτοῦ.—Ὁ Θ. Μπαλτῆς δικηγόρος ὑποβάλλει σκέψεις περὶ συστάσεως ταμείου τοῦ Ἑλληνισμοῦ.—Ἡ χήρα Χ. Ζαγορίτου, πρόσφυξ ἐκ Θεσσαλίας, ἐξαιτεῖται νὰ τῇ χορηγηθῇ μηνιαῖον βοήθημα. — Ὁ Ἰωάννης Εὐθυμιάδης, βοηθὸς τοῦ ἐν Λεχαινοῖς Ἑλληνικοῦ σχολείου, ζητεῖ, ἵνα τῷ ἐπιτραπῇ νὰ δώσῃ διδασκαλικὰς ἐξετάσεις, πρὸς προαγωγήν του. Πᾶσαι αἱ ἀναφοραὶ αὗται παραπέμπονται εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπήν.
§7ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως.) Κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τῆς συμβάσεως, ἥτις συνωμολογήθη μεταξὺ Γερμανίας καὶ Ἑλλάδος τὴν 13/25 Ἀπριλίου 1874, ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὴν Γερμανίαν, πρὸς ἀνάμνησιν τῶν ἀπὸ κοινοῦ ἐργασιῶν, κατὰ τὴν ῥῆσιν τῆς συμβάσεως ταύτης, καὶ χάριν τῶν θυσιῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἤθελεν ὑποβληθῆ ἡ Γερμανία διὰ τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην, τὰ διπλᾶ ἢ ὅμοια τῶν κατὰ τὰς ἀνασκαφὰς ταύτας εὑρεθησομένων καλλιτεχνημάτων. Ἡ κυβέρνησις νομίζει καθῆκον αὑτῆς νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως δώσῃ αὕτη τὴν συγκατάθεσίν της, νὰ παραχωρηθῶσι τὰ διπλᾶ ἤ ὅμοια τῶν καλλιτεχνημάτων τούτων, ἂν ὑπάρχωσι τοιαῦτα, εἰς τὴν Γερμανίαν, καὶ διὰ τοῦτο, κατ’ ἐντολὴν τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ πράξῃ τοῦτο, κανονίζεται δὲ συγχρόνως ὁ τρόπος τῆς ἐξευρέσεως τῶν ὁμοίων ἢ διπλῶν καλλιτεχνημάτων· συνιστῶ δὲ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ταχεῖαν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὡς κατεπείγοντος.
§8ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ......
§9ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ συζήτησις.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§11ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρὰ τῆς συζητήσεως, τότε εἶναι δίκαιον νὰ ζητηθῶσιν αἱ ἀναγκαῖαι πληροφορίαι καὶ νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον ἀθορύβως καὶ σπουδαίως.
§12Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχετε δίκαιον, κ. ὑπουργὲ, συζήτησις δὲν δύναται νὰ γείνῃ σήμερον· ἀλλ’ ἐγὼ ἐζήτησα νὰ καταθέσητε τὸν κατάλογον τῶν ζητουμένων ὑπὸ τῆς Γερμανίας ὡς ὁμοίων ἢ διπλῶν καλλιτεχνημάτων, καὶ ἐν ταὐτῷ νὰ πληροφορήσητε τὴν Βουλὴν ὁποῖα εἶναι ἡ περὶ τοῦ καταλόγου τούτου γνώμη ἀνδρῶν εἰδημόνων καὶ ἱκανῶν νὰ ἐκτιμήσωσιν αὐτὸν, διότι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα κατάλληλοι νὰ κρίνωμεν δεόντως ἄνευ τούτων.
§13ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει πρῶτον νὰ ἴδητε τὸ νομοσχέδιον.
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ ἐκ Μεγάρων βουλευτὴς, ἐν τῷ δικαιώματί του, κ. ὑπουργὲ, δύναται νὰ ζητήσῃ πληροφορίας, ἐρωτᾷ λοιπὸν τὸν κ. ὑπουργὸν, ἵνα λάβῃ τὰς πληροφορίας ταύτας, καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῷ ἀπαντᾷ, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε. Τὸ νομοσχέδιον δὲν ἠμπορεῖ νὰ περιέχῃ πληροφορίας· αἱ πληροφορίαι δὲ συνίστανται εἰς τὴν ὑποβολὴν τῶν ἐγγράφων, δι’ ὧν ἡ Γερμανικὴ κυβέρνησις ἐζήτησε τὰ καλλιτεχνήματα ταῦτα, καὶ ὅσων ἄλλων ἐγγράφων ἔχει τὸ ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐν τῷ φακέλλῳ τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§15ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου κανονίζεται, κύριοι, ἵνα διορισθῇ ἐπιτροπὴ ἐξ ἁρμοδίων προσώπων, προεδρευομένη ἀπὸ τὸν γενικὸν ἔφορον τῶν ἀρχαιοτήτων, ἥτις νὰ ἐξετάσῃ, ἐπιτοπίως μεταβαίνουσα, καὶ νὰ χαρακτηρίσῃ τὰ διπλᾶ καὶ τὰ ὅμοια τῶν καλλιτεχνημάτων, ἐὰν ὑπάρχωσι τοιαῦτα. Πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς ἐργασίαν τινὰ πρὸς χαρακτηρισμὸν τῶν τοιούτων διπλῶν ἢ ὁμοίων καλλιτεχνημάτων. Καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ὁ κ. Δραγούμης καὶ τῶν ὁποίων τὴν προσαγωγὴν ὑπεστήριξε καὶ ὁ κ. Τρικούπης, πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἔχω ἄλλα ἔγγραφα, πλὴν ἑνὸς ἐγγράφου τοῦ Γερμανοῦ ἀρχαιολόγου κ. Τρόϋ, εἰς τὸν ὁποῖον εἶχεν ἀναθέσει ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἐργασίας τῶν ἀνασκαφῶν, καὶ ἑνὸς καταλόγου ὀνομαστικοῦ, περιλαμβάνοντος τὰς ἀνακαλυφθείσας ἀρχαιότητας τὰς ὡς διπλᾶς ἢ ὁμοίας χαροκτηριζομένας ὑπὸ τοῦ κ. Τρόϋ, τὰ ὁποῖα καὶ ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν ὁμοῦ μὲ τὸ νομοσχέδιον. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τυπωθῶσι καὶ τὸ ἔγγραφον καὶ ὁ κατάλογος τοῦ κ. Τρόϋ.
§16ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἷς βουλευτὴς λέγει, ὅτι τὸ συμβούλιον, τὸ ὁποῖον συνεκροτήθη ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, ἐγνωμοδότησε κατὰ τῆς παραχωρήσεως.
§17ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοιοῦτον ζήτημα δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὸ νομικὸν συμβούλιον· τὸ συμβούλιον, ὅπερ συνεκάλεσα, ἠρωτήθη ἂν ἀπαιτῆται νόμος διὰ τὴν τοιαύτην παραχώρησιν, καὶ τὸ συμβούλιον τοῦτο ἐξέφρασε δύο γνώμας· κατὰ τὴν μὲν, ὅτι νόμος δὲν ἀπαιτεῖται, κατὰ τὴν δὲ, ὅτι ἀπαιτεῖται νόμος. Ἡμεῖς παρεδέχθημεν τὴν δευτέραν γνώμην, καὶ διὰ τοῦτο ὑπεβάλομεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπόκειται νὰ ἐπιτρέψῃ ἢ μὴ τὴν παραχώρησιν τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος καλλιτεχνημάτων.
§18Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ ἀνασκαφὴ αὕτη εἶναι μέγα ἔργον, δι’ ὃ πρέπει νὰ εὐγνωμονήσωμεν εἰς τὴν Γερμανίαν, διότι συνετέλεσε αὐτὸ, ἐργασθεῖσα συντόνως. Ἀλλ’ εἶναι ὡσαύτως βέβαιον, ὅτι συνέπραξε καὶ ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸ ἔργον· ἵνα δὲ καταρτίσωμεν πεποίθησιν, ἐὰν πρέπῃ νὰ δώσωμεν μέρος τῶν ἀνακαλυφθέντων εἰς τὴν Γερμανίαν διὰ τὴν γενομένην ἐργασίαν, ἀνάγκη νὰ προσαγάγητε καὶ ταύτας τὰς πληροφορίας· τί ἐδαπάνησεν εἰς τὴν ἀνασκαφὴν σήμερον ἡ Ἑλλὰς, οὐ μόνον ἀμέσως, πρὸς ἀγορὰν οἰκοπέδων π. χ. ἢ συντήρησιν τῶν ἀνασκαφῶν, ἀλλὰ καὶ ἐμμέσως πόσα ἐδαπάνησεν ὡς ἀπαραιτήτως εἰς τὸ ἔργον ἀναγκαῖα, ὡς εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ, τῆς ἀπὸ τῆς θαλάσσης εἰς τὴν Ὀλυμπίαν ἀγούσης.
§19ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μάλιστα καὶ αὐτά.
§20ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἄρθρου 101 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, πρῶτον, πίνακα λεπτομερῆ τῶν δαπάναις τῆς Κυβερνήσεως διατηρουμένων ἐκπαιδευτικῶν καταστημάτων διὰ τὸ σχολικὸν ἔτος 1880–1881 μετὰ παραρτήματος τῶν ἐξ ἰδιαιτέρων πόρων συντηρουμένων ἐκπαιδευτηρίων, καὶ δεύτερον, πίνακα τῶν εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα χορηγουμένων ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου βοηθημάτων. Τοὺς πίνακας τούτους παραδίδω εἰς τὸ προεδρεῖον, καὶ ἂν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλή, ἂς διατάξῃ τὴν τύπωσιν αὐτῶν.
§21ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§22ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἵνα συστήσῃ εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργὸν τὴν κατάταξιν δύω νέων πρὸ τριῶν μηνῶν ἐξελθόντων τῆς Σχολῆς, τοὺς ὁποίους ἡ Σχολὴ συνέστησε εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργὸν, ὅπως κατατάξῃ εἰς τὸν στρατὸν μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπαξιωματικοῦ. Οἱ νέοι οὗτοι, πιθανὸν εἴτε ἕνεκα τῆς ὑγείας των, εἴτε ἕνεκα ἄλλων λόγων, δὲν ἠδύναντο ν’ ἀποπερατώσωσι τὰς σπουδὰς των ἐν τῇ Σχολῇ. Ἐξ ὅσων γνωρίζω, διότι ἐχρημάτισα καὶ ἐγὼ μαθητὴς τῆς Σχολῆς ταύτης, οἱ νέοι οὗτοι θὰ γείνωσιν ἀπὸ τοὺς καλλιτέρους ὑπαξιωματικοὺς καὶ κατόπιν ἀξιωματικούς. Ἑπομένως παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἵνα συστήσῃ πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργὸν, ὅπως κατατάξῃ αὐτοὺς ὡς ὑπαξιωματικούς.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς εἶναι παρών.
§24ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.) Κύριοι, νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ τῶν ἐγγράφων, διὰ τῶν ὁποίων οἱ ἀδελφοὶ ἡμῶν Κύπριοι ἀπεποιήθησαν λίαν εὐγενῶς καὶ φιλοφρόνως τὴν ἀπονεμηθεῖσαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς πρὸς αὐτοὺς συνδρομὴν ἐκ δραχμῶν 50,000, περιορίσαντες αὐτὴν εἰς δραχμὰς 5,000, ἵνα μὴ παρεξηγηθῇ ἡ ἀποποίησις των. Παρακαλῶ τὸ προεδρεῖον νὰ ἀναγνώσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἰς ἐπήκοον τῆς Βουλῆς· εἶναι ἓν ἔγγραφον τῶν κατοίκων Λεμησσοῦ πρὸς τὸν αὐτόθι ἕλληνα πρόξενον, καὶ ἓν ἕτερον ἔγγραφον τοῦ ἡμετέρου προξένου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· εἶναι ἀμφότερα συντομώτατα καὶ ἡ ἀνάγνωσις αὐτῶν εὔκολος.
§25ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῶσιν.
§26ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργὸς εἶχεν ὑποβάλει νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐλαττοῦται ὁ ἀπαιτούμενος πρὸς προβιβασμὸν τῶν ὑπαξιωματικῶν χρόνος. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς διαφόρους προτάσεις τῶν διαφόρων ὅπλων, καθόσον γεννῶνται παράπονα, ὅτι οἱ προταθέντες πρὸς ἐξέτασιν ὑπαξιωματικοὶ διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ λοχίου καὶ τοῦ ἐπιλοχίου δὲν συνεπλήρωσαν τὸν παρὰ τοῦ νόμου ὁριζόμενον χρόνον τῶν τριῶν μηνῶν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι θεωρεῖ συμπληρωθέντα τὸν χρόνον, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς προταθῶσιν. Βεβαίως αἱ ἐξετάσεις ἐπερατώθησαν, εἰς δὲ τὸν κ. ὑπουργὸν θὰ ὑποβληθῶσιν αἱ καταστάσεις, καὶ πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ταῦτα, ἵνα μὴ γεννηθῶσι παράπονα. — Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τοῦ πολέμου νὰ δώσῃ διασαφήσεις, ἐὰν οἱ προσκαλούμενοι ἔφεδροι, οἱ ἐξυπηρετήσαντες ἐν τῷ στρατῷ πλέον τῶν τριῶν μηνῶν, ὑπάγωνται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 33 ἢ ὄχι.
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἀνήκει εἰς τὸν ὑπουργὸν αὐτὸ, ἀλλ’ εἰς τὰ ἁρμόδια στρατολογικὰ συμβούλια.
§28ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Διὰ τοὺς ἐπιστράτους.
§29ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δι’ ὅλους.
§30ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Τρικούπης εἶπεν, ὅτι εἶναι ἔργον τῶν στρατολογικῶν συμβουλίων, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι τοῦτο εἶναι ζήτημα, ὅπερ ἀφορᾷ τὴν Κυβέρνησιν.
§31ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δι’ ἐγκυκλίου διέταξε τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα νὰ μὴ ἀναβάλλωσι τὴν κατάταξιν τῶν τοιούτων, προέκυψε δὲ ἡ κακὴ ἐκτίμησις, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τῆς κατατάξεως. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἀνακριβές.
§32ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἄρα αὐτὸ πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ Κυβέρνησις, καὶ πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή.
§33ΡΟΥΦΟΣ. Ἡ Βουλὴ θέλει νὰ μάθῃ ποίαν ἐνέργειαν θὰ κάμῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἐὰν οἱ προϋπηρετήσαντες εἴτε εἰς τὴν ἔκτακτον ἐφεδρείαν, εἴτε εἰς τὴν ἐθνοφυλακήν, ὑπάγωνται εἰς τὴν εὐεργετικὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 33 καὶ δύνανται ν’ ἀπαλλαγῶσιν, ἢ ἦναι ὑποχρεωμένοι νὰ ὑπηρετήσωσιν. Ὀφείλομεν νὰ γνωρίζωμεν τὸ πρᾶγμα, διότι παρερμηνεύεται ἡ ἐγκύκλιος τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.
§34ΨΥΛΛΑΣ. Γνωρίζω ἤδη, ὅτι κατετάχθη ἐπίστρατος ἄγων τὸ 26 ἢ 27 ἔτος τῆς ἡλικίας του, ὅστις ὑπηρέτησεν ὡς ἔφεδρος καὶ ἔχει ἀδελφὸν ὑπηρετοῦντα. Αὐτὸς ζητεῖ τὴν ἀπαλλαγήν του, καὶ ὅμως δὲν τῷ δίδεται.
§35ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.). Εἶναι ἀληθές, κύριοι, ὅτι, κατὰ πρῶτον λειτουργοῦντος τοῦ νόμου, βεβαίως ὑπάρχει ἐπὶ πολλῶν ζητημάτων ἀσάφειά τις ἢ διάφορος ἑρμηνεία. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἔχομεν νόμον, δυνάμει τοῦ ὁποίου θὰ διεξαγάγωμεν τὴν ὑπηρεσίαν τῶν προσφυγόντων ὡς προϋπηρετησάντων. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν δύναμαι νὰ ἔλθω εἰς λεπτομερείας, ὑποθέτω ὅμως, ὅτι ὁ νόμος, λέγων προϋπηρετήσαντας, ἐνόει νὰ συμπληρώσῃ τὸν ποτεμόνιμον στρατὸν διὰ τῶν προϋπηρετησάντων. Οἱανδήποτε ἰδέαν καὶ ἂν ἔχω ὡς ἄτομον, δὲν δύναμαι αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἐκφράσω ὁριστικὴν γνώμην ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ ἑπομένως ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ μοὶ χορηγήσῃ τὸν καιρόν.
§36ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§37ΣΚΟΥΖΕΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἐπίσης αὔριον νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐὰν οἱ ἔφεδροι, κατατασσόμενοι εἰς τὸν στρατὸν, κατατάσσονται μὲ τοὺς βαθμοὺς, οὓς εἶχον πρίν, ἢ ὄχι. Χθὲς καὶ σήμερον ἠξεύρω, ὅτι κατέταξαν ὡς ἁπλοῦς στρατιώτας ἄνδρας, χρηματίσαντας δεκανεῖς καὶ λοχίας, καὶ μάλιστα ἐνῷ ἤδη ἔχομεν ἀνάγκην ὑπαξιωματικῶν.
§38ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ. Αὔριον θὰ ἀπαντήσω.
§39ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐξέδωκεν ἐγκύκλιον εἰς τὰ σώματα νὰ μὴ ἀπολύουν τοὺς ἐξαιρεθέντας ἀπὸ τὰ στρατολογικὰ συμβούλια, ἐὰν ὑπηρέτησαν τρεῖς μῆνας εἰς τὸν στρατόν. Γνωρίζετε, ὅτι τώρα ἤρχισαν τὰ στρατολογικὰ συμβούλια νὰ ἀποστέλλουν εἰς τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα τὰς εἰδοποιήσεις περὶ ἐξαιρέσεων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀναφορῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπεστάλησαν εἰς τὰ στρατολογικὰ συμβούλια· τὸ τμῆμα, ἐπειδὴ ὑπηρέτησαν ἐπὶ τρεῖς μῆνας αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι οἱ ἐξαιρεθέντες, ἤδη δὲν τοὺς ἀπολύει.
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ αὐτό.
§41ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἐξαιρεθέντας στρατιώτας ὡς ὀρφανοὺς ἢ ὡς πρεσβυτέρους ἢ ἀνικάνους ἢ ἔχοντας προϋπηρετήσει ἐν στρατῷ, δὲν τοὺς ἀφίνουν νὰ φύγουν, διότι συμφώνως μὲ τὴν διαταγὴν ὑπηρέτησαν πλέον τῶν τριῶν μηνῶν. Αὐτὸ νομίζω, ὅτι εἶναι ἄδικον πρᾶγμα.
§42ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τρεῖς ἡμέρας, κύριοι, ἀσχολούμεθα ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων μετὰ πάσης προσοχῆς, διότι ταῦτα τείνουν εἰς τὸ νὰ διαλύσουν τὸν στρατόν· ἑπομένως σκεπτόμεθα καὶ θέλομεν ἀποφασίσει.
§43ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὅταν ὁ στρατὸς κηρύττηται εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν, πρέπει νὰ καταργηθῶσιν ὅλαι αἱ ἀπαλλαγαί· ἄλλως θὰ ἔχωμεν ἕνα τραγέλαφον.
§44Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἀφ’ ὅτου μετετέθη ἐκ Ναυπλίου εἰς Ἀθήνας ἡ πρωτεύουσα τοῦ βασιλείου, παρὰ τὸν ναὸν τῆς ἁγίας Εἰρήνης ὑπῆρχεν ἡ πρωτοφυλακὴ τῆς πόλεως, καὶ ἐκεῖ ὑπῆρχε τὸ φυλακεῖον· ἔκτοτε πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἡμερῶν εἶδον, ὅτι τὸ φυλακεῖον τοῦτο κατηδαφίσθη. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργὸν νὰ μᾶς εἴπῃ διὰ ποῖον λόγον κατεστράφη τὸ φυλακεῖον ἐκεῖνο, καὶ ποῦ ἤδη μετετέθη ὁ τόπος τῆς πρωτοφυλακῆς; Δεύτερον τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν, ἀφοῦ κατηδαφίσθη, κατέλαβε τὸν τόπον αὐτὸν ὡς δημόσιον ἢ ἔμεινεν ἕρμαιον τοῦ τυχόντος. Ἔμαθον πρὸ ὀλίγου, ἐρωτήσας τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἡ πρωτοφυλακὴ μετατίθεται εἰς τὰ ὑπόγεια τῆς οἰκίας τοῦ κ. Μπαλάνου. Ὁ κ. Μπαλάνος ἀπὸ καιρὸν κατεγίνετο, ὅπως γείνῃ ἐκεῖ πρωτοφυλακὴ, καὶ ὅταν ἐσχάτως εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἔχω καὶ ἐγὼ μέρος εἰς τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Τρικούπη, αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις ἦλθεν εἰς τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἀλλ’ ἡ πρότασις τοῦ κ. Μπαλάνου ἀπεῤῥίφθη. Τώρα δὲ βλέπω, ὅτι κατηδαφίσθη, καὶ ὁ κ. Μπαλάνος ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν, ἀπὸ πολλήν του καλωσύνην πρὸς τὸ δημόσιον, νὰ δεχθῇ εἰς τὴν οἰκίαν του τὴν πρωτοφυλακήν. Ἐπιμένω λοιπὸν νὰ μάθω τί συμβαίνει εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν.
§45ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ. Κύριοι, ὑπάρχει ἀλληλογραφία σχοινοτενὴς μεταξὺ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, ἣν θέλω καταθέσει αὔριον εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς, ἵνα πληροφορηθῇ αὕτη περὶ τῶν λεπτομερειῶν. Ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία ἐπὶ τοῦ προκατόχου καὶ μέχρι πρὸ ἑνὸς μηνὸς ἐδυσχέραινεν ἐπὶ πολὺ· ἐζητήσαμεν δι’ ὅλων τῶν μέσων νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὸν σταθμὸν τῆς πρωτοφυλακῆς, καὶ ἀπετάθημεν ἐπανειλημμένως εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα ὁρίσῃ μέρος τι εἰς τὸ νέον θέατρον. Ἐγὼ δὲ ὡς ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐδέχθην, μέχρις οὗ κτισθῇ ὑποχρεωτικὴ πρωτοφυλακὴ παρὰ τῷ καταστήματι τοῦ νέου θεάτρου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐζητήσαμεν νὰ μᾶς παραχωρηθῇ ἱκανὸς χῶρος, ὅστις εἶναι ἤδη παραχωρημένος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν, μέχρις αὐτῆς τῆς ἐποχῆς νὰ καταστραφῇ ἐκ συνεννοήσεως μετὰ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ παράπηγμα αὐτὸ, ἡ δὲ ἕδρα νὰ ὑπάγῃ ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ εἰς τὸ πρῶτον πάτωμα τῆς οἰκίας τοῦ κ. Μπαλάνου, δηλ. εἰς τὸ ἰσόγειον, ἀφοῦ ἐκρίθησαν οἱ θάλαμοι ἀρκετοὶ καὶ κατάλληλοι πρὸς διαμονὴν τῶν στρατιωτῶν καὶ χρήσιμοι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν εἴτε τὴν πυροσβεστικὴν, εἴτε τὴν ἄλλην, διὰ τὴν ἀποθήκευσιν τῶν ἀντλιῶν καὶ τῶν ἄλλων ὀργάνων τῆς ὑπηρεσίας, καὶ μένει ἐκεῖ, ἕως οὗ κτισθῇ ἰδιαίτερον κατάστημα. Οὐχ ἧττον, ἐπειδὴ ὑπῆρξεν, ὡς σᾶς εἶπον, μεγάλη ἀλληλογραφία μεταξὺ τῶν δύο ὑπουργείων, θὰ καταθέσω αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, ἵνα πεισθῇ καὶ ὁ ἐπερωτήσας καὶ ἡ Βουλή.
§46ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ παραδέχομαι, ὅτι εἶναι ἰσόγαιον, ἀλλὰ δὲν τὸ βλέπει ποτὲ ὁ ἥλιος ἐνῷ ἐκεῖ ἦτο προσήλιον τὸ μέρος· ἦτο 150–180 πήχεων ἔκτασις.
§47ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι αὐτό· τὸ ζήτημα εἶναι ἂν ὑπῆρχεν οἰκόπεδον δημόσιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπῆρχεν ἐκτισμένη ἡ Πρωτοφυλακή. Ὑπῆρχε βεβαίως σκοπὸς, διὰ νὰ ἀπαιτήσῃ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν νὰ κατεδαφίσῃ τόσον κατεπειγόντως τὸ παράπηγμα ἐκεῖνο.
§48ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ δὲν ἔπρεπεν ὁ κ. Μπαλάνος νὰ τὴν δεχθῇ εἰς τὸ σπῆτί του...
§49ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁ Μπαλάνος παρεπονεῖτο πολλάκις εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι δῆθεν δὲν ἐκτελεῖται τὸ σχέδιον τῆς πόλεως, ὅτι αὐτὸ τὸ μέρος τὸ θεωρεῖ ὡς πλατεῖαν, καὶ ὅτι ἔπρεπεν εἰς αὐτὸ τὸ μέρος νὰ γείνῃ πλατεῖα.
§50ΠΕΤΣΑΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα.)
§51ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ ἀδιαφορία τῶν κυβερνήσεων, κ. πρόεδρε, φέρει πάντοτε κακὰ ἀποτελέσματα. Ὁ κ. Μπαλάνος ἔγεινε προχθὲς ἰδιοκτήτης τοῦ μέρους ἐκείνου, ἐνῷ τὸ δημόσιον εἶναι ἀπὸ τὰ 1835, καὶ ὅταν ὁ κ. Μπαλάνος ἠγόρασε τὸ κτῆμα αὐτὸ, τὸ ἠγόρασεν ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἰδιότητα, τὴν ὁποίαν εἶχεν. Ἀλλὰ λέγουσι τώρα, ὅτι τῷ ὄντι μεταξὺ τοῦ κ. Μπαλάνου καὶ τοῦ δημοσίου ὑπῆρξε μία δίκη, κατὰ τὴν ὁποίαν κατεδικάσθη ὁ κ. Μπαλάνος. Ἐρωτῶ, διὰ τοῦτο τὸ δημόσιον ἐκρήμνισε τὴν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα τὸ κτίριον αὐτό; (Γέλωτες.) Κύριε πρόεδρε, ὅλα αὐτὰ ἐνηργήθησαν ἐκ μέρους τοῦ κ. Μπαλάνου, καὶ εἶναι ἀξιέπαινος, διότι θέλει νὰ κάμῃ συμφέροντα· πρέπει ὅμως νὰ προστατευθοῦν καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, τὸ ὁποῖον εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν ἐγένετο ἕρμαιον τοῦ τυχόντος. Πρέπει νὰ γείνῃ συμβόλαιον, ἀφοῦ ἐκρημνίσθη ἡ πρωτοφυλακὴ, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ μὴ ἐπιτρέπηται εἰς τοὺς παρακειμένους ἰδιοκτήτας ν’ ἀνοίξωσι παράθυρα καὶ μαγαζεῖα, διότι πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἐγένοντο αὗται αἱ ἐνέργειαι, καὶ συνάμα ν’ ἀποζημιώσωσι τὸ δημόσιον. Ἡ πρωτοφυλακὴ ἐλειτούργησεν ἐπὶ τόσους χρόνους ἐκεῖ, εἶναι δὲ τὸ κεντρικώτερον μέρος τῆς πόλεως, ὅπου καὶ ἡ ἀστυνομία καὶ οἱ πολῖται εἰς ὅλας τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις καταφεύγοντες, ἐλάμβανον τὴν συνδρομὴν τῆς ἐξουσίας. Τώρα ἔρχεται ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ διὰ μιᾶς διαταγῆς κατεδάφισε τὸ κτίριον αὐτό· τόσον εὔκολος εἶναι ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος εἰς τὸ νὰ ἐκδίδῃ διαταγὰς καὶ νὰ καταστρέφῃ τὰ δημόσια συμφέροντα.
§52ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν εὗρον ἐκκρεμῆ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτε ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν αὐτοῦ. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου ἐξηκολούθησε τὰς ἐνεργείας της ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἀσχέτως πρὸς πᾶσαν πολιτικὴν ἐπήρειαν, καὶ ἐσχάτως, ἄνευ ἄλλης περαιτέρω ἀναβολῆς, ἐπερατώθη, ἀπολήξασα εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὅπερ εἶναι ἤδη γνωστόν. Θὰ ἐξετάσω ὅμως, καὶ αὔριον θὰ φέρω ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς ὅ,τι ἐγένετο ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους. Ἤδη τοῦτο μόνον δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι εὗρον αὐτὴν ἐκκρεμῆ, καὶ ὅτι ἔλαβε τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν, ὑπὸ τὴν ἀκριβῆ ἐνέργειαν τῆς ὑπηρεσίας.
§53ΡΟΥΦΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς καμμίαν ἀπόφασιν. Ἀφοῦ ἐγένετο ὅλη αὐτὴ ἡ συζήτησις, δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα καὶ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν.
§54ΦΙΛΗΜΩΝ. (Ὅρα παράρτημα.)
§55ΠΕΤΣΑΛΗΣ. (Ὅρα παράρτημα.)
§56ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριοι, ἐπιτραπήτω μοι, καὶ τοῦτο ὅπως δικαιολογήσω ἣν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν προτίθεμαι ν’ ἀπευθύνω ἐπερώτησιν, ἐπιτραπήτω μοι, ἵνα γνωρίσω ὑμῖν καὶ τῇ Κυβερνήσει ὅσα ὁ ἐν Λονδίνῳ ἀνταποκριτὴς λίαν ἐγκρίτου εὐρωπαϊκοῦ φύλλου, τοῦ Journal de Genève, παρατηρεῖ περὶ τῆς χρησιμότητος, περὶ τῆς μεγάλης σπουδαιότητος τῶν περὶ τὸ ῥίμμα ἀσκήσεων, ἀφηγούμενος τὰ τῆς καταστροφῆς, ἣν ἔπαθε τελευταῖον ὁ ἀγγλικὸς στρατὸς κατὰ τὴν Μεσημβρινὴν Ἀφρικήν. «Ὁπωσδήποτε,» λέγει ἡ εἰρημένη ἐφημερίς, «πεντακόσιοι περίπου ἄνδρες ἐξεπέμφθησαν εἰς ἔφοδον κατὰ θέσεως, ἣν ὑπερήσπιζον δύω τοὐλάχιστον χιλιάδες Βόερς, μετὰ προσβολὴν δὲ διὰ τῆς λόγχης γενομένην πρὸς ἀνάκτησιν τῆς εἰς χεῖρας τῶν ἐχθρῶν περιελθούσης σημαίας, οἱ ἡρωϊκοὶ ἡμῶν στρατιῶται ἐξεδιώχθησαν πυροβολούμενοι ὑπὸ τῶν Βόερς μέχρι τοῦ σημείου, ὅθεν ἐξώρμησαν. Εὐτυχῶς διέσωσαν τὴν σημαίαν αὐτῶν· ἀλλ’ ἔμεινον ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μάχης διακόσιοι ἐξ αὐτῶν, ἀπολεσθέντων καὶ ἁπάντων τῶν ἀξιωματικῶν. Ἡ δ’ Ἀγγλία πενθεῖ μὲν ἐπὶ τῇ ἀπωλείᾳ τῶν τέκνων αὐτῆς, δύναται ὅμως καὶ νὰ ᾖ ὑπερήφανος ἐπὶ τῇ ἀνδρίᾳ, ἣν ταῦτα ἐπεδείξαντο. Ἡ δ’ ὑπέρμετρος αὕτη ἀπώλεια δύναται ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὸ θαυμάσιον ῥίμμα τῶν Βόερς, διακεκριμένων ὄντων κυνηγῶν. Τὸ μάθημα τοῦτο ἐλπίζω, ὅτι δὲν θέλει ἀποβῆ μάταιον εἰς τὰς στρατιωτικὰς ἡμῶν ἀρχάς. Πλείονα δὲν ἀπαιτοῦνται, ὅπως ἀποδείξῃ τις τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην, ἵνα καταστήσωμεν ἅπαντας τοὺς ἡμετέρους ὁπλίτας σκοπευτὰς ἀσφαλεῖς εἰς ἀπόστασιν 500 ἢ 800 βημάτων, ἅπαξ τοὐλάχιστον ἐπὶ τριῶν, ἀντὶ τοῦ ἀνοήτου ῥίμματος τοῦ ἐν χρήσει οὐ μόνον παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ παρ’ ἅπασι τοῖς στρατοῖς τῆς Εὐρώπης, ἐξαιρέσει ἴσως τῆς Ἑλβετίας, ἔνθα οἱ ὑμέτεροι ὀρεινοὶ κέκτηνται εὐρωπαϊκὴν ὑπόληψιν ὡς ἄριστοι σκοπευταί.» Ἐκ τούτων δὲ λαμβάνων ἀφορμήν, ἀπευθύνω τῇ Κυβερνήσει τὴν ἐπερώτησιν, ἵνα τί δὲν κυροῦται ὁ περὶ συστάσεως σχολῶν σκοποβολῆς νόμος, ὁ παμψηφεὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐπιψηφισθείς; Ἵνα τί δὲν παρέχονται εἰς πάντα τὸν βουλόμενον πολίτην πρόχειρα τὰ μέσα, ὅπως κατασταθῇ ἱκανὸς νὰ ὑπερασπίζῃ ἑαυτὸν καὶ τὴν τιμὴν αὑτοῦ, τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὕπαρξιν τῆς Πατρίδος; Κύριοι, πολὺ πρὸ τοῦ στρατάρχου Μόλτκε εἶπεν ὁ Πλάτων, ποιούμενος τὸν λόγον περὶ τοῦ τῶν Κρητῶν νομοθέτου: «Ἄνοιαν δή μοι δοκεῖ καταγνῶναι τῶν πολλῶν, ὡς οὐ μανθανόντων, ὅτι ἀεὶ πόλεμος πᾶσι διὰ βίου ξυνεχής ἐστι πρὸς ἁπάσας τὰς πόλεις· ἣν δὲ τελοῦσιν οἱ πλεῖστοι τῶν ἀνθρώπων εἰρήνην, τοῦτ’ εἶναι μόνον ὄνομα, τῷ δ’ ἔργῳ πάσης πρὸς πάσας τὰς πόλεις ἀεὶ πόλεμον ἀκήρυκτον κατὰ φύσιν εἶναι.» Τὴν ἀλήθειαν τῶν σοφῶν τούτων λόγων μαρτυροῦσι καὶ τρανῶς ἀποδεικνύουσιν αἱ τῆς σήμερον περιστάσεις τῆς τε Ἀνατολῆς καὶ τῆς Εὐρώπης. Ἐν ἀκηρύκτῳ πολέμῳ, πολλὰς συνεπαγομένῳ καταστροφάς, διατελοῦμεν ἡμεῖς πρὸς τὴν Τουρκίαν, ἐν ἀκηρύκτῳ πολέμῳ διατελοῦσι πρὸς ἀλλήλας αἱ πλεῖσται τῶν εὐρωπαϊκῶν δυνάμεων· ἄρα κακῶς ποιοῦντες, διοικοῦντες καὶ διοικούμενοι, ὀλιγώρως ἔχομεν πρὸς μέσον συντελοῦν εἴπερ τι καὶ ἄλλο, ὅπως καὶ ὁ ἐλάχιστος ἐξ ἡμῶν ᾖ πολίτης ἅμα τε καὶ στρατιώτης ἐπίφοβος τοῖς ἐχθροῖς τῆς Πατρίδος, τυφλώττουσι δὲ οἱ μὴ βλέποντες τὸ πρὸ τῶν ποδῶν αὐτῶν χαῖνον βάραθρον, ἐὰν τὸν ἀκήρυκτον πόλεμον δὲν διαδεχθῇ κεκηρυγμένος.
§57ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.) Τὸ νομοθέτημα, κύριοι, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ ἔντιμος ἐξ Αἰγιαλείας βουλευτής, δὲν ἀνήκει εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ βεβαίως ἀποδίδω ὅλην τὴν σπουδαιότητα καὶ τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν ἀληθῶς τὸ νομοθέτημα τοῦτο ἔχει· ἡ Κυβέρνησις ὅμως εἶχε καὶ ἔχει ἀνάγκην νὰ σκεφθῇ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις ἀσχολεῖται εἰς πολλὰ ἄλλα ζητήματα ἐπείγοντα, πρὸ πάντων δὲ εἰς τὰ ζητήματα τῶν βουλευτικῶν ἐργασιῶν, δὲν ἔλαβε καιρὸν νὰ σκεφθῇ ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐλπίζω κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας νὰ γείνῃ ἀντικείμενον τῆς διασκέψεως τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, μεθ’ ὃ θέλει ὑποβληθῆ εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως τὸ νομοθέτημα, περὶ οὗ ὁ λόγος.
§58ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Διάφορα παράπονα ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου καὶ τῆς τοῦ Μεσολογγίου μὲ ἠνάγκασαν νὰ δώσω νύξιν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν περὶ μιᾶς ἀνωμαλίας, ἡ ὁποία συμβαίνει ὡς πρὸς τὰς συντάξεις τῶν Φαλαγγιτῶν. Ἡ σύνταξις χήρας λοχαγοῦ ὑπὸ τὸ κράτος τῆς αὐτῆς νομοθεσίας εἶναι δραχμαὶ 42· ἡ σύνταξις χήρας λοχαγοῦ ὑπὸ τὸ κράτος τῆς αὐτῆς νομοθεσίας, ἀλλὰ κατ’ ἄλλους καιροὺς, εἶναι δραχμαὶ 60. Αὐτὴ ἡ ἀνισότης εἶναι μία ἀνωμαλία μεγάλη, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Αὐτὸ, ὡς παρίσταται, εἶναι ὅλως διόλου σκανδαλῶδες, καὶ ἐν τούτοις ἔχει λόγον σπουδαιότατον. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1852, αἱ συντάξεις τῶν Φαλαγγιτῶν ἀφωμοιώθησαν πρὸς τὰς συντάξεις τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1864 ἔγεινε νέος νόμος, ὁ ὁποῖος συνεπλήρωσε τὸν νόμον τοῦ 1852· μοὶ φαίνεται, ὅτι ἠλάττωσε τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐτῶν, ἢ ηὔξησε τὸ ποσὸν τῆς συντάξεως. Τότε ἐγεννήθη ζήτημα: ἡ αὔξησις αὕτη ἀφορᾷ καὶ τοὺς Φαλαγγίτας; Τὰ δικαστήρια καὶ ἡ κυβέρνησις παρεδέχοντο μέχρι τοῦ 1876, ὅτι οἱ Φαλαγγῖται ἀφωμοιώθησαν ἐντελῶς μὲ τοὺς ἀξιωματικοὺς, καὶ ἑπομένως ἐκανονίζοντο αἱ συντάξεις τῶν χηρῶν τῶν Φαλαγγιτῶν ἴσαι πρὸς τὰς συντάξεις τῶν χηρῶν τῶν ἰσοβάθμων ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ. Εἰς τὰ 1876 ὅμως ἐξεδόθη ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ ὁποία ἀποφαίνεται, ὅτι ἐξαιροῦνται ἐκ τῆς αὐξήσεως οἱ Φαλαγγῖται· τὰ Πρωτοδικεῖα ὅμως καὶ τὰ Ἐφετεῖα ἐπιμένουν εἰς τὴν πρώτην νομολογίαν των, καὶ σήμερον ἀκόμη τὰ δικαστήρια ἀποφαίνονται, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς φάλαγγος ἐξωμοιώθησαν μὲ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ μονίμου στρατοῦ. Αὐτὸ εἶναι μία ἀνωμαλία, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ θεραπεύσῃ· νὰ κανονισθῇ ποῖον εἶναι τὸ νομοθετικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον διέπει τὴν τύχην τῶν χηρῶν αὐτῶν καὶ ὀρφανῶν. Νομίζω, ὅτι δὲν δύνανται οἱ Φαλαγγῖται νὰ θεωρηθῶσι κατώτεροι τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἐνεργῶν.
§59Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Θὰ προσκαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου νὰ μοὶ κάμῃ μίαν ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ· ἐγὼ δὲν ἔχω οὐσιαστικὴν ἁρμοδιότητα ἐπὶ τούτου.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς δικαιοσύνης ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσιν αὑτῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Βασιλικοῦ ναυτικοῦ, ἡ δ’ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ὁμοίως ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων περὶ τοῦ καπνοῦ, περὶ χαλκίνων νομισμάτων καὶ περὶ πιστώσεως εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ἐργοστασιάρχαι ἐκ Πειραιῶς προσφέρονται ν’ ἀναλάβωσι τὴν κατασκευὴν οἱουδήποτε ποσοῦ σκελεῶν κλπ. τοῦ στρατοῦ, ἐπὶ προθεσμίᾳ βραχυτάτῃ καὶ εἰς τιμὴν κατωτέραν τῶν ἐξ Εὐρώπης προμηθευομένων.
§61ΤΙΝΕΣ. Νὰ συστηθῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.
§62ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ αἴτησις τῶν ἐργοστασιαρχῶν αὐτῶν εἶναι ἀξία τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς καὶ ἀξία συστάσεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Τὰ ἐργοστάσια αὐτὰ, γνωρίζω καλῶς ὡς πρόεδρος τῆς βιομηχανικῆς ἐπιτροπῆς, ἄλλοτε, ὅτε ἀπέστειλαν εἰς τὴν ἔκθεσιν τῶν Παρισίων ἔργα, ἐβραβεύθησαν. Ἑπομένως, ἂν ἡ κυβέρνησις προτιμήσῃ αὐτὰ, οὐ μόνον θὰ ἐνισχύσῃ τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν, ἀλλὰ θὰ ἔχῃ ὑφάσματα, ἅτινα θὰ ἦναι ἴσης, ἂν ὄχι καλλιτέρας ποιότητος τῶν ἐξ Εὐρώπης. Ἡ Βουλὴ θὰ πράξῃ ἔργον δικαιοσύνης συνιστῶσα θερμῶς τὴν αἴτησιν τῶν ἐργοστασιαρχῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
§63ΦΙΛΗΜΩΝ. Νομίζω, ὅτι ἤδη ἡ Κυβέρνησις ἐπρομηθεύθη τοιαῦτα ὑφάσματα καὶ ἀνεγνώρισε τὴν χρησιμότητα αὐτῶν.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ συστηθῇ στενῶς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἡ ἀναφορὰ αὕτη. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§65ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς μελέτης διὰ σιδηροδρόμους ὑποβάλλω μίαν ἀναφορὰν τοῦ συμβαλλομένου ἀντιπροσώπου. (Ἀναγινώσκει.) Ἐννοεῖτε, κύριοι, ὅτι τοιουτοτρόπως αἴρεται πᾶσα ἀμφιβολία, ὅτι αἱ μελέται θέλουσι γείνει ἀκριβέστερον ἢ ὅσον αὐστηρότερον ἐζήτησαν οἱ κύριοι, οἵτινες ὡμίλησαν περὶ τῶν μελετῶν αὐτῶν· νομίζω ἑπομένως, ὅτι δυσκολία οὐδεμία θὰ ὑπάρχῃ, ὥστε νὰ ἐπιψηφισθῇ ἡ πίστωσις, τὴν ὁποίαν ἡ κυβέρνησις ζητεῖ. Ἀλλὰ πρὶν ἢ τελειώσωμεν, κύριοι, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ἐπειδὴ βλέπω, ὅτι ἡ Βουλὴ σπεύδει καὶ ἔχομεν ἀκόμη ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ τελειώσωμεν, αὐτὴν τουλάχιστον τὴν ἑβδομάδα νὰ συνερχώμεθα δὶς τῆς ἡμέρας, ἂν ἡ Βουλὴ συμφωνῇ. — Ἡ ἀναφορὰ, παρακαλῶ, νὰ τυπωθῇ.
§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως συνερχώμεθα δὶς τῆς ἡμέρας, ἀποδεικνύει, ὅτι μεγάλαι ὑπάρχουσι πιθανότητες, ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἦνε εἰς ἀριθμὸν, ὅπως ἐξακολουθῇ τὰ ἔργα αὑτῆς· διότι βεβαίως ὁ λόγος οὗτος ὑπηγόρευσε τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλ’ ἂν ἡ Βουλὴ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν δὲν θὰ δύναται πλέον νὰ συνεδριάζῃ ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως τοῦ ἀριθμοῦ, νομίζω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ φροντίσωμεν, ὅπως ἐντὸς τῶν ὀλίγων τούτων ἡμερῶν ψηφίσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν, διότι εἰσερχόμεθα μετ’ ὀλίγον εἰς τὸν τρίτον μῆνα τοῦ ἔτους, καὶ πάλιν, ὡς φαίνεται, ἂν δὲν λάβωμεν ἔγκαιρον πρόνοιαν, θ’ ἀναγκασθῶμεν διὰ ψηφίσεως δωδεκατημορίου νὰ ἐξακολουθήσωμεν καταβάλλοντες τὰς δαπάνας καὶ εἰσπράττοντες τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους. Εἶνε ἄτοπον, παρούσης τῆς Βουλῆς, συνελθούσης μάλιστα τῆς Βουλῆς πρὸ τῆς συνήθους ὥρας, νὰ εἰσερχώμεθα εἰς τὸ ἔτος ἄνευ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ νὰ δαπανῶμεν ἐπὶ τῇ βάσει πιστώσεων κατὰ τὸ ¼ τοῦ ἔτους. Ἂν μὴ ἦτο δυνατὸν νὰ προληφθῇ τὸ κακὸν, ἔπρεπε νὰ ὑποκύψωμεν, ἀλλὰ τὸ κακὸν προέρχεται ἀφ’ ἡμῶν αὐτῶν· ἡμεῖς εἴμεθα οἱ αἴτιοι τῆς τοιαύτης ἀναβολῆς, διότι παρεμβάλλομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἥτις ἔπρεπε νὰ προτάσσηται παντὸς ἑτέρου ἀντικειμένου, ζητήματα ἄσχετα. Ἡ πρότασις αὕτη περὶ δαπάνης πρὸς μελέτην περὶ σιδηροδρόμων, διεξαχθησομένην ὑπὸ ἑταιρίας, δὲν σχετίζεται πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν διετείνετο προχθὲς, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν τὴν πρότασιν ταύτην ὑπὸ τὰ ὑπάρχοντα ἄρθρα τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι οὐδὲν ἄρθρον τοῦ προϋπολογισμοῦ σχετίζεται πρὸς αὐτὴν, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ συζήτησις κατόπιν τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν ἄρθρων τοῦ οἰκείου κεφαλαίου ὡς περὶ πράγματος ὅλως ἐκτάκτου. Ἀλλ’ ἂν τὸ πρᾶγμα ἦνε ὅλως ἔκτακτον, νομίζω, ὅτι ὁ κατάλληλος τρόπος συζητήσεως τῶν περὶ τούτου εἶνε ἐν νομοσχεδίῳ περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως. Ἐν νομοσχεδίῳ περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως, συζητουμένου τοῦ θέματος τούτου, παρέχεται εἰς τὴν Βουλὴν ἡ εὐκαιρία τῶν τριῶν συζητήσεων· εἶνε δὲ λίαν ἀναγκαία ἡ τριπλῆ συζήτησις, διότι τὸ θέμα δὲν εἶνε οἷον φαίνεται ἐν τῇ προτάσει. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῶν 350,000 δραχμῶν, αἵτινες καὶ αὐταὶ εἶνε ἀρκετὰ σπουδαῖαι δι’ ἔθνος πτωχὸν ὡς ἡ Ἑλλάς, ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνον περὶ αὐτῶν· τοῦτο εἶνε τὸ ἐλάχιστον. Τὸ κύριον ζήτημα ἐν τῇ συμβάσει ταύτῃ εἶνε ὁ τρόπος τῆς συστάσεως σιδηροδρόμων· τοῦτο δὲ τὸ ζήτημα ἀπησχόλησε τὰς Βουλὰς ἄλλων ἐθνῶν ἐπὶ ἔτη ὁλόκληρα, τουτέστιν ἂν οἱ σιδηρόδρομοι πρέπει νὰ κατασκευασθῶσι δι’ ἑταιριῶν ἢ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἂν πρέπῃ νὰ διαχωρίζωνται παρ’ ἑταιριῶν ἢ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως· καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν πρέπει νὰ κατασκευασθῶσιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἔρχεται δεύτερον ζήτημα, ἂν πρέπῃ νὰ κατασκευασθῶσιν ἐργολαβικῶς παρ’ ἑταιριῶν εἰς λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως, ἢ ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἔρχονται κατόπιν ἄλλα ζητήματα· οἱ σιδηρόδρομοι, οἱ ἀπ’ Ἀθηνῶν μέχρι Λαμίας καὶ ἀπ’ Ἀθηνῶν μέχρι Πατρῶν, θὰ ἦνε σιδηρόδρομοι διεθνοῦς συγκοινωνίας, ἢ τοπικῆς συγκοινωνίας; Ἐὰν ἦνε διεθνοῦς συγκοινωνίας, ἡ δαπάνη θὰ ἦνε διπλασία ἢ τριπλασία τῆς τοῦ σιδηροδρόμου τοπικῆς συγκοινωνίας. Ἐὰν ἦνε τοπικῆς συγκοινωνίας, θὰ στρωθῇ ἐπὶ τῆς δημοσίας ὁδοῦ, ἢ ἐπὶ εἰδικῆς σιδηροδρομικῆς ὁδοῦ; Ταῦτα πάντα πρέπει νὰ λυθῶσι, πρὶν ἢ ἀποφανθῶμεν περὶ τῆς συμβάσεως, διότι ἡ σύμβασις ὑποθέτει τὰ εἰρημένα ζητήματα λελυμένα ὑπὲρ τοῦ συστήματος τῆς κατασκευῆς δι’ ἑταιριῶν. Ἐγὼ εἶμαι ἐναντίος τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἀποδέχεται ἡ σύμβασις· ἡ Βουλὴ ἴσως εἶνε ἄλλης ἰδέας, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε δὲν πρέπει νὰ πράξωμέν τι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, πρὶν ἢ συζητήσωμεν εὐθέως ἐπ’ αὐτοῦ, καὶ πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ μετὰ συζήτησιν ἀποδεχθῇ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ σύστημα. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἄλλος λόγος, δι’ ὃν νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὕτη εἰς τὴν κατάλληλον ἐποχήν, τουτέστιν ἐπὶ νομοσχεδίου περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως· εἶνε δὲ ὁ λόγος οὗτος, ὅτι ἀπεδείχθη ἐξ αὐτῶν τῶν ἀνακοινώσεων τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἐπέρχονται κατόπιν τῆς συμβάσεως προτάσεις λυσιτελέστεραι, ἤδη προβαλλόμεναι, προτάσεις αὐτῆς ταύτης τῆς ἑταιρίας. Ἐγὼ δὲν παραδέχομαι κατ’ ἀρχὴν τὴν σύμβασιν πρὸς τὴν ἑταιρίαν ταύτην· ἀλλ’ ἐὰν ἤμην ἐκ τῶν παραδεχομένων τοιούτου εἴδους συμφωνίας, θὰ ἠδυνάμην ἴσως νὰ ψηφίσω τὰς ὑποβαλλομένας σήμερον παρὰ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ἐνῷ δὲν θὰ ἠδυνάμην νὰ παραδεχθῶ τὰς πρώτας, διότι οἱ ὅροι, οὓς ὑποβάλλει σήμερον ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὅπως διατυποῦνται ἐν τῷ ἀνακοινωθέντι παρ’ αὐτοῦ ἐγγράφῳ, ἔχουσι πολλαπλασίαν ἀξίαν τῶν ἐν τῇ συμβάσει, καὶ ὅμως τὸ ἀντίτιμον τῶν 700 φράγκων κατὰ χιλιόμετρον μένει ἀναλλοίωτον. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ ἐργασία ἡ κανονιζομένη ἐν τῇ πρώτῃ συμβάσει δὲν εἶχεν ἀξίαν οὐχὶ 700 φράγκων κατὰ χιλιόμετρον, ἀλλ’ οὐδὲ 250. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι εὐθὺς ὡς ἔμαθον οἱ περὶ τὰ τοιαῦτα ἀσχολούμενοι ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ὅσοι ἔτυχον νὰ ἔχωσιν ἀνταποκριτὰς ἐνταῦθα, ὅτι ἡ ἐργασία αὕτη ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἔσπευσαν ν’ ἀνακοινώσωσιν, ὅτι εἶναι καὶ οὗτοι πρόθυμοι νὰ ἐκτελέσωσι τὴν ἐργασίαν καὶ ἐπὶ ἐπωφελεστέροις ὅροις τῶν ἐν τῇ συμβάσει. Αἱ ἑταιρίαι, περὶ ὧν ἐποιήσατο λόγον ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἰς τὴν προηγουμένην συζήτησιν, εἶναι καλαί. Ὁ τραπεζικὸς οἶκος Πουλιακὼφ εἶναι γνωστὸς ἐξ ἔργων σπουδαιοτέρων τῶν ἐκτελεσθέντων παρὰ τοῦ κ. Perdoux. Ἐγὼ, κύριοι, καθ’ ἑκάστην λαμβάνω ἀνακοινώσεις παρὰ διαφόρων, ὅτι δέχονται νὰ ἐκτελέσωσι τὸ αὐτὸ ἔργον ἐπὶ ὅροις ἐπωφελεστέροις· εἷς μάλιστα μοὶ εἶπεν, ὅτι ζητεῖ μόνον 50 δραχμὰς κατὰ χιλιόμετρον, καὶ δὲν εἶναι ἐκ τῶν χειροτέρων. Ἔλαβον ἔγγραφα ἀποδεικνύοντα, ὅτι τοιαῦται μελέται ὑπάρχουσι· μοὶ ἀνεκοινώθησαν καὶ μελέται, γενόμεναι παρ’ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως παρὰ τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων· ὁλόκληρος ἔκθεσις τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων ἀνεκοινώθη κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἑταιρίαν εἰς ὁδηγίαν αὐτῆς περὶ τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου ἀπὸ Ἀθηνῶν εἰς Λαμίαν. Ἐκ τῆς ἐκθέσεως δὲ ἐκείνης τοῦ τμήματος ἐξάγεται, ὅτι ἡ δαπάνη τῶν μελετῶν εἶναι ἐλαχίστη, διότι τὸ ἔδαφος εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον πεδινόν. Ὁ ἀπ’ Ἀθηνῶν μέχρι Λαμίας σιδηρόδρομος ἔχει 25 χιλιόμετρα βουνώδους καὶ ὀρεινοῦ ἐδάφους, δι’ ἃ χρειάζεται ἐπισταμένη μελέτη· ὁ δὲ ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πάτρας σιδηρόδρομος κατ’ ἄλλας ἐκθέσεις ἔχει ὀρεινὸν ἔδαφος 12 χιλιομέτρων. Δι’ ἐλάχιστον ἄρα ἀριθμὸν χιλιομέτρων ἀπαιτεῖται ἐπισταμένη μελέτη· ὡς πρὸς τὰ ἄλλα δύναταί τις ἐκ τοῦ προχείρου νὰ ἀποφανθῇ κατὰ προσέγγισιν περὶ τῆς δαπάνης. Ταύτην τὴν προθυμίαν τῶν ἑταιριῶν, ὅπως ποιήσωνται τὰς μελέτας καὶ πληρέστερον καὶ οἰκονομικώτερον ἢ κατὰ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, ὀφείλομεν νὰ μὴ παρίδωμεν. Ἐν ᾧ ἐξυπηρετοῦμεν τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἀναβάλλοντες πρὸς τὸ παρὸν καὶ μέχρι τῆς αἰτήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως τὴν περὶ τῆς συμβάσεως συζήτησιν καὶ ἐπιτρέποντες εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἀκωλύτως τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, δίδομεν τοιουτοτρόπως καὶ εἰς ὅσους εἶναι πρόθυμοι νὰ ἔλθωσιν εἰς συναγωνισμὸν περὶ τῶν μελετῶν, τὸν χρόνον, ὅπως ὑποβάλωσι τὰς προτάσεις των, καὶ δυνηθῶμεν οὕτω καὶ ἡμεῖς ἐν γνώσει τῶν ἄλλων προτάσεων νὰ διασκεφθῶμεν, ἰδίως δὲ ὅσοι παραδέχονται τὸ σύστημα τῆς μελέτης δι’ ἑταιρίας νὰ κρίνωσιν, ἂν ἡ μελέτη πρέπῃ νὰ γείνῃ ὡς κανονίζει ἡ σύμβασις ἢ κατ’ ἄλλον τρόπον καὶ παρ’ ἄλλων προσώπων. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ διευκολύνῃ κατὰ τοῦτο τὴν ἀντιπολίτευσιν. Ἡ ἀντιπολίτευσις οὐ μόνον οὐδὲν πρόσκομμα ἐκ τῶν συνήθως, ἐκ τῶν νομίμως καὶ κανονικῶς ὑπὸ τῶν ἀντιπολιτεύσεων παρεμβαλλομένων, παρενέβαλε κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην εἰς τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας συνετέλεσεν, ὅσον ἦτο δυνατὸν, εἰς τὴν ταχυτέραν διεξαγωγὴν τῶν κυβερνητικῶν προτάσεων. Ἡ ἀντιπολίτευσις παρεδέχθη ἀρχὴν, ἐφ’ ἧς τῇ ἀποδοχῇ παρὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως πᾶσα Κυβέρνησις θὰ ἐλογίζετο εὐτυχὴς, τὴν ἀρχὴν, ὅτι, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐνόσῳ ἡ Κυβέρνησις τυγχάνει τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς καὶ νομίμως κατέχει τὴν ἐξουσίαν, πρέπει νὰ διεξάγῃ τὸ σύστημα τῶν παρασκευῶν ὅπως αὕτη τὸ ἀντιλαμβάνεται. Πολλὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως δὲν τυγχάνουσι τῆς ἐπιδοκιμασίας τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ἐθεωρήσαμεν, ὅτι οὔτε τὸν χρόνον τῆς Βουλῆς ἔπρεπε νὰ δαπανήσωμεν, οὔτε τὸ ἔργον ἔπρεπε νὰ παραβλάψωμεν, ζητοῦντες νὰ παρεμβάλλωμεν τὰς ἡμετέρας ἰδέας εἰς σύστημα διάφορον τοῦ ἡμετέρου συστήματος. Ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Κυβερνήσεως περιέχει ὡς πρὸς τὰ ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς δὲν ἠθέλομεν προτείνει καὶ τὰ ὁποῖα, ἂν ἠδυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν, χωρὶς νὰ παρεμποδίσωμεν τὴν ἔγκαιρον ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τὴν ἑνότητα τῆς κυβερνητικῆς ἐνεργείας ὡς πρὸς τὰ στρατιωτικὰ καὶ τὰ ναυτικὰ, βεβαίως ἠθέλομεν ἀποκρούσει. Σχεδὸν εἴμεθα πρόθυμοι νὰ ψηφίσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τῶν δύω τούτων ὑπουργείων συλλήβδην· ἀλλ’ ἀπέναντι τοιαύτης πορείας τῆς ἀντιπολιτεύσεως, νομίζω, ὅτι ἔχομεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀξιῶμεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μὴ ζητῇ νὰ ἐπωφελῆται ἐκ τῆς καταστάσεως ταύτης, ἵνα παρεμβάλῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ζητήματα ἀλλότρια τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δὲν ἀρκεῖ νὰ μᾶς εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι νομοσχέδιόν τι σχετίζεται πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, ἵνα δικαιολογηθῇ ἡ πρόταξις τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, διότι τί δὲν σχετίζεται πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν; Τὰ πάντα ἀπολήγουσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν· ἀλλ’ ὅταν λέγωμεν, ὅτι νομοσχέδιόν τι εἶναι προτακτέον τοῦ προϋπολογισμοῦ ὡς σχετιζόμενον πρὸς αὐτὸν, ἐννοοῦμεν νομοσχέδιον, ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ ὁ προϋπολογισμὸς, βεβαίως δὲ ἄνευ τῆς συμβάσεως πρὸς τὸν κ. Perdoux εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ ὁ προϋπολογισμὸς καὶ νὰ ὑπάρξῃ τὸ Κράτος. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὰς διαθέσεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀνταποκριθῇ, διότι, ἂν μὴ ἀνταποκριθῇ, αἱ διαθέσεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως θέλουσι μεταβληθῆ, καὶ πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι οὐδὲ προϋπολογισμὸν θὰ λάβῃ πρὸς ζημίαν ἑαυτῆς, δυστυχῶς ὅμως καὶ τοῦ τόπου.
§67Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Γνωρίζω καλῶς καὶ τὴν ἀντιπολίτευσιν καὶ τὸν κ. Τρικούπην· δὲν πιστεύω ποτὲ, ὅτι θέλουσι προβῆ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀπειλῆς.
§68Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὅ,τι εἶπε, θὰ τὸ κάμῃ, ἐὰν ἐπιμένετε.
§69Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν πιστεύω, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις θ’ ἀρνηθῇ ποτὲ τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ ἡ παρελθοῦσα ἀντιπολίτευσις, διὰ νὰ εὐκολύνῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἔμεινεν ἐδῶ μέχρι τοῦ μεγάλου Σαββάτου, καὶ παρέσχεν ὅλην αὐτῆς τὴν συνδρομήν. Λοιπὸν ἀμοιβαιότητα περιμένομεν ἀπὸ τὴν ἀντιπολίτευσιν καὶ τὸν κ. Τρικούπην. Κύριοι, δὲν πρόκειται ν’ ἀπαντήσω σήμερον εἰς τὸν κ. Τρικούπην. Ἐὰν δὲ ἤθελον ἀπαντήσει, ἤθελον ἀποδείξει βεβαίως, ὅτι ἔχει ἄδικον ἀποκρούων τὴν πίστωσιν, ὅπως τὴν ἀπέκρουσε. Δὲν θ’ ἀπαντήσω σήμερον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου, διότι ταύτην τὴν στιγμὴν ἔλαβον τηλεγράφημα περὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως. Ἑπομένως θέλω παρακαλέσει τὴν Βουλὴν ν’ ἀφήσῃ ἐκκρεμὲς αὐτὸ τὸ ἄρθρον τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ σήμερον, καὶ αὔριον θέλω φέρει ἐνώπιον ὑμῶν ὅλας τὰς πληροφορίας ἐπὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως. Δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ δυσκολίαν ἡ Βουλὴ ἐπὶ τούτου.
§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂς ἀποπερατώσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ἂς μείνῃ αὐτὸ τὸ ἄρθρον.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ;
§72ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§73ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Νὰ φέρῃ τὸ ὑπουργεῖον καὶ μίαν ἔκθεσιν τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων.
§74Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν ἔγεινεν ἡ πρότασις, εἰργάσθη τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων, καὶ αὐτὸ συνέταξε τὸ τεχνικὸν μέρος τῆς συμβάσεως. Ὁποίαν ἄλλην ἔκθεσιν ζητεῖ ὁ κ. Καλλιγᾶς, ἀφοῦ αὐτὴ ἡ ἐργασία ἐγένετο ἀπὸ τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων;
§75ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἶναι μοναδικὸν φαινόμενον, ὅτι τὸ τμῆμα, ἀντὶ νὰ συντάσσῃ ἐκθέσεις, διὰ τῶν ὁποίων νὰ διαφωτίζῃ, συντάσσει συμβάσεις.
§76Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς ὅλα τὰ ἔργα τὰ ἐπιστημονικὰ αὐτὸ γίνεται.
§77ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εὔχομαι νὰ μεταβληθῇ ὁ ὀργανισμὸς οὗτος, ὥστε τὸ τμῆμα νὰ συντάσσῃ ἐκθέσεις καὶ νὰ τὰς ὑποβάλλῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ κεφάλαιον 9 μέχρι τοῦ ἄρθρου 18, ὡς γνωρίζετε, ἐψηφίσθη προχθές, ὑπολείπεται δὲ ἡ συζήτησις τῆς πιστώσεως. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ μένῃ ἐκκρεμὲς τὸ 19 ἄρθρον;
§79ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§80ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὶν μεταβῶμεν εἰς τὸ 10 κεφάλαιον, προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρακαλῶ αὐτὴν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ περιλάβῃ ἐν τῷ Κεφαλαίῳ 9, εἴτε ἐν τῷ ἄρθρῳ 8, τὸ ὁποῖον εἶναι κενόν, εἴτε ἐν ἄρθρῳ 19 ἢ 20, ἐὰν εἰς τὸ 19 ἄρθρον δὲν σημειωθῇ ἡ διὰ τὰς μελέτας τῶν σιδηροδρόμων ζητηθεῖσα πίστωσις, ἡ συζήτησις τῆς ὁποίας ἀνεβλήθη, πίστωσιν 30 χιλιάδων δραχμῶν «διὰ κατασκευὴν φυλακῶν καὶ ἀγορὰν οἰκοπέδου ἢ οἰκίας,» διότι ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται ν’ ἀγοράσῃ οἰκίαν τινὰ ἐν Καλάμαις, ἥτις θέλει χρησιμεύσει ὡς δημόσιον κατάστημα. Ἀπόκειται ὅμως εἰς τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ ἢ ὄχι τὴν πρότασίν μου ταύτην, σκοποῦσαν νὰ θεραπεύσῃ ἀνάγκην τοῦ δημοσίου, ὑφισταμένην ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ.
§81Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη δὲν γίνεται προσηκόντως. Τὸ ὑπουργεῖον συνέταξε τὸν προϋπολογισμὸν καὶ δι’ αὐτοῦ προέβλεψε περὶ τῆς θεραπείας τῶν ἀναγκῶν, περὶ ὧν ὤφειλε νὰ προβλέψῃ. Ἤδη δὲ, ἀφοῦ ἐψηφίσθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, μᾶς προτείνει προσθήκην πιστώσεως, τῆς ὁποίας ἀγνοῶ τὸν χαρακτῆρα. Εἶναι δήλωσις ἢ συμπληρωτικὴ πίστωσις; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ποῖα εἶναι τὰ ἔγγραφα, δυνάμει τῶν ὁποίων δύναται νὰ χορηγηθῇ αὐτὴ ἡ πίστωσις; Πρόκειται περὶ οἰκοδομῆς καταστήματος· ὑπάρχει προϋπολογισμὸς, ὑπάρχει σχέδιον; Πῶς δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ψηφίσωμεν οὕτω τὴν πίστωσιν;
§82ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ προϋπολογισμοῦ, κύριοι, συζητουμένου, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποβάλωμεν οὔτε πίστωσιν συμπληρωτικὴν, οὔτε ἄλλου εἴδους πίστωσιν. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ προβάλλονται ὅλαι αἱ ὡς ἀναγκαῖαι θεωρούμεναι προτάσεις περὶ προσθήκης νέων πιστώσεων ἢ καὶ περὶ διαγραφῆς τοιούτων. Ἡ κυβέρνησις ἐσκέφθη, ὅτι συμφέρει εἰς αὐτὴν νὰ ἀγοράσῃ οἰκίαν τινὰ εἰς Καλάμας, ἥτις θέλει χρησιμεύσει ὡς δημόσιον κατάστημα, ὅπως ἀπαλλαγῇ τὸ δημόσιον τῆς πληρωμῆς ὑπερόγκου ποσοῦ δι’ ἐνοίκιον. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ τὴν πρότασίν μου καὶ ἀναγράψῃ τὴν πίστωσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τότε βεβαίως θέλομεν συμμορφωθῆ μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, τουτέστι θὰ προηγηθῇ διάγραμμα, θὰ συνταχθῇ προϋπολογισμὸς, θὰ γείνῃ ἐκτίμησις τῆς οἰκίας καὶ θὰ ἐνεργηθῶσι πάντα, ὅσα ἀπαιτοῦνται νὰ προηγηθῶσι τῆς ἀγορᾶς, καὶ θὰ τηρηθῶσιν ἀκριβῶς αἱ διατάξεις τοῦ Νόμου.
§83ΤΙΝΕΣ. Νὰ προστεθῇ.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε εἰς τὸ ἄρθρον 8, τὸ ὁποῖον εἶναι μόνον πρὸς ἐνθύμησιν, πρέπει νὰ προστεθῶσι 30 χιλιάδες δραχμαί;
§85ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ κατάστημα αὐτὸ εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ; Διότι, ἐὰν χρησιμεύσῃ διὰ φυλακάς, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἐψηφίσθη.
§86ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς δημόσιον κατάστημα, εἴτε ὡς φυλακαί, εἴτε ὡς κατάστημα Νομαρχίας· τέλος θὰ χρησιμεύσῃ εἰς μίαν ἀνάγκην τῆς κυβερνήσεως.
§87ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριε πρόεδρε, καὶ ἄλλοτε ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἐπαναλάβω τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι, ὅταν εἷς προϋπολογισμὸς παρουσιάζεται ὑπὸ τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον ψηφίζομεν, πρέπει ν’ ἀποφεύγωμεν νὰ προσθέτωμεν νέας δαπάνας, αἵτινες οὔτε κατεπείγουσαι, οὔτε δικαιολογημέναι φαίνονται. Μὲ ἀπορίαν μου μεγάλην παρατηρῶ, ὅτι κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην ἡ Βουλὴ εἶναι εὐκολωτάτη εἰς προσθήκας δαπανῶν. Εἶναι ἀπαράλλακτον τοῦτο μὲ ὅ,τι συμβαίνει, ὅταν εὑρίσκεται τις εἰς χρεωκοπίαν, ὁπότε δὲν σκέπτεται περὶ οἰκονομιῶν. Ὅταν, ἐπαναλέγω, παρουσιάζεται ὁ προϋπολογισμὸς μὲ ἓν τόσῳ μέγα ἔλλειμμα, ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ οἰκονομήσωμεν καὶ τὸ τελευταῖον λεπτὸν, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς στρατιωτικὰς παρασκευάς. Εἶναι ἀτοπώταται τοιαῦται προσθῆκαι, τὰς ὁποίας οὐδεμία ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας ὑπαγορεύει, καὶ χωρὶς τοὐλάχιστον νὰ ὑποβάλληται οὐδὲ ἓν ἔγγραφον τῆς ὑπηρεσίας πρὸς δικαιολόγησιν τῆς προσθήκης. Ὅταν μάλιστα μᾶς λέγουν, ὅτι ζητοῦν τὴν προσθήκην, ἵν’ ἀγοράσωσιν οἰκίαν, δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν γίνεται τοῦτο δι’ ἄλλον σκοπὸν, εἰμὴ χάριν προσωπικῶν παραχωρήσεων· διότι, ἐὰν εἶχον τῳόντι ἀνάγκην ν’ ἀγοράσωσιν ἐν Καλάμαις οἰκίαν διὰ φυλακὰς, ὑπάρχει ἐκεῖ ἡ οἰκία τοῦ Ἀλεξανδρακείου κληροδοτήματος, ἥτις καὶ εὐρύχωρος εἶναι καὶ εἰς κατάλληλον διὰ τὴν ὑγιεινὴν τῶν φυλακισμένων κεῖται θέσιν· οὐδεμία πρότασις ὅμως ἐγένετο ν’ ἀγοράσωσιν αὐτὴν τὴν οἰκίαν. Συμπεραίνω ἐκ τούτου, ὅτι, ἐὰν ψηφισθῇ ἡ πίστωσις, καὶ εὔχομαι αἱ ὑπόνοιαί μου νὰ μὴ ἐπαληθεύσωσιν, εἰς ἐξυπηρέτησιν προσωπικῶν λόγων θέλει χρησιμεύσει. Σήμερον, ὅτε εὑρισκόμεθα ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ πολεμικοῦ πυρετοῦ, δὲν βλέπομεν τὸ οἰκονομικὸν βάραθρον, πρὸ τοῦ ὁποίου ἱστάμεθα· ὅταν ὅμως παρέλθῃ ὁ πυρετὸς καὶ παρουσιασθῇ ἐν ὅλῃ τῇ ἀπειλητικῇ αὐτοῦ μορφῇ τὸ φοβερὸν ἔλλειμμα, τότε θὰ ἐννοήσωμεν ποῦ θέλομεν εὑρεθῆ μίαν ἡμέραν, ἐὰν δὲν θέσωμεν τέρμα εἰς τὸ σύστημα τῶν ἀνωφελῶν δαπανῶν. Εἶμαι λοιπὸν, ἐπαναλαμβάνω, κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος πάσης προσθήκης οἱασδήποτε δαπάνης, ἔστω καὶ πέντε λεπτῶν, ἥτις δὲν ἤθελεν ἀφορᾷ εἰς τὰς στρατιωτικὰς παρασκευὰς ἢ δὲν ἤθελεν εἶσθαι ἀρκούντως δικαιολογημένη ἐκ λόγων κατεπειγούσης ὑπηρεσιακῆς ἀνάγκης.
§88ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἡ πρότασίς μου αὕτη προεκάλεσε συζήτησιν, τὴν ἀποσύρω.
§89ΤΙΝΕΣ. Πολὺ καλά.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον 10 «Βοήθειαι». Ἄρθρον 1........ Ὀφείλω, κύριοι, ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ χήρα τοῦ Παντελῆ Κουντουριώτη ἀναφέρει, ὅτι εὑρίσκεται εἰς μεγάλας οἰκονομικὰς δυσχερείας, ἔχει δὲ καὶ ἕνα ἀνδράδελφόν της κλινήρη ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν........
§91ΦΙΛΗΜΩΝ. Εἶναι περιττὸν, κύριε πρόεδρε, νὰ προχωρήσητε, ἀφοῦ πρόκειται περὶ τῆς οἰκογενείας ἐκείνης, ἥτις ἑκατομμύρια ἐθυσίασεν ὑπὲρ τοῦ Ἔθνους.
§92ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μετὰ πάσης εὐχαριστήσεως ἡ Κυβέρνησις θὰ συνδράμῃ τὴν χήραν· αὕτη ὅμως δὲν θέλει βοήθημα, ἀλλὰ σύνταξιν.
§93ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νὰ δοθῇ σύνταξις.
§94Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ φέρωμεν αὔριον τὸ νομοσχέδιον.
§95ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§96ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν περυσινὸν προϋπολογισμὸν ὑπῆρχε πίστωσις 105 χιλιάδων δραχμῶν εἰς τὸ κεφάλαιον 10, ἄρθρ. 1, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς ἀπεδείχθη, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι ἀνεπαρκὲς, καὶ διὰ τοῦτο ἐζητήθη παρ’ ἐμοῦ, καὶ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη συμπληρωτικὴν πίστωσιν ἐκ 18 χιλιάδων δραχμῶν, ὥστε ἀπὸ 105 χιλιάδων ἀνεβιβάσθη εἰς 123 χιλιάδας δραχμῶν διὰ τὸ ἔτος 1880 ἡ διὰ τὰς τοιαύτας βοηθείας πίστωσις. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν αὐτὴν τὴν ἀνάγκην, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐθεώρησεν ἐπαρκὲς καὶ διὰ τὸ 1881 τὸ ποσὸν τῶν 105 χιλιάδων. Ἤδη προτείνω ν’ ἀναβιβασθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς 127 χιλιάδας.
§97ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τί χρησιμεύει;
§98ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς βοηθήματα ἐγκεκριμένα διὰ Β. διατάγματος, εἰς τὰ ὁποῖα ὅμως ἑκάστοτε προστίθενται καὶ ἄλλα νέα. Ἀπεβίωσε π. χ. ὁ στρατηγὸς Σπυρομήλιος, ὅστις ἐλάμβανε στρατιωτικὴν σύνταξιν 600 δραχμῶν· ἐνομίσαμεν δὲ, ὅτι ἔπρεπε νὰ χορηγήσωμεν εἰς τὴν ἔγγαμον θυγατέρα αὐτοῦ, μὴ ἔχουσαν δικαίωμα συντάξεως ἐκ τοῦ νόμου, βοήθημα, καὶ ὡς τοιοῦτον ἐκανονίσαμεν 225 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Πλὴν τῶν τοιούτων μηνιαίων βοηθημάτων, ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην, ὡς καὶ ἡμεῖς — καὶ δὲν λέγω τοῦτο διὰ νὰ κατακρίνω κανένα — νὰ χορηγήσωμεν ἐφάπαξ μικρὰ χρηματικὰ ποσὰ 15, 20, 25 δραχμῶν εἰς διαφόρους ἀπόρους, οἱ ὁποῖοι μᾶς περιστοιχίζουσιν ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας. Εἶναι ἀδύνατον, κύριοι, ὁποιαδήποτε Κυβέρνησις καὶ ἂν ἦνε, ν’ ἀποφύγῃ αὐτὴν τὴν ἐνόχλησιν, καὶ νὰ μὴ ὑποκύψῃ εἰς τὴν τοιαύτην ἀνάγκην. Δὲν τὸ λέγω δὲ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, διὰ νὰ κατηγορήσω τινὰ, διότι καὶ ἐγὼ ὑπέκυψα εἰς τὰς ἐνοχλήσεις καὶ ἀπαιτήσεις αὐτάς· ἐζήτησα καὶ ἔλαβον σημείωσιν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπουργείου, καὶ ἐξ αὐτῆς εἶδον, ὅτι καὶ ὁ ἔντιμος προκάτοχός μου κ. Λομβάρδος εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διαθέσῃ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ἓν ποσὸν 2,500 δραχμῶν εἰς μικρὰ βοηθήματα.
§99ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὄχι ὑπεράνω τοῦ κονδυλίου.
§100ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 105 χιλιάδων, αἱ ὁποῖαι ἦσαν προωρισμέναι δι’ ἄλλον σκοπὸν, διότι τὸ ἄρθρον 1 ῥητῶς ἀναφέρει, ὅτι ἡ πίστωσις χορηγεῖται διὰ βοηθήματα εἰς ἀγωνιστὰς καὶ οἰκογενείας τοιούτων, ἐγκεκριμένα διὰ Β. διατάγματος κατ’ ἀπόφασιν τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, μολονότι, λέγω, ὁ προορισμὸς τοῦ κονδυλίου τούτου εἶναι πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν, μ’ ὅλα ταῦτα εὑρέθητε καὶ σεῖς, κ. Λομβάρδε, ὡς καὶ ἡμεῖς, εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραβῆτε αὐτὴν τὴν διάταξιν, τὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένην, διότι καὶ σεῖς καὶ ἡμεῖς ἠναγκάσθημεν νὰ δώσωμεν τοιαῦτα μικρὰ βοηθήματα εἰς διαφόρους ἀπόρους δυστυχεῖς, οἱ ὁποῖοι περιστοιχίζουσι τὸ ὑπουργεῖον ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας, καὶ διὰ τοῦτο ἐξηντλήθη ἡ πίστωσις, καὶ ἐζητήθη, ὡς προεῖπον, συμπληρωτικὴ ἐκ 18 χιλιάδων δραχμῶν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ προσθήκην 22 ἔτι χιλιάδων δραχμῶν, κατὰ τὴν σημείωσιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωκε τὸ εἰδικὸν λογιστήριον τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ κατὰ συνέπειαν ν’ αὐξηθῇ τὸ ποσὸν εἰς 127 χιλιάδας, ἀντὶ τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ σημειουμένων 105,000.
§101ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ καλῶς τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ τότε θέλει πληροφορηθῆ, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ὑπερέβημεν τὸ ἄρθρον, ἀλλ’ ὅτι ἐξωδεύσαμεν πολὺ κατώτερον τῶν 105 χιλιάδων.
§102ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως δὲν ἐξηγήθην καλῶς; ὅταν ἐγκατελείψατε τὸ ὑπουργεῖον, δὲν εἶχε κλείσει ἡ χρῆσις, οὔτε τὸ ἔτος· ἑπομένως δὲν ἦτο γνωστὸς ὁ λογαριασμὸς τῶν γενομένων πληρωμῶν διὰ τὰ βοηθήματα μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου· ἀλλ’ ὅταν ἐφθάσαμεν εἰς τὸν Νοέμβριον (καὶ σεῖς ἐγκατελείψατε τὸ ὑπουργεῖον τὴν 13 8βρίου), τότε ἐγνώσθη, ὅτι δὲν εἴχομεν πίστωσιν νὰ πληρώσωμεν τὰ βοηθήματα διὰ τὸν Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον. Διὰ τοῦτο εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσωμεν τὴν συμπληρωτικὴν πίστωσιν τῶν δραχμῶν 18,000, διότι ἄνευ αὐτῆς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πληρωθῶσι. Ταῦτα δὲ λέγων, δὲν ἐννοῶ νὰ σᾶς μεμφθῶ, ἀλλὰ μόνον νὰ βεβαιώσω, ὅτι ὑπεκύψατε καὶ σεῖς εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτὴν, μολονότι εἴχετε ἄλλας ἰδέας, καὶ διὰ τοῦτο πέρυσιν ἐπροτείνατε τὴν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπάλειψιν τῆς διὰ μικρὰ βοηθήματα πιστώσεως.
§103Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Οἱ κ. Ὑπουργοὶ λίαν φιλοφρόνως λέγουσιν, ὁ εἷς δὲν κατακρίνω τὸν ἄλλον, καὶ ὁ ἄλλος τὸν ἄλλον, διότι ἐδώσαμεν χρήματα κατ’ ἀνάγκην. Ἐγὼ ὅμως τοὺς κατηγορῶ καὶ τοὺς δύο.
§104ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καλὰ κάμνεις.
§105Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πέρυσιν, ὅτε ἐπρόκειτο περὶ συνδρομῆς, ὅπως σπουδάσωσι τὰ παιδιὰ τῶν ἀγωνιστῶν,—καὶ πταίει ἡ Βουλὴ, διότι ἀπέκοψε τὴν δαπάνην, —ποῦ ἐστηρίχθη; οὐχὶ εἰς τὸ δίκαιον, ἀλλ’ εἰς ἕνα τύπον. Πρέπει αὐτὰ τὰ πράγματα νὰ γίνωνται διὰ νόμου, καὶ ἐδῶ δὲν ἐγένετο διὰ νόμου. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε, καὶ ἡ Κυβέρνησις τὰ ἔκοψεν. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐκεῖνα δὲν ἐγένοντο διὰ νόμου, αὐταὶ αἱ 105 χιλιάδες χορηγοῦνται διὰ νόμου; τὸ ἐπιτρέπει τὸ Σύνταγμα; Εἰς τὰς οἰκογενείας, πρὸς τὰς ὁποίας τὸ ἔθνος ὀφείλει συνδρομὴν, ἐγὼ ὑποστηρίζω νὰ τὴν δώσωμεν τοιαύτην ἀξιοπρεπῶς καὶ διὰ νόμου, διότι καμμία δικαιοσύνη μέχρι τοῦδε εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα δὲν ὑπάρχει· τὰ πλεῖστα ἔχουν τὸν χαρακτῆρα προσωπικῶν συμπαθειῶν, καὶ δὲν εἶναι ἀξιοπρεπὲς νὰ δίδητε βοήθειαν εἰς μίαν χήραν, ἡ ὁποία δὲν εἶχε κανὲν δικαίωμα, ἡ ὁποία ἦτο παραμάνα καὶ προστατευομένη, καὶ πλησίον νὰ χορηγῆτε βοήθειαν εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Κουντουριώτη. Δὲν εἶναι ἐντροπὴ νὰ ὑπαγάγωμεν εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν δικαιώματα ἀπαράγραπτα, μὲ τοὺς τυχόντας; Προτείνω λοιπὸν ν’ ἀπαλείψῃ ἡ Βουλὴ τὸ κεφάλαιον τοῦτο, καὶ νὰ φέρῃ ἡ Κυβέρνησις ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος νόμον, διὰ νὰ δώσῃ τὸ Ἔθνος ὅπως πρέπει καὶ ὅπου πρέπει.
§106ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅπως ἐκτελεῖται ἡ πίστωσις αὕτη, εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ ἀναγραφὴ αὐτῆς καθίσταται ἀντισυνταγματική. Ἡ πίστωσις αὕτη μετετράπη ἐν τῇ ἐκτελέσει εἰς πίστωσιν ἀφορῶσαν εἰς διαρκῆ χορηγήματα, καὶ τοιαῦτα κατὰ τὸ σύνταγμα δὲν δύνανται νὰ χορηγῶνται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ μόνον διὰ νομοθετήματος. Ὁ σκοπὸς ὅμως τοῦ ἄρθρου ἦτο συνταγματικός, ἡ πίστωσις ἀφώρα εἰς βοηθήματα προσωρινὰ, διδόμενα εὐθὺς ὡς παρουσιάζετο ἡ ἀνάγκη, ὅτε ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ἦναι παροῦσα, ἢ καὶ παροῦσα νὰ μὴ ηὐκαίρει ὅπως ἀμέσως ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος. Ἀλλὰ τὰ προσωρινὰ ταῦτα βοηθήματα μετετράπησαν εἰς διαρκῆ, καὶ τοιουτοτρόπως ἐν τῇ ἐκτελέσει ἡ διάταξις κατέστη ἀντισυνταγματική. Ἄλλοτε εἰς θεραπείαν τοῦ κακοῦ εἶχον προτείνει, ὅπως πάντα τὰ βοηθήματα τὰ καλῶς διδόμενα παραχωρηθῶσι καὶ συνταγματικῶς διὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, ἕως οὗ δὲ ἐπέλθῃ ἡ ψῆφος ἐκείνη, ἐξακολουθῶσι πληρωνόμενα τὰ βοηθήματα ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου ἵνα μὴ δύνηται δὲ νὰ ἐπέλθῃ κατάχρησις, εἶχον προτείνει ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ τῆς πιστώσεως, ὅτι αἱ χορηγίαι αὗται ἀφορῶσι μόνον εἰς τὰ βοηθήματα τὰ μέχρι τοῦδε διδόμενα, ν’ ἀπαγορευθῇ δὲ πᾶσα ἐν τῷ μέλλοντι χορήγησις βοηθήματος. Ἡ Βουλὴ ὅμως τότε διὰ μεγάλης πλειοψηφίας ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν, καὶ, ὡς βλέπετε, ἀνεγράφη ἡ πίστωσις αὕτη διὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος ἐμφαίνει καὶ τὸ διαρκὲς, καὶ οὕτω βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθῇ ἀναγραφομένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι θὰ ἦναι πρέπον ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ συντάξεως ἁπάντων, ὅσοι, λαμβάνοντες ἤδη διαρκῆ βοηθήματα, πρέπει νὰ ἐξακολουθῶσι λαμβάνοντες αὐτὰ, διότι ἐκ τῆς ἐξετάσεως, εἰς ἣν προῆλθον, τοῦ καταλόγου τῶν βοηθημάτων τούτων, ἐπείσθην, ὅτι κατὰ τὰ ⅘ περίπου εἶναι τοιαῦτα, ὥστε πᾶς Βουλευτὴς θέλει τὰ ἐπιψηφίσει· ὑπάρχει ὅμως καὶ ἓν πεμπτημόριον, τοῦ ὁποίου ἡ ἐπιψήφισις διὰ νομοθετήματος ἴσως δὲν θέλει ἐπιτευχθῆ. Ταῦτα δύναται ἡ Κυβέρνησις καὶ ἄνευ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς νὰ διαγράψῃ, ἀλλ’ ἡ ἐκκάθαρσις δέον νὰ γένηται βαθμηδὸν, διότι ἡ συλλήβδην διαγραφὴ αὐτῶν εἶναι δύσκολος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐνόσῳ δὲν μετέχει τῆς εὐθύνης, ὡς συμπράττουσα διὰ τῆς ψήφου αὐτῆς, καὶ ἡ Βουλή. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις συγκατετίθετο, ἵνα ὑποβάλῃ νομοσχέδιον τοιοῦτον, δὲν συμφωνῶ μετὰ τοῦ προαγορεύσαντος, ὅτι πρέπει ἀπὸ τοῦδε νὰ διαγράψωμεν τὴν πίστωσιν. Ἡ πίστωσις πρέπει νὰ μείνῃ ἕως τῆς νομοθετικῆς τροπῆς τῶν βοηθημάτων εἰς συντάξεις· πρέπει ὅμως νὰ μὴ αὐξήσῃ τὸ ποσὸν αὐτῆς. Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον ζήτημα, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν γενομένην ὑπέρβασιν ταύτης τῆς πιστώσεως, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι, ὅτε ἀνελάβομεν τὴν ἐξουσίαν, ἐζητήσαμεν σημειώσεις παρ’ ὅλων τῶν Ὑπουργείων περὶ τῆς διαθέσεως τῶν πιστώσεων ἕως τῆς 10 Μαρτίου, καὶ ἐκ τῆς σημειώσεως περὶ τῆς χρήσεως τῆς πιστώσεως ταύτης ἐξήγετο, ὅτι ὑπῆρχε κατὰ τὴν 10 Μαρτίου, ὅτε ἀνελάβομεν τὴν ἐξουσίαν, μεγάλη ὑπέρβασις· διότι δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν παρὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργοῦ, ὅτι ἡ ὑπέρβασις δὲν δύναται νὰ γένηται γνωστὴ ἢ ἐν τέλει τοῦ ἔτους. Κατὰ τὸν Λογιστικὸν νόμον, αἱ πιστώσεις διαιροῦνται εἰς δωδεκατημόρια, καὶ εὐθὺς ὡς ὑπάρξῃ μηνιαία δαπάνη ἀνωτέρα τοῦ δωδεκατημορίου, ἔχομεν ὑπέρβασιν λογιστικὴν, καὶ εἴχομεν τότε ὑπέρβασιν διὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον ἀνωτέραν βεβαίως τῶν 10,000 δραχμῶν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς πιστώσεως παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, αὕτη εὑρίσκετο πάντοτε ἔχουσα τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον τῇ ἐκληροδότησεν ἡ πρὸ αὐτῆς Κυβέρνησις, ἀλλὰ τὰ δωδεκατημόρια τὰ εἰς αὐτὴν ἀνήκοντα ὄχι μόνον δὲν ὑπερέβη, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἐδαπάνησεν ὀλιγώτερον. Ὑπάρχει τι γενόμενον ἀτάκτως καὶ παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, εἶναι δὲ τοῦτο, ὅτι, ἐνῷ ἐν τοῖς ἐδαφίοις τοῦ προϋπολογισμοῦ λέγεται, ὅτι ταῦτα τὰ βοηθήματα δίδονται μόνον εἰς ἀγωνιστὰς καὶ εἰς οἰκογενείας ἀγωνιστῶν, ἐδόθησαν ἐξ αὐτῶν τινα οὐχὶ διαρκῶς εἰς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἔχοντα δικαιώματα ἐκ τοῦ ἀγῶνος. Ἀλλὰ τοῦτο ἐγένετο, διότι ἐθεωρήθη, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν πρέπει νὰ ἑρμηνευθῇ κυριολεκτικῶς, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε ἐκτελέσεως, διότι τὰ βοηθήματα ταῦτα δίδονται μὲν καὶ εἰς ἀγωνιστὰς, ἀλλὰ δίδονται καὶ εἰς ἄλλους, ἔχοντας δικαιώματα μὴ παραχθέντα ἐκ τοῦ ἀγῶνος, δικαιώματα ἀποκτηθέντα διὰ πολυετοῦς, καὶ ἐντίμου, καὶ χρησίμου ὑπηρεσίας, παρ’ ὑπαλλήλων, ἢ ἔστω καὶ ἐκτὸς τῆς ὑπαλληλίας, προσενεχθείσας εἰς τὸ Κράτος. Ἀλλὰ πάντοτε ἐφροντίσαμεν, ὅπως καὶ αὐτὰ ἔτι τὰ προσωρινὰ βοηθήματα χορηγήσωμεν μόνον ἐφ’ ὅσον ἠδυνάμεθα ἐν τοῖς δωδεκατημορίοις τῆς πιστώσεως, ν’ ἀποκτήσωμεν ποσόν τι διαθέσιμον. Τοιουτοτρόπως ἐχορηγήσαμεν, ἐκ δικαιώματος ὅμως τοῦ ἀγῶνος, εἰς τὴν κ. Ῥουζοῦ τὸ βοήθημα τῶν 100 δραχμῶν, περὶ οὗ ἐγένετο λόγος ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως ταύτης, καὶ ἡμεῖς μὲν ἠθέλομεν νὰ χορηγήσωμεν ποσὸν ἀνώτερον ἔτι, διότι ἡ κυρία Ῥουζοῦ, ὡς ἠξεύρετε, εἶναι θυγάτηρ τοῦ ἐπιφανοῦς ἀγωνιστοῦ Παλάσκα, ἑπομένως εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι, ἐὰν ἐν τῇ Βουλῇ ὑπεβάλλετο τοιαύτη πρότασις, οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἤθελεν ἀρνηθῆ τὴν ψῆφόν του.
§107ΠΟΛΛΟΙ. Βεβαίως.
§108ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ δώσωμεν ἀνώτερον ποσόν, διότι ἔπρεπε νὰ οἰκονομήσωμεν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων, ἔπρεπε νὰ περιμείνωμεν, ὅπως ἐκλείψῃ δικαιοῦχός τις, ἢ ἔπρεπε νὰ καταργήσωμεν βοήθημά τι ἀλλ’ ὡς προεῖπον, καίτοι ὑπάρχουν καταργητέα, δὲν εἶναι εὔκολον εἰς Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς καταργήσεις, εἰμὴ βαθμηδόν. Κατηργοῦμεν, ἀφοῦ πρῶτον εἰδοποιοῦμεν τὴν οἰκογένειαν, ὅτι πρόκειται νὰ καταργήσωμεν, καὶ κατηργοῦμεν μετὰ ἕνα ἢ δύο μῆνας ἀπὸ τῆς εἰδοποιήσεως, διὰ νὰ δύνηται ἡ οἰκογένεια νὰ λάβῃ τινὰ πρόνοιαν ἄλλην, διότι τοιαύτη κατάργησις ἄνευ προειδοποιήσεως ἠδύνατο νὰ φέρῃ κακὰ, ὧν ἕνεκα θ’ ἀπέβαινεν ἄδικος εἰς οἰκογενείας, ἔστω καὶ οὐχὶ πρεπόντως λαμβανούσας τὰ βοηθήματα. Ἐγένετο ὅμως καὶ ἄλλη ὑπέρβασις, ὡς πρὸς τὰς κηδείας, διότι ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὑπῆρχον δύο ἐδάφια, ὑπῆρχε καὶ ἐδάφιον διὰ τὰς κηδείας. Ἀπεδείχθη, ὅτι συνεχῶς ἐν Ἑλλάδι, ὡς ἐκ τοῦ μὴ εὐπόρου ἰδίως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τῶν ἀφιερούντων τὸν βίον αὑτῶν εἰς τὰ τῆς πολιτείας, παρουσιάζετο ἡ ἀνάγκη, ὅπως ἡ πολιτεία λάβῃ αὐτὴν τὴν τελευταίαν περὶ αὐτῶν πρόνοιαν. Τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ἐσημειοῦτο ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τὸ σταθερὸν, ἦτο 15,000 δραχμῶν διὰ κηδείας καὶ προσωρινὰ βοηθήματα, ἦτο δὲ τὸ ποσὸν ὑπερβολικόν, καὶ τοῦτο προεκάλεσε τὴν κατάργησιν τῆς πιστώσεως, διότι τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα κατὰ μέσον ὅρον εἶναι ἀναγκαῖα διὰ κηδείας, τῶν ὁποίων τὴν δαπάνην εὐλόγως ἀναλαμβάνει τὸ Κράτος, δύνανται ν’ ἀναβοῦν εἰς 4 ἢ 5,000 δραχμῶν. Ἐὰν εἰς αὐτὰς προστεθῶσι 1,000 τὸ πολὺ δραχμαὶ διὰ προσωρινὰ βοηθήματα, ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς, ἀνθρώπων δηλαδὴ, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐν πενίᾳ, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀπόλυτον καὶ ἄμεσον ἀνάγκην ὀλιγίστων δραχμῶν, καίτοι μὴ προσενεγκόντες ὑπηρεσίαν, ἵνα καὶ τὸ Κράτος ὑποστῇ μίαν δαπάνην φιλανθρωπίας, ὅπως ἕκαστος ἰδιώτης, ἔχομεν ποσὸν 6,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὴν πίστωσιν. Ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ θὰ ἦτον ὀρθὸν νὰ προστεθῇ ὄχι ὡς ἴδιον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου τούτου, ἀλλ’ ὡς ἴδιον ἄρθρον, ἵνα μὴ γίνηται χρῆσις τοῦ ποσοῦ εἰς διαρκῆ βοηθήματα, τὰ δὲ διαρκῆ βοηθήματα δέον νὰ μείνωσιν ὡς ἔχουσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἕως οὗ ἡ κυβέρνησις ὑποβάλῃ τὸ νομοθέτημα, περὶ οὗ ἔκαμον λόγον, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποσχέσει τῆς κυβερνήσεως, ὅτι θέλει ὑποβάλει τὸ νομοθέτημα τοῦτο, ὅσον ἔνεστι τάχιον, καὶ τοσοῦτον ταχέως, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν νὰ τὸ ψηφίσωμεν ἐντὸς τῆς παρούσης Συνόδου.
§109Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ἐγὼ δὲν συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Τρικούπη εἰς ὅλα, καὶ ἀπόδειξις, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης ἐχρειάσθη νὰ εἴπῃ πολλά, ἵνα δικαιολογήσῃ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι σωστά. Ἐγὼ παρατηρῶ, ὅτι ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν βοηθημάτων ὑπάρχουσι πρόσωπα, τὰ ὁποῖα λαμβάνουσιν ἤδη τακτικὴν σύνταξιν, ὧν πολλὰ εἶναι ἀνάξια βοηθείας, καὶ οὐδέποτε θ’ ἀνεχθῶ, βλέπων εἰς τὸν αὐτὸν κατάλογον ὀνόματα, τὰ ὁποῖα μοὶ προξενοῦσι σέβας ἀπόλυτον, καὶ ὀνόματα, τὰ ὁποῖα μοὶ προξενοῦσιν ἄκραν περιφρόνησιν. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι δὲν πρέπει τὸ Κράτος νὰ βοηθῇ τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ὁπωσδήποτε ὑπηρέτησαν, ἀλλ’ ἡ βοήθεια πρέπει νὰ ἦναι ἔντιμος, νόμιμος καὶ ἀξιοπρεπής· πρέπει νὰ τὴν δίδῃ τὸ Ἔθνος καὶ ὄχι τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον, διότι τοῦτο ἐπηρεάζεται ἐξ αἰσθημάτων καὶ συμπαθειῶν προσωπικῶν. Ἐγὼ δὲν θ’ ἀνοίξω κατάλογον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ εἴπω τι περὶ τῶν προσώπων, διότι τοῦτο δὲν εἶναι ἀξιοπρεπὲς εἰς ἐμὲ, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ἀξιοπρεπὲς νὰ χορηγῶνται ἐναντίον ῥητοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος βοηθήματα δι’ ὑπουργικοῦ ψηφίσματος. Διὰ τοῦτο ἠμπορῶ νὰ συμφωνήσω μετὰ τοῦ κ. Τρικούπη κατὰ τοῦτο, νὰ μείνῃ τουτέστιν ἡ σημείωσις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἀλλὰ νὰ θέσωμεν ῥητὴν προθεσμίαν, ὥστε ἀπὸ τῆς πρώτης τοῦ ἔτους 1882 νὰ παύσωσιν αἱ βοήθειαι αὗται καὶ νὰ ἐπανέλθωσι διὰ νόμου, διότι, ἐὰν εἴπωμεν «ὅσον ἔνεστι ταχύτερον», εἶναι ὡς τὸ διπλωματικὸν σχέδιον, ὅτι «ὅσον ἔνεστι ταχύτερον θὰ τελειώσουν αἱ διαπραγματεύσεις τῆς Κωνσταντινουπόλεως».
§110ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν ἐδέχθη τὴν πρότασιν τότε τοῦ κ. Τρικούπη, ἀφοῦ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸν κατάλογον τὸν ὁποῖον ἡμεῖς τότε παρουσιάσαμεν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ τὴν πίστωσιν, διότι ἀφορᾷ ἄτομα, τὰ ὁποῖα λαμβάνουσι σύνταξιν ἤδη, νὰ παρουσιασθῇ δὲ καὶ ὁ κατάλογος αὔριον ἢ μεθαύριον, καὶ τότε ἡ Βουλὴ ἂς προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν νόμου ἢ ἄλλου μέτρου, τὸ ὁποῖον θὰ προσδιορίσῃ τὸ ποσὸν τὸ δοθησόμενον. Ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ δὲν ἐγκρίνῃ τὸ ὅλον, τότε ἡ περιπλέον πίστωσις δὲν ἠμπορεῖ νὰ πραγματοποιηθῇ, θὰ μείνῃ ἀργή. Διότι, ἐὰν δὲν δεχθῆτε τὴν πίστωσιν ἤδη, καὶ δὲν προφθάσῃ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τὸν νόμον αὐτὸν, τότε θὰ ἤμεθα ἠναγκασμένοι ἢ ἡμεῖς ἢ ἡ ἄλλη κυβέρνησις κατόπιν ἡμῶν νὰ παύσωμεν τὰ βοηθήματα, τὸ ὁποῖον θέλει εἶσθαι ἄδικον, ἀδύνατον, διότι μέχρι τοῦδε λαμβάνουσι βοήθημα τοιοῦτον ἢ οἰκογένειαι ἀγωνιστῶν, ἢ οἰκογένειαι πτωχῶν ὑπαλλήλων, εἰς τὰς ὁποίας ἔλειπον πέντε μῆνες ἢ ἕξ μῆνες ἢ ἓν ἔτος, διὰ νὰ συμπληρώσουν τὸν χρόνον τῆς συντάξεως. Ἐὰν ἡ Βουλὴ περιορίσῃ τώρα τὴν πίστωσιν, θὰ ἐκθέσῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς στενοχωρίαν, ἀπὸ τοὺς λαμβάνοντας ἤδη νὰ ἀποκόψῃ τὰ ποσὰ, καὶ ἠξεύρετε, ὅτι αὐτὸ εἶναι δύσκολον· πρῶτον θὰ βλάψῃ οἰκογενείας, δεύτερον θὰ ἐγερθῶσι παράπονα ἄπειρα. Νομίζω δὲ, κύριοι, ὅτι καλὸν νὰ μὴ δώσητε οὔτε ἓν λεπτὸν διὰ προσωρινὰ βοηθήματα. Μεγαλειτέρα ἐνόχλησις καὶ δυσαρέσκεια διὰ τὴν Κυβέρνησιν δὲν εἶναι ἀπὸ τὴν τῶν βοηθημάτων ἄλλη. Ἐὰν δώσητε 1,000 δραχμὰς, ὁ δυστυχὴς Ὑπουργὸς ἠφανίσθη, διότι ὅλοι θὰ ἔλθουν νὰ ζητήσουν ἀπ’ αὐτάς. Διὰ δὲ τὰς κηδείας, βεβαίως δὲν ἠξεύρω πόσοι θ’ ἀποθάνουν, καὶ εὔχομαι νὰ μὴ ἀποθάνῃ οὐδεὶς, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι αἱ 5,000 δραχμαὶ δὲν θ’ ἀρκέσουν, καὶ ἂν ἀποθάνουν κατὰ δυστυχίαν ἄνθρωποι, εἰς τοὺς ὁποίους τὸ Δημόσιον ὀφείλει νὰ δώσῃ τὴν τελευταίαν ταύτην συνδρομὴν, τότε ἡ Κυβέρνησις ἢ θὰ φέρῃ πιστώσεις ἀναπληρωματικάς, ἢ θὰ γεννήσῃ παράπονα ἀρνουμένη. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν κηδειῶν πρέπει νὰ προσθέσητε περισσότερα.
§111ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὴν γνώμη, ἥτις ἐπροτάθη, καὶ τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος πρωθυπουργὸς παρεδέχθη, ὅτι δι’ ὅλα τὰ πρόσωπα, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι δεδομένον βοήθημα, πρέπει διὰ νόμου ν’ ἀποφασισθῇ ἐὰν πρέπῃ τὸ βοήθημα νὰ μεταβληθῇ εἰς σύνταξιν· δὲν δύναμαι δὲ νὰ συμφωνήσω διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Πρῶτον, ὅταν τὸ Κράτος εὑρεθῇ εἰς θέσιν νὰ σκεφθῇ, ὅτι δύναται ν’ ἀπονείμῃ συντάξεις διὰ νόμου εἰς τὰς οἰκογενείας τὰς ἐχούσας πρὸς τοῦτο δικαίωμα, δὲν δύνασθε ν’ ἀποφασίσητε τοῦτο ἀμέσως ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς μερικοῦ καταλόγου, χωρὶς νὰ μελετήσητε ὑπὸ γενικὴν ἔποψιν τὸ ζήτημα. Ἐσκέφθητε ὅτι, ἐὰν γείνῃ δεκτὴ ἡ εἰρημένη πρότασις, θέλει λάβει χώραν δι’ ἕκαστον πρόσωπον ἰδιαιτέρα ψηφοφορία, διότι εἶναι προσωπικὸν ζήτημα· ὥστε, ἐὰν ἦναι 300 πρόσωπα, θὰ θέσητε 300 κάλπας ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ἀπραγματοποιήτου, εἶναι καὶ τὸ ἄδικον, διότι τὰς κάλπας θὰ τὰς προσδιορίσῃ ὁ ὑπάρχων σήμερον κατάλογος, ἐνῷ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι οἰκογένειαι ἐκτὸς τοῦ καταλόγου, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἴσως ἐπίσης δικαιώματα καὶ ἀνάγκας. Δεύτερον, τὰ βοηθήματα εἶναι προσωρινὴ ἐξοικονόμησις, κανονιζομένη κατὰ τὰς ἐφημέρους ἀνάγκας, ἥτις δύναται νὰ μεταβληθῇ. Ὅταν μεταβάλητε αὐτὸ τὸ βοήθημα εἰς σύνταξιν διαρκῆ, τότε ὁ σκοπὸς τῶν βοηθημάτων μεταβάλλεται· διότι σήμερον μία οἰκογένεια λαμβάνει βοήθημα, ἀλλ’ αὔριον δυνατὸν νὰ βελτιωθῇ ἡ κατάστασίς της καὶ νὰ δοθῇ τὸ βοήθημα εἰς ἄλλην οἰκογένειαν. Ἐκτὸς τούτου νομίζω, κ. πρόεδρε, ὅτι ἓν Κράτος πρέπει νὰ ἔχῃ ἓν τοιοῦτον ποσὸν ὑπὸ τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως· δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἦναι τοσοῦτον φειδωλὴ καὶ τοσοῦτον δύσπιστος, ὥστε νὰ μὴν ἐμπιστεύηται τὴν τοιαύτην διαχείρισιν εἰς οἱανδήποτε Κυβέρνησιν. Ὥστε, κ. πρόεδρε, ἐὰν πρέπῃ νὰ ληφθῇ ἕν μέτρον καὶ νὰ ἦναι σπουδαῖον, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι σήμερον ἡ περίστασις, καὶ ἑπομένως ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν ν’ ἀναβάλῃ τὴν ἀπόφασίν της ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ν’ ἀφεθῶσι δὲ καὶ εἰς τὸ μέλλον τὰ πράγματα ὡς ἔχουσι, καὶ εἰς μίαν ἄλλην ἐποχὴν νὰ ληφθῇ ὁριστικωτέρα φροντίς.
§112Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν θ’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Ῥικάκην, διότι ὡμίλησε δικηγορικῶς· θ’ ἀπαντήσω ὅμως εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ὁ ὁποῖος ἔφερε μίαν πρότασιν, δι’ ἧς πιθανὸν νὰ σαγηνεύσῃ τὴν Βουλήν. Λέγει, αὔριον θὰ σᾶς φέρω τὸν κατάλογον, καὶ τότε κάμνετε προσθήκας καὶ ἀφαιρέσεις, δηλαδὴ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύναται μία Βουλὴ νὰ κάμῃ. Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα εἰρηνοδικεῖον, διὰ νὰ ἐκφέρωμεν μίαν ἀπόφασιν, οὔτε δυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν ἢ ν’ ἀφαιρέσωμεν ὀνόματα ἐκ τῶν καταλόγων· ἡ Βουλὴ ἔχει κανονισμὸν, ἔχει τὸ σύνταγμα, ἔχει ὅρους, κατὰ τοὺς ὁποίους ψηφίζει τὰ βοηθήματα καὶ τὰς συντάξεις. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, εἶναι ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τοῦ Συντάγματος, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ κάμῃ τοιαύτας προτάσεις ἀντὶ συνταγματικὰς. Διὰ τοῦτο ἐγὼ ἐπιμένω νὰ χορηγηθῇ ἡ πίστωσις, ἀλλ’ εἰς τὴν 1 Ἰανουαρίου τοῦ 1882 νὰ παρουσιασθῶσι τὰ ὀνόματα ἐνταῦθα καὶ νὰ ψηφοφορηθῶσι κατὰ τὸν νόμον. Ἐὰν ἦναι ἀνάγκη νὰ δώσωμεν συντάξεις εἰς ἀγωνιστὰς, νὰ τὸ πράξωμεν κατὰ τὸν νόμον· ἄλλως, εἶναι προσωπικὰ χορηγήματα, καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι εἰς τοὺς καταλόγους πρόσωπά τινα, ἐνῷ λαμβάνουσι σύνταξιν, λαμβάνουσι καὶ βοήθειαν, καὶ δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατέχουν τὴν πρώτην θέσιν εἰς τοὺς ἀγωνιστάς, ἀλλ’ εἶναι δευτέρας καὶ τρίτης τάξεως· τοῦτο εἶναι νόμιμον; εἶναι ἠθικόν; Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν πρότασίν μου.
§113ΡΙΚΑΚΗΣ. Συγχωνεύω τὴν πρότασίν μου μὲ τὴν πρότασιν τοῦ προλαλήσαντος.
§114ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα, ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου περὶ αὐξήσεως τῆς πιστώσεως, καὶ διαδηλῶ δημοσίᾳ, ὅπως τὸ ἀκούσωσιν οἱ πάντες, ὅτι θέλω ἀρνηθῆ καὶ τὸ ἐλάχιστον βοήθημα καὶ εἰς αὐτὸν ἔτι τὸν πενέστατον· θὰ ἐλαττώσω δὲ τὰ βοηθήματα, τὰ διὰ Βασιλικοῦ διατάγματος χορηγούμενα, εἰς ὅσον ποσὸν ὁρίζει ὁ προϋπολογισμός, καὶ δὲν θὰ τείνω τὸ οὖς εἰς κανὲν παράπονον καὶ εἰς καμμίαν ἀπαίτησιν. Εὔχομαι δὲ ἡ παροῦσα συζήτησις νὰ δώσῃ ἀφορμὴν νὰ παύσῃ αὐτὸ τὸ σκάνδαλον, διότι χρεωστῶ, κύριοι, νὰ ὁμολογήσω, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα, καθ’ ὃ εἶμαι ὑπουργὸς, δὲν ᾐσθάνθην μείζονα ἐνόχλησιν τῆς ἀπαιτήσεως ταύτης τῶν βοηθημάτων. Ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας μὲ παρενοχλοῦν, ἀπασχολοῦντές με τῆς ἐργασίας μου καὶ οἱ ἔχοντες καὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἀνάγκην βοηθημάτων, καὶ οἱ δικαιούμενοι εἰς ταῦτα καὶ οἱ μὴ δικαιούμενοι.
§115ΣΑΡΑΒΑΣ. Τί γίνεται τὸ ζήτημα ἂν πρέπῃ νὰ ὑποβληθῇ νόμος;
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς, ὅτι θὰ φέρῃ κατάλογον.
§117ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἡ πρότασις, ἡ ὁποία γίνεται, εἶναι ἀπόλυτος, ὅτι τοῦ λοιποῦ τὸ κεφάλαιον τῶν βοηθημάτων πρέπει νὰ κανονισθῇ διὰ νόμου. (Θόρυβος.)
§118ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ 10 κεφαλαίου, τοῦ περιέχοντος τὸ ποσὸν τῶν 105,000, προτείνω ἐν ἄρθρῳ 2 νὰ χορηγηθῇ ποσόν τι διὰ τὰς κηδείας, διότι εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀποφύγωμεν τὴν δαπάνην αὐτήν. Προχθὲς ἔτι ἐχορηγήσαμεν χρήματα, δι’ ἐνταφιασμὸν ἀνθρώπων ἐνδεῶν, οἱ ὁποῖοι ἄλλως ἦτο ἀδύνατον νὰ ταφῶσιν· εἶχον μάλιστα δήλωσιν πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ προσθήκης ποσοῦ 2,000 διὰ τὰς μικρὰς κηδείας, τὸ ὁποῖον θεωρῶ καὶ ἀνεπαρκὲς, διότι διὰ τὰς μεγάλας κηδείας ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δαπανήσῃ πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν, ὡς π. χ. εἰς τὴν κηδείαν τῶν μακαριτῶν Προβελεγγίου, Κουντουριώτου, Διαβουνιώτου, Μαγγίνα καὶ Σπυρομήλιου· διὰ τὰς κηδείας δὲ ἄλλων ὑποδεεστέρων προσώπων ἐδαπανήθησαν ἀνὰ δραχμαὶ 200, 300 καὶ 400. Προχθὲς ἐχορήγησα δραχμὰς 100 διὰ μίαν καὶ δραχμὰς 50 δι’ ἄλλην κηδείαν· τὴν αὐτὴν ἡμέραν ὡσαύτως δραχμὰς 25, διότι δὲν δυνάμεθα ν’ ἀφήσωμεν τοὺς νεκροὺς ἀτάφους, οὔτε δυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν τὴν τοιαύτην ὑποχρέωσιν.
§119ΠΟΛΛΟΙ. 5,000.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δι’ ἔξοδα κηδειῶν 5,000. (Ἐπιψηφίζονται τ’ ἄρθρα 2 καὶ 3.) Κεφάλαιον 11.
§121ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ κεφάλαιον 11, ἄρθρον 1, «Ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων», προτείνω νὰ προστεθῶσι δραχμαὶ 10,222,64, εἰς δὲ τὸ 2 ἄρθρον «ἔξοδα διαγεγραμμένων χρήσεων» 8,000 δραχμαὶ, κατὰ τὸν ὀνομαστικὸν κατάλογον, τὸν ὁποῖον παραδίδω εἰς τὸ προεδρεῖον.
§122ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§123ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Προτείνω ὡσαύτως τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 289 τοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὀνομαστικοῦ καταλόγου τῶν κεκλεισμένων χρήσεων νὰ διορθωθῇ, ἀντὶ «Κωνσταντῖνος Μάρκου,» «Κωνσταντῖνος Μαρῖνος.»
§124ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ἤκουσα παράπονον περὶ ἀδικίας γινομένης εἰς τοὺς πρόσφυγας, ὅτι τινὲς μὲν λαμβάνουσι περίθαλψιν, ἕτεροι δὲ λιμώττουσιν.
§125ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα τῶν προσφύγων εἶναι ζήτημα ἄλυτον· τὸ εὗρον εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἐκκρεμές· λέγω ἐκκρεμὲς, διότι δὲν εἶχε τακτοποιηθῆ ἡ χορηγουμένη συνδρομὴ δι’ ὅλα τὰ πρόσωπα. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχε διορίσει ἐπιτροπὴν, διὰ νὰ ἐξακριβώσῃ τοὺς πρόσφυγας, τοὺς δικαιουμένους εἰς τοιαύτην συνδρομὴν, καὶ ὁρίσῃ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ πληρώνεται εἰς ἕκαστον, καὶ ἐν μέρει ἐπεράτωσε τὸ ἀνατεθὲν εἰς αὐτὴν ἔργον· ἀλλὰ καθημερινῶς παρουσιάζονται, κύριοι, νέαι ἀπαιτήσεις, νέαι ἀξιώσεις καὶ νέα πρόσωπα, ὥστε ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ δὲν δύναται νὰ τακτοποιηθῇ ὁριστικῶς. Καὶ ἐγὼ διώρισα τοιαύτην ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία εἰργάσθη ἀνενδότως, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν ὅλας τὰς ἀξιώσεις, τὰς παρουσιαζομένας ὑπὸ τῶν προσφύγων, ἀλλ’ ἐστάθη ἀδύνατον νὰ φθάσῃ εἰς συμπέρασμα τέλειον καὶ ὁριστικόν. Ὑπέβαλεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἐργασίαν ἀτελῆ, ἐξακολουθεῖ δὲ ὑποβάλλουσα νέους καταλόγους καὶ νέας προτάσεις. Κύριοι, τὸ ζήτημα τῶν προσφύγων θὰ μένῃ ἄλυτον, ἐνόσῳ δὲν λυθῇ τὸ μέγα ζήτημα, ἐκ τοῦ ὁποίου προέρχεται. Αὔριον ἢ μεθαύριον θέλω ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς καταλόγους τῶν χορηγουμένων βοηθημάτων εἰς τοὺς πρόσφυγας καὶ τὴν ἐργασίαν ἀμφοτέρων τῶν διορισθεισῶν ἐπιτροπῶν.
§126ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κατὰ τὸ 1878, ὅτε ἀνεφάνη εἰς τὴν Βοιωτίαν ἡ ἐπιζωοτία εἰς τοὺς βόας, ἡ Κυβέρνησις εἶχε διατάξει τοὺς ὑπαλλήλους τῶν παρακειμένων ἐπαρχιῶν νὰ δώσωσι πολλὴν προσοχὴν, ἵνα μὴ διαδοθῇ τὸ κακὸν, καθόσον δυστυχῶς καὶ αἱ παρακείμεναι ἐπαρχίαι τῆς Τουρκίας εἶχον ἐπιζωοτίαν· αἱ ἐπαρχίαι δὲ, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκοντο εἰς δυσκολωτέραν θέσιν, ἦσαν ἡ Φθιῶτις καὶ ἡ Λοκρίς. Πρὶν μεταβῶ ὡς νομάρχης ἐκεῖ, ὁ προκάτοχός μου ἕνεκα τῶν περιστάσεων, ἅμα ἀνηγγέλλετο αἰφνίδιος θάνατος βοῶν, διέτασσε νὰ γίνεται αὐτοψία, εἶχε δὲ ἀναθέσει εἰς ἕνα τῶν ἐκεῖ ἰατρῶν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος τούτου, καθόσον δὲν ὑπῆρχεν εἰδικὸς κτηνίατρος. Ἐπὶ 10 μῆνας ὁ ἰατρὸς εἰργάσθη, καὶ ἐπὶ ἐμοῦ ἔτι· τὸν ἔστειλα καὶ 9 ὥρας μακρὰν, διὰ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν, καὶ οὕτως ἠδυνήθην νὰ προφυλάξω τὸν τόπον ἀπὸ τοῦ νὰ μεταδοθῇ ἡ ἀσθένεια, ὅπως μετεδόθη ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Θήβας καὶ ἐκεῖθεν εἰς Λεβαδείαν. Εἰς ἀποζημίωσίν του ὁ ἰατρὸς ἐζήτει ὑπὲρ τὰς 1,000 δραχμὰς, ἐγὼ δὲ ἐπρότεινα εἰς τὸ ὑπουργεῖον 500, καὶ τὸ ὑπουργεῖον ἐπέστρεψε τὰ ἔγγραφα, διὰ νὰ λάβῃ συμπληρωτικήν τινα πληροφορίαν, ἀλλ’ ὑπάλληλός τις τῆς νομαρχίας ὑπεξήρεσεν αὐτὰ, ὅτε ἐγὼ εἶχον ἀναχωρήσει. Ὁ ἰατρὸς οὗτος, μεταβὰς δι’ ὑποθέσεις του εἰς Ἀθήνας, ἐζήτησεν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τὴν ἀντιμισθίαν του, τοῦτο δὲ ἐζήτησε κατάστασιν τῶν χρονολογιῶν, καθ’ ἃς εἰργάσθη, ἣν καὶ ὑπέβαλεν. Ἡ κατάστασις αὕτη ὑπεβλήθη εἰς τὸ ἰατροσυνέδριον πρὸς ἐξέλεγξιν, τοῦτο δ’ εὗρεν, ὅτι ἐζήτει πολλὰ ὁ ἰατρὸς, καὶ προσδιώρισε αὐτῷ τοσαύτην εὐτελῆ ἀντιμισθίαν, ὥστε, πρὸς μετάβασιν μέρους δυσβάτου ἀπέχοντος 9 ὥρας, προσδιώρισε μόνον 40 δραχμὰς, ἐνῷ εἷς συνάδελφος τῶν κ. κ. ἰατροσυνέδρων, μεταβὰς εἰς Ἐλευσῖνα μὲ ἅμαξαν τῆς Κυβερνήσεως, ἔλαβε 200 δραχμὰς ἀποζημίωσιν κατὰ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ ἰατροσυνεδρίου. Ὁ ἰατρὸς θὰ προστρέξῃ εἰς τὰ δικαστήρια, ἐπειδὴ τὸ ὑπουργεῖον δὲν δίδει τὴν ἀντιμισθίαν, διότι δὲν ἐνέκρινε τὸ ἰατροσυνέδριον. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ δεχθῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ ποσὸν τῶν κεκλεισμένων χρήσεων τουλάχιστον ἓν ποσὸν ἀορίστως, καὶ ὅταν γείνῃ ἀκριβεστέρα ἐξέτασις, ν’ ἀποζημιωθῇ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος.
§127ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Ἐγὼ εὑρέθην εἰς τὸ τμῆμα, καὶ ὁ τμηματάρχης εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐγνώριζεν, ὅτι ὑπάρχει ἐπιζωοτία.
§128ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριε πρωθυπουργὲ, σᾶς ἐρωτῶ, ἂν δὲν ἀνήγγελλον τακτικῶς τὰ τοιαῦτα, καὶ ἂν δὲν ἐπεδοκιμάζετε τὴν ὑπερεσίαν μου αὐτήν.
§129ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα.
§130ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἔχετε ἕνα Τασούλην εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ὁ ὁποῖος δὲν ἠξεύρω τί ἐπαγγέλλεται, ὁ ὁποῖος εὗρεν ἐν τῇ σοφίᾳ του, ὅτι ὁ ἰατρὸς ἔπρεπε νὰ λάβῃ τότε μόνον μέτρα, ὅταν ἐνσκήψῃ ἡ ἐπιζωοτία, καὶ τότε νὰ λάβῃ χρήματα. (Θόρυβος.) Κύριε Κάρτζωνα, οἱ διοικήσαντες λαὸν ἐνόμισαν καθῆκόν των νὰ προλαμβάνωσι τὰ κακὰ πρὶν ἢ ἐνσκήψωσι.
§131ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. βουλευτὴς Λακεδαίμονος, πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι τὰ δικαιώματα ταῦτα, τὰ ἀφορῶντα εἰς ἰατροὺς, κανονίζονται ἀπὸ τὸ ἰατροσυνέδριον, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἰσχυούσης διατιμήσεως. Ἂν ἡ ἀπαίτησις τοῦ ἰατροῦ, περὶ οὗ πρόκειται, ἦναι δικαία καὶ νόμιμος, ὁ ἰατρὸς αὐτὸς θέλει πληρωθῆ, καὶ ἡ συζήτησις διὰ τοιαῦτα ἀντικείμενα εἶναι περιττή.
§132ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Διατίμησις διὰ τοὺς ἀνθρώπους, ὄχι διὰ τὰ ζῶα· διότι αὐτὸς ἀνέτεμε ζῶα, καὶ ἔκαμεν ὅλην αὐτὴν τὴν ῥυπαρὰν ἐργασίαν.
§133ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει, κύριοι, ἀπαίτησις ἐκκρεμὴς ἑνὸς Νικολάου Μαλακάκη ἐκ Κυθήρων διὰ τὴν πυρπόλησιν τῶν δεμάτων τοῦ σίτου ἐν τῷ ἁλωνίῳ ἐκ πυροβολισμῶν, τοὺς ὁποίους ἔκαμον οἱ κάτοικοι κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἀφίξεως ἐκεῖ τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐν Βερολίνῳ συνδιασκέψεως. Τὴν ἀποζημίωσιν ταύτην εἶχεν ὑποσχεθῆ εἰς αὐτὸν καὶ ὁ προκάτοχός μου κ. Λομβάρδος· τὸ ποσὸν εἶνε εὐτελές, πρόκειται περὶ 200 δραχμῶν· εἶναι πτωχὸς ἄνθρωπος καὶ ἄξιος ἐλέους. Προτείνω ἑπομένως νὰ χορηγηθῇ πίστωσις δραχμῶν 200 διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτήν.
§134ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§135ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς δηλώσεως τῆς τελευταίας.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελείωσεν αὐτὸ τὸ ζήτημα, ἐψηφοφορήθη.
§137ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς τάξεως τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ ὁμιλήσω. — Κύριοι, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν παρετηρήθη μεγάλη ἀταξία, διότι ἐπῆλθον αὐξήσεις δαπανῶν διὰ τῶν δηλώσεων τῶν ὑπουργῶν, ἐπῆλθον πρὸς τούτοις αὐξήσεις διὰ τῶν προτάσεων τῶν Βουλευτῶν, τὰς ὁποίας ἀντὶ ν’ ἀντικρούσωσιν, ὡς ὤφειλον οἱ ὑπουργοὶ, παρεδέχθησαν αὐτάς. Αἱ πλεῖσται δὲ αὐξήσεις τῶν δαπανῶν ἐγένοντο πρὸς ἐπέκτασιν τῆς ὑπηρεσίας. Οὕτως ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὸν ἔλεγχον τῶν προϋπολογιζομένων· εἴδετε μὲ πόσην εὐκολίαν ὁ ὑπουργὸς οὐ μόνον παραδέχεται τὰς προτάσεις τῶν βουλευτῶν περὶ αὐξήσεως, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς προτείνει νέας δαπάνας. Εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου δὲν γίνεται τοιαύτη συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ προϋπολογισμὸς συντάσσεται ἐν ὑπουργικῷ συμβουλίῳ, ἐκεῖ παρουσιάζονται ὅλαι αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους καὶ ἀποφασίζεται ἡ θεραπεία τῶν μᾶλλον χρησίμων καὶ κατεπειγουσῶν, ἐκεῖ γνωρίζεται ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους. Τὸν γενικὸν προϋπολογισμὸν παρουσιάζει ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν Βουλὴν συντεταγμένον καὶ ὁριστικόν· ἡ δὲ Βουλὴ τὸν παραπέμπει εἰς τὴν εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις, ἀφοῦ ἐξετάσῃ αὐτὸν, εἰσάγει δι’ ἐκθέσεως εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα βασανισθῇ. Εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου, μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν γίνονται αὐξήσεις, οὔτε οἱ βουλευταὶ φέρουσι προτάσεις αὐξήσεως· ἐνταῦθα πᾶν τὸ ἐναντίον συμβαίνει, διότι εἴδετε πόσας δηλώσεις ἔφερεν ὁ ὑπουργός. Οὐδέποτε, κύριοι, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἰσοζύγιον, ἐνόσῳ συζητοῦμεν οὕτω πως τὸν προϋπολογισμόν· ὁ λογιστικὸς νόμος λέγει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὁσάκις προτείνει δαπάνην, πρέπει νὰ ὁρίσῃ τὸ ἔσοδον, ἐξ οὗ θέλει πληρώνεσθαι.
§138ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον ἐπὶ τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν.
§139ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἅμα ὑποβληθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, δὲν ἐπιτρέπεται οὐδεμία αὔξησις. Διὰ τοῦτο ἐκεῖ ἀπὸ πολλοῦ χρόνου εἶναι ἄγνωστα τὰ ἐλλείμματα· τοὐναντίον ὑπάρχουσι πάντοτε πλεονάσματα, τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπουν τὴν ἐλάττωσιν τῶν βαρυτέρων φόρων. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ δέχηται τὰς αὐξήσεις, τὰς προτεινομένας ὑπὸ τῶν μελῶν της, εἴτε ὑπὸ τῶν ὑπουργῶν, ἐὰν θέλῃ νὰ βελτιώσῃ τὴν κακὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους.
§140ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Καὶ ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ὅταν ἡ συμπολίτευσις καὶ ἀντιπολίτευσις συμφωνῶσι διὰ τῶν ἀρχηγῶν των περὶ μέτρου τινὸς, αἱ ἀτομικαὶ γνῶμαι πρέπει νὰ ἐκφράζωνται μὲ σεμνότητα. (Ἱλαρότης.) Ἀφοῦ ὁ πρῴην ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν, νῦν δὲ μέλος τῆς ἀντιπολιτεύσεως, εἶχεν ὑποσχεθῆ εἰς ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἐκ τῶν πυροτεχνημάτων ἀπώλεσε τὴν συγκομιδήν του εἰς ἡμέραν ἐθνικῆς ἑορτῆς, ἥτις ἐτελέσθη διὰ τὸ Βερολίνειον πρωτόκολλον, ὁ δὲ νῦν ὑπουργὸς παραδέχεται τοῦτο, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ προκύψῃ συζήτησις.
§141ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸ ἐτελείωσε.
§142ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ὁμιλῶ περὶ τῆς τάξεως, διότι ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Λακεδαίμονος προσέβαλε τὸ ὑπουργεῖον, ὅτι ἀπεμακρύνθη τῆς τάξεως. Μᾶς ὡμίλησε περὶ τοῦ λογιστικοῦ νόμου, καὶ ἐγὼ τῷ λέγω, ὅτι ὁ λογιστικὸς νόμος εἶνε ἀντισυνταγματικὸς εἰς τὰ ἄρθρα 15, 16, 17, διότι δίδει τὴν ἄδειαν εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ δαπανήσῃ ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς. Αὕτη εἶναι ἡ στιγμὴ, καθ’ ἣν ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ ἡ κυβέρνησις καὶ ἕκαστος τῶν βουλευτῶν νὰ κανονίσῃ ἔσοδα καὶ ἔξοδα, ἀλλ’ ὁ κ. Βαλασόπουλος τὰ ἔφερεν ὅλα ἄνω κάτω. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται, εἶχεν ἄδικον, διότι καὶ ἡ συμπολίτευσις καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις συνεφώνησαν. (Ἐπιψηφίζεται ἡ ἐκ δραχμῶν 200 πίστωσις ὑπὲρ τοῦ Ἠλία Μελιγκάκη, ὡς Κεφάλαιον 13, ἄρθρον 1.)
§143ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀνηγγέλθη πρὸ μικροῦ τηλεγραφικῶς, ὅτι ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις ἔθεσεν ὑπὸ κάθαρσιν τὴν Τουρκικὴν χώραν, ἕνεκα κρουσμάτων πανώλους. Ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν ἂν γνωρίζῃ τι περὶ τούτου.
§144ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.) Οὐδὲν ἐπισήμως γνωρίζομεν περὶ τούτου. Ἀνέγνων καὶ ἐγὼ τὸ τηλεγράφημα τοῦ Πρακτορείου Χαβᾶς, ἀλλ’ οὐδὲν ἐπισήμως ἔμαθον.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπουργεῖον Ἐκκλησιαστικῶν. (Ἐπιψηφίζεται τὸ Κεφάλαιον 1.) Κεφάλαιον 2, ἄρθρον 1.
§146ΡΟΥΦΟΣ. Εἰς τὴν Σύνοδον ὑπάρχουν δύο γραφεῖς, ὧν ὁ μὲν λαμβάνει μισθὸν 120 δραχμῶν κατὰ μῆνα, ὁ δὲ 90. Ὁ μισθὸς οὗτος εἶναι ἀνεπαρκής, εἶναι δὲ δίκαιον, ἀφοῦ οὗτοι ὑπηρετοῦν ἐπὶ πολλὰ ἔτη τὴν Σύνοδον καὶ τὸ κοινὸν, ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας των.
§147ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν.) Οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου εἶναι κεκανονισμένοι διὰ νόμου. Καὶ εἰς ἐμὲ ἐγένετο ἡ πρότασις παρὰ τῆς Συνόδου, ἀλλὰ δὲν ἐθεώρησα πρέπον ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν μὲ ὑποβολὴν νομοσχεδίου πρὸς αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν. Βραδύτερον θὰ ληφθῇ πρόνοια. (Ἐπιψηφίζονται τ’ ἄρθρα 1–3.)
§148ΡΩΜΑΣ. Εἷς ἐκ τῶν ἱκανωτέρων ἱεροκηρύκων τοῦ Κράτους, ἵνα μὴ εἴπω ὁ ἀνώτερος, τυγχάνει ὁ ἀρχιμανδρίτης Λάτας. Ὅλοι οἱ ἱεροκήρυκες τοῦ Κράτους λαμβάνουσι 200 δρ. κατὰ μῆνα μισθόν, ἐκεῖνος δὲ μόνον 100, καὶ τοῦτο, διότι ἐλάμβανεν ἐπιμίσθιον ἐκ τῆς ἱερᾶς μονῆς Τήνου, ἔνθα μεταβαίνει κατ’ ἔτος καὶ κηρύττει τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ. Τὸ Ἡγουμενοσυμβούλιον ὅμως ἠλάττωσε τὸν μισθόν του κατὰ 50 δραχμάς· ἑπομένως παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προσθέσῃ τὰς 50 αὐτὰς δραχμὰς εἰς τὸν μισθόν του, ἵνα ὁ ἱεροκῆρυξ οὗτος δύναται νὰ ζῇ ἀξιοπρεπῶς, ὡς ἐμπρέπει εἰς τὴν θέσιν του.
§149ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀριθμὸς καὶ ὁ μισθὸς τῶν ἱεροκηρύκων εἶναι κεκανονισμένος διὰ νόμου· ἑπομένως δὲν δυνάμεθα νὰ προσθέσωμέν τι εἰς τὸν προϋπολογισμόν. (Ἐπιψηφίζονται τ’ ἄρθρα 4 καὶ 5.) Ἄρθρον 6. «Ἐκκλησιαστικαὶ ἐσωτερικαὶ δαπάναι».
§150Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ προσθέσῃ δραχμὰς τουλάχιστον 20,000 διὰ τοὺς ἱερωμένους καταδίκους. Γνωρίζετε, ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν κληρικῶν εἶναι ἐξόριστοι, δυνάμει τίνος νόμου ἀγνοῶ, διότι οἱ νόμοι τῆς πολιτείας δὲν ἐπιτρέπουσι τὸν ἐξοστρακισμόν. Ἡ ὑπερτάτη ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ ἔχει δικαίωμα νὰ τιμωρῇ κατὰ τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς νόμους καὶ τοὺς κανόνας τῆς ἐκκλησίας, δὲν ἔχει ὅμως οὐδὲν δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλῃ δι’ ἀποφάσεων ἐναντίον τῶν νόμων τὸν ἐξοστρακισμόν. Ἀλλ’ ἀφοῦ καὶ ἡ ἐκκλησία καὶ ἡ πολιτεία κακῶς ποιοῦσαι πράττουσι τοῦτο, καθῆκον ἔχει ἡ πολιτεία, ἀφοῦ φροντίζει περὶ ὅλων τῶν ὑποδίκων καὶ καταδίκων, νὰ φροντίσῃ καὶ περὶ αὐτῶν τῶν ἐξορίστων, διότι οὗτοι εἶναι ἐντιμότατοι καὶ ἐναρετώτατοι, καὶ τοὺς ὁποίους γνωρίζομεν, διότι αὐτοὶ διήνυσαν βίον ὁλόκληρον ἐν ταῖς μοναῖς, εἰς τὰς ὁποίας ἀνήκουν, καὶ ἐφείλκυσαν εἰς ἑαυτοὺς τὸν σεβασμὸν ὁλοκλήρου τῆς κοινωνίας· σήμερον δὲ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἁρπάζονται καὶ ὁδηγοῦνται ὡς κακοῦργοι ἀπὸ στρατῶνος εἰς στρατῶνα, καὶ ὁδηγοῦνται σιδηροδέσμιοι ἐναντίον καὶ τῆς ἠθικῆς καὶ τοῦ σχήματος, τὸ ὁποῖον φέρουν. Ἀλλὰ τέλος πάντων, ἀφοῦ οἱ κληρικοὶ οὗτοι ἐπέπρωτο νὰ ἔχουν αὐτὴν τὴν τύχην, πρέπει ἡ πολιτεία νὰ ἀρνηθῇ εἰς αὐτοὺς ὀλίγον ἄρτον; Γνωρίζω ἱερέα τινὰ ὀνόματι Παπαγιαννουλέαν καὶ ἕτερον προηγούμενον ἐκ τῆς ἱερᾶς μονῆς ἁγίας Λαύρας Ἀθανάσιον, ἀξίους σεβασμοῦ, οἵτινες εἶναι ἐξόριστοι εἰς τὴν Ἀνάφην. Τί ἐστὶν Ἀνάφη; βράχος ξηρός, ξηρότατος, ἐφ’ οὗ εὑρίσκεται μονὴ πτωχή, πτωχοτάτη, μὴ δυναμένη νὰ διαθρέψῃ οὔτε τοὺς ἰδίους καλογήρους. Ἀφ’ οὗ λοιπὸν ἡ πολιτεία, ἀφ’ οὗ ἡ ὑπερτάτη ἐκκλησιαστικὴ ἀρχὴ ἐξώρισεν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, δὲν ὀφείλει νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς τοὐλάχιστον ἄρτον καὶ ὕδωρ; Διὰ τοῦτο, κ. Πρόεδρε, προτείνω νὰ ἐγγραφῇ ἓν ποσὸν εἰς τὸ κεφάλαιον Βʹ. διὰ καταδίκους κληρικοὺς 20,000 δραχμῶν, ὅπως τὰς διαθέτῃ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὑπὲρ αὐτῶν τῶν ἀδίκως πασχόντων ἀνθρώπων.
§151ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ φύλλα τῆς λεπτομερείας τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι δραχμαὶ 2,000.
§152Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἀρκοῦν 2,000 δραχμαί.
§153ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, οἱ κληρικοὶ κατάδικοι δὲν εἶναι μόνον ἐκεῖνοι, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς· εἶναι καὶ ἄλλοι πολλοὶ, οἵτινες ἑκάστοτε καταδικάζονται ὑπὸ τῆς ἱερᾶς συνόδου, κατὰ τὰς διατάξεις τῶν νόμων, καὶ πέμπονται εἰς ὡρισμένα τινὰ μέρη πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ποινῆς των. Ἐγὼ βεβαίως δὲν θ’ ἀκολουθήσω τὸν κ. Πετιμεζᾶν, ἐπεμβαίνων εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος ἂν καλῶς ἡ ἱερὰ σύνοδος ἢ κακῶς κατεδίκασεν αὐτούς...
§154ΤΙΝΕΣ. (Ἀριστερόθεν.) Κάκιστα, κάκιστα.
§155ΜΙΑ ΦΩΝΗ. Οὔτε τὸ ἱερὸν δικαστήριον τῆς Ἱσπανίας δὲν τὰ ἔκαμνεν αὐτά.
§156ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. — οὔτε ἐὰν ἔπραξε καλῶς ἢ κακῶς καὶ συμφώνως πρὸς τὸν νόμον ἡ πολιτεία, ἐπικυρώσασα τὴν καταδικαστικὴν ἀπόφασιν ταύτην τῆς ἱερᾶς συνόδου. Ἐγὼ, ὡς ὑπουργὸς, ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ἀπόφασιν τελεσίδικον, στηριζομένην εἰς τοὺς νόμους τῆς πολιτείας· ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι δὲν στηρίζεται εἰς αὐτοὺς, ὀφείλω νὰ ἐκτελέσω αὐτὴν, καὶ διὰ τοῦτο, ὁσάκις ἡ ἱερὰ σύνοδος μοὶ ἔκαμε παράπονα, ὅτι κληρικοί τινες καταδεδικασμένοι ἐγκατέλιπον τὸ μέρος, ὅπερ ἦτο προωρισμένον πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ποινῆς των, ἐφρόντισα νὰ ἐπαναφέρω αὐτοὺς εἰς τὰς μονὰς, εἰς τὰς ὁποίας ἐκτίουσι τὴν ποινήν των πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως, καὶ αὐτὸ τοῦτο θὰ ἐξακολουθῶ νὰ πράττω, ἐνόσῳ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ κατέχω τὸ ὑπουργεῖον. Ἀλλὰ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον ζήτημα, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ κ. βουλευτὴς Καλαβρύτων, τὸ τῆς διατροφῆς δηλαδὴ τῶν καταδίκων κληρικῶν, τοῦτο εὑρίσκω ὀρθὸν καὶ λογικὸν, καὶ πρέπει νὰ γίνηται δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετιμεζᾶ. Βεβαίως, ὅπως πάντες οἱ κατάδικοι διατρέφονται ἀπὸ τὸ δημόσιον, μὴ λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς τάξεως καὶ τῆς καταστάσεως αὐτῶν, δίκαιον εἶναι νὰ χορηγηθῇ εἰς τοὺς κληρικοὺς καταδίκους ἀνάλογος χρηματικὴ ἀποζημίωσις πρὸς διατροφὴν αὐτῶν. Ἑπομένως συμφωνῶ καὶ ἐγὼ, ἂν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ, νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 6 τοῦ κεφαλαίου 2, ὑπὸ τὸ ἐδάφιον έ, ἀντὶ τοῦ ποσοῦ τῶν δραχμῶν 2,000, ὅπερ εἶναι ἀναγεγραμμένον διὰ κατοικίαν καὶ διατροφὴν καταδίκων κληρικῶν, ποσὸν ἀνώτερον, τὸ ὁποῖον ἂς προσδιορίσῃ ἡ Βουλή.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. 6,000 ἀρκοῦν.
§158ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Κεφάλαιον 3.
§159ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δυστυχῶς ἀπό τινος καιροῦ παρεκτὸς τῆς κοινῆς δικαιοσύνης, ἥτις ποιεῖται ἐξαίρεσιν δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ μετὰ τὸ Σύνταγμα ἄλλης δικαιοδοσίας, τῆς στρατιωτικῆς, παρουσιάσθη ἔκ τινος μὴ ὀρθῆς ἐπιβλέψεως τῶν τῆς νομοθεσίας καὶ δικαιοδοσία ἄλλη, ὡς μὴ ὤφειλε, δικαιοδοσία ἐκκλησιαστικὴ λεγομένη, ἥτις εἶναι ἐναντία τῆς ἐκκλησίας, ἐναντία τῆς θρησκείας, ἐναντία τοῦ πνεύματος τοῦ Εὐαγγελίου. Κύριοι, ἐστὲ προσεκτικοί, διότι τοιαῦται ἀρχαὶ, αἱ ὁποῖαι ἐν πρώτοις φαίνονται ὡς μὴ οὖσαι ἄξιαι νὰ ἐφιστῶσι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἐπαναλαμβανόμεναι, καθιερούμεναι, ἐπιφέρουσιν ὀλέθρια κοινωνικὰ δυστυχήματα. (Θόρυβος.) Πρέπει νὰ συμβουλευθῆτε τὴν ἱστορίαν, διὰ νὰ ἰδῆτε τὰ ἀποτελέσματα τοιούτων παρεκτροπῶν. Κύριοι, δι’ εἰδικοῦ κονδυλίου δαπάνης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ παρουσιάζονται ἐκκλησιαστικοὶ λεγόμενοι κατάδικοι, δηλ. πολῖται Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι καταδικάζονται καὶ καταδιώκονται ἐπὶ φρονήματι μὴ ὀρθῷ. Καὶ τίς εἶναι ἐκεῖνος ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Ἐκκλησίᾳ, ὁ ὁποῖος ἐν τῷ ἰδίῳ αὑτοῦ ἀλανθάστῳ δύναται νὰ κατέχῃ τὸν γνώμονα τῆς πλάνης καὶ νὰ χρηματίσῃ ὁ διώκτης ταύτης; Τοιοῦτον ἀνεκήρυξεν ἡ Δύσις, καὶ εἰσήχθη ἡ πολυσχιδὴς κατάστασις τοῦ καθολικισμοῦ, καὶ ἐπ’ ἐσχάτων ἀντελήφθημεν καὶ παλαιοκαθολικῶν.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζητοῦμεν τὸν προϋπολογισμόν. Ἂν θέλετε ν’ ἀπευθύνητε ἐπερώτησιν, τώρα δὲν εἶναι ὁ καιρός. (Θόρυβος.)
§161ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Αὐταὶ αἱ ἀρχαί...
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Κεφάλαιον ἐτελείωσεν· εἶσθε ἐκτὸς τοῦ προκειμένου.
§163ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ποία εἶναι ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου; Θὰ εἴπω τί θέλω καὶ τί ἐννοῶ, καὶ ἡ Βουλὴ ἂς τὸ ἀποῤῥίψῃ· ζητῶ ἀπάλειψιν κονδυλίου ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Θέλετε νὰ παύσω; φέρετε στρατιώτας νὰ μὲ ἐκβάλωσι. (Πολλοὶ βουλευταὶ θορυβοῦσι καὶ κωλύουσι τὸν ἀγορεύοντα νὰ ἐξακολουθήσῃ.)
§164ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐν ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου νὰ ἀφήσητε τὸν ἀγορεύοντα νὰ ἐξακολουθήσῃ, διότι δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀκούομεν ὁμιλίας ἐκτὸς τοῦ προκειμένου.
§165ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Αὐταὶ αἱ ἀρχαὶ εἶναι ὀλέθριαι. Ἂν συμβουλευθῆτε τὴν ἱστορίαν, θὰ μάθητε ποῦ κατέληξαν καὶ ποῦ ἤγαγον τὰ ἔθνη. Παρουσιάζονται λοιπὸν κατάδικοι, οἵτινες ἀπὸ δικαιοδοσίαν μὴ συνταγματικὴν· καταδικάζονται διὰ φρόνημα διαφορετικὸν πρὸς τὸ τῶν διωκτῶν, καὶ καταδικάζονται εἰς τί; ἐδῶ πρέπει νὰ προσέξητε· ἂν ἦναι, ὡς ἀκούω παρατηρούμενόν μοι, κληρικοί, ἔπρεπε νὰ καθαιρεθῶσι, ἔπρεπε νὰ τοῖς ἀφαιρεθῇ τὸ χάρισμα τῆς διδασκαλίας...
§166ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἂν ἕκαστος δύναται διὰ τῆς ἐπιμονῆς του νὰ ἔχῃ ὑποχείριον τὴν Βουλὴν, ἐγὼ διαμαρτύρομαι κατ’ αὐτοῦ τοῦ συστήματος. Ἔχομεν κανονισμόν, ὅστις ὁρίζει τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα ἑκάστου βουλευτοῦ.
§167ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Καὶ διὰ τοῦ κανονισμοῦ ἔχομεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ὅπλον ἀνθρωποπρεπές· ὅτε δὲ ἰσχύσῃ τὸ σύστημά σας, νὰ ἐπιβάλλῃ ὁ ἀριθμητικὸς ὄγκος, τότε πρέπει νὰ γίνωμεν θηρία καὶ νὰ γρονθοκοπούμεθα ἀμοιβαίως καὶ νὰ ὑπερισχύσῃ ὁ ἰσχυρότερος. Δὲν ἐννοεῖτε τὴν ἐποχὴν, ἐν ᾗ ζῶμεν, καὶ λυποῦμαι.
§168ΜΙΛΗΣΗΣ. Νὰ ἐφαρμόσητε τὸν κανονισμὸν, κ. πρόεδρε.
§169ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα. (Θόρυβος.)
§170ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἡ πνευματικὴ καταδίωξις συνεπάγεται τὴν καθαίρεσιν λοιπὸν καὶ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ χαρίσματος τῆς διδασκαλίας, οὐδόλως δὲ συνεπάγεται τὴν στέρησιν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, πολὺ δὲ περισσότερον τὴν ὑποβολὴν τῶν πολιτῶν εἰς φοβερὰς στερήσεις καὶ καταδιώξεις. Ἡ βάσις τῆς καταδιώξεως ποία εἶναι; ὅλως ἀντικειμένη εἰς τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον. Ἐν τῷ ἱερῷ Εὐαγγελίῳ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν κακοδοξούντων ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς εἶπεν εἰς τοὺς ἑαυτοῦ μαθητὰς τί προώρισται τοῖς τοιούτοις «ἐάν τις λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτω τοὺς ἀνθρώπους.... τί μέλλει ὑφίστασθαι; μὴ ἆρά γε ἀπαγωγὴν εἰς κοσμικὰ δικαστήρια καὶ καθείρξεις καὶ ταλαιπωρίας; οὐδόλως! Ἀπεναντίας—θαυμάσατε τὸν σεβασμὸν τῆς ἐλευθερίας τοῦ φρονήματος—ἡ τιμωρία του ἔσται ὑπερκόσμιος, αἰθέριος, οὕτως εἰπεῖν «ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν,» Ἠθικὴ λοιπὸν αὐτοῦ κατάγνωσις ἐν τῇ μελλούσῃ ζωῇ, ἀτίμωσις· οὐδόλως ἑπομένως Εἰσαγγελεῖς καὶ πλημμελειοδίκαι καὶ χωροφύλακες καὶ βασανιστήρια... (Θόρυβος.) Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δογμάτων τούτων τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας, ἥτις καθ’ ὅλους τοὺς αἰῶνας οὐδόλως κατεδέχθη νὰ ἐπικαλεσθῇ ἔνοπλον χεῖρα πολιτικῆς ἐξουσίας, δὲν δύναται νὰ γείνῃ καταδίωξις, δὲν δύνασθε νὰ ἐξοντώσητε τοὺς ἀλλοφρονοῦντας. Ἀλλὰ τὰ μυσαρὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀντιθρησκευτικῆς καταδιώξεως ταῦτα πλέον θεωροῦνται, ὅτι στηρίζονται εἰς δεδικασμένον, ἂν καὶ σφαλερὸν καὶ ἐναντίον τοῦ συντάγματος, καὶ θεωρεῖτε ὑμᾶς αὐτοὺς δεσμευμένους ὑπὸ τῆς παρανομίας, ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ χαρακτηρισθοῦν ἐνταῦθα ὑπὸ τὴν εἰδεχθῆ αὐτῶν ὄψιν, καὶ θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, καθ’ ἣν τὸ ἔθνος θέλει σκεφθῆ καὶ κρίνει μεταξὺ ἐμοῦ καὶ ὑμῶν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι οὗτοι εὑρίσκονται καταδικασμένοι ἀδίκως καὶ ἀνόμως, συνιστῶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως συστήσῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ δοθῇ αὐτοῖς χάρις. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, ζητῶ, ὅπως ἐγγραφῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ποσὸν ἐπαρκὲς πρὸς ἀνακούφισιν τῶν ἀναξιοπαθούντων τούτων πολιτῶν Ἑλλήνων. Συλλυποῦμαι δὲ ἀπὸ καρδίας τὴν Βουλήν, διότι δὲν ἀντιλαμβάνεται τῆς ὑποθέσεως ὡς ἔχει, ἐν τῇ ἰδίᾳ ἁγνοίᾳ της καὶ περὶ τοῦ μεγαλοπρεποῦς ῥητοῦ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ πρώτην καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ...» καὶ δὲν θέλει νὰ τηρήσῃ εἰς τὴν ὑψηλὴν θέσιν της τὴν ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, ἥτις πάντοτε ἐστήριξε τὸ ἔθνος, χωρὶς οὐδέποτε νὰ παρουσιάσῃ τὰ σκάνδαλα τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας, εἰς τὰ ὁποῖα μᾶς ἀνοίγουν ἤδη δυστυχῶς τὴν ὁδόν· καὶ τοῦτο, διότι ἡ Ὀρθόδοξος, ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία πάντοτε διετέλεσε χωρισμένη ἀπὸ τὴν πολιτείαν, καὶ ποτὲ δὲν μετεχειρίσθη μέσα τοιαῦτα πρὸς καταπίεσιν τῶν διαφοροφρονούντων. Θαυμάσατε τὴν ἔλλειψιν ἐγωϊσμοῦ ἀπ’ αὐτῆς διὰ τὴν ἐπίπληξιν «οὐκ οἴδατε ποίου πνεύματος ἐστὲ ὑμεῖς» καὶ τῆς παραγγελίας «... καὶ τὸν ἐπὶ τῶν ποδῶν ὑμῶν κονιορτὸν ἐκτινάξατε...» Ἀνακεφαλαιῶ· προσέξατε εἰς τὴν μικρὰν πονηρὰν ἀρχήν, ἥτις ἀνοίγει εὐρὺ βάραθρον! σήμερον ἔχομεν πέντε ἢ δέκα θύματα· αὔριον θὰ χρειασθῇ ἑκατόμβας τὸ ἀναμάρτητον.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Κεφάλαιον 3.» Ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει παρατηρήσεις.
§172ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ προσθήκης δαπάνης.
§173ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ποτὲ δὲν ἐπῆραν μισθὸν καὶ ἐπιμίσθιον· τί εἶναι αὐτά; (Θόρυβος.)
§174Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἦναι ἀληθὲς τοῦτο, τὸ ὁποῖον θὰ εἴπω, διότι ἐπληροφορήθην, ὅτι εἷς καθηγητὴς διάσημος τοῦ Πανεπιστημίου, ἐπειδὴ εἶναι ἀσθενής, ἐπαύθη. Ὁ κ. ὑπουργὸς δύναται νὰ μὲ πληροφορήσῃ ἐὰν ὁ κ. Νικολαΐδης ἐπαύθη. Ἐὰν ἐπαύθη, νομίζω, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἔπραξε πρᾶξιν μὴ συνᾴδουσαν μὲ τὸ δίκαιον καὶ τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον τοῦ ἀνωτέρου ἐκπαιδευτικοῦ καταστήματος. Καὶ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἀπὸ δύο ἐτῶν αὐτὴ ἡ μεγαλοφυΐα τοῦ Πανεπιστημίου ἔπαθε, διότι ὅλοι οἱ μεγαλοφυεῖς μαθηματικοί, ἕνεκα τῆς μεγάλης ἐργασίας, εἰς τὴν ὁποίαν ὑποβάλλουν τὸ πνεῦμά των, συγχύζονται τὴν κεφαλήν. Αὐτὸ ἔπαθε καὶ ὁ Νεύτων, αὐτὸ καὶ ὁ Ἀρχιμήδης· διὰ τοῦτο, ὅταν ὁ Ῥωμαῖος στρατιώτης τῷ εἶπε νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ, αὐτὸς ἀφῃρημένος ὤν, ἀπέπεμψε τὸν στρατιώτην. Ἐὰν τῳόντι ἐπαύθη ὁ Νικολαΐδης, χωρὶς προηγουμένως νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ αὐτοῦ, ἡ πρᾶξις αὕτη εἶναι ἀδικωτάτη, διότι δὲν δύναται τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν θὰ ἐπιψηφισθῇ εἰς τὴν παροῦσαν σύνοδον, νὰ σώσῃ ἕνα ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀνάγκην καὶ τοῦ ἄρτου. Ὅταν ἀκούσωσιν εἰς τὸν ξένον κόσμον, ὅτι ἐγκατελείψατε ἄνευ συνδρομῆς ἄνδρα, ὅστις ἔδωσε νέαν ἀνάπτυξιν εἰς τὴν μαθηματικὴν ἐπιστήμην, καὶ ὅτι ἐπαύθη καὶ δὲν ἔχει ἄρτον νὰ φάγῃ, τοῦτο δὲν θὰ κάμῃ τιμὴν οὔτε εἰς τὴν Ἑλλάδα, οὔτε εἰς τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον τὸν ἔπαυσε, λόγῳ, ὅτι δὲν δύναται νὰ παραδώσῃ.
§175ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν περὶ προσθήκης 1,200 δραχμῶν εἰς τὸ συζητούμενον κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, παρατηρῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ καθηγητὴς τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου κ. Κρασσᾶς ἀνεδέχθη νὰ διδάσκῃ καὶ τὸ μάθημα τοῦ Διοικητικοῦ Δικαίου, τὸ ὁποῖον ἐδίδασκεν ὁ μακαρίτης Κόκκινος, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ τῷ δοθῇ ἓν μηνιαῖον ἐπιμίσθιον ἐξ 100 δραχμῶν· διότι ἄνευ τοῦ ἐπιμισθίου δὲν εἶναι ὑπόχρεως νὰ παραδίδῃ καὶ τὸ Διοικητικὸν Δίκαιον, μάθημα δηλαδὴ μὴ ἀνῆκον ὑποχρεωτικῶς εἰς αὐτόν. Ἐπροτιμήσαμεν τοῦτο, διότι ἄλλως εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ διορίσωμεν ἰδιαίτερον καθηγητὴν τοῦ μαθήματος τούτου, μολονότι ἠθέλομεν ἀπαντήσει δυσκολίαν ὡς πρὸς τὴν εὕρεσιν καταλλήλου προσώπου, ὅπερ βεβαίως θὰ λαμβάνῃ ὡς μισθοδοσίαν πολὺ μεγαλείτερον ποσὸν τοῦ ἑκατονταδράχμου ἐπιμισθίου.
§176Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἐὰν ἐγγράψητε τὴν πίστωσιν, δὲν ἀρκεῖ, διότι, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, δὲν δύνασθε νὰ ἐνεργήσητε πληρωμὴν ἄνευ νόμου.
§177ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ τοῦ Πανεπιστημίου δὲν διέπονται διὰ νόμων, ἀλλὰ διά τινος προσωρινοῦ κανονισμοῦ, διὰ βασιλικοῦ Διατάγματος, καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§178ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις; Ὅλοι ὑπόκεινται εἰς τοὺς νόμους.
§179ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πρὸς τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς, καὶ τὰς μετ’ αὐτὴν παρατηρήσεις αὐτοῦ, πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι μετὰ λύπης μου ἠναγκάσθην νὰ προβῶ εἰς τὴν παῦσιν τινῶν καθηγητῶν, οἵτινες δυστυχῶς........
§180Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἔκαμα λόγον περὶ τῶν ἄλλων.
§181ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἵτινες δυστυχῶς, λέγω, ὡς ἐκ τῆς σωματικῆς των καταστάσεως, δὲν ἠδύναντο νὰ ἐξακολουθήσωσι τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των. Ἀλλὰ διὰ τοῦ περὶ ἀπολύσεως αὐτῶν βασιλικοῦ Διατάγματος ἐλήφθη πρόνοια, ὥστε νὰ χορηγηθῇ ἀνάλογος βοήθεια τόσον εἰς τὸν κ. Νικολαΐδην, περὶ τοῦ ὁποίου εἰδικῶς ὡμίλησεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, ὅσον καὶ εἰς τὸν κ. Ζαβιτσάνον, διότι ἀμφότεροι δὲν ἔχουν δικαίωμα συντάξεως δυνάμει τοῦ νόμου, καθὼς ἐπίσης καὶ εἰς τὸν κ. Πρινάρην, ὅστις ἔχει καὶ δικαίωμα συντάξεως. Παρατηρῶ δὲ εἰς τὸν κ. Πετιμεζᾶν, ὅτι ἐβελτιώθη μᾶλλον ἡ θέσις τοῦ κ. Νικολαΐδου, διὰ τῆς ἀπολύσεως αὐτοῦ, ἢ ἐχειροτέρευσε, διότι ὡς καθηγητὴς δὲν ἐμισθοδοτεῖτο, ἀφοῦ πρὸ πολλοῦ ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου ἔλαβε τὸ μέτρον νὰ μὴ μισθοδοτῇ τοὺς μὴ διδάσκοντας καθηγητὰς δι’ οἱονδήποτε λόγον· ἑπομένως, καὶ ἐὰν δὲν ἐπαύετο, δὲν ἤθελε μισθοδοτεῖσθαι, ἐνῷ ἀπολυθεὶς τῆς ὑπηρεσίας θὰ λαμβάνῃ τοὐλάχιστον τὸ βοήθημα, τὸ ὁποῖον ὡρίσθη διὰ τοῦ διατάγματος τῆς ἀπολύσεώς του, ὡς σᾶς εἶπον.
§182ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ προτείνει, ὅπως κανονισθῶσιν ὁριστικῶς τ’ ἀφορῶντα εἰς τὸ Πανεπιστήμιον καὶ παύσῃ τὸ μέγα τοῦτο ἐθνικὸν ἵδρυμα διεπόμενον ὑπὸ προσωρινοῦ καὶ ἀπηρχαιωμένου ἤδη κανονισμοῦ. Ὁμοία σύστασις εἶχε γείνει ἐν τῷ κοινοβουλίῳ, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Καὶ αἱ μὲν ἔκτακτοι περιστάσεις, ἃς διερχόμεθα, δὲν ἐπέτρεψαν νὰ ἐκπληρωθῶσιν αἱ δίκαιαι αὗται εὐχαὶ καὶ συστάσεις, ἀναγνωρίζω ὅμως, ὅτι αὐταί εἰσιν ἐν πολλοῖς ὀρθαὶ, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι, ἐφ’ ὅσον διατελοῦμεν ἀκόμη ὑπὸ τὸ κράτος τῆς προσωρινότητος, εἶναι ὀρθὸν νὰ τεθῶσι βάσεις τινὲς, ἃς ἅπαντες οἱ διευθύνοντες τὰ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως δέον νὰ τηρῶσιν, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ὁμοιόμορφος ἡ ἐνέργεια καθ’ ὅσον ἀποβλέπει εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, καὶ νὰ προλαμβάνωνται κατὰ τὸ δυνατὸν αἱ ἀνωμαλίαι εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ἀφορώντων εἰς αὐτό. Τὴν παρατήρησιν ταύτην ἐνέπνευσέ μοι ἡ προηγουμένη ἐρώτησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων βουλευτοῦ κ. Ἀθανασίου Πετιμεζᾶ. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ κ. ὑπουργὸς εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προβῇ εἰς τὰς παύσεις, ὧν ἐμνήσθη ὁ ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴς, διότι προηγουμένως εἶχε προβῆ εἰς διορισμοὺς καθηγητῶν, χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ ἂν εἶχε κενὰς θέσεις καὶ πόσας. Ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίῤῥησιν νὰ φέρω κατὰ τῶν διορισθέντων προσώπων, ἀπ’ ἐναντίας θεωρῶ αὐτὰ λίαν κατάλληλα διὰ τὰς θέσεις, εἰς ἃς ἐτοποθετήθησαν· νομίζω ὅμως, ὅτι θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν τακτοποίησιν τῶν τοῦ Πανεπιστημίου τὸ νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν καθηγητῶν, ὃν σημειοῖ ὁ προϋπολογισμὸς, καὶ εἰς τὴν σχετικὴν μεταξὺ τῶν διαφόρων σχολῶν διανομὴν τῶν ἑδρῶν· φοβοῦμαι δὲ, ὅτι, ἂν ἀπροσέκτως βαίνοντες ὁτὲ μὲν αὐξάνωμεν τὸν ὁλικὸν ἀριθμὸν τῶν καθηγητῶν, ὁτὲ δὲ τὸν σχετικὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν ἑκάστῃ σχολῇ διδασκόντων, θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀδιέξοδον. Ἐντὸς τῶν τελευταίων εἴκοσιν ἐτῶν ἐγένοντο πέντε ἢ ἓξ διάφορα σχέδια ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, ἅτινα συνεπληρώθησαν, τινὰ δ’ αὐτῶν ἔφθασαν καὶ μέχρι τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν ἐσυζητήθησαν ἐν τῷ κοινοβουλίῳ. Τὸ ἀρχαιότερον ἐξ ὅσων γνωρίζω εἶναι τὸ τοῦ ἀειμνήστου Θρασυβούλου Ζαΐμη, μετὰ ταῦτα δὲ διαδοχικῶς ἔρχονται τὰ τοῦ μακαρίτου Δημ. Δρόσου, τῆς συγκλήτου τοῦ Πανεπιστημίου, ἧς ἐζητήθη ἡ γνώμη, τὸ τοῦ κ. Σαράβα, τὸ τοῦ κ. Βαλασοπούλου, καὶ ἴσως ἄλλα, ἅτινα δὲν ἐνθυμοῦμαι. Ἐν ἅπασι τούτοις τοῖς σχεδίοις συνεζητήθη ὡς εἰκὸς διὰ μακρῶν καὶ ὡρίσθη ὁ ὁλικὸς ἀριθμὸς τῶν καθηγητῶν· ἐκυμαίνετο δὲ ὁ ἀριθμὸς οὗτος μεταξὺ τοῦ ἀριθμοῦ, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, τῶν 50, 54 καὶ 56. Ὁ ἀνώτατος προταθεὶς ἀριθμὸς ἦτο 57, ὅσους ἐνόμιζεν ἀναγκαίους τὸ σχέδιον τῆς συγκλήτου. Ἐν τούτοις καὶ αὐτὸν τὸν ἀριθμὸν τὸν ὑπερέβημεν κατὰ πολὺ, διότι κατὰ μὲν τὸ παρελθὸν ἔτος εἴχομεν ἐγγεγραμμένους 61 καθηγητὰς, ἐν δὲ τῷ παρόντι προϋπολογισμῷ βλέπω σημειωμένον τὸν ἀριθμὸν 60. Φρονῶ, ὅτι ὁ ἀριθμὸς ἑξήκοντα καθηγητῶν εἶναι ἐπὶ τοῦ παρόντος ἱκανὸς, ἀρκεῖ οὗτοι νὰ ἐπιτελῶσι τὸ καθῆκόν των, καὶ ἤθελον ψέξει τὸν ὑπουργὸν ἐκεῖνον, ὅστις ἤθελεν ὑπερβῆ τὸν ἀριθμὸν τοῦτον χαριζόμενος εἰς πρόσωπα. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι τότε μόνον ἐπιτρέπεται νὰ γείνῃ νέος διορισμὸς, ἀφοῦ πρότερον κενωθῇ θέσις, καὶ εἰς ἐκεῖνον ἀκριβῶς τὸν κλάδον, ἐν ᾧ ἐκενώθη θέσις. Ἠξεύρω, ὅτι εἰς τοὺς γενομένους προσθέτους διορισμοὺς φέρεται συνήθως ὡς ἐπιχείρημα, ὅτι ἐγένοντο συνεπείᾳ προτάσεως τῆς σχολῆς, καὶ τοῦτο εἶπεν ἡμῖν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησίν τινα, ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Παιδείας. Τὸ δικαίωμα τῶν σχολῶν τοῦ νὰ γνωμοδοτῶσιν εἶναι ἀναντίῤῥητον, στηρίζεται δὲ εἰς τὸ ἄρθρον 6 τοῦ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ. Καίτοι δὲ ἡ γνωμοδότησις δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ, οἱ ὑπουργοὶ καλῶς ποιοῦντες ἀπό τινων ἐτῶν ἐσεβάσθησαν τὸ δικαίωμα τοῦτο. Δεῖται δὲ μόνον ἀκριβεστέρας τινὸς διακανονίσεως, ὅπως λειτουργῇ ἀπροσκόπτως ἡ χρῆσις τοῦ δικαιώματος τούτου. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι δέον νὰ μὴ προβαίνῃ ὁ ὑπουργὸς εἰς διορισμὸν, χωρὶς νὰ ἐρωτήσῃ τὰς σχολὰς, δὲν ἕπεται, ὅτι δέον νὰ θέσῃ εἰς ἐνέργειαν καὶ ὅλας τὰς προτάσεις αὐτῶν, χωρὶς νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν ὁ προϋπολογισμὸς καὶ οἱ λοιποὶ τῆς ὑπηρείας περιορισμοί. Διότι αἱ μὲν σχολαὶ ἀποβλέπουσι μόνον εἰς τὸ ἐπιστημονικὸν μέρος τοῦ ζητήματος, καὶ διὰ τοῦτο βαίνουσι πάντοτε εἰς προτάσεις πλειοτέρας καὶ γενναιοτέρας. Ἂν δ’ ἐπρόκειτο διὰ μιᾶς νὰ πληρωθῶσιν ὅλαι αἱ ἀνάγκαι, ὧν τὴν θεραπείαν ἐπιζητοῦσιν αἱ τοῦ Πανεπιστημίου σχολαὶ, ἠθέλομεν αὐξήσει καὶ τὸν ἀριθμὸν καὶ τὴν ἀντιμισθίαν τῶν καθηγητῶν καὶ ὑπερβῆ κατὰ πολὺ τὰ μέσα, ὅσα πρὸς τοῦτο διαθέτομεν. Ἔργον τοῦ ὑπουργοῦ εἶναι νὰ περιορίζῃ τὰς προτάσεις ταύτας ἐντὸς τοῦ ὅρου τοῦ δυνατοῦ, καί τοι δὲ σεβόμενος πάντοτε τὰς ἐκφερομένας γνώμας, νὰ τὰς συνδέῃ πρὸς τὸν ἐν ἐνεργείᾳ προϋπολογισμόν· ἰδίως δὲ, ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν καθηγητῶν, ἄριστον ἔσεται, μέχρις ὅτου ἀποκτήσωμεν νέον ὀργανισμὸν ἢ εἰδικὸν νόμον περὶ ἀριθμοῦ τῶν καθηγητῶν, νὰ ἐμμείνωμεν ἐντὸς τοῦ ἀριθμοῦ, ὃν ὁ προϋπολογισμὸς ἀναγράφει.
§183ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνόησα ἀκριβῶς τὸν λόγον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἄνδρου ἀπηύθυνε τὴν παρατήρησιν περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου. Ἐγὼ καὶ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν ἐξέθεσα εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἤδη ἐπαναλαμβάνω νὰ βεβαιώσω αὐτὴν, ὅτι ἔμεινα ἐντὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἑδρῶν τῶν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὁριζομένων, μολονότι καὶ τότε εἶπον καὶ τώρα ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν κανονίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν καθηγητῶν, ἀλλὰ τὴν δαπάνην, τὴν ἀπαιτουμένην διὰ μισθοδοσίαν αὐτῶν. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι, ὅταν τις ὑπουργὸς ἦναι ἐντὸς τῆς διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὁριζομένης πιστώσεως διὰ μισθοδοσίαν καθηγητῶν, δύναται ἀνευθύνως, ἂν καὶ δὲν σκοπῶ ἐγὼ νὰ πράξω τοῦτο, νὰ ὑπερβῇ καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἑδρῶν, τὸν ὁριζόμενον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἀλλὰ καὶ τότε καὶ τώρα λέγω, ὅτι εἶμαι ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν καθηγητῶν, καὶ κατωτέρω μάλιστα αὐτοῦ, διότι, ἐνῷ κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν 60 καθηγητὰς, ἔχομεν ἤδη 58. Νομίζω, ὅτι ὀφείλω νὰ μὴ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος ὡς πρὸς τὸ ἐπιμίσθιον, τὸ ὁποῖον προτείνω νὰ σημειωθῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ διὰ τὴν διδασκαλίαν τοῦ διοικητικοῦ δικαίου ὑπὲρ τοῦ κ. Κρασσᾶ, εἰς ὃν ἐκ προσθήκης ἀνετέθη καὶ τὸ μάθημα τοῦτο. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἰσχυρίσθη, ὅτι, καὶ ἐὰν ἀναγραφῇ τὸ ἐπιμίσθιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, δὲν δύναται νὰ πληρωθῇ, μὴ ὑπάρχοντος νόμου. Ἐρωτῶ ὅμως τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν, ποῦ στηρίζεται τὸ ἐπιμίσθιον, τὸ ὁποῖον λαμβάνει ὁ κ. Φρεαρίτης, ὁ καθηγητὴς τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου, ὁ διδάσκων καὶ τὸ Κανονικόν; καὶ τὸ ἐπιμίσθιον τοῦτο, πρὸ πολλῶν ἐτῶν πληρωνόμενον, εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἀναγράφεται μόνον, μὴ ὑπάρχοντος νόμου, καὶ μολαταῦτα ὁ κ. Δηλιγιάννης ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ. ἐπὶ διετίαν σχεδὸν ἐπλήρωνεν αὐτὸ εἰς τὸν κ. Φρεαρίτην. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἀρκεῖ ἡ ἐγγραφὴ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ τὴν προτεινομένην πίστωσιν τοῦ εὐτελοῦς τούτου ποσοῦ, διὰ νὰ μὴ ἀναγκασθῶμεν νὰ διορίσωμεν εἰδικὸν καθηγητὴν τοῦ Διοικητικοῦ δικαίου, τὸ ὁποῖον εἶναι μάθημα ἀπαραίτητον καὶ ἐκ τῶν πρωτευόντων, καὶ ἐπιβαρύνωμεν οὕτω τὸν προϋπολογισμὸν μὲ ποσὸν πολὺ μεγαλείτερον.
§184Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐνόμισα, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἠρεύνα τὴν ἱστορίαν τῆς ἀπονομῆς ἐπιμισθίου εἰς τὸν κ. Φρεαρίτην διὰ τὴν διδασκαλίαν τοῦ Κανονικοῦ δικαίου, ἤθελε πεισθῆ, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν αἱ αὐταὶ περιπτώσεις, αἵτινες διὰ τὸ ἐπιμίσθιον, τὸ ὁποῖον ζητεῖται ἤδη διὰ τὸν κ. Κρασσᾶν. Ἐνόμισα, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς οὐσίας, καὶ ἐπιμένω νὰ μὴ ὁμιλήσω. Παρακαλῶ δὲ μόνον τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ ἐρευνήσῃ τὸ ἱστορικὸν, καὶ ἐκεῖ θέλει ἰδεῖ, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν οἱ αὐτοὶ λόγοι, οὔτε αἱ αὐταὶ περιπτώσεις. Ἐπειδὴ δὲ οὐδὲν δύναται νὰ μεταβάλῃ τὴν καθεστῶσαν νομοθεσίαν, ὤφειλεν ὁ κ. ὑπουργὸς, ἐὰν ἤθελε νὰ δώσῃ ἐπιμίσθιον, νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1879, ἤτοι νὰ νομιμοποιήσῃ τὴν δαπάνην διὰ νόμου.
§185ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει νόμος κανονίζων τὰ τοῦ Πανεπιστημίου. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς, διότι ὑπάρχει Β. Δ. διὰ τὴν πρώτην σύστασιν τοῦ Πανεπιστημίου, τὸ ὁποῖον τότε εἶχεν ἰσχὺν νόμου. Μετὰ τὴν 3 Σεπτεμβρίου προσετέθησαν κατ’ ἔτος καθηγηταὶ, διότι δὲν προσδιώριζε καὶ τὰς ἕδρας· οὐχ ἧττον ὡρίσθησαν τὰ εἴδη τῶν καθηγητῶν, ὑφηγηταὶ ἄμισθοι, ἔκτακτοι, τακτικοὶ καὶ ἐπίτιμοι ἔμμισθοι, καὶ τοιοῦτοι ἦσαν ἀνώτεροι δημόσιοι ὑπάλληλοι. Ὅταν ὁ κ. Κρασσᾶς ἦτον ὑπάλληλος δημόσιος, ἐλάμβανεν ἐπιμίσθιον; Οἱ καθηγηταί, κύριοι, ἔχουσι καὶ ἓν ἄλλο· κάθε 5 ἔτη αὐξάνει ἡ μισθοδοσία των, καὶ δύναται νὰ φθάσῃ εἰς 450 δραχμάς· πρέπει νὰ λαμβάνουν καὶ ἐπιμίσθιον; Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους κακῶς ἐνόμισεν ὁ κ. ὑπουργὸς, ὅτι δύναται νὰ δώσῃ ἐπιμίσθιον. Ἐὰν δὲ ὑπάρχῃ προηγούμενον, αὐτὸ δὲν ὑποχρεοῖ τὴν Βουλήν. (Θόρυβος.)
§186ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Παρατηρῶ, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Παιδείας ἔχει ἐσφαλμένην ἰδέαν ὡς πρὸς τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ἐβεβαίωσεν, ὅτι δὲν εἶναι ὑπόχρεως νὰ τηρήσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν καθηγητῶν, ἀλλὰ μόνον νὰ φροντίσῃ νὰ ἦναι ἐντὸς τοῦ ποσοῦ τῆς δαπάνης τοῦ σημειωμένου εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Τοῦτο εἶναι ἐναντίον τοῦ λογιστικοῦ νόμου. (Θόρυβος.)
§187ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετά.
§188ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ διαιρέσῃ ἑκάστην ἕδραν εἰς τεμάχια καὶ νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸν ἁρμόδιον καθηγητὴν διὰ δύω ἢ τριῶν, μερίζων τὴν ἀποδοχὴν τοῦ διὰ νόμου ὡρισμένου καθηγητοῦ εἰς δύω ἢ τρεῖς μερίδας, ὡς δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ν’ ἀποδέχηται ὑπηρεσίας δωρεὰν, διότι δὲν ἔχει συμφέρον ἡ πολιτεία νὰ ὑπηρετῶσιν οἱ δημόσιοι λειτουργοὶ δωρεάν.
§189ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως.) Ἐγὼ εἶπον, ὅτι εἶμαι ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ ὡς πρὸς τὸν ἀριθμόν· ὁ προϋπολογισμὸς δὲν κανονίζει ἕδρας, ἀλλὰ δαπάνας.
§190ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἕδρας.
§191ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν προτίθεμαι νὰ ὑπερβῶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἑδρῶν· ὥστε ἡ παρατήρησις εἶναι πάντη περιττή. Ὡς πρὸς τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Δημητρακάκη, παρατηρῶ, ὅτι ὁ περὶ οὗ πρόκειται καθηγητὴς δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ παραδίδῃ καὶ τὸ Διοικητικὸν Δίκαιον, διότι διωρίσθη καθηγητὴς μόνον τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου. Ὅταν δ’ ἐπιφορτισθῇ ὁ κ. Κρασσᾶς νὰ διδάσκῃ καὶ τὸ Διοικητικὸν Δίκαιον, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἐφοδιασθῇ μὲ βιβλία, νὰ μελετήσῃ καὶ νὰ καταβάλῃ κόπους, καὶ διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ σημειωθῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἡ πίστωσις αὐτή. Δὲν εἶναι δὲ παράνομον τοῦτο, διότι ὑπάρχει προηγούμενον τοιοῦτον πρὸ πολλῶν ἐτῶν, ὡς εἶπον. (Θόρυβος.)
§192ΜΙΛΗΣΗΣ. Καὶ ἐγὼ, κ. πρόεδρε, ἠρώτησα τὸν κ. ὑπουργὸν πόσοι καθηγηταὶ διδάσκουσι τὸ Ῥωμαϊκὸν Δίκαιον εἰς τὸ Πανεπιστήμιον· ἡ ἐρώτησίς μου δὲ εἶχε σκοπὸν νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τί πρέπει νὰ πράξῃ. Τὸ Διοικητικὸν Δίκαιον, κ. πρόεδρε, δὲν εἶναι μάθημα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ διδάσκεται παρέργως· ἀποτελεῖ ἕδραν ἐκ τῶν πρώτων εἰς ὅλα τὰ Πανεπιστήμια τῆς Εὐρώπης. Μοὶ φαίνεται λοιπὸν ἄτοπον, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει νόμος, ὁρίζων τὰς ἕδρας, διὰ μὲν τὸ Ῥωμαϊκὸν Δίκαιον νὰ ἔχωμεν τρεῖς καὶ τέσσαρας καθηγητὰς, διὰ δὲ τὸ Διοικητικὸν Δίκαιον νὰ μὴ ἔχωμεν κανένα, ἀλλὰ νὰ ἀναθέτωμεν εἰς ἄλλον καθηγητὴν καὶ τὴν διδασκαλίαν αὐτοῦ. Τὸ ἄτοπον τοῦτο συμβαίνει, διότι οἱ κ. κ. καθηγηταὶ, ἐνῷ ὁμιλοῦν περὶ τῶν δικαιωμάτων των πάντοτε, δὲν ἐκτελοῦν ποτὲ τὰ ἀντιστοιχοῦντα καθήκοντά των. Εἰς ὅλα τὰ Πανεπιστήμια οἱ καθηγηταὶ ἐντὸς ἓξ μηνῶν τελειόνουσι τὸ μάθημά των, ἐδῶ δὲ ἕκαστον μάθημα διαρκεῖ 3 καὶ 4 ἔτη, εἰς τρόπον ὥστε ὁ δυστυχὴς φοιτητὴς δὲν ἠξεύρει εἰς ποῖον μέρος θὰ εὕρῃ τὴν διδασκαλίαν π.χ. τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου. Ἐντεῦθεν ἡ ἀνάγκη τῶν πολλῶν καθηγητῶν, οἵτινες διδάσκουσιν ἄνευ τάξεως καὶ συναφείας ὅ,τι μέρος τοῦ μαθήματος ἕκαστος θέλει, ἐνίοτε δὲ τὸ αὐτὸ δύο καὶ τρεῖς, καὶ τοιουτοτρόπως ἐπέρχεται σύγχυσις, καὶ διὰ τοῦτο τὸ Πανεπιστήμιον δὲν φέρει τοὺς ἀπαιτουμένους καρπούς. Ἐὰν ἐτελείωνον ἐντὸς ἓξ μηνῶν ἢ ἐντὸς τοῦ ἔτους τὰ μαθήματα, οἱ τρεῖς ἢ τέσσαρες καθηγηταὶ διὰ τὸ Ῥωμαϊκὸν Δίκαιον θὰ ἦσαν περιττοὶ, καὶ τὸ Διοικητικὸν Δίκαιον θὰ παρεδίδετο ὑπὸ εἰδικοῦ καθηγητοῦ. Λοιπὸν εἰς τοῦτο ὀφείλει ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του, τὸ δὲ νὰ διορίζῃ τρεῖς ἢ τέσσαρας καθηγητὰς διὰ τὴν ἕδραν τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου καὶ νὰ ἀναθέτῃ τὴν ἕδραν τοῦ Διοικητικοῦ Δικαίου, ἐπίσης σπουδαίαν, εἰς καθηγητὴν ἄλλης ἕδρας, αὐτὸ, κύριοι, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἐλέγχει πεφωτισμένην καὶ προσήκουσαν ἐπιτήρησιν ἐπὶ τοῦ ἀνωτάτου ἐκπαιδευτικοῦ καταστήματος. Ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος περὶ τούτου, συνιστῶ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα περὶ τῆς βελτιώσεως ἐν γένει τῶν τοῦ Πανεπιστημίου, διότι δὲν εὑρίσκεται δυστυχῶς εἰς θέσιν εὐάρεστον. Μὴ λησμονῆτε, κύριοι, ὅτι τὸ Πανεπιστήμιόν μας εἶναι τὸ μόνον ἐν τῇ Ἀνατολῇ Πανεπιστήμιον καὶ τὸ ἰσχυρότατον πνευματικὸν κέντρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ ὅτι ἑπομένως ἡ προσήκουσα διαῤῥύθμισις καὶ λειτουργία αὐτοῦ δὲν συνδέεται μόνον μὲ τὴν πνευματικὴν μόρφωσιν τοῦ τόπου, ἀλλ’ ἀποτελεῖ συγχρόνως καὶ ζήτημα πολιτικὸν ὑψίστης σημασίας. Ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ καθηγηταὶ, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ ἐτῶν ἤδη δὲν παραδίδουσιν. Ἐὰν αἰσθάνωνται, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των, ὀφείλουσι, νομίζω, νὰ ἀποσυρθῶσι καὶ νὰ πληρωθῶσι δι’ ἄλλων αἱ ἕδραι των. Εἶναι ἀπελπιστικὸν ἐξ ἀδυναμίας πρὸς πρόσωπα νὰ παραλύῃ τὸ ἀνώτατον τοῦ Κράτους ἐκπαιδευτήριον, διὰ τὸ ὁποῖον τοσαῦτα δαπανῶμεν καὶ ἀπὸ τοῦ ὁποίου τοσαῦτα ἐλπίζομεν, καὶ οἱ δυστυχεῖς φοιτηταὶ, ἵνα συμπληρώσωσι τὰς σπουδάς των, νὰ ἦναι ἠναγκασμένοι νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰ Πανεπιστήμια τῆς Εὐρώπης.
§193ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν.) Πᾶς ἄλλος, κύριοι, ἐδικαιοῦτο νὰ ἀπευθύνῃ τοιαύτας παρατηρήσεις ἢ ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμιονίδος, ὁ ὁποῖος εἶχε τὸ εὐτύχημα νὰ διαχειρίζηται τὰ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως ἐπὶ 16 ὅλους μῆνας. Ὁ κ. Μίλησης εἶναι ἀδικαιολόγητος, ζητῶν ἤδη ἀπὸ ἐμὲ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τοσοῦτον διάστημα χρόνου δὲν ἠδυνήθη αὐτὸς νὰ ἐκτελέσῃ, ἐνῷ ἐγὼ διαχειρίζομαι προσωρινῶς τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο, καὶ πρὸ ὀλίγου μάλιστα καιροῦ, ὡς ὑπουργὸς δὲ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶμαι βεβαρυμένος μὲ τόσα ἄλλα καθήκοντα. Δὲν ἠδυνάμην ὅμως ν’ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως τὴν αἰτίασιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν δῆθεν καθηγητῶν τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου κατὰ πλεονασμὸν τῆς ἀνάγκης, ἐν ᾧ ἠδυνάμην νὰ διορίσω εἰδικὸν τοιοῦτον τοῦ Διοικητικοῦ Δικαίου. Ἐγὼ κανένα καθηγητὴν τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου δὲν διώρισα, καὶ ὅσοι διατελοῦσι τοιοῦτοι ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, εἶναι διωρισμένοι πρὸ πολλοῦ ὑπὸ τῶν προκατόχων μου. Ἐγώ, κύριοι, ἔσπευσα μόνον νὰ συμπληρώσω ἔλλειψιν πρὸ πολλοῦ ὑφισταμένην καὶ πραγματικὴν, ἀναθέσας τὸ σπουδαῖον μάθημα τοῦ Διοικητικοῦ Δικαίου εἰς τὸν ὑπὸ τῆς νομικῆς σχολῆς προταθέντα καθηγητὴν τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου κ. Κρασσᾶν, σκοπεύων νὰ λάβω πρόνοιαν περὶ διορισμοῦ τακτικοῦ καθηγητοῦ τοῦ μαθήματος τούτου, ἅμα ὡς αἱ περιστάσεις μοὶ τὸ ἐπιτρέψωσιν. Ὁ κ. Κρασσᾶς φιλοτίμως ἀνεδέχθη καὶ τὴν διδασκαλίαν τοῦ προσθέτου τούτου μαθήματος, ἀλλ’ ἐδήλωσε διὰ τοῦ κοσμήτορος τῆς οἰκείας σχολῆς, ὅτι ἔχει ἀνάγκην χρηματικοῦ τινος χορηγήματος, ἵνα προμηθευθῇ τοὐλάχιστον τὰ βιβλία, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην, διὰ τὴν παράδοσιν ἑνὸς τόσον σπουδαίου μαθήματος· καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὴν προηγουμένην ἀγόρευσίν μου ἐπρότεινα τὴν ἀναγραφὴν πιστώσεως ἐξ 100 δραχμῶν κατὰ μῆνα ὡς ἐπιμίσθιον, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἄνευ τοῦ χορηγήματος τούτου ὁ κ. Κρασσᾶς δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν διδασκαλίαν καὶ τοῦ τόσον ἀναγκαίου καὶ σπουδαίου τούτου μαθήματος, παραμελῶν τὰς δικηγορικάς του ὑποθέσεις μὲ ζημίαν του, καὶ ἴσως εἶναι δύσκολον νὰ εὕρωμεν εὐχερῶς κατάλληλον καθηγητὴν, διὰ ν’ ἀναθέσωμεν εἰς αὐτὸν τὴν διδασκαλίαν τοῦ μαθήματος τούτου. (Γίνεται δι’ ἀναστάσεως δεκτὴ ἡ προσθήκη τῶν 1,200 δραχμῶν.)
§194ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§195ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Συμβαίνει ἓν ἄτοπον, τὸ ὁποῖον νομίζω, δὲν παρετήρησεν οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς, οὔτε ἡ Βουλή. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ πίστωσιν δι’ ἀνάγκην τῆς ὑπηρεσίας· ὅταν ὅμως ζητῇ πίστωσιν δι’ ὡρισμένον πρόσωπον, τὸ ζήτημα εἶναι προσωπικὸν, καὶ πρέπει νὰ γείνῃ μυστικὴ ψηφοφορία.
§196ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ προσώπου, πρόκειται περὶ ἀναγραφῆς πιστώσεως εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, λόγῳ ἐπιμισθίου διὰ τὴν παράδοσιν μαθήματός τινος. Ἐγὼ, διὰ νὰ ἦμαι εἰλικρινὴς, εἶπον τί ἔπραξα· εἶπον δηλαδὴ, ὅτι τὸ μάθημα, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, ἀνέθεσα εἰς τὸν κ. Κρασσᾶν, ἀλλὰ δὲν ἀναγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἡ πίστωσις προσωπικῶς διὰ τὸν κ. Κρασσᾶν, τὸν ὁποῖον ἔχω τὸ δικαίωμα ν’ ἀπολύσω αὔριον καὶ ν’ ἀναθέσω τὴν διδασκαλίαν τοῦ μαθήματος τοῦ διοικητικοῦ δικαίου εἰς ἄλλον καθηγητήν, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει βεβαίως ὁ κ. Κρασσᾶς δὲν θὰ λαμβάνῃ πλέον αὐτὴν τὴν ἐπιχορήγησιν, ἀλλ’ οὔτε ἔχει δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ αὐτὴν, διότι δὲν δίδεται εἰς αὐτὸν, ἀλλὰ εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχει, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν δύναται νὰ διορισθῇ ἄλλος.
§197Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τί κοινὸν μεταξὺ τοῦ δικαιώματος τοῦ ὑπουργοῦ, τοῦ παύειν τοὺς ὑπαλλήλους, μὲ τὸ προσωπικὸν ζήτημα; Τί λέγει ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπή; (Ἀναγινώσκει.) «Διὰ δηλώσεως αὐτοῦ ὁ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς αἰτεῖται νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο ὑπὸ ἐδάφιον φέρον τὴν ἐπιγραφὴν «Ἐπιμίσθιον τοῦ παραδίδοντος τὸ διοικητικὸν δίκαιον καθηγητοῦ» ποσὸν δραχ. 1,200, διότι τὸ μάθημα τοῦτο, ὅπερ ἐδιδάσκετο ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Κοκκίνου, ἀνεδέχθη νὰ διδάσκῃ ἤδη ὁ καθηγητὴς τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου Κ. Α. Κρασσᾶς». Εἶναι τοῦτο προσωπικὸν, ἢ ὄχι; Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑποστηρίζει, ὅτι τὸ ἐπιμίσθιον πρέπει νὰ δοθῇ εἰς τὸν κ. Κρασσᾶν, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου καὶ ἐγὼ εἶμαι, καὶ τὸ γνωρίζει ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὁ κ. Τρικούπης καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονται διὰ τὸν διορισμὸν τοῦ κ. Κρασσᾶ· ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ παραβιάσητε ῥητὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ.
§198Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὴν τὴν φορὰν ἔχει δίκαιον ὁ κ. Ὑπουργός.
§199ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω αὐτὴν τὴν φορὰν μὲ τὸν φίλον κ. Α. Πετιμεζᾶν. Πρώτην φορὰν ἀκούω, ὅτι, ὅταν πρόκηται περὶ τῆς μισθοδοσίας ἑνὸς ὑπαλλήλου καὶ ἦναι γνωστὸς ὁ ὑπάλληλος, τότε τὸ ζήτημα εἶναι προσωπικόν. Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀποβλέπει τὴν δαπάνην, καὶ οὐχὶ πρόσωπον· ἐὰν σήμερον τὸ μάθημα αὐτὸ παραδίδῃ ὁ Α καὶ αὔριον ὁ Β, τοῦτο εἶναι ὅλως ξένον, καὶ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα. Πρὶν κανονισθῶσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὰ ἐπιδόματα τῶν νομαρχῶν, πρῶτος νομάρχης, ὁ ὁποῖος ἐστάλη εἰς Κέρκυραν μετὰ τὸν μακαρίτην Δημήτριον Μαυροκορδάτον, ὁ μακαρίτης Ἀντωνιάδης, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχεν ἰδίαν περιουσίαν, εἶπεν, ὅτι πηγαίνει νομάρχης, ἀλλὰ θέλει ἓν ἐπίδομα. Ἡ Κυβέρνησις ἔφερε τὴν πίστωσιν καὶ ἡ Βουλὴ τὴν ἐψήφισεν, ἀλλὰ δὲν ἐγένετο μυστικὴ ψηφηφορία, μολονότι ἦτο γνωστὸν, ὅτι ἦτο νομάρχης ὁ Ἀντωνιάδης· ὥστε νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ ἔνστασις, ἡ ὁποία γίνεται.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην τῶν 1,200 δραχμῶν λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. (Γίνεται ἡ ψηφηφορία.)
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 7.