1881.02.04
1.639 στίχοι · 13.100 λέξεις · 83 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 65
τῆς 4 Φεβρουαρίου 1881.
Ὥρα 2¼ μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ χήρα Δ. Πατηνιώτου, πρώην κλητῆρος τῆς Βουλῆς, πρὸ ὀλίγου ἀποβιώσαντος, αἰτεῖ νὰ συστηθῇ, ὅπως τῇ χορηγῆται μηνιαία συνδρομή.
§2ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ἡ Βουλὴ, κ. πρόεδρε, ἔχει καθῆκον νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν οἰκογένειαν αὐτῆς τῆς χήρας καθὼς καὶ ὅλων τῶν τακτικῶν κλητήρων τῆς Βουλῆς· πρέπει νὰ χορηγῆται εἰς αὐτὰς μία σύνταξις. Λοιπὸν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως χορηγήσῃ εἰς τὴν δυστυχῆ χήραν αὐτὴν μηνιαίαν σύνταξιν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σταλῇ λοιπὸν εἰς τὸ ἁρμόδιον ὑπουργεῖον. Στρατιωτικοὶ κατάδικοι ἐν ταῖς φυλακαῖς Ῥίου αἰτοῦσι νὰ συστηθῶσι παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως τύχωσι Β. χάριτος. Θʹ ἀποσταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Δικηγόροι ἐξ Αἰγίου τηλεγραφοῦσι τὰ ἑξῆς· «Προεδρεῖον Βουλῆς. Εἰρηνοδίκης Διδασκαλόπουλος, ἐκδίκησιν πνέων καθ’ ἡμῶν, δι’ ὅσας ἐγκληματικὰς πράξεις ὑπεδείξαμεν Εἰσαγγελεῖ, προκληθέντες, τιμωρεῖ ἡμᾶς ἀδιακρίτως διὰ παύσεων καὶ προστίμων ἐν συνεδριάσεσιν ἀλλεπαλλήλοις, παρανόμως καὶ ἀδικαιολογήτως. Ἆράγε ἕως πότε Κυβέρνησις ἀνεχθῇ τοιοῦτον ὑπάλληλον, προπετῶς καυχώμενον εἰς ὑποστηρίξεις ἰσχυρῶν, ἀφοῦ ἐγνωρίσαμεν ἤδη ταύτῃ ἁπάσας ἐγκληματικὰς πράξεις τοῦ ἐγγράφως καὶ προφορικῶς; Οἱ δικηγόροι Ἰωάννης Γαλάνης, Θεόδ. Μαραγκόπουλος, Α. Τσάμης, Π. Γεωργιάδης, Β. Κολωβός.»
§4ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅμοια παράπονα ἐξ Αἰγίου δικηγόροι ὑπέβαλον καὶ εἰς ἐμὲ ἐγγράφως καὶ προφορικῶς· κατὰ συνέπειαν τῶν παραπόνων τούτων παρήγγειλα τὸν ἐν Πάτραις εἰσαγγελέα, ἵνα ἀποστείλῃ κατεπειγόντως τὸν ἀντεισαγγελέα ἐκεῖ καὶ ἐνεργήσῃ ἐξετάσεις. Ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τῶν ἐξετάσεων τούτων θέλω κανονίσει τὰς ἐνεργείας μου.
§5ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει δι’ ἐμοῦ τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ δηλώσεων τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ὑπουργείων Στρατιωτικῶν, Ναυτικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν· κατ’ αὐτάς, αἱ γενόμεναι προσθῆκαι εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ 1881 ἀνέρχονται εἰς 12, 083,424.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ διαφόρων ἀναφορῶν πολιτῶν· ἡ αὐτὴ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε καὶ προηγουμένως ὁμοίαν ἔκθεσιν πρὸ μηνὸς περίπου, ἥτις καὶ αὐτὴ δὲν συνεζητήθη, ἂν καὶ ἦναι ἐγγεγραμμένη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Καλὸν εἶναι, ἂν θέλῃ ἡ Βουλὴ, νὰ προσδιορίσῃ μίαν ἡμέραν πρὸς συζήτησιν.
§7ΠΟΛΛΟΙ. Τὸ προσεχὲς Σάββατον.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, ἐὰν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ, τὸ Σάββατον θὰ γείνῃ ἡ συζήτησις τῶν ἐκθέσεων τούτων τῆς ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπῆς.
§9ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§10ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ πρώτη ἔκθεσις εἶναι τυπωμένη, κύριε πρόεδρε.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Θέλει δὲ τυπωθῆ καὶ ἡ παροῦσα. Ὑπεβλήθη ἀναφορὰ τῶν καπνεμπόρων καὶ καπνοπωλῶν Καλαμῶν, ζητούντων νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ καταναλισκομένου καπνοῦ.
§12ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καὶ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀποσύρει ὁ κ. ὑπουργός;
§13ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Δὲν τὸ ὑπέβαλον ἀκόμη.
§14ΤΖΑΝΕΣ. Συνεστήθη ἐπιτροπὴ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἀνεύρεσιν τῶν ἐνταῦθα καὶ ἀλλαχοῦ προσφύγων. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη συνέταξε κατάλογον, εἰς τὸν ὁποῖον περιέλαβε πολλοὺς τοιούτους. Φρονῶ, ὅτι τὸν κατάλογον τοῦτον ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἰδίως ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶναι καλὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν κατωρθώθη νὰ ὑποστηριχθῶσιν ἄνθρωποι ἄξιοι τῷ ὄντι ὑποστηρίξεως καὶ συνδρομῆς, ἢ δίδεται τὸ χρῆμα τοῦ Δημοσίου εἰς ἀνθρώπους ἀναξίους.
§15ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριοι, ἤμην ἕτοιμος νὰ ὑποβάλω τὴν αὐτὴν αἴτησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν· καὶ εἰς ἐμὲ ἐγένοντο παράπονα περὶ ἀνίσου καὶ ἀδίκου διανομῆς τῶν βοηθημάτων, καὶ παραπονοῦνται, ὅτι ἐν τῷ καταλόγῳ τῷ συνταχθέντι ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς περιλαμβάνονται καὶ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι πρόσφυγες καὶ δὲν δικαιοῦνται νὰ λάβωσι βοήθημα.
§16ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ τὸ ζήτημα ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἐπιτροπήν.
§17ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Μάλιστα. Ἤθελον παρακαλέσει λοιπὸν καὶ ἐγὼ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ ἁπλῶς τὸν κατάλογον.
§18ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Καὶ ἐν τῷ Ξηροχωρίῳ παραπονοῦνται πολλοὶ ἐνῷ ἔλαβον βοηθήματα πολλοί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔπρεπεν, ἕνας Κολοβὸς, καθ’ ἑαυτὸ πρόσφυξ καὶ δικαιούμενος νὰ λάβῃ, δὲν ἔλαβε τίποτε.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ἐπιψηφίζεται εἰς γʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ περὶ διορισμοῦ ἀποστράτων ἀξιωματικῶν νόμου· εἰς βʹ δὲ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 τοῦ περὶ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τῆς ἐθνοφρουρᾶς.) Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3.
§20ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργὸν, διότι γίνεται λόγος περὶ φαλαγγιτῶν καὶ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν εἶναι ἐλάχιστος, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐργασίαν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἐπὶ τῶν παραπόνων καὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν ἀγωνιστῶν, νὰ συμπεριλάβῃ δὲ καὶ αὐτούς. Ἡ ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι πρὸ πολλοῦ περατωμένη, ἀλλὰ μένει πρὸ πολλοῦ ἐῤῥιμμένη εἰς γωνίαν τινὰ τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
§21Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Ἡ Βουλὴ γνωρίζει, ὅτι οἱ φαλαγγῖται, οἱ ἐναπολειπόμενοι ὀλίγοι ἀκόμη, ἀνήκουσιν εἰς δύο κατηγορίας, εἰς τὴν ἐνεργὸν καὶ εἰς τὴν προικοδοτημένην φάλαγγα. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1861 προσδιωρίσθη ἀριθμός τις ἐκ τῶν ὑπαρχόντων κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην· ὁ ἀριθμὸς οὗτος περιορίζεται σήμερον εἰς πολλὰ ὀλίγους. Ὑπῆρξε καὶ ἄλλοτε πρότασις, ὥστε ὅλοι οἱ προικοδοτημένοι φαλαγγῖται νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς ἐνέργειαν. Ἐὰν ἐνόει τοῦτο ὁ προαγορεύσας, δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν· νομίζω ὅμως, ὅτι εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὰς παρούσας περιστάσεις δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι δύναται νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην πρότασιν, ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν θ’ ἀντείπω.
§22ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἐπειδὴ ὁ ἀριθμὸς εἶναι πολὺ ἐλάχιστος καὶ δὲν θὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐθνοφρουράν, ν’ ἀποφανθῇ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν οἱ μὴ εἰσαχθέντες εἰς τὴν ἐνεργὸν φάλαγγα. Ὑπάρχει τώρα ἄλλη τάξις, εἰς τὴν ὁποίαν ὁλόκληρος ἐπιτροπὴ εἰργάσθη ἐπὶ πολλὰ ἔτη. Ἡ ἐπιτροπὴ πρὸ πολλοῦ, ὡς προεῖπον, ἐπεράτωσε τὸ ἔργον της, καὶ οὐδὲν ἐπ’ αὐτοῦ ἐγένετο· καὶ ἐκ τούτου ἀδικοῦνται αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι. Πρέπει λοιπὸν νὰ δικαιωθῶσι, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ συμπεριλάβῃ καὶ αὐτούς.
§23Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἀφ’ ὅτου ἐτελείωσεν ὁ μέγας ἀγὼν ἔχουσι παρέλθει 53 ἔτη. Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ τελευταῖον ἔτος τοῦ ἀγῶνος μετέσχον τινὲς, θὰ ἦσαν ἡλικίας τοὐλάχιστον 20 ἐτῶν· σήμερον λοιπὸν θὰ ἦναι 74. Ἐὰν τότε ὑπάρχωσιν, εἶναι ἀδύνατον νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τί ἄλλως θὰ ἦναι ἐκ τῶν κατόπιν συμπεριληφθέντων, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον ἀπὸ τὰ συνήθη πιστοποιητικὰ καὶ παρουσιάζονται ὡς ἀγωνισταὶ, ἀλλὰ τότε αὐτοὶ δὲν πρέπει νὰ συμπεριληφθῶσι. Παρακαλῶ συνάμα τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ τὰ ἑξῆς. Ἐν τῷ νόμῳ ἀναφέρεται, ὅτι τὰ κενὰ τοῦ μονίμου στρατοῦ θέλουσι συμπληρωθῆ δι’ ἐθνοφρουρῶν. Τί ἐννοεῖ Ὅτι ὁπλῖται μόνον ἐκ τῶν ἐθνοφρουρῶν θὰ προσκαλῶνται εἰς ἀναπλήρωσιν κενῶν, ἢ σώματα ἐθνοφρουρᾶς;
§24Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι πλῆρες, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὑπεβλήθη καὶ παρὰ τῆς προκατόχου κυβερνήσεως διάταξις, δι’ ἧς καλοῦνται εἰς τὰ ὅπλα καὶ ἡλικίαι πλέον τῶν 30 ἐτῶν, καὶ συνεπῶς ὁ νόμος ὁ ὑπὸ συζήτησιν ὁρίζει, ὅτι ἀτομικῶς ἄνδρες, ἔχοντες δικαίωμα νὰ ἦναι ἐθνοφρουροὶ, δύνανται νὰ κληθῶσιν. Εἰς τὸ αὐτὸ νομοσχέδιον ὑπάρχει καὶ διάταξις, καθ’ ἣν σώματα ἐθνοφρουρῶν ὡς μονάδες δύνανται νὰ συμπράξωσι μετὰ τοῦ λοιποῦ στρατοῦ· ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ἐὰν 3, 4 τάγματα τοῦ μονίμου στρατοῦ ἔχωσιν ἀνάγκην τῆς βοηθητικῆς ὑπηρεσίας ἑνὸς τάγματος ἐθνοφρουρᾶς, δύναται τοῦτο νὰ προσκληθῇ καὶ νὰ λάβῃ μέρος ἐνεργὸν νὰ συμπράξῃ μετὰ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ. Ὡς σώματα λοιπὸν ἰδίᾳ συντεταγμένα τὰ σώματα τῆς ἐθνοφρουρᾶς, συμπράττουσι μετὰ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ.
§25Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν γʹ συζήτησιν νὰ φέρω τὰς παρατηρήσεις μου.
§26ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφανθῇ ἐὰν δύναται ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ συμπεριλάβῃ καὶ τὴν δευτέραν κατηγορίαν τῶν φαλαγγιτῶν ἢ ὄχι.
§27Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον πληροῖ καὶ τὸν σκοπὸν τοῦτον· διότι, ὅταν ἐπιτρέπῃ εἰς πολίτας ἁπλοῦς, ἄνευ οὐδενὸς πλεονεκτήματος στρατιωτικοῦ, νὰ καλῶνται ἀναλόγως τῶν περιστάσεων, νομίζω, ὅτι οὐδεὶς ἀποκλείεται ἐκ τῶν φαλαγγιτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουσιν εἴτε εἰς τὸν ἐνεργὸν, εἴτε εἰς τὴν προικοδοτημένην φάλαγγα, καὶ φαίνονται ὡς ἐπίτιμοι ἀξιωματικοί, διότι δὲν ἔλαβον γραμμάτια, ἢ διότι αἱ ἐπιτροπαὶ τοῦ 1836–37 δὲν τοὺς ἔδωκαν ὅσα καὶ εἰς τοὺς ἄλλους φαλαγγίτας δικαιώματα. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι καὶ ὡς πρὸς τοῦτο εἶναι πλήρης ὁ νόμος· διότι, ὅταν ἐπιτρέπῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ βαθμολογήσῃ πολίτας, ἐννοεῖται, ὅτι μήτε αὐτὴ ἡ τάξις τῶν φαλαγγιτῶν ἐξαιρεῖται.
§28ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Νὰ καταχωρισθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι δύνανται νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ οὗτοι.
§29ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Περιλαμβάνονται.
§30ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Δὲν περιλαμβάνονται· εἶναι δύο κατηγορίαι.
§31Α. ΡΟΥΚΗΣ. Εἶναι 90 ἐτῶν.
§32ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Τότε ἂς διαγραφῇ ἡ διάταξις αὐτή· ἐγὼ δὲν ἐξετάζω τὸ γῆρας· πᾶς φαλαγγίτης ἔχει τὸ δικαίωμα.
§33Α. ΡΟΥΚΗΣ. Αἱ κατὰ καιροὺς ἐπιτροπαὶ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἔδωκαν διπλώματα καὶ βαθμούς. Ὅσοι εἶναι εἰς τὰ μητρῷα καὶ εἶναι εἰς καλὴν κατάστασιν σωματικὴν καὶ διανοητικὴν, τούτους ἡ κυβέρνησις διὰ τὴν πεῖράν των τὴν στρατιωτικὴν δύναται νὰ τοὺς ἐκτιμήσῃ καὶ νὰ τοὺς συμπεριλάβῃ.
§34ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Εἶναι ὅλοι εἰς τὰ μητρῷα.
§35ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἐκτὸς τῶν δύο αὐτῶν κατηγοριῶν τῶν φαλαγγιτῶν εἶναι καὶ μία τρίτη, λαμβάνουσα μέρος τι μισθοῦ. Ἄλλην ἐργασίαν τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψιν του τὸ ὑπουργεῖον.
§36ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Εἶναι λυπηρὸν ὅ,τι λέγει ὁ κ. Καραϊσκάκης, ὅστις καὶ ὡς υἱὸς τοῦ Καραϊσκάκη καὶ ὡς ὑπουργὸς, ὤφειλε τὰ ἔργα τῆς ἐπιτροπῆς νὰ τὰ φέρῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, διότι εἶναι ἐῤῥιμμένα εἰς γωνίαν τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 3 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου καθὼς καὶ τὰ λοιπὰ καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς βʹ ἀνάγνωσιν.)
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκκαθαρίσεως τῶν μέχρι τοῦ 1876 καθυστερούντων.
§38ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, μετὰ εἴκοσιν ἀκριβῶς ἔτη καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν τὴν τρίτην ἔκδοσιν τῶν εὐεργετικῶν νόμων τοῦ 1853 καὶ 1861 ὑπὲρ τῶν καθυστερούντων. Τὰ καθυστεροῦντα κατὰ τὸν ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα ἀνέρχονται εἰς 79,000,000 μέχρι τοῦ 1877, ἀπὸ δὲ τοῦ 1877 μέχρι σήμερον ἀνεβιβάσθησαν εἰς ἄλλα 7,000,000, διότι κατὰ τὸ 1879 μόνον παρουσιάσθησαν καθυστεροῦντα 4,000,000, εἶναι λοιπὸν τὸ ὅλον 86,000,000 καθυστεροῦντα· ἀπορῶ δὲ μάλιστα, πῶς δὲν εἶναι διπλάσια. Ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ γνωστοποιήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τινὰ καθυστεροῦντα φθάνουσιν εἰς τὸ ἄρτιον, δηλαδὴ ἀπὸ πόρους, προϋπολογισθέντας φερ’ εἰπεῖν εἰς 100 δραχμὰς, οὔτε μία δραχμὴ εἰσεπράχθη, καθυστεροῦνται καὶ αἱ 100 δραχμαὶ, οἱ δὲ φόροι οὗτοι ἦσαν ἐκ τῶν ἐπιβαλλομένων εἰς τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν, διὰ τὰ ἐπιτηδεύματα καὶ ἄλλα τινά. Αἱ αὐταὶ βάσεις, τ’ αὐτὰ ἀποτελέσματα· ἐξηγοῦμαι. Ὁ προκείμενος νόμος ἔχων τὰς αὐτὰς μὲ τοὺς προηγηθέντας εὐεργετικοὺς τῷ 1853 καὶ 1861 βάσεις, θέλει ἔχει καὶ τ’ αὐτὰ ἀποτελέσματα, ἤτοι τὴν πρὸς τὴν καθυστέρησιν ἐνθάῤῥυνσιν. Ὁ πίναξ ὁ ὑποβληθεὶς εἶναι ἀτελὴς, διότι, ὡς παρετήρησεν ἄλλος βουλευτὴς, εἰς μίαν περίπτωσιν ἔπρεπε νὰ συνταχθῇ κατ’ εἶδος τῶν φόρων καὶ κατὰ ταμεῖον· τότε ἠδύνατο νὰ γείνῃ μελέτη ἀξία λόγου· οὐχ ἧττον ὅμως καὶ ὅπως παρουσιάσθη, ἀποδεικνύει τὴν προϊοῦσαν καθυστέρησιν, διότι, ἐνῷ ἡ καθυστέρησις εἰς τοὺς πρώτους χρόνους ἦν μικρὰ, μόλις φθάνουσα εἰς ἑκατοστύας χιλιάδας δραχμῶν, ἤτοι 900,000 δραχ. τὸ 1835, ἀνῆλθε τὸ 1877 εἰς 3,028,000, τὸ δὲ 1879, καθὼς παρουσίασεν ὁ προσωρινὸς ἀπολογισμὸς, εἰς 4,000,000. Οἱ εὐεργετικοὶ λοιπὸν νόμοι φέρουν αὐτὸ τὸ μέγα κακόν, ἐνθαῤῥύνουν δηλαδὴ τὴν καθυστέρησιν· ἀντὶ δὲ τοῦ μεγάλου τούτου κακοῦ ἐλάχιστον ὄφελος παρέσχον· τὴν ἀναγραφὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ 130,000 δραχμῶν εἰς τὸ κεφάλαιον 5, ἄρθρ. 1 καὶ 2 ἐσόδων ὑπὸ τοὺς τίτλους «χρεωλύσια καὶ τόκοι προικοκτησιῶν, χρέη ἐκ προικοκτησιῶν ἀνανεωθέντα, (δεκαετεῖς πιστώσεις)»· ἀλλὰ δὲν γνωρίζω πόσα εἶναι ἐκ τῶν ἀνανεωθέντων καὶ πόσα ἐκ τῶν μὴ ἀνανεωθέντων, διότι δὲν γίνεται διάκρισις εἰς τὰ ἄρθρα ταῦτα. Τὸ περίεργον δὲ εἶναι, κύριοι, ὅτι δύο ταμιευτικοὶ ὑπουργοὶ, ὁ μακαρίτης Χρηστίδης καὶ ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Σωτηρόπουλος, ὑπέβαλον αὐτοὺς τοὺς εὐεργετικοὺς νόμους· ὁ νῦν μάλιστα ὑπουργὸς καυχᾶται, ὅτι εἶναι ἀμείλικτος διώκτης τῶν καθυστερούντων, ὅσον ἐλευθέριος πρὸς τοὺς ἀγοραστὰς τῶν ἐθνικῶν κτημάτων ἢ τὴν παραχώρησιν τῶν ἐθνικῶν ἀγαθῶν· ἀλλ’ ἐκ τῶν ἑπομένων θὰ ἴδητε, ὅτι εἶναι ἐλευθέριος πρὸς ἀμφοτέρους. Ὁ προτεινόμενος νόμος, κύριοι, ἀντιγραφὴ τῶν παρελθόντων καὶ ψηφισθέντων νόμων, θὰ μείνῃ ἄνευ πρακτικοῦ ἀποτελέσματος, ἕνεκα τῆς κακῆς οἰκονομίας· διὰ ν’ ἀποδείξω δὲ τὴν κακὴν οἰκονομίαν τοῦ νόμου τούτου, παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἔλθω ἐν ὀλίγοις εἰς τὰς λεπτομερείας. Ὅστις ἀνέγνωσεν ἄνευ προσοχῆς τὸ ἄρθρον πρῶτον, θέλει νομίσει, ὅτι εἶναι τῳόντι πλήρης ἄφεσις, indulgentia plenaria· ἀλλ’ ἐὰν ἐξετάσῃ αὐτὸ μετ’ ἐπιστασίας, θέλει ἰδεῖ, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο κατὰ κράτος εὐνοεῖ, εὐεργετεῖ καὶ προστατεύει τοὺς μεγάλους ὀφειλέτας καὶ πρὸ πάντων τοὺς ἐξ ἀγορᾶς ἀκινήτων κτημάτων τοῦ δημοσίου. Τὸ ἄρθρον τοῦτο οὐ μόνον χαρίζει τοὺς ὀφειλομένους τόκους, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τριετίαν οὐδένα τόκον λαμβάνει. Τὸ ἄρθρον τοῦτο καταστρέφει τὸν περὶ ἐκποιήσεως φθαρτῶν κτημάτων νόμον, διότι καταστρέφει τὴν διάταξιν, καθ’ ἣν ὁ ἀγοραστής, ἐὰν καθυστερήσῃ μίαν καὶ μόνον δόσιν, γίνονται ἀπαιτηταὶ ὅλαι αἱ λοιπαί, καὶ τὸ κτῆμα ἐκποιεῖται· ἀδικεῖ δὲ καὶ τοὺς καλῆς πίστεως ἀγοραστὰς τοὺς ἐξοφλήσαντας τὸ χρέος των, διότι οὗτοι δὲν δύνανται νὰ συναγωνισθῶσι μὲ τοὺς ἐκ προνοίας δυστρόπους, οἱ ὁποῖοι, ἐλπίζοντες ὅτι μετ’ ὀλίγον θέλει ἐπέλθει τέταρτος εὐεργετικὸς νόμος, ὑπερθεματίζουσι τὰ κτήματα. Τὸ δημόσιον δὲ ὡσαύτως, κύριοι, βλάπτεται, διότι θὰ παύσῃ ὁ συναγωνισμὸς ἢ ἂν ὑπάρχῃ ὁ συναγωνισμός, θὰ ἦναι ψευδὲς τὸ ἀποτέλεσμα, διότι δὲν θὰ πληρωθῇ τὸ τίμημα. Ἐν ᾧ δὲ ὁ ἐλευθέριος ὑπουργὸς τοσαῦτα χαρίζει εἰς τοὺς μεγάλους ὀφειλέτας, εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατέχουσι καὶ νέμονται τὰ ἐθνικὰ κτήματα, οὐδὲν δίδει πράγματι εἰς τοὺς ἁπλῶς φορολογουμένους, διότι ὅ,τι δίδει, εἶναι δῶρα ἄδωρα· χαρίζει δηλαδὴ τοὺς τόκους, ἐνῷ οἱ φορολογούμενοι δὲν πληρώνουν κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1871. Οὐ μόνον δὲ δὲν χαρίζει τίποτε, ἀλλὰ καὶ τοὺς ὑποχρεοῖ νὰ πληρώσωσιν ἀμέσως τὸ χρέος, διότι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, τὸ χρέος τῶν μικρῶν φορολογουμένων εἶναι ἔλασσον τῶν δέκα δραχμῶν, διὰ δὲ τὰ χρέη ταῦτα δὲν δίδει προθεσμίαν. Αὕτη εἶναι ἡ ἰσότης τῶν συντρεχόντων εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους; Αὕτη εἶναι ἡ προστασία ἡ διδομένη πρὸς τὸν λαὸν, τὸν ὁποῖον ἀνὰ στόμα παντοῦ καὶ πάντοτε ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι ἔχομεν, ὡς οἱ ὑποκριταί. Φροντίζομεν περὶ τῶν ὁμοίων μας καὶ οὐχὶ περὶ τοῦ λαοῦ. Τὸ δεύτερον ἄρθρον λέγει: «Ἄρθρ. 2. Διὰ τοὺς ὀφειλομένους παρὰ τῶν φορολογουμένων φόρους, τὰ ποινικὰ καὶ δικαστικὰ ἔξοδα, τὰ τέλη χαρτοσήμου, τὰ ἔξοδα ἀπαριθμήσεως καὶ καταμετρήσεως, τὰ πρόστιμα καὶ τὰς χρηματικὰς ποινὰς διορίζονται ἔκτακτοι εἰσπράκτορες». Τὸ ἄρθρον τοῦτο δικάζει τὸ ἄνηθον καὶ τὸ κύμινον καὶ παραβλέπει τὸν ἔλεον καὶ τὴν δικαιοσύνην. Ἀπαιτεῖ νὰ πληρωθῶσιν, ὡς ἔπραττον οἱ Φαρισαῖοι, τὰ ἔξοδα τῆς καταμετρήσεως καὶ τῆς ἀπαριθμήσεως καὶ τὰ πρόστιμα, ἀλλὰ τοὺς μεγάλους ὀφειλέτας τῶν χιλιάδων δραχμῶν εὐνοεῖ, διότι μετὰ θαυμαστῆς ἐλευθεριότητος χαρίζει εἰς τοὺς νεμομένους τὰ δημόσια κτήματα οὐ μόνον τοὺς δεδουλευμένους τόκους, ἀλλὰ καὶ προθεσμίαν εἰκοσαετοῦς ἀτόκου πληρωμῆς. Ἀκούσατε δὲ πόσον εἶναι μεγάλη αὕτη ἡ δωρεά. Ἄνθρωπός τις ὀφείλει χιλίας δραχμάς· ταύτας δὲ κατὰ τὸν ψηφιζόμενον νόμον θέλει πληρώσει εἰς 20 ἔτη, ὥστε θέλει πληρώνει κατ’ ἔτος 50 δραχμάς. Ἂν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἀποφασίσῃ νὰ τοκίσῃ τὰς χιλίας δραχμὰς μὲ τὸν νόμιμον τόκον, τὸν ὁποῖον λαμβάνει τὸ δημόσιον τὸν 8%, θὰ ἔχῃ εἰσόδημα 80 δραχμῶν ἐτήσιον, ἐξ ὧν, ἀφοῦ εἰς τὸ δημόσιον πληρώνει τὰς 50, θὰ τῷ μένουν καὶ 30· τὸ μένον τοῦτο εἰσόδημα, ἀνακεφαλαιούμενον καὶ ἀνατοκιζόμενον, θέλει ὑπερδιπλασιασθῆ, καὶ τοιουτοτρόπως οὐ μόνον τὴν ὀφειλήν του θέλει πληρώσει, ἀλλὰ καὶ κεφάλαιον σημαντικὸν θέλει ἔχει. Ἰδού, κύριοι, ὁποία μεγάλη δωρεὰ γίνεται εἰς τοὺς ὀφειλέτας αὐτοὺς, ὁ δὲ δυστυχὴς φορολογούμενος, ὅστις ὀφείλει δρ. 9 ἀπὸ φόρους ζώων ἢ πρόστιμον ἢ ἔξοδα καταμετρήσεως καὶ ἀπαριθμήσεως, εἶνε ὑπόχρεως νὰ πληρώσῃ ἀμέσως. Ἰδοὺ ἡ φαρισαϊκὴ δικαιοσύνη. «Ἄρθρ. 3. Τὰ ἀνωτέρω χρέη διαιροῦνται εἰς τρεῖς περιόδους· ἡ αʹ περιλαμβάνει τὰ μέχρι τοῦ 1847 ὀφειλόμενα, ἡ βʹ τὰ ἀπὸ τοῦ 1848 μέχρι τοῦ 1858, καὶ ἡ γʹ τὰ ἀπὸ τοῦ 1858 μέχρι τοῦ 1876». Ὅσον καὶ ἂν ἐμελέτησα αὐτό, δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω τὴν πρακτικὴν ὠφέλειαν καὶ τὴν χρησιμότητα τῶν διαιρέσεων αὐτῶν. Ἐὰν αἱ διαιρέσεις περιεῖχον κατηγορίας τινὰς εἶχον ἀξίαν τινὰ, ἀλλὰ μὴ ὑπαρχουσῶν κατηγοριῶν, εἶνε ἄσκοπος ἡ διαίρεσις καὶ ἀντιγραφὴ τοῦ προκειμένου νόμου, ἐκτὸς ἂν ἐννοῇ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τινὰ χρέη εἶνε ἤδη παραγεγραμμένα, διότι, ὡς γνωρίζω, ὁ Ἄρειος Πάγος παρεδέχθη τὴν τριακονταετῆ παραγραφὴν εἰς τὰ πρὸς τὸ δημόσιον χρέη. «Ἄρθρ. 4. Οἱ ἔκτακτοι εἰσπράκτορες, παραλαμβάνοντες παρὰ τοῦ ταμείου τοὺς καθυστερηματικοὺς καταλόγους, ὀφείλουσι νὰ συγκεφαλαιώσωσι τὰ χρέη ἑκάστου ὀφειλέτου κατὰ περιόδους, νὰ ἐνασχοληθῶσι δὲ εἰς τὴν ἀνεύρεσιν τῶν ἐν αὐτοῖς διαλαμβανομένων ὀφειλετῶν, ἢ ἐὰν οὗτοι ἀπεβίωσαν, τῶν κληρονόμων αὐτῶν, καὶ νὰ ἐνεργήσωσι τὴν εἴσπραξιν τῶν ὀφειλομένων, μεταχειριζόμενοι πάντα τὰ νόμιμα καταναγκαστικὰ μέτρα μετὰ προηγουμένην ἔγγραφον πρόσκλησιν πρὸς ἕκαστον φορολογούμενον, κατὰ τὸ ἄρθρ. 2 τοῦ ΥΛΣΤʹ ἀπὸ 9 Μαΐου 1871 νόμου. Τοῦτο, κύριοι, τὸ ἄρθρον εἶνε ἀκατόρθωτον, διότι εἶνε δύσκολον εἰς τοὺς ἐκτάκτους εἰσπράκτορας νὰ ἀνεύρωσι τοὺς ὀφειλέτας τοὺς ἀπὸ ἡμίσεως αἰῶνος ἢ ἀπὸ δεκαετηρίδος κεκοιμημένους, ἢ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καὶ μετηνάστευσαν, ἢ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μετῴκισαν εἰς ἕτερα χωρία, ἢ ἀπεδήμησαν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, πολλῷ δὲ δυσκολώτερον ν’ ἀνεύρωσι τοὺς κληρονόμους των ἢ τοὺς ἀπογόνους των, τὰς θυγατέρας αὐτῶν, αἵτινες ὑπανδρεύθησαν εἰς ἕτερα χωρία μεμακρυσμένα. Δύσκολον λοιπὸν εἶνε νὰ ἀνεύρῃ τις τοὺς πρωτοφειλέτας, ἀδύνατον σχεδὸν εἶνε νὰ ἀνεύρῃ τοὺς κληρονόμους. Ἀλλ’ εἰς τὸ τέλος τῆς γραφῆς, καὶ ἂν κατώρθωσε νὰ ἀνεύρῃ τοὺς κληρονόμους, τί θὰ λάβῃ ἀπὸ τοῦ μὴ ἔχοντος, ἀπὸ ἀνθρώπους ἐλεεινῶς πτωχούς; ὁ κόπος ὅλος ἀποβαίνει μάταιος. Τοῦτο δὲ εἶνε τὸ ἀκατόρθωτον τοῦ νόμου καὶ ἡ εἰς ἀχρηστίαν πτῶσις αὐτοῦ. «Ἄρθρον 7. Οἱ ἔκτακτοι εἰσπράκτορες οὔτε μισθὸν λαμβάνουσιν, οὔτε τῶν κανονικῶν ποσοστῶν μετέχουσι. Λαμβάνουσιν ὅμως ὡς ἀμοιβὴν 10% δι’ ὅσα ποσὰ εἰσπράξωσιν ἐπὶ χεῖρας καὶ ½% δι’ ὅσα λάβωσιν ὁμολογίας». Νομίζω, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ διὰ τοὺς ἰδίους λόγους δὲν ἔχει πρακτικὴν ἀξίαν, διότι οὐδεὶς εἰσπράκτωρ θέλει εὑρεθῆ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν λαβύρινθον τῶν ἐξελέγξεων μὲ τόσον πενιχρὰν ἀποζημίωσιν ½% διὰ τὰ ἀναγνωριζόμενα χρέη καὶ 10% διὰ τὰ εἰσπραττόμενα, διότι εἰς ποῖον κυκεῶνα θὰ εἰσέλθῃ καὶ εἰς πόσους κόπους θέλει ὑποβληθῆ, διὰ νὰ ἀνεύρῃ τὸν ὀφειλέτην, ἤτοι κληρονόμον, καὶ ἐπὶ τέλους νὰ μένῃ ἄκαρπος ὅλη αὕτη ἡ ἐργασία διὰ τὴν ἀπορίαν τοῦ ὀφειλέτου. Ὥστε αὐτοὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶσι τοιαύτην κοπιώδη ἐργασίαν μὲ τοιαύτην γλίσχρον ἀποζημίωσιν. «Ἄρθρον 9. Ἅμα τῇ δημοσιεύσει τοῦ παρόντος νόμου, οἱ ταμίαι θέλουσι προβῆ δραστηρίως εἰς τὴν καταναγκαστικὴν εἴσπραξιν τῶν ἄλλων (πλὴν τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 2) χρεῶν, μεταχειριζόμενοι κατὰ τῶν ὀφειλετῶν καὶ ἐγγυητῶν, ἢ, ἂν ἂν οὗτοι ἀπεβίωσαν, κατὰ τῶν κληρονόμων αὐτῶν πάντα τὰ συγχωρούμενα ὑπὸ τοῦ νόμου καταδιωκτικὰ μέτρα». Καὶ ἐνταῦθα οἱ ταμίαι καὶ οἱ εἰσπράκτορες θὰ προκύψωσιν εἰς τὰς αὐτὰς δυσκολίας διὰ τὴν πληθὺν τῶν πρωτοφειλετῶν καὶ πρὸ πάντων τῶν κληρονόμων, ἐνταῦθα θὰ ἀναφανῶσιν αἱ ἀντιῤῥήσεις τῶν χρεῶν, καὶ πιστεύω, ὅτι καὶ οὗτοι δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ ἐκπληρώσωσι τὰ ἐπιβληθέντα καθήκοντα· τὸ δὲ ἀποτέλεσμα θέλει ἐπέλθει οἷον καὶ τῶν εὐεργετικῶν νόμων τοῦ 1853 καὶ 1861. «Ἄρθρον 10. Αἱ δόσεις, διὰ τὰς ὁποίας ὑπεγράφησαν ὁμολογίαι, θεωροῦνται ὡς ἔσοδα τοῦ ἔτους, κατὰ τὸ ὁποῖον λήγουσι καὶ πληρώνονται τὴν ά Ὀκτωβρίου ἑκάστου ἔτους, ἄρχεται δὲ ἡ πληρωμὴ ἀπὸ τοῦ 1881, ἐφαρμοζομένων κατὰ τῶν καθυστερούντων πάντων τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων ὁριζομένων καταναγκαστικῶν μέτρων. «Διὰ πᾶσαν καθυστέρησιν δόσεώς τινος ἐκ τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 10 καταλογίζεται τόκος ὑπερημερίας. «Διὰ τὰς δόσεις ὅσαι ἔληξαν μετὰ τὸν θάνατον τοῦ ὀφειλέτου, ὑπόκεινται εἰς προσωπικὴν κράτησιν καὶ οἱ κληρονόμοι, ἐκτὸς ἐὰν ἦναι ἐξ ἀπογραφῆς. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι εἰς ἄλλα πεπολιτισμένα ἔθνη ὑπάρχει τάσις νὰ καταργηθῇ τὸ προνόμιον τοῦ ἐμπορίου, τὸ ὁποῖον ἔχει τοῦ νὰ ἀποκτᾷ τὴν προσωπικὴν κράτησιν τῶν ἐξ ἐμπορικῶν ἐπιχειρήσεων ὀφειλετῶν· ἡμεῖς δὲ καθιεροῦμεν περιορισμὸν μεγαλύτερον τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, διότι ἐπιβάλλομεν προσωπικὴν κράτησιν καὶ εἰς τοὺς κληρονόμους τοῦ ὀφειλέτου· τοῦτο, κύριοι, εἶναι καθαρὰ καὶ μεγάλη ὀπισθοδρόμησις εἰς τὸν πολιτισμόν. «Ἄρθρον 18. Ἐὰν τὸ χρέος ὑπάγηται εἰς τὰς πρὸ τοῦ 1858 χρήσεις καὶ ἐγένετο ἤδη ἀντίῤῥησις περὶ αὐτοῦ κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἀπὸ 9 Ἰουνίου 1853 ΣΛΒʹ καὶ ἀπὸ 25 Ἰουλίου 1861 ΧΚΗʹ νόμων, ὁ ὀφειλέτης ἢ οἱ ἐκδοχεῖς αὐτοῦ δύνανται νὰ ἐξοφλήσωσι κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου ὅσον μέρος τοῦ χρέους δὲν ἀμφισβητοῦσι, διὰ δὲ τὸ ὑπόλοιπον ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τοῦ νόμου ΧΚΗʹ, ἡ προθεσμία διὰ τὰς ἀντιῤῥήσεις τῶν φορολογουμένων ἐπὶ τῶν μέχρι τοῦ 1858 χρεῶν ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἐπιδόσεως τῶν κατὰ τὸ ἄρθρ. 1 προσκλήσεων». Θέλουσιν ἐπαναληφθῆ αἱ ἀντιῤῥήσεις, αἱ ὁποῖοι ἐματαίωσαν τοὺς προγενεστέρους εὐεργετικοὺς νόμους, καὶ πιστεύω ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ νόμος θὰ λάβῃ τὴν αὐτὴν τύχην.
§39ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τοὺς νόμους τοῦ 1861 καὶ τοῦ 1853, οἱ ὀφειλέται εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ δώσουν ἀντιῤῥήσεις, καὶ ἔδωσαν ἀντιῤῥήσεις, αἱ ὁποῖαι εἶχον συνέπειαν τὴν ἀναστολὴν τῆς καταδιώξεως· ἀλλ’ ὁ νόμος αὐτὸς δὲν δίδει τὸ δικαίωμα νὰ γείνουν ἐκ νέου ἀντιῤῥήσεις.
§40ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ αἵ γενόμεναι ἤδη θὰ ἐξακολουθήσωσι τὴν πορείαν των. «Ἄρθρον 20. Οἱ ταμίαι ὀφείλουσιν ὑπὸ προσωπικὴν αὑτῶν εὐθύνην ἐντὸς δύο ἐτῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου νὰ εἰσπράξωσι καὶ νὰ ἀνανεώσωσι πάντα τὰ ὑπαγόμενα εἰς τὰς διατάξεις αὐτῶν χρέη, νὰ δικαιολογήσωσι δὲ ὅσα τυχὸν ἤθελον μείνει καθυστεροῦντα, συμφώνως μὲ τὰς διατάξεις τῶν κειμένων νόμων». Νομίζω, ὅτι τὰ δύο ἔτη, τὰ ὁριζόμενα διὰ τὴν ἀνανέωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν χρεῶν τούτων, εἶνε ἀνεπαρκῆ, καὶ πιστεύω, ὅτι, ἕνεκα τούτου, ὁ νόμος θέλει πέσει εἰς ἀχρηστίαν· κακὸν δὲ εἶνε ὅταν νόμος τις καταντήσῃ εἰς ἀχρηστίαν, διότι τοῦτο εἶνε καθαρὰ νομοθετικὴ ματαιοπονία, παροτρύνει δὲ τοὺς πολίτας εἰς παρακοήν, διότι ἐλαττόνει τὴν ἀξίαν τῶν ὑπολειπομένων νόμων, ὡς λέγει ὁ Μοντέσκιος καὶ πρὸ αὐτοῦ ὁ Ἀριστοτέλης. Γνωρίζοντες δὲ ἐκ τῶν προτέρων, ὡς ἐκ τῆς οἰκονομίας τοῦ νόμου, ὅτι θέλει πέσει εἰς ἀχρηστίαν, πράττομεν διπλοῦν σφάλμα, ψηφίζοντες τοιοῦτον νόμον, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφύγῃ. Τέλος ἔρχομαι εἰς τὸ τελευταῖον ἄρθρον. «Ἄρθρ. 23. Τὰ μέχρι τέλους τοῦ ἔτους 1878 ὀφειλόμενα εἰς τὸ δημόσιον ἐκ προκαταβολῶν εἰς τοὺς δήμους θέλουσι συγκεφαλαιωθῆ καὶ πληρωθῆ ἀτόκως εἰς δέκα ἐτησίας δόσεις κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου». Τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι λίαν ἀπαιτητικόν. Ὤφειλεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν νὰ φέρῃ πίνακα τῶν ἀπὸ τοῦ 1857, μέχρι σήμερον προκαταβληθέντων ὑπὸ τοῦ δημοσίου διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἑκάστου δήμου, ἐμφαίνοντα τὸ ποσὸν τῶν εἰσοδημάτων ἑκάστου δήμου καὶ τὰς δαπάνας αὐτοῦ, ἢ μᾶλλον τὰ ἀποτελέσματα τῶν δημοτικῶν ἀπολογισμῶν, διὰ νὰ ἴδῃ ἡ Βουλή, ποῖοι δῆμοι δύνανται ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς δαπάνας αὐτάς, καὶ ποῖοι ὄχι, καὶ οὕτω ἤθελεν ἀποδείξει, ὅτι τὸν προκείμενον νόμον ἐμελέτησεν ἀξίως, καὶ ἔφερεν ὅλα τὰ στοιχεῖα εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ τὸν ἐννοήσῃ καὶ νὰ τὸν ψηφίσῃ. Τὸ ζήτημα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἶναι σπουδαῖον, καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐκταθῶ ὀλίγον ἐπ’ αὐτοῦ, θέλω δὲ ἀναπληρώσει ἐκ τῶν ἐνόντων τὰς ἐλλείψεις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, λέγω ἐκ τῶν ἐνόντων, διότι κατὰ δυστυχίαν δὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν πληροφορίας ἀπὸ τὰ γραφεῖα, ἢ ἕνεκα τῆς μεγάλης ἐχεμυθείας, ἢ διότι δὲν δύνανται νὰ μᾶς δώσουν τοιαύτας. Οὕτω δὲ ἡ στατιστικὴ τοῦ Κράτους ἡ τοσοῦτον ἐν Εὐρώπῃ θεραπευμένη ὡς πολὺ χρήσιμος εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τῶν διεπόντων νόμων τὰς πολιτείας εἶνε εἰς πολλοὺς ἐξ ὑμῶν ἄγνωστος. Τοῦτο δὲ εἶνε λίαν λυπηρόν. Εὔχομαι δὲ νὰ δοθῇ μείζων προσοχὴ καὶ ἐπιμέλεια εἰς τὸν οὐσιώδη τοῦτον κλάδον περὶ τὴν πρόοδον τῆς πολιτείας. Φρονῶ δέ, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ παύσωσι τὰ προκόμματα, τὰ ὁποῖα παρεμβάλλουσιν εἰς τοὺς βουλευτὰς οἱ ὑπάλληλοι εἰς τὴν χορήγησιν τῶν στατιστικῶν πληροφοριῶν, κακῶς ἐκτιμῶντες τὰ καθήκοντά των· περὶ τούτων δὲ ἔχω πρόσφατον παράδειγμα. Προχθὲς ἔτι, μεταβὰς εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐζήτησα νὰ μοὶ δώσῃ πληροφορίας τινάς ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης περὶ δημοτικῶν ἐσόδων καὶ δαπανῶν. Μοὶ ἔδωκε τὰς κάτωθι σημειουμένας, ἀλλὰ μετὰ πολλοῦ φόβου μήπως καὶ προσκρούσῃ εἰς τὴν θέλησιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ.
§41ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς δίδουν ὅ,τι θέλουν.
§42ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν μικρὰν ταύτην περὶ στατιστικῆς παρέκβασιν ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ὀφείλουν οἱ δῆμοι ἐκ προκαταβολῶν. Τοῦτο κανεὶς δὲν τὸ ἤξευρεν, οὔτε αὐτὸς ὁ ὑπουργός· ἐμάθομεν δὲ αὐτὸ ἀμφότεροι, ὅταν ἐνώπιον τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ ἠρώτησα τὸν ὑποδιευθυντὴν τοῦ γενικοῦ λογιστηρίου· εἶναι δὲ δραχμαὶ ... ὡς μᾶς εἶπε. Πόσα εἶνε τὰ εἰσοδήματα τῶν δήμων; 10,980,536. Ἐκ τούτων πρέπει νὰ ἀφαιρέσητε 875,600 τὰ ἐξ ἐκτάκτων πόρων, ἤτοι τῶν δανείων προερχόμενα, πρὸς δὲ καὶ 221,000, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἐκ συνδρομῶν καὶ ἀφιερωμάτων· ὥστε, ἐὰν ἀφαιρέσητε τὰ ποσὰ ταῦτα, μένουν 9,883,936 τὰ τακτικὰ ἔσοδα τῶν δήμων τοῦ Κράτους. Ποία εἶνε ἡ ἀναλογία μεταξὺ τῶν ἐσόδων αὐτῶν καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ὁ ὁποῖος ἀναβαίνει εἰς δραχμὰς 50,000,000; Εἶνε ἓν πρὸς ἕν. Πόσα ἐνεγράφησαν διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν εἰς τὸν προϋπολογισμόν, ἤτοι τὸ 1)275 182,000. Πόσα πληρόνει τὸ δημόσιον κατ’ ἔτος ὡς προκαταβολήν; Ἐὰν ἐπὶ 24 ἔτη ἀπὸ τοῦ 1857 μέχρι τοῦ 1881 προκατέβαλεν, ὡς ἀνωτέρω ἐῤῥέθη, δρ. 6,000,000, ἡ κατ’ ἔτος τῆς προκαταβολῆς ἀναλογία ἀνέρχεται εἰς δρ. 280,000, μὲ τὰς ὁποίας χρεόνομεν τοὺς δήμους. Ὥστε τὸ σύνολον καὶ τῶν δύω τούτων κονδυλίων ἀποτελεῖ τὸ 1/110 τοῦ προϋπολογισμοῦ. Πόσα εἶναι τὰ εἰσοδήματα τῶν δήμων τῆς Ἀγγλίας; ἀνέρχονται εἰς φρ. 1,138,010,000. Πόσα δὲ τὰ τοῦ Κράτους; 1,900,000,000 φρ. μέχρι 2,000,000,000. Ὥστε τὰ εἰσοδήματα τῶν δήμων ὑπερβαίνουσι τὸ ἥμισυ, φθάνοντα εἰς 70%. Πόσα εἶναι τὰ εἰσοδήματα τῶν δήμων τῆς Γαλλίας; ἀνέρχονται εἰς φράγκα 900,000,000· πόσα δὲ τὰ τοῦ Κράτους; ταῦτα συμποσοῦνται εἰς φρ. 2,700,000,000. Ὥστε τὰ εἰσοδήματα τῶν δήμων ἀναλογοῦσι πρὸς τὰ τοῦ Κράτους ὡς ἓν πρὸς τρία. Πόσα δαπανῶσιν ἐν Ἀγγλίᾳ εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν; Δαπανῶσι φρ. 90,539,075, ἤτοι τὸ 1)20 τοῦ προϋπολογισμοῦ. Πόσα δαπανῶσιν ἐν Γαλλίᾳ διὰ τὸ αὐτὸ ἀντικείμενον; Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγράφουσι φρ. 30,000,000, ἤτοι τὸ 1)90. Πόσα δαπανᾷ ἡ Πρωσσία εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν; Δαπανᾷ φρ. 28,000,000, ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους δρ. 900,000,000, ἤτοι 1)29. Ἐνῷ εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ Γαλλίαν ὑπάρχει τοιοῦτος πλοῦτος εἰς τοὺς δήμους, μ’ ὅλα ταῦτα τὸ δημόσιον ἀναλαμβάνει ἀντὶ τῶν δήμων τὴν δαπάνην τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως διὰ τοιούτων ποσῶν, διότι τὰ ἔθνη αὐτὰ ἐνόησαν, ὅτι ἐπὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως βασίζεται ἡ πρόοδος τῶν κοινωνιῶν καὶ ἡ εὐημερία τῶν λαῶν. Διὰ τοῦτο ἔλεγεν ὁ Λεϊβνίτιος: δόσατέ μοι ἐπὶ 100 ἔτη τὴν διεύθυνσιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἐγὼ ὑπόσχομαι νὰ σᾶς ἀναπλάσσω τὰ ἤθη τοῦ λαοῦ. Ἅπαν τὸ σύστημα, κύριοι, τῆς ἐκπαιδεύσεως ἀπὸ τῆς δημοτικῆς μέχρι τῆς ἀνωτάτης χρήζει ἀνασκευῆς, διότι εἶνε πλημμελές. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν πλῆρες σύστημα ἐκπαιδεύσεως, τοῦ ὁποίου τὴν συζήτησιν θέλω προκαλέσει εἰς ὥραν εὔθετον. Σήμερον πρόκειται περὶ ἄλλου ἀντικειμένου προὐργιαιτέρου, περὶ τοῦ μετ’ ὀλίγον μέλλοντος τῆς πατρίδος, περὶ τοῦ μεγαλείου αὐτῆς· ἂς ἀφήσωμεν λοιπὸν τὸ τῆς ἐκπαιδεύσεως εἰς ἄλλοτε. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πληρώσουν εἰς δέκα ἔτη οἱ δῆμοι τὰ 5,000,000, δῆμοι ἄποροι, τῶν ὁποίων τὰ ἐντάλματα ὑποτιμῶνται 25 καὶ 30%; Ἐκ τῆς κατηγορίας ταύτης εὐάριθμοι ἐξαιροῦνται δῆμοι, οἵτινες εἶναι βεβαρυμένοι μὲ χρέη. Τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τῶν δήμων περιστρέφεται περὶ τὸν αὐτὸν πλημμελῆ κύκλον, περὶ ὃν καὶ τὸ οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ Κράτους, οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν δήμων εἶναι ἀπεικόνισις τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ Κράτους, εἶναι προϋπολογισμοὶ μισθολογίων, μόλις ἐπαρκοῦσιν εἰς τὰς καθημερινὰς καὶ προσωπικὰς ἀνάγκας, οὐδαμῶς φροντίζουσι περὶ δημοτικῶν ἔργων, καὶ περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀνάγκη λοιπὸν, κύριοι, ν’ ἀναπλάσσωμεν τὸ οἰκονομικὸν αὐτὸ σύστημα, καὶ τότε θέλομεν ἀπαιτήσει τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τῶν δήμων. Νομίζω, κύριοι, ὅτι οἱ ὀλίγοι ἀλλὰ μεγάλοι φόροι ἐπὶ ὀλίγων μὲν, ἀλλὰ σπουδαίων φορολογητέων ἀντικειμένων, ὅτι ἡ ἐξίσωσις καὶ ἡ ἀμοιβαιότης τῆς ἐπιβολῆς τῶν φόρων, ὅπως ἕκαστος συνεισφέρῃ ἀναλόγως τῆς περιουσίας του, ὅτι ἡ μεταβολὴ τοῦ συστήματος τῆς εἰσπράξεως, ὅτι ἡ ἀνάπτυξις καὶ τελειοποίησις τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, καὶ ἡ ἐκτέλεσις δημοσίων ἔργων, θέλουσι φέρει τὴν εὐημερίαν τοῦ λαοῦ καὶ ἑπομένως συντελέσει εἰς τὴν πρόοδον τῶν δήμων, καὶ τότε ἠμποροῦμεν νὰ ζητήσωμεν ἀπ’ αὐτοὺς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν χρεῶν των, τότε «ἀνοίσουσιν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριόν σου μόσχον» ὡς λέγει ὁ προφητάναξ Δαβίδ. Μέρος τῶν σκέψεων τούτων, κύριοι, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πέρυσιν, ἀλλὰ καὶ τούτων ἡ συζήτησις ἀναβάλλεται εἰς εὐθετώτερον χρόνον, ἕνεκα τῶν προηγουμένων λόγων. Τὰ ἔθνη, κύριοι, δὲν ὁμοιάζουσι τοὺς πεπτωκότας ἐμπόρους, οἱ ὁποῖοι ἀναδιφίζουν τὰ παλαιὰ κατάστιχα· ἡ κυβέρνησις φροντίζει νὰ ἐκκαθαρίζῃ κατ’ ἔτος τοὺς μετὰ τῶν φορολογουμένων λογαριασμούς της. Ἐὰν ἡ Γαλλία ἠκολούθη τὸ ἡμέτερον σύστημα, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἐγγεγραμμένα ἐν τοῖς βιβλίοις δισεκατομμύρια καθυστεροῦντα, ἀλλὰ οὐδὲν καθυστερεῖ, διότι κατ’ ἔτος ἀκυροῖ τὰ παραλείμματα, τὰ non valeur. Ἡμεῖς ἔχομεν ἐν ἰσχύϊ τὸν λογιστικὸν νόμον τὸν γαλλικόν, τὸν ὁποῖον πιστῶς ἀντεγράψαμεν, ἀλλὰ δὲν τὸν ἐφαρμόζομεν, καὶ διὰ τοῦτο ἔχομεν τὰ καθυστεροῦντα. Ἂς ἀρχίσωμεν λοιπόν, καὶ πιστεύω, ὅτι ἐντὸς 4 ἢ 5 ἐτῶν, ἐὰν ἐργασία σύντονος διαταχθῇ, θέλει συντελεσθῆ ἡ ἐκκαθάρισις, ἤτοι ἡ διαγραφὴ τῶν παραγεγραμμένων καὶ τῶν παραλελειμμένων, ἅτινα, καθ’ ὅσον προχωρεῖ ἡ ἐργασία, θὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ θὰ ἀκυρῶνται, θὰ ἤμεθα δὲ εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωμεν πόσον εἶναι τὸ ὑπόλοιπον εἰσπρακτέον, καὶ τότε νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ τρόπου τῆς εἰσπράξεως. Ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὴν ἀπάλειψιν τοῦ χρέους τῶν δήμων ὅλων ἢ τουλάχιστον τῶν λίαν ἀπόρων μὴ ζητῶμεν τὰ ἀδύνατα, μὴ θέλωμεν νὰ ἐπιβαρύνωμεν τοὺς δήμους, ἐν ᾧ δὲν ἐπαρκοῦν διὰ τὰς καθημερινάς των ἀνάγκας. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτον τὸν σκοπὸν ὀφείλομεν νὰ μάθωμεν ποῖαι εἶναι αἱ πρόσοδοι τῶν δήμων διὰ νὰ ἴδωμεν ποῖοι ἐξ αὐτῶν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ὑποφέρουν τὰ βάρη τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ νόμου ἂς ἀρχίσωμεν, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἔργον τελειότερον τοῦ προτεινομένου.
§43ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Ἄλλως ἤρχισεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας τὴν ὁμιλίαν του, καὶ ἄλλως συνεπέρανεν. Ἐν ἀρχῇ ἠθέλησε νὰ σᾶς καταπλήξῃ μὲ τὸ μέγεθος τῶν ὠφελημάτων, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θέλουν ἀπολαύσει οἱ ὀφείλοντες εἰς τὸ δημόσιον, καὶ μὲ τὸ μέγεθος τῶν ζημιῶν, αἱ ὁποῖαι θέλουν προέλθει εἰς τὸ Κράτος, εἰς δὲ τὸ τέλος εἶπεν, ὅτι πρέπει, ἀφίνοντες ἀνενοχλήτους τοὺς καθυστεροῦντας, νὰ φροντίσωμεν, ἐφαρμόζοντες τὸν λογιστικὸν νόμον, νὰ ἐργασθῶμεν ἐπὶ 5 τουλάχιστον ἔτη, διὰ νὰ τὰ ἐκκαθαρίσωμεν, νὰ ἴδωμεν ποῖα ἐξ αὐτῶν εἶναι παραλείμματα καὶ ποῖα παρεγράφησαν, καὶ τότε νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ εἰσπράξεως τῶν ἄλλων. Καλὸν βεβαίως ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν κατ’ ἔτος ἐλαμβάνετο ἡ ἀνήκουσα φροντὶς νὰ ἐκπληρῶνται αἱ διατάξεις τοῦ λογιστικοῦ νόμου, καὶ νὰ τίθενται εἰς τὰ παραλείμματα τὰ ἔσοδα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθοῦν, νὰ τιμωρῶνται δὲ ἀδυσωπήτως οἱ μὴ φροντίσαντες νὰ εἰσπράξουν τὰ δυνάμενα νὰ εἰσπραχθῶσιν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐγένετο ἕως τώρα, καὶ διὰ τοῦτο ἔχομεν τὰ 90,000,000, τὰ ὁποῖα κεῖνται συσωρευμένα εἰς τὰ ταμεῖα. Ἀπ’ αὐτά, μὲ ὅλην τὴν αὐστηρότητα, τὴν ὁποίαν ἐφήρμοσάν τινες τῶν Ὑπουργῶν, ἐν οἷς εἶμαι καὶ ἐγὼ, ὁ ὁποῖος ἐπαναλέγω, ὅτι, ὅταν πρόκηται περὶ ὀφειλετῶν, εἶμαι ἀδυσώπητος καὶ δὲν αἰσθάνομαι καμμίαν συμπάθειαν, καὶ διὰ τοῦτο λαμβάνω πάντοτε αὐστηρότατα μέτρα, δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ γείνῃ τίποτε. Εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς λογαριασμοὺς θέλετε παρατηρήσει, ὅτι ἐκ τῶν ἐσόδων τῶν κεκλεισμένων χρήσεων δὲν εἰσπράττονται κατ’ ἔτος παρὰ 1,000,000 μόνον, τὸ ὁποῖον ἐνίοτε ἀναβιβάζεται εἰς 1,200,000, εἰς 1,500,000, ὁλόκληρον δὲ αὐτὸ τὸ ποσὸν προέρχεται ἀπὸ τὰς τρεῖς ἢ τὰς τέσσαρας ἐγγυτέρας χρήσεις, διότι μόνον τὰ ἐξ αὐτῶν καθυστεροῦντα καταδέχονται οἱ ταμίαι καὶ ἡ ὑπηρεσία νὰ ἐξετάζουν, περὶ δὲ τῶν λοιπῶν καμμία φροντὶς δὲν λαμβάνεται· τὰ ἐνθυμοῦνται μόνον οἱ ταμίαι καὶ οἱ εἰσπράκτορες, ὅταν διὰ λόγους πολιτικοὺς ἢ φατριαστικοὺς ἢ δι’ ἄλλον τινὰ θέλουν νὰ καταδιώξουν ὀφειλέτην τινά. Τότε ἐκδίδουν ἐντάλματα ἢ στέλλουν κατασχέσεις, ἀλλὰ καὶ ἐκ τούτου δὲν ἐπέρχεται κανὲν ἀποτέλεσμα, διότι, ὅταν τις ὀφείλῃ πολλὰ καὶ βλέπῃ, ὅτι κατ’ ἐξαίρεσιν μόνος αὐτὸς καταδιώκεται, καταφεύγει εἰς μυρίας στρεψοδικίας καὶ κατορθώνει ν’ ἀποφύγῃ τὴν ἐκβίασιν, ἕως οὗ λησμονηθῇ πάλιν καὶ ἀφεθῇ ἥσυχος. Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις τῶν καθυστερούντων, τὴν ὁποίαν εἶχον ὑπ’ ὄψιν ὅτε εἰσήγαγον τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον· τὸ εἰσήγαγον δὲ ἀπὸ τοῦ 1876, τὸ ἐπανέλαβε δὲ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Πατρῶν κ. Ῥικάκης κατὰ τὸ 1878, καὶ καθὼς ὁ ἴδιος σᾶς εἶπεν εἰς μίαν τῶν προηγουμένων συνόδων, ἐψηφίσθη εἰς δύο ἀναγνώσει. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, πρόκειται νὰ γείνῃ μεθοδική τις ἐργασία ἐπὶ τῶν καθυστερούντων, δι’ ἧς φρονῶ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθοῦν ποῖα τῶν καθυστερούντων εἶναι παραλείμματα, καὶ ποῖα τέλος δύνανται νὰ εἰσπραχθῶσιν. Ἀλλὰ διὰ νὰ γείνῃ τοῦτο, δὲν ἀρκεῖ νὰ εἴπητε εἰς τοὺς ταμίας, εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ καταδιώξητε πάντας τοὺς ὀφειλέτας καὶ ν’ ἀπαιτήσητε παρ’ αὐτῶν νὰ πληρώσουν διαμιᾶς ὅλα τὰ ὀφειλόμενα καὶ τοὺς τόκους. Τοῦτο εἶναι ἄσκοπον, καὶ ὅστις λέγει τὸ ἐναντίον, ἢ δὲν γνωρίζει τὰ πράγματα, ἢ δὲν θέλει νὰ εἴπῃ ἐνώπιον σας τὴν ἀλήθειαν. Ἐσυλλογίσθην λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ κάμω ὅ,τι κάμνουν πάντες οἱ ἔχοντες λαμβάνειν ἀπὸ πολλοὺς ὀφειλέτας χρέη πεπαλαιωμένα. Ἐρωτήσατε οἱονδήποτε ἐργοστασιάρχην θέλετε, ἔχοντα τοιαύτας δοσοληψίας, καὶ θὰ μάθητε, ὅτι κάμνει εὐκολίας, χαρίζει τόκους καὶ μέρος τοῦ κεφαλαίου, εὐχαριστούμενος, ἀντὶ νὰ εἰσπράξῃ ὅλα τὰ ὀφειλόμενα διαμιᾶς καὶ μετὰ τόκου, νὰ εἰσπράξῃ μέρος αὐτῶν καὶ ἄνευ τόκου. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐνόμισα, ὅτι πρέπει νὰ προβῇ καὶ τὸ δημόσιον, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε ἀρχίζω ἀπὸ ἐκεῖ, ὅθεν ἤρχισαν ὅλοι οἱ εὐεργετικοὶ νόμοι, δηλ. χαρίζω τοὺς τόκους εἰς τοὺς ὀφειλέτας καὶ δίδω καὶ προθεσμίας διὰ τὴν πληρωμὴν, διότι ἄλλως εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐλπίσῃ τις οὐδεμίαν εἴσπραξιν. Ἀλλ’ ἐν ᾧ ὁμολογεῖ ὁ προαγορεύσας, ὅτι διὰ τοῦ νόμου τούτου θέλουν ὠφεληθῆ οἱ πολλὰ καὶ μεγάλα ὀφείλοντες εἰς τὸ δημόσιον, προβαίνων εἰς τὴν ἀνάλυσιν, σᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς θὰ μείνῃ ἀνεκτέλεστος. Ἀλλ’ ἐὰν ἀληθῶς πιστεύῃ τοῦτο, τότε δὲν βλέπω τί ἔχει νὰ φοβηθῇ, διότι, ἐὰν ἐντὸς τῆς προθεσμίας τῶν 2 ἐτῶν δὲν δυνηθοῦν οἱ ταμίαι νὰ εἰσπράξουν ἢ ν’ ἀνανεώσουν τὰ χρέη τὰ ὀφειλόμενα πρὸς τὸ δημόσιον, χορηγοῦντες τὰς εὐκολίας τοῦ νόμου, τὰ πράγματα ἐπανέρχονται εἰς ἣν κατάστασιν εὑρίσκονται καὶ σήμερον.
§44ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον τὸν λόγον, ὅτι ἡ ἀχρηστία ἑνὸς νόμου ἐνθαῤῥύνει τὸν πολίτην εἰς τὴν παράβασιν τοῦ νόμου, καὶ ἐλαττόνει καὶ τὴν ἰσχὺν τῶν νόμων.
§45ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοὶ εἶναι ἠθικοπολιτικοὶ λόγοι, τοὺς ὁποίους δὲν εἶχον ἀφορμὴν νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν, προκειμένου περὶ καθυστερούντων. Κατὰ τοῦτο διαφέρει ἡ οἰκονομία τοῦ νόμου τούτου ἀπὸ τὴν οἰκονομίαν τῶν ἄλλων εὐεργετικῶν νόμων, διότι δι’ ἐν ἐκείνων ὁριστικῶς χαρίζονται εἰς τοὺς ὀφειλέτας οἱ τόκοι καὶ χορηγοῦνται προθεσμίαι εἴτε ἤθελον ἀνανεώσει τὰ χρέη, εἴτε ὄχι· ἐγὼ ὅμως, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀποτυχίαν τῶν νόμων ἐκείνων, ἐφρόντισα ὥστε εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον νὰ περιλάβω διάταξιν καθ’ ἣν, ἐὰν οἱ ὀφειλέται δὲν συντρέξουν, ὥστε ν’ ἀνανεωθοῦν τὰ χρέη των ἐντὸς διετίας, γίνονται ἔκπτωτοι ὅλων τῶν ὠφελημάτων τοῦ νόμου. Ἑπομένως ἐὰν ὁ ὀφείλων π. χ. 10,000 δραχ. αἱ ὁποῖαι μετὰ τῶν τόκων ἀνέρχονται εἰς 20 ἢ 25,000, σπεύσῃ νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὸν νόμον καὶ πληρώσῃ μέρος τοῦ χρέους ἐτησίως, δώσῃ δὲ ὁμολογίας διὰ τὸ ὑπόλοιπον, ἀπολαμβάνει τῶν πλεονεκτημάτων τοῦ νόμου· ἐὰν ὅμως ἀδιαφορήσῃ, τότε θὰ μένῃ εἰς ἣν σήμερον εὑρίσκεται θέσιν, καὶ τὸ δημόσιον θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ καταδιώξῃ αὐτὸν διὰ τὸ ὅλον τῆς ὀφειλῆς, περιλαμβανομένων καὶ τῶν τόκων· ὥστε ὁ κ. Βαλασόπουλος, ἐὰν φρονῇ, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ἀνεκτέλεστος, ἔπρεπε μάλιστα νὰ τὸν ὑποστηρίξῃ, διότι ἐκπληροῦται ὁ σκοπὸς, τὸ νὰ μείνουν τὰ καθυστεροῦντα τοῦ δημοσίου μετὰ τῶν τόκων αὐτῶν σῶα καὶ ἀνέπαφα. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι, ἂν ὁ νόμος ψηφισθῇ, θέλει σταθῆ δυνατὸν ἐντὸς τῆς προθεσμίας τῶν δύο ἐτῶν πολλὰ τῶν χρεῶν, ἵνα μὴ εἴπω ὅλα, νὰ τακτοποιηθοῦν, καὶ οὕτω νὰ δημιουργηθῇ μία τακτικὴ πρόσοδος τοῦ δημοσίου ἐκ πηγῆς, ἡ ὁποία μένει ἐντελῶς ἄχρηστος καὶ ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν ἀπολαμβάνομεν τίποτε· ἐὰν δὲ ἐπέλθῃ τὸ ἐναντίον ἀποτέλεσμα, τότε δὲν χάνομεν τίποτε, διότι τὰ πράγματα μένουν εἰς τὴν θέσιν των. Πολὺς ἐγένετο λόγος, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εὐνοοῦνται οἱ ἀγοράσαντες ἐθνικὰ φθαρτὰ κτήματα. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς, διότι, ὡς ἠκούσατε, τὸ σύνολον τῶν καθυστερούντων διὰ κεκλεισμένας χρήσεις μέχρι τοῦ 1876 ἀνέρχεται εἰς 90 ἑκατομμύρια, τὰ δὲ ὀφειλόμενα ἀπὸ φθαρτὰ κτήματα, ὡς μὲ ἐπληροφόρησε προχείρως τὸ γενικὸν λογιστήριον, μόλις φθάνουν τὸ 1 ἑκατομμύριον. Αὐτὰ δὲ τὰ καθυστεροῦντα ἐκ φθαρτῶν κτημάτων ὀφείλονται ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας ὑπῆρχον ἐθνικὰ ἐλαιόδενδρα, καὶ προέρχονται διότι, καθ’ ὃν χρόνον ἐξεποιήθησαν τὰ ἐθνικὰ ἐλαιόδενδρα, τὸ ἔλαιον ἦν ὑπερτιμημένον, καὶ οἱ ἀγοράσαντες αὐτὰ προέβησαν εἰς τιμὰς πολὺ δυσαναλόγους μὲ τὴν ἀξίαν τῶν ἐλαιοδένδρων. Ἀφοῦ δὲ ἐπληρώθη τὸ πεμπτημόριον καὶ πολλαὶ δόσεις, δὲν εὑρίσκω κανένα λόγον, ὅπως τὰ ὀλίγα καθυστεροῦντα μὴ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ γενικὸν μέτρον.
§46ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Πολλοὶ ἐξ αὐτῶν κατεστράφησαν.
§47ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ συνέβη κυρίως εἰς τὴν Παρνασίδα καὶ τὴν Πυλίαν κατὰ πρῶτον λόγον, καὶ εἰς τὴν Λακεδαίμονα, τὴν Κορινθίαν καὶ τὴν Τριφυλίαν κατὰ δεύτερον, καὶ ἀπὸ αὐτὰς τὰς ἐπαρχίας προέρχονται τὰ ὀφειλόμενα, διότι οἱ ἀγοράσαντες ἄλλα κτήματα, ὡς οἰκόπεδα καὶ τὰ τοιαῦτα, πληρώνουν, καὶ ὀλίγαι καθυστερήσεις ἐξ αὐτῶν ὑπάρχουσι· διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀφορμὴ, ὅπως ἐξαιρεθῶσιν οἱ ἀγορασταὶ τῶν ἐθνικῶν κτημάτων ἀπὸ τὸ ἐπιεικὲς μέτρον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ληφθῇ δι’ ὅλους τοὺς ὀφειλέτας. Ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ κάμῃ ἐξαίρεσιν, ἐγὼ ἀδιαφορῶ, καὶ τὰ ῥηθέντα περὶ τῶν δήμων καὶ περὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ περὶ τῆς ἀναλογίας, τῆς ὑπαρχούσης μεταξὺ τῶν εἰσοδημάτων τοῦ κράτους καὶ τῶν δαπανῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως, οὐδεμίαν ἔχουν σχέσιν μὲ τὸ νομοσχέδιον, διότι δὲν πρόκειται νὰ κανονίσωμεν σήμερον πόσα θὰ δαπανῶνται διὰ τὴν κατωτέραν ἐκπαίδευσιν ἢ τὴν μέσην καὶ ἀνωτέραν, οὔτε νὰ ἐξετάσωμεν πόσα εἶναι τὰ εἰσοδήματα ἑκάστου δήμου. Ἐγὼ, κύριοι, ἐνόμισα, ὅτι, ἀφ’ οὗ πρόκειται νὰ ληφθῇ εὐεργετικὸν μέτρον διὰ τοὺς ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου, ἔπρεπε τοῦτο νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τοὺς δήμους, οἵτινες ὀφείλουσιν ἐκ προκαταβολῶν.
§48ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, ἐπανερχόμενος εἰς τὸ βῆμα, δὲν δύναμαι νὰ παραλείψω διαμαρτύρησιν ἔντονον καθ’ ὅσων ἐῤῥέθησαν κατὰ τῆς μνήμης τοῦ Ἀριστοφάνους, καὶ νομίζω, ὅτι, ἀκούοντες ταῦτα ἐν σιγῇ, δεικνυόμεθα ἐπιλήσμονες τοῦ ἀρχαίου ἐκείνου Πλατωνικοῦ ἐπιγράμματος, τοῦ λέγοντος ὅτι: «Αἱ χάριτες τέμενός τι λαβεῖν, ὅπερ οὐχὶ πεσεῖται, «Ζητοῦσαι, ψυχὴν εὗρον Ἀριστοφάνους.» Καὶ ἕνα μόνον λίθον, ὅστις θελήσει νὰ ἀφαιρέσῃ ἐξ αὐτοῦ τοῦ τεμένους, πράττει ἔργον Ἡροστράτου. Εἰς αὐτὸν ὑπομιμνήσκω τὸ παράγγελμα τοῦ Σωκράτους (θύειν ταῖς χάρισιν). Περὶ χαρίτων πρόκειται καὶ διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἀλλὰ περὶ ἄλλου εἴδους χαρίτων, τῶν χρηματικῶν. Καὶ ἠκούσατε τὰς δύω ἀντιθέτους γνώμας περὶ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν δύναμαι νὰ συμμερισθῶ οὔτε τὴν μίαν οὔτε τὴν ἄλλην. Δὲν ἀντιτάσσομαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως καὶ ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐξεφράσθην, διότι νομίζω, ὅτι δύναται νὰ ᾖναι χρήσιμον, ἀλλ’ ἔχει ἀνάγκην τινῶν τροποποιήσεων, διότι ποὺ μὲν εἶναι ἐπιεικέστερον τοῦ δέοντος, ποὺ δὲ αὐστηρότερον. Εὑρισκόμεθα ἐνώπιον χρονίου κακοῦ, τῆς καθυστερήσεως, τῆς ὁποίας ὁ ὄγκος ἀναλόγως πρὸς τὰ ἡμέτερα εἶναι μέγιστος· προϋπολογισμὸς 50 ἑκατομμυρίων εἶναι δυσανάλογος πρὸς καθυστερήσεις 90 καὶ 100 ἑκατομμυρίων, μὴ ὑπολογιζομένων τῶν τόκων· τοῦτο ἐμφαίνει πρὸ πάντων ἀκηδίαν τῆς ὑπηρεσίας, ἢ ἄλλο τι. Δὲν ἔχομεν πολλοὺς νόμους κατὰ τῶν καθυστερήσεων, καὶ ἐνῷ τὸ ὁπλοστάσιον εἶναι πλῆρες, ἐρωτᾷ τις, διατί δὲν γίνεται χρῆσις αὐτῶν τῶν ὅπλων· μήπως εἶναι ἐλλιπῆ κατά τι; Οὐδαμῶς, διότι καὶ ὁ ἀρχαιότερος νόμος περὶ καθυστερήσεων, περὶ μηνυτόρων καὶ ποινητόρων ἦτο αὐστηρότατος, καὶ μετέπειτα δὲ ἐπῆλθον ἕτεροι νόμοι, οἵτινες ἐβελτίωσαν καὶ προσήρμοσαν εἰς τὸ προσφορώτερον τὰ πρακτικὰ μέσα τοῦ δημοσίου, πρὸς εἴσπραξιν τῶν καθυστερούντων. Τί ἐμφαίνεται ἐκ τούτου; ὅτι ἡ ὑπηρεσία δὲν βαδίζει τὸ βῆμα, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ἡ ἐπιμέλεια τῶν δημοσίων πραγμάτων. Δὲν γίνεται ἔγκαιρος φροντὶς τῶν εἰσπράξεων, καὶ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ὁ χρόνος ῥίπτει εἰς τὰ ἀρχεῖα καὶ τὴν λήθην τὰς καθυστερήσεις εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε, βλέπετε, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν σήμερον δίδει ἐν συνόλῳ τὸ ποσὸν τῶν καθυστερουμένων, δὲν εἶναι δὲ εἰς κατάστασιν νὰ διακρίνῃ τὰ εἴδη, τὰ διάφορα κεφάλαια, τοὺς τίτλους, ἐκ τῶν ὁποίων αὐταὶ αἱ καθυστερήσεις πηγάζουσιν. Ὅταν ὑπάρχῃ τοιοῦτον χρόνιον νόσημα, εἶναι ἀνάγκη ἐκτάκτου τινὸς μέτρου καὶ συντονωτέρας ἐνεργείας, διότι ναὶ μὲν δύνανται νὰ ἐνεργήσουν οἱ κείμενοι νόμοι, ἀλλ’ ἤθελον λειτουργήσει πολὺ αὐστηρότερον τοῦ δέοντος. Ἐὰν καθ’ ὑπόθεσιν ἠθέλατε καλέσει τὴν ὑπηρεσίαν νὰ εἰσπράξῃ ὅλον τὸ ποσὸν τῶν καθυστερήσεων, νομίζετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ τοιοῦτον Ἡράκλειον κατόρθωμα; πιστεύετε, ὅτι δύνανται νὰ εἰσπραχθῶσιν ἐν Ἑλλάδι 98 ἑκατομμύρια ἐν τῷ ἅμα; καὶ ποῦ ὑπάρχουν αὐτὰ τὰ χρήματα, ἵνα εἰσπραχθῶσι; Τὸ νὰ λέγῃ ὅμως τις, ὅτι δὲν δύναται νὰ ληφθῇ οἱονδήποτε μέτρον, εἶνε ὡς νὰ λέγῃ, ὅτι προτιμᾷ νὰ λησμονήσῃ, ὅτι ὑπάρχουν χρέη, ἀλλὰ τοῦτο οὐδεὶς συμμερίζεται κηδόμενος τῶν δημοσίων χρημάτων. Καὶ ὅταν ζητῶμεν νέους φόρους, διατί νὰ μὴ ἀποταθῶμεν εἰς τοὺς ὀφειλέτας φόρων βεβαιωθέντων; Ἀδικοῦμεν οὕτω τοὺς φορολογουμένους, διότι εἶνε γνωστόν, ὅτι ὁσάκις ὑπάρχει περίσσευμα εἰς τὸν ἰσολογισμὸν τοῦ Κράτους, τὸ πρῶτον καθῆκον τοῦ νομοθέτου εἶνε ν’ ἀνακουφίσῃ τοὺς φορολογουμένους. Λοιπὸν ἐν τίνι δικαιώματι ἡμεῖς οἱ νομοθέται ἠθέλομεν εἰπεῖ: εἰς σᾶς μὲν χαρίζομεν τοὺς ὀφειλομένους φόρους, ἀπὸ δὲ τοὺς ἀποζῶντας ἐκ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ προσώπου των ζητοῦμεν νέους φόρους. Τοῦτο εἶναι ἄδικον καὶ ἀνόσιον. Ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ μέτρον τι, καὶ ἐν αὐτῷ τῷ νομοσχεδίῳ εὑρίσκει τοιοῦτον διὰ τῆς προσκλήσεως ἰδιαιτέρων εἰσπρακτόρων, πρὸς οὓς ὑπόσχεται τὸ Κράτος ἀμοιβήν, διότι, ὡς σᾶς ἐξέθηκε καὶ ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἅμα παρέλθουν τέσσαρες χρήσεις, ῥίπτονται τὰ καθυστεροῦντα εἰς τὰ ἀρχεῖα καὶ οὐδεὶς πλέον ἐνδιαφέρεται εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν καθυστερούντων ἀρχαιοτέρων τῶν τεσσάρων ἢ ἓξ ἐτῶν. Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ἐν τούτοις, ὅτι ὅλα τὰ καθυστεροῦντα 90 ἑκατ. δὲν πρέπει νὰ θεωρήσωμεν πραγματικά. Δὲν ὑπάρχει Κράτος, ὅπου νὰ μὴ ἐφαρμόζηται ἐκεῖνο τὸ ἀξίωμα, ὅτι «οὐκ ἂν λάβῃς παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος»· ὅπου δὲν ὑπάρχει χρῆμα, ἐκεῖ ὁ βασιλεὺς ἀποβάλλει τὰ δικαιώματά του· ὑπάρχουν ἀναξιόχρεοι ὀφειλέται τοῦ δημοσίου, καὶ τοιοῦτοι ὀφειλέται πανταχοῦ διαγράφονται· ἐγὼ μάλιστα λέγω, ὅτι τὰ ¾ εἶναι διαγραπτέα, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους καὶ διὰ τὸ ¼ πρέπει νὰ προνοήσωμεν, ν’ ἀπαλείψωμεν δὲ τ’ ἀπαλειπτέα, ὅπως ἐπὶ τέλους ἐκλείψῃ αὐτὸς ὁ ἐφιάλτης, ὁ ὁποῖος συχνὰ μᾶς ἐνοχλεῖ, ὅτι δὲν φροντίζομεν περὶ τῶν καθυστερούντων. Γνωρίζομεν, ὅτι τοιαῦτα ἔκτακτα μέτρα πολλάκις ἐλήφθησαν καὶ εἰς ἄλλα Κράτη καὶ ἔφεραν ἀποτελέσματα. Μετὰ τὸ τέλος τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως ἐσυστήθη ὑπὸ τοῦ Ναπολέοντος ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Mollien ἡ caisse d’ amortissement, ἥτις ἐπανέφερεν οἰκονομικὴν τάξιν, καὶ ἐξαισίως ηὐδοκίμησεν ἐν Γαλλίᾳ. Ἄλλοτε ἐγίνετο σκέψις καὶ παρ’ ἡμῖν νὰ συστηθῇ ἰδιαίτερον γραφεῖον, ἰδιαιτέρα ὑπηρεσία, εἰς ἣν ν’ ἀνατεθῇ τὸ ἔργον τῆς ἐκκαθαρίσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων. Τοῦτο ἴσως ἦτο τὸ συντελεστικώτερον, διότι αὐτὴ ἡ ὑπηρεσία ἤθελεν ἐνεργεῖ ἀποκλειστικῶς καὶ κανονικῶς, ἐν ᾧ οἱ εἰσπράκτορες θὰ ἐνεργοῦν σποράδην καὶ κατὰ τὴν ἀτομικὴν ἐπιμέλειαν καὶ δραστηριότητα ἑκάστου ἢ κατὰ τὸ πνεῦμα τῆς φιλοκερδείας τοῦ νὰ ὠφεληθῶσι τὸ 10%. Οὐχ ἧττον, ἐὰν κατὰ τὸ παρὸν δὲν ἦναι καιρὸς νὰ φροντίσωμεν περὶ τοιούτου τινὸς ὀργανισμοῦ, ὥστε νὰ σχηματίσωμεν εἰδικὴν ὑπηρεσίαν, δὲν εἶμαι ἐναντίος εἰς τὴν πρότασιν τοῦ νομοσχεδίου ν’ ἀνατεθῇ εἰς ἰδιαιτέρους εἰσπράκτορας ἡ ἐργασία· οὕτω δὲ θέλομεν μάθει ἐὰν ὑπάρχουν τὰ καθυστεροῦντα, καὶ θέλομεν ἀφαιρέσει ἐκ τοῦ μέσου τὴν ἀπατηλὴν σκιὰν, ὅτι καθυστεροῦνται μεγάλα ποσά. Κατὰ τοῦτο δὲν εἶμαι ἐναντίος, ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὸ πρῶτον μέρος τοῦ νομοσχεδίου καὶ βλέπω, ὅτι εἰς πάντας τοὺς ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου δεικνύεται ἡ αὐτὴ ἐπιείκεια πρὸς ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τοὺς καθυστεροῦντας τόκους. Εἶναι τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶδον, ὅτι κατεκρίθη μήπως ἐκ τούτου ὑποθάλπεται ἡ καθυστέρησις, διότι γεννᾶται ἡ ἐλπίς, ὅτι θὰ ἐπαναλαμβάνωνται τοιοῦτοι νόμοι ὑπὲρ τῶν δυστροπούντων, ὅπως οὐδὲ ὁ παρὼν δὲν εἶναι ὁ πρῶτος, ὥστε ἕκαστος δύναται νὰ λέγῃ: διατί νὰ πληρώσω σήμερον, προτιμῶ νὰ καθυστερήσω, καὶ μετὰ 10 ἔτη θέλει ἔλθει ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος, βλέπων τὸν ὄγκον τοῦ χρέους, θέλει προτείνει τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τῶν τόκων. Τοῦτο ὅμως δὲν μὲ φοβίζει, ἂν καὶ γνωρίζω, ὅτι κατὰ τὰ 1853 καὶ 1861 ἐπανελήφθη ἡ αὐτὴ διάταξις, ἀλλὰ μικρὰ ποσὰ εἰσεπράχθησαν. Ἄλλο παρατηρῶ, ὅτι ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐγένετο ἐπιλήσμων τοῦ νόμου τὸν ὁποῖον αὐτὸς ὁ ἴδιος εἰσήγαγε τὸ 1871 περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων. Εἰς τὸν νόμον αὐτὸν, ἄρθρ. 47, ἀπαλλάσσει τρεῖς κατηγορίας ἀπὸ τοῦ τόκου, ἀπαλλάσσει τὰ ἐξ ἀμέσων φόρων καὶ δικαιωμάτων ἐπικαρπίας χρέη τῶν φορολογουμένων, δεύτερον τὰ δικαστικὰ ἔξοδα, καὶ τρίτον τὰ παντὸς εἴδους πρόστιμα. Αὐταὶ αἱ τρεῖς τάξεις δὲν ὑπόκεινται εἰς τόκους ἤδη, δυνάμει ἀρχαιοτέρου νόμου τοῦ 1871· ὑπολείπονται οἱ ἐνοικιασταὶ δημοσίων προσόδων καὶ οἱ ὀφειλέται ἐξ ἀγορᾶς κτημάτων τοῦ δημοσίου· μένει ὅμως καὶ ἄλλη κατηγορία. Δύνανται νὰ ἦναι καὶ ἐκ συμβάσεων, ἂν ὑπάρχουν ἐξ αὐτῶν ὀφειλέται, ἢ ἐξ ἀποζημιώσεως διὰ τὴν μὴ ἐκτέλεσιν συμφωνιῶν, καὶ οἱ ὑπόλογοι ἐκ τῆς διαχειρίσεως· λοιπὸν λέγω, ὅτι ἐπιείκεια πρὸς τοιούτους δὲν εἶναι πρόσφορος, οὔτε πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠγόρασαν, οὔτε πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔγειναν ἐνοικιασταὶ, καὶ ἐνοικιασταὶ γενόμενοι, βέβαια εἰσέπραξαν τὰ ἐνοίκια, ἐνῷ δὲν κατέβαλον πρὸς τὸ δημόσιον ἂν δὲν τὰ εἰσέπραξαν λόγῳ θεομηνίας, τότε ὑπέβαλον ἀντιῤῥήσεις, καὶ ὁ νόμος ἤδη προβλέπει περὶ αὐτῶν· ἀλλ’ ἂν δὲν ἔπαθον ἀπὸ θεομηνίαν, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ δείξωμεν ἐπιείκειαν πρὸς αὐτούς. Ἐπίσης πρὸς τοὺς ὑπολόγους δὲν βλέπω διὰ τί νὰ ἀφήσωμεν τὸν τόκον· ὁ τόκος αὐτὸς δύναται νὰ ἀνακεφαλαιωθῇ, καὶ τότε ἔρχεται τὸ ἄλλο εὐεργέτημα, τὸ νὰ μὴ πληρώσωσιν ἀμέσως, διότι λέγοντες, ὅτι πρέπει νὰ πληρώσωσιν ἀμέσως, ζητοῦμεν τὸ ἀδύνατον καὶ ἀνεφάρμοστον. Εἰς πάντας πρέπει νὰ δώσωμεν προθεσμίαν νὰ πληρώσωσι τὸ χρέος αὐτῶν· τότε πρακτικῶς ὑπάρχει πιθανότης τῆς εἰσπράξεως. Εἰς τοὺς τοιούτους δὲν φιλοδωρῶ τοὺς καθυστερουμένους τόκους, ἀλλὰ δέχομαι εἰς τὸ μέλλον τὴν προθεσμίαν, καὶ δέχομαι ἔτι πρὸς ἐδῶ ἔδειξεν ἐπιείκειαν ἐν μέρει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· εἶπεν, ὅτι δέχομαι εἰς συμψηφισμὸν τὰ φαλαγγιτικὰ γραμμάτια, τὰ τῆς Τραπέζης τοῦ κυβερνήτου, τὰ Κρητικὰ, τὰ δέχομαι, ἀλλὰ πότε; ἀφοῦ πληρωθῇ ἡ πρώτη δόσις. Βλέπω, ὅτι ἡ ἐπιείκεια ἔμεινεν ἐν τῷ μέσῳ τῆς ὁδοῦ, διότι λέγει μετὰ τὴν πρώτην δόσιν· δὲν ἐννοῶ τὴν αἰτίαν, δι’ ἣν δὲν εἶναι δεκτὰ ἀμέσως, καὶ ἰδοὺ διατί δὲν τὸ ἐννοῶ. Τί εἶναι αὐτὰ τὰ γραμμάτια; ὀφειλαὶ τοῦ δημοσίου· ὀρθότατα ὁ κ. ὑπουργὸς δέχεται τὴν ἀρχὴν, ὅτι εἶναι δεκτὸς ὁ συμψηφισμὸς πάσης ἀπαιτήσεως τοῦ ὀφειλέτου κατὰ τοῦ Δημοσίου ἐν ἄρθρῳ 15· διατὶ δὲν δέχεται αὐτὴν τὴν ἀρχὴν καὶ περὶ αὐτῶν τῶν γραμματίων, διατί; Ἅμα ὑπάρχει χρέος τοῦ δημοσίου, τὸ δημόσιον βεβαίως καθυστερεῖ. Ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι, ἂν τὰ γραμμάτια αὐτὰ δὲν ἐπραγματοποιήθησαν μέχρι τοῦδε, τοῦτο δυστυχῶς προέρχεται ἐκ τῆς δυστροπίας τοῦ δημοσίου, τὴν ὁποίαν δὲν ἀποδίδω εἰς τοὺς ὑπουργοὺς, ἀλλ’ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, διότι καὶ ὁ ὑπουργὸς εἶναι πολλάκις ἀσθενέστερος τῆς ὑπηρεσίας, ἡ δὲ ὑπηρεσία πιέζεται πανταχόθεν. Θέλει τις νὰ ζητήσῃ τὴν πραγματοποίησιν φαλαγγιτικοῦ γραμματίου; πρέπει νὰ εὕρῃ γωνίαν γῆς· ἀλλ’ ἀμέσως ἐγείρονται ὅλοι οἱ κάτοικοι, διότι ὅλοι θέλουν αὐτοὶ νὰ λάβουν αὐτὴν τὴν γωνίαν τῆς γῆς κατὰ προτίμησιν, καὶ τοιουτοτρόπως γεννῶνται προσκόμματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ ἐξομαλύνῃ ὁ κάτοχος τοῦ γραμματίου, καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ μορφὴν, ἥτις εἶνε ἀποδοτέα εἰς τὸ Κράτος. Πρέπει νὰ προσπαθήσῃ κατὰ πάντα τρόπον τὸ Κράτος νὰ ἐκτελῇ τὰς ὑποχρεώσεις του, δίδον τὸ παράδειγμα εἰς τοὺς ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου, διότι οὗτοι δύνανται νὰ εἴπωσιν εἰς αὐτό: σὺ, τὸ ὁποῖον διαθέτεις τὸν δημόσιον θησαυρὸν καθυστερεῖς πρὸς ἐμέ· πῶς ἀπαιτεῖς νὰ καταβάλω ἐγὼ τὸ χρέος μου πρὸς σὲ, ἐνῷ ὑπόκειμαι εἰς τόσα βάρη; Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἀμέσως ἐξ ἀρχῆς πρέπει νὰ ἦναι δεκτὰ εἰς συμψηφισμὸν, καὶ θέλουσιν ἐπέλθει δύο καλὰ ἀποτελέσματα. Θέλει ἐπέλθει τὸ ἀποτέλεσμα νὰ ἀνατιμηθῶσι τὰ γραμμάτια, καὶ εἶνε δίκαιον, ἀφοῦ σήμερον εἶναι εἰς ἐλεεινὸν ἐξευτελισμὸν, διότι δὲν πραγματοποιοῦνται· καὶ ὅταν τοῦτο γίνεται, εἶναι κατάστασις πτωχεύσεως τοῦ δημοσίου· ὅταν κυκλοφοροῦν καὶ μὴ πραγματοποιούμενα, σημαίνει, ὅτι τὸ Κράτος δὲν ἐκπληροῖ τὰς ὑποχρεώσεις του· τοῦτο πρέπει νὰ ἐκλείψῃ, πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν φιλοτιμίαν τὸ Κράτος νὰ ἐκπληροῖ τὰς ὑποχρεώσεις του. Τί κάμνει ὁ δυστυχὴς κάτοχος τοιούτου γραμματίου; ἐπειδὴ δὲν δύναται νὰ ἀνθέξῃ εἰς τὰς πολυειδεῖς καὶ ἀπείρους διαδικασίας, αἵτινες ἀπαιτοῦνται, πωλεῖ τὸ γραμμάτιόν του εἰς εὐτελῆ τιμὴν εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔχει τὰς μηχανὰς, δι’ ὧν τὸ πραγματοποιεῖ. Διὰ τοῦτο τὰ γραμμάτια αὐτὰ ὑπετιμήθησαν εἰς τὸ ἐλάχιστον, διότι τὸ Κράτος δὲν ἐκτελεῖ ἀμέσως καὶ ἐγκαίρως τὰς ὑποχρεώσεις του. Λέγω λοιπὸν, ὅτι αὐτὰ πρέπει νὰ ἦναι δεκτὰ εἰς συμψηφισμὸν ἀπ’ ἀρχῆς, καὶ τοιουτοτρόπως θέλουν καθαρισθῆ καὶ τὰ δημόσια βιβλία, καὶ κατὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τροποποιηθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ περὶ δήμων δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ βουλευτοῦ Λακεδαίμονος, διότι ἡ γνώμη αὐτοῦ εἶναι νὰ διαγράψωμεν αὐτὴν τὴν διάταξιν. Ἐνῷ νομίζει, ὅτι ὠφελοῦμεν τοὺς δήμους, προβλέπει τὴν βλάβην αὐτῶν. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ λάβωμεν ἄλλην φροντίδα, δὲν εἶναι δὲ ἔργον τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ὅσα εἶπε περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιθυμεῖ νὰ μείνῃ ἡ διάταξις ὅπως ἔχει, ἀλλὰ τότε ἐπέρχεται ἄλλο ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐπιδιώκει, καὶ εἶναι τὸ ἑξῆς: ὅτι τότε οἱ δῆμοι εἶναι ὀφειλέται τοῦ ἐκκαθαρισθησομένου ποσοῦ ἀπολύτως, ἀνεξαρτήτως, τουτέστι τοῦ νόμου, ὅστις περιορίζει τὴν ἐκτέλεσιν τῶν χρεῶν τῶν δήμων εἰς τὸ πεμπτημόριον. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συσχετίσητε μὲ τὸν νόμον ἐκεῖνον, ὥστε νὰ μὴ ὑποχρεῶνται οἱ δῆμοι πέραν τοῦ πεμπτημορίου. Ἂν εὑρίσκετε, ὅτι δῆμός τις χρεωστεῖ τόσον ποσόν, αὐτὸ δὲ τὸ ποσὸν τὸ διαιρέσητε εἰς 20 δόσεις κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἑκάστη δὲ δόσις ὑπερβαίνει τὸ πεμπτημόριον, ἐρωτῶ τί θέλει συμβῆ; ὁ νόμος, ὃν ψηφίζομεν σήμερον, εἶναι νεώτερος, καὶ κατισχύει τοῦ προηγουμένου· θέλει λοιπὸν ὑποχρεωθῆ ὁ δῆμος νὰ πληρώσῃ ἀμέσως καὶ πέραν τοῦ πεμπτημορίου. Ἄν, ὡς πιστεύω, δὲν σκοπῆτε τοῦτο, πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι οὐδέποτε εἶναι ἀπαιτητὸν ποσόν, ὅταν ὑπερβαίνῃ τὸ πεμπτημόριον, κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1852.
§49ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Εἰς τὰς προκαταβολὰς ἐφαρμόζεται αὐτὸ τὸ πεμπτημόριον;
§50ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἰς ὅλα ἐφαρμόζεται.
§51ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἰς τοὺς διδασκάλους δὲν ἐφαρμόζεται.
§52ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὸ δημόσιον εἰσπράττει τὰ ποσοστά, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὸν δῆμον· ἐκ τῶν ποσοστῶν κρατεῖ τὰς προκαταβολάς, ἐνταῦθα δὲ ἐπῆλθεν ἀμέλεια, διότι δὲν εἰσέπραξε τὰ ποσοστά.
§53ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐκτιμῶ τὸ πνεῦμα, ὅπερ ὑπηγόρευσε καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Ῥικάκην πρό τινος χρόνου, καὶ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῶν καθυστερούντων. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι οὔτε ὁ κ. Ῥικάκης, οὔτε ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, συντάσσοντες τὰ νομοσχέδιά των, ἔλαβον ὑπ’ ὄψει τὴν ἐξαιρετικὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται τὸ ἑλληνικὸν Κράτος, ἰδίως μάλιστα εἰς ἣν εὑρίσκετο κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ ἡλικίαν. Ὀφείλομεν ν’ ἀναμνησθῶμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι Κράτος ἀρτισύστατον, Κράτος, ὅπερ ἐξῆλθεν ἐκ καταστρεπτικῆς δουλείας καὶ καταστρεπτικωτέρου πολέμου. Ὀφείλομεν ἐπίσης ν’ ἀναμνησθῶμεν, ὅτι μετὰ τὴν ἵδρυσιν τοῦ Κράτους αὐτοῦ, ἕνεκα περιστάσεων, αἵτινες ἦσαν ἀναπόδραστοι ἐκ τῆς φύσεως αὐτῆς τῶν πραγμάτων, ἡ δημοσία τάξις ἐπὶ ἱκανὰ ἔτη διετέλει σαλευομένη, καὶ ἡ δημοσία ὑπαλληλία καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύναντο νὰ εὑρίσκωνται εἰς σημεῖον, ὅπως ἀσφαλίζωσι τὴν πλήρη λειτουργίαν τῶν νόμων. Λάβετε ἐπίσης ὑπ’ ὄψει, ὅτι ὁλόκληρος ἡ Ἑλλὰς ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ ἀγῶνος ἔρημος καὶ κατεστραμμένη, ὅτι τὰ ἄτομα προσεκλήθησαν οὐ μόνον νὰ δημιουργήσωσι περιουσίας, ἀλλὰ καὶ νὰ ἄρωσι τὰ ἐρείπια, ἅτινα ὁ πόλεμος ἐπεσώρευσεν. Ὑπῆρχε δὲ πολὺ μεγαλειτέρα ἡ ἐργασία, ἥτις ἐγένετο ἐν Ἑλλάδι, ἀπὸ τῆς ἐργασίας, ἥτις ἐγένετο εἰς τὴν Ἀμερικήν. Εἰς τὴν Ἀμερικὴν κατῆλθον οἱ ἄποικοι, ἀλλ’ εὗρον ἀπεράντους καὶ εὐφόρους γαίας, δὲν ὑπεχρεοῦντο δὲ ἄλλο τι νὰ πράξωσιν, εἰμὴ μόνον νὰ ἀναπτύξωσιν τὴν ἐργασίαν καὶ νὰ ἀποκτήσωσι πλούτη. Ἀλλ’ ἐν τῇ Ἑλλάδι ἔπρεπε νὰ γείνωσι καὶ ἄλλαι ἐργασίαι, ν’ ἀρθῶσι τὰ ἐρείπια, ἅτινα ἐπεσώρευσε καὶ ἡ δουλεία καὶ ὁ πόλεμος, καὶ ἀκολούθως ν’ ἀρχίσῃ ἡ παραγωγικὴ ἐργασία. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν νὰ κρίνωμεν τὰ γινόμενα, ἰδίως κατὰ τὰς πρώτας δεκαετηρίδας τοῦ βίου τοῦ Κράτους ἡμῶν, οὔτε διὰ τῆς ἐπιστήμης, οὔτε διὰ τῆς κυβερνητικῆς τέχνης τῆς ἀκριβοῦς, οὐδὲ δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν ἐν Ἑλλάδι τοὺς κανόνας, οὓς θὰ ἐδικαιούμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ Κράτους, ὅπερ ἀπήλαυσε τῆς εἰρήνης ἐπὶ πολύ. Ἐπειδὴ πιστεύω ὡς ἀναντιῤῥήτως βεβαιωμένον, ὅτι, ἂν ὑπῆρξαν καθυστερήσεις φόρων ἐκ μέρους τῶν πολιτῶν κατὰ τὰ πρῶτα τῆς ἱδρύσεως τοῦ Βασιλείου, αἱ καθυστερήσεις δὲν προῆλθον ἐκ κακῆς πίστεως, ἀλλ’ ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων, ἐκ τῆς ὑπερτάτης ἀνάγκης, εἰς ἣν εὑρέθησαν τὰ ἄτομα, συνεπείᾳ τῆς πολιτικῆς ἀκαταστασίας καὶ τῶν διηνεκῶν ἐπαναστάσεων, αἵτινες μέχρι τοῦ 1856 ἐμάστισαν τὴν Ἑλλάδα, νομίζω ὅτι πράττομεν ἔργον δικαιοσύνης καὶ ἀνταποκρινόμεθα πληρέστατα πρὸς τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων, ἂν διὰ μιᾶς διατάξεως ἀπαλείψωμεν ὅλα τὰ ἐκ φόρων προερχόμενα χρέη ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους μέχρι τοῦ 1854 ἢ 1856, αἱ δὲ διατάξεις αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὴν βαθμιαίαν ἐξόφλησιν τῶν καθυστερουμένων ἐφαρμοσθῶσιν εἰς τὰ ἀπὸ τοῦ 1856 καὶ ἐντεῦθεν ὀφειλόμενα. Τὰ μέχρι τοῦ 1856 χρέη, αἱ καθυστερήσεις ἐκ διαφόρων λόγων ἀναβαίνουσι περὶ τὰ 52,000,000· ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι δὲν θέλω νὰ περιλάβω εἰς τὴν ἀπάλειψιν αὐτὴν καὶ τὰς ὀφειλάς, αἵτινες προέρχονται ἐξ ἀγορᾶς κτημάτων, διότι τὰ κτήματα ὑφίστανται, καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν φόρων ἢ τῶν ὀφειλῶν τῶν προερχομένων ἐξ ὁμοίων ὑποχρεώσεων.
§54ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐννοεῖτε, ὅτι συμπεριλαμβάνονται καὶ αἱ ὀφειλαὶ αἱ προερχόμεναι ἐξ ἐνοικιάσεως προσόδων;
§55ΦΙΛΗΜΩΝ. Καὶ αὐταὶ προσέτι, διότι καὶ αὐτὰς ἐπηρέασεν ἡ κατάστασις.
§56ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρῶτον εἴπετε τοὺς φόρους· τώρα ὅλα τὰ χρέη;
§57ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὑποστηρίζω τὴν ἀπάλειψιν τῶν ἐξ ἀμέσων φόρων, δικαιώματος ἐπικαρπίας, προστίμων, χρηματικῶν ποινῶν καὶ δικαστικῶν ἐξόδων καθυστερουμένων μέχρι τοῦ 1850, ὡς ἀχρεωστήτων καὶ παραγεγραμμένων.
§58ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Συμφωνῶ καὶ ἐγὼ μὲ τὸν κ. Φιλήμονα, καθόσον εἶναι ὀφειλαὶ, ἐξ ὧν δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ λάβωμεν τίποτε, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἑξῆς τροπολογίαν· πρῶτον νὰ συμπεριληφθῶσιν ἅπασαι αἱ ἀπαιτήσεις τοῦ δημοσίου ἀνεξαιρέτως, συνάμα δὲ νὰ θέσωμεν καὶ ἕνα ὅρον, ἐπειδὴ εἶναι μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἐνοικιασταὶ, οὗτοι, ἀπαλλαττόμενοι ὑπὸ τοῦ δημοσίου τῆς καταδιώξεως, ὀφείλουν καὶ αὐτοὶ ν’ ἀπαλλάξουν καὶ τοὺς φαινομένους ὡς ὀφείλοντας αὐτοῖς φορολογουμένους· ἄλλως ὀφείλουν νὰ καταθέσουν ὁλόκληρον ὅ,τι ὀφείλουν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ τότε νὰ τοῖς ἐπιτραπῇ νὰ καταδιώξωσι τοὺς φορολογουμένους. Καὶ δὲν εἶναι μόνον οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Φιλήμων, εἶναι καὶ ἄλλοι λόγοι οὐσιωδέστατοι, τῶν ὁποίων ἡ μνημόνευσις ἐνταῦθα εἶναι περιττή, καὶ πάντες τοὺς γνωρίζομεν, ὅτι καὶ οἱ ἐνοικιασταὶ ἐνήργουν τὰς εἰσπράξεις ἀτάκτως, καὶ αἱ κατ’ αὐτῶν καταδιώξεις ὑπὸ τῶν ταμιῶν ἀτακτότεραι, καὶ πολλοὶ ταμίαι ἔκαμον καταχρήσεις, διότι πολλῶν πληρωσάντων δὲν διέγραψαν τὰς ὀφειλὰς ἀπὸ τὰ δημόσια βιβλία, καὶ τόσα ἄλλα κακὰ ἐγένοντο πρὸ τοῦ 1855· διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι πρέπει νὰ τὰ διαγράψωμεν ὅλα τὰ πρὸ τοῦ 1855. Κύριοι, ἀνέφερον, ὅτι πρὸ τοῦ 1855 δὲν ὑπῆρχον ἄλλοι ἀγορασταὶ δημοσίων κτημάτων εἰμὴ ὅσοι ἠγόρασαν προικοδοτήσεις, οἱ ὁποῖοι τὰς ἠγόρασαν εἰς τιμὰς ὑπερόγκους, ἐπλήρωσαν καὶ τόκους, καὶ ὡς ἐκ τούτου οἱ πλεῖστοι ἐζημιώθησαν. Ἐγὼ δὲν ἠξεύρω, οὔτε πιστεύω νὰ ὑπῆρξέ τις εὐτυχὴς καὶ νὰ ὠφελήθη ἀπὸ αὐτὰς τὰς ἀγοράς· πιστεύω, ὅτι ἐδυστύχησαν ἐκ τούτου, διότι τότε ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἤθελον νὰ γείνουν ἰδιοκτῆται, καθόσον εἴτε οἱ ἴδιοι, εἴτε οἱ πατέρες των ἐν τῷ ἀγῶνι, εἶχον θυσιάσει τὰ πάντα δι’ αὐτὰς τὰς γαίας, ἑπομένως ἐν τῷ ὑπερθεματισμῷ ἐζημιώθησαν. Ὅτι δὲ τὸ σύστημα ἐκεῖνο ἦτο πλημμελὲς, ἀπόδειξις, ὅτι ἐλήφθη τὸ τελευταῖον μέτρον τῆς ἐπὶ ἐκτιμήσει παραχωρήσεως.
§59ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνῷ κατέχει τὸ κτῆμα, διατί νὰ μὴ πληρώνῃ τὸ χρέος του; Εἶναι κύριος τοῦ κτήματος.
§60ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐπλήρωσαν ἀρκετά· δὲν εἶναι κανεὶς, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπλήρωσεν ἀρκετὰς δόσεις, καὶ καθυστεροῦν, ἀφοῦ ἐπλήρωσαν μάλιστα μὲ τιμὴν ὑπέρογκον καὶ τόκους. Κύριοι, ὅταν συζητῶμεν ἐδῶ, πρέπει νὰ μὴ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν μας καὶ τὸν γείτονά μας ἢ ἄλλον ἀντίπαλόν μας, ἀλλὰ πρέπει νὰ νομοθετῶμεν ἐν ἀπαθείᾳ· δὲν λέγω δὲ ταῦτα, διότι εἶμαι ἀγοραστὴς ἢ ὀφείλω. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὰ παρὰ τῶν δήμων ὀφειλόμενα. Ἐνταῦθα πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν ὀφείλουν οἱ δῆμοι ἕνεκα ἀμελείας τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν κατὰ τὴν εἴσπραξιν, ἀλλ’ ἕνεκα ἀμελείας τῶν δημοσίων ταμιῶν, διότι εἷς δῆμος, ἔχων νὰ εἰσπράξῃ εἰσόδημα 1,000 δραχμῶν, ἠδύνατο νὰ εἰσπράξῃ τοὐλάχιστον 800. Ἐὰν ἀνατεθῇ ἡ εἴσπραξις εἰς τὸ δημόσιον, τοῦτο θὰ εἰσπράξῃ τὰς 300 ἢ 500, καὶ μάλιστα τὰ ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων ἢ οἰκοδομῶν, διότι δὲν εἰσπράττει καὶ τὰ τοῦ δημοσίου· ἑπομένως οἱ δῆμοι δὲν ὀφείλουσι καὶ τὰ καθυστερούμενα, ἀφοῦ δὲν ἔχουσι τὴν διαχείρισιν. Τότε οἱ δῆμοι δύνανται νὰ πληρώσωσιν, ὅταν λογαριασθῶσιν ὑπὸ τοιοῦτον κανόνα μὲ τὰ δημόσια ταμεῖα.
§61ΦΙΛΗΜΩΝ. Οἱ δῆμοι πρέπει νὰ ἐνισχυθοῦν.
§62ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Λοιπὸν φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει συμφέρον ν’ ἀπαλείψῃ τὰ ὀφειλόμενα ἀπὸ τοὺς δήμους, νὰ ληφθῇ εἰς τοὺς μεταξὺ των καὶ δημοσίων ταμιῶν λογαριασμοὺς τὸ ὁποῖον ἐμνημόνευσα μέτρον. Πρὸς τούτοις παρατηρῶ, ὅτι διὰ τὰ πρὸ 27 ἐτῶν καὶ 30 οὐδεὶς ταμίας εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ διευκρινήσῃ αὐτὰς τὰς ὀφειλάς· ἐπειδὴ ὅμως ἐῤῥέθη καὶ περὶ τῶν ὀφειλομένων ἀμέσως ἀπὸ τοὺς φορολογουμένους ἀπὸ τὰ ἔτη αὐτὰ, καὶ πρέπει νὰ τοὺς ἀπαλλάξωμεν αὐτοὺς τοὺς φορολογουμένους, νὰ θέσωμεν ῥητῶς τὸν ὅρον, ὅτι οἱ ἀπαλλαττόμενοι ἐνοικιασταὶ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὀφείλουν ν’ ἀφήσωσιν ἀπηλλαγμένους καὶ τοὺς εἰς αὐτοὺς φαινομένους ὀφειλέτας φορολογουμένους· ἄλλως, ἐὰν οἱ ἐνοικιασταὶ δὲν δέχωνται τὸν τοιοῦτον περιορισμὸν, ὀφείλουν νὰ καταθέσωσιν εἰς τὸ δημόσιον ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, ὅπερ ὀφείλουσι.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φιλήμων ὑπέβαλε τροπολογίαν. (Ἀναγινώσκεται.)
§64ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ ἰδέα, κύριοι, τῆς τακτοποιήσεως τῶν καθυστερούντων δὲν προῆλθε μόνον ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ νὰ φανῶμεν εὐεργετικοὶ πρὸς τοὺς ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου, ἀλλὰ προῆλθε καὶ ἐκ τοῦ σκοποῦ τοῦ νὰ δυνηθῶμεν νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν τακτοποίησιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἕν, κύριοι, μέσον τῆς τακτοποιήσεως ταύτης εἶναι ἡ ἐκκαθάρισις καὶ τακτοποίησις τῶν ὀφειλομένων. Ἀλλὰ λέγοντες ἐκκαθάρισιν καὶ τακτοποίησιν τῶν ὀφειλομένων, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μόνον ἐκεῖνα περὶ τῶν ὁποίων δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἐλπὶς εἰσπράξεως, χωρὶς νὰ περιπλέξωμεν καὶ τὸ δημόσιον καὶ τοὺς ὀφειλέτας εἰς νέας δυσχερείας, τὰς ὁποίας ἤδη ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἀποφύγωμεν. Δι’ αὐτὸ τὸν λόγον, καὶ ἰδίως διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Φιλήμονος, τοῦ νὰ θεωρηθῶσιν ἀπαλειπτέα ἐκ τῶν βιβλίων τοῦ δημοσίου τὰ ποσὰ τὰ ὀφειλόμενα μέχρι τινὸς ἐποχῆς, ὡς κυρίαν βάσιν ἔχει καὶ τὸν ἰσχυρὸν λόγον, ὅτι ἡ ἐκκαθάρισις εἶναι ἀδύνατος, ὅταν λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι πρὸ 50 ἐτῶν ὀφείλονται τὰ ποσὰ ταῦτα, καὶ ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ εὕρητε τοὺς κληρονόμους καὶ διαδόχους τῶν ὀφειλετῶν, οἵτινες ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐξέλιπον, καὶ ὅτι περὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως θὰ ἐγερθῶσιν ἀμφισβητήσεις περὶ ἐξοφλήσεως καὶ ἄλλαι, αἵτινες θέλουσι γεννήσει πολυπλόκους δίκας, ἐπιζημίους εἴς τε τὸ δημόσιον καὶ τοὺς πολίτας, πρέπει νὰ παραδεχθῆτε κατ’ ἀρχὴν, ὅτι τὰ ποσὰ ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων θεωρεῖται σχεδὸν βέβαιον, ὅτι ἡ ἐκκαθάρισις εἶναι ἀδύνατος, θεωροῦνται ἀπεσβεσμένα, ἀφοῦ πρὸς τοῦτο συντρέχει καὶ ἡ παραγραφή. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ἡ παραγραφὴ νὰ τεθῇ ὡς ὅρος τῆς ἀπαλλαγῆς, ἀλλὰ νὰ ἐπεκτείνωμεν αὐτὴν μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου, καθ’ ὃν, καὶ ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἐξαναγκάσωμεν τὴν εἴσπραξιν, θέλομεν ἐμβάλει τὸ δημόσιον εἰς δίκας καὶ περιπλοκάς. Τοῦτο συγχρόνως τὸ θεωρῶ καὶ δίκαιον καὶ συμφέρον, διότι δι’ αὐτοῦ δύνανται νὰ ἐκκαθαρισθῶσι καὶ τακτοποιηθῶσιν αἱ λοιπαὶ ὀφειλαὶ καὶ αἱ εἰσπράξεις. Διότι, ἐὰν ἑνώσωμεν τὰ ὀφειλόμενα τῶν τελευταίων ἐτῶν μετὰ τῶν ὀφειλομένων ἀπὸ τοῦ 1833, δὲν εἶναι καμμία ἀμφιβολία, ὅτι θὰ σχηματισθῇ ἓν νέον μαρτυρολόγιον ὀφειλετῶν, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν εὑρεθῆ ἀδιακρίτως εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν καὶ θέλουσι φέρει περιπλοκὰς, ὥστε τὸ δημόσιον οὕτως, ἀντὶ νὰ ὠφεληθῇ, θὰ ζημιωθῇ. Ὥστε κατ’ ἀρχὴν εἶμαι σύμφωνος μὲ τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν, διότι στηρίζεται εἰς τὸ δίκαιον καὶ συμφέρον. Ἀλλὰ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Λακεδαίμονος κ. Δημητρακάκης ὑπέβαλε πρότασιν, ὅτι πρέπει ν’ ἀπαλείψητε καὶ τὰ ὀφειλόμενα ἐκ τῆς ἀγορᾶς δημοσίων κτημάτων. Νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι περιττόν.
§65ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν ἐπιμένω εἰς τοῦτο ἐγὼ διὰ τοὺς ἐνοικιαστὰς μᾶλλον εἶπον.
§66ΡΙΚΑΚΗΣ. Διὰ τὰς ἐνοικιάσεις βέβαια. Ἡ ἐπιτροπὴ, καθὼς θέλετε παρατηρήσει εἰς τὴν ἔκθεσίν της, ἐπεξέτεινε, τὸν χρόνον, ἤτοι ἀντικατέστησε τὰς λέξεις «μέχρι τοῦ 1876» διὰ τῶν «μέχρι τοῦ 1878,» δι’ ἕνα λόγον, τὸν ὁποῖον ἔχω καθῆκον νὰ σᾶς ὑποβάλω. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἦλθε συνωδευμένον μὲ ἕτερον νομοσχέδιον περὶ εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων. Αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον εἶναι αὐστηρότατον, ὡς θέλετε ἰδεῖ, καὶ ἐννοῶ τὴν σκέψιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ὅστις λέγει: θέλω νὰ τακτοποιήσω τὰ ὀφειλόμενα, ἀλλὰ θέλω νὰ ἦμαι αὐστηρότερος εἰς τὴν εἴσπραξιν, ὅταν χορηγῶ εὐεργετικὰ μέσα πρὸς ἐξόφλησιν τῶν χρεῶν αὐτῶν. Διὰ τοῦ δευτέρου νομοσχεδίου, μετὰ παρέλευσιν ὡρισμένης τινος προθεσμίας, δίδεται εἰς ἐνοικιαστὰς ἡ εἴσπραξις, οἵτινες ὀφείλουσιν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας δι’ ὅλων τῶν μέσων νὰ εἰσπράξωσι τὰ ὀφειλόμενα, ἐντὸς δὲ τῆς προθεσμίας αὐτῆς ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον εἰς τοὺς ταμίας, ἐπὶ ποινῇ αὐστηρᾷ, νὰ εἰσπράξωσι τὰ καθυστεροῦντα. Ἡ ἐπιτροπὴ λοιπὸν, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν αὐστηρότητα τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου, καὶ ὅτι ἀπὸ τοῦ 1877 μέχρι τοῦ 1880 ὀφείλονται 12 ἑκατομμύρια καὶ 600 τόσαι χιλιάδες δραχμαὶ, ἐσκέφθη, ὅτι μετὰ τὴν ὁριζομένην ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ προθεσμίαν, θέλει ἐφαρμοσθῆ τὸ μέτρον τῆς ἐνοικιάσεως καὶ τῆς καταδιώξεως, ἐκ προοιμίων δὲ γνωρίζομεν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον εἰς τὰς σημερινὰς μάλιστα περιστάσεις νὰ εἰσπραχθῇ ἐν τόσῳ μέγα ποσὸν, χωρὶς νὰ ἐπέλθουν κλονισμοὶ καὶ ζημίαι σπουδαῖαι, καὶ μάλιστα εἰς τὸν πτωχὸν λαὸν, ὅστις ὀφείλει ἐκ δηλώσεων γαιῶν. Αὐτὸς ὁ λόγος μᾶς ὑπηγόρευσε νὰ παραδεχθῶμεν τὴν προτεινομένην τροπολογίαν. Πρέπει νὰ φερθῶμεν αὐστηρότερον κατὰ τὴν τακτοποίησιν καὶ τὴν εἴσπραξιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ μέτρον δὲν πρέπει νὰ καταστρέψῃ πολλοὺς ὀφειλέτας, καὶ πρὸ πάντων τῆς μικρᾶς τάξεως. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πολὺ δικαίως ἡ ἐπιτροπὴ ἐσύστησεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως τὸ εὐεργητικὸν μέτρον ἐπεκταθῇ μέχρι τοῦ 1878, καὶ τοιουτοτρόπως θὰ μείνουν ὀφειλόμενα καὶ ὑπαγόμενα εἰς τὴν ἄμεσον καταδίωξιν τὰ τῶν ἐτῶν 1879 καὶ 1880· ὅταν δὲ ἔλθωμεν εἰς τὸ ἕτερον νομοσχέδιον, θέλω ἀναπτύξει τὴν ὡς πρὸς τὰς προθεσμίας ἑτέραν τροπολογίαν τῆς ἐπιτροπῆς. Αἱ περιστάσεις δὲν ἐπιτρέπουσιν ἔκτακτον καταδίωξιν, χωρὶς νὰ λάβωμεν ἓν μέτρον εὐεργετικὸν καὶ δι’ ἐκείνους τοὺς ὀφειλέτας καθ’ ἣν ἐποχὴν τοὺς πάντας ἀνεστατώσαμεν, ὅλας δὲ τὰς χεῖρας ἀφῃρέσαμεν ἀπὸ τὴν γεωργίαν. Οἱ δηλώσαντες τὰς γαίας των καὶ ὀφείλοντες δὲν εἶναι κατὰ τὰς περιστάσεις αὐτὰς εἰς κατάστασιν νὰ φροντίσωσι περὶ τῶν ἰδίων ὑποθέσεων· ἑπομένως δὲν εἶναι ἐποχὴ, καθ’ ἣν δυνάμεθα νὰ ἀπαιτήσωμεν νὰ πληρώσωσιν ἀμέσως ἐν τόσῳ μέγα ποσὸν 12 ἑκατομμυρίων. Αὐταὶ λοιπὸν εἶναι αἱ σκέψεις, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπροτείναμεν νὰ ἐπεκταθῇ ἡ εὐεργητικὴ διάταξις καὶ εἰς τοὺς ὀφειλέτας τοῦ 1878.
§67ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Τρίαι νέαι προτάσεις ὑπεβλήθησαν. Ἡ μία ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Ἀττικῆς κ. Καλλιγᾶν, ὅστις προτείνει, ὅτι εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς, τοὺς ἀγοραστὰς κτημάτων καὶ τοὺς ὑπολόγους δὲν πρέπει νὰ χαρισθῶσιν οἱ τόκοι. Σᾶς εἶπον καὶ εἰς τὴν προηγουμένην ἀγόρευσίν μου, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω καὶ ἤδη, ὅτι καὶ κατὰ τὸ 1853 καὶ κατὰ τὸ 1861, ὅτε ἐγένοντο εὐεργετικοὶ νόμοι, ἐθεωρήθη συμφέρον νὰ χαρισθοῦν οἱ τόκοι, διότι οἱ νομοθέται ἐσυλλογίσθησαν, ὅτι, ἀφοῦ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πληρωθῇ τὸ κεφάλαιον, θὰ ἦτον ἔτι μᾶλλον ἀδύνατον νὰ πληρωθῇ καὶ ὁ τόκος. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι, ἐὰν θέλωμεν νὰ γείνῃ ἐκκαθάρισις καὶ νὰ δώσωμεν εἰς τὸ Κράτος ἕνα πόρον, ὁ ὁποῖος θέλει δίδει μίαν μεγάλην πρόσοδον κατ’ ἔτος, πρέπει νὰ φανῶμεν καὶ σήμερον ἐπιεικεῖς, χαρίζοντες τοὺς τόκους. Ἑτέρα πρότασις εἶναι ἡ ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Φιλήμονος ὑποβληθεῖσα, κατὰ τὴν ὁποίαν προτείνεται νὰ χαρισθῶσιν ἢ νὰ ἀπαλειφθῶσιν ἀπὸ τὰ δημόσια βιβλία πάντα τὰ ὀφειλόμενα ἀπὸ φόρους, τέλη χαρτοσήμου, δικαστικὰ καὶ ποινικὰ ἔξοδα μέχρι τοῦ 1854. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐκ τῶν τοιούτων καθυστερήσεων πολὺ ὀλίγον ποσὸν ἔχομεν νὰ εἰσπράξωμεν, καθόσον μάλιστα οἱ πλεῖστοι τῶν ὀφειλετῶν ἀπέθανον· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν ἐκ τῶν προτέρων νὰ τὰ ἀπαλείψωμεν καὶ νὰ ἀφήσωμεν ἀκαταδιώκτους καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ τὰ πληρώσωσι, τοιοῦτοι δὲ εἶνε οἱ κληρονομήσαντες ἀπὸ τοὺς πατέρας των μεγάλας περιουσίας· ἐὰν δὲ ὁ πατὴρ δὲν ἐπλήρωσε τὸ χρέος του, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ μείνῃ ἀκαταδίωκτος ὁ υἱός. Ἐγένετο πολὺς λόγος περὶ φορολογουμένων καὶ ἤκουσα πολλοὺς ἐπιεικῶς λαλοῦντας διὰ τὰ καθυστεροῦντα ἀπὸ φόρου;. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν συμφωνῶ μετ’ αὐτῶν, διότι, ἐξετάζων τὰ δημόσια βιβλία, βλέπω, ὅτι ἐκ τῶν φορολογουμένων δὲν πληρώνουν κυρίως αἱ εὔποροι τάξεις, τῶν ὁποίων οἱ φόροι εἶναι μέτριοι, καὶ αἱ ὁποῖαι πρὸ πάντων ἔπρεπε νὰ πληρώνουν. Περὶ τούτου δύνασθε νὰ πεισθῆτε, ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν οἱονδήποτε ἀπολογισμόν. Καὶ ἐπειδὴ ἔχω πρόχειρον τὴν σημείωσιν τῶν καθυστερούντων τῆς χρήσεως τοῦ 1879, ἡ ὁποία θέλει μοὶ χρησιμεύσει κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀκούσητε ποῖαι εἶναι αἱ τάξεις τῶν φορολογουμένων, αἱ ὁποῖαι καθυστεροῦν περισσότερα, καὶ ἐξ αὐτῆς νὰ κρίνητε, ἐὰν οἱ φορολογούμενοι ἦναι ἄξιοι τῆς ἐπιεικείας. Ἐκ τοῦ φόρου τῶν ζώων ἐβεβαιώθησαν ἔσοδα 1 ἑκατομμύριον 938 χιλ. καὶ οἱ κτηνοτρόφοι δὲν εἶναι βεβαίως οὔτε εὔποροι, οὔτε ἰσχυροὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἀλλ’ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἄποροι καὶ ἀδύνατοι καὶ ὅμως ἐκ τοῦ φόρου τούτου ἔχομεν καθυστέρημα 200 χιλ. δραχμῶν, τουτέστι 10 τοῖς ἑκατόν, ἅτινα κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θέλουν εἰσπραχθῆ κατὰ μέγα μέρος. Ἔρχομαι εἰς τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων, ὅστις, ὅπως γνωρίζετε, ὀφείλεται καὶ ἀπὸ πλουσίους, καὶ ἀπὸ πτωχούς, καὶ ἀπὸ ἰσχυρούς, καὶ ἀπὸ ἀδυνάτους. Ὁ φόρος αὐτὸς ἄφησε 425 χιλ. δραχ. καθυστέρημα ἐπὶ ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ 455 χιλ. τουτέστι 3%. Καὶ δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι οἱ ὀφείλοντες τὸν φόρον αὐτὸν εἶναι ἄξιοι περισσοτέρας ἐπιεικείας καὶ συγκαταβάσεως ἀπὸ τοὺς δυστυχεῖς κτηνοτρόφους, οἵτινες τρέχουν εἰς τὰ ὄρη καὶ εἰς τὰς φάραγγας. Ἀλλ’ ὁ φόρος, ὅστις ἀφίνει μεγαλείτερον καθυστέρημα, εἶναι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, ὅστις, ὡς γνωρίζετε, ὀφείλεται ἀπὸ τὰς πλουσιωτέρας τάξεις, διότι αἱ οἰκίαι, τῶν ὁποίων τὸ ἐνοίκιον δὲν ὑπερβαίνει τὰς 20 δραχ. κατὰ μῆνα, δὲν φορολογοῦνται· ἑπομένως ὁ φόρος ἐπιβαρύνει μόνον τοὺς εὐπόρους, εἶνε δὲ καὶ ἐκ τῶν μετριωτέρων, διότι συνίσταται εἰς 5% ἐπὶ τῶν ἐνοικίων. Ἐκ τοῦ φόρου τούτου ἐβεβαιώθησαν 695 χιλ. δραχμαί, εἰσεπράχθησαν δὲ 305 χιλ. δραχμαί. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχουν καθυστερήματα ἐκ μέρους τῶν φορολογουμένων, τὰ καθυστερήματα ταῦτα δὲν ἐπιβαρύνουσι τοὺς ἀπόρους, ἀλλὰ μᾶλλον τοὺς εὐπόρους. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι τὸ σύστημα τῆς καταδιώξεως, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, εἶναι ἀτελὲς καὶ δὲν φθάνει ὅλους τοὺς ὀφείλοντας πρὸς τὸ δημόσιον. Καὶ διὰ τοῦτο, ἀφοῦ ὅλα τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἔγειναν, ἀπέτυχαν καὶ δὲν ἔφεραν τὰ ἀπαιτούμενα ἀποτελέσματα, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς παρουσιάσω τὸ ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, διὰ τοῦ ὁποίου φρονῶ, ὅτι θέλει παύσει ἡ ἰσχὺς καὶ ἡ ἐπιῤῥοὴ τινῶν, καὶ ὅτι, γινόμενοι πάντες ἐνώπιον τοῦ νόμου ἴσοι, θέλομεν πληρώνει ἀφεύκτως τοὺς φόρους μας, διότι κατ’ αὐτὸ δίδεται μὲν μεγαλειτέρα προθεσμία εἰς τοὺς φορολογουμένους, ἀλλὰ εἰς ὅσους δὲν προσέλθωσιν ἐπιβάλλεται ἓν τεταρτημόριον καὶ παραδίδονται εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν, ὁ ὁποῖος ὡς ἰδιώτης δὲν θέλει ἀφήσει κανένα νὰ κρατήσῃ χρήματα, τὰ ὁποῖα αὐτὸς ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσῃ εἰς τὸ δημόσιον. Ὁ νόμος αὐτὸς ἐὰν, καθὼς ἐλπίζω, ψηφισθῆ, θέλει καταπαύσει τὰ καθυστερήματα, διότι διὰ τὰ μὴ ἐνοικιαζόμενα ὑποχρεοῖ τοὺς ταμίας νὰ δώσωσι λόγον ἐνώπιον τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἀποφαίνεται ἐντὸς συντόμου προθεσμίας περὶ τῆς εὐθύνης αὐτῶν. Τρίτη πρότασις ὑπεβλήθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Πατρῶν κ. Ῥικάκην, κατὰ τὴν ὁποίαν προτείνεται νὰ συμπεριληφθῶσιν εἰς τοῦτον τὸν νόμον καὶ τὰ ὀφειλόμενα τῶν Χρήσεων τοῦ 1877 καὶ τοῦ 1878. Δὲν δύναμαι δυστυχῶς οὔτε τὴν πρότασιν αὐτὴν νὰ παραδεχθῶ, διότι τὸ δημόσιον εἰσπράττει ἀπὸ τὰς ἐγγυτέρας τέσσαρας χρήσεις 1 ἑκατομμύριον ἕως 1,500 χιλ. δραχμῶν, δὲν ἐπιθυμῶ δὲ νὰ στερηθῶμεν 500 χιλ. δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ εἰσπραχθῶσιν ἀπὸ τὰς δύο ταύτας χρήσεις. Ἐὰν δὲ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄλλου νομοσχεδίου εὑρεθῇ, ὅτι εἶνε αὐστηρὸν νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ τὰ ὀφειλόμενα τῶν δύο αὐτῶν χρήσεων εἰς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ καθυστερούντων νόμου, περὶ τούτου θέλει ἀποφασίσει ἡ Βουλή. Ἐπειδὴ δὲ ὁ κ. Ῥικάκης ἀνέφερε καὶ τοὺς ὀφείλοντας ἀπὸ δόσεις γαιῶν καὶ φυτειῶν, χρεωστῶ νὰ εἴπω, ὅτι κατὰ τὸ 1877 καὶ 1878 τοιαῦτα καθυστεροῦντα δὲν ὑπάρχουν, διότι ἡ δόσις τῶν γαιῶν καὶ τῶν φυτειῶν κατέστη ὑποχρεωτικὴ ἀπὸ τοῦ 1879. Ἀφοῦ οἱ δηλώσαντες ἐγένοντο κύριοι τῶν γαιῶν, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ χάσῃ τὸ δημόσιον καὶ τὸ ὀλίγον αὐτὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον τοὺς ὑπεχρέωσε νὰ δώσωσι καὶ μὲ τὴν μεγαλειτέραν εὐκολίαν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν ἀρχὴν καὶ προχωρήσῃ εἰς τὰ καθέκαστα.
§68ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριοι, ἀπὸ τῆς πρώτης παρουσιάσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἔλαβον τὴν τιμὴν διὰ βραχέος λόγου ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου νὰ παραστήσω τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐθεώρουν τὸ νομοσχέδιον ὡς μὴ πολιτικὸν, ὡς μὴ συμφέρον εἰς τὴν ἐπικράτειαν, οὔτε εἰς τὸ ἐνεστὼς, οὔτε εἰς τὸ μέλλον, διότι δίδει εἰς πολλοὺς τὸ ἐνδόσιμον νὰ πιστεύουν, ὅτι ὅ,τι γίνεται σήμερον, θὰ γείνῃ καὶ αὔριον. Τὰ τοιαῦτα νομοσχέδια στεροῦνται πολιτικῆς συνέσεως, ἢ μᾶλλον δὲν ἔχουν παραπολὺ πολιτικὴν ἀξίαν. Τῳόντι, τίς ἐξ ὅσων ἀπὸ δεκαετίας ἢ μέχρι τοῦ 1878 προσεφέρθησαν νὰ πληρώσουν εἰς τὸ ἐθνικὸν ταμεῖον δὲν μετεμελήθη, διότι ἔσπευσε νὰ πληρώσῃ τοὺς φόρους του; καὶ, ἐκτὸς ἂν τὸ ἔπραξεν ἐκ πατριωτισμοῦ, οἱ πλεῖστοι θέλουν μεταμεληθῆ, διότι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ λάβωσι μερίδα εἰς τὴν ἄφεσιν τῶν χρεῶν. Τοιοῦτον λοιπὸν μέτρον θεωρῶ κατ’ ἀρχὴν ὡς μὴ ἐπωφελὲς, καὶ ὅτι διὰ τὸ μέλλον θέλει ἔχει κακὰς συνεπείας. Ἀλλὰ ἐν γένει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἔπρεπε νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, πρὸ πάντων εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις, διότι ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι θέλει ψηφισθῆ, τί θέλει συμβῆ; ἐνῷ, ὅπως τουλάχιστον φαινομενικῶς ὑποτίθεται, μία μερὶς τοῦ ἔθνους θέλει πορεύεσθαι πρὸς βοῤῥᾶν δι’ ἐκπλήρωσιν ὑποτιθεμένων σκοπῶν, θέλουσι δὲ μείνει τὰ ἀσθενῆ πρόσωπα καὶ αἱ οἰκογένειαι ἀπροστάτευτοι ἀπὸ τοὺς οἰκογενειάρχας, εἰς τὴν θύραν τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν θὰ παρουσιάζεται ὁ εἰσπράκτωρ. Φαντασθῆτε ὁποία θὰ ἦναι ἡ θέσις τῶν οἰκογενειῶν ἐν τῇ ἐποχῇ ταύτῃ, ὅτε αἱ πόλεις, τὰ χωρία θὰ ἦναι ἔρημα κατοίκων, θὰ συλλαμβάνωνται τὰ μένοντα πρόσωπα τῶν οἰκογενειῶν ὑπὸ τῶν εἰσπρακτόρων καὶ τῶν διαφόρων προσώπων, οἵτινες παρακολουθοῦν αὐτούς. Ἀλλὰ, κύριοι, φρονῶ, ὅτι εἰς ἐλευθέρας πολιτείας ἡ ἐν γένει μὴ ἐκπλήρωσις τῶν καθηκόντων δὲν πρέπει νὰ εὐνοῆται οὕτω διὰ μέσων εὐεργητικῶν, οὔτε πάλιν νὰ γίνηται χρῆσις μέσων αὐστηρῶν, καταδυναστικῶν. Εἰς τοὺς ἐλευθέρους πολίτας ἡ πρὸς τὸ καθῆκον πειθανάγκασις πρέπει νὰ ἐπέρχηται διὰ τῆς στερήσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, διὰ νὰ ἐννοήσῃ ὁ πολίτης, ὅτι τὸν φόρον δὲν τὸν πληρόνει ὃν τρόπον ἐκ παραδόσεως γνωρίζομεν, ὅπως ἦτο τὸ χαράτσι, τὸ ὁποῖον ἐπροξένει ἀποστροφὴν, ἀλλὰ πληρόνει τὸν φόρον ὡς ἓν ἀσφάλιστρον, καὶ ὅπως ἔχῃ ἐν τῇ πολιτείᾳ τόσα ἀγαθὰ, ὑπὲρ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ προσφέρῃ ἕνα ἔρανον, ὁ ὁποῖος λέγεται φόρος· ὅταν ὁ πολίτης ἀρνῆται τοῦτον, θὰ εἰπῇ τοῦτο, ὅτι δὲν θέλει νὰ ἔχῃ ἐλευθερίας, τότε αὐτὸς ἑαυτὸν καταδικάζει ὡς ἀνάξιον ἐλευθεριῶν, μὴ πληρόνων φόρον, καὶ πρέπει νὰ ὑποφέρῃ τὰς συνεπείας, αἵτινες εἶναι νὰ καταβιβάζηται μεταξὺ τῶν συμπολιτῶν του εἰς ὑποδεεστέραν πολιτικὴν βαθμίδα, νὰ γίνῃ ἄνευ προσωπικότητος ἐν τῇ πολιτείᾳ, διότι οὕτω μόνον ἕκαστος θέλει ἐννοήσει τὴν ἱερότητα τοῦ φόρου, καὶ θὰ σπεύσῃ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του. Διὰ τοιούτων μέσων διαπαιδαγωγεῖται ὁ λαὸς εἰς κατανόησιν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, διότι σήμερον ἅμα λέγει ὁ λαὸς φόρον, ἀμέσως συνδέεται ἡ ἔννοια τοῦ φόρου μὲ τὸν εἰσπράκτορα, μὲ τὸν μηνύτορα, μὲ τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ τόπου ἀπέκτησαν μίαν ἀπόχρωσιν κακήν· ἀλλὰ διὰ τοῦ μέσου τούτου τῆς ἐπαναφορᾶς τῶν πολιτῶν εἰς ἐπίγνωσιν τοῦ καθήκοντός των, θὰ κατανοήσωσιν, ὅτι ὁ φόρος εἶναι κανὼν, ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐλευθερία τοῦ πολίτου. Ἐννοῶ λοιπὸν, ὅτι διὰ τῆς στερήσεως προσωπικῶν πλεονεκτημάτων δύνανται ἀξιολογώτερον νὰ ἐκτελέσωσι τὸ καθῆκόν των, παρὰ διὰ τῶν καταδιώξεων, τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον τοῦτο διαγράφει. Εἰς τρεῖς ἐποχὰς παρουσιάζεται τὸ μέτρον τῆς ἀφέσεως τῶν χρεῶν, καὶ εἰς τὰς τρεῖς αὐτὰς δὲν ἐλήφθη μέτρον τῆς μὴ ἐπαναλήψεως τῆς ἀνάγκης ταύτης, καὶ κατὰ συνέπειαν τῆς ἀποκοπῆς τῶν ἐλπίδων μελλούσης ἀφέσεως. Καὶ μήπως σήμερον τὸ νομοσχέδιον ἢ ἡ ἐν γένει οἰκονομία τοῦ συστήματος τοῦ φορολογικοῦ παρουσιάζει τοιοῦτόν τι, ὅπως ἀφαιρεθῇ ἀπὸ παντὸς ἡ πιθανότης, ὅτι εἰς τὸ μέλλον δὲν θὰ παρουσιασθῇ νέα ἄφεσις χρεῶν; Νομίζω δὲ, ὅτι μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων τόσων ἐπαρχιῶν ἐν τῇ Βουλῇ δύναται νὰ σχηματισθῇ μία ἐπιτροπὴ, ἥτις νὰ σκεφθῇ ἐπὶ τοῦ παρελθόντος, καὶ ἀποβλέψῃ εἰς τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα παρέχουσι τὴν τοιαύτην καθυστέρησιν, καὶ οὕτω νὰ ἤθελεν εἰσαχθῆ πρὸς ἐπιψήφισιν ἓν μέτρον, τὸ ὁποῖον νὰ δύναται νὰ ὑπόσχηται τὴν μὴ ἐπανάληψιν τῶν τοιούτων καθυστερήσεων. Αἱ καθυστερήσεις δὲ αὗται εἶναι δυστυχῶς οὐχὶ μόνον ἀτόμων, ἰδιωτῶν, ἀλλὰ καὶ ἐξ ὑπαλλήλων, καὶ ἐξ ἑταιριῶν. Τουλάχιστον ὡς πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους μήπως ἔχομεν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον λειτουργοῦν εἰλικρινῶς, ἵνα καθιστᾷ ἐπαισθητὴν τὴν ἀνάγκην τῆς μὴ χαλαρᾶς διεξαγωγῆς τῆς ὑπηρεσίας παρὰ τῶν ὑπαλλήλων; τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀπασχολεῖται ἤδη εἰς ἐξέλεγξιν λογαριασμῶν πρὸ εἰκοσαετίας ἢ δεκκοκταετίας ὑπαρξάντων ὑπολόγων. Ἂν αἱ ἐργασίαι τοῦ Συνεδρίου ἤθελον μετατεθῆ εἰς τὴν σημερινὴν ἐποχὴν, καὶ ἤθελεν ἀρχίσει νὰ λειτουργῇ ἀπὸ σήμερον, πιθανὸν νὰ ἤθελε φέρει ἀποτέλεσμά τι, τουλάχιστον ὡς πρὸς τὸ δημοσιολογικὸν προσωπικόν. Ταῦτα, κύριοι, ὤφειλον νὰ ὑποβάλω εἰς ὑμᾶς ἐπὶ τῇ πεποιθήσει, ὅτι ἐκπληρῶ τὸ καθῆκόν μου. Ἤδη ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι θέλει ψηφισθῆ τὸ νομοσχέδιον, φρονῶ, ὅτι ἂν ὑπάρχῃ ὀφειλὴ δικαιοτέρα νὰ ἀφεθῇ, εἶναι ἡ τῶν δήμων. Δὲν ἠξεύρω ποῖαι ἰδέαι ἐνέπνεον τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους κατὰ τὰς δύο συνελεύσεις· ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καθιερώθη σύστημα ἰδεῶν, κατὰ τὸ ὁποῖον προστατεύεται ἡ ἀνωτέρα ἐκπαίδευσις, ἡ δὲ κατωτέρα δὲν λαμβάνεται ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν. Πιθανὸν ἡ ἔλλειψις τότε ἐπιστημόνων, ἡ ἔλλειψις τῶν μέσων τῆς τελειοποιήσεως εἰς ἀνωτέραν σπουδὴν ἐπέβαλε τὸ μέτρον· ὥστε ἔχει ἱστορικὴν ἀφορμὴν, ἐνῷ ἔπρεπεν ὅλως τὸ ἐναντίον νὰ συμβαίνῃ, ἡ κατωτέρα ἔπρεπε νὰ ἦναι δωρεὰν καὶ νὰ τυγχάνῃ τῆς ἐπικουρίας τῆς κυβερνητικῆς πλειότερον τῆς ἀνωτέρας. Σήμερον, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ μέτρον τῆς ὀρθοφροσύνης, ἀποδειλιῶμεν.
§69ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δίδακτρα νὰ ἐπιβάλωμεν;
§70ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἀλλὰ προλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι ἀπέναντι τοιαύτης ἰδέας, ἐὰν ἤθελέ τις προτείνει δίδακτρα εἰς τοὺς φοιτητὰς τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τοὺς μαθητὰς τοῦ Γυμνασίου, ἤθελε χάσει τὴν δημοτικότητά του, ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἤθελε φέρει τοιοῦτον μέτρον, ἀκούσει παράπονα, μομφάς, ἴσως καὶ τι πλειότερον, ἤθελον συμβῆ καὶ διαδηλώσεις. Καὶ ἐγὼ δὲ αὐτὸς αἰσθάνομαι τὴν δειλίαν νὰ προχωρήσω εἰς τὴν πρότασιν ἂν καὶ μὴ ὑπάρχοντος τοῦ ἁρμοδίου καιροῦ εἰς τοιοῦτον μέτρον, ὁ ὀρθὸς λόγος τὸ ἐπιβάλλει διὰ τὸ μέλλον. Ταῦτα εἶπον μόνον, ἵνα δώσω νύξιν εἰς περαιτέρω σκέψεις. Ἐπανέρχομαι εἰς τὰ περὶ τῶν δήμων, καὶ λέγω, ὅτι, ἕνεκα τῆς μὴ ὀρθῆς ἐκτιμήσεως τῶν συνελεύσεων, ὑπεχρεώθησαν οἱ δῆμοι εἰς τὸ νὰ διατηρῶσι τὴν μικρὰν παιδείαν, διὰ τῶν ἰδίων προσόδων καί τινων ἐπικουριῶν ἐκ τοῦ ἐθνικοῦ ταμείου ἑπομένως αἱ τοιαῦται ὀφειλαὶ τῶν δήμων εἶναι δικαιότατον ν’ ἀφεθοῦν, διότι μάλιστα δὲν προέρχονται ἔκ τινος νομικῆς παραβάσεως ἢ καταχρήσεως, ἀλλὰ διότι τὰ μέσα αὐτῶν δὲν ἐπήρκουν εἰς τὴν παιδείαν, κατὰ συνέπειαν, τὰ χρήματα ἐδαπανήθησαν δι’ ἐθνικὸν σκοπόν ἑπομένως προτείνω ταῦτα νὰ παραλείψωμεν. Τὸ ν’ ἀπαλλαγῶσιν ὅμως ἑταιρίαι τοῦ φόρου, τοῦτο ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω εἶναι ἐγκληματικόν κατὰ συνέπειαν προτείνω, ὅπως ῥητῶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἂν τυχὸν ψηφισθῇ, ἐγὼ δὲ θέλω τὸ καταψηφίσει ἐν συνόλῳ, πρέπει ῥητῶς νὰ γείνῃ μνεία, ὅτι οἱαδήποτε ἑταιρία δὲν ἀπολαμβάνει τῶν εὐεργετημάτων τῶν διὰ τοῦ νόμου θεσπιζομένων, διότι ὑπεδείχθη κἄπως πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ὅτι ἐπρόκειτο ἡ ἑταιρία τῶν μεταλλουργείων τοῦ Λαυρίου καὶ ἄλλαι τινὲς νὰ ἐπωφεληθῶσι. Νομίζω, ὅτι τοῦτο πράττοντες, δὲν πράττομεν ἔργον ἐθνικὸν, οὔτε πατριωτικόν.
§71ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τὸ παρεδέχθη· τί τὸ συζητεῖτε αὐτό;
§72Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὑποστηρίζων τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς περὶ ἀπαλείψεως τῶν ὀφειλομένων ὑπὸ τῶν φορολογουμένων καὶ λοιπῶν, περὶ ὧν προβλέπει τὸ ἄρθρον 47 τοῦ περὶ εἰσπράξεως νόμου τοῦ 1871, πρὸς τὸ δημόσιον, μέχρι τοῦ 1854, δὲν ἄγομαι ὑπὸ τῆς ἰδέας περὶ ἀφέσεως ἢ δωρεᾶς, διότι γνωρίζετε καλῶς, ὅτι δωρεὰ εἶναι ἡ αὔξησις τῆς περιουσίας τοῦ λαμβάνοντος διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῆς τοῦ δίδοντος. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ δημόσιον δὲν ἔχει νὰ παράσχῃ τί ἢ καθυστέρησις δὲν αὐξάνει τὴν περιουσίαν τῶν καθυστερούντων ἀμέσους φόρους, πρόστιμα, χρηματικὰς ποινὰς καὶ δικαστικὰ ἔξοδα ἢ ποινικὰ τέλη, οὔτε κατὰ λεπτόν. Διὰ ταῦτα εἶχον ἀδιάσειστον πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἤθελε κηρύξει ἀβάσιμον τὴν πρότασιν. Ἀποκρούων τὴν ἀπάλειψιν, ὁ κ. ὑπουργὸς διατείνεται, ὅτι ὑπάρχουσι καθυστερήσεις ἀπὸ τοῦ 1879 ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ζώων καὶ ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν ἀπὸ μέρους εὐπόρων καὶ οὐχὶ ἀπόρων. Νομίζω, κύριοι, ὅτι τὸ τοιοῦτον δὲν πρέπει νὰ τὸ λαμβάνωμεν ὡς ἀπόδειξιν ἀσφαλῆ καὶ νὰ τὸ συγκρίνωμεν πρὸς τὸ παρελθόν. Πρόκειται, κύριοι, περὶ φόρων ἀναγομένων εἰς τὸ 1833 μέχρι τοῦ 1850 ἢ 1853. Ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι πρὸς βεβαίωσιν τοῦ φόρου τῶν ἐτῶν 1833, 1834, 1837 διπλότυπα δὲν ὑπῆρχαν. Ἐγένοντο ἐνοικιάσεις, βεβαιώσεις καὶ εἰσπράξεις διὰ τῶν ἐνοικιαστῶν, οἵτινες διεσκορπίζοντο εἰς ἁπάσας τὰς ἐπαρχίας, ἔκαμνον ἀπαριθμήσεις, ἐβεβαίουν, ἐχρέωναν τοὺς φορολογουμένους καὶ ἐλάμβανον φόρους ὅσους ἤθελον εἶμαι δὲ βέβαιος, κύριοι, ὅτι ὅλοι οἱ φόροι αὐτοὶ μέχρι τοῦ 1850 εἶναι πληρωμένοι καὶ ὅτι οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ, τοὺς ὁποίους ἔχετε ὡς καθυστερήσεις, εἶναι ἰδανικοί. Σᾶς ἐρωτῶ νὰ μοι εἰπῆτε πόσοι ἐκ τῶν φορολογουμένων εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ἠδύναντο νὰ διατηρήσωσιν ἀποδεικτικὰ πληρωμῆς ἀπὸ τοῦ 1833 ἕως τὰ 1850; Ποῖον λόγον ἔχει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀπαιτῇ παρὰ τῶν ἀπογόνων τῶν καθυστερούντων ὀφειλετῶν φορολογουμένων, ἵνα πληρώσωσι τὸν φόρον τῶν προπατόρων των, ἐνῷ δύνανται νὰ ἰσχυρίζωνται οἱ τοιοῦτοι, ὅτι ἐπλήρωσαν οἱ πρόγονοί των; Καὶ τί θέλετε; νὰ φυλάττωσιν ἀποδείξεις νὰ σᾶς παρουσιάσωσι μετὰ δύω γενεάς; Δὲν μοὶ λέγετε, κύριοι, εἰς ποῖον μέρος τοῦ κόσμου αὐτοὶ οἱ φόροι οἱ καθυστεροῦντες πρὸ 50 ἐτῶν δύνανται νὰ θεωρῶνται εἰσοδήματα τῆς ἐπικρατείας; Γνωρίζετε, ὅτι εἰς ὅλα τὰ Κράτη μετὰ 5 ἔτη αἱ ἀξίαι αὐταὶ διαγράφονται, ἀπαλείφονται, διότι, ὅτε δὲν ἠδυνήθη φορολογούμενός τις ἐπὶ 10, 20 ἔτη νὰ πληρώσῃ, ἢ δὲν ἠδυνήθη ἡ πολιτεία νὰ ὑποχρεώσῃ αὐτὸν νὰ πληρώσῃ, ἀποδεικνύεται ἢ ὅτι ὁ πολίτης ἐκεῖνος δὲν ἔχει περιουσίαν ἢ δύναμιν νὰ πληρώσῃ, ἢ ἔπαυσε ζῶν. Λοιπὸν θέλετε νὰ ψηφίσωμεν νόμους περὶ εἰσπράξεως φόρων ἀνυπάρκτων κατὰ προσώπων ἀναξιοχρέων ἢ ἰδανικῶν; Νομίζω, ὅτι δὲν σπουδαιολογοῦμεν ψηφίζοντες τοιούτους νόμους περὶ εἰσπράξεως ἀνυπάρκτων φόρων, περὶ ὑποχρεώσεως τῶν ἀπογόνων νὰ πληρώσουν τοὺς φόρους τῶν προπατόρων. Τώρα ἔρχεται τὸ ζήτημα ἐὰν πρέπῃ ἐκ τῶν ὠφελημάτων τούτων νὰ μετάσχωσι καὶ οἱ καθυστεροῦντες ἐνοικιασταί. Ἐνθυμοῦμαι ἕνα Χατζῆ Καίσαρη, ὅστις ὑπῆρχεν ἐν Κορινθίᾳ ὁ γενικὸς καὶ διαρκὴς ἐνοικιαστὴς τῶν φόρων καὶ τῆς ἐπικαρπίας· ὁ ἄνθρωπος ὅσα εἰσέπραξε, τὰ ἐσφετερίσθη, καὶ ἐξέλιπε καταλιπὼν τὴν μνήμην του καὶ τὰ χρέη του. Εἴτε ἐπεκτείνετε εἰς τοῦτον καὶ τοὺς ὁμοίους του τὰ εὐεργετήματα, εἴτε οὔ, οὐδὲν δύνασθε νὰ ἐλπίζετε. Θὰ χάσητε τοὺς κόπους καὶ τὰς δαπάνας τῆς ἐξελέγξεως καὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν χρεῶν του. Ἀλλὰ πῶς θὰ γείνῃ ἡ ἐξέλεγξις; βεβαίως διὰ τρόπου, ὅστις θὰ δημιουργήσῃ τίτλους. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ζητεῖ νὰ δημιουργήσῃ εἰσπράκτορας, ἵνα τοὺς ἐξαποστείλῃ ἀπὸ περάτων ἕως περάτων τῆς Ἑλλάδος, ἵνα εὕρωσιν ἀποδείξεις περὶ ὑπάρξεως χρέους, περὶ ταυτότητος ὀφειλετῶν, περὶ εἰλικρινίας βιβλίων καὶ διπλοτύπων κτλ., καὶ μᾶς λέγει, ὅτι, ἐπειδὴ καθυστερήθησαν εἰς τὰ 1879 φόροι ζώων καὶ οἰκοδομῶν ἀπὸ εὐπόρους, πρέπει νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν πρώτην σελίδα τοῦ παλαιοῦ καταστίχου καὶ ἀνεύρωμεν τοὺς ὀφειλέτας ἀπὸ τοῦ 1833–1850. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν εἶναι παραγεγραμμέναι αἱ ἀπαιτήσεις αὗται; Θέλει νὰ προκαλέσῃ δίκας ματαίας, θορύβους καὶ καταπιέσεις; ἀδικαιολόγητος εἶναι ἡ ἐπιμονὴ τοῦ κ. ὑπουργοῦ. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἐπιμένω ὑποστηρίζων, ὅτι ἡ πρότασις περὶ ἀπαλείψεως τῶν ἀπὸ φόρους, πρόστιμα, χρηματικὰς ποινὰς καὶ ποινικὰ τέλη καθυστερουμένων εἰς τὸ δημόσιον ἀπὸ τοῦ 1833 ἕως τοῦ 1854 εἶναι λογικωτάτη.
§73ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Ὅταν ἤκουσα τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ, ἐνόμιζον, ὅτι πρόκειται περὶ φόρων ὀφειλομένων ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸ δημόσιον· ἀλλ’ ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κορινθίας, πρόκειται περὶ φόρων ὀφειλομένων ἀπὸ τοὺς φορολογουμένους πρὸς τοὺς ἐνοικιαστάς. Εἰς τοὺς πρώτους ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα νὰ κάμῃ οἱανδήποτε παραχώρησιν καὶ συγκατάβασιν· ἀλλ’ ὡς πρὸς τοὺς φόρους, οἱ ὁποῖοι ὀφείλονται ἀπὸ τοὺς φορολογουμένους πρὸς τοὺς ἐνοικιαστάς, δὲν δύναται νὰ λάβῃ οὐδὲν μέτρον συγκαταβατικὸν, χωρὶς συγχρόνως νὰ ἀπαλλάξῃ καὶ τοὺς ἐνοικιαστὰς ἀπέναντι τοῦ δημοσίου. Ὁ Κ. Καλλιγᾶς, ὁ ὁποῖος δὲν θέλει οὔτε τὸ κεφάλαιον τῶν ὀφειλομένων ὑπὸ τῶν ἐνοικιαστῶν νὰ ἐλαττώσῃ, ἀλλ’ οὐδὲ τοὺς τόκους νὰ χαρίσῃ, τί ἐννοεῖ, καθὼς καὶ οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν πρότασιν; ἐννοοῦν τοὺς φόρους, οἱ ὁποῖοι ὀφείλονται ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ δημόσιον, ἢ ἄλλο τι; διότι, ἂν ἐννοοῦν τοὺς φορολογουμένους, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουσιν εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς, τότε πρέπει νὰ ληφθῇ ἕτερον μέτρον· θὰ εὑρεθῶμεν δὲ καὶ πολὺ περιπεπλεγμένοι, διότι μέχρι τοῦ 1845 διπλότυπα δὲν ὑπάρχουν ἔντυπα· αἱ ἀπαιτήσεις τῶν ἐνοικιαστῶν κατὰ τῶν φορολογουμένων δὲν εἶναι ἐκκαθαρισμέναι, οὔτε ὑπάρχουν τοιοῦτοι κατάλογοι εἰς τὰ ταμεῖα. Ἐὰν δὲ δώσητε τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἐνοικιαστάς, αὐτοὶ δὲν ἔχουν καμμίαν δυσκολίαν νὰ παρουσιάσουν καταλόγους φορολογίας περιλαμβάνοντας ὅλους τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους ὀφείλουν εἰς τὸ δημόσιον. Διὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ νὰ δοθῇ μία ἐξήγησις.
§74Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡ σύγχυσις καὶ αἱ τόσαι προτάσεις ἀποδεικνύουσιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἔχει καθαρισμένα τὰ ζητήματα, καὶ ἡ Βουλὴ ἐν τῇ ἀμηχανίᾳ αὐτῆς πασχίζει νὰ καθαρίσῃ αὐτά. Τοῦτο ὅμως εἶναι ἀδύνατον· ἠμπορεῖ νὰ ἐπιψηφίσῃ ἡ Βουλὴ διαφόρους διατάξεις, χωρὶς ὅμως νὰ ἔχῃ οὐδεμίαν πεποίθησιν, ὅτι ὅ,τι ψηφίζει καὶ θὰ ἐκτελεσθῇ. Τοιοῦτον πολύπλοκον ζήτημα ἔπρεπε νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλὴν βεβαίως δι’ ἑνὸς νομοσχεδίου, διὰ προτάσεων, αἱ ὁποῖαι νὰ ἦναι καθαραὶ καὶ θετικαὶ, οἱ ὅροι τῶν ὁποίων νὰ ἦναι ἀναμφισβήτητοι καὶ σαφεῖς· ὅπως σήμερον προτείνεται ἡ λύσις τῶν διαφόρων προτάσεων, κατ’ ἐμὲ, ἀφίνεται εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ τὰ ζητήματα ταῦτα, οὕτως εἰπεῖν, εἶναι ἀδύνατον νὰ λυθῶσιν ὑπὸ τόσον πολυμελοῦς σώματος ὀρθῶς, διότι δὲν ἐννοοῦνται παρὰ τῶν πολλῶν· διὰ τοῦτο πρέπει οἱ κύριοι ὑπουργοὶ νὰ καθαρίσωσι τὰς προτάσεις αὐτὰς εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἀντιλαμβανώμεθα πάντες οἱ βουλευταί· ἄλλως, κύριοι, ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς ῥίπτεται εἰς τὸ σκότος. Δυνατὸν νὰ ἦναι 5–10 βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι νὰ ἔχουν ἰσχυρὰν ἀντίληψιν ἢ νὰ ἔχωσιν εἰδικὰς γνώσεις· αὐτοὶ ἠμποροῦν νὰ σχηματίσουν ὁπωσδήποτε πεποίθησίν τινα, ἀλλ’ οἱ περισσότεροι τῶν βουλευτῶν τοιαῦτα πολύπλοκα ζητήματα καὶ εἰς τοιαύτας περιστάσεις ἔχω πεποίθησιν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ τὰ ἐννοήσουν. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελε κάμει καλὰ νὰ παρουσιάσῃ προτάσεις καθαρᾶς· π. χ. διὰ νὰ διαγράψῃ ἡ Βουλὴ ποσὰ ἀνήκοντα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, πρέπει νὰ ἦναι πεπεισμένη, ὅτι αὐτὰ τὰ ποσὰ δὲν εἰσπράττονται, δηλ. ὅτι αὐτὴ ἡ κατηγορία τῶν ὀφειλομένων εἶναι ἀδύνατον νὰ εἰσπραχθῇ· ἀλλ’ ἂν ὑπάρχουν ἄλλαι κατηγορίαι δυνάμεναι νὰ εἰσπραχθοῦν, διὰ ποῖον λόγον νὰ ἀδικηθῇ τὸ δημόσιον;
§75ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Φιλήμονος καὶ τοῦ κ. Δημητρακάκη θὰ στραφῇ πρὸς βλάβην τῶν φορολογουμένων, διότι γίνεται πρὸς ὄφελος τῶν ἐνοικιαστῶν. Τὸ ἄρθρον 8 λέγει, ὅτι γίνονται δεκτὰ τὰ διπλότυπα τὰ ἔγκυρα πρὸς συμψηφισμὸν τοῦ χρέους τῶν ἐνοικιαστῶν· θέλουν παρουσιασθῆ διπλότυπα εἰκονικὰ, καὶ τότε δὲν κάμνομεν ἄλλο παρὰ νὰ ὠφεληθῶσιν οἱ ἐνοικιασταὶ κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δημητρακάκη καὶ κατὰ τὸ νομοσχέδιον.
§76ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Ἡ τελευταία παράγραφος λέγει: «Οἱ ἐνοικιασταὶ ἀπαλλάσσονται δι’ ὅσον μέρος πληρώσουν ἢ ἀνανεώσουν οἱ φορολογούμενοι.»
§77ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ ἦναι ἔγκυρα διπλότυπα, θὰ ἀναγνωρισθῶσιν ὡς τοιαῦτα. Ποῖα τὰ γνωρίσματα τοῦ ἐγκύρου;
§78ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ τὸ λέγουν οἱ παλαιοὶ νόμοι.
§79ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι θὰ γεννηθῶσι περιπλοκαί.
§80Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ὅταν ἤμην ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχεν ἔλθει ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ πάλιν ἐντὸς τοῦ ὑπουργείου· ἀπορῶ δὲ πῶς ἄνθρωποι ἔμπειροι καὶ πρακτικοὶ, διανύσαντες μακρὸν χρόνον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Κράτους καὶ ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων, συζητοῦν σήμερον καὶ θέλουν νὰ χωρίσουν τοὺς ἐνοικιαστὰς ἀπὸ τοὺς φορολογουμένους ἀπὸ τὸ 1848 καὶ ἐντεῦθεν. Δὲν δύνασθε νὰ χωρίσητε οὔτε τοὺς φορολογουμένους ἀπὸ τοὺς ἐνοικιαστάς, οὔτε τοὺς ἐνοικιαστὰς ἀπὸ τοὺς φορολογουμένους, διότι οἱ ἐνοικιασταὶ εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν ἀπὸ τὸν νόμον νὰ βεβαιώσουν τοὺς φόρους καὶ νὰ παραδώσωσι τὰ διπλότυπα εἰς τὴν ἐφορίαν, καὶ ἡ ἐφορία καὶ τὸ ταμεῖον νὰ φροντίσουν περὶ τῆς εἰσπράξεως· αὐτὸ λέγουν οἱ νόμοι. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν σήμερον νὰ χαρίσητε εἰς τοὺς φορολογουμένους τοὺς φόρους, χωρὶς νὰ τοὺς χαρίσητε καὶ εἰς τοὺς ἐνοικιαστάς; ἅμα ζητήσῃ τις νὰ κάμῃ τὴν ἐκκαθάρισιν αὐτὴν, ὁ ἐνοικιαστὴς οὗτος θὰ προσέλθῃ εἰς τὸ δημόσιον καὶ θὰ εἴπῃ: Ὀφείλω ἐκ τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ 1850, ὑποθέσατε, δραχ. 1000· λάβετε τὰς ὁμολογίας μου ἢ λάβετε τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα σᾶς πληρόνω, δώσατέ μου τὰ διπλότυπα, τουτέστι τοὺς τίτλους, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ στηρίξω τὴν ἀγωγήν μου κατὰ τῶν φορολογουμένων, σεῖς δὲ λέγετε, ὅτι τοὺς τίτλους αὐτοὺς τοὺς ἠκυρώσατε, διότι ἐχαρίσατε τοὺς φόρους· τότε ἐπὶ τίνι δικαιώματι ζητεῖτε ἀπὸ ἐμὲ νὰ πληρώσω ὅ,τι ὑμεῖς ἐχαρίσατε εἰς ἄλλους; ὅ,τι λοιπὸν θὰ γείνῃ διὰ τοὺς μὲν, θὰ γείνῃ καὶ διὰ τοὺς δέ. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν ὤφειλον νὰ κάμω, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν συγκεχυμένας ἰδέας περὶ τῶν πραγμάτων.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις. Θέλω ἐρωτήσει τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§82ΤΙΝΕΣ. Αὔριον, εἶναι 7 ἡ ὥρα.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λησμονεῖτε ὅμως, ὅτι ἔρχεσθε δύω ὥρας μετὰ τὴν ὡρισμένην πρὸς ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων. Σᾶς προαναγγέλλω δέ, ὅτι, ἐὰν ἐξακολουθήσητε νὰ ἔρχησθε, ἀντὶ εἰς τὰς 2, εἰς τὰς 4, τὸ προεδρεῖον θ’ ἀποχωρῇ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 7.