1880.11.26
2,819 rows · 22,568 words · 105 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 32
τῆς 26 Νοεμβρίου 1880.
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σταμούλης εἰσάγει πρότασιν νόμου περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου. Θὰ τυπωθῇ. Ὑπεβλήθη ἀναφορὰ τοῦ Ἰω. Παπαϊωάννου, ζητοῦντος τὴν συνδρομὴν τῆς Βουλῆς, πρὸς ἔκδοσιν διαλόγων τοῦ Φωκίωνος. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§3ΦΛΕΣΣΑΣ. Κατὰ τὸ 1878 ἀξιωματικός τις, διευθύνων τὸ ἐπιμελητήριον τῆς Ἀνατολικῆς Ἑλλάδος, ἀφῆκεν ἔλλειμμα κατὰ τὴν διαχείρισίν του πλέον τῶν 85,000 δραχμῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν εἰς ποίαν κατάστασιν εἶναι ἡ ὑπόθεσις αὕτη, διότι δὲν πρόκειται περὶ μικροῦ πράγματος.
§4ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ. Θέλω πληροφορήσει τὴν Βουλήν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§6ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, κατ’ ἐμὴν κρίσιν, οὐδεὶς τῶν προλαλησάντων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Τραπέζης ὡμίλησεν ὑπὸ τὴν πραγματικὴν φάσιν τοῦ ζητήματος, μὲ ὅλην τὴν δεινότητα τῶν ῥητόρων, μὲ ὅλην τὴν διακεκριμένην ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ τῷ Κοινοβουλίῳ, καθόσον οὐδεὶς ὡμίλησε περὶ τοῦ συμβάντος, ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης ἀνατρέπομεν ἐντελῶς τὸν προορισμὸν καὶ τὸν λόγον, δι’ ὃν συνεστήθη τὸ κατάστημα τοῦτο. Καὶ διὰ νὰ εὕρωμεν ὅ,τι ἐγὼ διϊσχυρίζομαι, πρέπει ν’ ἀνατρέξωμεν ἐν ὀλίγοις εἰς τὴν σύστασιν τῆς Τραπέζης, καὶ πῶς καὶ διατὶ ἐσυστήθη. Κατὰ τὸ 1841, ὅτε ὁ ἀείμνηστος Μαυροκορδάτος ἀπεσύρθη ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ ὑπ’ αὐτὸν κόμμα ἔλαβε μεγάλην δημοτικότητα, διότι ἡ πτῶσίς του προῆλθε διὰ τὴν μὴ παραδοχὴν τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν, ἃς προέτεινεν ὁ ἀρχηγός του, ἡ διαδεχθεῖσα αὐτὸν Κυβέρνησις, ἥτις ἔφερε τὴν ἀπόχρωσιν τοῦ Γαλλικοῦ κόμματος, ἦτον ἀντιδημοτική. Ὁ συντελέσας εἰς τὴν συγκρότησιν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις διεδέχθη τὴν τοῦ Μαυροκορδάτου, ἀοίδιμος Κωλέτης, ἀντίζηλος τοῦ Μαυροκορδάτου, ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐξουδετερώσῃ τὴν δημοτικότητα τοῦ ἀντιθέτου κόμματος, διὰ τῆς συστάσεως δανειστικῆς Τραπέζης· παρήγγειλε λοιπὸν εἰς τὸν Βασιλέα καὶ τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργὸν Χρηστίδην, ἀντιπροσωπεύοντα ἐδῶ τὸν Κωλέτην, νὰ συστήσωσι Τράπεζαν, ἀλλ’ αὐτοὶ ἀπήντησαν, ὅτι χρήματα δὲν ὑπάρχουν, τὸ ταμεῖον τότε εὑρίσκετο εἰς οἰκονομικὴν κρίσιν. Ἠναγκάσθη λοιπὸν ὁ Κωλέτης νὰ πείσῃ τὴν γαλλικὴν κυβέρνησιν νὰ χορηγήσῃ ἓν μιλιούνιον φράγκων δάνειον εἰς τὴν Ἑλλάδα, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ δι’ αὐτὴν καὶ μόνην τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ἡ γαλλικὴ κυβέρνησις ἐχορήγησε τὸ δάνειον αὐτό, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως νὰ χρησιμεύσῃ διὰ σύστασιν Τραπέζης, αὕτη δὲ νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς συνδρομὴν τοῦ ἐμπορίου, τῆς βιομηχανίας, καὶ πρὸ πάντων τῆς κτηματικῆς τάξεως· τὸ ἐπαναλαμβάνω, τῆς κτηματικῆς τάξεως. Ἑπομένως δὲν χρεωστοῦμεν, ὅπως ὁ νῦν κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ πρώην κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπον, εἰς τοὺς προκαταβαλόντας πρώτους τὰ κεφάλαιά των εἰς τὴν σύστασιν τῆς Τραπέζης χάριτας, διότι κανεὶς δὲν κατέβαλε τὸ κεφάλαιόν του, διότι εἰς τὴν πρώτην σύστασιν ἐχρησίμευσε διὰ χιλίας μετοχὰς τὸ μιλιούνιον αὐτό, καὶ τριακόσιαι περίπου μετοχαὶ ἐλήφθησαν ἀπὸ τὰ καταστήματα, ἅτινα εἶχον κληροδοτήματα, 350 μετοχαὶ ἀπὸ τὸν ἀοίδιμον φιλέλληνα Ἐϋνάρδον, οὔτε 100 μετοχαὶ ἐλήφθησαν ἀπὸ ἰδιώτας· τοῦτο ἀναιρεῖ τὸν λόγον τοῦ κ. Ἰακωβάτου, ὅτι ἡ Τράπεζα αὕτη εἶναι ὑποκατάστημα τῆς Μόσχας, διότι ὁ Κωλέτης καὶ ὁ Χρηστίδης δὲν ἦσαν Ναπαῖοι, ἀλλὰ Μοσχομαγκίται.
§7Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τὸ 1,000,000, τὸ ὁποῖον ἐχορήγησεν ἡ Γαλλία, τὸ ἐχορήγησε, διὰ νὰ λάβῃ...
§8ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον, καθόσον ἐνθυμούμεθα, ὅτι ὁ «Αἰὼν», ἡ ἔγκριτος τότε ἐφημερὶς, ἡ ὁποία ἀντεπροσώπευε τότε τὸ ρωσσικὸν ἐν Ἑλλάδι κόμμα, κατηγόρησε τὴν σύστασιν τῆς Τραπέζης καὶ ἐδημοσίευσε τὸ περιώνυμον ἐκεῖνο ἄρθρον. «Τὸ Μιλιούνιον καὶ ὁ Κωλετισμός.» Λοιπὸν δὲν εἶναι ὑποκατάστημα τῆς Μόσχας. — Βλέπετε, λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ἡ πρώτη σύστασις τῆς Τραπέζης ἦτο νὰ συντρέξῃ τὴν βιομηχανίαν, τὸ ἐμπόριον καὶ πρὸ πάντων τὴν κτηματικὴν τάξιν, καὶ οὐχὶ νὰ δανείζῃ τὴν Κυβέρνησιν. Ἐπὶ τρία ἔτη ἡ Τράπεζα, πρὶν δυνηθῇ νὰ εἰσαγάγῃ τὸ χαρτί της εἰς τὴν κοινωνίαν, ἥτις ἦτο πεφοβισμένη ἀπὸ τὴν τύχην τοῦ χαρτιοῦ τοῦ Κυβερνήτου, δὲν εἶχε κεφάλαια εἰμὴ τὰς πρώτας ρηθείσας προκαταβολάς, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπερέβαινον τὸν τελευταῖον ὅρον τοῦ 1,500,000. Καὶ τόσον εἶναι βέβαιον, ὅτι δὲν κατεβλήθησαν κεφάλαια ἰδιωτικὰ, καθ’ ὅσον ὅλοι ἐδῶ οἱ μετερχόμενοι τὸν τραπεζίτην, ἔχοντες πιστώσεις ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, καὶ λαμβάνοντες ἐκεῖθεν χρήματα πρὸς 8 ἢ 10%, ἅπερ ἐδάνειζον ἐδῶ μὲ 30 ἢ 40%, ἀντέπραξαν μετ’ ἐπιμονῆς εἰς τὴν σύστασιν τῆς Τραπέζης, καὶ μάλιστα ἐπειδὴ ἔπρεπεν ἡ Τράπεζα νὰ συστηθῇ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1842, τότε δὲ δὲν ὑπῆρχε τακτικὴ συγκοινωνία ἀτμοπλοίων, οὔτε τηλέγραφος, εἰμὴ κατὰ δεκαπενθημερίαν εἰς τὴν Γαλλίαν, εἰς τὴν τελευταίαν προκαταρκτικὴν συνεδρίασιν, καθ’ ἣν ἔμελλε νὰ ἐπικυρωθῇ ὁ κανονισμός, οἱ ἐνταῦθα κεφαλαιοῦχοι κατέβαλον πολλοὺς κόπους πρὸς διάλυσιν τῆς συνεδριάσεως τῶν μετόχων, καὶ ὁ μακαρίτης Α. Πετζάλης, ἀντιπροσωπεύων τὴν Κυβέρνησιν, ἐκράτησε μὲ τὰς χεῖράς του εἰς τὴν ἕδραν τὸν προσωρινὸν πρόεδρον Βράνην, καὶ οὕτως ἡ συνεδρίασις αὕτη ἐτελείωσε, καὶ ἐπεκυρώθη ὁ κανονισμός. Φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Κεχαγιᾶς δὲν θ’ ἀρνηθῇ αὐτὰ τὰ πράγματα.
§9Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς κάμω μίαν ἐρώτησιν;
§10ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Δὲν συγχωρῶ τίποτε. Βλέπετε λοιπόν, κύριοι, ὅτι ἡ Τράπεζα συνεστήθη, διὰ νὰ συντρέξῃ τὸ ἐμπόριον, τὴν βιομηχανίαν, τὴν ἰδιοκτησίαν, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ὡρισμένον ἐν τῷ καταστατικῷ της, ὅτι ἓν μέρος νὰ δίδῃ εἰς τὰς δύο τάξεις διὰ προεξοφλητικῶν γραμμάτων, τὸ δὲ πλεῖστον μέρος εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια. Ἂς διέλθωμεν δι’ ὀλίγων τὴν ἱστορίαν ἀπὸ τῆς συστάσεως τῆς Τραπέζης, καὶ θέλομεν ἰδεῖ, ὅτι πάντοτε ἡ Τράπεζα ἤθελε ν’ ἀποφύγῃ τὴν τελευταίαν ὑποχρέωσιν, τὰ δάνεια τὰ κτηματικά. Σᾶς εἶπον, ὅτι κατὰ τὰ τρία πρῶτα ἔτη ἡ Τράπεζα ἦτον εἰς στενοχωρίαν, ἀλλὰ κατὰ τὸ τέταρτον καὶ πέμπτον αἱ συναλλαγαί της ἐπεξετάθησαν, αἱ ἐργασίαι της ἦσαν σπουδαῖαι, καὶ διὰ τοῦτο εὐθὺς ἤνοιξε δύο ὑποκαταστήματα εἰς τὰς σπουδαιοτέρας ἐμπορικὰς πόλεις τῆς Ἑλλάδος, τὰς Πάτρας καὶ τὴν Σύρον. Ἀλλὰ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἔπαθεν ἓν τραῦμα· μ’ ὅλα ταῦτα ἡ Κυβέρνησις, ἐμφορουμένη ἐκ τοῦ συμφέροντος νὰ ἐκτείνῃ ἡ Τράπεζα εἰς τὰς ἐπαρχίας τὰς συναλλαγάς της, ἔσπευσε μὲ ζημίαν τοῦ δημοσίου νὰ θεραπεύσῃ τὸ πάθημα αὐτῆς. Ἡ ἐν Πάτραις φρουρὰ ὑπὸ τὸν Μερεδίτην ἀποστατήσασα, ἥρπασε τὸ ταμεῖον τοῦ ὑποκαταστήματος, καὶ οἱ τότε ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν, οἱ μακαρίται Παλαμήδης καὶ Κορφιωτάκης διὰ νόμου ὑπεχρέωσαν τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποδώσῃ ὅλον τὸ ποσὸν τοῦτο, εἰς 120,000 δραχμὰς ἀναβαῖνον, εἰς τὴν Τράπεζαν. Τὸ 1848, ὅτε ἡ Εὐρώπη καὶ ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκοντο εἰς ἀνωμαλίαν, ἡ Τράπεζα, ἀντιπραττομένη ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς της, ἐκινδύνευσε νὰ κάμῃ στάσιν· τότε προσέφυγεν ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἐχορήγησεν αὐτὴν προθύμως, δι’ ὃ μίαν ἡμέραν Κυριακὴν τοῦ Ἰουνίου ἐν μεσημβρίᾳ συνῆλθον βουλευταὶ, γερουσιασταὶ καὶ Κυβέρνησις εἰς τὸ κατάστημα τῆς Τραπέζης, διὰ νὰ δώσωσι τὸ προνόμιον τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐπὶ 6 μῆνας.
§11ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἰς τὸ βουλευτήριον δὲν συνῆλθον.
§12ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὑπῆγον οἱ ἔγκριτοι εἰς τὴν Τράπεζαν, συνῆλθον κατόπιν εἰς τὸ Βουλευτήριον. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι παρηκολούθησα ἕνα τῶν βουλευτῶν εἰς τὴν Τράπεζαν. Καὶ τὴν αὐτὴν ἡμέραν συνεζητήθη ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ ὁ νόμος αὐτὸς, καὶ εἰς τὰς 4 μ.μ. ἐγένετο νόμος καὶ ὑποχρεωτικὴ ἡ ἀπόφασις αὕτη. Ἀλλ’ οἱ τότε κυβερνῶντες καὶ βουλευόμενοι ἐνόμισαν, ὅτι χορηγοῦντες ἓν προνόμιον εἰς τὴν τράπεζαν, ὤφειλον ν’ ἀποζημιώσωσι καὶ ἐκείνους, εἰς βάρος τῶν ὁποίων ἐδίδετο τὸ προνόμιον· διότι ἐκεῖνοι ἐσκέπτοντο ἄλλως πως περὶ Τραπέζης, παρ’ ὅπως ἡμεῖς ἀπὸ τοῦ 1862 καὶ ἐντεῦθεν· εἶπον λοιπὸν, ἀφοῦ ὑποχρεοῦνται οἱ ἄνθρωποι νὰ κρατήσουν τὰς ὁμολογίας τῆς Τραπέζης ἐπὶ ἕξ μῆνας καταναγκαστικῶς, καὶ αὕτη πληρώνεται τοὺς τόκους τῶν ὁμολογιῶν τούτων πρὸς 10%, δίκαιον εἶναι νὰ πληρώσῃ καὶ αὕτη πρὸς τοὺς λαμβάνοντας τὰς ὁμολογίας της 8%, μενόντων ὑπὲρ τῆς Τραπέζης 2% διὰ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως. Βλέπετε λοιπὸν πόσον φιλοστόργως ἡ Κυβέρνησις συνέτρεχε τὴν Τράπεζαν. Ἀνταπεκρίθη ἡ Τράπεζα εἰς τὴν εὐεργεσίαν αὐτήν; Ὄχι· μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἀπὸ τοῦ τελευταίου συμβάντος ἔλαβεν ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις, ἕνεκα τῶν ἐσωτερικῶν στάσεων ἐν Λαμίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ, νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Τράπεζαν δάνειον 250 ἢ 300,000 δραχ., καὶ ἡ Τράπεζα ἠρνήθη· καὶ ὄχι μόνον ἠρνήθη, ἀλλ’ εἶπε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ προσβλητικόν τι, ὅτι δίδω, ἀλλὰ διὰ τὸ Ἔθνος νὰ ὑπογράψῃ ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁ Κουντουριώτης, ὄχι ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὡς Κουντουριώτης.
§13ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πρώτην φορὰν τὰ ἀκούω.
§14ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἤμην τότε εἰς ὑπηρεσίαν καὶ τὰ γνωρίζω καλά, ἀλλ’ ἡ συνοφρύωσις τοῦ τότε ἡγεμόνος, διότι ἀνεμιγνύετο καὶ αὐτὸς εἰς τὰ τῆς Διοικήσεως, καὶ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τῶν Βουλῶν, ἔκαμε τὴν Τράπεζαν νὰ συναισθανθῇ καὶ νὰ δώσῃ τὰ χρήματα, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐξ εἰσπράξεών της ᾠκονόμησε τὰς ἀνάγκας της, καὶ δὲν ἔλαβε τῶν χρημάτων αὐτῶν ἀνάγκην. Κατόπιν ἡ Τράπεζα ἔβλεπεν, ὅτι τὸ χαρτί της δὲν πολλαπλασιάζεται, διότι ἡ μονὰς ἦτο 25 δραχμαί, καὶ ἦτο δύσκολον 25 δραχμαὶ νὰ κυκλοφοροῦν εἰς τὸ περισσότερον μέρος τοῦ κόσμου· λοιπὸν ἔπρεπεν ἡ μονὰς αὕτη νὰ ὑποτιμηθῇ. Ἐζήτησε λοιπὸν νὰ ἐκδώσῃ γραμμάτια 10 δραχμῶν, ἐνέκριναν αὐτὰ οἱ τότε κυβερνῶντες, ἀλλ’ εἶπον, διὰ νὰ λάβῃ ἡ Τράπεζα τὸ προνόμιον αὐτὸ, ὀφείλει νὰ ὑποτιμήσῃ τὸν τόκον ἀπὸ 10 εἰς 8. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τότε οἱ διοικοῦντες ἀπῄτουν καὶ μίαν ἀποζημίωσιν ὑπὲρ τῆς πολιτείας, εἰς βάρος τῆς ὁποίας ἐδίδοντο τὰ προνόμια. Κατὰ τὰ 1861, ὅτε μετὰ 4 ἢ 5 ἔτη ἔληγεν ὁ χρόνος τοῦ προνομίου, ἡ Τράπεζα ἐζήτησε τὴν ἀνανέωσιν, ἀλλὰ μέχρις αὐτῆς τῆς ἐποχῆς εἶχεν ἀποκαταστήσει καὶ ἄλλα τρία ὑποκαταστήματα εἰς τὰς δευτερευούσας ἐμπορικὰς πόλεις τῆς Ἑλλάδος, τὰς Καλάμας, τὸ Ναύπλιον καὶ τὴν Χαλκίδα, καὶ κατόπιν εἰς τὴν Λαμίαν, διὰ δὲ τὰς ἄλλας τρεῖς πρωτευούσας τῶν νομῶν τῆς Λακωνίας, Ἀρκαδίας καὶ Αἰτωλοακαρνανίας, οὔτε ἐσκέπτετο κἂν, διότι ἔλεγεν, ὅτι ἐκεῖ δὲν θὰ ἔχουν συναλλαγὴν διὰ γραμματίων προεξοφλήσεως, ἀλλ’ ἤθελεν ὑποχρεωθῆ νὰ κάμῃ κτηματικὰ δάνεια, καὶ αὐτὰ ἡ Τράπεζα πάντοτε τὰ ἀπέφευγεν, ἐνῷ ὁ κυριώτερος ὅρος τῆς συστάσεως αὐτῆς ἦτο νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν τῆς ἰδιοκτησίας. — Κατὰ τὸ 1864, ὅτε ἐζήτησε τὴν ἀνανέωσιν τοῦ προνομίου, ἡ Βουλὴ, ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ Ἡγεμὼν, ἀπῄτησαν θυσίας ἀπὸ τὴν Τράπεζαν, πρῶτον ἔκπτωσιν τοῦ τόκου ἀπὸ 8 εἰς 7%, δεύτερον νὰ συστήσῃ καὶ εἰς τοὺς τρεῖς ἄλλους νομοὺς ὑποκαταστήματα. Ἡ Τράπεζα ἔφερεν ἀντιπροτάσεις. Ἡ πρώτη ἀντιπρότασις ἦτο νὰ ὑποτιμήσῃ τὴν μονάδα τῆς ἀπὸ 10 εἰς 5 δραχμὰς, διὰ νὰ ἀντικαταστήσῃ τὰ χάλκινα μέταλλα ἀπὸ χαρτὶ καὶ εἰς αὐτὸ τὸ βαλάντιον τῶν ἐπαιτῶν, καὶ δεύτερον, ὅπου ἔχει συστημένα ἰδικά της καταστήματα, νὰ καταργηθῶσι τὰ δημόσια ταμεῖα, καὶ ἡ Τράπεζα ν’ ἀναλάβῃ τὴν εἴσπραξιν καὶ πληρωμὴν τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ ἐξόδων, λαμβάνουσα αὐτὴ ἀπὸ τὸ δημόσιον, τὰ ὁποῖα δαπανᾷ τοῦτο εἰς μισθοὺς καὶ ποσοστὰ τῶν Ταμείων. Ἡ πρότασις αὕτη ἀπεῤῥίφθη, καὶ ἡ Τράπεζα, ἔχουσα ἀνάγκην ν’ ἀνανεώσῃ τὸ προνόμιόν της, ἠναγκάσθη νὰ ἐνδώσῃ εἰς ὅσα ἐπρότεινεν ἡ Κυβέρνησις, τὴν ὑποτίμησιν τοῦ τόκου ἀπὸ 8 εἰς 7 καὶ τὴν σύστασιν τῶν τριῶν ὑποκαταστημάτων. Ἀλλὰ βαρέως φέρουσα αὐτὴν τὴν ἀντίπραξιν τῶν ἀρχῶν τοῦ Κράτους, ἀπεφάσισε νὰ ἐκδικηθῇ, καὶ ἀφοῦ δὲν ἠδυνήθη διὰ μυρίων ῥαδιουργιῶν εἰς τὴν αὐλὴν, καὶ ἰδίως διὰ τῶν μετόχων τῆς Τραπέζης, Βασιλίσσης, Μεγάλης Κυρίας καὶ Βέτλαν, νὰ ῥαδιουργήσῃ τὸν βασιλέα, ἀπεφάσισε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν κατ’ αὐτοῦ συνωμοσίαν. Ἔκτοτε ἡ Τράπεζα διέταξε τὴν γνωστὴν προκαταβολὴν τῶν ἐξόδων διὰ τὴν συνωμοσίαν· συνελήφθη δὲ ἐπ’ αὐτοφώρῳ κατὰ τὴν Ναυπλιακὴν ἐπανάστασιν, ὅτε αὐτὸς ὁ Γεώργιος Σταύρου παρήγγειλεν εἰς τὸ ὑποκατάστημα Πατρῶν ν’ ἀρνῆται τὴν ἐξόφλησιν τῶν ἐνταλμάτων τῆς κυβερνήσεως, ἀλλὰ νὰ δίδῃ μυριάδας δραχμὰς, διὰ νὰ σταλῶσιν εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας διὰ τὴν ἐνθάῤῥυνσιν τοῦ κινήματος. Καὶ πρώτην φορὰν εἰς τὰ χρονικὰ ὅλου τοῦ κόσμου παρουσιάζεται, ὥστε χρηματιστικὸν κατάστημα ν’ ἀναμιγνύηται εἰς τὴν καταστροφὴν τῶν καθεστώτων. Ἀλλ’ εἰς ταῦτα εἶχε πολλὴν νοημοσύνην καὶ πεῖραν ὁ Γεώργιος Σταύρου. Ἐγνώριζεν, ὅτι εἰς ὅλας τὰς μεταβολὰς ὁ Ἕλλην σέβεται τὰ κοινὰ ὡς ἱερὰ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐτράπη εἰς ἁρπαγὰς, ὡς κατὰ τὴν μεταβολὴν τῆς 3 Σεπτεμβρίου, ὅτε πλῆθος ἐπαναστατῶν ἀγωνιστῶν εὑρίσκετο ἐν Ἀθήναις, ἡ Τράπεζα δὲν διέτρεξε κανένα κίνδυνον, καὶ τὰ Ταμεῖα τοῦ Κράτους, καθὼς καὶ μετὰ τὴν δολοφονίαν τοῦ Κυβερνήτου· ἑπομένως ἦτο βέβαιος, ὅτι, καὶ ἀνατρεπομένων τῶν πραγμάτων, οὐδένα κίνδυνον διέτρεχεν ἡ Τράπεζα. Ἐπέτυχεν ἡ Τράπεζα, καὶ τῆς ἀνατροπῆς τελεσθείσης, ἤρχισεν εὐθὺς νὰ κηδεμονεύῃ τὴν Κυβέρνησιν, προστοιχίζουσα διὰ δανείων τὴν ἐθνικὴν περιουσίαν, ὅπως προστοιχίζουν οἱ τοκογλύφοι τοὺς ἀσώτους υἱοὺς τῶν πλουσίων πρὸ τοῦ θανάτου τούτων. Καὶ ὁμολογουμένως, μόλις ἔγεινεν ἡ μεταβολὴ, καὶ ἡ Τράπεζα ἤρχισε νὰ δίδῃ χρήματα, καὶ διὰ τοῦτο ἡ τότε κυβέρνησις δὲν ἐφρόντισε νὰ σώσῃ οὔτε τὰς πλήρεις ἀποθήκας της ἐξ ἅλατος καὶ δημητριακῶν καρπῶν, οὔτε τὰ ταμεῖα, ἀλλ’ ἐζήτησε δάνεια· καὶ ἐπὶ δύο ἔτη, καθ’ ἃ ἦτον ἡ Ἐθνοσυνέλευσις, ἡ Κυβέρνησις ἔζησε κατὰ τὸ πλεῖστον μὲ τὴν συνδρομὴν τῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ἡ Τράπεζα ἔθετο σκοπὸν νὰ ἀποζημιωθῇ διὰ τὰς ῥηθείσας θυσίας της, καὶ ἐπεδίωξεν, ἵνα συγχωνεύσῃ τὸ ταμεῖον τὸ Δημόσιον μὲ τὸ ταμεῖον τῆς Τραπέζης, καὶ δεύτερον νὰ ὑποτιμήσῃ τὴν μονάδα ἀπὸ 10 εἰς 5· αὐτὸς ἦτον ὁ σκοπός της δι’ ὃν ἀνέλαβε κατὰ τὴν μεσοβασιλείαν νὰ ὑποστηρίξῃ μίαν ἐν τῇ συνελεύσει μερίδα, ἣν ἐθεώρει ὡς ἰσχυράν· ἀτυχῶς ὅμως δι’ αὐτὴν, ἡ 19 Ἰουνίου, καθ’ ἣν παρ’ ὀλίγον Τράπεζα καὶ τραπεζῖται νὰ τιναχθῶσιν εἰς τὸν ἀέρα, ἔκαμε τὴν Τράπεζαν νὰ λάβῃ τοῦ λοιποῦ προφυλακτικὰ μέτρα καὶ νὰ ἀποφεύγῃ τὸν κεκηρυγμένον φατριασμόν της. Ἐν τούτοις ἔλαβε μίαν ἀμοιβὴν ἀπὸ τὴν μεταβολὴν, ἣν τόσον ἐκθύμως συνέτρεξε, διότι ἀνεβίβασε πάλιν τὸν τόκον εἰς 8%. Ἀπὸ τοῦ 1864 μέχρι τοῦ 1877, δὲν ἠδυνήθη νὰ κατορθώσῃ οὔτε τὴν συγχώνευσιν τοῦ ταμείου τοῦ Δημοσίου μὲ τὸ ταμεῖον τῆς Τραπέζης, οὔτε τὴν ὑποτίμησιν τῆς μονάδος. Ἦλθεν ἡ ἐποχὴ τοῦ 1877, καὶ ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς ἀνάγκην νὰ λάβῃ δάνειον πολὺ καὶ νὰ διατάξῃ τὴν καταναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τοῦ χαρτιοῦ. Ἀλλὰ πρὸ τούτου ἡ Τράπεζα ἤθελε νὰ διώξῃ τὰ ξένα μεταλλικὰ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς ὡς βουλευτὴς, ἐπὶ Ὄθωνος ἀκόμη, ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὰ Τουρκικὰ τάλληρα δὲν ἔχουν ἀξίαν 5,10, καὶ πρέπει νὰ διωχθῶσι, καὶ οὕτω νὰ στερήσῃ τὰς ἀγορὰς ἀπὸ ἀρκετὰ καλὸν μέσον συναλλαγῶν καὶ ἰδίως τὰς ἐμπορευομένας πόλεις μὲ τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ ἄλλας τουρκικὰς χώρας, καὶ ἡ κυβέρνησις τότε εἶπεν, ὅτι δὲν ἀξίζει τὸ τουρκικὸν τάλληρον 5,10, τὸ ὑποτιμῶ εἰς 4,94. Εἰς τὰ 1875 παρουσιάσθη μία εὐκαιρία πολλὰ καλὴ διὰ τὴν Τράπεζαν· εἰσήχθησαν νομίσματα Γερμανικὰ κατωτέρας ἀξίας ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν εἶχον· πρέπει νὰ τὰ διώξωμεν, εἶπεν ἡ Τράπεζα, καὶ δι’ ἑνὸς διατάγματος τῆς τότε Κυβερνήσεως τοῦ κ. Τρικούπη, δι’ οὗ ἐδιώχθησαν, ἀντεκατεστάθη τὸ κίβδηλον μέταλλον τοῦ ἀργύρου ἀπὸ τὸ γνήσιον μέταλλον τοῦ χαρτιοῦ! Ἀλλ’ ἴσως θὰ εἴπητε, ἔπρεπε ν’ ἀφήσωμεν αὐτὰ τὰ νομίσματα, τὰ ὁποῖα ἦσαν ὑπερτιμημένα; ὄχι, ἀλλ’ ἠδύνατο ἡ τότε κυβέρνησις νὰ τὰ ὑποτιμήσῃ, καὶ νὰ εἴπῃ, ἀντὶ νὰ ἔχῃ τὸ τάλληρον τὸ Γερμανικὸν 5,80, νὰ ἔχῃ 5,50. Ἐνθυμεῖσθε τότε ποία εὐκολία ἦτο νὰ εὕρητε μεταλλικόν. Ἀλλ’ ἡ Τράπεζα ἤθελε νὰ κατορθώσῃ καὶ τότε τὴν τακτοποίησιν τῶν ἰδικῶν τῆς λογαριασμῶν, καὶ διὰ τοῦτο εἰσήγαγε διὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Κεχαγιᾶ τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰς τὴν τῆς Λατινικῆς συμβάσεως νομισματικὴν, παραδεχομένην ὡς μονάδα τὸ φράγκον καὶ ὄχι τὴν δραχμὴν, ἐνῷ τὰ χρηματιστήρια καὶ τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῆς Σύρου ἐφώναξαν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει σπουδαῖον ἐμπόριον μὲ τὰ Λατινικὰ Κράτη. Καὶ ὅμως ἡ τράπεζα ἔφερε διὰ τῆς μεταλλαγῆς αὐτῆς τοῦ νομίσματος φορολογίαν. Διὰ τὰς μικρὰς ὑπηρεσίας ἐζήτουν ἄλλοτε μίαν ἢ δύο σφάντσικας ἢ δραχμὰς, τώρα ὅμως σᾶς ζητοῦν φράγκα, ὥστε, διὰ νὰ ἔλθῃ εὐκολία εἰς τὴν ἐγγραφὴν τῆς Τραπέζης διὰ τοὺς ἐξωτερικούς της λογαριασμοὺς, ἀναγκάζεται ἕκαστος νὰ δίδῃ 20% περισσότερον, δίδων ἀντὶ δραχμῆς φράγκον. Ἦλθε λοιπὸν τὸ 1877, καὶ εὗρε τὰ ξένα νομίσματα ὅλα διωγμένα. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ ἀναφέρω τὰ κατὰ τὸ 1875 ἐν λεπτομερείᾳ, διότι δὲν εἶναι ἀνάγκη· ἐφορολογήθη ἡ ἀγορὰ τῆς πρωτευούσης 800,000 δραχμὰς δι’ αὐτῆς τῆς συναλλαγῆς τῶν νομισμάτων. Πόθεν προῆλθε τοῦτο, δὲν ἔχω συμφέρον νὰ τὸ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν· ἐὰν μὲ κεντήσῃ τις, θὰ τὸ εἴπω.
§15ΤΙΝΕΣ. Εἶναι δικαίωμά σας νὰ τὸ εἴπητε, ἂν θέλητε, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸ εἴπητε.
§16ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὅταν θέλω, θὰ τὸ εἴπω.
§17ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Τότε δὲν εἶναι ἀληθές, ἀφοῦ δὲν τὸ λέγετε.
§18ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἔστω, δὲν εἶναι ἀληθές· ἀλλὰ νὰ ὑπάγῃς εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι σοῦ ἔδωσαν ψῆφον καὶ κατοικοῦν ἐδῶ, καὶ νὰ τοὺς εἴπῃς: τοῦτο μᾶς εἶπεν ἕνας βουλευτὴς ἀπὸ τὸν Μισθρᾶν, εἶναι ἀληθές, ἢ ὄχι; καὶ τότε νὰ ἔλθῃς νὰ μὲ ἐρωτήσῃς. Ἔγεινε λοιπὸν ἡ πρώτη φορά, ὅπου εἰσήχθη εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία τοῦ χαρτιοῦ· δὲν ἐτόλμησεν ὅμως ἡ Τράπεζα, ἀφοῦ ἐζήτησε τὴν ὑποτίμησιν τῆς μονάδος τῶν γραμματίων της εἰς 5 δραχμὰς, ἀντὶ 10, νὰ ζητήσῃ τὴν ἀνανέωσιν τοῦ προνομίου, διότι ὁ ὑπὲρ αὐτῆς συμπαθῶν ἐν τῇ κυβερνήσει ἐκείνῃ δὲν εἶχεν ἰσχὺν νὰ πείσῃ καὶ τοὺς λοιποὺς συναδέλφους εἰς τοῦτο. Τί ὅμως ἐκέρδισεν ἡ Τράπεζα; ἔπαυσε τὸ κυριώτερον καθῆκόν της, νὰ δίδῃ χρήματα εἰς τὴν κτηματικὴν τάξιν, ἔκλεισε τὰς θύρας τῆς Τραπέζης εἰς τοὺς ἐπαρχιώτας, οἱ ὁποῖοι ἔχουν περισσοτέραν ἀνάγκην νὰ δανείζωνται ἀπὸ τὴν Τράπεζαν, διότι ἐν τῇ πρωτευούσῃ εὑρίσκουσι καὶ ἄλλους κεφαλαιούχους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους νὰ δανείζωνται. Ὅταν πέρυσιν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἔφερεν ἕνα νόμον, δι’ οὗ ὑπεστηρίζετο Τράπεζα, ἥτις θὰ ἐδάνειζε καὶ τὴν γεωργίαν, ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνική, ἰδοῦσα, ὅτι διὰ τῆς νέας ταύτης Τραπέζης θὰ περιορισθῇ ἡ κυκλοφορία τοῦ χαρτίου της, ἔσπευσε νὰ μᾶς εἴπῃ: δανείζω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν κτηματικὴν τάξιν ὅσα θέλει, καὶ ἰδοὺ πραγματοποιῶ ἐξωτερικὸν δάνειον 60 ἑκατομμυρίων, καὶ διεκωδώνισε καθ’ ὅλας τὰς ἐπαρχίας, ἵνα ἔλθωσι καὶ δανεισθῶσι χρήματα ἐπὶ κτηματικῇ ὑποθήκῃ. Ἀφοῦ ἀπεσύρθη τὸ ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου Κουμουνδούρου προπαρασκευασθὲν σχέδιον Γεωργικῆς Τραπέζης, ἐξετέλεσε καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν ὑπόσχεσίν της ταύτην; Ὄχι· καὶ ἐξηγοῦμαι διατί, διότι ἐπεβλήθησαν τόσοι ὅροι, ὥστε, διὰ νὰ ζητήσῃ τις δάνειον, ὀφείλει πρῶτον νὰ ἐπιθεωρήσῃ τὰ χαρτιά του ἀπὸ νομοσυμβούλους τῶν ὑποκαταστημάτων δικηγόρους τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ ὄχι πάντας, ἀλλὰ τοὺς δικηγόρους, οἵτινες εἶναι συγγενεῖς τῶν βουλευτῶν, τῶν φίλων τοῦ ὑπουργείου Τρικούπη. Ἔρχονται ἐδῶ τὰ χαρτιά· στέλλονται εἰς τὸν Σύμβουλον τῆς Τραπέζης, ἔξοχον νομικὸν καθ’ ὅλα λαμπρόν, τὸν κ. Καλλιγᾶν, ἀλλ’ ἄνθρωπον εὐκατάστατον, ἡλικιωμένον, μὴ ἔχοντα τὴν ἀνάγκην τῆς ἀμοιβῆς τῆς Τραπέζης.....
§19ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἶμαι ἡλικιωμένος, κ. Δημητρακάκη; διαμαρτύρομαι.
§20ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἡλικιωμένος εἶμαι καὶ ἐγὼ, καὶ φρονῶ, ὅτι εἴμεθα συνομήλικες· ὑπάρχει λοιπὸν διὰ τὸν κ. Καλλιγᾶν μία ἀηδὴς ἐργασία, ἣν ἐπὶ ἀμοιβῇ καὶ ἐγὼ ὁ ἔχων ἀνάγκην μιᾶς μισθοδοσίας ἤθελον ἀηδιάσει· ὡς ἐκ τούτου χρονίζουν εἰς χεῖράς του τὰ ἔγγραφα. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν φθάνει· ἐφεῦρον πρόφασιν ν’ ἀποῤῥίψωσι τὰ ⅘ τῶν ἀπαιτήσεων, ὅσαι στηρίζονται εἰς κτήματα, ὧν ἡ κυριότης χρονολογεῖται πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου· πρέπει λοιπὸν, διὰ νὰ βεβαιώσωσι τὴν ἰδιοκτησίαν των αὐτήν, νὰ εὕρωσι τὰ βιβλία τοῦ Σεχουλισλάμη, καὶ τῶν ὑπαλλήλων τούτου, τὰ ὁποῖα κατὰ δυστυχίαν κατέστρεψαν οἱ Ἕλληνες, ὅτε ἐκυρίευαν τὰς πόλεις κατὰ τὴν ἐπανάστασιν. Ἀλλὰ, κύριοι, τί ἔπαθεν ἕως τώρα ἡ Τράπεζα, δεχομένη τὰς μὴ στηριζομένας εἰς ἐπίσημα ἑλληνικὰ ἔγγραφα ἰδιοκτησίας; μή τι ἐζημιώθη ἀπὸ τοιαύτας ἀσφαλείας περισσότερον; ἀπὸ ποίους ἐζημιώθη; ἤθελον παρακαλέσει τὴν Τράπεζαν νὰ μᾶς εἴπῃ ἀπὸ ποίους καὶ πόσα ἔχασεν ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παρουσίασαν κτήματα πεπαλαιωμένης ἰδιοκτησίας, ἢ ἐκείνους, οἵτινες ἐγγυήθησαν εἰς προεξοφλητικὰ γραμμάτια; Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ἡ Τράπεζα ὀλίγον κατ’ ὀλίγον κατέστη ὅλως ἀλλοτρία· παρ’ ὁποία ἦτον ἡ ἀποστολή της· ἀλλὰ θὰ μοὶ εἰπῆτε: καὶ δὲν ἔχει αὐτὴ συμφέρον νὰ δανείζῃ, ἀφοῦ ἔφερε ξένα χρήματα καὶ πληρώνει τόκους; Μάλιστα ἔχει τοιαύτην ἀνάγκην, ἀλλὰ εἶδεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀνέλαβε νὰ πράξῃ ἓν μέγα ἔργον, ὅτι τὸ ἔργον αὐτὸ ἔχει ἀνάγκην χρημάτων, ἐσκέφθη πῶς νὰ ὑποβληθῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς θέσιν νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν συνδρομήν της, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ μὴ προσφύγῃ, (ὅπως τὸ εἶπα καὶ ἄλλοτε), καθόσον ὁ κ. Τρικούπης, πρόεδρος τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ πρῶτον, ἐσκέφθη, καλῶς ποιῶν, νὰ διαπραγματευθῇ δάνειον ἐξωτερικὸν καὶ μὲ καλοὺς ὅρους 7½% καὶ εἰς τὸ ἄρτιον......
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι εἰς τὸ ἄρτιον, ἐπὶ τῆς ἀναλογίας· διότι 66% λαμβανόμενον πρὸς 5%, τὸ ὁποῖον ἀντιστοιχεῖ μὲ 7½ ἐπὶ τοῦ ἀρτίου.
§22ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι· καὶ ὀκτὼ μάλιστα κατ’ ἐμὲ εἶναι καλὸν δάνειον εἰς τὴν παροῦσαν ἐποχήν, ἀλλὰ σᾶς ἀπέτρεψεν ἡ Τράπεζα. Εἴπατε προχθὲς, κ. Τρικούπη, τί σᾶς μέλει; ἡ Τράπεζα ἔχει χαρτία, ἡ τράπεζα ἔχει πίστιν· ἀλλὰ δὲν ἔχει οὕτω· καὶ ἐγὼ σᾶς φέρω παράδειγμα ἐπίσημον καὶ πρόχειρον. Ὁ Βίσμαρκ, ὁ μεγαλείτερος ἀνὴρ, ὃν ἐγέννησεν ὁ αἰὼν, τὸν ὁποῖον διατρέχομεν, ἐμελέτα νὰ κάμῃ τὸν πόλεμον πρὸς τὴν Γαλλίαν. Τὴν ἀνδρείαν εἶχεν εἰς τοὺς στρατιώτας του, νὰ ἀντιπαραταχθῶσι πρὸς τοὺς Γάλλους, ὕστερον μάλιστα ἀπὸ τὴν διαφθοράν, ἣν ἔφερεν ἡ αὐτοκρατορικὴ κυβέρνησις· ἀλλὰ δὲν εἶχε τὸ χρῆμα τῆς Γαλλίας· τραπέζας εἶχε πολλὰς, καὶ πολὺ μεγαλειτέρας τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Διατί ὅμως δὲν ἠθέλησε νὰ ἀφοσιωθῇ εἰς τὰς τραπέζας; διότι ἤξευρεν, ὅτι ἅμα ἐξέλθῃ τῶν ὁρίων τῆς Γερμανίας τὸ χαρτὶ, ἤθελεν εἶσθαι ἄχρηστον· τί ἐσκέφθη; ν’ ἁρπάξῃ τὸ μεταλλικὸν τῶν μικρῶν Γερμανικῶν Κρατῶν, ἅπερ δὲν τῷ τὸ ἐχορήγουν. Εὑρὼν λοιπὸν πρόφασιν εἰς τὸν κατὰ τῆς Αὐστρίας πόλεμον, ὅτι Γερμανικά τινα Κράτη συνεπάθουν ὑπὲρ τοῦ ἀντιπάλου, ἔσπευσε νὰ τοῖς ἐπιβάλῃ χρηματικὴν ποινὴν, δι’ ἧς ἅπαν τὸ μεταλλικὸν τοῦτο νὰ μετακομισθῇ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Πρωσσίας· ἂν καὶ ἤξευρεν ὁ Βίσμαρκ, ὅτι διά τῆς εἰσπράξεώς του ταύτης προσέβαλε τὸν κύριον σκοπόν του, ὅστις, ὡς γνωρίζομεν ὅλοι, εἶναι ἡ Γερμανικὴ Μονοκρατορία, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ἤθελε νὰ κάμῃ τὰ μικρὰ Κράτη ἀντιπαθοῦντα πρὸς τὴν Πρωσσίαν, ἀλλὰ, προκειμένων δύο κακῶν, τὸ μὴ χεῖρον βέλτιστον· ἰδὼν δὲ, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κάμῃ τὴν μονοκρατορίαν, χωρὶς νὰ καταβάλῃ τὴν Γαλλίαν, ἥτις δὲν ἤθελε τῷ ἐπιτρέψει τοιοῦτόν τι ἐζήτησε νὰ ἀποταμιεύσῃ τὸ νόμισμα ἄλλων Κρατῶν, καὶ τοιαύτην πίεσιν ἐξήσκησεν, ὥστε μόνην τὴν ἐλευθέραν πόλιν τῆς Φραγκφὸρτ ἐπεβάρυνε μὲ 36 ἑκατομμύρια μάρκας, καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶχεν αὕτη νὰ στείλῃ τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰς χρυσὸν, τῇ ἀφεῖλε καὶ τὸν ἄργυρον, καὶ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι εἴδομεν εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι τὰ μετέφερε δι’ ἁμαξῶν εἰς Βερολῖνον. Βλέπετε λοιπὸν, αὐτὸς ὁ ἀνὴρ, τοῦ ὁποίου τὴν δόξαν ἔπρεπε νὰ ζηλώσητε, κ. Τρικούπη, διότι αὕτη σᾶς ἁρμόζει, καὶ ὄχι τοῦ Ἀλεξάνδρου, τοῦ Πομπηΐου, τοῦ Βρένου, καθόσον ἐκεῖνοι εἶχον μακρὰς μαχαίρας, ἐνῷ σεῖς δὲν ἔχετε οὔτε κονδυλομάχαιρον, καθὼς ἐγώ.
§23ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγὼ ἤμην λοχαγός. (Ἰλαρότης.)
§24ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὸ γνωρίζω, καὶ διὰ τοῦτο δὲν λαλῶ διὰ Σᾶς. — Βλέπετε λοιπὸν, κ. Τρικούπη, ὁ Βίσμαρκ, ὅταν ἀπεφάσισε νὰ κάμῃ ἓν ἔργον μέγα, πῶς ἤρχισε τὰ σχέδιά του; Σεῖς ὅμως ἐπλανήθητε ἀπὸ ὑποσχέσεις τῆς Τραπέζης, ὅτι εἰς πᾶσαν περίστασιν θὰ σᾶς ἔδιδεν ὅσα ἠθέλατε χρήματα καὶ ἀπεφασίσατε νὰ κάμητε μίαν πρᾶξιν, ἥτις ἔφερε μίαν ἀνατροπὴν εἰς τὰ οἰκονομικὰ τῆς πατρίδος σας. Εἴπετε προχθές, ὅτι, ἂν δὲν σᾶς φθάσωσιν αὐτὰ τὰ χρήματα τῆς Τραπέζης, ἐκδώσατε καὶ ἔντοκα γραμμάτια· ἀλλὰ ποῖος ἐτρελλάθη νὰ δώσῃ τὸν χρυσὸν καὶ τὸν ἄργυρον, διὰ νὰ λάβῃ αὔριον ὑποτιμημένον χαρτί; ἀλλὰ εἴπετε καὶ ἓν ἄλλο, δώσατε τὸ προνόμιον καὶ διὰ τὰς προσαρτηθησομένας ἐπαρχίας, καὶ ὅταν εἰσέλθωμεν εἰς αὐτὰς, νὰ εἰσαγάγωμεν τὴν καταναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τοῦ χαρτίου. Εἶναι ὀρθὸν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας φέροντες εἰς χεῖρας τὸν καϊμέ; νὰ παρουσιασθῶμεν εἰς αὐτοὺς, διὰ νὰ τοὺς φορτώσωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τρομάζουσιν οἱ ἄνθρωποι, ἕνεκα τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ τουρκικοῦ καϊμέ; Βλέπετε λοιπὸν, κ. Τρικούπη, ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ συλλογισμοὶ δὲν εἶναι ὀρθοὶ, καὶ ὄχι διότι δὲν τοὺς ἐννοεῖτε, ἀλλὰ διότι εὑρέθητε εἰς πλάνην νὰ ἀποδεχθῆτε ἐσφαλμένον σχέδιον ἐνεργείας, εὑρίσκεσθε εἰς στενοχωρίαν νὰ δικαιολογήσητε τὴν ἀδικαιολόγητον πρᾶξιν, ἣν ἐκάματε, καὶ τὴν ὁποίαν πιεζομένη ἀπεδέχθη καὶ ἡ διάδοχος Κυβέρνησις. Ζητεῖ ἀπὸ τώρα ἡ Τράπεζα τὴν ἀνανέωσιν τοῦ προνομίου διατί; ἐνῷ ἔχομεν ἀκόμη ἕνδεκα ἔτη πλήρη; τίς ἡ στενοχωρία νὰ ζητῇ ἀπὸ τώρα τὸ προνόμιον ἡ Τράπεζα; Θὰ σᾶς τὸ εἰπῶ. Ἡ Τράπεζα, ἐὰν δὲν λάβῃ τώρα τὸ προνόμιον, κατόπιν, ὅταν θὰ λάβωμεν ἀνάγκην καὶ ἄλλων χρημάτων καὶ θὰ τῇ εἴπωμεν: ἔχεις μεγάλην πίστιν καὶ σχέσεις εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν, προμηθεύθητι χρήματα, θὰ ἀπαντήσῃ: σᾶς προμηθεύω χρήματα, ἀλλὰ θὰ μοὶ ἀνανεώσητε τὸ προνόμιον. Βλέπετε, ὅτι ἡ Τράπεζα ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην, διὰ νὰ λάβῃ αὐτὸ τὸ προνόμιον, νὰ κάμῃ καὶ ἑτέρας θυσίας, καὶ διὰ τοῦτο τὸ προνόμιον τὸ ζητεῖ ἀπὸ τώρα, καὶ ἀφοῦ τὸ λάβῃ ἀπὸ τώρα, ὅταν τὴν στενοχωρήσωμεν διὰ νὰ εὕρῃ χρήματα, θὰ τὰ εὕρῃ βεβαίως, καὶ δὲν θὰ ἀφήσῃ νὰ ἀνατραπῇ ἡ Ἑλλὰς καὶ μετ’ αὐτῆς νὰ χαθῇ καὶ ἡ Τράπεζα, πολλοῦ γε καὶ δεῖ· θὰ φέρῃ λοιπὸν χρήματα, ἀλλὰ θὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸ ἔθνος ἑτέρας θυσίας· ἀφοῦ λάβῃ τώρα τὸ προνόμιον, θὰ ζητήσῃ τὴν αὔξησιν τοῦ τόκου ἀπὸ 7 ἢ 8% εἰς 10 ἢ 12%. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐζήτησεν ἡ Τράπεζα ἀπὸ τώρα τὸ προνόμιον. Καὶ συλλογισθῆτε, κύριοι, ὅτι, ἐνῷ πέρυσιν ἐψηφίσαμεν σύμβασιν διὰ τὸ ἄλλο τμῆμα τῆς Ἑλλάδος νὰ δανείζῃ τοὺς κτηματίας καὶ γεωργοὺς μάλιστα, πρὸς 5 καὶ 6%, ἀναγκάζομεν τὴν πρῶτον ἐλευθερωθεῖσαν Ἑλλάδα νὰ δανείζηται πρὸς 10 καὶ 12, καὶ ὁ Θεὸς νὰ μᾶς φυλάξῃ καὶ 15%. Μᾶς εἶπε καὶ ὁ σεβαστός μοι καθηγητὴς μίαν παρατήρησιν, ἥτις, σᾶς βεβαιῶ, μὲ ἐλύπησε, διότι δὲν τὴν πιστεύει καθόλου· ἀλλὰ ἀποτείνων τοιαύτην παρατήρησιν πρὸς ἡμᾶς, ὑποθέτει, ὅτι ἓν ἐκ τῶν δύω στερούμεθα, ἢ γνώσεως συγχρόνου ἱστορίας, ἢ κρίσεως. Μᾶς εἶπε, φοβεῖσθε διὰ χρήματα; 25 μόνον ἑκατομμύρια μεταλλικὸν εἶχεν ἡ Ἰταλία, καὶ 70 εἰς γραμμάτια, καὶ ἐχρεώστει 180, καὶ ἐχρειάζετο 600 ἑκατομμύρια, ὅταν τὸ 1866 ἔμελλε νὰ κάμῃ τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Αὐστρίας, καὶ τὸν ἔκαμε μὲ τὰ ὀλίγα αὐτὰ χρήματα, διότι, ὅταν ἔλαβεν ἀνάγκην περισσοτέρων, εὑρέθησαν καὶ αὐτά. Ἀλλὰ, κύριε βουλευτὰ τῆς Ἀττικῆς, ἡ Ἰταλία ἔκαμε δύο πολέμους κατὰ τὸ 1866 καὶ κατὰ τὸ 1859, καὶ κατὰ τὸ 1859 εἶχεν ἔμπροσθέν της τὴν Γαλλίαν, κατὰ δὲ τὸ 1866 εἶχεν ἔμπροσθεν τὴν Πρωσσίαν, ὄπισθεν τὴν Γαλλίαν. Καὶ νομίζετε, ὅτι καὶ ἡ Ἑλλὰς, ἐὰν ἔχῃ μίαν τῶν Δυνάμεων αὐτῶν ὄπισθεν, θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην ἀπὸ χρήματα; Καὶ παράδειγμα αὐτὴ ἡ Ἑλλάς. Μέχρι τοῦ 1823 ἦτον στενοχωρημένη, διότι δὲν εἶχε διόλου χρήματα νὰ ἐξοδεύσῃ, καὶ αἱ ὑπηρεσίαι ἐγίνοντο ὅλαι ἄμισθοι. Εὐτυχῶς ὅμως τότε ὁ πόλεμος ἦτο εὐθηνὸς καὶ δι’ ἐκείνους, πρὸς οὓς ἐγένετο, καὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἥτις τὸν ἔκαμε, καὶ μόλις ἠδυνήθη ἡ Κυβέρνησις νὰ οἰκονομήσῃ πενιχρὸν ποσὸν ἀπὸ τὸ Μοναστηριακὸν καὶ ἰδιωτικὸν ἀργύριον καὶ χρυσόν. Ὅταν ὅμως διὰ τὴν εὐτυχίαν μας ἀπέθανεν ὁ Λοντοτερῆ καὶ ἦλθεν ὁ ἀείμνηστος εὐεργέτης τῆς Ἑλλάδος Κάνιγγ εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, καὶ εἶδεν, ὅτι ἀπορεῖ ἡ Ἑλλὰς χρημάτων, εὐθὺς εὑρέθησαν καὶ ταῦτα, καὶ δάνειον εὑρέθη 70 ἑκατομμυρίων φράγκων πρὸς 57%, χωρὶς νὰ ἦναι ἀκόμη ἔθνος, ἀλλ’ ἓν χάος. Καὶ διατί τὰ εὗρεν ἡ Ἑλλὰς ὅλα αὐτά; Διότι τὸ ἤθελε καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ὑπεστήριζε τὸν ἀγῶνά της. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι τῆς Ἰταλίας δὲν ἦσαν τὰ 25 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα εἶχεν εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους ὁ Καβοὺρ ἢ οἱ διάδοχοί του, οὔτε αὐτὰ ἔκαμαν μόνα τὸν πόλεμον, ἀλλὰ ἦσαν τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἡ Γαλλία, ἥτις εἰς πᾶσαν ἀνάγκην ἐβοήθει τὴν Ἰταλίαν· ἐκτὸς τούτου ἡ Ἰταλία εἶχεν ὄχι μίαν, ἀλλὰ πολλὰς Τραπέζας μεγάλας, ἐν αἷς καὶ ἓν τμῆμα τῆς μεγαλειτέρας Τραπέζης τοῦ κόσμου, τοῦ Ῥοσχίλδ.
§25Π. ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τί ἔχει νὰ κάμῃ ὁ Ῥοσχὶλδ μὲ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἰταλίας;
§26ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἷς Ῥοσχὶλδ δὲν εἶναι εἰς Νεάπολιν;
§27ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὴν ἰδίαν σχέσιν ἔχει ὁ Ῥοσχὶλδ τῆς Νεαπόλεως, ἣν ὁ Συγγρὸς μὲ τὴν ἰδικήν μας τὴν Τράπεζαν.
§28ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ μήπως ὁ Συγγρὸς δὲν ἔχει σημασίαν σπουδαίαν εἰς τὰ τραπεζικὰ τῆς Ἑλλάδος; Φρονῶ λοιπόν, ὅτι, ἀντὶ ἡ Τράπεζα νὰ ζητῇ νὰ κερδοσκοπήσῃ ὠφελουμένη ἐκ τῆς στενοχωρίας, εἰς ἣν εὑρίσκεται τὸ ἔθνος, ὀφείλει νὰ συντρέξῃ καὶ αὕτη τὸ ἔργον τῆς πατρίδος, καὶ συνάμα νὰ συντρέξωσι καὶ οἱ πλούσιοι, ὅπως συνέτρεξαν κατὰ τὴν μεγάλην ἐπανάστασιν οἱ τότε πλούσιοι. Θὰ ἴδωμεν ποίαν συνδρομὴν θὰ προσφέρητε εἰς τὴν πατρίδα σεῖς οἱ πλούσιοι, κ. Καλλιγᾶ. Οἱ πλούσιοι τῆς μεγάλης ἐπαναστάσεως, ἐὰν δὲν κατέβαλον τὸ ὅλον, κατέβαλον τὸ ἥμισυ, τὸ τρίτον τοὐλάχιστον τῆς περιουσίας των. Σεῖς, κ. Καλλιγᾶ, ὅστις ἔχετε τριακοσίας χιλιάδας ταλλήρων, θὰ δώσητε τὸ πέμπτον, τὸ δέκατον;
§29ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐὰν ἀναγνώσητε τὸ «Ἐθνικὸν Πνεῦμα», θὰ ἴδητε, ὅτι ἔχω πέντε ἑκατομμύρια.
§30ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἴθε νὰ ἔχητε δέκα μιλιούνια! Ἔχουν ἄλλοι περισσότερα ἀπὸ ἐσᾶς, καὶ δὲν καταβάλλουν οὔτε τὸ εἰκοστόν. Ἔλθετε σεῖς οἱ πλούσιοι νὰ δείξητε τὴν φιλοτιμίαν σας, καὶ τότε καὶ ἡμεῖς οἱ πτωχοί, καὶ 100 παράδες ἐὰν ἔχωμεν, θὰ δώσωμεν τοὺς 50 εἰς τὸ ἔθνος. Αὐτὴν τὴν ἰδέαν τῆς συνεισφορᾶς τῶν περιουσιῶν, ἣν ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Οἰκονόμου, τὴν ἐξέθηκα τὸ 1876 εἰς τὴν ἐν ὑπαίθρῳ ἀγόρευσίν μου ἐν Σπάρτῃ, ἥτις ἐτυπώθη τότε εἰς τὴν «Μέριμναν», ἀλλὰ μὲ ὠνόμασαν τότε οἱ πλούσιοι τρελλόν, καὶ μάλιστα εἷς τῶν ἐνταῦθα πλουσίων μοὶ ἔγραψεν ὅτι εἶμαι τρελλός. Λοιπόν, κ. Καλλιγᾶ, τοιαύτην, ὁποίαν περὶ Ἰταλίας ἐφέρατε παρατήρησιν, σοφιστικήν, δὲν πρέπει νὰ τὴν λέγετε εἰς ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι, ἂν καὶ δὲν γνωρίζομεν ὅσα ὑμεῖς, γνωρίζομεν ὅμως πῶς ζῇ ὁ κόσμος καὶ ποίας ἀνάγκας ἔχει καὶ ποίαν φιλοτιμίαν ἔχουν οἱ πλούσιοι. Ἔρχεται λοιπὸν ἡ Τράπεζα, καὶ ἐνῷ ἔχομεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τῶν γραμματίων, μᾶς ζητεῖ καὶ τὴν ἀνανέωσιν τοῦ προνομίου. Τοὐλάχιστον ἐὰν περιωριζόμεθα εἰς μόνην τὴν καταναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἠδυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν ἐντὸς ἐτῶν τινων τὴν ἄρσιν, ἐὰν περιοριζώμεθα ὡς πρὸς αὐτήν, διότι καὶ πρὶν ἢ πλησιάσῃ τὸ 1892, ὁ χρόνος τῆς λήξεως τοῦ προνομίου, ἐὰν δὲν θελήσῃ ἡ Τράπεζα νὰ φέρῃ κεφάλαια διὰ τὴν ἄρσιν αὐτῆς, θὰ ἔλθωσιν ἄλλοι κεφαλαιοῦχοι μετὰ τὴν ἀποκατάστασεν τῆς δυσαρμονίας, εἰς ἣν εὑρίσκεται τώρα ἡ Ἑλλάς, καὶ θὰ προτείνωσιν ἵνα τοῖς ὑποσχεθῶμεν τὴν εἰς αὐτοὺς παραχώρησιν τοῦ προνομίου μετὰ τὸ 1891, διὰ νὰ προκαταβάλωσι κεφάλαια πρὸς ἄρσιν τῆς καταναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλ’ ἡμεῖς τί κάμνομεν; Ἀπὸ τοῦδε προϋποθηκεύομεν τὴν Ἑλλάδα διὰ 37 ἔτη δηλαδὴ καὶ τὰ παιδιά μας ὑποθηκεύομεν ὡς καὶ τὰ ἐγγόνια μας, καὶ δὲν θὰ κατορθώσωσι ν’ ἀπαλλαγῶσι ποτὲ ἀπὸ αὐτὸν τὸν ζυγὸν, ἐνόσῳ ὑπάρχει ἡ Τράπεζα, διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων· καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν θὰ ἦναι ὁ ἀριθμὸς, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γόρτυνος, ἀλλ’ οὐχ ἧττον εἰς τὰ 62 κυκλοφοροῦντα μιλιούνια θὰ προστεθῶσι τοὐλάχιστον δέκα ἢ εἴκοσιν ἀκόμη· καὶ ἂν γείνῃ τοῦτο, νομίζετε, ὅτι θὰ περάσητε τὸ χαρτὶ μὲ ἔκπτωσιν μόνον 10%; Μεταβῆτε εἰς τὰ κολυβιστικὰ καταστήματα ν’ ἀγοράσητε χρυσὸν ἢ ἄργυρον, θὰ σᾶς ζητήσωσι τώρα 10%, καὶ ἀκόμη εἶναι ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα. Ἀλλ’ ἅμα γείνῃ γνωστὸν, ὅτι ἐκυρώθη ὁ νόμος οὗτος, τότε τὸ χαρτὶ θὰ ὑποστῇ ἔκπτωσιν καὶ 20 καὶ 30%· καὶ ἐννοεῖτε εἰς ποίαν ἀνωμαλίαν θὰ φέρητε τὴν κοινωνίαν; Τί θὰ κάμητε αὐτοὺς τοὺς πτωχοὺς ὑπαλλήλους; Ἐὰν τώρα ἠγόραζεν ὁ δυστυχὴς 1½ δρ. τὴν ὀκὰν τὸ κρέας, 60 λεπτὰ τὸ ψωμὶ, τότε θὰ τὸ ἀγοράζῃ 2 δραχ. τὸ κρέας καὶ 80 λεπτὰ τὸ ψωμί. Ὅλα θὰ ἦναι ὑπερτιμημένα, διότι ἔρχονται ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν καὶ αὐτὸ τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρέας, τὰ ὁποῖα κατὰ μέγα μέρος τὰ φέρομεν ἀπ’ ἔξω, καὶ ἔχομεν ἀνάγκην νὰ στέλλωμεν νόμισμα, διὰ ν’ ἀγοράσωμεν αὐτά. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι θέλουν ὑψωθῆ αἱ τιμαὶ τῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ ἀνθρώπου πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἔρχονται ἀπὸ τὸ ἐξωτερικόν. Ἠμπορεῖτε νὰ οἰκονομήσητε τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τοὺς πόρους τοὺς ἐσωτερικούς; Εἰς τὰ ἄλλα κράτη οἰκονομεῖται τὸ χαρτί, διότι ἔχουν ἐν τῷ τόπῳ τὰ ἐφόδια τοῦ βίου, σεῖς δὲ τί ἔχετε; Ποῦ εἶναι ἡ βιομηχανία σας, ποῦ εἶναι τὰ σιτηρά σας, ἡ κτηνοτροφία σας; Λοιπὸν ἡ καταναγκαστικὴ κυκλοφορία ἡ ἐπ’ ἀόριστον δυνάμει αὐτοῦ τοῦ νόμου, δι’ οὗ ἀνανεοῦται καὶ τὸ προνόμιον τῆς Τραπέζης, θὰ φέρῃ τὴν γενικὴν χρεωκοπίαν καὶ κατὰ συνέπειαν ἀναστάτωσιν, καὶ θὰ τὴν φέρῃ καθ’ ἣν ἐποχὴν ἔχομεν ἀνάγκην τῆς μεγαλειτέρας ἡσυχίας καὶ συμπνοίας ἐν τῷ ἐσωτερικῷ.
§31Α. ΡΟΥΚΗΣ. Ἀποῤῥίψατέ την λοιπόν!
§32ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Πρὸς ἐμὲ ἀποτεινόμενος, κ. βουλευτὰ, νὰ λέγῃς, ἀπόῤῥιψέ την, καὶ οὐχὶ ἀποῤῥίψατέ την, διότι ἐγὼ φέρω τὰς ἰδικάς μου ἰδέας· ἢ μήπως καὶ σὺ φρονεῖς περὶ ἐμοῦ ὅ,τι καὶ ὁ κ. βουλευτὴς Ζακύνθου, ὅστις εἶπε μίαν ἡμέραν, ὅτι ἐγὼ λέγω ἐν τῷ βήματι τούτῳ «ὅ,τι μοὶ λέγουν, καὶ δὲν μοὶ λέγουν»; φαίνεται ὁ κ. Λομβάρδος ὁμιλεῖ εἰς τὸ βῆμα ὅ,τι ἄλλος προηγουμένως τῷ λέγει. Ἐγὼ ὅμως οὐδένα ἐρωτῶ, ὅταν θὰ ὁμιλήσω, ἀλλὰ ἐκφράζω ὅ,τι ἡ συνείδησις καὶ τὸ καθῆκόν μου μοὶ ὑπαγορεύουσι. Χθὲς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Οἰκονόμος εἶπε περὶ εὐνοίας τῆς Τραπέζης πρὸς πρόσωπα πολιτευόμενα, ἀλλὰ πλανᾶται. Ἡ Τράπεζα δὲν ἔχει καμμίαν εὔνοιαν. Ἐὰν ὁ κ. Τρικούπης νομίζῃ σήμερον, ὅτι ἡ εὔνοια τῆς Τραπέζης τὸν ἐξησφάλισεν, ἀπατᾶται. Νὰ ἤξευρε πόσα χαϊδεύματα ἔκαμνεν ἄλλοτε εἰς τοῦτον; (δεικνύει τὸν κ. Κουμουνδοῦρον) ἐχολώσκανε διὰ τοῦτο, καὶ ποῖος; ὁ κ. Χρηστίδης, ὅστις ἐσύστησε τὴν Τράπεζαν καὶ ἔκαμε τὸν Γ. Σταῦρον διοικητὴν τῆς Τραπέζης (ἱλαρότης). Λοιπὸν δὲν ἔχει εὐνοίας ἡ Τράπεζα, ἔχει συμφέροντα. Συνετάξατε, κ. Τρικούπη, τὴν σύμβασιν καὶ τὴν ὑπεγράψατε τὴν παραμονὴν τῆς ἐνάρξεως τοῦ κοινοβουλίου, καὶ διατί ἡ τοιαύτη σπουδὴ πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ὑπογραφῆς σας, ἀφοῦ ἡ Τράπεζα ἐγνώριζεν, ὅτι δὲν θὰ εἶσθε εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς τοιαύτης συμβάσεως, καὶ διατί νὰ σᾶς ὠθήσῃ, ὥστε διὰ τῆς ὑπογραφῆς σας, διδομένης τὴν παραμονὴν τῆς ἐνάρξεως τῆς Βουλῆς, νὰ ὑποβάλητε τὸ ἔθνος εἰς τόσον μεγάλην δουλείαν; ἀφοῦ μάλιστα ἐγνωρίζετε, ὅτι πρὸ ὑμῶν μόνος ὁ Προβελέγιος ὑπέγραψε τὴν 28 Ὀκτωβρίου σύμβασιν δαπάνης καὶ τὴν 29 ἤνοιγον αἱ Βουλαὶ, καὶ ὅτι διὰ τοῦτο ἔγεινε μέγας θόρυβος, μολονότι κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν δὲν ὑπῆρχε μεγάλη ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου ἐν ταῖς Βουλαῖς. Διατὶ λοιπὸν τὴν ὑπεγράψατε τὴν 8 Ὀκτωβρίου, ἐνῷ τὴν 9 ἤνοιγεν ἡ Βουλή; διότι ἡ τράπεζα ἐπρόβλεπεν, ὅτι δὲν εἴχετε πλειονοψηφίαν καὶ ἤθελε νὰ σᾶς συμπλέξῃ μὲ τοὺς ἀντιπάλους σας (θόρυβος). Τὸν λόγον θὰ σᾶς τὸν εἴπω ἐγώ· ἡ τράπεζα εἶναι πεπειραμένη, ἀφοῦ σᾶς ἀπέτρεψε νὰ διαπραγματευθῆτε τὸ ἐξωτερικὸν δάνειον, ἠθέλησε νὰ ἐξασφαλισθῇ καὶ διὰ τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον σᾶς ἐπέβαλε· δὲν ἠρκεῖτο λοιπὸν εἰς μόνην τὴν ὑπόσχεσίν σας, ὅτι θὰ συντρέξητε καὶ σεῖς εἰς εὐόδωσιν τοῦ ἔργου καὶ μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσίν σας ἐκ τῆς ἐξουσίας, διότι γνωρίζει ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν φιλονεικοῦμεν περὶ ἀρχῶν, ἀλλὰ περὶ προσωπικῶν λόγων, ἑπομένως ἡ τράπεζα ἠθέλησε νὰ σᾶς δέσῃ. Σᾶς εἶπε λοιπὸν ὑπογράψατε καὶ σεῖς τὴν σύμβασιν· ὅσον διὰ τοὺς διαδόχους σας ἔχω τὸ μέσον νὰ τοὺς πειθαναγκάσω νὰ τὴν ὑπογράψωσι καὶ ἐκεῖνοι. Ἦλθεν ἡ ἐνεστῶτα κυβέρνησις, τὸ ταμεῖον τὸ εὗρε κενόν. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διευθύνθη εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ ζητήσῃ ὀλίγα χρήματα δι’ ἡμερησίαν ἐξοικονόμησιν, ἀλλ’ οἱ τραπεζῖται ἐδέχθησαν τὸν ὑπουργὸν ὅπως ὁ Ναπολέων τὸ 1869 ἐδέχθη τὸν πρέσβυν μας, τὸν πτωχὸν Ῥαγκαβῆν. Τί ζητεῖς; Δὲν δέχεσθε τὸ πρωτόκολλον; ὑπάγετε νὰ πολεμήσητε μὲ τὴν Τουρκίαν, οὐδεὶς θὰ σᾶς βοηθήσῃ! Οὕτως εἶπον καὶ οἱ τραπεζῖται εἰς τὸν κ. Σωτηρόπουλον· δὲν ἔχομεν παράδες, καὶ ἂν ἔχωμεν, διὰ νὰ σᾶς δώσωμεν πρέπει νὰ ὑποσχεθῆτε ὅτι θὰ δεχθῆτε τὴν σύμβασιν· αὐτὸ τῷ εἶπον, καὶ ἐὰν δὲν τὸ λέγῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ἠξεύρω ἐγώ. «Παππᾶς κρεμάμενος ἔγραφε καὶ ἀπόγραφε». Τί νὰ κάμῃ ἀφοῦ δὲν ἔχει νὰ πληρώσῃ τὴν πενθημερίαν τοῦ στρατοῦ· καὶ δὲν θέλει ἡ Τράπεζα μόνον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ ὅλην τὴν κυβέρνησιν νὰ ὑποσχεθῇ τὴν κύρωσιν τῆς συμβάσεως, μὲ ὅλην τὴν εἰδεχθῆ μορφὴν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ σύμβασις αὕτη, ἥτις βεβαίως θὰ περάσῃ· ἀλλὰ ἴσως μοὶ εἴπῃ ἡ νῦν κυβέρνησις: τί ἤθελες νὰ κάμω εἰς τὴν στενοχωρίαν, εἰς ἣν εὑρέθην; νὰ κάμητε ὅ,τι ἔκαμεν ὁ μακαρίτης Βούλγαρης εἰς τὰ 1868, ὅστις, ἔκαμε τὴν Τράπεζαν καὶ εἶδε (κατὰ τὴν κοινὴν παροιμίαν) τὸ αὐτί της δίχως καθρέπτην. (Ἱλαρότης.) Λοιπὸν κηρύττομαι κατὰ τῆς συμβάσεως καὶ θὰ ψηφίσω κατ’ αὐτῆς, διότι δὲν θεωρῶ ἐμαυτὸν ἱκανὸν, ὅτι θὰ δικαιολογηθῶ ἐνώπιον τῶν ἐντολέων μου, ἐὰν τοῖς εἴπω, ὅτι ὁμολογουμένως ἐψήφισα ὑπὲρ ἑνὸς νόμου, ὁ ὁποῖος σᾶς κλείει τὴν θύραν διὰ 40 ἔτη τοὐλάχιστον, ἀπὸ πᾶσαν Τράπεζαν ὄχι μόνον τὴν Ἐθνικὴν, ἀλλὰ ἀπὸ ὅλας τὰς Τραπέζας, διότι καμμία Τράπεζα δὲν ἔρχεται ἐδῶ νὰ φέρῃ τὰ χρήματά της, ἀφοῦ θὰ εὕρῃ τὴν καταναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ ὑποτιμημένον χαρτί. Δὲν ἔχω λοιπὸν αὐτὴν τὴν δύναμιν νὰ πείσω τοὺς ἐντολεῖς μου, ἐὰν τοῖς εἴπω· «τί νὰ κάμωμεν; τὸ ταμεῖον ἦτο κενόν· οἱ στρατιῶται δὲν εἶχον πενθημερίαν, ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εἶχεν ὀλισθήσει εἰς τὰ νεύματα τῆς Τραπέζης, καὶ ἡ Τράπεζα εἶχε τοιοῦτον δίκτυον, ὥστε δὲν ἠδυνήθη νὰ διαφύγῃ καὶ ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις.» Ἡ δικαιολόγησις αὕτη δὲν θὰ ἀκουσθῇ, τοὐναντίον θὰ μοὶ εἴπωσι: πῶς ἐπείσθης νὰ ψηφίσῃς ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος ὑποχρεοῖ ἡμᾶς, τὰ παιδιά μας, τὰ ἐγγόνια μας, νὰ δουλεύωμεν διὰ νὰ παχύνωμεν τοὺς μετόχους τῆς Τραπέζης καὶ τοὺς ἐκ τῆς Εὐρώπης συναλλαττομένους μετ’ αὐτῆς Ἑβραίους;
§33Π. ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Νομίζω, ὅτι τὰ χθὲς τελευταῖον λεχθέντα κατὰ τὴν βʹ. ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου τῆς συμβάσεως δὲν πρέπει νὰ μείνουν ἄνευ ἀπαντήσεως, εἴτε παραδεχθῶμεν τὴν σύμβασιν, εἴτε ἀποῤῥίψωμεν αὐτήν. Εἰ μὲν παραδεχθῶμεν τὴν σύμβασιν, θεωρῶ ὅλως ἄτοπον νὰ δείξωμεν, ὅτι πιεζόμενοι ὑπὸ τῆς ἀνάγκης κλείομεν τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ ἀδιαφοροῦμεν εἰς τὰ ἐλαττώματα, ὅσα καταδεικνύονται· εἰ δὲ πάλιν ἀποῤῥίψωμεν τὴν σύμβασιν, νομίζω ὅλως ἄδικον ν’ ἀποῤῥίψωμεν αὐτήν, διὰ τοὺς λόγους, οἵτινες ἐῤῥέθησαν. Οἱ λόγοι ἦσαν λίαν βαρεῖς, δύναμαι νὰ εἴπω, ἀλλὰ τοῦτο λέγων, δὲν ἐννοῶ, ὅτι ἡ βαρύτης τῶν λόγων προήρχετο ἐκ τῆς βαρύτητος τοῦ ἀτόμου, διότι συμπίπτει οἱ βαρύτεροι λόγοι νὰ ῥίπτωνται εἰς τὸ μέσον ὑπὸ ἐκείνων, οἵτινες στεροῦνται βαρύτητος, τεκμήριον δὲ σχετικῶς πρὸς τὸν προλαλήσαντα κ. Δημητρακάκην, ὅστις ναὶ μὲν ἔχει πλείονα βαρύτητα, ἀλλὰ οἱ λόγοι του δὲν ἦσαν βαρεῖς. Εὑρίσκομαι λοιπὸν εἰς τὴν ἀνάγκην οὐ μόνον ν’ ἀσχοληθῶ περὶ τοὺς λόγους, ἀλλὰ πρὸς τούτοις νὰ ἐξετάσω καὶ τὸν ῥήτορα, διότι καὶ αὐτὸς προέβη εἰς ἐξέτασιν ἐμοῦ καὶ μὲ ὑπέβαλεν εἰς ἀνάλυσιν, καὶ μάλιστα καὶ μὲ κατέταξε καὶ μὲ παρέστησεν ὡς οὐδόλως ἀνεξάρτητον. Ἐγὼ μὲν στεροῦμαι τῆς ἰδιότητος ταύτης. Ἐκεῖνος ὅμως εἶναι ἀνεξάρτητος, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ἐξαρτᾶται ἐκ μόνης τῆς γνώμης του· ἐνῷ εἶναι πρὸς ὅλους ἀσύνδετος, σκέπτεται μόνος καὶ δὲν συσκέπτεται μετ’ ἄλλων. Ἐγὼ τοὐναντίον μετ’ ἄλλων συσκέπτομαι, καὶ ἑπομένως ἀκολουθῶ τὴν γνώμην τῶν ἄλλων, μεθ’ ὧν συμπολιτεύομαι, καὶ πρὸ πάντων τοῦ προϊσταμένου τῆς μερίδος· ἐθεώρησε δὲ ὅπως καὶ ἐξέφρασεν, ὅτι εἶναι μέγιστον παράπτωμα ἐκ μέρους μου, ἀνθρώπου τῆς ἐπιστήμης, ἅμα ἦλθον ἐνταῦθα, νὰ συνταχθῶ μετά τινος κόμματος, μετὰ τινος μερίδος· διὰ τοῦτο ὡς ἐπιστήμων ἀπώλεσα ὅλην τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον, δηλ. τὴν ἰδανικήν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀποδίδει, διότι ἐγὼ οὐδέποτε ἀπέδωκα εἰς ἐμαυτὸν τοιαύτην ἰδανικὴν ἀξίαν· ὁ ἀξιότιμος ὅμως ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴς ἐθεώρησεν, ὅτι ὁ ἐπιστήμων πρέπει νὰ ἵσταται πολὺ ὑψηλὰ καὶ μεμονωμένος, ὅταν ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του, ἀφιέμενος εἰς τὰς ἰδίας αὑτοῦ σκέψεις. Ὁ κάτοχος τῆς ἐπιστήμης, συγχρωτιζόμενος μετὰ τῶν πολιτευομένων, ἀποβάλλει τὴν ἀξίαν του καὶ καταβαίνει τοῦ ἰδίου ὕψους. Διὰ νὰ σᾶς δείξω διὰ πραγμάτων τί ἤθελε συμβῆ ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἂν εἶχεν οὕτως τὸ πρᾶγμα, διότι δὲν εἶμαι ἐγὼ μόνος ἐπιστήμων ἐνταῦθα, ἐδῶ εἶναι πλεῖστοι ἐπιστήμονες, ἰατροί, νομικοί, ἀξιωματικοί, τοὺς ὁποίους μάλιστα καὶ θεωρῶ πολλῷ ἀνωτέρους μου, ὡς λ. χ. τὸν κ. Βαλτινόν, ὅστις εἶναι καὶ καθηγητής, ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἐπιστήμονες 25 ἢ 30 ἤθελον ἀπομακρυνθῆ καὶ ἤθελον νὰ τηροῦν τὴν ὑψηλὴν θέσιν τῆς ἐπιστήμης, ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν καλάθους κρεμαμένους ἀπὸ τῆς ὀροφῆς, εἰς οὓς νὰ κάθηται ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, ὡς εὑρίσκετο ὁ Σωκράτης εἰς τὰς νεφέλας ἐν τῷ ταῤῥῷ ἀεροβατῶν καὶ περιφρονῶν τὸν ἥλιον, καὶ ἐκεῖθεν ἕκαστος νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του ὡς χρησμόν. (Ἱλαρότης.) Τοιαύτην δὲν ἐνόησα τὴν ἐπιστήμην ἐγώ, καὶ λυποῦμαι διὰ τὸν ἔντιμον συνάδελφόν μου, ὅστι; ἔχει διάφορον ἰδέαν τῆς ἐπιστήμης· καθὼς αὐτὸς, οὕτω καὶ ἐγὼ εἴμεθα βουλευταί, καὶ καθῆκον ἔχομεν νὰ ἐκφέρωμεν τὴν γνώμην μας οὐδέποτε ἐκ τρίποδος, ἀλλ’ ὡς οἱ λοιποὶ ἐντολοδόχοι τοῦ Ἔθνους, τὴν αὐτὴν κατέχοντες θέσιν. Τί ἤθελεν εἶναι ὁ ἐπιστήμων ὁ ἔχων μεμονωμένην τὴν γνώμην του; Ἤθελεν εἶναι, ὡς βλέπετε εἰς τὰς ἀγγελίας τῶν ἐφημερίδων λ. χ. «τὸ μόνον ἰαματικὸν πρὸς κατάπαυσιν πάσης ὀδονταλγίας.» (Ἱλαρότης.) Καὶ ὁ ἄλλος ἐπιστήμων, τὰ αὐτὰ ἐπαγγελλόμενος, λέγει ὅτι εἶναι aqua distillata ἢ aqua fontanae. Λοιπὸν ὁ μὲν εἷς ἐπιστήμων ἀποκαλεῖ τὸ ἰαματικὸν τοῦ ἑτέρου aqua fontanae, ὁ δὲ τὸ τοῦ πρώτου aqua distillata. Κακῶς ἐνόησεν ἐπίσης τὴν πολιτικὴν καὶ τὴν πολιτείαν ὁ ἔντιμος συνάδελφος, καὶ δὲν ὀκνῶ νὰ ἐξετάσω καὶ τὰς θεωρίας του περὶ πολιτικῆς, διότι παρετήρησα, ὅτι ἐπαγγέλλεται ἰδιαιτέραν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ἀγνοῶ πότε ἔλαβεν, ἂν γραπτὴν ἢ ἄγραφον, παρὰ τοῦ λαοῦ, οὐδὲ γνωρίζω ποῦ εὗρε τὸν λαόν, ἐν ὀνόματι αὐτοῦ πάντοτε ἀγορεύων. Ἕκαστος ἡμῶν ἔλαβε τὴν ἐντολὴν ἐκ τῆς ἐπαρχίας του· μόνο; ὁ κ. βουλευτὴς Καλαβρύτων εἶναι ἀπεσταλμένος τοῦ λαοῦ, καὶ ἑκάστοτε ἐπικαλεῖται τὸν λαὸν ὡς ἴδιον κτῆμα. Πολλάκις ἠθέλησα νὰ ἐρωτήσω ποῦ εἶναι ὁ λαὸς τοῦ κ. Οἰκονόμου· ἐδῶ ἐν Ἀθήναις; Προέβην μέχρι τῆς Κολοκυθοῦς, καὶ δὲν τὸν εὑρῆκα. (Ἱλαρότης.) Ὁ λαὸς, τὸν ὁποῖον συνήντησα, μὲ εἶπε, σὲ γνωρίζομεν ὡς βουλευτήν μας. Περὶ τῶν Καλαβρύτων ἀφίνω εἰς τοὺς κ.κ. Ἀθανάσιον Πετιμεζᾶν, τὸν κ. Σωτήριον Πετιμεζᾶν, τὸν κ. Φωτήλαν, νὰ μᾶς εἴπωσι ποῖος λαὸς ἔδωσεν ἰδιαιτέρως τοιαύτην τὴν ἐντολὴν εἰς τὸν κ. Οἰκονόμον. Ἐντεῦθεν ἔφθασα εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ κ. Οἰκονόμος πρέπει νὰ ἔχῃ αὐτὸν τὸν λαὸν εἰς τὸν οἶκόν του, λαὸν κηρόπλαστον, ἀπὸ μικρὰ μικρὰ ἀνδρείκελα, πρὸς ἃ ἀγορεύει, καὶ ἐπειδὴ αὐτὸς ὁ λαὸς εἶναι ἄφωνος, θεωρεῖ, ὅτι σιωπῶν συγκατατίθεται. Ἰδοὺ διατί λέγει συχνὰ «ὁ λαὸς εἶναι ἔξω». Ἐκεῖνοι, οἵτινες ὁμιλοῦν, ὅτι ἔχουν ἐντολὴν τοῦ λαοῦ, οἵτινες εὑρίσκονται εἰς σχέσιν μὲ τὸν λαὸν, ἀποτείνονται πρὸς αὐτὸν δημοσίως, ἐκθέτοντες τὰς γνώμας των ἐνώπιον τοῦ πλήθους, ἐκεῖ λαμβάνοντες τὴν μύησιν, τὴν ἐντολήν· τοιοῦτόν τι ἐκ μέρους τοῦ κ. Οἰκονόμου δὲν εἶδον, οὐδὲ ἔμαθον ποτέ, οὐδὲ ἀνέγνωσα ἔν τινι ἐφημερίδι, καὶ μάλιστα ἐν τῇ κατ’ ἐξοχὴν «Ἐφημερίδι».
§34ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ὁ κ. Γιαννοῦκος Μαυρομιχάλης εἶναι ἐδῶ.
§35Ι. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μάλιστα.
§36ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ βεβαιώσητε τὸν κ. Καλλιγᾶν σεῖς, ὅστις εἶσθε πρόεδρος τοῦ Συλλόγου «Κοραῆς», ἐὰν ἦλθόν ποτε εἰς τοιαύτην σχέσιν πρὸς τὸν λαόν.
§37Ι. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μάλιστα· εἰς τὸν ναὸν τοῦ ἁγίου Γεωργίου, ἦτο μάλιστα παρὼν καὶ ὁ κ. Τρικούπης καὶ ὁ Ἀθ. Πετιμεζᾶς, καὶ ἄλλοι πολλοὶ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν.
§38ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐὰν θέλητε νὰ τὰ πιστοποιήσητε, θέλομεν τὰ ἐρευνήσει καὶ ἀπαριθμήσει τοὺς παρευρεθέντας, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται μακρὰ διαδικασία· διὰ ν’ ἀνακαλύψωμεν τὸν λαόν σας, πρέπει νὰ φέρητε ἀποδείξεις, νὰ μεταχειρισθῆτε ὅλα τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα δι’ ἐγγράφων, διὰ μαρτύρων, καὶ ἐπὶ τέλους δι’ ἐπαγωγῆς ὅρκου....
§39Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Σᾶς χειροκροτῶ. (Χειροκροτεῖ.)
§40ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εὐχαριστῶ. Ἔρχομαι εἰς τὴν περὶ πολιτείας θεωρίαν τοῦ συναδέλφου μου, τὴν ὁποίαν ἀντέταξεν εἰς ὅσα εἶπον κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον. Τότε ἐξέθηκα, ὅτι μεταξὺ τῶν ἐξουσιῶν ὑπάρχε σχέσις συνεννοήσεως καὶ τὴν ἐχαρακτήρισα ὡς συνάλλαγμα. Εἶπον, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν διατελεῖ ἐν πνευματικῇ συναλλαγῇ ἰδεῶν, διατυπουμένων πρὸ πάντων διὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς ὡς πολιτικὸν πρόγραμμα, ἐκτιθέμενον ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ, ἡ δὲ βεβαίωσις τῆς ἀποδοχῆς γίνεται διὰ τῆς ἀπαντήσεως; ὅλα ταῦτα συναποτελοῦν ἕν συνάλλαγμα. Κατεκρίθην τότε καὶ ἐκακίσθη ἡ θεωρία μου περὶ συναλλάγματος ὡς δικανική, καὶ ἀπὸ τούτου τοῦ βήματος καὶ διὰ τοῦ τύπου, ὡς μὴ λησμονήσαντος, ὅτι ἐδίδασκον τὰ νομικά· ὁ σπουδαῖος πολιτικὸς δὲν ἔχει πλέον χρείαν τοῦ τύπου τοῦ συναλλάγματος, οὔτε τὸ μεταχειρίζεται πλέον. Τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον φαίνεται, ὅτι ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ πράξῃ ὁ κ. Οἰκονόμος, ἅμα ἐξελέχθη βουλευτὴς, ἦτο νὰ ῥίψῃ τὸν Κουϊάκιον καὶ τὸν Ἰουστινιανὸν ἀπὸ τὰ παράθυρα εἰς τὴν ἀγυιὰν, καὶ ἰδοὺ ἔγεινε πολιτικός· δὲν ἔχω, εἶπε, πλέον ἀνάγκην τῶν δικανικῶν τύπων. Ποῖα εἶναι κατ’ αὐτὸν ἡ σχέσις μεταξὺ νομοθετικῆς καὶ ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας; Εἶναι, λέγει, ἡ πάλη τοῦ ἰσχυροτέρου πρὸς τὸν ἀσθενέστερον, καὶ ποτὲ μὲν καταβάλλει ἡ ἐκτελεστικὴ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ποτὲ δὲ ἡ νομοθετικὴ τὴν ἐκτελεστικὴν, καὶ τοιοτοτρόπως κυλίονται χαμαὶ καταβάλλουσαι καὶ καταβαλλόμεναι πὺξ καὶ λὰξ Πῶς δὲ διαλύεται ἡ πάλη αὐτῶν; διὰ τοῦ λαοῦ· γίνεται λοιπὸν ἔκκλησις εἰς τὸν λαόν, ὅστις ἀπαγγέλλει τὴν ἀπόφασίν του, τὴν ἀπαγγέλλει δὲ διὰ τοῦ ἀντιπροσώπου του τοῦ κ. Οἰκονόμου· οὕτω κατενόησε τὴν πολιτείαν ὁ κ. Οἰκονόμος, τὴν κατενόησεν ὡς πάλην, ἥτις προκαλεῖ τὴν κρίσιν τοῦ λαοῦ· δι’ αὐτῆς δὲ ἐπανέρχεται μεταξὺ τῶν ἐξουσιῶν ἡ ἁρμονία. Ἡ εἰρηνικὴ καὶ πνευματικὴ ἐξήγησις οὐδεμίαν ἔχει κατ’ αὐτὸν ἀξίαν, διότι εἶναι τὸ τετριμμένον δικανικὸν συνάλλαγμα. Ἀλλ’ ἔρχομαι τώρα καὶ εἰς τὰ οἰκονομικά, καὶ ἠπόρησα πολὺ ὅταν εἶδον, ὅτι ὁ εἰδικὸς περὶ τὰ τοιαῦτα ὡμίλησε περὶ Τραπεζῶν, ἐντελῶς ἄγευστος ἐκείνων τῶν γνώσεων καὶ τῶν θεωριῶν, αἵτινες εἶναι τὸ καύχημα τῆς ἐποχῆς μας. Διὰ τοῦτο εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην ἐγώ, ὅστις εἶμαι ὅλως ἀλλότριος, καὶ ἐκ περιεργείας μόνον ἐνίοτε ἐνδιατρίβω, νὰ καταδείξω εἰς αὐτὸν εἰς ποίαν πλάνην περιέπεσεν. Ἐπολέμησε τὸ προνόμιον, στηριχθεὶς φυσικῷ τῷ λόγῳ εἰς τὰς εὐρείας θεωρίας, τὰς ὁποίας ἔχει περὶ λαοῦ, δηλ. ἔχει εὐρείας θεωρίας, διαιρεῖ τὴν κοινωνίαν ἀμέσως, ἐδῶ εἶναι ὁ λαός, ἐκεῖ εἶναι οἱ κατάρατοι, ὅ,τι δὲν εἶναι ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ λαοῦ, θεωρεῖ κατηραμένον· τὸ προνόμιον λοιπὸν εἶναι κατηραμένον. Παντὶ σθένει προσπαθεῖ, οὕτως εἰπεῖν, νὰ καταῤῥίψῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν περιουσίαν τὸ κεφάλαιον, ἀγνοῶν, ὅτι μέλλει νὰ καταστήσῃ δυστυχεστέρους ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἔχουν. Διὰ τοῦτο ἠκούσαμεν πέρυσι νὰ καταφέρηται κατὰ τῶν μεγάρων, κατὰ τῶν μεγάλων οἰκοδομῶν, κατὰ τῆς πολυτελείας, τῆς χρήσεως μαρμάρων, τῶν ὡραίων τεχνῶν, καὶ λησμονεῖ, ὅτι, ἂν καταλύσωμεν ὅλα ταῦτα, ἡ ζημία μέλλει νὰ ἦναι ἐπὶ τέλους τοῦ λαοῦ, διότι ὅλοι αὐτοί, ὅσοι ἐργάζονται τὰ μάρμαρα καὶ ὅλας τὰς λοιπὰς τέχνας, πρέπει νὰ μείνωσιν ἄεργοι, ἄνευ ἐργασίας, οἱ δὲ εὔποροι ἢ νὰ κρύψωσι τὴν περιουσίαν των ἢ νὰ φύγωσι. Πολεμεῖ λοιπὸν τὰ προνόμια, χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ τὸ εἶδος τῶν προνομίων· καὶ ἐγὼ εἶμαι ἐχθρὸς τῶν προνομίων· καὶ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν ἔτυχε νὰ ὁμιλήσω ἐναντίον τῶν προνομίων. Ἀλλὰ περὶ προνομίου τοιούτου, ὁποῖον πρόκειται σήμερον, περὶ τούτου, ἔπρεπε νὰ τὸ ἐξετάσῃ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους, καὶ ὄχι τοῦ συμφέροντος τῆς Τραπέζης. Ἐὰν ἐπρόκειτο σήμερον νὰ παραχωρήσητε προνόμιον ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τῆς Τραπέζης, μὲ ὅλας τὰς σχέσεις, τὰς ὁποίας ἔχω μὲ τὴν Τράπεζαν, καὶ τὰς μετοχὰς, τὰς ὁποίας ἔχω, ἤθελον σᾶς εἴπει, κάμνετε κάκιστα, διατί νὰ δώσετε προνόμιον εἰς ταύτην τὴν Τράπεζαν; Ποῖος ὁ λόγος, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ συμφέρον τοῦ Κράτους; Ἐὰν τὸ δίδητε ὑπὲρ τῆς Τραπέζης, εἶναι ὅλον τὸ αὐτὸ, ὡς νὰ θέλητε νὰ εὐνοήσητε αὐτὴν τὴν ὁμάδα τῶν ἀνθρώπων· τότε ἔρχομαι καὶ ἐγὼ μὲ τὸ μέρος τοῦ λαοῦ, καὶ οὐχὶ τοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχετε κηρόπλαστον ἐπὶ τῆς Τραπέζης σας, ἀλλὰ τοῦ ἀληθινοῦ λαοῦ. Σᾶς εἶπε λοιπὸν, ὅτι ἐξ ἐναντίας ἡ κατάργησις τῶν προνομίων πολλαπλασιάζει τὰς τραπέζας, καὶ τότε ἰδοὺ, ὅτι αὐξάνουν αἱ τραπεζιτικαὶ ἐργασίαι, καὶ ἀπόδειξις εἶναι ἡ Σκωτία, ἡ Ἑλβετία, ἡ Ἀμερική. Τὸ παράδειγμα τῆς Σκωτίας δύναμαι νὰ θεωρήσω ὡς λίαν ἀτυχὲς, διότι αἱ τράπεζαι τῆς Σκωτίας ἀνήκουσιν εἰς Κράτος, τὸ ὁποῖον ἔχει τράπεζαν προνομιοῦχον, καὶ ἔχει προνομιοῦχον τράπεζαν τοιαύτην, περὶ τῆς ὁποίας ἡ ἱστορία ἀποδεικνύει, ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν τράπεζαν ἡ Ἀγγλία χρεωστεῖ τὴν εὕρεσιν πόρων εἰς ὅλας τὰς κρισίμους περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθη ἀπὸ τῶν χρόνων τοῦ Γουλιέλμου τοῦ Βʹ. ἔκτοτε ἡ Τράπεζα αὕτη κατεδείχθη, ὅτι εἶναι, ὅσον εἶναι, χρήσιμος εἰς τὴν Ἀγγλίαν πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἀρχικῶς συνεστήθη, καὶ ἐνῷ ἡ ἀρχή της ἦτο μακρά, ἔφθασε σήμερον εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχει, καὶ θεωρεῖται ὡς ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον συναπαρτίζει, οὕτως εἰπεῖν, τὸ οἰκοδόμημα τῆς πολιτείας. Σήμερον ἐὰν εἴπῃ τις εἰς τὴν Ἀγγλίαν νὰ ἀφαιρέσῃ τὸ προνόμιον τῆς Τραπέζης, θέλουν σᾶς εἴπει, ὅτι ἀφαιρεῖτε ἕνα λίθον ἀπὸ τὸ οἰκοδόμημα τῆς πολιτείας. Εἶναι λοιπὸν ἐντελῶς ἀτυχὲς τὸ παράδειγμα τῆς Σκωτίας, διότι εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἐκτὸς τῆς Τραπέζης τῆς ἀγγλικῆς, ἥτις ἔχει τὸ προνόμιον μέχρις ἀποστάσεως 10 μιλίων ἀπὸ τοῦ Λονδίνου, ἂν δὲν λανθάνωμαι, πέραν αὐτῆς τῆς ἀποστάσεως ἐπιτρέπεται ἡ ἵδρυσις ἄλλων τραπεζῶν. Ἔχομεν λοιπὸν μέχρις ὡρισμένου σημείου τὸ σύστημα ἑνιαίας τραπέζης, πέραν δὲ αὐτοῦ τοῦ ὁρίζοντος ἔχομεν πολλὰς τραπέζας. Τώρα περὶ τῆς Ἑλβετίας δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ λόγος, διότι ἡ Ἑλβετία δὲν εἶναι Κράτος, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς περιστάσεις οἵας ἡμεῖς· εἶναι Κράτος, τοῦ ὁποίου τὴν οὐδετερότητα ἐγγυήθη ὅλη ἡ Εὐρώπη, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ποτὲ νὰ σκεφθῇ περὶ πολέμου· οὔτε ἀπειλεῖ, οὔτε ἀπειλεῖται. Αἱ τράπεζαι τότε ἔχουν σκοπὸν καθαρῶς ἐμπορικόν, τραπεζιτικόν, καὶ οὐδὲν πλέον. Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὴν Ἀμερικήν. Τὸ παράδειγμα τῆς Ἀμερικῆς ἠδύνατό τις νὰ ἐπικαλεσθῇ, καὶ εἶναι σπουδαῖον· τί ἐμφαίνει ὅμως; Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὑπῆρχεν ἑνιαία τράπεζα εἰς τὴν Ἀμερικὴν καὶ σπουδαιοτάτη, ἥτις ἐν μέσῳ τῆς δημοκρατίας, ἐν μέσῳ τῆς ὁμοσπονδίας τῷ ὄντι εἶχε φθάσει εἰς ὑψηλὴν περιωπὴν, καὶ φαίνεται, ὅτι ἐξήσκει σπουδαίαν ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς πολιτικῆς. Ὑπῆρχεν ἔκτοτε ἡ πάλη εἰς τὴν Ἀμερικὴν μεταξὺ τῶν λεγομένων ὁμοσπονδιακῶν καὶ τῶν λεγομένων Δημοκρατικῶν, ἡ ἀντίθεσις τουτέστιν ἐκείνων, οἵτινες ἤθελον νὰ κατασταθῇ ἑκάστη ἐπικράτεια τῶν Ἡνωμένων πολιτειῶν ὅσον ἔνεστιν ἀνεξάρτητος καὶ αὐτόνομος, καὶ ἐκείνων, οἵτινες ἤθελον νὰ ὑπερισχύσῃ ἡ ἐξουσία τῆς Ὁμοσπονδίας, τῆς κεντρικῆς πολιτείας, οὕτως εἰπεῖν. Ὁ Ἰάκσων λοιπὸν κατέῤῥιψε τὴν Τράπεζαν, διότι ἐθεώρησεν, ὅτι ἡ τράπεζα ἀντέπραττεν εἰς τοὺς σκοπούς του, ἔκτοτε δὲ ἔγειναν αἱ πολλαπλαῖ τράπεζαι. Καὶ εἴδετε, σᾶς ἀνέφερα τὰς πολλαπλᾶς τραπέζας, δὲν σᾶς εἶπον ὅμως τὸ κυριώτερον, ἐπὶ τίνος συστήματος εἶναι ἱδρυμέναι, καὶ τὸ ὁποῖον ἐξηγεῖ ἀμέσως τὴν ἀντίθεσιν, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ συστήματος τῆς Ἀμερικῆς καὶ τοῦ συστήματος, ὅπερ ἐπικρατεῖ ἐν Εὐρώπῃ, διότι ἐν Εὐρώπῃ βλέπετε ὅλα τὰ μεγάλα Κράτη, τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἰσχὺν, τείνοντα πρὸς τὴν ἑνιαίαν τράπεζαν. Ἡ Γαλλία ἐγκατέλειψεν ἐντελῶς τὰς ἰδέας περὶ πολλαπλῶν τραπεζῶν· ἐνῷ ἡ ὕπαρξις ἑνιαίας τραπέζης ἐφιλονεικεῖτο μέχρι τινὸς, σήμερον τοῦτο δὲν εἶναι πλέον ζήτημα. Εἰς τὴν Γερμανίαν τὸ πρῶτον ἔργον τοῦ Βίσμαρκ, ὅταν κατώρθωσε τὴν ἑνότητα τῆς Γερμανίας, τὸ πρῶτον μέσον, τὸ ὁποῖον ἐθεώρησε συντελεστικὸν πρὸς στερέωσιν τῆς ἑνότητος τῆς Γερμανίας, ἦτο ἡ σύστασις τῆς Γερμανικῆς Τραπέζης, ἀποῤῥοφησάσης ὅλας τὰς ἄλλας. Ἡ Αὐστρία εἶχε δύο Τραπέζας, τὴν πέραν τοῦ Λέθα καὶ τὴν ἐντεῦθεν τοῦ Λέθα, ἐθεωρήθη δὲ μέγα κατώρθωμα ἡ ἕνωσις τῶν δύο τραπεζῶν μετὰ δεινὰς ἔριδας, καθ’ ἃς ἐκινδύνευσαν καὶ συνετρίβησαν Ὑπουργεῖα, ἕως ὅτου κατορθωθῇ ἡ ἑνιαία Τράπεζα, ἡ Αὐστριακή, ἥτις ὑπάρχει σήμερον. Ἡ Ῥωσσία τὸ αὐτὸ ἔπραξεν. Ἡ Ἰταλία ἔχει 4 Τραπέζας, ζητεῖ δὲ τὴν συγχώνευσιν αὐτῶν· ἐργάζονται πρὸ καιροῦ εἰς τοῦτο, ὑπάρχουν ὅμως μέγισται δυσκολίαι, διότι ἑκάστη ἐξ αὐτῶν τῶν Τραπεζῶν, τῆς Νεαπόλεως, τῆς Τοσκάνης, τῆς Λομβαρδίας, τοῦ Πεδεμοντίου, ἑκάστη ἐξ αὐτῶν δὲν στηρίζεται εἰς τὴν αὐτὴν βάσιν. Ὅλα λοιπὸν τὰ εὐρωπαϊκὰ Κράτη τείνουν εἰς τὸ σύστημα τῆς ἑνιαίας Τραπέζης. Ἡ Ἀμερικὴ κατέῤῥιψεν αὐτὸ τὸ σύστημα τῆς ἑνιαίας Τραπέζης, ἀλλ’ ἀφ’ οὗ τὸ κατέῤῥιψε, ἐπῆλθε τὸ ἀνακόλουθον ἀποτέλεσμα, εἰς τὴν Ἀμερικὴν νὰ δύναται ἕκαστος νὰ συστήσῃ Τράπεζαν, ἀλλ’ ὀφείλει πρῶτον νὰ καταβάλῃ τὸ ⅓ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου· αὐτὸ τὸ ⅓ ἀμέσως κατατίθεται εἰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως, τὸ Κράτος δέ, ἀντὶ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ, δίδει τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια. Τὰ γραμμάτια λοιπὸν δὲν ἐκδίδονται καθ’ αὑτὸ ἀπὸ τὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἡ Κυβέρνησις δίδει αὐτὰ τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια ἀπέναντι, τοῦ καταβληθέντος μεταλλικοῦ, καὶ οὐδὲν πλέον δύναται νὰ ἐκδώσῃ γραμμάτιον ἡ Τράπεζα. Συγχρόνως τὸ Κράτος μετατρέπει τὴν χρηματικὴν καταβολὴν εἰς ὁμολογίας τοῦ δημοσίου χρέους, αὐτὰς δὲ τὰς ὁμολογίας τὰς διατηρεῖ ὡς ἐγγύησιν καθ’ ἣν περίπτωσιν ἡ Τράπεζα πτωχεύσῃ ἢ ἐξασθενήσῃ. Πᾶς λοιπόν, ὅστις θέλει νὰ συστήσῃ Τράπεζαν, ἅμα ἐκπληρώσῃ αὐτοὺς τοὺς ὅρους, συνιστᾷ τοιαύτην· ποῖον δὲ ποσὸν τραπ. γραμματίων δύναται νὰ ἐκδώσῃ; μόνον ἐκεῖνο τὸ ποσόν, ἀντὶ τοῦ ὁποίου ἔδωκε μεταλλικὸν νόμισμα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Διὰ νὰ τεθῇ δὲ εἷς περιορισμός, διότι ἐπὶ τέλους δύναται νὰ πορευθῇ μέγιστον ποσὸν μεταλλικοῦ καὶ νὰ πολλαπλασιασθοῦν αἱ τράπεζαι εἰς τὸ ἀπέραντον, διὰ νὰ τεθῇ φραγμός, ὡρίσθη ὁ ἑξῆς περιορισμός, ὅτι πέραν τῶν 300,000,000 δολλαρίων δὲν δύνανται νὰ ἐκδοθῶσι τραπεζικὰ γραμμάτια. Ὅσαι λοιπὸν τράπεζαι καὶ ἂν συστηθοῦν, ὅσα χρήματα καὶ ἂν καταβληθοῦν, πέραν τῶν 300 ἑκατομμ. δολλαρίων δὲν ἐπιτρέπεται ἔκδοσις γραμματίων· τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 300 ἑκατομμυρίων δολλαρίων ἐθεωρήθη, ὅτι ἦτον ἐπαρκὲς διὰ τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας. Τί εἶναι ὅμως αὐταὶ αἱ πολλαὶ τράπεζαι; Μᾶς ἀνέγνωσαν στατιστικάς, τὰς ὁποίας θὰ εὕρητε εἰς ὅποιον ἐγχειρίδιον καὶ ἂν λάβητε ἀνὰ χεῖρας, ἐγὼ ἀπορῶ πῶς ἔφερεν ἐδῶ εἰς τὸ βῆμα πράγματα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐν πάσῃ χρηστομαθείᾳ· ποῖον λέγεται τὸ ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης φύσεως τῶν τραπεζῶν; εἶναι τὸ ἑξῆς· τί νομίζετε ἐν Ἀμερικῇ, νομίζετε, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐδῶ ἡ ἡμετέρα τράπεζα, γίνεται καὶ ἐν Ἀμερικῇ; ὅτι δανείζουν, ὡς ἡ ἡμετέρα τράπεζα εἰς ὑποθήκας, καὶ ἐν γένει κάμνουν ὅλας ἐκείνας τὰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι γίγνονται παρὰ τῆς ἡμετέρας τραπέζης; οὐδαμῶς· εἰς τί συνίστανται τὰ κέρδη αὐτῶν τῶν τραπεζῶν; αὐταὶ αἱ τράπεζαι ἔδωκαν τόσον μεταλλικόν, ὅσα ἐκδίδουσι γραμμάτια, ὥστε ἐκ τούτου οὐδὲν ἔχουσι κέρδος. Τὸ κέρδος πηγάζει ἐκ τῆς καταθέσεως κεφαλαίων εἰς αὐτὰς τὰς τραπέζας· ὅσοι ἔχουν κεφάλαια, καὶ δὲν ἔχουν τὴν ἐπιτηδειότητα νὰ τὰ διαχειρίζωνται μόνοι, καὶ τοιοῦτοι εἶναι πολλοὶ ἐν Ἀμερικῇ, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ κινοῦν τὰ κεφάλαιά των οἱ ἴδιοι καὶ ἀπασχολοῦν εἰς ἐπωφελεῖς ἐπιχειρήσεις, τὰ καταθέτουν εἰς τὰς τραπέζας ἐκείνας ἐπ’ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ, καὶ ὁσάκις εὑρίσκουν κατάλληλον στιγμὴν κάμνουν χρῆσιν αὐτῶν τῶν κεφαλαίων σκοπίμως δι’ ἐκδόσεως ἐπιταγῶν. Τὰ κέρδη ὅμως τῶν τραπεζῶν εἶναι μέγιστα, καὶ δι’ αὐτὸ σᾶς εἶπεν, ὅτι τράπεζα, ἥτις ἔχουσα κεφάλαιον μόνον 500 χιλιάδων φράγκων, ἔκαμε δὲν ἐνθυμοῦμαι πόσον κύκλον. Ἡ πίστωσις τῆς Τραπέζης χρησιμεύει πρὸς τοῦτο, καὶ πρὸ πάντων ἀποβλέπουν εἰς τὴν τιμιότητα καὶ τὴν στερεότητα τῆς τραπέζης, καὶ ἅμα ἀποκτήσῃ ὑπόληψιν ἡ τράπεζα προστρέχουν πάντες εἰς αὐτὴν καὶ καταθέτουν ἐπ’ ἐλαχίστῳ τόκῳ τὰ κεφάλαιά των· ἀλλ’ ἐρωτᾶτε; αἱ πολλαὶ τράπεζαι, αἱ κατ’ αὐτὸ τὸ σύστημα, εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἔλθουν εἰς βοήθειαν τῆς κυβερνήσεως; εἴδατέ ποτε τοιοῦτον φαινόμενον; Σεῖς, ὅστις εἶσθε καὶ ὀνόματι οἰκονόμος καὶ ἐξ ἐπαγγέλματος οἰκονομολόγος, δὲν μᾶς ἐδώκατε κἂν ἓν παράδειγμα, ὅτι μία ἐκ τῶν Τραπεζῶν ἦλθεν εἰς ἀρωγὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ πράξῃ τοῦτο, εἶναι εἰς ἀπόλυτον ἀδυναμίαν νὰ τὸ πράξῃ. Τί δὲ συνέβη ἐν Ἀμερικῇ; ὅτε ἐπῆλθεν ἡ ἀνάγκη πραγματοποιήσεως μεγάλου δανείου, δὲν προσέτρεξεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς Τραπέζας· αἱ Τράπεζαι δὲν εἶχον τὰ μέσα νὰ ἐκδώσωσι τραπεζικὰ γραμμάτια πέραν τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον κατέθεσαν εἰς χεῖρας τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλ’ ἐξέδωκεν ἡ Κυβέρνησις χαρτονόμισμα, τὰ λεγόμενα greenbacks, διότι εἶχον πράσινον τὸ ὄπισθεν. Οἱαδήποτε ἄλλη Κυβέρνησις, ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, τῆς ὁποίας ἡ φρόνησις εἶναι γνωστή, ἥτις ὑπόκειται εἰς πλείστας ἐγγυήσεις καὶ διευθύνεται πάντοτε ὑπὸ ἀνδρῶν ἐξόχου ἱκανότητος, οἱαδήποτε ἄλλη Κυβέρνησις, πράττουσα τὸ αὐτὸ, τὴν ἔκδοσιν τοιούτου χαρτονομίσματος, ἤθελε περιπέσει εἰς τὸν κρημνὸν τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως. Εἴδετε, ὅτι τοιαῦτά τινα περιέχουν αἱ προτάσεις σας, καὶ τί νομίζετε θὰ συμβῇ, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἐκδώσῃ χαρτονόμισμα, οὐχὶ διότι εἶναι Ἑλληνικὴ ἡ Κυβέρνησις, διότι δὲν ἐννοῶ νὰ σμικρύνω τὴν ὑπόληψιν τῆς Κυβερνήσεως τῆς Πατρίδος μου, ἀλλ’ ἐννοῶ πᾶσαν Κυβέρνησιν. Ἡ Γαλλία ἡ δημοκρατουμένη ἂς τολμήσῃ σήμερον νὰ ἐκδώσῃ χαρτονόμισμα· μόνον ἐπὶ τῇ εἰδήσει, ὅτι ἐκδίδει χαρτονόμισμα, θέλει ἀνατραπῆ ἐκ βάθρων. Σεῖς νομίζετε, ὅτι δύνασθε νὰ παίζετε μὲ τὴν πυρίτιδα, διότι οὐδὲ ὠσφράνθητε τὴν πυρίτιδα, ἀλλ’ ἔχετε καὶ αὐτὴν ἐν ἀπεικονίσματι, κόνιν φέρουσαν τῆς πυρίτιδος τὸ χρῶμα. Ἐρωτήσατε ἂν τρύζων τοὺς ὀδόντας μεταχειρίζωμαι καὶ Τοὺς τραπεζίτας. Ὄχι, δὲν ἔχω τοὺς γομφίους, ἔχω μόνους τοὺς γελασείους. (ἱλαρότης). Δὲν ἐκτείνομαι περαιτέρω περὶ χαρτονομίσματος, διότι εἶναι τόσον ἀλλόκοτος ἰδέα, ὥστε οὔτε κἂν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνηται περὶ αὐτῆς λόγος, οὔτε ἔχει τὴν ἐλαχίστην πιθανότητα νὰ συλληφθῇ ἐν τῷ νῷ ὑπὸ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀπὸ ἐκείνης τῆς στιγμῆς πρέπει νὰ παύσῃ νὰ ὀνομάζηται ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, πρέπει νὰ ὀνομάζηται μᾶλλον κ. Οἰκονόμος. Καὶ ἐπιμένω εἰς τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον εἶπον· συγκρίνων τὰ ἁπανταχοῦ γενόμενα, λέγω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ τράπεζα ἄνευ προνομίου, δυναμένη νὰ παρέχῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐν ὡρισμένῃ καὶ δεδομένῃ περιστάσει πόρους. Αὐτὸ τὸ προνόμιον μὴ νομίσητε, ὅτι εἶναι πρὸς ὄφελος τῶν μετόχων καὶ ὅτι προσδίδει εἰς αὐτοὺς ὠφελείας, ὧν ἴσως δὲν ἀπολαμβάνουν καὶ ἄλλαι τράπεζαι ἄνευ προνομίου. Δύνασθε νὰ συγκρίνητε πολλὰς τραπέζας καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν τὸ προνόμιον, ἀλλ’ ὅταν διευθύνωνται ἐπιτηδείως, δύνανται νὰ ἔχουν ἀνώτερα κέρδη· διότι τράπεζα, ἥτις ἔχει τὸ προνόμιον, δὲν δύναται νὰ ἐπιχειρήσῃ κερδοσκοπικὰς πράξεις, τολμηρὰς, αἱ ὁποῖαι δεκαπλασιάζουν τὸ κεφάλαιον. Καθ’ ὑπόθεσιν ἡ ἐθνικὴ τράπεζα δὲν ἐπιτρέπεται ν’ ἀγοράσῃ ὁμολογίας ξένας, νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν τομὴν τοῦ ἰσθμοῦ τοῦ Παναμᾶ, ὡς ἐπιτρέπεται π.χ. εἰς τὴν Βιομηχανικήν· ἀλλ’ ἐδῶ ἡ τράπεζα ἔχει ὡρισμένα μόνον κέρδη, τὰ ὁποῖα ὑπολογίζονται ἐκ τῶν προτέρων, ἔχει τόσα κεφάλαια, δύναται νὰ ἐκδώσῃ καὶ τόσον ποσὸν τραπεζικῶν γραμματίων, ὥστε περιορίζεται εἰς μόνον τὸν τόκον τῶν κεφαλαίων καὶ τῶν ἐπέκεινα τοῦ κεφαλαίου ἐκδιδομένων γραμματίων· οὐδὲν ἕτερον κέρδος εἶναι δυνατὸν νὰ προσκτήσῃ. Ἡ Γαλλικὴ τράπεζα, ἡ ὁποία εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων, εἶχε κεφάλαια 9 ἑκατομ. καὶ μόλις ἐπὶ Ναπολέοντος τὸ ἐδιπλασίασε καὶ ἔγεινεν 182· ὑπάρχουν ὅμως ἄλλαι τράπεζαι, αἱ ὁποῖαι ἔχουν μεγαλείτερα κεφάλαια, ἀλλὰ δὲν εἶναι τὸ μέγεθος τοῦ κεφαλαίου, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, ἀλλ’ ὁ ὀργανισμὸς, καὶ δι’ αὐτοῦ καθίσταται λίθος τοῦ πολιτικοῦ οἰκοδομήματος χρήσιμος εἰς ὡρισμένας περιστάσεις, οὐχὶ μόνον εἰς ἐκτάκτους, ἀλλὰ καὶ εἰς τακτικάς· διότι τράπεζα τοιαύτη συντελεῖ εἰς τὸ νὰ εὐκολύνῃ τὴν κυκλοφορίαν, εἰς τὸ νὰ εὐκολύνῃ τὰς πράξεις τῆς συναλλαγῆς, καὶ εἰς ὡρισμένας περιστάσεις εἰς τὸ νὰ ἔρχηται εἰς βοήθειαν τῆς κυβερνήσεως. Εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι αὐτὴ ἡ Αὐστρία εἶχε χαρτονόμισμα, καὶ ὡς ἐκ τούτου εὑρίσκεται πάντοτε εἰς δεινὴν θέσιν· ἐνθυμεῖσθε δὲ ὅ,τι καὶ προχθὲς σᾶς ἀνέφερα, ὅτι ἐν Ἰταλίᾳ ἡ ὑποτίμησις τῶν τραπεζικῶν γραμματίων δὲν εἶχεν ὑπερβῆ τὰ 10%, ἐνῷ ἐν Αὐστρίᾳ εἶχε φθάσει τὰ 22%, συνέβη δὲ τοῦτο ἐν Αὐστρίᾳ, διότι ἐκεῖ ὑπῆρχε τὸ χαρτονόμισμα. Τί ἔπραξεν ἐκεῖ ὁ σπουδαῖος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν Αὐστρίᾳ, ἔνθα ἐγένοντο πολλαὶ καὶ σφοδραὶ συζητήσεις καὶ ὑπεστηρίχθησαν ὑπὸ ὅλων τῶν ἐπιστημόνων ἐν Γερμανίᾳ, ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ τὸ χαρτονόμισμα, καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέψωσιν εἰμὴ τὴν ἔκδοσιν τραπεζικῶν γραμματίων, καὶ συνέπεια τούτου ἦτο, ὅτι ἐγένετο σύμβασις μεταξὺ τῆς κυβερνήσεως καὶ τῆς τραπέζης τῆς ἑνιαίως ἤδη σχηματισθείσης ἐκ τῆς ἑνώσεως τῆς πέραν τοῦ Λέθα καὶ τῆς ἐντεῦθεν τοῦ Λέθα τραπέζης, ἐγένετο σύμβασις, καθ’ ἣν ἡ κυβέρνησις ὑπέσχετο ἐν διαστήματι χρόνου κατὰ μικρὸν ν’ ἀποσύρῃ τὸ χαρτονόμισμα, ἐπετράπη δὲ εἰς τὴν τράπεζαν ἀντὶ τοῦ χαρτονομίσματος νὰ ἐκδίδῃ τραπεζικὰ γραμμάτια, τοσοῦτον δὲ εὐάρεστα ἐπῆλθον τὰ ἀποτελέσματα, ὥστε ἤδη ἐν Αὐστρίᾳ ἐγγίζει ὁ χρόνος τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Εἶναι δὲ παράδοξον πόσον ταχέως ἐπῆλθεν αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα ἐν διαστήματι πέντε ἐτῶν, καὶ οὕτως ἡ Αὐστρία ἐξῆλθεν ἀπὸ τὴν δεινὴν θέσιν καὶ ἐπανώρθωσε τὰ οἰκονομικὰ αὐτῆς. Καὶ ἐν Αὐστρίᾳ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας εἶναι ζήτημα ποσοῦ τινὸς ἑκατομμυρίων φιορινίων 400,000,000, ἂν δὲν λανθάνωμαι, καὶ ἅμα ἡ Αὐστρία συνομολογήσῃ ἐξωτερικὸν δάνειον, ἐπέρχεται ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Λοιπὸν τί συμβουλεύει ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἐκ Καλαβρύτων, ὁ ἐκ τοῦ λαοῦ ἔχων τὴν ἐντολήν; συμβουλεύει νὰ πράξητε τὸ ἐναντίον τῆς Αὐστρίας. Εἰς τὸ μάθημα τῆς πείρας κλείει τοὺς ὀφθαλμούς; Ἕν φόβητρον ταράσσει αὐτὸν, τὸ μονοπώλιον, καὶ νομίζει, ὅτι προνόμιον ὁποιονδήποτε, εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα, ὅτι ὅπου γίνεται λόγος περὶ προνομίου, πρόκειται περὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος. Κύριοι, τὸ προνόμιον τῆς Τραπέζης, εἶναι προνόμιον τῆς Κυβερνήσεως ἡ Κυβέρνησις ἐπιτρέπει τὴν διαχείρισιν τοῦ προνομίου εἰς τὴν Τράπεζαν· αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς σχέσις μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Τραπέζης· τὸ προνόμιον εἶναι τῆς Κυβερνήσεως, οὐδεὶς δύναται νὰ ἐκδώσῃ γραμμάτιον εἰς τὸν κομιστήν, ἡ Τράπεζα τὸ πράττει κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις παραχωρεῖ τὴν διαχείρισιν, εἶναι δὲ ἡ Τράπεζα ὁ καταλληλότερος διαχειριστής, διότι ἡ Τράπεζα δὲν εὑρίσκεται ἐν μέσῳ τῆς πολιτικῆς ὅπως ἡ Κυβέρνησις. Ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἐπιχειρῇ τὴν ἔκδοσιν χαρτονομίσματος, διότι τοῦτο θὰ ἦναι ὀλέθριον, δὲν θὰ ὑπάρχῃ χαλινός, διότι ὁ εἷς ὑπουργὸς θὰ λέγῃ, διατί ἐγὼ νὰ ἦμαι κατώτερος τοῦ ἄλλου, ἐκεῖνος ἐδαπάνησε δέκα, ἐγὼ θὰ δαπανήσω εἴκοσιν ἑκατομμύρια. «Σαοὺλ ἐν χιλιάσι καὶ Δαβὶδ ἐν μυριάσι,» ἐνῷ κατάστημα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἴδια συμφέροντα καὶ τὸ ὁποῖον ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν μετόχων, δὲν ἀκούει τὴν θέλησιν τῆς Κυβερνήσεως, ἐξετάζει τὸ ἐφικτὸν, ἐξετάζει μέχρι τίνος σημείου δὲν ὑπάρχει βλάβη, καὶ ἅμα ἴδῃ, ὅτι βλάβη ἐπίκειται, σταματᾷ. Ἤκουσα τὸν κ. Δημητρακάκην, ὅστις ἐκάκισε τὴν Τράπεζαν, ὅτι εἰς τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα περίστασιν ἠρνήθη νὰ δώσῃ χρήματα· ἐγὼ λέγω, ὅτι ἔδειξεν ἀνεξαρτησίαν. Τράπεζα, ἥτις ἀρνεῖται, ἔχει τὸ στῆθος νὰ μὴ γίνηται ὑποπόδιον τῶν κυβερνώντων, καὶ ἀρνουμένη ἔχει λόγους σοβαροὺς δι’ οὓς ἀρνεῖται, διότι δὲν γίνεται ὁ σκίμπους ἑκάστου ὑπουργοῦ. Θέλω νὰ ἐξετάσω καὶ μερικοὺς ἀριθμοὺς τοῦ κ. συναδέλφου, ὅστις ἔῤῥιψεν ἐν τῷ μέσῳ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἄξια συζητήσεως, διότι ἠμπορῶ νὰ εἴπω, ὅτι ἐλήφθησαν ἀπὸ τοὺς ῥύακας τῶν ἀγυιῶν, καὶ ἀνήκουν εἰς τοὺς ὁδοκαθαριστὰς νὰ τὰ ἀποκομίσουν. Εἶπε π. χ. περὶ κακῆς διαχειρίσεως τῆς Τραπέζης, παρεδέχθη, ὅτι ἐνῷ ἔχει τόσην κακὴν διαχείρισιν, ἐν τοσούτῳ ἀκμάζει· αὐτὸ εἶναι θαῦμα τερατῶδες, φαίνεται ὅτι ἡ κακὴ διαχείρισις εἶναι ἐπιτυχία τῆς Τραπέζης, τότε λοιπὸν νὰ τὴν ἀφήσωμεν νὰ ἐξακολουθῇ τὴν κακὴν διαχείρισιν, διὰ νὰ προκόπτῃ. Ἐτάραξε τὸν κ. βουλευτὴν Καλαβρύτων τὸ μέγεθος τῶν μισθῶν. Εὗρεν, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τῆς Τραπέζης, ἀνεγείρουν μέγαρα· Ἵνα καταδείξῃ δὲ πῶς, εἶπε καὶ ἕνα ἀριθμὸν, βλέπετε τὰ ἔξοδα τῆς διαχειρίσεως τῆς Τραπέζης εἶναι 1,700,000. Παράδοξον, κύριοι, πῶς δὲν μετέχω καὶ ἐγὼ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ; Ἀλλὰ τί εἶναι αὐτὰ τὰ ἔξοδα τῆς διαχειρίσεως; ἡ Τράπεζα, καθὼς εἶναι γνωστὸν, δέχεται καταθέσεις ἐπὶ τόκῳ, καὶ ἡ πίστις τῆς Τραπέζης ἐπέφερε τὸ ἀποτέλεσμα, ὥστε σήμερον εἶναι σχεδὸν 40,000,000 εἰς ἔντοκον κατάθεσιν, τὰ ὁποῖα ἀποφέρουν, κατὰ μέσον ὅρον πρὸς 4%, 1,600,000· ἐὰν ἀφαιρέσητε τοὺς τόκους, τοὺς ὁποίους πληρώνει τῶν ξένων κεφαλαίων, βλέπετε τὸ ὑπόλοιπον· αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς δαπάνη τῆς Τραπέζης, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὰ ἔξοδα τῆς διαχειρίσεως καθ’ ὅλον τὸ ἔτος εἶναι 200,000 δραχμῶν, πῶς αὐτὸ ἔγεινεν 1,700,000; Ὅστις ὑποπίπτει εἰς τοιαῦτα τερατώδη λάθη, μοῦ φαίνεται, ὅτι ἔχει χρέος νὰ τὰ διορθώνῃ, καὶ ἑπομένως ἐλπίζω, ὅτι δὲν θ’ ἀρνηθῆτε νὰ ἔλθητε εἰς τὸ βῆμα νὰ τὸ διορθώσητε, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς ἀκούσω καὶ πάλιν. Ἠπόρησα· δὲν ὁμιλεῖτε ἀπὸ τοῦ βήματος σεῖς ὁ ἐπιστήμων, ὁ ἀξιῶν, ὅτι ἵστασθε ὑψηλὰ, ὅτι εἶσθε ἀμέτοχος παντὸς πάθους, ὅτι βλέπετε τὰ πράγματα ἄνωθεν μὲ ὄμμα ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἐξετάζει μόνον ἐξ ἀντικειμένου τὰ πράγματα, ἠπόρησα, ὅταν ἤκουσα νὰ εἰπῆτε ἐν ὀργῇ, ὅτι αὐτὴ ἡ σύμβασις εἶναι ῥάκος· τότε καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω εὐαγγελικῶς «ρακᾶ».
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ ἐμποροδικῶν ἐν Πάτραις. Θὰ τυπωθῇ. Δύο μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑπέβαλον ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων φόρων· ἕτερον μέλος ἔχει ἀντίθετον γνώμην. Πρὸς τὴν Βουλήν. Προκειμένου νὰ ἐκλεχθῶσι καὶ διορισθῶσιν ἤδη κατὰ τ’ ἄρθρα 19 καὶ 20 τοῦ Δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ, οἱ Ἐμποροδίκαι καὶ οἱ πάρεδροι διὰ τὸ ἔτος 1881 ἐν ταῖς πόλεσιν, ἐν αἷς ἑδρεύουσιν εἰδικὰ Ἐμποροδικεῖα, ἐβεβαιώθη ὅτι ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ ἐν Πάτραις Ἐμποροδικείου δὲν κατηρτίσθη μέχρι τοῦδε καὶ οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ καταρτισθῇ ἐντὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους ὁ κατάλογος τῶν ἐμπόρων, οἵτινες λογίζονται ἱκανοὶ διὰ τὴν θέσιν τοῦ Ἐμποροδίκου καὶ τοῦ παρέδρου, κατὰ τὰ ὁριζόμενα ὑπὸ τῶν ἄρθρων 14 καὶ 15 τοῦ Δικαστ. ὀργανισμοῦ καὶ τὸ ἀπὸ 16 Ὀκτωβρίου 1836 Β. Διάταγμα, τὸ ἰσχὺν νόμου ἔχον. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐμποροδικείου τηλεγραφικῶς ἀνέφερεν, ὅτι μὴ ὑπάρχοντος καταλόγου δὲν ἠδυνήθη νὰ συγκαλέσῃ τὴν Συνέλευσιν τῶν ἐμπόρων πρὸς ἐκλογὴν τῶν ὑποψηφίων ἐμποροδικῶν καὶ παρέδρων κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ Δικαστ. ὀργανισμοῦ, καὶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπέλθῃ δι’ εἰδικοῦ νόμου ἡ θεραπεία, ἂν μὴ ληφθῇ τὸ ῥιζικὸν μέτρον τῆς καταργήσεως τῶν εἰδικῶν Ἐμποροδικείων, ὁ δὲ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, τοῦ ὁποίου ἐζήτησα τὴν γνώμην, ἐπιβεβαιῶν τὴν ἔλλειψιν τοῦ καταλόγου καὶ ὑποστηρίζων καὶ αὐτὸς τὴν κατάργησιν τῶν εἰδικῶν Ἐμποροδικείων, ὑποδεικνύει, ἐν περιπτώσει μὴ παραδοχῆς τοῦ μέτρου τούτου, ὡς ἀναπόφευκτον τὴν ἔκδοσιν νόμου, δι’ οὗ νὰ παραταθῇ ἡ ὑπηρεσία τῶν διορισθέντων διὰ τὸ ἔτος 1880 Ἐμποροδικῶν καὶ παρέδρων καὶ διὰ τὸ προσεχὲς ἔτος, ἢ νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως εἰς μόνον τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἐμποροδικείου. Ἐπειδὴ τὸ ζήτημα τοῦ σκοπίμου τῆς διατηρήσεως ἢ μὴ τῶν εἰδικῶν Ἐμποροδικείων χρῄζει ἔτι μελέτης, καθόσον ἀντίθετοι ὑπεβλήθησαν περὶ τούτου γνῶμαι ὑπὸ τῶν Ἐμπορικῶν ἐπιμελητηρίων, τῶν δικηγορικῶν συλλόγων, καὶ τῶν δικαστικῶν Ἀρχῶν, ἐνῷ ἀνεπίδεκτος ἀναβολῆς εἶναι ἡ ἀναπλήρωσις τοῦ κενοῦ, ὅπερ θέλει ἐπέλθει ἐν Πάτραις εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς Δικαιοσύνης, ἅμα τῇ λήξει τοῦ τρέχοντος ἔτους, ὅτε παύει ἡ ἐντολὴ τῶν ὑπαρχόντων ἤδη Ἐμποροδικῶν καὶ παρέδρων, κατήρτισα σχέδιον εἰδικοῦ νόμου, δι’ οὗ παρατείνεται καὶ διὰ τὸ ἔτος 1881 ἡ ὑπηρεσία τῶν διορισθέντων διὰ τὸ ἔτος 1880 Ἐμποροδικῶν καὶ παρέδρων· ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει παρουσιασθῇ ἡ ἀνάγκη τῆς ἀντικαταστάσεώς τινος ἐξ αὐτῶν, ἐνεργεῖται αὕτη ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐμποροδικείου διὰ προσώπου ἐκ τῶν περιλαμβανομένων ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν ἐν Πάτραις ἐμπόρων τοῦ τρέχοντος ἔτους· παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ θεωρήσῃ ὡς κατεπείγουσαν τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Προστίθημι δ’ ὅτι θέλω ἐνεργήσει ὅ,τι δεῖ, ὅπως αὐστηρῶς ἐξελεγχθῇ ἡ ἀδικαιολόγητος ἔλλειψις, ἣν ἡ Νομαρχία τῆς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἔδειξεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν σπουδαιοτάτου καθήκοντος. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 26 Νοεμβρίου 1880.
Ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς
Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ.
ΣΧΕΔΙΟΝ ΝΟΜΟΥ
περὶ Ἐμποροδικῶν ἐν Πάτραις. Ἄρθρον μόνον. Παρατείνεται καὶ διὰ τὸ ἔτος 1881 ἡ ὑπηρεσία τῶν διορισθέντων διὰ τὸ ἔτος 1880 Ἐμποροδικῶν καὶ Παρέδρων εἰς τὸ ἐν Πάτραις εἰδικὸν Ἐμποροδικεῖον. Ἂν ἐντὸς τοῦ ἔτους 1881 παρουσιασθῇ νόμιμος περίπτωσις ἀντικαταστάσεώς τινος ἐξ αὐτῶν, ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐμποροδικείου προτείνει τὸν διορισμὸν ἑτέρου Ἐμποροδίκου ἢ Παρέδρου ἐκ τοῦ καταλόγου τῶν ἐν Πάτραις ἐμπόρων τοῦ ἔτους 1880. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 26 Νοεμβρίου 1880.
Ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς
Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ.
ΕΚΘΕΣΙΣ
ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 23 νομοσχεδίου. Ἡ μειοψηφία τῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὸ νομοσχέδιον τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων νόμου καὶ περὶ εὐθύνης τῶν ταμιῶν συνιστῶσιν αὐτὸ ὡς ἔχει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς. Ἀθήνῃσι, 27 Νοεμβρίου 1880, Τὰ μέλη Π. Καλλιγᾶς, Π. Μ. Καράλης. Μὴ παραδεχόμενος τὴν γνώμην τῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας κυρίων Π. Καλλιγᾶ καὶ Π. Καράλη, προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ἐν περιπτώσει δὲ καθ’ ἣν ἤθελεν ἡ Βουλὴ νομίσει ἀναγκαίαν τὴν ἐπὶ τούτου συζήτησιν, προτείνω τὴν τροποποίησιν τῶν ἐν τῇ παραγράφῳ δευτέρᾳ τοῦ ἄρθρου δευτέρου καὶ ἕκτου, «ἓν τεταρτημόριον» εἰς «ἓν δεκατημόριον» συνεπῶς τὴν ἀπάλειψιν τῆς παραγράφου τρίτης τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ὡς ὅλως περιττῆς. Ἀθήνῃσι, 27 Νοεμβρίου 1880.
§42ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.) Μετὰ τῆς γενικῆς πιστωτικῆς τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἡ Κυβέρνησις συνωμολόγησε σύμβασιν περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἐν Ἑπτανήσῳ, περιέχονται δὲ καὶ ἕτεραί τινες συμφωνίαι ἐν τῇ συμβάσει. Τὴν σύμβασιν ταύτην ὑποβάλλω διὰ νομοσχεδίου ὑπὸ τὴν βάσανον καὶ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ.
ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ
Περὶ συμβάσεως τῆς μετὰ τῆς Γενικῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος διομολογηθείσης Συμβάσεως περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν αὐτῆς γραμματίων ἐν Ἑπτανήσῳ κλπ. Ἄρθρον μόνον. Κυροῦται ἡ μεταξὺ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀφ’ ἑνὸς, καὶ τῆς Γενικῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἀφ’ ἑτέρου διομολογηθεῖσα τὴν 26 Νοεμβρίου 1880 Σύμβασις περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων αὐτῆς ἐν Ἑπτανήσῳ κλπ. συγκειμένη ἐξ ἄρθρων 18, ἧς τὸ κείμενον ἕπεται. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 26 Νοεμβρίου 1880.
Ὁ Ὑπουρ. τῶν Οἰκονομικῶν
Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ.
Ὁ Ὑπουρ. τῶν Ἐσωτερικῶν
Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ.
ΣΥΜΒΑΣΙΣ
Μεταξὺ ἀφ’ ἑνὸς μὲν τῆς Κυβερνήσεως, ἀντιπροσωπευομένης ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Κ. Α. Κουμουνδούρου, ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ Κ. Σ. Σωτηροπούλου, καὶ ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ Κ. Ν. Παπαμιχαλοπούλου, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῆς ἐνταῦθα ἑδρευούσης Γενικῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἀντιπροσωπευομένης ὑπὸ τοῦ Διευθυντοῦ αὐτῆς Κ. Ἰωάννου Δούμα, συνομολογοῦνται τὰ ἑπόμενα. Ἄρθρον 1. Εἰς τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν ἐν Ἑπτανήσῳ, τῆς ὁποίας ἡ ἵδρυσις ἐνεκρίθη διὰ τοῦ Νόμου ΩΚΘʹ. τῆς δεκάτης ὀγδόης Ἀπριλίου ἐνεστῶτος ἔτους, χορηγεῖται, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐγκρίσεως τῆς Νομοθετικῆς ἐξουσίας, τὸ δικαίωμα τῆς καταναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν παρ’ αὐτῆς ἐκδιδομένων τραπεζικῶν γραμματίων, τὰ ὁποῖα θέλει θέσει εἰς κυκλοφορίαν, χορηγοῦσα δάνεια καὶ ἀνοικτοὺς λογαριασμοὺς ἐπὶ ὑποθήκῃ, ὡς καὶ δάνεια πρὸς γεωργοὺς, ἐπὶ ὑποθήκῃ κτημάτων ἀγροτικῶν, ἢ ἐπὶ τριτεγγυημένοις γραμματίοις, συμφώνως μὲ τὰ ἐδάφια γʹ. δʹ. εʹ. τοῦ ἄρθρου 6 τῆς ἀπὸ 31 Μαρτίου ε. ε. συμβάσεως, τῆς κυρωθείσης διὰ τοῦ νόμου ΩΚΘʹ ἑπομένως τὰ παρὰ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης ἐν Ἑπτανήσῳ ἐκδιδόμενα γραμμάτια θέλουσι δίδοσθαι καὶ λαμβάνεσθαι ἐν ταῖς ἑπτὰ νήσοις τῆς πρώην Ἰονίου Πολιτείας ὑποχρεωτικῶς ὡς νόμιμον νόμισμα ἐπὶ τῇ ὀνομαστικῇ αὐτῶν ἀξίᾳ, εἰς ὅλας ἀνεξαιρέτως τὰς παρὰ τοῦ Δημοσίου ταμείου πραγματοποιουμένας πληρωμὰς καὶ εἰσπράξεις, καθὼς ἐπίσης καὶ μεταξὺ ἰδιωτῶν, Τραπεζῶν, ἑταιριῶν καὶ σωματείων πάσης φύσεως καὶ οἱῳδήποτε τίτλῳ, καὶ μὴ ὑποχρεουμένης τῆς Τραπέζης εἰς τὴν ἐξαργύρωσιν αὐτῶν. Ἄρθρον 2. Ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα ἐν Ἑπτανήσῳ ὀφείλει νὰ κάμῃ ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν της ἐντὸς δύω μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου τοῦ κυροῦντος τὴν παροῦσαν σύμβασιν, καταθέτουσα δύω ἑκατομμύρια δραχμῶν νέων. Ἄρθρον 3. Τὸ κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τῆς, ὡς εἴρηται, ἀπὸ 31 Μαρτίου ε. ε. συμβάσεως ὁριζόμενον κεφάλαιον τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης ἐν Ἑπτανήσῳ, ἐκ δραχμῶν νέων δέκα ἑκατομμυρίων, καταβληθήσεται ὡς ἑξῆς· δύω ἑκατομμύρια νέων δραχμῶν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν της, δύω ἕτερα ἑκατομμύρια κατὰ τὸ δεύτερον ἔτος, δύω προσέτι ἑκατομμύρια κατὰ τὸ τρίτον ἔτος, καὶ τὸ ὑπόλοιπον, ἤτοι τέσσαρα ἑκατομμύρια νέων δραχμῶν, κατὰ τὸ τέταρτον ἔτος ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν της. Συνεπείᾳ τούτων, ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 31 τῆς ἀπὸ 11 Μαρτίου ε. ε. συμβάσεως κατατεθεῖσα ὑπὸ τῆς Γενικῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον ἐγγύησις, ἐκ δραχμῶν πεντακοσίων χιλιάδων, θέλει καταπέσει πρὸς ὄφελος τοῦ Δημοσίου, ἂν ἐντὸς δύω ἐτῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ κυροῦντος τὴν παροῦσαν σύμβασιν Νόμου δὲν καταβληθῶσι τέσσαρα ἑκατομμύρια νέων δραχμῶν ἐκ τοῦ κεφαλαίου αὐτῆς, κατὰ τὸ προηγούμενον ἐδάφιον. Ἄρθρον 4. Τὸ ποσὸν τῶν παρὰ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης ἐν Ἑπτανήσῳ ἐκδιδομένων τραπεζικῶν γραμματίων ὁρίζεται, διὰ μὲν τὸ πρῶτον ἔτος ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν της εἰς ἓν ἑκατομμύριον νέων δραχμῶν, διὰ δὲ τὸ δεύτερον ἔτος εἰς δύω ἑκατομμύρια νέων δραχμῶν, διὰ τὸ τρίτον ἔτος εἰς τρία ἑκατομμύρια νέων δραχμῶν, μετὰ δὲ τὴν καταβολὴν ὁλοκλήρου τοῦ κεφαλαίου αὐτῆς εἰς ἓξ ἑκατομμύρια νέων δραχμῶν. Τὰ κατ’ ἔτος ἐκδιδόμενα τραπεζικὰ γραμμάτια, ὡς ἀνωτέρω, θέλουσι τίθεσθαι εἰς κυκλοφορίαν μετὰ τὴν διάθεσιν ἑκάστης καταβολῆς ἐκ τοῦ κεφαλαίου κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 6 τῆς ἀπὸ 31 Μαρτίου ἐνεστῶτος ἔτους συμβάσεως. Ἄρθρον 5. Ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα ἐν Ἑπτανήσῳ ὀφείλει νὰ διατηρῇ τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 5 τῆς ἀπὸ 31 Μαρτίου ε. ε. συμβάσεως ἀναλογίαν μεταξὺ τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων αὐτῆς καὶ τοῦ μεταλλικοῦ ἐναποταμιεύματος. Ἄρθρον 6. Εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης ἐν Ἑπτανήσῳ προστίθεται καὶ ἡ χορήγησις δανείων εἰς τοὺς Δήμους τοῦ Κράτους, εἰς τὰς λιμενικὰς Ἐπιτροπὰς, εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας καὶ ἐν γένει εἰς πᾶν νομικὸν πρόσωπον, ἔχον ἐκ τοῦ Νόμου εἰδικὰς προσόδους, ἐπὶ ἐκχωρήσει δημοτικῶν, λιμενικῶν, ὁδικῶν, ἢ ἄλλων ἐκ τοῦ Νόμου εἰδικῶν προσόδων. Αἱ πρόσοδοι αὗται δὲν δύνανται νὰ ἐλαττωθῶσιν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐξοφληθῇ ὁλοσχερῶς τὸ δάνειον. Εἰς τὰ πρὸς τοὺς Δήμους δάνεια δὲν ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τοῦ ἀπὸ 24 Ἰανουαρίου 1852 Νόμου περὶ πεμπτημορίου. Ἀνώτατος ὅρος τοῦ τόκου τῶν ἀνωτέρω χορηγήσεων προσδιορίζεται ἀπὸ τοῦδε εἰς ἑπτὰ τοῖς ἑκατὸν τὸ ἔτος, κανονίζεται δὲ καὶ πληρόνεται καθ’ ἑξαμηνίαν. Ἡ διάρκεια τῶν τοιούτων δανείων ὁρίζεται κατ’ ἀνώτατον ὅρον μέχρις εἴκοσιν ἐτῶν. Ἄρθρον 7. Οἱ ἐκ τῆς γεωργικῆς τάξεως δανειζόμενοι παρὰ τῆς Τραπέζης ἐπὶ τριτεγγυημένοις γραμματίοις κατὰ τὸ ἄρθρον 6, ἐδάφ. ε. τῆς ἀπὸ 31 Μαρτίου ε. ε. συμβάσεως δὲν ὑπόκεινται εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ ᾖ εἷς ἐξ αὐτῶν ἐγκατεσταμένος ἐν τῇ πόλει, ἔνθα ἑδρεύει τὸ ἐνεργοῦν τὴν προεξόφλησιν ὑποκατάστημα. Ἄρθρον 8. Ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα ἐν Ἑπτανήσῳ ὑποχρεοῦται νὰ μεταβιβάζῃ ἀνεξόδως εἰς τὰ ὑποκαταστήματα αὐτῆς, ὅσα χρήματα ἤθελον παραδίδοσθαι ἀπὸ τοὺς Ταμίας καὶ Τελώνας ἐν Ἑπτανήσῳ, καὶ νὰ ἐκδίδῃ, ἄνευ προμηθείας τινὸς, ἐπιταγὰς ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῶν ὑποκαταστημάτων αὐτῆς, καθόσον ὑπάρχουσιν παρ’ αὐτοῖς διαθέσιμα χρήματα· ἐννοεῖται δὲ ὅτι αἱ ἐπιταγαὶ αὗται δὲν ὑποβάλλονται εἰς χαρτόσημον. Ἄρθρον 9. Ἀναστολὴ ἐκτελέσεως ἀναγκαστικῶς ἐνεργουμένης παρὰ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης ἐν Ἑπτανήσῳ ἐπὶ τῇ βάσει ἐκτελεστοῦ δικαιογράφου, ἢ ἐκτέλεσις τῆς ἀποφάσεως κατὰ κινητῆς ἢ ἀκινήτου περιουσίας ἐπιτρέπεται μόνον δι’ ἀποφάσεως τοῦ ἁρμοδίου κατὰ Νομὸν Πρωτοδικείου, δικαζομένης τῆς περὶ τούτου αἰτήσεως κατὰ τὴν συνοπτικὴν διαδικασίαν, καὶ ἀφοῦ προηγουμένως κληθῇ ἡ Τράπεζα, ὅπως παραστῇ κατὰ τὴν συζήτησιν. Ἄρθρον 10. Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Τράπεζαν, ὁσάκις γίνεται κατάσχεσις παρ’ αὐτῇ, ὡς τρίτῳ, νὰ προσαγάγῃ καὶ βραδύτερον τῆς δηλώσεως, μέχρι τῆς ἐπ’ ἀκροατηρίῳ συζητήσεως τῆς κατὰ τῆς δηλώσεως γενομένης ἀνακοπῆς, τὰ πρὸς ὑποστήριξιν τῆς δηλώσεως ἢ πρὸς ἀπόκρουσιν τῆς ἀνακοπῆς δικαιολογητικὰ ἔγγραφα. Ἄρθρον 11. Ἡ Πιστωτικὴ Τράπεζα ἐν Ἑπτανήσῳ δύναται νὰ προμηθευθῇ νέα κεφάλαια, ἐκδίδουσα κτηματικὰς ὁμολογίας μέχρι τοῦ πενταπλασίου τοῦ δι’ ἐνυπόθηκα δάνεια καὶ ἀνοικτοὺς λογαριασμοὺς καὶ εἰς χορηγήσεις πρὸς γεωργοὺς ὡρισμένου μετοχικοῦ κεφαλαίου αὐτῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 6, ἐδάφ. δʹ. έ. τῆς ἀπὸ 31 Μαρτίου ε. ε. συμβάσεως. Τὰ νέα ταῦτα κεφάλαια θέλουσι διατίθεσθαι ἀποκλειστικῶς εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια, ἀνοικτοὺς λογαριασμοὺς καὶ δάνεια ἐπὶ ἐνεχύρῳ. Ἄρθρον 12. Πρὸς ἀπότισιν τοῦ τε κεφαλαίου καὶ τόκου τῶν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον ἐκδιδομένων κτηματικῶν ὁμολογιῶν ὁ ἰδιοκτήτης αὐτῶν ἔχει δικαίωμα ἐφ’ ὅλης ἐν γένει τῆς ἀκινήτου καὶ κινητῆς περιουσίας τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης ἐν Ἑπτανήσῳ, ὅπως καὶ οἱ λοιποὶ αὐτῆς πιστωταί. Ἄρθρον 13. Αἱ ὁμολογίαι αὗται δύνανται νὰ ὦσιν ἀνώνυμοι ἢ ὀνομαστικαὶ κατ’ ἐκλογὴν τοῦ δανειστοῦ καὶ θέλουσιν περιέχει ά) Τὸ ποσὸν τοῦ δανεισθέντος εἰς τὴν Τράπεζαν κεφαλαίου· βʹ) Τὸν χρόνον καὶ τὸν τρόπον τῆς πληρωμῆς αὐτοῦ· γʹ) Τὸ ποσὸν καὶ τὴν λῆξιν τοῦ τόκου, καὶ δʹ.) Τὰς ἀμοιβὰς ἢ τυχαῖα κέρδη διὰ λαχνοῦ (lots), ἂν κατὰ τὴν ἔκδοσίν των συμφωνηθῇ καὶ τοιούτου εἴδους ἀπολαυή. Ἄρθρον 14. Αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 1 καὶ 3 τῆς παρούσης συμβάσεως ἰσχύουσιν ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται ἐν Ἑπτανήσῳ τὸ δικαίωμα τῆς καταναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης. Ἄρθρον 15. Ἡ Γενικὴ Πιστωτικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος ὀφείλει νὰ διαθέσῃ εἰς τὸ κοινὸν διὰ δημοσίας ἐν Ἑπτανήσῳ ἐγγραφῆς πέντε χιλιάδας μετοχὰς τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης ἐν Ἑπτανήσῳ, ἅμα τῇ ἐνάρξει τῶν ἐργασιῶν της. Ἄρθρον 16. Ἡ Γενικὴ Πιστωτικὴ Τράπεζα ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ λάβῃ συμμετοχὴν εἰς τὸ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐν τῇ παρούσῃ συνόδῳ ψηφισθησόμενον ἐξωτερικὸν δάνειον μέχρι τοῦ ποσοῦ φράγκων πέντε ἑκατομμυρίων (5,000,000) ὀνομαστικῆς ἀξίας εἰς χρυσὸν ἐπὶ τόκῳ 5% καὶ χρεωλυσίῳ, ὁρισθησομένῳ, εἰς τὴν τιμὴν καὶ τοὺς ὅρους, εἰς οὓς ἤθελον διατεθῆ τὸ πρῶτον, πλέον ἢ τοὐλάχιστον πέντε ἑκατομμύρια φράγκων ἐκ τοῦ δανείου τούτου ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἐντὸς δύω μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ κυροῦντος τὴν παροῦσαν σύμβασιν Νόμου δὲν διατεθῶσιν ὁμολογίαι ἰσάριθμοι μὲ τὸ ἀνωτέρω ποσὸν, ἡ τιμὴ τῶν ὑπὸ τῆς Γενικῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ληφθησομένων ὁμολογιῶν θέλει ὁρισθῆ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ αὐτῆς ἀπὸ κοινοῦ. Ἄρθρον 17. Ἡ παροῦσα σύμβασις ἀπαλλάσσεται τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου. Ἄρθρον 18. Ἡ παροῦσα σύμβασις θεωρεῖται ἄκυρος καὶ μὴ οὖσα, ἐὰν δὲν ψηφισθῆ ἐντὸς τῆς παρούσης Συνόδου τῆς Βουλῆς. Ἐγένετο εἰς διπλοῦν. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 26 Νοεμβρίου 1880.
Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ, Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ, Ν. ΠΑΠΑ-
ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ.
Διὰ τὴν Γ. Πιστωτικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος Ὁ Διευθυντὴς Ι. Γ. ΔΟΥΜΑΣ.
ΣΧΕΔΙΟΝ ΝΟΜΟΥ
περὶ κυρώσεως τῆς διομολογηθείσης συμβάσεως περὶ κατασκευῆς ἱπποσιδηροδρόμων ἐν Ἀθήναις, Πειραιεῖ, κλπ. Ἄρθρον μόνον. Κυροῦται ἡ μεταξὺ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Société des Laminoirs Forges et Fonderie de Jemmapes, V. Demerbe et Cie à Jemmapes, ἀντιπροσωπευομένης ὑπὸ τοῦ κ. Ἀλεξάνδρου Ῥαδελὲ, πληρεξουσίου της, διομολογηθεῖσα σύμβασις τὴν 21 Σεπτεμβρίου 1880 περὶ κατασκευῆς καὶ χρήσεως ἱπποσιδηροδρόμων ἐν Ἀθήναις, Πειραιεῖ καὶ τοῖς πέριξ αὐτῶν, ἐξ ἄρθρων τριάκοντα ὀκτὼ, καὶ ὧν τὸ κείμενον ἕπεται. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 25 Νοεμβρίου 1880. Ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς
Βουλευτὴς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς
Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ.
ΣΥΜΒΑΣΙΣ
Περὶ κατασκευῆς ἱπποσιδηροδρόμων ἐν Ἀθήναις, Πειραιεῖ, καὶ τοῖς πέριξ. Μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κυρίου Λομβάρδου καὶ τῆς Société des Laminoirs Forges et Fonderie de Jemmapes V. Demerbe et Cie à Jemmapes τῆς Βελγικῆς, ἀντιπροσωπευομένης ὑπὸ τοῦ πληρεξουσίου της κυρίου Ἀλεξάνδρου Ῥαδελὲ, συνεφωνήθησαν τὰ ἑξῆς: Ἄρθρον 1. Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Société des Laminoirs Forges et Fonderie de Jemmapes V. Demerbe et Cie, ἔχουσαν τὴν νόμιμον αὐτῆς κατοικίαν ἐν Ἀθήναις, νὰ κατασκευάσῃ, ἰδίαις δαπάναις καὶ ἐπὶ κινδύνῳ αὐτῆς, ἐπὶ τῶν κάτωθι σημειουμένων δημοτικῶν καὶ δημοσίων τοῦ Κράτους ὁδῶν, σύμπλεγμα ἱπποσιδηροδρόμων πρὸς μεταφορὰν ἐπιβατῶν καὶ ἐμπορευμάτων. Ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχωσιν δημόσιαι ἢ δημοτικαὶ ὁδοί, ἡ Ἑταιρία θὰ κατασκευάσῃ ταύτας δι’ ἐξόδων της καὶ θ’ ἀποζημιώσῃ τὰ καταληφθησόμενα ἐδάφη κατὰ τοὺς περὶ ὁδοποιΐας ἐν ἰσχύϊ νόμους. Τὸ σύμπλεγμα σύγκειται ἐκ τῶν ἀκολούθων μεταξὺ τῶν συναφῶν γραμμῶν. Ἡ πρώτη ἄρχεται ἀπὸ τῆς πλατείας τῆς Ὁμονοίας, διατρέχει τὴν ὁδὸν Ἀκαδημίας, κατέρχεται παρὰ τοὺς Βασιλικοὺς σταύλους καὶ φθάνει εἰς τὴν πλατείαν τοῦ Συντάγματος, διατρέχουσα δὲ τὴν ὁδὸν Φιλελλήνων ἀπολήγει εἰς τοὺς Παριλισσίους κήπους. Ἡ δευτέρα ἄρχεται ἀπὸ τῆς αὐτῆς πλατείας τῆς Ὁμονοίας, διατρέχει τὴν ὁδὸν Πατησίων, διασχίζει τὸ ὁμώνυμον προάστειον καὶ ἀπολήγει εἰς τὸν ἅγιον Λουκᾶν. Ἡ τρίτη ἄρχεται ἐπίσης ἀπὸ τῆς πλατείας τῆς Ὁμονοίας, διατρέχει τὴν ὁδὸν Κολοκυθοῦς, καὶ ἀπολήγει εἰς τὸ ὁμώνυμον προάστειον. Ἡ τετάρτη ἄρχεται ἀπὸ τῆς πλατείας τῆς Ὁμονοίας διατρέχει τὴν ὁδὸν Ἀθηνᾶς καὶ, καμπτομένη καθέτως, ἀπολήγει διὰ τῆς ὁδοῦ Ἑρμοῦ εἰς τὸν σιδηροδρομικὸν σταθμόν. Ἡ πέμπτη ἄρχεται ἀπὸ τῆς πλατείας τοῦ Συντάγματος, διατρέχει τὸ χωρίον Ἀμαρούσιον καὶ ἀπολήγει εἰς Κηφισίαν. Ἡ ἕκτη ἄρχεται παρὰ τὴν Ἀγγλικὴν ἐκκλησίαν καὶ ἀπολήγει μεταξὺ τῶν δύω Φαλήρων. Ἡ ἑβδόμη ἑνώνει τὸν παλαιὸν μετὰ τοῦ νέου Φαλήρου, ἀκολουθοῦσα τὴν ἀκτήν. Ἡ ὀγδόη ἄρχεται ἀπὸ τῆς πλατείας τῆς Ὁμονοίας, διατρέχει τὴν ὁδὸν Πειραιῶς καὶ, καμπτομένη κατ’ ὀρθὰς, ἀπολήγει διὰ τῆς ὁδοῦ Ἀσωμάτων εἰς τὴν παρὰ τὸν σιδηροδρομικὸν σταθμὸν μικρὰν ἐκκλησίαν τῶν Ἀσωμάτων. Τέλος ἡ ἐννάτη συνίστησι τὸ ἀναγκαῖον σύμπλεγμα διὰ τὴν ἐσωτερικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Πειραιῶς καὶ τῶν πέριξ, ἐκτὸς τῆς γραμμῆς τῆς ἑνούσης διὰ τῆς κρηπίδος τὸ Τελωνεῖον μετὰ τοῦ σιδηροδρομικοῦ σταθμοῦ. Ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται ν’ ἀπαιτήσῃ τὴν κατασκευὴν τοῦ συμπλέγματος τούτου, εἰμὴ μόνον ἂν συνδεθῇ τοῦτο μετὰ τοῦ τῶν Ἀθηνῶν. Ἐὰν ὅμως ἄλλη τις ἑταιρία προσεφέρετο νὰ ἀναλάβῃ τὴν κατασκευὴν τοῦ συμπλέγματος τοῦ Πειραιῶς, ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ τὸ παραχωρήσῃ εἰς αὐτήν. Ἄρθρον 2. Καθ’ ἣν περίπτωσιν ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ ἐγκρίνῃ τὴν κατασκευὴν ἱπποσιδηροδρόμων ἐπὶ τῶν ὁδῶν Ἑρμοῦ καὶ Αἰόλου, μόνη ἡ παροῦσα ἑταιρία ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς κατασκευῆς αὐτῶν. Ἄρθρον 3. Ἡ Société des Laminoirs Forges et Fonderie de Jemmapes, V. Demerbe et Cie ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ σχηματίσῃ ἑταιρίαν διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ τὴν χρησιμοποίησιν τοῦ συμπλέγματος, ὅπερ τῇ παραχωρεῖται. Τὸ καταστατικὸν τῆς ἑταιρίας δέον νὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ δημοσιευθῇ συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Ἐμπορικοῦ κώδικος. Ἄρθρον 4. Αἱ γραμμαὶ θὰ κατασκευασθῶσιν ἐντελῶς καὶ θὰ τεθῶσιν εἰς ἐνέργειαν ἐντὸς τριῶν ἐτῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Νόμου τοῦ ἐγκρίνοντος τὴν παροῦσαν παραχώρησιν. Αἱ ἐργασίαι ἄρξονται ἐντὸς ἐννέα μηνῶν. Ἄρθρον 5. Αἱ γραμμαὶ κατασκευάζονται συμφώνως πρὸς τὸ σχέδιον, τὸ ὑποβληθησόμενον ὑπὸ τῆς ἑταιρίας καὶ ἐγκριθησόμενον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐντὸς ἐννέα ἡμῶν ἀπὸ τῆς ἡμερομηνίας τῆς ὑπογραφῆς τῆς παρούσης συμβάσεως. Τὸ πρόγραμμα περιλαμβάνει: 1ον. Τὸ γενικὸν διάγραμμα τῶν παραχωρουμένων γραμμῶν· 2ον. Τὰς λεπτομερείας τῶν διαφόρων μερῶν τῆς ὁδοῦ· 3ον. Τὴν ἐγκάρσιον κανονικὴν τῆς γραμμῆς τομὴν, ἐν ᾗ θὰ ἐξεικονίζωνται καὶ αἱ ἐργασίαι ἐπὶ καὶ ὑπὸ τὸ ἔδαφος· 4ον. Τὴν ἐγκάρσιον τομὴν τῶν σιδηρῶν ῥάβδων. 5ον. Τὸ σχῆμα τῶν κλειστῶν καὶ ἀνοικτῶν ὀχημάτων διὰ τὴν μεταφορὰν τῶν τε ἐπιβατῶν καὶ τῶν ἐμπορευμάτων. Ἐκτὸς τούτων ὑποχρεοῦται ἡ ἑταιρία νὰ σημειώσῃ ἐπὶ τῶν διαγραμμάτων τὰς θέσεις τῶν ἱδρυθησομένων σταθμῶν καὶ γραφείων, ὧν ἡ ἀνέγερσις ἤθελεν ἐπιτραπῇ, τὰ στόματα τῶν ὀχετῶν, τὰ φρέατα, τοὺς σωλῆνας τοῦ ὕδατος ἢ τοῦ φωταερίου, τέλος πᾶν ὅ,τι ἠδύνατο νὰ ἐπιδράσῃ εἰς τὴν τοποθέτησιν τῶν ἔργων καὶ τὴν τακτικὴν λειτουργίαν τοῦ ἱπποσιδηροδρόμου. Διαρκούσης τῆς κατασκευῆς τῶν ἔργων καὶ τοῦ χρόνου τῆς ἐκχωρήσεως, ἡ ἑταιρία δύναται νὰ προτείνῃ οἱασδήποτε τροποποιήσεις κρίνει ἀναγκαίας καὶ χρησίμους πρὸς ὄφελος τῆς συγκοινωνίας, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ τὰς ἐκτελέσῃ ἢ μετὰ προηγουμένην ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Τοὐναντίον οὗτος δύναται νὰ διατάξῃ τὴν ἐκτέλεσιν τροποποιήσεων, αἵτινες ἤθελον φανῆ ὠφέλιμοι ἐκ τῆς πείρας καὶ τῆς προόδου τῆς τέχνης, ἡ δὲ ἑταιρία δὲν δύναται ν’ ἀπαιτήσῃ ἀποζημίωσιν διὰ τὰς τροποποιήσεις ταύτας. Ἄρθρον 6. Αἱ γραμμαὶ θὰ ὦσιν ἁπλαῖ, ἐκτὸς τῶν σημείων τῶν ἀποσυναντήσεων. Ἐν τούτοις, τῇ ἐγκρίσει τοῦ Ὑπουργοῦ, ἡ ἑταιρία δύναται νὰ θέσῃ καὶ διπλᾶς γραμμὰς εἰς τὰς εὐρείας ὁδοὺς καὶ τὰς πλατείας. Τὸ πλάτος τοῦ δρόμου ἔσεται 1μ. 44· τῇ εἰδικῇ ὅμως ἐγκρίσει τοῦ Ὑπουργοῦ, ἡ ἑταιρία δύναται νὰ κατασκευάσῃ τὰς γραμμὰς μὲ ἀπόστασιν ἑνὸς μόνον μέτρου. Αἱ ῥάβδοι τεθήσονται εἰς τὸ αὐτὸ ἐπίπεδον τοῦ ἐδάφους ἄνευ ἐξοχῶν ἢ κοιλοτήτων. Ἡ κανονικὴ τομὴ τῶν ὁδῶν δὲν δύναται νὰ τροποποιηθῇ οὔτε κατὰ πλάτος, οὔτε κατὰ μῆκος ἄνευ ἐγκρίσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἡ προτεινομένη ῥάβδος εἶναι ἡ γνωστὴ ὑπὸ τὸ ὄνομα «ῥάβδος τοῦ συστήματος Demerbe.» Αἱ γραμμαὶ θὰ κατασκευασθῶσιν ἐπὶ τῶν ὁδῶν, τὸ δὲ ἔδαφος θὰ ἐπανενεχθῇ εἰς τὴν ἀρχικὴν αὐτοῦ κατάστασιν, δηλαδὴ αἱ ὁδοὶ θὰ χαλικοστρωθῶσιν, ἐὰν ἦσαν χαλικόστρωτοι, καὶ θὰ λιθοστρωθῶσιν, ἐὰν ἦσαν λιθόστρωτοι. Ἡ ἑταιρία θέλει τηρεῖ ἐν καλῇ καταστάσει τὸ μεταξὺ τῶν ἐλασμάτων μέρος τῆς ὁδοῦ καὶ ἑκατέρωθεν αὐτῶν ἐπὶ μ. 0,45, ἐὰν ἡ ὁδὸς ᾖναι χαλικόστρωτος, καὶ ἐπὶ μ. 0,25, ἐὰν ᾖναι λιθόστρωτος. Ἄρθρον 7. Ἡ ἀνέωξις χανδάκων εἰς τὰς ὁδοὺς πρὸς τοποθέτησιν τῶν γραμμῶν δέον νὰ ἐκτελῆται μεθ’ ὅλης τῆς δυνατῆς ταχύτητος καὶ τῶν ἀναγκαίων προφυλάξεων. Ἡ κυκλοφορία δέον, εἰ δυνατὸν, ν’ ἀποκαθίσταται ἐν τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ. Ἄρθρον 8. Ἡ ἑταιρία ἐγγυᾶται διὰ τὴν καλὴν καὶ στερεὰν ἐκτέλεσιν τῶν ἐργασιῶν της. Τὰ ὑλικὰ πρὸς κατασκευὴν τῶν γραμμῶν θὰ ὦσιν τῆς καλλιτέρας ποιότητος καὶ κατάλληλα πρὸς τὸν προορισμόν των. Ἄρθρον 9. Αἱ ἐργασίαι τῆς κατασκευῆς καὶ συντηρήσεως θὰ ἐκτελῶνται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῶν μηχανικῶν τοῦ Κράτους καὶ δέον νὰ ἐμποδίζωσιν ὅσον οἷόν τε ὀλιγώτερον τὴν ἐλευθέραν καὶ ἀσφαλῆ κυκλοφορίαν. Ἄρθρον 10. Καθόσον περαιοῦνται αἱ ἐργασίαι ἐπὶ τμημάτων ἀρκούντως ἐκτεταμένων, ὅπως παραδίδωνται εἰς τὴν κυκλοφορίαν, θὰ παραλαμβάνωνται ὑπὸ τῶν μηχανικῶν τῶν ἐπιφορτισμένων τὴν ἐξέλεγξιν αὐτῶν. Ἐν τούτοις τὸ πρωτόκολλόν των δὲν ἔχει κῦρος εἰμὴ μετὰ τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, μεθ’ ἣν ἡ ἑταιρία δύναται νὰ χρησιμοποιήσῃ τὰ μνησθέντα τμήματα καὶ νὰ εἰσπράττῃ τὰ κάτωθι ὁριζόμενα κόμιστρα. Ἄρθρον 11. Πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν δαπανῶν καὶ τῶν βαρῶν, ἅτινα ἡ παροῦσα παραχώρησις συνεπάγεται, ἐπιτρέπεται εἰς τὴν ἑταιρίαν νὰ εἰσπράττῃ κατ’ ἀνώτατον ὅρον (ὃν δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς παραχωρήσεως) κόμιστρα κατὰ τὸ ἑξῆς τιμολόγιον· 1ον. Διὰ τὴν μερικὴν ἢ ὁλικὴν διαδρομὴν ἑνὸς πρώτου σταθμοῦ Αʹ. Διὰ τὴν πρώτην θέσιν καὶ τοὺς ἐξώστας, δρ. ν. 0,15. Βʹ. Διὰ τὴν δευτέραν θέσιν καὶ τὸ ὑπερῷον, δρ. ν. 0,10. Διὰ τὴν διαδρομὴν ἑκάστου συνεχοῦς σταθμοῦ, εἴτε διὰ πρώτης, εἴτε διὰ δευτέρας θέσεως.... δρ. ν. 0,10 ἐπὶ πλέον. 2ον Δι’ ἕνα δρόμον ἐκτὸς τῆς πόλεως, οἱονδήποτε καὶ ἂν ᾖ τὸ σημεῖον τῆς ἀναχωρήσεως ἐν τῇ πόλει, ἐὰν ἡ ἀπόστασις δὲν ὑπερβαίνῃ τὰ τέσσαρα χιλιόμετρα, Αʹ. Διὰ τὴν πρώτην θέσιν καὶ τοὺς ἐξώστας, δρ. ν. 0,50. Βʹ. Διὰ τὴν δευτέραν θέσιν καὶ τὸ ὑπερῷον, δρ. ν. 0,35. Δι’ ἕκαστον συνεχὲς χιλιόμετρον, εἴτε διὰ τὴν πρώτην, εἴτε διὰ τὴν δευτέραν θέσιν,.......... δρ. ν. 0,10 ἐπὶ πλέον. Παιδία μικρότερα τῶν τεσσάρων ἐτῶν, φερόμενα ἐπὶ τῶν γονάτων, μεταφέρονται ἀμισθί. Τὰ μέχρις ὀκτὼ ἐτῶν πληρώνουσι τὸ ἥμισυ τῶν κομίστρων. Ἡ ἑταιρία δύναται νὰ ἐκδώσῃ εἰσιτήρια συνδρομῆς εἰς καταβιβασμένας τιμάς. Αἱ τιμαὶ δύνανται νὰ διπλασιασθῶσιν διὰ τοὺς δρόμους ἀπὸ τῆς ἐννάτης ἑσπερινῆς ὥρας τὸν χειμῶνα, καὶ τῆς ἑνδεκάτης τὸ θέρος. Ἡ ἑταιρία ὀφείλει νὰ χορηγῇ εἰσιτήρια μεταβιβαστικὰ διὰ τοὺς ἐπιβάτας, οἵτινες ἐπιθυμοῦσι νὰ μεταβιβασθῶσιν ἀπὸ μιᾶς γραμμῆς εἰς τὴν ἄλλην. Οἱ ἐπιβάται δύνανται νὰ μεταφέρωσιν μεθ’ ἑαυτῶν δέματα, ἀρκεῖ μόνον νὰ τὰ φέρωσιν εἰς τὰς χεῖρας καὶ νὰ μὴ ἐνοχλῶσι δι’ αὐτῶν τοὺς συνεπιβάτας των. Ἡ τιμὴ τῆς μεταφορᾶς τῶν πραγματειῶν ὁρίζεται διὰ τὰ δέματα, τὰ ἔχοντα βάρος πλέον τῶν ἑκατὸν χιλιογράμμων, εἰς δραχ. ν. 0,04 ἀνὰ ἑκατὸν χιλιόγραμμα, δι’ ἕκαστον χιλιόμετρον. Τῆς διατάξεως ταύτης ἐξαιροῦνται τὰ δέματα, ὧν τὸ βάρος ὑπερβαίνει τὰς δύω χιλιάδας χιλιογράμμων. Ἄρθρον 12. Ἔνδειξις τῶν Σταθμῶν. 1. Ἡ πλατεία τῆς Ὁμονοίας. 2. Ὁ Σταθμὸς τοῦ Σιδηροδρόμου. 3. Ἡ πλατεῖα τοῦ Συντάγματος. 4. Οἱ παριλίσσιοι κῆποι. 5. Τὸ ὅριον τῆς πόλεως ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Φαλήρου. 6. Ἡ πλατεῖα τοῦ Πανεπιστημίου. 7. Ἡ εἴσοδος τῶν Πατησίων. 8. Τὸ προάστειον τοῦ Ἁγίου Λουκᾶ. 9. Τὸ ὅριον τῆς πόλεως ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Κολοκυθοῦς. 10. Τὸ προάστειον τῆς Κολοκυθοῦς. 11. Τὸ ὅριον τῆς πόλεως ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Κηφισσίας (Ῥιζάρειος Σχολή.).... Ἄρθρον 13. Καθ’ ἣν περίπτωσιν ἡ ἑταιρία ἤθελε κρίνει εὔλογον νὰ καταβιβάσῃ τὰς ἀνωτέρω τιμὰς, δὲν δύναται νὰ τὰς ὑψώσῃ πάλιν εἰμὴ μετὰ παρέλευσιν τριῶν μηνῶν. Ἐξαιρετικῶς κατὰ τὰς πανηγύρεις καὶ τὰς ἑορτὰς ἡ ἑταιρία δύναται νὰ καταβιβάσῃ τὰς τιμὰς, ἐὰν τὸ θεωρῇ ὠφέλιμον. Ἄρθρον 14. Ἡ μεταφορὰ τῶν ἐπιβατῶν δέον νὰ ἐκτελῆται μετὰ προσοχῆς, ἀκριβείας καὶ ταχύτητος. Πρὸς τοῦτο ἡ ἑταιρία ὀφείλει νὰ τηρῇ ἐν ἐνεργείᾳ καθ’ ὅλας τὰς ὥρας τοῦ ἔτους ὡρισμένον ἀριθμὸν ἁμαξῶν καὶ ἵππων, ὅπως ἐπαρκῇ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς τακτικῆς ὑπηρεσίας, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας. Ἄρθρον 15. Αἱ τιμαὶ τῆς μεταφορᾶς δύνανται ν’ ἀναθεωρῶνται κατὰ δεκαετίαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀκουομένης καὶ τῆς ἑταιρίας. Καθ’ ἣν περίπτωσιν ἤθελε προκύψει διαφορὰ τις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τῆς ἑταιρίας, ἡ ὑπόθεσις τακτοποιεῖται διαιτητικῶς. Ἕκαστον μέρος ὀνομάζει ἕνα διαιτητήν· ἐν περιπτώσει δὲ ἰσοψηφίας, ὁ πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν διορίζει καὶ τρίτον. Ἄρθρον 16. Ἀπαγορεύεται εἰς τὴν ἑταιρίαν, ἐπὶ ποινῇ προστίμου πεντακοσίων τοὐλάχιστον νέων δραχμῶν, νὰ συνάπτῃ, ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Κυβερνήσεως, συμφωνίας μετὰ βιομηχάνων, ἢ οἱωνδήποτε ἐργολάβων διὰ τὴν μεταφορὰν ἐπιβατῶν ἢ πραγματειῶν, ἐὰν ἐν τῇ συμβάσει ταύτῃ δὲν περιλαμβάνωνται πάντες οἱ ἄλλοι βιομήχανοι ἢ ἐργολάβοι τοῦ αὐτοῦ εἴδους· δηλαδὴ ἡ ἑταιρία δὲν δύναται νὰ δώσῃ τὴν προτίμησιν εἰς οὐδένα ἰδιαιτέρως. Ἄρθρον 17. Οἱ στρατιῶται καὶ οἱ ὑπαξιωματικοὶ τοῦ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ, ἐν στολῇ, πληρώνουσι τὸ ἥμισυ τῶν κομίστρων· οἱ μηχανικοί, οἱ ὑπάλληλοι οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν ἐπίβλεψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς ἑταιρίας, καὶ οἱ κλητῆρες ἐν ὑπηρεσίᾳ μεταφέρονται ἀμισθὶ ἐφ’ ὅλου τοῦ συμπλέγματος· δὲν δύνανται ὅμως νὰ εὑρεθῶσι περισσότεροι τῶν τεσσάρων ἐν τῇ αὐτῇ ἁμάξῃ. Ἐν περιπτώσει πυρκαϊᾶς, τὸ πρὸς σβέσιν αὐτῆς ἀναγκαῖον ὑλικὸν μεταφέρεται ἀμισθί. Ἄρθρον 18. Ἡ ἑταιρία ὀφείλει νὰ διορίσῃ ἀρκοῦντα ἀριθμὸν πρακτόρων καὶ ὁδοστατῶν, εἰς οὓς ν’ ἀναθέσῃ τὴν ἀστυνομίαν καὶ συντήρησιν τῶν γραμμῶν τοῦ ἱπποσιδηροδρόμου. Ἄρθρον 19. Τὸ σχῆμα τῶν διαφόρων ἁμαξῶν, τῶν προωρισμένων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, δέον νὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Αἱ ἅμαξαι τῶν ἐπιβατῶν θὰ ὦσιν κατεσκευασμέναι κατὰ τὸ τελευταῖον σύστημα καὶ τὰ τελειότερα σχέδια. Θὰ ἦναι αἰωρημέναι ἐπὶ ἐλατηρίων καὶ κεκλεισμέναι διὰ κρυστάλλων κατὰ τὸν χειμῶνα. Τὸ μεγαλείτερον πλάτος των δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰ 2μ. 20. Αἱ ἅμαξαι αὗται θὰ ὑπόκεινται εἰς τὰς παρούσας καὶ μελλούσας διατάξεις τῆς Ἀστυνομίας καὶ θὰ ἔχωσι θέσεις δύω τάξεων. Ἄρθρον 20. Ἡ συντήρησις τῶν γραμμῶν καθὼς καὶ τοῦ ὑλικοῦ καὶ ἡ ὑπηρεσία τῆς κυκλοφορίας τῶν ἱπποσιδηροδρόμων ὑπόκεινται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν ἐπίβλεψιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἱπποσιδηροδρόμων, τὴν ἀποσκευὴν, τὴν κυκλοφορίαν καὶ τὴν στάθμευσιν τῶν ἁμαξῶν ὑπόκειται εἰς τὰς γενικὰς διατάξεις τῆς Ἀστυνομίας, τὰς τε ὑπαρχούσας καὶ τὰς ἐκδοθησομένας. Ἄρθρον 21. Ἡ ἑταιρία δὲν δικαιοῦται εἰς ἀποζημίωσιν καθ’ ἣν περίπτωσιν, ἕνεκεν μέτρων δημοσίας τάξεως, ἡ Ἀστυνομία ἤθελε κρίνει ἀναγκαῖον νὰ διακόψῃ πρὸς ὥραν τὴν κυκλοφορίαν, ἢ ὅταν κατὰ συνέπειαν ἐργασιῶν ἐκτελεσθησομένων ἐπὶ τῶν ὁδῶν ἢ ὑπὸ ταύτας ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ δήμου, ἢ ἰδιωτῶν ἐχόντων τὴν ἄδειαν τῶν ἀρχῶν, ἡ κυκλοφορία θὰ διεκόπτετο πρὸς ὥραν. Ἄρθρον 22. Ἐὰν ἡ ὑπηρεσία τῶν ἱπποσιδηροδρόμων διακοπῇ ἕνεκεν ἐργασιῶν κατὰ τὰς ὁδοὺς ἢ δημοσίας ἀγυιὰς, ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας ἐπιβάλλει τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, ὅπως αἱ ἐργασίαι αὗται ἐκτελεσθῶσιν ὅσον οἷόν τε ταχύτερον, ἵνα μὴ βλάπτωνται τὰ συμφέροντα τῆς ἑταιρίας διὰ τῆς παρακωλύσεως τῆς ἐλευθέρας κυκλοφορίας τῶν ἁμαξῶν της. Ἄρθρον 23. Ἡ Κυβέρνησις ἐπιφυλάττεται ἑαυτῇ τὸ δικαίωμα, ἀκουομένης καὶ τῆς ἑταιρίας, νὰ συνομολογῇ νέας παραχωρήσεις σιδηροδρόμων, διακλαδουμένων ἐπὶ τῶν τῆς παρούσης συμβάσεως ἢ τούτων προεκβαλλομένων. Οἱ προνομιοῦχοι τῶν διακλαδώσεων καὶ τῶν ἐπεκτάσεων τούτων δύνανται, ἐπὶ τῇ πληρωμῇ διοδίων, ὁρισθησομένων ἀκολούθως, καὶ δυνάμει συμβιβασμοῦ των μετὰ τῆς ἑταιρίας τῶν ἱπποσιδηροδρόμων, τηροῦντες δὲ καὶ τὰς διατάξεις τῆς Ἀστυνομίας, νὰ περιτρέχωσι διὰ τῶν ἁμαξῶν των τὰς γραμμὰς ταύτας καὶ τ’ ἀνάπαλιν. Ἐὰν ἡ ἑταιρία καὶ οἱ προνομιοῦχοι τῶν διακλαδώσεων τούτων δὲν ἤθελον δυνηθῆ νὰ ἔλθωσιν εἰς συνεννόησιν ἐπὶ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ὅρου τούτου, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀποφασίζει ἐπὶ τῶν διαφορῶν, αἵτινες ἤθελον ἀναφυῆ. Ἄρθρον 24. Ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς ἐξελεγκτὰς ἢ φύλακας, τοὺς ἐπιτετραμμένους τὴν συντήρησιν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἱπποσιδηροδρόμων, νὰ ὁρκίζωνται ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδίκου, ὅπως ἀποκτῶσι τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ συντάττωσι προτόκολλα, καθ’ ἣν περίπτωσιν ἤθελον συμβῆ παραβάσεις τῶν διατάξεων τῆς Ἀστυνομίας καὶ τῆς ἑταιρίας τῶν σιδηροδρόμων. Ἄρθρον 25. Ἐὰν, διὰ λόγους τάξεως ἢ δημοσίου συμφέροντος, ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἀναγνωρίσει τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ καταργήσῃ ὅλας ἢ μέρος τῶν γραμμῶν πρὸ τῆς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 37 ὁριζομένης προθεσμίας, ἡ κατάργησις δὲν δύναται νὰ γίνῃ εἰμὴ διὰ Β. Διατάγματος, τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην ἡ ἑταιρία ἔχει δικαίωμα ἀποζημιώσεως; δέκα χιλιάδων φράγκων δι’ ἕκαστον χιλιόμετρον γραμμῆς, ἐὰν ἡ κατάργησις γίνῃ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς ὑπάρξεώς της· τὸ ποσὸν τοῦτο μειοῦται κατὰ 250 φράγκα ἀνὰ χιλιόμετρον δι’ ἕκαστον ἔτος ἀπὸ τοῦ δευτέρου ἔτους. Ἐκτὸς τούτου ἡ ἑταιρία ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀναλάβῃ τό τε κινητὸν καὶ τὸ ἀκίνητον αὐτῆς ὑλικόν. Ἄρθρον 26. Αἱ διαφοραὶ, αἵτινες ἤθελον ἀναφυῆ κατὰ τὴν ἑρμηνείαν τῶν ὅρων τῆς παρούσης συμβάσεως, δικάζονται ἐνώπιον τῶν ἐπιτοπίων δικαστηρίων ὡς ἐπείγουσαι. Ἄρθρον 27. Δύναται νὰ ἐπιτραπῇ τῇ ἑταιρίᾳ νὰ μεταχειρισθῇ ἀτμαμάξας ἄνευ θορύβου καὶ καπνοῦ ὡς κινητικὴν δύναμιν· αὗται ὅμως θὰ ὦσι τοῦ τελειοτέρου συστήματος τοῦ ἤδη ἐν χρήσει εἰς ἄλλας πόλεις. Ἄρθρον 28. Αἱ μηχαναὶ, οἱ ἵπποι καὶ αἱ ἅμαξαι τοῦ ἱπποσιδηροδρόμου, ὡς καὶ αἱ σιδηραὶ ῥάβδοι καὶ τὰ παρεπόμενα καὶ ὅλον τὸ ὑλικὸν διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ τὴν χρησιμοποίησιν τῶν ἱπποσιδηροδρόμων εἶναι ἐλεύθερα παντὸς φόρου τελωνειακοῦ, δημοτικοῦ ἢ λιμενικοῦ. Ἄρθρον 29. Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν ἑταιρίαν νὰ συστήσῃ, τῇ προηγουμένῃ ἐγκρίσει τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐπὶ τῶν ὁδῶν καὶ πλατειῶν μικροὺς σταθμοὺς διὰ τὴν εὐκολίαν τοῦ κοινοῦ. Ἄρθρον 30. Ἡ ἑταιρία ὑποχρεοῦται νὰ καταθέσῃ εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον ἐγγύησιν ἐκ 30 χιλιάδων φράγκων, πρὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς παρούσης ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς μετρητὰ, φέροντα εἰς τὴν ἑταιρίαν τόκον ἐτήσιον 6% ἢ ὁμολογίας τῆς Κυβερνήσεως, ἐκδεδομένας μετὰ τὸ 1862. Ἡ κατατεθεῖσα ἐγγύησις θέλει ἐπιστραφῆ τῇ ἑταιρίᾳ μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων ἀξίας 100 χιλιάδων φράγκων, ἢ ἐάν ἡ παροῦσα σύμβασις δὲν ἤθελε ψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἄρθρον 31. Ἐπιτρέπεται τῇ ἑταιρίᾳ νὰ ἐκδώσῃ μετοχὰς, ἀντιπροσωπευούσας τὸ κεφάλαιόν της, καὶ νὰ τὰς ὑποβάλῃ εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν καὶ κυκλοφορίαν ἐντὸς τοῦ Κράτους καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ἄρθρον 32. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀποφασίσῃ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς προθεσμίας τῆς συμβάσεως νὰ καταργήσῃ τὸ ὅλον ἢ μέρος τῶν ὑπαρχουσῶν γραμμῶν, ἡ ἑταιρία ὑποχρεοῦται νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ ἔδαφος, ἰδίαις δαπάναις, εἰς τὴν ἀρχικὴν αὐτοῦ κατάστασιν, χωρὶς νὰ δύναται ν’ ἀπαιτήσῃ διὰ τοῦτο ἀποζημίωσίν τινα οὔτε τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ ὑλικοῦ. Ἄρθρον 33. Ἐὰν ἡ ἑταιρία δὲν ἤθελεν ὑποβάλει ἐν τῷ ὡρισμένῳ χρόνῳ τὰ σχέδια, ἢ δὲν ἤθελεν ἀρχίσει ἢ περαιώσει τὰς ἐργασίας της ἐντὸς τῆς ὡρισμένης προθεσμίας, ἢ ἐὰν δὲν ἤθελεν ἐκτελέσει τὰς ἄλλας ὑποχρεώσεις, αἵτινες τῇ ἐπιβάλλονται διὰ τῆς παρούσης συμβάσεως, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κηρύξῃ αὐτὴν ἔκπτωτον τοῦ προνομίου τῆς παραχωρήσεως. Ἅμα κηρυχθῇ ἡ ἔκπτωσις, ἡ Κυβέρνησις δύναται, ἀκουομένης καὶ τῆς ἑταιρίας, νὰ διατάξῃ τὴν ὁλοσχερῆ ἢ μερικὴν κατάλυσιν τῶν ἔργων, ἢ τὴν διατήρησιν καὶ χρησιμοποίησιν αὐτῶν ἐπὶ βάσεων, ἃς ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ὁρίσει. Ἐν περιπτώσει καταλύσεως, αἱ ὁδοὶ ἀποκαθίστανται, καὶ ὅλον τὸ ὑπὸ τῶν ἱπποσιδηροδρόμων κατεχόμενον ἔδαφος ἐπαναφέρεται εἰς τὴν πρώτην αὐτοῦ κατάστασιν, δαπάναις καὶ τῇ φροντίδι τῆς ἑταιρίας. Ἐν περιπτώσει διατηρήσεως τῶν ἤδη κατεσκευασμένων γραμμῶν, ἡ ἑταιρία ὀφείλει νὰ παραχωρήσῃ τὰ ἤδη τοποθετημένα ὑλικὰ εἰς τὰς παρὰ τῶν πραγματογνωμόνων ὁρισθησομένας τιμάς. Ἄρθρον 34. Ἐν περιπτώσει μερικῆς ἢ ὁλικῆς καταλύσεως τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἱπποσιδηροδρόμων, ἡ ἑταιρία ὀφείλει νὰ λάβῃ τ’ ἀναγκαῖα μέτρα πρὸς προσωρινὴν ἐξασφάλισιν τῆς κυκλοφορίας καὶ ν’ ἀναδιοργανώσῃ ἀκολούθως τακτικῶς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἐὰν μετὰ παρέλευσιν ἓξ μηνῶν ἡ ἀναδιοργάνωσις αὕτη δὲν πραγματοποιηθῇ, ἡ ἔκπτωσις δύναται ἐπίσης νὰ κηρυχθῇ. Ἄρθρον 35. Αἱ διατάξεις τῶν προηγουμένων ἄρθρων παύουσι τοῦ νὰ ὦσιν ἐφαρμόσιμοι, καὶ ἡ ἔκπτωσις δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ, ἐὰν αἱ ὑποχρεώσεις δὲν ἤθελον δυνηθῆ νὰ πραγματοποιηθῶσι συνεπείᾳ ἀνωτέρας βίας, προσηκόντως βεβαιωμένης. Ἄρθρον 36. Ἐπὶ δύω ἔτη μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Νόμου, τοῦ ἐγκρίνοντος τὴν παροῦσαν παραχώρησιν, ἡ ἑταιρία δύναται νὰ προτείνῃ καὶ ἄλλας γραμμὰς ἐν τῷ συμπλέγματι τῶν Ἀθηνῶν, Πειραιῶς καὶ τῶν πέριξ, αἵτινες δὲν ἐμπεριέχονται ἐν τῷ 1 ἄρθρῳ. Αἱ νέαι αὗται γραμμαὶ θέλουσι παραχωρηθῆ τῇ ἑταιρίᾳ ὑπὸ τοὺς ὅρους τῆς παρούσης συμβάσεως. Ἄρθρον 37. Ἡ Κυβέρνησις παραχωρεῖ τῇ Société des Laminoirs Forges et Fonderie de Jemmapes V. Demerbe et Cie à Jemmapes τῆς Βελγικῆς τὴν κατασκευὴν καὶ χρησιμοποίησιν τῶν ὑπὸ τῆς παρούσης συμβάσεως ὑποδεικνυομένων ἱπποσιδηροδρομικῶν γραμμῶν ὑπὸ τοὺς ἐν αὐτῇ διατετυπωμένους ὅρους ἐπὶ τεσσαράκοντα ἔτη ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Νόμου, τοῦ ἐγκρίνοντος τὴν παραχώρησιν. Ἄρθρον 38. Ἡ παροῦσα σύμβασις ὑποβληθήσεται ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς, ὅπως ψηφισθῇ κατὰ τὴν ἐρχομένην σύνοδον· ἄλλως, θεωρεῖται ὡς μὴ ὑπάρχουσα. Ἐγένετο εἰς διπλοῦν ἐν Ἀθήναις, τῇ 21 Σεπτεμβρίου (3 Ὀκτωβρίου) 1880.
Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν
ΚΩΝΣΤ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ.
Ὁ πληρεξούσιος Τῆς société des Laminois, Forges et Fonderie des Jemmapes V. Demerbe et Cie A. Badelet. Διὰ τὸ ἀκριβὲς τῆς μεταφράσεως Ἀθῆναι, 25 Νοεμβρίου 1880.
Ὁ Διευθυντὴς τῶν δημοσίων ἔργων
Δ. ΣΚΑΛΙΣΤΗΡΗΣ.
Πρὸς τὴν Βουλήν. Ὁ κατὰ τὸ 1867 ΣΘΚʹ. Νόμος περὶ ἀποξηράνσεως λιμνῶν, καὶ ἐκ τῆς ἀοριστίας τῶν διατάξεων αὐτοῦ περὶ καθορισμοῦ τῶν λιμνῶν, τῶν ἐκ τῶν συνήθων πλημμυρῶν κατακλυζουσῶν τὸ ἔδαφος, καὶ ἐκ τῆς ἀπεριορίστου ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ πορισθῶσιν αἱ Κυβερνήσεις κατὰ τὸν προσδιορισμὸν τῶν πλεονεκτημάτων ὑπὲρ τῶν ἀναδεχομένων τὴν ἀποξήρανσιν, οὐ μόνον δὲν δικαιοῖ τὰς εὐλόγους προσδοκίας Νομοθετικῆς ἐξουσίας περὶ ἀληθοῦς, πραγματικῆς καὶ ὅσον ἔνεστι ταχείας χρησιμοποιήσεως τοῦ διαρκῶς κατακλυζομένου ἐδάφους διὰ τῆς ἀποξηράνσεως, ἀλλ’ ἐνθαῤῥύνει καὶ προάγει πᾶσαν κατάχρησιν, 1) ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκουσι τὸ δικαίωμα τῆς ἀποξηράνσεως· 2) ὡς πρὸς τὸν προσδιορισμὸν τῆς παραχωρητέας ἐκτάσεως, διότι παρετηρήθη ὅτι ἐζητήθησαν καὶ ζητοῦνται νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς λίμναι, γαῖαι μεγάλων ἐκτάσεων, αἵτινες διηνεκῶς φθείρονται καλλιεργούμεναι ἐτησίως καὶ παράγουσαι, ἰδιόκτητοί τε καὶ ἐθνικαί, καὶ φυτεῖαι οὐ μόνον ἐπέτειοι, ἀλλὰ καὶ διαρκεῖς, μέρος τῶν ὁποίων καὶ ἂν πιστεύσῃ τις, ὅτι περιοδικῶς καὶ προσκαίρως ἐπλημμύρησε, δὲν ἀπετέλεσεν ὅμως λίμνην κατὰ τὴν ἀληθῆ αὐτῆς σημασίαν, καὶ 3) ὡς πρὸς τὴν ἔκτασιν τῶν πλεονεκτημάτων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ καρπωθῶσιν ἐπὶ αἰῶνα ὁλόκληρον οἱ ἀναλαμβάνοντες τὴν ἀποξήρανσιν λιμνῶν καὶ γαιῶν μὴ λιμναζουσῶν, ὡς εἴρηται· ἐκτὸς τῶν λόγων τούτων, παρετηρήθη καὶ παρατηρεῖται, ὅτι καὶ τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων ἡ ἀμερόληπτος καὶ ἐλευθέρα λειτουργία ἐπὶ τοῦ προκειμένου κατὰ τὸν Νόμον τοῦ 1867, εἴτε ἐνδίδουσιν εἰς τὴν παραχώρησιν εἴτε ἀρνουμένων αὐτήν, κινδυνεύει πάντοτε νὰ παρεξηγηθῇ, ἡ δὲ τοιαύτη παρεξήγησις, δηλητηριάζουσα τὴν ἀγαθὴν γνώμην περὶ καλῆς διοικήσεως δὲν πρέπει νὰ παρορᾶται. Ἐνομίσαμεν ὅτι ὅλα ταῦτα θεραπεύονται καὶ ἡ περὶ ἀποξηράνσεως τῶν λιμνῶν πρὸς ὄφελος τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ τοῦ Δημοσίου δικαία τῆς Πολιτείας ἀπαίτησις ἐπιτυγχάνει ἀσφαλέστερον καὶ λυσιτελῶς, ἐὰν ψηφισθῇ ὡς Νόμος τοῦ Κράτους ἡ κατὰ τὴν 15 Νοεμβρίου 1878 ὑποβληθεῖσα πρότασις Νόμου ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, καθ’ ἣν «τὸ δικαίωμα τῆς ἀποξηράνσεως λιμνῶν πρέπει νὰ παραχωρῆται διὰ Νόμου, καθορίζοντος τὴν λίμνην, τὴν ἔκτασιν αὐτῆς καὶ μετὰ τὴν ἀποξήρανσιν αὐτῆς χορηγητέα πρὸς τὴν πραγματοποίησιν καὶ τὴν ἀποξήρανσιν πλεονεκτήματα, καὶ παρακαλοῦμεν τὴν Βουλήν, ἵνα εὐαρεστουμένη χαρακτηρίσῃ τὴν πρότασιν ταύτην κατεπείγουσαν, καὶ ἐγγράψῃ αὐτὴν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν πρὸς συζήτησιν, Παρακαλοῦμεν καὶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν, ἵνα πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, 1ον) ἂν ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ Νόμου τοῦ 1867 ἐγένετο παραχώρησις λίμνης τινὸς πρὸς τίνα καὶ τίνος, καὶ ὁποῖα ἦσαν τὰ μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματα· 2ον) ἂν ὑπάρχωσιν ἐκρεμεῖς αἰτήσεις περὶ παραχωρήσεων, ὑπὸ τίνων προσώπων ἐγένοντο καὶ περὶ τίνων λιμνῶν, καὶ τί ἐνήργησεν ἡ Κυβέρνησις· καὶ τελευταῖον, ἐὰν θεωρῇ ἐπαρκῆ τὸν Νόμον τοῦ 1867, καὶ ἑπομένως ἀλυσιτελῆ τὴν προτεινομένην τροποποίησιν. Ἀθῆναι, τὴν 25 Νοεμβρίου 1880
Οἱ Βουλευταὶ
Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ, Δ. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ.
ΣΧΕΔΙΟΝ ΝΟΜΟΥ
Περὶ ἀποξηράνσεως λιμνῶν. Ἄρθρον 1. Τὸ δικαίωμα τῆς ἀποξηράνσεως λιμνῶν παραχωρεῖται διὰ Νόμου. Ἄρθρον 2. Ὁ ἀπὸ 26 Ἀπριλίου 1867 ΣΚʹ. Νόμος καὶ πᾶσα ἄλλη διάταξις, ἀντιβαίνουσα εἰς τὸν παρόντα Νόμον, καταργεῖται. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 15 Νοεμβρίου 1878.
Ὁ Βουλευτὴς
ΧΑΡΙΛΑΟΣ ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ.
§44ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τοὺς τελευταίους λόγους τοῦ σοφοῦ καθηγητοῦ δὲν θέλω εἰσέλθει, διότι οὗτοι εἶχον μᾶλλον τὸν τύπον μονομαχίας μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ κ. βουλευτοῦ Καλαβρύτων. Ὡμίλησε περὶ τῆς Τραπέζης καθαρώτερον καὶ σχετικώτερον πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, χθές. Καὶ εἶναι περίεργον, ὅτι ἐγὼ ἔχω γνώμην ἐναντίον τῆς συμβάσεως δι’ αὐτὸν τοῦτον ἀκριβῶς τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Καλλιγᾶς εἶναι ὑπὲρ αὐτῆς. (Θόρυβος). Ἂν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ νὰ γίνῃ μικρὰ διακοπὴ, δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν. (Γίνεται διακοπὴ δέκα λεπτῶν.) Λοιπὸν, κύριοι, ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἶμαι κατ’ ἀρχὴν κατὰ τῆς συμβάσεως παραδόξως διὰ τὸν αὐτὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Καλλιγᾶς εἶναι ὑπὲρ αὐτῆς. Ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ θερμότερος ὑπέρμαχος τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Τραπέζης, μᾶς εἶπε ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἡ σύμβασις τῆς Τραπέζης εἶναι ἢ ἡ ἐπιστράτευσις αὐτὴ, καὶ, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ἐξήλεγξε πικρῶς ἕνα τῶν προαγορευσάντων βουλευτῶν, τῶν κατὰ τῆς συμβάσεως ἀποφανθέντων, ὅτι πολεμῶν ἐκεῖνος τὴν σύμβασιν σκοπὸν κύριον εἶχε νὰ πολεμήσῃ τὴν ἐπιστράτευσιν. Νομίζω, ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ σοφοῦ καθηγητοῦ, ὅτι ἡ καταπολέμησις τῆς συμβάσεως ἐπιβάλλεται εἰς πάντα ὅστις σπουδαίως καὶ ἐμβριθῶς ἐμελέτησε τὸ ζήτημα τῆς ἐπιστρατεύσεως ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτοῦ τὴν πολιτικὴν, τὴν πρακτικὴν καὶ τὴν τῶν ἀποτελεσμάτων, καὶ ὅστις εἰλικρινῶς ἐπιθυμεῖ τὴν ἐπίτευξιν τοῦ δι’ αὐτῆς ἐπιδιωκομένου σκοποῦ. Λέγω δὲ τοῦτο μετὰ μείζονος θάῤῥους καὶ ἰσχυροτέρας πεποιθήσεως, διότι στηρίζομαι προσέτι καὶ εἰς τοὺς ὀλίγους μὲν ἀλλὰ σαφεῖς περὶ τῆς συμβάσεως λόγους τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν μερίδα ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀνήκω. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐξελέγχων τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν διατὶ δὲν ἐμερίμνησε περὶ συνομολογήσεως δανείου ἐξωτερικοῦ ὅτε ἦτο καιρὸς, ἤτοι πρὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως, εἶπεν, ὅτι ἀναγκάζεται νὰ δεχθῇ τὴν σύμβασιν ὡς συνωμολογήθη ἐν ἀρχῇ, ἐκτὸς τῶν μικρῶν τροποποιήσεων τῶν ἐπενεχθεισῶν βραδύτερον, ἀλλ’ ἐλαχίστην, εἰ μὴ οὐδεμίαν, ἐχουσῶν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ συνόλου αὐτῆς· ἀναγκάζεται δὲ νὰ τὴν δεχθῇ διότι δὲν ἔχει χρήματα. Ἀλλὰ προσέθηκεν ὅτι τὸ ποσὸν τὸ ὑπὸ τῆς Τραπέζης χορηγούμενον δὲν εἶναι ἱκανὸν οὐδὲ τὰς προπαρασκευαστικὰς ἐργασίας τῆς ἐπιστρατεύσεως νὰ θεραπεύσῃ· ἀντικρούων δὲ τὴν ἀληθῶς παράδοξον οἰκονομολογικὴν ἀρχὴν τοῦ κ. Τρικούπη, ὅτι διὰ τῆς μετὰ τῆς Τραπέζης συμβάσεως κατωρθώθη ν’ αὐξηθῇ ἡ πίστις τοῦ Δημοσίου, εἶπε προσέτι ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν εἶναι λογικὸν νὰ λέγωμεν ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ αὐξήσωμεν τὴν πίστιν μας αὐξάνοντες τὰ χρέη μας. Προσθέτω δὲ ἐγὼ εἰς τὴν σπουδαίαν ταύτην παρατήρησιν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦτο, ὅτι, εἰ καὶ πᾶν νέον χρέος καταβιβάζει τὴν πίστιν παντὸς ὀφειλέτου, τὸ χρέος τοῦτο, τὸ σήμερον συνομολογούμενον, πρόκειται νὰ κατασυντρίψῃ ἐντελῶς τὴν πίστιν ἡμῶν, διότι δὲν εἶναι ἀκριβῶς δάνειον ὅ,τι διὰ τῆς συμβάσεως γίνεται, ἀλλ’ ἐξαντλοῦμεν δι’ αὐτῆς τὸ τελευταῖον καταφύγιον, τὸ ὁποῖον ἐν κρισίμοις στιγμαῖς ἠδύναντο νὰ σώσῃ τὴν πατρίδα εὑρισκομένην ἐν δυσχερείαις, ἴσως καὶ ἐν κινδύνοις. Ἡ ἐπιστράτευσις εἶναι τὸ πρῶτον βῆμα τῆς μακρᾶς, ἐπιπόνου καὶ πολλαχῶς ἐπικινδύνου πορείας, τὴν ὁποίαν ἐπιχειροῦμεν. Καὶ εὐθὺς ἀπὸ τοῦ πρώτου τούτου βήματος ἀρχίζομεν διὰ τῆς συμβάσεως νὰ τρώγωμεν τὰς σάρκας μας! Ἰδοὺ διατὶ εἶμαι κατ’ ἀρχὰς ἐναντίον τῆς συμβάσεως, ἐνῷ εἶμαι ἐκ πεποιθήσεως καὶ φιλοπατρίας ὑπὲρ τῆς ἀναποφεύκτου ἀνάγκης τῆς ἐπιστρατεύσεως. Διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. πρωθυπουργὸν καθ’ ἓν μόνον, ἐνῷ ἐν πᾶσι τοῖς λοιποῖς ἐσμὲν σύμφωνοι, κατὰ τοῦτο, ὅτι ἡ συνομολόγησις τῆς συμβάσεως ἐπιβάλλεται ὑπὸ ἀναποδράστου ἀνάγκης. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ φρονῶ ὄχι μόνον ὅτι δὲν ἐπιβάλλεται, ἀλλ’ ὅτι ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη ὑπαγορεύει μάλιστα τὸ ἐναντίον. Πρὸ τούτου ὅμως θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ἐρωτήσω καὶ τὸν κ. πρωθυπουργὸν καὶ τὸν κύριον Τρικούπην, τὸν πρώην πρωθυπουργὸν, ὅτι, ἂν ἦναι ἀληθὲς ὅτι διὰ τῆς συνομολογήσεως τῆς συμβάσεως αἱ ἐλπίδες περὶ συνομολογήσεως δανείου ἐξωτερικοῦ ἐλαττοῦνται, διατὶ αὐτοὶ μὲν συνωμολόγησαν, ἡμᾶς δὲ προτρέπουσι νὰ ψηφίσωμεν τὴν σύμβασιν αὐτήν; Ἡ ἐρώτησις αὕτη δύναται ν’ ἀπευθυνθῇ πρακτικώτερον πρὸς τὸν κ. πρωθυπουργὸν, ὅστις τὸ ἀνωμολόγησε. Δὲν φοβεῖται ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας προΐσταται, ὅτι μετὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς συμβάσεως, ἐλαττουμένων τῶν ἐλπίδων τῆς εὑρέσεως δανείου πραγματικοῦ καὶ ἀποτυγχανουσῶν τῶν καταβαλλομένων προσπαθειῶν, θέλομεν εὑρεθῆ, καὶ λίαν προσεχῶς μάλιστα, εἰς ἀμηχανίαν ἐν τῇ κρισιμωτέρᾳ στιγμῇ τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν βίου; Εἶπον ὅτι διαφωνῶ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀναποφεύκτου, ἥτις ἐπιβάλλει ἡμῖν δῆθεν τὴν σύμβασιν· ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν διεφώνουν, θὰ ἤμην κατὰ τῆς συμβάσεως, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἀρκεῖ μόνον νὰ πεισθῇ ὁ κόσμος ὁ ἐμπορικὸς, ὅτι δὲν πρόκειται αὕτη νὰ ψηφισθῇ, ἵνα εὐοδωθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Κυβερνήσεως πρὸς εὕρεσιν ἐξωτερικοῦ δανείου. Ἔχω μάλιστα καὶ τὴν πεποίθησιν ὅτι αἱ δυσκολίαι αἱ ὁποῖαι σήμερον παρουσιάζονται, δι’ οὐδὲν ἄλλο παρουσιάζονται εἰμὴ διότι ὑπάρχει ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τῆς συμβάσεως. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ προτιθέμενοι νὰ μᾶς δανείσουν ἔχουσι μὲν τὴν ἀπόφασιν νὰ τὸ πράξωσιν, ἀλλ’ ἀφοῦ ψηφισθῆ ἡ σύμβασις, διότι ἐλαττουμένης οὕτω, ἢ μᾶλλον καταστρεφομένης τῆς πίστεως ἡμῶν, θὰ δυνηθῶσι νὰ ἐπιβάλωσιν ἡμῖν ὅρους βαρυτέρους. Καὶ εἰς τοῦτο παρακαλῶ θερμῶς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσέξῃ πολύ. Ἀλλὰ διατὶ διαφωνῶ περὶ τῆς ἀνάγκης, διατὶ δὲν θεωρῶ τὴν σύμβασιν ἀναπόφευκτον, ὅπως τὴν θεωρεῖ ὁ κ. πρωθυπουργός; Ἐλέχθησαν πολλὰ καὶ σπουδαῖα περὶ τῆς θέσεως τοῦ τραπεζικοῦ καταστήματος μετὰ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ συναλλαχθῶμεν. Δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν, ἀποκρούω μάλιστα αὐτὴν, ὅτι συζητοῦντες σύμβασιν ἑνὸς πιστωτικοῦ καταστήματος μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ποιότητα τοῦ ἑτέρου τῶν συναλλαττομένων. Ἡ Τράπεζα ἔχει τοὺς ἐλεγκτὰς αὐτῆς, τοὺς μετόχους, τὴν συνέλευσιν αὐτῶν. Ἀποκρούω λοιπὸν πᾶσαν περὶ τῆς Τραπέζης ἐξέτασιν τοιαύτην, καὶ ἐὰν ἐξετάζων τὰ πράγματα εἴπω τι σχετικὸν πρὸς τὰς ἐργασίας αὐτῆς καὶ συμβάλλον πρὸς τὸν σκοπὸν, ὃν προτίθεμαι, διαδηλῶ ἀπὸ τοῦδε ὅτι οὐδέποτε οἱ λόγοι μου θὰ ἔχωσι τὸν χαρακτῆρα ὑπαινιγμοῦ οἱουδήποτε κατὰ τῆς Τραπέζης. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Παππαμιχαλόπουλος, ἀφορμὴν λαβὼν προχθὲς ἔκ τινος περὶ τῆς Τραπέζης ὁμιλίαν ἑνὸς τῶν συναδέλφων, ἀνῆλθε τὸ βῆμα καὶ ὡμίλησε σπουδαῖα καὶ ἀληθῆ ὑπὲρ αὐτῆς. Οὐδὲν ἔχω νὰ ἀντιτάξω πρὸς ὅσα ὁ κ. Παππαμιχαλόπουλος εἶπε. Τωόντι ἡ Τράπεζα καὶ τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος ἐκράτυνε, καὶ ὑπηρεσίας πολιτίμους προσήνεγκεν εἰς τὸν τόπον καὶ πολλάκις προσῆλθεν ἀρωγὸς ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τοῦ δημοσίου. Ἠδυνάμην ἴσως νὰ εἴπω ὅτι ὅταν δικαιοῦταί τις νὰ ἐπαινῇ τινα, τὸ αὐτὸ δικαίωμα ἔχει καὶ νὰ τὸν ψέγῃ· ἀλλὰ ἐγὼ δὲν θὰ κάμω χρῆσιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ. Ἐπαινῶν τὴν Τράπεζαν, ἢ μᾶλλον ἀποδίδων αὐτῇ δίκαιον καὶ ὀφειλόμενον ἔπαινον, θέλω ἀποδείξει ὅτι κατὰ τὴν περίστασιν αὐτὴν οὐχὶ ἐκ προθέσεως, ἢ ἰδιοτελείας, ἀλλ’ ἴσως ἐκ φόβου, ἴσως ἐξ ὑπερβολικῆς συνέσεως, ἀξιοῖ ἐν στιγμαῖς κρισίμοις ἀπὸ τὴν πολιτείαν βαρυτάτας θυσίας, τῶν ὁποίων δὲν ἔχει ἀνάγκην. Θὰ ἐπαινέσω λοιπὸν τὴν Τράπεζαν, καὶ θὰ τὴν ἐπαινέσω στηριζόμενος εἰς τὰ ἔργα αὐτῆς, τὰ φέροντα τὴν ὑπογραφήν της, εἰς τοὺς ἀπολογισμοὺς αὐτῆς. Ἡ Τράπεζα συνεστήθη τὸ 1842, ἔχει βίον 38 ἐτῶν. Αἱ μετοχαὶ τῆς Τραπέζης εἶχον ἀρχικὴν ἀξίαν 1000 δραχμῶν· αἱ μετοχαὶ αὗται κατὰ τὸ διάστημα τῶν 38 τούτων ἐτῶν ἔλαβον εἰς χρήματα διὰ τῶν ἑξαμηνιαίων μερισμάτων 5,250 δραχ. ἑκάστη. Ἑκάστη τούτων τῶν μετοχῶν ἐπλήρωσε διὰ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως τῆς Τραπέζης 1000 περίπου δραχ. Ἑκάστη δ’ αὐτῶν ἔχει σήμερον ἀξίαν 3,500 δραχ. Εἰς τὸ διάστημα λοιπὸν τῶν 38 ἐτῶν τὸ χρῆμα τὸ κατατεθὲν εἰς τὴν Τράπεζαν ἐδεκαπλασιάσθη. Προκαλῶ οἱονδήποτε νὰ μοὶ ἀποδείξῃ ὅτι ἐν κανονικαῖς περιστάσεσιν ὑπῆρξε ποτὲ δυνατὸν νὰ γίνῃ τηλικοῦτος τοῦ χρήματος πολλαπλωσιασμός. Αὐτὸ εἶναι ἔπαινος διὰ τὴν Τράπεζαν. Ἀλλὰ ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν πλησίον τῆς συνέσεως τῆς Τραπέζης, πλησίον τῆς ἐπιμελείας τῶν διοικούντων αὐτὴν, ὑπάρχῃ καὶ ἄλλος τις παράγων, ἐπίσης σπουδαῖος ἐπίσης ἰσχυρὸς, παντοδύναμος ἴσως, ὁ ὁποῖος συνετέλεσε εἰς τὴν προκοπὴν καὶ εὐόδωσιν τοῦ μεγάλου αὐτοῦ πιστωτ. καταστήματος. Ὁ παράγων οὗτος εἶναι τὸ προνόμιον τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος περὶ τούτου, συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ὅστις εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι σήμερον κατάλληλος καιρὸς νὰ συζητῶμεν περὶ τοῦ προνομίου· Θεωρῶ καὶ ἐγὼ μετὰ τοῦ κ. Κουμουνδούρου τὸ ζήτημα πρόωρον, ἵνα μὴ εἴπω τι βαρύτερον. Ὡμίλησαν πολλοὶ περὶ προνομίου, ἀλλὰ ταῦτα ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν τὰ θεωρῶ, ἂν καὶ ἦσαν σπουδαιότατα, τῆς παρούσης ὥρας· περὶ τοῦ χρόνου φρονῶ ὅτι οὗτος δὲν εἶναι ὁ παρὼν, καὶ τὸ φρονῶ συμφωνῶν καὶ ἐνταῦθα παραδόξως μετὰ τοῦ κ. Καλλιγᾶ. Ὁ κ. Καλλιγᾶς, θέλων νὰ συμπληρώσῃ, διὰ τῆς χαρακτηριζούσης αὐτὸν λεπτότητος καὶ εὐφυΐας, τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ εἰς τὰ περὶ τῆς συμβάσεως ρηθέντα, εἶπεν ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἠδύνατο νὰ ἀντιτάξῃ ὑπὲρ τοῦ προνομίου ἐπιχειρήματα ἰσχυρότερα, ἠδύνατο νὰ ἀντιτάξῃ ὅτι κατὰ τὸ 1875 ἢ τὸ 1876 ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔφερεν ὡς πρωθυπουργὸς πρότασιν περὶ συστάσεως γεωργικῆς τινος Τραπέζης, συναλλαχθεὶς πρὸς τοῦτο μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀνανεώσεως τοῦ προνομίου. Καὶ εἶπεν ὁ κ. Καλλιγᾶς ὅτι, ἀφοῦ πρὸ 17 ἢ 18 ἐτῶν συνεφωνεῖτε περὶ τοῦ προνομίου, διατί ἤδη, πρὸ 12 ἐτῶν, τὸ θεωρεῖτε πρόωρον; διατί εὑρίσκετε τὸν χρόνον αὐτὸν λίαν ἀπομεμακρυσμένον ἀπὸ τῆς ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ σκεφθῆτε περὶ τῆς ἀνανεώσεως ταύτης; Προσέθεσε δὲ ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὅτι τότε συνεζητήθη καὶ ἓν ἄλλο ζήτημα, τὸ περὶ μετοχῆς τοῦ Δημοσίου εἰς τὰ κέρδη τὰ ὁποῖα ἡ Τράπεζα ἀντλεῖ ἐκ τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων· καὶ τότε, λέγει, συνῄνεσεν ἡ Τράπεζα νὰ ὁρισθῇ ἡ μετοχὴ αὕτη τοῦ Δημοσίου εἰς 20%, σήμερον δὲ, ἤτοι μετὰ 4 ἔτη, ἡ Τράπεζα δέχεται 25%. Διατί τοῦτο; Βεβαίως διότι ἔγεινε πρόοδός τις εἰς τὰς συναλλαγὰς, καὶ ἑπομένως αὔξησις εἰς τὰ κέρδη τῆς Τραπέζης.
§45ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουρ.). Ἀφαιρεῖται τὸ ἀντίτιμον τοῦ τόκου, τὸν ὁποῖον ἔχανεν ἡ Τράπεζα, δανείζουσα τὴν ἄλλην Τράπεζαν μὲ τόκον 4%, ὥστε αὐτὴ ἡ διαφορὰ ὑπελογίσθη.
§46ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐχ ἧττον ἀπὸ 20 ἔγεινε σήμερον 25 τὸ ποσοστὸν τῆς μετοχῆς τοῦ Δημοσίου.
§47ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπ.). Ἐὰν ἡ σύμβασις ἤθελε κυρωθῇ, ἡ Τράπεζα ὤφειλε νὰ δανείζῃ ἄλλην Τράπεζαν μὲ 4%· αὐτὴ λοιπὸν ἡ ἀπώλεια τῶν 4% ἀποδίδει περίπου τὸ 25%.
§48ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε ὑπολογίζετε, ὅτι εἶναι τὸ ἴδιον. Οὐδὲν ἔχω ν’ ἀντιτάξω. Ἀλλ’ ἐὰν μετὰ τὰ 4 αὐτὰ ἔτη δὲν ἐπῆλθεν ἡ βελτίωσις κατὰ 5%, τὴν ὁποίαν καθαρῶς παρέστησεν ὁ κ. Καλλιγᾶς, — καὶ εἰς τὸν λόγον τοῦ κ. Καλλιγᾶ ἀπαντῶ, — ἐὰν ἡ βελτίωσις δὲν ἐπῆλθεν ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, ἃς ἔκτοτε διῆλθε καὶ διέρχεται τὸ ἔθνος, δὲν εἶναι ἐνδεχόμενον, δὲν εἶναι πιθανώτατον, ὅτι θέλει ἐπέλθει βραδύτερον ἐντὸς τῶν ὑπολειπομένων 12 ἐτῶν; Ἑπομένως δὲν εἶναι συνετὸν, καὶ ἐκ μέρους τῆς πολιτείας καὶ ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης, ν’ ἀναβάλωσι τὴν περὶ προνομίου ἀπόφασιν μέχρι τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐν γνώσει τῶν περιστάσεων τῆς τότε ἐποχῆς, ἐν γνώσει τῶν ἰδεῶν αἵτινες θὰ ἐπικρατῶσι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, θὰ λυθῇ τὸ σπουδαῖον τοῦτο καὶ σοβαρὸν ζήτημα; Δὲν εἶναι δὲ καὶ ἄτοπον ὅλως νὰ συζητῆται ἐν τῇ Βουλῇ τὸ μέγα τοῦτο καὶ κυριώτατον οἰκονομικὸν ζήτημα ὡς παράρτημα μιᾶς περὶ δανείου συμφωνίας; Δὲν ἀποφαίνομαι, ὅπως εἶπον, ὑπὲρ ἢ κατὰ τοῦ προνομίου· ἐπιμένω φρονῶν, ὅτι ἡ ἐπίσπευσις τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ εἶναι κακὴ, εἶναι ἀδικαιολόγητος σήμερον. Φρονῶ συγχρόνως, ὅτι δὲν εἶναι καὶ ἀναγκαία, ὄχι διὰ τὴν Τράπεζαν, διότι δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ σκεφθῶ ἐν ὀνόματι τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀναγκαία διὰ τὴν σύμβασιν. Ἡ σύμβασις ὁρίζει δάνειον καὶ δίδει εἰς αὐτὸ τὸ δάνειον τὸν χαρακτηρισμὸν δανείου ἐπ’ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει προθεσμία, ἡ ὁποία νὰ ὑπερβαίνῃ τὰ ὅρια τοῦ ὑφισταμένου προνομίου τῆς Τραπέζης. Δὲν νομίζετε δὲ, Κύριοι, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι τολμηρὸν, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλο τι, 12 ἔτη πρὸ τῆς λήξεως τοῦ ἤδη ὑπάρχοντος προνομίου ν’ ἀποφασίσωμεν ἡμεῖς τὴν ἀνανέωσιν αὐτοῦ, καὶ νὰ δεσμεύσωμεν οὕτως ὄπισθεν ἡμῶν δύο γενεάς; νὰ πράξωμεν δὲ τοῦτο, ὄχι διότι συζητοῦμεν σήμερον περὶ προνομίου, οὐχὶ, δυστυχῶς, ἀλλὰ διὰ νὰ κατορθώσωμεν νὰ λάβωμεν δάνειον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δάνειον, ἀλλ’ εἶναι, ὅπως εἶπον πρότερον, φαγαίδενα, κατατρώγουσα τάς σάρκας μας; Νομίζω, ὅτι ἡ Τράπεζα, ἥτις δὲν εἶναι μόνον πιστωτικὸν κατάστημα, ἀλλ’ εἶναι κατάστημα ἐθνικὸν, κατάστημα συνδεόμενον μετὰ τῆς πολιτείας, συνδεόμενον μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω, ὅτι εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις πρέπει νὰ προσενεχθῇ ἐπαξίως τοῦ προορισμοῦ αὑτῆς. Καὶ ὀφείλει νὰ προσενεχθῇ οὕτω, αὐτὴ ἡ ἰδία τὸ ὁμολογεῖ ἐν τῇ συμβάσει, ὀφείλει, διότι συνετηρήθη, ἀνεπτύχθη, ἐκρατύνθη κατὰ μέγα μέρος διὰ τοῦ προνομίου τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Εἶπον πρότερον, τί ἐκέρδισεν ἡ Τράπεζα, τί ἐκέρδησαν αἱ μετοχαὶ τῆς Τραπέζης ἀπὸ τοῦ 1842 μέχρι τοῦδε. Εἶπον, ὅτι ἑκάστη μετοχὴ ἐδεκαπλασιάσθη. Πόθεν ἢ πῶς προῆλθε τὸ μυθῶδες ἀληθῶς κέρδος τοῦτο; Ἐκ τῆς κυκλοφορίας τοῦ μεταλλικοῦ της; ἐκ τῆς ἰσχύος τῆς πίστεώς της μόνον; μόνον ἐκ τῶν παντοδαπῶν ἐπιχειρήσεών της; Καὶ ἐκ τούτων πάντων βεβαίως, ἀλλὰ κατὰ τὸ μέγιστον μέρος ἀπὸ τὴν κυκλοφορίαν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Τὸ ποσὸν τῶν εἰς κυκλοφορίαν τραπεζικῶν γραμματίων ἀπὸ τοῦ 1842 μέχρι τοῦδε, ἤτοι μέχρι τῆς 1ης ἑξαμηνίας τοῦ 1880, ποσὸν ἐκ τοῦ ὁποίου ὠφελήθη ἡ Τράπεζα μόνον χάριν τοῦ προνομίου, ἀνέρχεται εἰς 707,918,362.
§49ΚΑΡΑΛΗΣ. Πῶς τὰ ὑπολογίζετε;
§50ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τῆς ἁπλουστάτης μεθόδου τῆς προσθέσεως τῶν κατὰ πᾶσαν ἑξαμηνίαν τεθέντων εἰς κυκλοφορίαν τοκοφόρων γραμματίων, τῶν ὑπερβαινόντων τὸ μεταλλικόν τῆς αὐτῆς ἑξαμηνίας.
§51ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἅμα ἐξετάσητε τὴν κατάστασιν μιᾶς ἑξαμηνίας, θέλετε εὕρει τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκετε. Σήμερον δεικνύει 62 ἑκατομμ. γραμμάτια εἰς κυκλοφορίαν· ἐξ αὐτῶν 23 ἑκατομ. ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις, τὰ ὁποῖα ἐδανείσθη πρὸς 1%; ἄρα μένουν 40 ἑκατομ. Ἐκ τῶν 40 ἑκατομ. ἀφαιρέσατε 25 ἑκατομ. τὰ ὁποῖα εἶναι τὸ ἀποθεματικόν, πόσα μένουν; 16 ἑκατομ. πρὸς 7% πόσα κάμνουν;
§52ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τόρα θὰ σᾶς εἴπω. Εἶναι τὸ πρᾶγμα τόσον ἀκριβές! Καὶ μὴ νομίζετε δά, κύριε Κεχαγιᾶ, ὅτι τὰ τραπεζικὰ πράγματα εἶναι ἀνεξερεύνητα. Ἰδοὺ τί λέγει αὐτὸ ἔγγραφον.
§53ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί εἶναι;
§54ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι μία κατάστασις τῶν ἐργασιῶν τῆς Τραπέζης ἀπὸ τοῦ ἔτους 1842 μέχρι τοῦ τέλους τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ ἔτους 1880, ἐξαχθεῖσα ἐκ τῶν δεδημοσιευμένων ἀπολογισμῶν αὐτῆς. Ἐκ τῆς ἐπικεφαλίδος, ἣν σᾶς ἀναγινώσκω, θὰ ἐννοήσητε εὐκόλως (ἀναγινώσκει)· α) κυκλοφορία τραπεζικῶν γραμματίων 1,225,987,182, β) μεταλλικόν, 521,662,876, γ) διαφορὰ μεταξὺ τοῦ μεταλλικοῦ καὶ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων 707,918,362, δ) τόκος ἐπὶ τῆς διαφορᾶς 56,633,624, ε) δαπάναι διοικήσεως 11, 142,545, ϛ) μερίσματα ἐν γένει 67,398, 587, ζ) μέρισμα κατὰ μετοχὴν 5250. Βλέπετε λοιπόν, κ. Κεχαγιᾶ ὅτι ἔλαβον ὅλα τὰ μέτρα, ὥστε νὰ μὴ εἴπω οὔτε περὶ ἑνὸς λεπτοῦ περισσότερον· ἐπιθυμῶ νὰ ἀνεύρωμεν ὁμοῦ ἐνταῦθα, τί ἀκριβῶς, νομίμως καὶ εὐλόγως ἐκέρδησεν ἡ Τράπεζα ἐκ τοῦ προνομίου. Καὶ διὰ νὰ μὴ εἴπω οὐδὲ περὶ ἑνὸς λεπτοῦ περισσότερον· ἀφήρεσα καὶ ὅλα τὰ γραμμάτια τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἐσημείωσα διὰ ταῦτα τόκον 1%.
§55ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς εὑρίσκεις τὰ 700 ἑκατομμύρια;
§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐδὲ τὸ δεκατημόριον ἐκέρδισε μόνον ἀπὸ τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια.
§57ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως δὲν ἐπροσέξατε, κ. Τρικούπη· Εἶπον προτήτερα, ὅτι ἡ Τράπεζα ὠφελεῖται ὄχι μόνον ἀπὸ τὰς πολλὰς ἐργασίας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια. Σᾶς ἐρωτῶ, δὲ κ. Τρικούπη, ἐπειδὴ μὲ διεκόψετε, δὲν φρονεῖτε ὅτι τὰ γραμμάτια τὰ εἰς κυκλοφορίαν, τὰ ὑπερβαίνοντα τὸ ποσὸν τοῦ μεταλλικοῦ ἀποταμιεύματος, δὲν φρονεῖτε ὅτι αὐτὰ ὠφελοῦν τὴν Τράπεζαν μόνον ἐκ τοῦ προνομίου;
§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ τὸ ποσὸν τῆς κυκλοφορίας εἶναι ἤδη, ὅτε ἔφθασεν ἡ Τράπεζα εἰς τὸν ἀνώτατον ὅρον, 40 ἑκατομ. Ἡ κυκλοφορία τῶν γραμματίων ἑπομένως, ἐφ’ ἧς θὰ λογαριάσητε τὸν τόκον εἶναι 26 ἢ 27 ἑκατομμύρια, ἤτοι τὰ ⅔. Ταῦτα πρὸς 8 τοῖς ἑκατὸν κατ’ ἀνώτατον ὅρον ἀποφέρουσι τόκον 2,400,000 δραχ. κατ’ ἔτος, ἑπομένως ὑπολογίζοντες ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀνωτάτου ὅρου τοῦ τελευταίου ἔτους, ὅστις εἶναι ἀνώτερος τοῦ τριπλασίου τοῦ μέσου ὅρου τῶν 38 ἐτῶν, πάλιν μόλις φθάνομεν εἰς 90 ἑκατομμύρια δι’ ὅλον τὸ διάστημα.
§59ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλά, κύριε Τρικούπη, δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ τόκου ἐγώ· ὁμιλῶ περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν γραμματίων, ἅτινα ἐκυκλοφόρησαν καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ μεταλλικοῦ ἐναποταμιεύματος. Ὡς πρὸς δὲ τὸν τόκον φθάνω μάλιστα εἰς ποσὸν πολλῷ ἔλασσον καὶ τοῦ ἡμίσεως τῶν ἰδικῶν σας 90 ἑκατομμυρίων.
§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἄλλα εἶναι αὐτό.
§61ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἔχει δίκαιον.
§62ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκυκλοφόρησαν μέχρι τοῦδε τραπεζικὰ γραμμάτια ἄνω τοῦ μεταλλικοῦ 700 ἑκατομ. περίπου, ἵνα ἔχωμεν στρογγύλον ἀριθμόν.
§63ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἀπὸ αὐτὸ δὲν ἐβγῆκε τίποτε.
§64ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἐβγῆκε, κ. Καράπαυλε, καὶ πολύ. Ἠκούσατε ὅτι ἠρώτησα ἐὰν τὰ γραμμάτια τὰ ὑπερβαίνοντα τὸ ποσὸν τοῦ μεταλλικοῦ ἀποταμιεύματος εἶναι ποσόν, ὅπερ ὠφελεῖ τὴν Τράπεζαν ἐκ τοῦ προνομίου μόνον, καὶ ἀπήντησαν ὅτι εἶναι. Ἀπήντησε δὲ οὕτω ὁ κ. Τρικούπης.
§65ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ καταστατικόν, διότι ἡ Τράπεζα ἔχει καὶ ἄλλους περιορισμούς, νὰ δανείζῃ πρὸς 7%, διότι ἂν δὲν εἶχε τὸ προνόμιον, ἠμποροῦσε νὰ δανείζῃ περισσότερον.
§66ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Τράπεζα ἡ πιστωτικὴ δὲν δανείζει ὑπὸ ἀνώτερον τόκον. Δὲν ἠδύνατο δὲ νὰ δανείζῃ ἡ ἐθνικὴ ὑπὸ τόκον ἀνώτερον, διότι τὰ 7 καὶ 8% εἶναι ὁ δυνατὸς τόκος. Δὲν ἠκούσατε, ὅτι μᾶς προσέφερον δάνειον ἐξωτερικὸν μὲ 7 καὶ 55%; Δὲν ἐδανείσθη ἡ Τράπεζα μὲ 6%;
§67ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ κ. Δούμας νὰ σᾶς εἴπῃ ὅτι δανείζουν περισσότερα.
§68ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν σᾶς λέγω ὅτι ἐκυκλοφόρησαν ὑπὲρ τῆς Τραπέζης τραπεζικὰ γραμμάτια ὑπερβαίνοντα τὸ μεταλλικὸν ἀποταμίευμα, ἀξίας 700 ἑκατομμυρίων ὡς ἔγγιστα.
§69ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὑποπίπτετε εἰς ἓν λογιστικὸν λάθος εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑποπέσῃ καὶ ὁ ἐλάχιστος τῶν μαθητῶν.
§70ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἐπαναφέρω ἐγὼ εἰς τὴν τάξιν, κ. Κεχαγιᾶ, διότι αὐτὰ δὲν τὰ λέγουσιν ἄνθρωποι εὖ ἠγμένοι.
§71ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Λέγω ὅτε ὑπεπέσατε εἰς ἓν λάθος τοιοῦτον, ὥστε 2 καὶ 2 νὰ μὴ λέγητε ὅτι κάμνουν 4.
§72ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠδύνασθε καὶ ὠφείλατε νὰ ὁμιλήσητε ἐξ ἀρχῆς οὕτως· ἐξηγήθητε τώρα.
§73ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὑποθέσατε ὅτι κατ’ ἔτος εἶναι 10 ἑκατομ. ἡ διαφορὰ πρὸς τὸ μεταλλικόν. 10 ἑκατομ. πρὸς 7% εἶναι 700 χιλ. τὸν χρόνον. Λογαριάσατε αὐτὰ τὰ 10 ἑκατομμύρια εἰς 10 ἔτη, καὶ θὰ εὕρητε ὃ κεφάλαιον. Πρέπει νὰ λάβῃς ὁλόκληρον τὸ ποσόν;
§74ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁλόκληρον. Καὶ ἤδη δύναμαι νὰ σᾶς ἀνταποδώσω ἐγὼ τὰ ἴδια. Δὲν γνωρίζετε τί λέγετε. Ὁλόκληρον, διότι πρόκειται περὶ τῆς διαφορᾶς τῶν εἰς κυκλοφορίαν τραπεζικῶν γραμματίων πρὸς τὸ μεταλλικόν, ἤτοι περὶ τῆς ἐκ τοῦ προνομίου ὠφελείας. Ἔκαμα δὲ ἀκριβεῖς λογαριασμούς. Ἔλαβον ἑκάστην ἑξαμηνίαν, ἐπρόσθεσα τὰ ποσὰ τῶν γραμματίων καὶ τὰ ποσὰ τοῦ μεταλλικοῦ, εὗρον τὴν μεταξὺ αὐτῶν διαφορὰν καὶ ἐπὶ τῆς διαφορᾶς ἀνεζήτησα τὸν τόκον. Οὕτω δὲ τὴν μὲν πρώτην ἑξαμηνίαν εὗρον 100 χιλ. λ. χ., τὴν δὲ ἄλλην 200 χιλ. καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς.
§75Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτοὶ οἱ ἐπιστήμονες, οἱ ὁποῖον θέλουν νὰ ἐμβαίνουν εἰς αὐτά, τὰ ἐννοοῦν, ἀλλὰ πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ ἐννοήσωμεν. Διατί, κ. πρόεδρε, δὲν ἐμποδίζετε τὰς διακοπάς;
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀγορεύων δέχεται τὰς διακοπάς.
§77Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀλλὰ δὲν τὸ δέχεται ἡ Βουλή, διότι πρέπει νὰ καταλάβωμεν.
§78ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ δυνηθῆτε ἴσως, κ. Κεχαγιᾶ, νὰ ἀπαντήσητε εἰς ὅσα εἶπον· ἀφήσατε νὰ ἐξακολουθήσω (θόρυβος). Δὲν θέλω νὰ ὑπάρξῃ ὁ ἐλάχιστος δυσταγμὸς ὅτι προσεπάθησα νὰ αὐξήσω, ἢ νὰ ἐλαττώσω τι. Τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια εἶναι 707 ἑκατομμύρια καί τινες χιλιάδες, φέρουν δὲ τόκον πρὸς 8% 56 ἑκατομμύρια δραχμάς. Ἐὰν ἐκ τούτων ἀφαιρέσωμεν καὶ τὰ γραμμάτια τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ἐλαττώσωμεν τὸ κέρδος τὸ ὁποῖον ἐκ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων τούτων προσεπορίσθη ἡ Τράπεζα εἰς 1%, τὸ ὁλικὸν κέρδος καταβιβάζεται εἰς 47 ἑκατομμύρια καὶ τινας χιλιάδας. Ἐξήτασα ἀκριβῶς τὰ μερίσματα καὶ τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως, καὶ εὗρον ὅτι μερίσματα διενεμήθησαν 67,398,587, τὰ ὁποῖα ἀναλογοῦν πρὸς ἑκάστην μετοχὴν δραχμαί 5250, κατηναλώθησαν δὲ εἰς ἔξοδα διοικήσεως δραχ. 11,182,545. Ὁ λογαριασμὸς αὐτὸς εἶναι ἁπλούστατος, καὶ δὲν ἐπιδέχεται οὐδεμίαν ἀντίῤῥησιν· προκύπτει δὲ ἐκ τούτου ὅτι ἡ Τράπεζα ἐκέρδησεν ἐν ὅλῳ 78,541,132 καὶ ὅτι ἐπὶ τῶν 28 αὐτῶν ἑκατομμυρίων μικρὸν ὀλιγώτερον τῶν ⅔ προέρχονται ἐκ τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων.
§79ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Καθ’ ἑξαμηνίαν ἔχετε τὸν ὑπολογισμὸν αὐτὸν, ἢ κατ’ ἔτος; 10 χιλιάδες εἶναι εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους· ὅταν θέλετε ὅμως εἰς τὸ τέλος ἑκάστης ἑξαμηνίας 1, 10 καὶ 10 κάνουν 20, ἰδοὺ τὸ σφάλμα σας. Ἡ ἀναλογία αὕτη ἀναφέρεται εἰς ὅλην τὴν κυκλοφορίαν, ὥστε ἀμέσως τὰ 700 ἑκατομμύρια ἐλαττόνονται εἰς 350.
§80ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ, ἀλλὰ μὲ προελάβετε. Ὁ πίναξ ὃν ἔχω ὑπ’ ὄψιν λέγει, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐλαττωθῇ τὸ ποσὸν τῶν γραμματίων, ἀλλὰ νὰ ὑπολογισθῇ ὁ ἐνιαύσιος τόκος εἰς 4, ἢ καὶ 4½ τοῖς ἑκατὸν, ἕνεκα τοῦ ἑξαμηνιαίου ἀνατοκισμοῦ. Οὕτω δὲ τὸ ἐκ τοῦ προνομίου κέρδος τῆς Τραπέζης εἶναι ἀνώτερον τοῦ ⅓ τῶν ἐκ τῶν λοιπῶν αὐτῆς κερδῶν, ἀνερχόμενον εἰς δρ. 26,663,462. Τοιαύτην εἶχον ἀνέκαθεν ἰδέαν· τοῦτο βεβαίως φρονεῖτε καὶ ὑμεῖς. Ἀπέναντι μιᾶς τοιαύτης κολοσιαίας ὠφελείας, ἡ ὁποία μένει κολοσιαία καὶ μετὰ τὴν εὐλόγως καὶ ὀρθῶς γενομένην ἀφαίρεσιν, δὲν νομίζετε ὅτι ἡ Τράπεζα ἔχει καὶ αὐτὴ ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τοῦ δημοσίου καὶ δὲν φρονεῖτε ὅπως ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπε προχθὲς, ὅτι ἡ Τράπεζα παρέσχε συνδρομὴν πολλάκις εἰς τὸ δημόσιον, καὶ τοῦτο πάντοτε ἄνευ ζημίας αὐτῆς, δὲν φρονεῖτε ὅτι καὶ τὸ δημόσιον παρέσχεν εἰς αὐτὴν μεγίστην ὠφέλειαν; Ἑπομένως συνομολογήσατε μετ’ ἐμοῦ, ὅτι, προκειμένου νὰ συναλλαχθῇ μετὰ τοιούτου ἀναδόχου, ὁ ὁποῖος τοσοῦτον πλουσιοπαρόχως δωρεῖ, προκειμένου νὰ συναλλαχθῇ μετὰ τοῦ δημοσίου, ἡ Τράπεζα πρέπει νὰ μὴ ἔχῃ ἀποκλειστικῶς ὑπ’ ὄψιν τὰ ἴδιον αὐτῆς συμφέρον; Νομίζω ὅτι κατὰ τὰς περιστάσεις ταύτας ἡ Τράπεζα ὤφειλε—τοῦτο δὲ ἤθελε περιποιήσῃ εἰς τοὺς διοικοῦντας αὐτὴν μεγίστην τιμὴν—νὰ ἐξοικονομήσῃ προσωρινῶς τὰς ἀνάγκας τοῦ δημοσίου, ὅπως διευκολύνῃ οὕτω τὴν συνομολόγησιν ἐξωτερικοῦ δανείου, ὑπὸ συμφέροντας ὅρους. Ὡς χθὲς μᾶς εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκ τοῦ δανείου τῶν 52 ἑκατομ., διότι τὰ δέκα ἑκατομ. θὰ καταβληθῶσι μετὰ δέκα μῆνας, ἐκ τῶν 52 θὰ μείνωσι 22 νομίζω ἑκατομ. δραχμῶν διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος· ὅτι ἑπομένως δὲν ἔχομεν ἀνάγκην διὰ τὸ παρὸν ἔτος εἰ μὴ 30 ἑκατομ.· δὲν ἔχομεν δὲ ἀνάγκην τῶν δραχμῶν αὐτῶν διαμιᾶς, διότι πολὺ μέρος τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ εἶναι μισθοὶ στρατιωτῶν, ἀξιωματικῶν, καὶ τροφοδοσίαι, ἅπερ δὲν πληρόνονται ἀμέσως, ἀλλὰ βαθμηδόν· ἡ δὲ τελευταία πενθημερία ἀπέχει ἀφ’ ἡμῶν μῆνα ὁλόκληρον. Ἄν οὕτως ἐσκέπτετο ἡ Τράπεζα, δὲν νομίζετε ὅτι ἠδύνατο νὰ οἰκονομήσῃ προχείρως, λαμβάνουσα προσωρινῶς ὡς ἀντάλλαγμα τὴν παροχὴν περὶ ἧς θὰ ὁμιλήσω ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, τὴν παροχὴν καθ’ ἣν τὸ χορηγηθησόμενον εἰς μεταλλικὸν ποσὸν θεωρεῖται ὡς ποσὸν κατατεθειμένον ἐν τοῖς ταμείοις τῆς Τραπέζης καὶ χρησιμεῦον εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ δικαιώματος αὐτῆς, ἐπὶ τῇ κυκλοφορίᾳ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων; Δὲν νομίζετε ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἤθελεν ἐξυπηρετήσει τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, τῆς πατρίδος αὐτῆς, ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ζημίας; συντελοῦσα εἰς τὴν εὐόδωσιν τῶν προσπαθειῶν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἐξεύρεσιν ἐξωτερικοῦ δανείου. Ἰδοὺ διατὶ δὲν θεωρῶ ἀναγκαίαν τὴν σύμβασιν, δὲν τὴν θεωρῶ ἀναγκαίαν, διότι ἔχω πεποίθησιν, εἰς τὴν σύνεσιν καὶ τὴν φιλοπατρίαν τῶν διευθυνόντων τὰ τῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ἂν παρ’ ἐλπίδα τοῦτο δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ, καὶ πρόκειται μόνον ἵνα αὗται αἱ πρόχειροι καὶ μικραὶ ἀνάγκαι θεραπευθῶσι προσωρινῶς ὅπως δήποτε, ἂν συγχρόνως ὑπάρχουν βέβαιαι ἐλπίδες, λογικῶς πιθαναὶ τοὐλάχιστον, περὶ συνομολογήσεως ἐξωτερικοῦ δανείου, ἠδύνατο ἴσως ἡ Κυβέρνησις ἀκινδύνως νὰ ἐπανέλθῃ, ὅπως εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, εἰς τὰ πρῶτα· νομίζω ὅτι εἶπε, διότι αὐτὴν τὴν λεπτομέρειαν δὲν τὴν ἐξήτασα, ἀλλὰ παραδέχομαι ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, νομίζω ὅτι εἶπεν ὅτι κατὰ τὰ πρῶτα ἡ Τράπεζα ὤφειλε νὰ δώσῃ 14 ἑκατομ. τὰ ἡμίση εἰς μεταλλικόν, καὶ τὰ λοιπὰ εἰς τραπεζικὰ γραμάτια. Ἂν οὕτως ἔχωσι τὰ πράγματα, ἂς λάβῃ αὐτὸ τὸ ποσὸν καὶ ἂς ἔχῃ ὁ κ. πρωθυπουργὸς τὴν πεποίθησιν ὅτι, τούτου γενομένου καὶ γνωστοῦ καθισταμένου καὶ εἰς τὸν ἔσω καὶ ἔξω ἐμπορικὸν κόσμον, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη, ἡ ἀποτελοῦσα τὴν ἐξάντλησιν τοῦ τελευταίου κεφαλαίου, τοῦ τελευταίου καταφυγίου, εἰς τὸ ὁποῖον δύναται νὰ προσφύγῃ ἡ Ἑλλὰς, δὲν θὰ ψηφισθῇ· ἂς ἔχωσι τὴν πεποίθησιν καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Τράπεζα ὅτι ἤθελον διευκολυνθῆ καὶ ἐπιταχυνθῆ τοῦ δανείου αἱ διαπραγματεύσεις. Καὶ δὲν ἔχει τὴν πεποίθησιν, μᾶς τὸ εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὅτι σύμβασις τῆς Τραπέζης θέλει δυσχεράνει αὐτὰς τὰς διαπραγματεύσεις, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν νεωτέραν ἀγόρευσίν του εἶναι μᾶλλον ἀμφίβολοι παρὰ πρότερον; Εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργός. «Ἡ πίστις μας ἐκ τούτου (ἐκ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως) ἠλαττώθη, καὶ ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι μολονότι αἱ προκαταρκτ. ἐργασίαι περὶ νέου ἐξωτερικοῦ δανείου, προβαίνουν, ἐπροχώρησαν εὐδοκίμως, ἀμφιβάλλω ἐὰν μέχρι τέλους φθάσωμεν εἰς αἴσιον καὶ ἀσφαλὲς ἀποτέλεσμα». Διατὶ νὰ ψηφίσωμεν σύμβασιν, ἥτις τὴν λυπηρὰν ταύτην ἀμφιβολίαν θὰ καταστήσῃ πρᾶγμα; Αὐτὸ λοιπὸν εἶναι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἀπὸ κοινοῦ ἀδελφικῶς καὶ μετὰ φιλοπατρίας ἠδύναντο Κυβέρνησις καὶ Τράπεζα νὰ λάβωσι διὰ νὰ κατορθωθῇ ἡ εὕρεσις ἐξωτερικοῦ δανείου, οὗ ἄνευ οὐδὲ βῆμα εἰμποροῦμεν νὰ βαδίσωμεν. Διότι — μὴ ἀπατώμεθα, κύριοι, — ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν εὕρωμεν ἐξωτερικὸν δάνειον, —καὶ ἡ ψήφισις τῆς συμβάσεως τοιοῦτον θὰ ἔχῃ ἀποτέλεσμα,—θὰ ἐπέλθῃ τάχιστα στιγμὴ ἀμηχανίας, ἐν ὥρᾳ κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ κίνδυνοι θὰ ὑπάρχωσι μεγαλείτεροι. Διατί πρὸς Θεοῦ νὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν δυσχέρειαν αὐτήν; διατὶ νὰ τὴν πλάσωμεν ἡμεῖς αὐτοί; Ἠδύνατο ἴσως νὰ προταθῇ ἡ πλήρης ἐφαρμογὴ τῆς συμβάσεως τῆς 3ης Μαΐου τῆς τοῦ κ. Τρικούπη, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ὑπόχρεως ἡ Τράπεζα· δι’ αὐτῆς τῆς συμβάσεως κατορθοῦται ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διότι περὶ τούτου πρόκειται ἐν τῇ συμβάσει ἐκείνῃ. Τούτου γενομένου, ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν εἶσθαι μᾶλλον ἐλευθέρα εἰς τὰς διαπραγματεύσεις αὐτῆς περὶ δανείου, ἡ θέσις αὐτῆς, ἡ πίστις αὐτῆς ἀπέναντι τοῦ ἐξωτερικοῦ ἤθελεν αὐξήσει, ἤθελεν εἶσθαι ἐλευθέρα νὰ λάβῃ καὶ ἄλλο μέτρον ἐπίσης σωστικόν. Καὶ ὡμίλησαν μὲν περὶ τῶν γραμματίων τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, ὡμίλησε δὲ τελευταῖον ὁ κ. Καλλιγᾶς μετ’ ἀποστροφῆς. Βεβαίως εἶναι μέτρον ἐσχάτης ἀνάγκης· μήπως ὅμως δὲν παρουσιάζεται καὶ ἡ σύμβασις τῆς Τραπέζης ὡς ἐσχάτης ἀνάγκης μέτρον; Ἀλλὰ τί δεινότερον ἔχει ἡ σύμβασις τῆς Τραπέζης; Ἡ σύμβασις πρόκειται νὰ φέρῃ γραμμάτια πολὺ χειρότερα τῶν γραμματίων τοῦ δημοσίου θησαυροῦ· καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος. Διατί νῦν τὰ γραμμάτια τῆς Τραπέζης ἔχουν πίστιν; διατί προτιμῶνται; διατί οὐδεὶς τὰ ἐξετάζει, ἀλλὰ τὰ λαμβάνει ἀντὶ χρημάτων; Διότι ἕκαστος ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐντὸς τῶν κιβωτίων τῆς Τραπέζης ὑπάρχουσι χρήματα τοσαῦτα, ὥστε ὅσα γραμμάτια ἂν ἐπιστραφῶσιν εἰς τὰ ταμεῖα τῆς Τραπέζης δύνανται νὰ ἐξαργυρωθῶσιν αὐθωρεί. Ἡ πίστις τῆς Τραπέζης δὲν εἶναι ἰδανικὴ, δὲν εἶναι αἰσθηματικὴ, δὲν ἔχει τις ἔρωτα πρὸς τὴν Τράπεζαν· ἡ τιμὴ, ἡ ὑπόληψις, ἡ ἱκανότης τῶν διευθυνόντων αὐτὴν συντελοῦσι μόνον εἰς τὴν εὐόδωσιν καὶ προκοπὴν τῶν ἐπιχειρήσεων τοῦ καταστήματος, δὲν παρέχουσιν ὅμως πίστιν· ἡ πίστις ἡ ἐμπορικὴ ἀπαιτεῖ ἀμειλίκτως ὑλικὴν ἐγγύησιν, οὐχὶ ἠθικήν. Ἂν αὐτὸ εἶναι ἀληθὲς, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ, τί κάμνομεν διὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς; Ἀφαιροῦμεν τὴν πίστιν τῆς Τραπέζης, καὶ τὴν ἀφαιροῦμεν ὁλοτελῶς. Κατὰ τὴν σύμβασιν (ἄρθρον 5 νομίζω) τὰ 25,000,000 μεταλλικοῦ, τὰ ὁποῖα, πρόκειται νὰ δοθῶσιν εἰς τὸ δημόσιον, ὑπολογίζονται ὡς ὑπάρχοντα ἐν τοῖς ταμείοις τῆς Τραπέζης διὰ νὰ χρησιμεύσουν ὡς βάσις τοῦ τριπλασιασμοῦ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ· καὶ ἐνῷ δὲν γίνεται τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ μεταφέρωνται τὰ χρήματα ἐκεῖνα ἀπὸ τὰ ταμεῖα τῆς Τραπέζης εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους, τηρουμένων ἀμειώτων τῶν ἐκ τούτων πηγαζόντων δικαιωμάτων τῆς Τραπέζης ἐπὶ κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων, πληρόνομεν καὶ τόκον εἰς αὐτήν! Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ ἀφίνω. Ἐν περιπτώσει λοιπὸν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀντὶ πάσης ἄλλης ἐγγυήσεως δὲν ἔχει παρὰ τὴν πίστιν τὴν ἠθικὴν, δὲν ἔχει παρὰ τὰς ἐργασίας αὐτῆς, διὰ τῶν ὁποίων ἡ ἐπάνοδος τῶν χρημάτων εἰς τὰ ταμεῖα αὐτῆς δὲν εἶναι τόσον βραχυχρόνιος, ποία ἡ παρεχομένη ἐγγύησις εἰς τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια; καὶ πῶ τὰ γραμμάτια αὐτὰ δὲν θὰ καταληφθῶσιν ὑπὸ πανικοῦ καὶ δὲν θὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὰ ταμεῖα τῆς Τραπέζης; Ἔκαμα τὴν παρατήρησιν αὐτὴν σχετικῶς μὲ τὴν ἀποστροφὴν τοῦ κ. Καλλιγᾶ εἰς τὰ γραμμάτια τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, καὶ ἀπέδειξα ὅτι τὰ γραμμάτια τῆς Τραπέζης καθίστανται διὰ τῆς ὑπ’ αὐτοῦ ὑποστηριζομένης συμβάσεως χειρότερα τῶν τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, ὅταν ἐλλείψῃ ἡ ἐγγύησις ἡ ὑλική. Εἶναι δὲ χειρότερα τῶν τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, διότι τὰ γραμμάτια τῆς Τραπέζης δὲν ἔχουσιν ἄλλην ἐγγύησιν παρὰ τὸ τρίμηνον ἐπὶ ποσοῦ τινος ὡρισμένου, καὶ τὸ πολυετὲς ἐπὶ ἄλλου τινος ποσοῦ, τὴν ἠθικὴν ὑπόληψιν τῆς Τραπέζης, καὶ τὴν περιουσίαν αὐτῆς· ἐν ᾧ τὰ γραμμάτια τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, τὰ εἰς τοιαύτην ἀνάγκην ἐκδιδόμενα, δὲν ἔχουσι τὴν ἠθικὴν ἐγγύησιν τῆς ὑπολήψεως τῶν ὑπουργῶν, ἀλλὰ τὴν ὑλικὴν καὶ ἀξιόχρεων ἐγγύησιν τῆς περιουσίας τοῦ Κράτους, τὴν μεγίστην ἐγγύησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ Κράτους τοῦ νὰ φορολογῇ καὶ τῆς ἱκανότητος τοῦ τόπου πρὸς φορολογίαν. Διατί λοιπόν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὅταν πρόκειται νὰ ῥίψωμεν γραμμάτια εἰς κυκλοφορίαν οὐδεμίαν ἔχοντα ὑλικὴν ἐγγύησιν, διατί νὰ μὴ ἐκδώσωμεν τὰ γραμμάτια τὰ ὁποῖα ἔχουσι πραγματικὰς ἐγγυήσεις, καθὼς εἶπον, τὴν δημοσίαν περιουσίαν, τὸ δικαίωμα τοῦ Κράτους πρὸς τὸ φορολογεῖν; Ὅταν πρόκειται περὶ αὐτῆς τῆς ἀνάγκης, καὶ ὅταν τιθέμεθα εἰς αὐτὸ τὸ δίλημμα, δὲν εἶναι ἀνάξιον προσοχῆς τὸ προταθὲν περὶ τῶν γραμματίων τοῦ δημοσίου θησαυροῦ. Μήπως ἡ Αὐστρία, ἡ ὁποία ἔκαμε χρῆσιν τοῦ μέσου αὐτοῦ, κατεστράφη ἕνεκα τούτου; ἐζημιώθη μόνον ὁ τόπος μικρὸν, ἀλλ’ ἐσώθη ἐν κρισίμοις καιροῖς τὸ Ἔθνος· καὶ ἐπειδὴ ὁμιλῶ περὶ τῆς Αὐστρίας ἂς μὲ συγχωρήσῃ ὁ κ. Καλλιγᾶς νὰ τῷ ὑπενθυμίσω ὅτι, ὅταν ἀνενεώθη τὸ προνόμιον τῆς Αὐστριακῆς Τραπέζης κατὰ τὰ 1876, νομίζω, ἡ Τράπεζα αὕτη ὑπεχρεώθη νὰ δώσῃ εἰς τὸ δημόσιον ἄνευ τόκου 80,000,000 φιορινίων, μὲ τὴν ὑποχρέωσιν μόνον τοῦ δημοσίου ὅπως ἐν περιπώσει καθ’ ἣν τὸ μέρισμα δὲν ἀναβῇ εἰς τὰ 5% νὰ δίδῃ ἓν ἑκατομμύριον μόνον. Ἐρωτῶ δὲ, ἐνταῦθα τίς εἶναι ἡ διδομένη ἀντίστοιχος εἰς ἡμᾶς σήμερον ἀποζημίωσις διὰ τὴν ἀνανέωσιν τοῦ προνομίου; (βαθεῖα σιγή). Ἀπορῶ τῇ ἀληθείᾳ, καὶ δὲν πρόκειται νὰ κάμω ὑπαινιγμόν τινα προσωπικὸν, ἀπορῶ μὲ τὴν μεγάλην διαφορὰν τὴν ἀπότομον, τὴν ἀντίθετον εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται αἱ γνῶμαι τοῦ σοφοῦ καθηγητοῦ κ. Καλλιγᾶ αἱ σημεριναὶ περὶ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, πρὸς τὰς γνώμας αὐτοῦ τὰς περισυνάς· πέρισυν ὁ κ. Καλλιγᾶς μᾶς εἶπεν ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶναι ἄβυσσος, εἶναι χάος, εἶναι βάραθρον. Σήμερον νομίζει τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ὠφέλιμον, σωτηρίαν. Καὶ παρατηρῶ ἓν πρᾶγμα τὸ ὁποῖον σχετίζεται μὲ τὴν ἕναρξιν τοῦ λόγου μου, ὅτι ὁ κ. Καλλιγᾶς ὅπως σήμερον εἶναι πολεμικὸς μὲ τὴν σημαίαν τοῦ Ὀλύμπου καὶ τῶν Πηγῶν τοῦ Θεάλιδος, καὶ ὅπως διότι εἶναι σήμερον πολεμικὸς εἶναι ὑπὲρ τῆς συμβάσεως, οὕτω πέρυσι ἦτο εἰρηνικὸς, καὶ ὡς εἰρηνικὸς ἦτο ὑπὲρ ἑτέρας μετὰ τῆς αὐτῆς Τραπέζης συμβάσεως. Εἶναι δὲ ὑπὲρ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξέθεσε προχθές· μᾶς ἔφερε δὲ μάλιστα ἐδῶ ἕνα συγγραφέα, ὁ ὁποῖος καὶ ἄλλοτε εἶχε τὴν τύχην νὰ συζητηθῇ ἐνταῦθα, τὸν Leroi Beauliau διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι αὐτὸς θεωρεῖ μάλιστα τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ὄχι μόνον μὴ ἐπικίνδυνον, ἀλλ’ ἐν μέρει καὶ ὠφέλιμον· ἀλλ’ ὁ σοφὸς καθηγητὴς, προκατειλημμένος ἴσως ὑπὸ τῆς ἰδίας, ὑφ’ ἧς κατέχεται, δὲν εἶδε, δὲν ἐσκέφθη, δὲν ἠθέλησε νὰ κάμῃ τὰς ἀναλογίας, τὰς νὰ κάμῃ Leroi Beaulieu κάνει. Ὁ συγγραφεὺς οὗτος λέγει, καὶ ὁ Καλλιγᾶς τὸ ἐπανέλαβε, προσέθεσε μόνον 40,000,000 νομίζω, ὅτι τὰ εἰς κυκλοφορίαν τραπεζικὰ γραμμάτια ἐν Ἰταλίᾳ εἶναι τώρα 940,000,000 ὁ κ. Καλλιγᾶς εἶπε 980.000,000.
§81ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κατὰ λάθος.
§82ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· καὶ ἐν τούτοις εἰς τὴν Ἰταλίαν τὰ γραμμάτια αὐτὰ δὲν ὑπετιμήθησαν κάτω τῶν 10%, προσέθηκεν ὁ κ. Καλλιγᾶς· ἀλλ’ ὑπάρχει ἡ αὐτὴ ἀναλογία ἡ ἀριθμητικὴ τοῦ πληθυσμοῦ; Κατ’ αὐτὴν τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια τῆς Ἑλλάδος δὲν δύνανται νὰ ὑπερβῶσι τὰ 57 ἑκατομμύρια ἐπὶ πληθυσμοῦ 1,700,000 ψυχῶν, ἢ μᾶλλον τὰ 50 καὶ ἐλάσσονα ἔτι ἑκατομμύρια, ἀφαιρέσει τῆς Ἑπτανήσου, ἐφ’ ᾧ καὶ εὐχαριστῶ τὸν διακόψαντά με κ. Καλλιγᾶν καὶ ὑπομνήσαντά μοι τὴν Ἑπτάνησον. Καὶ κατὰ τὴν σύμβασιν τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ψηφίσητε τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια δύνανται νὰ ὑπερβοῦν τὰ 120,000,000! Πῶς εἶναι δυνατὸν μία τοιαύτη πληθὺς γραμματίων νὰ θεωρῆται ἀκίνδυνος, ἀφοῦ ὁ κ. Καλλιγᾶς ἐπὶ τῶν 940,000,000 τῆς Ἰταλίας εἶπεν, ὅτι εἶναι κολοσσιαῖον ποσόν; Ἀληθῶς δὲν φοβεῖται ἂν ἡ ἀναλογία πρὸς τὸ κολοσιαῖον τῆς Ἰταλίας ποσὸν τριπλασιασθῇ ἐν τῷ ἀτυχεῖ τούτῳ τόπῳ; Καὶ ἐν Ἰταλίᾳ ὑπάρχει βεβαίως καὶ μεταλλικὸν εἰς τὰς 4 τραπέζας αἱ ὁποῖαι λειτουργοῦσιν ἐκεῖ, ἐδὼ τὸ ἀφαιροῦμεν καὶ αὐτὸ τὸ μεταλλικόν. Ἐν Ἰταλίᾳ ἡ διαφορὰ μεταξὺ εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς κατῆλθεν ἐπὶ 900 ἑκατομ. εἰς 73 ἑκατομμύρια, ἐν Ἰταλίᾳ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα πλεονεκτήματα, ἅπερ ἐλλείπουσιν ὅλως παρ’ ἡμῖν. Ὅλα ταῦτα τὰ λέγει ὁ κ. Beaulieu. Ἐπρόσθεσεν ὁ κ. Καλλιγᾶς, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὅτι ὁ κ. Beaulieu λέγει προσέτι ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία τῶν τραπεζικῶν γραμματίων δύναται νὰ εἶναι καὶ ὠφέλιμος, ἀλλ’ ὁ Beaulieu τὸ λέγει διὰ νὰ τὸ ἀναιρέσῃ πρακτικῶς, καὶ τοῦτο ἐπὶ τῇ βάσει τῆς εὐαρέστου οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς Ἰταλίας. Ἐν ταῖς διατάξεσι τῆς συμβάσεως ὑπάρχουσι καὶ ἕτερα ἄρθρα ἐπὶ τῶν ὁποίων ἠδύνατό τις πολὺν νὰ ποιήσῃ λόγον· ὑπάρχει ἄρθρον π. χ. τὸ ὁποῖον δεσμεύει τὴν Ἑλλάδα ἀπέναντι τῆς Τραπέζης ἐπὶ 38 ἔτη, καὶ δεσμεύει οὐδὲν ἧτσον ἢ τὴν κυριαρχικὴν ἐξουσίαν τοῦ Κράτους τοῦ φορολογεῖν τὴν πρωτίστην, δεσμεύει δὲ αὐτὴν οὐχὶ τοὐλάχιστον ἀφ’ ἧς τὸ νέον προνόμιον χορηγεῖται, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦδε· προσθέτει δὲ καὶ ἕτερον προνόμιον· ἔχει ἡ σύμβασις προσέτι διατάξεις αἵτινες ἀφορῶσιν εἰς τὴν μεταβολὴν τῶν ὁρισμῶν τῆς πολιτικῆς δικονομίας, καὶ καθιστῶσιν αὐτὴν ἐξαιρετικῶς εὐνοουμένην μεταξὺ τῶν δανειστῶν κατὰ τῶν ὀφειλετῶν της. Ἂν αἱ διατάξεις αὗται εἶναι ἀναγκαῖαι, δὲν εἶναι μόνον διὰ τὴν Τράπεζαν τὴν ἐθνικὴν ἀναγκαῖαι ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς λοιπὰς τραπέζας καὶ δι’ ὅλους τοὺς δανειστάς. Ποῖον δικαίωμα ἔχει ἡ Τράπεζα νὰ νομοθετῇ ἐπὶ τῆς πολιτικῆς δικονομίας τῆς Ἑλλάδος; δὲν ἔχει ἑπομένως οὔτε τὸν τόπον, ἡ διάταξις αὕτη ἐν τῇ συμβάσει. Ὑπάρχει ἐπίσης καὶ ἄλλη διάταξις, ἡ ὁποία νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει τὸν τόπον της· ἀφοῦ ἡ πληρωμὴ τῶν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου 25% ἐπὶ τῆς ὠφελείας τῆς ἐκ τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἄρχεται ἀπὸ τοῦ 1892, ἡ ἐπιβολὴ τοῦ φόρου τούτου, διότι εἶναι φόρος, εἶναι ἐπίσης δικαίωμα τῆς κυβερνήσεως, εἶναι κυριαρχικὸν δικαίωμα τοῦ Κράτους, εἶναι φορολογικὸν δικαίωμα· δὲν δυνάμεθα σήμερον νὰ τὸ ἐπιβάλωμεν ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς Τραπέζης, διότι ἐσμὲν δεδεσμευμένοι ὑπὸ τῆς ἰσχυούσης συμβάσεως ἥτις τὴν κυκλοφορίαν τῶν γραμματίων τῶν τραπεζικῶν τὴν ἀπένειμεν ἀφορολόγητον· λέγω ὅτι, καὶ ἔχω σκοπὸν νὰ τῷ προτείνω ἐν καιρῷ, λέγω ὅτι καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι ἀντικείμενον συμβάσεως μεταξὺ τῆς Τραπέζης καὶ τοῦ δημοσίου. Καὶ εἶναι ὀλίγη μόνη ἡ ὠφέλεια τῆς φορολογίας ταύτης ἐπὶ πεντηκονταετίαν μέχρι τοῦ 1892 ὑπολογιζομένη καὶ πρὸς 25%; Ὑπολογίσατε, κύριοι, πάσας τὰς ὠφελείας ταύτας, ἵνα κρίνητε ὁποῖα αἰσθήματα εὐγνωμοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν πρέπει νὰ κατέχωσι τὴν διοίκησιν τῆς Τραπέζης, καὶ ἵνα παρωτρύνησε αὐτὴν νὰ ἐξαγάγῃ τὸν τόπον ἀπὸ τὰς περιπετείας εἰς τὰς ὁποίας σήμερον εὑρίσκεται. Ἂν ὑπολογίσωμεν τὸ ποσὸν τοῦ ἐκ τοῦ ἀφορολογήτου ὅλως προνομίου κέρδους, θὰ εὕρωμεν ὅτι εἶναι πολλὰ ἑκατομμύρια. Αὐτὰ ἂς δανείσῃ μόνον σήμερον πρὸς 8%. Δὲν εἶναι δὲ πρωτοφανὴς διὰ τὴν Ἑλλάδα ἡ μετοχὴ τοῦ δημοσίου ἐπὶ τῆς ὠφελείας τῆς ἐκ τῶν τραπεζικῶν γραμματίων κυκλοφορίας. Τὸ αὐτὸ γίνεται καὶ ἀλλαχοῦ· ἐν Πρωσίᾳ ἰδίως κατὰ ἕνα νόμον τοῦ 1875 τὸ δημόσιον ἀπολαμβάνει ἐκ τῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ½% 37 ἐπὶ τοῦ καθαροῦ κέρδους. Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς συμβάσεως συνδέεται στενώτατα μὲ τὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ φρονῶ, ὅτι ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν ψηφισθῇ σύμβασις τὸ ζήτημα τῆς ἐπιστρατεύσεως δύναται νὰ περιέλθῃ εἰς δυσχερείας καὶ κινδύνους. Καὶ μᾶς εἶπον περὶ τῆς ἐπιστρατεύσεως, ὅτι εἶναι τὸ πρόγραμμά των καὶ μᾶς εἶπον περὶ αὐτῆς εἰς ἡμᾶς, οἵτινες συμπολιτευόμεθα μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι προσποιούμεθα, ὅτι ἐσμὲν ὑπὲρ τῆς ἐπιστρατεύσεως ἀλλὰ δὲν ἔχομεν πεποίθησιν εἰς αὐτὴν· μᾶς εἶπον, ὅτι, ἂν θέλωμεν ἀκολουθήσωμεν τὸ πρόγραμμά των πρέπει νὰ μεταδώσωμεν εἰς αὐτοὺς τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ τὸ ἀκολουθήσωμεν εἰλικρινῶς. Καὶ διέσυραν ἡμᾶς, καὶ ἐκήρυξαν, ὅτι δὲν ἔχουσιν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὸ εἶπον ἀλληλοδιαδόχως ἐν χορῷ, ἀπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ μέχρι καὶ τῶν λοιπῶν ρητόρων τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἤγειραν πολιτικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον διήρκεσεν ἐξ ἡμέρας, καὶ ἐξεσφενδόνισαν καθ’ ἡμῶν καὶ προσβολάς· καὶ ὅλος αὐτὸς ὁ πάταγος ποῦ κατέληξεν; Ἔθεσαν καθαρῶς τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, δὲν ἀπέκρυψαν μάλιστα, ὅτι δὲν ἔχουσιν ἐμπιστοσύνην. Εἶπαν σαφῶς, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν πιστώσεων καὶ τὸ ζήτημα τῆς Τραπέζης συνδέεται μὲ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι πρὸ τῶν πιστώσεων καὶ πρὸ τῆς Τραπέζης πρέπει νὰ ἐγερθῇ ζήτημα πολιτικόν· τὸ εἶπε τοῦτο ἄνευ περιστροφῶν ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἀρχόμενος τοῦ λόγου του.
§83ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι θέλομεν συζήτησιν ἵνα ζητήσωμεν ἐξηγήσεις παρὰ τῆς νῦν Κυβερνήσεως καὶ δώσωμεν ἐξηγήσεις.
§84ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἀρχίζει πολιτικὴ συζήτησις ζητῶ τὸν λόγον.
§85ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἀνήκω εἰς τὴν πλειονοψηφίαν· τὰ δὲ λεχθέντα κατὰ τῆς πλειονοψηφίας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν νομίζω, ὅτι ἀντεκρούσθησαν ὅπως ἐγὼ ἐφρόνουν· ἔχω λοιπὸν τὸ δικαίωμα νὰ τὰ ἀντικρούσω.
§86ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ἡμεῖς δικαίωμα νὰ σᾶς ἀπαντήσωμεν.
§87ΡΙΚΑΚΗΣ. Περὶ τίνος πρόκειται, κ. Πρόεδρε, νὰ συζητήσωμεν.
§88ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Συζητοῦμεν περὶ τῆς συμβάσεως τῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία συνδέεται μὲ τὸν ὕψιστον τῶν πολιτικῶν ζητημάτων, μὲ τὴν ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης, καὶ μᾶς λέγουν ἤδη, ὅτι τὸ ἔκαμαν διὰ νὰ λάβουν ἐξηγήσεις, ἐνῷ τὰς ἐξηγήσεις τὰς ἔλαβον καὶ προετράπησαν μάλιστα νὰ μὴ σπεύδωσι, καὶ ἐγένετο ἐπίκλησις εἰς τὸν πατριωτισμὸν αὐτῶν, ἀλλ’ οἱ κατόπιν τῶν ἐξηγήσεων τούτων ἀγορεύσαντες ρήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δύω τέως ὑπουργοὶ καὶ ὁ εἷς ἐκ τῶν ἐξεχόντων ἐν τῇ μερίδι, ὁ κ. Καλλιγᾶς, ἐπανέλαβον, ὅτι δὲν ἔχουσι ἐμπιστοσύνην. Καὶ δύνανται νὰ μὴ ἔχωσιν. Ὥστε δὲν ἐπαναφέρω ἐγὼ τὴν πολιτικὴν συζήτησιν· ἐξακολουθῶ αὐτὴν μὴ περαιωθεῖσαν. Οὐδεὶς λοιπὸν δύναται νὰ μοὶ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον. Δὲν ἐννοῶ τί ἐσήμαινεν ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Τρικούπη ἐγερθεῖσα πολιτικὴ συζήτησις, δὲν ἐννοῶ πρὸς τί νὰ χάσωμεν ἕξ ἡμέρας, ἀφοῦ καὶ μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἐπιμένουν οἱ λογάδες τοῦ κόμματος νὰ ἐκφράζωσι τὰς αὐτὰς ἰδέας, νὰ ἐπιῤῥίπτωσι τὰς αὐτὰς μομφὰς, νὰ ἐνσπείρωσι τὴν δυσπιστίαν καὶ τὴν ἀποθάῤῥυνσιν. Εἶπον, ὅτι κατέπεσεν ἡ ἐπιστράτευσις ἀφ’ ἧς ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα ἡ παροῦσα Κυβέρνησις! Πλανᾶται οἰκτρῶς ὁ κ. Λομβάρδος εἰς τοὺς ὑπολογισμούς του· διαρκῶς ἐζήτει σημειώσεις περὶ τῶν καθ’ ἑκάστην ἡμέραν καὶ ἑκάστην ὥραν κατατασσομένων, νομίζων, ὅτι διὰ τούτου ἤθελε, ν’ ἀποδείξῃ ὅτι ἀφ’ ἧς ἦλθεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις κατέπεσεν ὁ ἐνθουσιασμός, ὅπως ὁ κ. Τρικούπης ἤθελεν ν’ ἀποδείξῃ ὅτι ἀφ’ ἧς ἦλθεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καὶ οὐχὶ ἀφ’ ἧς ἐδημοσιεύθη ἡ σύμβασις, ὅπερ εἶναι τὸ ἀληθὲς κατέπεσαν τὰ χρεώγραφα. Ἐστηρίζοντο δὲ αἱ μομφαὶ αὗται τοῦ κ. Λομβάρδου αἱ περὶ ἐπιστρατεύσεως εἰς ὑπολογισμοὺς ἐσφαλμένους, τοὺς ὁποίους ἀποκρούει ἡ στατιστικὴ πάντων τῶν ἐθνῶν. Εἶπε, νομίζω, ὁ κ. Λομβάρδος ὅτι συνεκλήθησαν διὰ τὴν ἐπιστράτευσιν 112 χιλιάδες.
§89ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἑκατὸν δέκα τέσσαρες.
§90ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ λέγουν 112 καὶ ἐκ τούτων κατετάχθησαν 36 χιλ., καθυστεροῦσι δὲ, μεθ’ οὓς αὐθαιρέτως ἔκαμνεν ὑπολογισμοὺς 36 χιλιάδες. Ἄρα κατέπεσεν ὁ ἐνθουσιασμός, διότι δὲν ἐμπνέει ἐμπιστοσύνην ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Λομβάρδον, ὅτι καθ’ ὅλας τὰς ἀναλογίας μεταξὺ τῶν καλουμένων εἰς στρατείαν, κατὰ τὴν ἡλικίαν μάλιστα τοῦ 21 ἔτους, καθ’ ἣν δὲν ὑπάρχουσι φυσικαὶ ἀνικανότητες μεγάλαι, αἱ διάφοροι ἐπιτροπαὶ τῶν εὐρωπαϊκῶν ἐθνῶν ὑπελόγισαν τὸ ἥμισυ, ὁ δὲ κ. Θιὲρς εἰς τὸν θαυμάσιον λόγον τὸν ὁποῖον κατὰ τὸ 1872 ἐξεφώνησε περὶ τῆς νεοσυλλεξίας, ἀντικρούων τὴν ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία ἔλεγεν ὅτι διὰ νὰ ληφθῶσιν 100 χιλιάδες πρέπει νὰ κληθῶσι 200 χιλιάδες, ὄχι εἶπε διὰ νὰ ἔχωμεν 100 χιλ. πρέπει νὰ καλέσωμεν 188. Λοιπὸν ἐὰν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀληθὲς οἱ καθυστεροῦντες ἱκανοὶ δὲν φθάνουσι 15 χιλ. περιλαμβανομένων καὶ τῶν ἀπόντων. Ἔφερε λοιπὸν τὰς σημειώσεις ταύτας ὁ κ. Λομβάρδος, καταβαίνων, ἃς μὲ συγχωρήσῃ, εἰς ἐπιχείρημα λίαν μικρολόγον, καὶ εἶπεν, ὅτι τότε μὲν κατετάσσοντο πολλῷ πλείονες ἢ νῦν κατὰ πᾶσαν ἡμέραν. Ἀλλὰ δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ὅταν ἐξεδόθη τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως, καὶ δὲν ὁμιλῶ περὶ ἐνθουσιασμοῦ, διότι ἓν διάταγμα δὲν ἐμπνέει ἐνθουσιασμὸν, ὁ ἐνθουσιασμὸς τῆς φιλοπατρίας εἶναι τὸ κόσμημα τοῦ Ἕλληνος — ὁμιλῶ περὶ τῆς λειτουργίας τοῦ νόμου, δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ὅταν ἐξεδόθη τὸ διάταγμα, δὲν ὑπῆρχεν ἐξαίρεσις, διότι οἱ ἐκδόντες αὐτὸ ἐξ ἀπρονοησίας δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὤφειλον νὰ λάβωσι συγχρόνως μέτρα περὶ τῶν κατὰ τὸν Νόμον ἐξαιρετέων, καὶ ὅτι παρῆλθον οὕτω 20 ἢ καὶ 10 ἡμέραι ἄνευ δικαιώματος ἐξαιρέσεων, καὶ ἑπομένως ἄνευ προσφυγῶν. Πάντες οἱ ἱκανοὶ καὶ πάντες οἱ ἐξαιρούμενοι ἦσαν τότε παρόντες. Εἶναι κατόρθωμα, ὅτι προσῆλθον πολλοί; Προϊόντος ὅμως τοῦ χρόνου αἱ προσελεύσεις ἠλαττοῦντο, ἐφ’ ὅσον ἠλαττοῦντο καὶ οἱ ὑπόχρεοι. Δὲν πρέπει λοιπὸν ἐκ τῆς μὴ ἀμέσου προσελεύσεως τῶν 15 χιλ. νὰ συμπεράνῃ τις, ὅτι ἐξέλιπεν ὁ ζῆλος. Τοῦτο θὰ ἦτο τὸ αὐτὸ ὡς ἐκεῖνο, ὅπερ εἶπε καὶ ὁ κ. Τρικούπης προχθὲς, λυποῦμαι, ὅτι τὸ εἶπε, ὅτι δηλαδὴ ἀπὸ 2,500 ἢ 3,000 κληρούχους μόνον 700 εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους κατετάχθησαν ἐπὶ τῆς κυβερνήσεως Κουμουνδούρου, ἐνῷ αὐτὸς ἀπὸ 1500 κατέταξε 1300· ἐγὼ ἀντιπαρετήρησα τότε ὅτι οὕτως ἔχει ὁ νόμος καὶ οὐχὶ ἡ ἱκανότης του, καὶ τοῦτο εἶναι καὶ τοῖς τυφλοῖς δῆλον· ἔγειναν κληρώσεις καὶ ἐπὶ τοῦ κ. Τρικούπη κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον, καὶ αἱ κατατάξεις τῶν οὕτω κληρωθέντων ἠκολούθησαν τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν· κατὰ τί πταίει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, κατὰ τί καὶ ὁ κ. Τρικούπης, ἀφοῦ ὁ νόμος περὶ ἀπογραφῆς ἀφίνει ἀνοικτὸν εἰς ὅλους καὶ ἐσαεὶ τὸ στάδιον τῆς προσφυγῆς; διότι τοῦτο διέτσασεν ὁ νόμος τοῦ 1837. Σημειῶ δὲ ὅ,τι καὶ ὁ κ. Τρικούπης, δὲν ἀγνοεῖ ὅτι ὑπὸ τὸν νόμον ἐκεῖνον, διὰ νὰ καταταχθῶσιν 6, ἐξηρέθησαν πολλάκις 80 καὶ 100 ἐκ τῶν ὑποχρέων, ὅπερ ἀπῄτει χρόνον καὶ χρόνον μακρόν.
§91ΣΑΡΑΒΑΣ. Τοὺς ἐξῄρουν οἱ νομάρχαι.
§92ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐμελετήσατε τὸν νόμον, κύριε Σαράβα. Δὲν πρόκειται ἤδη περὶ τῶν νομαρχῶν, ἀλλὰ περὶ τῶν εἰς τὸ ὑπουργεῖον προσφυγῶν. Ἀλλὰ κατὰ τὸν νέον στρατολογικὸν νόμον, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἔργον τοῦ κ. Τρικούπη καὶ δὲν ἀνήκει εἰς τὴν ἱκανότητα αὐτοῦ, ἐν διαστήματι 40 ἡμερῶν οἱ κατάλογοι γίνονται ὁριστικοί, οὐδεμία θύρα ἀφίνεται ἀνοικτὴ καὶ ἡ δημοσία δύναμις συνελάμβανε τοὺς κληρούχους. Εἶπον ταῦτα διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν θλίψιν μου, διότι ἔχω δικαίωμα ν’ ἀγανακτῶ διὰ τὴν τάσιν, ἥτις παρετηρήθη χθὲς εἰς τὸ νὰ ἐλαττωθῇ ἡ γοητεία τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις τῆς πατρίδος πρέπει νὰ ἀσκῇ ἐπὶ τῆς πολιτείας, καὶ τὰ εἶπον ἵνα ἀποδείξω, οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ὅτι δὲν ἦσαν ἀληθῆ λεχθέντα. Ἀλλὰ, κύριοι, τὸ ζήτημα σᾶς λέγουν εἶναι... «Θ’ ἀκολουθήσητε τὸ πρόγραμμά μας;» Ὄχι, δὲν ἀκολουθοῦμεν τὸ πρόγραμμά σας, εὑρίσκομεν συντρίμματα καὶ προσπαθοῦμεν ὅπως δυνάμεθα νὰ ἀνορθώσωμεν αὐτά. Θὰ ἀποδείξω ταῦτα μὲ ἔγγραφα καὶ θὰ ἔχω μάλιστα καὶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Τρικούπη. Καὶ ποῖον εἶναι τὸ πρόγραμμά σας; Ἡ ἐπιστράτευσις· ὁ κ. Κουμουνδοῦρος σᾶς εἶπε τί εἶναι ἡ ἐπιστράτευσις· ἡ ἐπιστράτευσις δὲν εἶναι πρόγραμμα· ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι εἶναι πρόγραμμα· εἶναι ἆρά γε ἰδικόν σας; Ὂχι! καὶ λέγοντες ταῦτα εἰξεύρετε μὲ ποῖον ὁμοιάζετε; Ὁμοιάζετε μὲ τὸν παραλαβόντα οἰκίαν τινα χρήζουσαν ἐπισκευῆς, πολλῶν ἴσως ἐπισκευῶν χρήζουσαν, ἀλλ’ ἱσταμένην ὀρθίαν· ὁμοιάζετε πρὸς τὸν παραλαβόντα τὴν οἰκίαν ταύτην καὶ ἀντὶ νὰ ἐπισκευάσῃ κατεδαφίζοντα αὐτὴν ἀπόντος τοῦ ἰδιοκτήτου. Ὁμοιάζετε πρὸς τὸν περίεργον αὐτὸν ἐπιστάτην, ὅστις ἐπερχομένου τοῦ χειμῶνος, ἢ τοῦ ἰδιοκτήτου ἐπανερχομένου, σπεύδει νὰ ἀνεγείρῃ ἐκ τῶν ἐρειπίων προχείρως ὅ,τι δυνηθῇ καὶ ὅταν ὁ ἰδιοκτήτης τὸν ἐξελέγχει, τῷ ἀπαντᾷ: «Καὶ διατὶ μ’ ἐξελέγχεις, μήπως δὲν κάμνεις καὶ σὺ αὐτὸ τὸ ὁποῖον κάμνω καὶ ἐγὼ, μήπως καὶ σὺ δὲν προσπαθεῖς νὰ ἀνεγείρῃς ἐκ τῶν ἐρειπίων τὸν οἶκον; Ἐξεσφενδόνισε καθ’ ἡμῶν σφοδρὰν προσβολὴν, μᾶς εἶπεν ἐπανειλημμένως εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ βασιλικοῦ λόγου πολιτικὴν συζήτησιν ὅτι ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς τῆς 11ης Ὀκτωβρίου, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἠναγκάσθη νὰ παραιτηθῇ ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι ἦτο ψῆφος μυστικὴ, μᾶς εἶπε δὲ χθὲς δεινότερον ἔτι, ὅτι ἦτο καὶ φατριαστική. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ προστρέξω εἰς τὰ παραδείγματα ἄλλων ἐθνῶν, ἢ εἰς τὰ συνταγματικὰ νόμιμα, ἢ ἔθιμα· ὁ κ. Τρικούπης τὰ γνωρίζει καλῶς· δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ προστρέξω εἰς αὐτὴν τὴν γνώμην τοῦ κ. Τρικούπη, τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ 1879 ἀνέγραψεν ὡς πρόγραμμα καὶ ἐφήρμοσεν αὐτὴν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ· ἀλλοίμονον εἰς ἐμὲ ἂν ζητήσω νὰ εὕρω ὁμοφωνοῦντα τὸν κ. Τρικούπην τόσον μακράν! Ἀρκεῖ ὅμως ἐπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Τρικούπην ὅτι τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἡμέρας ἐκείνης εἶχε τὴν ἡρωϊκὴν ἁπλότητα νὰ προκαλέσῃ φανερὰν ψῆφον, καὶ ἡ φανερὰ ψῆφος ἀπέδειξε πλειοψηφίαν διπλασίαν τῆς μειονοψηφίας· καὶ ὑπενθυμίζων τὴν μετέπειτα ψηφοφορίαν, καταδεικνύω τὴν σημερινὴν σιωπηλὴν ἐποχὴν τὴν ὁποίαν ἠδυνάμην εὐλόγως ἐγὼ νὰ παρσμοιώσω μὲ ὅ,τι οὐχὶ τόσον εὐλαβῶς καὶ ἐντελῶς ἀδίκως εἶπεν ὁ κ. Λομβάρδος χθὲς; πρὸς ἔγκριτον συνάδελφον ἀπευθυνόμενος· εἶπε περὶ ἐνέδρας ἐχίδνης. Τί ἀποδεικνύει τοῦτο; Ἀποδεικνύει ὅτι οὔτε σήμερον ἔχετε τὴν πεποίθησιν ὅτι μυστικὴ καὶ φατριαστικὴ ψῆφος τῆς Βουλῆς σᾶς ἔῤῥιψε. Σᾶς ἔῤῥιψε καὶ σᾶς ἀποκρούει ψῆφος φανερά, μεμελετημένη. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως. Δὲν θὰ ἦτο Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος αὐτὴ ἡ Βουλὴ, δὲν θὰ εἴμεθα Ἕλληνες ἡμεῖς, ἂν τὸ πρᾶγμα δὲν ἐγίνετο ὅπως, ἔγινε διότι, ἔπρεπε νὰ μεταβληθῶμεν, ἔπρεπε παραιτηθῶμεν τὰς ἀρχὰς ἡμῶν, τοὺς δεσμοὺς ἡμῶν, τὰς πεποιθήσεις ἡμῶν, τὴν φιλοπατρίαν ἡμῶν καὶ λέγω τοῦτο διότι ἐῤῥέθη ἐπανειλημένως ἐντεῦθεν, ὅτι ἤλθετε διὰ τῆς Βουλῆς καὶ ὅτι ἐκυβερνήσατε ἐν ἀπουσίᾳ αὐτῆς, φέροντες τὴν ὑποστήριξιν τῆς πλειονοψηφίας. Οὔτε τὸ ἓν εἶναι ἀληθὲς, οὔτε τὸ ἕτερον· εἶσθε κυβέρνησις τῆς μειονοψηφίας δεδηλωμένης, κατὰ τὴν ἰδικήν σας περιλάλητον φράσιν. Ὅταν διεξήγετο ἡ πολιτικὴ συζήτησις, ἀποτέλεσμα τῆς ὁποίας ὑπῆρξεν ἡ ἀποχώρησις τοῦ κ. Κουμουνδούρου, τότε καθαρῶς καὶ ἐπανειλημμένως καὶ προκλητικῶς μάλιστα ἔλεγεν ὁ κ. Τρικούπης, καὶ τὸν ἐτίμα αὐτὸ τότε, «δὲν ἐννοῶ ψῆφον ἀρνητικὴν ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ἐννοῶ ψῆφον θετικήν· ἀρνητικὴ ψῆφος, προσέθετε, εἶναι κυβερνητικὸν πείραμα, καὶ τὰ τοιαῦτα πειράματα εἶναι, ἐπικίνδυνα εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις τῆς πατρίδος.» Εἶναι αἱ λέξεις σας, κύριε Τρικούπη· «ἐννοῶ, ἐλέγετε, πολιτικὴν θετικὴν ἡ ὁποία θὰ σημαίνῃ ὅτι τὸ πρόγραμμά μου εἶναι τὸ πρόγραμμα τῆς πλειονοψηφίας, ὅτι αἱ ἰδέαι μου εἶναι ἰδέαι αὐτῆς. Εἶπον ὅτι τοῦτο τὸν ἐτίμα καὶ ἀπεδείκνυε τότε, ἐν λόγοις δυστυχῶς καὶ οὐχὶ ἐν πράγμασιν, ἀπεδείκνυε τότε ἐν λόγοις, ὅτι ὑπῆρξε καὶ ὁμοφωνία μεταξὺ τοῦ κ. Τρικούπη πρὸς τὸν Τρικούπην, διαρκέσασα πέντε ὁλόκληρα ἔτη. Ὁ κ. Τρικούπης ὡς πρωθυπουργὸς κατὰ τὸ 1875 ὑπηγόρευσε εἰς τὸν βασιλέα βασιλικὸν λόγον ἐκφράζοντα καθαρῶς τὴν ἰδέαν τῆς δεδηλωμένης πλειονοψηφίας καὶ κηρύσσοντα σαφῶς ὅτι δὲ» ἐννοεῖ ἐφεξῆς τὸ στέμμα ἀριθμητικὴν πλειοψηφίαν, ἀλλ’ ἀπαιτεῖ πλειοψηφίαν ἡ ὁποία νὰ τὸ καθοδηγεῖ περὶ τῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ σχηματίσῃ. Τοῦτο συνέστησεν ὁ βασιλεὺς εἰς τὸ Κοινοβούλιον τῷ 1875· καὶ εἶχε δίκαιον νὰ ὑπαγορεύσῃ τοῦτο εἰς τὸν βασιλέα. Καὶ ἐπανέλαβε μὲν τὸ αὐτὸ εἰς τὴν Βουλὴν ὅταν ἐπρόκειτο περὶ τῆς ψηφοφορίας ἐκείνης, ἀλλ’ ἐτήρησεν ἐν τοῖς ἔργοις τὰ ἐν λόγοις ἐπαγγελθέντα; οὐδαμῶς. Τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἔπεσεν, ὡς ἐνθυμεῖσθε, διὰ ψηφοφορίας 99 ψήφων κατὰ 99 μὴ περιλαμβανομένων τῶν ὑπουργῶν ἀλλὰ μερίδες τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἄτομα τῆς ἀντιπολιτεύσεως, φίλοι ἔτι τοῦ κ. Τρικούπη, διεφώνησαν πρὸς τὸ πρόγραμμα αὐτοῦ, καὶ οὐ μόνον διεφώνησαν ἀλλὰ καὶ κατέκριναν αὐτὸ, ὡμίλησαν κατ’ αὐτοῦ καὶ εἶπον μετ’ ἀγανακτήσεως ὅτι δὲν δύνανται νὰ συμμορφωθῶσι μὲ τοιοῦτον πρόγραμμα. Καὶ κατ’ αὐτὴν ἔτι τὴν στιγμὴν τῆς ψηφοφορίας ἐπανέλαβον τὴν δήλωσιν ταύτην, καὶ εἷς μάλιστα τῶν κυρίων βουλευτῶν, ὁ ὁποῖος ἀνῆκεν εἰς τὴν μερίδα τοῦ ἀειμνήστου Ζαΐμη, ἐποιήσατο ρητῶς τὴν αὐτὴν δήλωσιν. Τί ἐσήμαινον ταῦτα εἰμὴ ὅτι ἀρνητικὴ ψῆφος μόνον ἐδόθη, τὸ δὲ πρόγραμμα τοῦ κ. Τρικούπη κατεδικάσθη διὰ ψήφων 111 νομίζω πρὸς 87;
§93ΤΙΝΕΣ. Περὶ ψηφοφορίας πρόκειται τόρα;
§94ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μᾶς τὰ εἶπε προχθὲς ὁ κ. Τρικούπης (θόρυβος.) Ὁμιλῶ ἐπὶ τοῦ λόγου τοῦ κ. Τρικούπη, τοῦ ἐπὶ τῆς προκειμένης συζητήσεως.
§95ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἶναι παραμύθια αὐτά.
§96ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν εἶναι παραμύθια οἱ λόγοι τοῦ κ. Τρικούπη, τότε βεβαίως εἶναι καὶ ὁ ἰδικός μου, διότι εἰς ἐκεῖνα ἀπαντῶ (θόρυβος).
§97ΤΙΝΕΣ (Ἐξ ἀριστερῶν.). Εἶναι 7 ἡ ὥρα.
§98ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τελειώσω ἀπόψε τὸν λόγον μου (θόρυβος.)
§99ΡΑΛΛΗΣ. ... (θόρυβος).
§100ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω εἰς κανένα νὰ μὲ διακόπτῃ.
§101ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχω τὸ δικαίωμα, κ. πρόεδρε, νὰ σᾶς ὑπομνήσω τὰ καθήκοντά σας· δυνάμει τοῦ κανονισμοῦ ὀφείλετε νὰ ἐπαναφέρητε τὸν ἀγορεύοντα ἐντὸς τοῦ θέματος.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐντὸς τοῦ θέματος (θόρυβος).
§103ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ἐνδότατα τοῦ θέματος (θόρυβος).
§104ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, σὲ λέγω ὅτι δὲν εἶναι ἀπαρτία, διότι δὲν πρέπει νὰ ἐμπαιζώμεθα ἐδῶ.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται, κύριοι, ὁ κατάλογος (ἀναγινώσκεται). (Ἐπειδὴ περὶ τὰ τέλη τῆς ἐκφωνήσεως τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου πολλοὶ τῶν κ. βουλευτῶν ἀνεχώρουν, ὁ πρόεδρος ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν, περὶ ὥραν 7 καὶ 20′).