1880.11.25
1,860 rows · 14,856 words · 151 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 31
τῆς 25 Νοεμβρίου 1880.
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκρίνονται τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου περὶ ἑρμηνείας τοῦ περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων νόμου. Θὰ τυπωθῇ. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δημητριάδης, Σταυρόπουλος κλπ. ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου περὶ ἀποξηράνσεως λιμνῶν. Θὰ τυπωθῇ.
§2ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε καμμίαν ἔκθεσιν σήμερον;
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§4ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Παρακαλῶ νὰ ὑποβάλῃ τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων, ὅπως τυπωθῶσι, διότι εἶναι κατεπείγοντα τὰ νομοσχέδια.
§5ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ. Καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Ναυτικῶν νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ περὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν νομοσχεδίου, διότι εἶναι λίαν κατεπεῖγον, ἀφοῦ μάλιστα ὅμοιον νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐψηφίσθη.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Ναυτικῶν νὰ συνέλθῃ, ἵνα λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχέδιον. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§7Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἄνδρες βουλευταί! Ὁ λόγος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μ’ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα, καὶ ὁ λόγος οὗτος μὲ παρακινεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ἐστὲ ἄνδρες, καὶ πρὸ πάντων ἐστὲ βουλευταί. Μέχρι τοῦδε ἀγνοῶ ἂν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ζήτημα, τὸ ὁποῖον μέλλει ν’ ἀποφασίσῃ τὴν τύχην τῆς Ἑλλάδος· τμηματικῶς ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλλει τὰ ζητήματα· σήμερον ὑποβάλλει ἕν, αὔριον ὑποβάλλει ἄλλο, πώποτε ὅμως δὲν ὑπέβαλε καὶ τὸ σύνολον εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ ἀντικείμενον τῆς παρούσης συνόδου. Ἐδῶ βλέπετε νομοσχέδια, ἐδῶ βλέπετε διατάγματα, ἐδῶ συζητεῖται ἡ ἐπικύρωσις τόσων καὶ τόσων ἑκατομμυρίων, ἀκούετε; Ἐδῶθεν ἑκατομμύρια, ἐκεῖθεν ἑκατομμύρια, πανταχόθεν ἑκατομμύρια, καὶ οὕτω νομίζει ἕκαστος τῶν βουλευτῶν, ὅτι εἴμεθα Καλλιφορνία, Ἐλδοράδον, ἐνῷ εἰς ἄλλα Κράτη τοῦ κόσμου τρέμουν ὅταν προτείνουν εἰς τὴν Βουλὴν δάνεια ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω πῶς ἡ συνείδησις τοῦ Ἕλληνος, ἀκούοντος χρήματα, νομίζει, ὅτι αὐτὰ εἶναι ἡ εὐτυχία τῆς Πατρίδος! Εἰσέρχονται ἑκατομμύρια δραχμῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα· ἀλλ’ εἶναι ἰδικά μας τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα; Ὄχι! Καὶ ἐν τούτοις λαμβάνομεν δάνεια, ὡσανεὶ μὴ ἦτο κακόν! Θεωρία τοιαύτη εἶναι ὀλεθρία εἰς τὸ ἔθνος, καθὼς εἶναι ὀλεθρία καὶ εἰς ἄλλα ἔθνη μυριάκις πλουσιώτερα ἡμῶν. Ὅταν ἐπέλθῃ ἀνάγκη τις ἐθνικὴ, ἀνάγκη ἀναπόδραστος εἰς ἄλλα ἔθνη, τότε βλέπετε τὴν Κυβέρνησιν αὐτῶν νὰ δανείζηται δυσεκατομμύρια δραχμῶν καὶ δισχήλων· ἀλλ’ ἅμα παρέλθῃ ἡ ἀνάγκη ἐκείνη, ἡ πρώτη φροντὶς τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ πληρώσῃ. Παρ’ ἡμῖν συμβαίνει ὅλως τὸ ἐναντίον· τουτέστι δανειζόμεθα καὶ δὲν πληρόνομεν· παρατηρῶ δὲ, ὅτι οἱ βουλευταὶ μὲ μεγάλην αὐτῶν εὐχαρίστησιν εἶναι ἕτοιμοι νὰ ὑπογράφουν δάνεια ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Πλὴν ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ πληρώσωμεν, τότε θὰ αἰσθανθῶμεν τὴν ἐσχάτην ἀνοησίαν καὶ μωρίαν, ἣν ἐκάμαμεν, νὰ δανειζώμεθα χρήματα. Φυσικῶς ἔρχεται ἡ ἔνστασις, καὶ εἰς τὰς παρούσας ἀνάγκας τῆς Πατρίδος δὲν εἶναι ἀνάγκη δανείων; ἀποκρίνομαι θαῤῥαλέως, «δὲν εἶναι ἀνάγκη,» διότι τὴν ἀνάγκην δὲν τὴν ἔφερεν ἄλλος, ἀλλ’ ἡμεῖς αὐτοὶ, κακῶς δὲ ἐπράξαμεν νὰ θέσωμεν τὴν πατρίδα εἰς ἀνάγκας. Δὲν ἐπίκειται πόλεμος ἐξωτερικὸς, δὲν εἰσέβαλον εἰς τὴν μικρὰν πολιτείαν μας οἱ ἐχθροί, διὰ νὰ εἴπητε, «χρήματα δὲν ὑπάρχουν, ἑπομένως νὰ δανεισθῶμεν, καὶ μὲ παράβασιν τῶν τύπων.» Τὰς ἀνάγκας τὰς πλάττομεν ἡμεῖς, ὅπως δανεισθῶμεν ἑκατομμύρια· προσέξατε, κύριοι, διότι ἡ διαφορὰ εἶναι μεγάλη καὶ θὰ δώσωμεν λόγον εἰς τοὺς ἐντολεῖς μας, θὰ δώσωμεν λόγον εἰς τὴν ἱστορίαν, ὅτι ἡμεῖς αὐτοὶ ἐφέραμεν εἰς ἀνάγκην τὴν πατρίδα νὰ δανεισθῇ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιβαρύνουν τὰς ἐπερχομένας γενεάς. Ἐδῶ ἔχομεν βασιλικὰ διατάγματα περὶ τῶν δανείων αὐτῶν, ἀκούετε; 40 τόσα ἑκατομμύρια! ἀκούετε; προϋπολογισμὸν ἔκτακτον τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν! ἀκούετε; προϋπολογισμὸν 52 ἑκατομμύρια ἔσοδα καὶ 114 ἑκατομμύρια ἔξοδα, καὶ δὲν τρέμετε διὰ τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἀναδέχεσθε νὰ ἐπιψηφίζητε τοιούτους προϋπολογισμοὺς, τοιαῦτα νομοσχέδια, καὶ πρὸ πάντων τοιαῦτα Β. διατάγματα, ἐναντίον τοῦ Συντάγματος, τοῦ θεμελιώδους νόμου τῆς πολιτείας; Πέρυσιν ἡ Βουλὴ συνῆλθεν εἰρηνικῶς, ἐτελείωσε δὲ καὶ εἰρηνικῶς· δύο μῆνες παρῆλθον ἀπὸ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου ἐκείνης, καὶ οὗτοι εἰρηνικῶς. Πῶς διὰ μιᾶς εὑρισκόμεθα ἐν καταστάσει πολέμου; λόγος δὲν ἦτον· ἐὰν δὲ ὑπάρχῃ τώρα λόγος, τὸν ἐπλάσατε ὑμεῖς αὐτοὶ, ἐνῷ δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, καὶ ἂν ὑπάρχῃ, τώρα δύναται νὰ ἐκλείψῃ. Ἐπειδὴ μὲ τὰ νομοσχέδια αὐτὰ καὶ τὰ διατάγματα χρήματα δὲν δυνάμεθα νὰ πλάσωμεν, πρέπει νὰ δανεισθῶμεν· καὶ ἰδοὺ παρουσιάζεται ἡ σύμβασις μὲ τὴν Τράπεζαν τὴν Ἐθνικὴν, ἥτις μόλις 52 ἑκατομμύρια δύναται νὰ δανείσῃ. Σᾶς ἐξορκίζω εἰς τὴν συνείδησίν σας, ἐὰν νομίζητε, ὅτι μὲ 52 ἑκατομμύρια δραχμῶν δυνάμεθα νὰ διεξαγάγωμεν πόλεμον. Καὶ λοιπὸν πῶς θὰ κάμωμεν; Αἴ! ἅμα κάμετε τὸ πρῶτον βῆμα, ἀμέσως ἔρχεται ἔπειτα ἄλλο δάνειον. Ἀλλὰ, λέγουν, δὲν ἔχομεν πίστωσιν· εἶναι, εἶναι πιστώσεις! πάντοτε οἱ χρεωκόποι εὑρίσκουν πίστωσιν· ἀντὶ νὰ δανείζωνται εἰς τὸ ἄρτιον, δανείζονται μὲ 90%, καὶ ἐὰν βοηθήσουν αἱ περιστάσεις, εὑρίσκουν ἄλλους, οἱ ὁποῖοι μὲ 60% κάμνουν δάνειον ἀκόμη καὶ μὲ 50%. Ὅταν ἡ Ἑλλὰς ἐσφάδαζεν εἰς τὸν πρῶτον πόλεμον, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐδανείσθη μὲ 55% καὶ 56%. Λέγω τοῦτο, διὰ νὰ σᾶς εἰδοποιήσω, ὅτι μετ’ αὐτὸ τὸ δάνειον θὰ ἐπέλθῃ ἄλλο βαρύτερον, διότι εἶναι ἀδύνατον μὲ 52 ἑκατομμύρια νὰ ἐξοικονομήσωμεν τόσας καὶ τόσας ἀνάγκας καὶ τόσον τρομερὸν ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἀλλὰ μετὰ τὰ 52 ἑκατομμύρια θὰ ἐπέλθουν καὶ ἄλλα 152, καὶ ἂν ἐξακολουθήσῃ τοιουτοτρόπως τὸ ἔργον, οὔτε μὲ 500 ἑκατομμύρια δὲν θὰ τελειώσῃ· διότι, ἐὰν ἐνεργηθῇ ὁ πόλεμος, θέλει εἶναι φυλετικὸς καὶ θρησκευτικὸς, θὰ ἦναι πόλεμος ἐξολοθρευτικὸς, ἐναντίον τοῦ δικαίου, ἐναντίον τοῦ πνεύματος τοῦ αἰῶνος, ἐναντίον τῶν συμφερόντων τῆς Ἑλλάδος. Δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον, ἐὰν δὲν ἠγόρευε καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός· ὁ λόγος του βεβαίως εἰς τὸ φαινόμενον εἶναι μετριοπαθὴς, ἀλλ’ ἡ μετριοπάθειά του εἶναι τοιαύτη, ὥστε μὲ τὸν ἐπίλογόν του καταστρέφει τὸ ἔργον. Πρὸς τί γίνονται πάντα ταῦτα; βεβαίως πρὸς τὸν πόλεμον, ἐνῷ λόγον πρὸς πόλεμον δὲν ἔχετε εἰσέτι. Ὅλα τὰ ἔθνη, προκειμένου περὶ πολέμου, συγκαλοῦν ἐπίτηδες Βουλὴν· διαλύουσι τὴν ὑπάρχουσαν Βουλὴν καὶ συγκαλοῦν, νέαν μὲ πρόγραμμα πολέμου ἢ εἰρήνης· οὕτως, ὥστε ἀναγκαζόμενον τὸ ἔθνος, θὰ προτιμήσῃ τὸν πόλεμον ἢ τὴν εἰρήνην. Συνέβη τοῦτο ἐνταῦθα; οὐδόλως! ἅπαντες ἡμεῖς ἐξελέχθητε ὡς εἰρηνικοί· πάντες ὑμεῖς δὲν εἴχετε τὴν ἰδέαν τοῦ πολέμου. Ἀλλ’ ἐὰν καθ’ ὑπόθεσιν ἀνάρμοστον πρέπῃ νὰ γείνῃ λόγος περὶ πολέμου, πολὺ καλά. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως καὶ ὁ Βασιλεὺς ἔχουν καθῆκον νὰ διαλύσουν τὴν παροῦσαν Βουλήν, νὰ συγκαλέσουν τὸ ἔθνος μὲ ἐντολὴν νὰ ἐκλέξῃ τοὺς εἰρηνικοὺς ἢ τοὺς φιλοπολέμους, καὶ ὅταν τὸ ἔθνος στείλῃ φιλοπολέμους, ἀγαθῇ τύχῃ! Τὸ ἔργον αὐτοῦ εἶναι ὀρθόν, εἶναι δίκαιον, καὶ τὸ ἔθνος εἶναι ἄξιον τῆς τύχης του ὅ,τι καὶ ἂν ἤθελε συμβῆ· ὥστε ἐὰν ἤθελεν ἐπιτύχῃ, τὸ ἔθνος πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν τιμὴν καὶ τὴν δόξαν· ἐὰν ὅμως ἤθελε δυσπραγήσῃ, αὐτὸ νὰ ἦναι ἄξιον τῆς τύχης του, νὰ μὴ αἰτιᾶται οὔτε Βουλήν, οὔτε Ὑπουργεῖον, οὔτε Βασιλείαν. Πῶς θέλετε, ὦ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος, Βουλὴν εἰρηνικὴν νὰ τὴν μεταβάλητε εἰς Βουλὴν ἑτοιμοπόλεμον; δὲν εἶναι ἔργον τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, οὔτε νὰ σκεφθῇ τοιοῦτον πρᾶγμα, διότι, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ ἐντολὴν εἰρηνικήν, δὲν ἐπιτρέπεται οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε εἰς τὸν βασιλέα ν’ ἀντιβῶσιν εἰς τὴν ἀποστολήν της. Ἐὰν ἀποφανθῆτε ὑπὲρ τοῦ πολέμου, τουτέστιν ἐὰν ἐπικυρώσητε τὰ βασιλικὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα φέρονται ἐδῶ μὲ 50 ἑκατομμύρια ἀντὶ νόμου, ἐὰν δεχθῆτε τὸν προϋπολογισμὸν τῶν 114 ἑκατομμυρίων, ἐὰν ἐπικυρώσητε τὴν σύμβασιν μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, σᾶς τὸ λέγω παῤῥησίᾳ, προδίδετε τὴν ἐντολήν σας καὶ τὴν ἀποστολήν σας. Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ψηφίσητε ταῦτα· τοῦτο λέγει ἡ λογική, τοῦτο λέγει ὁ νόμος, τοῦτο λέγει καὶ ἡ τιμή σας. Διὰ νὰ ἦσθε ἀνεύθυνοι, πρέπει νὰ εἴπητε, δὲν ἔχομεν τοιαύτην ἐντολήν. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ γνωρίζῃ καλλίτερον τὸ πνεῦμα τοῦ ἔθνους, ὅτι εἶναι φιλοπόλεμον καὶ ὄχι εἰρηνικόν, νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν, καὶ τὸ ζητῶ πρῶτος ἐγώ, ναί· ἐὰν ὁ λαὸς στείλῃ φιλοπολέμους, εἴμεθα ἀκόμη ἐν καιρῷ νὰ κάμωμεν πόλεμον. Πᾶσαι αἱ δυνάμεις τῆς Εὐρώπης ἐντέλλονται εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ μὴ κάμῃ κανένα κίνημα παράτολμον μέχρι τοῦ Μαΐου, ἐγὼ δὲ λέγω, ἐὰν αὔριον διαλυθῇ ἡ Βουλή, ἐντὸς 3 μηνῶν ἔρχεται ἡ νέα, ἡ δὲ Κυβέρνησις μένει ἀνεύθυνος, ὥστε πλέον δὲν θὰ ὑπάρξῃ εὐθύνη, οὔτε εἰς τὴν Βουλήν, οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε εἰς τὴν Βασιλείαν. Γνωρίζετε τί λέγει ὁ λαὸς; «τὸ θέλει ὁ Βασιλεύς·» ἐγὼ δὲ θέλω νὰ μὴ λέγουν τὸ θέλει ὁ Βασιλεύς, ἀλλὰ τὸ θέλει ὁ λαός. Εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐπιρίπτεται ἡ εὐθύνη εἰς τὸν Βασιλέα, ὅτι θέλει τοιοῦτον πόλεμον, ὃν ἀποκρούει ὅλον τὸ ἔθνος; Ἑπομένως ὄχι μόνον διότι ἡ σύμβασις μὲ τὴν Τράπεζαν δὲν εἶναι ὀρθή, ὄχι μόνον διότι εἶναι κερδοσκοπία καὶ αἰσχροκέρδεια τῆς Τραπέζης, ἐπιβαλλομένης ἐπὶ τοῦ αἵματος τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ καὶ ἂν ἦτο ἡ εὐεργετικωτέρα πρᾶξις τῆς Τραπέζης, δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ, διότι γίνεται ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ. Ὄχι! δὲν πρέπει αἱ Τράπεζαι νὰ δανείζουν χρήματα εἰς νέον τινὰ καὶ ἄλλα χρήματα, διὰ νὰ ἔχῃ νὰ σπαταλᾷ, ἐξεναντίας πρέπει νὰ τὸν κάμῃ νὰ κρατῇ τὰ κεφάλαιά του, πρέπει νὰ ἀναχαιτίζῃ τὸν νέον, ἄσωτον ὄντα, ἀπὸ τοῦ νὰ λαμβάνῃ χρήματα ἀπὸ Τραπεζῶν. Ἤδη ἡ Τράπεζα ὡμολόγησε, ὅτι τὸ ἔθνος εὑρίσκεται εἰς ἀθλίαν καὶ χρεωκοπημένην κατάστασιν, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα τολμᾷ νὰ δεχθῇ μίαν τοιαύτην πρότασιν ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς, τῆς ἀσώτου, τῆς χρεωκοπημένης. Ἐὰν σοῦ ζητῇ χρήματα αὕτη, πρέπει νὰ δανείζῃς σὺ ἡ Τράπεζα χρήματα καὶ νὰ κερδοσκοπῇς ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης; διότι δὲν εἶναι ἄρθρον τῆς συμβάσεως, ὅπερ νὰ μὴ ἦναι αἰσχροκέρδεια. Παρέστην εἰς τὴν γένεσιν τῆς Τραπέζης τὸ 1841· γνωρίζω δὲ, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος εἶναι ὑποκατάστημα τῆς Τραπέζης τῆς Μόσχας (γέλωτες τινές). Σᾶς λέγω προσέτι, ὅτι ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα εἶναι Τράπεζα ἀγγλική. Μὴ νομίζητε, ὅτι μεροληπτῶ· αἱ Τράπεζαι ἀφαιροῦν ὅλον τὸ χρηματικὸν τῆς Ἑλλάδος, οἱ Ἕλληνες μετὰ τῶν Ἑπτανησίων ἐργάζονται γῆν, οὖσαν μεταλλεῖον χρυσοῦ· ἓν τεμάχιον γῆς ἐν Ἑλλάδι παράγει 100 φορὰς περισσότερον, παρὰ τὸ αὐτὸ τεμάχιον ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ Γαλλίᾳ. Ἡ δὲ ἐργασία αὐτοῦ τοῦ τεμαχίου τῆς γῆς ἐν Ἀγγλίᾳ ἀπαιτεῖ ἐνεάκις περισσότερον κόπον, καὶ τρὶς δηλ. περισσότερον ἀφ’ ὅ,τι ἀπαιτεῖ τὸ αὐτὸ τεμάχιον ἐν Γαλλίᾳ, τὸ αὐτὸ δὲ τεμάχιον ἐν Ἑλλάδι ἀπαιτεῖ ἁπλῶς ἓν ἡμερομίσθιον, ἐργαζόμενοι δὲ εἰσάγομεν χρυσὸν ἄπλετον, καὶ ὅμως πάντοτε δὲν εὑρίσκεται δεκάρα. Πόθεν προέρχεται τοῦτο; Προέρχεται ἀπὸ τὴν Τράπεζαν· ὅλον τὸ χρυσίον σηκόνεται ἐδῶθεν καὶ ὑπάγει τὸ μὲν ἐκεῖ, τὸ δὲ ἀλλοῦ, ἐννοεῖται δέ, ὅτι μένομεν μὲ τὸ χαρτί. Καὶ ἐνῷ ἔπρεπεν αἱ Τράπεζαι αὗται νὰ συστηθῶσι ἵνα ὀλιγοστεύσῃ ὁ τόκος, ὁ τόκος ἐπιβαρύνεται, διότι διὰ τῶν Τραπεζῶν μόνον δάνειον πρὸς 27 καὶ 30% γίνεται, καὶ χρήματα δὲν ὑπάρχουσι. Πῶς δὲ φθάνει ὁ τόκος εἰς 30 ἴσως καὶ περισσότερον τοῖς ἑκατόν; Ἰδοὺ ὁ λόγος, διότι ὁ ἁπλοῦς χρηματίας δανείζει τὰ χρήματά του μὲ τὸ 6, 8, 10, ἢ 12, ἀλλ’ ἡ Τράπεζα ἔχει τριπλάσιον καὶ τετραπλάσιον ἀριθμὸν γραμματίων, καὶ ἐπὶ τῶν γραμματίων αὐτῶν πληρώνεται τὸ 9 καὶ 10%, ὥστε ἐπὶ 10–30 αὐτὸς εἶναι ὁ τόκος. Αἱ Τράπεζαι ἔχουν τὸ ⅓ τῶν οἰκιῶν τῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν ὅμως δὲν ὑπῆρχον τὰ προνόμια, τότε ἤθελεν εἶναι εὐεργητικαί, διότι ὅταν βλέπῃ ἕνας κεφαλαιοῦχος, ἢ τραπεζίτης τῆς Δύσεως, ὅτι ἐδῶ δύναται νὰ τοκίζῃ μὲ τὸ 10%, στέλλει χρήματα ἄπειρα· ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ τόκος εἶναι ἀδύνατον ἐδῶ ἐπὶ τοῦ μεταλλικοῦ νὰ ἦναι τοιοῦτος, ὁποῖος πρέπει νὰ ἦναι, καὶ ἔχει πλείονα ἀριθμὸν γραμματίων ἡ Τράπεζα, εἶναι ἄρα ἀδύνατον νὰ εἰσέλθωσι χρήματα εἰς τὸ Ἔθνος. Τοῦτο τὸ λέγω, διότι ἡ σύμβασις μὲ τὴν Τράπεζαν αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα φέρει· ἕκαστον ἄρθρον τῆς συμβάσεως εἶναι καὶ μία πληγὴ εἰς τὸ σῶμα τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ ῥήτορες ἀνέλυσαν τὴν σύμβασιν τῆς Τραπέζης καὶ ἀπέδειξαν, ὅτι εἶναι ὀλεθρία· ὀλεθρίαν δὲ τὴν νομίζει καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ὅμως, προφασιζομένη τὸ ἀναπόδραστον τῆς ἀνάγκης, λέγει, ὅτι πρέπει νὰ τὴν δεχθῇ. Πρὸς δὲ καὶ ὁ κ. Καλλιγᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶναι πληγὴ εἰς τὴν Ἑλλάδα, πληγὴ εἰς ἕκαστον πολίτην, καὶ ὅτι ἕνεκα τῶν ἀναποδράστων ἀναγκῶν πρέπει νὰ τὴν δεχθῇ. Πλὴν ἐγὼ οὐδόλως παραδέχομαι ἀναπόδραστον ἀνάγκην, ἥτις οὔτε ὑπάρχει, οὔτε καὶ ὑπάρχουσα ἐπῆλθεν ἔξωθεν, ἀλλ’ ἐπλάσθη ὑφ’ ὑμῶν, δύναται δὲ καὶ νὰ ἐκλείψῃ. Καὶ ταῦτα μὲν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνάγκην τῆς συμβάσεως. Ἐρχόμενος δὲ εἰς τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο τὸ φοβερὸν καὶ τρομερόν, τουτέστι τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ προνομίου ἐπὶ εἰκοσιπέντε ἕτερα ἔτη, ἀρχομένης τῆς προθεσμίας ἀπὸ τοῦ 1892, νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἡ καλλιτέρα κερδοσκοπία, ἥτις θὰ γείνῃ ἐπὶ τοῦ αἵματος ἡμῶν· τοῦτο λέγω ἐν κεφαλαίῳ, δὲν τὸ ἀναπτύσσω, διότι θὰ μεταβῶ εἰς τὸ αὐτὸ ἀντικείμενον δι’ ἄλλου ἐπιχειρήματος. Ἀμφισβητῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα, τὴν δύναμιν, οὐχὶ νὰ δίδῃ προνόμια, διότι αὐτὴ δίδει, ἐγὼ μόνον δὲν δίδω προνόμια, διότι αὐτὸ καταργεῖ τοὺς νόμους, τὸ Σύνταγμα, τὴν δύναμιν ὅλων τῶν ἐπερχομένων Βουλῶν, μέχρι τοῦ 1930 ἢ 1940 ὅτε λήγει τὸ προνόμιον, ἄν ποτε χορηγηθῇ.
§8ΤΙΝΕΣ. Μέχρι τοῦ 1917.
§9Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Μάλιστα ἀπὸ τοῦ 1892, σᾶς λέγω, καὶ ἀκολούθως, ὅταν λήγῃ τὸ προνόμιον τῆς Τραπέζης ἢ οἱαδήποτε ἕτερα προνόμια καθὼς τῆς Κωπαΐδος καὶ ἄλλων, νομίζετε, ὅτι ἡ Βουλὴ ἡ θεσπίζουσα τὸ προνόμιον αὐτὸ δύναται καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης νὰ τὸ ἐπεκτείνῃ εἰς εἰκοσιπενταετίαν; διότι ἐδῶ μᾶς ὠθεῖ ἡ Κυβέρνησις. Ὅταν λήξῃ τὸ προνόμιον, τότε πρέπει νὰ ζητηθῇ ἡ ἀνανέωσις εἰς τὰ 1892· ἔστω· τότε ἡ Βουλὴ τοῦ ἔτους 1892 εἶναι ἡ μόνη ἁρμοδία ν’ ἀποφασίσῃ, ἐὰν πρέπῃ ν’ ἀνανεώσῃ τὸ προνόμιον, ὥστε πρέπει ἆρά γε δώδεκα ἔτη πρὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης νὰ δώσωμεν προνόμιον; πρέπει ἆρά γε πρὶν ἢ τελειώσῃ τοῦτο νὰ ἐπισωρεύωμεν προνόμια ἐπὶ προνομίων δι’ ἄλλα εἰκοσιπέντε ἔτη; οὕτω παραλύομεν τὴν Βουλὴν τοῦ 1890, παραλύομεν τὴν Βουλὴν τοῦ 1885, καὶ ἂν ἡμεῖς δώσωμεν τὸ παράδειγμα νὰ ἀνανεώσωμεν τὸ προνόμιον ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης, τί θὰ ἀκολουθήσῃ εἰς τὴν ἐπιοῦσαν σύνοδον; Ἐνδέχεται ἡ Τράπεζα νὰ εἴπῃ, δὲν δύναμαι νὰ προσφέρω χρήματα εἰς ἀνάγκην τινὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δίδω εἴκοσιν ἑκατομμύρια δραχ. εἰς μέταλλον καὶ ὀγδοήκοντα ἑκατομμύρια εἰς χαρτί, ἀλλὰ πρέπει νὰ μᾶς ἀνανεώσητε τὸ προνόμιον διὰ μίαν ἀκόμη εἰκοσιπενταετίαν. Δὲν ἠξεύρω διατί δὲν τὸ κάμνετε καὶ αὐτό. Εἶναι τὸ αὐτὸ ὡσανεὶ ἡ Κυβέρνησις ἔλεγεν, «ἐνοικιάζω μίαν οἰκίαν διὰ 100 ἔτη, χωρὶς νὰ τὸ λέγῃ ὁ νόμος.» Ἀλλὰ, κύριοι, ἐνοικιάσατε αὐτὴν διὰ πέντε μόνον καὶ ἄφετε εἰς τὴν ἑπομένην Κυβέρνησιν νὰ ἐνεργήσῃ, καὶ ὄχι σεῖς νὰ φανῆτε, ὅτι φροντίζετε περὶ ὅλων, καὶ νὰ καταστήσητε ἀργὴν καὶ Κυβέρνησιν καὶ Βουλὴν εἰς τὸ ἑξῆς. Ἡ Βουλὴ νομοθετεῖ, ἡ Βουλὴ, ἔστω, δίδει προνόμια (κατ’ ἐμὲ ἐναντίον τοῦ Συντάγματος), ἀλλ’ ὅταν λήξῃ τὸ ἓν προνόμιον, πρέπει νὰ ἔρχηται τὸ ἄλλο. Ἀπὸ τῆς σήμερον ὅμως ἂν τὸ πράξητε, εἶναί τι, τὸ ὁποῖον καταργεῖ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους, καὶ ἡ Βουλὴ αὐτοκτονεῖ. Ἀφίνω δὰ καὶ τόσα ἕτερα προνόμια τῆς Τραπέζης, καθὼς τὸ νὰ μεταβάλλῃ τὴν πολιτικὴν δικονομίαν ὑπὲρ ἑαυτῆς, ν’ ἀφαιρέσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς τῶν τρίτων ὑπὲρ ἑαυτῆς, ὅλοι οἱ ἄλλοι πολῖται νὰ ὑποκείμεθα εἰς τοὺς νόμους, καὶ ἡ Τράπεζα νὰ μὴ ὑπόκειται· ἀφίνω τόσα ἄλλα προνόμια, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Τράπεζα, ἰδιαιτέραν Δικονομίαν, ἐνῷ ἂν δὲν ἦσαν τῳόντι αἱ παροῦσαι περιστάσεις, ἤθελον προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν πάντες οἱ πολῖται νὰ ἔχουν τὴν Δικονομίαν τῆς Τραπέζης. Ὥστε βλέπετε πόσον ἡ σύμβασις αὐτὴ εἶναι ἐπιζημία εἰς τὸ ἔθνος· Ἀλλὰ, κύριοι, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της εἰς τοῦτο, ὅτι ἐφέτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ τὸ προνόμιον αὐτὸ διὰ μίαν ἑτέραν εἰκοσιπενταετίαν, ἀλλὰ νὰ περιμένῃ τὸ 1890 ἔτος, ὡς ἔκαμεν ὀρθῶς ἡ Ἰόνιος Τράπεζα περιμένουσα ἓν ἔτος πρὸ τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας, καὶ τότε ἐζήτησε τὴν ἀνανέωσιν τοῦ προνομίου· ἐγὼ ἐναντιώθην τότε, καὶ ὅμως τὸ ἔλαβε· τίς οἶδε, κύριοι, εἰς ὁποίας περιστάσεις θὰ εὑρεθῇ ἡ Ἑλλὰς τὸ 1892, διατί ἀπὸ τώρα νὰ δεσμευθῇ; Προτιμότερον εἶναι νὰ μὴ γείνῃ δεκτὴ ἡ σύμβασις, καὶ νὰ κάμωμεν δάνειον 100 ἑκατομμυρίων μὲ 7 καὶ 8%, παρὰ νὰ ὑποχρεωθῶμεν μὲ ἀτιμίαν τοῦ ἔθνους νὰ παραδεχθῶμεν τοιαύτην σύμβασιν ἐπιβεβλημένην ὑπὸ τῆς ἀνάγκης. Εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὁ λόγος τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα, ὅλα τὰ ἄλλα ἦσαν προοίμια. Ὁ λόγος δὲ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπὸ ὥριμον σκέψιν, διότι θέτει μυστικῶς πως τὸ ζήτημα τοῦ πολέμου, καὶ χωρὶς νὰ τὸ εἴπῃ διόλου, θέλετε νὰ ὑποχρεωθῆτε εἰς τοιαῦτα πράγματα, νὰ εὑρεθῆτε ἡμέραν τινὰ περιπεπλεγμένοι εἰς πόλεμον ἐναντίον γείτονος Κράτους, τὸ ὁποῖον δὲν μᾶς ἔδωσε καμμίαν ἐνόχλησιν; Καὶ χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ πρότασις ἐγὼ κάμνω τὴν πρότασιν, θέλετε πόλεμον ἢ εἰρήνην; Ἀλλ’ ὁ λόγος τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ δὲν λέγει πόλεμον ἢ εἰρήνην, ἀλλὰ μισόλογα, καὶ μὲ μισόλογα δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν· ἔπρεπε νὰ θέσῃ ῥητῶς ἡ Κυβέρνησις, «θέλετε πόλεμον ἢ εἰρήνην; Ἐγὼ θέλω τὸν διεξαγάγει» καὶ ἐν τιμῇ λέγω καὶ ἐγώ, ὅτι ἤθελον προτιμήσει νὰ διεξαγάγῃ τὸν πόλεμον ὁ κ. Κουμουνδοῦρος μᾶλλον ἢ ὁ κύριος Τρικούπης. Πλὴν δὲν εἴμεθα εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, καὶ πρέπει νὰ σκεφθῶμεν νὰ μὴ ὑποχρεωθῶμεν, καὶ ἔπειτα ἐκτεθῶμεν εἰς τὸν περίγελων καὶ τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ κόσμου, ὅτι ἐψηφίσαμεν πόλεμον χωρὶς νὰ ἐννοῶμεν τίποτε. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις, ὅσῳ μικρὰ καὶ ἐὰν ἦναι, ἠμπορεῖ νὰ ματαιώσῃ τὴν πρότασιν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ἂν ὅλη ἡ ἀντιπολίτευσις συμφωνήσῃ μὲ τὴν κυβέρνησιν καὶ τὸ περὶ πολέμου κεφάλαιον, μόνον εἷς ἐὰν μείνῃ ἠμπορεῖ νὰ παραλύσῃ τὴν κήρυξιν τοῦ πολέμου, κατὰ τὸν λόγον τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, διότι ὑποχρεοῦται ὁ κ. πρωθυπουργὸς, καὶ ἐὰν ἦναι μόνος νὰ ἐναντιωθῇ εἰς τὴν πρότασίν του, νὰ παραιτηθῶσι καὶ ὅλοι του οἱ συνυπουργοὶ (ἱλαρότης.) (Ὁ ἀγορεύων ἀναγινώσκει ἐκ τοῦ τελευταίου λόγου τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ.) «Ἡ πολιτική μας, λέγει ὁ κ. πρωθυπουργός, εἶναι ἑτοιμασία πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων τῆς Εὐρώπης.» Ἐγὼ κύριοι, ὡς καὶ πρότερον, οὕτω καὶ τώρα ἀμφισβητῶ τοῦτο, δὲν ὑπάρχει ἀπόφασις τῆς Εὐρώπης, δὲν ὑπάρχει ἐτυμηγορία· ἂν ὑπῆρχεν, ἡ κυβέρνησις ἤθελε τὴν φέρει ἐνώπιόν σας, ἤθελεν ὑποβάλει καὶ τὴν συνθήκην καὶ τὴν ἔκθεσιν τῆς τεχνικῆς ἐπιτροπῆς. «Ἐλπίζομεν ἐπὶ τὴν συνδρομὴν τῆς Εὐρώπης, ἀλλὰ θέλομεν νὰ διατηρήσωμεν καὶ τὴν αὐτοβουλίαν μας, εἰς πᾶσαν περίστασιν.» Οἱ λόγοι εἶναι γενναῖοι, εἶναι εἰρηνικοί, ἀλλ’ εἰς μάτην. «Μὴ ζητῆτε περισσοτέρας ἐξηγήσεις.» Ὅλα τὰ βασίλεια τοῦ κόσμου φέρουν τὰς βίβλους των, τὸ μὲν τὴν κυανῆν, τὸ δὲ τὴν κιτρίνην, τὸ δὲ τὴν ἐρυθράν, τὸ δὲ τὴν μέλαιναν, μόνη ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει βίβλον. «Τί θέλετε νὰ σᾶς εἴπω, ὑπουργὸς μικροῦ ἔθνους, πτωχοῦ, ἀδυνάτου;» Λαμπρά! ὡς ἁρμόζει εἰς γενναῖον ἄνδρα. «Ὑποθέτω δὲ, ὅτι οὐδὲν ἔχω διδόμενον ν’ ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ εὔνοια τῆς Εὐρώπης θέλει μᾶς ἐγκαταλείψει.» Ὀρθὸν καὶ αὐτό, ἀλλ’ ἕως πότε; εἰς ποίας καλένδας; εἰς τὰς Ἑλληνικὰς μέχρι Μαΐου; καὶ δέν μοι λέγετε ποῦ θὰ εὑρεθῶμεν τότε μὲ 80 χιλιάδας στρατόν, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἐργοστάσια, τὰ ὁποῖα νὰ κατασκευάζουν ἕν καρφίον, ἢ ἕν ὑποκάμισον τοῦ στρατιώτου; ἐὰν εἰς πρώτην σύγκρουσιν χάσωμεν δέκα χιλιάδας στρατιώτας, ἔχομεν ν’ ἀναπληρώσωμεν αὐτάς; εἴμεθα προητοιμασμένοι; ἐὰν χάσωμεν δέκα πυροβόλα, ἔχομεν νὰ τὰ ἀναπληρώσωμεν ἀπὸ τὰ ἐργοστάσια τοῦ Κρούπ; «Αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτική μας.» Ἐὰν ἔμενεν ἕως ἐδῶ ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἤθελε πράξει ἔργον ἑλληνικόν· ἀλλ’ ἀκούσατε τί προσθέτει, τὸ ὁποῖον ἀναιρεῖ αὐτόν. «Πλὴν, κύριοι, ἵνα ἐπιτύχῃ ἡ πολιτικὴ αὕτη, ἔχομεν ἀνάγκην τῆς ὑποστηρίξεως τῆς Βουλῆς» Οὐχὶ τῆς πλειονοψηφίας, ἀλλὰ τῆς Βουλῆς ἁπάσης, καὶ βλέπετε πῶς τὸ ἐπεξηγεῖ, θέλει παμψηφίαν διὰ νὰ μὴ ἀναδεχθῇ τὴν εὐθύνην, διότι, ἐὰν μία ἀντιπολίτευσις μικρά, ἢ μεγάλη, διαδοθῇ εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ εἴπῃ εἶμαι ἀθώα τοῦ χυνομένου αἵματος, καὶ αἱ χεῖρες μου εἶναι καθαραὶ ἀπὸ τὰ μέταλλα τὰ σκορπιζόμενα, ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἀναδεχθῇ μεγάλην εὐθύνην· ἀλλ’ ὅταν ἦναι παμψηφία, τότε ποίαν εὐθύνην ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ἢ ἡ Βασιλεία, ἡ ὁποία δὲν τολμᾷ νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν, οὐδὲ τολμᾷ νὰ ἐκστρατεύσῃ ἐκτὸς τῶν Ἑλληνικῶν μεθορίων; «Καὶ ἀπευθύνομαι πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν, διότι ἔχω πεποίθησιν εἰς τὰ πατριωτικὰ αἰσθήματα καὶ αὐτῆς. Δὲν πιστεύω δέ, ὅτι ἐπηρεάζεται ἀπὸ μικρολόγα καὶ προσωπικὰ πάθη καὶ συμφέροντα, ἐνώπιον τοῦ μεγάλου ἡμῶν ζητήματος καὶ τῶν μεγάλων περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι μᾶς περικυκλοῦν.» Ἐγὼ δὲν εὑρίσκω οὔτε μέγα ζήτημα, οὔτε μεγάλας περιστάσεις. «Θέλει, ἐλπίζω, λησμονήσει πᾶν ὅ,τι προσωπικὸν καὶ ταπεινόν, καὶ θέλει συμπράξει εἰς τὴν εὐόδωσιν τοῦ ἔργου· ἔχομεν ἀνάγκην τῆς ἀπολύτου συνδρομῆς σας» Ἀπολύτου συνδρομῆς! ἀλλ’ ἐὰν τρεῖς ἢ δύο λείψουν, δὲν εἶναι ἀπόλυτος ἡ συνδρομὴ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ὑπὸ τὸ ὄνομα ἀντιπολίτευσις ἐννοῶ ὅλα τὰ κόμματα καὶ ὑποκόμματα, καὶ παραϋποκόμματα. «Ἂν ἀμφιβάλλετε, ἂν ἔχετε ἐνδοιασμοὺς, πρέπει νὰ τὸ εἴπητε καθαρά.» Ἐξηγήθητε λοιπόν! σὲ προκαλεῖ ἡ Κυβέρνησις, ὦ ἀτιπολίτευσις, μὴ φοβεῖσθε τάχα, ὅτι εἶσθε ὀλίγοι, διότι καὶ 50, καὶ 20, καὶ 10, καὶ 3 ἂν εὑρεθῶμεν, παραλύομεν τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὸν λόγον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ δύναμις τοῦ ἔθνους, διότι αἰσθάνεται ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν ἔχετε ἐντολήν, δὲν ἔχετε ἀποστολήν, διὰ νὰ ἐπιψηφίσητε ὅλα αὐτὰ τὰ χρειώδη τοῦ πολέμου, καὶ ἂς μὴ γίνεται μνεία τοῦ πολέμου· ἑπομένως μάθετε ποίαν δύναμιν ἔχετε, καὶ ἂν σεῖς θέλετε νὰ προδώσητε τὴν ἐντολήν σας, τὴν ἀποσλήν σας, τὴν τιμήν σας, ποτὲ οἱ τρεῖς βουλευταὶ τῆς Πάλης δὲν θὰ προδώσουν τὸ ἔθνος. Ἐγὼ παριστῶ τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν. Διαλύσατε τὴν Βουλήν, καὶ τότε, ἂν τὸ ἔθνος στείλῃ φιλοπολέμους, εἶναι ἄξιον τῆς τύχης του ὅ,τι καὶ ἂν πάθῃ. Πρὸ αὐτῆς τῆς στιγμῆς ποτὲ δὲν πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ προετοιμάζῃ εἰς πόλεμον. Κατὰ τὸ πνεῦμα καὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ κήρυξις τοῦ πολέμου δὲν ἔχει λόγον. «Μὴ παρεμβάλλετε ὅμως δυσκολίας». Καὶ ὅλη ἡ ἀντιπολίτευσις παρεμβάλλει δυσκολίας καὶ ἐγὼ αὐτός, μέχρις οὗ ἀνακληθῇ ἡ ἐντολή μου. «Ἔχομεν ἀνάγκην τῆς ὑποστηρίξεώς σας, μετ’ ἐνθουσιασμοῦ.» Οὐχὶ μὲ ψήφους· ἀλλ’ ἔχει ἡ ἀντιπολίτευσις τὸν ἐνθουσιασμὸν διὰ νὰ τὸν μεταγγίσῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον; δὲν τὸν ἔχει ἀπὸ τὸν λαόν, διότι ὁ λαὸς δὲν σᾶς ἔδωκεν ἐνθουσιασμόν, παρὰ μόνον εἰς ἀμυντικὸν πόλεμον, οὐχὶ εἰς ἐπιθετικόν. «Καὶ ὁ ἐνθουσιασμὸς νὰ μεταδοθῇ εἰς τὸ ἔθνος·» Ὁμολογεῖ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι τὸ ἔθνος δὲν ἔχει ἐνθουσιασμόν, εἰ δ’ ἄλλως θὰ ἔλεγεν, ἰδέτε τὸ ἔθνος πῶς ἐνθουσιᾷ. Ἀλλὰ τὸ ἔθνος ἡσυχάζει, καλῶς ἢ κακῶς, ἕκαστος ἂς τὸ κρίνῃ· ἂν ἦτον ἀμυντικὸς πόλεμος, ἐβλέπετε πῶς ἤθελε τρέξει, ἀλλ’ εἶναι ἐπιθετικός, ἕκαστος λέγει, ἠξεύρω ἐγὼ τί τρέχει; ῥᾳδιουργίαι, βασίλεια ἀναμιγνύονται, συμπολίτευσις καὶ ἀντιπολίτευσις, προσωπικὰ πάθη, κόμματα· ἑπομένως δὲν δύναται νὰ δείξῃ ἐνθουσιασμὸν εἰς τοιαύτην περίστασιν. «Ἂν ἡ παραμικρὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία χάριν τῆς πατρίδος, χάριν τῶν συμφερόντων, χάριν τῆς τιμῆς αὐτῆς, εἴπατέ μας καθαρὰ νὰ καταβῶμεν τῆς ἕδρας» Καὶ ἀμφιβάλλετε ἀκόμη, ὅτι ἔπεσεν ἡ Κυβέρνησις; καὶ τὴν ἐπαινῶ· διότι ἐγὼ ἐπαινῶ τοὺς γενναίους ἄνδρας, ὡς θυσιάζοντας τὴν θέσιν των, χάριν τῆς ἰδέας των· δὲν εἶναι καθόλου παράδοξον νὰ μὲ ἰδῆτε εἰς τὸ πλευρὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀντιπολιτευομένου τὴν νέαν Κυβέρνησιν! «Καὶ δὲν πρέπει οὐδ’ ἐπὶ μίαν στιγμὴν νὰ καθίσωμεν ὡς ὑπουργοὶ εἰς τὰ ἑδώλια, ἐὰν δὲν ἔχωμεν τὴν ὑποστήριξίν σας πλήρη.» Ἀλλὰ πλήρης ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν εἶναι, ἂν λείπω ἐγὼ ἢ ἂν λείπῃ ὁ ἀδελφός μου Νικόλαος. «Ἂν νομίζητε, κύριοι, ὅτι δὲν εἴμεθα ἐπαρκεῖς, ψηφίσατε καθ’ ἡμῶν καὶ οὐχὶ κατὰ τῶν πραγμάτων.» Ἐπαινῶ τὴν γενναιότητα· ἂς ἔλθῃ ὁ κ. Τρικούπης νὰ διεξαγάγῃ τὸν πόλεμον, ἂς ἔλθῃ νὰ διοικήσῃ τὴν ἐπιστράτευσιν· πρέπει, κύριοι, διὰ νὰ μὴ ἔχῃ εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις, οὔτε ὁ Βασιλεύς, οὔτε ἡ ἀντιπολίτευσις, πρέπει νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλή, καὶ τὸ ζητῶ ἐγώ· καὶ ἂν δὲν διαλυθῇ, πρέπει νὰ παύσουν αἱ πράξεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι θὰ περιπλέξουν τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ ἔθνος εἰς πόλεμον, ὁ ὁποῖος θὰ ἦναι ἀμείλικτος, αἰώνιος, καταστρεπτικός, φυλετικὸς καὶ θρησκευτικός, θὰ κινδυνεύσουν ὅλοι οἱ χριστιανοὶ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας· πᾶσα κώμη χριστιανικὴ καὶ Ἑλληνικὴ θὰ γείνῃ Βατάκ! Ἀναφέρω τὸ γεγονός, δὲν λέγω ἂν καλῶς, ἢ κακῶς· καὶ ἂν γείνῃ Βατάκ, τότε ποῦ μένομεν; οὕτω νομίζετε, ὅτι τόσα ἑκατομμύρια Ὀθωμανῶν Τούρκων ὁμοφύλων μὲ τοὺς περισσοτέρους Ἕλληνας θὰ παραχωρήσουν τὸν τόπον καὶ θὰ εἴπωσιν ἐμβῆτε νὰ θερίσητε καὶ νὰ τρυγήσητε; «Τὴν Κυβέρνησιν ἐπιβαρύνουν μέγιστα βάρη· ἔχομεν ἀνάγκην διὰ τοῦτο τῆς ἀπολύτου ὑποστηρίξεώς σας, διότι τὸ ἔργον ἄλλως δὲν εὐοδοῦται.» Ἢ τὸ ἔργον πρέπει νὰ καταργηθῇ, ἢ ἄλλως πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ διαλυθῇ· ἓν ἐκ τῶν δύο, μέσος ὅρος δὲν ὑπάρχει. Καὶ ἂν δὲν διαλυθῇ ἡ Βουλή, ἐγὼ θὰ κάθημαι ἐντὸς τῆς Βουλῆς ὡς μάρτυς νὰ θρηνῶ τὴν κατάστασιν τῆς Πατρίδος. Ἀλλά, κύριοι, ἐνδέχεται νὰ νομίζουν πολλοί, ὅτι μεγαλοποιῶ τὰ πράγματα, ὅτι δὲν ὑπάρχει αὐτὸς ὁ κίνδυνος, ὅτι ὁ πόλεμος εἶναι περίπατος, ὅτι οἱ ἀδελφοί μας χριστιανοὶ εἰς τὰς δύο ἐπαρχίας, μόλις παρουσιασθῇ τὸ πρῶτον ὅπλον τὸ Ἑλληνικὸν θ’ ἀποσείσουν τὸν ζυγὸν ὡς τὴν κάππαν των. Ἀλλ’ οὕτω δὲν ἔχει τὸ πρᾶγμα, καὶ ἡμεῖς τυφλώττομεν νομίζομεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει εἰς τὸν κόσμον εἰμὴ ἡ Ἑλλάς, ἡ Ἤπειρος καὶ ἡ Θεσσαλία. Πῶς τὸ πάλαι (λέγουν τινὲς) ἡ Ἑλλὰς ἐθριάμβευσεν ἐναντίον τῶν ἀπείρων στρατιῶν τοῦ Δαρείου καὶ τοῦ Ξέρξου, ἡμεῖς δὲ δὲν θὰ διώξωμεν ὀλίγους Ἀλβανούς; Ἀλλὰ τότε ἡ Ἑλλὰς ἦτο τὸ μᾶλλον πολιτισμένον μέρος τοῦ κόσμου, ἡ μόνη δύναμις τῆς Μεσογείου· τὰ δὲ παράλια τῆς Ἀσίας δὲν ἦσαν ἀνεπτυγμένα, διότι ἂν ἦσαν, Ἑλλὰς ἐδῶ δὲν θὰ ὑπῆρχεν. Τὸ πάλαι ἡ Θεσσαλία καὶ ἡ Μακεδονία ἦσαν ἡνωμέναι μὲ τοὺς Πέρσας· γνωρίζετε, ὅτι οἱ Θεσσαλοὶ ἐδιοπράγουν, καὶ δὲν ἤθελον οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τοὺς Ἕλληνας, καὶ ἡ καλλιτέρα ἵππος τῶν Περσῶν ἦτο ἡ Θεσσαλική· σήμερον, δόξα τῷ ἁγίῳ Θεῷ, μετεβλήθησαν τὰ πράγματα, ἀλλ’ οἱ Πέρσαι εἶναι εἰς τὴν θέσιν των καὶ μάθετε, ὅτι οἱ Τοῦρκοι εἶναι ἀρχαῖοι Πέρσαι, φυλετικῶς εἶναι ἡ αὐτὴ φυλὴ, ἡ αὐτὴ γλῶσσα, καὶ ἂν θέλετε σᾶς δίδω δοκίμιον τῆς Περσικῆς γλώσσης. Νομίζετε, κύριε Καλαμογδάρτα, ὅτι ἡ Θεσσαλία εἶναι λέξις Ἑλληνική; ὄχι· εἶναι λέξις Περσικὴ καὶ γνησιωτάτη Περσική. Βαστάξατε τὸν νοῦν σας, διότι θὰ γυρίσῃ. Εἰ καὶ ἀργὰ, ἐπεδόθην ὅμως εἰς τὴν σπουδὴν τῆς Περσικῆς γλώσσης, κ. Καθηγητὰ, (πρὸς τὸν κύριον Καλλιγᾶν ἀποτείνεται).
§10ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἀκούομεν.
§11Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τώρα τὸ μεταλέγω. Εἰ καὶ ἀργὰ, ἐπεδόθην εἰς τὴν σπουδὴν τῆς Περσικῆς γλώσσης.—Κύριε καθηγητὰ, ἐκεῖ νὰ καθήσητε· (δεικνύει μέρος τι ἔμπροσθεν τοῦ βήματος, ὅπερ καταλαμβάνει ὁ κ. Καλλιγᾶς.) Τί ἔγεινε, κύριοι; πῶς ἀνεφύησαν οἱ Ἕλληνες; ἐκ τῆς γῆς; Ὄχι.
§12ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τέττιγες.
§13Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Αὐτὴν τὴν ἱστορίαν τὴν ἀφίνω διὰ σᾶς. Ἦσαν ποιμένες ἐλθόντες ἐκ τῆς Ταταρίας, ἐκ τῆς Περσίας, καὶ οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἦσαν καὶ εἶναι Πέρσαι.
§14ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ........
§15ΤΙΝΕΣ. Μὴ ἀπαντᾷς.
§16Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Διακόπτομαι διὰ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐδῶ ἐπιθυμῶ νὰ ἔχω ὅλους τοὺς βουλευτὰς σοφοὺς ὡς τὸν κ. Καλλιγᾶν, ἐπιθυμῶ νὰ ἔχω ὅλα τὰ μέλη τῆς γαλλικῆς καὶ τῆς γερμανικῆς Ἀκαδημίας παρόντα, καὶ διὰ σᾶς ἔχω στοιχήματα νὰ βάλω· θέλετε ἑκατὸν δραχμὰς δι’ ὅσα λέγω; θέλετε πεντακοσίας; θέλετε χιλίας; θέλετε δέκα χιλιάδας δραχμάς; θέλετε ἑκατὸν χιλιάδας δραχμὰς εἰς ὅ,τι λέγω;
§17ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἔχω ἑκατὸν χιλιάδας δραχμάς.
§18Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Οὔτε ἐγὼ δὲν ἔχω, ἀλλ’ ἔχω ἐγγυητὴν τὸν ἀδελφόν μου τὸν ἰατρὸν, ὅστις τὰς ἔχει (γέλως.) Ἢ ἐγὼ πληρώνω τὰς ἑκατὸν χιλιάδας δραχμὰς εἰς τοὺς σοφούς, ἢ οἱ σοφοὶ νὰ μοῦ πληρώσωσιν ἕκαστος, ὅστις θέλει νὰ συναγωνισθῇ, νὰ μοὶ πληρώσῃ ἑκατὸν χιλιάδας δραχμάς.
§19ΠΑΠΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ἦνε ἐδῶ κανείς.
§20Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τὸ Βυζάντιον, ὑπάρχει παράδοσις ἀρχαία Ἑλληνική, ὅτι ἐκτίσθη ὑπὸ τῶν Μεγαρέων, καὶ ὁ Βύζας ἔκλεξε τὸ μέρος αὐτὸ καὶ ἔκτισε τὸ Βυζάντιον. Πρᾶγμα τόσον ἀδύνατον, ὥστε ἐζήτησα εἰς τὴν ἱστορίαν, εἰς τὰ ἀρχεῖα τῆς Περσίας, εἰς τὰ ἀρχεῖα τῆς Τουρκίας τὴν ἐξήγησιν αὐτοῦ τοῦ θέματος, πῶς, εἶναι ἀνεξήγητον, πῶς οἱ ἀρχαῖοι Βυζάντιοι ὡς δῆθεν ἄποικοι τῶν ἀρχαίων Μεγάρων, πῶς εἶχον σύμβολον τὴν Σελήνην; Πεντακοσίας δραχμὰς δίδω εἰς ἕνα, ὅστις μοὶ φέρει αὐτὴν τὴν εἴδησιν, εἰ δ’ ἄλλως νὰ μοὶ τὰς πληρώσῃ, καὶ πῶς ἡ Σελήνη, σήμερον εἶναι σύμβολον τοῦ εὐτυχῶς Σουλτανεύοντος Ἀμπτοὺλ Χαμίτ; Ἐὰν ἡμεῖς εἴχομεν σύμβολον τὴν Σελήνην, ἤθελον εἰπεῖ, ὅτι εἴχομεν τὸ ἀρχαῖον σύμβολον τῶν ἀποίκων μας, καὶ εἰς ἡμᾶς ἀνήκει τὸ Βυζάντιον. Τὴν σήμερον τὸ σύμβολον τὸ ἔχουν οἱ Τοῦρκοι, δὲν τοὺς λέγω Ὀθωμανούς, διότι τὸ ἔντιμον ὄνομα εἶναι Τοῦρκος, διότι Τοῦρκος εἶναι ὄνομα Ἑλληνικὸν (ἱλαρότης.) Καὶ λοιπὸν οἱ Τοῦρκοι μὲ τὴν Σελήνην διεδέχθησαν τοὺς ἀρχαίους Μεγαρεῖς μὲ τὸ σύμβολον τῆς Ἑλλάδος; Ἐὰν οἱ σοφοὶ μοῦ λύσωσιν αὐτὴν τὴν ἀπορίαν, διατί οἱ ἀρχαῖοι Βυζάντιοι εἶχον σύμβολον τὴν Σελήνην, δίδω 500 δραχμάς· Παρακαλῶ τὸν κ. Καθηγητήν, ὅστις δὲν ἀμοιρεῖ φιλολογικῶν γνώσεων, νὰ δεχθῇ τὸ συναγώνισμα.
§21ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εὔκολον, θὰ τὸ χάσετε. Ἐκ τῆς Ἰνοῦς.
§22Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Μυθολογικῶς.
§23ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἡ ὁποία εἶχε σύμβολον τὴν Σελήνην.
§24Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Αὐτὰ σᾶς εἶπον, ὅτι τὰ γνωρίζουν καὶ ἄλλοι· ἀγαπᾶτε νὰ σᾶς φέρω εἰς ἄλλο στάδιον κατώτερον; διότι αὐτὸ εἶναι πολὺ ὑψηλὸν διὰ σᾶς (ἱλαρότης.)
§25ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Νὰ μᾶς φέρητε εἰς τὸ 1880.
§26Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Θέλετε ν’ ἀποφύγετε τὴν συζήτησιν;
§27ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐὰν θέλητε νὰ ὑπάγωμεν εἰς τὴν Ἀκαδημίαν, τὴν δέχομαι.
§28Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἀλλοῦ δὲν πρέπει νὰ λυθοῦν αὐτὰ εἰμὴ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων, τὴν δόξαν πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ Ἑλλὰς διὰ τῆς Βουλῆς της. Ἠδυνάμην νὰ τὰ τυπώσω, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔκαμα, διότι ἤθελα νὰ τὰ εἴπω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§29ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Διὰ νὰ τὰ ἀκούσῃ ὁ Τσουτσουνάτος;
§30Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὁ Τσουτσουνάτος καὶ ὁ Καλλιγᾶς. (Ἱλαρότης.) Σᾶς φέρω εἰς κατώτερον θέμα. Χιλίας δραχμὰς θέτω ἀγωνοθέτημα, νὰ μοὶ ἐξηγήσητε κατ’ ἄλλον τρόπον ἀπὸ ἐκεῖνον, ὅστις ἕως σήμερον ἐξηγήθη ἀπὸ ὅλους τοὺς σοφοὺς τῆς Εὐρώπης, νὰ μοὶ ἐξηγήσητε, λέγω, τὸν πρῶτον στίχον τοῦ Πινδάρου «ἄριστον μὲν ὕδωρ».
§31ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Θὰ διψήσετε καὶ θὰ τὸ αἰσθανθῆτε.
§32Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Δηλαδὴ τὸ ἐξηγῆτε ὅπως καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι. Ἐχάσατε τὸ στύχημα. (Ἱλαρότης.) Ἀλλὰ τώρα δὲν συνδυάζω αὐτὰ τὰ μικρὰ μὲ τὰ μεγαλήτερα. Ἐὰν ἔχητε ἕν κλειδίον, μὲ τὸ ὁποῖον νὰ ἐξηγήσητε τὴν λέξιν Βυζάντιον, μὲ τὸ «ἄριστον μὲν ὕδωρ», μὲ τὴν σκάφην τοῦ φιλοσόφου Θάλητος, μὲ «τὰ σῦκα σῦκα, καὶ τὴν σκάφην σκάφην», ἑκατὸν χιλιάδας δραχμὰς ἔχω, καὶ τὰς θέτω ὡς στοίχημα. Ἀφ’ οὗ δὲ τὰ ἴδητε τυπωμένα, θὰ τολμήσητε καὶ τότε νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν ἐχάσατε; Ἀφίνω τὴν γεωγραφικὴν ὀνοματοθεσίαν μεταβαίνων ἀπὸ τὸ Βυζάντιον διὰ τῆς Μακεδονίας ἔρχομαι εἰς τὴν Θεσσαλίαν. Σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ λέξις Θεσσαλία εἶναι τουρκικὴ, εἶναι δὲ τουρκικὴ, διότι εἶναι Ἑλληνικὴ, καὶ ὄχι ἐκ τοῦ ὀνόματος «Θέσσαλος», ὅπερ δὲν ἔχει νόημα. Τί δηλοῖ δὲ Θεσσαλία; Τί δηλοῖ δὲ Ἤπειρος; Ἤπειρος κατὰ τὴν ἐτυμολογίαν τῶν σημερινῶν σοφῶν εἶναι ἄπειρος καὶ ἄπειρος ἡ Στερεά. Ψεῦδος εἶναι, δὲν λέγω ἀμάθεια, διότι ἀμάθεια συνίσταται εἰς τοῦτο, τὸ γνωστὸν νὰ ἀγνοῇ τις, ἀλλὰ ἐδῶ δὲν εἶναι ἀμάθεια, εἶναι ἡ παροῦσα κατάστασις τῆς φιλολογικῆς ἐπιστήμης, ἡ ὁποία περισσότερον δὲν ἠδύνατο νὰ προχωρήσῃ οὐδὲ αὐτὴ ἡ Ἑλλάς. Ἐγὼ ἀπὸ τὸ Ληξούρι θὰ κάμω τὴν ἐπιστήμην νὰ προχωρήσῃ· δὲν εἶναι ἀπὸ κομπασμόν. Ἔρχομαι δὲ ἤδη νὰ σᾶς εἴπω ὀλίγα τινὰ, διὰ νὰ σᾶς ἀνοίξω τοὺς ὀφθαλμοὺς, διότι ἁρμόζουν εἰς τὸ ζήτημα τὸ πολιτικόν· νομίζω, ὅτι δὲν σᾶς βαρύνω. Θεσσαλία κατὰ τὴν μυθολογίαν τὴν Ἑλληνικὴν, (ἡ ὁποία τίθεται ἐκτὸς τῆς ἐπιστήμης,) Θεσσαλία εἶναι θάς ἔλι «πεδιὰς τοῦ βράχου, τοῦ ὄρους,» Θάς εἶναι τὸ περσικὸν θάς, ὅπερ δηλοῖ πέτραν, βουνόν. Ἡ νῆσος Θάσος εἶναι ἓν βουνὸν ἐξερχόμενον ἀπὸ τὴν θάλασσαν· ἠρώτησά ποτε, ὅτε τὴν εἶδον, αὐτὴ εἶναι ἡ Θάσος; Εἶπον, ὅτι εἶναι τουρκικὴ λέξις Θάς ἤτοι πέτραν· ἔλι εἶναι περσικὴ λέξις καὶ τουρκικὴ, ἐξ ἧς ἔγειναν αἱ λέξεις Ἑλλὰς, Ἡλεία, ἐλαία καὶ τόσα ἄλλα. Λοιπὸν Θεσσαλία εἶναι Θάς ἔλι ἡ πεδιὰς τῶν βουνῶν. Καὶ πῶς λοιπὸν σεῖς δὲν συναισθάνεσθε, δὲν συνέρχεσθε εἰς ἑαυτοὺς νὰ εἴπητε, ὅτι ἐδῶ κατὰ γράμμα ἀρχαῖον, τόσον ἡ Ἑλλὰς ὅσον καὶ ἡ Τουρκία, ἔχουν τὸ αὐτὸ δικαίωμα; Ὅ,τι ἀπαιτοῦμεν ἡμεῖς ὡς Ἕλληνες, ἔχουν δικαίωμα καὶ οἱ Τοῦρκοι νὰ ἀπαιτήσουν ὡς Τοῦρκοι. Ἤπειρος δὲν εἶναι ἄπειρος εἶναι Μπίρ Μπερεΐν, ὅπερ σημαίνει γῆ, καὶ ὁ Σουλτάνος λέγεται «Μπερεΐν βασιλεὺς», βασιλεὺς τῶν δύο Ἠπείρων.
§33ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Οὔτε αὐτὸς ὁ Σάββας πασσᾶς δὲν ἠμποροῦσε νὰ εἴπῃ αὐτά.
§34Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Αὐτὰ τὰ λέγετε σεῖς.
§35ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Οὔτε ὁ Σταμούλης δὲν τὰ λέγει.
§36ΤΙΝΕΣ. Ἀφήσατε νὰ τελειώσῃ.
§37Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἀλλὰ ἢ ὁμόφυλοι ἢ ἀλλόφυλοι μὲ τοὺς Τούρκους, ἐὰν κηρυχθῇ ὁ πόλεμος κατ’ αὐτῶν, κηρύττω καὶ ἐγὼ, ὅτι εἶναι ὁ ἀδικώτατος τῶν πολέμων πρῶτον, δεύτερον, ὅτι εἶναι ὁ ἀλογώτατος τῶν πολέμων, τρίτον, ὅτι εἶναι ὁ ὀλεθριώτατος τῶν πολέμων διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἐδῶ δυνάμεθα ἡμεῖς ὅλοι νὰ συζητήσωμεν καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι δὲν ἀγαπᾷ τὸ ἔθνος ἐκεῖνος, ὅστις τὸ ὠθεῖ εἰς πόλεμον, ἀλλὰ ἐκεῖνος, ὅστις τὸ ἀναχαιτίζει, μέχρις οὗ ἀναλάμψει γαληνοτέρα ἡμέρα. Πῶς θέλομεν ἡμεῖς νὰ κινήσωμεν πόλεμον ἐναντίον ἑνὸς κράτους λαμπροτάτου; Εἶναι δίκαιον νὰ κινήσωμεν πόλεμον; Φέρετέ μοι ὅλους τοὺς γράψαντας περὶ τοῦ δικαίου τοῦ πολέμου, καὶ ἐὰν εὑρεθῇ μία περίπτωσις ὁμοία μὲ τὴν ἰδικήν μας, κατὰ τὴν ὁποίαν ν’ ἀποφαίνωνται οἱ σοφοὶ αὐτοί, ὅτι πρέπει νὰ κηρυχθῇ ὁ πόλεμος, τότε τὸν ὑποστηρίζω καὶ ἐγώ, ἀλλὰ ἐν ὅσῳ οὔτε ἕνα συγγραφέα, οὔτε ἕνα δημοσιογράφον, οὔτε τὴν κοινὴν συνείδησιν τῶν ἀνθρώπων δὲν ἔχετε ὑπὲρ ὑμῶν, τί μοὶ ὁμιλεῖτε περὶ δικαίου; Ἐὰν ἠθέλετε λῃστρικὸν πόλεμον, ἄλλος λόγος· περὶ λῃστρικῶν ὅμως πραγμάτων δὲν πρέπει νὰ γίνεται λόγος εἰς τὴν Βουλήν. Τοὺς λῃστὰς τοὺς ἀποκεφαλίζουν, ἀλλὰ τοὺς γενναίους στρατιώτας εἰς τὸν πόλεμον τοὺς βραβεύουν, καὶ τοὺς βραβεύουν καὶ ἀπὸ τὰ δύο μέρη· τοὺς λῃστὰς ὅμως ἢ τοὺς τουφεκίζουν ἢ τοὺς κρεμοῦν. Αὐτὴν τὴν τύχην θὰ λάβουν οἱ στρατιῶται; Ὅτι δὲ ὁ πόλεμος εἶναι καὶ ἀλογώτατος, νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς, ὅστις νὰ μὴ τὸ πρεσβεύῃ. Ποίους ἔχομεν ἀντιπάλους, ὥστε καὶ δίκαιον ἐὰν εἴχομεν, δὲν ἔπρεπε νὰ πολεμήσωμεν, διότι δὲν ὑπάρχουν μόνοι οἱ Ὀθωμανοί, ἀλλ’ ἐναντιοῦνται τὰ πράγματα, ἐναντιοῦται ἡ Τουρκία, ἐναντιοῦνται οἱ κάτοικοι, ἐναντιοῦται ἡ Αὐστρία, ἐναντιοῦται ἡ Γερμανία, ἐναντιοῦται ἡ Γαλλία, καὶ αὐτὴ ἡ Ἀγγλία· ἐναντίον ὅλων αὐτῶν τῶν ἐχθρῶν ὑπάρχει λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον νὰ κινήσωμεν ἡμεῖς πόλεμον ἐναντίον ἑνὸς φιλανθρώπου κράτους; Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει λόγος, λοιπὸν ἀλογώτατος εἶναι ὁ πόλεμος. Ὅτι δὲ εἶναι καὶ ὀλεθριώτατος, πρέπει νὰ τὸ σκεφθῆτε. Μὴ νομίσητε, ὅτι ἀρκεῖ, ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἀνδρεῖοι καὶ διανοητικοί, τοὺς τοιούτους περισσότερον ἐγὼ τιμῶ, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἀρκεῖ. Καὶ οἱ μύριοι τοῦ Κλεάρχου ἐξεστράτευσαν εἰς τὰ ἐνδότερα τῆς Περσίας, ἀλλὰ ὑπέστρεψαν, μὴ δυνηθέντες νὰ προχωρήσωσι. Τί; δὲν ἦτο μέγας στρατηγὸς ὁ Κλέαρχος; τί; δὲν ἦτο μέγας στρατηγὸς ὁ Ξενοφῶν; ἀλλὰ εἶπον ὀπίσω, ὀπίσω, ἐξ οὗ ἐγένετο αὐτὸ τὸ θαυμάσιον σύγγραμμα τῆς ἀναβάσεως, τὸ ὁποῖον ἐτίμησε τὴν Ἑλλάδα. Ἔχασαν ἆρά γε τὴν ὑπόληψίν των οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες, διότι οἱ μύριοι τοῦ Ξενοφῶντος ὠπισθοδρόμησαν; μάλιστα περισσότερον ἐδοξάσθησαν, διότι, ἂν ἤθελον προχωρήσει, βεβαίως ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἤθελον ἀπολεσθῆ, καὶ ἐν τούτοις μὲ τὴν ὀπισθοδρόμησίν των ἐτίμησαν τὴν Ἑλλάδα καὶ ἔγεινε τὸ σύγγραμμα τοῦ Ξενοφῶντος καὶ ἐλευκάνθη ἡ γεωγραφία τῆς Ἐλάσσονος Ἀσίας, ἐνῷ πρότερον δὲν ἐγνωρίζομεν τίποτε περὶ τῶν ἐνδοτέρων τῆς Ἐλάσσονος Ἀσίας. Ἀλλ’ ἔρχεται τὸ ζήτημα τῆς φιλοτιμίας τῆς Ἑλλάδος, τῆς φιλοτιμίας μας, τῆς τιμῆς μας! Οὔτε τῆς Ἑλλάδος ἡ τιμὴ, ἐπαναλέγω, ἔχει νὰ πάθῃ τίποτε· οὔτε τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἡ τιμὴ ἐνδιαφέρεται· μόνον ἡ τιμὴ τῶν ἀνακτόρων ἐνδιαφέρεται· ἀλλὰ καὶ αὐτό, διότι σᾶς φέρω τὴν λυπηρὰν ἀγγελίαν, ὅτι ὁ βασιλεὺς νοσεῖ, νοσεῖ δὲ τὴν Ῥωσσικὴν νόσον!
§38ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν ἐπιτρέπονται τὰ τοιαῦτα, πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ θέμα του, διότι τοιαῦτα δὲν ἠμποροῦν νὰ λέγωνται.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπονται τὰ τοιαῦτα, πρέπει νὰ εἰσέλθητε εἰς τὸ θέμα.
§40ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ. Καλὴ εἶναι ἡ φιλολογία, τὴν ὁποίαν ἠρχίσατε, ὄχι καὶ αὐτά.
§41ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἀναλύσω τὸν λόγον τοῦ βασιλέως, τὸν ὁποῖον προσεφώνησε πρὸς τὸν Ῥαδόβιτς, τὸν περιεχόμενον εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας; εἶχε σθένος καὶ πῦρ ὁ λόγος τοῦ Βασιλέως.
§42ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ. Αὐτὸ ἠμπορεῖτε νὰ τὸ εἰπῆτε, ἀλλὰ αὐτὰ τὰ ἄλλα τὰ ἀσεβῆ καὶ τὰ ψευδῆ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὰ εἰπῆτε, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἐμπνέεται ἀπὸ αἰσθήματα.....
§43ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Δύνασθε καὶ σεῖς νὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι καὶ ἐγὼ ἔχω αἰσθήματα ὑπὲρ τῶν Τούρκων, διότι ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν ἕνα σύνδεσμον μὲ τὴν Τουρκίαν, καὶ ἐὰν ἡ Τουρκία ἤθελε σκεφθῆ καλλίτερα, ἤθελον προτείνει εἰς αὐτήν, ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ φύλα τὰ ἀποτελοῦντα μέρος τῆς Τουρκίας, ἤθελον εἶναι συσσωματωμένα καὶ συγχωνευμένα μὲ τὸ Τουρκικὸν Κράτος. Αὐτὸ φρονῶ, κ. πρωθυπουργέ.
§44ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ. Φρονεῖτε ὅ,τι θέλετε.
§45Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐπιθυμῶ βέβαια ἡ βασιλεία τῆς Ἑλλάδος νὰ ἦναι ἐντιμοτέρα πασῶν τῶν βασιλειῶν τοῦ κόσμου, καὶ αὐτοῦ τοῦ προκατόχου ἡγεμόνος τοῦ βασιλέως ἡμῶν· ἐπιθυμῶ νὰ ἦναι ὁ βασιλεὺς ἡμῶν μέγας καὶ ἀνδρεῖος. Ἐκ τούτου ἀναγκάζομαι νὰ σᾶς ἀνακοινώσω μίαν ἐπιστολὴν τοῦ μεγαλειτέρου συγγραφέως τῆς Ἰταλίας περὶ τοῦ ἡγεμόνος τῶν Ἀθηνῶν προκατόχου τοῦ νῦν βασιλέως. Ἀγαπᾶτε νὰ τὴν ἀκούσητε;
§46ΤΙΝΕΣ. Ἐὰν ἔχῃ σχέσιν;
§47Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Βεβαίως, προκειμένου περὶ προκατόχου τοῦ βασιλέως Γεωργίου. Ἢ δὲν θέλετε τὴν ἱστορίαν σας; Μὴ νομίζητε ἆρά γε, ὅτι ὁ Γεώργιος ἦλθε μετὰ τὸν Περικλῆ; μετὰ τὸν Περικλῆ ἦλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅλα τὰ ἔθνη, Μακεδόνες, Ῥωμαῖοι, Σκύθαι, Νορμανδοί, Γάλλοι, Γερμανοί, Δανοὶ καὶ Βενετοί, οἱ λαβόντες τοὺς λέοντας ἐκ Πειραιῶς καὶ στήσαντες αὐτοὺς ἐν τῷ ναυστάθμῳ τῆς Βενετίας· δὲν ἔχει οὕτω; ἡ Ἑλλὰς καὶ ὅλη ἡ Ἀνατολὴ ἔγεινε τότε δεσποτάτα τῶν δεσποτῶν τῆς Πελοποννήσου, τῶν δεσποτῶν τῶν Ἰωαννίνων. Αὐτά, νομίζετε, ὅτι δὲν σχετίζονται μὲ τὸ θέμα; θέλετε νὰ κάμωμεν τὴν πατρίδα μας Γοσποδαράτον; δὲν τὸ λέγω· ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡ στιγμὴ ἦναι νὰ κάμωμεν τὴν Ἑλλάδα μεγάλην, πρέπει νὰ τὸ μάθητε, διότι ἀγνοεῖτε τί ἦτο ἡ Ἑλλὰς 70 ἔτη ἀπὸ τοῦ Περικλέους. Ἡ λαμπρότης τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος 70 ἔτη διήρκεσε, καὶ μετὰ τὰ 70 ἔτη ἐπῆλθεν ὁ βαρβαρισμός, πρῶτον διὰ τῶν ἀτίμων Μακεδόνων, δεύτερον διὰ τῶν Ῥωμαίων, τρίτον διὰ τῶν ἄλλων ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀπηρίθμησα. Τὰ Ἰωάννινα ἦσαν δεσποτάτον, καὶ μὴ νομίζητε, ὡς λέγει ὁ λογοκλόπος Μουστοξείδης, ὅτι ὠνομάσθησαν τὰ Ἰωάννινα ἐκ τοῦ δεσπότου Ἰωάννου, ἐνῷ τὰ Ἰωάννινα ἦσαν πρὸ τοῦ δεσπότου Ἰωάννου. Γιάννινα εἶναι λέξις ἀλβανική· Γιάννα σημαίνει ὄρος, βουνόν. Συνδυάσατε τοῦτο τὸ Γιάννα μὲ τὸ janiculus, λόφον τῆς Ῥώμης, τὸν λεγόμενον Ἰάνικλον! Φαντασθῆτε τώρα νὰ θέλωμεν νὰ πάρωμεν τὰ Γιάννα μὲ τὸ ξίφος, μὲ τὸ πυροβόλον μας!.... Διὰ τοῦ πολιτισμοῦ πρέπει νὰ τὰ πάρωμεν ὅλα, καὶ ὄχι μὲ τὸ ξίφος, διότι ἂν μὲ τὸ ξίφος, ὁ Ἀλβανὸς θὰ σοῦ εἰπῇ Γιάννα σημαίνει ὄρος καὶ εἶναι Ἀλβανία· θὰ σοῦ εἰπῇ.
§48ΤΙΝΕΣ. Τί εἶναι αὐτά; κ. Πρόεδρε; πῶς συγχωροῦνται αὐτὰ νὰ λέγωνται ἀπὸ τοῦ βήματος; (διάλογοι, θόρυβοι.)
§49Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Λοιπόν· δεσποτάτον ἦσαν τὰ Ἰωάννινα, ἡ Βοδονίτσα, αἱ Ἀθῆναι κλπ. δεσποτάτον σήμερον κυριολεκτικῶς λέγεται Γοσποδαράτον. Ὁ τότε ἡγεμὼν τῶν Ἀθηνῶν, ἡγεμὼν καὶ ἡμῶν αὐτῶν, εἶχε συμβούλους τῆς ἐπικρατείας, καὶ ἐξ Ἰταλίας προσεκάλεσε τὸν περίφημον Βοκκάκκιον νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν αὐλήν του, καὶ ὁ Βοκκάκκιος εἰς τὰ 1360 ἢ 1300 ἔστειλε τὸ ἑπόμενον γράμμα, τὸ ὁποῖον εἶναι μὲν χειρόγραφον, ἀλλὰ τὸ μετέφρασα ἀπὸ τὸν ά τόμον τοῦ Buchon Nouvelles Recherches, Τόμ. Αʹ. σελ. 88. (Ἀναγινώσκει................) (Θόρυβος.)
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτά. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πληροφορῶ τὴν Βουλήν, ὅτι εἰς τὰ πρακτικὰ δὲν θέλει συμπεριληφθῆ πᾶν ὅ,τι δὲν συνάδει μὲ τὴν εὐσχημοσύνην.
§52Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Δὲν ἔχετε τὴν ἐξουσίαν.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρατηρῶ εἰς τὸν κ. βουλευτήν, ὅτι ὁ ταράττων τὴν τάξιν τῶν συνεδριάσεων ἀνακαλεῖται ὀνομαστὶ ὑπὸ τοῦ Προέδρου· ἂν δὲ ἐπιμένῃ.............
§54Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τὸ παραδέχομαι καὶ πρέπει εἰς τὰ πρακτικὰ νὰ ἀνακληθοῦν εἰς τὴν τάξιν ἀπὸ τοῦ πρωθυπουργοῦ μέχρι τοῦ τελευταίου βουλευτοῦ τῆς μερίδος του, διότι ἐκεῖνοι ἐθορύβησαν.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ἐθορυβήθη διὰ τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα εἴπατε.
§56ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιτιμηθῇ.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προχωρήσατε εἰς τὴν οὐσίαν. Ὑποθέτω, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος εἰς ὅ,τι εἶπον.
§58ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§59ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὑπάρχει ἐμοῦ ἀντίῤῥησι.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν, ἣν ἔκαμον, νὰ ἐγερθῶσι....
§61ΡΙΚΑΚΗΣ. Ποίαν πρότασιν;
§62ΠΟΛΛΟΙ. (Ἀριστερόθεν.) Τί νὰ ψηφίσωμεν;
§63ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ ἀποδοκιμασία ἑνὸς βουλευτοῦ ἄνευ συζητήσεως.
§64ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι τὰ πρακτικὰ δὲν πρέπει νὰ ῥυπανθῶσι διὰ τῆς ἐπιστολῆς, ἡ ὁποία ἀνεγνώσθη· αὐτὸς εἶναι εἷς ῥύπος, ὁ ὁποῖος εἰς τὰ πρακτικὰ ἑλληνικῆς Βουλῆς δὲν πρέπει νὰ καταχωρισθῇ. Πρέπει νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλήν.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος;
§66ΠΟΛΛΟΙ. Ναί, ναί.
§67Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐπαναλαμβάνων τὸν λόγον δὲν θέλω νὰ μακρηγορήσω· διὰ τοῦτο σᾶς λέγω περὶ πολέμου ὅ,τι εἶπεν ὁ Κικέρων «Cedant avma togae!» τουτέστιν ἂς ὑποχωρήσωσι τὰ ὅπλα εἰς τὴν τήβεννον· τήβεννος δὲ εἶναι ἡ χλαμὺς τοῦ βουλευτοῦ, εἷς βουλευτὴς, δὲν ἠξεύρω τί ἀντέλεξεν εἰς τὸν Κικέρωνα, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν· ἀγαπᾶτε νὰ ἀκούσητε τί ἀπήντησεν ὁ Κικέρων;
§68ΣΑΡΑΒΑΣ. Μάλιστα.
§69Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. (Γελῶν.) Μὲ σκοτόνεις! Θὰ μὲ ἀνακαλέσουν εἰς τὴν τάξιν! νὰ σᾶς τὸ εἰπῶ τοὐλάχιστον λατινιστὶ «quid dicis, asine? θέλετε νὰ κάμω πλατυσμόν; μὲ σκοτόνουν (γελῶν.) Πρόκειται περὶ πολέμου, ἠξεύρετε τί σημαίνει; πρόκειται νὰ θυσιάσωμεν 50 ἢ καὶ 100 χιλιάδας νέων, τὸ ἄνθος τῆς Ἑλλάδος· πρόκειται νὰ ἐξοδεύσωμεν χίλια ἑκατομμύρια, πρόκειται νὰ ἴδωμεν ἐρημουμένας τὰς ἐπαρχίας, πρόκειται βεβαίως νὰ ἐρημώσωμεν Θεσσαλίαν καὶ Ἤπειρον, πρόκειται ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὸν λόγον τοῦ Λομβάρδου νὰ λάβῃ τὸ Μεσολόγγιόν της, τὰ Ψαρά της, τὴν Χίον της, τὰς Κυδωνίας της, καὶ ἐπειδὴ σήμερον δὲν ἔχομεν Μεσολόγγιον, δὲν ἔχομεν Ψαρά, δὲν ἔχομεν Χῖον, οὔτε Κυδωνίας, ἐννοεῖτε, ὅτι, ὡς ἐκάη τὸ Μεσολόγγιον, θὰ καοῦν καὶ αἱ Ἀθῆναι.
§70ΠΟΛΛΟΙ. Ἄς καοῦν.
§71Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἄς καοῦν· θέλω καὶ ἐγὼ νὰ ἀκούσω τὴν ὁμολογίαν σας. Θὰ καῶσιν αἱ Πάτραι.
§72ΠΟΛΛΟΙ. Ἄς καοῦν.
§73Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Θὰ καῇ ἡ Σῦρος.
§74ΠΟΛΛΟΙ. Ἄς καῇ.
§75Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Θὰ καῇ ὁ Πειραιεύς.
§76ΠΟΛΛΟΙ. Ἄς καῇ.
§77Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Αὐτὸ ἤθελα νὰ ἠξεύρω· καὶ ὅμως διαμαρτύρομαι ἐναντίον τῆς Βουλῆς, διότι ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται ἄνευ ἐντολῆς, ἄνευ ἀποστολῆς, ἄνευ δικαιώματος «μὴ πεποίθατε ἐπ’ ἄρχοντας!........» Ἔχετε πεποίθησιν εἰς τὸν Γλάδστωνα! σφάλλετε· ἐδῶ εἶναι οἱ βουλευταὶ τῆς Ἑπτανήσου· ἐνθυμοῦνται αὐτοὶ καὶ ὅλη ἡ Ἑλλὰς, ὅταν ἦλθεν ὁ Γλάδστων εἰς τὴν Ἑπτάνησον, καὶ ἐφώναζον οἱ Ἑνωτικοὶ τῆς Ἑπτανήσου, «ὁ Γλάδστων ἔρχεται ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως,» καὶ ὁ Γλάδστων τί ἀπήντησε δημοσίᾳ καὶ παῤῥησίᾳ; «Οὔτε ἐγὼ, οὔτε ἡ Ἀγγλία δὲν εἶναι φιλέλληνες, εἴμεθα φιλότουρκοι.»
§78ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν τὸ ἐνθυμοῦμαι· ποτὲ δὲν τὸ ἤκουσα αὐτό· εἶπεν, ὅτι δὲν εἶχεν ἀποστολὴν νὰ κάμῃ τὴν ἕνωσιν, ἀλλ’ ἐπιστρέφων εἰς τὴν Ἀγγλίαν, τὸ ὑπόμνημά του διατηρεῖται, ἐσυμβούλευσε τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν νὰ κάμῃ τὴν ἕνωσιν.
§79Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Καὶ ὅμως ὅ,τι λέγω, τὸ ἀνέγνωσα εἰς τὰς τότε ἐφημερίδας τῆς Ζακύνθου. Ὁ Γλάδστων ὁ ὑπερασπιστὴς τῶν ἐθνοτήτων ἐξωλόθρευσε τοὺς Βουλγάρους.
§80ΠΟΛΛΟΙ. Τί εἶναι αὐτά;
§81Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἔφερε τοὺς Ῥώσσους μέχρι τοῦ Ἁγίου Στεφάνου· ἐνῷ οἱ Βούλγαροι εἶναι φυλῆς τουρκικῆς καὶ μετέβαλον θρησκείαν, καὶ ἂν δὲν πιστεύετε ἐμὲ, πιστεύσατε τοῦ Βιρχοβίου, ἑνὸς τῶν μεγαλειτέρων φυσιολόγων καὶ ἰατρῶν τῆς Εὐρώπης, τοῦ καθηγητοῦ ἐν Βερολίνῳ, ὅστις, ἐξετάζων φυσιολογικῶς τὰ κρανία τῶν Βουλγάρων, εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι σλαυϊκὰ, εἶναι τουρκικά. Θέλετε νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ μίαν ἀπόδειξιν φιλολογικήν;
§82ΤΙΝΕΣ. Χωρὶς στύχημα.
§83Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Χωρὶς στύχημα, διότι ἠξεύρετε τί ἀπαιτῶ; θὰ πάρω τὴν ψυχήν σας. Βούλγαρος δὲν παράγεται ἐκ τοῦ Βόλγα, διότι οἱ Βούλγαροι δὲν κατῴκουν τὰς ὄχθας τοῦ Βόλγα. Τὸ Βούλγαρος παράγεται ἐκ τοῦ μπούλγαρ, ὡς καὶ ὀνομάζονται. Μπούλγαρ σημαίνει παλλήκαρος, εἶναι λέξις ἑλληνικὴ καὶ τουρκική, καὶ ἐν τούτοις ὁ Γλάδστων ἔφερε τοὺς Σλαύους τοὺς ἐχθροὺς τῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν Τούρκων νὰ διώξωσι τοὺς Τούρκους καὶ τοὺς Ἕλληνας ἀπὸ τὴν πατρίδα των, καὶ νὰ πάρῃ εἰς τὸν λαιμόν του τρία ἑκατομμύρια οὐχὶ στρατιώτας, ἀλλὰ γυναῖκας καὶ παιδία Βουλγάρων τε καὶ Ἑλλήνων! Αὐτὰ εἶναι τὰ φιλελληνικὰ αἰσθήματα τοῦ Γλάδστωνος.
§84ΤΙΝΕΣ. Τί εἶναι αὐτὰ ποῦ λέγεις.
§85Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Εἰς τὰς ὄρνιθας οἱ ἀδάμαντες δὲν εἶναι τίποτε. — Καὶ λέγω caedant arma togae. Συμπεραίνων προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπικυρώσῃ τὰ Βασιλικὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἄκυρα οἴκοθεν δυνάμει τοῦ Συντάγματος, νὰ μὴ ἐπικυρώσῃ τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, νὰ φέρῃ ἐντὸς τῶν ὁρίων, τῶν δικαίων ὁρίων τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ κράτους, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν δεχθῇ αὐτὰ πρὸς τιμήν της, πρὸς δόξαν τοῦ Ἑλληνικοῦ γένους καὶ πρὸς εὐδαιμονίαν αὐτοῦ, ἡ Κυβέρνησις νὰ παραιτηθῇ ἢ νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλή. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασίς μου.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν καθυστερούντων. Θὰ τυπωθῇ.
§87ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.) Ὑποβάλλω ἐν πρωτοτύπῳ γαλλιστὶ καὶ ἐν μεταφράσει Ἑλληνιστὶ σύμβασιν συναφθεῖσαν τὴν 21 Σεπτεμβρίου ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργείου μετά τινος Βελγικῆς ἑταιρίας περὶ κατασκευῆς ἱπποσιδηροδρόμων ἐν Ἀθήναις καὶ εἰς τὰ πέριξ μέρη.
§88ΑΡΙΣΤ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ἠκούσαμεν, κύριοι, πρὸ ὀλίγου τὰ ἐπιχειρήματα τῆς εἰρήνης. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Πάλης νὰ παρατηρήσω εἰς αὐτὸν, ὅτι εἶχε περισσότερα διπλώματα ἡ εἰρήνη, πρὸ πάντων δὲ κοσμιώτερα. Ἡ εἰρήνη εἶναι τῆς τάξεως θεά εἶναι ζῶσα εἰκὼν τῆς ἁρμονίας· εἶναι σεβασμὸς πρὸς τὰ κείμενα. Καὶ αἱ ἐξουσίαι, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν εἰς τὸ κράτος, δὲν εἶναι ἐξουσίαι πρὸς περιφρόνησιν· ὄχι· Ὅταν ὁμιλῇ ἡ εἰρηνικὴ ἐλευθερία, εἶναι ὑπερήφανος· δὲν ὑβρίζει, οὔτε ὑβρίζεται. Ἡμεῖς ἐξετάζομεν τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα τῶν ἄλλων, ἀλλὰ πρὸ πάντων πρέπει νὰ σεβώμεθα ἡμᾶς αὐτούς. Τότε μόνον ὑψοῦται τὸ δικαίωμα ἡμῶν καὶ ἡ σημαία ἡμῶν, ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ἦναι, τότε μόνον εἶνε ἱερὰ, ὅταν στηρίζεται ἐπὶ τῶν αἰωνίων ἀρχῶν τοῦ δικαίου καὶ τοῦ εὐπρεποῦς. Αἰσθάνομαι καθῆκον συνειδήσεως, καὶ νομίζω, ὅτι ἀντιπροσωπεύω αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁλόκληρον τὴν Βουλὴν, διαμαρτυρόμενος κατὰ τῆς ἰδέας τοῦ κ. Ἰακωβάτου, ὅτι ἡ Θεσσαλία καὶ ἡ Ἤπειρος δὲν εἶναι Ἑλλάς.
§89ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§90ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει ὁ Ὄλυμπος, ἡ ἀρχαία αἰωνία κατοικία τῶν Ἑλληνικῶν θεῶν, δὲν δύνανται ποτὲ νὰ ὑπάρξουν ξένοι. Ἐκεῖ ὅπου τὸ μαντεῖον τῆς Δωδώνης ἔδιδε τοὺς χρησμοὺς τῆς σεβασμίας Ἑλληνικῆς ἀρχαιότητος, δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξουν παρὰ μόνον Ἕλληνες. Καὶ ὅταν εἶδον συναδέλφους νὰ ἐρεθίζωνται προκειμένου περὶ προσώπων καὶ οὐχὶ προκειμένου περὶ τῶν ἀπαραγράπτων δικαίων τῆς ἡμετέρας φυλῆς, ἱστάμην ἐν ἀπορίᾳ καὶ ἐπερίμενα νὰ ἐξεγερθῇ ἡ ἀγανάκτησις. Διότι, κύριοι, νομίζετε, ὅτι εἴμεθα ἐδῶ ἀπὸ τοῦ Ταινάρου μέχρι τῆς Ὄθρυος, διὰ νὰ τρώγωμεν τὰ παχέα ζῶα τῆς εἰρήνης, τοὺς παχεῖς καρπούς; ὄχι· εἴμεθα ὑπὸ τῆς φορᾶς τῶν πραγμάτων τεθειμένοι ἐδῶ ὡς εἰς περιχαρακωμένον στρατόπεδον πρὸς σωτηρίαν τοῦ ἔξω κειμένου Ἑλληνισμοῦ. Καὶ πᾶς ὅστις λησμονήσῃ, ὅτι εἶναι προωρισμένη ἡ ἀκρόπολις αὕτη νὰ ἐλευθερώσῃ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τὸν παραπέμψω νὰ ἐξετάσῃ βαθύτερον τὰ Ἑλληνικὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὴν ἑαυτοῦ ψυχήν. Πρέπε καὶ ἔπρεπε, κύριοι, ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι νῦν νὰ ἦναι μία ἀρχὴ γενικὴ εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα· ἔπρεπεν οἱ ἄνδρες ἐδῶ νὰ ἦναι στρατιῶται καὶ βιομήχανοι, βιομήχανοι καὶ στρατιῶται, νὰ κρατοῦν μὲ τὴν μίαν χεῖρα τὴν λόγχην καὶ μὲ τὴν ἄλλην τὴν ἀξίνην, τὸ ἐργαλεῖον, ἢ τὸ ἄροτρον. Ἀλλ’ ἐλησμονήσαμεν, τρέχοντες κατόπιν ψευδῶν τῆς ἀπολαύσεως ὀνείρων, τὴν ἀποστολήν μας. Ἐνόσῳ εἷς Ἕλλην εἶναι δοῦλος, εἶναι ἀσυγχώρητον εἰς τὰ τέκνα τῆς Ἑλλάδος νὰ καθεύδωσιν (εὖγε, εὖγε). Ἀλλὰ, κύριοι, ἡ συνεδρίασις ἡ σημερινὴ ὀφείλει νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἡμᾶς καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν διδασκαλίας κοινοβουλευτικῆς. Ἐὰν ὁ ἀπόλυτος μονάρχης, τὸν ὁποῖον πᾶσα διάνοια ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἔχει ὑπ’ ὄψιν, ἐὰν πρὸ ὀλίγων στιγμῶν ἵστατο διά τινος ἀντιπροσώπου ἢ διά τινος ὀφθαλμοῦ του εἰς γωνίαν τινὰ θεωρείου, ἔπρεπε νὰ χαρῇ, ὅτι ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ ἐλέχθησαν λόγοι, οἱ ὁποῖοι πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ Ἑλληνικοί. Ὁ δεσποτισμὸς πλεονεκτεῖ τῶν ἐλευθέρων ἐθνῶν κατὰ τοῦτο, ὅτι ἔχει τὴν μυστικότητα καὶ τὴν ταχύτητα εἰς τὴν ἀπόφασιν καὶ τὴν ἐνέργειαν. Ἡμεῖς δὲ πλεονεκτοῦμεν ἐν τῇ συζητήσει τῆς ἐλευθερίας, διότι ἐν αὐτῇ εὑρίσκεται ἡ ἀλήθεια, καὶ ὅταν ἅπαξ ὀργανίσωμεν τὴν ἐθνικὴν ἀλήθειαν, εἶναι ἀκατάβλητος. Αὐτὸ, κύριοι, εἶναι τὸ μυστήριον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐνίκησαν αἱ ἀρχαῖαι δημοκρατίαι τῆς Ἑλλάδος τοὺς Πέρσας· αὐτὸ εἶναι τὸ μυστήριον, διὰ τοῦ ὁποίου περὶ τὰ τέλη τοῦ παρελθόντος αἰῶνος ἡ δημοκρατουμένη Γαλλία ἐνίκησε τὴν ἀπολυτόφρονα Εὐρώπην. Δὲν μὲ πτοεῖ λοιπὸν ἡ χασμῳδία ἡ τελεσθεῖσα πρὸ ὀλίγου ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ· διότι ἀπομένει πάντοτε τὸ μεγαλουργὸν αἴσθημα τῆς ἐλευθερίας, τὸ ὁποῖον σῴζει καὶ ἐξαγνίζει τὰ πάντα. Ἀλλὰ, κύριοι, μετὰ τὰς γενικὰς ταύτας θεωρίας, εἶναι καιρὸς νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐνασχολεῖ. Εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο διετυπώθη ὑπὸ τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ Μεσολογγίου μία θεωρία περὶ δεσμευμένων, ἡ ὁποία τῳόντι εἶναι ἄπταιστος. Εἰς οὐδένα συγχωρεῖται ἐδῶ τὸ δικαιολόγημα, ὅτι εἶναι δεσμειμένος, ἵνα μὴ ἐνεργῇ ὡς ἐλεύθερος. Ἂν δὲν εἶσαι ἐλεύθερος, ἀπόθανε. Ἂν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν τότε, δὲν εἶναι καλὰ νῦν, ἄνανδρον θεωρῶ νὰ ἐπιμένῃ τις εἰς τὴν ἐφαρμογήν των, μόνον καὶ μόνον, διότι ἤρχισαν ἅπαξ. Ὅταν δὲν συμφέρουν, πρέπει εὐθὺς νὰ κόπτωνται. Ἀλλὰ συμβαίνει, κύριοι, ἐν τῇ πρακτικῇ νὰ ἦναι πολὺ περισσότεροι οἱ δεσμευμένοι τῶν ὅσων δυστυχῶς ἐνόμισεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου. Μήπως καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος δὲν εἶναι δεσμευμένος ἀπέναντι τῶν πιστώσεων καὶ τῆς συμβάσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης; Ἀπέναντι τῶν πιστώσεων, διότι εἶναι πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς διαταχθείσης ὑπ’ αὐτοῦ ἐπιστρατεύσεως, ἀπέναντι τῆς συμβάσεως, διότι φέρει τὴν ὑπογραφήν του. Ἀλλ’ ἀντὶ τῆς διαιρέσεως ταύτης τῶν δεσμευμένων καὶ τῶν μὴ δεσμευμένων, ἡ ὁποία εἴδατε πόσον εἶναι ἀκροσφαλὴς, διότι ἐν τῇ πολιτικῇ τὰ προτερήματα καὶ τὰ ἐλαττώματα ἑκάστου τὸν περιπλέκουσιν ἐντὸς ἐλατηρίων, τὰ ὁποῖα κατόπιν οἱ ἄλλοι διαγινώσκουσι, χρησιμωτέρα θὰ ἦτο ἄλλη διαίρεσις. Ἐὰν ἠδύνατό τις ν’ ἀρχίσῃ ἀπὸ τὴν εἰρήνην, ἔχομεν τοὺς εἰρηνικοὺς, κατόπιν δ’ αὐτῆς ὁ πόλεμος ἔχει τοὺς ἰδικούς του. Ἤκουσα πρὸ ὀλίγου φωνὰς ἐκεῖθεν, αἱ ὁποῖαι ἔλεγον «ἂς καῇ»· εἶναι, φαίνεται, ψυχαὶ πολεμικαί. Ἂς καῇ τῳόντι ὁ Πειραιεὺς, ἂς καῇ ἡ Σύρος καὶ ἡ πρωτεύουσα αὐτὴ ἂς καῇ· τὸ ἔθνος θὰ ζήσῃ, ἄλλην κατασκευάζει. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν δύω αὐτῶν πολιτικῶν εἶναι οἱ πολιτικοὶ οἱ ἐπαμφοτερίζοντες, οἱ ὁποῖοι κρατοῦν χάρτην λευκὸν ἐπὶ τῆς μιᾶς πλευρᾶς καὶ μέλανα ἐπὶ τῆς ἄλλης· θέλετε τὸν λευκόν; ἰδοὺ ὁ λευκός· θέλετε τὸν μαῦρον; ἰδοὺ ὁ μαῦρος. Αὐτοὺς, κύριοι, τοὺς πολιτικοὺς τοὺς ἐπαμφοτερίζοντας ἔχω πρόγραμμα νὰ πολεμήσω ἐν ὅσῳ ζῶ, διότι αὐτοὶ εἶναι ἡ λύμη τῆς Ἑλλάδος, εἶναι ἡ ἁμαρτία καὶ ἡ κατάρα αὐτῆς, ἡ ὁποία κατέστησε τὸ Κράτος μας ἀσθενὲς, ἐν ᾧ ἔπρεπε νὰ ἦναι τὸ πρῶτον Κράτος τῆς Ἀνατολῆς. Ὅταν χθὲς, κύριοι, ἔβλεπον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν Ἀττικῆς μὲ περικεφαλαίαν (ἱλαρότης), ὅταν ἤκουον νὰ τρίζουν οἱ ὀδόντες του, οὐχὶ βεβαίως οἱ τραπεζῖται (ἱλαρότης), ἔλεγον κατ’ ἐμαυτὸν, ὅτι σημεῖον μέγα ὑπάρχει ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς γῆς. Δυστυχῶς εἶναι εὔκολον ν’ ἀποδειχθῇ εἰς τὸν βουλευτὴν Ἀττικῆς, ὅτι κατ’ ἐκείνην τὴν ὥραν ἢ ἔβλεπε φάντασμα ἢ αὐτὸς οὗτος ἦτο φάντασμα (ἱλαρότης). Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς εἶναι ἀνεξάρτητος ὅπως πᾶς ἄλλος, χωρὶς ἐν τούτοις νὰ ἀνήκῃ εἰς ἑαυτόν· ἀνήκει εἰς τὸν κ. Τρικούπην. Ἐὰν ἀποδείξω, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης δὲν εἶναι πολεμικὸς, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἦναί τις κρείσσων τοῦ κυρίου αὑτοῦ; Κατὰ τοῦτο ἡ γλῶσσα καὶ ἡ πολιτεία τοῦ κ. Τρικούπη εἶναι ἀφιλονείκητος. Τί εἶναι ἡ ἐπιστράτευσις; Ἀνοίξατε τὸ πρῶτον στοιχειῶδες βιβλίον καὶ θέλετε ἴδει, ὅτι ἡ ἐπιστράτευσις σημαίνει προπαρασκευὴν εἰς πόλεμον. Ἡ κυβέρνησις εἶναι ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον ἔχει ἡ ἐθνικὴ μεγαλειότης τεθειμένον εἰς ἓν σημεῖον ὑψηλὰ, ἵνα φωνάζῃ εἰς μίαν κρίσιμον στιγμὴν «εἰς τὰ ὅπλα.» Ἡ ἐπιστράτευσις εἶναι κραυγὴ «εἰς τὰ ὅπλα.» Ἀλλὰ τοῦ πρώην προέδρου τῆς κυβερνήσεως ἡ φωνὴ «εἰς τὰ ὅπλα» ἐγένετο κατὰ ἐχθρῶν; ὄχι· αὐτὴ ἡ φωνὴ ἦτο φωνὴ ἁπλῶς πρὸς ἐκγύμνασιν. Ὁ κ. Τρικούπης σᾶς τὸ εἶπε κατ’ ἐπανάληψιν καὶ δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅ,τι πολλάκις διεβεβαίωσε, ὅτι σκοπός του ἦτο ἡ ἐκγύμνασις. Μήπως διὰ τοῦτο εἶναι πολεμικός; Ὅταν ὑπάρχωσι 30,000 γεγυμνασμένοι στρατιῶται ἕτοιμοι εἰς τὸ πρῶτον σημεῖον τῆς πατρίδος νὰ συγκεντρωθοῦν, ὁ κ. Τρικούπης δὲν ἐνθυμεῖται αὐτοὺς, ἀλλὰ τὰ παιδιὰ τὰ ἀγύμναστα, ἐνθυμήθη τοὺς νέους ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι, ἵνα γίνωσιν ὁπλῖται ἀληθεῖς, πρέπει νὰ γυμνασθῶσι τελείως. Ἄρα ὁ κ. Τρικούπης δὲν εἶναι πολεμικὸς, διότι τῷ ἀποδίδω τὴν ἀξίαν, ὅτι εἶναι σπουδαῖος. Δευτέρα ἀπόδειξις τῆς μὴ πολεμικότητος αὐτοῦ εἶναι, ὅτι πολεμεῖ τὰς πιστώσεις, ἐνῷ αὗται ζητοῦνται διὰ τὴν ἐπιστράτευσιν....
§91ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ θὰ τὰς ψηφίσω ὅλας.
§92ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν, καθ’ ἣν ὡμιλήσατε, εἴχετε τὸν ἐναντίον σκοπόν.
§93ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ῥητῶς εἶπον, ὅτι θὰ τὰς ψηφίσω.
§94ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ἐφέρατε πολιτικὴν συζήτησιν, ὅ ἐστὶ νὰ πέσῃ τὸ ὑπουργεῖον διὰ τὰς πιστώσεις.
§95ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔφερον ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
§96ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ὁμιλοῦν τὰ πρακτικά. Ἀλλὰ πλὴν τῆς φιλονεικουμένης ταύτης ἀποδείξεως, εἶναι ἄλλη τελείως ἀφιλονείκητος. Δύναταί τις νὰ παραδεχθῇ ὡς πρόγραμμα τοῦ κ. Τρικούπη, ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ πολεμήσῃ ἡ Ἑλλὰς, παρὰ ὄπισθεν τῶν Δυνάμεων. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὅμως μίαν λεπτὴν παρατήρησιν, ὅτι τὸ δόγμα τοῦτο εἶναι ἀσέβεια πρὸς τὴν γοητείαν τῆς Εὐρώπης. Διότι ὅταν ὑψωθῇ τὸ ξίφος τῆς Εὐρώπης, ἡ Τουρκία θὰ πέσῃ ὑπτία, καὶ εἶναι περιττὸν τότε νὰ πολεμήσητε, καθὼς καὶ περιττὸν νὰ καυχηθῇ τις διὰ σᾶς, ὅτι εἶσθε πολεμικοί. Καὶ οἱ Μαυροβούνιοι δὲν ἐπολέμησαν· ὅταν δὲ ἐξῆλθε τὸ ξίφος τῆς Εὐρώπης ὀλίγον ἀπὸ τὸν κολεὸν αὐτοῦ, τὸ Δουλτσῖνον εὐθὺς παρεδόθη. Δὲν εἶσθε λοιπὸν πολεμικοί, ἐπειδὴ εἶσθε λογικοί. Ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ εἴπατε, καὶ δὲν εἶναι λόγος οὗτος τῆς στιγμῆς, μιᾶς ὑφαρπαγῆς αἰσθήματος, τὸ ὁποῖον γεννᾶται ἐξ ἐρεθισμοῦ· εἶναι λόγος μεμετρημένος καὶ ἀποδίδω πλήρη σπουδαιότητα εἰς αὐτόν. Εἴπατε ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ, ὅτι θέλει παραμείνει ὁ στρατὸς ὑπὸ τὰ ὅπλα μέχρις οὗ ἡ Εὐρώπη ἀποφασίσῃ τὴν ἐκτέλεσιν. Ἀλλ’ ἂν ἡ Εὐρώπη ἀναβάλῃ ἐπὶ τρία π. χ. ἔτη, ἵνα ἦσθε συνεπεῖς, πρέπει νὰ ἔχητε τὸν στρατὸν ἐπὶ τρία ἔτη εἰς τὰ ὅπλα. Ἀλλὰ τότε, κύριε, δὲν εἶσθε πολεμικός, εἶσθε χρεωκοπικός. Θέλετε ὅμως καὶ ἑτέραν ἀπόδειξιν· θὰ τὴν ἐξαγάγω ἀπὸ τὰ σπλάγχνα σας. Προχθὲς ἤκουσα τὸν κ. Τρικούπην νὰ στενάζῃ διὰ τὴν ὑποτίμησιν τῶν χρεωγράφων. Ἀλλ’ ὁ κ. Τρικούπης γνωρίζει πολὺ καλὰ, ὅτι ἅμα ἀναφανῇ ἡ μορφὴ τοῦ πολέμου, τὰ χρεώγραφα πτοοῦνται καὶ πίπτουν, διότι αὐτὰ εἶναι τὰ κατ’ ἐξοχὴν φοβούμενα. Ἐὰν ἦσθε πολεμικός, διατί στενάζετε εἰς τὴν πτῶσιν τῶν ἑλληνικῶν χρεωγράφων; Στενάζετε, διότι δὲν εἶσθε εἰλικρινῶς πολεμικός. Ἄλλοι δύνανται νὰ εἴπωσιν «ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τάν.» Ὁ κ. Τρικούπης ὡμίλησε προχθὲς περὶ δικτατορίας. Ἡ δικτατορία ἔχει διάφορον μορφὴν ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν φαντάζονταί τινες ἐδῶ. Πρῶτον σύμπτωμα αὐτῆς εἶναι νὰ θέσῃ τοὺς δύω πόδας σας εἰς ἓν ὑπόδημα, νὰ παύσῃ τὴν ἀπεραντολογίαν, ἡ ὁποία διαστρέφει τὰς ἐργασίας, νὰ παύσῃ τὰς μικροφιλοδοξίας, αἱ ὁποῖαι ἐξαντλοῦν τὴν ἐνέργειάν μας. Καὶ ἂν, κύριοι, ἐν τῇ ἱστορίᾳ ἐστάθητε ποτὲ ἐνώπιον Ῥωμαίου δικτάτορος, ἔπρεπε πρὶν ἐκφωνήσητε τὴν λέξιν «δικτάτωρ» σπασμῶδες κίνημα νὰ καταλάβῃ τὰ ὑμέτερα χείλη. Δικτάτωρ ἔρχεται, ὅταν πόλεμος ἢ ἐπανάστασις ἀνακινῇ τὴν ὅλην ἐθνικὴν ὕπαρξιν. Δὲν πρόκειται περὶ δικτατορίας παρόντος τοῦ νομοθέτου, ἀλλὰ περὶ εἰρηνικῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος. Καὶ ἐπειδὴ ἔχετε τὴν εὔλογον ἀξίωσιν νὰ ἦσθε σπουδαῖος, μὴ ὁμιλῆτε περὶ δικτατορίας, ὅταν ἔχητε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐκγύμνασιν. Καυχᾶσθε ἐπὶ δικτατορικῇ ἐξουσίᾳ, ἀλλ’ εἴδατε πῶς τὴν ῥίπτομεν κατὰ γῆς. Εἴπατε, ὅτι εἶναι εὔκολον πρᾶγμα νὰ παραβῇ τις τοὺς νόμους, διὰ νὰ ἐκτελέσῃ μίαν ἐκγύμνασιν. Εἴπατε καὶ παρούσης τῆς Βουλῆς, ὅτι πρέπει οἱ Ὑπουργοὶ νὰ παραδῶσι τοὺς νόμους, ὡσανεὶ ὁ Ἀννίβας ἦτο ἐπὶ θύραις. Ἐπιτρέψατέ μοι ὅμως νὰ σᾶς ἐπαναλάβω, ὅτι τοιαῦτα δείγματα δικαιολογοῦσι πολὺ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία εἰς τὰς δύω παραγράφους τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Βασιλικοῦ λόγου ἦτο δικαιοτάτη. Πρέπει δὲ νὰ ἔχῃ τις ὄπισθέν του τριάκοντα ἀνθρώπους, ἵνα λέγῃ τοιαῦτα πράγματα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, διότι ἂν τὰ ἔλεγεν ὁ Βουλευτὴς π. χ. Οὔτις, ἤθελε κατεξαναστῆ ὅλη ἡ Βουλὴ κατὰ τῆς φωνῆς αὐτοῦ «παραβῆτε τοὺς νόμους». Αἱ δύω ἐκεῖναι παράγραφοι εἶναι παράσημα δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ καυχηθῶσιν· ἄπορον δὲ εἶναι πῶς ἐθεωρήθησαν ὑπὸ τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ Ἀττικῆς ὡς ἐγχειρίδια. Ἐνόμισεν οὗτος, ὅτι πρόκειται ἐδῶ περὶ ἐναγκαλισμῶν, ὁποίους εἰς τύραννος τῆς Σπάρτης, ὁ Νάβις, εἶχεν ἐπινοήσει ἐν τῇ ἀνθρωπομόρφῳ μηχανῇ αὐτοῦ. Δὲν πρόκειται περὶ τοιούτων ἐναγκαλισμῶν· διὰ νὰ ἤμεθα δὲ δίκαιοι πρὸς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἐναντίον τῆς γλυκύτητός του (ἱλαρότης) ἐνέδωκεν ἁπλῶς εἰς τὴν αὐστηρότητα. Ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἐξέρχεται τῶν ὁρίων τῆς κυβερνητικότητος. Ἦτο ἀνεξάρτητος καὶ φιλοτιμίας βουλευτικὴ γνώμη. Ὁ κ. Καλλιγᾶς εἶπεν, ὅτι τὰ ἐγχειρίδια ταῦτα ἦσαν χάρτινα, καὶ ἤκουσα μίαν φωνὴν, ἥτις μοὶ τὸ ἐνθυμίζει. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὅμως τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι ἔφερεν εἰς δίλημμα ἀκριβῶς ἐκείνους ὑπὲρ ὧν ἀγωνίζεται, διότι θέτει εἰς ἀμφισβήτησιν τὴν διορατικότητά των, διότι ἄλλως διὰ τί πονοῦν ἐκ πληγῶν χαρτίνων ἐγχειριδίων; Αὐτὴ, κύριοι, εἶναι ἡ κατάστασις ἐκ τῆς μιᾶς ὄψεως τοῦ ζητήματος, τὸ ποῖον συμμεμιγμένον μετὰ προσώπων καὶ πραγμάτων μᾶς ἐνασχολεῖ. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἀνήκω εἰς τὴν τάξιν ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐκ τοῦ πολέμου ἐλπίζουν τὸν ἁγνισμὸν τῶν ἁμαρτημάτων, ὑπὸ τὰ ὁποῖα διατελεῖ τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος. Ἀλλὰ στρεφόμενος οὕτω πρὸς τὴν κυβέρνησιν, ἐρωτῶ αὐτὴν, τί φρονεῖ περὶ τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον κινεῖ σήμερον πᾶσαν ἑλληνικὴν καρδίαν; Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος σᾶς εἶπε προχθές, ὅτι ἐννοεῖ καὶ αὐτὸς ὄπισθεν τῶν Δυνάμεων νὰ τεθῇ, συγχρόνως προσθέτων, ὅτι ἔχει καὶ ἰδίαν αὐτοβουλίαν. Κατὰ τὸ πρῶτον μέρος, μεταξὺ τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου καὶ τοῦ κ. Τρικούπη δὲν ὑπάρχει διαφορά· κατὰ τὸ δεύτερον μέρος, τὸ τῆς αὐτοβουλίας τῆς Ἑλληνικῆς ἐπικρατείας, καλὸν εἶναι νὰ ἐμφιλοχωρήσωμεν περισσότερον εἰς τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, δίδει εἰς τὴν αὐτοβουλίαν του. Ἡμεῖς ἓν γνωρίζομεν, ὅτι δὲν πιστεύομεν. Ἡ αὐτοβουλία τοῦ κ. Κουμουνδούρου δὲν μᾶς ἐμπνέει. Καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ ὁ κ. Τρικούπης ἀτενίζουν πάντοτε εἰς τὴν ἀσπίδα τῆς Εὐρώπης, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι ὁ μὲν κ. Τρικούπης θέλει τὴν ἀσπίδα ἀπ’ ἐμπρός, ὁ δὲ κ. Κουμουνδοῦρος ἀπ’ ὀπίσω (ἱλαρότης). Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος προσκαλεῖ τὴν σύμπραξιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἵνα ἐνθουσιάσῃ τὸ ἔθνος· ἀλλ’ ἐλησμόνησεν, ὅτι τὰ ἔθνη δὲν ἐνθουσιάζονται ἀπὸ συμπράξεις, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ δαιμόνιον, τὸ ὁποῖον βλέπουν ἐπὶ τοῦ μετώπου τῶν κυβερνώντων αὐτά. Τὰ ἔθνη ἀναγινώσκουν ἐν τῇ ψυχῇ τῶν ἀρχηγῶν των καὶ κατὰ τὸ μέτρον τῶν ἀρχηγῶν των ἐνθουσιάζονται. Εἶναι περίεργον φαινόμενον, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος πολεμιστὴς ἐν Κρήτῃ, ἐπαναστάτης ἐν Ἠπείρῳ καὶ Θεσσαλίᾳ, στρατιωτικὸς ἀστυνόμος ἐν Δομοκῷ (ἱλαρότης), πολιτικὸς τοῦ πυρὸς καὶ τοῦ σιδήρου, εἶναι περίεργον, κύριοι, ὅτι δὲν ἐνθουσιάζει. Ἀπέναντι τοιούτων προσόντων ὁ κ. Τρικούπης δὲν ἔχει νὰ δείξῃ οὔτε ἕν· καὶ ἐν τούτοις ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὁ ὁποῖος τὸ ἀπέδειξεν, ὅτι εἶναι ἄνθρωπος ἀναμιγνυόμενος εἰς ἐπαναστάσεις καὶ πολέμους, δὲν ἐνθουσιάζει! Εἶναι πρόβλημα τοῦτο οὐχὶ ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Γόρτυνος ὑπέβαλε κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν. Διατί δὲν ἐνθουσιάζεις, κ. Πρωθυπουργέ; Ἄκουσόν με· ὅστις θέλει νὰ νικᾷ, πρέπει νὰ ἀλλάσσῃ συνεχῶς ὅπλα. Ἡ ὁπλοθήκη ἡμῶν, ἐὰν δὲν ἦναι σκωριῶσα, εἶναι ὅμως ὁπλοθήκη πεπαλαιωμένη. Ἐὰν ἦσθε πράγματι πολεμικὸς καὶ εἰς τὸ ὕψος τῶν πολεμικῶν περιστάσεων, δείξατέ μας, ὅτι ὠργανίσατε τὸ ἔθνος, ὅπως τὸ ὠργάνωσαν ἄγνωστοι τέως ἄνθρωποι κατὰ τὸ 1793 ἐν Γαλλίᾳ. Ἔχετε κράτος κατηρτισμένον εἰς τὰς χεῖράς σας καὶ τρέχετε κατόπιν τῆς Τραπέζης! Ἔχετε δύναμιν εἰς τὰς χεῖράς σας καὶ δὲν τὴν εἶδα ἐγὼ ἀκόμη τὴν δύναμιν αὐτήν, ἡ ὁποία ἀναβιβάζει τοὺς λαούς, δὲν τὴν εἶδα νὰ μεγαλουργήσῃ. Τρέχετε εἰς τὸ αὐτὸ σύστημα τῆς ἐμπειρικῆς. Ἔχετε ἀνάγκην, κ. Κουμουνδοῦρε, ἀνανεώσεως (ἱλαρότης). Αὐτή, κύριοι, εἶναι ἡ κατάστασις μεταξὺ τῶν δύο κομματικῶν διευθύνσεων, αἱ ὁποῖαι προπορεύονται ἐδῶ. Ἀποτείνομαι εἰς τοὺς μὴ φανατικοὺς βουλευτάς, δηλαδὴ εἰς τοὺς πλείονας. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις, καὶ προβλέπω ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης, ὅτι θέλομεν ἔχει, γρήγορα ἢ ἀργά, διαδοχικῶς αὐλικὰ ὑπουργεῖα, πρεσβευτικὰ ὑπουργεῖα καὶ, Κύριος οἶδε, ποῖα ἄλλα ὑπουργεῖα. Καὶ ὅταν εἶπεν ὁ κ. Ἰακωβᾶτος, ὅτι πρέπει χάριν τῆς εἰρήνης νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλή, τῷ λέγω, ὅτι τότε, κ. Ἰακωβᾶτε, θὰ διαλυθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν ᾖ πράγματι πολεμική. Δι’ αὐτῶν δὲ τῶν ὀλίγων λόγων εἶπον ἐγὼ πολὺ περισσότερα ἀπὸ ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων κατηνόχλησεν ὑμᾶς ὁ ἔντιμος βουλευτὴς πρὸ ὀλίγου. Ἤκουσα, κύριοι, περὶ ἑνὸς προγράμματος, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς, περὶ ἑνὸς προγράμματος τοῦ ξίφους τοῦ Βρέννου. Ὁ κ. Καλλιγᾶς νομίζει, ὅτι τὰ ξίφη εἶναι προγράμματα, ἀλλ’ ὁ κοινὸς νοῦς ἀποδεικνύει, ὅτι εἶναι ἁπλᾶ ἐργαλεῖα. Ἡ ἰδέα μόνη δύναται νὰ γείνῃ πρόγραμμα. Ὁ κ. Καλλιγᾶς ἔπρεπε νὰ μᾶς ἀναπτύξῃ τὴν ἰδέαν του. Τῷ λέγω δέ, ὅτι τὴν εἶχε πρόχειρον. Πῶς τῷ φαίνεται ἡ ἰδέα π. χ. τοῦ Τραπεζικοῦ προνομίου; (ἱλαρότης). Εἰσέρχομαι λοιπὸν εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτῆς τῆς κεκρυμμένης ἰδέας τοῦ τραπεζικοῦ προνομίου, καὶ ἐπειδὴ θέλω κατόπιν ἀναφέρει ἀριθμοὺς ἐνώπιον ὑμῶν, θέλω τοὺς ἀναφέρει εἰς τόσον ὀλίγην ποσότητα, ὥστε δὲν θὰ κουράσω τὴν προσοχήν σας. Προνόμιον τραπεζικὸν εἶναι, κύριοι, ἄρνησις τῆς ἐλευθερίας. Ἐν χώρᾳ συνταγματικῇ, ἐν τῇ ὁποίᾳ εἶναι ὅλοι ἴσοι, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν πολιτείαν νὰ κατασκευάζῃ ἄλλους προνομιούχους καὶ ἄλλους μὴ προνομιούχους. Εἶναι στοιχειῶδες τοῦτο καὶ θέλετε εἰπεῖ βεβαίως, ὅτι ἆρά γε τώρα ἔπρεπε νὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ ἀποκάλυψις; Ὄχι· τὸ προνόμιον αὐτὸ ἐσχηματίσθη, ὅταν δὲν ὑπῆρχε τὸ Σύνταγμα ἐν Ἑλλάδι· τὸ Σύνταγμα εὗρε τὸ προνόμιον καὶ δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ τὸ σεβασθῇ ὡς δικαίωμα κεκτημένον. Ἐκ τούτου ὅμως δὲν ἕπεται, ὅτι πρέπει καὶ νὰ διαιωνισθῇ. Ἀλλὰ τὸ προνόμιον τοῦτο ἀνανεοῦται εἰς δύο περιστάσεις, τὰς ὁποίας δύνασθε νὰ λάβητε ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν· ἡ μία ἀνήκει εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ ὑπουργείου τοῦ Δεκεμβρίου 1861, δηλαδὴ ἐπὶ τῆς ἐπαναστατικῆς περιόδου, ἡ ὁποία ἐκλόνισε τὰ θεμέλια τῆς πατρίδος ἡμῶν· καὶ ἡ δευτέρα ἀνανέωσις πρόκειται νὰ γείνῃ καθ’ ἣν ἐποχὴν βαρύτατος τῆς ἐλευθερίας ἀγὼν εἶναι τῷ ὄντι ἐπὶ θύραις. Δηλαδὴ τὸ τραπεζικὸν προνόμιον, τὸ ὁποῖον παρίσταται μετὰ τόσης μετριοφροσύνης εἰς τοιαύτας στιγμὰς, πράγματι ἔχει εἰς τὰς χεῖρας μάχαιραν, σᾶς τὴν θέτει εἰς τὸν λαιμὸν, καὶ σᾶς λέγει «ἢ προνόμιον ἢ λεπτόν.» Ἀλλὰ, κύριοι, ἔστω· ἡ συνταγματικὴ καὶ πατριωτικὴ θεωρία ἠμπορεῖ νὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητος. Ἰδοὺ ἔρχεται ἡ οἰκονομικὴ ἐλευθερία, ἡ ὁποία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀκουσθῇ ἀκόμη καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ πλεῖστοι εἶναι διατεθειμένοι νὰ παραδεχθῶσι τὸ προνόμιον. Μὴ νομίζετε, ὅτι ἔχω τὴν ματαίαν δοξασίαν, ὅτι δύναμαι νὰ σᾶς πείσω, ὅταν τὸ τραπεζικὸν ἐγχειρίδιον ἦναι εἰς τὸν λαιμόν σας. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀκουσθῇ ἡ οἰκονομικὴ ἀλήθεια· ἔχει δικαιώματα ἀπαράγραπτα ἡ οἰκονομικὴ ἐλευθερία, καὶ τὰ ἱερά της διπλώματα πρέπει ν’ ἀναπτυχθοῦν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Τί εἶναι τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον; Εἶναι χρεωστικὴ ὁμολογία καὶ οὐδὲν ἄλλο. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ χρεωστικὴ αὕτη ὁμολογία ἀνήκει εἰς τὸ φυσικὸν δίκαιον ἑκάστου νὰ τὴν ὑπογράφῃ καὶ νὰ τὴν ἐκδώσῃ, παρεμβαίνει τὸ μονοπώλιον τοῦ προνομίου καὶ λέγει εἰς τοὺς ἄλλους, μὴ ἐκδίδετε τραπεζικὰ γραμμάτια σεῖς, θὰ τὰ ἐκδώσω ἐγώ. Ὅλα τὰ μέσα τὰ δανειστικὰ ἐπιτρέπονται εἰς ὅλους τοὺς πολίτας τῆς Ἑλλάδος, ἐκτὸς αὐτοῦ τοῦ μέσου νὰ δανείζωνται δι’ ἀνωνύμων χρεωστικῶν ὁμολογιῶν. Πᾶσα ἡ οἰκονομικὴ ἐλευθερία, πᾶσα ἡ ἐμπορικὴ ἐλευθερία ἀναγνωρίζονται· μόνη δὲ ἡ χρηματικὴ πίστις ἐκείνη, σᾶς λέγει τὸ τραπεζικὸν προνόμιον, πρέπει νὰ ἦναι δούλη. Προσβάλλει λοιπὸν τοὺς στοιχειωδεστέρους κανόνας τοῦ δικαίου τὸ τραπεζικὸν προνόμιον. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἦναι τοὐλάχιστον ὠφέλιμον, διότι τὸ κυριώτερον ἐπιχείρημα ὑπὲρ τοῦ τραπεζικοῦ προνομίου εἶναι τὸ ὠφέλιμον. Τὸ ὠφέλιμον εἶναι λέξις ἐπὶ τοῦ προκειμένου σαρκαστικὴ, ὠφέλιμον, εἷς μόνος ὑποδηματοποιὸς, εἷς μόνος τέκτων, εἷς μόνος ξενοδόχος! Τοιοῦτο ὠφέλιμον εἶναι εἰς ὑπερβολὴν φοβερόν. Ὁ συναγωνισμὸς εἶναι τὸ ἀληθῶς ὠφέλιμον εἰς τὰ ἔθνη, καὶ ὄχι τὸ προνόμιον. Τὸ προνόμιαν εἶναι φόρος, τὸν ὁποῖον πληρώνει ἡ ἐργασία εἰς τὴν ὀκνηρίαν καὶ εἰς τὴν ἁρπαγήν. Ἐννοῶ, κύριοι, τὴν τραπεζικὴν ἐλευθερίαν στηριζομένην ἐπὶ τοῦ νόμου. Θέλομεν ὅλοι νὰ συμμορφοῦνται μὲ τὸν νόμον. Διὰ τί ὑπὸ τὰς ἐγγυήσεις τοῦ νόμου νὰ μὴ δύνανται ὅλοι οἱ πιστωτικοὶ συνεταιρισμοὶ νὰ ἐκδίδουν τραπεζικὰ γραμμάτια; Ἕκαστος τότε θὰ ἦναι ὑπὸ τὴν εὐεργετικὴν τοῦ συναγωνισμοῦ ἐπιῤῥοήν, θὰ ἔχῃ δὲ τὴν πίστιν, ἡ ὁποία τῷ ἀξίζει. Ἐὰν ἐκδίδῃ πολλὰ τραπεζικὰ γραμμάτια ὑπεράνω τῆς πιστώσεώς του, θὰ ἐπιστρέψουν ταχέως δι’ ἄλλης θύρας εἰς τὰ κιβώτια αὐτοῦ. Δὲν ὑπάρχει ἀσφαλέστερον σύστημα παρὰ τὸ σύστημα τῆς τραπεζικῆς ἐλευθερίας. Αὐτὸ τὸ σύστημα εἶναι τὸ κατ’ ἐξοχὴν ἐμποδίζον ἢ μὴ δημιουργοῦν τὰς ἐμπορικὰς κρίσεις, διότι διὰ τῆς ἐλευθερίας τῆς τραπεζικῆς γεμίζουν τὰ δοχεῖα ὅσον εἶναι κενά, καὶ οὐχὶ ποτὲ διὰ ψευδῶν καὶ ἐπιβούλων μηχανημάτων. Αὐτή, κύριοι, εἶναι ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἠδυνάμην νὰ προχωρήσω περισσότερον, ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἀποδείξω τὰ θεωρήματά της διὰ τῆς πρακτικῆς ἐθνῶν λίαν προκεχωρημένων εἰς τὸ στάδιον τοῦ πολιτισμοῦ. Μεταξὺ ὅλων τρία ἐθνικὰ παραδείγματα μόνα ἀρκοῦν· θέλω τὰ φέρει ἐνώπιόν σας. Ἐν Σκωτίᾳ κατὰ τὸ 1857 ὑπῆρχον 17 τράπεζαι μετὰ 462 ὑποκαταστημάτων· κάτοικοι δὲ τῆς Σκωτίας ὑπάρχουσι 3 ἑκατομμύρια. Ἐπὶ 1½ αἰῶνος τὸ σύστημα τῆς ἐλευθερίας τῶν τραπεζῶν λειτουργεῖ ἐν Σκωτίᾳ καὶ ἡ καθαρὰ ζημία εἰς ὅλον αὐτὸν τὸν τραπεζικὸν ὀργανισμὸν μόλις ἀναβαίνει εἰς 25 χιλιάδας λίρας στερλίνας· πόσον μηδαμινὴ ζημία! Εἰς τὴν τραπεζικὴν ταύτην ἐλευθερίαν ὀφείλεται ἡ πρόοδος τῆς γεωργίας ἐν Σκωτίᾳ, ἡ μεγάλη ἀνάπτυξις ἡ βιομηχανικὴ καὶ πρὸ πάντων ἡ ἀνάπτυξις τῆς ναυπηγίας. Γνωρίζετε τὰ ὡραιότατα τῆς Σκωτίας σκάφη. Καὶ ὅμως ὅλη αὐτὴ ἡ ἀκμὴ εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ τραπεζικοῦ συναγωνισμοῦ, τὸν ὁποῖον θέλετε νὰ ἐκδιώξητε ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης. Εἶσθε πλείονες, διώξατέ την· ἀλλὰ ἐκτὸς ὑμῶν εἶναι καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι περισσότεροι ἀπὸ ὑμᾶς, οἱ ὁποῖοι τὴν θέλουν καὶ μίαν ἡμέραν θὰ τὴν κατορθώσουν. Ἐν Ἑλβετίᾳ ὑπῆρχον 35 τράπεζαι κατὰ τὸ 1878, ἐπὶ 2 7/10 ἑκατομμυρίων κατοίκων. Ἐὰν εἴχομεν τὸ αὐτὸ τῆς τραπεζικῆς ἐλευθερίας σύστημα, θὰ ἀνελόγουν 17 τράπεζαι ἐπὶ τοῦ 1 καὶ ¼ ἑκατομμυρίου τῆς Ἑλλάδος, ἀφαιρουμένης τῆς Ἑπτανήσου. Ἀκούσατε δέ, κύριοι, ἀριθμούς τινας, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς περαιτέρω πληροφορίαν. Ἐν Γενεύῃ 90,000 ἄνθρωποι ἔχουν 2 τραπέζας, ἐν Φριμβούργῳ 108,000 ἄνθρωποι ἔχουν 6 τραπέζας. Θέλετε καὶ ἓν ὑπόδειγμα μικρᾶς ἑλβετικῆς τραπέζης; Εἶναι πολὺ εὔκολον. Ἡ τράπεζα τῆς Γκρυέρης ἔχει μετοχικὸν κεφάλαιον 508,000 δραχμῶν, μεταλλικὸν ἀποταμίευμα 60 χιλ. τραπεζικὰ γραμμάτια 161,000, προεξοφλήσεις 775,000. Ἀλλά, κύριοι, αὐτοὶ οἱ ἀριθμοὶ δύνανται νὰ τεθοῦν κατὰ μέρος. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ συγκρίνητε τὰς τραπέζας τὰς μικρὰς τῆς Ἑλβετίας πρὸς τὸν κολοσσὸν τῆς μεγάλης τραπέζης τῆς Γαλλικῆς, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὁ μικρὸς ἐκεῖνος τραπεζικὸς ὀργανισμὸς ἀτενίζει μετὰ πολλῆς τόλμης τὸν μέγαν. Θὰ θέσω ἀφ’ ἑνὸς ὅλας τὰς τραπέζας τοῦ μικροῦ ἑλβετικοῦ λαοῦ καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν γαλλικὴν τράπεζαν μὲ ὅλον τὸν ἐθνικὸν αὐτῆς ὄγκον, καὶ θέλετε ἰδεῖ τὰ πορίσματα, τὰ ὁποῖα εἶσθε ὑπόχρεοι νὰ συναγάγητε ἐκ τῆς συγκρίσεως ταύτης. Πρόκειται περὶ τοῦ ἔτους 1878. Μετοχικὸν κεφάλαιον τῶν Ἐλβετικῶν τραπεζῶν 123 ἑκατομμύρια, μετοχικὸν κεφάλαιον τῆς Γαλλικῆς τραπέζης 182 ἑκατομμύρια. Νομίζω, ὅτι ἀκούονται οἱ ἀριθμοί.
§97ΦΩΝΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§98ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Προεξοφλήσεις τῶν Ἐλβετικῶν τραπεζῶν 1,100 ἑκατομμύρια· προεξοφλήσεις τῆς Γαλλικῆς τραπέζης 7,606 ἑκατομμύρια· δηλαδὴ ὁ μικρὸς ἑλβετικὸς λαὸς ἔχει τὸ 7 τῶν προεξοφλήσεων τῆς μεγάλης Γαλλίας. Γενικὴ κίνησις τῶν Ἐλβετικῶν τραπεζῶν 11,181 ἑκατομμύρια, τῆς Γαλλικῆς τραπέζης 42,295 ἑκατομμύρια· δηλαδὴ ἡ ἑλβετικὴ κίνησις ἀποτελεῖ τὸ ¼ τῆς Γαλλικῆς. Νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ πληθυσμὸς τῆς μὲν Ἑλβετίας εἶνε 2 7/10 ἑκατομμύρια, τῆς δὲ Γαλλίας 37⅒ ἑκατομμύρια. Αὐτὴ εἶναι σύγκρισις εἰς τὴν πρακτικὴν τῆς οἰκονομικῆς ἐλευθερίας, ἀξία, νομίζω, νὰ ἑλκύσῃ κάπως τὴν βαθεῖαν μελέτην τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλὰ ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ μεταβῶμεν διὰ τῆς διανοίας πέραν ἔτι τοῦ Ἀτλαντικοῦ Ὠκεανοῦ, εἰς τὴν Ἀμερικὴν τὴν πεφιλημένην. Εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας τῆς Ἀμερικῆς ὑπῆρχε κατὰ τὸ 1791 μία προνομιοῦχος τράπεζα διὰ 20 ἔτη. Ὅταν συνεπληρώθη ἡ εἰκοσαετία, ἡ Ἀμερικὴ δὲν τὴν ἀνενέωσεν. Ἀλλὰ ἡ τάσις πρὸς τὸ προνόμιον, ἡ ὁποία εἶναι ἡ φυσικὴ τῆς πιέσεως εἰς ὅλας τὰς χώρας ἀπὸ μέρους τῶν ἐκμεταλευομένων, ἐπροκάλεσε τὴν ἵδρυσιν νέας προνομιούχου τραπέζης κατὰ τὸ 1817 ἐπὶ εἴκοσι πάλιν ἔτη· ἡ τράπεζα αὕτη ἔζησε, ἀλλὰ μέχρι τοῦ 1836. Ἔκτοτε τὸ προνόμιον κατέπεσε καὶ δὲν ἠδυνήθη πλέον νὰ ἐγερθῇ. Κατέπεσε δὲ καὶ χάριν τῆς οἰκονομικῆς ἐλευθερίας καὶ χάριν τοῦ Συντάγματος καὶ χάριν πολιτικῶν τινων ἐννοιῶν, τὰς ὁποίας θέλετε λάβει τὴν καλωσύνην ν’ ἀκούσητε μετ’ ὀλίγον. Ἔκτοτε ἀπὸ τοῦ 1836 δύναται νὰ διαιρεθῇ ἡ τραπεζικὴ οἰκονομία τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν εἰς δύο περιόδους. Κατὰ τὴν πρώτην περίοδον, ἡ ὁποία ἄρχεται ἀπὸ τὰ 1836 καὶ τελειώνει εἰς τὰ 1863, ἡ ἐλευθερία τῶν τραπεζῶν ἐστηρίζετο ἐπὶ τοῦ ἑξῆς μηχανισμοῦ· Ἑκάστη πολιτεία ἔδιδε τὸ δικαίωμα τῆς ἱδρύσεως τῶν τραπεζῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ της· αἱ ὀλιγώτεραι πολιτεῖαι ἀπῄτουν διὰ πᾶσαν σύστασιν τραπέζης νόμον εἰδικόν· αἱ πλειότεραι εἶχον ἕνα νόμον διὰ τὴν σύστασιν ὅλων. Ἀκούσατε, κύριοι, τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν Ἀμερικῇ τραπεζῶν κατὰ τὴν πρώτην ταύτην περίοδον· 861 τράπεζαι ὑπῆρχον κατὰ τὸ 1851 καὶ 1601 τράπεζαι κατὰ τὸ 1861. Τελειώνει ἡ πρώτη περίοδος τῆς τραπεζικῆς ἐλευθερίας καὶ ἔρχεται ἡ δευτέρα, ἀπὸ τοῦ 1863 μέχρι σήμερον. Ἡ Ὁμοσπονδία ἠθέλησε νὰ τακτοποιήσῃ γενικῶς τὸ ζήτημα τῆς τραπεζικῆς ἐλευθερίας καὶ κατήρτισεν ἕνα νόμον δι’ ὅλας τὰς πολιτείας τὰς ὁμοσπονδιακάς. Κατὰ τὴν 25 Φεβρουαρίου 1863 ἐξεδόθη ὁ ἰσχύων σήμερον νόμος περὶ ἐλευθερίας τραπεζῶν· καὶ αἱ μὲν παλαιαὶ τράπεζαι διετηρήθησαν μέχρις ὅτου αὐταὶ μόναι ἐγκαταλείψουσι τὸ στάδιον τῆς ἰδιαιτέρας ἐνεργείας των, ἄλλαι δὲ ὠργανίσθησαν ὀνομαζόμεναι Ἐθνικαί. 66 τράπεζαι τὸ 1863 ἀμέσως ἐσχηματίσθησαν καὶ 2899 μετροῦνται κατὰ τὸ 1876. Εἶναι περίεργον φαινόμενον, ἐὰν συγκρίνητε τὴν πρόοδον τῶν τραπεζῶν τούτων μεταξὺ τῆς πρώτης δεκαετίας, λαμβάνοντες ὡς βάσιν τὸ πρῶτον ἔτος 1863 καὶ τὸ ἔτος 1873. Μετοχικὸν κατὰ τὸ 1863 κεφάλαιον 7 καὶ ⅒ ἑκατομμύρια δολλαρίων καὶ 491 ἑκατομμύρια δολλάρια τῷ 1873. Χαρτοφυλάκιον 7 καὶ ⅒ ἑκατομμύρια τῷ 1863 καὶ 944 2/10 ἑκατομμύρια τῷ 1873. Παρακαταθήκη 8 καὶ 4/10 ἑκατομμύρια τῷ 1863 καὶ 622 3/10 ἑκατομμύρια κατὰ τὸ 1873. Κυκλοφοροῦντα τραπεζικὰ γραμμάτια 45 2/10 ἑκατομμύρια κατὰ τὸ 1863 καὶ 339 ἑκατομμύρια τῷ 1873. Αὐτοὶ εἶναι, κύριοι, ἀριθμοὶ σπανίας εὐγλωττίας. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται ν’ ἀποφασίσητε περὶ τοῦ προνομίου, ἀκούσατε ἐπὶ ποίων βάσεων στηρίζεται ἡ πρακτικὴ τῆς Μεγάλης Δηκοκρατίας. Εἰς πᾶσαν πόλιν ἔχουσαν πληθυσμὸν ἄνω τῶν 50,000 ἀνθρώπων δύναται νὰ σχηματισθῇ τράπεζα ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ἔχῃ κεφάλαιον 200,000 δολλαρίων. Εἰς πόλεις μικροτέρας τῶν 6 χιλ. ἀνθρώπων ἀρκεῖ πρὸς σύστασιν τραπέζης κεφάλαιον 100 χιλ. δολλαρίων· καὶ εἰς τὰς μικροτέρας πόλεις τὰς ἐχούσας ὀλιγωτέρους τῶν 6 χιλ. κατοίκους, ἀρκεῖ κεφάλαιον 50,000 δολλαρίων. Δεύτερον ἡ ὁμοσπονδιακὴ κυβέρνησις ἐκδίδει τραπεζικὰ γραμμάτια, τὰ ὁποῖα κυκλοφοροῦν εἰς ὅλην τὴν χώραν εἶναι ὁμοιόμορφα καὶ ἔχουσι τόπον ἰδιαίτερον, διὰ νὰ τίθεται ἡ ὑπογραφὴ καὶ τὰ λοιπὰ σημεῖα ἑκάστης τραπέζης. Πᾶσα δὲ τράπεζα λαμβάνει ἐκ τῆς κυβερνήσεως τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, τὰ ὁποῖα θέλει, ἀφοῦ προηγουμένως καταθέσει εἰς τὸ ταμεῖον τῆς κυβερνήσεως ἴσης ἀξίας χρεώγραφα δημόσια λογιζόμενα εἰς τιμὴν ἐλάσσονα τῆς τρεχούσης κατὰ 10%. Τοιουτοτρόπως τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια τίθενται εἰς κυκλοφορίαν, καὶ δὲν ἔχουν ἄλλην ἀσφάλειαν παρὰ τὸ ἐνεργητικὸν τῆς κυκλοφορούσης αὐτὰ τραπέζης, τὰ χρεώγραφα τὰ ὁποῖα αὕτη ἔχει καταθέσει εἰς τὸ κεντρικὸν ταμεῖον καὶ μεταλλικὸν ἀποταμίευμα 15%. Αὐτὸς, κύριοι, εἶναι ὁ ὀργανισμὸς, ὁ ὁποῖος ἀνεξαρτήτως τῆς ἐπιῤῥοῆς τοῦ χαρτονομίσματος, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐν ταῖς Ἡνωμέναις Πολιτείαις, λειτουργεῖ ἐκεῖ. Εἴδατε τὴν τακτικὴν τριῶν λαῶν ἀξίων κατὰ πάντα λόγον τῆς ὑπολήψεώς σας. Ἂς ἔλθωμεν ἤδη εἰς τὴν πρακτικὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἡ πρακτικὴ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δύναται νὰ μελετηθῇ ὑπὸ πολλὰς καὶ διαφόρους ἐπόψεις· ἀλλὰ δὲν ἔχω σκοπὸν βεβαίως νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας. Ἐν πρώτοις παρίσταται ἡ καταπίεσις τῶν μικρῶν κτηματιῶν· ἐὰν τὸ κτῆμα, τὸ ὁποῖον δίδεται εἰς ὑποθήκην, ἦναι μικροτέρας ἀξίας τῶν 1,000 δραχμῶν, δὲν δικαιοῦται ὁ ἀτυχὴς κύριός του νὰ προσφύγῃ δι’ ἀνακοπῆς εἰς τὰ δικαστήρια. Δεύτερον σύμπτωμα, ὅτι καὶ πρὸ τῆς ἐκτελέσεως δύναται ἡ τράπεζα τὸ κτῆμα τοῦ ὀφειλέτου νὰ λάβῃ διὰ μεσεγγυούχου εἰς τὴν ἐξουσίαν της. Ἐνῷ πᾶς ἕτερος δανειστὴς δὲν δύναται νὰ θέσῃ χεῖρα ἐπὶ τοῦ ἐνυποθήκου κτήματος πρὶν ἐπέλθῃ ἡ κατάσχεσις, ἡ τράπεζα ἐπιλαμβάνεται διά τινος τεχνικῆς ἐπ’ ἀναφορᾷ διαδικασίας τοῦ ἀλλοτρίου κτήματος καὶ πνίγει τὸν ὁποῖον ἀνέλαβε νὰ σώσῃ ὀφειλέτην. Τρίτον, ἡ ἐκτέλεσις, ἥτις δίδεται εἰς τοὺς λοιποὺς δανειστάς, εἶναι μακρὰ, πολυχρόνιος καὶ δυσχερὴς, διὰ τὴν ἐθνικὴν τράπεζαν ἡ ἐκτέλεσις εἶναι περιβεβλημένη μὲ ταχύτητα, ἥτις δίδει προνόμιον δυσυπολογίστου ἀξίας κατὰ τῶν λοιπῶν δανειστῶν. Ὅλοι ἔχουν δίκας εἰς τὰ δικαστήρια, ἀλλ’ ἡ τράπεζα πρέπει νὰ ἔχῃ δίκας, αἱ ὁποῖαι δέον νὰ προτιμῶνται ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν δυνάμει τοῦ νόμου. Ὅλοι ἔχουν νὰ λάβουν τόκους, ἀλλ’ οἱ τόκοι τῆς τραπέζης πρέπει νὰ ἐπιτοκίζωνται ἄνευ οὐδεμίας μηνύσεως πρὸς τὸν ὀφειλέτην. Ἀφίνω τὰς λοιπὰς λεπτομερείας τῆς νομικῆς ἐπόψεως τοῦ τραπεζικοῦ προνομίου καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν διαχείρισιν αὐτοῦ. Τὰ γραμμάτια τῆς τραπέζης, τὰ εἰς κυκλοφορίαν, ἦσαν 7½ ἑκατομμύρια τὸ 1858, μετὰ 10 ἔτη εἰς τὰ 1868 ἦσαν 22 ἑκατομμύρια, μετ’ ἄλλα δέκα ἔτη ἔφθασαν τὰ 60 ἑκατομ. εἰς τὰ 1878. Εἶναι ἀριθμοὶ αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν πρέπει νὰ μείνουν ἀπαρατήρητοι. Ἡ γλῶσσα τῶν τραπεζικῶν μερισμάτων ἔρχεται εὐθὺς κατόπιν. Ἐπὶ ἑκάστης μετοχῆς τῷ 1858 δρ. 94, τῷ 1868 δρ. 137, τῷ 1878 δρ. 230. Βλέπετε ὁποῖα ἅλματα κάμνουν τὰ μερίσματα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης! Ἀναφέρω ταῦτα, διότι ἔχει πολλὴν εἰς αὐτὰ ἐπιῤῥοὴν τὸ προνόμιον τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Δὲν πρόκειται περὶ ἀκαδημαϊκῆς συζητήσεως, ἀλλὰ περὶ πρακτικῆς· σεῖς δὲ συνδυάσατε τὸ ὅλον. Τρέχουσα ἀξία τῆς μετοχῆς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης 1,000 δραχμαὶ τῷ 1843, τρισχίλιαι τῷ 1873. Ἀλλὰ, κύριοι, μεταβῆτε εἰς τὴν Γαλλίαν· χίλια φράγκα ἡ μετοχὴ ἡ γαλλικὴ εἰς τὰ 1800, τρεῖς χιλιάδες εἰς τὰ 1863. Δηλαδὴ ἡ ἀξία τῶν μετοχῶν τῆς Ἑλληνικῆς τραπέζης διὰ τοῦ προνομίου εἰς τριάκοντα ἔτη ἐτριπλασιάσθη, ἐνῷ ἐδέησε νὰ παρέλθωσιν ἑξήκοντα ἔτη, ἵνα τριπλασιασθῇ ἡ ἀξία τῶν μετοχῶν τῆς Γαλλικῆς. Ὁποῖον εἶναι αὐτὸ τὸ προνόμιον ἐν Ἑλλάδι, διὰ νὰ κατορθώνῃ τοιαῦτα; Ὁ τόκος τῆς Τραπέζης εἶναι 8,7%, ἀλλ’ ἰσοδυναμεῖ οὐχὶ πρὸς 30%, ὡς ἀνέφερεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Πάλης, ἀλλὰ πρὸς 60. Λάβετε, δύο ἀριθμούς· δὲν ἠξεύρω ἂν αὐτοὶ οἱ ἀριθμοὶ σᾶς ἐνοχλοῦν.
§99Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι, διόλου.
§100ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Λάβετε τὸ ἐν ἔτει 1878 μεταλλικὸν τῆς Ἐθνικῆς τραπέζης καὶ τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια αὐτῆς κατὰ τὸν ἰσολογισμὸν τῆς 31 Δεκεμβρίου, 7 ἑκατομμύρια μεταλλικὸν καὶ 60 ἑκατομμύρια τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἂν ἡ Τράπεζα ἐδάνειζε μόνον τὸ μεταλλικόν της πρὸς 8%, θὰ ἐλάμβανεν ἓν ποσὸν ἀνάλογον, ἔστω καὶ πρὸς 10%. Διότι πρέπει νὰ πέσῃ τις εἰς χεῖρας τοκογλύφου, νὰ μὴ ἔχῃ ἐντελῶς πίστιν, διὰ νὰ μὴ εὕρῃ χρήματα εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν Ἀθηνῶν μὲ 7 καὶ 8%. Ὥστε, ἂν ἡ Τράπεζα διέθετε μόνον τὸ μεταλλικόν της, θὰ εἶχε τὸν δίκαιον εἰς αὐτὸ τόκον καὶ οὐδὲν πλέον. Ἀλλὰ τὸ μεταλλικὸν πρὸς τὰ εἰς κυκλοφορίαν γραμμάτια εἶναι ὡς ἓν πρὸς ὀκτώ· ἡ τράπεζα δίδει ἓν καὶ δανείζει ὀκτώ. Ὥστε, ἂν πολλαπλασιάσητε τὸν τόκον 7 ἐπὶ 8, ἰδοὺ ὅτι λαμβάνει ἡ Τράπεζα 56 καὶ 60%. Ὠφελεῖται λοιπὸν ἡ Τράπεζα διὰ τοῦ προνομίου οὐχὶ διπλασίως ἢ τριπλασίως, ἀλλὰ ὀκταπλασίως.
§101ΔΟΥΜΑΣ. Λησμονεῖτε, κύριε Οἰκονόμε, ὅτι ὑπῆρχεν εἰς τὰ 1878 ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία.
§102ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Καὶ ἂν ἀφαιρέσητε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, πάντοτε μένει ὑπεραρκοῦν σκανδαλῶδες εἰς κάρπωσιν ποσόν. Ὅσον καὶ ἂν ἐλαττώσητε τοὺς ἀριθμοὺς, δὲν θὰ φθάσετε ποτὲ εἰς τὴν οὐράν· θὰ ἦσθε πάντοτε εἰς τὸ στῆθος, εἰς τοὺς μηροὺς αὐτοῦ τοῦ παχέως ἀμνοῦ, ὅπερ καλεῖται τραπεζικὸν προνόμιον. Ἔρχομαι, κύριοι, εἰς τὰ ἔξοδα τῆς διαχειρίσεως, καὶ εἰς αὐτὰ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι μεθ’ ὅλας τὰς κατακραυγὰς, τὰς ὁποίας συνήθως ἔχομεν κατὰ τῶν ὑπουργείων τῆς Ἑλλάδος, πρέπει ν’ ἀκούσωσι ταῦτα καὶ μίαν δικαιοσύνης φωνήν. Θὰ λάβω ὡς βάσιν τὸ ἔτος 1872, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Τράπεζα, διὰ νὰ δώσῃ εἰς τοὺς μετόχους αὐτῆς καθαρὸν κέρδος 3,259,640 δραχ., ἐδαπάνησεν οὐδὲν ὀλιγώτερον 1,784,793 εἰς διαχειρίσεις, ἐγκαταστάσεις, καταβολὰς, συντάξεις καὶ ἀμοιβὰς. Ἡ δὲ ἐπικράτεια, διὰ νὰ κατασκευάσῃ ἓν ποσὸν 31,860,342 δραχμῶν κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος, ἐδαπάνησεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἰς τὴν ἐπιστασίαν, βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν φόρων, δραχ. 3,835,015, δηλαδὴ τὰ ἔξοδα τῆς διαχειρίσεως τῆς Τραπέζης τῆς προνομιούχου εἶναι πλέον τοῦ ἡμίσεος τῶν ἐσόδων αὐτῆς, ἐνῷ τὰ ἔξοδα τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους εἶναι ἐλάσσονα καὶ αὐτοῦ τοῦ ὀγδόου. Ἰδοὺ, κύριοι, ποῦ ἀπολήγει τὸ προνόμιον.
§103ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Αὐτὰ εἶναι μῦθοι.
§104ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Σᾶς λέγω, ὅτι, μολονότι ἔχετε ἐκ τῶν προτέρων βεβαίαν τὴν παραδοχὴν τῆς συμβάσεώς σας, θὰ ἰδῆτε, ὅτι ἐπὶ τέλους αὕτη θὰ γείνῃ ῥάκος.
§105ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Διατί, διότι τὸ λέγεις σύ;
§106ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Διότι τὸ λέγει ὁ λαός. Ἂς εἰσέλθωμεν, κύριοι, εἰς τὸ θερμότερον μέρος τῆς ὁμιλίας, διότι παρετήρησα, ὅτι ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Παρνασσίδος ἐνόησε περὶ τίνος ὁ ἀγών. Δὲν ἠξεύρω ἂν μόνος μου τὸν διεξάγω.
§107ΜΠΟΥΤΟΣ. Δὲν εἶσθε μόνος, ἔχετε πολλοὺς μαζῆ σας.
§108ΤΙΝΕΣ. Τοὺς πλείστους.
§109ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Καὶ ἄν ποτε ἤμην μόνος ἐδῶ, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἶμαι μὲ πολλοὺς ἔξω.
§110ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶσαι μόνος· ὄχι.
§111ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Λοιπὸν θὰ διαιρέσω τὴν ἐξέτασιν τοῦ τραπεζικοῦ προνομίου εἰς δύο ἐπόψεις, καὶ μὲ αὐτὰς θέλω τελειώσει τὸν λόγον, ἀλλὰ δὲν θὰ καταβῶ πρὶν τὰς ἀναπτύξω. Ἡ οἰκονομικὴ σημασία, κύριοι, τοῦ τραπεζικοῦ τῆς Ἑλλάδος προνομίου εἶναι ἡ ἄκρα δυσαρμονία τῶν μισθῶν. Ἐνῷ, κύριοι, ὁ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως, τὰ ἀνώτατα ἀξιώματα τοῦ Κράτους μόλις ἔχουν ἓν πενιχρὸν μισθάριον, ἡ ἐθνικὴ τράπεζα κατορθώνει ἐνιαυσίους ἀποδοχὰς 70 χιλ. δραχ. Οἱ ἄνθρωποι τῆς Τραπέζης ἐσχημάτισαν διὰ τοῦ προνομίου κολοσσιαίας περιουσίας, ἐνῷ οἱ ἄνθρωποι τῆς ἐντίμου ἐργασίας ἀποθνήσκουν ἐπὶ τῆς ψάθης τοῦ πένητος. Ποτὲ δὲν ἐγένετο ἐξέλεγξις ἀληθής εἰς τὰ ταμεῖα τῆς Τραπέζης. Πάντοτε ὑπῆρξαν εἰκονικαὶ, διότι συναθροίζουν πληρεξουσίους συγγενῶν εἰς πρόσωπα καὶ φίλων καὶ κατασκευάζουν τοιαύτας συνελεύσεις, ἐνώπιον τῶν ὁποίων τὸ ἔσχατον τῶν δημοτικῶν συμβουλίων δὲν καταδέχεται νὰ παραβληθῇ. Ἐπικρατεῖ ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ καταστήματος νεπωτισμὸς τοῦ χειροτέρου εἴδους· εἶναι ὅλοι τῆς αὐτῆς ζύμης ἐκεῖ, ἐξάδελφοι, συντοπῖται (ἱλαρότης). Κατηγορεῖτε τὰς κυβερνήσεις, ὅτι ἐνεργοῦν ῥουσφέτια· δὲν ὑπάρχουν, κύριοι, μεγαλείτερα ῥουσφέτια ἀπ’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα κατασκευάζονται ἐντὸς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης (εὖγε, εὖγε). Καίονται τὰ παλαιά της γραμμάτια· ἀλλ’ ἀφοῦ τὰ σφραγίσῃ ἡ ἀμφιβολία. Ὑπάρχουσι, κύριοι, ὕποπτα κονδύλια ἐπισφαλῶν ἀπαιτήσεων, τὰ ὁποῖα ὑπὸ διαφόρους παραλλαγὰς πλησιάζουν κατ’ ἔτος τὸ τέταρτον τοῦ ἑκατομμυρίου. Αὐτὰ εἶναι μῦθοι; Ἀλλ’ εἶναι μῦθοι ἀριθμητικοί. Αὐτὴ εἶναι, κύριοι, ἡ ἐσωτερικὴ ἢ διαχειριστικὴ ἔποψις τοῦ τραπεζικοῦ προνομίου. Ἐν ὀλίγοις περιέχει πολλὰ δι’ ὅλους. Ἔρχομαι ὅμως εἰς τὴν πολιτικὴν ἔποψιν, ἡ ὁποία ἐχρησίμευσε πολὺ ἐν Ἀμερικῇ, διὰ νὰ πέσουν διαδοχικῶς τὰ δύω προνόμια, περὶ τῶν ὁποίων ἐν ἀρχῇ σᾶς ὡμίλησα. Δὲν εἶναι, κύριοι, μυστήριον δι’ ἡμᾶς ἐδῶ, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐννοεῖ νὰ ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῶν μεγάλων ἀξιωμάτων τῆς ἐπικρατείας, ὡς καὶ ἐπὶ τῶν μικρῶν. Ἄν θέλετε, κύριοι, νὰ ἦσθε εἰλικρινεῖς, πρέπει νὰ ὁμολογήσητε, ῥιπτομένης μιᾶς σκηνῆς, διὰ νὰ μὴ ἀκούῃ ὁ συνηθροισμένος ἐκεῖ ἐπάνω λαὸς (χαμηλῇ τῇ φωνῇ), ὅτι καὶ τοῦ Τρικουπικοῦ κόμματος ὁ πυρὴν εἶναι ἡ Τράπεζα (μεγαλοφώνως). Δύνασθε νὰ τὸ ἀρνηθῆτε ποτὲ εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος κατέστησε τὴν πολιτικὴν τραπεζικὴν πολιτικήν; Διότι ὅταν, κύριε, ἦσαι ἄνθρωπος, ὅστις ἀξιοῖς νὰ ἦσαι ἡγέτης μιᾶς ἐντίμου μερίδος τῆς Βουλῆς, καὶ πρὸ ὀλίγων μηνῶν μᾶς εἶπες, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλη πολιτικὴ παρὰ ἡ τραπεζικὴ, μὴ ἀρνηθῇς ποτὲ εἰς ἡμᾶς, ὅτι ὁ τραπεζικὸς πυρὴν εἶναι πολύπλοκος. Καὶ δύνασθε, κύριοι, σεῖς οἱ κατηγορούμενοι βουλευταὶ, δύνασθε νὰ γνωρίζητε, ὅτι πολὺ περισσότερους μεγάλους ὑπαλλήλους διώρισεν ἡ Τράπεζα, παρ’ ὅλοι σεῖς ὁμοῦ μικρούς (μάλιστα, εὖγε, εὖγε). Ἐγὼ τοὐλάχιστον σᾶς ἀπολύω. Ἡ πολιτικὴ ἔποψις, κύριοι, περιλαμβάνει βεβαίως πολλὰ μυστήρια. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ εἰσέλθω εἰς σκανδαλώδεις ἀποκαλύψεις. Ἀλλὰ μίαν ἐκ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας δὲν δύναμαι νὰ ἀποφύγω. Θὰ ἐκπληρώσω χρέος συνειδήσεως. Ἀκούσατε, κύριοι, δημόσιον ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρέπει νὰ τὸ ἠξεύρῃ· εἶναι τὸ ὑπ’ ἀριθ. 2170, χρονολογεῖται ἀπὸ 11 Μαΐου 1878 καὶ προέρχεται ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν (ἀναγινώσκει). «Ἀριθ. 2170. Πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον. Ἐκ τῆς χθεσινῆς ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου Ἀθηνῶν δίκης, καθῆκον θεωρῶ, ἵνα ἐπιστήσω τὴν κυβερνητικὴν προσοχὴν ἐπὶ θέματος, τὸ ὁποῖον κέκτηται σπουδαιότατον διὰ τὴν χώραν διαφέρον. Προκειμένου περὶ μονομαχίας, καθ’ ἣν συνέτρεχον πλεῖστα στοιχεῖα δολοφονικά, παρετήρησα πρὸ ἡμερῶν σημεῖα συστηματικῆς τινος ἐπιχειρήσεως εἰς ἀθώωσιν τοῦ κατηγορουμένου. Ἀλλεπάλληλοι πληροφορίαι διεφώτισαν τὴν πηγὴν τῆς ἐνεργείας. Ἡ ὤθησις ἐδίδετο ἐκ τοῦ καταστήματος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀπὸ παντοίων ἐλατηρίων, ὑπαλλήλων, μισθωτῶν καὶ πελατῶν. Ἐφαίνετο, ὅτι τὴν ἀγορὰν τῶν Ἀθηνῶν εἶχε καταλάβει κίνησίς τις περὶ τὴν ὁρκωτὴν δικαιοσύνην, ὡς ἂν εἰ ἐπρόκειτο νὰ μετατεθῇ τὸ περὶ τὴν τιμὴν τοῦ συναλλάγματος φυσικὸν κέντρον ἑκάστης πιστωτικῆς ἀγορᾶς εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον. Συγχρόνως παρετήρησα, ὅτι καθ’ ὅλην τὴν περιφέρειαν οἱ τακτικοὶ ἔνορκοι ἐτέθησαν εἰς εἶδός τι ταχυδρομικῆς δοκιμασίας, ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ὁποίας τινὲς ἐξ αὐτῶν διὰ νυκτὸς ἐκ μακρῶν ἀποστάσεων ἔφθασαν κατὰ τὴν πρωΐαν τῆς δικασίμου. Τὴν ὥραν, καθ’ ἣν γράφω, ἀκούω δύω ἀναφορὰς τακτικῶν ἐνόρκων, λαβόντων ἐν τῇ δίκῃ μέρος καὶ αἰτούντων, μόλις ἤρχισε τὸ Κακουργιοδικεῖον, ἄδειαν ἐπιστροφῆς εἰς τὰ ἴδια, διότι ἀφῆκαν ἐκεῖ κατεπειγούσας ὑποθέσεις. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δίκης, αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ, ἀνάγεται εἰς τάξιν ἰδεῶν ἀλλοτρίων πρὸς τὸ θέμα· καὶ ἂν δὲ κατὰ τοῦτο παρεβιάσθη εἰδική τις διάταξις τοῦ Ποιν. Νόμου, δὲν θέλει καθυστερήσει ἡ ἀναγκαία ἔρευνα. Ὅ,τι ὅμως ἐνδιαφέρει νῦν, εἶναι ἡ ἐπίσημος βεβαίωσις τοῦ ἀποκαλυφθέντος σκανδάλου, καθ’ ὃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα μετὰ τόλμης ἀνηκούστου ἀντεπεξῆλθε κατὰ τῆς Δικαιοσύνης τοῦ Κράτους. Ὑπολαμβάνων δὲ ὡς δεινότατον σύμπτωμα τὴν τοιαύτην ἀπὸ τῶν κανονικῶν ἐργασιῶν τῆς χρηματιστικῆς παρέκκλισιν, ἥτις ἐκ πείρας γινώσκω, ὅτι δύναται νὰ καταστῇ καὶ αὐτῆς τῆς ὑψηλοτέρας πολιτικῆς μᾶλλον δυσκαταγώνιστος, αἰσθάνομαι, ὅτι σημαντικωτάτην παρέχω ἐκδούλευσιν εἰς τοὺς ἀνωτέρους τῆς Πολιτείας σκοποὺς, ἐπικαλούμενος τὴν ἀπὸ τῶν ἐκτεθέντων δεδομένων ἀνωτέραν ἐπιτήρησιν τῆς διαχειρίσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς πᾶν ὅ,τι ἐν τῇ ποικιλίᾳ τῶν τελευταίων ἐργασιῶν αὐτῆς δύναται ἐγγύθεν ἢ πόῤῥωθεν νὰ ἔχῃ σχέσιν πρὸς εὐνοϊκήν τινα διαμοιβὴν προσωπικῶν ὑπηρεσιῶν κατὰ ὑπηρεσιῶν, τὸ προκείμενον τραπεζοδικαστικὸν δρᾶμα. Τοιαύτη τις ἔννοια ἐπιτηρήσεως οὐ μόνον ἀνάγεται πρὸς τὰ καθόλου δικαιώματα τῆς Κυβερνήσεως, (ἴδε ἄρθρον 79 τοῦ καταστατικοῦ νόμου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἄρθρον 29 καὶ 58 τοῦ Κεφαλαίου Βʹ. τοῦ ἀπὸ 5 Δεκεμβρίου 1845 νόμου, § 66 Banque τοῦ Dalloz, § 471 Societé τοῦ Troplong καὶ τοὺς Malepeyre et Jourdain), ἀλλὰ δύναται, ἐγκαίρως ἐνεργουμένη, νὰ σώσῃ τὴν ἐθνικὴν ὑπόθεσιν ἀπὸ τοιούτων παρακεκινδυνευμένων ἀναμίξεων τῆς πιστωτικῆς εἰς τὴν δικαστικήν, προφυλάττουσα τὴν τραπεζικὴν οἰκονομίαν ἀπὸ τῶν πειρασμῶν τῆς ἀντιδράσεως, τοὺς ὁποίους τὸ μέλλον δύναται νὰ κυοφορήσῃ ἔν τε τῇ ἐθνικῇ συνειδήσει καὶ ἐν τοῖς κυριωτέροις ὅροις τῆς προόδου τοῦ μεγάλου τῆς χώρας τραπεζικοῦ καθιδρύματος.
§112ΜΙΑ ΦΩΝΗ. Ποῖος ἦτο τότε Εἰσαγγελεύς;
§113ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ἐγώ.
§114ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ποῖος ἦτο ὑπουργός;
§115ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Δὲν γνωρίζω ποῖος ἦτο ὑπουργός· τὸ ὑπουργεῖον γνωρίζω.
§116ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τί ἔκαμεν ἡ δικαιοσύνη ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου; διότι ἄλλως ὑπάρχει συκοφαντία.
§117ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Δὲν εἶναι κανεὶς ἐδῶ, ὁ ὁποῖος νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ἀπὸ αὐτὸ τὸ στόμα δύναται νὰ ἐξέλθῃ συκοφαντία. Ἐθέσαμεν, κύριοι, τὴν χεῖρα εἰς πολλὰς πληγὰς τοῦ ὑποδίκου προνομίου. Τοιαῦτα πάντοτε ὑπῆρξαν τὰ προνόμια, καὶ τοιαῦται καταχρήσεις. Δὲν δύνασθε νὰ παραδεχθῆτε ποτέ, ἀφοῦ οἱ ἐπίσκοποι ἁμαρτάνουν, ὅτι οἱ τραπεζῖται θὰ μένουν ἀναμάρτητοι (ἱλαρότης). Δύνανται νὰ πειραχθῶσί τινες, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἦλθον ἐδῶ, διὰ νὰ περιποιηθῶ οὐδένα. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἴμεθα ἐδῶ, διὰ νὰ ὀρθοτομῶμεν τὸν λόγον τῆς ἀληθείας. Δυνατὸν νὰ πάθῃ συμφέρον τι ἀπόκρυφον· μήπως ἐγὼ εἶμαι ὑπόχρεως νὰ θεραπεύσω τὰ ἀπόκρυφα συμφέροντά τινος; Δυνατὸν νὰ στενοχωρῶνται προσωπικαί τινες φιλίαι· μήπως ἐγὼ θέλω νὰ μάθω τὸ ἰδιαίτερον ἐλατήριον αὐτῶν; Διὰ τοῦτο ἔλαβον τὸ μέτρον νὰ ὁμιλῶ περὶ ἀληθείας, καὶ περὶ οὐδενὸς ἄλλου. Ἀλλά, κύριοι, ἀφίνων πάντα ταῦτα, ἔρχομαι εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς πολιτείας. Ἐγώ, ὁ ὁποῖος πολεμῶ τὸ προνόμιον καὶ τὴν σύμβασιν, ἀναγνωρίζω τοὺς ὅρους τῆς πολιτείας. Θέλων νὰ ἐλευθερώσω τοὺς Ἕλληνας τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Θεσσαλίας καὶ μὴ ἐννοῶν νὰ διατηρῶ εἰς ἀδιάκοπον τραπεζικὴν δουλείαν ὅλους τοὺς λοιπούς, ἔχω χρέος, ὅταν προσβάλλω ἕνα πόρον, νὰ προτείνω ἄλλους. Προτείνω λοιπὸν πρῶτον, νὰ προσκληθῇ ἡ Τράπεζα ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἐντὸς δύο ἡμερῶν, ἐν συντομωτάτῃ διορίᾳ, νὰ ἐκφρασθῇ, δίδει ἢ δὲν δίδει τὸ αἰτούμενον δάνειον· καὶ ἐν πάσῃ ἐλευθερίᾳ ἡ Τράπεζα νὰ ἀποφασίσῃ, ποτὲ νὰ μὴ πιεσθῇ. Ἂν ἀπαντήσῃ ἀρνητικῶς, νὰ ἐκδοθῇ ἀμέσως χαρτονόμισμα κυβερνητικὸν 100 ἑκατομμυρίων δραχμῶν (μάλιστα, μάλιστα), ἐπὶ ἐγγυήσει τῶν ὀφειλομένων ἐκ τῆς διαθέσεως τῶν ἐθνικῶν γαιῶν· καὶ θέλετε ἰδεῖ, κύριοι, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐκδώσωμεν καὶ 200 ἑκατομμυρίων.
§118ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Βέβαια.
§119ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Θέλομεν φθάσει εἰς μέτρα, τὰ ὁποῖα, ὅταν παρουσιασθῇ ἡ ἀγρία τοῦ πολέμου μορφή, τότε θὰ ἰδοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι λέγουν βέβαια, θὰ ἰδοῦν, ὅτι τὰ μέτρα ἐκεῖνα εἶναι ὀρθά· καὶ ἄλλα ἀκόμη πολλὰ δὲν θὰ λείψουν εἰς τὴν κοινὴν σωτηρίαν. Νὰ πληρωθῶσιν εἰς τὴν Τράπεζαν τὰ πρὸς αὐτὴν ὀφειλόμενα καὶ νὰ ἀρθῇ ἀμέσως ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία τῶν γραμματίων αὐτῆς. Τότε, κύριοι, ὅταν ἐπανέλθῃ αὕτη εἰς τοὺς κανονικοὺς ὅρους τοῦ μεταλλικοῦ καὶ τῶν γραμματίων της, νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ πρότασις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἂν ἐπιθυμῇ τὸ μεταλλικόν της κεφάλαιον νὰ μένῃ ἀργὸν καὶ ἄτοκον, ἢ προτιμᾷ νὰ τὸ δανείσῃ εἰς τὸ Ἔθνος ἐπὶ τόκῳ. Ἂν δὲ δὲν θέλῃ πάλιν ἡ Τράπεζα, δὲν ἐννοῶ ἡ Κυβέρνησις νὰ χολοσκάσῃ (ἱλαρότης). Ἐπειδὴ ὁμιλεῖτε περὶ πολέμου, βλέπετε, ὅτι οἱ μὴ πολεμικοὶ πειράζονται εἰς αὐτὰ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα εἶναι πολεμικά· μικραί τινες δὲ φωναί, αἱ ὁποῖαι μόλις ἀκούονται, ὑποδεικνύουν ἐκεῖνο τὸ κεκρυμμένον αἴσθημα τὸ μὴ πολεμικόν, τὸ ἐπαμφοτερίζον. Σέβομαι τὰς πεποιθήσεις· ἀλλ’ ἐὰν ἐγὼ εἶχον καὶ ἐλάχιστον μέρος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν πολεμικῶν τῆς πατρίδος, τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα λέγω, θὰ τὰ ἔπραττον. Ἐὰν θέλετε εἰλικρινῶς τὸν πόλεμον, μὴ διστάσητε ἐνώπιον καὶ ἀναγκαστικοῦ δανείου, ἀπογράψατε ἀπὸ τοῦδε εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος τὰ ἀργυρᾶ καὶ χρυσᾶ σκεύη, τὰ ὁποῖα αἱ οἰκογένειαι ἔχουν πρὸς τέρψιν. Προσθέσατε ἐνιαύσιον ἐπὶ τῶν μεγάλων εἰσοδημάτων φόρον, καὶ ἀκούσατε, κύριοι, ἐν ὀλίγοις αὐτὸν τὸν μικρὸν μηχανισμόν. Χίλιαι δραχμαὶ δι’ ἑκάστην ψυχὴν νὰ μένουν ἀφορολόγητοι· ὅσα μέλη ἔχει ἡ οἰκογένεια, τοσαῦτα χιλιόδραχμα νὰ μένουν εἰς αὐτὴν ἀτελῆ· αἱ ἑπόμεναι 10 χιλ. δραχμαὶ νὰ φορολογῶνται μὲ 10%· τὰ πλέον τῶν 10 χιλιάδων ὅλα εἰς τὸ ἔθνος. Ὑποθέτω οἰκογένειαν πενταμελῆ, διαθέτουσαν ἐνιαύσιον εἰσόδημα 20 χιλιάδων δραχμῶν. Θέλετε ἀφήσει εἰς αὐτὴν 5 χιλιάδας ἀφορολογήτους καὶ ἐκ τῶν ἑπομένων 10 χιλιάδων τὰς 9 χιλιάδας. Πῶς! 14 χιλιάδες δραχμῶν δὲν ἀρκοῦν, διὰ νὰ ζήσῃ μία οἰκογένεια, ὅπως ἐλευθερωθῇ τὸ ἔθνος; Ἀπομένουν λοιπὸν 6 χιλιάδες δραχμῶν διὰ τὸ ἀναγκαστικὸν δάνειον. Εἶναι ὁ φόρος αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἐφηρμόσθη εἰς λαοὺς εὑρεθέντας εἰς παρομοίας περιστάσεις. Ἐννοῶ, κύριοι, αὐτὸ σᾶς πονεῖ, ἀλλ’ ὁ πόλεμος δὲν ζῇ μὲ ὀλίγα. Ἐὰν περάσουν αἱ πολεμικαὶ ἰδέαι, θὰ γείνουν πολλὰ τούτων καὶ πλείονα. Καὶ ἂν δὲν τὰ κάμητε σεῖς, θὰ τὰ κάμῃ ἡ δικτατορία. Μὴ νομίζητε, ὅτι ἡ πατρὶς τρέφει ἡμᾶς, διὰ νὰ ἤμεθα κορδωμένοι καὶ προγάστορες. Ἡ ἐλευθερία δὲν ἀγοράζεται διὰ τῶν παχυσάρκων καὶ στρογγυλῶν, ἀλλὰ κατακτᾶται ὑπὸ τῶν ἐσκληρυμένων ἐν κακουχίαις πολιτῶν, τοὺς ὁποίους ἡ ἀρχαία ποίησις ἐξωμοίαζε πρὸς σφῆκας. Σᾶς προτείνω δὲ καὶ ἄλλο μέσον, τὸ ὁποῖον θὰ φανῇ κατὰ πρώτην ὄψιν παράδοξον· φοβοῦμαι μάλιστα μὴ μὲ κατηγορήσουν τινὲς, ὅτι εἶμαι συνεννοημένος μετὰ τοῦ κ. Ἰακωβάτου. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εἶμαι. (Ἱλαρότης.) Ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι ἡ νεωτέρα μηχανικὴ μεταφέρει ἀπὸ τόπου εἰς τόπον βαρέα οἰκοδομήματα· ἐγὼ γνωρίζω ἐκ τῆς ἱστορίας, ὄχι βεβαίως τῆς Τουρκικῆς, ἀλλὰ τῆς Ἑλληνικῆς, ὅτι ἐκεῖ κἄπου εἰς τὸ ἄκρον τῆς πόλεως ἐκτίσθη ὁ ναὸς τοῦ Θησέως, ὅπως χρησιμεύῃ ὡς καταφύγιον τῶν δούλων τῆς ἀρχαιότητος. Ἂν λοιπὸν ἡ νεωτέρα μηχανικὴ δύναται νὰ μεταφέρῃ ὁλόκληρον τὸ Θησεῖον εἰς τὰ ξένα, καθὼς μετέφερον τὰς Καρυάτιδας περὶ τὰ τέλη τοῦ τελευταίου αἰῶνος, διὰ νὰ παρακαλοῦν μὲ τὰς γοερὰς κραυγὰς των τὴν Εὐρώπην ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῶν ἀπολειφθεισῶν ἀδελφῶν αὐτῶν, ἐὰν 10 ἑκατομμύρια λιρῶν εὑρεθῶσιν ἐν Γερμανίᾳ καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ, δίδω τὸ Θησεῖον, διὰ νὰ ἐλευθερώσω τοὺς δούλους Ἕλληνας.
§120ΤΙΝΕΣ. (Ἀριστερόθεν.) Ὡραῖα.
§121ΜΙΑ ΦΩΝΗ. Εἶναι ἱεροσυλία.
§122ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Μοὶ ἀρέσκει ὁ τόνος τῆς φωνῆς, τὸν ὁποῖον ἡ καρδία σας ἐκπέμπει αὐτὴν τὴν στιγμὴν, μοὶ ἀρέσκει. Θέλετε τὸ Θησεῖον, διότι εἶναι σύμβολον τοῦ ἑλληνισμοῦ αἰώνιον. Ἀλλ’ ἂν θέλετε τὸ Θησεῖον, μάθετε νὰ θυσιάζεσθε δι’ αὐτό. Ἂν θέλετε τὸ Θησεῖον, σᾶς συγχαίρω· ἀλλὰ μάθετε νὰ κατασκευάσητε ἐν τῇ ψυχῇ σας ἰδιαίτερον θυσιαστήριον αὐτοθυσίας ἀληθοῦς. Φωνάζετε περὶ πολέμου, ἀλλὰ δὲν θέλετε τὰ μέτρα τοῦ πολέμου. Καὶ ἂν σᾶς ἀπεκάλυπτον ὅλην τὴν ἀλληλουχίαν αὐτῶν, ἠθέλατε μὲ πνίξει ἴσως (δεξιόθεν· ὄχι, ὄχι). Ἀλλὰ σεῖς ἀσχολεῖσθε νῦν περὶ προνομίων, ἀσχολεῖσθε περὶ ἀπολαύσεων προνομιακῶν, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἀσχολῆσθε ὑπὲρ τῆς μεγάλης τοῦ ἔθνους ἰδέας. Εἶσθε λοιπὸν ἐνώπιον διλήμματος. Μένει δὲ πάντοτε φιλονεικούμενον, ἂν εἰς τὰ σφαιρίδια τοῦ αἵματός σας ἔχητε ὄντως ἐγκεχαραγμένην τὴν λέξιν: «πόλεμος!» Σᾶς λέγω ὅμως, ὅτι τὰ προνόμια θὰ πέσουν, ὁ δὲ Λαὸς εἶναι αἰώνιος. (Χειροκροτήματα ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις.)
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζηνόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§124ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν πρόκηται νὰ γείνῃ σήμερον ἡ βʹ ἀνάγνωσις, ἀναβάλλω τὸν λόγον.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος· κηρύσσω ἑπομένως περαιωμένην τὴ συζήτησιν. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναπληρωτικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων τῆς χρήσεως τοῦ 1880 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐκ δραχμῶν 44,002,800. Τὸ ποσὸν αὐτὸ ἠλαττώθη κατὰ τὴν σημείωσιν τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργείου. Ἄρθρον 1.
§126ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν βʹ συζήτησιν ὑπέβαλον παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῶν πιστώσεων, ὧν σκοπὸς ἦτο κυρίως ἡ ἐλάττωσις πολλῶν ἐκ τῶν αἰτηθεισῶν πιστώσεων· ὁ κ. ὑπουργὸς ὑπεσχέθη νὰ προσαγάγῃ σημείωσιν ἀκριβεστέραν καὶ ὑποδείξῃ τὸ ποσόν, κατὰ τὸ ὁποῖον αἱ πιστώσεις ἔπρεπε νὰ ἐλαττωθῶσι. Παρακαλῶ λοιπὸν ν’ ἀναγνωσθῇ ἑκάστη τῶν ἐπενεχθεισῶν ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου ἐλαττώσεων.
§127ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Αἱ ἐλαττώσεις ἐγένοντο.
§128ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἀναφέρεται εἰς πίνακα ἐπισυναπτόμενον, ἐν ᾧ ἀναφέρονται αἱ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις κατ’ ἄρθρον καὶ κεφάλαιον· ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐξηγήσῃ ἐπὶ ἑκάστου κεφαλαίου ὁποία ἐπῆλθεν ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου ἐλάττωσις· ἐπὶ παραδείγματι, αἱ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις διαιροῦνται ὡς ἑξῆς: κεφάλαιον Αʹ, ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν, Ἄρθρον 1. Μισθοὶ ἀξιωματικῶν 4,000· ἄρθρον 2, μισθοὶ ὑπαξιωματικῶν 2,000, τὸ ὅλον 6,000. Αὐτὸ μένει; Κεφάλαιον βʹ. Σῶμα μηχανικοῦ, μισθοὶ ἀξιωματικῶν, μεταβάλλεται εἰς 20,540...
§129Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἔδωκα τὴν σημείωσιν εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς, ἐξ ἧς δύνασθε νὰ ἴδητε, ὅτι ἔφερα ὅλας τὰς δυνατὰς ἐλαττώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατόπιν τῆς ἐπιθυμίας τῆς Βουλῆς, καὶ τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς ὑπηρεσίας κατεδείχθησαν. Εἰς τὸ ποσὸν δὲ τῶν ἀναπληρωτικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων ἡ προκάτοχος κυβέρνησις καὶ ἡ νῦν ὑπεβλήθη ἕνεκα τῆς αὐξήσεως διαφόρων ὑπηρεσιῶν, αἵτινες κατὰ τὸν νόμον δικαιοῦνται εἰς ἐπιμίσθιον. Δὲν ὑπάρχει δὲ ἐγγεγραμμένον οὔτε ἓν λεπτὸν περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον.
§130ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε ν’ ἀνακεφαλαιώσω ὅ,τι εἶπον. (Θόρυβος.)
§131ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὰ εἴπατε ἑκατοντάκις.
§132ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρώτη ἀξίωσις, ἣν εἶχον ἐξηγήσει, ἦτο νὰ προσαχθῇ σημείωσις τῶν δαπανῶν, τῶν γενομένων κατὰ τὸ 1880 διὰ διαφορὰν μισθῶν καὶ ἐπιμίσθια, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸ ποσόν, τὸ ζητούμενον διὰ τῶν πιστώσεων ἐκ δραχ. 30,000· τοιαύτη κατάστασις δὲν προσήχθη.
§133Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Διότι μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ὁμιλοῦμεν, ὁ ἀριθμὸς, ὁ προοριζόμενος ἀπὸ τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως περὶ τῶν ἀξιωματικῶν, δυστυχῶς δὲν συνεπληρώθη, διότι αἱ ἐξετάσεις δὲν ἐτελείωσαν, ὥστε αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐν ἐπιστρατεύσει δὲν ὑπάρχουν παρὰ στρατιῶται· ὡς πρὸς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς ἐλπίζω νὰ τοὺς ἔχωμεν τὴν 1ην τοῦ ἐλευσομένου μηνός. Σήμερον ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν βαθμολόγων, εἶναι οἷα ἦτο κατὰ τὴν 18ην Ὀκτωβρίου, ὥστε αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ὑπὸ πραγματικὴν ἔποψιν δὲν φέρουν εἰς ἀποτέλεσμα.
§134ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἀντιλέγω κατὰ τῆς ἀρχῆς τῶν πιστώσεων. (Θόρυβος.)
§135ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τελειώνωμεν, κύριε Πρόεδρε. (Θόρυβος.)
§136ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὑποθέσατε, κύριε Σιμόπουλε, ὅτι δίδεται πίστωσις 12 μηνῶν, καὶ πρόκειται νὰ ἐξοδευθῇ μόνον ἑνὸς μηνός, ἡ ἄλλη θὰ μείνῃ.
§137ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί νὰ δίδωνται πιστώσεις ποσοτήτων ἰδανικῶν ἢ τοὐλάχιστον μὴ ἀναγκαίων, νὰ μείνωσι δὲ αὗται ἄκυροι; (Θόρυβος.) (Συνδιαλέξεις μεταξὺ τοῦ κ. Σιμοπούλου καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.)
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσιν ἐνταῦθα αἱ διαφοραί. Ἰδοὺ εἰς τὸ κεφάλαιον Βον μισθὸς ἀξιωματικῶν 20,540, μισθὸς ὑπαξιωματικῶν 4,800, μισθὸς στρατιωτῶν 104,000.
§139ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰσχυρίσθην, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐλαττωθῇ εἰς τὸ ἥμισυ, διότι θὰ πληρωθῇ ὁ μισθὸς μόνον ἑνὸς μηνός.
§140Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐνταῦθα βλέπω, ὅτι ζητεῖται τάξις λογιστική, ἡ ὁποία δύναται νὰ γείνῃ καὶ κατόπιν. Πᾶσα δαπάνη μεγαλειτέρα τοῦ προϋπολογισθέντος ποσοῦ ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1880 θέλει λάβει χώραν μόνον κατὰ τὸν μῆνα Δεκέμβριον, ἐκτὸς τῶν δαπανῶν, αἵτινες ἐγεννήθησαν ὑποχρεωτικῶς διὰ τὴν μισθοτροφοδοσίαν τῶν στρατιωτῶν καὶ τῶν βοηθητικῶν ὑπηρεσιῶν, αἵτινες δίδουν δικαίωμα εἰς ἐπιμίσθιον. Δύνανται λοιπὸν αἱ ἐλαττώσεις νὰ σημειωθῶσιν εἰς τὰ πρακτικά· ἀναλαμβάνω πλήρη τὴν εὐθύνην, ὅτι ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων πιστώσεων δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ χρῆσις ἄλλη, ἢ μόνον ἡ τοῦ Δεκεμβρίου...... (θόρυβος) ἐὰν ὑπάρχωσιν ἀνωμαλίαι τινὲς, αὐταὶ δύνανται νὰ διορθωθῶσι καὶ κατόπιν. Ἔχετε τὴν συνείδησίν σας ἐντελῶς ἀναπαυμένην. (Θόρυβος καὶ συνδιαλέξεις μεταξὺ τῶν βουλευτῶν.)
§141ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω περὶ τῆς εἰλικρινείας καὶ τῆς εὐθύτητος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ὅταν ψηφίζωμεν πιστώσεις, αὗται πρέπει νὰ ἔχουν ὡς βάσιν τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων, πρέπει νὰ στηρίζωνται εἰς τὸ μέτρον τῆς δαπάνης τῆς ἀναγκαιούσης εἰς τὸ Κράτος· ἂν ἐγένετο εἰς τὰς αἰτήσεις τῶν πιστώσεων λάθος, καὶ βεβαίως ἐγένετο τοιοῦτον, δέον τὸ λάθος νὰ μὴ μείνῃ, λόγῳ ὅτι δῆθεν ὁ διαχειριζόμενος τὰ δημόσια δὲν πρόκειται νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς πιστώσεως. Ἐν τοσούτῳ αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡμολόγησεν ὅτι αἱ πιστώσεις διὰ μισθοὺς ἀξιωματικῶν πρέπει νὰ ἐλαττωθῶσιν εἰς τὸ ἥμισυ. (Θόρυβος.)
§142ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τί βλάπτει ἂν σημειωθῇ ἀνωτέρα πίστωσις; (Θόρυβος.)
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ προεδρεῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰς τροπολογίας ὅσας εἶχεν. Ὡς ἠκούσατε, ἀναβαίνει τὸ ποσὸν τῶν μὲν ἐκτάκτων πιστώσεων εἰς 20,000,000, τῶν δὲ ἀναπληρωτικῶν εἰς 23,544· αἱ λεπτομέρειαι εἶναι ἐδῶ. Θέλετε νὰ τὰς ἀναγνώσωμεν;
§144ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ζητεῖται ἡ ἐλάττωσις.
§145ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφ’ ἧς ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐπὶ τῶν συζητουμένων νομοσχεδίων παρατηρήσεις μου, τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν διόρθωσιν τῶν πιστώσεων, παρῆλθον 6 ἢ 8 ἡμέραι, ἐντὸς τῶν ὁποίων τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἠδύνατο νὰ διορθώσῃ τὰ ἐσφαλμένα· ἀπορῶ δὲ διατί ἤδη ζητεῖται νὰ ψηφίσωμεν, ὡς ὑπεβλήθησαν, τὰς πιστώσεις, καὶ νὰ μὴ διορθώσωμεν αὐτά, ἐφ’ ὅσον αὗται ἀπεδείχθησαν ἐσφαλμέναι.
§146Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν ἐννοῶ πῶς ἓν ζήτημα λογιστικῆς τάξεως δύναται μετὰ μίαν συζήτησιν, ἡ ὁποία παρετάθη ἐπὶ τόσας ἡμέρας, νὰ παρεμποδίσῃ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν πιστώσεων, ἀφοῦ λέγω ῥητῶς, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ ὡς πρὸς τὴν μισθοτροφοδοσίαν εἶναι ἡ αὐτὴ οἵα καὶ πρὸ τῆς 13 Ὀκτωβρίου, μὲ τὴν διαφορὰν τῶν προσθέτων ἐπιστράτων ἢ ἐθελοντῶν. Αἱ πιστώσεις δέ, αἱ πρὸς τὴν μισθοτροφοδοσίαν τοῦ στρατοῦ, ἐλογαριάστησαν κατὰ τι περισσότερον, ἀλλὰ δὲν θὰ ἐξοδευθῇ ἓν λεπτὸν περισσότερον τοῦ ὡρισμένου ἀριθμοῦ. Ὡς πρὸς τοὺς βαθμολόγους δὲ λέγω, ὅτι ὁ ἀναγκαῖος ἀριθμὸς αὐτῶν πρόκειται νὰ δοθῇ κατὰ τὴν πρώτην Δεκεμβρίου. Ὡς πρὸς τὴν τροφὴν δὲ τῶν ζώων, σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ κάμω ἔκπτωσιν, διότι, ἐνῷ πρὶν ἠγοράζετο ἡ νομὴ πρὸς 1,20, ἤδη ἀγοράζεται πρὸς 1,50. Σᾶς λέγω λοιπόν, ὅτι δὲν διατρέχετε κανένα κίνδυνον· τώρα θέλετε μετὰ συζήτησιν πολιτικήν, ἡ ὁποία παρετάθη τόσας ἡμέρας, νὰ φέρετε συζήτησιν λογιστικήν. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ ... (Θόρυβος.)
§147ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία προηγήθη, ἦτο καθαρῶς πολιτική· αὕτη ἐπερατώθη, δὲν πρόκειται δὲ νῦν ἢ περὶ ἀκριβεστέρας συντάξεως τῶν περὶ πιστώσεων νομοσχεδίων, δὲν πρόκειται ἢ νὰ συναρμολογήσωμεν τὰς πιστώσεις πρὸς τοὺς ὑπάρχοντας ἢ πρὸς τοὺς προσήκοντας ἀριθμούς.
§148ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἂς ἐγγραφῶσιν αἱ παρατηρήσεις σας εἰς τὰ πρακτικά.
§149Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἰς τοὺς ἐτησίους προϋπολογισμοὺς ἐγγράφονται αἱ πιστώσεις μὲ τὴν ἀκρίβειαν, μὲ τὴν ὁποίαν θὰ ἐκτελεσθῶσιν; ἐγγράφεται μία πίστωσις διὰ δύο χιλιάδας ἄνδρας, καὶ ἔρχονται μόνον χίλιοι πεντακόσιοι.
§150ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ Βουλὴ θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἂν αἱ πιστώσεις στηρίζωνται ἐπὶ ἄρθρων καὶ κεφαλαίων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἔρχεται ὁ ὑπουργὸς καὶ σᾶς λέγει: μέχρι τέλους Δεκεμβρίου ἔχω ἀνάγκην τόσων μισθῶν δι’ ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικούς· σεῖς γνωρίζετε πόσοι θὰ προσέλθουν, ἵνα ὁρίσητε τόσην πίστωσιν, ἢ νὰ ἐλαττώσητε τὴν ζητηθεῖσαν. Καὶ ἂν ἀφήσητε τὴν πίστωσιν, δὲν ὑπάρχει κίνδυνος. Εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν βλέπω εἰς τὰς πιστώσεις τοιαύτην λεπτολογίαν (Θόρυβος). Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν δέχεται τὰς πιστώσεις ἢ ὄχι.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, κύριοι, καθήσατε· ἔχομεν ἤδη τὴν ψηφοφορίαν. (Ἀναγινώσκεται ἡ πίστωσις ἐκ δραχμῶν 44,002,800 τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν καί γίνεται δεκτὴ κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.) Ἔχομεν ἤδη τὴν γʹ συζήτησιν τῆς ἀναπληρωτικῆς καὶ ἐκτάκτου πιστώσεως διὰ τὸ ὑπουργεῖον τῶν ναυτικῶν ἐκ δραχμῶν 6,000,000, ἥτις μεταβάλλεται εἰς 9,256,049. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὴ κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς γʹ. συζήτησιν.) (Κατόπιν ἀνεγνώσθη εἰς βʹ συζήτησιν καὶ ἡ μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης σύμβασις καὶ ἐγένετο δεκτὴ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.) Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8 20/60 μ. μ.