1880.11.24
2.612 στίχοι · 20.764 λέξεις · 165 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 30
τῆς 24 Νοεμβρίου 1880.
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅ,τι λέγουσι τὰ πρακτικά, ὅτι μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀπεφασίσθη νὰ γείνῃ συνεδρίασις χθὲς, εἶναι ἐσφαλμένον, διότι ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεφάσισε τοῦτο. Ἐν τέλει τῆς συνεδριάσεως τινὲς μὲν ἔλεγον, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ συνεδρίασις, ἄλλοι δὲ ὄχι, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ οὐδόλως ἀπεφάσισεν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὰ πρακτικὰ πρέπει ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ μέρος νὰ διορθωθῶσιν. (Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Κρίσπης.)
§3ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Κύριοι, ἐνθυμεῖσθε προχθές, ὅτι μόλις κατέβη τὸ βῆμα ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅλοι ὑμεῖς οἱ βουλευταὶ ἠγέρθητε πρὸς ἀναχώρησιν· τότε σᾶς παρεκάλεσα νὰ ἀναμείνητε, διὰ νὰ σᾶς ἀνακοινώσω παράκλησίν τινα, ἣν μοὶ εἶχεν ἀπευθύνει ἡ Κυβέρνησις, τουτέστι νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ συνεδριάσῃ, εἰ δυνατόν, διὰ τὸ κατεπεῖγον τῶν περιστάσεων, αὔριον, ἤτοι τὴν Κυριακήν. Ἐν τῷ μεταξὺ οἱ κύριοι ἐντεῦθεν (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα) ἐφώναζον ὄχι, οἱ ἄλλοι ἐκεῖθεν (δεικνύει τὴν δεξιὰν) ἐφώναζον μάλιστα, ὅτε ἀνέβη εἰς τὸ βῆμα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἀπηύθυνεν ὁ ἴδιος τὴν παράκλησιν πρὸς τὴν Βουλήν· τότε πάλιν οἱ πλειότεροι ἐκεῖθεν ἔλεγον κατὰ τὸ πλεῖστον μάλιστα, ἐντεῦθεν δὲ ἀρκετοὶ ἔλεγον ὄχι· ἀλλὰ τὸ Προεδρεῖον διέκρινεν, ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἐνέκρινε τὴν παράκλησιν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ νὰ γείνῃ συνεδρίασις τὴν αὔριον, τουτέστι χθὲς τὴν Κυριακήν. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἠγέρθη ἑτέρα φιλονεικία περὶ τῆς ὥρας, διότι ἄλλοι μὲν ἔλεγον ἡ συνεδρίασις νὰ γείνῃ τὴν 10 ὥραν π. μ. καὶ ἄλλοι τὴν 2 μ. μ., τὸ δὲ Προεδρεῖον διέκρινεν, ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἀπεφάσισε νὰ γείνῃ τὴν 2 μ. μ. Οὕτως ἀντελήφθη τὸ Προεδρεῖον, ὅπερ καὶ ἔπραξεν, εἰδοποιῆσαν τοὺς κκ. βουλευτὰς νὰ συνέλθωσι τὴν Κυριακὴν τὴν 2 ὥραν μ. μ. Εἰς τὴν εἰδοποίησιν αὐτὴν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου κ. Τρικούπης ἐσημείωσε τὴν ἀκόλουθον παρατήρησιν: «Παρατηρῶ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συγκαλῇ τὴν Βουλὴν εἰς συνεδρίασιν, ἄνευ τῆς ἐντολῆς τῆς Βουλῆς». Τὸ κατ’ ἐμέ, κύριοι, καὶ κατὰ τὴν ἀντίληψιν ὅλου τοῦ Προεδρείου, ἡ πλειονοψηφία ἀπεφάσισε νὰ συνεδριάσῃ ἡ Βουλὴ τὴν Κυριακὴν τὴν 2 ὥραν μ. μ. καὶ διὰ τοῦτο ἀπηύθυνα τὴν εἰδοποίησιν πρὸς τοὺς κκ. βουλευτάς. Ἐπειδὴ δὲ ἠγέρθη ἐκ μέρους τῆς πλευρᾶς ἐκείνης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) ἡ ἀντίῤῥησις, ὅτι δὲν ἐπῆλθεν ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀποφανθῆτε ἂν καλῶς ἔπραξε τὸ Προεδρεῖον εἰδοποιῆσαν τοὺς κκ. βουλευτάς, ὅτι ἡ Βουλὴ παρεδέχθη νὰ συνεδριάσῃ τὴν Κυριακὴν τὴν 2 ὥραν μ. μ. Ἄλλως, ἐὰν νομίζητε, ὅτι τὸ Προεδρεῖον παρέβη τὸ καθῆκόν του, δὲν εἶναι ἀξιοπρεπὲς οὔτε δι’ ἐμὲ οὔτε διὰ τὴν Βουλὴν νὰ μένω εἰς τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου.
§4Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἐπίστευα ποτὲ, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος ἤθελε θέσει τὸ ζήτημα οὕτως, καὶ δὲν διστάζω ποσῶς, ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς θὰ τὸ λύσῃ ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Προέδρου. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου σήμερον, κ. Πρόεδρε, πρόκειται ν’ ἀποφασίσωμεν ἐὰν τὰ πρακτικά, ὅπως ἔχουσιν, ἔχωσι καλῶς· ὅτι δὲ τὸ πρᾶγμα ἔχει ὅπως λέγω, εἶναι ἀναντίῤῥητον ἐξ αὐτῆς τῆς προσκλήσεως τοῦ κ. Προέδρου. Τί σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος; Ὅτι καθ’ ἃ τὸ Προεδρεῖον ἀντελήφθη, ἡ πλειονοψηφία ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς συνεδριάσεως, ὅτι ἀπεφάνθη νὰ γείνῃ αὕτη τὴν 2 ὥραν μ. μ. Καὶ ὅταν ἡ πλειονοψηφία ἀπεφάνθη ὁριστικῶς καὶ ἡ ἀπόφασίς της ἐγένετο γνωστή, ὅτι ἠθέλομεν ἔχει συνεδρίασιν τὴν 2 ὥραν π.μ., τίς ἡ ἀνάγκη νεωτέρας προσκλήσεως;
§5ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Διότι ἄλλοι μὲν ἔλεγον τὴν 10 ὥραν π.μ. ἄλλοι δὲ τὴν 2 ὥραν μ. μ. Ἀλλὰ τὸ Προεδρεῖον διέκρινεν, ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἀπεφάνθη τὴν 2 ὥραν, καὶ διὰ τοῦτο ἔκαμα τὴν πρόσκλησιν τὴν 2 ὥραν μ. μ.
§6Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅ,τι ἐγώ, κ. Πρόεδρε, ἀντελήφθην προχθὲς τὸ ἑσπέρας, ἱστάμενος πλησίον τοῦ Προεδρείου, εἶναι τὸ ἀκόλουθον: ὅτι ἡ μία πτέρυξ ἔλεγε νὰ συνεδριάσωμεν, ἡ δὲ ἄλλη ὄχι, ἀπόφασις δὲ ὁριστικὴ οὐδεμία ἐλήφθη. (Θόρυβος.) Ὅσῳ περισσότερον διακόπτετε, τόσῳ περισσότερον δίδετε νὰ ἐννοήσωσιν, ὅτι ὅ,τι λέγομεν, εἶναι ἀληθές, διότι διακόπτουν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν εὑρίσκονται ἐν τῇ ἀληθείᾳ. Λέγω λοιπόν, κ. Πρόεδρε, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον τὸ Προεδρεῖον νὰ ἀντελήφθη ὅπως λέγει, ἀπόφασις ὅμως δὲν ἐγένετο καμμία, καὶ ὅτι αὐτὴ ἡ πρόσκλησις ἡ ὑπὸ τοῦ Προεδρείου γενομένη διὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς χθὲς ἀποδεικνύει τοῦτο.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, φιλονεικεῖται ἡ ὀρθότης τῶν πρακτικῶν ὡς πρὸς τὸ μέρος ἐκεῖνο, εἰς ὃ λέγουν, ὅτι ὁ πρόεδρος τῆς βουλῆς συναινέσει τοῦ σώματος προσδιώρισε τὴν χθεσινὴν ἡμέραν διὰ συνεδρίασιν. Θὰ ἐρωτήσω λοιπὸν τὴν Βουλήν, ἐὰν ἔχωσι καλῶς τὰ πρακτικὰ ὡς πρὸς τὸ μέρος αὐτό. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι νὰ...
§8ΤΙΝΕΣ. (Ἀριστερόθεν.) Ὄχι, δὲν εἶναι οὕτω, κ. Πρόεδρε.
§9Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ζήτημα, κύριοι, δὲν εἶναι τόσῳ ἁπλοῦν, ὅσῳ παρέστησεν αὐτὸ ὁ κ. Πρόεδρος· τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον, διότι πρόκειται περὶ συνεδριάσεως κατὰ τὰς ἡμέρας, αἵτινες δὲν εἶναι κανονικῶς ὡρισμέναι πρὸς τοῦτο, καὶ τοιαῦται συνεδριάσεις πρέπει ν’ ἀποφασίζωνται διὰ ψηφοφορίας ἀνεπιδέκτου ἀμφιβολίας. Ὅταν ἡ Βουλὴ γινώσκῃ, ὅτι καθ’ ὡρισμένας ἡμέρας δὲν ὑπάρχει συνεδρίασις, ὑπάρχουσι βουλευταὶ κανονίζοντες ἄλλως τὰ τῆς χρήσεως τῶν ἡμερῶν ἐκείνων, τὸν δὲ τοιοῦτον κανονισμὸν τοῦ χρόνου δὲν δύνανται νὰ μεταβάλωσιν εἰμὴ μόνον ἂν ὑπῆρξεν ἀπόφασις τῆς Βουλῆς περὶ ἐκτάκτου συνεδριάσεως, ἀλλ’ ἀπόφασις βεβαία, οὐχὶ ἐξαρτωμένη ἐκ τῆς ἀντιλήψεως τοῦ προεδρείου, ἥτις κατόπιν ἐπὶ τῆς κυρώσεως τῶν πρακτικῶν δίδει χώραν εἰς ἀμφισβήτησιν, ἐὰν ἦτο ὀρθὴ ἢ μή. Ἐγώ, κύριοι, ἤθελον εἴπει ἐπὶ πλέον, ὅτι, καίτοι κατὰ τύπους ἡ ἀπόφασις τῆς πλειονοψηφίας εἶναι ἐπαρκής, ἵνα γένηται συνεδρίασις καθ’ ἡμέραν μὴ κανονισμένην, κατ’ οὐσίαν καὶ ἁβρότητα οὐδ’ αὐτὴ ἀρκεῖ. Ἵνα δύνηται ἡ Βουλὴ νὰ συνεδριάζῃ πρεπόντως καὶ καθ’ ἡμέρας ἄλλας παρὰ τὰς συνήθως ὡρισμένας πρὸς συνεδρίασιν, δέον νὰ ὑπάρχῃ ὁμόφωνος γνώμη καὶ συνεννόησις συμπολιτεύσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ζήτημα ἁβρότητος καὶ δύναται ἡ συμπολίτευσις νὰ μὴ ἔχῃ τὴν ἁβρότητα ταύτην πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ὀφείλει ὅμως νὰ μένῃ ἐν τῇ νομιμότητι. Τότε μόνον ὁ Πρόεδρος καλεῖ τὴν Βουλὴν εἰς συνεδρίασιν καθ’ ἡμέραν μὴ ὡρισμένην κανονικῶς, ὅταν περὶ τούτου ἡ Βουλὴ λάβῃ ἀπόφασιν τακτικῶς, τουτέστιν ὅταν τεθῇ ὑπὸ τοῦ Προέδρου τὸ ζήτημα εἰς Βουλὴν ἠρεμοῦσαν καὶ κανονικῶς συνεδριάζουσαν, ἀποφανθῇ δὲ ἡ Βουλὴ καταφατικῶς κατὰ τὰ ὑπὸ τοῦ κανονισμοῦ διατεταγμένα. Καὶ ἐγένετο μὲν πρότασις περὶ ἐκτάκτου συνεδριάσεως, ἀλλὰ τοιαύτη ὑπῆρχεν ἀταξία καὶ τοσοῦτος θόρυβος, ὥστε ὁ κ. Πρόεδρος ἠναγκάζετο νὰ συνεννοῆται μετὰ τῶν κκ. βουλευτῶν ὀρθίων πάντων καὶ συνωθουμένων περὶ τὸ προεδρεῖον οὐχὶ διὰ λόγων, ἀλλὰ διὰ χειρονομιῶν· ἐγὼ δέ, εὑρισκόμενος ἐν τῷ μέσῳ, ἔβλεπον τὸν κ. Πρόεδρον χειρονομοῦντα, καὶ ἐνόησα, ὅτι ὑπάρχει ἀμφισβήτησις ἐν ἄλλοις καὶ περὶ τῆς δεκάτης ὥρας καὶ περὶ τῆς δευτέρας, διότι ἠρώτα ὁ κ. Πρόεδρος περὶ τῆς δεκάτης, δεικνύων ὅλους τοὺς δακτύλους τῶν δύο χειρῶν καὶ περὶ τῆς δευτέρας δεικνύων τῆς ἑτέρας χειρὸς τοὺς δύο δακτύλους. Ἤκουσα δὲ εἰς ἀπάντησιν πάσης ἐρωτήσεως ναὶ ἐντεῦθεν, καὶ ὄχι ἐκεῖθεν. Ἐρωτώμενος δὲ καὶ ἐγὼ ἂν θὰ ἔχωμεν ἔκτακτον συνεδρίασιν, ἀπήντων, ὅτι δὲν θὰ ἔχωμεν, ἀφοῦ οὐδεμία ἐλήφθη ἀπόφασις παρὰ τῆς Βουλῆς. Τώρα, κύριοι, θὰ εἴπῃ ἡ πλειονοψηφία τὸ ἐναντίον, Θὰ εἴπῃ, ὅτι προχθὲς ἀπεφασίσαμεν, ὅτι θὰ ἐγίνετο ἔκτακτος συνεδρίασις χθές, ἐνῷ οὐδὲν ἀπεφασίσαμεν, διότι ὅλοι ἠξεύρετε, ὅτι τὰ πράγματα ἔχουσιν ὡς ἐξέθηκα αὐτά. Ἐὰν ἱκανοποιῆται διὰ τούτου ὁ κ. Πρόεδρος, δὲν νομίζω, ὅτι θέτει ἐκεῖ ὅπου πρέπει τὸ σημεῖον τῆς ἱκανοποιήσεως. Ὅπως ἱκανοποιηθῇ ὁ κ. Πρόεδρος, δέον ἡ κύρωσις τῶν πρακτικῶν νὰ γείνῃ δι’ ἀποφάσεως ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατόν, καί τοι ἐπεθύμουν νὰ εἶχεν ἄλλως, διότι πάντες ἀναγνωρίζομεν τοῦ κ. Προέδρου, τὴν εἰλικρίνειαν ἐν τῇ διευθύνσει τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, καὶ ἐὰν κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην ἔπραξέ τι ὅπερ ἡμεῖς δὲν ἐγκρίνομεν, πιστεύομεν, ὅτι δὲν τὸ ἔπραξεν ἐκ κακῆς προθέσεως, ἀλλὰ διότι ἄλλως ἐξετίμησε τὴν περίστασιν ἐκ μὴ ὀρθῆς ἀντιλήψεως τῶν πραγμάτων.
§10ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Εἰς μίαν μόνον παρατήρησιν παρακαλῶ τὸν κ. Τρικούπην νὰ προσέξῃ, ὅτι μεταξὺ ὅλων τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἔλεγον ὄχι, ἔλεγε καὶ ὁ κ. Τρικούπης ὄχι.
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα.
§12ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ὁ κ. Τρικούπης, ὡς πρόεδρος, ἴσως ἤθελε διευθύνει καλλίτερα, ἀλλὰ καθ’ ὃν χρόνον ὁ πρόεδρος μένει ἐν τῇ ἕδρᾳ του καὶ βλέπει, ὅτι ὅλοι εἶναι ὄρθιοι καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ φωνάζωσι, τί θὰ κάμῃ ἐν μέσῳ αὐτοῦ τοῦ θορύβου; Πολλάκις παρεκάλεσα τοὺς κ. κ. βουλευτὰς νὰ μὴ ἀναχωρήσωσι πρὶν ἢ κανονισθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις, καὶ τοῦτο μόλις πρό τινων ἡμερῶν κατώρθωσα νὰ γείνῃ ὅπως λέγει ὁ κανονισμός. Ἐν μέσῳ αὐτοῦ τοῦ σάλου, τί ἠθέλετε νὰ διαγνώσω; ποῖοι εἶναι οἱ περισσότεροι, οἱ ὁποῖοι ἀξιοῦν νὰ γείνῃ ἡ συνεδρίασις· διέγνωσα λοιπὸν καὶ ἐγὼ καὶ ὅλον τὸ προεδρεῖον, ὅτι ἡ μεγαλειτέρα μερὶς τῆς Βουλῆς ἀπῄτει νὰ γείνῃ συνεδρίασις.
§13ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἰς ὅσα οἱ προαγορεύσαντες κύριοι Πετιμεζᾶς καὶ Τρικούπης εἶπον, προσθέτω καὶ ἐγὼ τὰ ἑξῆς. Αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς λαμβάνονται κατὰ τὸν κανονισμόν, εἴτε δι’ ἀναστάσεως, εἴτε δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, οὐδαμοῦ ὅμως ἠδυνήθην νὰ ἴδω ἐν αὐτῷ, ὅτι λαμβάνονται καὶ διὰ φωνῶν. Ὁ κ. πρόεδρος ἠκούσατε ὅτι βεβαιοῖ, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ προεδρεῖον ἔκαμε τὴν διάγνωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε, καὶ περὶ τῆς εἰλικρινείας τῆς ὁποίας καὶ ἐγὼ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅλοι εἴμεθα ὄρθιοι, καὶ οἱ μὲν ἐκραύγαζον νὰ γείνῃ συνεδρίασις, οἱ δὲ ἄλλοι ὄχι. Τώρα, σᾶς παρακαλῶ, ἠδύνατο κατὰ τὸν κανονισμὸν τὸ προεδρεῖον ἐκ τῶν κραυγῶν αὐτῶν νὰ ἐξαγάγῃ τί ἀπεφάνθη ἡ Βουλή; Ἐὰν ἐν τῷ κανονισμῷ ὑπάρχῃ τοιαύτη διάταξις, ἂς μᾶς τὴν ἀναφέρουν, διάταξις, ὅτι ἐκ τῶν κραυγῶν, αἱ ὁποῖαι ἐξεγείρονται ἐπί τινος προτάσεως, δύναται τὸ προεδρεῖον νὰ διαγνώσῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Τοιαύτη διάταξις δὲν ὑπάρχει. Λοιπὸν ἀφοῦ εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ἦτο εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὅτι ὅλοι οἱ βουλευταὶ ἱστάμεθα ὄρθιοι, καὶ ἄλλοι μὲν ἐφώναζον νὰ γείνῃ συνεδρίασις καὶ ἄλλοι ὄχι, χωρὶς κανονικῶς ν’ ἀποφανθῇ τὸ Σῶμα, τὸ προεδρεῖον δὲν ἠδύνατο κατὰ τὸν κανονισμὸν ν’ ἀπαγγείλῃ οἵαν δήποτε ἐκτίμησιν εἴτε ὑπέρ, εἴτε κατά, καὶ ἑπομένως ἀπόφασις τῆς Βουλῆς δὲν ἐγένετο ἐπὶ τούτου.
§14ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Κύριε πρόεδρε, τοσούτῳ μᾶλλον εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε περὶ τῆς συνεδριάσεως τῆς Κυριακῆς, καὶ ἡ ἀμφιβολία ὑπῆρξεν ὡς πρὸς τὴν 10 ἢ τὴν 2 ὥραν, ὥστε καὶ πολλοὶ τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν τῆς πλευρᾶς ἐκείνης, οἵτινες ἦσαν παρόντες κατὰ τὴν ἑσπέραν αὐτήν, ἦλθον χθές, μεταξὺ δ’ αὐτῶν συγκαταλέγεται καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Καλλιγᾶς, ὁ κ. Πετσάλης καί τινες ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἀνεχώρησαν καθ’ ἣν στιγμὴν ἀνεγνώσθη ὁ κατάλογος.
§15ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μὲ ἀνέφερον, κύριοι, καὶ ὡς ἐκ τούτου ὀφείλω νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινάς. Βεβαίως ἐδῶ δὲν διεκρίθη ἐὰν ἀπεφασίσαμεν νὰ συνεδριάσωμεν ἢ ὄχι· καὶ δὲν διεκρίθη, διότι, ὡς ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος, ἡ ἀπόφασις ἐγένετο ἐπὶ ποδός, περὶ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως, καθ’ ἣν στιγμὴν πάντες οἱ βουλευταὶ ἐφωνάζομεν οἱ μὲν νὰ γείνῃ, ἄλλοι δὲ οὐχί, καί τινες μὲν ἔλεγον τὴν 10 π. μ. ἕτεροι δὲ τὴν 2 μ. μ. Τούτου δὲ ἕνεκεν ὁ κ. Πρόεδρος δὲν ἠδύνατο νὰ διατάξῃ, ὅπως σημειωθῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ὅτι ἐλήφθη τοιαύτη ἀπόφασις, καὶ ἀπετάθη πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐρωτῶν περὶ τῆς ὥρας, καὶ ὁ μὲν Πρόεδρος ἔλεγε τὴν 10, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν 2 μ. μ. Ἐγὼ ἤμην ἐν τῷ μέσῳ, ἀλλ’ οὐδὲν ἀντελήφθην, εἰμὴ τὰς ἐκ δεξιῶν καὶ ἀριστερῶν φωνάς (λογομαχία μεταξὺ Μοντεσάντου καὶ Κ. Κουμουνδούρου). Νομίζω, κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ διακρίνωμεν κυρίως τὸ ἑξῆς, ὅτι κατὰ τὸν κανονισμὸν δὲν δύναται ν’ ἀποφασίσῃ ἡ μία μερὶς ἢ ἡ ἑτέρα, ἀλλ’ ἡ Βουλή, ὅπως ἡ ἀπόφασις καταστῇ ὁριστικὴ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος δυνηθῇ οὕτω ἀσφαλῶς νὰ διακρίνῃ. Χωρὶς νὰ ἐπηρεασθῶ ἀπὸ τὴν φιλίαν, ἥτις μὲ συνδέει μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, δὲν δύναμαι ἢ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ ἱκανότης καὶ ἡ ἀμεροληψία, μεθ’ ὧν διευθύνει τὰς συζητήσεις, ἐπισύρουσι τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν ὑπόληψιν ὅλων τῶν μελῶν, τιμῶσι δὲ οὐκ ὀλίγον τὴν Βουλήν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου λοιπὸν οὐχὶ ἐκ προθέσεως καὶ διεστραμμένον ἔθηκεν οὕτω τὸ ζήτημα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ διότι ὑπῆρξε κακὴ συνεννόησις, οὐχὶ δὲ ὀρθὸν μοὶ φαίνεται νὰ γίνεται συζήτησις, ἀφοῦ δὲν θέλομεν ν’ ἀποδώσωμεν εἰς τὸν κ. πρόεδρον τῆς Βουλῆς πρόθεσιν, ἀλλὰ κακὴν ἀντίληψιν. Ἀφοῦ λοιπόν, κύριοι, ἀπαιτεῖτε ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, διατί νὰ συζητῶμεν; Κακῶς ἐσημειώθη εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι ἐγένετο ἀπόφασις, ἀφοῦ τοιαύτη δὲν ἐγένετο, καὶ πρόσθετος ἀπόδειξις, ὅτι δὲν ἐγένετο, εἶναι ὅτι καὶ αὐταὶ αἱ ἐφημερίδες τῆς συμπολιτεύσεως οὐδὲν ἀναφέρουσιν, οὔτε αὐτὴ ἡ «Ἐφημερὶς», γνωστὴ διὰ τὴν φανατικότητά της, λέγει, ὅτι ἀπεφασίσθη συνεδρίασις. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ἐπιμένητε εἰς πρᾶγμα μὴ ὑπάρξαν, ἀφοῦ μάλιστα ἡ μερὶς αὕτη (δεικνύει τὴν ἀριστερά) ἐξέφρασεν ἣν εἶχεν ἰδέαν περὶ τοῦ κ. προέδρου τῆς Βουλῆς.
§16ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐγώ, κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἀφ’ οὗ ἐγένετο πρότασις νὰ γείνῃ συνεδρίασις καὶ τὴν Κυριακήν, δὲν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις περὶ τούτου, καὶ ὅτι ὁ κ. πρόεδρος ἠρώτησε τὴν Βουλὴν ἐὰν συναινῇ νὰ κάμῃ συνεδρίασιν, καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ ἐψηφοφόρησε τὴν πρότασιν ταύτην. Ζητοῦντες ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὰ πρακτικὰ τὸ μέρος ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πιστοποιεῖ ὅ,τι ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε, εἶσθε εἰς ἀντίφασιν, ἀφοῦ δέχεσθε ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἔθεσεν ὁ κ. πρόεδρος, τὸ δὲ Προεδρεῖον σᾶς δηλώνει ὅτι ἀντελήφθη τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πῶς ἐγένετο ἡ ἀπόφασις δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἢ δι’ ἀναστάσεως;
§18ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ὅταν τὸ Προεδρεῖον ὁλόκληρον σᾶς λέγῃ, ὅτι ἀπεδείχθη δι’ ἀναστάσεως τοῦτο, πῶς δύναται νὰ ἔλθῃ τώρα ἡ Βουλὴ, καὶ νὰ εἴπῃ, δὲν ἀντελήφθη καλῶς ὁ πρόεδρος καὶ τὸ προεδρεῖον ὁλόκληρον, καὶ ἀφ’ οὗ τοῦτο δὲν ἔχει καμμίαν ἀμφιβολίαν καὶ ἀντελήφθη, ὅτι ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν πρότασιν τῆς συνεδριάσεως τῆς Κυριακῆς. Ἐὰν ἡ Βουλὴ σήμερον εἴπῃ ὅτι δὲν ἀπεφάσισεν αὐτό, θὰ εἴπῃ ὅτι ὁ πρόεδρος καὶ τὸ Προεδρεῖον δὲν ἀντελήφθησαν καλῶς· πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποκαταστήσωμεν εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ Προεδρείου τὴν ἀντίληψιν τῆς Βουλῆς; Ὁ πρόεδρος δὲν ἔθηκε σήμερον ζήτημα περὶ τούτου, ἀλλ’ ἁπλῶς πρόκειται περὶ τῆς ἐπικυρώσεως τῶν πρακτικῶν, καὶ πρέπει ἐπ’ αὐτῶν ν’ ἀποφανθῶμεν, ἂν ἔχωσι καλῶς ἢ ὄχι. Τώρα λέγομεν διατί εἰδοποίησε τὸ Προεδρεῖον ἐκτάκτως; Ὁ λόγος εἶναι ἁπλοῦς, τὸν ἔδωκεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου· ὅταν ἐπρόκειτο νὰ συνεδριάσῃ ἡ Βουλὴ καὶ εἰς ἡμέραν, καθ’ ἣν δὲν συνεδριάζει, ὀρθότατα ἔκαμεν ὁ κύριος πρόεδρος νὰ εἰδοποιήσῃ καὶ ὅλους τοὺς βουλευτάς, διότι ἐνδεχόμενον νὰ ἔλειψαν πολλοὶ βουλευταί, μόνον δὲ οἱ παρόντες γνωρίζουσιν, ὅτι ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ νὰ συνεδριάσῃ τὴν Κυριακήν, ὁ δὲ κ. πρόεδρος εἰδοποίησε καὶ τοὺς ἀπόντας διὰ νὰ ἔλθωσιν. Διὰ τοῦτο λοιπὸν ἔκαμεν ἰδιαιτέραν πρόσκλησιν· δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον, διατί νὰ ἐπιμένητε ζητοῦντες τὴν διόρθωσιν τῶν πρακτικῶν. Δὲν ἀμφιβάλλω περὶ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἔχετε, ὅτι τὸ προεδρεῖον διεξάγει τὰ καθήκοντά του εἰλικρινῶς· μὴ ἀμφιβάλλετε λοιπόν, ὅτι καὶ ὁ κ. πρόεδρος καὶ τὸ Προεδρεῖον ὁλόκληρον ἀντελήφθησαν καλῶς καὶ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην τὰς ἀποφάσεις ἡμῶν.
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς παραδεχόμεθα ὅ,τι ὁ κ. πρόεδρος εἶπεν, ὅτι ἀντελήφθη. Ὁ κ. πρόεδρος μᾶς εἶπεν, ὅτι πᾶσα ἡ Βουλὴ ἦτον ἐπὶ ποδός· ἑπομένως ἡ ψηφοφορία δι’ ἀναστάσεως ἢ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ. Πῶς ἄρα δυνάμεθα τώρα, χωρὶς νὰ διαψεύσωμεν τὸν κ. πρόεδρον, νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐγένετο ἀπόφασις κατὰ τὸν κανονισμόν, τοὐτέστιν ἀπόφασις δι’ ἀναστάσεως ἢ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως; Ὁ κ. πρόεδρος ἤθελε δεχθῆ οὕτω τὴν διάψευσιν τῶν παρ’ αὐτοῦ πρὸ ὀλίγου λεχθέντων.
§20ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα, κ. πρόεδρε, φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι, κατ’ ἐμέ, ἄξιον τοσαύτης προσοχῆς, τὸ ζήτημα ἐὰν ἡ Βουλὴ δύναται νὰ συνεδριάσῃ εἰς ἔκτακτον ἡμέραν, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ τὸ ἔλυσεν ὁμοφώνως καὶ ἄλλοτε· καὶ ἄλλοτε ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, ὅτι, προκειμένου περὶ δικαιολογημένης ἀφορμῆς, δύναται νὰ συνεδριάσῃ εἰς ἡμέραν ἔκτακτον. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, κύριε πρόεδρε, συνεδριάσαμεν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας δίς· μολονότι τινὲς κατ’ ἀρχὰς εἶχον ἀντίῤῥησιν, ὅπως ἐγώ, μ’ ὅλα ταῦτα δὲν ἐθεωρήσαμεν τὸ ζήτημα τοῦτο τόσον σπουδαῖον, ὥστε νὰ προκληθῇ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς οὔτε δι’ ἀναστάσεως, οὔτε δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως· ἅμα ἡ Βουλὴ ἐξέφρασε τὴν τοιαύτην ἐπιθυμίαν οἱ ἄλλοι ὑπεχώρησαν, καὶ οὕτως ἡ Βουλὴ ἐξηκολούθει νὰ συνεδριάζῃ, καὶ ἐσυνεδριάζαμεν καὶ ἐσυζητούσαμεν μέχρι τῆς Μεγάλης Πέμπτης τὸ ἑσπέρας. Δὲν ἦτο ζήτημα λοιπὸν δυνάμενον νὰ διαιρέσῃ τὰς δύο πτέρυγας καὶ νὰ ἀπαντηθῇ τοσαύτη ἐπιμονή, ὥστε ν’ ἀπαιτηθῇ ἀπόφασις διὰ ψηφοφορίας, ὅπως λέγει ὁ κανονισμός. Προχθὲς ἐνταῦθα τινὲς ἔλεγον ὄχι, οἱ περισσότεροι ἔλεγον ναί, καὶ δὲν ἐθεωρήθη ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς διὰ ψηφοφορίας. Ἑπομένως, ὅπως πρὶν ἔγεινε κατὰ τὸ παρελθόν, οὕτω καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ Προεδρεῖον ἐθεώρησεν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ συνεδριάσωμεν τὴν Κυριακήν. Ἄλλως τε, κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ὑπῆρχε σπουδαία ἀντίῤῥησις, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ γείνῃ ἀπόφασις, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπέκρουον τὴν πρότασιν, ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνουν. Τί νὰ προχωρήσῃ λοιπὸν ὁ Πρόεδρος εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῆς ὥρας, καὶ νὰ ἐρωτήσῃ ποίαν ὥραν θὰ γείνῃ ἡ συνεδρίασις; νομίζω, ὅτι τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς συνεδριάσεως ἦτο λελυμένον. Νομίζω λοιπόν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὴν τοιαύτην ἔνστασιν καὶ ν’ ἀποδώσωμεν εἰς τὸ Προεδρεῖον μομφήν, ὅτι δὲν διετύπωσεν ὅ,τι ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν· ἡ ἀπόφασις αὕτη δὲν εἶχε οὐδεμίαν συνέπειαν, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὸ νὰ διαγραφῇ ἐκ τῶν πρακτικῶν τὸ μέρος τοῦτο, διότι δὲν εἶναι οὔτε ὀρθόν, οὔτε δίκαιον.
§21ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Σήμερον πρόκειται περὶ ζητήματος ἀρχῆς. Ὁ ἔντιμος Πρόεδρος μᾶς λέγει, ἐὰν μεταβάλητε τὰ πρακτικά, μὲ προσβάλλετε· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν, διότι τότε καθ’ ἡμέραν θὰ προσβάλλωμεν τὸν κ. Πρόεδρον, ὅταν διορθώνωμεν τὰ πρακτικά. Ἐὰν ὅ,τι τὸ Προεδρεῖον ἀντιλαμβάνεται, ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ τὸ μεταβάλλῃ κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν, τότε ἀλλοίμονον... Πρέπει ν’ ἀποσύρῃ ὁ κ. Πρόεδρος τὴν παραίτησίν του, διὰ νὰ ἀφήσῃ τὰς χεῖρας ἡμῶν ἐλευθέρας, εἰς τὸ νὰ φέρωμεν τὰς παρατηρήσεις μας. (Θόρυβος.) Πρόκειται περὶ ζητήματος ἀρχῆς, καὶ ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του. Αὐτὴ εἶναι ἡ δήλωσις, ἣν θεωροῦμεν ἀναγκαῖον νὰ κάμωμεν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἔχουσι καλῶς τὰ πρακτικὰ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Πρόεδρος κ. Α. Αὐγερινός.)
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ δήμαρχος Φαλάρων ἀναφέρει, ὅτι «συνδημόται ἀκούσαντες, ὅτι νέον φορολογικὸν σύστημα πρόκειται νὰ συζητηθῇ, ἐλυπήθησαν δι’ αὐτό· ἐνετείλαντό μοι δὲ νὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, ἵν’ ἀνακοινώσητε εἰς τὴν Βουλὴν μὴ μεταβάλῃ σωτήριον φορολογικὸν σύστημα ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ εὔχονται, ὅπως διατηρηθῇ ὑπάρχον, ἔστω καὶ μὲ αὔξησιν φόρου κατὰ κτῆνος, ἂν ἀνάγκαι ἀπαιτοῦσι. Δήμαρχος Φαλάρων Ι. Θεοδώρου.»— Κάτοικοι ἁγίου Ἰωάννου τοῦ δήμου Πτελεατῶν τῆς Φθιώτιδος παραπονοῦνται, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν κακῶς ἑρμηνεῦσαν τὸν νόμον ΨΜΕʹ περὶ φόρου ἐπὶ τῶν βοσκῶν, παρεχώρησεν εἰς τὸν σκηνίτην Δ. Κωστούλαν περιφέρειαν βοσκησίμων γαιῶν, καὶ ἐξαιτοῦνται ἁρμοδίως τὴν ἀναίρεσιν τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως.
§24ΚΟΤΤΑΡΗΣ. Παρακαλῶ ἡ ἀναφορὰ αὕτη νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἵνα ἐξετάσῃ περὶ τῆς ὑποθέσεως, διότι, ἂν ἔχωσιν ὅπως ἐκτίθενται ἐν τῇ ἀναφορᾷ τὰ πράγματα, πρέπει νὰ ἐπέλθῃ θεραπεία.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Τινὲς κρεοπῶλαι Ἀθηνῶν ἐξαιτοῦνται παρὰ τῆς Βουλῆς, ἵνα συστήσῃ τὴν αἴτησίν των εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἀρχήν, ὅπως ἀνακαλέσῃ τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 148 ἀστυνομικὴν διάταξιν περὶ κρεάτων, ὡς ἐπιβλαβῆ εἰς τὸ ἐπάγγελμά των.
§26Α. ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Παρακαλῶ τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν νὰ τὴν συστήσητε εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι φρονῶ, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἐὰν ἀναγνώσητε ταύτην τὴν ἀστυνομικὴν διάταξιν, θὰ ἴδητε, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ὁ κ. διευθυντὴς τῆς ἀστυνομίας ὤφειλε προηγουμένως νὰ καταρτίσῃ ἀγορὰς καὶ νὰ προσδιορίσῃ μέρη κατάλληλα, ὅπως ἐξασκῶσι τὸ ἐπάγγελμά των, διότι διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς ζητεῖ νὰ ἔχωσι σενδόνια λινὰ στερεὰ, νὰ ἔχωσι τραπέζια ἐκ μαρμάρου, νὰ ἔχωσι κιγκλιδωτὰ παράθυρα καὶ τὰ τοιαῦτα. Δύνανται νὰ γείνωσι ταῦτα; Εἰς τὴν ὑπάρχουσαν ἀγορὰν δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσι ταῦτα, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον εἰς τὰ ἄλλα μέρη. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν δύναται ποτὲ νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου δύναται νὰ καταστρέψῃ τοὺς οἰκογενειάρχας. Πιστεύω, ὅτι θὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ θὰ ἐπιφέρῃ τὴν δέουσαν θεραπείαν. (Θόρυβος.)
§27ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ.
§28ΡΟΥΦΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς εἶχε πληρέστατον δίκαιον νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς ἀστυνομικῆς διατάξεως, διότι, ὅταν ὑφίσταται τοιαύτη ἀστυνομία, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καταγγέλλῃ τοὺς παραβαίνοντας αὐτὴν εἰς τὰ δικαστήρια, τὰ δὲ δικαστήρια νὰ τιμωροῦν. Πολὺ ἐπιβλαβεῖς εἶναί τινες τῶν ἀστυνομικῶν διατάξεων, καὶ διὰ τοῦτο ἀπὸ πνεῦμα φιλελεύθερον ἀγόμενος ὁ Ναπολέων ὁ Γʹ ὁ αὐτοκράτωρ ἐνόμισεν, ὅτι ὤφειλε νὰ καταργήσῃ αὐτὰς τὰς ἀστυνομικὰς διατάξεις, αἵτινες ἦσαν δεσποτικαί. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐγὼ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της, διὰ νὰ μὴ καταπιέζηται τάξις τις πολιτῶν.
§29Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἠμπορῶ ν’ ἀφήσω ἀπαρατήρητα ὅσα εἶπον. Ἐὰν δὲν συμβιβάζωνται αἱ ἀστυνομικαὶ διατάξεις, ὡς προεῖπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Πατρῶν, μὲ τὴν ἐποχὴν, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Πατρῶν δύνανται νὰ φέρωσι νομοσχέδια περὶ καταργήσεως τῶν ὑφισταμένων νόμων. Ἐφ’ ὅσον οἱ νόμοι αὐτοὶ ὑφίστανται, πρέπει νὰ ἐκτελῶνται. Ὁ διευθυντὴς τῆς ἀστυνομίας δὲν εἶναι βεβαίως φίλος μου, ὅπως καὶ ἐγὼ δὲν εἶμαι φίλος τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ἐὰν ὁ διευθυντὴς τῆς ἀστυνομίας τηρῇ τοὺς νόμους τῆς πολιτείας, ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ παρακωλύσωμεν τὴν ἐνέργειάν του. Ἐὰν οἱ νόμοι δὲν συμβιβάζωνται μὲ τὴν ἐποχὴν, ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσητε νομοθετικῶς τὴν διόρθωσιν, ἀλλὰ μὴ ζητῆτε τὴν ἀναστολήν των.
§30ΡΟΥΦΟΣ. Οὔτε περὶ ἀναστολῆς, οὔτε περὶ μεταβολῆς τοῦ νόμου πρόκειται· παρατήρησιν ἁπλῆν, πρὸς φωτισμὸν τῆς Κυβερνήσεως, ἐκάμαμεν περὶ τοῦ τοιούτου μέτρου. Ὑπάρχει βεβαίως νόμος, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν δικαιολογεῖ τὴν ἐκτέλεσιν ἀστυνομικῆς διατάξεως, ἥτις δὲν συμβιβάζεται μὲ τὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς καὶ τῆς προόδου.
§31ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς Καλαβρύτων, εἶναι ἄξιον λόγου. Καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ ἀστυνομία νὰ ἐκδίδῃ τοιαύτας διατάξεις, αἵτινες ὑποβάλλονται εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ ὑπουργείου, ἐὰν δὲ ἐντὸς 6 ἑβδομάδων δὲν κυρωθῶσι, θεωροῦνται ἄκυροι. Αἱ παρατηρήσεις τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν εἶναι δίκαιαι, διότι ὁ ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ διόρθωσιν. Δύναται νὰ φέρῃ καὶ πρότασιν νόμου πρὸς μεταβολὴν τῶν ἀστυνομικῶν νόμων, ἀλλὰ τὸ περὶ οὗ πρόκειται ζήτημα εἶναι ἐντὸς τῆς σφαίρας τοῦ ὑπουργοῦ καὶ δύναται μόνος ν’ ἀποφασίσῃ.
§32ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἐφαρμόζεται πλήρης· ὅ,τι ἐφαρμόζεται, εἶναι τοῦτο, ὅτι παραγγέλλονται οἱ κρεοπῶλαι νὰ μὴ κρεμῶσιν εἰς τὰς ὁδοὺς τὰ κρέατα καὶ νὰ μὴ σφάζουν ἐντὸς τῆς πόλεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ διάταξις ἡ ἐκδοθεῖσα ἐπὶ τοῦ κ. Λογοθέτου, καὶ σᾶς λέγω ἐπισήμως, ὅτι οὐδὲν πλέον ζητεῖ ἡ ἀστυνομία.
§33ΤΙΝΕΣ. Πολὺ καλά.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§35ΡΑΛΛΗΣ. Ὡς πρὸς τὴν σύμβασιν μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταθέσῃ ὅλας τὰς προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγίνοντο εἴτε ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν Γιαλούση εἴτε ἀπὸ ἄλλας ἑταιρίας, διὰ νὰ ἦναι εἰς θέσιν ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἐκτιμήσῃ τοὺς ὅρους.
§36ΠΑΠΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνω, κύριοι, τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐπιψήφισιν πρότασιν νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπανέρχονται εἰς τὰς τάξεις τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ στρατοῦ οἱ δυνάμει τοῦ νόμου ἀπὸ 21 Δεκεμβρίου 1877, περὶ συστάσεως σώματος πολιτικῶν μηχανικῶν, μετατεθέντες εἰς τὸ σῶμα ἀξιωματικοὶ τοῦ μηχανικοῦ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις, καθ’ ἃς στερούμεθα ἀξιωματικῶν, εἶναι δίκαιον οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς τάξεις των, ἀφοῦ δύνανται νὰ μᾶς χρησιμεύσωσιν ἐκεῖ, πολλαπλασιασθέντος ἤδη τοῦ στρατοῦ.
§37ΤΙΝΕΣ. Πολὺ καλά.
§38ΠΑΠΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤδη θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ὅσον οἷόν τε τάχιον ἀποπερατώσεως τῆς ἀπὸ Ἄργους εἰς Κόρινθον ἀγούσης ἥτις εἶναι ἡ μόνη, διὰ τῆς ὁποίας συγκοινωνεῖ ἡ Πελοπόννησος μετὰ τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος. Πάντοτε, κύριοι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω τὴν πατρίδα, ἐθεώρησα ἓν τῶν σπουδαιοτέρων καθηκόντων μου, τὴν μέριμναν περὶ τῆς κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ ταύτης, ὄχι μόνον ὡς συντελούσης εἰς τὰ συμφέροντα τῆς ἰδιαιτέρας μου ἐπαρχίας, ἀλλὰ πρὸ πάντων ὕψωσα τὴν φωνήν μου, διότι τὴν θεωρῶ σπουδαιοτάτην διὰ τὸ Κράτος, διότι δι’ αὐτῆς καὶ μόνης ὑπάρχει ἡ συγκοινωνία τῆς Πελοποννήσου μετὰ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος. Ἤδη μάλιστα εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον ν’ ἀποπερατωθῇ ἡ ὁδὸς αὕτη. Καὶ ἄλλοτε, ὅταν ἐπιστεύσαμεν, ὅτι ὁ καιρὸς τῆς ἐνεργείας διὰ τὸ ἐθνικὸν ἡμῶν ζήτημα ἐπέστη, εἶχον πάλιν παρακαλέσει τὴν τότε Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ ταύτης. Εἶπον τότε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ εἴμεθα ἀσθενεῖς κατὰ θάλασσαν, καὶ ἀφοῦ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ κλεισθῇ δι’ ἡμᾶς ἡ διὰ θαλάσσης συγκοινωνία, ἀφοῦ, διὰ νὰ μεταφέρωμεν, εἴτε ὑλικόν, εἴτε ἄνδρας, εἴτε τὰ προϊόντα τοῦ μόνου πολεμικοῦ μας ἐργοστασίου τοῦ ἐν Ναυπλίῳ ὁπλοστασίου ἀπὸ τὴν Πελοπόννησον εἰς τὴν Στερεὰν, δὲν ἔχομεν ἄλλην ὁδὸν ἀπολύτως, δὲν εἶναι δίκαιον, δὲν εἶναι χρήσιμον, δὲν εἶναι σωτήριον, νὰ φροντίσωμεν νὰ συγκοινωνήσωσιν αὐτὰ τὰ δύο μέρη τῆς Ἑλλάδος; Ἡ ἀπάντησις ἦτο ψυχροτάτη. Ἴσως ἐνθυμεῖται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ ἀπάντησις ἦτο σχεδὸν δυσάρεστος δι’ ἐμέ. Ὀφείλω ἀληθῶς νὰ ὁμολογήσω χάριτας εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς νῦν Κυβερνήσεως, εἰς οὗ τὴν φιλοπάτριδα μέριμναν ὀφείλεται ἡ ἔναρξις τοῦ ἔργου, ἀλλ’ ὡς τοῦτο προβαίνει, θὰ παρέλθῃ πολὺς χρόνος πρὸς ἀποπεράτωσίν του, ἐὰν δὲν καταβληθῇ φροντὶς ὑπὲρ τῆς ταχυτέρας ἀποπερατώσεως. Θὰ σᾶς ἀναφέρω περιστατικόν τι, ὅπερ θέλει ἴσως συγκινήσει τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν κ. Ἰακωβάτον. Διηρχόμην πρὸ τινων ἐτῶν τὴν ὁδὸν ταύτην, μεταβαίνων ἐξ Ἄργους εἰς Κόρινθον μεθ’ ἑνὸς ξένου, καὶ γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι ξένοι διέρχονται συχνότατα τὸν δρόμον αὐτόν, καὶ ξένοι διάσημοι, βασιλεῖς, ἡγεμόνες, σοφοί, διότι παρὰ τὴν ὁδὸν ταύτην κεῖνται αἱ ἀρχαῖαι Μυκῆναι, τὸ προσκυνητήριον τοῦτο τῶν ξένων. Κατὰ τὴν ὁδὸν αὐτὴν διατηροῦνται μνημεῖά τινα ἐπὶ τῶν χειμάῤῥων. Διερχόμεθα λοιπὸν ἐκεῖθεν μετὰ τοῦ ξένου μόνοι, οὐδεμία ἐργασία εἶχε γείνει οὐδέποτε, ἢ μόνον ἡ ἐργασία τῶν ποδῶν τῶν κτηνῶν καὶ τῶν ἀνθρώπων. Ἀπὸ διαστήματος εἰς διάστημα ὑπάρχουσι τὰ μνημεῖα ταῦτα 5 ἢ 6. Πρὸ τοῦ πρώτου τούτων εἶδον τὸν ξένον ἀποκαλυπτόμενον καὶ ἀναφωνοῦντα «αἰωνία σου ἡ μνήμη Μουσταφᾶ Ἀγᾶ», ἐπίσης πρὸ τοῦ δευτέρου ἀναφωνοῦντα «αἰωνία σου ἡ μνήμη Ἀλῆ Ἀγᾶ», πρὸ τοῦ τρίτου «Σουφὰρ Ἀγᾶ». Ἠξεύρετε, κύριοι, τί εἶναι τὰ μνημεῖα ταῦτα; εἶναι γέφυραι Τουρκικαί. Δὲν εἶναι ἐντροπὴ μετὰ 60 ἔτη ν’ ἀποκαλυπτώμεθα πρὸ τῶν ἔργων τῶν τουρκικῶν; Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ νὰ περατωθῇ ἡ ὁδὸς αὐτή.
§39ΚΟΤΤΑΡΗΣ. Τόρα ἀμέσως.
§40ΠΑΠΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν λέγω τὴν ὥραν αὐτὴν ἢ τὴν αὔριον.
§41Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Συμμερίζομαι καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ προλαλήσαντος κατὰ τῆς ἀβελτηρίας τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλῶ δὲ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ, διότι ἐνῷ πρὸ 3 ἐτῶν ἐδέχθη τὴν ὑποχρέωσιν αὐτὴν μέχρι τοῦδε οὐδὲ τὸ δέκατον ἐγένετο.
§42ΠΑΠΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ. Παρατηρῶ, ὅτι, ὅταν ὁμιλῆτε καὶ μέμφεσθε τὴν κυβέρνησιν, νὰ σαφηνίζητε τίνα κυβέρνησιν.
§43Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὴν ἐνεστῶσαν.
§44ΠΑΠΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπατᾶσθε, διότι, ἐὰν ἐγένετο ἔναρξις τοῦ ἔργου, προέρχεται τοῦτο ἐκ τῆς φιλοπάτριδος μερίμνης τοῦ κ. Κουμουνδούρου. (Θόρυβος.) Λοιπὸν λέγω, ὅτι ὁ κ. Δημητριάδης πολὺ ἀδίκως ὁμιλεῖ περὶ κυβερνήσεως, μὴ ὁρίζων ποίας.
§45Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὴν ἐνεστῶσαν ἐννοῶ.
§46ΠΑΠΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι, ἐὰν ἐγένετο ἀρχὴ τοῦ ἔργου, τοῦτο ὀφείλεται ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον εἰς τὴν φιλοπάτριδα μέριμναν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Κουμουνδούρου.
§47Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὸ ἔργον εἶχεν ἀρχίσει πρότερον.
§48ΠΑΠΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὑπηρεσία δύναται νὰ σᾶς διαψεύσῃ.
§49ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαιῶ, ὅτι ἡ ἐργασία ἤρχισε πρὸ ὀλίγων μηνῶν.
§50Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς παρουσίασεν προϋπολογισμὸν καὶ ἐπεκαλέσθη τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον· ἀλλ’ αἱ διακοπαὶ αὗται αἱ γενόμεναι εἰς ἑκάστην συζήτησιν καταναλίσκουσι ματαίως τὸν χρόνον.
§51ΠΑΠΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκούω πρὸς τὰ δεξιά μου ἕνα ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅστις λέγει, δότε ὕδωρ πρὸς τὸν ῥήτορα. Βεβαίως ἐγὼ δὲν εἶμαι ῥήτωρ, οὔτε τὰς συνταγματικάς μου θεωρίας στηρίζω εἰς φατριαστικὰς ἀποχρώσεις, οὔτε ὑβρίζω τοὺς συναδέλφους μου· εἰς δὲ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον λέγω καὶ ὑπομιμνήσκω τὴν πήραν τοῦ Διογένους, καὶ πρὶν θελήσῃ νὰ κανονίζῃ τοὺς ἄλλους, ἂς μάθῃ νὰ κανονίζῃ ἑαυτόν· εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω πλειότερα. — Κύριε πρόεδρε, εἶναι πολλοὶ ἐγγεγραμμένοι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν νὰ ὁμιλήσωσι;
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναί τινες.
§53ΠΑΠΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἠρώτησα τὸν ἀξιότιμον κ. πρόεδρον, ἐὰν ἦναι ἐγγεγραμμένοι πολλοὶ νὰ ὁμιλήσωσιν ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἐὰν μοὶ ἔλεγεν, ὅτι δὲν εἶναι κανεὶς νὰ ὁμιλήσῃ, δὲν θὰ ἔλεγον τίποτε, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος κ. πρόεδρος μοὶ εἶπεν, ὅτι εἶναι, διὰ τοῦτο σᾶς λέγω, ὅτι ἔχω πρότασίν τινα νὰ φέρω εἰς τὴν Βουλήν. Κύριοι βουλευταί, ἔχομεν ἐνώπιόν μας μίαν παρελθοῦσαν Κυβέρνησιν καὶ μίαν ὑφισταμένην. Ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου προχθὲς ὁ πρόεδρος τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ Πατρὶς εὑρίσκεται εἰς τὸ χεῖλος τοῦ κρημνοῦ. Εἰς μίαν προγενεστέραν ὁμιλίαν ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς νῦν Κυβερνήσεως μᾶς εἶπεν, ὅτι τὴν ἐποχὴν ταύτην θεωρεῖ σπουδαιοτέραν καὶ αὐτῆς τῆς τοῦ 1821.
§54ΤΙΝΕΣ. Εἶναι ἐπερώτησις;
§55ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὑποστηρίζει αὐτὸ ὁ Κανονισμός;
§56ΠΑΠΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ. Βέβαια, διότι ἔχω σκοπὸν νὰ φέρω πρότασιν περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως (Θόρυβος). Οἱ διακόπτοντες ἂς ἔλθωσιν ἐδῶ, ἐὰν ἔχωσι σκοπὸν νὰ ὁμιλήσωσιν Ἔχομεν λοιπὸν ἐνώπιόν μας τοὺς δύο αὐτούς, τὸν πρώην πρόεδρον καὶ τὸν ἤδη ὑφιστάμενον, καὶ παρὰ τῶν δύω ἠκούσαμεν τὴν κρίσιμον θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ Πατρίς. Εἰς ἐποχὴν λοιπὸν, κύριοι, καθ’ ἣν ἡ Ἑλλὰς πρόκειται νὰ μάθῃ ἐὰν θὰ ὑπάρξῃ ἢ μή, καθ’ ἣν πρόκειται ὁ πτωχὸς Ἕλλην καὶ πάλιν νὰ καύσῃ τὴν μόλις στερεωθεῖσαν καλύβην του μετὰ τόσους κόπους, καθ’ ἣν πρόκειται καὶ πάλιν νὰ ποτίσῃ τὰ ὄρη καὶ τὰς πεδιάδας μὲ τὸ μόλις ἀναγεννηθὲν αἷμά του, εἶναι κατάρα ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους νὰ κατατρίβωμεν τὸν χρόνον εἰς πολιτικάς, εἰς συνταγματικὰς θεωρίας, εἰς ἐξέτασιν προγραμμάτων 10 ἢ 15 ἢ 20, δὲν ἠξεύρω πόσων, καὶ πρὸ πάντων, κύριοι, εἰς διαπληκτισμοὺς καὶ διαιρέσεις· καὶ ἡ διαίρεσις ὑφίσταται, διότι δὲν δύναται συνάδελφός τις τῆς πτέρυγος ἐκείνης νὰ ὁμιλήσῃ χωρὶς νὰ διακοπῇ ἀπὸ συνάδελφον ταύτης τῆς πτέρυγος, καὶ τ’ ἀνάπαλιν. Εἶναι κατάρα τοῦτο, εἶναι ἔγκλημα ἐσχάτης προδοσίας.
§57ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν εἶσαι δεσπότης νὰ δώσῃς κατάρας.
§58ΠΑΠΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διακοπή σας, κ. Καλλιγᾶ, δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἐπικυροῖ τοὺς λόγους μου, διότι ὄντως ἀντὶ νὰ δώσωμεν ἀλλήλοις τὴν χεῖρα καὶ σκεφθῶμεν περὶ τῶν κοινῇ συμφερόντων, διαπληκτιζόμεθα. Ἐγὼ ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς πατρίδος βλέπω μίαν φλόγα, ἥτις ἔρχεται μακρόθεν καὶ ἀπειλεῖ ν’ ἀνάψῃ πυρκαϊὰν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς μέχρι τοῦ ἑτέρου ἄκρου πάσης ἑλληνικῆς χώρας· καὶ σεῖς δέ, οἱ ὁποῖοι κατέχετε τὰ μυστήρια τῆς ὑψηλῆς πολιτικῆς, λέγετε, ὅτι ἡ πατρὶς εἶναι εἰς τὸ χεῖλος τοῦ κρημνοῦ· ὅτι ἡ ἐποχὴ ἡ παροῦσα εἶναι σπουδαιοτέρα τῆς ἐποχῆς τοῦ 1821, τῆς ἀναγεννήσεως μὲν τοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ τῆς ἐποχῆς τῆς καταστροφῆς καὶ τῆς ἐρημώσεως· δὲν βλέπετε, ὅτι ἔχομεν ἐδῶ 60 ἡμέρας, χωρὶς νὰ κάμωμεν τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ διαπληκτιζώμεθα; Ἂς ἀφήσωμεν τὸ παρελθόν· βλέπω τὸν δικαστήν, ὁ ὁποῖος θὰ μᾶς δικάσῃ ὅλους, ἄν θὰ ἦναι αὐστηρὰ ἡ ἀπόφασίς του, ἡμεῖς εἴμεθα ὑπαίτιοι. Λοιπὸν, κύριοι, ἂς ἀφήσωμεν τὸ παρελθὸν καὶ ἂς σκεφθῶμεν περὶ τῶν κοινῇ συμφερόντων. Ἐὰν ἔχετε σκοπὸν νὰ ἐξακολουθήσητε τὴν συζήτησιν ταύτην, τὴν ἄγονον καὶ δυστυχῆ ἐπὶ πολύ, τότε, καὶ μόνον τότε, φέρω πρότασιν περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως, καὶ πιστεύω, ὅτι θὰ εὑρεθῶσι 10 συνάδελφοι νὰ τὴν ὑποστηρίξωσιν. Ἂς κλείσωμεν τὰς θύρας τῆς αἰθούσης ταύτης, καὶ ἂν ἔχετε λογαριασμοὺς ἐδῶ, λύσατέ τους, ἀλλὰ τοὐλάχιστον νὰ ἔχωμεν τὸν κόσμον μακράν· καὶ ἂν πρόκηται νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν αὐτὴν κατάστασιν, ἐξερχόμενοι ἐντεῦθεν μὲ τὴν αὐτὴν διαίρεσιν, ἐῤῥέτω τὸ κοινοβούλιον! (Εὖγε, εὖγε.) (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων.)
§59ΛΑΠΑΣ. Εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν προαγορεύσαντα.
§60ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ πολιτικὴ συζήτησις εἶναι ἀνεξάρτητος τῶν δύω ζητημάτων, τῶν ἐγγεγραμμένων εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τοῦ περὶ τῶν πιστώσεων καὶ τοῦ περὶ τῆς συμβάσεως. Ὁ κ. Τρικούπης ὀρθότατα ἠθέλησε νὰ μάθῃ, πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ζητημάτων τούτων, ποία εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς κυβερνήσεως, ὅπως τὴν ἐπικρίνῃ ἢ τὴν ἐπιδοκιμάσῃ· αὐτὴ ἑπομένως ἡ συζήτησις θεωρεῖται ἐντελῶς παρεμπίπτουσα. Ἤδη ἡ κυβέρνησις εἶπεν ὅ,τι ἐνόμιζεν ἀναγκαῖον σχετικῶς μὲ τὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. Τρικούπη· δὲν εἶναι λοιπὸν ἡ συζήτησις αὐτὴ περατωμένη;
§61ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι.
§62ΡΙΚΑΚΗΣ. Τότε ἂς ἐξακολουθήσῃ ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος· ἄλλως, παρακαλῶ νὰ χωρισθῇ τὸ ζήτημα τῶν πιστώσεων ἀπὸ τὸ τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Τραπέζης.
§63Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ συζήτησις αὕτη, ἥτις ἀπὸ 4 ἡμερῶν ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν, δὲν εἶναι συζήτησις περιττή, δὲν εἶναι συζήτησις, ἡ ὁποία παρατείνει ἀσκόπως τὸν καιρόν, εἶναι συζήτησις, ἥτις ἀπαιτεῖ ἀπὸ ἕνα ἕκαστον ἐξ ἡμῶν νὰ δηλώσῃ ὁποία εἶναι ἡ γνώμη του, καὶ νὰ μὴ ᾖναι κεκρυμμένος ὄπισθεν ὅλων τῶν γνωμῶν, ὅπως μίαν ἡμέραν παραστῇ καὶ εἴπῃ, ὅτι εἶναι γνώμη ἰδική του, ἥτις ἤθελε κατισχύσει. Μετὰ προσοχῆς, κύριοι, ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Γόρτυνος βουλευτοῦ λαλήσαντος ἐπὶ δύο ἡμέρας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· μετὰ προσοχῆς ἤκουσα τὰ ῥηθέντα καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι οὐδέποτε εἶδον πρότυπον ἀντιφάσεων, οὐδέποτε εἶδον μεγαλειτέρας παραδοξολογίας, οὐδέποτε ἤκουσα ἐπὶ διήμερον ὁμιλίαν χωρὶς νὰ καταλήξῃ εἰς οὐδὲν συμπέρασμα· καὶ διὰ τοῦτο ἰσχυρισθεὶς προχθές, ὅτι ὀφείλομεν ἅπαντες νὰ διατυπώσωμεν τὴν πολιτικήν μας καὶ προκαλέσας, τὸ ὁμολογῶ, τὸν βουλευτὴν ἐκ Γόρτυνος, ἐπίστευα, ὅτι μετὰ τὴν διήμερον αὐτοῦ ὁμιλίαν ἤθελε καταλήξει εἰς συμπέρασμα καὶ ἤθελε μᾶς εἴπει ὁποία εἶναι ἡ πολιτική του· καὶ λέγω, ὅτι ἤθελε μᾶς εἴπει ὁποία εἶναι ἡ πολιτική του, διότι ἀκούω ἀπό τινων ἡμερῶν, ὅτι ὁ κ. Δηλιγιάννης δὲν ἀκολουθεῖ πλέον τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι ἔχει ἰδίαν πολιτικήν. Δὲν τὸ ἐπίστευσα, ὅτι ὁ κ. Δηλιγιάννης δὲν ἀκολουθεῖ τὴν πολιτικὴν τῆς κυβερνήσεως αὐτῆς, πρὸ πάντων μάλιστα εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις, καὶ ἀκολουθεῖ ἰδίαν πολιτικήν, διότι μὲ αὐτὴν τὴν πτέρυγα, ὑπὸ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Μεσσήνης, ὁ κ. Δηλιγιάννης ὑπηρέτησεν ὡς ὑπουργός, εὑρεθέντες σύμφωνοι ἐπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ ζητήματος ἐπὶ 26 ὁλοκλήρους μῆνας. Βεβαίως, οὔτε ἡ ἀπαρίθμησις τῶν 50 τάχα, οὔτε αἱ ἐρωτήσεις, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνεν, οὔτε αἱ παραδοξολογίαι καὶ αἱ μεγαλαυχίαι, αἵτινες ἀπὸ τοῦ βήματος ἐλέχθησαν ἐνώπιόν σας, οὔτε τόσα ἄλλα δύνανται ν’ ἀποτελέσωσι πολιτικὴν ἢ πρόγραμμα. Ὅστις θέλει νὰ ὁμιλήσῃ περὶ πολιτικῆς ἢ προγράμματος, ὅστις ἔχει βεβαίας ἰδέας καὶ πεποιθήσεις, καὶ ὅστις ἔχει πίστιν ἐπὶ τῆς πολιτικῆς τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ, μὲ τρεῖς λέξεις δύναται νὰ εἴπῃ εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις ὁποῖος εἶναι ὁ δρόμος τὸν ὁποῖον θ’ ἀκολουθήσῃ. Καὶ δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς εἶπε τὰς μεγαλειτέρας παραδοξολογίας, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξώγκωσεν ἐπὶ τοσοῦτον τὰ πράγματα ὅσον ἀφορᾷ εἰς αὐτόν, ἐμείωσεν ἐπὶ τοσοῦτον αὐτά, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς ἄλλους, ὥστε εἰς τὴν προχθεσινὴν συζήτησιν, ὅτε ὡμίλει περὶ τῶν πιστώσεων καὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας, σᾶς εἶπεν ὅτι δὲν ἐναπομένει πλέον διὰ τὸ ἔτος 1881, ἀφοῦ ὑπελόγισε τὰ δάνεια, ἀφ’ οὗ ὑπελόγισε τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα εἰσῆλθον εἰς τὸ ταμεῖον ἀπὸ δάνεια, καὶ ἀπὸ τὴν πώλησιν τῶν ὁμολογιῶν καὶ ἀπὸ τὴν σύμβασιν τῆς Τραπέζης, ἀφ’ οὗ συνέκρινε καὶ ἔκαμε τοὺς λογαριασμούς, καὶ παρέβαλε τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα εἰσῆλθον πρὸς τὰς δαπάνας αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, ἢ ἓν μόνον ἑκατομμύριον διὰ τὸ 1881, ἀλλ’ ἀμέσως διὰ τῆς τακερᾶς αὐτοῦ γλώσσης ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἦλθε καὶ τὸν διέψευσε, καὶ τῷ εἶπε ὅτι κατὰ τοὺς ἀληθεῖς ὑπολογισμούς, τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον μένει διὰ τὸ 1881 ἀναβαίνει εἰς 30,000,000, ἀπηύθυνε δὲ μετὰ τῆς χαρακτηριζούσης αὐτὸν ἀφελείας καὶ ὅτι «μεταξὺ τοῦ ἑνὸς καὶ τῶν 30 ὑπάρχει ὁπωσδήποτε διαφορά». Σᾶς ὡμίλησεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Γόρτυνος περὶ προγραμμάτων καὶ σᾶς ὡμίλησε μετὰ τοσούτου στόμφου καὶ μεγαλαυχίας, ὡσὰν νὰ ἦτο ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος διετήρησε μίαν πολιτικήν, ἓν πρόγραμμα σταθερόν, βέβαιον, ἀκραιφνές· σᾶς ὁμιλεῖ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τοῦ 1878, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν 19 Ἰανουαρίου διέταξε τὰ στρατεύματα νὰ ἐξέλθωσι, καὶ κατὰ τὴν εἰκοστὴν τοῦ ἰδίου νὰ ἐπανέλθωσι· σᾶς ὁμιλεῖ λέγω, περὶ ὁριστικοῦ προγράμματος καὶ περὶ ἀπρονοησίας τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ σᾶς λέγει, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Τρικούπη δὲν προεῖδε τὰ πράγματα τὰ ὁποῖα ἡ μεγαλοφυΐα καὶ ἡ διπλωματικὴ αὐτοῦ ἱκανότης εἶχαν προετοιμάσει εἰς ὅλην τὴν Εὐρώπην· δὲν προεῖδε τὴν ἄνοδον τῶν φιλελευθέρων ἐν Ἀγγλίᾳ, καὶ διὰ τοῦτο ὁ κ. Τρικούπης, ὅτε ἦλθεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, σᾶς ὡμίλησε περὶ προγράμματος οἰκονομιῶν. Καὶ σᾶς ὡμίλησε, κύριοι, τίς; περὶ τῆς ἀπρονοησίας αὐτῆς; Ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν 19 Ἰανουαρίου διέταττε νὰ ἐξέλθωσιν εἰς τὴν Θεσσαλίαν τὰ στρατεύματα, τὴν ἰδίαν δὲ ἡμέραν τοῦ Ἰανουαρίου ὑπεγράφετο ἡ συνθήκη τῆς ἐκεχειρίας μεταξὺ τῶν Ῥώσσων καὶ Τούρκων· ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος δὲν ἐπρονόησε τὰ συμβαίνοντα αὐτὴν ταύτην τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν διέταττε τὸν στρατὸν νὰ ἐξέλθῃ, ἔρχεται καὶ σᾶς ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἀπρονοησίας τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως! Ἡμεῖς καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως οὐδέποτε ἐκαυχήθημεν, ὅτι ἔχομεν προφητικὸν νοῦν, οὔτε ἐμεγαλαυχήσαμεν, ὅτι ἀνήκομεν εἰς τὰς τάξεις τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, οἵτινες διὰ μιᾶς ἐγκυκλίου, ἢ δι’ ἑνὸς γράμματος ἠδύναντο νὰ μεταβάλωσι τὴν πολιτικὴν ὁλοκλήρου τῆς Εὐρώπης. Ὅτε προχθὲς σᾶς ἔλεγεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, «ἂν σᾶς εἰποῦν, ὅτι ὁ λόρδος Βήκονσφλιδ ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς ὡρισμένον τι πρόσωπον» καὶ ὅλοι ἐννοεῖτε τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων τοῦ κ. Δηλιγιάννη; μὴ πιστεύσητε! Μὴ πιστεύσητε, ἐπαναλέγω καὶ ἐγώ, διότι ὁ λόγος ἀπευθύνεται πρὸς ἄνδρα, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε μετεχειρίσθη τοιαύτην γλῶσσαν, πρὸς ἄνδρα, εἰς τοῦ ὁποίου τὰς χεῖρας οὐδέποτε ἐξηυτελίσθη ἡ ἐξουσία, ὁ ὁποῖος ἀνῆλθε χωρὶς νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν ἄνοδόν του εἰς τὴν ἐξουσίαν διὰ μικροραδιουργιῶν. Πιστεύσατε, σᾶς ἔλεγε μετὰ στόμφου, ὅτι ἡ ἐμὴ ἱκανότης συνήνωσεν ὁλόκληρον τὴν Εὐρώπην, ἡ ἐμὴ ἱκανότης ἤνοιξε τὰ συλλαλητήρια ἐν Ἀγγλίᾳ, ἡ ἐμὴ ἱκανότης 40 παρέταξεν ἐφημερίδας, ἡ ἐμὴ ἱκανότης ἔκαμε τὸν μεγαλείτερον ἄνδρα τῆς ἐποχῆς μας τὸν Γλαδστῶνα νὰ γράψῃ τρία φυλλάδια περὶ τοῦ ἑλληνικοῦ ζητήματος. Καὶ ὅλα αὐτὰ πῶς ἐγένοντο; Ὅλα ταῦτα ἐγένοντο διὰ τῆς ἱκανότητος τοῦ κ. Δηλιγιάννη, καὶ μικροῦ δεῖν μᾶς ἔλεγεν, ὅτι διὰ τῶν ἐνεργειῶν του ἀνέτρεψε τὸ κόμμα τῶν Τόρεων καὶ ἀνέῤῥησε τὸ κόμμα τῶν φιλελευθέρων ἐν Ἀγγλίᾳ. Μᾶς κατηγόρησεν, ὅτι δὲν παρεσκευάσαμεν τὸν τόπον, μᾶς κατηγόρησεν, ὅτι παρεσκευάσαμεν τὸν τόπον· μᾶς κατηγόρησεν, ὅτι δὲν ἐδανείσθημεν, μᾶς κατηγόρησεν, ὅτι ἐδανείσθημεν. Δὲν ἐπεριμένομεν ἄλλην διαγωγήν, δὲν ἐπεριμένομεν ἄλλην ἀπόφασιν οὔτε ἐκ μέρους τῆς πλευρᾶς αὐτῆς, πολὺ δὲ περισσότερον ἐκ μέρους τοῦ κ. Δηλιγιάννη. Σήμερον μᾶς κατηγοροῦν, ὅτι δὲν ἐπρονοήσαμεν νὰ συνομολογήσωμεν δάνειον, τοῦ ὁποίου τόσον μεγάλην ἔχομεν ἀνάγκην. Προχθὲς μᾶς κατηγόρησαν, πῶς ἐτολμήσαμεν νὰ συνομολογήσωμεν δάνειον 15,000,000 φράγκων καὶ νὰ ἐπιβάλλωμεν φόρους ἄνευ τῆς ἀποφάσεως καὶ τῆς θελήσεως τῆς Βουλῆς· καὶ νομίζετε, ὅτι ἂν συνωμολογοῦμεν τὸ δάνειον, δὲν ἠθέλομεν ἔχει σήμερον τὴν κατηγορίαν, διὰ τί νὰ συνομολογήσωμεν αὐτό; ὥστε τὴν κατηγορίαν δὲν ἠθέλομεν τὴν ἀποφύγει, διότι δὲν εἶναι κατηγορία ἐπὶ τῶν πραγμάτων, εἶναι κατηγορία φατριαστική, προσωπική. Δὲν ἐπρονοήσαμεν λέγει ἀπὸ τοῦ Μαρτίου, ὅτι τὰ πράγματα ἐν Εὐρώπῃ ἤθελαν μεταβληθῆ. Καὶ πῶς σεῖς, ἀφοῦ ἡμεῖς δὲν ἐπρονοήσαμεν τὴν 10 Μαρτίου, δὲν ἐπρονοήσατε τὴν 9 Μαρτίου; ἀλλ’ ἐδικαιολογήθη εἰπών, ὅτι ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου μηνὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο δὲν εἶχε τὴν πλειονοψηφίαν, ἑπομένως δὲν ἠδύνατο νὰ ἐνεργήσῃ καὶ οὕτως ἡ κατηγορία ὅλη καὶ ἡ εὐθύνη ἀνήκει εἰς ἡμᾶς. Ἀλλ’ ἐξετάσατε, τί ἐν τῇ ἰδίᾳ ὁμιλίᾳ εἶπε καὶ θὰ ἴδητε τὴν ἀντίφασιν εἰς τὴν ὁποίαν ἔπεσε. Μᾶς κατηγόρησε διὰ τί δὲν παρῃτήθημεν, ἐνῷ ἡμεῖς δὲν εἴχομεν πλειονοψηφίαν οὔτε κατὰ τὴν 10 Ὀκτωβρίου, ὅτε ἐπέσαμεν, οὔτε κατὰ τὴν 10 Μαρτίου, ὅτε ἀνήλθομεν. Ἂν σεῖς τὴν πλειονοψηφίαν δὲν τὴν εἴχετε, βεβαίως τὴν εἴχομεν ἡμεῖς, καὶ ἂν ἡμεῖς δὲν τὴν εἴχομεν, θὰ τὴν εἴχετε σεῖς· ἀλλὰ, σεῖς ὅπου σᾶς συμφέρει, μᾶς κατηγορεῖτε ὅτι δὲν εἴχομεν πλειονοψηφίαν, καὶ ὅπου δὲν σᾶς συμφέρει, ὅτι εἴχομεν τοιαύτην. Καὶ ἡ ἔλλειψις τῆς πλειονοψηφίας, σᾶς εἶπε, ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου 1879 ἕως τοῦ Μαρτίου 1880 ἔκαμεν αὐτοὺς νὰ μὴ προετοιμάσωσι τὴν χώραν, καίτοι προβλέποντες τὰ πράγματα καὶ τὴν ἐπελθοῦσαν μεταβολὴν ἐν Εὐρώπῃ. Ἀλλ’ εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς Κυβέρνησιν, δρῶσαν καὶ ἐνεργοῦσαν ἐπὶ τρεῖς μῆνας καὶ προβλέπουσαν μίαν μεταβολὴν τόσον μεγάλην ἐπερχομένην, εἶναι ἐπιτεταμμένον νὰ λέγῃ, ὅτι δὲν εἶχε τὴν πλειονοψηφίαν διὰ νὰ ἐνεργήσῃ; Τὴν ἀπάντησιν τὴν ζητῶ ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν τοιαύτας σαθρὰς καὶ ψευδεῖς ἰδέας. Μᾶς κατηγοροῦσιν ὅτι δὲν ἔχομεν ἠτοιμασμένον τὸν τόπον. Ὡσάν, κύριοι, ἡμεῖς νὰ ἔχωμεν δύναμιν ὑπεράνθρωπον, ὡς ἂν ἤμεθα νὰ εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ εἴπωμεν γεννηθήτω φῶς, καὶ νὰ γείνῃ φῶς. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἔχομεν, ὡς εἶπον καὶ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, τὴν συνείδησιν ἀναπαυμένην, ὅτι ἐξετελέσαμεν τὸ καθῆκόν μας, καὶ διὰ τὸ καθῆκόν μας τοῦτο δὲν ζητοῦμεν οὔτε στεφάνους, οὔτε σταυρούς, διότι ὁ ἐκπληρῶν τὸ καθῆκόν του πρὸς τὴν πατρίδα του δὲν κάμνει τίποτε διὰ τὸ ὁποῖον ὀφείλουν οἱ ἄλλοι νὰ τὸν ἐπαινέσωσι. Καὶ ἂν ἡ χώρα δὲν ἦναι ἕτοιμος, τοῦτο δὲν ὀφείλεται εἰς ἄλλον, παρὰ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι «προσωρινὴ Κυβέρνησις» ὡς εἶπεν ὁ κ. Θ. Δηλιγιάννης, ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐκυβέρνησαν ἐπὶ μακρὸν τὴν χώραν. Σεῖς κατὰ τὸ 1878 διετάξατε τὸν Στρατὸν νὰ ὑπερβῇ τὰ μεθόρια, ποῦ ἦσαν αἱ ἑτοιμασίαι σας; Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι σήμερον δὲν ἐπῆλθε συμβεβηκὸς τὸ ὁποῖον νὰ ἐξαντλήσῃ τὰ ἐφόδια, τὰ ὁποῖα εἶναι κατάλληλα διὰ τὰς τοιαύτας περιστάσεις. Ποῦ λοιπὸν τὰ ἐφόδια, διὰ τὰ ὁποῖα σεῖς κατηγορεῖτε ἡμᾶς; Ἡμεῖς δέ, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ζητοῦμεν στεφάνους, δὲν ζητοῦμεν σταυρούς, διότι δὲν ἐξετελέσαμεν παρὰ τὸ καθῆκόν μας ὅπως ἡμεῖς τὸ ἐννοοῦμεν εὐσυνειδήτως, ἐντίμως καὶ μετὰ πίστεως. Σᾶς ὡμίλησαν, κύριοι, κατὰ τῶν ἀροτήρων βοῶν· τὰ δυστυχισμένα ταῦτα κτήνη ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους μέχρι σήμερον κατέστησαν τὸ ἀντικείμενον καὶ τῆς δημοσιογραφίας καὶ τῆς συζητήσεως ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, καὶ σᾶς εἶπον, ὅτι τὰ κέρατα τῶν βοῶν εἶνε προωρισμένα ὅπως καταστρέψωσι καὶ κατανικήσωσι τοὺς ἐναντίους, καὶ ὅτι τὰ κέρατα τῶν βοῶν αὐτῶν εἶναι ἡ πολιτικὴ ἡ ἰδική μας. Ἀλλὰ τὰ κέρατα τῶν βοῶν, τὰ ὁποῖα οἱ ἀρχαῖοι στρατηγοὶ μετεχειρίσθησαν ὅπως νικήσωσι τοὺς ἀντιπάλους αὐτῶν, πρέπει νὰ εἶναι φοβερὰ καὶ κατὰ τοὺς νεωτέρους χρόνους, διότι τὰ κέρατα αὐτὰ εἶδεν ὁ κ. Δηλιγιάννης καὶ ἐτράπη εἰς φυγήν, εἰς φυγὴν κατὰ τὴν ἐκλογικὴν πάλην ἐν Γόρτυνι, τὰ κέρατα αὐτὰ εἶδε νὰ προβάλλωσιν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς κ. Σωτηρόπουλος καὶ ἐγκατέλιπεν ἔκθετον τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρουσίασε περὶ μεταβολῆς τοῦ φορολογικοῦ συστήματος.
§64ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε;
§65ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τὸ εἴπω, διότι ὅτε χθὲς εἰσηγάγετε τὸν προϋπολογισμόν, ἐκάματε λόγον καὶ περὶ τῆς αὐξήσεως πόθεν θὰ ἐπέλθῃ καὶ εἴπατε, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ μόνον καὶ μόνον ἐκ τῆς εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων καὶ ἐκ τοῦ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ, μὴ ποιήσαντες δὲ λόγον περὶ μεταβολῆς τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τὸ εἴπω.
§66ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κακὸν συμπέρασμα ἐκάματε.
§67ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑπέθεσα ὅτι τὸ ἀποσύρετε.
§68ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διόλου καὶ ἠξεύρετε πόσον ἐπιμένω εἰς τὰς ἰδέας μου. Βεβαιωθῆτε λοιπόν, ὅτι δὲν θὰ τὸ ἀποσύρω ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ.
§69ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εὔχομαι νὰ ἐπιμένητε, δὲν ἔχω δὲ καμμίαν δυσκολίαν νὰ ἀνακαλέσω τότε αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπον.
§70ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰμπορεῖτε ἀπὸ τώρα νὰ τὰ ἀνακαλέσητε καὶ νὰ ἦσθε βέβαιος ὅτι δὲν θὰ σφάλητε.
§71ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σᾶς ὡμίλησαν ἀκόμη, ὅτι ἡμεῖς ὠφείλομεν νὰ παραιτηθῶμεν πρὶν ἢ ἔλθῃ ἡ βουλή, διότι δὲν εἴχομεν πλειονοψηφίαν, ἐπεκαλέσθησαν δὲ παραδείγματα ἀπὸ τὸ συνταγματικώτατον τῶν ἐθνῶν τὴν Ἀγγλίαν, καὶ σᾶς εἶπον, ὅτι ὁ Βήκονσφηλδ οὕτως ἔπραξεν ἐσχάτως, καὶ ὅτι ὁ μακαρίτης Βούλγαρης οὕτως ἔπραξεν ἐν Ἑλλάδι. Τὴν ἀπάντησιν ἔλαβεν ἀπὸ τὸν κ. Τρικούπην ὁ οὕτω πως λαλήσας· χαίρω μ’ ὅλα ταῦτα, διότι ὁ ἔντιμος ἐκ Γόρτυνος βουλευτὴς μετὰ τὸν θάνατον τοῦ ἀειμνήστου Βούλγαρη, ἐμνήσθη αὐτοῦ ἐπ’ ἀγαθῷ. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι καθ’ ὅλον του τὸν πολιτικὸν βίον ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐθεώρει τὸν μακαρίτην Βούλγαρην ὡς σατράπην, αὐθαίρετον, ὡς μὴ σεβόμενον τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα καὶ τοὺς νόμους, καὶ βεβαίως τότε αὐτὰ δὲν τὰ ἐπίστευεν, ὅτε κατηγόρει τὸν μακαρίτην Βούλγαρην, διότι προχθές, ὄχι μόνον δὲν κατηγόρησεν αὐτὸν ὡς ἀντισυνταγματικόν, ἀλλ’ ἐπῄνεσεν αὐτόν, ὡς ἔχοντα τόσην εὐαισθησίαν συνταγματικήν, ὥστε καὶ τὸ ἔθιμον αὐτὸ ἐσεβάσθη καὶ παρῃτήθη πρὶν συνέλθῃ ἡ Βουλή. Ἤντλησε λοιπὸν τὰ παραδείγματά του ἀπὸ τὰς συνταγματικὰς θεωρίας τοῦ μακαρίτου Βούλγαρη, καὶ χαίρω, ἐπαναλέγω, διότι ἐπὶ τέλους εὗρεν ὁ μακαρίτης Βούλγαρης τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος πάντοτε τὸν ἐπολέμει ὡς σατράπην, εἰπόντα σήμερον τοὐλάχιστον τὴν ἀλήθειαν ὅτι ἦτο συνταγματικώτατος. Δὲν κατέχω, εἶπεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας κατεῖχεν ἡ κυβέρνησις, ὅτε διέταττε τὴν ἐπιστράτευσιν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν δύναμαι ν’ ἀποφανθῶ ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἐγένετο ἡ ἐπιστράτευσις. Ἀλλ’ ἐὰν ἀκούσωμεν ὅσα εἶπεν ὁ πρώην πρωθυπουργὸς κ. Τρικούπης, καὶ ὅσα εἶπεν ὁ νῦν πρωθυπουργὸς κ. Κουμουνδοῦρος, ζήτημα εἶναι ἐὰν ἡ ἐπιστράτευσις ἐγένετο ἐπ’ ἀγαθῷ ἢ ἐπὶ κακῷ. Καὶ τὴν εὐθύνην τῆς ἐπιστρατεύσεως, λέγει ὁ κ. Δηλιγιάννης πρέπει νὰ ἐπιῤῥίψωμεν εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἐπροκάλεσαν αὐτήν, ἐὰν τ’ ἀποτελέσματα εἶνε ὀλέθρια. Ἐὰν δὲ τ’ ἀποτελέσματα εἶνε καλὰ καὶ ἀγαθά, ἐὰν διὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως εὐοδωθῶσι τὰ πράγματα τῆς πατρίδος, τότε ἡ δόξα ἀνήκει εἰς ἄλλους. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, πάντοτε ἔχων ἐνώπιόν του τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ τοὺς φίλους αὐτοῦ, οὐδέποτε ἠθέλησε νὰ τοὺς ὁδηγήσῃ εἰς τὸ Καπιτώλιον, πάντοτε ἐπιθυμεῖ νὰ τοὺς ὁδηγήσῃ πρὸς τὴν Ταρπηΐαν πέτραν. Ἐὰν ἐπέλθῃ καλὸν εἶναι ὑπὲρ τῶν ἐναντίων μας, ἐὰν ἐπέλθῃ κακὸν εἶναι ὑπὲρ ἡμῶν, αὕτη εἶναι ἡ πολιτικὴ τοῦ κ. Δηλιγιάννη. Ἀλλ’ ἡ εὐθύνη τότε ἐπιβαρύνει ὑπουργεῖον, ὅταν τοῦτο πραγματοποιήσῃ τὸ σχέδιόν του μέχρις ἐσχάτων, ἄλλως οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιῤῥίψῃ εἰς αὐτὸ τὴν εὐθύνην. Θὰ τὴν ἔχωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ διευθύνωσι τὰ πράγματα, ἡμεῖς εἴμεθα ἀπηλλαγμένοι πάσης εὐθύνης. Ἡ πολιτική μου, σᾶς λέγει ὁ κ. Δηλιγιάννης, εἶναι ὅτι αἱ χῶραι, αἵτινες ἐπεδικάσθησαν τῇ Ἑλλάδι, εἶναι ὁ σταθμὸς εἰς τὸν ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ παραμείνῃ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ὁρμωμένη κατόπιν νὰ διεκδικήσῃ τὰ μεγάλα δικαιώματα αὑτῆς ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι, εἶναι πολιτικὴ αὐτή, εἶναι πρόγραμμα; αὐτὴ εἶναι ἐπιθυμία καὶ ἐπιθυμία κοινή. Τόσῳ δὲ περισσότερον δὲν εἶναι πρόγραμμα, διότι σᾶς εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ μεταδῶμεν εἰς τὸν σταθμὸν αὐτόν, χωρὶς νὰ διαταράξωμεν τὸ καθεστὸς ἐν τῇ Ἀνατολῇ· ἐὰν συμπέσῃ νὰ τὸ διαταράξωμεν, οὔτε ὁ σταθμὸς αὐτὸς εἶναι ἀναγκαῖος δι’ ἡμᾶς. Τότε πρέπει νὰ μείνωμεν ἐδῶ. Ἀλλὰ τίς δύναται νὰ ἐγγυηθῇ, ὅτι ὅταν ἡμεῖς εὑρεθῶμεν εἰς τὴν εὐτυχῆ θέσιν νὰ διεκδικήσωμεν τὰ δικαιώματά μας, δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἀνέγραψε συνθήκη ὅλων τῶν μεγάλων εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων, ὅτι τότε θὰ μεταβῶμεν εἰς τὸν σταθμὸν αὐτόν, χωρὶς τὸ παράπαν νὰ διαταραχθῇ τὸ καθεστὸς ἐν τῇ Ἀνατολῇ; Εὐχῆς βεβαίως ἔργον εἶναι ἡ γειτονικὴ δύναμις νὰ εὑρίσκεται ἐν καλαῖς σχέσεσι μεθ’ ἡμῶν, καὶ νὰ ἐκτελέσῃ μεθ’ ἡμῶν εἰρηνικῶς τὰς ἀποφάσεις τῆς Εὐρώπης. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο δὲν γείνῃ, τότε ποῖος εἶνε ὁ σταθμὸς ὁ ἰδικός μας; βεβαίως τότε ὁ σταθμὸς μας κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ κ. Δηλιγιάννη εἶναι «τῆς Κουρτέσας τὸ χάνι». Ἄλλοτέ ποτε, εἷς μέγας πολιτικὸς τῆς Γερμανίας, εἶπεν, ὅτι οἱ ἱκανοὶ πολιτικοὶ πρέπει νὰ ὠφελῶνται ἐκ τῆς ψυχολογικῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὁ ἀντίθετος αὐτῶν, εἴτε πρόσωπον, εἴτε κράτος εἶναι, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπωφεληθῶσι ταύτης πρέπει νὰ ἦναι ἰσχυροί. Καὶ δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ κατηγορώμεθα, ὅτι δὲν ἐπωφελήθημεν τῆς ψυχολογικῆς καταστάσεως τῆς Τουρκίας, ὅτε ἐπῆλθεν ἡ τελευταία ἀπόφασις τοῦ Βερολίνου, διότι δυστυχῶς τότε ἡ Ἑλλὰς δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἔχῃ τὴν φωνὴν ἰσχυράν, ὡς τὴν ἔχει σήμερον, καὶ ὡς ἐλπίζω νὰ τὴν ἔχῃ πολὺ δυνατωτέραν μετ’ ὀλίγον. Ἀλλὰ τότε ἡ ψυχολογικὴ κατάστασις ἡ ἰδική μας ὡς ἐκ τῆς ἀπρονοησίας μας ἦτο τοιαύτη, ὥστε δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἐπωφεληθῶμεν. Ἑτοιμασθῆτε, λέγει ὁ κ. Δηλιγιάννης; Μὴ ἑτοιμάζεσθε, λέγει ὁ κ. Δηλιγιάννης. Ἑτοιμασθῆτε ὅμως προσέχοντες πάντοτε μὴ ἐξαντληθῶσι τὰ μέσα τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, καθόσον τότε δὲν θὰ ἦσθε πλέον εἰς κατάστασιν νὰ ἐνεργήσητε. Ἀλλά, κύριοι, πῶς εἶνε δυνατὸν νὰ ἑτοιμασθῶμεν χωρὶς νὰ ἐξοδεύσωμεν καὶ νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας; Ἀλλοίμονον εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος θὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῆς σημερινῆς καταστάσεως τῆς χώρας, καὶ δὲν φέρει ἐν τῷ μέσῳ τῆς συζητήσεως καὶ τὸ 13 πρωτόκολλον τοῦ Βερολίνου, καὶ διὰ τοῦτο εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ τὸ φέρω. Ἀλλὰ τὸ 13 πρωτόκολλον τοῦ Βερολίνου, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1878, ἕως τώρα οὐδὲν ἔφερεν ἀποτέλεσμα. Τὸ πρωτόκολλον αὐτὸ δὲν ἠδυνήθη νὰ πείσῃ οὔτε αὐτὸν τὸν κ. Σωτηρόπουλον, ὅτι τὰ πράγματα τότε ἦσαν σπουδαῖα, καὶ διὰ τοῦτο εἶπεν εἰς τὴν ὁμιλίαν του ὅτι δὲν ἔλαβε μέρος εἰς τὸ ὑπουργεῖον, οὔτε αὐτὸν τὸν κ. πρωθυπουργόν, διότι σᾶς εἶπεν, ὅτι τώρα δὲν ἔχομεν πλέον θεωρίας, εἶνε καιρὸς ἔργων, ἔχομεν ἀπόφασιν τετελεσμένην. Ὅτι τὸ πρωτόκολλον, ὡς εἶχεν πρὸ τῆς τελευταίας ἀποφάσεως τοῦ Βερολίνου, δὲν ἦτο σπουδαῖον — δὲν τὸ λέγομεν ἡμεῖς, — τὸ λέγει ὁ εὐγενὴς λόρδος τῆς Σαλισβουρίας, ὁ ὁποῖος προχθὲς ὁμιλήσας κατ’ ἐπανάληψιν εἶπεν, ὅτι τὸ πρωτόκολλον αὐτὸ δὲν ἦτο σπουδαῖον, καὶ ὅτι οὔτε ἡ Ἀγγλία οὔτε αἱ ἄλλαι δυνάμεις ἔχουν ὑποχρέωσιν νὰ καταβάλλωσιν ἐνεργείας πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτοῦ. Ὅταν ὁ κ. Τρικούπης καὶ ἐγὼ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἴπομεν, ὅτι ἐὰν ἡ ἐπιστράτευσις δὲν ὑπαγορεύεται ἀπὸ τὰς ἀνάγκας, εἰς ἃς εὑρίσκεται ἡ χώρα ἡμῶν, σήμερον ὀφείλετε νὰ τὴν ἀποῤῥίψητε καὶ ν’ ἀποστείλητε εἰς τὰς ἑστίας των τοὺς ἐπιστράτους, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιστάσει ἡ εὐθύνη ἐπιβαρύνει ἡμᾶς, καὶ ἡ εὐθύνη εἶναι μεγάλη καὶ ἔπρεπε νὰ μᾶς ἀποστείλητε διὰ νὰ πληρώσωμεν τὴν εὐθύνην ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ἠδύνασθε δὲ νὰ τοποθετήσητε τὰς προμηθείας εἰς τὰς ἀποθήκας χρησιμοποιοῦντες αὐτὰς εἰς μίαν ἄλλην περίστασιν. Νὰ λέγετε ὅμως ὅτι ἡ ἐπιστράτευσις δὲν ἦτο ἔργον πολιτικῆς φρονίμου, καὶ νὰ ἐξακολουθῆτε ὄχι μόνον νὰ ὑποστηρίζετε αὐτήν, ἀλλὰ καὶ νὰ τὴν ἐντείνετε, τίς πλέον θὰ σᾶς πιστεύσῃ, ὅτι δὲν ὁμιλεῖτε φατριαστικῶς; Ἀλλά, λέγει ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, δὲν εἶναι μόνον τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἀναγκάζουν πολλάκις τὰ ἔθνη νὰ μὴ ὀπισθοδρομήσωσι· διότι ἡ ἐπιστράτευσις ὑπεχρέωσε τὴν τιμὴν τοῦ ἔθνους, ἑπομένως χάριν τῆς φιλοτιμίας τοῦ ἔθνους ὀφείλομεν νὰ ἐξακολουθήσωμεν αὐτήν, καὶ χωρὶς κανένα σκοπόν, τοῦτο δὲν εἶναι σπουδαῖον. Θὰ ἀναφέρω παραδείγματα μεγάλων ἐθνῶν καὶ αὐτῆς τῆς χώρας τῆς ἰδικῆς μας, αὐτοῦ τοῦ ἰδίου κ. Δηλιγιάννη διὰ νὰ ἴδωμεν ἐάν, ὅ,τι ἰσχυρίσθη, ἦναι ἀληθές. Ὅτε κατὰ τὸ 1840 ἐπρόκειτο νὰ κηρύξῃ ὁ Thiers τὸν πόλεμον διὰ τὸ αἰγυπτιακὸν ζήτημα καθ’ ὅλης τῆς Εὐρώπης καὶ τὸ σχέδιόν του ἀπεῤῥίφθη, καὶ ἡ εἰρήνη ἐπανῆλθε, κατὰ τί ἡ τιμὴ τῆς Γαλλίας ἔπαθεν. Ὅτε προχθὲς μεταξὺ τῶν δύο κραταιοτέρων κρατῶν τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Ἀμερικῆς ἐπῆλθε διαφωνία εἰς τὸ ζήτημα τῆς Ἀλαβάμας καὶ ἦλθον εἰς μίαν διαιτησίαν, προσεβλήθη ἡ ἀξιοπρέπεια καὶ ἡ τιμὴ τῶν δύο αὐτῶν ἐθνῶν; Ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι ἐξεθέσαμεν, κατὰ τὴν γνώμην σας, τὴν τιμὴν τοῦ ἔθνους διὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἐπταίσαμεν καὶ ἀφοῦ ἐπταίσαμεν νὰ τιμωρηθῶμεν, ἀλλὰ τὸ ἔθνος δὲν ἔπαθε τίποτε. Ἐὰν λοιπὸν ἡ ἐπιστράτευσις δὲν εἶναι ἀναγκαία, ὀφείλετε, τὸ ἐπαναλέγω, ν’ ἀκυρώσητε τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἐὰν δὲ ἦναι ἀναγκαία νὰ μὴ τολμᾶτε πλέον νὰ κατηγορῆτε. Ἀλλὰ ἐρωτῶ τὸν κ. Δηλιγιάννην τί ἐγένετο ἡ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος πρὸ τοῦ Δομοκοῦ κατὰ τὸ 1878; Ἡ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος εἶναι σήμερον ἐκτεθειμένη ἀπὸ τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη ἀπὸ τὴν προηγουμένην κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἡ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος πρὸ τοῦ Δομοκοῦ τί ἐγένετο; Ἄς ἀπαντήσῃ. Ἔχομεν ἀνάγκην σήμερον ἔργων, ἔχομεν ἀνάγκην πράξεων, εἶπε προχθὲς ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀρχόμενος τοῦ λόγου του, οἱ λόγοι περιττοί, καὶ ἐπαναλαμβάνω, εἶναι καιρὸς ἐργασίας, εἶναι καιρὸς ἐνεργείας, οἱ λόγοι εἶναι περιττοί. Ἀλλ’ ὅταν νομίζητε, ὅτι πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν, δὲν πρέπει νὰ προκαλῆτε τὰς πολυλογίας καὶ τὰς πολυλογίας ἀπὸ τοῦ βήματος· χθὲς μᾶς ἐμέμφθητε, ὅτι παρεβιάσαμεν τοὺς νόμους, ὅτι δὲν ἐσεβάσθημεν τὴν ἐξουσίαν τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐβραδύναμεν νὰ συγκαλέσωμεν αὐτήν, ὡσὰν ἡμεῖς νὰ ἀνεβάλλομεν τὴν Βουλὴν ἐπὶ 40 ἡμέρας, ὅπως κατορθώσωμεν νὰ σχηματίσωμεν πλειονοψηφίαν καὶ νὰ ζήσωμεν ἐπὶ 40 ἡμέρας ὡς κυβερνῆται, ὅπως εἰσέλθωμεν ἐν τῷ βουλευτηρίῳ καὶ πέσωμεν χάριν προσωπικῶν συμφερόντων, ὡς ἐγένετο ἄλλοτε, καὶ ὁ κ. πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπε, πρέπει σήμερον ὅλοι νὰ ἐργασθῶμεν, πρέπει νὰ μᾶς ὑποστηρίξητε καὶ νὰ μᾶς ὑποστηρίξητε ἄνευ ἀμφιβολίας, δὲν πρέπει καθόλου τὸ κοινὸν ν’ ἀμφιβάλλῃ περὶ τῆς ὑποστηρίξεως οἱασδήποτε Κυβερνήσεως, Κυβερνήσεως τὸ ἐπαναλαμβάνω. Ναὶ αὐτὸ εἶναι σήμερον τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ’ ἔχομεν καθῆκον ν’ ἀμφιβάλλωμεν, κύριε πρωθυπουργέ, διότι τὸ παρελθὸν μᾶς ἐδίδαξεν, ὅτι πρέπει ν’ ἀμφιβάλλωμεν. Ἐνθυμοῦμαι τὰς μυστικὰς ἐκείνας συνεδριάσεις, τὰς ὁποίας προκαλεῖ καὶ σήμερον, ἐν καλῇ πίστει βεβαίως, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἄργους, τὰς συνεδριάσεις ἐκείνας, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ ἐπίκλησίς σας πρὸς τὴν Βουλὴν ἦτο αὐτὴ ἐκείνη, ἥτις ἐγένετο προχθὲς καὶ πάλιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐνθυμηθῆτε, κύριε πρωθυπουργέ, ἐάν, ὅ,τι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἀπὸ τοῦ βήματος ἐπηγγέλθη, ἐξετελέσθη καὶ ἐτηρήθη. Καὶ ἡμεῖς, τὸ ἐπαναλέγω, ἐδώσαμεν πλήρη τὴν ὑποστήριξιν καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην μας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ὄχι μόνον δὲν ἐξετέλεσεν ὅ,τι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπεν, ἀλλ’ ἐξετέλεσε τὰ ἐναντία· καὶ ἔχει τὴν συνήθειαν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ὁσάκις κάθηται εἰς τὰ ἑδώλια αὐτὰ νὰ ἐπικαλῆται τὸν πατριωτισμὸν τῶν ἄλλων, οὐδέποτε ὅμως ἤκουσα τοῦ κ. Κουμουνδούρου, εὑρισκομένου εἰς ἄλλην θέσιν, ἐπικλήσεις ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ βεβαίως, ἐὰν σήμερον ἡμεῖς ἀμφιβάλλομεν, εὑρισκόμεθα ἐν τῷ δικαιώματι ἡμῶν, διότι εἰς παρομοίαν περίστασιν, χορηγήσαντες πλήρη τὴν ὑποστήριξιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν εὑρέθημεν λίαν μετανοημένοι. Παρακαλῶ μάλιστα τὸν κ. Φιλήμονα, ὁ ὁποῖος κρατεῖ μετὰ τοῦ κ. Βαλέττα τὰ πρακτικὰ τῶν μυστικῶν ἐκείνων συνεδριάσεων, νὰ τὰ φέρῃ διὰ νὰ ἰδῆτε ἐὰν τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων ἐκείνων συμφωνοῦσι πρὸς τὴν πολιτικὴν καὶ τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας ἠκολούθησε τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο μετὰ τὰς μυστικὰς συνεδριάσεις. Εἶναι δὲ καὶ πλεῖστα ἄλλα τὰ ὁποῖα γεννῶσι τὴν ἀμφιβολίαν ἡμῶν, ὅλαι αἱ ἀντιῤῥήσεις, ὅλαι αἱ παρατηρήσεις καὶ αἱ διαφωνίαι πρὸς τὸ σύστημα τῆς πολιτικῆς, τὸ ὁποῖον διαγράφει ὁ κ. πρωθυπουργός, ἔρχονται πάντοτε ἐκεῖθεν, οὐδέποτε ἐντεῦθεν. Ἐδῶ μία ὑπάρχει ἡ φωνή, ἓν τὸ πρόγραμμα, μία ἡ ἀπόφασις, διότι ἡ διεύθυνσις τῆς πτέρυγος αὐτῆς δι’ ὅ,τι λέγει, καὶ δι’ ὅ,τι πράττει, εἶναι μία, καθόσον ἔχει πίστιν, ἔχει πεποίθησιν εἰς ὅ,τι λέγει, διότι λέγει ὅ,τι πράττει. Δείξατέ μας σεῖς τὴν ὁμοφωνίαν αὐτὴν καὶ τὴν πίστιν αὐτήν, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν, δώσατέ μας σεῖς πρῶτοι τὸ παράδειγμα τῆς πίστεως εἰς ὅ,τι λέγετε, καὶ μεταδώσατε τὴν πίστιν σας εἰς τὴν πτέρυγά σας πρῶτον, καὶ ἔπειτα ἀπαιτήσατε τοῦτο ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ τότε ἂς εἶσθε βέβαιοι, ὅτι θέλομεν σᾶς πιστεύσει· ἀλλ’ ἐνόσῳ δὲν κατορθοῦται νὰ πείσητε ὑμᾶς αὐτούς, πῶς θὰ πείσητε τοὺς ἄλλους; Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡμεῖς ἔχομεν προηγούμενα, καὶ πιστεύομεν ὅτι δὲν τηρεῖτε τοὺς λόγους σας, τότε ἐν τῷ δικαιώματί μας ἀμφιβάλλομεν. Ἅμα κατορθώσητε νὰ ἐνσταλλάξητε τὴν πίστιν, νὰ ἐνσταλλάξητε τὴν πεποίθησιν εἰς ὑμᾶς αὐτούς, εἰς τοὺς φίλους ὑμῶν· ἅμα κατορθώσητε νὰ πείσητε καὶ ἡμᾶς ὅτι, ὅ,τι λέγετε θὰ ἦναι σύμφωνον μὲ ὅ,τι θὰ πράξητε, καὶ δὲν θὰ ἐνεργήσητε ὡς ἄλλοτε, ἀλλὰ θὰ ἀκολουθήσητε πιστῶς τὸ πρόγραμμα τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζετε εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας τὸ ἔθνος θὰ εὑρεθῇ εἰς κίνδυνον, διότι τὸ ἔθνος θὰ διεκδικήσῃ τὰ δικαιώματά του, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἴπητε ὑμεῖς, ἐὰν λέγω κατορθώσητε νὰ ἐνσταλλάξητε αὐτὴν τὴν πεποίθησιν ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ, νὰ ἦσθε βέβαιοι ὅτι θὰ ἔχητε πλήρη τὴν ὑποστήριξιν ἡμῶν, ὡς σᾶς εἶπεν καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Τρικούπης. Σήμερον εἶναι ἀληθές, καὶ ἡμεῖς τὸ γνωρίζομεν, διότι δὲν εἶναι μόνον σήμερον τὰ ἑδώλια αὐτὰ ἀκανθώδη, ἀξιότιμε κ. πρωθυπουργέ, ἀλλὰ ταῦτα εἶναι ἀκανθώδη, ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου καὶ ἐντεῦθεν, καὶ εἰς ἃς δυσκολίας εὑρίσκεσθε σεῖς σήμερον, εὑρισκόμεθα καὶ ἡμεῖς, καὶ ἡμεῖς δὲν ἐκάμαμεν ἐπίκλησιν εἰς τὸν πατριωτισμόν σας νὰ μᾶς ἀφήσητε εἰς τὰ ἑδώλια αὐτά, διότι εἴπομεν ὅτι σεῖς βεβαίως ἔχετε σχέδιον. Πλὴν σεῖς, οἵτινες ἐπικαλεῖσθε ἤδη τὸν πατριωτισμὸν ἡμῶν, ἐσπεύσατε, καὶ ἡ ἀνησυχία ὑμῶν ἐκορυφώθη τόσον, ὥστε ὅτε εἴχομεν τὴν τιμὴν νὰ εἴμεθα εἰς τὰ ἑδώλια αὐτά, πρὶν εἰσέτι ἀρχίσῃ ἡ ψηφοφορία, ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν εἶπε νὰ γίνῃ γνωστόν, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ζήτημα ὑπουργικόν, διότι ἐφοβεῖτο μὴ τυχὸν δὲν θεωρηθῇ ὡς τοιοῦτον. Θὰ σᾶς ὑποστηρίξωμεν καὶ θὰ σᾶς ὑποστηρίξωμεν ἀνεπιφυλάκτως, ἀλλὰ τότε μόνον, διότι θέλομεν νὰ σᾶς ἴδωμεν ἐπιτυγχάνοντας, διότι θέλομεν νὰ σᾶς ἴδωμεν ὁδηγοῦντας τὰς σημαίας τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῆς ἀκροπόλεως τῶν Ἰωαννίνων, διότι θέλομεν νὰ σᾶς ἴδωμεν διευθύνοντας τὰ λάβαρα τὰ ἑλληνικὰ ἐπὶ τοῦ Ὀλύμπου, καὶ ἡμεῖς πρῶτοι θὰ ἔχωμεν τὴν γενναιότητα νὰ θέσωμεν τὸν στέφανον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς σας, διότι ἡμεῖς δὲν ἀνήκομεν εἰς τὴν τάξιν τῶν πολιτευομένων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι νὰ προαχθῶσιν εἰς τὰς ὑψηλοτέρας θέσεις μὲ τὴν συμφορὰν τῆς Πατρίδος.
§72ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, ἀπροσδόκητον ἦτο δι’ ἐμὲ, τὸ ὁμολογῶ, ἐκ τοῦ στόματος τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Γόρτυνος νὰ ἀκούσω τὸ καίριον ἐκεῖνο λόγιον τοῦ δεινοῦ πολιτικοῦ τῆς ἐποχῆς τῶν ἡμετέρων χρόνων, τὸ λόγιον τῆς ψυχολογικῆς στιγμῆς, παραγνωριζόμενον καθ’ ὅλους τοὺς τρόπους καὶ κατὰ τὸ σχῆμα τοῦ λόγου καὶ κατὰ τὸ περιεχόμενον. Ἐνόησα πάντοτε, ὅτι ἡ ψυχολογικὴ στιγμὴ εἶναι ἡ συγκέντρωσις τοῦ ἐνδιαφέροντος εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ σημεῖον, ὥστε αἰφνηδίως καὶ ἀκουσίως, οὕτως εἰπεῖν, παρασυρόμενός τις παραδέχεται ὅ,τι ἴσως ἐκ προμελέτης καὶ ψυχρᾶς σκέψεως οὐδὲ κἂν εἶχε κατὰ νοῦν. Ἐνόμιζον, ὅτι κατὰ τὸ λόγιον τοῦτο ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Γόρτυνος ἤθελε ῥυθμίσει τὸν λόγον, προπαρασκευάζων ἡμᾶς καὶ προδιαθέτων, ὥστε ὡς κατάπληκτοι καὶ ἔκθαμβοι νὰ μὴ ἀντιστῶμεν εἰς τὴν πρόθεσίν του. Κύριον ζήτημα τῶν ἡμετέρων συζητήσεων οὐδὲν ἄλλο ὑπῆρχε βεβαίως, ἀφ’ ὅτου ἤρξατο ἡ Βουλὴ, εἰμὴ μόνον τὸ ζήτημα τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ἐκεῖ ἐνόμιζον, ὅτι, προκατασκευάζων καὶ προετοιμάζων ἡμᾶς, ἐσκόπει νὰ κυριεύσῃ ἐξ ἐφόδου τὰς πεποιθήσεις, καὶ ἤθελε μᾶς παρασύρει εἰς τὸ νὰ δεχθῶμεν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἀσπάζεται. Τουναντίον ἡ μακρὰ ἀγόρευσις, ἥτις διήρκεσεν ἐπὶ δύο ἡμέρας ἀνὰ τρεῖς ὥρας, ἐὰν θελήσῃ τις νὰ ἐρωτήσῃ, πόσας ψυχολογικὰς στιγμὰς περιεῖχε, διαιρῶν αὐτὰς τὰς ὥρας εἰς λεπτὰ καὶ τὰ λεπτὰ εἰς δευτερόλεπτα, εὑρίσκει 121,600 ψυχολογικὰς στιγμὰς, διότι ἀπὸ τῆς πρώτης λέξεως μέχρι τῆς τελευταίας ὡμίλησε μετὰ τῆς αὐτῆς ἐμφάσεως καὶ τραγικῆς ἐξάρσεως ὡς ἀπὸ κοθόρνου. Ἕκαστον μέρος τοῦ λόγου ἐφαίνετο ἴσον περιέχον τὸ διαφέρον. Ἐλησμόνησε τὸ ῥητὸν τοῦ πολλοῦ Θιέρσου toujours serieux, jamais tragique. Ὅτε δὲ ἔφθασεν ὁ λόγος περὶ ἐπιστρατείας, σχεδὸν διέλαθε. Τοσοῦτον βραχέως καὶ διὰ χαλαρᾶς φωνῆς ἐλάλησεν, ὥστε οὐδεὶς ἀντελήφθη τῆς ἀκριβοῦς ἐννοίας. Ἐγένετο διακοπὴ, καὶ περιεστοιχίσθη τὸ βῆμα ὑπὸ τῶν ἀπορούντων ποία εἶναι ἡ γνώμη τοῦ ἀγορεύοντος. Καὶ πάλιν αἱ ἐξηγήσεις αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν, δὲν ἤρκεσαν, διότι ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Γόρτυνος δὲν παραδέχεται τὴν ἐπιστρατείαν ἀπολύτως καὶ ὅπως ἐγένετο, ἀλλὰ παραδέχεται αὐτὴν ὑπὸ ὅρους καὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ ἀκαταλήπτου. Παραδέχεται τὴν ἐπιστρατείαν προβάλλων τρία ἐάν, ἐὰν δὲν λανθάνωμαι· πρῶτον ἐὰν ἔχῃ καὶ τὰς ἕξ δυνάμεις συμφώνους πρὸς τὴν ἡμετέραν ἐπιχείρησιν· δεύτερον ἐὰν τοὐλάχιστον μία τῶν Δυνάμεων ὑπόσχηται τὴν ἑαυτῆς ὑποστήριξιν, καὶ τελευταῖον ἐὰν βεβαιωθῶμεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει κίνδυνος, δηλ. ἐκτίθεται εἰς τὸν κίνδυνον, ἐὰν λάβῃ βεβαίωσιν, ὅτι κίνδυνος δὲν ὑπάρχει. Ἴσως αὐτὰ τὰ ἐὰν παρέλαβεν ἐκ τῶν σωζωμένων ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ ὑπουργείου τῆς ἐποχῆς τῆς Πλεύνας, διότι, ἐὰν αἱ πληροφορίαι μου δὲν ἦναι ἐσφαλμέναι, καὶ τότε ἐτέθησαν πολλὰ ἐὰν, ἐπῆλθον δὲ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ὅλοι γνωρίζετε. Ἀλλὰ διατί τὸ ἀπέραντον μῆκος τοῦ λόγου ἐπὶ 2 ἡμέρας; διὰ νὰ θέσωμεν τρία ἐὰν, ἐκ τῶν ὁποίων οὐδὲν ἐνισχύει τὴν πεποίθησίν μας; Διὰ ποίαν αἰτίαν αὐτὴ ἡ ἀπεραντολογία, οὕτως εἰπεῖν ἡ Σκυθῶν ἐρημία; διὰ ποίαν αἰτίαν ὡμίλησε μετὰ τοσαύτης ἐμφάσεως περὶ ὅλων τῶν πραγμάτων πλὴν ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται; Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι δυνάμεθα νὰ παραλείψωμεν ὁλόκληρον τὸν λόγον τοῦ ἐντίμου προαγορεύσαντος, δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν αὐτὸν ὡς μὴ ὑπάρξαντα, οὐδὲ ἔμεινέ τι ἔναυλον, εἰμὴ μόνον τὸ πρόγραμμα αὐτοῦ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ ἐγγυηθῶμεν, ἢ νὰ χορηγήσωμεν καὶ πρώτην ὑποθήκην, ὅτι αἱ ἓξ Δυνάμεις εἶναι σύμφωνοι; δυνάμεθα νὰ ἐγγυηθῶμεν, ὅτι ἔχομεν τῆς δεῖνα δυνάμεως τὴν ἔργῳ σύμπραξιν, ἢ ἐπὶ τέλους δυνάμεθα νὰ ἐκτεθῶμεν εἰς κίνδυνον, διότι κίνδυνος δὲν ὑπάρχει; Ἀντίθετος λοιπὸν εἶναι ὁ ἔντιμος προλαλήσας εἰς τὴν ἐπιστρατείαν, καὶ ἀντίθετος ὤν, διστάζει νὰ φέρῃ τὴν γνώμην του ἀπ’ εὐθείας. Ἀναφανδὸν δὲν τολμᾷ νὰ ἐκφράσῃ τί φρονεῖ. Ποίαν ὡς ἐκ τούτου ἠκολούθησεν ὁδόν, διὰ νὰ ἀντιστρατευθῇ κατὰ τῆς ἐπιστρατείας; Ἐβάδισε μετὰ προφυλάξεως, καραδοκῶν τὴν ψυχολογικὴν στιγμήν. Διὸ ἐσιώπησε κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ὡς ἄφωνος ἰχθύς, ἐῤῥίφθη δὲ εἰς τὸ μέσον ὡς ἐξ ἐνέδρας, καθ’ ὃν χρόνον ἐφάνη ἡ συζήτησις τῆς μετὰ τῆς Τραπέζης συμβάσεως. Τοῦτο ὑπῆρξε κατ’ αὐτὸν τὸ μόνον μέσον, ὅπως συνδυάσῃ ἀμφότερα καὶ καταστήσῃ πιθανὸν τὸν ἀνήκουστον ἰσχυρισμὸν, ὅτι ἡ ἐπιστρατεία ἐγένετο ἁπλῶς καὶ μόνον, ὅπως ἐπέλθῃ ἡ ἀνάγκη τῆς μετὰ τῆς Τραπέζης συμβάσεως. Ἔντεχνον τὸ στρατήγημα καὶ ἄξιον τοῦ ἐπινοήσαντος· ἐπιτήδειον τὸ μηχάνημα, ὅπως δυσφημήσῃ τὴν ἐπιστρατείαν διὰ τῆς μετὰ τῆς Τραπέζης συμβάσεως, διὰ τοῦ μηχανήματος δὲ τούτου ἐνόμισεν, ὅτι ἔλαβεν ἀνὰ χεῖρας ῥόπαλον, δι’ οὗ νὰ καταβάλῃ καὶ τὰ δύο συνάμα, καὶ τὴν σύμβασιν καὶ τὴν ἐπιστρατείαν. Ἀλλὰ εἶναι πρὸς στιγμὴν δεκτὸς τοιοῦτος παραλογισμός, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἡ ἐπιστρατεία δὲν ἦτο εἰμὴ γέννημα κεφαλῆς ἐργαζομένης νὰ φέρῃ τὰ πράγματα εἰς τὴν ἀνάγκην συμβάσεως μετὰ τῆς Τραπέζης, δὲν δύναμαι νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ τὸ ἀντίστροφων, ὅτι ἠθέλησε νὰ μεταχειρισθῇ τοιαύτην παράστασιν, ὡς ψυχολογικὴν στιγμὴν, καὶ αἰδούμενος νὰ προσβάλῃ τὴν ἐπιστρατείαν, ἐξελέξατο ὡς ἔδαφος τὴν συζήτησιν τῆς μετὰ τῆς Τραπέζης συμβάσεως; Ἐπὶ τέλους δυνάμεθα καὶ ἡμεῖς τότε νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὅλα τὰ συμβάντα τῆς Ἀνατολῆς, ὅλη αὐτὴ ἡ κατάστασις καὶ ἡ κρίσις οὐδὲν ἄλλο ἐλατήριον εἶχεν εἰμὴ εἰς τὸ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Τραπέζης. Ἔχω καὶ ἄλλο περὶ τούτου τεκμήριον, καὶ θέλω τὸ καταδείξει μετ’ ὀλίγον, ὅτι τοιοῦτον ἦτο τὸ σχέδιον τοῦ προαγορεύσαντος, καθ’ ὅσον ὅλα τὰ ἐπιχειρίματα, ὧν ἐγένετο χρῆσις πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ἐπιβλαβοῦς τῆς συμβάσεως, εἶναι λίαν ἀσθενῆ, καὶ οὐδὲν ἀποδεικνύουσιν. Ἡ ἐπιστρατεία λοιπὸν ἦτο τὸ κύριον ἀντικείμενον, καθ’ οὗ ἐπάλαιεν ὁ προαγορεύσας· τὴν ἐπιστρατείαν καταγίνεται νὰ καταβάλῃ ἀφαιρῶν τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ, ἢ μᾶλλον ἓν ἐκ τῶν μέσων, διότι ὑπάρχουν καὶ ἄλλα, ἐξ αὐτῶν δὲ εἶναι καὶ ἡ σύμβασις. Πολεμεῖ λοιπὸν τὴν σύμβασιν, διὰ νὰ καταστρέψῃ τὴν ἐπιστρατείαν. Καὶ μὴ τολμῶν ἀναφανδὸν νὰ προσβάλῃ τὴν ἐπιστρατείαν, δέχεται αὐτὴν ὑπὸ ὅρους τινάς, ἐὰν ἦναι σύμφωνες αἱ ἓξ Δυνάμεις, ἢ ἐὰν μία ἐξ αὐτῶν συναρωγῇ, ἢ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ κίνδυνος· δηλαδὴ ἐκτίθεται εἰς τὸν κίνδυνον, ἐὰν κίνδυνος δὲν ὑπάρχῃ. Τοιοῦτον ῥόπαλον κρατῶν ἀνὰ χεῖρας, ὅπως πατάξῃ συγχρόνως καὶ τὴν ἐπιστρατείαν καὶ τὴν Τράπεζαν, ἐξεστράτευσε κατ’ αὐτῶν, ἀπήντησε δὲ δύο συμπεπυκνωμένας φάλαγγας, τὴν δεξιὰν καὶ τὴν ἀριστεράν, ὧν οἱ πρόσκοποι ἔκραξαν μιᾷ φωνῇ Τίς εἶ!!! — Νέος ἀχειροτόνητος ἡγούμενος (ἱλαρότης). — Καὶ τί φέρεις; Νέαν σημαίαν. — Ἐδῶ ὑψηλὴ καὶ ὑπερήφανος κυματίζει ἡ σημαία τῆς ἐπιστρατείας ὑπὸ τὴν ἱερὰν πνοὴν τοῦ 21. Ἐνώπιον αὐτῆς πᾶσα ἄλλη σημαία ὠχριᾷ. Λυποῦμαι τῳόντι, ἐκ καρδίας λυποῦμαι, ὅτι ἡ πατρὶς τοῦ ἐνδόξου γέροντος, τοῦ ἀναγεννηθέντος Ἕλληνος ἐκ τῶν ὀστῶν τοῦ Φιλοποίμενος, τοῦ γέροντος Κολοκοτρώνη, ὅτι ἡ πατρὶς τοῦ τουρκοφάγου Νικήτα, βλέπει σήμερον τὸν γόνον ἐνδόξου οἰκογενείας προτείνοντα πρόγραμμα ὑποχωρήσεως, πρόγραμμα ἀνάνδρου πολιτικῆς.
§73Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ψεῦδος αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγετε. Μὴ μοὶ ἀποδίδετε πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶπον.
§74ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν ἔχω τὴν ἀγόρευσίν σας ἐδῶ, διὰ νὰ σᾶς σημειώσω καὶ τὴν σελίδα. Ἀπορῶ ἐν τοσούτῳ, ὅτι γίνεται χρῆσις παρ’ ὑμῶν λέξεων τοιούτων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀνήκουν εἰς πρόσωπον τῆς ὑμετέρας ἀνατροφῆς.
§75Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Διότι μοὶ ἀποδίδετε ἰδέας, τὰς ὁποίας δὲν εἶπον.
§76ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι δὲν ἐξεφράσατε τοιαύτην ἰδέαν, ἀλλ’ ὅτι ἐγὼ ἐκ προθέσεως θέλω νὰ σᾶς ἀποδώσω ἀλλ’ ἀντὶ ἄλλων, δὲν ἐπίστευον νὰ πιστεύητε.
§77Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅταν τις δὲν λέγῃ τὴν ἀλήθειαν, λέγει ψεύματα.
§78ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Αὐτὸ σεῖς τὸ γνωρίζετε, καὶ διὰ τοῦτο τὸ ἀφίνω εἰς σᾶς. Ἐπιτρέψατέ μοι ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ προγράμματος νὰ φέρω καὶ ἐγὼ πρόγραμμα τὸ ἕκτον, διότι ἠκούσατε πέντε ἀπαριθμηθέντα. Εἰς ταῦτα προσθέτω καὶ ἕκτον.
§79Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὡς ἡγούμενος;
§80ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγὼ ὡς ἡγούμενος! Οὔτε καλόγηρος, οὔτε πρωτοσύγγελος δὲν θέλω νὰ γείνω (ἱλαρότης.) Ἕκτον πρόγραμμα λίαν λακωνικὸν ἐν ὀλίγαις λέξεσι κατ’ ἐμὲ εἶναι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ τρίξῃ τοὺς ὀδόντας. (Εὖγε! Εὖγε!) Ὅστις αἰσθάνεται ῥῖγος, ἂς σκεπασθῇ.
§81ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι νέον. Ἔχετε ἀμφιβολίας δι’ ἡμᾶς περὶ τούτου;
§82ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἶναι λοιπὸν ὀρθὸν τὸ πρόγραμμά μου, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπητε, ὅτι εἶμαι ἡγούμενος, διὰ νὰ δεχθῆτε τὴν ἀλήθειάν του. Αὐτὸ τὸ τρίξιμον τῶν ὀδόντων συντρίβει ὅλα τὰ ἐάν. Καὶ θέλετε εἰπεῖ «μόνοι;» Εἰς αὐτὸ σᾶς ἀπαντῶ ἡ Εὐρωπαϊκὴ Σύνοδος ἔδωκε τὴν εὐχήν της ὅταν ἔχητε τὴν ὑπογραφὴν τῆς ἱερᾶς Συνόδου, διστάζετε νὰ τελέσητε τὸν γάμον; (ἱλαρότης.) Ἀλλὰ ποῦ τὰ μέσα; Θέλετε μοὶ εἴπει. Ἔχομεν τὰ μέσα; Ἐὰν μόνον δώσητε προσοχὴν ὄχι εἰς λόγους, ὄχι εἰς ἰσχυρισμοὺς, ὄχι εἰς ἀξιώσεις ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ βουλευτὴς Πατρῶν, ὅτι «θέλει νὰ τὸν ἐξασφαλίσωμεν 109 ἑκατομμύρια, καὶ τότε δύναται νὰ παρέξῃ τὸ προνόμιον, διότι ἄνευ τούτου θέλει ἐπέλθει βλάβη εἰς τὰς συναλλαγάς», σᾶς φέρω παράδειγμα ἐκ τῆς ἱστορίας, παράδειγμα πρόσφατον, τὴν Ἰταλίαν. Ἡ Ἰταλία εἰς ποίαν θέσιν εὑρίσκετο κατὰ τὸ 1866; Ἰδοὺ εἰς ποίαν θέσιν εὑρίσκετο οἰκονομικῶς. Ἀναγνώσατε τὴν γαλλικὴν «Ἐφημερίδα τῶν Συζητήσεων» τῆς 22 Νοεμβρίου ε.ε., ἤτοι τὴν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν. Ἰδοὺ ἡ κατάστασις τῆς Ἰταλίας ἐν ἔτει 1866, ὅτε ἐπεχείρει τὸν περὶ τῶν ὅλων ἀγῶνα, ὃν ἔφερεν εἰς πέρας καὶ ὅστις ἐδόξασε τὸ Ἰταλικὸν ἔθνος. «Εἰς τὰ 1866, ὅτε ἐπεχείρησε τὸν κατὰ τῆς Αὐστρίας πόλεμον ἡ Ἰταλία, εἶχεν ἐν τοῖς ταμείοις 95,000,000 ἰταλικῶν λιρῶν, ἤτοι νέων δραχ. Ἐξ αὐτῶν μόνον 28,000,000 ἦσαν εἰς μεταλλικὰ νομίσματα· ἐχρεώστει δὲ δι’ ἐνταλμάτων ἀπαιτητῶν 195 ἑκατομμύρια.» Εἶχε λοιπὸν 95 ἑκατομμύρια, καὶ ἐχρεώστει 195· μεταλλικὸν εἶχε μόνον 28 ἑκατομμύρια. «Διὰ δὲ τὸν πόλεμον προέβλεπεν, ὅτι εἶχεν ἀνάγκην 600 ἑκατομμυρίων.» Πόθεν ἔλαβε τὰ 600 ἑκατομμύρια; Ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων καὶ τῶν τεσσάρων Τραπεζῶν. Εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται σήμερον ἡ Ἰταλία μετὰ τὸν πόλεμον; Εἰς κατάστασιν ἀνθηράν, διότι σήμερον σκέπτεται περὶ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ αὐτὸ εἶνε ἐν Ἰταλίᾳ ἔργον ὀλίγου χρόνου· δὲν εἶνε μόνον ὑπὸ μελέτην, ἀλλ’ εἶνε προσδιωρισμένος ὁ καιρός, ὅτε θὰ ἐπέλθῃ ἡ ἄρσις, καὶ ὅλοι οἱ πολιτικοὶ τῆς Ἰταλίας εἶνε σύμφωνοι, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου χρόνου ἡ ἄρσις ἐπέρχεται. Παρέστησαν ὡς καταστρεπτικὴν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ὡς μέλλουσαν νὰ ἐπιφέρῃ πανωλεθρίαν καὶ κακὰ μέγιστα ὡς ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τῶν γραμματίων. Ὁ ἔντιμος προλαλήσας, ὅστις, ὡς πρὸ ὀλίγου ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ πεῖραν τῶν τοιούτων, προεῖδεν, ὅτι ἔμελλε νὰ φθάσῃ ἡ ὑποτίμησις εἰς τὰ 157½, διότι ἕνεκα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἠμποροῦν νὰ τεθῶσιν 120 ἑκατομ. τραπεζικῶν γραμματίων εἰς κυκλοφορίαν. Ἀλλὰ 120 ἑκατομ. ἐν κυκλοφορίᾳ συνεπάγονται ἀναγκαίως τοσαύτην διαφορὰν ὑποτιμήσεως. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπολογίσητε ἐκ τῶν προτέρων τὴν ὑποτίμησιν, ὅταν πρόκηται περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα πάντοτε κυμαίνονται; Εἶναι, ὡς ὁ γλαφυρὸς κάλαμος, ὃν ἀνέφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὁ ὑπὸ παντοίων ἀνέμων σαλευόμενος.
§83ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἡ ἀκαμψία εἶναι τὸ προσὸν μόνον τῶν πτωμάτων.
§84ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Βεβαίως, τοῦτο λέγω καὶ ἐγώ, ὅτι πάντες οἱ κάλαμοι κάμπτονται.
§85ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐπὶ ζητημάτων τόσῳ σπουδαίων δύνανται νὰ ἐλλείπωσιν αἱ τοιαῦται χαριτολογίαι.
§86ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγὼ ἠξεύρω ποίαν χρῆσιν πρέπει νὰ κάμνω τῶν λόγων μου. Εὐχαριστῶ τὴν πόλιν ταύτην, ἥτις μοὶ παρέσχε τὸ βῆμα, ὅπως ἐξ αὐτοῦ ἀπαντῶ εἰς ἐκείνους, οἵτινες ὁμιλοῦν περὶ ἐμοῦ διὰ τῆς δημοσιογραφίας. Λοιπὸν περὶ τοιούτων πραγμάτων νομίζετε, ὅτι δύνασθε ἐκ τῶν προτέρων νὰ προσδιορίσητε, ὅτι κατὰ τὸ 1881 ἡ τιμὴ τοῦ φράγκου θὰ ἦναι 157½; Σᾶς φέρω, κύριοι, αὐτὸν τὸν Leroy Beaulieu μάρτυρα, ὅστις βεβαίως ἔχει τὰ στοιχεῖα, ὅπως ἀποφανθῇ, καὶ ἀποτελεῖ αὐθεντίαν περὶ τοῦ ἐναντίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον λέγετε. Ἡ ὑποτίμησις καὶ ὁ βαθμὸς αὐτῆς ἐξαρτῶνται ἐκ παντοίων περιστάσεων, ἐξ ὧν προσδιορίζεται ἡ σχέσις μεταξὺ μεταλλικοῦ καὶ τῶν ὑπὸ ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν τραπεζικῶν γραμματίων. Ἔστω ὡς παράδειγμα ἡ Ἰταλία, ἐὰν συγκρίνωμεν τὴν Ἰταλίαν πρὸς τὴν Αὐστρίαν, πρὸς τὴν Ῥωσσίαν, πρὸς ἄλλα Κράτη. Ἰδοὺ τί ἀπεδείχθη ἐν Ἰταλίᾳ· ὡς βεβαιοῖ ὁ Reaulieu, οὐδέποτε ὑπετιμήθη τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον ὑπὸ τὸ 10%. Ἐνῷ ἡ Αὐστρία εἶναι Κράτος, ἀνωτέρους κεκτημένον πόρους καὶ μέσα πολὺ ἰσχυρότερα, ἐν αὐτῇ ὑπετιμήθη μέχρι τῶν 22%. Διατί ἡ διαφορὰ αὕτη; Μέχρι τίνος ποσοῦ ἔφθασαν τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια ἐν Ἰταλίᾳ; εἰς ἑννεακόσια ὀγδοήκοντα ἑκατομμύρια καὶ πλέον. Καὶ ἐνῷ ἔφθασαν εἰς τοιοῦτον βαθμόν, δὲν ὑπετιμήθησαν ὑπὸ τὸ 10%. Ἐὰν δὲ λάβητε τὰς ἀναλογίας πρὸς τὴν Αὐστρίαν, βλέπετε, ὅτι ἡ ἀναλογία δὲν ἔπρεπε νὰ φέρῃ τὸ 22%, ἀλλὰ πολὺ ὀλιγωτέραν ὑποτίμησιν. Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι ἐξαρτᾶται ἐκ πολλῶν ἄλλων περιστάσεων ἡ ὑποτίμησις. Ἐνίοτε μάλιστα ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἀντὶ νὰ φαίνηται ἐπαχθής, προτιμᾶται, καὶ αὐτὸ ἐπίσης βεβαιοῦται οὐ μόνον ἐκ τῆς σπουδαίας διατριβῆς ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῶν Συζητήσεων ὑπὸ Leroy Beaulieu, ἀλλὰ καὶ ἐκ πολλῶν ἄλλων. Ἐν αὐτῇ γίνεται λόγος, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶναι μέγα τι καὶ ἀθεράπευτον κακόν. Τοιοῦτον εἶναι διὰ τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι τὴν φρόνησιν νὰ προνοήσωσιν ἐγκαίρως Κατεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅτι ἐν Ἰταλίᾳ καὶ ἐν Ἀμερικῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἐφάνη εἰς τὸ πλεῖστον μέρος τῆς κοινωνίας εὐάρεστος· ἐφάνη εὐάρεστος εἰς τὴν Ἰταλίαν, διότι ἐθεωρήθη ὡς προστασία τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς· ἡ ἅμιλλα πρὸς τὴν παραγωγὴν τῶν ἔξωθεν προϊόντων εἶναι εὐκολωτέρα ἐπὶ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διότι τὰ ἔξωθεν ἐρχόμενα πρέπει νὰ πληρωθῶσιν εἰς μεταλλικόν, τῶν ὁποίων ἡ τιμὴ εἶναι μεγάλη. Καὶ ἐνθυμηθῆτε τὸν μεγάλον πάταγον, ὁ ὁποῖος ἔγεινεν ἐν Ἀμερικῇ, ὅτε ἐπρόκειτο ν’ ἀποσύρουν τὰ λεγόμενα greenbacks, τουτέστι τὸ χαρτονόμισμα τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ Ἀμερικὴ δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν νὰ δανεισθῇ ἀπὸ τραπέζας. Πολλαπλαὶ τράπεζαι δὲν δανείζουσι τὰς κυβερνήσεις, ὡς θέλει ὁ φίλος μου κ. Καράλης. Καὶ ἦλθεν ἡ ἐποχή, ὅτε διὰ τῶν περισσευμάτων ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, οὐδὲ ἦσαν τὰ μέσα τῆς ἄρσεως ἐλλιπῆ, ἀλλὰ δὲν ἤθελον οἱ Inflationist, διότι τὰ συμφέροντα τὰ τοπικά, ἡ βιομηχανία, ἡ ἐσωτερικὴ παραγωγή, ἐξανέστησαν καὶ ἐπολέμησαν τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Δὲν εἶναι λοιπὸν τοσοῦτον ὀλεθρία, ὁποίαν τὴν παρεστήσατε, ἀλλ’ ἐνομίσατε, ὅτι, καταστρέφοντες τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Τραπέζης, καταστρέφετε τὴν ἐπιστράτευσιν, διότι ἀφαιρεῖτε τὰ μέσα τῆς ἐκτελέσεως. Ὁμιλῶν περὶ τῶν μέσων, δύναμαι νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ περὶ αὐτῆς τῆς συμβάσεως. Δὲν θέλω μακρηγορήσει, δὲν εἶναι ἰδικόν μου τὸ ἔργον, ἀλλὰ δύναμαι νὰ εἴπω ὀλίγα ἐξ ὧν καὶ ἐγὼ γνωρίζω. Πολεμεῖτε τὴν σύμβασιν διὰ τὸ πρόωρον τῆς ἀνανεώσεως τοῦ προνομίου, καὶ δὲν ἐννοῶ πῶς ὁ ἔντιμος Πρωθυπουργὸς δὲν σᾶς ἀπήντησε τὸ εὐστοχώτερον, ἐξ ὧν ἠδύνατο ν’ ἀπαντήσῃ. Σήμερον προτείνεται ἡ ἀνανέωσις πρὸ 12 ἐτῶν. Ὁ ἔντιμος Πρωθυπουργὸς ἐπρότεινεν αὐτὴν πρὸ 17 ἐτῶν. Κατὰ τὸ 1875 ἢ 1876 ἔφερε πρότασιν περὶ ἀνανεώσεως τοῦ προνομίου τῆς Τραπέζης· καὶ σεῖς νομίζετε, ὅτι σπεύδει ἡ Κυβέρνησις νὰ χορηγήσῃ τὴν ἀνανέωσιν τώρα, ὅτε ἡ περίστασις τὸ ἀπαιτεῖ, ὅτε συντελεῖ πρὸς τὴν εὕρεσιν μέσων πρὸς πραγματοποίησιν τῆς ἐπιστρατείας· τότε δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἐπιστρατείας, δὲν ἦτο ἔκτακτος ἡ περίστασις, ἐπρόκειτο μόνον περὶ ἱδρύσεως καταστήματος πιστωτικοῦ, ὅπερ διὰ τῶν κεφαλαίων του ἔμελλε νὰ ἔλθῃ εἰς ἀρωγὴν πρὸ πάντων τῆς γεωργίας. Δι’ αὐτὸν μόνον τὸν σκοπὸν ἔμελλε νὰ συντελέσῃ τότε ἡ Τράπεζα· ἔμελλε νὰ λάβῃ μετοχὴν, καὶ ἀπέναντι τῆς μετοχῆς νὰ ἔχῃ τόκον. Λοιπὸν, διὰ νὰ δώσῃ κεφάλαια ὄχι πολλά, 10 ἑκατομμύρια, καὶ νὰ λαμβάνῃ τόκον ἐν τοῖς ἑκατὸν, ἐλάμβανε τὸ προνόμιον ἀπὸ τότε. Διατί τότε δὲν ἐφάνη τόσον ἀλλόκοτος, τόσον αἰφνιδία, τόσον πρόωρος καὶ ἀσύνδετος πρὸς τὰ πράγματα, ὅτε δὲν εἶχεν ἄλλον σκοπόν; τώρα δέ, ὅτε πρόκειται περὶ ἐπιστρατεύσεως, φαίνεται καὶ αὐτὴ ἡ ἐπιστράτευσις ἐπινοηθεῖσα διὰ τὴν ἀνανέωσιν; Τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς ἀνανεώσεως διαφέρει τάχα πρὸ πάντων τὴν Τράπεζαν; Τὸ ζήτημα τῆς ἀνανεώσεως ἐνδιαφέρει τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν ἔχῃ ἀνάγκην τῆς Τραπέζης, ὅταν ἔχῃ ἀνάγκην νὰ ἑδραιώσῃ τὸ πιστωτικὸν κατάστημα, ὥστε νὰ δύναται, παρατεῖνον τὴν ὕπαρξίν του, νὰ παρέξῃ ἀναλόγως πλείονα μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ ὕπαρξις αὐτῆς ταύτης τῆς Τραπέζης δὲν ἤρτηται ἐκ μόνου τοῦ προνομίου.
§87ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Τί τὸ θέλετε;
§88ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν γνωρίζω τὰς οἰκονομολογικάς σας ἰδέας, ἂν τὰς ἐγνώριζα, θὰ σᾶς ἀπήντων· φαίνεται ὅτι καὶ σεῖς εἶσθε ἡγουμενικός.
§89ΙΕΡΟΜΝΗΜΩΝ. Δὲν εἶμαι δικηγόρος τῆς Τραπέζης.
§90ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ποῖον ἄλλο εἶναι, τὸ ὁποῖον περιέχει αὐτὴ ἡ σύμβασις, καθ’ ἧς πολὺ ἐπετέθη ὁ ἔντιμος προλαλήσας; Ὡς ἡ μνήμη μὲ βοηθεῖ, δὲν εὗρεν ἄλλο τι σπουδαῖον κατὰ τῆς συμβάσεως, εἰμὴ τὸ τῆς ἀνανεώσεως καὶ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Πολὺς λόγος ἔγεινε καὶ περὶ συγχύσεως ταμείων· ὅτι ἡ σύμβασις σκοπεῖ τὴν σύγχυσιν τῶν ταμείων. Ποίαν σύγχυσιν ταμείων; Πρόκειται τὸ ταμεῖον τῆς Τραπέζης νὰ μετατεθῇ εἰς τὸ δημόσιον, ἢ τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ μετακομισθῇ εἰς τὴν Τράπεζαν; Δὲν ἠξεύρω ποῦ εὗρεν αὐτὴν τὴν σύγχυσιν. Τοιαύτη ὑπάρχει, ὅταν τὰ χρήματα τοῦ δημοσίου πρόκηται νὰ προσκτήσῃ ἡ Τράπεζα, ἢ ὅταν ἡ Τράπεζα πρόκηται νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ· ἀλλὰ ποίαν ὠφέλειαν ἔχει; Ἂν ἐννοῇ, ὅτι ἡ θυσία, τὴν ὁποίαν προσφέρει ἡ Τράπεζα ἀπέναντι τῆς ἀνανεώσεως εἰς τὸ μέλλον, ὑποσχομένη ἡ Τράπεζα 25% ἐκ τοῦ κέρδους τοῦ προσγενομένου ἐκ τῆς κυκλοφορίας τραπεζιτικῶν γραμματίων, ἀπαντῶ, ὅτι κατὰ τὰ 1876 ἐζήτει οὐχὶ 25, ἀλλὰ 20% ὁ κ. Κουμουνδοῦρος. Λοιπὸν καθ’ ἃ βλέπομεν, μετὰ παρέλευσιν 4 ἐτῶν ἐπανέρχεται τὸ ζήτημα τῆς ἀνανεώσεως, καὶ ἐπανέρχεται ὑπὸ ὅρους πολὺ βαρυτέρους διὰ τὴν Τράπεζαν· καὶ πότε; κατὰ τὴν ψυχολογικὴν στιγμὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ἔχῃ ἀνάγκην πιστωτικοῦ καταστήματος, ὅτε ἡ Τράπεζα ἠδύνατο νὰ σκεφθῇ περὶ τοῦ ἰδίου αὑτῆς συμφέροντος. Ἀλλ’ ἡ Τράπεζα, καί τοι ἔχουσα πρὸ ὀφθαλμῶν τὴν σύμβασιν τοῦ 1876, δὲν ἐπεκαλέσθη αὐτήν, ἀλλ’ ἐφάνη πρόθυμος νὰ δεχθῇ τὰ προταθέντα, ὅπως φανῇ χρήσιμος εἰς τὸ Κράτος. Δὲν ἔπρεπε νὰ ταράξῃ τὸν νοῦν τοῦ ἐκ Γόρτυνος βουλευτοῦ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ προβῇ μέχρι τῆς σκέψεως, ὅτι ἡ ἐπιστράτευσις, δι’ ἣν ἐδαπανήθησαν 20,000,000, ἔγεινεν ἐπίτηδες, ὅπως φθάσωμεν εἰς τὴν σύμβασιν. Ἀλλ’ ἔρχομαι τώρα νὰ ἐξετάσω καὶ τί φρονεῖ πρὸς ταῦτα ἡ Κυβέρνησις· εἶναι ζήτημα πολὺ λεπτὸν δι’ ἐμὲ, ὅστις δὲν ἔχω τὴν ἕξιν νὰ πραγματεύωμαι ζητήματα πολιτικά. Ἤκουσα τὸν κ. πρωθυπουργὸν, ὅστις ὡμίλησεν, οὕτως εἰπεῖν, ἐν ἐκχύσει καρδίας, καὶ ἔδιδον πολλὴν προσοχὴν νὰ μὴ παραλείψω τι, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ μὲ φωτίσῃ. Ἔχω ἄπειρον σέβας πρὸς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον. Ἐκτιμῶ τὰς ἐκδουλεύσεις του πρὸς τὴν πατρίδα, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θέλει εὑρεθῆ πολλάκις εἰς θέσιν νὰ προσφέρῃ καὶ νέας. Ἀλλ’ ἀφ’ ὅτου ἤρχισα νὰ λαμβάνω ἕξιν τῶν πολιτικῶν πραγμάτων, μοὶ ἐφάνη πολὺ ἀναγκαῖον νὰ δέχωμαι τὰ πάντα μὲ τὸ εὐεργέτημα τῆς ἀπογραφῆς. Δὲν ἠξεύρω, ἂν οἱ πολιτικοὶ φίλοι τοῦ κ. Κουμουνδούρου λαμβάνωσι τὴν αὐτὴν προφύλαξιν, ἀλλὰ διαβεβαιῶ, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν παραλείπει αὐτήν. Τὸ λέγω τοῦτο, διότι παρετήρησα εἰς τὴν πολιτικὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως, τελευταῖος ἦλθεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὅτε πάλιν μετὰ πολλῆς κατανύξεως καὶ ἐκχύσεως αἰσθήματος πατριωτισμοῦ ἐξεδήλωσε συνδιαλλακτικὸν πνεῦμα. Ἀλλὰ παρετήρησα, ὅτι τοιαῦτα δίδω δείγματα ἔφερεν ὑπὸ τὴν δεξιὰν μάλην καὶ ὑπὸ τὴν ἀριστερὰν ἐγχειρίδια, τὴν πέμπτην καὶ ἕκτην παράγραφον τῆς ἀπαντήσεως, καὶ ἂν συσφιγχθῶμεν, ἑπόμενον ἦτο τὰ ἐγχειρίδια νὰ διατρυπήσωσιν ἡμᾶς. Νομίζω, ὅτι τὸ ἓν ἐξ αὐτῶν ἔδωκεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, τὸ ἄλλο τὸ ἔδωκεν ὁ μακαρίτης διὰ χειρὸς τοῦ καλοῦ φίλου μου κ. Μελετοπούλου. Ἀλλ’ ἔπειτα παρετήρησα, ὅτι τὰ ἐγχειρίδια ἦσαν χάρτινα, ἀπὸ σιγαρόχαρτον, ἁπλῶς διὰ νὰ εὐχαριστήσῃ αὐτὴν τὴν μερίδα, ὥστε ὁ ἔντιμος πρωθυπουργὸς ἐξ ἑνὸς μέρους ηὐχαρίστησε τὴν μερίδα ταύτην, διότι ἐφαίνετο, ὅτι ἔμελλε νὰ πληγώσῃ θανατηφόρως τὴν ἀντίθετον, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἐφαίνετο πρὸς τοὺς προτρέποντας ὁμόνοιαν, ὅτι ἀνοίγει τὰς ἀγκάλας του εἰς τοὺς ἀντιπάλους του ἐνώπιον τοῦ βωμοῦ τῆς πατρίδος.
§91ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀλλὰ τὰ ἐγχειρίδια δὲν ἦσαν ἐπικίνδυνα.
§92ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὰ ἐξελάμβανον οἱ φίλοι σας ὡς λίαν κοπτερά (ἱλαρότης.) Καὶ ἐδῶ μετ’ αὐτὴν τὴν μακρὰν συζήτησιν, μετ’ αὐτὸν τὸν μακρὸν λόγον τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Γόρτυνος, τὸν ὁποῖον ἠδυνάμην νὰ ὀνομάσω Σκυθῶν ἐρημίαν, τὰ δ’ ἐπέκεινα θῖνες ἄοικοι καὶ πηλὸς ἀϊδνής, ἦλθεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἰς τὸ βῆμα, καὶ τὸ πρῶτον τὸ ὁποῖον εἶπεν εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν κατὰ πρόσωπον, εἶναι ὅτι δὲν ἔχει πρόγραμμα· διατί; διότι ἐπιστράτευσις δὲν εἶναι πρόγραμμα. Λοιπὸν εἰς τὶ ἐπρόκειτο νὰ συνενωθῶμεν. Τὰ πρόσωπα τάχα ἔμελλον νὰ ἐναγκαλισθῶσιν, ὁ κ. Κουμουνδοῦρος τὸν κ. Τρικούπην, ἢ πρόκειται νὰ συναντηθῶμεν εἰς τὸ αὐτὸ ἔδαφος ἀσπαζόμενοι τὰς αὐτὰς ἰδέας, καὶ τασσόμενοι ὑπὸ τὴν αὐτὴν σημαίαν, ἐν τοιαύτῃ κρισίμῳ ὥρᾳ, ὅπως φανῶμεν, ὅτι εἴμεθα ναὶ μὲν δύο φάλαγγες, ἀλλ’ εὐσταθῶς βαδίζουσαι κατὰ τοῦ αὐτοῦ ἐχθροῦ μὲ τὸ αὐτὸ βῆμα. Δὲν ἔχεις πρόγραμμα, εἶπεν· ἡ ἐπιστρατεία δὲν εἶναι πρόγραμμα· καὶ τί εἶναι λοιπὸν τὸ πρόγραμμα, Εἶναι μόνον λέξεις, φράσεις κεναί, εἶναι πάταγος ῥημάτων, εἶναι ἐπαγγελίαι μὴ ἐκτελούμεναι; τί ἄλλο θέλετε πραγματικώτερον πρόγραμμα παρὰ αὐτὰ τὰ πράγματα; Ὅτε ὁ Βρέννος ἔῤῥιπτε τὴν σπάθην εἰς τὴν πλάστιγγα, δὲν εἶναι τοῦτο τὸ πρόγραμμά του πρὸς τοὺς Ῥωμαίους; Τοιαύτη εἶναι καὶ ἡ ἐπιστρατεία.
§93ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Τὸν λόγον.
§94ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Διατί νὰ μὴ ὁμιλήσητε πρὸ ἐμοῦ; ἐπεθύμουν νὰ σᾶς ἀκούσω.
§95ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ὁμιλῶ κατόπιν.
§96ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω, ἡ ἐπιστρατεία δὲν εἶνε πρόγραμμα· πρὸς στιγμὴν ἄς τὸ ὑποθέσωμεν· εἶναι ὅμως πολιτικὴ ἀρχή, τὴν ὁποίαν τότε μόνον ἠθέλαμεν εἴπει, ὅτι καὶ σεῖς ἀσπάζεσθε, ἐὰν ἐβλέπομεν, ὅτι ὁμιλεῖτε μετὰ πεποιθήσεως καὶ δὲν ζητεῖτε νὰ δικαιολογηθῆτε, ὅτι τὴν παραδέχεσθε δι’ ἄλλας αἰτίας, οὐχὶ δὲ διότι εἶναι ἡ θέλησις τοῦ Ἔθνους· αὐτὸ μόνον δὲν εἴπατε, εἴπατε ὅτι ἐξηκολουθήσατε ἐξ ἀνάγκης, διότι εἶναι ζήτημα τιμῆς· σᾶς ἀπαντῶ καὶ εἰς τὰ τῆς ἀνάγκης, σᾶς ἀπαντῶ καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς τιμῆς. Βεβαίως ὑπάρχει πραγματικὴ ἀνάγκη, ὁσάκις τις ἐνδεικνύεται ἀπαραίτητον ἐκ τῶν περιστάσεων ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα «ὁ μὲν οὖν παρὼν καιρὸς μονονουχὶ φωνὴν ἀφιεὶς» ... τοιαύτη εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπιστρατείας, καὶ οὐαὶ εἰς ἐκεῖνον, ὅστις τὴν παραγνωρίζει. Σᾶς λέγω τότε ὅ,τι ὁ Περικλῆς εἶπεν εἰς τοὺς Σαμίους, προβάλλοντας τὴν ἀνάγκην ἀντὶ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι εἶναι ὡς τὰ παιδία, τὰ ὁποῖα δέχονται μὲν τὸν ψωμὸν, κλαίοντα ὅμως· ἡμεῖς δὲν βαδίζομεν πρὸς τὴν ἐπιστρατείαν κλαίοντες, ἀλλὰ μετὰ πλήρους εὐχαριστήσεως, εὔθυμοι, μὲ ὑψηλὸν μέτωπον, πρόφρονες, ἐμφορούμενοι ὑπὸ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι ἐκπληροῦμεν καθῆκον πρὸς τὴν Πατρίδα. Εἴπατε, ὅτι σήμερον ἡ ἐπιστρατεία εἶναι ζήτημα τιμῆς, καὶ ἐνθυμεῖσθε τὴν φιλονεικίαν ἂν ἦναι ζήτημα τιμῆς ἢ ζήτημα φιλοτιμίας. Πᾶσα πρᾶξις ἑνὸς ἔθνους εἶναι ζήτημα τιμῆς, ἀλλ’ ἅμα τίθεται τὸ ζήτημα ἀφηρημένως, ἄνευ ἄλλου συμφέροντος, εἶναι ζήτημα φιλοτιμίας, ἐνῷ ἡ τιμὴ ὁρᾷ τὴν ὕπαρξιν, τὴν ἀνεξαρτησίαν, τὴν ἀπελευθέρωσιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Τάχα ἔχετε σκοπὸν νὰ περιέλθητε εἰς ἀνάλογον θέσιν ὡς ὁ Φραγκῖσκος Αʹ μετὰ τὴν μάχην τῆς Παβίας, καὶ προτίθεσθε ἵνα ἐπαναλάβητε ὅ,τι εἶπεν ἐκεῖνος μετὰ τὴν ἧτταν tout est perdu fors l'honneur!! Δὲν ἐπίστευον, κύριοι, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τοιαύτην θέσιν ἱπποτισμοῦ. Δι’ ἐμὲ ζήτημα τιμῆς εἶναι νὰ ἴδωμεν τὴν Μακεδονίαν ἐπὶ τῆς κορυφῆς τοῦ Ὀλύμπου, νὰ πίωμεν ἐκ τῆς πηγῆς τοῦ Θυάμιδος, στρέφοντες τὰ νῶτα πρὸς τὸν τάφον τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ. (Εὖγε, εὖγε) Πῶς λοιπὸν ζητεῖτε παρὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐμπιστοσύνην, ὅταν δὲν ἔρχεσθε μὲ πλήρη καρδίαν, ὅταν δὲν ὁμολογῆτε τὸ πρόγραμμα, ὅταν δὲν κρατῆτε πιστῶς ὑψηλὰ αὐτὴν τὴν σημαίαν τῆς ἐπιστρατείας. Θέσατε τὴν χεῖρα ὑψηλὰ ὡς ἡ ἀντιπολίτευσις, καὶ ὑψώσατε ὑπερηφάνως τὴν σημαίαν (γέλως ἐν τῇ δεξιᾷ) εἰς ἔνδειξιν, ὅτι ἔχετε τὴν αὐτὴν προθυμίαν, καὶ ποτὲ δὲν θέλει λείψει ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἡ ὑποστήριξις πρὸς τοιοῦτον ἔργον.
§97ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θὰ πολεμήσωμεν, ναὶ ἢ ὄχι;
§98ΜΙΑ ΦΩΝΗ. Θὰ πολεμήσωμεν, ναί.
§99ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν διέκρινα ποῖος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶπε ναί, λυποῦμαι δὲ, ὅτι ἦτο μία μόνον φωνή· ὁ κ. πρωθυπουργὸς πιστεύει ὅμως, ὅτι θὰ πολεμήσωμεν, καὶ προχθὲς ἦλθε νὰ μᾶς εἴπῃ καιρὸς ἔργων καὶ οὐχὶ λόγων· ἦλθε νὰ κάμῃ παράπονα, ὅτι πολλοὶ λόγοι γίνονται ἐν τῇ Βουλῇ, μὲ ἔκπληξίν μου δὲ εἶδα, ὅτι τὸ παράπονόν του αὐτὸ ἀπηυθύνετο ἀποκλειστικῶς πρὸς ταύτην τὴν πτέρυγα (δεικνύει τὴν ἀριστεράν). Ὁ κ. πρωθυπουργὸς ὤφειλε ν’ ἀπευθύνῃ τὸ παράπονόν του πρὸς τὴν ἄλλην πτέρυγα, διότι ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι ἀφ’ ἧς ἐτέθη τὸ ζήτημα περὶ πολέμου ἢ εἰρήνης καὶ ἤλθομεν εἰς τὸ περὶ πιστώσεων, ἡ πτέρυξ αὕτη ἔκλεισε τὸ στόμα, εἰσῆλθε καὶ ἀποπεράτωσε σιωπηλῶς τὴν πρώτην συζήτησιν, εἰσῆλθε καὶ εἰς τὴν δευτέραν χωρὶς ἀκόμη νὰ παρουσιασθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἐσιώπησε προχωροῦσα. Ἀλλὰ εἰς μίαν ἁπλῆν παρατήρησιν, ἥτις ἐγένετο ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Καλαβρύτων, ἠγέρθη βουλευτὴς ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιὰν) καὶ ἀπηύθυνεν ὅλην ἐκείνην τὴν κατηγορίαν τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ἀπὸ τῆς θέσεώς του, ἀφοῦ πρῶτον ἐξέβαλεν ἀπὸ τὸ θυλάκιόν του δέσμην ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα φαίνεται, ὅτι ἐφύλαττεν ἐκεῖ ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, διὰ νὰ τὰ ἀναγνώσῃ ἐν δεδομένῃ εὐκαιρίᾳ. Πρὸ τούτου ἦλθεν ὁ αὐτὸς βουλευτὴς εἰς τὸ βῆμα, ἀπηύθυνεν ἀπορίας πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα προκαλοῦσι πολλὴν συζήτησιν, καὶ κατόπιν τούτου ἐκράτησε δύω ὅλας ἡμέρας τὸ βῆμα. Εἰς ἡμᾶς ἔπρεπε ν’ ἀποταθῇ ὁ κύριος πρωθυπουργὸς διὰ τὴν παράτασιν τῶν συζητήσεων, ἢ εἰς τοὺς φίλους του; Οὐδὲν ἧττον θὰ προσπαθήσω νὰ ἦμαι σύντομος, τόσον ὅμως, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ εἴπῃ κατόπιν οὐ μόνον, ὅτι εἴμεθα στεῖρα ἀντιπολίτευσις, ὡς εἶπεν ἄλλοτε, ἀλλὰ καὶ βωβὴ καὶ ἀναίσθητος, διότι ἔπειτα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐξετοξεύθησαν κατὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἂν ἐτηροῦμεν σιγήν, ἂν ἠκούομεν τὴν συμβουλήν, τὴν ὁποίαν σήμερον μᾶς ἔδωκεν ὁ κ. Ῥικάκης, τοῦ νὰ κηρυχθῇ ἡ συζήτησις περαιωμένη, θὰ εἴχετε πλῆρες τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς ὀνομάσητε καὶ ἀντιπολίτευσιν στεῖραν καὶ βωβὴν καὶ ἀναίσθητον. Δὲν προτίθεμαι ν’ ἀκολουθήσω τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Γόρτυνος, τὸν ἐπὶ δύο ἡμέρας καταλαβόντα τὸ βῆμα εἰς τοὺς περιγραφικοὺς καὶ περιστροφικοὺς ἑλιγμοὺς, εἰς τοὺς ὁποίους ἐπὶ δύο ἡμέρας ἐνησχολήθη, διότι φοβοῦμαι, ὅτι εἰς τὸν λαβύρινθον ἐκεῖνον ἂν εἰσέλθω, θὰ δυσκολευθῶ ὡς ἐκ τοῦ σκότους αὐτοῦ νὰ ἐξέλθω. Μοῦ ἔμειναν μόνον εἰς τὸν νοῦν μου αἱ ἀπορίαι, τὰς ὁποίας ἐξέφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, αἱ ἀπορίαι αἱ οἰκονομικαί, αἱ ἀπορίαι αἱ πολιτικαί. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὰς οἰκονομικὰς ἄλλοι τοῦ ἀπήντησαν. Ὡς πρὸς τὰς πολιτικὰς τὰς διήρεσεν εἰς τρεῖς κατηγορίας, εἰς ἀπορίας τοῦ παρόντος, εἰς ἀπορίας τοῦ παρελθόντος, εἰς ἀπορίας τοῦ μέλλοντος. Ἡ ἀπορία του ὡς πρὸς τὸ παρελθὸν ἦτο ὅτι δὲν ἠξεύρει, ἂν ἡ ἐπιστρατεία ἦτο ἀναγκαία τὴν ὥραν καθ’ ἣν ἐγένετο, ἀμφίβαλλε ἂν ἡ ἐπιστράτευσις ὠφέλησεν ἢ ἔβλαψε τὰ ζήτημα· κατὰ τί ὅμως δὲν εἶπεν. Ἠδύνατο ἴσως εἶπε νὰ ὑπῆρχε ψυχολογική τις στιγμὴ ἐν Εὐρώπῃ, καθ’ ἣν ἦτο περιττὴ ἡ ἐπιστράτευσις, καὶ τῆς ψυχολογικῆς ἐκείνης στιγμῆς ἔπρεπε νὰ ἐπωφεληθῶμεν καὶ νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα ἄνευ ἐπιστρατεύσεως καὶ ἄνευ δαπανῶν. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω καθαρά, ὅτι ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις, καὶ κατὰ τοῦτο ἂν τὸ νομίζετε εἶναι ἔνοχος, ὄχι μόνον δὲν ἐζήτησε νὰ ἐξετάσῃ τὸ περὶ ψυχολογικῆς στιγμῆς ζήτημα, ἂν ἦτο τότε, ἀλλὰ καὶ οὔτε κἂν τὸ ἐσκέφθη, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν ἄνθρωποι κυβερνῶντες ἓν Κράτος εἰς στιγμὴν καθ’ ἣν ἐπρόκειτο, ὡς πρόκειται, ὄχι ὀλιγώτερον παρὰ ἡ λύσις θέματος ἐπὶ τοῦ ἀνατολικοῦ ζητήματος, νὰ σκεφθῶσιν, ὅτι ἠδύναντο νὰ τὸ λύσωσι διὰ ψυχολογικῆς στιγμῆς. Δημοδιδάσκαλος, σκεπτόμενος πῶς νὰ ὁδηγήσῃ τοὺς μαθητάς του, ἠδύνατο νὰ σκεφθῇ ἐπὶ τῆς ψυχολογικῆς καταστάσεως τῶν μαθητῶν του, διὰ νὰ τοὺς διευθύνῃ, ἀλλ’ ἐπαναλέγω, ἡμεῖς δὲν ἐσκέφθημεν περὶ τούτου, ἂν νομίζῃ δὲ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι ὑπῆρχεν ἡ στιγμὴ αὕτη ἡ ψυχολογικὴ καὶ δὲν τὴν ἐπροσέξαμεν ἡμεῖς, ἂς μᾶς τὸ εἴπῃ ποία ἦτο ἡ ψυχολογικὴ αὕτη στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠδυνάμεθα νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα ἄνευ ἐπιστρατεύσεως καὶ ἄνευ δαπανῶν· ἄλλως ἂς μὴ ῥίπτῃ τοιαῦτα ζητήματα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐν τῇ ἐκθέσει του περὶ τῶν ἀποῤῥήτων μᾶς εἶπε κἄτι τὸ ὁποῖον θαυμάζω πῶς ὁ Πρωθυπουργὸς ὁ λαβὼν κατόπιν τὸν λόγον δὲν ἠθέλησε ν’ ἀντικρούσῃ καὶ νὰ διαμαρτυρηθῇ. Μᾶς ἐξέθεσε τὰ τῆς κοινοποιήσεως τῆς προτάσεως τῆς Ἀγγλίας περὶ τῆς συστάσεως τῆς τεχνικῆς ἐπιτροπῆς· ἠθέλησε νὰ μᾶς κάμῃ νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι αὐτὸς ἦτο ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔκαμψε τὸν Βισκονσφήλδ, τὸν ὁποῖον δὲν ἠμπόρεσεν ἡ Γαλλία ἐπὶ δύο ἔτη νὰ κάμψῃ. Εἰς τὰς ἐνεργείας του ἐκείνας μᾶς εἶπεν, ὅτι σκοπὸν ἄλλον δὲν εἶχε παρὰ νὰ ἀποκλεισθῇ ἡ Τουρκία καὶ νὰ ἐπιτύχῃ γραμμὴν ὁριστικήν, ἀδιάφορον δὲ ποῖοι τόποι ἠμποροῦσαν ν’ ἀποκλεισθοῦν καὶ ποῖοι νὰ συμπεριληφθοῦν εἰς τὴν γραμμὴν ταύτην. Τὸ ἤκουσε τοῦτο ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς, τὸν εἶχε σύντροφόν του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Γόρτυνος, ὅτε τὰ τοιαῦτα ὑπεστήριξε, καὶ δὲν μᾶς εἶπε τίποτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ τούτου. Τὸν προκαλῶ ἐγὼ καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ μᾶς ἀπαντήσῃ, ἦτο τότε τῷ ὄντι μία τοιαύτη ἰδέα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Κουμουνδούρου, νὰ θεωρήσῃ δηλ. ὡς δευτερεῦον ζήτημα λεπτομερείας τὸ ζήτημα τοῦ ἀποκλεισμοῦ ἢ ὄχι τῶν Ἰωαννίνων;
§100ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποτὲ δὲν ἀπεσύρθημεν ἀπὸ τὰ Ἰωάννινα.
§101ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Χαίρω, διότι ἤκουσα αὐτὴν τὴν δήλωσιν ἀπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ χαίρω ὅτι ἡ ἰδέα, ἐὰν τὰ Ἰωάννινα θὰ συμπεριληφθῶσιν ἢ ὄχι ἐν τῇ γραμμῇ εἶναι ζήτημα λεπτομερείας, ἦτο ἰδέα μόνον τοῦ βουλευτοῦ Γόρτυνος καὶ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν.
§102ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν τὸ εἶπεν αὐτό.
§103ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἡμεῖς δὲν ἀντελήφθημεν τοιοῦτόν τι.
§104ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ ἐγὼ ὅτε τὸ ἀντελήφθην ἐνόμισα ἐκείνην τὴν ἑσπέραν, μ’ ὅλον ὅτι μοῦ ἔκαμε ἐντύπωσιν ἡ φράσις, ὅτι ἔφυγεν ἀπὸ τὸ στόμα του ἐξ ἀπροσεξίας, καὶ ἤλπιζα ὅτι τὴν ἐπιοῦσαν εἰς τὸν λόγον του τὸν τυπωμένον ἤθελα τὸ ἴδει διαγεγραμμένον. Τὴν ἐπιοῦσαν ὅμως, ὅτε ἐτυπώθη ὁ λόγος του εἰς τὴν ἐφημερίδα τὴν ὁποίαν διευθύνει, τὸ εἶδον κατακεχωρισμένον, καὶ ἑπομένως ἐσκεμμένως τὸ ἐπεθεώρησεν ὡς ἐσκεμμένως τὸ εἶπεν. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ ἐν τῇ ἐφημερίδι του καταχωρισθεῖσα ἐπιθεωρημένη ἀγόρευσίς του. «Ἐὰν εἰς τὴν ὁριστικὴν γραμμὴν περιελαμβάνετο οὗτος ἢ ἐκεῖνος ὁ τόπος, τοῦτο ἦτο ζήτημα λεπτομερείας». Ἦτο λοιπὸν ζήτημα λεπτομερείας ποῖος τόπος ἤθελε συμπεριληφθῆ ἐντὸς τῆς γραμμῆς. Τὸ ζήτημα τὸ ὁριστικὸν ἦτο νὰ λάβωμεν μίαν οἱανδήποτε γραμμὴν ὁριστικήν. Χαίρω, ἐπαναλέγω, ὅτι ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀρνεῖται ὅτι οὐδέποτε ἀπεσύρθη ἀπὸ τὰ Ἰωάννινα, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως ἠμπορῶ νὰ λυποῦμαι, ὅτι ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ κ. Κουμουνδούρου, δὲν πταίει βεβαίως ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, συνάδελφός του ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν διευθύνων τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν ἔδωκε νὰ ἐννοήσῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι ἐὰν συμπεριελαμβάνοντο ἢ ὄχι τὰ Ἰωάννινα, τοῦτο τὸ ἐθεώρησε ζήτημα λεπτομερείας. Ἔρχομαι εἰς τὰς ἀπορίας του ὡς πρὸς τὸ παρὸν καὶ παρατρέχω ὅλην τὴν μακρὰν ἱστορίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε τοῦ παρελθόντος του, συγκρίνων αὐτὸ πρὸς παρελθόντα ἄλλων, ὁ εἷς οὗτος ἐκ τῶν ἀξιοτίμων ἕξ συναδέλφων ἐκ Γόρτυνος, ὁ ὁμιλήσας ἐπὶ δύο ἡμέρας ἀπὸ τοῦ βήματος. Παρατρέχω τοὺς ἀπολογισμοὺς τοῦ παρελθόντος, διότι, ἐπαναλέγω, φοβοῦμαι μήπως περιπλακῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὸ ἀχανὲς περιγραφικὸν καὶ περιστροφικὸν ὕφος του καὶ δὲν ἠμπορέσω νὰ ἐξέλθω. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἐπαινέσῃ τὴν μετριοπάθειάν μου. Ἔρχομαι εἰς τὰς ἀπορίας του περὶ τοῦ σήμερον· ἀπορεῖ καὶ δὲν γνωρίζει διατί ἐγένετο ἡ ἐπιστράτευσις, ἀπορεῖ καὶ δὲν ἠξεύρει τὶ σκοπὸν ἔχει, τὶ δι’ αὐτῆς ἐπιδιώκομεν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος οὗτος βουλευτής, ὁ ὁποῖος ἔρχεται νὰ μᾶς ἐπαναλαμβάνῃ κατὰ κόρον, ὁσάκις ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, ὅτι αὐτὸς ἀποστολὴν ἔχει νὰ φωτίζῃ τὸ κοινοβούλιον, ἀγνοεῖ καὶ δὲν γνωρίζει αὐτὸ τὸ ὁποῖον γνωρίζει καὶ ὁ ἔσχατος τῶν βλαχοποιμένων; Πενῆντα, ἑξῆντα, ὀγδόντα χιλιάδες στρατοῦ ἐντὸς ὀλίγου θὰ ἦνε εἰς τὰ ὅπλα, 50, 60, 100 ἑκατομμύρια ζητοῦνται, καὶ δὲν γνωρίζει ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γόρτυνος τίνα σκοπὸν ἔχει ἡ ἐπιστράτευσις; καὶ εἶνε τοῦτο πολιτική; Ἐχολώθη ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γόρτυνος ὅταν ὁ βουλευτὴς Καλαβρύτων τὸν ἤλεγξεν ὅτι πολιτικὴν δὲν ἔχει, ἐχολώθη καὶ διεμαρτυρήθη. Εἶχε δίκαιον νὰ φωνάξῃ ὅτι τὸν καταδικάζουν, ὅτι δὲν ἔχει πολιτικήν· ἔχει πολιτικήν, ἀλλὰ ἡ πολιτική του εἶνε ἡ πολιτικὴ ἐκείνη τὴν ὁποίαν οἱ Γάλλοι χαρακτηρίζουν ὡς πολιτικὴν d'ambuscate, εἶνε ἡ πολιτικὴ τῆς ἐχίδνης, ἡ ὁποία χώνεται εἰς τὴν χαράδραν τοῦ δρόμου, καὶ ἐκεῖθεν ἐνεδρεύουσα, περιμένει νὰ διέλθῃ ὁ διαβάτης, ὅπως τοῦ χύσῃ τὸ δηλητήριον εἰς τὴν πτέρναν. Δὲν εἶνε νέα πολιτικὴ αὕτη, ἐγνωρίζετο καὶ γνωρίζεται εἰς τὸν τόπον τοῦτον καὶ ἀπὸ τοὺς χρόνους τοῦ Σόλωνος, καὶ ἀπὸ τοὺς χρόνους ἐκείνους ἡ ἀνθρωπότης ἠσθάνθη τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα αὐτῆς ἐπὶ τῆς πολιτείας, καὶ γνωρίζετε ποίαν ὁ Σόλων ποινὴν ἐπέβαλε κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐξεφράζοντο καθαρὰ, οὔτε ὑπὲρ τῆς μιᾶς, οὔτε ὑπὲρ τῆς ἄλλης μερίδος ἢ γνώμης, ἐν περιστάσεσι μάλιστα κρισίμοις τῆς πατρίδος ὡς ἡ παροῦσα. Ἀποχωρίζομαι ἀπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Γόρτυνος, καὶ ἐπαναλέγω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς θὰ ἦναι εὐχαριστημένος ὡς πρὸς τὴν βραχυλογίαν μου καὶ τὴν μετριοπάθειάν μου, ἀποχωρίζομαι ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἀντιπρόσωπον τὸν ἐκ Γόρτυνος, τὸν ἀφίνω νὰ κάμῃ τοὺς ἀπολογισμούς του ὡς πρὸς τὴν πολιτικήν του μὲ τὸν νόμον τοῦ Σόλωνος, καὶ ἔρχομαι εἰς τὸν ἀξιότιμον πρωθυπουργόν. Θὰ πολεμήσωμεν, μᾶς λέγει ὁ κ. πρωθυπουργὸς, καὶ θὰ ἔχωμεν τὸν πόλεμον τοῦ 1821, εἴμεθα εἰς ἐποχὴν σοβαροτέραν ἐκείνης τοῦ 1821. Τὸ παραδέχομαι, ἔχομεν ἐποχὴν σοβαροτέραν ἐκείνης τοῦ 1821, ἀξιότιμε πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἑπομένως θὰ ἔχωμεν καὶ τὰ παρακολουθήσαντα τὸ 1821, τὴν Χίον των, τὰ Ψαρά των, τὸ Μεσολόγγιόν των. Μὴ ἀπατώμεθα· ἐκεῖ θὰ φθάσωμεν, ἐὰν ἀποφασίσωμεν νὰ ῥίψωμεν τὸ χειρόκτιον ἢ νὰ τὸ σηκώσωμεν, πρέπει νὰ ἔχωμεν ἐνώπιόν μας ὅλας τὰς συνεπείας. Τὸ αἰσθάνεται ὁ κύριος πρωθυπουργὸς, καὶ ἀποτεινόμενος πρὸς τὴν πτέρυγα ταύτην, τῆς λέγει, «ὁμόνοια, ὁμοφωνία, ἄνευ τῆς πλήρους ὁμονοίας καὶ ὁμοφωνίας μετ’ ἐνθουσιασμοῦ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ προχωρήσωμεν, ἔχομεν ἀνάγκην ὑποστηρίξεως ὁμοφώνου μετ’ ἐνθουσιασμοῦ ἀπὸ σᾶς, διὰ νὰ μεταδώσωμεν τὸν ἐνθουσιασμὸν καὶ εἰς τὸ ἔθνος.» Τὸ παραδέχομαι, ὅτι οὕτω πρέπει νὰ ἀρχίσῃ καὶ νὰ διεξαχθῇ ἐν ὁμοφωνίᾳ καὶ ἐνθουσιασμῷ ὁ νέος ἀγὼν, καὶ παραδέχομαι μαζῆ σου, κύριε πρωθυπουργέ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ ἐνεργήσῃ ἄνευ πραγματικῆς ὁμοφωνίας μετ’ ἐνθουσιασμοῦ μεγάλην, βαρεῖαν εὐθύνην ἀναλαμβάνει προκαλοῦσα καὶ ἐξακολουθοῦσα τὸν ἀγῶνα. Ἀπευθύνω ὅμως καὶ ἐγὼ εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρωθυπουργὸν τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἀπηύθυνε προχθὲς πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν. Μὴ παρεξηγηθῶσιν οἱ λόγοι μου, δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ προσβάλω κανένα, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἐάν τι εἰς τὸν λόγον μου φανῇ τραχύ, τὸ ἀποσύρω ἀμέσως, ἀλλὰ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον διαπραγματευόμεθα, εἶναι τοιοῦτον, ὥστε ἐνώπιον αὐτοῦ τὰ πρόσωπα ἐκλείπουσι. Πρέπει νὰ ἐκφράσωμεν ὅλοι καθαρῶς τί αἰσθανόμεθα, καθαρῶς τί θέλομεν, πόλεμον ἢ εἰρήνην, καὶ πῶς ἐννοοῦμεν, ὅτι ὁ πόλεμος οὗτος ἠμπορεῖ νὰ διεξαχθῇ. Ἀξιότιμε Πρωθυπουργέ, ὑμεῖς, ὅστις αἰσθάνεσθε, ὅτι ἡ Κυβέρνησίς σου δὲν ἠμπορεῖ νὰ προχωρήσῃ ἐμπρὸς εἰς αὐτὸ τὸ ἔργον ἄνευ τῆς ὁμοφωνίας τῆς Βουλῆς ἁπάσης μετ’ ἐνθουσιασμοῦ, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς ἐρωτήσω, τί ἐκάμετε ἀπ’ ἀρχῆς τῆς συνόδου, ὅπως τὴν ὁμοφωνίαν ταύτην διατηρήσητε, ἐὰν ὑπῆρχεν, ὅπως τὴν ὁμοφωνίαν ταύτην φέρητε, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν; Ἀνελάβετε τὴν ἐξουσίαν, καθ’ ὃν τρόπον τὴν ἀνελάβετε, ἐν μυστικῇ ψηφοφορίᾳ καὶ ἐξ ἐφόδου. Δὲν θέλω νὰ σᾶς μεμφθῶ διὰ τοῦτο· εἴχετε τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις δὲν ἐξετέλεσεν, ὡς ἔπρεπε, τὸ πατριωτικὸν καθῆκόν της, ἐνομίσατε, ὅτι μίαν ὥραν ταχύτερον ἔπρεπε νὰ τὴν κρημνίσητε, καὶ τὴν ἐκρημνίσατε ὅπως τὴν ἐκρημνίσατε. Ἡμεῖς, χωρὶς νὰ μνησικακήσωμεν, ἐδώσαμεν παρευθὺς τὴν παραίτησίν μας, καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν ἤλθομεν νὰ ἐργασθῶμεν μαζῆ σας ἀταράχως ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλὰ τί εὐθὺς εἴδομεν; Τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο ἄλλο, παρὰ ῥῆξις, καὶ διαίρεσις ἐν τῇ Βουλῇ. Εἰς μάτην ἀνύψωσε τὴν φωνήν του ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Φιλήμων, καὶ σᾶς εἶπε· σταματήσατε! ποῦ πηγαίνετε! ἐπεμένατε ὅμως καὶ ἐπιμένετε, κ. Πρωθυπουργὲ ὄχι μόνον νὰ ὑποστηρίζητε ἰδιαιτέρως τὴν πρότασιν τῆς μομφῆς, τῆς ἐπικρίσεως πρὸς τὴν παρελθοῦσαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἀπηυθύνετο πρὸς ἅπασαν τὴν πτέρυγα ταύτην, ἀλλ’ ἤλθατε καὶ νὰ συζητήσητε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διὰ μακρῶν, καὶ νὰ χαρακτηρίσητε τὸ ζήτημα ὡς ὑπουργικόν. Ἐψηφίσατε δὲ μὲ τὴν προηγηθεῖσαν δήλωσιν ἑνὸς ἐξ ὑμῶν, ὅτι ἂν δὲν μᾶς εὐαρεστοῦσεν ἡ ψῆφος ἐκείνη ἠδυνάμεθα νὰ παραιτηθῶμεν καὶ νὰ ὑπάγωμεν νὰ ἐκλεχθῶμεν ἐκ νέου. Ἴσως ἔπρεπε νὰ σκεφθῶμεν ἐὰν πρέπῃ νὰ τὸ πράξωμεν, ἴσως καὶ τὸ ἐσκέφθημεν, ἐγὼ τουλάχιστον, ἀλλὰ ἐσκέφθημεν ταὐτοχρόνως, κύριε πρωθυπουργέ, ὅτι εἰς οἵαν θέσιν σήμερον εἶνε τὰ πράγματα, δὲν ἔπρεπε τοῦτο νὰ κάμωμεν· καθότι ἐὰν παραιτούμεθα καὶ ἐπαρουσιαζόμεθα ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων μας, ἐὰν μὲν ἐκλεγόμεθα (ἡμεῖς δὲ εἴχομεν πλήρη τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἠθέλομεν ἐκλεχθῆ ἐκ νέου), τότε ἔπρεπε σεῖς νὰ φύγητε ἐδῶθεν. Ἐὰν δὲ δὲν ξαναεκλεγόμεθα, ἄχρις οὗ ὅμως ἤθελον περατωθῆ αἱ ἐκλογαὶ, σεῖς ἐπὶ δύο μῆνας ἠθέλατε μείνει ἄνευ ἀπαρτίας. Ἐμείναμεν λοιπὸν καὶ ἐσιωπήσαμεν. Ἐπανήλθομεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐξηκολουθήσαμεν τὸν δρόμον, τὸν ὁποῖον ὤφειλε νὰ ἀκολουθήσῃ πᾶσα ἀντιπολίτευσις πατριωτικὴ εἰς τοιαύτας περιστάσεις. Ἐφθάσαμεν εἰς τὰς πιστώσεις καὶ τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Τραπέζης, ἐψηφίσαμεν σιωπηλῶς πρώτην καὶ δευτέραν φορὰν τὰς πιστώσεις καὶ τὴν σύμβασιν πρὶν ἔλθῃ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς. Ποία ἦτο ἡ ἀμοιβή; Ἡ διήμερος ἀγόρευσις καθ’ ἡμῶν τοῦ ἑνὸς ἐκ τῶν ἕξ συναδέλφων τῶν ἐκ τῆς ἐπαρχίας Γόρτυνος, τοῦ ἀνήκοντος εἰς τὴν πτέρυγά σας. Καὶ σήμερον ἀκόμη, ἀξιότιμε πρωθυπουργέ, ἔπειτα ἀπὸ τὰς συμβουλὰς τὰς προχθεσινὰς περὶ ὁμοφωνίας, διεγείρατε σήμερον ἀκόμη ζήτημα ἐπὶ τῶν πρακτικῶν, διὰ νὰ φέρητε, εἰ δυνατόν, μίαν νέαν κιντιλὰν ἐναντίον τῆς πτέρυγος ταύτης, τῆς ὁποίας προχθὲς ἐξωρκίζετε τὸν πατριωτισμόν, ὅπως ἐνθουσιωδῶς σᾶς ὑποστηρίξῃ.
§105ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.) Δὲν ἀφορῶσιν ἡμᾶς αὐτά.
§106ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κυβέρνησις ὁδηγοῦσα μία πλειονοψηφίαν εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὸν δρόμον τὸν τηρούμενον ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας ταύτης, ἐὰν δὲ σεῖς δὲν ἠθέλετε τοῦτο, ὅπως σήμερον ἐγένετο δὲν θὰ ἐγένετο. Ταῦτα λέγω μόνον διὰ νὰ φέρω ἓν παράδειγμα, ὅτι καὶ μετὰ τὴν ἐπίκλησιν περὶ ὁμονοίας καὶ περὶ ἐνθουσιώδους ὑποστηρίξεως τοῦ Σαββάτου, σήμερον ἐφέρετε νέον ζήτημα, προκαλοῦν ἀντεγκλήσεις καὶ διαιρέσεις.
§107ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. πρόεδρος ἐνόμιζεν, ὅτι τὸν ὑβρίζετε.
§108ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἂς ἦναι· αὐτὰ εἶναι ἐπεισόδια καὶ τὶ ἐκάμετε μὲ τὸ σημερινόν; Ἤθελον νὰ σᾶς τὸ εἴπω πρότερον, ἀλλὰ ἐσιώπησα. Ἐπιστοποιήσατε, ὅτι τῷ ὄντι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸ Σάββατον ἀνέβη τὸ βῆμα καὶ παρεκάλεσε νὰ γείνῃ συνεδρίασις τὴν Κυριακὴν διὰ κατεπείγοντα ἐπιστοποιήσατε ὅτι καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς παρεκάλεσε τὴν Βουλὴν ἐξ ὀνόματος τῆς Κυβερνήσεως νὰ συνεδριάσῃ· ἐπιστοποιήσατε, ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἀπεφάσισε νὰ συνεδριάσῃ, καὶ ἐπιστοποιήσατε συγχρόνως ὅτι μολαταῦτα δὲν ἠμπορέσατε νὰ κατορθώσητε συνεδρίασιν. Δὲν ἦτο καλλίτερον διὰ σᾶς νὰ μὴ γείνῃ μνεία περὶ τούτου; Ἀλλὰ καὶ πάλιν λέγω, ὑποθέτω, ὅτι ὅλα αὐτὰ δὲν ὑπάρχουν, ὑποθέτω ὅτι κανὲν παράπονον μεταξὺ τῶν πτερύγων, καμμία αἰτία διαστάσεως μεταξύ των δὲν ὑπάρχει. Ἐρωτῶ· ἠμπορεῖ ὁ νῦν πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κύριος Κουμουνδοῦρος νὰ ζητήσῃ ὁμόφωνον ἐνθουσιώδη ὑποστήριξιν ἀπὸ τῆς Βουλῆς; Ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως γνωρίζει πολὺ καλὰ τὴν ἱστορίαν, καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ τὸν ἐνθυμίσω ἐγώ, ὅτι ὁμοφωνία ἐνθουσιώδης πρὸς πολιτευόμενον ἅπαξ μόνον ἠμπορεῖ νὰ δοθῇ εἰς τὸ διάστημα τῆς ζωῆς του· δὶς δυσκόλως ἐπαναλαμβάνεται, καὶ ἐὰν αἱ ἐλπίδες, αἱ ὁποῖαι συνεδέθησαν μετὰ τῆς πρώτης δοθείσης ἐνθουσιώδους ὁμοφωνίας, ἐπραγματοποιήθησαν· ἀλλὰ καὶ τότε δύσκολον εἶναι, καὶ ἐπειδὴ ἤκουσα ἄλλοτε ἀναφερόμενα παραδείγματα ἀπὸ τὴν ἱστορίαν, ἀναφέρω καὶ ἐγὼ ἓν ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ὁ Ἐπαμεινώνδας καὶ μετὰ τὸν ἐν Λεύκτροις θρίαμβον καὶ μετὰ τὰ κατόπιν ἐν Πελοποννήσῳ κατορθώματά του, δὲν ἠμπόρεσε νὰ λάβῃ ἐκ νέου τὴν ἐνθουσιώδη ὁμοφωνίαν, ἀλλὰ κατὰ τὴν πρώτην ἐκστρατείαν εἰς Θεσσαλίαν ἐναντίον τοῦ Ἀλεξάνδρου Φερῶν, ἠκολούθει ὡς στρατιώτης εἰς τὴν γραμμήν. Τὴν ἐνθουσιώδη ὁμοφωνίαν, κ. πρωθυπουργέ, τὴν ἔλαβες πράγματι χειροκροτούσης τῆς Βουλῆς ἁπάσης μετ’ ἀληθοῦς ἐνθουσιασμοῦ, καὶ ἴσως τινὲς ἀπὸ ἡμᾶς καὶ μετὰ δακρύων τὴν παρεχώρησαν, ὅταν ἔκλεισας τὰς θύρας τῆς Βουλῆς καὶ μᾶς ἀνήγγειλες, ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ περάσῃ ὁ στρατὸς τὰ σύνορα. Ἀλλ’ ἡ ἱστορία τοῦ Δομοκοῦ ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα. Πολιτευόμενος, ὁ ὁποῖος τοιαῦτα καὶ τόσον νωπὰ προηγούμενα ἔχει περὶ τῆς εἰς αὐτὸν παραχωρήσεως τῆς ὁμοφώνου καὶ ἐνθουσιώδους ὑποστηρίξεως τῆς Βουλῆς, δὲν νοεῖ, ὅτι εἶναι ματαιοπονία τὸ νὰ ἀπευθύνηται εἰς τὴν Βουλὴν ζητῶν νέαν ὁμόφωνον ὑποστήριξιν; δὲν ἐννοεῖ ὅτι εἶναι μικρὰ σκέψις τὸ νὰ ἐλπίζῃ, ὅτι θὰ τὴν ἐπιτύχῃ; Ἔθνη τὰ, ὁποῖα ἔχουν πρόσφατα ἐνώπιόν των προηγούμενα τοιαῦτα ὡς τὸ τοῦ Δομοκοῦ, καὶ ἐπανέρχονται εἰς κρισίμους στιγμὰς ὡς τὴν ἐνεστῶσαν, διὰ νὰ δώσωσιν ὁμόφωνον ἐνθουσιώδη ὑποστήριξιν εἰς ἐκεῖνον, δὲν τὸν ἀδικῶ, ἐπαναλαμβάνω, ὡς ἄτομον, — ὅστις εἶναι ὁ ἄνθρωπος τοῦ Δομοκοῦ καὶ ὁ αἴτιος ἐκείνου τοῦ δυστυχήματος, — ἔθνη τοιαῦτα δύναται νὰ ἐμπνεύσωσιν τὴν πεποίθησιν εἰς τὸν κόσμον, ὅτι σοβαρόν τι ἠμποροῦν νὰ πράξωσιν, ἢ δίδουσιν ἐξ ἐναντίας τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι εἶναι ἔθνη, τὰ ὁποῖα οὐδόλως διδάσκονται οὐδὲν ἀπὸ αὐτὰ τὰ πρόσφατα δυστυχήματά των; Καὶ διὰ νὰ μὴ ἀμφιβάλλωμεν, διὰ νὰ μὴ ἠμπορέσωμεν τοὐλάχιστον νὰ ὑποκριθῶμεν, ὅτι ἀμφιβάλλομεν, ὅτι σήμερον ἄλλαι ἰδέαι καὶ ἄλλα σχέδια εἰς τὸν νοῦν τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἠμποροῦν νὰ περιστρέφωνται, ἢ καὶ ἄλλον δρόμον ἠμπορεῖ νὰ βαδίσῃ, ἦλθεν ἐδῶ ἀπὸ τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς προχθὲς νὰ κατηγορήσῃ ἡμᾶς, ὅτι εἴμεθα ἔνοχοι, διότι, ὅταν τὰ βουλεύματα τῆς συνδιασκέψεως τοῦ Βερολίνου ἐξεδόθη, δὲν παρετάξαμεν τὸν στρατὸν εἰς τὰ σύνορα, διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τότε χωρὶς δαπανῶν νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα. Ποῖον στρατὸν νὰ παρατάξωμεν; Τὸν στρατὸν τοῦ Δομοκοῦ; διὰ νὰ ἐπαναλάβωμεν νέον δρᾶμα Δομοκοῦ; Καὶ ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ Δομοκοῦ, δὲν πρέπει νὰ λησμονήσῃ ἡ Βουλὴ τὰ περὶ τοῦ στρατοῦ τοῦ Δομοκοῦ ἔλεγεν ὁ κ. Βαλτινός, καὶ τὰ ἔλεγεν ὡς ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ κ. Κουμουνδούρου. Ἦσαν 13,000, ὅταν ὁ στρατὸς ἐκεῖνος, τῇ διαταγῇ τῆς κυβερνήσεως, ἀπέκλεισε τὸν Δομοκὸν. Ἐζήτησα τὴν κατάστασιν ἅμα ἐκεῖ ἀφίχθημεν, καὶ εὑρέθημεν 4,577 καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ καὶ τοῦ ὑπηρέτου συνυπολογιζομένου». Εἶχε 13,000 στρατιωτῶν λοιπὸν τότε εἰς τὰ σύνορα, καὶ εἰς τὸν Δομοκὸν δὲν εὑρέθησαν παρὰ 4,577, καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ καὶ τοῦ ὑπηρέτου του συνυπολογιζομένου. Εἶναι λόγοι τοῦ κ. Βαλτινοῦ, ἀρχηγοῦ τοῦ ἐπιτελείου τοῦ εἰς Δομοκὸν ἐκστρατεύσαντος στρατοῦ. — Καὶ εἰς ποίαν κατάστασιν ἦτο ὁ στρατὸς ἐκεῖνος καὶ ὁ μετὰ ταῦτα; Πῶς ἦτο ὡπλισμένος καὶ ἐφωδιασμένος; Δὲν θὰ μιμηθῶ ἐγὼ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐφώναζον, ὅτι οἱ ἐπίστρατοι εἶναι γυμνοὶ καὶ ἀνυπόδητοι, μολονότι εἰς τὰς ἀποθήκας ὑπῆρχον καὶ ἐνδύματα καὶ ὑποδήματα ὑπεραρκοῦντα, ἀλλὰ λέγω πρὸς τὸν ἀξιότιμον πρωθυπουργὸν ποία ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ, τῶν ἀποθηκῶν, τῶν πολεμοφοδίων, τῶν καταλυμάτων; Τὴν γνωρίζει, τὴν γνωρίζομεν καὶ ἡμεῖς, διότι ἐλάβομεν εἰς χεῖράς μας τὴν ὑπηρεσίαν. Μὲ τὸν στρατὸν ὅμως ἐκεῖνον, μᾶς ἔλεγεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, νὰ παραταχθῶμεν εἰς τὰ σύνορα, διὰ νὰ ἐπηρεάσωμεν τὴν Εὐρώπην νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα! ἐπαναλαμβάνω, δὲν τὰ λέγω, διὰ νὰ πειράξω τὸ ἄτομον, ἀλλὰ διὰ νὰ δείξω, ὅτι αἱ ἰδέαι του εἶνε ἀμετάβλητοι, καὶ ὅτι σήμερον ἀκόμη κἄτι τι ὡς τὸ τοῦ Δομοκοῦ γυρίζει εἰς τὸν νοῦν του, τοὐλάχιστον εἰς τὸν νοῦν ἐμοῦ κἄτι τοιοῦτον ἐξ ἀνάγκης ἐγείρεται, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ δώσω τὴν ἀπεριόριστον ἐμπιστοσύνην μου. Ταῦτα ἔχων ὑπ’ ὄψιν μου, δύναμαι νὰ κλείσω τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ νὰ εἴπω: τρέξατε ἐμπρὸς, ἐνθουσιωδῶς σᾶς ὑποστηρίζω; Ἀλλ’ ἀξιότιμε πρωθυπουργὲ, καὶ ἂν δὲν ἦτο ὁ Δομοκός, ποῖα εἶνε τὰ ἄλλα βήματά σας, ἀφοῦ ἀνήλθετε εἰς τὴν ἐξουσίαν, τὰ ὁποῖα νὰ ἐνθαῤῥύνουν τὴν πτέρυγα ταύτην πρὸς τὴν ὁμοφωνίαν τὴν ἐνθουσιώδη, τὴν ὁποίαν ἐπικαλεῖσθε; Ποία ἡ διαγωγή σας ἐντὸς τῆς βουλῆς; σᾶς ἐρωτῶ ἀκόμη, χωρὶς νὰ παραπονεθῶ διὰ τοῦτο, διότι τοιοῦτον εἶνε τὸ πρόγραμμά σας, σᾶς ἐρωτῶ, ποία εἶνε ἡ διοίκησις, τὴν ὁποίαν τώρα ἐφαρμόζετε εἰς τὰς ἐπαρχίας, ὅπως οἱ ἄνθρωποι οἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἠμπορέσουν νὰ εἴπωσιν: εἶνε ὥρα νὰ ὑποστηρίξωμεν τυφλῶς τὴν κυβέρνησιν; Ἐπρόκειτο ἢ πρόκειται νὰ στείλητε νὰ διευθύνῃ τὴν ἐπαρχίαν τοῦ προκατόχου σας πρωθυπουργοῦ αὐτὸν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ὁ προκάτοχός σας ἔπαυσε ἀπὸ τῆς διοικήσεως τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης. Εἶνε δυνατὸν αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος νὰ εἶνε διοικητής; Ἐπρόκειτο ἢ πρόκειται νὰ στείλητε ἕτερον νομάρχην εἰς ἄλλον νομὸν, πατρίδα ἰδιαιτέραν ἑτέρου μέλους τῆς προκατόχου κυβερνήσεως, καὶ ποῖον ἀκούω, ὅτι θὰ στείλετε; Ἕνα δημοτικὸν ἀστυνόμον, τὸν ὁποῖον ὁ προκάτοχός σας ἔπαυσε, διότι παρ’ ὀλίγον μᾶς ἐνέπλεκεν εἰς διπλωματικὰς περιπετείας.
§109ΡΟΥΦΟΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.
§110ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶνε ἀληθές.
§111ΠΑΝΤ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Διὰ παύσεις θὰ ὁμιλήσῃς σὺ, τοῦ ὁποίου κανεὶς δὲν ὑπῆρξεν ἀσεβέστερος; Ἔπαυσες ὑπαλλήλους 30 ἐτῶν.
§112ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἴπατε, παρακαλῶ, κ. πρόεδρε, εἰς τὸν φωνάζοντα ἐκεῖ κάτω, ὅτι, ὅσον καὶ ἂν φωνάζῃ, ἀπάντησιν δὲν τοῦ δίδω.
§113ΡΟΥΦΟΣ. Ὁ κ. Λομβάρδος μοὶ ἔδωσεν ἀφορμὴν νὰ ἀποδείξω ποῖος ἦτο ὁ ἀστυνόμος, τὸν ὁποῖον ἔπαυσε, καὶ ποία ἦτο ἡ συμπεριφορὰ τοῦ κ. Λομβάρδου ὡς πρὸς τοῦτον.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι.
§115ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀλλὰ τὰ παρατρέχω καὶ αὐτά. Παραδέχομαι ἀκόμη, ὅτι καὶ ἡ προβεβηκυῖα ἡλικία τοῦ Κ. Κουμουνδούρου, (καὶ τὸ λέγω τοῦτο, διότι ἠθέλησε νὰ ἐξελέγξῃ προχθὲς τὸν κ. Τρικούπην, ὅτι εἶνε νεώτερος καὶ ὅτι δὲν ἔχει τόσα προηγούμενα εἰς τὴν ἀρχὴν, οἷα ὁ κ. Κουμουνδοῦρος), παραδέχομαι, ὅτι καὶ ἡ προβεβηκυῖα ἡλικία τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ἡ ὁποία εἰς περιστάσεις τοιαύτας, ὡς τὰς σημερινὰς, δὲν εἶνε προτέρημα, εἶνε μειονέκτημα, καθότι δὲν πρόκειται σήμερον περὶ συνήθους παρτίδος κοινοβουλευτικῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ γεροντότερος, ὡς ἐμπειρότερος, ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ ἠξεύρω νὰ ἀνακατόνω τὰ χαρτιὰ καλλίτερον, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἀγῶνος, ὁ ὁποῖος, ἵνα διεξαχθῇ μετὰ περισσοτέρας ἐλπίδος ἐπιτυχίας, πρέπει νὰ εἶνε εἰς χεῖρας ἀνδρὸς, ἔχοντος πλήρεις τὰς σωματικὰς καὶ τὰς ψυχικάς του δυνάμεις· (ἱλαρότης.) Προβεβηκυῖα ἡλικία..... (Θόρυβος). Διατί, ὅτε ἐπὶ 2½ ἡμέρας ὡμιλούσατε, ἡμεῖς δὲν σᾶς διεκόπταμεν; νομίζετε, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ὁμιλήσωμεν καὶ ἡμεῖς, ἂν θέλωμεν, ἄλλο τόσον, ὅσον ὁ κ. Δεληγιάννης, μὲ ὅσον καὶ ἂν θορυβῆτε; Λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω, προβεβηκυῖα ἡλικία εἰς τοιαῦτα ἔργα εἶνε παράλογος σύζευξις, εἶνε μειονέκτημα, καὶ θέλω σᾶς φέρει ἓν μόνον παράδειγμα (Θόρυβος.) Ὁ τῳόντι μεγαλεπήβολος Ἀγησίλαος ἀνέλαβε τὴν βασιλείαν τῆς πατρίδος του εἰς τὴν ἀκμὴν τῆς δόξης της, ὅτε τὸ κράτος τῆς Σπάρτης ἐξετείνετο ἐφ’ ἁπάσης τῆς Ἑλλάδος. Ἠθέλησε νὰ ἐπιμένῃ ἐν τῇ γηραιᾷ ἡλικίᾳ του νὰ διευθύνῃ τὰς τύχας τῆς Σπάρτης, ἀλλ’ εἶδε τὸν Ἐπαμεινώνδαν καὶ τὸν στρατὸν αὐτοῦ ἀπέναντι τῆς Σπάρτης ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου διὰ 500 ἔτη δὲν ἐπάτησε ποδάρι ἐχθροῦ, καὶ δὲν τοῦ ἔμεινεν ἢ νὰ εἴπῃ «εἴθε τὸν μεγαλεπήβολον ἄνδρα» δεικνύων τὸν Ἐπαμεινώνδαν ἀλλὰ μὲ ταῦτα ἡ Σπάρτη δὲν ἐσώθη. Ἀλλὰ παραδέχομαι, ὅτι καὶ τοῦτο, ἤτοι ἡ προβεβηκυῖα ἡλικία, εἶνε ὄχι μειονέκτημα, ἀλλὰ πλεονέκτημα, καὶ παραδέχομαι ἀκόμη, ὅτι τῳόντι ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει τὴν στιγμὴν ταύτην ἐνθουσιωδῶς νὰ δώσῃ τὴν πλήρη ὑποστήριξίν της εἰς τὸν κ. πρωθυπουργόν· ἐρωτῶ, ἔχει τὴν συνείδησιν ὅτι τοῦτο τοῦ ἤρκει, καὶ ἂν ἔχῃ τὴν ἐνθουσιώδη ὑποστήριξιν τῆς Βουλῆς, πιστεύει, ὅτι ἔχει ἐπίσης ἐνθουσιώδη τὴν ὑποστήριξιν τοῦ τόπου; Ἡ ὑποστήριξις τῆς Βουλῆς ἔχει μόνον σημασίαν καὶ μεγίστην, ὅταν ἔχῃ ὑπὲρ αὑτῆς τὴν ὑποστήριξιν τῆς κοινῆς γνώμης τοῦ τόπου. Περὶ Βουλῆς λέγων, δὲν ἐννοῶ νὰ εἴπω περὶ τῆς παρούσης Βουλῆς, ἀλλὰ λέγω, ὅτι Βουλαὶ αἱ ὁποῖαι ἐναντίον τῆς κοινῆς γνώμης ὑποστηρίζουσι Κυβέρνησιν, χάνουσι τὴν δύναμίν των, ἑπομένως πρὶν ἢ ζητήσωσιν οἱ νῦν κυβερνῶντες τὴν ἐνθουσιώδη καὶ ὁμόφωνον ὑποστήριξιν τῆς Βουλῆς, ὀφείλουσι νὰ ἐξετάσωσιν ἂν ὁ τόπος καὶ ἡ κοινὴ γνώμη ἐμπιστεύεται εἰς τὰς χεῖράς των τὴν διεξαγωγὴν τοῦ μεγάλου ἀγῶνος.
§116ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μᾶς ἐμπιστεύεται καλλίτερα ἀπὸ ἐσᾶς.
§117Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μᾶς ἐμπισιστεύεται, διότι ἔχομεν καὶ προηγούμενα, ἔχομεν καὶ παραδόσεις (Θόρυβος).
§118ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐὰν ἤμεθα εἰς ἄλλην ἐποχὴν, ἐὰν ἤμεθα εἰς ἄλλο θέμα, τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἤθελον τὸ κινήσει· ἀλλὰ εὐτυχῶς εὑρισκόμεθα τὴν στιγμὴν ταύτην εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁλοὲν ἔξω ἀπὸ ἐδῶ γίνεται καθολικὴ ψηφοφορία οὐχὶ διὰ σφαιριδίων, ἀλλὰ δι’ αἵματος, διὰ τῆς προσαγωγῆς ἑκάστου εἰς τὴν ἐπιστράτευσιν, τοῦ ἀδελφοῦ του, τοῦ υἱοῦ του, ὅπως ἀπέλθῃ εἰς τὰ πεδία τῆς μάχης. Τί ἀποδεικνύει ἡ ψηφοφορία ἐκείνη μέχρι τοῦδε; καὶ παρακαλῶ τὸν πρόεδρον τῆς κυβερνήσεως νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπὸ ἀπαθῆ ἔποψιν, μήπως ἡ παρουσία του βλάψῃ τὸ ζήτημα, μήπως δὲν εἶναι εἰς θέσιν, καθ’ ἣν δύναται νὰ ζητήσῃ λυσιτελῶς τὴν πλήρη καὶ ὁμόφωνον ὑποστήριξιν τῆς Βουλῆς, ἔστω καὶ ὅτι ἠδύνατο νὰ τὴν λάβῃ. Ἐξεδόθη τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως, τὸ διάταγμα τὸ παράνομον κατὰ σᾶς, τὸ ὁποῖον δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἔχῃ καμμίαν ὕπαρξιν, τὸ διάταγμα τὸ ἐναντίον τοῦ νόμου, τὸ διάταγμα, διὰ τὸ ὁποῖον ἔλεγον ἀπὸ ἔξω, ὅτι μέλλει ἡ Βουλή, ἅμα συνέλθῃ, νὰ τὸ ἀκυρώσῃ καὶ νὰ στείλῃ τοὺς ἐπιστράτους εἰς τὰς οἰκίας των.
§119ΤΙΝΕΣ. Ποῖοι τὰ ἔλεγον;
§120ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶπον, ἐκτὸς τῆς βουλῆς (θόρυβος.)
§121ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖοι τὰ ἔλεγον;
§122ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν μὲ ἐρωτᾷ ποῖοι τὰ ἔλεγον, τοῦ ἀπαντῶ, ἂς ἀναδιφήσῃ τὰ ἔγγραφα εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐσωτερικῶν, καὶ ἐκεῖ θὰ ἴδῃ ποῖοι τὰ ἔλεγον. Οὐδὲν ἧττον μὲ ὅλον αὐτό, συνεπείᾳ αὐτοῦ τοῦ παρανόμου διατάγματος, μέχρι τῆς 11ης 8βρίου, ἡμέραν, καθ’ ἣν παρῃτήθημεν, ἔδωσεν ὁ τόπος εἰς τὸν Τρικούπην ἐπίστρα τους (οὐχὶ ἐθελοντὰς) 28 χιλιάδας 838, προσεκαλοῦντο δὲ διὰ τοῦ διατάγματος 114,656. Εἰς τὸ θέμα αὐτὸ παρακαλῶ νὰ προσέξωσι μὲ ἀπάθειαν ὄχι μόνον ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ καὶ ἡ πτέρυξ αὕτη καὶ ἡ πτέρυξ ἐκείνη, διότι, ἐπαναλαμβάνω, πρόκειται νὰ τὸ ῥίψωμεν τὸ χειρόκτιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἠξεύρομεν ποῦ θὰ μᾶς φέρῃ. Λοιπὸν ἀφαιροῦντες ἀπὸ τὰς 114,656, τοὺς προσκληθέντας διὰ τοῦ διατάγματος, τὰς 28,838 τῶν προσελθόντων ἐπὶ Τρικούπη, ἐξαιρουμένων τῶν ἐθελοντῶν, καὶ τὰς 27,838 τῶν ἐκγυμνασθέντων πρότερον, ἔχομεν 86,818, ὅπως ἐκγυμνασθῶσι. Προσῆλθον ἐπὶ τῆς νῦν κυβερνήσεως μόνον 3,679 μέχρι 18 Νοεμβρίου, ἤτοι ἐν συνόλῳ ἐπὶ Τρικούπη καὶ Κουμουνδούρου προσῆλθον μέχρι 18 Νοεμβρίου 32,517. Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν λοιπὸν αὐτοὺς, μένουν καλούμενοι ἀκόμη, ὅπως ἐκγυμνασθῶσι 54,303. Ἀπὸ αὐτοὺς δὲν θέλω νὰ ἀφαιρέσω τὸ δέκατον, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ ἀφαιρέσῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κ. Οἰκονόμου διὰ τοὺς ἐξαιρεσίμους. Ἀφαιρῶ τὸ ⅓, εἴτε δι’ ἐξαιρουμένους, εἴτε δι’ ἀπόντας, εἴτε διὰ τεθνεῶτας. Τὸ ⅓ τῶν ἀπομενόντων 51,403 εἶναι 18,100. Μένει λοιπὸν νὰ προσέλθωσιν εἰς τὴν κάλπην τῆς ἐπιστρατείας 36 χιλιάδες. Καὶ πόσοι προσῆλθον ἀπὸ τὴν ἡμέραν, ὅπου εἶναι ἡ παροῦσα κυβέρνησις; Τρεῖς χιλιάδας 679, καὶ μένουσι 36 χιλιάδες. Ἐὰν ἐξακολουθήσουν νὰ προσέρχωνται, ὅπως προσέρχωνται τόρα, 70 ἢ 60 ἢ 30 τὴν ἡμέραν, (καὶ ἐὰν ἐξακολουθήσῃ τοῦτο, διότι καθ’ ἡμέραν ἐλαττοῦται ὁ ἀριθμὸς τῶν προσερχομένων, ἀλλ’ ἐγὼ λαμβάνω τὸν σημερινὸν μέσον ὅρον,) χρειάζονται 365 ἡμέραι, διὰ νὰ προσέλθωσιν. Ὅθεν μόνον διὰ νὰ συνάξητε τοὺς ἀπομένοντας ἐπιστράτους, οὐχὶ καὶ διὰ νὰ συμπληρώσητε τὴν ἐπιστρατείαν περὶ τῆς ὁποίας λέγετε ὅτι ὁ κύριος σκοπός σας εἶνε νὰ τὴν φέρητε εἰς τὸ ἄκρον, ἀπαιτοῦνται 365 ἡμέραι. Ἐνῷ δὲ ὑπὸ τὴν προηγουμένην Κυβέρνησιν εἰς διάστημα 70 ἡμερῶν (διότι ὁ πρῶτος ἐπίστρατος προσῆλθε τὴν 1ην Αὐγούστου) κατὰ μέσον ὅρον ὁ τόπος προσέφερε καθ’ ἡμέραν ἀνὰ 400, ὑπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν προσφέρει μόλις 99. Ἐπὶ τῶν 40 ἡμερῶν τῆς νῦν κυβερνήσεως ὁ τόπος προσέφερε μόλις 3679, ἐπὶ 40 ἡμερῶν Τρικούπη ὁ τόπος τοῦ ἔδωκε 16,000.
§123ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Πρῶτον δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν ἐὰν αἱ σημειώσεις ἦνε ἀκριβεῖς.
§124ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶνε αἱ σημειώσεις τὰς ὁποίας ἔφερεν ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν καὶ ἐκεῖναι τὰς ὁποίας ἐγὼ εἶχον ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ αὐτοῦ ὑπουργείου.
§125ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δύναμαι νὰ σᾶς φέρω στατιστικὴν γενικὴν τῶν ἐπιστράτων. Σᾶς κάμνω δὲ τὴν παρατήρησιν ὅτι δὲν ἀπαιτοῦνται 360 ἢ 390 ἡμέραι διὰ νὰ συμπληρωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν, τὸν ὁποῖον τὸ διάταγμα προσδιώρισεν εἰς 60 χιλ. διότι ἤδη ἐφθάσαμεν εἰς τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν, ἑπομένως ἡ ἐπιστρατεία ἣν ὁρίσατε διὰ τοῦ διατάγματος εἶνε συμπεπληρωμένη ἀπὸ τοῦδε.
§126ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἠξεύρω τί σκοπεῖτε σεῖς, ἀλλ’ ἡμῶν ὁ σκοπὸς ἦτο νὰ προσέλθωσιν ὅλοι.
§127ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅλους τοὺς ἐκαλέσαμεν.
§128ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιστρατεία στηρίζεται εἰς τὸ διάταγμα τῆς παρελθούσης κυβερνήσεως, τὸ δὲ διάταγμα αὐτὸ προσδιώριζε τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν εἰς 60 χιλ. Ἤδη ἔχομεν αὐτὸν τὸν ἀριθμόν. Πῶς λοιπὸν λογαριάζει ὁ κ. Λομβάρδος ὅτι ἀπαιτοῦνται 390 ἡμέραι, διὰ νὰ συμπληρωθῇ ἡ ἐπιστρατεία κατὰ τὸ διάταγμα, ἐνῷ ὁ ἀριθμὸς εἶνε συμπεπληρωμένος;
§129ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ διάταγμα αὐτὸ εἴχομεν σκοπὸν νὰ τὸ ἐπεκτείνωμεν.
§130ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡμεῖς ἔχομεν τοιοῦτον σκοπὸν, καὶ τότε βεβαίως θὰ προσέλθουν.
§131ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ πρέπει νὰ τὸ κάμητε, διότι ἐὰν τώρα σταματήσητε ἐκεῖ ὅπου εἶσθε, θέλετε ἐξεγείρει δίκαια παράπονα. Λοιπὸν ἐὰν σκέπτησθε νὰ συνάξητε ὅλους τοὺς ὑποκειμένους εἰς ἐπιστρατείαν τῶν 9 ἡλικιῶν τοὺς ὁποίους ἐπροσεκάλεσε τὸ διάταγμα, ἔχετε νὰ φέρητε ἀκόμη 36 χιλιάδας, ἂν δὲ δὲν ἐλαττωθῇ ἀκόμη ὡς εἶνε βέβαιον ὁ ἀριθμὸς τῶν καθημερινῶς προσερχομένων, θὰ σᾶς χρειασθῶσι πάντοτε 365 ἡμέραι διὰ νὰ τοὺς φέρητε. Ἐὰν σφάλλω εἰς τὰ ἄλλα, ὅμως δὲν σφάλλω βεβαίως ὅτι 114 χιλ. 656 εἶνε οἱ προσκαλούμενοι, ὅτι πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν 27 χιλ. 388 τοὺς ἐκγυμνασθέντας, ὅτι ἀφαιρουμένων ἀπὸ αὐτοὺς 32 χιλ. 517....
§132Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νὰ σᾶς εἴπω. Ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἀπὸ τὰς ἡλικίας αὐτὰς ἀπὸ τοῦ 21 ἔτους μέχρι τοῦ 30 συμπεπληρωμένου κατὰ τὴν στατιστικὴν ἀναβαίνουσι 100 τόσας χιλ. Ἐὰν ἀφαιρέσητε τοὺς ἐθελοντὰς οἱ ὁποῖοι φέρουν ἡλικίαν στρατευσίμου ἀπὸ τοῦ 21ου ἔτους μέχρι τοῦ 30, ἐὰν ἐξαιρέσητε ἐκείνους τοὺς ὁποίους δὲν προσκαλεῖτε καὶ οἱ ὁποῖοι φέρουν τρίμηνον ὑπηρεσίαν, ἐὰν κάμητε ὅλας τὰς ἐξαιρέσεις ἕνεκα τοῦ νόμου καὶ τὰς ἐξαιρέσεις τῶν φυσικῶς ἀνικάνων, θὰ ἴδητε, ὅτι αἱ ἡλικίαι αὐταὶ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα καὶ κατὰ τὰς πληροφορίας τῆς ὑπηρεσίας δὲν ὑπερβαίνουν τὰς 60 χιλ. τῶν ἀνδρῶν. Τόρα ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τοὺς μέχρι τοῦδε καταταχθέντας καὶ τοὺς ὑπηρετοῦντας κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1880, πλησιάζομεν εἰς τὸ τέλος τῆς ἐπιστρατεύσεως· ἐκτὸς ἐὰν ἡ κυβέρνησις δικαιοῦται νὰ προσκαλέσῃ καὶ τοὺς τρίμηνον ὑπηρετήσαντας, διότι τότε ἡ διαφορὰ δὲν θὰ ἦνε ὡς παρεστάθη.
§133ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νὰ ἔλθῃ ἡ ἀκριβὴς σημείωσίς σας καὶ θὰ ἰδῆτε ὅτι δὲν εἶμαι μακρὰν τῆς ἀληθείας.
§134ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ τὸ ὑπόσχομαι.
§135ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. 114 χιλ. 656 εἶναι οἱ προσκαλεσμένοι· 27 χιλ. 838 εἶναι οἱ ἐκγυμνασθέντες, μένουν 86,817. Τριάκοντα δύο προσῆλθον μέχρι τῆς 18 καὶ μένουν 54,301· ἀφοῦ ἀφαιρέσαμεν τὸ ⅓, μένουν 36 χιλ. 200. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ ἔλθῃ μὲ τακτικὴν σημείωσιν. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι πρόκειται νὰ ἔλθουν ἄλλαι 36 χιλ., καὶ ἐν τούτοις αὐτοὶ δὲν προσῆλθον, καὶ ἐνῷ οἱ ἄλλοι εἶναι εἰς τὸν στρατὸν, αὐτοὶ μένουν εἰς τὰς οἰκίας των.
§136ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Νὰ μᾶς στείλουν τὸν κατάλογον τῶν ἐξαιρέσεων, διὰ νὰ ἴδωμεν τὰς ἀναλογίας.
§137ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ φαινόμενον τοῦτο, κύριοι, τὸ ὁποῖον ἔστω νὰ ἐλαττωθῇ κατὰ 4 ἢ 5 ἢ 10 χιλ. ἔστω ὅτι δὲν πρόκειται νὰ προσέλθωσιν ἀκόμη 36 χιλ. ἀλλὰ μόνον 26 ἢ 25 χιλ. τὸ φαινόμενον αὐτὸ τῆς ὀπισθοχωρήσεως αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων εἶνε ἄλλο παρὰ ἐλάττωσις τοῦ ἐνθουσιασμοῦ ὅστις ὑπῆρχε πρίν;
§138Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶνε διότι δὲν ἔχομεν στέγην νὰ ἐνοικίσωσι.
§139ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔστω, κ. ὑπουργὲ, ἀλλὰ ἠξεύρεις καλλίτερα ἀπὸ ἐμὲ ὅτι ὁ ἐνθουσιασμός δὲν εἶνε παρὰ ἓν ῥεῦμα τὸ ὁποῖον δὲν σταματᾷ χωρὶς νὰ ὀπισθοχωρήσῃ καὶ δὲν ὀπισθοχωρεῖ χωρὶς νὰ καταστραφῇ. Ἐὰν ἀπετύγχανεν ἡ ἐπιστράτευσις ὡς προσκηρύχθη διὰ τοῦ διατάγματος κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς κυβερνήσεως Τρικούπη, ἐρωτῶ ἤθελεν ὑπάρχει ζήτημα σήμερον συνόρων; Ἡ Εὐρώπη ἤθελε μᾶς σκέπτεται; Ὁ κ. πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπεν ὅτι ἐξέλαβαν τὴν ἐπιστράτευσιν ὡς ἐπίδειξιν, τὸ ἐξελάμβανον ὅτι εἶνε ἐπίδειξις, ἐὰν ἡ ἐπιστράτευσις ὃ μὴ γένοιτο ἀπετύγχανε!
§140Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐσεῖς ἐλέγατε, ὅτι εἴχετε ἀρκετὸν στρατὸν νὰ ἐκπληρώσητε τὴν ἀπόφασιν.
§141ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐλέγατε τὴν 10ην Μαΐου.
§142ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐὰν ἡ ἐπιστράτευσις ἀπετύγχανε, τότε θὰ εἴχατε δίκαιον, ἂν μᾶς ἐλέγατε, ὅτι ἐκλήθη πρὸς ἐπίδειξιν· ἀλλὰ ἡ ἐπιστράτευσις ἐπέτυχε καὶ ἤδη δύναται νὰ παραταχθῇ παρὰ τὰ σύνορα στρατὸς 80 χιλ. ἀνδρῶν διὰ νὰ δείξῃ, ὅτι παρατάσσεται οὐχὶ διὰ νὰ ἐπανέλθῃ, ὅπως ἐπανῆλθεν ὁ στρατὸς, ὅστις εἶχε φθάσει εἰς τὸ Δομοκὸν, ἀλλὰ διὰ νὰ ῥίψῃ τὸ πρῶτον κανόνι, τὸ ὁποῖον θὰ εἶνε τὸ σημεῖον τῆς ἐνάρξεως καὶ ὁριστικῆς λύσεως οὐχὶ πλέον τοῦ σημερινοῦ, ἀλλὰ τοῦ ὅλου ἀνατολικοῦ ζητήματος. Ἐὰν ἀποτύχῃ ἡ ἐπιστρατεία ὑπὸ τὴν διεύθυνσίν σας, γνωρίζετε τὸν τόπον, γνωρίζετε εἰς ποίαν θέσιν εὑρίσκονται τὰ πνεύματα. Δύνασθε νὰ ἀμφιβάλλετε, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ εὐχαριστηθῇ μὲ τὴν γραμμὴν ἐκείνην περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος, γραμμὴν, εἰς ἥν τὸ ζήτημα τῶν Ἰωαννίνων θὰ εἶνε ζήτημα λεπτομερείας; ἀλλὰ τότε ποῖος ἐγγυᾶται ὅτι δὲν θὰ ἔχωμεν ἐσωτερικὸν κλονισμὸν, ὁ ὁποῖος καὶ τὴν πατρίδα καὶ ἡμᾶς αὐτοὺς θέλει φέρει πράγματι εἰς τὸ χεῖλος τοῦ κρημνοῦ; Εἴθε ὁ Θεὸς τότε νὰ σώσῃ τὸν τόπον, εἴθε κ. Πρωθυπουργὲ νὰ σώσῃ καὶ ἐσὲ καὶ τοὺς περὶ σὲ ἀπὸ τὸν ἔλεγχον, καὶ τὸ εὔχομαι ἐν πλήρει εἰλικρινείᾳ, ὅτι ἴσως ἐγένεσο αἴτιος τοιαύτης μεγάλης ζημίας χωρὶς βεβαίως νὰ τὸ θελήσῃς. Ἀλλὰ ὅπως δήποτε σήμερον εἶνε ἀδύνατον εἰς ἡμᾶς νὰ σᾶς δώσωμεν ἐνθουσιώδη καὶ ὁμόφωνον ὑποστήριξιν. Θέλομεν ψηφίσει καὶ τὰς πιστώσεις καὶ τὴν σύμβασιν, διότι εἶνε μέτρα ἰδικά μας, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ψῆφον αὐτὴν ἕως τὴν ψῆφον τὴν ὁποίαν ζητεῖτε, ἡ ἀπόστασις εἶνε μεγάλη.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένος ὁ κ. Ζηνόπουλος.
§144ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Οἰκονόμος.
§146Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ἐγὼ, κ. Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ θὰ ὁμιλήσω τοὐλάχιστον ἐπὶ μίαν ὥραν, ὁμολογῶ δὲ, ὅτι ἤδη καὶ αἱ δυνάμεις μου ὡς καὶ αἱ τοῦ Κοινοβουλίου δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ λάβω τὸν λόγον, ἐὰν ἔχητε τὴν περιέργειαν ν’ ἀκούσητε τὰς ἰδέας μου, ἠμπορῶ νὰ λάβω τὸν λόγον αὔριον· ἐὰν δὲ δὲν ἔχητε τὴν περιέργειαν, δὲν ἔχω καμμίαν φιλοτιμίαν νὰ ἐπιμείνω, ἵνα λαλήσω αὔριον.
§147ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἐπιμένει.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥοῦφος.
§149ΡΟΥΦΟΣ. Καὶ ἐγὼ παραιτοῦμαι.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὄντος ἑτέρου ἐγγεγραμμένου....
§151ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐὰν πρόκηται νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν τὸ ζήτημα, ἔχω τὸν λόγον.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε.
§153ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἀφοῦ μετὰ προσοχῆς ἠκροάσθην τῆς παρατεταμένης συζητήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ ὑπὸ διάσκεψιν, συγκεντρῶν ἤδη, ὅτε πάντες σπεύδετε νὰ ψηφίσητε, συγκεντρῶν ἤδη τὰς σκέψεις μου καὶ συμβουλευόμενος ἐμαυτὸν κατὰ τί ἐξῆλθον σοφώτερος ἀπὸ τὴν συζήτησιν αὐτὴν τὴν παρατεταμένην, κατὰ τί ἐφωτίσθην ὑπὸ τῶν ὑπὸ συζήτησιν θεμάτων, καὶ σκεπτόμενος, λέγω, τί πρόκειται ν’ ἀποφασίσωμεν διὰ τῆς ψήφου ἡμῶν; Ταύτην μόνον τὴν πρόοδον κατανοῶ, ὅτι ἀπέκτησα ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης, τοῦ νὰ δύναμαι θαῤῥαλέως νὰ εἴπω τὸ Σωκρατικὸν, ὅτι ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα· ὅτι, ὅπως εἰσῆλθον εἰς τὴν συζήτησιν, τοιοῦτος ἐξέρχομαι· τὸ δὲ γινώσκειν τοῦτο ὡς ἀποτέλεσμα, φρονῶ, ὅτι δὲν ἐπιχωριάζει μόνον εἰς τὴν ἰδίαν μου διάνοιαν, ἀλλὰ ὅτι αὐτὸ εἶναι κοινὸν εἰς πάντας ὑμᾶς καὶ ὅτι πάντες ἡμεῖς, ἢ τοὐλάχιστον οἱ πλεῖστοι, εὑρισκόμεθα ἐνώπιον τοῦ αὐτοῦ προβλήματος, τὸ ὁποῖον ἐτέθη, καὶ πάντες ζητεῖτε νὰ διαγνώσητε τὸ μαθηματικὸν ἄγνωστον, τὸ ὁποῖον ὀφείλει τὸ ὑπὸ συζήτησιν πρόβλημα νὰ λύσῃ. Ἐκ τούτου τοῦ ἀποτελέσματος λοιπὸν τοῦτο ἐν ἄλλαις λέξεσι προκύπτει, ὅτι ἡ μέθοδος τῶν τριῶν, ἥτις ἠλείφθη εἰς τὴν περίστασιν ταύτην πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος, ἡ μέθοδος αὕτη ἐστάθη ἀτυχὴς καὶ ὅτι οὐδόλως ἐχρησίμευσε πρὸς λύσιν τοῦ προβλήματος, καὶ δικαιοῦται ἑπομένως ἕκαστος ἡμῶν, προκειμένης ψηφοφορίας, νὰ ἀκολουθήσῃ ἰδίαν μέθοδον πρὸς φωτισμὸν περὶ τοῦ πρακτέου, διότι ἴσως ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ἡ ἀτμοσφαῖρα νὰ ἐπιτρέπῃ μίαν πεποίθησιν ἀγνοίας· ἀλλ’ ἡ πεποίθησις αὕτη τῆς ἀγνοίας, μεταφραζομένη εἰς τὸν λαὸν, ἐννοεῖ θυσίας ματαίας, θυσίας τυχαίας, θυσίας εἰς τὸν βωμὸν ἀγνώστου θεοῦ· δηλ. θυσίας, αἱ ὁποῖαι, ὅπως ὑπὸ πολλῶν ἐκφράζεται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐξέρχονται ὡς πρόγραμμα εἰμὴ μόνον ἐκ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐμφαίνουν ἄλλο εἰμὴ ἀνάῤῥιψιν τοῦ κύβου, ἡ δὲ ἱστορία μᾶς διδάσκει, ὅτι τυχοδιῶκται ἔῤῥιψαν τὸν κῦβον· ἐπικράτειαι οὐδέποτε. Μὲ εἰλικρίνειαν λέγω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ ἄγνοια περὶ τοῦ λελογισμένως πρακτέου ὑπάρχει εἰς πάντας. (Θόρυβος.) Ἐπειδὴ θὰ ὁμιλήσω ἐν ἐκτάσει καὶ διὰ τὸ προκεχωρημένον τῆς ὥρας θὰ σᾶς κουράσω, καλὸν εἶναι νὰ ὁμιλήσω αὔριον.
§154Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι, ὄχι, ἐξακολουθήσατε.
§155ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μὰ οὕτω πως μᾶς πιέζετε πολύ.
§156ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς ἐρχόμεθα πρωῒ καὶ βράδυ, καὶ παραπονεῖσθε, ὅτι ἡμεῖς σᾶς πιέζομεν;
§157ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἂν λοιπὸν ἐπιθυμῆτε, ἐξακολουθῶ. Σᾶς λέγω, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἐπιστήμη δὲν εἶναι κυβεία, ἀλλ’ εἶναι καθ’ αὑτὸ ἀκριβὴς μαθηματικὸς ὑπολογισμός. Ἂν λοιπόν, κύριοι, ζητήσωμεν διὰ τῆς πολιτικῆς ἐπιστήμης νὰ φωτίσωμεν τὸν ὅρον τοῦ προβλήματος, τὸν ὁποῖον μάτην ἐπεζητήσαμεν διὰ τοσούτων παρατεταμένων συζητήσεων, θέλομεν εὑρεθῆ εἰς σημεῖον, οὐχὶ ὁποῖον οἱ ἕως τώρα ἀγορεύσαντες ἠθέλησαν νὰ καλύψουν, ἀλλ’ εἰς σημεῖον καθαρὸν καὶ ἀναντίῤῥητον, δηλαδὴ εἰς τὸ σημεῖον τοῦ ἂν ὀφείλῃ νὰ κηρύξῃ ἡ πατρὶς τὸν πόλεμον ἢ ὄχι. Καὶ ἐνταῦθα ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ἰακωβάτος νὰ τῷ εἴπω, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ εἰρήνης ἢ πολέμου· εἰρήνην ποτὲ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ χώρα ἡμῶν μετὰ τῶν κατακτητῶν. Ἡ χώρα ἡμῶν, ἀφ’ ἧς ἀνεφάνη ὁ Μωάμεθ ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσχεν ἀκήρυκτον πόλεμον κατ’ αὐτοῦ καὶ τῶν δοξαζόντων τὸ δόγμα ἐκείνου, διότι ὁ χριστιανισμὸς, κατὰ τοῦ ὁποίου ὁ Μωαμεθανισμὸς ἐνεφανίσθη, εἶναι προϊὸν τῆς Ἑλληνικῆς διανοίας, Θεόθεν προωρισμένης εἰς ἐξυπηρέτησιν τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ διεδόθη, καὶ ἑπομένως ἡ ἔχθρα καὶ ἡ ἀντίθεσις μεταξὺ Μωαμεθανισμοῦ καὶ Χριστιανισμοῦ, Τούρκων καὶ Ἑλλήνων, ἡ ἔχθρα αὕτη εἶναι ἔμφυτος, ἡ ἔχθρα καὶ ὁ πόλεμος εἶναι ἀδιάλλακτος· ἑπομένως εἰρήνην οὐδέποτε δύναται νὰ ἔχῃ ἡ Ἑλλὰς μετὰ τῶν Τούρκων· ἔσχε καὶ θὰ ἔχῃ πάντοτε πόλεμον· διὰ τοῦτο καὶ διακρίνω μεταξὺ πολέμου κεκηρυγμένου καὶ πολέμου ἀκηρύκτου· τὸν ἀκήρυκτον πόλεμον, κύριοι, ἐξακολουθοῦμεν ἀπὸ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Μωάμεθ, καὶ κηρυχθεὶς ἔληξεν οὗτος εἰς τὰ 1453· μετὰ τὴν λῆξιν ταύτην ἐξηκολούθησε διὰ τῶν κλεπτῶν, διὰ τοῦ Καστριώτου τοῦ Ἀλβανοῦ καὶ δι’ ἄλλων φιλελευθέρων μέχρι τοῦ 1769, ὅτε ἔληξεν ὅπως ἔληξε, καὶ πάλιν ἐξηκολούθησεν ἀκήρυκτος ἕως εἰς τὰ 1821, ὅτε ἐκηρύχθη ἀποφασιστικῶς καὶ ἔληξεν εἰς τὰ 1828, καὶ ἐξακολουθεῖ ἐπίσης ἀκήρυκτος μέχρι σήμερον· τὸ ζήτημα λοιπὸν εἶναι ἂν θὰ κηρύξωμεν τὸν πόλεμον, ἢ θὰ ἐξακολουθήσωμεν τὸν ἀκήρυκτον πόλεμον. Κύριοι, προκειμένου καὶ ἐγὼ νὰ φέρω τὴν ψῆφόν μου ἐπὶ τῆς πολιτικῆς συζητήσεως, αὐτῆς κυρίως, διότι τὰ νομοσχέδια καὶ αἱ πιστώσεις καὶ συμβάσεις δὲν παρουσιάζουν τὴν διάστασιν τῶν ἀρχηγούντων, καὶ συνοψίζων τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἔποψιν, τὴν ὁποίαν σᾶς τὸ ἀνέπτυξα, ὅτι πρόκειται περὶ κηρύξεως πολέμου, ἐσκέφθην, ὅτι ὤφειλα ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου νὰ μελετήσω ἐμβριθῶς, ἀνατρέχων εἰς ἱστορικὰς ἐποχὰς, αἵτινες εὑρέθησαν εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον, καὶ νὰ μάθω τί οἱ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἡγούμενοι τῶν πραγμάτων ἄνδρες ἐσκέφθησαν καὶ ἀπεφάσισαν, διότι, προκειμένου νὰ κηρυχθῇ ὁ πόλεμος, ἐθεώρησα τὸ διάβημα πολλῆς προσοχῆς ἄξιον, καὶ κατὰ τοσοῦτον μᾶλλον, καθ’ ὅσον εἶναι ὁ τελευταῖος πόλεμος, ὃν θά κηρύξῃ ἡ Ἑλλὰς ὡς ἐπικράτεια. Ἠθέλησα, κύριοι, νὰ πληροφορηθῶ περὶ τοῦ πολέμου, ποία εἶναι ἡ διεξαγωγὴ καὶ ποῖαι εἶναι αἱ συνέπειαι αὐτοῦ. Πολιτικὸς ἀνὴρ ἐκ τῶν ἀρχαίων, ὅστις δύναται νὰ μᾶς διαφωτίσῃ, δὲν δύναται νὰ ἦναι ἄλλος, παρὰ ὁ εἰς ὅμοια ζητήματα τοῦ ἑλληνισμοῦ διαπρέψας Θουκυδίδης. Οἱ Ἀθηναῖοι, πέμψαντες πρέσβεις εἰς τὴν Λακεδαίμονα δι’ ἄλλας ἀφορμὰς, καὶ ἀντιληφθέντες παρεμπιπτόντως συζητήσεως, προκληθείσης περὶ πολέμου κατὰ τῶν Ἀθηναίων, καὶ παρελθόντες εἰς τὸ βῆμα, εἶπον (ἀναγινώσκει)· «βουλεύεσθε οὖν βραδέως ὡς οὐ περὶ βραχέων, καὶ μὴ ἀλλοτρίαις γνώμαις καὶ ἐγκλήμασι πεισθέντες οἰκεῖον πόνον πρόσθησθε, τοῦ δὲ πολέμου τὸν παράλογον, ὅσος ἐστί, πρὶν ἐν αὐτῷ γενέσθαι προδιάγνωτε......» Βλέπετε λοιπὸν κατὰ πρῶτον, ὅτι συνιστᾶται βραδεῖα καὶ ἐμβριθὴς μελέτη περὶ τοῦ πολέμου. Εἰς ἄλλην δὲ περικοπὴν ἀναφέρει πῶς χρὴ πρὸς τούτους ῥᾳδίως πότερον ταῖς ναυσίν; ἀλλ’ ἥσσους ἐσμέν, ἀλλὰ τοῖς χρήμασιν; ἀλλὰ πολλῷ ἔτι πλέον τούτου ἐλλείπομεν καὶ τίνι πιστεύσαντες ἀπαρασκεύους ἐπειχθῆναι πόλεμον ἄρασθαι». Βλέπετε, ὅτι αἱ περικοπαὶ ἐπακριβῶς ἐφαρμόζονται εἰς τὴν παροῦσαν ἐποχήν.
§158ΛΑΠΑΣ. Μὰ κύριε Πρόεδρε, αὐτὸ εἶναι μαρτύριον. (Γέλως.)
§159ΔΟΥΖΙΝΑΣ. (Ἀναγινώσκει.) «Πόλεμον ξύμπαντας ἀραμένους ἕνεκα τῶν ἰδίων, ὃν οὐχ ὑπάρχει εἰδέναι, καθ’ ὅ,τι χωρήσει οὐ ῥᾴδιον εὐπρεπῶς θέσθαι»· καὶ ἀλλαχοῦ «Καὶ ἔστιν ὁ πόλεμος οὐχ ὅπλων τὸ πλέον ἀλλὰ δαπάνης, δι’ ἣν τὰ ὅπλα ὠφελεῖ.... παρισώμεθα οὖν πρῶτον αὐτήν.» «Καὶ τὸ βραδὺ καὶ μέλλον μὴ αἰσχύνεσθε· σπεύδοντές τε γὰρ σχολαίτερον ἂν παύσαισθε, διὰ τὸ ἀπαράσκευοι ἐγχειρεῖν.» Καὶ ἀλλαχοῦ ὁ Ἑρμοκράτης παρουσιάζεται λέγων τοῖς Συρακουσίοις «..... περὶ μὲν τοῦ πολεμεῖν, ὡς χαλεπὸν, κτλ..... τὰ γὰρ ἴδια ἕκαστοι εὖ βουλευόμενοι δὴ θέσθαι τό τε πρῶτον ἐπολεμήσαμεν.» Καὶ τέλος ὁ Νικίας «μὴ οὕτω βραχείᾳ βουλῇ περὶ μεγάλων πραγμάτων πόλεμον ἄρασθαι...... τά τε ὑπάρχοντα σώζειν παραινοίην καὶ μὴ τοῖς ἑτοίμοις περὶ τῶν ἀφανῶν καὶ μελλόντων κινδυνεύειν.... εἴ τε τις ἄρχειν ἄσμενος αἱρεθεὶς παραινεῖ ὑμᾶς ἐκπλεῖν (πολεμεῖν τὸ ἑαυτοῦ μόνον σκοπῶν, ὅπως θαυμασθῇ..... διὰ δὲ πολυτέλειαν καὶ ὠφεληθῇ τι ἐκ τῆς ἀρχῆς, μηδὲ τούτῳ ἐμπαράσχητε τῷ τῆς πόλεως κινδύνῳ ἰδίᾳ ἐλλαμπρύνεσθαι...» Χρήματα λοιπὸν ὁ πόλεμος, καὶ ἡμεῖς ἔχομεν μίαν σύμβασιν 52,000,000, ἥτις εἶναι ἐξηντλημένη, καὶ ζητοῦν νὰ κάμουν πόλεμον δι’ αὐτῆς τῆς συμβάσεως τῶν εἰκονικῶν κεφαλαίων, καὶ οἱ παλαιοὶ αὐτοὶ οἱ ἔμπειροι συμβουλεύουν «οὐχὶ ὅπλων τὸ πλεῖστον, ἀλλὰ δαπάνης.....» Αἱ ἀναγνωσθεῖσαι, κύριοι, περικοπαὶ εἶναι γνῶμαι καὶ ἀποφθέγματα χρήσιμα διὰ τοὺς σκεπτομένους, ὅπως ἐμβάλωσι τὴν πατρίδα αὐτῶν εἰς πόλεμον. Ἑπομένως σᾶς ὑπομιμνήσκω καὶ ἐγὼ τὸ τοῦ Ἀρχιδάμου. «Ταύτας οὖν ἃς οἱ πατέρες τε ἡμῖν παρέδοσαν μελέτας καὶ αὐτοὶ διὰ παντὸς ὠφελούμενοι ἔχομεν, μὴ παρῶμεν, μηδ’ ἐπειχθέντες ἐν βραχεῖ μορίῳ ἡμέρας περὶ πολλῶν σωμάτων καὶ χρημάτων καὶ πόλεων καὶ δόξης βουλεύσωμεν, ἀλλὰ καθ’ ἡσυχίαν· παρασκευάζεσθε δὲ τὸν πόλεμον ἅμα. Ταῦτα γὰρ καὶ κράτιστα βουλεύσεσθε καὶ τοῖς ἐναντίοις φοβερώτατα.» Ἅπαντες λοιπὸν οἱ πολιτικοί, οἱ διαπρέψαντες ἐν τῇ ἀρχαίᾳ ἱστορίᾳ, τῶν ὁποίων περικοπάς τινας μόνον ἀνέφερα διὰ τὴν συντομίαν, βλέπετε ὁποίας τινὰς δίδουν συμβουλὰς πρὸς τοὺς ἑαυτῶν συμπολίτας πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ πολέμου, μεταξὺ δὲ τούτων εἶναι καὶ ὁ Ἀρχίδαμος, ὅστις λέγει, ὅτι καὶ αὐτοὶ καὶ οἱ πατέρες αὐτῶν πολλῶν πολέμων ἔμπειροι ἦσαν, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα καὶ αὐτὸς τὰς ἃς ἐξέθεσα ἐσυμβούλευσε γνώμας (ἀναγινώσκει)· «αἱ δὲ περιουσίαι τοὺς πολέμους μᾶλλον ἢ αἱ βαρεῖαι εἰσφοραὶ ἀνέχουσι.» Ταῦτα πρέπει νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν οἱ θέλοντες νὰ κηρύξωσι τὸν πόλεμον· καὶ πρέπει νὰ μάθωσιν, ὅτι περὶ οὐδενὸς ὀλιγωτέρου πρόκειται εἰμὴ περὶ ὑπάρξεως αὐτοῦ τοῦ τόπου· πρόκειται νὰ ἀποφασίσωμεν ἢ νὰ ἴδωμεν τὴν ἡμισέληνον ἐν Ἀθήναις, ἢ τὴν ἑλληνικὴν σημαίαν μὲ τὸν σταυρὸν εἰς τὰ Ἰωάννινα· καὶ δὲν εἶναι τὸ ζήτημα τῶν πιστώσεων, οὔτε τὸ ζήτημα τῆς συμβάσεως τῆς Τραπέζης, τὰ ἀπασχολοῦντα ἡμᾶς, ἀλλὰ ἐὰν θὰ ἀποφασίσητε ἐπιπολαίως περὶ πολέμου, καὶ αἱ ἑπόμεναι γενεαὶ θὰ ῥίψουν λίθον ἀναθέματος· καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ὁρμῶνται ἐκ τῆς ἱστορίας τῶν θαυμάτων τοῦ 1821, κάμνουσιν ἐλεεινὸν σολοικισμόν· διότι οἱ ἡμίθεοι ἐκεῖνοι δὲν εἶχον σύμβασιν νὰ ψηφίσουν, οὔτε ἐδανείζοντο διὰ νὰ ἀναλάβουν τὸν ἀγῶνα, καὶ ἡμεῖς ἐδῶ εἴμεθα χρεωκόποι. Αἱ ἀναγνώσεις, τὰς ὁποίας σᾶς ἔκαμα, εἶναι ὑποθῆκαι σοβαραί, σπουδαῖαι, καὶ ὄχι ἄξιαι περιφρονήσεως, ἧς ἔτυχον ἐνώπιόν σας ὁ συγγραφεὺς, τὸν ὁποῖον σᾶς ἀναφέρω, ἐτίμησεν ἡμᾶς ἐν τῷ πεπολιτισμένῳ κόσμῳ, καὶ δι’ αὐτοῦ ἔχετε σήμερον θέσιν ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ δυστυχῶς αὐτὸς ἔτυχε μειδιαμάτων διὰ τὰς σοφάς του συμβουλὰς ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἵστασθε ὄρθιοι ὅταν ἀναγινώσκεται, καὶ τὴν κεφαλὴν ἀσκεπεῖς, διότι, ἐὰν τι ἦναι ἡ νῦν Ἑλλὰς, εἶναι δι’ ἐκείνου καὶ τῶν ὁμοίων αὐτῷ, καὶ οὐχὶ δι’ ὑμῶν. Ὅροι τοῦ πολέμου λοιπὸν εἶναι πρῶτον χρήματα καὶ χρήματα πολλά· ὁ Περικλῆς, ὑποδεικνύων τὴν βεβαιότητα τῆς ἐπιτυχίας τοῦ πολέμου εἰς τοὺς Ἀθηναίους, ὑπελόγιζε τὰ χρηματικὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα εἶχον, ἔφθασε δὲ τέλος καὶ μέχρι τῆς συλήσεως τοῦ ἀγάλματος τῆς Ἀθηνᾶς, καὶ εἶπεν, ὅτι, ἂν ὅλα τὰ ἕτοιμα καὶ ἀναρίθμητα ἐξαντληθῶσι, θέλομεν τέλος ἀφαιρέσει καὶ τὸν στολισμὸν τῆς Ἀθηνᾶς, ὁ ὁποῖος ἀξίζει 60 τάλαντα. Ποῖα εἶναι τὰ χρήματά σας; εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐπεδείξατε καὶ σεῖς ἐθνικοὺς πόρους διὰ ἱεροσυλίας ἐπὶ τῶν ἱερῶν μονῶν· ἠθελήσατε νὰ τείνητε χεῖρα ἐπὶ τῶν μοναστηριακῶν χρημάτων καὶ κτημάτων· ἐπράξατε ὅμως ἀντιστρόφως, ἀρχίσατε δηλαδὴ ἀπὸ τῆς ἱεροσυλίας, ἐνῷ ἐκεῖνος τὴν ὑπέδειξεν ὡς τὸ τελευταῖον καταφύγιον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν χρημάτων, ἀπαιτεῖται καὶ ἕτερον στοιχεῖον διὰ τὸν πόλεμον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει ἡ ἑξῆς σκέψις. Ὁ ἐχθρός, κατὰ τοῦ ὁποίου μελετᾶτε νὰ κηρύξητε τὸν πόλεμον, εἶναι ἰσχυρότερος ἡμῶν· τίνι τρόπῳ διανοεῖσθε νὰ ἀντιμετωπίσητε τὴν ὑπέροχον αὐτοῦ δύναμιν; ἡ ἐπιστήμη ἐν τῷ δικαίῳ τοῦ πολέμου ἀπαιτεῖ συμμαχίας, ἔχετε συμμαχίας; οἰκτρὸν καὶ νὰ τὸ εἴπωμεν, οὐ μόνον χρήματα δὲν ἔχετε, ἀλλὰ καὶ συμμαχίας· αἱ δύο λοιπὸν αὗται ἐλλείψεις, αἵτινες εἶναι οἱ δύο θεμελιώδεις ὅροι τοῦ πολέμου, ἐνῷ δὲν ὑπάρχουν, δὲν σᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον γελῶντες νὰ κηρύξητε τὸν πόλεμον, διότι θέλετε τὸ πάθει ὡς συνέβη εἰς τοὺς Ταραντίνους. Αὐτοὶ ἔσκωπτον τὸ Ποστούμιον πρὸς διαπραγμάτευσιν εἰρήνης ἐπιστάντα, καὶ ἐνῷ ἀπὸ τοῦ βήματος ἠγόρευε καὶ παρίστα τὴν κακὴν κατάστασιν τῶν Ταραντίνων, αὐτοὶ ἐγέλων καὶ ἔπαιζον μὲ τὴν χλαίναν του, ὁ δὲ καταβαίνων τοῦ βήματος, οἰκτρῶς αὐτοὺς προσβλέπων, ἠπείλει τὰ ἐπακολουθήσοντα καὶ τοῖς ἔλεγεν «αὐτὴν τὴν χλαίναν, μὲ τὴν ὁποίαν παίζετε καὶ τὴν ῥυπαίνετε, θὰ τὴν ἀποπλύνητε μὲ τὸ αἷμά σας, οἱ γέλωτές σας αὐτοὶ θὰ σᾶς κοστίσουν μίαν ἡμέραν. Κατὰ συνέπειαν, κύριοι, ἐμβριθῶς σκεπτόμενοι, ὀφείλομεν ν’ ἀπόσχωμεν τῆς κηρύξεως τοῦ πολέμου, νὰ ἐξακολουθήσωμεν δὲ τὸν ἀκήρυκτον πόλεμον, τὸν ὁποῖον σᾶς περιγράφει ὁ Θουκυδίδης οὕτως (ἀναγινώσκει)· «ἀλλὰ ὅπλα μὲν μήπω κινεῖν, ... καὶ τούτῳ καὶ τὰ ἡμέτερα αὐτῶν ἐξαρτύεσθαι, ξυμμάχων τε προσαγωγῇ, καὶ Ἑλλήνων καὶ βαρβάρων (βλέπετε, ὅτι καὶ βαρβάρων ἔτι συμμαχίας παραδέχεται, τηλικαύτη ἡ τῆς συμμαχίας ἀνάγκη!) εἰ ποθέν τινα ἢ ναυτικοῦ ἢ χρημάτων δύναμιν προσληψόμεθα, καὶ τὰ αὐτῶν ἅμα ἐκποριζώμεθα, καὶ ἣν μὲν ἐσακούσωσί τι πρεσβευομένων ἡμῶν, ταῦτα ἄριστα, ἣν δὲ μή, διελθόντων καὶ δύο καὶ τριῶν ἐτῶν, ἄμεινον ἤδη ἣν δοκῇ πεφραγμένοι ἴμεν ἐπ’ αὐτοῖς, καὶ ἴσως ὁρῶντες ἡμῶν ἤδη τήν τε παρασκευὴν καὶ τοὺς λόγους αὐτῇ ὁμοῖα ὑποσημαίνοντας, μᾶλλον ἂν εἴκοιεν.»
§160ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἶναι ὀρθὴ ἡ γραφή;
§161ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Λυποῦμαι, κύριε Καλλιγᾶ, διότι παιδιαρίζετε. (Γέλως.) Αὐτὰ τὰ χωρία εἶναι καταπληκτικόν, πῶς ἐκπροσωποῦν τὴν ἐνεστῶσαν κατάστασιν ἡμῶν, καὶ πῶς ἀνταποκρίνονται τόσον εἰς αὐτὴν, ὡς νὰ ἦταν γεγραμμένα διὰ τὰς σημερινὰς περιστάσεις. Μὴ σπεύδετε λοιπὸν, ἀφήσατε νὰ παρασκευασθῶμεν καὶ διὰ χρημάτων καὶ διὰ συμμάχων, ἐξακολουθεῖτε δὲ τὸν ἀκήρυκτον πόλεμον, καὶ ὅταν καταρτισθῶμεν οὕτω, τότε δυνάμεθα ν’ ἔχωμεν καὶ τοὺς λόγους ἰσχυροτέρους ἢ ὅτι σήμερον· καὶ ἂν διὰ διαπραγματεύσεων φθάσωμεν εἰς τὸ ποθούμενον, καλῶς· ἄλλως μετὰ δύο καὶ τρία ἔτη ἰσχυρότεροι δυνάμεθα ν’ ἀντεπέλθωμεν μετὰ μεγαλειτέρας πιθανότητος ἐπιτυχίας. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν λοιπὸν ταύτην ἐξετάζων καὶ ἐγὼ τὴν ἐνεστῶσαν κατάστασιν, βλέπω, ὅτι οὐ μόνον ἡμεῖς δυνάμεθα διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, τοῦ νῦν εἰς ἐνέργειαν τεθέντος, νὰ καταρτίσωμεν τῷ ὄντι στρατόν, διότι ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι, ἂν οὐχὶ ἀρχαιότερον, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1865 μέχρι τοῦ 1878 οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια περὶ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ τῆς χώρας· ἡ ἐθνοφυλακὴ παρημελήθη, καὶ ἐπὶ τέλους ἐναντίον τοῦ Συντάγματος κατηργήθη, καὶ εἰσὶν ὑπεύθυνοι ἐνώπιον τῆς πατρίδος οἱ κατὰ τὸ χρονικὸν αὐτὸ τουλάχιστον διάστημα κυβερνήσαντες τὸν τόπον, οἵτινες περὶ οὐδενὸς ἄλλου ἐμελέτησαν εἰμὴ περὶ καταργήσεως τῆς ἐθνοφυλακῆς πρὸς ἀφόπλισιν τοῦ λαοῦ, οὗ ἐφοβοῦντο τὸν ἔλεγχον, καὶ καταδολίευσιν τῆς ἀντιπροσωπείας διὰ τῶν ὑποψηφιοτήτων καὶ νοθειῶν, καὶ οὐδόλως ἐπέῤῥωσαν, ὡς ὤφειλον, τὰ δύο ταῦτα θεμελιώδη τοῦ ἐλευθέρου πολίτου δικαιώματα, τὸ ὅπλον καὶ τὴν ψῆφον. Καθ’ ἕκαστον δὲ ἔτος εἰσήγετο νέος ὀργανισμὸς στρατιωτικός, ὁ ὁποῖος ἀνέτρεπε τὰ πρὸ αὐτοῦ, καὶ οὐδέποτε στρατιωτικῶς κατηρτίσθη ἡ χώρα ἡμῶν· ἤδη δὲ, ὅτε ἤρχισε νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος ἐκεῖνος καὶ θέλει λειτουργήσει πρὸς καταρτισμὸν μιᾶς δυνάμεως ἰσχυρᾶς, δὲν πρέπει νὰ σπεύδωμεν, καὶ νὰ θεωρήσωμεν ὡς εὕρημα κατὰ πρῶτον τὴν φορὰν ταύτην τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν τῶν ἀνδρῶν, καὶ νὰ εἴπωμεν ἰδοὺ νῦν τὸ πρῶτον ἔχομεν τὴν δύναμιν αὐτήν. Ἡ δύναμις αὕτη, κύριοι, εἶναι δύναμις σήμερον βεβιασμένη· ἀναμείνατε, καὶ ἡ δύναμις αὕτη μετὰ παρέλευσιν ὀλίγου χρόνου θέλει διπλασιασθῆ, θέλει τριπλασιασθῆ μετὰ δύο, τρία ἔτη. Τότε δύνασθε ἀξιοπρεπῶς νὰ ἐπιβάλητε τὴν θέλησίν σας, ἡ δὲ ἐχθρὰ ἡμῶν δύναμις ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι μετὰ 2 ἢ 3 ἔτη θέλει εἶναι εἰς πολὺ χείρονα κατάστασιν παρ’ ὅ,τι σήμερον. Κύριοι, ἐνταῦθα ὀφείλει ἕκαστος νὰ ἐκθέσῃ τὰς ἰδέας του, διὰ νὰ ἔχῃ καθαρὰν τὴν συνείδησίν του, καὶ νὰ μὴ τὸν ἐλέγχῃ, ὅτι ἐψήφισε, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἐπίγνωσιν ἐκείνου, περὶ τοῦ ὁποίου ἐψήφισε, καὶ νὰ εἴπῃ κατόπιν: δὲν προσεδόκων, ὅτι θὰ ἀποβῇ οὕτω. Ἐγὼ λοιπὸν, ἂν αἱ πιστώσεις καὶ ἡ σύμβασις αὕτη συνδέεται μὲ τὸ ζήτημα τῆς κηρύξεως τοῦ πολέμου, θέλω καταψηφίσει· κατὰ συνέπειαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐμῶν μελετῶν ἐξέθεσα ὁποίαν ἐννοῶ τὴν πολιτικήν μου πορείαν. Ἀπεφάσισα περὶ τῆς ὠθήσεως, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ λάβουν τὰ τῆς Πατρίδος ἡμῶν· θέλω τὸν ἀκήρυκτον πόλεμον, ἑπομένως ὀφείλω νὰ καταλήξω ἐνταῦθα, ἀφοῦ ἐξέθεσα τὴν γνώμην μου. Ἀλλ’ ἀναμιμνησκόμενος τοῦ Δημοσθένους, ὅστις λέγει, ὅτι πολλὰ εἶναι τὰ διάφορα μεταξὺ τοῦ συμβούλου καὶ τοῦ συκοφάντου· «ὁ γὰρ σύμβουλος καὶ ὁ συκοφάντης οὐδὲ τῶν ἄλλων οὐδὲν ἐοικότες, ἐν τούτῳ πλεῖστον ἀλλήλων διαφέρουσιν· ὁ μέν γε πρὸ τῶν πραγμάτων γνώμην ἀποφαίνεται καὶ δίδωσιν αὑτὸν ὑπεύθυνον τοῖς πεισθεῖσι τῇ τύχῃ, τοῖς καιροῖς τῷ βουλομένῳ· ὁ δὲ, σιγήσας ἡνίκ’ ἔδει λέγειν, ἄν τι δύσκολον συμβῇ, τοῦτο βασκαίνει». Λοιπὸν, ὅπως μὴ ἔλθω εἰς τὴν θέσιν τοῦ συκοφάντου καὶ μὴ διαπράττω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον βλέπω ἀπό τινος καιροῦ διαπραττόμενον ἐνταῦθα, νὰ ἐξετάζω τί συνέβη εἰς τὸ παρελθόν, καὶ νὰ λογοτριβῶ εἰς ἀντεγκλήσεις περὶ παρωχημένων, θέλω νὰ λάβω τὴν θέσιν τοῦ συμβούλου, ἥτις ἐμπρέπει εἰς πάντας σήμερον, διότι κατὰ τὸν αὐτὸν ῥήτορα «τὸ μὲν παρεληληθὸς ἀεὶ παρὰ πᾶσιν ἀφεῖται καὶ οὐδεὶς περὶ τούτου προτίθησιν οὐδαμοῦ βουλήν, τὸ δὲ μέλλον ἢ τὸ παρὸν τὴν τοῦ συμβούλου τάξιν ἀπαιτεῖ»· διὰ τοῦτο λοιπὸν σᾶς ἐξέθεσα τὰς ἰδέας μου, καὶ ἂν ἄλλη καμία δύναμις δὲν ἐπιδράσῃ, νὰ ἔχω καὶ τὴν συνείδησίν μου καὶ τὰς χεῖράς μου ἀθώας ἀπὸ τοῦ αἵματος ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἄγετε εἰς τὴν σφαγήν. Κύριοι, εἶπον, ὅτι ἤθελον καταλήξει ἐνταῦθα· ἀλλ’ ἐπειδὴ πρέπει νὰ ἐξαντλήσω τὰ ἐνδεχόμενα, ὀφείλω ν’ ἀναγγείλω καὶ ἑτέραν γνώμην, ἐν ᾗ καταστάσει ἡ πολιτεία διατελεῖ, καὶ ἐν ᾗ καταστάσει ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ σύμπασα ἡ κυβέρνησις σᾶς ἐξέθεσεν, ὅτι εὑρισκόμεθα, ὅτι δηλαδὴ πᾶσα ὀπισθοδρόμησις εἶναι αὐτοκτονία, πᾶσα ἀναβολὴ ὀλεθρία, ἑπομένως σᾶς λέγουν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ῥίψωμεν τὸν κύβον· διὰ τὴν τοιαύτην λοιπὸν θέσιν ἐφρόνουν, ὅτι ἔπρεπε καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν νὰ μελετήσω καὶ νὰ ἐκθέσω μίαν σειρὰν σκέψεων ἐν συντόμῳ. Εὑρισκόμεθα δηλαδὴ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ εἰς τὸ ἀμήχανον. Σᾶς λέγουν, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν ἐπιτρέπει ὀπισθοδρόμησι, ὥστε δὲν σᾶς δίδει καὶ ἐλπίδα ἐπιτυχίας, ἐὰν προχωρήσητε· ἀλλ’ ὀφείλετε νὰ κλείσητε τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ νὰ προχωρήσητε. Ἐν τοιαύτῃ ἀμηχάνῳ καταστάσει οἱ ἀρχαῖοι εἶχον διέξοδον, εἶχον τὰ μαντεῖα· προσέφευγον εἰς τὰ μαντεῖα, καὶ τὰ μαντεῖα ἀπήγγελλον αὐτοῖς τὸ τί ὤφειλε νὰ πράξῃ μία ὡρισμένη χώρα ἐν δεδομένῳ χρόνῳ. Τοῦτο, κύριοι, συνέβη εἰς τὸν πρῶτον βασιλέα τῆς χώρας ταύτης, τὸν Κόδρον, καὶ ὁ Κόδρος ἔσωσε τὸν λαόν. Τοῦτο συνέβη κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐκστρατείας εἰς τὸ Ἴλιον, καὶ ἐθυσιάσθη ἡ Ἰφιγένεια εἰς ἐξευμένισιν τῶν θεῶν. Ἀλλὰ σήμερον, ποῖον μαντεῖον, ποία προσφυγὴ ὑπολείπεται εἰς ἡμᾶς, τοὺς τυφλῶς ὁδεύοντας εἰς τὸν ὄλεθρον; Κύριοι, ἡ μόνη προσφυγὴ εἰς ἔθνη, τὰ ὁποῖα εἶναι βιώσιμα, εἶναι ἡ ὀρθὴ σκέψις, εἶναι ἡ πολιτικὴ ἐπιστήμη, εἶναι ἡ εὐβουλία. Ἐὰν λοιπὸν ἡμεῖς θελήσωμεν σήμερον νὰ εὕρωμεν μέσον τινὰ ὅρον μεταξὺ τῶν δύο τούτων ἐναντιοτήτων, καὶ ἐὰν ἡ κήρυξις τοῦ πολέμου, εἴτε αἱ παρασκευαί, ἐνεργῶνται πρὸς κατάπληξιν τοῦ ἐχθροῦ, ἢ πρός τινα ἐπίδειξιν, ὅπως ἐπιληφθῇ ἡ Εὐρώπη τοῦ ζητήματος, τότε εἶναι εὐχερὴς ἡ λύσις· δύναμαι νὰ παρουσιάσω ἕνα συνδυασμὸν ἰδεῶν, διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ὁποίου ἐπιτυγχάνεται μεῖζον ἀποτέλεσμα ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὑποθέτετε, ὅτι θὰ ἐπιτύχητε διὰ μιᾶς ἐξόδου ἐκ τῶν συνόρων, ἢ ἄλλης τινὸς πολεμικῆς ἐπιχειρήσεως παραβόλου. Ἐννοῶ, κύριοι, ὅτι διὰ τῶν παρασκευῶν τῶν ἐντεταμένων, ἀλλ’ ἐντεταμένων φαινομενικῶς πρὸς ἐπίδειξιν εἰς τὸ ἐξωτερικόν, πρὸς ἐμποίησιν ἐντυπώσεων εἰς τὴν διπλωματίαν καὶ ἐκβίασιν τῆς ἐπικουρίας αὐτῆς, δυνάμεθα ν’ ἀντλήσωμεν ἐπιχείρημα καὶ ν’ ἀντλήσωμεν μέσον ἐκ τῆς ἀρχαίας ἱστορίας. Ἔχομεν εἰς τὴν ἀρχαίαν ἱστορίαν τὸ παράδειγμα, καὶ περὶ τοῦ παραδείγματος τούτου ἀμέσως θέλω ποιήσει λόγον· ἀλλὰ πρὸ τούτου θέλω προτάξει τὸ ἑξῆς (θόρυβος.)
§162ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§163ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριοι, θὰ τελειώσω· παρακαλῶ νὰ μοὶ δοθῇ ὀλίγη εὐμενὴς ἀκρόασις, διότι, σημειῶ καὶ τοῦτο, ὅτι εἶναι ἡ τελευταία φορά, καθ’ ἣν λαμβάνω τὸν λόγον ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, διότι ἐνδέχεται νὰ παραιτηθῶ· δὲν βλέπω, ὅτι ὠφελῶ ἐνταῦθα, θὰ παραιτηθῶ (θόρυβος.) Λοιπὸν σᾶς παρακαλῶ ὡς τελευταίαν μου βούλησιν, ὡς διαθήκην κἂν ἀκούσατε αὐτά, διότι θεωρῶ, ὅτι εἶμαι περιττός, καὶ ὅλοι εἴμεθα περιττοί. Εἶσθε περιττοὶ καὶ ὀφείλετε νὰ παραιτηθῆτε! Λοιπὸν, ἐπειδὴ τοιαύτη τις ἰδέα μὲ κυριεύει, καὶ δὲν θέλω οὔτε ἐμαυτὸν νὰ ἐνοχοποιήσω, οὔτε τὸ ἔθνος, προτίθεμαι δὲ νὰ παραιτηθῶ, διότι δὲν ἀνέχομαι αὐτὴν τὴν κατάστασιν, οὔτε τὴν κατάστασιν τῆς σωματεμπορίας, (θόρυβος) ἡ ὁποία ἀσκεῖται ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου, παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκροασθῆτε ἐπ’ ὀλίγας στιγμάς. Κύριοι, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀφείλει ἡ Πατρὶς νὰ ἐκμεταλλευθῇ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ὅπως ἐπισπάσῃ εἰς ἑαυτὴν τὴν προσοχὴν τῶν μεγάλων Δυνάμεων, χρήζει τινὸς ἀκροάσεως. Τίς ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ, ὅτι κάτωθεν τῶν θρόνων τῶν αὐτοκρατόρων ὑποβόσκουν ὑπόνομοι; ὑπὸ τὸν αὐτοκρατορικὸν θρόνον τῆς Ῥωσσίας, γνωρίζετε τὴν ὑπόνομον τοῦ μηδενισμοῦ· ὑπὸ τὸν αὐτοκρατορικὸν θρόνον τῆς Γερμανίας εἶναι ἡ ὑπόνομος τοῦ σοσιαλισμοῦ· ὑπὸ τὸν αὐτοκρατορικὸν θρόνον τῆς Αὐστρίας ἡ Βαβυλωνία, ἡ σύγχυσις τῶν γλωσσῶν καὶ φυλῶν· εἰς δὲ τὴν Ἰταλίαν ἡ τρίαινα τοῦ Γαριβάλδη κλονίζει τὸν θρόνον. Ἐὰν κατορθώσωμεν, ὥστε ὅλαι αὐταὶ αἱ ὑπόνομοι νὰ ἐκστομίσουν ἐνταῦθα, καὶ νὰ συνδέσωμεν ὅλας ταύτας δι’ ἑνὸς τοιούτου ἠλεκτρικοῦ σύρματος, ὥστε νὰ μεταδοθῇ ὁ σπινθὴρ τῆς ἀναφλέξεως ἐντεῦθεν, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ἡ τοιαύτη κατάστασις, γιγνωσκομένη ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, θέλει συντελέσει περισσότερον, παρ’ ὅλαι αἱ παρασκευαὶ ἐκεῖναι αἱ εἰκονικαί. Ποῖον εἶναι τὸ μέσον τῆς εἰς χεῖρας ἡμῶν συγκεντρώσεως τοῦ ἠλεκτρικοῦ σύρματος.! Κύριοι, ἴσως ἐκ τῶν ἄχρι τοῦδε κατὰ διαφόρους περιστάσεις ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου ψελλισμῶν μου, μικρῶν ἀγορεύσεων, ἐνεποιήθη ἐντύπωσίς της, ὅτι ἐννοῶ ἐγὼ νὰ ἀμφισβητήσω τὸ παράστημα τοῦ ἐντολοδόχου τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ πλανᾶσθε. Ἐγὼ ἐννοῶ τὸν βασιλέα βασιλέα καὶ τὸν ἀγαπῶ πλειότερον ὑμῶν, ἐὰν ἦναι βασιλεὺς, ἀλλὰ βασιλεὺς, ὁποῖος ὁ πρῶτος βασιλεὺς τῆς χώρας ταύτης, ὁποῖος ὁ Κόδρος.
§164ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Θὰ καβαλικεύσῃ.
§165ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κατὰ συνέπειαν ἐννοῶ, ὅπως οὐχὶ βεβαίως τὸν ἐμβάλω εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ κ. Πετσάλης, ὅτι θὰ καβαλικεύσῃ· διότι δὲν θέλω νὰ πέσῃ ὡς ὁ Κωνσταντῖνος ὁ Παλαιολόγος· δὲν τοῦ θέλω τὴν δόξαν αὐτὴν, τοῦ θέλω τὴν δόξαν τοῦ Κόδρου, ἀλλ’ οὐχὶ Κόδρου νεκροῦ, ἀλλὰ Κόδρου ζῶντος. Τίς λοιπὸν ἡ ἰδέα, τίς ὁ τρόπος, ὅστις θέλει τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο ἐπαγάγει; Ἁπλούστατος· καὶ διὰ τοῦ μέσου τούτου, τὸ ὁποῖον θέλω σᾶς ἐκθέσει, δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐπιβάλῃ τὸν νόμον εἰς τὴν Εὐρώπην, καὶ τὴν προθεσμίαν τῆς λύσεως τῶν ζητημάτων νὰ τάξῃ αὐτὴ ἡ Ἑλλὰς, καὶ νὰ δηλώσῃ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων εἰς τὴν διπλωματίαν· σᾶς δίδω δύω μηνῶν προθεσμίαν, διὰ νὰ τελειώσητε τὸ ζήτημα· μετὰ δύο μῆνας θὰ συντρίψω τὸν θρόνον μου, θὰ τὸν πετάξω ἀπὸ τῶν παραθύρων τῶν ἀνακτόρων, καὶ θέλω καταβῆ εἰς τὰς ἀγκάλας τοῦ λαοῦ, εἰς τὰ στρώματα τοῦ λαοῦ καὶ θέλω μετὰ τοῦ λαοῦ ὡς ἄλλος Ἀνταῖος ἀναθρώσκων συντρίψει τοὺς θρόνους τῶν αὐτοκρατόρων καὶ ἄλλων βασιλέων. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 8 καὶ 15′ μ. μ.