1880.11.23
1,694 rows · 13,597 words · 52 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 29
τῆς 23 Νοεμβρίου 1880.
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μανιτάκης, ὡς πληρεξούσιος γαλλικῆς ἑταιρίας, μοὶ διαβιβάζει ἀντίγραφον ἀναφορᾶς τῆς πρὸς τὸν κ. πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα τὴν ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν. Γράφουσιν ἐκ Παρισίων, ζητοῦντες τὴν ἀκύρωσιν τῆς περὶ παραχωρήσεως τῆς Κωπαΐδος συμβάσεως. Εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν εἶχον ζητηθῆ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα· ταῦτα ἔλαβε τὸ προεδρεῖον καὶ ἀπέστειλεν εἰς τὴν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπιτροπήν. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ ν’ ἀποσταλῇ καὶ ἡ ἀναφορὰ αὕτη;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§3ΤΖΑΝΕΣ. Οὐχὶ φίλος μου, οὔτε γνωστός μου, ἀνήρ τις ἐκ Καΐρου τῆς Αἰγύπτου, μοὶ ἀπηύθυνε μίαν ἐπιστολή, ἥτις, ὁμολογῶ, πολὺ παρώξυνε τὴν περιέργειάν μου ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου περὶ οὗ διαλαμβάνει. Φαίνεται, ὅτι ἡ ἐπιστράτευσις οὐχὶ μόνον τὸ ἐνδιαφέρον παντὸς τοῦ Κράτους ἐκίνησεν, ἀλλὰ καὶ πάντων τῶν ὁμογενῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ· κατὰ συνέπειαν δὲ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ἠνάγκασε πάντας ἐκείνους νὰ μεριμνήσωσι καὶ ἐπὶ τῶν δυσχερειῶν, αἵτινες προέκυψαν ἐκ τῆς μεγάλης ταύτης ὑποθέσεως. Καὶ ἐπὶ τούτου σκεφθεὶς, ἔκρινα καλὸν νὰ εἰσαγάγω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς μίαν πρότασιν αὐτοτελῆ, τὴν ὁποίαν θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ ν’ ἀναγνώσω καὶ ἐν ὀλίγοις ν’ ἀναπτύξω, ὑποδεικνύων αὐτῇ τοὺς λόγους, οἵτινες ἐχρησίμευσαν ὡς βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστήριξαν αὐτήν. (Ἀναγινώσκει.) Θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει ν’ ἀναπτύξω καὶ τοὺς λόγους, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηριχθεὶς, συνέταξα τὴν πρότασίν μου ταύτην.
§4ΠΟΛΛΟΙ. Ἀφοῦ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, κατὰ τὴν συζήτησιν ἀναπτύσσετε τοὺς λόγους.
§5ΤΖΑΝΕΣ. Οἱ λόγοι οὗτοι περιλαμβάνονται ἐντὸς τῆς ληφθείσης ἐπιστολῆς· ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Βουλὴ κρίνει περιττὴν τὴν ἀνάπτυξιν ἤδη, ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως ν’ ἀναπτύξω τοὺς λόγους τούτους. Παραδίδω τὴν πρότασιν ταύτην εἰς τὸν κ. Πρόεδρον.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Σωτηρόπουλος.
§7ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Λαμβάνω τὴν τιμήν, Κύριοι, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν γενικὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος 1881, ἤτοι τοὺς νόμους περὶ κυρώσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων καὶ τὸν γενικὸν πίνακα συνωδευμένον μὲ τοὺς ἀναλυτικοὺς πίνακας τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἐξόδων τῶν διαφόρων Ὑπουργείων κατὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα· ὅλα δὲ ταῦτα τὰ στοιχεῖα ὑπάρχουσι κατατεθειμένα ἐκεῖ, διότι τὰ ἔλαβα ἀπὸ τὸ τυπογραφεῖον διακόψας τὴν τύπωσιν ἡ ὁποία θέλει εἶσθαι περατωμένη ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν, διὰ νὰ ἔχητε τὸν προϋπολογισμὸν ἔντυπον. Κατὰ τὸν ὑποβαλλόμενον προϋπολογισμὸν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ἀνέρχονται εἰς 51,481,560, τὰ δὲ ἔξοδα ἀνέρχονται εἰς 113,852,722.
§8ΠΟΛΛΟΙ. Ὡραῖα, ὡραῖα.
§9ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ὅταν, Κύριοι, ἐκπλήττεσθε εἰς κάθε ἀριθμὸν τὸ ὁποῖον προφέρω, βεβαίως δὲν θὰ μοὶ δώσητε καιρὸν νὰ εἴπω ὅσα ἔχω σκοπόν· καὶ παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπομονὴν νὰ τὰ ἀκούσητε ὅλα, καὶ τότε εἰμπορεῖτε νὰ ἐκφρασθῆτε.
§10Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἴπατε καὶ τίποτε μεγάλον πρᾶγμα· εἰς τὰς περιστάσεις εἰς ἃς εὑρισκόμεθα δὲν εἶναι πολλὰ τὰ 110,000,000.
§11ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἐπαναλαμβάνω λοιπόν, Κύριοι, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους κατὰ τὸν ὑποβαλλόμενον ὑπολογισμόν, ἀνέρχονται εἰς 51,481,560, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 113,852,722, ὥστε τὸ ἔλλειμμα τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος ἀνέρχεται εἰς 62,371,162. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων ἐλήφθη ὡς βάσις ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων τοῦ παρελθόντος ἔτους, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπηνέχθησαν διάφοροι αὐξομειώσεις ἀναλόγως τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν παρελθόντων ἐτῶν καὶ τῆς ἐλπιζομένης παραγωγῆς διαφόρων προϊόντων· προσετέθησαν δέ, ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον, τὸ ὁποῖον ἐλπίζει ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσπραχθῇ ἀπὸ τὰ ἔσοδα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, ἐάν, ὡς ἐλπίζει, ἐπιψηφισθῇ τὸ ὑποβληθὲν πρό τινων ἡμερῶν νομοσχέδιον περὶ ἐκκαθαρίσεως καὶ ἀνανεώσεως τῶν καθυστερούντων ἀπὸ κεκλεισμένας χρήσεις μέχρι τοῦ 1876, ἀπὸ τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε οὐδὲν σχεδὸν εἰσπράττεται· προσετέθησαν ἀκόμη 1,500,000 δραχμῶν ἔσοδον ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ. Διὰ τὸν φόρον τοῦτον ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἕτοιμον νὰ ὑποβάλλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, ἀνέβαλε δὲ τὴν εἰσαγωγὴν αὐτοῦ διότι εὑρίσκεται εἰς διαπραγματεύσεις μετά τινος ἑταιρίας, ἡ ὁποία ἐπιθυμεῖ ν’ ἀναλάβῃ τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου τούτου συγκεντρωμένην, καὶ νὰ τὴν ἀναλάβῃ ἐπὶ ὅροις ὠφελιμωτάτοις διὰ τὸ Κράτος· αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος δι’ ὃν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ δὲν ὑπεβλήθη ἀκόμη εἰς τὴν Βουλήν.
§12ΚΑΛΛΙΓΑΣ......
§13ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ. Ἀναδέχεται ἡ ἑταιρία τὴν πληρωμὴν ἀνωτέρου ποσοῦ καὶ διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἀνέβαλεν· ἐὰν δὲν ἔλθῃ εἰς ἀποτέλεσμα μετ’ αὐτῆς, θέλει ὑποβάλει νομοσχέδιον ἐκ τοῦ ὁποίου ἐλπίζει, ὅτι θὰ εἰσπραχθῇ 1,500,000, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο περιελήφθη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, ἐὰν συγκριθῇ οὗτος μὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους 1880 ὅστις, καθὼς ἐνθυμεῖσθε, περιεῖχεν ἔξοδα 52,655,454, παρουσιάζει ὑπέρβασιν κατὰ 61,197, 000· ἐὰν ὅμως προσθέσητε εἰς τὰ ψηφισθέντα διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880 ἔξοδα καὶ τὰ ποσὰ τῶν ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι ἐψηφίσθησαν ἤδη, καθὼς καὶ ἐκείνων αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται ὑπὸ συζήτησιν, τὰ ἔξοδα τοῦ 1880 ἀνέρχονται εἰς 106, 082,000· ἡ δὲ διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ζητοῦνται διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1881 καὶ τῶν πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι ἀναγκαιοῦσι διὰ τὸ 1880, περιορίζεται εἰς 7,770,000. Μεταξὺ λοιπὸν τῶν ζητουμένων διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1881 πιστώσεων καὶ τῶν πιστώσεων αἱ ὁποῖαι ἐψηφίσθησαν ἢ ζητοῦνται διὰ τὸ 1880, ἡ διαφορὰ εἶναι μόνον 7,770,000. Ἐὰν παραβάλητε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1881 πρὸς τὸν ἀρχικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1880, ἡ διαφορὰ καθὼς σᾶς εἶπα εἶναι 61,197,000· προέρχεται δὲ αὕτη κυρίως ἀπὸ τρία μόνον κεφάλαια, διότι κατὰ τὰ λοιπὰ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1881 συμφωνεῖ σχεδὸν μὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1880, ἑπομένως θεωρῶ περιττὸν νὰ κάμω λόγον περὶ τῶν λοιπῶν κεφαλαίων καὶ περιορίζομαι εἰς τὰ τρία, ἐξ ὧν προέρχεται ἡ διαφορά. Καὶ πρῶτον, ὑπάρχει διαφορὰ εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦ ἐσωτερικοῦ χρέους· τὸ κεφάλαιον τοῦτο προϋπελογίσθη κατὰ τὸ 1880 εἰς 12,952,000, προϋπολογίζεται δὲ κατὰ τὸ 1881 εἰς 18,451,000, ὥστε ἡ διαφορὰ συνίσταται εἰς 5,500,000, προέρχεται δὲ ἀπὸ τοὺς ἑξῆς λόγους: 1) διότι κατὰ τὸ 1881 θέλομεν ἔχει ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας πολλῷ περισσότερα χρέη, ἀφ’ ὅσα εἴχομεν κατὰ τὸ 1880, διὰ τοῦτο ἐν ᾧ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὑπελογίσθη διὰ τοὺς τόκους τῶν δανείων τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ποσὸν 255,000, ἐφέτος σημειοῦνται 815,000, τουτέστιν ἐπὶ πλέον 560,000· 2) εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1880 δὲν εἶχον σημειωθῆ οἱ τόκοι καὶ τὸ χρεωλύσιον ὁλοκλήρου τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, διότι τότε δὲν εἶχον πραγματοποιηθῆ ὅλαι αἱ ὁμολογίαι αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἤδη εἶναι σχεδὸν ἐξ ὁλοκλήρου πραγματοποιημέναι, διότι αἱ ὀλίγαι ὁμολογίαι, αἱ ὁποῖαι ὑπολείπονται ἐξ αὐτῶν, εἶναι ἀνάγκη νὰ διατεθῶσι, διὰ τοῦτο σημειοῦται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1881 ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τούτου. Καὶ λοιπόν, ἐνῷ πέρυσιν εἶχε σημειωθῆ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην 3,575,000, ἐφέτος ἐσημειώθησαν 4,468,000, ὅ ἐστὶν ἐπὶ πλέον 893,000· 3) σημειοῦνται πρὸς τούτοις 1,416,000 διὰ τοὺς τόκους τοῦ προσωρινοῦ δανείου τῶν 15,000,000 φράγκων, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, καὶ οἱ ὁποῖοι θέλουσι πληρωθῆ ἐντὸς τοῦ ἐπιόντος ἔτους καὶ 4) προστίθενται περιπλέον 2,500,000 διὰ τόκους νέου δανείου, περὶ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται εἰς διαπραγματεύσεις· διότι ὅπως ἀπαντήσωμεν τὰς δαπάνας τοῦ 1881, ἔχομεν ἀνάγκην καὶ ἄλλου δανείου καὶ ἔπρεπε νὰ προβλέψωμεν διὰ τοὺς τόκους αὐτοῦ, καθόσον μέρος τοὐλάχιστον ἐνδέχεται νὰ πραγματοποιηθῇ κατὰ τὸ 1881, οὕτω δὲ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐσημειοῦτο εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους διὰ τόκους καὶ χρεωλύσιον τῶν ἐσωτερικῶν λεγομένων δανείων, ἀναβιβάζεται εἰς 18,451,000, ἤτοι πλέον τοῦ πέρυσιν ὑπολογισθέντος κατὰ 5,500,000. Δεύτερον κεφάλαιον τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον διαφέρει οὐσιωδῶς ἀπὸ τὸ περυσινόν, εἶναι τὸ κεφάλαιον τῶν δαπανῶν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους ἐσημειώθησαν 11,100,000 διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς δὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἐπιόντος ἔτους ἀναγράφονται 63,294,000, ὅ ἐστὶ ἑξαπλασιάζεται περίπου ἡ δαπάνη τοῦ ὑπουργείου. Τοῦτο δέ, κύριοι, γίνεται, διότι ἡ Κυβέρνησις ἀκολουθοῦσα τὸ πρόγραμμα αὐτῆς ἔχει σκοπὸν νὰ ἐπιτείνῃ ὅσον ἔνεστι τὰς παρασκευὰς τοῦ τόπου, καὶ διὰ τοῦτο ὁ μὲν ἐνεργὸς στρατὸς ἀναβιβάζεται εἰς 82,000 ἄνδρας, ἀναγράφονται δ’ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἑκατομμύριά τινα διὰ τὴν ἐθνοφρουρὰν καὶ ἄλλα πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ὑλικοῦ τοῦ πολέμου, τὸ ὁποῖον ἐνδέχεται νὰ παρουσιασθῇ ἀνάγκη νὰ προμηθευθῶμεν· διὰ τοῦτο ἀπὸ 11,100,000, τὰ ὁποῖα περιεῖχεν ὁ στρατιωτικὸς προϋπολογισμὸς τοῦ 1880, ζητοῦνται ἤδη 63,294,000, ἤτοι πλέον 52,000,000. Ἐννοεῖται ὅμως, ὅτι καὶ κατὰ τὸ ἐνεστὸς ἔτος αἱ στρατιωτικαὶ δαπάναι δὲν περιωρίσθησαν εἰς τὰ 11,100,000, διότι, ὡς γνωρίζετε, διὰ τῶν ἀναπληρωτικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων ἀνεβιβάσθησαν εἰς 55,000,000, ὥστε ἡ πραγματικὴ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δαπανῶν τοῦ 1880 καὶ τοῦ 1881 εἶναι περίπου 8,500,000. Τρίτον κεφάλαιον τὸ ὁποῖον παρουσιάζει οὐσιώδη διαφορὰν μεταξὺ τοῦ 1880 καὶ τοῦ 1881 εἶναι τὸ κεφάλαιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν· ἡ δαπάνη τοῦ ὑπουργείου τούτου κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὑπελογίσθη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εἰς 2,111,000, ἐφέτος δὲ ἀνέρχεται εἰς 5,103,000· σημειωτέον ὅμως, ὅτι κατὰ τὸ τρέχον ἔτος δι’ ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων προσετέθησαν εἰς τὰς δαπάνας τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ 9,250,000 καὶ ἡ ὅλη δαπάνη ἀναβιβάζεται εἰς 11,364, 000· ὥστε ἡ ζητουμένη διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1881 δαπάνη διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν εἶναι κατωτέρα ἀπὸ τὴν δαπάνην τοῦ 1880 κατὰ 6,258,000. Τὰ τρία λοιπὸν ταῦτα κεφάλαια τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερα, δηλαδὴ τὸ κεφάλαιον τοῦ ἐσωτερικοῦ χρέους, τὸ κεφάλαιον τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸ ἕτερον κεφάλαιον τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, συγκρινόμενα μὲ τὸν περυσινὸν προϋπολογισμὸν παρουσιάζουσιν ὑπέρβασιν κατὰ 60,700,000, εἰς τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο περιορίζεται σχεδὸν ἀκριβῶς ἡ διαφορὰ τῶν δύο προϋπολογισμῶν. Νομίζω, κύριοι, ὅτι, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐνδιατρίψω περισσότερον ἐξηγῶν ὑμῖν τὰ καθέκαστα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὀφείλω μόνον νὰ προσθέσω ὀλίγα τινὰ περὶ τῶν πόρων, δι’ ὧν φρονεῖ ἡ κυβέρνησις, ὅτι θέλει δυνηθῆ νὰ ἀναπληρώσῃ τὸ κολοσσαῖον ἀληθῶς ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ὁ ὑποβαλλόμενος προϋπολογισμὸς παρουσιάζει· πρὸς τοῦτο ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀναθεωρήσω ἐν περιλήψει πάντα τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ τρέχοντος ἔτους καὶ ἐπὶ τούτου ἐπικαλοῦμαι, ὄχι μόνον τὴν προσοχήν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνοχὴν ὑμῶν, διότι ἕνεκα τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον ἐνήργησε, καὶ κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἐτήρησεν, ὡς ἐπανειλημμένως ἐῤῥέθη, τὰς λογιστικὰς διατυπώσεις, καὶ ἕνεκα τῶν διαφόρων προσθηκῶν, τὰς ὁποίας οἱ νῦν ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν ἔκαμον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἰς τὰς ὑποβληθείσας πιστώσεις, ὑπέπεσα κατὰ τὰς προηγουμένας ἀγορεύσεις μου εἰς ἀνακριβείας τινάς, διὰ τὰς ὁποίας λυποῦμαι τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ διότι παρεξηγήθην ἀπό τινας· ἤδη θέλω διαλάβει ἀκριβῶς τὰ ποσά, εἰς τὰ ὁποῖα ἀναβαίνουν τόσον τὰ τακτικά, ὅσον καὶ τὰ ἔκτακτα ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ 1880, διὰ νὰ ἴδωμεν ὁποῖον ὑπόλοιπον θέλομεν ἔχει εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους, καὶ ποῖον θὰ ἦναι τὸ ποσόν, τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἀναπληρώσωμεν δι’ ἄλλων ἐκτάκτων πόρων. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1880 παρουσίαζεν ἔξοδα 52,665,000· δι’ εἰδικῶν νόμων προσετέθησαν εἰς αὐτὰ 395,000, διὰ διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἔτυχον ἤδη τοῦ κύρους τῆς Βουλῆς, ἐλήφθησαν 111,000, ὥστε τὸ σύνολον τῶν μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης κεκυρωμένων πιστώσεων ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀνέρχεται εἰς 53,162,000. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ἔχετε ὑπ’ ὄψιν ἀναπληρωτικὰς πιστώσεις τῶν ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν ἀνερχομένας εἰς 23,168,000, ἐκτάκτους δὲ τῶν αὐτῶν ὑπουργείων καὶ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκ δρ. 29,759,000. Ὅταν τὰ ποσὰ ταῦτα προστεθῶσιν εἰς τὰ ἤδη ἐψηφισμένα, τὸ σύνολον τῶν πιστώσεων τοῦ 1880 ἀναβαίνει εἰς 106,090,000· ἀπέναντι αὐτῶν ἔχετε τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880, τὰ ὁποῖα προϋπελογίσθησαν εἰς 46,716,000, ἑπομένως προκύπτει ἔλλειμμα 59,370,000. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἐνδέχεται νὰ μὴ ἀποβῇ ἐντελῶς ἀκριβές, διότι, καθ’ ἃς ἔκαμα παρατηρήσεις καὶ ἄλλοτε, τὰ ἔσοδα δὲν θέλουν πραγματοποιηθῆ ὅπως προϋπελογίσθησαν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν θέλω νὰ κάμω καμμίαν ἀφαίρεσιν, διότι ὑποθέτω ὅτι, καὶ ἐκ τῶν διαφόρων πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι περιλαμβάνονται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἢ εἰς τὰς ὑπὸ συζήτησιν ἀναπληρωτικὰς καὶ ἐκτάκτους πιστώσεις, θέλουν μείνει ἀδιάθετα ποσά, ἱκανὰ νὰ καλύψωσι τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων· ὥστε διὰ νὰ ἀποφύγω τὰς ἀντιῤῥήσεις, παραδέχομαι ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1880 εἶναι 59,000,000. Τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἐκαλύφθη ἢ θέλει καλυφθῆ ἐξ ἐκτάκτων πόρων, ἤτοι δανείων. Ἐλήφθησαν δὲ μέχρι τοῦδε ἐκ τοιούτων πόρων τὰ ἑξῆς ποσά: αʹ) τὸ ὑπὸ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον ὑπουργεῖον ἔλαβε κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1880 ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 δρ. 2,500,000· βʹ) τὸ ὑπὸ τὸν κ. Τρικούπην ὑπουργεῖον ἔλαβε κατὰ τὸν Ἀπρίλιον ἀπὸ τὸ αὐτὸ δάνειον 2,127, 000· γʹ) κατὰ τὰς ἀρχὰς Ἰουνίου ἐπώλησεν ὁμολογίας τοῦ αὐτοῦ δανείου, ἐκ τῶν ὁποίων εἰσέπραξεν 8,356,000· ὥστε ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ ἔτος 1880 δρ. 12,983,000· περιπλέον ἐλήφθησαν ἐκ τοῦ δανείου τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας 12,000,000· ὥστε τὸ ὅλον τῶν ληφθέντων ἀπὸ ἐκτάκτους πόρους ἀναβαίνει εἰς 24,983,000. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου πρέπει ν’ ἀφαιρέσητε τὰ διατεθέντα εἰς πληρωμὴν κινητῶν χρεῶν, ἤτοι ἐντόκων γραμματίων καὶ ἄλλων τινῶν προσωρινῶν δανείων, ἅτινα ἐν ὅλῳ συμποσοῦνται εἰς 11,097,000, ἑπομένως ἐκ τῶν ποσῶν τὰ ὁποῖα εἰσέπραξαν αἱ προκάτοχοι κυβερνήσεις ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 60,000,000 καὶ ἀπὸ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ὑπελείφθη διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ ποσὸν 13,886,000· πλὴν τοῦ ποσοῦ τούτου ἔλαβεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 15,000,000 φρ., 16,800,000 δρ., αἱ ὁποῖαι προστιθέμεναι εἰς τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέφερον ἀποτελοῦν 30,686,000 δραχμῶν. Ἂν ἀφαιρέσητε τὸ ποσὸν τοῦτο ἀπὸ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1880 ἐκ δραχμῶν 59,366,000 ὑπολείπεται πρὸς συμπλήρωσιν αὐτοῦ δραχμαὶ 28,687,000, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο εἴμεθα ἠναγκασμένοι, ἐὰν ψηφισθῶσιν αἱ πιστώσεις, νὰ προμηθευθῶμεν ἐκ νέου δανείου, ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲ δὲν ἔχομεν ἕτοιμον ἄλλο δάνειον παρὰ τὸ δάνειον τὸ πηγάζον ἀπὸ τὴν μετὰ τῆς Τραπέζης σύμβασιν, ἡ ὁποία συζητεῖται εἰς βʹ ἀνάγνωσιν. Ἐὰν ἡ ἡ σύμβασις αὕτη ἐπιψηφισθῇ, θέλει λάβει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν διάθεσίν της 52,000,000, ἐξ ὧν θέλομεν δαπανήσει πρὸς συμπλήρωσιν τῶν δαπανῶν τοῦ ἔτους 1880 δραχ. 28,687,000, ἑπομένως ἐκ τοῦ δανείου ἐκείνου θέλει μείνει ἐν ἀρχῇ τοῦ ἔτους εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως 23,320,000. Πλὴν τούτου ὑπάρχουσιν ἀδιάθετοι 7,185 ὁμολογίαι ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 καὶ ἐξ αὐτῶν ὑπολογίζεται ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσι 3,200,000. Ὑπάρχουσι δὲ διαθέσιμοι ὁμολογίαι τινὲς ἑνὸς ἄλλου παλαιοτέρου δανείου, ἐξ ὧν δύναται νὰ εἰσπραχθῶσι 600,000, τὸ ὅλον 3,800,000. Ἐπειδὴ δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία τῶν γραμματίων τῆς Ἰονίου Τραπέζης, ἀφοῦ δὲν αἴρεται ἡ τῶν γραμματίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ ἐπανέλθῃ ἐν ἰσχύϊ ἡ σύμβασις ἥτις ὑπῆρχε, πρὶν ἀποφασισθῇ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, θέλει εἶσθαι δυνατὸν νὰ λάβωμεν καὶ παρ’ αὐτῆς πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἶχε συνομολογηθῆ ὅτε τῷ 1877 τῇ ἐδόθη ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, 1,400,000· ὥστε τὸ ὅλον τῶν διαθεσίμων κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα ἐλπίζει νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν διάθεσίν της κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἔτους ἀνέρχονται εἰς 28,520,000. Ἀλλὰ μέχρι τῶν 61,197,000, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνέρχεται τὸ ἔλλειμμα, βλέπετε ὅτι λείπουσιν ἀκόμη 32,700,000. Τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν δύναται νὰ καλυφθῇ εἰμὴ διὰ νέου δανείου. Περὶ τοιούτου δανείου εὑρίσκεται ἡ Κυβέρνησις εἰς διαπραγματεύσεις, αἱ ὁποῖαι ἐλπίζω, ὅτι θέλουσι καταλήξει εἰς εὐάρεστον ἀποτέλεσμα. Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ν’ ἀποστείλω τοὺς πίνακας τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὸ τυπογραφεῖον.
§14ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ χθὲς γενομένη ἔρευνα τοῦ παρελθόντος μᾶς ἤγαγεν εἰς δύω σημεῖα, εἰς ἓν μὲν πολιτικὸν σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν ἐπιστράτευσιν, εἰς ἓν δὲ οἰκονομικὸν, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς ἐθνικῆς Τραπέζης. Νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἐρευνήσω ὡσαύτως ἑκατέραν τῶν δύο τούτων ἀρχῶν, διὰ νὰ εἰσφέρω καὶ ἐγὼ εἰς τὸ Κοινοβούλιον τὸ πενιχρὸν τοῦτο προϊόν τῆς ἐργασίας μου. Ἡ ἐπιστράτευσις ἐν πρώτοις, μοὶ φαίνεται, ὅτι πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ δύο ἐπόψεις, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς νομιμότητος καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς λυσιτελείας. Ἡ πρώτη ἔρευνα εἶναι ἔρευνα νομικὴ, ἡ δευτέρα εἶναι πολιτική. Ἂς ἐξετάσωμεν τὴν ἐπιστράτευσιν ὡς μέτρον νόμιμον ἢ μή. Τὸ διάταγμα περὶ ἐπιστρατεύσεως ἐστηρίχθη εἰς τὸν νόμον περὶ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ. Τὸ κείμενον τοῦ νόμου, ἐν ἄρθρῳ 15, διατάσσει «Ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατείας ἢ πολέμου διατάσσεται ἡ αὔξησις τῶν δυνάμεων, τῶν ὑπὸ τῶν προηγουμένων ἄρθρων ἀναφερομένων σωμάτων καὶ ὑπηρεσιῶν, καὶ συνιστῶνται νέα σώματα καὶ νέαι ὑπηρεσίαι διὰ βασιλικοῦ διατάγματος, προκαλουμένου ὑπὸ τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου. Παρούσης τῆς Βουλῆς, τὸ διάταγμα τοῦτο ἀνακοινοῦται εἰς αὐτὴν αὐθημερόν· ἀπούσης δὲ τῆς βουλῆς ἐκδίδεται τὸ διάταγμα μετὰ προηγουμένην σύγκλησιν καὶ ἀνακοινοῦται εἰς αὐτὴν εὐθὺς ὡς συνέλθῃ». Ὁ ἀγορεύσας προχθὲς σᾶς παρέστησεν, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, τὸν ὁποῖον σᾶς ἀνέγνων, μετέδιδεν εἰς τὴν κυβέρνησιν δικτατορικὴν ἐξουσίαν, καὶ ὅτι τῆς δικτατορικῆς ταύτης ἐξουσίας χρῆσιν ἐποιήσατο· σᾶς εἶπε μάλιστα προσέτι, ὅτι, καθ’ ὃν χρόνον συνετάσσετο ὁ στρατιωτικὸς οὗτος ὀργανισμὸς, εἰς τὸν συντάκτην αὐτοῦ ὑπῆρχεν ἡ πρόνοια, ὅτι ἦτο πιθανὴ ἡ μεταβολὴ τῶν πολιτικῶν περιστάσεων, καὶ ὅτι ἡ μεταβολὴ τῶν πολιτικῶν περιστάσεων ἤθελε προκαλέσει ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι ἤθελον καταστήσει ἀναπόφευκτον τὸ μέτρον τῆς ἐπιστρατεύσεως· καὶ ὅτι ἡ πρόβλεψις αὕτη ἐπραγματοποιήθη, αἱ ἀνάγκαι ἐπῆλθον, καὶ ἰδοὺ ἡ νομοθετικὴ πρόνοια, ἡ ὁποία τῷ παρέσχε τὴν εὐκολίαν νὰ δυνηθῇ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἐπελθούσας ταύτας ἀνάγκας. Ἐπιτρέψατέ μοι ν’ ἀμφιβάλλω περὶ ὅλων τούτων. Ἂν ἐθεωρεῖτο ὑπὸ τοῦ συντάκτου τοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ πιθανὴ ἡ μεταβολὴ τῶν πολιτικῶν περιστάσεων, ἥτις ἤθελεν ἐπιφέρει τὰς ἀνάγκας, τῶν ὁποίων τὴν θεραπείαν σκοπεῖ ἡ ἐπιστράτευσις, δὲν ἤθελεν ἀφήσει τὸ κοινοβούλιον ξένον τῆς προνοίας του ταύτης· ἤθελεν ἐγκαίρως φωτίσει τὸ κοινοβούλιον, ἤθελεν ἐγκαίρως μεριμνήσει μετὰ τοῦ κοινοβουλίου περὶ τῆς θεραπείας αὐτῆς; τῆς πιθανῆς καὶ ἐνδεχομένης ἀνάγκης, καὶ, ἂν ἐγκαίρως ἀνεκοίνονε τὴν πρόνοιάν του ταύτην εἰς τὸ κοινοβούλιον, καὶ ἂν συνέπραττεν ἐγκαίρως μετὰ τοῦ κοινοβουλίου, ἤθελεν ἀπαλλαγῆ τῆς ὀχληρᾶς τῷ ὄντι θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθε, νὰ ἀναγκασθῇ νὰ ἀναλάβῃ τὴν δικτατορίαν. Ἀλλὰ πάντες ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἀνεκοινώθη τοιαύτη ἐνδεχομένη περίπτωσις εἰς τὸ κοινοβούλιον, ἀλλὰ τὸ κοινοβούλιον προετράπη νὰ μὴ λάβῃ αὐτὴν παντάπασιν ὑπ’ ὄψιν, καὶ τὸ κοινοβούλιον ἔλαβε διαβεβαίωσιν, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνεβούλευον αὐτὸ ἄλλως, ἐπλανῶντο ἢ ἐπλάνων τὸ κοινοβούλιον. Ἀλλὰ δὲν ἔχετε ἀνάγκην τῆς ἐμῆς κρίσεως, διὰ νὰ μὴ ἀποδεχθῆτε ἀβασανίστως τὴν ἀνακοίνωσιν ταύτην ἥτις σᾶς ἐγένετο, ὅτι ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος διάταξις τοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, ὅτι αἱ διατάξεις αὐτοῦ μαρτυροῦσι τὴν πρόνοιαν τῆς ἐπελθούσης πολιτικῆς ἀνάγκης, ἔχετε τὴν ὁμολογίαν τοῦ προχθὲς ἀγορεύσαντος. Σᾶς εἶπε προχθές, ὅτι ἡ πολιτικὴ μεταβολὴ τῆς Ἀγγλίας δὲν ἐφαίνετο αὐτῷ πιθανὴ, καὶ ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐφαίνετο αὐτῷ πιθανὴ πρὸ τοῦ ἀποτελέσματος τῶν ἐκλογῶν ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὸ ἀποτέλεσμα ἀκόμη, καὶ ὅταν ἀνεβιβάσθη ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ἐκεῖνος, ὅστις κυβερνᾷ ἤδη τὸ μέγα ἐκεῖνο κράτος, καὶ τότε ἀκόμη ἐδίσταζε περὶ τῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται αἱ πολιτικαὶ περιστάσεις τῆς Εὐρώπης, καὶ ἐπερίμενε νὰ διατυπώσῃ τέλος πάντων ἡ ἐπελθοῦσα ἐν Ἀγγλίᾳ Κυβέρνησις τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἔμελλε ν’ ἀκολουθήσῃ. Ἀλλὰ δὲν μᾶς διαφέρει, κύριοι, νὰ ἐρευνήσωμεν, ἐὰν εἶχε πραγματικῶς τὴν πρόνοιαν ταύτην, ὅταν συνέτασσεν ὁ προχθὲς ἀγορεύσας τὸν νόμον περὶ στρατιωτικῆς ὀργανώσεως· μᾶς διαφέρει νὰ μάθωμεν, ἂν ἀληθῶς ὁ νόμος περὶ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ παρεῖχε δικτατορίαν εἴς τινα, καὶ ἂν μόνον ὁ νόμος, καὶ ὄχι ἀνάγκη τοῦ κράτους, μόνον ὁ νόμος ἔδιδε δικαίωμα εἰς τὸν ἐκτελεστὴν αὐτοῦ νὰ πράξῃ ὅσα ἐπράχθησαν κατὰ τὴν ἀπουσίαν τοῦ κοινοβουλίου. Τὴν δικτατορίαν, κύριοι, χορηγοῦσιν οἱ νόμοι, εἴτε δι’ ὡρισμένην ἀνάγκην καὶ ἐπὶ ὡρισμένῃ περιπτώσει, εἴτε καθολικῶς· ἀλλ’ οἱ νόμοι ψηφίζονται εἰς τὰ συνταγματικὰ κράτη ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, τὴν δὲ νομοθετικὴν ἐξουσίαν δὲν ἀσκεῖ μόνον εἷς· ἀσκεῖ μετὰ τοῦ ἡγεμόνος ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ τόπου, ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ τόπου παρίσταται διὰ τοῦ κοινοβουλίου, τὸ κοινοβούλιον εἶναι πολὺ ζηλότυπον τῶν δικαιωμάτων του, καὶ οὐδέποτε παρέχει ἡ ἱστορία παράδειγμα, ὅτι κοινοβούλιον μετεβίβασε δικτατορικὴν ἐξουσίαν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, εἰμὴ ὅταν ἀνεγνωρισμέναι, ἐπικείμεναι καὶ πανθομολογούμεναι ἀνάγκαι τοῦ κράτους ἐπέβαλλον εἰς αὐτὸ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀπεκδυθῇ ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν ταύτην. Ἀλλ’ ὅταν τὸ κοινοβούλιον ἐψήφιζε τὸν στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν εἶχεν ἐν τῷ νῷ αὐτοῦ τὴν ἔννοιαν νὰ μεταδώσῃ τοιαύτην ἐξουσίαν εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἀρχήν; Τὸ κοινοβούλιον εἶχε βεβαιωθῆ παρ’ αὐτοῦ τοῦ προχθὲς ἀγορεύσαντος, ὅτι οὐδεμία πολιτικὴ ἀνάγκη ὑπῆρχεν. Ὁ νόμος λοιπὸν δὲν μετέδιδε δικτατορικὴν ἐξουσίαν, μεταδίδει ἐξουσίαν, ἀλλὰ τὴν μεταδίδει ὑπὸ ἕνα ὅρον· ἐπέτρεπεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον νὰ καλέσῃ τὴν ἐπιστρατείαν διὰ διατάγματος, ἀλλὰ τὴν ἐξουσίαν ταύτην τὴν ἐδέσμευσεν ὑπὸ τοῦ ὅρου τῆς ἀμέσου συγκλήσεως τοῦ κοινοβουλίου. Ὁ νόμος περὶ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ δὲν ἔδιδε δικτατορικὴν ἐξουσίαν. Ἀλλὰ σᾶς ὁμιλοῦσι περὶ δικτατορικῆς ἐξουσίας, ὡς περὶ πράγματος κοινοῦ καὶ συνήθους, τὸ ὁποῖον δύναται πᾶς τις νὰ ἐπιχειρήσῃ, καὶ τὸ ὁποῖον πάντες δύνανται νὰ ἀνέχωνται· ἡ δικτατορικὴ ἐξουσία καθίσταται δυνατὴ εἴς τινα, ἐὰν ἀναληφθῇ ὑπ’ αὐτοῦ, ὅταν αἱ περιστάσεις τὴν καθιστῶσιν ἀναπόφευκτον· ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τὴν ἀναλαμβάνει, πρέπει νὰ ἐγένετο ἄξιος αὐτῆς διὰ τῶν προηγουμένων καὶ τοῦ παρελθόντος αὐτοῦ, πρέπει καὶ τὸ ἔθνος νὰ ἦναι πεπεισμένον, ὅτι, ἐὰν ἀναλάβῃ τὴν ἐξουσίαν αὐτὸς, θέλει ὁδηγήσει τὸ ἔθνος εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον προτίθεται. Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ πιστεύωμεν ὅλα ὅσα ἀκούομεν. Ἐὰν ὑπάρχωσιν ἄνθρωποι, οἵτινες συμβαίνει νὰ θαυμάζωσιν ἢ ἐπαινῶσιν ἡμᾶς, δὲν πρέπει νὰ δίδωμεν πίστιν εἰς τοὺς θαυμασμοὺς καὶ ἐπαίνους αὐτῶν. Δὲν ἀρκεῖ νὰ ὀνομάζηταί τις δὲν ἠξεύρω μὲ ποῖον ὄνομα ἐν Πειραιεῖ, ἢ μὲ ποῖον ἄλλο ἐν τῷ κοινοβουλίῳ, ἵνα πιστεύῃ, ὅτι πράγματι εἶναι ἰσότιμος πρὸς τὸ ὄνομα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τῷ ἀποδίδουσιν. Εἶπον ἄλλοτε, ὅτι δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἦναι εὐτύχημα διὰ τὴν Ἑλλάδα, ὅτι μέχρι τοῦδε δὲν παρέστη ἐν αὐτῇ ἄνθρωπος ἔχων τοσοῦτον ὑψηλὸν ἀνάστημα, διὰ νὰ ἁρπάσῃ καὶ κρατήσῃ τοσούτῳ μεγάλην ἐξουσίαν, οἵα ἡ δικτατορική. Ἡ ἐξουσία αὕτη εἶναι μεγάλη, διότι καταῤῥίπτει τὸ κράτος ὅλων τῶν νόμων καὶ ἀντικαθιστᾷ εἰς τοὺς νόμους τὴν θέλησιν ἐκείνου, ὅστις τὴν ἀναλαμβάνει· Εἶπον ἄλλοτε, ὅτι δὲν γνωρίζω ἂν εὐτυχῶς ἢ δυστυχῶς διὰ τὸν τόπον μας δὲν ὑπῆρξαν τοιαῦτα ἀναστήματα, εἴμεθα ὅλοι σχεδὸν ἴσου ἀναστήματος, καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ μικρὰ διαφορὰ, δὲν πρέπει οὔτε τοὺς μὲν νὰ πτοήσῃ, οὔτε τοὺς δὲ νὰ ἐνθαῤῥύνῃ, ἵνα νομίζωσιν, ὅτι ἐγένοντο δικτάτορες, διότι προεκάλεσαν τὸ διάταγμα, δι’ οὗ ἐλήφθη τὸ μέτρον τῆς ἐπιστρατεύσεως. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους σᾶς ἐξέθηκα, ἡ περὶ ἐπιστρατεύσεως ἐνέργεια τοῦ ὑπουργείου δὲν ἦτο νόμιμος. Ἤθελεν εἶσθαι νόμιμος, ἠδύνατο ἡ κυβέρνησις πρὶν ἐκδώσῃ τὸ διάταγμα, ἔπρεπεν ὅμως νὰ συγκαλέσῃ ἀμέσως τὴν Βουλὴν, καὶ ἀνακοινώσῃ ἀμέσως εἰς αὐτὴν τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκεν ἐν ἀπουσίᾳ αὐτῆς· διότι μόνη ἡ Βουλὴ δύναται νὰ παράσχῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν τὰ μέσα, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῶσιν αἱ διατάξεις, αἵτινες περιελήφθησαν ἐν τῷ διατάγματι. Ἀλλὰ τὸ μέτρον τῆς ἐπιστρατεύσεως εἶναι πολιτικῶς λυσιτελές· νομίζω, ὅτι εἶναι ἀξία τῆς προσοχῆς τοῦ Κοινοβουλίου ἡ μελέτη αὕτη, διότι δὲν θέλει καταλήξει μόνον εἰς τὸ νὰ ἐλέγξῃ τὸ παρελθὸν, ἀλλὰ καὶ νὰ δώσῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον τὸν μίτον, δι’ οὗ δύναται νὰ ὁδηγήσῃ εἰς αὐτὸ τὴν ἀνεύρεσιν τοῦ πράγματι λυσιτελοῦς εἰς τὸν τόπον. Τὸ μέτρον τῆς ἐπιστρατεύσεως δὲν εἶναι σκοπός. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ προχθὲς ἀγορεύσας σᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ μέτρον τῆς ἐπιστρατεύσεως τείνει πρὸς δύο σκοποὺς καὶ ὄχι πρὸς ἕνα· ἀληθῶς καὶ αὐτὸς ὡμολόγησεν, ὅτι αὐτὸ τοῦτο τὸ μέτρον καθ’ ἑαυτὸ δὲν εἶναι σκοπὸς, ἀλλ’ εἶναι μέσον πρὸς ζήτησιν τοῦ σκοποῦ. Σᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ μέτρον τῆς ἐπιστρατεύσεως προτίθεται δύο σκοποὺς, ἕνα σκοπὸν ἀπώτερον, τὴν στρατιωτικὴν ἄσκησιν τῆς χώρας, ἕνα σκοπὸν ἐγγύτερον καὶ ἄμεσον, τὴν συνδρομὴν, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ προσδοκᾷ τις ἐξ αὐτῆς διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ πρωτοκόλλου 13. Ὁ σκοπὸς ὁ ἀπώτερος τῆς γενικῆς ἐκγυμνάσεως τῆς Ἑλληνικῆς νεολαίας διὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως βεβαίως ἐπιτυγχάνεται, ἀλλὰ μόνον αὐτὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογήσῃ τὸ μέτρον. Ἡ ἄσκησις τῆς Ἑλληνικῆς νεολαίας εἰς τὰ ὅπλα ἐγένετο ἀποδεκτὴ ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας διὰ τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, ὅστις κατέστησεν αὐτὴν ἀναγκαίαν· ἀλλὰ κατένειμε τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς κατὰ περιόδους χρονικὰς, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἀνεύρῃ τις, ὅταν ἀναγνώσῃ τὸν νόμον τὸν στρατολογικόν. Κατὰ τὸν νόμον περὶ στρατολογίας ἀπαιτοῦνται 10 ἔτη, διὰ νὰ ἀσκηθῇ ὅλη ἡ Ἑλληνικὴ νεολαία. Ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία δὲν θὰ ἐσυγχωρεῖτο, ἐὰν ἐπεθύμει νὰ ἐξασκήσῃ ὅλην τὴν Ἑλληνικὴν νεολαίαν ἐντὸς ἑνὸς ἔτους, διότι ἤθελεν ἀναγκασθῆ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ σᾶς νὰ ἐπιβάλητε εἰς τὸ Κράτος 60, 100,150 ἑκατομμύρια δαπάνας. Ὥστε μόνος ὁ σκοπὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀσκήσεως ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς νεολαίας συγχρόνως δὲ ἦτο ἱκανὸς νὰ δικαιολογήσῃ τὸ μέτρον τῆς ἐπιστρατείας. Ἂν καὶ ὁ σκοπὸς αὐτὸς ἐπιτυγχάνηται διὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως, δὲν ἔπρεπεν ὅμως νὰ μνημονευθῇ εἰδικῶς πρὸς δικαιολόγησιν τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἔπρεπε δὲ νὰ δικαιολογηθῇ διὰ τοῦ κυρίου σκοποῦ αὐτῆς, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἐπιστράτευσις ἐγένετο· καὶ κύριος σκοπὸς εἶναι ἡ συνδρομή, τὴν ὁποίαν προσδοκῶμεν ἐκ τοῦ μέτρου τούτου πρὸς ἐπιζήτησιν καὶ ἐπιτυχίαν τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως τῆς Εὐρώπης. Λοιπὸν πρέπει νὰ ἐρευνήσωμεν ἂν τὸ μέτρον τοῦτο τῆς Κυβερνήσεως ἦτο τὸ ἀπολύτως ἐπιβαλλόμενον εἰς τὴν Ἑλλάδα, διὰ νὰ ἐπιδιώξῃ τοῦτον τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον κυρίως προτίθεται. Διὰ νὰ κρίνω καὶ ἑπομένως δυνηθῶ νὰ φέρω ἀσφαλῶς γνώμην εἰς τὸ κοινοβούλιον, ἔπρεπε νὰ κατέχω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κυβερνῶντες προὐκάλεσαν τὸ μέτρον τοῦτο, κατεῖχον καθ’ ἣν στιγμὴν προεκάλεσαν αὐτό· διότι βεβαίως ἐκεῖνοι, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν, ἃς κατεῖχον, ἐπείσθησαν, ὅτι τὸ μέτρον αὐτὸ ἦτο τὸ μόνον καὶ ἀποκλειστικῶς ἐπιβαλλόμενον πρὸς ἐπιζήτησιν τῆς περαιτέρω ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως τῆς Εὐρώπης. Ἐγὼ τὰς πληροφορίας ταύτας δὲν τὰς κατέχω· ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ἂν αἱ Κυβερνήσεις καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξαν, προκαλέσασαι τὸ μέτρον τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἢ πιστεύσασαι, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο θέλει ἀγάγει αὐτὰς καὶ τὸν τόπον εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον πρὸ τριῶν ἐτῶν ἐπιζητοῦμεν. Ὅταν ἐξεδόθη τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως, τὸ κοινοβούλιον δὲν ἦτο παρὸν, ἐγὼ δὲ ὡς ἄτομον ἐτήρησα ἄκραν σιγήν. Δὲν ἔφερα οὐδεμίαν γνώμην περὶ αὐτοῦ, διότι δὲν ἠδυνάμην νὰ φέρω γνώμην, διότι δὲν ἐγνώριζον ἂν ἦτο χρήσιμον ἢ ὄχι. Ὅταν τὸ διάταγμα ἐξετελεῖτο, ἔβλεπον τὰς ἀτελείας, ἔψαυον πολλαχοῦ τὰς πλημμελείας τῆς διοικήσεως περὶ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ· δὲν μὲ διελάνθανεν ἡ ἀνεπάρκεια τῶν μέσων· ἀλλ’ εἶχον καθῆκον ὡς πολιτικός, καὶ τοῦτο τὸ ἐτήρησα, νὰ μὴ ἐξασθενίσω παντάπασι τοὺς σκοποὺς, τοὺς ὁποίους ἡ κυβέρνησις δι’ αὐτοῦ ἐπεζήτει, νὰ μὴ ἐγείρω εἰς τοὺς συμπολίτας μου τὸν ἐλάχιστον δισταγμὸν περὶ τῆς λυσιτελείας τοῦ μέτρου, ἀφοῦ ἡ κυβέρνησις τὸ ἀπεφάσισε, καὶ ἐτήρησα ἄκραν σιγήν. Ἡ σιγή μου δὲν ἦτο ἐπιδοκιμασία, διότι δὲν ἤμην εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω οὔτε τὴν λυσιτέλειαν οὔτε τὴν βλάβην, καὶ ἂν παρέστην μετ’ ἄλλων πολιτῶν διὰ νὰ ἴδω μακρόθεν θέαμα, τὸ ὁποῖον ἐδόθη κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ φθινοπώρου ὑπὸ τῆς τότε κυβερνήσεως, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον συνῆλθεν ὅλον τὸ Ἀθηναϊκὸν κοινόν, βεβαιωθῆτε, ὅτι ἀπῆλθον τότε ἐκ τοῦ πεδίου τοῦ Ἄρεως περισσότερον τεθλιμμένος, παρὰ ὑπερηφανευόμενος διὰ τὴν ἐπίδειξιν ἐκείνην τῆς στρατιωτικῆς ἰσχύος τοῦ ἔθνους, τὴν ὁποίαν μετὰ τοσαύτης ἐπιπολαιότητος εἶχεν ἐπιζητήσει ἡ πεσοῦσα κυβέρνησις. Ἀφ’ οὗ συνῆλθεν ἡ Βουλή, ἐπεθύμησα νὰ μάθω, ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν καὶ ἀζήμιον εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ποίας εἶχε πληροφορίας ἡ Κυβέρνησις, ὅταν προσέφυγεν εἰς τὸ μέσον τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἵνα κρίνω περὶ τῆς λυσιτελείας καὶ χρησιμότητος τοῦ μέτρου. Εἰς τὴν Βουλὴν ἤκουσα τοῦ πρώην προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ μὲν Βασιλικὸς λόγος ἔλεγε· «βεβαία ) δ’ οὖσα ἡ ἐκτέλεσις, ἐπιβάλλει καὶ εἰς ἡμᾶς ἐνεργείας, ὧν ) ὁ κανονισμὸς ἔσται τὸ κύριον ἀντικείμενον τῶν διασκέψεων κτ.λ.» ὁ δὲ πρώην πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅταν ὡμίλησε τὸ πρῶτον εἰς τὴν Βουλήν, ἀφῆκε διὰ τῆς ἀγορεύσεως αὑτοῦ δισταγμοὺς περὶ τοῦ ἂν πρέπῃ νὰ ζητηθῶσιν ἵνα κατατεθῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ τὰ μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν Κυβερνήσεων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἀνταλλαγέντα διπλωματικὰ ἔγγραφα, διὰ νὰ φωτισθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ἀληθείας. Τότε ὁ πρόεδρος τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως ἀπήγγειλε μόνον μίαν λέξιν πρὸς φωτισμὸν τοῦ Κοινοβουλίου «ὁ κ. Τρικούπης ἐνήργησεν αὐτογνωμόνως ἰδίᾳ θελήσει.» Ὁ δὲ πρώην πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, παρὼν καὶ ἀκούσας τὴν λέξιν, ἐβεβαίωσεν, ὅτι «εἰς τὰ περὶ τῆς ἐπιστρατεύσεως μάλιστα» (σελ. 51 καὶ 52 τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς.) Ὥστε ἔχομεν μίαν πληροφορίαν ἀναντίῤῥητον, ὅτι τὸ μέτρον τῆς ἐπιστρατείας δὲν τὸ ἐσυμβούλευσέ τις εἰς τὴν Ἑλλάδα, πληροφορίαν στηριζομένην εἰς τὴν βεβαίωσιν τοῦ ἐνεστῶτος Πρωθυπουργοῦ, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ πεσὼν πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου παρεδέχθη ὡς ἀληθῆ. Λοιπὸν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις μόνη ἔκρινεν, ὅτι τὸ μέτρον τῆς ἐπιστρατεύσεως ἦτο λυσιτελές. Ἀλλὰ πρὸς ποῖον σκοπόν; Ἐπιθυμῶ καὶ τοῦτο νὰ μάθω ἵνα δυνηθῶ νὰ κρίνω περὶ αὐτοῦ. Ἀναγινώσκω ἐν σελίδι 4 τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς λόγον τοῦ πρώην πρωθυπουργοῦ «κατὰ τὸ καθεστὼς τῆς ἐπιστρατεύσεως ὁλόκληρος ὁ στρατεύσιμος Ἑλλην. λαὸς θὰ ἐκγυμνασθῇ ὅπως ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον αὑτοῦ πρὸς πραγματοποίησιν τῶν ἀποφάσεων τῆς Εὐρώπης» Λοιπὸν ἔχομεν τὸν Β. λόγον ἀνακοινοῦντα, ὅτι ἡ ἐπιστράτευσις γίνεται ἐπειδὴ εἶναι βεβαία ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἀποφάσεων τῆς Εὐρώπης καὶ ὅτι θέλει μείνει μέχρι τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἀποφάσεων τῆς Εὐρώπης· ἔχομεν ἤδη τὴν ἀγόρευσιν τοῦ πρωθυπουργοῦ, καθ’ ἣν ἡ ἐπιστράτευσις ἔγεινε πρὸς πραγματοποίησιν τῶν ἀποφάσεων τῆς Εὐρώπης. Ὅλα αὐτὰ μοὶ φαίνονται φράσεις κεναὶ ἐννοίας, ἀσαφεῖς καὶ ἀμφίβολοι· μοὶ φαίνονται λέξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν μεταδίδουσιν ἀμέσως καὶ καθαρῶς καὶ ἀναντιῤῥήτως ἔννοιαν εὐκρινῆ καὶ ἁπλῆν. Ἀφ’ οὗ ἡ ἐπιστράτευσις δὲν ἐγένετο κατὰ συμβουλὴν τῆς Εὐρώπης, ἡμεῖς ἐπιστρατεύομεν διὰ νὰ μείνωμεν εἰς τὰ ὅπλα μέχρι τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἀποφάσεων τῆς Εὐρώπης· ἐπιστρατεύομεν πρὸς πραγματοποίησιν τῶν ἀποφάσεων τῆς Εὐρώπης. Λοιπὸν ὁ στρατὸς ὁ ὑπὸ τὰ ὅπλα θέλει περιμένει μέχρις οὗ ἡ Εὐρώπη εἴπῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα «πήγαινε νὰ καταλάβῃς τὰς χώρας;» Καὶ ὅταν, κύριοι, λέγομεν Εὐρώπην πρέπει νὰ ἀναλύσωμεν καλλίτερον τὸν ὅρον τὸν ὁποῖον μεταχειριζόμεθα. Ἡ Εὐρώπη δὲν εἶναι εἷς ἄνθρωπος. Ἐπὶ τῆς προκειμένης περιστάσεως ἐννοοῦμεν πάσας τὰς δυνάμεις τὰς ὑπογραψάσας τὴν συνθήκην τοῦ Βερολίνου, αἵτινες εἶναι ἕξ, διότι δὲν πρέπει νὰ περιλαμβάνωμεν καὶ τὴν Τουρκίαν. Μᾶς εἶπον ὅτι ἐπῆλθεν ἡ ὥρα νὰ μεταβῶμεν νὰ καταλάβωμεν τὰς χώρας; Τότε ἡ ἐπιστράτευσις ἔπρεπε νὰ τεθῇ ἐν ἐνεργείᾳ. Ὑποθέτω, ὅτι, ἂν αἱ δυνάμεις ἤθελε κατωρθωθῆ νὰ ὁμοφωνήσωσιν ἐντὸς χρόνου τινός, ἠδύναντο νὰ μᾶς προτρέψωσι νὰ καταλάβωμεν τὰς χώρας. Αὐτὸ ἠδυνήθην νὰ συναγάγω ἐκ τῆς ἑρμηνείας τοῦ Β. λόγου καὶ ἐκ τῶν ἀγορεύσεων τοῦ πρώην πρωθυπουργοῦ. Ἀλλ’ ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τῆς λυσιτελείας καὶ χρησιμότητος τοῦ μέτρου, ὁμιλῶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα ἁπλοῦ μέλους τοῦ Κοινοβουλίου. Ἠμπορεῖ νὰ μὴ θεωρῆται ἐντελῶς ἄχρηστος εἰς τὸ Κοινοβούλιον ἡ γνώμη μου, ἂν καὶ αὕτη δὲν ἔχει τὸν ὄγκον τὸν ὁποῖον ἔχει ἡ γνώμη ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἡγοῦνται τῆς πλειοψηφίας καὶ διερμηνεύουσι τὸ φρόνημα αὐτῆς. Ἐπεθύμουν βεβαίως νὰ ἀκούσω τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Τοιαύτην ἐννοεῖ τὴν ἐπιστράτευσιν; Ποῖον ἀποδίδει εἰς αὐτὴν σκοπόν; Καὶ ὅταν ἀκούσω τὴν γνώμην τῆς κυβερνήσεως, θέλω βεβαίως καὶ ἐγὼ δυνηθῆ νὰ φέρω ἀσφαλεστέραν γνώμην περὶ τῆς χρησιμότητος καὶ τῆς λυσιτελείας τοῦ μέτρου. Ἀλλὰ δὲν ἐμποδίζομαι, κύριοι, καὶ ἀπὸ τοῦδε νὰ σᾶς εἴπω τὶ φρονῶ. Ἐλπίζω νὰ μὴ θεωρήσητε τοῦτο ὡς ὑπερβολικὴν ἀξίωσιν ἐκ μέρου μου· ἀλλὰ χρεωστῶ νὰ μὴ ἀποφύγω νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, διότι προχθὲς ἐξετόξευσεν ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης μέλος τοῦ παρελθόντος ὑπουργείου τὴν αἰτίασιν, ὅτι ἐγὼ δὲν ἔχω πολιτικὴν γνώμην, καὶ ὅτι διὰ τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ κατέχω ἀξιοπρεπῆ θέσιν ἐν τῷ κοινοβουλίῳ. Δὲν διεκδικῶ πρὸς οὐδένα τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν ἕκαστος κατέχει, ἂν καὶ ἀξιοπρεπῆ θέσιν κατέχουσι μόνοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνεισφέρουσιν εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλίου, καὶ δύνανται νὰ συνεισφέρωσι πρὸς τοῦτο τὴν πνευματικὴν συνδρομήν των. Εἶπον δὲ ταῦτα ἂν καὶ ὑπερορῶ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες νομίζουσιν, ὅτι δύνανται νὰ κανονίζωσι τὶς ὁ κατέχων, ἢ τοὐναντίον, ἀξιοπρεπῆ θέσιν ἐν τῷ κοινοβουλίῳ, ὡς συνεισφέρων εἰς τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ. Ἀλλὰ ἀφοῦ ἐξετόξευσε τὴν αἰτίασιν αὐτήν, πρέπει νὰ ἀποφράξω τὴν ὁδὸν, διότι εἶναι πολλοὶ μαχηταὶ εἰς τὴν πτέρυγα ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει ἐκεῖνος, ὅστις ἐξετόξευσε τὴν αἰτίασιν, καὶ δύνανται νὰ εὕρωσιν οἱ μαχηταὶ οὗτοι ἀνοικτὸν τὸν δρόμον, καὶ νὰ τραπῶσιν ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον ἐπὶ τῆς αὐτῆς ὁδοῦ, Νομίζω, ὅτι τὸ κοινοβούλιον, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἔχῃ ἀσφαλῆ γνώμην, καὶ ὅσον εἶναι δυνατὸν σύμφωνον πρὸς τὰ συμφέροντα τὰ ἐθνικὰ, πρέπει νὰ λάβῃ γνῶσίν τινα τῶν ἐξωτερικῶν σχέσεων τῆς Ἑλλάδος, τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς πρέπει ν’ ἀκολουθήσῃ, τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον τὸ Κράτος πρέπει νὰ ἐπιδιώξῃ δι’ ἑαυτὸ καὶ διὰ τοὺς ὁμοφύλους αὐτοῦ. Ὑπάρχει σχολὴ, ἡ ὁποία ἰδίως μετὰ τὰς ἐργασίας τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου ἀνεπέτασσε τὴν σημαίαν, ἡ ὁποία νομίζει ὅτι τὸ Κράτος ἔχει ἀποστολὴν τὴν Ἡγεμονίαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἀλλὰ τῆς σχολῆς ταύτης τὸ πρόγραμμα θέλει ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὸ νὰ περιτειλίξῃ ὑπὸ τὸ μικρὸν νήπιον, τὸ Κράτος τῆς Ἑλλάδος, διὰ μιᾶς μεγάλης καὶ πολυτελοῦς χλαμύδος. Ἀλλ’ ἡ χλαμὺς ἀρέσκει εἰς πάντας, πρέπει ὅμως καὶ πάντες νὰ νοήσωσιν ὅτι αὕτη ἤθελε ἀποφράξει τὴν ἀναπνοὴν τοῦ μικροῦ νηπίου· οὕτω δὲ ἐκεῖνοι, ἐπὶ τῶν ὁποίων τὸ Κράτος ἤθελεν ἀναλάβει τὴν Ἡγεμονίαν, ἦτον ἀδύνατον νὰ προσδοκῶσί τι παρ’ αὐτοῦ, καὶ τὸ Κράτος δὲ αὐτὸ ἀδύνατον νὰ ὠφελήσῃ αὐτούς. Ἡ σχολὴ ἐκείνη ἦτο τοσοῦτον πεπεισμένη περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς γνώμης της, ὥστε δὲν ἐδίστασε νὰ μὲ ἐγκαλέσῃ ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ νὰ μοὶ καταγνώσῃ οὐδὲν ὀλιγώτερον εἰμὴ προδοσίαν τῶν συμφερόντων τοῦ Ἔθνους, διότι ἐγὼ ἐζήτησα ἐν Βερολίνῳ τὴν ἐπέκτασιν τῶν ὁρίων τοῦ Κράτους. Ἀληθῶς δὲν ἔχω τὴν γνώμην τῆς σχολῆς αὐτῆς. Φρονῶ ὅτι ἡ Ἡγεμονία δὲν δίδεται, ἀλλ’ ὅτι ἡ Ἡγεμονία λαμβάνεται, καὶ λαμβάνεται ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι ἰσχυροὶ καὶ δύνανται νὰ ἀσκήσωσιν αὐτήν. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύσω τὴν πατρίδα μου ἐν τῷ Συνεδρίῳ τοῦ Βερολίνου, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ δελεασθῶ ὑπὸ τῶν χρυσῶν ποικιλμάτων τῆς Ἡγεμονικῆς χλαμύδος, ὅτι ἔπρεπε νὰ ζητήσω πραγματικὴν ἐπικουρίαν διὰ τὸ Βασίλειον τὸ ὁποῖον μὲ εἶχεν ἀποστείλει ὡς ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος, διότι ἐν τῇ ἐπικουρίᾳ ταύτῃ ὑπῆρχεν ἡ ἐνίσχυσις αὐτοῦ, ἥτις ἠδύνατο νὰ θερμάνῃ καὶ νὰ πραγματοποιήσῃ τὰς ἐλπίδας τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐζήτησα τὴν ἐπικουρίαν ταύτην, καὶ ἀφοῦ κατωρθώθη ἡ Εὐρώπη νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν ὀρθότητα τῶν ἰσχυρισμῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, καὶ νὰ ἀναγράψῃ τὸ πρωτόκολλον 13, δὲν ἐθεώρησα, κύριοι, οὔτε ὅτι ἐπερατώθη ὁ σκοπὸς τῆς Ἑλλάδος, οὔτε ὅτι ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ ἦναι πλέον ἀδιάφορος περὶ τοῦ μέλλοντος τῆς ὑπολοίπου Ἀνατολῆς. Τὸ πρωτόκολλον 13 καὶ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ ἐθεώρησα σταθμὸν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς πρέπει νὰ σταματήσῃ χρόνον τινὰ, ἵνα ἀναπνεύσῃ, ἵνα ὀργανωθῇ καὶ ἐνισχυθῇ, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν περαιτέρω ἐκπολιτιστικὴν ἐπιῤῥοήν του ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ἐὰν δὲ τοιοῦτον ἦναι τὸ πρωτόκολλον 13, ἔχομεν συμφέρον νὰ ἐκτελεσθῇ ἀκριβῶς καὶ ἀνελλιπῶς, ἔχομεν δὲ καὶ μέγα συμφέρον νὰ συνδυάσωμεν τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ μὲ τὴν περαιτέρω συντήρησιν τοῦ ὑπολοίπου καθεστῶτος ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ἡ ἀνατροπὴ τοῦ ὑπολοίπου ἐν τῇ Ἀνατολῇ καθεστῶτος θέλει μεταβάλει τὸν σταθμόν, θέλει τὸν καταστήσει ὁριστικὸν τέρμα τῆς ὁδοιπορίας τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὸ δὲ Ἑλληνικὸν Κράτος καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς δὲν ἔχουσι τοιοῦτον συμφέρον· ἐξ ἐναντίας θέλουσιν ἴδει βλαπτόμενα καὶ καταστρεφόμενα τὰς ἐλπίδας καὶ τὰ δικαιώματα, ἐὰν ἴδωσι περατωμένην τὴν ὁδοιπορίαν των εἰς μόνην τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ πρωτοκόλλου 13. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι ἔχομεν δύο σκέψεις, τὴν ταχεῖαν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων τῆς Εὐρώπης καὶ τὴν συντήρησιν τοῦ καθεστῶτος ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ἡ ἐκτέλεσις, ἡ ἀκεραία, τῶν ἀποφάσεων τοῦ Συνεδρίου ἀποκλείει πᾶσαν μείωσιν τῶν χωρῶν, αἱ ὁποῖαι περιελήφθησαν ἐντὸς τῶν νέων ὁρίων τῆς Ἑλλάδος· μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ πρωτοκόλλου ἡ συντήρησις τοῦ ὑπολοίπου καθεστῶτος ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἀποκλείει πάντα κλονισμὸν καὶ διατάραξιν, πάντα κίνδυνον, ἀποκλείει τὴν ἀποσύνθεσιν καὶ καταστροφὴν τοῦ Κράτους τοῦ ὁμόρου, τὸ ὁποῖον κατέχει μέχρι τοῦδε τὰς χώρας, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν φυλήν. Ὅθεν ἐπιζητοῦντες τὴν ταχεῖαν ἐκτέλεσιν τοῦ πρωτοκόλλου 13 ὀφείλομεν νὰ μὴ λησμονῶμεν καὶ τὸ μέγα συμφέρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, διότι βλάπτομεν, ἀντὶ νὰ ὠφελήσωμεν τὸν τόπον, διότι ζημιοῦμεν ἀντὶ νὰ προσπορίσωμεν εἰς αὐτὸν κέρδος. Οἱ δύο οὗτοι ὅροι εἶναι χρήσιμοι εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα κανονίσῃ καὶ προσδιορίσῃ τὸ πολιτικὸν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ γείνῃ ἀποδεκτόν· οἱ δύο οὗτοι ὅροι κανονίζουσι τὰς δύο ἄκρας γραμμάς, ἐντὸς τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ὁδοιπορήσωμεν, ἐντὸς τῶν ὁποίων πρέπει νὰ κινηθῇ ἡ στρατευθεῖσα Ἑλληνικὴ νεότης. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἐκτραπῶμεν ἀπὸ τὰς δύο ταύτας γραμμάς, καὶ ἂν συμβῇ τὸ δυσάρεστον συμβεβηκός, ἡ Εὐρώπη νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ μᾶς δώσῃ τὴν ἐντολήν, ἢ νὰ μᾶς ἐνισχύσῃ, ἢ τέλος πάντων νὰ μᾶς προτρέψῃ, ὅτι ἐπῆλθεν ὁ καιρὸς διὰ νὰ μεταβῶμεν εἰς τὸ στάδιον τῆς ἐνεργείας, καὶ νὰ καταλάβωμεν τὰς χώρας, αἵτινες προσδιωρίσθησαν διὰ τὴν Ἑλλάδα, δύναται τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος νὰ διατηρήσῃ στρατὸν 60,000 ἢ 80,000; Δυνάμεθα νὰ ἀναμένωμεν ἐπὶ τοσοῦτον, ἕως νὰ ἔλθῃ ἡ στιγμή; Καὶ αὐτὴ ἡ κατάστασις δὲν θέλει ἐξαντλήσει μέχρις ὀβολοῦ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους; Τοῦτο εἶναι τὸ μέγα πρόβλημα. Ἀλλὰ πρὸ τούτου, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ σπεύσῃ κανεὶς νὰ ἐκφέρῃ γνώμην· εἶναι πρόβλημα, πρὸ τοῦ ὁποίου πᾶσα κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος (καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν ὑπάρχουσι δύο πτέρυγες, ἀλλὰ μία ἐνταῦθα, διότι ὅλοι εἶνε Ἕλληνες, καὶ ὅλοι φροντίζουσι περὶ τοῦ συμφέροντος καὶ τῶν πόθων τοῦ Ἔθνους), πρὸ τοῦ προβλήματος τούτου πρέπει πᾶσα Ἑλληνικὴ κυβέρνησις, πᾶν κοινοβούλιον, οὐ μόνον τοῦτο τὸ ἀποτελούμενον ἐξ ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ πᾶν ἐνδεχόμενον νὰ διαδεχθῇ αὐτό, πρέπει νὰ σταματήσῃ καὶ νὰ μὴ λάβῃ τὸ θάῤῥος νὰ λύσῃ τοσούτῳ μέγα πρόβλημα ἀπὸ τὴν σήμερον. Ἐλπίζω, κύριοι, ὅτι δὲν θέλετε μὲ ἐπικρίνει, ἂν ἔσπευσα νὰ ἀνακοινώσω πρὸς ὑμᾶς τὴν γνώμην μου πρὸ τῶν μεγάλων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα πρόκεινται ἐνώπιόν σας, καὶ μάλιστα πρὶν ἢ ἐκφέρῃ τὴν ἑαυτῆς γνώμην ἡ Κυβέρνησις. Δυστυχῶς ἡ τάξις τῆς συζητήσεως μὲ ἔφερεν εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην, διότι ἠναγκάσθην νὰ λάβω τὸν λόγον πρὸς ἔρευναν τοῦ παρελθόντος καὶ πρὸς διαφώτισιν τοῦ ἐνεστῶτος, καὶ ἤθελον ὑποληφθῆ, ὅτι παρέλειπον ἴσως τὸ καθῆκον μου, ἂν δὲν ἀνεκοίνουν τὴν γνώμην μου καὶ περὶ τοῦ μέλλοντος. Ἀλλὰ καταλείπων τὸ ἐρώτημα τοῦτο ἐπανέρχομαι εἰς τὴν σειρὰν τοῦ λόγου μου. Ἐξακολουθῶ νὰ ἐξετάζω τὰ μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ τὰ μέχρι τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς συμβάντα. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς τοῦ πεσόντος ὑπουργείου ἔλεγε προχθὲς πρὸς τὴν Βουλὴν «τῶν Δυνάμεων ἡ γνώμη, ἦτο ὅτι ἡ σύγκλησις τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην δὲν θὰ ἦτο συμφέρουσα, δὲν θὰ συνετέλει εἰς τὴν αἰσίαν διεξαγωγὴν τῶν ζητημάτων, τῶν ὑπὸ διάσκεψιν. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος δι’ ὃν δὲν συνεκαλέσαμεν τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος περὶ ἐπιστρατεύσεως, κτλ.». Ἐὰν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἠναγκάσθη νὰ μὴ συμμορφωθῇ ἐντελῶς μὲ τὸν νόμον, νὰ μὴ ἐκπληρώσῃ τὸν ὅρον ὑπὸ τὸν ὁποῖον τῇ ἐδόθη τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως, τοῦτο τὸ ἔκαμεν ἀκουσίως. Ἀλλ’ ὁ Βασιλικὸς Λόγος σᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ ἔκαμεν ἕνεκα διεθνῶν λόγων, ὁ δὲ πρώην πρωθυπουργὸς σᾶς διεσάφησε τοῦτο—τὸ ἔκαμε διότι αἱ Δυνάμεις συνεβούλευσαν νὰ μὴ συγκληθῇ ἡ Βουλή. Δὲν πιστεύω νὰ γεννᾶται ὁ δισταγμὸς εἰς κανένα ἐξ ὑμῶν, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον αἱ Δυνάμεις νὰ εἶχον καμμίαν ἐχθροπάθειαν πρὸς ἡμᾶς, καὶ νὰ ἀπέτρεψαν τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τοῦ νὰ σᾶς συγκαλέσῃ· ἀλλ’ ἂν ἐδόθη γνώμη νὰ μὴ συγκληθῇ τὸ κοινοβούλιον, θὰ ἐδόθη δι’ ἄλλον λόγον, καὶ οὐχὶ διότι αἱ δυνάμεις εἶχον ἐχθροπάθειαν πρὸς τὰ ἄτομα τοῦ κοινοβουλίου. Ὑποθέτω ὅτι αἰτία διὰ τὴν ὁποίαν συνεβούλευσαν διὰ νὰ μὴ συγκληθῇ τὸ Κοινοβούλιον ἦτο, ὅπως μὴ ζητηθῇ ἀκόμη ἡ ἐνίσχυσις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν λῆψιν τῶν στρατιωτικῶν μέτρων. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως πρὸς κλῆσιν τῆς ἐπιστρατείας ἀνεκοινώθη εἴς τινα τῶν Δυνάμεων, ἂν ἠρωτήθη ἡ γνώμη τινός, ἀλλὰ δὲν βλέπω κανένα ἄλλον λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον αἱ Δυνάμεις ἤθελον ἀναστείλει τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τὴν σύγκλησιν τοῦ Κοινοβουλίου, εἰμὴ ἡ ὑπόνοια, ἡ ὁποία μετεδόθη εἰς αὐτάς, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον, ἵνα συγκληθῇ πρὸ τῆς τεταγμένης ὥρας καὶ μάλιστα ἀπόντος τοῦ Ἡγεμόνος, βεβαίως θὰ συγκαλῆται δι’ ἐκτάκτους ἀνάγκας, καὶ πιθανῶς αὗται νὰ ἦναι ἡ λῆψις τῶν μέτρων τῶν στρατιωτικῶν, τὰ ὁποῖα κρίνουσιν ἐν Ἑλλάδι ὡς ἀναγκαῖα, πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν πρὸ μικροῦ γενομένων ἀποφάσεων τῆς Συνδιασκέψεων. Ἐὰν αἱ Δυνάμεις τοιαύτην εἶχον ἔννοιαν εἰς τὰς συμβουλάς, τὰς ὁποίας ἔδωκαν τότε, ἐδήλουν οὕτως ἔμμεσον γνώμην, νὰ μὴ διαταχθῇ ἡ ἐπιστράτευσις ἢ νὰ ἀναβληθῇ. Λοιπὸν ἐνῷ δὲν ἔχομεν θετικὰς πληροφορίας, ὅτι αἱ Δυνάμεις συνεβούλευσαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματος, ἐνῷ ἔχομεν ἐξ ἐναντίας τὴν πληροφορίαν τοῦ νῦν πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐνήργησεν αὐτογνωμόνως, ἀρυόμεθα ὅμως προσέτι καὶ τὴν ἄλλην πληροφορίαν, ὅτι οὐ μόνον ἐνήργησεν αὐτογνωμόνως, ἀλλ’ ὅτι καὶ κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον αἱ Δυνάμεις ἐνόμιζον, ὅτι δὲν ἦτο ἡ ὥρα νὰ κληθῇ ὁ τόπος εἰς ἐπιστράτευσιν· ἦτο δὲ τοιαύτη ἡ γνώμη τῶν Δυνάμεων, ὅπως μὴ παρεμβληθῇ πρόσκομμα καὶ περιπλοκή τις εἰς τὰς διπλωματικὰς αὐτῶν ἐνεργείας, αἱ ὁποῖαι εἵποντο εἰς τὴν κοινοποίησιν τοῦ βουλεύματος τῆς Συνδιασκέψεως τοῦ Βερολίνου εἰς τὰ δύο ἐνδιαφερόμενα Κράτη. Ὁ λόγος, ὅτι αἱ Δυνάμεις ἀπέτρεψαν ἀπὸ τῆς ἐπιστρατείας διὰ νὰ μὴ παρεμβληθῇ πρόσκομμά τι, ἕως ἂν ἀνακοινώσῃ εἰς τὰς Δυνάμεις ἡ Τουρκία τὴν ἀπάντησίν της ἐπὶ τῆς πρὸς αὐτὴν κοινοποιήσεως τοῦ περὶ ὁρίων βουλεύματος τῆς συνδιασκέψεως τοῦ Βερολίνου, δὲν δύναται νὰ ἦναι σπουδαῖος· διότι τὸ βούλευμα ἐκοινοποιήθη εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ Τουρκίαν, εἵπετο δ’ ἄμεσος ἡ ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν ἑκάτερον τῶν Κρατῶν, εἶχε ν’ ἀπαντήσῃ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀνεκοίνωσαν εἰς αὐτὰ τὸ βούλευμα τοῦτο. Εἵπετο καὶ ἡ ὑποχρέωσις εἰς τὴν Τουρκίαν νὰ ἀπαντήσῃ τί φρονεῖ, καὶ ἂν ἀποδέχηται τὸ βούλευμα τῆς Συνδιασκέψεως ἢ οὔ. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ χρόνου τῆς κοινοποιήσεως πρὸς τὴν Τουρκίαν μέχρι τοῦ χρόνου, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ προϋπολογισθῇ, ὅτι ἤθελε δοθῆ ἡ ἀπάντησις τῆς Τουρκίας, δὲν ἔμελλε νὰ παρέλθῃ πολὺ χρονικὸν διάστημα, ὥστε αἱ δυνάμεις ν’ ἀνησυχήσωσιν, ὅτι ἡ σύγκλησις τῆς Βουλῆς ἤθελε φέρει τὴν ἄμεσον λῆψιν τῶν μέτρων πρὸς τὰς στρατιωτικὰς παρασκευὰς, καὶ ὅτι ἤθελε φέρει περιπλοκὴν, διότι ἤθελε κριθῆ ὡς θίγουσα κατά τι τὴν φιλοτιμίαν τῆς Τουρκίας, ἡ προσφυγὴ τῆς Ἑλλάδος εἰς στρατιωτικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας· ὅτι οὕτως ἠδύνατο νὰ παρεισαχθῇ εἰς τὴν Τουρκίαν δικαιολόγησις νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἀποδοχὴν τοῦ βουλεύματος τῆς Συνδιασκέψεως. Ἀλλὰ μὴ αἱ δυνάμεις συνεβούλευσαν νὰ μὴ σπεύσωσιν εἰς τὴν σύγκλησιν τῆς βουλῆς, ἑπομένως νὰ μὴ σπεύσωμεν εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματος τῆς ἐπιστρατεύσεως, διότι ἐξήταζον καὶ ἠρεύνων τὰς σχέσεις, αἵτινες συνέδεον αὐτὰς πρὸς ἀλλήλας, καὶ ἔκρινον, ὅτι τῶν τοιούτων σχέσεων ἡ κατάστασις ἦτο τοιαύτη, ὥστε δὲν ἐπέτρεπεν εἰς αὐτὰς νὰ ὑπολαμβάνωσιν, ὅτι ἐφηκολούθει ἔτι νὰ συνδέῃ αὐτὰς ἡ ταυτότης τῶν φρονημάτων ἐπὶ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον ἐκκρεμῆ ἐπὶ τῆς Τραπέζης; Ἐὰν τοιοῦτόν τι ἦτο, καὶ ἐὰν συνέβαινεν ἡ ἐξακολούθησις τῆς πολιτικῆς ταύτης καταστάσεως ἐν Εὐρώπῃ ν’ ἀναγκάσῃ τὴν Ἑλλάδα νὰ παρατείνῃ τὴν ὑπομονήν της πέραν τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ὑπολογίζομεν, ὄχι βεβαίως πέραν τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα τὰ μέσα τῆς Ἑλλάδος ἐπιτρέπουσι, τότε θέλω σᾶς παρακαλέσει νὰ ἐνθυμηθῆτε, ὅτι ἡ εὐθύνη τῆς ἐκτελέσεως τοῦ μέτρου τῆς ἐπιστρατεύσεως δὲν ἐπιβαρύνει ἄλλον τινὰ, εἰμὴ μόνον ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔσπευσαν νὰ λάβωσι προώρως τὸ μέτρον τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς, ἐρευνήσας τοὺς λόγους τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν καὶ ἐπεκτείνας τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ῥικάκη ἐπὶ τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἐγὼ τὴν προτεραίαν εἶχον εἰπεῖ, ἠρώτησε. Καὶ παραδέχεσθε, ὅτι δὲν ἔχετε τὴν ἐλευθερίαν ν’ ἀποφασίσητε ἂν πρέπῃ νὰ ἐκτελέσητε τὸ μέτρον τῆς ἐπιστρατεύσεως δύναται νὰ σᾶς φέρῃ εἰς τὸ χεῖλος τοῦ κρημνοῦ; Καὶ δὲν ἔχετε ἐλευθερίαν, προτοῦ νὰ διατρέξητε τὸν κίνδυνον νὰ φθάσητε εἰς τὸ χεῖλος τοῦ κρημνοῦ, προτοῦ νὰ πέσητε ἀπὸ τὸν κρημνὸν νὰ σταματήσητε καὶ νὰ ὀπισθοχωρήσητε, καταλείποντες τὸ μέτρον τῆς ἐπιστρατείας; Τί σημαίνουσιν 26 ἑκατομμύρια; Φειδὼ τοσοῦτον εὐτελοῦς ἀργυρίου δύναται νὰ σᾶς ἀναστείλῃ ἀπὸ τὴν πλήρη ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων σας;» Ἐν πρώτοις, κύριοι, δὲν συμφωνῶ μετ’ οὐδενὸς, ὅτι 26 ἑκατομμύρια ἢ 30 ἑκατομ. ὅσα σᾶς εἶπε πρὸ μικροῦ, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἀποτελοῦσι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1880, ὅτι εἶναι τόσον εὐτελὲς ἀργύριον, ὥστε καὶ αἱ κυβερνήσεις τῆς Ἑλλάδος καὶ τὰ κοινοβούλια νὰ δύνανται νὰ τὰ λησμονήσωσι. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς πόσον ἀνεβίβασε τὸ ἔλλειμμα ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ ταῦτα τὰς παραγγελίας, τὰς ὁποίας ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις δὲν ἔδωκεν ἀκόμη, καὶ δὲν γνωρίζομεν εἰς πόσον ποσὸν θέλουσιν ἀναβιβασθῆ, τὸ ὑπόλοιπον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητοῦν καὶ λέγουν, ὅτι πρόκειται νὰ ἀπολέσητε, ἐὰν ἐγκαταλίπητε τὴν ἐπιστράτευσιν. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι τὰ ἔθνη μετροῦσιν ὅλα μὲ τὰ χρήματα; Νομίζετε, ὅτι, ἐάν τις ἤθελεν ὑπολάβει, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔπρεπε νὰ σταματήσῃ τὸ Κράτος ἐκεῖ ὅπου εὑρέθη, ὅτι μόνον τὰ 26 ἢ 30 ἑκατομμύρια ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, καὶ δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν τιμὴν τοῦ Κράτους, τὴν ζωὴν τοῦ ἔθνους, ἡ ὁποία ἐτέθη ἐπὶ τῆς Τραπέζης, εὐθὺς ὡς προεκλήθη τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατείας;
§15ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὴν τιμὴν τοῦ ἔθνους ὅπως ὅταν ἐξῆλθεν ὁ στρατὸς εἰς τὸν Δομοκόν;
§16ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτετε.
§17Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ βουλευτὴς ἐκ Ξηροχωρίου ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὲ διακόπτῃ.
§18ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μετὰ σεβασμοῦ πάντοτε.
§19Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σπεύδω νὰ λύσω τὴν ἀπορίαν του. Καὶ νομίζετε, ὅτι ὁ στρατὸς δὲν διεξεδίκησε τὴν τιμὴν τοῦ ἔθνους ἐξελθὼν εἰς Δομοκόν; Καὶ νομίζετε, ὅτι ὁ στρατὸς ἐξῆλθεν δι’ ἄλλον σκοπὸν καὶ οὐχὶ διὰ νὰ προφυλάξῃ τοὺς χριστιανοὺς ἀπὸ τῶν κακώσεων, ἀπὸ τῶν δηώσεων, ἀπὸ τῆς ληστείας τῶν ἀτάκτων ὀρδῶν τῆς Τουρκίας; Καὶ ἂν δὲν τὸ πιστεύητε, σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀναγνώσητε τὴν διακοίνωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ τῆς ὁποίας ἀνήγγειλε τὸν λόγον τῆς εἰσόδου εἰς τὸ Ὀθωμανικὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ· ὁ στρατὸς δ’ ὅταν ἐπανῆλθεν, ἐπανῆλθε μετὰ τὴν διαβεβαίωσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκαν αἱ δυνάμεις, ὅτι οἱ πληθυσμοὶ τῆς Θεσσαλίας ἦσαν ἐξησφαλισμένοι.
§20ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἀποδίδω ἄλλον λόγον· ὅτι ἐπανῆλθε, διότι ἦσαν 5 ἢ 8 χιλιάδες, καὶ ὅτι ἐὰν ἦσαν 60 χιλιάδες δὲν ἤθελον ἐπανέλθει.
§21Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Στεφανόπουλε, τὴν αἰτίασίν σας αὐτὴν ἀπευθύνετε καθ’ ὅλου τοῦ παρελθόντος· ἀλλὰ σεῖς δὲν εἶσθε βουλευτής. Καὶ οἱ ἄλλοι εὐθύνονται ὅπως καὶ ἐγώ.
§22ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕως τώρα καὶ ἠτιμάσθημεν χιλιάκις καὶ ἐκολαφίσθημεν.
§23Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὴ εἶναι, κύριοι, ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἔκαμα περὶ τοῦ μέτρου τῆς ἐπιστρατεύσεως· αὐτὴ δὲ ἦτο ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν εἶχον καὶ σᾶς εἶπον. Σᾶς παρακαλῶ δὲ νὰ κάμητε ὅπως ἐγὼ θέλω κάμει, ἤτοι ν’ ἀκούσητε τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, πρὸ τῆς ὁποίας ἔσπευσα ἐγὼ ν’ ἀνακοινώσω τὴν γνώμην μου. Μεταβαίνω εἰς ἄλλο θέμα, νὰ ἐρευνήσω τὴν σύμβασιν τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διότι ὁ κ. Καλλιγᾶς μὲ ἀναμένει.
§24ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μάλιστα σᾶς τὸ ὑπόσχομαι, ἐὰν θέλετε δέχομαι τὸ χειρόκτιόν σας.
§25Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς ῥίπτω κἀνὲν χειρόκτιον, διότι ἀποφεύγω τὴν εἰρωνείαν σας.
§26ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κ. Πρόεδρε, νὰ διακόψωμεν ἐπὶ 10 λεπτά.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἐκουράσθη ὁ ἀγορεύων, διακόπτομεν τὴν συνεδρίασιν ἐπὶ 10 λεπτά. (Γίνεται διακοπὴ ἐπὶ 10 λεπτὰ τῆς ὥρας.)
§28Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς διακοπῆς μοὶ ἀνεκοινώθη ὑπὸ πολλῶν συναδέλφων, ὅτι δὲν ἐγένετο εἰς αὐτοὺς καταληπτὴ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἔδωκα εἰς τὸ κοινοβούλιον περὶ τοῦ μέτρου τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ὀφείλω λοιπόν, πρὶν ἢ μεταβῶ εἰς τὸ νέον θέμα, νὰ διασαφήσω περισσότερον τὴν γνώμην μου ταύτην, ἐντὸς ὅμως τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπουσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ὅπως ἐκφέρῃ τις δημοσίᾳ εἰς τοιαύτας περιστάσεις τὴν γνώμην του. Εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ μέτρον τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἑπομένως πρέπει νὰ παραχωρήσωμεν ὅλα τὰ πρὸς τοῦτο ζητούμενα μέτρα, ὅτι πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τὰς λεπτομερείας εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν εὐθύνην τῶν προτεινομένων, ὅτι πρέπει νὰ ἀπόσχωμεν τῆς ἀσκόπου ἐρεύνης τῶν λεπτομερειῶν, διότι ἡ ἄσκοπος ἔρευνα ἠμπορεῖ νὰ παρεμβάλῃ προσκόμματα εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβεν ἡ κυβέρνησις νὰ ἐκτελέσῃ. Ἀλλὰ ποῖον σκοπὸν ἔχει ἡ ἐπιστράτευσις; Τί πρέπει νὰ ἐκτελέσῃ τὸ Κράτος; Εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν ἓν ὅριον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου νὰ ἐργασθῶμεν. Τὸ πρῶτον ὅριον εἶναι ἡ ἐπιθυμία τῆς ταχίστης ἐκτελέσεως τοῦ πρωτοκόλλου 13 τοῦ Βερολίνου· τὸ δεύτερον ἡ ἐπιτυχία τῆς συμπράξεως τῶν δυνάμεων, εἴτε ὁμοφωνουσῶν πασῶν, εἴτε μιᾶς τῶν δυνάμεων ἢ καὶ περισσοτέρων τῆς μιᾶς. Ἐν περιπτώσει δὲ κατὰ τὴν ὁποίαν βραδύνει ἡ ἐπιτυχία τοῦ δευτέρου τούτου ὅρου, ἢ παρέρχεται τοσοῦτος χρόνος μέχρι τῆς ἐπιτυχίας τοῦ δευτέρου ὅρου, ἡ δὲ παράτασις τοῦ χρόνου ἐξαντλεῖ τὰ μέσα τῆς Ἑλλάδος καὶ ἀπειλεῖ αὐτήν, ὥστε νὰ περιέλθῃ τὸ Κράτος εἰς ἀμηχανίαν, σᾶς εἶπον, ὅτι τοῦτο εἶναι πρόβλημα, καὶ πρὸ τοῦ προβλήματος τούτου δὲν πρέπει νὰ ἀποφανθῶμεν ἀπὸ τοῦδε.
§29ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ποίαν γνώμην ἔχετε ὡς πρὸς τὴν λύσιν τοῦ προβλήματος;
§30ΤΙΝΕΣ. Τὸ εἶπεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ σκεπτώμεθα ἀπὸ τοῦδε.
§31Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου. Ἐὰν δὲν ἦναι καταληπτὴ εἴς τινας, δὲν ἠμπορῶ περισσότερον νὰ τὴν διασαφήσω εἰς αὐτούς. Ἐλπίζω νὰ ἦναι καταληπτὴ εἰς τοὺς πλείστους, καὶ εἰς ἐκείνους προσέτι, οἵτινες ἀκροῶνται τῶν συζητήσεων ἡμῶν. Μεταβαίνω εἰς τὸ δεύτερον θέμα. Τὴν σύμβασιν ἠναγκάσθην νὰ ἐξετάσω ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῶν πολιτικῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας σᾶς ἐξέθηκα. Αἱ πολιτικαὶ ἰδέαι, τὰς ὁποίας σᾶς ἐξέθηκα, μοὶ ὑπαγορεύουσι τὴν γνώμην, ὅτι ἔχομεν μέγα συμφέρον νὰ πορισθῶμεν ὅσον εἶναι δυνατὸν περισσότερα χρήματα, τὸ δὲ συμφέρον τοῦτο μᾶς ἐπιβάλλει τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ ἐξαντλήσωμεν τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἔχομεν εἰς τὴν διάθεσίν μας, νὰ μὴ ἐξαντλήσωμεν τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ἠδυνάμεθα νὰ παράσχωμεν διὰ νὰ ἐξεύρωμεν εἰς τὸ μέλλον χρήματα. Τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον μένει εἰς τὴν διάθεσίν μας, αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἔτι, ἵνα δώσωμεν πρὸς πορισμὸν χρημάτων, εἶναι τὸ ἀποκλειστικὸν προνόμιον, τὸ ὁποῖον ἡ Τράπεζα ἔχει, καὶ τὸ ὁποῖον λήγει εἰς τὰ 1892, ἐὰν ἔπρεπεν ἡ διάθεσις τοῦ προνομίου τούτου ἀπὸ τοῦδε νὰ γείνῃ, εἰ καὶ 12 ἀκόμη ὑπολείπονται ἔτη. Ἄν τοῦτο δύναται νὰ μᾶς παράσχῃ ὅλα τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἤθελον μᾶς κατασταθῆ ἀναγκαῖα κατὰ τὸ στάδιον τῆς ἐνεργείας, τότε ἤθελον εὐχαρίστως ψηφίσει, διὰ νὰ παραχωρηθῇ τὸ προνόμιον εἰς τὴν Τράπεζαν. Ἡ Τράπεζα ἤδη μᾶς δίδει μόνον 52 ἑκατομμύρια, ἐκ τῶν ὁποίων δὲν μᾶς μένουσι παρὰ μόνον 23 ἑκατομμύρια, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπελόγισε. Καὶ λυποῦμαι, διότι αἱ μὴ ἀκριβεῖς πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔσπευσε νὰ μᾶς δώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, μοὶ ἐνέδειξαν νὰ νομίζω, ὅτι ἓν ἑκατομμύριον μόνον μᾶς μένει διὰ τὸ 1881. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Τράπεζα, εἴτε ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὰ ταμεῖα αὐτῆς, εἴτε διὰ τῆς πίστεως, τὴν ὁποίαν ἀπολαμβάνει, μᾶς παρέχῃ ὅλα τὰ μέσα, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην, μέχρις οὗ θέλομεν φθάσει εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιζητοῦμεν, μάλιστα προθύμως νὰ δώσωμεν τὸ προνόμιον εἰς τὴν Τράπεζαν· ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ Τράπεζα δὲν ἀναδέχεται τοιούτους ὅρους· μᾶς ζητεῖ μόνον νὰ ἀνανεώσωμεν τὸ προνόμιον αὐτῆς. Καθ’ ἃ δὲ ἐπληροφόρησαν τὴν Βουλὴν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνηλλάγησαν μετὰ τῆς Τραπέζης, ἡ Τράπεζα παρεκλήθη νὰ δεχθῇ τὴν ἀνανέωσιν τοῦ προνομίου, διὰ νὰ μᾶς δώσῃ τὰ 25 ἑκατομμύρια εἰς μεταλλικὸν καὶ τὰ 27 ἑκατομμύρια εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ. Ἦτο ἄξιον διαφωτισμοῦ, κύριοι, ἐὰν παρεκλήθη ἡ Τράπεζα ἵνα δεχθῇ αὐτὴν τὴν παραχώρησιν, ἤτοι τὴν ἀνανέωσιν τοῦ προνομίου ἀπὸ τοῦδε, μολονότι τὸ προνόμιον λήγει μετὰ δωδεκαετίαν· εἶναι ἄξιον διαφωτισμοῦ καὶ βεβαιώσεως ἐὰν παρεκλήθη, διότι δὲν τὸ ἤθελεν ἀπὸ τοῦδε, ἢ ἐὰν ἡ Τράπεζα τὸ ἔθηκεν ὡς ὅρον, διὰ νὰ συνάψῃ τὴν σύμβασιν τοῦ δανείου τῶν 52 ἑκατομμυρίων. Διότι, ἐὰν ἡ Τράπεζα παρεκλήθη, δὲν ἔχω τίποτε νὰ εἴπω περὶ τῆς ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐνήργησεν ὡς καλὸν πιστωτικὸν κατάστημα· ἐὰν ὅμως τὸ ἔθηκεν ὡς ὅρον, ἔχω νὰ εἴπω περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρεδέχθησαν τὸν ὅρον τοῦτον, ὅτι δὲν ἐνήργησαν ὡς προνοητικοὶ κυβερνῆται, διότι ἐξαντλοῦσι τὸ κεφάλαιον τὸ μόνον, ἢ μᾶλλον ἓν ἐκ τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα μᾶς ὑπολείπονται, ὅπως προμηθευθῶμεν χρήματα. Διὰ τοῦτο εἶμαι κατὰ τῆς συμβάσεως, διότι εὑρίσκω αὐτὴν ἐξαντλοῦσαν οὐσιώδη κεφάλαια ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑπολείπονται ἔτι εἰς τὴν διάθεσίν μας ὅπως πορισθῶμεν χρήματα. Ὁ λόγος, ὅτι ἐκάμαμεν τὴν σύμβασιν, διότι ἡ Τράπεζα δὲν συνῄνει ἄνευ αὐτῆς, δὲν εἶναι σπουδαῖος. Καὶ ἐὰν ἤθελε συμβῆ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος ὑπὸ πιστωτικοῦ καταστήματος, τὸ ὁποῖον ζῇ ἐν τῇ πατρίδι, καὶ ὑπὲρ τῆς προκοπῆς τοῦ ὁποίου τὸ Κράτος ἔπραξεν ὅ,τι ἠδυνήθη, ἂν συμβῇ ἄρνησις τοιαύτη ὑπὸ πιστωτικοῦ καταστήματος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ εὐημερῇ μετὰ τῆς εὐημερούσης πατρίδος, καὶ νὰ δυσμοιρῇ μετὰ τῆς πατρίδος δυσμοιρούσης, ἤρκει ἡ Κυβέρνησις νὰ μεταβάλῃ τὴν φράσιν τοῦ λόγου πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ὁμιλοῦσιν ἐν ὀνόματι αὐτοῦ, ἤρκει νὰ συνοφρυώσῃ τὸ πρόσωπον πρὸς αὐτούς. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν εἶμαι τῆς σχολῆς, ὅτι τὰ ταμεῖα τοῦ δημοσίου πρέπει νὰ ἦναι συγκεχυμένα μετὰ τῶν ταμείων τῆς Τραπέζης· ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ὡς τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ μεριμνᾷ πρὸς εὐόδωσιν καὶ συντήρησιν τοῦ ταμείου τῆς Τραπέζης, οὕτω καὶ ἡ Τράπεζα ὀφείλει νὰ συντρέχῃ πρὸς εὐόδωσιν καὶ συντήρησιν τῶν ταμείων τοῦ κράτους, διότι αὐτὰ εἰσὶ προωρισμένα νὰ χρησιμεύσωσιν πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν κυβερνητικῶν σκοπῶν. Ἐὰν συγχωνεύσητε τὰ δημόσια ταμεῖα μὲ τὸ ταμεῖον τῆς Τραπέζης, τότε συγχωνεύετε τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῆς διοικήσεως τῆς Τραπέζης, καὶ τότε ἡ Κυβέρνησις τῆς πατρίδος πλέον δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ μεταβιβάζεται εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διαχειρίζονται τὰ ταμεῖα τῆς Τραπέζης. Ἀλλὰ τί νὰ κάμωμεν; Περιήλθομεν εἰς τοιαύτην ἀνάγκην. Νὰ ἐπιβάλωμεν τὸν ἔλεγχον κατ’ ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἐφρόντισαν νὰ εὕρωσιν ἐν καιρῷ, ὡς ὤφειλον, δάνειον, οὗ ἕνεκα περιήλθαμεν εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην, ὅπως προβῶμεν εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ μέτρου τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ἐνίσταμαι ὅμως καὶ δὲν συναινῶ εἰς τὴν παραχώρησιν τοῦ προνομίου, διότι φρονῶ, ὅτι δύναται καὶ ἄνευ τῆς παραχωρήσεως ταύτης νὰ θεραπευθῇ τὸ τοιοῦτον. Ἂς προσφύγωμεν εἰς τὴν ἐπάνοδον τῆς καταστάσεως, ἥτις ὑπῆρχε πρὸ τῶν πληρωμῶν, αἵτινες ἐγένοντο εἰς τὴν Τράπεζαν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων ἀπέναντι τοῦ χρέους ἡμῶν πρὸς τὴν Τράπεζαν. Ἂς ἐπαναφέρωσι δὲ τὰς σχέσεις μετὰ τῆς Τραπέζης, εἰς ἣν εὑρίσκοντο τότε κατάστασιν, ἐπαναλαμβάνοντες τὰ πληρωθέντα τότε χρήματα, καὶ ἂς ἐπιφυλάξωμεν τὸ προνόμιον, ἵνα εἴπωμεν εἰς τὴν Τράπεζαν· «σοὶ τὸ δίδομεν, ἂν δώσῃς ἡμῖν τὰ μέσα, ὧν χρήζομεν, εἴτε ἐκ τῶν ταμείων σου, εἴτε καὶ ἄλλοθεν διὰ τῆς πίστεως ἣν ἀπολαμβάνεις. Ἡ πίστις, ἥτις ἀνήκει εἰς σὲ, καὶ αὕτη θέλει περιέλθει εἰς ἔκρυθμον κατάστασιν. ὅταν τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου περιέλθωσιν ἐν ἐκρύθμῳ καταστάσει. Ὅπως ἐγὼ ὅταν τὰ συμφέροντά μου δὲν ἦναι ἐν ἐκρύθμῳ καταστάσει οὐδ’ ἀπειλῶνται ὑπὸ κινδύνων, εὐχαρίστως σὲ προστατεύω, οὕτω καὶ σὺ ὀφείλεις νὰ προσενεχθῇς νῦν πρὸς τὸ Κράτος.» Διὰ τοῦτο, κύριοι, εἶμαι κατὰ τῆς συμβάσεως. Μετὰ τοῦ καταστήματος τούτου, τὸ ὁποῖον παρέσχε πολλὰς ὑπηρεσίας εἰς τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον μετὰ χαρᾶς βλέπω προοδεῦον, ὡς ἄτομον, διατελῶ εἰς καλὰς σχέσεις, διότι καὶ τοὺς διοικοῦντας αὐτὸ τιμῶ καὶ σέβομαι, καὶ δι’ ἄλλων σχέσεων ὡς ἄτομον μετ’ αὐτοῦ συνδέομαι. Ἀλλὰ χρεωστῶ ὡς μέλος το Κοινοβουλίου νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου μετὰ πάσης παῤῥησίας. Ἀλλὰ ἡ σύμβασις, κύριοι, ἐὰν τὴν ψηφίσητε, θέλει παραγάγει ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θέλουσι σᾶς ἀναγκάσει νὰ μεταμεληθῆτε, διότι τὴν ἐψηφίσατε. Ὑποθέσατε, κύριοι, ὅτι δίδετε τὴν ψῆφόν σας, καὶ ἡ σύμβασις κυροῦται καὶ ἐκτελεῖται. Ἂς σᾶς εἰκονίσω τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θέλει παραγάγει ἡ ἐκτέλεσις αὐτῆς. Πρὸ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡ ὁποία ἐπεβλήθη κατὰ τὸ 1877, τὸ μεγαλείτερον ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν ἐν κυκλοφορίᾳ, ἔφθασε μέχρι τῶν 42 ἑκατομμυρίων. Ἐὰν ἀπὸ τοῦ 1877 μέχρι τοῦ 1880, ἤτοι κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς τριετίας, ὑπολογίσητε τὴν πρόοδον τῶν συναλλαγῶν, καὶ ἀναζητήσητε νὰ ἀνεύρητε πόσον ποσὸν τραπεζικῶν γραμματίων ἠμποροῦσε ἐκτὸς τῶν 42 ἑκατομμυρίων νὰ τεθῇ ἐν κυκλοφορίᾳ, δὲν γνωρίζω πόσα θέλετε προσθέσει ἔτι ἑκατομμύρια. Ἂν ὑπολογίσητε τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον, κατ’ ἀνώτατον ὅρον, ἤθελεν ὑπερβῆ τὸ πρὸ τοῦ 1877 ὑπάρχον εἰς κυκλοφορίαν, ἂν ἀναβιβάσατε αὐτὸ εἰς 45 ἑκατομμύρια εἰς κυκλοφορίαν, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι τὰ νῦν ὑπάρχοντα σήμερον 62 ἑκατομμύρια, ὑπερβαίνουσι κατὰ 17 ἑκατομμύρια τὸ ποσὸν, τοῦ ὁποίου εἶχεν ἀνάγκην ἡ κοινωνία. Τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, εἴτε ὡς παραστατικὰ ἀξιῶν, εἴτε ὡς μέσα συναλλαγῶν, ἐὰν πλεονάζωσιν ἐν κυκλοφορίᾳ, ἂν ὑπάρχῃ κυκλοφοροῦν περισσότερον ποσὸν ἐκείνου, τοῦ ὁποίου ἔχει ἀνάγκην ἡ κοινωνία, τὰ γραμμάτια θέλουσι βεβαίως ὑποτιμηθῆ. Ἡ ὑποτίμησις αὕτη ἐπῆλθεν ἤδη. Μετάβητε εἰς τὴν ἀγορὰν ν’ ἀναζητήσητε συνάλλαγμα, θέλετε πληρώσει οὐχὶ ἓν ἑκατοστὸν περιπλέον κατὰ φράγκον, ἀλλὰ πολλῷ περισσότερα, διὰ νὰ ἀγοράσητε τὸ συνάλλαγμα, ἢ διὰ νὰ μεταβάλητε τὰ γραμμάτια εἰς χρυσόν. Τὸ φράγκον τιμᾶται ἐν τῇ ἀγορᾷ 120 λεπτά, ἤτοι πληρόνετε 6½ λεπτὰ περισσότερον· ἐνῷ ἡ λίρα τιμᾶται δραχμὰς 28,12 κατὰ τὴν διατίμησιν, ἐν τῇ ἀγορᾷ τιμᾶται δραχμὰς 30· ἑπομένως πληρόνει δραχμὴν μίαν καὶ 88 λεπτὰ προσέτι ὁ συναλλασσόμενος, ὁ ἀγοράζων συνάλλαγμα. Εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιῤῥοῆς, ἥτις ἀσκεῖται εἰς τὰς συναλλαγὰς ἐκ τῆς ὑπερβολῆς τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Βεβαίως ἐπηρεάζει εἰς τοῦτο καὶ ἡ ἄλλη κατάστασις τοῦ τόπου, ἀλλὰ ἐπηρέασε σπουδαίως καὶ οὐσιωδῶς ἡ ἀνισοῤῥοπία, ἡ ὁποία ὑπάρχει κατὰ τὴν κυκλοφορίαν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, διότι ἀντὶ 47 ἑκατομμυρίων κυκλοφοροῦσιν 62 ἑκατομμύρια Ἀλλὰ πρόκειται νὰ διατηρήσητε 62 μόνον ἑκατομμύρια εἰς κυκλοφορίαν! Μελετήσατε τὸ ἄρθρον 5 τῆς συμβάσεως, καὶ θέλετε εὑρεῖ μέχρι τίνος ποσοῦ δύναται νὰ θέσῃ ἡ Τράπεζα εἰς κυκλοφορίαν τραπεζικὰ γραμμάτια. «Τὸ ποσὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων, φέρει τὸ εἰρημένον ἄρθρον, πλὴν τῶν ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως ὀφειλομένων, καὶ τὸ ποσὸν τῶν παρὰ τῇ Τραπέζῃ ἀτόκων καταθέσεων, δὲν δύνανται νὰ ὑπερβῶσιν ὁμοῦ τὸ τριπλάσιον τοῦ μεταλλικοῦ ἐναποταμιεύματος. Ἀλλ’ ὡς μέρος τοῦ μεταλλικοῦ ἐναποταμιεύματος λογίζεται καὶ τὸ παρὰ τῆς κυβερνήσεως εἰς μεταλλικὰ νομίσματα δυνάμει τοῦ ἄρθρου 2 τῆς παρούσης συμβάσεως ὀφειλόμενον ποσόν». Ἂς ἐφαρμόσωμεν τὴν διάταξιν ταύτην. Κατὰ τὴν δεδημοσιευμένην κατάστασιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς 30 Ὀκτωβρίου ὑπῆρχε μεταλλικὸν ἐν τοῖς ταμείοις τῆς Τραπέζης 21,333,255,90· ὑπῆρχον ἐξωτερικοὶ λογαριασμοὶ εἰς μεταλλικὸν διαθέσιμον 1,896,027:65, τὸ ὅλον 26,229,283:55. Λοιπὸν τὸ μεταλλικὸν τῆς Τραπέζης κατὰ τὴν 30 Ὀκτωβρίου συνίστατο εἰς 26,229,283:55. Καὶ εἰκότως, διότι ἔλαβεν ἡ Τράπεζα ἀπὸ τὸ δημόσιον εἰς μεταλλικὸν ὅλον τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον τῇ ὤφειλε, ἔλαβε καὶ τὴν πρώτην δόσιν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον συνωμολόγησε, καὶ ἀπετελέσθη τὸ ἀνωτέρω ποσόν. Τὸ μεταλλικὸν τοῦτο πρέπει νὰ ὑπολογίσητε εἰς τὸ τριπλάσιον κατὰ τὸ ἀνωτέρω ἄρθρον τῆς συμβάσεως, διὰ νὰ εὕρητε τὸ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Τὸ τριπλάσιον ἀνέρχεται εἰς 78,687, 850,65. Ἀπὸ τὸ ποσὸν αὐτὸ πρέπει νὰ ἀφαιρέσητε τὰς ἀτόκους καταθέσεις. Αἱ ἄτοκοι καταθέσεις, κατὰ τὴν κατάστασιν τῆς Τραπέζης τῆς 30 Ὀκτωβρίου, ἀνέρχονται εἰς 6,025,793:12. Τοῦ ποσοῦ τούτου ἀφαιρουμένου, ὑπολείπεται ποσὸν 72,662,057:52. Εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο πρέπει νὰ προσθέσητε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ Τράπεζα θέλει δανείσει ὡς καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὀφείλει ἤδη τὸ δημόσιον εἰς αὐτήν. Τὸ δημόσιον ὀφείλει μέχρι τοῦδε 22,542,658:36, θέλει δὲ δανεισθῆ 27,000,000, ὥστε ἀποτελοῦνται 49,542,658:36. Προσθέσατε τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέφερον προηγουμένως, καὶ θέλετε ἔχει 122,204,715:88. Λοιπόν, μέχρι τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ πραγματοποιηθῇ τὸ δάνειον τῶν 10 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον συνομολογεῖται κατὰ τὴν σύμβασιν καὶ ἐκτὸς τῆς συμβάσεως, ἡ Τράπεζα ἀποκτᾷ τὸ δικαίωμα νὰ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν 122,204,715:88. Ἐπειδὴ τιμᾶται ἡ λίρα σήμερον, ὅτε ὑπάρχουσιν 62 ἑκατομμύρια, ἀντὶ 30 δραχ., ὑπολογίσατε 122 ἑκατομμύρια καὶ θέλετε ἰδεῖ μέχρι τίνος ποσοῦ ἡ λίρα θέλει ἀναβῆ, καὶ τὸ τραπεζικὸν γραμμάτιον, τὸ ὁποῖον παριστᾷ ἀξίαν 100 φράγκων θέλει ὑποτιμηθῆ ἀναλόγως, θέλει δὲ σᾶς χρησιμεύσει διὰ νὰ ἀγοράζητε πράγματα ἀξίας οὐχὶ 100 φράγκων. Ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ ἀξία τοῦ φράγκου ἢ ἀγοραία σήμερον εἶναι 117 λεπτὰ· νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνωτέρα.
§32ΤΙΝΕΣ. 120.
§33ΡΙΚΑΚΗΣ. Σήμερον εἶναι ἄνω τῶν 120.
§34ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Προσθέσατε εἰς τὴν τιμὴν τοῦ φράγκου κατὰ τὴν διατίμησιν, κατὰ εὐρύτατον ὑπολογισμὸν, ἓν καὶ ἥμισυ λεπτὸν, ὡς ἔξοδα μεταφορᾶς εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν καὶ ἀσφαλείας· τὸ φράγκον ἔχει τιμὴν 113½, ἐὰν δὲ σήμερον ἔχῃ 120 λεπτά, πληρόνετε 6½ λεπτὰ περισσότερον τὸ φράγκον, διότι, ἐνῷ ἡ κοινωνία ἔχει ἀνάγκην 45 ἑκατομμυρίων τραπεζικῶν γραμματίων, ἔχετε εἰς κυκλοφορίαν 62 ἑκατομμύρια· ἐὰν δὲ θέσητε εἰς κυκλοφορίαν 122 ἑκατομμύρια, θέλετε ἔχει κυκλοφοροῦντα 75 ἑκατομμύρια περισσότερον. Ἡ ἐνεστῶσα ὑπερτίμησις κατὰ 6½ λεπτὰ κατὰ φράγκον πρέπει νὰ πολλαπλασιασθῇ ἑπτάκις καὶ ἡμίσειαν φοράν. Ὅθεν θέλετε ἔχει 45 λεπτὰ κατὰ φράγκον πιθανὴν ὑπερτίμησιν τοῦ συναλλάγματος, καὶ τὸ φράγκον θέλει τιμηθῆ 1: 58.
§35ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ φθάσῃ καὶ 2 δραχμάς.
§36Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ὅταν τὸ νόμισμα, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν διατίμησιν ἔχει ἀξίαν 112 λεπτῶν, τιμᾶται εἰς τὴν ἀγορὰν 158 λεπτά, ὅταν πληρόνετε 45 λεπτὰ περισσότερον, ἕπεται, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τιμᾶται 112 λεπτὰ, ὑπετιμήθη κατὰ τὸ ⅓ τῆς ἀξίας· ἑπομένως τὸ χάρτινον φράγκον ἀντὶ 112 λεπτῶν, θέλει ἔχει ἀξίαν μόνον 80 λεπτῶν, καὶ κατὰ συνέπειαν τὸ γραμμάτιον τῶν 100 φράγκων θὰ ἔχῃ ἀξίαν μόνον 80 φράγκων, καὶ μὲ γραμμάτιον 100 φράγκων θέλετε ἀγοράζει πράγματα, τὰ ὁποῖα ἀγοράζετε σήμερον μὲ 80 μόνον φράγκα. Θέλει πιθανῶς προταθῆ μία ἀντίῤῥησις, τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει νὰ μὴ προείδω· ἡ ἀντίῤῥησις, ὅτι ἡ Τράπεζα κατὰ τὴν σύμβασιν ἀποκτᾷ τὸ δικαίωμα νὰ θέσῃ ἐν κυκλοφορίᾳ γραμμάτια 122 ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ θέλουσιν ἴσως εἰπεῖ, μᾶς ὑποθέτετε τοσοῦτον ὀλιγωροῦντας πρὸς τὰ ἴδια ἡμῶν συμφέροντα, ὥστε νὰ θέσωμεν εἰς κυκλοφορίαν γραμμάτια τοσούτου ποσοῦ; Ἡμεῖς, ἡ Τράπεζα, ἔχομεν πρῶτοι συμφέρον νὰ μὴ ὑποτιμήσωμεν εἰς τοσοῦτον βαθμὸν τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια ἡμῶν, ἑπομένως ποτὲ δὲν θέλομεν προβῆ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ θέσωμεν εἰς κυκλοφορίαν 122 ἑκατομμυρίων γραμμάτια. Καὶ δὲν ἐνθυμεῖσθε τὰ γενόμενα κατὰ τὸ 1877 καὶ 1878; Θέλουσι μᾶς εἰπεῖ· ἡμεῖς εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ θέσωμεν εἰς κυκλοφορίαν πολλῷ περισσότερα γραμμάτια ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐθέσαμεν πράγματι. Ὅλα ταῦτα ἐνδέχεται νὰ συμβῶσιν· ἐγὼ ὀφείλω νὰ σέβωμαι τοὺς ἄλλους, ὡς σέβομαι ἐμαυτόν. Ἀλλὰ μοὶ ζητεῖτε νὰ σᾶς παραχωρήσω τὸ δικαίωμα διὰ νόμου τοῦ Κράτους. Διατί λοιπὸν δὲν περιορίζετε τὸ δικαίωμα τοῦτο; Διατί δὲν ἀρκεῖσθε εἰς μικρότερον ποσὸν τραπεζικῶν γραμματίων; Διατί θέλετε νὰ μοῦ ἀφαιρέσητε ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὡς κράτος ὀφείλω νὰ διατηρῶ καὶ νὰ μὴ δίδω, διότι ὀφείλω νὰ προνοῶ περὶ τῶν συμφερόντων πάντων; Ἢ ἐὰν ἐπιμένητε ν’ ἀποκτήσητε ὁλόκληρον, πλῆρες, ἀκέραιον τὸ δικαίωμα νὰ δύνασθε νὰ θέσητε εἰς κυκλοφορίαν τοσοῦτον ἐξωγκωμένον ποσὸν γραμματίων, διατί δὲν ὑπόσχεσθε ἀπὸ τοῦδε νὰ μὴ ὑπερβῆτε προσδιωρισμένον ὅριον ἐπὶ τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος; Ἀλλὰ θέλετε εἰπεῖ· πῶς ἠμπορῶ νὰ ὑποβληθῶ εἰς τοιοῦτον περιορισμόν, ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τοῦδε νὰ προσδιορίσω τὸν ἀνώτατον ὅρον τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος; Ἀλλὰ τότε πῶς θέλετε νὰ λάβητε εἰς χεῖρας τοιοῦτον δικαίωμα, τοῦ ὁποίου ἡ ἀπόκτησις θέλει ζημιώσει καιρίως οἰκονομικῶς τὸν τόπον; Εἶμαι λοιπὸν κατὰ τῆς συμβάσεως, πρῶτον, διότι δὲν συναινῶ εἰς τὴν ἀπὸ τοῦδε παραχώρησιν τοῦ προνομίου, διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξέθηκα· δεύτερον δὲ, διότι ἡ ἐκτέλεσις αὐτῆς ὡς ἔχει θέλει φέρει καιρίαν βλάβην εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου. Εἶναι ἴσως ἐπουσιῶδες, καὶ δὲν πρέπει νὰ μνημονεύσω αὐτοῦ· δὲν πρέπει ἴσως νὰ σᾶς ἀπασχολῶ μετὰ τὸν κάματον, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρίσκεσθε ἀκροώμενοι ἐμοῦ, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι ἐντελῶς ἰδιότυπος· ὅτι συνετάχθη κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος μοι φαίνεται, ὅτι δὲν προσῆκεν εἰς ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἄλλο τί, παρὰ συνάλλαγμα, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ περιέχῃ εἰμὴ τὰς ἀναγκαίας καὶ ἀναποφεύκτους θελήσεις τῶν συναλλασσομένων πρὸς τὴν συνομολόγησιν τοῦ συναλλάγματος. Ἐν τῇ συμβάσει εὑρίσκω διατάξεις ξένας ἐντελῶς τῆς συμβάσεως, διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀνάγονται εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ καταστατικοῦ τῆς Τραπέζης. Ἡ Τράπεζα εἶναι ἀνώνυμος ἑταιρία, τὸ Κράτος ἀσκεῖ ἀστυνομίαν ἐπὶ ὅλων τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, ἑπομένως καὶ ἐπὶ τῆς Τραπέζης· τὸ Κράτος πρέπει νὰ γνωρίζῃ ποίας ἐργασίας ἐπιχειρεῖ, καὶ δύναται νὰ ἐπιχειρῇ ἡ ἀνώνυμος ἑταιρία· ἑπομένως τὸ καταστατικὸν τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν ἐγκρίνεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ προσδιορίζονται δι’ αὐτὴν αἱ ἐργασίαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐπιτετραμμέναι εἰς αὐτάς. Ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐκτείνωσι τὸν κύκλον τῶν ἐργασιῶν των, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν τράπεζαν νὰ ἐπιχειρῇ καὶ ἄλλας ἐργασίας, αἵτινες δὲν περιελήφθησαν εἰς τὸ καταστατικόν, εἴτε διότι τὸ συμφέρον τοῦ πιστωτικοῦ αὐτοῦ καταστήματος τῆς Τραπέζης ἐπέβαλεν εἰς αὐτὴν νὰ ἐπιθυμήσῃ τὸ τοιοῦτον, εἴτε διότι τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἐπέβαλεν εἰς τὸ Κράτος νὰ ἐπιθυμήσῃ τὴν ἐπέκτασιν τούτων τῶν ἐργασιῶν, καὶ ἡ Τράπεζα δύναται νὰ κάμῃ τὴν ἐπιχείρησιν ἄνευ βλάβης τῶν συμφερόντων της, τότε ἡ Τράπεζα πρέπει νὰ ζητήσῃ τὴν μεταβολὴν τοῦ καταστατικοῦ της, νὰ ἐγκρίνῃ δι’ αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις, καὶ νὰ μὴ περιληφθῇ ἡ διάταξις ἐν τῇ συμβάσει. Ἀληθῶς, ὅταν περιλαμβάνωνται ἐν τῇ συμβάσει τοιαῦται διατάξεις, ὑπολαμβάνεται ὑπὸ τοῦ ἀναγνώστου τῆς συμβάσεως, ὅτι εἶναι εἷς ὅρος, ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συναφθῇ ἡ σύμβασις. Ἑπομένως καὶ ἐὰν διὰ τῆς προσθήκης νέων ἐργασιῶν εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Τραπέζης, ἐὰν ἐκ τῆς ἐπεκτάσεως τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς ὠφελεῖτο μόνον τὸ Κράτος, καὶ οὐχὶ ἡ Τράπεζα, καὶ πάλιν δὲν ἔπρεπε νὰ περιληφθῇ ἐν τῇ συμβάσει ἡ διάταξις. Ἠδύνατο νὰ γείνῃ διὰ μεταβολῆς τοῦ καταστατικοῦ. Ἀλλ’, ὡς εἶπον, ἠδύνατο ὁ ἀναγνώστης νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι τὸ Κράτος ἢ ἡ Τράπεζα ἀπέκτησε διὰ τῆς συνομολογήσεως τοῦ ὅρου τούτου, τὸν ὁποῖον δὲν εἶχε δικαίωμα ἢ δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποκτήσῃ, ὅτι ἀπέκτησε τὴν μεταβολὴν ταύτην διὰ τῆς συμβάσεως, συνεπείᾳ τῶν εἰς τὸ Κράτος γενομένων ὑπὸ τῆς Τραπέζης παραχωρήσεων. Ἐὰν δὲν ἔχῃ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα ἡ παρατήρησις, ἐὰν δὲν ἔχῃ οἰκονομικὰς συνεπείας, ἔχει ὅμως ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα εἶναι συναφῆ μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους καὶ μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Τραπέζης· διὰ τοῦτο ἐξεπλάγην, ὅταν εἶδον τοιαύτας διατάξεις. Δὲν πρέπει νὰ κάμω λόγον ὡσαύτως περὶ ἄλλης διατάξεως, ἡ ὁποία περιελήφθη ἐν τῇ συμβάσει καὶ τὴν ὁποίαν ἡ νέα Κυβέρνησις διέγραψεν ἀπὸ αὐτήν· περὶ τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ προνομίου τῆς Τραπέζης καὶ ἐπὶ τῶν δύο ἐπαρχιῶν, αἵτινες μέλλουσι νὰ προσαρτηθῶσιν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν βασίλειον κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Εὐρώπης. Ὁ ὅρος οὗτος δὲν μοὶ ἐφάνη σπουδαῖος, καὶ ὅσον καὶ ἂν ἠκούσατε δικαιολογούμενον τὸν ὅρον τοῦτον ὑπὸ τοῦ προχθὲς ἀγορεύσαντος, ὅτι ἐγένετο ἵν’ ἀνοίξῃ ἀπὸ τοῦδε διέξοδον εἰς τὰ γραμμάτια τῆς Τραπέζης, καὶ ἐπηρεάσῃ οὕτω τὴν πίστιν αὐτῆς καὶ τὴν κυκλοφορίαν τῶν γραμματίων της, αἱ δικαιολογίαι αὗται δὲν ἐλαττοῦσι τὴν ἔλλειψιν τῆς σπουδαιότητος, τὴν ὁποίαν ὁ τοιοῦτος ὅρος ἔχει. Αἱ παρατηρήσεις αὗται μὲ ἀναγκάζουσιν ἀπὸ τοῦδε νὰ ψηφίσω κατὰ τῆς συμβάσεως. Δὲν γνωρίζω ποίαν τροπὴν καὶ διέξοδον θέλει λάβει ἡ συζήτησις αὕτη, ἀλλ’ ὁποιανδήποτε καὶ ἂν λάβῃ τροπήν, νομίζω, ὅτι τὰ γενικὰ ζητήματα εἰσὶ πάντῃ κεχωρισμένα τῶν μερικῶν ζητημάτων· ἑπομένως θέλω ψηφίσει ὑπὲρ τῶν νομοσχεδίων τῶν πιστώσεων τοῦ ὑπουργείου· θέλω δὲ ψηφίσει κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τῆς συμβάσεως.
§37ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θὰ σᾶς εἴπω ὀλίγα, πολλὰ ὀλίγα, διότι πάσχω, καὶ διότι νομίζω, ὅτι σήμερον δὲν εἶναι καιρὸς λόγων, εἶναι καιρὸς πράξεων. Πρὸ πολλοῦ ἐνασχολούμεθα μὲ τοὺς πολιτικοὺς ἀπολογισμούς· τοῦ παρελθόντος, πρὸ πολλοῦ συγκρουόμεθα, πρὸ πολλοῦ παλαίομεν τὴν προσωπικὴν πάλην· τί κατωρθώσαμεν μέχρι τοῦδε; μήπως κατωρθώσαμεν νὰ πιστεύῃ ἡ Βουλὴ ἢ τὸ κοινὸν ἄλλως περὶ ἡμῶν, παρ’ ὅ,τι πιστεύει ἐκ τῶν πραγμάτων, καὶ μ’ ὅλας τὰς ἀντεγκλήσεις καὶ μ’ ὅλους τοὺς ἐπαίνους; μήπως ἐβελτιώθησαν κατὰ τι τὰ δημόσια; Ἀλλὰ τέλος πάντων ὁ καιρὸς καὶ περὶ τούτου θὰ ἔλθῃ· σήμερον ὅμως ὁ καιρὸς δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἐπασχολώμεθα εἰς τοιαῦτα· καὶ ἄς μοι συγχωρήσῃ ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως νὰ τῷ εἴπω, ὅτε προχθὲς πικρῶς μᾶς ἐξήλεγχε, διότι δὲν παραβιάζομεν τὸν νόμον καὶ δὲν πράττομεν ὅ,τι αἱ περιστάσεις καὶ αἱ ἀνάγκαι ὑπηγόρευον νὰ πράττωμεν, καὶ ὅτι διὰ τοῦτο βλάπτομεν τὸν τόπον καὶ ἀναλαμβάνομεν εὐθύνην μεγίστην, ἄς μοὶ συγχωρήσῃ, λέγω, νὰ τῷ εἴπω, ἀντὶ νὰ ἀπευθύνῃ τὴν ἐπίπληξιν αὐτὴν πρὸς ἡμᾶς, ἔπρεπε νὰ περιστείλῃ αὐτὸς ἑαυτόν, ἀφοῦ αὐτὸς δὲν ἐπρόκειτο νὰ παραβιάσῃ τὸν νόμον, ἀλλὰ ν’ ἀναβάλῃ μόνον ἐπὶ μικρὸν πολιτικὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι σκοπὸν κανένα, τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ παρόντος, δὲν ἔχουν, καὶ κατὰ τοσοῦτον μᾶλλον καθόσον τὴν πεποίθησιν εἶχεν, ὅτι μετὰ 20 ἡμέρας δὲν θέλει πλέον μᾶς βλέπει ὑπουργούς, ἐάν, ἐννοεῖται, ἀποφασίσωμεν καὶ ἡμεῖς νὰ μὴ θεωρῶμεν ἀναγκαίαν τὴν παρουσίαν μας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἐγὼ λοιπὸν δικαιοῦμαι ν’ ἀπευθύνω αὐτὴν τὴν μομφὴν πρὸς τὸν κ. Τρικούπην, καὶ τῷ λέγω: Κύριε Τρικούπη, περίστειλον τὴν ὁρμήν σου, μὴ σπεύδῃς, καὶ ἐὰν νομίζῃς, ὅτι ἡμεῖς, μὴ παραβιάζοντες τὸν νόμον, σφάλλομεν, δὲν σφάλλεις σύ, μὴ κρατῶν τὴν ὁρμήν σου, κατασπαταλῶν τὸν χρόνον, ὅτε πᾶσα στιγμὴ ἀναβολῆς οὐσιωδῶς βλάπτει τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου; Δὲν ἔχω τὸν σκοπὸν νὰ κάμω ἱστορίαν· θέλω ὁμιλήσει περὶ τῶν παρόντων, θέλω περιορισθῆ εἰς ὀλίγα. Δὲν θὰ ἐνασχοληθῶ εἰς τὸ παρελθόν, οὔτε θὰ ἐξετάσω τὴν διαγωγὴν οὐδενός, θέλω μόνον διαπραγματευθῆ τὰ ἀντικείμενα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὴν θέσιν καὶ τὰς πράξεις ἡμῶν, πρὸς δὲ θέλω τὰ διαπραγματευθῆ διὰ τοῦτον καὶ μόνον τὸν σκοπόν, χωρὶς διόλου νὰ σκοπεύω σήμερον οὔτε νὰ ἐρεθίσω, οὔτε νὰ προσβάλω οὐδένα. Ἐπιθυμῶ, κύριοι, τὴ ὁμιλίαν μου σήμερον οὕτω νὰ τὴν ἐξηγήσητε, καὶ ἐὰν ἐξ αὐτῆς ταύτης εἰς τὴν ῥοὴν τοῦ λόγου προκαλέσω ἐρεθισμόν τινα, ἀπὸ τοῦδε λέγω, ὅτι τοιοῦτόν τι δὲν ἤθελον νὰ πράξω, καὶ τὸ ἀποσύρω. Μᾶς εἶπον πολλάκις «διὰ τί μᾶς κατακρίνετε, ἀφοῦ ἀκολουθεῖτε τὸ πρόγραμμα ἡμῶν; καὶ ἵνα μᾶς κατακρίνητε, κατακρίνετε τὸ πρόγραμμά μας, ἢ ἀποῤῥίψατέ το. Τὸ πρόγραμμά μας εἶναι ἡ ἐπιστράτευσις· ἡ ἐπιστράτευσις εἶναι μεγαλείτερον τῆς ἐπιστρατεύσεως τοῦ Πομπηίου, εἶπε σοφός τις συνάδελφός μας. Δὲν τὸ θέλετε; καταδικάσατέ το· ἄλλως παύσατε νὰ ὁμιλῆτε καθ’ ἡμῶν καὶ νὰ ἐγκολπόνεσθε συγχρόνως τὰς ἰδέας μας.» Ἤθελα νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Τρικούπην, ὅτε προχθὲς ἀπέτεινε τὴν ἀποστροφὴν πρὸς τὴν πλευρὰν αὐτήν, λέγων «διατί, ἐὰν δὲν εἶσθε πεπεισμένοι, ὅτι ἡ ἐπιστράτευσις εἶναι ἀναγκαία, καλὴ καὶ ἀναπόφευκτος, διατί δὲν τὴν καταργεῖτε; χάριν τῶν 27 ἑκατομμυρίων, ἅτινα ἐξωδεύθησαν;» Ἤθελα ἐρωτήσει ἂν ἦναι ἡ ἀποστροφὴ κατάλληλος διὰ τὴν μερίδα ἐκείνην, τῆς ὁποία, ἠξεύρει πολὺ καλὰ τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἰδέας, ἢ εἶναι συμβουλή, τὴν ὁποίαν ἀποδέχεται καὶ ἐγκρίνει σήμερον αὐτὸς, καὶ διὰ τοῦτο τὴν προβάλλει; εἶναι, κύριοι, ἀποστροφὴ ὀργῆς ἀκαταλλήλου, ἢ εἶναι μεταμέλεια; Ὀφείλει νὰ καθαρίσῃ καλῶ ὁ κύριος Τρικούπης τί ἐννοεῖ· σήμερον νομίζει, ὅτι πρέπει νὰ ὀπισθοδρομήσωμεν; ἐὰν ἡ ἐπιστράτευσις εἶχεν ἐξ ἀρχῆς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐνόμισεν ὁ κόσμος, ὅτι ἔδιδεν αὐτῇ ὁ κύριος Τρικούπης, τὸν τῆς ἐπιδείξεως, δὲν τὸν ἀδικῶ· ἀφοῦ αὐτὸς δὲν ἐσκέπτετο ἀπ’ ἀρχῆς σπουδαῖόν τι καὶ πραγματικὸν νὰ ποιήσωμεν, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ ἐπιδειχθῶμεν, ἐνεργοῦντες οὕτω, εἶχε δίκαιον σήμερον νὰ συμβουλεύσῃ νὰ τὴν παύσωμεν· διότι ἡ ἁπλῆ ἐπίδειξις ἀναιρουμένη, οὔτε τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ ἔθνους προσβάλλει, οὔτε ἐλαττόνει τὴν ὑπόληψιν καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς αὐτὸ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, οὔτε τὴν τιμὴν αὐτοῦ προσβάλλει, οὔτε συμφέροντα καταστρέφει, οὔτε μᾶς ἐξευτελίζει ἐνώπιον τῆς Εὐρώπης· διότι τοιοῦτον ἤθελεν εἶσθαι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς καταστροφῆς τῆς ἐπιστρατεύσεως τῆς ἀληθοῦς, τῆς σπουδαίας, τῆς πραγματικῆς. Ἀλλ’ εἶναι ἡ ἐπιστράτευσις πρόγραμμα πολιτικόν; Τί εἶναι ἐπιστράτευσις; Εἶναι αὔξησις στρατοῦ πρὸς ἐνέργειαν. Ἀτυχῶς σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἀλλὰ περὶ ἐκγυμνάσεως πολιτῶν. Ἡ Εὐρώπη ἐκανόνισε τὰ ὅρια ἡμῶν καὶ τῆς Τουρκίας· ἐλπίζεται δέ, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν θὰ ἐκτελέσωμεν. Ὁ κ. Τρικούπης ἐνόμισε τότε, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην πρὸς τοῦτο 60,000 ἀνδρῶν· πρὸ ὀλίγων μηνῶν, τὸν Μάϊον, ὁ κ. Τρικούπης ἐνόμιζεν, ὅτι διὰ τὸν σκοπὸν αὐτὸν ἤρκει ὁ στρατός, τὸν ὁποῖον εἴχομεν προετοιμάσει, ἐκ 35 ἢ 40 χιλιάδων ἀνδρῶν· ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον μεταβάλλει γνώμην καὶ νομίζει, ὅτι τόσοι δὲν ἀρκοῦσι, καὶ ἀνάγκην ἔχομεν 60,000 στρατιωτῶν. Εἶναι πρόγραμμα τοῦτο, ἢ εἶναι ἐκτίμησις πραγματικῶν ἀναγκῶν; Εἶναι στρατιωτική, ἂν θέλετε, σκέψις. Εἷς στρατηγός, ὑποθέσατε, νομίζει, ὅτι διὰ πρᾶξίν τινα ἔχει ἀνάγκην 20,000, ἕτερος 40,000 στρατιωτῶν· εἶναι πρόγραμμα τοῦτο πολιτικόν, ἢ εἶναι ἐκτέλεσις πραγματικῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας ἕκαστος ἐκτιμᾷ ἀναλόγως τῶν πραγμάτων τῆς διανοίας καὶ τῆς ἱκανότητός του; Καὶ, κύριοι, μὴ νομίσητε, ὅτι ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν ἐθεώρησαν τὴν ἐπιστράτευσιν καὶ ἐν Εὐρώπῃ. Νομίζετε, ὅτι ἡ Εὐρώπη μᾶς εἶπε: «σταματήσατε, δὲν πρέπει νὰ καλέσητε εἰς ἐπιστράτευσιν τὸν λαὸν σήμερον,» διότι ἡ ἐπιστράτευσις αὕτη ἠπείλει πραγματικόν τινα κίνδυνον; ἢ ὅτι ἡ Εὐρώπη ἤθελε νὰ μὴ ὁπλισθῶμεν; Ὄχι, κύριοι· μᾶς ἔλεγεν: «ἀποφύγετε τὴν ἐπιστράτευσιν ἤδη, διότι θὰ προκαλέσητε σκάνδαλα, διότι δύναται νὰ ἐκληφθῇ ὡς πρόκλησις ἡ ἐνέργειά σας αὕτη, καὶ δύνασθε νὰ δώσητε πρόφασιν ἴσως εἰς τὴν ὀθωμανικὴν Κυβέρνησιν, νὰ προτείνῃ δυσκολίας· πράττετε κακά, σήμερον τιθέμενοι σεῖς ἀπέναντι τῆς Τουρκίας, ἀντικαθιστῶντες τὴν Εὐρώπην. Ὁπλισθῆτε, ὅσον θέλετε, προετοιμασθῆτε· ἀλλὰ μὴ προκαλῆτε σκάνδαλα, μὴ ἐπιδεικνύεσθε.» Ἡ Εὐρώπη λοιπὸν ἠμπόδιζε τὴν ἐπιστράτευσιν ὄχι ὡς δύναμιν ἀπειλητικήν, ἀλλ’ ὡς ἐπίδειξιν ματαίαν καὶ ἐπιβλαβῆ. Κύριοι, ὁ κ. Τρικούπης δὲν πιστεύω νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἔλεγον πρὸς αὐτόν: «μὴ καλῆς ἐπιστρατείαν, ἕως ὅτου ἀπαντήσῃ τοὐλάχιστον ἡ Τουρκία·» ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἀπάντησιν ἐπέμενον κατὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ οὐχὶ κατὰ τοῦ ἐξοπλισμοῦ ἡμῶν. Ὁ κ. Τρικούπης ἔκρινεν ἄλλως τὰ πράγματα, καὶ ἐπέμεινεν. Ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. Τρικούπην τὴν ἐπιστολὴν τοῦ κ. Κοντοσταύλου ἐξ Ἀγγλίας τῆς 24 Αὐγούστου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Δύναμις ἐκείνη, παρεξηγοῦσα βεβαίως τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τῆς αἰτήσεως τοῦ κ. Τρικούπη καὶ νομίζουσα, ὅτι δι’ αὐτῆς ἐσκόπει νὰ ἐπιῤῥίψῃ ἐπ’ αὐτῆς τὴν εὐθύνην, ἀγανακτήσασα ἀπήντησε: «δέν σε ἐμποδίζω πλέον,» Τί μᾶς ὁμιλοῦσι λοιπὸν περὶ προγράμματος; Αὐτὸ δὲν εἶναι πρόγραμμα, ἀλλ’ ἐκτίμησις πραγματικῶν περιστατικῶν, προκειμένου περὶ ἐκτελέσεως ἑνὸς μεγάλου γεγονότος. Καὶ εἰς τὴν πλευρὰν ταύτην δὲν ἠμπορεῖτε, κύριοι, ν’ ἀπευθύνητε τὴν ἀποστροφὴν αὐτήν, διότι ἡ πλευρὰ αὕτη συνέδεσε τὸν πολιτικόν της βίον, τὴν πολιτικὴν αὐτῆς ὕπαρξιν μὲ τὴν ἰδέαν τοῦ ἐξοπλισμοῦ τοῦ Ἔθνους, καὶ ἐξ ἀρχῆς ὑπὲρ τῆς ἰδέας αὐτῆς ἀγωνίζεται, καὶ ποτὲ δὲν μετέβαλε γνώμην, οὔτε πορείαν, οὔτε ποτὲ ἐσταμάτησεν ἀπέναντι οἰκονομιῶν, ὑποτάξασα ἀπ’ ἐναντίας τὴν οἰκονομίαν εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἐξασκήσεως καὶ ἐνεργείας τοῦ τόπου. Ἡ ἐπιστράτευσις ὠφέλησεν ὡς ἐκγύμνασις, ἀλλ’ οὐχὶ τὸ ζήτημα· ἐάν, ὅτε ἐν Εὐρώπῃ ἦτο ἀκμαῖον τὸ φρόνημα ὑπὲρ ἡμῶν, μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Βερολίνου, ἐνεργεῖτε μὲ τὰς 40 χιλ. στρατιωτῶν, ἢ ἐὰν τοὐλάχιστον τοὺς συνεκεντρώνατε εἰς τὰ ὅρια, ἠθέλομεν ἴσως ἔχει μᾶλλον εὐάρεστα ἀποτελέσματα· διὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως εἴπετε ἀπ’ ἐναντίας: «ἀφοπλιζόμεθα διὰ μῆνας πολλούς, αὐτὴ εἶναι ἡ δύναμίς μας, ἀπαιτεῖται καιρὸς νὰ τὴν ἑτοιμάσωμεν·» οὕτω οὔτε ἠπειλεῖτε. Ἀλλά, κύριοι, ἂν ἠθέλατε νὰ καλέσητε τοσοῦτον ἀριθμὸν λαοῦ εἰς τὰ ὅπλα, πρὸ τούτου δὲν ἔπρεπε νὰ φροντίσητε περὶ μέσων; Βλέπετε, ἀναγκάζομαι νὰ ποιήσω λόγον καὶ περὶ τούτου, διότι πρέπει νὰ δικαιολογήσω διατί ἀποδεχόμεθα τὴν σύμβασιν. Ἦτο σπουδαῖον πρᾶγμα νὰ καλέσητε 60 χιλιάδας ἄνδρας εἰς τὰ ὅπλα εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν δὲν εἴχατε εἰς τὸ ταμεῖον λεπτόν, διότι μὲ τὸ οἰκονομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσηγάγετε, ἠξεύρετε ποῦ μᾶς ὁδηγεῖτε; Τὸν Ἰούνιον εἴχατε ἐξαντλήσει τὰ εἰσοδήματα τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ εἴχατε δαπανήσει καὶ 11 ἑκατομμύρια ἐξ ἐκτάκτων πόρων. Καθ’ ἣν λοιπὸν ἐποχὴν ἐγείρετε τὸ ζήτημα τῆς ἐπιστρατεύσεως, τὸ ταμεῖον εἶχεν ἐξαντληθῆ εἶχον δαπανηθῆ οὐ μόνον οἱ τακτικοί, ἀλλὰ καὶ οἱ ἔκτακτοι πόροι. Ἦτο λοιπὸν σπουδαῖον πρᾶγμα νὰ καλέσητε 60 χιλιάδας ἄνδρας ὑπὸ τὰ ὅπλα καὶ νὰ ζητῆτε νὰ θεραπεύσητε τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ μὲ ἓν δάνειον προσωρινὸν 15 ἑκατομμυρίων. Καὶ νομίζετε, κύριοι, ὅτι εἰς τὸν κόσμον καὶ ἰδίως εἰς τὴν Εὐρώπην τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, συνδεόμενον οὕτω μὲ τὴν ἐπιστράτευσιν καὶ μὲ τὴν προμήθειαν τοῦ ὑλικοῦ, δὲν ἐπροκάλεσε τὰ μειδιάματα; καὶ ὅτε σωρεία ἀξιωματικῶν περιεφέρετο εἰς τοὺς Παρισίους καὶ ἐζήτει πληροφορίας, νομίζετε, δὲν ἐξετιμήθη ὅπως ἤξιζε καὶ δὲν ἐθεωρήθη, ὅτι ἐγένοντο χάριν ἀποτυχούσης ἐπιδείξεως; Καὶ διατί, κύριοι, τὴν στιγμὴν ἐκείνην, τὸν Ἰούλιον, καθ’ ἣν οὐχὶ σεῖς, ἀλλ’ αἱ περιστάσεις, ἡ ἀπόφασις τῆς συνόδου τοῦ Βερολίνου καὶ ὁ κανονισμὸς τῶν ὁρίων ἀνύψωσε τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν πίστιν αὐτῆς, καὶ ἀνύψωσε τὴν ἀξίαν τῶν χρεωγράφων, δὲν συνωμολογεῖτε ἓν δάνειον, τὸ ὁποῖον εὐκόλως καὶ εὐθηνῶς ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρητε εἰς τοὺς Παρισίους; Τότε τὸ δάνειόν μας ἐπωλεῖτο πρὸς 90% περίπου· διατί ἀφήσατε τὰς περιστάσεις ταύτας νὰ παρέλθωσιν εἰς μάτην, καὶ εὑρισκόμεθα ἤδη ὅπου εὑρισκόμεθα; Καί, κ. Τρικούπη, πλανᾶσαι νομίζων, ὅτι ἡ ὕψωσις τῶν μετοχῶν τοῦ δανείου μας ὀφείλεται εἰς τὸ ὄνομά σου· διότι πρέπει νὰ ὁμολογήσῃς, ὡς ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως διευθύνων, δὲν ἔχεις ἱστορίαν γνωστὴν εἰς τὸν κόσμον· πρὸ μικροῦ ἀνεφάνης. Δὲν ἀρνοῦμαι τὴν ἀξίαν σου, ἀλλὰ τὴν ἀξίαν σου αὐτήν, γνωστὴν εἰς ἡμᾶς, δὲν συνοδεύουν πράξεις σπουδαῖαι, γνωσταὶ καὶ εἰς ἄλλους· δύναται δὲ τὸ ὄνομά σου μόνον, νομίζεις, νὰ συγκινῇ τὴν Εὐρώπην; εἶναι βεβαίως μέγα. Δὲν συγκινεῖ, σᾶς βεβαιῶ ἐγώ, παντάπασι τὰς Τραπέζας καὶ τοὺς τραπεζίτας, οὔτε λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν. Δὲν ἠξεύρω ποίαν ἰδέαν ἔχετε σεῖς περὶ τῆς ἐπιῤῥοῆς τοῦ ὀνόματός σας· ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι τὸ ἰδικόν μου δὲν φοβίζει τὴν Εὐρώπην καὶ τοὺς Τραπεζίτας. Δὲν ὀφείλεται λοιπὸν εἰς τὸ ὄνομά σας ἡ ὕψωσις τῶν μετοχῶν· διότι ἄλλως διατί αἱ τιμαὶ αὐτῶν ἐπὶ τῆς ὑπουργείας σας ὑπεβιβάσθησαν μέχρι τοῦ 410 καὶ 413; Ἀκούσατε, κύριοι· τὸν Ἰούλιον ἐτιμῶντο 436 ἕως 440, τὸν Σεπτέμβριον κατέβησαν 410, τὸν Ὀκτώβριον ἀπὸ 425 ἕως 382. Εἶσθε σεῖς ὑπουργοὶ τότε· ὥστε, κύριοι, τὸ ὄνομα ἡμῶν δὲν ἐτρόμαξε τὸν κόσμον καὶ ὑπετιμήθησαν αἱ μετοχαί· οὔτε ἐνεθάῤῥυνε τὸ ὄνομα τοῦ κ. Τρικούπη τοὺς Τραπεζίτας, ὥστε ἀφειδῶς νὰ ῥίψουν τὰ χρήματά των εἰς τὴν Ἑλλάδα· ἐπὶ τῆς ὑπουργείας του ἤρξατο ἡ ἔκπτωσις· μετὰ τὴν ὑποβολὴν δὲ τῆς συμβάσεως εἰς τὴν Βουλήν, ἡ ὑποτίμησις ὑπῆρξε ῥαγδαιοτέρα καὶ αἱ μετοχαὶ ἔφθασαν μέχρι 380 δρ. Λοιπόν, κύριοι, ἡ παρουσία ἡμῶν εἰς τὴν ἐξουσίαν δὲν ἔφερεν αὐτὴν τὴν μεταβολήν, ἀλλ’ αἱ πράξεις τοῦ κ. Τρικούπη. Ἐγώ, κύριοι, τὸ ἐπεθύμουν, ἐπεθύμουν τῷ ὄντι τὸ ὄνομά μου τοιαύτην νὰ ἐξασκῇ ἐπιῤῥοήν, ὥστε αἱ Τράπεζαι τῆς Εὐρώπης ν’ ἀνεβίβαζαν ἢ νὰ κατεβίβαζαν τὰς μετοχάς· κατὰ δυστυχίαν ὅμως δὲν εἶναι τοῦτο ἀληθές. Ὅταν λοιπὸν, κύριοι, αἱ περιστάσεις σᾶς ἐχορήγουν εὐκολίας, διατί δὲν ἐπραγματοποιήσατε τὸ δάνειον; Ἡ Τράπεζα ἔπρεπε νὰ ᾖναι τὸ τελευταῖον καταφύγιον, εἰς τὸ ὁποῖον ἠδυνάμεθα ἐν ἐσχάτῃ ἀνάγκῃ νὰ καταφύγωμεν. Ἡ Τράπεζα δὲν ἠδύνατο νὰ σᾶς δανείσῃ δάνειον σπουδαῖον, ἄνευ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ὁ κ. Τρικούπης ἐνόμισεν, ὅτι μετὰ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἤθελον εὑρεθῇ εὐκολώτερον δάνειον ἐξωτερικόν. Οὗτος σᾶς εἶπε χθές: «διεπραγματεύθην μὲ τὴν Τράπεζαν τὸ δάνειον, ἔδωσα εἰς αὐτὴν περισσότερα δικαιώματα, ἑδραίωσα τὴν πίστιν αὐτῆς, διότι οὕτως ἠθέλομεν εὕρει εἰς τὴν Εὐρώπην εὐκολώτερον δάνειον·» ἀλλ’ ὅταν αὐξάνῃ ἓν ἔθνος τὰ χρέη του, αὐξάνει τὴν πίστιν του; Ὅταν καταφεύγῃ εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἥτις σημαίνει ἀπογύμνωσιν, αὐξάνει τὴν πίστιν του; εὑρίσκει εὐκολώτερον δάνειον; Ἀλλ’ ἔχομεν ἀπόδειξιν, ὅτι ἄνευ ἄλλης αἰτίας, αἱ μετοχαί μας μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς συμβάσεως ὑπετιμήθησαν καὶ ὀλιγώτερον ζητοῦνται, ὅτι αἱ δυσκολίαι, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα διαπραγματευόμενοι νέον δάνειον, ὑπερεπλεόνασαν. Ἡ πίστις μας ἐκ τούτου ἠλαττώθη, καὶ ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι μολονότι αἱ προκαταρκτικαὶ ἐργασίαι περὶ νέου ἐξωτερικοῦ δανείου ἐπροχώρησαν εὐδοκίμως, ἀμφιβάλλω ἐὰν μέχρι τέλους φθάσωμεν εἰς αἴσιον καὶ ἀσφαλὲς ἀποτέλεσμα. Καὶ τί ἐκερδήσατε, κύριοι, δι’ αὐτῆς τῆς συμβάσεως, τί κατωρθώσατε διὰ τοῦ συστήματός σας; ἀπεδείχθη, ὅτι ἐκ τοῦ δανείου αὐτοῦ 22 ἑκατομμύρια μᾶς μένουν τὴν πρώτην τοῦ νέου ἔτους· τὰ 10 ἕτερα ἑκατομμύρια δὲν πρέπει νὰ τὰ ὑπολογίζητε, διότι θέλετε τὰ εἰσπράξει τὸν Αὔγουστον, ὅτε θέλετε προσθέσει καὶ ἔτι 6 ἑκατομ. ἵνα πληρώσητε τὰ 15 ἑκατομ. καὶ σὺν τῷ τόκῳ αὐτῶν 16 περιπλέον ἑκατομμύρια, τὸ προσωρινὸν δάνειον· καὶ οὕτω τὰ 22 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα σᾶς μένουν, θὰ ἐλαττωθῶσι, διότι, ἵνα πληρωθῇ τὸ χρέος σας, θέλετε προσθέσει ἐξ ἔτι ἑκατομμύρια. Καὶ νομίζετε, ὅτι ὑποχρεοῦται ἡ Τράπεζα νὰ σᾶς δανείσῃ αὐτά; Ὄχι. Ἡ Τράπεζα δύναται νὰ μᾶς δανείσῃ, ἢ νὰ ἐγγυηθῇ ἁπλῶς νὰ δανεισθῶμεν, ἐὰν ἡ πίστις της ᾖναι μεγάλη, ἐπὶ τοσούτῳ μεγάλη, ὥστε νὰ κατισχύσῃ τῶν τότε δυσκολιῶν καὶ περιστάσεων· ὥστε πιθανὸν οὐδὲ αὐτὰ νὰ μὴ ἔχητε, ἀλλὰ τὰς ὑποχρεώσεις βαρείας καὶ ἐνοχλητικάς. Καὶ ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Τρικούπη, ὅτι ἠμπορεῖτε νὰ ποιήσητε χρῆσιν τῶν ἐντόκων γραμματίων, δὲν εἶναι σπουδαῖος; διότι, ἂν ἦτο τοῦτο δυνατόν, ἅπασα ἡ φιλονεικία ἡμῶν ἦτο περιττὴ σήμερον, καὶ τὰ χρήματα θὰ ἦσαν πρὸ τῶν ποδῶν μας. Ἀλλά, κύριοι, τὰ ἔντοκα γραμμάτια δὲ τὰ δέχονται (θόρυβος). Ὁ κ. Τρικούπης ἐπελήφθη ἐπιχειρήσεως, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι νὰ ἐλαττώσῃ τοὺς τόκους· εἶπε: «δανείζομαι ἀπὸ τὴν Τράπεζαν πρὸς 1%, ἀποσύρω τὰ ἔντοκα γραμμάτια, κερδίζω τὸν τόκον, καὶ οὕτως ὠφελῶ τὸ δημόσιον.» Ἀλλὰ κακῶς ὑπελόγισε, διότι μετὰ δύο μῆνας ἐδανείσθη ἄλλοθεν 11 ἑκατομμύρια καὶ ἐπλήρωσε τὸν ἴδιον τόκον. Καὶ διὰ τί ὁ κ. Τρικούπης δὲν ἔθεσεν εἰς κυκλοφορίαν τὰ γραμμάτια, ἀλλὰ ἐζήτησεν ἐκ τῆς Εὐρώπης χρήματα;
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διότι ἠθέλαμεν δάνειον εἰς μεταλλικόν.
§39ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ἠθέλατε τοῦτο, εἴχετε τὰ χρήματα τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, διότι 24 χιλιάδες ὁμολογίαι, αἵτινες ἔμενον ἀδιάθετοι, ἦσαν μέταλλον· αὐτὰς δὲν ἔπρεπε νὰ δαπανήσητε, νὰ θέσητε δὲ εἰς κυκλοφορίαν τὰ γραμμάτια διὰ τὰς ἐσωτερικὰς ἀνάγκας· ἀλλ’ ἐξωδεύσατε τὰ χρήματα τῶν ὁμολογιῶν, ὅσα δὲν ἔπρεπε, διὰ νὰ κάμητε τραπεζικὰς ἐπιχειρήσεις.
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ἐκ τῶν χρημάτων τῶν ὁμολογιῶν ἐπληρώσαμεν προμηθείας.
§41ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ ὑπηρεσία ἀποδεικνύει, ὅτι μέχρι τοῦ Ἰουνίου δὲν εἴχετε κάμει πληρωμὰς εἰς προμηθείας· ἐξωδεύσατε 11 ἑκατομμύρια διὰ τὰς ἐσωτερικὰς ἀνάγκας· τοῦτο ἀποδεικνύουσιν οἱ λογαριασμοὶ τοῦ Λογιστηρίου.
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι τὸ προϊόν τῶν ὁμολογιῶν ἐστάλη εἰς τὴν Εὐρώπην διὰ τὰς προμηθείας.
§43ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οἱ λογαριασμοὶ τοῦ δημοσίου ἀποδεικνύουσι τὸ ἐναντίον. Καὶ οἱ ἀξιωματικοί, οἱ μεταβάντες εἰς τὴν Εὐρώπην, δὲν ἠγόραζον, ἐλάμβανον πληροφορίας μόνον· ἤμην ἐκεῖ τότε.
§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐχὶ δι’ ἔλλειψιν χρημάτων, ἀλλὰ διότι ἐπρόκειτο νὰ προμηθεύσῃ μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εὑρίσκετο εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Κυβερνήσεως.
§45ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἠξεύρω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἤθελεν ὄχι νὰ χαρίσῃ, ἀλλὰ νὰ δώσῃ εὐθηνότερον καὶ καλλίτερο ὑλικόν· πλὴν οὐδὲν ἐγένετο. Κύριοι, δὲν ἦλθον διὰ νὰ προκαλέσω ἐρεθισμούς· τοιοῦτός τις δὲν εἶναι ὁ σκοπός μου· ἦλθον νὰ ἀποδείξω, ὅτι δὲν ἠκολούθησα πρόγραμμα τοῦ κ. Τρικούπη, μὴ ὑπάρχον, ἀλλὰ τὸ ἰδικόν μας, καὶ διατί εἶμαι ἠναγκασμένος τώρα νὰ δεχθῶ τὴν σύμβασιν. Λοιπόν, κύριοι, ἐκάματε τὴν σύμβασιν αὐτὴν, διὰ νὰ οἰκονομήσητε τὰς ἀνάγκας μας, καὶ ἔχομεν 22 ἑκατομμύρια περίσσευμα, τὸ πλεῖστον τοῦ ὁποίου, ἂν οὐχὶ ὅλον, σύγκειται ἀπὸ γραμμάτια ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διότι ἡ Τράπεζα, μὴ νομίσητε, ὅτι δύναται νὰ χορηγήσῃ μέταλλον πλέον ὅρου τινός· ἔχει καὶ αὐτὴ τοὺς πόρους περιωρισμένους· δὲν εἶναι μεταλλεῖον, οὔτε ἡ δύναμίς της ἀνεξάντλητος. Τί ἠθέλαμεν πράξει μετὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους μὲ μόνον 20 ἑκατομμύρια, ἔχοντες ἑξήκοντα χιλιάδας στρατὸν εἰς ἐνέργειαν, καὶ τὰ πλοῖά μας ἔτι, καὶ ἀκόμη μὴ πλῆρες τὸ ὑλικόν μας; νὰ σταματήσωμεν; Ποτέ. Οὐδεὶς θὰ εἴπῃ τοῦτο, καὶ ἐὰν μόνον ἀποβλέπῃ εἰς τὴν τιμὴν τοῦ ἔθνους, ἐναντίον τῶν ἰσχυρισμῶν τοῦ κ. Καλλιγᾶ, πᾶς Ἕλλην θέλει σᾶς εἴπει, ἐρωτώμενος: «προχωρήσατε, ὑποβληθῆτε εἰς θυσίας χάριν τῆς τιμῆς, καὶ μόνος ὁ κύριος Καλλιγᾶς, ὅστις χάριν τῆς τιμῆς του θέλει φεισθῆ θυσιῶν βεβαίως, σᾶς συμβουλεύει, τὸ ἔθνος νὰ ἔχῃ ἐλάσσονα συναίσθησιν τῆς τιμῆς αὑτοῦ. Διὰ νὰ προχωρήσωμεν δὲ, ἔχομεν ἀνάγκην χρημάτων, καὶ δὲν ἔχομεν· πρέπει νὰ δανεισθῶμεν, καὶ μὲ βαρεῖς τόκους, διότι ἄλλως δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξέλθωμεν τῶν δυσκολιῶν· πρέπει νὰ δανεισθῶμεν ὁπωσδήποτε· ἰδοὺ διατί εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ δεχθῶμεν τὴν σύμβασιν ὅπως παρουσιάζεται. Εἰς ἄλλους καιροὺς ἡσυχοτέρους βεβαίως ἤθελον ἐγερθῆ πλεῖσται ἐνστάσεις, ἀλλ’ ἤδη εὑρισκόμεθα εἰς τὸ ἀδιέξοδον· δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξέλθωμεν, ἂν δὲν δεχθῶμεν τὴν σύμβασιν. Σήμερον ἔχομεν ἀνάγκην μεγίστην δαπανῶν. Ἀλλὰ, κύριοι, εἶναι καὶ τόσῳ κακὴ ἡ σύμβασις, εἶναι τόσῳ κακαὶ αἱ συνέπειαί της, ὡς ἰσχυρίζονται, εἶναι τέλος ἐκ τῶν ἀσυνήθων; Νομίζω ὄχι. Τὸ μόνον παράπονον τὸ δίκαιον εἶναι τὸ τοῦ προνομίου. Ἀλλὰ, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, τὸ προνόμιον οὐδεὶς ἤθελεν ἀρνηθῆ ἐὰν ἤμην ὑπουργὸς εἰς τὰ 1890, δὲν ἤθελον ἀρνηθῆ τὴν ἀνανέωσιν τοῦ προνομίου, οὔτε ἤθελον εἴπει εἰς τὴν Τράπεζαν, «εἰσπράξατε ὅ,τι σᾶς ὀφείλουν καὶ ἀναχωρήσατε·» αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον. Τί κακὸν ὑπάρχει λοιπὸν ἐν τῇ συμβάσει; Τὸ μόνον κακὸν εἶναι, ὅτι πρὸ δεκαετίας καθιεροῦμεν ὅ,τι ἠθέλαμεν πράξει μετὰ δεκαετίαν· καὶ ἐγὼ ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἐγίνετο τοῦτο, καὶ νὰ μὴ ἠγείροντο παράπονα κατὰ τῆς συμβάσεως διὰ τοῦτο. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, τὸ δεύτερον παράπονον εἶναι κατὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Εἶμαι καὶ ἐγὼ κατά, ἀλλ’ εἶναι ἀναπόφευκτος κατὰ δυστυχίαν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ οἰκονομήσωμεν τὸ μεταλλικὸν τὸ ἀναγκαῖον διὰ τὰς ἀνάγκας μας· ἀλλ’ ἐὰν κατόπιν εὕρωμεν ἀρκετὸν μεταλλικὸν ὥστε νὰ οἰκονομήσωμεν τὰς ἀνάγκας μας, αἴρομεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, τὴν ἐξουδετερόνομεν, καὶ ἐκλείπει ὁ λόγος καὶ τὸ παράπονον κατὰ τῆς συμβάσεως, καὶ οἱ κίνδυνοι καὶ αἱ ἀκαταλόγιστοι ζημίαι, καὶ τὸ κακὸν θεραπεύεται· ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἐπιτύχωμεν δάνειον ἕτερον, πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὸ παρὸν, διότι ἡ θέσις μας εἶναι τοιαύτη· δὲν δυνάμεθα νὰ ὀπισθοδρομήσωμεν, οὔτε νὰ πληρώσωμεν τὸ κενὸν ἄνευ γραμματίων ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἰδοὺ διατί νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ δεχθῇ τὴν σύμβασιν. Κύριοι, καὶ ἐγὼ ἐσκέφθην, ἂν ἐνθυμῆται ὁ φίλος μου κ. Καραλίβανος, μεθ’ οὗ ὡμίλησα περὶ τούτου, ἂν δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ πρίν· τοῦτο δὲ ἦτο καλλίτερον καὶ συμφερώτερον· ἀλλ’ ἡ Τράπεζα σᾶς λέγει: «κατὰ τὰ πρὶν δὲν σᾶς ὀφείλω πλέον τῶν 13 ἑκατομ., τὰ πράγματα ἀνετράπησαν, δὲν ἔμειναν ὡς ἦσαν· ὁ νόμος τοῦ δανείου τῶν 21 ἑκατομ. ἀφήρεσεν 11 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Τρικούπης ἐθυσίασε χάριν τῆς τραπεζικῆς ἐπιχειρήσεως τῶν ἐντόκων γραμματίων, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Τράπεζα δὲν ὀφείλει νὰ σᾶς δώσῃ ἤδη ὅσα ἀρχικῶς ὤφειλεν, ἀλλ’ 6 ἕως 7 ἑκατομμύρια μεταλλικοῦ καὶ ἕτερα τόσα χαρτονομίσματος.» Λοιπὸν δὲν ἠμποροῦμεν δυστυχῶς νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ παρελθὸν, διότι ἐξηντλήσαμεν τὰς δυνάμεις μας, δανειζόμενοι ἀσκόπως περισσότερα, καὶ 13 ἑκατομμύρια πλέον δὲν ἀρκοῦσιν, ἀφοῦ δὲν ἀρκοῦσι 52· ἑπομένως ἡ Τράπεζα δὲν κερδοσκοπεῖ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀλλὰ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ χορηγήσῃ πλείονα· καὶ λέγω τοῦτο, διότι ἔχω πεποίθησιν εἰς τοὺς διευθυντὰς τῆς Τραπέζης· τοὺς εὗρον πάντοτε ἐνδιαφερομένους ὑπὲρ τῶν κοινῶν, καὶ δὲν πιστεύω, ὅτι ὠφελοῦνται ἤδη ἐκ τῶν δυσκολιῶν ἡμῶν, ὅπως κερδοσκοπήσωσι καὶ προσπορίσωσιν εἰς τὴν Τράπεζαν ὅσῳ τὸ δυνατὸν πλειότερα κέρδη μὲ ζημίαν τοῦ Ἔθνους. Ἐγώ, κύριοι, νομίζω, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, καὶ πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὴν σύμβασιν ὡς ἔχει. Κύριοι, μὲ ἠρώτησαν ἐπανειλημμένως, ποία εἶναι ἡ πολιτική μας. Νομίζω, ὅτι ἱκανῶς ἐξεφράσθημεν καὶ ἄλλοτε περὶ τούτου. Ἡ πολιτική μας εἶναι ἑτοιμασία πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων τῆς Εὐρώπης· προσπαθοῦμεν καὶ ἐλπίζομεν, ὅτι δὲν θέλομεν στερηθῆ τῆς συνδρομῆς τῆς Εὐρώπης, ὅτι θέλομεν συνεργασθῆ μέχρι τέλους, ἀλλὰ θέλομεν νὰ διατηρῶμεν καὶ τὴν αὐτοβουλίαν μας εἰς πᾶσαν περίστασιν. (Εὖγε, εὖγε! ἐκ δεξιῶν.) Μὴ ζητῆτε περισσοτέρας ἐξηγήσεις· τί θέλετε νὰ σᾶς εἴπω, ὑπουργὸς μικροῦ Ἔθνους, πτωχοῦ, ἀδυνάτου; προσθέτω δέ, ὅτι οὐδὲν ἔχω διδόμενον ν’ ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ εὔνοια τῆς Εὐρώπης θέλει μᾶς ἐγκαταλείψει. Αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτική μας. Πλὴν, κύριοι, ἵνα ἐπιτύχῃ ἡ πολιτικὴ αὐτή, ἔχομεν ἀνάγκην ὑποστηρίξεως τῆς Βουλῆς, καὶ ἀπευθύνομαι πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν, διότι ἔχω πεποίθησιν εἰς τὰ πατριωτικὰ αἰσθήματα καὶ αὐτῆς, δὲν πιστεύω δέ, ὅτι ἐπηρεάζεται ἀπὸ μικρόλογα προσωπικὰ πάθη καὶ συμφέροντα ἐνώπιον τοῦ μεγάλου ἡμῶν ζητήματος καὶ τῶν μεγάλων περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι μᾶς περικυκλοῦσι. Θέλει, ἐλπίζω, λησμονήσει πᾶν ὅ,τι προσωπικὸν καὶ ταπεινὸν καὶ θέλει συμπράξει εἰλικρινῶς εἰς τὴν εὐόδωσιν τοῦ ἔργου. Ἔχομεν λοιπὸν ἀνάγκην τῆς ἀπολύτου συνδρομῆς σας· ἂν ἀμφιβάλλητε, ἂν ἔχητε ἐνδοιασμούς, πρέπει νὰ τὸ εἴπητε καθαρῶς. Ψηφοφορήσατε καθ’ ἡμῶν, μὴ παρεμβάλλετε ὅμως δυσκολίας· ἔχομεν ἀνάγκην ὑποστηρίξεως μετ’ ἐνθουσιασμοῦ, καὶ ὁ ἐνθουσιασμὸς νὰ μεταδοθῇ εἰς τὸ Ἔθνος, διότι ὁ ἐνθουσιασμὸς καὶ ἡ ὁμοφωνία δύνανται νὰ περατώσωσι τὸ μέγα ἔργον, τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ θέση τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος. Ἄν ἡ παραμικρὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία, χάριν τῆς πατρίδος, χάριν τῶν συμφερόντων, χάριν τῆς τιμῆς αὐτῆς, εἴπατέ το μας καθαρά, ἵνα καταβῶμεν τῆς ἕδρας· δὲν πρέπει οὔτε ἐπὶ μίαν στιγμὴν νὰ καθίσωμεν ὡς ὑπουργοὶ εἰς τὰ ἑδώλια ἐκεῖνα, ἂν δὲν ἔχωμεν πλήρη τὴν ὑποστήριξίν σας, καὶ δὲν ἀποφύγετε πᾶν πρόσκομμα. Ἄν νομίζητε, κύριοι, ὅτι δὲν εἴμεθα ἐπαρκεῖς, ψηφίσατε καθ’ ἡμῶν καὶ οὐχὶ κατὰ τῶν πραγμάτων· εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ φύγωμεν· τὴν κυβέρνησιν ἐπιβαρύνει μεγίστη εὐθύνη, μέγιστον βάρος· ἔχει ἀνάγκην διὰ τοῦτο ἀπολύτου ὑποστηρίξεως, διότι τὸ ἔργον δὲν εὐοδοῦται ἄλλως.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ κενωθῶσι τὰ ἀκροατήρια. (Θόρυβος.)
§47ΠΟΛΛΟΙ. (Ἐγειρόμενοι πρὸς ἀναχώρησιν.) Αὔριον, αὔριον, κύριε πρόεδρε. (Θόρυβος.)
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν, ἂν ἦναι δυνατὸν, νὰ συνεδριάσῃ αὔριον εἰς τὰς 10 π. μ.
§49ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὰς 2. (Θόρυβος.)
§50ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν ἐρχόμεθα αὔριον.
§51Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ἐπὶ τοῦ βήματος.) Ἔχομεν, κύριοι, ἀνάγκην κατεπείγουσαν... (Θόρυβος· δὲν ἀκούεται ὁ ὁμιλῶν. Οἱ βουλευταὶ ἵστανται πάντες ὄρθιοι.)
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, αὔριον εἰς τὰς 2 μ. μ. ἔχομεν συνεδρίασιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρα 6½.