1880.11.21
2,131 rows · 17,162 words · 67 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 28
τῆς 21 Νοεμβρίου 1880.
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκρίνονται τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Κωνσταντᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ στρατολογικοῦ νόμου. Θὰ τυπωθῇ.
§2ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριοι, φρονῶ, ὅτι θὰ συμμερίζηται καὶ ἡ Βουλὴ ἐκείνη τὴν κοινὴν ἀνησυχίαν, ἥτις ἐπικρατεῖ μεταξὺ τῶν ἐπιστράτων ἐν γένει μὲν διὰ τὴν λύσιν τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν διὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῶν τροπολογιῶν ἐπὶ τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, ἰδίᾳ δὲ διὰ τὸ ἀμήχανον περὶ προσφυγῶν ἀνικανότητος πατρικῆς, καὶ ὅτι θέλει δώσει τὴν προσήκουσαν ἱκανοποίησιν ἡ Βουλή. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ αἱ τροπολογίαι αὐταὶ θὰ βραδύνουν πολὺ ἕως οὗ ψηφισθῶσι, διὰ τοῦτο, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἰδίως πρέπει ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ τύχῃ μιᾶς λύσεως, εἶναι ὁ λόγος τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν διὰ τὴν ἀνικανότητα τοῦ πατρὸς προσφευγόντων. Καὶ ὅλαι μὲν αἱ ἄλλαι αἰτήσεις περὶ ἀπαλλαγῆς εὑρίσκουν, οἱαιδήποτε καὶ ἂν θεωρηθῶσι, μίαν τινὰ λύσιν· ἀλλὰ τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἀνικανότητος τοῦ πατρός, αὐτὸ ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ὑποβολῆς τῶν προσφυγῶν δὲν ηὐτύχησε νὰ τύχῃ σταθερᾶς διακανονίσεως, μιᾶς διαδικασίας περὶ τῆς παραδοχῆς ἢ τῆς ἀποῤῥίψεως τῶν τοιούτων προσφυγῶν· ἑπομένως οἱ ἔχοντες τοιούτους λόγους διατελοῦσιν εἰσέτι ἐν καταστάσει μετεώρῳ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς κατατάξεώς των, ἢ ἀφ’ ἧς ἐκοινοποιήθησαν εἰς αὐτοὺς τὰ φύλλα πορείας. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν ἤθελεν εἶσθαι διόλου δύσκολον νὰ γνωμοδοτήσῃ ἡ Βουλὴ εἰς μίαν στιγμὴν ποία θὰ ἦναι ἡ λύσις τῶν τοιούτων προσφυγῶν, τίς θὰ δικάζῃ περὶ αὐτῶν, διότι πάντες θὰ ἐξακολουθήσωσι μένοντες μετέωροι, ἕως οὗ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐκδικάσεως ὑπὸ τῶν στρατολογικῶν συμβουλίων, καὶ θὰ παρέλθῃ ἴσως μὴν καὶ πλέον. Κατὰ συνέπειαν ἀφίεμαι εἰς τὴν Βουλήν, δίδων νύξιν τοῦ ζητήματος τούτου, ὅπως ἀποφανθῇ.
§3ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ τώρα.
§4ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὁ νόμος, τὸ οὐσιαστικὸν δίκαιον, ὑπάρχει, ὅτι ἔχουν δικαιώματα ἀπαλλαγῆς, λόγῳ πατρικῆς ἀνικανότητος, οἱ μόνοι υἱοὶ πατέρων ἀνικάνων· αἱ ἄλλαι προτάσεις ἢ τροποποιήσεις ἀποβλέπουν εἰς τροπολογίαν τοῦ στρατολογικοῦ νόμου· ἡμεῖς δὲ δὲν ζητοῦμεν τὴν μεταβολὴν τοῦ οὐσιαστικοῦ δικαίου τοῦ νόμου, διότι ὁ λόγος τῆς ἀπαλλαγῆς εἶναι ἀναγεγραμμένος ἐν αὐτῷ τῷ νόμῳ, ἀλλὰ ζητοῦμεν μόνον νὰ καθιερωθῇ διαδικασία. Κατὰ συνέπειαν ἂς ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ὅτι ἐννοεῖ τὰ δικαστήρια ν’ ἀποφαίνωνται περὶ αὐτῶν.
§5ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Νομίζετε, ὅτι, καὶ ἂν ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, θὰ ἔχῃ ὑποχρεωτικὴν δύναμιν τοῦτο εἰς τὰ δικαστήρια;
§6ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Δὲν εἶναι ἑρμηνεία νόμου;
§7ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἡ ἑρμηνεία γίνεται διὰ νόμου κυρουμένου ὑπὸ τοῦ Βασιλέως.
§8ΤΙΝΕΣ. Ὑποβάλετε μίαν πρότασιν, κ. Δουζίνα.
§9ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ναί· ἀλλ’ αὕτη θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ θὰ ἔχωμεν πάλιν ἀργοπορίαν.
§10ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Εἴπατε εἰς τὴν πρότασίν σας, ὅτι ἐκδικάζονται ἀπὸ τὰ ἁρμόδια Πρωτοδικεῖα.
§11ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Καὶ προσθέσατε νὰ γίνεται ἡ διαδικασία ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου.
§12ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Καὶ περὶ τούτου θέλω κάμει λόγον, ὅτι, ἕως οὗ ψηφισθῇ ὁ νόμος ὁ ὑποβληθείς, νὰ ἐργάζωνται αἱ ἐπιτροπαὶ αἱ πρὸς ἐκδίκασιν τῶν προσφύγων.
§13ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πρέπει, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐπισπεύσωμεν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἐκκρεμοῦς νομοσχεδίου, διότι δι’ αὐτοῦ λύονται ὅλα τὰ ζητήματα, οὕτω δὲ ἐπιτυγχάνεται ἡ ταχυτέρα λύσις.
§14ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Αὐτὸ ὅμως τὸ νομοσχέδιον ἔχει πολλὰς τροπολογίας, καὶ σήμερον ἀκόμη ὑπεβλήθη καὶ μία ἄλλη. Ἂν θέλῃ λοιπὸν ἡ Βουλὴ, ἂς συζητηθῇ σήμερον αὐτὸ τὸ θέμα.
§15ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Καὶ ὅλον τὸ νομοσχέδιον μὲ τὰς τροπολογίας ἠμποροῦμεν νὰ τὸ συζητήσωμεν τώρα, πρὸ τῆς πολιτικῆς συζητήσεως.
§16ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ διακόψωμεν.
§17ΛΑΠΑΣ. Παρακαλῶ νὰ προτιμηθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, διότι εἶναι τὸ μᾶλλον κατεπεῖγον. (Θόρυβος.)
§18ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Λοιπὸν εἶναι σύμφωνος ἡ Βουλὴ νὰ ὑποβληθῇ ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ τυπωθῇ κατεπειγόντως, καὶ χωρὶς νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ν’ ἀναγνωσθῇ σήμερον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν;
§19ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§20ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Διὰ νὰ ὑποβληθῇ ἐκ νέου νομοσχέδιον, θὰ γείνουν τρεῖς ἀναγνώσεις, ἐνῷ ἔχομεν ἤδη ἐκκρεμὲς τὸ νομοσχέδιον εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν.
§21ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Θὰ ἀργήσῃ αὐτὸ νὰ εἰσαχθῇ.
§22ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐλπίζω, ὅτι ταχέως θὰ εἰσαχθῇ.
§23ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Θὰ παρέλθουν τοὐλάχιστον 10 ἡμέραι. Εἶναι σύμφωνος ἡ Βουλὴ νὰ ὑποβάλωμεν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ν’ ἀναγνωσθῇ σήμερον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν;
§24ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ὑποβληθῇ σήμερον, ἀλλὰ νὰ συζητηθῇ αὔριον.
§25ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἀνεξαρτήτως τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ὁ ἔντιμος προαγορεύσας ὑπέβαλε, καὶ τῶν τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν ἐκκρεμεῖς, νομίζω, ὅτι εἶναι ἓν ἄλλο ζήτημα ἐκκρεμὲς, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δύναται ν’ ἀποφασίσῃ ἀμέσως, καὶ ὀφείλει μάλιστα ν’ ἀποφασίσῃ, ἡ Βουλὴ· εἶναι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη, περὶ συστάσεως στρατολογικῶν συμβουλίων. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἐμὴν γνώμην, δὲν ἔχει τίποτε κοινὸν μὲ ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου γίνεται ἤδη λόγος· τοῦτο κανονίζει τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδικάσεως, τὸ δὲ ἄλλο εἶναι περὶ ἐξαιρέσεων. Ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δίδεται εἰς τὰ συμβούλια, εἶναι λίαν κατεπεῖγον, πρῶτον, διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ ἀρχὴ, ὅπως ἐκδικάζῃ τὰς προσφυγάς, δεύτερον, διότι ἡ ἐξακολούθησις τῆς ἐπιτροπῆς ἐναντίον τοῦ νόμου δὲν εἶναι πρέπουσα, παρούσης τῆς Βουλῆς· ἑπομένως σήμερον ἡ ἐπιτροπὴ ἀντιποιεῖται δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν ἄλλαι ἐπιτροπαί. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ, ὅπως ἀναγνωσθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἀνεξαρτήτως ὅλων τῶν ἄλλων παρεμπιπτόντων ζητημάτων. Ὅταν δὲ ὁ κ. Δουζίνας ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον, ὡς εἶπε, νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ὅλαι αἱ τροπολογίαι καὶ νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν.
§26ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον εἶναι εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν· ἑπομένως ἠμπορεῖ ν’ ἀναγνωσθῇ ἀμέσως τώρα.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινεῖ τὸ ὑπουργεῖον εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως;
§28ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον θ’ ἀναγνωσθῇ ἁπλῶς ὡς ὑπεβλήθη, συναινοῦμεν. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκηται ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ καὶ ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν, πρέπει νὰ μελετήσωμεν ταύτας· ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ τώρα.
§29Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, θεωρῶ ἀδύνατον τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἄνευ τῆς συγχρόνου συζητήσεως τῶν τροπολογιῶν.
§30ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τότε δὲν γίνεται τίποτε.
§31ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ κ. Τρικούπης, ἀγορεύων χθές, εἶπεν, ὅτι ὑπάρχουσι διπλωματικὰ ἔγγραφα, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθη καὶ συνεπείᾳ τῶν ὁποίων δὲν συνεκάλεσε τὴν Βουλὴν ἐγκαίρως. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἵνα τὰ ἔγγραφα ταῦτα ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν τὸ ἐγκρίνῃ. Ἐὰν ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ὑπάρχωσι τοιαῦτα ἔγγραφα καὶ ὁποία ἡ ἔννοια αὐτῶν.
§32ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι αὔριον θὰ λάβω τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ.
§33ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὑποβάλλω τὴν πρότασίν μου. (Ἀναγινώσκει.)
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ. Ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κ. Μελετόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§35Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν προτίθεμαι, κύριοι, οὐδὲ νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον....
§36ΤΙΝΕΣ. Δυνατώτερα, δὲν ἀκούομεν.
§37Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν ἐπιείκειαν τῶν ἀκροωμένων συναδέλφων, διότι πάσχω τὸν λαιμόν.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ κάμῃ ἡσυχίαν.
§39Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν προτίθεμαι, κύριοι, οὐδὲ νομίζω ὅτι μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐπιχειρήσω νὰ ἀνανεώσω τὴν πολιτικὴν συζήτησιν, ἥτις ἔληξε πρὸ ἡμερῶν ἐπὶ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου. Ἀλλὰ γινώσκετε, ὅτι διετέλεσα μέλος τῇ ὑμετέρᾳ ἐντολῇ τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις εἶχεν ἐπιφορτισθῆ νὰ συντάξῃ τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Β. λόγον, συμμετέσχον δέ, καί τοι ἀσθενῶν, τῆς πρὸς σύνταξιν τοῦ σχεδίου ἐργασίας, ἑτέρωθεν δὲ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου κ. Τρικούπης κατὰ τὴν χθεσινὴν μακρὰν ἀγόρευσίν του ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ κακίσῃ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα εἰργάσθησαν εἰς τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως, τὰ μέλη δηλαδὴ τῆς πλειονοψηφίας, ἐκ τῶν ὁποίων ἓν εἶμαι καὶ ἐγώ. Ἀφ’ ὅτου, πρό τινων ἡμερῶν ἀναῤῥώσας, ἤρχισα φοιτῶν τακτικῶς ἐνταῦθα, παρετήρησα, ὅτι δὲν ἦτον ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ μετέλθῃ γλῶσσαν ἐπιθετικὴν κατὰ τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, τῶν συνταξάντων καὶ ὑπογραψάντων τὸ παρ’ ὑμῶν ψηφισθὲν σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως. Πρὸ ὀλίγων μάλιστα ἡμερῶν, ἕνεκεν ἀσημάντου τινὸς ἐπεισοδίου, ἐδράξατο τῆς εὐκαιρίας νὰ ἐκφράσῃ ὅλην του τὴν δυσαρέσκειαν, ὅλην του τὴν μῆνιν, καὶ κατὰ τῶν ὑπογραψάντων τὸ σχέδιον καὶ κατὰ τῶν ψηφισάντων αὐτό. Φειδόμενος τοῦ ὑμετέρου χρόνου καὶ φρονῶν ὅτι, ἀπέναντι τῶν σπουδαίων ἐργασιῶν τὰς ὁποίας ἐμέλλετε νὰ διεξαγάγητε, δὲν ἦτο τοῦ λόγου ἀντάξιον νὰ παρεμβάλω ζήτημα, φέρον χαρακτῆρα προσωπικόν, σχετιζόμενον μὲ προσωπικὴν φιλοτιμίαν, ὅσον ἀδίκως καὶ ἂν προσεβάλλετο αὕτη, ἀπέσχον τοῦ νὰ λάβω τὸν λόγον. Ἀλλὰ χθὲς ὁ ἀξιότιμος βουλευτής, προοιμιαζόμενος τοῦ λόγου του, εἶπε, καὶ μάλιστα ἄνευ προκλήσεως, ὅτι ὄχι μόνον τὸ ζήτημα τὸ πολιτικόν, τὸ ὁποῖον διεξήχθη δυστυχῶς ἐν τῇ ἀπουσίᾳ μου, διότι ἐπεθύμουν νὰ ἤμην παρών, ἦτο ζήτημα προσωπικόν, προερχόμενον ἐκ προσωπικῆς καταφορᾶς κατ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ ὅτι καὶ οἱ ὑπογράψαντες τὸ σχέδιον καὶ οἱ ψηφίσαντες αὐτὸ ἐφατρίασαν. Τότε ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ ζητήσω τὸν λόγον, οὐχὶ μόνον ἵνα ἀποκρούσω τὴν ἄδικον ταύτην αἰτίασιν, ἀλλὰ καὶ ἵνα δώσω εἰς ὑμᾶς ἐξηγήσεις τινὰς, τὰς ὁποίας ἐγὼ μὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ δώσω, ὑμᾶς δὲ παρακαλῶ νὰ ἀκούσητε, καὶ διότι ἕνεκα τῆς ἀπουσίας μου δὲν ἠδυνήθην ν’ ἀκουσθῶ παρ’ ὑμῶν ἐγκαίρως ὡς πρὸς τὰς σκέψεις αἵτινες μὲ ὡδήγησαν εἰς τὴν σύμπραξίν μου καὶ συμμετοχὴν εἰς τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως, καὶ διότι αἱ ἐξηγήσεις αὗται δὲν εἶναι ξέναι πρὸς τὸ νῦν ὑπὸ συζήτησιν θέμα.
§40ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὰ παρῆλθον.
§41Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, δὲν παρῆλθον· ἄλλως τε σχετίζονται μὲ τὸ ζήτημα, μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, τὸ ὁποῖον διὰ μακρῶν μάλιστα ἐπραγματεύθη χθὲς ὁ κ. Τρικούπης. Εὐχαριστῶ μάλιστα ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Μεσολογγίου, διότι μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ἐνῷ ἄλλως ἴσως θὰ ἐσιώπων, ἕνεκα λόγου ὑγείας, μὴ θεωρῶν ἀπαραίτητον ἤδη νὰ ἀκουσθῇ ἡ φωνή μου μεταξὺ τοσούτων ἄλλων ἀκμαιοτέρων φωνῶν. Ὅτε πρὸ ἑνὸς μηνὸς ἔμαθον, ὅτι ἐξελέγην μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ἐπιτετραμμένης νὰ συντάξῃ τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, σᾶς ὁμολογῶ ὅτι δυσηρεστήθην, καίτοι εὐχαριστῶ ὑμᾶς διὰ τὴν τιμήν, διότι συνῃσθανόμην, ὅτι πάσχων ἐξ ὀξείας νόσου, δὲν θὰ ἠδυνάμην νὰ ἐκπληρώσω τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα μοὶ ἀνεθέσατε, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν ἐπεζήτησα, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα θὰ προσεπάθουν ἐν πάσῃ ἄλλῃ περιπτώσει νὰ ἐκπληρώσω μετὰ πάσης προθυμίας καὶ μετὰ πάσης εὐσυνειδησίας, ὑπακούων εἰς τὴν ἐντολήν σας. Ἀλλὰ καί τοι πάσχων, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ δεχθῶ κατ’ οἶκον τοὺς συναδέλφους μου τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, οἵτινες ἐπιμόνως ἐζήτησαν νὰ συνδιαλεχθῶσι μετ’ ἐμοῦ ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως, καὶ νὰ συνεργασθῶ μετ’ αὐτῶν. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐργασίας ταύτης ἦτο τὸ ὑποβληθὲν ὑμῖν σχέδιον ἀπαντήσεως, τὸ συνταχθὲν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου εἰσηγητοῦ κ. Ῥοντήρη, ἀφοῦ ἐσυζητήθη καὶ ἀφοῦ ἐγένοντο τροποποιήσεις τινές. Ἡ ἐπ’ αὐτοῦ γενομένη μεταξὺ ἡμῶν συζήτησις ἦτο, καθ’ ὅσον ἐγὼ ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, ἀπηλλαγμένη παντὸς πνεύματος φατριασμοῦ, παντὸς πνεύματος διωκτικοῦ· βασιζομένη δὲ ἐπὶ τῆς ἀναλογίας τῶν σκέψεων καὶ τῶν φρονημάτων εἵπετο νὰ καταλήξῃ εὐχερῶς εἰς συμφωνίαν τὸ πόρισμα τῆς ὁποίας ὑπῆρξε τὸ ὑποβληθὲν ὑμῖν σχέδιον. Ὀφείλω δὲ νὰ σᾶς ὁμολογήσω, ὅτι δὲν ἐγένετο μεταξὺ ἡμῶν λίαν ἐκτενὴς ἡ συζήτησις, οὐδὲ ἐπὶ τῆς 6ης παραγράφου, ἂν οὐχὶ κατὰ τὴν λέξιν, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν ἔννοιαν, καί τοι ἡ παράγραφος αὕτη ἐπροκάλεσεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ σφοδρὰς καὶ ἐκτενεῖς συζητήσεις, εἰς ἃς δυσηρεστήθη μὲν μὴ δυνηθεὶς νὰ παραστῶ, ἢ νὰ μετάσχω αὐτῶν, ἀλλὰ περὶ ὧν ἐχάρην ἰδών, ὅτι δὲν ἀπέληξαν οὔτε εἰς θυέλλας, οὔτε εἰς καταιγίδας, ὡς παρά τινων προηγγέλλετο ἢ ἠπειλεῖτο. Τὸ κατ’ ἐμὲ, θὰ προετίμων, καὶ αὕτη ἦτον ἡ πρώτη ἐνδόμυχος σκέψις μου, νὰ προληφθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ἐν ταῖς παρούσαις περιστάσεσι πᾶσα ἐρεθιστικὴ συζήτησις, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐξηρτᾶτο μόνον ἐκ τῆς ἡμετέρας ἀγαθῆς προαιρέσεως, ἔπρεπε νὰ συντελέσῃ καὶ ἡ θέσις, ἣν θὰ ἐλάμβανον ὁ ἡγέτης τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ. Κύριοι, οὔτε τί ἐφρόνει ὁ νῦν πρωθυπουργὸς ἢ οἱ συνάδελφοι αὐτοῦ, οὔτε τί ἐδόξαζεν, ἢ τί ἠξίου ὁ διάσημος συμπολίτης καὶ συνάδελφος, τοῦ ὁποίου πάντες ἐθρηνήσαμεν τὸν θάνατον μετὰ συγκινήσεως, καὶ ὃν ἐγὼ πενθῶ ἰδιαιτέρως, ὁ ἀοίδιμος Θρασύβουλος Ζαΐμης, οὔτε τί ἐδόξαζεν ἕτερός τις τῶν πολιτευομένων ἐγίνωσκον, διότι δὲν εἶχον ἰδεῖ κἀνένα. Ἔμαθον μόνον τί ἐφρόνουν οἱ συνάδελφοί μου, καὶ οὗτοι ἔμαθον τί ἐφρόνουν ἐγώ· ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω χάριτας πρός τε τὸν πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς κ. Κασιμάτην καὶ τοὺς λοιποὺς ἐντίμους συναδέλφους, οἵτινες εὐηρεστήθησαν νὰ μὲ ἐπισκεφθῶσιν, ὅτι ἐξ ἀληθοῦς ἁβροφροσύνης δὲν μοὶ ἀνεκοίνωσαν κἂν τὰ περὶ τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν φρονημάτων τοῦ ἀοιδίμου ἀνδρός, ὃν ἄρτι ἀνέφερα. Οὕτως ἡ γνώμη μου ἦτον ἴσως ἡμαρτημένη, ἀλλ’ ἦτον ἐλευθέρα οὐ μόνον παντὸς κομματικοῦ ἐπηρεασμοῦ, ἀλλὰ καὶ παντὸς προσωπικοῦ, διότι παρετηρήσατε πάντως ἐν τῷ αὐτελέγχῳ τῶν ἰδίων πράξεων καὶ σκέψεων, ὅτι πολλάκις ἄκων τις ἐπηρεάζεται ἐν ταῖς ἰδέαις αὐτοῦ, ὑπὸ τῶν κρίσεων καὶ τῶν γνωμῶν διακεκριμένου καὶ πεφιλημένου προσώπου. Ἡ γνώμη μου εἶχε σχηματισθῆ πολὺ πρὶν ἢ ἐπανέλθω ἐνταῦθα, ὅτε δηλ. εὑρισκόμενος ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ μου πατρίδι, τῷ Αἰγίῳ, ἔλαβον γνῶσιν τῶν Διαταγμάτων τῆς ἐπιστρατεύσεως, τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, καὶ τῆς ἀναβολῆς αὐτῆς. Κύριοι, θεώρησα ἔκτοτε, ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα, ἰδίως δὲ ἡ μὴ ἄμεσος σύγκλησις τῆς Βουλῆς μετὰ τὴν ἐπιστράτευσιν, καθ’ ὃ μὴ συνάδοντα πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Θεμελιώδους νόμου, ἠδύναντο νὰ ἔχωσι δυσαρέστους συνεπείας εἰς τὸ μέλλον διὰ τὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας. Διὰ τοῦτο ἐπανελθὼν ἐνταῦθα, δὲν ἐδίστασα νὰ ταχθῶ μετὰ καὶ ἄλλων συναδέλφων, οὓς εὗρον φρονοῦντας τὰ αὐτά, κατὰ τοῦ πρώην ὑπουργείου ὅπερ προὐκάλεσε τὰ Διατάγματα ταῦτα. Ὑπάρχουσιν ἀληθῶς στιγμαὶ ἐν τῷ βίῳ τῶν ἐθνῶν, καθ’ ἃς τὰ πολιτικὰ καὶ τὰ προσωπικὰ πάθη πρέπει νὰ σιγῶσι, τοιαύτας δὲ περιστάσεις ἀπαντῶμεν πολλὰς καὶ ἐν τῇ ἀρχαιοτέρᾳ καὶ ἐν τῇ νεωτέρᾳ ἡμῶν ἱστορίᾳ, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ὑπάρχουσι καὶ ζητήματα, τῶν ὁποίων ἡ ἐξέτασις καὶ ἡ λύσις ἐπιβάλλονται ἐν παντὶ χρόνῳ, διότι δὲν πρόκειται ἐν αὐτοῖς περὶ τῆς ἐπικρατήσεως τοῦ δεῖνος ἢ δεῖνος κόμματος, περὶ τῆς ἐπικρατήσεως τοῦ δεῖνος ἢ δεῖνος προσώπου, ἀλλὰ περὶ ἀρχῶν, περὶ δημοσίου ἐλέγχου, περὶ εὐθύνης κυβερνητικῆς, περὶ δημοσίας τάξεως, περὶ αὐτῆς τῆς ἐνασκήσεως τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας. Τοιοῦτον ἐφάνη τὸ ζήτημα τὸ προκληθὲν παρὰ τῶν Διαταγμάτων ἐκείνων καὶ εἰς τοὺς συναδέλφους μου τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ εἰς ἐμέ, καὶ κατόπιν εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς· νομίζω δὲ ὅτι, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου δύναται νὰ ἔχῃ κατὰ τὴν κρίσιν του παράπονον κατὰ τῆς κρίσεως ἢ κατακρίσεως ἣν ἐξεφράσαμεν καὶ ἥτις τὸν ἀφορᾷ, ἢ μᾶλλον ἀφορᾷ τὴν κυβερνητικήν του ἐνέργειαν, δὲν ἔχει δίκαιον ὡς πρὸς τὸν χαρακτηρισμὸν τὸν ὁποῖον ἔδωκεν εἰς τὸ ἔργον μας, διότι οὐδεμία ἰδέα προσωπικῆς καταφορᾶς ὑπῆρχεν εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τοὺς συναδέλφους μετὰ τῶν ὁποίων εἰργάσθην· πολὺ δὲ ὀλιγώτερον ἔχει δίκαιον ν’ ἀποκαλῇ φατριαστικὴν τὴν κρίσιν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐξεφράσαμεν· ἡμεῖς ἐξ ἐναντίας εἴπομεν ὅ,τι αὐτὸς ὁ κ. Τρικούπης εἶπε, περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, καθ’ ὅσον ψηφίζοντες τὸν νόμον τὸν στρατιωτικὸν φρονοῦμεν, ὅτι τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως, πρέπει νὰ κοινοποιῆται ἀμέσως εἰς τὴν Βουλήν, καὶ αὐτὸ τοῦτο ἐφρόνει καὶ ὁ κ. Τρικούπης. Τοιαύτην ἔννοιαν εἶχε καὶ δι’ ἐμὲ καὶ διὰ πάντας τοὺς ψηφίσαντας τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο· ἄλλως ἐὰν ἰσχύσῃ ἡ ἀλλόκοτος θεωρία, ὅτι δυνατὸν νὰ ἐκτελῆται τὸ περὶ ἐπιστρατεύσεως Διάταγμα, μετὰ πολλοὺς δὲ μῆνας νὰ ὑποβάλληται εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, αἱ συνέπειαι αὐτῆς θὰ ἦσαν ἐπικινδυνόταται, καθόσον ἐν δεδομένῃ τινι περιπτώσει δύνανται νὰ ἔχωσιν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ νοθευθῇ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, καὶ αὐτὸ δὲ τὸ εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης καὶ ὑπὸ τύπον συνταγματικὸν νὰ ἔχωμεν δεσποτισμόν, ὅπερ εἶναι τὸ χείριστον εἶδος τοῦ δεσποτισμοῦ, τοῦ ὁποίου δυστυχῶς ἐλάβομεν δυσάρεστον πεῖραν ἐν τῷ παρελθόντι. Κρίνω περιττὸν νὰ εἰσέλθω εἰς περαιτέρω ἀνάπτυξιν περὶ τῶν θεμάτων τὰ ὁποῖα σχετίζονται πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι ταῦτα ἐξηντλήθησαν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Τὸ κατ’ ἐμὲ λυποῦμαι εὑρεθεὶς εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπικρίνω καὶ διὰ τῆς ὑπογραφῆς μου εἰς τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως, καὶ διὰ τῶν λόγων μου, τὸν ἀξιότιμον κ. Τρικούπην, διότι μετ’ αὐτοῦ πρὸ πολλῶν ἐτῶν συνειργάσθην ὡς προϊσταμένου μου εἰς κρισίμους περιστάσεις ἐν κοινότητι ἰδεῶν, καὶ διότι καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ὑπεστήριξα αὐτόν· ἀλλ’ ὑπάρχουσι καθήκοντα τῶν ὁποίων ἡ ἐκπλήρωσις, ὅσον καὶ ἂν ᾖναι δυσάρεστος, εἶναι ἀπαραίτητος. Μήπως κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐκ τῆς αὐτῆς θέσεως καὶ κατὰ τὴν αὐτὴν περίπου ἐποχὴν δὲν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐπικρίνω τὸν ἀρχαιότατον καὶ ἀξιοσέβαστον φίλον μου κ. Κουμουνδοῦρον, τὸν νῦν πρωθυπουργόν; Ἀλλὰ, τὸ κατ’ ἐμὲ, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι, εἴτε ὀρθή, εἴτε ἡμαρτημένη εἶναι ἡ γνώμη μου, δὲν περιεῖχε τίποτε προσωπικό· ἐνόμισα ὅτι πρόκειται περὶ ἀρχῆς, ὅτι πρόκειται περὶ προηγουμένου τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε ν’ ἀφήσωμεν νὰ καθιερωθῇ. Δὲν πρόκειται περὶ προσώπων, ἀλλὰ περὶ πραγμάτων καὶ ἀρχῶν, ὡς ἔν τινι τῶν πρώτων συνεδριάσεων εἶπεν ὀρθῶς ὁ κ. Κουμουνδοῦρος· τὰ πρόσωπα παρέρχονται, αἱ ἀρχαὶ καὶ τὰ ἔθνη μένουσι. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ περὶ τοῦ παρόντος, ἢ μᾶλλον περὶ τοῦ μέλλοντος. Ἐὰν κατὰ τὴν κρίσιν μου ὁ κ. Τρικούπης, εἴτε ἐξ ἄκρας εἰς ἑαυτὸν πεποιθήσεως, εἴτε ἐξ ἄλλης σκέψεως, εἴτε καὶ ἐκ σκέψεως σχετιζομένης πρὸς αἴσθημα πατριωτικόν, ἥμαρτεν ἐκ πλάνης, τίς μᾶς ἐγγυᾶται ὅτι εἰς τὸ μέλλον, τολμητίας τις πολιτικὸς δὲν θὰ καταδολιευθῇ ἐν γνώσει καὶ τὸ σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους; Ἀληθῶς ἐὰν τὸ γενόμενον καθιερωθῇ ὡς κανών, τότε πᾶσαι αἱ διατάξεις τοῦ συντάγματος δύνανται νὰ καταστῶσιν εἰς τὸ μέλλον προβληματικαὶ καὶ εἰκονικαί. Λοιπὸν κατ’ ἐμὲ αἱ διατάξεις τοῦ θεμελιώδους νόμου, πρέπει νὰ τηρῶνται ἀκέραιαι, καθ’ ὅσον ὅ,τι ἰδίως ἀποτελεῖ τὴν ἰσχὺν τῶν ἐθνῶν καὶ τῶν πολιτευμάτων, εἶναι ἡ πιστὴ τήρησις τοῦ καθεστῶτος. Εἰς τὴν αὐστηρὰν τήρησιν τῶν καθεστώτων θεσμῶν, καὶ εἰς τὴν τυφλὴν ὑποταγὴν εἰς τοὺς νόμους, διεκρίθη ἰδίως ἡ μεγάλη ἀγγλοσαξωνικὴ φυλή. Καὶ διὰ τοῦτο παρετηρήθη ὅτι καὶ εἰς τὸ μέγα Κράτος τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, καὶ εἰς τὸ μέγα Κράτος τὸ ὁποῖον προῆλθεν ἐκ τῆς μεγάλης Βρεττανίας, δηλ. τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας τῆς Ἀμερικῆς, κατωρθώθησαν καὶ κατορθοῦνται διὰ τῶν ἀρχῶν τούτων, διὰ τῆς λελογισμένης θεραπείας τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν, τοσαῦται πρόοδοι, καὶ πολιτειακαί, καὶ κοινωνικαί, καὶ ἀτομικαί, ἄνευ βίας, ἄνευ κλονισμῶν, καὶ ἐξακολουθεῖ τὸ σύστημα τοῦτο, ἐνῷ βλέπομεν ἀπεναντίας ὅτι ἀλλαχοῦ, ἄλλα ἔθνη, τὰ λατινικὰ φῦλα π. χ. μεθ’ ὅλην τὴν διανοητικήν των ἀνάπτυξιν, μ. θ’ ὅλον τὸν πολιτισμόν των, ταλαιπωροῦνται μεταξὺ κοινωνικῶν ἀνατροπῶν, ἐπαναστάσεων, καὶ πολιτειακῶν ἀποπειρῶν (tâ tonnements politiques.) Αὐτοὶ εἶναι, κύριοι, οἱ λόγοι τοὺς ὁποίους ἐθεώρησα καθῆκον νὰ ἐξηγήσω ὡς πρὸς τὰς σκέψεις αἵτινες μοὶ ὑπηγόρευσαν τὴν σύμπραξίν μου εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Β. λόγον, ἀπόκειται δὲ εἰς ὑμᾶς νὰ τοὺς ἐκτιμήσητε. Ἤδη νομίζω ἀναγκαῖον νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις σχετικῶς πρὸς τὸν χθεσινὸν λόγον τοῦ βουλευτοῦ Μεσολογγίου. Δὲν θὰ ἐπιχειρήσω νὰ κάμω οὔτε ἀνασκευὴν οὔτε ἀνάλυσιν τοῦ λόγου του, διότι δὲν δύναμαι νὰ μακρηγορήσω, ἀλλὰ θεωρῶ ἀναγκαῖον ν’ ἀνακοινώσω τινὰς τῶν ἐντυπώσεών μου οὕτως εἰπεῖν ὡς πρός τινα τῶν κεφαλαιωδῶν μερῶν τοῦ λόγου του. Ὀφείλω νὰ σᾶς ὁμολογήσω ὅτι τινὰ τῶν μερῶν τοῦ λόγου τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ μοὶ ἐπροξένησαν οὐ σμικρὰν ἀπορίαν, ἰδίως τὸ μέρος ἐκεῖνο τοῦ λόγου του καθ’ ὃ ὁ κ. Τρικούπης ἐδογμάτισεν ὅτι, ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν, δύναται ὁ ὑπουργὸς νὰ παραβλέπῃ τοὺς τύπους, ἤτοι ἐν ἄλλαις λέξεσι νὰ παραβιάζῃ τοὺς νόμους, κατὰ τὸ ἀρχαῖον ῥωμαϊκὸν δόγμα salus populi suprema lex esto, Τὸ δόγμα αὐτὸ ἐκφερόμενον παρὰ τοῦ κ. Τρικούπη σᾶ, ὁμολογῶ ὅτι μοὶ ἐπροξένησε μεγάλην ἔκπληξιν. Συνείθισα καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐκτὸς αὐτῆς νὰ ἀκούω τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Μεσολογγίου ὑπερμαχοῦντα τῆς αὐστηρᾶς τηρήσεως, οὐχὶ μόνον τῶν διατάξεων τοῦ θεμελιώδους νόμου, οὐχὶ μόνον τῶν κειμένων νόμων, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων. Τὸ κατ’ ἐμὲ μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι λίαν τολμηρὰ ἡ θεωρία αὕτη ἡ διατυπωθεῖσα παρὰ τοῦ κ. Τρικούπη. (Θόρυβος.)
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε τὰς διακοπάς.
§43Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοῶ ὅτι ἐν ὥρᾳ κινδύνου ἐθνικοῦ, οὐ μόνον δύνανται, ἀλλ’ ὀφείλουσιν οἱ κυβερνῶντες τὰ ἔθνη, νὰ προνοῶσι περὶ τῆς σωτηρίας αὐτῶν, ἔστω καὶ παραβλέποντες τοὺς τύπους. Δὲν ἀρκεῖ ὅμως νὰ ἦναι ἁπλῶς αἱ περιστάσεις κρίσιμοι, ὡς εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης. Μήπως διότι εὑρέθημεν ἢ εὑρισκόμεθα ἐν τοιαύταις περιστάσεσι, εὑρέθημεν καὶ ἐν κινδύνῳ; Ὁ ἐθνικὸς κίνδυνος εἶναι κἄτι τι βαρύτερον τῶν κρισίμων περιστάσεων. Ἀλλ’ εὑρέθημεν ἐν τοιούτῳ κινδύνῳ; Μήπως ὁ ἐχθρὸς εἰσῆλθεν εἰς τὸ Κράτος, ἢ ὁ Κατιλίνας ἦτον ἐπὶ θύραις; Κατὰ τοῦτο λοιπὸν νομίζω, ὅτι ἡ θεωρία, ἡ ἐκφρασθεῖσα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεσολογγίου, εἶναι λίαν τολμηρά, καὶ κατ’ ἐμὲ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μὴ γείνῃ δεκτή, καθόσον μάλιστα ἐν τῷ θεμελιώδει νόμῳ ὑπάρχουσι τὰ μέσα διὰ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ θεραπεύῃ τὰς κατεπειγούσας ἀνάγκας. Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον, καθόσον καὶ δὲν δύναμαι ἕνεκα τῆς καταστάσεώς μου, νὰ προβῶ εἰς ἄλλας τινὰς παρατηρήσεις· αὐτὰς ἐθεώρησα καλὸν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν κρίσιν σας, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ συζήτησις προεκλήθη, καὶ εἰς τοῦτο εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος μετὰ τοῦ βουλευτοῦ Μεσολογγίου, ἐκ τῆς ψηφίσεως τῶν πιστώσεων, αἵτινες βεβαίως σχετίζονται μὲ τὸ πολιτικὸν ζήτημα, νομίζω, ὅτι ἀρκετὰ ἐλέχθησαν περὶ τοῦ παρελθόντος, καὶ ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ σκεφθῶμεν σπουδαίως περὶ τοῦ μέλλοντος. Λέγω, νὰ σκεφθῶμεν, διότι καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις ἐλέγχουσα τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἀναλογιζομένη τὴν σπουδαιότητα τῶν περιστάσεων, ὀφείλει νὰ παράσχῃ τὴν συνδρομήν της εἰς τὴν περὶ τοῦ πρακτέου σκέψιν καὶ ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως.
§44Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχήν σας ἐπὶ διαφοράν τινα ἐπὶ τὰ κρείττω, τὴν ὁποίαν παρέστησαν τὰ χθὲς λεχθέντα. Μοὶ ἐφάνη, ὅτι τὸ ὕφος μεθ’ οὗ ἐλέχθησαν, δὲν ὁμοιάζει παντάπασι πρὸς τὸ ὕφος, τῶν ἐφημερίδων ἐκείνων τῆς ἀντιπολιτεύσεως, αἵτινες, μνημονεύουσαι τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως πρὸς τὸν βασιλικὸν λόγον, τὸ ὁποῖον εἶχε συντάξει καὶ ὑποβάλει εἰς τὴν βουλὴν ἡ ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ κοινοβουλίου ἐκλεχθεῖσα ἐπιτροπή, καθύβριζον μὲν τὴν ἐπιτροπὴν τῆς πλειονοψηφίας, ἠπείλουν δὲ τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ κοινοβουλίου, ὅτι θέλουσι συντρίψει αὐτήν. Δὲν ὁμοιάζει οὐδὲ πρὸς τὸ ὕφος, τὸ ὁποῖον μετῆλθε ὁ ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς, ὅταν ἔλαβε τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον. Καὶ τότε προσεπάθησε νὰ ὑποκαταστήσῃ ὑμᾶς εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον εἶχε παρασκευάσει δι’ αὐτὸν· διότι ἡ ἐπιτροπὴ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον εἶχε προβάλει εἰς ὑμᾶς σχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐμέλλετε νὰ ἀπαντήσητε εἰς τὸ Στέμμα, ὅτι θέλετε κρίνει ἐπιεικῶς τὴν ὑπέρβασιν τῶν ὁρίων τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ἡ προκάτοχος κυβέρνησις. Ἐκεῖνος σᾶς εἶπεν, ὅτι σεῖς ἔχετε ἀνάγκην ἐπιεικείας, καὶ σᾶς παρέπεμψε νὰ ζητήσητε ταύτην ἀπὸ ἐκεῖνον, ὅστις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς τὴν δίδῃ. Εἶναι τῷ ὄντι ἡ διαφορὰ οὐσιώδης, καὶ ἐγὼ, ὡς μέλος τοῦ κοινοβουλίου, αἰσθάνομαι εὐχαρίστησιν, καὶ εὔχομαι ὅλα τὰ μέλη τοῦ κοινοβουλίου, ὅταν συμπράττωσιν ἐδῶ ἐργαζόμενα ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, νὰ μὴ ἐπιλανθάνωνται οὐδέποτε οὔτε τοῦ σεβασμοῦ τὸν ὁποῖον ὀφείλουσιν εἰς τὴν κυριαρχίαν τοῦ ἔθνους, οὐδὲ τῆς εὐλαβείας, ἣν ὀφείλουσιν εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνη ἡ διαφορὰ αὕτη, τὴν ὁποίαν ἀπήντησα ἐπὶ τὰ κρείττω· ἀπήντησα καὶ ἄλλην διαφορὰν, τὴν ὁποίαν καὶ ταύτην γηθοσύνως θὰ σᾶς παραστήσω. Δὲν γνωρίζω ἄν ἡ μακρὰ ἀγόρευσις αὐτοῦ, ἥτις κατηνάλωσεν ὅλην τὴν συνεδρίασιν τῆς χθὲς, ἂν ἦτο τερπνὴ ὁδοιπορία, τὴν ὁποίαν διήνυσεν ἡ πτέρυξ αὕτη, ἥτις εἶναι συντεταγμένη μετ’ αὐτοῦ· δὲν γνωρίζω ἂν τὰ διαστήματα, τὰ ὁποῖα διήνυσε μετὰ τοῦ ἡγέτου αὐτῆς ἡ πτέρυξ αὕτη, ἔβλεπε χλοερὰ καὶ τερπνὰ, καὶ ἐτέρπετο κατὰ τὴν ὁδοιπορίαν ἐκείνην. Δι’ ἐμὲ ἡ τρίωρος ὁδοιπορία ἡ χθεσινὴ ἦτο ἐπίμοχθος, καὶ μοὶ ἐνεποίησε πολλάκις τὴν ἔκπληξιν. Ἀλλ’ ἐν τῷ μέσῳ τῆς ἐρήμου ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἠναγκάσθην ν’ ἀκολουθῶ καὶ ἐγὼ, εὗρον τέλος πάντων δύο ὀάσεις, αἱ ὁποῖαι ἦσαν τῷ ὄντι θαλεραὶ, δύο ὀρθὰς γνώμας τὰς ὁποίας σᾶς εἶπε, καὶ τὴν ὀρθότητα τῶν δύο τούτων γνωμῶν, εὑρίσκω τοσοῦτον σπανίαν εἰς τὰς παρακελεύσεις καὶ συμβουλὰς τὰς ὁποίας σᾶς ἀπήγγειλε κατὰ τὸ παρελθὸν, ὥστε ἀναγκάζομαι νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας καὶ ἐπὶ τῆς διαφορᾶς ταύτης ἐπὶ τὰ κρείττω. Ἂν ἡ πολιτεία τοῦ κοινοβουλίου συνετέλεσεν εἰς τὴν διαφορὰν ταύτην, ἂς ἐλπίσωμεν, ὅτι, ἂν τὸ κοινοβούλιον ἐξακολουθήσῃ νὰ μᾶς διδάσκῃ τὸ καθῆκόν μας, θέλομεν ὅλοι γενῆ κρείττονες ἡμῶν αὐτῶν. Τῷ ὄντι, κύριοι, εἶναι ὀρθὴ ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν ἠκούσατε χθὲς, ὅτι ἡ κυβέρνησις ὡς νομοτελεστικὴ ἐξουσία δὲν δύναται καὶ δὲν πρέπει νὰ δεσμεύῃ τὰς χεῖράς της, νὰ σταυρόνῃ τοὺς βραχίονάς της, ὅταν ἔκτακτοι περιστάσεις, τὰς ὁποίας δὲν προεῖδεν οὐδεμία τῶν ἐξουσιῶν, ἐπῆλθον, καὶ αἱ περιστάσεις αὗται ἠπείλησαν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Τὴν θεωρίαν κρίνω ὀρθὴν καὶ ἐγώ· νομίζω ὅτι τὰ πολιτεύματα δὲν εἶναι ὁ σκοπὸς τῶν ἐθνῶν, τὰ πολιτεύματα εἶναι τὸ μέσον διὰ τοῦ ὁποίου τὰ ἔθνη φθάνουσιν πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον προτίθενται· τὰ πολιτεύματα ὅμως εἶναι ἐγγύησις κατ’ ἐκείνων, οἵτινες σκέπτονται καὶ ἐνεργοῦσιν ἐν ὀνόματι τοῦ ἔθνους. Ἂν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν ἠδυνήθη νὰ προΐδῃ συμβεβηκότα ὅλως ἀπρόοπτα καὶ ἀπροσδόκητα, ἂν ἡ μετ’ αὐτῆς συμπράττουσα νομοτελεστικὴ ἐξουσία δὲν ἠδυνήθη νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ κοινοβουλίου ἐπὶ τοῦ τί δεῖ γενέσθαι, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν τὰ ἀπροσδόκητα συμβεβηκότα ἤθελον παρασταθῆ, καὶ τὰ συμβεβηκότα ἐπέλθωσι, καὶ ἡ τιμὴ, τὰ συμφέροντα καὶ ἡ ἀσφάλεια τοῦ κράτους περιέλθωσιν εἰς κίνδυνον, βεβαίως ἤθελον καταψηφίσει κατὰ τοῦ κυβερνήτου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἤθελε σταυρώσει τὰς χεῖρας καὶ ἤθελεν εἰπεῖ, δὲν ἐνήργησα, διότι δὲν εἶχον νόμον νὰ ἐνεργήσω. Καὶ τίς ἐλέγχει ποτέ τινὰ κυβερνῶντα, ἐὰν ἐζήτησε ν’ ἀντλήσῃ ἀπὸ τὴν κοινωνίαν πᾶσαν τὴν δύναμιν, ἧς ἔχρῃζεν ἵνα καταστείλῃ στάσιν, ἥτις ἀπροόπτως καὶ ἀπροσδοκήτως ἐξεῤῥάγη; Τίς ἐκατηγόρησε κυβερνήτην, ὅστις ἐδαπάνησεν ὅσα χρήματα ὑπῆρχον εἰς τὸ ταμεῖον, καὶ ἔθεσεν εἰς κίνησιν πᾶσαν τὴν νεότητα τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν ἐπρόκειτο ν’ ἀποκρούσῃ ἐπιδρομὴν, ἡ ὁποία ἐγίνετο ἐπὶ τὰ ὅρια τοῦ κράτους; Ἀλλ’ ὅταν αἱ περιστάσεις δὲν εἶναι ἀπροσδόκητοι, ὅταν αἱ περιστάσεις προβλέπωνται ὑπὸ ὅλων, καὶ ὑπῆρχον ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἠμβλυώπουν, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι διέψευδον τὴν ἀλήθειαν, οἱ ὁποῖοι ἀνήρουν τὰ πράγματα, καὶ οἱ ὁποῖοι παρέπειθον τὸ κοινοβούλιον προτρέποντες αὐτὸ νὰ ἡσυχάζῃ, ἐβεβαίουν αὐτὸ ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη διὰ νὰ ἀσχοληθῇ περὶ τὴν πρόβλεψιν τῶν περιστάσεων, οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι δὲν δύνανται νὰ ἐπικαλεσθῶσι τὴν ἐλευθερίαν τοῦ κυβερνᾷν συμπράττοντες μετὰ τοῦ κοινοβουλίου· ὤφειλον νὰ προΐδωσι γεγονότα τα ὁποῖα ἔμελλον νὰ συμβῶσι, καὶ ἂν προέβλεπον τὰ γεγονότα, ἤθελον ζητήσει καὶ λάβει παρὰ τοῦ κοινοβουλίου πᾶσαν ἐξουσίαν τῆς ὁποίας εἶχον ἀνάγκην, καὶ δὲν ἤθελον εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραβῶσι τοὺς νόμους ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ κοινοβουλίου, καὶ ὄχι μόνον ἠδύνατο νὰ προΐδωσιν· ὄχι μόνον προεβλέποντο κατὰ τὸ πλεῖστον, ἀλλὰ, μολονότι προετράπησαν νὰ τὰ προΐδωσι, ἠρνήθησαν νὰ προΐδωσιν αὐτὰ καὶ νὰ ἀπασχολήσωσι τὸ κοινοβούλιον. Νομίζω, ὅτι ἡ θέσις τῶν κυβερνώντων τούτων εἶναι πολὺ ἥσσων τῶν ἄλλων, οἵτινες λαμβάνουσιν ὑπ’ εὐθύνην ἰδίαν τὴν διάσωσιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἡ κυβέρνησις, ἥτις δὲν προεῖδεν, ἥτις προτραπεῖσα νὰ προΐδῃ ἠθέλησε νὰ μὴ προΐδῃ ὑπέχει μεγίστην εὐθύνην ἀπέναντι τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, διότι κατεδίκασεν αὐτὴν εἰς ἀργίαν, διότι περιεφρόνησε τὸ κράτος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, διότι ἀπεπλάνησε τὸ κοινοβούλιον, διὰ νὰ ἔχῃ τὴν ἐλευθερίαν νὰ ἐνεργήσῃ ὅπως ἂν δόξῃ αὐτῇ. Ἀλλὰ σᾶς εἶπον, κύριοι, ὅτι ἀνέπνευσα εἰς δύο ὀάσεις, αἵτινες μοὶ ἐφάνησαν εἰς τὴν χθεσινὴν ἐρημίαν. Ἡ δευτέρα εἶναι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ὁ χθὲς ἀγορεύσας ἐξήνεγκεν, ὅτι πολιτικὴ συζήτησις εἶναι ἀναγκαία. Εἶχον καὶ ἐγὼ τὴν αὐτὴν γνώμην, καὶ μετ’ ἀπορίας τινὸς ἔβλεπον προβαλλόμενα εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὰ νομοσχέδια τῶν πιστώσεων, πρὶν ἢ διὰ συζητήσεως καὶ ἀνταλλαγῆς τῶν ἰδεῶν φωτίσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ τοὺς ἐντολεῖς ἡμῶν καὶ περὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου καὶ περὶ τῶν θυσιῶν, εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθη ὁ τόπος, καὶ περὶ ἐκείνων εἰς τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ὑποβληθῇ. Ἡ συζήτησις, ὡς ἠκούσατε ὑπὸ τοῦ χθὲς ἀγορεύσαντος, ἡ πολιτικὴ, ἔχει μέγα καλὸν, ὅτι ἐρευνᾷ τὸ παρελθὸν, καὶ διὰ τῆς ἐρεύνης ταύτης παράγει τὰ πορίσματα, τὰ διδάγματα, τὰ ὁποῖα εἴτε ἡ ὀρθοφροσύνη εἴτε αἱ πλάναι τοῦ παρελθόντος ἀφῆκαν ὄπισθεν αὑτῶν· ἐρευνᾷ τὸ ἐνεστὼς, ἐξετάζει ἂν τὸ ἐνεστὼς εἶναι τοιοῦτον, ὁποῖον πρέπει νὰ ἦναι, καὶ κανονίζει τὴν πολιτείαν τοῦ μέλλοντος. Ὁ κανονισμὸς τῆς πολιτείας τοῦ μέλλοντος εἶναι τὸ πρόγραμμα τὸ πολιτικὸν, τὸ ὁποῖον ἡ κυβέρνησις θέλει κρατεῖ ἐν χερσὶ, καὶ θέλει ἐνταλθῆ νὰ ἐκτελέσῃ, ἀφοῦ τοῦτο ἐξετασθῆ καὶ ἀναγνωρισθῆ ὡς ὀρθὸν καὶ λυσιτελὲς ὑπὸ τοῦ κοινοβουλίου. Ἀλλ’ ὅταν ὁμιλῶμεν, κύριοι, περὶ πραγμάτων πολιτικῶν, σᾶς παρακαλῶ νὰ λησμονήσητε τὰ προγράμματα, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος. Ἠκούσατε τόσα προγράμματα, ὥστε, ἂν τὸ πρόγραμμα τὸ ὁποῖον ἡ κυβέρνησις θέλει φέρει, καὶ ἡμεῖς θέλομεν ἐξετάσει καὶ ἀποφανθῆ ἐπ’ αὐτοῦ, μέλλῃ νὰ λάβῃ τὴν τύχην τῶν προγραμμάτων ἐκείνων, προτρέπω τὴν Βουλὴν νὰ παραιτήσῃ τὴν πολιτικὴν συζήτησιν καὶ πᾶσαν ἐπιθυμίαν περὶ κανονισμοῦ προγράμματος. Ὁμολογῶ δὲ, ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ δὲν τὴν παραιτήσῃ, τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσιν αὐτὴν, πρέπει νὰ ἀποφύγωσι τὴν χλεύην, νὰ ψηφίζωσιν ἐπὶ προγραμμάτων, τὰ ὁποῖα τὴν ἑπομένην ἑβδομάδα θέλουσι παραιτηθῆ. Πόσα προγράμματα δὲν ἠκούσατε; Ἔχω σήμερον νὰ σᾶς ὁμιλήσω περὶ πέντε οἰκονομικῶν προγραμμάτων, διότι πέντε οἰκονομικὰ προγράμματα ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου 1880 μέχρι 8βρίου 1880 ἀνέτειλαν καὶ ἔδυσαν εἰς τὸν πολιτικὸν ὁρίζοντα τῆς Ἑλλάδος. Θέλω ὁμιλήσει περὶ πολιτικοῦ προγράμματος, ὅπερ ἀπεδέχθη ἡ πλειοψηφία, ναὶ, ἡ πλειοψηφία κατὰ τύπον, μὲ τὸ ὁποῖον ἐχωρίσθημεν ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν, τὸ ὁποῖον ἀφήκαμεν τότε εἰς τὰς χεῖρας αὐτῆς, ἀλλὰ δὲν εὕρομεν πλέον ἐν ταῖς χερσὶν αὐτῆς, ὅταν συνήλθομεν ἐνταῦθα διὰ νὰ συνεργασθῶμεν αὖθις μετ’ αὐτῆς. Ἡ πολιτικὴ, κύριοι, δὲν εἶναι τέχνη οὐδὲ τοῦ διαστρέφειν τὰ πράγματα, οὐδὲ τοῦ παραποιεῖν τὰ κείμενα. Εἰς τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμὸν οἱ κατερχόμενοι δὲν καλοῦνται ἵνα νὰ ἐπέλθωσι μετὰ θάῤῥους ἐκτοξεύοντες αἰτιάσεις κατ’ ἐκείνων πρὸς οὓς συναγωνίζονται, οὔτε νὰ περιβάλλωνται μετὰ τόλμης, ἵνα συκοφαντῶσιν αὐτῶν. Εἰς τὸν πολιτικὸν ἀνταγωνισμὸν ἕκαστος πρέπει νὰ δεικνύηται ὑπέρτερος τῶν ἄλλων, συμβουλεύων τὰ κρείττω καὶ πράττων τὰ κρείττω. Ἂν μὲ ἐλέγχητε ὅτι νοθεύω τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ παραποιῶ αὐτὸ εἰσάγων καὶ καλλιεργῶν τὴν συναλλαγήν, φανῆτε σεῖς ὑπέρτεροι ἐμοῦ διὰ νὰ μὲ στιγματίσητε διὰ τῆς διαγωγῆς σας. Ἂν μὲ ἐλέγχητε ὡς ἀφειδῶς διαχειριζόμενον τὰ δημόσια χρήματα, φανῆτε σεῖς ἐγκρατέστεροι πρὸς τὰ δημόσια χρήματα, διότι οὕτω θέλετε λάβει τὴν δάφνην τῆς νίκης. Ὀφείλω, κύριοι, νὰ βεβαιώσω ἰσχυρισμὸν τὸν ὁποῖον τὴν ἑσπέραν τῆς προχθὲς εἶπον ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλίου, ὅτι πέντε οἰκονομικὰ προγράμματα ἐπεφάνησαν, καὶ ὅτι καὶ τὰ πέντε ἔδυσαν. Ὀφείλω νὰ ἀποδείξω ὅ,τι τότε σᾶς εἶπον. Δὲν ἠτιάθην ἄνευ λόγου οὐδενὸς, δὲν ἠδίκησα οὐδένα, ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκον, ὅπερ ἔχω ὡς ἓν τῶν μελῶν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ἐλέγχων τὰς πράξεις, αἵτινες εἶναι ἄξιαι ἐλέγχου. Θέλω σᾶς παρακαλέσει νὰ προσέξητε διὰ νὰ ἀκούσητε τὰ οἰκονομικὰ ταῦτα προγράμματα, καὶ ὕστερον νὰ ἀποφανθῆτε ἂν ἀδικῶ τινα. Ὅταν ὑπεβλήθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1880, τὸ ἔλλειμμα ὑπελογίσθη ὑπὸ ἐκείνου, ὅστις ὑπέβαλε τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὸ κοινοβούλιον εἰς 10 ἑκατομμύρια· τῷ ὄντι ὁ ὄγκος τοῦ ἐλλείμματος κατέπληξε τὸ κοινοβούλιον, καὶ ἡ πτέρυξ ἐκείνη, ἥτις δὲν παρεῖχε τὴν συνδρομήν της εἰς τὴν κυβέρνησιν, κατεπλάγη περισσότερον ἀπὸ πάντα ἄλλον συνάδελφον. Καὶ εἶχε δίκαιον νὰ καταπλαγῇ, διότι 10 ἑκατομμύρια ἔλλειμμα ἐπὶ προϋπολογισμοῦ 50 ἑκατομμυρίων εἶναι τὸ ⅕ τοῦ ὅλου προϋπολογισμοῦ. Δὲν θέλω νὰ κάμω λόγον, ὅτι κατὰ λάθος τὸ γραφεῖον τοῦ γενικοῦ λογιστηρίου εἶχεν ἀναβιβάσει εἰς 10 ἑκατομμύρια τὸ ἔλλειμμα ἐνῷ ἦτον πράγματι ὑποδεέστερον κατὰ 800 ἢ 700 χιλιάδας. Ἡ κυβέρνησις ὅμως τότε εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων ἤλπιζε νὰ αὐξήσῃ τὰ ἔσοδα τοῦ κράτους κατὰ 4 ἑκατομμύρια. Ὁ ἡγέτης τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἔλαβεν ἐπανειλημμένως τὸν λόγον καὶ παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ κυβέρνησις ψευδῶς ὑπολογίζει τὰ πράγματα καὶ ἀπατηλῶς πληροφορεῖ τὴν Βουλὴν. Δὲν εἶναι 10 ἑκατομμύρια τὸ ἔλλειμμα, εἶναι 17 ἴσως 18, ἔλεγε τότε τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὁ ἡγέτης. Μὴ πιστεύετε τοὺς ὑπουργούς. Αὐτὰ ἔλεγεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὑπεσχέθη δ’ εἰς αὐτὴν κατὰ Ἰανουάριον μῆνα, ὅτι μέριμνα καὶ σκοπὸς τῆς μελλούσης κυβερνήσεως πρέπει νὰ ἦναι ἡ ἀποκατάστασις τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ τοσοῦτον ᾐσθάνετο πόθον διὰ νὰ πραγματοποιήσῃ καὶ ἐφαρμόσῃ τὰ οἰκονομικὰ αὑτοῦ σχέδια, τὰ ὁποῖα ἤθελον τὸν ὁδηγήσει ἀφεύκτως εἰς τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὥστε ἐλυπεῖτο, ὅτι εἶχε παρέλθει ὁ πρῶτος μὴν τοῦ ἔτους καὶ ἤθελε παρέλθει ἴσως καὶ ὁ δεύτερος, καὶ ἑπομένως δὲν ἀπέβαινεν αὐτῷ δυνατὸν νὰ καταστήσῃ ἐντὸς τοῦ 1880 τὸ ἰσοζύγιον. Ἐβεβαίου ὅμως ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐλαττώσῃ τὸ ἔλλειμμα εἰς τοιούτους ὅρους, ὥστε τὸ ἑπόμενον ἔτος ἠδύνατό τις βεβαίως νὰ ἴδῃ ἀποκαθιστάμενον τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἐπεχείρησε τὴν ἀνατομίαν καὶ τὴν ἔρευναν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκείνου, εὗρε συνεργάτας δοκίμους καὶ ἐντριβεῖς τῷ ὄντι περὶ τὴν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν, καὶ ἐνῷ προσεπάθει καὶ ἠσχολεῖτο, εἴτε νὰ ἐλαττώσῃ τὰ ἔξοδα, εἴτε νὰ αὐξήσῃ τὰ ἔσοδα, εἴτε καὶ τὰ δύω νὰ ἐπιχειρήσῃ διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ ἐλλείμματος, προσέκοψεν εἰς μίαν ἰδέαν πολιτικὴν καὶ οἰκονομικὴν, ἐμποδίζουσαν αὐτὸν νὰ ἐλαττώσῃ τὸ ἔλλειμμα ἀπὸ 17,000,000 ὡς ὑπελόγιζε τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὁ ἡγέτης, ἀπὸ 10000000 ὡς παρίστα ὁ προϋπολογισμὸς, ἀπὸ 6,000,000 ὡς ὑπέσχετο ἡ κυβέρνησις ἂν ἐπετύγχανον τὰ μέτρα της. Τί ὠφελεῖ; Ἔχω ἀνάγκην σᾶς ἔλεγε κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1880, ἔχω ἀνάγκην εὐρείας βάσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας πρέπει νὰ σταθῶ ὡς κυβέρνησις διὰ νὰ κυβερνήσω τὸν τόπον. Ἐνθυμεῖσθε κατὰ τὰ τέλη Δεκεμβρίου ἢ κατὰ τὰς ἀρχὰς Ἰανουαρίου, ἡ τότε κυβέρνησις παρητήθη, καὶ ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κομίζων εἰς τὸ θυλάκιόν του τὰς παραιτήσεις τῶν ἄλλων ὑπουργῶν, ἐνεφανίσθη εἰς τὸν ἡγεμόνα καὶ παρεκάλεσεν Αὐτὸν νὰ ἀπαλλάξῃ αὐτοὺς ἀπὸ τῆς ἀρχῆς· τὸ Στέμμα προσέφυγεν εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἀντιπολιτεύσεως· οὗτος δὲ δὲν ἐδέχθη τὴν ἐντολὴν τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ ὑπουργείου, ἦλθε δ’ εἰς τὴν Βουλὴν ἐκπληρῶν συνταγματικὸν καθῆκον καὶ ἐξήγησε τοὺς λόγους, δι’ οὓς δὲν ἐδέχθη. Δὲν ἐδέχθη, σᾶς εἶπε, διότι ἡ πλειονοψηφία, ἡ ὁποία εἶχε δηλωθῆ κατὰ τοῦ ὑπουργείου, ἦτο πλειονοψηφία ἀριθμητική· ἡ δ’ ἀριθμητικὴ πλειονοψηφία ἦτο δι’ αὐτὸν ἀσθενὲς ἐφόδιον, ἵνα ἐπιβῇ τοῦ σκάφους τῆς κυβερνήσεως καὶ πλεύσῃ εἰς τὰ περιβρέχοντα ἡμᾶς ὕδατα. Ἤθελε νὰ εὕρῃ βάσιν, καὶ ταύτην ἤθελε ἀποκτήσει ὅταν ἔπειθε τὸ ἔθνος καὶ τὸν Βασιλέα περὶ τῆς χρησιμότητος καὶ λυσιτελείας τῶν σχεδίων του. Καὶ ποῖον ἦτο τὸ σχέδιον; Θέλω σᾶς τὸ ἐξηγήσει. Ἐν Ἀθήναις κατῴκει μέγας φιλέλλην, ὅστις ἦτο ἀνταποκριτὴς τοῦ Ἀγγλικοῦ χρόνου. Ἔζησε μεθ’ ἡμῶν 30 περίπου ἔτη, ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθημεν νὰ κάμψωμεν τὴν καρδίαν αὐτοῦ. Κατὰ πᾶσαν ἑβδομάδα ἀπέστελλεν εἰς τὸν Χρόνον καὶ ἐδημοσίευε δι’ αὐτοῦ πραγματείας, διὰ τῶν ὁποίων ἀπεδείκνυε τὴν γεωργικὴν τάξιν τῆς Ἑλλάδος εἵλωτα, δούλην, τὴν κατάθλιψιν ἐκμυζῶσαν πᾶσαν αὐτῆς ἰκμάδα, τὴν πίεσιν τῆς γεωργικῆς τάξεως ἀμύθητον, τὴν Ἑλλάδα λῃστευομένην ὑπὸ τῆς διοικήσεως, τὸ δὲ Κράτος ὁδηγούμενον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸν κρημνόν. Ἡ δεκάτη ἦτο θεσμός, τὰ ἀποτρόπαια ἐλαττώματα τοῦ ὁποίου εἶχε συνειθίσει ἐκ τῶν πραγματειῶν τούτων νὰ μανθάνῃ τὸ Ἀγγλικὸν κοινὸν καὶ νὰ οἰκτείρῃ ὁ εὐρωπαϊκὸς κόσμος. Ἂν οἰκονομικὸς βραχίων ἦρε τὴν δεκάτην ἀπὸ τοῦ μέσου, ἐκεῖνος ὅστις ἐπεχείρει τὴν οἰκονομικὴν ταύτην ἐγχείρισιν, ἤθελε θεωρηθῆ οἰκονομικὸς ἀναμορφωτής. Καὶ τίς δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν δεκάτην ἐπιστημονικῶς; Καὶ τίς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι φορολογεῖ τὰ κεφάλαια, καὶ ὅτι ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου καὶ τὴν γεωργίαν κατέστρεφε καὶ τοὺς παραγωγοὺς ἐπίεζεν; Ἂν ἐπεχείρει νὰ καταργήσωμεν τὴν δεκάτην, τότε θέλουσι χορεύσει οἱ γεωργοί, καὶ ἂν χορεύωσιν οἱ γεωργοί, τί θέλουσι πράξει οἱ βουλευταί; Οἱ γεωργοὶ εἶναι οἱ ἐκλογεῖς ἡμῶν, καὶ τὸ ἄγριον αὐτῶν βλέμμα προξενεῖ μεγίστην ἀνησυχίαν, ἡ δ’ εὐφροσύνη αὐτῶν ποιεῖ καὶ ἡμᾶς εὐφροσύνους. Ἡ κατάργησις τῆς δεκάτης εἶναι ἡ εὐρεῖα βάσις, ἐφ’ ἧς ἠθέλησε νὰ στηριχθῇ ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἡ κατάστασις τῆς δεκάτης ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὸν δημόσιον θησαυρὸν 3,800,000· ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα σᾶς ἔλεγεν ὅτι εἶναι 17 ἑκατομμύρια, καὶ ἔπρεπεν ἐὰν δὲν ἐπετύγχανεν ἐντὸς τοῦ 1880 τὸ ἰσοζύγιον τοὐλάχιστον, νὰ τὸ ἐλαττώσῃ εἰς 3 ἑκατομμύρια. Καὶ ἐνῷ εἶχεν ἀνάγκην αὐξήσεως τῶν ἐσόδων, ἔπρεπε νὰ ἐξαγάγῃ ἀπὸ τὸ ταμεῖον 3,800,000, διὰ νὰ τὰ δωρήσῃ εἰς τὴν γεωργίαν. Ἡ κατάργησις λοιπὸν τῆς δεκάτης ἦτο πρόσκομμα εἰς τὴν ῥύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ κράτους, ἣν ὑπέσχετο νὰ ἐπιχειρήσῃ. Ὁ χθὲς ἀγορεύσας ἔχει τοσαύτην εὐχέρειαν διὰ νὰ συναρμολογῇ τὰς ἀντιθέσεις καὶ τοσαύτην δεξιότητα διὰ νὰ ἐξάγῃ θετικὰ πορίσματα ἐκ τῶν ἀναιρέσεων, ὥστε δὲν ἐδυσκολεύθη νὰ κατορθώσῃ καὶ τὸ δύσκολον τοῦτο ἐπιχείρημα. Ἐστράφη λοιπὸν πρὸς ἡμᾶς τοὺς τότε κυβερνῶντας. Λέγετε, ὅτι ἔχετε πιθανὴν πρόσοδον ἐκ τῆς δεκάτης 3,800,000; Ἀπατᾶσθε. Φέρετε τοὺς πίνακάς σας. Φέρομεν τοὺς πίνακας. Μὴ πιστεύτε αὐτοὺς, εἶπεν εἰς τὴν Βουλήν. Αἱ πληροφορίαι εἶναι ἀπατηλαί, καὶ ἐὰν καταργήσητε τὴν δεκάτην καὶ ἐπιβάλητε φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, θέλετε εἰσπράξει τὸ αὐτὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς δεκάτης εἰσπράττετε. Διακοσίας δέκα καὶ τρεῖς χιλιάδας ἠρίθμησεν ἡ στατιστικὴ τοῦ ὑπουργείου διὰ τὰ ἀροτριῶντα κτήνη· ἂν 200 ὑπολογίσητε τὴν παραγωγήν, ἂν ἀναλόγως τῆς παραγωγῆς προσδιορίσητε τὸν φόρον ἐπὶ τῶν κτηνῶν, ἔχετε κατ’ ἐλάχιστον ὅρον 10 δραχ. κατὰ κεφαλήν, θέλετε δ’ εἰσπράξει ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν 2,130,000. Ἀφαιρέσατε ἀπὸ τὰ 3,800,000 τὰς ὁποίας διατείνεσθε ὅτι εἰσπράττετε ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ἀφαιρέσατε τὰς ὑπερβολάς, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὀλίγα χρήματα θέλουσι σᾶς λείψει. Ὅθεν δύνασθε νὰ καταργήσητε τὴν δεκάτην καὶ δύνασθε νὰ ἀντικαταστήσετε αὐτὴν διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Καὶ ἂν λείψωσιν ὀλίγα χρήματα, 350 ἢ 400 χιλιάδες δραχμῶν, προσθέσατε δύο δραχμὰς φόρον ἐπὶ τῆς σταφίδος, θέλετε ἔχει καὶ τὴν ἐλλείπουσαν πρόσοδον. Καὶ οὕτω κατορθώθη νὰ ἀρθῇ τὸ πρόσκομμα τὸ ὁποῖον ἡ κατάργησις τῆς δεκάτης παρεῖχε. Προέβη τότε εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἐλλείμματος. Ἀφαιρῶ, σᾶς εἶπεν, ἀπὸ τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν τέσσαρα ἑκατομμύρια, ἀπὸ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἄλλων ὑπουργείων 1,769,000, σᾶς προσθέτω δὲ εἰς τὰ ἔσοδα αὔξησιν τῶν τελωνιακῶν τελῶν· προσέτι οἱ φόροι ἐπὶ τῶν κληρονομιῶν, πόρους, ἐξ ὧν θέλουσιν εἰσπραχθῆ 2,500,000. Ἰδοὺ 8,269,000. Ἔχετε ἔλλειμμα πόσον; Ἐλησμόνησε τότε, ὅτι εἶχε προσδιορίσει αὐτὸ εἰς 17 ἑκατομμ. Ἔχετε ἔλλειμμα, σᾶς εἶπε, δέκα καὶ τρία ἑκατομμύρια, ὅθεν θέλω περιορίσει αὐτὸ εἰς 2 ἢ 3 ἑκατομ. τὸ πολύ, διότι θέλω κάμει καὶ ἄλλην οἰκονομικὴν ἐπιχείρησιν διὰ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμ. τὰ ὁποῖα ἔχετε ἀποθέσει εἰς τὴν Τράπεζαν. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα μέγα πιστωτικὸν κατάστημα. Δὲν εἶναι σκοπῶ νὰ ὁμιλήσω κατὰ τῆς Τραπέζης, ἐπιθυμῶ τὴν εὐπορίαν καὶ τὴν προκοπὴν αὐτῆς ὡς μέλος τῆς κοινωνίας· ὡς ἄτομον δὲ συνδέομαι διὰ δεσμῶν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ὡς μέλος τοῦ κοινοβουλίου ἐπιθυμῶ τὴν προκοπὴν αὐτῆς, ἀλλὰ σταματῶ μέχρις ἑνὸς ὁρίου. Δὲν δύναμαι νὰ ἀκολουθήσω τὸν κ. Τρικούπην μέχρι τοῦ σημείου εἰς τὸ ὁποῖον ἤθελε νὰ σᾶς ἀγάγῃ χθές. Σᾶς εἶπεν ὅτι κράτος καὶ τράπεζα εἶναι τὸ αὐτὸ πρᾶγμα. Σᾶς εἶπεν ὅτι τὸ κράτος δὲν πρέπει νὰ φροντίζῃ περὶ ἑαυτοῦ, ἀλλὰ μόνον περὶ τῆς τραπέζης. Ὅτι τὸ κράτος δὲν ἔρχεται εἰς οἰκονομικὴν ἐπαφὴν μετὰ τῆς Εὐρώπης εἰμὴ διὰ μόνον τῆς Τραπέζης. Αὐτὸ δὲν εἶναι ὀρθόν· τὸν τελευταῖον μάλιστα ἰσχυρισμὸν ἀποκρούω μετὰ πάσης πεποιθήσεως. Ἂν τὸ κράτος πρόκηται νὰ μὴ ἦναι δυνατὸν νὰ ἔρχηται εἰς οἰκονομικὴν ἐπαφὴν μετὰ τοῦ οἰκονομικοῦ κόσμου τῆς Δύσεως εἰμὴ μόνον διὰ τῆς Τραπέζης, οἰκτείρω τὸ κράτος (εὖγε). Τὸ κράτος χρεωστεῖ νὰ παρέχῃ πᾶσαν συνδρομὴν εἰς τὴν Τράπεζαν. Ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος εἶναι τὸ πρῶτον πιστωτικὸν κατάστημα, τὸ ὁποῖον συντρέχει τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς ἀτομικῆς ἐργασίας· ἀλλ’ ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος ἔχει κεχωρισμένον θησαυρὸν ἀπὸ τὸν θησαυρὸν τοῦ κράτους, οἱ δὲ κυβερνῶντες τὴν Ἑλλάδα δὲν πρέπει νὰ καθιστῶσι τὴν κοινότητα τῶν ταμείων εἰς τοιοῦτον βαθμόν, εἰς ὅσον ποθεῖ νὰ καταστήσῃ αὐτὴν ὁ χθὲς ἀγορεύσας. Πρέπει νὰ χωρίζωμεν τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς ἐθνικῆς τραπέζης. Καὶ οἱ κυβερνῶντες πρέπει νὰ παρέχωσι πᾶσαν εὐκολίαν πρὸς πρόοδον τῆς ἐθνικῆς τραπέζης, ἀλλά, καὶ ὡς ἐπιμεληταὶ τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου ταμείου, ὀφείλουσι νὰ μὴ πράττωσι πράξεις, ζημιούσας αὐτὸ πρὸς ὄφελος τῆς τραπέζης, ἀλλὰ καὶ ὡς κυβερνῶντες ὀφείλουσι νὰ ἐπιμελῶνται ἐπίσης τῆς ἀτομικῆς δραστηριότητος, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν καθ’ ὅλου παραγωγήν. Ἡ Τράπεζα λοιπὸν εἶχε συνομολογήσει, ὡς ἐνθυμεῖσθε, δάνειον πρὸς τὸ δημόσιον 37,000,000, διὰ τὸ ὁποῖον εἶχε ἐπιβληθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία κατὰ τὸ 1877 καὶ 78. Διὰ τὰ δάνεια ταῦτα ἐνθυμεῖσθε, ὅτι συνωμολογήθη ὑπὸ τοῦ δημοσίου ἕτερον δάνειον 60,000,000. Πρὸ τοῦ δανείου τούτου ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶχεν τοσοῦτον ὑπερτιμήσει τὸ νόμισμα καὶ ὑποτιμήσει τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια, ὥστε κατὰ μίαν περίοδον, κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἐνιαυτοῦ τοῦ 1880 ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τὸ φράγκον ἔφθασε νὰ τιμᾶται δρ. 1,29 ἐν τοῖς ταμείοις αὐτοῖς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου πέρυσιν ἔλεγεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅταν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ὑπεχρέου τὴν κυβέρνησιν νὰ προσδιορίσῃ ἀποκλειστικῶς τὴν χρῆσιν τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἔλεγεν, ὅτι ἐδίσταζεν, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐκπληρώσῃ ἀκεραίως τὴν ἐπιθυμίαν ἐκείνην τοῦ κοινοβουλίου. Νομίζω, ὅτι εἶχε δίκαιον ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ἐὰν ὄχι κατὰ τύπους, ἀλλὰ βεβαίως κατ’ οὐσίαν. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶναι νόσημα, τὸ ὁποῖον ἐπέρχεται εἰς τὰ κράτη, ὁσάκις πολιτικὴ νόσος κατατρύχει αὐτά. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶναι κακόν· οὐχὶ αὐτὴ καθ’ ἑαυτήν. Εἶναι κακὸν διὰ τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας ἐπάγει ἡ ἐγκατάστασις αὐτῆς. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ὑπάρχει εἰς τὴν Γαλλίαν, ἀλλ’ ὅλος ὁ κόσμος προτιμᾷ ἀντὶ τοῦ χρυσοῦ νὰ ἔχῃ γραμμάτια τῆς Τραπέζης τῆς Γαλλίας, διότι εἰς τὴν τιμὴν τῶν ἐμπορευμάτων, εἰς τὴν τιμὴν τῶν πραγμάτων τῶν χρησίμων εἰς τὸν ἀνθρώπινον βίον, δὲν προστίθεται οὔτε ἑκατοστὸν λεπτοῦ ἕνεκα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ποῖον λοιπὸν βαρύνει ἡ καταναγκαστικὴ κυκλοφορία ἐν Γαλλίᾳ, τίνος τὴν πίστιν ἐλαττόνει καὶ τίνος τὸ βαλάντιον ζημιοῖ; Ἀλλ’ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἐν Ἑλλάδι, ὅπου ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου 1879 μέχρι τοῦ Φεβρουαρίου 1879 προέβη τοσοῦτον, ὥστε ἐπέφερεν ὑπερτίμησιν εἰς τὸ νόμισμα ἀπὸ δραχ. 1,13 κατὰ φράγκον, εἰς δραχ. 1 καὶ 29, διότι εἰς τὴν ἐκ δραχ. 1 καὶ 12 κατὰ τὴν διατίμησιν τιμὴν αὐτοῦ πρέπει νὰ προστεθῇ ἓν λεπτὸν διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ἀποστολῆς τοῦ νομίσματος εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν καὶ τῆς ἀσφαλείας—τὸ νόμισμα ἔλαβεν ὑπερτίμησιν 16 λεπτὰ κατὰ φράγκον, ἑπομένως ἀναλόγως τὸ γραμμάτιον τῆς Τραπέζης ὑπετιμήθη κατὰ 16 λεπτὰ κατὰ φράγκον. Καὶ ἡ διαφορὰ αὕτη τῆς ὑπερτιμήσεως καὶ τῆς ὑποτιμήσεως ἦτο βάρος, τὸ ὁποῖον ἐπετίθετο εἰς τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι χρήσιμα εἰς τὸν ἀνθρώπινον βίον. Ἦτο φορολογία, ἡ ὁποία ἐπεβάλλετο εἰς τοὺς καταναλωτάς, ἦτο ἀπειλὴ κατὰ τῆς δημοσίας πίστεως, ἀπειλοῦσα καὶ τὴν πίστιν τοῦ κράτους καὶ τὴν πίστιν τῶν ἐν αὐτῇ τραπεζικῶν καταστημάτων. Ἡ Κυβέρνησις λοιπόν, ὅταν συνωμολόγησε τὸ δάνειον τῶν 60,000,000, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδυνήθη νὰ πραγματοποιήσῃ ὅλον, προσεπάθησε νὰ ἐλαττώσῃ τὰς συνεπείας τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ὅθεν καὶ ἔσπευσεν ἀμέσως νὰ δώσῃ ἀπέναντι τοῦ πρὸς τὴν Τράπεζαν χρέους της 25,000,000 εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ποσὸν ἀνάλογον εἰς τὴν Ἰονικὴν, καὶ νὰ ἐλαττώσῃ τὸ χρέος τὸ ἐθνικὸν ἀπὸ 37 εἰς 12,000,000. Ποῖον ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα; Ἐπειδὴ ἡ Τράπεζα ὤφειλεν ἀναλόγως τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα πληρόνονται εἰς αὐτὴν ἐκ τοῦ δανείου τούτου, ν’ ἀποσύρῃ ἀπὸ τὴν κυκλοφορίαν τραπεζικὰ γραμμάτια, ἡ ἐλάττωσις τῶν τραπεζικῶν γραμματίων ἠλάττωσε τὴν ἀνισοῤῥοπίαν, ἥτις ὑπῆρχε, καὶ ἐπέφερε τὴν ἐλάττωσιν τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ νομίσματος, τὴν πτῶσιν τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος. Ἦλθε δὲ περίοδος, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ φράγκον ἐτιμᾶτο δρ. 1, 14. Οὕτως ἀπήλλαξε τὴν κοινωνίαν ἀπὸ ζημίαν 15 λεπτῶν κατὰ φράγκον, ἀπὸ τοῦ βάρους, τὸ ὁποῖον ὑφίστατο πρὸ τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου ἐκείνου. Ἀναγκάζομαι νὰ μνημονεύσω τοῦ δανείου ἐκείνου τοῦ ἐπαράτου. Τὸ δάνειον τῶν 60,000,000 ἦτο τὸ πεδίον, τὸ ὁποῖον ἐξελέξατο πᾶσα κακὴ προαίρεσις κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνωμολόγησαν καὶ διεχειρίσθησαν αὐτό. Ἐὰν τὸ θάῤῥος τῶν παρ’ ἡμῖν αἰτιωμένων ἀνεβιβάζετο καὶ εἰς τὸν ἄλλον κόσμον εἰς τὸν βαθμὸν, εἰς τὸν ὁποῖον ἔφθασε τότε ἐν Ἑλλάδι, ὅσην καὶ ἂν ἔχῃ τις πίστιν εἰς τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει, ὑπηρετῶν τὴν πατρίδα, ἤθελε κατασταθῆ ἄτολμος νὰ διαχειρίζηται τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου. Τὸ δάνειον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον ἐπεκρίθη, δὲν ὑπῆρξε δυστυχῶς εὐάρεστον οὔτε εἰς τὴν ἐθνικὴν Τράπεζαν Ἡ ἐθνικὴ Τράπεζα ἐπέκρινε καὶ ἐπολέμησε τὸ δάνειον. Καὶ ὅταν λέγω ἐθνικὴ Τράπεζα, δὲν ἐννοῶ τὰ γραφεῖα τῆς Τραπέζης, δὲν ἐννοῶ τὴν ἀλληλογραφίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει μὲ τοὺς ὀφειλέτας αὐτῆς, ἀλλ’ ἐννοῶ τὴν ἐκπροσώπευσιν αὐτῆς ἐν τῷ πολιτικῷ καὶ τῷ κοινωνικῷ κόσμῳ. Ὁ βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου λοιπὸν τότε διενοήθη νὰ προσθέσῃ εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ὀλίγα τινὰ ἑκατομμύρια, κατὰ τίνα τρόπον; Λαμβάνων πάλιν ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐπληρώσαμεν ἀπέναντι τῶν δανείων, ἀφαιρέσαντες ἀπὸ τὴν κυκλοφορίαν ποσὸν τραπεζικῶν γραμματίων. Ὅθεν περιέλαβεν εἰς τὸ πρόγραμμά του ῥήτραν, καθ’ ἣν ἐσκόπει νὰ λάβῃ ὀπίσω ἀπὸ τὴν Τράπεζαν ποσόν τι χρημάτων, ἐξ αὐτῶν νὰ πληρώσῃ διάφορα κινητὰ χρέη τοῦ δημοσίου, νὰ δώσῃ δάνεια εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, νὰ κάμῃ δὲν ἠξεύρω τι, καὶ οὕτως ἀντὶ τῶν 8%, τὰ ὁποῖα ἐπλήρονεν ὡς τόκον διὰ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἴχομεν πληρώσει εἰς τὴν Τράπεζαν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, νὰ πληρόνῃ μόνον τὸ 1% τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Καὶ ἡ Τράπεζα πάλιν ἐπήρχετο ἔχουσα εἰς κυκλοφορίαν τὸν πρῶτον ἀριθμὸν τῶν Τραπεζικῶν γραμματίων· καὶ ἐπήρχετο ἐξασφαλίζουσα αὖθις τὸ κέρδος, ὅπερ ἐξ αὐτῶν εἶχε, διότι ἤθελε λάβει τὸν τόκον ἐξ αὐτῶν. Ἀλλ’ ἤθελε βεβαίως δυσφορήσει αὖθις ἡ κοινωνία, ἡ ὁποία ἤθελεν ἀναγκασθῆ πάλιν νὰ πληρόνῃ 1,29 τὸ φράγκον. Πόσα ἦσαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ χθὲς ἀγορεύσας κατὰ τὸ πρόγραμμά του ἐκεῖνο ἐνόμιζεν, ὅτι πρέπει νὰ παραλάβῃ πάλιν ἀπὸ τὰ ταμεῖα τῆς Τραπέζης, διὰ νὰ κάμῃ τὰς οἰκονομικὰς πράξεις, τὰς ὁποίας ἐμελέτα καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἤθελεν ἐπιτύχει τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα τὸ κράτος ἐπλήρονεν εἰς τόκους; Νομίζω, ὅτι εἶναι εὔκολον νὰ ἀνεύρῃ τις αὐτά, ἐὰν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὑπελόγιζεν ὡς κέρδος τοῦ δημοσίου, ὡς οἰκονομίαν τῶν ἐξόδων αὐτοῦ 2,200,000. Ἐὰν ἀφαιρέσητε ἐξ αὐτῶν 720,000, τὰς ὁποίας ἤθελεν οἰκονομεῖ ἐκ τῶν 24 χιλιάδων μετοχῶν, διότι ἐφρόνει, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀκυρώσῃ αὐτάς, τὸ ὑπόλοιπον ἐξ 1,500,000 ἦτο ὁ τόκος τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον ἤθελε λάβει ἀπὸ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἴχομεν πληρώσει εἰς τὴν Τράπεζαν, ἦτο τὸ ποσόν, κατὰ τὸ ὁποῖον ἔμελλε ν’ αὐξηθῇ τὸ πρὸς τὴν Τράπεζαν χρέος τοῦ δημοσίου, καὶ τὸ ἐν κυκλοφορίᾳ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων. Τὸ πρῶτον λοιπὸν οἰκονομικὸν πρόγραμμα τοῦ χθὲς ἀγορεύσαντος ἦτο ἡ ἀκύρωσις τῶν 24 χιλιάδων ὁμολογιῶν, ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐξόδων κατὰ 5,700,000, ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων κατὰ 2,800,000, ἡ ἐπαναφορὰ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τῶν χρημάτων τῶν πληρωθέντων ἀπὸ τὸ δημόσιον εἰς τὴν Τράπεζαν, ἀπέναντι τοῦ δανείου ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, ἡ πληρωμὴ δι’ αὐτῶν κινητῶν τινων χρεῶν, ἡ ἐπαναφορὰ τοῦ δικαιώματος τῆς Τραπέζης νὰ θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν τὰ πρὶν ἐν ταύτῃ ὑπάρχοντα τραπεζικὰ γραμμάτια, καὶ ἑπομένως ἡ δυσκολία πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία τότε δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀρθῇ, δὲν ἐπίεζεν οὐδένα τότε. Διατί λοιπὸν νὰ πληρώνωμεν 8% τόκον ἐπὶ τῶν 25 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἐδώκαμεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἐνῷ ἠδυνάμεθα δι’ αὐτὰ νὰ πληρώνωμεν μόνον 1%; Οὕτω νὰ ζημιούμεθα 7%; Ἂς ἐπαναλάβωμεν λοιπὸν ὀπίσω τὰ 25 ἑκατομμύρια, διὰ νὰ κερδήσωμεν τὴν διαφορὰν τοῦ τόκου. Ἰδοὺ τὸ πρῶτον οἰκονομικὸν πρόγραμμα. Αὐτὸ τὸ πρόγραμμα ἐλέχθη εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν 23 Φεβρουαρίου, καὶ δύνανται οἱ κύριοι βουλευταὶ νὰ ἀναγνώσωσιν αὐτὸ εἰς τὴν σελίδα 699 τῶν πρακτικῶν τῆς Βουλῆς. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ σας ἀναφέρω τὰς σελίδας, νὰ προσδιορίσω τὴν ἡμέραν, εἶμαι ἠναγκασμένος ν’ ἀναγινώσκω καὶ κείμενα, διότι δὲν ἐπιθυμῶ ν’ ἀφήσω οὐδεμίαν ἐλευθερίαν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσι μὲ διαδεχθῆ ἀπὸ τοῦ βήματος· διότι, ἂν τὴν ἐλαχίστην ἀφήσω ἐλευθερίαν, κινδυνεύω, ἐὰν οὐχὶ ἄλλο, ἀλλὰ νὰ σᾶς ἴδω μεταπειθομένους διὰ τῶν παραστάσεων, τὰς ὁποίας θέλουσι σᾶς κάμει. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς 23 Φεβρουαρίου μέχρι τῆς 19 Μαρτίου ἔχομεν 24 ἡμέρας. Κατὰ τὸ διάστημα τῶν 24 ἡμερῶν νέαι σκέψεις ἐπέρχονται, καὶ τὴν 19 Μαρτίου ὁ τότε πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἔρχεται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ μετὰ πόθου ἐπιδείξεως ἀγγέλλει εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τυγχάνει εἰς συνεννοήσεις διὰ νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐψηφοφόρουν μετ’ αὐτοῦ, ἐθαύμασαν διὰ τὸ κατόρθωμα, καὶ ἤντλησαν ἱκανὴν δύναμιν, διὰ νὰ ἐπιδείξωσι τὴν πατριωτικὴν πολιτείαν των εἰς τοὺς συμπολίτας αὐτῶν. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, ἡ ὁποία κατὰ τὴν 23 Φεβρουαρίου ἠδύνατο νὰ μείνῃ, μ’ ὅλον ὅτι ἐχειροτέρευον ἐπὶ τοσοῦτον οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐλειτούργει, διότι ἀντὶ 12,000,000, τὰ ὁποῖα ὤφειλε τὸ Κράτος εἰς τὴν Τράπεζαν δι’ αὐτὴν, ἤθελεν ὀφείλει αὖθις 30,000,000, καὶ ἑπομένως καθίστατο δυσκολώτερον νὰ ἀρθῇ, καὶ ηὔξανεν ἀναλόγως ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων, καὶ ἡ ἕνεκα τούτου ὑπερτίμησις τοῦ νομίσματος, ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, κατὰ τὴν 19 Μαρτίου ἦτο μέγα δεινόν, καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔπρεπε νὰ πράξωσι πᾶσαν θυσίαν, διὰ νὰ καταπολεμήσωσι τὸ κακὸν τοῦτο, καὶ νὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν κοινωνίαν ἀπ’ αὐτοῦ, ἀποκαθιστῶντες τὴν οἰκονομικὴν κίνησιν αὐτῆς ἐπὶ βάσεως ἀσφαλοῦς καὶ ἠρέμου. Ἀλλὰ πῶς νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία; Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία δύναται νὰ ἀρθῇ, πωλουμένων τῶν 24,000 ὁμολογιῶν, αἵτινες πλέον δὲν πρέπει νὰ ἀκυρωθῶσι, συνομολογουμένου δανείου μὲ τὴν Τράπεζαν καὶ ἀποδιδομένων εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ τῶν ὑπολοίπων 12,000,000, τὰ ὁποῖα ὠφείλοντο εἰς αὐτήν. Πῶς αὕτη ἡ μεταβολή; Ἡ μεταβολὴ αὕτη ἦτο σκοπὸς ἢ ἀποτέλεσμα συμβεβηκότος οἰκονομικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπεχειρίσθη ἐν τοῖς γραφείοις τῆς ἐθνικῆς Τραπέζης; Ἡ ἐθνικὴ Τράπεζα συνωμολόγησε δάνειον 60,000,000. Τὸ δάνειον αὐτὸ ἐνίσχυσε τὰ ταμεῖά της, διότι ἔμελλε νὰ εἰσάγῃ εἰς αὐτὰ 8 ἢ 12 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος εἰς μεταλλικόν. Ἀφῄρει ἀπὸ αὐτὴν πάντα φόβον διαταράξεως ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελεν ἀρθῆ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Αὐτὰ εἶπεν ὁ τότε πρωθυπουργὸς, καὶ ἐθαύμασε τὸν οἰκονομικὸν συνδυασμὸν τῆς Τραπέζης, καὶ ἐπήνεσε τὴν προθυμίαν αὐτῆς, καὶ ἐβεβαίωσε τὴν κοινωνίαν, ὅτι πλέον δὲν ἠπείλει αὐτὴν οὐδεμία ἀνησυχία καὶ οὐδεὶς φόβος. Δότε μοι τὴν ἄδειαν, πρὶν ἢ ἀναλύσω τὸ δεύτερον οἰκονομικὸν πρόγραμμα τοῦ πρώην πρωθυπουργοῦ, νὰ σᾶς ὁμιλήσω περὶ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, τὸ ὁποῖον ἡ Τράπεζα συνομολόγησε. Τὸ δάνειον τοῦτο συνωμολογήθη δυνάμει νόμου τοῦ Κράτους, τοῦ νόμου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐξεδόθη τὸ δάνειον τῶν 26,000,000 κατὰ τὰ 1874. Ἰδοὺ τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ εἰρημένου νόμου. «Ἄν πρὸ τῆς κατὰ τὸ ἀνωτέρω ἄρθρον ἐξοφλήσεως τοῦ δανείου δυνηθῶσιν αἱ Τράπεζαι νὰ πραγματοποιήσωσι δάνειον εἰς λογαριασμὸν τοῦ δημοσίου, χορηγεῖται αὐταῖς τὸ δικαίωμα τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου τούτου, ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ ἀπὸ 30 Νοεμβρίου 1874 νόμου, καὶ ἐπὶ ἀναλόγῳ ἐγγυήσει ἐκ τοῦ φόρου τοῦ χαρτοσήμου. Τὸ πραγματικὸν κεφάλαιον τοῦ νέου τούτου δανείου ἔσται ὅσον ἤθελεν ἀπαιτηθῆ πρὸς ὁλοσχερῆ ἐξόφλησιν τῆς ἐκ τῆς παρούσης συμβάσεως ὑφισταμένης ὀφειλῆς τοῦ δημοσίου πρὸς τὰς Τραπέζας θέλει δὲ διατεθῆ ὁλόκληρον πρὸς τὴν ἐξόφλησιν ταύτην, ἐφαρμοζομένων τῶν διατάξεων τοῦ προκειμένου ἄρθρου.» Ἐπετράπη λοιπὸν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ συνομολογήσῃ δάνειον, ἀλλ’ ἐπετράπη νὰ συνομολογήσῃ εἰς ὄφελος καὶ εἰς λογαριασμὸν τοῦ δημοσίου Ταμείου. Τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον συνωμολόγησεν ἡ Ἐθν. Τράπεζα τῶν 60,000,000, συνωμολόγησε κατὰ τοὺς ὅρους τούτους; Καὶ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἄλλη νομοθετικὴ ἄδεια πρὸς ἔκδοσιν τοῦ δανείου τούτου, ἀπορῶ πῶς ὁ βασιλικὸς ἐπίτροπος, ὁ παρὰ τῇ Ἐθν. Τραπέζῃ, ἐπέτρεψε τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου. Ὁ νόμος τοῦ 1874 δὲν ἔδιδεν ἄδειαν πρὸς ἔκδοσιν τοιούτου δανείου, καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀντιπροσωπεύει τὸ Κράτος ἐν τοῖς γραφείοις τῆς Τραπέζης, πρέπει νὰ ἐπιτηρῇ προσηκόντως. Αὐτὸ εἶναι τὸ μέρος τὸ τυπικόν, εἶναι τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει τὸ Κράτος ὡς ἐπιτρέψαν τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου. Τὸ δάνειον ἐξεδόθη εἰς 181,791 ὁμολογίας, ἐξεδόθη πρὸς φράγκα 362,50 τὴν μετοχήν.
§45ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποῖον δάνειον;
§46ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπὸ τῆς Τραπέζης.
§47ΔΟΥΜΑΣ. Τὸ ἀνεμίξατε. Τὸ δάνειον τῶν 60,000,000 ἐξεδόθη εἰς λογαριασμὸν τῆς Τραπέζης κατὰ τὸν Μάρτιον, κατόπιν δὲ ἔκαμε τὸ δάνειον τῶν 21 ἑκατομμυρίων.
§48ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ ἐγὼ ὁμιλῶ· περὶ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον συνωμολόγησεν ἡ Τράπεζα τῶν 60 ἑκατομμυρίων. (ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὁποῖον ὅμως στηρίζεται εἰς τὸν νόμον τοῦ 59 καὶ ὄχι τοῦ 1874.
§49ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μοὶ γίνεται ἡ παρατήρησις, ὅτι ἀνέμιξα δύο δάνεια, τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον συνωμολόγησεν ἡ Τράπεζα τῶν 60,000,000, καὶ τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον συνωμολόγησε τὸ Δημόσιον μετὰ τῆς Τραπέζης τῶν 21,000,000. Ἡ παρατήρησις δὲν εἶναι ὀρθή. Δὲν ἀνέμιξα τὰ δύο δάνεια. Τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον συνωμολόγησε τὸ Κράτος ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τῶν 21,000,000 ἐγένετο ἀφοῦ συνωμολογήθη τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ἡ Τράπεζα ἀπὸ τὴν ἀλλοδαπὴν τῶν 60,000,000. Ὁμιλῶ λοιπὸν περὶ τοῦ πρώτου δανείου τῶν 60,000,000, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ἡ Τράπεζα ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ δι’ ἴδιον ἑαυτῆς λογαριασμόν. Διότι, ἂν ἡ Τράπεζα δὲν συνωμολόγει τὸ δάνειον τοῦτο, δὲν ἤθελε συνωμολογήσει τὸ δάνειον τῶν 21,000,000 πρὸς τὸ δημόσιον.
§50ΚΑΡΑΛΗΣ. Ἐγένετο βραδύτερον τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων.
§51Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριέ μου, μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι, ἐὰν ἡ σύμβασις τῆς Τραπέζης πρὸς συνομολόγησιν δανείου 60,000,000 ἐγένετο πέντε ἢ 8 ἢ 10 ἡμέρας μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπετράπη εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δανεισθῇ 21 ἑκατομμύρια ἀπὸ τὴν Τράπεζαν, αὐτὸ δὲν ἔχει ἐπιῤῥοήν· διότι, ὡς ὁ Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ἡ Τράπεζα ἐζήτησε παρ’ αὐτοῦ τὸν λόγον, ὅτι θέλει δανεισθῆ τὸ δημόσιον 21 ἑκατομμύρια ἀπὸ τὴν Τράπεζαν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, καὶ μόνον ἀφ’ οὗ ἔδωκε τὴν βεβαίωσιν ταύτην ὁ Πρωθυπουργός, ἡ Τράπεζα προέβη εἰς τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Λοιπὸν τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων συνωμολογήθη, ἀφοῦ ἐδόθη ὑπόσχεσις εἰς τὴν Τράπεζαν, ὅτι θέλει δανεισθῆ τὸ δημόσιον ἀπὸ αὐτὴν 21,000,000. Ἀλλὰ ἐπρόβαλον ἄλλην παρατήρησιν, ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν συνωμολόγησε τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1874, ἀλλὰ δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1859. Ἡ παρατήρησις αὕτη, δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ εἴπω, ἐὰν ᾖναι ἀκριβὴς ἢ ὄχι· διότι δὲν ἔχω πρόχειρον τὸν νόμον τοῦ 1859. Ἀλλ’ ἐὰν ἦναι ἀκριβὴς, τότε αἴρεται ὁ ἔλεγχος, τὸν ὁποῖον ἐποιησάμην, ὅτι τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων ἐγένετο κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου· ἐὰν ὅμως δὲν ἦναι ἀκριβής, τότε εἶναι ὀρθὸς ὁ ἔλεγχος οὗτος, καὶ δικαίως ἐποίησα αὐτόν.
§52ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε μίαν παρατήρησιν. Τόσον εἶναι βέβαιον, ὅτι τὸ δάνειον τῆς Τραπέζης ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τοῦ 1859, ὥστε τὸ δάνειον τοῦτο ἐγένετο μετὰ λαχείου, τοῦ δὲ λαχείου ἡ ἔκδοσις ἐπιτρέπεται διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1859, καὶ ἀναφέρεται δὲ εἰς τὰ προγράμματα τῆς Τραπέζης ῥητῶς ὁ νόμος, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἡ Τράπεζα συνωμολόγησε τὸ δάνειον, ὥστε νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι τὸ δάνειον ἐγένετο δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1859.
§53Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζετε, ὅτι ἦτο ἀναγκαία ἡ παρατήρησις αὕτη, ἀφοῦ ἠκούσατε, ὅτι εἶπον, ὅτι, ἂν ἦναι ὀρθὴ ἡ γενομένη μοι παρατήρησις περὶ τοῦ νόμου τοῦ 1859, τότε δὲν ἔλαβε χώραν ἡ παρανομία, ἣν ἤλεγξα, καὶ ὅτι, ἂν δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ γενομένη μοι παρατήρησις, τότε ἔχω δίκαιον ἐγώ; Τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη ἐν Ἀθήναις, ἐξεδόθη ὑπὸ ὅρους ἀξίας τῆς προσοχῆς τοῦ κοινοβουλίου. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐνεγράφοντο ἐν Ἀθήναις μέτοχοι τοῦ δανείου, ἐλάμβανον τὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι θέλουσι λαμβάνει τόκον 1½%. Ἡ δὲ Τράπεζα ἐδανείζετο τὰ χρήματα ἀπὸ τὴν Εὐρώπην πρὸς 6%. Ἡ ἔκδοσις ἐγίνετο διὰ λογαριασμὸν τῆς Τραπέζης, καὶ ἡ Τράπεζα ἡ δανειζομένη πρὸς 6% ἐδέχετο ἐγγραφὰς πρὸς 4½%. Ἡ ἀπορία δὲν λύεται οὔτε ἀπὸ τὴν χρονολογίαν τοῦ νόμου, διότι εἶναι προσιτὴ εἰς πάντα ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος γνωρίζει ν’ ἀριθμῇ ἀπὸ 1 ἕως 6. Δανειζόμενος ἦτο ἡ Τράπεζα, εἶχε δύο δανειστάς, εἶχε δανειστὰς κεφαλαιούχους ἐν Παρισίοις, οἱ ὁποῖοι ἐλάμβανον παρ’ αὐτῆς τόκον 6%, εἶχε δανειστὰς ἄλλους ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Ἑλλάδι, οἱ ὁποῖοι ἔλεγον «συνεισφέρομεν τὰ χρήματά μας εἰς τοὺς δανειστὰς τοὺς ἐξ Εὐρώπης δανείζοντες τὴν Τράπεζαν, καὶ ἀξιοῦμεν 4½%, ἀλλ’ ἡ Τράπεζα θὰ ἐπλήρωνεν 6% τόκον. Τὴν διαφορὰν ταύτην ἐκέρδαινον οἱ ἐν Εὐρώπῃ δανεισταὶ τῆς Τραπέζης, καὶ ἡ Τράπεζα εἶναι ὁ προμηθευτὴς τοῦ κέρδους αὐτῶν τούτου. Ἡ πρώτη δόσις περιεῖχε τὴν διαφορὰν ταύτην τοῦ τόκου. Οἱ ἐξ Εὐρώπης τραπεζῖται ἔλαβον ἀμέσως αὐτὴν τὴν διαφοράν, καὶ ἔβαλον αὐτὴν εἰς τὰ θυλάκιά των, καὶ ἀπῆλθον, ἀφοῦ ηὔξησαν τὸν ἀριθμὸν τῶν δημοσιογραφικῶν ὀργάνων ἐν Ἀθήναις, διὰ νὰ ὑβρίζωσιν, ἀγνοῶ τίνας, ἢ διὰ νὰ ἐπαινῶσιν ὅσους ἐπαινοῦσι. Κατὰ τὸ δεύτερον οἰκονομικὸν πρόγραμμα ἔχομεν δάνειον τῆς Τραπέζης πρὸς 6%, τὸ ὁποῖον συνωμολογήθη ἀφοῦ ἐδόθη ὑπόσχεσις παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὅτι θέλει δανεισθῆ τὰ 21,000,000, ἵνα ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἔχομεν πώλησιν τῶν 24,000 μετοχῶν, αἵτινες ἤθελον χρησιμεύσει εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Καὶ ἰδοὺ αἱ μετοχαί, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸ πρῶτον πρόγραμμα δὲν ἐπωλοῦντο, ἠκυροῦντο, κατὰ τὸ δεύτερον πωλοῦνται. Καὶ ὅλα ταῦτα γίνονται διατί; Διὰ νὰ εὐκολυνθῇ τὸ δάνειον τῶν 60,000,000, τὸ ὁποῖον ἔγινεν, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου τῆς 10 Μαρτίου, ἄνευ οὐδεμιᾶς θυσίας τοῦ κράτους, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις, ἣν εἶχε διαδεχθῆ, εἶχεν ἐλθεῖ καὶ εἶχε ζητήσει παρ’ ὑμῶν μεγίστας θυσίας, ἵνα συστήσῃ κτηματικὴν Τράπεζαν. Αὐτός, χωρὶς νὰ ζητήσῃ θυσίαν τινά, κατώρθωσε νὰ ἀποκτήσῃ τὰ καλὰ τῆς κτηματικῆς Τραπέζης, νὰ παράσχῃ εἰς τοὺς γεωργοὺς κεφάλαια. Τὸ δάνειον τῆς Τραπέζης κατ’ αὐτὸν ἄφινε πλέον ἀνοικτὰς τὰς θύρας τῶν ταμείων, τὰ δὲ κεφάλαια ἤθελον πλέον ζητεῖ τοὺς κτηματίας ἐν ταῖς ἐπαρχίαις τοῦ κράτους. Ὑπῆρχεν ἐν τῇ συμβάσει τῆς Τραπέζης περὶ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 ῥήτρα, καθ’ ἣν ἤθελον διατεθῆ ἀποκλειστικῶς τὰ κεφάλαια τοῦ δανείου ὡς δάνεια εἰς τοὺς γεωργούς.
§54ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς δάνεια ἐνυπόθηκα.
§55Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Τράπεζα ἐδανείσθη πρὸς 6%, ἐγὼ ἐρωτῶ πρὸς πόσον τοῖς ἑκατὸν ἤθελεν ὑπολογίσει τὸ ὀλιγώτερον τὸν τόκον, τὸν ὁποῖον ἤθελον προσδιορίσει διὰ τὰ χρέη τὰ ἐνυπόθηκα, εἰς τὰ ὁποῖα ἤθελον ἀπασχολήσει τὰ 60,000,000; Καὶ ἂν αἱ περιστάσεις ἀναγκάσωσι τὴν Τράπεζαν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἰσπράττει ἐκ τοῦ δανείου τούτου, νὰ διαθέσῃ εἰς ἑτέρας ἀνάγκας, ἐρωτῶ αὐτήν, τί θέλει προβάλει πρὸς δικαιολογίαν τῆς παραβάσεως τῆς εἰρημένης ῥήτρας εἰς τοὺς πιστωτάς, ἂν τὴν βʹ ἢ γʹ δόσιν ἀρνηθῶσι νὰ καταβάλωσι, διατεινόμενοι ὅτι δὲν σᾶς δίδομεν τὰ χρήματα, διότι δὲν ἐτηρήσατε τὴν ὑπόσχεσίν σας, δὲν διεθέσατε ἀποκλειστικῶς πάντα τὰ χρήματα τῶν μέχρι τοῦδε δόσεων εἰς ἐνυπόθηκα δάνεια; Ἑκάστη δόσις εἶναι 12,000,000· ἐπληρώθη ἡ πρώτη, ὀφείλονται ἔτι αἱ λοιπαί. Δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα ν’ ἀρνηθῶσιν οἱ πιστωταὶ τῆς Τραπέζης καὶ νὰ ζητήσωσι τὴν διάλυσιν τῶν συμφωνιῶν, τὰς ὁποίας μετὰ τῆς Τραπέζης ἔκαμον, δανείσαντες αὐτῇ τὰ 60,000,000; Τὰ δύο προγράμματα περὶ ὧν σᾶς ὡμίλησα, ἦσαν τῆς εἰρήνης, ἦσαν τὰ δύο προγράμματα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις τῆς 10 Μαρτίου, πρῶτον ὡς ἀντιπολίτευσις, εἶτα ὡς Κυβέρνησις, ἐξύφανε, καθ’ ὃν χρόνον ἐπίστευεν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐξωτερικὸν ζήτημα, καὶ ἐνόμιζεν ὅτι ἤθελε κάμει παρασκευὰς ἠρέμα, καὶ νὰ ὤφειλε κατορθώσῃ περίσσευμα εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ὅτε ἐνόμιζεν ὅτι πρέπει νὰ παραιτήσωμεν τὴν ὀλεθρίαν πολιτείαν, ἣν ἠκολουθοῦμεν ἕως τότε, καὶ νὰ τραπῶμεν εἰς τὰς ἐσωτερικὰς μερίμνας. Ἀλλὰ τὰ γεγονότα ἐπέβαλον κατ’ ἀνάγκην νὰ μετέλθῃ μετ’ ὀλίγον πολιτικὴν μὴ εἰρηνικήν, καὶ ἀπῄτει τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν τοῦ κράτους. Ἡ μὴ εἰρηνικὴ πολιτικὴ ἀπαιτεῖ τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν τοῦ κράτους. Ἡ στρατιωτικὴ παρασκευὴ συνίσταται εἰς παρασκευὴν κατὰ ξηρὰν καὶ εἰς παρασκευὴν κατὰ θάλασσαν. Ἡ παρασκευὴ κατὰ ξηρὰν ἀπαιτεῖ ὑλικὸν πολέμου διαρκὲς καὶ πάγιον, καὶ ὑλικὸν πολέμου ἀνανεούμενον καὶ καταναλισκόμενον· ἀπαιτεῖ συντήρησιν στρατοῦ, ἐκπαίδευσιν, ἱματισμόν, στρατωνισμὸν αὐτοῦ. Ἡ παρασκευὴ κατὰ θάλασσαν ἀπαιτεῖ πλοῖα, ὑλικὸν πολέμου, συντήρησιν στόλου. Ὅλα ταῦτα θέλουν χρήματα, καὶ ὁ ἀποφασίζων νὰ ἐξέλθῃ τῶν ὁρίων τῆς εἰρηνικῆς πολιτικῆς, ἐὰν πρόκηται νὰ λάβῃ τὴν ὁριστικὴν ἀπόφασιν τὴν πρωΐαν, τὴν παραμονὴν τῆς πρωΐας πρέπει νὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ τῶν χρημάτων. Διότι ἂν δὲν εὕρῃ τὴν παραμονὴν τῆς πρωΐας τὰ χρήματα, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην κατὰ τὴν πρωΐαν, θέλει προσκόψει εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβε καὶ ἕνεκα τῆς ἀποφάσεως ἣν ἔλαβεν. Ἡ πρώτη μέριμνα λοιπόν, ἡ ὁποία ἐπέκειτο εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἦτο νὰ εὕρῃ χρήματα, δὲν ἠδύναντο δὲ ταῦτα νὰ εὑρεθῶσι διὰ τῶν τακτικῶν πόρων τοῦ κράτους· ἔπρεπε ν’ ἀναζητήσῃ ἐκτάκτους, οὗτοι δὲ ἦσαν τὰ δάνεια. Καὶ εἶναι λογικώτατον, ἵνα προμηθευθῇ ἡ κυβέρνησις διὰ δανείων τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα ἤθελε καταναλώσει εἰς τοιαύτας ἀνάγκας. Ἂν ἡ στρατιωτικὴ παρασκευὴ τῆς χώρας συντελῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν περὶ προσαρτήσεως τῶν δύο ἐπαρχιῶν ἀποφάσεων τῆς Εὐρώπης, τὸ γεγονὸς τοῦτο εἶναι εὐτυχὲς οὐ μόνον κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ μέλλον· ἑπομένως δικαιοῦται τὸ ἐνεστὼς νὰ προεξοφλήσῃ τοὺς πόρους τοῦ μέλλοντος καὶ νὰ συνομολογήσῃ δάνεια, ἵνα πραγματοποιήσῃ τὸ ἀγαθὸν τοῦτο, ἀπὸ τὸ ὁποῖον θέλει ὠφεληθῆ οὐ μόνον τὸ ἐνεστώς, ἀλλὰ καὶ τὸ μέλλον. Ἐζήτησεν ἡ κυβέρνησις δάνειον. Ἔχω δὲ πληροφορίας, ὅτι αἱ προσπάθειαι αὐτῆς ἐν Λονδίνῳ ἀπέτυχον. Ἠκούσατε χθὲς τὸν εἰπόντα ὑμῖν, ὅτι τοσοῦτον εἶχεν ἀνυψωθῆ ἡ οἰκονομικὴ πίστις μετὰ τὸν σχηματισμὸν τῆς κυβερνήσεως τοῦ Μαρτίου, καὶ μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐφαρμογῆς τῶν προγραμμάτων αὐτῆς, ὥστε εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ κράτους προσεφέροντο ὅλα τὰ κεφάλαια τοῦ κόσμου. Εἶναι ἀληθές, ὅτι οἱ οἰκονομικοὶ ὅροι τοῦ κράτους εἶχον τότε βελτιωθῆ οὐσιωδῶς. Ἀλλὰ τοὺς εἶχε βελτιώσει ἡ τακτοποίησις τῶν δανείων τοῦ 24 καὶ 25, τοὺς εἶχε βελτιώσει τὸ ἄνοιγμα τῶν χρηματιστηρίων τῶν Παρισίων καὶ τοῦ Λονδίνου, τοὺς εἶχε βελτιώσει ἡ πρόοδος τῶν πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ 13 πρωτοκόλλου ἐνεργειῶν, καὶ ἡ ὑποφώσκουσα ἐλπὶς αὐξήσεως τῶν ὁρίων τοῦ Ἑλληνικοῦ κράτους. Δὲν δύναται νὰ ὑποληφθῇ ὡς σπουδαῖος ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος σᾶς λέγει, ὅτι περιβάλλει μὲ τὴν αἴγλην τοῦ ἰδίου ὀνόματος τὸν τόπον αὐτόν. Πρέπει νὰ δοξάσητε οὕτω τὸν τόπον, πρέπει νὰ τὸν καταστήσητε οὕτως εὐτυχῆ, ἵνα δυνηθῇ τ’ ὄνομά σας νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, καὶ νὰ ἐπιφέρῃ κίνησίν τινα εἰς τὰ χρηματιστήρια τῆς Εὐρώπης. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα ἐκ τῶν κοινῶν ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους ὁ αἰὼν οὗτος παρήγαγε, δὲν εἴμεθα σπουδαῖοι, ἔχοντες παραπλησίας ἀξιώσεις, καὶ τολμῶντες ν’ ἀνακοινώνομεν τὰς ἀξιώσεις ταύτας ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τῆς πατρίδος... (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου.)
§56ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Νὰ κενωθῶσι τ’ ἀκροατήρια. (Θόρυβος.)
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Διατάσσει τὴν ἐκκένωσιν τῶν ἀκροατηρίων· γίνεται δὲ πρὸς τοῦτο διακοπὴ πέντε λεπτῶν τῆς συνεδριάσεως.)
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
§59Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς εἶπον, κύριοι, ποῖον ἦτον τὸ πρῶτον οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως τῆς 10 Μαρτίου, πρὶν ἢ ἀναλάβῃ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου. Ἦτο ἡ ἀκύρωσις τῶν 24,000 ὁμολογιῶν, ἦτο ἡ διατήρησις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἦτο ἡ ἐπαναφορὰ ἀπὸ τοῦ ταμείου τῆς Τραπέζης εἰς τὸ δημόσιον τῶν χρημάτων τὰ ὁποῖα εἶχον πληρωθῆ εἰς τὴν Τράπεζαν, ἑπομένως ἡ μεταβολὴ τῶν ὅρων ὑπὸ τοὺς ὁποίους ὑπῆρχε καὶ ἐλειτούργει ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Διότι, ἀντὶ νὰ ὀφείλωμεν εἰς τὴν Τράπεζαν 12 ἑκατομ, ἤθελο ὀφείλεσθαι 30, ἑπομένως ἤθελεν αὐξήσει ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων, ἤθελεν ἐπέλθει ἡ ὑπερτίμησις τοῦ νομίσματος καὶ τοῦ συναλλάγματος. Καὶ βλέπετε, ὅτι τὸ πρόγραμμα αὐτὸ εἶχε σκοπὸν τὸ συμφέρον τῆς Τραπέζης· ἴσως παρασταθῆ, ὅτι εἶχε καὶ σκοπὸν τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλὰ βεβαίως τὸ συμφέρον τῆς Τραπέζης εἶναι τοσοῦτον καταφανές, ὥστε ἐδικαιούμην νὰ σᾶς εἴπω προχθές, ὅτι ἕκαστον τῶν προγραμμάτων τούτων εἶχε σκοπὸν τὸ συμφέρον τῆς Τραπέζης. Τὸ δεύτερον οἰκονομικὸν πρόγραμμα τοῦ ὑπουργείου τῆς 10 Μαρτίου ἦτο ἡ πώλησις τῶν 24,000 ὁμολογιῶν, καὶ οὐχὶ ἡ ἀκύρωσις, ἦτο οὐχὶ ἡ διατήρησις, ἀλλ’ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Καὶ ἐγένοντο ταῦτα, ἵνα ἐξυπηρετηθῇ ἡ ἐπιθυμία τῆς Τραπέζης. Ὅταν ἐγένετο τὸ δάνειον τῆς Τραπέζης τῶν 60,000,000, εἰσήχθησαν βεβαίως χρήματα εἰς τὸν τόπον, καὶ τῶν κεφαλαίων ἡ εἰσαγωγὴ βελτιώνει τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου· ἀλλ’ ἐὰν κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1859, ὡς μὲ διώρθωσεν ὁ κύριος τῆς πτέρυγος ταύτης, εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ Τράπεζα νὰ κάμῃ δάνειον λαχειοφόρον, διὰ τοῦ λαχείου ἐπεβάλλετο φορολογία ἐπαισθητὴ εἰς τὴν κοινωνίαν, καὶ ἀπέναντι τοῦ βάρους τούτου ὁ συνομολογήσας τὸ δάνειον ἀνελάμβανε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δώσῃ εἰς αὐτὴν ὠφελείας ἀναλόγους. Ὠφέλεια δὲ ἦτο ἡ σύστασις κτηματικῆς Τραπέζης, ἡ ἀνακούφισις τῶν ἐργαζομένων τὴν γῆν· ἀλλ’ ἀντὶ τῶν εἰσφορῶν αὐτῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἡ κοινωνία ὑπεβλήθη διὰ τοῦ λαχείου, καὶ οἱ ἐγγραφέντες μέτοχοι καὶ δανείσαντες ἐπὶ τόκῳ 4,5%, ὑπεβλήθησαν εἰς ἄλλην εἰσφοράν, τὴν ὁποίαν δὲν ὠφελεῖται ὁ τόπος, ἀλλ’ οἱ τραπεζῖται, οἱ ὁποῖοι ἐδάνεισαν τὴν Τράπεζαν τὰ 60 ἑκατομμύρια. Ἡ δὲ Τράπεζα διὰ τοῦ προκειμένου δανείου ἐγένετο ἁπλῶς προμηθευτὴς τῆς ὠφελείας εἰς τοὺς Τραπεζίτας ἐκείνους, ἀπαλλοτριώσασα τὸ προνόμιον, τὸ ὁποῖον αὐτὴ εἶχε. Σᾶς εἶπον, ὅτι αὐτὰ ἦταν τὰ δύο προγράμματα τῆς εἰρηνικῆς πολιτικῆς. Ὅταν δ’ ἐπῆλθεν ἡ μὴ εἰρηνικὴ πολιτική, ὅταν ἐπῆλθον αἱ ἀνάγκαι τῶν χρημάτων, ὅταν ἐνθυμήθη ἡ κυβέρνησις ἐκείνη, ὅτι πρέπει ν’ ἀναζητήσῃ ἐκτάκτους πόρους, ἵνα ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας, τότε ἐζήτησεν ἡ κυβέρνησις ἐκείνη δάνειον. Σᾶς εἶπεν, ὅτι τ’ ὄνομά της ἤρκει νὰ κάμῃ νὰ ῥεύσῃ ὁ χρυσὸς εἰς τὴν Ἑλλάδα· σᾶς βεβαιῶ δ’ ἐγώ, ὅτι ἐν Λονδίνῳ ζητήσασα δὲν εὗρε δάνειον, καὶ ὅτι ἠναγκάσθη νὰ προσφύγῃ εἰς τοὺς Τραπεζίτας, μετὰ τῶν ὁποίων ἐν Παρισίοις ἡμεῖς εἴχομεν κάμει τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων, εἰς ἐκείνους τοὺς ὁποίους σᾶς εἶχε παραστήσει ὡς ἀνθρώπους, εἰς τὰς πανουργίας τῶν ὁποίων ἡμεῖς εἴχομεν πέσει θύματα τοκογλυφίας, γενόμενοι, ἡμεῖς, τὰ θύματα, αἴτιοι νὰ ζημιωθῇ πολλὰ ἑκατομμύρια ὁ δημόσιος θησαυρός. Καὶ ἵνα κατορθώσωσι τὸ δάνειον τοῦτο αὐτοί, οἱ ὁποῖοι τοσοῦτον κατέκριναν τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων, ἀπένειμαν εἰς αὐτοὺς καὶ παράσημα, ἵνα ἑλκύσωσι τὴν εὐμένειάν των. Δὲν γνωρίζω, ποῖον πέρας ἔλαβον αἱ διαπραγματεύσεις μετὰ τῶν τραπεζιτῶν ἐκείνων· νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ ἔκβασις αὐτῶν ἤθελεν εἶσθαι καὶ δυνατὴ καὶ συμφέρουσα. Ἀλλ’ ἀντὶ δανείου συνωμολογήθη προκαταβολή, καὶ ἀντὶ νὰ ἐπιτύχωμεν δάνειον ποσοῦ τοσούτου, ὥστε νὰ ἐξασφαλίσῃ ἡμᾶς ἀπέναντι τῶν ἀναγκῶν αἵτινες ἐνδέχεται νὰ προκύψωσι κατὰ τὴν πορείαν τῶν περιπετειῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἐνδέχεται νὰ ὁδηγήσῃ τὸ κράτος ἡ στρατιωτικὴ παρασκευὴ τῆς χώρας, καὶ ὁ σκοπός, διὰ τὸν ὁποῖον ἐγένετο, ἀντὶ δανείου, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἐξασφαλίσῃ ἡμᾶς κατὰ παντὸς ἐνδεχομένου καὶ κατὰ πάσης ἀμηχανίας, συνωμολογήθη προκαταβολὴ 15 ἑκατομμυρίων. Τὸ περίεργον δ’ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐζήσκησε δικαίωμα ἐκλογῆς. Ἐπροτίμησε τὰ 15 ἑκατομμύρια νὰ τὰ λάβῃ μὲ τόκον 7 καὶ ½ τοῖς ἑκατόν, ἀλλὰ μὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὰ ἐπιστρέψῃ μετὰ δώδεκα μῆνας, καὶ ὄχι μὲ τόκον ἑπτὰ τοῖς ἑκατόν, ἀλλὰ μὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὰ ἐπιστρέψῃ μετὰ ἑπτὰ μῆνας. Ἡ Κυβέρνησις ἐπροτίμησε τὸν πρῶτον ὅρον ν’ ἀποδώσῃ τὴν προκαταβολὴν μετὰ 12 καὶ οὐχὶ μετὰ 7 μῆνας, δὲν ἠδυνήθην δὲ νὰ ἐννοήσω τί εἶχεν εἰς τὸν νοῦν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη. Μήπως μετὰ 12 μῆνας ἤθελεν εὑρεῖ τὰ χρήματα ἐκ τοῦ περισσεύματος τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐπερίμενε νὰ εἰσπραχθῶσιν οἱ φόροι ἐπὶ τῶν σταφίδων ἢ οἱ ἄλλοι φόροι οἱ βαρύνοντες τὴν ἐγχώριον παραγωγήν, ἵνα οἰκονομήσῃ τὰ 15 ἑκατομμύρια ἐκ τῶν περισσευμάτων αὐτῶν; Ἦτο γνωστόν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1881 ἤθελεν ἔχει ἔλλειμμα ἀνώτερον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880. Ἐπίστευσαν τάχα ἀληθῶς ὅσα εἶχον εἰπεῖ εἰς τὸ κοινοβούλιον, ὅτι ἦσαν ἕτοιμοι ν’ ἀποκαταστήσωσιν ἐντὸς τοῦ 1880 τὸ ἰσοζύγιον ἀλλὰ τοὺς ἠμπόδισε ὅτι εἶχον παρέλθει καὶ δύο μῆνες, καὶ ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1881 ἦτο ἀναντίῤῥητον ὅτι ἤθελεν ἔχει ἰσοζύγιον; Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1881 ἔμελλε νὰ ἔχῃ ἔλλειμμα μεγαλείτερον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880· οὐχὶ μόνον διότι ἡ στρατιωτικὴ παρασκευὴ τῆς χώρας ἤθελεν ἀπαιτήσει τὰς δαπάνας αὐτοῦσα τὰ ποσὰ μεγάλα, ἀλλὰ καὶ διότι μόνη ἡ ἀπόφασις ἡμῶν περὶ στρατιωτικῆς παρασκευῆς ἤρκει νὰ ἀσκήσει ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς τύχης πάντων τῶν δημοσίων ἐσόδων νὰ ἐλαττώσῃ ταῦτα καθ’ ὅλους τοὺς κλάδους τῆς ἀτομικῆς ἐργασίας, ἐκ τῆς παραγωγῆς τῆς ὁποίας ἀντλεῖ τὸ δημόσιον ταμεῖον τὰ χρήματά του. Ἄν ἡ στρατιωτικὴ παρασκευὴ ἔμελλε νὰ καλέσῃ ὑπὸ τὰ ὅπλα 60 χιλ. ἀνδρῶν, ἡ ἐργασία τῶν ἀνδρῶν τούτων ἤθελεν ἀπολεσθῆ, καὶ ἑπομένως ἤθελεν ἐλαττωθῆ ἡ παραγωγὴ καὶ κατὰ συνέπειαν τὰ ἔσοδα τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἂν ἡ παρασκευὴ τῆς χώρας ἦτο ἐνδεικτικὴ ἐνδεχομένης διαταράξεως τῆς τάξεως, τοῦτο ἤρκει νὰ ἐλαττώσῃ τὰ τελωνιακὰ ἔσοδα, διότι ἔμμελε νὰ φοβήσῃ τὸ ἐμπόριον καὶ νὰ περιορίσῃ τὰς ἐπιχειρήσεις αὐτοῦ· λοιπὸν ἀπὸ τὰ περισσεύματα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1881 δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ σκεφθῇ τις ὅτι ἠδύνατο νὰ οἰκονομήσῃ τὰ 15,000, ἀλλὰ διὰ δανείου. Καὶ τίς λόγος ὑπηγόρευε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ μὴ ἐπιχειρήσῃ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου ἐντὸς τῶν ἑπτὰ μηνῶν καὶ νὰ ἀναβάλῃ αὐτὴν μέχρι 12 μηνῶν; Διατὶ νὰ μὴ ἀσχοληθῇ, νὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν, νὰ εὕρῃ καὶ νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον ἐντὸς 7 μηνῶν; Ἀλλὰ ἐγένετο ἡ προκαταβολὴ καὶ ἐδανείσθη 15,000,000 πρὸς 7,50%· αὐτὸ εἶναι τὸ γʹ. οἰκονομικὸν πρόγραμμα τοῦ ὑπουργείου». Ἀντὶ δανείου ἔλαβε προκαταβολήν. Ἀλλὰ τοῦ χρόνου προϊόντος, ἡ ἀνάγκη τοῦ δανείου ἐγένετο πλέον ἐπαισθητή, ἔκρουσε τὴν θύραν ἡ ἀνάγκη, διότι τὰ βαλάντιά μας ἦσαν καινὰ χρυσοῦ. Λοιπὸν ἐξηκολούθησαν αἱ διαπραγματεύσεις περὶ δανείου, οἱ τραπεζῖται ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶχον κάμει τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομ. ἔδειξαν προθυμίαν νὰ προμηθεύσωσι καὶ νέον δάνειον. Δὲν γνωρίζω, ἂν εἶχον συμπράκτορας καὶ τίνες. Δὲν γνωρίζω ὑπὸ ποίους ὅρους ἐζήτησαν νὰ διαπραγματευθῶσιν. Ὁ πεσὼν πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι ὑπέσχοντο νὰ δανείσωσι πρὸς 7,55%, καὶ τὸν ὅρον τοῦτον ἐθεώρησε μὴ συμφέροντα. Ἀλλ’ ἐξηκολούθησε τὰς διαπραγματεύσεις μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς· τὴν δὲ παραμονὴν τῆς ἐνάρξεως τοῦ κοινοβουλίου συνωμολόγησε μετὰ τῆς Τραπέζης τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν ἤδη συζητοῦμεν. Ἂν τὸ δάνειον ἐγένετο πρὸ τῆς προκαταβολῆς, καὶ συνωμολογεῖτο ὑπὸ ὅρους 7 καὶ 55 τοῖς ἑκατὸν εἶσθε κύριοι, καὶ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ὁ πεσὼν πρωθυπουργὸς ἤθελεν ὑπογράψει τὴν σύμβασιν· διότι ἠθέλετε ἔχει ἐνώπιόν σας τὴν σύμβασιν καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ δανείου, ἵνα ἐκλέξητε μεταξὺ αὐτῶν κατὰ τὰς περιστάσεις, δεχόμενοι εἴτε τὴν μίαν πρότασιν, εἴτε καὶ τὴν ἑτέραν, ἢ καὶ τὰς δύο ἐν ἀνάγκῃ. Ἀλλὰ διατί δὲν συνωμολόγησε τὸ δάνειον καὶ ἔφερεν ἐνώπιον ἡμῶν μόνην τὴν σύμβασιν; Σᾶς τὸ εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς χθές. Σᾶς εἶπεν ὅτι ἡ Τράπεζα καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρᾶγμα. Ἑπομένως ἐὰν ὠφελεῖτο ὑπερμέτρως ἡ τράπεζα, δὲν ἐπείραζε νὰ βλαφθῇ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἡ προκοπὴ τῆς Τραπέζης εἶναι καθῆκον τοῦ κράτους. Ἀλλὰ ἡ προκοπὴ τῆς Τραπέζης δὲν εἶναι ὁ μόνος σκοπὸς τοῦ κράτους, τὸ μόνον καθῆκον τοῦ κράτους. Ἔχει καὶ ἄλλο καθῆκον νὰ μεριμνᾷ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ κράτους. Οὕτως ἐφθάσαμεν, κύριοι, εἰς τὸ 4ον οἰκονομικὸν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ σύμβασις μετὰ τῆς ἐθνικῆς Τραπέζης. Καὶ ἠκούσαμεν ὅτι ἐπῆλθε μεταβολὴ, καὶ ὅτι ἡ πίστις τοῦ κράτους ἐξέπεσε πλέον, καὶ ὅτι εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς Εὐρώπης τὰ ἑλληνικὰ χρεώγραφα ῥίπτονται καὶ πετοῦνται ὡς ἄχρηστα χαρτιά. Καὶ ἐξεύρετε διατὶ συνέβη τὸ ὀλέθριον αὐτὸ συμβεβηκὸς εἰς τὸν τόπον; Συνέβη ἕνεκα τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου καὶ τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Μεσήνης. Τὰ ὀνόματα αὐτῶν ἀνυψοῦσι καὶ ταπεινοῦσι τὴν πίστιν τοῦ κράτους (Θόρυβος). Ὅταν ἤκουσα χθὲς νὰ λέγηται ὅτι μόνον τ’ ὄνομα Κουμουνδοῦρος ἤρκει, ὅπως καταπέσῃ ἡ πίστις τοῦ κράτους, ἐνόμισα ὅτι δὲν ἤμην εἰς τὸν περίβολον τοῦτον, ἀλλ’ εἰς ἄλλην αἴθουσαν, ἐν ᾗ ἄλλοι διαιτῶνται. Ἀλλὰ σᾶς εἶπον, κύριοι, ὅτι μεταξὺ τῶν τεσσάρων οἰκονομικῶν προγραμμάτων, ὑπῆρχεν ἐν τῷ μέτῳ καὶ οἰκονομική τις πρᾶξις, ἡ ὁποία δὲν δύναται ἴσως νὰ θεωρηθῇ καὶ πλῆρες πρόγραμμα, εἶναι ὅμως οἰκονομικὴ πρᾶξις, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὰ χρήματα, καὶ ποσὸν χρημάτων τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἦναι ἐπαισθητὸν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἑλλάδος. Ὁμιλῶ περὶ τῶν 24 χιλ. ὁμολογιῶν τοῦ δανείου. Ὅτε διεχειριζόμην τὰ κοινὰ, διεφώνησα μετὰ τῶν συναδέλφων μοι, διότι εἶχον τὴν γνώμην νὰ δώσωσι μίαν τροπὴν καὶ προορισμὸν εἰς τὰς 24 χιλ. ὁμολογίας. Ἐγὼ δ’ ἐνόμιζον ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ δοθῇ προορισμός τις διότι ἐπίστευον, ὅτι ἤθελε ἐπέλθει ἡ ἀνάγκη, ἡ ὁποία μᾶς πιέζει σήμερον, καὶ ὅτι ὑπὲρ αὐτῆς ὠφείλομεν νὰ διαθέσωμεν τὸ προϊὸν τῶν ὁμολογιῶν τούτων. Δυστυχῶς ἐμειονοψήφισα, ἀλλὰ διετήρησα τὴν ἐλευθερίαν τῆς γνώμης μου καὶ τῆς ὑποστηρίξεως αὐτῆς. Ἐνόμιζον ὅτι αἱ 24 χιλ. μετοχαὶ ἔπρεπε νὰ μείνωσιν ἀνέπαφοι μέχρι τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν ἤθελεν ἀρχίσει ἡ μέριμνα περὶ στρατιωτικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας, καὶ ἡ μέριμνα ἤρχετο ἀπὸ τοῦ 10βρίου μηνὸς, ὅπως ἡ κυβέρνησις ἐκείνη ἐφρόνει, ἂν παρείχετο αὐτῇ ἡ συναίνεσις τῆς βουλῆς, ἀφ’ ἧς αὕτη κατηρτίσθη. Αἱ 24 χιλ. ὁμολογίαι ἤθελον πωληθῆ ἀπὸ τότε. Ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ κατάστασις τοῦ τόπου, ἡ ὑποφαινομένη γνώμη τοῦ κοινοβουλίου, μοὶ ἔδιδον νὰ ὑποθέσω ὅτι ἡ ἔναρξις περὶ στρατιωτικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας δὲν ἤθελεν ἀρχίσει εἰμὴ περὶ τὰ τέλει τῆς Συνόδου, καὶ ἐσκεπτόμην ὅτι ἂν ἔμενον αἱ μετοχαὶ ἀπώλητοι, ὁ δημόσιος θησαυρὸς δὲν ἤθελε ζημιωθῆ, διότι ἤθελεν ἐπέλθει ἡ ὑπερτίμησις τῶν μετοχῶν, καὶ τὸ δημόσιον ἀπ’ ἐναντίας ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς θέσιν νὰ πωλήσῃ ταύτας εἰς μεγαλειτέρας τιμὰς ἀπὸ ἐκείνας εἰς τὰς ὁποίας ἐπωλήθη τὸ δάνειον ὅτε ἐξεδόθη. Ἀφοῦ ὅμως αἱ ἄθλιαι αὗται μετοχαὶ πότε μὲν ἐφιγουράριζαν εἰς τὸ ἓν τῶν προγραμμάτων καὶ πότε ἠκύρουν διὰ τοῦ ἑτέρου τῶν προγραμμάτων της μιᾶς πολιτικῆς, ἐπέπρωτο νὰ ἔλθῃ καὶ ἡ σειρά των, καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπεφάσισε νὰ τὰς πωλήσῃ αὐτάς. Αἱ μετοχαὶ ἐπωλήθησαν. Χθὲς ἀγορεύων ὁ πρώην πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπεν ὅτι εἶχε τοὺς πίνακας ἵνα σᾶς εἴπει τί εἰσέπραξε ἐξ αὐτῶν ἔρχομαι ἐγὼ εἰς τοῦτο νὰ ὑποβοηθήσω αὐτὸν καὶ ἀναπληρώσω τὸ κενὸν τὸ ὁποῖον ἀφῆκεν εἰς τὴν χθεσινὴν ἀγόρευσίν του. Ἐπώλησεν 9,600 μετοχὰς ἀντὶ 438 φράγκων, 6,950 ἀντὶ 440 φρ. καὶ 250 ἀντὶ 441 φρ. Ἐκ τῆς πωλήσεως ταύτης εἰσέπραξε φρ. 7,393,880. Ἂν δ’ αἱ μετοχαὶ ἐπωλοῦντο εἰς τὴν τιμὴν τῆς ἐκδόσεως ἤτοι εἰς φρ. 392 καὶ 50 0)0 ἠθέλαμεν εἰσπράξει ἐκ τῶν 16,815 μετοχῶν αἱ ὁποῖαι ἐπωλήθησαν ὑπὸ τοῦ προκατόχου ὑπουργείου 6,599,887, καὶ 50|00. Ἑπομένως τὸ κράτος ὠφελήθη 793,992, καὶ 50|100 φρ, καὶ προσέτι 75,564:88 αἱ τοῦ τόκου αὐτῶν διὰ τὸν χρόνον δι’ ὃν ἔμενον ἀπώλητοι, καὶ ὁ ὁποῖος ἔμενεν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, τὸ ὅλον φρ. 869,558:38, τὰ ὁποῖα ὠφελήθη τὸ ταμεῖον ἐκ τῆς ἀναβολῆς τῆς πωλήσεως τῶν μετοχῶν. Ἀλλὰ ἔμειναν μετοχαὶ 7185, Αὗται δὲν ἐπωλήθησαν. Μοὶ ἔλεγον ὅτι εἶχε προταθῆ τιμὴ δι’ αὐτὰς, καὶ μοὶ εἶπον τιμὴν ἡ ὁποία εἶχε προταθῆ. Τιμὴ 444, ἢ 445, ἢ 443, φράγκων, καὶ ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν τὰς ἐπώλησε. Διὰ τί δὲν τὰς ἐπώλησε; Διότι ἐπροτάθη ἀξίωσις τῶν ἐκδοτῶν τοῦ δανείου νὰ λάβωσι δικαίωμα προμηθείας τὸ ὁποῖον συνίστατο κατὰ μετοχὴν εἰς 7½ φρ. Ἡ ἑλληνικὴ κοινωνία, ἰδίως ἡ ἀθηναϊκὴ μίαν πρωΐαν, κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ φθινοπώρου, ἀνέγνω ἐφημερίδα, ἡ ὁποία εἶναι γνωστὴ διὰ τὰς στενὰς σχέσεις μὲ τὰς ὁποίας συνδέεται μετ’ ἐκείνου ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῇ ἐν ὀνόματι τοῦ ὑπουργείου τῆς 10 Μαρτίου. Καὶ ἡ ἐφημερὶς αὐτὴ μὲ κατέκρινε ἐμὲ, ὡς ἀψηφίσαντα τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ ὡς ἀναγνωρίσαντα ὑπὲρ τῶν ἐκδοτῶν τοῦ δανείου δικαίωμα τὸ ὁποῖον αὐτὸς δὲν εἶχεν ἑπομένως ὡς ἀναγνωρίσαντα τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ κράτους νὰ πληρώσῃ δικαίωμα προμηθείας καθ’ ἑκάστην μετοχὴν 7½ φρ. εἰς τοὺς ἐκδότας τοῦ δανείου διὰ τὰς πωληθησομένας μετοχάς. Ἡ καταγγελία ἦτο σοβαρὰ εἶχε δὲ τὸν χαρακτῆρα πλήρους αὐθεντίας. Καὶ τόσον σοβαρὰ ὥστε μία ἐκ τῶν ἐφημερίδων τῶν Ἀθηνῶν, ἡ ὁποία κατατάσσεται εἰς τὴν πρώτην τάξιν, καὶ τὴν ὁποίαν γράφει ὁ γλαφυρὸς κάλαμος ἑνὸς συναδέλφου ἡμῶν, ἐπῆλθε βαρεῖα διὰ νὰ μὲ προκαλέσῃ ὡς ὑπόλογον νὰ ἀπολογηθῶ δι’ αὐτὴν τὴν ζημίαν τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἔδωκα εἰς τὴν δημοσιότητα τὰς ἀναγκαίας διασαφήσεις, τὰς ὁποίας ὤφειλον νὰ δώσω, ἀναγνωρίζων τὴν εὐθύνην τὴν ὁποίαν εἶχον, καὶ ἀνομολογῶν ἐμαυτὸν ὑπόλογον διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων χρημάτων. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ ἀξίωσις τῶν ἐκδοτῶν τοῦ δανείου νὰ λάβωσι 7½ φράγκα κατὰ μετοχὴν ἐκ τῶν μετοχῶν τῶν πωληθεισῶν καὶ ἐκ τῶν πωληθησομένων ἦτον ἐκείνη ἥτις ἐμπόδισε τὴν κυβέρνησιν τῆς 10 Μαρτίου νὰ πωλήσῃ τὰς μετοχὰς 7185 εἰς τιμὰς 444 ἢ 445 ἢ 443, ἡ κυβέρνησις ἐζημίωσε μεγάλως τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἐὰν αἱ μετοχαὶ 7,185 ἐπωλοῦντο εἰς 370 φράγκα εἰς ὅσα εἶχον πωληθῆ ὑπ’ ἐμοῦ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου εἰκοσακισχίλιαι μετοχαί, ἤθελεν εἰσπράξει ἑκατομ. 2,658,450. Ἐὰν δὲ ἐπώλει τὰς μετοχὰς ἡ κυβέρνησις ἐκείνη εἰς 443 φράγκα, τιμὴν ἥτις ἐπροτείνετο ἠθέλομεν εἰσπράξει τρία ἑκατομμύρια 182 χιλ. καὶ 955 φράγκα· ἑπομένως ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν αἱ μετοχαὶ αὗται ἤθελον πωληθῆ εἰς 370 φράγκα ἐζημιώθη τὸ κράτος ἕνεκα τῆς μὴ πωλήσεως αὐτῶν 524,505, φράγκων. Καὶ τὴν ζημίαν αὐτὴν τὴν ὑπέστη διὰ νὰ μὴ ἀναγνωρήσῃ τὴν ὑποχρέωσιν τὸ δημόσιον νὰ πληρώσῃ 180 χιλ. φράγκα ὅσα ἀπήρτιζε τὸ δικαίωμα τῆς προμηθείας τὸ ὁποῖον οἱ ἐκδόντες τὸ δάνειον ἐζήτουν παρὰ τῆς κυβερνήσεως. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ οἱ ἐκδόται τοῦ δανείου ἐνήγαγον τὸ δημόσιον εἰς τὰ δικαστήρια καὶ δὲν γνωρίζω ὁποῖα θέλει εἶσθαι ἡ ἔκβασις τῆς δίκης. Διὰ τοῦτο μοὶ ἐδόθη πολλάκις ἀφορμὴ διὰ νὰ εἴπω, ὅτι ἐκεῖνοι οἵτινες διαχειρίζονται ἀλλοτρίαν ἐξουσίαν καὶ ἀλλότρια συμφέροντα, ὀφείλουσι νὰ ἔχωσι τὸ σθένος τῆς θελήσεως νὰ κατευνάζωσιν ὅλα ἐκεῖνα τὰ αἰσθήματα τὰ ὁποῖα ἐν τῷ μέσῳ τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ ἢ ἐν τῇ ποικιλίᾳ τῶν ἐμφανίσεων τοῦ πολιτικοῦ βίου γεννῶνται εἰς τὴν καρδίαν αὐτῶν. Αὐτὰ εἰσὶ τὰ πέντε προγράμματα, τὰ ὁποῖα τὸ ὑπουργεῖον τῆς 10 Μαρτίου, πρὶν ἢ γείνῃ ὑπουργεῖον, ἠθέλησε ν’ ἀναδεχθῇ, καὶ ἀφοῦ ἔγεινε ἐξηκολούθησε νὰ δημοσιεύῃ μέχρι τῆς 8ης Δβρίου, ὅτε συνῆψε τὴν σύμβασιν τῆς Τραπέζης. Εἶμαι ὅμως ἠναγκασμένος, κύριοι, νὰ ἐξετάσω καὶ τὴν ἄλλην πολιτείαν τοῦ ὑπουργείου. Μέχρι τοῦδε ἐξέθηκα τὴν οἰκονομικὴν πολιτείαν αὐτοῦ, καὶ ἀπέληξα εἰς τὴν σύμβασιν τῆς τραπέζης. Ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐξετάσω τὴν διαχείρισιν τῶν ἐξωτερικῶν συμφερόντων τοῦ κράτους, ἥτις εἶχεν ἐμπιστευθῆ εἰς ἐμὲ, ν’ ἀναλύσω δὲ καὶ τῶν διαδόχων μου τὴν πολιτείαν, διὰ νὰ φθάσω εἰς τὸ μέτρον τῆς ἐπιστρατεύσεως τὸ ὁποῖον ἦναι τὸ τελευταῖον ἄρθρον τοῦ πολιτικοῦ προγράμματος αὐτῶν. Ὡς ἔφθασα ἐξετάζων τὴν πολιτείαν αὐτῶν περὶ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους εἰς τὴν σύμβασιν τῆς Τραπέζης, θέλω δυνηθῆ νὰ φθάσω καὶ εἰς τὴν ἐπιστράτευσιν, ἐξετάζων τὴν διαχείρισιν τῶν πολιτικῶν συμφερόντων τοῦ κράτους, τὴν ὑπὸ τῆς πεσούσης κυβερνήσεως γενομένην, καὶ θέλω δυνηθῆ νὰ συνεισφέρω τὴν ἀσθενῆ ἐπικουρίαν μου εἰς τὸ κοινοβούλιον, ἵνα δυνηθῇ νὰ κανονίσῃ τὸ μέλλον πρόγραμμα, συμπράττον μετὰ τῆς κυβερνήσεως πρὸς κανονισμὸν αὐτοῦ. Τὸ μέλλον πρόγραμμα μέλλει νὰ κανονίσῃ τὴν μέλλουσαν πορείαν τοῦ κράτους.
§60ΤΙΝΕΣ. Κύριε πρόεδρε, αὔριον.
§61ΕΤΕΡΟΙ. Εἶναι 6 παρὰ 20.
§62ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θέλετε νὰ διακόψωμεν ἐπί τινα λεπτὰ, κύριε Δηλιγιάννη;
§63Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐνόμιζον ὅτι ἦτον 7 παρὰ 20.
§64ΤΙΝΕΣ. Ὄχι εἶναι μόνον 6 παρὰ 20.
§65Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ δώσω ἀπάντησιν προχθὲς τὸ ἑσπέρας εἰς ἓν τῶν μελῶν τοῦ ὑπουργείου τῆς 10ης Μαρτίου. Ἠναγκάσθην νὰ ἐνθυμηθῶ καὶ ἐνθυμήσω εἰς τὸ κοινοβούλιον τὴν ἡμέραν τῆς 23 Μαρτίου, ἡμέραν καθ’ ἣν ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἐνόμισεν ὅτι ὤφειλε νὰ κάμῃ σπουδαίαν πολιτικὴν ἀνακοίνωσιν εἰς τὸ σῶμα. Κατὰ τὴν 24 Φεβρουαρίου ὁ πρέσβυς τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, ὁ ἐν Ἀθήναις ἦλθεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐξωτερικῶν, καὶ μοὶ ἀνεκοίνωσεν ὑπὸ τὸν τύπον τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ τῆς ἡμιεπισημότητος σχέδιον προτάσεως, τὸ ὁποῖον ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν τῆς Μεγάλης Βρεττανίας εἶχεν ἤδη ἀνακοινώσει εἰς τὰς μεγάλας δυνάμεις, αἵτινες εἶχον λάβει μέρος εἰς τὸ συνέδριον τοῦ Βερολίνου. Ὅταν ὁ κ. Πρέσβυς μοὶ ἀνεκοίνωσε τὸ κείμενον τῆς προτάσεως, ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἐξηγήσω ἀμέσως αὐτῷ τὴν ἐντύπωσιν τὴν ὁποίαν ἡ ἀνακοίνωσις τοῦ σχεδίου μοὶ εἶχεν ἐμποιήσει. Κατὰ τὸ σχέδιον τοῦτο τὸ ὁποῖον ὅλοι γνωρίζετε καὶ τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνεκοίνωσεν ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν τὴν 22αν Μαρτίου ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἐπρότεινεν εἰς τὰς ἄλλας δυνάμεις τὴν ἑξῆς πρότασιν. «Ἐπιτροπὴ ὁροθετικὴ, συγκειμένη ἐξ ἐπιτρόπων, διορισθησομένων ὑπὸ τῶν ὑπογραψασῶν τὴν συνθήκην δυνάμεων, θέλει σπουδάσει καὶ ἀποφασίσει ἐπὶ τόπου τὴν προσφορωτέραν ὡς νέαν μεθόριον γραμμὴν μεταξὺ τῶν δύω χωρῶν». Τὸ μέρος τοῦτο τῆς προτάσεως ἀνεκοινώθη εἰς ὅλας τὰς μεγάλας δυνάμεις, αἵτινες εἶχον ὑπογράψει τὴν συνθήκην τοῦ Βερολίνου. Ὅθεν ἀνεκοινώθη τὸ περιεχόμενον τῆς προτάσεως ταύτης εἰς τὴν Γαλλίαν, τὴν Γερμανίαν, τὴν Αὐστρίαν, τὴν Ῥωσσίαν, τὴν Ἰταλίαν καὶ τὴν Τουρκίαν. (θόρυβος). Κατὰ τὸ μέρος τοῦ κειμένου, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνων, ἑκάστη τῶν μεγάλων δυνάμεων, τῶν ὑπογραψασῶν τὴν συνθήκην τοῦ Βερολίνου, ἑπομένως καὶ ἡ Τουρκία, οὐχὶ καὶ ἡ Ἑλλὰς ἐπρόκειτο νὰ διορίσῃ ἕνα ἢ δύο ἐπιτρόπους, οἵτινες ἤθελον μεταβῆ ἐπὶ τόπον καὶ ἐκεῖ ἤθελον σπουδάσει ὅλα τὰ ζητήματα, συζητήσει αὐτὰ καὶ κανονίσει τὴν νέαν ὁροθεσίαν. Ἐξακολουθεῖ ἡ πρότασις. «Θέλει λάβει ὡς βάσιν τῶν συζητήσεών της τὸ 13 πρωτόκολλον τῆς συνθήκης, καὶ μὴ δεσμευομένη ὑπὸ τῶν γενικῶν γεωγραφικῶν ἐνδείξεων τοῦ πρωτοκόλλου τούτου, θέλει ἐνεργήσει ἐν εὐθύτητι, κατὰ τὸ πνεῦμα αὐτοῦ, καὶ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν πολιτικὴν, ἣν ἀνέπτυξαν κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην οἱ πληρεξούσιοι. Θέλει δὲ οὕτως ὁρίσει κατὰ πλειοψηφίαν τὸ ἀκριβὲς ὅριον, ὅπερ ἤθελεν εἶσθαι προσφορώτατον εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς πολιτικῆς ταύτης». Αἱ ἐντυπώσεις αἱ ὁποῖαι μοὶ παρήχθησαν, ὅτε ὁ κ. πρεσβευτὴς τῆς Μεγάλης Βρεττανίας μοὶ ἀνεκοίνωσε τὸ κείμενον τῆς προτάσεως, εἶναι ἐντυπώσεις αἱ ὁποῖαι ἐνεποιήθησαν ὡς ἐλπίζω κατὰ τὴν πρώτην ἀνακοίνωσιν τοῦ μέρους τούτου τῆς Ἀγγλικῆς προτάσεως καὶ εἰς ἕκαστον ἐξ ὑμῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔμελλε νὰ περιέχῃ εἰς τοὺς κόλπους της καὶ ἀντιπρόσωπον τῆς Τουρκίας. Ἀλλὰ, ἡ πρότασις ἀντέβαινεν εἰς τὴν συνθήκην τοῦ Βερολίνου. Ἀληθῶς τί ἔμελλε νὰ πράξῃ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη; Νὰ ἀσκήσῃ τὴν μεσολάβησιν τὴν ὁποίαν αἱ δυνάμεις ἐπεφυλάξαντο ἵνα ἐπιχειρήσωσιν. Ἀλλὰ εἰς τὴν μεσολάβησιν δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συμπράξῃ ἡ Τουρκία. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παρασταθῇ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ αὐτῇ ἡ Τουρκία διὰ νὰ κανονίσῃ καὶ αὕτη μετὰ τῶν ἄλλων τὴν νέαν ὁροθεσίαν τῆς Ἑλλάδος; Τὴν ἐντύπωσιν ταύτην ὤφειλον νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὸν ἀξιότιμον κύριον Κόρβετ. Ἡ δευτέρα ἐντύπωσις τὴν ὁποίαν μοὶ παρήγαγεν. Ἡ ἐντύπωσις αὕτη ἦτον ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ «θέλει λάβει ὡς βάσιν τῶν συζητήσεών της τὸ 13 πρωτόκολλον τῆς συνθήκης, καὶ μὴ δεσμευομένη ὑπὸ τῶν γενικῶν γεωγραφικῶν ἐνδείξεων τοῦ πρωτοκόλλου τούτου, θέλει ἐνεργήσει ἐν εὐθύτητι, κατὰ τὸ πνεῦμα αὐτοῦ, καὶ συμμορφωθῆ πρὸς τὴν πολιτικὴν. ἣν ἀνέπτυξαν κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην οἱ πληρεξούσιοι». Ἡ πρότασις ἀντέκειτο καὶ κατὰ τοῦτο εἰς τὴν συνθήκην τοῦ Βερολίνου. Ἡ συνθήκη τοῦ Βερολίνου ἥτις ἐν ἄρθρῳ 24 προεῖδε τὰς περιπτώσεις, νὰ καταστήσῃ δυνατὴν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ πρωτοκόλλου 13, ἀναγνωρίζει ὡς βάσιν πάσης ἐργασίας τῆς μεσολαβήσεως τὸ πρωτόκολλον 13ον. Ταύτας λοιπὸν τὰς ἐντυπώσεις ἀνεκοίνωσα ἀμέσως τότε εἰς τὸν πρεσβευτὴν τῆς Μεγάλης Βρεττανίας, διὰ νὰ μὴ ἀφήσω αὐτὸν οὔτε μίαν στιγμὴν διὰ νὰ ὑπολάβῃ, ὅτι ἐγὼ, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, ἦτον δυνατὸν νὰ μὴ σταματήσω εἰς τὰ μέρη ταῦτα τοῦ κειμένου καὶ νὰ μὴν ἐκφράσω ἀμέσως τὰς ἐντυπώσεις μου. Μετὰ τοῦτο ἔσπευσα νὰ ζητήσω τὴν γνώμην τῶν συναδέλφων μου, οἵτινες συνεμερίσθησαν τὴν γνώμην μου καὶ ἐπεκύρωσαν αὐτήν· ἀφ’ οὗ δὲ ὁ Ἡγεμὼν ἀπεδέξατο αὐτὴν ἔδωκα ἐντολὴν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἑλλάδος παρὰ ταῖς μεγάλαις δυνάμεσι διὰ νὰ παραστήσωσι καὶ ἀναπτύξωσιν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν τὰς ἐντυπώσεις τὰς ὁποίας ἀνεκοίνωσα εἰς τὸν πρεσβευτὴν τῆς Ἀγγλίας. Τὰ ἀποτελέσματα ὑπῆρξαν τὰ ἑξῆς. Ὅταν ἡ ἐν Ἀγγλίᾳ ἀντιπολίτευσις ἔμαθε τὴν πρότασιν, ἐὰν ἔμαθεν αὐτήν, παρὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος, ἐπρόβαλεν ἀμέσως ἐπερώτησιν εἰς τὸ κοινοβούλιον, καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἠναγκάσθη νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ Τουρκία δὲν θέλει λάβει μέρος οὐδὲ διορίσει ἀντιπροσώπους ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. Ἡ Αὐλὴ τοῦ Βερολίνου, ἡ αὐλὴ τῆς Βιέννης, τὸ ὑπουργεῖον τῆς Γαλλίας, ἡ αὐλὴ τῆς Ἰταλίας ἔδωκαν εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος τὴν πληροφορίαν, ὅτι κατὰ τοῦτο ἡ πρότασις θέλει τροποποιηθῆ καὶ ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ θέλει ἀποτελεσθῆ ἀπὸ ἀντιπροσώπους ὅλων τῶν ἄλλων δυνάμεων, θέλει δ’ ἀποκλεισθῆ ἡ Τουρκία, διότι αἱ δυνάμεις εἶχον τὸ δικαίωμα τῆς μεσολαβήσεως οὐχὶ δὲ καὶ ἡ Τουρκία ἥτις, δὲν ἔμελλε ἀντιπροσωπευθῆ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐκείνῃ. Καὶ χθὲς σᾶς ἠρώτησαν «ἐθεωρήσατε ὑμεῖς κατόρθωμα αὐτό; ἀλλ’ ἀπεκλείσθητε καὶ σεῖς. Δὲν ἀπεκλείσθη μόνη ἡ Τουρκία, ἀλλ’ ἀπεκλείσθη καὶ ἡ Ἑλλάς». Ταῦτα σᾶς εἶπον ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς ποτὲ δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ μέρος. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ μεσολάβησις, ἡ Ἑλλὰς δὲν ἦτον δυνατὸν νὰ κληθῇ· καὶ ὁ Μαρκήσιος, ὁ ὁποῖος διηύθυνε τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐξωτερικῶν, οὐδέποτε ἐμνημόνευσεν ἐν τῇ προτάσει του τῆς Ἑλλάδος ἀλλὰ τῶν ὑπογραψασῶν τὴν συνθήκην τοῦ Βερολίνου Δυνάμεων. Ὥστε ὁ ἀποκλεισμὸς τῆς Τουρκίας ἀπὸ τῆς τεχνικῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἦτο ἀποκλεισμὸς, ὅστις ἀντεζύγιζεν εἰς τὴν ἀπώλειαν τὴν ὁποίαν ὑπέστημεν, διότι δὲν ὑπέστημεν τοιαύτην. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶπον, ὅτι ἀφοῦ δὲν λαμβάνετε τὴν Ἑλλάδα δὲν πρέπει νὰ λάβητε καὶ τὴν Τουρκίαν, μετῆλθον τρόπον τινα τοῦ λέγει, ἀλλὰ τρόπος τοῦ λέγει, ἐπιβαλλόμενος ἀπὸ τὰς συνθήκας ἀπὸ τὴν ἐπίσημον γλῶσσαν, δὲν ἦτο δυνατὸν μνημονεύσῃ τῆς Ἑλλάδος ἢ νὰ εἰσαγάγῃ καὶ τὴν Ἑλλάδα ἵνα συμπεριληφθῇ. Ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Τουρκία ἠδύναντο νὰ παρουσιασθῶσι διὰ νὰ ἀκουσθῶσι· ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωσι δικαίωμα ψήφου, δι’ ἧς ἔμελλε νὰ κανονίσωσι τὰ τοῦ 13 πρωτοκόλλου. Ἀλλὰ ὑπῆρχεν ἄλλο τρίτον μέρος τῆς προτάσεως ἐκείνης. Κατ’ αὐτὴν ἡ ἐπιτροπὴ ἔπρεπε νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου, νὰ σπουδάσῃ τὰ ὁροθετικὰ ζητήματα, νὰ ἑρμηνεύσῃ τοὺς πολιτικοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὸ πρωτόκολλον 13 καὶ μετὰ τοῦτο νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασιν. Ἐπὶ τόπου, ἦτον ἐπὶ τοῦ Τουρκικοῦ ἐδάφους. Καὶ ἂν ἡ Τουρκία δὲν ἐπέτρεπεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ μεταβῇ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους της, ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐργασθῇ. Ἀλλὰ καὶ ὁ ὅρος οὗτος τῆς προτάσεως εἶχε μεταβληθῆ. Κατὰ τηλεγράφημα τὸ ὁποῖον τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐξωτερικῶν εἶχε τὴν 3)15 Μαρτίου, ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας εἶχεν ἀνακοινώσει εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος, ὅτι, ἀνθισταμένης τῆς Τουρκίας πρὸς μετάβασιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τόπου, αὐτὸς (ὁ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς τῆς Ἀγγλίας) εἶχε γνώμην προσωπικὴν, «ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἤθελε προβῆ προκαταρκτικῶς ἔν τινι τῶν πρω«τευουσῶν τῆς Εὐρώπης, ἵνα ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ σχε«δίου τῆς γραμμῆς». Λοιπὸν αἱ παραστάσεις τῆς Ἑλλάδος ἐξετιμήθησαν δεόντως ὑπὸ τῶν μεγάλων δυνάμεων καὶ ἔφερον ὡς ἀποτέλεσμα ἐπὶ μὲν τοῦ ὅρου τῆς ἀντιπροσωπεύσεως τῆς Τουρκίας εἰς τὴν σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὴν ἐπίσημον ὁμολογίαν τῆς Ἀγγλικῆς κυβερνήσεως, ὅτι δὲν θέλει περιληφθῆ καὶ ἐπὶ τοῦ ὅρου τῆς ἐπὶ τόπου μεταβάσεως, δι’ ἣν ἀπῃτεῖτο ἡ ἄδεια τῆς Τουρκίας ἧς ἄνευ ἠδύνατο νὰ ἀναβληθῇ ἡ ὑπόθεσις καὶ νὰ ἐπιφέρῃ μεγάλην παράτασιν χρόνου, τὴν ἀνακοίνωσιν τῆς γνώμης τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Ἀγγλίας, καθ’ ἣν ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔμελλε νὰ μεταβῇ ἐπὶ ἐδάφους τουρκικοῦ, ἀλλ’ εἰς τινα τῶν πρωτευουσῶν ἵνα ἀποφασίσῃ. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα τὴν 22αν Μαρτίου ἦσαν γνωστὰ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδο. Τὴν 22 Μαρτίου ὅμως ὁ κ. πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπεν «ἤδη ἀφοῦ ἠκούσατε τὴν πρό«τασιν, περὶ ἧς διαπραγματεύονται αἱ δυνάμεις, ποῖος «εἶχε δίκκιον ἐν τῇ πολιτικῇ συζητήσει, ἡ κυβέρνησις, «ἡ τότε ἰσχυριζομένη ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἐγγὺς εἰς τὴν λύσιν του, ἢ ἡ τότε ἀντιπολίτευσις, ἰσχυριζομένη «ὅτι τὸ ζήτημα δὲν ἐγγίζει εἰς τὴν λύσιν, οὔτε κἂν εὑρί«σκεται εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο, ὅταν ὑ«πεγράφη ἡ συνθήκη τοῦ Βερολίνου. Ἀφοῦ ἀνέγνων τὰ ἔγγρα«φα, ἐπιμένω εἰς ἣν εἶχον γνώμην ἀντιπολιτευόμενος.» Λοιπὸν κατὰ τὴν 22αν Μαρτίου ἡ Κυβέρνησις σᾶς ἐπληροφόρησεν ὅτι τὸ ζήτημα τὸ ἐξωτερικὸν ἦτο πλέον ὀπίσω καὶ περισσότερον ὀπισθοχωρημένον παρ’ ὅσον ἦτον τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν ὑπεγράφη ἡ συνθήκη τοῦ Βερολίνου. Ἀλλὰ διατὶ δὲν σᾶς ἔδιδε ὅλα τὰ φῶτα ὅσα εἶχε διὰ νὰ κρίνητε καὶ σεῖς; Διατὶ τὸ κείμενον τῆς προτάσεως σᾶς ἔδωκε μόνον καὶ οὐχὶ καὶ τὰς ἄλλας πληροφορίας τὰς ὁποίας εἶχεν ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν ἐξωτερικῶν, καὶ καθ’ ἃς τὸ κείμενον τοῦτο εἶχεν ἤδη τροποποιηθῆ. Ἤκουσα τὸν χθὲς ἀγορεύσαντα νὰ προβάλλῃ εἰς σᾶς λέγων ὅτι μετὰ ἓξ μῆνας ἦλθον νὰ σᾶς ὁμιλήσω περὶ προτάσεως ἡ ὁποία κατὰ τὸν Μάρτιον ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Βουλήν. Ἤκουσα αὐτὸν νὰ ἐρωτᾷ διατὶ δὲν τὰ ἔλεγον τότε; Συνεπέρανε δὲ ὅτι τότε ἐσιώπησα, διὰ νὰ τὰ εἴπω τώρα, καθ’ ὃν χρόνον τὰ πράγματα δὲν εἶναι πρόσφατα, ἑπομένως εὐκολώτερον δύνανται νὰ διαστραφῶσι Τῳόντι ὅσα τώρα κατέχω πληροφορίας, τὰς ὁποίας δίδω εἰς τὸ Κοινοβούλιον, κατεῖχον καὶ κατὰ τὴν 22αν Μαρτίου· ἀλλὰ δὲν εἶχον τὴν ἐξουσίαν νὰ τὰς ἀνακοινώσω εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ νὰ τὰς μεταδώσω εἰς τὴν κοινωνίαν. Καὶ ἐὰν ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῶ εἰς τὴν ζημίαν νὰ τύχω τῆς μαύρης ψήφου σας, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνακοινώσω αὐτὰς τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας σήμερον σᾶς ἀνακοινόνω διότι τότε ἔπρεπε νὰ δημοσιεύσω ἀπόῤῥητα τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον τὴν ἐξουσίαν νὰ τὰ δημοσιεύσω. Κατεῖχον αὐτὰ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ Κυβερνήτου καὶ ὄχι τοῦ βουλευτοῦ. Κατ’ ἐκεῖνον τὸν χρόνον ἦσαν μυστήρια, δὲν ἦσαν ἀποκεκαλυμμένα οὔτε εἶχον περιέλθει εἰς τὴν γνῶσιν τοῦ κοινοῦ. Ἤδη ὅμως δύναμαι νὰ τὰ εἴπω διότι εἶναι ἤδη γνωστὰ ὡς δημοσιευθέντα ὑπὸ τοῦ τύπου τοῦ εὐρωπαϊκοῦ. Ἡ πρότασις τοῦ Μαρκίωνος Σώλσβουρυ ἦτον μία ἐμφάνισις τοῦ ζητήματος τοῦ ἐξωτερικοῦ, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ ἐνυπῆρχεν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς πτώσεως τοῦ Βυζαντίου, ἀπὸ τῆς ἡμέρας τοῦ 1821· τὸ ὁποῖον ὅμως τὸ διεθνὲς δίκαιον δὲν τὸ εἶχεν υἱοθετήσει καὶ κυρώσει. Τὸ διεθνὲς δίκαιον μόνον τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν ἐξεδόθη τὸ Πρωτόκολλον 13 υἱοθέτησεν καὶ ἐκύρωσεν αὐτό. Ἐὰν τὸ ζήτημα τὸ ἐξωτερικὸν τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς τῆς Ἑλλάδος ἦτο ζήτημα, τὸ ὁποῖον προϋπῆρχεν ἀνεγνωρισμένον ὑπὸ τοῦ διεθνοῦς δικαίου, διατὶ ἡ Σύνοδος τῆς Κων)πόλεως δὲν ἠξίωσε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν οὐδόλως τὰ ὑπομνήματα τὰ ὁποῖα ἔδωκαν εἰς αὐτὴν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀντεπροσώπευον τὰς ἑλληνικὰς ἐπαρχίας; Εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους ἐκείνους ἀπήντησεν ἡ Σύνοδος ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπασχοληθῇ περὶ τῶν ἀξιώσεών των διότι δὲν ὑπάρχει ἐκκρεμὲς ἑλληνικὸν ζήτημα. Ἀφ’ οὗ λοιπὸν τὸ ἑλληνικὸν ζήτημα δὲν ἐθεωρεῖτο τότε ὑπάρχον, καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἵλκυσε τὴν προσοχὴν τῆς Εὐρώπης κατὰ τὴν Σύνοδον τῆς Κ)πόλεως, τὴν ἐπίσημον ὕπαρξιν αὑτοῦ τὸ κῦρος τὸ ὑπὸ τοῦ διεθνοῦς δικαίου ἀπονεμόμενον ἔλαβε μόνην διὰ τοῦ Πρωτοκόλλου 13ου. Ἀλλὰ καὶ πρὶν ἢ ἀναγνωρισθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἡ πολιτικὴ κατάστασις τῆς Εὐρώπης ἦτο τοιαύτη, ὥστε ἄφινε τὴν ἐλπίδα ὅτι ἠδύνατό τις νὰ φθάσῃ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ πρωτοκόλλου 13ου; Ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ἠκολούθουν οἱ κρατοῦντες τὴν ἐξουσίαν ἐν Λονδίνῳ ἐπέβαλλον εἰς αὐτοὺς τὸ καθῆκον νὰ μὴ συμπράξωσι εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ πρωτοκόλλου 13, πολλῷ δὲ μᾶλλον νὰ κανονίσωσι τὰ περὶ τῆς ἐκτελέσεως, νὰ ἐπιθυμήσωσι τὴν ταχεῖαν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ (ψιθυρισμοί). Μὴ θορυβεῖσθε. Μὴ δίδετε προσοχὴν εἰς τὰς διαδόσεις τῶν πολιτικῶς ἀνταγωνιζομένων, μὴ δίδετε προσοχὴν ἐὰν σᾶς λέγωσιν ὅτι ὁ λόρδος Βήκονσφηλδ δὲν ἐμπιστεύεται τὸν κ. Κουμουνδοῦρον ἢ ὅτι θέλει ἐμπιστευθῆ τὸν κ. Κεχαγιᾶν. Αὐτὰ εἶναι ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα μεταχειρίζονται ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι ψήφους ἐν τοῖς ἐκλογικοῖς συλλόγοις, ἢ εἰς τὴν ἐκλογικὴν πάλην. Ὁ λόρδος Βηκονσφὴλδ καὶ ὁ μαρκίων Σώλσβουρυ οὔτε ἐμπιστεύονται τινὰ πλέον τοῦ ἄλλου οὔτε δυσπιστοῦσιν εἰς κανένα. Ἐμπιστεύονται μόνον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους οὗ τινος τὴν τύχην διευθύνουσιν. Ἐπειδὴ δὲ ὡς μόνην συμφέρουσαν διὰ τὴν Ἀγγλίαν πολιτικὴν θεωροῦσι τὴν ὕπαρξιν τῆς Τουρκίας, ἐπειδὴ τὴν γνώμην ταύτην κρίνουσι σύμφωνον πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους των, δὲν ἠθέλησαν νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὴν περαιτέρω ἐξασθένισιν αὐτοῦ, διότι ἐπῆλθε τοιαύτη ἕνεκα τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ Ῥωσσοτουρκικοῦ πολέμου. Διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις τοῦ λόρδου ἐνόμισεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ συνηγορήσῃ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ 13ου Πρωτοκόλλου· διότι ἐπρόκειτο νὰ ἀφαιρεθῶσι δύο ἐπαρχίαι καὶ νὰ ἐξασθενίσῃ περισσότερον ἡ Τουρκία ἐφρόνει δ’ οὕτω ὅτι ἔμελλε νὰ διατρέξῃ κίνδυνον. (Θόρυβος). Ὅταν ἔλαβον τὴν εὐκαιρίαν καὶ τὴν τιμὴν νὰ παραστήσω ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν πρῶτον πληρεξούσιον τῆς Μεγάλης Βρεττανίας ὅτι ἡ διατήρησις τῆς Ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας ἐξαρτῆται οὐσιωδῶς ἐκ τῆς συμβιώσεως τῆς Τουρκίας μετὰ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὅτι ἡ συμβίωσις αὕτη δὲν εἶναι δυνατὴ ὑπὸ τοὺς ὅρους, οἵτινες ὑπῆρχον ἰσχύοντες πρὸ τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου, ὁ εὐγενὴς λόρδος μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ φονεύσῃ τὴν Τουρκίαν. Καὶ ἂν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Μεγάλης Βρεττανίας ἔδωκαν τὴν ψῆφόν των εἰς τὸ πρωτόκολλον 13, ἐλπίζω ὅτι ὅσοι ἀνέγνωτε τὰ πρακτικὰ τῆς συνόδου ἀνέγνωτε ἐν αὐτοῖς τὴν αἰτιολογίαν τὴν ὁποίαν ὁ πρῶτος ἀντιπρόσωπος τοῦ μεγάλου ἐκείνου κράτους ἔδωκεν εἰς τὸ μέγα ἐκεῖνο σῶμα. Δὲν ἀντιλέγω, εἶπεν, ὁ λόρδος Βὴκονσφηλδ διὰ νὰ μὴ φανῶ διαφωνῶν πρὸς τοὺς ἄλλους. Ἦτον πεπεισμένος ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀντιλέξῃ, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ διαφωνήσῃ πρὸς τὰ ἄλλα μέλη τοῦ συνεδρίου καὶ προκαλέσῃ διατάραξιν τοῦ σκοποῦ καὶ τῆς ἑνότητος ἡ ὁποία διηύθυνε τὰς ἐργασίας τοῦ μεγάλου ἐκείνου σώματος, διὰ τοῦτο ὁ εὐγενὴς λόρδος ἀπεδέχθη τὸ πρωτόκολλον 13. Ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις δὲν ἐπλανᾶτο περὶ τῆς πολιτικῆς ταύτης τῆς Μεγάλης Βρεττανίας. Ἐθλίβετο διότι ἡ πολιτικὴ τοῦ μεγάλου ἐκείνου κράτους, ὅπως ἠνόουν αὐτὴν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προΐσταντο τῆς Ἀγγλικῆς κυβερνήσεως, δὲ συνέπιπτε κατὰ τὸ σημεῖον τοῦτο μὲ τὰ ἑλληνικὰ συμφέροντα. Ηὔχετο ἵνα ἡ κυβέρνησις τοῦ μεγάλου ἐκείνου κράτους διεφωτίζετο πληρέστερον περὶ τῆς ἀληθείας καὶ περὶ τῆς ἀνάγκης, διότι ἤλπιζεν, ὅτι, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ περιέλθωσιν εἰς τοὺς εὐγενεῖς ἡγέτας τοῦ Ἀγγλικοῦ ὑπουργείου τὰ φῶτα τὰ ὁποῖα εἴχομεν, ὅτι λέγω, ἤθελον καταπεισθῆ καὶ ἤθελον κηρυχθῆ καὶ οὗτοι ὑπὲρ τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων. Ἀλλ’ ἂν δὲν κατωρθώθη τοῦτο δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἡγοῦντο τότε τῆς κυβερνήσεως, κατωρθώθη δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἡγοῦντο τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ Ἀγγλία κυβερνᾶται διὰ τοῦ πλέον φιλελευθέρου τῶν πολιτευμάτων. Τὸ πολίτευμα ἐκεῖνο στηρίζεται ἐπὶ τῆς γνώμης τοῦ ἔθνους, καὶ ἄν τις κατορθώσῃ νὰ μορφώσῃ τὴν γνώμην τοῦ ἔθνους, αὐτὸς βεβαίως θέλει ἐπικρατήσει. Ἡ ἀντιπολίτευσις λοιπὸν ἠσχολήθη, ἀπὸ τοῦ τέλους τῶν ἐργασιῶν τοῦ Συνεδρίου μέχρι τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα, νὰ μορφώσῃ τὴν γνώμην, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἡ ἀληθὴς, ἡ μᾶλλον συνάδουσα μὲ τὰ συμφέροντα τῆς Ἀγγλίας, ἦτον ἐκείνη τὴν ὁποίαν καταδεικνύει ἡ ἀλήθεια, ἡ ἐλευθερία, ἡ φιλανθρωπία. Καθ’ ὅλον λοιπὸν τὸ διάστημα τοῦτο ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ πρωτοκόλλου, ἀπὸ τοῦ πέρατος τῶν ἐργασιῶν τοῦ Συνεδρίου μέχρι τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἐπρόβαλε τὴν πρότασιν ταύτην εἰς τὰς ἄλλας μεγάλας δυνάμεις, καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐκυβέρνων τὰ πράγματα τῆς Ἑλλάδος εὑρίσκοντο εἰς διηνεκῆ ἀγωνίαν. Ἡ ἀγωνία αὐτῶν συνίστατο εἰς τὸ καθῆκον τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἐκπληρώσωσιν, ἤτοι νὰ δυνηθῶσι νὰ καταπείσωσι τοὺς εὐγενεῖς λόρδους, οἵτινες ἡγοῦντο τῆς ἀγγλικῆς κυβερνήσεως καὶ εἰς τὸ καθῆκον τὸ ὁποῖον εἶχον πρὸς τὴν πατρίδα των νὰ ἀσχοληθῶσι νὰ φωτίσωσι τοὺς ἡγέτας τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ τὸ καθῆκον τοῦτο τὸ ἐξεπλήρωσαν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐκυβέρνων τότε τὴν Ἑλλάδα. Καὶ διὰ τοῦτο ἀνέγνωτε, ὅτι εἷς ἐκ τῶν ὅρων, οἵτινες ἀπετέλουν τὸ πρόγραμμα τῶν φιλελευθέρων ἐν Ἀγγλίᾳ κατὰ τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, εἷς ἐκ τῶν ὅρων ἦτο τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα, ὅπως ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες τὸ ἐννοοῦμεν. Ὀφείλομεν τῷ ὄντι πολλὰς χάριτας εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐν Ἀγγλίᾳ. Ὀφείλομεν χάριτας καὶ εἰς πολλοὺς ἄλλους ἀκόμη, οἵτινες δὲν ἀπετέλουν μέρος τοῦ ἀγγλικοῦ κοινοβουλίου οὐδὲ ἀνήκουσιν εἰς τὴν βουλὴν τῶν λόρδων, ἀλλ’ οἵτινες ἐμερίμνησαν περὶ τῶν συμφερόντων τῆς Ἑλλάδος. Καὶ διὰ τοῦτο ἀνέγνωσε τρεῖς φωτεινοτάτας διατριβὰς, τὰς ὁποίας ὁ κλεινὸς πολιτικὸς, ὁ ὁποῖος τώρα διευθύνει τὰς τύχας τῆς Ἀγγλίας, ἐδημοσίευσε περὶ τοῦ ἑλληνικοῦ ζητήματος. Καὶ διὰ τοῦτο ἀνέγνωτε εἰς τὰς διατριβὰς ταύτας εἰδικὸν λόγον διὰ τοῦ ὁποίου ἀπεδείκνυεν ὁ κλεινὸς ἀνὴρ, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν Ἰωαννίνων δὲν εἶναι ζήτημα, ὅτι τὰ Ἰωάννινα πρέπει νὰ παραδοθῶσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Καὶ διὰ τοῦτο εἴδετε 13 ἐφημερίδας ἐν Λονδίνῳ, 40 ἐφημερίδας ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐχούσας ὡς ἀντικείμενον καθ’ ἑκάστην ἡμέραν τὸ ζήτημα τὸ ἑλληνικόν. Διὰ τοῦτο εἴδετε φιλελληνικοὺς συλλόγους συστηθέντας ἐν Ἀγγλίᾳ, εἴδατε σύλλογον πρὸς διάδοσιν τῶν ἑλληνικῶν γραμμάτων, κίνησιν πολιτικὴν, ἥτις δὲν ὑπῆρξε ποτὲ ἐν Ἀγγλίᾳ, καὶ ἥτις ἀνεβίβασε τὸν φιλελληνισμὸν εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον οὐδέποτε ἐν Ἀγγλίᾳ εἶχεν ἀναβιβασθῆ. Ἀλλ’ ἡ ἐπιμονὴ τοῦ εὐγενοῦς λόρδου Βησκονσφὴλδ εἶχεν ἀποθαῤῥύνει πλέον τὴν Γαλλικὴν κυβέρνησιν, ἥτις ἡγεῖτο τῆς ἐνεργείας, ἡ ὁποία ἐγίνετο πρὸς προαγωγὴν τοῦ ἑλληνικοῦ ζητήματος. Ἐπειδὴ δὲ χθὲς ἐλέχθη περὶ τῆς γραμμῆς τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ κ. Βάδδιγκτων, ἐλέχθη τι τὸ ὁποῖον λεγόμενον ἐν τῷ Ἑλλην. κοινοβουλίῳ ἠδύνατο νὰ ἠχήσῃ ἀλλαχοῦ, καὶ νὰ τύχῃ ἑρμηνείας δυσμενοῦς καὶ δυσαρέστου εἰς τὸν εὐγενῆ ἐκεῖνον φιλέλληνα, χρεωστῶ νὰ μὴ παρέλθω τὰ περὶ τῆς γραμμῆς τῆς γαλλικῆς. Ὁ εὐγενὴς φιλέλλην κ. Βάδδιγκτων, ἀφοῦ εἰργάσθη δύο ἔτη καὶ ἔβλεπεν, ὅτι προσκόπτει πάντοτε εἰς τὴν ἐπιμονὴν τὴν ἀκατάβλητον καὶ ἀδάμαστον τοῦ Ἄγγλου πρωθυπουργοῦ, ἀπεφάσισε νὰ προτείνῃ γραμμὴν ἥτις ἄφινεν ἐκτὸς τὰ Ἰωάννινα. Σᾶς εἶπε χθὲς ὅτι ἡ γραμμὴ ἦτο μετὰ συνεννόησιν μὲ τὴν Τουρκίαν, διότι ἐστηρίζετο εἰς γνώμας καὶ εἰς συζητήσεις, εἰς γνώμας τὰς ὁποίας ἡ Τουρκία εἶχεν ἐπιφέρει. Ἡ Τουρκία δὲν ἐπρότεινε ποτὲ πρότασιν διατετυπωμένην, ἀλλ’ ἐνέδειξε μόνον γραμμὴν, ἡ ὁποία δὲν ἐμπεριεῖχεν οὐδὲ τὴν Λάρισσαν, οὐδὲ τὸ Μέσσοβον· ἡ δὲ γραμμὴ τοῦ κ. Βαδδιγκτῶνος περιεῖχε τὴν Λάρισσαν καὶ τὸ Μέσσοβον. Καὶ διατί αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἐπρόβαλε τὸ 13 πρωτόκολλον εἰς τὸ Συνέδριον τοῦ Βερολίνου, αὐτὸς ὁ ὁποῖος πρῶτος ἑρμηνεύων τὸ πρωτόκολλον συμφώνως μὲ τὴν ἡμετέραν γνώμην μετέδωκε τὴν γνώμην του εἰς γεωγράφον ἀνεγνωρισμένον ὑφ’ ὅλης τῆς Εὐρώπης, καθ’ ἣν ἡ γραμμὴ τοῦ πρωτοκόλλου 13 φέρει τὰ Ἰωάννινα εἰς τὴν Ἑλλάδα, πῶς αὐτὸς τὰ ἐθυσίασε; Τὰ ἐθυσίασε, διότι ἤθελε νὰ ὑπερασπίσῃ τὰ Τουρκικὰ συμφέροντα; Διότι ἐπείσθη τέλος πάντων ἀπὸ τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῆς Τουρκίας; Ὄχι’ ἀλλὰ διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ δαμάσῃ τὴν ἀμετάβλητον ἐπιμονὴν τοῦ Λόρδου Βηκονσφὴλδ καὶ τῆς κυβερνήσεως τῆς Ἀγγλίας. Ἰδοὺ τί ἔλεγε κατὰ τὴν 20 Μαρτίου 1879 ὁ κ. Βάδδιγκτων (ἀναγινώσκει) «δυστυχῶς ἡ Ἀγγλία ἀρνεῖται πάντοτε νὰ συγκατατεθῇ εἰς τὴν παραχώρησιν τῶν Ἰωαννίνων, καὶ ἡ Ἰταλία κινεῖται καὶ δυσφορεῖ, οὐ μόνον κατὰ τῆς παραχωρήσεως τῶν Ἰωαννίνων ἀλλὰ καὶ κατὰ τῆς παραχωρήσεως τῆς Παραμυθίας καὶ τοῦ Μαργαριτίου. Ἡ Γαλλία θέλει ὑποστηρίξει μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς τὴν εἰς τὴν Ἑλλάδα παραχώρησιν πασῶν τούτων τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ δὲν θέλει ὑποχωρήσει εἰμὴ ἐνώπιον τοῦ ἀδυνάτου, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς δύναται νὰ συμβῇ, ἐὰν ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Ἰταλία, καὶ πρὸ πάντων ἡ μᾶλλον ἐπικρατοῦσα, ἐξακολουθῶσι νὰ ἀντιτάσσωσι τὴν ἑαυτῶν ἄρνησιν εἰς αὐτὴν τὴν διάθεσιν, καὶ τότε μόνον ἡ Γαλλία, ἥτις ἔχει πάντοτε τὰς καλητέρας διαθέσεις διὰ τὴν Ἑλλάδα, θέλει προσπαθήσει νὰ ἀποκτήσῃ ὑπὲρ αὐτῆς ἀποζημίωσιν ἐν Θεσσαλίᾳ». Ἀληθῶς ἡ ἐπιμονὴ τῆς Ἀγγλίας εἶχε δειλιάσει τὴν γαλλικὴν κυβέρνησιν. Σκέψεις πολιτικῆς εἰσήχθησαν ἐν τῇ ἰταλικῇ κυβερνήσει, πολιτικῆς, μὴ συμβιβαζομένης μὲ τὰ συμφέροντα τὰ ἑλληνικὰ, ὅπως ἡμεῖς τὰ ἐννοοῦμεν εἶχον δ’ αὗται κλονίσει τὴν Ἰταλίαν· ὁ δὲ κλονισμὸς τῆς Ἰταλίας ἐνεθάῤῥυνε καὶ ἐξυπηρέτει τὴν ἐπιμονὴν τοῦ λόρδου Βησκονσφὴλδ. Ἡ θέσις τοῦ ζητήματος ἦτο δύσκολος. Εὐτυχῶς ὅταν ὁ κ. Βάδιγκτων ἐφάνη ὑποχωρῶν, ἀνέλαβε τὸν ἀγῶνα ὁ ἐπιφανὴς ἀνὴρ, τοῦ ὁποίου ἡ πολιτικὴ δύναμις ἐν Γαλλίᾳ εἶναι ἤδη γνωστὴ καὶ προβαίνει αὐξομένη. Ὁ ἐπιφανὴς, ἐκεῖνος ἀνὴρ, μαθὼν τὰ κατὰ τῆς Ἰταλίας συμβαίνοντα, μετέβη μόνος του εἰς Ἰταλίαν, διὰ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς γνώμης τῆς ἰταλικῆς κυβερνήσεως. Ἐκηρύχθη ὑπὲρ τῆς παραχωρήσεως τῶν Ἰωαννίνων καὶ δὲν ἀπέκρυψε τὴν γνώμην του ταύτην οὐδὲ πρὸς αὐτὸν τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος (ἀναγινώσκει). «Ἡ αὐτοῦ ἐξεχότης ὁ κ. Γαμβέττας, ἔγραφεν ὁ ἐν Παρισίοις ἐπιτετραμμένος κατὰ τὴν 22 Μαρτίου 1879, μοὶ ὑπεσχέθη νὰ λάβῃ σήμερον συνέντευξιν μετὰ τοῦ κ. προέδρου τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ἵνα ἐνθαῤῥύνῃ αὐτὸν νὰ ἐπιμείνῃ παρὰ τῇ Ἀγγλίᾳ καὶ τῇ Ἰταλίᾳ πρὸς παραχώρησιν τῶν Ἰωαννίνων εἰς τὴν Ἑλλάδα». Εἰς τοιαύτην κατάστασιν ἦτο ἡ πολιτικὴ τῆς Εὐρώπης, ὅταν προσήγγιζε ὁ ἐκλογικὸς ἀγὼν ἐν Λονδίνῳ. Αἱ ἄλλαι δυνάμεις ἦσαν εὐνοϊκῶς διατεθειμέναι, καὶ ἐνόμιζον ὅτι αἱ ἀξιώσεις τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἄξιαι ὑποστηρίξεως οὐδὲ ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀποῤῥιφθῶσι ἢ τροποποιηθῶσιν. Ἀντὶ τῆς ἀρνουμένης αὐτὰς Ἀγγλικῆς κυβερνήσεως ὑπῆρχε τὸ κόμμα τῶν φιλελευθέρων ἡ ἀντιπολίτευσις ὑποβοηθουμένη ὑπὸ τοῦ δημοσίου φρονήματος. Τὸν κ. Βαδιγκτῶνα διεδέχθη ἄλλος πρωθυπουργὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Γαλλίας, καὶ ἡ γνώμη τοῦ περιφανοῦς Γαμβέτα ἐκράτει πλέον ἐν τῇ Γαλλικῇ κυβερνήσει. Προβαίνοντος τοῦ χρόνου καὶ προσεγγιζουσῶν τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν ἡ πίεσις τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ τοῦ κόμματος τῶν οὐΐγων ἐγένετο μᾶλλον ἐπαισθητὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ λόρδου Βήκονσφιλδ. Ἡ δημοσιογραφία, τὰ συλλαλητήρια, πάντα αὐτὰ ἠνάγκαζον τὴν κυβέρνησιν τοῦ λόρδου νὰ ὑποχωρῇ ἑκάστοτε κατὰ βῆμα εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ ἑλλην. ζητήματος διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν ποίησιν ἡ ὁποία ἐγίνετο εἰς αὐτὴν, προέβαλε τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνω ἐντεῦθεν ὁ πρώην πρωθυπουργός. Κατὰ τὰς παραμονὰς τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος, τοῦ ὁποίου τὰ ἀποτελέσματα ἦσαν ἄδηλα, ἠδύνατό τις νὰ εἰκάσῃ τὶ ἔμελλε νὰ γείνῃ ἂν ὁ ἐκλογικὸς ἀγὼν ἀπέβαινε κατὰ τοῦ συντηρητικοῦ κόμματος· ἤθελον κληθῆ εἰς τὴν Κυβέρνησιν οἱ ἐλευθερώτεροι καὶ εἰλικρινέστεροι τῶν φίλων τῆς Ἑλλάδος. Καὶ πάλιν ἂν κατὰ τὸν ἀγῶνα ἐπετύγχανε τὸ κόμμα τῶν Τόρεων ἡ πλειονοψηφία αὐτῶν ἤθελεν εἶσθαι τόσον ἀσθενὴς, ὥστε ἤθελαν εὑρεθῆ ἠναγκασμένοι νὰ διατελῶσι ὑπὸ τὴν διηνεκῆ πίεσιν καὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ τοῦ δημοσίου φρονήματος, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἤδη καταδηλωθῆ ὑπὲρ τῶν ἑλληνικῶν συμφερόντων, Κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐγίνετο ὑπουργικὴ μεταβολή. Σᾶς ὡμίλησε χθὲς ὁ χθὲς ἀγορεύσας περὶ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ τύπου καὶ περὶ τῶν ἐντυπώσεων, αἵτινες ἐγένοντο εἰς τὴν δημοσιογραφίαν τῆς Εὐρώπης καὶ εἰς τὸν πολιτικὸν κόσμον ἐκ τῆς πτώσεως τοῦ ὑπουργείου τὴν ὁποίαν ἐπέφερον ἡ ψῆφος σας κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνόδου ταύτης καὶ τῆς ἀναῤῥήσεως τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Μεσσήνης εἰς τὴν ἕδραν τοῦ πρωθυπουργοῦ. Δὲν σᾶς εἶπεν ὅμως τὶ ἐν Εὐρώπῃ ἔκρινον οἱ φίλοι τῆς Ἑλλάδος, ὅταν ἡ κυβέρνησις ἡ παρελθοῦσα ἀδυσωπήτω; διετίαν ζητοῦσα νὰ ἀνατρέψῃ τὴν προκάτοχον αὐτῆς, ἀνεβιβάζετο τέλος πάντων κατὰ τὴν 10 Μαρτίου εἰς τὴν ἀρχήν. Δὲν σᾶς εἶπε τὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος ἤκουσαν ἐν ταῖς Μητροπόλεσι, περὶ τῆς γνώμης, ἣν ὁ πολιτικὸς κόσμος, ὅστις μεριμνᾷ οὐχὶ περὶ τοῦ ὑπουργικοῦ χαρτοφυλάκου τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους, ἀλλὰ περὶ τῆς ἐπιτυχίας καὶ καλῆς διεξαγωγῆς τῶν ἑλληνικῶν, συμφερόντων, τί ὁ πολιτικὸς κόσμος ἔκρινε περὶ τῆς μεταβολῆς ἐκείνης, ἥτις τότε ἐγένετο. Ἀλλὰ χθὲς ἠκούσατε μίαν ἀλήθειαν. Χθὲς ὡμολόγησεν ἐνώπιόν σας ὁ χθὲς ἀγορεύσας, ὅτι ὄχι μόνον πρὸ τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος δὲν ἠδύνατο νὰ ὑποθέσῃ ὅτι τοιαῦτα ἤθελον ἐπέλθει εἰς αὐτὸν ἀποτελέσματα, ἀλλ’ ὅτι καὶ μετὰ τὴν ἀνάῤῥησιν τῆς νέας Ἀγγλικῆς κυβερνήσεως, ἡ ὁποία νῦν διευθύνει τὰς τύχας τοῦ Ἀγγλικοῦ κράτους, ὅτι καὶ μετὰ τὴν ἀνάῤῥησιν αὐτῆς ἐδίσταζε περὶ τῆς πολιτικῆς τὴν ὁποίαν ἔμελλε νὰ μετέλθῃ καὶ δὲν εὗρεν διατυπωθεῖσαν τὴν πολιτικὴν τῆς νέας Ἀγγλικῆς κυβερνήσεως εἰμὴ μόνον ὅταν ἐπρότεινε τὴν συνδιάσκεψιν τοῦ Βερολίνου. Λυποῦμαι, κύριοι, διὰ τὴν ὁμολογίαν ταύτην. Τὴν ἔβλεπον μακρόθεν ἐνδεικνυομένην ὑπὸ τῶν πράξεών σας, τὴν ἀνεγίνωσκον μαρτυρουμένην ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων σας, δὲν ἐπίστευον ὅμως ὅτι ἠθέλετε τὴν ὁμολογήσει. Ὅταν ἄνθρωποι, ὡς ὁ Γλάδστων, γίνεται πρωθυπουργὸς, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς οὐδένα νὰ ἀμφιβάλλῃ ἂν κυβερνῶντες μέλλωσι νὰ μείνωσι πιστοὶ εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὡς ἀντιπολιτευόμενοι ἔλεγον. Αὐτὰ δυνατὸν νὰ γίνωνται ἐν Ἑλλάδι, δὲν γίνονται ἐν Ἀγγλίᾳ. Ὁ Γλάδστων, ὅστις ἔγραψε τρεῖς διατριβὰς ὑπὲρ τοῦ ἑλληνικοῦ ζητήματος καὶ τῶν Ἑλλήνων, ὁ Γλάδστων, ὅστις ἤλλεγξε τὴν κυβέρνησιν ὡς παρεμβάλλουσαν προσκόμματα εἰς τὴν διεξαγωγὴν καὶ προκοπὴν καὶ περαίωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ ζητήματος, ὁ σὶρ Δίλκε, ὁ ὁποῖος ἦτο πρόεδρος τοῦ ἐκτελεστικοῦ τοῦ Φιλελληνικοῦ συλλόγου, ὁ λόρδος Ἅρτιγκτων, ὁ ὁποῖος ἐξεφράσθη ἀπειράκις ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ ζητήματος, τὸ κόμμα ἅπαν τῶν Οὐΐγων, καλούμενον εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἦτον ἀδύνατον νὰ ῥίψῃ τὴν σημαίαν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ ἀντιπολίτευσις, τρεπόμενον εἰς τὴν ταπεινὴν ἀσχολίαν πῶς νὰ δυνηθῇ νὰ συντηρηθῇ εἰς τὴν κυβέρνησιν! Ὅταν τις ἤκουσε τὸ ὄνομα τοῦ Γλάδστωνος, ὡς προέδρου τοῦ Ἀγγλικοῦ ὑπουργείου, εἶχε καθῆκον νὰ εἴπῃ ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα ἤθελε κανονισθῆ, καὶ ἤθελε κανονισθῆ κατὰ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς αὐτὸ ἡ Ἑλλάς. Καὶ ἂν τὸ καθῆκον τοῦτο δὲν τὸ ἐξετέλει, ἐὰν ἐδίσταζε, μικρὰν καὶ ἐπιπολαίαν ἐμαρτύρει συνείδησιν πρὸς τὰς σημαίας τοῦ καθήκοντος τοῦ πολιτευομένου, ἐμαρτύρει δὲ ὅτι ἐστερεῖτο οὐ μόνον προνοίας ἀλλὰ καὶ γνώμης τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ περὶ ἀνθρώπου, οἷος ὁ Γλάδστων. Ἀλλ’ ἡμεῖς πρὸ μὲν τοῦ Μαρτίου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπῆλθον αἱ βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ ἐν Ἀγγλίᾳ ἠσχολούμεθα νὰ διαψεύδωμεν τὴν κυβέρνησιν ἡ ὁποία ἐβεβαίου ὅτι ὑπάρχει ἐξωτερικὸν ζήτημα ἐκκρεμὲς, ἠσχολούμεθα νὰ πείθωμεν τὸ κοινοβούλιον, ὅτι πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τοῦ βωδολογικοῦ συστήματος, νὰ εἰσαγάγωμεν σκάνδαλα καταγγέλλοντες τοὺς νομάρχας, ὅτι αὐτοὶ εἶπον ὅτι πρέπει νὰ ἐκφρασθῇ ὁ τόπος ὅτι τὰ Ἰωάννινα πρέπει νὰ μείνωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ τέλος πάντων ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ποθητὸν ἀποτέλεσμα, νὰ σχηματίσωμεν τὴν κυβέρνησιν τῆς 10ης Μαρτίου, ἀφ’ οὗ δ’ αὕτη ἐσχηματίσθη καὶ ἐγένοντο ἐκλογαὶ καὶ ἔπεσεν ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τῆς Ἀγγλίας τὸ συντηρητικὸν κόμμα, καὶ οἱ Οὐΐγοι κερδήσαντες τὴν πλειονοψηφίαν ἐκλήθησαν εἰς τὴν ἀρχὴν, καὶ ὑπεχώρησεν ὁ Ἅρτιγκτων καὶ ὑπεχώρησεν ὁ λόρδος Γρανβὴλ πρὸ τοῦ Γλάδστωνος, καὶ ἐγένετο ὁ Σὶρ Δίλκε ὑφυπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, ἡ νέα ἑλληνικὴ κυβέρνησις ἐδυσπίστει ἀκόμη καὶ ἀμφίβαλε ποία ἔμελλε νὰ διατυπωθῇ ὑπ’ αὐτῶν πολιτικὴ ἐπὶ τοῦ ἑλληνικοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ διετυπώθη, καὶ τοιαύτη ὁποία εἶχεν διατυπωθῆ ὑπὸ τῶν ἐπιφανῶν ἐκείνων πολιτικῶν τοῦ μεγάλου ἐκείνου κράτους, πρὶν ἀναβῶσιν εἰς τὰς ἕδρας τῶν κυβερνώντων, καὶ διετυπώθη διὰ τῆς προσκλήσεως, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε πρὸς συγκρότησιν τῆς συνδιασκέψεως τοῦ Βερολίνου. Ἡ συνδιάσκεψις τοῦ Βερολίνου συνετελέσθη, ἡρμήνευσε τὸ 13 πρωτόκολλον κατὰ τὰς ἀξιώσεις τῆς Ἑλλάδος, καὶ τό τε ἀνέγνωμεν εἰς ἐφημερίδα τῆς ὁποίας εἶναι γνωστοὶ oἱ δεσμοὶ μετά τινος τῶν πολιτευομένων, ὁ ὁποῖος ἡγεῖται πολυμελοῦς κόμματος, ἀνέγνωμεν ὅτι ἰδοὺ τέλος πάντων ὅτι τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα ἐγεννήθη σήμερον (ἱλαρότης). Ἀλλὰ κατὰ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν κατ’ αὐτοὺς ἐγεννήθη τὸ ἑλληνικὸν ζήτημα δηλ. κατὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1880 τὴν στιγμὴν ἐκείνην δὲν ἐγεννήθη, ἀλλ’ ἑρμηνεύθη τὸ 13 πρωτόκολλον, διότι συνεκλήθη ἡ ὁμοφωνία τῶν μεγάλων δυνάμεων, διότι ἤρθη τὸ μόνον πρόσκομμα πρὸς τὴν ὁμοφωνίαν τὸ ὁποῖον ἀπετέλη ἡ ἐπίμονος ἄρνησις τοῦ συντηρητικοῦ ὑπουργείου τῆς Ἀγγλίας. Ἀλλὰ ἡ ὁμοφωνία ἐκείνη μᾶς εὗρε καταγινομένους νὰ δηλώνωμεν τοὺς βόας καὶ νὰ ἀνευρίσκωμεν τοὺς ἀποκρυβέντας ἀπὸ τῆς δηλώσεως ἡμιόνους διὰ νὰ ἐπιβάλλωμεν τὸν φόρον, δι’ οὗ ἀντικαθιστῶμεν τὴν δεκάτην. Καὶ σᾶς εἶπεν χθὲς ὁ χθὲς ἀγορεύσας ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐλέγχετε καὶ μυκτηρίζηται ἤτοι τὴν ἀντικατάστασιν τῆς δεκάτης διὰ τοῦ φόρου τῆς βωδολογίας, ὡς τὴν ὠνόμασαν, ἦτον στρατιωτικὴ παρασκευὴ τῆς χώρας (ἱλαρότης). Τινὲς τῶν συνελθόντων χθὲς παρ’ ἐμοὶ μετὰ τὸ πέρας τῆς συνεδριάσεως ἔλεγον ἀστεϊζόμενοι, ὅτι κατὰ τοὺς ἀρχαίους χρόνους τὰ κτήνη ἐχρησίμευον εἰς τοὺς πολέμους. Ἀλλ’ ἠπόρουν πῶς ὁ ἐπὶ τῶν βοῶν καὶ ἀροτριώντων κτηνῶν νόμος συνετέλεσεν εἰς τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας; Συνετέλεσεν κατὰ τὴν ἀρχαιότητα οἱ χοῖροι’, ὅταν ἐδίωκον τοὺς ἐλέφαντας διὰ τῶν γρυλισμῶν των, συνετέλουν ἄλλοτε οἱ βόες, ὅταν περιέδενον εἰς τὰ κέρατα αὐτῶν λαμπάδας, καὶ τοὺς ἀπέστελλον εἰς τοὺς ἀγροὺς τῶν πολεμίων διὰ νὰ κάμωσιν τὰς θυμονίας καὶ τοὺς καρποὺς αὐτῶν, διὰ νὰ ἀφαιρέσωσι τὴν τροφὴν τῶν ἐχθρῶν. Ἀλλ’ ἡ ἐπιβολὴ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἡ ἀποτελέσασα τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας πῶς συνετέλεσε; Αὐτὸ ἐμποιεῖ τοῖς πᾶσιν ἔκπληξιν (ἱλαρότης). Καὶ μᾶς εἶπεν ὁ χθὲς ἀγορεύσας, μήπως σεῖς οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐλέγχετε ὅτι κατὰ τὸν Ἰούνιον τοῦ 1880, ὅταν συνῆλθε καὶ εἰργάσθη ἡ ἐν Βερολίνῳ συνδιάσκεψις, ὅτι δὲν εἴμεθα στρατιωτικῶς ἕτοιμοι, μήπως σεῖς εἶσθε ἕτοιμοι ὅταν κατελίπετε τὴν κυβέρνησι; Ἰδοὺ ἡμεῖς οἱ ἐλθόντες νὰ κυβερνήσωμεν τὴν 10 Μαρτίου, δέκα τέσσαρας μόνον χιλιάδας στρατιωτῶν εὕρομεν ἀναβαίνοντας μετὰ τῶν ἀξιωματικῶν εἰς 15 χιλιάδας: Ποίαν βλάβην ἐφέραμεν ἡμεῖς; ἡμεῖς μάλιστα οἱ ὁποῖοι ἐμπεριελάβομεν εἰς τὸν στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν διατάξεις τοιαύτας, ὥστε μᾶς ἦτο εὔκολον ἄνευ τῆς ἐπιστρατεύσεως νὰ ἔχωμεν ἕτοιμον στρατὸν ἐξ 25,000; Ἀληθῶς’ ἀπετέλουν μέλος τῆς κυβερνήσεως ἥτις ὑπῆρχε πρὸ τῆς 10 Μαρτίου, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐκείνη κατὰ τὴν 6 Μαρτίου ὅτε κατέλιπε τὴν ἐξουσίαν δὲν εἶχε παρασκευὴν τῆς χώρας ἀνάλογον πρὸς τὰς ἀνάγκας, αἵτινες ὑπῆρχον. Ἀλλὰ δὲν εἶχε διότι ἡ κυβέρνησις ἐκείνη δὲν ὑπῆρχε ἀπὸ τοῦ Δβρίου μηνός. Τὸν Δβριον μῆνα ἔχασε τὴν πλειοψηφίαν, εἰσηγουμένου τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς τοῦ σοφοῦ φίλου μου, πρότασιν ἀποῤῥίψαντος νομοσχεδίου διὰ τοῦ ποίου ἐζητήσαμεν δραχ. 25,00000 διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ κράτους καὶ διὰ νὰ πληρώσωμεν τὰ πρὸς συντήρησιν τῆς τάξεως καὶ ἐξακολούθησιν τῆς διοικήσεως, ἐπιβαλλόμενα ἡμῖν ὑπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ χρέη. Ἡ βουλὴ ἐξέφρασε τὴν δυσπιστίαν της καὶ ὁ πρωθυπουργὸς παρῃτήθη. Προσεκλήθη ὁ ἡγέτης τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀλλὰ δὲν ἠθέλησε νὰ δεχθῇ νὰ κυβερνήσῃ διὰ νὰ εὕρῃ εὐρυτέραν τὴν βάσιν· διότι δὲν ἤρκει εἰς αὐτὸν ἡ ἀριθμητικὴ πλειονοψία διὰ νὰ εὕρῃ δ’ εὐρύτερα τὴν βάσιν ἔργα ἡ κυβέρνησις ἐκείνη παραλελυμένη, ἀσθενὴς, καὶ ὑβριζομένη ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τοῦ κοινοβουλίου τὴν ὁποίαν τότε δὲν εἶχεν, ἢ ἂν εἶχεν ἦτο πλειοψηφία ἀμφιῤῥέπουσα καὶ κλονιζομένη, καὶ ἡ κυβέρνησις ἐκείνη ἔχει βίον ἀνοχῆς, οὐχὶ δὲ βίον κυβερνητικῆς ὑπάρξεως διότι τὸ εἶπε πολλάκις ὁ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως καὶ ἐγὼ ᾐσθανόμην αὐτὸ ὡσαύτως. Ποίαν παρασκευὴν στρατιωτ. τῆς χώρας ἠθέλατε τότε, ὅτε εἰς τὴν Βουλὴν ὑπῆρχε τὸ φρόνημα, ὅτι αἱ οἰκονομίαι θέλουσι σώσει τὸν τόπον· ὅτε ἡ ἀντιπολίτευσις ἔλεγεν, ὅτι τὴν Ἑλλάδα θέλει σώσει τὸ πρόγραμμα τοῦ βουλευτοῦ Παρνασίδος, τὸ ὁποῖον πρόγραμμα ἐπέτρεπε τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας, μόνον ἀπὸ τὰ περισσεύματα τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ τὸ ὁποῖον πρόγραμμα εἶχε τότε τὴν πλειονοψηφίαν ὡς ἔλεγεν ὁ ἐκ Μεσολογγίου βουλευτὴς, ἀλλ’ ἔμελλε νὰ ἀποκτήσηται τὴν παμψηφίαν τοῦ κράτους. Ἡ κυβέρνησις ἦτο ἀσθενὴς, παρελύετο ὑπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ὁποία οὐδὲ τὴν κυβέρνησιν ἄφινε νὰ ἐργασθῇ, οὐδὲ αὐτὴ ἥρπαζε τὴν κυβέρνησιν διὰ νὰ ἐφαρμώσῃ τὸ σύστημά της, διότι τῆς ἔλλειπε ἀκόμη ἀπὸ αὐτὴν τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα, ἔπρεπε νὰ σᾶς τὸ ἐκθέσῃ, διὰ νὰ ἀποκτήσῃ εὐρείας βάσεις, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ ἔλθῃ νὰ κυβερνήσῃ κατὰ τὸ φρόνημα τοῦ ἔθνους καὶ τὸ φρόνημα τοῦ ἡγεμόνος. Ἂν λοιπὸν κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1880 δὲν εὑρέθη στρατιωτικῶς παρεσκευασμένος ὁ τόπος, τὸ ὀφείλομεν εἰς τὴν πλειοψηφίαν, ἥτις ἐσχηματίσθη τὴν 10 Μαρτίου, εἰς τοὺς πολίτας τῆς πλειοψηφίας αὐτῆς εἰς τὴν κυβέρνησιν τῆς 10 Μαρτίου. Καὶ ἂν δὲν εὑρέθη στρατιωτικῶς παρεσκευασμένος ὁ τόπος ἐπῆλθεν ἡ ζημία, ἡ ζημία νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ ἀσφαλισθῇ ἀπὸ τὴν ὁμοφωνίαν τῶν δυνάμεων, ἀλλὰ νὰ ἀφήσῃ νὰ παρέλθῃ ἡ πολύτιμος ἐκείνη στιγμὴ, μετὰ τὴν πάροδον τῆς ὁποίας ἐνεφανήσθησαν καὶ ἐπιπροσθοῦντο εἰς τὴν ὁμοφωνίαν συμφέροντα ἀντίθετα καὶ γνῶμαι διεστῶσαι. Καὶ ἰδοὺ παρεμείναμεν μὲ τὴν δᾷδα εἰς τὰς χεῖρας διὰ νὰ ἴδωμεν ἐν τῷ σκότει ἐὰν θὰ ἐπέλθῃ ὁμοφωνία ἢ, ἐὰν δὲν ἐπέλθῃ ἂν θὰ ὑπάρξῃ δύναμίς τις ἐν Εὐρώπῃ ἡ ὁποία θέλει ἀναλάβει τὸ ἔργον τῆς ἐκτελέσεως τοῦ 13 πρωτοκόλλου, ἢ τοὐναντίον. Ἤκουσα νὰ λέγωσιν, ὅτι θὰ ἀναλάβωμεν ἡμεῖς τὸ ἔργον. Δὲν διερμηνεύω τὸ ἐμὸν φρόνημα, ἐπανέλαβεν ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον ὁ χθὲς ἀγορεύων εἶπεν, ὁμιλῶν περὶ τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ λέγων ὅτι ἡ ἐπιστράτευσις εἶχε σκοπὸν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ βουλεύματος τῆς ἐν Βερολίνῳ συνδιασκέψεως μετὰ τῶν δυνάμεων. Δὲν γνωρίζω τὶ ἠννόει λέγων ταῦτα, ἂν ἠννόει ὁμοφωνίαν τῶν δυνάμεων πασῶν ἢ τινων ἐξ αὐτῶν, οὐδὲ γνωρίζω ἂν τοῦτο τὸ ὁποῖον εἶπεν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγράφη ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ, ἢ τὸ ὁποῖον κατὰ διάφορον τρόπον ἐλέχθη πρὸ ἡμερῶν, ἐν τῇ Βουλῇ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ χθὲς ἀγορεύσαντος.
§66ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§67ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τελειόνω ἀμέσως. — Καὶ ἀφοῦ ἀπωλέσθη ἡ πολύτιμος αὕτη στιγμὴ, ἀφοῦ ἐπῆλθον τὰ συμβεβηκότα τὰ ὁποῖα ἔπειθον πάντας ὅτι ἡ ὁμοφωνία πλέον τῆς Εὐρώπης διεταράχθη, τότε ἐσυλλογίσθησαν τὴν μεγάλην εὐθύνην τὴν ὁποίαν ἀνέλαβον ἐκεῖνοι ὅσοι παρεκώλυσαν τὴν Ἑλλάδα τοῦ νὰ πολιτευθῇ ὄντως, ὥστε νὰ ὠφεληθῇ ἀπὸ τὴν ὁμοφωνίαν τῶν Δυνάμεων. Καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῆς 10 Μαρτίου, τοῦ ὁποίου ἡγεῖτο κατὰ τὴν εὐθύνην πάντων τῶν ἄλλων, ἐζήτησε νὰ σωθῇ, ἐζήτησε νὰ περικαλύψῃ τὴν εὐθύνην του, ἐπιδεικνύων εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαὸν τὸ εὐγενὲς φρόνημα καὶ τὴν ῥώμην τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων. Συνεκάλεσε τὴν ἐπιστράτευσιν, μὴ γνωρίζων εἰς τὶ θὰ χρησιμεύσῃ. Συνεκάλεσε τὴν ἐπιστράτευσιν διὰ νὰ περικαλύψῃ τὴν ἰδίαν αὑτοῦ εὐθύνην, διὰ νὰ δώσῃ εἰς τὸν κόσμον νὰ πιστεύσῃ ἢ νὰ ὑποθέσῃ ὅτι τὸ μέτρον τῆς ἐπιστρατεύσεως ἦτο ἐκεῖνο ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐξήρτητο ἡ ἐπιτυχία τῶν Ἑλληνικῶν σκοπῶν. Ἐγὼ δὲν ἐτελείωσα ἀκόμη τὴν ἀγόρευσίν μου, ἔφθασα αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς τὰ δύο πορίσματα τῆς οἰκονομικῆς διοικήσεως καὶ τῆς πολιτικῆς διοικήσεως τοῦ παρελθόντος ὑπουργείου. Τὰ δύο πορίσματα ἦσαν ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Τραπέζης καὶ ἡ ἐπιστράτευσις. Μοὶ μένει νὰ ἐξετάσω ἑκάτερον τῶν δύο τούτων μέτρων, μοὶ δίδετε δὲ τὴν ἄδειαν αὔριον νὰ ἐπαναλάβω τοὺς λόγους μου (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 6¼ μ. μ.