1880.11.20
1.997 στίχοι · 15.615 λέξεις · 84 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 27
τῆς 20 Νοεμβρίου 1880.
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καράλης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς συμβάσεως τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς Τραπέζης. Θὰ τυπωθῇ. Τινὲς ἐκ Τεγέας ζητοῦσι ν’ ἀπαλλαχθῶσι τῶν ποινῶν, αἵτινες ἐπεβλήθησαν εἰς αὐτούς, ὡς μὴ δηλώσαντας γαίας δῆθεν κατακλυζομένας ὑπὸ τῶν ὑδάτων παρακειμένης λίμνης. Θὰ σταλῇ ἡ ἀναφορά των εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§2Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ παραπονοῦνται· πρέπει λοιπὸν νὰ σταλῇ ἡ ἀναφορά των εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον, ἐὰν ἔχωσι δίκαιον, θὰ θεραπεύσῃ τὰ παράπονά των.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σταλῇ λοιπὸν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ Δ. Οἰκονόμου ζητεῖ μηνιαίαν περίθαλψιν διὰ τὰς πρὸς τὴν πατρίδα ὑπηρεσίας του. Θὰ σταλῇ ἡ ἀναφορά του εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§4Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, διάφοροι κάτοικοι τοῦ Δήμου Στυμφαλίας τῆς ἐπαρχίας Κορινθίας, οὔτε πολλοὶ οὔτε ὀλίγοι, ἀλλὰ περὶ τοὺς 250, μοὶ ἔστειλαν ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλήν, διὰ τῆς ὁποίας καταγγέλλουσιν, ὅτι τολμηροὶ κερδοσκόποι, συνομολογήσαντες πρὸς ἀλλήλους ἀμοιβαίαν συνδρομὴν καὶ ὑπὸ κοινοῦ συμφέροντος κινούμενοι, ἐπέδραμον εἰς τὸν Δῆμον Στυμφαλίας πρὸς κατάληψιν τῶν ἰδιοκτησιῶν, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς ἀποξηράνσεως μικρᾶς τινος λίμνης, ὅτι ἔθεσαν ὅριον, εἰς τὸ ὁποῖον συμπεριέλαβον ἀντὶ 300 στρεμμάτων, τὰ ὁποῖα κατακλύζονται κατὰ περιόδους, ἔκτασιν πλέον τῶν 5,000 στρεμμάτων, ἐπισείοντες τὴν ἐξαιρετικὴν εὔνοιαν τῆς Κυβερνήσεως περὶ παραχωρήσεως αὐτῶν. Παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ὅπως τὴν ἀναφορὰν ταύτην ἀποστείλῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ὁποῖον νὰ μελετήσῃ ἐπισταμένως τὰ ἔγγραφα, καὶ νὰ προστατεύσῃ τοὺς κατοίκους ἀπὸ τὴν ἀφαίρεσιν ταύτην τῆς ἰδιοκτησίας· ἰδίως παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦ ὁποίου ἡ καρδία ἀείποτε ἐκάμφθη διὰ τὰ δεινὰ τῶν φορολογουμένων, νὰ μεριμνήσῃ σπουδαίως ὑπὲρ τῆς ὑποθέσεως ταύτης καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Εἶνε ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς συμβάσεως.
§7ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶνε αἱ πιστώσεις, κύριε πρόεδρε;
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν θέλῃ ἡ βουλή.
§9ΤΙΝΕΣ. Ἂς περάσουν αἱ πιστώσεις.
§10ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ αὐτὸ εἶνε, κύριε πρόεδρε. Ἐγὼ θὰ λάβω τὸν λόγον.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῶν πιστώσεων ἢ ἐπὶ τῶν συμβάσεων;
§12ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀδιάφορον, καὶ ἐπὶ τῶν δύω.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε.
§14ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀδιαφορῶ, κύριοι, ἐὰν περὶ τῶν πιστώσεων ἢ ἐὰν περὶ τῆς συμβάσεως πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν πρόκηται ἡ συζήτητις, διότι φρονῶ, ὅτι ἀμφοτέρων δέον νὰ προηγηθῇ ἡ πολιτικὴ συζήτησις. Ἡ πολιτικὴ αὕτη συζήτησις προεκλήθη, ὁ δὲ κ. ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑπουργός, ἀπόντος τοῦ προέδρου τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ἐδήλωσε χθὲς, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην τῆς κυβερνήσεως ἡ συζήτησις αὕτη δέον νὰ γένηται προκειμένης τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολγισμοῦ, ὅστις θέλει ὑποβληθῆ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας. Διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῆς γνώμης αὐτοῦ ταύτης· φρονῶ τοὐναντίον, ὅτι εἶνε ἀνάγκη νὰ συζητήσωμεν περὶ τῆς πολιτικῆς καταστάσεως τῆς χώρας, περὶ τοῦ προγράμματος τοῦ ὑπουργείου, περὶ τοῦ προγράμματος τῆς βουλῆς, περὶ τῶν γενομένων καὶ περὶ τῶν γενησομένων, πρὶν ἢ ἀποφανθῶμεν περὶ τῶν πιστώσεων καὶ περὶ τῶν συμβάσεων, διότι αἱ πιστώσεις καὶ αἱ συμβάσεις ἔχουσι πολλῷ μεγαλειτέραν σπουδαιότητα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ προϋπολυγισμὸς περιέχει δαπάνας τὸ πολὺ ἀναλλοιώτους, αἱ δὲ δαπάναι περὶ ὧν προνοοῦσιν αἱ πιστώσεις εἶναι ἀνώτεραι τοῦ ὅλου ποσοῦ τοῦ περιεχομένου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων. Εἶναι δὲ πᾶσαι δαπάναι ἐφ’ ὧν δύνανται νὰ ἐπέλθωσι μεταβολαί. Ψηφίζοντες τὰς πιστώσεις, προαποφασίζομεν τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι αἱ πιστώσεις αὗται, καί τοι ἀφορῶσιν εἰς δαπάνας γενησομένας ἐντὸς τοῦ ἔτους 1880, πράγματι ὅμως αἱ δαπάναι γίνονται τὸ πλεῖστον χάριν τῶν ἀναγκῶν τοῦ 1881. Πᾶσα σχεδὸν ἡ ἔκτακτος προμήθεια τοῦ ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ διὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος γίνεται διὰ τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας πρόκειται ἤδη νὰ ψηφίσωμεν· ἐπίσης δὲ καὶ ἡ ἐξεύρεσις τῶν μέσων, δι’ ὧν θέλομεν ἐπαρκέσει εἰς τὰς δαπάνας τὰς ἐκ τῶν πιστώσεων καὶ εἰς τὰς δαπάνας τὰς ἐκ τοῦ ἐκτάκτου προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπιόντος ἔτους ἐν μέρει πραγματοποιεῖται διὰ τῶν συμβάσεων, περὶ ὧν ἤδη πρόκειται. Ὥστε πρὶν ἡ βουλὴ προβῇ εἰς ἀπόφασιν περὶ τῶν πιστώσεων καὶ τῶν συμβάσεων πρέπει νὰ μάθῃ παρὰ τῆς κυβερνήσεως, τίνος χάριν ζητοῦνται αἱ πιστώσεις αὗται, ποία εἶνε ἡ κατάστασις τῆς χώρας, τὴν ὁποίαν κατέλιπε τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον, καὶ κατὰ πόσον τὸ κράτος εἶνε ὑποχρεωμένον ἐκ τῆς καταστάσεως ἐκείνης καὶ κατὰ πόσον εἶνε ἐλεύθερον, ποῖος εἶνε ὁ σκοπὸς, εἰς ὃν τείνομεν καὶ ποῖα εἶνε τὰ μέτρα τὰ κατάλληλα πρὸς τὸν σκοπὸν, καὶ ποία ἡ ἔκτασις τῶν δαπανῶν, αἵτινες θέλουσιν ἀπαιτηθῇ, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τοῦ σκοποῦ. Περὶ πάντων τούτων οὐδεμία ἐγένετο συζήτησις, καὶ δὲν εἶνε ἡ κατάλληλος ὥρα πρὸς τοιαύτην συζήτησιν, ὡς προτείνει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ἡ κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπιόντος ἔτους· ἡ κατάλληλος ὥρα εἶνε ἡ παροῦσα, εἴτε περὶ πιστώσεων εἴτε περὶ συμβάσεων πρόκειται. Ἠκούσαμεν ἐνταῦθα, ὅτι ἡ βουλὴ εἶνε δεσμευμένη ἐκ τῶν ἐνεργειῶν τῆς προκατόχου κυβερνήσεως καὶ ἠκούσαμεν τοῦτο παρὰ βουλευτῶν· ἠκούσαμεν καὶ παρὰ τῆς κυβερνήσεως ἰδέας τινας, αἵτινες σχετίζονται πρὸς τὴν τοιαύτην γνώμην, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ διευκρινίσωμεν, ἐὰν ἡ κυβέρνησις συμμερίζεται τὴν γνώμην τῶν μετ’ αὐτῆς τεταγμένων βουλευτῶν ἐκείνων· ἠκούσαμεν τοῦ κ. βουλευτοῦ Πατρῶν, ἰσχυριζομένου, ὅτι ὁ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ κυβέρνησις εἶνε δεσμευμένη, ἀνέγνωμεν ὅμως καὶ ἠκούσαμεν, ὅσα εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν καὶ ἡμεῖς δὲν ἠδυνήθημεν νὰ εἴπωμεν μετὰ βεβαιότητος, ἐὰν τὰ παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα εἶχον τὴν ἔννοιαν, ἣν εἰς αὐτὰ ἀπέδωκεν ὁ κ. βουλευτὴς Πατρῶν· διότι ἐνδιαφέρει τὴν Βουλὴν νὰ γινώσκῃ, τί περὶ τούτου φρονεῖ ὁ κ. βουλευτὴς Πατρῶν καὶ τὶ φρονοῦσιν ἄλλοι βουλευταί, ἀλλὰ τὸ ἐνδιαφέρον εἶνε πολὺ ἔλασσον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, ἵνα γινώσκωμεν, τί φρονεῖ ἡ κυβέρνησις διότι, ἐὰν ὁ κ. βουλευτὴς Πατρῶν ψηφίζῃ τὰς πιστώσεις καὶ τὰς συμβάσεις, διότι θεωρεῖ ἑαυτὸν δεσμευμένον, τοῦτο δὲν ἔχει τόσῳ μεγάλην σημασίαν πολιτικήν· μεγίστην ὅμως ἔχει πολιτικὴν σημασίαν, ἐὰν ἡ κυβέρνησις ὑπέβαλε τὰς πιστώσεις καὶ τὰς συμβάσεις οὐχὶ διότι ἔχει πεποίθησιν εἰς αὐτάς, ἀλλὰ διότι θεωρεῖ, ἑαυτὴν δεσμευμένην ἐκ τῶν πράξεων τῶν προκατόχων. Τοῦτο κυρίως τὸ ζήτημα, ἐὰν ἡ βουλὴ εἶνε ἐλευθέρα εἰς τὰς ἐνεργείας αὐτῆς, ἢ ἐὰν εἶνε δεσμευμένη, εἶνε τὸ πρῶτον, ὅπερ πρέπει νὰ διευκρινίσωμεν, πρὶν ἢ προέβωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τὴν προκειμένην, ὅπως γινώσκωμεν, ἐὰν ἡ συζήτησις ἦνε σπουδαία· διότι δὲν εἶνε σπουδαία ἡ συζήτησις, ἐὰν, ὅπως φρονοῦσιν ὁ κ. βουλευτὴς Πατρῶν καὶ ἄλλοι βουλευταί, μετ’ αὐτῶν συντασσόμενοι, ἡ Βουλὴ ἦνε δεσμευμένη ἐκ τῶν ἐνεργειῶν τῆς προκατόχου κυβερνήσεως. Τὸ κατ’ ἐμέ, ἡ Βουλὴ οὐδόλως εἶνε δεσμευμένη ὑπὸ τῶν πράξεων ἐκείνων. Ἐὰν ἡ προκάτοχος κυβέρνησις εἶχεν ἐκθέσει τὴν χώραν εἰς δαπάνας ὑπερόγκους καὶ χρησίμους μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν, εἰς ὃν ἀφορᾷ ἡ διὰ διατάγματος κληθεῖσα ἐπιστράτευσις, ἐννοῶ, ὅτι θὰ εἶχον πολλὴν βαρύτητα αἱ σκέψεις τοῦ κ. βουλευτοῦ Πατρῶν· ἀλλ’ ὅταν αἱ δαπάναι εἰς ἃς προέβη ἡ προκάτοχος κυβέρνησις, ὅταν αἱ θυσίαι, εἰς ἃς ὑπέβαλε τὸ Κράτος, εἶνε τοιαῦται, ὥστε ἐξ αὐτῶν νὰ πορίζηται τὸ Κράτος μεγίστην ὠφέλειαν, ἀσχέτως πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἐπιστρατείας καὶ σχετικῶς πρὸς τὴν ἐν γένει ἰσχὺν τοῦ ἑλληνικοῦ Κράτους, ὅταν αἱ δαπάναι αὗται εἶνε πολλοστημόριον τῶν ὅλων δαπανῶν, εἰς ἃς θέλομεν ἐκτεθῆ συνεπείᾳ τῆς ψηφίσεως τῶν πιστώσεων καὶ τῶν συμβάσεων, φρονῶ, ὅτι δὲν δυνάμεθα προβαίνοντες εἰς τὴν συζήτησιν, νὰ θεωρῶμεν, ὅτι δὲν ἔχομεν ἐλευθέραν ἐνέργειαν. Ἡ κυβέρνησις, ὅτε ἦλθεν ἡ στιγμὴ νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ, θέματος τούτου, ὤφειλε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν μὴ δέσμευσιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας· ἀλλ’ ἡ κυβέρνησις ἐκείνη ᾐσθάνθη, ὅτι δὲν θὰ ἐδέσμευε τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν μόνον, ἐὰν προέβαινεν εἰς δαπάνας πρὸς παρασκευὴν τῆς χώρας, ἀλλὰ θὰ ἐδέσμευεν αὐτὴν ἐπίσης, ἀπέχουσα τοῦ νὰ προβῇ εἰς τὰς δαπάνας· ἡ διαφορὰ ὅμως θὰ ἦτο αὕτη, ὅτι ἐὰν μὴ προέβαινεν εἰς τὰς δαπάνας, θὰ ἐδέσμευε τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν τοῦ κ. βουλευτοῦ Πατρῶν. Ἐὰν δὲν ἐφρόντιζε νὰ ἐκγυμνάσῃ τὸν λαὸν ἀμέσως ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, καθ’ ἣν ἐφάνη ἀναγκαία ἡ ἔκτακτος αὕτη ἐνέργεια, ὁ κ. βουλευτὴς Πατρῶν θὰ εἶχεν ἐνώπιον τῆς βουλῆς εὐχερὲς τὸ ἔργον, θὰ ἔλεγεν εἰς τὴν βουλήν, ὅτι βεβαίως ἀναγκαία ἦτο ἡ ἐκγύμνασις τῆς χώρας, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἐγκαίρως, ἡ κυβέρνησις ὅμως δὲν προενόησεν ἐγκαίρως καί ἑπομένως ἐδεσμεύθη ἡ χώρα πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς μὴ ἐνεργείας, διότι ὑπάρχουσί τινες, οἵτινες θέλουσι νὰ ἦνε πάντοτε δεσμευμένοι, μὴ τολμῶντες νὰ ἀντιμετωπίσωσι τὴν εὐθύνην. Εἶχε λοιπὸν ἡ κυβέρνησις ἐκείνη καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ κατὰ τίνα τρόπον ἠδύνατο ν’ ἀφήσῃ ἐλευθέραν τὴν ἐνέργειαν τῆς βουλῆς καὶ τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς καὶ ἐθεώρησεν ὅτι, ὁ καταλληλότερος τρόπος, ἵνα ἐπιτύχῃ τούτου, ἦτο νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς μέτρα παρασκευαστικὰ τῆς ἰσχύος τῆς χώρας. Ἀλλὰ τὰ μέτρα ταῦτα διεῤῥύθμισεν ὅσον ἠδύνατο οὕτως, ὥστε ἡ ἐξ αὐτῶν ὠφέλεια νὰ μὴ σχετίζηται μόνον πρὸς τὴν ἐπιστράτευσιν. Ἤδη ἐφαρμόζεται κατὰ πρῶτον ὁ νόμος περὶ γενικῆς στρατολογίας τοῦ 1878, ἀλλ’ ἐν τῇ πρώτῃ αὐτοῦ ἐφαρμογῇ καὶ ἕως τῆς παρελεύσεως δεκαετίας ὁ νόμος οὗτος δὲν ἔχει τὴν πλήρη αὑτοῦ λειτουργίαν, διότι ὅλαι αἱ ἄνω τῆς ἡλικίας τοῦ 21 ἔτους καὶ μέχρι τοῦ 30 κλάσεις τῶν ἀνδρῶν εἶνε ἀγύμναστοι, ὁ δὲ νόμος προϋποθέτει τὰς κλάσεις ταύτας γεγυμνασμένας. Τὶ δὲ ἐπράξαμεν ἡμεῖς; Ἐκαλέσαμεν πάσας τὰς κλάσεις ταύτας εἰς ἐκγύμνασιν· τοῦτο δὲ ἦτο ἀναγκαῖον καὶ ἐὰν μὴ ἐπρόκειτο περὶ ἐπιστρατεύσεως. Καὶ ἐὰν μὴ ἐπρόκειτο περὶ ἀμέσου ἐνεργείας, θὰ ἦτο ἡ ἐκγύμνασις τῶν διαθεσίμων καὶ ἐφέδρων, ἀναγκαία συμπλήρωσις τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τοῦ 1878 Αἱ δαπάναι, εἰς ἃς προέβημεν πρὸς ἀπόκτησιν ὑλικοῦ εἶνε πᾶσαι δαπάναι χρήσιμοι ἐν γένει καὶ οὐχὶ μόνον χρήσιμοι πρὸς τὸν εἰδικὸν σκοπόν, πρὸς ὃν ἐγένοντο. Ἠκούσατε, ὁποῖον ἦτο τὸ ποσὸν τῶν δαπανῶν τούτων· εἰς 26,000,000 ἀνεβίβασεν αὐτὰς ὑπολογίσασα ἡ παροῦσα κυβέρνησις καὶ ἐξ αὐτῶν τὰ 9,000,000 εἶνε διὰ φυσίγγια καὶ τὰ φυσίγγια εἶνε πάντοτε χρήσιμα, 3,000,000 εἶνε διὰ τὸ ναυτικόν, καὶ βεβαίως τὸ ναυτικὸν εἶχεν ἀνάγκην αὐξήσεως τῆς ἰσχύος αὐτοῦ· ὑπάρχουσι προμήθειαι ἱματισμοῦ καὶ αὗται ἦσαν ἀναγκαῖαι, ἀφοῦ ἦτο χρήσιμον ἐν γένει νὰ φέρωμεν τοὺς ἄνδρας τῶν ἐννέα ἡλικιῶν, ὅπως ἐκγυμνάσωμεν αὐτούς. Οὐδεμία ἄρα δαπάνη ἐγένετο, ἥτις νὰ μὴ ὑπῆρξεν ἀπολύτως καὶ οὐχὶ σχετικῶς μόνον πρὸς τὴν ἐπιστράτευσιν χρήσιμος καὶ ἑπομένως δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἂν σήμερον φρονεῖτε τὰ ἐναντία τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ καταψηφίσητε αὐτῆς, καταδικάζομεν τὸ ἔθνος εἰς πληρωμὴν ἐπὶ ματαίῳ πάντων τῶν μέχρι τοῦδε δαπανηθέντων. Ἡ δαπάνη ἐγένετο καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει σκοπίμως, ἡ δὲ δαπάνη αὕτη εἶνε ἐλαχίστη ἀπέναντι τοῦ ὅλου ποσοῦ τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν τώρα. Ἠκούσατε, νομίζω, παρὰ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἡ ὅλη ἀναγκαία δαπάνη, εἰς ἣν πρέπει ν’ ἀποβλέψωμεν ἀνέρχεται εἰς 150,000,000 δραχμῶν· καὶ δεσμευόμεθα ἀπέναντι 150,000,000, διότι ἐδαπανήσαμεν 26,000,000! Ἐὰν ὁ κ. βουλευτὴς Πατρῶν, ἐὰν ἄλλος τις φρονῇ, ὅτι ἡ ἐπιστράτευσις ζημιοῖ τὸν τόπον, δὲν ὀφείλει νὰ συμβουλεύσῃ τὴν βουλήν, «στῆθι εἰς τὰ 26,000,000 μὴ προχώρει μέχρι τῶν 150,000,000»; Ἀλλ’ ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου τρεῖς μόνον βουλευτὰς γνωρίζω, ἔχοντας τὸ θάῤῥος νὰ εἴπωσι τοῦτο· τοὺς βουλευτὰς τούτους οὐδόλως κατακρίνω· τοὺς βουλευτὰς τούτους θεωρῶ ἀπεναντίας συμπράττοντας μεθ’ ἡμῶν, διότι θεωρῶ συμπράττοντα μεθ’ ἡμῶν πάντα ἐργαζόμενον ἐν συνειδήσει καὶ ἔχοντα πεποίθησιν εἰς τὰς ἰδέας του. Ὀφείλει ἄρα, ἡ βουλὴ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ θέματος τούτου, ἐννοοῦσα ὅτι ἔχει πλήρη ἐλευθερίαν ἐνεργείας καὶ ὅτι δὲν δύναται, ὅπως ὁ βουλευτὴς Πατρῶν ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, νὰ κρύψῃ τὴν εὐθύνην αὑτῆς ὄπισθεν παρελθόντων γεγονότων· ὅ,τι δήποτε ἀποφασίσῃ, νὰ τὸ ἀποφασίσῃ ἐλευθέρως ψηφίζουσα. Δὲν ἀρκεῖ ὅμως τοῦτο· δέον νὰ γινώσκωμεν τί φρονεῖ περὶ τοῦ θέματος τούτου ἡ κυβέρνησις καὶ δι’ ἄλλους λόγους, διότι δέον νὰ ἔχωμεν κυβέρνησιν ἐν πεποιθήσει φρονοῦσαν ὅ,τι ἐπαγγέλλεται. Ἐὰν ἐπαγγέλληται ὅτι ἡ ἐπιστράτευσις δέον νὰ ἐξακολουθήσῃ, ὀφείλει νὰ φρονῇ ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἡ ἐπιστράτευσις καὶ οὐχὶ ὅτι δέον νὰ ἐξακολουθήσῃ μόνον, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ διακόψωμεν ἀρξάμενον ἔργον. Τὴν ἐπιστράτευσιν δύνανται νὰ διευθύνωσι μόνον ἐκεῖνοι, οἵτινες θεωροῦσιν ὅτι ἐπιβάλλεται ἐξ ἐθνικῆς ἀνάγκης. Μόνον ἀφοῦ δώσῃ τοιαύτην ἐξήγησιν ἡ κυβέρνησις, δυνάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν τὰ τοῦ προγράμματος αὑτῆς καὶ νὰ ἐκτιμήσωμεν αὐτό, ὡς ἐπαρκές, ἂν ὑπόσχηται, ἣν ἔχομεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀπεκδεχώμεθα παρὰ τῆς κυβερνήσεως ἐνέργειαν. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ κ.κ. ὑπουργοὶ δὲν θέλουσιν ἐπιμείνει εἰς τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν χθὲς ἐξέφρασεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑπουργὸς καὶ ὅτι θέλουσιν ἀναλάβει τὸν ἀγῶνα, ὅστις τοῖς ἐπιβάλλεται, τὸν ἀγῶνα τουτέστι τῆς παραστάσεως καὶ ὑποστηρίξεως ἐνώπιον τῆς βουλῆς τῶν γνωμῶν αὐτῶν περὶ τῆς πολιτικῆς ἡμῶν καταστάσεως, τῆς ἀναπτύξεως προγράμματος καὶ τῆς μεταδόσεως εἰς τὴν βουλὴν τῆς ἰδέας, ὅτι τὸ πρόγραμμα τοῦτο προβάλλουσιν, ἔχοντες πεποίθησιν εἰς ἑαυτούς, καὶ οὐχί, διότι θεωροῦσιν ἑαυτοὺς ὑποχρέους νὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὴν ὤθησιν τοῦ παρελθόντος. Θὰ ἦτο προτιμώτερον νὰ εἰσηγήσηται τῆς συζητήσεως ταύτης ἡ κυβέρνησις, διότι ἡ κυβέρνησις εἶνε εἰς θέσιν νὰ μεταδώσῃ εἰς τὴν βουλὴν πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἢ καὶ ἂν ἔχωμεν, δὲν δυνάμεθα νὰ μεταδώσωμεν εἰς ἄλλους, διότι ἀπεκτήσαμεν τὰς πληροφορίας ταύτας ἐν τῇ ἐξουσίᾳ καί, μὴ διαχειριζόμενοι σήμερον τὴν ἐξουσίαν, δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφασίσωμεν, τίνες δύνανται καὶ τίνες δὲν δύνανται νὰ παραδοθῶσιν εἰς τὴν δημοσιότητα. Ἀλλ’ ἀφοῦ, μέχρι τοῦδε τοὐλάχιστον, ἡ κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε νὰ πράξῃ τοῦτο, δὲν ἠθέλησεν αὐτὴ ν’ ἀναλάβῃ τὴν διεύθυνσιν τῆς συζητήσεως ταύτης, ἀναγκάζομαι ν’ ἀναπτύξω τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἔχομεν περὶ τῆς καταστάσεως τῆς χώρας καὶ περὶ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἡ κατάστασις αὕτη ὑπαγορεύει, βέβαιος ὢν, ὅτι κατόπιν ἐμοῦ θέλει καὶ ἡ κυβέρνησις ἐκθέσει τὴν ἰδίαν αὑτῆς γνώμην. Καὶ εἶνε ἀνάγκη περὶ τῆς καταστάσεως τῆς χώρας νὰ μεταδώσωσιν οἱ κυβερνῶντες πληροφορίας ἀκριβεστάτας, διότι δὲν εἶνε ἀδιάφορος ἡ καλὴ ἢ κακὴ ἐκτίμησις τῶν ἐν τῷ παρελθόντι πεπραγμένων. Ἡ ἐκτίμησις τῶν ἐν τῷ παρελθόντι πεπραγμένων δὲν εἶνε ζήτημα προσωπικόν, ἀλλ’ εἶνε ζήτημα πραγματικόν, τὸ ὁποῖον θέλει εἶσθαι ἡ βάσις τῶν σκέψεων καὶ τῶν ἀποφάσεων ἡμῶν. Δυστυχῶς κατηναλώσαμεν πολλὰς ἡμέρας εἰς συζητήσεις περὶ τοῦ παρελθόντος· ἀλλ’ αἱ συζητήσεις αὗται ἦσαν προσωπικαί. Ἔδοξε τῇ κυβερνήσει νὰ δώσῃ εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, τοιοῦτον προσωπικὸν τύπον. Δὲν ἠθέλησεν ἡ κυβέρνησις, δὲν ἠθέλησαν οἱ εἰσαγαγόντες τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον νὰ περιορίσωσι τὴν συζήτησιν ἐκεῖ, ὅπου ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ, ἰδίως δὲ ν’ ἀποκλείσωσιν ἀπὸ τῆς συζητήσεως πᾶν τὸ προσωπικόν. Ἐὰν ἐθεώρησαν ὅτι ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον ἔδει νὰ γένηται μνεία τοῦ παρελθόντος, δὲν ἠξίωσεν ἡ κυβέρνησις καὶ οἱ προτείναντες τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, ὅπως ἡ μνεία αὕτη ἀφορᾷ εἰς ζητήματα πραγματικὰ, ὧν ἡ συζήτησις καὶ ἡ λύσις ἤθελε χρησιμεύσει εἰς τὰς κατόπιν ἐνεργείας τῆς Βουλῆς. Πᾶσαν τοιαύτην συζήτησιν ἐθεώρησαν κατωτέραν ἑαυτῶν, ἐθεώρησαν, ὅτι ἡ Βουλὴ μόνον καθῆκον εἶχεν, ἅμα συνελθοῦσα, ν’ ἀποφασίσῃ ζήτημα φατριαστικὸν καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν τῷ δικαιώματι τῆς πλειονοψηφίας ἔλυσεν ὅπως ἡ πλειονοψηφία ἠθέλησεν· τὸ ἔλυσεν οὕτως οὐχὶ βεβαίως πρὸς ὄφελος τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν, οὐχὶ βεβαίως πρὸς ὄφελος τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ἐνεργείας, ἀλλὰ τὸ ἔλυσεν ἐν τῷ δικαιώματι τὸ ὁποῖον ἐνασκεῖ ἡ πλειονοψηφία, καὶ διὰ τοῦτο οὐδὲν ἔχομεν νὰ εἴπωμεν κατὰ τῆς νομιμότητος τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης. Λέγω ταῦτα, διότι νομίζω, ὅτι ἔργον τῆς βουλῆς, ὑπέρτερον τοῦ ἐλέγχου τῆς κυβερνήσεως, εἶνε ὁ ἔλεγχος ἑαυτῆς. Ἐλέγχουσα τὴν κυβέρνησιν ἡ βουλὴ περιορίζει τὰς παρεκτροπὰς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἐλέγχουσα ὅμως ἑαυτὴν πληροφορεῖται ἂν ἐξετροχιάσθη καὶ ἐπανέρχεται εἰς τὴν ὁδὸν τὴν πρέπουσαν· μόνον ἐξετάζοντες ἐὰν ἐν τῷ παρελθόντι ἐνεργήσαμεν ἀτόπως, δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι βαθμιαίως θὰ βελτιώμεθα καὶ δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν περιωπὴν, εἰς ἣν ἔπρεπε νὰ ἵσταται ἡ ἑλληνικὴ βουλή. Περὶ πραγματικῶν ἄρα ζητημάτων, καίτοι ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας παρετάθησαν αἱ συζητήσεις οὐδὲν ἀνεπτύχθη ἐν τῇ βουλῇ, καὶ σήμερον, εἰσερχόμενοι εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ παρελθόντος ὡς πρὸς τὰς γενομένας ἐνεργείας, εἰσερχόμεθα εἰς πεδίον παρθένον, ἐπιλαμβανόμεθα τῆς ἐξετάσεως ζητήματος πρῶτον ἤδη παρουσιαζομένου εἰς τὴν βουλήν. Τὴν ἐξέτασιν ταύτην τοῦ παρελθόντος ἐν τῇ χθεσινῇ συνεδριάσει ἠθέλησάν τινες νὰ ἀναγάγωσι μέχρι καὶ αὐτῆς τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν συνεδρίαζεν ἡ Βουλὴ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον καὶ ἠθέλησαν τώρα νὰ ἀνασκευάσωσιν, ὅσα δὲν ἠδυνήθησαν τότε ν’ ἀνασκευάσωσι. Ἐθαύμασα ἀκούσας συζήτησιν τοιαύτην προκαλουμένην χθὲς περὶ πραγμάτων ἐν τῇ Βουλῇ λεχθέντων τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἐνώπιον ἐκείνων, οἵτινες προκαλοῦσιν ἤδη τὴν συζήτησιν, καίτοι τότε δὲν ἀνῄρεσαν τὰ λεχθέντα. Διατὶ ὅσα εἶπον χθὲς δὲν ἔλεγον τότε; Ἡ ἀνασκευὴ ἐκφράσεων τὰς ὁποίας ἐγὼ τότε ἀπὸ τοῦ βήματος ἐξήνεγκον, διατὶ δὲν ἐγένετο τότε; Διότι τότε ἦσαν πρόσφατοι αἱ πληροφορίαι αἱ ἀνασκευάζουσαι ὅσα χθὲς ἐῤῥέθησαν, ἐνῷ χθὲς ἐδύναντο ταῦτα νὰ λεχθῶσι πρὸς Βουλὴν, ἥτις ἀπὸ ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ μηνῶν μὴ ἐπανελθοῦσα εἰς τὸ ζήτημα ἐκεῖνο δὲν ἐνεθυμεῖτο ἀκριβῶς τὰς λεπτομερείας. Τί σᾶς εἶπον χθές; Ἐῤῥέθη χθὲς ἐντεῦθεν, ὅτι ἐγὼ ὡς πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν βουλὴν τὰ τῆς καταστάσεως τοῦ ζητήματος καθ’ ἣν ἐποχὴν ἀνελαμβάνομεν τὴν κυβέρνησιν τῆς χώρας, καὶ ἀνεκοίνωσα τὰ τῆς καταστάσεως ἐκείνης οὐχὶ εἰλικρινῶς, διότι ἀνέγνων ἔγγραφόν τι καὶ δὲν ἐξέθηκα ὁποῖαι εἶχον ἐπέλθει μεταβολαὶ ὡς πρὸς τὰ ἐν τῷ ἐγγράφῳ. Τὸ ἔγγραφον τὸ ὁποῖον τότε ἀνέγνων ἀφώρα εἰς τὴν πρότασιν τῆς Ἀγγλίας περὶ συστάσεως τεχνικῆς ἐπιτροπῆς διὰ τῆς ὁποίας ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις ἐφρόνει, ὅτι ἠδύνατο νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τῶν ἑλληνικῶν συνόρων. Τὴν πρότασιν ἐκείνην τῆς Ἀγγλικῆς κυβερνήσεως ἀνεκοίνωσα, ὁποία εἶχε μεταδοθῆ πρὸς τὴν ἑλληνικὴν κυβέρνησιν ἡμιεπισήμως. Ἀλλὰ ὁ ἀγορεύσας χθὲς βουλευτὴς Γόρτυνος εἶπεν, ὅτι μεγάλη μεταβολὴ ἐγένετο τῶν ἐν τῷ ἐγγράφῳ ἐκείνῳ, διότι ἐνῷ κατὰ τὸ κείμενον τοῦ ἐγγράφου ἠδύνατο νὰ ὑποτιθῇ, ὅτι θὰ μετεῖχε τῆς ἐπιτροπῆς τῆς τεχνικῆς καὶ ἡ Τουρκία, ἀπεφασίσθη κατόπιν ὅτι δὲν θὰ μετεῖχεν ἡ Τουρκία, τοῦτο δὲ μετέβαλεν ἐντελῶς τὸ πρᾶγμα καὶ ἡ τεχνικὴ ἐπιτροπή, τὴν ὁποίαν εἶχον παραστήσει ὡς καταστρεπτικὴν τοῦ ἑλληνικοῦ ζητήματος καθίστατο εὐεργέτημα, ἐξασφαλιζομένης δι’ αὐτῆς τῆς αἰσίας λύσεως τοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ ἡ πληροφορία τοῦ κ. βουλευτοῦ Γόρτυνος τοῦ καὶ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπουργοῦ, ὅτε ἐγένετο ἡμιεπισήμως ἡ ἀνακοίνωσις τῆς προτάσεως τῆς Ἀγγλίας, ἡ χθεσινὴ αὐτοῦ πληροφορία συμβαίνει νὰ ἦναι ὅλως ἐσφαλμένη, διότι δὲν ἐπετεύχθη μόνον ὁ ἀποκλεισμὸς τῆς Τουρκίας ἀπὸ τῆς τεχνικῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἀπεκλείσθη καὶ ἡ Ἑλλάς.
§15Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κ. Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§16Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ἐπειδὴ εἶχον τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ ζητήσῃ τὸν λόγον ὁ κ. βουλευτὴς διὰ νὰ ἀνασκευάσῃ ὅσα λέγω, πεποιθὼς εἰς τὴν λησμοσύνην τῆς βουλῆς, ἔφερα ἔγγραφον γνωστὸν ἔκτοτε, τὸ ὁποῖον θέλω σᾶς ἀνακοινώσει πρὸς πίστωσιν τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου, ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἔκτοτε εἶχεν ἀνακοινωθῆ, τὸ ἔγγραφον τῆς ἐν Λονδίνῳ πρεσβείας ἀπὸ 8(20 Μαρτίου γραφὲν δύο ἡμέρας πρὸ τῆς ἐλεύσεως ἡμῶν εἰς τὰ πράγματα καὶ παριστῶν τὴν τελευταίαν κατάστασιν τοῦ ζητήματος. Γράφει ὁ ἐπιτετραμμένος ὅτι ὁμιλῶν πρὸς αὐτὸν ὁ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπουργὸν τῆς Ἀγγλίας εἶπεν «Ἴσως θὰ ἠρκεῖτο ἡ Πύλη ἂν παρεκάθητο ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. — Ἀλλὰ τότε ὑπέλαβον, θέλετε βεβαίως παράσχει καὶ τῇ Ἑλλάδι τὸ αὐτὸ δικαίωμα. Αὐτὸ τοῦτο εἴχομεν προτείνει ἐξ ὑπαρχῆς, ἀπεκρίνατο ὁ λόρδος Σαλισβουρῆ, ὅπως δηλαδὴ ἀμφότεραι αἱ διαμφισβητοῦσαι Δυνάμεις (disputantes) παρακαθήσωσιν εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ἡ χθεσινὴ πληροφορία τοῦ κ. βουλευτοῦ ὄχι μόνον δὲν ἦτο ἀληθής, ἀλλὰ δὲν ἦτο ἀληθὴς ἐξ ὑπαρχῆς, διότι ἐξ ὑπαρχῆς ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις εἶχε προτείνει, ὅπως μετάσχῃ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἡ Ἑλλάς. «Πλὴν ἡ Γαλλία δὲν συνεμερίσθη τὴν γνώμην ταύτην οὐδ’ ἡ Γερμανία, ἥτις ἐφρόνει ὅτι ἡ παρουσία τῶν δύω Δυνάμεων θὰ ἐγίνετο παραίτιος φιλονεικιῶν καὶ ἀπωλείας καιροῦ· νομίζω δὲ ὅτι καὶ ἡ Ῥωσσία ἀντέστη· ὥστε ἀπεφασίσθη νὰ ἀποκλεισθῶσιν ἀμφότεραι.» Τοῦτο εἶνε τὸ μέγα κατόρθωμα τοῦ τότε ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργοῦ, κατόρθωμα τὸ ὁποῖον, κατ’ αὐτὸν, ὅπως ἀνέπτυξε τὰς συνεπείας τοῦ κατορθώματος χθές, μετέτρεψε τὴν τεχνικὴν ἐπιτροπὴν ἀπὸ ἀχρήστου εἰς εὐεργετικωτάτην. Ἀλλὰ ἡ τεχνικὴ ἐπιτροπή, εἴτε Ἑλλὰς καὶ Τουρκία ἀπεκλείοντο ἐξ αὐτῆς εἴτε ἀπεκλείετο ἐξ αὐτῆς μόνη ἡ Τουρκία, ἡ τεχνικὴ ἐπιτροπὴ οὐδέποτε ἠδύνατο νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν σκοπὸν πρὸς ὃν προετάθη· λέγω δὲ τοῦτο στηριζόμενος ἐπὶ δεδημοσιευμένων ὑπουργικῶν διακοινώσεων· οὐ δὲ προετάθη ἡ ἐπιτροπὴ πρὸς τὸν σκοπὸν, νὰ ἀπολήξῃ εἰς ἀποτέλεσμα. Ποία ἦτο ἡ τότε κατάστασις τῶν πραγμάτων; Διότι θὰ ἀρχίσω ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης διὰ νὰ φθάσω εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν, ἀφοῦ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἔλαβεν ὁ χθὲς λαλήσας ὡς ἀφετηρίαν τῆς περὶ τῆς παρούσης καταστάσεως μελέτης του. Κατ’ ἐκείνην την ἐποχὴν ἡ Γαλλικὴ κεβέρνησις, ἥτις ἐπρωτοστάτει ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσι περὶ τοῦ ἑλλ. ζητήματος εἶχεν ὑποχωρήσει ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ εἶχε θυσιάσει τὰ Ἰωάννινα. Ἡ Γαλλικὴ κυβέρνησις εἶχεν ὑποβάλει εἰς τὰς ἄλλας Δυνάμεις καὶ ἰδίως εἰς τὴν Ἀγγλικὴν κυβέρνησιν πρότασιν, καθ’ ἣν ἡ γραμμὴ ἡ ἀρχικῶς ἐν Βερολίνῳ ὑποδειχθεῖσα ἐμειοῦτο ἐπαισθητῶς, ἀντικαθισταμένη διὰ γραμμῆς ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προτάσεως τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει γενομένης. Πλείονας εἶχεν ὑποβάλει προτάσεις ἡ Τουρκία ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἀλλὰ εἶχεν ἰδίως ὑποδείξει γραμμὴν οὐχὶ ὡς ἰδίαν αὐτῆς ἀλλ’ ὡς δυναμένην κατὰ τὴν γνώμην της νὰ θεωρηθῇ ὡς ἑρμηνεύουσα τὰ ἐν Βερολίνῳ ὑποδειχθέντα. Ἡ γραμμὴ ἐκείνη ἐν Ἠπείρῳ ἠκολούθει τὰ πρὸς νότον τοῦ Καλαμᾶ ὑψώματα. Ταύτην τὴν γραμμὴν, τὴν ὑπὸ τῆς Τουρκίας ὑποδειχθεῖσαν ὡς ἑρμηνεύουσαν τὴν ἐν Βερολίνῳ ἀπόφασιν, ταύτην τὴν γραμμὴν ἀπεδέχθη τότε ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἀναγκαζομένη εἰς ὑποχώρησιν ἐκ τῆς ἐναντιότητος τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐπρότεινεν εἰς τὰς ἄλλας δυνάμεις, ὅπως θεωρήσωσιν αὐτὴν ὡς ὑποχρεωτικὴν διὰ τὴν Τουρκίαν καὶ προέλθωσι περὶ τούτου εἰς κοινὴν ἀπόφασιν. Ἡ πρότασις αὕτη τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως ἐγένετο πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, ἥτις οὐδὲ ταύτην ἠθέλησε νὰ δεχθῇ. Ἡ ἀγγλικὴ κυβέρνησις ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν δημοσιευθέντων ἐπισήμων ἐγγράφων, ἵνα ἀποφύγῃ ἀπότομον ἄρνησιν ἀποδοχῆς τῆς γραμμῆς ἐκείνης, ἀντέταξε τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς, ὅπως ἐνταῦθα ἐν τῇ Βουλῇ, ὁπόταν θέλωμεν νὰ ἀπαλλαγῶμεν εὐσχήμως νομοσχεδίου τινος, παραπέμπομεν αὐτὸ εἰς τὰς ἐπιτροπάς. Ἐκείνην τὴν τεχνικὴν ἐπιτροπὴν ἡ τότε ἑλληνικὴ κυβέρνησις ἐθεώρησεν ὡς σπουδαίαν καὶ παρηκολούθει τὰς περὶ αὐτῆς συζητήσεις ἐναγωνίως, ὡσανεὶ ἤρτητο ἐξ αὐτῶν ἡ λύσις τοῦ ἑλληνικοῦ ζητήματος, ὡσανεὶ ἐπρόκειτο περὶ ἀποφάσεως, ἥτις ἤθελεν ἐπιβληθῇ εἰς τὴν Τουρκίαν καὶ ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς, καὶ ἐνόμιζεν ὅτι μέγα κατόρθωμα ἦτο ν’ ἀποκλεισθῇ ἀπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης καὶ ἡ τουρκικὴ κυβέρνησις. Ἀλλὰ τὸ πρῶτον κατόρθωμα τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἐπιτευχθῇ ἦτο οὐχὶ ν’ ἀποκλεισθῇ ἡ τουρκικὴ κυβέρνησις ἀπὸ τῆς τεχνικῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ ν’ ἀποκτηθῇ ἡ ἄδεια τῆς Τουρκίας, ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἐργασθῇ. Καὶ τί ἠδύνατο νὰ περιμένῃ ἡ ἑλλ. κυβέρνησις ἀπὸ ἐπιτροπῆς ἀδείᾳ τῆς Τουρκίας διασκεπτομένης; Ἐπετεύχθη ὁ ἀποκλεισμὸς καὶ τῆς Τουρκίας καὶ τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ οὐδὲ λόγος ἐγένετο περὶ ἀφαιρέσεως ἀπὸ τῆς Τουρκίας τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐπιτρέπειν ἢ μὴ ἐπιτρέπειν τὴν σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐν αὐτῇ τῇ συστάσει τῆς ἐπιτροπῆς περιέχεται ἡ ἰδέα τῆς ἀδείας τῆς Τουρκίας, ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἐργασθῇ καὶ, ὡς ἐγνώσθη ἐξ ἀνακοινώσεων τῶν ἄλλων δυνάμεων, ἡ ἀγγλικὴ κυβέρνησις ἠνόει νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς περὶ ἐπιτροπῆς προτάσεως, εἰμὴ ἀφοῦ ἡ Τουρκία ἤθελεν ἀποδεχθῇ τὴν σύστασιν αὐτῆς, καὶ διὰ τοῦτο πρὸ μικροῦ εἶπον, ὅτι ἡ περὶ τῆς ἐπιτροπῆς πρότασις τῆς Ἀγγλίας δὲν ἦτο σπουδαία. Ὑπῆρχε λοιπὸν αὕτη ἡ πρότασις περὶ ἐπιτροπῆς, ὅτε παρίστων τὴν κατάστασιν ὁποίαν τὴν παρίστων κατὰ τὰ τέλη τῆς παρελθούσης συνόδου. Ἀλλὰ ὑπῆρχε καὶ ἕτερον γεγονὸς, τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη προετείνετο εἰς ἀπόκρουσιν ἑτέρας προτάσεως, θεωρουμένης ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ὡς ὑπερβολικῆς ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, προτάσεως ἥτις τὰ Ἰωάννινα παρέδιδεν εἰς τὴν Τουρκίαν. Ἠξεύρω ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς Γόρτυνος μεθ’ ὅσα χθὲς εἶπε θεωρεῖ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐντελῶς ἀδιαφόρως. Ὁ κ. βουλευτὴς Γόρτυνος εἶπε χθές, ὅτι τὸ σπουδαῖον ζήτημα εἶνε, ἐὰν θὰ λάβωμεν νέαν ὁροθετικὴν γραμμὴν, ἀλλ’ ὁποία τις ἔσται ἡ γραμμὴ τοῦτο εἶνε λεπτομέρεια. Δι’ ἡμᾶς ὅμως οἵτινες φρονοῦμεν ὅτι τὸ ζήτημα τῶν Ἰωαννίνων εἶνε αὐτὸ τὸ ζήτημα (εὖγε, ἐξ ἀριστερῶν) δι’ ἡμᾶς ὁ ἀποκλεισμὸς τῶν Ἰωαννίνων ἀπὸ τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς οὐ μόνον καθιστᾷ τὴν πρότασιν ἀρνητικὴν τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος, ἀλλ’ ἐπιβάλλει ὅπως ἐν ἀγανακτήσει ἀποκρούσῃ αὐτὴν πᾶσα ἑλληνικὴ κυβέρνησις (εὖγε). Ἀποκλεισμὸς λοιπὸν τῶν Ἰωαννίνων ἀπὸ τῆς χώρας τῆς προσαρτηθησομένης εἰς τὴν Ἑλλάδα, τεχνικὴ ἐπιτροπὴ ἀδείᾳ τῆς Τουρκίας συστηθησομένη, ἐὰν ποτὲ ἡ Τουρκία, ἐπείθετο νὰ δώσῃ τοιαύτην ἄδειαν, αὐτὴ εἶνε ἡ κατάστασις ἣν εὕρομεν τότε, καὶ ἣν παρέστησα ὡς κατάστασιν χείρονα ἐκείνης, ἥτις ὑπῆρχε τὴν ἐπαύριον τῆς ὑπογραφῆς τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου. Ἐρωτῶ ὑμᾶς πάντας ἐὰν εἷς ἐξ ὑμῶν ὑπάρχῃ, θεωρῶν τὴν κατάστασιν ταύτην ὡς ἀποτελοῦσαν πρόοδον καὶ ὅστις νὰ μὴ συμφωνῇ μετ’ ἐμοῦ ὅτι ἀπὸ τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐκαρκινοβατήσαμεν σπουδαίως. Τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις, ὅτε ἀνελάβομεν τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν. Τί ἐπράξαμεν τότε; Ἐρωτήσατε τοὺς συμπράττοντας μετὰ τῆς νῦν κυβερνήσεως· θὰ ἀπαντήσωσι διελύσατε τὸν στρατόν». Ἂς ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο πρῶτον, διότι ἀποκτᾷ μεγίστην σπουδαιότητα, ἀφοῦ βλέπω τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν τῆς κυβερνήσεως τῆς πρὸ ἡμῶν, βεβαιώσαντα χθὲς ὅτι ἐὰν μὴ εἴχομεν διαλύσει τὸν στρατὸν, θὰ ἠδυνάμεθα εὐθὺς κατόπιν τῆς ἐν Βερολίνῳ ἀποφάσεως νὰ ἐκτελέσωμεν αὐτὴν ἀναλαμβάνοντες ἡμεῖς τὸν ἀγῶνα. Καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡμεῖς θὰ ἐκτελέσωμεν τὴν ἀπόφασιν, ἀλλὰ προσέθηκεν ὅτι πρὸς τοῦτο θὰ παρασκευάσῃ 80,000 στρατόν. Ποία εἶνε ἡ δύναμις διὰ τῆς ὁποίας ὁ κ. βουλευτὴς Γόρτυνος ἤθελε λύσει εὐθὺς τὸ ζήτημα, ἐὰν ἡμεῖς μὴ διελύομεν τὸν στρατόν; Φέρω τὸν πίνακα τὸν ὁποῖον εἶχον λάβει ἔκτοτε ἐκ τοῦ γραφείου τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν. «Κατάστασις τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ πρὸ τῆς ἐφαρμο«γῆς τοῦ νέου ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Τὸ ὅλον 14,219, εἰς οὓς προσθετέον ἀξιωματικοὺς 1063 ἀναβιβάζοντας τὴν δύναμιν εἰς 15,282.» Διὰ ταύτης τῆς δυνάμεως ὁ τότε ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς φρονεῖ ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα. Ἀλλὰ τί ἐπράξαμεν ἡμεῖς, ὅπως διαλύσωμεν τὴν δύναμιν ταύτην; ἀπεστείλαμεν εἰς τὰς ἑστίας αὐτῶν 1338 ἄνδρας, συμπληρώσαντας 20 μηνῶν ἢ πλέον ὑπηρεσίαν.» Τοῦτο λέγει ἡ κατάστασις. Ἐκ τῶν ἀνδρῶν τούτων οἱ πλεῖστοι ἤθελον ἀποχωρήσει ἐκ τοῦ στρατοῦ ἕως τοῦ Ἰουλίου ἢ τοῦ Αὐγούστου, ἂν ἡμεῖς μὴ ἀπελύομεν αὐτοὺς τότε, διότι θὰ ἐξηπηρέτουν τὴν πλήρη θητείαν των. Ἑπομένως διελύσαμεν τὸν στρατὸν, διότι ὀλίγας ἑκατοστύας ἀνδρῶν ἐκ τῆς δυνάμεως τῶν 15,282 ἀπελύσαμεν. Ἀλλὰ ἐξεποιήσαμεν τὰ κτήνη τοῦ στρατοῦ, ὡς θὰ εἴδετε ἐὰν ἀναγνώσητε τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τὰς ἐφημερίδας τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἰδοὺ ὁ πίναξ· 43 ἵππους καὶ 59 ἡμιόνους ἐπωλήσαμεν. Ἐνταῦθα δὲ εἶναι αἱ ἀριθμοὶ ὅλων τῶν ἐκθέσεων τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, αἵτινες ἐζήτησαν τὴν ἐκποίησιν τῶν κτηνῶν τούτων ὡς πάντη ἀχρήστων. Ἐπειδὴ δὲ ἡ διαστροφὴ ὑπῆρξε συστηματική, καὶ ὑπολείπονταί τινες ἔτι πιστεύοντες ὅσα ἐγράφοντο τότε, θὰ σᾶς ἀναγνώσω μίαν ἐκ τῶν ἐκθέσεων. «Τὸ Σύνταγμα τοῦ Πυροβολικοῦ. Εὐπειθῶς ὑποβάλλοντες εἰς τὸ Σεβαστὸν ἀρχηγεῖον συνημμένως τὸ πρωτόκολον τῆς τριμηνιαίας τῶν ζώων τῶν ἐνταῦθα πυροβολαρχιῶν ἐπιθεωρήσεως παρὰ τοῦ οἰκονομικοῦ συμβουλίου ὡς καὶ ἀντίγραφον τῶν μητρῴων τῶν εὑρεθέντων ἀνικάνων διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν παρακαλοῦμεν αὐτὸ, ὅπως ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα, ἵνα ἐκτεθῶσιν ἐν δημοπρασίᾳ τὰ κάτωθι. Ἕπονται οἱ ἀριθμοί. Ὑπογεγραμμένος Δ. Πονηρόπουλος», Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐκποίησις τῶν κτηνῶν, ἥτις ἐγένετο· καὶ διὰ τῶν κτηνῶν τούτων ἐνόμιζεν ὁ τότε ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ καταλάβωμεν τὴν ἐπιδικασθεῖσαν χώραν. Οὐχὶ δὲ μόνον δὲν ἠλαττώσαμεν τὸν στρατὸν, ἀλλὰ τοὐναντίον ηὐξήσαμεν αὐτὸν ἀνεξαρτήτως ἀπὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ἐνθυμεῖσθε τὰς πολυώρους ἐκείνας συζητήσεις ἐν τῇ παρελθούσῃ συνόδῳ, καθ’ ἃς οἱ τότε ἀντιπολιτευόμενοι παρίστων, ὅτι ἡμεῖς ἐσχηματίζομεν τάγματα ἐξ 66 ἀνδρῶν, ἢ καὶ ἐκ 45 ἀνδρῶν ὡς ἰσχυρίζετο ὁ νῦν ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν. Εἰς τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῶν τότε ἀντιπολιτευομένων ἀπήντησαν ἤδη τὰ πράγματα ἀποδείξαντα ὅτι δὲν εἴχομεν στρατὸν 12,300 ἀνδρῶν, ὅπως ὁ ἐπιπολαίως ἀναγινώσκων τὸν ψηφισθέντα νόμον ἤθελεν ὑποθέσει. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρασοῦ καταρτίζει στρατὸν 19 χιλιάδων ἢ τοὐλάχιστον 16 χιλιάδων. Ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ ἀναφέρει ἐν τῇ δυνάμει αὐτοῦ τοὺς ἐπὶ θητείᾳ ὑπηρετοῦντας, δὲν ἀναφέρει ἐν τῇ δυνάμει τοὺς καλουμένους εἰς ἐκγύμνασιν ἑξάμηνον. Πόσοι δὲ ἦσαν οὗτοι; Γινώσκομεν σήμερον, ὅτι προσῆλθον 7 χιλιάδες. Προσθέτατε εἰς τοὺς 12,300 ἄνδρας τὰς 7 χιλιάδας καὶ ἔχετε 19 χιλιάδας 300 ἄνδρας ἀποτελοῦντας τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ. Τὴν δύναμιν ἄρα τῶν 15 χιλιάδων ἀνδρῶν ἣν παρ’ ὑμῶν παρελάβομεν, ἀναβιβάζει τὸ ἡμέτερον σύστημα εἰς 19,000. Ἐὰν δὲ ἐφηρμόζομεν τὴν ἰδέαν, ἣν εἴχομεν ἀναγγείλει ὅτι ἤθελεν ἐφαρμοσθῆ ἐν ἐνδεχομένῃ περιστάσει, νὰ καλέσωμεν ἐκ περιτροπῆς τοὺς ἡμίσεις τῶν εἰς ἑξάμηνον ὑπηρεσίαν καλουμένων, ἀντὶ 19 χιλιάδων θὰ εἴχομεν 16 χιλιάδας 300. Ὥστε ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ ἡμέτερον σύστημα εἶνε πάροχον ἀνωτέρας δυνάμεως εἰς τὴν κυβέρνησιν τῶν ἀνδρῶν, οὓς παρ’ ὑμῶν παρελάβομεν. Καὶ διὰ τοῦτο εἴδετε ὅτι ἀνεξαρτήτως τοῦ διατάγματος τῆς ἐπιστρατείας ἠδυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν καταρτισμὸν δυνάμεως 25 χιλιάδων ἀνδρῶν. Κατὰ τὰς ἐνταῦθα συζητήσεις ὑπετέθη, ὅτι ὅλας τὰς θυσίας, ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις ἀνελάβομεν κατόπιν τοῦ διατάγματος τῆς ἐπιστρατεύσεως· ἀλλὰ τοῦτο εἶνε πλάνη καὶ τὸ λέγω ἐγὼ, τοῦ ὁποίου τὴν εὐθύνην ἐπιβαρύνει ἡ ἀλήθεια αὕτη. Ἡμεῖς δὲν περιεμείναμεν τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματος τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἵνα προβῶμεν εἰς τὰς δαπάνας, ἀλλὰ προέβημεν εἰς διαπραγματεύσεις καὶ συμφωνίας περὶ προμηθειῶν ἄνευ πιστώσεως καὶ ἀνεξαρτήτως τοῦ διατάγματος τῆς ἐπιστρατεύσεως, διότι τὰς πλείστας τῶν δαπανῶν εἴχομεν ἐντείλει πρὸ τῆς ὑπογραφῆς καὶ τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν προμηθειῶν, ἐὰν ἀναγνώσητε τὰς ἐφημερίδας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, θέλετε ἰδεῖ ὅτι ἀνεχώρησε τὴν 6ην Ἰουνίου ἕνα μῆνα πρὸ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ διατάγματος τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ πλέον ἔτι 15 ἡμέρας πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος. Ἐννοεῖται οἴκοθεν, ὅτι ἀποστείλαντες τὴν ἐπιτροπὴν τὴν 6ην Ἰουνίου διὰ τὰς προμηθείας τὰς ὁποίας δι’ αὐτῶν ἐξετελέσαμεν εἴχομεν ἀναδεχθῆ ἔκτοτε πᾶσαν τὴν εὐθύνην διὰ τὰς ἄνευ νομοθετικῶν πιστώσεων δαπάνας καὶ διὰ τὸ δάνειον τῶν 15 ἑκατομμυρίων φράγκων. Οὐδόλως συνεδέσαμεν τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν εἰς τὰς ἐπιτροπὰς ἐδόσαμεν πρὸς τὴν ἐπιστράτευσιν, ἂν δὲ αἱ περὶ τῶν προμηθειῶν διαπραγματεύσεις ἡμῶν πρὸς ξένην κυβέρνησιν ἀφοῦ ἐγένοντο ἀποδεκταὶ κατ’ ἐξοχὴν αἱ προτάσεις ἡμῶν μὴ προσέκοπτον καὶ ὄψιν θὰ εἴχομεν ἐνταῦθα καὶ πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος τῆς ἐπιστρατεύσεως πολλὰ τῶν εἰδῶν ἅτινα μόλις ἤδη παρεδόθησαν. Τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ παρεῖχεν ἡμῖν τὰ μέσα, ὅπως ἄνευ ἐκδόσεως διατάγματος ἐπιστρατεύσεως δυνηθῶμεν ν’ αὐξήσωμεν τὸν στρατὸν εἰς 25 χιλιάδας ἀνδρῶν, κατὰ τινα μὲν τηροῦντες κατὰ γράμμα τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ἐν ἄλλοις δὲ καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ ὀργανισμοῦ. Τηροῦντες τὰς διατάξεις τοῦ νόμου θὰ ἠδυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν εἰς τοὺς 12 χιλ. τριακοσίους ἄνδρας, 7 χιλ. ὑποχρέους εἰς ἑξάμηνον ὑπηρεσίαν, καθ’ ὑπέρβασιν δὲ τοῦ ὀργανισμοῦ ἠδυνήθημεν ν’ αὐξήσωμεν μέχρι διπλασιασμοῦ τὴν δύναμιν τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων καὶ τῆς χωροφυλακῆς. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἔλεγεν ὁ νῦν ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν, «μὴ ζητεῖτε 4 χιλιάδας εὐζώνων, διότι θὰ ἀναγκασθεῖτε νὰ προσφύγητε εἰς τὰ περιτρίμματα τῶν ξένων ἀγορῶν» καὶ ἤδη ἐφθάσαμεν εἰς 8 χιλιάδας εὐζώνους ἐκ τῶν ἀρίστων ἀνδρῶν τοὺς ὁποίους δύναται νὰ παράσχῃ ἡ κοινωνία ἡμῶν. Καὶ οἱ εὔζωνοι πράγματι παρίστανται ἤδη εἰς τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ τοιοῦτοι, ὥστε πάντες μετὰ πεποιθήσεως ἀποβλέπουσι πρὸς αὐτοὺς διὰ τὰς μελλούσας ἀνάγκας. Τὸν στρατὸν τῆς ὑπηρεσίας τὸν ἀποτελούμενον ἐκ τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων καὶ ἐκ τῆς χωροφυλακῆς δὲν ἤθελον οἱ περὶ τὴν νῦν κυβέρνησιν νὰ λογίζωσιν ἐν τῇ δυνάμει τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ σήμερον, ὅτε πρόκειται νὰ ἐνεργήσωμεν οἱ μὴ ὑπολογίζοντες ἐν τῇ δυνάμει τοῦ στρατοῦ τὸν στρατὸν τῆς ὑπηρεσίας, δὲν δύνανται ἢ ν’ ἀτενίζωσι μετὰ πεποιθήσεως εἰς τὰ εὐζωνικὰ τάγματα. Ὁ νῦν ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ὑπουργὸς εὑρίσκει βεβαίως σήμερον τὰ τάγματα ταῦτα ἀναγκαῖα, ἀφοῦ καὶ μετὰ τὴν κατάταξιν 8 χιλ. ἐπιτρέπει νὰ κατατάσσωνται ἐν αὐτοῖς καὶ ἄλλοι. Ἐγκατελείφθησαν ἤδη παρ’ αὐτοῦ, ὡς ἐλπίζω, ὅτι ἐγκατελείφθησαν καὶ παρὰ τοῦ προέδρου τῆς νῦν Κυβερνήσεως, αἱ ἰδέαι ὅτι τὰ εὐζωνικὰ τάγματα ἦταν ἄχρηστα πρὸς ἐνέργειαν καὶ ὅτι ἤθελον προσέλθει εἰς κατάταξιν ἐν αὐτοῖς περιτρίμματα πρὸς ὄνειδος τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ.
§17Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Θὰ ἀπαντήσω ἐφ’ ὅλων αὐτῶν.
§18ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς τὴν δύναμιν δὲ ταύτην τῶν 25 χιλιάδων ἀνδρῶν ἄνευ τῶν ἐπιστράτων ἐφθάσαμεν πραγματικῶς καὶ οὐχὶ ἐπὶ τοῦ χάρτου καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ σπουδαιοτάτην διαφορὰν τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς τότε ἐνομοθετήσαμεν, πρὸς τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ ἡμετέρου ἀντικατεστήσαμεν. Κατὰ τὸ σύστημα τῶν τότε προκατόχων ἡμῶν ὁ ἀριθμὸς τοῦ στρατοῦ θὰ ἀνέβαινε ὀργανικῶς εἰς 16 χιλιάδας ἀνδρῶν. Ἀλλὰ τὰ πράγματα ἔλεγον, ὅτι ἐντὸς ἔτους ἐπὶ 2,800 ὑποχρέων κατωρθοῦτο ἡ προσέλευσις 700 μόνον ἀνδρῶν. Ἤδη τὰ πράγματα τί λέγουσιν; ὅτι ἐπὶ 1500 ὑποχρέων κατωρθώθη ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν ἡ προσέλευσις 1,300 ἀνδρῶν· αὕτη εἶνε ἡ διαφορὰ τῶν πραγμάτων πρὸς τὰς θεωρίας.
§19ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ δὲν ὀφείλεται εἰς ὑμᾶς.
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἰδίως δὲ σήμερον εἰς τὰ πράγματα πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν καὶ οὐχὶ εἰς τὰς ἐπαγγελίας τῶν νόμων. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς μὲ διακόπτει ἵνα μοι παρατηρήσῃ ὅτι δὲν ὀφείλεται τοῦτο εἰς ἡμᾶς, διότι δὲν ἐπροτείναμεν ἡμεῖς τὸν νόμον περὶ στρατολογίας. Ὁ λόγος τῆς προθύμου προσελεύσεως τῶν ὑποχρέων δὲν σχετίζεται πρὸς τὸν νόμον περὶ στρατολογίας, διότι οὐδόλως μετέβαλεν οὗτος τὴν ὑποχρέωσιν τῶν ἀνδρῶν. Ὅτι ἔφερε τὴν διαφορὰν τοῦ ἀποτελέσματος εἶνε ἡ ἐλάττωσις τῆς θητείας. Διότι, ναὶ μὲν ἡ ἐλάττωσις τῆς θητείας δὲν ἐψηφίσθη δι’ εἰδικοῦ νόμου, ἀλλ’ ἐψηφίσθη πράγματι διὰ τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ ἀπόδειξις εἶναι αὐτὸς ὁ πίναξ τῶν ἀφέσεων τὸν ὁποῖον πρὸ ὀλίγου σᾶς ἀνέγνωσα ἀφέσεων, καθ’ ὧν ἐπετίθετο ἡ τότε ἀντιπολίτευσις. Ὁ πίναξ μαρτυρεῖ ὅτι ἀφέθησαν οἱ ἄνδρες μετὰ 20 μηνῶν ὑπηρεσίαν· τουτέστιν ἡ ὑπηρεσία περιορίσθη εἰς 20 μῆνας, καὶ τοῦτο ἐκ τῆς οἰκονομίας τοῦ νόμου.
§21Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἦτο μέτρον αὐθαίρετον.
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἦτο τὸ μέτρον αὐθαίρετον, προκύπτει ἐκ τῆς οἰκονομίας τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ὅταν πρόκειται νὰ ἐπικαλεσθῆτε κατὰ τοῦ στρατιωτικοῦ ἡμῶν συστήματος τὴν ἄφεσιν τῶν ἀνδρῶν, ἀναγνωρίζετε ὅτι ἐπιβάλλεται αὕτη ἐκ τοῦ νόμου, ὅταν ὅμως ἐπικαλούμεθα τὸ μέτρον ἡμεῖς ὑπὲρ ἡμῶν, ἀρνεῖσθε τὴν ἐκ τοῦ νόμου ὑποχρέωσιν.
§23ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τότε καὶ περὶ τῶν ὑπηρετησάντων ἐπὶ τρεῖς μῆνας αὐτὸ τοῦτο συμβαίνει, διότι τοὺς ὑπηρετήσαντας ἐπὶ τρεῖς μῆνας ἀπηλλάξατε ἀπὸ τὴν ἐπιστράτευσιν.
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑμεῖς ὁμιλεῖτε περὶ τῆς ἐπιστρατεύσεως ἐγὼ δὲ περὶ τοῦ νόμου τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ.
§25ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἔχει σχέσιν, διότι ἀπαλλάττονται.
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἀπαλλάττονται, ἀφοῦ δὲν καλοῦνται· ἐνομίσαμεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ καλέσωμεν εἰς ἐπιστράτευσιν ἤδη τοὺς πλέον τῶν τριῶν μηνῶν ἐν τῷ στρατῷ προϋπηρετήσαντας, διότι σκοπὸς ἡμῶν ἐν τῷ παρόντι δέον νὰ ᾖ ἡ εἰς τὰ ὅπλα ἄσκησις τῶν μὴ γυμνασθέντων. Ὁμιλῶ δὲ οὐχὶ περὶ ἐπιστράτων, ἀλλὰ περὶ τῆς προθύμου προτελεύσεως τῶν εἰς στράτευσιν ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ ὑποχρέων καὶ ἀναζητῶν τὸν λόγον τῆς προθυμίας ἀνευρίσκω κυριώδη τὸν διὰ τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ἐπερχόμενον περιορισμὸν τῆς θητείας. Ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος τῆς τοιαύτης διαφορᾶς πρὸς τὸ παρελθὸν ὃν δὲν ἁρμόζει εἰς ἐμὲ νὰ ἀναπτύξω, ὅτι εἰς τὰ τῆς στρατολογίας ἡ κυβέρνησις εἰργάζετο ἐπιτυχέστερον. Τοιαῦτα ἐπετεύχθησαν ἄνευ τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος τῆς ἐπιστρατείας. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ ἐπιστράτευσις ἐπετράπη ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Κατὰ τὸν νόμον ἄρα ἐκεῖνον, ὅστις παρεστάθη ὡς προτιθέμενος τὴν διάλυσιν τοῦ στρατοῦ, ἠδυνήθημεν διὰ τῶν ἄλλων μὲν αὐτοῦ διατάξεων ν’ αὐξήσωμεν τὸν στρατὸν εἰς 25,000 διὰ δὲ τῆς περὶ ἐπιστρατεύσεως διατάξεως νὰ διαχειρισθῶμεν ἐξουσίαν ὅπως φέρωμεν ὑπὸ τὰ ὅπλα πάντας τοὺς μαχίμους ἕλληνας. Ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὃν ἔτι καὶ νῦν ἐξακολουθεῖτε χαρακτηρίζοντες ὡς καὶ πρότερον, εἶνε ἡ αἰτία τῆς ἐπιτυχίας τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ ἑπομένως τῆς ἐπιτυχίας τοῦ ἑλληνικοῦ ζητήματος· διότι ἂν ἤθελεν ἀποτύχει ἡ ἐπιστράτευσις, ἐθνικὸν ζήτημα δὲν θὰ ὑπῆρχε σήμερον, παρεῖχε δὲ πάντα ταῦτα ὁ νόμος ἐκεῖνος οὐχὶ ἐκ τύχης, ἀλλὰ ἐκ προνοίας τῶν εἰσαγαγόντων αὐτά. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προχθὲς συζητουμένης τῆς ἐξουσίας τῆς παρεχομένης εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, εἶπεν ὅτι ὁ νόμος δίδει πᾶσαν ἐξουσίαν εἰς τὴν κυβέρνησιν, ὅπως αὐξήσῃ καὶ ὀργανώσῃ τὸν στρατὸν κατὰ τὴν κρίσιν αὐτῆς ἀλλ’ ἡ κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τὰ τοῦ νόμου δι’ ἔλλειψιν ἄλλου νόμου, δι’ ἔλλειψιν νόμου οἰκονομικοῦ· ἀλλ’ ὁ νόμος περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ὁ ἄλλοτε θεωρούμενος ὡς καταργῶν τὸν στρατὸν, ἤδη ἀναγνωρίζεται ὡς παρέχων εἰς τὴν κυβέρνησιν δικτατορικὴν ἐξουσίαν.
§27ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν τὸ εἶπον αὐτό.
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο δὲ τὸ ὁποῖον ὑμεῖς εἴπετε, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπέτεινε πολλαπλασίως, καὶ δὲν τὸν παρηκολουθήσατε, τὸν ἐγκαταλείψατε εἰς τὸ βῆμα. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶπεν, ὅτι ἄνευ πιστώσεως ἠδυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν τοὺς προβιβασμούς· καὶ μᾶς κατέκρινεν ὅτι καίτοι δὲν εἴχομεν πίστωσιν δὲν προέβημεν εἰς αὐτούς. Συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Βλέπετε ὅτι ἐγὼ συμπράττω μετὰ τοῦ συναδέλφου ὑμῶν καὶ οὐχὶ ὑμεῖς, διότι ὁ συνάδελφος ὑμῶν ἐν ταῖς σκέψεσιν ἐκείναις ὡδηγεῖτο ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας τῆς αὐξήσεως τῶν δυνάμεων τοῦ στρατοῦ, καὶ τῆς αὐτῆς ἐπιθυμίας ἐμφοροῦμαι καὶ ἐγώ. Βεβαιωθῆτε, κύριοι, ὅτι ἡ ἔλλειψις τῆς πιστώσεως δὲν ἤθελεν ἐμποδίσει τὴν κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς προβιβασμοὺς τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, ἐὰν ἐθεώρει τοῦτο ἀναγκαῖον· ἀλλὰ δὲν τὸ ἐθεώρησε διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους, διότι καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ ἀνάγκη κατέστη ἐπαισθητή, ἡ βουλὴ πλέον συνήρχετο. Ἂν εὐθὺς ἐπὶ τῇ ἐκδόσει τοῦ διατάγματος τῆς ἐπιστρατεύσεως συνήρχοντο πάντες ὅσοι εἶχον συνέλθει κατὰ τὴν 1ην Ὀκτωβρίου βεβαίως, ἤθελον ἐνεργήσει ὅπως ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτ. εἶπεν, ὅτι ὤφειλον νὰ ἐνεργήσω, ἤθελον ἔκτοτε προβῆ εἰς τοὺς προβιβασμοὺς τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ ἀξιωματικῶν, διότι θεωρῶ, ὅτι δὲν διερχόμεθα ἤδη στάδιον ἐνεργείας, καθ’ ὃ ἐπιτρέπεται εἰς κυβέρνησιν νὰ περιορίζηται ὑπὸ τύπων. Οἱ τύποι εἶναι περιορισμοὶ ἀφορῶντες εἰς περιστάσεις ὁμαλάς. Ἐν περιστάσεσιν ὅμως, οἵας σήμερον διερχόμεθα, ἡ κυβέρνησις τῆς χώρας ὀφείλει νὰ ἀσκῇ διακριτικὴν ἐξουσίαν εὐρυτάτην καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ ἐνασκῇ τὴν ἐξουσίαν ταύτην καὶ ὑπεύθυνον θεωρῶ αὐτὴν πολλῷ μᾶλλον ἂν μὴ ἐνήργησε παρατύπως ὑπὲρ τῆς οὐσίας, ἢ ὅτε χάριν τοῦ τύπου παραβιάζει τὴν οὐσίαν, διότι ἡ οὐσία ἐν τῇ περιστάσῃ ταύτῃ δύναται νὰ ᾖναι ἡ τιμὴ τοῦ ἔθνους καὶ ἡ ζωὴ χιλιάδων ἀνδρῶν. Νομίζετε, ὅτι ἂν ἡμεῖς ἤμεθα ἐν τῇ ἐξουσίᾳ ἠθέλομεν πολιτεύεσθαι σήμερον, ὡς πολιτεύεται ἡ νῦν κυβέρνησις; Διότι ἐγὼ εἶπον ἔν τινι συζητήσει πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν, ὅτι ἀντιφάσκει κατακρίνων τὴν κυβέρνησιν, διότι ἔδιδεν ἐντολὴν πρὸς προμηθείας ἄνευ νομοθετικῆς ἀδείας καὶ δίδων αὐτὰς ἤδη παρούσης τῆς βουλῆς τοιαύτας ἐντολὰς ἄνευ τῆς ἀδείας αὐτῆς, ἐφοβήθη ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν, ἐφοβήθησαν οἱ ἄλλοι ὑπουργοὶ καὶ δὲν προέβησαν εἰς προμηθείας καὶ δικαιολογοῦνται σήμερον ἐπὶ τῇ ἐκ τῆς ἀναβολῆς ζημίᾳ λέγοντες ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ πράξωσιν ἄλλως, ἀφοῦ ἡ ἀντιπολίτευσις τοὺς καταγγέλλει ὡς ἀντιφάσκοντας.
§29ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν ὅ,τι λέγετε.
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ἐλάβετε εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ὑπ’ ὄψιν, ὥστε δὲν ἐξετελέσατε ὅ,τι εἴχετε ὑπέρτατον καθῆκον νὰ πράξητε.
§31ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διότι ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπει νὰ τὸ κάμωμεν παρούσης τῆς Βουλῆς.
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐνῷ τὸ καθῆκον σᾶς ἐπέβαλε νὰ παραβαίνητε τοὺς τύπους χάριν τῆς οὐσίας.
§33ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Δὲν ἔχομεν τόσον θάῤῥος νὰ περιφρονήσωμεν τοὺς νόμους· τὸ θάῤῥος τοῦτο τὸ ἀφίνομεν εἰς ὑμᾶς.
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μὴ διακόπτετε, διὰ νὰ λέγητε κοινοὺς τόπους, ὑμεῖς, ὅστις παρεβιάσατε δεκάκις τὸν νόμον.
§35ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Οὐδέποτε· σέβομαι χιλιάκις περισσότερον τὸν νόμον ἀπὸ τὰ πρόσωπα.
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑμεῖς, ὅστις ἐδαπανήσατε ἄνευ νομοθετικῆς ἀδείας σχεδὸν ἑκατομμύριον, διὰ τὴν ἐπισκευὴν σεσηπότος πλοίου.
§37ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Διότι εἶχον πεποίθησιν καὶ θάῤῥος, ἤμην ἐντὸς τοῦ νόμου.
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐδαπανήσατε κατὰ παράβασιν τῶν νόμων, καὶ ἡμεῖς ἐδώσαμεν ψῆφον ἀφέσεως. Καὶ ἐτολμήσατε νὰ πράξητε ταῦτα τότε, ὅτε δὲν ἐπρόκειτο περὶ σωτηρίας τοῦ ἔθνους, ἐτολμήσατε νὰ δώσητε ἐντολὰς ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν 2 καὶ πλέον ἑκατομμυρίων ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς, παραβιάζοντες τὸν νόμον, καὶ ἐτύχετε τῆς ψήφου τῆς ἀφέσεως.
§39ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές.
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀκριβέστατα καὶ ἐπὶ ἀριθμῶν στηριζόμενα· τὰ ὀνόματα τῶν πλοίων εἶναι οἱ ἀτμοδρόμονες Ἑλλὰς καὶ Ναύαρχος Μιαούλης. Καὶ ταῦτα ἐδαπανήσατε ἄνευ ἀδείας, καὶ ἀπούσης καὶ παρούσης τῆς Βουλῆς.
§41ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Παρούσης τῆς Βουλῆς δυνάμει πιστώσεως.
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἄνευ πιστώσεως. Τὰς πιστώσεις ἐψηφίσαμεν κατὰ τὸ τέλος τῆς παρελθούσης συνόδου. Λοιπὸν μὴ ἔρχεσθε ἐνταῦθα νὰ παραστήσητε ὑμᾶς αὐτοὺς ὡς τοὺς φύλακας καὶ τοὺς προστάτας τῶν νόμων. Σᾶς γνωρίζομεν καὶ μᾶς γνωρίζετε. (Ἱλαρότης.)
§43ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν εἴμεθα ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φοβούμεθα, οὔτε τρομάζομεν.
§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λέγω, κύριοι, ὅτι, ἐὰν ἡμεῖς ἤμεθα σήμερον ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, δὲν θὰ ἐδειλιῶμεν ἀπέναντι τῆς παραβιάσεως τῶν τύπων. Εἶναι ἡ Βουλὴ ἐνταῦθα ἐργαζομένη πρὸ 40 ἡμερῶν, καὶ εἰσέτι δὲν ἐψηφίσθησαν αἱ πιστώσεις· καὶ τί συμβαίνει, κύριοι, ἐκ τούτου; Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅστις διακόπτει, διὰ νὰ ἀναπτύξῃ συνταγματικὰς θεωρίας, ἐὰν ἐφρόντιζε περὶ τῶν θεωριῶν τῶν ἀναγομένων εἰς τὸν κλάδον του, ἤθελεν ἐννοήσει, ὅτι αἱ 40 αὐταὶ ἡμέραι εἶναι καταστρεπτικαὶ διὰ τὸν ναυτικὸν κλάδον, διότι αἱ παραγγελίαι, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ δώσῃ, παραγγελίαι τῶν ὁποίων ἡ παρασκευὴ εἶχε γείνει ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ γινώσκω τὰ κατ’ αὐτάς, αἱ παραγγελίαι ἐκεῖναι δὲν δύνανται νὰ φθάσωσιν εἰς ἀποτέλεσμα, εἰμὴ μόνον κατὰ τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν θὰ παραστῇ ἡ ἀνάγκη, καὶ αἱ 40 ἡμέραι μᾶς καθιστῶσιν ὑπερημέρους, θὰ φθάσωσι τὰ παραγγελλόμενα 40 ἡμέρας βραδύτερον τῆς ἀνάγκης. Ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος προκειμένου περὶ ἀνάγκης σχετιζομένης πρὸς τὴν σωτηρίαν τοῦ Κράτους νὰ παραβιάσῃ τοὺς τύπους, ἔστω καὶ παρούσης τῆς Βουλῆς, οὐχὶ νὰ ἔρχηται εἰδοποιοῦσα τὴν Βουλήν, ὡς ἔπραξαν μέχρι τοῦδε οἱ ὑπουργοί, ὅτι θὰ παραβιάσῃ τοὺς τύπους, ἀλλὰ πράττουσα τοῦτο καὶ ἐρχομένη κατόπιν τῆς πράξεως, ἵνα ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς ψῆφον ἀφέσεως. Βεβαίως ἡ πρᾶξις αὕτη, τῆς Βουλῆς παρούσης, εἶναι πρᾶξις πολὺ βαρυτέρα τῆς ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς γενομένης· ἀλλ’ ὅτε πρόκειται περὶ τῆς σωτηρίας τῆς πατρίδος οὐδεὶς θέλει ἀρνηθῆ τὴν ἄφεσιν. Πᾶσα δὲ Βουλὴ ὀφείλει νὰ καταδικάσῃ τὸν ὑπουργόν, ὅστις, ἵνα προφυλάξῃ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ εὐθύνην, καταστρέφει τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Ὡς εἶπον, πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος τῆς ἐπιστρατεύσεως εἴχομεν προβῆ εἰς ἐνεργείας, εἰς δαπάνας, εἰς δάνεια ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς. Ἐξεδώσαμεν κατόπιν τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ συνεπληρώσαμεν τὰς δαπάνας, ἀλλ’ ὠφείλαμεν νὰ δικαιολογήσωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸν παραβιασμὸν τοῦτον τῶν τύπων, ὠφείλαμεν νὰ ἐξηγήσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν διατί καὶ πρὶν ἔτι ἐξενεχθῇ ἡ ἀπόφασις, τῆς ἐν Βερολίνῳ Συνόδου, καὶ ἀφοῦ ἐξηνέχθη ἡ ἀπόφασις ἐκείνη ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς ἐπελήφθημεν ἐκτάκτου στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τῆς χώρας. Καὶ ἐνταῦθα ὀφείλομεν νὰ ποιήσωμεν λόγον καὶ περὶ ἑτέρου ζητήματος, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἤδη συζήτησις ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν προσωπικήν· ὀφείλομεν νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ τῆς βραδυτῆτος περὶ τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς, διότι δύνανται οἱ ἀκροώμενοι νὰ ὦσι διατεθειμένοι, ἵνα πεισθῶσιν ἐκ τῶν λόγων τοὺς ὁποίους θὰ τοῖς εἴπω, περὶ τῆς ἀνάγκης τῶν δαπανῶν τῶν περὶ τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ τοῦ διατάγματος τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ τῶν κατόπιν τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος ἐκείνου δαπανῶν, ἀλλὰ δικαιοῦνται νὰ ἐρωτήσωσι διατί δὲν ἐκαλέσαμεν τὴν Βουλὴν ταχύτερον ὥστε νὰ ἦναι καὶ αὐτὴ συμπράκτωρ ἐν ταῖς ἐνεργείαις ταύταις; καὶ ὀφείλω νὰ δώσω λόγον, ἤδη μάλιστα ὅτε θὰ ὁμιλήσω περὶ τούτου, ὡς περὶ πραγματικοῦ ζητήματος ἐντελῶς ἀσχέτου πρὸς τὴν εὐθύνην. Οὐδόλως ἀποδέχομαι τὴν θεωρίαν, ὅτι ἐκ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου ἐξαρτᾶται τὸ ζήτημα, ἂν ὠφείλομεν νὰ φέρωμεν τὴν Βουλὴν ταχύτερον ἢ βραδύτερον· ποίαν ἰδέαν ἔχω περὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου γινώσκετε, καὶ γινώσκετε, ὅτι εἶναι αὕτη ἀντίθετος τῆς ἰδέας, ἣν ἔχει ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ εἶναι ἰδέα, ἣν ἔχω ἐν συνειδήσει, καὶ τὴν ὁποίαν ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω καὶ μετὰ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἀσχέτως πρὸς τὴν ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ νόμου, φρονῶ, ὅτι ὤφειλε νὰ μὴ βραδύνῃ οὐδ’ ἐπὶ μίαν ἡμέραν ἡ σύγκλησις τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ ἄνευ ζημίας τῆς χώρας. Ἡ σύγκλησις τῆς Βουλῆς ἔδει νὰ γείνῃ καὶ πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἐφ’ ἧς ἐκδόσεως στηρίζονται αἱ ἀξιώσεις περὶ παραβιασμοῦ τοῦ νόμου παρ’ ἡμῶν· διότι εὐθὺς ὡς εἴδομεν, ὅτι αἱ περιστάσεις μεταβάλλουσι χαρακτῆρα, εἴχομεν ὑποχρέωσιν νὰ φέρωμεν τὴν Βουλὴν, ἵνα τῇ ἀνακοινώσωμεν τὴν μεταβολὴν ταύτην τῶν περιστάσεων, καὶ ἵνα τῇ ἐπιτρέψωμεν νὰ συμπράξῃ καὶ διὰ τῆς γνώμης καὶ διὰ τῆς ψήφου αὐτῆς ἐπὶ τὴν νέαν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν αἱ νέαι περιστάσεις ὑπηγόρευον. Ἀλλὰ τὴν Βουλὴν δὲν ἐκαλέσαμεν, οὐχὶ ἐργασθέντες αὐτογνωμόνως, ἀλλὰ διότι δὲν ἠθέλομεν νὰ ἐργασθῶμεν αὐτογνωμόνως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου· ἐνομίζομεν, ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἤρτητο ἡ εὐτυχὴς λύσις τοῦ ζητήματος ἐκ τῆς ἐνεργείας τῶν δυνάμεων, ὠφείλαμεν νὰ συμβουλευθῶμεν τὰς δυνάμεις περὶ τῆς καταλλήλου πορείας τῆς χώρας ἡμῶν, καὶ νὰ μὴ πράξωμέν τι, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν γνώμην ἐκείνων ἠδύνατο νὰ φέρῃ κωλύματα εἰς τὴν ἐπιτυχῆ αὐτῶν ἐνέργειαν· τῶν δυνάμεων δὲ ἡ γνώμη ἦτο, ὅτι ἡ σύγκλησις τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην δὲν θὰ ἦτο συμφέρουσα, δὲν θὰ συνετέλει εἰς τὴν αἰσίαν διεξαγωγὴν τῶν ζητημάτων τῶν ὑπὸ διάσκεψιν· οὗτος εἶναι ὁ λόγος δι’ ὃν δὲν συνεκαλέσαμεν τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος τῆς ἐπιστρατεύσεως, οὗτος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν συνεκαλέσαμεν τὴν Βουλὴν, ἐπὶ τῇ ἐκδόσει τοῦ διατάγματος τῆς ἐπιστρατεύσεως, βραδύτερον τῆς ἡμέρας, ἣν ἐθεωροῦμεν οὐχὶ ὑποχρεωτικὴν κατὰ νόμον, ἀλλ’ ἠθικῶς.
§45ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουν περὶ τούτου ἔγγραφα εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν;
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Βεβαίως· περὶ ὅλων ὅσα λέγω ὑπάρχουσιν ἔγγραφα.
§47ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠμποροῦμεν νὰ ἐξετάσωμεν τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν ὑπάρχουν τοιαῦτα ἔγγραφα.
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑποστηρίζω κατὰ τοῦτο τὴν αἴτησιν τοῦ κ. βουλευτοῦ, ὅτι φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν ἔγγραφά τινα, ἀλλ’ ἡ ἐκλογὴ τῶν ἐγγράφων τούτων ἀνήκει ἐντελῶς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπεύθυνον καὶ ἐφ’ οἷς ὑποβάλλει καὶ ἐφ’ οἷς δὲν ὑποβάλλει, διότι καὶ ἡ ἀπόκρυψις ἐγγράφων ἀπὸ τῆς Βουλῆς, ἰδίως μάλιστα ὅταν ἡ ἀπόκρυψις αὕτη σχετίζηται πρὸς ἐκτίμησιν περὶ τοῦ περιεχομένου τῶν ἐγγράφων, ἔχει τι τὸ ὑπαγόμενον εἰς τὸν ἔλεγχον ἡμῶν, τοῦτο δὲ λέγω σχετικῶς πρὸς τὴν φράσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰπόντος, προκειμένου περὶ ἐπιστρατεύσεως καὶ οὐχὶ περὶ συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, ὅτι εἰργάσθην αὐτογνωμόνως. Τὴν φράσιν ἐκείνην ὤφειλε νὰ μὴ εἴπῃ, ἐὰν μὴ εἶχε τὴν ἀπόφασιν νὰ προσαγάγῃ τὰ ἔγγραφα, διότι ἐγὼ τὸν βεβαιῶ, ὅτι τὰ ἔγγραφα τὸν διαψεύδουσι. Θὰ ἐπιληφθῶ, κύριοι, καὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι εἴπομεν, ὅτι ὀφείλομεν περὶ τοῦ παρελθόντος νὰ εἰσέλθωμεν εἰς εὐρεῖαν συζήτησιν· ἤδη ὅμως ἐξακολουθῶ τὸ θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου εἰδικῶς ὡμίλουν, ὡμίλουν δὲ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ταχυτέρας συγκλήσεως τῆς Βουλῆς καὶ περὶ τῶν λόγων, δι’ οὓς ἡ Βουλὴ δὲν συνῆλθεν, ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἦτο ἠθικῶς ὑπόχρεως νὰ τὴν συγκαλέσῃ ταχέως. Κατ’ ἐμέ, ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν ὡς τάχιστα, ὄχι μόνον ἵνα ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μετάσχῃ καὶ αὕτη, ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἐξουσίας αὑτῆς, τῶν διασκέψεων περὶ τοῦ πρακτέου, ἀλλὰ καὶ διότι θεωρῶ τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς ὡς μέσον, δι’ οὗ τίθεται εἰς συνάφειαν ἡ ἐκτελεστικὴ πρὸς τὴν βουλευτικὴν ἐξουσίαν, καὶ ἰδίως διότι θεωρῶ τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς ὡς παρέχουσαν τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὸν Ἡγεμόνα, ὅπως ἔλθῃ διὰ τῆς Βουλῆς εἰς συνάφειαν πρὸς τὸ ἔθνος καὶ πρὸς τοὺς ἐκτὸς τοῦ ἔθνους. Ἐθαύμασα ἀκούσας χθὲς μομφὴν κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, διότι αὕτη συνεβούλευσε τὸν βασιλέα, ὅπως ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀνακοινώσῃ εἰς αὐτήν, ἀπὸ τοῦ ὕψους τοῦ βασιλικοῦ Θρόνου τὰς κυβερνητικὰς σκέψεις. Ἐὰν τοιαύτην ἰδέαν ἔχῃ ὁ κ. βουλευτὴς Γόρτυνος περὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἐκτάκτοις περιστάσεσιν, ἐὰν φρονῇ, ὅτι ἐπικίνδυνον εἶναι εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις νὰ προκαλῆται διὰ Βασιλικοῦ λόγου συζήτησις περὶ τῆς καταστάσεως τῆς χώρας, ὁ κ. βουλευτὴς Γόρτυνος δὲν εἶναι δὲ δικαιολογημένος ἐπὶ τῇ ψήφῳ αὐτοῦ, καθ’ ἣν κακῶς ἐπράξαμεν βραδύναντες νὰ συγκαλέσωμεν τὴν Βουλήν, διότι, ἂν ἐπιβλαβὴς ἦναι ἡ ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον συζήτησις, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἀνωτάτη ἔκφρασις τῆς βουλευτικῆς ἐξουσίας, ἂν ἐπιβλαβὴς ἦναι ἡ συζήτησις ἐκείνη, εἰς τί δύναται νὰ ὠφελήσῃ ἡ παρουσία τῆς Βουλῆς; Ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ἀντίθετον γνώμην, ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ἐν ἐκτάκτοις ἰδίως περιστάσεσιν ἡ παρουσία τοῦ Βασιλέως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἡ μετάδοσις ἀπὸ τῶν Βασιλικῶν χειλέων τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως εἶναί τι ἐπιβαλλόμενον· ἐπιβάλλεται, ἵνα καταστῇ ἡ καταληπτὴν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν σπουδαιότητα τοῦ ἔργου εἰς τὸ ὁποῖον εἰσέρχεται, ἐπιβάλλεται προσέτι διότι ὁ Ἡγεμὼν, ἐν τῇ Βουλῇ ὁμιλῶν, διὰ τῆς βαρύτητος τῆς Βουλῆς, ἀπευθύνεται εἰς τὸν ἔσω καὶ εἰς τὸν ἔξω κόσμον, καὶ ἐν τοιαύταις περιστάσεσιν εἴπερ ποτε ἡ Ἑλλὰς εἶχεν ἀνάγκην ν’ ἀποταθῇ καὶ πρὸς τοὺς ἐντὸς τοῦ Κράτους καὶ πρὸς τοὺς ἐκτὸς τοῦ Κράτους Ταύτην δὲ τὴν ἐνέργειαν ἔψεξε βουλευτής, ὅστις ὑπῆρξε μέλος ἄλλοτε Κυβερνήσεως ὑπὸ τὸν νῦν πρωθυπουργόν. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἀποδέχεται τοιαύτας ἀρχάς, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἔχομεν καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιῶμεν παρ’ αὐτοῦ τὴν ἀποκήρυξιν τοιούτων ἀρχῶν, διότι εἶναι ἀδιάφορον ἂν τὰς ἀρχὰς ταύτας ἐκφράζωσι βουλευταὶ ἀντιπροσωπεύοντες ἑαυτούς, ἀλλ’ ἂν ἀσπάζωνται τὰς ἀρχὰς ταύτας βουλευταὶ, ἀντιπροσωπεύοντες τὴν Βουλήν, ὡς ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν, τοῦτο θὰ εἶχε πολλὴν τὴν σπουδαιότητα. Τοιαύτας ὅμως ἰδέας δὲν ἤκουσα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐλπίζω νὰ ἀκούσω αὐτὰς ἀποκηρυττομένας παρ’ αὐτῆς. Ἡ Βουλή, κύριοι, συνῆλθε τὸ ταχύτερον· συνῆλθε βραδύτατα, ἀλλὰ συνῆλθε τὸ ταχύτερον, ὅταν σχετίσωμεν τὴν σύγκλησιν αὐτῆς πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα ὑπηγόρευον τὴν μὴ σύγκλησιν αὐτῆς ἐν συντομωτέρᾳ διορίᾳ. Ὡς πρὸς τοῦτο εἰργάσθημεν ὁμοφώνως πρὸς τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἔξωθεν ἠκούσαμεν, ἀλλὰ, κατὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἰργάσθημεν αὐτογνωμόνως ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἐπιστρατεύσεως. Εἶναι δὲ τὸ ζήτημα πραγματικόν, καὶ πρέπει νὰ τὸ ἐξετάσωμεν ἐν πάσαις αὐτοῦ ταῖς λεπτομερείαις, διότι ἀλλοίαν σημασίαν ἔχει ἡ ἐπιστράτευσις, ἐὰν ἐγένετο παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως αὐτογνωμόνως, καὶ ἄλλην σημασίαν ἔχει, ἐὰν ἐγένετο συναινουσῶν τῶν μεγάλων δυνάμεων. Πολλάκις ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν φρονῶ, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ πολιτεύηται πρὸς τὰς Δυνάμεις. Πολλάκις ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ κατακρίνω Κυβερνήσεις, προεδρευομένας ὑπὸ τοῦ κ. Κουμουνδούρου, διότι τυφλῶς ἠκολούθουν τὰς ὁδηγίας τῶν ξένων Δυνάμεων. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἔτι σύνοδον, προκειμένου περὶ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει διαπραγματεύσεως Ἑλλήνων καὶ Τούρκων ἐπιτρόπων, ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ παραστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι κακῶς, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἐπολιτεύθη, ἐπιτρέψασα ὅπως ἐμπαίζηται ἡ Ἑλλὰς διὰ τῆς ἐξακολουθήσεως τῶν διαπραγματεύσεων ἐκείνων, καὶ ἤκουσα τότε παρὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ὅτι θὰ ἦτο παράφρων ὅστις θὰ ἐσκέπτετο νὰ πράξῃ ἄλλως, ἀφοῦ ἡ Δύναμις, ἡ μᾶλλον εὐνοϊκῶς πρὸς ἡμᾶς διακειμένη, τοῦτο συνεβούλευεν. Ἀπήντησα, ὅτι οὐδόλως ὑπηρετοῦμεν τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα ἀκολουθοῦντες τὰς συμβουλὰς αἵτινες ἔχουσιν ὡς συνέπειαν τὸν ἐξευτελισμὸν τοῦ Κράτους. Εἶπον, ὅτι ἡ σύμπραξις τῆς Ἑλλάδος μετ’ ἄλλων Δυνάμεων, ὅσον καὶ ἂν ὦσιν αὗται φιλικαί, ὅσον καὶ ἂν ὦσιν αὗται ἰσχυραί, πρέπει νὰ ἦναι σύμπραξις, ἥτις νὰ μὴ ἐπάγηται τὴν παραίτησιν τῆς αὐτοτελείας καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Κράτους. Ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν ἐθεώρησα, ὅτι ὠφείλομεν καὶ ἡμεῖς νὰ συμπράξωμεν μετὰ τῶν Δυνάμεων, αἵτινες συνῆλθον χάριν ἡμῶν ἐν Βερολίνῳ, ὅπως κανονίσωσι τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Βερολινείου πρωτοκόλλου· ἐθεώρησα, ὅτι ὠφείλομεν νὰ συνδιασκεφθῶμεν μετ’ αὐτῶν καὶ νὰ ἀποδεχθῶμεν πᾶσαν γνώμην, ἥτις ἠδύνατο νὰ πραγματοποιηθῇ ἄνευ ζημίας τῶν συμφερόντων καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι ἔχομεν καθῆκον καὶ ἀπέναντι ἡμῶν αὐτῶν καὶ ἀπέναντι τῶν μεγάλων ἐκείνων ἐπικρατειῶν ἐν ταῖς μετ’ αὐτῶν διασκέψεσιν ἡμῶν νὰ διατηρῶμεν τὴν αὐτοτέλειαν ἡμῶν, ὅπως, ἐν ᾗ περιπτώσει γνώμην τινὰ ἠθέλομεν θεωρήσει μὴ συνάδουσαν πρὸς τὰ συμφέροντα ἢ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους, μὴ ἀποδεχώμεθα ταύτην ἀβασανίστως. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς, οὐδένα ἔβλεπον λόγον, ἵνα μὴ ἀποδεχθῶμεν τὴν γνώμην τῶν ξένων ἐπικρατειῶν ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως εὑρέθημεν εἰς τὴν ἑξῆς πρὸς αὐτὰς διαφωνίαν, διαφωνίαν πολὺ διάφορον ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἤθελέ τις ὑποθέσει ὑπάρξασαν ἐκ τῶν λόγων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Περὶ τὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ ὁ ἐλάχιστος δισταγμὸς παρὰ ταῖς Δυνάμεσιν, αἵτινες εἶχον ὑπογράψει τὴν διαιτητικὴν ἀπόφασιν τῆς Βερολινείου Συνόδου, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἔμελλε νὰ ἐπιστρατευθῇ· οὐδεὶς ἀντέλεγεν, ὑπῆρχεν ὅμως ζήτημα χρόνου. Ἀφ’ οὗ αἱ Δυνάμεις συνελθοῦσαι, ἐν συνόδῳ, ἀπεφάνθησαν, ὅτι ἐπιδικάζονται τῇ Ἑλλάδι ἐπαρχίαι ἀνήκουσαι τέως εἰς τὴν Τουρκίαν, ὑποχρέωσις ἐκ τῆς ἀποφάσεως ταύτης ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Ἑλλάδα, νὰ ᾖ ἑτοίμη, ὅπως λάβῃ κατοχὴν τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, καὶ ὅπως λαμβάνουσα τὴν κατοχὴν ἐπαρκέσῃ εἰς ὅλας τὰς ἀνάγκας, εἴτε τὰς προβλεπομένας, εἴτε καὶ τὰς μὴ δυναμένας τότε ἐν λεπτομερείᾳ νὰ προβλεφθῶσι, τῆς κατοχῆς. Ἡ ἐπιστράτευσις εἶναι συνέπεια τῆς ἀποφάσεως τῆς Βερολινείου Συνόδου, καὶ ἑπομένως τὴν ἐπιστράτευσιν ὑπηγόρευσαν αἱ Δυνάμεις διὰ τῆς ὑπογραφῆς τῆς διαιτητικῆς ἐκείνης ἀποφάσεως, ἀλλ’ ἠγέρθη ζήτημα μεταξὺ τῶν Δυνάμεων καὶ τῆς Ἑλλάδος περὶ τῆς ἡμέρας τῆς ἐπιστρατεύσεως, δὲν λέγω κἄν τοῦ χρόνου, λέγω ἁπλῶς τῆς ἡμέρα; διότι αἱ Δυνάμεις συνεβούλευσαν τῇ Ἑλλάδι νὰ μὴ συγκαλέσῃ τὴν Βουλήν, καὶ νὰ μὴ ἐκδώσῃ διάταγμα περὶ ἐπιστρατεύσεως, ἕως οὗ ἀνακοινωθῶσιν εἰς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν τὰ ὑπὸ τῆς Βερολινείου Συνόδου ἀποφασισθέντα, καὶ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν ταύτην ἡ Τουρκία· μία δὲ τῶν Δυνάμεων προσέθετε, καὶ διασκεφθῶσιν αὗται περὶ τῆς ἀπαντήσεως. Ἡμεῖς παρεστίσαμεν τότε εἰς τὰς Δυνάμεις, ὅτι ὁ φόβος, ὃν εἶχον, μὴ ἡ ἐπιστράτευσις παράσχῃ εἰς αὐτὰς πράγματα, μὴ ἡ ἐπιστράτευσις φέρῃ διατάραξιν τοῦ καθεστῶτος ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ὁ φόβος οὗτος δὲν ἦτο βάσιμος, διότι αἱ Δυνάμεις ἐκεῖναι ἡρμήνευον τὴν λέξιν ἐπιστράτευσις, ὅπως τὴν ἐννοεῖ ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς μετεφράσαμεν, τουτέστιν ἐφρόνουν, ὅτι ἡ ἐπιστράτευσις προηγεῖται τῆς ἐνεργείας ὀλίγας ἡμέρας. Ἡμεῖς παρεστήσαμεν εἰς τὰς Δυνάμεις, ὅτι ἡ ἐπιστράτευσις, ὅπως ἔχουσι τὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, δὲν προηγεῖται ἡμέρας μόνον τῆς ἐνεργείας, προηγεῖται τοσοῦτον τῆς ἐνεργείας, ὥστε ἔχει ἄλλον χαρακτῆρα τῆς ἐπιστρατεύσεως, ὅπως ἐννοεῖται αὕτη παρ’ ἄλλαις δυνάμεσιν, ὅτι ἡ ἐπιστράτευσις παρ’ ἡμῖν οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ ἡ ἐκγύμνασις τῶν ἀγυμνάστων, εἶναι ὁ ὀργανισμὸς τοῦ ἔθνους πρὸς πόλεμον, καὶ οὐχὶ ἡ παρασκευὴ αὐτοῦ πρὸς ἄμεσον ἐνέργειαν. Οὐχ ἧττον συνεμορφώθημεν πρὸς τὴν συμβουλὴν αὐτῶν, διότι βεβαίως, ὅτε αἱ δυνάμεις ἔλεγον πρὸς ἡμᾶς, ὅτι θὰ ὑπέβαλον προτάσεις πρὸς τὴν Τουρκίαν, καὶ ἐθεώρουν, ὅτι ἡ ἐπιστράτευσις ἡμῶν ἠδύνατο νὰ βλάψῃ ὡς πρὸς τὴν ἀποδοχὴν τῶν προτάσεων τούτων, ἐὰν ἐπήρχετο πρὶν ἢ ὑποβληθῶσιν αὗται, ἢ πρὶν ἢ ἡ Πύλη ἀπαντήσῃ, βεβαίως ἡμεῖς δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἐκτελέσωμεν τὴν ἐπιστράτευσιν, καὶ νὰ δώσωμεν οὕτως ἀφορμὴν εἰς ἀποτυχίαν τῶν ἐν Βερολίνῳ ἀποφασισθέντων. Παρεστήσαμεν ὅμως εἰς τὰς Δυνάμεις τὴν ἔννοιαν τῆς ἐπιστρατεύσεως, καὶ κατόπιν τῶν παραστάσεων τούτων — ἐγένετο δ’ ἐν τῷ μεταξὺ καὶ ἡ διακοίνωσις πρὸς τὴν Πύλην, ἐδόθη καὶ ἡ ἀπάντησις τῆς Πύλης — αἱ Δυνάμεις ἐδήλωσαν, ὅτι δὲν ἐπιμένουσι πλέον εἰς ὅσα εἶχον συμβουλεύσει, ἀφοῦ ἄλλως τε καὶ ἡ συμβουλὴ αὐτῶν εἶχε δοθῆ ὑπὸ χρονικὸν ὅρον ἐκπνεύσαντα. Τοῦτο εἶναι τὸ αὐτογνωμόνως, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὅτε ἐῤῥέθη τοῦτο, ἐπροξένησέ τινα ἐντύπωσιν, διότι πολλοὶ ἐφρόνουν, ὅτι τὰ ἔγγραφα, ἅτινα δὲν ἀνεκοινοῦντο, θὰ περιεῖχον περὶ τοῦ αὐτογνωμόνως τούτου καταγγελίας κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, αἵτινες, ὥς τινες ἰσχυρίζοντο, ἤθελον μᾶς καταστρέψει. Ἀλλὰ τὸ αὐτογνωμόνως οὐδεμίαν ἄλλην ἔννοιαν εἶχεν ἢ ταύτην, ἐφ’ ὅσον ὅμως εἶχεν ἔννοιαν, ἀπεδείκνυεν, ὅτι ἀληθῶς ἡ Κυβέρνησις ἡ προκάτοχος εἰργάζετο διαφόρως ἢ αἱ Κυβερνήσεις αἱ ὑπὸ τὸν νῦν Πρωθυπουργὸν, ἐν ταῖς σχέσεσιν αὐτῆς πρὸς τὰς ξένας δυνάμεις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ προκάτοχος ἐφρόνει, ὅτι εἰς τὰ ζητήματα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὴν πρωτοβουλίαν πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ Ἑλλὰς καὶ ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει νὰ ἐνεργῇ ὡς Κράτος ἀνεξάρτητον, ὀφείλει νὰ ἐνεργῇ κατὰ τὰς ἰδίας αὐτῆς πεποιθήσεις, ἐπηρεαζομένη ὅμως ὡς πρὸς τὰς πεποιθήσεις αὐτῆς ἐκ τῶν σκέψεων, αἱ ὁποῖαι τῇ ὑποβάλλονται παρὰ τῶν ἄλλων Δυνάμεων. Ἡ κήρυξις τῆς ἐπιστρατεύσεως ἐπήγετο θυσίας τοῦ ἔθνους προσωπικὰς καὶ θυσίας χρηματικάς. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὰς προσωπικὰς θυσίας ὁ νόμος περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ἐπέτρεπεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἐπιβάλῃ αὐτὰς εἰς τὸ ἔθνος· ὡς πρὸς τὰς χρηματικὰς ὅμως θυσίας ὁ νόμος δὲν προέβλεπεν. Ὁ νόμος ὁ Στρατιωτικὸς δὲν ἠδύνατο ν’ ἀφορᾷ εἰμὴ μόνον εἰς τὰ τῶν στρατιωτικῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· ὁ δὲ προϋπολογισμὸς δὲν εἶχε προΐδει περὶ πιστώσεων ἀπέναντι ἐκτάκτων ἀναγκῶν. Ἀλλ’ ἐνταῦθα οἱ ψέγοντες τὰ τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης λέγουσι· καὶ διατί δὲν προεῖδε τὰ ἔκτακτα ἡ τότε Κυβέρνησις; Ἀπαντῶ, ὅτι δὲν τὰ προεῖδε, διότι ἦσαν ἔκτακτα. Ἐὰν τὰ εἴχομεν προΐδει, θὰ ἦσαν τακτικά. Τὰ ἔκτακτα δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν ἐξ ἀντιλήψεως, ἀφοῦ ἐπέλθωσιν, οὐχὶ δὲ ποτὲ ἐκ προοιμίων. Δὲν ἐπετρέπετο εἰς ἡμᾶς νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὰ τακτικά, τουτέστιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ κοινὸς νοῦς ὑπαγορεύει, εἶναι ταῦτα, ἀλλ’ ἡμεῖς ἔχομεν νοῦν ἀνώτερον τοῦ κοινοῦ νοὸς καὶ προεβλέπομεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ κοινὸς νοῦς δὲν προέβλεπε, διότι δὲν ἐνδείκνυνται ἔτι ἐκ τῶν πραγμάτων, καὶ ζητοῦμεν δι’ αὐτὰ πιστώσεις.
§49Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι καλὸν, κ. Πρόεδρε, νὰ γείνῃ μία ἀνάπαυσις πέντε λεπτῶν, διότι δὲν ἠμποροῦμεν πλέον.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀγορεύων δὲν ἔχει ἀνάγκην, λέγει.
§51ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡμεῖς ὅμως ἔχομεν ἀνάγκην. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 10 λεπτά.)
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ἡ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς διὰ τὸ ἔτος 1881, καὶ τῶν ζώων· ὡσαύτως ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἀναφορῶν τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν θέλουν τυπωθῆ καὶ αἱ δύο. Ἐξακολουθήσατε, κ. Τρικούπη.
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔλεγον, ὅτι περὶ τῶν προσωπικῶν ὑποχρεώσεων τοῦ λαοῦ ἐν ἐπιστρατεύσει εἶχε προνοήσει ὁ Νόμος περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, περὶ πιστώσεων ὅμως δὲν εἴχομεν λάβει πρόνοιαν, διότι ἡ ἀνάγκη τῶν πιστώσεων ὑπῆρξεν ἔκτακτος, καὶ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ προΐδωμεν αὐτὴν εὐλόγως, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐπεψηφίζετο ὁ προϋπολογισμός. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχον ἤδη ἔλθει εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐν Ἀγγλίᾳ οἱ νῦν κυβερνῶντες, ἀλλὰ δὲν εἶχεν ἔτι διατυπωθῆ ἐν τοῖς πράγμασιν ἡ πολιτική, ἥτις ἀπέληξεν εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνόδου. Ὠφείλομεν ἄρα ἐν τῷ στρατιωτικῷ νόμῳ νὰ λάβωμεν πᾶσαν πρόνοιαν, ὅπως διεξαχθῇ ἡ ὀργάνωσις τῆς χώρας ἐπὶ βάσεων εὐρυτέρων ἢ ἐν τῷ παρελθόντι, καὶ ὅπως ἐν ἐκτάκτῳ ἀνάγκῃ εὑρεθῇ ἡ Κυβέρνησις ὡπλισμένη δι’ ἐξουσίας, ἵν’ ἀνταποκριθῇ εἰς αὐτήν. Καὶ ταῦτα πάντα ἀπέδειξαν τὰ πράγματα, ὅτι ἐνυπῆρχον ἐν τῷ νόμῳ, οὗ τινος εἰσηγησάμεθα. Χρηματικῶς ὅμως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ τὸ αὐτό, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῶσι πιστώσεις διὰ περίστασιν, ἥτις εἰσέτι δὲν εἶχε παρουσιασθῆ· ἡ δὲ διαφορὰ αὕτη τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὸς τὸν νόμον ἐνδεικνύει τὰς ἀρχάς, καθ’ ἃς ἡ Βουλὴ εἰργάσθη καὶ ὀφείλει νὰ ἐργάζηται. Ἐνῷ αἱ περιστάσεις δὲν εἶχον ἔτι ἀναπτυχθῆ ἐφ’ ἱκανόν, ὅπως ὑπαγορεύσωσι μέτρα ἔκτακτα, ἐδίδετο διὰ τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου, ὅστις δὲν ἦτο προσωρινός, ἀλλὰ διαρκής, ἐδίδετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἐξουσία, ὅπως περὶ ἐκτάκτων στρατιωτικῶν μέτρων προνοήσῃ, περὶ τῶν χρηματικῶν ὅμως αἱ βουλαὶ ὀφείλουσι νὰ ἐργάζωνται αὐστηρῶς καὶ δὲν δύνανται νὰ ἐπιτρέπωσι δαπάνας εἰμὴ ἀπέναντι ἀνάγκης ὑφισταμένης. Μὴ ψηφίζοντες ὅμως τὴν δαπάνην, ἐννοοῦσι διὰ τούτου, ὅτι αἱ ἐξουσίαι αἱ ὑπὸ τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου παρεχόμεναι θέλουσι μείνει ἀργαί; Ἐννοοῦσιν, ὅτι ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλήν, διὰ νὰ ζητήσῃ ἄδειαν δαπάνης· ἀλλ’ ἔχουσα τὴν ἐξουσίαν ἐκ τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου, ὀφείλει ἐπὶ ἰδίᾳ αὑτῆς εὐθύνῃ, ἐπικειμένου κινδύνου ἀμέσου, νὰ προβῇ εἰς δαπάνας καὶ ἄνευ πιστώσεων. Καὶ διὰ τοῦτο ἐῤῥέθη, αἱ ἐῤῥέθη ὀρθῶς, ὅτι τὸ μέγα ζήτημα διὰ τὰς Βουλὰς, τὸ ζήτημα τῶν ζητημάτων; εἶνε τὸ τοῦ σχηματισμοῦ τῶν κυβερνήσεων· καὶ ὅτε εἶπον τοῦτο κατὰ τὴν συζήτησι ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, εὑρέθη ὁ κ. βουλευτὴς Πατρῶν, ἵνα εἴπῃ ὅτι περιεφρονήσαμεν τὴν Βουλήν, παραστήσαντες, ὅτι, ἐὰν συνήρχετο, πρώτη αὐτῆς μέριμνα θὰ ἦτο ἡ κατάλυσις τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ ἀνίδρυσις ἄλλης. Ἡμεῖς τοὐναντίον ἐφρονοῦμεν, ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλή, μὴ ἔχουσα πεποίθησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διετήρει αὐτὴν εἰς τὰ πράγματα θὰ ἀπεδείκνυεν ἑαυτὴν ἀναξίαν τῆς ἀποστολῆς της διότι τὸ κύριον ἔργον τῆς Βουλῆς εἶνε νὰ φέρῃ εἰς τὰ πράγματα Ὑπουργεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ δύναται νὰ ἔχῃ πεποίθησιν. Ἡ μὴ ψήφισις τῶν πιστώσεων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ οὐδόλως ἀπεδείκνυεν, ὅτι δὲν ἐθεωροῦμεν πιθανὰς τὰς περιστάσεις, αἵτινες κατόπιν παρουσιάσθησαν· ἐθεωροῦμεν, ὅτι αἱ περιστάσεις αὗται ἠδύναντο νὰ παρουσιασθῶσιν, ἀλλὰ ἐθεωροῦμεν συνάμα, ὅτι ὁ τόπος κατὰ τὸ διάλειμμα τῶν βουλευτικῶν συνόδων διετέλει εἰς χεῖρας Ὑπουργείου, ἀπολαύοντος τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Ἐῤῥέθη χθές, ὅτι τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον ὤφειλε νὰ παραιτηθῇ πρὸ τῆς ἐλεύσεως τῆς Βουλῆς, διότι δὲν ἀπήλαυε τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Καὶ διατί δὲν ἀπήλαυε τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς; Τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον ἀπήλαυε τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, ἕως τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν κατεψηφίσθη. Ἔφερον παραδείγματα ἐξ ἄλλων ἐθνῶν, ὅπου ὑπουργεῖα παρῃτήθησαν κατόπιν ἐκλογῶν, τουτέστι κατόπιν ψήφου τοῦ ἔθνους, δοθείσης ἐπὶ προγραμμάτων ὑποψηφίων, ψήφου, ἀποδειξάσης, ὅτι οἱ ὑποστηρίζοντες τὸ πρόγραμμα τὸ κυβερνητικὸν ἦσαν ἐν μειονότητι. Φυσικωτάτη ἦτο ἡ παραίτησις τῶν ὑπουργείων ἐκείνων. Ἔφερον παράδειγμα καὶ ἐκ τῆς ἡμετέρας χώρας ὑπουργείου παραιτηθέντος πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς συνόδου, ὑπουργείου ὅμως σχηματισθέντος κατὰ τὸ διάλειμμα τῶν συνόδων καὶ μὴ ὑποδειχθέντος ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὑπουργεῖον σχηματισθὲν ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς δὲν δύναται ν’ ἀποσυρθῇ ἀπὸ τῶν πραγμάτων, ἐν περιστάσεσι μάλιστα κρισίμοις, ἄνευ ψήφου τῆς Βουλῆς, ἥτις νὰ τὸ ἀπαλλάττῃ ἐκ τῆς ὑποχρεώσεως, ἣν ἀνέλαβε, διότι ἡ ὑπουργικὴ ἐξουσία εἶναι ὑποχρέωσις, τῆς ὁποίας ὁ ἅπαξ δεχθεὶς αὐτὴν δὲν δύναται νὰ παραιτηθῇ ἄνευ τῆς γνώμης τοῦ ἐπιβαλόντος αὐτήν. Ποία θὰ ἦτο ἡ θέσις τῆς βασιλείας, ἐὰν ἡμεῖς ἀπεσυρόμεθα πρὸ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς; Ποῦ ἤθελε στηριχθῆ ἡ βασιλεία, ἵνα φέρῃ ἄλλα πρόσωπα εἰς τὴν ἀρχήν; Ἡ βασιλεία ἤθελε μᾶς εἴπει· διατί ἡ Βουλή, ἥτις σᾶς ὑπεστήριξε διὰ μεγάλης πλειοψηφίας κατὰ τὰ τέλη τῆς παρελθούσης συνόδου (θόρυβος δεξιᾷ), διατί ἡ Βουλὴ ἐκείνη σήμερον δὲν σᾶς ὑποστηρίζει; τί ἐπράξατε ἐν τῷ μεταξύ, ὅπερ ν’ ἀπάδῃ πρὸς τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς; ἐκηρύξατε τὴν ἐπιστράτευσιν· ἆρα φρονεῖτε, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἀποδέχεται τὴν ἐπιστράτευσιν; Προέβητε εἰς δαπάνας χάριν τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ χάριν τοῦ ἐξοπλισμοῦ τοῦ ἔθνους· νομίζετε, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει τὸν ἐξοπλισμὸν τοῦ ἔθνους· διατί ἄρα ὑποθέτετε, ὅτι ἡ Βουλὴ μετέβαλε περὶ ὑμῶν γνώμην; διατί ἀποσύρεσθε ἡμεῖς; καὶ εἰς ποῖον ν’ ἀποταθῶ ἐγώ, ὡς ἀντιπροσωπεύοντα τὴν νέαν γνώμην τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν ἀγνοῶ; Τοιαύτη θὰ ἦτο ἡ θέσις, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἐνεβάλλομεν τὴν βασιλείαν, ἐὰν ἀπεσυρόμεθα πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ οὐδὲ νὰ σκεφθῶμεν περὶ τούτου ἠδυνάμεθα, διότι ἡμεῖς δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἤθελε πολιτευθῇ ὡς ἐπολιτεύθη. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπολιτεύθη κακῶς καὶ δὲν εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ φρονῶμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ πολιτευθῇ κακῶς, ἐν ὅσῳ αὐτὴ ἡ Βουλὴ δὲν μᾶς ἔδιδε τὴν περὶ τούτου ἀπόδειξιν Ἡμεῖς εἴμεθα ἡ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξεν εἰς τὴν βασιλείαν ἡ Βουλή, ὅπως διαχειρίζηται τὴν ἐξουσίαν κατὰ τὸ διάλειμμα τῶν Συνόδων, κατὰ τὸ διάλειμμα δὲ τοῦτο, ὡς Κυβέρνησις στηριζομένη ἐπὶ τῆς βουλευτικῆς πλειοψηφίας, εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ποιήσωμεν χρῆσιν πάντων τῶν μέτρων τῶν ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐπιτραπέντων· εἴχομεν ὅμως καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν μέτρων ἐκείνων, περὶ ὧν δὲν ἐπρονόησεν ἡ Βουλή, τὰ ὁποῖα ὅμως ὑπηγορεύοντο ὑπὸ ἀνωτάτων συμφερόντων τοῦ Κράτους. Εὐθύνην δὲν δύναμαι νὰ διακρίνω μεγαλητέραν ἐν τῇ ἐπιζημίῳ πράξει ἢ ἐν τῇ ἐπιζημίῳ ἀποχῇ ἀπὸ ἐνεργείας ἀναγκαίας. Μεγαλητέραν εὐθύνην ἀναλαμβάνει ἡ Κυβέρνησις, ἥτις δι’ ἔλλειψιν νόμου δὲν πράττει ὅ,τι ζωτικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ὑπαγορεύουσιν ὡς ἐπεῖγον καὶ ἀναπόδραστον ὅσης ἀναλαμβάνῃ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις πράττει τι ἄνευ νόμου, διότι φρονεῖ, ὅτι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ὑπαγορεύουσι τὴν πρᾶξιν. Ὅ,τι ἡ Βουλὴ δύναται ν’ ἀπαιτήσῃ παρὰ τῶν Κυβερνήσεων εἶναι, ὅπως αὗται κατὰ τὸ διάλειμμα τῶν συνόδων μὴ μεταβάλλωσι τὴν πολιτικήν, ἧς ἐπὶ τῇ βάσει ἐδόθη εἰς αὐτὰς ἡ ὑποστήριξις, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο οἱ νῦν συμπολιτευόμενοι μέμφονται τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὅτι ἐτύγχανον τῆς πλειοψηφίας, ἐπὶ τῇ βάσει ἄλλου προγράμματος, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἐγὼ φρονῶ, ὅτι οἱ συμπολιτευόμενοι, οἱ οὕτω ἐκφραζόμενοι, ἀπατῶνται· διότι τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐτυγχάνομεν τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἦτο πρόγραμμα παρασκευῆς τῆς χώρας, ἦτο πρόγραμμα θεωροῦν πιθανὴν ἐν χρόνῳ οὐχὶ ἐπικειμένῳ, ἀλλὰ προσεχεῖ τὴν χρῆσιν τῶν ὑλικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, ἦτο πρόγραμμα σχετιζόμενον ἀμέσως πρὸς τὴν τότε κατάστασιν, τὸ ὁποῖον ὅμως ἐθεώρει πιθανὴν καὶ τὴν ἐπέλευσιν καταστάσεως διαφόρου, καθ’ ἣν δὲν θὰ ἐπετρέπετο, ὅπως τὰ μέτρα τὰ διὰ τὴν ἄλλην κατάστασιν ψηφισθέντα ἐξακολουθῶσι θεωρούμενα ὡς ἐπαρκῆ. Ἡ Βουλὴ, ὁποστηρίξασαι τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλε διὰ τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ ψηφίσασα ἐν ᾧ νόμῳ ἐκείνῳ τὰς διατάξεις περὶ ἐπιστρατεύσεως, διατάξεις δικτατορίας, ἀπέδειξεν, ὅτι ἐθεώρει πιθανὴν τὴν μεταβολὴν τῆς καταστάσεως τῆς χώρας, μεταβολὴν ὑπαγορεύουσαν τὴν παροχὴν τοιαύτης δικτατορικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν δύναται ἄρα νὰ ῥηθῇ, ὅτι δὲν ἀνηγγείλαμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ μέτρα ἡμῶν τὰ κατόπιν ληφθέντα τὰ ἀνηγγείλαμεν, ἀλλ’ ὡς σχετιζόμενα πρὸς περιστάσεις, αἵτινες δὲν ὑπῆρχον τότε.
§54Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν νομίζετε ἀναγκαίαν, κύριε Τρικούπη, τὴν δικτατορίαν καὶ τώρα;
§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ τούτου. Ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα νὰ ἀπαιτῇ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ὅπως, ἕως οὗ αὕτη ἀποφανθῇ κατὰ τρόπον διάφορον τῆς πρώτης ἀποφάνσεως αὐτῆς, καθ’ ἣν ἐχορήγησεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑποστήριξίν της καὶ ὑπέδειξεν αὐτὴν ὡς Κυβέρνησιν τῆς χώρας, ἐξακολουθεῖ ἡ Κυβέρνησις ἀσκοῦσα πάσας τὰς προνομίας τῆς ἐξουσίας. Θὰ ἦσαν οἱ ὑπουργοὶ ὅλως ἀδικαιολόγητοι, οἵτινες ἤθελον ἐξ ἰδίων σκέψεων μορφώσει πεποίθησιν περὶ ἀπωλείας πλειονοψηφίας, οὐχὶ ἕνεκα λόγων πολιτικῶν, διότι τοιοῦτοι δὲν ὑπῆρχον, ἀλλ’ ἕνεκα λόγων προσωπικῶν. Τοιαύτην προσβολὴν κατὰ τῆς Βουλῆς οὐδεμία Κυβέρνησις εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ. Ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς ἡ δοθεῖσα ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ προέδρου ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν εἴχομεν τὴν πλειονοψηφίαν· ἄρα κατὰ τὸν κ. βουλευτὴν Γόρτυνος δὲν εἴχομεν τὴν ἐντολὴν τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ διάλειμμα τῆς συνόδου. Εἴχομεν τὴν ἐντολὴν μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἐδόθη ἡ ψῆφος ἐκείνη ὅπως σήμερον ἔχει ταύτην ἡ Κυβέρνησις, καίτοι πάντες γνωρίζετε, ὅτι ἐντὸς 20 ἡμερῶν δὲν θὰ ἔχῃ τὴν ὑποστήριξιν τῆς Βουλῆς (Θόρυβος.) Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσω ἄλλως· γνωρίζω ποῖα εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προτείνει ἡ Κυβέρνησις, καὶ γνωρίζω ποίαν γνώμην ἔχει ἡ Βουλὴ περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις προτείνει ἐπὶ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, γνωρίζω δὲ καὶ τὴν περὶ αὐτῶν γνώμην τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν· ἔφεραν οἱ ὑπουργοὶ τοιαῦτα μέτρα γινώσκοντες, ὅτι ἐπὶ τῶν ζητημάτων ἐκείνων ἡ Κυβέρνησις θέλει πέσει, ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον σήμερον δὲν εἶναι ἡ συνταγματικὴ Κυβέρνησις τῆς χώρας· ἡ Κυβέρνησις σήμερον ὑποστηρίζεται ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας καὶ ἕως οὗ ἐπέλθῃ ἡ ψῆφος, τὴν ὁποίαν πάντες προβλέπομεν, ἡ Κυβέρνησις αὕτη ὀφείλει νὰ διαχειρίζηται πᾶσαν κυβερνητικὴν ἐξουσίαν. Ὁ τρόπος οὗτος τοῦ σκέπτεσθαι, ἐφαρμοζόμενος εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ λαοῦ, ἤθελε φέρει εἰς ἕτερον ἀποτέλεσμα ἐν τῇ Βουλῇ. Ἄν παραδείγματος χάριν διαρκούσης τῆς βουλευτικῆς περιόδου ὑπεστήριζέ τις βουλευτὴς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ του ὑποψήφιον συμφωνοῦντα πρὸς τὰς ἀρχάς του, καὶ τὸ πρόσωπον τοῦτο κατεψηφίζετο διὰ 1200 ψήφων, ὁ βουλευτὴς ἐκεῖνος πρέπει νὰ θεωρηθῇ κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. βουλευτοῦ Γόρτυνος ὡς μὴ ἀντιπροσωπεύων τὸν λαὸν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλὰ ταῦτα, κύριοι, εἶναι σολοικισμοὶ συνταγματικοί, οἱ ὁποῖοι εἰς πάντα ἄλλον ἐπιτρέπονται ἢ εἰς ἄνθρωπον ἐμβριθῶς σκεπτόμενον περὶ συνταγματικῶν πραγμάτων, ὅπως ὁ κ. βουλευτὴς Γόρτυνος. Περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἄρα ζητημάτων, ἐπειδὴ αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις δὲν εἶχον ἔτι παρασταθῆ, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐψηφίζετο ὁ προϋπολογισμός, προϋπολογισμὸς τακτικός, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ληφθῇ τότε πρόνοια. Μεταβληθείσης δὲ τῆς καταστάσεως ὠφείλομεν καὶ ἡμεῖς νὰ συγκαλέσωμεν τὴν Βουλὴν τὸ ταχύτερον, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ἠδύνατο νὰ συνέλθῃ ταχύτερον, ὠφείλομεν νὰ λάβωμεν πάντα τὰ μέτρα τὰ οἰκονομικά, ἅτινα αἱ περιστάσεις ὑπηγόρευον, ἕτοιμοι νὰ ὑποβληθῶμεν κατόπιν εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, νὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτῆς τὴν ἄφεσιν, καὶ ἂν μὴ ἐλαμβάνωμεν τὴν ἄφεσιν, νὰ παραπεμφθῶμεν εἰς ποινικὰς εὐθύνας. Τοῦτο ἐπράξαμεν. Ὀλίγον μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τῆς Βουλῆς διέγνωμεν τὴν νέαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, καὶ εὐθὺς ἠρξάμεθα προνοοῦντες περὶ κεφαλαίων, καὶ διὰ τοῦτο αἱ ἐφημερίδες τῆς πρωτευούσης τῆς 6 Ἰουνίου ἀνήγγειλαν τὴν εἰς Εὐρώπην ἀναχώρησιν ἐπιτροπῶν ἐπιτετραμμένων τὰς στρατιωτικὰς προμηθείας, ἄλλης μὲν εἰς Γαλλίαν, ἄλλης δὲ εἰς Αὐστρίαν καὶ ἄλλης εἰς Ἀλγερίαν. Εἴχομεν θέσει τὰς βάσεις τῆς συνομολογήσεως δανείου προσωρινοῦ καὶ δανείου χρεωλυτικοῦ, καὶ μόνον κατὰ τὸ μέτρον τῆς ἀνάγκης ἐπραγματοποιήσαμεν τὸ δάνειον· κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς ἡμῶν δὲν εἴχομεν ἀνάγκην πρόχειρον πλειοτέρων τῶν 17 ἑκατομμυρίων δραχμῶν διὰ τὰς δαπάνας τὰς ἀμέσους τοσοῦτο μᾶλλον, ὅσον εἴχομεν εἰς τὴν διάθεσιν ἡμῶν καὶ 24,000 ὁμολογιῶν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, ἐξ οὗ ἠδυνάμεθα νὰ πορισθῶμεν καὶ ἐξ οὗ ἐπορίσθημεν καὶ ἕτερα κεφάλαια. Καθ’ ἣν δὲ ἡμέραν κατήλθομεν τῆς ἐξουσίας, εἴχομεν πάσας τὰς ἀπαιτητὰς πληρωμὰς ἐξωφλημένας καὶ ἀφήσαμεν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ ἓν καὶ ἥμισυ περίπου ἑκατομμύριον, ἤτοι 600,000 φράγκων παρακατατεθειμένων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ 450,000 δραχμῶν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, καὶ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἐν τοῖς Ταμείοις· ὥστε οἱ ὑπολογισμοὶ ἡμῶν περὶ τῆς προχείρου ἀνάγκης ἦσαν ἀκριβεῖς. Ὠφείλομεν ὅμως νὰ προνοήσωμεν καὶ περὶ τοῦ μέλλοντος, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἐπελήφθημεν διαπραγματεύσεων περὶ χρεωλυτικοῦ δανείου. Ἡ κατάστασις τῆς πίστεως τῆς Ἑλλάδος ἦτο τοιαύτη, ὥστε τὸ ἔργον τῆς συνομολογήσεως δανείων δὲν παρεῖχε τὰς δυσχερείας, εἰς ἃς ἄλλοτε προσέκοπτον αἱ διαπραγματεύσεις. Κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον τῆς Βουλῆς πολλάκις ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ παραστήσω, ὅτι ἐν ταῖς πολεμικαῖς παρασκευαῖς ἡ πρωτίστη ἀνάγκη εἶναι ἡ τῶν οἰκονομικῶν διαῤῥύθμισις, καὶ ὡς πρὸς τὴν οἰκονομικὴν διαῤῥύθμισιν τὰ μέτρα, ἅτινα ἔλαβεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἡ πολιτική, ἣν προεκήρυξεν, αἱ ἀρχαί, καθ’ ἃς διηύθυνε τὰ τῆς ἐξουσίας, ὑπῆρξαν τοιαῦται, ὥστε ηὔξησαν ἐπαισθητῶς τὴν δημοσίαν πίστιν τοῦ Κράτους. Ὅτε ἀνελάβομεν τὴν ἐξουσίαν, αἱ μετοχαὶ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, αἵτινες κυκλοφοροῦσαι ἐν ταῖς ἀγοραῖς τῆς Εὐρώπης ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς μέτρον τῆς πίστεως ἡμῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, εἶχον τιμὴν 392 φράγκων ἑκάστη. Ἡμεῖς ἠδυνήθημεν νὰ πωλήσωμεν ἐκ τῶν 24,000 ὁμολογιῶν 17,000 πρὸς 438, καὶ πρὸς 440, καὶ πρὸς 441 φράγκα, τουτέστιν ὑπῆρξεν ὑπερτίμησις 10%.
§56ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί τὸ οἰκειοποιεῖσθε αὐτό;
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ὑπερτίμησις αὕτη ἦτο ἀποτέλεσμα τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν τελευταίαν αὐτῆς σύνοδον. Ὥστε καὶ ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν μέτρα, ἡ πολιτικὴ, ἥτις εἰς τὸν ἐπιπολαίως κρίνοντα ἐφαίνετο πολιτικὴ ἀποχῆς, ἦτο πολιτικὴ ἐνεργείας, διότι παρεῖχεν εἰς τὴν κυβέρνησιν τὰ μέσα πρὸς ἐνέργειαν.
§58ΔΟΥΜΑΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§59ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Πότε ἐπωλήσατε πρὸς 440;
§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ διαφόρους ἐποχάς· διὰ τοῦτο ὑπάρχουσι τρεῖς τιμαί.
§61ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρι τοῦ Ἰουνίου.
§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔχω τὸν πίνακα, ὥστε δὲν δύναμαι νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ ἐπισήμων κειμένων. Τὰ μέτρα, τὰ ληφθέντα παρ’ ἡμῶν ἐν τῇ παρελθούσῃ συνόδῳ, ὑπῆρξαν μέτρα παρασκευῆς τῆς χώρας. Καὶ αὐτά, τὰ κατὰ τὸ φαινόμενον μέτρα ἀποχῆς, ἦσαν μέτρα ἐνεργείας. Αὐτὸς ὁ νόμος, ὁ περὶ ἀροτριώντων κτηνῶν, μεγάλως συνετέλεσεν εἰς τὴν παρασκευὴν τῆς χώρας. (Θόρυβος δεξιᾷ.)
§63ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Διότι ἐχάσαμεν 4 ἑκατομ. ἔξοδα.
§64ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὴ διακόπτετε.
§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διότι σήμερον ἀφαιροῦντες ἀπὸ τῶν οἰκογενειῶν τὰς χεῖρας, δὲν τὰς πιέζομεν καὶ διὰ τῆς φορολογίας τῆς δεκάτης, ἀπηλλάξαμεν αὐτὰς ἀφ’ ὅ,τι εἶχεν ἐπαχθέστερον ἡ φορολογία ἡμῶν· τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἀνεσήκωσε τὰ βάρη τῆς ἐπιστρατεύσεως ἐπὶ πολὺ (Θόρυβος δεξιᾷ). Χάρις εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην τῆς δημοσίας πίστεως, ἥτις ὀφείλεται εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς κυβερνήσεως καὶ τῆς ὑποστηριζούσης τὴν κυβέρνησιν ἐκείνην Βουλῆς, ἡ εὕρεσις χρημάτων ἦτο εὐκολωτέρα ἢ ἄλλοτε, καὶ διὰ τοῦτο πρώτην φορὰν ἠδυνήθη ἡ Ἑλλὰς νὰ δανεισθῇ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ὅπως δανείζωνται τ’ ἄλλα κράτη τὰ ἔχοντα κεκτημένην θέσιν ἐν τῇ εὐρωπαϊκῇ οἰκογενείᾳ, ἠδυνήθη νὰ δανεισθῇ ἡ Ἑλλὰς ἄνευ παροχῆς ὑλικῶν ἐγγυήσεων. Πράγματι δὲ ἡ ἐμπιστοσύνη ἀπεδεικνύετο πρὸς αὐτὸ τὸ ὑπουργεῖον, διότι τὸ ὑπουργεῖον ἐδανείζετο ἄνευ νομοθετικῆς ἀδείας καὶ ἐδήλου πρὸς τοὺς κεφαλαιούχους,— ὅτι δὲν ἔχει νόμον ἐπιτρέποντα τὸ δάνειον· ἐν τούτοις οἱ κεφαλαιοῦχοι προσέφερον καὶ συνηγωνίζοντο ἐν τῇ προσφορᾷ, προσέφερον πάντα ὅσα ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις παρ’ αὐτῶν ἐζήτησε, γινώσκοντες ὅτι ψῆφος τῆς Βουλῆς δὲν ὑπῆρχεν, ἀλλ’ ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι ἐδάνειζον πρὸς κυβέρνησιν κράτους, ἔχοντος τὴν συναίσθησιν τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ πρὸς τὰς ξένας ἀγορὰς καὶ ἐπαρκοῦντος εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν αὐτῶν. Προήλθομεν καὶ εἰς διαπραγματεύσεις περὶ χρεωλυτικοῦ δανείου καὶ ἐκεῖ ὡσαύτως εἴχομεν συναγωνισμόν, ἐν προηγουμένῃ δὲ συνεδριάσει εἶπον τίνες περίπου ἦσαν οἱ ὅροι ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἠδυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν δάνειον. Ἀλλὰ διατὶ ἐν ᾧ ἠδυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν δάνειον ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἀπετάθημεν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ λέγω ἀπετάθημεν, διότι ἡμεῖς προεκαλέσαμεν τὴν τράπεζαν εἰς τὴν σύναψιν τῶν συμβάσεων, δὲν ἀπετάθη ἡ Τράπεζα πρὸς ἡμᾶς. Εἰς τὴν τράπεζαν ἐν πάσῃ περιπτώσει ἠθέλομεν ἀποταθῆ, διότι κατὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου εἴμεθα ὑπόχρεοι εἰς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας κατὰ τὸν ἐν τῇ τελευταίᾳ συνόδῳ ψηφισθέντα νόμον, ὠφείλομεν ἄρα νὰ λάβωμεν ἐν καιρῷ ἀπόφασιν, ἐὰν ὁ νόμος ἐκεῖνος ἔδει νὰ ἐκτελεσθῇ. Ἤκουσα κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην πολλάκις ἐπαναλαμβανόμενον, ὅτι ἐν ταῖς συμβάσεσι πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἦτο ὅρος παρ’ αὐτῆς ἐπιβληθείς, ἀλλ’ ἡ ἰδέα αὕτη εἶναι ἐντελῶς ἐσφαλμένη· ἤκουσα ἐπίσης ὅτι τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καθιεροῦμεν, ἵν’ ἀποκτήσωμεν δι’ αὐτῆς χρήματα, καὶ ἡ ἰδέα αὕτη εἶναι ἐπίσης ἐσφαλμένη· τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ ἂν μὴ εἴχομεν ἀνάγκην χρημάτων συνδεομένων πρὸς αὐτὴν, τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν καὶ ἂν αὕτη μὴ συνεδέετο πρὸς τὴν τράπεζαν, ἀλλὰ πρὸς γραμμάτια αὐτῆς τῆς κυβερνήσεως, ἠθέλομεν ἀποφασίσει ἐν πάσῃ περιπτώσει, διότι δὲν ὑπάρχει κράτος ἐν Εὐρώπῃ, τὸ ὁποῖον νὰ εἰσῆλθεν εἰς ἐθνικὸν πόλεμον καὶ νὰ ἠδυνήθη νὰ διεξαγάγῃ αὐτὸν ἄνευ τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἠδύνατο ν’ ἀρθῇ, ἐὰν αἱ περιστάσεις ἐξηκολούθουν οὗσαι οἷαι ὑπῆρξαν ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς Βερολινείου συνθήκης καὶ μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀφ’ οὗ ὅμως ἡ Εὐρώπη διὰ νέας αὐτῆς ἀποφάσεως ἐπέβαλλεν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν ἐπιστράτευσιν καὶ τὴν πολεμικὴν ἐνέργειαν, ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία καὶ ἂν μὴ ὑπῆρχε, θὰ ἐπεβάλλετο, ὑπάρχουσα ὅμως ἦτο τῶν ἀδυνάτων ν’ ἀρθῇ. Προκειμένου ἄρα περὶ διατηρήσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καθῆκον εἶχεν ἡ κυβέρνησις νὰ προνοήσῃ, ὅπως συνδέσῃ πρὸς ταύτην ὅλα τὰ μέτρα τὰ κανονίζοντα τοὺς ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας πόρους τοῦ δημοσίου. Ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἄνευ τοιούτων συμφωνιῶν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν θὰ ἦτο μονομερῶς συμφέρουσα εἰς αὐτήν. Ἐὰν ἀπεφασίζομεν ὅτι ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον δὲν ἤθελεν ἐκτελεσθῆ καὶ ἂν οὐδεμίαν συνήπτομεν σύμβασιν πρὸς τὴν τράπεζαν, ἠθέλομεν στερηθῆ τῶν πόρων οἵτινες εἶναι τὸ ἀντάλλαγμα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τουτέστι τὴν ὑπὸ τῆς τραπέζης παροχὴν χρημάτων εἰς τὸ δημόσιον πρὸς 1%. Δὲν θὰ ἐπετρέπετο εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ λαμβάνῃ παρὰ τῆς τραπέζης χρήματα ἐπὶ τῷ φυσικῷ τόκῳ, ἀφ’ οὗ ἀνεγνωρίζομεν ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία δὲν ἠδύνατο νὰ ἀρθῇ ὡς τῶν ἐκ ἐκτάκτων περιστάσεων, ἐν αἷς εὑρισκόμεθα. Ἦτο ἄρα ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ μὴ συναφθῇ σύμβασις πρὸς τὴν τράπεζαν. Ἀλλ’ ἡ συναφθεῖσα σύμβασις ἦτο ἡ κατάλληλος; Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα. Ἐξετέθησαν ὑπολογισμοὶ ἐνταῦθα εἰς ἀπόδειξιν, ὅτι τὰ χρηματικὰ κεφάλαια τὰ ὁποῖα διὰ τῶν συμβάσεων ἐξασφαλίζονται ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, εἶναι ἐντελῶς ἀνεπαρκῆ πρὸς τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκαι, ἔφθασέ τις μάλιστα νὰ εἴπῃ ὅτι τὰ κεφάλαια ταῦτα δὲν θέλουσιν ἀφήσει μετὰ τὴν δαπάνην ἀπέναντι τῶν ψηφισθησομένων πιστώσεων διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας τοῦ ἐπιόντος ἔτους πλέον τοῦ ἑκατομμυρίου. Ἤκουσα ὑπολογισμοὺς κατὰ τοὺς ὁποίους δὶς ὑπελογίζοντο τὰ αὐτὰ ποσά. Ὁ κ. βουλευτὴς Γόρτυνος ὑπελόγισε τὸ δάνειον τῶν 15 ἑκατομ. δὶς ἐν τῇ ἀγορεύσει του καὶ ἀνεβίβασεν οὕτω εἰς 52 ἑκατομμύρια τὰ εἰς μέταλλον ὀφειλόμενα· παρέλειψε δ’ ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς αὐτοῦ ἄλλους πόρους τοῦ δημοσίου. Ἕνδεκα ἑκατομμύρια ἐκτάκτων πόρων ἔχει ἡ κυβέρνησις εἰς τὴν διάθεσίν της ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Ταῦτα οὐδόλως ἐμνημονεύθησαν.
§66ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχει ἢ εἶχεν;
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Σχετικῶς πρὸς τὰς πιστώσεις ὁμιλῶ, ἔχει μέρος, εἶχε δ’ ἕτερον, ἤτοι 17,000 ὁμολογίας, ὧν τὸ ἀντίτιμον ἐδαπανήθη ἀπέναντι τῶν ἀναγκῶν περὶ ὧν προβλέπουσιν αἱ πιστώσεις, ὥστε λογιστικῶς εἶναι τὸ αὐτό. Παρελείφθησαν καὶ ἄλλοι πόροι, παρελείφθησαν τὰ τῶν ἐντόκων γραμματίων. Γινώσκετε ὅτι ἡ κυβέρνησις ἔχει ἄδειαν ὅπως ἐκδίδῃ ἔντοκα γραμμάτια μέχρι τεσσάρων ἑκατομ. καὶ εἶνε ἐκδιδόμενα μόνον 1,300,000, γινώσκετε προσέτι ὅτι ὑπὸ τὴν προηγουμένην κυβέρνησιν τοῦ κ. Κουμουνδούρου ὑπῆρχον διατεθειμένα ἔντοκα γραμμάτια 12 καὶ καὶ 14 ἑκατ. ἰδοὺ ἄρα καὶ ἕτερος πόρος ἐκ τοῦ ὁποίου δύναται τὸ κράτος νὰ ἀρυσθῇ χρήματα ἤδη ὅπως καὶ ἄλλοτε. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἄνευ τῆς προσθήκης τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν ἐντόκων γραμματίων καὶ τῶν 10 ἑκατομ. τὰ ὁποῖα ἡ Τράπεζα ὑποχρεοῦται ἐκ τῶν συμβάσεων νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν κατὰ μῆνα Αὔγουστον τοῦ ἐπιόντος ἔτους ἀπέδειξεν, ὅτι μετὰ τὴν ἀπότισιν τοῦ ποσοῦ ὅλων τῶν πιστώσεων τὰς ὁποίας ψηφίζομεν, ἐπιπροστιθεμένων εἰς πάσας τὰς ἄλλας κανονικὰς δαπάνας τοῦ κράτους, θέλουσι μείνει 30 ἑκατομμύρια διαθέσιμα διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας τοῦ 1881. Ἀλλ’ εἰς ταῦτα τὰ 30 ἑκατομ. πρέπει νὰ προσθέσωμεν τὰ 10, τὰ ὁποῖα ἡ Τράπεζα ὑποχρεοῦται νὰ χορηγήσῃ κατὰ τὸν Αὔγουστον καὶ τὰ 12 τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ ἀρυσθῶμεν ἐκ τῶν ἐντόκων γραμματίων.
§68ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἀφαιρέσητε τὸ δάνειον τῶν 15 ἑκατομ.
§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁμιλῶ περὶ τῶν ἀναγκῶν, αἵτινες θέλουσι παρασταθῆ, διαρκοῦντος τοῦ πολέμου. Ἡ κατάστασις τοῦ προσωρινοῦ δανείου τῶν 15 ἑκατομμυρίων ἐν τέλει τοῦ ἔτους 1881 εἶνέ τι περὶ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ προνοήσωμεν τότε. Ἔχομεν ἄρα 52 ἑκατομμύρια διαθέσιμα δι’ ἐκτάκτους ἀνάγκας τοῦ 1881 κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τὸν ὁποῖον ἐξέθηκα συμπληρώσας τὸν χθὲς γενόμενον παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν. Οἱ ὑπολογισμοὶ οὗτοι δὲν ἐγένοντο παρ’ ἡμῶν ἤδη πρῶτον, τοὺς ὑπολογισμοὺς τούτους εὑρέθημεν εἰς θέσιν νὰ κάμωμεν ὅτε συνεβαλλόμεθα πρὸς τὴν Τράπεζαν, Ἡ Τράπεζα δὲν μᾶς εἶπεν ὅτι χορηγεῖ δάνειον μεταλλικὸν 25 ἑκατομ. καὶ 10 ἑκατομ. κατόπιν καὶ δάνειον εἰς γραμμάτια 27 ἑκατομμυρίων· ἡ Τράπεζα ἔδειξε διάθεσιν νὰ ἔλθῃ εἰς συμφωνίας πρὸς τὴν κυβέρνησιν, ὅπως δυνηθῇ νὰ διευκολύνῃ αὐτὴν ἐν ταῖς αἰτήσεσι τὰς ὁποίας τῇ ἀπευθύναμεν καὶ ἐζήτησε παρ’ ἡμῶν νὰ δηλώσωμεν τὸ ποσὸν οὗτινος εἴχομεν ἀνάγκην. Ἡμεῖς προσδιορίσαντες τὸ ποσόν, ὅπως τὸ προσδιωρίσαμεν, ἐθεωρήσαμεν, ὅτι θὰ ἦτο ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐπαρκές· Βεβαίως ὄχι. Ἐθεωρήσαμεν ὅμως, ὅτι ἦτο ἐπαρκὲς διὰ τὴν πρόχειρον ἀνάγκην τοῦ 1881 καὶ ὅτι ὠφείλομεν νὰ ἐργασθῶμεν οὕτως, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν ἐν ἐνδεχομένῃ περαιτέρῳ ἀνάγκῃ ν’ ἀποκτήσωμεν καὶ ἕτερα κεφάλαια. Καὶ ταῦτα ἐνομίσαμεν ὅτι κάλλιστα ἠθέλομεν ἐξασφαλίσει διὰ τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅπως διετυπώσαμεν αὐτήν. Κατὰ τὴν σύμβασιν ὡρίσαμεν τὸ ποσὸν τοῦ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δανείου εἰς 27,000,000 δραχμῶν. Ἡ τράπεζα, ὅτε περὶ τούτου διαπραγματεύετο, εἶχεν εἴπει ὅτι ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ καὶ ποσὸν μεγαλύτερον, ἡμεῖς περιωρίσθημεν εἰς τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, διότι ἐθεωρήσαμεν, ὅτι καίτοι ἐν ἐνδεχομένῃ ἀνάγκῃ θέλομεν ζητήσει πλειότερα, δὲν πρέπει ὅμως ἤδη, ὅτε ἡ ἀνάγκη δὲν παρέστη, νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὴν χρηματικὴν ἀγορὰν διὰ πλειόνων γραμματίων. Ἐν τῇ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συμβάσει περιελήφθησαν καὶ διατάξεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἐχορηγεῖτο αὐτῇ τὸ προνόμιον καὶ ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις ἀπέναντι ποσοστοῦ, τὸ ὁποῖον ἡ Τράπεζα ἤθελε πληρώνει ἐπὶ τῶν ὅλων αὐτῆς ἐκ τῶν γραμματίων κερδῶν εἰς τὸ δημόσιον. Κατὰ τὴ διάταξιν ἐκείνην, εὐθὺς ὡς ἐγίνετο ἔναρξις τῆς ἐνεργείας καὶ εἰσηρχόμεθα εἰς τὰς νέας ἐπαρχίας, θὰ εἴχομεν νέον στάδιον κυκλοφορίας γραμματίων· θὰ εἴχομεν στάδιον κυκλοφορίας ἐπὶ πληθυσμοῦ περίπου 500,000 ψυχῶν· κατὰ τὰς ἀναλογίας δὲ τῆς κυκλοφορίας τῆς ἐν τῷ κράτει, ὁ πληθυσμὸς οὗτος ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ αὔξησιν κυκλοφορίας 25,000,000 περίπου. Ἀλλὰ δὲν ἦτο μόνον ὁ ὑπολογισμὸς, ὁ εἰς τὰ τραπεζικὰ γραμμάτια ἀφορῶν, ὅστις μᾶς παρεῖχε τὴν ἀσφάλειαν περὶ τοῦ μέλλοντος. Μένει καὶ ὁ ὑπολογισμὸς περὶ μεταλλικοῦ δανείου. Εἴχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Τραπέζης ἤθελε καταστήσει ἐφικτὸν ἐξωτερικὸν δάνειον ἐπὶ ὅροις ἐπωφελεστέροις ἐκείνων, οἵτινες μᾶς ἐπροτείνοντο καθ’ ἣν ἐποχὴν συνήψαμεν τὴν σύμβασιν. Ὅταν ἠδυνάμεθα ν’ ἀποδείξωμεν εἰς τοὺς κεφαλαιούχους τῆς Εὐρώπης, ὅτι δὲν ἐξηρτώμεθα ἀπολύτως ἐξ αὐτῶν, ὅτι ἠδυνάμεθα ἐκ τῆς χώρας ἡμῶν ν’ ἀρυσθῶμεν 50, 60. 70 ἑκατομμύρια, ἡ θέσις ἡμῶν ἐν τῇ διαπραγματεύσει ἦτο ἀσυγκρίτως βελτίων ἢ ὅτε ἐκεῖνοι ἐφρόνουν, ὅτι εἴχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς αὐτῶν καὶ ἡ ἀπόδειξις τῶν ἐντυπώσεων, τὰς ὁποίας παρήγαγεν ἡ σύμβασις ἐπὶ τῶν χρηματικῶν ἀγορῶν τῆς Εὐρώπης εἶνε πάλιν αἱ τιμαὶ τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Τὴν παραμονὴν τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμβάσεως πρὸς τὴν Τράπεζαν ἡ τιμὴ τῶν ὁμολογιῶν ἦτο 404 δραχ. εὐθὺς δὲ ὡς ἐγνώσθη ἡ ὑπογραφὴ τῆς συμβάσεως ἀνῆλθον εἰς 427 δραχ.
§70ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἤδη εἶνε τριακόσιαι ἑξήκοντα πέντε.
§71ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀφοῦ ἐπῆλθον ὅσα ἐπῆλθον καὶ περὶ ὧν τώρα θὰ ὁμιλήσω· ἀλλὰ δὲν δικαιοῦσθε νὰ συνδυάζητε τὰς ἐνεργείας τῆς παρούσης κυβερνήσεως μετὰ τῶν σκέψεων τῆς παρελθούσης, καὶ νὰ καταλογίζητε εἰς βάρος τῶν σκέψεων τῆς παρελθούσης κυβερνήσεως τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἐνεργειῶν τῆς παρούσης.
§72ΔΟΥΜΑΣ. Ἀφοῦ ἀνῆλθον ἀμέσως ἐξέπεσαν τὰ χρεώγραφα καὶ ἀνὰ 24 ὥρας ἐπήρχετο νέος ἐκπεσμός.
§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ ἐκπεσμὸς ἐγίνετο ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πιθανότητος τῆς ἐλεύσεως τοῦ κ. Κουμουνδούρου εἰς τὰ πράγματα.
§74ΔΟΥΜΑΣ. Ἐδῶ ἀπατᾶσθε.
§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διατί σήμερον οἱ ὑπολογισμοὶ τοὺς ὁποίους τότε ἐκάμομεν περὶ τῆς μεγαλειτέρας πιθανότητος εὑρέσεως ἐξωτερικοῦ δανείου ἐπὶ συμφερότεροις ὅροις κατόπιν τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Τραπέζης δὲν ἀποδεικνύονται ἀληθεῖς; διότι ἐπῆλθον ἐνταῦθα μεταβολαὶ πολιτικαὶ, διότι ἡ πεποίθησις ἥτις ὑπῆρχε πρότερον ἐν Εὐρώπῃ περὶ τῆς εὐτυχοῦς διεξαγωγῆς τοῦ ζητήματος ἐκλονίσθη, καὶ ἐκλονίσθη ἐφ’ ὅσον ἠλαττώθη ἡ πεποίθησις περὶ τῆς σπουδαιότητος τῆς ἐργασίας τῆς Ἑλλάδος. Εἶπον κύριοι ἐν ἀρχῇ ὅτι θέλω ὁμιλήσει περὶ πάντων καὶ περὶ Κυβερνήσεως καὶ περὶ Βουλῆς ἐν πλήρῃ ἐλευθερίᾳ, διότι νομίζω ἐν τοιαύτῃ σπουδαίᾳ συζητήσει, ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὡς βάσιν τὴν ἀκριβῆ ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων, τὸν ἔλεγχον καὶ τῶν ἄλλων καὶ ἡμῶν αὐτῶν, ὄχι τὸν ἔλεγχον τὸν προσωπικόν, ἀλλὰ τὸν ἔλεγχον τὸν πραγματικὸν διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ φωτισθῶμεν περὶ τῆς πορείας ἡμῶν καὶ ἐν ἐπιγνώσει τῆς διευθύνσεως αὐτῆς νὰ ἐπανέλθωμεν ἐπὶ τὰ βήματα ἡμῶν, ἂν κακῶς πορευώμεθα καὶ ἀποφύγωμεν ἐν τῷ μέλλοντι τὰ ὀλισθήματα, ἅτινα δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἀποφύγωμεν ἐν τῷ παρελθόντι. Ἡ πρώτη πρᾶξις τῆς Βουλῆς ὑπῆρξε μεταβολὴ Κυβερνήσεως ἄνευ συζητήσεως περὶ τῆς πολιτικῆς. Ὁποίας ἐντυπώσεις ἐπροξένησε τοῦτο εἰς τὸν ἔξω κόσμον; ἀναγνώσατε τὰς ἐφημερίδας τὰς ἐξωτερικὰς καὶ θὰ εἴδητε ὅτι πανταχοῦ ἐρωτήσεις ἐγίνοντο τί ἐδήλου τοιαύτη μεταβολὴ Κυβερνήσεως, ἐδήλου μεταβολὴν πολιτικῆς ἐπὶ τὸ φιλειρηνικώτερον ἢ ἐδήλου μεταβολὴν πολιτικῆς ἐπὶ τὸ φιλοπολεμικώτερον.
§76ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπὶ τὸ φρονιμώτερον.
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν πολιτικὴν ἐπὶ τὸ φρονιμώτερον διεγίνωσκεν ἡ Εὐρώπη, θὰ ἐβλέπομεν τὰ ἑλληνικὰ χρεώγραφα ὑπερτιμώμενα. Ἀλλ’ ἡ Εὐρώπη ἀνέγνωσε τὸν λόγον τοῦ κ. Κουμουνδούρου μετὰ τὸν λόγον τοῦ Βασιλέως καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸν λόγον τοῦ Βασιλέως πανταχοῦ ἐῤῥέθη ὅτι διατρανοῖ ἣν ἔχουν ἀπόφασιν ἐνεργείας οἱ ἕλληνες ἀλλὰ οὐδὲν λέγει δυνάμενον νὰ δώσῃ ἀφορμὴν παραπόνων εἰς οὐδένα, οὐδεμίαν προτίθεται διατάραξιν τῶν ὑπὸ τῆς Εὐρώπης περὶ τῆς Ἀνατολῆς ἀποφασισθέντων. Εἶναι λόγος περιεσκεμμένος, ἀλλὰ λόγος Βασιλέως, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν συναίσθησιν ὅτι τὸ ἔθνος καλεῖται νὰ ρίψῃ τὸν περὶ τὸν ὅλον κύβον. Ὅτε ὅμως ἀνεγνώσθη ὁ λόγος τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ποίας σκέψεις εἴδομεν ἐκεῖ; Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἶχεν εἰπεῖ, ὅτι διαφέρει ἡ πολιτική του ἀπὸ τῆς πολιτικῆς τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, καθ’ ὅτι ἡ μὲν προκάτοχος Κυβέρνησις διὰ τοῦ Βασ. Λόγου ἀνήγγειλεν ὅτι ὁ στρατὸς θέλει μείνει ὑπὸ τὰς σημαίας ἕως οὗ ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ Συνεδρίου ἐνῷ κατὰ τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἡ ἐπιστράτευσις γίνεται διὰ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν. Τὴν διάκρισιν ταύτην ἠθέλησαν νὰ ἐννοήσωσιν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καὶ τὴν ἐννόησαν ὅπως ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν τὴν ἐννοεῖ. Ἐν τῇ Εὐρώπῃ ὑπετέθη, ὅτι ὁ λόγος τῆς μεταβολῆς τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἤθελε νὰ διεξαγάγῃ τὸ ζήτημα οὐχὶ ἄνευ συμπράξεως τῶν μεγάλων δυνάμεων, ἐνῷ ἡ νέα Κυβέρνησις ἐννοεῖ νὰ διεξαγάγῃ τὸ ζήτημα μόνη. Καὶ εὐθὺς ὡς παρεστάθη τὸ ζήτημα οὕτω, ἐνώπιον τῶν χρηματιστηρίων τῆς Εὐρώπης ἡ πίστις τῆς μικρᾶς Ἑλλάδος ἥτις ἐπρόκειτο νὰ ἀναλάβῃ τὸν ἀγῶνα μόνη ἐμειώθη καὶ ἐξέπεσαν καὶ αἱ τιμαὶ τῶν ὁμολογιῶν τοῦ Κράτους. Εἶδε κατόπιν ἡ Εὐρώπη τὴν Βουλὴν συζητοῦσαν ἐπὶ 15 ἡμέρας περὶ καταδίκης, περὶ μομφῆς ἢ ὅπως θέλετε νὰ ὀνομάσητε τὴν πρότασιν κατὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐν Εὐρώπῃ ἠρώτησαν τί σημαίνει τοῦτο. Εἴδομεν ἐφημερίδας ἀμφισβητούσας τὴν ἀκρίβειαν τῶν περὶ τούτου τηλεγραφημάτων. Παρίστων αὗται ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν σήμερον ἑλληνικὴ Βουλὴ νὰ περισπᾶται εἰς ζητήματα κομματικά! Πῶς εἶναι δυνατὸν ἔλεγον, ὄχι ἡμέραν ἢ ὥραν, ἀλλὰ ἑβδομάδας νὰ κατατρίβῃ ἡ ἑλληνικὴ Βουλὴ εἰς τοιαῦτα; Κατὰ τὴν ὥραν ταύτην πᾶσα τοιαύτη παράχορδος φωνὴ θὰ ἐσίγει ἐὰν ἡ Βουλὴ εἶχε τὴν συνείδησιν τοῦ ἐθνικοῦ αὐτῆς καθήκοντος. Ἐκλονίσθη ἄρα καὶ ἐκ τούτου ἡ πεποίθησις τῶν χρηματιστηρίων τῆς Εὐρώπης ἐπὶ τὴν σπουδαιότητα τῆς Ἑλλάδος, ἐπὶ τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς, ὅπως ἐνεργήσῃ καὶ προβῇ εἰς θυσίας, ἀφοῦ εἶδε τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς μὴ θυσιάσασαν τὸ κομματικὸν αὐτῆς συμφέρον ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Οὕτως ἐπῆλθε τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ὁποῖον πρὸ ἐμοῦ ἀνέφερεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν εἰπὼν ὅτι ἐξέπεσαν τὰ χρεώγραφα εἰς 365 δραχ. μαρτυροῦντα τὴν ἔκπτωσιν τῆς πίστεως τοῦ Κράτους ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ἡ πολιτικὴ ἑκάστης κυβερνήσεως καὶ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς πρέπει νὰ ἐκτιμῶνται ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν σκέψεων αὐτῆς καὶ οὐχὶ ἐκ καταστάσεως, ἥτις εἶνε προϊὸν σκέψεων καὶ πολιτικῆς ἄλλης κυβερνήσεως. Ἡμεῖς ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐὰν ἐξηκολούθη τὸ Κράτος τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν εἴχομεν ἐγκαινίσει, σήμερον θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ πραγματοποίησις ἐξωτερικοῦ δανείου ἐπὶ ὅροις πολὺ συμφερωτέροις ἐκείνων, περὶ ὧν εἴχομεν προτάσεις τότε. Δὲν εἴχομεν ὅμως, ὡς εἶπον, καὶ ἀπόλυτον ἀνάγκην τῆς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἀμέσου συνδρομῆς. Ἡ κυβέρνησις ἡ προκάτοχος εἶχε περὶ τῶν σχέσεων τοῦ Κράτους πρὸς τὴν Τράπιζαν ἰδέας διαφόρους ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἀπό τινων ἡμερῶν ἀκούομεν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἡμεῖς ἐφοροῦμεν καὶ φρονοῦμεν ὅτι ἐν διαπραγματεύσεσι τῆς κυβερνήσεως πρὸς τὴν Τράπεζαν δὲν ὑπάρχουσιν ἀντίθετα συμφέροντα διαμφισβητούμενα, ἀλλὰ ὑπάρχει κοινὸν τὸ συμφέρον. Ἡ Τράπεζα ἔχει συμφέρον, ἵνα μεριμνᾷ ὑπὲρ τοῦ Κράτους, οὗτινος ἡ κατάστασις ἐπιδρᾷ ἐπὶ τὰ ἔργα αὐτῆς· ἐν τῷ ἰδίῳ ἄρα αὐτῆς συμφέροντι θέλει ἐν πάσῃ περιπτώσει δειχθῆ πρόθυμος, ὅπως ποιήσηται ὑπὲρ τοῦ Κράτους θυσίας. Ἀφ’ ἑτέρου ὅμως φρονῶ ὅτι καὶ τὸ κράτος ἔχει μέγιστον συμφέρον ἐν τῇ προκοπῇ τῆς Τραπέζης, ὅτι δὲν εἶνε ὠφέλιμον κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις τῆς κυβερνήσεως πρὸς τὴν Τράπεζαν νὰ ζητῶνται παρ’ αὐτῆς ὑποχρεώσεις πρὸς τὸ δημόσιον, ὅταν αἱ ὑποχρεώσεις αὗται ἐλαττοῦσι τὴν πίστιν τῆς Τραπέζης, διότι ἡ πίστις τῆς Τραπέζης εἶναι πίστις τοῦ δημοσίου. Ἄλλοτε ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἔφερεν εἰς τὴν Βουλὴν προτάσεις περὶ σπουδαίων θυσιῶν τοῦ Κράτους, ὅπως ἐπιτευχθῇ ὁ καταρτισμὸς κτηματικῆς καὶ γεωργικῆς Τραπέζης ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλὰ τί βλέπομεν νῦν; ὅτι ἄνευ οὐδεμιᾶς θυσίας τοῦ Κράτους ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔλυσε τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ φέρει 60 ἑκατ. δραχμῶν, ἵνα δανείσῃ ταῦτα πρὸς τοὺς κτηματίας καὶ τοὺς γεωργούς. Σήμερον πᾶς ἔχων ἀνάγκην χρημάτων, ἐλευθέρως, ἄνευ οὐδεμιᾶς μεσολαβήσεως, ἄνευ οὐδεμιᾶς συστάσεως παρὰ τῇ Τραπέζῃ δύναται νὰ δανεισθῇ ἐπὶ ὑποθήκῃ τοῦ κτήματός του, διότι ἡ Τράπεζα ἔχει περίσσειαν κεφαλαίων καὶ προβαίνει αὐτὴ ἀναζητοῦσα τὰ χρήζοντα δανείων κτήματα. Ἀρνεῖται ἡ Τράπεζα σήμερον Κτηματικὰ δάνεια μόνον εἰς τὸν μὴ ἔχοντα κτῆμα, τὸν μὴ ἔχοντα τοὺς ἀναγκαίους τίτλους ἢ τὸν ζητοῦντα πλείονα ὅσων δικαιοῦται νὰ λάβῃ. Πῶς δ’ ἐπετεύχθησαν ταῦτα; Ἐπετεύχθησαν χάρις εἰς τὴν πίστιν, ἧς ἀπολαμβάνει ἡ Τράπεζα καὶ ἣν ὀφείλει εἴς τε ἑαυτὴν καὶ εἰς τὴν συνδρομὴν τοῦ δημοσίου διὰ τῆς χορηγήσεως τοῦ προνομίου. Ἡ Τράπεζα διὰ τῆς συμβάσεως πρόκειται νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν ἐπὶ τόκῳ 1% ἑκατομμύρια μεταλλικοῦ. Ἀλλὰ τὰ χρήματα ταῦτα πῶς εὑρέθησαν ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν, ὅπως παρέξωσιν εἰς τὸ κράτος εὐκολίαν ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης; Ἠθέλησάν τινες νὰ εἴπωσιν, ὅτι το χρήματα ταῦτα θὰ ἔμενον ἀργὰ καὶ ὅτι ἡ χρησιμοποίησις αὐτῶν ὑπὲρ τοῦ κράτους ἐπὶ τόκῳ 1% δὲν ἀποτελεῖ εὐεργέτημα Τὰ χρήματα θὰ ἔμενον ἀργὰ, ἂν μὴ οὕτως ἐχρησιμοποιοῦντο, ἀλλὰ τὸ εὐεργέτημα συνίσταται, εἰς τοῦτο ὅτι εὑρίσκονται ἐν τῇ χώρᾳ 25,000,000 μεταλλικοῦ δυνάμενα νὰ διατεθῶσιν ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Πῶς εὑρίσκονται ταῦτα ἰδῶ; Χάρις εἰς τὴν πίστιν τοῦ πιστωτικοῦ τούτου καταστήματος. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν ἡ προκάτοχος ἐφρόνει, ὅτι διαπραγματευομένη πρὸς τὴν Τράπεζαν, ὤφειλε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ παγίωσις τῆς πίστεως τῆς Τραπέζης εἶναι προσαύξησις τῆς πίστεως τοῦ Κράτους, διότι τὸ Κράτος θὰ δύναται διὰ τῆς Τραπέζης νὰ δανεισθῇ. Ἀλλὰ διὰ νὰ δύναται τὸ Κράτος νὰ δανεισθῇ παρὰ τῆς Τραπέζης, ἢ διὰ τῆς Τραπέζης, εἴτε τὰ 25,000,000, τὰ ὁποῖα ἔχει ἐν τοῖς ταμείοις αὐτῆς, εἴτε τὰ 10,000,000, τὰ ὁποῖα ἤθελεν αὐτὴ ἄλλοθεν πορισθῆ κατὰ τὸν προσεχῆ Αὔγουστον, εἴτε καὶ αὐτὰ τὰ 27,000,000 εἰς γραμμάτια, δέον νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ὕπαρξιν τῆς Τραπέζης. Τοῦτο ἐγένετο διὰ τῆς συμβάσεως. Δὲν ἦτο ὅρος ἐπιβληθεὶς ὑπὸ τῆς Τραπέζης, ἦτο ἀναγκαία συνέπεια τῶν ἰδεῶν, ἃς ἐξέθηκα, ἡ ἀνανέωσις τοῦ προνομίου αὐτῆς· ἦτο συνέπεια τῆς περὶ πίστεως τῆς Τραπέζης μερίμνης τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Καὶ ἐὰν μὴ εἴχομεν ἀνάγκην, ὅπως διὰ τῆς Τραπέζης δανεισθῶμεν χρήματα ἢ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἰδέα ἦτο, ὅτι ἔδει νὰ παραταθῇ ὁ βίος τῆς Τραπέζης ὅπως ἑδραιωθῇ ἡ πίστις αὐτῆς, καὶ ἤθελεν ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀπὸ τοῦδε προτείνει τὴν ἀνανέωσιν τοῦ προνομίου αὐτῆς. Διὰ τῆς Τραπέζης ἰδίως ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται εἰς ἐπικοινωνίαν πρὸς τὰ χρηματιστήρια τοῦ ἔξω κόσμου καὶ διὰ τῆς Τραπέζης εἰσάγονται εἰς τὴν χώραν ἡμῶν ἐπὶ πιστώσει χρήματα ἐξωτερικὰ καὶ κατὰ τὸ ποσὸν ἀνώτερα, καὶ κατὰ τοὺς ὅρους ἐπωφελέστερα, ἢ δι’ ἄλλου οὗ τινος δήποτε. Ἐδανείσθη τὸ Κράτος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἀλλ’ ἐπὶ τόκῳ ἀνωτέρῳ ἐκείνου, ἐφ’ ὃν ἐδανείσθη ἡ Τράπεζα, ἀλλ’ οὐδ’ ἐκαλύφθη εὐθὺς τὸ ὅλον ποσὸν τοῦ δανείου. Ἡ προκάτοχος ἄρα Κυβέρνησις ἐθεώρησεν, ὅτι ἐξασφαλίζουσα διὰ τῆς συμβάσεως, ὅπως ἔπραξε, τὸ μέλλον τῆς Τραπέζης καὶ τὴν πίστιν αὐτῆς, θὰ ἠδύνατο διὰ τῆς Τραπέζης νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ δάνειον εἰς μεταλλικὸν, τοῦ ὁποίου ἐνδεχόμενον νὰ ἔχῃ ἐν τῷ μέλλοντι ἀνάγκην καὶ ἐπὶ ὅροις πολλῷ συμφερωτέροις ἐκείνων, οἵτινες ἐπροτάθησαν καθ’ ἣν ἐποχὴν συνήψαμεν τὴν πρὸς τὴν Τράπεζαν σύμβασιν. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἐξέθηκα ἐπαρκῶς εἰς τὴν Βουλὴν τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὰ δύο νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἤδη ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν, τὰ τῶν πιστώσεων καὶ τὸ τῶν συμβάσεων πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν· ἦτο ἀνάγκη νὰ γινώσκῃ ἡ Βουλὴ ὅ,τι ἡμεῖς ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν εἰς αὐτὴν περὶ τῶν πεπραγμένων· εἶναι ὅμως ἀνάγκη νὰ γινώσκῃ παρὰ τῶν νῦν κυβερνώντων καὶ τὰ τοῦ παρελθόντος καὶ τὰ τοῦ παρόντος καὶ τὰ τοῦ μέλλοντος. Πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ποῦ βαδίζομεν· πρέπει νὰ γνωρίζωμεν, ποίας ἔχει ἐλπίδας ἡ κυβέρνησις, πολιτευομένη, ὅπως θὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι πολιτεύεται, διότι μέχρι τοῦδε ἀκριβῶς δὲν ἐμάθομεν ποῦ τείνει.
§78ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ........
§79ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἀπεδόθη ἔννοια εἰς τὰ τὰ παρὰ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ λεχθέντα, ἣν ἡμεῖς γινώσκομεν, ὅτι ταῦτα δὲν ἔχουσι, διότι ἡμεῖς γινώσκομεν, ὅτι ταῦτα οὐδεμίαν ἔχουσιν ἔννοιαν.
§80ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σεῖς ἄλλα ὁμιλεῖτε, καὶ ἄλλα πράττετε.
§81ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ πρόγραμμα ἀνεκλήθη.
§82ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σεῖς συνειθίζετε νὰ τὰ ἀνακαλῆτε.
§83ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ στάδιον, εἰς ὃ εἰσήλθομεν, δὲν εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ ὦμεν ἠναγκασμένοι ν’ ἀποφασίσωμεν, τῶν ὀφθαλμῶν κεκλεισμένων, ὅτι θέλομεν ἐμμείνει ἐν αὐτῷ. Εἴμεθα ἐντελῶς ἐλεύθεροι, ὡς προεῖπον, ἐν τῇ ἀποφάσει ἡμῶν, οὐδὲν κωλύει τὴν Βουλὴν σήμερον νὰ κηρύξῃ τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως ἄκυρον διὰ τὸ μέλλον, οὐδὲν κωλύει νὰ πράξητε τοῦτο ἄνευ μεγάλης ζημίας τοῦ Κράτους ἐν τῷ παρελθόντι, σώζοντες ὑπὲρ τοῦ Κράτους πάντα τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα θὰ δαπανήσῃ ἐν τῷ μέλλοντι, καὶ περὶ ὧν δὲν ἀνελήφθησαν ὑποχρεώσεις. Ἐὰν ἡ Βουλὴ φρονῇ, ὅπως φρονοῦσι τινες τῶν συναδέλφων τῶν ἀγορευσάντων κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην, ὅτι μόνος λόγος συνηγορῶν ὑπὲρ τῆς ἐπιστρατεύσεως εἶναι, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἔφερε τὰ πράγματα εἰς σημεῖον ἔνθα εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβάλωμεν πορείαν, ἐὰν οὗτος μόνον ὁ λόγος συνηγορεῖ παρὰ τῇ Βουλῇ ὑπὲρ τῆς ἐπιστρατεύσεως, ὁμολογῶ, ὅτι πάντες ἔπρεπε νὰ ὦμεν ἐναντίοι τῆς ἐπιστρατεύσεως. Διότι ἐπιστράτευσις παρατεινομένη ἁπλῶς καὶ μόνον, διότι τὸ Κράτος προέβη μέχρι σημείου τινός, εἶναί τι ἐστερημένον πάσης λογικῆς ὑποστάσεως. Ἡ ἐπιστράτευσις θὰ φέρῃ τὸ Κράτος εἰς τὸ χεῖλος τοῦ κρημνοῦ, χάριν τῆς ἐπιστρατεύσεως θὰ δαπανήσῃ τὸ Κράτος πολλαπλάσια ποσὰ τῶν ἐτησίων αὐτοῦ προϋπολογισμῶν, διὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως θὰ φέρωμεν ὑπὸ τὰς σημαίας πᾶσαν χεῖρα παραγωγὸν ἐν τῷ Κράτει καὶ ταῦτα πάντα θὰ πράξωμεν, διότι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐξετέθη εἰς δαπάνην 26 ἑκατομμυρίων! Ἀπέδειξα, ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἤθελε παύσει ἡ ἐπιστράτευσις ἐγένετο χρησίμως· ἀλλὰ καὶ δαπάνη ἄχρηστος ἐὰν ἦτο, χάριν 26 ἑκατομμυρίων θὰ διακυβεύσωμεν 150 ἑκατομμύρια καὶ τὴν ὕπαρξιν τοῦ Κράτους; Ταῦτα, κύριοι, δὲν εἶναι σπουδαῖα. Ταῦτα λέγονται παρ’ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι φοβοῦνται τὴν εὐθύνην· ἀλλὰ εἰς Κυβέρνησιν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ φοβῆται τὴν εὐθύνην. Παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἄρα αἰτοῦμεν σαφεῖς ἐξηγήσεις, ἂν θεωρῇ τὴν ἐπιστράτευσιν ὡς ἐπιβαλλομένην ὑπὸ ἀναποδράστου ἀνάγκης, ὡς ἀπόῤῥοιαν τῆς ἀποφάσεως τῆς Εὐρώπης, ὡς τὸ μόνον μέσον, δι’ οὗ δύναται νὰ σωθῇ τὸ Κράτος καὶ ὁ ἑλληνισμός. Μόνον τοιαύτη περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐπιστρατεύσεως γνώμη δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὰς ὑπὲρ αὐτῆς θυσίας. Ἀφοῦ ἀκούσωμεν τὰς πληροφορίας καὶ τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν πεπραγμένων, περὶ τῶν πραττομένων καὶ περὶ τῶν πραχθησομένων, ἐὰν ἴδωμεν τὴν πολιτικὴν ἡμῶν ὑποστηριζομένην ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἐκ πεποιθήσεως πρὸς τὴν πολιτικὴν καὶ ὄχι ὡς μέτρον ἀνάγκης, ἕνεκα τῶν ἐνεργειῶν τῶν προκατόχων, ἐὰν ἴδωμεν τὴν Κυβέρνησιν ὑπείκουσαν εἰς ἀνάγκην δημιουργηθεῖσαν ἐξ ἀποφάσεως τῆς Εὐρώπης καὶ οὐχὶ ἐξ ἀποφάσεως προκατόχου Κυβερνήσεως, θέλομεν δώσει πᾶσαν συνδρομὴν εἰς τὰς ἐκ τοιαύτης ἀνάγκης ὑπαγορευομένας προτάσεις. Αἱ πιστώσεις αἱ ὑποβληθεῖσαι καὶ αἱ συμβάσεις περιέχουσι διατάξεις, τὰς ὁποίας δὲν ἐγκρίνομεν. Ἐν ταῖς πιστώσεσι ταῖς ὑποβληθείσαις ὑπάρχουσιν ἄρθρα περὶ προμηθειῶν, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ὡς Κυβέρνησις δὲν ἠθέλομεν διατάξει· ἠθέλομεν ἴσως ἐντείλει ἄλλας, ἠθέλομεν ἴσως οἰκονομήσει τὰς πρὸς τὰς τοιαύτας προμηθείας δαπάνας, ἀλλὰ φρονοῦμεν, ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ διὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς ὑπάρχει Κυβέρνησις καὶ ἡ Κυβέρνησις αὕτη ἐπαγγέλλεται νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν θεωροῦμεν ὡς πολιτικὴν ἐθνικῆς ἀνάγκης, δὲν ἐπιτρέπεται ἐν ταῖς λεπτομερείαις νὰ φέρωμεν προσκόμματα εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐπὶ θεμελιωδῶν ζητημάτων θέλομεν ἐπιμείνει εἰς τὰς σκέψεις ἡμῶν. Ἐπὶ ζητημάτων, οἷον τὸ ὑποβαλλόμενον παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ στρεμματικῆς φορολογίας, μᾶς ἐπιτρέπεται βεβαίως νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὰς ἰδέας ἡμῶν καὶ νὰ ἔχωμεν τὴν ἰδίαν ἡμῶν ἐνέργειαν. Δυνάμεθα ἴσως καὶ ἐπὶ λεπτομερειῶν τῶν ὑπουργικῶν προτάσεων νὰ φέρωμεν παρατηρήσεις ἐντεῦθεν πρὸς βελτίωσιν τῶν σχεδίων, ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμοῦμεν οὐδὲ νὰ ἴδωμεν τὴν Κυβέρνησιν παραδεχομένην παρατηρήσεις μὴ συμβιβαζομένας πρὸς τὸ πλῆρες αὐτῆς σύστημα· διότι τὸ σύστημα πάσης Κυβερνήσεως πρέπει νὰ ἐφαρμόζηται ἀκέραιον, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν ν’ ἀκρωτηριάζῃ τὰ σχέδια αὐτῆς· ἐπιτρέπεται εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν μόνον ἐπὶ θεμελιωδῶν ζητημάτων, καὶ ἰδίως ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τῆς ἐμπιστοσύνης, νὰ ἐμμένῃ εἰς τὴν γνώμην αὐτῆς. Ὅ,τι εἶπον περὶ τῶν πιστώσεων, τὸ αὐτὸ λέγω καὶ περὶ τῶν μεταβολῶν τὰς ὁποίας ἐπήνεγκεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν σύμβασιν. Ἡμεῖς θεωροῦμεν τὴν σύμβασιν, ὡς ἀρχικῶς εἶχε, προτιμοτέραν· ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα ἀλλοίας σκέψεις περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν θέλει πορισθῆ χρήματα, ἐθεώρησεν ἀναγκαίαν τὴν μεταβολὴν, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ φέρωμεν προσκόμματα εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ μέτρου ὅπως τὸ ἐνέκρινεν αὕτη. Ἡμεῖς ἐξεθέσαμεν πῶς ἀντιλαμβανόμεθα τὰ τῶν σχέσεων τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Τράπεζαν· ἐὰν ἀσπάζηται ἡ Κυβέρνησις τὰς ἰδέας ταύτας, δύναται νὰ τὰς δεχθῇ. Ἀλλ’ ἀφοῦ κατ’ ἀρχὴν εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι πρέπει νὰ δανεισθῶμεν μεγάλα ποσά, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι δύνανται τὰ ποσὰ ταῦτα κάλλιον νὰ ἐξευρεθῶσιν ἄνευ τῆς συμπράξεως τῆς Τραπέζης, εἰς αὐτὴν ἀνήκει νὰ κανονίσῃ τὰ περὶ τούτου, ὅπως νομίσῃ σκοπιμώτερον. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς καὶ τῶν ἀκροατηρίων.)
§84ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἔχω καθῆκον ν’ ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων λέξεων εἰς ὅσα ὁ ἔντιμος προαγορεύσας μοὶ ἀπέδωκεν, ὡς πρὸς τὴν ἔλλειψιν θάῤῥους εἰς τὸ νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου. Μοὶ ἀπέδωκεν, ὅτι δὲν ἔχω τὸ θάῤῥος ν’ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην τῆς γνώμης μου καὶ ἀποφεύγω νὰ ἐξηγήσω αὐτήν, κρυπτόμενος ὄπισθεν τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις παρεσκεύασεν. Ἀναγκάζομαι λοιπὸν ἤδη νὰ πράξω ὅ,τι κατὰ τὴν πρώτην μου ἀγόρευσιν δὲν ἔπραξα, φειδόμενος τοῦ χρόνου καὶ πρεσβεύων, ὅτι ἠδύνατο τοιαύτη συζήτησις νὰ βλάψῃ μᾶλλον ἢ νὰ ὠφελήσῃ· ἀναγκάζομαι δὲ νὰ πράξω τοῦτο καὶ ὅπως ἀποδείξω εἰς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Μεσολογγίου, ὅτι ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ εἴπω καὶ νὰ ὑποστηρίξω τὴν γνώμην μου. Ἡ γνώμη μου λοιπὸν εἶναι, ὅτι, ἐὰν ἦτο ἐγκαίρως παροῦσα ἡ Βουλή, θὰ ἦτο εἰς θέσιν νὰ δώσῃ τὴν γνώμην της περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἔπρεπε νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἐπιστράτευσις, πρὶν ἢ ἀναστατωθῇ ἡ κοινωνία καὶ πρὶν ἢ δαπανηθῶσι τόσα ἑκατομμύρια. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν ἔντιμον πρόεδρον τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀρχίσωμεν, ὅπως ἐκεῖνος ἤρχισε, τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου. Εἶχον καὶ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ ἐνέργεια ἔπρεπε νὰ ἦναι ὅσον οἷόν τε ταχεῖα, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ σπεύσωμεν νὰ ὠφεληθῶμεν ἀπὸ τὰς διαθέσεις καὶ ἀπὸ τὴν ὁμοφωνίαν τῶν εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων, αἵτινες ἦσαν τότε κατὰ πάντα σύμφωνοι, εἶχον τὴν γνώμην, ὅτε ἔπρεπε νὰ προλάβωμεν τοὺς φόβους, οἵτινες ἐδύναντο νὰ γεννηθῶσιν, ὅπως ἐγεννήθησαν βραδύτερον, εἰς τὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα τῆς Εὐρώπης, περὶ ἐπικειμένου κινδύνου γενικῆς πυρκαϊᾶς ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἅτινα ἤθελον φυσικῶς ἐπηρεάσει τὴν πολιτικὴν τῶν Κυβερνήσεων. Δὲν ἤθελον καλέσει τοὺς νεοσυλλέκτους καὶ ἐντελῶς ἀγυμνάστους εἰς τὰ ὅπλα, ἀλλ’ ἤθελον ἐκτελέσει ἀληθῆ ἐπιστράτευσιν καλῶν τὴν τακτικὴν καὶ ἔκτακτον ἐφεδρείαν, ἥτις περιέχει ἄνδρας ἐπὶ τρία καὶ δύω ἔτη ὑπηρετήσαντας ἐν τῷ στρατῷ, καὶ ἡ ὁποία ἔχει ἑτοίμους ὑπαξιωματικοὺς καὶ δύναται νὰ χορηγήσῃ ἱκανοὺς ἀξιωματικούς, τὴν δὲ δύναμιν τῆς ἐφεδρείας προσθέτων εἰς τὸν ὑπάρχοντα τότε ἐνεργὸν στρατὸν, ἤθελον παρατάξει εἰς τὰ σύνορα, καὶ ἤθελον ἐπικαλεσθῆ τὴν συνδρομὴν τῆς Εὐρώπης, ὅπως ἐκτελέσω τὴν ἀπόφασίν της. Δὲν ἤθελον ἀπολέσει τέσσαρας ὅλους μῆνας, ὅπως ἐνδύσω γυμνοὺς καὶ ἀνυποδήτους νεοσυλλέκτους, καὶ ὅπως διδάξω τὸν βηματισμὸν καὶ τὴν χρῆσιν τοῦ ὅπλου εἰς ἀνθρώπους, οἵτινες πρώτην φορὰν ἐλάμβανον αὐτό. Πρῶτον ἔργον μου ἤθελον θεωρήσει νὰ προμηθευθῶ τ’ ἀναγκαῖα χρήματα, ὅπερ τότε ἦτο εὔκολον, καὶ δὲν ἤθελον διακινδυνεύσει τὴν ἐπιτυχίαν, στηριζόμενος εἰς τὰ χαρτονομίσματα τῆς Τραπέζης καὶ εἰς τὰ ἔντοκα γραμμάτια. Δὲν εἶναι ἡ πολιτικὴ τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ἥτις ἐφυγάδευσε τὰ ξένα κεφάλαια εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἥτις ἀνήγγειλε τὸν πόλεμον, χωρὶς νὰ ἦναι ἑτοίμη νὰ τὸν ἐπιχειρήσῃ. Σήμερον εἶμαι ἠναγκασμένος ν’ ἀκολουθῶ πολιτικήν, ἥτις ἐξουδετέρωσε τὰς καλὰς διαθέσεις τῶν Δυνάμεων, καὶ ἡ ὁποία μᾶς ἀπεμόνωσε, κατὰ δὲ τὴν πρὸ μικροῦ διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Τρικούπη ἡ ἐπιστράτευσις μᾶς φέρει εἰς τὸν κρημνόν. Δὲν ἔχω δίκαιον νὰ θεωρῶ ἐμαυτὸν δεσμευμένον, ἀφοῦ διὰ τῆς πολιτικῆς σου μᾶς ἔφερες εἰς τὸ χεῖλος τοῦ κρημνοῦ, ἐνῷ ἡ θέσις μας δὲν ἦτο τοιαύτη, ἀλλ’ ἦτο ἐξησφαλισμένη ὄπισθεν ἕξ μεγάλων δυνάμεων, αἱ ὁποῖα ὑπεστήριζον τὰ δικαιώματα τῆς Ἑλλάδος, ἀπὸ τὰς καλὰς διαθέσεις τῶν ὁποίων ἐδυνάμεθα, ἐγκαίρως καὶ καταλλήλως ἐνεργοῦντες, νὰ ἐλπίσωμεν τὴν ταχεῖαν καὶ εὐχάριστον λύσιν τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν ζητήματος, διὰ δὲ τῆς ἀκαταλλήλου ἐνεργείας σας ἀπωλέσαμεν τὴν κατάλληλον εὐκαιρίαν καὶ ἤδη ἐλπίζομεν ἀπὸ μόνας τὰς ἰδίας δυνάμεις· εἴπατε καὶ ὑπεστηρίξατε ἄλλοτε, ὅτι, ἵνα μορφωθῇ τις καλὸς στρατιώτης, ἀπαιτοῦνται τρία ἔτη, καὶ θέλετε ἤδη μετὰ ἐξάσκησιν τριῶν μηνῶν νὰ τοὺς παρατάξητε ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ! Τοιαύτην δὲ πολιτικήν, ἡ ὁποία θὰ καταστρέψῃ τὸν τόπον καὶ θέλει μᾶς φέρει εἰς βεβαίαν ἀποτυχίαν, ἀξιοῦτε νὰ τὴν ἐπιδοκιμάζωμεν καὶ νὰ τὴν ἀκολουθῶμεν ἀνεπιφυλάκτως, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὸ θάῤῥος νὰ εἴπωμεν τὴν γνώμην μας; Ἂς εἴπω καὶ ὀλίγας λέξεις καὶ ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικά, τὰ ὁποῖα ὁ κ. βουλευτὴς Μεσολογγίου ἀνέπτυξε. Δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε ὡς πρὸς τὴν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔκαμε περὶ Τραπέζης, διότι οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ προκείμενον ζήτημα, οὔτε ἔχω ἀφορμὴν ν’ ἀρνηθῶ τὴν χρησιμότητα καὶ τὰς ὠφελείας, ἃς παρῆξεν εἰς τὸν τόπον τὸ πιστωτικὸν τοῦτο κατάστημα· ἀλλ’ ἐξ ὅλης τῆς θεωρίας ἐκείνης δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω τὸν λόγον, ὁ ὁποῖος ἠνάγκασε τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον νὰ προτιμήσῃ τὴν σύμβασιν τῆς Τραπέζης ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν δάνειον τῶν 80 ἑκατομμυρίων. Τὸ δάνειον τοῦτο ἤθελον προτιμήσει πρὸς 7½%, ἐνῷ τὸ ἐσωτερικὸν εἶναι πρὸς 1%, ἕνεκα τῶν περιστάσεων εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα. Ἡ φαινομένη αὕτη οἰκονομία τῶν 3 ἑκατομμυρίων εἶναι μηδαμινὴ ἀπέναντι τῶν δαπανῶν, εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθημεν καὶ ὑποβαλλόμεθα, καὶ τῶν ἐμμέσων ζημιῶν, εἰς ἃς τὸ κοινὸν ὑποβάλλεται. Τὸ δάνειον τὸ ἐξωτερικὸν μᾶς ἐξασφαλίζει τὰ μέσα τοῦ νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὸ ἔργον μας καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος. Ἀφοῦ διαθέσητε τὰ 25 ἑκατομμύρια μεταλλικὸν τῆς Τραπέζης ἀπέναντι τῶν 26 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ὀφείλομεν, θὰ δυνηθῆτε νὰ κινηθῆτε μὲ τὰ χαρτονομίσματα τῆς Τραπέζης ἢ μὲ τὰ ἔντοκα γραμμάτια; Καὶ ἐλπίζετε, ὅτι θὰ δυνηθῆτε τότε νὰ προμηθευθῆτε ἐξωτερικὸν δάνειον; Πόλεμος, κύριοι, θὰ εἴπῃ δαπάνη καὶ δαπάνη μεγάλη, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἦναι πρόχειρος καὶ ἑτοίμη. Ἐσυλλογίσθητε πῶς θὰ διατηρήσητε τὰς 60,000 ἀνδρῶν, τὰς ὁποίας θὰ ὁδηγήσητε εἰς ἐχθρικὸν ἔδαφος; Ἐλάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν ἔχετε δεύτερον ζεῦγος ὑποδημάτων νὰ τοῖς δώσητε; Ποῦ εἶναι λοιπὸν αἱ προπαρασκευαί σας, ποῦ τὰ μέσα σας, ποῦ τὰ χρήματά σας, ὅπως ἔχητε τὸ θάῤῥος νὰ καυχᾶσθε διὰ πολιτικήν, τὴν ὁποίαν σεῖς ἐχαράξατε, καὶ ἀπέναντι τῆς ὁποίας νομίζετε, ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ θάῤῥος νὰ ἐκφράσωμεν ἰδίαν γνώμην; Ἡ σύμβασις δὲν ὑπηρετεῖ τὸν σκοπόν μας, θεωρῶ δὲ σχεδὸν ἀδύνατον νὰ εὕρωμεν ἕτερα χρήματα. Τὸ ζήτημα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ τοῦ προνομίου, δὲν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ ἀνησυχεῖ, ἀλλὰ τὸ σπουδαῖον ζήτημα εἶναι ἡ ἐξασφάλισις τῶν ἀναγκαίων χρημάτων, ἡ δὲ θεωρία τοῦ κ. Τρικούπη ποσῶς δὲν μὲ ἱκανοποίησεν, οὔτε ἠδυνήθη πιστεύω νὰ πεισθῇ τις ἐξ ὑμῶν ἐκ τῆς θεωρίας, τὴν ὁποίαν περὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ζητήματος μᾶς ἀνέπτυξε. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 6 καὶ 20′ μ. μ.