1880.11.18
1.085 στίχοι · 8.201 λέξεις · 88 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 25
τῆς 18 Νοεμβρίου 1880.
Ὥρα 10 π. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκρίνονται τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν κατέθεσε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπικούρων ἰατρῶν κλπ. Θὰ τυπωθῇ. Κατὰ δυστυχίαν δὲν ἐτυπώθη ἡ ἡμερησία διάταξις. Χθὲς τὸ ἑσπέρας ἐστάλη εἰς τὸ τυπογραφεῖον μετὰ τῶν ὑποβληθεισῶν τροπολογιῶν, ἀλλὰ δὲν κατωρθώθη εἰσέτι ἡ τύπωσις, διότι τὸ τυπογραφεῖον δὲν προφθάνει. Πολλοὶ κλητῆρες ἀναμένουσιν ἐκεῖ, διὰ νὰ τὴν λάβουν ἅμα τυπωθῇ.
§2Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Παρεκάλεσα, κ. πρόεδρε, τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φέρῃ τὴν τελευταίαν σύμβασιν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔφερεν αὐτήν, ἀλλ’ ἀκόμη δὲν ἐτυπώθη, οὔτε διενεμήθη.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐστάλη εἰς τύπωσιν. (Γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν τὰ νομοσχέδια αʹ περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις ἐπὶ τῆς χρήσεως 1879 ἐκ δραχμῶν 15,000· βʹ περὶ ἐκτάκτων πιστώσεων ἐπὶ τῇ χρήσεως 1880 ἐκ δραχμῶν 66,089 γʹ περὶ ἀναπληρωτικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων τῆς χρήσεως τοῦ 1880 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐκ δραχμῶν 44,002,800.)
§4ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλον παρατηρήσεις τινάς, περὶ τοῦ πλείστου τῶν ὁποίων γίνεται μνεία εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ἔκθεσις δὲν διενεμήθη εἰσέτι, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ ἀναπτύξω διὰ βραχέων τὰς παρατηρήσεις ταύτας, ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν παρὰ τῶν ἁρμοδίων ὑπουργῶν εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν τῶν περὶ πιστώσεων νομοσχεδίων.
§5ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Διατί δὲν διενεμήθη ἡ ἔκθεσις, κ. Πρόεδρε, ἀκόμη;
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν κατωρθώθη ἀκόμη ἡ τύπωσις.
§7ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν νομίζῃ ἡ Βουλὴ ἀναγκαῖον ν’ ἀναβληθῇ ἡ δευτέρα συζήτησις μέχρις οὗ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ἡ ἔκθεσις, τότε καὶ ἐγὼ θέλω ἀναβάλει τὴν ἀνάπτυξιν τῶν παρατηρήσεών μου.
§8ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§9ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰς παρατηρήσεις ταύτας, κύριοι, προῆλθον οὐχὶ βεβαίως ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ἐκ μόνης τῆς ἐπιθυμίας νὰ περιορισθῶσιν αἱ πιστώσεις εἰς τὸ μέτρον τῆς ἀνάγκης καὶ τοιουτοτρόπως νὰ κατορθωθῇ, ὥστε ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας νὰ χορηγηθῶσι πιστώσεις ἀνταποκρινόμεναι μὲν εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις καὶ ἀνάγκας, οὐχὶ ὅμως ὑπερβαίνουσαι ταύτας, διότι νομίζω, ὅτι ἡ χορήγησις πιστώσεων ἐξωγκωμένων ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν κατάληψιν τῆς κοινωνίας ὑπὸ πανικοῦ, ὡς ἐκ τούτου δὲ δύναται αὕτη προώρως ν’ ἀποθαῤῥυνθῇ. Πρῶτον ὑπέβαλον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ μίαν παρατήρησιν ὅλως τυπικὴν περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῶν πιστώσεων· νομίζω, ὅτι αἱ πιστώσεις, τῶν ὁποίων πρόκειται σήμερον ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ, φέρουσιν ὅλαι τὸν χαρακτῆρα τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων, οὐχὶ δὲ καὶ τὸν τῶν ἀναπληρωματικῶν. Ἔχομεν θεμελιώδη οἰκονομικὸν νόμον, ὅστις ἔδωκε τὸν χαρακτῆρα τῶν πιστώσεων ἀκριβῶς καὶ σαφῶς· ἐννοῶ τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον αἱ πιστώσεις διαιροῦνται εἰς τέσσαρας κατηγορίας, εἰς πιστώσεις τακτικάς, εἰς πιστώσεις ἀναπληρωματικάς, εἰς πιστώσεις ἐκτάκτους καὶ εἰς πιστώσεις συμπληρωματικάς. Τακτικαὶ πιστώσεις εἶναι αἱ χορηγούμεναι διὰ τοῦ ἐνιαυσίως χορηγομένου νόμου τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, ἤτοι τοῦ προϋπολογισμοῦ· συμπληρωτικαὶ δὲ αἱ χορηγούμεναι ἢ τακτοποιούμεναι διὰ τοῦ ἀπολογισμοῦ. Περὶ αὐτῶν δὲν πρόκειται νῦν, ἀλλὰ περὶ τῶν δύο ἄλλων χαρακτήρων τῶν πιστώσεων, δηλαδὴ ἀναπληρωτικῶν καὶ ἐκτάκτων. Ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ἐν ἄρθρῳ 15 χαρακτηρίζει σαφῶς τὰς συμπληρωματικὰς πιστώσεις οὕτως· «Ὅταν αἱ ψηφισθεῖσαι διὰ τοῦ οἰκονομικοῦ νόμου τακτικαὶ πιστώσεις ἀποδειχθῶσιν ἀνεπαρκεῖς ἄνευ ἐπεκτάσεως τῆς ὑπηρεσίας, χορηγοῦνται ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ὑπὸ τῶν Βουλῶν, ἐν ἀπουσίᾳ δὲ αὐτῶν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως· ἀλλ’ εἰς τὴν τελευταίαν περίστασιν, ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις χορηγοῦνται διὰ μόνας τὰς δαπάνας τὰς ἐν ᾧ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων προβλεφθείσας καὶ ῥητῶς ἐν τῷ ἐνιαυσίῳ νόμῳ τῶν ἐξόδων κατονομασθείσας ὡς ἐπιδεκτικὰς τοιαύτης αὐξήσεως.» Ὡσαύτως ἐν ἄρθρῳ 18 ὡρίσθη οὐχ ἧττον σαφῶς ὁ χαρακτὴρ τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων «διὰ τὰς ἐκτάκτους καὶ κατεπειγούσας ὑπηρεσίας, τὰς μὴ προβλεφθείσας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, χορηγοῦνται ἔκτακτοι πιστώσεις ὑπὸ τῶν Βουλῶν, ἐν ἀπουσίᾳ δὲ αὐτῶν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως κατὰ τὰς διατυπώσεις τοῦ ἄρθρου 16, ἡ δὲ ἐπικύρωσις αὐτῶν γίνεται κατὰ τὸ ἄρθρ. 17.» Ὅλοι βεβαίως ἐμελετήσατε τὰς καταστάσεις τῶν πιστώσεων, αἵτινες νῦν ζητοῦνται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅλοι εἶσθε εἰς θέσιν νὰ ἀνομολογήσητε, ὅτι οὐδεμία τῶν πιστώσεων τούτων δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἔχουσα τὸν χαρακτῆρα τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων, διότι οὐδεμία τούτων προτείνεται ἐκ τοῦ λόγου, ὅτι αἱ ζητηθεῖσαι διὰ τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ πιστώσεις ἀπεδείχθησαν ἀνεπαρκεῖς ἄνευ ἐπεκτάσεως τῆς ὑπηρεσίας. Ὁ λογιστικὸς νόμος ἐχαρακτήρισεν ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις μόνον ἐκείνας, ὅσαι, διαρκούσης τῆς σχετικῆς χρήσεως, ἤθελον κριθῆ ὡς ἀναγκαῖαι, πλέον μὲν τῶν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ χορηγηθεισῶν, ἀλλὰ χωρὶς τὸ παράπαν ἡ ὑπηρεσία νὰ ἐπεκταθῇ. Ἐὰν, ἐπὶ παραδείγματι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ προεβλέφθη δαπάνη διὰ δύναμιν στρατοῦ ἐξ ἀνδρῶν 10,000, χωρὶς δὲ ν’ αὐξηθῇ ἡ δύναμις αὕτη διαρκούσης τῆς χρήσεως, ἤθελον ἀποδειχθῇ αἱ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ χορηγηθεῖσαι πιστώσεις ἀνεπαρκεῖς, δηλ. ἤθελε καταδειχθῇ ἀναγκαία μία νέα πίστωσις ἐξ 1 ἢ 2.000,000, ἡ πίστωσις αὕτη εἶναι ἀναντιῤῥήτως ἀναπληρωματική· ἐὰν ὅμως ἀντὶ τῆς δυνάμεως τῶν 10,000 ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ, αὐξήσητε τὸν στρατὸν κατὰ 10 ἢ 20,000 ἄνδρας, ἢ ὅπως νῦν ἐγένετο κατ’ ἄνδρας 50,000, βεβαίως ἡ διὰ τὴν αὔξησιν ἢ ἐπέκτασιν αὐτὴν πίστωσις δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ἀναπληρωματική, φέρει δὲ αὕτη καθαρὸν τὸν χαρακτῆρα τῆς ἐκτάκτου πιστώσεως. Πλὴν αἱ ἔκτακτοι πιστώσεις διαιροῦνται, κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, εἰς δύο κατηγορίας, εἰς πιστώσεις ἐκτάκτους, περὶ τῶν ὁποίων ὑπῆρξε μνεία τις ἢ νύξις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, δηλαδὴ εἰς πιστώσεις ἐκτάκτους, αἵτινες προέρχονται ἐξ ἐπεκτάσεως τῆς ὑπηρεσίας, καὶ εἰς πιστώσεις ἐκτάκτους, περὶ τῶν ὁποίων οὐδεμία ἐγένετο μνεία ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Περὶ τῶν τῆς δευτέρας κατηγορίας ἐκτάκτων πιστώσεων προεῖδεν ἕτερον ἄρθρον τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου, ἤτοι τὸ ἄρθρον 19, ὅπερ συμπληροῦν, οὕτως εἰπεῖν, τὴν δικονομίαν τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων, ἐπὶ λέξει ἔχει ὡς ἑξῆς· «Διὰ πᾶσαν ἔκτακτον πίστωσιν, χορηγουμένην εἰς ὑπουργὸν δι’ ὑπηρεσίαν μὴ προβλεφθεῖσαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ὑπουργείου του, προστίθεται κεφάλαιον ἰδιαίτερον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει.» Ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ ἄρθρου τούτου πείθεται πᾶς τις ἀδιστάκτως, ὅτι σκοπὸν εἶχε νὰ ὁρίσῃ τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ προστίθηται ἰδιαίτερον κεφάλαιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ μόνον ὅταν περὶ τοῦ αὐτοῦ εἴδους τῶν δαπανῶν δὲν προεῖδεν ὁ προϋπολογισμὸς, ἀρκεῖ δὲ νὰ ἐννοηθῇ ἄνευ κόπου, ὅτι διὰ πίστωσιν ὑπαγορευομένην ἐξ ἐκτάκτου καὶ κατεπειγούσης ὑπηρεσίας, περὶ ἧς ὑπῆρξεν ὁπωσδήποτε μνεία ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προστίθεται ἰδιαίτερον κεφάλαιον. Τὸ ἄρθρον 19 προεῖδε κυρίως τὰς ἐκτάκτους πιστώσεις, αἵτινες ἤθελον ζητηθῆ δι’ ὑπηρεσίαν μὴ προβλεφθεῖσαν τὸ παράπαν· ὅταν ὅμως ἔκτακτος πίστωσις ἀφορᾷ εἰς ὑπηρεσίαν, περὶ τῆς ὁποίας ὑπῆρξε μνεία ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνοίγηται δι’ αὐτὴν ἰδιαίτερον κεφάλαιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ ἀπολογισμῷ. Ἐὰν ἡ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν πιστώσεων τούτων παρεδέχθη, ἦτο ἀκριβής, ἔπρεπε πολλὰς ἐκ τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων, τῶν νῦν ὡς τοιούτων ὑπ’ αὐτῆς χαρακτηριζομένων, νὰ τὰς χαρακτηρίσῃ ὡς ἀναπληρωματικάς, διότι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ γίνεται μνεία δαπάνης ὁμοειδοῦς ἢ σχετικῆς. Ἀλλ’ ἔπρεπε, κατ’ ἐμέ, νὰ τὰς χαρακτηρίσῃ πάσας ἐκτάκτους, διότι τοιαῦται εἶναι ὡς ἀναφερόμεναι εἰς ἐκτάκτους καὶ κατεπειγούσας ὑπηρεσίας· φρονῶ δέ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις κυρίως ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν τακτοποίησιν τῶν πιστώσεων, θέλει συγκατατεθῇ καὶ οἴκοθεν προτείνει, ὥστε αἱ πιστώσεις ὅλαι νὰ χαρακτηρισθῶσιν ἔκτακτοι. Μετὰ τὴν παρατήρησιν ταύτην μεταβαίνω εἰς ἑτέραν παρατήρησιν, περὶ τῆς ὁποίας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐγένετο λόγος, παρατήρησιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπεφυλάχθη νὰ συνεννοηθῇ μὲ τῶν λοιπῶν συναδέλφων του καὶ νὰ διατυπώσῃ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ἐν εἰδικῷ νομοσχεδίῳ, ὑποβληθησομένῳ εἰς τὴν Βουλήν. Πρόκειται περὶ τῆς νομιμοποιήσεως τῶν βαθμοφόρων, τῶν ὁποίων τοὺς ἀριθμοὺς ζητεῖ διὰ τῆς προκειμένης πιστώσεως ν’ αὐξήσῃ ἡ Κυβέρνησις· ὡς οἱ πάντες γνωρίζετε, ἔχομεν νόμον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, κανονίζοντα ἁπάσας τὰς θέσεις τῶν βαθμοφόρων, εἶναι δὲ ἀνεπίδεκτον πάσης ἀμφισβητήσεως, ὅτι μόνον διὰ νόμου εἰδικοῦ, ὅταν παρίσταται ἀνάγκη, δύνανται ν’ αὐξήσωσιν αἱ ἐν τῷ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νόμῳ ὁριζόμεναι θέσεις βαθμοφόρων. Καὶ ἐλέχθη μὲν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι τὸ Β. Διάταγμα περὶ τῆς ἐπιστρατείας, ὅπερ ὑπεβλήθη ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν, ἐνομιμοποίησε τὰς θέσεις τῶν βαθμοφόρων, ὧν ὁποίων ζητεῖται νῦν ἡ αὔξησις· ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρῶτον ἐν τῷ Διατάγματι ἐκείνῳ δὲν ὑπάρχουσι διατάξεις δημιουργοῦσαι νέας θέσεις τῶν βαθμοφόρων πλέον τοῦ ἀριθμοῦ, ὅστις κατὰ τὸν ἐν ἰσχύϊ νόμον καθιεροῦται. Ὥστε, καὶ ἂν τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο μεταποιηθῇ εἰς νόμον, πάλιν δὲν νομιμοποιοῦνται πρόσθετοι θέσεις βαθμοφόρων. Ἔχω ὅμως τὴν γνώμην, ὅτι τὸ διάταγμα περὶ ἐπιστρατείας δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπικυροῦται δι’ εἰδικοῦ νόμου, ἁπλῶς δὲ ἀνακοινοῦται εἰς τὴν Βουλήν, ἥτις εἴτε σιωπηρῶς εἴτε δι’ ἀποφάνσεως ῥητῆς ἀποδέχεται ἢ ἀποῤῥίπτει αὐτό. Συνεπῶς δὲ πρὸς τὴν γνώμην ταύτην, φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ προσάξῃ εἰδικὸν Νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου δέον νὰ ὁρισθῶσιν αἱ πρόσθετοι τῶν βαθμοφόρων θέσεις, τὰς ὁποίας νομίζει ἡ Κυβέρνησις ἀναγκαίας. Νομίζω δὲ, ὅτι διὰ μόνων τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, δὲν δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προβῇ εἰς προβιβασμοὺς ἀξιωματικῶν. Τουναντίον δὲ, ἀφορῶν εἰς τὸ φιλόνομον αὐτοῦ πείθομαι, ὅτι, καὶ ἀφοῦ ψηφισθῶσιν αἱ πιστώσεις αὗται, θέλει αἰσθανθῆ τὴν ἀνάγκην νὰ προσαγάγῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἰδικὸν νομοσχέδιον κανονίζον τὰς θέσεις αὐτάς. Εἰς τὸν πίνακα τῶν ζητουμένων συμπληρωματικῶν πιστώσεων παρετηρήσατε, κύριοι, ὅτι ζητοῦνται πιστώσεις διὰ μισθοὺς ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν. Δὲν ἐννοῶ τὴν πρόσθετον αἴτησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν περὶ πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 308,000, ἥτις εἰδικῶς ἀφορᾷ εἰς τοὺς μισθοὺς τῶν ἀξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ προσθέσῃ. Ὁμιλῶ δὲ περὶ μόνον τῶν ποσοτήτων, αἵτινες σημειοῦνται εἰς τὴν αἴτησιν τῆς μεγάλης πιστώσεως. Θέλετε λοιπὸν παρατηρήσει, ὅτι καὶ εἰς τὸν πίνακα τῶν πιστώσεων αὐτῶν ὑπάρχουσι ποσότητες οὐχὶ εὐκαταφρόνητοι διὰ μισθοὺς ἀξιωματικῶν, ἐνῷ γνωστὸν εἶναι, ὅτι προβιβασμοὶ εἰσέτι δὲν ἐγένοντο. Διὰ τὸ προσωπικὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ζητεῖται πίστωσις διὰ μισθοὺς ἀξιωματικῶν ἐκ δραχμῶν 4,000, διὰ τὸ Σῶμα τοῦ μηχανικοῦ ἐκ δραχμῶν 2,900, τὸ πεζικὸν δραχμῶν 10,000, διὰ τὸ ἱππικὸν δραχμῶν 1,000, διὰ τὸ πυροβολικὸν δραχ. 1,500, καὶ διὰ διαφόρους ὑπηρεσίας δραχ. 10,000. Ἐν ὅλῳ ζητεῖται πίστωσις ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου «μισθοὶ ἀξιωματικῶν» ἐκ δραχ. 29,400. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ παρετήρησεν, ὅτι ἡ ποσότης αὕτη προέρχεται ἀπὸ διαφορὰν μισθῶν καὶ ἀπὸ ἐπιμίσθια χορηγούμενα ἕνεκα τοῦ Διατάγματος τῆς ἐπιστρατείας, ἤτοι λόγῳ ἐκτάκτων ὑπηρεσιῶν. Περὶ τῶν χορηγουμένων ἐπιμισθίων ἕνεκεν ἐκτάκτων ὑπηρεσιῶν καὶ ἄλλοτε ἐν τῇ Βουλῇ ἐγένετο λόγος, ἡ δὲ Βουλὴ ἀπεφήνατο, ὅτι τὰ ἐπιμίσθια δὲν χορηγοῦνται εἰμὴ διὰ νόμου. Χθὲς τῷ ὄντι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν προσήγαγε τοιοῦτον νομοσχέδιον περὶ νομιμοποιήσεως τῶν ἐπιμισθίων τούτων· ἀλλὰ νομίζω ἀναγκαῖον νὰ προσαχθῇ κατάστασις δικαιολογοῦσα τὴν δαπάνην τῶν 30 τούτων χιλιάδων δραχμῶν, διότι, προκειμένου περὶ ἐπιμισθίων, ἡ Βουλὴ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξασκῇ αὐστηρὸν ἔλεγχον· ἄλλως τε ἡ αἰτουμένη πίστωσις κατ’ ἐμὴν γνώμην εἶναι ἀνωτέρα τῶν πραγματικῶν ἀναγκῶν μέχρι τέλους τοῦ ἔτους τούτου. Πλὴν τούτου δι’ ἑνὸς ἐγγράφου φέροντος χρονολογίαν «9 Νοεμβρίου» πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐζήτησε νὰ χορηγηθῶσι, πλέον τῶν διὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν, χορηγουμένων, ἕτεραι πιστώσεις ἐκ δραχμῶν 308,820 διὰ μισθοὺς ἀξιωματικῶν, λόγῳ προβιβασμοῦ ἢ συμπληρώσεως θέσεων. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐγένετο συζήτησις, ἂν ἡ πίστωσις αὕτη ἦναι ἀναγκαία διὰ τὸ 1880, ἀφοῦ εὑρισκόμεθα ἐν τῇ λήξει αὐτοῦ καὶ εἰσέτι προβιβασμοὶ δὲν ἐγένοντο. Νομίζω δὲ, ὅτι αἱ συμπληρώσεις αὐτῶν τῶν θέσεων ἢ οἱ προβιβασμοὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσιν ἐντὸς τοῦ 1880. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν πραγματοποιηθῶσιν ἐντὸς τοῦ ἑπομένου μηνὸς Δεκεμβρίου, κατὰ τὰ ἰσχύοντα νόμιμα, οἱ προβιβαζόμενοι εἰς θέσεις ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν δὲν δικαιοῦνται εἰς ἀπόληψιν μισθοῦ διὰ τὸν μῆνα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐγένοντο οἱ προβιβασμοί. Μέχρις οὗ τὰ προκείμενα νομοσχέδια μεταβληθῶσιν εἰς νόμον, μέχρις οὗ ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς κατορθώσῃ νὰ τακτοποιήσῃ τ’ ἀφορῶντα εἰς τὰς σχετικὰς ὑπηρεσίας καὶ προβῇ εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῶν προβιβασμῶν, βεβαίως θέλει παρέλθει ὁ μὴν Νοέμβριος, οἱ δὲ προβιβασμοὶ θέλουσι κοινοποιηθῆ ἐντὸς τοῦ ἐπιόντος μηνὸς Δεκεμβρίου· ἑπομένως αἱ πιστώσεις αἱ ἀναγκαῖαι διὰ τὸν μισθὸν τῶν προβιβασθησομένων ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν δὲν θέλουσιν εἶσθαι ἀναγκαῖαι εἰμὴ διὰ τὸ 1881· κατ’ ἐμὲ, ἡ πίστωσις αὕτη δὲν εἶναι ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ καὶ εἶναι πρέπον νὰ μὴ χορηγηθῇ· ἐν περιπτώσει ὅμως, καθ’ ἣν ἡ κυβέρνησις νομίζει, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐντὸς τοῦ Νοεμβρίου νὰ πραγματοποιήσῃ καὶ κοινοποιήσῃ τοὺς προβιβασμοὺς τούτους, τότε βεβαίως ἡ πίστωσις ἡ αἰτηθεῖσα, ἡ ὁποία ἀφορᾷ εἰς τοὺς δύο τελευταίους τοῦ ἔτους τούτου μῆνας, πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ ἥμισυ.
§10ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ. Τὸ δέχομαι.
§11ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδὴ εἰς μόνον δραχ. 154,610. Προκειμένου περὶ τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης διὰ τὴν ἐπελθοῦσαν αὔξησιν εἰς τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ, νομίζω, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἠκολούθησεν ὡς πρὸς τὰς ὁποίας ὤφειλε νὰ ζητήσῃ πιστώσεις σύστημα ἐσφαλμένον. Παρεδέχθη δηλονότι ὡς βάσιν τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ, ἥτις εἶναι νῦν ἢ ἔσεται περὶ τὸ τέλος τοῦ ἔτους, διὰ πεντάμηνον ὑπηρεσίαν καὶ ἐν τῷ τέλει ἐξέπεσεν ἕν πέμπτον. Ἀντὶ νὰ παραδεχθῇ τοῦτο διὰ τὴν ὅλην δύναμιν τοῦ στρατοῦ, ἦτο προτιμότερον, ἀφοῦ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπάρχουσι τ’ ἀναγκαῖα στοιχεῖα ἀπὸ τοῦδε μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου ἢ καὶ μέχρι τῆς 15 τρέχοντος μηνὸς Νοεμβρίου, νὰ προσδιορίσῃ ἀκριβῶς τὴν ἀπαιτουμένην δαπάνην διὰ τοὺς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ εὑρισκομένους στρατιώτας, τὸν δὲ ὑπολογισμὸν νὰ περιορίσῃ εἰς τὸν ὑπόλοιπον χρόνον· ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ παραδεχθῇ τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ, ὁποία σήμερον ὑπάρχει καὶ νὰ ὑπολογίσῃ τὴν ἀπαιτουμένην δαπάνην διὰ πέντε ὅλους μῆνας, μετὰ δὲ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ⅕ εἰς τέσσαρας μῆνας. Ἐν ἄλλαις λέξεσι, ζητεῖται σήμερον πίστωσις διὰ τὴν εἰς τὰ ὅπλα ὑπάρχουσαν δύναμιν τοῦ στρατοῦ διὰ 4 μῆνας ἀπὸ πρώτης Σεπτεμβρίου μέχρι τέλους Δεκεμβρίου. Πάντες ὅμως γινώσκομεν, ὅτι οἱ σήμερον διατελοῦντες εἰς τὰ ὅπλα στρατιῶται δὲν ἦσαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἀπὸ πρώτης Σεπτεμβρίου· ἡ κατάταξις ἐγένετο βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον, ἡ δὲ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν γνωρίζει βεβαίως ἐν πάσῃ ἀκριβείᾳ τοὺς πλέον τῆς ἐν τῷ τακτικῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένης δυνάμεως ὑπηρετήσαντας στρατιώτας, ἀφ’ ἧς ἐφηρμόσθη τὸ Διάταγμα τῆς ἀποστρατείας μέχρι τῆς 15 τρ. μ. ὥστε ἀντὶ αὐθαιρέτων ὑπολογισμῶν δύναται καὶ ὀφείλει νὰ ζητήσῃ τὴν πραγματικὴν πίστωσιν μέχρι τῆς ἡμέρας αὐτῆς, νὰ ὑπολογίσῃ δὲ μόνον τὴν δαπάνην τοῦ ὑπολειπομένου χρόνου ἐξ ἡμερῶν 45. Ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶχεν ὑποσχεθῆ, ὅτι τοιαύτην κατάστασιν θέλει προσαγάγει ἐν τῇ τρίτῃ συζητήσει τῆς προκειμένης πιστώσεως, ὅτε καὶ θέλει ζητήσει τὴν ἐλάττωσιν τῆς πιστώσεως αὐτῆς ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πραγματικῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ. Οἰκονομικός τις ἀξιωματικός, ὅστις εἶχεν ἔλθει ἐν τῇ ἐπιτροπῇ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τὴν ἑπομένην τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ἦλθε τῷ ὄντι ἐν τῷ γραφείῳ τῆς ἐπιτροπῆς κρατῶν μίαν κατάστασιν ἐμφαίνουσαν τὴν πραγματικὴν τοῦ στρατοῦ δύναμιν, ἀλλὰ τὴν κατάστασιν ταύτην ἠρνήθη νὰ καταθέσῃ εἰς τὸ γραφεῖον, διότι δὲν εἶχε τὴν ἄδειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὡς εἶπεν ἡμῖν.
§12Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν εἶναι δύσκολον νὰ κατατεθῇ.
§13ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ περιορισμὸς λοιπὸν τῶν πιστώσεων πρέπει νὰ ἐπέλθῃ, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς πραγματικῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, καὶ οὐχὶ μόνον εἰς τὰς ποσότητας τῶν μισθῶν τῶν στρατιωτῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς ποσότητας τὰς ἀφορώσας εἰς τροφὰς αὐτῶν, εἰς τὴν ἱπποφορβὴν καὶ εἰς ὅλα τὰ σχετικὰ ποσὰ τῶν πιστώσεων. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι, ὅταν αἱ καταστάσεις αὗται προσαχθῶσιν, αἱ αἰτούμεναι πιστώσεις διὰ τοὺς μισθοὺς ὑπαξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν, διὰ τὰς τροφάς, ἐπιμίσθια, καθὼς καὶ διὰ τὰς ἱπποφορβίας, ἡ ἐλάττωσις τῆς πιστώσεως θέλει εἶσθαι ἐπαισθητή. Ἐν τινι φύλλῳ λεπτομερείας τῶν ὑπὸ συζήτησιν πιστώσεων, ἐν σελ. 32, ἡ δύναμις τῶν παρόντων ἀνδρῶν ὑπολογίζεται εἰς 37,300· ἐννοεῖται, ὅτι πρόκειται ἐνταῦθα περὶ τῆς δυνάμεως τῆς ἐκτὸς τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ· ἂν εἰς τὴν δύναμιν αὐτὴν προστεθῇ ἡ δύναμις ἡ ἐν τῷ τακτικῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένη ἐκ 12,000 ἀνδρῶν περίπου, ἂν προστεθῇ ἀκόμη ἡ δύναμις τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς, ἥτις δὲν περιλαμβάνεται ἐν τῇ σημειώσει ταύτῃ καὶ ὅμως ἀνέρχεται εἰς 4,000, θέλομεν ἔχει δύναμιν ἀνωτέραν τῆς σήμερον εἰς τὰ ὅπλα διατελούσης· ἑπομένως ἡ ἐλάττωσις τῆς πιστώσεως ἔσεται λίαν ἐπαισθητή. Δὲν δύναμαι ἀκριβῶς νὰ τὴν ὑπολογίσω, ὡς στερούμενος τῶν ἀναγκαίων στοιχείων, φρονῶ ὅμως, ὅτι δύναται ν’ ἀνέλθῃ μέχρι τῶν δραχμῶν 1,000,000. Πλὴν τούτων νομίζω, ὅτι καὶ εἰς ἕτερα σφάλματα ὑπέπεσαν οἱ συντάξαντες τὰς αἰτήσεις τῶν πιστώσεων τούτων· δὲν ἔλαβον τὸ παράπαν ὑπ’ ὄψιν τὰς πιστώσεις, τὰς χορηγηθείσας διὰ τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἑπομένως δὲν ἐξέπεσαν αὐτὰς ἐκ τῶν ὅσων διενοοῦντο νὰ προτείνωσιν. Ἐν τῷ τακτικῷ προϋπολογισμῷ ὑπὸ κεφάλαιον 10 ἐχορηγήθησαν πιστώσεις ὑπὸ τὸν τίτλον «νεοσυλλέκτων ὑπὸ ἑξάμηνον προθεσμίαν» ἐκ δρ. 10, χιλ. ἀκόμη ἐχορηγήθη ἑτέρα πίστωσις διὰ δαπάνην ξένων ἀξιωματικῶν, ἐκ δραχ. 150,000. Τῆς πρώτης πιστώσεως ἐγένετο ἀναντιῤῥήτως χρῆσις, διότι, ὡς εἶναι γνωστόν, ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, πρὶν ἢ ἐκδώσῃ τὸ Διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως, εἶχε καλέσει εἰς τὰ ὅπλα τοὺς ὑποχρέους νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐπὶ ἑξάμηνον νεοσυλλέκτους· ἐπειδὴ ὅμως ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀνέμιξε τὰς διὰ τοὺς νεοσυλλέκτους τούτους δαπάνας, μὲ τὰς ἐκ τοῦ Διατάγματος τῆς ἐπιστρατείας προελθούσας, ὤφειλε νὰ ἐκπέσῃ ἀναγκαίως ἐκ τῶν αἰτουμένων σήμερον πιστώσεων τὸ ποσὸν δραχμῶν 410,000· οὐχ ἧττον ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ ἑτέρα πίστωσις ἡ χορηγηθεῖσα λόγῳ προσλήψεως ξένων ἀξιωματικῶν· ἀφοῦ ταύτης δὲν ἐγένετο χρῆσις καὶ δὲν πρόκειται νὰ γείνῃ, δύναται ἡ πίστωσις αὕτη νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τοὺς μισθοὺς τῶν ἀξιωματικῶν. Ζητοῦνται πρὸς τούτοις πιστώσεις διὰ δαπάνας, αἵτινες κατὰ πᾶσαν πιθανότητα δὲν θέλουσι λάβει χώραν ἐντὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους· δὲν ἐννοῶ, ὅτι τοιαῦται δαπάναι δὲν δύνανται ἢ δὲν θέλουσι γείνει κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος, ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ πιστώσεως τῆς χρήσεως τοῦ 1880, δὲν εἶναι ἀνάγκη, ἐφ’ οὗ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1881 περὶ τῶν δαπανῶν τούτων θέλει ληφθῆ πρόνοια, νὰ ψηφίσωμεν πιστώσεις περιττὰς εἰς βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880. Ἐπὶ παραδείγματι, ζητεῖται πίστωσις ἐκ δραχμῶν 250,000 δι’ ἔξοδα συντηρήσεως τῆς συγκληθησομένης ἐθνοφρουρᾶς· νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι πιθανὸν ἐντὸς τοῦ ἔτους τούτου νὰ γίνῃ χρῆσις τῆς τοιαύτης πιστώσεως, οὐδεὶς δέ, ὡς πιστεύω, εὑρεθήσεται ὁ ἀντιλέξων, ὅτι ἡ αἰτουμένη πίστωσις ἐκ δραχ. 250,000 εἶναι ἀπαλειπτέα. Ἐπὶ τοῦ κεφ. 14 ἄρθρ. 3 ζητεῖται πίστωσις ἐκ δραχ. 7,176,000 δι’ ἱματισμόν· ἀλλ’ ὅπως εἶναι διατετυπωμένη ἡ πίστωσις αὕτη, νομίζω, ὅτι δὲν παρέχει ἀκριβὲς τὸ μέτρον πρὸς ἔλεγχον. Κατὰ τὴν σημείωσιν ταύτην ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις προέβλεψεν ἱματισμὸν διὰ 37,300 ἄνδρας, προτίθεται δὲ ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις νὰ προμηθευθῇ ἀκόμη 25,000 στολὰς, δι’ ἃς ἀπαιτεῖται πίστωσις δραχ. 3,000,000. Κατ’ ἐμὲ ἤθελεν εἶσθαι προτιμώτερον, ἐὰν ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἐσημειοῦντο ἀκριβῶς αἱ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως γενόμεναι προμήθειαι, καὶ μετὰ τοῦτο, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐνόμιζεν ἀναγκαῖον νὰ προμηθευθῇ ἀκόμη καὶ νέας στολάς· περὶ τούτου δὲ δὲν ὑπάρχει ἡ ἐλαχίστη ἀντίῤῥησις, νὰ σημειώσῃ τὴν διὰ τὰς προσθέτους προμηθείας ἀναγκαίαν πίστωσιν, ὡς ἐγένετο εἰς τὸ ὑλικὸν τοῦ πολέμου. Ἐν τούτοις εἶναι γνωστὸν, ὅτι αἱ προμήθειαι τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὑπῆρξαν ἀσυγκρίτως ἀνώτεραι ἢ ὡς σημειοῦνται, ἤτοι δι’ ἄνδρας ὑπερβαίνοντας ἐπαισθητῶς τὸν ἀριθμὸν τῶν 37,300. Τουλάχιστον, ὡς ἐπληροφορήθην, ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ὡς βάσιν εἰς τὰς προμηθείας της εἶχε τὸ ποσὸν 60,000 ἀνδρῶν. Ἐπρομηθεύθη ἐξ Εὐρώπης περισκελίδας 60,000, 16 μὲν χιλιάδας, ἀλλὰ τὸ πρὸς συμπλήρωσιν ποσὸν τὸ ἀνεπλήρωσε διὰ τοῦ ἐριούχου, ὅπερ εἶχε προμηθευθῇ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ δι’ οὗ κατεσκευάσθησαν στολαὶ ἐνταῦθα. Ἐπρομήθευσεν ὡσαύτως ἐξ Εὐρώπης χιτῶνας 42,500, ἀλλὰ τὸ ὑπόλοιπον ποσὸν συνεπλήρωσεν ἐκ τοῦ ὑλικοῦ, ὅπερ εἶχε προμηθευθῇ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ὡς πρὸς τὰς ἀρβύλας, ἐπρομηθεύθη μὲν ἐξ Εὐρώπης 30,000, ἀλλὰ τὸ ὑπόλοιπον ποσὸν κατεσκευάσθη ἢ δι’ ἐργολάβων, ἢ διὰ τῶν ἐργοστασίων τῆς Κυβερνήσεως. Κρίνω λοιπὸν ἀναγκαῖον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὥστε κατὰ τὴν γʹ συζήτησιν νὰ προσαγάγῃ σημείωσιν ἀκριβῆ τῶν γενομένων δι’ ἱματισμὸν προμηθειῶν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, καὶ εἰς τὴν ποσότητα ταύτην νὰ προσθέσῃ καὶ τὸ ποσόν, ὅπερ νομίζει ἀναγκαῖον νὰ προστεθῇ διὰ νέα προμηθείας ὑπὸ τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως γενησομένας.
§14Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὴν μὲν σημείωσιν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως πρὸ ὀλίγου τὴν ἀνεφέρατε καὶ σᾶς εἶναι γνωστή.
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι ὅμως γνωστὴ εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ ὁμιλία τοῦ κ. Σιμοπούλου εἶναι καθαρὰ ἔκθεσις τῆς μειονοψηφίας· ἑπομένως νομίζω, ὅτι τὰ αἰτούμενα πρέπει νὰ παραχωρηθῶσι, διότι αὐτὰ εἶναι συμπλήρωσις τῆς ἐκθέσεως.
§16Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὰ ἔγγραφα αὐτὰ εἶναι ἕτοιμα καὶ δὲν πρόκειται εἰμὴ νὰ κατατεθῶσι.
§17ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πλὴν τῆς πιστώσεως, τὴν ὁποίαν προηγουμένως ἀνέφερον διὰ τὴν ἐθνοφρουρὰν ἐκ 250,000, καὶ ἄλλαι ἀκόμη ἀναφέρονται εἰς τὰς πιστώσεις ταύτας, αἵτινες πιθανὸν δὲν θέλουσι χρησιμεύσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὸ τρέχον ἔτος. Ἐπὶ παραδείγματι, ζητοῦνται πιστώσεις δι’ ἀρχηγεῖα στρατοῦ σχηματισθησόμενα, 150,000, ἐπιμελητήρια ἀρχηγείων σχηματισθησόμενα 12,000, ἀποθῆκαι ὑλικοῦ σχηματισθησόμεναι 75,000, στρατιωτικὰ ἀρτοποιεῖα σχηματισθησόμενα 30,000, ἀρχιατρεῖα καὶ προσωρινὰ νοσοκομεῖα 130,000, ταχυδρομικὴ καὶ τηλεγραφικὴ ὑπηρεσία, ἥτις ὑποτίθεται ὡς ὀργανισθησομένη ἐν ὥρᾳ πολέμου, 60,000. Νομίζω, ὅτι τῶν πιστώσεων αὐτῶν δὲν θὰ γείνῃ χρῆσις ἐντὸς τοῦ ἔτους τούτου καὶ ἑπομένως οὐδεμία ἀνάγκη νὰ χορηγηθῶσιν. Ἐπαναλαμβάνω δέ, ὅτι πρέπον εἶναι νὰ περιορίσωμεν τὰς πιστώσεις τοῦ ἔτους 1880 εἰς τὸ μέτρον καὶ τὸ ποσὸν τὸ ἀναγκαῖον. Ἐν ταῖς πιστώσεσι ταύταις ἀναφέρονται προμήθειαι ὑλικοῦ γενόμεναι ὑπὸ τοῦ ἐνταῦθα πυριτιδοποιείου· ἐν τῇ συζητήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880, ὡς οἱ πάντες ἐνθυμεῖσθε, πολὺς περὶ τούτου ἐγένετο λόγος· κατεδείχθη δέ, ὅτι ὅτι αἱ τιμαί, καθ’ ἃς τὸ πυριτιδοποιεῖον προμηθεύει εἴδη τινὰ ὑλικοῦ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι ὑπέρογκοι· ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ νῦν κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τότε τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι ἡ σύμβασις ἐκείνη διελύθη ἢ ἐπρόκειτο νὰ διαλυθῇ, ἕνεκεν νομικῶν λόγων.
§18Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διελύθη κατ’ αἴτησιν τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὑπὸ τοιοῦτον ὅρον εἶχε συνταχθῆ τὸ συμβόλαιον, δηλ. ἂν ἐντὸς 40 ἡμερῶν δὲν ἀκυρωθῇ ἡ παραγγελία, τὸ συμβόλαιον νὰ ἔχῃ ἰσχύν. Ἐγὼ δὲ διὰ τοῦ φρουράρχου καὶ διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος ἐπέδωκα εἰς τὸν κ. Μωραϊτίνην κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως εἰδοποίησιν, δι’ ἧς ἡ παραγγελία ἠκυρώθη, ἑπομένως οὐδεμία ἀγορὰ ἐγένετο ἐκ τῆς παραγγελίας τῶν 40,000,000.
§19ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ εἶναι πολύτιμος πληροφορία, ἣν δίδετε εἰς τὴν Βουλήν.
§20ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δυστυχῶς δὲν εἶναι ἀκριβές· διότι ἐγὼ ἤγειρα ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Πυριτιδοποιείου, καὶ τοῦτο ἐπίσης ἔχει ἀγωγὴν κατὰ τοῦ δημοσίου. Ἂν δὲ τὰ πράγματα ἦσαν τόσον ἁπλᾶ, βεβαιωθῆτε, ὅτι τὸ δημόσιον ἤθελεν εἶσθαι ἀπηλλαγμένον πρὸ καιροῦ· ἀλλὰ τὸ συμβόλαιον δεσμεύει τὸ δημόσιον πολὺ περισσότερον ἀφ’ ὅ,τι νομίζετε.
§21Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑπόσχομαι νὰ φέρω τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔχω ἀνὰ χεῖρας, καὶ νὰ τὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλήν· ὥστε ὅσα λέγει ὁ κ. Τρικούπης δὲν ἔχονται ἀληθείας.
§22ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὐ μόνον τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων ἔλαβον γνῶσιν, ἀλλ’ ἔχω καὶ ἔκθεσιν, ἡ ὁποία εἶναι εἰς πλήρη ἀντίφασιν πρὸς ὅσα λέγει ὁ κ. Πετιμεζᾶς.
§23ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Τί ἔγεινεν ἡ ἀγωγή;
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ ἀγωγὴ εἶναι ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων.
§25ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συγχίζετε τὰ ζητήματα.
§26Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σοῦ ὑπόσχομαι, κύριε Τρικούπη, αὔριον νὰ σοῦ φέρω τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, δι’ ὧν ἐκηρύχθη ἄκυρον τὸ συμβόλαιον.
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι παρὼν καὶ δύναται νὰ βεβαιώσῃ ἂν ὅσα λέγω ἦναι ἀκριβῆ.
§28ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Λεπτομερείας δὲν δύναμαι νὰ εἴπω αὐτὴν τὴν στιγμήν· ἀλλ’ ὅτι ἐκινήθη ἀγωγὴ κατὰ τοῦ κ. Μωραϊτίνη, εἶναι βέβαιον, καὶ συνεζητήθη κατ’ αὐτὰς εἰς τὸ δικαστήριον.
§29Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διὰ ποίαν ὑπόθεσιν;
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δι’ ὅλα. Ἡ ὑπόθεσις ἦτο ἐκκρεμὴς καὶ ὅτε συνεζητεῖτο ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους, καὶ ὅμως εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ τρέχοντος ἔτους ἐσημειώθη δαπάνη 616,000· ἡ σημείωσις δὲ αὕτη ἐτέθη εἰς τὸν πίνακα τῆς ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως μόνον καὶ μόνον, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὁδηγία πρὸς τὴν Βουλὴν εἰς τὴν ψήφισιν τῆς αἰτουμένης ἤδη πιστώσεως. Ἤδη ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐβεβαίωσε καὶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν καὶ ἐμέ, ὅστις εἶχον τὴν περιέργειαν νὰ ζητήσω πληροφορίας περὶ τούτου, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῶσιν ἀκόμη 430 χιλιάδες, αἵτινες θέλουν χρησιμεύσει πρὸς ἀποπληρωμὴν τῆς ἐργασίας, ἣν αὐτὸ ἐξετέλεσε καὶ διὰ τὴν ὁποίαν ἐδόθησαν αἱ 616,000.
§31ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ περὶ τῆς διοικήσεως, νομίζω, εἶναι ἄσχετα μὲ τὴν πίστωσιν.
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι σχετικὰ πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ βουλευτὴς Καλαβρύτων.
§33ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν πρόκηται περὶ τοῦ συμβολαίου τῶν 40,000,000 φυσιγκίων, εἶναι βέβαιον, ὅτι αὐτὸ δὲν ὑφίσταται πλέον, οὔτε δίκη περὶ αὐτοῦ.
§34ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τρεῖς συμβάσεις ὑφίστανται· ὑπῆρχε καὶ τετάρτη, ἥτις τῷ ὄντι κατηργήθη, ἀντικατασταθεῖσα ὑπὸ μιᾶς τῶν ἄλλων τριῶν. Περὶ αὐτῶν τῶν τριῶν συμβολαίων ὑπάρχει δίκη ἐκκρεμής.
§35ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ βεβαιῶ, ὅτι περὶ τῶν 40 ἑκατομμυρίων φυσιγγίων δὲν ὑφίσταται δίκη, οὔτε συμβόλαιον.
§36Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρέπει νὰ φέρητε τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, διότι ὅ,τι λέγετε, δὲν εἶναι ἀληθές.
§37ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἀπέβλεπον εἰς τοῦτο. Ἐν τῇ συζητήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1880 ἐγένετο λόγος καὶ ἐβεβαιώθη, ὅτι ἡ τιμὴ, καθ’ ἣν τὸ Πυριτιδοποιεῖον πληρόνεται διὰ τὰ φυσίγκια, εἶναι ὑπερβολικὴ, διότι εἶναι 175 δραχμαὶ ἡ χιλιάς, ἐν ᾧ τὰ ἐξ Εὐρώπης ἐρχόμενα κοστίζουν μόνον 106 φράγκα.
§38Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μοῦ φαίνεται, ὅτι πλανᾶσαι τρομερά, δὲν εἶσαι μελετημένος. 220 ἢ 210 δραχμὰς ἐπλήρωσε τὴν χιλιάδα ἡ οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις διὰ τὰ 20 ἑκατομμύρια φυσίγκια· ἡμεῖς δὲ τὰ ἠγοράσαμεν 185, διότι ἀφηρέσαμεν τὰ ὑπέρογκα ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς ἱστορία.
§39ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε ἐδῶ τὸν πίνακα τῶν προμηθειῶν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἐν ᾧ βλέπετε, ὅτι ἐπρομηθεύθη τὴν χιλιάδα πρὸς φράγκα 129.
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πρὸς 129 παρηγγέλθησαν ἐν Βιέννῃ, ἀλλ’ ἂν παρηγγέλλοντο ἐν Παρισίοις, θὰ εἶχον μόνον 107. Διὰ τί παρηγγέλθησαν ἐν Βιέννῃ καὶ οὐχὶ ἐν Παρισίοις, τοῦτο θέλει δείξει ἡ ἀλληλογραφία ἡ ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν ἐξωτερικῶν, ἐξ ἧς θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι εἶναι εὐθηνότερα τὰ ἐν Βιέννῃ πρὸς 129 τῶν ἐν Παρισίοις πρὸς 107· τὰ δὲ φυσίγκια, τὰ ὁποῖα ἐπρομήθευσε τὸ Πυριτιδοποιεῖον ἐνταῦθα, δὲν εἶναι ἐκ τῶν φυσιγκίων τῆς Βιέννης. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν τιμὴν τῶν φυσιγκίων Παρισίων, ἅτινα τιμῶνται 107 φράγκα, πρέπει νὰ προστεθῶσι καὶ τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς, ὅπως εὕρωμεν κατὰ πόσον ζημιοῦται τὸ δημόσιον πληρόνον 175 δραχμάς.
§41Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, σᾶς λέγω, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὀφείλουν νὰ καταθέσουν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, ἐξ ὧν ἐμφαίνεται ἡ τιμή, μὲ τὴν ὁποίαν ἠγοράσατε σεῖς οἱ Οἰκουμενικοὶ τὰ 20,000,000 φυσίγκια, ἢ νομίζετε, διότι εἶσθε Οἰκουμενικοί, δὲν πρέπει νὰ σᾶς ἐξελέγξωμεν; Ἐκάματε τὰ μεγαλείτερα λάθη, ἅτινα ἠμποροῦσαν νὰ γείνουν εἰς τὸν κόσμον καὶ πολιτικῶς καὶ οἰκονομικῶς. Λοιπὸν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ ἂς καταθέσουν τὰ ἔγγραφα, διὰ ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν λέγετε ἀλήθειαν.
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ ὡς πρὸς τὰ τῆς Οἰκουμενικῆς ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι τὰ φυσίγκια ἠγοράσθησαν ἐκ Βιέννης καὶ οὐχὶ ἐκ Παρισίων, ἑπομένως δὲν δύναται νὰ γείνῃ παραλληλισμὸς τὰ φυσίγκια τῆς Βιέννης εἶναι ἀκριβώτερα τῶν ἐκ Παρισίων, ἀλλ’ ἡ τιμή, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κύριος Πετιμεζᾶς, μοὶ φαίνεται ἀνωτέρα τῆς πραγματικῆς. Ἡ τιμὴ ὅμως τῶν 129, εἰς τὴν ὁποίαν ἠγόρασεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, περιλαμβάνει καὶ τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς ἐκ Βιέννης εἰς Τεργέστην, ἐν ᾧ 107 εἶναι ἡ τιμὴ τῶν φυσιγκίων παραδιδομένων ἐν Παρισίοις.
§43ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι αὐτὰ τὰ φυσίγκια, τὰ ὁποῖα ἦσαν κακὰ γεμάτα, τὰ περιπλανώμενα;
§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὡς πρὸς αὐτὰ συμβαίνει ἄλλο σφάλμα, ὅτι εἰς τὴν πλήρωσιν εὑρέθη πυρῖτις...... καλὴ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔφερον ἀποτέλεσμα εὐάρεστον.
§45Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πότε τοῦτο;
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τῆς Οἰκουμενικῆς. (Ἱλαρότης.)
§47Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἐννοῶ ὅμως, κ. Τρικούπη, νὰ λέγετε, ὅτι τὰ φυσίγκια τὰ Γαλλικὰ εἶναι κατώτερα τῶν τῆς Βιέννης, καὶ ὅτι τὰ τοῦ ἐνταῦθα Πυριτιδοποιείου εἶναι ποιότητος Γαλλικῆς· αὐτὸ εἶναι ἀντικείμενον ἐπιστημονικῆς ἐρεύνης. Δὲν μοῦ λέγετε, παρακαλῶ, ἐκάματε τίποτε πειράματα;
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπάρχουν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὰ περὶ τούτου ἔγγραφα.
§49Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐὰν ὑπάρχουν πειράματα ἀποδεικνύοντα, ὅτι τὰ ἐνταῦθα κατασκευαζόμενα φυσίγγια δὲν εἶναι κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ συμβολαίου, νὰ ὑποχρεωθῇ τὸ Πυριτιδοποιεῖον νὰ ἀποζημιώσῃ.
§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον, ὅτι ἐγένοντο πειράματα καὶ ὅτι ὑπάρχει ἀλληλογραφία, πάντα δὲ τὰ ἔγγραφα εὑρίσκονται εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐκ τῆς ἀλληλογραφίας ἐκείνης ἀποδεικνύεται, ὅτι καὶ οἱ εἰς Βιέννην ἀποσταλέντες ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ εἰς Παρισίους ἀπεφάνθησαν ὁμοφώνως, ὅτι πρέπει νὰ προτιμηθῶσι τὰ φυσίγγια τῆς Βιέννης.
§51Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν τὸ γνωρίζω αὐτό, πρέπει νὰ ἔλθουν τὰ ἔγγραφα. Παρατηρῶ δὲ ἀκόμη καὶ ἓν ἄλλο πρᾶγμα, κύριε Τρικούπη· τὰ φυσίγγια, τὰ ὁποῖα ἠγόρασεν ἡ Οἰκουμενικὴ, τὰ ἐπληρώσατε 220 ἢ 240 φράγκα· προσθέσατε δὲ, ὅτι τὸ φράγκον ἐτιμᾶτο 1,30, προσθέσατε ἀκόμη, ὅτι, ὅτε ἡμεῖς ἠθελήσαμεν νὰ ζητήσωμεν φυσίγγια ἀπὸ τὴν Εὐρώπην, εὕρομεν ὅλους τοὺς λιμένας κλεισμένους.
§52ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ κατέκρινα ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν.
§53Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶπες, ὅτι ἠγοράσθησαν εἰς ὑπερβολικὴν τιμήν.
§54ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνέφερον τὰ περὶ πυριτιδοποιείου ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ σκεφθῶσιν οἱ ἁρμόδιοι ὑπουργοὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συμβάσεων, αἵτινες τυχὸν ὑφίστανται εἰσέτι, ἂν ἦνε δυνατὸν νὰ οἰκονομήσωσιν ἐκ τῶν τιμῶν τοῦ ὑλικοῦ τούτου ποσόν τι, οὐχὶ βεβαίως σχετικὸν πρὸς τὴν αἰτουμένην νῦν πίστωσιν, ἀλλὰ διὰ τὰ ἐν τῷ μέλλοντι χορηγηθησόμενα ὑπ’ αὐτοῦ ὑλικά.—Κρίνω πρὸς τούτοις ἀναγκαῖον νὰ ἐπιστήσω εἰδικῶς τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν ἐπὶ δύο ἔτι πιστώσεων σημειωμένων εἰς τὰ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδια. Ἐπὶ τοῦ κεφαλ. 14 ἄρθρου 2 «ἱπποφορβὴ» ζητεῖται πίστωσις διὰ 9,942 ἵππους καὶ ἡμιόνους. Ἐννοεῖται οἴκοθεν, ὅτι πρόκειται περὶ ἵππων καὶ ἡμιόνων προσθέτων καὶ οὐχὶ τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐγγεγραμμένων· εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι οἱ πρόσθετοι ἵπποι οἱ ὑπὸ τῆς προκατόχου κυβερνήσεως προμηθευθέντες ἀνέρχονται εἰς 1,760 καὶ εἰς 500 ἡμιόνους, ὥστε δι’ αὐτὰ μόνον ἔπρεπε νὰ ζητηθῇ πίστωσις, καὶ νὰ ζητηθῇ οὐχὶ διὰ 5 μῆνας, ἀλλ’ ἀφ’ ἧς κατὰ ποσὸν ἦλθον ἐν Ἑλλάδι. Ἀκόμη ἐπὶ ἑνὸς ἄλλου κονδυλίου ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 17 ἄρθρου 1 ζητεῖται πίστωσις δι’ ἔξοδα στρατολογίας ἐπὶ ἀνδρῶν 37,500 πρὸς δραχ. 10 κατὰ μῆνα· ὑπάρχει 4 βεβαίως λάθος· δὲν πρόκειται περὶ δαπάνης κατὰ μῆνα, ἀλλὰ κατ’ ἄνδρα. Ἅπαντες ὅμως γινώσκομεν, ὅτι οἱ ἐπίστρατοι δὲν προσῆλθον, καθ’ ὃν τρόπον προσήρχοντο ἄλλοτε, καταδιωκόμενοι ὑπὸ τῆς χωροφυλακῆς, οἱ νεοσύλλεκτοι· ἑπομένως δὲν ἐχρειάσθησαν δαπάναι καὶ τόσῳ ὑπέρογκοι. Νομίζω, ὅτι ποσὸν δραχ. 75,000 εἶναι ἐπαρκὲς διὰ τὰς καταβληθείσας δαπάνας, πρὸς προσέλευσιν ἀνδρῶν 37,500· ἄλλως τε εἶναι λίαν εὔκολον νὰ ἐξευρεθῇ ἀκριβῶς ἡ δαπάνη αὕτη, διότι ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπάρχουσι τὰ στοιχεῖα, δι’ ὧν εὐχερῶς ἐξακριβοῦται τὸ ποσὸν τῆς δαπάνης, εἰς ὃ δέον νὰ περιορισθῇ ἡ πίστωσις. Παραλείπων ἕτερα ποσὰ, ἥττονος σπουδαιότητος, ἀνακεφαλαιώνω ὅσα προηγουμένως εἶπον περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐλαττώσεων, εἰς ἃς δέον νὰ ὑποβληθῶσιν αἱ αἰτούμεναι πιστώσεις. Πρωτίστως πρέπει νὰ ἐκτεθῇ ἡ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ χορηγηθεῖσα πίστωσις διὰ νεοσυλλέκτους ὑπὸ ἑξάμηνον ὑπηρεσίαν, δραχ. 410,000, διὰ δαπάνην ξένων ἀξιωματικῶν 150,000, δι’ ἐσφαλμένον ὑπολογισμόν, εἰς ὃν ὑπέπεσεν ὁ συντάξας τὴν κατάστασιν τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων. Περὶ τούτου ὑπέβαλον παρατηρήσεις ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὐ μόνον δὲ αὕτη, ἀλλὰ καὶ τὸ ὑπουργεῖον ἀνεγνώρισε τὸ παρεισφρῦσαν λάθος· οὕτω δὲ ἀντὶ 24 ἑκατομμυρίων προσήγαγε νέαν κατάστασιν ἐλαττοῦσαν τὸ ποσὸν αὐτὸ κατὰ 523,000. Διὰ συντήρησιν ἐθνοφρουρῶν 250,000, τὸ ἥμισυ τῆς αἰτηθείσης πιστώσεως, τοὐλάχιστον, διὰ μισθοὺς ἀξιωματικῶν δραχ. 154,440, τοῦτο δέ, ἂν παραδεχθῶμεν ὅτι ἡ πίστωσις τῶν δραχ. 308,829 δὲν πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ ἐντελῶς, ἀλλὰ μόνον νὰ περιορισθῇ εἰς ἕνα μῆνα, ὡς παρεδέχθη καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐκ μισθῶν ὑπαξιωματικῶν· νομίζω δέ, ὅτι παρέλειψα νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐν ταῖς ὑπὸ συζήτησιν πιστώσεσι σημειοῦται ὁλόκληρος ἡ δαπάνη διὰ τοὺς ὑπαξιωματικούς, ἐκπίπτονται δὲ μόνον τὰ ⅗, δηλ. ὑπολογίζεται δαπάνη διὰ μῆνας δύο, ἤτοι διὰ τὸν Νοέμβριον καὶ τὸν Δεκέμβριον ὅ,τι εἶπον ἀναφορικῶς διὰ τοὺς μισθοὺς τῶν ἀξιωματικῶν, ἐφαρμόζεται καὶ διὰ τοὺς ὑπαξιωματικούς, ἑπομένως πρέπει νὰ ἐκπεσθῇ τοὐλάχιστον τὸ ἥμισυ τῆς δι’ αὐτοὺς ὑπολογισθείσης δαπάνης, ἤτοι δρ. 170,000. Δι’ ἱπποφορβὴν δέον νὰ ἐκπεσθῇ, ὡσαύτως τὸ ἥμισυ τῆς ὑπολογισθείσης, ἤτοι δρ. 500,000. Δι’ ἔξοδα στρατολογίας ἐκ τῶν 275,000 δέον νὰ ἐκπεσθῶσι 200,000. Ἐκ δὲ τῆς ὑπολογισθείσης δαπάνης διὰ διαφόρους ὑπηρετίας, ἐκπεστέον καθίσταται τὸ ποσὸν 500,000. Οὕτω δὲ ἔχομεν ἐκπεστέον ἐκ τῶν προκειμένων πιστώσεων ποσὸν δρ. 3,000,000 ἐκ μόνων τῶν κονδυλίων ὅσα ἀνέφερον. Ἄν δέ, ὅπως νομίζω, ἀπὸ τὰς πιστώσεις τὰς ἀφορώσας εἰς τροφὰς καὶ μισθοὺς στρατιωτῶν, εἰς ἱπποφορβὴν κλπ. ἐκπεσθῇ ποσὸν ἐκ δρ. 1,000,000, ἔχομεν ἔκπτωσιν 4,000,000. Ὑπάρχουσιν ἐν ταῖς λεπτομερείαις καὶ ἕτεραί τινες δαπάναι ὑπολογισθεῖσαι μετά τινος ὑπερβολῆς· ἀλλὰ κρίνω περιττὸν ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν. Ἔχω δὲ βάσιμον τὴν ἐλπίδα, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν, ἔχων ὑπ’ ὄψιν ὅσα ἐλέχθησαν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ὅσα ἐνταῦθα ἀνεπτύχθησαν, θέλει ζητήσει οἴκοθεν ἐν τῇ τρίτει συζητήσει τὴν ἐλάττωσιν τῶν προβληθεισῶν πιστώσεων οὕτως, ὥστε νὰ μὴ καθυστερήσωσιν αἱ πιστώσεις πρὸς τὰς ὑφισταμένας ἀνάγκας, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ ὦσιν αὗται ὑπέρτεραι. Πρὶν ἢ κατέλθω τοῦ βήματος νομίζω ἀναγκαῖον νὰ εἴπω δύο λέξεις, ἀπαντῶν εἰς ὅσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐλέχθησαν περὶ τῆς οἰκονομικῆς ἀποθαῤῥύνσεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ διατελοῦμεν. Οἱ πλεῖστοι ἐκ τῶν λαλησάντων ἐπὶ τούτῳ ἰσχυρίσθησαν ὅτι τὸ χρηματικὸν ποσόν, ὅπερ ἡ κυβέρνησις πρόκειται νὰ προμηθευθῇ ὡς ἐκ τῆς μετὰ τῆς Ἐθν. Τραπέζης συνομολογηθείσης συμβάσεως, εἶναι λίαν ἀνεπαρκὲς καὶ δυσανάλογον πρὸς τὰς ἐπιβαλλομένας ἡμῖν ὑπὸ τῶν περιστάσεων ἀνάγκας. Ἰσχυρίσθησαν δὲ ἰδίως, ὅτι ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ ἑπομένου ἔτους θέλομεν εὑρεθῆ ἄνευ χρημάτων. Ἰσχυρίσθησαν, ἐν ἄλλαις λέξεσιν, ὅτι τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα δὲν ἐλύθη διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης. Καὶ δὲν προτίθεμαι βεβαίως νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι τῳόντι ἐλύθη ἀπολύτως καὶ ὁλοσχερῶς τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα διὰ τῆς συμβάσεως ἐκείνης. Φρονῶ ὅμως, ὅτι κατὰ τὸ πλεῖστον εἶναι λελυμένον. Αἱ προμήθειαι ὑλικοῦ αἱ γενόμεναι ἢ παραγγελθεῖσαι ὑπὸ τῆς προκατόχου κυβερνήσεως ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 20,000,000. Ὅσαι τούτων ἐγένοντο εἰς φράγκα, ὑπελογίσθησαν εἰς δραχμάς, ἵνα ὑπάρξῃ σύγκρισις πρὸς τὸ ποσὸν τῆς συμβάσεως. Αἱ γενησόμεναι ὑπὸ τῆς παρούσης κυβερνήσεως προμήθειαι κατὰ τὰς ὑποβληθείσας πιστώσεις ἀναβαίνουσιν εἰς δρ. 16,000,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ εἰς 36,000,000 δρ. Αἱ πιστώσεις αἱ σήμερον ζητούμεναι εἶνε, πιστεύω, κατὰ τὸ πλεῖστον ἀναγόμεναι εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ ἔτους 1881· ἡ κυβέρνησις ὅμως ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ τὰς ζητήσῃ διὰ τῶν ἐκτάκτων τούτων καὶ συμπληρωτικῶν πιστώσεων, διότι φαίνεται φρονοῦσα, ὅτι, παρούσης τῆς Βουλῆς, δὲν ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς παραγγελίας ἢ εἰς ὑπογραφὴν συμβάσεων προμηθειῶν, χωρὶς προηγουμένως ἡ Βουλὴ νὰ ἐγκρίνῃ τὰς πιστώσεις ταύτας· ἀλλ’ εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι κατὰ τὸ πλεῖστον ἀνάγονται εἰς τὸ 1881· ἐπὶ παραδείγματι, αἱ παραγγελίαι αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὰς πυροβολαρχίας, εἰς τὰ πρόσθετα 30,000 ὅπλα Γκρά, εἰς τὰς κανονιοφόρους, εἰς τὰ τορπιλλοφόρα σκάφη, καὶ εἰς ἕτερα ὑλικά, ἅπασαι αὗται θὰ λάβωσιν ἀρχὴν ἐκτελέσεως κατὰ τὸ 1881. Διὰ τῆς παρατηρήσεως ταύτης δὲν προτίθεμαι νὰ προτείνω νὰ μὴ χορηγηθῶσιν αἱ αἰτούμεναι πιστώσεις. Τοὐναντίον μάλιστα φρονῶ, ὅτι οὐδὲν κώλυμα πρέπει νὰ παρεμβληθῇ εἰς τὰς τοιαύτας τῆς Κυβερνήσεως προτάσεις. Τὸ ἀνέφερον μόνον διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1881 κατὰ πᾶσαν πιθανότητα δὲν θέλομεν πλέον ψηφίσει πιστώσεις διὰ προμηθείας ὑλικοῦ πολεμικοῦ, διότι σήμερον ζητοῦνται ὅλαι αἱ πιστώσεις αἱ ἀναγκαῖαι διὰ προμηθείας. Ἂν δὲ ζητηθῶσι τοιαῦται καὶ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1881, αὗται θέλουσιν εἶσθαι ἥττονος σπουδαιότητος. Εἰς 36,000,000 λοιπὸν ἀναβαίνουσιν αἱ ὅλαι προμήθειαι· ὁμιλῶ περὶ τῶν προμηθειῶν εἰδικῶς, διότι δι’ αὐτὰς ἢ τοὐλάχιστον διὰ τὸ πλεῖστον αὐτῶν μέρος τὸ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς λαμβανόμενον ἀπαιτεῖται μεταλλικὸν νόμισμα. Διὰ τῆς μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συμβάσεως ἡ κυβέρνησις ἔλαβε τὸ δικαίωμα νὰ δανεισθῇ εἰς μεταλλικὸν 25 μὲν ἑκατομ. δραχ. ἀμέσως, 10 δὲ ἑκατομ. βραδύτερον, ἤτοι ἐν ὅλῳ 35,000,000. Διὰ τοῦ προσωρινοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἡ προκάτοχος κυβέρνησις συνῆψεν ἐν Παρισίοις, ἐπρομηθεύθη φράγκ. 15,000,000 ἢ δραχ. 17,000,000· ἐν ὅλῳ λοιπὸν ἔχομεν εἰς μεταλλικὸν 52,900.000· ἐὰν ἀπὸ αὐτὰ ἐκπεσθῶσι τὰ 46,000,000, θέλομεν ἔχει ὑπόλοιπον 16,000,000 εἰς μεταλλικόν. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν ἄλλων δαπανῶν, διὰ τὰς ὁποίας δύναται νὰ χρησιμεύσῃ τὸ χαρτονόμισμα, διότι καὶ ἂν τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἡ κυβέρνησις πρόκειται νὰ λάβῃ παρὰ τῆς Τραπέζης εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἐκ δραχμῶν 27½ ἑκατομμυρίων δὲν ἐπαρκέσῃ, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δύσκολον ἡ κυβέρνησις καὶ ἡ Τράπεζα συνεννοούμεναι νὰ αὐξήσωσι τὸ ποσὸν τοῦ διὰ γραμματίων δανείου· ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ ἀκόμη τούτου, ἤτοι τοῦ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δανείου ἐκ δραχμῶν 27,500,000 νομίζω, ὅτι μέχρι τέλους τοῦ ἔτους τούτου διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας, διότι περὶ τούτων κυρίως πρόκειται καὶ οὐχὶ περὶ τῶν τακτικῶν δαπανῶν, εἰς ἃς ἀνταποκρίνονται τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, δὲν θὰ δαπανηθῶσι πλέον τῶν 10,000,000· ἑπομένως κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἑπομένου ἔτους ἡ κυβέρνησις θὰ ἔχῃ εἰς τὴν διάθεσίν της 16 ἑκατομ. εἰς μεταλλικὸν καὶ 17 ἑκατομ. εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Περὶ τοῦ τελευταίου τούτου, ἤτοι τοῦ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ποσοῦ δὲν ἐπιμένω ἀκριβολογῶν, διότι εἶναι εὔκολον, ὡς προεῖπον, ν’ αὐξήσῃ διὰ νέας συμβάσεως. Ἡ συντήρησις τοῦ στρατοῦ, ὅταν τις ἐξ αὐτοῦ ἀφαιρέσῃ τὸν ὁπλισμὸν καὶ ἱματισμόν, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῶν εἰδημόνων, δὲν ἐπιβαρύνει τὸ δημόσιον κατὰ στρατιώτην εἰ μὴ διὰ δαπάνης οὐχὶ ἀνωτέρας τῶν 500 δραχμῶν κατ’ ἔτος. Ἐὰν λοιπὸν παραδεχθῆτε, ὅτι ἀνῆλθεν ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ εἰς ἄνδρας 60,000 πλέον τῆς τακτικῆς ἐξ ἀνδρῶν 12,000 δυνάμεως, θέλομεν ἔχει δαπάνας κατὰ τὸ 1881 ἐκ δραχμῶν 30 ἑκατομμυρίων, ἤτοι 2½ ἑκατομμυρίων κατὰ μῆνα. Βεβαίως εἶνε δυνατὸν καὶ πλείω τῶν ὅσα ἀνέφερον νὰ χρειασθῶσι, διότι, προκειμένου περὶ στρατοῦ, ὅσῳ πλειότερα δαπανῶνται, τόσῳ οὗτος βελτιοῦται καὶ προάγεται ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν πολεμικῶν ἐφοδίων. Πρέπει ὅμως νὰ μὴ λησμονήσωμεν ὅτι τὰ οἰκονομικὰ μέσα ἡμῶν, ὡς ἀποτελούντων Κράτος μικρὸν καὶ ἀρτιπαγὲς, εἶναι γλίσχρα καὶ ὅτι πρέπει μέχρι τοῦ μέτρου τῆς ἀνάγκης λελογισμένως καὶ μετὰ φειδοῦς νὰ φθάνωμεν, οὐχὶ δὲ καὶ νὰ τὸ ὑπερβῶμεν. Ἐκ τῶν ὀλίγων τούτων πείθεσθε, κύριοι, ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τοιαύτην ἀποθάῤῥυνσιν οἰκονομικήν, ὥστε νὰ νομίζωμεν, ὥς τινες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπον, ὅτι ἄνευ συνομολογήσεως μεγάλου ἐξωτερικοῦ δανείου δὲν εἶνε δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ συμπληρώσῃ τὴν σύνταξιν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, ὅτι δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ συμπληρώσωμεν τὰς ἀναγκαίας προμηθείας πολεμικοῦ ὑλικοῦ καὶ ὅτι ἄνευ τοῦ τοιούτου μεγάλου δανείου δὲν δυνάμεθα καὶ δὲν πρέπει νὰ βαδίσωμεν πρὸς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ὁ Ἑλληνισμὸς ἅπας σήμερον κρίνει ὡς πρώτιστον καὶ ζωτικώτατον διὰ τὸ μέλλον αὐτοῦ. Ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπληροφόρησε χθὲς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀσχολεῖται εἰς τὴν ἐξεύρεσιν ἐξωτερικοῦ δανείου καὶ δὲν εἶναι ἀπηλπισμένη ὡς πρὸς τὴν ταχεῖαν αὐτοῦ πραγματοποίησιν. Εὔχομαι κἀγὼ μεθ’ ἁπάντων νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ συνομολόγησι ἑνὸς ἐξωτερικοῦ δανείου ἐπὶ ὅροις ὡς οἷον τε συμφέρουσιν ἡμῖν, διότι, ὅσα περισσότερα χρήματα ἔχει μία ἐπικράτεια, εὑρισκομένη ἐν αἷς περιστάσεσιν εὑρισκόμεθα ἡμεῖς, τοσούτῳ σκοπιμώτερον καὶ ἀποτελεσματικώτερον παρουσιάζεται καὶ χρησιμοποιεῖ τὰς δυνάμεις της. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ τοῦτο ἐὰν δὲν ἐπιτευχθῇ, ὑπάρχουσι καὶ ἕτεροι διέξοδοι, δι’ ὧν δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ προμηθευθῇ χρήματα. Αὐτὸ τοῦτο τὸ πιστωτικὸν ἵδρυμα, ὅπερ χορηγεῖ νῦν τὸ δάνειον τῶν δραχ. 62,500,000, δύναται ἐνισχυόμενον νὰ προμηθεύσῃ βραδύτερον καὶ ἕτερον δάνειον. Ἀλλὰ διὰ νὰ δυνηθῇ τὸ κατάστημα τοῦτο νὰ παράσχῃ καὶ ἄλλας χρηματικὰς εὐκολίας, διὰ νὰ δυνηθῇ χρώμενον τῇ ἑαυτοῦ ἀναμφισβητήτῳ πίστει νὰ εὕρῃ καὶ ἄλλα χρήματα ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, πρέπει βεβαίως ὄχι μόνον ὅσα δικαιώματα διὰ τῆς συνομολογηθείσης συμβάσεως τῷ ἐχορηγήθησαν νὰ μὴ ἀμφισβητῶμεν, ἀλλὰ καὶ πλείω νὰ τῷ χορηγήσωμεν πρὸς διατήρησιν καὶ ἀνύψωσιν τῆς πίστεώς του, καθόσον εἶναι καὶ ἐκ τῆς ἐπιστήμης καὶ ἐκ τῆς πείρας ἀποδεδειγμένον, ὅτι τὰ πιστωτικὰ καταστήματα διὰ τῆς ἐμπεδώσεως τῆς ἑαυτῶν πίστεως χρησιμεύουσιν οὐ μόνον εἰς τοὺς μετόχους των, ἀλλ’ ἰδίως εἰς τὴν ἐπικράτειαν. Ἂν λοιπὸν θέλωμεν νὰ χρησιμεύσῃ τὸ κατάστημα αὐτὸ ὡς γέφυρα πρὸς τὴν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς μεταφορὰν καὶ ἄλλων κεφαλαίων, ὀφείλομεν νὰ τὸ ἐνισχύσωμεν διὰ πάσης εὐλόγου παραχωρήσεως.
§55ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἴπατε ὅτι θὰ μείνουν 30,000,000· ἀφαιρεῖτε ἀπὸ αὐτὰ τὰ 15,000,000, τὰ ὁποῖα θὰ πληρώσωμεν τὸν Αὔγουστον;
§56ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν πληρωμῶν τοῦ προσεχοῦς Αὐγούστου, διότι ὑποθέτω, ὅτι κατὰ τὸν Αὔγουστον ἡ Ἑλλὰς θέλει διατελεῖ ἐν τῇ κατοχῇ τῶν ἐπιδικασθεισῶν αὐτῇ ὑπὸ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ Ἀρείου Πάγου χωρῶν καὶ θέλει ἑπομένως δύνασθαι νὰ συνομολογήσῃ ἐξωτερικὸν δάνειον ὑπὸ ὅρους ἀσυγκρίτως συμφερωτέρους ἐκείνων, καθ’ οὓς δύναται νὰ δανεισθῇ σήμερον.
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ διατάξητε τὴν τύπωσιν τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Σιμοπούλου, ὅπως τὴν ἔχωμεν ὡς ἔκθεσιν αὔριον.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην ὁ κ. Σιμόπουλος νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ γραφείου.
§59ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν χαρακτῆρα τῶν πιστώσεων, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας, περὶ τούτου θὰ σᾶς κάμῃ λόγον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ εἰς τὰς διαφόρους κρίσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, θὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, συνεπῶς πρὸς ὅσα εἶπον ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἵν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας παρέσχε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, κατά τι εἶναι λανθασμέναι. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ἐξετάσω, οὔτε νὰ δώσω ἑρμηνείαν περὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν ἀποῤῥεόντων ἐκ τοῦ διατάγματος τῆς ἐπιστρατεύσεως, οὔτε περὶ τῆς ἰδέας τοῦ προλαλήσαντος καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἀνακοινώσεως, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ περιβληθῇ μὲ τὸν τύπον τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ὅταν τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως φέρῃ τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας πᾶς νόμος τοῦ Κράτους φέρει, δὲν ἠξεύρω, ἐὰν δύναται νὰ ἦναι διάφορον τὸ διάταγμα τοῦ νόμου, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀποῤῥέει, καὶ διὰ τοῦτο πάντοτε ἐνόησα, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ προβῇ εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν σωμάτων· καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐδόθη πλῆρες εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῆς ἐξουσίας, ἣν ἔδωκεν ὁ νόμος, ὅτι σχηματίζει εἰδικὰ σώματα· τοῦτο δὲ σημαίνει σώματα πλήρη, λειτουργοῦντα, ἐργαζόμενα. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι πλῆρες καὶ ὅτι, ἐὰν ἐσκέπτετο ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ὅπως ἐγὼ σκέπτομαι, ἡ ἐκπαίδευσις τοῦ στρατοῦ θὰ ἦτο μᾶλλον προκεχωρημένη.
§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ διατί δὲν τὸ ἐκάματε ὑμεῖς; Εἶσθε πρὸ μηνὸς ἐν τῇ ἐξουσίᾳ.
§61ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Διότι ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ ἡ ψήφισις τῶν πιστώσεων.
§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο φρονεῖτε ὑμεῖς· ἀλλὰ διαφωνεῖτε πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.
§63ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα ἐντελῶς σύμφωνοι· φρονοῦμεν καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐγώ, ὅτι τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως εἶναι πλῆρες καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην οὐδεμιᾶς κυρώσεως, ἑπομένως δύναται νὰ ἐπεκταθῇ ἡ ὑπηρεσία τοῦ στρατοῦ κατὰ τὰς διαστάσεις, τὰς ὁποίας τὸ διάταγμα τοῦτο δίδει. Διαφωνοῦμεν δὲ πρὸς ὑμᾶς κατὰ τοῦτο, ὅτι οὐδεμία ἐπέκτασις ὑπηρεσίας φερούσης δαπάνην δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ ἄνευ πιστώσεων, καὶ αἱ πιστώσεις, καθὼς θέλω ἀναπτύξει, ὅταν λάβω τὸν λόγον, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν ἔκτακτοι ἢ νὰ ληφθῶσι διὰ διαταγμάτων· κατὰ τοῦτο διαφωνοῦμεν. Μὴ ἔχοντες λοιπὸν πίστωσιν, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν, καίτοι συμφωνοῦντες, ὅτι αἱ θέσεις αὗται εἶναι πλέον νομοθετημέναι.
§64ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πλανᾶται φρονῶν, ὅτι διαφωνεῖ πρὸς ἡμᾶς· διαφωνεῖ πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατέκρινε τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν προέβη εἰς προβιβασμούς. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν γινώσκει, ὅτι πιστώσεις δὲν εἴχομεν οὐχ ἧττον μᾶς κατέκρινε, διότι ἐνόμιζε, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν ἐχρήζομεν πιστώσεων, ἵνα προβῶμεν εἰς αὐτούς· ἄλλως δὲν δύναμαι νὰ ὑποθέσω, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μᾶς κατέκρινεν, ὅτι δὲν ἐπράξαμέν τι, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος δὲν μᾶς ἐπέτρεπε.
§65ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἡ Βουλὴ ἠσχολήθη ἄλλοτε διὰ μακρῶν, δὲν πρόκειται δὲ σήμερον περὶ τῆς ἑρμηνείας. Προκειμένου νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας......
§66ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Νὰ εἴπητε ποῖος ἔχει δίκαιον ἀπὸ τοὺς δύω περὶ τῶν ἰδεῶν σας.
§67ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐν πρώτοις ἀνεγνώρισα, ὅτι εἶναι ὑποχρεωτικὸν διὰ τὴν κυβέρνησιν......
§68ΣΑΡΑΒΑΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ ἐπαναλάβω τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀπηύθυνεν ὁ κ. βουλευτὴς Λακεδαίμονος; Νὰ ἐκφρασθῆτε καθαρῶς, ἐὰν νομίζητε, ὅτι τὸ ἄρθρον 15 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, τὸ ὁποῖον δίδει εἰς τὴν κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ θέσῃ ἐν ἐπιστρατεύσει τὸν στρατόν, δίδει συνάμα τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ ὅσους θέλει ἀξιωματικούς.
§69ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὄχι. Θεωροῦμεν τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως ὡς πλῆρες διὰ τὴν νομοθέτησιν τῶν βαθμοφόρων, ἀδύνατον ὅμως νὰ ἐκτελεσθῇ ἄνευ πιστώσεως. Διὰ νὰ ἐκτελεσθοῦν οἱ προβιβασμοί, δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἄλλου νόμου· αἱ πιστώσεις δίδουν ἰσχὺν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ διατάγματος τῆς ἐπιστρατεύσεως· ἑπομένως εἶναι μία προετοιμασία, εἰς τὴν ὁποίαν δίδει κύρωσιν ὁ νόμος τῶν πιστώσεων.
§70ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὥστε, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡμεῖς καλῶς ἐπράξαμεν μὴ προβιβάσαντες, καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀδίκως μᾶς κατέκρινε.
§71ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Λοιπὸν δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν περὶ τούτου· ἀλλ’ ὀφείλω ν’ ἀναγγείλω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἐργασία, τὴν ὁποίαν ἔκαμε τὸ γραφεῖον τοῦ Ὑπουργείου, εἶναι διττή. Ἦτο πρῶτον μὲν ἡ ὑποχρέωσις τῆς Κυβερνήσεως νὰ κανονίσῃ διὰ πιστώσεων τὰ δαπανηθέντα, καὶ νὰ τὰ κανονίσῃ μέχρι τέλους τοῦ ἔτους, καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ ζητήσῃ τὰ μέτρα ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα νομίζει, ὅτι δὲν ὑπολείπεται παρὰ ἡ πίστωσις, διὰ νὰ τὰ πραγματοποιήσῃ. Καὶ ἐν πρώτοις, ἀρχίζων ἀπὸ τὴν ἀνάγκην τῆς πληρώσεως τῶν κενῶν θέσεων εἰς τὰ τάγματα, συμφωνῶ ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι σήμερον, καθ’ ἣν ἡμέραν συζητοῦμεν, μέχρις ὅτου ἐπέλθει ἡ τρίτη συζήτησις, θὰ φέρω καὶ τὴν γνώμην, ὅταν κυρωθῇ ἡ πίστωσις................ὀφείλεται μέχρι 31 Δεκεμβρίου. Περὶ δὲ τῆς ἐργασίας, ἂν θὰ ἦναι ἕτοιμος, ἀναγγέλλω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι θὰ ἦμαι κατὰ πάντα ἕτοιμος. Πιθανὸν ἡ πίστωσις ν’ ἀφορᾷ ἕνα μῆνα· κατὰ συνέπειαν δὲν ἔχω κανένα δισταγμὸν ν’ ἀποδεχθῶ ἀντὶ τῶν 308 χιλιάδων τὰς 150 χιλιάδας, ἀλλ’ ἐκ τῶν προτέρων δὲν δύναμαι νὰ εἴπω.
§72ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν ἕνα μῆνα ἠμπορεῖτε νὰ τὸν εἴπητε ἀπὸ τώρα.
§73ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἰδέας, ὅτι οἱ προβιβασθησόμενοι θὰ μισθοδοτηθοῦν μετὰ τρεῖς μῆνας, αὐτὸ δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀκριβές, διότι τὰ χρήματα θὰ ἐξέλθωσι τοῦ ταμείου.
§74ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπα μετὰ τρεῖς μῆνας, τὴν πρώτην τοῦ ἑπομένου μηνός.
§75ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὥστε βλέπετε, ὅτι κατὰ τοῦτο δὲν διαφωνοῦμεν· τώρα πρόκειται περὶ τῆς ἀνάγκης. Ἀλλὰ νομίζω περὶ τούτου καὶ ἡ συμπολίτευσις καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις εἶναι συμφωνότατοι διότι ἐκτὸς τῶν κόπων, τοὺς ὁποίους ὑπέστησαν στελέχη στρατοῦ προωρισμένα διὰ τὴν γύμνασιν καὶ ἐκπαίδευσιν 10 χιλιάδων ἀνδρῶν, ἀπὸ 5 μηνῶν ἐργαζόμενα ἀδιακόπως, καὶ μὲ τὰς στερήσεις, τὰς ὁποίας ἡ δύναμις τῶν πραγμάτων ἐπέβαλε, δικαιοῦνται καὶ ἀνεξαρτήτως τῶν ἐκτάκτων τούτων περιστάσεων εἰς πλήρωσιν ὑφισταμένων κενῶν θέσεων· ἐκτὸς τούτων λάβετε ἀφ’ ἑνὸς τὰς ἐκτάκτους καὶ μεγάλας ὑπηρεσίας αὐτῶν, ἀφ’ ἑτέρου τὴν καταπληκτικὴν ἔλλειψιν τῶν βαθμολόγων, ἥτις σπουδαίως παρεμποδίζει τὴν τακτικὴν καὶ ἐντελεστέραν ἐκπαίδευσιν, ὥστε ἡ ἀνάγκη αὕτη εἶναι ἡ μᾶλλον κατεπείγουσα. Τοιαύτη δὲ κατάστασις, ὡς ἡ παροῦσα, παρατεινομένη, δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς μεγάλας θυσίας, τὰς ὁποίας ποιεῖ τὸ Κράτος, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα ἀμέσως καὶ κατεπειγόντως νὰ γείνῃ ἔναρξις τῆς πρώτης ἀναγνώσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησα, ἡ ἀποδοχή της ἐπιβάλλεται, νομίζω, ὑπὸ τῶν πραγμάτων καὶ τοῦ καλῶς ἐννοουμένου συμφέροντος τοῦ στρατοῦ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς λεπτομερείας τῶν πιστώσεων, θὰ παρακαλέσω νὰ ἦσθε πολὺ ἐπιεικεῖς, διότι βεβαίως εἰς τὴν λογιστικὴν ὑπηρεσίαν δὲν εἶμαι πολὺ ἐγκρατής· ἐξ ὅσων ὅμως ἠδυνήθην νὰ μελετήσω, ἀπαντῶ εἰς τὰς ἐρωτήσεις τοῦ ἐντίμου συναδέλφου.
§76ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐξ ἀριστερῶν.). Ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ δείξωμεν καὶ ἡμεῖς ἐπιείκειαν.
§77ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἡ διαφορὰ εἶναι, ὅτι ἐγὼ τὴν ζητῶ. (Ἱλαρότης.) Ἐν πρώτοις, κύριοι, αἱ δαπάναι αἱ ἀναγραφόμεναι εἰς τὰ διάφορα κονδύλια, καθὼς εἶπεν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, ἐξουσιοδοτοῦνται διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1879, κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ οἰκονομικοὶ ἀξιωματικοὶ λαμβάνουσιν ὡρισμένον μισθόν· ἀκολούθως δὲ διατάγματα πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἐκανόνισαν, ὅτι, ὁσάκις ἀξιωματικὸς μάχιμος ἀναλαμβάνει ὑπηρεσίαν οἰκονομικοῦ ἀξιωματικοῦ, λαμβάνει ἐπιμίσθιόν τι. Ἤδη δὲ κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς ἐπιτροπῆς ὑπέβαλον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ὅ,τι γίνεται σήμερον, κανονίζεται ὁριστικῶς διὰ νόμου. Αὐταὶ εἶναι αἱ διαφοραί, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ σημειούμενον ποσὸν τῶν 4 καὶ τῶν 2 χιλιάδων δραχμῶν διὰ μισθοὺς ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐπίσης δὲ 15 χιλιάδες δι’ ἀξιωματικοὺς τοῦ πυροβολικοῦ καὶ τοῦ ὁπλοστασίου καὶ τὰ ἄλλα διὰ τὸν αὐτὸν λόγον σημειούμενα. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν χωροφυλακήν, ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω, ὅτι πράγματι ἡ σημειουμένη δαπάνη εἶναι μεγαλειτέρα τῆς ὑπαρχούσης· ἀλλ’ ἡ δύναμις τῆς χωροφυλακῆς ὑπερεδιπλασιάσθη, διότι τότε ὑπῆρχον 260 ὑπαξιωματικοὶ καὶ 1832 χωροφύλακες, ἐνῷ σήμερον ἀπὸ τῆς 31 Ὀκτωβρίου ἡ δύναμις τῶν ἀνδρῶν ἀνῆλθεν εἰς 3,750 καὶ καθεκάστην αὐξάνει· ὥστε ἡ ἀναγραφὴ ἑνὸς ἑκατομμυρίου πρὸς τὴν ὑπάρχουσαν δύναμιν σήμερον ὄχι μόνον δὲν εἶναι ὑπερβολική, ἀλλ’ εἶναι κίνδυνος μήπως δὲν ἐπαρκέσει. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἱπποφορβὴν, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1880 ἀνεγράφη πίστωσις δι’ 800 ἵππους, ἀλλὰ δὲν ἦσαν 800 ἵπποι· ὑπάρχουν ἤδη ἐν τῷ στρατῷ 1469, ὑπάρχουν εἰς τὸ πυροβολικὸν 734 καὶ τὸ ἱππικὸν 491, εἰς τὸ μηχανικὸν 4, εἰς τὸ ἐπιμελητήριον τῆς Δυτικῆς Ἑλλάδος 124, εἰς τὰ τάγματα τοῦ πεζικοῦ καὶ τῶν εὐζώνων 116, ἐν ὅλῳ 1469. Ὥστε ἡ πραγματικὴ διαφορὰ μεταξὺ τῶν ὑπαρχόντων ἵππων ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1880 μέχρι τῶν ὑπολογισθέντων εἰς 800 ἵππους, εἶναι 649 ἵπποι, οἱ ὁποῖοι ἐτράφησαν καθ’ ὅλον τὸ ἔτος ἐπὶ πλέον τοῦ ὑπολογισθέντος ποσοῦ. Ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐγένετο ὁ ὑπολογισμὸς ὀλιγώτερον τῶν πραγματικῶν ἵππων. Ἂν ὑποθέσητε τὴν δαπάνην τῶν 649 ἵππων καὶ τῶν ἀγορασθέντων 1760 καὶ τῶν 500 ἡμιόνων, ὁ προϋπολογισμὸς ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν...... ....ὥστε ἡ ἐγγραφὴ τοῦ ποσοῦ εἰς τὰς συμπληρωτικὰς πιστώσεις δὲν εἶναι ὑπερβολική. Ἄλλως τε εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην ὀφείλετε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν, τὰς δικαστικὰς διαμαρτυρήσεις, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἐδόθησαν, διότι οἱ ἐργολάβοι ἀνθίστανται σήμερον, καὶ οἱ νομικοὶ ἀπεφάνθησαν καθὼς καὶ ὁ δικαστικὸς σύμβουλος, ὅτι οἱ ἐργολάβοι, οἱ ὁποῖοι ὑποχρεοῦνται ἀπὸ τεσσάρων μηνῶν νὰ δίδουν τὴν ἱπποφορβὴν εἰς τὸν στρατὸν, ἔχουν δικαίωμα ἀποζημιώσεως, διότι πρὶν εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν διὰ ποσὸν 800 ἵππων, σήμερον δὲ τρέφομεν 6,000. Ἡ Ὑπόθεσις μένει ἐκκρεμὴς καὶ κινδυνεύει νὰ πάθῃ ἡ προμήθεια τῆς ἱπποφορβῆς, διὰ τηλεγραφήματος δ’ ἐζήτησα ἀπὸ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἱπποφορβὴν, ὥστε ἐν ἀνάγκῃ νὰ ἔχω τοιαύτην.
§78ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνεβιβάσατε τὴν τιμὴν εἰς 1, 50, ἐνῷ εἴχετε ὑπολογίσει εἰς 1 καὶ 20 λεπτά.
§79ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πάντοτε αὐτὸ ὑπῆρξε τὸ παράπονον καὶ ἐμοῦ τότε ὡς βουλευτοῦ, διότι ὑπολογίζομεν τὰ πράγματα ὀλιγώτερον τῆς πραγματικῆς ἀξίας· ὁ προϋπολογισμὸς παρουσιάζεται οὐχὶ πραγματικὸς καὶ προτιμῶμεν νὰ ἐγγράφωμεν τὰς τιμὰς κάτω τῆς πραγματικῆς ἀξίας, ἵνα μὴ παρουσιάζωνται ὀγκώδεις πιστώσεις, αἵτινες ὁμολογουμένως πολλάκις παρουσιάζουσι τὴν ἀλήθειαν, ἐνῷ αἱ ἀναγραφόμεναι δὲν εἶναι ἀληθεῖς, καὶ ἀπόδειξις, ὅτι εἴχομεν ἀναγράψει τὴν ἱπποφορβὴν πρὸς 1,20, ἐνῷ πληρώνομεν 1,50. Καὶ ἐγὼ πολλάκις ὡς βουλευτὴς παρεπονέθην κατὰ τῶν ὑπουργῶν τῶν Στρατιωτικῶν, διατί δὲν ἐπιμένουν νὰ ἐγγράφουν τὰ πράγματα ὡς ἔχουσι, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι ἔρχονται πάντοτε ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις, καὶ ἐνῷ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν παρουσιάζεται εἰς 10,000,090, κατόπιν γίνεται ὑπέρβασις. Ὡς πρὸς τὸν ἱματισμὸν σημειοῦται τίμημα διὰ 37,300 στολάς, διὰ τὰς ὁποίας ἡ παροῦσα κυβέρνησις ζητεῖ..... καὶ τοῦτο λέγω, οὐχὶ ἵνα καταδικάσω τὰς παραγγελίας τῆς προκατόχου κυβερνήσεως, διότι ἡ προκάτοχος κυβέρνησις ἐζήτησε περισσοτέρας, καὶ καλῶς ἔπραξε, διότι εἰς τοιαύτας περιστάσεις εἶνε προτιμότερον νὰ ἔχῃ τις κἄτι τι περισσότερον, καὶ ἔστω νὰ φθείρηται εἰς τὰς ἀποθήκας, παρὰ αἱ ἀποθῆκαι νὰ ἦναι κεναί, ὥστε εἰς τὸ ποσὸν αὐτὸ συμπεριλαμβάνομεν καὶ τὰ 45,000 στολάς. Αὐτὰ ἐν γένει εἶχον νὰ εἴπω, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς λεπτομερείας τῶν πιστώσεων· ὡς πρὸς τὴν κατάστασιν δὲ τὴν τμηματικὴν τῶν ἀνδρῶν, τὸ γραφεῖον ἔκαμε μίαν ἐργασίαν. Ἐνόμιζον, ὅτι ὁ ἔντιμος προλαλήσας, ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ἤθελεν ἀρκεσθῆ εἰς ἃς πληροφορίας εἶχε δώσει ὁ οἰκονομικὸς ἀξιωματικός. Ἐὰν νομίζῃ, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη τῷ εἶναι ἀναγκαία, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ τὴν δώσω εἰς αὐτόν, ἵνα δυνηθῇ ν’ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι τὰ ποσὰ τὰ ἀναγραφόμενα εἰς τὸ μὲν διὰ τὰ ⅗, εἰς τὸ δὲ διὰ τὰ ⅖, εἶναι ἀπόῤῥοια τῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία κλιμακηδὸν ἀναγράφεται εἰς τὴν κατάστασιν αὐτήν· ἄλλως δέ, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη δὲν εἶναι πλήρης, ἡ ὑπηρεσία ἔχει καθῆκον νὰ χορηγήσῃ πᾶσαν δυνατὴν πληροφορίαν, ὥστε αἱ ζητηθεῖσαι πιστώσεις νὰ προσεγγίζωσιν, ὅσῳ τὸ δυνατόν, εἰς τὰ πράγματα, ἵνα μὴ ἔχωμεν ψευδεῖς πιστώσεις, νὰ ἦσθε δὲ βέβαιοι, ὅτι αἱ ὑποχρεώσεις αὐταὶ πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἐκ μέρους τοῦ κοινοβουλίου εἶναι δίκαιαι καὶ ἐπιβεβαιωμέναι ἀπὸ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Κράτους ἔχουν ἐπὶ τοῦ ἐλέγχου τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν τοῦτο, ὅτι ποτὲ πλάγιαι σκέψεις, οὔτε πολιτικαὶ ἰδέαι, θέλουσι μεταβάλει τὸν τρόπον τῆς σκέψεώς μου ὡς μέλους τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, νὰ ἦναι βεβαία ἡ Βουλή, ὅτι ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν θέλω παράσχει πλήρεις τὰς πληροφορίας καὶ πλήρη τὰ πραγματικὰ ποσά, χωρὶς ν’ ἀποβλέψω εἰς καμμίαν πολιτικὴν ἰδέαν, εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι οἱ κύριοι βουλευταὶ ἐπ’ αὐτῶν τῶν ζητημάτων δὲν θέλουν ζητήσει ἄλλο ἢ ὅ,τι ζητῶ καὶ ἐγώ, παρέχων πλήρεις τὰς πληροφορίας. Αὐτὰ νομίζω, ὅτι ἦσαν ἐπαρκῆ ἐκ τῆς πρώτης ἀντιλήψεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβον ἐκ τῆς ἀγορεύσεως, παρακαλῶ δὲ καὶ τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς νὰ συντάξῃ τὰ πρακτικὰ ὅσῳ τὸ δυνατὸν ἐνωρίτερον, ἵνα λάβῃ ἐπίσημον γνῶσιν τὸ γραφεῖον, ὅπως δυνηθῶμεν ν’ ἀνταποκριθῶμεν πληρέστατα πρὸς τὰς ἰδέας τοῦ ἐντίμου προαγορεύσαντος.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥικάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 32, παραγράφου βʹ τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας.
§81ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ν’ ἀναγνωσθῶσιν αἱ πιστώσεις εἰς βʹ ἀνάγνωσιν· δὲν ἐπρόκειτο μόνον νὰ κάμωμεν ὁμιλίας.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μείνατε, κύριοι, ὀλίγα λεπτὰ ἀκόμη.
§83Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§85Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν κάμνω ἔνστασιν, οὐδὲ ζητῶ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου· εἶπον μόνον, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πιστώσεων.
§87Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τῆς βʹ ἀναγνώσεως.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τελειώσωμεν σήμερον τὴν βʹ ἀνάγνωσιν· πολλοὶ ζητοῦσι νὰ ὁμιλήσωσι. Λύεται ἡ συνεδρίασις τῇ μεσημβρίᾳ.