1880.11.17
1,716 rows · 13,349 words · 127 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 24
τῆς 17 Νοεμβρίου 1880.
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Πρὸ ὀλίγου, κύριε Πρόεδρε, εἰσερχόμενος εἰς τὸ Βουλευτήριον, ἤκουσα παρά τινος τῶν συναδέλφων τὴν θλιβερὰν ἀγγελίαν τοῦ θανάτου ἑνὸς διαπρεποῦς πολίτου, ἀγωνιστοῦ καὶ πρώην γερουσιαστοῦ, τοῦ Τάτση Μαγγίνα. Ἐπειδὴ δὲ καὶ ἐγὼ καὶ πολλοὶ ἄλλοι συνάδελφοι εἴμεθα ἠναγκασμένοι, καὶ ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὴν μνήμην τοῦ ἀνδρὸς καὶ φόρον καθήκοντος τελοῦντες, νὰ συνοδεύσωμεν τὴν ἐκφορὰν τοῦ νεκροῦ του, δηλῶ, ὅτι θ’ ἀπουσιάσωμεν αὔριον, καὶ ἴσως ἐκ τούτου δὲν γείνῃ συνεδρίασις.
§2Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐννοῶ, ὅτι ἐκ τῆς ἀπουσίας μας δὲν θὰ γείνῃ συνεδρίασις, ἐγὼ ἐννοῶ, ὅτι, ἀφοῦ ἀπέθανεν ἓν λείψανον τοῦ ἀγῶνος, ἡ Βουλὴ θ’ ἀποφασίσῃ νὰ συνοδεύσῃ αὔριον τὸν νεκρὸν τοῦ ἀνδρὸς τούτου, μὴ συνεδριάζουσα.
§3ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλή;
§5ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§6ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ. Καὶ νὰ συλλυπηθῇ τὴν οἰκογένειάν του.
§7Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἐὰν ὅμως, κ. Πρόεδρε, νομίζητε, ὅτι πρέπει νὰ συνέλθῃ αὔριον ἡ Βουλή, δυνάμεθα νὰ συνέλθωμεν τὴν πρωΐαν.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν θέλῃ ἡ Βουλή, δύναται νὰ ἐργασθῇ εἰς τὰς 10 τὸ πρωΐ.
§9ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν.) Πρέπει νὰ ἔλθωμεν αὔριον εἰς τὰς 10 διὰ τὰς πιστώσεις. (Θόρυβος.)
§10Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ ἐπρότεινα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ συνεδρίασις οὔτε τὴν πρωΐαν, οὔτε μετὰ μεσημβρίαν, ὅπως συνοδεύσωμεν τὸν νεκρὸν τοῦ μακαρίτου Μαγγίνα, ἀνδρὸς ἀγωνιστοῦ καὶ ἐπιφανοῦς πολίτου. Δὲν πρέπει νὰ ἤμεθα ζηλότυποι μόνον διὰ τοὺς πολιτικούς, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ σεβώμεθα καὶ τὰ λείψανα τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος.
§11ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ἠξεύρω τί ἀπεφάσισεν ἡ Βουλή, καὶ δὲν θέλω ν’ ἀντιταχθῶ εἰς τὰ ἀποφασισθέντα, ἐὰν τῷ ὄντι ἀπεφάσισεν. Ἀλλὰ παρακαλῶ θερμότατα τὴν Βουλήν, ἐὰν θὰ συνοδεύσῃ τὸν νεκρὸν τοῦ Τάτση Μαγγίνα, νὰ συνέλθῃ τὸ πρωΐ. Ἔχομεν τοσαύτας κατεπειγούσας ὑποθέσεις, ὥστε δὲν πρέπει νὰ χάσωμεν τὴν ἡμέραν εἰς μάτην. Ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία ν’ ἀποφασίσῃ ὅ,τι θέλει.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ ἐργασθῇ αὔριον εἰς τὰς 10; Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§13Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Οὔτε τὸ πρωΐ θὰ γείνῃ συνεδρίασις, κύριε Πρόεδρε.
§14ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς ἐρχόμεθα 30 ἡμέρας κατὰ συνέχειαν....
§15Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ἔλειψαν ἀπὸ τὸ καθῆκόν των, καὶ τὰς παρατηρήσεις αὐτὰς δύνασθε νὰ τὰς ἀποτείνητε εἰς τοὺς φίλους σας, καὶ ὄχι εἰς ἐμέ.
§16ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ οἱ φίλοι μου ἤρχοντο 30 ἡμέρας κατὰ συνέχειαν, καὶ δὲν ἔλειψαν ποτέ.
§17Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἀπουσίασα ποτέ, οὔτε ἔλειψα ἀπὸ τὸ καθῆκόν μου, τὴν δὲ πρότασιν τὴν ἔφερα κατὰ καθῆκον πρὸς ἓν πρόσωπον σεβαστὸν τοῦ ἀγῶνος. Σᾶς λέγω δέ, ὅτι συνεδρίασις αὔριον, μεθ’ ὅσα καὶ ἂν λέγητε, τὸ πρωΐ δὲν θὰ γείνῃ, καὶ θέλετε τὸ ἴδει.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κατσανδρῆς ὑποβάλλει τροπολογίαν, καθ’ ἣν ἀπαλλάσσεται ὁ νεώτερος μεταξὺ δύο ἀδελφῶν ὀρφανός.— Ὁ κ. Στεφανόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου, καθ’ ἣν ἡ θέσις τῶν παρὰ Νομαρχίαις, Ἐπαρχείοις καὶ Ταμείοις δημολογιστῶν καθίσταται θέσις δημοσία. — Ὁ κ. Νέγκας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου.
§19ΝΕΓΚΑΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ διατάξητε τὴν ἐκτύπωσιν καὶ τῆς ἐκθέσεως.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. Καρυστινάκης, Σκαβέντσος καὶ λοιποὶ ὑποβάλλουσι πρότασιν Νόμου, περὶ εἰσαγωγικοῦ τέλους τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰς τὸ Κράτος εἰσαγομένων ἀλεύρων.— Διάφοροι βουλευταὶ ὑποβάλλουσι πρότασιν Νόμου περὶ δικαιώματος εἰς σύνταξιν τῶν ἐργοδηγῶν. Ὁ κ. Κάγκας κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου ὑπ’ ἀριθ. 2, ἀφορώσης τὴν ἀκύρωσίν τινων διατάξεων τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου. — Ὁ Π. Ποτάγος, δημότης τῆς Νυμφασίας, ἀναφερόμενος ἐκ Λονδίνου, ἐκτίθησιν, ὅτι συνέγραψε γεωγραφικοὺς πίνακας πλήρεις νέων ἀνακαλύψεων καὶ περὶ διαφόρων ἄλλων ζητημάτων, ἐσωκλείει δὲ καὶ μίαν ἀναφοράν, τὴν ὁποίαν ἀπέστειλεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν.
§21ΤΙΝΕΣ. Τί ζητεῖ;
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ, ἵνα τὰ ὑπὸ τοῦ Συλλόγου τῶν Ἑλλ. Γραμμάτων κακῶς δαπανώμενα καὶ ἄλλα τοιαῦτα δαπανῶνται εἰς ὑποστήριξιν ἔργων ἀναδεδειγμένων.
§23ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§25ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Λαμβάνω τὴν τιμήν, κύριοι, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὰ ἑξῆς νομοσχέδια. ά.) νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου τηρεῖται ἐν ἰσχύι καὶ διὰ τὸ 1881 ὁ διὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ψηφισθεὶς νόμος περὶ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων· βʹ) νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου τηρεῖται ἐπίσης ἐν ἰσχύι ὁ νόμος περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς, ἐξαιρουμένων τῶν διατάξεων αὐτοῦ, τῶν ἀποβλεπουσῶν τὴν φορολογίαν τῶν γρασιδίων, τριφυλλίων καὶ σικυώνων, τὰ ὁποῖα ἐθεώρησα καταλληλότερον νὰ περιληφθοῦν μεταξὺ τῶν ἀσκεπῶν γαιῶν· γʹ.) νομοσχέδιον περὶ ἐγγείου φορολογίας τῶν ἀσκεπῶν καλλιεργησίμων γαιῶν· ἡ φορολογία αὕτη ἀντικαθιστᾷ τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων βοῶν· περιλαμβάνει δὲ καὶ τὰ γρασίδια, τὰ μποστάνια καὶ τὰ τριφύλλια, διότι αἱ γαῖαι, αἱ ὁποῖαι καλλιεργοῦνται μὲ τὰ εἴδη ταῦτα, ἐθεωρήθη δίκαιον νὰ φορολογῶνται ὡς καὶ αἱ λοιπαὶ τῶν ἀσκεπῶν γαιῶν· δʹ) νομοσχέδιον περὶ ἐκκαθαρίσεως καὶ ἀνανεώσεως τῶν καθυστερούντων ἀπὸ κεκλεισμένας χρήσεις μέχρι τοῦ ἔτους 1876. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῶσι τὰ 4 ταῦτα νομοσχέδια καὶ νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν οἰκονομικῶν, τῆς ὁποίας τὰ μέλη ἐλπίζω, ὅτι θέλουν εὐαρεστηθῆ νὰ φέρουν ταχέως τὰς ἀναγκαίας ἐκθέσεις, ἵνα ἡ Βουλὴ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Γόρτυνος κ. Δηλιγιάννης, ὑπουργὸς ὢν τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, εἶχεν ὑποβάλει νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως ἐθνικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν οἰκοπέδων καὶ κτιρίων· τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὸ παραπέμψῃ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἢ νὰ τὸ ἐγγράψῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· πρὸ τούτου ὅμως νομίζω καλὸν νὰ τυπωθῇ ἐκ νέου καὶ νὰ διανεμηθῇ εἰς τοὺς βουλευτάς. Ἐπειδὴ πιστεύω, ὅτι θέλει ἀρχίσει σήμερον ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν συμβάσεων μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ εἰδοποιήσω τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τὴν σύνταξιν τῆς δευτέρας συμβάσεως ἔλαβε χώραν ἓν λάθος, καὶ διὰ τοῦτο τότε ἠναγκάσθημεν νὰ τὴν ἀλλάξωμεν· ἀλλὰ κατὰ λάθος, ἀντὶ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δεύτερον κείμενον, ὑπεβλήθη τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον δὲν διαφέρει ἀπὸ τὸ δεύτερον, εἰμὴ ὅτι λείπουν λέξεις τινὲς, αἱ ὁποῖαι ἀκρωτηριάζουσι τὴν ἔννοιαν ἢ μᾶλλον τὴν ἀφίνουσι χωρὶς ἔννοιαν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τὸ δεύτερον κείμενον τῆς συμβάσεως, τὸ ὁποῖον καταθέτω ἐν πρωτοτύπῳ καὶ εἰς πολλὰ ἀντίτυπα.
§26ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν.) Ἀνακοινῶ, κύριοι, εἰς τὴν Βουλὴν τὸ διάταγμα περὶ ἐπιστρατεύσεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ ὑπογραφὲν σήμερον.
§27Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Ὑποβάλλω, κύριοι, εἰς ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς τὸ ὑποβληθὲν Διάταγμα περὶ τοῦ ταγματάρχου Ἀλβανοῦ Ἐμὶν Κορτζιᾶ. Ὑποβάλλω ἐπίσης εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον κανονίζον ὁριστικῶς τὰ ἐπιμίσθια, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἐλαμβάνοντο ὑπὸ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, τῶν ἐκτελούντων ἄλλας ὑπηρεσίας. Ἐπίσης ὑποβάλλω πρὸς κύρωσιν τῆς Βουλῆς τὸ Διάταγμα, τὸ ἤδη ὑποβληθὲν, περὶ ἀνακατατάξεως ὑπαξιωματικῶν μετά τινας τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἀνάγκης τῆς ὑπηρεσίας. Ἐπίσης σχέδιον νόμου περὶ τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν λαμβανόντων μέρος εἰς τὰ στρατολογικὰ συμβούλια, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὴν γνώμην μου, πρέπει νὰ ὑπάγωνται καὶ εἰς τὸν νόμον περὶ ἐγχωρίων ὑπαλλήλων, ὥστε οἱ διάφοροι ἀνώτεροι ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουν μέρος εἰς τὰ στρατολογικὰ συμβούλια, νὰ μὴ κατάγωνται ἀπὸ τὸν τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον ἐκδικάζονται τὰ παράπονα.
§28ΠΟΛΛΟΙ. Πολὺ ὡραῖον.
§29ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπίσης, κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Ζακύνθου, ὑποβάλλω καταστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐμπεριλαμβάνουσι τὴν κατάταξιν τῶν ἐπιστράτων κατὰ τὸ διάστημα τῶν δύο ἡμερῶν.
§30ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παρακαλῶ νὰ καταθέσητε καὶ τὴν σημείωσιν τῶν καταταχθέντων ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου, 20 ἡμερῶν καὶ εἶναι πολὺ εὔκολον νὰ γείνῃ αὐτό· παρακαλῶ νὰ τὸ ἔχωμεν αὔριον.
§31ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Πολὺ καλά.
§32ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Μίαν ἐπερώτησιν, κύριοι, θὰ κάμω εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εἶναι παρών, τὴν ἀναβάλλω δι’ αὔριον.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ κατέθεσε τὴν ἔκθεσίν της περὶ ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργείου τοῦ 1880. Θὰ τυπωθῇ.
§34Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Θὰ παρακαλέσω, κύριοι, τὴν Βουλήν, κατ’ ἔθιμον ἐπικρατῆσαν διὰ ζητήματα δευτέρας τάξεως, τὰ ὁποῖα ἐθεωρήθησαν ἐπείγοντα, νὰ ἀναγνωσθῇ εἰς πρώτην συζήτησιν ἡ ὑποβληθεῖσα ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ περὶ τῶν πιστώσεων τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν· καὶ ἰδοὺ διατί. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ἔλαβον εἰδοποίησιν ἀπὸ τοὺς ἐν Παρισίοις διατρίβοντας ἀξιωματικούς, ὅτι τὰ χρήματα τὰ κατατεθέντα ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως σχεδὸν ἐξηντλήθησαν, ὑπάρχουσι δὲ ἀπαιτηταὶ πληρωμαὶ, αἵτινες ἔχουσιν ὡς συνέπειαν, ἰδίως διὰ τὸν ἐργοστασιάρχην τῶν κλινοσκεπασμάτων, ὅστις κατὰ ῥητὸν συμβόλαιον ἀπεδέχθη νὰ προμηθεύσῃ εἰς τὴν ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ποσὸν μέγα κλινοσκεπασμάτων πρὸς 13.50 φράγκα, ὅτι τὸ ἐργοστάσιον αὐτὸ πρὸ ὀλίγου καιροῦ ἔλαβεν ἐντολὴν παρὰ τῆς γαλλικῆς Κυβερνήσεως νὰ τῇ προμηθεύσῃ μέγα ποσὸν κλινοσκεπασμάτων πρὸς 18 φράγκα ἕκαστον· ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ χορηγήσῃ τὰς διαφόρους χρηματικὰς δόσεις εἰς τὸν ἐργοστασιάρχην αὐτόν, διὰ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ συμβόλαιον καὶ παραδώσῃ τὰ ὁποῖα διὰ συμβολαίου ἀνέλαβε κλινοσκεπάσματα· δυνατὸν δὲ ἅμα δὲν ὑπάρχουσι χρήματα, ἵνα δοθῶσι δυνάμει τοῦ συμβολαίου, νὰ διαλύσῃ ὁ ἐργοστασιάρχης, καθόσον ἔχει συμφέρον, τὸ συμβόλαιον, διότι ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἀπεδείχθη ὅτι ἡ προμήθεια αὕτη εἶναι λίαν ἐπιζήμιος δι’ αὐτόν. Ὅθεν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀναγνώσῃ εἰς πρώτην συζήτησιν τὰς πιστώσεις πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν νὰ δυνηθῶμεν καὶ τὴν μίαν ἡμέραν νὰ ἐξοικονομήσωμεν, ἵνα μὴ συμβῇ ζημία τις εἰς τὸ δημόσιον· ἔχει δὲ τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ πλῆρες κατὰ τὴν δευτέραν καὶ τρίτην συζήτησιν, μετὰ τὴν ἐκτύπωσιν τῆς ἐκθέσεως, νὰ κάμῃ οἵαν δήποτε συζήτησιν.
§35ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§36Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διατὶ νὰ μὴ συζητηθῶσιν ὅλα, κ. Ὑπουργέ;
§37ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα κατεπειγούσης ἀνάγκης.
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, οὐδόλως, νομίζω, δεικνύουσιν, ὅτι ἡ ψήφισις τῆς πιστώσεως θέλει εὐκολύνει τὴν θέσιν αὐτοῦ, διότι ἡ ψήφισις τῆς πιστώσεως δὲν τῷ παρέχει χρήματα· ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον ζητεῖται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι τὰ χρήματα, χρημάτων δὲ καὶ οὐχὶ ἀδείας πληρωμῆς τῶν συμπεφωνημένων δεῖται ἡ Κυβέρνησις. Ἑπομένως εἶναι ὅλως ἄσχετος ἡ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν θέλομεν λάβει, πρὸς τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ἡ ψήφισις τῶν πιστώσεων εἶνε λίαν κατεπείγουσα διὰ λόγους ἄλλους γενικούς, οὐχὶ ὅμως διὰ τοῦτον τὸν εἰδικὸν λόγον. Ἀλλ’ ἀφοῦ αἱ ἐκθέσεις τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἐτυπώθησαν, δὲν νομίζω πρέπον νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν αὐτῶν τυπικῶς, χωρὶς νὰ γινώσκωμεν τί ἀποφαίνεται ἡ ἐπιτροπή. Ἠξεύρομεν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ εἰργάσθη ἐπί τινας ἡμέρας, καὶ ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς ἐκλήθη ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως δώσῃ πληροφορίας, ἐπιθυμοῦμεν δὲ νὰ γνωρίζωμεν καὶ ἡμεῖς τὰς πληροφορίας, αἵτινες ἐδόθησαν ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἀφοῦ μάλιστα μετὰ τὰς δοθείσας πληροφορίας ἐπῆλθον τροποποιήσεις εἰς τὰς πιστώσεις ἄνω τοῦ ἑκατομμυρίου. Ἐὰν τώρα ψηφίσωμεν αὐτὰς εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, δυνάμεθα κατὰ τὴν δευτέραν καὶ τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ λάβωμεν γνῶσιν τῶν τροποποιήσεων· ἀλλὰ διατί, προκειμένου περὶ συζητήσεως τοσοῦτον σπουδαίας, νὰ παραβῶμεν χάριν κέρδους μιᾶς μόνης ἡμέρας διατυπώσεις, αἵτινες ἔχουσιν οὐσιαστικὴν σημασίαν; Παρακαλῶ ἄρα τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ, ὅπως γείνῃ σήμερον ἡ πρώτη ἀνάγνωσις τῶν πιστώσεων, ἀλλὰ νὰ συγκατατεθῇ, ὅπως ἐγγραφῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ αὔριον τοῦ θέματος τούτου.
§39ΤΙΝΕΣ. Αὔριον δὲν ἔχει συνεδρίασιν.
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐννοῶ κατὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν.
§41ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ. Ὅτι εἶπον, τὸ εἶπον ὡς ἀπόδειξιν τῆς κατεπειγούσης ἀνάγκης ὑφ’ ἧς κατέχεται ἡ Κυβέρνησις, ἵνα οἰκονομήσῃ τὸ μέταλλον, τὸ ὁποῖον ὀφείλει ν’ ἀποστείλῃ εἰς τὴν Εὐρώπην· καὶ αἱ πληρωμαὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσιν εἰμὴ ἀφοῦ ἐγκριθῶσιν αἱ πιστώσεις. Γνωρίζετε δὲ, ὅτι ὁ χρόνος καὶ διὰ τὸ Κοινοβούλιον καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν εἶναι τοσούτῳ πολύτιμος, ὥστε καὶ μιᾶς ἡμέρας παράτασις δύναται νὰ βλάψῃ, ὡς καὶ μιᾶς ὥρας προτεραιότης δύναται νὰ ᾖ ὠφέλιμος. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἐπειδὴ καθ’ ὅλας τὰς παρελθούσας περιόδους καὶ συνόδους ἐπὶ ζητημάτων ὀλιγωτέρας ἀξίας ἐπετράπη ἡ αʹ συζήτησις, νομίζω καὶ ἤδη, ὅτι δύναται κατὰ μείζονα λόγον νὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ διὰ τὸ ζήτημα τῶν πιστώσεων ν’ ἀναγνωσθῶσιν εἰς πρώτην συζήτησιν. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰς πληροφορίας, ὧν ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῶν τροποποιήσεων, αἵτινες ἐγένοντο κατὰ τὰς συνδιασκέψεις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἐμοῦ, νομίζω, ὅτι καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις καὶ ἡ συμπολίτευσις ἀντεπροσωπεύοντο ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, καὶ κατὰ συνέπειαν ἐγένοντο ὅλαι γνωσταί· ἄλλως τε αἱ πληροφορίαι αὗται εἶναι μετατροπαὶ λογιστικαί, διότι ὅταν ὑπεβάλαμεν τὰς πιστώσεις εἴχομεν ἔμπροσθέν μας τοὺς δύο μῆνας, ἤδη δὲ τὸ διάστημα αὐτὸ ἠλαττώθη, ὥστε οὐσιαστικὴ τροποποίησις δὲν εἶναι, ἀλλὰ τροποποίησις συνεπεία τοῦ χρόνου. Διὰ τοῦτο, κύριοι, παρακαλῶ ἐπανειλημμένως τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τῶν πιστώσεων τούτων, καθ’ ὅσον καὶ 24 ὧραι ἐὰν παρέλθωσιν, ἔχουσιν ἀξίαν, καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις γνωρίζει τὴν ἀξίαν τοῦ χρόνου ἐπὶ τοιούτων περιστάσεων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὰς πιστώσεις, ἐπιφυλασσομένης καὶ τῆς Βουλῆς νὰ ζητήσῃ καὶ τῆς Κυβερνήσεως νὰ χορηγήσῃ τὰς δυνατὰς πληροφορίας.
§42ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. (ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν.) Ὅ,τι συμβαίνει εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατικῶν, τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὸ τῶν Ναυτικῶν. Ἀτυχῶς δὲν εἶδα τὴν ἔκθεσιν περὶ τῶν πιστώσεων τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Παρακαλῶ καὶ πάλιν θερμῶς τὴν ἐπιτροπήν, ἵνα φέρῃ αὔριον τὴν ἔκθεσίν της, διότι πᾶσα ἡμέρα, ἥτις παρέρχεται εἶναι πίεσις, ἥτις μοὶ κάμνει μεγίστην αἴσθησιν.
§43ΡΩΜΑΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ὡς πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὅσα ζητήματα ἔμειναν, δὲν εἶναι οὐσιώδη. Αἱ παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο πρὸς τοὺς δύο κυρίους ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὴν καλωσύνην νὰ μᾶς δώσουν πληροφορίας, δὲν εἶναι οὐσιώδεις· εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω τὰ ἴδια. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀνάγκη νὰ συνέλθῃ καὶ πάλιν, ἀλλὰ πότε; Αὔριον σκοπεύομεν νὰ συνεδριάσωμεν εἰς τὰς 10 τὸ πρωΐ, θὰ μείνωμεν δὲ ἴσως μέχρι μεσημβρίας· δὲν ἔχομεν καιρόν.
§44ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ. Δὲ πρόκειται παρὰ μόνον τὴν ἔκθεσιν νὰ συντάξητε, διότι ἡ ἀπόφασις ἐγένετο.
§45ΡΩΜΑΣ. Πότε νὰ συνέλθωμεν;
§46ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ. Ἠμπορεῖτε καὶ ἀπόψε, διότι πρόκειται περὶ συντάξεως τῆς ἐκθέσεως.
§47ΡΩΜΑΣ. Ἂν ἦτο δυνατὸν, ἠμπορούσαμεν καὶ τώρα νὰ συνέλθωμεν.
§48ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ. Αὔριον.
§49ΡΩΜΑΣ. Πολὺ καλά, αὔριον.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τῶν πιστώσεων; Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§51ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μετὰ ταῦτα, παρακαλῶ, νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις τῆς συμβάσεως.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκονται λοιπὸν αἱ πιστώσεις.
§53Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Παρακαλῶ. Πρὸ ἡμερῶν ἀπέτεινα ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφορῶσαν τοὺς ἐγγεγραμμένους εἰς δύο ἢ πλειοτέρω δήμων μητρῷα, Ἐπιθυμῶ δὲ ν’ ἀκούσω τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ διότι πρόκειται νὰ συζητηθῇ εἰς βʹ συζήτησιν τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον. Παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εἴπῃ ἢ αὐτὸς ἢ ἕτερος ἐκ τῶν συναδέλφων του, τί φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις περὶ αὐτῶν, ἵνα μὴ ἀναγκασθῶ νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς δὲν εἶναι παρών.
§55ΚΟΤΤΑΡΗΣ. Δι’ ἐγκυκλίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν παρηγγέλθησαν οἱ Διοικηταὶ τῶν σωμάτων νὰ ὑποβάλωσι προτάσεις ἀνὰ δώδεκα ἐξετασθησομένων διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ. Ἐντεῦθεν παρουσιάζονται πολλὰ παράπονα, ὅτι δῆθεν ἀρχαιότεροι ὑπαξιωματικοὶ καὶ ἱκανώτεροι παραλείπονται. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ γενικὸν μέτρον.
§56ΑΝΤΥΠΑΣ. Δὲν εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς αὐτό.
§57ΚΟΤΤΑΡΗΣ. Οἱ Διοικηταὶ τῶν σωμάτων παρακαλοῦνται νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὸ μητρῷον, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ νὰ προτιμηθῶσιν οἱ ἀρχαιότεροι, ἵνα λείψῃ τὸ παράπονον.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη εἰς αʹ. συζήτησιν τὰς πιστώσεις. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκταὶ κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον αἱ ἑπόμεναι πιστώσεις: α) Ἀναπληρωτική, χορηγηθεῖσα ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς διὰ Β. Διατάγματος ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1880 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐκ δραχ. 45,000. β) ὁμοία ἐκ δραχ. 66,989,20. γ) ὁμοία ἐκ δραχ. 44,028,000.)
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ταύτην τὴν στιγμὴν ὑπεβλήθη καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἐπὶ τῆς πιστώσεως τῶν 6,000,000 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν.
§60ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ καὶ αὕτη. (Ἀναγινώσκεται καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ γίνεται δι’ ἀναστάσεως δεκτόν.)
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν αʹ συζήτησιν τῆς συμβάσεως.
§62ΚΑΡΑΛΗΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπή, μετὰ τὴν μελέτην τῆς συμβάσεως μεταξὺ Τραπέζης καὶ Κυβερνήσεως, τρεῖς διαφόρους διετύπωσε γνώμας. Καὶ ἡ μὲν πλειοψηφία, συγκειμένη ἀπὸ τὸν κ. Ῥικάκην, τὸν κ. Ἀβέρωφ καὶ Χρηστόπουλον καὶ τὸν ἐπιφυλακτικὸν κύριον Στεφανόπουλον, ἀπεφήνατο κατ’ ἀρχὴν παραδεκτὴν τὴν σύμβασιν, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅπως ἡ Τράπεζα αὐξήσῃ τὸ ποσὸν τῶν 60 ἑκατομμυρίων εἰς 100 ἑκατομμύρια, ἐξ ὧν τὰ μὲν ἑξήκοντα εἰς μεταλλικὸν, τὰ δὲ τεσσαράκοντα εἰς χαρτονόμισμα, διότι ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς φρονεῖ, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 60 ἑκατομμυρίων ἤθελεν εἶσθαι ἀνεπαρκὲς διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου. Ὁ κ. Καλλιγᾶς ἰδιαιτέραν διετύπωσε γνώμην, παραδεχθεὶς τὴν σύμβασιν ὡς ἔχει, καθόσον δύο Κυβερνήσεις, μελετήσασαι τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, ἐνόμισαν, ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ εὕρωσιν ἕτερον δάνειον ὑπὸ συμφερωτέρους ὅρους. Τρίτη γνώμη ἦτο τοῦ κ. Κυριακίδου καὶ ἐμοῦ, ἀποφηναμένων, ὅτι ἐν ταῖς παρούσαις περιστάσεσι δὲν εἶναι ὠφέλιμον καὶ ἀναγκαῖον ἀπὸ τοῦδε νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς ἀπονομῆς τοῦ ἀποκλειστικοῦ προνομίου εἰς τὴν Τράπεζαν, καθόσον ὑπολείπονται 12 ὁλόκληρα ἔτη μέχρι τοῦ 1892, ὅτε τὸ προνόμιον τῆς Τραπέζης παύει. Ἀληθῶς οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως τοσοῦτον βαρεῖς ἐφάνησαν ἡμῖν, ὥστε ἠπορήσαμεν πῶς τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον ἐπροτίμησε τὴν τοιαύτην σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἐγκατέλειψε δάνειον 80 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον προσεφέρθη αὐτῇ ὑπὸ συμφερωτάτους ὅρους καὶ ἐπὶ τόκῳ 7½% μόνον. Τοῦτο διεβεβαίωσεν ἡμᾶς αὐτὸς ὁ πρόεδρος τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Καί τοι φίλα φρονῶν πρὸς τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον, δὲν δύναμαι ν’ ἀρνηθῶ, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη, συγκρινομένη πρὸς τὰς προτάσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας εἶχον προτείνει πρὸς τὸν κ. Τρικούπην, δεικνύεται ὅλως ἐπιζημία πρὸς τὸ ἔθνος. Ἐπεθύμουν ἀληθῶς κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην νὰ μὴ ἤμην παρών, καίτοι φίλος τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὅπως μὴ ἀκούσω ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, εἰς ἣν ἀνήκω, ὅτι ἠδύνατο νὰ εὕρῃ δάνειον 80 ἑκατομ. πρὸς 7 καὶ 50%, καὶ ὅμως προετίμησε τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ κατηγόρησε τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν, ὡς μὴ δυναμένην νὰ εὕρῃ οὔτε μικρότερον ποσόν, ἔστω καὶ ὑπὸ ὅρους ἀσυγκρίτως βαρυτέρους. Ἀναλύων τὴν σύμβασιν τὴν ὑπὸ τοῦ προκατόχου ὑπουργείου συνομολογηθεῖσαν καὶ υἱοθετηθεῖσαν παρὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, θέλω διαιρέσει εἰς δύο μέρη αὐτήν, ὅπως ἐξ ἑνὸς μὲν δείξω τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἀναλαμβάνει ἀπέναντι τῆς Τραπέζης, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἡ Τράπεζα ἀναλαμβάνει ἀπέναντι τοῦ δημοσίου. Οὕτως ἀπέναντι δανείου 62 ἑκατομ. ἐπὶ τόκῳ, ζητεῖται τόκος 1% μὲν ἐπὶ 52 ἑκατομμυρίων, τόκος δὲ 7% διὰ τὰ δέκα ὑπόλοιπα, ἅτινα τὸ δημόσιον δύναται νὰ ζητήσῃ κατὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1881. Ὁ μέσος ὅρος τοῦ τόκου ἑπομένως ἀνέρχεται εἰς 2%, καὶ οὐχὶ εἰς 1%. Ἰδοὺ δὲ πῶς. Ἐπὶ 52 ἑκατομμυρίων θέλομεν πληρώνει τόκον 1%, ἤτοι 52 χιλιάδες δραχμῶν, ἐπὶ δὲ τῶν 10 τῶν ὑπολοίπων 700 χιλιάδας, ὥστε ἐν ὅλῳ ἐπὶ ποσοῦ 62 ἑκατομμυρίων θέλομεν πληρώνει πρὸς τὴν Τράπεζαν τόκον 1 ἑκατομμύριον 200 χιλιάδας. Ἀλλ’ ἡ Τράπεζα, κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, καὶ πρὸ τῆς συμβάσεως, ὤφειλε τὸ μεταλλικὸν αὐτῆς νὰ κρατῇ εἰς τὰ ταμεῖα αὐτῆς, ὅπως τοῦτο χρησιμεύῃ πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ γραμματίων. Ἤδη ὅμως ἡ Τράπεζα θεωρεῖ τὸ μεταλλικόν, τὸ διδόμενον εἰς τὸ δημόσιον, ὡς εὑρισκόμενον ἐν τοῖς ταμείοις αὐτῆς, καὶ ἐν ᾧ τοῦτο προηγουμένως δὲν ἀπέδιδεν εἰς αὐτὴν οὐδεμίαν ὠφέλειαν, διότι δὲν ἐπετρέπετο αὐτῇ νὰ ποιῆται χρῆσιν, ἤδη θέλει ἀπολαύει τόκον. Ἐὰν ἑπομένως ἀφαιρέσωμεν ἐκ τοῦ ὅλου ποσοῦ τοῦ δανείου τῶν 62 ἑκατομ. τὸ μεταλλικόν, τὸ ὁποῖον, ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ σύμβασις, ἡ Τράπεζα ὤφειλε νὰ κρατῇ ἄγονον ἐν τοῖς Ταμείοις αὐτῆς, θέλομεν παρατηρήσει, ὅτι πληρόνομεν τόκους 1,200,000 ἐπὶ κεφαλαίου 25 ἑκατομμυρίων, καὶ οὐχὶ ἐπὶ 62 ἑκατομμυρίων, ἤτοι τόκον 4, 50%. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου τὸ δημόσιον μέχρι τοῦδε κατὰ τὸ ἄρθρ. 3 ἐλάμβανε παρὰ τῆς Τραπέζης τόκον 4% διὰ τὰς παρὰ τῇ Τραπέζῃ καταθέσεις τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων, ἤτοι ἐλάμβανε κατὰ μέσον ὅρον 80 χιλιάδας δραχμῶν κατ’ ἔτος, ἤδη ὅμως, ὡς ἐκ τῆς συμβάσεως τοῦ δανείου, ὁ τοιοῦτος τόκος θέλει ἐλαττωθῆ, καὶ ἀντὶ ὀγδοήκοντα χιλιάδων, τὰς ὁποίας τὸ δημόσιον ἐλάμβανε, θέλει λαμβάνει τὸ ¼, ἤτοι μόνον 20 χιλιάδας. Προσθέτοντες πρὸς τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν τῶν τόκων ἐκ δραχμῶν 1,200 χιλιάδων καὶ τὰς 60 ταύτας χιλ. τὰς ὁποίας δωρεῖται, ἀνευρίσκομεν, ὅτι θέλομεν πληρόνει ἐπὶ κεφαλαίου 27 ἑκατομμυρίων τόκους 1260 χιλ., ἤτοι 4,60% ἐτησίως, καὶ οὐχὶ 1% καὶ μόνον. Ἐκτὸς τούτου τὸ δημόσιον ἕνεκα τῆς συμβάσεως ἠναγκάσθη, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἄλλως, παρὰ νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ τὴν μὴ ἐξαργύρωσιν τῶν γραμματίων. Ἀλλ’ ἐκ τούτου βεβαίως ἡ Τράπεζα θέλει ὠφεληθῆ σπουδαίως πρὸς βλάβην τοῦ δημοσίου καὶ τῆς ἐν γένει κοινωνίας, διότι ἐν τοῖς Ταμείοις αὐτῆς δὲν θέλει ὑπάρχει οὐδὲ ὀβολὸς εἰς μεταλλικόν, ἐνῷ τὸ ἐν κυκλοφορίᾳ χαρτονόμισμα θέλει αὐξήσει καὶ ἑπομένως ὑποστῆ ὑποτίμησιν. Ἐκ ταύτης δὲ ζημία εἰς τὸ δημόσιον, εἰς τὸ ἐμπόριον, εἰς τὴν βιομηχανίαν, ἀλλ’ ὀφέλη εἰς τὴν Τράπεζαν, διότι θέλει τοκίζει ἀνώτερον ἀριθμὸν τῶν ἑαυτῆς τραπεζογραμματίων. Τὸ σπουδαιότερον ὅμως, ὅπερ ἡ Τράπεζα ἐζήτησε καὶ ἔλαβε παρὰ τοῦ δημοσίου, δυνάμει τῆς συμβάσεως, λόγῳ τοῦ δανείου, εἶναι ἡ ἀπαλλαγὴ αὐτῆς ἀπὸ πάσης νέας φορολογίας. Οὕτω θέλομεν ἔχει Κράτος ἐν Κράτει, διότι ἂν ἔκτακτοι περιστάσεις θέλουσι παρουσιασθῆ καὶ ἀναγκασθῶμεν νὰ αὐξήσωμεν τοὺς φόρους τῶν κτηματιῶν καὶ βιομηχάνων, μόνη ἡ Τράπεζα θέλει εἶσθαι ἀδιάφορος πρὸς τὰς συμφορὰς καὶ τὰς ζημίας, διότι αὕτη καὶ μόνη θέλει ἐξακολουθεῖ πληρόνουσα τοὺς προτέρους φόρους. Ἐπὶ 18 ἑκατομμυρίων, κύριοι, μετοχικοῦ κεφαλαίου ἀπὸ τὸ 1840 ἡ Τράπεζα δὲν ἐπλήρωσε πρὸς τὸ δημόσιον εἰμὴ 10 χιλιάδας μόνον δραχμῶν, πρὸ ὀλίγου δὲ οἱ φόροι αὐτῆς ηὔξησαν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 120 χιλιάδων. Ἐνόμισεν ἑπομένως, ὅτι ἕνεκα τῆς συμβάσεως ταύτης καλὸν ἦτο νὰ ἐξασφαλισθῇ ἀπὸ τοῦδε καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἀπαλλαγήν της ἀπὸ πᾶσαν νέαν φορολογίαν. Ἐν Γαλλίᾳ ἡ Τράπεζα, τῆς ὁποίας τὸ κεφάλαιον ἀνέρχεται εἰς 182 ἑκατομ. καὶ 500 χιλιάδας, (ἔχει δηλονότι δεκαπλάσιον κεφάλαιον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης,) ἀποδίδει εἰς τὸ δημόσιον οὐχὶ τὸ διπλάσιον, τὸ πληρονόμενον ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀλλὰ 5,111,847. Ἐὰν κατὰ τὴν αὐτὴν κλίμακα ἠθέλομεν φορολογήσει καὶ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἤθελεν αὕτη ὑποχρεωθῆ εἰς πληρωμὴν 540 χιλ. Ἐν Ἀγγλίᾳ ὁμοίως ἡ Ἀγγλικὴ Τράπεζα ὑποχρεοῦται νὰ ἔχῃ ἐν κυκλοφορίᾳ οὐχὶ τὸ τριπλάσιον ποσὸν τοῦ μετοχικοῦ ἐναποταμιεύματος, ἀλλ’ ὑποχρεοῦται νὰ ἔχῃ εἰς κυκλοφορίαν μόνον 15,000,000 στερλινῶν πλέον τοῦ μεταλλικοῦ ἀποταμιεύματος αὐτῆς. Ἐκ τούτων ὅμως 14,000,000 λίρας στερλ. ὑποχρεοῦται ἀτόκως νὰ δανείζῃ πρὸς τὴν κυβέρνησιν, καὶ 4,000,000 μόνον ἐπιτρέπεται αὐτῇ νὰ ἔχῃ εἰς κυκλοφορίαν πρὸς ἴδιον ὄφελος. Καὶ ὅμως ἕνεκα τοῦ ποσοῦ τούτου ὑποβάλλεται εἰς πληρωμὴν 3 σελινίων καὶ 8 δηναρίων δι’ ἕκαστον τραπεζογραμμάτιον 100 λιρῶν ὡς φόρον χαρτοσήμου. Σημειωτέον μάλιστα, ὅτι ἕκαστον γραμμάτιον τραπεζικόν, ἐπανερχόμενον εἰς τὴν Τράπεζαν, δὲν ἐξέρχεται τὸ ἴδιον, ἀλλ’ ὀφείλει ν’ ἀνανεωθῇ καὶ ὑποκύψῃ εἰς νέαν φορολογίαν χαρτοσήμου. Μετὰ τὰς ὠφελείας ταύτας, τὰς ὁποίας ἐκ τῆς συμβάσεως ἡ Τράπεζα ἔλαβεν ἐκ τοῦ δημοσίου, ἐπεζήτησε μεγαλειτέραν καὶ πολλῷ σπουδαιοτέραν, τὴν ἀνανέωσιν δηλονότι τοῦ ἀποκλειστικοῦ προνομίου ἐπὶ 25 ἔτη, ἀρχομένου ἀπὸ τοῦ 1892 καὶ λήγοντος ἐν ἔτει 1917. Μὴ ἀρκεσθεῖσα ὅμως καὶ πάλιν εἰς τὸ ἀποκλειστικὸν προνόμιον ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα, ἐπεζήτησε καὶ ἐπὶ τῶν προσαρτηθησομένων ἐπαρχιῶν τὴν ἐπέκτασιν τοῦ προνομίου ἀπὸ τῆς προσαρτήσεως αὐτῶν μέχρι τοῦ 1917. Ἀληθῶς δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἡ ἐν τῷ Ῥωμαϊκῷ δικαίῳ ἀπαντῶσα διάταξις περὶ ἀντιβαδιασῶν δὲν ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ὁ τοιοῦτος ὅρος ἐν τῇ πρώτῃ συμβάσει ἔβλαψε καὶ τὴν ὑπόληψιν τῆς Τραπέζης καὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Εὐτυχῶς ὅμως ἀπηλείφθη ὑπὸ τοῦ διαδόχου ὑπουργείου, ἀλλὰ μετ’ αὐτοῦ ἀπηλείφθη καὶ τὸ 12 ἄρθρον τῆς συμβάσεως, τὸ μόνον δῶρον, τὸ ὁποῖον παρεῖχεν ἐν τῇ κοινωνίᾳ μικρὰν ἀνακούφισιν ἀπέναντι τῶν θυσιῶν, τὰς ὁποίας τὸ δημόσιον ἐκ τῆς συμβάσεως ὑφίστατο. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἔχον ὡς ἕπεται, «Αἱ παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τῶν ὑποκαταστημάτων αὐτῆς ἐκδιδόμεναι ἐπιταγαὶ διὰ τὴν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ κίνησιν τῶν κεφαλαίων ὑποβάλλονται εἰς χαρτόσημον δέκα λεπτῶν, δι’ οἱονδήποτε ποσὸν ἤθελον ἐκδοθῆ» Ἐν ἄλλοις λόγοις τὸ χαρτόσημον, τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς τὰς ἐπιταγὰς, ὅπερ ὁμολογουμένως ἦτο βαρύτατον καὶ ἄδικον, ἠλαττοῦτο διὰ τῆς συμβάσεως εἰς 10 καὶ μόνον λεπτά. Ἡ ἀπάλειψις αὕτη, ἐπενεχθεῖσα ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Κουμουνδούρου, λόγον ἴσως εἶχεν, ὅτι ὁ ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου φόρος ἦτον καὶ εἶναι ὑπέγγυος, καὶ ἑπομένως ἦτο δυνατὸν νὰ γεννηθῶσι παράπονα ἐκ τῆς τοιαύτης αὐτοῦ ἐλαττώσεως. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος δὲν εἶναι ἀκριβὴς, διότι διὰ νέων αὐξήσεων ἐπηυξήσαμεν τὸν ἐπὶ χαρτοσήμου φόρον καὶ ἐπετρέπετο ἡμῖν νὰ τὸν ἐλαττώσωμεν μέχρι τοῦ ἀρχικοῦ ποσοῦ, ὅπερ κατὰ πρῶτον ὑπεγγυάσαμεν. Κατόπιν τῶν γενικῶν τούτων παρατηρήσεων, θέλω ἐξετάσει ἐν συντόμῳ, ἐὰν ἡ Τράπεζα ὤφειλεν ἐν ταῖς παρούσαις περιστάσεσι νὰ ζητήσῃ τὴν ἀνανέωσιν τοῦ προνομίου αὐτῆς δώδεκα ἔτη πρὸ τῆς λήξεως, δεύτερον, ἐὰν τὸ προκείμενον δάνειον εἶναι ἐπαρκὲς, καὶ τρίτον ἂν δὲν ἦτο συμφερώτερον, ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, νὰ συνομολογήσωμεν ἐξωτερικὸν δάνειον, ἔστω καὶ μὲ βαρύτερον τόκον τοῦ 8 καὶ 9%. Τὰ ἀποτελέσματα καὶ αἱ συνέπειαι τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἶναι εἰς πάντας γνωσταὶ, ὥστε δὲν θέλω ἐνδιατρίψει ἐπ’ αὐτῶν, ἀλλ’ ἀρκοῦμαι ἀναφέρων ὑμῖν, ὅτι, ἐνῷ τὸ μὲν δημόσιον θέλει πληρώνει τόκον 4 καὶ 6 τοῖς ἑκατόν, θέλει ὑποστῆ σπουδαιοτάτην ζημίαν, τὴν ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, διότι αἱ μὲν εἰσπράξεις τοῦ δημοσίου, ἀπὸ 47 ἢ 48 ἑκατομμύρια, θέλουσιν ἐλαττωθῆ ἕνεκα τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ χαρτονομίσματος εἰς 39 ἢ 40 ἑκατομμύρια κτλ., ἡ ἐκ ταύτης ζημία, προστιθεμένη εἰς τὸν τόκον, τὸν ὁποῖον θέλομεν πληρόνει διὰ τὸ μετὰ τῆς Τραπέζης δάνειον, ἔσεται ἀναμφισβητήτως ἀνωτέρα τοῦ 7½%, ἅτινα ἠθέλομεν πληρώσει διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ τόκου τοῦ ἐξωτερικῶς συνομολογουμένου δανείου. Ἀρκεῖ νὰ μνημονεύσω, ὅτι ἐπὶ τῷ ἀκούσματι τῆς συνομολογήσεως τῆς εἰρημένης συμβάσεως καὶ τῆς ἀνανεώσεως τοῦ ἀποκλειστικοῦ προνομίου, ἐπὶ 25 ἔτη, αἱ συνέπειαι ἤρξαντο. Λόγῳ τούτων καὶ τῆς ἰδέας τῆς διαιωνίσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἠλαττώθησαν αἱ περιουσίαι πάντων ἡμῶν κατὰ 7 καὶ 8%, ἕνεκα τῆς ἐπελθούσης ὑποτιμήσεως τοῦ χαρτονομίσματος. Τὸ δημόσιον ἀναγκαζόμενον νὰ πληρώνῃ τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν ἐξωτερικῶν αὐτοῦ δανείων εἰς μεταλλικὸν, καὶ ἀναγκαζόμενον νὰ προμηθεύηται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ τὰ ἀναγκαιοῦντα αὐτῷ, θέλει ὑφίστασθαι τὰς συναλλαγματικὰς ταύτας διακυμάνσεις, αἵτινες βραδύτερον δύνανται νὰ μεταβληθῶσιν ἔτι περισσότερον, καὶ ἡ ζημία ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ χαρτονομίσματος, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ μέταλλον, νὰ ὑπερβῇ καὶ τὰ 20%. Ἀλλὰ δυνάμεθα τοὐλάχιστον νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς σημερινὰς ἡμῶν ἀνάγκας διὰ τοῦ δανείου τούτου τοῦ συνομολογηθέντος μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Τραπέζης; Ἰδοὺ τὸ σπουδαῖον ζήτημα. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς, ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς Συνόδου ταύτης, ἀνέφερεν ἡμῖν ῥητῶς καὶ σαφῶς, ὅτι κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ ἐπιόντος ἔτους δὲν θέλουσιν ἐναπομείνει εἰμὴ 12,000,000 διαθέσιμα. Ἀλλὰ τί θέλομεν πράξει τότε; Μετὰ τὴν ἐξόδευσιν καὶ τοῦ ποσοῦ τούτου, θέλομεν καταφύγει ἐκ νέου καὶ πάλιν εἰς τὴν Τράπεζαν; Ἀλλὰ δὲν φοβεῖσθε μὴ τυχὸν ζητήσῃ νέαν παράτασιν τοῦ προνομίου της, ἐπὶ μίαν νέαν πεντηκονταετηρίδα ἀρχομένην ἀπὸ τοῦ 1917; Δὲν φοβεῖσθε μὴ τυχόν, ὅπως ὁ ἔμπορος τῆς Βενετίας, ζητήσῃ καὶ τὸ δέρμα ἡμῶν, πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν πρὸς τὸ ἔθνος παρ’ αὐτῆς δανειζομένων; Ἐλησμόνησε δυστυχῶς ἡ Τράπεζα, ὅτι τὴν πρόοδον αὐτῆς ὀφείλει εἰς τὸ ἔθνος καὶ ἐλησμόνησεν, ὅτι οὐδὲν ἔθνος παρεχώρησεν εἰς Τράπεζαν τοσαύτας προνομίας, ὅσας ἡ Ἑλλὰς πρὸς αὐτήν; Ἐλησμόνησε δυστυχῶς, ὅτι ἕνεκα τῶν προνομίων ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασε, καὶ ἐλησμόνησεν, ὅτι ἀπὸ τῆς συστάσεως αὐτῆς, ἐπαναπαυομένη ἐπὶ τοῦ προνομίου, δὲν κατεβίβασε τὸν τόκον, ἀλλὰ διετήρησεν αὐτὸν καὶ διατηρεῖ εἰς 8%, ἐν ᾧ ἠδύνατο νὰ ἐλαττώσῃ αὐτὸν εἰς μικρότερον ποσόν. Δὲν ἐνόησα ἑπομένως, διατί τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον ἀπέῤῥιψε τὸ προσφερθὲν αὐτῷ δάνειον, οὗ οἱ ὅροι ἦσαν συμφερώτατοι, ἀναλόγως τῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας σήμερον διατελοῦμεν, καὶ μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ ἐρωτήσω καὶ τὸ παρὸν Ὑπουργεῖον, ὅπερ νομίζω, ἐφάνη θεωροῦν τὴν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης σύμβασιν ὡς βλαπτικήν, τί γίνονται ἐνέργειαι αὐτοῦ περὶ συνομολογήσεως μεγάλου δανείου ἐξ 150 ἑκατομμυρίων; Εὑρίσκονται ἆρά γε εἰς εὐάρεστον ἀποτέλεσμα ἢ ἐναυάγησαν ἢ καὶ τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο μετέβαλε γνώμην καὶ ἐθεώρησε τὴν σύμβασιν ταύτην συμφέρουσαν; Δυστυχῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς οὐδεμίαν ἀπάντησιν δίδει, καὶ ἀρχίζω ν’ ἀπελπίζωμαι.
§63ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα.
§64ΚΑΡΑΛΗΣ. Φοβοῦμαι, ὅτι μεγάλας δυσκολίας θέλετε ἀπαντήσει, καὶ ὅτι θέλετε εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραδεχθῆτε τὴν σύμβασιν. Ἕνεκα τούτου παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ὅπως καὶ ἐὰν δεχθῇ τὴν προκειμένην σύμβασιν, ἀρνηθῇ ν’ ἀνανεώσῃ τοὐλάχιστον τὸ προνόμιον τῆς Τραπέζης, καθ’ ὅσον οὐδένα κίνδυνον διατρέχει, καὶ δὲν ὑπάρχει λόγος, ὅπως πρὸ δωδεκαετίας δεσμεύσωμεν τὸ μέλλον τοῦ τόπου, ἀποκλείοντες πᾶσαν ἄλλην Τράπεζαν νὰ ἔλθῃ καὶ νὰ ἐγκατασταθῇ ἐν τῷ τόπῳ εἴτε ὑπὸ συμφερωτέρους ὅρους, εἴτε ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἐλευθερίας τῶν Τραπεζῶν. Νομίζω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ μὴ δεχθῶμεν ὁμοίως καὶ τὸ ἄρθρον 13, διὰ τοῦ ὁποίου ῥητῶς ἡ Τράπεζα ζητεῖ ν’ ἀποφύγῃ ἐν τῷ μέλλοντι πᾶσαν νέαν φορολογίαν, καθ’ ὅσον εἶναι ἄδικον, ἀφοῦ οἱ πολῖται καὶ τὰ διάφορα ἄλλα βιομηχανικὰ καὶ τραπεζιτικὰ καταστήματα φορολογοῦνται ἀναλόγως τοῦ κέρδους αὐτῶν, μόνη ἡ Τράπεζα νὰ μὴ ὑφίσταται τὴν δικαίαν καὶ ἴσην φορολογίαν. Ἐπίσης, κύριοι, νομίζω, ὅτι τὸ παραλειφθὲν 12 ἄρθρον περὶ ἐλαττώσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου ἐπὶ τῶν ἐπιταγῶν, ἀνάγκη νὰ προστεθῇ εἰς τὴν σύμβασιν, δι’ οὓς λόγους ἀνέφερον πρὸ μικροῦ πρὸς ὑμᾶς.
§65ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ σημερινὴ συζήτησις, κύριοι, νομίζω, ὅτι εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα τῶν μέχρι τοῦδε, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει μετὰ μεγίστης ὑπομονῆς ν’ ἀσχοληθῶμεν. Ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς συνόδου ταύτης δὲν κάμνομεν ἄλλο ἢ νὰ ψηφίζωμεν δαπάνας· ἦλθεν ἐπὶ τέλους ἡ ἡμέρα νὰ σκεφθῶμεν ποῦ θὰ εὕρωμεν τὰ χρήματα. Σκέψις λοιπὸν μεγάλη πρόκειται ἡμῖν, ποῦ θὰ εὕρωμεν τὰ χρήματα. Δὲν εἶναι ἡ σύμβασις, ἥτις δίδει χώραν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ τὴν διαφωνίαν, εἶναι τὸ ζήτημα τὸ σπουδαῖον, πῶς δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τὰ χρήματα, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην, ὅπως ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν ἀπέναντι τῆς Πατρίδος, διὰ τὴν ὁποίαν ἀνεδέχθημεν μέγαν ἀγῶνα. Πᾶσα πλαγία σκέψις καὶ πᾶσα πολιτικὴ ἰδέα πρέπει νὰ λείψῃ, καὶ νὰ σκεφθῶμεν, πῶς δυνάμεθα νὰ λύσωμεν τὸ μέγα οἰκονομικὸν ζήτημα, καὶ νὰ φθάσωμεν, ὅσον οἷόν τε ἐπιτυχέστερον, εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τῶν ἀναγκαίων μέσων. Διὰ τοῦτο ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν εἰς τὸ ζωτικὸν τοῦτο ζήτημα, διότι, ἐὰν εὕρωμεν τὸ ποσόν, τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἀνάγκην, τότε δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν ἐπιτυχίαν· ἄλλως τε, κύριοι, δὲν δύναται νὰ προΐδῃ τις ἢ ἀποτυχίαν, καὶ ἀντὶ ν’ αὐξήσητε τὰς προμηθείας, ὅπερ πάντες ἐπιθυμοῦμεν, παραιτηθῆτε, διότι θὰ εὑρεθῆτε ἄνευ ποδῶν, καὶ δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ κινήσητε ἐκεῖ ὅπου τὸ καθῆκον σᾶς καλεῖ. Οὔτε οἱ ἡμίονοι καὶ οἱ ἵπποι, οὔτε τὰ πυροβόλα καὶ αἱ προμήθειαι τῶν στολῶν θὰ σᾶς φέρωσι πρὸς τὸν σκοπὸν ὃν ἐπιδιώκετε, ἀλλὰ θὰ κινηθῆτε διὰ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ τὰ ἔχητε ἕτοιμα διὰ τὰ μεγάλα ἔξοδα τοῦ πολέμου. Σκεφθῆτε περὶ τούτου, καὶ ἐὰν νομίζητε, ὅτι αἱ θυσίαι καὶ αἱ προσφοραὶ δύνανται νὰ σᾶς ἐξασφαλίσωσι τὰ μέσα, μὴ φεισθῆτε θυσιῶν καὶ προσφορῶν, δεχθῆτε ὅλους τοὺς ὅρους, ἐπιβαρύνετε τὴν παροῦσαν καὶ τὴν μέλλουσαν γενεὰν ἀπέναντι τοῦ σκοποῦ, πρὸς ὃν ὀφείλετε νὰ προσβλέπητε. Ἐὰν ὅμως τὸ προτεινόμενον δάνειον ἦναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ ζήσωμεν δύο μόνον μῆνας, κατὰ δὲ τὴν στιγμὴν τῆς ἀνάγκης νὰ εὑρεθῶμεν γυμνοὶ καὶ ἠναγκασμένοι νὰ ζητήσωμεν νέον δάνειον, διότι δὲν θὰ ἔχωμεν τὰ μέσα νὰ κινήσωμεν, τότε σᾶς λέγω, σταματήσατε ἀπὸ τοῦδε. Δὲν εἶναι οἱ τόκοι, δὲν εἶναι τὰ βάρη, δὲν εἶναι αἱ ὑποχρεώσεις, αἵτινες ἔπεισαν τὴν ἐπιτροπὴν ν’ ἀποφανθῇ ὅπως ἀπεφάνθη ἐπὶ τῆς συμβάσεως· εἶναι τὸ μέγα ζήτημα, ὅτι ἡ σύμβασις δὲν ὑπηρετεῖ τὸν σκοπόν, δι’ ὃν συνωμολογήθη καὶ εἰς ὃν πάντες ἀποβλέπομεν. Δυστυχῶς, ὅταν κατὰ πρῶτον συνελήφθη ἡ ἰδέα τῆς μεγάλης ἐπιχειρήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, ὅταν, ἀπούσης τῆς Βουλῆς, ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐνόμισεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ ἀρχίσῃ ἀμέσως τὰς μεγάλας προπαρασκευάς, ὅπως προετοιμάσῃ τὴν Ἑλλάδα πρὸς στρατιωτικὴν ἐνέργειαν, παρέλειψε νὰ σκεφθῇ περὶ τοῦ μεγαλειτέρου ζητήματος. Δὲν ἐσκέφθη, ὅτι, πρὶν ἢ ἐπιχειρήσῃ ὅ,τι ἐπεχείρησε, πρὶν ἢ κάμῃ γνωστὴν τὴν ἀπόφασίν της, ἔπρεπε νὰ προβλέψῃ περὶ χρημάτων, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα. Ἔπρεπε περὶ τούτου πρῶτον νὰ σκεφθῇ, καὶ τότε νὰ θέσῃ τὸν τόπον εἰς ἣν τὸν ἔθεσε θέσιν. Ἡ ἔλλειψις ἐκείνη εἶναι συνέπεια τῆς δυσχεροῦς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα· ἡ ἔλλειψις ἐκείνη ὑπεχρέωσε τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ τὴν παροῦσαν σύμβασιν, ὡς καὶ πᾶσαν ἄλλην. Ἰδοὺ ἡ θέσις, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα· ἰδοὺ τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐλλείψεως προνοίας κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Μοὶ λέγουσι «τί ματαίως ἀγωνίζεσαι; δὲν ἔχομεν νὰ πληρώσωμεν τὰς καθημερινὰς ὑποχρεώσεις μας, θὰ δεχθῶμεν τὴν σύμβασιν», καὶ ἐγὼ ἀπαντῶ, ὅτι ἡ θεραπεία τῶν παρουσῶν ἀναγκῶν δὲν μὲ ἱκανοποιεῖ. Εἶμαι ἕτοιμος νὰ κάμω πᾶσαν θυσίαν, νὰ δεχθῶ ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις, νὰ δεχθῶ ὅλα τὰ βάρη καὶ ὅλους τοὺς ὅρους, ἀλλὰ νὰ ἐξασφαλίσω τὸ μέλλον, τὸ ὁποῖον βλέπω σκοτεινόν, μαῦρον, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου δὲν δυνάμεθα νὰ ὀπισθοχωρήσωμεν. Δὲν πρόκειται περὶ ἐμπορικοῦ συναλλάγματος, δὲν πρόκειται περὶ συμβάσεως ἐμπορικῆς, δὲν πρόκειται νὰ σκεφθῶμεν ἐὰν ὁ δεῖνα ὅρος ἦναι ἐπιζήμιος καὶ ἐπαχθής, ἀλλὰ πρόκειται, ὅπως εἶπον, νὰ μάθωμεν, ἐὰν τὸ δάνειον αὐτὸ δύναται νὰ ὑπηρετήσῃ τὸν ἐθνικὸν ἡμῶν σκοπόν, καὶ εἰς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν συνδρομὴν αὐτῆς τῆς Τραπέζης, ἥτις δύναται νὰ μᾶς σώσῃ. Ἠκούσατε, ὅτι σήμερον δὲν ὑπάρχει σχεδὸν ἐλπὶς ἐξωτερικοῦ δανείου, καὶ ὅτι ὀφείλομεν νὰ στραφῶμεν πρὸς τὴν Τράπεζαν, θεωροῦντες ἑμαυτοὺς εὐτυχεῖς, ὅτι ἔχομεν τοιοῦτον κατάστημα ἐντὸς τοῦ Τόπου. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν ἐγώ, κύριοι, νὰ μεμφθῶ τὴν Τράπεζαν, διότι ἀπῄτησε τοὺς ἐν τῇ συμβάσει ὅρους· ἀπ’ ἐναντίας, ἐὰν ὑπηρετήσῃ τὸν σκοπόν μας, εἶμαι διατεθειμένος νὰ παραδεχθῶ ὅλους αὐτοὺς τοὺς ὅρους, διότι ἡ ὑπηρεσία αὕτη εἶναι πολὺ ἀνωτέρα πάσης θυσίας, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν ἄλλοθεν χρήματα, τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Τραπέζης τὴν θεωρῶ πολύτιμον. Ἀλλὰ ἀπαιτῶν παρὰ τῆς Τραπέζης νὰ μᾶς συντρέξῃ, δὲν θεωρῶ ἐπαρκὲς τὸ προσφερόμενον δάνειον, ὥστε νὰ δεχθῶ τοὺς συνομολογηθέντας ὅρους. Αὐτά, κύριοι, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν ἡ Ἐπιτροπή, παρετήρησεν, ὅτι ἡ σύμβασις ἔχει δύο ἀντικείμενα· τὸ πρῶτον εἶναι τὸ δάνειον, τὸ δὲ δεύτερον ἡ ἀνανέωσις τῶν προνομίων. Τὰ δύο ταῦτα ἀντικείμενα εἰσὶ κεχωρισμένα, ἡ δὲ Ἐπιτροπὴ παρεδέχθη τὴν γνώμην, ἣν διετύπωσεν, ὅπως προλάβῃ τὴν παρεξήγησιν, ὅτι ἡ Τράπεζα ἠθέλησεν, ἐκ τῶν παρουσῶν σπουδαίων περιστάσεων ὠφελουμένη, νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸ Κράτος ὑποχρεώσεις, περὶ ὧν δὲν πρόκειται κατὰ τὴν παροῦσαν ἐποχήν. Ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι ὁ δεύτερος ὅρος δὲν συμβιβάζεται μὲ τὸν ὅρον τοῦ δανείου, θέλομεν ἀδικήσει τὴν Τράπεζαν, διότι θέλομεν παραδεχθῆ, ὅτι ἠθέλησε νὰ κερδοσκοπήσῃ ἐπὶ τῆς στενοχωρίας καὶ δυστυχίας ἡμῶν. Θέλω λοιπὸν νὰ θεωρήσω τὰ δύο ταῦτα ἀντικείμενα συνδεόμενα ἀδιασπάστως, καὶ ἑπομένως τὸ δεύτερον φυσικὴν συνέπειαν τοῦ πρώτου· ἀλλὰ διὰ νὰ παραδεχθῶ τοῦτο, πρέπει νὰ παραδεχθῶ, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦ δανείου εἶναι τοσοῦτον, ὥστε εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Τράπεζα νὰ ὑποβληθῇ πρὸς προμήθειαν αὐτοῦ εἰς ὑποχρεώσεις, καὶ ἑπομένως ἔχει ἀνάγκην νὰ ζήσῃ εἰσέτι 37 ἔτη, ὅπως ἐπὶ τῇ διαβεβαιώσει ταύτῃ προμηθευθῇ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα προσφέρει ὡς δάνειον εἰς τὸ Ἔθνος· ἐὰν ὅμως θέλῃ νὰ δώσῃ τὰ εἰς τὰ κιβώτιά της εὑρισκόμενα χρήματα, τότε θὰ ἦναι δίκαιον νὰ ἀπαιτῇ νὰ λάβῃ ἀπὸ τοῦδε καὶ τὴν ἀνανέωσιν τοῦ προνομίου; Δὲν ἁρμόζει νὰ εἴπῃ, ὅτι, ἐπειδὴ δίδω τὰ ἐν τοῖς κιβωτίοις μου χρήματα ἐπὶ τόκῳ, διὰ τοῦτο θέλω καὶ τὸ προνόμιον ἐπὶ 25 ἔτη. Δι’ αὐτὸ τὸν λόγον ἡ ἐπιτροπὴ φρονοῦσα, ὅτι ἀδιαιρέτως πρέπει νὰ συνδέσῃ τὸ πρῶτον μέρος μετὰ τοῦ δευτέρου καὶ νὰ ὑπολογίσῃ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θεωρεῖται ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον, καὶ τὸ ὁποῖον ἡ Τράπεζα δύναται ν’ ἀναδεχθῇ νὰ προμηθεύσῃ, ἀναλαμβάνουσα ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τρίτων, συνεπέρανεν, ὅτι ἐν μόνῃ τοιαύτῃ περιπτώσει θεωρεῖ δικαιολογημένην τὴν παραχώρησιν τοῦ προνομίου ἐπὶ 25 εἰσέτι ἔτη. Διὰ τί, κύριοι; παραδεχόμεθα τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ἐπὶ χρόνῳ ἀορίστῳ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι πρὸ ἑπτὰ μηνῶν, τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς νῦν ἀντιπολιτεύσεως, τὴν κατεδικάσαμεν ὡς ἐπιβλαβῆ εἰς τὸν τόπον; διατί, λέγω, σήμερον τὴν ἐγκληματίζομεν εἰς τὸν τόπον; Διὰ τὰς μεγάλας ἀνάγκας εἰς ἃς διατελοῦμεν καὶ διὰ τὸν μέγαν σκοπόν, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ὑπηρετήσωμεν, διὰ τὸ μέγα συμφέρον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποκτήσωμεν. Ὑπηρετεῖται λοιπὸν ὁ σκοπὸς αὐτὸς διὰ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ λάβωμεν; Τί λαμβάνομεν διὰ τῆς συμβάσεως; Πεντήκοντα δύο ἑκατομμύρια, ἐξ ὧν τὰ μὲν 25 ἑκατομμύρια εἰς μεταλλικόν, τὰ δὲ 27 ἑκατομμύρια εἰς χαρτονόμισμα. Ποία δὲ εἶναι ἡ θέσις τοῦ Κράτους ἕνεκα τῶν ἀναγκῶν εἰς ἃς εὑρίσκεται; 42 ἑκατομμύρια ἔχει ἀνάγκην νὰ δαπανήσῃ μέχρι τέλους Δεκεμβρίου. Πόσον εἶναι τὸ μεταλλικόν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξάξωμεν ἕνεκα τῶν προμηθειῶν; Πλέον τῶν 25 ἑκατομμυρίων. Καὶ ποῦ θὰ δαπανήσωμεν αὐτὰ τὰ χρήματα; Εἰς τὰς προπαρασκευάς. Λοιπόν, ὅταν πρόκηται τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ λάβωμεν, νὰ τὸ δαπανήσωμεν ἐντὸς δύο μηνῶν, μετὰ δὲ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1880 θὰ εὑρισκώμεθα εἰς ἣν θέσιν εὑρισκόμεθα ἤδη, σᾶς ἐρωτῶ, ὑπηρετοῦμεν τὸν κύριον ἡμῶν σκοπὸν, παραδεχόμενοι τὴν προκειμένην σύμβασιν καὶ δίδοντες ὅλας τὰς παραχωρήσεις, τὰς ὁποίας ἡ σύμβασις δίδει; Ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ ἡ Τράπεζα: «δὲν δύναμαι περισσότερα νὰ δανείσω, δὲν δύναμαι ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ νὰ λάβω ἄλλα χρήματα,» ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν ὑποχρεώσωμεν, ἀλλὰ τί τῆς λέγομεν: εἶσαι δανειστής, θὰ μοὶ δώσῃς τὸ μεταλλικὸν, τὸ ὁποῖον ἔχεις, ἀλλὰ ποίαν σχέσιν ἔχει ἡ ἀνανέωσις τοῦ προνομίου μὲ τὸ δάνειον τοῦτο; Τὰ χρήματα τὰ ἔχεις εἰς τὰ κιβώτιά σου, πρόκειται νὰ μὲ δανείσῃς, θὰ σοῦ πληρώσω ἕνα τόκον συμπεφωνημένον, καὶ ἂν δὲν εὐχαριστῆσαι εἰς τὰ 7%, σοὶ δίδω ἀνώτερον. Πῶς ζητεῖς τὴν ἀνανέωσιν; Τί σχέσιν ἔχει αὐτὸ τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον πρόκειται σήμερον ἐπὶ ἀνοικτῷ λογαριασμῷ νὰ συνάψωμεν, μὲ τὴν ἀνανέωσιν τοῦ προνομίου; Ἰδοὺ ὅτι ἡ Τράπεζα εὑρίσκεται εἰς αὐτὸ τὸ δίλημμα· ἢ πρόκειται νὰ συνάψωμεν δάνειον, καὶ ἡ Τράπεζα νὰ μᾶς ὑπηρετήσῃ διὰ τὸ ποσόν, τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἀνάγκην πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἐργασίας, ἣν ὀφείλομεν ν’ ἀκολουθήσωμεν, ὥστε κατὰ τὸν Μάρτιον ἢ Ἀπρίλιον νὰ μὴ εὑρεθῶμεν ἄνευ χρημάτων, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ τῇ παραχωρήσωμεν τὸ προνόμιον, ἢ νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ δυνάμεθα νὰ τὸ λάβωμεν μὲ τόκον συμπεφωνημένον, ἀλλὰ νὰ σταματήσῃ ἐκεῖ τὸ πρᾶγμα, καὶ πᾶσα ἄλλη συμφωνία ξένη ἀπὸ τὸ δάνειον νὰ ἐκλείψῃ, διότι ἄλλως πᾶς ἄλλος ὅρος δὲν δύναται νὰ δώσῃ ἢ ἀφορμὴν καὶ σκέψεις, ἀσχέτους πρὸς τὴν προκειμένην περίστασιν. Ἰδοὺ αἱ σκέψεις, αἵτινες ἔπεισαν τὴν ἐπιτροπὴν, ὅπως γνωμοδοτήσῃ ὅπως ἐγνωμοδότησε, καὶ διὰ τοῦτο ἠθέλησα ν’ ἀναπτύξω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰς ἰδέας τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπως ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μετὰ τῆς Τραπέζης, καὶ νὰ ἴδῃ ἐὰν θὰ δυνηθῇ, εἴτε ὡς πρὸς τὸ πρῶτον, εἴτε ὡς πρὸς τὸ δεύτερον, νὰ συνεννοηθῇ, διότι ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν ν’ ἀποῤῥίψωμεν τὴν σύμβασιν, ἀλλὰ νὰ συνάψωμεν δάνειον, τὸ ὁποῖον καὶ τὸν ἐθνικὸν σκοπὸν νὰ ἐξυπηρετήσῃ καὶ νὰ καταδειχθῇ, ὅτι ἀναδέχεται τὸ Κράτος διὰ τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει, τὰ βάρη ταῦτα. Ὀφείλει λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις, συνεννοουμένη, νὰ μᾶς φέρῃ μίαν ἐξήγησιν, ἐὰν ἡ Τράπεζα δέχηται τὸ ἓν ἐκ τῶν δύο, ἢ ν’ αὐξήσῃ τὸ ποσὸν, καὶ τότε δυνάμεθα νὰ χορηγήσωμεν τὸ προνόμιον, ἢ ἐὰν δὲν θέλῃ τοῦτο, ἀλλὰ θέλει νὰ μᾶς δανείσῃ μόνον τὸ μεταλλικόν, τὸ ὁποῖον ἔχει, καὶ τότε πληρόνομεν τὸν συμπεφωνημένον τόκον, ἄνευ τοῦ ὅρου τῆς ἀνανεώσεως τοῦ προνομίου, ὁ ὁποῖος εἰς τοιαύτην περίστασιν εἶναι ἐντελῶς περιττός, καὶ ὁ ὁποῖος βλάπτει ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οὐχὶ μόνον τὸ ἔθνος, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν Τράπεζαν.
§66Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σήμερον βεβαίως δὲν εἶναι ἀνάγκη, οὔτε εἶναι καιρὸς νὰ ὁμιλήσω ἐν ἐκτάσει. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ εἰς ά ἀνάγνωσιν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον καὶ κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν θέλω ἀπαντήσει εἰς ὅσα ἐλέχθησαν καὶ ἴσως θέλω εὑρεθῆ εἰς τὴν εὐάρεστον θέσιν νὰ σᾶς ἀναγγείλω, ὅτι δὲν εἶναι ἀποτυχία δανείου ἐξωτερικοῦ.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον) Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἑκουσίας μεταθέσεως εἰς ἀποστρατείαν ἀξιωματικῶν. (Ἀναγινώσκεται.) Ἔχει τροπολογίαν ἡ ἐπιτροπή. (Ἀναγινώσκεται.)
§68Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐπειδὴ εἶμαι μεταξὺ τῶν ὑπογραψάντων εἰς τὴν τροπολογίαν, ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Ἐπιτροπὴ προέβη εἰς τὴν τροπολογίαν αὐτὴν καὶ ὅστις εἶναι μόνον ἡ πεποίθησις, ὅτι ἐν τῷ προσωπικῷ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ σήμερον ὑπάρχουσιν ἐλλείψεις σπουδαῖαι, ἐλλείψεις δὲ οὐχὶ διὰ τὸ μὴ πλῆρες τῶν στελεχῶν, ἀλλὰ διότι τινὲς τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες εἶναι χρησιμώτατοι ἄλλως ἐν καιρῷ εἰρήνης, εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὴν ἀποστολὴν αὐτῶν ἐν ὥρᾳ πολέμου λόγῳ σωματικῆς ἀνικανότητος.
§69ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι δειλοί;
§70Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Οὔτε ἡ φιλοτιμία, οὔτε ἡ προθυμία, οὔτε ἡ πρὸς τὸ καθῆκον ἀφοσίωσις ἐλλείπουσιν ἀπὸ τῶν συναδέλφων αὐτῶν. Αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν δίδω εἰς τὸν φίλον μου κ. Μπουφίδην. Εἶναι ὅμως γνωστόν, ὅτι ἡ ἡλικία, κατὰ τῆς ὁποίας οὐδεὶς δύναται νὰ παλαίσῃ, ἐπιφέρει ἀναγκαίως τὴν κατάστασιν σωματικῆς ἀνικανότητος πρὸς πόλεμον. Τὴν συναίσθησιν τῆς τοιαύτης καταστάσεως τὴν ἔχουν πολλοὶ τῶν συναδέλφων. Ἴσως ἴσως θὰ προέβαινον ἀμέσως εἰς τὰς αἰτήσεις περὶ ἀποστρατεύσεώς των, ἐὰν δὲν ἔβλεπον, ὅτι σήμερον δύνανται νὰ ὦσι χρήσιμοι καὶ χρησιμώτατοι μάλιστα διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, ἐφ’ ὅσον ὁ στρατὸς διατελεῖ ἐν εἰρήνῃ. Οἱ ἄνθρωποι ὅμως αὐτοί, τῶν ὁποίων ἡ φιλοτιμία δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τεθῇ εἰς ἀμφιβολίαν, θὰ εὑρεθῶσιν εἰς δυσχερῆ θέσιν, ἐὰν δὲν τοῖς δοθῇ ὁ ὑλικὸς καιρὸς νὰ σκεφθῶσι περὶ τῆς πορείας, ἣν θέλουσιν ἀκολουθήσει· διότι, ἐὰν σήμερον ψηφίσητε τὸν νόμον, χωρὶς τινος προειδοποιήσεως ἢ προθεσμίας, ἐκεῖνος ὅστις αἰσθάνεται ἑαυτὸν ἀνίκανον, εἶναι ἠναγκασμένος νὰ ὑποστῇ ὄχι ζημίαν ὑλικήν, δὲν διατρέχει μόνον κίνδυνον ζωῆς, ἀλλὰ κινδυνεύει νὰ ἐκθέσῃ τὴν φιλοτιμίαν του καὶ μετ’ αὐτῆς νὰ διακυβεύσῃ καὶ τὴν τιμὴν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ἔθνους τὰ συμφέροντα. Ἕνεκα τούτου φρονῶ, ὅτι εἶναι ἐπάναγκες νὰ δοθῇ καιρὸς σκέψεως αὐτοῖς· ἡ δὲ ἐπιτροπή, ὑποβαλοῦσα τὴν τροπολογίαν, ἐνόμισεν, ὅτι τοῦτο ἐπιτυγχάνεται, ἂν ἡ διάταξις τῶν ὑπὸ συζήτησιν νόμων τεθῇ ἐν ἰσχύϊ ἀπὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου τοῦ 1881.
§71Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑπάρχει ὁ ὅρος, ὅτι, ἐνόσῳ εὑρίσκεται ὁ στρατὸς ἐν ἐπιστρατεύσει, καταργεῖται τὸ δικαίωμα τῆς αἰτήσεως συντάξεως, κατόπιν δὲ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον περὶ ἐπανόδου τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν εἰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, ἐξάγεται ἀριδήλως ὅτι ὁ στρατὸς ἔχει ἀνάγκην προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον σήμερον ἐλλείπει. Ὅ,τι φοβεῖται ὁ προλαλήσας, θεραπεύεται δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου, διότι τὸ δικαίωμα τῆς κυβερνήσεως, τοῦ θέτειν ἐξ ἐπαγγέλματος εἰς ἀποστρατείαν, ὑφίσταται πλῆρες. Διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς ἐζήτησα νὰ ἐξασφαλίσω πρὸς χάριν τῆς ὑπηρεσίας τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ὑπηρετήσωσι τὸν στρατόν· ἐὰν δὲ ὁ χρόνος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀνώτερος καὶ τῆς φιλοτιμίας παντός, ἐπιβάλῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ θέσῃ ἐντὸς τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ ἀξιωματικοὺς ἐντίμως καὶ μεμακρυσμένας ὑπηρεσίας προσενεγκόντας, ἀπομένει εἰς τὴν κυβέρνησιν πλῆρες τὸ δικαίωμα, διότι διὰ τοὺς ἀποστράτους δὲν ἐδόθη ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα, παρὰ μετὰ μίαν ἐξέτασιν νὰ κριθῶσιν ἱκανοὶ ἢ ὄχι· ὥστε δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς φόβος, διότι οὐδεὶς ἱκανὸς εἰς τοιαύτην περίστασιν θὰ ζητήσῃ τὴν ἀποστρατείαν· ἀλλ’ ἔχω καθῆκον νὰ μὴ στερηθῇ ὁ στρατός, ἔστω καὶ ἑνὸς εἰς τοιαύτην περίστασιν.
§72ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Δὲν ἔχω νὰ εἴπω, κύριοι, εἰμὴ ὀλίγας λέξεις. Ὁ κ. ὑπουργὸς, κατερχόμενος τοῦ βήματος, εἶπεν, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως νὰ πέμπῃ εἰς ἀποστρατείαν τοὺς ἀξιωματικοὺς μένει ἀπόλυτον, διαγράφει δὲ ἀπολύτως τὸ δικαίωμα τοῦ ἀξιωματικοῦ ν’ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ὅταν νομίζῃ, ὅτι δὲν δύναται πλέον νὰ προσενέγκῃ εἰς τὸ Κράτος τὴν ὑπηρεσίαν αὑτοῦ. Ἀγνοῶ, κύριοι, ἀπολύτως καὶ μετ’ ἐμοῦ ἀγνοοῦσιν ὅλοι οἱ βουλευταὶ τὰ σχέδια τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδίως τοῦ κ. ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ περὶ ὀργανώσεως τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ ἑτοίμου πρὸς ἐκστρατείαν, διότι μέχρι σήμερον τίποτε τοιοῦτον δὲν ἔχει παρουσιάσει. Ἐλπίζω, ὅτι τὸ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παρουσιασθησόμενον θέλει εἶσθαι ἀντάξιον τῶν ἐλπίδων ἡμῶν· ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν πῶς θέλει ὑποχρεώσει τὸ Κράτος νὰ δέχηται τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ἐν πολέμῳ ἀνθρώπου, ὅστις δὲν αἰσθάνεται τὴν δύναμιν ν’ ἀνθέξῃ εἰς ὅ,τι ἀπαιτεῖται ἀπὸ τὸν στρατιώτην ἐν πολέμῳ. Πῶς θέλετε νὰ ὑποχρεώσητε ἕνα δειλὸν, ἢ καλλίτερα πῶς θέλετε νὰ παραδώσητε εἰς αὐτὸν τὴν τύχην τοῦ Κράτους; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν δι’ ὀλίγων λέξεων μὲ ἔκαμε νὰ ἐννοήσω τι· μὲ ἔκαμε νὰ ἐννοήσω, ὅτι πιθανὸν ἡ ὑπηρεσία νὰ κατέστησεν εἰς αὐτὸν γνωστὸν, ὅτι συνάδελφοί τινες ἐκ δυσθυμίας διὰ μέτρα τινὰ ληφθέντα ἢ ληφθησόμενα θέλουσιν ἀποσυρθῆ. Ἀλλὰ τούτους μία νουθεσία πατρικὴ, μία προτροπὴ ἀδελφικὴ θέλει τοὺς πείσει ν’ ἀπομακρυνθῶσι τῆς ἰδέας ταύτης, καὶ δὲν χρειάζεται νόμος περὶ τούτου. Ἄλλως τε, κύριοι, ἔχομεν τὸν πάγιον νόμον περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, ὅστις ἐλήφθη ἀπὸ τὸν γαλλικὸν νόμον, διότι μολονότι πολλὰ πρωτότυπα ἔχομεν ἐν Ἑλλάδι, τὰ πλεῖστα ὅμως καὶ ἡμεῖς καὶ ἄλλα Κράτη εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ τ’ ἀντιγράψωμεν ἀπὸ ἐκείνους, οἵτινες ἔκαμον χρῆσιν τῶν στρατῶν των οὐχὶ μόνον ἐν εἰρήνῃ, ἀλλὰ καὶ ἐν πολέμοις πολλοῖς καὶ δεινοῖς. Εἰς οὐδένα στρατὸν, εἰς οὐδένα νόμον περὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν δὲν εἶδον ἀναγεγραμμένην τὴν ῥήτραν ταύτην, τοῦ ν’ ἀπαγορεύηται δηλαδὴ εἰς τὸν ἀξιωματικὸν, εἴτε ἀκόμη ὅταν ὁ στρατὸς ἦναι ἐν ἐπιστρατεύσει τοῦ νὰ λαμβάνῃ τὴν ἀποστράτευσίν του, ἀφίνω κατὰ μέρος, ὅτι λησμονεῖ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τὸ ἑξῆς· ἀπαγορεύεται λέγει εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ ζητήσωσιν, ἂν θέλωσι, τὴν ἀποστρατείαν αὑτῶν, ἐν ἐπιστρατεύσει διατελοῦντος τοῦ στρατοῦ, ὃ σημαίνει, ὅτι δύνανται νὰ ζητήσωσι τὴν ἀποστρατείαν αὐτῶν ἐν πολέμῳ, διότι ἡ ἐπιστρατεία, ἥτις ἔλαβε τόσον διάφορον σημασίαν ἐν Ἑλλάδι τί εἶναι, κύριοι; ἑτοιμασία πρὸς πόλεμον. Ἂν ἡ Ἑλλὰς ἐφρόντιζεν ἀπὸ τὸ 1843 καὶ ἐντεῦθεν νὰ ἑτοιμάζῃ τὸν στρατὸν εἰς πόλεμον, δὲν ἤθελε χρειάζεσθαι ἓξ μῆνας ἢ καὶ πλέον, διὰ νὰ ἑτοιμασθῇ ὁ στρατός της νὰ πολεμήσῃ· τί εἶναι ἡ ἐπιστράτευσις εἰς ἄλλα Κράτη; τριῶν ἡμερῶν ζήτημα. Οὔτε δύναμαι ἀκόμη νὰ παραδεχθῶ, ὅτι θὰ ἤμεθά ποτε ἕτοιμοι εἰς πόλεμον, ἐὰν δὲν ἴδω τοὐλάχιστον ν’ ἀνοιχθῶσι πρὸς τὰ μεθόρια ὁδοὶ ἀναγκαιόταται, κύριοι, διὰ κίνησιν στρατοῦ· μὴ παίζωμεν μὲ τὰ πράγματα, διότι μόνοι μας θὰ μετανοήσωμεν. Ἤθελον παρακαλέσει λοιπὸν τὸν κ. ὑπουργὸν ν’ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι καρποὺς δὲν θέλει φέρει καλούς. Ἐὰν ψηφισθῇ, ἴσως καταδικασθοῦν πρόσωπα νὰ μένωσι παρὰ τῷ στρατῷ καὶ νὰ ἦναι διαρκῶς ἄχρηστα διὰ τὴν μέλλουσαν ὑπηρεσίαν.
§73Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.). Ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα, κύριοι, ἀπέδειξεν, ὅτι πολλὰ ὀλίγοι τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ ἰδίως ἀπὸ τῆς τελευταίας τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ συντάξεως, ἐζήτησαν ἐξ ἐπαγγέλματος σύνταξιν· ἔχω δὲ τὴν βεβαιότητα, ὅτι τοιοῦτόν τι εἰς διαστάσεις μεγάλας δὲν θὰ λάβῃ χώραν. Ἀνεγνώρισα ὅμως ἀνέκαθεν, ὅτι τὰ δικαιώματα τοῦ ἀτόμου πρέπει νὰ ἦναι μικρότερα ἀπὸ τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους. Γνωρίζω, ὅτι εἰς ὅλας τὰς νομοθεσίας τῶν διαφόρων ἐπικρατειῶν, τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως ὑπάγεται εἰς περιορισμούς· ὁ κ. Βαλτινὸς ἀμφιβάλλει· λέγω ὅτι ὑπάγεται εἰς περιορισμούς, διότι εἰς τοὺς εὐρωπαϊκοὺς στρατοὺς ὑπάρχει ὁ ὅρος τῆς ἡλικίας.
§74ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἡλικίας διὰ τὴν αὐτεπάγγελτον· ὅταν ὅμως κερδίσῃ τὰ ἔτη τῆς συντάξεως, ἀποχωρεῖ.
§75Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Καὶ διὰ τοῦτο ἀνεγνωρίσθη τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀρνῆται εἰς τοὺς ὑπηρετήσαντας 25 ἔτη τὸ δικαίωμα τῆς ἀποστρατείας ὑπὸ ὅρον· μόνον ἐὰν μετὰ 5 ἔτη δὲν λάβῃ ἀνάγκην τὸ Κράτος νὰ τοὺς προσκαλέσῃ, τότε ἀποκτῶσι τοῦτο οἱ ἀξιωματικοὶ πλῆρες· ἄλλως τὸ ζήτημα εἶναι μᾶλλον τυπικὸν, παρὰ πραγματικόν. Τοιαῦται αἰτήσεις νὰ ἦσθε βέβαιοι, κύριοι, ὅτι δὲν θὰ λάβωσι χώραν, κατὰ τοσοῦτον δὲ μᾶλλον, καθ’ ὅσον κατεστάθησαν εἰς κλίμακα μεγάλην πλεῖσται βοηθητικαὶ ὑπηρεσίαι, εἰς τὰς ὁποίας δύναται καὶ μέρος τῶν ἀποστράτων νὰ ἐνεργήσῃ, καὶ καθ’ ὅσον εἶναι ἀδύνατον νὰ καλύψωμεν τὰς παρούσας καὶ τὰς μελλούσας ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ, διότι ἐπὶ τέλους δὲν ἔχομεν πρόσωπα, καὶ δὲν ἐννοῶ, ὅτι εἰς διάστημα 24 ὡρῶν δύναται ὁ στρατιώτης νὰ γείνῃ ἀξιωματικός. Αὐτοὶ καὶ μόνοι οἱ λόγοι καὶ ὁ φόβος, μή τις ἐκ τῶν χιλίων ἀξιωματικῶν, ἔχων πολλὰ προσόντα, ἐξ ἀνωτέρας ἴσως δυνάμεως καὶ παρὰ τὴν θέλησίν του ζητήσῃ νὰ λάβῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀποστρατείας, ὅπερ διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν αἰτηθῇ, εἶναι ὑποχρεωτικόν, μὲ ἠνάγκασαν νὰ κάμω αὐτὴν τὴν πρότασιν.
§76ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐπιμένω εἰς τὸ ἀπόλυτον ἄνευ οὐδεμιᾶς προθεσμίας.
§77Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μάλιστα.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ προσθέτει καὶ τὴν ἀκόλουθον διάταξιν. «Ἡ διάταξις ἰσχύει ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου 1881.»
§79Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν τὴν δέχομαι, διότι σήμερον ἐννοῶ τὸν στρατὸν ἐν ἐπιστρατεύσει, καὶ δὲν δέχομαι ἀναβολήν.
§80ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν ἐννοῶ, ὅτι ἡ ἐπιστράτευσις θὰ παύσῃ μέχρι τῆς πρώτης Ἰανουαρίου 1884· νομίζω, ὅτι θὰ ἀρχίσῃ κυρίως ἡ ἐπιστράτευσις τότε, διότι ἡ ἐπιστράτευσις δὲν εἶναι ἡ συλλογὴ νεοσυλλέκτων, εἶναι ἡ εἰς κατάστασιν πολέμου ἀποκατάστασις τοῦ στρατοῦ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου καὶ ἐφεξῆς θὰ ἀρχίσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις, ὥστε ἡ τροπολογία μας δὲν ἀποκλείει οὐδόλως τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§81Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ κυβέρνησις, νομίζω, ὅτι δὲν βλάπτει τὴν οὐσίαν τοῦ πράγματος· λέγω δὲ τὴν οὐσίαν, διότι, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι εἷς ἀξιωματικὸς εἶναι ἀνίκανος δι’ οἱονδήποτε λόγον, αὐτὸν θὰ ἀναγκασθῇ ἡ κυβέρνησις ἢ ὁ ὁδηγῶν τὸν στρατὸν εἰς τὸν πόλεμον νὰ τὸν ἀποβάλῃ καὶ παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, διότι τί τὸν θέλει; εἰς τί δύναται νὰ μεταχειρισθῇ ἄνθρωπον ἠθικῶς ὑποφέροντα εἰς μέγαν βαθμόν, ἢ ἔχοντα σωματικὰς ἐλλείψεις; βεβαίως θὰ τὸν ἀποβάλῃ. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. ὑπουργοῦ δὲν βλάπτει τὴν οὐσίαν, διότι ἡ κυβέρνησις εἰς τοιαύτην περίστασιν θ’ ἀναγκασθῇ ἢ νὰ νομοθετήσῃ, ἢ νὰ προκαλέσῃ διάταγμα νομοθετικῆς φύσεως, καὶ βεβαίως θὰ τὸ κάμῃ μίαν ἡμέραν, ἢ θ’ ἀναγκασθῇ νὰ δώσῃ ἐξουσίαν εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς τοῦ στρατοῦ ν’ ἀποβάλωσι τοὺς ἀνικάνους δι’ οἱονδήποτε λόγον, καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ ἄλλως. Ἂν λοιπὸν τὰ πράγματα ὑπαγορεύουν τοσοῦτον ἀναγκαῖον μέτρον, τὸ μέτρον θὰ ληφθῇ, εἴτε διὰ τῆς Βουλῆς, εἴτε καὶ ἄνευ αὐτῆς, διότι τὰ πράγματα εἶναι ἰσχυρότερα καὶ τῶν νόμων καὶ τῶν ἀνθρώπων, καὶ εἰς ἀπόδειξιν σᾶς ἐνθυμίζω τί συνέβη εἰς τὸ Ναύπλιον. Παρουσιάσθησαν ἀντὶ τοῦ ἀρχηγοῦ δύο ἄλλα πρόσωπα, ἅτινα δυστυχῶς ἀπεβίωσαν, καὶ εἶπον εἰς τὸν στρατηγὸν Χὰν δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐκτελέσωμεν τὰς διαταγάς. Καὶ διατί; ἠρώτησεν αὐτούς. Διότι τοιαύτη εἶναι ἡ ἠθική μας κατάστασις. Οὕτω δὲ διέταξεν αὐτοὺς νὰ μεταβῶσιν εἰς Ἄργος.
§82Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Αὐτὸ τὸ δικαίωμα τὸ ἔχει ἡ κυβέρνησις.
§83Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ στηρίζομαι εἰς τὰ πράγματα.
§84ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐρωτῶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νομίζει, ὅτι ἡ ὑπηρεσία θὰ ὠφεληθῇ, ὅταν ὁ ἴδιος εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ θέσῃ ὑποχρεωτικῶς εἰς τὴν ἀποστρατείαν ἕνα οἱονδήποτε ἢ πλειοτέρους, λόγῳ ἀνικανότητος σωματικῆς; (Ἡ Βουλὴ ἀποῤῥίπτει δι’ ἀναστάσεως τὴν τροπολογίαν τῆς ἐπιτροπῆς, παραδέχεται δὲ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει εἰς βʹ συζήτησιν.)
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διορισμοῦ ἀποστράτων ἀξιωματικῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλεν ἴδιον νομοσχέδιον, κύριε Ὑπουργέ· εἶναι καὶ τροπολογία τοῦ κ. Σταΐκου, καὶ ἑτέρα τοῦ κ. Βαλτινοῦ.
§86ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Μετὰ τὴν ἀποτυχίαν ἡμῶν εἰς τὸ προηγούμενον νομοσχέδιον, ἴσως καθίσταται περιττὸν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἀτυχῶς ἐν Ἑλλάδι, καὶ μὲ συγχωρεῖτε, κύριοι, ὅλα τὰ ζητήματα τὰ θεωροῦμεν, ὅτι μᾶς ἀνήκουν. Ὅταν ὡς ὑπουργοὶ παρουσιάζωμεν νομοσχέδιά τινα, νομίζομεν, ὅτι ἐκπίπτομεν δεχόμενοι τὰς παρατηρήσεις, αἵτινες μᾶς γίνονται· εἰς ἄλλα μέρη τοὐναντίον. Ἐν Γαλλίᾳ, ἐπὶ παραδείγματι, οὐδέποτε στρατιωτικὸν νομοσχέδιον ἐθεωρήθη ζήτημα ὑπουργικόν.
§87Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν τὸ ἐθεωρήσαμεν τοιοῦτον.
§88ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Σχεδὸν ὑπουργικόν. Ἤδη πρόκειται νὰ συζητήσωμεν εἰς βʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπανόδου εἰς ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν τῶν ἤδη ἐν ἀποστρατείᾳ διατελούντων ἀξιωματικῶν. Κατὰ τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον, οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι ἀνακαλοῦνται εἰς ὑπηρεσίαν, καὶ πάλιν τὸ αὐτὸ λάθος, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐπιστρατεύσεως, οὐχὶ ἐν πολέμῳ· ἀνακαλοῦνται εἰς ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ εἰς ὑπηρεσίαν διαγεγραμμένην λεπτομερῶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ· (ἀναγινώσκει) «οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι μόνον τὰς ἑξῆς ὑπηρεσίας δύνανται νὰ λάβωσι, νὰ ὀνομασθῶσιν εἰσηγηταὶ ἐν τοῖς τμήμασι καὶ τοῖς γραφείοις τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, εἰσηγηταὶ καὶ ἀντεισηγηταὶ εἰς τὰ διαρκῆ στρατοδικεῖα, φρούραρχοι, ὑποφρούραρχοι, ὑπασπισταὶ φρουραρχείων κλπ. καθηγηταὶ κλπ. οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι κλπ. μηχανικοὶ εἰς τὰς διευθύνσεις τοῦ μηχανικοῦ, οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι εἰς τὰ στρατιωτικὰ νοσοκομεῖα κλπ.» Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ πρέπει νὰ ἔλθωμεν καὶ εἰς πρόσωπα, ἂν ὁ ἀντιστράτηγος κ. Σπυρομήλιος, ἂν ὁ ἀντιστράτηγος κ. Καρατζᾶς, αἰσθάνωνται ἐν ἑαυτοῖς τὴν δύναμιν νὰ προσφέρωσι τὴν ὑπηρεσίαν αὑτῶν, οὐχὶ μόνον λόγῳ, ἀλλὰ καὶ ἔργῳ, εἰς αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν θὰ ὑποχρεωθῶσιν; Εἶναι καὶ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ ἀπόστρατοι κατωτέρων βαθμῶν, δυνάμενοι νὰ ὑπηρετήσωσι κάλλιστα εἰς μάχιμον ὑπηρεσίαν. Κύριοι, ὑποβάλλω μίαν τροπολογίαν, ἥτις κατόπιν θὰ ἀναγνωσθῇ, περιορίζουσαν τὸ ἄρθρον 1, πρὶν ἀρχίσῃ τὸ α, β γ, καὶ καθεξῆς «εἰς ὀργανικὰς θέσεις ἀναλόγως τοῦ βαθμοῦ του·» Δὲν ἐννοῶ τὸ παράπαν διὰ τί ὁ κ. ὑπουργὸς θέλει διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ νὰ δεσμεύσῃ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν εἰς τὴν χρῆσιν, τὴν ὁποίαν ἤθελε δύνασθαι νὰ κάμῃ τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι σήμερον εἶναι ἐν ἀποστρατείᾳ. Ἂν δὲν σφάλλω, καὶ ὑποθέτω, ὅτι δὲν σφάλλω, οἱ ἀξιωματικοί, οἵτινες εὑρίσκονται ἐν ἀποστρατείᾳ, δύνανται νὰ διαιρεθῶσιν εἰς τρεῖς κατηγορίας, ἤτοι εἰς ἀξιωματικούς, τοὺς ὁποίους ἡ ὑπηρεσία ἔκρινεν ἀνικάνους νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὸν ἐνεργὸν στρατόν, καὶ αὐτεπαγγέλτως ἔθετο αὐτοὺς εἰς ἀποστρατείαν· μία κατηγορία. Ἐὰν ἐπρόκειτο τὸ νομοσχέδιον νὰ ἐννοῇ μόνον αὐτούς, ἐννοῶ τὰ ἀναγεγραμμένα καθήκοντα, ἅτινα ἐπιβάλλει εἰς αὐτούς, ἀλλ’ εἶναι καὶ δευτέρα κατηγορία ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν ἀπὸ τῆς νεωτάτης αὐτῶν ἡλικίας, ἀπὸ τοῦ 18 ἔτους τῆς ἡλικίας αὐτῶν· αὐτοὶ ἀπέκτησαν τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως, ἐνόμισαν καλὸν ν’ ἀποσυρθῶσι. Πολλοὶ ἐξ αὐτῶν, γνωρίζετε, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τοὺς ὀνομάσω, εἶναι ἀκόμη δυνατὸν νὰ σύρωσι τὸ ξίφος καλλίτερον ἀπὸ πολλούς, οἵτινες ὑπηρετοῦσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Διατί τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους δὲν τοὺς θέλετε νὰ ἔχωσιν ἄλλας ὑπηρεσίας, παρὰ ἐκείνας, αἵτινες εἶναι ἐνταῦθα ἀναγεγραμμέναι; Ὁ στρατὸς εὑρίσκεται ἐν ἐπιστρατεύσει, ἀλλὰ λησμονεῖ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν, ἐὰν ἔλθῃ ἡ ὥρα τοῦ πολέμου, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ πολεμήσῃ μὲ μόνον τὸν στρατὸν τῆς πρώτης γραμμῆς, τὸν ὁποῖον σήμερον ἑτοιμάζει, λησμονεῖ, ὅτι θὰ καταφύγῃ εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχει δικαίωμα ἀπὸ σήμερον νὰ καταφύγῃ, εἰς τὴν ἐθνοφρουράν. Δὲν θὰ συντάξῃ σώματα τῆς ἐθνοφρουρᾶς, δὲν θὰ σύρωσι τὰ ξίφη οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτῆς; Ἀφίνω κατὰ μέρος, ὅτι ὁ στρατολογικὸς νόμος ἐλησμόνησεν ἄλλην κατηγορίαν στρατοῦ, ἥτις, ἀφοῦ ἐθεωρήθη ἀναγκαία ἐν Πρωσσίᾳ, εἶναι πολὺ ἀναγκαιοτέρα εἰς ἓν Κράτος, τὸ ὁποῖον δὲν ἀριθμεῖ μέγαν πληθυσμόν, ἐννοῶ τὸν γενικὸν συναγερμόν, ὁ ὁποῖος καὶ ἐκεῖνος θέλει ὑπηρετήσει τὴν πατρίδα, ὑποκύπτων εἰς κανόνας, καὶ τὴν τάξιν, καὶ τὴν πειθαρχίαν, θέλει δὲ σχηματίσει σώματα, ἔχοντα ἀνάγκην ἀξιωματικῶν. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, οἵτινες μὲ ἠνάγκασαν νὰ φέρω τὴν τροπολογίαν, διὰ νὰ λείψωσιν ὅλα ἐκεῖνα τοῦ νομοσχεδίου, διότι, ἐὰν δὲν λείψωσι, θὰ συμβῇ τὸ ἀκόλουθον· ποῦ θὰ εὕρῃ ἡ ὑπηρεσία τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς ἀναγκαίους ἀκόμη καὶ διὰ τὸν σήμερον παρασκευαζόμενον στρατόν; Εἴμεθα στρατιωτικοί· ἂν καὶ δὲν ὑπηρετῶμεν καθὸ βουλευταί, βλέπομεν τὰς ἀπείρους δυσκολίας, ἃς ἔχει ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, νὰ πληρώνῃ τὰ κενὰ τοῦ νῦν ὑπάρχοντος στρατοῦ. Οὐδὲ ὑποθέτω, οὐδὲ θέλω ποτὲ ὑποθέσει, ὅτι τοῦτο γίνεται, διὰ νὰ ὑποδείξῃ ὁ κ. ὑπουργός, ὅτι μέσα εἰς τὸν στενὸν κύκλον τοῦ βαθμοφόρου στρατοῦ εἴτε 15,000, τοὺς ὁποίους εἴχομεν ἡμεῖς, εἴτε 12,000, τοὺς ὁποίους εἶχεν ἡ κατόπιν Κυβέρνησις, θὰ περιορίσωμεν τὴν προαγωγὴν πρὸς πλήρωσιν τῶν κενῶν, ὥστε οἱ δεκανεῖς νὰ γείνωσι ταγματάρχαι. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὸ 1 ἄρθρον. Τὸ δεύτερον ἄρθρον ὑποχρεοῖ τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους νὰ παρουσιασθῶσιν ἐνώπιον συμβουλίου, διὰ ν’ ἀποδειχθῇ ἡ ἱκανότης αὐτῶν. Ὅπως εἶναι συντεταγμένον τὸ νομοσχέδιον τὸ 2 ἄρθρ. εἶναι ἀπολύτως περιττόν, διότι εἰς τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας τὸ 1 ἄρθρον δίδει εἰς αὐτούς, δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην ν’ ἀποδείξωσιν οὐδεμίαν ἱκανότητα. Καὶ σήμερον ἀκόμη ἐν Γαλλίᾳ ὑπηρετοῦσιν εἰς τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα ἀπόστρατοι. Θέλει ὁ κ. ὑπουργὸς ἓν ἄλλο; ἐὰν δὲν ἔχῃ αὐτοὺς, θέλει λάβει πολίτας, τὸ λέγει ὁ νόμος, ὁ νόμος ὁ γενικὸς τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως, τὸ λέγει καὶ τὸ περὶ ἐπιστρατείας διάταγμα, τὸ λέγουν καὶ ὅλαι αἱ ἄλλαι διατάξεις, θὰ καταφύγωμεν ἐξ ἀνάγκης εἰς τοὺς πολίτας. Λοιπὸν θὰ ὑποχρεώσωμεν τοὺς ἰδιώτας νὰ περάσουν ἀπὸ ὑγειονομικὴν ἐπιτροπήν, διὰ νὰ καθαρισθῶσι δι’ αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν; Ἀλλὰ καὶ ἄλλη ἀφορμὴ μὲ κάμνει νὰ ἐπιμένω εἰς τὴν ἰδέαν τῆς διαγραφῆς· ὑπάρχει ἓν ἄλλο ἄρθρον, τὸ 6, ἐν ᾧ ἀναγράφεται, ὅτι ὅσοι παρῃτήθησαν, ὁποιοιδήποτε καὶ ἂν παρῃτήθησαν, ἔρχονται ὁριστικῶς εἰς τὸν στρατόν· αὐτοὶ δὲ δὲν ὑποχρεοῦνται νὰ παρουσιασθῶσιν εἰς ὑγειονομικὰς ἢ ἀνακριτικὰς ἐπιτροπάς.
§89Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Αὐτὸ τὸ δέχομαι.
§90ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Τὰ ἐσυμβιβάσαμεν ὀλίγον βλέπω. Ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη τροπολογία ἐκ μέρους τινῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων συγκαταλέγομαι καὶ ἐγώ, ἡ ὁποία συνάδει μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ νὰ δύνανται νὰ λάβουν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν οἱανδήποτε μὲ ἴσα πρὸς τοὺς λοιποὺς δικαιώματα προαγωγῆς, μένει δὲ εἰς τὴν κυβέρνησιν, ὅντινα δὲν νομίζει καλὸν διὰ λίαν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν, νὰ τὸν διορίζῃ εἰς καθεστηκυῖαν. Αὐτὰ εἶχον, κύριοι, νὰ εἴπω.
§91ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Οἱ λόγοι, κύριοι, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου εἶναι, ὅτι εἰς τὰ πλεῖστα τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν οἱ ἀπόστρατοι ἐν ἐκτάκτοις καιροῖς ὑποχρεοῦνται νὰ ὑπηρετῶσι τὸ Κράτος, ἐνῷ ἡ ἡμετέρα νομοθεσία δὲν τὸ ἐπιτρέπει ἄνευ τῆς συναινέσεως τῶν ἀτόμων. Ἐδέησε νὰ ἀναγράψω τὴν διάταξιν ταύτην, διότι, παρὰ τὰς ἰδέας μου, νομομαθεῖς ἀπέδειξαν, ὅτι τὸ Κράτος δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ τοὺς προσκαλέσῃ, καὶ ἂν τοὺς προσκαλέσῃ, ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ὑπακούσωσιν. Ὡς ὁ ἔντιμος προαγορεύσας ἀνέφερεν, ἐν καιροῖς ὁμαλοῖς ἀκόμη ὅλοι οἱ ἀπόστρατοι λαμβάνουν μέρος εἰς πάσας τὰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, καὶ εἰς ἐξεταστικὰς ἐπιτροπὰς καὶ ὡς εἰσηγηταὶ εἰς τὰ στρατοδικεῖα καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην δευτερεύουσαν ὑπηρεσίαν· τοῦτο δὲ, κύριοι, ἔχει διττὸν τὸν λόγον· 1.) νὰ μὴ διασπείρῃ εἰς τὰς βοηθητικὰς καὶ παθητικὰς ὑπηρεσίας τοὺς νέους ἀξιωματικούς, τοὺς ὁποίους ἡ παθητικὴ ὑπηρεσία μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον τοὺς ἀπονευρίζει καὶ τοὺς καθιστᾷ ὀκνηρούς, καὶ 2.) νὰ ὠφεληθῇ τῶν πολλῶν φώτων καὶ τῆς μεγάλης πείρας τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἕνεκα γήρατος δὲν δύνανται πλέον νὰ ἐκτελέσωσιν ἐνεργητικὴν ὑπηρεσίαν. Ὅταν ἀπεφάσισα νὰ ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον, ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὰ πρόσωπα. Ἀναγνωρίζω, ὅτι ἴσως πολλοὶ ἀξιωματικοὶ ἐν ἀποστρατείᾳ δύνανται νὰ ὑπηρετήσωσι καὶ πέραν τῶν δυνάμεών των· ἀλλ’ ὅταν φθάσῃ ἡ ὑπερτάτη στιγμή, τότε πρὸς ὥραν οἱ νόμοι θὰ παύσωσι, καὶ τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους καὶ ὁ κίνδυνος τῆς πατρίδος θὰ ἐπιβάλουν εἰς πᾶσαν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὑπαγορεύουν αἱ περιστάσεις. Ἄλλωστε αἱ θέσεις, αἱ ὁποῖαι ἀναγράφονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, εἶναι θέσεις μεγάλης σπουδαιότητος· αἱ θέσεις τῶν φρουράρχων ἐν ἐκτάκτοις περιστάσεσιν ἐπὶ τῶν ὁρίων ἤ ἐκτὸς τῶν ὁρίων, αἱ θέσεις τῶν ὑπασπιστῶν ἢ τῶν ὑποφρουράρχων δὲν εἶναι θέσεις παθητικαί· δυστυχῶς ὅμως ὀλίγιστοι δύνανται ὡς ἐκ τοῦ γήρατος ἢ ἕνεκα παθήσεων σωματικῶν νὰ ὑποστῶσι τὰ βάρη αὐτά. Οὗτοι εἰσὶν οἱ λόγοι, οἵτινες ὑπηγόρευσαν τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἤτοι διὰ νὰ ἀπαλλάξω τοὺς ἐνεργοὺς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ καθέξουν τὰς θέσεις τῶν ἐνεργῶν σωμάτων· τὰς δὲ βοηθητικὰς ὑπηρεσίας, αἵτινες εἶναι σπουδαῖαι, πρέπει νὰ ἔχωσι πρόσωπα, τὰ ὁποῖα νὰ δύνανται νὰ τὰς ἐκτελῶσιν ἀποτελεσματικῶς. Δὲν ἐνόησα ὅμως νὰ θέσω εἰς ἴσην μοῖραν τοὺς ἐκ τῆς ἀποστρατείας ἐπανερχομένους πρὸς τοὺς ἐνεργούς, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν τοῦτο, διότι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἀποστρατεύσεώς των ἐπῆλθον μεταβολαὶ τοιαῦται, ὥστε ἦτο ἀδύνατον νὰ ἀφομοιωθῶσιν οὔτε πρὸς τὴν ἀρχαιότητα, οὔτε πρὸς τὰς δικαίας ἀπαιτήσεις τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ. Ἐπεφύλαξεν ὅμως τὸ νομοσχέδιον τὰ κεκτημένα δικαιώματα τοῦ βαθμοῦ καὶ τῆς ἀρχαιότητος, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἀπεστρατεύθησαν, καὶ δὲν ὑπήγαγε ταγματάρχην ἀπόστρατον, ὑπηρετήσαντα 3 ἔτη εἰς τὸν βαθμὸν αὐτόν, ὑπὸ ταγματάρχην, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησε 5 ἡμέρας. Ὁμολογουμένως ὑπάρχουν πολλοὶ ἀξιωματικοί, καὶ ἰδίως εἰς τὸν Οἰκονομικὸν κλάδον, λίαν πολύτιμοι, ἕνεκα διαφόρων περιστάσεων ἀποστρατευθέντες, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑπηρετήσουν ὠφελίμως εἰς τὸν κλάδον αὐτόν. Ὡς πρὸς τοὺς παραιτηθέντας ἀξιωματικοὺς συνέταξα τὸ νομοσχέδιον, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὰ πρόσωπα, δὲν ἔχω δὲ δυσκολίαν νὰ τοὺς ὑπαγάγω, ὡς ὑπεσχέθην εἰς τὸν προαγορεύσαντα, ἐνώπιον ἐπιτροπῆς ἐξεταστικῆς· ἀλλ’ οὗτοι εἰσὶ νέοι λίαν ἀνεπτυγμένοι ἐπιστημονικῶς, τόσον δὲ ἀνεγνωρισμένης ἱκανότητος, ὥστε θεωρῶ περιττὸν νὰ τοὺς ἀναφέρω. Ἄλλως τε οἱ παραιτηθέντες ἀξιωματικοὶ πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἐξελθόντες τῶν στρατιωτικῶν σχολείων τῆς Ἑλλάδος, ἴσως καὶ τῆς Εὐρώπης, σήμερον φέρουν βαθμὸν τοσοῦτον μικρὸν ὡς πρὸς τοὺς συμμαθητάς των, ὥστε εἷς ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος παρῃτήθη ὡς ἀνθυπολοχαγός, θὰ εὕρῃ ὄχι μόνον τοὺς συμμαθητάς του, ἀλλὰ καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἰσήρχοντο εἰς τὸ σχολεῖον, ὅταν αὐτὸς ἐξήρχετο λοχαγός, διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι ἐπ’ αὐτῶν ἔπρεπε νὰ φυλάξω θέσιν κατά τι καλλιτέραν, διότι εἶχον ὑπ’ ὄψιν τὰ πρόσωπα. Ἀλλ’ ἀναγκαζόμενος νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα, ὀφείλω νὰ κάμω λόγον περὶ τοῦ ἄρθρου 10, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ, διότι ἀντιβαίνει πρὸς τὰς μέχρι τοῦδε ἀποφάσεις τοῦ δικαστηρίου καὶ καταστρέφει τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν. Τὸ πρῶτον μέρος, τὸ ὁποῖον ἐμμέσως ὡς τροπολογία ἐπρόκειτο νὰ ἔλθῃ εἰς τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, εὐτυχῶς ἀπεσύρθη, ἀλλὰ τοιοῦτόν τι ὑπάρχει ἐν τῷ 10ῳ ἄρθρῳ «δύναται ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ ἀξιωματικούς, οἵτινες ἀπώλεσαν τὰ δικαιώματα τοῦ βαθμοῦ των, δυνάμει τοῦ ἐδαφ. 1 καὶ 2 τοῦ ἄρθρ. 12ου τοῦ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμου»· δηλαδὴ πρόκειται περὶ ἀποτάκτων ἀξιωματικῶν, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ τοιαύτη διάταξις πρέπει ἐντελῶς ν’ ἀποῤῥιφθῇ. Ὡς πρὸς τὴν ἄλλην δὲ περίπτωσην «οἱ διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως εἰς βαθμὸν πλημμελήματος......τασσομένων τούτων εἰς τὸ ἀριστερόν τῶν ὁμοιοβάθμων των»· αἱ πράξεις αὗται ἀποβλέπουν πρόσωπα καὶ τὰ πρόσωπα, εἶναι γνωστά, διότι τὸ ζήτημα εἰσήχθη καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἢ ἡ πρὸ αὐτῆς ἐξέδωκε διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐκανόνισε τὴν θέσιν τῶν ἀτυχῶν αὐτῶν ἀξιωματικῶν. Ἡ θέσις αὕτη εἶναι ὑποχρεωτική, διότι βασίζεται ἐπὶ ἀποφάσεως, ἡ ὁποία λέγει ῥητῶς, ὅτι ἀπαγορεύει εἰς αὐτοὺς ἐπὶ 5 ἔτη νὰ ἀναλάβωσι δημοσίαν ἀρχήν. Ἕνεκα τούτου ὁλόκληρον τὸ 10ον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον προετάθη παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ τὸ συμπεριλάβῃ εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον.
§92ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βαλτινὸς ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ προσθέσω ὀλίγα τινά, διότι μοὶ φαίνεται, ὅτι αἱ βάσεις τοῦ νομοσχεδίου χρήζουσι τροποποιήσεως οὐσιώδους. Ἡ κυριωτέρα βάσις, τὴν ὁποίαν λαμβάνει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς ἐνέργειαν τοὺς ἀποστράτους, εἶναι ἡ ἱκανότης. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλει αὐτοὺς, 1 εἰς τὴν ἰδίαν αὑτοῦ κρίσιν, καὶ 2 εἰς τὴν κρίσιν ἀνακριτικῶν συμβουλίων. Τὸ πρῶτον ἐλάττωμα τοῦ νομοσχεδίου εἶναι τὸ διὰ τοῦ ἄρθρου 2ου καθιερούμενον, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ παραπέμπῃ εἰς τὰ ἀνακριτικὰ συμβούλια τοὺς ἀποστράτους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους, κατὰ τὴν ἰδίαν αὑτοῦ κρίσιν, θεωρήσει ἱκανούς. Νομίζω, ὅτι ὁ φραγμὸς τῆς κρίσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρέπει νὰ λείψῃ, διότι δύναται νὰ ματαιώσῃ τὸν σκοπὸν τοῦ Νόμου· διότι ἐγὼ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰσήγαγε τοὺς εὐνοουμένους εἰς αὐτὸν καὶ ἀπέῤῥιψε τοὺς μὴ εὐνοουμένους. Νομίζω λοιπὸν ἐπάναγκες νὰ ἀρθῇ αὐτὸ τὸ κώλυμα τῆς προεισαγωγικῆς κρίσεως τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα, ὅστις θέλει ἐκ τῶν ἀποστράτων νὰ ὑποβάλλῃ αἴτησιν, ἅπαντες δὲ νὰ παραπέμπωνται εἰς τὰ ἀνακριτικὰ συμβούλια, τὰ ὁποῖα νὰ ἦναι τὰ μόνα ἁρμόδια ν’ ἀποφαίνωνται περὶ τῆς ἱκανότητός των. Δεύτερον ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον εὑρίσκω εἰς τὸ νομοσχέδιον, εἶναι μία ἀνισότης φανερά. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπαντῶν εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βαλτινός, ἐδικαιολογήθη λέγων, ὅτι δὲν ἐξίσωσε τοὺς ἐρχομένους συνεπείᾳ παραιτήσεως τοῦ βαθμοῦ των μὲ τοὺς ἀποστράτους τοὺς τεθέντας εἰς ἀποστρατείαν, διὰ λόγων, οἱ ὁποῖοι δὲν μὲ ἔπεισαν. Ἐὰν οἱ ἀπόστρατοι, ἐπανελθόντες εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, δὲν προώδευσαν συμφώνως μὲ τὰς προόδους τῆς στρατιωτικῆς ἐπιστήμης καὶ δὲν ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ παραβληθῶσι μὲ τοὺς ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικούς, δὲν βλέπω διατί οἱ πρὸ πολλῶν ἐτῶν παραιτηθέντες νὰ δύνανται νὰ ἐπανέρχωνται εἰς τὸν μάχιμον στρατὸν καὶ εἰς ὃ ὅπλον ἀνῆκον. Μήπως οἱ παραιτηθέντες ἐξηκολούθουν νὰ σπουδάζουν τὴν πρόοδον τῆς στρατιωτικῆς τέχνης καὶ οἱ ἀπόστρατοι δὲν ἐξηκολούθουν; αὐτὴ ἡ ἀνισότης εἶναι ἐντελῶς ἄδικος καὶ ἀδικαιολόγητος. Βάσις, κ. ὑπουργέ, τοῦ νομοσχεδίου σας πρέπει νὰ ἦναι ἡ ἱκανότης, καὶ ἂν διαιρέσητε τοὺς ἀποστράτους εἰς ἃς κατηγορίας εἶπεν ὁ κ. Βαλτινός, καὶ προπάντων ζητήσητε τοὺς ἀποστράτους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐτέθησαν εἰς ἀποστρατείαν λόγῳ ἀνικανότητος, ἀλλ’ ἕνεκα διαφόρων λόγων, οἱ ὁποῖοι κατὰ διαφόρους καιροὺς ἔσχον χώραν, θέλετε εὕρει μεταξὺ αὐτῶν ἱκανωτάτους ἄνδρας διὰ τὸν μάχιμον στρατόν.
§93ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Εἰς τὴν Γαλλίαν σήμερον, ὅταν οἱ ἀξιωματικοὶ λαμβάνουν τὴν ἀποστρατείαν των, οἱ σωματάρχαι σημειώνουσιν: ἱκανοὶ διὰ μάχιμον ὑπηρεσίαν, ἢ ἁπλῶς: ἱκανοὶ διὰ καθεστηκυῖαν ὑπηρεσίαν.
§94ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Εὐχαριστῶ, διότι ἀνεφέρατε καὶ νομοθεσίαν, ἡ ὁποία καὶ ἐν τῇ στιγμῇ, καθ’ ἣν μεταβαίνει τις εἰς τὴν ἀποστρατείαν, τηρεῖ αὐτὰς τὰς διακρίσεις. Λοιπὸν αὐτὸ πρέπει νὰ ἐπιζητήσῃ ὁ κ. ὑπουργός· ποῖοι εἶναι οἱ ἀπόστρατοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν ἱκανότητα νὰ διοικήσουν τάγματα καὶ συντάγματα, καὶ τοὺς γινώσκετε πολὺ καλά. Ἠδυνάμην νὰ ὀνομάσω πολλούς, τοὐλάχιστον 4 ἢ 5 τοιούτους αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἀλλὰ δὲν τοὺς ὀνομάζω, διὰ νὰ μὴ γεννήσω σκάνδαλα· λέγω μόνον, ὅτι εἶναι ἄδικον νὰ ἐπαναφέρητε τοὺς παραιτηθέντας εἰς τὸν μάχιμον στρατόν, αὐτοὺς δὲ τοὺς ἱκανοὺς ἀποστράτους νὰ μὴ ἐπαναφέρητε, ἀφοῦ εἶναι ἱκανοὶ καὶ ἀφοῦ δὲν πρόκειται νὰ βλάψωσι τὰ συμφέροντα τῶν ἄλλων, διότι, ἅμα παύσῃ ὁ πόλεμος, ἐπανέρχονται εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, καὶ δὲν ἔχετε νὰ φοβῆσθε μήτε τὴν προσβολὴν τῶν δικαιωμάτων τῶν ἄλλων ἀξιωματικῶν, μήτε τὴν κατάπτωσιν τῆς ἱεραρχίας καὶ τῆς πειθαρχίας, παρὰ μόνον νὰ πληρώσητε τὸ ποσὸν τῆς αὐξήσεως τῆς συντάξεως, τὸ ὁποῖον καθιεροῦται διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. ὑπουργόν, νὰ μεταβάλῃ καὶ κατὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιόν του, τὸ ὁποῖον κατ’ ἀρχὴν δέχομαι, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν τροποποίησιν, ὅτι πρέπει νὰ ἐξισώσῃ τοὺς ἱκανοὺς ἀποστράτους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἔλθουν εἰς τὸν μάχιμον στρατόν, μὲ τοὺς ἐρχομένους ἐκ τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου συνεπείᾳ τῆς παραιτήσεως. Τρίτον, κύριοι, ἕτερον ἐλάττωμα ἔχει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ὅτι ἐξισώνει τοὺς ἰδιώτας μὲ τοὺς ἀποστράτους, διότι, ἐὰν οἱ ἀπόστρατοι δὲν ἐπαρκέσουν, λαμβάνει ἰδιώτας δι’ ὅλας τὰς παθητικὰς ὑπηρεσίας. Κατὰ τὰς διατάξεις σας, ἐμὲ δύνασθε νὰ ἐκλέξητε φρούραρχον, ὁ ὁποῖος δὲν εἶδον ποτὲ στρατόν, οὔτε ὅπλον.
§95ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὄχι εἰς προϊσταμένας ἀρχάς.
§96ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Λοιπὸν παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ ἀνασκευάσῃ ὅλον τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ ὀρθὰς καὶ σκοπιμωτέρας βάσεις, καὶ εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ τὸ ψηφίσωμεν πλῆρες καὶ τέλειον.
§97ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐξ ὅλων τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἐξήνεγκεν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, ἡ μία πραγματικῶς ἔχει μεγάλην σπουδαιότητα καὶ τὴν ὁποίαν ἐθεώρησε καὶ αὐθαίρετον, καὶ κατὰ τοῦτο εἶχε δίκαιον. Ἀλλά, κύριοι, ἡ πρώτη ἰδέα ἐπὶ τῆς κρίσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἦτο νὰ ἀφαιρέσω πρῶτος ἐγὼ τὴν πίεσιν, ἡ ὁποία ἤθελεν ἐξασκηθῆ ἐὰν ἐλάμβανε τὸ δικαίωμα νὰ παραπέμπῃ εἰς τὸ στρατιωτικὸν συμβούλιον. Ἐφρόνουν, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πρέπει πάντοτε νὰ δεσμεύηται ἀπὸ τοὺς νόμους καὶ ὅτι ἡ κρίσις του δὲν εἶναι πάντοτε ἀσφαλὴς ἐπὶ τῆς ἐκδικάσεως τῶν διαφόρων ζητημάτων, διότι ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τυγχάνει συνάμα νὰ ἦναι καὶ πολιτικὸν πρόσωπον καὶ μέλος τοῦ κοινοβουλίου. Ἀλλὰ ἐθεωρήθη ὡς ἀναγκαία διάταξις ἡ ἀναγραφὴ περὶ τῆς κρίσεως τῶν Ὑπουργῶν ἕνεκα λόγων, οἵτινες ἐπρόκειτο ν’ ἀντιπροσωπεύσωσι τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας, διότι πράγματι διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς ὁ Ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ὑποβάλλεται εἰς περιορισμόν, καὶ ἐκτὸς τούτου προδικάζει, οὕτως εἰπεῖν, τὰς ἀποφάσεις τοῦ ἀνακριτικοῦ συμβουλίου. Διότι ὅταν μένῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ παραπέμπῃ, ὑποτίθεται ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι ἐπιθυμεῖ τὴν εἰς τὸν ἐνεργὸν στρατόν, ἢ εἰς τὰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας μετάβασιν αὐτῶν. Ἐὰν τοῦτο ἦναι σπουδαῖον ἐπιχείρημα ὡς πρὸς τὴν διαγραφὴν τῆς διατάξεως αὐτῆς, λόγοι καθαρῶς στρατιωτικοῦ συμφέροντος ὑπηγόρευσαν τὴν ἀναγραφήν, διότι δὲν ὑπάρχει μόνον ἡ ἀνικανότης ἕνεκα σωματικῆς βλάβης, ἢ προκεχωρημένης ἡλικίας, ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι λόγοι, οἱ ὁποῖοι καθιστοῦν τὸν ἀξιωματικόν, καί τοι ὑγιᾶ, καί τοι ἔχοντα ἡλικίαν ὄχι περασμένην, ἀνίκανον νὰ ἐκτελέσῃ καὶ αὐτὰς τὰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας. Ἐπ’ αὐτῶν δὲ τῶν ζητημάτων τὰ ἀνακριτικὰ συμβούλια δὲν ἔχουν τὰ στοιχεῖα τῆς ἀποφάσεως.
§98ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Αὐτοὶ ἀποκλείονται ἐκ τῶν κειμένων νόμων.
§99ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἡ ἀποστρατεία εἶναι πολλάκις ποινή· οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἠνάγκασαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ θέσῃ εἰς ἀποστρατείαν ἕνα ἀξιωματικόν, εἶναι πολλάκις λόγοι ἀτιμωτικοί, ὅπως ἡ ἀπόταξις εἶναι πολλάκις κατάστασις ἔντιμος, ὅπως ἡ ἀργία ὡς ἐξ αἰχμαλωσίας εἶναι κατάστασις ἐντιμοτάτη· εἶναι δὲ πολλάκις λόγοι, οἱ ὁποῖοι καθιστοῦν τὴν ἀποστράτευσιν θέσιν ὁμοίαν πρὸς ἐκείνην τῶν ἀποτάκτων, οἱ ὁποῖοι τίθενται διὰ βαρέα παραπτώματα εἰς ἀποταξίαν. Ὥστε ἡ ἀποστρατεία ἀπολύτως δὲν εἶναι ἔντιμος θέσις. Ἕνεκα αὐτῶν τῶν λόγων, ἐδέχθην νὰ ὑποστῶ τὴν πίεσιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ καὶ νὰ δύναμαι νὰ ἀντιτάσσωμαι κατὰ πάσης αἰτήσεως, ἥτις ἀποκρούεται ἀπὸ τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐτέθη εἷς ἀξιωματικὸς εἰς ἀποστρατείαν.
§100ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Τότε νὰ μεταβάλητε τὴν ἔκφρασιν τοῦ νομοσχεδίου.
§101ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγὼ δέχομαι οἱανδήποτε τροπολογίαν, ἀρκεῖ μόνον νὰ προφυλάξω τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐτέθη ἡ διάταξις.
§102ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἡ φράσις εἶναι ἀπόλυτος καὶ χρήζει τροποποιήσεως.
§103ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἰς τὴν γʹ συζήτησιν θὰ προσπαθήσω νὰ φέρω ἄλλην φράσιν. Κύριοι, ἐδέχθην τὴν διαφορὰν μεταξὺ παραιτηθέντων ἀξιωματικῶν καὶ ἀποστράτων, ἐκτὸς τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους πρὸ ὀλίγου ἀνέφερον, καὶ ἕνεκα τῶν μικρῶν βαθμῶν. Ἐν γένει οἱ ἀπόστρατοι, καὶ ἰδίως ἀπὸ τῆς τελευταίας τροποποιήσεως τοῦ περὶ συντάξεως τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου, εἰσῆλθον εἰς τὴν ἀποστρατείαν μὲ ἕνα βαθμὸν ἀνώτερον. Πρόκειται δὲ νὰ τοὺς ἐπαναφέρουν ἵνα ἐκτελέσωσι καθήκοντα βαθμοῦ, μὲ τὸν ὁποῖον δὲν ἐνήσκησαν ποτὲ τὰ καθήκοντά των. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ὑπάρχει σπουδαία διαφορά, διότι οἱ νέοι ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν τὴν παραίτησίν των, ἔχουν μικροὺς βαθμούς. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ κατὰ τὴν γʹ συζήτησιν νὰ τροποποιήσω τὸ ἄρθρον οὕτω πως, ὥστε νὰ μὴ ἀποκλεισθῇ ἡ ἱκανότης, οὔτε ἡ σωματική, οὔτε ἡ διανοητική.
§104ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἤθελον παρακαλέσει, κατὰ τὴν γʹ συζήτησιν νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰ ἑξῆς: Τὸ τελευταῖον ἄρθρον λέγει, ὅτι ὁ παρὼν νόμος ἰσχύει ἐφ’ ὅσον ὁ στρατὸς εὑρίσκεται ἐν ἐπιστρατεύσει. Τὸ ἄρθρον 7 ἐπαναφέρει ὁριστικῶς τοὺς παραιτηθέντας. Νὰ γείνῃ μνεία εἰς τὸ τελευταῖον ἄρθρον, διότι ἅμα παύσῃ ἡ ἐπιστράτευσις.....
§105ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγὼ τὸ ἐμελέτησα καὶ θὰ δώσω ἀπάντησιν ὁριστικήν, τὴν ὁποίαν δὲν θὰ μεταβάλω. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον)
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προταθεῖσαι τροπολογίαι θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν γʹ συζήτησιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐλαττώσεως τῶν παρὰ ξένῳ στρατῷ ἀδείᾳ τοῦ Βασιλέως ὑπηρετούντων. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν.) Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν δύναται νὰ παρευρεθῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐξετάσεως παρὰ τῶν στρατολογικῶν συμβουλίων τῶν αἰτήσεων τῶν στρατευσίμων, καὶ ἀναβάλλεται τοῦτο διὰ τὴν αὔριον.
§107ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂς ἀναγνωσθῇ εἰς βʹ ἀνάγνωσιν.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐζήτησε τὴν ἀναβολήν, διότι ὑπέβαλε καὶ τροπολογίαν, ἡ ὁποία ἐστάλη εἰς τύπωσιν.
§109ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δύναται ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς βʹ ἀνάγνωσιν. Ἐὰν, κύριοι, δεχθῶμεν ὅλας τὰς τροπολογίας, πρέπει ν’ ἀπολύσωμεν πλέον τῶν 10,000 στρατιωτῶν. (Θόρυβος.)
§110ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριοι, συνεπῶς πρὸς ὅσα ὁ κ. πρωθυπουργὸς προσέθεσε, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀντίθετα πρὸς τὰς τάσεις, αἵτινες ὠθοῦσιν ἡμᾶς πρὸς τὴν ὑποβολὴν τῶν τροπολογιῶν καὶ ἄλλων προτάσεων ὑποστηριζουσῶν εὐρυτέραν ἀνάπτυξιν τῶν στρατολογικῶν νομοσχεδίων· δηλαδή, ὅτι ἡμεῖς μὲν, ὡς ἐκ τοῦ λαοῦ ὁρμώμενοι, ζητοῦμεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ δικαίου, πρὸς ἀνακούφισιν τῶν ἐπιστράτων, ἡ δὲ Κυβέρνησις δὲν ἐννοεῖ νὰ παραδεχθῇ τοιοῦτον μέτρον. Διὰ τὴν ἀντίθεσιν ταύτην, ἔρχομαι λοιπὸν ἐνταῦθα νὰ ζητήσω ἓν εἶδος συμβιβασμοῦ μεταξὺ τῶν ἀντιθέτων συμφερόντων, καθαρῶν μὲν ὑπὲρ τοῦ λαοῦ, ἀδήλων δὲ ἐκεῖθεν. Κύριοι, δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι ὡς ἐκ τῆς συζητήσεως μετὰ πολλῶν συμπολιτῶν καὶ μετὰ πολλῶν τῶν κ. Βουλευτῶν καὶ μετ’ ἄλλων τοῦ τόπου, μοὶ φαίνεται, ὅτι αὐταὶ αἱ τροπολογίαι καὶ αἱ ἄπειροι αἰτήσεις ἀπαλλαγῶν προέρχονται, διότι ὑπάρχει ἀόριστος ἡ ὑποχρέωσις, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάγονται οἱ ἐπίστρατοι, ὡς ἐκ τῆς ἀδήλου καταστάσεως τῶν πραγμάτων, ἐνῷ, ἐὰν ἤθελεν ὁρισθῆ ὁ χρόνος ὁ ὑποχρεωτικὸς δι’ ἕκαστον ἐπίστρατον πρὸς ἐξάσκησιν, ἅπαντες ἤθελον προσέλθει, διότι θὰ ἐγνώριζον, ὅτι ἤθελον ἐπανακάμψει μετ’ ὀλίγον εἰς τὰς ἑστίας των, οὕτω δὲ δὲν θὰ εἴχομεν οὔτε φυγοστράτους οὔτε λόγους ἀπαλλαγῆς. Ἕκαστος, κύριοι, ἂς παρατηρήσῃ τί συμβαίνει εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, οἵτινες ἀνακυκῶμεν γῆν καὶ θάλασσαν, ἵνα γενῶμεν βουλευταὶ, καὶ ἐνῷ δὲν ἔχομεν τὰς ἀνάγκας τῶν ἐπιστράτων, ἐν τούτοις πολλάκις ἀπουσιάζομεν ἀπὸ τὰς συνεδριάσεις καὶ σπεύδομεν νὰ φύγωμεν εἰς τὰς ἐργασίας μας· πῶς θέλετε, κύριοι, νὰ ἦσθε ἄδικοι, θέλοντες νὰ παρατείνητε ἐπὶ πλέον τὴν ἀγωνίαν ἐκείνων ἢ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὸν τρυγητὸν, κρατοῦντες μακρὰν τῆς ἐλαιοσυλλογῆς καὶ τῆς ὑπερμεσαζούσης σπορᾶς, καὶ ζημιοῦντες σπουδαίως τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὸ Δημόσιον, ἀποχωρίζοντες τὰς χεῖρας ἀπὸ τὰς ἐργασίας των. Ἀφοῦ ἐγυμνάσθη ἕν μέρος πολιτῶν, νομίζω, ὅτι δύνανται οἱ ἐπὶ τρίμηνον διατελέσαντες ἐν ὑπηρεσίᾳ ν’ ἀπέλθωσιν εἰς τὰς ἐργασίας των πρὸς ἀνακούφισιν καὶ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ. Κύριοι, μὴ ἀπαιτῆτε μεγάλας καὶ ἐνδελεχεῖς θυσίας ἀπὸ τὸν λαόν· λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι θὰ τὸν κουράσητε, ὅταν ἔχετε τὸν πολίτην μὲ 20 ὀκάδας βάρος εἰς τὸν ὦμον καὶ ἐπὶ 6 μῆνας τοῦ λέγετε, ὅτι θὰ τὸν τηρήσητε ὑπὸ τὸ κέλευσμα «φέρτε ἄρμ»· πρέπει, ἂν δὲν τολμᾶτε νὰ τῷ εἴπητε «μεταβολὴ», ἀλλὰ ὀφείλετε τοὐλάχιστον νὰ τοῦ εἴπητε καὶ «παρὰ πόδα ἄρμ» ὅπως ξεκουρασθῇ, διότι εἶνε ἀσύμφορον ὅλοι νὰ κουρασθῶσι, καθόσον ὅπου ὅλοι ἀγρυπνοῦν, ἔρχεται ὥρα, ὅτε ὅλοι κοιμῶνται, καὶ εἰς ἀπόδειξιν τῶν διαθέσεων τοῦ λαοῦ ἔστωσαν τὰ ἑξῆς. Κύριοι, ἦν πάντοτε, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐπιστρατείαν κατήντησε πλέον ἡ θέσις τοῦ βουλευτοῦ λίαν ὀχληρά, καὶ τοῦτο δικαιολογεῖ τοὺς λόγους μου, ὅστις δὲ τὸ ἀρνεῖται, ἂς ἐνθυμηθῇ πόσοι ἐξ ὑμῶν ἕνεκα τοῦ πολλαπλασιασμοῦ αὐτῶν τῶν αἰτήσεων περὶ ἀπαλλαγῶν δὲν διασταυροῖτε μετ’ ἐμοῦ τὰς κλίμακας τῶν ὑπουργείων ζητοῦντες τὴν ἀπαλλαγὴν ἐπιστράτων, καί ἐπειδὴ δὲν ἐπιτυγχάνετε τὴν ὁλοσχερῆ ἀπαλλαγήν, εἰσάγετε προτάσεις νόμων, δημιουργοῦντες λόγους, ἀπασχολήματα τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ὑπῆρχον, ἐὰν οἱ πολῖται ἐγνώριζον, ὅτι μετὰ τρεῖς μῆνας ὡς ὁπλῖται ἤθελον ἀπέλθει εἰς τὰς ἑστίας των. Ἐγώ, κύριοι, τὸ βῆμα τοῦτο δὲν τὸ θεωρῶ οὔτε θεατρικὸν κόθορνον, ὅπως ἐντεῦθεν ὑποκρίνωμαι σκηνικὰ πρόσωπα καὶ ἄλλα νὰ λέγω καὶ ἄλλα νὰ αἰσθάνωμαι, οὔτε κορυφὴν τοῦ Παρνασοῦ, ὅπως ἐκφράζω μουσοτερπῆ ποιήματα καὶ ἐνθουσιασμοὺς ἐπιπολαίους. Ἐνταῦθα, κύριοι, τὸ βῆμα τοῦτο εἶναι βῆμα ἱερόν, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ προσεγγίσῃ, εἰμὴ ὅ,τι ἅγιον καὶ ἁγνόν· εἶναι βωμὸς τῆς πατρίδος, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ χοϊκὸς ἄνθρωπος δὲν ἔχει νὰ προσαγάγῃ προσφορὰν ἱερωτέραν καὶ ἁγνοτέραν ὡς θυσίαν, εἰμὴ τὴν ἀλήθειαν· ἑπομένως καθεὶς ὀφείλει νὰ προσέρχηται ἐδῶ ἐπάνω ἁγνὸς καὶ νὰ μὴ λέγῃ ἢ τὴν ἀλήθειαν, προσφερόμενος ὁ ἴδιος ὡς θυσία καὶ ὁλοκαύτωμα εἰς τὴν ἀλήθειαν. Μὴ πωλῶμεν ἐνθουσιασμοὺς καὶ αἰσθήματα· πολὺ ἀπέχουσιν οἱ λόγοι τῶν ἐνθουσιώντων ἀπὸ τὰ ἔργα· καὶ ἂν ἦτον, ὡς λέγει ὁ Κικέρων, ἡ θέσις τοῦ οἰωνοσκόπου γελοία εἰς τὴν ἐποχήν του, γελοιωδεστέρα εἶναι ἡ θέσις τοῦ βουλευτοῦ, καὶ μὲ συγχωρεῖτε· δὲν ἐννοῶ νὰ προσβάλω, ἀλλὰ δὲν εἴμεθα παρὰ πράκτορες ὠφελειῶν πάντοτε, προσετέθησαν δ’ ἤδη καὶ τὰ στρατολογικά, καὶ σᾶς ἐκφράζω τὴν ἀηδίαν μου διὰ τὴν τοιαύτην κατάστασιν. Ἀπὸ τῆς μικρᾶς μου ἡλικίας, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, δὲν ἐπάτησα εἰς ὑπουργεῖον, εἴτε εἰς ἀρχήν, διότι ηὐτύχησα, τῇ θείᾳ προνοίᾳ, νὰ εὑρεθῶ εἰς χεῖρας γονέων, οὐδεμίαν ἐχόντων τῶν διαφόρων ἐξουσιῶν ἀνάγκην, καὶ νὰ ζήσω ἀνεξάρτητος, τώρα δὲ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ βλέπω μοῦτρα κρεμασμένα, καὶ μοὶ κάμνει φοβερὰν αἴσθησιν. Λοιπὸν δὲν πρόκειται νὰ πωλήσωμεν ἤδη αἰσθήματα, ἐπιδεικνύμενοι πατριῶται, ὡς φιλοπόλεμοι ἐν καιρῷ, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις περὶ τοῦ πολέμου, θὰ εἴπωμεν τὰ προσήκοντα, ἀλλ’ ἐν ὅσῳ δὲν κηρύσσετε τον πόλεμον, δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ κρατῆτε τὸ ἔθνος εἰς τοιαύτην θέσιν· τὸ λέγω παῤῥησίᾳ, θὰ κουράσητε τὸ ἔθνος, καὶ ἐνθυμηθῆτε, ὅτι ὅπου ὅλοι ἀγρυπνοῦν, θὰ ἔλθῃ καιρὸς καὶ ὅλοι θὰ κοιμῶνται· πρέπει νὰ δώσητε τὰς χεῖρας, τώρα μάλιστα ἐν ὅσῳ εἰσέτι εἶναι καιρός, εἰς τὴν γεωργίαν. Πόσοι ἐξ ὑμῶν ἀπουσιάζετε τῆς Βουλῆς χάριν τῶν ἰδίων συμφερόντων, καὶ πῶς ζητεῖτε ὑπερόγκους θυσίας ἄνευ ἐπιεικείας ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι νέοι μόλις ἤρχισαν ἤδη τὸ στάδιόν των καὶ βλέπουν τοῦτο καταστρεφόμενον ἀνελπίστως, ἐφαρμοζομένου ἐπ’ αὐτῶν πρώτην φορὰν τοιούτου νόμου, ὁ ὁποῖος συνεκλόνισε τὴν Ἑλλάδα ἐκ θεμελίων· φρονῶ ὅτι πρέπει αὐτὴν τὴν ἐπιδεικτικὴν φιλοτιμίαν νὰ τὴν ἐγκαταλείψωμεν καὶ νὰ θέσωμεν τὸν δάκτυλόν μας εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, ἐκεῖ ὅπου πονεῖ ὁ τόπος, καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ χαρτιὰ εἶναι συνταγαὶ ὑγιεινῆς, δὲν εἶναι ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων· ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων ἐπιβάλλει αὐτὸ τὸ μέτρον ν’ ἀπέλθωσιν οἱ ἐπὶ τρίμηνον ὑπηρετήσαντες εἰς τὰς ἑστίας των, καὶ τότε ἐκλείπουν αἱ συνταγαί, τὰ νομοσχέδια καὶ αἱ τροπολογίαι. Δώσατε ἄδειαν ἑνὸς μηνὸς ἢ ὅσον θέλετε καὶ ἀνακουφίσατε αὐτοὺς τοὺς ἄνδρας, οἵτινες ἀπηύδησαν καθεκάστην ἐπισπερχῶς εἰς ἀσυνειθίστους κόπους βιαζόμενοι· δὲν θέλω, κύριοι, νὰ ἐκφρασθῶ ἐναντίον ἀνωτέρων διοικητῶν τῶν ταγμάτων, ἀλλὰ τοὺς μεταχειρίζονται ὡς νὰ ἦσαν ἐκ σιδήρου, ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι χθὲς ἐξῆλθον ἀπὸ τὸ ἐμπόριό των, ἀπὸ τὴν βιομηχανίαν των, ἀπὸ τὰ μαθήματά των· εἰς ἕνα μῆνα δὲν εἶναι βεβαίως, κύριοι, δυνατὸν νὰ μάθουν νὰ ὑφίστανται τὰς κακοπαθείας, καὶ νὰ τρέχουν μὲ τόσον βάρος 150 βήματα τὸ λεπτόν, καὶ κάθιδροι νὰ κατακλίνωνται ἡμισκεπεῖς. Λοιπόν, κύριοι, ἂς θέσωμεν τὴν χεῖρα εἰς τὴν καρδίαν καὶ ἂς ὁμολογήσωμεν ἐνώπιον τοῦ βωμοῦ τῆς πατρίδος γυμνὴν καὶ καθαρὰν τὴν ἀλήθειαν. Εἶναι περιττὸν νὰ ληφθῇ τὸ μέτρον τῶν τροπολογιῶν καὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἀρκεῖ μετὰ τρεῖς μῆνας ν’ ἀναχωρῶσιν οἱ ἀπογυμνασθέντες, καὶ ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι πάντες θὰ προσέλθουν καὶ οἱ φυγόστρατοι αὐτοί, καὶ οὕτω θὰ κατορθώσητε νὰ συνδυάσητε καὶ τὸ ἐθνικὸν συμφέρον καὶ τὸ ἀτομικόν· δὲν δυνάμεθα δὲ νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἴμεθα ἀνώτεροι τοῦ ἀτομικοῦ συμφέροντος, διότι μάλιστα ἤδη εἶναι αἱ ἀρχαὶ τῶν θυσιῶν, καὶ πᾶσα ἀρχὴ εἶναι δύσκολος· ἄλλως, κύριοι, θὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον κατὰ τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἐκ τῶν ἐπιστράτων ἢ τῶν συγγενῶν αὐτῶν ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ φόρον ἐπιτηδεύματος κατ’ αὐτὸ τὸ ἔτος, διότι δὲν ἐργάζονται, οὐδεὶς ἰδιοκτήτης δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ ἐνοίκιον, οὐδεὶς δανειστὴς τόκον.
§111ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Σεισάχθειαν.
§112ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Σεισάχθειαν! μάλιστα, εἰς αὐτὴν θὰ καταντήσωμεν, διότι πῶς θὰ ζητήσωσιν ἐνοίκιον ἀπὸ ἄνθρωπον ὁ ὁποῖος δὲν ἐργάζεται καὶ δὲν κερδίζει τὸν ἄρτον του, πῶς θὰ πληρώσῃ τόκους καὶ κεφάλαια. Διὰ νὰ μὴ περιπέσωμεν εἰς τὸ ἄτοπον τοῦτο, ζητῶ νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ παρατήρησίς μου, ἀφοῦ μάλιστα ἡ διατήρησις τῶν ἐπιστράτων ἐν τοῖς ὅπλοις παρουσιάζει τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἐξέθηκεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργός, καὶ ἡ ὁποία συνοψίζεται ἐν τοῖς ἑξῆς διστίχοις τῆς Μηδείας: «Ὁρῶ μὲν οἷα δρᾶν μέλλω κακὰ — ὁ δέ μοι θυμὸς κρείσσων ἐστὶ τῶν ἐμῶν βουλευμάτων,» τὸ ὁποῖον οἱ Ῥωμαῖοι ἄλλως ἔλεγον· «βλέπω τὰ καλὰ καὶ τὰ ἐγκρίνω, προτιμῶ ὅμως τὰ χειρότερα.» Ἐάν, κύριοι, εἴτε ἀποδοκιμασθῶ ἐκ τῆς ὁμιλίας μου ταύτης, εἴτε ἄλλως πως κριθῶ, ἂς γίνω τὸ θῦμα· βλέπω ὅτι, ἐνῷ ὅλοι κατ’ οὐσίαν συμμερίζεσθε τὰς ἰδέας ταύτας, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκφρασθῶμεν, ἀλλ’ ἐὰν ἡ καταφορὰ τοῦ κοινοῦ ἐπέλθῃ ἐναντίον τοῦ πρώτου εἰσαγαγόντος τοιαύτην πρότασιν, ἂς ἔλθῃ ὁ λίθος ἐπ’ ἐμέ. Ἐπεζήτουν πρὸ καιροῦ καὶ τὸ στῆθός μου ἔβραζε καὶ ἡ καρδία ὠδινᾶτο νὰ φέρω αὐτὴν τὴν συζήτησιν, ἵνα καθαρίσω τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, ὅταν δὲ σκεφθῶμεν περὶ πολέμου, θὰ ἰδῆτε ποῦ θὰ εὑρεθῶμεν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν οὐσίαν τῶν πραγμάτων καὶ νὰ ἀποφανθῇ, ὅπως εἰς τοὺς ἐπιστράτους τοὺς ὑπηρετήσαντας ἐπὶ τρίμηνον δοθῇ ἄδεια ἐπιστροφῆς εἰς τὰς ἑστίας των. Ὀφείλω δὲ τελευταῖον νὰ προσθέσω, ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ καὶ τὸ γινόμενον εἰς τοὺς σωματικῶς ἀνικάνους νὰ φέρωσιν ὅπλα, τοῦ νὰ ὁρίζωνται εἰς τὰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας· δὲν εἶναι ἴδιον ἐλευθέρου πολίτου νὰ τῷ εἴπητε δὲν δύνασαι νὰ φέρῃς ὅπλα, ἀλλὰ σὲ διορίζω εἰς ἄλλας ἐργασίας ὑπηρετικάς, νὰ φέρῃς π.χ. τὸ οὐροδοχεῖον.
§113ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑποβάλλω εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἐκ τῶν κατ’ ἀρχὴν ἀποῤῥιπτέων, διότι συμφωνοῦσι πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ προέδρου τῆς κυβερνήσεως, ὅτι οὐδεμία νέα ἀπαλλαγὴ πρέπει νὰ προστεθῇ. Πρὸς ἐπίτευξιν ἀκριβῶς τοῦ σκοποῦ τούτου φέρω τροπολογίας τινάς, αἱ ὁποῖαι νομίζω, ὅτι θέλουσι βελτιώσει τὸν νόμον, ἂν καὶ πᾶσαι δὲν ἦναι οὐσιώδεις. Πρῶτον ἀφῄρεσα ἀπὸ τοῦ τίτλου τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν διαφόρων ἄρθρων, περιορίσας τὸν τίτλον, καθόσον νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ ἁπλῆ ἐπικύρωσις τοῦ διατάγματος. Εἶνε περιττὴ ἡ ἐξέτασις ὑπὸ τοῦ συμβουλίου τῆς περιπτώσεως τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, ἤτοι τῆς περιπτώσεως τῆς μετατάξεως εἰς τὴν ἐθνοφρουρὰν τοῦ πατρὸς τοῦ ἔχοντος 4 τέκνα, διότι οὗτος αὐτοδικαίως μετατάσσεται εἰς τὴν ἐφεδρείαν, ἀρκεῖ πρὸς τοῦτο ἡ ἐπὶ νομίμῳ πιστοποιήσει τῆς περιπτώσεως ἀπόφασις τοῦ ὑπουργοῦ. Δεύτερον νομίζω, ὅτι τὸ αὐτὸ πρέπει ν’ ἀποφασισθῇ καὶ περὶ τῆς περιπτώσεως τοῦ ἄρθρου 6, ἤτοι τῆς περιπτώσεως τοῦ καταδικασθέντος καὶ ἐστερημένου τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, διότι καὶ αὐτὸς αὐτοδικαίως ἐξαιρεῖται, βεβαιουμένης τῆς περιπτώσεως ὑπὸ πάσης ἁρμοδίας ἀρχῆς, καὶ ἰδίως ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ. Κατόπιν ἔρχεται τὸ ἄρθρ. 1, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Τρικούπη, περιωρίσθη εἰς μόνην τὴν κύρωσιν τοῦ διατάγματος. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ἔχω τροπολογίαν, σκοποῦσαν νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν εἰς τὸν ὑπουργόν, ὅπως διορίσῃ παρὰ τῷ συμβουλίῳ ἀνώτερον ἀξιωματικὸν καὶ τὸν παριστάμενον ὑγειονομικὸν ἀξιωματικόν, καθόσον, κατὰ τὸν κείμενον νόμον, ἐν ἀρχῇ τοῦ ἔτους διορίζονται οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι διὰ τὴν πρόσκαιρον ἐργασίαν τοῦ στρατολογικοῦ συμβουλίου, ἀπὸ δὲ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους ἐπῆλθον μεταβολαί, καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρίσκωνται οἱ μετασχόντες τῶν συμβουλίων ἀξιωματικοὶ εἰς ἄλλα μέρη, παρὰ τὰς ἕδρας τῶν νομῶν, ἢ καὶ νὰ ἦναι χρησιμώτεροι ἀλλαχοῦ· νομίζω λοιπόν, ὅτι, ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, καλὸν εἶναι νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν νὰ διορίσῃ ἐν ἀνάγκῃ εἰδικοὺς ἀξιωματικοὺς ἐν ταῖς ἕδραις τῶν στρατολογικῶν συμβουλίων· ἐνταυτῷ δὲ φρονῶ, ὅτι πρέπει καὶ νὰ ὁρισθῇ χρόνος τῆς ἐνάρξεως καὶ τῆς διαρκείας τῶν ἐργασιῶν τῶν συμβουλίων, καὶ ταύτην τὴν διάρκειαν ὥρισα δίμηνον, ὡς περίπου ὁρίζεται καὶ ἐν τῷ στρατολογικῷ νόμῳ διὰ τὰς ἐν αὐτῷ ἐργασίας· πᾶσα δὲ αἴτησις μεταγενεστέρα, κατὰ τὴν τροπολογίαν μου, θεωρεῖται ἀπαράδεκτος. (Θόρυβος.) Ἂς φροντίσωσιν οἱ ἐνδιαφερόμενοι νὰ ὑποβάλωσιν ἐγκαίρως τὰς δικαιολογίας αὐτῶν παρῆλθον ἤδη πολλῷ πλείονες τῶν πεντήκοντα ἡμερῶν τοῦ νόμου, οἱ δὲ ἀπειθοῦντες δὲν πρέπει νὰ εὐνοῶνται καὶ νὰ βραβεύωνται. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 μετὰ τὴν λέξιν «δικαιουμένων» προσέθηκα τὸν ὅρον «κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 4ου καὶ ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τῶν ἄρθρων 37 καὶ 40 τοῦ στρατολογικοῦ νόμου» διότι τὸ ἄρθρον 4 τοῦ εἰρημένου νόμου ὁρίζει, ὅτι οὐδεμία ἀπαλλαγὴ εἶναι ὁριστική, καὶ οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι τοῦτ’ αὐτὸ πρέπει νὰ ἰσχύῃ καὶ ἐπὶ τῶν ἀπαλλαγῶν τοῦ νομοσχεδίου. Εἰς τὸ ἄρθρον 4 ἀντικατέστησα τὴν λέξιν «γενόμεναι» διὰ τῆς λέξεως «ἐκκρεμεῖς.» Προσέθηκα δὲ καὶ ἄρθρον 6ον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει.) Διότι, κληθεισῶν ἤδη εἰς τὰ ὅπλα ἁπασῶν τῶν στρατευσίμων ἡλικιῶν, μέχρι τοῦ ἔαρος θέλομεν ἔχει κατωρθωμένον περίπου τὸ ἄνευ τῆς ἐκτάκτου ταύτης καταστάσεως ἀπαιτοῦν δεκαετίαν ὅλην ἔργον· οὕτω δὲ εἰς τὸ μέλλον ἡ ἐπιστράτευσις θέλει ἔχει τὴν τακτικὴν καὶ ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ στρατοῦ διδομένην αὐτῇ ἔννοιαν, καὶ ἡ προσωρινὴ ἀνάγκη τῶν ἀπαλλαγῶν θέλει ἐκλίπει.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δουζίνας ὑπέβαλε τροπολογίαν.
§115Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι δὲν δύναται νὰ δεχθῇ καμμίαν τροπολογίαν, καὶ ἐπειδή τινες τροπολογίαι εἶναι ὑπὲρ τοῦ νόμου, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ σήμερον νὰ σκεφθῇ, ὥστε αὔριον νὰ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῶν ἑξῆς. Τί πρόκειται ν’ ἀποφασισθῇ περὶ τῶν ἐπιστράτων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, ἔχοντες ὑπὲρ ἑαυτῶν ληξιαρχικὰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπόκεινται εἰς ἀμφισβήτησιν, ἐδήλωσαν συνάμα, κατὰ τὸν νόμον καὶ ἐμπροθέσμως, τὴν πραγματικήν των ἡλικίαν, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν ἀνὰ χεῖράς των δηλώσεων, οἵτινες ὅμως ἐκ τυχαίου λάθους ἐσημειώθησαν ἐν τοῖς καταλόγοις μὲ ἡλικίαν κατωτέραν καὶ ἐκλήθησαν εἰς στράτευσιν ἐναντίον τοῦ νόμου καὶ τοῦ δικαίου; Περὶ τούτων λοιπὸν παρακαλῶ νὰ σκεφθῇ, καὶ αὔριον μᾶς γνωστοποιήσῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀπόφασίν της.
§116Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ὡμίλησα περὶ ἀπαλλαγῶν.
§117ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἀναχωρῶν ἀπὸ τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφίσητε, πρέπει νὰ περιλαμβάνῃ τὰ ἑξῆς, πρῶτον νὰ κυροῖ τὸ διάταγμα, δεύτερον νὰ κανονίζῃ τὰς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῶν στρατολογικῶν συμβουλίων, τρίτον νὰ λύῃ καὶ ζητήματά τινα ἀναφυέντα ἐν τῇ πράξει· ἐκ τῶν ἰδεῶν τούτων, λέγω, ὁρμώμενος, συνέταξα καὶ ἐγὼ ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν, καὶ τὸ ὁποῖον τὸ χαρακτηρίζω ὡς γενικὴν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν συναδέλφων. Δι’ αὐτῆς παραδέχομαι τὸ μικτὸν σύστημα· διὰ τὰς ἐκκρεμεῖς αἰτήσεις, νὰ ἐκδικασθῶσιν αὗται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἐπιτρέπεται δὲ νὰ προστεθῶσιν ἀκόμη μέλη τινὰ ἐκ τῶν ὑπαλλήλων παρὰ τῷ ὑπουργείῳ τῶν ἐσωτερικῶν, νὰ διαιρεθῇ δὲ ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τρία τμήματα, καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ εἰς τὰς νέας αἰτήσεις, δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ συγκαλέσῃ ἐκτάκτως τὰ στρατολογικὰ συμβούλια. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ κατὰ τὴν συζήτησιν νὰ ὑποστηρίξω τὴν τροπολογίαν μου ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτῆς.
§118Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑποβάλετε τὰς τροπολογίας σας ἐν καιρῷ. Οἱ παρουσιάσαντες τὰς τροπολογίας βεβαίως θὰ συζητήσωσιν ὅλας, ἀλλ’ ἡμεῖς καμμίαν τροπολογίαν περὶ ἀπαλλαγῆς δὲν ἐννοοῦμεν νὰ συζητήσωμεν, διότι τινὲς μὲν λέγουσιν οἱ ὀρφανοὶ μονογενεῖς ν’ ἀπαλλαγῶσιν, ἄλλοι οἱ ὑπανδρευμένοι μονογενεῖς, ἄλλοι οἱ πρωτότοκοι, ἄλλοι ν’ ἀπαλλαγῶσι, διὰ νὰ σταλῶσιν εἰς τὴν ἐθνοφρουράν, ἄλλοι ν’ ἀπαλλαγῶσιν οἱ τελειόφοιτοι, ἄλλοι ν’ ἀπαλλαγῶσιν οἱ καταστηματάρχαι καὶ οἱ ἔχοντες ὁπωσδήποτε κατάστημα, ἄλλοι νὰ ὑπηρετῶσι δι’ ἀντικαταστάσεως,... δηλαδὴ ν’ ἀπαλλαγῶσι 10 ἕως 20 χιλιάδες. Ἐννοεῖτε, ὅτι εἶναι ἀδύνατο νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ὅλαι αὐταὶ αἱ αἰτήσεις. Λοιπὸν νὰ μᾶς εἴπωσι τί θέλουσιν.
§119ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐκηρύχθην κατὰ τῶν ἀπαλλαγῶν ἐν γένει. Ὑποστηρίζω καὶ σήμερον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ δεκτὴ οὐδεμία ἀπαλλαγή, διότι πᾶσα ἀπαλλαγὴ τείνει εἰς τὸ νὰ καταστρέψῃ τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατείας.
§120ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἡ τροπολογία μου ποίαν τύχην ἔλαβε, κ. Πρόεδρε;
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἔστειλα εἰς τύπωσιν.
§122ΛΑΠΠΑΣ. Ὑπάγεται εἰς τὴν στρατιωτικὴν κατηγορίαν συμπολίτης μου, ὁ ὁποῖος ἔχει ἡλικίαν 40 ἐτῶν, καὶ ἐν τούτοις τὸν ἔχουν σημειώσει 25. Εἴπατε λοιπὸν τί ἄνθρωποι πρέπει νὰ ὑπηρετοῦν εἰς τὸν στρατόν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον.)
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη εἰς βʹ. συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως Β. Διατάγματος, δι’ οὗ κατετάχθη ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ ὁ Ἐμὶν Κορζὶν Ἀλβανός. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν.)
§124ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἴσως ἀγνοεῖ ἡ Βουλή, ὅτι καὶ εἷς ἕτερος ὑπασπιστὴς τοῦ Σουλτάνου παρῄτησε τὴν ἐξαιρετικὴν τιμήν, ἣν εἶχε, καὶ ἦλθεν ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ. Φρονῶ, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ᾖναι εἰς κατάστασιν νὰ τὸ γνωρίζῃ. Λοιπὸν νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ αὐτοῦ, ὅστις τόσῳ ὑψηλὴν θέσιν παρῄτησεν.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη εἰς ά συζήτησιν πίστωσιν ἐκ 4,000 δραχμῶν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου «ἔκτακτα ὑγειονομικὰ μέτρα». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον.)
§126ΤΙΝΕΣ. Αὔριον πλέον.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον εἰς τὰς 10. Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 6¼ μ. μ.