1880.11.05
1,883 rows · 15,044 words · 42 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 15
τῆς 5 Νοεμβρίου 1880.
Ὥρα 2¼ μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ χήρα τοῦ ἀειμνήστου συναδέλφου μας Ζαΐμη εὐχαριστεῖ τὴν Βουλὴν διὰ τῆς ἀκολούθου ἐπιστολῆς: «Ἐν Ἀθήναις, τῇ 1 Νοεμβρίου 1880. «Κύριε Πρόεδρε, «Ἡ ἐπὶ τῷ θανάτῳ τοῦ συζύγου μου ὑπὸ τῆς Βουλῆς τῶν Ἀντιπροσώπων ἐκφρασθεῖσα θλῖψις καὶ τὰ ἄλλα δείγματα τιμῆς ἐκ μέρους τοῦ Σώματος πρὸς τὸν νεκρὸν τοῦ ἀνδρὸς βαθέως συνεκίνησαν τὴν ψυχήν μου. Παρακαλῶ δ’ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, νὰ διαβιβάσητε πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκφρασιν τῆς βαθυτάτης εὐγνωμοσύνης μου. Δέχθητε παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, τὴν διαβεβαίωσιν τῆς πρὸς Ὑμᾶς ἐξαιρέτου ὑπολήψεώς μου.
ΕΛΙΖΑ Θ. ΖΑΪΜΗ.»
Ὁ βουλευτὴς κ. Σωτ. Πετιμεζᾶς ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἑξῆς ἐπιστολὴν, σχέσιν ἔχουσαν μὲ τὰ λεχθέντα εἰς τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν περὶ αὐτοῦ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ ν’ ἀναγνωσθῇ;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§3ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅ,τι ἐλέχθη χθὲς εἰς τὴν Βουλήν, δὲν εἶχε σχέσιν πρὸς τὸν κ. Πετιμεζᾶν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ φαίνεται, ὅτι θέλει νὰ εἴπῃ, εἶναι δὲ ἀσθενὴς, καὶ δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ. (Ἀναγινώσκει.) «Οἴκοθεν, 5 Νοεμβρίου 1880 Κύριε Πρόεδρε, Ἐπειδὴ ἐλέχθησαν λόγοι ἀνακριβεῖς ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, καὶ ἐπειδὴ ἀσθενῶν δὲν δύναμαι νὰ παρασταθῶ εἰς τὰς βουλευτικὰς συνεδριάσεις καὶ ἀντικρούσω τοὺς ἀνακριβεῖς τούτους λόγους, σᾶς παρακαλῶ, εὐαρεστηθῆτε νὰ ἀναγνώσητε τὴν παροῦσάν μου ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει. Αʹ Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κυρίου Ῥάλλη, εἶπεν, ὅτι ἡ ἀνάκρισις κατ’ ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ ἐπὶ δωροδοκίᾳ εἰς τὰς προμηθείας τοῦ 1878 εἶναι ἐν τῷ τελειοῦσθαι. Ὁ κύριος ὑπουργὸς ἐπλανήθη βεβαίως, διότι ἡ δωροδοκία ἐγένετο ἐν ταῖς προμηθείαις οὐχὶ τοῦ 1878, ἀλλὰ τοῦ ἔτους 1877 ἐπὶ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο ἀπέδειξεν ἡ ἐν Παρισίοις ἐνεργηθεῖσα δικαστικὴ ἀνάκρισις, μόνη δὲ ἡ συκοφαντία ἐπέδειξε τὴν ἱκανότητα νὰ μεταφέρῃ τὰς καταχρήσεις τοῦ 1877 εἰς τὸ 1878 πρὸς μεμελετημένον, ἀλλ’ οἰκτρῶς ἀποτυχόντα πολιτικὸν σκοπόν. Βʹ Ὁ κ. Δημητριάδης βουλευτὴς Κορίνθου εἶπεν, ὅτι κατὰ τὸ 1878 ἠγοράσθησαν ἄχρηστα φυσίγγια (Σασσεπὼ), ἀλλὰ καὶ τὰ φυσίγγια ταῦτα ἠγοράσθησαν οὐχὶ κατὰ τὸ 1878, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως τὸ 1877 ἔτος, ὄχι μόνον πολλὰ ἐξ αὐτῶν ἠγόρασαν ἄχρηστα, ἀλλὰ κατέστησε περισσότερα τοιαῦτα ἕνεκεν ὀλιγωρίας, ἀφήσασα αὐτὰ ἐκτεθειμένα ἐν τῇ βροχῇ εἰς τὰς ἐν Πειραιεῖ λέμβους. Γʹ Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, νὰ παρακληθῇ καὶ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν καταγγελίαν τῆς ἐν Λονδίνῳ ἑλληνικῆς Πρεσβείας, δι’ ἧς ἐδεικνύοντο αἱ ἐπὶ τῶν ναυτικῶν προμηθειῶν καταχρήσεις λαβοῦσαι χώραν ἐπὶ τῆς αὐτῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως τὸ 1877. Δʹ Ὁ κ. Τρικούπης ἀπολογούμενος διὰ τὰς ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἐπιῤῥιπτομένας κατ’ αὐτοῦ μομφὰς, ἐνόμισεν ἀναγκαῖον εἰς τὴν ὑπεράσπισιν αὑτοῦ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1878 ἠγόρασε φυσίγγια Γκρὰ πρὸς 185 δραχμὰς ἑκάστην χιλιάδα, ἐν ᾧ ταῦτα ἐπωλοῦντο πρὸς 107 φράγκα ἡ χιλιάς. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἠγοράσθησαν 8,000,000, ὡς ἐνθυμοῦμαι, πρὸς 185 δραχμὰς ἡ χιλιὰς, ἀλλ’ ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις τοῦ 1877 ἠγόρασεν 20,000,000 πληρωθέντα ἀπὸ 120–140 δραχμὰς (διότι καλῶς δὲν ἐνθυμοῦμαι) ἑκάστη χιλιάς. Ἡ διαφορὰ δὲ τῶν 120 καὶ 140 δραχμῶν πρὸς τὰς 185 προῆλθε, διότι ἀφῃρέθησαν τὰ βαρύτατα ἔξοδα τῆς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ μεταφορᾶς εἰς τὸ ἐσωτερικόν, Εἶναι λυπηρὸν, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἄνδρες, οἵτινες πρὸ μικροῦ κατῆλθον τοῦ ὑπερτάτου τῆς πολιτείας ἀξιώματος καταδέχονται ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ λέγωσι τοιαύτας ἀναληθείας. Δέξασθε τὴν διαβεβαίωσιν τῆς πρὸς ὑμᾶς ὑπολήψεώς μου.
Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ
Βουλευτὴς Καλαβρύτων. Πρὸς τὸν κ.κ. Ἀνδρέαν Αὐγερινὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς κλπ. κλπ. κλπ. Ἐνταῦθα.»
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κκ. Φλωριᾶς καὶ Βαλσαμάκης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρατολογικῶν συμβουλίων.— Ὁ Ν. Γ. Νικηταράκης, κωφάλαλος πτωχός, παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ τὸν συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως τῷ δοθῇ μικρά τις βοήθεια.
§6ΤΙΝΕΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ χρόνου διὰ τὸν προβιβασμὸν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ δεκανέως καὶ τοῦ λοχίου. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
§8ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν.) Ἕνεκα τῶν περιστάσεων παρίσταται ἡ ἀνάγκη ἐπιψηφίσεως νόμου περὶ συστάσεως σώματος τοῦ μηχανικοῦ. Ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις καὶ ἐγὼ εἴχομεν ὑποβάλει περὶ τούτου νομοσχέδιον, ἐπειδὴ δὲ ἡ μεταξὺ αὐτῶν διαφορὰ ὑπῆρχε μικρά, συνεβίβασα τὰς ἀπαιτήσεις καὶ τῶν δύο νομοσχεδίων καὶ ὑποβάλλω νομοσχέδιον, ὅπερ ἕνεκα τῶν περιστάσεων εἶναι λίαν κατεπεῖγον καὶ ἀναγκαῖον διὰ τὴν ὕπαρξιν τῆς ναυτικῆς δυνάμεως, παρακαλῶ δὲ τὴν ἁρμοδίαν Ἐπιτροπὴν νὰ ἐπεξεργασθῇ αὐτὸ ταχέως.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
§10Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Μολονότι, κύριοι, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι ἀπών, θ’ ἀπευθύνω τὴν ἑξῆς ἐπερώτησιν, ἥτις θὰ τῷ διαβιβασθῇ διὰ τοῦ κ. Προέδρου. Ἠγέρθη ἀμφισβήτησις κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ περὶ ἀπογραφῆς νόμου περὶ τῶν ἐγγεγραμμένων εἰς μητρῷα διαφόρων Δήμων·—ἐὰν δηλαδὴ τὸ αὐτὸ πρόσωπον εὑρίσκηται ἐγγεγραμμένον εἰς δύο ἢ τρεῖς δήμους, εἰς ποῖον δῆμον εἶναι ὑπόχρεον νὰ ὑπηρετήσῃ; Νομίζω ἀναγκαίαν τὴν ἑρμηνείαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, διότι, εἰ καὶ ἡ Βουλὴ σαφῶς ἐξεφράσθη τότε καὶ διὰ τοῦ κ. Α. Μαυρομιχάλη, νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ διὰ τοῦ τότε Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Α. Κουμουνδούρου, μολαταῦτα βλέπω, ὅτι διάφορος ἑρμηνεία δίδεται ὑπὸ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀναμένω τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ τότε θὰ ἐπανέλθω.
§11ΦΩΤΗΛΑΣ. Παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὑποβάλῃ κατάλογον τῶν ἐξαιρεθέντων καὶ ἐξαιρουμένων ἀπὸ τὴν ἐνταῦθα ὑγειονομικὴν ἐπιτροπὴν ἐπιστράτων. Δεύτερον πάντες γνωρίζετε, ὅτι ἡ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένη πεντηκονθήμερος προθεσμία ἔληξε, πολὺς δὲ καιρὸς παρῆλθεν ἀφ’ ὅτου οἱ ἐπίστρατοι προσεκλήθησαν· οἱ μὴ προσελθόντες ἠπείθησαν βεβαίως καὶ πρὸς τοὺς νόμους τῆς πατρίδος των, καὶ αὐτὸ τὸ καθῆκόν των παρέλειψαν. Καὶ δὲν ἐννοῶ μὲν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνεργήσῃ, ὅπως ἐπιβληθῶσιν αὐτοῖς αἱ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμεναι ποιναὶ, δύναται ὅμως νὰ ἐνεργήσῃ τὴν σύλληψιν αὐτῶν. Ἐὰν νομίζῃ, ὅτι ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν εἶναι μέγας ἢ δὲν ἔχῃ τὰ χρειώδη, τότε ἤθελεν εἶσθαι καλὸν νὰ δίδῃ ἀδείας εἰς τοὺς ἐκγυμνασθέντας ἐπιστράτους, διότι οἱ μὴ προσελθόντες, οἱ μὴ ὑπακούσαντες εἰς τὴν φωνὴν τῆς πατρίδος των, δύνανται νὰ καταδιωχθῶσι. Τρίτον θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ἐὰν εἰς τὸ ἐν Αἰγίῳ ἀρτισύστατον τάγμα, ὅπερ ἐσχημάτισεν ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς πτώσεώς της, ἐστάλη τὸ ἀναγκαῖον ὑλικὸν καὶ ἐνδύματα.
§12ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις κατηγόρει τῆς Κυβερνήσεως Τρικούπη διότι διέλυε τὸν στρατὸν καὶ διότι ὑπεστήριζε τὴν μονοετῆ θητείαν, ἰσχυριζομένη, ὅτι ὁ στρατὸς δὲν δύναται νὰ μορφωθῇ οὐ μόνον διὰ τῆς μονοετοῦς ἢ τριετοῦς, ἀλλὰ διὰ τῆς ἑξαετοῦς θητείας. Ὅθεν ἀμφιβάλλω νὰ παραδεχθῶ, ὅτι σήμερον θὰ φανῇ τόσον ἀσυνεπὴς, ὥστε νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι στρατιώτης δύναται νὰ γείνῃ, ἀφοῦ γυμνασθῆ ἐπὶ ἕνα, δύο ἢ τρεῖς μῆνας. Ὡς πρὸς τὴν ὑγειονομικὴν ἐπιτροπὴν, ἐπειδὴ αὕτη εἶναι ἀνωτέρα πάσης ὑπονοίας, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὴν συνείδησιν αὐτῆς.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ τμῆμα ἐπὶ τῆς ἐξελέγξεως τῆς συμπληρωτικῆς ἐκλογῆς Γόρτυνος κατέθεσε τὴν ἔκθεσίν του. Ὁ δὲ κ. Γ. Κρεστενίτης εἰσάγει πρότασιν νόμου περὶ χορηγίας ἐπιδόματος εἰς τοὺς ἀρχιτεχνίτας τοῦ ὁπλοστασίου, τοὺς ἀρχιμουσικοὺς καὶ τὸν διευθυντὴν τῶν μουσικῶν. Θὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τύπωσιν.
§14ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτ.) Ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεγαρίδος κ. Δραγούμη, πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ περὶ ἐπιστρατείας Β. Δ. ὑποχρεοῖ πάντας ἀνεξαιρέτως τοὺς πολίτας, ὑπηρετήσαντας καὶ μή, νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὰς τάξεις, ὥστε τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Δραγούμη λεχθέν, ὅτι ἐξαιροῦνται διὰ τοῦ διατάγματος οἱ ὑπὲρ τοὺς τρεῖς μῆνας ὑπηρετήσαντες, δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἀληθῶς κατόπιν προεκλήθη τὸ διάταγμα τῆς 24 Ἰουλίου, δι’ οὗ ἐξαιροῦνται τῆς ἐπιστρατείας οἱ ἐπὶ τρίμηνον ὑπηρετήσαντες, τὰ δὲ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν δι’ ἐγκυκλίων πρὸς τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς ἐγνωστοποίησαν τοῦτο. Τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα, ὁσάκις ἐνεφανίζοντο ἐνώπιόν των προϋπηρετήσαντες, ἐφωδιασμένοι μετὰ τῶν ἀναγκαίων πιστοποιητικῶν, ἐξήρουν αὐτούς· συνέβη ὅμως πολλοὶ ἐξ αὐτῶν νὰ ἔχωσιν ἀπωλέσει τὰ ἀπολυτήρια τῶν σωμάτων, τούτου δ’ ἕνεκα τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα δὲν ἠδύναντο νὰ ἐξαιρέσωσιν αὐτούς. Ἀκολούθως τὰ σχετικὰ ἔγγραφα ἀπεστάλησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ἐξευρεθῇ ὁ ἀληθὴς ἀριθμὸς τῶν ὑπηρετησάντων, διότι ἐκ τῆς παραβολῆς τῶν καταλόγων τῶν σωμάτων πρὸς τοὺς παρουσιασθέντας εἰς τὰ στρατολογικὰ συμβούλια ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν δὲν εἶναι ἀκριβής, καὶ εὑρέθη, ὅτι, ἐνῷ κατὰ τοὺς ὑπό τινων σωμάτων ὑποβληθέντας καταλόγους, οἱ ὑπηρετήσαντες ἀνήρχοντο εἰς 100 ἢ 150, ἐνώπιον τῶν στρατολογικῶν συμβουλίων προσῆλθον φέροντες πιστοποιητικὰ τῶν αὐτῶν σωμάτων πλέον τῶν 150. Τούτου ἕνεκα τὸ Ὑπουργεῖον συνεκέντρωσεν ὅλα αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, ὅπως δυνηθῇ νὰ ἐξεύρῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπηρετησάντων, εἰς τοῦτο δὲ κατέγεινεν ἐπὶ πολὺν χρόνον καὶ ἐξακολουθεῖ καταγινόμενον. Ἤδη τὰ ἔγγραφα ταῦτα θεωρηθέντα ἀπεστάλησαν εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον, ὅπως τυπωθῇ ὁ κατάλογος, ὅστις θέλει κοινοποιηθῇ εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ τοὺς δήμους, ὅπως λάβωσι πάντες γνῶσιν. Τὰ λάθη ταῦτα συνέβησαν ἕνεκα τῆς κατὰ πρῶτον ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου καὶ τῆς εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ προσκλήσεως τόσῳ μεγάλου ἀριθμοῦ ἀνδρῶν. Διέταξα συνάμα τὰ στρατολογικὰ συμβούλια, ὁσάκις ἐμφανίζονται ἐνώπιόν των ἐπίστρατοι, οἵτινες ἔχουσιν ἀπολέσει τὰ ἀπολυτήριά των, νὰ ἀναβάλλωσι τὴν κατάταξιν καὶ ἀναφέρωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως ἐξετάζῃ τὰ ἔγγραφα καὶ διατάσσῃ τὴν ἀναβολήν. Ὡς πρὸς τὰς ἐπερωτήσεις τὰς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Καλαβρύτων σήμερον γενομένας, ἐλπίζω ν’ ἀπαντήσω αὔριον.
§15ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἡ Διεύθυνσις τῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν, ἐφαρμόζουσα τὸν νόμον καὶ τὰς ἀστυνομικὰς διατάξεις, ἀπηγόρευσε τὰ κινητὰ ὀπωροπωλεῖα, ὑποδηματοποιεῖα καὶ κρεοπωλεῖα, τὰ ἐπὶ τῶν πεζοδρομίων. Ὀφείλω νὰ ἐπαναλάβω καὶ πάλιν, ὅτι ἡ Ἀστυνομία, προβᾶσα εἰς τοῦτο, συνεμορφώθη πρὸς τὰς ἀστυνομικὰς διατάξεις. Ἐπειδὴ ὅμως πρὸ πολλῶν ἐτῶν αἱ ἀστυνομικαὶ διατάξεις μένουσι νεκρὸν γράμμα, καὶ οὐδέποτε ἐφηρμόσθησαν, οἱ μικροὶ οὗτοι βιομήχανοι, θεωροῦντες, ὅτι θέλει ἐξακολουθήσει ἡ αὐτὴ κατάστασις, ὑπεβλήθησαν εἰς δαπάνας ἐκτάκτους· ἐκτὸς δὲ τούτου δὲν ἐφρόντισαν ἐγκαίρως νὰ εὕρωσι κατάλληλα μικρὰ οἰκήματα, εἰς τὰ ὁποῖα νὰ μεταβῶσι καὶ ἐξακολουθήσωσι τὴν ἐργασίαν των. Νομίζω καλὸν, ἡ Κυβέρνησις νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Διεύθυνσιν τῆς Ἀστυνομίας, ὅπως δοθῇ μικρά τις ἀναβολή, 15 –20 ἡμερῶν, καὶ ἐν τῷ διαστήματι τούτῳ οἱ πτωχοὶ οὗτοι ἄνθρωποι κατορθώσωσι νὰ εὕρωσιν οἰκήματα πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς ἐργασίας των. (Θόρυβος). Φέρω δὲ, κύριοι Βουλευταὶ, ἐπὶ τούτου τὸν λόγον τοῦτον δημοσίᾳ, διότι δὲν μοὶ ἀρέσκει ἡ παρέμβασις εἰς τὰς Ἀρχὰς τῶν Βουλευτῶν κατ’ ἰδίαν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν τὸ τοιοῦτο δὲν ἐμποδίζῃ ἄλλα συμφέροντα, νὰ δώσῃ μικράν τινα προθεσμίαν 15–20 ἡμερῶν, ὅπως κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο εὕρωσιν οἱ πτωχοὶ αὐτοὶ ἄνθρωποι καταλύματα.
§16ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Ἀστυνομίαν νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ καμμίαν προθεσμίαν χάριν τῆς καθαριότητος καὶ τῆς ὑγείας τῆς πόλεως.
§17ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐγὼ δὲν κατακρίνω τὴν Διοικητικὴν Ἀστυνομίαν, ἀλλὰ λέγω, πρὸς εὐκολίαν τῶν πτωχῶν αὐτῶν ἀνθρώπων, νὰ τοῖς δοθῇ ἡ μικρὰ προθεσμία.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως. Ὁ κ. Σαράβας ἔχει τὸν λόγον.
§19ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἐν οὕτω προκεχωρημένῃ συζητήσει, ὅτε δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐλέχθη πᾶν, ὅτι ἠδύνατο νὰ λεχθῇ ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, ὤφειλον νὰ διστάσω, ἐὰν ἔπρεπε νὰ λάβω τὸν λόγον, μετὰ μάλιστα τὰς δύο τελευταίας ἐμβριθεῖς καὶ σπουδαίας ἀγορεύσεις τῶν ἐκ Ζακύνθου καὶ Ἀττικῆς βουλευτῶν κυρίων Καλλιγᾶ καὶ Λομβάρδου· ἀλλ’ ἡ κατηγορία εἴτε ἡ μομφὴ ἡ ὁποία ἀποδίδεται εἰς τὴν κυβέρνησιν, εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἐγὼ ἤθελα παραγνωρίσει τὰ προηγούμενά μου, ἐὰν ἤθελον ἐκφράσει γνώμην ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, χωρὶς νὰ ἐξηγήσω συνάμα καὶ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι εἰς τοῦτο μὲ παρακινοῦν. Θὰ προσπαθήσω, ὡς πάντοτε, νὰ ἦμαι σύντομος καὶ νὰ μὴν ἐπαναλάβω πράγματα ἤδη λεχθέντα. Ὁ ἀγὼν, ὃν οἱ διατυπώσαντες τὴν εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον ἀπάντησιν φαίνονται ἀναλαβόντες καὶ οἱ τούτους ὑποστηρίζοντες, εἶναι βεβαίως ἀξιέπαινος. Οἱ κύριοι αὐτοὶ εὗρον, ὅτι ῥητὸν καὶ σαφὲς ἄρθρον τοῦ συντάγματος παρεβιάσθη, ὅτι ὁ στρατολογικὸς ὡς τὸν ὀνομάζουν νόμος, ἐνῷ πρόκειται περὶ τοῦ ἀφορῶντος τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ νόμου, παρεβιάσθη ἐπίσης, ὅτι αὐτὰ τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς παρεγνωρίσθησαν ἀπὸ τὴν προκάτοχον κυβέρνησιν, καὶ ἐν τῇ ἄκρᾳ αὐτῶν νομιμοφροσύνῃ, νομίζουν, ὅτι ἓν τοιοῦτο προηγούμενον πρέπει νὰ μὴ μείνῃ ἀπαρατήρητον, πρέπει νὰ στιγματισθῇ, ὅπως ἐν τῷ μέλλοντι σωθῶσιν οἱ θεσμοὶ, τῶν ὁποίων ἐν ὅλῳ τῷ παρελθόντι ἡ εὐλαβὴς τήρησις ἦτο τὸ πρόγραμμα ὅλων τῶν κυβερνησάντων τὸν τόπον! Ἐὰν οἱ παρόντες καιροὶ δὲν ἐδίδασκον αὐτοὺς, ὅτι τοιαῦται συζητήσεις δὲν εἶναι ἀντάξιαι αὐτῶν, ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ ἐκλέξωσι καταλληλότερον θέμα, καὶ λυποῦμαι λέγων εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ἐξελέξαντο εἶναι ὅλως ἀκατάλληλον πρὸς τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἐπεδίωξαν. Τί ἔπραξε, κύριοι, ἡ κυβέρνησις τῆς 10 Μαρτίου, ἵνα τοσοῦτον ἐξεγείρῃ τὴν μῆνιν τῶν νέων τούτων νομιμοφρόνων; Ἴδωμεν ἐν ὀλίγοις. Κυβέρνησις προελθοῦσα ἐκ τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς στηριζομένη, διεχειρίσθη τὰς δημοσίας ὑποθέσεις ἐπὶ ἑπτὰ μῆνας ὁλοκλήρους. Ἠπόρησα δὲ, ὅταν ἤκουσα χθὲς τὸν ἀξιότιμον πρόεδρον τῆς κυβερνήσεως νὰ ἐπαναλάβῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Λακεδαίμονος ὑποστηριχθεῖσαν γνώμην, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐκείνη δὲν εἶχε τὴν πλειοψηφίαν. Δὲν γνωρίζω ποῖαι εἶναι αἱ θεωρίαι τοῦ ἐντίμου προέδρου τῆς κυβερνήσεως περὶ πλειονοψηφίας καὶ μειονοψηφίας, ἐγὼ τοὐλάχιστον μίαν μόνον γινώσκω, ὅτι, ὅταν μία κυβέρνησις προέρχηται ἐκ τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, αὐτὴ θεωρεῖται ἡ ἀπολαύουσα τῆς πλήρους αὐτῆς ἐμπιστοσύνης, ἐν ὅσῳ ἡ Βουλὴ δὲν τὴν ἀποδοκιμάσῃ· οὐδὲ εἶναι ἀνάγκη, φρονῶ, νὰ ἐρωτᾷ ἑκάστοτε ἡ κυβέρνησις, ἡ ὁποία προῆλθεν ἐκ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, μὴ τυχὸν τάχα διεταράχθη ἡ πλειονοψηφία, ἡ ὁποία τὴν ἀνεβίβασεν εἰς τὴν ἐξουσίαν. Καὶ ἔτι μᾶλλον ἠπόρησα, ἀκούσας νὰ ἐκφέρῃ τοιαύτην γνώμην ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως, ὅταν ἐνεθυμήθην, ὅτι αὐτὸς κυρίως ὠφελήθη ἀπὸ τὴν ἐναντίαν θεωρίαν ἐκείνης τὴν ὁποίαν σήμερον ὑποστηρίζει. Τὴν 3 Δεκεμβρίου 1870, ἀπεχώρει ἡ κυβέρνησις, ἥτις κατὰ τὴν 9 Ἰουλίου 1870 εἶχε διαδεχθῆ τὴν κυβέρνησιν τοῦ 1869, καὶ ἀνήρχετο ἐπὶ τὴν ἀρχὴν ὁ ἀξιότιμος νῦν πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως· καὶ ἀνήρχετο ἐπὶ τὴν ἀρχὴν, διότι ὁ ἀνὴρ ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐθρηνήσαμεν καὶ τὸν ὁποῖον μεθ’ ἡμῶν θρηνεῖ σύμπασα ἡ Ἑλλὰς, ποιούμενος χρῆσιν τοῦ πατριωτισμοῦ του, ὅστις τὸν ὡδήγει ἵνα ὑποχωρῇ, ὁσάκις ἀνάγκαι τῆς πατρίδος τοῦ τὸ ἐπέβαλον, παρέδωκε τὴν ἐξουσίαν εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Κουμουνδοῦρον. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος διετήρησεν ἐπὶ ἕν περίπου ἔτος τὴν ἐξουσίαν· κατὰ δὲ τὴν 29 Ὀκτωβρίου 1871, ἐφάνη, ὅτι κυβέρνησις, ἥτις διεχειρίσθη ἐπὶ ἕν ἔτος τὴν ἐξουσίαν, εἶχε μόλις 48 ψήφους ὑπὲρ αὐτῆς· τὸ περίεργον δὲ εἶναι ὅτι καὶ τότε αἱ ψῆφοι τῆς κυβερνήσεως ἐφάνησαν ἐν τῇ ἐκλογῇ τοῦ προέδρου· καὶ τότε ἡ ὑπουργικὴ κρίσις ἐπῆλθε, πλειοψηφήσαντος κατὰ τριάκοντα ψήφους τοῦ ὑποψηφίου προέδρου τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Οὐδεὶς ὅμως εὑρέθη, ὅστις νὰ εἴπῃ εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ὅτι καθ’ ὃ διάστημα εἶχες τὴν ἐξουσίαν, ἐπειδὴ ἐφάνη ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογῆς τοῦ προέδρου δὲν εἶχες πλειονοψηφίαν, ἐκυβέρνας ἐν μειονοψηφίᾳ. Εἴπατε ὑμεῖς τόρα ἐὰν δὲν εἶχον δίκαιον νὰ ἀπορήσω, ὅταν ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον πρόεδρον τῆς κυβερνήσεως νὰ ἐκφέρῃ τὴν νέαν θεωρίαν περὶ λανθανούσης οὕτως εἰπεῖν πλειονοψηφίας. Διεχειρίσθη λοιπὸν, ἐπαναλαμβάνω ἡ κυβέρνησις τῆς 10 Μαρτίου ἐπὶ 7 πλήρεις μῆνας τὰς δημοσίας ὑποθέσεις ἔχουσα καὶ ἀπολαύουσα πλήρους καὶ ἀκεραίας τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, περιστάσεις ὅλως νέαι, ἐπὶ τῶν ὁποίων οὐδεμία κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ ὑπολογίσῃ, ἵνα κατ’ αὐτὰς κανονίσῃ τὰς ἐνεργείας της, ἔδοσαν εἰς τὸ τέως ἠρεμοῦν, ἵνα μὴ μεταχειρισθῶ ἄλλην τινὰ λέξιν, ἐθνικὸν ζήτημα, νέαν τροπὴν, ὑποσχομένην τὴν αἰσίαν αὐτοῦ ἔκβασιν. Συνδιάσκεψις συνελθοῦσα ἐν Βερολίνῳ, ἀφεῖλεν ἐκ τοῦ ἄρθρου 24 τῆς Συνθήκης τοῦ 1878 καὶ τοῦ 13 πρωτοκόλλου, πᾶν, ὅ,τι εἶχον ἀόριστον, καὶ ἔδιδεν εἰς τὴν ἐνδιαφερομένην δύναμιν λαβὴν εἰς ἀναβολὰς καὶ δυστροπίας πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών της. Ἡ συνδιάσκεψις ἀφήρεσεν οὐ μόνον ὅ,τι εἶχεν ἀόριστον τὸ 13ον πρωτόκολλον καὶ τὸ 24ον ἄρθρον ἀλλὰ συνάμα ἔθεσεν ὡρισμένα σημεῖα ἀποτελοῦντα τὰ ἐν τῷ μέλλοντι ὅρια τῶν δύο γειτόνων ἐπικρατειῶν. Ἀνεκοινώθη ἡ ἀπόφασις αὕτη εἰς τὰ ἐνδιαφερόμενα κράτη, ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις ἔσπευσεν, ἐκπληροῦσα τὸ ἑαυτῆς καθῆκον, ἀμέσως ν’ ἀπαντήσῃ, ὅτι τὴν ἀποδέχεται, ἐνταυτῷ δὲ νὰ ἐκφράσῃ τὴν εὐγνωμοσύνην της πρὸς τὴν ὑψηλὴν δικαιοσύνην τῶν ὑπογραψασῶν τὴν διαιτητικὴν ἀπόφασιν δυνάμεων. Τί ὤφειλεν, εἴπατέ μοι, σᾶς παρακαλῶ, νὰ πράξῃ ἡ κυβέρνησις ἐκείνη μετὰ τὴν ἀνακοίνωσιν τῆς διαιτητικῆς ταύτης ἀποφάσεως; ἐὰν ἔπρεπεν ν’ ἀκούσωμεν τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες φρονοῦσιν, ὅτι τὰ πάντα πρέπει νὰ περιμείνωμεν ἀπὸ τὴν ξένην χεῖρα, καὶ λυποῦμαι πολὺ, ὅτι τὴν γνώμην ταύτην ἤκουσα νὰ ἐκφράσῃ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κραναίας βουλευτὴς κ. Βαλσαμάκης, ἂν ἔπρεπε ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἷς πρώην ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν διετύπωσεν ἐνυπογράφως καὶ ἐδημοσίευεν, ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ εἴπῃ εἰς τὰς δυνάμεις, ὑμέτερον ἔργον εἶνε νὰ φροντίσητε περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεώς σας. Ἀλλὰ τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος, τὸ ὁποῖον ὅλη ἡ ἱστορία μαρτυρεῖ, ὅτι οὐδέποτε ἐλησμόνησεν, ὅτι πρέπει νὰ στηρίζεται εἰς τὰς ἰδίας δυνάμεις, ἐκτὸς μόνον, τὸ ὁμολογῶ μὲ λύπην μου, ἀπὸ τοῦ 1875 καὶ ἐντεῦθεν, τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος ἤθελε παραγνωρίσει τὴν ἱστορικὴν ἀποστολήν του, ἤθελεν ἀθετήσει τὰς πρὸς τὸν ἑλληνισμὸν ὑποχρεώσεις του, ἐὰν ἤθελεν εἴπει εἰς τὰς δυνάμεις, ἐκτελέσατε τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ὑμεῖς ἐξεδώκατε. Ὄχι, τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος ἔπρεπε ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι εἶχεν ἱκανὰς δυνάμεις, ἵνα διεκδικήσῃ τὰ ἴδια αὑτοῦ δικαιώματα, ὅταν ὁλόκληρος ἡ Εὐρώπη διὰ πράξεως τόσῳ ἐπισήμου, τὰ ἀνεγνώρισεν, ἔπρεπε ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι εἶχε τὴν δικαίαν ἀξίωσιν νὰ λογίζηται ἐφεξῆς ὡς οὐσιώδης παράγων ἐν τῷ ἀνατολικῷ ζητήματι. Ἐπροτίμησε λοιπὸν ἡ κυβέρνησις τὴν δευτέραν γνώμην καὶ νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει τις ἐξ ὑμῶν, ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ διάφορον γνώμην, καὶ ἂν ἦναί τις τὸν προκαλῶ νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ τὴν ἐκθέσῃ, νὰ εἴπῃ, ἂν ἡ Ἑλλὰς ὤφειλε νὰ εἴπῃ εἰς τὰς ἐκδούσας τὴν διαιτητικὴν ἀπόφασιν δυνάμεις, τὸ ἔργον εἶναι ἰδικόν σας, εἰς σᾶς ἀνήκει νὰ τὸ ἐκτελέσητε. Ἐὰν ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔπρεπε ν’ ἀκολουθήσῃ αὐτὴν τὴν γνώμην, ἀναγκαίως ἔπρεπε νὰ πράξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν ἡ κυβέρνησις. Ἡ κυβέρνησις λοιπὸν τῆς 10ης Μαρτίου ἔπραξεν, ὅ,τι ὤφειλε νὰ πράξῃ πᾶσα κυβέρνησις εὑρισκομένη εἰς τὴν θέσιν της, συναισθανομένη τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας αἱ ἀναφανεῖσαι περιστάσεις ἐπέβαλλον εἰς τὸ ἔθνος. Διέταξε τὴν ἐπιστράτευσιν καὶ παρήγγειλε προμηθείας ἐπαρκεῖς διὰ στρατὸν 75 χιλιάδων ἀνδρῶν. Κατὰ ποῖον τρόπον ἐνηργήθη ἡ ἐπιστράτευσις καὶ αἱ προμήθειαι θὰ ἐξετάσω κατόπιν, ἀρκοῦμαι ἤδη νὰ εἴπω, ὅτι ἐν βραχυτάτῳ χρόνῳ κατωρθώθη νὰ παρουσιασθῇ τὸ μοναδικὸν φαινόμενον, τὸ μεγάλως ἀνυψῶσαν τὸ γόητρον τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ παρατάξῃ ἐν ἀνάγκῃ καὶ 100 χιλιάδας ἀνδρῶν ἄριστα ἐξωπλισμένων καὶ μὲ πάντα τὰ χρειώδη ἐφωδιασμένων. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς σᾶς ἐξέθηκε χθές, ὁποῖα ἀποτελέσματα, ὁποίας ἐντυπώσεις παρήγαγεν, πρὸ πάντων ἐν Εὐρώπῃ, ἡ ἐνέργεια αὕτη τῆς κυβερνήσεως, ἤθελον ἐλαττώσει τὴν δύναμιν τῶν λόγων του, ἂν ἤθελον ἐπαναλάβει τὰ παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα· ὅ,τι ὅμως δὲν δύναμαι νὰ παρασιωπήσω πρὸς τιμὴν τῆς κυβερνήσεως εἶναι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἐνήργησε τὴν ἐπιστράτευσιν. Ἡ ἀμεροληψία μὲ τὴν ὁποίαν ἐνηργήθη ἡ ἐπιστράτευσις αὕτη μεγάλως συνετέλεσεν, ἵνα ἡ προθυμία τοῦ λαοῦ φανῇ ὑπερτέρα παντὸς ἐπαίνου. Ἀληθῶς οὐδέποτε ἐξέλιπε τὸ αἴσθημα τοῦ ἕλληνος νὰ προσφέρῃ ἑαυτὸν θυσίαν, ὅταν αἱ ἀνάγκαι τῆς πατρίδος τὸ ἀπαιτοῦσι, ἀλλ’ ὁ ἕλλην ἔχει ἔμφυτον πρὸ παντὸς ἄλλου τὸ αἴσθημα τῆς ἰσότητος· ὅταν τὰ βάρη διανέμωνται ἐξ ἴσου πρὸς πάντας, ὅταν ὁ ἕλλην βλέπῃ ὅτι καὶ ὁ πτωχὸς καὶ ὁ πλούσιος καὶ ὁ ἰσχυρὸς καὶ ὁ ἀδύνατος ἐξ ἴσου ὑφίστανται τὰ βάρη, τὰ ἐπιβαλλόμενα ὑπὸ τῆς πολιτείας, προθύμως ἀναλαμβάνει τὴν ἐκπλήρωσιν αὐτῶν. Ἀναντίῤῥητον λοιπὸν εἶναι, ὅτι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἐνήργησε τὴν ἐπιστράτευσιν ἡ κυβέρνησις συνετέλεσεν οὐκ ὀλίγον εἰς τὸ νὰ ἐξάψῃ ἔτι μᾶλλον τὴν πατριωτικὴν προθυμίαν τοῦ ἕλληνος. Ἐνήργησεν ἐπίσης προμηθείας, αἵτινες νὰ ἐπαρκέσουν οὐ μόνον εἰς τὸν στρατὸν τὸν ὁποῖον ὑπελόγισε τῶν 60 χιλιάδων, ἀλλὰ διὰ στρατὸν 75 χιλιάδων. Συνῆλθεν εἶτα ἡ βουλὴ εἰς τὴν ὁποίαν ἡ κυβέρνησις διὰ τοῦ βασιλικοῦ λόγου ὑπέβαλε λογοδοσίαν τῶν πράξεών της καὶ ἐξέθηκε τὰς περὶ τῶν μελλουσῶν ἐνεργειῶν σκέψεις της. Ταῦτα εἶναι τὰ γενόμενα ὑπὸ τῆς προκατόχου κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα ἔδωσαν ἀφορμήν, ἵνα τοσοῦτον ἐρεθισθῇ, ὡς εἶπον, ἡ εὐαισθησία τῶν νέων νομιμοφρόνων. Ἀντιπολίτευσις κοινοβουλευτική, ἀφορῶσα εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας οἱ καιροὶ ἐπέβαλλον εἰς αὐτὴν, ὤφειλεν, ὡς ἐγὼ φρονῶ, εἰ μὲν παρεδέχετο τὸ σύστημα τοῦτο τῆς κυβερνήσεως νὰ ἀρυσθῇ ἐκ τοῦ πατριωτισμοῦ της τὴν ἀναγκαίαν δόσιν τῆς αὐταρπανήσεως, ἵνα ὑποστηρίξῃ αὐτὴν εἰς τὸ πατριωτικὸν τοῦτο ἔργον· ἤθελεν οὕτω ἀποδείξει, ὅτι ἂν μετέχωμεν τῶν προγονικῶν κακιῶν, δὲν στερούμεθα ὅμως καὶ τῆς προγονικῆς ἀρετῆς τοῦ νὰ εὑρισκώμεθα ὁμοφρονοῦντες καὶ ἡνωμένοι ὅταν ἡ ἀνάγκη τῆς πατρίδος καὶ ὑπέρτατα αὐτῆς συμφέροντα τὸ ἐπιτάττουσι. Τοῦτο ὅμως φρονῶ, ὅτι ὤφειλε νὰ τὸ πράξῃ καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον· ἀναντίῤῥητον εἶναι, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ἐφαρμόσῃ ἐπιτυχῶς ἰδέαν τῆς ὁποίας πατὴρ καὶ δημιουργὸς εἶναι ἄλλος τις. Τοῦτο ἐφαρμόζεται πρὸ πάντων προκειμένου περὶ πολιτικῶν ἀρχῶν καὶ κυβερνητικῶν μέτρων. Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω ἀναλογίας δυσαρέστους, οὐδὲ ἐπιθυμῶ νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι θέλω νὰ κάμω ὑπαινιγμοὺς, ἀλλ’ ἐὰν πρὸς στιγμὴν ὑποθέσω, ὅτι μία κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι ὁ τόπος δὲν δύναται νὰ κυβερνηθῇ ἄλλως εἰμὴ διὰ τοῦ συστήματος τῆς λεγομένης συναλλαγῆς, καὶ ἡ κυβέρνησις αὐτὴ θέτει εἰς πλήρη ἐνέργειαν τὸ σύστημα τοῦτο, φρονῶ ὅτι πολὺ κακῶς καὶ ἀτέχνως ἤθελεν ἐφαρμώσει αὐτὸ, μία ἄλλη κυβέρνησις, ἥτις ἤθελε τυχὸν ἀποπειραθῆ νὰ τὸ μιμηθῇ. Τόσῳ εἶναι βέβαιον ὅτι ἐν τῇ πολιτικῇ τὰ συστήματα πρέπει νὰ ἐφαρμόζωνται ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν εἰς αὐτὰ, καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ δημιουργοί των! Ὤφειλεν λοιπὸν ἡ κοινοβουλευτικὴ ἀντιπολίτευσις νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν κυβέρνησιν ἐκείνην ἐν τῷ πατριωτικῷ αὐτῆς ἔργῳ, ἂν ἀληθῶς ἐφρόνει, ὅτι οἱ παρόντες καιροὶ ἐπιβάλλουν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν διὰ πάσης θυσίας σύνταξιν τῶν στρατιωτικῶν αὐτῆς δυνάμεων, ἢ, ἂν δὲν ἐφρόνει οὕτως, ὤφειλε νὰ ἐκφράσῃ τὸ ἐναντίον φρόνημά της καὶ νὰ τὸ ἐκφράσῃ ὡς πρέπει νὰ ἐκφράζηται κυβέρνησις, ἡ ὁποία γνωρίζει διατὶ ἔρχεται καὶ τί ζητεῖ. Ὤφειλεν ἡ κοινοβουλευτικὴ ἀντιπολίτευσις νὰ προκαλέσῃ συζήτησιν, ἂν δὲν ἠσπάζετο τὸ σύστημα τῆς προκατόχου κυβερνήσεως, καὶ δὲν ἐνόμιζεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ τὸ ὑποστηρίξῃ καὶ νὰ εἴπῃ διὰ ποῖον λόγον ἐννοεῖ, ὅτι πρέπει νὰ ἀπομακρυνθῇ τῶν κοινῶν ἡ κυβέρνησις ἐκείνη, καὶ τί σκοπεῖ νὰ κάμῃ αὕτη, ἀξιοῦσα νὰ τὴν διαδεχθῇ. Ἀντὶ τούτων ὅμως ἐπροτίμησε μέθοδον ἁπλουστέραν, τὴν μέθοδον τῆς ἀριθμήσεως. Ἡ μέθοδος αὕτη εἶναι βεβαίως ἀπαραίτητος πρὸς λύσιν τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται ἐν τῷ κοινοβουλίῳ, ἀλλ’ ἡ μέθοδος αὕτη μόνη δὲν ἀρκεῖ, πρέπει νὰ ἐκφράζῃ συγχρόνως καὶ τίνων ἕνεκεν λόγων ἐγένετο δεκτὸν τὸ δεῖνα ἢ δεῖνα συμπέρασμα· τοῦτο δὲ δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἢ μὴ μετὰ μίαν προηγουμένην συζήτησιν. Ἐπροτίμησαν λοιπὸν, πρωτοφανὲς τοῦτο, νὰ λύσουν τὸ ἀποτελοῦν τὴν οὐσίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ζήτημα, τί ἔπραξεν ἡ προηγουμένη κυβέρνησις, καὶ τί σκοποῦν νὰ πράξουν αὐτοὶ, ἐπροτίμησαν νὰ τὸ λύσουν διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας, καὶ ἐπὶ ζητήματος προσωπικοῦ, ὡσεὶ τὸ κοινοβούλιον νὰ ἦτο συνάθροισις κωφαλάλων, συνεννοουμένων διὰ νευμάτων. Ἤθελον παρακαλέσει τοὺς κυρίους ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον καὶ πρὸ πάντων τὸν ἐγκατῆ περὶ τὰ κρατοῦντα παρὰ τοῖς Ἄγγλοις καὶ Ἀμερικανοῖς ἀξιότιμον κύριον Κασιμάτην νὰ μοὶ εἴπῃ, ἂν αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον λύονται τὰ ζητήματα εἰς τὸ κοινοβούλιον τὸ Ἀγγλικόν· ἤθελον παρακαλέσει νὰ μοὶ εἴπῃ, ἂν, προκειμένου νὰ ἐνασκήσῃ τὸ πρώτιστον τῶν καθηκόντων της ἡ Βουλή, καὶ μάλιστα ἐν τοιαύτῃ ἐπισήμῳ στιγμῇ, καθ’ ἣν κρίνεται ἡ τύχη τοῦ ἑλληνισμοῦ, ἂν εἶναι ἐπιτετραμμένον ν’ ἀλλάξετε μίαν κυβέρνησιν, καὶ νὰ φέρετε μίαν ἄλλην; χωρὶς νὰ ἠξεύρῃ ὁ τόπος διὰ ποῖον λόγον ἀπεχώρησεν ἡ μία καὶ διὰ ποῖον λόγον ἦλθεν ἡ ἄλλη. Ἐπεκαλέσθησαν πρὸς δικαιολογίαν των, ὅτι ὑπῆρχε προηγούμενον, τὸ κακὸν δ’ εἶναι, ὅτι ἐξελέξαντο τὸ χείριστον τῶν προηγουμένων, τὸ κακὸν εἶναι, ὅτι τὰς παρεκτροπὰς τοῦ κοινοβουλίου τὰς ἐκλαμβάνουν ὡς προηγούμενα, μιμήσεως ἄξια, καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἔχονται νὰ στηρίξουν τὴν γνώμην των. Τὸ προηγούμενον τοῦτο εἶναι τῆς ἐποχῆς ἣν προεμνημόνευσα, τὸ τοῦ 1871, ὅτε ἡ βουλὴ ἔῤῥιψε τὸν κ. Κουμουνδοῦρον πρωθυπουργὸν εἰς τὸ ζήτημα τοῦ προέδρου, Ἀλλὰ τὰ ἀτοπήματα, τὰ ὁποῖα ἐντεῦθεν προέκυψαν, ἔπρεπε νὰ πείσουν τοὺς ἐπικαλουμένους τὸ προηγούμενον τοῦτο, ὅτι δὲν ἦτο ἄξιον μιμήσεως. Ἠξεύρετε, κύριοι, τί συνέβη τότε μὲ αὐτὸ τὸ προηγούμενον; Ἔπεσεν ἡ ὑπὸ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον κυβέρνησις, ἥτις εἶχε καὶ αὐτὴ κηρύξει τότε τὴν ἔναρξιν τῆς Βουλῆς διὰ βασιλικοῦ λόγου, ἦλθεν ἔπειτα ἑτέρα κυβέρνησις ὑπὸ τὸν ἀοίδιμον Ζαΐμην, ἔπεσε καὶ αὐτή, ἦλθεν ἑτέρα ὑπὸ τὸν μακαρίτην Βούλγαρην, ἥτις διέλυσε τὴν βουλήν, καὶ ὁ Βασιλεὺς περιμένει ἀκόμη ἀπάντησιν εἰς τὸν λόγον του! Αὐτὴ εἶναι ἡ συνέπεια τοῦ προηγουμένου, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθησαν ὡς ἄξιον νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ πανδήμῳ στιγμῇ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπῆρχε τὸ προηγούμενον, αἱ περιστάσεις εἶναι τοσοῦτον ἔκτακτοι, ὥστε δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον ν’ ἀλλάξῃ ἡ κυβέρνησις χωρὶς νὰ μάθῃ ὁ λαός, τί ἔπραξε, τί ἐφρόνει νὰ πράξῃ ἡ προκάτοχος κυβέρνησις καὶ τί φρονεῖ νὰ πράξῃ αὐτή, ἡ ὁποία ἀξιοῖ νὰ τὴν διαδεχθῇ. Τοιοῦτον προηγούμενον ἐπικαλεῖσθε πρὸς λύσιν ζητημάτων τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸ πρώτιστον τῶν δικαιωμάτων τοῦ κοινοβουλίου. Μεταμέλλεσθε ἤδη διὰ τοῦτο καὶ ἔρχεσθε νὰ διορθώτητε τὸ λάθος σας, προσθέτοντες εἰς τὸ ἀτόπημα νέον ἀτόπημα, ἔρχεσθε νὰ θέσητε ἐν τῇ εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον ἀπαντήσει τοὺς λόγους, οἵτινες σᾶς παρεκίνησαν νὰ ἐκλέξητε τὸν κ. Αὐγερινὸν πρόεδρον τῆς Βουλῆς· διότι εἰς τοῦτο ἀκριβῶς, ὑπὸ ἁπλουστέραν ἔκφρασιν, καταντᾷ ἡ παράγραφος τῆς εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον ἀπαντήσεως, δι’ ἧς ἐκφράζετε μομφὴν κατὰ τῆς προκατόχου κυβερνήσεως. Θέλετε λοιπὸν σήμερον νὰ διορθώσητε τὸ ἀτόπημα, τὸ ὁποῖον ἐπράξατε κατὰ τὴν 10 8βρίου, ἀπομακρύναντες ἄνευ συζητήσεως καὶ διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἐγκαινίασε νέαν πολιτικὴν ὡς πρὸς τὸ ἐκκρεμὲς ἐθνικὸν ζήτημα, δι’ ἑνὸς μεγαλειτέρου ἀτοπήματος, θέτοντες ζήτημα ἐμπιστοσύνης περὶ κυβερνήσεως, ἡ ὁποία σήμερον δὲν ὑπάρχει· αὐτὸς τοὐλάχιστον εἶναι ὁ χαρακτηρισμὸς ὁ ἀληθὴς τῆς μομφῆς, τὴν ὁποίαν κατεχωρίσατε ἐν τῇ εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον ἀπαντήσει. Τίς ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ, ὅτι ὅταν πρόκειται νὰ τεθῇ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, τὸ ζήτημα τοῦτο τίθεται ἢ καθαρὸν καὶ ἁπλοῦν, ἢ καὶ ἠτιολογημένον· τὸ κοινοβούλιον δύναται νὰ εἴπῃ: δὲν ἔχω ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν κυβέρνησιν πάντοτε, ἐννοεῖται, ὡς πόρισμα προηγηθείσης συζητήσεως· δύναται νὰ εἴπῃ ὅμως δὲν ἔχω ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν κυβέρνησιν διὰ τὸν δεῖνα καὶ δεῖνα λόγον, τουτέστι διὰ προτάσεως, ὡς τὴν ὀνομάζουν, motivée· ἀλλ’ ἀφοῦ, κύριοι, ἅπαξ ἐθέτατε τὸ ζήτημα εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ προέδρου, ἀφοῦ ἠθελήσατε νὰ τὸ λύσητε ἁπλῶς καὶ ἀναιτιολογήτως, εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐπανέλθητε εἰς τὸ ἴδιον ζήτημα καὶ νὰ εἴπητε: τότε δὲν τὸ ἐθέσαμεν ὡς ἔπρεπεν, ἤδη θεωροῦμεν ἀναγκαῖον νὰ τὸ ἐπαναλάβωμεν, ὅπως ἐκφράσωμεν τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ἐνομίζομεν, ὅτι τὸ ζήτημα ἐκεῖνο ἔπρεπε νὰ λυθῇ, ὡς ἐλύθη. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτὴς θέλων νὰ δικαιολογήσῃ τὴν σχετικὴν παράγραφον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον μᾶς εἶπε: πῶς παραξενεύεσθε, ὅτι ἡμεῖς θέλομεν νὰ θέσωμεν εἰς τὴν ἀπάντησιν μίαν τοιαύτην μομφήν; αὐτὴ εἶναι μία πειθαρχικὴ ποινή, τὴν ὁποίαν πάντοτε δύναται τὸ κοινοβούλιον νὰ ἐπιβάλλῃ εἰς τοὺς ὑπουργούς. Δὲν εἰξεύρω, ἐὰν τοιαύτη θεωρία εὑρίσκεται εἰς τὸ σύγγραμμα περὶ τοῦ κατὰ Σύνταγμα πολιτεύεσθαι τοῦ κ. Ῥοντήρη, ἀλλὰ καὶ ἂν εὑρίσκετο ὁ κ. ἐκ Λακεδαίμονος βουλευτὴς, ἂν ἤθελε νὰ ἀφομοιώσῃ τοὺς ὑπουργοὺς μὲ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ τὴν Βουλὴν μὲ τὸ πειθαρχικὸν συμβούλιον, ὤφειλε τοὐλάχιστον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἁπλουστάτην ταύτην ἰδέαν, ὅτι καὶ ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς, ὅταν παύῃ τοῦ νὰ ἦναι ὑπάλληλος, δὲν ὑπόκειται πλέον εἰς τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν τοῦ συμβουλίου. Δὲν θέλω νὰ ἐκτείνω ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου περισσότερον τὸν λόγον, ὅπως ἀποδείξω, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὸν ὅλως τὸ νὰ εἰσαγάγητε ἐν τῇ εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον ἀπαντήσει μέμψιν κατὰ κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει πλέον ἐν τῇ ἀρχῇ, καὶ τῆς ὁποίας ἡ πολιτικὴ εὐθύνη ἐκρίθη ἅπαξ ἐν τῇ ἐκλογῇ τοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς· δὲν δύναμαι ὅμως νὰ μὴ ὑποβάλω τινὰς παρατηρήσεις, σχετικῶς πρὸς τὰ προηγούμενα, ἅτινα ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως ἐπεκαλέσθη χθὲς πρὸς δικαιολογίαν τῆς προτάσεως. Ἱκανῶς ἀπήντησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς ὡς πρὸς τὸ προηγούμενον τῆς βουλῆς τοῦ 1874· ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ προηγούμενον τὸ ἀφορῶν τὰ λαβόντα χώραν ἐν τῇ Γαλλικῇ βουλῇ, κατὰ τὸ 1877, νομίζω, ὅτι δὲν ἐστηρίχθησαν εἰς ἀκριβεῖς πληροφορίας, διότι οὔτε ἡ περίστασις ἐκείνη ἔχει ἀναλογίαν τινα μὲ τὴν προκειμένην, οὔτε πρόκειται σήμερον περὶ ἐκείνου, περὶ τοῦ ὅπου ἐν Γαλλίᾳ ἐπρόκειτο. Κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1877 ἡ ὑπὸ τὸν Broglie-Fourtou κυβέρνησις, παρεσκεύαζε πραξικόπημα, ἵνα ἐπαναφέρῃ τὴν μοναρχίαν συνεργὸν ἔχουσα εἰς τοῦτο τὸν πρόεδρον τῆς Δημοκρατίας. Ἔπεσε τότε ἡ κυβέρνησις τοῦ Ἰουλίου Σίμωνος, καίτοι στηριζομένη εἰς μεγάλην πλειονοψηφίαν, ἡ νέα κυβέρνησις διέλυσε τὴν βουλήν, καὶ κατῆλθεν εἰς τὰς ἐκλογὰς μὲ ὅλην τὴν πανοπλίαν της· αὐτὸς ὁ πρόεδρος τῆς δημοκρατίας διὰ διὰ διαγγέλματός του εἶπε ρητῶς, ὅτι ὅστις θέλει νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν πολιτικήν του, ὀφείλει νὰ ὑποστηρίξῃ τοὺς ὑποψηφίους του· ἐννοεῖται ὅτι οἱ ὑπουργοί του ἐφιλοτιμήθησαν νὰ ὑπερβῶσιν αὐτὸν κατὰ τὸν ζῆλον, ἀλλὰ τὸ μέγα Γαλικὸν ἔθνος, ἀπέστειλε πάλιν τοὺς ἰδίους βουλευτάς· Ἡ βουλὴ ἅμα συνελθοῦσα ἀπέπεμψε τὴν κυβέρνησιν τοῦ Broglie-Fourtou καὶ διέταξεν ἀνακρίσεις, περὶ τῶν κατὰ τὰς ἐκλογὰς λαβουσῶν χώραν κυβερνητικῶν ἐπεμβάσεων. Ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε κατηγορητήριον, καὶ ἐν τῇ συζητήσει τοῦ κατηγορητηρίου ἡ βουλὴ ἐπιεικῶς φερομένη ἀντὶ νὰ παραπέμψῃ εἰς δίκην τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, ἐπροτίμησε νὰ γείνῃ γνωστὸν εἰς τὰς ἐπαρχίας, ὅτι κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκλογῆς παρεβίασε τοὺς κειμένους νόμους. Καὶ ἓν τοιοῦτον προηγούμενον ἔρχεσθε νὰ ἐπικαλεσθῆτε σήμερον; προηγούμενον, ὅπερ κατ’ ἐπιείκειαν ἐφηρμόσθη κατὰ τῶν ἀποπειραθέντων νὰ ἐνεργήσωσι πραξικόπημα κατὰ τοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ μὴ ἐπιτυχόντων, αὐτὸ ἔρχεσθε νὰ ἐπικαλεσθῆτε καὶ σήμερον πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης σας; Ἀλλὰ τέλος πάντων, κύριοι, ποία εἶναι, ἐρωτῶ, ἡ φοβερὰ αὕτη κατηγορία, ἡ ὁποία ἀποδίδεται εἰς τὴν κυβέρνησιν τῆς δεκάτης Μαρτίου; Τί ἔπραξεν ἡ κυβέρνησις ἐκείνη, ὥστε νὰ λησμονήσωμεν καὶ εἰς τοιαύτας περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦμεν, νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι ὑπέρτατον καθῆκον ἐπιβάλλεται ἡμῖν περὶ ἑνὸς καὶ μόνου νὰ σκεφθῶμεν, πῶς νὰ παρασκευασθῇ ὁ τόπος, ἵν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς συμπαθείας τῆς Εὐρώπης, καὶ εἰς τὰς προσδοκίας τοῦ ἑλληνισμοῦ; Μήπως, κύριοι, ἐννοῆτε νὰ ἀποδώσητε εἰς τὴν κυβέρνησιν τῆς 10 Μαρτίου, ὅτι κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ στρατολογικοῦ νόμου ἔλαβον χώραν αἱ διοικητικαὶ ἐκεῖναι ἀσχημίαι, αἱ ὁποῖαι ἄλλοτε κατέχρανον τὴν διοίκησιν καὶ κατέστησαν μισητὸν τὸ βάρος τοῦτο εἰς τὸν λαὸν; μήπως ἐννοεῖτε, κύριοι, νὰ εἴπητε, ὅτι καὶ ἐπὶ τῆς παρελθούσης κυβερνήσεως ἐπανελήφθησαν κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς στρατολογίας τοῦ μακαρίτικα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα αὐτὸν τὸν πρωθυπουργὸν, ὑπὸ τὴν κυβέρνησιν τοῦ ὁποίου διεπράχθησαν, ἠνάγκασαν νὰ τὰ ὀνομάσῃ σωματεμπορίαν, καὶ νὰ τὰ ὀνομάσῃ οὕτως ἐν πλήρει συνεδριάσει τῆς βουλῆς, χωρὶς νὰ ὑψώσῃ φωνὴν τις τῶν σήμερον νομιμοφρόνων, τῶν ὁποίων τοσοῦτον ἐγείρεται ἡ εὐαισθησία σήμερον ἐπὶ τῇ μὴ τηρήσει τῶν νόμων, ἵνα τῷ εἴπῃ· λοιπὸν κ. πρωθυπουργέ, τί ἐκάματε διὰ νὰ προλάβητε αὐτὴν τὴν σωματεμπορίαν; ἢ ἀφοῦ, καθ’ ὃ εἴχετε καθῆκον, δὲν τὴν ἐπρολάβετε, τί ἐκάμετε, ἵνα τιμωρήσητε τοὺς δράστας τῶν στρατολογικῶν ὀργίων; Μήπως ἔχετε ν’ ἀποδώσητε τοιαῦτά τινα εἰς τὴν κυβέρνησιν τῆς 10ης Μαρτίου ἐπὶ τῇ ἐνεργείᾳ τῆς στρατολογίας; Ἢ μήπως κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς προμηθείας συνέβησαν αἱ ἀσχημίαι ἐκεῖναι, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλο τι, αἱ ὁποῖαι πέρισυ ἐπὶ 45 ἡμέρας ἀπησχόλησαν τὴν ἐπιτροπὴν, τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἐσχηματήσατε, ἀσχημίας, τὰς ὁποίας ἡ βουλὴ δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσῃ ἀπὸ ἐπιείκειαν, ἀλλὰ μᾶλλον, διότι ἐνόμιζεν, ὅτι ἐγκολάπτει ὄνειδος εἰς τὸ ἔθνος, ἠθέλησεν ἴσως νὰ τὰς καλύψῃ; μήπως συνέβησαν τὰ σκάνδαλα ἐκεῖνα, περὶ τῶν ὁποίων ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς ἀνέφερεν ἐσχάτως ἐν τῇ ἐπερωτήσει του, καὶ τὰ ὁποῖα ἔδωκαν τὴν τόλμην εἰς ἕνα ἀλλοδαπὸν, νὰ εἴπῃ ἐξεταζόμενος ἐνώπιον τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐφετῶν, δικαιολογῶν τὴν εἰς ἕνα ἀνώτερον ἀξιωματικὸν ἀποδιδομένην δωροδοκίαν, ὅτι συνηλλάσετο πρὸς ἀνατολίτας, καὶ ὅτι εἰς τὴν Ἀνατολὴν δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ τίποτε κανεὶς χωρὶς νὰ πληρώσῃ; Ἀλλ’ ὄχι, ἡ στρατολογία ἐνεργήθη μετὰ τοιαύτης αὐστηρότητος, μετὰ τοιαύτης ἀμεροληψίας, ὥστε τοῦτο, ὡς εἶπον καὶ πρότερον, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω, διότι τοιαύτη εἶναι ἡ κοινὴ πεποίθησις, συνετέλεσε μεγάλως εἰς τὴν ἐπιτυχῆ ἐφαρμογὴν τῆς στρατολογίας καὶ εἰς τὴν προθυμίαν μεθ’ ἧς οἱ ἐπίστρατοι ἔδραμον ὑπὸ τὰς σημαίας. Αἱ δὲ προμήθειαι τοῦ πολεμικοῦ ὑλικοῦ καὶ τῶν λοιπῶν χρειωδῶν τοῦ στρατοῦ μετὰ τοιαύτης οἰκονομίας, μετὰ τοσαύτης προσοχῆς καὶ τιμιότητος, ἐγένοντο ὥστε οὐδὲ αὐτὴ ἡ κακολογία, ἥτις οὐδενὸς φείδεται, ἐτόλμησε νὰ ὑψώσῃ τὴν κεφαλήν. Τί λοιπὸν ἔχετε νὰ ἀποδώσητε εἰς τὴν κυβέρνησιν αὐτὴν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ περὶ ἐπιστρατεύσεως κυβερνητικοῦ μέτρου; Ἀλλὰ, μοὶ λέγετε, παρεβίασε τὸ σύνταγμα, παρεβίασε τοὺς νόμους, πῶς δυνάμεθα ἡμεῖς γενηθέντες, τραφέντες, ζῶντες ἐν τῇ νομιμοφροσύνῃ ν’ ἀνεχθῶμεν νὰ προσβάλωσιν οὕτω τὰς ἰδίας ἡμῶν πεποιθήσεις, τὸ προσφιλέστερον ἡμῶν αἴσθημα, τὸ αἴσθημα τῆς νομιμοφροσύνης, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι παρεῖδον τὸν ὀφειλόμενον σεβασμὸν πρὸς τὸ σύνταγμα καὶ τοὺς κειμένους νόμους; Ἴδωμεν, κύριοι, κατὰ πόσον καὶ ἡ κατηγορία αὕτη δύναται νὰ ἔχῃ ὑπόστασίν τινα. Νομίζετε, κύριοι, ὅτι ἀρκεῖ νὰ εἴπῃ τις ἁπλῶς, παρεβιάσθη σαφὲς καὶ ῥητὸν ἄρθρον τοῦ συντάγματος, παρεβιάσθη ὁ στρατολογικὸς νόμος, παρεγνωρίσθησαν τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, ὅπως καὶ δικαιολογημένως νὰ διατυπώσῃ κατηγορίαν τοιαύτην, ἥτις ὑπάρχει εἰς τὴν ὑπὸ συζήτησιν παράγραφον τῆς εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον ἀπαντήσεως; Εἴπατέ μοι, παρακαλῶ, ποῖον εἶναι τὸ σαφὲς καὶ ῥητὸν ἄρθρον τοῦ συντάγματος, ὅπερ παρέβη ἡ κυβέρνησις τῆς 10ης Μαρτίου; Λυποῦμαι πολὺ παρατηρῶν, ὅτι οἱ παραπονούμενοι περὶ συγχύσεως τῶν ἐξουσιῶν, αὐτοὶ ὑποπίπτουσιν ἀτυχῶς εἰς σύγχυσιν ἰδεῶν· λυποῦμαι πολὺ, ὅτι συγχέουσι δύο πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἶνε τις νομομαθὴς διὰ νὰ ἐννοῇ πόσον διακεκριμένα εἶνε. Ὁ κοινὸς νοῦς ὁδηγεῖ εἰς τοῦτο· τὰ δύο ταῦτα διακεκριμένα ἀντικείμενα εἶναι, ὅτι παρανομεῖ ἡ κυβέρνησις, ἐὰν δὲν τηρῇ τοὺς κειμένους νόμους, ἢ ἐὰν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὰς διατάξεις αὐτῶν, ὁσάκις ὅμως ἡ κυβέρνησις ἔχει ἐκ τοῦ Συντάγματος ἢ τῶν νόμων τὴν ἐξουσίαν νὰ ἐνεργήσῃ ἢ νὰ μὴ ἐνεργήσῃ τι, νὰ πράξῃ ἢ νὰ μὴ πράξῃ τι, ἐὰν μὴ ποιήσῃ προσήκουσαν χρῆσιν τοῦ δικαιώματός της, καὶ ἐντεῦθεν ὠλιγωρήθησαν συμφέροντα τῆς πολιτείας, ὑπάγεται ἀναντιῤῥήτως εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ κοινοβουλίου, οὐδέ ποτε ὅμως εὑρέθη τις, ὅστις νὰ εἴπῃ, ὅτι παρηνόμησε μία κυβέρνησις διότι ἐποιήσατο ἔξω καὶ οἱανδήποτε χρῆσιν δικαιώματος, ὅπερ τὸ σύνταγμα ἢ οἱ νόμοι ῥητῶς ἀναγράφουσιν, ἡ περίπτωσις αὕτη ἀποτελεῖ, ὡς λέγουσιν οἱ νομικοὶ, ζήτημα ἐκτιμήσεως, τὸ ὁποῖον κατὰ πρῶτον λόγον κρίνεται ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἀποφασίζεται κατόπιν ὑπὸ τοῦ κοινοβουλίου, ὅπερ ἐξελέγχει τὴν ἐνέργειαν τῆς κυβερνήσεως. Σεῖς δὲ, κύριοι, πράττετε τὴν σύγχυσιν περὶ ἧς προανέφερον τὴν ἐκτίμησιν τῶν περιστάσεων, ὑφ’ ἃς εὑρεθεῖσα ἡ κυβέρνησις ἐνόμισε δέον νὰ διατάξῃ τὴν ἐπιστράτευσιν, τὴν ἐκτίμησιν τῶν λόγων, ὧν ἕνεκεν ἡ κυβέρνησις δὲν ἐδύνατο, ὡς αὐτὴ ἐφρόνει, νὰ συγκαλέσῃ ταχύτερον τὴν βουλὴν, αὐτὴν τὴν ἀνηγάγετε εἰς ζήτημα παραβιάσεως τοῦ συντάγματος καὶ τῶν νόμων, ἐνῷ εἶναι ἁπλοῦν ζήτημα ἐκτιμήσεως. Ἐὰν φρονῆτε, ὅτι κακῶς ἐκτιμήσασα τὰς περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρεθεῖσα ἡ κυβέρνησις, διέταξε συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθ- 15 τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ τελευταίου νόμου τὴν ἐπιστράτευσιν, ἐὰν φρονεῖτε ὅτι δὲν ὑπῆρχον διεθνεῖς λόγοι, πρὸς τὸ ἐκρεμὲς ἐθνικὸν ζήτημα συνδεόμενοι, ἕνεκεν τῶν ὁποίων παρεκωλύθη ἡ ταχυτέρα τῆς Βουλῆς συγκάλεσις, εἴπατέ το καθαρὰ, μὴ καταφεύγετε εἰς κατηγορίας περὶ παραβιάσεως τοῦ συντάγματος καὶ τῶν νόμων, οἵτινες δὲν ἔχουσιν ἔδαφος ἐφ’ οὗ νὰ στηριχθῶσι. Ἀλλάσσει τὸ πρᾶγμα, ἐὰν παραδέχεσθε τὴν θεωρίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κυθήρων βουλευτοῦ. Ὁ κ. Κατιμάτης εἶναι συνεπής· ὁ κ. Κατιμάτης σᾶς λέγει: ἐγὼ φρονῶ ὅτι ὁ νόμος ὁ περὶ διοργανώσεως τοῦ στρατοῦ εἶναι ἐναντίος τοῦ 60 ἄρθρου τοῦ συντάγματος· σεῖς ἐξετελέσατε τὸν νόμον αὐτὸν, καὶ ἐπειδὴ ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ἐναντίος τοῦ συντάγματος, σεῖς παρεβιάσατε τὸ σύνταγμα· ἀλλὰ τὴν θεωρίαν ταύτην δὲν συμμερίζεσθε βεβαίως, φρονῶ μάλιστα ὅτι οὐδεὶς ἄλλος ἐκτὸς αὐτοῦ δύναται νὰ ἀσπασθῇ καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ μίαν τοιαύτην θεωρίαν· ποῦ λοιπὸν ὑπάρχει ἡ παραβίασις τοῦ ῥητοῦ καὶ σαφοῦς ἄρθρου τοῦ συντάγματος; Ἀλλ’ εἶναι τῳόντι ἀντισυνταγματικὸν τὸ 13 ἄρθ. τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νόμου; Τὸ ἄρθ. 60 τοῦ Συντάγματος διατάσσει ἀληθῶς, ἵνα ἡ στρατολογία καὶ ἡ ναυτολογία ψηφίζωνται κατ’ ἔτος· ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ κ. Κασιμάτης ὅτι ἐπίσης τὸ αὐτὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος διατάσσει, ἵνα αἱ δημόσιαι δαπάναι ψηφίζωνται κατ’ ἔτος, καὶ ὅμως ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἐπιτρέπει νὰ γίνωνται δαπάναι, ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰς κατεπειγούσας ἀνάγκας, ἐπιτρέπει τὰς λεγομένας ἐκτάκτους πιστώσεις· εἶναι λοιπὸν καὶ ὁ νόμος ὁ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ὁ ἐπιτρέπων τοιαύτας δαπάνας ἀντισυνταγματικός; παραβιάζει τὸ σύνταγμα ἡ κυβέρνησις, ἥτις ἤθελεν ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς ἐνεργήσει δι’ ἐκτάκτων πιστώσεων δαπάνας, αἵτινες δὲν περιέχονται εἰς τὸν προϋπολογισμόν; ἡ ἀναλογία εἶναι πλήρης, ἐὰν παραδεχθῆτε τὸ ἕν, ἀναγκαίως πρέπει νὰ παραδεχθῆτε καὶ τὸ ἕτερον· ἐὰν παραβιάζῃ τὸ σύνταγμα ἡ κυβέρνησις, διότι ἔθεσεν εἰς ἐνέργειαν νόμον, ὅστις δίδει εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ διατάξῃ τὴν ἐπιστρατείαν, ἤτοι νὰ αὐξήσῃ τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις ὑπὲρ τὸν ἀριθμόν, ὃν ὁ ἐτησίως ψηφιζόμενος νόμος περὶ στρατολογίας ἔχει προσδιορίσει, καὶ τοῦτο διότι ἀνεφάνησαν ἔκτακτοι περιστάσεις, ἐὰν παραδεχθῆτε, ὅτι ἡ κυβέρνησις οὕτω πράξασα παρεβίασε τὸ 60 ἄρθρον τοῦ συντάγματος, ἀναγκαίως πρέπει νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι παραβιάζει ἐπίσης τὸ αὐτὸ ἄρθρον τοῦ συντάγματος ἡ κυβέρνησις, ἥτις ἐν ἀπουσίᾳ τῆς βουλῆς δαπανᾷ ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ δι’ ἐκτάκτων πιστώσεων, καὶ δὲν ἠξεύρω ἂν κανεὶς ἐκ τῶν διατελεσάντων μέχρι τοῦ δεδύναται νὰ ἦναι ἀπηλλαγμένος τῆς κατηγορίας ταύτης. Δὲν εἶναι ἀληθές, δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι ὑπῆρξε οἱαδήποτε ἐπὶ τοῦ προκειμένου παράβασις εἴτε τοῦ συντάγματος εἴτε τοῦ στρατολογικοῦ νόμου· μένει ἀκέραιον ὅμως τὸ ζήτημα, ἂν ἡ κυβέρνησις διατάξασα τὴν ἐπιστράτευσιν ἐν ᾧ αὐτὴ ἔκρινε καταλλήλῳ χρόνῳ, ἐποιήσατο προσήκουσαν χρῆσιν δικαιώματός της ἐν τῷ νόμῳ ἀναγεγραμμένῳ, ἂν ἡ κυβέρνησις συγκαλέσασα τὴν βουλὴν καθ’ ἣν ἡμέραν τὴν συνεκάλεσεν, ἐποιήσατο προσήκουσαν χρῆσιν τοῦ δικαιώματός της, καὶ ἂν ὑπῆρχον λόγοι δημοσίου συμφέροντος, κωλύοντες τὴν ταχυτέραν συγκάλεσίν της. Ἐνταῦθα δέον νὰ στραφῇ ἡ συζήτησις· δὲν πρόκειται περὶ παρανομίας, πρόκειται ἂν καλῶς ἢ κακῶς διῴκησε τὰ κοινά, ἐκτελέσασα τοὺς νόμους, καθ’ ὃν χρόνον ἐνόμιζε, αὐτὴ συμφέρον εἰς τὸν τόπον. Ἐκεῖνοι, κύριοι, οἱ ὁποῖοι δὲν παραδέχονται τὴν ἐπιστράτευσιν, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀσπάζονται τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν προηγουμένως ἐμνημόνευσα, ὅτι τουτέστιν ἡ Ἑλλὰς ὤφειλε νὰ ἀφήσῃ εἰς τὰς ὑπογραψάσας τὴν διαιτητικὴν ἀπόφασιν δυνάμεις τὴν φροντίδα νὰ ἐκτελέσωσιν αὐτήν, αὐτοὶ ἔχουσι τῳόντι λόγους δικαιολογητικούς, ἵνα κατακρίνωσι τὴν κυβέρνησιν. Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι ἡ κυβέρνησις διατάττουσα τὴν ἐπιστράτευσιν ὀφείλει ἐν διαστήματι ὅσον οἷον τε βραχυτάτῳ νὰ συγκαλέσῃ τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπίαν, ἵνα ὑποβάλῃ τὰ ληφθέντα μέτρα εἰς τὸ κοινοβούλιον, ὅπερ κέκληται νὰ ἐγκρίνῃ τὰς πιστώσεις αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπαραίτητοι δι’ αὐτά. Ἡ ἐκτελεστικὴ ἀρχὴ ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ κηρύττειν τὸν πόλεμον, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦτο κολάζεται ἀπὸ τὸ ἀντίστοιχον δικαίωμα τῆς βουλῆς τοῦ ἀποφασίζειν περὶ τῶν δαπανῶν, εἰς τρόπον ὥστε ἐνῷ τὸ δικαίωμα τοῦτο φαίνεται ἀπόλυτον, περιορίζεται ἀφ’ ἑτέρου ἀπὸ τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ ζητηθῶσιν αἱ δαπάναι ἀπὸ τὴν βουλήν. Μετὰ ὅμως τὰ ὑπὸ τοῦ προέδρου τῆς προκατόχου κυβερνήσεως λεχθέντα, μετὰ τὰ διαμειφθέντα κατὰ τὴν συζήτησιν περὶ προσαγωγῆς ἐγγράφων μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ νῦν προέδρου τῆς κυβερνήσεως, ὑπάρχει τις ὁ ἀμφιβάλλων, ὅτι ἡ κυβέρνησις τῆς 10 Μαρτίου θὰ συνεκάλει πολὺ ταχύτερα ἢ ὅσον τινὲς ζητοῦσι τὴν βουλήν, ἂν λόγοι, εἰς μεγάλα συμφέροντα τοῦ κράτους ἀναγόμενοι, δὲν παρεκώλυον αὐτήν; Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ οὐδεμίαν δύναμαι νὰ ἔχω περὶ τούτου ἀμφιβολίαν. Διὰ τὴν μὴ ταχυτέραν ὅμως σύγκλησιν τῆς βουλῆς δύνανται νὰ παραπονεθῶσι ἐκεῖνοι οἵτινες ὑποστηρίζουσιν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ διαταχθῇ ἡ ἐπιστράτευσις, ἢ δὲν ἔπρεπε νὰ διαταχθῇ ἡ ἐπιστράτευσις ὅλων των ἡλικιῶν· ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι, ὄχι μόνον δὲν κατακρίνουν τὰ γενόμενα, οἵτινες ὄχι μόνον ἀναγνωρίζουν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἠδύνατο ἄλλως τὰ πράξῃ, ἢ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιστράτευσιν, ἀλλὰ καὶ πλειοδοτοῦσιν ἀκόμη ἐπὶ τῶν ληφθέντων μέτρων ὑπὸ τῆς προκατόχου κυβερνήσεως, αὐτοὶ δὲ ἔχουσι δικαίωμα νὰ εἴπωσιν, ὅτι ἡ μὴ ταχυτέρα συγκάλεσις τῆς βουλῆς ἐξέθετε τὸ ἔθνος εἰς μέτρα, ἅπερ ἤδη δὲν δύναται ν’ ἀνακαλέσῃ, ἢ εἰς δαπάνας, ἃς ἡ βουλὴ ἐγκαίρως συγκαλουμένη δὲν θὰ ἐπέτρεπε.
§20Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (πρωθυπουργός.) Δὲν πλειοδοτοῦσι· εἶπον, ὅτι ἡ ἀκριβὴς ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τῆς ἐπιστρατεύσεως, θέλει μᾶς φέρει εἰς τὸν ἀριθμὸν 80 χιλ. τοῦτο εἶναι ἕν συμπέρασμα εἰς τὸ ὁποῖον θὰ φθάσωμεν συνεπείᾳ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου· δὲν πλειοδοτοῦμεν. Ὀφείλω νὰ διορθώσω τοῦτο, διότι παρατηρῶ ὅτι ἐπαναλαμβάνεται, ὡς μίαν ἄλλην φορὰν ὅτε εἶπον, ὅτι οἱ ἡλικίαι ὅλαι δύνανται νὰ φέρωσι 200 χιλ. ἐνομίσθη, ὅτι προτίθεμαι νὰ φέρω 200 χιλ. στρατόν.
§21ΣΑΡΑΒΑΣ. Εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ φράσις ἡ ὑπὸ πολλῶν ἐπαναλαμβανομένη, ὅτι ἐπλειοδότησε ἐπὶ τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα ἡ προκάτοχος κυβέρνησις ἔβαλεν εἰς ἐνέργειαν, διότι δὲν εἶπεν, ὅτι θέλει προσκαλέσει 80 χιλ. ἄνδρας, ἀλλ’ ὅτι αἱ προσκληθεῖσαι ἡλικίαι θέλουσιν ἀναβιβάσει τὸν στρατὸν εἰς τὸν ἀριθμὸν, οὐδεμίαν ἔχω νὰ φέρω ἀντίῤῥησιν ἀφοῦ τοιαύτην δίδει εἰς τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντα ἑρμηνείαν. Ἐὰν ὅμως ἐπιμένω νὰ λέγω, ὅτι ἐπλειοδότησεν ἐπὶ τῆς πολιτικῆς τῆς προκατόχου κυβερνήσεως, καὶ ἐπλειοδότησε διότι ἡ προκάτοχος κυβέρνησις ἐκθεῖσα ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ τὰ ὑπ’ αὐτῆς πεπραγμένα καὶ τὰ περὶ τῶν μελλουσῶν ἐνεργειῶν της ῥητῶς εἶπεν, ὅτι αἱ ἐνέργειαί της κυβερνήσεως πρέπει νὰ ἦναι παράλληλοι πρὸς τὰς ἐνεργείας τῶν δυνάμεων, αἱ ὁποῖαι ὑπέγραψαν τὴν συνθήκην τοῦ Βερολίνου, ἵνα αὕτη φθάσῃ εἰς τὴν ἐκτέλεσίν της, καὶ ὅτι ἑπομένως ὁ στρατὸς θέλει μείνει ὑπὸ τὰς σημαίας μέχρις οὗ ἐκτελεσθῇ ἡ συνθήκη, σεῖς ὅμως ἐκθέτοντες τὸ πρόγραμμά σας, εἴπετε, ὅτι ὁ στρατὸς θὰ διατελῇ ὑπὸ τὰς σημαίας οὐχὶ μέχρις οὗ ἐκτελεσθῇ, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ διαιτητικὴ ἀπόφασις τῶν Δυνάμεων.
§22Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βέβαια.
§23ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἴσως ἐγὼ δὲν ἔκαμον ἀκριβῆ διάκρισιν τῆς μιᾶς ἰδέας ἀπὸ τῆς ἄλλης, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι οἱ περισσότεροι καὶ, ἂν ἦναι ἀκριβεῖς αἱ πληροφορίαι μου, αὐτοὶ οἱ ἀμέσως ἐνδιαφερόμενοι εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἔλαβον τὰς ἐντυπώσεις τὰς ὁποίας ἐγὼ ἔλαβον, ὅταν εἴπετε ὅτι θὰ διατηρήσετε τὸν στρατὸν ὑπὸ τὰς σημαίας ὄχι μόνον μέχρις οὗ ἐκτελεσθῇ ἡ διαιτητικὴ ἀπόφασις τῶν δυνάμεων, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐκτελεσθῇ· ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν ὅτι ἐπλειοδοτήσατε ἐπὶ τῶν μέτρων τῆς προκατόχου κυβερνήσεως· ἀλλ’ ἂν δὲν ἐπλειοδοτούσατε τόσῳ τὸ χειρότερον· δὲν εἴχετε τότε οὐδένα λόγον νὰ τὴν ῥίψητε, ὠφείλετε νὰ τὴν ἀφίσητε νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐν τῷ πατριωτισμῷ της ἤρχισε καὶ ἐν τῷ ὁποίῳ δικαίως ἐπέσπασε τὴν γενικὴν ἐπιδοκιμασίαν. Ἀλλὰ, κύριοι, ἂς ἀφήσωμεν τὰς συζητήσεις αὐτὰς αἵ ὁποῖαι τὸ ὁμολογῶ δὲν εἶναι ἀντάξιαι τῶν καιρῶν, οἱ ὁποῖοι μᾶς περιστοιχίζουν καὶ ἂς ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει ἰδίως νὰ ἐνασχοληθῶμεν Ἂς ἐρωτήσωμεν τὴν κυβέρνησιν νὰ μᾶς εἴπῃ, ποία εἶναι τέλος πάντων ἡ πολιτική της, διότι ἐγὼ καὶ μετὰ τὰς ἐπανειλημμένως δοθείσας ἐξηγήσεις, δὲν ἠδυνήθην ἀκόμη νὰ πιστεύσω, ὅτι ἡ κυβέρνησις αὕτη ἔχει μίαν ὡρισμένην ἰδέαν περὶ τοῦ ἐκκρεμοῦς ἐθνικοῦ ζητήματος. Αὐτὸ πρὸ πάντων ἐπιθυμῶ νὰ μάθω παρὰ τῆς κυβερνήσεως, αὐτὸ ὀφείλει καὶ ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ νὰ μάθῃ ἡ Βουλή. Ἐπιθυμῶ ὅμως, νὰ τὸ μάθω σαφῶς, διατετυπωμένον καθ’ ὃν τρόπον ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ, ὁ ὁποῖος περιέχει τὸ πρόγραμμα τῆς πρώην κυβερνήσεως, εἶναι διατετυπωμέναι σαφεῖς καὶ εὐκρινεῖς αἱ ἰδέαι τῆς κυβερνήσεως περὶ τῶν μελλουσῶν ἐνεργειῶν της. Ἐπιθυμῶ καὶ παρ’ ὑμῶν νὰ μάθω τί φρονεῖτε, διότι ἐπαναλαμβάνω, ἴσως ἔσφαλον κατὰ τὴν ἀντίληψιν, ἀλλ’ ὅμως ἐξ ὅσων ἤκουσα δὲν ἠδυνήθην νὰ σχηματίσω γνώμην, ὅτι ἔχετε ἰδέαν ὡρισμένην περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Καὶ πῶς ἠδυνάμην, κύριοι, νὰ σχηματίσω γνώμην, ὅτι ἔχει πρόγραμμα ὡρισμένον ἡ παροῦσα κυβέρνησις, ὅταν βλέπω τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον παρουσίασε τὴν πρώτην ἡμέραν, καθ’ ἣν παρουσιάσθη εἰς τὴν Βουλὴν νὰ γίνεται ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν ἀγνώριστον; πῶς δύναμαι νὰ πιστεύσω, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἔχει ὡρισμένον πρόγραμμα, ὅταν ὁ μὲν πρωθυπουργὸς διατυπώνει πρόγραμμα καταλῆγον εἰς τὸ ὅτι τὴν ἐπιστράτευσιν θέλει τὴν μεταχειρισθῆ διὰ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν διαιτητικὴν ἀπόφασιν τῶν δυνάμεων, ἀφίνει δὲ ἔπειτα εἰς τοὺς ἀξιοτίμους ὑπουργοὺς τῶν οἰκονομικῶν καὶ στρατιωτικῶν νὰ ἐξηγήσωσι κατὰ τὰς ἰδίας αὑτῶν ἰδέας αὐτὸ τὸ πρόγραμμα, αἱ δὲ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν ἐξηγηθεῖσαι ἰδέαι ἐνδεικνύουσι, ἂν ὄχι ἄλλο τι, οὐχὶ βεβαίως πεποίθησιν εἰς τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον θέλουν νὰ ἐφαρμώσωσι, καὶ, ὅτι τὸ παραδέχθησαν ἐξ ἀνάγκης. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς, ὅπως ὑποστηρίξῃ γνώμην, ἀντίθετον ὅλως πρὸς τὴν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου πρωθυπουργοῦ διατυπωθεῖσαν πολιτικὴν, ἐπεκαλέσθη τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ μὲν ὀπισθοχώρησις εἶναι αὐτοκτονία ἡ δὲ ἀναβολὴ ὀλεθρία. Εἶναι, κύριοι, ἰδέαι αὐταὶ, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ λέγωνται ἀπὸ κυβέρνησιν, ἥτις ἔχει πεποίθησιν εἰς τὸ πρόγραμμα τὸ ὁποῖον κέκληται νὰ ἐφαρμόσῃ; Πῶς θέλετε νὰ σᾶς πιστεύσῃ ὁ λαὸς καὶ νὰ σᾶς παρακολουθήσῃ εἰς τὸ πρόγραμμα αὐτὸ καὶ νὰ ἔχῃ πεποίθησιν εἰς σᾶς, ὅταν ἀπὸ σᾶς τοὺς ἰδίους ἀκούει, ὅτι, ἂν ἠδύνασθε ἠθέλατε ἀποφύγει τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματος τούτου, ὅταν ἀκούει, ὅτι, ἐὰν τὸ ἐφαρμόζητε, τὸ πράττετε ἐξ ἀνάγκης, διότι δὲν δύνασθε νὰ ὀπισθοχωρήσητε; — Καὶ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ὑποχωρήσητε; Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Καλλιγᾶς ἀνέπτυξε λίαν εὐκρινῶς τὸ ζήτημα τοῦτο. Σᾶς εἶπεν, ἐὰν ἦναι ἐπιτετραμμένον εἰς μίαν κυβέρνησιν νὰ καλῇ τὸ ἔθνος ν’ ἀναλάβῃ τὸν περὶ τῶν ὅλων ἀγῶνα, νὰ ἐκθέτῃ τὸ ἔθνος εἰς συνεπείας καὶ θυσίας τὰς ὁποίας δὲν δύναται οὐδεὶς νὰ ὑπολογίσῃ διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι προσεκλήθησαν 20 ἢ 30 χιλ. πολῖται νὰ γυμνασθῶσιν εἰς τὰ ὅπλα. Ἡ κυβέρνησις, ἐὰν φρονῇ, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ προκληθῇ τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατείας καὶ ὅτι ἐπειδὴ προεκλήθη εἶναι ὑποχρεωμένη ν’ ἀκολουθήσῃ εἰς τὰ βήματα τῆς προκατόχου, ἂν τοῦτο φρονῇ, ὀφείλει νὰ σταματήσῃ. Οὐδόλως ἐνδιαφέρεται ἡ τιμὴ τοῦ ἔθνους, ἐὰν οἱ πολῖται 30 ἢ 40 χιλιάδες, οἱ ὁποῖοι προσεκλήθησαν νὰ γυμνασθῶσιν ἀποσταλῶσιν εἰς τὰς ἑστίας των. Μήπως συνῆψε συμμαχίας καὶ ἐπιμαχίας ἡ προκάτοχος κυβέρνησις, τὰς ὁποίας δὲν δύνασθε νὰ λύσητε καὶ εἶσθε ἠναγκασμένοι δυνάμει τῶν συνθηκῶν νὰ παρουσιάσητε 20 καὶ 30 χιλ. στρατοῦ καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐφαρμόζετε πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον παρὰ τὴν πεποίθησιν ὑμῶν εἶσθε ἠναγκασμένοι νὰ ἐφαρμόζητε· δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι τοῦτο πράττετε, διότι εὑρέθητε εἰς ἀνάγκην, ὅτι ἐὰν δὲν εἶσθε ἠναγκασμένοι, ἠθέλατε ἐφαρμόσει ἄλλο πρόγραμμα; Πῶς δυνάμεθα νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ἔχετε ὡρισμένον πρόγραμμα, ὅταν βλέπωμεν αὐτὴν τὴν διχογνωμίαν τῶν γνωμῶν ἐν αὐτῇ τῇ πλειονοψηφίᾳ, ἥτις σᾶς ὑποστηρίζει ἐν αὐτῇ τῇ ἐπιτροπῇ, ἥτις ἐξελέχθη παρ’ ἡμῶν ὅπως ἐκθέσῃ τὸ πρόγραμμα τῆς κυβερνήσεως εἰς τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον. Πῶς δυνάμεθα νὰ πιστεύσωμεν ὅτι ἔχετε ὡρισμένον πρόγραμμα, ὅταν ἕν τῶν ἐγκρίτων μελῶν τῆς μερίδος, ἥτις σᾶς ὑποστηρίζει ὁ πρώην ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης κ. Βαλσαμάκης μᾶς εἶπεν ὅτι, ἐὰν συνεκαλεῖτο ταχύτερον ἡ βουλὴ ἠδύνατο ἢ νὰ σταματήσῃ ἢ νὰ βραδύνῃ, ἢ νὰ προχωρήσῃ ὀλιγώτερον; Δὲν θέλω νὰ κάμω λόγον περὶ ἄλλων γνωμῶν φίλων σας αἱ ὁποῖαι ἐξεφράσθημεν καὶ αἱ ὁποῖαι δεικνύουν, ὅτι ἐὰν εἶχον περισσότερον θάῤῥος ἤθελον τολμήσει νὰ εἴπωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κάτω ἡ ἐπιστρατεία. Ἀλλὰ, κύριοι, οἱ καιροὶ εἶναι κρίσιμοι, αἱ γνῶμαι πρέπει νὰ ἐκφράζωνται ἐλευθέρως καὶ ὅστις ἔχει τὴν γνώμην, ὅτι ἡ ἐπιστράτευσις δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ, πρέπει νὰ εἴπῃ, νὰ σταματήσωμεν· οὐδέποτε εἶναι ἐπιτετραμμένον ἐν καιρῷ οὕτω κρισίμῳ νὰ κρύπτῃ τὴν γνώμην του καὶ πολὺ περισσότερον νὰ ἐκφράζῃ ἄλλην γνώμην παρὰ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἔχει. Ἀναγκάζομαι, κύριοι, νὰ ζητήσω συγγνώμην ἀπὸ τὴν βουλὴν διότι παρέβην τὴν ὑπόσχεσίν μου. Ἐλησμόνησα ὅτι ὅταν ἔλαβον τὸν λόγον ὑπεσχέθην νὰ ἦμαι σύντομος καὶ νὰ μὴ ἐπαναλάβω πράγματα λεχθέντα, ἐνῷ χωρὶς νὰ τὸ ἐννοήσω, φοβοῦμαι πολὺ, ὅτι παρέβην τὴν ὑπόσχεσίν μου, καὶ διὰ νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ τὸ αὐτὸ σφάλμα νομίζω ὅτι ὀφείλω νὰ δώσω τέλος εἰς τὴν ὁμιλίαν μου. Πρὶν ὅμως καταβῶ τοῦ βήματος, ἐπιτρέψατέ μοι ν’ ἀναγνώσω ὡς ἰδίαν ἀτομικήν μου γνώμην, φρονῶ, πῶς ὅτι οἱ παρόντες καιροὶ ἐπιβάλλουσι, νὰ συνταχθῇ ἡ εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ βασ. λόγου ἀπάντησις. «Ὅσῳ βαρεῖαι ἂν ὦσιν αἱ ὑποχρεώσεις, ἃς ἀνέλαβε τὸ ἔθνος, εἶναι πρόθυμον νὰ ἐπιτελέσῃ αὐτὰς ἕως ἄκρων, διότι αὗται ἐπιβάλλονται αὐτῷ ὑπὸ τῆς ἱστορικῆς αὐτοῦ ἀποστολῆς, καὶ τῶν πρὸς τοὺς δούλους ἀδελφοὺς ἱερῶν δεσμῶν. Εἰς τὴν ἀπόφασιν ὑμῶν, ἣν οἱ παρόντες καιροὶ ἐπιβάλλουσι, ἵνα φέρητε τὴν ἐπιστράτευσιν εἰς τὴν τελείαν καὶ ὅσον ἔνεστι προσεχεστέραν ἐκπλήρωσιν τοῦ σκοποῦ αὐτῆς, συμπαρακολουθεῖ σύμπαν τὸ ἔθνος». «Ἐν τῷ ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος ἀγῶνι, τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος πέποιθεν ἀείποτε ἐπὶ τὴν κραταιὰν ἀρωγὴν τοῦ Ὑψίστου, οὗ ἡ δεξιὰ ἐπισκιάσοι τὴν Ὑμ. Μεγαλειότητα». Αὐτὴ εἶναι φρονῶ ἡ ἑλληνοπρεπὴς τοῦ ἔθνους ἀπάντησις τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ δώσῃ τὸ κοινοβούλιον συμφώνως πρὸς τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας διέρχεται καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας εἰς αὐτὸ ἐπιβάλλουσιν.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φιλήμων.
§25ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἠκροάσθην μετὰ προσοχῆς πάντας τοὺς μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς ἀναβάντας τὸ βῆμα. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐθαύμασα τὴν δύναμιν τῶν λόγων αὐτῶν. Ἐπίσης ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἤκουσα πολλὰς ἀληθείας καὶ ἔνθεν καὶ ἔνθεν. Ἀλλ’ ἀτυχῶς δὲν ἠδυνήθην νὰ συμφωνήσω ἀπολύτως οὔτε πρὸς τοὺς μέν, οὔτε πρὸς τοὺς δέ. Τὸ ζήτημα δὲν ἐξετέθη, κατ’ ἐμέ, ὑπὸ τὴν πραγματικὴν αὐτοῦ ἔποψιν καὶ τὴν πρακτικήν. Ἐν πρώτοις δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ τὴν ἀξίωσιν, ὅτι ὅ,τι ἐπράχθη παρὰ τῆς πρώην Κυβερνήσεως, ἐν τῇ ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, ὑπῆρξε καθ’ ὁλοκληρίαν πλήρης καὶ τελεία συμμόρφωσις πρὸς τὰ κείμενα. Δὲν προβαίνω εἰς τὴν λεπτομερῆ συζήτησιν τούτου, διότι αὐτὸς ὁ βασιλικὸς λόγος περιέχει τὴν ὁμολογίαν. Ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ τῆς 9 Ὀκτωβρίου ῥητῶς λέγεται: «Εἰς ἐνεργείας τοιαύ«τας προέβη ἡ Κυβέρνησίς μου, καὶ ἀπούσης τῆς Βουλῆς, «ἀρυομένη τὴν ἐξουσίαν ἐκ τῶν νόμων, ἢ ἐν ἐλλείψει νο«μοθετικῆς προνοίας πεποιθυῖα εἰς τὴν μέλλουσαν τῶν «πράξεών της κύρωσιν παρὰ τῆς Βουλῆς, ἧς τὴν ταχυ«τέραν σύγκλησιν ἀπηγόρευον διεθνεῖς λόγοι ἐθνικοῦ συμ«φέροντος.» Βεβαίως ὁ νοήμων συντάκτης τοῦ βασιλικοῦ λόγου δὲν ἤθελε θέσει τὴν φράσιν τῆς ταχυτέρας συγκλήσεως, ἐὰν μὴ ἐνόει, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειψίς τις ἕνεκα τῆς μὴ ταχείας συγκλήσεως. Καὶ ὑφίστατο ἡ τοιαύτη ἔλλειψις· κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανικοῦ Νόμου ἡ σύγκλησις τῆς Βουλῆς ἐκρίθη, ὅτι ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἀμέσως μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ τῆς ἐπιστρατεύσεως Διατάγματος. Ἔτι δὲ μᾶλλον στηρίζεται ἡ τοιαύτη ἑρμηνεία, ἣν ἔδωκε περὶ τῶν πράξεών του αὐτὸ τὸ προκάτοχον Ὑπουργεῖον ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ, καὶ διὰ τῆς φράσεως ὅτι «διεθνεῖς λόγοι ἐθνικοῦ συμφέροντος ἀπηγόρευον τὴν τα«χυτέραν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς.» Τί διὰ τούτου λέγει ὁ βασιλικὸς λόγος; Ὅτι ὤφειλεν ἀμέσως ἡ Κυβέρνησις νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ὅτι ὑπῆρξαν λόγοι, οἵτινες ἐμπόδισαν αὐτήν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν γνώμην οὕτω, ὅτι τελεία καὶ πλήρης συμμόρφωσις πρὸς τὰ κείμενα δὲν ὑπῆρξεν, ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις δὲν ἀρνεῖται αὐτήν. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ὑπεστηρίχθη ἐπίσης, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μεμφθῇ Ὑπουργεῖόν τι, μὴ ὑπάρχον, ὑπεστηρίχθησαν δὲ καὶ ἄλλαι ἰδέαι περὶ περιορισμοῦ τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς. Τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι ὀρθόν, πρῶτον ἤδη δὲ ἴσως παρουσιάζεται τὸ φαινόμενον, Βουλὴ νὰ ζητῇ νὰ περιορίσῃ τὸν κύκλον τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς. Ἡ Βουλὴ ἔχει ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα νὰ μέμφηται ἢ νὰ ἐκφράζῃ τὴν λύπην της περὶ πάσης πράξεως τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰς κρίσεις της περὶ τῆς πολιτικῆς πορείας αὐτῆς. Οὔτε νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὸν τὸ παρὰ τοῦ σοφοῦ Καθηγητοῦ καὶ Βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Καλλιγᾶ ῥηθέν, ὅτι ἂν ἡ ἀπάντησις περιλάβῃ μομφὴν δὲν εἶναι ἀπάντησις πλέον πρὸς τὸν βασιλικὸν λόγον, ἀλλ’ ἀπάντησις πρὸς πρόσωπον, ὅπερ δὲν ὑπάρχει, κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ὡς πρὸς τοῦτο ἀρκοῦμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν προηγούμενον, ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας αὐτοῦ τοῦ κ. Τρικούπη. Κατὰ τὸ 1875, ὅτε ὁ κ. Τρικούπης διεδέχθη τὸ Ὑπουργεῖον Βούλγαρη, ἐν τῷ κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς νέας Βουλῆς ἐκφωνηθέντι βασιλικῷ λόγῳ περιείχοντο μομφαὶ κατὰ τῶν πράξεων τοῦ πεσόντος Ὑπουργείου ἐκείνου. Τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ κ. Τρικούπη παρῃτήθη καὶ τὸ διεδέχθη ἕτερον. Ἡ Βουλή, ἐν τῇ ἀπαντήσει της, περιέλαβε μομφὴν κατὰ τῶν πράξεων τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου, ὅπερ διεδέχθη ὁ κ. Τρικούπης. Ἀλλ’ οὔτε τὸ Ὑπουργεῖον Τρικούπη, τὸ συντάξαν τὸν λόγον ὑπῆρχεν, οὔτε τὸ προκάτοχον τούτου. Καὶ ὅμως οὐδεὶς τότε ἐτόλμησε ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ ἐξελέγξῃ τὰς πράξεις παρελθούσης καὶ μὴ ὑφισταμένης Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἠθικὸν πρόσωπον, εἶναι συνεχής, μία καὶ ἡ αὐτή, δὲν χωρίζεται, ὡς ἠθέλησεν ὁ κ. Καλλιγᾶς νὰ ὑποστηρίξῃ. Ὑπάρχει δὲ διαφορὰ μεταξὺ Ὑπουργείου καὶ Κυβερνήσεως· ὅταν δὲ ὁμιλῇ ὁ Βασιλεὺς πρὸς τὴν Βουλήν, διὰ τοῦ βασιλικοῦ λόγου, ὁμιλεῖ διὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν δὲ ἡ Βουλὴ ἀπαντᾷ πρὸς τὸν λόγον, ἀπαντᾷ εἰς τὸ ἠθικὸν πρόσωπον τῆς Κυβερνήσεως, οὐχὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον. Διαρκῶς δὲ εἶναι ὑπεύθυνος καὶ ὑποκειμένη εἰς ἐξέλεγξιν ἡ Κυβέρνησις. Ἔχομεν οὕτω ἓν προηγούμενον, ὅπερ ἰδίως ὑπεστήριξεν ἡ μερὶς αὕτη κατὰ τὸ 1875, καθ’ ὃ Ὑπουργεῖον μὴ ὑφιστάμενον κατεκρίθη διὰ τοῦ βασιλικοῦ λόγου, καὶ ἡ Βουλὴ ἐν τῇ ἀπαντήσει αὐτῆς περιέλαβε μομφὴν κατὰ τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου, τοῦ μὴ ὑπάρχοντος, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀπήντα πρὸς τὸν Βασιλέα. Ἀλλὰ νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι τοῦτο τὸ κύριον ζήτημα· τὸ ζήτημα κεῖται ἀλλαχοῦ. Ἡ Βουλὴ πρέπει, κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν ἐποχήν, νὰ ἐκφράσῃ μομφήν; Κατ’ ἐμὲ οὔτε ὀρθὸν εἶναι νὰ ἐκφράσῃ μομφήν, οὔτε ἡ ἐνεστῶσα πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἔχει τὸ τοιοῦτον δικαίωμα· ἐπίσης καὶ ἐὰν ἦναι ὀρθὸν καὶ ἐὰν ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς νὰ ἐκφράσῃ τὴν μομφήν, τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους ἀπαγορεύουσι τοῦτο. Δὲν εἶναι ὀρθόν, Κύριοι, ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφράσῃ μομφήν, διότι οὐδεμία παρουσιάζεται περίστασις πρὸς μομφήν. Ἐν ταῖς πολιτικαῖς ἐνεργείαις καὶ ὅπερ διακρίνει τὴν ἐγκληματικότητα τῶν πράξεων, δὲν εἶναι αἱ πράξεις αὐταὶ καθ’ ἑαυτάς, ἀλλ’ ἡ διάνοια, ἡ ὑπαγορεύουσα ταύτας, καὶ αἱ περιστάσεις καθ’ ἃς ἐξετελέσθησαν. Ἐρωτῶ ὑμᾶς ἐν συνειδήσει νὰ εἴπητε, ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις, προβᾶσα εἰς τὸ Διάταγμα τῆς ἐπιστρατείας καὶ ἀναβαλοῦσα τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς, ἔπραξε τοῦτο διότι εἶχε τὴν διάνοιαν καὶ τὸν σκοπὸν νὰ παραβῇ τὸ Σύνταγμα; Τὸ τοιοῦτον δὲν δύναμαι οὐδὲ νὰ διανοηθῶ, οὐ μόνον διότι γινώσκω τὰ πρόσωπα τὰ ἀποτελοῦντα τὸ πρώην ὑπουργεῖον, ἀλλὰ καὶ διότι ἐξετάζων αὐτὰ τὰ πράγματα, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐγκαταλείψω πᾶσαν τοιαύτην ἰδέαν. Ἐπὶ πᾶσιν ἡ ὁμολογία αὐτὴ ἡ σαφὴς καὶ ἡ ἐξήγησις ἣν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐπειράθη νὰ δώσῃ ἐνώπιον ἡμῶν, καὶ ἔδωκε καθαράν, διασκεδάζει πᾶσαν τοιαύτην ὑπόνοιαν· Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς ἔκφρασιν μομφῆς, καὶ διότι εὑρισκόμεθα ἐν τῷ σκότει· εὑρισκόμεθα δ’ ἐν τῷ σκότει, διότι τὰ στοιχεῖα, ἅτινα ἔμελλον νὰ μᾶς πείσωσιν, ἐὰν πράγματι οἱ διεθνεῖς λόγοι ὑπῆρξαν τόσῳ σπουδαῖοι καὶ τόσῳ βαρεῖς, ὅπως ὑπαγορεύσωσι τὴν μὴ τελείαν συμμόρφωσιν πρὸς τὰ παρὰ τοῦ νόμου διαγεγραμμένα, τὰ στοιχεῖα ταῦτα δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν. Μετὰ τὴν τελευταίαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευήν, ἀδύνατος κατέστη ἡ μελέτη τῶν στοιχείων τούτων. Ἡ ἀπόφασις αὕτη τῆς Βουλῆς ὑπῆρξε δικαία, ὀρθή, διότι βεβαίως ὅταν οὐχὶ μόνον ἡ Κυβέρνησις ἡ ἐνεστῶσα, ἀλλὰ καὶ ἡ προηγουμένη, βεβαιοῦσιν ὅτι προσβάλλονται σπουδαῖα συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἐὰν παραδοθῶσι τὰ ἔγγραφα εἰς τὴν δημοσιότητα, ὠφείλομεν νὰ ὑποκύψωμεν. Ἀλλ’ ὑποκύψαντες εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτήν, διότι προσεβάλλοντο πράγματι σπουδαῖα συμφέροντα, περιήλθομεν εἰς περιπλοκήν. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι, ὅτε ἤρξατο ἡ συζήτησις τῆς ἀπαντήσεως, ὁ ἀξιότιμος πρώην Πρωθυπουργὸς ὑπεστήριξεν, ὅτι ἐὰν τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἐδημοσιεύοντο δὲν ἤθελεν ἀποδοθῆ αὐτῷ μομφή τις. Ἐπίσης ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἤρτησεν ἀπ’ αὐτῶν τὴν περαιτέρω κρίσιν του, εἰπών, ὅτι ἐπιθυμεῖ ἐκ τῆς μελέτης τῶν ἐγγράφων νὰ πεισθῇ, ὅτι πράγματι ὁ κ. Τρικούπης ἔχει δίκαιον. Ἐπὶ τούτου ἔμελλε νὰ στηριχθῇ ἡ ἀσφαλὴς κρίσις ἡμῶν, τούτου δ’ ἕνεκα, ὡς ἐνθυμεῖσθε, διεκόπη καὶ ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως, ἕως ἂν προσαχθῶσι τὰ κείμενα, ἅμα ἀνεγνωρίσθησαν, ὡς ὁ κύριος ὁδηγὸς τῶν κρίσεων καὶ τῶν ἀποφάσεων ἡμῶν. Ἀλλὰ τὰ ἔγγραφα ταῦτα δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν, οὔτε δυνάμεθα νὰ τὰ ἴδωμεν. Πῶς λοιπὸν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς εὐσυνείδητον κρίσιν καὶ ἀπόφασιν; Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἐκ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν δὲν ἐξάγεται οὐδὲ στηρίζεται ἡ ἀξίωσις ἡ ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ, ἀλλ’ ὅτι αὐτογνωμόνως ἐγένετο ἡ ἐπιστράτευσις, καὶ δὲν δικαιολογεῖται ἡ βραδύτης τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς. Ἀφ’ ἑτέρου ὅμως ἔχομεν καὶ τὴν γνώμην τὴν ἀντίθετον τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ τὰ ἐναντία βεβαιοῦντος. Εὑρισκόμεθα οὕτω ἀπέναντι δύο διαβεβαιώσεων ἀντιθέτων, ἐξ ἀντιλήψεων τρίτων. Ἐπὶ ζητημάτων ὅμως, ἐφ’ ὧν καλεῖται τίς ν’ ἀποφανθῇ εὐσυνειδήτως, δὲν τῷ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ στηρίξῃ εἰς ἀλλοτρίας ἀντιλήψεις τὰς πεποιθήσεις του, πρέπει αὐτὸς νὰ σχηματίσῃ τὴν πεποίθησίν του δι’ ἰδίας μελέτης. Καὶ ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ προβῶμεν εἰς μομφήν. Ἀλλ’ εἶπον, ὅτι καὶ ἐὰν ἠδύνατο ἡ Βουλή, ὡς σῶμα νὰ περιλάβῃ ἐν τῇ ἀπαντήσει της μομφὴν κατὰ τῶν πράξεων καὶ τῆς πολιτείας τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, ἡ ἐνεστῶσα πλειονοψηφία δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἤθελον ἐννοήσει τὸ δικαίωμα τῆς πλειονοψηφίας, νὰ προβῇ μέχρι τοῦ ἄκρου, ἐὰν κατεδίκαζε κατ’ οὐσίαν τὰς ἀποφάσεις, ἃς θέλει νὰ μεμφθῇ. Ἀλλὰ τοιοῦτό τι δὲν ἔπραξε. Καὶ πάλιν σᾶς ἐπαναφέρω εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ 1875. Τὸ τότε Ὑπουργεῖον κατηγορήθη ὡς ἀντισυνταγματικῶς πολιτευθέν. Ἡ Κυβέρνησις ἥτις τὸ διεδέχθη τί ἔπραξεν; Ἀμέσως ἐκείνας τὰς πράξεις, ἃς ἠδύνατο αὐτὴ νὰ καταργήσῃ, τὰς κυβερνητικάς, τὰς κατήργησεν, ἀνέστειλε δὲ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν παρανόμως ψηφισθέντων νόμων. Ἦλθεν ἡ Βουλή· ποῖον ὑπῆρξε τὸ πρῶτον ἔργον αὐτῆς; Ν’ ἀκυρώσῃ τὰς πράξεις ἐκείνας. Τοιαύτη πλειονοψηφία βεβαίως εἶχε τὸ δικαίωμα καὶ νὰ μεμφθῇ, διότι εἶχε καταδικάσει κατ’ οὐσίαν τὰς πράξεις τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου. Ἀλλ’ ὑμεῖς κατεδικάσατε τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος περὶ ἐπιστρατείας κατ’ οὐσίαν; Δὲν τὸ κατεδικάσατε, οὔτε θὰ τὸ καταδικάσετε, τοὐναντίον, ὡς ἡ ἐν γένει πορεία τῆς Κυβερνήσεως δεικνύει, ἐπὶ τῆς αὐτῆς ὁδοῦ βαδίζει, ἴσως δὲ καὶ περαιτέρω. Ἠδύνατο Βουλή, ἥτις ἤθελε παραδεχθῆ τὴν ἀρχὴν τῆς ἀπολύτου καταδίκης τῶν πράξεων, νὰ προβῇ εἰς μομφήν· ἀλλὰ πλειονοψηφία, ἥτις ὑποστηρίζει Κυβέρνησιν, ἀποδεχομένην τὰς πράξεις τῆς προκατόχου, Κυβέρνησιν, ἥτις οὐδεμίαν ἔδωκε νύξιν, ὅτι θέλει προτείνει τὴν ἀκύρωσιν τῶν πράξεων τούτων, τοιαύτη πλειονοψηφία δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφέρῃ μομφὴν οἱανδήποτε. Ἀλλά, Κύριοι, ἤθελον παραδεχθῆ πρὸς στιγμήν, ὅτι ὀρθὸν κατ’ οὐσίαν εἶναι νὰ μεμφθῇ ἡ Βουλὴ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, καὶ ὅτι ἡ ἐνεστῶσα πλειονοψηφία ἔχει τὸ ἠθικὸν δικαίωμα τοῦτο· ἀλλ’ αἱ ἐνεστῶσαι περιστάσεις εἶναι τοιαῦται, ὥστε μᾶς πείθουσι, καὶ πιστεύω ὅτι τὸ μέγα μέρος τοῦ Τόπου τὴν αὐτὴν ἔχει πεποίθησιν, ὅτι ἀπαγορεύουσι τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους τὴν ἔκφρασιν τῆς μομφῆς ταύτης. Οὐδεὶς νομίζω ἀμφισβητεῖ, ὅτι αἱ περιστάσεις ἡμῶν αἱ ἐθνικαὶ εἶναι τοιαῦται, ὥστε ἐπιβάλλουσι τὴν ἀνάγκην πρὸ πάντων Κυβερνήσεως ἰσχυρᾶς. Ἰδίως ἀποτείνομαι πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, τὴν ὑποστηρίζουσαν τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν, καὶ τῇ ὑπομιμνήσκω, ὅτι, ἐὰν θελήσῃ νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἔκφρασιν τῆς μομφῆς, θὰ ἐξασθενήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἣν ὑποστηρίζει. Καὶ ὁ λόγος εἶναι εὐνόητος. Πρόγραμμα τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως εἶναι ἡ στρατιωτικὴ σύνταξις τοῦ Τόπου τοιαύτη, ὅπως ἐκτελέσῃ ἡ Ἑλλὰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνδιασκέψεως τοῦ Βερολίνου Πρὸς τοῦτο ἀπαιτοῦνται θυσίαι κολοσιαῖαι, θυσίαι αἵματος ἄφθονοι, θυσίαι χρημάτων. Ἀλλὰ πολιτικὸν πρόγραμμα τοιοῦτον πῶς δύναται νὰ εὐοδωθῇ, ἄλλως ἢ διὰ τῆς πανδήμου καὶ ὁμοφώνου συνδρομῆς τοῦ Ἔθνους; Βεβαίως ὅμως ἡ συνδρομὴ αὕτη, ἡ πρόθυμος, ἡ ἐνθουσιώδης, δὲν θὰ ἐπέλθῃ, ἐὰν ἡ ἐργασία ἡμῶν τείνῃ νὰ διασπάσῃ τὰ ἐθνικὰς δυνάμεις εἰς δύο στρατόπεδα ἀλληλομαχοῦντα· διότι, μὴ πλανώμεθα, ἐσμὲν ἤδη διηρημένοι εἰς δύο στατόπεδα. Συμφέρει νὰ σκάψητε βαθύτερον τὴν τάφρον, τὴν χωρίζουσαν αὐτά; Συμφέρει νὰ ματαιώσητε πᾶσαν ἀπόπειραν πρὸς συμφιλίωσιν καὶ πρὸς κοινὴν ἐργασίαν; Δὲν εἶναι λοιπὸν εἰλικρινεῖς πρὸς τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησι ἐκεῖνοι, οἵτινες θέλουν νὰ τὴν φέρουν εἰς θέσιν, ὅπως στερηθῇ τῆς ὁμοφώνου συνδρομῆς τοῦ Ἔθνους. Βεβαίως οἱ τοιοῦτοι θέλουν νὰ ὁδηγήσωσιν εἰς κρίσεις, αἵτινες δυστυχῶς ἐδύναντο νὰ παροραθῶσιν ἐν ἄλλαις περιστάσεσιν, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν περίστασιν εἰσὶν ἀπαίσιαι· διότι τὰς δαπάνας τῆς ὅλης σκηνογραφίας ταύτης θὰ πληρώσῃ τὸ Ἔθνος, καὶ ἡ ὑπόθεσις, ἥτις εἰσέτι μένει ἐκκρεμής. Ἀλλὰ προσέθεσαν τινές, τόσῳ προφανῆ παρανομίαν θ’ ἀφήσωμεν ἀνεξέλεγκτον; Διὰ τοῦ τρόπου τούτου οὐδὲν ἄλλο θὰ πράξωμεν ἢ νὰ ἐνθαῤῥύνωμεν τὰς μελλούσας κυβερνήσεις νὰ τολμήσωσιν ὁμοίας πράξεις. Βεβαίως ἡ τιμωρία τῶν ἐγκληματούντων εἶναι εἷς χαλινὸς διὰ τὸ μέλλον· ἀλλὰ δυστυχῶς εἰς τὰ πολιτικὰ πράγματα δὲν εἶναι αἱ τιμωρίαι, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον αἱ μομφαί, αἵτινες περιορίζουν τοὺς κυβερνῶντας. Ἐν τῇ Γαλλίᾳ ἀπεκεφαλίσθη εἷς βασιλεύς, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἠμπόδισε τὴν τρομοκρατίαν νὰ ἔλθῃ· ἡ πτῶσις τῆς τρομοκρατίας δὲν ἠμπόδισε νὰ ἔλθῃ ὁ ἀπολυτισμὸς τοῦ Ναπολέοντος· ἡ πτῶσις τοῦ Ναπολέοντος δὲν ἀνεχαίτισε τὴν ἐπάνοδον τῆς Βασιλείας τοῦ Καρόλου καὶ τοῦ Φιλίππου, τῆς Δημοκρατίας καὶ τοῦ Ναπολέοντος Γʹ. Αἱ τιμωρίαι τῶν προκατόχων τούτων οὔτε ἀμέσως οὔτε ἐμμέσως, ἠμπόδισαν τὴν ἐπανάληψιν τῶν παρεκτροπῶν, αἵτινες ὡδήγησαν εἰς τὰς μεταβολάς. Ἡ ἀσφαλεστέρα ἐγγύησις τῶν θεσμῶν ἑνὸς Τόπου εἶναι ἡ ἀνάπτυξις τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων, ἡ μόρφωσις τῶν ἀτόμων. Μὴ νομίσετε λοιπόν, ὅτι σήμερον θέλετε περιορίσει διὰ τῆς μομφῆς αὐτῆς τὴν ἐπανάληψιν τοιούτων πράξεων, ἐὰν ἦναι παρεκτροπαί. Ἐπὶ τούτου δὲ οὐδόλως συμφωνῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Λακεδαίμονος, τὸν φίλον μου κ. Δημητρακάκην, ἀναμνησθέντα τῆς ἐποχῆς τοῦ 1845. Ἀληθῶς τότε ἡ Βουλὴ ἔγραψεν ἐν τῇ ἀπαντήσει της, ὅτι ἀποστρέφει τὸ πρόσωπον ἀπὸ τῶν πράξεων τοῦ Ὑπουργείου Μαυροκορδάτου· ἀλλὰ δυστυχῶς αἱ ὀλίγαι ἐκεῖναι λέξεις ἠγοράσθησαν παρὰ τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας διὰ σειρᾶς ἐπαναστάσεων, αἵτινες διήρκεσαν πέντε ἔτη, ἠγοράσθησαν διὰ τῆς ἐκδολιεύσεως τῶν ἐκλογικῶν νόμων καὶ διὰ τῆς ἐκμηδενίσεως τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, καὶ ὡδήγησαν εἰς τὴν πτῶσιν μιᾶς μοναρχίας· δὲν ἠμπόδισαν αἱ λέξεις ἐκεῖναι τὰ ἐπελθόντα Ὑπουργεῖα νὰ ἐκδολιευθῶσι τὸν ἐκλογικὸν ἰδίως νόμον, ὅστις ἐπὶ Ὄθωνος κατέστη ἓν παίγνιον, ἁπλοῦν φάσμα, ἡ δὲ καλπονόθευσις ὁ κανών. Καὶ σήμερον, καὶ ἂν ἤθελον παραδεχθῇ, ὅπερ ὅμως δὲν παραδέχομαι, ὅτι ἡ πρᾶξις ἡ γενομένη παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως εἶναι προφανὴς παράβασις τοῦ Συντάγματος, πάλιν οὐδεμίαν ἔχω ἐλπίδα, ὅτι ἡ κατ’ αὐτῆς μομφὴ θὰ ἐμποδίσῃ τοὺς μέλλοντας Ὑπουργοὺς νὰ προβῶσιν εἰς ὁμοίας πράξεις. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ εὔχομαι, ἐὰν ποτὲ γείνῃ παράβασις τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος, νὰ γείνῃ ὑπὸ περιστάσεις τόσῳ ἐλαφρὰς καὶ τόσῳ εὐτυχεῖς, οἷαι ὑπῆρξαν αἱ περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις προέβη εἰς τὰς πράξεις, δι’ ἃς τὴν κατηγορεῖτε. Κύριοι, ὡς ἐν τῷ Τύπῳ, οὕτω καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς ἐπιστρατείας. Ἡ ἐπιστράτευσις ἦτο ἀπολύτως ἀναγκαία, καὶ ἔπρεπε νὰ γείνῃ, καὶ ὅπως ἔγεινεν. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ συμμερισθῶ τὴν γνώμην τοῦ πολυμαθοῦς καθηγητοῦ καὶ Βουλευτοῦ Ἀττικῆς, ἣν ἐξήνεγκε χθές, ὅτι ἡ ἐπιστρατεία εἶναι ἐκείνη, ἥτις ἀνεβίβασε τὴν Ἑλλάδα εἰς θέσιν δυνάμεως ἐπιφόβου, καὶ ὅτι χαράσσει νέαν ἐποχὴν εἰς τὴν ἑλληνικὴν ἱστορίαν. Ἀλλοίμονον εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰς τὸν Ἑλληνισμόν, ἐὰν τὰς ἐλπίδας μας ἐστηρίζομεν εἰς τὰς ὀγδοήκοντα χιλιάδας τοῦ στρατοῦ, ἃς μᾶς ὑπόσχεται ἡ ἐπιστρατεία, αἵτινες ὅμως μέχρι τῆς στιγμῆς δὲν συνετάχθησαν, ὡς πρέπει νὰ συνταχθῶσιν. Εὐτυχῶς, ὡς καὶ ἄλλοτε ἔσχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἡ Ἑλλὰς καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς στηρίζονται ἐπὶ βάσεων πολλῷ εὐρυτέρων τῶν Διαταγμάτων τῶν ἐπιστρατεύσεων, καὶ τὸ μεγαλεῖον τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν τῷ μέλλοντι ἔχει στηρίγματα πολλῷ στερεώτερα ἢ τὰς ὀγδοήκοντα χιλιάδας τοῦ δι’ αὐτῶν μορφουμένου στρατοῦ. Ἡ ἐκπολιτιστικὴ δύναμις τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἰδοὺ ἡ μεγάλη δύναμις, ἥτις καθιστᾷ τὴν Ἑλλάδα σπουδαῖον στοιχεῖον ἐν τῇ Ἀνατολῇ, καὶ παράγοντα, ὃν οὐδέποτε δύνανται νὰ παρίδωσιν αἱ μεγάλαι Δυνάμεις. Ἀπόδαξις τούτου, ὅτι πολλῷ πρότερον πρὶν ἢ ἐκδοθῇ τὸ Διάταγμα τῆς ἐπιστρατείας, ἡ Συνδιάσκεψις τοῦ Βερολίνου ἀπέδωκε δικαιοσύνην μερικὴν εἰς τὰς ἀξιώσεις τῆς Ἑλλάδος. Αἱ Δυνάμεις τότε δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὰ εἰδικὰ τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς Ἑλλάδος φαινόμενα, ὅπως προβῶσιν εἰς τὴν ἀπόφασίν των, ἀλλὰ τὰ γενικώτερα συμφέροντα, ἅτινα στηρίζουν τὴν δύναμιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, περὶ ὧν αὐτὸς ὁ κ. Τρικούπης τόσον εὐγλώττως ὡμίλησε, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, καὶ ἐστήριξεν ἐπ’ αὐτῶν τὰ πολιτικὰ συμπεράσματά του. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Οἰτύλου καὶ φίλος μου κ. Σαράβας συνεβούλευσε, τί ἔπρεπεν ἡ πρώην Ἀντιπολίτευσις νὰ πράξῃ ἀπέναντι τοῦ ὑπουργείου. Δὲν ἀποκρούω καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν ἰδέαν του· ἀφοῦ ἅπαξ ὑπῆρξε μία κυβέρνησις, ἥτις ἤρχισεν ἓν ἔργον, ἔπρεπε νὰ μείνῃ ὅπως περατώσῃ τοῦτο· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ ἱστορία δὲν ἀναφέρει παράδειγμα, οἷον ηὐχήθη. Δυστυχῶς καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Ἀγγλίᾳ βλέπομεν τὰ φαινόμενα, μὴ δικαιοῦντα τὰς προσδοκίας καὶ τὰ σχέδια τοῦ κ. Σαράβα. Εἴδομεν ἐκεῖ Κυβέρνησιν συντηρητικήν, ἀνατρέπουσαν Κυβέρνησιν φιλελευθέραν, καὶ ἐλθοῦσαν εἰς τὴν ἐξουσίαν νὰ ἐφαρμόσῃ ὅ,τι ἡ φιλελευθέρα ὑπεστήριξεν. Ὑπάρχει ἓν εἶδος φιλοτιμίας μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, ἥτις εἶναι εἴτε εὐτυχὴς εἴτε δυστυχὴς παράγων ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ, ἀλλ’ ἥτις ἀσκεῖ μεγίστην ἐπιῤῥοήν, ἡ φιλοτιμία ἥτις καταλαμβάνει ἕκαστον αὐτὸς νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καλὸν καὶ ὄχι ὁ ἀντίπαλος αὐτοῦ. Ὡραῖον τὸ ὄνειρον τοῦ κ. Σαράβα, ποθητόν, ἀλλ’ ἀξίωσις ἥτις δὲν δύναται νὰ ὑποστηρίζηται ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Ἐπίσης δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ καὶ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ αὐτοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ καὶ φίλου μου κ. Σαράβα, ὅτι ἡ ἐπιτυχία τῆς ἐπιστρατεύσεως ὀφείλεται ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως. Βεβαίως ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις ἐφήρμοσε τὸν νόμον, ὅσον ἦτο δυνατὸν αὐστηρῶς· καὶ τὴν ὁμολογίαν αὐτὴν ἤκουσα παρὰ τῶν προσωπικῶν αὐτῶν ἀντιπολιτευομένων καὶ τῶν συστηματικῶν πολιτικῶν ἀντιπάλων της· ἀλλ’ ἤθελε πολὺ καταβιβασθῆ ἡ ἀξία τῆς ἐπιτυχίας τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἐὰν ἠθέλομεν ἀποκλειστικῶς ἀποδόσει αὐτὴν εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως.
§26ΣΑΡΑΒΑΣ. Συνετέλεσεν εἶπον.
§27ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἡ ἐπιτυχία αὐτῆς ὀφείλεται κυρίως εἰς τὰ γεγονότα, ἅτινα ἔπεισαν καὶ τὸν τελευταῖον Ἕλληνα, ὅτι ἐὰν προβῇ, ἐν δοθείσῃ περιστάσει, δὲν θὰ ἦναι μόνος, ἀλλὰ θὰ ἔχῃ τὴν συνδρομὴν τὴν ἠθικὴν κατ’ ἀρχὰς καὶ τὴν ὑλικὴν ἑπομένως τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου. Ἐὰν αἱ περιστάσεις αὗται μὴ ὑπῆρχον, ἐὰν μὴ ἐπήρχετο ἡ ἀπόφασις τοῦ Βερολίνου, αἱ δηλώσεις τῶν ἄγγλων Ὑπουργῶν καὶ τόσα ἄλλα φαινόμενα, ὅλη ἡ νομιμότης τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἤθελε συντελέσει, ὅπως φέρῃ τὸ εὐχάριστον φαινόμενον, ὅπερ θαυμάζομεν. Ἕνεκα τούτου δὲ δὲν δύναμαι ν’ ἀποδεχθῶ τὴν τακτικὴν τινῶν ἐκ τῶν λαλησάντων, οἵτινες ἠθέλησαν νὰ παραστήσουν, ὅτι σήμερον ἡ ἐπιστράτευσις ἤρχισε χωλαίνουσα, οἵτινες ἠθέλησαν νὰ ὑποδείξουν, ὅτι ὑπῆρξεν ἀντίδρασις κατὰ τῆς ἐπιτυχίας τῆς ἐπιστρατεύσεως. Μὴ λησμονοῦμεν τοῦτο, καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐὰν ἔχῃ ἀξίαν ἡ ἐπιστράτευσις, ἔχει μόνον ἐὰν βεβαιωθῇ, ὅτι εἶναι ἔργον ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους, ἄνευ ἀντιδράσεως. Βεβαίως ἡ ἐμπιστοσύνη εἶναι ἡ κυρία βάσις τῆς δυνάμεως πάσης Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὅπως ἐμπνεύσωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην, ὀφείλομεν πρωτίστως ἡμεῖς οἱ ὁμιλοῦντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ μὴ λέγωμεν τί τὸ δυνάμενον νὰ κλονίσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτήν. Ἐνθυμηθῆτε, ὅτι διερχόμεθα πονηροὺς καιρούς, ἐνθυμηθῆτε ὅτι δὲν εἶναι ὀλίγοι οἱ ῥαδιουργοῦντες ἐν τῇ Ἑλλάδι· δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ δίδωμεν ὅπλα εἰς τούτους. Σήμερον ὑφίσταται μία Κυβέρνησις· πρέπει λοιπὸν αὐτὴν ἀπὸ τὰ πρῶτά της βήματα νὰ τὴν κλονίσωμεν καὶ νὰ τὴν καταστήσωμεν δύσπιστον ἀπέναντι τοῦ Τόπου; Ἐὰν μὴ ἐπήρχετο, Κύριοι, τὸ γεγονὸς τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου, δὲν ἠξεύρω ἐὰν δὲν θὰ ἤμην ἐκ τῶν ψηφισάντων ὑπὲρ τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως, οὐχὶ διότι μὲ συνδέει πολιτική τις σχέσις πρὸς αὐτήν, καθὼς δὲν μὲ συνδέει καὶ πρὸς τὴν ἐνεστῶσαν, διότι δυστυχῶς εἶναι τόσον κακῶς κατεσκευασμένη ἡ κεφαλή μου, ὥστε δὲν δύναμαι νὰ ὑποταχθῶ εἰς τὴν κομματικὴν πειθαρχίαν, ἀλλὰ διότι κρίνω ἀπαραίτητον νὰ μὴ περιέλθωμεν εἰς κρίσεις ὑπουργικάς. Οὐδεμία δέ Κυβέρνησις, ἐρχομένη μετὰ ταχεῖαν πτῶσιν ἄλλης, δύναται νὰ ἦναι ἰσχυρά, ἀφοῦ πεπρωμένως κέκληται νὰ ἐκτεθῇ εἰς πειρασμούς, ἀφεύκτως προωρισμένους νὰ τὴν ἐξασθενίσωσιν. Ἐκτὸς τούτου, ἡ ἐντύπωσις, ἣν αἱ συχναὶ κυβερνητικαὶ μεταβολαὶ φέρουν εἰς τὸν ἔξω κόσμον εἶναι δεινοτάτη. Ἔπρεπε δὲ νὰ καταβληθῇ πολλὴ ἐργασία, πρὸ τῆς ἐπελθούσης τελευταίας κυβερνητικῆς μεταβολῆς, ὅπως αὕτη μὴ ἐκληφθῇ ὑπὸ τὴν πλέον κακὴν ὄψιν αὐτῆς παρὰ τῷ ξένῳ κόσμῳ, καὶ ἰδίως παρ’ ἐκείνοις, ἀφ’ ὧν δικαίως, χωρὶς νὰ προσβάλληται ἡ ἐθνικὴ ἀξιοπρέπειά μας, προσδοκῶμεν προστασίαν, ἧς ἄνευ δὲν δυνάμεθα νὰ ἀντεπεξέλθωμεν κατὰ τῶν μυρίων ἐχθρῶν, οὓς ἔχομεν. Θὰ ἦτο εὔκολος ὁ ἀγὼν ἡμῶν, ἐὰν ἐπρόκειτο μόνον περὶ τῶν Τούρκων· ἀλλὰ δὲν ἔχομεν νὰ παλαίσωμεν πρὸς τὴν κατάκτησιν τῶν Τούρκων, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἄλλους, οἵτινες γοργῷ τῷ βήματι βαίνουσι πρὸς τὴν χώραν ἡμῶν· ἀλλ’ ὅπως παλαίσωμεν κατ’ αὐτῶν, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὁλόκληρον τὴν συνδρομὴν τῆς Εὐρώπης, ταύτην δὲ δὲν θέλομεν ἀποκτήσει, ἐὰν μὴ δείξωμεν, ὅτι κατεχόμεθα ὑπὸ τῆς συναισθήσεως τοῦ μεγέθους τῆς ἐνεστώσης κρίσεως καὶ τῆς σοβαρότητος τῶν καιρῶν, οὓς διερχόμεθα, καὶ ὅτι ἐσμὲν ἱκανοὶ νὰ κατευνάσωμεν τὰ πολιτικὰ πάθη ἡμῶν. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς, ὅτε χθὲς τὴν ἑσπέραν κατέβη τοῦ βήματος, κατέληξε τὸν λόγον διὰ τρόπου, ὅστις ἦν τῳόντι ἄξιος τῆς φήμης του τῆς ἐπιστημονικῆς καὶ τῆς διακεκριμένης θέσεως, ἣν κατέχει ἐν τῇ ἑλληνικῇ κοινωνίᾳ. Σᾶς ὑπέμνησε τοὺς λόγους τοῦ μεγάλου ῥήτορος τῆς Ῥώμης, ὅστις συνεβούλευε τὴν φρόνησιν, ὅτε ἔμελλον οἱ Ῥωμαῖοι νὰ προβῶσιν εἰς τὸν μέγαν ἀγῶνα τὸν καταλήξαντα εἰς τὴν αὐτοκρατορίαν τοῦ Αὐγούστου. Καὶ ἡμεῖς πορευόμεθα, σήμερον, πρὸς ἓν παράλιον, διὰ νὰ ἐπιβῶμεν πλοίου εἰς ταξείδιον μέγα· πρὸ τῆς παραλίας εἶναι τέλματα, εἶναι ἕλη. Ἀλλὰ καὶ ἂν φθάσωμεν εἰς τὴν παραλίαν, ἐνώπιόν μας ἀνοίγεται ὁ ὠκεανός, σκοτεινός, οὗ δὲν γνωρίζομεν τὰ βάθη καὶ δὲν γνωρίζομεν ἀπὸ τίνας τρικυμίας προώρισται ν’ ἀνακινηθῇ ἐντὸς ὀλίγου. Βεβαίως εἰς τὸ ἄκρον αὐτοῦ τοῦ ὠκεανοῦ φαίνεται λαμπρὸν καὶ στίλβον τὸ ἄστρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ· διότι ὁ Ἑλληνισμὸς ἐπὶ τέλους θὰ νικήσῃ· ἀλλὰ τὸ μεταξὺ εἶναι σκοτεινόν· ἀπαιτεῖται λοιπὸν νὰ ὁπλισθῶμεν δι’ ὅλης ἡμῶν τῆς φρονήσεως, δι’ ὅλου τοῦ πατριωτισμοῦ, πρὶν ἢ ἐπιβῶμεν τοῦ πλοίου, ὅπερ μέλλει νὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὸ ποθητὸν ἐκεῖνο σημεῖον. Ἀλλὰ βεβαίως, ὅταν ἀκούωνται ἔνθεν καὶ ἔνθεν λόγοι ἐρεθιστικοί, ὅταν ὁ εἷς μετέρχηται φράσιν σκληρὰν ἀπέναντι τῶν ἀντιπάλων, ὅταν ὁ ἄλλος ζητῇ νὰ καταῤῥίψῃ εἰς τὸν βόρβορον τὰς ὑπολήψεις, αἵτινες ἐπὶ τέλει εἶναι κεφάλαια, ἅτινα ὀφείλομεν νὰ περιποιηθῶμεν, διότι εἶναι κεφάλαια πραγματικὰ καὶ μέλλοντα νὰ χρησιμεύσωσιν ἐντὸς ὀλίγου, ὅταν μετερχώμεθα τοιαύτην γλῶσσαν, βεβαίως δὲν ἀκολουθοῦμεν τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς φρονήσεως. Ὑπὸ τῶν ἰδεῶν τούτων ἐμπνεόμενος καὶ κρίνων, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραταθῇ ἐπ’ ἄπειρον ἡ ἀρξαμένη συζήτησις, διότι ἀνάγκη μεγίστη ἐπείγει νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῶν ἔργων, ἅτινα δύνανται νὰ ὑπηρετήσωσι τὴν πολιτικήν, ἣν τὸ Ἔθνος σήμερον ἀποδέχεται, προτείνω ὡς τρόπον πρὸς περάτωσιν αὐτῆς τῆς συζητήσεως νὰ ἀντικατασταθῇ ἡ παράγραφος πέμπτη τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως διὰ τῆς ἑπομένης: «Ἡ Βουλὴ ἐλπίζει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς ἀνα«λόγους ἐνεργείας, ἢ στηριζομένη εἰς τοὺς νόμους ἢ ἀφο«ρῶσα ἐν ἀναποδράστῳ ἀνάγκῃ, εἰς τὰ οὐσιώδη συμφέ«ροντα τοῦ Κράτους, καὶ θέλει κρίνει ἐν γένει περὶ τῶν «πράξεων τούτων ἐν εὐθυδικίᾳ καὶ ὑπ’ ὄψιν ἔχουσα τὰς «ἀναποδράστους ἀνάγκας, ἐν αἷς εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις, «κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς.» Τὴν ἕκτην παράγραφον κρίνω ὡς ἀπαλειπτέαν καθ’ ὁλοκληρίαν. Νομίζω, ὅτι ἡ παράγραφος πέμπτη, συντασσομένη καθ’ ὃν ὑπέδειξα τρόπον, οὐδεμίαν προσβολὴν περιέχει πρὸς τὴν παρελθοῦσαν Κεβέρνησιν καὶ πρὸς τὴν μερίδα, τὴν ὑποστηρίζουσαν αὐτήν, δύναται δὲ καὶ ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειονοψηφία, ἡ ὑποστηρίζουσα αὐτήν, νὰ τὴν παραδεχθῶσιν χωρὶς νὰ φανῇ, ὅτι ὑποχωροῦσι τὸ παράπαν εἰς ὅσα ἀπ’ ἀρχῆς ὑπεστήριξαν.
§28ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ἠκούσαμεν, κύριοι, πρὸ ὀλίγου ἓν σύστημα πολιτικῆς· εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον δὲν θέλει τὴν κρίσιν τῶν ἀγώνων. Ἅμα ἐπέλθει κἄπου σκότος καὶ θόρυβος, πρέπει εὐθὺς ν’ ἀκολουθήσῃ ψευδὴς τεχνικὴ ἁρμονία, διὰ νὰ μὴ κινηθῇ τὸ πνεῦμα τῶν θνητῶν καὶ διὰ νὰ μὴ ταράσσηται τὸ κοινὸν ἐν τῇ νευροπαθείᾳ. Ἀλλ’ ἡμεῖς γνωρίζομεν ἐκ τῆς ἱστορίας μας καὶ ἐκ τῆς ἱστορίας ὅλων τῶν ἐλευθέρων λαῶν, ὅτι δὲν εἶναι ἡ κρίσις τῶν ἀγώνων, ἡ ὁποία καταστρέφει τὰ ἔθνη, ἀλλ’ ἡ ἀκρισία τῶν ἀγώνων. Ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον Τρικούπη ἥμαρτε, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἱκανὸν θάῤῥος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διὰ νὰ ἐκφέρῃ τὴν ἐτυμηγορίαν της· ἐὰν δὲν ἥμαρτε, πρέπει νὰ ἐξέλθῃ μὲ ὅλας τὰς τιμάς. Ὁ ἀγὼν πρέπει τελείως νὰ κριθῇ. Αὐτὰ τὰ μισὰ μέσα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι οὔτε λευκὰ οὔτε μαῦρα, νομίζω, κύριοι, ὅτι ὑπέχουν μέγα μέρος τῆς εὐθύνης διὰ τὴν σημερινὴν κακοδαιμονίαν τοῦ ἔθνους. Ἐγὼ ἀναχωρῶ ἀπὸ ἄλλας ἀρχάς· δι’ ἐμὲ ἐν πάσῃ εὐσυνειδησίᾳ δὲν πρόκειται διαρκῶς κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν εἰμὴ περὶ ἑνὸς ἐμφυλίου πολέμου μεταξὺ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου μέρος μὲν ἀρχηγὸν ἔχει τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον, μέρος δὲ ἀποσπασθὲν διευθύνεται ὑπὸ τοῦ κυρίου Τρικούπη. Εὑρισκόμεθα δὲ ἡμεῖς οἱ μὴ ἀνήκοντες οὔτε εἰς τὴν μίαν οὔτε εἰς τὴν ἄλλην μερίδα, ἐνώπιον ἀμειλίκτου ἐμφυλίου πολέμου, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ κρίνωμεν, παρακολουθοῦντες εἰς τὰς περιπετείας του καὶ ἀπαιτοῦντες ἐπὶ τέλους μίαν ἔκβασιν αὐτοῦ· διότι κατεπονήθη πλέον τὸ ἔθνος ἐν αὐτῷ τῷ ἀτελευτήτῳ διασπαραγμῷ. Εἶναι τῶν εὐκολωτέρων ἀντικειμένων ἡ ἀπόδειξις, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς αὐτῆς πολιτικῆς οἰκογενείας, μὲ τὰ αὐτὰ δόγματα, μὲ τὰς αὐτὰς ἀδυναμίας, μὲ τὰς αὐτὰς προαιρέσεις. Ἐκατηγορήσαμεν τὸν κύριον Κουμουνδοῦρον, ὅτι ὑπῆρξεν ἐνδοτικός, καὶ ὁ κύριος Τρικούπης ἀπεδείχθη ἐνδοτικώτερος· τοὐλάχιστον ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος δὲν εἶχε δύο πρώτους ἐξαδέλφους νὰ διορίσῃ ὑπουργὸν καὶ πρέσβυν, ἐνῷ ὁ κύριος Τρικούπης ἀπέδειξεν, ὅτι καὶ εἶχε καὶ διώρισεν.
§29Α. ΡΟΥΚΗΣ. Εἶχον ἀρκετὴν ἀτομικότητα.
§30ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ἐὰν λοιπὸν κατηγορήσαμεν τὸν ἐνδοτικόν, κατηγοροῦμεν τὸν ἐνδοτικώτερον. Τὸ οὐσιῶδες εἶναι, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς αὐτῆς πολιτικῆς οἰκογενείας. Ἠδυνάμην ν’ ἀπαριθμήσω πλείστας κοινὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι χαρακτηρίζουν τὸν πυρῆνα τοῦ κόμματος καὶ τὸ ἀπεσπασμένον μέρος αὐτοῦ. Δι’ ἐμὲ δὲν εἶναι παρὰ ἓν καὶ τὸ αὐτὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον διῃρέθη καὶ τὸ ὁποῖον ἀλληλομάχεται. Ἀλλ’ ἀπέναντι αὐτῆς τῆς διαιρεθείσης οἰκογενείας εἶναι τὸ μέγα σῶμα τοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον κρίνει καὶ κατακρίνει. Δὲν θέλομεν λέγουσιν ἐπιείκειαν οἱ ὑπουργοὶ τῆς 10 Μαρτίου. Διατί; Τί εἶσθε σεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλετε ἐπιείκειαν ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους; Πότε σᾶς ἐδώσαμεν τὸ δικαίωμα νὰ νομίζητε, ὅτι ἠμπορεῖτε σεῖς νὰ κανονίζητε τὰς ἐθνικὰς ἀποφάσεις; Ὅταν τὸ ἔθνος θέλῃ νὰ δίδῃ ἐπιείκειαν ἢ ὅταν δὲν θέλῃ, εἶσθε πολὺ μικροὶ ἀπέναντι τῆς μεγαλειότητος τοῦ ἔθνους, ὅπως ἀνορθόνητε τὴν ὀφρὺν πρὸ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ. Δὲν θέλετε ἐπιείκειαν, ἀλλ’ ὁ τόνος τῆς φωνῆς σας εἶναι τόνος φωνῆς αἰτοῦντος ἐπιείκειαν; Καὶ ἔπειτα λέγετε, ὅτι δὲν θέλετε ἐπιείκειαν; Ἀλλὰ διατί λοιπὸν τόσον σπασμωδικῶς ἕλκετε τὴν βασιλικὴν ἁλουργίδα, διὰ νὰ κρυφθῆτε ὄπισθεν τῆς βασιλικῆς ἁλουργίδος; Εἶσθε συνταγματικοί; Προβάλλουσιν ἓν φάντασμα, προβάλλουσι μίαν ἀσπίδα, καὶ ἔπειτα σᾶς λέγουσιν, εἴμεθα ἀτρόμητοι! Ἀκούσατέ με, φοβεῖσθε καὶ φοβεῖσθε πολύ. Ἀλλ’ ἡμεῖς θέλομεν κρίνει μὲ ἐπιείκειαν, μὲ τὴν ἐπιείκειαν οὐχὶ τοῦ κ. Ῥοντήρη, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει τὸν νομικὸν ὅρον τοῦ ἀστικοῦ δικαίου τῶν ἐθνῶν, τοῦ ἐπιεικοῦς δικαίου. Διότι, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ, δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ πειράξω τινὰ, ἀλλὰ δὲν νομίζω οἱ δικανικοὶ ὅροι νὰ ἦναι κατεσκευασμένοι διὰ τὰς συνελεύσεις τῶν ἐθνῶν· οἱ δικανικοὶ ὅροι εἶναι διὰ τὰ δικαστήρια, δὲν εἶναι διὰ τὰ νομοθετικὰ σώματα. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κύριος Καλλιγᾶς νὰ τῷ ἀποδείξω, ὅτι κατὰ τὴν χθεσινὴν ὁμιλίαν του ὑπῆρξεν ὑπὲρ τὸ δέον δικανικός. Ἠθέλησεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς νὰ παραστήσῃ ἐνώπιόν σας, ὅτι πρόκειται περὶ πλειοψηφίας, ἥτις ἔχει τὴν ἀπόφασιν νὰ καταδικάσῃ τὴν μειοψηφίαν. Ἀλλά, κύριε βουλευτὰ, πότε ἠκούσατε καὶ ἐνώπιον δικαστηρίου τινὸς, ὅτι αἱ πλειοψηφίαι αὐτῶν σκοποῦσι νὰ καταδικάζωσι τὰς μειοψηφίας των; Ἡ δικανικὴ μέθοδος εἰς οὐδὲν λοιπὸν ὠφελεῖ. Οὐδεμία πλειοψηφία σκοπὸν ἔχει νὰ καταδικάσῃ τὴν μειοψηφίαν. Ὑπολόγους ἔχει ἐνώπιόν της ἡ Βουλὴ καὶ μόνον ὑπολόγους. Ἡ Βουλὴ δὲν σκέπτεται εἰμὴ κατὰ τοὺς φυσικοὺς νόμους· σχηματίζονται ἐν αὐτῇ δύο ἢ πλείονα ῥεύματα γνωμῶν, ἕκαστος δὲ ἐνεργεῖ ὡς ἀνεξάρτητος βουλευτὴς καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους. Ὁ τίμιος βουλευτὴς δὲν καταδέχεται νὰ φέρῃ ἐπὶ τοῦ μετώπου τὸ χάραγμα οἱουδήποτε θηρίου, ἀλλ’ αἰσθάνεται ἐν εὐθύτητι, διότι ἔχει τὴν καρδίαν του εἰς τὸ ἀριστερὸν μέρος τοῦ στήθους. Εἶναι πολιτικὸς σολοικισμὸς τὸ λεχθὲν καὶ ἐπαναληφθὲν ἀτόπως, ὅτι πρόκειται ἡ πλειοψηφία νὰ καταδικάσῃ τὴν μειοψηφίαν. Εἶναι τέχνασμα ὡς τόσα ἄλλα εἰς χρῆσιν μόνον τῶν ἁπλοϊκῶν. Ὑπέθετον, ὅτι μὲ ἄλλα ὅπλα ἔπρεπε ν’ ἀντιμετωπίζωμεν τὴν ἐθνικὴν μεγαλειότητα, ἡ ὁποία λειτουργεῖ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Πρέπει πολλὰ συναλλάγματα νὰ εἶδεν ὁ κ. Καλλιγᾶς ἐν τῷ νομικῷ του βίῳ, ἵνα ἔχῃ πάντοτε ἐνώπιόν του τὸν συμβολαιογράφον, πρὸς τὸν ὁποῖον ἐξωμοίωσε τὴ Βουλήν. Παραλείπω ὅλην τῶν τοιούτων τὴν ἀκολουθίαν, ὁμολογῶ δὲ, ὅτι δὲν ὑπάρχει καὶ διάθεσις παρ’ ἐμοὶ νὰ εἰσέλθω εἰς τοιαύτας λεπτομερείας. Τὸ οὐσιῶδες εἶναι ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς περὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ συναλλάγματος. Δὲν ἐννοῶ νὰ πειράξω τὸν συνάδελφον, ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ ἐπιστήμη δὲν πρέπει νὰ ἦναι κομματική. Ἵνα ἔχῃ ὅλον τὸ ὕψος της, ἵνα ἡ φωνή της ἐγείρεται ὑπεράνω τῶν παθῶν, ἵνα ἐμπνέῃ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἵνα τοὺς ἐνθουσιᾷ, ἡ ἐπιστήμη πρέπει νὰ ἦναι οὐρανία. Ὅταν ὅμως ἡ ἐπιστήμη γείνῃ κομματικὴ, εἶναι διπλασίως πεπτωκυῖα ἀπὸ τοὺς ἠδικημένους ἐκείνους ἀτυχεῖς, οἱ ὁποῖοι ἄνευ ἐπιστήμης ταξειδεύουσιν εἰς τὸ πέλαγος τῆς ἀναρχίας τῶν παθῶν. Θέλει ὡς τόσον μᾶς ἐπιτρέψει ὁ ἔντιμος συνάδελφος νὰ μὴ ἀφήσωμεν ἀμετάβλητον τὴν τριάδα, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐδέησε κατὰ τὸ σύστημά του νὰ προεδρεύσῃ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Κυθήρων, διότι ἀνεπαισθήτως εἰς τετράδα τὴν κατεσκεύασεν αὐτὸς ὁ ἴδιος. Ἐὰν ἐκεῖνα τὰ τρία δόγματα ἐφάνησαν παράδοξα εἰς τὸν ἔντιμον συνάδελφον, δὲν εἶναι ἆρά γε πεπρωμένον νὰ φανῇ καὶ εἰς ὅλους ἡμᾶς παράδοξον, ὅτι ὁ βασιλεὺς ἐθεωρήθη ὑπ’ αὐτοῦ ὡς γραμματοκομιστής; Ἂς προστεθῇ λοιπὸν καὐτὴ ἡ ἰδέα εἰς τὸ τέρας, διότι εἶναι πρωτάκουστον νὰ ῥηθῇ ὡς δόγμα ἐν συνταγματικῇ πολιτείᾳ, καὶ ὅτι ὁ βασιλεὺς εἶναι γραμματοκομιστὴς τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς πρὸς τοὺς ὑπουργοὺς τῆς ἐπικρατείας. Ὁ κ. Καλλιγᾶς ἐνόμισε κατόπιν, ὅτι εὗρε τὸν ἀκρογωνιαῖον λίθον τῆς πολιτικῆς τοῦ συναλλάγματος. Ἡμεῖς ὅμως γνωρίζομεν τί ἐπάθομεν ἐκ τῆς πολιτικῆς τοῦ συναλλάγματος. Εἶναι πολιτικὴ, ἥτις πρέπει νὰ μένῃ ἐκτὸς τῆς θύρας τοῦ Βουλευτηρίου. Δὲν τὴν θέλομεν ὡς ἐπιστημονικὸν δόγμα ν’ ἀναπτυχθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ διὰ τοῦτο ἦλθον νὰ πολεμήσω τὴν πολιτικὴν αὐτήν. Ὄχι δὲν ὑπάρχει συνάλλαγμα μεταξὺ τοῦ Βασιλέως καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ. Εἶναι δύο δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι ἀνταγωνίζονται, ἐπὶ τέλους δὲ μεταξὺ αὐτῶν ἡ ἰσχυροτέρα θὰ ὑπερνικήσῃ. Συνάλλαγμα μεταξὺ ἀσθενεστέρου καὶ ἰσχυροτέρου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Ἂν ἡ Βουλὴ ἔχῃ μίαν ἰδέαν, καὶ ἡ ἰδέα αὕτη εἶναι τοῦ ἔθνους, ἑκατοντάκις καὶ ἂν διαλυθῇ ἡ Βουλή, ἡ ἰδέα θὰ ὑπερισχύσῃ, διότι ὑπεράνω τοῦ Βασιλέως εἶναι ὁ λαός. Ὅταν λοιπὸν ὁμιλῆτε περὶ συναλλάγματος μεταξὺ Βουλῆς καὶ Βασιλέως, ἂς μᾶς ἐπιτραπῇ νὰ σᾶς παραπέμψωμεν εἰς τὰ στοιχεῖα τῆς συνταγματικῆς ἐπιστήμης. Ὁ βασιλεὺς ἐνώπιον τοῦ λαοῦ δὲν δύναται παρὰ νὰ ὑποχωρήσῃ. Ἐνόμισα, κύριοι, ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐῤῥέθη ἀπὸ δόκιμον ἄνδρα, ὅτι ἀποστολὴ τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι παρὰ ἡ ἐκλογὴ τοῦ ὑπουργείου, καὶ ἐπιθυμῶ ἡ λέξις νὰ ἔχῃ τὸ βαθὺ νόημά της. Τῷ ὄντι ἐν κοινοβουλευτικῇ πολιτείᾳ ἡ Βουλὴ εἶναι κατὰ κυριώτατον λόγον σῶμα ἐκλεκτικόν, διότι ἡ ψῆφος της καταρτίζει τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει μόνον τοῦτο τὸ ἔργον. Εἶναι εὔκολον ν’ ἀποδειχθῇ εἰς πάντα, ὅτι ἡ ἐπιστήμη ἡ συνταγματικὴ ἔχει πολὺ εὐρύτερον κύκλον, ἀπὸ ὅσον ἠθέλησάν τινες νὰ ὑποβάλωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Οἱ δοκιμώτεροι τῶν συγγραφέων ἀνέγραψαν μεγάλοις γράμμασι τὴν πολλαπλῆν ἀποστολὴν τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν εἶναι ἀπὸ σκοποῦ ἡ ἀποστολὴ αὕτη ἐν ὀλίγοις νὰ διατυπωθῇ, ἀφοῦ ἐδόθη περίστασις.
§31ΜΙΛΗΣΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε μίαν παρατήρησιν;
§32ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ὄχι.
§33ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἴσως θὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ σᾶς δείξῃ τὸν δρόμον.
§34ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Τὸν δρόμον τὸν εἴχετε σεῖς τόσον καιρὸν ἐνώπιόν σας, ἀλλὰ δὲν τὸν εὕρετε. Εἶναι μέγα λάθος ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ Βουλὴ συναλλάσσεται μετὰ τοῦ βασιλέως εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ὑπουργῶν. Ἐν τῇ νεωτέρᾳ ἀναπτύξει τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἡ Βουλὴ ἐπιβάλλει τοὺς ὑπουργοὺς εἰς τὸν βασιλέα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὸ ἔργον αὐτό. Ἐπειδὴ ὁμιλεῖτε περὶ ἐπιστήμης, ἀκούσατε τί σᾶς λέγει ἡ ἐπιστήμη περὶ τῶν λοιπῶν καθηκόντων τῆς Βουλῆς. Διερμηνεύει αὕτη τὰς ἰδέας τοῦ λαοῦ ἐφ’ ὅλων τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἔρχονται ἐνώπιόν της· ἡμεῖς δὲν ἐφέρομεν τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ ἔθεσεν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον· ἀλλ’ ὁπωσδήποτε τὸ ζήτημα ἦλθε, καὶ ἤθελεν εἶσθαι ἐγκατάλειψις τῆς θέσεώς μας, προδοσία τῆς ἀποστολῆς μας, ἂν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς πολιτείας τῶν ὑπουργῶν τῆς 10 Μαρτίου δὲν ᾐσθανόμεθα τὸ καθῆκον καὶ συνάμα τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράσωμεν τὴν ἰδέαν τοῦ λαοῦ. Τρίτον καθῆκον καὶ δικαίωμα τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῶν τυχῶν τοῦ ἔθνους διὰ τῶν ἰδεῶν αὐτῆς· τοιαύτην ἐπίδρασιν ἀσκοῦσι τὰ πολυμελῆ σώματα, ὅταν ἐντίμως καὶ λελογισμένως καταρτίζωνται, ὅταν φιλοπόνως ἀνοίγωσι τὰς συζητήσεις καὶ ὅταν φωτίζωνται ἀπὸ τὸ ζωογόνον τοῦ ἔθνους φῶς. Αἱ Βουλαὶ ἐπιδρῶσιν ἐπὶ τῶν ἐθνῶν ὡς ἀπὸ μέσου τινὸς ὅρου καλλιτέρων πολιτῶν, τοὺς ὁποίους ἡ κοινὴ συνείδησις ἔφερεν ἐν τῷ κοινοβουλίῳ, ἵνα συναθροίζοντες τὰς διεσπαρμένας ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἰδέας καὶ εἰσάγοντες αὐτὰς ἐν τῷ κριτηρίῳ τῷ ἐθνικῷ, ἐπιστρέφωσι κατόπιν αὐτὰς εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ τὰς κοινότητας, εἰς συμπλήρωσιν τῆς μεγάλης πολιτικῆς τοῦ ἔθνους κυκλοφορίας. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ τέταρτον καθῆκον καὶ δικαίωμα, τὸ νὰ μεταβιβάζῃ ἡ Βουλὴ τὰ παρουσιαζόμενα ἐν τῇ πολιτικῇ ἀτμοσφαίρᾳ παράπονα εἰς τὸν κυρίαρχον λαόν. Διότι, κύριοι, ὅσον προβαίνει ἡ κοινωνία, τόσον ἡ δύναμις τρέφεται πρὸς τὸ μέγα σῶμα τοῦ λαοῦ. Ἐκεῖ ὑπάρχει ἡ αἰωνία κυριαρχία, ἐκεῖ ἡ ἀληθὴς δύναμις καὶ ἡ τελικὴ ἐξουσία τῶν ἐξουσιῶν· εἰς λοιπὸν τῶν προορισμῶν τῆς Βουλῆς εἶναι ν’ ἀποτείνηται εἰς τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν καὶ ὑποβάλλῃ εἰς αὐτὴν τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας περὶ τῆς καθόλου ἐθνικῆς πολιτικῆς. Δὲν εἶναι ἓν ἐκ τῶν ἔργων τούτων, τὸ ὁποῖον νὰ ἦναι ἀλλότριον πρὸς τὴν ὑπόθεσιν, ἥτις μᾶς ἐνασχολεῖ. Πέμπτον δὲ ἔργον ἡ νομοθεσία καὶ ἕκτον ἡ περὶ τὰ οἰκονομικὰ ἐπιστασία, ἰδοὺ ὁ κύκλος τῆς ἀποστολῆς τῆς Βουλῆς· εἶνε αὕτη ἱκανῶς ποικίλη καὶ ἱκανῶς διδακτική. Ἀλλ’ ὁ σκοπός μου δὲν ἦτο νὰ σᾶς ἐνασχολήσω κατὰ θεωρίαν. Ἔστωσαν τὰ λεχθέντα ὡς εἰσαγωγὴ εἰς τὸ κύριον ζήτημα, τοῦ ὁποίου θέλω κατατάξει τὰς διαφόρους μομφὰς, καὶ θέλω ἀναλύσει διαδοχικῶς ἑκάστην, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς πόρισμα. Πρώτη μομφὴ εἶναι, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον Τρικούπη παρὰ τὸ σύνταγμα ἐστρατολόγησεν, ἐδανείσθη, ἐδαπάνησε. Ἡ μομφὴ αὕτη εἶναι ἄδικος. Τὸ ὑπουργεῖον Τρικούπη δὲν ἐστρατολόγησεν ἐναντίον τοῦ συντάγματος, ἀλλὰ δυνάμει τοῦ νόμου. Ὁ νόμος λέγει, ὅτι εἰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουσιν εἰς τὴν κρίσιν τοῦ κυβερνῶντος, ἔχει τὸ δικαίωμα οὗτος νὰ διατάξῃ τὴν ἐπιστράτευσιν· δὲν ἐπιτρέπεται λοιπὸν νὰ κατηγορηθῇ ἡ κυβέρνησις ἐπὶ ἀντισυνταγματικότητι. Δὲν νομίζω πρέπον νὰ ἐπιμείνω περισσότερον εἰς τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἀληθείας ταύτης, ἐπειδὴ τὸν νόμον ἐκεῖνον ἡμεῖς ἐψηφίσαμεν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον, καὶ ἂν ἦναι ἀντισυνταγματικὸς, πῶς δὲν πίπτουν ἐπὶ τῶν κεφαλῶν μας αὐτοὶ οἱ στύλοι, τοὺς ὁποίους τοὺς ὠνόμασε στείρους ὁ κ. Καλλιγᾶς; Δευτέρα μομφὴ, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον Τρικούπη ἐναντίον τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος ἐστρατολόγησεν, ἐδανείσθη καὶ ἐδαπάνησε. Καὶ αὐτὴ ἡ μομφὴ εἶναι ἄδικος. Ὅταν ἡ Συνδιάσκεψις τοῦ Βερολίνου δίδῃ δικαστικὴν ἐλευθερίας ἀπόφασιν εἰς δουλωμένους ἑλληνικοὺς λαοὺς, τί θέλετε νὰ πράξῃ ἑλληνικὴ κυβέρνησις εὑρισκομένη εἰς τὴν κατοχὴν τῆς ἐξουσίας, παρὰ νὰ καλέσῃ τοὺς νέους ἄνδρας εἰς τὰ ὅπλα, ἵνα ἐκτελέσῃ τὴν διεθνῆ ἀπόφασιν; ὥστε καὶ καθῆκον ἱερὸν καὶ συμφέρον μέγα ἦτο νὰ προσκληθῶσιν οἱ ἄνδρες ὑπὸ τὰ ὅπλα. Ἄν δὲ ἡ στρατολογία ἦναι νόμιμος καὶ συμφέρουσα, ἤθελεν εἶσθαι ἀσυνεπὲς νὰ κατηγορήσωμεν τὴν δαπάνην καὶ τὸ δάνειον, διότι ὑπείκοντες εἰς τὴν ἀνάγκην, ἔπρεπε νὰ εὕρωμεν πάντως καὶ τοὺς ἀπαιτουμένους δι’ αὐτὴν πόρους. Ὅλα ταῦτα εἶναι κανόνες, οἱ ὁποῖοι τότε μόνον δύνανται νὰ παραβιασθῶσιν, ὅταν θελήσῃ τις νὰ διαζευχθῇ πρὸς τὴν λογικήν. Τρίτη μομφὴ, ὅτι ἐστρατολόγησεν ἡ πρώην Κυβέρνησις οὐχὶ πρεπόντως· καὶ ἐδῶ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης ἐχώλανε. Δύναταί τις ν’ ἀποδείξῃ μὲ τὴν στατιστικὴν εἰς τὰς χεῖρας, ὅτι ἂν ἐπροσκαλεῖτε μόνον τὰς ἕξ ἡλικίας, ἀπὸ 22–27 ἐτῶν, ἠθέλετε ἔχει 73 χιλιάδας· τόσοι εἶναι ἐγγεγραμμένοι ἐν τοῖς στρατολογικοῖς καταλόγοις, ἐκ τῶν ὁποίων, ἂν ἐξαιρέσητε τὸ δέκατον ἐξαιρουμένων, ἀπαλασσομένων καὶ κωλυομένων, ἀναλόγως τῶν μέχρι τοῦδε δεδομένων τῆς στρατολογικῆς ὑπηρεσίας, ὑπολείπονται 66 χιλιάδες ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ κληθῶσι. Διότι ἤθελον θεωρήσει ἀξίαν τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Τρικούπη, ἐὰν περιοριζομένη ἐπὶ τῶν ἕξ ἡλικιῶν, αἱ ὁποῖαι κατήρτιζον τὸ ποσὸν τῶν ἀνδρῶν τὸ ὁποῖον ἤθελεν, ἐπέμενεν εἰς τὴν πράγματι ἀκατάπτωτον τοῦ νόμου καὶ γενικὴν ἐφαρμογήν. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι οὐχὶ πρεπόντως ἐπολιτεύθη ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς προσκλήσεως ὅλων τῶν ἡλικιῶν τὸ Ὑπουργεῖον Τρικούπη. Μὴ νομίσητε, καθὼς ἐῤῥέθη ἐδῶ, κατ’ ἐμὲ ἀτόπως, ὅτι πρόκειται περὶ ἀγελῶν· πολὺ συχνὰ ἀκούει τις ἐδῶ ἀμφίστροφον τὴν λέξιν ἀγέλη. Ὁ λαὸς δὲν εἶναι ἀγέλη, καὶ ἂν σεῖς καταδέχεσθε ἐξ ὑπαμοιβῆς νὰ τὸ ἀκούετε, ἐγὼ ἐδῶ διαμαρτύρομαι. Ὁ λαὸς ὑποτάσσεται εἰς φυσιολογικοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ὁ κυβερνήτης πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν σταθερῶς, χωρὶς νὰ νομίζῃ, ὅτι ἐδόθη εἰς αὐτὸν ἡ ψαλὶς ἵνα κόπτῃ παρὰ πολὺ εἰς τὴν ῥίζαν τὸ ἔριον. Δύνασθε ἔχοντες τὴν ἐξουσίαν νὰ καλέσητε 15 ἡλικίας, ἀλλ’ εἰξεύρετε, κύριοι, ὁποίαν διατάραξιν ἐνεργεῖτε ἐν τῷ πνευματικῷ καὶ ὑλικῷ κόσμῳ, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν; Καλοῦνται αἱ γενεαὶ ὅλαι εἰς τὰ ὅπλα, ὅταν ὁ ἐχθρὸς ᾖ καὶ ἐπὶ θύραις, ὅταν φανῇ σημεῖον ὁρμῆς, ἀλλὰ σεῖς ἐταράξατε τὴν κοινωνίαν πρὶν ἢ ὁ ἐχθρὸς ἐμφανισθῇ αὐτὸ, κύριοι, καὶ δὲν ἐννοῶ νὰ σᾶς προσβάλλω, μόνον ἕνας τοῦρκος Ὑπουργὸς ἠδύνατο νὰ τὸ πράξῃ, διότι συντρέχει πολὺ εἰς τὸν σκοπὸν νὰ ταράξητε τὰς παρατάξεις τῶν ἀντιπάλων σας. Προσκαλοῦντες ὅλας τὰς ἡλικίας διὰ μιᾶς, ἀφίνω τοὺς ἄλλους λόγους οἱ ὁποῖοι συντρέχουν τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας, λησμονεῖτε, ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσητε καί τινας ἵνα σκάψουν τὴν γῆν, ἵνα θρέψουν τοὺς ἄλλους, ἵνα ἐμπορευθοῦν καὶ ἐργασθοῦν. Ἂν ἐννοῆτε νὰ ἔχητε πηγὰς αἱ ὁποῖαι νὰ μὴ στειρεύσουν, σᾶς λέγει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν: μὴ θέτετε τὴν χεῖρα ἐπὶ τῶν πηγῶν τῆς φορολογίας. Τὸ αὐτὸ σᾶς λέγω καὶ ἐγὼ ἐπὶ τῆς προσκλήσεως τῶν ἡλικιῶν; μὴ θέτετε τὴν χεῖρα βαρέως καὶ ἀπροσέκτως εἰς τὴν πηγὴν τοῦ αἵματος. Τετάρτη μομφὴ, ἥτις πρέπει νὰ ἑλκύσῃ τὴν ἰδιαιτέραν προσοχὴν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἔχω εἰς τόσην ὑπόληψιν τὸν κ. Τρικούπην, ὅσον καὶ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, καὶ ἀμφοτέρους ὅσον ἕκαστον ἐξ ὑμῶν τῶν βουλευτῶν. Φωνάζουν τινὲς, «ὁ ἀρχηγός μας»· χάρισμά των· δι’ ἐμὲ τοῦτο εἶναι ἀδιάφορον, ἀληθὴς ἀρχηγὸς εἶναι ἡ ἰδέα. Ἔχω εἰς τόσην ὑπόληψιν τὸν πλουσιώτερον ἐξ ὑμῶν, ὅσον καὶ τὸν πτωχότερον. Ὅστις διέλθει τὴν θύραν τοῦ βουλευτηρίου εἶναι ἴσος. Δὲν παραδέχομαι δὲ, ὅπως ἔλεγεν ἐκεῖνος ὁ μακαρίτης συνάδελφός μου, οὐδένα ἔχοντα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὸ ἀναμάρτητον τοῦ Πάπα. Εἴμεθα ἀπεσταλμένοι ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἐδῶ, ἵνα θρησκευτικῶς ἐπιστατήσωμεν εἰς τοὺς νόμους τῆς πολιτείας. Ὑπάρχει ὁ λογιστικὸς νόμος· δὲν σᾶς ἐμπιστεύομαι νὰ τὸν παραβῆτε. Μοὶ λέγετε, ὅτι εἶσθε τίμιοι. Καὶ οἱ ἄλλοι εἶναι τίμιοι· ὁ λογιστικὸς δὲ νόμος τιμιώτερος ὅλων. Εἶναι ἐγγύησις διὰ τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἐννοεῖ νὰ διαθέσῃ ἐν ἐπιγνώσει καὶ ἀσφαλείᾳ τὰ εἰσοδήματα αὐτοῦ, εἶναι ἡ κρηπὶς τῆς κυβερνητικῆς οἰκονομίας. Καὶ ὅταν παραβαίνητε τὸν λογιστικὸν νόμον στηριζόμενοι ἐπὶ τῆς ὑπολήψεως, τὴν ὁποίαν ἔχετε πρὸς τὸν ἑαυτόν σας, τὴν ὁποίαν χαίρετε ἀπὸ τοὺς φίλους σας, εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς τοὺς πολλοὺς ν’ ἀμφιβάλλωμεν. Ποῖος λόγος σᾶς ἠνάγκασε νὰ παραβῆτε τὸν λογιστικὸν νόμον; Εἴπατε, ὅτι σᾶς ἦτο εὔκολον νὰ συμμορφωθῆτε πρὸς αὐτόν· ἀλλὰ διὰ τοῦτο εἶσθε ἀδικαιολόγητοι, διότι δὲν τὸ ἐπράξατε. Αὐτὸ δὲ δι’ ἐμὲ εἶναι ὕποπτον. Καὶ ἠξεύρετε διατί εἶναι ὕποπτον; διότι πρόκειται περὶ 26 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα διεχειρίσθητε παρὰ τὰ λογιστικὰ τῆς πατρίδος. Μεταβῆτε εἰς τὰς ἐπαρχίας σας, βουλευταὶ, καὶ εἴπατε εἰς τοὺς ἐκλογεῖς σας, ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὸ μηδαμινὸν ποσὸν τῶν 26 ἑκατομμυρίων ἐκρίθη εὔλογον νὰ τὸ διαχειρισθῇ ὁ κ. Τρικούπης χωρὶς νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τοὺς νόμους τῆς πολιτείας. Τί θὰ σᾶς εἴπουν οἱ μικροὶ ἄνθρωποι, οἱ μετὰ τοσούτων κόπων καὶ μόχθων ποριζόμενοι τὰ πρὸς τὸ ζῆν καὶ πληροῦντες τὸ δημόσιον ταμεῖον; Ἠκούσαμεν τὴν διάθεσιν τῶν 26 στρογγυλῶν ἑκατομμυρίων. Πρόκειται περὶ 23 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα διετέθησαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ περὶ τριῶν ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα διετέθησαν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ἐκράτησα σημείωσιν εἰς τὸν λόγον τοῦ κ. Τρικούπη. Ὡς πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν μᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ ἴδιος ἐπεστάτει καὶ δὲν ἄφινε νὰ γείνῃ δαπάνῃ χωρὶς νὰ προεξελέγξῃ τοὺς λογαριασμός. Περὶ τοῦ ὑπουργείου ὅμως τῶν Ναυτικῶν δὲν μᾶς εἶπέ τι· μήπως ἀφῆκε τὴν διαχείρισιν καὶ τὴν ἐξέλεγξιν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ἢ εἰς ἕτερόν τινα γνωστὸν ἐκ τῶν περὶ αὐτόν; Ὡς πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἤθελον νὰ ἦμαι θρὶξ εἰς τὴν κεφαλήν του, διότι τοιαύτην προσβολὴν δὲν ἤθελον ἀνεχθῆ οὐχὶ ἀπὸ πρωθυπουργόν, ἀλλ’ οὐδὲ ἀπὸ αὐτοκράτορα. Ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἔπρεπε νὰ ἦναι πολὺ ὑπερήφανος, ὥστε νὰ μὴ καταδέχηται τοιοῦτον εἶδος ὑποτελείας· καὶ τὸ λέγω μετὰ λύπης μου, διότι ἔχω εἰς πολὺ μεγαλειτέραν ὑπόληψιν τὸν κ. Καραϊσκάκην· ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν εἶναι ὅπως ἵσταται ὄρθιος ὡς γραφεὺς ἐνώπιον πολιτικοῦ ἀνθρώπου· καὶ ἔπειτα μᾶς λέγετε περὶ ἁρμονίας ἐν τῇ διοικήσει! εἶναι βεβιασμένη καὶ ὠχρὰ ἡ ἁρμονία σας. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ πέμπτη μορφή, τὴν ὁποίαν δὲν ἤκουσα μέχρι τοῦδε νὰ τὴν διατυπώσῃ τις· ἀλλὰ τὰ στοιχεῖά της ὑπάρχουσιν. Ἡμεῖς γνωρίζομεν, κύριοι, τὴν σχέσιν, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ Βασιλέως καὶ πρωθυπουργοῦ. Εἶναι σχέσις ἐπίσημος. Δὲν πρόκειται περὶ συγγενείας ἢ φιλίας, ἀλλὰ περὶ ἀνωτάτων δημοσίων ἀξιωματικῶν. Ποῦ στηριζόμενος λοιπόν, κ. πρώην πρωθυπουργέ, ἀφήρεσας ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τὰς ἐπισήμους ἐπιστολὰς τοῦ Βασιλέως; Ἦσαν ἐπιστολαὶ φιλικαὶ πρὸς ὑμᾶς; Ἦσαν οἰκογενειακαί; Ὄχι· ἀπέβλεπον εἰς συμφέροντα τῆς ἐπικρατείας καὶ μόνης τῆς ἐπικρατείας. Ἰδοὺ ἡ μορφή, ἡ ὁποία πλανᾶται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ· ἐγὼ τὴν συνοψίζω καὶ τὴν παριστῶ εἰς τὴν σκέψιν ὅλων σας. Εἶναι μορφή, ἡ ὁποία σχετίζεται πρὸς δύο ἄρθρα τοῦ ποινικοῦ νόμου, τὸ περὶ ἰδιοποιήσεως καὶ ὑπεξαγωγῆς ἀλλοτρίων ἐγγράφων. Δὲν ἤλπιζον ποτέ, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἀνεκτὸν ἐπὶ τόσων ἐπισήμων σχέσεων καὶ ἐπὶ τόσων σοβαρῶν περιστάσεων, ὅτι ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ πρωθυπουργός, ὅστις ἀναχωρῶν ἀπὸ τὸ πρωθυπουργεῖον νὰ παραλάβῃ μεθ’ ἑαυτοῦ ἔγγραφα τοιαύτης ἐθνικῆς σημασίας, ὥστε ν’ ἀφήσῃ τυφλὸν τὸν διάδοχόν του. Τοῦτο εἶναι τὸ βαρύτερον ὅλων· διότι ἐγὼ ὑπολαμβάνω τὴν ἐξουσίαν ἐν τοῖς ἐλευθέροις λαοῖς διαδεχομένην ὁμαλῶς τὰ διάφορα ὑπουργεῖα αὐτῶν καὶ ὅτι ἐν πάσῃ φιλοτιμίᾳ δίδει ὁ προκάτοχος εἰς τὸν διάδοχον τὰ φῶτα πρὸς εὕρεσιν καὶ ὑποστήριξιν τοῦ ἀγαθοῦ τῆς παρίδος, τὸ ὁποῖον τόσῳ πολὺ καυχῶνται τινὲς ἐδῶ, ὅτι ἐπιδιώκουσιν. Αἱ ἐπιστολαὶ ἀνήκουσιν εἰς τὸν πρωθυπουργόν, καὶ οὐχὶ εἰς τὸν Χαρίλαον Τρικούπην. Τοῦτο θεωρῶ ὡς μομφήν, καὶ ἂν ἔτι μείνω μόνος.
§35ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὄχι· δὲν εἶσθε μόνος.
§36ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ἔρχομαι εἰς τὴν τελευταίαν μομφὴν, εἰς τὴν ὁποίαν νομίζω ὅτι σταματᾷ ἡ περιλάλητος παράγραφος τῆς ἀπαντήσεως πρὸς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ὅτι δὲν συνεκαλέσατε ταχέως τὴν Βουλὴν ὅπως ὠφείλατε. Ἐπρόκειτο περὶ τῶν τέκνων τῆς Ἑλλάδος, περὶ τῶν χρημάτων τῆς Ἑλλάδος, καὶ δὲν συνεκαλέσατε ταχέως τὴν Βουλὴν. Ἀλλὰ συγχρόνως ἐπράξατε καὶ ἕτερον ἁμάρτημα, ὅτι ἀνεβάλατε τὴν Βουλήν. Νομίζω, ὅτι εἷς ἐκ τῶν ὑπαρχηγῶν, ἵνα ὁμιλήσωμεν τὴν τυπικὴν γλῶσσαν, εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τί νὰ σᾶς κάμωμεν; οἱ ξένοι δὲν μᾶς ἀφῆκαν. Διεθνεῖς λόγοι, οἱ ξένοι, τονίζω τὴν λέξιν κατὰ σκοπὸν, λέγουν εἰς ὑμᾶς: μὴ συγκαλέσητε τὴν Βουλήν, καὶ σεῖς τοὺς ἠκούσατε; Ὑπελάμβανον, μᾶς εἴπατε, τὴν συγκάλεσιν τῆς Βουλῆς πολὺ δεινότερον ἔργον ἀπὸ τὴν ἐπιστράτευσιν· ἆ! κύριοι, ὅταν ἀκούετε τοὺς ξένους, μὴ ἔχετε τὸ θάῤῥος νὰ εἴπητε πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους δὲν δεχόμεθα ἐπιείκειαν. Διατὶ ὁ Ὑπουργὸς ὁ Ἕλλην, ὁ ὁποῖος ἀκούει τοὺς ξένους, εἶναι κακὸς ὑπουργὸς (εὖγε, εὖγε). Λέγετε, ἔλειπεν ὁ βασιλεὺς, καὶ λέγετε ἀλήθειαν, δὲν συμφωνῶ δὲ μετ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν ὅτι δύναται νὰ συνεδριάζῃ ἐδῶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Βασιλεὺς νὰ ἦναι εἰς τὸ Πετερχώφ. Αὐταὶ αἱ δύο ἐξουσίαι πρέπει νὰ ἦναι εἰς τὸ πλευρὸν ἀλλήλων· αὐταὶ αἱ δύο ἐξουσίαι πρέπει νὰ ἀλληλεπιτηρῶνται. Δὲν εἶναι ἐξουσίαι ὅπως χωρίζωνται ἀπὸ πελάγη καὶ ἠπείρους ὁλοκλήρους. Ὁ Βασιλεὺς ἔπρεπε νὰ ἦναι ἐδῶ· καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ κρίνω κατ’ οὐσίαν, εἶμαι διατεθειμένος νὰ ἀναγνωρίσω τὸ πληρέστατον δίκαιον τοῦ κ. Τρικούπη, διότι δὲν εἶχε χωροφύλακας νὰ φέρῃ τὸν ἡγεμόνα ἐδῶ. Ἀλλ’ ἡ οὐσία αὕτη δὲν σώζει τὸν κ. Τρικούπην, διότι ὁ κ. Τρικούπης ὀφείλει νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι εἶναι συνταγματικὸς ὑπουργὸς, καὶ διὰ τὴν ἔλλειψιν τοῦ την τοῦ Βασιλέως ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὴν γενναιότητα νὰ εἴπῃ ἐγὼ τὴν φέρω...
§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ εἶπον.
§38ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ἀφοῦ προηγουμένως ἔσχισας τὴν Βασιλικὴν ἁλουργίδα εἰς τεμάχια. Ἐὰν τὸ εἴπατε, τὸ εἴπατε ἀφοῦ ἐξεθέσατε τὸν Βασιλέα. Δὲν ἔπρεπεν, ἐὰν θέλητε νὰ περιορισθῆτε εἰς τὸ ἀκριβὲς συνταγματικὸν δίκαιον, δὲν ἔπρεπε νὰ φέρητε τὸν Βασιλέα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διότι ἂν τὸν φέρετε σεῖς, δίδετε καὶ εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ τὸν ἐξετάσωμεν ὀλίγον. Καὶ τὸν ἐφέρατε τὸν Βασιλέα, διότι ἀπῃτήσατε ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα σεῖς εἴχετε εἰς τὸ θυλάκιον.
§39ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον νὰ μὴ τὰ φέρῃ.
§40ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Εἴπατε νὰ τὰ φέρῃ, καὶ μετὰ μίαν ἡμέραν ὕστερον εἴπατε νὰ μὴ τὰ φέρῃ. Παρετήρησα τότε ὅτι οἱ δύο διαδοχικοὶ πρωθυπουργοί, ὅταν ἦλθον τὰ βασιλικὰ τηλεγραφήματα, ἦσαν τεταραγμένοι, ὡς νὰ εἶχον καίοντας ἄνθρακας εἰς τὰς χεῖρας αὐτῶν. (Ἱλαρότης.) Ἐκράτησα σημειώσεις, κ. Τρικούπη.
§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ στενογραφήματα διαψεύδουσι τὰς σημειώσεις σας.
§42ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ἐκείνην τὴν στιγμὴν μάλιστα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔβλεπον τοὺς κυρίους πρωθυπουργοὺς συνταρασσομένους, καὶ τὸν κάτοχον τῆς ἐξουσίας, ὁ ὁποῖος προκαλεῖται, καὶ τὸν ἐπιδιώκοντα τὴν ἐξουσίαν, ὁ ὁποῖος προκαλεῖ, ἀπὸ τῶν δύο τούτων ἄντικρυ τοῦ βήματος θέσεων, δύναται νὰ μαρτυρήσῃ εἷς βουλευτὴς τί τῷ εἶπον ἐκεῖ ἐπάνω. Παρατήρησε, τῷ εἶπον, πῶς καίουν οἱ πεπυρακτωμένοι ἄνθρακες. Αὐτὴ εἶναι, κύριοι, ἡ ἀλήθεια, ὅτι, ἐὰν ἐννοῆτε νὰ ἦσθε συνταγματικοὶ, ἔπρεπε νὰ ἔλθητε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ νὰ εἴπητε βροντωδῶς, ἐγὼ εἶπον εἰς τὸν βασιλέα νὰ μὴ ἔλθῃ, ἐγὼ εἶπον εἰς τὸν βασιλέα εἰς τὰς 8 Ἰουλίου νὰ ὑπογράψῃ τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως ἐν Κοπενάγῃ καὶ εἰς τὰς 21 Αὐγ. νὰ εὑρεθῇ εἰς τὸ Πετερχώφ, δηλ. ἐντὸς ἑνὸς καὶ ἡμίσεως μηνὸς νὰ ταξειδεύσῃ δρόμον διήμερον. Πρέπει νὰ ἔχητε θάῤῥος νὰ καλύψητε τὸν βασιλέα· ἀλλὰ σεῖς ἐκθέτετε τὸν βασιλέα. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ ζητήματος. Δὲν εἶναι τὸ ζήτημα ἄλλο, παρ’ ὅτι δὲν συνεκαλέσατε τὴν Βουλὴν· καὶ μεθ’ ὅλα ὅσα ἔγραψεν ὁ κ. Κασιμάτης, ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην ἡ Βουλὴ δεικνύει ὀλίγον τοὺς ὀδόντας της πρὸς τὴν ἄλλην ἐξουσίαν. Διότι τὸ πάθημα τοῦ κ. Τρικούπη μοὶ ὑπενθυμίζει ἕνα διδάσκαλον, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν Γαλλίαν ἔδερε παιδία πληβεῖον, διὰ νὰ διδάσκῃ τὸ πταῖον πριγκιπόπουλον. Ὥστε, κύριοι, εἴμεθα εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον· πρέπει νὰ ἐκτεθῆτε σεῖς, διὰ νὰ σώσητε τὴν βασιλικὴν μεγαλειότητα· τὸ ἀκούετε ἀπὸ ἐμὲ, περὶ τοῦ ὁποίου ἤκουσα μίαν φωνὴν, ὅτι δὲν εἶμαι συνταγματικός! Ἔρχομαι εἰς τὰ πορίσματα τῆς καταστάσεως ταύτης. Τὰ γενόμενα οὐκ ἀπογίνονται· ἡ μομφὴ θὰ ἐκφρασθῇ, καὶ πρέπει νὰ ἐκφρασθῇ. Ἀλλ’ οἱ ἄνδρες τοῦ συγκληθέντος στρατοῦ δὲν θὰ διωχθῶσι, καὶ δὲν πρέπει νὰ διωχθῶσι. Δὲν ἐνηργήσατε ἐν τῇ οἰκίᾳ σας περὶ τῶν οἰκιακῶν σας πραγμάτων. Πρόκειται περὶ ἐθνικῶν συμφερόντων, περὶ ἐθνικῶν ὑποθέσεων· ἡμεῖς εὑρίσκομεν καθ’ ὁδὸν μίαν ποσότητα ἀνδρῶν, τὴν λαμβάνομεν. Ἄλλοι ἠμποροῦν νὰ πειράζωνται, ἄλλοι ἠμποροῦν νὰ φιλονεικοῦν, ἄλλοι νὰ παραπονοῦνται, ὅτι δὲν λέγει τις μίαν ἰδέαν παρὰ διὰ νὰ τὴν ἁρπάξῃ καὶ νὰ τὴν οἰκειοποιηθῇ ὁ ἀντίπαλος. Εἰς τοὺς παῖδας ἀνήκει ἡ γλῶσσα «ὅ,τι λέγω ἐγὼ λέγεις καὶ σύ· ὅ,τι κάμω ἐγὼ κάμεις καὶ σύ.» (Ἱλαρότης.) Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τοιοῦτον προορισμόν· δεχόμεθα τὰ γενόμενα καὶ λέγομεν εἰς τοὺς ἐπιστράτους, οἱ ὁποῖοι ἦλθον νὰ ὑπηρετήσουν τὴν πατρίδα: καλῶς ὁρίσατε. Διότι οἱ ἄνδρες οὗτοι γνωρίζομεν πῶς ἦλθον καὶ διατὶ ἦλθον. Οἱ ἄνδρες οὗτοι ἦλθον, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴν ἔλθουν. Εἰσήλθομεν, κύριοι, εἰς ἕνα κύκλον ἀδιέξοδον, ὁ ὁποῖος κἄπου θὰ σπάσῃ. Αὐτοὶ οἱ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἦλθον, εἶναι ἀληθὲς ὑπουργικῷ τῷ τρόπῳ, θὰ μείνουν ἐθνικῷ τῷ τρόπῳ. Διότι βεβαίως δὲν ἁρμόζει εἰς τὴν εὐθυδικίαν νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι ἀφοῦ ἕως προχθὲς ὁ κ. Τρικούπης ἦτο τῆς εἰρηνικῆς πολιτικῆς, ἀφοῦ ἔλεγεν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλη πολιτικὴ παρὰ ἡ τραπεζική, μετὰ ὀλίγας ἑβδομάδας νὰ μετασχηματισθῇ εἰς δεινὸν πολεμάρχον (ἱλαρότης). Ἐγὼ μάλιστα νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι καὶ ἀπηλπισμένη ἡ εἰρηνικὴ πολιτική, βλέπω δὲ ἐντίμους ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι κινοῦν τὴν κεφαλήν· ἂν ἦτο ἐν τῇ ζωῇ ὁ Ζαΐμης, ἐδὼ θὰ διεξεδίκει τὴν εἰρηνικὴν πολιτικήν. Τουλάχιστον διὰ μίαν ἐνδεχομένην περίστασιν, ἀφοῦ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐννοεῖ νὰ ἔχῃ τὴν πολιτικὴν τοῦ πυρὸς καὶ τοῦ σιδήρου, δὲν ἐννοῶ καὶ πολὺ ἀπηλπισμένην τὴν εἰρηνικὴν πολιτικήν, ὥστε νὰ μὴ δυνηθῇ ποτὲ πλέον αὕτη νὰ κατασκευάσῃ πρωθυπουργόν. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὸν κύριον λόγον, ὅτι οἱ στρατιῶται ἦλθον ἀπὸ μίαν ἐλαττωματικὴν ἴσως ὑπουργοθηρευτικὴν σκέψιν, ἀλλὰ θὰ μείνουν ἀπὸ μίαν μοιραίαν τῶν πραγμάτων φοράν. Διότι, κύριοι, ἐν τοῖς χρόνοις τούτοις παρατηρεῖται ἓν φαινόμενον εἰς τὴν καθ’ ὅλου Ἑλληνικὴν κοινωνίαν· παρατηρεῖται, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν νέων ἀνθρώπων τῶν σκεπτομένων καὶ τῶν ἐπιζητούντων εὐρύτερον μέλλον, εἶναι πολὺ μεγαλείτερος τοῦ πρὸ δέκα καὶ εἴκοσιν ἐτῶν. Αὐτὰ τὰ ἀκροατήρια, τὰ ὁποῖα πολλάκις ἐπετιμήσατε, κλείσατε τὰς θύρας καὶ παρατηρήσατε τὰς φυσιογνωμίας, εἶναι ἄνθρωποι 18 καὶ 20 ἐτῶν· αὐτοὶ εἶναι τὸ ἔθνος. Ἔρχονται μὲ νέας ἰδέας, μὲ νέας ἀξιώσεις, μὲ νέους πόθους. Εἰς καιροὺς λοιπὸν κατὰ τοὺς ὁποίους ἡ νέα γενεὰ παρίσταται εἰς τὴν πολιτείαν μὲ τοσοῦτον βάρος, καὶ πόλεμος, κύριοι, δύναται νὰ γείνῃ, διότι εἰς τὰς προχωρημένας ἡλικίας ἐπικρατεῖ τὸ συντηρητικὸν πνεῦμα, ἀλλ’ εἰς τὰς νέας ἡλικίας ἐπικρατεῖ τὸ θυμοειδές, τὸ ζωηρόν, τὸ ῥιψοκίνδυνον· ὅταν δὲ αἱ νέαι ἡλικίαι συγχρόνως καὶ φωτισθοῦν, συγχρόνως καὶ μορφωθοῦν, φρονηματίζονται καὶ παρασύρουσι τὰς συντηρητικὰς ἡλικίας. Ἐντεῦθεν ἐξηγεῖται, ὅτι σεῖς δὲν γνωρίζετε ποῦ πηγαίνετε. Εἶναι τοῦτο ἐθνικὸν σύμπτωμα ἐκ τῶν κρισιμωτάτων. Ναί, κύριοι· βαδίζομεν πρὸς μίαν κρίσιν, καὶ εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον ἡ κρίσις αὕτη διὰ τοῦ πολέμου νὰ ἐνεργηθῇ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤκουσα ἐδῶ ὅτι δὲν πολεμοῦν οἱ λαοὶ διὰ τὴν τιμήν, αἴ! κύριοι, διαγράψατέ το ἐκ τῶν τοίχων τῆς αἰθούσης ταύτης, διότι εἶναι βλασφημία (εὖγε, εὖγε.) Ὄχι, κύριοι· ἡ τιμὴ εἶναι ὁ ἐπιούσιος ἄρτος τῶν ἐθνῶν, καὶ ὅταν δὲν ὑπάρχει τιμὴ, δὲν χρειάζεται τίποτε ἄλλο νὰ ὑπάρχῃ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 6 μ. μ.