1880.11.04
1.715 στίχοι · 14.076 λέξεις · 51 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 14
τῆς 4 Νοεμβρίου 1880.
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκρίνονται τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κ. Σωτηρόπουλος κατέθετο τὸν ἀπολογισμὸν τῶν γενομένων κατὰ τὴν Σύνοδον ἐκείνην ἐξόδων. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ ἐπιτροπήν. Ὁ Α. Σταμάτης ἐξαιτεῖται, ἵνα συμπεριληφθῇ εἰς τὸ Νομοσχέδιον περὶ ἀποστράτων, προσφερόμενος νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν Πατρίδα εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις. Θὰ σταλῇ ἡ ἀναφορά του εἰς τὴν οἰκείαν ἐπιτροπήν. — Ὁ Ζάνος Ἀθηναῖος ῥάπτης ζητεῖ 480 δραχμάς, ὀφειλομένας αὐτῷ ἐκ κατασκευῆς στολῶν τῶν κλητήρων τῆς Βουλῆς. Θὰ σταλῇ ἡ ἀναφορά του εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ ἐπιτροπήν.
§2ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ Διατάγματος περὶ ἐπιστρατεύσεως δὲν καλοῦνται εἰς τὰ ὅπλα οἱ ἀπογυμνασθέντες ὡς ὑπέρ τοὺς τρεῖς μῆνας ὑπηρετήσαντες ἄλλοτε ὡς ἔφεδροι ἢ τακτικοὶ κληροῦχοι ἵνα δ’ ἐκτελεσθῇ ἡ διάταξις αὕτη, ὑπεχρεώθησαν νὰ ὑποβάλωσιν ἀναφορὰς διὰ τῶν δημάρχων, ἐπισυνάπτοντες τὴν διαταγὴν πορείας καὶ τὰς ἀφέσεις αὐτῶν. Καίτοι δὲ πάντες σχεδὸν ὑπέβαλον τὰς ἀπαιτουμένας ἀναφορὰς καὶ τ’ ἀπαιτούμενα δικαιολογητικά, τὰ ἔγγραφα ταῦτα μένουσι κατατεθειμένα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐνεργείας. Ἐν τούτοις οἱ ἁρμόδιοι δήμαρχοι καταζητοῦσι καὶ συλλαμβάνουσι τοὺς ἄνδρας τούτους καὶ προσάγουσιν αὐτοὺς εἰς τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα. Νομίζω, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἄτοπον, καὶ ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ μεριμνήσῃ, ὥστε ταχέως νὰ παύσῃ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κύριος Λομβάρδος.
§4ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔλαβον τὸ θάῤῥος, κύριοι, χθὲς, ἵνα ἐρωτήσω τὸν ἀξιότιμον Πρωθυπουργὸν, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη, ἡ ἐξακολούθησις αὐτῆς, ἡ ψῆφος, ἡ ὁποία ἐπ’ αὐτῆς θὰ ἔλθῃ, εἴτε ὑπὲρ, εἴτε καθ’ ἡμῶν, ἐὰν, λέγω, νομίζῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι τὰ τοιαῦτα θέλουσι συντείνει εἰς ἐπιτυχίαν τῆς ἰδέας τὴν ὁποίαν ἦλθε καὶ αὐτὸς νὰ ὑποστηρίξῃ, εἰς ἐνίσχυσιν τοῦ ἀγῶνος, εἰς τὸν ὁποῖον ἦλθε καὶ αὐτὸς νὰ προσκαλέσῃ τὸ ἔθνος. Ὅπως ἔχω σταθερόν τι σημεῖον, ὅπως ἐξακολουθήσω τοὺς συλλογισμούς μου ἐπὶ τῆς ἐρωτήσεως ταύτης, ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἐξαγόμενον τὸ ἀριθμητικὸν τῶν προσελθόντων ἀποστράτων ἀπὸ τῆς 1–12 Ὀκτωβρίου καὶ τῶν προσελθόντων ἀπὸ τῆς 12–28 Ὀκτωβρίου, καὶ ἔδειξα εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἐξαγόμενον ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας, δηλαδὴ ἀπὸ τῆς 1–12 κατὰ μέσον ὅρον προσέρχονται 384 τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν δευτέραν περίοδον προσέρχονται κατὰ μέσον ὅρον τὴν ἡμέραν 150 μόνον, συμπεριλαμβανομένων τῶν ἐθελοντῶν. Καὶ ἠρώτησα, καὶ ἐρωτῶ καὶ τώρα, τὸ τοιοῦτον σπουδαῖον φαινόμενον ποίαν αἰτίαν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ; Ἦτο τὸ πρῶτον ἀπόδειξις ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν πρώην Κυβέρνησιν, εἶναι τὸ δεύτερον ἀπόδειξις δυσπιστίας εἰς τὸ νῦν Ὑπουργεῖον; ἢ πρέπει ν’ ἀναζητήσωμεν ἄλλο τι αἴτιον ἄσχετον, καὶ πρὸς τὴν παρελθοῦσαν καὶ πρὸς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν; Ἀπὸ τῆς θέσεώς του ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ ἄλλος τις τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν, παρετήρησεν, ὅτι ἡ ἐλάττωσις αὕτη εἶναι φυσικὴ, διότι ἤδη, ἕνεκα τῶν ἄχρι τοῦδε προσελθόντων, ἠλαττώθη ὁ ἀριθμὸς τῶν μελλόντων νὰ προσέλθωσι, καὶ ἑπομένως ὀλιγώτεροι καθημερινῶς θὰ προσέρχωνται. Εἶναι εὐλογοφανὴς ὁ συλλογισμὸς οὗτος· ἀλλ’ εἶναι ἐπαρκὴς, ὅπως ἐξηγήσῃ τὸ φαινόμενον; Ὁ ἀριθμὸς τῶν πολιτῶν ἀπὸ τῆς ἡλικίας τοῦ 21–30 ἐτῶν, οἱ ὁποῖοι προσκαλοῦνται δυνάμει τοῦ Διατάγματος τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἀναβαίνει εἰς 114,656· ἀφαιρουμένων ἐκ τούτων 27,838 γυμνασθέντων, καὶ ἑπομένως μὴ προσκαλουμένων, ἀπομένει ἵνα προσέλθωσιν 87,000. Ἐκ τῶν 87,000 τούτων προσῆλθον μέχρι τῆς 12 Ὀκτωβρίου 28,000. Ἐὰν ἐκ τῶν 87,000 ὑποθέσητε ὅτι θὰ προσέλθωσι μόνον ἡμίσεις, ἕπεται ὅτι θὰ προσέλθωσι 44,000· ἐὰν δὲ θὰ προσέλθωσιν, ὅπερ εἶναι καὶ τὸ βεβαιότερον (διότι ἡ αὐτὴ ἀναλογία ὑπάρχει καὶ εἰς τοὺς ἐφέδρους), ἐὰν πρέπῃ νὰ προσέλθωσι τὰ ⅔, πρέπει νὰ προσέλθουν 58,000, προσῆλθον δὲ μέχρι τοῦδε 28,800· μένουν λοιπὸν ἄλλοι τόσοι ὀπίσω, οἵτινες ἐξ ἀνάγκης θὰ προσέλθουν. Δὲν ἐξηγεῖται λοιπὸν αὕτη ἡ μεγάλη, ἡ αἰφνίδιος διακοπὴ τῶν ⅗ τῶν προσερχομένων ἐπιστράτων διὰ μιᾶς, ἀφ’ ὅτου ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀνέλαβεν εἰς χεῖράς της τὴν ἐξουσίαν, διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν προσκαλουμένων. Ὀφείλομεν νὰ ζητήσωμεν καὶ ἄλλην αἰτίαν, ἐὰν πρέπῃ ὅλοι εἰλικρινῶς νὰ σκεφθῶμεν, καὶ βεβαίως ὅλοι ἐνδιαφερόμεθα, ὁ ἀγὼν εἰς τὸν ὁποῖον προσκαλούμεθα νὰ ἐπιτύχῃ, συλλογιζόμενοι, ὅτι εἶναι ἀγὼν ὅστις θ’ ἀπαιτήσῃ θυσίας, καὶ θυσίας ὄχι μικράς. Βλέπω ἕνα βουλευτὴν, τὸν ὁποῖον σέβομαι καὶ τιμῶ, νὰ χαμογελᾷ ἐνῷ προφέρω τὴν λέξιν ἀγὼν· θὰ ἦναι τῳόντι ἄξιος γέλωτος ὁ ἀγὼν, ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν νὰ ἐνεργῶμεν ἐπ’ αὐτοῦ καὶ περὶ αὐτοῦ καθὼς ἐνεργοῦμεν, θὰ ἦναι βεβαία ἡ ἀποτυχία του ἐὰν δὲν ἐξετάσωμεν τὰ πράγματα ἀκριβῶς καὶ εἰλικρινῶς, μὲ ποῖα μέσα θὰ δυνηθῶμεν νὰ τὸν ἐξασφαλίσωμεν, ἀνεξαρτήτως πάσης κομματικῆς ἀποχρώσεως καὶ ἀνεξαρτήτως πάσης προκαταλήψεως κόμματος ἢ φατρίας. Ἀνεξαρτήτως τῆς προκαταλήψεως ταύτης, ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω τὴν αἰτίαν τοῦ σπουδαίου φαινομένου τούτου, ἐπαναλαμβάνων τὴν παράκλησιν τὴν ὁποίαν ἔκαμα καὶ χθὲς εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρωθυπουργὸν καὶ τὴν μερίδα του, περὶ πλήρους ἀνοχῆς καὶ ἐλευθερίας τῆς συζητήσεως, καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ τὴν παρέξωσι. Δὲν σᾶς ἐμπιστευόμεθα, μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ῥοντήρης, δὲν σᾶς ἐμπιστευόμεθα εἰς τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ἔργου τὸ ὁποῖον ἐπιχειρήσατε, διότι ἐπήρατε σημαίαν ξένην, τὴν σημαίαν μας· ἡμεῖς τὴν ἔχομεν ἀνυψωμένην, λέγει ὁ κ. Ῥοντήρης, τὴν σημαίαν ταύτην ἀπὸ τοῦ 1876, καὶ σεῖς μᾶς τὴν ἐπήρατε. Ταλαίπωρος ἐγώ! μοῦ ἦτο γραμμένον εἰς τὰ γηρατειά μου τὴν ἰδέαν ἐκείνην, διὰ τὴν ὁποίαν καὶ μόνον ἐπολέμησα τριάκοντα κατὰ συνέχειαν ἔτη ἐντὸς τῶν κοινοβουλίων, τὴν ἰδέαν ἐκείνην, διὰ τὴν ὁποίαν πολλάκις μὲ ἐμυκτήρισαν, ῥίπτοντες ἐπάνω μου ὡς ἐπίθετον περιφρονήσεως καὶ γέλωτος τὸ τοῦ μεγαλοϊδεάτου, τὴν ἰδέαν ταύτην νὰ ἔλθῃ ὁ κ. Ῥοντήρης νὰ μοῦ εἴπῃ, ὅτι τὴν ἐπῆρα ἀπὸ αὐτόν. Ἐνεγράφη εἰς τὰς ὑποθήκας τὰς πολιτικὰς ὁ κ. Ῥοντήρης ἀπὸ τὸ 1876, ἔστω· ἀλλ’ ὁ μέγας ὑποθηκοφύλαξ, ἡ συνείδησις τοῦ λαοῦ, τί ἀπαντᾷ; Ὅτι καὶ εἰς τὸ κοινοβούλιον τοῦτο μόλις εἰσῆλθεν ἡ μερὶς τοῦ κ. Τρικούπη, ἀπὸ τὸ 1865 τὴν ἰδέαν ταύτην ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ὑπεστήριξε, καὶ ὁ κ. Ῥοντήρης συγκαταριθμεῖται μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τότε δὲν ἤθελον νὰ μᾶς ἐπιτρέψωσι μήτε τὸ ἔγγραφόν μας ν’ ἀναγνώσωμεν· ὁ κ. Ῥοντήρης συγκατεριθμεῖτο τότε μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἀπεκάλεσαν τρελλούς, διότι ἐτολμήσαμεν νὰ προτείνωμεν εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι ὤφειλε νὰ ἐκφράσῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ τόπος αὐτὸς δὲν δύναται νὰ καλλιτερεύσῃ ἕως ὅτου αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον τὰ ὅπλα ὑπὲρ τῆς ἀπελευθερώσεως τοῦ τόπου κατὰ τὰ 1821, συνενωθῶσι μετ’ αὐτοῦ· ἔφθασαν μάλιστα νὰ μᾶς χαρακτηρίσωσιν ὡς τρελλοὺς ἀξίους διὰ τὸ φρενοκομεῖον! Ἂς ἔλθωμεν πλέον κάτω. Κατὰ τὸ 1867 ποῦ εὑρίσκετο ὁ κ. Ῥοντήρης, τοῦ ὁποίου ἐπήραμεν τὴν σημαίαν; Ἡ σημαία τοῦ πυρὸς καὶ τοῦ σιδήρου, ἡ ὁποία ἐπαρουσιάσθη τότε καὶ εἰργάσθη ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου, ἦτο ἡ σημαία τοῦ κ. Ῥοντήρη, τὴν ὁποίαν ἐπήραμεν κατὰ τὸ 1876; Ἂν δὲ ἡ πολιτικὴ τοῦ πυρὸς καὶ τοῦ σιδήρου ἔπαυσε νὰ ὑποστηρίζηται κατόπιν ὑπὸ τοῦ προέδρου τοῦ τότε ὑπουργείου, ἔπαυσαν οἱ ἄλλοι ἀπὸ τοῦ νὰ τὴν ἔχωσιν ὡς σταθερὰν σημαίαν των; Ἂς ἔλθωμεν πλέον κάτω. Ὅτε ἐξεῤῥάγη ἡ ἐπανάστασις τῆς Βοσνίας καὶ τῆς Ἑρζεγοβίνης, ὁ κ. Ῥοντήρης καὶ οἱ φίλοι του ἐφώναζον νὰ ἑτοιμασθῇ τὸ Ἔθνος; Ποῖοι ὑπεστήριζον τότε ἐπιμόνως, ὅτι ὁ σπινθὴρ ἐκεῖνος τῆς Βοσνίας ἤθελεν ἀνάψει πυρκαϊὰν, καὶ ἔλεγον μὴ κάθεσθε, ἑτοιμάσατε στρατιωτικῶς τὸ ἔθνος, ἀνάγκη θυσιῶν; Ποῖοι ἄλλοι ἢ μόνη ἐφώναζεν ἡ μερὶς τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ ὁ κ. Ῥοντήρης μᾶς λέγει, ὅτι τοῦ ἐπήραμεν σήμερον τὴν σημαίαν του; Δὲν ἐλησμονήσατε τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι τότε ἐδημοσιεύοντο, ὅπως ἐπιστημονικῶς ἀποδείξωσιν, ὅτι εἴμεθα ἀνόητοι, ὁμιλοῦντες περὶ στρατιωτικῆς παρασκευῆς τοῦ τόπου. Δὲν λέγω ταῦτα διὰ νὰ πειράξω ἢ ἐπικρίνω κανένα. Αὗται ἦσαν ἐντυπώσεις τότε τοῦ κ. Ῥοντήρη καὶ τῶν φίλων του, τὰς ὁποίας σέβομαι· αὗται ἦσαν αἱ ἐντυπώσεις αἱ ἰδικαί μας, καὶ μ’ ὅλον τοῦτο σήμερον ὁ κ. Ῥοντήρης τολμᾷ νὰ ἔρχηται καὶ νὰ μᾶς λέγῃ, ὅτι τοῦ ἐπήραμεν τὴν σημαίαν του. Εὔχομαι τὴν σημαίαν καὶ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν σήμερον ὑποστηρίζει, νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ ἀποτελεσματικῶς καὶ αὐτὸς καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνηγοροῦν ὑπὲρ αὐτοῦ. Τὴν σημαίαν ταύτην τὴν ὑπεστήριξεν ὁ κ. Τρικούπης πρὶν ἀκόμη φανῇ ἀρχηγὸς κόμματος, καὶ ἀφ’ ὅτου τοιοῦτος ἀνεδείχθη ἐνέπνευσεν εἰς τὸν τόπον τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν θέλει τὴν ἐγκαταλείψει, ἀλλὰ θέλει ἐπιμένει μὲ τὴν ἐπιμονὴν, τὴν ὁποίαν καὶ αὐτοὶ οἱ ἐχθροί του ἀναγνωρίζουσιν εἰς τὸν χαρακτῆρά του ὅτε τὸν ἐπικρίνουσιν, ὡς τὸν ἄκαμπτον, ὡς τὸ κεφάλι τὸ ἀλύγιστον, ὡς ἐκεῖνον ὅστις, ἀφοῦ συλλάβῃ μίαν ἰδέαν, δὲν θέλει νὰ τὴν ἀφήσῃ. Ἔχει ἐμπνεύσει λοιπὸν τὴν πεποίθησιν εἰς τὸν τόπον ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι κατέχων τὴν ἐξουσίαν, θὰ θελήσῃ πράγματι νὰ προετοιμάσῃ τὸ Ἔθνος. Ὁ τόπος ἐπίστευσεν, ὅτι ἅμα ὁ Τρικούπης ἦλθεν ἦσαν ἀδύνατα τὰ πετσώματα καὶ τὰ ἄτακτα κινήματα. Ἐπίστευσεν ὁ τόπος (καὶ δὲν ἐννοῶ νὰ προσβάλω καὶ νὰ μεμφθῶ κανένα, ὥστε νὰ ῥίψω κατ’ οὐδενὸς πλαγίαν τινὰ σκέψιν), ἐπίστευσεν ὁ τόπος, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης, διαχειριζόμενος ἑκατομμύρια, τὰ διαχειρίζεται τιμίως· δὲν ἐννοῶ μὲ τοῦτο, ὅτι ἄλλοι δὲν τὰ διαχειρίζονται ἐξ ἴσου τιμίως, ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι ἡ πεποίθησις τοῦ τόπου περὶ Τρικούπη, καὶ αὐτῶν τῶν ἀντιπάλων του, καὶ ἀπόδειξις, ὅτι δι’ ὅσας συκοφαντίας καὶ ἂν εἶπον καὶ ἂν ἔγραψαν ἐσχάτως, δὲν ἐτόλμησαν ὅμως οὔτε νὰ προφέρωσιν τίποτε περὶ τῆς ἐπὶ ἑκατομμυρίων διαχειρίσεως τῆς κυβερνήσεως Τρικούπη. Ὅλα αὐτὰ ἦταν κεφάλαια ἐμπιστοσύνης τοῦ τόπου πρὸς τὸν κ. Τρικούπην, ὅλα αὐτὰ ἦσαν μέσα, τὰ ὁποῖα ἐνεποίουν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης, προσκαλῶν τοὺς ἐπιστράτους, προσκαλῶν τὸν τόπον εἰς τὰ ὅπλα, ἐξοδεύων ἑκατομμύρια, δὲ ἔκαμνεν ὅλα ταῦτα, διὰ νὰ ὑποχωρήσῃ, ὅτι δὲν προσεκάλεσε τοὺς ἐπιστράτους, διὰ νὰ τοὺς εἴπῃ αὔριον πηγαίνεται εἰς τὰ σπήτια σας, ἢ μέχρι Δομοκοῦ, καὶ ἐπανέλθετε, ἀλλὰ τοὺς προσεκάλεσεν, ὅπως εἴτε οὕτως εἴτε ἄλλως, εἴτε μὲ τὸ καλὸ εἴτε μὲ τὸ κακὸ, στήσωσι τὴν σημαίαν τοῦ Ἔθνους ἐκεῖ ὅπου ἡ ἀπόφασις τῆς Εὐρώπης ὥρισε. Δὲν ἀφαιρῶ τὰς ἰδέας αὐτὰς ἀπὸ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, δὲν εἶμαι τόσον ἀνόητος, ὥστε νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι ἄνθρωπος, ὡς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, τῆς ἡλικίας του καὶ τῆς ἡλικίας μου, ἔχοντες ἀμφότεροι τὸν ἕνα πόδα εἰς τὸν τάφον, εἰς τὰ τελευταῖα αὐτὰ ἔτη τῆς ζωῆς του, δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ δοξασθῇ πράγματι, δὲν ἐπιθυμεῖ εἰς τὰ καλὰ καὶ τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα ὑπὸ τὴν μακρὰν διοίκησίν του ἐγένοντο, ν’ ἀφήσῃ μετ’ αὐτὸν τὴν ἔνδοξον ἀνάμνησιν, ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ ἐπραγματοποιήθη ἡ συνένωσις τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἠπείρου; τὸ ἐπιθυμεῖ, καὶ τὸ ἐπιθυμεῖ ἐν ὅλῃ ψυχῇ καὶ καρδίᾳ· βλὰξ θὰ ἦναι ἐκεῖνος, ὅστις μίαν ἄλλην ἰδέαν ἢ ὑπόνοιαν συλλάβῃ. Ἀλλὰ ἕπεται ἐκ τοῦ ὅτι ἐπιθυμεῖ τίς τι, ὅτι δύναται καὶ νὰ τὸ ἐπιτύχῃ, ὅταν μάλιστα τοῦτο δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ μόνης τῆς θελήσεώς του, ὅταν πρώτη καὶ κυρία συνθήκη ἐπιτυχίας ἦναι ἡ πρὸς τὰς ἐνεργείας του πεποίθησις τοῦ τόπου; Ἡ μακρὰ πολιτικὴ ζωὴ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Κουμουνδούρου τείνει εἰς τὸ ν’ ἀφαιρέσῃ τὴν πεποίθησιν ταύτην, διότι παρουσιάζει, καὶ ἴσως ἐξ ἀνάγκης ὀφείλει νὰ παρουσιάσῃ, ἀδιακόπως φάσεις ἀντιφατικὰς πρὸς ἀλλήλας, ἰδίως δ’ ἐπὶ τοῦ μεγάλου τούτου θέματος παρουσιάζει ἀνεβοκαταβάσεις, διὰ νὰ ἐκφρασθῶ τοιουτοτρόπως, ἀπὸ τὸ ἓν ἄκρον εἰς τὸ ὅλως ἀντίθετον. Τὸ πῦρ καὶ ὁ σίδηρος τοῦ 1867 μετετράπη εἰς εἰρηνικὰ ἄροτρα κατὰ τὸ 1871· τὸ πῦρ καὶ ὁ σίδηρος τοῦ 1867 μετετράπη εἰς διαμαρτυρήσεις καὶ σαρκασμοὺς κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐφώναξαν ἀπὸ τοῦ 1875 «ἑτοιμάσατε τὸ ἔθνος,» οἱ σαρκασμοὶ ἐκεῖνοι τοῦ 1875 μετετράπησαν κατὰ τὸ 1877 εἰς τὴν πομπώδη ἐκστρατείαν τοῦ Δομοκοῦ, ὅπως καὶ αὕτη ἐντὸς 24 ὡρῶν ἀπολήξῃ εἰς τὴν ἀνάκλησιν τοῦ στρατοῦ, καὶ αὕτη εἰς τὰ πετσώματα Καὶ ἠμπορεῖ νὰ μὴ εἶχε δίκαιον τὸ κοινὸν νὰ ἐπασχολῆται σήμερον εἰς ταῦτα καὶ νὰ ὑποπτεύῃ· ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ μὴ τὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν, διότι εἶναι τόσον πρόσφατα, καὶ δὲν ἠμπορεῖ οὐδ’ αὐτὸς ὁ Ἕλλην, ὁ τόσον εὐκόλως λησμονῶν, νὰ τὰ λησμονήσῃ. Εἶπα καὶ χθὲς καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, δὲν ἐννοῶ μὲ ὅ,τι θὰ εἴπω, νὰ ἐγγίξω κανένα ἐκ τῶν ἐντὸς τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ εἶναι πλέον ἢ βέβαιον, ὅτι, μόλις τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατείας ἐδημοσιεύθη, ἀντίπραξις, καὶ ἀντίπραξις μεγάλη, κατ’ αὐτοῦ ἀνεπτύχθη, ἐν ἀγνοίᾳ βεβαίως τοῦ κ. Κουμουνδούρου. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἴδιος θὰ τὸ γνωρίζῃ, τοῦ ὀνόματός του ἐγένετο χρῆσις καὶ ἐκηρύσσετο, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐρχόμενος εἰς τὴν ἐξουσίαν ὅλα αὐτὰ θὰ τὰ καταστρέψῃ, ὡς παράνομα, ὅτι θὰ διώξῃ τοὺς ἐπιστράτους, ὅτι θὰ κρατήσῃ ἴσως μόνον μία, δύο ἢ τρεῖς ἡλικίας, καὶ ὅλα αὐτὰ ἐκηρύχθησαν, ὅλα αὐτὰ ἐδημοσιεύθησαν δι’ ἐπισήμων κηρύκων, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι ὅσον περισσότερον ἐπλησίαζεν ἡ ἡμέρα τῆς Συνόδου τῆς Βουλῆς, τόσον περισσότερον καθίστατο πιθανώτερον, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν, κατὰ τοσοῦτον ἠλαττοῦτο καὶ θὰ ἐξακολουθῇ ἐλαττούμενος ὁ ἀριθμὸς τῶν προσερχομένων ἐπιστράτων. Πλησιάσατε τοὺς ἐπιστράτους· ἡ συνομιλία των εἶναι «διατί συνήλθαμεν, τί θὰ κάμωμεν; θὰ μᾶς κρατήσουν πάλιν ἐπὶ ἕξ ἢ ὀκτὼ μῆνας, καὶ μετὰ ταῦτα θὰ ἐπιστρέψωμεν εἰς τὰ σπίτια μας· θὰ κάμωμέν τι σπουδαῖον ἢ θὰ ἐπαναλάβωμεν καὶ πάλιν καμμίαν ἐκστρατείαν Δομοκοῦ;» Καὶ ἔχουν δίκαιον λέγουν αὐτά, διότι νὰ τὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψιν των τὰ προηγούμενα. Ὁ τρόπος τῆς εἰσόδου εἰς τὴν ἐξουσίαν τῆς νέας κυβερνήσεως συνέντεινεν ὄχι ὀλίγον ὅπως ὁ ἐξ ὅλων αὐτῶν τῶν προηγουμένων ἐμπνεόμενος δισταγμῶν ἔτι μᾶλλον ἐνισχυθῇ. Ὁ τρόπος τῆς εἰσόδου σας εἰς τὴν ἐξουσίαν ἀπέδειξεν, ὅτι καὶ πάλιν ἡ παροῦσα σύνοδος ἦλθεν ὡς σύνοδος συνήθης τῶν περασμένων ἐποχῶν, ὡς σύνοδος, καθ’ ἣν καὶ πάλιν θὰ συζητήσῃ ἁπλῶς τὰ συνήθη ἐσωτερικά μας, ὡς σύνοδος, ἡ ὁποία ἄλλο ἀποτέλεσμα δὲν δύναται νὰ ἔχῃ, παρὰ ἀντὶ νὰ ἦναι νομάρχης ὁ Ἠλιόπουλος, ὁ Μίχος, ὁ Τσιτσάρας, νὰ ἦναι ὁ κ. Θεοδώρου, ὁ κ. Καλαμίδας, ὁ κ. Εὐγενιάδης. Ἵνα μὴ ἐπέλθῃ ἡ δυσάρεστος αὕτη ἐντύπωσις, ἐπροτάθη εἰς τὴν τότε ἀντιπολίτευσιν εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ὅπως εἶπε καὶ χθές, νὰ μὴ τεθῇ ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης τὸ ζήτημα τοῦ προέδρου, ἀλλὰ ν’ ἀνοιχθῇ μία συζήτησις, ὅπως ὁ τόπος ἴδῃ ὅτι τὰ κόμματα δὲν εἰσέρχονται ἐντὸς τῆς Βουλῆς ὡς πρότερον, ὅτι ἔχουν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἰδέαν, διὰ τὴν ὁποίαν συνέρχονται ἐντὸς τῆς Βουλῆς, καὶ ἂν μεταξύ των φανῇ διαφωνία, αὕτη θὰ ἦναι μόνον περὶ τὰ καθέκαστα· ἀλλ’ ἡ πρότασίς μας δυστυχῶς ἀπεῤῥίφθη. Καὶ ὅτι δὲν ἦτο σωστὸν ν’ ἀποῤῥιφθῇ ἡ πρότασίς μας ἐκείνη, τὸ ἀποδεικνύει ὁ λόγος αὐτοῦ τοῦ κ. Ῥοντήρη· ἐπαναφέρω εἰς τὴν μνήμην τῆς Βουλῆς τὸ γεγονὸς τοῦτο, διότι τοῦτο ἦτο ἕν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἐλύπησε τοὐλάχιστον ἐμέ. Ὅταν ὁ κ. Σιμόπουλος ἦλθεν ἐκ μέρους τοῦ κ. Τρικούπη καὶ τῆς τότε κυβερνήσεως, νὰ κάμῃ τὴν πρότασιν, δὲν ἐπερίμενα νὰ δώσητε αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν, ἀλλ’ ἐπερίμενα νὰ σᾶς ἴδω κ. Κουμουνδοῦρε, πορευόμενον εἰς τοῦ Τρικούπη καὶ νὰ σᾶς ἀκούσω σᾶς νὰ τῷ εἴπετε, «Τρικούπη, μεταξὺ σοῦ καὶ ἐμοῦ μοιράζεται σήμερον ὁ τόπος, ἂς παύσωσι πρὸς στιγμὴν αἱ φατρίαι καὶ τὰ κόμματα, ἂς παύσουν τὰ ζητήματα τοῦ προέδρου καὶ τὰ τούτο ὅμοια, ἔχομεν ἄλλα καθήκοντα ὡς πρὸς τὴν μεγάλην ἰδέαν, διὰ τὴν ὁποίαν ἐκλήθημεν, ἂς σκεφθῶμεν πῶς ἀπὸ κοινοῦ θὰ τὰ ἐκπληρώσωμεν· λυποῦμαι, ἐπαναλαμβάνω, διότι δὲν ἔγεινε τοῦτο, καὶ ἀπὸ τότε ἔγεινεν ἀδύνατος ἡ μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν πτερύγων καὶ μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν ἀνδρῶν προσέγγισις, οἱ ὁποῖοι, ὅπως καὶ ἂν θέλῃ νὰ τοὺς χαρακτηρίσῃ ὁ ἕνας καὶ ὁ ἄλλος, διανέμονται σήμερον τὴν δύναμιν τῆς ἀδυνάτου Ἑλλάδος. Ἐσχηματίσθη τὸ Ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου, καὶ εἰς αὐτὸν τὸν σχηματισμόν του παρέχει τι, τὸ ὁποῖον διεγείρει τὸν δισταγμὸν τοῦ κοινοῦ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Σωτηρόπουλος εἶναι ἀνὴρ, ὅστις βεβαίως εἰς οἱονδήποτε ὑπουργεῖον καὶ ἂν προστεθῇ, δύναμιν καὶ τιμὴν τῷ δίδει, ἀλλὰ εἰς ὁμαλὰς περιστάσεις· εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις ἡ συμμετοχὴ τοῦ κ. Σωτηροπούλου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι δύναμις, ἀλλὰ ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι καὶ ἀδυναμία μεγάλη. Ἐγὼ παραδέχομαι ὅτι θὰ ᾖναι δύναμις, ἀλλὰ τί νὰ τοῦ κάμω τοῦ κοινοῦ, τὸ ὁποῖον διαφορετικὰ σκέπτεται; Λέγει τὸ κοινόν: Ὁ κ. Σωτηρόπουλος πρὸ πολλῶν ἐτῶν καὶ μέχρι τῆς χθὲς ἦτο ἀμείλικτος ἀντίπαλος τῶν ἰδεῶν τὰς ὁποίας ὁ κ. Κουμουνδοῦρος σήμερον ἔρχεται νὰ ὑποστηρίξῃ καὶ προστατεύσῃ. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἦτο ὁ προστάτης τῆς ἰδέας, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ ἐπιτύχῃ, νὰ εὐτυχήσῃ, εἰς τὰ σημερινά της ὅρια εὑρισκομένη, ὅτι ἀνάγκην μεγαλειτέρας ἐκτάσεως ὁρίων δὲν ἔχει, καὶ ὅτι δύναται εἰς τὰ σημερινά της ὅρια, ἔχουσα ἔκτασιν μεγαλειτέραν τοῦ Βελγίου νὰ καταστῇ ἐξ ἴσου εὐτυχὴς ὡς τὸ Βέλγιον, καὶ τότε, τότε καὶ μόνον ν’ ἀρχίσῃ νὰ σκέπτεται περὶ αὐξήσεως ὁρίων. Τί νὰ τοῦ κάμῃς τοῦ κοινοῦ, τὸ ὁποῖον γνωρίζει ὅτι ὁ κύριος Σωτηρόπουλος ἐσχάτως προσεκλήθη ἐπανειλημμένως παρὰ τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὰ διάφορα ὑπουργεῖά του, ἀλλὰ δὲν ἔλαβε, διότι δὲν συνεμερίζετο τὴν ἰδέαν τὴν ὁποίαν σήμερον ἔρχεται νὰ ὑποστηρίξῃ; Τί νὰ τοῦ κάμῃς τοῦ κοινοῦ, τὸ ὁποῖον ἔβλεπεν ὅτι τόσον ἰσχυρῶς ἦτο προσηλωμένος ὁ κ. Σωτηρόπουλος εἰς αὐτὴν τὴν ἰδέαν (καὶ τοῦτο τοῦ κάμνει τιμὴν, διὰ τὴν σταθερότητα), ὥστε τὴν ἐνέπνευσε καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἐπαρχίαν ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐκλέγεται, καὶ ἐσχάτως, τώρα ἐσχάτως ἀκόμη, ὅταν αἱ δυνάμεις ἐκοινοποίησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνδιασκέψεως, ἐνῷ ὅλαι αἱ ἄλλαι ἐπαρχίαι καὶ ὅλοι οἱ δῆμοι τῆς Ἑλλάδος ἔκαμαν διαδηλώσεις, μόνη ἡ Τριφυλία τοῦ κ. Σωτηροπούλου ἔμεινεν ἀκίνητος καὶ βωβή; (Ἱλαρότης.) Δύναται νὰ ᾖναι βέβαιον, ὅτι θ’ ἀκολουθήσῃ τὸν νέον δρόμον; Ἀλλὰ ὡς προχθὲς αὐτὴ ἦτον ἡ θέσις τῶν πραγμάτων.
§5ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὅπως ὁ κ. Τρικούπης ἤλλαξεν ἰδέας, οὕτω καὶ ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἀναλόγως τῶν περιστάσεων ἤλλαξε (θόρυβος).
§6ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶπα, ὅτι δὲν ἀπαντῶ. Τί νὰ τοῦ κάμῃς τοῦ κοινοῦ, τὸ ὁποῖον σοῦ λέγει νὰ ἐκ τῶν προσερχομένων εἰς μίαν νέαν ἰδέαν τινὲς αὐτῶν κατὰ τὰς πρώτας στιγμὰς, κατὰ τὰς ὁποίας προσέρχονται, εἶναι πολὺ πλέον ἐνθουσιασμένοι παρὰ τοὺς παλαιοὺς ὀπαδοὺς, ἀλλ’ ὅμως καὶ ἄλλοι τοιοῦτοι, οἱ ὁποῖοι ναὶ μὲν προσέρχονται εἰς τὴν ἰδέαν εἰσέρχονται εἰς τὸ Τσαμὶ, ἀλλὰ φυλάσσουν τὰ παλαιὰ καὶ εἰκονοστάσια εἰς τὸν κοιτῶνά των καὶ πηγαίνουν καὶ ἐκεῖ καὶ κάμουν τὴν προσευχήν των. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος βεβαίως θ’ ἀκολουθήσῃ τὸ πρῶτον, ἀλλὰ τί τὸ κάμνει τὸ κοινὸν, τὸ ὁποῖον λέγει εἰς τὸν ἀγῶνα, εἰς τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν, καὶ βεβαίως θὰ εἰσέλθωμεν, πολλαὶ περιπέτειαι θὰ παρουσιασθῶσι, διότι ὀφείλομεν νὰ τὸ εἴπωμεν καθαρὰ, ὅτι εἰς τὸν ἀγῶνα, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ εἰσέλθωμεν καὶ κατὰ τὸν ὁποῖον μεγάλας θυσίας θὰ ὑποστῶμεν, δὲν θὰ παίξωμεν, πολλαὶ περιπέτειαι θὰ παρουσιασθῇ στιγμή, καθ’ ἣν θὰ φανῇ, ὅτι ὁ ἀγὼν ἀποτυγχάνει τί τὸ κάμνει, τὸ κοινὸν, τὸ ὁποῖον σοῦ λέγει, ὅτι ἠμπορεῖ κατ’ ἐκείνην τὴν κρίσιμον στιγμὴν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐνθυμηθῇ τὰς παλαιάς του ἰδέας καὶ νὰ διστάσῃ, καὶ ὁ δισταγμὸς τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς κρίσιμον στιγμὴν ἠμπορεῖ τὰ πάντα νὰ καταστρέψῃ. Ἰδοὺ διὰ τί λέγω, ὅτι ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἐν τῷ νῦν ὑπουργείῳ ἠμπορεῖ νὰ ἦναι μεγάλη δύναμις, ἠμπορεῖ νὰ ἦναι ἢ καὶ μεγάλη ἀδυναμία. Ἰδοὺ τὰ ἀληθῆ αἴτια τῆς αἰφνιδίου ἐλλαττώσεως τῶν προσερχομένων ἐπιστράτων εἰς ὅλα αὐτὰ ὡς κορωνὶς ἐπιπροστίθεται ἡ ὑπὸ συζήτησιν πρότασις. Ἡ πρότασις αὕτη τῆς μομφῆς, ἡ συζήτησις ἡ ὁποία ἐπ’ αὐτῆς γίνεται καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ γίνεται, ἡ ψῆφος, ἥτις θέλει προέλθει ἐκ τῆς Βουλῆς εἴτε ὑπὲρ ἡμῶν εἴτε καθ’ ἡμῶν, θὰ ἐνισχύσῃ τὴν θέσιν σας, θὰ σᾶς κάμῃ ἰσχυροτέρους, ὥστε νὰ δυνηθῆτε νὰ ὑποστηρίξητε τὸν ἀγῶνα, θὰ σᾶς ἐνδυναμώνῃ ἀφαιροῦσα τὴν προϋπάρχουσαν δυσπιστίαν ἢ θὰ τὴν ἐπαυξήσῃ; Δὲν ὁμιλῶ περὶ ἡμῶν ὡς κομμάτων, διότι ὡς κόμμα, δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει οἱανδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ ὑβριστικὴ ψῆφός σας. Καὶ ἂν καθ’ ἡμῶν ψηφίσητε, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅστις εὑρέθην ἄλλοτε εἰς ὁμοίαν περίστασιν καὶ γνωρίζω, ὅτι οὐδόλως εἶναι ἐπιβλαβὴς ἡ ψῆφος ἡ ἐναντία, ὅταν ἦναι ἄδικος, μάλιστα ὠφελεῖ, καὶ, ἂν λέγω, καθ’ ὑμῶν ψηφίσητε, ἡ ψῆφός σας αὕτη δὲν θὰ μᾶς βλάψῃ ποσῶς, ἀλλὰ θὰ μᾶς ὠφελήσῃ, διότι ὁ κόσμος γνωρίζει ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διὰ τῆς ψήφου σας θὰ θελήσητε νὰ καταδείξητε, εἶναι ψευδῆ καὶ ἄδικα, θὰ βλάψῃ ὅμως σᾶς.
§7ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Τόσον καλλίτερον διὰ σᾶς.
§8ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τοῦτο τὸ λέγει ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶπε «τόσον καλλίτερον», τὸν ὁποῖον δὲν εἶδον τίς ἦτον, ἀλλὰ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὅστις εἶναι εἰς θέσιν νὰ σταθμίσῃ τὰ πάντα καλλίτερον, δὲν τὸ λέγει. Καὶ λέγω εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ὅστις πρόκειται νὰ δώσῃ τὴν ψῆφόν του κατὰ τοῦ πρὸ μικροῦ προκατόχου του καὶ τοῦ μετὰ μικρὸν ἀναποφεύκτου διαδόχου του, τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς κατὰ Τρικούπη θὰ ὁδηγήσῃς σὺ καὶ θὰ σὲ ἐνδυναμώσῃ ἡ ψῆφος αὕτη;
§9Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Νὰ ὑποστηρίξωμεν αὐτὸ, πότε νὰ παρανομῇ ὁ ἕνας καὶ πότε ὁ ἄλλος. (ἱλαρότης).
§10ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡμᾶς δὲν θὰ μᾶς ἀδυνατίσῃ ἡ ψῆφος αὕτη βεβαίως, ἀλλὰ θὰ προκαλέσῃ τὰς σκέψεις μας. Ναὶ μὲν δὲν ἐσκέφθημεν ἀκόμη, δὲν μᾶς ἦλθεν εἰς τὸν νοῦν νὰ τὸ συζητήσωμεν, ἐὰν, προβαινούσης τῆς συζητήσεως καὶ ἐπιφερομένης τῆς ψήφου σας, ὀφείλωμεν ἢ ὄχι νὰ σηκώσωμεν τὸ χειρόκτιον τὸ ὁποῖον μᾶς ἐῤῥίψατε, ὅταν εἷς ἐξ ὑμῶν μᾶς εἶπε «φύγετε». Ἀλλὰ ἐὰν ἡ πτέρυξ αὕτη νομίσῃ ὅτι ὑβρισθεῖσα ὀφείλει νὰ φύγῃ, δὲν ὀφείλετε νὰ λάβητε καὶ σεῖς τοῦτο ὑπὸ σκέψιν;
§11Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ποτὲ δὲν ὀφείλει.
§12ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔχετε τὰς ἰδέας σας, κ. Οἰκονόμου, καθὼς καὶ ἐγὼ ἔχω τὰς ἰδέας μου. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι ἐσυλλογίσθημεν αὐτό, ἀλλ’ ὅτι ἠμπορεῖ νὰ συλλογισθῶσι τὸ τοιοῦτον, καὶ μάλιστα νὰ τὸ πράξωσι ἄνδρες ὑβριζόμενοι. Ὅταν ἔρχωνται ἐνταῦθα ἀπὸ τοῦ βήματος χαρακτηρίζοντες ὡς ἐκ προθέσεως ὕβριν τὴν πρότασίν των, τότε κανεὶς δὲν θὰ μᾶς κατηγορήσῃ, ἐὰν εἴπωμεν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν συνεδριάζοντες καὶ συζητοῦντες μετ’ ἀνθρώπων, οἵτινες μᾶς ὑβρίζουσιν. Εἶναι ἐνίσχυσις λοιπὸν ἡ τοιαύτη ψῆφος; θὰ πείσῃ τὸν κόσμον νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς σᾶς, βλέπων, ὅτι προτοῦ κηρύξητε τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας, προβαίνετε νὰ διακηρύξητε τὸν ἐμφύλιον πόλεμον, ἔστω καὶ συνταγματικῶς ἢ κοινοβουλευτικῶς; Οὔτε πολιτικῶς λοιπὸν ὠφελεῖται ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, οὔτε τὸ καθῆκόν του ἀκριβῶς ἐκπληροῖ ὡς πρωθυπουργός, ὑποστηρίζων τὴν πρότασιν ταύτην, οὔτε τὸ κόμμα του δύναται νὰ ὠφεληθῇ. Ἀλλὰ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὁ ἔξυπνος ἄνθρωπος, δὲν ἐννοεῖ τί κάμνει ὑποστηρίζων τὰ τοιαῦτα; Φίλοι του δίδουσι πρὸς δικαιολόγησίν του ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Κασιμάτης πρὸς ἰδικήν του δικαιολόγησιν. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος δὲν πταίει, λέγουσιν, εἰς ταύτην τὴν ὑπόθεσιν, διότι ἄλλοι τὸν ἐβίασαν καὶ ἄλλοι τὸν καταπιέζουν μέχρι σήμερον, καὶ ὑποκύπτει εἰς ἄλλους. Καὶ ἐδῶ θέλω νὰ τελειώσω τὴν ὁμιλίαν μου. Ἠμπορεῖ, δὲν εἶναι δύσκολον, κἄποιος, οὐχὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς εὑρισκόμενος, ἀλλ’ ἐκτὸς ἐνδιαφερόμενος νὰ ἴδῃ διαιωνιζόμενον τὸν ἀγῶνα τοῦ Τρικούπη μὲ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, διὰ νὰ καταστρέψῃ καὶ τοὺς δύο· ἠμπορεῖ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον νὰ τὸν ἀγκαλιάζῃ, νὰ τὸν φιλῇ, διὰ νὰ τὸν σπρώξῃ· ἀλλ’ ἂς προσέξῃ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, τὰ φιλήματα ἐκεῖνα εἶναι σὰν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δίδει ὁ βόας πρὶν καταβροχθίσῃ τὸ θῦμά του, ἂς συλλογισθῇ ὅτι ὁ φίλος του ἐκεῖνος δὲν παραπονεῖται εἰς τὸν Πλάστην δι’ ἄλλο ἢ διότι δὲν τὸν ἔκαμε βόα, διὰ νὰ καταπίῃ διὰ μιᾶς καὶ Κουμουνδοῦρον καὶ Τρικούπην. Ἂς ἀναλογισθῇ ὀλίγον ποία ἡ ζητουμένη ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας ψῆφος· προστιθεμένη εἰς ὅσα προεξέθεσα, θὰ ἐπιφέρῃ ἀποθάῤῥυνσιν εἰς ὅλους ἐκείνους, οἵτινες προσέρχονται ὅπως διὰ τοῦ αἵματός των ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των εἰς τὴν πατρίδα. Τὸ φαινόμενον τῆς ἐλαττώσεως τῆς προσελεύσεως τῶν ἐπιστράτων μὴ τὸ λάβητε ἐπιπολαίως ὑπ’ ὄψιν· τοῦτο ἠμπορεῖ νὰ προαναγγέλλῃ ἄλλο σπουδαιότερον· ὑπαινίσσομαι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀνέφερε προχθὲς ὁ ἀντιπρόσωπος Τριπόλεως, τὸ ὁποῖον εἴθε νὰ ἀποδειχθῇ ἀβάσιμον καὶ ἀνυπόστατον, εἴθε, καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ὑπάρχει τι ἀληθές, νὰ περιορισθῇ ἐκεῖ καὶ νὰ μὴ διαδοθῇ τὸ μόλυσμα καὶ ἀλλοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν τυχὸν ἀρχίσῃ τὸ μόλυσμα, πρῶτος ὁ κ. Κουμουνδοῦρος τὸ γνωρίζει μὲ τὴν μακράν του πεῖραν, δύσκολον εἶναι νὰ τὸ σταματήσῃ· μὴ ἐλπίσῃ δὲ ὅτι θὰ τὸ κατορθώσῃ ποτὲ ἐν ὅσῳ ἐπιμένετε νὰ διαιρέσητε τὸ ἔθνος εἰς δύω, καὶ τὴν πτέρυγα ταύτην νὰ καταστήσητε πολεμίαν ἀδιάλλακτον πρὸς ἐκείνην. Κάμετε ὅπως θέλετε.
§13ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐλαυνόμεθα ἀπὸ πάθη, καὶ ποταπὰ μάλιστα, μᾶς λέγει ἡ μερὶς τοῦ κ. Τρικούπη. Ἀλλὰ κατὰ τί διαφέρομεν περισσότερον αὐτῶν; Τί ἄλλο διακρίνει ἡμᾶς ἀπὸ αὐτούς; καὶ ἀπὸ πότε αὐτοὶ ἀπέκτησαν δάφνας διὰ τὴν ἠπιότητα τῶν ἠθῶν καὶ τὴν μετριότητα τῶν παθῶν των; Καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς εἰσὶν ἀπεναντίας τὸ παράδειγμα τῆς ἐμπαθείας. Ἡμᾶς δὲ κατηγόρησαν πάντοτε διὰ τὸ ἐναντίον. Μᾶς κατηγόρησαν προσέτι ὅτι ἐπιζητοῦμεν νὰ ἐξασθενίσωμεν τὴν ἀντιπολίτευσιν, ὅτι ἐπιθυμοῦμεν νὰ μηδενίσωμεν αὐτὴν δι’ ἀποφάσεως ἀδίκου καὶ ὑβριστικῆς. Εἶναι ἀληθές, κύριοι, τοῦτο; Ἡμεῖς θέλομεν τὴν ἐξασθένισιν καὶ τὴν μηδένισιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως; ἡ ἀντιπολίτευσις καθ’ ἡμᾶς εἶναι ἡ ἰσχύς ἡ ζωογονοῦσα τὴν συμπολίτευσιν. Ἐπιθυμοῦμεν αὐτὴν ἰσχυράν, ἔντιμον καὶ σπουδαίαν, διότι ἡ ἰσχὺς αὐτῆς μεταδίδεται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Κυβέρνησις κοινοβουλευτική, ἰσχυρά, ἀξιοπρεπὴς δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄνευ ἀντιστοιχούσης ἀντιπολιτεύσεως· τοιαύτην ἐνοήσαμεν ἡμεῖς καὶ ἐπιθυμοῦμεν τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἀξίαν τοῦ ὀνόματός της καὶ οὐχὶ ἐρίζουσαν πάντοτε, καὶ ἀδιακόπως παρεμβάλλουσαν προσκόμματα, ὅπως καταστρέψῃ καὶ ἐμποδίσῃ πᾶσαν ἐνέργειαν καὶ πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ἀπεδείξαμεν τελευταῖον ὡς ἀντιπολίτευσις. Καὶ ἐπιθυμοῦμεν καὶ εὐχόμεθα ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ διατηρήσῃ πάντοτε οὐχὶ μόνον τὴν ὑλικὴν ἀλλὰ καὶ τὴν ἠθικὴν ἰσχύν της ἵνα χρησιμεύσῃ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος. Τὴν ἰσχύν μας ἡμεῖς ὡς ἀντιπολίτευσις ἐχρησιμοποιήσαμεν πρὸς εὐκολίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ ἀντίθετον ἠκολούθησαν τακτικὴν οἱ ἀντίθετοι, καὶ ἐν τούτοις καὶ ἤδη ὡς συμπολίτευσιν μᾶς κατηγοροῦν, ὅτι ἐργαζόμεθα ἵνα παραλύσωμεν ἠθικῶς τὴν ἀντιπολίτευσιν. Καὶ διατί, κύριοι, νὰ ἐργασθῶμεν κατὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως; διατί νὰ ἐπιθυμήσωμεν τὴν μηδένισιν τῶν προσώπων; καὶ μήπως ἄλλοι ἀντ’ αὐτῶν δὲν θέλουσιν ἀναφανῆ; Τρεῖς ἀπέθανον διὰ νὰ ἀναδειχθῇ ὁ κ. Τρικούπης ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως· ἄλλος θέλει ἀναδειχθῆ, ὅταν ἡμεῖς λείψωμεν ἢ ἀποσυρθῶμεν· καὶ νομίζετε ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, καὶ ἐν τῇ Βουλῇ νὰ μᾶς διαδεχθῶσιν ἐπιτυχέστερον, ὡς ἐλπίζω; διατί θὰ ἐπιθυμήσω, διατί θὰ σκεφθῶ ἐγὼ ἰδίως κατὰ ἀντιπολιτεύσεως; προτιμῶ τὴν ἀντιπολίτευσιν τοῦ κ. Τρικούπη, διότι ἀπεδείχθη στείρα, καὶ στείρα ἀτιπολίτευσις δὲν δύναται νὰ ἔχῃ οὔτε παρὸν ἀσφαλές, οὔτε μέλλον βέβαιον. Ἵνα πεισθῆτε, κύριοι, περὶ τούτου, ἐξετάσατε τὰ μέτρα τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὡς συμπολιτεύσεως, λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας τὰ παρελθόντα· τὰ προϊόντα τῆς πολιτικῆς αὐτῶν ἐργασίας, καὶ τὸ ἐξαγόμενον τῆς ἱκανότητος αὐτῶν, εἶναι παραδοχὴ ξένης ἰδέας, ἐξαμβλωθείσης, περὶ ζωολογίας, περὶ ἐλαττώσεως τῆς θητείας, σκοπούσης νὰ σταχυολογήσῃ ψήφους, ἐφαρμογὴ κακὴ καὶ ἀτυχὴς τοῦ περὶ ἐπιστρατεύσεως Νόμου, ἥτις τείνει νὰ μειώσῃ τὰ προσδοκώμενα καλὰ ἀποτελέσματα. Καὶ αὐτὴν τὴν ἀντιπολίτευσιν θέλομεν ἐπιθυμήσει νὰ ἐκμηδενίσωμεν; Ἐπιθυμοῦμεν ἅπαντες, ἐὰν πρὸς κομματικὸν συμφέρον ἐνεργοῦμεν, τοιαύτην ἀντιπολίτευσιν νὰ ἔχωμεν ἐναντίον ἡμῶν. Ὥστε ποταπὴ ἰδέα τοιαύτη, ποταπὴ σκέψις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ εἰς ἡμᾶς· ἐγὼ ποτὲ, καὶ τὸ ἀπέδειξα ἤδη, εἰς τὴν καταστροφὴν τῶν ἄλλων δὲν ζητῶ τὴν ἰδίαν ὕπαρξιν καὶ ἀνόρθωσιν, ἀλλὰ εἰς τὴν ἰδικήν μου ἐργασίαν, καὶ διὰ τοῦτο οὔτε ἐμπαθῶς ἐνήργησα κατ’ οὐδενὸς, οὔτε ἐσηκοφάντησα, οὔτε ἐξύβρισα παρόντας ἢ ἀπόντας τοὺς ἀντιπάλους, ὅπως τοῦτο ἄλλοι ἔπραξαν. Ἀλλὰ, κύριοι, ἄνευ λόγου καὶ αἰτίας οὐδεμιᾶς ἐθέσατε εἰς τὸν λόγον τοῦ Βασιλέως λέξεις, εἰς τὰς ὁποίας ὤφειλεν ἡ Βουλὴ ν’ ἀπαντήσῃ. Εἴπετε, ὅτι ἐνηργήσατε ἐκτὸς τοῦ Νόμου, ὅτι δὲν συνεκαλέσατε τὴν Βουλὴν διὰ λόγους διεθνεῖς. Καὶ χαίρω, κύριοι, διότι ἐκ τῶν ἐξηγήσεών σας κατόπιν ἀπεδείχθη, ὅτι οὐχὶ λόγοι ξένοι, θέλησις ξένη, συμφέροντα ξένα, ἐπεμβάντα, ἐσταμάτησαν τὴν ἐνέργειαν τοῦ νόμου καὶ τῶν ἀνωτάτων ἐθνικῶν ἐξουσιῶν. Χαίρω, διότι τῷ ὄντι δὲν ὑπῆρξαν τοιοῦτοι λόγοι, ὥστε νὰ καταβιβάσωσιν ἡμᾶς εἰς τοιαύτην ταπεινὴν θέσιν, νὰ δεχώμεθα ἔξωθεν διαταγὰς, καὶ νὰ σταματῶμεν. Ἀλλ’ ὅταν μᾶς ἀπηγορεύσατε τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἱερωτέρων καθηκόντων, ὅταν εἰς τὴν Βουλὴν λέγητε, στῆθι, διότι λόγοι διεθνεῖς ἀπαγορεύουσι τὴν ἐμφάνισίν σου, δίκαιον δὲν ἦτο νὰ ταραχθῇ ἡ Βουλή, καὶ ζητήσῃ νὰ μάθῃ, ἐὰν τῷ ὄντι ὑπόκειται εἰς διαταγὰς ξένας, ἢ κηρύττεται ἀναξία ἐμπιστοσύνης αὑτή; Τί ἄλλο ἤδη πράττει ἡ Βουλὴ εἰμὴ νὰ ἐπαναλαμβάνῃ ὅ,τι σεῖς εἴπατε; Ἐπαναλαμβάνει ὅτι ἐνηργήσατε περὶ τῆς Βουλῆς ἐκτὸς τοῦ Νόμου, καὶ ἀποκρούει τὴν ἀμφιβολίαν σας. Σεῖς ἠθέλετε νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων ὑμῶν, καὶ ἐνῷ σεῖς κηρύττετε τὰς πράξεις σας παρὰ τὸν Νόμον, νὰ σᾶς εἴπῃ ψευδομένη οὐχὶ, δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅ,τι λέγετε; Καὶ ἐνῷ ἡ Βουλὴ τοῦτο ἁπλῶς ἐπαναλαμβάνει, σεῖς πλέον ἢ τολμηρῶς, σεῖς, διὰ τῶν ἐφημερίδων τὴν ἐξυβρίσατε καὶ τὴν ἀπειλήσατε· ἐξυβρίσατε δὲ καὶ ἠπειλήσατε ὄχι μόνον τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν κυβέρνησιν, θεωρήσαντες τὴν ἀπάντησιν ὡς ἔργον αὐτῆς, καὶ διὰ τοῦ ἔθνους ἐκαυχήθητε ὅτι θέλετε τὴν συντρίψει σεῖς. Καὶ ὅταν κατὰ πρῶτον παρουσιάσθητε εἰς τὴν Βουλὴν, ἐνθυμεῖσθε τὴν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν ἐτηρήσατε. Ἐνθυμεῖσθε πῶς ὡμιλήσατε πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐνθυμεῖται πῶς ὡμίλησεν πρὸς ἡμᾶς ὁ κ. Τρικούπης· εἶπε πρὸς ἡμᾶς, συκοφαντούμεθα ὑπὸ τῆς συμπολιτεύσεως, εἶσθε συνεργάται καὶ σεῖς, ἀποκρύπτετε τὰ ἔγγραφα τὰ περιέχοντα τὴν ἀθωότητά μας ἀληθῶς τὴν ἐπιοῦσαν ἠρνήθη τὴν αἴτησίν των ταύτην κατὰ τὸ σύνηθες, ἰσχυρίσθησαν, ὅτι δὲν ἐζητήσαν τὰ ἔγγραφα. Πλὴν ἰδοὺ τί εἶπεν: «Ἀλλ’ ὅταν βλέπω Κυβέρνησιν ἐπιῤῥίπτουσαν μομφὴν εἰς τοὺς προκατόχους αὐτῆς, μομφὴν τὴν ὁποίαν ἐγὼ γινώσκω, ὅτι ἤθελον ἀνασκευάσει προσαγόμενα τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργείου καὶ βλέπω τοὺς κυρίους ὑπουργοὺς ἀρνουμένους νὰ τὰ παρουσιάσωσι....» Προεκαλέσατε λοιπὸν τὴν Βουλὴν καὶ τὴν ἠναγκάσατε νὰ ὑπερασπισθῇ τὴν τιμήν της. Προὐκαλέσατε ἡμᾶς νὰ λάβωμεν μέρος ἀκουσίως, τὸ ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἠναγκάσατε ἡμᾶς νὰ πράξωμεν, ὅ,τι δὲν ἐπεθυμοῦμεν. Οὐδένα κακὸν σκοπὸν εἴχομεν οὔτε διάθεσιν νὰ ἀναμιχθῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν. Ἐὰν ἐπέλθῃ κακόν τι ἐκ τῆς συζητήσεως αὐτῆς, εἶσθε σεῖς οἱ αἴτιοι, σεῖς προεκαλέσατε αὐτὴν διὰ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, εἰς ὃν ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἀπαντήσῃ· σεῖς προεκαλέσατε ἡμᾶς διὰ τρόπου ἀναξίου, καὶ ὀφείλομεν νὰ ὑπερασπίσωμεν ἡμᾶς αὐτούς. Ἐὰν λοιπὸν ἡ ἀνάγκη, εἰς τὴν ὁποίαν περιηγάγετε ἡμᾶς, θέλει ἔχει συνεπείας, εἶσθε σεῖς, κύριοι, οἱ ὑπεύθυνοι. Περίεργον, ὁ κ. Λομβάρδος ἠθέλησε νὰ ἀποδείξῃ ἐμὲ ἀνακόλουθον, καθόσον ἀφορᾷ τὸ μέγα ἡμῶν ζήτημα, λησμονήσας, ὅτι αὐτὸς πρῶτος καὶ ἡ μερίς του εἰς πᾶν μέτρον, εἰς πᾶσαν πρότασίν μας περὶ παρασκευῆς ἐξεγείροντο ἐναντίοι, καὶ ἀπὸ τοῦ 1875 αὐτὸς δι’ ὅλων τῶν δυνάμεών του ἀντεστρατεύθη καὶ δι’ ὅλων τῶν μέσων κατώρθωσαν ὥστε νὰ μὴ δοθῶσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ μέσα, ὅπως ποιήσηται ἔναρξιν τῶν προπαρασκευῶν. Καὶ ὡς βουλευτὴν ἔτι ὁ κ. Λομβάρδος ἐὰν μ’ ἐξετάσῃ, θέλει μ’ εὕρει τὸν αὐτόν. Τὸν παρακαλῶ νὰ ἀναζητήσῃ τὰς συζητήσεις τοῦ παρελθόντος καὶ θέλει ἰδεῖ, ὅτι πάντοτε ὑπεστήριξα τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν τοῦ ἔθνους. Δὲν ἀρκεῖ νὰ ἐπαναλαμβάνῃ τις λέξεις τινὰς μόνον, ἵνα χαρακτηρίσῃ τὸ φρόνημα του. Αἱ λέξεις πρέπει νὰ συνοδεύωνται καὶ μὲ πράξεις, ἢ τοὐλάχιστον τὰς λέξεις δὲν πρέπει ν’ ἀναιρῶσιν αἱ πράξεις· διότι λέξεις ἄνευ τῶν πράξεων ἢ ἀντιτασσόμεναι εἰς πράξεις ἀντιθέτους τὸ ἐναντίον ἀποδεικνύουσιν. Ὁ κ. Λομβάρδος εἶπεν ἴσως πολλὰ, ἀλλ’ ἔπραξεν ἀντιθέτως. Ἀλλ’ ὁ κ. Λομβάρδος ἐπίτηδες, καὶ διὰ νὰ μᾶς ἀποπλανήσῃ ἀπὸ τὴν συζήτησιν τοῦ κυρίου θέματος, εἰσῆλθεν εἰς τὸ πέλαγος παλαιῶν ἱστοριῶν, περὶ τῶν ὁποίων πολλάκις ἀπεφάνθη ἡ Βουλή. Θαυμάζω ἀληθῶς τὸ πνεῦμα καὶ τὴν ἐπιτηδειότητα τοῦ κ. Λομβάρδου, ἀλλ’ οὐδένα ἠδυνήθη ν’ ἀποπλανήσῃ ἐκτραπεὶς εἰς λόγους καὶ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα σήμερον εἶναι ξένα. Προσεπάθησεν, ἐνασχοληθεὶς νὰ μᾶς ἀποσύρῃ, ἐπαναλαβὼν, ὅσα συνηθίζει ἡ μερὶς αὕτη καὶ ἐν μειονοψηφίᾳ εὑρισκομένη καὶ ἐν πλειονοψηφίᾳ, ἐάν ποτε ὑπῆρξεν, ὅτι τὸ ἔθνος καὶ ἡ κοινὴ γνώμη αὐτοῦ ὑποστηρίζει καὶ ἐγκρίνει τὰς πράξεις των, καταδικάζει δὲ ἡμᾶς καὶ τὰς πράξεις μας. Καὶ ὅμως ἡ πλειονοψηφία τοῦ ἔθνους ποτὲ δὲν τοὺς ἀπεδέχθη, διότι καὶ ὅτε κατεῖχον ἀκόμη τὴν Κυβέρνησιν ἐν πληρεστάτῃ μειονοψηφίᾳ διετέλουν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἀνήλθετε εἰς τὴν ἐξουσίαν μὲ τὸ πρόγραμμα τῶν οἰκονομιῶν. Ἐφηρμόσατε τὸ σύστημα τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, καὶ ἀνεκηρύξατε ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ εἶναι ἡ ἀλήθεια τῆς ἐποχῆς, καὶ εἰς τοῦτο ἀποκλίνει ἡ κοινωνία ὁλόκληρος καὶ ἡ παμψηφία τοῦ ἔθνους, καὶ διὰ τοῦτο ἐπεχειρήσατε τραπεζικάς τινὰς ἐργασίας, καὶ συνετάξατε τὸν στρατιωτικὸν ἐκεῖνον διοργανισμόν, τοῦ ὁποίου ἡ βάσις ἦτο ἐλάττωσις καὶ περιορισμὸς τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων, χάριν οἰκονομίας. Τὸ σύστημα δ’ αὐτὸ ἠκολουθήσατε, καθ’ ἣν στιγμὴν ἦλθε τὸ νῦν ὑπουργεῖον ἐν Ἀγγλίᾳ εἰς τὰ πράγματα καὶ συνεκλήθη ἡ συνδιάσκεψις. Συνεβούλευε τὴν ἀποχὴν καὶ ὑπομονὴν τὸ παρελθὸν ἀγγλικὸν ὑπουργεῖον, καὶ ὑμεῖς παρεδέχεσθε τὴν συμβουλὴν καὶ πρὸς ταύτην συνεμορφώθητε. Ἡ ἑλληνικὴ Βουλὴ εἰργάζετο ἀκόμη, καὶ ὑμεῖς ἐκυβερνᾶτε, ὅτε ἐπῆλθεν ἡ μεταβολὴ ἐν Ἀγγλίᾳ, καὶ ὅμως σεῖς τὸ ἀρχικὸν τῆς ἀπραξίας καὶ καταστροφῆς σύστημα ἐξηκολουθεῖτε νὰ ἐφαρμόζητε, καὶ ἐξήλθετε ἀπὸ τὴν Βουλὴν μὲ τὸν στρατιωτικὸν ἐκεῖνον διοργανισμὸν καὶ μὲ τὸν νόμον περὶ καταργήσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ὅστις ἀπετέλει μέρος τοῦ συστήματός σας. Εἰσήλθετε δὲ ἤδη μ’ ἀπόπειραν παρασκευῶν μέχρις ἐξαντλήσεως τῶν πόρων τοῦ ἔθνους καὶ μὲ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ποῖον εἶναι λοιπὸν τ’ ἀληθὲς πρόγραμμά σας; Ἐξήλθετε ἀπὸ τὴν Βουλὴν ὡς ἄνθρωποι τῆς εἰρήνης καὶ τῶν οἰκονομιῶν, καὶ μετεμορφώθητε ἐν τῷ μεταξὺ εἰς ἄνδρας τοῦ πολέμου καὶ τῶν δαπανῶν. Ποῖα εἶναι ἡ ἀληθὴς γνώμη σας; Δὲν δύνασθε μετ’ ὀλίγον νὰ μεταβάλητε τὰς ἰδέας σας; Καὶ εἰξεύρετε, κύριοι, τί τὸ περιεργώτερον; ὁ κ. Τρικούπης κατὰ τὸν Μάϊον, ἂν δὲν μὲ πλανᾷ ἡ μνήμη, ἐπίστευεν ἀκόμη, ὅτι πρὸς κατάληψιν τῶν ἐπαρχιῶν καὶ περὶ τοιαύτης πρόκειται, μᾶς ἤρκουν μόνον 35–40 χιλ. στρατοῦ, τὰς ὁποίας εὑρίσκει ἑτοίμους ἐκ τῶν ἐφέδρων τῶν τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων, τῶν μεταβατικῶν ἐθνοφυλάκων κλπ. Αὐτὸν τὸν στρατὸν ἡμεῖς, κ. Πετιμεζᾶ, ἡτοιμάσαμεν. Σεῖς δὲν ἐσχηματίσατε οὔτε ἡτοιμάσατέ τι, διότι δὲν εἴχετε καιρὸν βεβαίως καὶ οὐχὶ διότι δὲν εἴχετε τὴν θέλησιν. Λοιπὸν πόθεν προῆλθεν ἡ μεταβολὴ αὕτη καὶ ἡ ἐγκατάλειψις τῆς ἀρχικῆς ἰδέας σας, τὴν ὁποίαν ἐτηρήσατε μέχρις Ἰουνίου; Ἐγὼ γνωρίζω ἓν γεγονὸς βέβαιον, ἀναγκαίως πιέζον τὸ ὑπουργεῖον, τὸ οἰκονομικόν. Κατὰ τὴν 15 Ἰουνίου τὸ ἔλλειμμα τὸ προελθὸν ἐκ τῆς θεραπείας τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ τόπου ἀνέβαινεν εἰς 13 ἑκατομμύρια. Ἤθελεν εἶσθαι δὲ δύσκολον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἐπαγγέλλεται τὴν οἰκονομίαν καὶ ὑπόσχεται διὰ τῶν μέτρων της νὰ φέρῃ ἰσοζύγιον εἰς τὸν προϋπολογισμόν, νὰ παρουσιασθῇ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἔτους εἰς τὴν Βουλὴν ζητοῦσα χρήματα, διότι τὸ οἰκονομικόν της σύστημα ἔφερε τὴν καταστροφὴν ἀντὶ οἰκονομιῶν, τὴν πτώχευσιν ἀντὶ ἰσοῤῥοπίας, ἔλλειμμα 13 ἑκατομμυρίων ἐν τῷ μέσῳ ἔτι τοῦ ἔτους, ἐδυσκόλαινε τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως. Μόνον ἡ ἐπιστράτευσις ἠδύνατο νὰ τὴν σώσῃ, νὰ δικαιολογήσῃ τὰ προσωρινὰ δάνεια, νὰ τὴν ἀπαλλάξῃ ἐκ δυσκολιῶν. Ποία ἄλλη ἦτο ἡ κατεπείγουσα ἀνάγκη, ὥστε νὰ μὴ ἀναμείνῃ ἕνα ἔτι μῆνα τὴν Βουλὴν, ἥτις ἤθελεν ἀποφασίσει εὐρύτερον καὶ μονιμώτερον; Ἡμεῖς, μᾶς εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης, εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωμεν κάλλιον τὴν ἀνάγκην καὶ τὰς περιστάσεις, καὶ διετάξαμεν τὴν ἐπιστράτευσιν. Ἀλλὰ τόσοι μῆνες ἔκτοτε παρῆλθον καὶ δὲν ἀπεδείχθη αὐτὴ ἡ κατεπείγουσα ἀνάγκη οὐχὶ τῆς ἐξοπλίσεως καὶ γυμνάσεως τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπισπεύσεως καὶ τῆς παραβιάσεως τοῦ νόμου. Καὶ ἂν, κύριοι, μετὰ ἕνα μῆνα συνεκαλεῖτε τὴν ἐπιστράτευσιν, παρούσης τῆς Βουλῆς, κατὰ τί ἠθέλομεν ζημιωθῆ; Καὶ τί ἐκερδήσατε ἐπισπεύσαντες; κατὰ τί ἐβελτιώθη ἡ θέσις ἡμῶν; κατωρθώσαμεν ἄρα νὰ ἔχωμεν στρατὸν ὡς δεῖ; Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης οἱ κληθέντες ἅπαντες δὲν ἐνεδύθησαν καὶ δὲν ἐστεγάσθησαν ἐξ ὁλοκλήρου· καὶ δὲν ἀρκεῖ, κύριοι, νὰ λέγωμεν ὅτι παρηγγείλαμεν προμηθείας· οἱ φρόνιμοι καὶ προνοητικοὶ ἄνδρες ἑτοιμάζουσι τὰ ἀναγκαῖα πρὶν ἐπέλθῃ ἡ ἀνάγκη· διότι ἄνευ ἐνδυμάτων, στεγάσεως καταλλήλου καὶ προμηθειῶν ἐπέρχεται ἐκ τῶν κακοπαθειῶν ἡ κούρασις καὶ ἡ ἀπογοήτευσις. Συνεκαλέσατε τὸν λαόν, καὶ τί σημαίνει νὰ συγκαλῆτε τὸν λαὸν εἰς ἐπιστράτευσιν, νὰ συγκαλῆτε 60,000 πολιτῶν ἄνευ τῶν ἀναποφεύκτων πρὸς ἐκγύμνασιν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν; Διὰ βαθμοφόρων στρατοῦ 10,000, δὲν δύναται νὰ σχηματισθῇ στρατὸς καὶ στρατὸς καλὸς ἐξ 60,000 ἀνδρῶν. Ὑπάρχουσιν εἰς πολλὰς ἐπαρχίας χίλιοι ἄνδρες ἐκγυμναζόμενοι ἀπὸ δύο ἀξιωματικούς. Δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι οὕτω σχηματίζετε στρατόν; Εἰς τί ἐχρησίμευσε λοιπὸν ἡ σπουδὴ τῶν ἐνεργειῶν σας; Καὶ καλλίτερον δὲν ἦτο ἐὰν ἀνεβάλετε ὀλίγον; ἐὰν συνεκαλῆτε τὴν Βουλὴν ἤθελε παραχωρήσῃ αὕτη ἄφθονα τὰ ἀναγκαῖα μέσα, διὰ τῶν ὁποίων δύνασθε νὰ σχηματίσητε ἀληθῆ στρατόν. Ἐπισπεύδοντες δὲ οὐδὲν ἕτερον κατωρθώσατε ἢ νὰ κουράσητε τὄθνος καὶ ἐξαντλήσητε τοὺς πόρους αὐτοῦ. Συναθροίσαντες δὲ χιλιάδας πολιτῶν, ὡς ἐπράξατε, ἐρωτῶ ὑμᾶς ἐν συνειδήσει, ὠφελήσατε τὸν στρατόν; παρεσκευάσατε τοῦτον ἀνάλογον τῶν θυσιῶν, καὶ εἰς στρατὸν ἀτελῆ ἦνε δυνατὸν νὰ βασισθῆτε; πιστεύετε ὅτι ἕνα μῆνα ἐπισπεύσαντες κατωρθώσατε ν’ ἀποκτήσῃ ἀνάλογον μόρφωσιν, καὶ ὅτι ἐπὶ τῆς πολιτικῆς καὶ ἐπὶ μικρὸν ἐπηρεάσατε; ἀποβλέψατε εἰς τὰ συμβαίνοντα ἵνα βεβαιωθῆτε ὅτι διὰ νὰ ἐπηρεάσητε πρέπει ν’ ἀποδείξητε, ὅτι εἶσθε εἰς κατάστασιν νὰ ἐνεργήσητε. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ ἐξηγηθῇ ὁ λόγος, διατί ἐσπεύσατε νὰ παραβιάσετε τὸν νόμον, νὰ ἐνεργήσετε ἀτελῶς. Καὶ ἐλυπήθην, διότι εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς συζητήσεως ὁ Κ. Τρικούπης ἐζήτησε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν παρανομίαν καὶ τὸ ψεῦδος διὰ σοφισμάτων. Ἐπίστευον καὶ πιστεύω, ὅτι εἰς τὸν χαρακτῆρα τοῦ κ. Τρικούπη ἀνῆκε παῤῥησίᾳ νὰ ὁμολογήσῃ καὶ ἐξηγήσῃ τὰ πράγματα ἀληθῶς, καὶ παῤῥησίᾳ νὰ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι τὸν ὑπεχρέωσαν νὰ πράξῃ, ὡς ἔπραξε, καὶ ὄχι νὰ καταφύγῃ εἰς σοφίσματα μικρά, νὰ διαστρέψῃ τὰ πράγματα. Ἂς ἐνθυμηθῇ, ὅτι ὀφείλομεν τὴν τροπολογίαν τοῦ νόμου, ὅπως ἔχῃ, εἰς τὴν πρωτοβουλίαν αὐτοῦ. Ἂν ἀναγνώσητε τὰ τότε πρακτικὰ, θέλετε ἴδει, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης ὑπέβαλε τὴν τροπολογίαν, ὡς πόρισμα τῶν ὁμιλιῶν του, ἡ ὁποία ἔχει σκοπὸν νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν οὐδένα φόρον νὰ ἐπιβάλλῃ, οὐδένα ὀβολὸν νὰ ἐξοδεύῃ ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Βουλῆς. Καὶ ἂν ὅλοι οἱ νομικοὶ καὶ δικηγόροι οἱ μὴ λαβόντες μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ἐκείνην προσπαθήσωσι δι’ ἐπιχειρημάτων γνωστῶν νὰ συγχίσωσι τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Νόμου, εἰς τὸν κ. Τρικούπην ὅμως οὐδέποτε ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν Νόμον ἄλλως, ἢ ὅπως αὐτὸς τὸν συνέταξε. Καὶ μήπως, Κύριοι, αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη παρανομία; Ὁ κ. Τρικούπης ἠθέλησε νὰ προκαταλάβῃ ἡμᾶς, καὶ ὡμίλησε περὶ πιστώσεων, ἐνῷ περὶ τούτων δὲν πρόκειται. Διατί, λέγει, εἶσθε τοσοῦτον αὐστηροὶ σήμερον; δὲν παρεδέχθητε τόσας παρατύπους πιστώσεις τοῦ ὑπουργείου Κουμουνδούρου; διατί ζητεῖτε νὰ ἐφαρμόσητε τὸν ἐναντίον σήμερον κανόνα καθ’ ἡμῶν; Ἀλλ’ ὑπάρχει διαφορὰ ῥιζική· διότι πιθανὸν ἡμεῖς νὰ μὴ ἐφηρμόσαμεν τὸν λογιστικὸν νόμον ἀκριβῶς, ὅτε ἐζητήσαμεν πιστώσεις· ἀλλὰ δὲν τὸ πιστεύω. Πλὴν δὲν πρόκειται σήμερον περὶ πιστώσεων. Σεῖς συνωμολογήσατε δάνειον, καὶ δάνειον θὰ εἴπῃ ἐπιβολὴ καὶ αὔξησις φόρων. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ πιστώσεων, ἀλλὰ περὶ ἐπιβολῆς φόρων. Ἰδοὺ ἡ μεγίστη διαφορά· ἐπιβάλετε φόρους ἄνευ νόμου. Ἀλλὰ μήπως αὐτὸ εἶναι ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον ἀμετακλήτως πρέπει νὰ τιμωρηθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὡς τοιοῦτον; Οἱ ὑπουργοὶ, κύριοι, εἶναι φρουροὶ τῶν νόμων, ἀλλὰ καὶ φρουροὶ τῶν συμφερόντων τῆς κοινωνίας. Ὅταν διὰ τῆς ἀκριβοῦς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων δύνανται νὰ πάθωσι τιμαλφέστερα συμφέροντα, ἡ τιμὴ τῆς χώρας, τότε καθῆκον τῶν Ὑπουργῶν εἶναι ν’ ἀναλάβωσι τὴν εὐθύνην καὶ ἐνεργήσωσιν ὅ,τι καλῇ τῇ πίστει νομίζουσι συμφερώτερον ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῶν κοινωνικῶν ἀγαθῶν, καὶ παρουσιασθέντες εἰς τὴν Βουλὴν νὰ εἴπωσιν, ἐβιάσθημεν πρὸς ὑπεράσπισιν τοῦ δεῖνος δικαιώματος ἢ συμφέροντος, ἢ πρὸς ἀποσόβησιν τοῦ δεῖνος κινδύνου νὰ μὴ συμμορφωθῶμεν πρὸς τὸν νόμον. Κρίνατε ὑμεῖς· ὁ σκοπὸς δὲν ἦτο οὔτε πλάγιος, οὔτε κακός· ἦτο εἰλικρινής, ἀγαθὸς, καὶ πατριωτικός· κρίνατε ὑμεῖς καὶ ἀποφασίσατε, ἂν ἐπράξαμεν καλῶς ἢ κακῶς. Καὶ ἐγὼ, κύριοι, ὑπέπεσα εἰς τὸ παράπτωμα αὐτὸ, διότι, διαλυθείσης τῆς συνελεύσεως, ἐστερούμην τῶν ἀναγκαίων Νόμων, ὅπως ἐνεργήσω τὰς ἐκλογὰς ἡσύχως καὶ νομίμως, ὅπως ἀσφαλίσω τὴν τάξιν. Ἠναγκάσθην, λέγω, νὰ παρεκτραπῶ. Παρουσιάσθην εὐτόλμως εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ δὲ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν πολιτείαν μου. Ἐνθυμοῦμαι δὲ ὅτι ὁ βουλευτὴς κ. Δημητριάδης ἦτο τότε ἀμείλικτος, καὶ ἐζήτησεν ἐπὶ τῆς ἀγχόνης νὰ μ’ ἀναβιβάσῃ ἀλλ’ εὐτυχῶς ἡ φωνὴ τοῦ κ. Δημητριάδη καὶ τότε καὶ πάντοτε δὲν ἔτυχεν ἀντηχήσεως οὐδεμιᾶς. Ἡ Βουλὴ, κύριοι, δύναται νὰ ἀπαντήσῃ ἂν ἐγένετο παρανομία. Τοῦτο τὸ θεωρεῖτε ὕβριν καὶ στίγμα καθ’ ὁλοκλήρου μερίδος καὶ ἐξανίστασθε οὕτω; Κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις, σημαίνει εὐθύνην· ἵνα ὑπάρξῃ ἐλευθέρα ἐνέργεια, ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἐνεργήσῃ κατὰ βούλησιν, λέγουσι, καὶ δικαίωμα δὲν ἔχετε νὰ συνδιοικῆτε καὶ συγκυβερνᾶτε, ἀλλὰ νὰ ἐλέγχητε. Ἀρνοῦνται ὅμως καὶ τοῦτο ἢ ἡ δὲν πρέπει, λέγουσι, νὰ ἐλέγξητε, ἀλλ’ ἐν ἀνάγκῃ νὰ κατηγορήσητε, ἂν εὑρίσκητε, ὅτι κακὸν ἐπράχθη, διότι ἄλλως προσβάλλετε τὸν ἀναμάρτητον τῶν ἐνεργησάντων, ἐξασθενεῖτε τὴν ἀντιπολίτευσιν, τὴν ἀτιμάζετε. Κατὰ τὴν νέαν θεωρίαν λοιπὸν οὔτε πρὸ τῆς ἐνεργείας δύνασθε νὰ ἐνεργήσητε, διότι δὲν συγκυβερνᾶτε, οὔτε μετὰ, νὰ ἐξελέγξητε, διότι ὑβρίζετε. Κηρύξατε τὰ πάντα καλὰ, διότι εἰς ἐναντίαν περίπτωσιν θὰ κηρυχθῆτε ὑβρισταί, προκαλοῦντες ἀνατροπὰς καὶ διαιρέσεις. Ποῖαι περιστάσεις ἠνάγκασαν τὸν κ. Τρικούπην νὰ ἐπισπεύσῃ; Ἡ Εὐρώπη; Αὐτὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ Εὐρώπη συνεβούλευσε τὸ ἐναντίον, ὑπερίσχυσε δὲ ἡ γνώμη του διὰ τῆς ἀκραδάντου ἐπιμονῆς. Ἴσως δὲ ὑπερίσχυσε καὶ δι’ ἕτερόν τινα λόγον. Ἴσως ἡ Εὐρώπη ἐβαρύνθη, ἴσως ὑπέθεσεν, ὅτι ἐζητοῦμεν νὰ ἐπιῤῥίψωμεν εἰς αὐτὴν εὐθύνην, καὶ μᾶς εἶπε: πράξατε ὅ,τι θέλετε, ἀφήσατέ με παρῃτημένην. Τοῦτο ἐλέχθη. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ὁ κ. Τρικούπης ἀπεφάσισε νὰ ἐνεργήσῃ σύμφωνα μὲ τὴν Εὐρώπην καὶ καλῶς ἔπραξε, διότι ἡ ἐνέργεια ἡμῶν δὲν πρέπει ν’ ἀποχωρισθῇ ἀπὸ τῆς ἐνεργείας τῆς Εὐρώπης, ἔπρεπεν οὕτω νὰ ἐπισπεύσῃ; ἀφοῦ ἡ Εὐρώπη ἦτο ἐναντία; ἀλλὰ ἐπισπεύδων, ἐναντίον τῶν παρατηρήσεων τῆς Εὐρώπης ἐχωρίζετο αὐτῆς τοσαῦτα ἐπιβάλλων ἔκτακτα βάρη ἵνα συμβαδίσῃ μετὰ τῆς Εὐρώπης, δὲν ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ ἀσφάλειάν τινα, ὥστε νὰ δύναται ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν Εὐρώπην καὶ μέχρι τῶν τελευταίων ὁρίων; ἐξηγοῦμαι: Μᾶς κατηγόρησε προχθὲς ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα ἡμεῖς νὰ εὕρωμεν δάνεια, ὡσεὶ ἡμεῖς ἐνεργοῦμεν ὡς ἄτομα καὶ οὐχὶ ὡς Κυβέρνησις· Ἀλλ’ ἂν ὁ κ. Τρικούπης εὗρε δάνειον, τὸ χρεωστεῖ εἰς τὴν πίστιν, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησε ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν Εὐρώπην. Καὶ ἂν ἡ Ἑλλὰς ἔχῃ πίστιν εἰς τὴν Εὐρώπην, αὕτη χρεωστεῖται οὐχὶ εἰς τὸν κ. Τρικούπην, ἀλλ’ εἰς ἡμᾶς, διότι ἡμεῖς ἀπεδείξαμεν, ὅτι τὸ ἔθνος ἡμῶν εἶνε τίμιον εἰς τὰς συναλλαγάς του καὶ ἕτοιμον νὰ πληρώσῃ τὰ χρέη του. Μᾶς κατηγοροῦσιν ὅμως καὶ διὰ τοῦτο. Ἐὰν εἰς σᾶς προσηνέχθη δάνειον καὶ δὲν τὸ ἐλάβετε κακῶς ἐπράξατε. Καὶ διατί, κύριοι, δὲν ἐλάβετε τὸ δάνειον; μήπως διὰ τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ἐκάμετε μετὰ τῆς Τραπέζης ἐλαττοῦνται τὰ βάρη τοῦ λαοῦ τὰ ἐκ τῆς πληρωμῆς τῶν τόκων τυχόν; τὸ δάνειον τῆς Τραπέζης ἔχει παρεπομένην τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἥτις ἐπιβάλλει πλαγίως σπουδαίαν φορολογίαν εἰς τὴν κοινωνίαν, καὶ δὲν ἀπαριθμῶ τ’ ἄλλα κακὰ ὅσα συνεπάγεται· ὅθεν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην οὐδὲν κερδαίνομεν· ἀντὶ νὰ πληρώσῃ τὸ δημόσιον ἀμέσως τοὺς τόκους, θέλει πληρόνει ἡ κοινωνία πλείονας διὰ τῆς ὑπερτιμήσεως, καί θέλουσι πάθει αἱ ἐπιχειρήσεις. Κύριοι, ὁμολογῶ, ὅτι τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Τραπέζης ἐπεθύμουν νὰ συντάξωμεν εἰς πᾶσαν ἄλλην ἐποχὴν καὶ ἄνευ ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἰς ἐποχὴν ὁμαλὴν καὶ τακτικὴν, ἄνευ πιέσεως, τὴν ὁποίαν αἱ περιστάσεις μᾶς ἐπιβάλλουν ἤδη, τὸ δάνειον τῆς Τραπέζης ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ εἰς κρισιμωτέρας ἐποχάς. Ἡ Τράπεζα ἔπρεπε νὰ μείνῃ ὡς τὸ τελευταῖον καταφύγιον, ἵνα προστρέξωμεν ἐν ἀνάγκη. Καὶ ὅταν ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων, εἰς τὴν ὁποίαν, φαίνεται, τὸ πεπρωμένον μᾶς ὠθεῖ, χάριν τῆς τιμῆς καὶ τῶν συμφερόντων ἡμῶν ἤθελεν αὐξήσει τὰς στενοχωρίας καὶ ἠθέλομεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ οἰκονομήσωμεν ἄλλοθεν, τότε ἔπρεπε νὰ καταφύγωμεν εἰς τὴν Τράπεζαν, καὶ οὕτω μόνον ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι σπουδαίως ἐνεργοῦμεν. Ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ λάβῃ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα τῇ προσεφέροντο, νὰ οἰκονομήσῃ τὰς ἀνάγκας της δι’ αὐτῶν, καὶ ἂν δὲν ἐπήρκουν, τότε νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν τράπεζαν, ἥτις πάντοτε ἀπεδείχθη πρόθυμος. Ἡ τράπεζα μόνη δὲν εἶναι ἐπαρκὴς, ἀφθονίαν γραμματίων δὲν δύναται νὰ προσφέρῃ, ἀλλὰ ταῦτα πολλάκις δὲν χρησιμεύουσι καὶ πολλαπλασιαζόμενα ὁδηγοῦσι πρὸς τὴν καταστροφήν. Ἀλλὰ, κύριοι, ἀπέκρουσαν τὸ δάνειον καὶ εἰς τὸ μέλλον παρουσιάζετο εἰς τὸν κ. Τρικούπην ἡ ἐπιτυχία δύσκολος. Ἐρωτῶ τὸν κ. Τρικούπην ἂν, ἀκολουθῶν τὴν Εὐρώπην, ἠναγκάζετο νὰ παραστήσῃ τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, πῶς ἤθελε δυνηθῆ νὰ τὸ κατορθώσῃ, ἀφοῦ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους τούτου δὲν θὰ περισεύσωσι εἰμὴ μόνον 10 ἢ 15 ἑκατομμύρια; ἀφοῦ κατὰ τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐπιστράτων ἔχομεν ἀνάγκην τεσσάρων ἑκατομμυρίων κατὰ μῆνα; καὶ ὅταν τῷ ὄντι δὲν εὕρωμεν χρήματα, ποῖον θέλει εἶσθαι τὸ ἀποτέλεσμα; Τί ἤθελε τότε πράξει; νομίζει ὅτι ἀρκεῖ ἡ προσθήκη γραμματίων, ὡς ἤκουον λεγόμενον; Ἴσως θὰ δυσκολευθῶμεν νὰ εὕρωμεν δάνειον, διότι μᾶς ἀφῄρεσαν τὴν ἐλευθερίαν, μᾶς ἐδέσμευσεν ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Αἱ δύσκολοι περιστάσεις, ἡ μία ἐπὶ τῆς ἄλλης ἐπισωρευόμεναι δὲν εὐκολύνουσι βεβαίως τὴν εὕρεσιν τοῦ δανείου. Ἔσφαλε λοιπὸν, κατ’ ἐμὲ, τὸ ὑπουργεῖον Τρικούπη καὶ ὡς πρὸς τοῦτο· ἂν ἡ Βουλὴ ἐκαλεῖτο καὶ ἦτο ἐδῶ, εἶμαι βέβαιος, ὅτι τ’ ἄτοπα καὶ αἱ δυσκολίαι αὐταὶ δὲν ἤθελον παρουσιασθῆ. Ἄλλη θεωρία μοὶ ἐπροξένησεν ἐντύπωσιν καὶ λύπην. Τί ἠθέλετε, σᾶς εἶπον, τὴν Βουλήν; τί καλλίτερον ἤθελε πράξει; πάντοτε ἀπαντῶ καλλίτερον ἢ ὅ,τι ἐγένετο. Ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη τῆς παρουσίας τῆς Βουλῆς δὲν κρίνεται ἀπὸ τὴν καλλιτέραν ἢ χειροτέραν ἐνέργειάν της. Εἰς τὴν Βουλὴν ἔχει ἐναποθέσει τὸ Ἔθνος τὴν θέλησίν του, τὴν ἀπόφασίν του, τὰς ἐπιθυμίας του. Ἡ Βουλὴ εἶναι φρουρὸς τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ, διότι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐλευθερία ὅπου τὸ Ἔθνος δὲν ἀποφασίζει περὶ τῶν ἐπιβαλλομένων βαρῶν καὶ τῶν συμφερόντων αὑτοῦ, ὅπου δὲν δεσπόζει ἡ θέλησίς του. Καὶ ἂν ἤθελε πράξει κακὸν, ἔπρεπε νὰ ἦναι ἐδῶ, νὰ τὸ πράξῃ αὐτὴ, διότι ἀντιπροσωπεύει τὸν λαόν. Δὲν εἶσθε σεῖς οἱ δυνάμενοι ν’ ἀμφισβητήσητε τὴν χρησιμότητά της. Ἡ Βουλὴ εἶναι τὸ Παλλάδιον τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τόπου, καὶ δὲν πρέπει οὐδὲ στιγμὴν νὰ παραγκωνισθῇ. Τί ἤθελε πράξει ἡ Βουλὴ καλουμένη; εἶναι θεωρία τοῦ κόμματος, ὅτι οἱ ἐν ἐνεργείᾳ νόμοι ἐφαρμόζονται, καθόσον κρίνονται χρήσιμοι, καὶ ὁ λογιστικὸς νόμος δὲν ἐφηρμόσθη, διότι ἐκρίθη προτιμότερον νὰ τὸν ἀντικαταστήσῃ ἡ αὐθαίρετος θέλησις τοῦ κ. Τρικούπη. Βλέπετε σύστημα πλῆρες· δὲν ἐφαρμόζουσι τοὺς νόμους, διότι νομίζουν, ὅτι δὲν δίδουν ἐγγυήσεις καὶ ἀποτέλεσμα κατ’ αὐτοὺς καλλίτερον· τοὺς ἀντικαθιστῶσι δι’ αὐθαιρέτου ἐνεργείας. Ὑπάρχει ὁ νόμος καθ’ ὃν δύνασθε νὰ δαπανήσητε μόνον δυνάμει νόμου ἢ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ συμβουλίου καὶ διατάγματος· καλὸς ἢ κακὸς, εἶναι νόμος ἰσχύων, καὶ πρέπει νὰ ἐκτελεσθῇ. Νομίζει ὅμως ὁ κ. Τρικούπης τὸ ἐναντίον· τὸν ἐγκαταλείπει. Ἡ ἐγγύησις τῆς ἀποφάσεως ὅλων τῶν Ὑπουργῶν καὶ τοῦ Βασιλέως εἶναι ἀνεπαρκής· μεθ’ ἁπάσης τῆς ἀδιαφορίας ἀνήρεσε ταῦτα καὶ δὲν ἐφήρμοσε τὸν νόμον· διότι, μᾶς εἶπον, αὐτοὶ ἐνεργοῦντες αὐθαιρέτως ἤθελον ἐξασκήσει καλλίτερον ἔλεγχον. Δὲν σᾶς φαίνεται τὸ σύστημα τῆς νέας Σχολῆς παράδοξον; ἠμφισβήτησαν ἑπομένως εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν δύναμιν νὰ ἐκθέσῃ τὴν γνώμην ἣν ἔχει ἐπὶ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μᾶς λέγουν, καὶ κακῶς ἐὰν ἐπράξαμεν, οὐδὲν δύνασθε νὰ εἴπητε· καταγγείλατέ μας, ἐὰν ἐπταίσαμεν, εἰς τὸ δικαστήριον. Μᾶς ἐρωτῶσι περὶ πράξεως σπουδαίας ἂν ἔγεινε καλῶς ἢ κακῶς, καὶ δὲν δίδουσι τὸ δικαίωμα ν’ ἀποφανθῆτε· δύνασθε μόνον νὰ καταγγείλητε τὴν πρᾶξιν ὡς ἔγκλημα· δὲν ἔχετε δὲ τὸ δικαίωμα νὰ ἐλεεινολογήσητε αὐτοὺς, νὰ θρηνήσετε τὴν Πατρίδα, διότι οὕτω κακῶς ἐκυβερνήθη. Ἔχετε δικαίωμα νὰ καταδιώξετε, ἀλλ’ οὐχὶ νὰ θρηνήσητε τὴν τύχην της, διότι, λέγουσι, μᾶς προσβάλλετε, προσβάλλετε τὴν τιμὴν ἐντίμου μερίδος, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς καὶ σεβόμεθα καὶ τιμῶμεν ὅσον ἀξίζει. Καὶ ἂν, κύριοι, δὲν εἴχομεν παραδείγματα τοιαῦτα καὶ ἐνταῦθα καὶ ἀλλαχοῦ, καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν Γαλλίᾳ λαβόντα χώραν, χωρὶς τόσος νὰ ἐγερθῇ θόρυβος, δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐννοήσω τὸν ἰσχυρισμὸν ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐκφρασθῇ, ὅπως ἔπραξεν εἰς τὸν μακαρίτην Μαυροκορδάτον. Δὲν ἐξετάζω καλῶς ἢ κακῶς· καὶ ὅπως ἔπραξε τὸ Γαλλικὸν κοινοβούλιον κατὰ Broglie· δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διατί πρέπει ἀφεύκτως νὰ κατηγορήσῃ ἡ Βουλή, διότι ἄλλως ὑβρίζει· Θέλετε τὸ ἔθνος νὰ ἐγείρῃ δίκας, νὰ συγκροτῇ εἰδικὰ δικαστήρια, νὰ καταφεύγῃ εἰς τὰ ἔσχατα μέτρα, εἰς τὰ ὁποῖα καταφεύγει ἐν καιρῷ ἐσχάτης ἀνάγκης. Κύριοι, ὁμολογῶ ὅτι ἐλυπήθην εἰς ἄκρον χθὲς ἀκούσας τὸν κ. Λομβάρδον πρώην ὑπουργὸν ἀναμιγνύοντα τόσον ἀτόπως εἰς τὴν ὁμιλίαν του τὸ ὄνομα ἀνευθύνου καὶ ἱεροῦ προσώπου, τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως. Ἤμην συνειθισμένος μέχρι τινὸς νὰ ἀκούω ἐγκαυχήσεις, νὰ ἀκούω ἐπαναλαμβανόμενα; Ὁ χαρακτήρ μας ὁ ἀκλόνητος, ἡ ἀφοσίωσίς μας πρὸς τοὺς νόμους, ἡ ἀφοσίωσίς μας πρὸς τὰ συνταγματικὰ ἔθιμα καὶ δίκαια, ἡ ὑπερηφάνειά μας’ λαμβάνομεν τὴν εὐθύνην ἁπάντων τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ Βασιλέως· ἀλλ’ αἴφνης χθὲς ὁ κ. Λομβάρδος ἠσθάνθη τὴν ἀνάγκην νὰ καλυφθῇ καὶ ἐπικαλεσθῇ ἀνεύθυνον καὶ ἱερὸν πρόσωπον. Πρώτην φορὰν ἴσως εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν συνταγματικῶν τόπων βλέπομεν τοιαύτην ἄτοπον καὶ ἀπρεπῆ ὑπεράσπισιν. Δὲν ἀνήκει βεβαίως εἰς τὸν χαρακτῆρα τοῦ κ. Τρικούπη νὰ ζητῇ τοιαύτην προστασίαν, καὶ βεβαίως οὗτος δὲν ἤθελε καταδεχθῆ εἰς τοιοῦτον ἐπιχείρημα νὰ καταφύγῃ. Ὁ ὑπουργὸς, ὅστις ἀντὶ νὰ προτάττῃ τὸ στῆθός του καὶ νὰ λαμβάνῃ αὐτὸς τὴν εὐθύνην ἐν γένει, ἀντὶ αὐτὸς νὰ καλύπτῃ, ζητεῖ νὰ καλύπτηται, καὶ καταφύγιον ἐπικαλεῖται καὶ προστασίαν ἱερὸν καὶ ἀνεύθυνον πρόσωπον, εἶναι, κύριοι, ἀνάξιος νὰ ἦναι ὑπουργὸς, παραγνωρίζει τὴν σοβαρότητα τῶν καθηκόντων του καὶ τῆς θέσεώς του. Ἀλλὰ μήπως, κύριοι, αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Λομβάρδος πρὸς ὑπεράσπισίν του εἶναι ἆρα ἀληθῆ καὶ πιστά; δὲν ἔκαμε κακὴν χρῆσιν ἱεροῦ ὀνόματος ἐπὶ μὴ ἀληθειῶν στηριζόμενος; Τί σᾶς εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης; ὁ Βασιλεὺς μᾶς παρήγγειλε νὰ μὴ ἐπισπεύσωμεν τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς, διότι δὲν συμφέρει διὰ λόγους οὐσιώδεις· ἀναφέρω ἕνα οὐσιώδη καὶ ἕνα τυπικόν· κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐλάμβανε τὸ ὑπουργεῖον, ὁ Βασιλεὺς ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἔτι εἰς τὴν Εὐρώπην, ἵνα ἐνεργήσῃ. Ἰδοὺ ὁ οὐσιώδης λόγος, καὶ δεύτερον, διότι δὲν ἐπεσκέφθη ἅπαντας τοὺς Βασιλεῖς, ἰδοὺ ὁ τυπικός· εἶναι ταῦτα διεθνεῖς λόγοι; ἂν ὁ Βασιλεὺς ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ παρατείνῃ τὴν διαμονήν του ἐν Εὐρώπῃ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος, εἶναι διεθνὴς λόγος; ὄχι, εἶναι λόγος ἐσωτερικῆς ἀξίας, ὑπηρεσίας πρὸς τὸ ἔθνος· ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἂν προηγουμένως δὲν ἐγνώριζε τὸν λόγον τοῦτον τὸ ὑπουργεῖον καὶ ἂν ὁ Βασιλεὺς προηγουμένως δὲν τοῖς εἶπε, μὴ σπεύδητε. Ἡμεῖς λοιπὸν ἀσεβοῦμεν πρὸς τὸν λόγον τοῦ Βασιλέως ἢ οἱ πρώην ὑπουργοί, οἱ μὴ ὑπακούσαντες καὶ οἱ ἐκβιάσαντες ἐναντίαν ἀπόφασιν; Ἀφοῦ δὲ ἠξεύρατε τοῦτο, διατί ἐβιάσθητε; διὰ νὰ δικαιολογήσητε τὴν σπουδήν σας πρέπει νὰ ὑποδείξητε τὴν ἀνάγκην· ἐὰν δὲν τὴν ἀποδείξητε, ἐπταίσατε. Πιστεύομεν ὅτι ὁ Βασιλεὺς εἶχε λόγους νὰ μείνῃ ἀκόμη ἐν Εὐρώπῃ, ἀλλὰ, κύριοι, τοὺς λόγους αὐτοὺς δὲν τοὺς ἠξεύρει ἡ Βουλή, ἡμεῖς δὲ ἔπρεπε νὰ τοὺς σεβασθῆτε, διότι ἦσαν ὀρθοὶ καὶ εὐλογοφανεῖς. Δὲν ἀρνούμεθα τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων τοῦ Βασιλέως· δὲν ἀμφισβητοῦμεν τοῦτο· παραπονούμεθα μόνον διατί σεῖς ἀπιστοῦντες ἐπιστεύσατε. Βλέπετε ὅτι τὸ παράπονον τοῦ κ. Λομβάρδου εἶναι μὲν εὐφυὲς, ἀλλ’ ἀνάξιον προσοχῆς, ὡς μὴ ἀκριβές· Οἱ ὑπουργοὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἀψηφίσουν τοὺς λόγους καὶ τὰς συμβουλὰς τοῦ Βασιλέως καὶ νὰ ἐπισπεύσουν. Καὶ διατί δὲν ἔπρεπε νὰ καλέσητε τὴν Βουλὴν ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ Βασιλέως; διὰ νὰ ἀπαγγείλῃ λόγον ὁ Βασιλεύς; ἦτο συνετὸν εἰς τοιαύτας περιστάσεις νὰ ἀνοίξῃ ἡ Βουλὴ χωρὶς ν’ ἀπαγγείλῃ λόγον ὁ Βασιλεύς; λέγει ὁ κ. Πετμεζᾶς· εἶναι δυνατὸν, εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης, νὰ ἀνοιχθῇ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ μὴ ἦναι ὁ Βασιλεὺς παρών; τὸ πρῶτον ἔργον τῆς Βουλῆς εἶναι τὰ πολιτικὰ ζητήματα, ἠθέλαμεν ν’ ἀποφύγωμεν πολιτικὰς κρίσεις, ἀπόντος τοῦ Βασιλέως. Ἔπρεπε, κύριοι, νὰ ἔχητε σέβας τι πρὸς τοὺς συναδέλφους σας· ἡμεῖς ἄλλοτε συνεκαλέσαμεν τὴν Βουλὴν, ἀπόντος τοῦ Βασιλέως, διὰ τηλεγραφικοῦ διατάγματος καὶ μᾶς ἐμέμφθησαν διὰ τοῦτο· ἐὰν μᾶς ἐλέγετε, καλοῦντες ἡμᾶς, ὅτι σᾶς συνεκαλέσαμεν διὰ νὰ ἑτοιμάσωμεν τὸ ἔθνος ἐπαρκῶς, αὐτὴ δὲ εἶναι ἡ ἀποστολή σας καὶ ἡ ἰδική μας, ἡμεῖς, κύριοι, οἵτινες ἀπὸ τὸ ἴδιον αἴσθημα ἐμπνεόμεθα, εἰς πᾶσαν θυσίαν ἠθέλομεν ὑποβληθῆ, ὅπως ἕως τώρα, ἠθέλομεν προτρέξει ἡμεῖς, ἠθέλομεν ὠθήσει μάλιστα τὰς θυσίας· καὶ ὅμως ἡ Κυβέρνησις λέγει, δὲν σᾶς ἐκάλεσα, διότι σεῖς ἐλθόντες ἐδῶ, ἠθέλετε φροντίσει περὶ πολιτικῶν ζητημάτων, ποῖος νὰ γίνῃ ὑπουργός κτλ. καὶ τοιαῦτα ποταπὰ αἰσθήματα καὶ πάθη μᾶς ἀποδίδετε; δὲν ἤλπιζόν ποτε ἀπὸ τὸν κάλαμον τοῦ κ. Τρικούπη, τοιαύτη ὕβρις, ὅτι ἤθελε ἀπευθυνθῆ καθ’ ἡμῶν, δὲν νομίζομεν ἑαυτοὺς ἀξίους τῆς μομφῆς, ὅτι ἐνώπιον τῶν μεγάλων συμφερόντων τῆς πατρίδος ἐγὼ καὶ οἱ φίλοι μου ἠθέλομεν ἐνασχοληθῆ εἰς ἐλεεινὰ καὶ ποταπὰ ζητήματα πρὸς βλάβην τῶν μεγάλων συμφερόντων τῆς πατρίδος. Ἔχομεν, κύριοι, δικαίωμα ἀναμφισβήτητον νὰ βεβαιώσωμεν ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Βασιλέως ἐπανέλαβεν, ἔχομεν δικαίωμα νὰ εἴπωμεν, ὅτι τῷ ὄντι ἐγένετο παρανομία, τὴν ὁποίαν ὁ Λόγος ἀναγνωρίζει, μετὰ τοῦτο ἔρχεται ἡ ἐκτίμησις· μένει δὲ τότε εἰς τὴν Βουλὴν, ἐξετάζουσαν τὰ ἐνώπιόν της ἀναπτυχθέντα, νὰ κρίνῃ. Ἂν δὲ ἡ σημείωσις ἐν τῇ ἀπαντήσει, ὅτι ὑπῆρξε παρανομία, θεωρηθῆ προσβλητικὴ, δὲν πταίει ἡ Βουλή· ἀπαντᾷ κατὰ παράγραφον ἢ διὰ νὰ ἀποδείξῃ τὸ ἄπταιστον καὶ ἀναμάρτητον τῶν κυρίων αὐτῶν, ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἀλήθειαν τῶν παρ’ αὐτῶν λεχθέντων ν’ ἀρνηθῇ τὰ πράγματα, νὰ εἴπῃ, ὅτι τὰ γενόμενα εἶναι νόμιμα καὶ καλὰ, καὶ ἐὰν δὲν εἴπῃ τοῦτο, ἔχουν τὸ δικαίωμα οἱ κύριοι ἀντιπολιτευόμενοι νὰ ἐρεθισθῶσι καὶ παραπονεθῶσιν ἐπὶ τοσοῦτον καὶ νὰ καταφύγωσιν εἰς ἔσχατα μέτρα; εἶναι ἡ ἐσχάτη ἀλαζονία καὶ ὑπερηφάνεια, ἡ ὁποία δὲν ἐπιτρέπεται εἰς οὐδένα, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον εἰς ὁμάδα, ἡ ὁποία ὀφείλει νὰ βουλεύηται ἀπαθῶς ὑπὲρ τῆς πατρίδος καὶ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς νὰ χαρακτηρίζῃ ὡς ὕβριν. Κύριοι, εὑρισκόμεθα ἀληθῶς εἰς λίαν δυσκόλους καὶ σοβαρὰς περιστάσεις. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἡ σημερινὴ ἐποχὴ δὲν εἶναι σπουδαιοτέρα τῆς ἐποχῆς τοῦ 21, καὶ ἂν τὰ ἐξαγόμενα τῶν σημερινῶν γεγονότων δὲν εἶναι σπουδαιότερα καὶ σοβαρώτερα ἢ ἄλλοτέ ποτε. Ἡ Εὐρώπη προσεγγίζει ἡμᾶς, ἡ ἑλληνικὴ φυλὴ πρὸς ἡμᾶς ἀτενίζει, εἴμεθα τὸ κέντρον καὶ ἡ κεφαλὴ αὐτῆς· κατὰ πρώτην φορὰν ἀναδέχεται σπουδαίαν καὶ σοβαρὰν πανελλήνιον ἐργασίαν, ἀπὸ τὸ ἐξαγόμενον τῆς ὁποίας ἡ Ἑλλὰς θέλει ἀναφανῆ ὁποία τῷ ὄντι τὴν προώρισεν ὁ Θεὸς νὰ φανῇ. Θέλει, κύριοι, ἀπελπισθῆ ἀπὸ ἡμᾶς ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς, καὶ θέλει μᾶς κηρύξει ἀναξίους νὰ κρατῶμεν τὴν σημαίαν, τὴν ὁποίαν τόσαι ἀγῶνες καὶ τόσαι θυσίαι τῶν πατέρων μας μᾶς ἐνεπιστεύθησαν, ἐὰν φανῶμεν ἀνάξιοι. Ἀπὸ τὴν ὑψηλοτέραν λοιπὸν αὐτὴν περιωπὴν ἂς ἀποβλέψωμεν πρὸς τὸ μέλλον, καὶ ἂς ἀφοσιωθῶμεν ὅλοι εἰς τὴν μεγάλην ὑπηρεσίαν τῆς πατρίδος. Ἡ Βουλὴ, πιστεύω, καὶ ἡμεῖς ἰδίως, εἰς οἱονδήποτε σημεῖον καὶ ἂν εὑρεθῶμεν, εἰς ὅποιον ἑδώλιον καὶ ἂν καθήμεθα, ὑποσχόμεθα, ὅτι δὲν θέλομεν φεισθῆ οὐδενὸς ἀφορῶντος εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν καὶ πραγματοποίησιν τῆς ἐθνικῆς ἰδέας. Αὐτὸ, κύριοι, περιμένομεν καὶ ἀπὸ ὑμᾶς· ἐλπίζομεν ὅτι σᾶς εἶναι ἀδιάφορον, ἂν σήμερον τὰ ἐδώλια ἐκεῖνα κατέχομεν ἡμεῖς, διότι δὲν πρόκειται περὶ τούτων· σήμερον τὰ ἐδώλια ἐκεῖνα ἐπισύρουν βάρος καὶ εὐθύνην εἴπέρ ποτε βαρεῖαν. Ὑπουργεῖον ἑλληνικὸν ἄλλοτε οὐδέποτε ἠσθάνθη τὸ βάρος τοῦτο. Δὲν πιστεύομεν λοιπὸν, ὅτι ὑμεῖς θέλετε μᾶς ἀρνηθῆ τὴν συνδρομήν σας, καθὼς καὶ ἡμεῖς σᾶς ὑποσχόμεθα, ὅταν σεῖς καθήσητε εἰς τὰ ἐδώλια ἐκεῖνα, τὴν ἰδίαν νὰ σᾶς δώσωμεν συνδρομὴν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ μεγαλοποιῆτε τὰ πράγματα. Μὴ προκαλοῦμεν ἐρεθισμοὺς ἀδίκους, ὑπεβάλατε εἰς τὴν ἀνάγκην τὴν Βουλὴν νὰ ἀπαντήσῃ καὶ ἀφοῦ τὴν ὑπεβάλατε εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτὴν ἀπαντᾷ. Ἀληθῶς, δὲν ἔχομεν σκοπὸν οὔτε νὰ σᾶς προσβάλωμεν, οὔτε νὰ σᾶς στιγματίσωμεν, ἐκπληροῖ ἡ Βουλὴ ἁπλῶς τὸ καθῆκόν της. Διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ νὰ δείξητε τὴν αὐτὴν μετριοπάθειαν, καὶ νὰ ἐπισπεύσωμεν τὸ τέλος τῆς συζητήσεως ταύτης, διότι ἔχομεν ἀνάγκην κατεπείγουσαν, σπουδαίαν νὰ διοργανώσωμεν τὸν στρατόν μας· ὁ στρατός μας ταχέως ἴσως θέλει ἐκτεθῆ ὅπου ἡ πατρὶς τὸν διατάξει· πρέπει νὰ ἦναι εἰς τοῦτο ἕτοιμος, πρέπει νὰ ἔχωμεν ἐφωδιασμένον τὸν τόπον, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ σπεύσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, διότι πᾶν ἐμπόδιον καὶ πᾶσα δυσκολία θέλει ἐπιβαρύνει ἀνεξαιρέτως ὅλους ἡμᾶς, καὶ ἡ μομφὴ διὰ τὰς δυστυχίας καὶ τὰς συμφορὰς θέλει καλύψει τὰς κεφαλὰς ὅλων ἡμῶν.
§14Π. ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, δὲν ἤθελον ἐκλέξει βεβαίως νὰ λάβω τὸν λόγον εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα, ἐὰν ἡ σειρὰ τῆς ἐγγραφῆς δὲν μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα. Ἐννοῶ τὸ δεινὸν ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀναδέχομαι, καὶ αἰσθάνομαι τὴν ἀδυναμίαν μου, διότι ὁμολογῶ, ὅτι τὰ πλεῖστα ἐφάνησαν εἰς ἐμὲ σφιγγὸς ἀκατάληπτοι γρίφοι, ἀντιθέσεις ἐννοιῶν, ἰδέαι ἀντικρουόμεναι, καὶ ἐκ τούτων ἄλλο δὲν ἐσχημάτισα πόρισμα, εἰμὴ, ὅτι ἡ ἀσθένεια κεῖται ἐν ἐμοί! Βεβαίως ὁ δεινὸς πολιτικὸς, ὅστις κατέβη πρὸ ἐμοῦ τοῦ βήματος, πολλάκις ἔδειξε τὴν βαθεῖαν διάνοιάν του, καὶ ἐὰν ἐγὼ εὑρῆκα ἀντιφάσεις, αὐτὸ βεβαίως προέρχεται, διότι μακρὸν χρόνον δὲν ἔχω τὴν ἕξιν νὰ παρακολουθῶ λόγους πολιτικούς. Οὕτω δὲν ἠδυνήθην ἀμέσως νὰ ἐννοήσω τὸ συνταγματικὸν ἐκεῖνο ἀπόφθεγμα, τὴν συνταγματικὴν ἐκείνην ὁμολογίαν, ὅτι ἀρέσκεται εἰς τὴν ὕπαρξιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἐπιθυμεῖ, θεωρεῖ ἀναγκαίαν τὴν ἀντιπολίτευσιν, μάλιστα διότι εἶνε ἀντιπολίτευσις στεῖρα. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, καὶ ὁ δεσποτικώτερος τῶν ἀνθρώπων δὲν εὐχαριστεῖται, ἔχων στεῖραν ἀντιπολίτευσιν ἀπέναντι αὐτοῦ; Στεῖραν ἀντιπολίτευσιν μᾶς προσφέρουν καὶ αὐτὰ τὰ ἐδώλια, στεῖραν ἀντιπολίτευσιν ἔχομεν ἐδῶ οἱ ἀγορεύοντες αὐτὰς τὰς στήλας, αἱ ὁποῖαι διακόπτουν τὴν φωνήν. Δὲν θέλω νὰ εἴπω εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν, ὅτι ἡ γλῶσσα ἁμαρτάνουσα τ’ ἀληθῆ λέγει· ὄχι, διότι ἔχω πεῖραν τοῦ κ. Κουμουνδούρου, γνωρίζω, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἶναι λάτρης τῶν συνταγματικῶν ἀρχῶν, ὅτι πάντοτε ὑπὲρ αὐτῶν εἰργάσθη, οὐδέποτε τὰς ἀπηρνήθη, ἄλλο ἐνόησε νὰ εἴπῃ ἴσως. Δὲν ἐνόησε βεβαίως, ὅτι ἀρέσκει εἰς αὐτὸν ἡ πολιτικὴ πάλη, ὅταν ἔχῃ ἀπέναντι αὑτοῦ ἄμαχον καὶ ἀνίκανον ἀντίπαλον· κατὰ τοσοῦτον καταβιβάζεται τότε ἡ ἀξία τοῦ παλαιστοῦ. Ἀντιπολίτευσις συνταγματικὴ διὰ τὸν πολιτευόμενον ἔχει σημασίαν, ὅταν ἦναι νοήμων, ἰσχυρὰ, ὅταν ἔχῃ μέσα ἰσχυρὰ, ἐνεργητικὰ, δραστήρια· τότε φαίνεται ἡ ὑπεροχή, εἰ δὲ μὴ τί ἀξίαν ἔχει ὑπεροχὴ ἀπέναντι ἀντιπολιτεύσεως στείρας, ἀγόνου, ἀνικάνου νὰ δημιουργήσῃ τι; Ποία εἶναι ἡ ἀξία αὐτῆς τῆς ὑπεροχῆς του; Ὄχι, τοιαύτην ἀντιπολίτευσιν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιθυμῇ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, οὔτε ἐννοεῖ νὰ τὴν καταστήσῃ τοιαύτην· διότι ἀμέσως κατεβίβασε τὴν ἰδίαν αὑτοῦ ἀξίαν. Καὶ εἶναι τῷ ὄντι αὐτὴ ἡ ἀντιπολίτευσις στεῖρα; Δὲν ἔρχομαι νὰ τὸ ἐξετάσω· ἔρχομαι ὅμως νὰ ἐξετάσω ἄλλας συνταγματικὰς ἰδέας, ἐκτεθείσας ἐνταῦθα, καὶ πρὸ πάντων ἐκείνην, ἐὰν ἦναι ὁ ἁρμόδιος τύπος τοιαύτης ἐκφράσεως, ὁποία ὑπάρχει ἐν τῇ ἀπαντήσει, ν’ ἀπευθύνεται ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν μειονοψηφίαν, ὅπως ἐκφέρῃ κρίσεις περὶ αὐτῆς καὶ περὶ τῶν πράξεων τῆς κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν; Ὁ ἔντιμος προλαλήσας εὗρε κατάλληλον τὴν ὥραν καὶ πρόσφορον τὴν περίστασιν, τὸ ἐξέφερε δὲ ὡς αὐτονόητον ἀπόφθεγμα, καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐξετάσω, ἐὰν συμβιβάζηται μετὰ τῶν πολιτικῶν ἀρχῶν, ἐὰν συμβιβάζηται μὲ τὰ συνταγματικὰ ἔθιμα, μὲ τὸ πνεῦμα τῆς συνταγματικῆς πολιτείας. Τί εἶναι ὁ βασιλικὸς λόγος; Τί εἶναι ἡ ἀπάντησις τῆς Βουλῆς; Τί ἄλλο εἶναι ὁ βασιλικὸς λόγος, εἰμὴ ἔκθεσις τῶν ἰδεῶν τοῦ ὑπουργείου, τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις παρίσταται ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλίου, ὅπως ὑποστηρίξῃ ὡρισμένας ἰδέας, ὡρισμένα σχέδια, ὡρισμένην πολιτικήν; Διὸ προαγγέλλει τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα μέλλει νὰ εἰσάξῃ καὶ χαράσσει τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν μέλλει ν’ ἀκολουθήσῃ, ἔρχεται δὲ νὰ ζητήσῃ τὴν ὑποστήριξιν τῆς Βουλῆς. Ἐνῷ περιέχει ὁ βασιλικὸς λόγος τὸ ὑπουργικὸν πρόγραμμα, ἐμφαίνει συγχρόνως καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ ἡγεμόνος πρὸς τὸ ὑπουργεῖον, οὗ παραδέχεται τὸ πρόγραμμα, ὅπως ἐπιδοκιμασθῇ καὶ διὰ τῆς Βουλῆς. Τοιαύτη νομίζω, ὅτι εἶναι συνταγματικῶς ἡ σημασία τοῦ βασιλικοῦ λόγου. Ποία εἶναι τώρα ἡ σημασία τῆς ἀπαντήσεως; Τί ἄλλο εἶναι ἡ ἀπάντησις, εἰμὴ ἡ ἐξήγησις τῆς Βουλῆς περὶ αὐτοῦ τοῦ προγράμματος, περὶ αὐτῶν τῶν σχεδίων, περὶ αὐτῶν τῶν πολιτικῶν ἰδεῶν; Ὑποστηρίζει αὐτὴν τὴν πορείαν; Μέλλει νὰ δεχθῇ τοιαύτην διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων; Καὶ δι’ αὐτῆς τῆς ἀπαντήσεως ἡ Βουλὴ τί πράττει; Συνάπτει συνάλλαγμα μετὰ τοῦ ἡγεμόνος· συνάπτει τὸ συνάλλαγμα, τὸ ὁποῖον ἐμφαίνει τὴν ἀμοιβαίαν ἐμπιστοσύνην. Ὁ ἡγεμὼν ἐμπιστεύεται εἰς τὸ ὑπουργεῖόν του τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους, τοὺς ἐμφαινομένους ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ, καὶ τὸ Κοινοβούλιον μετὰ τὴν ἐξήγησιν τῶν λόγων, μετὰ τὴν συζήτησιν περὶ αὐτῶν, μετὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔλαβε περὶ παντὸς ὅ,τι ἀναγγέλλεται, ἐκφράζει διὰ τῆς ἀπαντήσεως, ὅτι ἀποδέχεται τοιαύτην πορείαν, ἣν ὑπόσχεται νὰ ὑποστηρίξῃ. Αὐτὴ εἶναι ἡ σχέσις μεταξὺ βασιλικοῦ λόγου καὶ ἀπαντήσεως. Ὑποτίθεται λοιπὸν, ὅτι ἡ ἀπάντησις ἀπευθύνεται πρὸς τὸν ἡγεμόνα, ὅπως καταδείξῃ εἰς αὐτὸν τὴν ὑποστήριξιν, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ ἡγεμὼν ζητεῖ καὶ ἡ Βουλὴ ὑπόσχεται, ὅτι θὰ δώσῃ, ὅταν τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο ὑφιστάμενον ἀκολουθῇ πιστῶς τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον προανήγγειλεν. Ἰδοὺ τὸ συνάλλαγμα καὶ ἡ κατόπιν ἐξηγήσεων συνταγματικὴ ὁμοφωνία, ἡ ἐμφαίνουσα τὴν ἀμοιβαίαν ἐμπιστοσύνην καὶ τοῦ βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς, τῆς ἀντιπροσωπευούσης τὸ ἔθνος, πρὸς τοὺς διέποντας τὰ κοινά. Καὶ βασιλεὺς καὶ ἔθνος ἐμπιστεύονται εἰς αὐτὰ τὰ πρόσωπα καὶ παρέχουν τὴν ἠθικὴν δύναμιν, διότι γνωρίζουν ἐπὶ ποίων βάσεων, ἐπὶ ποίων ἀρχῶν, καὶ πρὸς ἐπιδίωξιν ποίων σκοπῶν τὸ ὑπουργεῖον ἐργάζεται. Ὑποθέσατε ἐν τῇ ἀπαντήσει, ὅτι παρενείρεται ὅ,τι δήποτε ἐναντίον εἰς τὰ λεγόμενα ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ. Τί ἕπεται; ὅτι ὁ βασιλεὺς δυοῖν θάτερον πρέπει νὰ πράξῃ, ἢ πρέπει νὰ ἀποπέμψῃ τὸ ὑπουργεῖόν του, ἢ πρέπει νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν. Αὐτὴ εἶναι ἡ συνταγματικὴ συνέπεια. Ἡ ἀπάντησις λοιπὸν ἀπευθύνεται πάντοτε πρὸς τὸν βασιλέα, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ καταδείξῃ ἡ Βουλή, ἐὰν ὑποστηρίζῃ, ἢ ἐὰν δὲν ὑποστηρίζῃ τὸ ὑπουργεῖον· καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ καταρτισθῇ τὸ συνάλλαγμα πλῆρες, μετὰ ἐξήγησιν εἰλικρινῆ, πασιδήλως, ἐνώπιον τοῦ ἔθνους. Ἔχει ἄλλο τι ν’ ἀπευθύνῃ ἡ Βουλὴ πρὸς τὸν βασιλέα διὰ τῆς ἀπαντήσεώς της; Ἐὰν ἐκεῖνο τὸ ὑπουργεῖον, ὅπερ συνέταξεν, ὅπως συνέβη ἐπὶ τοῦ προκειμένου, τὸν βασιλικὸν λόγον, δὲν ὑπάρχῃ, ποίαν ἔννοιαν ἔχει πᾶσα ἀπάντησις, μὴ ἀπευθυνομένη πρὸς τὸ ὑφιστάμενον ὑπουργεῖον, ἀλλὰ πρὸς τὸ παρῳχημένον; Δὲν ἀπευθύνεται πλέον πρὸς τὸν βασιλέα, ἀλλ’ ἀπευθύνεται εἰς τοὺς παρελθόντας, εἰς τοὺς πεπτωκότας ὑπουργούς. Λοιπὸν εἶναι διττὴ ἡ ἀπάντησις, ἡ μὲν πρὸς τὸν βασιλέα, ἡ δὲ πρὸς τὸ μὴ ὑφιστάμενον ὑπουργεῖον. Εἶναι δύο ἀπαντήσεις συνηνωμέναι ἐν τῇ αὐτῇ πράξει καὶ ἀπευθυνόμεναι καὶ αἱ δύο πρὸς τὸν βασιλέα, ἡ μὲν σκοπίμως, ἡ δὲ ἀνωφελῶς. Πρὸς ποῖον σκοπὸν ἡ ἀπάντησις ἡ ἀναφερομένη εἰς παρελθὸν ὑπουργεῖον, μὴ ἐργαζόμενον πλέον παρὰ τῷ βασιλεῖ; Ἀπευθύνεται τάχα ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὥστε ὁ βασιλεὺς νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς παρελθόντας ὑπουργοὺς, ἰδοὺ τί φρονεῖ περὶ τῶν ἰδεῶν σας ἡ Βουλή, καὶ ἀνατίθεται τάχα νὰ διαβιβάσῃ, οὕτως εἰπεῖν, ὁ βασιλεύς, ὡς διαγγελεὺς τῶν βουλευμάτων τῆς Βουλῆς, ταῦτα πρὸς τὸ ἀπελθὸν ὑπουργεῖον; Δικαίως θέλει εἴπει ὁ βασιλεὺς, μοὶ λέγετε τοῦτο ἢ ἐκεῖνο. Δὲν ἐξετάζω τώρα τὸ κείμενον, δὲν ἐξετάζω τὰς δύο παραγράφους, αἱ ὁποῖαι κυρίως ἀποτελοῦν τὸ θέμα τῆς συζητήσεως, τὴν πέμπτην καὶ τὴν ἕκτην, ἀφίνω κατὰ μέρος τὴν ἔννοιαν αὐτῶν, εἴτε ὀρθὴ εἶναι, εἴτε δικαία. Πρὸς στιγμὴν ἀναβάλλω νὰ ἐξετάσω καὶ μόνον παρατηρῶ, ἐὰν αὐταὶ αἱ παράγραφοι ἀναφέρωνται εἰς τὸ νῦν ὑπουργεῖον, ἢ ἂν ἀναφέρωνται εἰς παρῳχημένον, ἐὰν ἔχουν οἱ λόγοι ἔννοιαν, ἀπαγγελλόμενοι πρὸς τὸν βασιλέα. Τί θὰ εἴπῃ ὁ ἡγεμὼν ἀκούων ἀπάντησιν, ἥτις δὲν ἀπευθύνεται εἰς τὸ ὑφιστάμενον ὑπουργεῖον; Τί ἄλλο θὰ εἴπῃ παρὰ παραγγέλλετε εἰς ἐμὲ, ἐγὼ νὰ διαβιβάσω εἰς τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει, αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε· διατί τὰ ἀπευθύνετε εἰς ἐμὲ, διατί τὰ ἀπευθύνετε εἰς τὸν ἡγεμόνα; ὅ,τι ἔχετε νὰ εἴπητε εἰς τοὺς πεπτωκότας ὑπουργοὺς, ἀπευθυνθῆτε πρὸς αὐτοὺς οἱ ἴδιοι αὐτοπροσώπως· μὴ μεταχειρίζεσθε τὸν βασιλέα ὡς διαγγελέα, διὰ νὰ τὰ μεταβιβάσῃ. Ὑποθέσατε, ὅτι δὲν εἶναι προφορικὴ ἡ ἀπάντησις, ἀλλ’ εἶναι ἔγγραφος· εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς νὰ ἐγκλείετε ἐν τῷ αὐτῷ ἐγγράφῳ ἀπάντησιν διὰ τὸ παρελθὸν ὑπουργεῖον, λέγοντες εἰς τὸν βασιλέα «Παρακαλοῦμεν νὰ διαβιβάσητε τὸ ἐσώκλειστον» (ἱλαρότης). Καὶ θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει βεβαίως νὰ σᾶς εἴπω τί ἤκουσα περὶ αὐτῆς τῆς ἀπαντήσεως λεγόμενον παρὰ ξένων, ὅτι c'est une adresse sans adresse· διότι δὲν φαίνεται πρὸς ποῖον ἀπευθύνεται.
§15Ι. ΔΟΥΜΑΣ. Propos de salon.
§16ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Mais à propos. Ἀλλὰ γνωρίζω, ὅτι ἔγεινε χρῆσις αὐτοῦ τοῦ μεγάλου ἐπιχειρήματος, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἀγνοεῖ βεβαίως, ὅτι ἐπῆλθε μεταβολὴ ὑπουργικὴ, ἀλλ’ εὑρίσκει αὐτὸ τὸ κείμενον καὶ ἀκολουθεῖ αὐτὸ κατὰ παράγραφον. Καὶ τάχα εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Βουλὴ, δουλικῶς ἀκολουθοῦσα κατὰ παράγραφον καὶ κατὰ πόδας τὸν βασιλικὸν λόγον, νὰ ἐπαναλάβῃ τὰ αὐτὰ ἢ νὰ ἐκφράσῃ τὰ ἀντίθετα; Δὲν εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἀποδίδει ἔννοιαν εἰς τοὺς λόγους της καὶ εἰς τὰ ἔγγραφά της καὶ εἰς τὰς πράξεις της, νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν αἱ λέξεις προσαρμόζωνται εἰς τὴν ὡρισμένην περίστασιν· δὲν θέλει προσαρμόσει ἑπομένως, ὅταν ἔλθῃ εἰς τοιαύτην παράγραφον, οἷα δήποτε καὶ ἂν ἦναι, τὴν ἔννοιαν ἀναλόγως πρὸς τὰ γενόμενα, πρὸς τὰ συμβάντα, πρὸς τὰς μεταβολάς, αἵτινες ἐπῆλθον; Ἀλλ’ εἶπον, ὑπάρχει ἓν γεγονός, ἡ Βουλὴ οὐδὲν ἄλλο πράττει ἐν αὐτῇ τῇ ἀπαντήσει ἐν παραγράφῳ 5ῃ καὶ 6ῃ, εἰμὴ βεβαιώνει αὐτὸ τὸ γεγονός. Μὲ ἀπορίαν μου ἤκουσα τοῦτο· ἐνόμιζον, ὅτι τὰ γεγονότα βεβαιοῦσιν οἱ συμβολαιογράφοι, καὶ ἐνδέχεται τῷ ὄντι ὁ τρόπος τῆς συντάξεως νὰ μετέχῃ καὶ τοῦ ὕφους τοῦ συμβολαιογράφου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἔργον συμβολαιογράφου, τὸ ὁποῖον πράττει ἡ Βουλὴ, καὶ οὔτε ὑπάρχει ἐν τῷ κειμένῳ ἡ βεβαίωσις ἁπλοῦ καὶ ξηροῦ γεγονότος, διότι ἡ βεβαίωσις γεγονότος γίνεται, ὅταν περιορίζηται εἰς αὐτὸ τοῦτο ὁ λόγος· ἀλλ’ αἱ κρίσεις περὶ τοῦ γεγονότος, ἡ ἐπιείκεια κτλ., δὲν εἶναι βεβαίωσις. Ἡ κρίσις περὶ παρανομιῶν εἶναι βεβαίωσις γεγονότος; Βεβαίωσις γεγονότος εἶναι, ὅταν εἴπητε, τὴν δεῖνα τοῦ μηνὸς ἐξεδόθη τὸ διάταγμα περὶ ἐπιστρατεύσεως καὶ περὶ ἀμέσου συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς. Αὐτὸ εἶναι τὸ γεγονὸς, μάλιστα, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ βεβαίωσίς του, ἀλλ’ ἡ κρίσις, ἣν ἐκφέρετε, δὲν εἶναι βεβαίωσις γεγονότος, ἀλλ’ ὁ χαρακτηρισμὸς αὐτοῦ. Λοιπὸν μὴ συγχέωμεν τὰ γεγονότα καὶ τὰς κρίσεις. Ἐνταῦθα ἐκφράζετε κρίσιν πρὸς τὸν βασιλέα, ὅπως ὁ βασιλεύς, οὕτως εἰπεῖν, ἐκ τῆς κρίσεως ταύτης συνετισθῇ, διότι τὸ ὑπουργεῖον δὲν ὑπάρχει, διὰ νὰ συνετισθῇ αὐτὸ τοῦτο. Διὰ τῆς ἀπαντήσεως προτίθεσθε νὰ συνετίσητε τὸ ὑπουργεῖον, ἂν ὑφίστατο, καὶ βεβαίως ἔμελλε νὰ συνετισθῇ καὶ ἔμελλεν ὁ βασιλεὺς νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ἔχει περὶ ἑαυτὸν ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖ ὁδὸν ὀλεθρίαν, ἀντεθνικὴν, μὴ ὑποστηριζομένην ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ τώρα ποίαν χρῆσιν θὰ κάμῃ ὁ ἡγεμὼν αὐτῶν τῶν κρίσεων, ἐὰν ὑπάρχῃ λογικὴ σχέσις μεταξὺ ἡγεμόνος καὶ Βουλῆς; Ἰδοὺ ἔρχεσθε ἀποτείνοντες τὸν λόγον καὶ ἀπαγγέλλετε πρὸς τὸν βασιλέα λέξεις, φράσεις νοήματα, ἐννοίας. Δὲν θὰ ἐρωτήσῃ ὁ ἡγεμών: πρὸς τί ἀπευθύνεσθε πρὸς ἐμὲ καταδεικνύοντες τὴν δεῖνα ἢ τὴν δεῖνα παρανομίαν; Ποίαν χρῆσιν θέλω κάμει αὐτῶν τῶν ἀποφάνσεων; Καὶ ἔτι μᾶλλον θέλετε εὑρεθῆ σεῖς εἰς μεγάλην ἀμηχανίαν· διότι θέλει σᾶς εἴπει: μοὶ λέγετε περὶ παρανομιῶν, περὶ πράξεων, αἱ ὁποῖαι παρεβίασαν τὸ σύνταγμα, ἐξηγήσατέ μοι, πῶς ἔγειναν αὐτά, ποία εἶναι ἡ ἔννοια αὐτῶν τῶν νόμων, ἡ ἔννοια αὐτῶν τῶν συνταγματικῶν παραβάσεων; Καὶ ἂν σᾶς ἐρωτήσῃ, τί δύνασθε νὰ εἴπητε; ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ ἀνεπτύχθησαν διάφοροι θεωρίαι. Ἀνεπτύχθη ἡ θεωρία τῆς ἀκυρότητος ἑνὸς νόμου, ἡ ἀκυρωτικὴ θεωρία, ὅτι τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως ἐξεδόθη ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς νόμου, ὅστις εἶναι ἄκυρος, ἢ ὡρισμένως, ὅτι εἶναι ἄκυρος ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 15, διότι εἶναι ἀντισυνταγματική. Ὅταν πρὸς τὸν Βασιλέα ἀπευθυνόμενοι λέγετε, ὅτι παρεβιάσθη τὸ Σύνταγμα, δὲν εἶναι πρᾶγμα, ἀδιάφορον, διότι, προκειμένου περὶ Συντάγματος, δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος· τὸ Σύνταγμα εἶναι τὸ θεμελιῶδες συνάλλαγμα, τὸ συνδέον τὸν ἡγεμόνα μετὰ τοῦ ἔθνους. Ἐὰν λοιπὸν διεσχίσθη τὸ συνάλλαγμα, ἐὰν διεῤῥήχθη, πρέπει νὰ τὸ συῤῥάψωμεν, διὰ νὰ μὴ προχωρήσῃ τὸ ῥῆγμα.
§17Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε πρόεδρε.
§18ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Λοιπὸν ἡ μία τῶν θεωριῶν εἶναι, ὅτι διεῤῥάγη τὸ Σύνταγμα, διότι ἔγεινε χρῆσις νόμου ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς, κυρωθέντος ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα συνταγματικῶς ἀκύρου. Δὲν εἶναι ἡ μόνη θεωρία. Ἀλλὰ, θέλετε εἴπει, ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι θεωρίαι, διὸ δύναται νὰ μὴ ταράττηται. Τὸ Σύνταγμα ἴσως δὲν παρεβιάσθη, ἀλλ’ ὁ νόμος κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν. Εἶναι ἡ θεωρία, ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπηται μὲ μίαν λέξιν νὰ τὴν κατονομάσω, — τῆς ἀναβλητικῆς αἱρέσεως· διότι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διατάξῃ τὴν ἐπιστρατείαν διὰ διατάγματος, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἀναβλητικὴν αἵρεσιν, ὅταν ἔλθῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἐγκρίνῃ. Τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατείας εἶναι μόνον ἡ ἀγγελία τῆς ἐπιστρατείας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἑτέρα θεωρία. Οὕτω δύνασθε νὰ μετριάσητε τὴν ἐντύπωσιν τοῦ λόγου, ὅτι παρεβιάσθη τὸ Σύνταγμα, λέγοντες, ὅτι ὑπάρχει ἄλλη θεωρία ἡ τῆς ἀναβλητικῆς αἱρέσεως, ἐὰν ἐπιτρέπηται, οὕτω πως νὰ τὴν ὀνομάσω, ἡ τοῦ κ. Ῥοντήρη. Ὑπάρχει ἐν τούτοις καὶ τρίτη θεωρία ὑποστηριχθεῖσα παρὰ τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Κραναίας, ἐὰν δὲν λανθάνωμαι, ἡ τοῦ κατεπείγοντος, δὲν δύναμαι νὰ τὴν χαρακτηρίσω συντομώτερον, ὅτι μάλιστα ἐπιτρέπεται ἡ ἐπιστρατεία διὰ διατάγματος, δι’ οὗ συνάμα συγκαλεῖται ἡ Βουλὴ, ὡς ἐγένετο, ἀλλὰ πρέπει κατεπειγόντως νὰ φθάσῃ ἡ Βουλὴ, καὶ νὰ φθάσῃ ὅσον οἷόν τε τάχιον· ἀλλ’ ἀγνοεῖται τὸ ποσὸν τῆς προθεσμίας. Ἀλλὰ δὲν θέλετε εἶσθε εἰς κατάστασιν νὰ δώσητε τὴν ἐξήγησιν, ἐντὸς πόσου χρόνου πρέπει νὰ συνέλθῃ ἡ Βουλή. Καὶ πάλιν ἀφοῦ ἐξηγήσητε ὅλας αὐτὰς τὰς θεωρίας καὶ δι’ αὐτῶν τῶν θεωριῶν δικαιολογήσητε αὐτὰς τὰς βαρείας φράσεις καὶ καθησυχάσητε οὕτως εἰπεῖν τὴν δικαίαν ἀνησυχίαν, τὴν ὁποίαν προξενοῦν τοιοῦτοι λόγοι, δὲν θέλετε ἀφήσει ἄλλην ἐντύπωσιν πρὸς τὴν σύγχυσιν εἰς τὸν νοῦν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος θέλει ἀκούσει, διότι ἐπὶ τέλους δὲν θέλει γνωρίζει τί τούτων νὰ ἐκλέξῃ. Τί νὰ διαβιβάσῃ λοιπὸν πρὸς τὸ παρελθὸν ὑπουργεῖον; τὴν ἀκυρωτικὴν θεωρίαν, τὴν θεωρίαν τῆς ἀναβλητικῆς αἱρέσεως, ἢ τὴν θεωρίαν τοῦ κατεπείγοντος; Εἰς τοῦτο πρέπει νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχὴν, ἐὰν θελήσωμεν νὰ δεχθῶμεν, ὅτι ὑπῆρξεν ἀτόπημά τι οἱονδήποτε καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνάγκην νὰ βεβαιωθῇ ἐντόνως, πανηγυρικῶς, εἰς λόγον ἀπευθυνόμενον πρὸς τὸν Βασιλέα, ἂν ἐννοῶμεν ὑπόμνησιν πρὸς τὸν ἡγεμόνα, ὅτι οἱ σύμβουλοι, τοὺς ὁποίους εἶχε μέχρι τοῦδε, ἐνέπεσαν εἰς λάθος, σκοπὸς δὲ τῆς ὑπομνήσεως ὅτι εἶναι, διὰ νὰ γείνῃ προσεκτικὸς, ὥστε τοιαῦτα λάθη νὰ μὴ ἐπαναλαμβάνωνται. Ποῖον λάθος; Τὸ λάθος τῆς ἀκυρώσεως, τὸ λάθος τῆς μὴ ἀναβολῆς ἢ τὸ λάθος τοῦ μὴ κατεπείγοντος; Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἐξ ὅλων ἀποδεικνύεται, ὅτι ἀκαταλλήλως, ὅτι ἀσκόπως, ὅτι μὴ ἐννοοῦντες καλῶς τί εἶναι ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ζητοῦμεν νὰ εἰσάξωμεν ἐν αὐτῇ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἁρμόζουν ἐν αὐτῷ. Ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι δὲν παραδέχεσθε τὴν γνώμην μου, τὴν νομίζετε ἐσφαλμένην, καὶ ἐνδέχεται νὰ ἦναι ἐσφαλμένη· ἤκουσα μάλιστα, ὅτι πρόκειται ταχέως καὶ ν’ ἀνασκευασθῇ, καὶ ὁ ῥήτωρ ἑτοιμάζεται. Μάλιστα, δύναται ν’ ἀποταθῇ εἰς τὸν ἡγεμόνα τοιοῦτος λόγος καὶ τοιοῦτον κείμενον, καὶ ἰδοὺ ὑπάρχουσι καὶ παραδείγματα, τὸ τοῦ 1841, τὸ ὁποῖον ἐπανέλαβεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος· ἀλλ’ ἐλησμόνησεν, ὅτι προέρχεται ἀπὸ μίαν Βουλὴν, ἡ ὁποία ἐτέλεσεν ἐλεεινὰ ὄργια ἐν ταῖς ἐξελέγξεσι τῶν ἐκλογῶν, καὶ τούτων τῶν ὀργίων ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν ἡ ἀπάντησις· πρόσθετον δὲ παράδειγμα ἀναφέρεται τὸ τοῦ νεωτέρου Broglie, τὸ ὁποῖον μοὶ εἶναι ἀκατάληπτον καὶ δὲν ἐννοῶ πόθεν τὸ ἐπικαλεῖται διὰ τοιοῦτον γεγονὸς, διότι δὲν ὑπάρχει βασιλεὺς, δὲν ὑπάρχει ἡγεμὼν, δὲν γίνεται ἀπάντησις, ἀλλ’ ἐζητήθη ν’ ἀπαγγελθῇ κατηγορία καὶ ἐπιληφθῇ ἡ ἀνάκρισις· δὲν ἐνθυμοῦμαι τώρα τὰ καθέκαστα καὶ τοὺς λόγους.
§19ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.) Ἐμέμφθη ὅμως.
§20ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Θὰ εἴπω καὶ περὶ τῆς μομφῆς κατόπιν ἐδῶ ὅμως ἐξετάζω μόνον, ἐὰν ἦναι ὁ κατάλληλος τόπος ἐντὸς τῆς ἀπαντήσεως πρὸς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, νὰ γίνηται λόγος περὶ μομφῆς. Λοιπὸν, λέγω, πράττετε τὸ ἑξῆς ἀτόπημα, μὴ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πρόκειται περὶ ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον καὶ ὄχι περὶ ἀποδοκιμασίας, διότι σήμερον ἐκφράζει ἡ Βουλὴ τὴν πολιτικὴν γνώμην της, τὴν ὁποίαν δέχεται νὰ ὑποστηρίξῃ ἀπέναντι τοῦ νέου Ὑπουργείου, καὶ τοιουτοτρόπως γίνεται ἐξήγησις μεταξὺ Ἡγεμόνος καὶ Βουλῆς, ποία εἶναι ἡ πορεία, τὴν ὁποίαν ὀφείλει ν’ ἀκολουθήσῃ ἡ Κυβέρνησις. Ὅταν παρεντίθενται ἀλλότρια τῆς τοιαύτης ἐκφράσεως τῆς Βουλῆς, ταῦτα οὐδεμίαν ἀξίαν ἔχουσι, διότι οὐδένα ἔχουσι σκοπὸν, οὐδὲ δύνανται νὰ μεταδώσωσιν εἰς τὸν Βασιλέα τὰς ἰδέας περὶ τῶν σχέσεων μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι, σεῖς πράττετε ὅλως τὸ ἐναντίον ἐκείνου τὸ ὁποῖον θέλετε, διότι, ἐνῶ νομίζετε, ὅτι διὰ τῶν φράσεων τούτων πρόκειται νὰ προσάψητε μομφὴν, καὶ θέλετε νὰ τὴν ἐκφράσητε μὲ τρόπον, ὥστε νὰ ἔχῃ ἠθικὰς συνεπείας καὶ ἴσως καὶ περισσότερον, πράττετε ὅλως τὸ ἐναντίον. Μοὶ φαίνεται ὅτι τὸ ἐναντίον πράττετε, ἤτοι πράττετε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν θέλετε, δηλ. ἀποδίδετε τιμὴν εἰς τὸν κ. Τρικούπην καὶ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν δὲν σκοπεῖτε ν’ ἀποδώσητε· πολὺ ἀμφιβάλλω, ὅτι ἠθέλατε ν’ ἀποδώσητε ἐξαίρετον τιμὴν, ἴσως ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐξ ἁβροφροσύνης πρὸς ἰσότιμον, ἀλλ’ ὑμεῖς βεβαίως ὄχι. Καὶ διατί, κύριοι; διότι ἡ Βουλὴ ἀπευθύνει λόγον εἰς τὸν κ. Τρικούπην, ὡς νὰ ἦναι ὁ κ. Τρικούπης Ἡγεμών· μήπως πράττετε τοῦτο, διότι διεχειρίσθη ὁ κ. Τρικούπης ἡγεμονικὰ δικαιώματα (ἱλαρότης), καὶ ἀφοῦ παρῆλθεν ἡ διαχείρισις τῆς Ἡγεμονικῆς ἐξουσίας, σεῖς ἐξακολουθεῖτε νὰ τὸν θεωρῆτε ὡς Ἡγεμόνα; αὐτὸ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα προφανῶς τῆς τοιαύτης πράξεως. Ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω καὶ τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου, ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ σπεύσῃ, φαίνεται, ὅτι ἐπιδοκιμάζει τὰ γενόμενα, ἐγκρίνει τὴν παραβίασιν, τὴν ὁποίαν ἀποκρούει, φοβεῖται τουτέστι τὸ λεγόμενον «chi tace conferma.» Εἶπεν, ὁ Βασιλικὸς Λόγος, ὅτι ὅπως ἐγένετο ἡ ἐπιστρατεία, εἶχεν ἀνάγκην τῆς ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς τὸ περὶ αὐτῆς διάταγμα, ὅτι δὲν ἐτελέσθησαν οἱ τύποι εἰς τὴν ἔκδοσιν ἐνταλμάτων, ἄρα, ἐὰν σιωπήσῃ ἡ Βουλὴ καθιεροῖ σύστημα ὀλέθριον, καταστρεπτικόν. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ προφυλάξῃ ἑαυτὴν διὰ τὸ μέλλον, καὶ τὴν πολιτείαν, διὰ νὰ μὴ ἐπαναληφθοῦν τοιαῦται πράξεις. Καὶ ἐὰν πρέπῃ τῷ ὄντι νὰ προφυλάξῃ ἡ Βουλὴ τὴν πολιτείαν, διὰ νὰ μὴ συμβῇ τοῦτο καὶ εἰς τὸ μέλλον διὰ τοῦτο πρέπει ν’ ἀλλοιώσητε τὸν Βασιλικὸν Λόγον δι’ ἐκφράσεων ἀνοικείων; Ὅταν ἡ Βουλὴ θέλῃ ν’ ἀποδοκιμάσῃ τὴν πολιτείαν τοῦ κ. Τρικούπη, ἔχει πάντοτε τὴν ἐξουσίαν. Τί ἄλλο εἶναι ἡ ἀποδοκιμασία παρὰ μία ἔκφρασις ἰδεῶν, ὑπὲρ τῆς ὁποίας σήμερον ὑπάρχουσι τόσαι ψῆφοι καὶ μετ’ ὀλίγον ἴσως ἄλλος ἀριθμός. Μήπως νομίζετε, ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης ἐκφράσεως ἑρμηνεύετε τὸ Σύνταγμα; μήπως νομίζετε, ὅτι ἐὰν, δώσητε τὴν φράσιν αὐτὴν ἐν τῇ ἀπαντήσει εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, γίνεται ἑρμηνεία τοῦ Συντάγματος αὐθεντική; δεκάκις ἐὰν τὸ εἴπῃ ἡ Βουλὴ καὶ δέκα Βουλαὶ ἐὰν τὸ εἴπωσι, νομίζετε, ὅτι ὁ ὀρθὸς λόγος δεσμεύεται; καὶ νομίζετε, ὅτι πᾶς ὅστις καταγίνεται ἐπιστημονικῶς νὰ ἐξετάζῃ τὰ τοιαῦτα ζητήματα, δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν ν’ ἀνατρέψῃ τὴν λύσιν καὶ νὰ σᾶς ἀποδείξῃ, ὅτι κακῶς ἐψηφίσατε; λοιπὸν δὲν ἔχει σημασίαν τοιαύτη ἀποδοκιμασία, ἔχει μόνον σημασίαν, ὅταν ἀπευθύνεται εἰς ὑπουργὸν ἐν ἐνεργείᾳ. Καὶ μήπως ἑρμηνεύετε τὸ Σύνταγμα, ῥίπτοντες τὴν λέξιν ἀντισυνταγματικῶς; Καὶ διὰ νὰ ἑρμηνεύσητε τὸ Σύνταγμα, πρέπει νὰ καταλήξητε εἰς ἓν πόρισμα, ἀλλὰ σεῖς οὔτε καταλήγετε εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πόρισμα, οὔτε εἶσθε σύμφωνοι μεταξύ σας. Αὐταὶ δὴ αἱ τρεῖς θεωρίαι τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἠμποροῦν οὔτε κἂν νὰ συμβιβασθῶσιν· ἄλλο λέγει ὁ κ. Κασιμάτης, ἄλλο θέλει ὁ κ. Ῥοντήρης καὶ ἄλλο φρονεῖ ὁ κ. Βαλσαμάκης· λοιπὸν ποίαν σημασίαν ἔχουσιν αἱ γνῶμαι αὗται; Ἐσεῖς, κύριε Κασιμάτη, ὅταν θ’ ἀπέλθητε εἰς τὴν οἰκίαν σας, θὰ εἴπητε· ἰδοὺ ὅτι ἡ ἰδική μου θεωρία ἐγένετο δεκτή (ἱλαρότης)· μήπως καὶ ὁ κ. Ῥοντήρης δὲν θὰ εἴπῃ τὸ αὐτὸ καὶ δὲν θὰ καυχᾶται διὰ τοῦτο μάλιστα, πίνων καὶ ἓν ποτήριον ἐν ἐπιμέτρῳ (ἱλαρότης); Λοιπὸν οὔτε αὐθεντικὴ ἑρμηνεία εἶναι τὸ τοιοῦτον, οὔτε ἔχει τὴν ἐλαχίστην σημασίαν. Ἠπόρησα πολύ, ὅταν ἤκουσα τὸν κ. Τρικούπην ἐξαναστάντα καὶ δυσανασχετοῦντα καὶ νομίσαντα, ὅτι ἔπρεπε νὰ δυσφορήσῃ. Ἔπρεπε ν’ ἀφήσῃ νὰ ὀλισθήσῃ ὅλον αὐτὸ τὸ πλῆθος τῶν ὀπαδῶν τοῦ κ. Κουμουνδούρου, εἰς τὸ ὀλίσθημα δὲ αὐτὸ ν’ ἀπαντήσῃ δι’ ἑνὸς μόνου μειδιάματος. Πρὸς τοὺς ὀλισθήσαντας δύναται πάντοτε νὰ εἴπῃ: δι’ αὐτῆς τῆς μομφῆς ἀφῃρέσατε τάχα τὰ πολιτικά μου δικαιώματα; Μὲ ἐπείσατε; ἐπείσατε τὸ κοινόν; καὶ τίποτε δὲν ἐπράξατε ἐκ τούτων. Ὑπήρξατε 90 ἢ 100 καὶ προέβητε εἰς τοῦτο ὅλοι ὁμόφρονες ἀγεληδόν.
§21Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἄνευ ἐννοίας.
§22ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν λέγω ὅλα ὅσα γίνονται· ἐὰν λέγω αὐτὰ δι’ ὅσα γίνονται, τότε βέβαια θὰ ἦμαι ἐστερημένος φρενός. Λέγω ὡρισμένως δι’ αὐτὴν τὴν πρᾶξιν.
§23ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τὸ ἀγεληδὸν πρέπει νὰ τὸ ἐπαναλάβητε.
§24ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς ἐρωτῶ μόνον νὰ μοὶ εἴπητε, ἐὰν τὸ καταλαμβάνητε, ἐὰν δὲ δὲν τὸ καταλαμβάνητε, νὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω (ἱλαρότης.) Δυστυχῶς, κύριοι, λανθάνεσθε πολύ, νομίζοντες, ὅτι θέλετε στερεώσει, οὕτως εἰπεῖν μίαν γνώμην πολιτικὴν καὶ θέλετε καθιερώσει διὰ λέξεων τὴν γνώμην σας, γνώμην, ἡ ὁποία δὲν ἐμφαίνει ἄλλο ἢ ἀριθμόν τινα βουλευτῶν, οἵτινες εὑρέθησαν σύμφωνοι, διότι ἄλλη εἶναι ἡ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία. Δὲν εἴδομεν πολλάκις τὴν μίαν γνώμην νὰ διαδέχηται ἑτέρα ὅλως ἐναντία; δὲν εἴδομεν πολλάκις νὰ πλανῶνται ὄχι μόνον ὁμάδες, ἀλλὰ καὶ ἔθνη ὁλόκληρα; καὶ τί ἄλλο εἶναι, κύριοι, ἡ πρόοδος καὶ ἡ ἐπιστήμη, εἰς τί ἄλλο χρησιμεύει ἢ νὰ καταδεικνύῃ τὰ σφάλματα τῶν πρὸ ἡμῶν. Λοιπὸν μὴ νομίσητε, ὅτι πράττετέ τι ἔκτακτον, διαφεῦγον τὸν κοινὸν κανόνα. Πολλοὶ ἐξ ἡμῶν ἐξέφρασαν τὴν γνώμην αὐτῶν περὶ τῆς ἐπιστρατείας, καὶ ἐγὼ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράσω τί φρονῶ, διότι ἤκουσα διαφόρους ἰδέας περὶ παραβάσεων καὶ παρανομιῶν. Καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ὡμίλησε περὶ παρανομιῶν, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησε νὰ δείξῃ ποῦ συνίστανται, ἀλλὰ παρεδέχθη ὡς βέβαιον καὶ παραδεδεγμένον, ὅτι ἐγένοντο. Ὑπῆρξεν, εἶπεν, ἡ παρανομία, καὶ ὡς ἐκ τούτου προέβη εἰς τὰ πορίσματα, ἀλλὰ δὲν ἤκουσα νὰ καταδείξῃ καὶ ποῦ εὗρεν αὐτήν. Ποῦ εἶναι ἡ παρανομία ἐκ τῶν λόγων τοῦ κ. Κουμουνδούρου δὲν ἐξάγεται· ἄλλοι ἐξέφεραν τὴν γνώμην ποῦ εὑρίσκουσι τὴν παρανομίαν, ὥστε ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἴσως παρεδέχθη μίαν ἐκ τῶν πολλῶν. Δὲν ἠμπορῶ ν’ ἀπαντήσω ἢ εἰς ὅσα ἤκουσα, περὶ δὲ τοῦ εἴδους τῆς παρανομίας οὐδὲν ἤκουσα. Βέβαια δὲν διστάζω νὰ εἴπω, ὅτι ὁ Νόμος τῆς ἐπιστρατεύσεως δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικός· ὑπάρχοντος δὲ αὐτοῦ, ἡ ἐκτίμησις ἀπόκειται εἰς τὴν Κυβέρνησιν περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκτελέσεως. Τόρα ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος ἠμφισβήτησε τὴν ἐκτίμησιν, ἣν ἐποίησεν ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις, ἑπομένως κατέκρινεν αὐτὴν διὰ τὴν κακὴν ἐκτίμησιν, τὴν ἀκατάλληλον ὥραν, καὶ διότι ἄνευ ἀνάγκης ἐκάλεσε τὴν ἐπιστρατείαν. Ἐγὼ δὲ διὰ μίαν στιγμὴν θὰ τὰ παραδεχθῶ ὅλα, καὶ ἔρχομαι μόνον νὰ ἐξετάσω τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιστρατείας. Τί ἐπέφερεν εἰς τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατείας, εἴτε συνεκλήθη ἐγκαίρως ἡ Βουλή, εἴτε μή; τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐπιστρατείας, δι’ ὀλίγων λέξεων κατ’ ἐμὲ ὑπῆρξε τὸ ἑξῆς. Μοὶ φαίνεται, ὅτι πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ διατάγματος τῆς ἐπιστρατείας, ἡ Ἑλλὰς ἦτο γεωγραφικὸς καθορισμὸς une expresion géographique μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ διατάγματος τῆς ἐπιστρατείας ὅμως ἡ Ἑλλὰς εἶναι δύναμις ἐν τῇ Ἀνατολῇ, διαθέτουσα 80 χιλιάδας στρατοῦ. Αὐτὴ ἡ διαφορὰ ὅλη εἰς τί χρεωστεῖται; εἰς μίαν μεγάλην, γενναίαν, ἀνδρικήν, ἑλληνοπρεπῆ ἀπόφασιν, διὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ καυχᾶται ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι εἶχε τὴν πρωτοβουλίαν τοιούτου ἔργου. Μόνοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐννοοῦν τὰ ὕψιστα συμφέροντα τοῦ ἔθνους, οὐδὲ κατανοοῦν τί ἀπαιτεῖ ἡ στιγμὴ τῆς ἐνεργείας καὶ τί ὀφείλει νὰ πράξῃ ὁ ἔχων θέλησιν ἰσχυρὰν, δύνανται νὰ φιλονεικήσουν τὴν ἀνεκτίμητον ἀξίαν. Δὲν λέγω τοῦτο μόνον, διὰ νὰ πλέξω ἔπαινον, τὸ λέγω καὶ δύναμαι νὰ ἐξηγήσω καὶ τοὺς λόγους· καὶ ὅταν ἐξηγήσω τοὺς λόγους, τότε θέλει ἀποδειχθῆ διατί εἶπον τοῦτο ὑπὲρ τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ τότε ὑπολείπεται εἰς σᾶς νὰ ἐκφράσητε τὴν ἀποδοκιμασίαν σας ὄχι πλέον διὰ τὰ πράγματα, ἀλλὰ διὰ τὸ πρόσωπον. Ἰδοὺ, κύριοι, διατί θεωρῶ, ὅτι δι’ αὐτῆς τῆς πράξεως ἄρχεται νέα ἐποχὴ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ἱστορίᾳ, διότι ὁ κ. Τρικούπης εἶχε τὸ θάῤῥος, εἶχε τὴν τόλμην νὰ καλέσῃ 10 ἡλικίας συγχρόνως, ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον τὸν κατέκρινεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κραναίας κ. Βαλσαμάκης, νομίζων, ὅτι ἤθελεν ἀλλέως σκεφθῆ ἡ Βουλὴ· δι’ ἐμὲ εἶναι ἀνυπέρβλητον κατόρθωμα. Τί σημαίνει τοῦτο, κύριοι, ὅτι προσεκάλεσε 10 ἡλικίας, αἵτινες προσέρχονται προθύμως εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ; Ἔχει τὴν μεγίστην σημασίαν, διότι ἐπέφερε τὸ ἀποτέλεσμα νὰ ἔχῃ ἡ Ἑλλὰς 80 χιλιάδας στρατόν. Ἔπρεπε νὰ φέρῃ καὶ τὰς 10 ἡλικίας, ἔπρεπεν, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, καὶ τὰς 12 καὶ τὰς 15 ἡλικίας νὰ τὰς συγκαλέσῃ, διὰ νὰ ἔχητε στρατιώτας ἐν καιρῷ ἀνάγκης. (Θόρυβος). Αἱ πεποιθήσεις μοὶ εἶναι τόσον ἰσχυραί, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκ τοῦ θορύβου νὰ κλονισθῶσιν.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποτείνομαι εἰς τὰ ἀκροατήρια.
§26ΤΙΝΕΣ. Νὰ τὰ κενώσητε.
§27ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐξηγῶ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους δίδω ὑψίστην σημασίαν εἰς τὴν ἐπιστρατείαν, ἡ ὁποία διετάχθη, τῶν 10 ἡλικιῶν, αὐτὴ ἡ ὁποία τόσον ἐτάραξε πολλοὺς, διότι ἐνόμισαν, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἐπῆλθε μεγάλη ζημία, ὅτι ἀπεσπάσθησαν πολλαὶ χεῖρες ἀπὸ τὴν γεωργίαν κτλ. Ἀλλὰ δὲν ἐσκέφθησαν τί ἀπέκτησεν ἡ Ἑλλὰς ἀντάξιον· ἀπέκτησεν ἡ Ἑλλάς, ὅτι σήμερον ἔχει δύναμιν 80 χιλιάδας ἀνδρῶν, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι καὶ πανταχόθεν ἐκ τῶν ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος προσέρχονται, ὅπως καταταχθῶσιν εἰς τὸν στρατὸν καὶ ὑποστῶσι τὴν αὐτὴν τύχην μετὰ τῶν λοιπῶν· ἀπέκτησε τοῦτο, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι δύναμις διαθέτουσα 80 χιλιάδας στρατόν. Καὶ ὅταν λέγω τοῦτο, τὸ λέγω πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐννοοῦν, ὅτι σήμερον τὰ Κράτη ἐκτιμῶνται κατὰ τὸν ἀριθμὸν τοῦ στρατοῦ, τὸν ὁποῖον δύνανται νὰ παρατάξωσι.
§28Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι μόνον δι’ αὐτό.
§29ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Καὶ διὰ τὰ ἄλλα, ἀλλὰ πρὸ πάντων δι’ αὐτό. Καὶ ὅταν δύνανται νὰ παρατάξωσιν 80 χιλιάδας στρατὸν, τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ τὰ μέσα. Διατί 80 χιλιάδας στρατόν; Διότι καθ’ αὐτὸ ἔγεινεν ἡ κλῆσις τῶν 10 ἡλικιῶν, τὸ ὁποῖον ἄλλως μετὰ ἔτη ἤθελε φέρει τὸ ποσὸν τοῦτο τοῦ στρατοῦ. Ὅταν ἐγένετο ἡ πρόσκλησις, προϋπῆρχον ἔφεδροι 27 χιλιάδες, ἔχετε δὲ καὶ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον φέρει ἡ ἡλικία τοῦ 21 ἔτους, καὶ τοιουτοτρόπως βλέπετε, ὅτι ἔχετε τὸ ποσὸν τῶν 80 χιλιάδων, καὶ μάλιστα ἐὰν προσθέσητε καὶ τοὺς ἐθελοντὰς, οἵτινες εἰς ἑκάστην στιγμὴν δύνανται νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν καὶ συναγωνισθῶσι. Βλέπετε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει δύναμιν σπουδαίαν, ἥτις ὀφείλεται εἰς τὴν ἐπιστρατείαν οὕτω πως ἐκτελεσθεῖσαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὑποστηριχθείσης ὑπὸ τῆς στείρας ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλὰ τί λέγετε; Ἐὰν ἦτον ἡ Βουλή, πῶς ἤθελεν ἀποφασίσει; ἤθελεν ἴσως ἀποφασίσει ἀλλέως. Καὶ πιστεύετε, ὅτι οἱαδήποτε Βουλὴ καὶ ἂν ὑπῆρχεν, ἤθελεν ἀρνηθῆ τὴν συνδρομήν της καὶ δὲν ἤθελε καλέσει ὅλας τὰς ἡλικίας, ὅταν ἡ ἀνάγκη τὸ ἀπαιτῇ καὶ τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος; Ἀλλὰ μᾶς λέγετε, μᾶς ἐδεσμεύσατε, σήμερον δὲν δυνάμεθα νὰ ζητήσωμέν τι ἐναντίον, δὲν δυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν τὰ γενόμενα, δὲν δυνάμεθα νὰ καταστρέψωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔγεινε, δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποῤῥίψωμεν 2, 3, 5, ἡλικίας. Διατί; διότι λέγετε σήμερον εἶναι πλέον ζήτημα φιλοτιμίας. Ἀπορῶ, κύριοι, πῶς ἐννοεῖτε αὐτὴν τὴν φιλοτιμίαν. Ἠκούσθη ποτέ, ὅτι Κράτη ἐπιβάλλουν εἰς ἑαυτά, καὶ μάλιστα μικρὰ, ὑπέρογκους δαπάνας, καὶ μάλιστα Κράτη, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τοιαύτην οἰκονομικὴν θέσιν, ὅτι ἀποσποῦν ἀπὸ τὴν γεωργίαν, τὰς τέχνας καὶ τὸ ἐμπόριον τόσας χεῖρας· διατί; χάριν φιλοτιμίας, καὶ μάλιστα Συνταγματικά. Ἐννοῶ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ τοῦτο εἰς Κράτη δεσποτικὰ, ὅπου πρόκειται περὶ τῆς φιλοτιμίας τοῦ Ἡγεμόνος μεγάλης δυνάμεως, ἀλλ’ εἶναι ἡ Ἑλλὰς εἰς τοιαύτην θέσιν, ὥστε νὰ εἴπῃ· σκέπτομαι μόνον ἐκ φιλοτιμίας, καὶ ὡς ἐκ τούτου δαπανῶ καὶ τὸν ἐλάχιστον ὀβολὸν καὶ ἐκ τοῦ ὑστερήματος, μόνον χάριν φιλοτιμίας. Ἠπόρησα, κύριοι, ὅταν ἤκουσα τοῦτο. Καὶ τί μάλιστα ἠκούσατε; ἀφοῦ ἐσχηματίσθη αὐτὸς ὁ στρατὸς χάριν τῆς φιλοτιμίας, ὀφείλει καὶ νὰ πολεμήσῃ. Πρόκειται λοιπὸν νὰ γείνῃ πόλεμος φιλοτιμίας· ἀλλὰ εἰς τὸν ἡμέτερον αἰῶνα νομίζετε, ὅτι συμβαίνει, ὅπως μᾶς παρέστησαν, νὰ γίνεται πόλεμος χάριν φιλοτιμίας; Μοὶ φαίνεται, ὅτι τοῦτο τὸ ἤκουσα παρὰ τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Κραναίας, νομίζω δὲ, τὸ εἶπε καὶ ὁ κ. Ῥικάκης. (Θόρυβος.)
§30ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον τοῦτο, ἀλλὰ εἶπον, ὅτι, ἀφοῦ ἐφθάσαμεν εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, εἶναι πλέον ζήτημα τιμῆς καὶ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ σκεφθῶμεν οὔτε τὸ ποσόν, οὔτε τὸν τρόπον τῶν θυσιῶν.
§31ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγὼ τὴν αὐτὴν σημασίαν δίδω καὶ εἰς τὴν μίαν λέξιν καὶ εἰς τὴν ἄλλην, ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ θέλετε, τότε ἀφίνω τὴν λέξιν τὴν ἰδικήν μου καὶ λαμβάνω τὴν ἰδικήν σας καὶ λέγω, ζήτημα τιμῆς. Σᾶς ἐρωτῶ, διὰ ζήτημα τιμῆς ἐπιτρέπεται εἰς ἕκαστον ἔθνος ὁ πόλεμος; Σᾶς ἐρωτῶ, ζήτημα φιλοτιμίας ἢ τιμῆς, ἐὰν θέλετε, πρέπει νὰ ἐπιφέρῃ πόλεμον; Ἔχετε πρόσφατον τὸ παράδειγμα τί συνέβη εἰς τὴν Γαλλίαν, ἥτις ὡς μεγάλη δύναμις δὲν ἠδύνατο παρ’ ἄλλου νὰ ἀναχαιτισθῇ, καὶ ὄχι ὡς ἡμεῖς, οἵτινες δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ μὴ ἀκούσωμεν συμβουλὰς· εἴμεθα τάχα εἰς τὴν θέσιν τῆς Γαλλίας, εἴμεθα εἰς τὴν θέσιν τῶν μεγάλων ἐκείνων δυνάμεων, αἵτινες διαθέτουσι φοβεροὺς στρατούς; Σᾶς λέγω λοιπόν, ὅτι δὲν εἶσθε εἰς θέσιν ν’ ἀποφασίζητε μόνον περὶ τοῦ ζητήματος τῆς τιμῆς, διότι εἶναι καὶ ἄλλαι δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι ἠμποροῦν νὰ σᾶς εἴπωσιν: ἡμεῖς θὰ λύσωμεν τὰ ζητήματα τῆς τιμῆς, ὅπως πρέπει νὰ λύωνται διαιτητικῶς. Πρέπει νὰ ἔχητε ἀφορμὴν πραγματικήν· ἄνευ ἐθνικοῦ σκοποῦ δὲν δύναται ὁ στρατὸς μόνον διὰ τὴν φιλοτιμίαν νὰ ἀγωνισθῇ, ἀλλ’ ὀφείλει τοῦτο νὰ πράξῃ πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἑλληνισμοῦ, καὶ ὄχι διὰ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἔχετε περὶ τιμῆς, ἢ τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὀνομάζω φιλοτιμίαν. Ἠξεύρετε τί μοὶ ἐνθύμισε τοῦτο; μοὶ ἐνθύμισε τὸ ἀνέκδοτον τοῦ Ἐῤῥίκου Δʹ. ὅστις διήρχετο τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, πρὸς ἐπιθεώρησιν πρὸ τῆς μάχης. Ἐκεῖ εἶδεν ἕνα στρατιώτην τρέμοντα. Ἄθλιε, τὸν ἐπετίμησε, τρέμεις; Τρέμω, ἀπήντησεν οὗτος, ἀναλογιζόμενος τὸν κίνδυνον, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ μὲ ῥίψῃ τὸ θάῤῥος μου. (Ἱλαρότης.) Τοῦτο ἐννοεῖτε ἴσως καὶ σεῖς, λέγοντες περὶ φιλοτιμίας......
§32ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Εἶσθε ἐλεύθερος νὰ δίδητε ὁποίαν σημασίαν θέλετε, ἀφοῦ εἰσέρχεσθε εἰς τὴν διάνοιάν μου, ποιεῖτε δὲ τοιαύτην διάκρισιν μεταξὺ τιμῆς καὶ φιλοτιμίας.
§33ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀντικρούσω βέβαια τὴν ἰδέαν σας, ἐὰν δὲν λάβω ἀντίληψιν τῆς διανοίας σας καὶ δὲν εἰσδύσω εἰς αὐτὴν κατὰ βάθος. Θέλετε λοιπὸν νὰ σᾶς ἀντικρούσω χωρὶς νὰ σᾶς ἐννοήσω; αὐτὸ δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ κάμω.
§34ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Δὲν σᾶς συμφέρει νὰ μὲ ἐννοήσητε.
§35ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐὰν τὸ λέγητε αὐτὸ, θέλοντες νὰ εἴπητε, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἰδιοτελὴς καὶ ἠθέλησα νὰ σᾶς παρεξηγήσω, λυποῦμαι, ὅτι ἔχετε περὶ ἐμοῦ τοιαύτην γνώμην, οὐδὲ γνωρίζω ποῖα ἔχετε περὶ ἐμοῦ προηγούμενα, ἐξ ὧν ἐσχηματίσατε αὐτήν. Ἴσως δὲν ἐνοήσατε, ὅτι εἶναι ὑλικὸν τὸ συμφέρον.
§36ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τὸ συμφέρον δὲν ἐνόησα ὑλικόν.
§37ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κομματικὸν, φατριαστικόν;
§38ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ῥητορικόν.
§39ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τότε εἴμεθα σύμφωνοι.
§40ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Συμφωνότατοι.
§41ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δέχομαι, ὅτι τοιαύτη ἦτον ἡ ἔννοιά σας. Ἐγὼ ὅμως ἐξηγῶ τοὺς λόγους τῆς πεποιθήσεώς μου, τοὺς ὁποίους πρέπει πρῶτον νὰ ἐκτιμήσητε. Φρονῶ, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος τῆς ἐπιστρατείας ἄρχεται νέα ἐποχὴ διὰ τὴν Ἑλλάδα, διότι ἡ Ἑλλὰς ἤδη παρίσταται ἐνώπιον τοῦ κόσμου, ὡς διαθέτουσα 80 χιλιάδας στρατόν. Εἶναι μέγα ἔργον τῳόντι, ἐξ οὗ προσδοκῶνται ἀνυπολόγιστοι συνέπειαι καὶ θέλει συντελέσει εἰς τὸ μέλλον ἀναμφιβόλως. Ἀλλὰ, διὰ νὰ σμικρυνθῇ τὸ πρᾶγμα, ἀντέταξαν, ὅτι ὁ στρατὸς τῆς ἐπιστρατεύσεως εἶναι γυμνὸς, ἀνυπόδητος. Ποῦ τὸν εἴδετε τὸν στρατὸν αὐτόν; Οὐχὶ βεβαίως ἐνταῦθα. Μήπως εἰς τὰς ἐπαρχίας, ὅπως λέγει τὸ λόγιον «on a beau mentir, quand on vient de loin», ὅταν πρόκηται περὶ ἀπομεμακρυσμένων τόπων, πολλὰ ἀμαρτύρητα λέγονται. Λοιπὸν σᾶς ἐρωτῶ, αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι κατετάχθησαν εἰς τὸν στρατὸν φαιδροὶ, εὐθαρσεῖς, μετὰ ἀπαραμίλλου προθυμίας, ἦλθον ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τῆς κοιλίας τῆς μητρός των; ἀπὸ δρυὸς ἢ ἀπὸ πέτρας; Πῶς εὑρέθησαν γυμνοὶ καὶ ἀνυπόδητοι;
§42ΤΙΝΕΣ. Δὲν τοὺς εἴδετε;
§43ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγὼ βεβαίως δὲν εἶδον. Τώρα σᾶς ἐρωτῶ, οἱ γυμνοὶ καὶ ἀνυπόδητοι προσῆλθον ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τῆς κοιλίας τῆς μητρὸς αὐτῶν, ὥστε δὲν εἶχον ἐνδύματα καὶ ὑποδήματα;
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ.
§45ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἶναι ἀπὸ δρυὸς καὶ ἀπὸ πέτρας, διότι δὲν ἔχουν στολὰς, διότι δὲ ἔχουν τὰ ὑποδήματα τὰ στρατιωτικά; Πρέπει νὰ ἦναί τις ἄνθρωπος τῶν στολῶν καὶ τῶν ὑποδημάτων, διὰ νὰ ὑπομιμνήσκῃ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ποσῶς δὲν σκέπτονται περὶ στολῶν καὶ περὶ ὑποδημάτων, εἰς τὸ ἄνθος τῆς ἑλληνικῆς νεολαίας, εἰς παῖδας Ἑλλήνων, ὅτι πρόκειται περὶ στολῶν καὶ ὑποδημάτων (θόρυβος). Δὲν ἦλθον δι’ αὐτό· ἦλθον νὰ ὑπηρετήσουν τὴν πατρίδα των (θόρυβος.) Ἐκ τῆς ἀποδοκιμασίας σας μάλιστα ἐννοῶ, ὅτι εἶπον πρᾶγμα πολὺ ὀρθόν, ἄλλως δὲν ἤθελεν ἐξεγερθῆ ἡ δυσαρέσκειά σας, καὶ παρατηρῶ, ὅτι ἐκεῖ ἐκφράζεται ἡ ἀπαρέσκειά σας, ὁσάκις ἀκούσετέ τι, τὸ ὁποῖον σᾶς κάμει ἐντύπωσιν.
§46ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ποῦ τὸ ἠξεύρετε;
§47ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἡ πεῖρα, τὴν ὁποίαν ἔχω, τῶν ἀνθρώπων αὐτὸ μοὶ λέγει· ἐνδέχεται νὰ σφάλλω· ἐκεῖνοι ἀμέσως κραυγάζουν, ταράττονται, ἐρεθίζονται τὰ νεῦρά των, θορυβοῦσιν, ὅσοι ἀκούσουν τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι εἰς αὐτοὺς εὐάρεστον (θόρυβος). Ἐνδέχεται νὰ ἦλθέ τις καὶ ἀνυπόδητος, ὁ ὁποῖος ποτὲ δὲν ἐφόρεσεν ὑποδήματα, καὶ ὁ ὁποῖος τώρα πρώτην φορὰν θὰ λάβῃ ὑποδήματα (θόρυβος).
§48ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν λέξιν;
§49ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀνάγκην, μοὶ εἶσθε ἐντελῶς περιττός· μόνον τὰ ὦτά σας ἔχω ἀνάγκην ν’ ἀνοίξητε.
§50ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Τὸν λόγον.
§51ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐὰν δὲ δὲν ἔφθασαν νὰ λάβουν ἀμέσως τὴν στολὴν καὶ τὰ ὑποδήματα, αὐτὸ οὐδεμίαν ἔφερε βλάβην, διότι ἡ ἄσκησις γίνεται καὶ ἄνευ τῶν στολῶν καὶ ἄνευ τῶν στρατιωτικῶν ὑποδημάτων. Ἀλλὰ, λέγετε, ὑπάρχει καὶ ἄλλη παρανομία· ὑπάρχει παρανομία, ὅτι ἔγειναν πιστώσεις, ὅτι ἔγειναν δάνεια, καὶ ὅπως παρέστησεν ὁ ἔντιμος κ. Κουμουνδοῦρος, ἐθεώρησε τὸ δάνειον ὥς τι σοβαρώτερον παρὰ τὰς πιστώσεις, διότι τὸ δάνειον, εἶπεν, εἶναι φόρος, δηλαδὴ μετεχειρίσθη μίαν θεωρίαν πολλὰ ὀρθὴν περὶ τοῦ τελευταίου ἀποτελέσματος τοῦ δανείου. Ποῦ καταλήγει ἐπὶ τέλους τὸ δάνειον, διὰ νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ δάνειον εἶναι φόρος ἔμμεσος ἐξ ἀρχῆς; Τὸ δάνειον δὲν εἶναι φόρος· δύναται νὰ καταλήξῃ εἰς φόρον, ἀλλὰ δὲν εἶναι φόρος. Τὰ ἔντοκα γραμμάτια τί εἶναι; Εἶναι δάνειον· ἀλλὰ εἶναι τάχα φόρος; Ὄχι· ὅταν ἔχητε ἔλλειμμα καὶ θέλητε νὰ προσθέσητε πρόσοδον πρὸς ἀπόσβεσιν, τότε καταφεύγετε εἰς φόρον. Τὸ δάνειον ἐθεωρήθη παρανομώτερον, ὅτι ἔχει ἐπιβαρυντικὸν χαρακτῆρα· ἐγὼ ἐξ ἐναντίας φρονῶ, ὅτι ἔχει ἐλαφρυντικὸν χαρακτῆρα, διότι τὸ δάνειον εἶναι ἀποτέλεσμα ἐμπιστοσύνης ἄλλου, ὁ ὁποῖος δίδει χρήματα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν. Ἐὰν τὸ δάνειον ἦτο διαρκὲς, τότε μάλιστα ἐπιβάλλει ὡρισμένας ὑποχρεώσεις· ἀλλ’ ἓν δάνειον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀποδοτέον μετὰ ἓν ἔτος, τί ἄλλο εἶναι εἰμὴ μία εὐκολία χρηματική; αὐτὸ γίνεται καθ’ ἡμέραν· ἡ κυβέρνησις, ὁσάκις εὑρίσκεται ἐν ἀνάγκῃ, δανείζεται 500 ἢ 600 χιλιάδας δραχμῶν ἀποδοτέων μετὰ ὡρισμένην προθεσμίαν. Εἰς ποῖον ἄλλο μέσον ἠθέλατε καταφύγει, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν αὐτὸ τὸ δάνειον; Οὐδ’ ἐκ τούτου νὰ λείπῃ ἦτο δυνατὸν ἡ παρανομία· ἀλλὰ μοὶ ἐφάνη, ὅτι ὁ ἔντιμος κ. Κουμουνδοῦρος εὑρῆκεν ἄλλην βάσιν, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ὕπαρξιν τῆς παρανομίας, τὴν ὁμολογίαν τῆς προκατόχου κυβερνήσεως, Habeo confidentem reum. Δὲν ἐννοῶ πόθεν ἐξάγει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὅτι ὑπάρχει ὁμολογία παρανομίας ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ. Ὁσάκις ὑπουργεῖον ἀναδέχεται εὐθύνην, τὴν ὁποίαν μέλλει νὰ ἐξαγνίσῃ διὰ τῆς ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς, ἆρα αὐτὸ εἶναι παρανομία; Ὅταν λοιπὸν ζητῆται διὰ τοῦ βασιλικοῦ λόγου ἡ ἔγκρισις, ἢ ἐπικύρωσις τῶν πεπραγμένων, νομίζετε, ὅτι αὐτὸ περιέχει ὁμολογίαν παρανομίας; Ὅταν ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ λέγετε, ὅτι δὲν ἐτηρήσαμεν ἀκριβῶς τὰς διατυπώσεις τοῦ λογιστικοῦ νόμου, νομίζετε, ὅτι αὐτὸ ἐμφαίνει ὁμολογίαν παραβάσεως; Ὄχι, διότι ἐδῶ δὲν ὑπάρχει πίστωσις, αὐτὸ τὸ δάνειον ἔγεινε διὰ πράξεως ὑπουργικῆς. Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει τι παράνομον, ἐκτὸς ἐὰν ἔγεινε διὰ δαπάνην, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ δὲν ἐγκρίνῃ. Ἀλλὰ δὲν εἶδον νὰ εἴπητε, ὅτι τὸ δάνειον τῶν 15,000,000 δὲν ἔγεινε διὰ συμφέρον τοῦ Κράτους, οὔτε ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἐγκριθῇ· ἐξ ἐναντίας, ἀφοῦ θέλετε σεῖς νὰ ἐκφράσητε μομφὴν κατὰ τῆς παρελθούσης κυβερνήσεως, δὲν ἔχετε ὅλας τὰς περιστάσεις, δὲν ἔχετε τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ἐπιβάλλονται εἰς τὴν ἐπιψήφισίν σας ὅλα τὰ διατάγματα τὰ ἐκδοθέντα ἐν τῷ μεταξὺ περὶ ἐπιστρατείας, περὶ πιστώσεων; Τί ἄλλο εἶναι αὐταὶ αἱ περιστάσεις, παρὰ αἰτία συζητήσεως, ἡ ὁποία μέλλει νὰ καταδείξῃ τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἀναγνωρίζῃ τὰ γινόμενα, ἐὰν ἐγκρίνῃ αὐτὰ, ἐὰν ὁμολογῇ ὅτι ἐγένοντο ὄχι μόνον ἐξ ἁγνῆς προθέσεως, ὑπὲρ τοῦ κοινοῦ συμφέροντος, ἀλλὰ καὶ πραγματικῶς ὑπὲρ τοῦ κοινοῦ συμφέροντος ἐδαπανήθησαν. Ἐξηγήσας αὐτὰς τὰς ἰδέας ὅλας εἴτε περὶ τῆς ἀπαντήσεως, εἴτε περὶ τοῦ πράγματος αὐτοῦ, νομίζω, ὅτι εἶναι ἄδικον, ἀφοῦ βλέπω μάλιστα, ὅτι δυσανασχετεῖτε καὶ ἔχετε δίκαιον, διότι ὁ κάματος βεβαίως κατέλαβε καὶ ὑμᾶς ὅπως κατέλαβε καὶ ἐμὲ, νομίζω καὶ ἐγὼ πρέπον νὰ καταλήξω τὸν λόγον, νὰ καταλήξω δὲ αὐτὸν ὑπενθυμίζω, ὅ,τι εἶπεν ὁ μέγας ἱστορικὸς τῆς Ῥώμης εἰς περίστασιν σχεδὸν ἀνάλογον: Προχωροῦμεν προχωροῦμεν πάντοτε, καὶ εἴμεθα ἀκόμη ὄχι μακρὰν τῆς ἀκτῆς, εἰς τόπον βατὸν, ἀλλ’ ἐνώπιον ἡμῶν ἐκτείνεται μέγα πέλαγος, τοῦ ὁποίου δὲν γνωρίζομεν τὰ βάθη· μόνη ἡ φρόνησις δύναται νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ. (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου.) Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 6¾.