1880.10.30
1.151 στίχοι · 9.647 λέξεις · 23 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 10
τῆς 30 Ὀκτωβρίου 1880.
Ὥρᾳ 2¼ μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριοι, μόλις σήμερον περὶ τὴν ὥραν πρώτην μ. μ. ἦλθον δύο ὑπάλληλοι τοῦ ὑπουργείου, ὁ Πανᾶς καὶ ὁ Μεταξᾶς, καὶ μοὶ ἔφερον τὰ τηλεγραφήματα· τὰ ἐδιαλέξαμεν, ἐπεφόρτισα δὲ τοὺς ὑπαλλήλους τούτους νὰ τὰ ἀντιγράψωσιν· αὔριον λοιπὸν θέλω τὰ ὑποβάλει. Ἐπιστολὴν ἰδιαιτέραν οὐδεμίαν εὕρομεν, πιστεύω δὲ, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης τὰς ἐκράτησε.
§2ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αὐτὸ τὸ εἶπον.
§3ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πολὺ καλά. — Μετὰ τοῦτο, παρακαλῶ τὸν κ. Τρικούπην νὰ παρουσιάσῃ τὰς ἐπιστολάς μου περὶ τῆς διαπραγματεύσεως δανείου· διότι ἐγὼ, ὅσον καὶ ἂν ἐβασάνισα τὸν νοῦν μου, δὲν εὗρον, ὅτι ἔκαμα καμμίαν τοιαύτην.
§4ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶπον τίποτε περὶ αὐτοῦ.
§5ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μοὶ ἐφάνη, ὅτι αὐτὸ εἴπετε· σᾶς τὰς ἐζήτησα χθὲς, καὶ ὑπεσχέθητε νὰ τὰς φέρητε. Δὲν ἀνταπεκρίθην μὲ οὐδένα, ὡμίλησα εἰς τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν μόνον καὶ τὴν ἐπεφόρτισα νὰ προμηθεύσῃ δάνειον πρὸς 70%. Ἐὰν δὲ τὸ δάνειον ἦναι μέγα, καθ’ ὅσον αἱ ἀνάγκαι μας ἀπαιτοῦσιν, εἶπον, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ συγκατάβασίς της. Ἑπομένως ἐὰν ἔχωσιν ἐπιστολάς μου, ἃς τὰς φέρωσι.
§6Γ. ΠΑΠΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, πρὸ ὀλίγου μοὶ ἦλθεν ἐπιστολὴ ἐξ Ἄργους, ἐφ’ ἧς παρακαλῶ νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας· διαλαμβάνει τὴν κατάστασιν, ἐν ᾗ εὑρίσκονται οἱ ἐπίστρατοι. «Χθές,» ἔχει ἡ ἐπιστολὴ, «ἦλθον ἐκ Τριπόλεως περὶ τοὺς 450 ἐπίστρατοι, ἵνα μείνωσιν ἐνταῦθα, ὅπου θὰ ἔλθωσι καὶ ἄλλοι, ἵνα ἀποτελέσωσι δύναμιν τάγματος. Ἀλλ’ ὁποία οἰκτρὰ κατάστασις! εἶναι ὅλοι σχεδὸν γυμνοὶ, φθειριῶντες, ἀνυπόδητοι, στεροῦνται δὲ παντελῶς σκεπασμάτων. Ἔχουσιν ἀναχωρήσει τῶν οἰκιῶν τῶν ἀπὸ 15 καὶ 20 ἡμερῶν, εἶχον προσέλθει καὶ καταταχθῆ εἰς τὸ τάγμα των, καὶ ἐν τούτοις εἰσέτι οὔτε ἐνεδύθησαν, οὔτε ὑπεδύθησαν, κοιμῶνται δὲ χαμαὶ ἄνευ σκεπασμάτων. Ἡ πόλις ἐκ τῶν ἐνόντων σπεύδει νὰ παρέχῃ πᾶσαν δυνατὴν περιποίησιν, ἀλλ’ εἶναι πλέον στρατιῶται καὶ οὐχὶ ἐπαῖται.» Πρέπει νὰ προσέξωμεν καλῶς, κύριοι. Ἡ πρώτη καὶ ἀπαραίτητος ἀνάγκη εἶναι ἡ τῆς ἐνδυμασίας τοῦ στρατιώτου· διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὑποβάλῃ κατάστασιν τοῦ ἱματισμοῦ τοῦ στρατοῦ ἐν γένει. Λίαν ταπεινὴν ἰδέαν πρέπει νὰ εἶχεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ὅτε ἐδημοσίευσε τὸ Διάταγμα περὶ ἐπιστρατείας, πολὺ ταπεινὴν ἰδέαν θὰ εἶχεν, ὅτε συνεκάλει ἑκατὸν χιλιάδας ἀνδρῶν ὑπὸ τὰ ὅπλα, περὶ τοῦ ἐνθουσιασμοῦ καὶ τοῦ πατριωτισμοῦ τῶν Ἑλλήνων, διότι ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔλθωσι, καὶ ἑπομένως ὅτι θὰ ἔχωσιν ἀνάγκην νὰ ἐνδυθῶσι· θὰ ἐνόμιζεν, ὅτι θὰ παρουσιάζοντο ἑκατοστύες τινὲς, καὶ εἶπεν, ὅτι περὶ αὐτῶν μόνον εἶχε νὰ φροντίσῃ. Ἀλλ’ οἱ Ἕλληνες ἐφάνησαν ἀνώτεροι· ὑπήκουσαν καὶ προσῆλθον ἀμέσως, διότι ἐπίστευσαν τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατείας φωνὴν τῆς πατρίδος. Ὑπέθεσεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὁ Ἕλλην εἶναι ἀπειθὴς εἰς τοὺς νόμους· ἀλλ’ οἱ Ἕλληνες καὶ πάλιν διὰ τῆς μετὰ θερμότητος κατὰ χιλιάδας κατατάξεώς των ἀπέδειξαν, ὅτι εἶναι προθυμότατοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Πατρίδος καὶ σέβονται τοὺς νόμους τῆς Πατρίδος των, καὶ μόνον κυβερνῆται δύνανται νὰ προκαλῶσιν ἢ ζητῶσι νὰ θέτωσιν εἰς ἐνέργειαν νόμους πρὸς ἐπίδειξιν ἢ δημοκοπίαν ἀπρονοήτως. Κύριοι Ὑπουργοί, μεριμνήσατε περὶ τῶν ἐπιστράτων, περὶ τῶν τέκνων τούτων τῆς Ἑλλάδος, τοῦ ὑγιεστέρου αἵματός της, τοῦ ὁποίου ἔχει ἀνάγκην σήμερον ἡ Πατρίς διὰ τὴν τιμήν της, τὴν δόξαν της· ἐὰν δὲ δὲν ἔχετε τὰ ἀπαιτούμενα εἰς τὸ νὰ διορθώσητε τὰς ἀνάγκας αὐτῶν, ἢ ἐὰν πρὸς τοῦτο ἀπαιτῆται χρόνος τις, ν’ ἀναστείλητε πᾶσαν κατάταξιν μέχρις ὅτου προμηθευθῆτε τὰ ἀναγκαῖα. Ὁ Θεὸς τῆς Ἑλλάδος εἶναι μέγας καὶ ὁ καιρὸς εἶναι καλός· ἄλλως ἤθελον ἀποθάνει ἐκ τοῦ ψύχους. Λοιπὸν, κύριοι Ὑπουργοὶ, ἔχετε καθῆκον καὶ σεῖς καὶ ἡμεῖς ὅλοι νὰ φροντίσωμεν περὶ αὐτῶν· πρέπει νὰ στοχασθῆτε, ὅτι εἶναι τὰ τέκνα μας, λοιπὸν προσέξατε, προσέξατε.
§7Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Συνεπῶς, κύριοι, πρὸς τὴν αἴτησιν τοῦ ἐντίμου ἐκ Ζακύνθου βουλευτοῦ προχθὲς, καταθέτω τὴν κατάστασιν ἐν συνόλῳ μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου, καθ’ ἡμέραν δὲ ἀπὸ τῆς πρώτης Ὀκτωβρίου μέχρι σήμερον, καὶ τοῦτο, διότι αἱ καθ’ ἡμέραν καταστάσεις ἐν τοῖς στρατολογικοῖς γραφείοις ὅλων τῶν νομῶν τοῦ Κράτους ἀπαιτοῦσι χρόνον· ἄλλως τε τὰς σημειώσεις αὐτὰς, καθ’ ἃ ἐπληροφορήθην, ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου, καθὸ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔχει ἤδη εἰς τὴν κατοχήν του. Διὰ τοῦτο ἡ κατάστασις, ἐμφαίνουσα τὴν κατὰ τοὺς διαφόρους νομοὺς τοῦ Κράτους εἰς τὰ διάφορα στρατολογικὰ γραφεῖα προσέλευσιν, συνετάχθη ἐν συνόλῳ, διότι ἀπῄτει χρονικὸν διάστημα πέραν τῶν 24 ὡρῶν. Ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι, ὅτι διὰ τὴν ἀπὸ τῆς 1 Ὀκτωβρίου μέχρι τῆς 28 τ.μ. κατάστασιν ἀπῃτήθησαν πολλαὶ ὧραι ἐργασίας.
§8ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νὰ τὰς φέρετε κατόπιν.
§9ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν, μόνον ἔχετε τὴν ὑπομονήν, καθ’ ὅσον αὐταὶ αἱ καταστάσεις, συντασσόμεναι καθ’ ἑκάστην, ἀποτελοῦσι τὸ διάστημα 100– 120 ἡμερῶν, καὶ συνεπῶς ἀπαιτεῖται χρόνος. Τοσοῦτον δὲ νομίζω, ὅτι ἡ ἀπαίτησις τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ Ζακύνθου δὲν θέλει εἶσθαι σπουδαία, δι’ αὐτὸν τουλάχιστον, καθ’ ὅσον ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ζακύνθου, ὡς πρώην ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔχει ἤδη εἰς τὴν κατοχήν του ὅλας αὐτὰς τὰς σημειώσεις.
§10ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νὰ ἴδωμεν ἐὰν ἦναι αἱ αὐταί.
§11ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νὰ ἦσθε βέβαιος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ τὰς ἀναιρέσῃ, ἐὰν ἦναι ἀληθεῖς καὶ πραγματικαί. Κατὰ ἓν διάταγμα, ἐκδοθὲν τὴν 15 Σεπτεμβρίου ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, εἰς τὸ ὁποῖον γίνεται ῥητὴ μνεία ὅτι: Τὸ παρὸν Βασιλικὸν Διάταγμα εἰσαχθήσεται εἰς τὴν Βουλὴν ἅμα συνελθοῦσαν «περὶ κατατάξεως ἀξιωματικοῦ εἰς τὸν ἐνεργὸν στρατόν·» καθ’ ἕτερον διάταγμα τῆς 8 Μαΐου 1880, διὰ τοῦ ὁποίου... (Ἀνησυχία εἰς τι θεωρεῖον τοῦ γενικοῦ ἀκροατηρίου.)
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἡσυχάσῃ τὸ ἀκροατήριον αὐτό, διότι θὰ προκαλέσω τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἵνα τὸ ἐκκενώσω.
§13ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ἀπαιτεῖται πλέον ἄδεια· τὴν ἔχετε.
§14ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. ... Διὰ τοῦ ὁποίου ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐνετείλατο τῷ ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου, δι’ οὗ νὰ ἐξαιτήσηται τὴν παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας κύρωσιν θέσεως ἑνὸς ταγματάρχου εἰς τὸν ἐνεργὸν στρατόν. Περιορίζομαι ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ κάμω τὸ τοιοῦτον γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπιφυλαττόμενος κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ νὰ φέρω τὴν γνώμην μου. Ἐν τέλει ὑποβάλλω τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατείας, τοῦ ὁποίου ἡ μέχρι τοῦδε μὴ κατάθεσις δὲν ὑπῆρξε σοβαρὰ ὀλιγωρία, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου χθὲς ἤθελε νὰ συγκρίνῃ πρὸς τὴν μὴ συγκάλεσιν τῆς Βουλῆς.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§16ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Βεβαίως, κύριοι βουλευταί, ἡ σημαντικωτάτη, ἡ ἐπισημοτάτη κυβερνητικὴ πρᾶξις, εἶναι ὁ λόγος τοῦ Βασιλέως, καὶ ἡ ἀπάντησις τῆς Βουλῆς μετέχει τῆς αὐτῆς ἴσως ἐπισημότητος. Εἴχομεν τὴν τιμὴν ἐγὼ καὶ ὀκτὼ ἄλλοι βουλευταὶ νὰ διορισθῶμεν ὑπὸ τῆς Βουλῆς μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον· συνετάχθη ἡ ἀπάντησις, εἰσήχθη καὶ ἤρξατο ἤδη ἀπὸ χθὲς ἡ συζήτησις. Πᾶσα λέξις, πᾶσα ἔννοια, ἡ ὁποία συμπεριελήφθη εἰς τὴν ἀπάντησιν, εἶναι σπουδαιοτάτη, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ εἶναι ὑπόχρεως νὰ δικαιολογήσῃ αὐτάς, πρὸ πάντων δὲ ὁ εἰσηγητής. Διὰ τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω τὴν δέουσαν ἀνάπτυξιν ἐπὶ ὅλων τῶν παραγράφων τῆς ἀπαντήσεως ὅσον ἔνεστιν ἐν συντόμῳ. Ἔπρεπε μάλιστα νὰ προηγηθῇ ἡ ἀνάπτυξις, καὶ ἐνόμιζον, ὅτι πρῶτος ἔμελλον νὰ κληθῶ εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ δικαιολογήσω τὰς τροπολογίας, ἀλλὰ προλαβὼν ὁ ἔντιμος φίλος μου κύριος Χατζόπουλος ἔλαβε τὸν λόγον καὶ εὑρέθη κατόπιν λίαν περιπεπλεγμένος, πολλάκις ἀναγκασθεὶς νὰ εἴπῃ: «δὲν ἐννοῶ τοῦτο, δὲν ἐννοῶ ἐκεῖνο: εἶχε δίκαιον νὰ μὴ ἐννοῇ, διότι ἔπρεπε ν’ ἀκούσῃ προηγουμένως τὴν ἀνάπτυξιν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει παράπονον κατὰ τοῦ κ. Τρικούπη, διότι σχεδὸν μόλις ἀρχόμενος τοῦ λόγου του εἶπεν, ὅτι συκοφαντεῖται διὰ τῆς ἀπαντήσεως ταύτης εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον. Δὲν ἦτο, νομίζω, κοινοβουλευτικὸν τοῦτο, δὲν ἥρμοζε πρὸ πάντων εἰς ἄνδρα τέως πρωθυπουργὸν καὶ βουλευτήν, πρὸ πάντων ὅμως δὲν ἔπρεπε νὰ ὑβρίσῃ ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀντεποιήθησαν, δὲν ἐπεζήτησαν τὴν τιμὴν αὐτὴν τοῦ νὰ κρίνωσι προβουλευτικῶς περὶ τῆς πολιτικῆς αὐτοῦ, ἀλλὰ τοῖς ἐπεβλήθη νὰ παράσχωσι μίαν λειτουργίαν εἰς τὴν Βουλήν. Συνειθίζουσί τινες τὰ πάντα νὰ τρέπωσιν εἰς ἐμπαθεῖς προσωπικότητας, ἀλλὰ πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ χορηγήσῃ τὴν δέουσαν ἐκτίμησιν· ἐγὼ τοῦτο λέγω μόνον, ὅτι εἶναι συκοφαντία, ὅτι ἐσυκοφαντήσαμεν ἡμεῖς. Διότι ἡ παράγραφος ἡ λίαν κατακρινομένη περιέχει, ὅτι παρηνόμησε τὸ ὑπουργεῖον Τρικούπη κατὰ τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ καὶ κατὰ τὴν συγκάλεσιν τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ κυρίως τὸ ὅτι παρηνόμησεν ἡ κυβέρνησις εἶναι ἐντελῶς ἀποδεδειγμένον δι’ ὁμολογίας τῆς ἰδίας πεσούσης κυβερνήσεως· ἡμεῖς οὐδὲν ἄλλο ἐπράξαμεν, εἰμὴ νὰ κάμωμεν ἁπλῆν παράφρασιν ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ μέρος ἐκείνης τοῦ βασιλικοῦ λόγου. Ὁ βασιλικὸς λόγος λέγει «εἰς ἐνεργείας τοιαύτας προέβη ἡ κυβέρνησίς μου καὶ ἀπούσης τῆς Βουλῆς, ἀρυομένη τὴν ἐξουσίαν ἐκ τῶν νόμων ἢ ἐν ἐλλείψει νομοθετικῆς προνοίας πεποιθυῖα ἐπὶ τὴν μέλλουσαν τῶν πράξεών της κύρωσιν τῆς Βουλῆς». Ἠκούσατε τὸ ἐν ἐλλείψει νομοθετικῆς προνοίας. Ἀλλὰ τί σημαίνει τοῦτο; σημαίνει ἄλλο τι παρ’ ὅτι παρὰ τοὺς νόμους ἐνήργησεν ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις; Τὸ παρὰ τοὺς νόμους δὲν εἶναι παρανομία, καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἐχαρακτηρήσαμεν αὐτὸ τοῦτο ὡς παρανομίαν, εἴμεθα συκοφάνται; Κύριοι, εἶπα, ὅτι θὰ προβῶ εἰς ἀνάπτυξιν καὶ ὄχι εἰς συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως τοῦ βασιλικοῦ λόγου, τοῦτο ὅμως ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ ὡς ὂν προσωπικὸν ζήτημα· διότι ἡμεῖς δὲν συκοφαντοῦμεν, δὲν ἔχομεν συμφέρον νὰ συκοφαντήσωμεν, οὐδὲ πολιτικὰ ζητήματα νὰ ἐγείρωμεν, ἀλλὰ ἐνομίσαμεν, ὅτι ἐκπληροῦμεν τὸ πρὸς τὴν Βουλὴν καθῆκόν μας. Κύριοι, προβαίνω εἰς τὴν ἀνάπτυξιν ἑκάστης τῶν τροπολογιῶν τῆς ἀπαντήσεως. Τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον προέκυψεν ἡμῖν, ἦτο, ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀπαντήσωμεν παραφράζοντες ἁπλῶς τὸν βασιλικὸν λόγον, ἀλλὰ δὲν συνεφώνησεν ἡ πλειοψηφία εἰς τοῦτο, ὑπῆρχον δὲ λίαν πολλοὶ λόγοι νὰ μὴ συμφωνήσωμεν. Ἡ κατὰ παράφρασιν ἁπλῆ ἀπάντησις τοῦ βασιλικοῦ λόγου ὑποθέτει, ὅτι ἡ Βουλὴ πρόκειται μόνον νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν τῶν κυβερνητικῶν μέτρων, μεταδιδομένων εἰς αὐτὴν διὰ τοῦ βασιλικοῦ λόγου. Τοῦτο περιορίζει τὴν ἐξουσίαν αὐτῆς εἰς ἁπλοῦν ἔλεγχον. Ἡμεῖς ὅμως ἐν συνταγματικῇ πολιτείᾳ δυνάμεθα ν’ ἀποδεχθῶμεν, ὅτι δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ αὐτὸ, ἐν κοινοβουλευτικῇ ὅμως κυβερνήσει ὄχι. Ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει μόνον τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθετεῖν καὶ τοῦ ἐλέγχειν ἁπλῶς, ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ συγκυβερνᾶν, ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαγράψῃ πρόγραμμα τοῦ κυβερνᾶν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ καὶ αἱ προνομίαι τῆς Βουλῆς, ἢ κάλλιον ἐὰν τὰ ἀξιώματα τῆς Βουλῆς ἦναι προβιβασμένα εἰς αὐτὸν τὸν βαθμόν, ὥστε νὰ ὀνομάζεται κοινοβούλιον, ἡ Βουλὴ εἶναι ἡ κυβερνῶσα δύναμις, καὶ ἐὰν ἀπαντᾷ μόνον κατὰ παράφρασιν, παραιτεῖται τοῦ σπουδαιοτάτου τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς. Ἀλλὰ δὲν ἦτο μόνον αὐτὸς ὁ λόγος· κατὰ παράφρασιν ἀπάντησις εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, ὅστις εἶναι καθαρὰ κυβερνητικὴ πρᾶξις, εἶναι ἔγκρισις τῆς πολιτικῆς τῆς κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἔχει τὴν εὐθύνην τοῦ βασιλικοῦ λόγου, ἔγκρισις τῆς πολιτικῆς, ἔγκρισις τοῦ προγράμματος. Αὐτὸ δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ. Θὰ ἦτο μία πλαστὴ βεβαίωσις ἑνὸς γεγονότος μὴ ὑπάρχοντος. Εἰς τὴν πρώτην πνοὴν τῆς Βουλῆς, μόλις ἐλθούσης ἐδῶ, κατέῤῥεεν ἡ κυβέρνησις. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶχεν οὐδεμίαν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ Βουλὴ ἀπεδοκίμασε τὴν Κυβέρνησιν. Προέβη λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς νὰ σχεδιάσῃ ἐν ὀνόματι τῆς Βουλῆς, ἵνα εἰσαγάγῃ εἰς τὴν κρίσιν αὐτῆς σχέδιον ἀπαντήσεως, ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπάρχει διατετυπωμένη ὁλόκληρος ἐξουσία, τὴν ὁποίαν τὸ ἑλληνικὸν κοινοβούλιον ἐννοεῖ ὅτι ἔχει, προέβη ἡ ἐπιτροπή, λέγω, νὰ βεβαιώσῃ πρὸ πάντων τὸ γεγονός, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ εἰσαγαγοῦσα τὸν λόγον οὐδεμίαν εἶχε παρὰ τῆς Βουλῆς ἐμπιστοσύνην. Ἤδη διετύπωσα ἁπλῶς πῶς ἡ ἐπιτροπὴ προέβη εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ τοιούτου σχεδίου. Προβαίνω νῦν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν διαφόρων τροπολογιῶν, τὰς ὁποίας ἡ ἐπιτροπὴ ἐσχεδίασε καὶ προτείνει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς. Ἀλλά, πρὶν πάλιν προβῶ κυρίως εἰς τὰ καθέκαστα, σᾶς λέγω, ὅτι εἰς τὸ σχέδιον, εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ σκελετοῦ τοῦ σχεδίου, ἐσκέφθη ἡ ἐπιτροπὴ περὶ τριῶν πραγμάτων· ἤτοι πῶς πρέπει ν’ ἀπαντήσῃ αʹ) ὡς πρὸς τὴν ἐθνικὴν ὑπόθεσιν· καὶ νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ προτιμηθῇ, καὶ ἐπροτιμήθη· βʹ) ὡς πρὸς τὴν κοινοβουλευτικὴν πολιτικὴν τῆς κυβερνήσεως, καὶ ἐν γένει ὡς πρὸς τὴν πολιτικὴν αὐτῆς· γʹ) ὡς πρὸς τὰ περαιτέρω μέσα καὶ τὴν περαιτέρω ἐνέργειαν. Κατ’ αὐτὴν τὴν τάξιν θέλω δικαιολογήσει τὰς τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι ἐμπεριέχονται εἰς τὸ σχέδιον αὐτό. Ὡς πρὸς τὴν ἐθνικὴν ὑπόθεσιν κυρίως ἀναγινώσκω τὴν παράγραφον γʹ ὅπως ἔχει, προσφερόμενος ἀμέσως ν’ ἀναπτύξω τὰς τροπολογίας ἐπὶ τῆς παραγράφου αὐτῆς. Θέλω ἀναγνώσει πρῶτον τὴν παράγραφον τὴν ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ καὶ ἔπειτα τὴν ἐν τῇ ἀπαντήσει. «Ἰδοὺ τί λέγει ὁ βασιλικὸς λόγος: «Ἀνακοινῶν ὑμῖν, ὅτι αἱ πρὸς τὰς ξένας Δυνάμεις σχέσεις μου εἶναι φιλικαί, ὁμολογῶ συνάμα τὴν εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τὰ Κράτη, ἅτινα ἐπεσκέφθην ἄρτι καὶ ὧν ἡ διαιτητικὴ ἐν συνόδῳ ἀπόφασις ἐπεδίκασε τῷ βασιλείῳ νέαν ὁροθετικὴν γραμμήν, ἐνισχύουσα αὐτὸ καὶ ἐπεκτείνουσα τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν ἀποκατάστασιν εἰς μέλη τοῦ ἑλληνισμοῦ, μοχθήσαντα ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ Κράτους.» «Ἰδοὺ τί λέγει καὶ ἡ ἀπάντησις εἰς τὴν παράγραφον αὐτήν. «Ἡ Βουλὴ εὐχαρίστως ἤκουσεν, ὅτι ἡ Ὑμ. Μεγαλειότης διατελεῖ εἰς φιλικὰς σχέσεις πρὸς τὰς ξένας Δυνάμεις. Ἡ Βουλὴ ὁμολογεῖ μεθ’ ὑμῶν τὴν εὐγνωμοσύνην αὑτῆς καὶ τοῦ ἔθνους πρὸς τὰς Δυνάμεις, ὧν ἡ διαιτητικὴ ἀπόφασις ἐν τῇ συνδιασκέψει ἐξηκρίβωσε καὶ ἐπεδίκασεν ὁριστικῶς τῷ βασιλείῳ νέαν ὁροθετικὴν γραμμὴν κατὰ τὸ βερολίνειον πρωτόκολλον καὶ τὴν βερολίνειον συνθήκην· ὄντως ἐτηρήθη κατ’ εὐχὴν ἡ διεθνὴς καλὴ πίστις· ἡ διαληφθεῖσα γραμμὴ ἐνισχύει τὸ Κράτος· ἀλλὰ πρὸ πάντων ἀποδίδει δικαιοσύνην εἰς λαοὺς πρὸ αἰώνων ἀμυνομένους ὑπὲρ ἐλευθερίας καὶ τοῦ κοινοῦ ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας ἀγῶνος μετασχόντας, καὶ ἐπ’ ἐσχάτων ἔτι ἀγωνισαμένους.» Κύριοι, τί παρετηρήσαμεν, ὅτι ἔλειπεν ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ; τί ἐκρίθη ἀνάξιον μνείας ὑπὸ τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως; ἡ συνθήκη τοῦ Βερολίνου καὶ τὸ πρωτόκολλον τοῦ Βερολίνου! Ἐγώ, κύριοι, θεωρῶ, ὅτι εἶναι ὕβρις τις τὸ νὰ εἴπῃ τις, ὅτι εἶναι ἀνάξιον μνείας τοῦτο. Κύριοι! ὁ τίτλος τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς ἐπαρχίας Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου εἶναι πρὸ πάντων τὸ πρωτόκολλον, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ παρ’ ἡμῶν ἀνάξιον μνείας τοῦτο. Καθ’ ἡμᾶς τὸ πρωτόκολλον φέρει τὸν τίτλον, ἡ δὲ βερολίνειος συνθήκη ὡς δικονομία τις δίδει τὴν ἀγωγὴν πρὸς δίωξιν τοῦ ἐκ τοῦ πρωτοκόλλου δικαιώματος, καὶ συνιστῶσα δικαστήριον, καθιστᾷ τὸ δικαίωμα τέλειον· ἡ ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ καὶ τῇ βερολινείῳ συνθήκῃ ὑπογραφὴ τοῦ Σουλτάνου δίδει κυρίως τὴν κύρωσιν τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῆς Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπῃ ἴσως τις, τί χρειάζονται ταῦτα; πάντα ταῦτα εἶναι γνωστά, ναί, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, καταλιποῦσα ἀμνημόνευτον τὸ πρωτόκολλον, ἀμνημόνευτον τὴν συνθήκην, ὡς οἱονεὶ συνυποσχετικόν, ἠλάττωσε πολὺ τὸ κῦρος τῆς διαιτητικῆς ἀποφάσεως· ἡ δύναμις τῆς διαιτητικῆς ἀποφάσεως δὲν εἶναι πλήρης, οὐδὲ δύναται νὰ ὀνομασθῇ διαιτητικὴ ἀπόφασις, ἐὰν δὲν συμπαρομαρτῇ καὶ ἡ βερολίνειος συνθήκη. Λέγω λοιπόν, ὅτι τὴν διαιτητικὴν ἀπόφασιν, καίτοι ὠνόμασεν ὁ λόγος αὐτὴν διαιτητικὴν ἀπόφασιν, ὑπετίμησεν αὐτὴν εἰς σύστασιν ἁπλῆν, διότι οὐδαμῶς δικαιολογεῖ τὸν τίτλον τῆς διαιτητικῆς ἀποφάσεως, διότι ὁ τίτλος αὐτὸς δικαιολογεῖται μόνον διὰ τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου καὶ διὰ τοῦ πρωτοκόλλου τοῦ Βερολίνου. Κύριοι, τὸ τοιοῦτον ἴσως ἤθελεν ἔχει ἐπιστημονικὴν ἀξίαν μόνον, ἀλλά, κατ’ ἐμέ, ἔχει συγχρόνως σημασίαν μεγίστην πολιτικήν, ὡς ἀφορῶν δηλαδὴ εἰς τὴν ἀξίαν τοῦ τίτλου ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἐνομίσαμεν, ὅτι ἐπώαζε καί τις φατριασμὸς ἐν τῇ παραλείψει ταύτῃ, καὶ δὲν ἠδυνάμεθα ἡμεῖς νὰ παραλείψωμεν. Καὶ ἐν τῇ Βερολινείῳ συνθήκῃ ἔμεινεν ἀμέτοχος ὁ κ. Τρικούπης καὶ ἐν τῷ Βερολινείῳ πρωτοκόλλῳ· καὶ δὴ κατὰ τὴν σύστασιν τοῦ κυρίου ἡμῶν τίτλου ἦτο παντελῶς ξένος. Πλαγία τις ὀλιγωρία τῶν πολυτιμοτάτων τίτλων κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου εἶναι προφανής. Ἀλλ’ ἡμεῖς, ἀκολουθοῦντες τὴν πολιτικὴν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως κατὰ τὴν πεποίθησιν ἡμῶν καὶ ἀφορῶντες ἀφατριάστως εἰς τὰ ἐθνικὰ κυρίως συμφέροντα, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἀφήσωμεν ἀμνημόνευτα τὰ δύο ταῦτα ἐπισημότατα ἔγγραφα, τὰ ἔχοντα τηλικαύτην διεθνῆ ἀξίαν. Κύριοι, τὸ δικαίωμα τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῆς αὐξήσεως ἑαυτῆς δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ, καὶ ἀμφισβητεῖται ὑπὸ τῶν μισελλήνων, ὅτι δῆθεν εἶναι ἀπόῤῥοια φιλοκτημοσύνης· αὐτὸ εἶναι τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον οἱ φιλότουρκοι ἐπάγονται καθ’ ἡμῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτὸ τὸ ζήτημα, δὲν εἶναι μόνον αὔξησις ὁρίων, ἀλλ’ εἶναι ἀπόδοσις δικαιοσύνης εἰς τὰς ἐπαρχίας Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου· εἶναι ἀποκατάστασις ἐλευθερίας εἰς ἑλληνικὰς χώρας, αἱ ὁποῖαι ἐπὶ 400 ἔτη κατὰ διαλείμματα πολλὰ δὲν ἔπαυσαν διαμαρτυρόμεναι, δὲν ἔπαυσαν νὰ γράφωσι τὰς διαμαρτυρήσεις αὑτῶν δι’ ἀφθόνου αἵματος. Τὸ αἷμα αὐτὸ τὸ ἔκρινεν ἀνάξιον πάσης μνείας ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, καὶ νὰ σᾶς εἴπω, κύριοι, πόθεν ὁρμηθεὶς ἐγὼ ἐγενόμην ὁ πρῶτος εἰσηγητὴς τῆς ἰδέας αὐτῆς. Ἐσχάτως ἀνέγνων ἓν ἄρθρον διασήμου ἀνδρὸς κατὰ τῶν «Καιρῶν» ὑπὲρ τοῦ Γλάδστωνος καὶ ὑπὲρ τῆς ἑλληνικῆς ὑποθέσεως. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐπιχειρημάτων τῶν ὑπὲρ τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς εἶναι καὶ τοῦτο ἐκ τῶν πρωτευόντων. Ὁ εὐγενὴς ἀνὴρ γράφει ἐκεῖ, ἀναιρῶν τοὺς φιλοτούρκους, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ αὐξήσεως ἁπλῶς τῆς Ἑλλάδος· πρόκειται περὶ ἐλευθερίας τῶν λαῶν τῆς Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου, οἱ ὁποῖοι καταδυναστεύονται ἐπὶ τόσους αἰῶνας. Ὁ τίτλος ὁ ἔγγραφος τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς εἶναι βεβαίως τὸ πρωτόκολλον, ἡ συνθήκη καὶ ἡ διαιτητικὴ ἀπόφασις, ὅπως ὀρθῶς τῷ ὄντι τὸ ὑπουργεῖον ὠνόμασεν αὐτήν, καὶ δι’ ὃ ἐγὼ προσωπικῶς εὐγνωμονῶ. Τίτλος ἔγγραφος εἶναί τι σπουδαιότατον, ἀλλ’ οἱ ἄγραφοι τίτλοι εἶναι πολλάκις σπουδαιότεροι, καὶ περὶ αὐτῶν οὐδεμίαν πρόνοιαν ἔλαβεν ἡ ὑπεύθυνος Κυβέρνησις, οὐδὲ ἔκαμε μνείαν αὐτῶν. Ἐν τῇ ἰσχύϊ αὐτῆς δύναται ἡ Εὐρώπη νὰ ὀλιγωρήσῃ τίτλου ἐγγράφου· ἀλλ’ ἐν τῇ εὐγενείᾳ αὑτῆς δὲν δύναται νὰ περιφρονήσῃ τίτλους διὰ μακρῶν ἀγώνων ὑπὲρ ἐλευθερίας ἀποκτηθέντας. Διὰ τοῦτο ἐν τῷ σχεδίῳ ἐσημειώσαμεν «ἡ γραμμὴ αὕτη ἐνισχύει τί Κράτος, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἀποδίδει δικαιοσύνην κλπ.» Τῷ ὄντι, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις ἡ προκάτοχος, συντάξασα τὸ σχέδιον τοῦ βασιλικοῦ λόγου, ποιεῖται μνείαν, καὶ εἶναι ἀξιέπαινος δι’ αὐτό, ὅτι αἱ ἐπαρχίαι Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου μετέσχον τοῦ μεγάλου ἀγῶνος τοῦ 1821. Ἀλλ’ ἆρά γε, ἐκτὸς τοῦ μεγάλου ἀγῶνος τοῦ 1821, οἱ ἄλλοι ἀγῶνες εἶναι ἄτιμοι; Τὸ αἷμα τοῦ Σουλίου, τὸ ὁποῖον ἐπὶ 30 ἔτη ἐπάνω εἰς τοὺς βράχους τῆς Κιάφας ἐχύνετο ἀφθόνως ὑπὲρ ἐλευθερίας, εἶναι αἷμα ἄτιμον; Δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ μνεία τούτου, ἂν τῷ ὄντι οἱ ἀγῶνες τῶν ἐπαρχιῶν ἦσαν ἄξιοι νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῶν ἐθνῶν; Ἡμεῖς δὲν ἠδυνάμεθα νὰ μὴ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τοὺς αὐτοὺς τίτλους ἔχει πρὸς ἐλευθερίαν καὶ ἀνεξαρτησίαν ἡ Ἤπειρος, τοὺς ὁποίους ἔχει καὶ ἡ Πελοπόννησος καὶ αἱ Νῆσοι καὶ ἡ Στερεά· λόγῳ δὲ ἀγώνων, ἐπὶ μακρότερον χρόνον ἠγωνίσθησαν οἱ Σουλιῶται καὶ οἱ Θεσσαλοί, ἢ ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες. Ἀφοῦ κατ’ ἀρχὴν ἡ Κυβέρνησις παρεδέχθη, ὅτι οἱ ἀγῶνες τῶν ἐπαρχιῶν εἶναι τίτλος, ἔπρεπε νὰ μνημονεύσῃ εἰδικῶς τοὺς ἀπείρους ἀγῶνας, τοὺς ὁποίους αἱ ἐπαρχίαι αὗται κατέβαλον. Αἱ θυσίαι τῶν ἐπαρχιῶν χρησιμεύουσι μεγάλως εἰς ἐπίῤῥωσιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, τοὐλάχιστον παρ’ ἀνθρώποις, ἔχουσιν ἀνθρωπισμόν· διότι ὄντως πλεῖστοι φιλότουρκοι νομίζουσιν, ὅτι ἐγένετο ὑπὸ τῆς Εὐρώπης μία δωρεὰ πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν φυλήν, ἐνῷ ἀποδίδοται ἁπλῶς ἀκριβὴς δικαιοσύνη. Μεταβαίνομεν εἰς ἄλλην τροπολογίαν. «Οὕτω δὲ ἐτηρήθη κατ’ ἀρχὴν ἡ διεθνὴς καλὴ πίστις.» Κύριοι! τί ἐστὶ διεθνὴς καλὴ πίστις; Ἐτηρήσαμεν ἡμεῖς τὸν λόγον ἡμῶν εἰς ὅ,τι ὑπεσχέθημεν· ἐτήρησεν ἡ Εὐρώπη τὸν λόγον αὐτῆς εἰς ὅ,τι ὑπεσχέθη· καὶ ἐκ τούτου θέλω νὰ συμπεράνω, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῆς Εὐρώπης ἦσαν ὑποχρεωτικαὶ δι’ αὐτήν, ὅτι δὲν ἠδύνατο ἄλλως νὰ γείνῃ, ἢ ἐν τῇ βερολινείῳ συνθήκῃ νὰ γείνῃ λόγος περὶ Ἑλλάδος καὶ νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ Ἑλλήνων. Κύριοι, μὲ συγχωρεῖτε διότι θὰ κάμω αὐτὴν τὴν ἐκδρομήν, πρῶτον διότι εἶμαι ὑπόχρεως ὡς εἰσηγητὴς νὰ δικαιολογήσω τὴν θέσιν μου, δεύτερον, διότι λέγω, ὅτι ἐν τῷ διεθνεῖ δικαίῳ δὲν χρησιμεύουσι τόσον τὰ χαρτιά, ὅσον τὰ πράγματα. Τὸ διεθνὲς δίκαιον εἶναι πολλάκις ἀνώτερον τῶν ἐγγράφων. Ὑποστηρίζω, κύριοι, ὅτι καὶ ἡ Ῥωσσία ὑπεσχέθη νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ Θεσσαλίας, Ἠπείρου καὶ Κρήτης, καὶ ἡ Εὐρώπη ὑπεσχέθη· καὶ ἡ Ῥωσσία ἐτήρησε τὸν λόγον της, καὶ ἡ Εὐρώπη ἐτήρησε τὸν λόγον της. Ἐτήρησαν τὴν διεθνῆ καλὴν πίστιν καὶ οὐδὲν πλέον. Ὅτε ἐκηρύχθη ὁ πόλεμος ὁ ῥωσσοτουρκικός, ὁ αὐτοκράτωρ εἶπεν, ὅτι σκοπὸς τοῦ πολέμου τούτου εἶναι ἡ βελτίωσις τῆς καταστάσεως πάντων τῶν χριστιανῶν. Αὕτη ὑπῆρξεν ἡ πρώτη ἐπαγγελία· ὅτε δ’ ἐγένετο ἡ συνθήκη τοῦ Ἁγίου Στεφάνου συνεστήθη μία ἡγεμονία ἐν Ἠπείρῳ, μία ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ μία ἐν Κρήτῃ· τοιαῦται δέ τινες ἐσυστήθησαν ἡγεμονίαι, ὁποία συνέστη κατόπιν ἡ ἡγεμονία τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας. Δὲν εἶναι ἔπεα ταῦτα πτερόεντα, εἶναι ῥῆτραι ἐγγεγραμμέναι· καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω, ὅτι, ἂν ἐν τῇ συνθήκῃ δὲν φαίνεται ὁ ὅρος ἡγεμονία, τὸ πρᾶγμα ὑφίσταται. Μεγάλα, σπουδαῖα δικαιώματα καθιεροῦνται ἐκεῖ ὑπὲρ τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας· διότι ἀναφέρονται ἐν τῇ συνθήκῃ, ὅτι θὰ ἦσαν ἐπαρχίαι αὐτοσύντακτοι. Ἐπρόκειτο δηλαδὴ ἵνα αὗται δι’ ἀντιπροσώπων συντάξωσι τὰ πολιτεύματά των. Ἡ περίφημος ἐγκύκλιος τοῦ Σουλσβερὺ δὲν ἦλθεν, ἵνα καταλύσῃ, ἀλλ’ ἵνα πληρώσῃ τὸν νόμον τὸν ὑπὲρ τῶν Ἑλλήνων. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀληθὲς, ὅτι ἡ Εὐρώπη αὐθαιρέτως ἐπελάβετο τοῦ ζητήματος τούτου. Τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα εἶχεν ἀπ’ ἀρχῆς τὴν θέσιν του ἐν τῷ ῥωσσοτουρκικῷ πολέμῳ καὶ ταῖς συγχρόνοις ἐπαναστάσεσι Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου· ἡ Εὐρώπη ἀπῄτησεν ἵνα ἡμεῖς οἱ ἐλεύθεροι Ἕλληνες μὴ μετάσχωμεν τοῦ ἀγῶνος· ὑπεσχέθημεν, ἐτηρήσαμεν τὸν λόγον μας. Ἡ Εὐρώπη ἀπηγόρευσεν εἰς ἡμᾶς νὰ συμμαχήσωμεν μετὰ τῆς Ῥωσσίας· ὑπεσχέθημεν, ἐτηρήσαμεν τὴν ὑπόσχεσίν μας. Ἡ Εὐρώπη, ἐλθοῦσα εἰς τὸ Βερολίνειον συνέδριον, τηρήσασα τὴν καλὴν πίστιν καὶ τὰς διεθνεῖς αὐτῆς ὑποχρεώσεις, ἀπέναντι ἡμῶν, τηρησάντων τὴν καλὴν ἡμῶν πίστιν καὶ τὰς διεθνεῖς ὑποχρεώσεις, συνέταξε τὸ πρωτόκολλον, συνέστησε διὰ τῆς Συνθήκης τὸ δικαστήριον τὸ διαιτητικὸν καὶ ἐπῆλθεν ἡ διαιτητικὴ ἀπόφασις. Ὁσάκις πρόκειται, κύριοι, νὰ προβῶμεν εἰς θυσίας, εἰς τὰς ὁποίας πρέπει νὰ προβῶμεν, δέον νὰ ἐξετάσωμεν βαθέως τὸ ζήτημα τοῦ δικαιώματος καὶ τοῦ τίτλου ἡμῶν. Ἐκ τούτου τοῦ λόγου ὁρμώμενος σᾶς ἔκαμα αὐτὴν τὴν ἀνάπτυξιν. Ἂν βεβαίως ἦναι ἁπλῆ σύστασις ἡ ἀπόφασις τῆς Εὐρώπης, ἐγὼ ἴσως δὲν θὰ ἤμην τόσον πρόθυμος εἰς τὰς θυσίας· ἀλλ’ εἶναι ἀπόφασις διαιτητική, φέρουσα τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Σουλτάνου ἐν τῷ συνυποσχετικῷ τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου, τίτλου, ἐκδοθέντος πρὸς ἔκτισιν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἡ Εὐρώπη ἔχει ἀπέναντι ἡμῶν, δι’ ὧν ἀνεγνώρισε δικαιώματα προαιώνια, ἱερά, ἀπαράγραπτα τῶν ἐπαρχιῶν Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐχύθησαν κατὰ καιροὺς ποταμοὶ ἑλληνικοῦ αἵματος. Ὁ τίτλος αὐτός, εἶπον, εἶναι ἄμεσος συνέπεια τοῦ ῥωσσοτουρκικοῦ πολέμου καὶ ἄμεσος συνέπεια τῆς πολιτικῆς τῆς Εὐρώπης, ἡ ὁποία εἶχεν ἄμεσον συμφέρον νὰ τηρήσῃ ἐν τῇ Ἀνατολῇ τὴν ἰσοῤῥοπίαν. Μεταβαίνω εἰς ἄλλην τροπολογίαν. «Αἱ ὑπογράψασαι τὴν ὁριστικὴν ἀπόφασιν Δυνάμεις βεβαίως ἐνδιαφέρονται περὶ τῆς ἀξίας αὐτῆς κλπ.». Προσεθήκαμεν ἐδῶ, ὅτι ἡ Εὐρώπη θέλει μεριμνήσει περὶ τῆς ἀξίας τοῦ τίτλου ἡμῶν, περὶ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς. Δὲν βλέπω κατὰ τί βλάπτει ἡ προσθήκη, κατὰ τί ἐλαττόνει τὴν ἀξίαν ἡ ἀναγνώρισις τῆς ἀξίας καὶ ἡ πεποίθησις ἡμῶν ὅτι ἡ Εὐρώπη θέλει μεριμνήσει περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς. Ἡ πέμπτη παράγραφος λέγει: «Ἡ Βουλὴ ἐλπίζει, ὅτι ἡ κυβέρνησις προέβη....». Ἐδῶ κατακρίνεται ἡ λέξις «ἐλπίζει». Τὸ ὑπουργεῖον, κύριοι, οὕτως εἰπεῖν ἐφυγομάχησε· παραιτηθὲν μετὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ προέδρου, δὲν ἔδωκεν οὐδεμίαν ἐξήγησιν πρὸς τὴν Βουλήν, ἔῤῥιψε μόνον τὸν βασιλικὸν λόγον καὶ ἀπῆλθεν. Ἐνδέχεται νὰ ἔχῃ λόγους τὸ ὑπουργεῖον, διὰ τῶν ὁποίων νὰ ἀποδεικνύῃ, ὅτι ἦτο ἀναπόδραστος ἀνάγκη νὰ παρανομήσῃ, ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἠγνόει τοὺς λόγους αὐτοὺς, καὶ δι’ αὐτὸ ἐγένετο χρῆσις τῆς λέξεως «ἐλπίζει». Ἀλλά, κύριοι, ἐάν τις ἐξετάζῃ τὴν ἐπιφάνειαν τῶν πραγμάτων μόνον, τότε εἶναι βέβαιος, ὅτι θὰ ἐπιτύχῃ ὅλην τὴν ἀκρίβειαν καὶ τὴν κυριολεξίαν· ἂν ἐνδιαφέρηται περισσότερον περὶ τοῦ βάθους τῶν ἐννοιῶν καὶ τῶν πραγμάτων, πολλάκις ἀστοχεῖ κατὰ τὸ λεκτικόν. Ἡ πρότασις αὕτη, ἀναλυομένη, ἔχει ὡς ἑξῆς. «Ἡ Βουλὴ ἐλπίζει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει ἀποδείξει, ὅτι προέβη κλπ.». Κύριοι, ὡς ἔφθην εἰπὼν ἐν ἀρχῇ, ὁ βασιλικὸς λόγος ἐγείρει τὸ ζήτημα τῆς νομιμότητος· ὁ κύριος Τρικούπης προκαλεῖ τὴν συζήτησιν. Ἐὰν ἔλεγεν ὁ βασιλικὸς λόγος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προέβη, μέτρον ἔχουσα τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, εἰς διάφορα ἔργα ἀπαραίτητα πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους, δὲν θὰ εἴχομεν νὰ εἴπωμεν τίποτε, ἀλλ’ ὁ βασιλικὸς λόγος λέγει, παρηνόμησεν ἡ Κυβέρνησις. Τί νὰ εἴπωμεν ἡμεῖς; Ὁ βασιλικὸς λόγος λέγει ῥητῶς «ἢ ἐν ἐλλείψει νομοθετικῆς προνοίας». Ἔπρεπε νὰ βεβαιώσωμεν αὐτὰ τὰ πράγματα ὡς ἔχουσι καὶ νὰ προσθέσωμεν, ὅτι, ἂν παρηνόμησεν, ἡ Βουλὴ θὰ κρίνῃ ἐπιεικῶς. Πῶς ἠπιώτερον ἠδυνάμεθα νὰ ἐκφρασθῶμεν ὡς πρὸς τοῦτο; Ἀλλ’ ἐσκανδαλίσθησάν τινες διὰ τὸ «ἐπιεικῶς», καὶ ἐδῶ θὰ ὁμιλήσωμεν ἐπὶ τὸ διδασκαλικώτερον. Ἐπιεικῶς ἐδῶ ἔχει τὴν πρωτότυπον σημασίαν τῆς λέξεως. Οἱ νομικοὶ γνωρίζετε, ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων τὰ δίκαια εἶναι δύο, τὸ ἔγγραφον δίκαιον, καὶ τὸ δίκαιον τῆς ἐπιεικείας (jus καὶ aequus) καί ὅτι ἡ ἐπιείκεια ἐνταῦθα δὲν προϋποθέτει ποινὴν, οὐδ’ ἀποβλέπει εἰς ἔλεον. Ὑποθέτει ἐκτίμησιν τῶν πραγμάτων, ἀφαιρέσει τῶν νόμων, ὑποθέτει ἐκτίμησιν συγκεκριμένης περιπτώσεως, ὡς ἔχει ἐν τῇ φύσει, σχετικῶς πρὸς τὸ αἰώνιον δίκαιον· διότι οἱ νόμοι εἶναι γενικοὶ κανόνες, οἱ ὁποῖοι, ἂν ἐφαρμοσθῶσιν εἰς ὅλας τὰς λεπτομερείας ἀκάμπτως, πολλάκις εἶναι ἄδικοι, καὶ δι’ αὐτὸ λέγομεν summum jus summa injuria. Γενικοὺς κανόνας περιέχουσιν οἱ νόμοι· τὸ ἐπιεικὲς δίκαιον εἶναι τὸ ὄντως δίκαιον, διότι ζητεῖται τὸ κατὰ φύσιν δίκαιον ἐν ἑκάστῃ συγκεκριμένῃ περιπτώσει. Διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐννοεῖ, ὅτι πρέπει νὰ δώσῃ ἀμνηστείαν, ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως παρατυπιῶν τινων νὰ ἐξετάσῃ πρὸ τίνων νόμων εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ προβῇ εἰς παραβιαστικὰ μέτρα. Δὲν ἠδυνάμεθα ὅμως νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν παρεβιάσθησαν οἱ νόμοι, ἀφ’ οὗ ὁ βασιλικὸς λόγος τὸ λέγει· καὶ ἐν τούτοις λεγόμεθα συκοφάνται, καὶ ἔσπευσεν ὁ κ. Τρικούπης νὰ μᾶς στιγματίσῃ, συκοφαντῶν αὐτός. Τώρα, ὑπῆρχεν ἀναπόδραστος ἀνάγκη; Ἤκουσα μερικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς δύνανται νὰ δικαιολογηθῶσιν· ἤκουσα, ὅτι διὰ τεσκερέδων ἐξωδεύθησαν δύο ἢ τρία ἑκατομμύρια δραχμῶν. Δὲν ἠξίωσαν νὰ ἐνθυμηθῶσι καὶ τὸν νόμον τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ, οὐδὲ μέχρις αὐτοῦ τοῦ βαθμοῦ, νὰ προβάλωσι δηλαδὴ τουλάχιστον βασιλικὸν διάταγμα. Πῶς δικαιολογοῦνται; ἦτο ἀναπόδραστος ἀνάγκη. Ἡμεῖς τέλος πάντων τί σκοπὸν ἔχομεν ἐδῶ ἐρχόμενοι; Εἴμεθα ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, καὶ ἡ πρώτη ἡμῶν ἀποστολὴ εἶναι νὰ μανθάνωμεν τί γίνεται τὸ χρῆμα τοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον συγκομίζεται εἰς τὸ κεντρικὸν ταμεῖον. Δύναται ἕκαστος νὰ ἐξοδεύσῃ ὅσα θέλει ἀπὸ αὐτὸ καὶ ὅπως θέλει μὲ τεσκερέδες; Αὐτὸ καταντᾷ εἰς ἡμᾶς ζήτημα φιλοτιμίας, καὶ δυνάμεθα μὲν νὰ μὴ προβῶμεν εἰς καταδίωξιν σήμερον, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν καὶ εὐχαριστῶ. Κύριοι, 26 ἑκατομμύρια δραχμῶν λέγεται, ὅτι ἐδαπάνησεν ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις ἄνευ πιστώσεων. Ἂν τὸ μεταφέρωμεν εἰς τὴν Γαλλίαν, ἠξεύρετε ποῖον ποσὸν εἶναι αὐτό; ἓν ἥμισυ δισεκατομμύριον. Τὸ ἥμισυ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἑνὸς ἔτους ἐτόλμησε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ δαπανήσῃ ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Βουλῆς, χωρὶς νὰ ἐνθυμηθῇ αὐτὴν ὅλως διόλου, καὶ μετὰ τοσαύτης περιφρονήσεως, ὥστε οὐδὲ βασιλικὸν διάταγμα νὰ προκαλέσῃ. Ἂν ἐν Λονδίνῳ ἢ ἐν Παρισίοις ἠκούετο, ὅτι εἷς Ὑπουργὸς ἐξώδευσεν ἓν δισεκατομμύριον ἄνευ πιστώσεως, ἤθελε φέρει κατάπληξιν. Τώρα εἶναι ἄλλο ζήτημα τί θὰ κάμωμεν· ἂν ἦναι ἄξιος ὁ ὑπουργὸς καταδίκης, εἶναι ἄλλο ζήτημα τοῦτο· ἀλλά, διὰ νὰ μὴ τὸ βεβαιώσω ἐγὼ ἡ ἐπιτροπή, ἥτις κέκληται νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλήν, θὰ ἦτο μία παράλειψις καθήκοντος, μία ἀσυνειδησία· ἡ ἐπιτροπὴ ἤθελε σᾶς ἀπατήσει. Τοῦτο, κύριοι, εἶναι ὡμολογημένον ὅτι ἐγένετο παρανομία. Δὲν ὁμολογεῖ ὅμως ἡ κυβέρνησις Τρικούπη, ὅτι παρεβίασε τὸ Σύνταγμα· καὶ ἔρχομαι ν’ ἀποδείξω ὅτι παρεβίασε τὸ Σύνταγμα. Καὶ πάλιν σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι διαφέρει ἡ ἀπόδειξις, ὅτι παρεβιάσθη τὸ Σύνταγμα, ἀπὸ τὴν κύρωσιν τοῦ Συντάγματος διὰ μομφῆς ἢ διὰ δημοσίας ἀγωγῆς ἀσκουμένης κατὰ τῆς Κυβερνήσεως· διαφέρει πολύ, πρόκειται μόνον περὶ βεβαιώσεως τοῦ πράγματος. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο τάσσω πάλιν τὴν ἰδίαν δικαιολόγησιν. Μᾶς ἐπροκάλεσες νὰ φέρωμεν τοὺς λόγους περὶ τούτου. Τί ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ἡμεῖς, ἂν ἡ πεποίθησις ἡμῶν ἦτο, ὅτι ἔλαβε χώραν παραβίασις τοῦ Συντάγματος; Ἂν ἐρωτήσῃς τὴν διάθεσίν μου, οὐδεμίαν διάθεσιν ἔχω νὰ καταδιώξω οὐδένα· ἀλλ’ ὅταν ἀναφέρετε, ὅτι τὸ Διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως ἐξεδόθη κατὰ τὸ Σύνταγμα, καὶ διετηρήθησαν ὅλοι οἱ ὅροι, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποδεχθῇ τοῦτο, ἐτελείωσεν ἡ ὑπόθεσις. Ἕκαστος ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ αὐξάνῃ τὸν στρατὸν ἐφ’ ὅσον θέλει καὶ νὰ καλῇ τὴν Βουλὴν μετὰ τὰ τετελεσμένα γεγονότα. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν νὰ τὸ βεβαιώσωμεν· ἰσχυριζόμεθα τοὐναντίον, ὅτι παρεβιάσθη τὸ Σύνταγμα. Ὁ ἔντιμος πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς σᾶς ἀνέπτυξεν, ὅτι τὸ ἄρθρον 60 τοῦ Συντάγματος εἶναι ῥητόν. «Κατ’ ἔτος ἡ Βουλὴ προσδιορίζει τὸν ἀριθμὸν τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς δυνάμεως». Ὅτε ἡμεῖς ἀπήλθομεν ἐντεῦθεν, προσδιωρίσαμεν τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ εἰς 12 χιλ. καὶ μάλιστα κατ’ ἀπαίτησιν τοῦ κ. Τρικούπη· ὅτε ἐπεστρέψαμεν τὰς εὕρομεν 60 χιλ. Τώρα ἐτηρήθη τὸ Σύνταγμα; εἶναι ἴσος ὁ ἀριθμὸς 12 μὲ τὸν ἀριθμὸν 60; Ἀλλὰ ὑπάρχει νόμος, λέγουσι, τὸ ἄρθρον 15 τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει τὴν αὔξησιν. Ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ αὐτοῦ τί εὑρίσκομεν; ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ δὲν χρησιμεύει καθόλου εἰς τὸν κ. Τρικούπην, ὅτι ἄλλο εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Σπεύδω δὲ νὰ εἴπω τι, τὸ ὁποῖον προσωπικῶς μὲ ἀφορᾷ, καὶ τὸ ὁποῖον θὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν, ὅτι εἶμαι μὲν ἐγὼ εἰσηγητὴς ὑπογεγραμμένος, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὁ πραγματικὸς εἰσηγητής· σπεύδω νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Τρικούπην, ὅτι καὶ κατὰ τῆς κυβερνήσεως αὐτοῦ καὶ κατὰ τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἐγὼ ἀντετάχθην, ὅτε ἐπεψηφίζετο τὸ ἄρθρον καὶ ὑπεστήριξα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τὸ ἄρθρ. 15 τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα Δὲν εἶναι λοιπὸν ἰδέα νέα δι’ ἐμέ. Εἶναι ἰδέα παλαιά, εἰς τὴν ὁποίαν, κύριοι, ἐπιμένω, καὶ δὲν εἶχον ἀνάγκην οὐδεὶς ἄλλος νὰ μοὶ ὑπενθυμίσῃ τὸ καθῆκόν μου. Τὸ ἄρθρον 15 τοῦ νόμου αὐτοῦ, ἂν δὲν εἶχεν αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς ἐξηγήσω, θὰ ἦτο ἀντισυνταγματικόν, ἀλλὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἔχει τὴν ἑξῆς ἔννοιαν· ἑρμηνεύει τὸ Σύνταγμα, ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ στρατοῦ τέλος πάντων ἐπιτρέπεται ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ χρῆσις τοῦ στρατοῦ δὲν γίνεται ἄνευ παρουσίας τῆς Βουλῆς καὶ ἄνευ ἀνακοινώσεως τοῦ διατάγματος τῆς ἐπιστρατεύσεως εἰς τὴν Βουλήν. «Ὄταν ἀπειλῆται ἐθνική τις συμφορὰ δὲν ἐπιτάσσεται βεβαίως νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος τὸ νεκρόν, θὰ ζητήσωμεν τὸ ζωοποιὸν αὐτοῦ πνεῦμα.» Ὁ νόμος λοιπὸν ἐκεῖνος ἐπιδέχεται θεραπείαν τινὰ, καὶ εἶναι αὕτη, διότι ὁ νόμος δύναται νὰ εἴπῃ, φωνὴν ἀφιείς, τί κακὸν ἔχω; πρὶν ἢ λειτουργήσω ἐγὼ, σεῖς ἐφθάσατε· διότι ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ὁ ὑπουργὸς νὰ εἰσαγάγῃ τὸ διάταγμα αὐτὸ εὐθὺς ὡς ἔλθῃ ἡ Βουλὴ, καὶ εὐθὺς νὰ νομιμοποιηθῇ ἡ αὔξησις τοῦ στρατοῦ. Ἡ χρῆσις τοῦ στρατοῦ νομιμοποιεῖται διὰ τῆς παρουσίας τῆς Βουλῆς καὶ οὐδεὶς κίνδυνος. Τί χρειάζεται λοιπόν; νὰ καλῆται εὐθὺς ἡ Βουλὴ, καὶ ἅμα ἔλθῃ, εὐθὺς νὰ εἰσάγηται τὸ διάταγμα. Τοῦτο δὲν ἐγένετο· ἡ Βουλὴ ἐκλήθη νὰ ἔλθῃ μετὰ δύω μῆνας, τὴν 8 Σεπτεμβρίου, καὶ ὅτε ἦλθεν ἡ 8 Σεπτεμβρίου, ἀνεβλήθη διὰ τὴν 9 Ὀκτωβρίου. Εἶναι πανηγυρικωτάτη, οὕτως εἰπεῖν, ἡ παράβασις τοῦ Συντάγματος ἐκ μέρους τῆς πεσούσης κυβερνήσεως. Ὑμεῖς ὡς πρὸς τοῦτο ἔχομεν καθῆκον νὰ βεβαιώσωμεν ἓν γεγονός, ἀφ’ οὗ προὐκλήθημεν ὑπὸ τῶν ἰδίων αὐτουργῶν, νὰ βεβαιώσωμεν, ὅτι τοιοῦτόν τι δὲν δύναται νὰ γείνῃ. Ἀλλὰ δύναταί τις εἰπεῖν· ἰδού, ὅτι τώρα ἤλθετε καὶ δύνασθε νὰ ἐλέγξητε τὸ πρᾶγμα· ἀλλὰ δὲν εἴμεθα μικρὰ παιδία ἡμεῖς· τὰ γενόμενα οὐκ ἀπογίνονται. Καί τοι ἡμεῖς παραπονούμεθα οὐχὶ διὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἐπιστρατεύσεως, παραπονούμεθα ὡς πρὸς τοῦτο ἰδίως, διότι δὲν ἔγεινε στερεωτέρα ἡ ἐπιστράτευσις, διὰ τὸ ὁποῖον ἦτο ἀπαραίτητος ἡ ταχίστη σύγκλησις τῆς Βουλῆς. Ἀλλά, κύριοι, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὸ πεσὸν Ὑπουργεῖον τὸ ὅτι δὲν ἐτήρησεν οὔτε τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος, οὔτε τὸ γράμμα αὐτοῦ, οὔτε τὸ γράμμα, οὔτε τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, τί λέγουν; Ῥίπτουν κατὰ πρόσωπον τῆς Βουλῆς βαρεῖαν ὕβριν, λέγοντες «λόγοι ἐθνικοῦ συμφέροντος ἀπηγόρευον τὴν σύμπραξιν ἡμῶν μετ’ αὐτῶν.» Βερουτιανοὶ εἴμεθα ἡμεῖς; ἀπὸ τὸ Ἀφγανιστὰν εἴμεθα; δὲν εἴμεθα Ἕλληνες; Πῶς δὲν ἠδύναντο νὰ συμπράξωσι; δὲν εἶχον τὴν ἐμπιστοσύνην; Τάχα ἡ Βουλὴ κύριον σκοπὸν ἔχει ν’ ἀναβιβάζῃ καὶ καταβιβάζῃ ὑπουργούς; Οὐχί· ἡ ἀρχέγονος ἐξουσία τῆς Βουλῆς εἶναι τὸ νομοθετεῖν, ἡ δ’ ἄλλη ἐξουσία εἶναι ὀψίγονος ἐξουσία τῶν κοινοβουλίων, καθιερωθεῖσα πρὸ 20 καὶ 30 ἐτῶν. Τὴν Βουλὴν ἔπρεπε νὰ φέρωσι διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ στρατοῦ καὶ νὰ μὴ θέσωσιν αὐθαιρέτως χεῖρα ἐπὶ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι τὸ προϊὸν τοῦ ἱδρῶτος τοῦ λαοῦ. Οἱοσδήποτε καὶ ἂν διέπῃ τὰ κοινά, ὅσης δήποτε ἐμπιστοσύνης καὶ ἂν ἦναι ἄξιος, στοιχειῶδες εἶναι νὰ μὴ ζητῇ νὰ ὑπεκφύγῃ τὴν τοιαύτην συνταγματικὴν ῥήτραν. Ἀλλὰ λέγουν «Ἀπηγόρευον τὴν σύμπραξιν λόγοι ἐθνικοῦ συμφέροντος»· δὲν εἶχον δηλαδὴ τὴν πλειονοψηφίαν καὶ δὲν σᾶς ἤθελον. Ἀλλὰ τὸ τελευταῖον στρέφεται κατ’ αὐτῶν, διότι ἐὰν εἶχον τὴν συναίσθησιν, ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ συμπράξωσι μετὰ τῆς Βουλῆς, πῶς ἔμενον ἐν τῇ ἐξουσίᾳ μειονοψηφοῦντες; Ἀφ’ ἑτέρου ποσάκις, κύριοι, ἐδῶ δὲν συνέβη νὰ σταματήσῃ ἡ Βουλή, ἅμα ἐδήλωσεν ὁ Ὑπουργός, ὅτι διεθνῆ ἐθνικὰ συμφέροντα ἀπαγορεύουν τὴν περαιτέρω ἔρευναν; Ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν λέξεων τούτων ἠθέλησε νὰ ἐπιῤῥίψῃ εἰς τὸ μέτωπον τῆς Βουλῆς ὕβριν· ὅτι δηλαδὴ ἀμέσως ἠθέλομεν ἡμεῖς προβῆ καὶ ἠθέλομεν ῥιφθῆ εἰς τὰ λάφυρα καὶ ἠθέλομεν παραβλέψει πᾶν ἐθνικὸν συμφέρον· ἐπανάληψις τῶν ὕβρεων ἐκείνων περὶ συναλλαγῆς καὶ τῶν τοιούτων. Πῶς ἠδυνάμεθα ὅμως ἡμεῖς ν’ ἀφήσωμεν αὐτὸ τὸ μέρος ἀνανταπάντητον, ὅπερ θίγει καιρίως τὴν ὑπόληψιν καὶ τὸ ἀξίωμα τῆς Βουλῆς; Ἀλλά, κύριοι, ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα κατ’ οὐσίαν. Εἰς τὴν οὐσίαν, κύριοι, λέγομεν, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ ἡ σημερινὴ εἶναι ἐλεεινή, καὶ ἰδοὺ ἡ πρὸς τὴν οὐσίαν τροπολογία. «Ἡ Βουλή, συγκαλουμένη, εὐρυτέραν καὶ στερεωτέραν ἠδύνατο νὰ καταστήσῃ τὴν ἐθνικὴν ὀργάνωσιν· ἠδύνατο δὲ καὶ περὶ τῶν δανείων ν’ ἀποφανθῇ, χωρὶς νὰ ἐπιβληθῶσι χρηματικὰ βάρη εἰς τὸν λαὸν μονομερῶς ὑπὸ τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως ἐπὶ συγχύσει τῶν ἐξουσιῶν.» Ὑπάρχουσι τάγματα, κύριοι, ἄνευ ὑπαξιωματικῶν, ἢ λόχοι ἄνευ ὑπαξιωματικῶν, καὶ τάγματα ἄνευ ἀξιωματικῶν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κύριον Τρικούπην, ἄνευ τῆς Βουλῆς, ἠδύνατο νὰ προβῇ καὶ νὰ καταρτίσῃ ἀξιωματικούς; Ἐὰν ἠδύνατο, διατί δὲν τὸ ἔκαμεν; Ἀλλὰ ἐὰν δὲν τὸ ἔλαμε καὶ ἠδύνατο νὰ τὸ κάμῃ, γίνεται παράλειψις σπουδαιοτέρα ταύτης; Δύναται στρατὸς νὰ ὀνομασθῇ στρατὸς ἄνευ ὑπαξιωματικῶν καὶ ἀξιωματικῶν ἀποχρῶντος ἀριθμοῦ; Ἰδοὺ τί ἐννοοῦμεν, κύριε Λομβάρδε, ὅτι, συγκαλουμένη ἡ Βουλή, ἤθελε κάμει στερεωτέραν ὀργάνωσιν. Ἀλλὰ, συγκαλουμένη ἡ Βουλή, ἤθελε τὴν κάμει καὶ εὐρυτέραν καὶ σπουδαιοτέραν, διότι αὔξησις, καὶ μάλιστα αὔξησις τοῦ στρατοῦ, δύναται νὰ γείνῃ ἀπὸ καθένα εἰς τὸ χαρτί, ἀλλ’ ἡ σπουδαία αὔξησις ἔχει ἀνάγκην σπουδαίας συντάξεως καὶ πόρων σπουδαίων. Πρέπει νὰ ἔχῃ τις τὰ μέσα νὰ τὸν συντηρήσῃ, καὶ διὰ νὰ ἔχῃ τὰ μέσα, πρέπει νὰ τὰ εὕρῃ, καὶ διὰ νὰ τὰ εὕρῃ, δὲν δύναται ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς. Ὄντως ὁσηνδήποτε πίστιν καὶ ἂν ἔχῃ τις ὡς πρόσωπον, ἐπ’ ὀνόματί του πῶς δύναται νὰ εὕρῃ σπουδαῖα κεφάλαια; καὶ πῶς δύναται ἄνευ χρημάτων νὰ ἔχῃ ἐπαρκῆ στρατόν, σπουδαῖον στρατόν; Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὸ νὰ μὴ συγκαλέσητε τὴν Βουλὴν ἐντὸς τοῦ καιροῦ, ἔχει ἀποτέλεσμα τὴν παραλυσίαν τοῦ στρατοῦ· τὸ νὰ μὴ συγκαλέσητε τὴν Βουλὴν ἐντὸς χρόνου βραχυτάτου, ἔφερε τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ Κράτους εἰς συντήρησιν τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ τοῦτο, κύριοι, κατέστησε προβληματικὴν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, δὲν ὑπηρέτησεν ὅμως οὐδὲ τὴν ἐθνικὴν ὑπόθεσιν, καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν ἡ Βουλὴ κατεψήφισε τῆς πολιτείας τῆς πεσούσης κυβερνήσεως, καὶ παραπονεῖται ὁ ἐντιμότατος τέως πρωθυπουργός, ὅτι ἐκρήμνισεν ἡ Βουλὴ τὸ ὑπουργεῖον διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας. Δὲν βλέπω νὰ ἦναι σπουδαῖα ἡ ἀντίῤῥησις, διότι ὁ πρωθυπουργὸς ὁ γνωρίζων, ὅτι δὲν ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν, πρὶν συνέλθῃ ἡ Βουλή, παραιτεῖται· καὶ ἔχομεν πολλὰ παραδείγματα. Ἀλλὰ, λέγω, δὲν εἶναι σπουδαία ἡ ἀντίῤῥησις καὶ διὰ ἄλλον λόγον· διότι ἡ Βουλή, ὅταν δὲν δύναται νὰ συμπράξῃ μετὰ τῆς κυβερνήσεως, τότε ἀποχωρεῖ ἢ ἡ κυβέρνησις ἢ ἡ Βουλή. Ἠδύνατο δὲ ἡ κυβέρνησις, ἐὰν ἠδύνατο νὰ δικαιολογηθῇ, νὰ φέρῃ ζήτημα, καὶ μετὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ προέδρου νὰ γείνῃ συζήτησις, νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους προέβη εἰς ὅ,τι προέβη, καὶ τότε ἡ ἀπάντησις θὰ ἦτο ἴσως διαφορετική. Τώρα τί νὰ εἴπω; ὅτι ἔχει καλῶς ἡ στρατιωτικὴ ὀργάνωσις, ἐνῷ δὲν ὑπάρχουσιν ὑπαξιωματικοὶ καὶ ἀξιωματικοί; ὅτι ἡ πρόθεσις ἦτο σπουδαία ἄνευ χρημάτων; Κύριοι, εὔκολον εἶναι νὰ μεγαλαυχῇ τις, ὅταν παρουσιάζηται οὐχὶ ὡς ἄτομον, ἀλλ’ ὡς κόμμα, ὡς μία δύναμις τοῦ Κράτους. Ἡ κυβέρνησις Τρικούπη κατέχει τὴν δεξιὰν πτέρυγα, ἐνῷ ἡμεῖς κατέχομεν τὴν ἀριστεράν· πολλάκις ὁ κ. Τρικούπης, παλινῳδῶν, μετέβαλε πολιτείαν καὶ ἐπὶ τέλους εὑρέθη ἐπὶ τῶν ἰχνῶν ἡμῶν ὡς ἀνὴρ τῆς ἐνεργείας. Ἐν τούτοις τολμᾷ νὰ ἰσχυρίζηται, ὅτι ἡμεῖς ἀκολουθοῦμεν τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ, καὶ ὅτι ἐν τούτοις τὸν μεμφόμεθα. Ἡμεῖς πάντοτε τὴν παρανομίαν θὰ τὴν ὀνομάζωμεν παρανομίαν, καὶ ὅταν ἀκόμη ἦναι χρησιμωτάτη. Καὶ ἐν τῇ Βοιωτίᾳ ἄλλοτε ὁ Ἐπαμεινώνδας ἐβοιωτάρχησε τρεῖς ἡμέρας περισσότερον· καὶ κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας ἐνίκησε, νομίζω, ἐν Λεύκτροις, ἀλλὰ κατηγορήθη, ὅτι παρηνόμησε κρατήσας τὴν ἀρχηγίαν ἐπὶ τρεῖς ἔτι ἡμέρας, καὶ μόλις δὲν κατεδικάσθη. Δὲν ἀφῆκαν οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι ἀπαρατήρητον τὸ πρᾶγμα, διότι τὸ κακὸν προηγούμενον εἶναι πάντοτε φοβερόν· δὲν λέγω νὰ μὴ δώσωμεν ψῆφον συγγνώμης, ἄπαγε, ἀλλὰ δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ταράττεσθε, διότι γίνεται λόγος. Λέγω λοιπὸν ἐν συνόψει, ὅτι καὶ ὁ τύπος εἶναι κατ’ αὐτῶν καὶ ἡ οὐσία. Ἀλλὰ δὲν ἤρκει τοῦτο, ἀλλὰ προέβησαν εἰς τὸ νὰ ἐξελέγξωσι καὶ τὸ πρόγραμμα τῆς παρούσης κυβερνήσεως καὶ νὰ εἴπωσι «δὲν ἔχετε πεποιθήσεις». Ἀπὸ τὰ 1876 ἀδιαπτώτως ἠκολουθήσαμεν αὐτὴν τὴν πολιτικὴν ἀπέναντι παντὸς προσκόμματος, τὸ ὁποῖον ἀντέταξαν ἄλλοι. Χθὲς ὁ κύριος Τρικούπης παρεπονεῖτο ἢ μᾶλλον ἐμέμφετο ἡμᾶς, ὅτι τὰ μὲν ἔργα αὐτοῦ ἀποδεχόμεθα, τὴν δὲ κυβέρνησιν αὐτοῦ ἀνετρέψαμεν. Ἀπαντῶ δὲ, ὅτι δὲν ἔχομεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν πρόθεσίν σας, διότι δὲν εἶναι ἰδική σας, διότι ἠκολουθήσατε πολιτικὴν ἀλλοτρίαν. Ἀλλὰ καὶ τὰ ἔργα ὑμῶν εὑρίσκομεν ἀτελέστατα. Ὁ κ. Τρικούπης, μεγαλαυχῶν, μᾶς προεκάλει χθὲς νὰ μάθωμεν τί λέγει ἡ Εὐρώπη, τί γράφουσιν αἱ ἐφημερίδες, καὶ ἀφῆκε νὰ νοηθῇ, ἂν καὶ δὲν εἶπε ῥητῶς, ὅτι ἡ πολιτικὴ αὐτοῦ προσέβιβασε τὴν Ἑλλάδα εἰς περίβλεπτον σημεῖον. Ἰδοὺ δὲ φέρω σήμερον τὴν τεργεσταίαν Ἡμέραν, καὶ ἂς ἀκούσῃ ὁ τέως πρωθυπουργὸς πῶς κρίνουσιν ἐν Εὐρώπῃ τὴν πολιτείαν αὐτοῦ. Ἰδοὺ δὲ τί γράφει περὶ αὐτοῦ ὁ διάσημος συγγραφεὺς Σερβουλιὲ ἐν τῇ Ἐπιθεωρήσει τῶν δύο κόσμων κατὰ τὴν Ἡμέραν. «Ὁ ἐνεστὼς πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος (ὁ κ. Τρικούπης, ἐφρόνει, ὅτι ἡ χώρα ἐκείνη (ἡ Ἑλλάς), μὴ συμμετασχοῦσα τοῦ κατὰ τῆς Τουρκίας πολέμου, ὤφειλεν ἀντὶ νὰ ἐπαιτῇ (ἡ Ἑλλὰς) μερίδιον ἐκ τῶν λαφύρων νὰ χρησιμοποιήσῃ μᾶλλον τὴν ἐπιῤῥοήν της πρὸς βελτίωσιν τῆς τύχης τῶν ῥαγιάδων· παρώρμα λοιπὸν τοὺς συμπολίτας του νὰ καταστείλωσι τὴν ἀνυπομονησίαν των, νὰ στέρξωσιν οἰκονομίας, νὰ τακτοποιήσωσι τὰ κακῶς ἔχοντα οἰκονομικά των. Ἡ διπλωματία ἐματαίωσε τὰ σχέδια ταῦτα τοῦ κ. Τρικούπη, ἀφύπνισε τὰς ἐλπίδας τοῦ μικροῦ βασιλείου, ὑπέδειξεν αὐτῷ τὴν λείαν, τὸ ἐξώθησεν εἰς τολμήματα, τὸ βιάζει νὰ ἐξαντλῆται εἰς ἐξοπλισμοὺς κλπ.» Βλέπετε ποίαν ἰδέαν ἔχει περὶ Τρικούπη ἡ Εὐρώπη μετὰ λόγου· ὅτι ἀπηγόρευε πᾶσαν ἐνεργὸν ἐξωτερικὴν πολιτικήν. Χθὲς δὲ ἐτόλμησε νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι ῥυμουλκούμεθα ἐν τῇ ἐνεργείᾳ ὑπ’ αὐτοῦ, καὶ ὅτι δὲν ἔχομεν πεποιθήσεις. Βλέπετε τί ῥητῶς λέγει ὁ Σερβουλιέ, ὅτι δηλαδὴ ἡ διπλωματία ἐματαίωσε τὰ περὶ ἀπραξίας τῆς Ἑλλάδος σχέδια τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ ἐν τούτοις βοᾷ, ὅτι μᾶς ῥυμουλκεῖ εἰς τὰ τῆς ἐνεργείας σχέδια αὐτοῦ. Βλέπετε, ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη ἐν Εὐρώπῃ δὲν εἶναι τοὐλάχιστον ἀμέριστος· ἀλλὰ ὑπάρχουν ἄνδρες, οἵτινες λέγουσιν, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης ἐγκατέλειψε τὸ πρόγραμμα αὐτοῦ καὶ εἰσῆλθεν εἰς νέον στάδιον, ἵνα ἐκτελέσῃ ξένον πρόγραμμα, δάνειον πρόγραμμα. Κύριοι, τὸ κύριον καθῆκόν μου εἶναι ν’ ἀναπτύξω τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον ὡς μέλος τῆς Βουλῆς καὶ ὡς εἰσηγητής. Ἠδυνάμην πολλὰ νὰ προσθέσω περὶ τῶν προηγουμένων τῆς πολιτείας τοῦ πεσόντος ὑπουργείου, δι’ ἃ εἰς ἐμὲ εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀκολουθήσω τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα παραλείπω. Ἐπειδὴ δὲ ἡ Βουλὴ μοὶ ἀνέθηκε μίαν ἐργασίαν, ἐξετέλεσα ὅπως ἐνόμιζα ὅτι εἶναι δίκαιον τὸ καθῆκόν μου. Δὲν ἐφέραμεν οὐδὲν ζήτημα, ὅπερ δὲν προεκάλεσεν ὁ βασιλικὸς λόγος. Ἡ ἐπιτροπὴ βεβαιοῖ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ πεσοῦσα παρηνόμησε καὶ κατ’ ἄλλα καὶ διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ στρατοῦ· ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἠδύνατο νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ηὐξήθη ὁ στρατὸς δι’ ἁπλοῦ διατάγματος. Τοῦτο εἶναι ἡ παρανομία. Ὄντως ὁ νόμος περὶ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ ἐπιτρέπει τὴν αὔξησιν τοῦ στρατοῦ διὰ διατάγματος, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ταχίστης συγκλήσεως τῆς Βουλῆς καὶ τῆς ἀνακοινώσεως τοῦ διατάγματος, γιγνομένης εὐθὺς ὡς συνέλθῃ ἡ Βουλή· ἡ ἐπιτροπὴ ἔκρινεν, ὅτι ἔλαβε χώραν περιγραφὴ καὶ καταδολίευσις τοῦ νόμου διὰ τῆς βραδείας συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τῆς ἀναβολῆς αὐτῆς· ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις ἐδαπάνησε χρήματα ἐκ τοῦ κεντρικοῦ ταμείου ἄνευ πιστώσεως, ἓν δὲ ποσὸν καὶ ἄνευ διατάγματος. Ἐπιμένει δὲ ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως ὡς ἔχει.
§17Ν. ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Πρὸ τριῶν ἑβδομάδων, κύριοι, ἐνεφανίζετο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων καὶ διὰ λόγου μεστοῦ πατριωτικῶν ἐννοιῶν ἐξέθηκε, κατὰ τὴν γνώμην τῶν τότε συμβούλων αὐτοῦ, τὴν πορείαν, ἣν τὸ Κράτος εἶχεν ἀκολουθήσει ἐν τῷ κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς διαστήματι καὶ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἔμελλε ν’ ἀκολουθήσῃ ἐν τῷ μέλλοντι. Ἐξέθηκεν ὁ Βασιλεὺς τί εἶχε γείνει κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς, ἀνέπτυξε τ’ ἀποτελέσματα τὰ ἤδη ἐπιτευχθέντα καὶ ὑπέδειξε τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα συνεβουλεύοντο τότε, ὅπως ἀνταποκριθῇ ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν νέαν θέσιν αὐτῆς καὶ δυνηθῇ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς νέας αὐτῆς καὶ μεγάλας ὑποχρεώσεις. Ἡ φωνὴ τοῦ Ἡγεμόνος ἀντήχησε γηθοσύνως εἰς πᾶσαν Ἑλληνικὴν γωνίαν, καὶ αἱ πληροφορίαι, αἱ ὁποῖαι πανταχόθεν ἔφθανον πρὸς ἡμᾶς, ὤφειλον δικαίως νὰ μᾶς ἐνθαῤῥύνωσι καὶ νὰ μᾶς πείσωσιν ἔτι μᾶλλον, ὅτι καθῆκον ἔχομεν νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν πορείαν ἐκείνην καὶ νὰ ἐπιτείνωμεν τὰς ἐνεργείας τὰς ἤδη ἀρξαμένας. Ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἐφαίνετο τοσοῦτον ἁπλῆ, ὥστε δύσκολον ἦτο νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ προκληθῇ ἡ θύελλα, τὴν ὁποίαν βλέπομεν διεγειρομένην κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχεδίου, ὅπερ ἔχομεν πρὸ ὀφθαλμῶν, καὶ πρέπει νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι εἴμεθα λίαν ἀτυχεῖς, ἢ ὅτι λίαν ἀτυχεῖς ἐμπνεύσεις εἶχον οἱ συντάξαντες τὴν ἀπάντησιν, ἀφοῦ ἠδυνήθησαν ἐπὶ λόγου τοσοῦτον σαφοῦς νὰ προκαλέσωσι τοιαύτην ταραχὴν καὶ νὰ διακυβεύσωσιν ὑπόθεσιν τοσοῦτον ἱεράν. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐσκέφθη πρὸς στιγμὴν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ προβῇ εἰς παράφρασιν τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, ὅπως πολλάκις γίνεται καὶ ἐν ἄλλοις Κοινοβουλίοις καὶ ὅπως πράττουσιν αἱ Βουλαί, ὅταν θέλωσι ν’ ἀποφύγωσιν ἐμπαθεῖς συζητήσεις καὶ φθάσωσιν εἰς πραγματικὰ ἀποτελέσματα. Εἴθε νὰ εἶχεν ἀκολουθήσει τὴν ἔμπνευσιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν πρὸς στιγμήν, καθ’ ἃ μᾶς εἶπεν, ἔλαβεν ἡ ἐπιτροπή. Ἀλλὰ ἐνόμισε, καθὼς σᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος εἰσηγητής, ὅτι διὰ τῶν τοιούτων μέτρων ἤθελε καλύψει τὴν εὐθύνην τῶν κυβερνησάντων καὶ ὅτι ὁ ἔλεγχος, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐξασκῇ ἐπὶ τῶν συμβούλων τοῦ Στέμματος, ἀπαιτεῖ νὰ τεθῇ φράσις τις δυναμένη νὰ ἐπιῤῥίψῃ εἰς αὐτοὺς τὴν εὐθύνην. Τὸν λόγον αὐτόν, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ κατανοήσω. Φρονῶ δέ, ὅτι, ἐὰν ἡ ἀπάντησις κατηρτίζετο τυπικὴ καὶ σύμφωνος πρὸς τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων τοῦ Ἡγεμόνος, καὶ τὰ πράγματα τῆς πατρίδος ἤθελον εὐωδοθῆ καὶ ἡ θέσις ἡμῶν ἁπάντων ἤθελεν εἶσθαι μᾶλλον εὐχάριστος. Ἀναφέρων τὸν λόγον τὸν βασιλικὸν καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως, δὲν ἐννοῶ παντάπασι νὰ ἐλαττώσω τὴν εὐθύνην τῶν τότε συμβούλων τοῦ Στέμματος, διότι, καθὼς σᾶς εἶπε χθὲς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου καὶ πρόεδρος τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, οὐδεὶς ἡμῶν ἐννοεῖ νὰ ἐλαττώσῃ κατὰ κεραίαν τὴν εὐθύνην ἡμῶν δι’ ὅλας τὰς πράξεις τοῦ Στέμματος. Σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, ὅτι πᾶσα λέξις καὶ πᾶσα πρᾶξις τοῦ Ἡγεμόνος εὐθύνει τὴν Κυβέρνησιν, καὶ μόνην τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ἐν τοῖς πράγμασι. Καὶ τὸ συνταγματικὸν αὐτὸ πλάσμα εἶναι ἀληθῶς ἡ ἀρίστη ἐγγύησις πρὸς ἐμπέδωσιν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Ἀλλ’ ἐν ᾧ ἀφ’ ἑνὸς ἀναγνωρίζω τὴν ὀρθότητα καὶ τὴν σοφίαν τοῦ συνταγματικοῦ αὐτοῦ πλάσματος, δὲν δύναμαι νὰ μὴ εἴπω, ὅτι ἡ λογικὴ τῶν πραγμάτων εἶναι ἐπίσης ἰσχυρὰ καὶ ὅτι δὲν δύνασθε, ὅτιδήποτε καὶ ἂν πράξητε καὶ ἂν εἴπητε, νὰ μεταβάλητε τὴν λογικὴν ταύτην τῶν πραγμάτων. Ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς διὰ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἀναγνωρίζετε, ὅτι θὰ ἀκολουθήσητε τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν σᾶς ὑπεδείξαμεν, ἀφ’ ἑτέρου ἐπικρίνετε σκληρῶς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρῶτοι ἐχάραξαν τὴν πορείαν ἐκείνην. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ κατηγορῆτε τινά, καὶ ὑμεῖς αὐτοί, οἱ ὁποῖοι κατηγορεῖτε, νὰ ἔχητε ὡς ὁδηγὸν τῶν πράξεων ὑμῶν αὐτοὺς ἐκείνους, οὓς ψέγετε, καὶ νὰ καθίσταται πασιφανές, ὅτι ἀδιστάκτως ἐγκρίνετε αὐτάς. Τοιαύτην ἀσυνέπειαν δὲν θέλει, ἐλπίζω, ἐπιτρέψει ἡ Βουλή, οὔτε θέλει ποτὲ παραδεχθῆ αὐτήν, διότι θέλει φανῆ ἀσυνεπής. Τοῦτο ἐν τούτοις θὰ συμβῇ, ἐὰν παραδεχθῇ τὴν ἀπάντησιν ὡς ἔχει καὶ ἥτις προφανῶς τοιαύτην ἀρχὴν καθιαιροῖ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς εἴπω ποία εἶναι ἡ παράγραφος, ἥτις ὀφείλει νὰ ἐπισύρῃ πᾶσαν τὴν προσοχὴν ὑμῶν. Δὲν σκοπεύω ν’ ἀκολουθήσω τὸν ἀξιότιμον εἰσηγητὴν καὶ νὰ προβῶ εἰς τὴν ἀναίρεσιν ἑκάστης παραγράφου, καίτοι ἠδυνάμην νὰ ἔχω ἀντιῤῥήσεις εἰς τὰς πλείστας ἐξ αὐτῶν· ἰδίως διαγραπτέαι εἰσὶν ἡ έ καὶ ἡ στʹ. Θέλω προσπαθήσει ἐπὶ τῆς ἀτελεστέρας πασῶν νὰ σταματήσω ἐπ’ ὀλίγον καὶ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἡ παράγραφος, ἥτις ἀποτελεῖ πλήρη πρὸς τὸν ὅλον λόγον ἀντίφασιν, εἶναι ἡ ἕκτη παράγραφος, ἥτις κατ’ ἐμὲ δύναται νὰ διαγραφῇ χωρὶς νὰ παραβλαφθῇ διόλου ἡ ὅλη ἔννοια τῆς ἀπαντήσεως. Εἶναι δὲ ἡ παράγραφος αὕτη εἰς πλήρη ἀσυνέπειαν πρὸς τὰ ἑπόμενα καὶ τὰ ἡγούμενα. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω κατ’ ἀρχὰς τὴν ἑβδόμην παράγραφον, τὴν ἀμέσως ἑπομένην ἐκείνης, ἣν προσβάλλω: «Τὰ ληφθέντα μέτρα, (τὰ ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως δηλαδὴ τῆς 10 Μαρτίου), βάσιν ἔχοντα τὴν πρόνοιαν τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἔγκαιρον κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν σύνταξιν τῶν δυνάμεων τῆς χώρας· ἡ ἔκτακτος αὕτη παρασκευὴ εἶναι ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους πρός τε τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ τὰς ἐξενεγκούσας τὴν διαιτητικὴν αὐτῶν ἀπόφασιν Δυνάμεις· ὅθεν ὁ λαὸς πρόθυμος ἔδραμεν ὑπὸ τὰς σημαίας ἁπανταχόθεν, ὡς ἔχων ζωηρὰν συνείδησιν τῆς ἱερότητος τῆς τοιαύτης ὑποχρεώσεως καὶ τοῦ τοιούτου δικαίου, προθύμως ἀναδεχόμενος καὶ τὰς ἄλλας θυσίας». Σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι δυνατόν, κύριοι, νὰ ἐκφράσητε καθαρώτερον καὶ σαφέστερον, ὅτι ὅσα ἐγένοντο, καλῶς ἐγένοντο, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔπραξε τὸ καθῆκόν της, καὶ ὅτι ἐπιμένετε νὰ ἐξακολουθήσῃ πληροῦσα τὸ καθῆκον τοῦτο μέχρις ὅτου ἐπιτελεσθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πάντες προσδοκῶμεν παρ’ αὐτῆς. Καὶ δὲν εἶναι ἀκατανόητον πῶς αὐτοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι σᾶς συνιστῶσι τὴν παράγραφον ταύτην, θέλουσι νὰ σᾶς παρασύρωσιν εἰς ἀσυνέπειαν νὰ ψηφίσητε τὴν ἕκτην παράγραφον, τὴν ὁποίαν πάντες γνωρίζετε, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀναγινώσκω, ἵνα ἐκτιμήσητε τὸ μέγεθος καὶ τῆς ἀντιφάσεως καὶ τῆς ἀδικίας. «Ἀλλ’ ἡ αὔξησις τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Βουλῆς παρεβίασε ῥητὸν καὶ σαφὲς ἄρθρον τοῦ Συντάγματος· καὶ λυπεῖται ἡ Βουλή, ὅτι ἡ ὑπεύθυνος Κυβέρνησις ὠλιγώρησε νὰ θεραπεύσῃ τὸ κακὸν δι’ ἀμέσου συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, σπουδαίως καὶ δὴ κατὰ τὸν στρατολογικὸν νόμον γινομένης. Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους ἐν τῷ πατριωτισμῷ αὐτῶν ἤθελον ἐκτιμήσει ἐμβριθῶς τοὺς διεθνεῖς λόγους καὶ δὲν ἤθελον ἐμβάλει εἰς κίνδυνον τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἡ Βουλή, συγκαλουμένη, ἠδύνατο εὐρυτέραν καὶ στερεωτέραν....................... ἐπί συγχύσει τῶν ἐξουσιῶν». Χαίρω, ὅτι ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον εἰσηγητὴν ἀναλαβόντα τὴν πατρότητα τῆς παραγράφου ταύτης· λέγω δὲ τοῦτο, διότι ἠπόρησα καὶ ἐλυπήθην χθὲς ὅταν ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον φίλον μου, τὸν ἐκ Κυθήρων βουλευτήν, θελήσαντα νὰ θέσῃ τὴν παράγραφον ταύτην ὑπὸ τὴν σκέπην τοῦ ὀνόματος τοῦ ἐπιφανοῦς ἀνδρός, ὃν προχθὲς ἐκηδεύσαμεν καὶ ἐθρηνήσαμεν, καὶ οὗτινος τὴν φρόνησιν, τὴν σύνεσιν καὶ τὴν μετριοπάθειαν μιᾷ φωνῇ ἀνεγνώρισαν καὶ φίλοι καὶ ἀντίπαλοι. Εἶναι ἀδύνατον σύνταξις, ὁποία ἡ τοῦ λόγου τούτου, νὰ ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ γλαφυροῦ καλάμου τοῦ ἀοιδίμου ἐκείνου ἀνδρός. Ἐὰν δὲ τυχὸν ἰδέαι τινὲς ἔτυχον τῆς ἐγκρίσεως αὐτοῦ, καὶ ἂν αἱ ἰδέαι αὗται εἶχον τὴν ἔννοιαν τῆς παραγράφου τῆς ἐν τῇ ὑπὸ συζήτησιν ἀπαντήσει, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἀκούων τὴν συζήτησιν ταύτην ὁ συνδιαλλακτικὸς αὐτοῦ χαρακτὴρ, ὃν λίαν εὐγλώττως ἀπεικόνισε προχθὲς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Αἰγιαλείας, ἅμα ἤκουε τὴν ἐνταῦθα χθὲς γενομένην συζήτησιν, ἤθελεν ἀμέσως ἀναζητήσει τρόπον θεραπείας, καὶ ἀποκρούων τὰς ἀτυχεῖς ταύτας φράσεις, ἤθελε προλάβει τὴν ἔξαψιν τῶν παθῶν, ἣν ἡ πλειονοψηφία ἐπιδιώκει ἐν τοσούτῳ κρισίμῳ ὥρᾳ, καὶ πρὸς βλάβην τῶν ὑψίστων τοῦ τόπου συμφερόντων.
§18ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν;
§19ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ὄχι. Ἡ παράγραφος αὕτη εἶναι τοιαύτη, ὥστε, ἐὰν τὴν ἀναγνώσητε μετὰ προσοχῆς, θέλετε συμφωνήσει μετ’ ἐμοῦ, ὅτι δύναται νὰ ἐξοβελισθῇ χωρὶς νὰ πάθῃ ἡ ἔννοια καὶ ἡ ὅλη ὑφὴ τοῦ λόγου. Δὲν ἀναζητῶ τώρα ποῖον εἶναι τὸ αἴτιον τὸ ὁποῖον προεκάλεσεν αὐτήν. Τὸ αἴτιον αὐτὸ θὰ προσπαθήσω ν’ ἀναζητήσω βραδύτερον. Ἐπὶ τοῦ παρόντος περὶ τῶν ὀλεθρίων ἀποτελεσμάτων τοῦ πράγματος προσπαθῶ νὰ πείσω ὑμᾶς. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα ν’ ἀδιαφορήσητε, διότι δὲν πρόκειται περὶ μικρῶν καὶ ταπεινῶν συμφερόντων, ἀλλὰ περὶ τῶν τιμαλφεστέρων καὶ ἱερωτέρων. Πρὸς τὸ παρὸν τοῦτο μόνον λέγω, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα εἶναι τόσον καταφανῆ, ὅσον εἶναι βέβαιον, ὅτι ἀπὸ δύο ἡμερῶν καταγινόμεθα εἰς ἀμοιβαίας ἀντεγκλήσεις, κατηγοροῦντες οἱ μὲν τοὺς δὲ ἐπὶ ἐλλείψει πατριωτισμοῦ. Ἀλλά, κύριοι, ἂν ἦναι βέβαιον, ὅτι ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς παραγράφου ταύτης θέλει ἐπέλθει βλάβη καὶ ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα, πιστεύω, ὅτι θέλει πεισθῆ ἡ πλειονοψηφία περὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ διαγράψῃ ταύτην. Ἵνα δὲ σᾶς ἀποδείξω τοῦτο, ἔχω ἀνάγκην ν’ ἀνατρέξω ὀλίγον ἀπωτέρω καὶ νὰ σᾶς ἀναμνήσω εἰς ποῖον σημεῖον εὑρισκόμεθα ὅταν ἀπεφασίσθη ἡ ἐπιστράτευσις καὶ ἐλήφθησαν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἤδη συζητοῦμεν. Ὅτε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔαρ ἐφάνη βέβαιον, ὅτι ἀνήρχετο εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐν Ἀγγλίᾳ ἡ φιλελευθέρα μερίς, ἀμέσως εἰς τὸν νοῦν ἁπάντων ἐπῆλθεν, ὅτι προετοιμάζεται διὰ τὴν Ἀνατολὴν νέα ἐποχή, καὶ ὅτι τὰ ἐκκρεμῆ ζητήματα ὅσα εἶχον μείνει ἄθικτα δὲν δύνανται εἰμὴ νὰ λυθῶσι προσεχῶς, καὶ μία φωνὴ ἠκούσθη ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ προαλείφηται διὰ τὴν νέαν θέσιν, ἥτις παρασκευάζεται αὐτῇ. Ἀληθῶς μόλις ἀνῆλθεν ὁ μεγαλοπράγμων Γλάδστων εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος του, καὶ συνῆλθε μετὰ μικρὸν ἐν Βερολίνῳ συνδιάσκεψις τῶν μεγάλων Δυνάμεων, ἥτις ἀνέλαβε νὰ ἐξετάσῃ περὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἡ συνδιάσκεψις ἐν τῇ εὐθυδικίᾳ αὐτῆς ἀπεφάσισεν, ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ σάρκα καὶ τὸ σχετικὸν πρωτόκολλον καὶ τὸ 24 ἄρθρον τῆς Συνθήκης τοῦ Βερολίνου, καὶ νὰ διαγραφῶσι λεπτομερῶς τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα πρότερον διὰ τῶν τελευταίων ἄκρων μόνον εἶχον ὁρισθῆ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς ὑποδείξω ποῖα ἦσαν τὰ ὅρια αὐτά. Εὑρίσκονται ἀναγεγραμμένα ἐν τῇ καρδίᾳ παντὸς Ἕλληνος καὶ ἰδίως τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους. Ἡ διάθεσις, ἡ ὁποία ἀνεφάνη πρὸς παρασκευὴν τοῦ ἔθνους, ἦτο τοιαύτη, ὥστε πρώτιστον καθῆκον ἐπεβάλλετο εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ λάβῃ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐθεωροῦντο κατάλληλα, καὶ ἡ κυβέρνησις δὲν ὤκνησε νὰ πράξῃ τὸ καθῆκόν της. Ἐξέδωκε τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἀφοῦ προηγουμένως ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰς τὴν Τουρκίαν ἡ ἀπόφασις τῆς ἐν Βερολίνῳ συνδιασκέψεως καὶ ἀφοῦ ἡ Ἑλλὰς διὰ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ ἀπεφάνθη ὅτι δέχεται τὰ ἐν Βερολίνῳ ἀποφασισθέντα. Καὶ εἴδομεν ἀμέσως τότε ἀναπτυσσομένην τὴν ζωηρότητα ἐκείνην, τῆς ὁποίας πάντες εἶσθε μάρτυρες, καὶ εἴδομεν τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἐν ἐν τῇ ἔσω καὶ ἔξω Ἑλλάδι ἐνθουσιασμοῦ, καὶ τὸ μόνον παράπονον, τὸ ὁποῖον ἀπηυθύνετο καθ’ ἡμῶν, εἶνε, ὅτι δὲν ἤρχοντο ἀρκετοὶ ὑπὸ τὰς σημαίας, καὶ ὅτι δὲν ἐλάβομεν τὰ μέτρα ὅσα ἐνομίζετο δυνατὸν νὰ ληφθῶσιν, ὅπως ταχύτερον καταρτισθῇ τὸ ἔργον. Ἄνευ δὲ πατάγου καὶ ἄνευ κρότου, ἀδιαφοροῦσα εἰς τὰς ὕβρεις καὶ συκοφαντίας ἡ Κυβέρνησις, ἐξηκολούθησε τὸ ἔργον αὐτῆς καὶ προέβη διὰ προμηθείας ἀρίστου ὑλικοῦ νὰ συμπληρώσῃ τὰς παρασκευάς, αἵτινες ἐθεωροῦντο παρ’ αὐτῆς ὡς καθῆκον, διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα εἶχε. Καὶ χιλιὰς κατόπιν χιλιάδος καὶ μυριὰς κατόπιν μυριάδος προσήρχοντο ὑπὸ τὰς σημαίας τοῦ Ἔθνους τὰ ἐκλεκτὰ αὐτοῦ τέκνα. Εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς εἴπω ὁποῖον ἀποτέλεσμα παρήγαγε τὸ τοιοῦτον καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν Εὐρώπῃ; Σᾶς ἀνέγνωσα πρὸ μικροῦ περικοπὴν ἑνὸς ἄρθρου εὐρωπαϊκῆς ἐφημερίδος, ἄν, κύριοι, ἐπρόκειτο, μιμούμενος τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα, νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἐγὼ ὅλα τὰ ἄρθρα τῶν εὐρωπαϊκῶν ἐφημερίδων, αἱ ὁποῖαι ἔγραφον περὶ τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ ἀνέφερον μετὰ θαυμασμοῦ καὶ ἐπαίνου τὴν αὔξησιν τοῦ στρατοῦ, ἠθέλετε ἀληθῶς ἀπορήσει. Οὐδείς, κύριοι, δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ παρασκευὴ ἡμῶν ἐνεποίησεν εἰς τὴν Εὐρώπην τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς σπουδαίως παρασκευάζεται. Τὰς ἀρίστας δὲ ταύτας ἐντυπώσεις πρόκειται διὰ μιᾶς λέξεως καὶ μιᾶς οἰκτρᾶς παραγράφου νὰ ἐξαλείψητε. Ναί, τὸ ἐπαναλαμβάνω, νὰ τὰς ἐξαλείψητε· διότι, ἅμα λείψῃ ἡ πεποίθησις, ὅτι εἶνε δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ φθάσῃ εἰς τὸν πλήρη αὑτῆς καταρτισμόν, ὅσας καὶ ἂν καταβάλητε προσπαθείας, αἱ προσπάθειαί σας θὰ μείνωσι γράμμα κενόν, γράμμα ἄγονον. Ἄν λέγωμεν διὰ λόγων εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅτι αὐξάνομεν τὸν στρατόν, ὅτι παρασκευαζόμεθα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ τῶν πραγμάτων δείξωμεν, ὅτι κατατρίβομεν τὸν καιρὸν εἰς ἀγόνους διαπληκτισμούς, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἤρθη τὸ παραπέτασμα, ἡ Εὐρώπη δὲν θὰ σᾶς πιστεύσῃ, καὶ θὰ ἴδητε καὶ τὴν Εὐρώπην καὶ τὴν Ἑλλάδα λεγούσας, ὅτι ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου μόνη προσπάθεια ἡμῶν εἶναι νὰ ἐπιῤῥίψωσιν οἱ μὲν τὴν μομφὴν ἐπὶ τῶν δέ. Λέγων ταῦτα, θέλω νὰ ἦμαι δίκαιος, δὲν θέλω ν’ ἀρνηθῶ τὸν πατριωτισμὸν οὔτε τῶν κυβερνώντων οὔτε τῆς πλειονοψηφίας, δὲν θέλω ν’ ἀρνηθῶ, ὅτι ἔχουσιν ἴσως τὴν διάθεσιν νὰ συντελέσωσι τὸ καθ’ ἑαυτοὺς εἰς τὴν παρασκευὴν τοῦ τόπου· ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς παραπονοῦμαι, διότι ἂν καὶ ἔχωσιν ἴσως τὴν διάθεσιν καὶ ἀναγνωρίζωσιν, ὅτι πρέπει νὰ τείνωσιν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα ἐκεῖνο, αἱ πράξεις σας εἶναι ἄδικοι καὶ ἡ ἀδικία δὲν δύναται εἰμὴ νὰ φέρῃ ἀποτελέσματα ὅλως ἀντίθετα. Μέχρι τῆς σήμερον εἰς τὴν Εὐρώπην τὰ τηλεγραφήματα ἀνήγγελλον διαρκῶς τὴν αὔξησιν τῶν δυνάμεων τῆς Ἑλλάδος· ἀπὸ τῆς αὔριον ὅμως θ’ ἀναγγείλωσι τὴν παλαίστραν, ἐν τῇ ὁποίᾳ κυλιόμεθα, θὰ εἴπωσιν, ὅτι εἴμεθα διῃρημένοι εἰς δύο στρατόπεδα, καὶ ὅτι ὅ,τι πράττουσι σήμερον οἱ μέν, τὸ καταστρέφουσι τὴν ἐπαύριον οἱ δέ. Ἡ δὲ ἐσωτερικὴ Ἑλλὰς ὁποίαν γνώμην νομίζετε θὰ σχηματίσῃ, βλέπουσα τὸ σχέδιον αὐτό; νομίζετε, ὅτι μὲ τὴν αὐτὴν ἐπιθυμίαν καὶ μὲ τὸ αὐτὸ θάῤῥος θὰ προσέρχωνται ὑπὸ τὰς σημαίας τὰ τέκνα τοῦ λαοῦ, ὅταν ἠξεύρωσιν, ὅτι τὸ ἥμισυ τῆς Ἑλλάδος πρόκειται νὰ ῥίψῃ μομφὴν ἐπὶ τοῦ ἑτέρου ἡμίσεος; Ὅτιδήποτε καὶ ἂν εἴπητε καὶ ὁσαδήποτε καὶ ἂν ἀπαντήσητε ἐνταῦθα, ἡμεῖς ἀξιοῦμεν, ὅτι εἴμεθα ἡ πλειονοψηφία τῆς Ἑλλάδος, οὐδὲ δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε, ὅτι ὅταν ἓν κόμμα ἰσχυρόν, ἔστω καὶ ἧττον κατὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν ψήφων ἐν τῇ Βουλῇ, εὑρίσκηται ὑπὸ τὸ κράτος τῆς μομφῆς, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ ἐπιῤῥίψητε ἐπ’ αὐτοῦ, ὁσοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι ὁ πατριωτισμός, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ διάθεσις αὐτοῦ, τὸ καθιστᾶτε ἀνίκανον πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὅρων, οἱ ὁποῖοι ἀπαιτοῦνται πρὸς τὴν ἀπὸ κοινοῦ κοινοβουλευτικὴν σύμπραξιν. Δὲν θέλω ν’ ἀνεύρω τὰ ἐσωτερικὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα προκαλοῦσι τὰς δύο παραγράφους, ἃς ὑπέδειξα ὑμῖν, εἰς τὴν μομφὴν, τὴν ὁποίαν προσπαθοῦσι νὰ ἐξενέγκωσι καθ’ ἡμῶν. Ἡ ἐσωτερικὴ διάνοια καὶ ἡ πολιτικὴ ἑκάστου πολιτευομένου εἶναι κτῆμα ἑκάστου αὐτοῦ καὶ τῆς ἱστορίας, ἔχω ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ παραπονεθῶ, ὅταν ἡ διάνοια αὐτοῦ ἐκφέρηται κατὰ τρόπον ἄδικον, καὶ ἄδικος εἶναι ἡ μομφὴ, τὴν ὁποίαν ταύτην τὴν στιγμὴν θέλετε νὰ ἐκφέρητε καθ’ ἡμῶν. Οὐδὲ δύναμαι πρὸς στιγμὴν νὰ πιστεύσω, ὅτι ὑποφώσκει παρ’ ὑμῖν ἡ ἰδέα νὰ ῥίψητε μομφὴν κατὰ πολιτικῆς μερίδος, ἐλπίζοντες νὰ θέσητε αὐτὴν ἐκποδὼν καὶ νὰ καταστήσητε ἀνίκανον νὰ κατέχῃ τὴν θέσιν, ἣν δικαιοῦται νὰ κατέχῃ ἐν τῇ πολιτείᾳ. Τοιαύτην ἀδικίαν δὲν δύναμαι νὰ κάμω εἰς τὴν συμπολίτευσιν, ὀφείλω ὅμως νὰ τὴν καταστήσω προσεκτικήν, διότι δύνανται νὰ εὑρεθῶσιν ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι νὰ τῇ ἀποδώσωσι τοιαύτην ἰδέαν. Ἡ πλειονοψηφία, ὑπερτεροῦσα ἀριθμητικῶς, βεβαίως εἶναι κυρία νὰ πράξῃ ὅ,τι ἂν νομίζῃ μὴ ἀπαγορευόμενον ῥητῶς, ἀλλὰ τὸ Κοινοβούλιον πρὸ παντὸς ἄλλου δεσμεύεται ἀπὸ ἕνα ὑπέρτατον νόμον, τὸν νόμον τῆς λογικῆς. Ἡ δὲ λογικὴ ἀντιστρατεύεται καθ’ ὑμῶν. Δύο δικαιώματα ἔχει ἡ Βουλή, ὅταν πρόκηται ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῶν κυβερνητικῶν πράξεων· νὰ ἄρῃ τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτῆς ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου, ἢ νὰ κατηγορήσῃ αὐτό. Ὅταν τὴν 10 Ὀκτωβρίου συνήλθομεν ἐνταῦθα, αἱ ψῆφοι τῆς Βουλῆς, συμπεσοῦσαι κατὰ μεγάλην πλειοψηφίαν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ ἐξ Ἠλείας ἀξιοτίμου βουλευτοῦ καὶ φίλου μου κ. Α. Αὐγερινοῦ, ἔδωκαν ἔνδειξιν καθαρὰν περὶ τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὸ Κοινοβουλευτικὸν δικαίωμα τῆς ἐμπιστοσύνης, καὶ ἡ Κυβέρνης ἔσπευσε νὰ παραιτηθῇ. Ἤκουσα λεγόμενον παρά τινων, ὅτι ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη νὰ ἐμμείνῃ καὶ νὰ μὴ ἀποσυρθῇ πρὶν ἢ διὰ συζητήσεως δώσῃ λόγον τῶν πράξεών της. Τοῦτο οὐδεὶς ἠδύνατο ν’ ἀξιώσῃ σπουδαίως παρ’ ἡμῶν· οὐδ’ ἦτο δυνατὸν Κυβέρνησις, σεβομένη ἑαυτὴν καὶ τὴν Βουλήν, καί τοι ὑποδεικνυούσης τῆς Βουλῆς, ὅτι αἴρει τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτῆς, νὰ ἐξακολουθήσῃ κυβερνῶσα. Ἕν μόνον ἦτο τὸ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, καὶ ἓν ἦτο τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς, καὶ τὸ δικαίωμα αὐτὸ καὶ τὸ καθῆκον ἐκεῖνο ἐξεπληρώθησαν δεόντως. Δεύτερον στάδιον ἐνεργείας τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ κατηγορήσῃ. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ ἔχῃ γεγονότα σαφῆ, καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶχε, δὲν τολμῶσιν οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν νὰ συστήσωσιν, ἵνα προέλθῃ εἰς τὸ δεύτερον τοῦτο βῆμα. Διὰ τοῦτο ἐνόμισάν τινες, ὅτι ἀποφεύγουσι τὴν δυσκολίαν, ῥίπτοντες μίαν μομφὴν ἀναπόδεικτον καὶ ἄδικον. Ἐπὶ ποίας βάσεως ζητοῦσι ν’ ἀπαγγελθῇ ἡ μομφή, ἡ ὁποία περιέχεται ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἀπαντήσεως; σᾶς τὸ εἶπον οἱ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντες συντάκται τῆς ἀπαντήσεως. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν συνεκάλεσε, λέγουσιν, ἐγκαίρως τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ εἶναι δικαία ἡ ἀξίωσις αὕτη; εἶναι δίκαιον τὸ παράπονον; Ὅταν ἐξεδόθη τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατείας, εὑρισκόμεθα ἐν τῷ μέσῳ τοῦ θέρους, εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι ἡ Βουλὴ δυσκολώτατα συνέρχεται κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἀλλεπάλληλοι δοκιμαὶ κατ’ ἄλλας ἐποχὰς ἀπέδειξαν, ὅτι, ὁσάκις συνεκλήθη ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ μέσον τοῦ θέρους, δὲν ἠδυνήθη νὰ συνέλθῃ, καὶ διότι πολλοὶ τῶν Βουλευτῶν λείπουσι, καὶ διότι πολλοὶ ἔχουσι τὰς ἀγροτικὰς ἐργασίας των. Ἂν συνεκαλοῦμεν τὴν Βουλὴν ἐντὸς τοῦ θέρους, ἠθέλαμεν πράξει πρᾶξιν μὴ σπουδαίαν, ἠθέλαμεν ἀποδείξει, ὅτι συγκαλοῦμεν ἐν γνώσει, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνέλθῃ. Εἰς τοιοῦτον λάθος δὲν ἠθελήσαμεν νὰ ὑποπέσωμεν. Ἀλλ’ ὑπῆρχε καὶ ἕτερος λόγος πείθων ἡμᾶς, ἡ ἀπουσία τοῦ ἡγεμόνος, περιοδεύοντος καὶ συγχρόνως ἐνεργοῦντος ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς χώρας. Σᾶς εἶπόν τινες, ὅτι ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ ὑπεδεικνύετο ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν προσεκλήθη ταχύτερον, ἵνα μὴ ταράξῃ τὴν τότε ὑπάρχουσαν Κυβέρνησιν, καὶ τοῦτο, σᾶς εἶπεν ὁ κ. Ῥοντήρης, εἶναι ὕβρις κατὰ τῆς Βουλῆς. Δὲν ὑπάρχει, κύριοι, ἐν τῷ λόγῳ τοιαύτη ἔννοια, ἀλλ’ ἂν ὑπῆρχε, θὰ ἦτο πρὸς τιμὴν τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ ἔχει μεταξὺ τῶν ὑπερτάτων καθηκόντων αὐτῆς τὸ νὰ ἐνισχύῃ τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτήν, νὰ καταψηφίζῃ δ’ αὐτῆς, ὅταν δὲν ἔχῃ ἐμπιστοσύνην· τὸ καθῆκον τοῦτο ὤφειλε νὰ τὸ ἐκτελέσῃ συνεργαζομένη, καὶ θὰ ἦτο παράδοξον ἂν ἀπῃτεῖτο παρ’ ἡμῶν νὰ συγκαλέσωμεν τὴν Βουλήν, νὰ συνέλθῃ, νὰ μὴ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς ἡμᾶς, καὶ ἡμεῖς νὰ ἐξακολουθῶμεν κυβερνῶντες. Ἀλλ’ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ μεταβολὴ ἀπόντος τοῦ βασιλέως; δὲν θὰ ἐθέτομεν τὴν Βουλὴν καὶ τὴν πολιτείαν εἰς τὴν δυσχερεστέραν τῶν θέσεων; Οὐ μόνον ἑπομένως διὰ τοῦ ἐπιχειρήματος τούτου δὲν ἐλαττοῦται ἡ ἀξία τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ἀξιῶ, ὅτι, ἂν δὲν εἶχεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν κυβέρνησιν, ὤφειλε νὰ προβῇ εἰς τὸ μέτρον τοῦτο. Ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος κ. Ῥοντήρης τὸ ἄρθρον 15 τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ· ἀλλ’ ἡ ἁπλῆ ἀνάγνωσις τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ἀποδεικνύει, νομίζω, τὸ ἐναντίον ἐκείνου, ὅπερ ζητοῦσιν ἐν αὐτῷ. Ὁ νόμος ἐκεῖνος σκοπὸν προέθετο νὰ ὁρίσῃ τί ὀφείλει νὰ πράξῃ ἡ κυβέρνησις, ἵνα αὐξήσῃ τὸν στρατόν. Ἡ κυβέρνησις, λέγει τὸ ἄρθρον, δύναται διὰ διατάγματος νὰ αὐξήσῃ τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ· τὸ διάταγμα δ’ ἐκεῖνο, ἂν ἦναι παροῦσα ἡ Βουλή, ἀνακοινοῦται ἀμέσως εἰς αὐτήν· ἂν δὲ δὲν ἦναι παροῦσα, ὀφείλει ἡ κυβέρνησις νὰ τὴν συγκαλέσῃ καὶ νὰ τὸ ὑποβάλῃ. Τί ἄλλο ἀποδεικνύει τοῦτο ἢ ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἠθέλησε νὰ περιβάλῃ τὴν ἐκτελεστικὴν μὲ ἓν δικαίωμα, τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ προβαίνῃ κατεπειγόντως εἰς μέτρα τινὰ ἀνεπίδεκτα ἀναβολῆς καὶ νὰ ὑπερασπίζηται τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος, αὐξάνουσα αὐθωρεὶ τὸν στρατόν, ἅμα πεισθῇ ὅτι τοῦτο ὑπαγορεύει τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους; Καὶ τὸ δικαίωμα αὐτὸ θὰ ἦτο ἄκυρον, ἄν, ὅπως ὑπέδειξεν ὁ κ. Ῥοντήρης, τοῦ δικαιώματος τούτου δὲν ἠδυνάμεθα νὰ κάμνωμεν χρῆσιν ἂν δὲν ἦτο παροῦσα ἡ Βουλή. Τόσῳ δὲ εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ συγκάλεσις τῶν ἐπιστράτων ἐθεωρήθη δικαίωμα τῆς κυβερνήσεως, ὥστε τότε μᾶς κατηγόρουν, διατί δὲν προσεκαλέσαμεν καὶ τὴν ἐφεδρείαν. Δὲν τὴν συνεκαλέσαμεν δ’ ἐν γνώσει, διότι οἱ ἔφεδροι εἶναι στρατιῶται ἤδη γεγυμνασμένοι, καὶ δύνανται νὰ κληθῶσι μικρὸν πρὸ τῆς κινήσεως τοῦ στρατοῦ· οὐδὲ ἦτο ἀναγκαῖον ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὰς ἑστίας των χιλιάδες ἀνδρῶν πρὸ τῆς τεταγμένης ὥρας· οἱ ἐπίστρατοι ὅμως ἦταν ἀναγκαῖοι, διότι ἔπρεπε νὰ γυμνασθῶσιν οἱ ἄνδρες καὶ ἀπῃτεῖτο πρὸς τοῦτο χρόνος ἐκγυμνάσεως καὶ θὰ ὠλινώρει ἡ κυβέρνησις τοῦ καθήκοντός της, ἂν δὲν ἔσπευδε νὰ ἐκδώσῃ τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ἀλλὰ μήπως δὲν συνεκάλεσεν ἡ παρελθοῦσα κυβέρνησις τὴν Βουλὴν πρὸ τοῦ διατάγματος, καὶ μήπως πάντοτε δὲν εἶσθε εἰς καιρὸν νὰ ἐκφέρητε γνώμην περὶ τοῦ διατάγματος ἐκείνου, καὶ νὰ εἴπητε ἂν τὸ ἐγκρίνητε, ναὶ ἢ ὄχι; Δὲν εἶναι δὲ σπουδαῖον νὰ ὑποδεικνύητε, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐκείνη εἰσῆλθεν εἰς τὴν ὁδὸν τῆς ἐπιστρατείας, ὅτι προέβη εἰς παρασκευὰς καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ τὴν ἀκολουθήσητε, ἀφοῦ ἐπέβαλεν ὑποχρεώσεις εἰς τὴν χώραν. Ἂν ἦναι ἀληθές, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐκείνη ὡδήγησε τὸ Κράτος εἰς σφαλερὰν ὁδόν, οἱ ἔχοντες τὴν ἰδέαν ταύτην ἂς ἔχωσι τὸ θάῤῥος νὰ τὸ εἴπωσιν· ἀλλὰ τὸ θάῤῥος δὲν τὸ ἔχουσι, διότι καὶ αὐτοὶ ἔχουσι τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ ἐπιστράτευσις καλῶς ἐγένετο, καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι οὐδὲν μετέβαλον εἰς ὅσα ἡμεῖς διετάξαμεν. Παύω, κύριοι, διότι νομίζω, ὅτι ἀπέδειξα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προσεπάθησα ν’ ἀποδείξω, ὅτι ὁλόκληρον τὸ μέρος τοῦτο τοῦ λόγου εἶναι ἐξοβελιστέον, διότι δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὸ λοιπὸν κείμενον, εἶναι ἐξοβελιστέον διότι ἀκυροῖ τὴν ἰσχὺν καὶ τὴν ἀξίαν τῆς ἀπαντήσεως, εἶναι ἐξοβελιστέον διότι ἐξάπτει τὰ πάθη καὶ τὰ μίση, καὶ διότι ἐν ὥρᾳ, κατὰ τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν ἐν ἁρμονίᾳ νὰ ἀποφασίσωμεν περὶ τῶν ὑψίστων συμφερόντων τῆς πατρίδος, μᾶς διαιρεῖ εἰς δύο ἀντίθετα στρατόπεδα, εἰς κατηγόρους καὶ κατηγορουμένους, καὶ τοῦτο δὲν δύναται παρὰ νὰ ἔχῃ ὀλεθρίας συνεπείας ἐπὶ τοῦ σκοποῦ τοῦ μεγάλου, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ὀφείλει καὶ, ὡς ἐλπίζω, σκοπεύει νὰ ἐπιδιώξῃ. Σκεφθῆτε λοιπὸν ὡρίμως, πρὶν ἢ προβῆτε εἰς τὴν ἀδικίαν πρὸς ἣν σᾶς ὠθοῦσι. Σκεφθῆτε ὡρίμως, μήπως μετανοήσητε ὅταν θὰ ἦναι πλέον ἀργά, καὶ μήπως, ἐν ᾧ ἀφ’ ἑνὸς ψυχραίνετε τὴν ἐθνικὴν ἐνέργειαν καὶ θυσιάζετε τὰ τιμαλφέστερα συμφέροντα τῆς πατρίδος, ἀνοίξητε ἀφ’ ἑτέρου στάδιον ἀντεκδικήσεων, τῶν ὁποίων ὑμεῖς θὰ φέρητε ὅλην τὴν εὐθύνην, διότι ὑμεῖς ἤρξασθε πρῶτοι χειρῶν ἀδίκων.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕτερος δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένος νὰ ὁμιλήσῃ.
§21ΦΙΛΗΜΩΝ. Νομίζω, ὅτι πρὸ τῆς καταθέσεως τῶν τηλεγραφημάτων, τὰ ὁποῖα ἀνήγγειλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι θέλει ὑποβάλει αὔριον, δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις.
§22ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Αὐτὸ ἤθελον νὰ εἴπω καὶ ἐγώ.
§23ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὴν αἴτησιν θεωρῶ ὀρθοτάτην. Ὁ κ. Τρικούπης, ὁ πρωτίστως ἐνδιαφερόμενος, ἐξήτασε τὰ εἰρημένα ἔγγραφα, ὅπως ἀποδείξῃ, ὅτι καλῶς ἐνήργησεν ὅ,τι ἐνήργησεν. Τὰ ἔγγραφα θὰ προσαχθῶσιν αὔριον· ἑπομένως νομίζω καὶ ἐγὼ δίκαιον νὰ μὴ προβῇ ἡ Βουλή. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 5 μ. μ.