1880.10.29
1,877 rows · 14,826 words · 109 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 9
τῆς 29 8βρίου 1880.
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνιστῶ ἡσυχίαν εἰς τὰ ἀκροατήρια. Πρὸς γνῶσιν δὲ τῶν κυρίων ἀκροατῶν, ἀναγινώσκω τὰ ἄρθρα 89 καὶ 91 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. (Ἀναγινώσκει.) Οἱ κ. κ. Ζηνόπουλος καὶ Φιλήμων κατέθεσαν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν. Θὰ τυπωθῇ.
§2ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι, κατ’ αἴτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἰακωβάτου, ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ δύω πρωτόκολλα τῆς Συνδιασκέψεως, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὴν διευθέτησιν τῶν νέων ὁρίων· δὲν ὑποβάλλω καὶ τὰ ἄλλα πρωτόκολλα, διότι δὲν ἐμπεριέχουν παρὰ προπαρασκευαστικὰς ἐργασίας καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν ἐνδιαφέρον πολύ. Ἀναγγέλλω δὲ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατάθεσιν τῶν λοιπῶν ἐγγράφων, εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν πλήρης ἡ ἀλληλογραφία τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἄλλων Δυνάμεων, χωρὶς νὰ παραβλαφθῶσιν οὐσιωδῶς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, καὶ διὰ τοῦτο δὲν θέλω ὑποβάλει οὐδὲν ἄλλο ἔγγραφον, διότι τοῦτο θέλει βλάψει.
§3ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ζητῶ, ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωσιν περὶ τοῦ πόσοι καθ’ ἑκάστην ἡμέραν καὶ καθ’ ἕκαστον νομὸν κατετάχθησαν κληρωτοὶ καὶ ἐπίστρατοι ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς δημοσιεύσεως τοῦ σχετικοῦ Διατάγματος ἄχρι σήμερον. Ἡ σημείωσις αὕτη νὰ κατατεθῇ ὡς ὑπάρχει ἤδη εἰς τὸ ὑπουργεῖον, διαβιβασθεῖσα ἀπὸ τὰ διάφορα στρατολογικὰ γραφεῖα, ἤτοι πόσοι κατετάχθησαν ὡς ἐθελονταὶ, πόσοι ὡς ἐπίστρατοι καὶ πόσοι ὡς χωροφύλακες. Ἡ σημείωσις αὕτη νὰ κατατεθῇ ὅσῳ δυνατὸν τὸ ταχύτερον. Νομίζω, ὅτι δύναται νὰ ὑποβληθῇ ἐντὸς τῆς σήμερον, διότι εἶναι πολὺ εὔκολον, ἀφοῦ, ὡς εἶπον, αἱ σημειώσεις αὗται διαβιβάζονται καθ’ ἡμέραν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἦναι δυνατὸν σήμερον, ἂς κατατεθῇ αὔριον.
§4ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, διατί στρατολογικά τινα γραφεῖα ἀπό τινων ἡμερῶν ἀρνοῦνται νὰ κατατάττωσιν ἐπιστράτους.
§5ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Τὸ προεδρεῖον θὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ διαβιβάσῃ τὰς ἐπερωτήσεις ταύτας, καὶ θέλω ἀνταποκριθῆ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τῶν κ. κ. βουλευτῶν. Χωρὶς νὰ μειώσω οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον τὴν εὐθύνην μου καὶ νὰ δεσμεύσω ἐκ τῶν προτέρων τὴν γνώμην σας, ἀλλ’ ἀπὸ σεβασμὸν πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, ἐθεώρησα καθῆκόν μου ν’ ἀνακοινώσω ὑμῖν, ὅτι λόγοι δημοσίου συμφέροντος καὶ κατεπείγουσαι ἀνάγκαι ὑποχρεοῦσί με νὰ προβῶ εἰς σύνταξιν συμβολαίου, συμφώνως πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, ἐκτιμῶν τὸν χρόνον ὡς λίαν πολύτιμον καὶ σεβόμενος τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς.
§6ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Φρονῶ, ὅτι εἶναι καλὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, λαμβάνων πληροφορίας ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ περὶ τοῦ πόσοι ἐξ ἑκάστης ἐπαρχίας καθυστεροῦσι, καὶ ἐξ ἑκάστης ἡλικίας. Γνωρίζετε πάντες οἱ συνάδελφοι, ὅτι ἀπὸ τοὺς ἐπιστράτους τῶν ἐδικῶν μας μερῶν ἔχουν ἀνακληθῆ οἱ ἑξῆς:... (Ἀναγινώσκει κατάλογον.) Ἐὰν ὅμως ἦναι ἀληθὲς, ὅπερ ἐγὼ ἀγνοῶ, ὅτι αἱ ἀνακλήσεις αὐτῶν ἀπεσύρθησαν, τότε ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου.
§7ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἀπευθύνοντο εἰς τὴν αἴτησίν μου, ἢ εἰς τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Κρεστενίτου, διότι, σᾶς ὁμολογῶ μὲ ὅλην τὴν εἰλικρίνειαν, δὲν ἠμπόρεσα νὰ ἐμβαθύνω εἰς τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων του. Τὸν παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἐξηγηθῇ· τὴν σημείωσιν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησα, θὰ τὴν φέρῃ ναὶ ἢ ὄχι;
§8ΤΙΝΕΣ. Τὸ εἶπε.
§9ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Τὸ εἶπον.
§10ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἐνόησα.
§11ΤΙΝΕΣ. Τὸ εἶπε.
§12ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὰ ζητήματα αὐτὰ εἶναι ὑποχρεωτικὰ διὰ πᾶσαν Κυβέρνησιν. Ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν ν’ ἀρνηθῶμεν δικαιώματα, τὰ ὁποῖα σεβόμεθα.
§13ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν ἐνόησα, ὅτι αἱ πληροφορίαι τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἀφορῶσιν ἐμέ. Ὅ,τι εἶπον εἶναι βεβαιότατον. Εἴς τινας νομοὺς οἱ ἐπιτετραμμένοι δὲν κατέταξαν τοὺς ἐπιστράτους, ἐξ οὗ ἐγεννήθη σκάνδαλον.
§14ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν αἴτησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Λομβάρδου, ἐκ τῶν προτέρων εἶναι ἀποδεκτὴ, ὡς ἀναγομένη εἰς τὰ δικαιώματα, ἅτινα ἕκαστος Βουλευτὴς ἔχει. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν ἐρώτησιν τοῦ ἐντίμου κ. Κρεστενίτου, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι στρατολογικόν τι γραφεῖον, παρερμηνεῦον ἐγκύκλιόν τινα διαταγὴν, ἐπίστευσε πρὸς στιγμὴν, ὅτι διετάχθη ἡ παῦσις τῆς ἐπιστρατείας. Ἡ παρερμηνεία αὕτη, γενομένη ἐν Καλάμαις, μετεβιβάσθη εἰς Ναύπλιον, καὶ δυστυχῶς ὁ Νομάρχης Ἀργολίδος ἐβεβαίου τὴν διαταγὴν αὐτὴν, ἥτις ἦτο ἐντελῶς ψευδὴς, καὶ τὴν ἐβεβαίου εἴτε πεπλανημένως ἐκ παρεννοήσεως, εἴτε ἐκ δολίας προθέσεως. Τὸ σκάνδαλον ὅμως τοῦτο μετ’ ὀλίγας στιγμὰς ἤρθη, διότι ἔλαβα γνῶσιν καὶ διέψευσα τοῦτο. Ταῦτα ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων. Ἐπὶ δὲ τῆς ἀνακοινώσεως, ἣν ἐποιησάμην ὑμῖν, δίδω τὰς ἑξῆς διασαφήσεις. Ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐνήργησε παραγγελίας ὑλικοῦ πολέμου. Κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν καὶ τὴν κρίσιν ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἀνάγκη συμπληρώσεως τῶν παραγγελιῶν ἐκείνων, ἀπαιτουσῶν πολὺν χρόνον. Τὸ συμφέρον ἐπέβαλε τὰς ταχίστας παραγγελίας, καὶ ἐπειδὴ αἱ διαπραγματεύσεις ἀπέληξαν καὶ τὰ πάντα ἦσαν ἕτοιμα, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ προβῶ εἰς τὰς παραγγελίας αὐτὰς, ἀλλὰ συνάμα καὶ καθῆκόν μου ἐθεώρησα ν’ ἀνακοινώσω ταῦτα εἰς τὴν Βουλὴν, ἐμφορούμενος ἀπὸ τὰς ἰδέας, ἃς ὑπαγορεύει τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους.
§15Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἀπὸ πολλῶν ἡμερῶν αἱ ἐφημερίδες καταχωρίζουσι τηλεγραφήματα, ὅτι αἱ διάφοροι Δυνάμεις τῆς Δύσεως προτείνουσι τῇ Κυβερνήσει νὰ μὴ προβῇ εἰς τόλμημά τι, ἐξ οὗ δυνατὸν νὰ περιπλεχθῇ ἡ Ἑλλὰς καὶ νὰ ἀπολεσθῇ. Τοῦτο διεδόθη, ὅτι ἔπραξεν ἡ Αὐστρία, ἡ Γερμανία, ἡ Γαλλία, καὶ τέλος σήμερον διαδίδεται ἡ τηλεγραφικὴ εἴδησις, ὅτι καὶ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις συμβουλεύει τὴν Ἑλλάδα τὸ αὐτό. Ἐπειδὴ τὰ γενόμενα ἀποδεικνύουσιν ἀληθεῖς τὰς διαδόσεις ταύτας, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐπερωτήσω αὐτήν, ἔφθασε τοιαύτη διακοίνωσις ἐκ μέρους τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως;
§16ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὄχι· ἐγὼ δὲν εἶδον.
§17ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἢ ἔφθασε, καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει....
§18ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης παρ’ οὐδεμιᾶς τῶν Κυβερνήσεων ἐλάβομεν διακοίνωσιν ἢ τηλεγραφικὴν συμβουλὴν τοιαύτην.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς συνεδριάσεως εἶναι ἡ συζήτησις τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασ. Λόγον.
§20ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον, κύριοι, τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον· ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης καὶ ὡς μέλος τῆς μειονοψηφίας, ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε δὲν ἐξέθεσε τὰς ἰδέας της, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, διὰ νὰ ἐξηγήσω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐγὼ καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κύριος Δημητριάδης εἴχομεν, διὰ νὰ ἐξηγήσω τὸν λόγον, διατί δὲν ἐθεωρήσαμεν, ὅτι εἴχομεν καθῆκον νὰ ὑπογράψωμεν εἰς τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως, τὸ ὁποῖον συνέταξεν ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς. Σᾶς ὁμολογῶ δὲ, ὅτι τῆς συζητήσεως ταύτης ἐπιλαμβάνομαι οὐχὶ ἄνευ λύπης τινὸς, διότι ἐνόμιζον, ὅτι ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις τόσον κρισίμους, εἰς τὰς ὁποίας διατελεῖ ἡ πατρὶς ἡμῶν, δὲν ἔπρεπε νὰ προκληθῇ συζήτησις ὑπὸ τοὺς ὅρους καὶ τοὺς χαρακτῆρας, ὑπὸ τοὺς ὁποίους τὴν προκαλεῖ τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως, καὶ τὴν λύπην ταύτην δὲν ἐλαττόνει διόλου ἡ εὐχαρίστησις, τὴν ὁποίαν ἠδυνάμην νὰ ἔχω ὡς ἀνήκων εἰς μίαν μερίδα, ὅτι κατὰ τὴν ἰδέαν μου ἐκεῖνοι, ὑπὲρ τῶν ὁποίων συνηγορῶ καὶ ψηφίζω, δὲν ἤθελον ἐξέλθει διόλου ζημιωμένοι ἐκ τῆς τοιαύτης συζητήσεως. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται ἰδίως περὶ τοιούτων περιστάσεων, εἰς ἐκείνους τοὐλάχιστον, ὅσοι φρονοῦν, ὅτι ἀπέναντι τῆς ἐθνικῆς τιμῆς καὶ τῆς ἐθνικῆς ὑπάρξεως τὰ πάντα δύνανται νὰ τεθῶσιν ἐν κινδύνῳ καὶ νὰ θυσιασθῶσιν, οὐδεμίαν δύνανται νὰ ἔχουν ἐπιῤῥοὴν ἕτεραι σκέψεις πολιτικαί. Δὲν δύναται σήμερον ὁ βουλευτὴς νὰ σκέπτηται εἰμὴ ὅπως σκέπτεται πᾶς πολίτης, πᾶς Ἕλλην· δὲν σκέπτεται περὶ ἄλλου σήμερον ὁ πολίτης, δὲν σκέπτεται περὶ ἄλλου σήμερον ὁ στρατιώτης καὶ ὁ ἐπίστρατος, σκέπτεται μόνον νὰ ἴδῃ ἐὰν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῶν πραγμάτων τῆς Πατρίδος ἡμῶν προεδρεύῃ ἡ μέριμνα περὶ τῆς τύχης τοῦ στρατοῦ, ἡ ἀκούραστος ἐκείνη μέριμνα, τῆς ὁποίας ἔλαβον ἀντίληψιν καὶ γνῶσιν. Περὶ τούτων σκέπτεται ὁ πολίτης καὶ ὁ στρατιώτης καὶ ἀδιαφορεῖ ἐὰν ἡ φιλοτιμία τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου δὲν συμβιβάζηται πρὸς τὰς τοιαύτας σκέψεις. Τοιαύτας σκέψεις ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑπενθυμίσω καὶ ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς· εἶπον ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι νομίζω ὅτι καλούμεθα ἰδίως σήμερον νὰ ἀπαντήσωμεν, ὅτι ἐρχόμεθα σήμερον ἰδίως νὰ εἴπωμεν ἂν τὰ γενόμενα μέχρι τοῦδε ἐπιδοκιμάζωνται παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ ἂν ἡ ἐξακολούθησις τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων κατ’ οὐσίαν ἐπιδοκιμάζηται. Ταῦτα, νομίζω, περιμένει ὁ λαὸς ν’ ἀκούσῃ, καὶ δὲν σκέπτεται ν’ ἀκούσῃ ἐὰν παρεβιάσθη ὁ δεῖνα ἢ δεῖνα τύπος. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον καὶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Δημητριάδης δὲν ὑπεγράψαμεν τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως, δὲν εἶναι ἄλλος, εἰμὴ ὅτι δὲν συμφωνοῦμεν πρὸς τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ, καὶ ἠπόρησα ὅταν ἤκουσα, ὅτι μία ἐφημερὶς ἀντιπροσωπεύουσα ἓν κόμμα εἶπεν, ὅτι ἐκνόμως ἡμεῖς δὲν ὑπεγράψαμεν τὸ σχέδιον. Βεβαίως δὲν ἀμφισβητοῦμεν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐνήργησεν ἐννόμως, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν συμφωνοῦμεν μὲ τοῦ σχεδίου τὸ περιεχόμενον· ἐὰν ὑπῆρχεν ἡ τακτικὴ νὰ ὑπογράφωνται ἐν αὐτῷ τῷ σχεδίῳ καὶ οἱ διαφωνοῦντες, δὲν εἴχομεν βεβαίως κανένα δισταγμὸν νὰ ὑπογράψωμεν. Ἀλλὰ δὲν παραδεχόμεθα τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ· καὶ δὲν τὸ παραδεχόμεθα, διότι φρονοῦμεν, ὅτι καὶ ἐν τοῖς καθέκαστα καὶ ἐν τῷ συνόλῳ δὲν συμβιβάζεται μὲ τὰς περιστάσεις, μὲ τὰς σκέψεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας πρέπει σήμερον νὰ ἐκφρασθῇ ἡ Βουλή. Νομίζω, κύριοι, ὅτι μόλις ἐπιληφθῇ τις τῆς ἀναγνώσεως τοῦ σχεδίου τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, θὰ ἐννοήσῃ, ὅτι καὶ ἐν τοῖς καθέκαστα καὶ ἐν τῷ συνόλῳ δὲν εἶναι ἄξιον νὰ ψηφισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς. Παρατρέχω, κύριοι, τὰς πρώτας παραγράφους αἱ ὁποῖαι εἶναι ὅλως τυπικαί, παρατρέχω καὶ τὴν τρίτην παράγραφον, τὴν ἐκτενεστέραν· δὲν δύναμαι ὅμως νὰ παρατρέξω κἄτι τι, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ὄχι περιττὸν, ἀλλὰ καὶ ἄτοπον, τὴν ἔκφρασιν «ἐτηρήθη κατ’ εὐχὴν ἡ διεθνὴς καλὴ πίστις», ὅπερ θεωρεῖ ἡ τρίτη αὕτη παράγραφος, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὸν βασιλικὸν Λόγον, ἐνῷ δὲν ἐμπεριείχετο εἰς αὐτόν. Λέγει τὸ σχέδιον, «ὧν ἡ διαιτητικὴ ἀπόφασις ἐν τῇ συνδιασκέψει ἐξηκρίβωσε καὶ ἐπεδίκασεν ὁριστικῶς τῷ Βασιλείῳ νέαν ὁροθετικὴν γραμμὴν κατὰ τὸ Βερολίνειον πρωτόκολλον καὶ τὴν Βερολίνειον συνθήκην· οὕτω δὲ ἐτηρήθη ἡ διεθνὴς καλὴ πίστις». Δὲν ἐννοῶ, κύριοι, ποίαν ἀξίαν περιέχει ἡ προσθήκη αὕτη, διὰ τῆς ὁποίας ἐκδίδεται πιστοποίησις πρὸς τὰς δυνάμεις περὶ τῆς καλῆς των πίστεως. Ἐπίσης δὲν ἐννοῶ καὶ τὰ κατόπιν λεγόμενα, καθ’ ὃν τρόπον μάλιστα λέγονται· λέγονται δηλ. ὡς πράγματα, τὰ ὁποῖα ἔχρηζον βεβαιώσεως ῥητῆς: «ἡ διαληφθεῖσα γραμμὴ ἐνισχύει τὸ Κράτος, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἀποδίδει δικαιοσύνην εἰς λαοὺς πρὸ αἰώνων ἀμυνομένους ὑπὲρ ἐλευθερίας καὶ τοῦ κοινοῦ ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας ἀγῶνος μετασχόντας καὶ ἐπ’ ἐσχάτων ἔτι ἀγωνισαμένους». Ἐπίσης δὲν θεωρῶ ὡς πρέπουσαν καὶ τὴν ἄλλην παράγραφον· «αἱ ὑπογράψασαι τὴν ὁριστικὴν ἀπόφασιν δυνάμεις βεβαίως ἐνδιαφέρονται περὶ τῆς ἀξίας αὐτῆς καὶ περὶ τῆς ἐκτελέσεως αὐτῆς, καὶ βεβαίαν θεωροῦμεν τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς.» Ὁ Βασιλικὸς Λόγος ἁπλῶς ἀνακοινοῖ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι αἱ δυνάμεις ἐργάζονται ὑπὲρ τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεώς των· εὐλόγως, νομίζω, ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι εὐχαρίστως ἠκούσαμεν, ὅτι αἱ δυνάμεις ἐργάζονται περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεώς των· δὲν φρονῶ, ὅτι εἶναι σπουδαῖον νὰ ὑπομνήσωμεν εἰς τὰς δυνάμεις, ὅτι πρέπει νὰ ἐνδιαφέρωνται ὑπὲρ τῆς ἀξίας καὶ περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεώς των, διότι νομίζω, ὅτι τοιουτοτρόπως ἐννοοῦμεν νὰ πείσωμεν τὰς δυνάμεις, ὅτι πρέπει νὰ ἐνδιαφέρωνται περὶ τῆς ἀποφάσεώς των· ἄλλως δὲ φρονῶ, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Ἀλλὰ παρατρέχω, κύριοι, πάντα ταῦτα· δὲν δύναμαι ὅμως ἢ νὰ σταματήσω καὶ εἰς τὴν ἑτέραν παράγραφον. «Ἡ Βουλὴ ἐλπίζει, λέγει ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς ἀναλόγους ἐνεργείας ἢ στηριζομένη εἰς τοὺς νόμους, ἢ ἀφορῶσα ἐν ἀναποδράστῳ ἀνάγκῃ εἰς τὰ οὐσιώδη συμφέροντα τοῦ Κράτους, καὶ θέλει κρίνει ἐν γένει ἐπιεικῶς περὶ τῶν πράξεων αὐτῆς». Ὑπάρχει, κύριοι, συμφωνία εἰς τὴν ἀλληλουχίαν καὶ τὴν συνέχειαν τῶν ἐννοιῶν εἰς τὴν παράγραφον ταύτην; βλέπετε λ. χ. ὅτι ἔχομεν τὸ «ἐλπίζει» ἀναφερόμενον εἰς τὸ παρελθὸν, διότι τὸ σχέδιον λέγει «ἡ Βουλὴ ἐλπίζει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προέβη» ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ παρατρέχω. Βλέπετε ὅμως, ὅτι παρουσιάζεται καὶ κάτι τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε διὰ διαζευκτικοῦ λόγου νὰ ἐκφρασθῇ· λέγει ἡ ἐπιτροπὴ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐλπίζει, ὅτι προέβη ἡ Κυβέρνησις... ἢ στηριζομένη εἰς τοὺς νόμους ἢ ἀφορῶσα εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους· ὥστε, ἐὰν ἐστηρίζετο εἰς τοὺς νόμους, ὑποτίθεται, ὅτι δὲν ἀφώρα εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους· ἡ τοιαύτη σύνταξις παρουσιάζει μίαν σύγχυσιν ἐννοιῶν, καὶ ἐὰν δὲν ἦναι ὅλως ἀσαφὴς ἀπάντησις εἰς Βασιλικὸν Λόγον ἐκ μέρους Βουλῆς, εἶναι τοὐλάχιστον ἔκφρασις ἄτοπος. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς φαίνεται περιεργότερον, εἶναι τὸ συμπέρασμα τῶν σκέψεων, τὰς ὁποίας περιέχει ἡ παράγραφος αὕτη, τὸ ὅτι, ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις ἐνήργησεν ἢ στηριζομένη εἰς τοὺς νόμους ἢ ἀφορῶσα εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, διὰ τοῦτο εἶναι ἀξία ἐπιεικείας. Τὴν ἰδέαν ταύτην δὲν δύναμαι νὰ τὴν κατανοήσω, καὶ ἡ ὑποτιθεμένη αὕτη ἐπιείκεια δὲν προέρχεται ἀπὸ αἰσθήματα, ἐξ ὧν πηγάζει συνήθως ἡ ἐπιείκεια· ἡ ἐπιείκεια ἐδῶ εἶναι τρόπος ἐκφράσεως καὶ ἡ μεγαλειτέρα κατηγορία, τὴν ὁποίαν θέλουν ν’ ἀπευθύνουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐνῷ δὲν ἔχουν τι νὰ τὴν μεμφθοῦν· εἶναι ὡς νὰ λέγωμεν, ὅτι ὡς ἐλαφρυντικὴν ἁπλῶς περίπτωσιν θεωροῦμεν, ὅτι ἐγκλημάτησε τηρήσασα τοὺς νόμους ἢ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ὅτι εἴχομεν σκοπὸν νὰ σὲ καταδικάσωμεν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐμερίμνησες ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, σὲ κρίνομεν ἀξίαν ἐπιεικείας. Ἀλλ’ ἐρχόμεθα ἤδη εἰς τὴν σπουδαιοτέραν παράγραφον, ἡ ὁποία κυρίως δύναται ν’ ἀποτελέσῃ τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως, εἰς τὴν παράγραφον ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν ἐθεώρησαν, ὅτι πρέπει, ὅτι ἔχουν καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν νὰ μεμφθῶσι τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τί; διότι δὲν συνεκάλεσεν ἐγκαίρως τὴν Βουλήν. Δὲν ἐννοῶ, κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν ἀξίωσιν ἡ Βουλὴ τὰ πάντα ν’ ἀποῤῥοφᾷ, καὶ ὅταν πρόκηται περὶ ἐξωτερικῶν σχέσεων, καὶ εἰς πάντα νὰ ἐπεμβαίνῃ (Ψιθυρισμὸς δεξιόθεν).
§21ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶναι δικαίωμά της· δὲν ἀποῤῥοφᾷ τίποτε ἡ Βουλή. Μοὶ φαίνεται, ὅτι τὸ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λεγόμενον εἶναι βλασφημία.
§22ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑκάστη ἐξουσία ἐν τῷ Κράτει ἔχει τὰ δικαιώματά της καὶ τὰ καθήκοντά της. Βεβαίως, δὲν δύναμαι ν’ ἀμφισβητήσω τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ ἐπιτηρῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν καὶ νὰ μεριμνᾷ περὶ τῶν μεγίστων συμφερόντων τοῦ τόπου· ἴσως μὲ παρενοήσατε, ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι δὲν ὑποστηρίζετε, ὅτι ἡ Βουλὴ εἰς πάντα πρέπει νὰ ἐπεμβαίνῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐνεργῇ καὶ τὴν κήρυξιν τοῦ πολέμου.
§23ΡΙΚΑΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§24ΤΙΝΕΣ. Κατόπιν, κύριε Ῥικάκη.
§25ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐτελείωσα τὴν ἰδέαν μου.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ λείψωσιν αἱ διακοπαί.
§27ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοῶ, λέγω καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀρνῆται τὸ δικαίωμα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς τύχης τοῦ ἔθνους, ὅτι δύναται ν’ ἀρνῆται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἰδιότητα, τὴν ὁποίαν φέρει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ συνταγματικὴ δὲν δύναται οὐδὲν νὰ ἐκτελέσῃ, καὶ ὅταν ἀκόμη ὑπάρχῃ ἡ κρισιμωτέρα ὥρα καὶ ἀνάγκη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἔχῃ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας, διὰ ν’ ἀποφανθῇ καὶ ν’ ἀποφασίσῃ τὶ νὰ πράξῃ μετὰ τῆς Βουλῆς ὅταν πλέον δὲν θὰ ἦναι καιρός. Δὲν ἐννοῶ, κύριοι, πόθεν ἐπήγασεν αὐτὸς ὁ μικρὸς θόρυβος, αὐτὴ ἡ ἀντίῤῥησις, δὲν ἐννοῶ τί τὸ προξενῆσαν αὐτὸν τὸν μικρὸν θόρυβον· ἐγὼ ἠθέλησα νὰ ὁμιλήσω κατ’ ἀρχήν, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἔχει τὰ δικαιώματά της, ἀντιπροσωπεύουσα τὸ Κράτος, ἰδίως εἰς τὰς ἐξωτερικὰς σχέσεις, δὲν ἀρνοῦμαι δὲ τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ ἐπιτηρῇ· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀρνώμεθα καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει εἰς τὰς κατεπειγούσας περιστάσεις, νὰ ἐνεργῇ ὅ,τι εἶναι ἀπαραίτητον διὰ τὴν σωτηρίαν τοῦ τόπου. Καὶ πῶς δυνάμεθα, κύριοι, νὰ ἀρνώμεθα τὸ δικαίωμα τοῦτο, ὅταν τὸ Σύνταγμα χορηγῇ καὶ τὸ μέγιστον τῶν δικαιωμάτων εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, τὸ δικαίωμα τοῦ κηρύττειν πόλεμον;
§28ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Βουλῆς;
§29ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. (Θόρυβος.) Ῥητὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ 32, χορηγεῖ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν αὐτὸ τὸ δικαίωμα. Καὶ ὅταν ῥητὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος χορηγῇ τὸ δικαίωμα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ῥιψοκινδυνεύσῃ τὸ Κράτος, πῶς δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνεργήσῃ προπαρασκευήν, νὰ ἐνεργήσῃ δηλαδὴ τὰ πλέον ἀναμφισβήτητα; καὶ δὲν ἐννοῶ ποῦ εὗρον καὶ τὴν ἐλαχίστην παραβίασιν τοῦ τύπου καὶ τοῦ Συντάγματος, ἢ τοῦ ἄρθρου τοῦ σχετικοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Τί λέγει, κύριοι, τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο; (ἀναγινώσκει.) Εὐθὺς ὅπου συνέλθῃ... Ποῦ ὑπάρχει παραβίασις τοῦ νόμου εἰς τὰ γενόμενα; τὸ ἂν δὲν συνεκαλέσθη ἡ Βουλὴ ταχύτερον ἢ ἀργότερον, τοῦτο εἶνε ζήτημα, τοῦ ὁποίου ἡ τοιαύτη ἢ τοιαύτη λύσις δύναται νὰ συμβιβάζηται ἢ νὰ παραβιάζῃ τὸν νόμον; αὐτὸ εἶνε ζήτημα οὐσιαστικὸν, πραγματικὸν, τὸ ὁποῖον ἀπόκειται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κρίνῃ· βεβαίως ἔχει καὶ ἡ Βουλὴ τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ ἂν ἀδικαιολογήτως ὅλως ἔγεινεν ἡ ἀναβολή, ἀλλ’ ἡ βραδύτης δὲν εἶνε καθ’ ἑαυτὴν παραβίασις τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἐθεώρησεν ἡ ἐπιτροπὴ, φαίνεται, ὅτι ὑπῆρχον οὐσιαστικοὶ λόγοι ὑπὲρ τῆς ταχυτέρας συγκαλέως τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τοὺς λόγους τούτους διόλου δὲν ἐκφράζει (ἀναγινώσκει). Ὁ βασιλικὸς λόγος λέγει, ὅτι ἀπηγόρευον τὴν ταχυτέραν συγκάλεσιν τῆς Βουλῆς διεθνεῖς λόγοι. Πῶς λοιπὸν ἤθελον ἐκτιμήσει οἱ ἀντιπρόσωποι, οἱ μὴ συνερχόμενοι, τοὺς διεθνεῖς ἐκείνους λόγους; καὶ λέγετε εἰς ἀπάντησιν, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι ἤθελον ἐκτιμήσει τοὺς διεθνεῖς ἐκείνους λόγους. Ἀλλὰ τί ἐννοεῖτε ἀκόμη οὐσιαστικώτερον διὰ τῆς ἐκφράσεως ταύτης, ὅτι δὲν ἤθελον θέσει εἰς κίνδυνον τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα; θεωρεῖτε, ὅτι θὰ ἐνεβάλλοντο εἰς κίνδυνον, διότι ἐνηργήθησαν ὅσα ἐνηργήθησαν, ἢ ἐθεωρεῖτε, ὅτι θὰ ἐνεβάλλοντο εἰς κίνδυνον τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἂν δὲν ἐνηργοῦντο ὅσα ἐνηργήθησαν; Ἂν τὸ πρῶτον, νομίζω, ὅτι καὶ τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον ἔχετε νὰ τὸ ἐκφράσητε καθαρῶς· ἂν δὲ ἔχητε τοιαύτην ἰδέαν, ἀπορῶ πῶς ἀναλαμβάνετε τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἐνεργείας αὐτῆς, πῶς σεῖς ἐξακολουθεῖτε αὐτὴν τὴν ἐνέργειαν καὶ θέλετε συγχρόνως νὰ ἐπιῤῥίπτητε τὴν εὐθύνην εἰς ἄλλους, πῶς δύνασθε νὰ παρέχητε τὴν ἐγγύησιν περὶ τοῦ ζήλου καὶ τῆς πίστεως πρὸς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐξακολουθεῖτε ἐνεργοῦντες, ἐξαναγκαζόμενοι; Ἐὰν θεωρῆτε, ὅτι τὰ γενόμενα εἶναι ῥιψοκίνδυνα καὶ ἀκροσφαλῆ καὶ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γείνουν, ἔπρεπε τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἐνεργείας, τὴν ὁποίαν θεωρεῖτε ἀναπόφευκτον, ἔπρεπε νὰ τὴν ἀφήσητε εἰς ἐκείνους, οἵτινες τὴν ἤρχισαν μετὰ ζήλου· δὲν εἶναι ἀδιάφορον εἰς τὴν ἔκβασιν μιᾶς ἐνεργείας ὁ ζῆλος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὴν διαχειρίζονται, καὶ ὑμεῖς ἔπρεπε νὰ ἐκφρασθῆτε καθαρῶς, ἂν μετὰ πεποιθήσεως ἐξακολουθῆτε τὴν ἐνέργειαν αὐτῶν, ἂν δηλαδὴ ἐπιδοκιμάζητε τὰ γενόμενα, διότι ἐκ τούτου θὰ ἐξαχθῇ ἂν μετὰ ζήλου ἐξακολουθῆτε τὴν ἐνέργειαν αὐτῶν· γριφώδεις λόγοι καὶ ἀσαφεῖς ποτὲ δὲν ἐπιτρέπονται, ἀλλὰ πρὸ πάντων εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις. Κατόπιν λέγετε «ἡ Βουλὴ συγκαλουμένη ἠδύνατο εὐρυτέραν νὰ καταστήσῃ τὴν ἐθνικὴν ὀργάνωσιν. Τί ἐννοεῖτε εὐρυτέραν καὶ στερεωτέραν ἐθνικὴν ὀργάνωσιν, τὴν ὁποίαν ἤθελε κάμει ἡ Βουλὴ, καὶ ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις δὲν ἔκαμεν; εἶναι κανὲν μυστήριον τοῦτο; ποία εἶναι ἡ εὐρυτέρα ἐθνικὴ ὀργάνωσις; μήπως εἶναι ἐκείνη, τῆς ὁποίας πρὸ ὀλίγου χρόνου ἐλάβομεν γνῶσιν, ἐκείνη, διὰ τῆς ὁποίας παρασκευάζονται αὐτοσχέδιοι στρατηγοὶ εἰς τὰς ὁδούς; Τοῦτο ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ κἄτι τι εὐρύτερον, ἀλλ’ ὄχι καὶ στερεώτερον. Ἂν ἐννοῆτε, ὅτι πρὸς τοιαύτην ὀργάνωσιν ἐχρειάζετο ἡ Βουλὴ διὰ νὰ συντελέσῃ, νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ τὸ ἐκφράσητε καθαρῶς, ἔπρεπε νὰ ἐκφράσητε κατ’ οὐσίαν ποῖα ἄλλα μέτρα ἠδύναντο νὰ ἐπιβληθῶσι καὶ ποία ἄλλη ὀργάνωσις ἠδύνατο νὰ συστηθῇ, τὴν ὁποίαν σήμερον δὲν ἔχομεν· ἀλλὰ λέγετε ταῦτα, διότι θέλετε ὁπωσδήποτε νὰ φέρητε μίαν μομφὴν εἰς τὴν πεσοῦσαν κυβέρνησιν· δὲν ἠρκέσθητε εἰς τὸ φαινόμενον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρουσίασεν ἡ πολιτική σας, ὅτι δηλαδὴ συζητοῦμεν ἐν οὐ δέοντι, δηλ. ὅτε ἡ κυβέρνησις ἐκείνη δὲν εἶναι ἐν τοῖς πράγμασι, διότι ἐκείνην τὴν ἐῤῥίψατε διὰ μιᾶς μυστικῆς ψηφοφορίας, ἀλλὰ θέλετε εἰς τοῦτο νὰ προσθέσητε καὶ τὸ ἀξιοκατάκριτον τῆς μεταβολῆς, καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προστίθεται εἶναι, ὅτι μέμφεσθε τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην χωρὶς νὰ ἔχητε οὐσιώδη τινὰ λόγον νὰ τὴν μεμφθῆτε. Καὶ πῶς ἀξιοῖτε νὰ σᾶς πιστεύσωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὠλιγώρησε νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν; καὶ πῶς ὠλιγώρησε; μήπως εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φοβοῦνται καὶ ἀποφεύγουν τὰς συζητήσεις ἐν τῷ κοινοβουλίῳ, ἢ μήπως φρονεῖτε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη κατὰ τὸ διάστημα καθ’ ὃ δὲν συνεκάλει τὴν Βουλὴν ἐνησχολεῖτο διὰ νὰ τηρήσῃ τὴν ἐξουσίαν; διότι ἤκουσα, καὶ τοῦτο τὸ εἶδον πολλάκις εἰς τὸν τύπον ἐκφραζόμενον, ὅτι δὲν συγκαλεῖ τὴν Βουλὴν, μόνον διὰ νὰ παρατείνῃ τὸν χρόνον τῆς διαμονῆς της ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Ἀλλ’ ἐπικαλοῦμαι τὴν συνείδησίν σας, ἂν αὐτὸ τὸ λέγετε σπουδαίως, ἐπικαλοῦμαι τὴν συνείδησιν ὑμῶν καὶ τῶν φίλων σας, ἂν περὶ τούτου εἰργάζετο εἰς τὸ διάστημα ἐκεῖνο, περὶ διατηρήσεως τῆς ἐξουσίας, καὶ οὐχὶ ἴσως τὸ ἀντίθετον· ἀναγκάζεσθε νὰ δώσητε ἕνα τοιοῦτον λόγον, διότι δὲν δύναται ποτὲ μία Κυβέρνησις νὰ φέρηται οὕτω, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἓν συμφέρον διὰ τοῦτο, οὐδὲ ἕνα σκοπὸν, δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποφύγῃ τὴν συγκάλεσιν τῆς Βουλῆς καὶ νὰ δίδῃ ἐκ τούτου ἓν ἐπιχείρημα εἰς τοὺς ἀντιπάλους αὐτῆς ἄνευ μεγαλειτέρας ἐθνικῆς ἀνάγκης. Νομίζω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ὅπως ἔχει καὶ εἰς τὰ καθέκαστα καὶ εἰς τὸ σύνολον εἶναι ἄδικον, ἀδικαιολόγητον, ἐπιβλαβὲς ὡς ἔκφρασις τῆς Βουλῆς, ἐπιβλαβὲς εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ὡς ἔργον δὲ πολιτικὸν τῆς Κυβερνήσεως δὲν δεικνύει ἄλλο παρὰ ἔλλειψιν ἑδραίων πεποιθήσεων, τὰς ὁποίας ἀξιοῖ ὁ τόπος νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις σήμερον ἰδίως· δὲν δέχεται ὁ τόπος νὰ ἐξακολουθῇ ἡ ἐνέργεια μόνον διότι ἤρχισεν, ὁ τόπος ἐπιθυμεῖ νὰ μάθῃ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ὅτι σπουδαίως πρεσβεύει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐξακολουθεῖ νὰ ἐνεργῇ· δὲν δέχεται ὁ τόπος νὰ συῤῥάπτωνται αἱ ἐκφράσεις τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου, διὰ νὰ σχηματίζεται πρόγραμμα. Δὲν ἀμφισβητῶ τὸν πατριωτισμὸν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κράτους πλήρη καὶ ἑδραίαν πεποίθησιν εἰς ἐκεῖνα τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων φρονεῖ, ὅτι δύνανται νὰ ἐκπληρωθῶσιν οἱ κοινοὶ πόθοι. Νομίζω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι διὰ τοῦ σχεδίου αὐτοῦ τῆς ἀπαντήσεως, καὶ ἰδίᾳ διὰ τῶν παραγράφων τὰς ὁποίας ἐπέκρινα, συντάσσομεν μίαν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον εὑρισκομένην εἰς ἄτοπον ἀσυμφωνίαν πρὸς αὐτὸν, ὅτι θέλομεν νὰ ἐπιῤῥίψωμεν τὸ δηλητήριον τῶν μομφῶν ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἔχομεν οὐδεμίαν μομφήν· αἱ παράγραφοι ἰδίως αὐταὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως πρέπει νὰ διαγραφῶσι, καὶ νὰ γείνῃ μία ἀπάντησις ἐναρμονία πρὸς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, τοῦ ὁποίου τὴν σπουδαιότητα πάντες ἐξετίμησαν, πρὸς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ προάγγελος μιᾶς ἐθνικῆς ἐνεργείας τοιαύτης, ἡ ὁποία, συνοδευομένη μὲ τὴν λάμψιν τοῦ Βασιλικοῦ γοήτρου, δύναται νὰ ἐπιφέρῃ καὶ τῶν πόθων τῶν ἐθνικῶν τὴν πραγμάτωσιν καὶ τῆς ἀποφάσεως τὴν ἐκτέλεσιν καὶ τῆς Ἀνατολῆς τὴν ἀσφαλῆ εἰρηνοποίησιν. Συμπεραίνω λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ διαγραφῶσιν ἐντελῶς ἰδίως αἱ παράγραφοι 5 καὶ 6· ὡς πρὸς δὲ τὰ ἄλλα νὰ ἐπέλθῃ τοὐλάχιστον μία διόρθωσις, διότι δὲν βλέπετε ἐν ταῖς ἐκφράσεσι τὴν ἀξίαν μιᾶς ἀπαντήσεως Βουλῆς πρὸς Βασιλικὸν Λόγον.
§30ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἠδίκησε τοὺς ἐν τῇ ἐπιτροπῇ συναδέλφους του ὁ ἔντιμος προλαλήσας· τοὺς ἠδίκησε δὲ μὴ ὑποβαλὼν εἰς τὸ Σῶμα τοὺς λόγους, οἵτινες ὑπηγόρευσαν τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασ. λόγον ἐκ μέρους τῆς πλειονοψηφίας. Ὡς ἠκούσατε, κύριοι, προχθὲς μόνον ἐξ μέλη συνῆλθον, δύο τῆς μειονοψηφίας καὶ τέσσαρα τῆς πλειονοψηφίας.
§31ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μόνον πέντε.
§32ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ναί, εἶνε ἀληθές, ὅτι δὲν συνῆλθεν ὁ κ. Μελετόπουλος· ἀλλ’ ἐπειδὴ δὶς τὸν ἐπεσκέφθημεν ἀσθενοῦντα, οἱ δὲ κύριοι συνάδελφοι δὲν ἠθέλησαν νὰ παρευρεθῶσιν εἰς τὰς διασκέψεις ἡμῶν μετὰ τοῦ κ. Μελετοπούλου, ὑπογράψαντος τὴν ἀπάντησιν, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἔχω δίκαιον, λέγων, ὅτι ἓξ μέλη ἦσαν τὰ λαβόντα μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἡμεῖς, κύριοι, καὶ ὅτε εἴμεθα πέντε παρόντες καὶ ὅτε εἴμεθα τέσσαρες, ἐν ἀπουσίᾳ τῶν δύο συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἐμειονοψήφουν, δὲν εἴπομεν ποτὲ, ὅτι πρέπει νὰ χωρισθῇ τὸ ἔργον τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς προτέρας· καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς παρασκευὰς τοῦ ἑλλ. Κράτους ὅλοι ἐμείναμεν σύμφωνοι, μολονότι σπουδαῖοι ὑπῆρχον λόγοι νὰ φέρωμεν ἀντιῤῥήσεις ὡς πρὸς τὰ γενόμενα, καὶ μάλιστα τὸ ἐθεωρήσαμεν καθῆκόν μας ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ μέρος νὰ μὴ φέρωμεν καμμίαν ἀντίῤῥησιν εἰς ὅσα ἔπραξεν ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις· ἀλλ’ εὑρέθημεν ἀπέναντι δυσχερείας, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἠδύνατο νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ἑπομένως μόνον ὡς πρὸς τὴν λύσιν αὐτῆς διεφώνουν οἱ μειονοψηφοῦντες κ.κ. συνάδελφοι. Ἄλλως τε, ὡς πρὸς τὴν δυσχέρειαν ταύτην, ἐγένετο λόγος καὶ ὑπὸ τῶν συμπολιτευομένων καὶ ἐκ τῶν ἀντιπολιτευομένων. Ὅλος ὁ τύπος ἠρώτα, διατί διετάσσετο ἐπιστράτευσις, χωρὶς νὰ καλῆται ἡ Βουλή; Ἀπέναντι τῶν παραπόνων τούτων εὑρεθέντες, καὶ ἀπέναντι θεμελιωδῶν διατάξεων τῶν κειμένων νόμων, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ σιωπήσωμεν ὡς πρὸς τὴν ὀλιγώρησιν τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως περὶ τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς· διότι, ἐὰν ἐσιωπῶμεν, βεβαίως ἤθελε καθιερωθῆ μία χρῆσις, ἡ ὁποία θὰ εἶχε συνεπείας εἰς τὸ μέλλον. Πρῶτος, ὁ ὁποῖος ὕψωσε τὴν φωνὴν διὰ τοῦτο, εἶνε ὁ ἀνήρ, διὰ τὴν ἀπώλειαν τοῦ ὁποίου ἐθρηνήσαμεν ἀπὸ τῆς προχθὲς καὶ θρηνοῦμεν. Ὁ κ. Ζαΐμης μοὶ εἶπε· Κύριε Κασιμάτη, τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον δὲν θ’ ἀνεχθῶ, εἶνε τὸ νὰ παραλείψητε τὴν κρίσιν, τὴν ὁποίαν ὀφείλετε νὰ κάμητε ὡς πρὸς τὴν ὀλιγώρησιν τῆς πεσούσης Κυβερνήσεως περὶ τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς. Ἐτόλμησα νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ φέρωμεν τὴν ἰδίαν παρατήρησιν μίαν ἄλλην στιγμήν. Αὐτὸς ὅμως μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀναβληθῇ εἰς ἄλλην στιγμήν, καὶ ὅτι τὸ μικρότερον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκφρασθῇ ἐκ μέρους τοῦ Σώματος, εἶνε ἡ λύπη αὐτοῦ. Ἰδοὺ διατί ἐπελήφθημεν τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Νῦν, κύριοι, ἐξεταστέον· Ὑπάρχει τῳόντι νόμος, τὸν ὁποῖον δὲν ἐτήρησεν ἡ πεσοῦσα Κυβέρνησις; Ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος εἶνε καθαρά· τὸ 35 ἄρθρ. αὐτοῦ λέγει ῥητῶς· «Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐν ὀνόματι τοῦ βασιλέως ἐκδίδει διατάγματα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων». Ἄρα πέραν αὐτοῦ τοῦ σημείου, δὲν ὑπάρχει ἐξουσία ἐκτελεστικὴ εἰς τὴν πολιτείαν· ὁσάκις ἐκδίδεται διάταγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀφορᾷ τὴν ἐκτέλεσιν νόμου, τὸ διάταγμα αὐτὸ εἶνε ἓν οὐδέν. Δὲν ἀρκεῖ τοῦτο· τὸ ἄρθρον 60 τοῦ Συντάγματος εἶναι καθαρώτατον, λέγει δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ προσδιορίζει κατ’ ἔτος τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις καὶ αὐτὴ διατάσσει τὴν στρατολογίαν καὶ τὴν ναυτολογίαν, καὶ αὐτὴ προσδιορίζει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἐτησίως. Τώρα, κύριοι, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ δώσω μίαν μικρὰν ἐξήγησιν περὶ τῆς σημασίας τῆς διατάξεως αὐτῆς. Γνωστὸν εἶναι εἰς ἕκαστον, ὅστις ἀνέγνωσε τὴν ἀγγλικὴν ἱστορίαν ἢ τοὺς ἀγγλικοὺς νόμους, ὅτε ἐπὶ Καρόλου Αʹ καὶ Ἰακώβου Βʹ ἐγεννήθη φοβερὸν ζήτημα μεταξὺ τῶν δύο τούτων βασιλέων καὶ τῶν Βουλῶν, ὅπερ ἐλύθη ὑπὲρ τῶν Βουλῶν, ὡς μόνων ἐχουσῶν ἐξουσίαν τοῦ προσδιορίζειν τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις. Ὁ Κάρολος πρῶτος καὶ εἶτα καὶ ὁ Ἰάκωβος ὁ δεύτερος παρεβίαζον τὸ προνόμιον τοῦτο τῶν Βουλῶν, οἱ δὲ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους ἐθεώρησαν τὴν παραβίασιν ταύτην ὡς παραίτησιν τοῦ βασιλέως ἀπὸ τοῦ θρόνου, καὶ ἐκήρυξαν σιωπηρῶς παραιτηθέντα τὸν Ἰάκωβον τοῦ θρόνου. Ἔκτοτε τὸ προνόμιον τοῦτο ἀνεγνωρίσθη ἐπισήμως ὑπὸ τοῦ ἀγγλικοῦ ἔθνους. Λυποῦμαι δὲ, ὅτι δὲν εἶναι ὁ κ. Μαυροκορδάτος παρὼν νὰ τῷ ὑπομνήσω, ὅτι ἐκτὸς αὐτοῦ τοῦ νόμου, εἶναι καὶ ἕτερος, τὸν ὁποῖον καὶ οἱ Ἀμερικανοὶ ἔχουν, ὅτι ἐν καιρῷ εἰρήνης ἔχει τὸ δικαίωμα ἕκαστος πολίτης νὰ μὴ χορηγῇ καταλύματα εἰς στρατιώτας. Τοιαῦτα καταλύματα εἶναι παράνομα, ἀλλ’ ἡμεῖς, σπεύδοντες, τὰ ἐψηφίσαμεν. Φόρος αἵματος λοιπὸν δὲν ἐπιβάλλεται διὰ μόνου διατάγματος· τοιοῦτόν τι εἶπε καὶ ὁ κ. Τρικούπης πρὸ δύο ἐτῶν ἐνταῦθα. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐξετάζω τί φρονεῖ ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος, βλέπω τὸν νόμον· ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπει Διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἐκτρέπονται τοῦ Συντάγματος· τὸ 60 ἄρθρ. δὲν ἐπιτρέπει στρατολογίαν ἢ ναυτολογίαν, ἢ αὔξησιν δυνάμεως, ἄνευ ψήφου τῆς Βουλῆς. Ποία δὲ ἡ σημασία ἡ ἱστορικὴ καὶ εὐρυτέρα τῶν διατάξεων τούτων; Ἵνα μὴ ἔλθωμεν εἰς συζητήσεις περὶ τῆς ὀρθότητος ἢ μὴ τῆς γνώμης μου, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω τὰς κρίσεις τοῦ καθηγητοῦ τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου τῆς Ν. Ὑόρκης. Ὁ καθηγητὴς οὗτος, ὁ κ. Pomeroy, ἐξηγεῖ τὰ νόμιμα τόσῳ τῶν δημοκρατικῶν, ὅσῳ καὶ τῶν συνταγματικῶν Κρατῶν ὡς ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει.) «Ὅσοι εἶναι κάτοχοι τῶν στοιχείων τῆς ἀγγλικῆς ἱστορίας, γινώσκουσιν, ὅτι ἓν τῶν κυριωτέρων θεμάτων μακρᾶς ἀμφισβητήσεως μεταξὺ τοῦ Στέμματος καὶ τοῦ Κοινοβουλίου ὑπῆρξε τὸ ζήτημα εἰς τίνα ἀνήκει ἡ ἐξουσία τοῦ στρατολογεῖν καὶ συντηρεῖν τὸν στρατόν. Τὸ Κοινοβούλιον ἠξίου, ὅτι μόνον αἱ Βουλαὶ (τὸ Παρλαμέντον) εἶχον τοιοῦτον δικαίωμα, καὶ ἀποκλειστικὸν μάλιστα. Τὸ Στέμμα ἠξίου, ὅτι ἡ προνομία αὐτοῦ τῷ ἐδικαίου νὰ στρατολογῇ καὶ νὰ λαμβάνῃ χρήματα πρὸς συντήρησιν τοῦ στρατοῦ, ἐπιβάλλον φόρους καὶ δασμούς. Ἡ ἀμφισβήτησις ἐπὶ τέλους ἔληξεν ὑπὲρ τοῦ Κοινοβουλίου. Σήμερον περιττεύει πᾶσα ἀνάπτυξις, τείνουσα ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι εἰς πᾶν ἔθνος, ἀξιοῦν, ὅτι εἶναι δημοκρατικὸν, ἢ ἁπλῶς συνταγματικὸν, οὔτε ἐλευθερία δύναται νὰ ὑπάρξῃ, οὔτε ἀσφάλεια, οὔτε βεβαιότης, ὅτι τὸ ὑπάρχον πολίτευμα, ἡ καθεστηκυῖα δημοσία τάξις καὶ ἡ ἡσυχία τοῦ Κράτους θὰ διατηρηθῶσιν, ἐὰν ἡ ἐξουσία τοῦ στρατολογεῖν καὶ συντηρεῖν τὸν στρατὸν μὴ διατελῇ ἀποκλειστικῶς ἐμπεπιστευμένη εἰς τὴν Βουλήν. «Ἡ ἀλήθεια αὕτη κατέστη ἀξίωμα τοῦ δημοσίου δικαίου· Ἡ δύναμις τῶν χρημάτων εἶναι μείζων τῆς δυνάμεως τοῦ ξίφους. Οἱ στρατοὶ καὶ οἱ ἐξοπλισμοὶ εἶναι τὰ δαπανηρότατα ἁπάντων τῶν πραγμάτων, ἑπομένως ἄνευ χρημάτων δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ στρατός. Τοιουτοτρόπως τὸ πολίτευμα ἔδοτο εἰς τὸν λαὸν διὰ τῶν ἀμέσων ἀντιπροσώπων αὐτοῦ χαλινὸν τέλειον κατὰ παντὸς ἐκνόμου ἢ ἀνατρεπτικοῦ σχεδίου τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· ἔτι δὲ καὶ κατὰ τῶν δοξομανῶν ἢ ἀπερισκέπτων μεθόδων αὐτῆς περὶ τὸ πολεμεῖν. Ἀλλὰ τὸ πολίτευμα τῶν Ἡνωμένων Κρατῶν προέβη περαιτέρω καὶ αὐτοῦ τοῦ ὀργανικοῦ νόμου τῆς Ἀγγλίας, καθ’ ὃν ναὶ μὲν ἐτησίως δέον νὰ χορηγῆται πίστωσις πρὸς συντήρησιν τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ἐπειδὴ αἱ ἀγγλικαὶ Βουλαὶ εἰσὶ συντακτικαὶ, δύνανται νὰ ὁρίζωσιν ἐπὶ δεκαετίαν ἢ ἐφ’ ὅσον ἀρέσκονται τὴν διάρκειαν τοῦ στρατοῦ. Αἱ ἀμερικανικαὶ Βουλαὶ ὅμως δὲν δύνανται νὰ πράξωσι τονοῦτόν τι. Τὸ ἄκρον τῆς ἐξουσίας αὐτῶν εἰς τὸ ζήτημα τῆς στρατολογίας καὶ συντηρήσεως τοῦ στρατοῦ περιορίζεται εἰς δύο μόνα ἔτη. Ἡ ψήφισις τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων καὶ τῆς στρατολογίας καὶ ναυτολογίας περιλαμβάνει καὶ τὸν προσδιορισμὸν τῶν διαφόρων ὅπλων, τὸν ἀριθμὸν καὶ τὴν διάταξιν τῶν λόχων, συνταγμάτων, μεραρχιῶν κλπ.» Λοιπὸν, κύριοι, αὐτὴ εἶναι ἡ σημασία τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν. Ὁ ἔντιμος προλαλήσας ὅμως εἶπεν, ὅτι ὑπάρχει καὶ τὸ ἄρθρον 15 τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου. Ναὶ, ὑπάρχει, ἀλλ’ αὐτὸ, κύριοι, νὰ τὸ θεωρήσητε ὡς κλειστὸν παράθυρον, τὸ ὁποῖον βλέπει τις ἔξωθεν ὡς παράθυρον, ἀλλὰ δὲν εἶναι τοιοῦτον, διότι τὸ ῥηθὲν ἄρθρον ἀντιστρατεύεται πρὸς τὰ 35 καὶ 60 ἄρθρα τοῦ πολιτεύματος, διὰ τὴν τήρησιν τῶν ὁποίων πᾶς Ἕλλην ἔχει καθῆκον νὰ φροντίζῃ. Δὲν ἠδύνατο νὰ αὐξηθῇ ὁ στρατὸς ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς Βουλῆς. Τοῦτο ἔχομεν καθῆκον νὰ εἴπωμεν· ἐπράξαμεν δὲ τοῦτο, οὐχὶ ἵνα καταδικάσωμεν τὸ παρελθὸν, ἀλλ’ ἵνα προφυλάξωμεν διὰ τὸ μέλλον τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ἀμφισβήτησις, ἥτις ἠγέρθη, διότι ἐνομίσαμεν, ὅτι ὠφείλομεν ἓν σέβας πρὸς τὴν κοινωνίαν καὶ πρὸς τὸ ἔθνος, ἀφοῦ ὅλοι καὶ τύπος καὶ πολιτευόμενοι καὶ πολῖται ἠπόρουν πῶς δὲν συγκαλεῖται ἡ Βουλὴ, ἀλλὰ κυρίως ὠφείλομεν νὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς συντηρήσεως τοῦ πολιτεύματος, τοὐλάχιστον διὰ τὸ μέλλον. Εἶπον εἰς τὸν κ. Ζαΐμην νὰ χωρισθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπὸ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον καὶ νὰ γείνῃ περὶ αὐτοῦ ἰδιαιτέρα συζήτησις· ἀλλ’ αὐτὸς μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τοῦτο, διότι πρέπει νὰ σεβασθῶμεν τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, δράττοντες τῆς πρώτης εὐκαιρίας καὶ μὴ σιωπῶντες, ὅταν αὕτη παρουσιάζηται. Ἰδοὺ ὁ κ. πρόεδρος, ὅστις δύναται νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι ὁ μακαρίτης ἦλθεν εἰς τὸ προεδρεῖον καὶ ἀπῄτησε νὰ ἴδῃ τὸ ἔγγραφον τῆς ἀπαντήσεως· τὸ ἔλαβε, τὸ ἀνέγνωσε, καὶ ἐνήργησε καὶ διαγραφάς. Ἡ μεγαλοπρεπὴς καὶ πάνδημος κηδεία τοῦ μακαρίτου ἀποχρώντως δεικνύει τὸ σέβας τὸ ὀφειλόμενον εἰς τὴν κρίσιν αὐτοῦ. Καὶ ἐγὼ, κύριοι, εἶχον ἴδιον σχέδιον, ἀλλ’ ἐδέησε νὰ παραιτηθῶ αὐτοῦ, ὅπως συμφωνήσωμεν, ἀφοῦ εἴμεθα περισσότερα πρόσωπα. Ἐγὼ, κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἡ ἐκπολιτιστικὴ ἀποστολὴ τοῦ ἑλληνισμοῦ ἐν τῇ Ἀνατολῇ εἶναι ὁ ἰσχυρότερος τίτλος ἐξ ὅσων ἔχει ὁ Ἕλλην, καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὴν ἐκπολιτιστικὴν αὐτοῦ ἀποστολὴν ἐστήριζον τὴν ἀπάντησιν, καὶ ἕνεκα ταύτης φρονῶ, ὅτι ὅλος ὁ κόσμος ἔχει ἐστραμμένα πρὸς ἡμᾶς τὰ βλέμματά του, καὶ οὐχὶ διὰ μόνους τοὺς ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας ἀγῶνας ἡμῶν, ἀλλὰ κυρίως διὰ τὴν ἐκπολιτιστικὴν ἡμῶν ἀποστολὴν ἀπεκτήσαμεν πραγματικὸν τίτλον, ἐνισχύοντα καὶ ἐνισχύσοντα τὸν ἑλληνισμὸν ἐν τῇ Ἀνατολῇ, διότι μόνος ὁ Ἕλλην διὰ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης δύναται νὰ ἐκπολιτίσῃ αὐτήν. Δὲν ἐπεθύμουν νὰ ἐγερθῇ ζήτημα πολιτικὸν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἐὰν οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἐκφράζει ἡ ἀπάντησις, ἀποδειχθῶσι παρὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθοὶ, ἐὰν μᾶς ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ἔννοια τῶν ἄρθρων 35 καὶ 60 τοῦ Συντάγματος, ἐγὼ πρῶτος ὡς βουλευτὴς θὰ ζητήσω τὴν διαγραφὴν τῆς δυσαρέστου εἰς αὐτὸν παραγράφου. Ἐὰν ὅμως δὲν τὸ ἀποδείξῃ, τότε μοὶ φαίνεται, ὅτι ἔχομεν δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσωμεν παρ’ αὐτοῦ νὰ συμφωνήσῃ πρὸς ἡμᾶς λέγοντας, ὅτι λυπούμεθα, ὅτι δὲν συνεκλήθη ἡ Βουλὴ, καὶ πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ ὅρια ταῦτα τῆς συζητήσεως, ἵνα μὴ πιστεύσῃ τὸ κοινὸν, ὅτι προκαλοῦμεν ματαίας συζητήσεις.
§33Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Ζήτημα σπουδαῖον, κύριοι, παρουσιάζεται ἔμπροσθεν ἡμῶν· αὐτὸ τὸ ζήτημα ἀποβλέπει ὅλην τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν καὶ ἡμᾶς αὐτούς. Οὐδέποτε ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀπούσης τῆς Βουλῆς, νὰ κάμῃ στρατὸν καὶ ἐπιστρατείαν· ἡμεῖς δὲν ἐδώκαμεν κανὲν δικαίωμα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς νὰ ἐξοδεύσῃ ἑκατομμύρια ἐπὶ ἑκατομμυρίων, χωρὶς τὸ ἔθνος νὰ γινώσκῃ τίποτε ἐξ αὐτῶν. Ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ καλέσῃ τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν καὶ νὰ ζητήσῃ ἐπιστρατείαν, ἔπρεπε πρῶτα νὰ μετρηθῇ.
§34ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἴσα ἴσα λέγομεν νὰ μὴν ἔλθωμεν εἰς πολιτικά.
§35Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Κύριε συνάδελφε, θὰ ἔμβωμεν εἰς πολιτικὰ, καὶ πολιτικὰ μεγάλα, διότι τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατείας μᾶς ἔκαμε πτωχοὺς, πτωχοτάτους. Δὲν ἔχομεν ψωμὶ νὰ φᾶμε· τὰ χωράφια μας, ἡ ἐληές μας, τὰ κτήματά μας μένουσιν ἀκαλλιέργητα· 384 χεῖρες ἐλλείπουσι μόνον ἀπὸ τὸν δῆμον τὸν ἰδικόν μου· δὲν ἔχομεν ποῖος νὰ καλλιεργήσῃ τὰ κτήματά μας. Ἐὰν ἡ Βουλή, ἀναγνωρίζουσα τὴν ἀνάγκην καὶ ἐξετάζουσα τὴν κατάστασιν, ἤθελε σκεφθῆ ὅταν ἦτο παροῦσα, τότε ἤθελε κρίνει τίνα ὁδὸν ἠθέλαμεν βαδίσει. Ἀλλ’ ὄχι! ἀπούσης τῆς Βουλῆς, καλεῖται ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ὅλος ἀδιακρίτως καὶ ἀναγκάζεται νὰ καταφεύγῃ εἰς τὰ Δικαστήρια, εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, εἰς ὅλας τὰς Ἀρχάς· χαρτόσημα ἐπὶ χαρτοσήμων, ἀναφοραὶ ἐπὶ ἀναφορῶν, πιστοποιητικὰ ἐπὶ πιστοποιητικῶν. Εἰκοσιτέσσαρες χιλιάδες δραχμῶν μόνον εἰς τὸν νομὸν τῆς Κερκύρας ἐδαπανήθησαν διὰ τὰς ἀναφορὰς, αἱ ὁποῖαι σήπονται εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀφ’ οὗ λοιπὸν ἔχομεν πολίτευμα φιλελεύθερον, ἔχομεν δύο ἐξουσίας· ἔρχεται ἡ μία ἐξουσία, καὶ παραγνωρίζουσα τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, ἐνεργεῖ μὲ δεσποτισμὸν αὐθαίρετον· φοβούμεθα νὰ μὴ ὑποπέσωμεν εἰς τὴν αὐθαίρετον μοναρχίαν, καὶ ὑπεπέσαμεν εἰς τὸν δεσποτισμὸν τοῦ πρωθυπουργοῦ ἑκάστης Κυβερνήσεως. Φοβούμεθα νὰ μὴ ὑποπέσωμεν εἰς τὸν ἀπόλυτον δεσποτισμὸν ἑνὸς μονάρχου, καὶ ὑποπίπτομεν εἰς τὸν ἀπόλυτον δεσποτισμὸν ἑνὸς Ἕλληνος, ἑνὸς μέλους μεταξὺ ἡμῶν, μὴ ἔχοντος καὶ αὐτὴν τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς. Πρὸ αἰώνων, κύριοι, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς οἰστρηλατεῖται ἀπὸ τὸ δικαίωμα τῆς μεγάλης ἰδέας. Τὸ δικαίωμα τῆς μεγάλης ἰδέας ἐξαπλώνεται πρὸ τριάκοντα ἐτῶν εἰς πᾶσαν τὴν ἑλληνικὴν κοινωνίαν ἀπὸ τὴν ἰδέαν, τὴν τόσον ἐμψυχωμένην εἰς τὰς καρδίας ὅλου τοῦ λαοῦ, ὡσὰν νὰ ἔχωμεν νὰ ἁρπάξωμεν καὶ αὐτὴν τὴν Κωνσταντινούπολιν, καὶ μὲ ἓν πήδημα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς αὐτήν. Αὐτὴ ἡ ἰδέα, κύριοι, ἔχει καταλάβει τὴν ἑλληνικὴν φυλὴν, καὶ διὰ τοῦτο κατήντησε νὰ λιμώττῃ τὸν ἄρτον. Αὐτὴν τὴν ἰδέαν ἠσπάσθησαν οἱ Κρῆτες καὶ ἔκαμαν διαφόρους ἐπαναστάσεις, τὰς ὁποίας ἐνεψύχονεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἐν ὑστέροις τὴν ἀνέτρεψαν αὐτὴν τὴν ἰδέαν καὶ εἰσῆλθον εἰς τὴν εὐθεῖαν ὁδόν. Καὶ ποῖος Ἕλλην, κύριοι, δὲν ἀγαπᾷ καὶ δὲν εὐχαριστεῖται εἰς τὴν ἐπέκτασιν τῶν ὁρίων; Ἀλλὰ ποία Κυβέρνησις δύναται νὰ δώσῃ λόγον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι δύνανται νὰ πραγματοποιηθῶσιν αὐτὰ τὰ ὄνειρα καὶ ὅτι δύνανται μίαν ἡμέραν δύο εὐρωπαϊκαὶ Δυνάμεις νὰ μᾶς ὑποστηρίξωσιν. Ἐγὼ, κύριοι, μετὰ παῤῥησίας λέγω, ὅτι μόνον μία εὐρωπαϊκὴ Δύναμις νὰ μᾶς δώσῃ τὸν λόγον της, ὅτι θέλει μᾶς ὑποστηρίξει διὰ θαλάσσης, θέλω δώσει τὴν ψῆφόν μου καὶ ὑπὲρ τῆς ἐπιστρατείας καὶ ὑπὲρ ὅλων τῶν δαπανῶν. Ἀλλὰ ποῖαι Εὐρωπαϊκαὶ Δυνάμεις θὰ ὑποστηρίξωσι τὰ δικαιώματα τῆς Ἑλλάδος, καὶ μὲ ποῖον δικαίωμα θὰ πολεμήσωμεν; ποῦ εἶναι αἱ ναυτικαί μας δυνάμεις; ποῦ εἶναι αἱ στρατιωτικαί μας δυνάμεις, ὅπως αἱ τῶν Ὀθωμανῶν; ποῦ εἶναι κἂν ἴση δύναμις μεταξὺ ἡμῶν καὶ αὐτῶν; Διὰ τοῦτο, κύριοι, πρέπει αἱ ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις νὰ ἔχωσιν ἔλεγχον, ἡμεῖς δὲ νὰ ἔχωμεν τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι αἱ εὐρωπαϊκαὶ Δυνάμεις δύνανται νὰ μᾶς ὑποστηρίξωσι. Φωνάζουν ὁ κόσμος καὶ οἱ λαοί· καὶ ἐγὼ τὸ θέλω, ἀλλ’ ἠμποροῦμεν μόνοι μας νὰ πολεμήσωμεν τοὺς Ὀθωμανούς; Ἔχω, κύριοι, δύο υἱοὺς, καὶ ἔχω καὶ τοὺς δύο εἰς τὸν νόμον τῆς ἐπιστρατείας, καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ θυσιάσω καὶ αὐτοὺς καὶ ἄλλους συγγενεῖς μου, ἀλλὰ νὰ ἔχωμεν ὑπερασπιστάς. Ἀλλ’ ἄνευ ὑπερασπίσεως νὰ καταστρέψωμεν τὰς ἑλληνικὰς ἐπαρχίας δι’ ὄνειρα καὶ φαντασίας! αὐτὸ δὲν τὸ βλέπω ὀρθόν.
§36ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι ὄνειρα, κύριε Ζερβέ.
§37Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Τοῦτο λοιπὸν ὑποστηρίζω, ὅτι ὅλος ὁ λαὸς πρέπει νὰ κληθῇ ὑπὸ τὰ ὅπλα. Ἀλλ’ ἠξεύρετε, ὅτι κλαίουσι καὶ ὀδύρονται ἀκαταπαύστως διὰ τοὺς κόπους.
§38Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Ὄχι.
§39Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Εἶναι ἕτοιμοι νὰ ὑπάγουν καὶ νὰ πολεμήσουν, ὅταν ἡ Βουλὴ πεισθῇ, ὅτι θὰ ἔχωμεν ὑπεράσπισιν· ἄλλως, ἀφ’ οὗ γυμνασθῶσι καλῶς, νὰ ὑπάγουν εἰς τὰ σπῆτια τους.
§40ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι.
§41Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, εἰς ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν προσῆλθον νὰ γυμνασθῶσι, νὰ βάλῃ βαρυτάτας ποινὰς, καὶ νὰ τοὺς φέρωμεν καὶ αὐτούς.
§42ΤΙΝΕΣ. Τώρα μάλιστα.
§43Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Πρέπει νὰ ἔλθουν καὶ αὐτοὶ νὰ γυμνασθῶσιν· ἄλλως νὰ τοὺς τιμωρήσωμεν, ἐνόσῳ λείπουν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ δὲν θέλουν νὰ ἔλθουν. Θαυμάζω μὲ τοὺς ἀνθρώπους μας αὐτούς, οἵτινες λέγουν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Θαυμάζω πῶς ἐσεῖς, τόσον νομομαθεῖς, τόσον ἐξοικειωμένοι εἰς τὸ πολίτευμα τὸ συνταγματικὸν, νὰ λέγητε Βασιλικὸς Λόγος· εἰπέτε λόγος τοῦ πρωθυπουργοῦ, τὸν ὁποῖον τὸν δίδουν εἰς τὸ χέρι τοῦ Βασιλέως κρυφὰ, καὶ ὑπογράφει. Λοιπὸν ἀπάντησις εἰς τὸν Λόγον τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἀπάντησις εἰς τὸν Λόγον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὄχι ἀπάντησις εἰς τὸν Λόγον τοῦ Βασιλέως. Λοιπὸν δύο λόγους ἔχομεν νὰ ἀπαντήσωμεν εἰς τὸν Λόγον τῆς Κυβερνήσεως· ὁ Λόγος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπου μᾶς ἔκαμε, εἶναι πλημμελὴς καὶ μεγάλως καταστρέφει τὸ πολίτευμα, διότι κατέστρεψε τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς καὶ κατέστησε τὸν Πρωθυπουργὸν τύραννον καὶ δεσπότην ὅλου τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. (Ἀνησυχία εἰς τὰ ἀκροατήρια.) Ἐδῶ πρέπει νὰ χειροκροτήσητε καὶ ὄχι ἀλλοῦ. (Ἱλαρότης.)
§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐφρόνουν, ὅτι ἀνῆκεν εἰς ἐμὲ ὁ λόγος· τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν, ἔχει εἰσηγητὴν ὑπογεγραμμένον, εἰσηγητὴν ὅμως ἔχει καὶ μὴ ὑπογεγραμμένον. Ἔχει εἰσηγητὴν τὸ ὑπουργεῖον, καὶ ἐπερίμενον, ὅπως καὶ ὁ ὑπογεγραμμένος καὶ ὁ ἀνυπόγραφος εἰσηγητὴς ἔλθωσι ν’ ἀναπτύξωσι τὰς ἰδέας, δι’ ἃς τοιοῦτον σχέδιον ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν. Ὁ Βασιλικὸς λόγος εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πᾶσα λέξις ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἀπαντήσεως εἶναι λέξις πηγάζουσα ἐκ τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι λέξις, τῆς ὁποίας τὴν εὐθύνην φέρει ἡ Κυβέρνησις. Αἱ λέξεις αἱ ἐν τῷ σχεδίῳ ἔχουσιν ἰδιάζουσαν σημασίαν, καὶ μάλιστα ὅταν ἐπιῤῥίπτωσι μομφὴν εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, καὶ διὰ τοῦτο ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ τὴν ἁβρότητα νὰ ἐκθέσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ τί προτείνει ταύτας εἰς αὐτήν. Ὁ κύριος πρωθυπουργὸς πρὸ ὀλίγου εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑποβάλῃ εἰς αὐτὴν τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζητήθησαν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Πάλλης. Ἐὰν τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα ἦσαν ἄσχετα πρὸς τὴν συζήτησιν ταύτην, δὲν ἤθελον κάμει λόγον περὶ αὐτῶν, διότι φρονῶ, ὅτι περὶ τὴν ἀνακοίνωσιν ἐγγράφων δέον ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν πᾶσαν εὐρύτητα, ἀφοῦ αὕτη εἶναι εἰς θέσιν νὰ γινώσκῃ τί δύναται ἀβλαβῶς ν’ ἀνακοινώσῃ, τί δὲ ὀφείλει νὰ μὴ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὅταν βλέπω Κυβέρνησιν ἐπιῤῥίπτουσαν μομφὴν εἰς τοὺς προκατόχους αὐτῆς, μομφὴν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ γινώσκω, ὅτι ἤθελον ἀνασκευάσει προσαγόμενα τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργείου, καὶ βλέπω τοὺς κυρίους ὑπουργοὺς ἀρνουμένους νὰ τὰ παρουσιάσωσι, θαυμάζω διατί δὲν λαμβάνουσιν οὗτοι τὸν λόγον, ἵνα ὑποστηρίξωσι τὴν μομφὴν ἐκείνην, ἵνα ἐξηγήσωσι τοὺς λόγους, οἵτινες τοὺς ἔπεισαν, ὅπως διατυπώσωσιν αὐτήν. Ἐπὶ τοιαύτῃ διαγωγῇ, ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἂν ἔχω ἢ δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ παραπονεθῶ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως; Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ θεωρῇ ἑαυτὴν ὡς Κυβέρνησιν κόμματος, ὀφείλει νὰ θεωρῇ ἑαυτὴν ὡς Κυβέρνησιν παντὸς τοῦ ἔθνους. Δὲν ἔχω ἄρα τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσω παρ’ αὐτῆς λόγον τῆς προτάσεώς της οὐχὶ ὡς τέως πρωθυπουργὸς, ἀλλ’ ὡς ἁπλοῦς βουλευτὴς καὶ ὡς πολίτης; Δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσω λόγον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς συκοφαντῶμαι διὰ τοῦ προτεινομένου σχεδίου ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον; (Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις.)
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἵνα μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐκτελέσω τὸν Κανονισμόν. (Θόρυβος.)
§46ΤΙΝΕΣ. Ὁ λαὸς εἶναι κυρίαρχος.
§47ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ ἐκκενώσητε τὰ ἀκροατήρια, κ. Πρόεδρε. (Θόρυβος.)
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν, ἐὰν ἐγκρίνῃ.
§49ΤΙΝΕΣ. (Ἐκ δεξιῶν.) Μάλιστα.
§50ΕΤΕΡΟΙ. (Ἐξ ἀριστερῶν. Ὄχι. (Θόρυβος.)
§51ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἰς τὰ ἀκροατήρια ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι μόνον τῆς πρωτευούσης, καὶ αὐτοὶ δὲν ἀντιπροσωπεύουσι τὴν γνώμην τῶν ἐπαρχιῶν.
§52ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὁ λαὸς τῆς πρωτευούσης εἶναι ἐργατικὸς, καὶ δὲν ἔρχεται νὰ χασομερᾷ καὶ νὰ θορυβῇ εἰς τὰ ἀκροατήρια· εἶναι ἐξ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους μεταχειρίζονται πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπόν. (Θόρυβος.)
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, κ. κ. Βουλευταί. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ τὴν ἐκκένωσιν τῶν ἀκροατηρίων; Οἱ παραδεχόμενοι τοῦτο παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα.)
§54ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κ. πρόεδρε. (Ἐγείρονται πλείονες τῶν δέκα.)
§55ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Θὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου. Εἰς πάντα τὰ ζητήματα, ὄχι μόνον τὰ πολιτικὰ, ἀλλὰ καὶ τὰ δικαστικὰ, δὲν ἐπιτρέπεται ἡ μυστικότης. Πρέπει λοιπὸν ἅπαντες νὰ μάθουν ὅ,τι εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην θὰ ῥηθῇ, εἴτε παρὰ τῆς Βουλῆς εἴτε παρ’ ἄλλων· διὰ τοῦτο εἶμαι ἐναντίος εἰς τὴν ἐκκένωσιν τῶν ἀκροατηρίων.
§56Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τῆς τάξεως, κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον. Ὀφείλω νὰ παρακαλέσω τὸν κ. πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ αὐτῆς. Ἐὰν αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ δίδωσιν εἰς αὐτὸν ὅλην τὴν ἐξουσίαν ἐκείνην, τῆς ὁποίας ἔχει ἀνάγκην, διὰ νὰ διατηρῇ τὴν τάξιν κατὰ τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς, νὰ προβῇ ἀμέσως καὶ κάμῃ χρῆσιν τῆς ἐξουσίας ταύτης, διὰ νὰ διατηρηθῇ ἡ τάξις. Ἐὰν δὲ αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς δὲν δίδωσιν εἰς τὸν πρόεδρον ὅλην τὴν ἐξουσίαν, τῆς ὁποίας ἔχει ἀνάγκην, διὰ νὰ διατηρήσῃ τὴν τάξιν κατὰ τὰς συζητήσεις, τότε νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἐξουσίαν, τῆς ὁποίας ἔχει ἀνάγκην. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ εἴπω ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, εἶναι, ὅτι, ἐὰν πρόκηται νὰ λειτουργῇ τὸ πολίτευμα ἐλευθέρως, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διαταράσσουσι τὰς συζητήσεις, ἀναιροῦσιν αὐτὸ, διότι ἔρχονται ἄντικρυς ἐναντίοι εἰς τὰς συνταγματικὰς ἐλευθερίας. Ἐὰν οἱ συνελθόντες ἦσαν οἱ κάτοικοι τῶν Ἀθηνῶν, ἐὰν ἤρχοντο οἱ κάτοικοι ὅλης τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, ἐὰν παρίσταντο εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἤθελον πάλιν εἴπει εἰς αὐτοὺς, ὅτι προσβάλλουσι τὸ πολίτευμα, διαταράττοντες τὰς συζητήσεις. Ἡμπορεῖ οἱ ἀποτελοῦντες τὸ ἀκροατήριον νὰ ἦναι ἔντιμοι πολῖται, ἀλλὰ καὶ ὅλον τὸ ἔθνος ἐὰν παρίστατο ἐνταῦθα, ἐὰν πάντες πασῶν τῶν ἐπαρχιῶν οἱ κάτοικοι ἦσαν ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις, ἤθελον πάλιν εἴπει αὐτοῖς «ἐδώκατε τὴν ἐντολὴν εἰς ἡμᾶς τοὺς ἀντιπροσώπους σας· ἀφήσατέ μας ἐλευθέρους κατὰ τὰς συζητήσεις, καὶ μὴ ἔρχεσθε νὰ μᾶς διαταράττητε.» Ἐν ὅσῳ ὁ Ἡγεμὼν, ὁ ὁποῖος μόνος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαλύῃ τὴν Βουλὴν, δὲν τὸ πράττει, ὀφείλει ὅλη ἡ Ἑλλὰς νὰ σέβηται αὐτήν. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν πρόεδρον νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ ἂν ἦναι ἀνάγκη μεγαλειτέρας ἐξουσίας, νὰ τὴν ζητήσῃ, παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ τὴν παράσχῃ.
§57ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἡ Βουλὴ ἐπέτρεψεν εἰς τὸν Πρόεδρον, ὁσάκις τὰ ἀκροατήρια θορυβοῦσι, νὰ διατάσσῃ τὴν ἐκκένωσίν των.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς ἐμὲ δὲν ἐδόθη τοιαύτη ἐξουσία. (Θόρυβος.)
§59Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ὅσοι ἀντιλέγουσιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Κανονισμοῦ, διατάσσοντος τὴν ἀποπομπὴν τῶν ταραξιῶν, ἀπαρέσκονται εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, δὲν ἔχουν τὸ θάῤῥος τῆς ἐλευθέρας συζητήσεως (Θόρυβος). Οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου πρέπει νὰ διατάξωσι τὴν ἐκκένωσιν τῶν ἀκροατηρίων. Δὲν φοβοῦμαι κανένα, ἔχω τὸ θάῤῥος τῶν πεποιθήσεών μου, καὶ θὰ ἦμαι κατὰ πάσης μυστικῆς συζητήσεως· ἐννοῶ ἀπόλυτον τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου.
§60ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Γνωρίζετε, ὅτι πάντοτε ὑπῆρξα κατὰ τῶν διαδηλώσεων τῶν ἀκροατηρίων, εἴτε ὑπὲρ, εἴτε κατὰ τῶν ἀγορευόντων. Δυστυχῶς ὅμως πλεῖστοι ὅσοι τῶν σήμερον διαῤῥηγνυομένων ὑπὲρ τῆς τάξεως ὑπεστήριξαν τὴν ἀταξίαν ἐπανειλημμένως κατὰ τὸ παρελθὸν, καὶ ἕνεκα τούτου τ’ ἀκροατήρια πιστεύουν, ὅτι δύνανται νὰ ἐπιδοκιμάζωσι καὶ ἀποδοκιμάζωσιν. Ἂν σήμερον γίνεται ἀταξία ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις, πταίομεν ἡμεῖς, διότι ἐκηρυττόμεθα κατὰ τῆς ἀταξίας, ὁσάκις τ’ ἀκροατήρια ἦσαν καθ’ ἡμῶν· ὅταν δὲ ἦσαν ὑπὲρ ἡμῶν, ὑπεμειδιῶμεν καὶ ἐλέγομεν, ὅτι ἔχομεν μεθ’ ἡμῶν τὴν κοινὴν γνώμην. Ἐὰν θέλωμεν, κύριοι, νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν τάξιν, πρέπει πάντοτε ν’ ἀποδοκιμάζωμεν τὰς παρεκτροπὰς, καὶ ὅταν πρόκηται περὶ τοῦ Α καὶ ὅταν πρόκηται περὶ τοῦ Β. Οὐδεὶς εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀταξίας, ὅλοι ἔχομεν συμφέρον ἡ συζήτησις νὰ ἦναι ἐλευθέρα, διότι διὰ τῆς ἐλευθέρας συζητήσεως ἔχει καιρὸν ὁ λαὸς νὰ σχηματίσῃ πεποίθησιν· οὐδεὶς βεβαίως εἶναι σύμφωνος εἰς τὸ νὰ λαμβάνωσι τ’ ἀκροατήρια μέρος, ἀλλὰ πρέπει καὶ ἡμεῖς πάντοτε νὰ ἤμεθα οἱ αὐτοί.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν ὑπαινίττεσθε ἐμέ· καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἠτάκτησαν τ’ ἀκροατήρια, ἡ δὲ Βουλὴ ἐφάνη ἐπιεικής.
§62ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρατήρησιν ἁπλῶς ἀπέτεινα.
§63ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Τὸ παράδειγμα τῶν δικαστηρίων δύναται νὰ μᾶς χρησιμεύσῃ καὶ ἐνταῦθα· δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἐξέλθωσι καὶ ὅσοι δὲν ἔπταισαν, πρέπει νὰ ἐξέλθωσι μόνον οἱ ἀτακτήσαντες.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διακριθῶσιν οἱ ἀτακτήσαντες. (Θόρυβος.)
§65ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πρέπει νὰ κενωθῶσι μόνον τ’ ἀκροατήρια ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα συνέβησαν αἱ ἀταξίαι. (Θόρυβος.)
§66ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Καθήμενος ἐπὶ τοῦ προεδρείου, ἀντελήφθην καλῶς, ὅτι εἰς τὸ θεωρεῖον ἐκεῖνο (δεικνύει ἓν τῶν θεωρείων) ἠπείλησέ τις τὴν Βουλὴν, ὅτι θὰ κατέλθῃ ἐντὸς τῆς αἰθούσης. (Θόρυβος.)
§67ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς τὸ ἀντελήφθητε; (Θόρυβος.)
§68ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Τὸ ἤκουσα.—Δὲν μᾶς ἀπέστειλαν οἱ ἐντολεῖς μας, διὰ νὰ ἀπειλώμεθα. (Θόρυβος.) Ὁσάκις ἠτάκτησαν τ’ ἀκροατήρια, ἤμην ὑπὲρ τῆς ἐκκενώσεως αὐτῶν· ἀλλ’ ἐκ τῆς μεγάλης ἐπιεικείας τῆς Βουλῆς ἐθρασύνθησαν ἔτι μᾶλλον. Ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις ὑπάρχουσιν ἐγκάθετοι, ὅπως ἀτακτῶσι. (Θόρυβος.)
§69ΚΟΤΤΑΡΗΣ. Κύριοι συμπολῖται, εἰς τὰς παρούσας κρισίμους τῆς πατρίδος περιστάσεις πράττετε τὸ μεγαλείτερον ἁμάρτημα κατὰ τῆς πατρίδος νὰ ταράττητε δι’ ὀχλαγωγιῶν τὴν Βουλήν. (Θόρυβος.)
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὁμιλεῖτε πρὸς τ’ ἀκροατήρια, κ. Κότταρη· ἐπὶ τοῦ θέματος.
§71ΚΟΤΤΑΡΗΣ. Λέγω, ὅτι τ’ ἀκροατήρια πρέπει νὰ τηρήσουν τὴν μεγαλειτέραν σιγήν. (Θόρυβος.)
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ ἐκκενωθῶσι τ’ ἀκροατήρια;
§73ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Διατάσσεται ἡ ἐκκένωσις τῶν ἀκροατηρίων καὶ διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτά.)
§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι αὕτη ἡ στιγμὴ πρὸς τοιαύτας ἀμφισβητήσεις; Ταῦτα περιέμενε τὸ ἔθνος παρὰ τῆς Βουλῆς, τῆς ὁποίας τὴν ταχυτέραν σύγκλησιν συνιστᾷ ἡ ἐπιτροπὴ αὐτῆς; Περιέμενε τὸ ἔθνος νὰ ἔλθῃ ἡ Βουλὴ, ἵνα ἴδῃ ἐν αὐτῇ προκαλουμένας ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἀντεγκλήσεις κατὰ πεπτωκότων προκατόχων; Εἰς ἡμᾶς προσωπικῶς αἱ συζητήσεις αὗται εἶναι ὠφέλιμοι, διότι θέλουσιν ἀποδείξει, ὅτι οὐδὲν ἐπράξαμεν, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπηγορεύετο ὑπὸ τοῦ ὑπάτου ἡμῶν καθήκοντος· ἀλλὰ τὴν ὠφέλειαν ταύτην ἠθέλομεν θυσιάσει εὐχαρίστως, ἂν ἡ Κυβέρνησις μὴ ἐξηνάγκαζεν ἡμᾶς ἵνα ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, τὴν ὁποίαν παρὰ τὴν θέλησιν ἡμῶν καὶ ἐντρεπόμενοι ἀναλαμβάνομεν, ἐντρεπόμενοι ὅμως δι’ ἐκείνους, οἵτινες τὴν προκαλοῦσιν. Εἶναι δυνατὸν νὰ παρέλθωμεν ἐν σιγῇ φράσιν, τὴν ὁποίαν προτείνουσιν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιψηφίσῃ οἱ συντάκται τοῦ σχεδίου, ὅτι ἐξ ἐπιεικείας θέλει ἐγκρίνει τὰς πράξεις ἡμῶν; Καὶ ποῖοι εἴμεθα ἡμεῖς, ἵνα δεχθῶμεν ἐπιείκειαν, καὶ ποῖοι εἶσθε σεῖς, κύριοι, ἵνα δείξητε ἐπιείκειαν; διότι ἐπιείκειαν δύναται νὰ μετέλθῃ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος βουλεύεται καὶ ψηφίζει περὶ τῶν ἰδίων. Καὶ φρονεῖτε, ὅτι τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους εἶναι ἴδιον κτῆμά σας, καὶ δύνασθε νὰ μετέλθητε ἐπιείκειαν πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἀντεστρατεύθησαν πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους; Ὀρθῶς ὡμίλησεν ὁ βουλευτὴς ἐκ Μέσης· ἐκεῖνος εἶπε ποῦ κεῖται τὸ ζήτημα. Εἶπεν, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι, κατ’ αὐτὸν, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἡ Κυβέρνησις διέταξε τὴν ἐπιστράτευσιν, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐξέθηκε τὸ ἔθνος εἰς τὰς δαπάνας τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ἂν δὲ πρόκηται νὰ κατέλθωμεν εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦτον τὸν προσωπικὸν, δὲν δύνασθε νὰ ἐξέλθητε ἐκ τοῦ ζητήματος τούτου, οὐδὲ δύνασθε ν’ ἀποδεχθῆτε τὴν πρότασιν τοῦ προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν πρόκειται εἰμὴ μόνον νὰ ἐξετάσητε τὸ ζήτημα τῶν τύπων. Ὁ τύπος, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ βουλευτὴς Κυθήρων καὶ πρόεδρος τῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως ἐπιτροπῆς, εἶναι τύπος, ὅστις ἀπαύστως παραβιάζεται, καὶ ὅστις πρέπει νὰ παραβιάζηται, ἀλλὰ μόνον ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ἐκτελῇ ἡ Βουλὴ τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐπὶ τοιούτου παραβιασμοῦ, τουτέστι ν’ ἀποφαίνηται περὶ αὐτοῦ καὶ νὰ χορηγῇ ἢ ν’ ἀρνῆται τὴν ἄφεσιν. Χορηγοῦσα ὅμως τὴν ἄφεσιν, ἀφορᾷ ἡ Βουλὴ οὐχὶ εἰς τὸν τύπον, ἀλλ’ εἰς τὴν οὐσίαν. Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ καταδικάσῃ Κυβέρνησιν, οὐ μόνον διότι παρεβίασε τύπον βλάψασα συνάμα καὶ τὴν οὐσίαν, ἀλλὰ καὶ διότι δὲν παρεβίασε τύπον, ἂν μὴ παραβιάσασα τὸν τύπον, ἔβλαψε διὰ τοῦτο τὴν οὐσίαν. Ἂν ἡμεῖς, καθ’ ἣν ὥραν ἐκηρύττομεν τὴν ἐπιστράτευσιν, μὴ ἐκηρύττομεν αὐτὴν, ἂν ἐπράττομεν τότε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αἱ ἐφημερίδες τῆς τότε ἀντιπολιτεύσεως συνεβούλευον καὶ ἀνέπτυσσον, ἐπικρίνουσαι τὰς πράξεις ἡμῶν, πάντως ἐσεβόμεθα τοὺς τύπους, ἀλλὰ θὰ ἤμεθα ἄξιοι τῆς καταδίκης τῆς Βουλῆς, διότι θὰ ἤμεθα οἱ αἴτιοι τῆς καταστροφῆς τοῦ ἑλληνικοῦ ζητήματος. Κατ’ οὐσίαν ἄρα ὀφείλετε νὰ ἐξετάσητε τὸ ζήτημα, καὶ οὐχὶ κατὰ τύπους. Θέλω δὲ ἀποδείξει κατόπιν, ὅτι οὐδὲ τὸν τύπον παρεβιάσαμεν, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως, καὶ ὅτι, ἂν ἐπράττομεν ἄλλως ἢ ὅπως ἐπράξαμεν, ἠθέλομεν ἀθετήσει τὸ καθῆκον ἡμῶν. Ἔχοντες τὴν συναίσθησιν, ὅτι οὕτως ὀρθῶς ἐπολιτεύθημεν, νομίζετε, ὅτι θέλομεν ἀνεχθῆ σιγῶντες νὰ εἴπητε, ὅτι ἐπικυροῖτε τὰς πράξεις μας ἐξ ἐπιεικείας; Ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς, ὡς κυβερνήσαντας τὸν τόπον, ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς ὡς ἀντιπροσωπεύοντας τὸ ἔθνος, διότι πρὸς τοῦτο εἴμεθα ἀπεσταλμένοι τῶν ἐπαρχιῶν, ἐπιτρέπεται νὰ δεχθῶμεν ἐπὶ τοῦ μετώπου ἡμῶν τοιοῦτον στίγμα; Ἡ σιγὴ ἡμῶν θὰ ἦτο ἀποδοχὴ, καὶ ἡμεῖς μὲν διαμαρτυρόμενοι ἀποκρούομεν τὴν προσβολὴν, ἀλλ’ οὐδὲ εἰς ὑμᾶς ἐπιτρέπεται ἡ ἀπόπειρα, διότι ὀφείλετε νὰ σέβησθε καὶ τοὺς κυβερνήσαντας τὸν τόπον καὶ τοὺς συναδέλφους σας· μὴ σεβόμενοι τοὺς συναδέλφους σας, μὴ σεβόμενοι τοὺς κυβερνήσαντας τὴν χώραν, δὲν σέβεσθε ὑμᾶς αὐτούς. Τί ἄλλο εἶναι ἡ κυβέρνησις τῆς χώρας, εἰμὴ ἀντιπρόσωπος τῆς Βουλῆς; Ἂν ἡμεῖς εἴχομεν ἔλθει εἰς τὴν ἐξουσίαν ἄλλοθεν ἢ ἐκ τῆς Βουλῆς, θὰ ἠδύνασθε νὰ ἔχητε δικαιολογίαν τινὰ τοὐλάχιστον διὰ τοιαύτην πρᾶξιν, ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν προῆλθεν ἐκεῖθεν, ὅθεν ἔδει νὰ προέλθῃ. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐκλήθημεν εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐξ ὑποδείξεως τῆς Βουλῆς καὶ κατόπιν συνεπράξαμεν μετὰ τῆς Βουλῆς καὶ ἐτύχομεν τῆς ὑποστηρίξεως τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, καὶ ὅταν ἡ Βουλὴ ἀπεχώρησεν, εἴμεθα καὶ κυβέρνησις τοῦ Βασιλέως καὶ κυβέρνησις τῆς Βουλῆς. Ταύτην τὴν κυβέρνησιν τῆς Βουλῆς ἀποπειρᾶσθε ὑμεῖς νὰ στιγματίσητε διὰ τῆς ἐπιεικείας σας; Ἀλλ’ ἵνα μετέλθητε ἐπιείκειαν καὶ εἰς τὸν ἔσχατον κακοῦργον, πρέπει νὰ τὴν ζητήσῃ οὗτος, διότι ἡ ἐπιείκεια ὑποθέτει τὴν ἐνοχὴν, καὶ ὁ ἔσχατος κακοῦργος ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀποκρούσῃ ὅ,τι προϋποθέτει αὐτὸν ἔνοχον. Ἀλλὰ εἰς ἡμᾶς, οἵτινες ἐκυβερνήσαμεν τὴν χώραν συμφώνως πρὸς τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν εἴχομεν περὶ τοῦ καθήκοντος ἡμῶν, εἰς ἡμᾶς, οἵτινες κατέχομεν τὰς ἕδρας ταύτας ἐν τῇ Βουλῇ ὑπερηφάνως, διότι φρονοῦμεν, ὅτι καὶ ἤδη ὡς ἀντιπολιτευόμενοι καὶ μειονοψηφοῦντες ἐπιτελοῦμεν καθῆκον ἐλέγχοντες τὰς κυβερνητικὰς πράξεις, ἐπιτρέπεται νὰ δεχθῶμεν τοιοῦτον στίγμα; καὶ ἂν τὸ δεχθῶμεν, ποία θὰ ἦναι ἡ ἐπίδρασις ἡμῶν ἐπὶ τῆς κυβερνήσεως καὶ πῶς θέλει λειτουργήσει τὸ πολίτευμα; Τὸ πολίτευμα ἔχει ἀνάγκην καὶ κυβερνήσεως ὑπερηφάνου καὶ ἀντιπολιτεύσεως ὑπερηφάνου. Ὅταν δὲ σεῖς στιγματίσητε τὴν ἀντιπολίτευσιν, αὕτη δὲ σιγῶσα δεχθῇ τὸ στίγμα, θὰ δύνασθε ἀπροσκόπτως νὰ παρεκτρέπησθε, διότι δὲν θὰ ὑπάρχῃ πλέον ἐνώπιον ὑμῶν ὁ ἔχων τὸ κῦρος, ὅπως ἐξελέγξῃ τὰς παρεκτροπάς σας· διότι πῶς δύναται νὰ ἐξελέγξῃ τελεσφόρως τὰς παρεκτροπάς σας ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀπεδέχθη τοιοῦτον στίγμα; Περὶ τούτων πάντων ἐπρονόησε τὸ Σύνταγμα, διατάξαν ῥητῶς, ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ δικάσῃ Κυβέρνησιν ὡς παρεκτραπεῖσαν, ἡ περὶ τούτου δίκη δὲν ἀνήκει εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἀνήκει εἰς δικαστήριον, εἰς ὃ παραπέμπει αὕτη τοὺς ὑπουργούς. Ἔχετε πεποίθησιν εἰς τὰς ἰδέας σας, ἔχετε τὴν τόλμην τῆς πεποιθήσεώς σας— καὶ θὰ τὴν ἔχητε, ἂν ἔχητε πεποιθήσεις—παραπέμψατε ἡμᾶς εἰς τὸ δικαστήριον (Εὖγε! Εὖγε! ἐξ ἀριστερῶν), καὶ τὸ δικαστήριον θέλει δικάσει ἡμᾶς· ἀλλὰ τὸ δικαστήριον θέλει ἐπίσης δικάσει καὶ ὑμᾶς, διότι τὸ δικαστήριον ἀθωοῦν ἡμᾶς, ὡς θέλει μᾶς ἀθωώσει, διότι θέλει λάβει τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἀποκρύπτει, τὸ δικαστήριον θέλει στιγματίσει τοὺς καταγγέλλοντας ἡμᾶς, καὶ εἰς ἐκείνους θὰ ἀνήκῃ νὰ ζητήσωσιν ἐπιείκειαν, ἀλλὰ θὰ τὴν ζητήσωσι παρ’ ἐκείνου, ὅστις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὴν δώσῃ. Ἔλθετε θαῤῥαλέως ὡς ἄνδρες, ἔλθετε θαῤῥαλέως ὡς βουλευταὶ, ἔχοντες τὴν συναίσθησιν τῶν ὑποχρεώσεων ὑμῶν πρὸς τὰς ἐπαρχίας σας, καὶ ἑπομένως τὴν συναίσθησιν τῆς θέσεως ὑμῶν ἀπέναντι τοῦ ἔθνους, ἔλθετε νὰ ζητήσητε τὴν δίκην ἡμῶν δυνάμει τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον σᾶς δίδει τὸ δικαίωμα τῆς παραπομπῆς ἡμῶν ἐνώπιον τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου. Ἡμεῖς θέλομεν προσέλθει ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου ἐκείνου ἐν πλήρει ἀναπαύσει συνειδήσεως, ἐν πλήρει βεβαιότητι, ὅτι ἐν τῷ δικαστηρίῳ ἐκείνῳ δὲν θέλει λυθῆ τὸ ζήτημα διὰ τυφλῆς πλειοψηφίας, διὰ πλειοψηφίας ἀποφασιζούσης ἄνευ συζητήσεως, διὰ πλειοψηφίας ἀποφασιζούσης μυστικῶς· ἐν τῷ δικαστηρίῳ ἐκείνῳ θέλει ἀναγνωρισθῆ ποῖον ὑπῆρξε τὸ καθῆκον ἡμῶν καὶ τίς ἐπετέλεσε κάλλιον τὸ ἑαυτοῦ καθῆκον, ἂν ἐπετέλεσε τὸ καθῆκόν της ἡ κυβέρνησις ἡ διατάξασα τὴν ἐπιστράτευσιν, ἢ ἂν ἐπετέλεσε τὸ ἑαυτῆς καθῆκον ἡ πρώην ἀντιπολίτευσις ἡ δι’ ὅλων τῶν μέσων ἐπιζητήσασα τὴν ἀποτυχίαν τῶν μέτρων, διὰ τῶν ὁποίων ἠθέλομεν νὰ παρασκευάσωμεν τὸ ἔθνος εἰς ἐνέργειαν. Καὶ οὐ μόνον ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν τὸ δικαστήριον ἤθελεν ἀποφανθῇ ὑπὲρ ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὸν τύπον, διότι καὶ ὡς πρὸς τοῦτον οὐδεμίαν συνταγματικὴν διάταξιν παρεβιάσαμεν. Ποῖος εἶνε ὁ νόμος, κατὰ τὴν πλειοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ κατὰ τὴν κυβέρνησιν,— διότι τὸ ἔργον τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς εἶνε καὶ ἔργον τῆς κυβερνήσεως; —ποῖος εἶνε ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον παρεβιάσαμεν; Ὁ νόμος περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ; Λέγει ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν κυβέρνησιν ν’ αὐξήσῃ τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ πέραν τοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένου ὅρου· ἀλλὰ ποῖος εἶνε ὁ ὅρος ὁ ὑπὸ τοῦ νόμου κανονιζόμενος; εἶνε ἄλλος διὰ τὴν εἰρήνην, καὶ ἄλλος διὰ τὴν ἐπιστράτευσιν καὶ τὴν ἐμπόλεμον κατάστασιν· τὸ ἄρθρον 15 τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ῥητῶς λέγει, ὅτι ἐν περιπτώσει ἐπιστρατεύσεως ἢ πολέμου ἐπιτρέπεται εἰς τὴν κυβέρνησιν διὰ διατάγματος ν’ αὐξήσῃ τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ, τὸ δὲ ἄρθρον 18 ὁρίζει κατὰ ποῖον τρόπον ἐπιτρέπεται ἡ αὔξησις αὕτη. Παρεβιάσαμεν τὰς διατάξεις ταύτας; Τὸ ἄρθρον 15 ἕνα ὅρον θέτει, τὴν προηγουμένην σύγκλησιν τῆς Βουλῆς· συνεκαλέσαμεν ἢ οὔ τὴν Βουλήν; ποῦ ἆρα ἡ παραβίασις τοῦ νόμου; Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς λέγει, ὅτι ὁ νόμος παρεβίασε τὸ Σύνταγμα, καὶ ἡμεῖς παρεβιάσαμεν τὸ Σύνταγμα, ἐφαρμόσαντες ἀντισυνταγματικὸν νόμον, νόμον, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπεψηφίσθη πρῶτον ἤδη παρ’ ἡμῶν, ὁ ὁποῖος ὡς πρὸς τὴν διάταξιν μάλιστα ταύτην περιωρίσθη παρ’ ἡμῶν πλειότερον ἢ ὅπως εἶχε ψηφισθῆ κατὰ πρότασιν κυβερνήσεως τοῦ νῦν πρωθυπουργοῦ. Κατὰ τὸν προσωρινὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ τοῦ 1879 ἐπιτρέπεται εἰς τὴν κυβέρνησιν διὰ διατάγματος νὰ κηρύξῃ τὴν ἐπιστράτευσιν καὶ ἄνευ τῆς προηγουμένης συγκλήσεως τῆς Βουλῆς. Τότε ἐγὼ προέτεινα ὡς τροπολογίαν, ἵνα ἐκδίδωται τὸ διάταγμα μετὰ προηγουμένην σύγκλησιν τῆς Βουλῆς, καὶ ἀντεκρούσθην παρὰ τοῦ νῦν καὶ τότε προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀντεκρούσθην παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐσωτερικῶν κ. Παπαμιχαλοπούλου, ἀντεκρούσθην παρὰ τοῦ βουλευτοῦ Γόρτυνος, ἀντεκρούσθην καὶ παρὰ τοῦ ἀοιδίμου προχθὲς ἀφ’ ἡμῶν μεταστάντος. Εἶνε περίεργον σήμερον νὰ βλέπωμεν Κυβέρνησιν, ἥτις ἄνευ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς ἤθελε τὴν κήρυξιν τῆς ἐπιστρατείας, νὰ κατακρίνῃ ἡμᾶς, οἵτινες ἐτηρήσαμεν ὅ,τι ὑπεστηρίξαμεν, ἐκδόντες τὸ διάταγμα μετὰ τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς. Εἶνε περίεργος ἡ ἀντίθεσις τῶν τότε ἰσχυρισμῶν τῶν νῦν ὑπουργῶν, ὡς ἀναγράφονται ἐν ταῖς ἀγορεύσεσιν αὐτῶν, πρὸς τὰς νῦν περὶ ὑποχρεώσεως τῆς Κυβερνήσεως ἀξιώσεις αὐτῶν. Κατὰ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, δὲν ἔπρεπεν οὐδόλως νὰ συγκαλῆται ἡ Βουλή· κατ’ αὐτὸν τοιαύτη ἀπαίτησις εἶνε πλημμελής, καὶ τοιαύτην ἀπαίτησιν ἡ Κυβέρνησις οὐδόλως ἠδύνατο νὰ δεχθῇ. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω αὐτὰ τὰ κείμενα, διότι πρέπει νὰ ἀκούσητε πῶς ἐσκέπτοντο, ὅταν ἐπρόκειτο αὐτοὶ νὰ διαχειρισθῶσι τὴν ἐξουσίαν, οἱ Ὑπουργοί, οἵτινες θέλουσι σήμερον νὰ στιγματίσωσιν ἡμᾶς, οἵτινες ἐναντίον τῆς γνώμης αὐτῶν προεκαλέσαμεν τὴν ψήφισιν περιορισμῶν, τοὺς ὁποίους ἐτηρήσαμεν μετ’ ἄκρας ἀκριβείας. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος λέγει: «Ἐὰν πρόκηται μόνον νὰ προπαρασκευασθῶμεν καὶ ἕνεκα τούτου ἐκδώσωμεν τὸ διάταγμα, διὰ τοῦτο καὶ μόνον δὲν εἶνε, νομίζω, ὀρθὸν νὰ συγκαλέσωμεν τὴν Βουλήν.» Σήμερον ὅμως νομίζει, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ στιγματίσῃ ἡμᾶς, διότι συνεκαλέσαμεν τὴν Βουλὴν ὀλίγον βραδέως.
§75ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν λέγουν τοῦτο τὰ Πρακτικά.
§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λέγει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου θέλει ἀποδείξει, ὅτι ἄλλην ἔννοιαν εἶχον οἱ λόγοι του, ἀλλὰ τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων του ἔχομεν ἐνταῦθα παρ’ αὐτοῦ ἡρμηνευμένην. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος λέγει, ὅτι οὐδεμία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ὑποχρέωσις τῆς Κυβερνήσεως πρὸς σύγκλησιν τῆς Βουλῆς, ἤδη δὲ θέλει νὰ μᾶς στιγματίσῃ, διότι τὴν ἐκαλέσαμεν μετὰ δύω μῆνας, ἤτοι διορίαν, ἣν αὐτὸς θεωρεῖ ὡς τὴν ἐλαχίστην. «Ἀναχωρῶν ἀπὸ τὴν ἱστορίαν τοῦ παρελθόντος, σᾶς λέγω, —ὁμιλεῖ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, — ὅτι ὁσάκις ἡ Βουλὴ προσεκλήθη, οὐδέποτε συνῆλθε πρὸ τῶν δύο μηνῶν». Ἐκτὸς τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου ἔχομεν πάντας τοὺς ἄλλους ἀγορεύσαντας τὰ αὐτὰ εἰπόντας. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος—ἀναφέρω μόνον τοὺς Ὑπουργοὺς—λέγει: «Ἀλλὰ ὅταν δὲν πρόκηται περὶ τούτου, πρόκειται δὲ ἁπλῶς νὰ προπαρασκευασθῇ ὁ στρατὸς, ἂν παρουσιασθῇ ἀνάγκη εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν, δὲν βλέπω τὸν λόγον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ συγκληθῇ ἡ Βουλὴ ἐκτάκτως, καὶ νὰ ὑποστῇ τὸ ἔθνος μίαν τόσον μεγάλην δαπάνην· διὰ τοῦτο ἀντιτάσσομαι κατὰ τῆς παραδοχῆς τῆς προτάσεως τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ Μεσολογγίου». Ὅτε ἡμεῖς ἐπλειονοψηφήσαμεν, τὴν πρότασιν ταύτην ἐφέρομεν ἐν τῷ ἡμετέρῳ νομοσχεδίῳ, καὶ διὰ τῆς πλειονοψηφίας, ἥτις μᾶς ὑπεστήριζεν, ἐπετύχομεν τὴν ψήφισιν τῆς διατάξεως ἐκείνης. Ἐφηρμόσαμεν δὲ τὴν διάταξιν, ὡς ὠφείλομεν νὰ τὴν ἐφαρμόσωμεν; Ἐδῶ κεῖται τὸ ζήτημα· καὶ ἵνα ἀποδείξω, ὅτι ἐφηρμόσαμεν τὴν διάταξιν ἐν εἰλικρινείᾳ, θέλω διηγηθῆ ἐν πάσῃ ἀκριβείᾳ τὰ διατρέξαντα· διότι, καίτοι φρονῶ, καὶ δὲν δύναταί τις ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι κατὰ τὸ γράμμα τοῦ νόμου οὐδεὶς ἐτίθετο περιορισμὸς ὡς πρὸς τὸν χρόνον τῆς ἐνάρξεως τῆς συνόδου, καὶ ἑπομένως κατὰ τύπον οὐδόλως εἴμεθα ὑπόλογοι, νομίζω ὅμως, ὅτι κατ’ οὐσίαν εἴμεθα ὑπόλογοι διὰ πᾶσαν ἡμέραν βραδυτῆτος, διότι νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ὅσῳ τὸ δυνατὸν ταχύτερον, ἐὰν δὲν ὑπῆρχον λόγοι, οἵτινες ὑπηγόρευον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ μέτρον τῆς βραδυτέρας ἐνάρξεως τῆς συνόδου. Ἡ Βουλὴ βεβαίως δὲν πρέπει νὰ συμπράττῃ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ τῆς ἐκτελέσεως, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξελέγχῃ αὐτά· πρέπει ἄρα νὰ συνέρχηται τὸ ταχύτερον, ἵνα ἡ διὰ τοῦ ἐλέγχου ἐπιτήρησις ἀποβαίνῃ τελεσφόρος. Πρὸς τοὺς ὅρους τούτους συνεμορφώθημεν εὐλαβῶς· συνεκαλέσαμεν τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἡ δὲ ἕναρξις τῆς συνόδου ἐγένετο ἐν τῇ καταλλήλῳ ὥρᾳ, διότι ὑπῆρχον λόγοι, οἵτινες ἐμπόδισαν τὴν ταχυτέραν ἕναρξιν, καὶ δύναμαι ν’ ἀποδείξω, ὅτι ἀνώτερα συμφέροντα τοῦ Κράτους ἐπέβαλον τοῦτο εἰς ἡμᾶς. Μόλις δύο μῆνες εἶχον παρέλθει, ἀφ’ ἧς ἀνελάβομεν τὴν ἐξουσίαν, καὶ σημεῖα ἐφάνησαν ἀναγγέλλοντα, ὅτι ἐποχὴ δράσεως ὡς πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα ἐπέρχεται. Τὰ προανακρούσματα τῆς ἐκλογικῆς πάλης ἐν Ἀγγλίᾳ ἐδείκνυον, ὅτι δὲν ἦτο ἀδύνατος ἡ μεταβολὴ τῶν κυβερνητικῶν πραγμάτων ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ· μετ’ ὀλίγον δ’ ἐπῆλθεν ἡ μεταβολὴ αὕτη καὶ ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν τὸ πολιτικὸν ἐκεῖνο κόμμα, ὅπερ εἶχεν ἀναλάβει δημοσίᾳ ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τοῦ Ἀγγλικοῦ Ἔθνους, ὅπως ἐργασθῇ ἐν τῷ Ἑλληνικῷ ζητήματι. Εὐθὺς τότε ἠρχίσαμεν τὰς ἐργασίας, ἐνῷ ἔτι ὁ τύπος τῆς ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἔπαυε καθ’ ἑκάστην διαδίδων, ὅτι διαλύομεν τὸν στρατόν. Ἐάν τις ἀναγνώσῃ τὰς ἐφημερίδας τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐλαμβάνομεν τὰ προκαταρκτικὰ μέτρα διὰ τὰς προμηθείας καὶ ἐδίδομεν τὰς παραγγελίας εἰς διαπραγμάτευσιν δανείου, δὲν θέλει ἴδει ἄλλο περὶ τῶν ἐνεργειῶν ἡμῶν, ἢ ὅτι διελύομεν τὸν στρατὸν, διότι ἐπωλοῦντο ἄχρηστοι ἵπποι καὶ ἡμίονοι. Ἀλλ’ ἡμεῖς τότε ἐσιωπῶμεν, διότι ἦτο ἀναγκαῖον νὰ ἐργαζώμεθα ἐν σιγῇ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἔκτοτε ἠρχίσαμεν ἐργαζόμενοι περὶ ἐξευρέσεως χρημάτων, διατί δὲν συνεκαλέσαμεν ἀμέσως τὴν Βουλήν; Ἀφοῦ ἐφροντίζομεν περὶ προμηθειῶν, διατί δὲν συνεκαλέσαμεν ἀμέσως τὴν Βουλήν; Περὶ τούτων θὰ σᾶς δώσω ἐξηγήσεις, καὶ θὰ σᾶς δώσω αὐτὰ; ἐν πάσῃ σαφηνείᾳ. Ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπάρχουσιν οἱ φάκελλοι τῶν ἐγγράφων τῶν Πρεσβευτῶν ἡμῶν· ἐν τῷ αὐτῷ ὑπουργείῳ ὑπάρχουσι καὶ φάκελλοι ἀλληλογραφίας τοῦ ὑπουργείου μετὰ ἑτέρου ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος, πολὺ ὑψηλοτέρου τῶν πρέσβεων ἡμῶν, μετὰ τοῦ ἡγεμόνος, ὅστις ἐξῆλθεν εἰς περιοδείαν χάριν ἰδιωτικῶν λόγων, ἠτύχησε δὲ κατὰ τὴν περιοδείαν του ταύτην νὰ ἐργασθῇ ὑπὲρ τῆς χώρας. Φρονῶ, ὅτι ὁ κ. πρωθυπουργὸς καὶ ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν δὲν ἀνέγνωσε τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα.....
§77ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εὗρον κανέν.
§78ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. .... διότι φρονῶ— καὶ πρὸς τιμήν του τὸ λέγω—ὅτι, ἐὰν τὰ ἀνεγίνωσκε, μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν δὲν ἤθελεν ὑποστηρίξει τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ἡ ἐπιτροπή, διότι θὰ ᾐσθάνετο, ὅτι δὲν θὰ ἥρμοζεν ἡ ὑποστήριξις αὐτῆς εἰς τὴν ὑψηλὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχει, οὐδὲ εἰς τὸ παρελθὸν αὐτοῦ. Ἔχω εὐτυχῶς ἐγὼ ἀντίγραφα τῶν ἐγγράφων, δύναμαι δὲ νὰ τῷ ἐπιδείξω αὐτὰ, δύναμαι δὲ καὶ νὰ τῷ εἴπω εἰς ποίαν θυρίδα εὑρίσκεται ἕκαστον τῶν πρωτοτύπων καὶ ποῖον ὑπάλληλον νὰ συμβουλευθῇ εἰς ἀνεύρεσιν αὐτῶν, καὶ δύναμαι τοῦτο νὰ τῷ εἴπω δημοσίᾳ, ἀφοῦ ἀπό τινος δὲν διατελοῦμεν εἰς προσωπικὰς σχέσεις. Εἷς τῶν ὑπαλλήλων εἶναι ἐπίστρατος, ἀλλ’ ὑπηρετεῖ ἐν Ἀθήναις, δύναται ἄρα νὰ τὸν καλέσῃ· γνωρίζει δ’ οὗτος ποῦ εὑρίσκεται ἕκαστον τῶν ἐγγράφων τῶν πρεβευτῶν, καὶ τῶν τηλεγραφημάτων τοῦ Βασιλέως, διότι ἡ διὰ τοῦ ταχυδρομείου ἀνταπόκρισις μετὰ τοῦ Βασιλέως μένει παρ’ ἐμοὶ ὡς ἰδιωτικὴ, οὐχὶ ὅμως καὶ ἡ διὰ τηλεγραφημάτων, ἅτινα, ὡς διελθόντα διὰ τοῦ τηλεγραφείου, ἀνήκουσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἐκ τῆς τηλεγραφικῆς μετὰ τοῦ Βασιλέως ἀνταποκρίσεως, ἥτις ἔμεινεν ἐν τῷ ὑπουργείῳ, δύναταί τις κεφαλαιωδῶς νὰ πληροφορηθῇ ποῖαι ἦσαν αἱ διαπραγματεύσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπὸ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος διεξήγοντο. Ἀλλ’ ἀναφέρω ἐν τῇ Βουλῇ τὸ ὄνομα τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος, καὶ νομίζετε, ὅτι τὸ ἀναφέρω, ἵνα κρυφθῶ ὄπισθεν αὐτοῦ; Τοιαύτην ἀσέβειαν οὐδέποτε ἤθελον πράξει καὶ τοιοῦτόν τι οὐδέποτε ἤθελον διανοηθῆ. Ἀνέφερον τὸ ὄνομα τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος, ἵνα βεβαιώσω, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἔπραξεν ὁ Βασιλεὺς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, τῇ συμβουλῇ τῆς Κυβερνήσεως τὸ ἔπραξεν, ἥτις ἀναλαμβάνει πᾶσαν τὴν εὐθύνην. Ὁ Βασιλεὺς δύναται νὰ πράξῃ σήμερον τὰ ἐναντία ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔπραξε, καὶ ὀφείλει νὰ πράξῃ τὰ ἐναντία, ἐὰν οἱ συνταγματικοὶ αὐτοῦ σύμβουλοι τὰ ἐναντία τὸν συμβουλεύσωσι, διότι πᾶσα πρᾶξις τοῦ Βασιλέως εἶναι πρᾶξις τῆς πρωτοβουλίας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅ,τι χλευαστικῶς εἶπον δύω προαγορεύσαντες, εἶναι τὸ μεγαλεῖον καὶ ἡ ἀξία τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Ἐν τῷ συνταγματικῷ πολιτεύματι ἐξουσία εἶναι τὸ ὑπουργεῖον· τὸ ὑπουργεῖον εἶναι ἡ ἐξουσία, καθὸ ὑπεύθυνον. Δυνάμεθα ἄρα πᾶσαν πρᾶξιν νὰ συζητήσωμεν, τὴν ὁποίαν ἔπραξεν ὁ Βασιλεὺς, διότι ἡ πρᾶξις τοῦ Βασιλέως εἶναι πρᾶξις τοῦ ὑπουργείου. Ἐν τῷ φακέλλῳ τῶν τηλεγραφημάτων τοῦ Βασιλέως, — καὶ περιορίζομαι μόνον εἰς αὐτὰ, διότι ταῦτα ἀρκοῦσιν εἰς πληροφορίαν περὶ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ ἀνωτάτου, ὡς εἶπον, ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος ὑπὲρ τῶν συμφερόντων αὐτῆς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ—ἐν τῷ φακέλλῳ τῶν τηλεγραφημάτων ἐκείνων θέλει ἴδει ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὅτι, ὅτε ἀπεφασίσθη ἡ ἐπιστράτευσις, τὸ ὑπουργεῖον ἐφρόνει, ὅτι ὤφειλε νὰ συγκληθῇ ἡ Βουλὴ ταχύτατα· ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔλαβε τὸ ὑπουργεῖον καὶ παρὰ τοῦ Βασιλέως καὶ παρὰ τῶν πρέσβεων, ἦσαν, ὅτι ὠφείλομεν νὰ μὴ σπεύσωμεν τὴν σύνοδον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ μὴ προσδιορίσωμεν ἡμέραν ἐνάρξεως λίαν προσεχῆ. Καὶ ὡς πρὸς αὐτὴν τὴν ἐπιστράτευσιν θέλει ἴδει ὁ κύριος πρωθυπουργὸς, ἐξετάζων τὰ ἔγγραφα, ὅτι αὕτη ἀνεβλήθη, ἑωσοῦ παρητήθησαν αἱ Δυνάμεις τῆς γνώμης, ἣν εἶχον ἐκφράσει περὶ ἀναβολῆς αὐτῆς· διότι εὐθὺς ὡς ἡ σύνοδος τοῦ Βερολίνου εἶχεν ἐκδώσει τὴν διαιτητικὴν αὐτῆς ἐτυμηγορίαν, ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ παρουσιασθῇ ἀμέσως ἀνάγκη δυνάμεως πρὸς κατοχὴν τῶν χωρῶν, αἵτινες ἐπεδικάσθησαν τῇ Ἑλλάδι, καὶ ἔσπευσεν ἀμέσως νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν περὶ τούτου πρὸς τὰ Κράτη τὰ μετασχόντα τῆς συνόδου ἐκείνης· ταῦτα δ’ εἶπον εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἡμεῖς ἐπεδικάσαμεν τὰς χώρας ταύτας εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡμεῖς δὲ ὀφείλομεν νὰ σᾶς ὑποδείξωμεν πότε πρέπει νὰ παρασκευασθῆτε καὶ πότε θέλετε βλάψει παρασκευαζόμενοι, φρονοῦμεν δὲ, ὅτι σήμερον ἔτι δὲν ἐπέστη ὁ χρόνος πρὸς παρασκευὴν, ἀλλὰ πιθανὸν νὰ ἐπιστῇ εὐθὺς ὡς γείνῃ ἡ ἀνακοίνωσις τῆς ἀποφάσεως τῆς Βερολινείου συνόδου πρὸς τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Τουρκίαν καὶ ἴδωμεν τὴν ἀπάντησιν τῆς Τουρκίας. Ἐδόθη ἡ ἀπάντησις τῆς Τουρκίας, καὶ πᾶσαι αἱ Δυνάμεις, ἡ μία μετὰ τὴν ἄλλην, ἔπαυσαν παριστῶσαι εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἀντίκεινται εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματος τῆς ἐπιστρατεύσεως, τελευταία δὲ καὶ ἡ Ἀγγλία παρήτησε τὰς περὶ ἀναβολῆς τῆς ἐπιστρατεύσεως παραστάσεις αὐτῆς. Δύναμαι δὲ νὰ εἴπω ταῦτα, διότι ἐξετέθησαν ἤδη ἐν τῇ Ἀγγλικῇ Βουλῇ ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑφυπουργοῦ sir C. Dilke. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶπεν εἰς τὰς Δυνάμεις, ὅτι τὰς ἐπαρχίας τὰς ἐπιδικασθείσας τὰς λαμβάνομεν χάρις εἰς τὰς ἐνεργείας ἐκείνων, καὶ ὅτι ἑπομένως ἐν τῇ μετ’ αὐτῶν συμπράξει πρὸς κατοχὴν τῶν ἐπαρχιῶν θέλει συμβουλεύεσθαι πάντοτε αὐτὰς, διότι φρονεῖ, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ταῖς παράσχῃ πράγματα ἐν τῇ ἐκτελέσει, ὅτι, ἀφοῦ ἀποδέχεται τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ὑπὲρ ἡμῶν ἐξήνεγκον αἱ Δυνάμεις, ὤφειλε νὰ τὰς συντρέχῃ πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως, νὰ φροντίζῃ διὰ παντὸς τρόπου νὰ μὴ παρέχῃ πρὸς αὐτὰς δυσκολίας, καὶ ὅτι εὐτυχὴς λογίζεται παρέχουσα αὐταῖς τοὐλάχιστον τὴν ἀρνητικὴν συνδρομὴν τοῦ νὰ μὴ πράττῃ τι δυνάμενον νὰ ταῖς φέρῃ ἐμπόδιον. Ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον ἐφρόνει καὶ ἕτερόν τι· τὸ ὑπουργεῖον ἐφρόνει, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο νὰ γείνῃ ἔναρξις τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ἦναι ἀπὼν ὁ Ἡγεμών· τοῦτο δὲ καὶ δι’ ἄλλον λόγον, καὶ ἰδίως, διότι τὸ κύριον ἔργον τῆς Βουλῆς εἶναι τὸ νὰ κανονίζῃ τὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὸ κυβερνητικὸν ζήτημα δὲν δύναται νὰ κανονισθῇ ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ Βασιλέως, καὶ ἂν ἐφέρομεν τὴν Βουλὴν ἀπόντος τοῦ Βασιλέως, θὰ ἦτο τὸ αὐτὸ ὡς νὰ ἐλέγομεν εἰς τὴν Βουλὴν, εἶσαι ἠναγκασμένη νὰ μᾶς ἀνεχθῇς, καὶ τοῦτο οὔτε ἡμεῖς ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Βουλὴν, οὔτε ἡ Βουλὴ ἠδύνατο νὰ τὸ ἀνεχθῇ· ὠφείλομεν λοιπὸν εὐθὺς ὡς συνεκαλοῦμεν τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν ἡμέραν, τὴν ὁποίαν ὡρίζομεν διὰ τὴν πρώτην αὐτῆς συνεδρίασιν, νὰ λάβωμεν καὶ πᾶσαν πρόνοιαν, ὅπως ᾖ ἐνταῦθα ὁ Βασιλεύς· καὶ ἂν ἡμεῖς ἐφρονοῦμεν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ὤφειλε νὰ ἦναι ἐνταῦθα κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ὁ Βασιλεὺς θὰ ἦτο ἐνταῦθα, καὶ τοῦτο, διότι εἴμεθα συνταγματικοὶ Ὑπουργοὶ, καὶ ὅ,τι ἐφρονοῦμεν περὶ Βασιλέως ὡς συνταγματικοὶ Ὑπουργοὶ, θὰ ἐγίνετο, ἡ θέλησις ἡμῶν θὰ ἦτο θέλησις τοῦ Βασιλέως· ἀλλὰ καὶ ὁ Βασιλεὺς καὶ οἱ πρεσβευταὶ παρέστησαν εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἡ διαμονὴ τοῦ Ἡγεμόνος ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἦτο ἔτι ἀναγκαία ἐπί τινα χρόνον, ὅτι καὶ οὐσιαστικὸς λόγος καὶ τυπικὸς ἔτι λόγος ἐμποδίζουσι τὸν Βασιλέα νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα τόσον ταχέως, ὅσον ἡμεῖς ἐπεθυμοῦμεν. Οἱ οὐσιαστικοὶ λόγοι ἦσαν αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας ὁ Βασιλεὺς ἤκουσε παρὰ ξένων Ὑπουργῶν· οἱ τυπικοὶ λόγοι ἦσαν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς εἶχεν ἐπισκεφθῆ αὐλάς τινας καὶ δὲν εἶχεν ἐπισκεφθῆ ἄλλας, ὅτι εἶχεν ὑποσχεθῆ νὰ ἐπισκεφθῇ ἄλλας αὐλὰς, καὶ ὅτι τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην ὤφειλε νὰ ἐκτελέσῃ. Ὅτε δὲ τὸ πρῶτον ἐκανονίσθη τὸ ζήτημα τῆς ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς καὶ ὡρίσθη ἡ ὀγδόη Σεπτεμβρίου, καὶ τότε ὑπῆρχεν ἀμφιβολία παρὰ τῶν ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, ἂν κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην θὰ ἦτο δυνατὸν ἀζημίως πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς χώρας νὰ ἐπανέλθῃ ὁ Βασιλεὺς ἐνταῦθα, ἀλλ’ εἴχομεν τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἤθελε δυνηθῆ νὰ ἦναι ἐδῶ. Προσδιωρίσθη δὲ ἡ ὀγδόη Σεπτεμβρίου, διότι ἀπεβλέψαμεν καὶ εἰς τυπικὸν λόγον· ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ὁ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νόμος, λέγων, ὅτι τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως ἐκδίδοται μετὰ προηγουμένην σύγκλησιν τῆς Βουλῆς, ἐννοεῖ μετὰ σύγκλησιν περιέχουσαν τὰς συνήθεις διορίας. Ἐξετάσαμεν λοιπὸν ποῖαι αἱ συνήθεις διορίαι, προκειμένου περὶ συγκλήσεως τακτικῆς συνόδου, καὶ εὕρομεν, ὅτι αἱ διορίαι αὗται ἦσαν 35–40 ἡμερῶν. Ἐντὸς λοιπὸν τῶν ὁρίων τούτων ἐκανονίσαμεν τὸν προσδιορισμὸν τῆς ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῆς συνόδου· ἀλλ’ ὅτε ἐπλησίασεν ἡ ἡμέρα ἐκείνη, εἴδομεν, ὅτι δυσχέρειαι παρενεβάλλοντο εἰς τὴν ἐπάνοδον τοῦ Βασιλέως· ἐτηλεγραφήσαμεν πρὸς αὐτὸν, ἵνα διευκρινίσωμεν τὰ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ἐκ τῶν ἀπαντήσεων ἐπείσθημεν, ὅτι σπουδαίως ἠθέλομεν παραβλάψει τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, ἐὰν ὑπεχρεοῦμεν τὸν Βασιλέα νὰ ἐπανέλθῃ ἐνταῦθα πρὸ τῆς ἐποχῆς, τὴν ὁποίαν ἐκανονίσαμεν διὰ τοῦ διατάγματος τῆς ἀναβολῆς τῆς συνόδου. Ἀλλ’ εἴχομεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀναβάλωμεν τὴν Βουλὴν, ἀφοῦ ὁ νόμος περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ λέγει, ὅτι ἐκδίδοται τὸ διάταγμα περὶ ἐπιστρατεύσεως μετὰ προηγουμένην σύγκλησιν τῆς Βουλῆς; βεβαίως τὸ εἴχομεν. Ἂν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἤθελε νὰ περιορίσῃ τὴν Κυβέρνησιν ὡς πρὸς τὴν ἡμέραν, τὴν ὁποίαν ἤθελεν ὁρίσει εἰς ἔναρξιν τῆς συνόδου, ἤθελε τὸ εἴπει, ἀλλὰ δὲν τὸ εἶπε, καὶ δὲν τὸ εἶπε σκοπίμως· καὶ τοῦτο ἐξάγεται ἐκ τῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο προηγουμένως, διότι καὶ ὡς ἀντιπολίτευσις, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ἤθελε ν’ ἀφήσῃ ἀπεριόριστον τὸ δικαίωμα τῆς διὰ Βασιλικοῦ διατάγματος κηρύξεως τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἡμεῖς ἐζητήσαμεν, ἵνα ὑποβάλωμεν αὐτὴν εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τῆς προηγουμένης συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, καὶ ὡς Κυβέρνησις περιελάβομεν τοιαύτην διάταξιν ἐν τῷ νόμῳ, ἀλλ’ οὐδὲν ἔθετο ἡ διάταξις χρονικὸν ὅριον. Εὐκολώτατον ἦτο νὰ εἴπωμεν καὶ ἡμεῖς — ὡς λέγει τὸ Σύνταγμα, ὅτι κατόπιν διαλύσεως μετὰ τρεῖς μῆνας συνέρχεται ἡ Βουλὴ — εὐκολώτατον ἦτο νὰ εἴπωμεν, ὅτι μετὰ 15, 20 ἢ 30 ἡμέρας συνέρχεται ἡ Βουλὴ ἡ προηγουμένως συγκληθεῖσα, ἀλλὰ δὲν τὸ εἴπομεν, διότι φρονοῦμεν, ὅτι πρέπει ν’ ἀφήσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως τὸν προσδιορισμὸν τῆς ἡμέρας, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἐκτιμήσει τὰς περιστάσεις καὶ συμμορφουμένη μὲ αὐτὰς προσδιορίσει τὰ τοῦ κανονισμοῦ τῆς ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων· οὐδὲν δ’ ἔθεσεν ἡ διάταξις ὅριον ὡς πρὸς τὸν χρόνον καὶ οὐδένα περιορισμὸν εἰς τὰς ἄλλας προνομίας τοῦ Βασιλέως, τὰς συναφεῖς πρὸς τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς, τουτέστιν εἰς τὰ τῆς ἀναβολῆς τῆς συνόδου. Παράδοξον ὅμως εἶναι τὰς ἐνστάσεις ταύτας νὰ φέρῃ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία συνεχῶς ἐξέθεσεν ἑαυτὴν εἰς τοιαύτας παρατυπίας, καὶ ἐξέθεσεν ἑαυτὴν εἰς παρατυπίας πραγματικάς, νὰ φέρῃ τὰς ἐνστάσεις ταύτας Κυβέρνησις, ἡ ὁποία σήμερον ἔτι ἐξετέθη εἰς παρατυπίαν, τῆς ὁποίας βαρυτέραν οὐδέποτε ἐγνώρισα. Σήμερον εἴδετε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἐλθόντα ἐνταῦθα καὶ δηλώσαντα πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ὑπέγραψε συμβόλαια ὑποχρεοῦντα τὸ δημόσιον εἰς δαπάνας ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς καὶ παρουσίᾳ τῆς Βουλῆς.
§79Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ὑπέγραψε.
§80Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Εἶπον, ὅτι εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ ὑπογράψω, πρόκειται νὰ ὑπογράψω.
§81ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂς παραδεχθῶμεν, ὅτι πρόκειται· λοιπὸν Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐκτελέσῃ παρατυπίας, ὁποίας ἀνέφερα, Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον τολμᾷ νὰ ἔλθῃ καὶ εἴπῃ εἰς ἡμᾶς, ὅτι πρόκειται νὰ κάμω τὴν μεγαλειτέραν παρανομίαν, παρόντων ὑμῶν, ἄνευ νόμου νὰ ἐκθέσω τὸ Κράτος εἰς δαπάνας διὰ τῆς ὑπογραφῆς μου, τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο νομίζει, ὅτι δὲν δύναται νὰ διέλθῃ ἀπαρατήρητος παρατυπία, τὴν ὁποίαν αὐτὸ ὑποθέτει ὑπάρχουσαν, καὶ ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει, καὶ ἡ ὁποία, ἐὰν ὑπῆρχε, θὰ ἦτο ὡς μηδὲν ἀπέναντι τῆς ἄλλης, διότι ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς εἰς πάντα τὰ συνταγματικὰ Κράτη καὶ ἐν Ἑλλάδι συνεχῶς προβαίνει τὸ Ὑπουργεῖον εἰς δαπάνας, ἐπιφυλαττόμενον κατόπιν νὰ ζητήσῃ τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς ἐν τέλει πόσας τοιαύτας ψήφους ἀφέσεως ἐδώσαμεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὸ πρῴην τοῦ κ. Κουμουνδούρου; Πολλὰ ἑκατομμύρια ἀνεγνώρισεν ἡ Βουλὴ δαπανηθέντα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως Κουμουνδούρου ἄνευ ψήφου τῆς Βουλῆς, τ’ ἀνεγνώρισεν ἐπικυρώσασα τὰς ἀναπληρωματικὰς καὶ ἐκτάκτους πιστώσεις· πῶς τότε ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως δὲν ἐξηγέρθη, πῶς δὲν εἶπεν, ὅτι ὁ τυπικὸς οὗτος λόγος δὲν δύναται νὰ τὸν ἀφήσῃ νὰ ἡσυχάσῃ, ἂν δὲν φέρῃ ψῆφον διαμαρτυρήσεως κατὰ τῶν γενομένων; ἢ νομίζει, ὅτι αἱ δαπάναι ἐκεῖναι ἦσαν ἁγνότεραι τῶν δαπανῶν, εἰς τὰς ὁποίας προέβημεν ἡμεῖς; Ποῖαι εἶναι αἱ δαπάναι, εἰς τὰς ὁποίας προέβημεν ἡμεῖς; Ἡμεῖς ἐνομίσαμεν, ὅτι ὁ τόπος ἔπρεπε νὰ παρασκευασθῇ πρὸς πόλεμον, καὶ ἐδαπανήσαμεν μετὰ πάσης φειδοῦς ὅσα ἐθεωρήσαμεν ἀναγκαῖα πρὸς τὴν ἔγκαιρον τοῦ τόπου παρασκευήν· ἀλλὰ ποῖαι εἶναι αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἐπεψηφίσαμεν τότε ὁμοθύμως ὑπὲρ τῆς πρῴην Κυβερνήσεως τοῦ κ. Κουμουνδούρου; Ὑπῆρχον δαπάναι ἔκτακτοι τῆς ἀστυνομίας, δαπάναι δι’ ἔξοδα δημοσίας ἀσφαλείας, ὑπῆρχον δαπάναι διὰ πρόσφυγας, τῶν ὁποίων πολλοὶ δὲν ἐγνώριζον οὐδὲ Ἤπειρον, οὐδὲ Θεσσαλίαν, οὐδὲ Κρήτην, ἐψηφίσαμεν δαπάνας δι’ ἀγορὰς οἴκων, δαπάνας διὰ πυριτιδοποιεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἠγοράζοντο φυσίγκια ἀντὶ ἑκατὸν ἑβδομήκοντα πέντε δραχμῶν, τὰ ὁποῖα ἐν Εὐρώπῃ ἀγοράζονται ἀντὶ ἑκατὸν ἑπτὰ φράγκων, ὑπῆρχον δαπάναι κατόπιν συμβολαίων, διὰ τῶν ὁποίων ὑπεχρεοῦτο τὸ δημόσιον πρὸς ἓν κατάστημα ν’ ἀγοράζῃ αἰωνίως ἀπὸ τοῦ καταστήματος ἐκείνου τὰς τσόχας διὰ τὸν στρατὸν μέχρις ὡρισμένου ποσοῦ. Ταύτας τὰς δαπάνας ἐψηφίσαμεν πάντες, καὶ σήμερον οἱ ψηφίσαντες αὐτὰς αἰσθάνονται τὴν συνείδησιν αὐτῶν ταραττομένην, διότι βλέπουσιν ἕνα τύπον παραβιαζόμενον, καίτοι ὁμολογοῦσιν, ὅτι ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν οὐδὲν ἔχουσι νὰ εἴπωσι, καὶ θέλουσι νὰ στιγματίσωσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι οὕτως ἁγνῶς καὶ ὠφελίμως καὶ κατ’ ἀνάγκην ἐδαπάνησαν. (Εὖγε, εὖγε.) Τοιαῦται δαπάναι, τοιαῦται ὑποχρεώσεις ἀναλαμβάνονται εἰς πάντα τὰ Κράτη τὰ κοινοβουλευτικὰ ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων ἐν ἀπουσίᾳ τῶν Βουλῶν, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἡ πρώην τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ τότε προέβη, παρούσης τῆς Βουλῆς, εἰς δαπάνας ἄνευ ἀδείας αὐτῆς, καὶ ἐκ τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας ἡμεῖς τότε ἐπεκυρώσαμεν, ὑπῆρχον τινὲς, εἰς τὰς ὁποίας προέβη ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη παρουσίᾳ τῆς Βουλῆς καὶ ἐν ἀγνοίᾳ αὐτῆς. Τοιαῦται εἶναι αἱ δαπάναι αἱ ναυτικαὶ διὰ τὸν ἀτμοδρόμονα, καὶ ἄλλαι. Ἐκ τῶν πινάκων τῶν παρουσιασθέντων ἀποδεικνύεται, ὅτι ἄνευ νόμου καὶ ὑποχρεώσεως ἀνέλαβε καὶ χρηματικὰς δαπάνας ἐπραγματοποίησεν, ἐνῷ ἡ Βουλὴ συνεδρίαζε καὶ οὐδὲν ἐῤῥέθη ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε, διατί καὶ σὺ ἔδωκας τότε ψῆφον ἀφέσεως εἰς τὴν Κυβέρνησιν; ἐγὼ ἔδωκα ψῆφον ἀφέσεως, διότι φρονῶ, ὅτι εἰς τὰς τοιαύτας δαπάνας, ἂν δὲν ἦναι παρεσκευασμένη ἡ Βουλὴ, ἵνα παραπέμψῃ ἐνώπιον εἰδικοῦ δικαστηρίου τοὺς ὑπουργοὺς, δὲν ἔχει δικαίωμα ν’ ἀρνηθῇ τὴν ψῆφον αὐτῆς πρὸς ἄφεσιν αὐτῶν καὶ τακτοποίησιν τῆς δαπάνης. Αὕτη εἶναι ἡ γνώμη μου καὶ δὲν ἐπεζήτησα ἐγὼ νὰ ἐγκολάψω στίγμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν τότε. Ἀφοῦ ἐπείσθην, ὅτι δὲν συνέφερεν εἰς τὴν πολιτείαν νὰ ἔχωμεν τότε εἰδικὸν δικαστήριον, εἶπον, ὅτι πρέπει ἡ ψῆφος ἀφέσεως νὰ δοθῇ, καὶ νὰ δοθῇ ἐν πάσῃ ἀξιοπρεπείᾳ καὶ τῶν διδόντων καὶ τῶν λαμβανόντων. Τὰ δικαιώματα τῆς Κυβερνήσεως τὰ ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς ἔχομεν καθῆκον ἡμεῖς ἰδίως νὰ ὑποστηρίζωμεν, καὶ πεπλανημένη ὅλως εἶναι ἡ θεωρία τῶν ἀγορευσάντων, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρέχωμεν τὰ πιστὰ εἰς τὰς Κυβερνήσεις. Ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐξασκῇ τὸν ἔλεγχον αὐτῆς κατόπιν τῶν γενομένων, ὀφείλει ὅμως νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν πᾶσαν εὐρύτητα ἐξουσίας ἐν τῇ ἐνεργείᾳ, διότι ἄνευ τούτου ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἀνίκανος νὰ πράξῃ ὅ,τι δήποτε. Ἂν δὲν δυνάμεθα νά φέρωμεν εἰς τὰ πράγματα Κυβέρνησιν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἔχωμεν τόσην ἐμπιστοσύνην, ὥστε νὰ τῇ ἐπιτρέψωμεν ἐλευθερίαν ἐνεργείας ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς κατόπιν ἐνασκούμενον, εἴμεθα ἀνάξιοι ἐλευθέρων θεσμῶν. Ἐν τῇ Ἀγγλικῇ Βουλῇ τελευταῖον, ἤτοι τὴν 4 Σεπτεμβρίου, ἠθέλησέ τις τῶν βουλευτῶν νὰ δεσμεύσῃ τὸν πρωθυπουργὸν Γλάδστωνα δι’ ὑποχρεώσεως συμπράξεως τῆς Βουλῆς ἐν τῇ ἐκτελέσει προκειμένου περὶ τῶν ἀνατολικῶν πραγμάτων τὰς παραμονὰς τῆς λήξεως τῆς συνόδου, πρυσεκάλεσε τὸν πρωθυπουργὸν νὰ δώσῃ ὑπόσχεσιν, ὅτι εἰς οὐδὲν ἤθελε προβῆ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἐπιβάλῃ ὑποχρεώσεις εἰς τὸ ἀγγλικὸν Κράτος ὡς πρὸς τὸ ἀνατολικὸν ζήτημα, ἂν προηγουμένως μὴ συνεκάλει τὴν Βουλήν· ἀλλὰ τί ἀπήντησεν ὁ Γλάδστων; ὑπὸ τοιούτους ὅρους, εἶπε, κυβέρνησις εἶναι ἀδύνατος καὶ αὐτὸς εἶναι ἀδύνατον ποτὲ νὰ δεχθῇ τοιαύτην πρότασιν, αὐτὸς ἐννοεῖ, ὅτι, ἐνόσῳ εἶναι κυβέρνησις καὶ ἀπολαύει τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, θὰ ἐνεργῇ ἐν πάσῃ ἐλευθερίᾳ, γινώσκων ὅμως, ὅτι κατόπιν τῶν πράξεων αὐτοῦ θὰ ἔλθῃ ἡ Βουλὴ, ἥτις δύναται διὰ τοῦ ἐλέγχου αὐτῆς νὰ τιμωρήσῃ πᾶσαν παρεκτροπήν. Ἡ γνῶσις αὕτη τοῦ ἐπελευσομένου ἐλέγχου τῆς βουλῆς εἶναι ὁ μόνος περιορισμός, ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς κυβέρνησιν, καὶ διὰ τοῦτο τὰ ζητήματα ταῦτα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐξετάζωνται τυπικῶς, ἀλλὰ δέον νὰ ἐξετάζωνται οὐσιαστικῶς, διότι ἐκ τῆς οὐσίας ἐξαρτᾶται ἡ ἐκτίμησις αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐν τῇ οὐσίᾳ ἐξεταζομένου τοῦ ζητήματος, φρονοῦσιν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ ὁ κ. Κασιμάτης, ὅτι κακῶς ἐπράξαμεν καλέσαντες τὸν λαὸν εἰς ἐπιστράτευσιν; Ὀφείλουσι τότε νὰ τιμωρήσωσιν ἡμᾶς, διότι παραβιάσαντες τὸν τύπον, ἐκαλέσαμεν τὸν λαὸν εἰς ἐπιστράτευσιν. Ἐὰν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐφρόνει σήμερον ὡς ἐφρόνει πρὸ δύο μηνῶν, ὅτε δὲν εἶχεν ἀποδειχθῆ ἡ ἐπιτυχία τῶν μέτρων τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἐδικαιοῦτο νὰ εἴπῃ: ζητῶ καταδικαστικὴν ψῆφον κατὰ τῶν προκατόχων μου, ζητῶ νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ ἡ Βουλὴ τὰς δαπάνας, τὰς γενομένας ἄνευ ἀδείας βουλευτικῆς, ζητῶ ἡ Βουλὴ νὰ θεωρήσῃ τὴν Κυβέρνησιν τὴν τότε ὡς βλάψασαν τὸ ἔθνος διὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως· διότι ἠξεύρομεν πάντες, καὶ ἐγὼ ἐπισήμως, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐπανελθὼν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς περιώδευσε καὶ ἐν τῇ ἡμεδαπῇ, καὶ ἐν ἁπάσαις ταῖς ἐπαρχίαις, ἃς ἐπεσκέφθη, ἀνεκοίνου τὰς ἰδέας αὑτοῦ, ὡς πρέπει νὰ πράττῃ πᾶς πολιτευόμενος πρὸς τοὺς συμπολίτας του. Εἶπε λοιπὸν, ὅτι κακῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις καλέσασα καὶ τὰς ἐννέα ἡλικίας, ὅτι ὤφειλε νὰ περιορισθῇ εἰς ὀλίγας ἡλικίας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχεν ἀνάγκην στρατοῦ πεντήκοντα καὶ ἑξήκοντα καὶ ὀγδοήκοντα χιλιάδων, ἤρκει στρατὸς 35 χιλ. καὶ πρὸς καταρτισμὸν αὐτοῦ ὤφειλε νὰ συγκαλέσῃ οὐχὶ τοὺς ἀγυμνάστους πρὸς ἐκγύμνασιν, ἀλλὰ τοὺς γεγυμνασμένους, πρὸς ἐνέργειαν. Ταῦτα ἔλεγεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, καὶ ἂν ταῦτα φρονῇ καὶ σήμερον, δικαιοῦται νὰ προτείνῃ τὴν ψῆφον τὴν ὁποίαν προτείνει, ἀλλὰ δικαιοῦται νὰ τὴν προτείνῃ οὐχὶ ὡς ψῆφον τυπικὴν, ἀλλ’ ὡς ψῆφον οὐσιαστικήν· δικαιοῦται νὰ εἴπῃ, ὅτι καταδικάζει τὰ μέτρα ἡμῶν πάντα· ἀλλὰ καταδικάζων τὰ μέτρα ταῦτα, ὀφείλει ὡς Κυβέρνησις σήμερον νὰ φέρῃ μέτρα ἀντίθετα τῶν ἡμετέρων. Ἀντὶ τούτου ἠκούσαμεν σήμερον παρ’ Ὑπουργοῦ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις φέρει μέτρα πρὸς συμπλήρωσιν τῶν μέτρων τῆς πρώην Κυβερνήσεως, ἐξακολουθεῖ δὲ καί τὴν παρατυπίαν, τὴν ὁποίαν καθ’ ἡμῶν καταγγέλλει, ἐξακολουθεῖ ἐφαρμόζουσα τὸ διάταγμα περὶ ἐπιστρατεύσεως, ἐξακολουθεῖ δαπανῶσα δυνάμει τῶν διαταγμάτων ἡμῶν καὶ συμπληροῦσα τὰ συμβόλαια, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ὑπεγράψαμεν. Ἡ παρατυπία λοιπὸν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Κασιμάτης ἠθέλησε νὰ στιγματίσῃ, εἶναι παρατυπία, τῆς ὁποίας ἔνοχος εἶναι καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Κασιμάτης ἐν τῇ νέᾳ αὑτοῦ ὑπουργικότητι δὲν ἐννοεῖ νὰ ἐπεκτείνῃ τὸν στιγματισμὸν καὶ εἰς τοὺς πάτρωνας αὑτοῦ. (Ἱλαρότης.) Ποίας δὲ ἀνελάβομεν χρηματικὰς ὑποχρεώσεις; Ὡς πρὸς ταύτας ἐφροντίσαμεν ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ παρασκευάσωμεν τὰ πράγματα διὰ τὴν νῦν Κυβέρνησιν, νὰ μὴ δεσμεύσωμεν δὲ αὐτὴν εἰμὴ μόνον ἐν ἀπολύτῳ ἀνάγκῃ. Μόνον διὰ δανείου προσωρινοῦ 15 ἑκατομμυρίων φράγκων ἐδεσμεύσαμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ παρεσκευάσαμεν εἰς αὐτὴν τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος δανείου 62 ἑκατομμυρίων. Ἡ Κυβέρνησις φρονοῦσα, ὅτι ὤφειλε νὰ συμπληρώσῃ τὰ μέτρα τῆς προκατόχου, εἶχε βεβαίως ἀνάγκην χρημάτων. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι μέτρον παρουσιασθὲν παρ’ ἡμῶν εἶναι πρόχειρον εἰς αὐτήν· ἀλλὰ ἂν τὸ μέτρον τοῦτο δὲν τῇ ἀρέσῃ, ἐλευθέρα εἶναι νὰ μὴ τὸ ἀποδεχθῇ. Δὲν προέβημεν μετὰ τῆς Τραπέζης συναλλαττόμενοι εἰς πράξεις ὑποχρεούσας ὅπως δήποτε τὴν Κυβέρνησιν, καὶ δὲν προέβημεν εἰς αὐτὰς, σεβόμενοι τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς. Μόνον ἐφ’ ὅσον ἦτο ἀναπόδραστος ἀνάγκη, προέβημεν εἰς τὴν σύναψιν δανείου, καὶ τούτου προσωρινοῦ, ἐφ’ ὅσον δὲ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἀναβολὴ, συνηλλάγημεν δεσμεύσαντες μὲν τὴν Τράπεζαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, οὐχὶ δὲ καὶ τὴν Κυβέρνησιν, πρὶν ἢ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Τοῦτο ἐπράξαμεν ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ἀντὶ νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῶν παρ’ ἡμῶν πεπραγμένων, ἐζημιώθη, ζημιώσας σπουδαίως τὸ Κράτος. Δὲν ἠδυνήθη νὰ ζημιώσῃ τὴν Κυβέρνησιν δι’ ὅσων εἶπεν ὡς ἀντιπολιτευόμενος περιοδεύων, σπουδαίως ὅμως ἐζημίωσε τὴν πολιτείαν ὡς Κυβέρνησις δι’ ὅσων εἶπε καὶ ἔπραξε κατὰ τῶν μέτρων τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως τῶν χρηματικῶν. Εὐθὺς ὡς ἦλθεν ἡ νέα Κυβέρνησις εἰς τὰ πράγματα, διεδόθη, ὅτι ἡ σύμβασις πρὸς τὴν Τράπεζαν δὲν κυροῦται, διεδίδετο, ὅτι 150 ἑκατομμύρια θέλει δανεισθῆ τὸ δημόσιον ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, καὶ συνέπεια τῆς διαδόσεως τῆς ἐκ τῶν ὑπουργείων ἐξερχομένης ποία ὑπῆρξεν; ὅτε ἡμεῖς ἠδυνάμεθα νὰ δανεισθῶμεν καὶ εἴχομεν προτάσεις περὶ δανείου ἐξωτερικοῦ 80,000,000, καθ’ ἣν ἡμέραν ἐκλείσαμεν τὴν συμφωνίαν πρὸς τὴν Τράπεζαν, ἐπὶ τόκῳ 7,5%, σήμερον δ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ δανεισθῇ ποσὸν πολὺ ἔλαττον ἐκείνου, ἐπὶ ὅροις ἀσυγκρίτως βαρυτέροις.
§82ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑποθέτεις.
§83ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν τὸ ὑποθέτω, τὸ ἠξεύρω καὶ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ τὸ ἀποδείξω δι’ ἐγγράφων ἐκείνων, πρὸς τοὺς ὁποίους ὑμεῖς ἀποτείνεσθε.
§84ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς οὐδένα δὲν ἔγραψα. Λέγετε πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι διόλου ἀληθῆ.
§85ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πιστεύω, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη θὰ παραταθῇ, καὶ θὰ μοὶ δοθῇ εὐκαιρία νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ προκείμενον καὶ ν’ ἀποδείξω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅλα, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλῶ. Ἀλλὰ μήπως μόνον τὰ χρηματικὰ κατέῤῥευσαν εἰς τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως ἐντὸς τῶν ὀλίγων τούτων ἡμερῶν; Ἐξετάσατε τί συμβαίνει εἰς τὰ στρατιωτικὰ, ἐξετάσατε πόσοι κατατάσσονται καθ’ ἑκάστην. Πρὸ ὀλίγου ὁ Βουλευτὴς Ζακύνθου ἐζήτησε τὴν ὑποβολὴν καταστάσεως περὶ τούτου. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν τὴν ἀνάγκην ὑποβολῆς καταστάσεως, ἔχομεν τὰς δημοσιευθείσας ἐγκυκλίους τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν· τί δὲ λέγουσιν αἱ δημοσιευθεῖσαι ἐγκύκλιοι; ὅτι κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας ἐχαλαρώθη ἐπαισθητῶς ἡ κατάταξις εἰς τὸν στρατὸν, τὰ αὐτὰ δὲ ἐπανέλαβε καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐν ἑτέρᾳ ἐγκυκλίῳ, προκαλῶν ἐνεργείας, ὅπως ἐπανορθωθῇ τὸ μέγα τοῦτο κακόν. Καὶ τοῦτο εἶναι μέγα κακόν, διότι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσιν ὀλίγιστοι ἐν τῷ τόπῳ, οἱ ὁποῖοι νὰ φρονῶσι σήμερον, διότι πρότερον ἦσαν πολλοὶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γείνῃ ἐπιστράτευσις.......
§86Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Περισσότεροι ὑπάρχουν σήμερον.
§87ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ φρονῶν, ὅτι, ἂν ἡ ἐπιστράτευσις θέλῃ διατηρηθῆ, πρέπει νὰ διατηρηθῇ ἐν καταστάσει χαλαρᾷ, ὅτι πρέπει, ἀφοῦ ἦλθον οἱ πλεῖστοι, οἱ ἄλλοι νὰ μένωσιν εἰς τὰς οἰκίας των. Καὶ μὴ ἐλπίζετε, κύριε ὑπουργὲ, ὁ ὁποῖος φαίνεσθε, ὅτι ἀποκρούετε τὴν ἰδέαν, ἣν ἐκφράζω, μὴ ἐλπίζετε δι’ ἐγκυκλίων, ὅτι θέλετε φέρει τοὺς ἄνδρας. Τοὺς ἄνδρας θέλετε φέρει, ὅταν τὸ ἔθνος πεισθῇ, ὅτι σκέπτεσθε σπουδαίως νὰ ἐνεργήσητε, ὅταν δὲ σᾶς βλέπῃ ῥυμουλκουμένους ὄπισθεν τῆς ἐπιτυχίας τῶν προκατόχων ὑμῶν· τὸ Ἔθνος ἠξεύρει, ὅτι δὲν ἔχει νὰ ἐλπίζῃ τι παρ’ ὑμῶν, ὅτι σήμερον ἀκολουθεῖτε ταύτην τὴν φοράν, διότι ἐντεῦθεν πνέει ὁ ἄνεμος, ἂν δ’ αὔριον πνεύσῃ ἄλλοθεν ἄνεμος, τὸ ἔθνος ἠξεύρει, ὅτι θὰ ἴδῃ πάλιν τὸν κ. Κουμουνδοῦρον ἐπὶ κεφαλῆς καὶ οὐριοδρομοῦντα.
§88Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅπως εἶδε τὸν κ. Τρικούπην.
§89ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅτε ἡμεῖς διετάξαμεν τὴν ἐπιστράτευσιν, οὐδεὶς ἐν Ἑλλάδι ἔλεγεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ διαταχθῇ ἡ ἐπιστράτευσις. Ἡμεῖς ὄντες εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωμεν τὰ πράγματα τότε, ὡς κατέχοντες τὴν ἐξουσίαν, κάλλιον ἢ τὸ κοινὸν διέγνωμεν, ὅτι αὕτη εἶναι ἡ ὁδὸς, ἣν ὤφειλε ν’ ἀκολουθήσῃ τὸ ἔθνος, καὶ ταύτην ἠκολούθησε, καὶ ἐπειδὴ κατόπιν ἡμῶν ἠκολούθησε τὸ ἔθνος τὴν ὁδὸν ταύτην, διὰ τοῦτο ἀκολουθεῖτε ὑμεῖς αὐτὴν σήμερον. Ἀλλ’ ἂν αὔριον ἐν ταῖς περιπετείαις τῆς πολιτικῆς ἐπέλθῃ ἀπογοήτευσίς τις, ὅπως πάντοτε ἐπέρχονται τοιαῦται διακυμάνσεις, προκειμένου περὶ μεγάλων πολιτικῶν πραγμάτων, εἰς τὴν πρώτην διακύμανσιν θὰ σᾶς ἴδωμεν μεταβάλλοντας στάσιν καὶ καταβαίνοντας μετὰ τοῦ καταβαίνοντος κύματος, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι νὰ ἀναβῆτε πάλιν μετὰ τοῦ ἀναβαίνοντος. Πρὸ τοσούτων ἡμερῶν εἶσθε ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, πρὸ τοσούτων ἡμερῶν συνεδριάζομεν, καὶ τί ὑπεβάλατε εἰς τὴν Βουλήν; Διατί δὲν ὑπεβάλετε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἴχετε καθῆκον κατὰ τὸν νόμον νὰ ὑποβάλητε; ὡς πρὸς τοῦτο δ’ ἀπορῶ, πῶς ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως δὲν ἐξανέστη, διότι δὲν ἀνεκοίνωσεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν μέχρι τοῦδε τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως εὐθὺς ὡς συνῆλθε, καὶ ἤδη βλέπω τὸν κ. πρωθυπουργὸν ἐρωτῶντα ἂν ὑπεβλήθη ἢ ὄχι. (Ἱλαρότης.)
§90ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς σᾶς λέγομεν, ὅτι ὅ,τι ἐγένετο, ἦτο ἄτακτον.
§91ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὠφείλετε ὅμως νὰ ὑποβάλητε τὸ διάταγμα τῆς ἐπιστρατεύσεως.
§92ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπεβάλαμεν νομοσχέδια, διότι θεωροῦμεν παράνομον τὸ διάταγμα.
§93ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μὴ διαψεύδετε πράγματα πανθομολογούμενα· ἐδῶ εἶναι ὁ κύριος πρόεδρος καὶ δύναται νὰ βεβαιώσῃ ἂν ὑπεβάλατε διάταγμα ἢ νομοσχέδιον περὶ ἐπιστρατεύσεως.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταξὺ τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων δὲν ὑπάρχει τοιοῦτόν τι.
§95ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν τούτοις, κατὰ τὸν τύπον τοῦ κ. Κασιμάτη, ὠφείλετε νὰ ὑποβάλητε τὸ διάταγμα εἰς τὴν Βουλὴν εὐθὺς ὡς συνῆλθεν, ὁ δὲ κ. Κασιμάτης φαίνεται ὅτι ἐκοιμᾶτο, καὶ νομίζει, ὅτι τώρα συνῆλθεν ἡ Βουλή. (Ἱλαρότης.) Ἀλλὰ μήπως ὑπεβάλετε ἕτερόν τι; Πάντα τὰ παρ’ ὑμῶν ὑποβληθέντα εἶναι τυπικά· ὑπεβάλετέ τι οὐσιαστικόν; ὑπεβάλετε ἰδέαν τινά; ἢ περιμένετε νὰ ἐκλέξωμεν τὰς ἰδέας μας, ὅπως, κατὰ τὸ εἰωθὸς, ἐγκολπωθῆτε αὐτὰς καὶ μᾶς τὰς ὑποβάλητε ὡς ἰδίας;
§96Θ. ΖΕΡΒΟΣ.........
§97ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος μὲ διακόπτει, ὑποστηρίζει τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἡ δὲ παροῦσα Κυβέρνησις ἐδήλωσεν, ὅτι θέλει συμπληρώσει τὰ μέτρα τῆς προκατόχου περὶ ἐπιστρατεύσεως. Πῶς συμβιβάζει τὴν δήλωσιν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν δίδει ὑπὲρ αὐτῆς καὶ μετὰ τῆς κατὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως γνώμης του;
§98Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Θὰ σοῦ δώσω τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸ τέλος.
§99ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶπον, κύριοι, ὅτι ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἠναγκαζόμην νὰ φέρω τὸν λόγον ἤδη ἐπὶ τοιούτου θέματος, ἀλλὰ δὲν μοὶ ἐπετρέπετο ὡς ἀνήκοντι εἰς κόμμα, ὡς ἀνήκοντι εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς ἀνήκοντι εἰς τὸν τόπον, ὡς πολίτη, ν’ ἀνεχθῶ τὰς μομφὰς, τὰς ὁποίας διὰ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως ζητεῖ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιῤῥίψῃ εἰς ἡμᾶς. Ἐὰν ἠνεχόμεθα τοῦτο, ἠθέλομεν προσβάλει τὴν Βουλὴν, ἠθέλομεν ἐλαττώσει τὴν ἀξίαν αὐτῆς ἐν στιγμῇ, κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἀνωτάτην αὑτῆς δύναμιν. Περιώρισα τὸν λόγον εἰς ἐκείνας τὰς παραγράφους τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως, αἵτινες ἐθεωρήθησαν, ὅτι ἠδύναντο νὰ ἐξευτελίσωσι τὸ Κοινοβούλιον, ἐθεώρησα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς κατὰ τίνα τρόπον ὀφείλετε νὰ προβῆτε, ἂν θέλητε ν’ ἀποδειχθῆτε ἔχοντες πεποιθήσεις εἰς ὅσα ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἀπαντήσεως ὑποστηρίζετε. Ἐὰν ἔχητε τὴν πεποίθησιν ταύτην, ὀφείλετε νὰ διατυπώσητε κατηγορητήριον, καὶ εἰς τοῦτο σᾶς προκαλῶ, καὶ ἂν δὲν τὸ πράξητε, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ λέγω, ὅτι δὲν ἔχετε πεποιθήσεις. Δὲν ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω τὴν ὅλην ὑφὴν τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως, ὅπερ ἀπειλεῖ δυστυχῶς νὰ καταστρέψῃ τὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας ὁ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἀπαγγελθεὶς λόγος παρήγαγε πανταχοῦ. Ἀνεγνώσατε τὰς ἐφημερίδας τῆς Εὐρώπης καὶ εἴδετε κατὰ ποῖον τρόπον ἐξετιμήθη παρ’ ἁπασῶν ἡ ἀγόρευσις ἐκείνη· εἴδετε ὁποίαν ἰδέαν ἐσχημάτισεν ἡ Εὐρώπη ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ λόγου περὶ τῆς Ἑλλάδος. Πρῶτον ἤδη ἐπείσθη ἡ Εὐρώπη, βλέπουσα τὸν λόγον ἐκεῖνον ἐρχόμενον κατόπιν τῶν πραγμάτων καὶ ἑρμηνεύοντα αὐτά, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐννοεῖ νὰ ἐργασθῇ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι παράγων ἐν τῷ ἰδίῳ αὐτῆς ζητήματι. Ἀναγνώσατε τὰς ἐφημερίδας καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι, ἂν δὲν ἐγίνετο ἡ ἐπιστράτευσις, τὸ ἑλληνικὸν ζήτημα σχεδὸν δὲν θὰ ὑπῆρχε, καὶ ὅτι ὡς ἐκ τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ ὡς ἐκ τῶν ληφθέντων μέτρων καὶ ὡς ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν τὰ γενόμενα διετρανώθησαν ἐκ στόματος τοῦ Βασιλέως, ἐπείσθη ἡ Εὐρώπη, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι παράγων ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ ὅτι δὲν δύναται ἐν τῷ ζητήματι τῷ ἑλληνικῷ νὰ παρίδῃ τὴν Ἑλλάδα καὶ ὅτι ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος ἐπιβάλλει σήμερον τὴν περὶ τοῦ ἑλληνικοῦ ζητήματος μέριμναν. Ἐπῆλθε μετὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ λόγου πρῶτον γεγονὸς, ὅπερ ἐν Εὐρώπῃ ὑπῆρξεν ἀκατάληπτον, ἐπῆλθε τὸ γεγονὸς τῆς ἄνευ συζητήσεως καὶ διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας μεταβολῆς τῆς Κυβερνήσεως. Μεταβολὴ Κυβερνήσεως κατόπιν τοῦ Βασιλικοῦ λόγου ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ, ἀλλ’ ἐζήτησαν οἱ ἐκτὸς ἡμῶν νὰ μάθωσι τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐπῆλθε, τίς ἡ ἔννοια τῆς μεταβολῆς ταύτης· ἀλλ’ ἐν τῇ ἐκλογῇ τοῦ προέδρου καὶ ἐν τῇ μυστικῇ ψηφοφορίᾳ οὐδένα εὗρον λόγον, καὶ ἤρχισαν νὰ κλονίζωνται αἱ πεποιθήσεις περὶ Ἑλλάδος. Ψηφίζουσα ἡ Βουλὴ τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως, ὡς συνετάχθη, θὰ κατέστρεφε πᾶσαν περὶ τῆς σπουδαιότητος τῆς Ἑλλάδος ὑπολειπομένην ἔτι ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἰδέαν. Διὰ τοῦ σχεδίου δίδοται εἰς τὴν Εὐρώπην ἐνδεικτικὸν κακῆς πίστεως. Ἠμφισβητήθη ἡ καλὴ πίστις τῶν Δυνάμεων τῆς Εὐρώπης, καὶ ὁ κ. Κασιμάτης προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ δώσῃ πιστοποίησιν εἰς τὰς μεγάλας Δυνάμεις, νὰ βεβαιώσῃ τὸν κόσμον, ὅτι δὲν ἀπέδειξαν αὗται κακὴν πίστιν. Ὁλόκληρον τὸ σχέδιον τοῦτο ἔδει νὰ ἐπιστραφῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἢ μᾶλλον εἰς ἄλλην ἐπιτραπῇ, ὅπως κατασταθῇ ἔγγραφον κόσμιον· ἀλλὰ τοιοῦτόν τι δὲν θέλω προτείνει εἰς τὴν Βουλήν, διότι δὲν ὑποστηρίζομαι ὑπὸ πλειονοψηφίας, ὅπως ἴδω τὴν πρότασίν μου ψηφιζομένην. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ μὴ φέρω εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐκεῖνο, ὅπερ ἀφορᾷ εἰς ἡμᾶς, διότι ἔχω καθῆκον νὰ τὸ φέρω ἀποτεινόμενος εἰς τὴν συνείδησιν ἑκάστου ἐξ ὑμῶν. Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω εἰς ἕκαστον: «Φρόνει ὅ,τι ἡ συνείδησίς σου σοὶ ὑπαγορεύει, ἀλλὰ συνάμα ἀναγνώρισον καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ ἀντιπάλου σου καὶ προσενέχθητι πρὸς αὐτὸν ὡς ἄνθρωπος, ἔχων ἐν ἑαυτῷ τὴν συναίσθησιν τῆς ἀνθρωπότητος. Ἂν φρονῇς, ὅτι παρηνόμησε, φέρε αὐτὸν ἐνώπιον δικαστηρίου ἀμερολήπτου, ἵνα τὸν δικάσῃ, καὶ μὴ δικάσῃς σὺ αὐτὸν, ἀφοῦ εἶσαι γνωστὸς ἐπὶ προσωποληψίᾳ, ἀφοῦ ἡ προσωποληψία εἶναι κανὼν τῶν κομμάτων». Αἱ Βουλαὶ διὰ τῆς ψήφου αὐτῶν λύουσι τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἑπομένως πᾶσα συζήτησις, σχετιζομένη πρὸς τοῦτο, καλῶς ἔρχεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ εἴμεθα ἡμεῖς Κυβέρνησις, καὶ διὰ τοῦτο ἐφέρετε τὴν συζήτησιν ταύτην; Λύουσιν ἐπίσης αἱ Βουλαὶ διὰ τῆς ψήφου αὐτῶν ζητήματα νομοθετικὰ, ἀλλ’ ἡ συζήτησις αὕτη ἀφορᾷ εἰς προτεινόμενα μέτρα; Περὶ τίνος πρόκειται; Θέλετε ἁπλῶς νὰ θέσητε ἐκποδὼν τοὺς ἀντιπάλους σας, ἐλπίζοντες οὕτω νὰ νέμησθε ἀκωλύτως τὴν ἀρχὴν ἐπὶ πλείονα χρόνον; Ἀλλ’ ἡ ἐλπὶς αὕτη εἶναι φρούδη. Θὰ δώσητε ψῆφον κατὰ τοῦ ἀντιπάλου σας, ἀλλ’ ἡ ψῆφος αὕτη δὲν θὰ ἔχῃ παρὰ τὴν ἀξίαν, ἡ ὁποία τῇ ἀνήκει, τὴν ἀξίαν, ἣν τὸ Σύνταγμα κανονίζει. Τὸ Σύνταγμα ὁρίζει τὴν δικαιοδοσίαν ἑκάστου, ὁρίζει δὲ καὶ τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς· καὶ ὅταν ἡ Βουλὴ ἐξέλθῃ τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς, ἡ ψῆφός της δὲν ἔχει ἀξίαν, ἀφίνει καταψηφίσαντας καὶ καταψηφισθέντας ἐν ἴσῃ μοίρᾳ, καὶ ἀνώτατον δικαστήριον εἶνε τὸ ἔθνος· εἰς τὸ ἔθνος δὲ ποιούμεθα ἔκκλησιν κατὰ τοιαύτης ψήφου.
§100ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θ’ ἀπαντήσω μόνον εἰς ὕβριν τοῦ κ. Τρικούπη. Ὁ κ. Τρικούπης ἐνασχολεῖται μόνον ὑπὲρ ἑαυτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο νομίζει, ὅτι ἐκ συστήματος καὶ ἡμεῖς περὶ αὐτοῦ φροντίζομεν, ἵνα τὸν συκοφαντῶμεν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν παρουσίασε τὰ ἔγγραφα, ἵνα μὴ χρησιμεύσωσιν εἰς ἀπόδειξιν τῆς ἀθωότητός του. Κύριοι, ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ἐζήτησα τὰ ἔγγραφα τὰ διπλωματικά, ἐξήτασα ὅσα μοὶ ἔδωκαν, ἀλλὰ δὲν ἀπήντησα τηλεγραφήματα περὶ συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς. Μᾶς εἶπεν, ὅτι ἰδιαιτέρα ἀλληλογραφία μετὰ τοῦ Βασιλέως περὶ τούτου ὑπάρχει· τὴν ἐζήτησα, ἀλλὰ δὲν τὴν εὗρον.
§101ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὑπάρχει εἰς τὸ ὑπουργεῖον.
§102ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὴν ἐζήτησα ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ ὑπουργείου· ὅ,τι εἶχον μοὶ ἔδωκαν. Ἂν τῳόντι ὑπάρχῃ ὑπάλληλός τις ἤδη ἐκτὸς τοῦ ὑπουργείου, εἰς τὸν ὁποῖον εἶναι ἐμπεπιστευμένα τὰ ἔγγραφα παρὰ τοῦ κ. Τρικούπη, θέλω τὸν καλέσει καὶ τοῦ τὰ ζητήσει. Εὔχομαι δὲ ἀπὸ τὰ ἔγγραφα αὐτὰ νὰ ἐξαχθῇ ὅ,τι ὁ κ. Τρικούπης λέγει· ἀμφιβάλλω ὅμως, διότι εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν ἐπιστράτευσιν, ἡ γνώμη τῶν Δυνάμεων (θόρυβος), καὶ ἰδίως τῆς Ἀγγλίας, δὲν ἔχει ἀκριβῶς ὡς λέγει. Κύριοι, σήμερον δὲν σκοπεύω νὰ ὁμιλήσω, διότι δὲν εἶναι ὁ ἁρμόδιος καιρός· ὅταν θὰ λάβω τὰ ἔγγραφα, θέλω σχηματίσει γνώμην καὶ θέλω ἀποδείξει ὁπωσδήποτε εἰς τὸν κ. Τρικούπην, ὅτι ὅ,τι ἔπραξεν εἶνε ἀτελὲς, δὲν εἶναι σπουδαῖον, καὶ ἀδύνατον νὰ φθάσωμεν δι’ αὐτοῦ εἰς ἀποτέλεσμα αἴσιον καὶ θετικόν. Ἀπαιτοῦνται μεγάλοι κόποι καὶ πολλαὶ θυσίαι ἔτι. Θέλω ἀποδείξει εἰς τὸν κύριον Τρικούπην διὰ τοῦ κυρίου Τρικούπη, ὅτι ὅ,τι εἶπε περὶ τοῦ χρόνου τῆς συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς πρὸς ὑποβολὴν τοῦ διατάγματος τῆς ἐπιστρατείας, δὲν εἶναι ἀκριβὲς, οὔτε ὀρθὸν, καὶ θέλετε ἴδει ὅτι ὁ κ. Τρικούπης ἄλλα ἐφρόνει καὶ ἄλλα ὑπεστήριζεν ἄλλοτε, καὶ συνεπείᾳ τῶν παρατηρήσεων αὐτοῦ ἡ Βουλὴ ἐδέχθη ἀρχικῶς τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου τροποποιημένον ὡς ἔχει, καὶ εἶχε δίκαιον· διότι πράγματι, ἂν δὲν ἔμενε τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου, ὅπως ἀρχικῶς εἶχε, καὶ ἀφίνετο εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ πράττῃ, θὰ συνέβαινεν ὅ,τι συμβαίνει· καὶ ἤδη ἡ Βουλὴ, συνερχομένη, θὰ εὕρισκε στρατιώτας συγκεκλημένους, τὰ ἔξοδα πραγματοποιημένα καὶ ἐπιβεβλημένα, τὰ χρέη ηὐξημένα, καὶ ἅπαντα τετελεσμένα. Χειροτέρα κυβέρνησις, λέγει ὁ κύριος Τρικούπης, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀπὸ κυβέρνησιν τοιαύτην, ἀναλαμβάνουσαν ἐξουσίαν τοιαύτην, ἡ Βουλὴ ἔχει μόνον δικαίωμα νὰ ζητῇ ἀπὸ τὸ Ἔθνος φόρους, αἵματα καὶ χρήματα. Κύριοι, ἐγὼ πιστεύω προσέτι, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὸν νόμον, καὶ οὐχὶ τὰ πρόσωπα· δὲν πρέπει νὰ σταματᾷ ἀπέναντι οἱουδήποτε προσώπου παραβιάζοντος τὸν Νόμον, διότι, ἂν παραδεχθῇ τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Τρικούπη, ὅτι εἰς τὰ πρόσωπα πρὸ πάντων πρέπει ν’ ἀποβλέπωμεν, τετέλεσται. Ὁ κ. Τρικούπης μᾶς λέγει: Παραπέμψατέ με εἰς δίκην, ἐὰν πιστεύητε, ὅτι παρηνόμησα· δὲν δικαιοῦσθε νὰ μὲ μεμφθῆτε. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ὅταν ἄλλοτε μ’ ἐμέμφετο ὡς παραβάντα τοὺς νόμους ὁ κ. Τρικούπης, τῷ εἶπον: ἐὰν ἔχῃς πεποίθησιν, ὅτι πταίω, ἰδοὺ τὰ δικαστήρια. Ἠξεύρετε τί μοὶ ἀπήντησεν; ἐὰν αἰσθάνεσαι ἀθῶον ἑαυτὸν, κατάφυγε εἰς τὰ δικαστήρια· οὕτω, μ’ εἶπε, καὶ ὁ μακαρίτης Μαυροκορδάτος ἔπραξεν. Ὁ κ. Τρικούπης κατηγόρησεν ἡμᾶς ἐπὶ δημοκοπίᾳ καὶ ἀστασίᾳ! ἐπὶ καταστροφῇ τῶν δημοσίων συμφερόντων πρὸς ἀγορὰν ψήφων! Περὶ τούτων θέλει γείνει λόγος ἐν ἐκτάσει. Λυποῦμαι, ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον ὁ ἀνὴρ, ἵνα βεβαιώσῃ, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης δὲν μᾶς ἔστειλεν εἰς τὰ δικαστήρια, διότι δὲν ἠδύνατο· δὲν χρεωστοῦμεν τίποτε εἰς τὴν καλὴν θέλησιν τοῦ κ. Τρικούπη, ἀλλ’ εἰς τὴν ἀπόλυτον ἀδυναμίαν του. Κύριοι, δὲν ὁμιλῶ ἤδη περὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος, μέχρις οὗ ἴδω τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Τρικούπης ὡς πρὸς τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς, καίτοι ἀπὸ τοῦδε δύναμαι ν’ ἀποφανθῶ, ὅτι οὐδεὶς λόγος δικαιολογεῖ τὴν μὴ σύγκλησιν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν παρεμπόδισιν αὐτῆς ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκτελέσῃ τὰ πολλὰ καὶ σπουδαῖα καθήκοντά της. Ὁ λόγος, ὅτι ἡ Βουλὴ, ἐρχομένη, ἤθελεν ἀσχοληθῆ εἰς ζητήματα πολιτικὰ, δὲν εἶνε ὀρθός.
§103ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν τὸ εἶπε κανεὶς αὐτὸ, εἰμὴ ὁ κ. Κασιμάτης ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἀπαντήσεως.
§104ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἴπετε, ὅτι ἤθελεν ὑποδείξει μεταβολὴν Κυβερνήσεως.
§105ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα· καὶ εἶπον, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἦναι παρὼν ὁ βασιλεὺς εἰς τοιαύτην μεταβολήν.
§106ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι Βουλὴ, συγκροτουμένη ἀπὸ ἀνθρώπους ὁμοίους μὲ ἐμὲ καὶ τὸν κ. Τρικούπην, δὲν ἠδύνατο νὰ παραγνωρίσῃ τὴν θέσιν καὶ τὸ καθῆκόν της. Ὑβρίζετε τὴν Βουλὴν, ὑποθέτοντες, ὅτι ἐρχομένη ἐνταῦθα καὶ βλέπουσα τὸ σπουδαῖον τῶν πραγμάτων καὶ τὰ μεγάλα συμφέροντα τοῦ τόπου, δὲν ἤθελε δείξει πατριωτισμὸν τοιοῦτον, οἷον καυχᾶσθε ὅτι ἔχετε, καὶ δὲν ἤθελε συμμορφωθῆ μὲ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς ἐποχῆς καὶ μὲ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, πλὴν ἤθελεν ἀσχοληθῆ εἰς πολιτικὰ ζητήματα. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ δὲν ἐκλήθη, λόγῳ δυσπιστίας. Ἡ Βουλὴ, κύριοι, ἔπρεπε νὰ ἦναι ἐδῶ, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα· τὸ ἀπέδειξε (θόρυβος ἐν τῇ ἀριστερᾷ) καὶ ἄλλοτε. (Ἀποτεινόμενος πρὸς τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα.) Σιωπᾶτε ὅσοι ἀντηλλάξατε τὴν ψῆφόν σας μὲ τὴν βωδολογίαν! Θέλετε νὰ σᾶς σεβώμεθα, πρέπει νὰ σέβησθε καὶ σεῖς ἡμᾶς· δὲν ἀνεχόμεθα νὰ μᾶς ὑβρίζητε καὶ νὰ μᾶς συκοφαντῆτε, νὰ μᾶς λέγητε, ὅτι ἀποκρύπτομεν τὰ δημόσια ἔγγραφα. (Θόρυβος.) Συμφέρον ἁπάντων εἶναι ὁ ἀμοιβαῖος σεβασμὸς, ἐγὼ δὲ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν θέλω ὑποχωρήσει ποτὲ, δηλαδὴ δὲν θέλω σεβασθῆ κανένα, ὁ ὁποῖος ἀρνεῖται τὸν ὀφειλόμενον σεβασμὸν πρὸς ἡμᾶς (εὖγε, εὖγε, ἐκ τῆς δεξιᾶς πλευρᾶς.) Ἐπιφυλασσόμενος λοιπὸν, κύριοι, νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου, ὅταν παρουσιασθῶσι τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα θέλουσιν ἀποδείξει τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ κ. Τρικούπη ἂν ἦναι ἀληθεῖς, προσθέτω, ὅτι, ἂν τῳόντι ὑπάρχῃ χαλάρωσίς τις ὡς πρὸς τὴν ἐπιστρατείαν, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν πεσοῦσαν Κυβέρνησιν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔτρεξε προθύμως καὶ ἐνθουσιωδῶς νὰ γυμνασθῇ, διότι ἔρχεται νὰ γείνῃ στρατιώτης· ἀλλὰ ποίαν προθυμίαν θέλετε νὰ ἔχῃ, ὅταν μέχρι σήμερον οἱ πλεῖστοι τῶν ἐπιστράτων ἦναι γυμνοὶ καὶ ἀγύμναστοι;
§107ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν τοὺς ἐνδύετε.
§108Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Δὲν ἔχετε ἐνδύματα· θὰ σᾶς φέρω τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα.
§109ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποίαν προθυμίαν θέλετε νὰ ἔχῃ, ὅταν μέχρι σήμερον, ἐπαναλέγω, οἱ πλεῖστοι ἦναι γυμνοὶ καὶ ἀγύμναστοι; καὶ ἂν, κύριοι, προστεθῶσι καὶ αἱ 10,000 ἔτι, οἱ ὁποῖοι ὁλονὲν προσέρχονται, εἰς ποίαν μεγάλην δυσχέρειαν θέλομεν εὑρεθῆ, ἵνα τοὺς ἐνδύσωμεν; διότι αἱ προμήθειαι, τὰς ὁποίας παρηγγείλατε, δὲν ἐπαρκοῦσιν. Ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν μεμφόμεθα ὑμᾶς· πταίετε. Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι λίαν μᾶς ἐπασχολεῖ ἡ μέριμνα, τίνι τρόπῳ θέλομεν οἰκονομήσει αὐτούς, διότι τίποτε δὲν μᾶς ἀφήσατε. Ἀλλὰ, κύριοι, τὸ ζήτημα παρεξετράπη ἐπίτηδες· ὅσα ἐῤῥέθησαν ἦσαν περιττὰ καὶ ξένα. Τὸ ἔπραξεν ὁ κ. Τρικούπης, ἵνα μᾶς ἀπομακρύνῃ καὶ ἀποπλανήσῃ. Τὸ κύριον ζήτημα εἶναι τοῦτο, καλῶς ἢ κακῶς δὲν συνεκλήθη ἡ Βουλὴ ἐγκαίρως; καλῶς ἢ κακῶς ἐλέχθη, ὅτι δὲν συνεκλήθη διὰ διεθνεῖς λόγους; Ἡ Βουλὴ, ὡς ἤκουσα, τοῦτο πιστεύω ἀμέσως ἐπείσθη, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐρωτήσῃ, ποῖοι εἰσὶν οἱ διεθνεῖς λόγοι, καὶ ἐπὶ τούτου τοῦ ζητήματος πρόκειται νὰ συζητήσωμεν καὶ μάθωμεν τὴν ἀλήθειαν· τὰ ἄλλα εἶναι ξένα. Περὶ τούτου θέλετε σκεφθῆ καὶ ἀποφασίσει, ἀφοῦ μελετήσητε τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα θέλω ὑποβάλει ἐνώπιόν σας αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 6½ μ. μ.