1880.04.05
1.890 στίχοι · 14.866 λέξεις · 257 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 104
τῆς 5 Ἀπριλίου 1880.
(Σάββατον.)
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1Λ. ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλλω, κύριοι, εἰς τὴν Βουλὴν, καθ’ ἣν ἔλαβον ἐντολὴν περὶ τούτου, δύο ἀναφορὰς, ἃς παρακαλῶ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ ἀποφασίσωσιν ὅ,τι ἂν ἐγκρίνωσι. Μία ἐξ αὐτῶν εἶναι δύο βιομηχάνων ἐργοστασιαρχῶν ἐν Πάτραις, οἵτινες παραπονοῦνται, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἰσότης φορολογίας· αὐτοὶ ἔχουν ἀτμοκίνητα καταστήματα, δι’ ὧν τρίβουν τὸ θεῖον, ὅπερ χρησιμεύει διὰ τὰς ἀμπέλους καὶ σταφιδαμπέλους, παραπονοῦνται δὲ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἰσότης φορολογίας, διότι εἰσάγεται θεῖον τετριμμένον κατωτέρας ποιότητος ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς καὶ ἐντὸς σάκκων, οἱ ὁποῖοι μένουν ἀφορολόγητοι. Κύριοι, ὑπὸ δύο ἐπόψεις, νομίζω, εἶναι καλὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀναφορὰ αὕτη, ὁμοίαν τῆς ὁποίας ἐνεχείρισα εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν πρό τινων ἡμερῶν, νὰ ληφθῇ δηλ. ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν προσεχῆ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν. Ἡ πρώτη ἔποψις εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ προστατεύῃ τὸ Κράτος τὰ βιομηχανικὰ καταστήματα, ἡ δὲ δευτέρα, ὅτι παρέχεται, κατὰ τὰς ἰδικάς μου πληροφορίας, ἴσως δὲ καὶ ἄλλων συναδέλφων σταφιδοκτημόνων, τὸ εἶδος τοῦτο τριμμένον εἰς καλλιτέραν ποιότητα. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν καὶ παρακαλῶ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν. Δὲν πρόκειται κυρίως περὶ προστατευτικῶν τελῶν, διότι καὶ ἐγὼ δὲν συμφωνῶ, παραδεχόμενος τὰς ἰδέας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δυνάμεθα καὶ πρέπει νὰ ἔχωμεν προστατευτικὰ τέλη εἰσαγωγῆς, ἀλλὰ πρόκειται πράγματι περὶ ἰσότητος φορολογίας καὶ ἐξασφαλίσεως τῆς παροχῆς καλῆς ποιότητος θείου εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας. Ἡ δευτέρα ἀναφορὰ εἶναι τῶν ἐν Αἰγίῳ δικηγόρων. Ἐν Αἰγίῳ ὑπάρχει δικηγορικὸς σύλλογος, καὶ τὸ ἐν τῇ πόλει ταύτῃ εἰρηνοδικεῖον εἶναι ἐκ τῶν ὀλίγων ἐκείνων, ἐνώπιον τῶν ὁποίων παρίστανται μόνον δικηγόροι. Αὐτοὶ παραπονοῦνται κατὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἀπὸ 31 Δεκεμβρίου 1877 περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων νόμου, καθ’ ἣν οἱ ἀναπληρωταὶ τῶν εἰρηνοδικῶν εἶναι συμβολαιογράφοι. Ὁ νόμος αὐτός, ὅταν ἐγένετο, δὲν εἶχε πρὸ ὀφθαλμῶν τὴν περίστασιν, τὴν ἄλλως σπανίαν, τῶν εἰρηνοδικείων, ὅπου μόνον δικηγόροι ἐμφανίζονται, δηλαδὴ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἐν τῇ ἕδρᾳ πρωτοδικῶν. Κατὰ τὴν ἀναλογίαν τοῦ ὑπάρχοντος ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων, νομίζω, ὅτι ἔπρεπε καὶ ἐν Αἰγίῳ καὶ ἐν ἄλλαις πόλεσιν, ὅπου ὑπάρχουσιν εἰρηνοδικεῖα, ἐνώπιον τῶν ὁποίων ἀπαγορεύεται ἡ ἐμφάνισις δικολάβων καὶ μόνον παρίστανται δικηγόροι, καὶ ἐκεῖ, λέγω, ἔπρεπε κατὰ τὴν ἀναλογίαν τοῦ δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ νὰ ἦναι ἀναπληρωταὶ τοῦ εἰρηνοδίκου ἐκ τῶν δικηγόρων, διότι βεβαίως οἱ συμβολαιογράφοι δὲν εἶναι νομομαθεῖς, ὅπως εἶναι οἱ δικηγόροι, καὶ ὀλίγιστοι ἐξ αὐτῶν εἶναι ὄντως ἱκανοὶ πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ εἰρηνοδίκου, καὶ τοῦτο ἡ καθημερινὴ πεῖρα τὸ ἀποδεικνύει. Ἐπειδὴ εὑρισκόμεθα εἰς τὸ τέλος τῆς συνόδου, δὲν ἔχω νὰ ζητήσω ἄλλο τι περισσότερον ἢ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τῆς δικαίας καὶ εὐλόγου τοῦ ἐν Αἰγίῳ δικηγορικοῦ συλλόγου. Ὅταν ἔγεινεν ὁ νόμος, παρεπονέθησαν οἱ ἐκεῖ δικηγόροι· ἐγὼ δὲ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἔκαμον παρατηρήσεις εἰς τὸν γενικὸν γραμματέα. Τελειώνων λοιπὸν, παρακαλῶ, ἵνα ἡ ἀναφορὰ αὕτη τῶν ἐν Αἰγίῳ δικηγόρων ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἐν καιρῷ τῷ δέοντι. Ἐὰν δὲν ἤμεθα εἰς τὸ τέλος τῆς συνόδου καὶ δὲν ἠσχολούμεθα περὶ ἄλλα πολλῷ σπουδαιότερα καὶ πολλῷ μᾶλλον κατεπείγοντα ἀντικείμενα, θὰ εἰσῆγον πρότασιν νόμου περὶ τούτου· ἀλλὰ τώρα περιορίζομαι εἰς τὸ νὰ κάμω μόνον τὴν παρατήρησιν ταύτην καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ σκεφθῇ ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης.
§2ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὑποβάλλω πρότασιν νόμου περὶ χορηγίας ἐπιδόματος εἰς τοὺς ἀρχιμουσικοὺς καὶ τὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν μουσικῶν τοῦ στρατοῦ. Τοιοῦτον νομοσχέδιον ὑπέβαλεν ἄλλοτε ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργὸς κ. Μπούμπουλης κατὰ τὸ 1877· ὑπάρχει μάλιστα ἡ ἔκθεσις, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἵνα παραδεχθῇ, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συζητηθῇ τὴν Δευτέραν, διότι πάντες γνωρίζετε, ὅτι οἱ ἄνθρωποι οὗτοι πάσχουν· ἔχουν πλέον τῶν 40 ἐτῶν ὑπηρεσίαν, καὶ λαμβάνουν πολὺ γλίσχρον μισθόν.
§3ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν ἤλθομεν ἐδῶ ν’ ἀσφαλίσωμεν μόνον τ’ ἀγαθὰ καὶ τὴν εὐδαιμονίαν τῶν πόλεων, οὔτε τῆς πρώτης, οὔτε τῆς δευτέρας τάξεως τῶν πολιτῶν· ἤλθομεν νὰ μεριμνήσωμεν καὶ περὶ ἑνὸς ἄλλου πληθυσμοῦ, ὅστις εἶναι ἔτι μεγαλείτερος καὶ πολλῷ σπουδαιότερος, τοῦ πληθυσμοῦ τῶν χωρίων, ἅτινα κατὰ δυστυχίαν στεροῦνται πάσης εὐεργεσίας, παντὸς ἀγαθοῦ· οὔτε σχολεῖα ἔχουν, οὔτε ἰατρὸν ἔχουν, οὔτε ὁδοὺς, οὔτε διοίκησιν, κατὰ δυστυχίαν, καὶ δικαιοσύνην ἀπολαμβάνουν. Λοιπὸν αὐτὸ τὸ ζήτημα δυστυχῶς τὸ ἐγκατελείψαμεν ὅλοι, καὶ φροντίζομεν δι’ ἄλλα ὑψηλοτέρας περιωπῆς, διότι αὐτὰ τὰ συμφέροντα φαίνεται μᾶς ἐγγίζουν περισσότερον. Εἶχον ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν ἓν νομοσχέδιον ἀφορῶν τὴν ἐπέκτασιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ κατὰ τὴν ἰδέαν μου, ἡ ἐπέκτασις ἔπρεπε νὰ γείνῃ καθ’ ὅλα τὰ χωρία τοῦ Κράτους, διότι καὶ αὐτοὶ πληρώνουν φόρους, ὑποφέρουν βάρη, καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπρόβλεπε περὶ συστάσεως ταμείου. Ὁ ἀξιότιμος νῦν ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κ. Μαυροκορδάτος ὑπέβαλεν ἓν νομοσχέδιον, ὅπερ θεραπεύει τὴν ἀνάγκην ταύτην. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ συγκατατεθῇ νὰ τὸ ἐπιψηφίσῃ εἰς αʹ. καὶ βʹ. ἀνάγνωσιν, καὶ ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν γʹ. συζήτησιν, δυνάμεθα νὰ τὸ συζητήσωμεν καὶ ἐπιψηφίσωμεν. Ἀλλ’ ὀφείλομεν, πρὶν φύγωμεν ἀπὸ τὰς Ἀθήνας, νὰ ἐπιψηφίσωμεν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, διότι τὰ 9|10 τοῦ πληθυσμοῦ διατελοῦσιν ἐν πλήρει ἀγραμματοσύνῃ.
§4ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἔχομεν καιρόν.
§5ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ αὐτὸ τὸ ζήτημα ἔχομεν καιρόν. Καλὸν εἶναι βεβαίως νὰ μεριμνῶμεν περὶ τῆς αʹ. καὶ βʹ. τάξεως τῶν πολιτῶν· πρέπει ὅμως νὰ μεριμνῶμεν καὶ περὶ τῶν χωρικῶν (θόρυβος), περὶ τοῦ μεγάλου πληθυσμοῦ τῶν κωμῶν καὶ χωρίων.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Στεφανόπουλος δὲν ἐπρόλαβε νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι ἔχει σκοπὸν νὰ ζητήσῃ τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις νομοσχεδίου τινὸς, ὅπερ δὲν ἔχει τὴν πρώτην θέσιν, ἐνῷ πολλοὶ ἄλλοι συνάδελφοι μοὶ ἔκαμαν τοιαύτην ἀπαίτησιν· εἰς ὅλους δὲ εἶπον, ὅτι, διὰ νὰ μὴ γίνηται θόρυβος καὶ παρέρχηται ἡ ὥρα, ἀναλαμβάνω ἐγὼ νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν ὅλα τὰ νομοσχέδια, περὶ τῶν ὁποίων εἶχον σκεφθῆ ἐκεῖνοι νὰ ζητήσουν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ προταχθῶσι, καὶ νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐγὼ περὶ τούτου, ὥστε, ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλὴ, νὰ τὰ συζητήσῃ ἀμέσως, χωρὶς νὰ γείνῃ θόρυβος. Αὐτὸ λοιπὸν θέλω πράξει καὶ διὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§7ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν, κύριοι, ὑπέβαλε, κατὰ προηγουμένην ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, τὰς προτάσεις περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμου Πατρῶν.
§8ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν.) Τὴν πρότασιν δηλαδή.
§9ΦΙΛΗΜΩΝ. Γινώσκω, ὅτι ἡ ἑταιρία, ἥτις ὑπέβαλε τὴν πρότασιν αὐτὴν, ἐννοεῖ, ὅτι εἶναι ἑτοίμη καὶ πρόθυμος ν’ ἀναλάβῃ καὶ τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου Λαμίας, καὶ οἱουδήποτε ἄλλου. Τὰς προτάσεις αὐτὰς τὰς ἀνέγνωσα· φαίνονται κατ’ ἐπιφάνειαν βαρεῖαι, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι διὰ τὰ μεγάλα ὠφελήματα, ἅτινα ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου θὰ προσπορίσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῶσι τοιαῦται· ἄλλως τε καὶ ἄλλα Κράτη καταβάλλουσι μεγίστας θυσίας διὰ τὴν κατασκευὴν σιδηροδρόμων. Παρ’ ἡμῖν ἡ κατασκευὴ τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας θὰ ἔχῃ ἀξίαν, ὄχι μόνον οἰκονομικὴν, ἀλλὰ καὶ μεγάλην πολιτικὴν ἐξωτερικήν. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἀρκετὰ σπουδαῖον, ὅπως ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐντὸς τῆς τακτικῆς συνόδου αὐτῆς· παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσδιορίσῃ ἡμέραν προσεχῆ, καθ’ ἣν νὰ ἐπιληφθῇ τῆς συζητήσεως αὐτῆς.
§10ΡΑΛΛΗΣ. Τίνες εἶναι οἱ πατριῶται αὐτοὶ οἱ ὑποβαλόντες τὰς προτάσεις;
§11ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν πρόκειται περὶ πατριωτῶν, κ. Ῥάλλη, ἀλλὰ περὶ ἀνθρώπων, οἵτινες ὑποβάλλουσι προτάσεις περὶ σιδηροδρόμων· αὐτὰς δύνασθε νὰ τὰς πολεμήσητε, ἀλλ’ ὄχι νὰ τοὺς ἀποκαλῆτε ἐμπαικτικῶς πατριώτας καὶ νὰ τοὺς μέμφησθε. (Θόρυβος.)
§12ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν.) Διὰ νὰ κατασκευάσωμεν, κύριοι, σιδηροδρόμους, δὲν ἀρκεῖ νὰ λέγωμεν, ὅτι ἔχομεν προτάσεις, ἀλλὰ καὶ ἂν δυνάμεθα νὰ τὰς πραγματοποιήσωμεν. Ἡ πρότασις αὐτὴ τοῦ σιδηροδρόμου μεταξὺ Πατρῶν καὶ Ἀθηνῶν εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, διότι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ζητοῦσιν, αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ζητοῦσιν, εἶναι τοιαῦται, ὥστε ἡμεῖς δυνάμεθα ἴσως μὲ πολὺ ὀλιγώτερα νὰ κατασκευάσωμεν σιδηρόδρομον.
§13ΦΙΛΗΜΩΝ. Αὐτὸ νὰ συζητηθῇ.
§14ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ζητοῦν 175,000 δραχμὰς τὸ χιλιόμετρον· δὲν λέγουν τί σιδηρόδρομον θὰ κάμουν, ἀπὸ τοὺς λεγομένους μικροὺς ἢ μεγάλους, ζητοῦν νὰ τοῖς ἐγγυηθῶμεν 7% ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου. Ἠμποροῦμεν νὰ τὰ κάμωμεν ἡμεῖς αὐτά;
§15ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὅσα εἶπεν, ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἶναι ἀκριβῆ. Ἀλλὰ καὶ ἐγὼ ἀκριβῶς τοῦτο θέλω νὰ συζητηθῇ, ἵν’ ἀποδειχθῇ.... (Θόρυβος.)
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται σήμερον περὶ συζητήσεως. Ὁ κ. Φιλήμων ἐζήτησε νὰ προσδιορισθῇ ἡμέρα, καθ’ ἣν νὰ συζητηθῇ ἡ ἐπερώτησίς του, ἣν ἀπηύθυνεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διατὶ δὲν συνομολογεῖ σύμβασιν περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμων. Ποίαν ἡμέραν προτείνετε, κ. Φιλήμων;
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡμεῖς, κύριοι, ἔχομεν προτείνει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πιστώσεις, διὰ μελέτας τῶν σιδηροδρόμων· τότε θὰ ἦναι ἡ κατάλληλος στιγμή, ἵνα γείνῃ αὕτη ἡ συζήτησις, διότι, ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν ἰδικήν μας πρότασιν, παραδέχεται βεβαίως, ὅτι αἱ προτάσεις περὶ σιδηροδρομικῶν συμβάσεων εἶναι πρόωροι. Ἡμεῖς θὰ εἴπωμεν τότε, ὅτι, μὴ ἔχοντες προτάσεις περὶ συμβάσεων πρὸς ἑταιρίας, τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν ὡς παρεχούσας τὰς βάσεις πρὸς διαπραγματεύσεις σπουδαίας περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμων, προτείνομεν ν’ ἀρχίσωμεν εὐθὺς τὰς μελέτας, κατ’ ἐντολὴν καὶ εἰς λογαριασμὸν τοῦ Κράτους· οἱ δ’ ἔχοντες ἐναντίαν ἰδέαν θέλουσι πολεμήσει τὴν πρότασιν ἡμῶν καὶ θέλουσιν ἀναπτύξει τὴν ἰδίαν αὑτῶν γνώμην, ὅτι αἱ γενόμεναι προτάσεις δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὡς ἀφετηρία διαπραγματεύσεων.
§18ΛΑΠΠΑΣ. Ὅστις εἶναι κατὰ τοῦ σιδηροδρόμου, εἶναι ἐχθρὸς τῆς πατρίδος.
§19ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Κύριοι, ἐπειδὴ ἐγγίζει ἡ λῆξις τῆς συνόδου, διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι ν’ ἀπευθύνω μίαν παράκλησιν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπὶ τῆς ἀκολούθου ὑποθέσεως. Λαμβάνω δὲ ἀφορμὴν ἴσα ἴσα ἐκ τῆς προτάσεως, ἣν ἔκαμεν ὁ κ. Μπούμπουλης περὶ καταργήσεως τοῦ ἐπιτηδεύματος τῶν πλοίων. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅλοι, ὅτι τῷ 1856 κατὰ Μάρτιον μῆνα συνωμολογήθη σύμβασις ἐν Παρισίοις μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ Κριμαϊκοῦ πολέμου· εἰς τὴν συνθήκην ἐκείνην ἐλήφθη πρόνοια, ὥστε τὰ ἀβαθῆ ὕδατα τῶν ἐκβολῶν τοῦ Δουνάβεως ἢ Σουλινᾶ νὰ καθαρισθῶσι καὶ βαθυνθῶσιν, ἤτοι νὰ σχηματισθῇ ἐπιτροπὴ, ἥτις ν’ ἀναλάβῃ τὴν ὑποχρέωσιν, ὥστε νὰ καθαρίσῃ τὸ στόμιον τοῦ ποταμοῦ καὶ νὰ τὸ ἐλευθερώσῃ ἀπὸ τὰς ἑκάστοτε γενομένας ἀμμώδεις ὑφάλους, καὶ νὰ τὸν βαθύνῃ, ἵνα τὰ πλοῖα εἰσέρχωνται ἀκωλύτως καὶ ἀκινδύνως. Πράγματι, κατὰ τὰ ἄρθρα 15–19 τῆς Παρισιανῆς συνθήκης, ἐπὶ τῇ βάσει ἐκείνης τοῦ 1815, γενομένης ἐν Βιέννῃ περὶ Δουνάβεως, ἐσχηματίσθη διεθνὴς ἐπιτροπὴ, ὅπως πραγματοποιήσῃ τὴν ἐργασίαν ταύτην, ἡ λεγομένη εὐρωπαϊκὴ ἐπιτροπὴ, καὶ αὐτὴ ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν, συμφώνως μὲ τὴν συνθήκην, τὴν ὁποίαν, ὡς εἶπον, συνωμολόγησαν αἱ τότε συμμαχικαὶ δυνάμεις, ὡς καὶ ἡ Ῥωσσία. Ἡ ἀναδεχθεῖσα τὴν ὑποχρέωσιν αὐτὴν ἐπιτροπὴ ἐπέβαλε διόδια· κατὰ τὸ 1860 ἐκανονίσθη διατίμησις τῶν διοδίων αὐτῶν, ἀλλὰ τὰ διόδια αὐτὰ ἐφάνησαν, ὅτι ἦσαν ὑπερβολικὰ, καὶ διὰ τοῦτο τὸ 1861, κατὰ Δεκέμβριον μῆνα, ἐγένετο νέον πρωτόκολλον, δι’ οὗ συνετάχθη νέα διατίμησις, ἥτις δὲν εἶναι δυστυχῶς πολὺ μικρὰ καὶ εὐτελής. Δὲν θέλω ἐγὼ νὰ εἴπω, ἐὰν ὑπῆρξεν ἔλλειψις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὴν τότε ἐποχὴν, μὴ λαβοῦσαν παντάπασι μέρος εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην.
§20ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ. Τί προτείνετε;
§21ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Παρακαλῶ, μὴ μὲ διακόπτετε, διότι δὲν εἶμαι καὶ ῥήτωρ. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἔλαβε μέρος τότε, καὶ δὲν ἔλαβε μέρος βεβαίως, διότι δὲν ἠδύνατο ὡς μικρὰ καὶ μὴ ἐρωτωμένη νὰ λάβῃ μέρος, μολονότι, κατὰ τὰς στατιστικὰς, ἡ Ἑλληνικὴ σημαία εἶναι ἐκείνη, ἥτις πληρόνει τὰ περισσότερα διόδια. Καὶ ἰδοὺ διατί λέγω, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ κάμῃ παραστάσεις........
§22ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Λέγετε, ὅτι πληρόνει περισσότερα ἡ Ἑλληνικὴ σημαία;
§23ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Σταθῆτε, παρακαλῶ, θὰ σᾶς εἴπω· 400,000 τόνων κατὰ μέσον ὅρον εἰσπλέουν εἰς τὸν Δούναβιν· οἱ 200,000 εἶναι Ἑλληνικῆς σημαίας, οἱ δὲ λοιποὶ 200,000 εἶναι ὅλων τῶν ἄλλων σημαιῶν, ὅλης τῆς οἰκουμένης. Ἐννοεῖτε λοιπὸν πόσον συμφέρον ἔχει ἡ Ἑλληνικὴ ναυτιλία, ὅπως τὰ διόδια αὐτὰ ἦναι μικρότερα, διὰ νὰ πληρόνῃ ὀλιγώτερα. Κατὰ τὸ 1861, ὡς σᾶς εἶπον, συνετάχθη νέον πρωτόκολλον, καὶ κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος σχεδὸν ἐν τῷ αὐτῷ πρωτοκκόλλῳ ὑπάρχει ἕν ἄρθρον, ὅπερ λέγει, ὅτι μετὰ 5 ἔτη θέλει γείνει ἀναθεώρησις, καὶ θέλουσι κανονισθῆ ἐκ νέου τὰ διόδια.
§24ΚΑΡΥΣΤΙΝΑΚΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε δύο λέξεις; Περὶ ὅλων αὐτῶν τὰ ὑποβάλητε ἓν ὑπόμνημα εἰς τὴν Ἑληνικὴν Κυβέρνησιν, ἵνα νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.
§25ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν ἦναι δυνατὸν, νὰ μοὶ εἴπῃ, ἐὰν ἀπὸ τοῦ 1861 μέχρι τοῦδε ὑπῆρξε μεταβολή τις, καὶ ἐὰν δὲν ἐπῆλθεν ἐπὶ τὸ ἔλαττον, θὰ παρακαλέσω πολὺ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μεσολαβήσῃ ἐπ’ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, νὰ μειωθῶσι τὰ ὑπάρχοντα μέχρι τοῦδε διόδια, διότι ἔχω πληροφορίας, ὅτι ἐξακολουθοῦν τὰ αὐτά, μήπως ἐπέλθῃ ἐλάττωσις αὐτῶν. Διότι, κύριοι, πρέπει νὰ γνωρίζετε, ὅτι ἕν πλοῖον, ὅπερ εἶναι ἐκ 300 τόνων, ἵνα ἐξέλθῃ τοῦ Δουνάβεως, θὰ ἐξοδεύσῃ τοὐλάχιστον 1,000 φράγκα, μὲ ἄλλας λέξεις, πρέπει νὰ δώσῃ τὸ ⅙ τοῦ ναύλου του εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Δουνάβεως. Ἰδοὺ ὁ λόγος, ὅστις μὲ παρεκίνησε νὰ κάμω αὐτὴν τὴν ἐπερώτησιν καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Προσέτι, κύριοι, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ φροντίσῃ διὰ τὴν ὑγείαν ὅλων, ὄχι τῶν ἐν τῷ κοινοβουλίῳ, ἀλλ’ ὅλης τῆς Ἑλλάδος. Αὐτὴν τὴν παράκλησιν ἀπευθύνω πρὸ πάντων εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι συμβαίνει νὰ ἦναι καὶ ἰατρός. Ἡ Ἑλλάς, κύριοι, δυστυχῶς στερεῖται πολλῶν, καὶ μάλιστα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶναι τιμαλφέστερα. Κατὰ τὸ 1836 συνετάχθη μία φαρμακοποιΐα, ἔκτοτε δὲ 44 ἔτη παρῆλθον, καὶ φαρμακοποιΐα δὲν ἐγένετο’ καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα τῶν 44 ἐτῶν πόσαι νέαι ἀνακαλύψεις δὲν ἐγένοντο εἰς τὴν φαρμακολογίαν; Πρέπει νὰ πιστεύσητε, ὅτι συνταγαὶ, στελλόμεναι ἀπὸ ἰατροὺς πρὸς τοὺς φαρμακοποιοὺς, δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν, διὰ τὴν ἄγνοιαν τούτων, νὰ πραγματοποιηθῶσιν ὅπως πρέπει· πολλάκις οἱ φαρμακοποιοὶ δὲν ἐννοοῦν τὶ οἱ ἰατροὶ παραγγέλλουν, καὶ ἔχουν δίκαιον, διότι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν δὲν γνωρίζουν ξένην γλῶσσαν, καὶ ἐὰν γνωρίζουν, δὲν δύνανται νὰ λαμβάνωσι γνῶσιν τῶν καθ’ ἑκάστην γινομένων ἀνακαλύψεων, καὶ τοιαῦται εἶναι πολλαί. Περὶ τούτου ὡμίλησα καὶ ἄλλοτε εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ ἰατροσυνεδρίου, ὅστις μοὶ εἶπεν, ὅτι πολλάκις ἔκαμε λόγον περὶ τούτου, ἀλλὰ δὲν τῷ παρεχωρήθη ἡ ἀπαιτουμένη δαπάνη. Διὰ τοῦτο ἂς ἀποκόψωμεν ἀπὸ πᾶν ἄλλο κονδύλιον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, τὸν ὁποῖον θὰ συζητήσωμεν, νὰ ἀναγραφῇ ἡ χρήσιμος δαπάνη περὶ τούτου.
§26ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κάμετε τὴν πρότασίν σας τότε.
§27ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Διὰ νὰ συνταχθῇ μία νέα φαρμακοποιΐα, ἵνα διορθώσωμεν τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, ἐξ ἧς κινδυνεύει ἡ ζωή μας ἀπὸ τὴν ἔλλειψιν ταύτην, δὲν ἀπαιτεῖται μεγάλον ἔξοδον. Εἰς δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς παιδείας ἀπευθυνόμενος, παρακαλῶ αὐτὸν νὰ φροντίσῃ, ὅπως διορίσῃ καθηγητὴν τῆς φαρμακευτικῆς. Πρὸ τεσσάρων ἐτῶν καθηγητὴς τῆς φαρμακευτικῆς δὲν ὑπάρχει· ὁ ὑπάρχων εἶναι ἀνίκανος καὶ μὴ δυνάμενος νὰ ἐξέλθῃ τῆς οἰκίας του, πλὴν μισθοδοτεῖται καὶ λαμβάνει βοήθειαν. Δὲν θέλω μὲ τοῦτο νὰ κατακρίνω τὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ τὸν συλλυποῦμαι. Ἀπορῶ ὅμως πῶς, ἐνῷ δὲν ὑπάρχει καθηγητὴς, πῶς κατ’ ἔτος ἐξέρχονται φαρμακοποιοὶ μὲ πτυχίον. Σᾶς παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν αὐτό.
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὰ διεθνῆ τέλη κατὰ τὸν πλοῦν τοῦ Δουνάβεως ὑπάρχει ὀγκώδης φάκελλος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν· ἐξ αὐτοῦ δὲ θέλω σταχυολογήσει τὰ κυριώτερα καὶ θέλω τὰ καταθέσει ἐνταῦθα, πρὸς γνῶσιν τῶν κ. κ. Βουλευτῶν.
§29ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Ἐγὼ μόνον παράκλησιν ἔκαμα, διὰ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τοῦτο.
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ τούτου δὲν πρέπει νὰ ἔχητε ἀμφιβολίαν, ὅτι ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις ἠσχολήθησαν. Καί τοι δὲν ἔχομεν δικαίωμα ἀμέσου μετοχῆς, ἔχομεν ὅμως δικαίωμα ἐκ τῆς συνθήκης τῶν Παρισίων, ὅπως ἀκουώμεθα, καὶ ἐπὶ τῷ δικαιώματι τούτῳ, πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις εἰργάσθησαν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς Ἑλληνικῆς ναυτιλίας.
§31ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Δὲν ἠθέλησα νὰ ἀδικήσω καμμίαν Κυβέρνησιν, παρὰ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν.
§32ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ, νὰ ἀφήσωμεν ὅλα τὰ ἄλλα νομοσχέδια καὶ νὰ εἰσέλθωμεν ἀμέσως εἰς τοὺς φορολογικοὺς νόμους.
§33ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Στεφανόπουλος, εἶναι νομοσχέδιον κυβερνητικόν· εὐθὺς ὡς ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς δεκάτης, θὰ φέρωμεν πρότασιν περὶ νομοσχεδίων τινῶν, ὅπως ἐπιψηφισθῶσιν εἰς ά ἀνάγνωσιν, ἂν δὲν προκαλῆται συζήτησις, καὶ νομίζω, ὅτι θὰ δεχθῇ ἡ Βουλή, ὅπως σημειωθῇ καὶ τοῦτο μεταξὺ τῶν ἄλλων νομοσχεδίων.
§34ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπειδὴ τῳόντι ὁ καιρὸς ἐγγίζει, πρέπει δὲ νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ μέσα, καὶ αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν ἔχομεν· ἐπειδὴ πολλὰ ἀντικείμενα εἶνε τοιαῦτα, ὥστε θὰ προκαλέσουν συζητήσεις, καὶ αὗται θὰ τείνωσιν εἰς ἀπώλειαν τοῦ χρόνου, καὶ ἐπειδὴ ἡμεῖς ἔχομεν σκοπὸν νὰ ζητήσωμεν νὰ προηγηθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον θὰ συζητήσωμεν, διότι θὰ ζητήσωμεν τὴν ἀπάλειψιν κονδυλίων τινῶν, νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶνε καλὸν νὰ προτάξῃ τὸν προϋπολογισμὸν μετὰ τὸ φορολογικὸν νομοσχέδιον, καὶ μετὰ τὸν προϋπολογισμὸν συζητοῦμεν ὅ,τι ἄλλο θέλει. Βλέπετε τί συνέβη μὲ τὸ νομοσχέδιον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τόσαι μεταβολαὶ ἔγειναν, καὶ ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις· ἑπομένως ἠμπορεῖ νὰ ἔλθουν τοιούτου εἴδους συζητήσεις καὶ εἰς ἄλλα νομοσχέδια, καὶ νὰ μὴ προφθάσωμεν νὰ συζητήσωμεν τὸν προϋπολογισμόν. Ἐπειδὴ κατὰ τὴν μεγάλην ἑβδομάδα, πιστεύω, δὲν θὰ ἦνε βουλή, διὰ τοῦτο νομίζω καλὸν καὶ ἀναγκαῖον νὰ προτάξωμεν τὸν προϋπολογισμὸν καὶ νὰ τὸν δώσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἄλλως ἐκ τῆς συζητήσεως ἠμπορεῖ νὰ προέλθουν ἄτοπα.
§35ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν ἀφορᾷ ἡ παρατήρησις τοῦ κ. βουλευτοῦ Μεσσήνης εἰς τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν σχετίζονται πρὸς τὸν προϋπολογισμόν, βεβαίως παραδέχομαι τὴν γνώμην του, διότι σήμερον δὲν πρόκειται νὰ φέρωμεν εἰς συζήτησιν μεταῤῥυθμίσεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ γείνωσι καὶ ἄλλοτε. Ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμός, οἷος ὑπεβλήθη παρ’ ἡμῶν, στηρίζεται ἐπί τινων νομοσχεδίων, πάντων δὲ τούτων δέον ἡ συζήτησις νὰ προταχθῇ· ἄλλως δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν προϋπολογισμόν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν προϋπολογισμόν, ὅστις ἐπὶ θεμελιωδῶν στηρίζεται εἰς νομοσχέδια, ἄνευ τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα, μὴ ἐπιψηφιζόμενα, καθιστῶσι τήν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀδύνατον;
§36ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν τοιαύτην συζήτησιν, θέλω ἀποδείξει, ὅτι τὰ νομοσχέδια, ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν εἶνε ἀναποφεύκτως ἀναγκαῖα νὰ ἐπιψηφισθῶσιν· ἡ μὴ ἐπιψήφισις τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν δὲν ἐμποδίζει καθόλου τὴν Κυβέρνησιν. Κύριοι, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τούτου σήμερον, ἠθέλομεν τὸ συζητήσει, καὶ θὰ τὸ συζητήσωμεν μετὰ τὸ τέλος τοῦ φορολογικοῦ νόμου, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἠμπορεῖ νὰ κυβερνήσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἄνευ τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ καὶ ἄνευ τοῦ νόμου περὶ αὐξήσεως τῶν τελωνιακῶν δασμῶν.
§37ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. βουλευτὴς Μεσσήνης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φρονῇ ὅπως φρονεῖ· ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐφρόνει ὅπως φρονεῖ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὤφειλε νὰ φέρῃ τὸν κ. βουλευτὴν Μεσσήνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡμεῖς ἔχομεν ἐπὶ τοῦ θεμελιώδους τούτου ζητήματος διάφορον ἰδέαν. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι ὁ στρατολογικὸς νόμος, ὅστις πρῶτον κατὰ τὸ 1880 ἐφαρμόζεται, ἐὰν δὲν ἐπέλθῃ ἡ ἐλάττωσις τῆς θητείας, δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ, καὶ δὲν θὰ ἔχωμεν στρατόν. Τοιαῦτα φρονοῦντες ἡμεῖς, δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ ἐπιμείνωμεν, ὅπως τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια συζητηθῶσι πρὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος δὲν φρονεῖ οὕτως· ἀλλ’ ἡ Βουλὴ πέπεισμαι, ὅτι ἔχει τὴν γνώμην ἡμῶν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχετο τὴν γνώμην ἡμῶν, θὰ εἵπετο, ὅτι δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς ἡμᾶς, ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς ἡμᾶς καὶ ὅτι ὑπὲρ τῶν νομοσχεδίων τούτων ἤδη ὑπάρχει ἐν τῇ Βουλῇ μεγίστη πλειονοψηφία. Γνωρίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ματαιωθῇ ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων, διὰ τῆς καταναλώσεως τοῦ χρόνου· δὲν ἕπεται ὅμως ἐκ τοῦ ὅτι εἶναι τοῦτο δυνατόν, ὅτι εἶναι καὶ κανονικόν. Εἰς ὅλα τὰ κοινοβούλια παρουσιάζεται περίστασις πρὸς τὰ τέλη τῶν συνόδων, καθ’ ἣν ὑπάρχουσι πολλὰ νομοσχέδια δεόμενα ἐπιψηφίσεως ἐν χρόνῳ βραχεῖ, ἀλλὰ πάντα ταῦτα, ἀφοῦ λυθῇ τὸ ζήτημα τῆς πλειονοψηφίας καὶ μειονοψηφίας, ἡ μειονοψηφία παραχωρεῖ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, προσμετροῦσα τὰς διαστάσεις, ἃς δίδει εἰς τὰς συζητήσεις, πρὸς τὸν χρόνον τὸν ὑπολειπόμενον εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος κατὰ τὰς μακρὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, εἴτε τὰς γενικὰς περὶ ἐμπιστοσύνης, εἴτε τὰς εἰδικὰς περὶ τῶν ἰδίων αὑτοῦ μέτρων καὶ περὶ τῶν μέτρων ἡμῶν, ἐξέφρασε τὴν γνώμην του περὶ τῶν ἰδεῶν ἡμῶν καὶ τὰς ἰδίας αὑτοῦ ἰδέας. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι μετὰ τὴν διαβεβαίωσιν, ἣν ἔδωκε περὶ τῶν προθέσεων αὑτοῦ, — καὶ ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ὅ,τι εἶπε, τοῦτο καὶ φρονεῖ, διότι πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἐκυβέρνησε καὶ καλεῖται ἵνα κυβερνᾷ τὸν τόπον, δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἄλλας ἰδέας περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν πρέπει νὰ προσφέρηται ἡ ἀντιπολίτευσις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, — ὀφείλει νὰ διευκολύνῃ τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, διὰ τῆς μὴ καταναλώσεως τοῦ χρόνου εἰς συζητήσεις, αἵτινες, ὅσῳ καὶ ἂν ὦσι σπουδαῖαι, εἶναι ἤδη ἄκαιροι.
§38ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν συζήτησιν, ἥτις ἐξακολουθεῖ ἐπὶ τοῦ φορολογικοῦ νομοσχεδίου, θέλετε ἴδει ποία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ γενικῆς καὶ μερικῆς συζητήσεως. Ἐσυζητήσαμεν, ἀληθῶς, γενικῶς τὰ νομοσχέδια, ἀλλ’ ἤδη θὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τὴν κατὰ μέρος, καὶ ἀδιαφοροῦμεν ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν παραδεχθῇ τὴν γνώμην μας. Ἡμεῖς θὰ συζητήσωμεν τὰ νομοσχέδια, διότι θέλομεν νὰ καλύψωμεν τὴν εὐθύνην ἡμῶν· θὰ συζητήσωμεν κατ’ ἀνάγκην, διότι θέλομεν νὰ δικαιολογήσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ διότι θέλομεν νὰ καλύψωμεν τὴν εὐθύνην ἡμῶν, διότι αὐτὸ εἶναι φυσικόν. Ἔχομεν πᾶσαν τὴν προθυμίαν καὶ τὴν ἀπόφασιν νὰ δώσωμεν τὰ μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ζήσῃ καὶ προχωρήσῃ, ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦμεν ν’ ἀφήσωμεν ἀσυζήτητα τὰ νομοσχέδια. Ἐπειδὴ δὲ τοῦτο ἠμπορεῖ κατὰ δυστυχίαν νὰ ἐξαντλήσῃ τὸν καιρὸν, δὲν θέλομεν, καὶ τὸ λέγω ἀπὸ τοῦδε, τὴν τελευταίαν ἡμέραν νὰ ἔλθωσι καὶ νὰ μᾶς εἴπωσιν, ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν καιρὸν, ψηφίσατε εἰς μίαν ἡμέραν τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ νὰ τὸ πράξωμεν. Λοιπὸν ἐκ τούτου ἠμπορεῖ νὰ προέλθῃ τὸ ἄτοπον, καὶ εἰδοποιοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἔχομεν ὅλην τὴν καλὴν διάθεσιν νὰ δώσωμεν τὸν προϋπολογισμόν. Ἐὰν δὲν θέλῃ, ἐξακολουθοῦμεν, καὶ τέλος πάντων, ὅπου φθάσῃ, ἂς φθάσῃ.
§39ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅπως ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἰδοποιεῖ τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῶν προθέσεων τῆς ἀντιπολιτεύσεως, οὕτω καὶ ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν τὴν προτεινομένην παρὰ τοῦ κ. Κουμουνδούρου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἰδέαν. «Εἶμαι ἕτοιμος, εἶπε, νὰ πράξω ὅ,τι πράττουσιν ὅλα τὰ κοινοβούλια, ἀλλ’ ἐπὶ τῷ ὅρῳ νὰ δεχθῆτε τὸν προϋπολογισμὸν τὸν ἐμὸν», δηλ. τὸν τοῦ κ. Κουμουνδούρου.
§40ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι.
§41ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀλλ’ ἂν προτίθησθε νὰ δεχθῆτε τὸν ἡμέτερον προϋπολογισμὸν, πρέπει νὰ δεχθῆτε καὶ τὸν ἡμέτερον στρατιωτικὸν νόμον· ἐὰν δὲν ἐλαττώσητε τὴν θητείαν, δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ἐπιψηφίσητε τὸν προϋπολογισμὸν τῆς νῦν Κυβερνήσεως. Ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Κυβερνήσεως τῆς παρελθούσης, τὸν ὁποῖον προτείνουσι νὰ ψηφίσητε, εἶνε πλήρης ἄρνησις τοῦ ἰδικοῦ μας, καὶ δὲν εἶνε δυνατὸν ἡμεῖς νὰ κυβερνήσωμεν μὲ τὰς ἰδέας τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, ἃς ἐπολεμήσαμεν. Ἔχει βεβαίως τὸ δικαίωμα ὁ κ. Κουμουνδοῦρος νὰ εἴπῃ, ὅτι θέλει συζήτησιν μέχρις ἐξαντλήσεως τῆς διαρκείας τῆς Συνόδου· ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ πλειονοψηφία ὀφείλει νὰ μὴ ὑποκύπτῃ εἰς τὴν μειονοψηφίαν. Νομίζω, ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἐν τῇ Βουλῇ ἀπεδέξατο τὸ σύστημα ἡμῶν καὶ ὅτι ἡ πλειονοψηφία τοῦ ἔθνους ἠσπάσθη τὰς ἰδέας ἡμῶν. Καὶ ὅταν τὸ ἔθνος θέλῃ νὰ ἐπικρατήσωσι κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο αἱ ἰδέαι ἡμῶν, ὅταν ἐπιθυμῇ, ὅπως ὁ στρατολογικὸς νόμος, νῦν πρῶτον ἐφαρμοζόμενος, ἐφαρμοσθῇ συμφώνως πρὸς τὸ σύστημα τοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ὑπεβάλομεν, ὅταν τὸ ἔθνος ἀπεδέχθη τὴν γνώμην ἡμῶν, καθ’ ἣν ἄνευ τοιούτου συστήματος ὁ στρατολογικὸς νόμος δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ παραιτήσωμεν τὰς ἰδέας ἡμῶν, οὐδὲ ν’ ἀφήσωμεν ὅπως ἡ Ἑλλὰς, διὰ τῆς μὴ ἐγκαίρου ἐφαρμογῆς τοῦ ἡμετέρου συστήματος, ἀφοπλισθῇ, ἐν ὥρᾳ μάλιστα, καθ’ ἥν πρέπει νὰ ὀργανῶται καὶ νὰ παρασκευάζηται.
§42ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἐνεστῶτος ὑπουργείου δὲν διαφέρει εἰμὴ κατὰ 400 χιλ. δραχμῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἰδικοῦ μας. Τὰ χρήματα ὁ προϋπολογισμὸς τὰ δίδει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ζήσῃ, καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι εἶνε γνωστὸν, ὅτι θέλομεν νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ σύστημα τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, διότι, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅ,τι ἐῤῥέθη ἐν τῇ Βουλῇ αὐτῇ, θέλομεν ἴδει, ὅτι τὸ στρατιωτικὸν σύστημα τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ ἦτο ἐν μειονοψηφίᾳ· διότι εἰς τὴν τελευταίαν ψηφοφορίαν εὑρέθημεν εἰς ἰσοψηφίαν, καὶ πολλοὶ μάλιστα τῶν βουλευτῶν εἶχον ἐναντίαν γνώμην. Διὰ τοῦτο ἐν καιρῷ θὰ τὸ συζητήσωμεν, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος μᾶς ἀναγκάζει νὰ τὸ συζητήσωμεν.
§43ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ ὑποβάλω, ὅτι ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ συντρέξωμεν τὴν κυβέρνησιν, παρουσιαζόμενοι εἰς τὰς συνεδριάσεις, ἀπέχοντες δὲ ἀπὸ συζητήσεων παρατεταμένων καὶ ἀσκόπων· ἀλλὰ δὲν ὀφείλομεν καὶ ἀσυζητητεὶ νὰ ψηφίζωμεν ὅλα τὰ νομοσχέδια, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποβάλωμεν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, τὸ δικαίωμα τοῦ βουλεύεσθαι, συζητεῖν, καὶ ἐν ἐπιγνώσει ἐπιψηφίζειν τὰ προτεινόμενα, ὅπερ ἐπιβάλλουσιν ἡμῖν τό τε καθῆκον καὶ ἡ ἀποστολὴ ἡμῶν. Ἐὰν λοιπὸν ὁ καιρὸς δὲν ἐπαρκέσῃ, οὐδεὶς, καὶ πολὺ ὀλιγώτερον ὁ κ. πρωθυπουργὸς, δύναται νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὴν εὐθύνην εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ κατὰ πᾶσαν περίπτωσιν οὐδεμίαν ἐπὶ τούτοις φέρω εὐθύνην ἐγὼ, ὅστις σπανίως λαμβάνω μέρος εἰς τὰς συζητήσεις.
§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περὶ εὐθύνης, κύριοι, ἐγὼ οὐδένα ἔκαμα λόγον· ἕκαστος ἔχει τὴν συνείδησίν του, ἥτις θέλει τὸν πείσει ἐὰν φέρῃ εὐθύνην, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς πολιτεύηται. Νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀνταλλαχθῶσιν ἰδέαι περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν πρέπει νὰ πολιτευώμεθα, διότι ὅπως πολιτευόμεθα, εἶναι βέβαιον, ὅτι δὲν θέλομεν ἐπιτελέσει τὸ ἔργον ἡμῶν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποδεχθῇ τὴν γνώμην τοῦ κ. Κουμουνδούρου, εἶνε πρόδηλον, ὅτι τὰ πράγματα δὲν δύνανται νὰ ἐξακολουθήσωσιν ὅπως σήμερον ἔχουσιν. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος σᾶς λέγει, ὅτι πρέπει ν’ ἀποδεχθῆτε τὰς ἰδέας αὐτοῦ διὰ τὸ 1880, ὅπως τὰ στρατιωτικὰ πράγματα μείνωσιν ὡς ἔχουσι....
§45ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ νὰ μὴ ἀπολέσωμεν τὸν χρόνον, νὰ συζητήσωμεν πρῶτον τὸν προϋπολογισμόν.
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ὅ,τι εἴπετε, ἔχει ταύτην τὴν ἔννοιαν, ἣν δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποδεχθῇ. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος λέγει, ὅτι μικρὰ εἶνε ἡ χρηματικὴ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἑνὸς προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ ἑτέρου. Ἀλλὰ τὰ χρήματα δὲν δίδονται διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐν κεφαλαίῳ ἑνί· δίδονται κατὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα, καὶ τὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα τοῦ ἡμετέρου προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν εἶνε διάφορα τῶν κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ κ. Κουμουνδούρου. Ἐὰν λοιπὸν ἐκεῖνα τὰ ἄρθρα ψηφίσητε, βεβαίως πρέπει νὰ δώσητε καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην ὑμῶν εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ἵνα ἔλθῃ καὶ τὰ ἐφαρμόσῃ. Ἡμεῖς ὅμως φρονοῦμεν, ὅτι τὸ σύστημα ἐκεῖνο εἶναι ὀλέθριον, καὶ προετείναμεν μεταβολὴν αὐτοῦ, αὕτη δὲ θὰ ἐκτελεσθῇ. Αἱ ἀντιπολιτεύσεις, ὅταν αἱ ἰδέαι αὐτῶν δὲν λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν ἐν ταῖς βάσεσι τῶν μέτρων, ἅτινα ἀποδέχεται ἡ πλειονοψηφία, ὀφείλουσιν ἐξ ἁβρότητος ν’ ἀφίνωσιν εἰς τοὺς ἔχοντας πεποίθησιν εἰς τὰ μέτρα, νὰ διαμορφῶσι τὰ καθέκαστα. Ὡς πρὸς δὲ τὸν στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν ἐγένετο τοσαύτη συζήτησις, ὥστε ὁμολογῶ, ὅτι, ἐὰν ἀναγκασθῶ νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ, θὰ καταληφθῶ ὑπὸ ἀηδίας, ἐπανερχόμενος ἐπὶ τὰ αὐτά, ὅπως ἐπίσης λίαν δυσαρέστως θ’ ἀναγκασθῶ ν’ ἀκούσω ἄλλων πραγματευομένων τὸ θέμα τοῦτο, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀκούσω ἄλλα ἢ ἐπαναλήψεις ὅσων ἐῤῥέθησαν. Ἐπιμένως νομίζω, ὅτι ἡ ὀρθοτέρα πορεία θὰ ἦναι, ὅπως ἐλύσαμεν τὸ ζήτημα τὸ φορολογικὸν, νὰ λύσωμεν κατ’ ἀρχὴν καὶ τὸ ζήτημα τὸ στρατιωτικόν, καὶ εἰς τὰς λεπτομερείας νὰ προβῶμεν γοργῶς, ἀφίνοντες τὴν εὐθύνην αὐτῶν εἰς ἐκείνους, οἵτινες θέλουσιν ἐπιφορτισθῆ τὴν ἐκτέλεσιν. Ἄσκοπον ὅλως εἶναι νὰ λαμβάνωσι τὴν πρωτοβουλίαν τῆς μεταῤῥυθμίσεως τῶν νομοσχεδίων ἐκεῖνοι, εἰς ὧν τὰς πεποιθήσεις δὲν στηρίζονται ταῦτα. Ὅσον ἄρα ἀποβλέπει εἰς τὸ ζήτημα τῆς προσωπικῆς ἐμπιστοσύνης, ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη· ὡς πρὸς τὰ πράγματα τὰ φορολογικὰ ἐπίσης ἀπεφάνθη, ἂς ἀποφανθῇ καὶ ὡς πρὸς τὰ στρατιωτικά, καὶ τότε πάντα τ’ ἄλλα, ἀφορῶντα εἰς τὰς λεπτομερείας, δύνανται νὰ διεξαχθῶσι τάχιστα.
§47ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος δὲν ἠθέλησε νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸν προϋπολογισμὸν ὅπως τὸν εἶχε συντάξει· εἶπε μόνον, ὅτι θεωρεῖ κακὸν νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὀφείλοντες νὰ συντρέξωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἔννομον τοῦ τόπου διοίκησιν. Βεβαίως ὑπὸ ταύτην τὴν ἔποψιν δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς ἡ Κυβέρνησις· ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν τεκμαίρεται, ὅτι ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις ἐντολὴν, ἵνα μεταβάλῃ εἰς νόμους τὰς θελήσεις αὐτῆς. Αὗται θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς τε συμπολιτεύσεως καὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ οὐδὲν ἀπίθανον, μετὰ τὰς συζητήσεις ἐπ’ αὐτῶν, νὰ μετατραπῶσιν αἱ πεποιθήσεις τινῶν ἐκ τῶν βουλευτῶν καὶ νὰ μεταβληθῇ τότε ἡ ὄψις τῆς Βουλῆς. Εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου δὲν γίνεται τοῦτο, ὅ,τι ὑποβάλλει μία Κυβέρνησις, νὰ γίνεται καὶ δεκτὸν ἄνευ συζητήσεως, διότι τότε αἱ συζητήσεις θὰ ἦσαν μάταιαι, καὶ μετὰ τὸ ζήτημα τὸ πολιτικὸν, ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ ἔπρεπε πάνθ’ ὅσα ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ψηφισθῶσιν. Ἡ Κυβέρνησις, μετὰ λύπης βλέπω τοῦτο, ἔχει τὴν διάθεσιν νὰ ὑποστηρίξῃ ἅπαντα τὰ νομοσχέδιά της. Ἐν τούτοις ὁ φορολογικὸς νόμος δὲν ἔφθασεν ἔτι εἰς πέρας· τὸ δὲ ζήτημα τῆς θητείας, νομίζω, θὰ προκαλέσῃ συζήτησιν. Εἶναι ἀδύνατον, κύριοι, οἱ στρατιωτικοί, οἱ τοῦ σώματος τούτου μέρος ἀποτελοῦντες, νὰ μὴ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των· θὰ γείνῃ παρατεταμένη συζήτησις. Διὰ ταῦτα φρονῶ, ὅτι, ἐὰν παραδεχθῶμεν κατ’ ἀρχὴν τὸν στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν, ἐπειδὴ κατ’ αὐτὸν θὰ προσκληθῶσι ξένοι ἀξιωματικοὶ, δὲν θὰ ἦναι πλέον ἀνάγκη νὰ ἐνασχοληθῶμεν καὶ εἰς τὰ καθέκαστα. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι ὀρθὸν καὶ συμφέρον τῇ Κυβερνήσει καὶ τῇ πολιτείᾳ νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τῆς θητείας, τὰ δ’ ἄλλα ζητήματα ν’ ἀφήσωμεν, ὅπως κανονίσῃ αὐτὰ ἡ Κυβέρνησις διὰ Β. Διατάγματος, συμφώνως πρὸς τὴν θέλησίν της καὶ τὰς σκέψεις της.
§48Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει κανὲν νομοσχέδιον πλέον σπουδαῖον ἀπὸ τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τοῦ τόπου· ἐγὼ δὲν εἶδα οὐδεμίαν συζήτησιν περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, εἰμὴ μόνον καὶ μόνον περὶ θητείας. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ προσέξῃ.
§49ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐξεφράσθη ἡ γνώμη ὑπὸ τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ὅπως προταχθῇ ὁ προϋπολογισμὸς νομοσχεδίων τινῶν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι καὶ τἆλλα μὲν πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν συναφῆ νομοσχέδια, ἀλλ’ ἓν ἰδίως νομοσχέδιον πρέπει νὰ προταχθῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ πρέπει νὰ καταταχθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει εὐθὺς κατόπιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἤδη συζητουμένου, τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατιωτικῆς ὀργανώσεως. Θέλομεν καὶ ἡμεῖς, ὅπως εἶπε καὶ ὁ προαγορεύσας, τὰ τοῦ στρατοῦ νὰ ψηφισθῶσιν, ἀφοῦ συζητηθῶσιν ἐν πάσῃ εὐρύτητι. Ἔχομεν τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη ἐξηντλήθη· ἀλλ’ ἀφοῦ ὑπάρχουσιν οἱ θέλοντες νὰ ἐξακολουθήσωσι τὴν συζήτησιν ταύτην, πρέπει νὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς ὅσον ἔνεστι πλειότερος χρόνος. Ἵνα τοῦτο ᾖ κατορθωτὸν, πρέπει νὰ προτάξωμεν τὸ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νομοσχέδιον καὶ νὰ μὴ ἀφήσωμεν νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν κατὰ τὰς ὑστάτας ἡμέρας τῆς συνόδου. Προτείνω ἄρα νὰ τεθῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει εὐθὺς κατόπιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῆς δεκάτης.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι δύω τὰ στρατολογικὰ, ὁ ὀργανισμὸς καὶ ὁ στρατολογικὸς νόμος.
§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἰδοὺ ποῖα εἶναι προτακτέα τοῦ προϋπολογισμοῦ νομοσχέδια. Ἔχω ἑτοίμην τὴν ἐργασίαν ταύτην, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τὴν ἀναγνώσω. Περὶ τοῦ ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἐγγείου φόρου. Περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς διὰ τὸ 1880. Περὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν. Περὶ αὐξήσεως τοῦ φόρου τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν. Περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν περὶ χαρτοσήμου νόμων. Περὶ τέλους τῶν ἐξοφλήσεων, τῶν ὑποθηκῶν καὶ τῶν μεταγραφῶν. Περὶ διαθέσεως τῶν ἐκ τοῦ δανείου τῶν φράγκων 60 000,000 χρημάτων. Περὶ προσόντων καὶ ἐγγυήσεων τοῦ ἐπιστάτου τῆς σμύριδος καὶ τοῦ ἐπὶ τῶν ὀρυκτῶν Μήλου. Περὶ τῶν εἰς τὸ δημόσιον ἐπιβαλλομένων ὅρκων. Περὶ διαθέσεως τῆς ἐπικαρπίας τῶν ἐθνικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν. Προσθετέον τὸ περὶ φόρου ἐπὶ τῶν παιγνιοχάρτων, εἰσαχθὲν παρὰ τῶν προκατόχων ἡμῶν, καὶ τροποποιηθὲν παρ’ ἡμῶν. Ταῦτα εἶναι τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Στρατιωτικὰ νομοσχέδια ἔχομεν τὸ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ. Περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ τοῦ στρατοῦ. Περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμου. Περὶ τῆς ἐν εἰρήνῃ δυνάμεως τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1880. Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ΨΙΣΤʹ περὶ στρατολογίας νόμου. Περὶ τοῦ πρὸς προβιβασμὸν ἀπὸ βαθμοῦ εἰς βαθμὸν ἀπαιτουμένου χρόνου καὶ περὶ διορισμοῦ τῶν προβιβαζομένων ἀξιωματικῶν. Ἐκ τῶν τοῦ Ὑπουργείου τῆς ἐκπαιδεύσεως δέον νὰ προταχθῇ τὸ περὶ συστάσεως ταμείου δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Εἶναι δὲ καὶ δύο νομοσχέδια τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα υἱοθέτησεν ἡ παροῦσα, καὶ φαίνονται ἱκανῶς ἀναγκαῖα, τὸ περὶ διδασκαλείων ἐν Πελοποννήσῳ καὶ Ἑπτανήσῳ καὶ τὸ περὶ ἐποπτείας καὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν δημοτικῶν σχολείων. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει νομοσχέδια τὰ ἑξῆς. Περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν περὶ τῆς διοικητικῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς νόμων. Περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν περὶ συστάσεως φαρμακείων διατάξεων τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ 1834 περὶ τοῦ ἐπαγγέλλεσθαι τὴν φαρμακοποιΐαν. Περὶ διανομέων ἐν τοῖς τηλεγραφείοις. Περὶ ἐγκρίσεως ἀτμοπλοϊκῆς συμβάσεως μετὰ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας ἡ «Μικρὰ Ἀσία». Προσθετέον καὶ τὸ περὶ δενδροφορῶν, τὸ ὁποῖον, νομίζω, εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ. Εἶναι ἀνάγκη προσέτι ἐκ τῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδιά τινα, καὶ πρῶτον τὸ περὶ δυνάμεως τοῦ Ναυτικοῦ κατὰ τὸ 1880. Εἶναι προσέτι ἀπαραίτητον ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τῶν συμβάσεων τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, τὰς ὁποίας ὑπεβάλομεν εἰς αὐτὴν, περὶ κατασκευῆς θωρηκτῶν καὶ ναυκλαστροφόρων, διότι, ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ἀποφανθῇ περὶ τούτων, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἔχωμεν διαμαρτυρήσεις τρίτων. Ἔρχονται κατόπιν νομοσχέδια περὶ ὀργανισμοῦ τῶν λιμενικῶν ἀρχῶν, περὶ καταρτίσεως σχολῆς ναυκλάστρων, περὶ ναυτικῶν δοκίμων, περὶ τῶν ἀποδοχῶν τραπέζης τῶν κυβερνητῶν τῶν ἐν ἐφεδρείᾳ βασιλικῶν πλοίων, περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ μηχανικοῦ κλάδου τοῦ Β. ναυτικοῦ, περὶ συστάσεως σώματος μηχανικῶν τοῦ Β. ναυτικοῦ, περὶ συστάσεως ταμείου φάρων. Οὕτω λοιπὸν νομίζω, ὅτι δύναται νὰ ταξινομηθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις· τοὐλάχιστον ἐξ ὅσων ἤδη ἀνέφερον, νὰ ψηφίσωμεν εἰς ά ἀνάγνωσιν ἐκεῖνα, κατὰ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, εὐθὺς δὲ ὡς ἐξαντλήσωμεν τὰ νομοσχέδια, τὰ μὴ παρουσιάζοντα ἀντίῤῥησιν, νὰ συζητήσωμεν εὐρέως τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, μετὰ τὴν λύσιν δὲ αὐτοῦ πάντα τ’ ἄλλα, τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα, ὅπερ ἐν ταῖς βάσεσιν αὐτοῦ θὰ ἦναι τότε λελυμένον.
§52ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὡς πρὸς τὸ δάνειον θὰ γείνῃ συζήτησις.
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι προτιμότερον αἱ συζητήσεις νὰ γίνωνται εἰς τὴν γʹ. ἀνάγνωσιν.
§54ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ γνώμη μου πάντοτε εἶναι, ὅτι κατὰ τὴν ά. ἀνάγνωσιν πρέπει νὰ πολεμῶνται τὰ νομοσχέδια.
§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ταύτην ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην ὡς πρὸς τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων ἐπιζητεῖται ἡ ἀπόῤῥιψις· ἀλλὰ δὲν δύναται ἡ σημερινὴ Βουλὴ νὰ θελήσῃ ν’ ἀποκρούσῃ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐν ταῖς βάσεσιν αὐτῶν ἀπεδέχθη. Δὲν δύνανται οἱ ἀντιφρονοῦντες νὰ φέρωσιν ἀντίῤῥησιν κατ’ ἀρχὴν εἰς ἐκεῖνα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα μὴ ψηφιζόμενα θὰ ἄφινον ἀτελῆ τὰ ψηφισθέντα. Γινώσκει δὲ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὅτι ἐγὼ ῥητῶς εἶπον ἐν τῇ συζητήσει, τὴν ὁποίαν διεξήγαγε κατὰ τῆς Κυβερνήσεως αὐτοῦ ἡ ἀντιπολίτευσις, ὅτι, ἂν ἡττώμεθα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀρχῆς, ἠθέλομεν διευκολύνει τὴν Κυβέρνησιν καθ’ ὅλα ἐν ταῖς λεπτομερείαις. Τοῦτο ἐλέγαμεν ἡμεῖς ὡς ἀντιπολίτευσις, καὶ κατὰ ταῦτα λέγω καὶ ἤδη, ὅτι εἶναι καθῆκον τῆς ἀντιπολιτεύσεως νὰ πολιτεύηται πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
§56ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λοιπὸν, κατὰ τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἅμα λυθῇ τὸ πολιτικὸν ζήτημα, ὅλα τὰ ἄλλα πρέπει νὰ παρέλθουν ἀσυζητητεὶ, διότι παρεδέχθη ἐν γένει ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως.
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐννοῶ διόλου, ὅτι τὸ πολιτικὸν ζήτημα λύει τὰ ζητήματα τὰ πραγματικά· ἀλλ’ ἐννοῶ, ὅτι τὰ πραγματικὰ ζητήματα διαιροῦνται εἰς ζητήματα ἀρχῆς καὶ εἰς ζητήματα λεπτομερείας, καὶ ὅτι, ὅταν λυθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἀρχῆς, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ πολεμῶνται αἱ λεπτομέρειαι διὰ τῶν ἐπιχειρημάτων, δι’ ὧν ἡ ἀρχὴ ἐπολεμήθη. Ἐννοῶ, ὅτι δύνανται ν’ ἀποκρουσθῶσιν αἱ λεπτομέρειαι, ἀλλ’ οὐχὶ μὲ πρόθεσιν ἀρνήσεως τῆς ἀρχῆς, τῆς ἀρχῆς ταύτης γενομένης ἀποδεκτῆς.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀρκετὰ εἶνε τὰ λεχθέντα, ὅπως τακτοποιηθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις. Ἡ Βουλὴ, ἐρωτωμένη εἰς ἓν ἕκαστον τῶν νομοσχεδίων, θὰ ἀποφαίνηται, ἂν θέλῃ νὰ τὸ παραδεχθῇ κατόπιν συζητήσεως ἢ ἄνευ συζητήσεως. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις Τραπεζῶν καὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης. Ἐπιψηφίζεται ἡ ἀρχὴ καὶ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2. Ἄρθρον 3.
§59ΔΟΥΜΑΣ. Χθὲς ἐψηφίσθη ἡ σύμβασις μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ πιστωτικῆς τραπέζης περὶ συστάσεως τραπέζης ἐν Ἑπτανήσῳ. Ἐν τῇ συμβάσει ἐκείνῃ ὑπάρχει ὅρος θεμελιώδης, ὅτι ἡ πιστωτικὴ Τράπεζα ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἱδρύσῃ ἢ μὴ τὴν ἐν Ἑπτανήσῳ Τράπεζαν, ἐὰν μέχρι τέλους τοῦ ἔτους δὲν ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία· εἶναι ὑποχρεωμένη δὲ ἡ Τράπεζα, ἐὰν ἀρθῇ ἡ καταναγκαστικὴ κυκλοφορία, νὰ ἱδρύσῃ τὴν τράπεζαν. Ἀνεγνωρίσθη παρ’ ὅλων, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προσέλθωσι νέα κεφάλαια ἐν Ἑπτανήσῳ, πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ τοῦτο, πρέπει νὰ ἀρθῇ πᾶν ἐμπόδιον, ἐμπόδιον δὲ ἴσως εἶναι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία· αἴρεται δὲ τοῦτο, ἂν εἰς τὸν νόμον τὸν κυροῦντα τὴν παροῦσαν σύμβασιν προστεθῇ, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἄρῃ ἐν Ἑπτανήσῳ τὴν καταναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἐξοφλοῦσα τὸ πρὸς τὴν Ἰόνιον Τράπεζαν χρέος της. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου δὲν θὰ ὑπάρχῃ πλέον οὐδὲν κώλυμα εἰς τὴν σύστασιν τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, ἐκτὸς ἂν θέλῃ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας προβλέπει ἡ σύμβασίς της. Ἐπιμένω λοιπὸν νὰ προστεθῇ ἄρθρον εἰδικόν, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐπιτρέπηται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ἐν Ἑπτανήσῳ, ἐξοφλοῦσα τὸ πρὸς τὴν Ἰόνιον Τράπεζαν χρέος της, ὅπως οὕτω καὶ ἡ σύμβασις τῆς Πιστωτικῆς κατασταθῇ ὑποχρεωτικὴ ὑπὲρ τῆς Ἑπτανήσου.
§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός.). Ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κ. βουλευτὴς Σύρου, οὐδὲν προσθέτει εἰς τὴν ἄδειαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Κυβέρνησις, νὰ ἐνεργήσῃ ἀπέναντι τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης ὡς πρὸς τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· κατὰ τὰς ὑπαρχούσας συμβάσεις πρὸς τὴν Ἐθνικὴν καὶ Ἰονικὴν Τράπεζαν κανονίζονται καὶ τὰ περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἄνευ τῶν συμβάσεων ἐκείνων, ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις, χωρὶς νὰ ἄρῃ αὐτὴν ἐν τῷ παλαιῷ Βασιλείῳ· τοῦτο δύναται νὰ τὸ πράξῃ δυνάμει τῶν συμβάσεων. Ἂν δὲ διὰ τῶν συμβάσεων ἐκείνων δὲν ἐπιτρέπηται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ κεχωρισμένως εἰς τὴν ἄρσιν, δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ νόμου σήμερον νὰ κανονίσωμέν τι, τὸ ὁποῖον προσκρούει εἰς κεκτημένα δικαιώματα. Ἂν πάλιν ὁ ἐκ Σύρου βουλευτὴς φέρῃ τὴν πρότασιν χάριν τῆς ἀδείας, τὴν ὁποίαν περιέχει, ὅπως ἡ Κυβέρνησις διαθέσῃ χρήματα πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις, παρατηρῶ καὶ πάλιν, ὅτι ἡ ἄδεια εἶναι περιττή, διότι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν ἄδειαν ἐκ τοῦ νόμου περὶ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, καθ’ ὃν δύνανται καὶ ὀφείλουσι νὰ διατεθῶσιν αἱ ἐκ τοῦ δανείου εἰσπράξεις πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἑπομένως τοιαύτη διάθεσις τῶν χρημάτων εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸν νόμον τῶν 60,000,000.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται ἡ προσθήκη, ἡ ὁποία ἔγεινε καὶ εἰς τὰς συμβάσεις τῆς πιστωτικῆς. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 μὲ τὴν προσθήκην παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φλωριᾶς προτείνει ὡς 5 ἄρθρον τὸ ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει.) «Τὰ διὰ τοῦ ἄρθρου 4 τῆς παρούσης συμβάσεως χορηγούμενα προνόμια καὶ προτιμήσεις, ὡς πρὸς τὴν διαδικασίαν καὶ τὴν ἐκτέλεσιν, ἰσχύουσι διὰ μόνα τὰ ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου συναφθησόμενα δάνεια.»
§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα προθύμως ἀποδέχεται τὴν ἑρμηνείαν ταύτην· ἀλλ’ ἤκουσα παρ’ ἄλλων, ὅτι πρὸς τὸ συμφέρον τῶν Ἰονίων νήσων εἶναι καλὸν νὰ μὴ δεσμευθῶμεν ὡς πρὸς τοῦτο, διότι αἱ διατάξεις αὗται αἱ δικονομικαὶ εἶναι συμφέρουσαι εἰς τὴν Τράπεζαν, ἀλλ’ εἶναι συμφέρουσαι καὶ εἰς τοὺς ὀφειλέτας, διότι ἀπαλλάττουσιν αὐτοὺς ἀπὸ πολλῶν δαπανῶν. Ἐπεθύμουν λοιπόν, πρὶν ἢ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, νὰ ἐσκέπτετο περὶ τῆς γνώμης τῆς ἄλλης, τουτέστιν, ἀφοῦ ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα ἀποδέχεται ταύτην τὴν ἑρμηνείαν, ἴσως θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ μὴ εἴπωμεν τοῦτο ἐν τῷ νόμῳ, ἀλλὰ ν’ ἀφήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, συμβουλευομένην τὴν γνώμην τῶν κατοίκων τῶν Ἰονίων νήσων, νὰ πράξῃ ὅ,τι συμφερώτερον.
§64ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αἱ διατάξεις αὗται, ὡς δικονομικαί, ἔχουσιν ἀναδρομικὴν δύναμιν;
§65ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι. Καθ’ ἣν ἤκοισι γνώμην, ἐπειδὴ παραπέμπει ἡ διάταξις εἰς τὸν νόμον τῆς ἐθνικῆς Τραπέζης, ὁ δὲ νόμος τῆς ἐθνικῆς Τραπέζης περιέχει τοιαύτην διάταξιν μόνον περὶ τοῦ μέλλοντος, εἰς μόνον τὸ μέλλον ἀφορᾷ αὕτη καὶ ἐνταῦθα. Αὕτη εἶναι ἡ ἑρμηνεία, ἣν δίδει ὁ κ. Καλλιγᾶς.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ τεθῇ ὡς ἄρθρον;
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νὰ τεθῇ.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὡς 5 ἄρθρον τοῦ νόμου τὴν ἀναγνωσθεῖσαν τροπολογίαν τοῦ Φλωριᾶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ὁμοίως γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ σύνολον εἰς γʹ. ἀνάγνωσιν.)
§69ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ περὶ ἐπιμελητηρίων, κ. Πρόεδρε.
§70ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὸ περὶ τοῦ λιμένος Ζέας.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν δὲν ἦναι ἀντίῤῥησις, νὰ ψηφισθῇ τὸ περὶ λιμένος Ζέας.
§72ΤΙΝΕΣ. Ὑπάρχει.
§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, κατὰ τὴν συνεννόησιν, ἡ ὁποία ἐπῆλθε μεταξὺ ἡμῶν πάντων, πρέπει νὰ ἀναγνωσθῶσιν εἰς πρώτην συζήτησιν τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§74ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομοσχέδιον περὶ φόρου τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν. Ψηφίζεται εἰς πρώτην συζήτησιν. Περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου.
§76ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἔχω τροπολογίαν· δὲν τὸ ἀντικρούω, ἀλλὰ θέλω νὰ συνδυασθῇ μὲ τὸ ἄλλο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχω ὑποβάλει ἐγώ, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου 2½ ἑκατομμύρια δραχμῶν θὰ προσπορισθῇ τὸ ἔθνος.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ συνδυάζω ἐγώ. Αἱ τροπολογίαι θὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. Ψηφίζεται εἰς πρώτην συζήτησιν. Νομοσχέδιον περὶ τοῦ τέλους τῶν ἐξοφλήσεων τῶν ὑποθηκῶν καὶ τῶν μεταγραφῶν. Ψηφίζεται εἰς πρώτην συζήτησιν. Περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 3 καὶ 4 τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου ΡΙΣΤʹ. τῆς 18 Δεκεμβρίου 1865.
§78ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἔχω τροπολογίαν.
§79ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἔχω τροπολογίαν.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σεῖς ἐκάμετε μίαν γενικὴν πρότασιν, καὶ δὲν ἠμπορεῖ τὸ Προεδρεῖον ἀπ’ ἐκείνην ν’ ἀποσπάσῃ τροπολογίας καὶ νὰ τὰς παρουσιάσῃ. Ψηφίζεται εἰς πρώτην συζήτησιν.
§81ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ περὶ παιγνιοχάρτων, παρακαλῶ, τώρα, διὰ νὰ συμπληρωθῇ τὸ σύστημα.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς φόρου χαρτοσήμου ἐπὶ τῶν παιγνιοχάρτων. Ὑπάρχουν τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι θὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. Ψηφίζεται εἰς πρώτην συζήτησιν.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομοσχέδιον περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ τοῦ στρατοῦ.
§84ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν ἀντιτάσσομαι εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν· ἀλλ’ ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ἀπὸ τοῦδε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καταστρέφει τὴν σωτήριον ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν εἶχε καθιερώσει ὁ νόμος ὁ ὑποβληθεὶς ἀπὸ τὸν μακαρίτην Δεληγεώργην. Θέλομεν τὸ συζητήσει εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Γίνεται δεκτὸν εἰς πρώτην συζήτησιν.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ περὶ ταμείου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
§86ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἔχω ἀντίῤῥησιν.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ περὶ προσόντων καὶ ἐγγυήσεως τοῦ ἐπιστάτου τῆς σμύριδος καὶ τοῦ ἐπὶ τῶν ὀρυκτῶν τῆς Μήλου. Γίνεται δεκτὸν εἰς πρώτην συζήτησιν.
§88ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ περὶ τῶν εἰς τὸ δημόσιον ἐπιβαλλομένων ὅρκων, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγκαιότατον.
§89ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἀντιτάσσομαι εἰς αὐτὸ, κ. Πρόεδρε.
§90ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον περὶ διαθέσεως τῆς ἐπικαρπίας τῶν ἐθνικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν λειβαδίων. Γίνεται δεκτὸν εἰς πρώτην συζήτησιν.
§91ΦΙΛΗΜΩΝ. Εἰς τὸ περὶ Ζέας ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§92ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 12¼. Ὥρᾳ 3. μ. μ.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
§95Γ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν.) Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ ἀναγνωρίσεως ὡς Ἑλληνικῶν τῶν ἐν Βοσπόρῳ ῥυμουλκῶν πλοίων καὶ τῶν ἐν Ἴστρῳ ποταμοπλοίων, τῶν ἀνηκόντων εἰς Ἕλληνας ἰθαγενεῖς.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς ά. συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον δι’ ἀναστάσεως καὶ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου τῆς αʹ. Ἰουλίου 1838 περὶ δενδροφθορῶν νομοσχέδιον.)
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομοσχέδιον τῶν Ὑπουργῶν τῆς Δικαιοσύνης καὶ Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως περὶ τιμωρίας τῶν περὶ τὰς ἀρχαιότητας ἀνομημάτων. Εἶναι πολὺ ἀναγκαῖον. (Γίνεται ἐπίσης δεκτόν.) Αʹ. ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν Νόμου.
§98ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Εἶναι ἀντίῤῥησις, κ. Πρόεδρε.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε μένει.
§100ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Τὰ νομοσχέδια, ἐφ’ ὧν γίνεται ἀντίῤῥησις, θὰ μείνωσιν.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ναυτικῶν περὶ ὀργανισμοῦ τῶν λιμενικῶν ἀρχῶν. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς ά. ἀνάγνωσιν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, δι’ ἀναστάσεως.) Νομοσχέδιον περὶ συστάσεως ταμείου φάρων. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ, εἶτα δὲ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2.) Ἄρθρον 3.
§102Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἰς αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ἔχω νὰ ὁμιλήσω ἐν γένει.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν βʹ. συζήτησιν.
§104Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Διαμαρτύρομαι· δὲν τὸ εἴχετε εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔκαμα λόγον. Ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι λίαν σπουδαῖον, ὡς θέλω καταδείξει εἰς τὴν Βουλὴν, ἰδίως διὰ τοὺς φόρους, οἵτινες ἐπιβάλλονται εἰς τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν, θέλω νὰ συζητήσω ἐπ’ αὐτοῦ.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά· λαμβάνετε τὸν λόγον. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δι’ ἀναστάσεως, εἰς ά. ἀνάγνωσιν.)
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕτερον νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν περὶ ναυτικῶν δοκίμων.
§107Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἔχω ἀντίῤῥησιν, κ. πρόεδρε, ἐπ’ αὐτοῦ.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε μένει.
§109ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Τὸ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, κ. πρόεδρε, ἐνόμιζον, ὅτι εἶναι ἄλλο νομοσχέδιον, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἔχω ἀντίῤῥησιν· ἂς ἀναγνωσθῇ λοιπόν.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομοσχέδιον περὶ συστάσεως σώματος μηχανικοῦ τοῦ Β. ναυτικοῦ. Αὐτὸ εἶναι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§111Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἔχω νὰ ὁμιλήσω, κ. πρόεδρε.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε μένει καὶ αὐτό. — Νομοσχέδιον περὶ τῶν ἀποδοχῶν Τραπέζης τῶν κυβερνητῶν τῶν ἐν ἐφεδρείᾳ βασιλικῶν πλοίων.
§113ΤΙΝΕΣ. Καὶ εἰς αὐτὸ ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε μένει καὶ αὐτό. — Νομοσχέδιον περὶ τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διὰ τὸ ἔτος 1880· εἰς ά. ἀνάγνωσιν καὶ αὐτό. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, δι’ ἀναστάσεως.) Νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ διανομέων ἐν τοῖς τηλεγραφείοις. (Γίνεται ἐπίσης δεκτὸν εἰς ά ἀνάγνωσιν.) Νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν νόμων περὶ διοικητικῆς ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς.
§115ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Ἔχω ἀντίῤῥησιν, κ. πρόεδρε.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλὰ, μένει. Νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν περὶ καταρτίσεως σχολῆς ναυκλάστρων.
§117ΤΙΝΕΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις εἰς αὐτό.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μένει. — Νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμου.
§119ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Οὐδεὶς ἔχει ἀντίῤῥησιν. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, δι’ ἀναστάσεως, εἰς ά. ἀνάγνωσιν.)
§120ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὁ κ. Μπούμπουλης δὲν ἔχει ἀντίῤῥησιν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως σώματος τῶν μηχανικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δι’ ἀναστάσεως καὶ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, εἰς ά. ἀνάγνωσιν.)
§121ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ν’ ἀναγνωσθῇ καὶ τὸ περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ μηχανικοῦ κλάδου, διότι συνδέεται μὲ τὸ ἐπιψηφισθέν.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις, θὰ ἀναγνωσθῇ.
§123Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν νόμον περὶ προσόντων, δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν. Ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὸν ἀριθμὸν, εἰς αὐτὸ ἔχω σπουδαῖον λόγον ἀντιῤῥήσεως, διότι ὁ ἀριθμὸς εἶναι μέγιστος. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν, κ. Πρόεδρε, νὰ τὸ ἀφήσετε.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν μένει καὶ αὐτό.
§125Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐγὼ ἔχω νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου νομοσχεδίου.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τοῦ χρόνου τοῦ ἀπαιτουμένου πρὸς προβιβασμὸν ἀπὸ βαθμοῦ εἰς βαθμόν.
§127ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ ἔχω ἀντίῤῥησιν, κ. πρόεδρε.
§128Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ, κ. πρόεδρε. (Θόρυβος.)
§129Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἤλθομεν ἐδῶ νὰ περάσωμεν τοὺς νόμους, οὕς δὲν γνωρίζομεν; Τί θέλομεν τόσην πολυνομίαν; (Θόρυβος.) Δὲν εἶναι ἄλλο πρᾶγμα, κ. πρόεδρε, παρὰ νὰ κάμω μίαν διαμαρτύρησιν καὶ νὰ φύγω.
§130ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ἡ ψήφισις τοῦ νόμου τούτου, κ. Πρόεδρε, εἶναι λίαν ἀναγκαία πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ αὐτῶν τῶν ἰδίων ἀξιωματικῶν. Καὶ ἐγὼ ἤθελον κάμει μικράς τινας παρατηρήσεις ἀλλ’ εἰς τὴν βʹ. ἀνάγνωσιν.....
§131Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἔχομεν σπουδαίας ἀντιῤῥήσεις.
§132ΡΟΥΦΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι διατεθειμένη διὰ μεγάλης πλειονοψηφίας νὰ ἀποδεχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Νομίζω λοιπὸν, κ. πρόεδρε, ὅτι, ἂν πρόκηται νὰ γείνῃ μικρά τις συζήτησις, ἂς γείνῃ· εἶναι νομοσχέδιον ὑπουργικόν.
§133ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Τὰ νομοσχέδια, ἐφ’ ὧν γίνεται ἀντίῤῥησις, εἴπομεν ν’ ἀναβάλλωνται.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν μένει καὶ αὐτό. (Θόρυβος.) Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν εἶναι ἐγγεγραμμένη εἰς γʹ. ἀνάγνωσιν ἡ πρότασις νόμου, ἥν ὑπέβαλεν ὁ βουλευτὴς κ. Στεφανόπουλος, περὶ στρατιωτικῶν καταλυμάτων, καὶ τὴν ὁποίαν, ὡς ἠξεύρετε, ἐτροποποίησεν ἡ Κυβέρνησις δι’ ἰδίου νομοσχεδίου. Θέλετε ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς γʹ. ἀνάγνωσιν;
§135ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. (Γίνεται δι’ ἀναστάσεως δεκτὴ ἡ ἀρχὴ, εἶτα δὲ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2.) Ἄρθρον 3.
§136ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ περιλαμβάνει λεπτομερείας, αἵτινες ἠδύναντο νὰ ὁρισθῶσι δι’ ἐγκυκλίου, ὑποβάλλω μίαν παρατήρησιν· τὸ νομοσχέδιον λέγει, ὅτι κατὰ σειρὰν εἰς ὅλας τὰς οἰκίας θὰ γίνεται κατάλυμα. Ἐρωτῶ, ἐὰν ἦναι οἰκία, ἐν ᾗ κατοικεῖ οἰκογένεια ἐκ γυναικῶν, μὴ ἔχουσα προστάτην ἄνδρα, θὰ γίνηται καὶ εἰς αὐτὴν κατάλυμα;
§137ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχει δίκαιον ὁ κ. βουλευτὴς Πατρῶν· ἀλλ’ ἀγνοεῖ, ὅτι μεγαλειτέρας λεπτομερείας περιέχει τὸ διάταγμα τοῦ 1834, τὸ ὁποῖον εἶναι τοὐλάχιστον τετραπλάσιον τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ εἰς αὐτὸ παραπέμπει τὸ νομοσχέδιον, ὡς πρὸς ὅσα δὲν ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ ἀναθεωρήσωμεν. Δὲν πιστεύω δὲ ὡς πρὸς τὸ εἰδικὸν μέρος, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. βουλευτὴς Πατρῶν, νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ ἀσχοληθῶμεν, διότι τὰ τοιαῦτα ἐν τῇ ἐκτελέσει διορθοῦνται. Φυσικῶς, ἐὰν παρουσιασθῇ τοιαύτη τις περίπτωσις, δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις αὕτη, καὶ οὐδὲν παράπονον δύναται νὰ ἐγερθῇ κατὰ τοῦ δημάρχου, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ὁρίσει κατάλυμα, παραλείπων οἰκογένειαν, παρὰ τῇ ὁποία, διὰ λόγους κοσμιότητος, δὲν ἔπρεπε νὰ διατάξῃ τὴν κατάλυσιν.
§138ΡΙΚΑΚΗΣ. Τοὐλάχιστον νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ μία ἐξαίρεσις.
§139ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀδικῶ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Πατρῶν, τὸν κ. Ῥικάκην, οὔτε τὸν κ. Ῥοῦφον, διότι κατοικοῦντες εἰς πόλεις, δὲν ἐγεύθησαν τὰς πικρίας, τὰς ὁποίας γεύονται καθ’ ἑκάστην οἱ δυστυχεῖς κάτοικοι τῶν χωρίων, ὅπου τὰ καταλύματα τὰ ὁρίζουν οἱ δήμαρχοι καὶ οἱ πάρεδροι, διὰ νὰ πιέζουν τοὺς ἀντιθέτους αὐτῶν.
§140Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὴν ὑποχρέωσιν τῶν δήμων, διὰ νὰ δέχωνται τὰς καταλύσεις τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων, δὲν ἀνέγραψε τὸ διάταγμα τῆς 15 Ἰουλίου 1834· τὴν ἀνέγραψεν ὁ νόμος περὶ δήμων, ὁ ὁποῖος μεταξὺ τῶν ἄλλων ὑποχρεώσεων ἐπέβαλεν εἰς τοὺς δημότας καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δέχωνται τὰ ἀποσπάσματα νὰ καταλύωσιν ἐν ταῖς οἰκίαις αὐτῶν. Τὸ διάταγμα δὲ ἐκεῖνο δὲν εἶναι πρᾶξις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, εἶναι πρᾶξις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, εἶναι διάταγμα κανονιστικόν, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐκανόνισε τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον τὰ στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα θέλουσι κάμει χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τοῦ καταλύειν ἐν ταῖς οἰκίαις τῶν δημοτῶν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐσωτερικῶν κατὰ τὸ παρελθὸν ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ διαγράψῃ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ ἤθελον διανέμει εἰς τοὺς δημότας τὸ βάρος τῶν καταλυμάτων, καὶ διέγραψε τοῦτο δι’ ἐγκυκλίων πολλῶν. Εἶναι δὲ ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ βουλευτὴς ἐξ Ἠλείας, ὅτι ἐγένοντο μεγάλαι καταχρήσεις καὶ μεγάλα παράπονα ἔλαβον χώραν, κατεπιέσθησαν πολλάκις οἱ δημόται ὑπὸ τῶν διαβαινόντων στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων· ἀλλὰ τοῦτο ἦτο ἀποτέλεσμα τῆς κακῆς διοικήσεως, ἤτοι τῆς νωθρᾶς ἐπιτηρήσεως τῶν προϊσταμένων τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων, ἢ τῆς ἀδρανείας ἢ πλημμελοῦς ἐνεργείας τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ δήμου. Αἱ διατάξεις ὅλαι τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν μοὶ φαίνονται ἄξιαι νομοθετήσεως, ἐκτὸς μιᾶς, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω, τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 8. Ἡ νομοθέτησις τῶν ἄλλων λεπτομερειῶν, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ κανονισθῶσι δι’ ἁπλοῦ κανονισμοῦ, μοὶ φαίνεται περιττὴ, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ προΐδῃ τις ὅλας τὰς λεπτομερείας· νομίζω δὲ ὅτι αὐτὰ δύνανται νὰ κανονισθῶσι διὰ κανονιστικῶν πράξεων, καὶ ὅτι ἡ μόνη διάταξις, ἡ ὁποία ἁρμόζει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, εἶναι ἡ διάταξις περὶ τῆς ἁρμοδιότητος τῶν τακτικῶν δικαστηρίων ἐπὶ τῶν περὶ τὴν κατάλυσιν παραβάσεων τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων.
§141ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ διάταγμα τοῦ 1834 δὲν δύναται νὰ ὀνομασθῇ κανονιστικὸν δικαιώματος ἀναγεγραμμένου ἐν τῷ δημοτικῷ νόμῳ, διότι νομίζω, ὅτι ὁ δημοτικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος τῷ ὄντι ἐπιβάλλει αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν, εἶναι μεταγενέστερος τοῦ διατάγματος τοῦ 1834. Πιθανῶς ἡ διοίκησις ἔλαβε πολλάκις μέτρα, διὰ νὰ ἐλαττώσῃ τὸ κακὸν τῶν στρατιωτικῶν καταλυμάτων, ἀλλὰ τὰ μέτρα ταῦτα ἐλήφθησαν ἐπὶ τῷ θεαθῆναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον. Τὸ κατ’ ἐμὲ, δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν διοίκησιν, οὐχὶ μόνον εἰς τὴν ......, ἀλλὰ κυρίως εἰς τὴν μέλλουσαν. Λέγουσιν, ὅτι ἐξώδικον ἔγκλημα εἶναι αἱ κακώσεις αὗται, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι αἱ κακώσεις οὐδέποτε ἔλειψαν, καὶ δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν προλαλήσαντα, ὅτι αἱ ἀταξίαι λαμβάνουσι χώραν τυχαίως. Ἔχω ἀποδείξεις, ὅτι ἡ κεντρικὴ διοίκησις ἔλαβε πολλάκις τὸ μέτρον νὰ στείλῃ στρατιώτας πρὸς καταπίεσιν, εἴτε διὰ σύλληψιν φυγοδίκων, εἴτε δι’ εἴσπραξιν φόρων· μάλιστα ἡ γλῶσσα τῆς γραφειοκρατίας ἔχει ἐπιστημονικὸν ὅρον, οὕτως εἰπεῖν, περὶ τῆς τοιαύτης διοικήσεως, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ ὀνομασθῇ ἄλλως· ἔχουν τὸν ὅρον ἐπιβάρυνσις, καὶ πολλάκις ἠκούσαμεν νὰ λέγῃ τις, ὅτι ἐστάλη ἐπιβάρυνσις εἰς τὸν δεῖνα, διότι ὀφείλει ἢ διότι ὁ υἱός του εἶναι φυγόστρατος. Ὅλα αὐτά, κύριοι, ἀπαγορεύονται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Ἡ διοίκησις ἴσως δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ· ἀλλ’ ἀπεδείχθη τρανώτατα, ὅτι εἶναι ἀνεπαρκής, οὐδεὶς δὲ νόμος ἀπαγορεύει τὸ Κοινοβούλιον ν’ ἀναμιχθῇ καὶ κανονίσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρέλειψεν ἡ διοίκησις, καὶ μάλιστα ὅταν πρόκηται ν’ ἀσφαλίσῃ ἓν δικαίωμα ἀτομικόν, ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Συντάγματι· εἶναι δὲ μάλιστα τοῦτο δικαίωμα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγονται ἀπόλυτα, διότι ἀπόλυτον δικαίωμα εἶναι τὸ ἄσυλον τῆς οἰκίας. Δὲν εὑρίσκω λοιπὸν ὀρθὸν ν’ ἀντιτάσσωνταί τινες κατὰ τοῦ νόμου, ὅστις ἔρχεται νὰ βάλῃ εἰς ἐνέργειαν τὸ Σύνταγμα καὶ παύσῃ μίαν κάκωσιν, ἐξακολουθοῦσαν ἐπὶ 50 ἔτη· δὲν ἠξεύρω οἱ Πελοποννήσιοι καὶ οἱ Νησιῶται κατὰ πόσον πάσχουσιν, ἐν Ῥούμελῃ ὅμως δὲν εἴδομεν εἰσέτι ἐλευθερίας, διότι ἡ πρώτη τῶν ἐλευθεριῶν εἶναι ἡ ἀσφάλεια καὶ τὸ ἄσυλον τοῦ οἴκου. Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 11.
§143ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ 11 ἄρθρον δὲν ἔχει λόγον, διότι, ἂν πρόκηται νὰ ἐπιβληθῇ πειθαρχικὴ ποινή, ὁ Ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἔχει τὸ δικαίωμα. Ἐνταῦθα, κύριοι, πρόκειται νὰ δοθῇ ἡ κύρωσις εἰς τ’ ἄρθρα 4 καὶ ἑπόμενα, διότι τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου, ὡς προκύπτει ἐκ τοῦ ἄρθρου 8, τὸ ὁποῖον ἐννοεῖ νὰ ὑπάγωνται εἰς τὰ ποινικὰ δικαστήρια ὅλαι αἱ ποινικαὶ παραβάσεις. Ὡς ἔχει τὸ 11 ἄρθρον, καταστρέφει τὴν ὅλην οἰκονομίαν τοῦ νόμου, καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τροποποιηθῇ.
§144Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Τὸ ὄγδοον ἄρθρον καθιεροῖ κἄτι τι, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ παραβλάψῃ τὴν ὑπηρεσίαν, διότι ὁ νόμος λέγει, ὅτι οἱ ὁπωσδήποτε παρεκτραπέντες ὑπάγονται εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια, χωρὶς νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ πειθαρχικὸν μέτρον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐπενεργήσῃ εἰς τὸν δεῖνα ἢ δεῖνα. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ περιστείλῃ τὸ κακὸν, εἶναι ἡ ἄμεσος τιμωρία· ἀλλ’ ἐν τούτοις, ἐὰν τὸ ἀπόσπασμα προβῇ εἰς ἀτοπήματα, οἱ προϊστάμενοι αὐτοῦ δὲν θὰ ἐπιβάλωσι πειθαρχικὴν ποινὴν, ἀλλὰ θὰ περιμένωσι τὴν τιμωρίαν ἐκ τῆς τακτικῆς διαδικασίας τῶν τακτικῶν πολιτικῶν δικαστηρίων· τότε κάθε ἄλλο θὰ ἐπέλθῃ παρὰ διόρθωσις τοῦ κακοῦ. Ἐὰν μάλιστα ἡ προϊσταμένη ἀρχὴ δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ δίμηνον φυλάκισιν τὸ Πλημμελειοδικεῖον θὰ ἐπιβάλλῃ ἴσως μιᾶς ἑβδομάδος.
§145ΠΟΛΛΟΙ. Τὸ ὄγδοον ἄρθρον ἐψηφίσθη.
§146ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τὸ ἑνδέκατον ἄρθρον ἀφορᾷ ἁπλῶς εἰς πειθαρχικὰς παραβάσεις· ἡ παραβίασις τοῦ ἀσύλου ἕνεκα ὑπηρεσίας οὐδέποτε ἐθεωρήθη ἔγκλημα. (Θόρυβος.)
§147ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἡ κυριωτέρα ἐγγύησις τοῦ νομοσχεδίου νομίζω, ὅτι εἶναι τὸ ἄρθρον 8· διὰ νὰ ἔχωμεν δὲ ἐγγύησιν, ἀπαιτεῖται αἱ παραβάσεις αὐτοῦ τοῦ νόμου νὰ δικάζωνται ἀπὸ τὰ τακτικὰ ποινικὰ δικαστήρια, ἄλλως δὲν ὑπάρχει ἐγγύησις. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἐπιβάλλεται ἡ ὑποχρέωσις, οἱ στρατιῶται νὰ καταλύουν εἰς ὡρισμένας οἰκίας καὶ ἐπὶ ἀποζημιώσει νὰ λαμβάνουν τὰς τροφάς των.
§148ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡ πρώτη παράβασις δὲν δύναται νὰ γείνῃ, διότι θὰ προσδιορίζῃ τὰς οἰκίας ὁ δήμαρχος.
§149ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Αὐτὸ θέλομεν νὰ προλάβωμεν, διότι δύναται τὸ ἀπόσπασμα νὰ καταλάβῃ ἄλλας οἰκίας.
§150ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τότε εἶναι παραβίασις τοῦ ἀσύλου καὶ τιμωρεῖται ἀπὸ τὰ τακτικὰ δικαστήρια.
§151ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριοι, ἀναντιῤῥήτως πρόκειται περὶ δημιουργίας ἀδικήματος νέου, καὶ ἑπομένως ὤφειλεν ὁ νόμος νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς ποινῆς. Τὴν ποινὴν κανονίζει τὸ νομοσχέδιον, ὅπως τὸ διεσκεύασεν ἡ Κυβέρνησις, πειθαρχικήν· ἀλλὰ παραδέχομαι καὶ ἐγὼ, ὅτι θὰ ἦτο καλλίτερον νὰ ἐκανονίζετο ἡ ποινὴ ἐπανορθωτική, καὶ οὐχὶ πειθαρχική.
§152ΤΙΝΕΣ. Ἐπανορθωτική.
§153ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λέγω ἐπανορθωτικὴ, καί τοι πρέπει νὰ ἦναι ἐλαφρά· πρέπει νὰ ἐλαττώσωμεν αὐτὴν, ἀλλὰ νὰ τὴν χαρακτηρίσωμεν ὡς ἐπανορθωτικὴν, ἵνα ἐπιβάλληται ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς. Διὰ τοῦτο τροπολογῶ τὸ ἄρθρον, διὰ τῶν λέξεων «κατ’ ἔγκλησιν τοῦ παθόντος, μὲ φυλάκισιν ἑνὸς μηνός».
§154ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§155ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, ἐκεῖνος, ὅστις εἰσέρχεται ἄνευ δικαιώματος εἰς ξένην οἰκίαν, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ὑπόθεσις, ὅτι τὸ ἀπόσπασμα καταλαμβάνει παρανόμως κατάλυμα καὶ γίνεται χρῆσις τῶν πραγμάτων τῶν ἰδιοκτημόνων παρανόμως, κατὰ τοὺς κειμένους νόμους πράττει ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον τιμωρεῖται βαρύτατα. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι δὲν δυνάμεθα ν’ ἀπαλλάξωμεν τοὺς στρατιώτας ἀπὸ τὸν κανόνα, τὸν ὁποῖον χαράττει τὸ Ἀστικὸν ποινικὸν δίκαιον. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τὸ πολὺ μέχρις ἑνὸς μηνός, αὐτὸ ἔπρεπε νὰ ἦναι ὁ ἐλάχιστος ὅρος, διότι εἶναι διατάραξις οἰκιακῆς εἰρήνης, εἶναι μία ἁρπαγή, διότι δὲν πληρόνει ὁ στρατιώτης ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λαμβάνει.
§156ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παρατηρῶ εἰς τὸν προαγορεύσαντα, ὅτι αἱ κοιναὶ παραβάσεις, αἱ τιμωρούμεναι ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ νόμου, ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἐκείνου, καὶ τὸ ἄρθρον 8 ἀναγράφει τοῦτο. Ὥστε, ἂν οἱ στρατιῶται οὗτοι ὑποπέσωσιν εἰς τοιοῦτον ἔγκλημα, δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἐγγραφῇ ἡ ποινὴ εἰς τὸν νόμον· ἦτο ὅμως ἀνάγκη νὰ κανονισθῇ ἐν τῷ νόμῳ ἡ ποινὴ τῶν δημιουργουμένων δι’ αὐτοῦ ἀδικημάτων, καὶ ὡς πρὸς ταῦτα ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι ἤρκει νὰ ἐπιβάλῃ πειθαρχικὴν ποινήν. Ἐκ τῆς συζητήσεως προέκυψεν ἡ ἰδέα, ὅτι ἦτο βέλτιον νὰ κανονισθῇ ἡ ποινὴ ἐπανορθωτικὴ, νὰ ἦναι δικαστὴς τὸ τακτικὸν δικαστήριον τῶν πλημμελειοδικῶν, καὶ οὐχὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ συμφώνως πρὸς τὴν ἰδέαν ταύτην ἔφερα τὴν τροπολογίαν. Ἀλλ’ ἀφοῦ διωρίσθη δικαστὴς αὐστηρότερος, εἶναι δίκαιον, ὅπως κανονισθῇ ἡ ποινὴ ἐλαφροτέρα.
§157ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὰ εἶναι καλὰ, τὰ παραδέχομαι· ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν, κ. Πρωθυπουργὲ, νὰ εὕρητε ἐξασφάλισιν καὶ διὰ τοὺς ἀποσπασματάρχας; Ὑποθέσατε, ὅτι ὑπῆγεν ἕνας εἰς ἕνα μέρος, τοῦ ἔδωκαν καταλύματα, ἐπλήρωσε τὰς τροφὰς, καὶ ὅταν ἀναχωρήσῃ, τὸν καταγγέλλουν (θόρυβος).
§158ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἂν τὸν καταμηνύσουν ψευδῶς, θὰ τοὺς καταγγείλῃ ἐπὶ ψευδεῖ καταμηνύσει.
§159Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐγὼ θὰ προτείνω τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου διὰ τὴν αὔριον ἢ μεθαύριον, διότι εἶναι ἀνάγκη ὁ νόμος νὰ μελετηθῇ, διότι ἄλλως ἀπομακρύνεται τῆς τακτικῆς, καὶ ἀντὶ καλοῦ, θὰ παράσχῃ κακόν. Καὶ πρῶτον, κύριοι, ὑπάρχει διάταξις, δι’ ἧς ὁρίζεται, ὅτι οἱ στρατιῶται καὶ ὑπαξιωματικοὶ ὀφείλουν νὰ πληρώσουν τὸ ἀντίτιμον τῆς τροφῆς των· ἀλλὰ πολλάκις οἱ στρατιῶται μένουσι καὶ δύο καὶ τρεῖς μῆνας ἄνευ χρημάτων. Τί θὰ γείνῃ τότε;
§160Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ προκαταβάλλῃ ὁ ἀποσπασματάρχης (θόρυβος).
§161Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν μοὶ κάμνει τὴν παρατήρησιν, ὅτι, πρὶν κινήσῃ τὸ ἀπόσπασμα, ἐφοδιάζεται μὲ χρήματα· ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ γείνῃ καὶ ἕνας νόμος, ὁ ὁποῖος ν’ ἀπαλλάσσῃ τὸ ἀπόσπασμα ἐκ τῆς ἀνυποταξίας, ὅταν διαταχθῇ νὰ κινήσῃ, καὶ τὸ ταμεῖον δὲν ἔχῃ χρήματα (θόρυβος). Τὸ νομοσχέδιον παρουσιάσθη ἄνευ σπουδῆς, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιμένω εἰς τὴν ἀναβολήν.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζεται ἡ ἀναβολὴ ἀπὸ δέκα; (Ἐγείρονται δέκα βουλευταί.)
§163ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι πρέπει ν’ ἀναβληθῇ, καὶ νὰ παρακληθῇ ὁ ἔφορος τῆς βιβλιοθήκης νὰ εὕρῃ ἐν σχέδιον νόμου περὶ καταλυμάτων, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ μακαρίτης Γερο–Τομαρᾶς, διὰ νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα τῆς 3 μβρίου (θόρυβος). Εἶναι ἐντροπή, κύριοι, νὰ ψηφίζωμεν τοιούτους νόμους· αὐτὰ εἶναι μέτρα διοικητικά. (Θόρυβος.)
§164ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔκαμες καὶ νομάρχης, καὶ κατηγορεῖς τοιαῦτα μέτρα!
§165ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Διότι ἔκαμα νομάρχης· μολονότι συνέλαβον τῷ 1870 468 φυγοδίκους, οὐδεὶς τῶν στρατιωτῶν ἢ τῶν εἰσπρακτόρων ἔφαγεν οὔτε μίαν κότταν, διότι ἐπετήρουν αὐστηρά. Διὰ τοῦτο θεωρῶ αὐτὰ τὰ νομοθετήματα περιττά, ὅταν ἔχῃς καλὴν διοίκησιν, καὶ γελοῖα, ὅταν ἔχῃς κακὴν διοίκησιν.
§166ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, γίνεται πολὺς θόρυβος ἄνευ λόγου. Ὁ κ. Δημητρακάκης πάντοτε ἐπιμένει νὰ θορυβῇ καὶ νὰ ἔρχηται νὰ ἀνασκαλεύῃ τὰ νεκροταφεῖα, καὶ πότε νὰ μᾶς ἀναφέρῃ τὸν Γερο–Τομαρᾶν, καὶ πότε ἄλλον. Ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ἀναγκαῖος, διὰ νὰ θέσῃ ἓν τέρμα εἰς τὰς γενομένας ἐν ταῖς ἐπαρχίαις καταχρήσεις. Ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν χωρικῶν πάντοτε καὶ κατὰ γενικὸν κανόνα θὰ δώσουν ἀποδείξεις, ὅτι ἐπληρώθησαν καὶ χωρὶς νὰ πληρωθῶσι. Πρέπει, κύριοι, νὰ τεθῇ ἕνας φραγμὸς, διότι οἱ στρατιῶταί μας, οἱ ὁποῖοι μεταβαίνουσιν ὡς ἀποσπάσματα, καθίστανται εἰς τὰ χωρία μας Γενίτσαροι· ἐπιθυμοῦμεν λοιπὸν, ὅπως αὐτὰ τὰ κακὰ παύσωσι, καὶ διὰ τοῦτο γίνεται ὁ νόμος. Βεβαιωθῆτε, κύριοι, ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶναι τόσον φιλότιμοι, καὶ περὶ τούτου ἔχομεν παραδείγματα, ὥστε θὰ δώσουν καὶ ψωμὶ καὶ φαγὶ καὶ κρασί, χωρὶς νὰ πληρωθῶσιν· ἀλλὰ θέλομεν νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ τὰ λαμβάνῃ αὐθαιρέτως.
§167Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρέπει νὰ γείνῃ ἐπιτροπὴ ἐκ τῶν εἰδημονεστέρων, οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν εἰς μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν, νὰ λάβουν ὑπ’ ὄψιν τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ φέρουν τὰς ἀναγκαίας διορθώσεις, διότι συζητοῦμεν ἐπὶ ματαίῳ.
§168Α. ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ὠνόμασε τοὺς στρατιώτας Γενιτσάρους (θόρυβος). Γενίτσαροι δὲν εἶναι οἱ στρατιῶται τῆς Ἑλλάδος.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸ εἶπε κανείς.
§170ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Τὸ εἶπεν ὁ Ὑπουργός.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸ εἶπεν ὡς τὸ λέγετε.
§172ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νόμου, ὅπως μελετηθῇ καλλίτερα, διότι φρονῶ, ὅτι οἱ στρατιῶται δὲν θὰ ἔχουν χρήματα νὰ πληρώνουν.
§173ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Θὰ ὑπάρχουν προκαταβολαὶ καὶ θὰ λαμβάνουν ἀπὸ τὰ ἐπιμελητήρια.
§174ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Οὐδεὶς ἀντικρούει τὸ ἀναγκαῖον τοῦ νόμου, πάντες δὲ ἀναγνωρίζομεν τὴν ἀνάγκην αὐτοῦ. Ὅτι ὅμως εἶναι ἀναγκαία ἡ ἀναβολὴ, τὸ καταδεικνύει τοῦτο ἡ συζήτησις, ἥτις παρουσίασεν ἐλαττώματα λίαν σπουδαῖα, καὶ αἱ διαπραγματεύσεις τρόπον τινὰ μεταξὺ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν κ. κ. βουλευτῶν, καὶ αὐτὸ προσέτι δεικνύει τὴν ἀνάγκην νὰ μελετηθῇ. Καλὸν εἶναι νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς, καὶ μετὰ δύο ἡμέρας θὰ ἐξακολουθήσῃ πάλιν ἡ συζήτησις, διότι εἶναι καλὸν ὁ νόμος νὰ ἦναι τέλειος, ὅπως ἐπιτύχῃ τὸν σκοπόν του.
§175ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν παρουσιάζεται σήμερον πρῶτον εἰς τὴν Βουλὴν· παρουσιάσθη πρὸ καιροῦ ὑπὸ τοῦ κ. Στεφανοπούλου, ὑπεβλήθη εἰς τὴν ἐξέτασιν ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, καὶ τέλος ἡ Κυβέρνησις ἐσχημάτισεν ἐπιτροπὴν, εἰς τὴν ὁποίαν εἰργάσθημεν ἐπὶ πολλὰς ὥρας καὶ κατελήξαμεν εἰς τὴν νέαν αὐτοῦ ταύτην διασκευήν. Ἤδη ἡ συζήτησις τί ἀπέδειξε; Τινὲς μὲν ἐφρόνουν, ὅτι καλῶς ἐκανόνισεν ἡ ἐπιτροπὴ τὰ τῶν ποινῶν, ὡς πειθαρχικῶν, ἄλλοι δὲ φρονοῦσιν, ὅτι τὸ δημιουργούμενον διὰ τοῦ νομοσχεδίου νέον ἔγκλημα δέον νὰ τιμωρηθῇ ἐπανορθωτικῶς. Αὕτη εἶναι ὅλη ἡ διαφορά. Ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον καὶ τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσα, ὁρίζει, ὅτι ἡ ποινὴ πρέπει νὰ ᾖναι ἐπανορθωτική· ἐπίσης τὸ αὐτὸ προσετέθη καὶ ἐπὶ τοῦ 12 ἄρθρου. Καὶ ὡς πρὸς τοὺς ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ τιμωρηθῶσι διὰ ποινῶν ἐπανορθωτικῶν, ἀντὶ τῶν πειθαρχικῶν. (Ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον μὲ τὴν προσθήκην: μετὰ τὸ «τιμωροῦνται» «μὲ χρηματικὴν ποινήν.») Τοῦτο ἀρκεῖ.
§176ΤΖΑΝΕΣ. Ὄχι μόνον δὲν πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἔτι μᾶλλον πρέπει νὰ ἐπισπεύσῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, διότι πραγματικῶς ἀναβάλλεται ἐπὶ 50 ἔτη, ὡς εἶπεν ὁ προλαλήσας κ. Ῥοντήρης. Θεωρῶ ὅμως ἀναγκαίαν μίαν διάταξιν, τὴν ὁποίαν εἶχον προτείνει διὰ τροπολογίας. Ἠξεύρετε πάντες, ὅτι εἰς τὰ γραφεῖα ἰδίως τῶν εἰσαγγελιῶν ὑπάρχει ἓν ἑρμάριον, τὸ ὁποῖον λέγεται κοινῶς χρονοντούλαπο, καὶ ἐκεῖ δυστυχῶς καταβυθίζονται πᾶσαι αἱ διδόμεναι καταγγελίαι. Ἠξεύρετε πάντες προσέτι, ὅτι, ἕνεκα τῶν πολλῶν ἐργασιῶν τῶν εἰσαγγελιῶν, πολλάκις περιπίπτουν εἰς παραγραφὴν πολλὰ τοιαῦτα ἐγκλήματα. Εἶναι ἀναγκαία λοιπὸν, κ. πρόεδρε, ἡ ἀναγραφὴ τῆς ἑξῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν εἶχον προτείνει, ὡς προεῖπον, διὰ τῆς τροπολογίας μου: «πᾶσαι αἱ ἐκ τοῦ νόμου τούτου προκύπτουσαι παραβάσεις νὰ εἰσάγωνται ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ εἰσαγγελέως εἰς τὸ ἀκροατήριον, ἐντὸς 20 ἡμερῶν ἀφ’ ἧς ἐδόθη ἡ μήνυσις», καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν ἀναγραφὴν τῆς διατάξεως ταύτης. Μάθετε, κύριοι, ἐὰν δὲν γνωρίζετε, ὅτι ὅσας καὶ ἂν ἀναγράψωμεν διατάξεις εἰς τὸν νόμον, δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ, ἐὰν δὲν προστεθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις. Ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, κύριοι, καὶ τοῦτο τὸ λέγω ὄχι διὰ νὰ κατηγορήσω τὸν στρατὸν, τὸν ὁποῖον ἀγαπῶ καὶ σέβομαι, ὅτι πολλάκις στρατιῶται ἐζήτησαν κόττα καὶ πήτα, οὐχὶ ἐντὸς τοῦ ὕδατος μαγειρευομένην, ἀλλ’ ἐντὸς τοῦ βουτύρου· ὅτι πολλάκις κατέλυσαν, καὶ ἐναντίον τῶν θελήσεων καὶ τῶν διαταγῶν τοῦ Δημάρχου, εἰς οἰκίαν ὅπου εὑρίσκετο λεχώ· ὅτι πολλάκις ἔδειραν, ἐκάκωσαν, καὶ διὰ τοῦτο, κύριοι, εἰς τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον εἰσαγάγει, ἀνέγραψα τὴν διάταξιν: «Πᾶσα κάκωσις, πᾶσα βιαιοπραγία, λαμβάνουσα χώραν κατὰ τὰς τοιαύτας περιπτώσεις, λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ὡς ἐπιβαρυντικὴ περίπτωσις ὡς πρὸς τὴν ἐπιμέτρησιν τῆς ποινῆς». Κύριοι, μὴ ἀφήσητε ἀβέβαιον τοῦτο, διότι πάλιν θὰ ἐξακολουθήσουν αἱ κακώσεις καὶ αἱ βιαιοπραγίαι. Εἶπον τινὲς, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ νόμος. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, τοῦτο. Ἠξεύρω, κύριοι, ὅτι ἐκάκωσαν, ἔδειραν ἀνηλεῶς ἀνθρώπους, τοὺς ἠνάγκασαν νὰ τοὺς μεταφέρωσι μὲ τὰ ζῶά των εἰς μεγάλα διαστήματα, ἀπὸ Καλαμῶν ἕως εἰς τὴν Σπάρτην, ἕως εἰς τὴν Τρίπολιν. Πρέπει νὰ ἐπισπεύσητε τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου, διὰ νὰ σώσωμεν τοὺς συμπολίτας ἡμῶν. Γινώσκω, ὅτι παῖς ἀνήλικος ἐλήφθη ὡς ἀγωγεύς ἐκ Καλαμῶν μέχρι Τριπόλεως, κατὰ παράβασιν τοῦ ὑπάρχοντος νόμου, ὅστις ὑποβάλλει τὸν πολίτην εἰς τὰς τοιαύτας ὑποχρεώσεις ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ δήμου.
§177ΛΑΠΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ στρατιῶται τῆς Ἑλλάδος εἶναι παιδιὰ τοῦ νόμου, εἶναι πράγματι καλοὶ, καὶ δὲν πρέπει νὰ λέγωνται τοιαῦτα λόγια βαρειὰ διὰ τὸν στρατὸν, καθὼς εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Τζάνες. Ἐδῶ βλέπω, ὅτι ἔχετε μίαν τάσιν, ὁσάκις πρόκειται περὶ τοῦ στρατοῦ νὰ ἦσθε ἐναντίοι.
§178ΤΖΑΝΕΣ. Λυποῦμαι, διότι παρεξηγήθην, διότι ἐγὼ δὲν ὡμίλησα κατὰ τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ κατὰ τῶν καταχρήσεων τῶν ἀποσπασμάτων. Δὲν ἠμποροῦσα δὲ νὰ πράξω τοῦτο, διότι καὶ ἐγὼ εἶμαι υἱὸς στρατιώτου, καὶ σεμνύνομαι μάλιστα ἐπὶ τούτῳ.
§179Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ ἄρθρου 12, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλει εἰς ποινὰς τοὺς δημάρχους καὶ παρέδρους, οἵτινες παραβιάζουσι τὸ καθῆκόν των, νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν, κατὰ τὴν ἐκ νέου σύνταξιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 487 τοῦ ποινικοῦ νόμου, διότι, ὅπως ἔχει τὸ ἄρθρον, ἔχει πλημμελῶς. Σᾶς λέγω δὲ πρὸς ἀπόδειξιν τὸ ἑξῆς: ἡ διάταξις δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ ἐπιβάλλῃ ἐν ὑποτροπῇ εἰς τὸν δήμαρχον πρόστιμον δραχμῶν 500.
§180ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτὸ ἐτροποποιήθη.
§181ΤΖΑΝΕΣ. Εἰς τὴν τροπολογίαν μου ἔχω καὶ ἑτέραν πρότασιν, περὶ τῆς ὁποίας ἐλησμόνησα νὰ κάμω λόγον. Κατ’ ἐμὲ, ἡ ὑποτροπὴ πρέπει νὰ συνεπάγηται τὸ ἑξῆς: νὰ τιμωρῶνται μὲ χρηματικὴν ποινὴν, ἀλλ’ οἱ τιμωρούμενοι νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὰς συνεπείας τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου (Θόρυβος.)
§182Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Δὲν ἐννοῶ ἡ ἀναβολὴ νὰ ἦναι μακροτέρα τῶν 2 ἢ 3 ἡμερῶν.
§183ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἡ ἀναβολὴ μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ὅλως διόλου περιττὴ, διότι εἴμεθα εἰς τὸ τέλος τοῦ μηνὸς ἤδη.
§184Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐπειδὴ δὲν ἐννοῶ νὰ παρεμβάλω πρόσκομμα εἰς τὴν ἐπιψήφισιν νόμου, τὸν ὁποῖον θεωρῶ ἀναγκαιότατον, ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου. Ἐθεώρησα τὸν νόμον ἀτελῆ, καὶ διὰ τοῦτο ἐδικαιολογήθην ἀπὸ ὅσα συνέβησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις νομίζει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναβληθῇ, δὲν ἀντιτείνω.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναγινώσκεται τὸ 11 ἄρθρον ὅπως ἐτροποποιήθη ἀπὸ τὸν κ. πρωθυπουργόν. (Ἀναγινώσκεται.)
§186ΤΖΑΝΕΣ. Μετὰ τὴν λέξιν «τροφίμων», δὲν εἶναι καλὸν νὰ προστεθῇ «καὶ ἀγωγίων»;
§187ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 11 ὅπως ἀνεγνώσθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἄρθρον 12.)
§189ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ν’ ἀντικατασταθῇ τὸ τελευταῖον μέρος τοῦ ἄρθρου, ἀπὸ τῶν λέξεων «ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν», ὡς ἑξῆς: «μὲ χρηματικὴν ποινὴν, μὴ συνεπάγουσαν τὰς συνεπείας τοῦ 24 ἄρθρου τοῦ ποινικοῦ νόμου.»
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠκούσατε τὴν γενομένην τροποποίησιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ὅπως ἐτροποποιήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 13 καὶ 14.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κασιμάτης προτείνει ὡς ἄρθρον 15 τὸ ἑξῆς: «Ἐξαιροῦνται τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ χορηγεῖν τὰ ἀνωτέρω καταλύματα αἱ οἰκογένειαι, ὅσαι στεροῦνται ἀνδρὸς ὡς προστάτου αὐτῶν».
§192ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο ἐτέθη εἰς τὰ πρακτικά.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§194ΤΖΑΝΕΣ. Ὅπως ἔχει, δύναται νὰ διαστραφῇ, διότι αἱ γυναῖκες ἠμποροῦν νὰ εἰδοποιοῦν τοὺς ἄνδρας των νὰ φεύγουν (ἱλαρότης). Λοιπὸν νὰ τεθῇ εἰς τὸν νόμον: «ὅσαι εἶναι χῆραι καὶ κόραι ἀπροστάτευτοι».
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κασιμάτη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Τὸ ἀποτέλεσμα ἀμφίβολον).
§196ΤΙΝΕΣ. Τὸ ἀντίστροφον.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν προσθήκην, ὡς ἄρθρον 15. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἤδη ἔχομεν τὸ περὶ τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν. (Τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Μποῦτος.) Ἄρθρον 6.
§198ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Φρονῶ, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ μένῃ καὶ ἓν ἀντίγραφον εἰς τὸ Δημαρχεῖον, διὰ νὰ ἦναι δυνατὴ ἡ ἐξέλεγξις.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν συμφωνεῖ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἀναγνωσθὲν ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 7.
§200ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἂν προτίθηται νὰ τὸ πωλήσῃ ἢ νὰ τὸ φέρῃ εἰς τὸ σφαγεῖον, δὲν εἶναι ὑπόχρεως νὰ κάμῃ δήλωσιν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν μεταβίβασιν τῆς κυριότητος, εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ζωοκλοπῆς, ἡ Βουλὴ παρεδέχθη αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν θὰ λειτουργήσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ζωοκλοπῆς, θὰ ἰσχύῃ ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς μεταβιβάσεως.
§201ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Τροπολογητέον εἶναι τὸ 8 ἄρθρον· τὸ 7 δὲν χρήζει τροπολογίας. Τὸ 8 ἄρθρον πρέπει νὰ τροπολογηθῇ, διότι εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ διάταξις, ὅτι πᾶσα μεταβίβασις κυριότητος βεβαιοῦται διὰ συμβολαιογραφικῆς πράξεως, εἶναι ὑπὲρ τὸ δέον αὐστηρά. Ἀλλ’ αὐστηρὰ ἐπίσης εἶναι καὶ ἡ διάταξις, δι’ ἧς ὁ προαγορεύσας θέλει νὰ ἀντικαταστήσῃ ταύτην, ἀφοῦ ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος ἐπιβάλλει τὴν καθ’ ὡρισμένον τρόπον σύνταξιν τοῦ πωλητηρίου ἐγγράφου, ἀναγράφει δὲ καὶ ἄλλας ὑποχρεώσεις λίαν ὀχληρὰς, ἐνῷ, νομίζω, ἀρκεῖ νὰ ὑποχρεῶνται ὅ,τε ἀγοραστὴς καὶ ὁ πωλητὴς, ἵνα ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ὑποβάλλωσι δήλωσιν εἰς τὸν δήμαρχον.
§202ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Πολὺ καλά.
§203ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ ὁ πωλητὴς καὶ ὁ ἀγοραστὴς, ἕκαστος θὰ δηλώνῃ εἰς τὸν δήμαρχόν του τὴν μεταβολὴν αὐτήν.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7 νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἐτροπολογήθη παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται ἐπίσης δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 9). Ἄρθρον 10.
§205ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου βλέπω, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένοι οἱ δήμαρχοι καὶ οἱ πρόεδροι τῶν δημοτικῶν συμβουλίων νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰς ἕδρας τῶν ἐπαρχιῶν των. Τίς θὰ καταβάλλῃ τὰ ἔξοδα; Ἂν ἦναι εἰς βάρος τῶν δήμων, ἀπὸ τοῦδε δηλῶ, ὅτι οἱ δῆμοι τοῦ Αἰγαίου δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ δαπανῶσι, διότι, διὰ νὰ εὑρεθοῦν ἐμπρόθεσμοι, ἀπαιτοῦνται περισσότεραι τῶν 200 δραχμῶν.
§206Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν προστίθεται δαπάνη. Ὁ δήμαρχος δὲν πρέπει νὰ ὑπάγῃ νὰ κανονίσῃ τὸν φόρον τῶν δημοτῶν του;
§207ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἅπαξ θὰ ὑπάγῃ. (Γίνεται δι’ ἀναστάσεως δεκτὸν τὸ ἄρθρον τοῦτο, εἶτα δὲ καὶ τὸ 11.) Ἄρθρον 12.
§208ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ ἀντιπρόεδρος τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου δὲν ἔχει ἀναπληρωτὴν· διὰ τοῦτο πρέπει νὰ τεθῇ ἐδάφιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ὁρίζηται ὁ ἀναπληρωτής. (Ἀναγινώσκει.)
§209ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μετὰ τῆς προσθήκης τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ.) Ἄρθρον 13.
§210ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μίαν διασάφησιν. Ἐννοῶ, ὅτι γεννῶνται νέα δικαιώματα καὶ νέαι ἀπαιτήσεις. Ἐπειδὴ δὲ ὁ νόμος τοῦ δικαίου ὑφίσταται, διὰ πᾶσαν καθυστέρησιν, ἡ ὁποία ἤθελε βλάψει τὸν πολίτην, νὰ ἔχῃ οὗτος τὸ δικαίωμα τῆς πολιτικῆς ἀποζημιώσεως κατὰ τῆς ἐπιτροπῆς. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 13.) Ἄρθρον 14.
§211ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχομεν προσθήκην, τὴν ἀκόλουθον: «Ὁ διὰ τὸ ἔτος 1880 φόρος εἰσπραχθήσεται ἀπὸ τῆς πρώτης τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 14 μὲ τὴν προσθήκην ταύτην.) Ἄρθρον 15.
§212ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἀντιβαίνει εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ νόμου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος λέγεται εὐεργετικός· ἔχει τρεῖς ποινὰς ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου. Πρῶτον, ὁ μὴ πληρώσας τὸν φόρον μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου ὑποβάλλεται εἰς φόρον 12%, καὶ ἡ διάταξις αὕτη ἔχει ὀπισθοδρομικὴν δύναμιν, ἤτοι θὰ πληρώσῃ αὐτὸν τὸν τόκον ἀπὸ 1 Αὐγούστου· δεύτερον, ὁ τόκος αὐτὸς εἶναι βαρὺς—ὅταν τὸ δημόσιον ἦναι ὀφειλέτης, πληρόνει μόνον 8%, ὁ δὲ ὀφειλέτης πληρόνει 12%—καὶ τρίτον, ἔχομεν καὶ ἄλλην αὐστηροτέραν διάταξιν, νὰ πληρώνῃ καὶ τὸ πέμπτον τοῦ φόρου. Μοῦ φαίνεται, ὅτι ἀρκεῖ νὰ τεθῇ ἁπλῶς, ἐν ὑπερημερίᾳ, νὰ πληρώνῃ 12% μόνον.
§213ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Τὴν διάταξιν ταύτην περιελάβομεν ἐνταῦθα, θεωροῦντες αὐτὴν ὡς διάταξιν, ἡ ὁποία ἦτο ἐπιθυμητὸν νὰ ὑπάρχῃ εἰς ὅλους τοὺς φορολογικοὺς νόμους. Ἐὰν τοιαύτη διάταξις ἴσχυεν ὡς πρὸς ἁπάσας τὰς πρὸς τὸ δημόσιον ὀφειλάς, φρονῶ, ὅτι οἱ εἰσπράκτορες θὰ καθίσταντο περιττοί· ὥστε μᾶλλον χάριν τῶν φορολογουμένων παρὰ χάριν τοῦ δημοσίου τίθεται τοῦτο, διότι ὅταν ἦναι γνωστὸν ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι θέλουσιν ἐπιβληθῆ βαρεῖαι ποιναὶ εἰς τοὺς ἀποφεύγοντας τὴν καταβολὴν τῶν φόρων, εἶναι πιθανώτατον, ὅτι θέλουσιν οὗτοι συνειθίσει νὰ πληρώνωσι τὸν φόρον ἐγκαίρως, ἐνῷ, ὅταν ἡ ποινικὴ ῥήτρα περιορίζηται μόνον εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ συνήθους τόκου, εἶναι πιθανώτατον, ὅτι θέλουσιν οὗτοι ῥᾳθυμήσει καὶ θέλουσι συνειθίσει νὰ θεωρῶσι τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου ὡς τι, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ὀφείλουσι νὰ ἔχωσι πρωτοβουλίαν.
§214ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Ἐὰν ὁ φορολογούμενος ἦναι στρεψόδικος, τὸ ἐννοῶ· ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἔχῃ νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον;
§215ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τόσον μικρὸν τὸ ποσόν, ὥστε δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ τὸ συζητῶμεν. Πόση νομίζετε θὰ ἦναι ἡ ζημία; Θὰ πληρώσουν καὶ μίαν δραχμὴν περισσότερον· ἀντὶ νὰ πληρώσουν πέντε, θὰ πληρώσουν ἕξ. Νομίζω ὅτι, ὅπως ἔχει τὸ ἄρθρον, εἶναι πολὺ καλόν.
§216ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἡ διάταξις εἶναι καλή.
§217ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Οἱ φορολογούμενοι δὲν βγαίνουσιν ὅλοι ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιον, διὰ νὰ ἦναι καλὴ ἡ διάταξις.
§218ΖΑΪΜΗΣ. Ἀντετάχθην εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι εἶμαι ἐντελῶς ἐναντίος· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ ἄρθρον 15 καθιεροῖ μίαν ἀρχὴν ἀξιόλογον, τὸ νὰ μάθωσιν οἱ φορολογούμενοι, ὅτι ἔχουν καθῆκον νὰ πληρώνωσι τοὺς φόρους των, καὶ θὰ συντελέσῃ πολὺ εἰς τὸ νὰ κλείσῃ τὴν θύραν τῶν καθυστερούντων. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀφαιρεθῇ ὁ τόκος, ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, παρὰ διότι τὸ ποσὸν τοῦ τόκου εἶναι μικρὸν, μεγάλη δὲ θὰ προκύψῃ δυσχέρεια εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ταμείων, προκειμένου π.χ. νὰ κάμουν ἰδιαίτερον λογαριασμόν, διὰ νὰ εὕρουν τὸν τόκον 5 δραχμῶν καθυστερουμένων ἐπὶ 20 ἡμέρας· αὐτὸ νομίζω, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ παραλειφθῇ. Ἄλλως, εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς, ἡ ὁποία, καί τοι καθιερουμένη ἐν νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον δὲν ἐγκρίνω, εὔχομαι ὅμως νὰ καθιερωθῇ καὶ εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν ἄλλων φόρων.
§219ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὴν διάκρισιν ταύτην εὑρίσκομεν εἰς τὰς ξένας νομοθεσίας, κανονιζούσας droit fixe καὶ droit proportionnel, δικαίωμα πάγιον καὶ δικαίωμα αὖξον· εἶναι δὲ δικαία, διότι τὸ ἓν ἀποτελεῖ τὴν ποινὴν τῆς ἁπλῆς παραβάσεως, τὸ δ’ ἄλλο ἀποτελεῖ τὴν ποινὴν τῆς διαρκείας τῆς παραβάσεως, καὶ ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθεῖ παραβαίνων τὸν νόμον ὁ ὀφειλέτης, πρέπει νὰ ἐπιπροστίθηται τιμωρία· ἡ δὲ ἐργασία, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει ἡ διάταξις αὕτη εἰς τὸν ταμίαν, ὅπως καταλογίσῃ τὸ 12%, δὲν πιστεύω νὰ ἦναι πολὺ μεγάλη. (Γίνεται δι’ ἀναστάσεως δεκτὸν τὸ ἄρθρον 15.) Ἄρθρον 16.
§220ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον περιέχει ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀδικεῖται ὁ πτωχὸς γεωργὸς, διότι ὅστις ἔχει ἓν ζευγάρι καὶ παράγει 20 κοιλὰ, θὰ πληρώσῃ τὸν αὐτὸν φόρον, τὸν ὁποῖον θὰ πληρώσῃ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μὲ ἓν ζευγάρι παράγει 100 κοιλά. Ἐκτὸς τούτου, πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ νέου τινὸς φόρου περὶ δημοτικοῦ ταμείου. Ἔχω λοιπὸν μίαν τροπολογίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ὠφελούμενοι ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης νὰ πληρώσουν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὠφελοῦνται, ὡς πρόσθετον φόρον, εἰς τὸ δημοτικὸν ταμεῖον. Διὰ τοῦτο διετύπωσα μίαν τροπολογίαν, διὰ νὰ δώσω νύξιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ περὶ τούτου.
§221ΚΑΡΥΣΤΙΝΑΚΗΣ. Τὰ ὀλίγα ζῶα, τὰ ὁποῖα ἔχουν οἱ δῆμοι τῆς ἐπαρχίας μου, θὰ ἐπιβαρυνθοῦν, διότι τὰ πλεῖστα θὰ δηλώσουν κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖ ὅπου ἐργάζονται. Διὰ τοῦτο ὑπέβαλον τὴν τροπολογίαν μου, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν ἀδικεῖται κανείς.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Σκαθέντζος καὶ Φωτήλας ὑποβάλλουσι τροπολογίαν.
§223ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἠμπορεῖ νὰ συμβῇ νὰ πληρώνῃ ἕκαστος δῆμος περισσότερον φόρον δημοτικὸν παρὰ δημόσιον.
§224ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ δῆμος εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐλαττώσῃ τὸν φόρον, ἐὰν εὕρῃ, ὅτι τὸ ποσὸν εἶναι ὑπέρογκον.
§225ΦΩΤΗΛΑΣ. Εἰς δήμους, ὅπου εἶναι ὀλίγα τὰ ἀροτριῶντα κτήνη, δύναται ὁ φόρος νὰ ἀναβιβασθῇ δι’ ἕκαστον κτῆνος μέχρι 30 καὶ 40 δραχμῶν. Διατί νὰ μὴ προστεθῇ ὁ ὅρος αὐτὸς, ὥστε ὁ δημοτικὸς φόρος νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ ποτὲ τὸν δημόσιον;
§226ΒΑΡΟΤΣΗΣ. Ἡ διάταξις τῆς δευτέρας παραγράφου θὰ φέρῃ ἀναποφεύκτως εἰς καταστροφὴν ἢ τοὺς δήμους ἢ τοὺς κατόχους τῶν ζώων. Ὁ δῆμος τῆς Νάξου εἰσπράττει κατὰ μέσον ὅρον 3,000 ἀπὸ τὸν δημοτικὸν φόρον ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν· αὐτὸς ὁ δῆμος δὲν ἔχει περισσότερα ἀπὸ 20 ζῶα. Θὰ ἀναλογήσουν λοιπὸν 150 δραχμαὶ εἰς ἕκαστον ζῶον, τουτέστι περισσότερον τῆς ἀξίας των.
§227ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Νὰ συνέρχωνται ὅλοι οἱ εἰρηνοδίκαι εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας νὰ κάμνουν τοὺς καταλόγους τῶν δημοτικῶν φόρων.
§228ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Μολονότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ πληρώσῃ ὁ γεωργὸς 50 καὶ 60 δραχμὰς φόρον, μ’ ὅλον τοῦτο ἀντιτείνω εἰς πᾶσαν τροπολογίαν, διὰ νὰ φανοῦν τὰ εὐεργετήματα τοῦ νόμου. (Θόρυβος,)
§229ΒΑΡΟΤΣΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. πρωθυπουργὸν νὰ μᾶς εἴπῃ τί φρονεῖ, ὅτι δύναται νὰ συμβῇ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν.
§230ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπειδὴ θέλει διασάφησιν ὁ κ. βουλευτὴς Νάξου, τῷ παρατηρῶ, ὅτι ἡ περίπτωσις, τὴν ὁποίαν ἀνέφερε, δὲν δύναται νὰ συμβῇ, διότι κατὰ τὸν νόμον τὰ κτήνη δηλοῦνται ἐκεῖ ὅπου καλλιεργοῦσιν. Ἐὰν λοιπὸν ὁ δῆμος Νάξου παράγῃ δημητριακοὺς καρποὺς, παράγει, διότι ὑπάρχουν κτήνη, τὰ ὁποῖα καλλιεργοῦν, τὰ δὲ κτήνη ταῦτα θὰ ὦσι κατὰ τὸν νόμον ἐγγεγραμμένα εἰς τὸν δῆμον Νάξου, καὶ ἐγγεγραμμένα ὄντα ἐκεῖ, φορολογοῦνται ἐκεῖ.
§231ΦΩΤΗΛΑΣ. Εἶναι δῆμος, ὁ ὁποῖος εἶχεν εἰσόδημα ἐκ δημοτικῶν φόρων... δραχμάς· τώρα τὸ εἰσόδημα αὐτὸ παράγεται διὰ τῆς ἐργασίας... ἀροτήρων βοῶν.
§232Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁμιλεῖς περὶ ἀδυνάτου πράγματος. Ἐὰν εἰς τὸν δῆμον Σουδενῶν ἔχῃς κτῆμα, ὁ δῆμος Σουδενῶν ἔχει .... δραχμὰς ἐκ δημητριακῶν καρπῶν, ὅλα δὲ τὰ κτήνη καλλιεργοῦν ἐντὸς τοῦ δήμου. Σᾶς ἐρωτῶ πόσα εἶναι;
§233ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν ἠξεύρω.
§234ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. 500 ζευγάρια. Λοιπὸν εἶναι ἀδύνατον ὅ,τι λέγετε.
§235ΦΩΤΗΛΑΣ. Εἰς τὸν δῆμον Ἀλαγωνίας δὲν εἶναι πλέον τῶν 60 ἢ 70 ζευγῶν, καὶ ἕκαστον κτῆνος θὰ ἐπιβαρυνθῇ μὲ δημοτικὸν φόρον 30 δραχμῶν, διότι ὁ δημοτικὸς φόρος θὰ ἦναι 1800 δραχμῶν.
§236ΛΑΠΠΑΣ. Νὰ ψηφισθῇ ὅπως ἔχει.
§237ΤΖΑΝΕΣ. Οἱ δῆμοι εἶναι ὀφειλέται εἰς τὸ δημόσιον πολλῶν χιλιάδων ἴσως δραχμῶν, διότι τὸ δημόσιον κατέβαλε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ καταβάλλῃ ὑπὲρ τῆς παιδείας τῶν δήμων. Τί ἐννοεῖ ἡ Κυβέρνησις, ὁπόταν εἰσέλθωσιν εἰς τὸ βαλάντιον τοῦ δημοσίου τὰ διὰ τοὺς δήμους χρήματα; τότε οἱ δῆμοι θὰ ἀποθάνωσιν ἐξ ἀσφυξίας.
§238ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ὁ δῆμος Κορωνίδος, ἔχων 80 βόας, λαμβάνει δημοτικὸν φόρον 2,000 δραχ.
§239ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀδύνατον.
§240ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Καλλιεργοῦν διὰ τῆς ἀξίνης· εἶναι ὀρεινὸν τὸ μέρος, εἶναι σμυριδοῦχος γῆ. Ὁ δῆμος τῆς Νάξου ἔχει μόνον 10 ἀροτῆρας βόας, καὶ καλλιεργεῖται ἡ πεδιὰς διὰ τῶν βοῶν ἄλλων δήμων. Ὁ δῆμος Νάξου εἰσπράττει 3,000 δραχ. δημοτικὸν φόρον. Πῶς θὰ συντηρηθοῦν οἱ δῆμοι; Ὁ δῆμος Ἀπειρανθίας εἶναι εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν.
§241ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Δὲν εἶναι παράδοξον ὁ δημοτικὸς φόρος νὰ ἦναι ἀνώτερος τοῦ δημοσίου, ἢ ἴσος. Ἀλλ’ ἀφίνων τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐπανέρχομαι εἰς τὴν τροπολογίαν μου· τί παράδοξον εἶναι δύω εἰρηνοδίκαι νὰ ὑπάγωσιν εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου, νὰ καλέσωσι τὸν ἐφημέριον, τοὺς παρέδρους, τοὺς χωροφύλακας, νὰ λάβωσι διαφόρους πληροφορίας, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἐξευρεθῇ ἡ παραγωγὴ ἑκάστου φορολογουμένου. Τοῦτο δὲν ἔχει τίποτε τὸ καταπιεστικὸν, καὶ οὕτω δύναται νὰ ὁρισθῇ ὁ δημοτικὸς φόρος κατὰ τὴν παραγωγὴν ἑκάστου τῶν χωρικῶν.
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν τροπολογίαν τῶν κυρίων Σκαβέντζου καὶ Φωτήλα, ἥτις εἶναι προσθήκη ἐπὶ τῆς § 2 τοῦ ἄρθρ. 16: «ὅστις ὅμως δημοτικὸς φόρος οὐδέποτε δύναται νὰ ἦναι ἀνώτερος τοῦ ἐπιβαλλομένου εἰς ἕκαστον κτῆνος δημοσίου φόρου». Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἔρχεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Καρυστινάκη· τὴν ἠκούσατε. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ἀνδρίτσου.
§243ΑΝΔΡΙΤΣΟΣ. Θὰ τὴν ἀναπτύξω. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι πολλὰ κτήνη καλλιεργοῦσι γαίας, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουσι καὶ εἰς ἄλλους δήμους. Θὰ συμβῇ λοιπόν, ὅτι ὁ δῆμος ἐκεῖνος, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου καλλιεργοῦσι τὰ κτήνη, νὰ μὴ λαμβάνῃ κανένα φόρον.
§244ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐκεῖνος θὰ λαμβάνῃ τὸν φόρον.
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Ἀνδρίτσου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ῥοντήρη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἀναγνωσθὲν ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 17. (Ἀναγινώσκεται.) Ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου θ’ ἀφαιρεθῇ βεβαίως ἡ τρίτη παράγραφος.
§246ΦΙΛΗΜΩΝ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ τελευταία διάταξις, ἡ περὶ κατασχέσεως τῶν κτηνῶν, εἶναι λίαν σκληρά. Ἐγὼ ἤθελον προτιμήσει τὴν ἀντικατάστασιν διὰ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως.
§247ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι χειροτέρα.
§248ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν εἶναι χειροτέρα, διότι ἡ κατάσχεσις τῶν κτηνῶν εἶναι θάνατος διὰ τὲν γεωργὸν καὶ καταδίκη.
§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον ἔχει τροπολογίαν ὁ κ. Ῥοντήρης. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μὲ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς τρίτης παραγράφου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Κατόπιν γίνονται δεκτὰ τ’ ἄρθρα 18 καὶ 19 ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.)
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 20. (Ἀναγινώσκεται.)
§251ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς τὰς ἐξαιρέσεις, κύριοι, τῶν ἐπαρχιῶν Οἰτύλου καὶ Γυθείου πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ ἡ νῆσος Θήρα, ἥτις ἐξαιρεῖται δυνάμει κειμένου νόμου, πρέπει δὲ νὰ προστεθῇ καὶ ἄρθρον 21 περὶ τοῦ φόρου πρὸς ἀποξήρανσιν τοῦ Βοιωτικοῦ πεδίου.
§252Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μένει ἡ δεκάτη εἰς τὴν Θήραν;
§253ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διὰ τὴν Θήραν ἐψηφίσθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον εἰδικὸς νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ πλεῖστον τῆς παραγωγῆς μένει ἀφορολόγητον, καθὸ παραγόμενον ἐντὸς τῶν ἀμπέλων. Τὸ ὑπόλοιπον εἶναι τόσον ἀσήμαντον, ὥστε αὐτὸ δύναται νὰ φορολογῆται διὰ τῆς δεκάτης.
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον λοιπὸν τροπολογεῖται ὡς ἑξῆς: «Ὁ παρὼν νόμος δὲν ἐφαρμόζεται ἐν Ἑπτανήσῳ καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Οἰτύλου, Γυθείου, καὶ ἐν τῇ νήσῳ Θήρᾳ, διατηρουμένου ὡς πρὸς τὰ προϊόντα αὐτῶν τοῦ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους φορολογικοῦ καθεστῶτος.» Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο ἔχει τροπολογίαν ὁ κ. Βαλσαμάκης. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Κατόπιν ἐγένετο δεκτὸν τὸ πρόσθετον 21 ἄρθρον, κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.)
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συνόλου.
§256ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω, κύριοι, ὅτι, ὅπως ἐγὼ, οὕτω καὶ πάντες ὑμεῖς παρετηρήσατε τὴν μεγάλην στενοχωρίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθησαν ἀξιότιμοί τινες συνάδελφοι καθ’ ὃν χρόνον συνεζητεῖτο τὸ ἐπιψηφισθὲν νομοσχέδιον περὶ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἀφ’ ἑνὸς ἔβλεπον, ὅτι ἡ δεκάτη, τὴν ὁποίαν θεωροῦσι καὶ αὐτοὶ ὡς κάκιστον φορολογικὸν σύστημα, ἀλλὰ περὶ τῆς ὁποίας φρονοῦσιν, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ τὴν ἀνεχθῶμεν ἐπὶ πολὺν ἔτι χρόνον, ἀφίνοντες τὴν φροντίδα καὶ τὴν μελέτην περὶ ἀντικαταστάσεως αὐτῆς εἰς τὴν προαίρεσιν τῶν ἐπερχομένων γενεῶν, ἦτο ἀδύνατον νὰ διατηρηθῇ. Μόλις ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔῤῥιψε τὸν βρόχον ἐπὶ τοῦ τραχήλου τῆς δεκάτης, καὶ δὲν εὑρέθησαν ἐντὸς τῆς Βουλῆς, εἰμὴ δύο ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ φίλοι μου κ.κ. Παπαμιχαλόπουλος καὶ Ζηνόπουλος, οἱ ὁποῖοι ἐτόλμησαν νὰ τρέξουν ὅπως τὴν λυτρώσουν ἀπὸ τὰς χεῖράς του, ὅλοι δὲ σχεδὸν οἱ ἄλλοι ἔπραξαν τὸ ἐναντίον· καὶ ὁ μὲν ἀξιότιμος Βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Οἰκονόμου ἔδραμε νὰ κλείσῃ τὰς θύρας τοῦ Βουλευτηρίου, διὰ νὰ μὴ φύγῃ τυχὸν τὸ θηρίον, ὡς τὴν ἀπεκάλεσεν, ἀπὸ τὴν Βουλήν, οἱ δὲ λοιποὶ ἔλαβον ξύλα καὶ λίθους καὶ ἔτυπτον τὸ θηρίον κατὰ κεφαλῆς, προσπαθοῦντες νὰ τὸ θανατώσωσιν ἀπὸ φόβον μὴ ἐκφύγῃ ζῶν ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· δὲν ἔμεινε λοιπὸν οὐδεμία ἐλπὶς περὶ σωτηρίας τῆς δεκάτης. Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος εἶχον ὑπ’ ὄψιν οἱ ἀξιότιμοι οὗτοι συνάδελφοι, ὅτι πρὸς ἀντικατάστασιν τῆς δεκάτης παρουσιάσθησαν δύο προτάσεις, ἀφ’ ἑνὸς τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς καὶ τὸ ὁποῖον ὑπεστήριζον πάντες οἱ φίλοι αὐτοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐγὼ καὶ τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν καλωσύνην νὰ ὑποστηρίξωσί τινες, καὶ ἰδίως οἱ σεβαστοὶ φίλοι μου κ.κ. Κουμουνδοῦρος καὶ Ζαΐμης. Ἀλλὰ καὶ τὰς δύο ταύτας προτάσεις εὕρισκον ἀκαταλλήλους, φρονοῦντες, ὅτι ἐκ τῆς παραδοχῆς εἴτε τῆς μιᾶς, εἴτε τῆς ἑτέρας, οἱ φορολογούμενοι ἤθελον καταπιεσθῆ καὶ τὸ δημόσιον ἤθελε ζημιωθῆ, αὐξανομένου οὕτω τοῦ μεγάλου ἐλλείμματος, ὑπὸ τὸ ὁποῖον διατελοῦμεν. Ἐν τῇ ἀμηχανίᾳ των ταύτῃ κατέφυγον εἰς πρότασιν, τὴν ὁποίαν μόνον τὸ ἀπρόοπτον τοῦ πράγματος καὶ ἡ στενοχωρία, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθησαν, δύναται νὰ δικαιολογήσῃ. Εἶπον καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅ,τι ἀτυχής τις νέος ἔλεγεν εἴς τινα πατέρα, ὅστις δὲν ἤθελε νὰ τῷ δώσῃ τὴν κόρην του εἰς γάμον: «Σεβαστέ μοι κύριε, ἔλεγεν ὁ ἀτυχὴς αὐτὸς μνηστήρ, ἀφοῦ δὲν θέλετε νὰ δώσητε τὴν κόρην σας εἰς ἐμὲ, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ τὴν δώσητε καὶ εἰς κανένα ἄλλον, ἵνα βεβαιωθῇ, ὅτι δὲν ἠδυνήθητε νὰ εὕρητε ἄλλον καλλίτερον γαμβρόν.» Ἀφοῦ δὲν θέλετε, εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ διατηρήσητε τὴν δεκάτην, σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ μὴ δεχθῆτε κανὲν ἄλλο φορολογικὸν σύστημα, ἀλλὰ νὰ καταργήσητε τὴν ἔγγειον φορολογίαν, ἵνα βεβαιωθῇ τοὐλάχιστον, ὅτι δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ἕτερον φορολογικὸν σύστημα καταλληλότερον τῆς δεκάτης. Ἀλλ’ ὅπως ὁ φιλόστοργος ἐκεῖνος πατὴρ εἶπεν εἰς τὸν ἀτυχῆ μνηστῆρα, καλέ μου νέε, σὲ δὲν θέλω διὰ γαμβρὸν, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ νὰ ἀφήσω καὶ τὴν κόρην μου χωρὶς ἄνδρα, οὕτω καὶ ἡ Βουλὴ, ἀπαντῶσα εἰς τοὺς κυρίους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐνθυμεῖσθε μὲ πόσον θόρυβον ἐζήτουν νὰ ἐπιψηφισθῇ ἡ πρότασίς των, εἶπε, τὴν δεκάτην δὲν θέλω, δὲν ἐννοῶ ὅμως ν’ ἀφήσω τὴν ἔγγειον παραγωγὴν ἐντελῶς ἀφορολόγητον. Καὶ εἶχε δίκαιον ἡ Βουλὴ νὰ ἀποκριθῇ οὕτω, διότι ἡ γῆ, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, εἶναι πλοῦτος, καὶ δὲν πρέπει νὰ μένῃ ἀφορολόγητος· δὲν γνωρίζω δὲ μάλιστα καμμίαν χώραν, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ γῆ ἢ τὰ προϊόντα αὐτῆς μένουσιν ἀφορολόγητα. Μέχρι τινὸς ἐφαίνετο, ὅτι δὲν ὑπῆρχε τοιαύτη φορολογία εἰς τὰς Ἡγεμονίας καὶ τὴν Ῥωσσίαν· ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ ὁ φόρος ἐπεβάλλετο εἰς τοὺς δούλους, οἱ ὁποῖοι ἐδούλευον τὴν γῆν, διότι τὰ δυστυχῆ αὐτὰ ἀνθρώπινα ὄντα ἐθεωροῦντο ὡς κτήνη, ὅπως εἰς τὴν Ἀλγερίαν οἱ βόες. Δὲν ἐξετάζω αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἂν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη ἢ ὄχι τὸ καλλίτερον σύστημα, ἵνα φορολογήσῃ τὰ προϊόντα τῆς γῆς, ἀλλὰ λέγω, ὅτι καλῶς ἔπραξε νὰ παραδεχθῇ ἓν οἱονδήποτε σύστημα φορολογίας, ἵνα φορολογηθῇ καὶ ἡ ἔγγειος παραγωγή, διότι δὲν ἦτο ὀρθὸν νὰ μένῃ ἀφορολόγητος. Τὸ κατ’ ἐμέ, εὑρίσκω πολὺ φυσικὴν τὴν στενοχωρίαν τῶν ἀξιοτίμων ἐκείνων συναδέλφων καὶ σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι τοὺς λυποῦμαι εἰλικρινῶς καὶ ἀπὸ καρδίας, ἀλλὰ λυποῦμαι πολὺ περισσότερον, διότι, ἀφοῦ ἀπεφασίσαμεν νὰ καταργήσωμεν τὴν δεκάτην, εὑρέθημεν ἐντελῶς ἀνέτοιμοι καὶ ἠναγκάσθημεν νὰ παραδεχθῶμεν φορολογικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θέλει εὐδοκιμήσει καὶ τὸ ὁποῖον πολὺ ταχέως θέλομεν ζητήσει νὰ μεταβάλωμεν. Ἀλλὰ τίς πταίει διὰ τοῦτο; οὐδεὶς ἄλλος βεβαίως, εἰμὴ οἱ πολιτικοὶ ἐκεῖνοι ἄνδρες, τοὺς ὁποίους ἐμνημόνευσε προχθὲς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Γόρτυνος κ. Δηλιγιάννης, οἱ ἐγκρατεῖς τὸ πολιτικὸν φρόνημα καὶ ἐμβριθεῖς τὴν μελέτην, οἱ ὁποῖοι, ζητοῦντες πάντοτε τὸ ἀπολύτως ὀρθὸν καὶ τέλειον, ἀπέκρουον πᾶσαν πρότασιν τείνουσαν νὰ προπαρασκευάσῃ τὴν μεταβολὴν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, καὶ δὲν ἤθελον νὰ ἐννοήσωσιν, ὅτι θεσμὸς βάρβαρος καὶ ἄδικος, οἷος ἡ δεκάτη, δὲν ἠδύνατο νὰ διατηρηθῇ αἰωνίως εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὅτι ἤθελεν ἔλθει στιγμή, καθ’ ἣν ἤθελεν ἐξεγερθῆ τὸ δημόσιον φρόνημα καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους ἤθελον ἀπαιτήσει ἐπαναστατικῷ τῷ τρόπῳ τὴν κατάργησιν τοῦ ἀθλίου τούτου θεσμοῦ, δεχόμενοι ἀνεξετάστως πᾶν ἄλλο σύστημα, τὸ ὁποῖον ἤθελε τοῖς παρουσιασθῆ. Ἄλλοι ὅμως ἄνδρες, κατώτεροι ἴσως κατὰ τὴν ἐγκράτειαν περὶ τὸ φρόνημα καὶ τὴν ἐμβρίθειαν περὶ τὴν μελέτην, ἀνώτεροι ὅμως κατὰ τὴν προαίρεσιν τοῦ ν’ ἀπαλλάξουν μίαν ὥραν ἀρχήτερα τὸν τόπον ἀπὸ τὸν ἐφιάλτην τῆς δεκάτης, καὶ νὰ συντρίψωσι τὴν Προκρούστειον κλίνην, ὡς τὴν ὠνόμασεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ἡ ὁποία κατεβασάνιζε τὸ ἔθνος, ἀπεπειράθησαν πολλάκις νὰ προπαρασκευάσωσι τὴν μεταβολὴν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, καὶ εἰσήγαγον διαφόρους προτάσεις εἰς τὴν Βουλήν. Ἔχοντες δὲ ὑπ’ ὄψιν τὴν σπουδαιότητα τοῦ ἀντικειμένου καὶ μὴ θέλοντες νὰ ἐκθέσωσιν οὔτε τὸν τόπον οὔτε τὸ δημόσιον εἰς παρακεκινδυνευμένα νομοθετήματα ἄνευ τῆς ἀπαιτουμένης βασάνου, οὐδέποτε ἐπρότειναν τὴν ἄμεσον ἐφαρμογὴν τῶν ἰδίων συστημάτων, ἀλλὰ πάντοτε εἶχον τὴν φρόνησιν καὶ τὴν μετριοφροσύνην νὰ ζητῶσιν ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν ἐπιψήφισιν τῶν ἐργασιῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ παρασκευασθῇ ἡ μεταβολή, ἀφινομένου πάντοτε εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ κρίνῃ ἀκολούθως ἂν ἔπρεπε νὰ γείνῃ καὶ ἡ ἐφαρμογή. Ἐρωτῶ δὲ ὑμᾶς, τί καλὸν ἤθελε συμβῆ ἐὰν ἡ Βουλὴ παρεδέχετο τὸ φορολογικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρουσίασεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος κατὰ τὸ 1860, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου, ἀφίνων κατὰ μέρος τὸν φόρον τῶν ζώων, ἐπρότεινε νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπὶ τῆς ἐγγείου ἐν γένει φορολογίας τὸ διανεμητικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον λειτουργεῖ ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ παρελθόντος αἰῶνος ἐν Γαλλίᾳ; Διὰ τοῦ Νομοσχεδίου ἐκείνου ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐκανόνιζε διαφόρους ἐργασίας, διὰ τῶν ὁποίων ἔμελλε νὰ ἐξευρεθῇ διὰ δηλώσεων καὶ δι’ ἐπιτροπῶν, ὅπως ἐγένετο καὶ εἰς τὸ μέγα ἐκεῖνο ἔθνος, ἡ ἔκτασις τῶν διαφόρων κτημάτων καὶ ἡ καθαρὰ ἑκάστου πρόσοδος, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ ταύτης ἤθελε διανεμηθῆ ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον ἤθελον ψηφίζει κατ’ ἔτος τὰ νομοθετικὰ Σώματα. Ἀλλ’ ἐν τέλει τοῦ Νομοσχεδίου περιείχετο διάταξις, καθ’ ἣν τὸ νέον σύστημα δὲν ἤθελεν ἐφαρμοσθῆ εἰμὴ μετὰ τὴν ὁλοσχερῆ ἀποπεράτωσιν πασῶν τῶν ἐργασιῶν. Ἐὰν λοιπὸν ἐψηφίζετο τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο καὶ ἐγίνοντο πᾶσαι αἱ ἐργασίαι, τὰς ὁποίας ἐμνημόνευσα, ἀπεδεικνύετο δὲ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τὸ ἀνεφάρμοστον αὐτοῦ, τί ἤθελεν ἐμποδίσει τὴν Βουλὴν νὰ τὸ παραιτήσῃ καὶ νὰ διατηρήσῃ τὴν δεκάτην ἢ νὰ διορθώσῃ τὰς ἐλλείψεις του; ἐὰν ἐγίνετο ἡ τοιαύτη ἐργασία, δὲν ἦτο ἆρά γε πολὺ ἐνδεχόμενον, ἵνα μὴ εἴπω βέβαιον, ὅτι ἤθελον εὑρεθῆ δῆμοί τινες, ἐπαρχίαι ἢ καὶ νομοί, ἐν τοῖς ὁποίοις αἱ ἐπιτροπαὶ ἤθελον ἀποτελεσθῆ ἀπὸ εὐσυνειδήτους ἀνθρώπους, οἵτινες βλέποντες τὸ μέγα καλὸν, ὅπερ ἤθελεν ἀποκτήσει ὁ τόπος ἐκ τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης, ἤθελον φιλοτιμηθῆ νὰ διεξαγάγωσι πάσας τὰς ἐργασίας μὲ φρόνησιν καὶ μὲ εὐσυνειδησίαν, οὕτω δὲ ἠδύνατο τὸ νέον σύστημα νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν ἀρχῇ εἴς τινας ἐπαρχίας; Ὅτε δὲ πάλιν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Κουμουνδούρου, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσήγαγε πρότασιν περὶ καταργήσεως τῆς δεκάτης, διετηρεῖτο προσωρινῶς αὕτη μόνον ὡς πρὸς τὴν σταφίδα καὶ τὸ ἔλαιον, κατηργεῖτο δὲ ἐπὶ πάντων τῶν ἄλλων φόρων, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων. Ἀντὶ τούτων ἐπροτείναμεν τότε πέντε φόρους, πρῶτον μικρὸν φόρον ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, διαιρουμένου εἰς ὀλίγας γενικὰς κατηγορίας, δεύτερον φόρον μικρὸν ἐπίσης, ἀλλ’ ἴσον δι’ ὅλην τὴν Ἐπικράτειαν, ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τρίτον φόρον ἐπὶ τῶν ἀλεσμάτων, τέταρτον φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, καὶ πέμπτον φόρον ἐπὶ τῶν πνευματωδῶν ποτῶν. Ἀλλὰ καὶ οἱ πέντε οὗτοι φόροι δὲν ἤθελον ἐφαρμοσθῆ ἀμέσως· ἤθελον προηγηθῆ τῆς ἐφαρμογῆς διάφοροι προκαταρκτικαὶ ἐργασίαι, ἐξ ὧν ἤθελε καταδειχθῆ ἐὰν ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῶσιν ἢ ὄχι. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, τί κακὸν ἤθελε πράξει ἡ Βουλὴ ἐὰν δὲν ἐσκυθρώπαζεν, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Δηλιγιάννης, κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, ἀλλ’ ἐξήταζεν αὐτὰ μὲ ψυχρὸν αἷμα, τὰ ἐβελτίονε καὶ τὰ ἐπεψήφιζε; Δι’ αὐτῶν ἠθέλομεν ἔχει στατιστικήν τινα τοῦ ἐδάφους, ἄλλην στατιστικὴν τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τῆς ὁποίας ἡ ἔλλειψις, ὡς βλέπετε, μᾶς εἶναι ἤδη λίαν ἐπαισθητή. Ἠθέλαμεν γνωρίζει κατὰ προσέγγισιν ἐὰν ἡ τοιαύτη φορολογία ἦτο εὔκολος καὶ συμφέρουσα, ὡς καὶ ποῖα ἠδύναντο νὰ ἦναι τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἄλλων φόρων, τοὺς ὁποίους ἀνέφερον, — ὥστε μετὰ ἓν ἔτος θὰ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ πράξωμεν ὅ,τι καλλίτερον. Ὅτι δὲ τὸ σύστημα ἐκεῖνο δὲν ἦτο ἄξιον περιφρονήσεως, ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ὅτι ἐκ τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους ἐζητήσαμεν νὰ εἰσαγάγωμεν τότε, εἷς μὲν Ὑπουργὸς σᾶς ἐπρότεινεν ἐφέτος νὰ παραδεχθῆτε τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἄλλος σᾶς ἐπρότεινε νὰ παραδεχθῆτε τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ποτῶν, καὶ ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὑπὸ μορφὴν πολύπλοκον καὶ διὰ τοῦτο πολλὰ τὰ ἄτοπα ἔχουσαν. Ὥστε ἰδοὺ ἔχετε τοὺς τρεῖς φόρους ἐκ τῶν πέντε, καὶ δὲν λείπει εἰμὴ ὁ κυριώτερος, ὃν πρὸ πάντων ἔπρεπε νὰ εἰσαγάγωμεν, ἤτοι ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ ἐδάφους. Λέγων δὲ ταῦτα, κύριοι, δὲν ἐννοῶ οὔτε νὰ ἐπαινέσω, οὔτε νὰ κατακρίνω τινὰ διὰ τὸ παρελθὸν, διότι πάντες ἐλάλουν καὶ ἔπραττον κατὰ τὰς πεποιθήσεις των καὶ κατὰ τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς συνειδήσεώς των. Δὲν ἐννοῶ ἐπίσης νὰ σᾶς ἀποτρέψω ἀπὸ τοῦ νὰ ἐπιψηφίσητε τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον μὲ τόσον ἀγῶνα ἐξῆλθεν ἀπὸ τὰς χεῖράς σας καὶ τὸ ὁποῖον εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν θέλει εὐδοκιμήσει. Ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν ἔλαβον τὸν λόγον εἶναι νὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχὴν τῆς τε Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ μέλλοντος. Ἐπιθυμῶ νὰ συλλογισθῆτε, ὅτι δὲν ὑποβάλλονται εἰς τὴν δεκάτην οἱ δημητριακοὶ καρποὶ μόνον, ἀλλὰ καὶ τὸ ἔλαιον καὶ ἡ σταφὶς καὶ ὁ οἶνος, καὶ πολλὰ ἄλλα, ὅτι καὶ τὰ ζῶα δὲν εἶναι εἰμὴ ἔγγειος παραγωγὴ καὶ ἑπομένως, ὅταν γίνεται σκέψις περὶ ἐγγείου φορολογίας, πρέπει νὰ συμπεριλαμβάνωνται καὶ τὰ ζῶα· ὅτι δεκάτη, καὶ δεκάτη διπλασίως βαρυτέρα, πιέζει τὴν Ἑπτάνησον, καὶ ὅτι τέλος τὸ σύστημα τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὐδοκιμήσῃ, τοῦτο πιστεύω, ὅτι ᾐσθάνθητε ἀρκούντως καὶ οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν καθέκαστα. Ὀφείλομεν λοιπὸν νὰ λάβωμεν ἀπὸ τοῦδε ὑπὸ σκέψιν ὥριμον τὸ φορολογικὸν ζήτημα, νὰ τὸ μελετήσωμεν μετὰ τῶν συνεπαρχιωτῶν μας, καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς Ἀθήνας προητοιμασμένοι, ἵνα φέρωμεν καλλιτέραν καὶ ῥιζικωτέραν μεταβολήν. Ὅσα δὲ, κύριοι, καὶ ἂν σᾶς λέγωσι, δὲν πρέπει ν’ ἀπομακρύνητε ἀπὸ τὴν ἰδέαν σας, ὅτι ἡ μᾶλλον ἀσφαλὴς βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας δύναται νὰ στηριχθῇ ἓν καλὸν σύστημα, εἶναι τὸ ἔδαφος; τουτέστιν ἡ γῆ. Διότι ἐπὶ τῆς ἐγγείου φορολογίας οὐδὲν ἄλλο εἶναι τόσον ἀναγκαῖον καὶ ἀπαραίτητον, ὅσον τὸ μόνιμον τοῦ φόρου· εἶναι δὲ ἀδύνατον νὰ ἐπιτύχητε τὸ προσὸν τοῦτο, ἐὰν δὲν στηρίζητε τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ ἐδάφους καὶ ζητῆτε νὰ τὸν ἐπιβάλλητε ἐπὶ τῶν προϊόντων τῆς γῆς, τὰ ὁποῖα ποικίλλονται ἑκάστοτε κατὰ ποσὸν καὶ κατὰ ποιόν, ἢ ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ἄλλων κινητῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα μετακινοῦνται εὐκόλως καὶ δίδουσι χώραν εἰς μυρίας ὑπεκφυγὰς καὶ καταδολιεύσεις. Εἰς ὅλην τὴν Εὐρώπην, ὅπου μετέβαλον τὸ φορολογικὸν σύστημα, ὡς βάσιν παρεδέχθησαν τὸ ἔδαφος. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἐδέχθησαν σύστημα διανεμητικόν· ἡ ἐπικράτεια προσδιώρισε τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν ἀπαίτησιν νὰ λάβῃ ἀπὸ τὴν ἔγγειον παραγωγὴν, καὶ διένειμε τοῦτο εἰς τοὺς νομοὺς, τὰς ἐπαρχίας καὶ τοὺς δήμους· ἐπιτροπαὶ δὲ διάφοροι ἐξελέχθησαν ὅπως διανείμωσι τὸ ἀναλογοῦν εἰς ἕκαστον δῆμον ποσὸν εἰς τὰ κτήματα ἑκάστου, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκτάσεως καὶ τῆς καθαρᾶς αὐτοῦ προσόδου. Αἱ ἐπιτροπαὶ αὗται προέβησαν ἄνευ καταμετρήσεως καὶ ἐξετίμησαν ὅπως ἠδυνήθησαν τὴν ἔκτασιν τῶν κτημάτων ἑκάστου καὶ τὴν καθαρὰν πρόσοδον· εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην συνέβησαν πολλαὶ ἀδικίαι, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης βέβαιον, ὅτι εἰς τὴν μεταβολὴν ταύτην ὀφείλεται ἡ τεραστία ἀνάπτυξις τῆς γεωργίας εἰς τὴν χώραν ἐκείνην. Βραδύτερον ἠναγκάσθη ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις νὰ διατάξῃ τὴν κατάρτισιν κτηματολογίου, διὰ τὸ ὁποῖον ἐδαπανήθησαν ἄπειρα χρήματα· καὶ ἀπεδείχθη μὲν ἐκ τῆς ἐργασίας ταύτης ἡ μεγάλη ἀνισότης, ἥτις ἔλαβε χώραν κατὰ τὴν διανομὴν, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐτόλμησε νὰ στηρίξῃ ἐντελῶς τὴν φορολογίαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ κτηματολογίου. Ταῦτα ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τινὲς τῶν παρ’ ἡμῖν ἀσχοληθέντων εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, ἐσκέφθησαν ὅτι, ἀντὶ νὰ ζητῶμεν νὰ ἀνεύρωμεν τὴν καθαρὰν πρόσοδον, ἡ ὁποία εἶναι ἀδύνατον νὰ εὑρεθῇ, καὶ νὰ ἔχωμεν συγκρούσεις, διαπληκτισμοὺς καὶ παράπονα κατὰ τῶν ἐπιτροπῶν καὶ τῆς κυβερνήσεως, καλλίτερον ἴσως θὰ ἦτο νὰ διαιρεθῇ τὸ ἔδαφος εἰς γενικὰς κατηγορίας, τῶν ὁποίων ὁ προσδιορισμὸς νὰ μὴ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν θέλησιν τῶν ἀτόμων, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων· οὕτω π. χ. ἠδύναντο αἱ γαῖαι νὰ διαιρεθῶσιν εἰς ξηρικὰς καὶ ποτιστικὰς καὶ νὰ ὑποδιαιρεθῶσιν εἰς ὀρεινὰς καὶ πεδινὰς, ἠδύναντο νὰ σχηματισθῶσιν ἀκόμη καὶ πολλαὶ ἄλλαι κατηγορίαι, ἤρκει μόνον νὰ στηρίζωνται εἰς γνωρίσματα φυσικά. Καὶ ναὶ μὲν ἤθελον γείνει καὶ τότε ἀδικίαι καὶ ἀνισότητες, ἀλλ’ αὗται ἤθελον πηγάζει ἐκ τοῦ νόμου· εἶναι δὲ γνωστὸν, ὅτι, ὅταν ἡ ἀδικία πηγάζῃ ἐκ τοῦ νόμου, δὲν γεννᾷ παράπονα καὶ διαπληκτισμούς. Παρατηρήσατε, κύριοι, τί γίνεται εἰς ἄλλα εἴδη φορολογίας· ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ζώων, ὅλοι οἱ ἵπποι, ὅλοι οἱ βόες, ὅλα τὰ πρόβατα πληρώνουν τὸν αὐτὸν φόρον. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο δικαιοσύνη; εἶναι δίκαιον ἡ γίδα τῶν Ἀθηνῶν, ἡ παράγουσα ὀκάδας γάλακτος, νὰ πληρώνῃ τὸ αὐτὸ ποσὸν μὲ τὴν γίδα, ἥτις τρέχει εἰς τὰ ὄρη τῆς Δωρίδος; καὶ ἐν τούτοις οὐδεὶς παρεπονήθη διὰ τοῦτο. Ἐὰν ὅμως ἀφίνετε εἰς τὸν δήμαρχον ἢ τὸν ἔπαρχον νὰ κανονίζῃ τὸν φόρον, ἡλίκος θόρυβος ἤθελε γίγνεσθαι; Διὰ τοῦτο, τὸ μόνον σύστημα, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐφελκύω τὴν μελέτην καὶ τὴν προσοχὴν ὅλων ὑμῶν, εἶναι τὸ σύστημα τῆς φορολογίας ἐπὶ τῆς ἐκτάσεως, διαιρουμένης οὐχὶ μόνον εἰς ποτιστικὴν καὶ ξηρικὴν, ἀλλ’ εἰς ὅσας θέλετε κατηγορίας, ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ στηρίζηται ἑκάστη εἰς φυσικὰ γνωρίσματα. Τὸ ἀπολύτως τέλειον καὶ τὸ ἀπολύτως ὀρθὸν εἶναι ἀδύνατον νὰ εὑρεθῇ ὑφ’ ὁποιονδήποτε σύστημα· εἴμεθα λοιπὸν ἠναγκασμένοι νὰ προτιμήσωμεν τὸ σχετικῶς καλλίτερον, καὶ τοῦτο πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν.
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 7 μ. μ.)