1880.04.01
1,956 rows · 16,134 words · 107 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 100
τῆς 1 Ἀπριλίου 1880.
(Τρίτη.)
Ὥρᾳ 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κ.κ. Βουλευτὰς νὰ προσέρχωνται ἐγκαίρως, ὅπως ἀρχώμεθα τῶν συνεδριάσεων κατὰ τὴν ὡρισμένην ὥραν. (Ὁρκίζεται ὁ Βουλευτὴς κ. Κορφιωτάκης.) Ὁ κ. Φλογαΐτης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰσαγωγικῶν τελῶν, ὁ δὲ κ. Βρατσάνος ἑτέραν ἐπὶ τοῦ περὶ μετοχικοῦ ταμείου τοῦ στρατοῦ. Τρεῖς πρόσφυγες ἐκ Πλατάνου, ὡς ἀντιπρόσωποι καὶ τῶν ἄλλων, παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀνάλογον πίστωσιν πρὸς περίθαλψιν τῶν πασχόντων συμπολιτῶν των. Θὰ παραπεμφθῇ ἡ ἀναφορά των εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπήν. Ὁ κ. Ῥοντήρης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Θὰ τυπωθῇ.
§2Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κατὰ τὰ 1867, ὅτε ἦτο ἡ ἔκτακτος περίστασις τῆς Κρήτης, ἐπεβλήθησαν ἔκτακτοι φόροι, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἐπεβλήθη καὶ εἷς, ὅστις δὲν εἶναι εἰς καμμίαν νομοθεσίαν τοῦ κόσμου. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς προέβλεψε τότε διὰ τὰς περιστάσεις ὅτι δύναται νὰ εἰσπράττῃ φόρους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους νὰ μὴ ἔχῃ καὶ κανὲν καθυστερούμενον, καὶ εὗρε τὰ πλοῖα, διότι, ὡς γνωρίζετε, καθυστερούμενα ἐξ αὐτῶν τῶν φόρων δὲν ὑπάρχουσιν. Ὅταν πρόκηται νὰ φύγῃ τὸ πλοῖον, πηγαίνει ὁ εἰσπράκτωρ ἀπὸ τὸ λιμεναρχεῖον, τὰ χαρτιὰ δὲν τοῦ τὰ δίδουν χωρὶς νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον, καὶ ἀφοῦ πληρώσῃ τὸ πλοῖον, τότε φεύγει· καὶ τοιουτρόπως πληρώνουν τὰ πλοῖα 5 φόρους, λιμενικὰ, φαναριάτικα, μολιάτικα, δημοτικὰ, καὶ αὐτόν. Ῥητῶς δὲ ὁ νόμος τοῦ κ. Κεχαγιᾶ λέγει, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς γίνεται διὰ τὴν ἔκτακτον περίστασιν τῆς Κρήτης. Παρῆλθεν ἡ ἔκτακτος περίστασις ἀπὸ τοῦ 1867, ἦλθε καὶ ἡ ἄλλη ἔκτακτος περίστασις, καὶ ἐν τούτοις ὁ φόρος αὐτὸς μένει.
§3ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν λέγει ὁ νόμος, ὅτι ὁ φόρος ἐπιβάλλεται διὰ τὴν ἔκτακτον περίστασιν. Δὲν περιέχει ὁ νόμος τοιαύτην διάταξιν.
§4Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Διὰ τὴν περίστασιν ὅμως αὐτὴν ἔγεινε· Γνωρίζετε τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται σήμερον τὰ ναυτικά· οὔτε περισσότερον, οὔτε ὀλιγώτερον, ὕστερα ἀπὸ 3 ἔτη πλοῖον ἐμπορικὸν δὲν ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι· τὰ ναυτικὰ τῆς Ἑλλάδος εὑρίσκονται σήμερον εἰς τὴν οἰκτροτέραν κατάστασιν· ὅλα τὰ πλοῖα τὰ ἑλληνικὰ, τὰ πλεῖστα ἐκλείσθησαν εἰς τὸν Δούναβιν καὶ τὴν Ἀζοφικὴν· ἤνοιξεν ὁ Δούναβις, καὶ ὅμως πάλιν λέγουν, ὅτι δὲν ἔχουν ἐλπίδα νὰ κινήσουν, οὔτε ὁλόκληρον τὸ καλοκαίριον· ὁ δὲ κ. Βαλιάνος, ὁ μεγαλείτερος ἔμπορος τοῦ Ταϊγανίου, εἶχε τηλεγραφήσει εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, ὅσα πλοῖα εἶναι γνωστὰ ἰδικά του νὰ μὴ ἀναχωρήσουν διὰ τὴν Ἀζοφικὴν, διότι τὰ σιτηρὰ εἶναι ὑγρὰ, καὶ θὰ ἐπιβιβασθοῦν ὅλα ἐπὶ ἀτμοπλοίων. Οἱ ἔμποροι εὑρίσκουν συμφέρον, διότι τὰ ἐμπορεύματα μεταφέρονται μὲ ἕνα εὐτελέστατον ναῦλον, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία, ὅτι ὕστερον ἀπὸ 3 ἔτη δὲν θὰ ὑπάρχῃ κανὲν πλοῖον ἐμπορικὸν ἑλληνικόν· ἀπόδειξις δὲ εἶναι, ὅπως σᾶς εἶπεν ὁ κ. Δούμας, ὅτι εἰς τὸ ναυπηγεῖον τῆς Σύρου, ὅπερ ἦτο μεγαλείτερον, ἐνῷ εἰς ἄλλας περιστάσεις ἦσαν σκαρωμένα 45 πλοῖα, τώρα ἀμφιβάλλω ἐὰν ἦναι 4. Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ κατάστασις, εἰς ἣν εὑρίσκονται σήμερον τὰ ναυτικὰ τῆς Ἑλλάδος, διότι δὲν ἔχουν οὔτε μίαν τράπεζαν οὔτε τίποτε.
§5ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Διατί δὲν φέρετε πρότασιν περὶ μεταβολῆς;
§6Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Θὰ φέρω πρότασιν ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐπιτήδευμα τοῦτο, καὶ ὄχι τοὺς ἄλλους φόρους, τὰ λιμενικὰ, τὰ φαναράτικα καὶ τ’ ἄλλα.
§7ΛΑΠΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς δώσῃ μίαν πληροφορίαν, πόσα χρήματα δαπανῶμεν εἰς τοὺς ὁδοτηρητὰς τῆς Πελοποννήσου, τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἑπτανήσου, καὶ πόσος ἀριθμὸς ὁδοτηρητῶν εἶναι, διότι ἔχω νὰ ὑποβάλλω πρότασιν πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου.
§8ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὑποβάλλω, κύριοι, ἀναφορὰν πεντακοσίων καὶ ἐπέκεινα κατοίκων τοῦ δήμου Πειραιῶς, δι’ ἧς ἐφιστῶσι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν μεταβολῶν, αἵτινες ἐσχάτως ἐπενέχθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου. Παρατηροῦσιν οἱ ἀναφερόμενοι, ὅτι ἡ μεταβολή, ἥτις ἐπέρχεται, ὅπως διὰ νέων δραχμῶν πληρόνωσι τὰ τέλη, αὐξάνει κατὰ 12% τὰ τέλη αὐτά.
§9ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Περισσότερα.
§10ΦΙΛΗΜΩΝ. Προστιθεμένων δὲ καὶ τῶν ὁδικῶν καὶ τῶν ἄλλων δικαιωμάτων, ἀναβαίνει εἰς 15.
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ὄχι ἕνεκα τῶν ὁδικῶν, ἀλλὰ διότι τὸ 12 δὲν προστίθεται εἰς τὰ 100, ἀλλὰ εἰς τὰ 120.
§12ΦΙΛΗΜΩΝ. Παρατηροῦσιν οὗτοι, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους ἐπιβάλλει αὔξησίν τινα εἰς τοὺς φόρους, ἀλλὰ συγχρόνως προσθέτουσιν, ὅτι ἔπρεπε μᾶλλον ἐπὶ τῶν εἰδῶν τῆς πολυτελείας νὰ ἐπιβληθῇ ἡ αὔξησις αὕτη, ὄχι δὲ ἐπὶ πραγμάτων, ἅτινα ἀνήκουσιν εἰς τὴν κατανάλωσιν τοῦ πολλοῦ πλήθους. Εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι αἱ αὐξήσεις τῶν τελωνιακῶν δασμῶν ἐπιβαρύνουσιν οὐχὶ τοὺς ἐμπόρους, ἀλλὰ τοὺς καταναλωτάς· ἑπομένως παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, νὰ λάβῃ τὴν ἀναφοράν των ὑπ’ ὄψει κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου. Συγχρόνως δὲ παρατηροῦσιν, ὅτι, ἐὰν καταστῇ ἀδύνατος ἡ ἐν γένει ἀπόῤῥιψις τῆς προτάσεως τοῦ νὰ πληρώνωσιν εἰς νέας δραχμὰς, νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ τοὐλάχιστον ἡ μεταβολὴ αὕτη ὅσῳ ἀφορᾷ εἰς τὸ πετρέλαιον, τὴν ζάκχαριν καὶ τὸν καφὲν, ἅτινα εἶναι τῆς πρώτης καταναλώσεως. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει βεβαίως κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου (τὴν καταθέτει εἰς τὸ Προεδρεῖον).
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλή, κύριοι, προτοῦ νὰ εἰσερχώμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν νὰ συζητῶμεν νομοσχέδιά τινα, ἐφ’ ὧν οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίῤῥησις; Ὡς τοιοῦτον ἐπεψηφίσθη χθὲς εἰς ά ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ μετοχικοῦ ταμείου τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ· ἐὰν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλή, νὰ συζητηθῇ σήμερον εἰς βʹ ἀνάγνωσιν.
§14ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§15ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.) Καταθέτω, κύριοι, ὅσα ἔγγραφα ὑπάρχουσιν εἰς τὸ ὑπουργεῖον περὶ σιδηροδρόμων, ἅτινα ἐζήτησάν τινες τῶν κυρίων βουλευτῶν χθές, ἓν σχέδιον συμβάσεως περὶ σιδηροδρόμου μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Πατρῶν, καὶ ἓν ἀντίγραφον πληρεξουσίου, ὅπερ ἔκαμάν τινες εἰς ἕνα τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν, ὅπως συνεννοηθῇ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως περὶ σιδηροδρόμου μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Λαμίας. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον δὲ τὸ τμῆμα μοὶ εἶπεν, ὅτι ἐσχεδιάσθη ἓν σχέδιον σιδηροδρόμου τοιούτου, ἀλλ’ ὅτι ὁ πληρεξούσιος δὲν παρουσιάσθη νὰ ζητήσῃ πληροφορίας.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατατίθενται εἰς τὸ γραφεῖον, ὅπως λάβωσι γνῶσιν οἱ βουλόμενοι ἐκ τῶν κυρίων βουλευτῶν. Ὁ βουλευτὴς κ. Μπούμπουλης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπιτηδευμάτων διὰ τὰ πλοῖα. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον περὶ μετοχικοῦ ταμείου τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ εἰς βʹ ἀνάγνωσιν.)
§17ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Ποῖον θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, κ. πρόεδρε, τὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἢ τὸ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν;
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦ ὑπουργείου.
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Καλλίτερον νομίζω, κ. πρόεδρε, νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ διορθωθὲν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ εἶτα ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δι’ ἀναστάσεως δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον.) Ὁ κ. Δρόσος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Θὰ τυπωθῇ. Ἐὰν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλή, θὰ συζητηθῇ εἰς ά ἀνάγνωσιν ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετσάλη. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§21ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. πρόεδρον νὰ συστήσῃ μίαν ἐπιτροπήν, ἥτις ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου (θόρυβος). Ὅταν μία τοπικὴ ἀνάγκη δύναται νὰ θεραπευθῇ διὰ γενικοῦ μέτρου, δὲν ἐννοῶ διατὶ νὰ μὴ γείνῃ δι’ ὅλον τὸ Κράτος, καὶ ὄχι μόνον διὰ τὴν κοινότητα Ξηροχωρίου.
§22ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὅτε, κύριοι, ὑπέβαλον τὸ παρὸν νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου σᾶς ζητεῖ ὁ κ. πρόεδρος νὰ ἐπιτρέψητε τὴν ά ἀνάγνωσιν, παρεκάλεσα καὶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ υἱοθετήσῃ, ἐὰν ἤθελε, τὸ τοιοῦτον νομοσχέδιον, καθόσον παρετήρησα, ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος νόμος· εἶναι δὲ μία ἐκ τῶν μεγαλειτέρων ἀναγκῶν τῆς ἐπαρχίας, διότι σπουδαῖαι περιουσίαι κατεστράφησαν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἴτε ἕνεκα ἄλλων σπουδαιοτέρων λόγων, εἴτε ἕνεκα ἄλλης ἀσχολήσεως δὲν ἠδυνήθη νὰ σκεφθῇ ἐπὶ τῇ παρακλήσει ἣν τῷ ἔκαμα. Δὲν νομίζω λοιπόν, ὅτι ὁ ἔντιμος συνάδελφος Βουλευτὴς Καρυστίας θὰ θελήσῃ νὰ στερήσῃ τὴν ἐπαρχίαν μου τοῦ νόμου τούτου δι’ ἀκαίρου καὶ ἀλόγου ἀντιῤῥήσεως, ἀφοῦ ἐγὼ ἔλαβον τὴν πρωτοβουλίαν καὶ τὸν κόπον νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ αὐτῆς, καὶ νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ τοιοῦτον νομοσχέδιον. Ἄλλως τε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπερ ἐγὼ ὑπέβαλον, δὲν ἀφορᾷ εἰμὴ μόνον τὴν περιουσίαν τῆς κοινότητος τοῦ δήμου Ἰστιαίων, ἥτις πρὸ 30ετίας περίπου καταστρέφεται, διότι δὲν ὑπάρχει νόμος. Τὴν τοιαύτην δὲ εὐθύνην καὶ ἐπιθυμίαν μοὶ ἐπέβαλεν ἅπασα ἡ ἐπαρχία μου, καθόσον ὄχι μόνον πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς κοινοτικῆς περιουσίας, ἀλλὰ καὶ διότι μεγάλη καταστροφὴ ἀπειλεῖ τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας μου, ἕνεκα τοῦ χειμάῤῥου Ξηριᾶ, ἥτις, ἄν ποτε ἐπέλθῃ τότε, καὶ τὸ δημόσιον θὰ βλαφθῇ καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἰδιοκτῆται. Νομίζω λοιπόν, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ στερήσῃ αὐτῆς τῆς εὐχαριστήσεως καὶ τῆς θεραπείας αὐτῆς τῆς ἀνάγκης καὶ ἐμὲ ὡς ἀντιπρόσωπον τῆς ἐπαρχίας μου καὶ τὴν ἐπαρχίαν μου, χάριν τοῦ ἀντιλέγοντος καὶ ἐπιθυμοῦντος δῆθεν τὸ παρουσιαζόμενον νομοσχέδιον νὰ γείνῃ ἢ νὰ στηριχθῇ ἐπὶ βάσεων γενικωτέρων, ὅπως χρησιμεύσῃ καὶ διὰ τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους. Ἐὰν καὶ ἄλλοι βουλευταὶ αἰσθάνωνται τὴν αὐτὴν ἀνάγκην πρὸς διάσωσιν τῶν κοινοτικῶν περιουσιῶν, ἂς συμφωνήσωσι νὰ παρουσιάσωσι συναφὲς Νομοσχέδιον πρὸς ἐπιψήφισιν.
§23ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δύο λέξεις, κ. πρόεδρε, διότι μὲ παρεξήγησεν ὁ κ. Πετσάλης. (Θόρυβος.)
§24ΠΟΛΥΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐμμείνητε εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν, ὅταν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις, ἀναβάλλεται τὸ νομοσχέδιον.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Παπαγεωργίου, θὰ κάμετε συζήτησιν; (Θόρυβος.)
§26ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ν’ ἀναβληθῇ, διότι θὰ προκαλέσω συζήτησιν.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται. Οἱ Βουλευταὶ Λευκάδος ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου περὶ πληρωμῆς τῶν χρεῶν τῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος. Θὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§28ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Παρὰ τοῦ κ. Νικολοπούλου, κ. Πρόεδρε, ὑπεβλήθησαν 3–4 νομοσχέδια, συγκείμενα ἐξ ἑνὸς καὶ μόνου ἄρθρου, ἅτινα εἶναι σπουδαιότατα. Φρονῶ, ὅτι ἐπ’ αὐτῶν δὲν θὰ ὑπάρξῃ οὐδεμία ἀντίῤῥησις.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα, κύριοι, εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§30ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Τὸ περὶ πιστωτικῆς τραπέζης, κ. Πρόεδρε. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ἐπὶ πλέον ν’ ἀναβάλληται τὸ σπουδαῖον αὐτὸ ζήτημα, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις συναινεῖ ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς βʹ ἀνάγνωσιν.
§31ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι τὸ τῆς πιστωτικῆς τραπέζης, ἀκριβῶς εἰπεῖν, ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ ὡς βʹ. ἀνάγνωσις, διότι ἀνεθεωρήθη ἡ προϋπάρχουσα σύμβασις, ἥτις εἶναι ἡ βάσις τῆς νέας συμβάσεως. Διὰ νὰ ἤμεθα ὅμως ἐντελῶς ἐν τάξει, ἂς ἀρχίσωμεν σήμερον ἀπὸ τῆς ά. ἀναγνώσεως. Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν δι’ ἀναστάσεως κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον.)
§32ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν περὶ τοῦ ἀντικειμένου περὶ τοῦ ὁποίου πρὸ πολλοῦ ἐγὼ ὑπέβαλον Νομοσχέδιον, καὶ ὅπερ ἀφορᾷ τοὺς μηχανικοὺς τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ. Εἶναι μέγας ἀριθμὸς ἀνθρώπων, τῶν ὁποίων ἀμφισβητεῖται ἡ θέσις, διότι οὔτε πολῖται οὔτε στρατιῶται δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν οὗτοι, καὶ δὲν δύνανται οὔτε τὰ πολιτικὰ καὶ ἀστυκὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν, νὰ ἐξασκήσουν. Παρακαλῶ λοιπὸν, ἐπειδὴ δὲν παρουσιάζεται οὐδεμία ἀντίῤῥησις δι’ αὐτὸ τὸ Νομοσχέδιον, ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς ά. ἀνάγνωσιν.
§33ΛΑΠΑΣ. Παρακαλῶ ὅλους τοὺς συναδέλφους μου νὰ παύσουν νὰ φέρουν τοιαῦτα νομοσχέδια, ἅτινα ἔχουν προσωπικὰ συμφέροντα. Θὰ προβῶμεν εἰς τὸ κύριον ἀντικείμενον, ὅπερ μᾶς ἀπασχολεῖ σήμερον, εἰς τὸ φορολογικὸν νομοσχέδιον.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βλέπετε λοιπὸν, κ. Δουζίνα, ὅτι ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§35ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι τῆς ὑπηρεσίας (Θόρυβος.) Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν ἐπιψηφισθῇ, αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι θὰ ἐγκαταλείψουν τὴν ὑπηρεσίαν των καὶ θὰ καταταχθοῦν ἀλλοῦ, ὅπου ἔχουν τὰς ἀπολαυάς των. (Θόρυβος.)
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τεθῇ λοιπὸν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον. Τί λέγετε, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν;
§37Γ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν.) Νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπρότεινε νὰ προηγηθῇ ἡ γʹ συζήτησις δύω νομοσχεδίων, ἅτινα εἶναι ἐγγεγραμμένα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τὸ περὶ μεταῤῥυθμίσεως τελωνιακῶν τινων διατάξεων τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὑπ’ ἀριθ. 17 τῆς ἡμερησίας διατάξεως.....
§39ΦΛΟΓΑΪΤΗΣ. Αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, κ. Πρόεδρε.....
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἂν θὰ γείνῃ συζήτησις, κ. Πρόεδρε, τὸ ἀφίνομεν.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἀφίνομεν αὐτό. Δεύτερον εἶναι ἡ γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διορισμοῦ ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων περὶ διανομῆς.
§42ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς αὐτὸ δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, εἶτα δὲ καὶ τὸ ἄρθρον 1 κατὰ τὴν τροπολογίαν τοῦ νῦν ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.) Ἄρθρον 2.
§43ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τί φύλαξιν θὰ κάμουν αὐτοὶ, κύριε Πρόεδρε; Εἰς τὸν Πειραιᾶ καὶ τὸ Φάληρον εἶναι αἱ ἑταιρίαι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι καταπατοῦν τὰ γήπεδα, αὐταὶ τιμωροῦνται ὑπὸ τῶν κειμένων νόμων, καὶ δύνανται νὰ ἐγερθῶσι κατ’ αὐτῶν ἀγωγαὶ περὶ διαταράξεως κατοχῆς· ἑπομένως πρὸς ποῖον σκοπὸν προσβάλλομεν καὶ τὸ καθεστὼς τῆς πολιτείας; (Θόρυβος.) Ὁ ἔχων γήπεδα καὶ οἱ νῦν ὑπάλληλοι, οἵτινες εἶναι ἐπιτετραμμένοι τὴν ἐποπτείαν καὶ φύλαξιν τῶν δημοσίων κτημάτων, ὀφείλουν ἅμα γείνῃ καταπάτησις νὰ ἐγείρουν τὰς ἀπαιτουμένας ἀγωγάς. (Θόρυβος.) Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ἔχωμεν ὁπλίτας πρὸς φύλαξιν· ἄλλως καὶ λόγος οἰκονομίας ἀπαγορεύει τοῦτο. (Θόρυβος.)
§44ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἤθελεν εἶσθαι καλόν, κύριε Πρόεδρε, νὰ σημειωθῇ, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν στρατιωτῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν εἶναι καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ καταστατικοῦ τοῦ σώματος.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ δύνανται νὰ κανονισθῶσι διὰ Διατάγματος. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 2 ἄρθρον νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἄρθρα 3 καὶ 4 προτείνει ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῆς τροπολογίας του ν’ ἀπαλειφθῶσιν· ἀπηλείφθησαν καὶ εἰς τὴν βʹ συζήτησιν. Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀπάλειψις, εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Τσαμόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐγγείου φόρου. Θὰ τυπωθῇ. Γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ συζήτησιν τὰ νομοσχέδια 1) περὶ χορηγίας πιστώσεως πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου τοῦ ἔτους 1880· 2) περὶ προσθήκης ἄρθρων εἰς τὸν νόμον περὶ διορισμοῦ πολιτικῶν γεωμετρῶν· 3) περὶ κυρώσεως βασιλικοῦ διατάγματος περὶ ἀποδοχῆς τῶν ἐν Παρισίοις συνομολογηθεισῶν νομισματικῶν συμβάσεων.
§47ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἐψηφίσαμεν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, χορηγήσαντες πίστωσιν διὰ τὸν Ἀπρίλιον, ἡ πίστωσις χορηγεῖται κατὰ τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἔφερε τὸ ὑπουργεῖον· ἄρα καὶ τὰ τοῦ στρατοῦ θέλουσιν οὕτω κανονισθῆ.
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅσα δύνανται νὰ μεταῤῥυθμισθῶσιν ἄνευ νόμου, ἤτοι διοικητικῶς, ὡς ἀπόλυσις ὑπαλλήλων, ὧν καταργοῦμεν τὰς θέσεις, ἐκτελοῦνται ἀπὸ τοῦδε· ὅσα δὲ δὲν δύνανται νὰ μεταῤῥυθμισθῶσιν ἄνευ νόμου, θὰ ἐκτελεσθῶσιν, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τῶν σχετιζομένων πρὸς τὸν προϋπολογισμόν. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ περιελάβομεν τὰς δαπάνας διὰ 9 μῆνας. Ἐννοεῖται, ὅτι, ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς ψηφισθῇ πρὸς τὰ μέσα τοῦ Ἀπριλίου, αἱ οἰκονομίαι θὰ γείνωσιν ἐπὶ 8½ μῆνας, καὶ ὄχι ἐπὶ 9.
§49ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Πῶς θὰ γίνεται λοιπὸν ἡ δαπάνη διὰ τὸν στρατόν;
§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν γένει λέγω, ὅτι, ὅπου δύνανται νὰ πραγματοποιηθῶσι, οἰκονομίαι ἄνευ νόμου, ἐκεῖ πραγματοποιοῦνται· ὅπου ὅμως ἀπαιτεῖται νόμος, βεβαίως δὲν θὰ πραγματοποιηθῶσι.
§51Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μίαν παρατήρησιν ὑποβάλλω, διὰ νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις. Καθ’ ὅλον τὸ παρεληλυθὸς διάστημα οὐδεμία ἐγένετο ἐργασία ἐπὶ τῶν δασῶν· μόλις κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος κατεμετρήθησαν δύω δάση, τὸ τῆς Δύμης καὶ ἓν ἕτερον, καὶ τὰ ἔξοδα ἐπληρώθησαν δυνάμει Διατάγματος, τῶν διατάξεων τοῦ ὁποίου ἡ μεταβολὴ καὶ ἡ νομοθέτησις πρόκειται διὰ τοῦ Νομοσχεδίου. Κατὰ τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἐπληρώθησαν, ὑπελογίσθησαν πρὸς 5 λεπτὰ κατὰ στρέμμα, τὸ δὲ πληρωθὲν ποσὸν μοὶ ἐφάνη ἀρκετὰ σημαντικόν, οὗ ἕνεκα προβαίνω, διὰ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦ Νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται, προσδιορίζονται δικαιώματα ἐνιαχοῦ πολλῷ μεγαλείτερα τῶν 5 λεπ. κατὰ στρέμμα, διότι φθάνουν μέχρι 12 καὶ 15 λεπ. ὅταν πρόκηται νὰ συνταχθῇ καὶ σχέδιον οἰκονομικῆς διοικήσεως τοῦ δάσους. Ἀποτέλεσμα τοῦ προσδιορισμοῦ τούτου θέλει εἶσθαι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δυσκόλως νὰ διατάσσῃ τὴν χωρογράφησιν δάσους καὶ τὴν σχεδιαγράφησιν αὐτοῦ καὶ τὴν σύνταξιν σχεδίου διαχειρίσεως αὐτοῦ, διότι ἡ δαπάνη θέλει εἶσθαι μεγάλη. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσέξῃ, μήπως τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο παραγάγῃ τὴν ἀνικανότητα τῆς διοικήσεως, ἵνα ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον, οὗ πέρυσιν ἐγένετο ἔναρξις πρὸς διοίκησιν τῶν δασῶν.
§52ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καθ’ ὅσον ἐγὼ ἠδυνήθην νὰ πληροφορηθῶ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο δὲν αὐξάνει τὰ ἤδη πληρωνόμενα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Διατάγματος τῆς 9 Δεκεμβρίου 1871, ἀλλὰ τοὐναντίον τὰ ἐλαττώνει σχεδὸν κατὰ τὸ ἥμισυ· δύναμαι ὅμως μετὰ τὰς παρατηρήσεις τοῦ Βουλευτοῦ Γόρτυνος νὰ φέρω καὶ τὰς ἀποδείξεις περὶ τούτου, ἔχω δὲ ἐνταῦθα καὶ τὸ Διάταγμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω σημειωμένας τὰς πληρωμὰς, αἱ ὁποῖαι ἀναγνωρίζονται μέχρι τοῦδε. Αὗται δὲ, προκειμένου περὶ ἁπλῆς καταμετρήσεως, χορηγοῦσι λεπτὰ ἀπὸ 5 ἕως 10, προκειμένου δὲ περὶ σχεδίου οἰκονομικῆς διαχειρίσεως, χορηγοῦσι 20 ἕως 25 λεπτὰ, ἐνῷ, ὡς βλέπετε, ἐνταῦθα ἐν μὲν τῇ τελευταίᾳ περιπτώσει χορηγοῦνται 12 ἕως 15 λεπτὰ, ἐν δὲ τῇ πρώτῃ περιπτώσει 2 ἕως 5.
§53Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ Διάταγμα τοῦ 1871 προεκάλεσα ἐγὼ, ἵνα μεταβάλω διατάξεις Διατάγματος ἄλλου, τὸ ὁποῖον προκάτοχον Ὑπουργεῖον εἶχε προκαλέσει, διδόντος δικαιώματα ἀποζημιώσεως πολλῷ μεγαλείτερα· καὶ προεκάλεσα τοῦτο ὁρμηθεὶς ἀπὸ συμβεβηκὸς, τὸ ὁποῖον συνδέεται πρὸς ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ὅτε εἶσθε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ διετάξατε τὴν καταμέτρησιν δάσους κερασιῶν τοῦ δήμου Ὀλυμπίας. Καὶ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο, ὅπερ προεκάλεσα, ἐθεωρήθη ὡς χορηγοῦν δικαιώματα ὑπερβολικά. Διὰ τοῦτο ἠναγκάσθην, ὅταν πέρυσι διέταξα τὴν καταμέτρησιν τῶν δύω δασῶν περὶ ἧς ὡμίλησα, νὰ προσφύγω εἰς τὸν ἐλάχιστον ὅρον τῆς ἀποζημιώσεως τῶν 5 λεπτῶν κατὰ στρέμμα. Ἀλλὰ διὰ τοῦ Νομοσχεδίου κανονίζονται μὲν δικαιώματά τινα ὀλιγώτερον κατὰ τι, ἀλλ’ ἐπ’ ἄλλων προσδιωρίσθησαν πολλῷ ἀνώτερα, ἤτοι 12 λεπτὰ κατὰ στρέμμα ἐπὶ τῶν πεδινῶν καὶ 15 ἐπὶ τῶν ὀρεινῶν, διὰ τὴν καταμέτρησιν, χωρογράφησιν καὶ σύνταξιν τοῦ σχεδίου διοικήσεως, εἶναι δὲ ποσὰ ὑπέρογκα ταῦτα, καὶ κατὰ συνέπειαν οὐδέποτε ἡ διοίκησις θέλει δυνηθῆ νὰ διατάξῃ ἐργασίαν τοιαύτην, προκειμένου ἰδίως περὶ καταμετρήσεως χωρογραφήσεως καὶ συντάξεως σχεδίων οἰκονομικῶν, διστάζουσα νὰ ὑποβάλῃ εἰς τοσαύτην δαπάνην τὸ δημόσιον ταμεῖον.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ παρατηρήσεις αὗται θὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ πρῶτον ἄρθρον παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθησαν 5 συμβάσεις μετ’ ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιριῶν, δι’ ἃς εἶναι ὑποβεβλημένα καὶ νομοσχέδια. Νομίζω, ὅτι δύνανται καὶ αἱ 5 νὰ συμπεριληφθῶσιν εἰς ἓν νομοσχέδιον.
§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι, διότι ἡ μετὰ τῆς Αἰγυπτιακῆς ἑταιρίας ἔχει εἰδικὰς διατάξεις. Ἰδίως θεωρῶ ἀναγκαίαν τὴν ψήφισιν τοῦ σχεδίου νόμου, καθ’ ὃν δύνανται καὶ εἰς τὸ ἑξῆς νὰ χορηγῶνται ὅμοιαι ἀτέλειαι πρὸς ἄλλας ἑταιρίας. Ἐὰν ψηφισθῇ αὐτὸ, εἶναι περιττὸν νὰ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια περὶ συμβάσεων, πλὴν τοῦ περὶ τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Αἰγυπτιακῆς ἑταιρίας.
§57Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Τοῦτο εἶναι ἀπαλλοτρίωσις τῶν δικαιωμάτων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, διότι δίδομεν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κάμῃ οἱασδήποτε θέλει συμβάσεις.
§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἠδυνάμεθα καὶ γενικώτερον ἔτι νὰ νομοθετήσωμεν καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἀπολύτως αἱ ἀτέλειαι αὗται χορηγοῦνται εἰς τὰ ἀτμόπλοια. Ἀλλ’ ὅπως μὴ ἡ διάταξις ᾖναι ἐντελῶς ἀπόλυτος, ἐκτιμᾶται δ’ ἡ ἀξία τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιριῶν, τίθεται ὁ περιορισμὸς οὗτος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει ἑκάστοτε νὰ χορηγῇ τὴν ἄδειαν. Ἡ ἀρχὴ ὅμως δὲν εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις χορηγεῖ τὸ δικαίωμα, ἡ ἀρχὴ εἶναι, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο χορηγεῖται εἰς πᾶσαν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ λάβῃ τὴν ἔγκρισιν τῆς Κυβερνήσεως.
§59ΖΑΪΜΗΣ. Τὴν ἀτέλειαν δὲν δύναται νὰ δώσῃ εἰμὴ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲ τούτου δίδεται ἡ ἄδεια εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ χορηγῇ τὴν ἀτέλειαν ταύτην. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει τόσον εὐκόλως νὰ ἀπεκδύεται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τὸ δικαίωμά της, ἰδίως ἐν Ἑλλάδι. Ἐὰν ἤμην πολίτης ἄλλης συνταγματικῆς πολιτείας, εὐχαρίστως ἤθελον ψηφίσει τοιοῦτόν τι· ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι δυσπιστῶ, καὶ θὰ δυσπιστῶ πάντοτε πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν.
§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τότε, κύριοι, νὰ μεταβάλωμεν τὴν ἔκφρασιν, νὰ εἴπωμεν, ὅτι χορηγοῦνται εἰς πάντα τὰ ἀτμόπλοια τὰ ἐνεργοῦντα συγκοινωνίαν ἐντὸς τοῦ Κράτους τὰ δικαιώματα ταῦτα, ἐὰν λάβωσι προηγουμένως τὴν ἔγκρισιν τῆς Κυβερνήσεως.
§61ΖΑΪΜΗΣ. Εἶναι τὸ ἴδιον.
§62ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις, τότε, νομίζω, πρέπει νὰ τὸ παραιτήσωμεν καὶ νὰ κυρώσωμεν τὰς ἰδιαιτέρας συμβάσεις.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν πέντε εἰδικὰς συμβάσεις. Διὰ τὰς τρεῖς ἐξ αὐτῶν ἔχομεν εἰδικὸν νομοσχέδιον· διὰ τὴν ἑταιρίαν τοῦ κ. Γιαλούση εἶναι ἕτερον νομοσχέδιον. Νομίζω, ὅτι καὶ τοῦτο ἠμπορεῖ νὰ συγχωνευθῇ εἰς τὸ πρῶτον, διότι δὲν ἔχει διαφοράν. Εἶναι δὲ καὶ ἑτέρα σύμβασις μετὰ τῶν Αἰγυπτιακῶν ἀτμοπλοίων, ἡ ὁποία θὰ ψηφισθῇ χωριστά. Λοιπὸν ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον, δι’ οὗ κυροῦνται αἱ 4 πρῶται συμβάσεις. (Ἀναγινώσκεται.)
§64ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἅμα ἤκουσα, κύριοι, ὅτι πρόκειται περὶ συζητήσεως πέντε συμβάσεων ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιριῶν, ἐξανέστην, νομίσας, ὅτι ἐν αὐταῖς περιλαμβάνεται καὶ ἡ σύμβασις ἑταιρίας τινὸς σπουδαίας, περὶ τῆς ὁποίας ἀπειράκις ἐγένετο λόγος ἐν τῷ κοινοβουλίῳ, μοὶ ἐφάνη δὲ ἄπορον πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ζητῶνται παρὰ τῆς Βουλῆς προνόμια ὑπὲρ μικρῶν ἀτμοπλοίων, ἀφοῦ μέχρι τοῦδε οὐδεμία σπουδαίας ἑταιρίας σύμβασις ὑπεβλήθη. Μία καὶ μόνη, κύριοι, σύμβασις ἐκ τῶν ὑπὸ συζήτησιν εἶναι δίκαιον νὰ ἐπιψηφισθῇ, καὶ τοιαύτη εἶναι ἡ μετὰ τῆς Αἰγυπτιακῆς ἑταιρίας, διότι αὕτη εἶναι σπουδαία ἑταιρία καὶ μεγάλως ὠφελεῖ τὸν τόπον.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Αἰγυπτιακὴ εἶναι χωριστή.
§66ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Αἱ ἀτμοπλοϊκαὶ αὗται συγκοινωνίαι δὲν εἶναι πράγματι συγκοινωνίαι. Τὰ μικρὰ αὐτὰ ἀτμόπλοια, διὰ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ συγκρατηθῇ ἡ συγκοινωνία, ἐπὶ τῆς ὁποίας ζητεῖται τὸ προνόμιον, δὲν ἐκτελοῦσι τὰς προσεγγίσεις ἐκείνας, διὰ τὰς ὁποίας ὤφειλε τὸ Ἔθνος νὰ δώσῃ τὸ προνόμιον τῆς ἀτελείας. Τὰ μικρὰ αὐτὰ ἀτμόπλοια προσεγγίζουσιν εἰς πόλεις παραλίους ὅπου ἔχουν συμφέροντα, καὶ συμφέροντα οὐχὶ μικρά. Ἕνεκα τούτων φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ δώσῃ τὸ προνόμιον τῆς ἀτελείας εἰς αὐτὰ, διότι αὔριον ἐὰν παρουσιασθῇ σπουδαία ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία, ἡ ὁποία νὰ θελήσῃ ἐξ ὑποχρεώσεως νὰ προσεγγίσῃ καὶ εἰς τὸν μικρότερον ὅρμον ὅπου δὲν θὰ ἀποβιβάσῃ παρὰ ἕνα ἐπιβάτην κατὰ μῆνα ἢ κατ’ ἔτος, θὰ προσκόψῃ ἕνεκα τῶν συμβάσεων αὐτῶν τῶν μικρῶν καὶ περιωρισμένων συγκοινωνιῶν. Διὰ τί, κύριοι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ μὴ δώσητε προνόμιον καὶ εἰς τὰ μικρὰ τρεχαντήρια, ταῖς γολετίτσες καὶ βρατσέρες, διὰ τὴν συγκοινωνίαν ἣν καὶ ταῦτα ἐκτελοῦσι· πῶς θέλετε νὰ δώσητε ἀτέλειαν εἰς τὰ ἀτμόπλοια, τὰ ὁποῖα καὶ ταχύτερα καὶ ἐπιτυχέστερα καὶ ἐπασφαλέστερα ταξείδια ἐκτελοῦσιν ἐντὸς τοῦ Κράτους; Μετὰ 3 μῆνας, κύριοι, εἶπον καὶ πρὸ ἡμερῶν, λήγει ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, καὶ τότε ἡ συγκοινωνία ὅλων ἐν γένει τῶν νήσων μετὰ τοῦ λοιποῦ Κράτους παύει ἐντελῶς, οὐδὲν δὲ τῶν ἀτμοπλοίων, εἰς ἃ πρόκειται νὰ δώσωμεν προνόμια, θὰ θελήσῃ νὰ προσεγγίσῃ ἐκεῖ, διότι δὲν ἔχει μεγάλα συμφέροντα. Πῶς λοιπὸν θέλετε νὰ δώσωμεν ἀτέλειαν εἰς τὰ μικρὰ αὐτὰ ἀτμόπλοια, καὶ αὔριον, ἐὰν παρουσιασθῇ σπουδαία ἑταιρία, νὰ μὴ ἔχωμεν νὰ τῇ δώσωμεν οὐδὲν προνόμιον. Τὰ μικρὰ αὐτὰ ἀτμόπλοια δὲν βλάπτουν παντάπασι, διότι ἡ συγκοινωνία μεταξὺ Πειραιῶς καὶ Σύρου, καὶ μεταξὺ Πειραιῶς καὶ Ναυπλίου, δὲν ἐπιφέρει ζημίας, ἀλλὰ κέρδη, καὶ κέρδη σπουδαῖα.
§67ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία τότε μόνον θὰ ἦναι χρήσιμος, ἐὰν ἔχῃ πλεονεκτήματα ἀπέναντι τῶν ἄλλων ἑταιριῶν, διότι ὑπάρχουν πλεῖστοι πλόες, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐπαχθέστατοι διὰ τὴν ἑταιρίαν. Ἂν δὲν ἔχῃ λοιπὸν πλεονεκτήματα ἀπέναντι τῶν ἄλλων, δὲν θὰ ἐκτελῇ αὐτοὺς τοὺς πλόας.
§68ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Καὶ αἱ τέσσαρες συμβάσεις ἀναφέρουν ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνουν οἱ κύριοι τῶν ἀτμοπλοίων ὑπὲρ τοῦ δημοσίου· τοιουτοτρόπως χορηγεῖται εἰς αὐτοὺς ἀτέλεια ἀφ’ ἑνός, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου τὸ δημόσιον ἀποκτᾷ τὸ δικαίωμα νὰ μεταφέρῃ δωρεὰν διὰ τῶν πλοίων αὐτῶν τοὺς ταχυδρομικοὺς σάκους, τοὺς ὑπαλλήλους του, μὲ ἐκπεσμὸν 60%, ἀποκτᾷ τὸ δικαίωμα νὰ μεταφέρῃ τὸν στρατὸν καὶ παντὸς εἴδους πολεμοφόδια μὲ ἔκπτωσιν 70%. Ἄλλως τε, κύριοι, ὅσα σᾶς εἶπεν ὁ κ. Συνοδινὸς ἕνα σκοπὸν ἔχουσι, νὰ καταπνίξουν τὴν ἀκτοπλοΐαν ἐν Ἑλλάδι εἰς τὰ σπάργανα αὐτῆς.
§69ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Παντάπασι.
§70ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐνόσῳ εἴχομεν τὸ προνόμιον τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, δὲν ἐβλέπομεν ἄλλο ἀτμόπλοιον νὰ ἐκτελῇ ἀκτοπλοΐαν. Ἀφ’ ὅτου ὅμως κατηργήθη τὸ προνόμιον τῆς ἑταιρίας, ἑπτὰ ἀτμόπλοια ἐκτελοῦν ἀκτοπλοϊκὴν ὑπηρεσίαν.
§71ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Φρονῶ, ὅτι πρέπει ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν εἰς τὴν δευτέραν ἢ τρίτην ἀνάγνωσιν· μόνον θὰ παρατηρήσω τοῦτο, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ὁ συναγωνισμὸς τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιριῶν, τῶν ὁποίων αἱ συμβάσεις πρόκειται ἤδη νὰ ἐπικυρωθῶσιν, ὑπῆρξεν ἐπιβλαβής. Τοὐναντίον φρονῶ, ὅτι εἶναι εὐεργετικώτατος εἰς τὴν χώραν. Αἱ ἀτέλειαι, τὰς ὁποίας παρέχομεν αὐταῖς, εἶναι ἐλαχίστου λόγου ἄξιαι, διότι τὰς ἀπαλλάσσομεν ἀπὸ τὰ ἐλάχιστα ἐκεῖνα ὑγειονομικὰ τέλη, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ ἔτει ἀποτελοῦν ποσὸν οὐχὶ σπουδαῖον. Ἡ ἑταιρία ἡ ἀτμοπλοϊκή, ἡ ὑπάρχουσα, ἥτις θέλει λάβει παρὰ τῆς κυβερνήσεως τὸ χορήγημα καὶ ἀπέναντι αὐτοῦ θέλει ἐκτελέσει τοὺς ἀγόνους πλόας, ἡ ἑταιρία ἐκείνη δὲν δύναται ν’ ἀπαιτῇ ὅπως ἔχῃ τὸ προνόμιον ἀπέναντι ἄλλων ἑταιριῶν οὐ μόνον ἑλληνικῶν, ἀλλὰ καὶ ξένων, διότι ἡ Βουλὴ ἀπέδειξεν, ὅτι ἐννοεῖ νὰ καθιερώσῃ ὡς πρὸς τοῦτο τὴν ἀρχὴν τοῦ ἐλευθέρου συναγωνισμοῦ. Εἶχεν ἄλλοτε ἡ ἑταιρία τὸ ἀποκλειστικὸν προνόμιον, ἀλλὰ τοῦτο ἔληξε, καὶ ἀπολαμβάνει ἡ ἑταιρία ἐκείνη μόνον τὸ χορήγημα· ἀπεδείχθη δὲ, ὅτι καὶ μὲ μόνον τὸ χορήγημα εὐδοκιμεῖ καὶ σήμερον, ὅτε συναγωνίζονται καὶ ἄλλαι ἑταιρίαι, περισσότερον παρ’ ὅ,τι εὐδοκίμει ὅτε εἶχε τὸ προνόμιον, διότι ὁ συναγωνισμὸς ἔχει τοῦτο τὸ μέγα καλὸν, ὅτι, ὅταν εἰσάγηται εἰς ἐπιχειρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἐν αὐταῖς ζωὴν, ἀντὶ νὰ βλάπτῃ τὰς ἑταιρίας, ὠφελεῖ αὐτάς. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι, ὄχι μόνον τὴν συγκοινωνίαν ἐν γένει ὠφελοῦσιν, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ ἐκείνην τὴν ἑταιρίαν, ἡ ὁποία εἶχεν ἄλλοτε τὸ προνόμιον, διότι ἡ ἔλλειψις τοῦ συναγωνισμοῦ φέρει τὸν μαρασμόν.
§72ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ὁ κ. Καράπαυλος ἐνόμισεν, ὅτι ζητῶ νὰ ἀποκλεισθῶσιν ὅλαι αἱ λοιπαὶ ἀτμοπλοϊκαὶ ἑταιρίαι τοῦ νὰ συγκοινωνῶσι τὸ Κράτος ὁλόκληρον. Ἐγὼ δὲν ἐζήτησα οὔτε διενοήθην τοῦτο, ἀλλ’ ἠθέλησα νὰ μὴ δοθῇ τὸ προνόμιον τῆς ἀτελείας, καὶ τοῦτο τὸ ἔπραξα διὰ τοὺς ἑξῆς καὶ μόνους λόγους, διότι αὔριον μία ἑταιρία σπουδαία, ἡ ὁποία θὰ ἀναλάβῃ τὴν συγκοινωνίαν ὁλοκλήρου τοῦ Κράτους, ἀντὶ νὰ ζητήσῃ ἐν παραδείγματι 200,000 δραχμῶν, θὰ ζητήσῃ 500,000 δραχμάς. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ζημία εἰς τὸ Κράτος ἐκ τῆς ἀναγκαίας ταύτης συμβάσεως μετὰ μιᾶς μεγάλης ἑταιρίας. Τί θὰ συμβῇ λοιπὸν; δυοῖν θάτερον, ἢ τὸ Κράτος θὰ ὑποστῇ ἀναγκαίως τὴν ζημίαν ταύτην, ἢ δὲν θὰ ἔχωμεν συγκοινωνίαν. Δὲν ἐνόησα δὲ ποτὲ νὰ ἀποκλείσω ἀπὸ τὰς μικρὰς ταύτας ἑταιρίας τὸ δικαίωμα τῆς ἀκτοπλοΐας, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ παρεξηγηθῶ ἐκ τούτου ἀπὸ τὸν κύριον Καράπαυλον. Γίνεται δεκτὸν δι’ ἀναστάσεως τὸ ἀναγνωσθὲν Νομοσχέδιον, εἶτα δὲ καὶ τὸ ἕτερον περὶ κυρώσεως τῆς μετὰ τῶν Αἰγυπτιακῶν ἀτμοπλοίων συμβάσεως.
§73ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Νομίζω καλὸν νὰ συζητηθῇ εἰς ά ἀνάγνωσιν τὸ Νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς διὰ τὸ 1880. Προτείνω δὲ καὶ πρόσθετον 5 ἄρθρον· χθὲς προετάθη τροπολογία τις περὶ γρασιδίων καὶ τριφυλλίων, προτείνω δὲ ἐπίσης προθεσμίαν καὶ ὡς πρὸς τὴν δήλωσιν τῶν ἀμπέλων. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον τοῦτο.
§74ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν διασάφησιν. Μέχρι τοῦδε, ὡς γνωστὸν, τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας τὸ ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν εἰσεπράττετο διὰ τοῦ ἐγγείου φόρου· ἤδη ὁ ἔγγειος φόρος πρόκειται ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὅστις ἀφορᾷ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας. Πρέπει λοιπὸν νὰ ληφθῇ πρόνοια εἰδικὴ περὶ διασώσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄσχετον πρὸς τὸν φόρον.
§75ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νομίζω, ὅτι κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν πᾶσα γῆ, ἥτις δὲν διετέθη διὰ τῆς διανομῆς, θέλει διατίθεσθαι διὰ δημοπρασίας.
§76ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλῶ περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας.
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀφοῦ πωληθῇ διὰ δημοπρασίας, θὰ παύσῃ πλέον νὰ ἀνήκῃ ἡ γῆ εἰς τὸ δημόσιον.
§78ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλῶ περὶ τῆς σπορᾶς τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους.
§79ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχωσι τοιαῦται γαῖαι.
§80ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρχωσι, καὶ πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια δι’ ἄρθρου τινός, προστιθεμένου εἰς τὸν νόμον τοῦτον. Ἀναγινώσκεται εἰς ά ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς διὰ τὸ 1880.
§81ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἡ σταφὶς τοῦ Μεσολογγίου καὶ Αἰτωλικοῦ δὲν πωλεῖται εἰς ἀνωτέραν τιμὴν τῆς σταφίδος τῆς Τριφυλλίας, καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὴν ἐξαίρεσιν τῶν 13 δραχ.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθησαν διάφοροι τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν.
§83ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Προκειμένου περὶ τῶν βελανιδίων, ὁρίζει ὁ νόμος, ὅτι τὰ βελανίδια Λακεδαίμονος καί τινων ἄλλων ἐπαρχιῶν ὑπάγονται εἰς φορολογίαν 1 καὶ 20% κατὰ στατῆρα, τῶν δὲ ἐπιλοίπων μερῶν τῆς Ἑλλάδος ὑπάγονται εἰς φορολογίαν δραχ. 2 καὶ 50. Ὑποθέτω, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη καθιερώθη ἐν τῷ νόμῳ μὲ τὴν πρόληψιν, ὅτι ὅλων τῶν ἄλλων μερῶν τὰ βελανιδόδενδρα εἶναι ἐθνικά· ἀλλ’ ἀποδεικνύεται, ὅτι εἰς πολλὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος ἔχουν οἱ ἄνθρωποι ἰδιοκτησίας ἀναμφισβητήτους καὶ ἐντὸς τῆς ἰδιοκτησίας ἔχουσι δένδρα βελανιδοφόρα· διατί οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ πληρώνωσι φόρον διπλάσιον ἀπὸ τοὺς ἄλλους τῶν ἄλλων μερῶν; Νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ καθιερωθῇ ἴση φορολογία ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἰδιόκτητα, ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ ἐθνικὰ ἄλλη διάφορος.
§84ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἀττικῆς πάντα τὰ βελανιδόδενδρα εἶναι ἰδιόκτητα· εἰς ὅλα ὅμως τὰ ἄλλα μέρη τοῦ Κράτους εἶναι ἀνάμικτα. Ὁ νομοθέτης δὲ προέβη εἰς μέτρον τι, βεβαίως οὐχὶ δίκαιον, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ἐπεβάλλετο ἐκ τῆς δυσχερείας τῆς διακρίσεως τῆς ἰδιοκτησίας, ἐπέβαλε τὸν αὐτὸν φόρον καὶ εἰς τὰ ἰδιόκτητα καὶ εἰς τὰ ἐθνικά. Τοῦτο συμβαίνει καὶ εἰς τὸν ἰδικόν μου νομὸν, ὅπου γίνεται μεγίστη ἐξαγωγὴ τῶν βελανιδίων. Ὡς ἐκ τούτου προέρχεται ἓν ἀδίκημα, καὶ βεβαίως τὸ ἀδίκημα τὸ εἰς τὸν νομὸν ἐκεῖνον εἶναι μεγαλείτερον τοῦ ἐν Εὐβοίᾳ. Ἐν τούτοις δὲν δύναμαι νὰ προτείνω τι, διότι δὲν βλέπω τὸν τρόπον, δι’ οὗ δύναται νὰ γείνῃ ἡ διάκρισις αὕτη. Ἂν δυνηθῶμεν νὰ ἐξεύρωμεν τρόπον νὰ φορολογῶνται ὀλιγώτερον τὰ ἰδιόκτητα βελανιδόδενδρα, πρέπει νὰ τὸ πράξωμεν.
§85ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῆς Καρυστίας δὲν ὑπάρχει οὐδὲ ἓν βελανιδόδενδρον ἐθνικόν, πάντα ἀνεξαιρέτως εἶναι ἰδιόκτητα. Διατί λοιπὸν οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας αὐτῆς νὰ πληρώνουν διπλάσιον φόρον ἀπὸ ὅ,τι πληρώνουν οἱ κάτοικοι τῆς Ἀττικῆς, τῆς Λακεδαίμονος καὶ τῆς Κέας;
§86ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑποβάλετε τροπολογίαν.
§87ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Θὰ ὑποβάλωμεν. Γίνεται δεκτὸν τὸ Νομοσχέδιον μετὰ τῆς προσθήκης τοῦ ἄρθρου 5, ἣν ἐπρότεινεν ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Χατζόπουλος καὶ Τζαμόπουλος προτείνουν τὴν ἑξῆς τροπολογίαν: «Ἄρθρον ἀκροτελεύτιον. Ὁ φόρος τῶν βαλτωδῶν προϊόντων καὶ καστάνων καταργεῖται». Θὰ τυπωθῇ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν.
§89Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Κατὰ τὴν ἀνάπαυλαν, τὴν ὁποίαν ὁ πολιτικὸς ἀγὼν μᾶς δίδει, διότι ὁ πολιτικὸς ἀγὼν δὲν ἐκρίθη, ἀλλ’ ἀνεβλήθη, κατὰ τὴν ἀνάπαυλαν ταύτην, τὴν ὁποίαν μᾶς ἐχορήγησαν αἱ περιστάσεις τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, ἐκ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ ἡ ἐν τῷ μέλλοντι, τῷ περαιτέρω μέλλοντι, κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος, κατὰ τὴν ἀνάπαυλαν ταύτην ἔχομεν τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξετασθῇ μακρὰν πάσης πολιτικῆς ἐννοίας. Διότι, κύριοι, κατὰ τὸ οἰκονομικὸν αὐτὸ ζήτημα καὶ ἰδίως τὸ μέρος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὴν γεωργίαν, πρόκειται τῷ ὄντι περὶ σπουδαιοτάτων τῆς ἐπικρατείας συμφερόντων, τὰ ὁποῖα εἶναι σημαντικὰ πρὸς ὅλα τὰ χρώματα τῆς πολιτικῆς. Ἂν πρόκηται νὰ δικαιολογήσῃ τις τὴν δεκάτην ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, νομίζω, ὅτι παραγνωρίζει καὶ τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπιστήμης καὶ τὴν ἐθνικὴν συνείδησιν, διότι ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ ἐθνικὴ συνείδησις ἔχουσι καταδεδικασμένην τὴν δεκάτην. Ἡ δεκάτη ἀνήκει εἰς τὴν οἰκονομίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὁ Ἀριστοτέλης ἔλεγε πρὸ δύω χιλιάδων ἐτῶν, ὅτι εἶναι σατραπικὴ οἰκονομία. Κατ’ αὐτὴν δὲν ἐξετάζεται ἡ δύναμις τοῦ φορολογουμένου, ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη τοῦ φορολόγου. Σύστημα δὲ, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ μόνον εἰς τὴν ὠφέλειαν τοῦ φορολογοῦντος, δὲν δύναται ἐν τῇ παρούσῃ ἐποχῇ νὰ εὕρῃ ὑπερασπιστάς· καὶ χαίρω ὅτι δὲν εὗρε τοιούτους ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ, νομίζω δὲ, ὅτι καὶ ἡ μόνη φωνὴ, ἡ ὁποία ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ στόματος τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου, δὲν εἶναι παρὰ εὐλάβεια μόνον πρὸς τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, αἵτινες πανταχόθεν μᾶς περιστοιχίζουσι. Δὲν εἶναι μεμελετημένη καὶ ἀποφασιστικὴ γνώμη, ὁδηγοῦσα ἡμᾶς νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν σατραπικὴν, κατὰ Ἀριστοτέλην, οἰκονομίαν. Ἡ ὀπισθοδρόμησις, κύριοι, τῆς Ἑλληνικῆς γεωργίας ὀφείλεται κατὰ μέγα μέρος εἰς τὴν ἐπιῤῥοὴν τῆς δεκάτης. Διότι ἔχει αὕτη τοῦτο τὸ χαρακτηριστικὸν, ὅτι φορολογεῖ τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον καὶ ἑπομένως φορολογεῖ τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι παράγουσι τὰ δημητριακὰ προϊόντα· ὥστε ὅσον περισσοτέρας δαπάνας καταβάλλετε, τόσον περισσότερον φόρον θέλετε πληρώσει. Ὁ παραγωγὸς λοιπὸν δὲν ἔχει τὸ συμφέρον νὰ ἐπιτείνῃ τὴν καλλιέργειάν του, διότι θὰ ἦτο τὸ ἴδιον ὡς νὰ εἰσῆγε τὴν χεῖρα τοῦ φορολόγου εἰς τὸ βαλάντιον αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο ἡ γεωργία κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς δεκάτης περιορίζεται εἰς τὴν πρώτην τρόπον τινὰ ἐπιφάνειαν τῆς γῆς· σκαλίζει τὴν γῆν, ἀλλὰ δὲν τὴν ἀναδιφᾷ, δὲν τὴν ἀνακινεῖ, ὅπως φέρῃ ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας τὴν γονιμότητα, τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιμονὴ ἡ ἐπιστημονικὴ καὶ ἡ πολυδάπανος καλλιέργεια δύναται ἐκ τῶν σπλάχνων αὐτῆς νὰ χορηγήσῃ. Διὰ νὰ ἔχητε, κύριοι, τελείαν συνείδησιν τῶν ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς γεωργίας συμβαινόντων, καλὸν εἶναι ν’ ἀκούσητε τὰς ἀποκαλύψεις τοῦ προκειμένου πίνακος, τὸν ὁποῖον θέλω σᾶς ἀναγνώσει· ἀποῤῥέει ἀπὸ ἐρεύνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1862. Ἀκούσατε τὴν δύναμιν τὴν παραγωγικὴν ἑνὸς στρέμματος γῆς καὶ τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν μέθοδον τῆς καλλιεργείας τῆς ἐπικρατούσης τὴν ἐπιβαρύνουν (ἀναγινώσκει). «Παραγωγή: σῖτος 3 κοιλὰ ὀκάδ. 12 πρὸς δραχ. 5,50 δραχ. 19,74, ἄχυρον 60 ὀκάδ. πρὸς λεπτὰ 5 δραχ. 3, τὸ ὅλον τῆς παραγωγῆς δραχ. 22,74. Δαπάνη: Ἀξία τοῦ στρέμματος τῆς γῆς δραχμαὶ 50, τόκος τοῦ κεφαλαίου πρὸς 12% δραχ. 6, τόκος καὶ χρεώλυτρον τοῦ κεφαλαίου τῶν βοῶν δραχμὰς 1,50· ἐπειδὴ κατὰ διετίαν σπείρεται ἡ γῆ, τόκος τοῦ βʹ ἔτους δρ. 6· καλλιέργεια εἰς δύω ἀρώσεις δραχ. 5/60, σπόρος 12 ὀκάδων δραχ. 3,50, τόκος τοῦ καταβληθέντος σπόρου λεπτὰ 42, θεριστικὰ δραχμὰς 2, ἁλωνιστικὰ, λυχνιστικὰ καὶ μετακομιστικὰ δραχμὰς 2,50, ἔγγειος φόρος καὶ δημοτικὸς 1,75, ἀγροφύλακες λεπτὰ 70, τὸ ὅλον δραχμὰς 29,77». Ἐὰν ἀπὸ τὸ ἄθροισμα τοῦτο τῆς παραγωγικῆς δαπάνης ἀφαιρέσητε τὴν ἀξίαν τοῦ παραχθέντος προϊόντος, πάντοτε ἐν τῷ κύκλῳ τῶν πιθανοτήτων, τὰς ὁποίας οἱ μέσοι ὅροι κατασκευάζουσι, θέλετε ἰδεῖ ὅτι τὸ ἀπομένον κέρδος εἰς τὸν χωρικὸν ἐκ τῆς καλλιεργείας ἑνὸς στρέμματος γῆς εἶναι καθαρὰ ζημία 7 περίπου δραχμῶν. Ἰδοὺ τὰ ἀποτελέσματα τῆς Ἑλληνικῆς γεωργίας. Ὀλεθριωτέρα κατάστασις δὲν δύναται νὰ γείνῃ.
§90ΛΑΠΑΣ. Πότε ἐκαλλιεργήσατε γαίας; ποῦ συνελέξατε αὐτὰς τὰς πληροφορίας; εἶναι τὸ ἴδιον ὡς νὰ ὁμιλῶ ἐγὼ διὰ νομικὰ ζητήματα (Ἱλαρότης.)
§91Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Εἶναι, κύριοι, πληροφορίαι τὰς ὁποίας, ὡς προεῖπον, ἐξήγαγον ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὸ ἔτος 1863. Ἀλλ’ εἶναι περίεργον τῷ ὄντι φαινόμενον, ὅτι, ἐνῷ ἡ γεωργικὴ βιομηχανία εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην πτῶσιν, ὁποίαν ἀτελῶς ὑποδεικνύουσιν οἱ προμνησθέντες ἀριθμοὶ, θέλετε ἰδεῖ τὸν χωρικὸν τῆς Ἑλλάδος ἄντικρυ αὐτῆς τῆς κακοδαιμονίας βαδίζοντα, ἀγωνιζόμενον καὶ ὡς τὸν Ἀνταῖον, τρόπον τινὰ, ἐγειρόμενον ἐξ ὅλης αὐτῆς τῆς πανολεθρίας. Θέλετε τὸ ἐκτιμήσει ἐκ τῆς συγκρίσεως τῶν ἑπομένων ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους θέλω ὑποβάλει ἐνώπιόν σας. Ὀλίγον πρὸ τῆς ἐποχῆς, τὴν ὁποίαν ὁ προμνησθεὶς πίναξ ἀφορᾷ, κατὰ τὸ 1861, ἐκαλλιεργοῦντο ἐν Ἑλλάδι 2,287,645 στρέμματα γῆς, ἐνῷ κατὰ τὸ 1875 καὶ μὲ αὐτὸ τὸ ὀλέθριον σύστημα ἐκαλλιεργήθησαν 3,448,937 στρέμματα· ὥστε βλέπετε ὁ γεωργὸς ἀντὶ νὰ ἀποβάλῃ, ἐπιτείνει τὴν ἐνέργειάν του, ἀγωνιζόμενος ὑπερανθρωπίνως. Ἐν τούτοις ἡ παραγωγὴ ἀπὸ 9,512,933 κοιλῶν κατὰ τὸ 1860 ἀνέβη κατὰ τὸ 1875 εἰς 11,232,832 κοιλὰ, ἐνῷ ἀναλόγως τῆς ἐκτάσεως τῆς ἐπὶ πλέον καλλιεργηθείσης, ἔπρεπεν ἡ παραγωγὴ τῆς Ἑλληνικῆς γεωργίας νὰ ἀναβῇ ὄχι εἰς 11,232,832 κοιλὰ, ἀλλ’ εἰς 13 ἑκατομμύρια· ὥστε ἡ γεωργία ἡ ἑλληνικὴ μὲ ὅλον τὸν ἀγῶνα καὶ τὸν ἔνστικτον πόθον τοῦ ἐργατικοῦ πληθυσμοῦ της ἔπεσεν ὑπὸ τὰ δύο περίπου ἑκατομμύρια κοιλῶν, ζημία, ἡ ὁποία προῆλθε βεβαίως ἐκ πολλῶν λόγων, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἐκ τοῦ συστήματος τῆς δεκάτης, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὁ Turgot, ἀφαιρεῖ τὸ μέρος τοῦ καλλιεργητοῦ καὶ θερίζει ἐκ τῆς ῥίζης τὰ φυτά του. Ἂς ἐξετάσωμεν δὲ τὴν παραγωγὴν τοῦ 1875 καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς χρηματικῆς τιμῆς της. Τὸ εἰσόδημα, ὅπερ εἰς χρήματα συνεκόμισεν ὁ Ἑλληνικὸς πληθυσμὸς ἐκ τῶν παραχθέντων τὸ ἔτος ἐκεῖνο 11,232,832 κοιλῶν, ἀντιστοιχεῖ πρὸς 55 ἑκατομμύρια δραχμῶν διὰ τὴν πρώην ἐπικράτειαν, ἐξαιρουμένης τουτέστι τῆς Ἑπτανήσου. Ἀλλὰ διὰ νὰ καλλιεργηθῶσι τὰ 3,448,937 στρέμματα, ἀπαιτεῖται εἷς ἐργάτης καὶ δύο βόες, ἓν τουτέστιν ἡμερομίσθιον, ἀποτελούμενον ἀπὸ ἕνα ἐργάτην μετὰ δύω βοῶν, δι’ ἕκαστον στρέμμα. Ὥστε ἔχομεν διὰ τὴν καλλιέργειαν τῶν 3,448,937 στρεμμάτων 3,448,937 τοιαῦτα ἡμερομίσθια, ἀποτελούμενα, ἐπαναλέγω, παρ’ ἑνὸς ἐργάτου καὶ δύω βοῶν, δι’ ἕκαστον τῶν ὁποίων ἡ ποικιλία τῶν τόπων καὶ τῶν περιστάσεων, κατὰ τὸν μέσον ὅρον τῶν πιθανοτήτων, ἀπαιτεῖ 6 μέχρι 10 δραχμῶν. Θέλετε οὕτως ἔχει εἰς τὸν ἀνώτερον μὲν ὅρον 34 ἑκατομμύρια δραχμῶν ἡμερομίσθια, εἰς τὸν κατώτερον δὲ ὅρον 21 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἔστω 25 ἑκατομμύρια ἡ μέση ἀλήθεια. Τοιουτοτρόπως δὲν μένουν πλέον, ἀφαιρουμένων τῶν ἡμερομισθίων αὐτῶν, δὲν μένουν διὰ τὸν γεωργικὸν πληθυσμὸν εἰμὴ 30 περίπου ἑκατομμύρια, διὰ νὰ ὑπολογισθῶσιν εἰς τὰς λοιπὰς δαπάνας τῆς γεωργίας, διὰ νὰ πληρωθῇ ἡ λοιπὴ ἐργασία τῆς γεωργικῆς οἰκογενείας, νὰ πληρωθῇ τὸ ἐργαλεῖον, νὰ πληρωθῇ ὁ τόκος τοῦ κεφαλαίου, νὰ πληρωθῇ ὁ φόρος, νὰ πληρωθῇ ἡ σπορὰ καὶ ἐν γένει ὅλη ἡ ἀκολουθία τῶν γεωργικῶν δαπανῶν. Ὑπὸ τοιούτους ὅμως ὅρους δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν ποτὲ τὴν πρόοδον τῆς ἑλληνικῆς γεωργίας, τὸ δὲ σύστημα τῆς δεκάτης ὑπέχει τὴν μείζονα εὐθύνην. Διὰ τοῦτο ἀπὸ περάτων μέχρι περάτων τῆς χώρας ἡ κατάργησις τῆς δεκάτης ἀποτελεῖ ἕνα τῶν κυριωτέρων πόθων τῆς ἑλληνικῆς ἐθνικότητος. Ἀλλ’ εἶναι, κύριοι, καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν σπουδαιότατον τὸ ἀνὰ χεῖρας οἰκονομικὸν θέμα, διότι ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μόνον τὸν σῖτον, κατὰ τὸ ἔτος 1875 παρήγαγεν ἡ ἑλληνικὴ γεωργία 4,421,369 κοιλὰ, ἀφαιρουμένων δὲ ἐξ αὐτῶν 800,000 περίπου διὰ τὴν σποράν, δὲν μένουν εἰμὴ 3,421,000 διὰ τὴν τροφὴν τῶν ἀνθρώπων. Ἐν τούτοις εἰσηγάγομεν κατὰ τὸ αὐτὸ ἔτος 3,345,174 κοιλὰ, τοιουτοτρόπως δὲ ἀποτελεῖται ἡ ποσότης 6,966,343 περίπου κοιλῶν, τὰ ὁποῖα ὑπῆρξαν ἀναπόφευκτα, διὰ νὰ συντηρηθῇ ὁ ἑλληνικὸς πληθυσμὸς κατὰ τὸ ἔτος 1875, εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν ἡ ἑλληνικὴ γεωργία παρήγαγε περίπου τὸ ἥμισυ. Ὥστε ὁ ἑλληνικὸς πληθυσμὸς ὑπὸ τοὺς ὅρους, εἰς τοὺς ὁποίους διατελεῖ ἡ γεωργία του, δὲν εἶναι αὐτοτελής, ἔχει ἀνάγκην εἰσαγωγῆς ἔξωθεν, δηλ. ἀποβάλλει ἓν ἐκ τῶν κυριωτέρων στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὴν βάσιν τῆς ἀμυντικῆς τῶν ἐθνῶν οἰκονομίας. Οὐδὲν ὀλιγώτερον, πρόκειται περὶ τοῦ πρώτου ἐφοδίου τῆς ζωῆς αὐτοῦ. Ἡ τοιαύτη οἰκονομικὴ αὐτοτέλεια τῆς χώρας, ὁποία ἡ ἑλληνικὴ, μὲ τὴν μεγάλην ἀκαλλιέργητον ἐξοχήν της, εἶναι ἡ κρηπὶς τοῦ μέλλοντος. Δὲν δύναται λοιπὸν ἡ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν πολεμία πρὸς τὴν ἠθικὴν ταύτην ἀποκατάστασιν δεκάτη νὰ ὑποστηριχθῇ, οὐδὲ ἡ παροῦσα κατάστασις τῆς ἡμετέρας γεωργίας νὰ εὕρῃ σπουδαίους ὑπερασπιστάς. Ἀλλ’ ἡ ἡμετέρα δεκάτη, κύριοι, ἔχει τὴν ἱστορίαν της, καὶ πρέπει, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἀπαγγέλλεται ὑπὸ τῶν πλείστων ἀντιπροσώπων ὁ ἐπικήδειός της, νὰ ἀκούσωμεν τὴν ἱστορίαν της. Ἡ ἱστορία τῆς δεκάτης, κύριοι, διὰ τὴν νεωτέραν Ἑλλάδα ἄρχεται ἀπὸ τὴν ἡμέραν τῆς ἐπαναστάσεως· πρὸ τοῦ 1821 δὲν ἦτο δεκάτη, ἠδύνατο νὰ ὀνομασθῇ τετάρτη, πέμπτη. Δὲν ἀπέμενέ τι ἐν τῇ τυραννικῇ ἐκείνῃ ἐποχῇ διὰ τὸν δυστυχῆ χωρικόν· τὰ πάντα ἀνῆκον εἰς τὸν σπαχῆν. Ἂς ἀκολουθήσωμεν λοιπὸν τὴν δεκάτην ἀπὸ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐλειτούργησεν ὁ πρῶτος νόμος ἐν Ἑλλάδι ἀπὸ τοῦ 1830. Κατὰ τὰς πρώτας δεκαετηρίδας ὑπῆρχε πράγματι δεκάτη, ἐξαιρουμένων τῶν καταχρήσεων· κατόπιν ἡ δεκάτη ἐγένετο ἑνδεκάτη, λαμβάνουσα 9%, ἤτοι τὸ ἑνδέκατον τῆς ἀκαθαρίστου παραγωγῆς· κατόπιν ἐγένετο δεκάτη τετάρτη, διότι ἐφορολόγει πρὸς 7%, τὸ δέκατον τέταρτον δηλαδή· νῦν δὲ πρόκειται ἡ δεκάτη νὰ γείνῃ πεντηκοστή, διότι εἰς τὴν βάσιν τοῦ ὑπὸ σκέψιν νομοσχεδίου εἶναι φορολογία 2% τοῦ πεντηκοστοῦ, ἤτοι τῆς ἀκαθαρίστου πάντοτε παραγωγῆς. Ἡ ἱστορικὴ ἀνάπτυξις τῆς δεκάτης τελειώνει λοιπὸν εἰς τὴν πεντηκοστήν. Ἀπαράλλακτον τάσιν εἰς ἐλάττωσιν τῆς ἐγγείου φορολογίας εὑρίσκομεν καὶ ἐν τῇ Γαλλίᾳ μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι ἐκεῖ ἐπρόκειτο περὶ τῆς καθαρᾶς καὶ οὐχὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου. Ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1789 εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἀπέβλεψεν εἰς τὴν μεγάλην ταύτην τῆς οἰκονομικῆς μεταῤῥυθμίσεως βάσιν. Θέλετε ἰδεῖ καὶ ἐκεῖ τὴν αὐτὴν κλίμακα τῆς μεταβολῆς τῆς φορολογίας τῆς γῆς. Τῷ 1791 ἐλογίζετο ὁ ἔγγειος φόρος ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος εἰς 16,66%, τῷ 1821 εἰς 9,79%, τῷ 1851 εἰς 6,06%, τῷ 1862 εἰς 5,15%, τῷ 1874 εἰς 4,24%. Ἀλλὰ καιρὸς νὰ μεταβῶμεν εἰς τὰ ἀροτριῶντα κτήνη, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὴν βάσιν τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου. Ἀμφιβάλλω, κύριοι, ἂν ὑπῆρξε ποτὲ Κοινοβούλιον ἐν Εὐρώπῃ, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη τοιοῦτος νόμος φορολογῶν τὰ ἀροτριῶντα κτήνη. Εἰς οὐδὲν μέρος τῆς εὐρωπαϊκῆς ἠπείρου ἀπαντᾶται φορολογία τοιαύτης φύσεως, καὶ δὲν ἔκρινε ποτὲ συνέλευσις ἀντιπροσώπων ἔθνους ἀξιοπρεπὲς νὰ φορολογήσῃ τὴν ἔγγειον πρόσοδον διὰ τῶν ἀροτήρων κτηνῶν. Ἀλλ’ ὑπάρχει μία παράδοσις κατ’ ἐξοχὴν Ἀθηναϊκή· εἶναι ἡ παράδοσις, ὅτι ἐδῶ εὑρέθη ὁ πρῶτος ἄνθρωπος, ὅστις ὑπέταξε τὸν βοῦν εἰς τὸ ἄροτρον, καὶ φαίνεται, ὅτι ἦτο δεδομένον πάλιν εἰς τὴν χώραν ταύτην νὰ ὑποβληθῶσιν οἱ διάδοχοι τοῦ ἀρχικοῦ ἐκείνου βοὸς εἰς τὴν τῆς γῆς φορολογίαν. Τὸ ἀκριβὲς ὅμως εἶναι, ὅτι εἰς τὰς Ἀθήνας οὔτε κατὰ τὴν ἀρχαιότητα, οὔτε κατὰ τὴν νῦν ἐποχὴν ὀφείλεται αὐτὴ ἡ τιμὴ, διότι τὸ ἄροτρον ἦτο γνωστὸν πρὸ τῶν ἱστορικῶν χρόνων εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ ἡ φορολογία ἡ προτεινομένη ἀπ’ αἰῶνος ἐφαρμόζεται ἐν τῇ Ἀφρικῇ. Ἐφιλονεικήθη τελευταῖον ἡ ἱστορία τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ χωρὶς νὰ θέλω ἀνεμίχθην εἰς τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, διὰ νὰ δώσω μίαν πληροφορίαν καὶ τὴν ἔδωκα ἐν πάσῃ συνειδήσει, διότι ἔβλεπον ἐν τῷ πεδίῳ τῆς ἀληθείας ἀδικούμενον τὸν κ. πρωθυπουργόν. Καθ’ ἣν ἐποχὴν εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον αὐτοῦ, εἶχεν εἰπεῖ, ὅτι ἡ φορολογία αὕτη εὑρίσκεται εἰς τὸ Ἀλγέριον, καὶ εἶδον τάσεις ἐδῶ ἵνα ὑποστηρίξωσιν, ὅτι εἰς τὸ Ἀλγέριον ἡ φορολογία αὕτη δὲν ὑπάρχει. Ἰδοὺ τί εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργός: «Φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος φρονεῖ, ὅτι τὸ Ἀλγέριον κυβερνᾶται παρὰ τῶν Ἀλγερίνων· ἀγνοεῖ, ὅτι τὸ Ἀλγέριον εἶναι Γαλλία, ὅτι οἱ θεσμοὶ τοῦ Ἀλγερίου εἶναι θεσμοὶ τῆς Γαλλίας καὶ ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν μετεβλήθη διὰ Γαλλικοῦ νόμου. Αἱ περιστάσεις δὲ, ἐν αἷς εὑρίσκοντο τὰ ἐν Ἀλγερίᾳ, ὅταν ἐνομοθέτει περὶ αὐτῆς ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, ὡμοίαζον πρὸς τὰς περιστάσεις τῆς Ἑλλάδος.» Ὥστε, βλέπετε, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίζεται, ὅτι ὁ φόρος οὗτος ὑπάρχει ἐν Ἀλγερίᾳ· κατόπιν θέλομεν ἰδεῖ τὰς περιστάσεις. Ἐνόμισα δὲ ἄδικον, ἀφοῦ ἔτυχε νὰ τὸν γνωρίζω τὸν φόρον τοῦτον ἔκ τινων μελετῶν, νὰ μὴ ἔλθω εἰς ὑποστήριξιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τῷ ὄντι, κύριοι, ὑπάρχει ἡ φορολογία αὕτη ἐν Ἀλγερίᾳ, ἀλλ’ ἐτροποποιήθη. Ὅπως εἰσάγεται ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὑπῆρχε κατὰ τὸν 18 αἰῶνα. Ὅπως σήμερον εἶναι ἐκεῖ, ἐὰν ἀντεμετωπίζοντο αἱ δύο αὗται φορολογίαι, δὲν ἤθελον ἀναγνωρίσει ἀλλήλας. Ἀλλ’ ἡ βάσις εἶναι ἡ αὐτή· τοῦτο τῷ ὄντι εἶναι ἀλήθεια. Διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, κύριοι, τὸ θέμα, ἀντέγραψα ἐκ τοῦ συγγράμματος τοῦ «περὶ τῆς ἀκινήτου κτήσεως ἐν Ἀλγερίᾳ» γράψαντος κ. Worms ἓν ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον φέρει χρονολογίαν 1710 ἀντιστοιχοῦσαν πρὸς τὸ ἔτος 1106 τῆς Ἐγείρας. Ἀκούσατε τὸ ὑπόμνημα τοῦτο· προέρχεται ἀπὸ ἄρχοντα Ἄραβα, ὅστις καταγράφει τὴν φορολογίαν τοῦ τμήματος Σαχὲλ τῆς περιφερείας Κωνσταντίνας· εἶναι ὑπόμνημα χαρακτηριστικὸν, (ἀναγινώσκει): «Δέησις πρὸς τὸν Θεὸν καὶ ὑγιεία εἰς τὸν φορολόγον» προβαίνει δὲ εἰς τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν φορολογουμένων ἀροτριώντων κτηνῶν. «Ζαούϊα Σεΐκ Σιδὶ 18 ζεύγη βοῶν, 72 ῥεχὰλ (μέτρον σίτου), Ζαούϊα Σεΐκ Μαρζοὺκ 9 ζεύγη βοῶν, 36 ῥεχάλ.» Οὕτω δὲ καθεξῆς προχωρεῖ εἰς τὴν ἀρίθμησιν τῶν φορολογουμένων ἀροτριώντων ὀργάνων, τελειώνει δὲ ὡς ἑξῆς: «Ἔπαινος εἰς τὸν Θεόν. Ἄθροισμα· 166 ζεύγη βοῶν φέροντα 644 ῥεχὰλ, πρὸς 4 ῥεχὰλ καθ’ ἕκαστον ζεῦγος βοῶν. Χαιρετισμὸς ἐκ μέρους ἐκείνου, ὅστις εἶναι ἐπιφορτισμένος νὰ ἐπιβλέπῃ καὶ ὅστις ἔγραψε τὸν λογαριασμὸν τοῦτον, ὁ δοῦλος ὁ πτωχὸς ἐνώπιον Θεοῦ τοῦ ὑψίστου, Μωχαμὲτ υἱὸς Μωχαμὲτ–ἐλ–Ἀρμπύ.» Αὐτὸ εἶναι, κύριοι, τὸ πρῶτον ἐπίσημον ἴχνος τῆς φορολογίας ταύτης. Εἰς ἄλλας ἐπαρχίας τῆς Ἀλγερίας ἐπλήρωνεν ἕκαστον ζεῦγος βοῶν εἰς χρήματα 30 ἄσπρα, 42 ἄσπρα προσθήκην, 21 ἄσπρα εἰς τὸν πασᾶν, 27 ἄσπρα εἰς τὸν Σπαχῆν καὶ 12 ἄσπρα εἰς τὸν Σούμπασιν· ὥστε βλέπετε, ὅτι ὁ προτεινόμενος ἔχει τὰ προηγούμενά του, ἀκριβῶς δὲ, κύριοι, ὀνομάζεται ἐκεῖ Ἀχούρ, εἶναι βέβαιον τοῦτο. Ἀλλὰ Ἀχοὺρ θὰ εἰπῇ δεκάτη, διότι εἰς τὴν ἀραβικὴν Ἄσχαρ θὰ εἰπῇ δέκα, ἐκ τοῦ ὁποίου κατεσκευάσθη ἡ λέξις Ἀχοὺρ διὰ νὰ σημαίνῃ τὴν δεκάτην. Ὥστε, ἂν πρόκηται ἱστορικῶς νὰ ὁμιλήσωμεν, ὁ προτεινόμενος φόρος δὲν καταργεῖ τὴν δεκάτην, ἀλλὰ τὴν φέρει ὑπὸ ἄλλο ἔνδυμα. Διότι, ἐὰν θέλωσι νὰ εἰσαγάγωσι εἰς τὴν χώραν ἡμῶν τὸν φόρον τῶν Ἀλγερίνων, ἐὰν ὁ φόρος οὗτος ὀνομάζεται Ἀχούρ, ἐὰν ὁ Ἀχοὺρ ἦναι δεκάτη, νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς οὐδένα νὰ ἰσχυρισθῇ ἄντικρυ τόσον καταφανῶς ἀποδειχθείσης ἀληθείας, ὅτι πράγματι καταργεῖ τὴν δεκάτην, ἀφοῦ τὴν φέρει δι’ ἄλλης, ἔστω καὶ ξενικῆς ὁδοῦ. Κατὰ τὰ 1828, δύω ἔτη πρὸ τῆς κατακτήσεως τῆς Ἀλγερίας ὑπὸ τῶν Γάλλων, ἡ φορολογία αὐτῆς ὑπέστη μίαν τροποποίησιν. Ἦτο ἀκόμη ὁ Δέϋ ἐκεῖ, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε τὰ φῶτα τοῦ πολιτισμοῦ εἶχον ἀρχίσει καὶ εἰς τὴν παραλίαν ταύτην τῆς Ἀφρικῆς νὰ ἐπιδρῶσιν· ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ, κατὰ τὰ 1828 ἐγένετο φορολογικὴ ἐν Ἀλγερίᾳ διαῤῥύθμισις, τὴν ὁποίαν εὗρον οἱ Γάλλοι κατὰ τὸ 1830, μετά τινα δὲ καιρὸν ἐπιδιώρθωσαν. Τοιουτοτρόπως πλησιάζομεν, βλέπετε, εἰς ἐποχὴν πλέον πρόσφατον. Ἐπὶ δύο τινῶν οἱ Γάλλοι ἠσχολήθησαν, πρῶτον νὰ εἰσαγάγωσι τὸ ὁμοιόμορφον, εἰ δυνατόν, τῆς φορολογίας καθ’ ὅλην τὴν Ἀλγερίαν, καὶ δεύτερον νὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν δικαιοτέραν καὶ ἀσφαλεστέραν εἴσπραξιν τοῦ φόρου. Ἐπειδὴ δὲ ἐπρόκειτο περὶ ἀποικίας, ἐγένετο μεγάλη διάκρισις, καθ’ ἣν οἱ μὲν Εὐρωπαῖοι ἀπηλλάγησαν ἐντελῶς τοῦ ἐγγείου φόρου, οἱ δὲ ἰθαγενεῖς Ἄραβες ἐξηκολούθησαν ὑποβαλλόμενοι εἰς τὸν φόρον τοῦ Ἀχούρ. Μέχρι σήμερον ἡ φορολογικὴ αὕτη κατάστασις διαρκεῖ· ὡς δὲ φαίνεται ἐν τοῖς τελευταίοις περιοδικοῖς, πανταχόθεν συναθροίζεται ἀπὸ πολλῶν στομάτων καὶ πολλῶν γραφίδων ἀγανάκτησις τοῦ λαοῦ τῆς Ἀλγερίας κατὰ τῆς ἐξακολουθούσης βαρβαρότητος τοῦ φόρου τοῦ Ἀχούρ. Πρέπει νὰ σᾶς κρύψω τὴν ἔκπληξίν μου; Ἀλλ’ εἶναι τῳόντι ἄπορον, ὅτι θέλουν νὰ εἰσαγάγουν παρ’ ἡμῖν φόρον, τὸν ὁποῖον καὶ οἱ ἔχοντες αὐτὸν πλέον δὲν ἀνέχονται. Ἀλλὰ πρὶν φθάσωμεν εἰς τοιοῦτο κατόρθωμα, ἐπειδὴ πρόκειται νὰ μεταφυτευθῇ εἷς θεσμὸς εἰς τὴν πατρίδα μας, καλὸν εἶναι νὰ γνωρίσωμεν αὐτὸν ἐκ τοῦ σύνεγγυς, διὰ νὰ ἤμεθα εἰς τὴν κατάστασιν νὰ τὸν σπουδάσωμεν ἐν ταῖς λεπτομερείαις, νὰ τὸν καλλιεργήσωμεν, ἂν ἦναι πεπρωμένον νὰ εἰσαχθῇ ὁπωσδήποτε εἰς τὴν χώραν μας. Ὁ μὲν κατακτητὴς πληθυσμός, ὁ Εὐρωπαῖος, φορολογεῖται μὲ τοὺς πολιτισμένους φόρους, ὁ δὲ κατακτηθεὶς φορολογεῖται μὲ τοὺς φόρους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους εὗρον οἱ κατακτήσαντες ἐπὶ τῆς ῥάχεως αὐτοῦ. Τοιοῦτον εἶναι ἀπὸ ἀρχαιοτάτων ἡμερῶν τὸ συμφέρον ὅλων τῶν κατακτητῶν, νὰ διατηροῦν δηλαδὴ τοὺς θεσμοὺς καὶ νὰ μὴ τοὺς ἀλλάσσουν, ὥστε οἱ ὑποδουλωμένοι λαοὶ νὰ ἀπατῶνται ἀπὸ τὰ ῥάκη τῆς προτέρας των ἐλευθερίας. Τοιουτοτρόπως μετ’ ἄλλων διετηρήθησαν καὶ οἱ φορολογικοὶ τῶν ἰθαγενῶν θεσμοί· εἶναι γνωστοὶ ὑπὸ τὴν γενικὴν ἐπωνυμίαν «Ἀραβικοὶ φόροι». Εἶναι τέσσαρες οὗτοι ἢ πέντε. Ἀκούσατέ τους, κύριοι. Πρῶτος εἶναι ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος, ὁ Ἀχούρ· δεύτερος ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Κωνσταντίνας καὶ Ὀράν, φέρων ἐκεῖ τὸ ὄνομα Χοκόρ, φορολογῶν ἕκαστον ζεῦγος βοῶν δι’ 25 φράγκων, παραλείπω τὰς λεπτομερείας· τρίτος φόρος εἶναι ὁ λεγόμενος Ζεκάτ, ἐπὶ τῶν ποιμνίων, ὅστις δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει· τέταρτος φόρος εἶναι ὁ λεγόμενος Λεσμά, ὁ ὁποῖος φορολογεῖ τοὺς σκηνίτας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀπεφάσισαν νὰ ἀποκατασταθῶσιν ὁριστικῶς εἰς τὴν χώραν, διότι ἅμα δείξωσιν οὗτοι σημεῖα ἐγκαταστάσεως ὑποβάλλονται εὐθὺς εἰς ἕνα τῶν προηγουμένων φόρων· τέλος εἶναι καὶ ἡ φορολογία τῶν δένδρων, τὰ ὁποῖα φύονται εἰς τὰς ὀάσεις τῆς Σαχάρας. Μένει νὰ μάθωμεν πῶς ἐπιβάλλεται ἐν Ἀλγερίᾳ ὁ φόρος Ἀχούρ, ἤτοι ἡ Ἀραβικὴ δεκάτη. Ἐπιβάλλεται, κύριοι, ἐπὶ τῶν ἀρότρων, καὶ δὲν εἶναι ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤκουσα χθές, ὅτι ἐπιβάλλεται ἐπὶ ἐκτάσεως γῆς. Ἡ ἔκτασις τῆς γῆς λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν διὰ τὸν νομοθέτην, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ κανονίσῃ ἐξ ἀνωτέρας περιωπῆς καὶ προνοίας τὸν φόρον διὰ τὸ μέλλον. Ὅταν ὅμως ἔρχεται ὁ φελάχος εἰσπράκτωρ, αὐτὸς βλέπει τὸ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ φορολογήσῃ· εἶνε τὸ ἀροτριῶν κτῆνος. Ὁ φορολόγος, καὶ ἐπιμένω εἰς τοῦτο, δὲν ἔρχεται μὲ τὸ μέτρον εἰς τὰς χεῖρας, διὰ νὰ μετρήσῃ πόσα στρέμματα κατέχετε, ὥστε νὰ σᾶς φορολογήσῃ ἀναλόγως. Ὁ φορολόγος τῆς Ἀραβίας εἰσέρχεται εἰς τὸν σταῦλόν σας, βλέπει τὸν βοῦν σας, βλέπει τὸ ἄροτρόν σας καὶ σᾶς φορολογεῖ. Ὥστε μὴ ζητεῖτε ἔκτασιν, διότι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἔκτασις διὰ τὰς μετρημένας στιγμὰς τοῦ φορολόγου. Ὑπάρχει δὲ, κύριοι, αὐτὸ τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τῶν ἀρότρων διὰ λόγον κανονικώτατον ἐκεῖ τῷ ὄντι πρώτης τάξεως. Ὅταν εἰσῆλθον οἱ Γάλλοι εἰς τὴν Ἀλγερίαν, ἡ ἰδιοκτησία τῆς γῆς δὲν ἦτο σαφὴς, καὶ οἱ πλεῖστοι τίτλοι εἶχον καταστραφῆ ἐκ τῆς πολεμικῆς συμφορᾶς. Ἐπικρατεῖ μέχρι σήμερον ἡ μεγαλειτέρα ἀβεβαιότης καὶ ἄγνοια περὶ τὴν ἀγροτικὴν τῆς ἐσωτέρας χώρας κτῆσιν, καὶ δὲν εἶναι ἄλλη ἰδιοκτησία σταθερὰ ἐν Ἀλγερίᾳ εἰμὴ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ εὐρωπαϊκὸς πληθυσμὸς, ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἐξοχὴν, ἥτις καλλιεργεῖται παρὰ τῶν ἰθαγενῶν πληθυσμῶν, ἐπ’ αὐτῆς δὲν ὑπάρχει βεβαιότης, διότι ἕκαστος δύναται κατὰ τὰς ἐπικρατούσας ἰδέας καὶ σχέσεις εἰς τὴν φυλήν του νὰ καλλιεργήσῃ ἐδῶ καὶ ἐκεῖ· ἡ δὲ γῆ εἶνε ἀπεριόριστος. Διὰ τοῦτο ὁ φορολόγος ἀποτείνεται πρὸς τὸ ἄροτρον καὶ λέγει πρὸς τὸν ἀροτριοῦχον: δὲν ἠμπορῶ νὰ μετρήσω τὰ κτήματά σου, ἀλλ’ εἰς ἓν σημεῖον στηρίζομαι, εἶσαι βάρβαρος καὶ αὐτὸ ἀρκεῖ· τοιουτοτρόπως δὲ φορολογεῖ τὸ ἀροτριοῦν κτῆνος. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐπειδὴ τὸ τοιοῦτον σύστημα ἤθελεν εἶσθαι πολὺ καταπιεστικὸν, ἐπενόησαν νὰ καθιερώσωσι τέσσαρας διαιρέσεις, διὰ νὰ καταστήσωσιν αὐτὸ τὸ τόσον σιδηροῦν καὶ ἄκαμπτον σύστημα ὁμαλώτερον· παρεδέχθησαν, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἄκρα εὐφορία, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ καλὴ εὐφορία, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ σχεδὸν καλὴ εὐφορία, ὡς καὶ μετρία εὐφορία. Λοιπὸν, ὅταν πρόκηται περὶ μετρίας εὐφορίας, οὐδεὶς φόρος πληρώνεται· δὲν εἶναι χριστιανοὶ, ἀλλ’ ἔχουν τὸ χριστιανικὸν αἴσθημα. Ἐδῶ δὲ πρέπει νὰ καταδιώξητε τὸν πτωχὸν καὶ εἰς τὴν μεγαλειτέραν ἀφορίαν, ἂν δὲ παραγάγῃ 10 νὰ λάβητε τὸ μέρος τῆς ἀσπλαγχνίας. Ἐὰν ἡ εὐφορία ἦναι ἀρίστη, πληρώνουσι 75 φράγκα, ἐὰν δὲ καλὴ, 50, ἐὰν δὲ σχεδὸν καλὴ, 25, ἐὰν δὲ μετρία, μηδέν. Δὲν κατεδέχθη νὰ λάβῃ ἐκεῖ ὁ νομοθέτης ὅ,τι ὑπερκαταδεχόμεθα ἡμεῖς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται νὰ μεταφυτεύσωμεν τὸν ἀραβικὸν φόρον τῶν Ἀλγερίνων ἐδῶ, δὲν εἶναι ἀπὸ σκοποῦ νὰ ἀκούσωμεν τοὺς λόγους τῆς ἐπιβολῆς του. Οἱ Γάλλοι, διὰ νὰ κρατοῦν τὴν ἀποικίαν πάντοτε εἰς ὑπακοὴν, ἐξηκολούθησαν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν ἐπὶ τῶν βαρβάρων, καὶ διὰ τοῦτο ἐτήρησαν τοὺς Ἄραβας ἀρχηγοὺς τῶν φελάχων καὶ μάλιστα ἀνέθεσαν εἰς αὐτοὺς τὸ τρυφερὸν ζήτημα τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων. Τὸ λέγω τρυφερὸν, διότι ἐξ αὐτοῦ οἱ ἐγχώριοι οἱ ἀρχηγοὶ ὠφελοῦνται τὸ δέκατον, καὶ ὑπελόγιζον κατὰ τὸ 1876 εἰς 1,100,000 τὸ κέρδος τοῦτο τῆς ἀραβικῆς ἀρχηγίας. Τοιουτοτρόπως ἕκαστος ἀρχηγὸς ἀποτείνεται εἰς τὴν φυλήν του, προκαλεῖ δὲ τὴν πέριξ αὐτοῦ συνεδρίασιν εἴδους τι συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται εἰς τὴν ἀραβικὴν γλῶσσαν Ντζεμάα. Τὸ συμβούλιον τοῦτο, εἰς τὸ ὁποῖον ἔρχονται οἱ ἐγκριτώτεροι, οἱ προύχοντες, ἄνευ τύπων, ἄνευ στρεψοδικιῶν ἀνταλλάσσει τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἕκαστον μέλος αὐτοῦ ἔχει ἐκ τῆς πείρας του περὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς τὴν περιφέρειαν ἑκάστης ἀρχηγίας. Ὁ κατάλογος οὗτος ἐκτίθεται δημοσίᾳ, διὰ νὰ γείνουν αἱ ἀντιῤῥήσεις τῶν ἐνδιαφερομένων, παρετηρήθη μάλιστα, ὅτι οἱ Ἄραβες εἰς τὸ θέμα τοῦτο τῶν ἀντιῤῥήσεων ἔχουσιν ἰδιαιτέραν κλίσιν. Τέλος πάντων ἔρχεται ἡ κύρωσις τῆς γαλλικῆς ἀρχῆς, ἐπιστρέφονται οἱ κατάλογοι εἰς τοὺς ἰθαγενεῖς ἀρχηγοὺς, οἵτινες εἰσπράττουν τὸ ἀνῆκον αὐτοῖς ποσοστὸν καὶ εἰσάγουν τὰ ἐπίλοιπα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Αὐτὴ εἶναι, κύριοι, ἡ διαῤῥύθμισις τοῦ προκειμένου φορολογικοῦ συστήματος τῆς Ἀλγερίας. Διὰ νὰ μεταφυτευθῇ τὸ σύστημα τοῦτο ἐν Ἑλλάδι, πρέπει νὰ ὑποθέσητε, ὅτι πρόκειται περὶ πατριαρχικῆς κοινωνίας ἐν αὐτῇ. Διότι μὴ νομίσητε, ὅτι σᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον, ἂν θέλητε νὰ καθιερώσητε τοιαύτας ἀρχὰς, νὰ μὴ ὑποκύψητε εἰς τὸν νόμον τῆς συνεπείας. Ἐὰν ὁ φόρος οὗτος ἁρμόζῃ εἰς πατριαρχικὴν κοινωνίαν, πρέπει νὰ ὁμολογήσητε σιωπηρῶς καὶ ἐνώπιον σύμπαντος τοῦ ἑλληνισμοῦ ἐκπεφρασμένως, ὅτι εἶσθε ἀντιπρόσωποι κοινωνίας πατριαρχικῆς, τουτέστι κοινωνίας ἀρχοντοκρατικῆς, διὰ νὰ ἔχητε τὸ δικαίωμα νὰ μεταφυτεύσητε φορολογίαν ἁρμόζουσαν εἰς μόνον πατριαρχικὰς φυλάς. Ἀλλὰ τότε, κύριοι, προσέξατε· τότε πρέπει νὰ ἔχητε καὶ ὅλας τὰς συνεπείας. Ἐὰν θέλετε πατριαρχικῶ, νὰ φορολογήσητε, πρέπει καὶ πατριαρχικῶς νὰ διοικῆσθε καὶ πατριαρχικῶς νὰ πολιτεύεσθε· διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσητε ἐν κοινωνικῇ ἁρμονίᾳ, ἐὰν δὲν μεταφέρητε τὸ σύστημα ὁλόκληρον. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτῆς τῆς παρατηρήσεως τῆς χαρακτηριστικωτάτης, δὲν δύνασθε νὰ ἀποφύγητε τὰς δυσχερείας, αἱ ὁποῖαι πάντοτε εἰς τὰς συνεπείας αὐτῶν τῶν ἰδεῶν ὑπάρχουσιν ὡς ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τῆς φορολογίας ταύτης πρὸς τὴν κοινότητα, οὕτως εἰπεῖν, τῆς κτηματικῆς περιουσίας, διότι ἐν Ἑλλάδι δὲν ἔχετε ὡς ἐν Ἀλγερίᾳ τοιαύτην ἀόριστον ἰδιοκτησίαν· ἕκαστος ἐδῶ ἔχει τὴν γῆν του, ἕκαστος εἶναι κύριος τῶν ἑαυτοῦ. Πῶς δύνασθε λοιπὸν νὰ μεταφυτεύσητε φορολογίαν, ἡ ὁποία ἁρμόζει εἰς χώραν κοινῆς κτήσεως, νὰ τὴν μεταφυτεύσητε εἰς χώραν, ἡ ὁποία ἐξόχως χαρακτηρίζεται ὑπὸ τῆς κτήσεως τῆς ἀτομικῆς; Ἡ ἰδέα τῆς εὐφορίας, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἕνα τῶν ὡραιοτέρων στεφάνων, τοὺς ὁποίους ὁ ἀραβικὸς χαρακτὴρ ἔθεσεν ἐπὶ τῆς βαρβαρικῆς φορολογίας του, οὐδεμίαν ἐνέπνευσε πρόνοιαν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον σᾶς ὑπεβλήθη. Δὲν ἐμπνέεται τοῦτο, οὔτε ἠδύνατο νὰ ἐμπνευσθῇ ὑπὸ τοιούτων αἰσθημάτων, ἀφοῦ λείπουν τὰ πατριαρχικὰ ἤθη. Ἐκεῖ ὑπάρχει ἀπὸ τοῦ κατωτέρου πρὸς τὸν ἀνώτερον σέβας καὶ ὑπακοὴ, ἄντικρυ δὲ αὐτῶν ἀγάπη. Ἐκεῖ ἀναγνωρίζουσιν ἀρχηγίας, ἐδῶ δὲ οὐδεὶς ἀναγνωρίζει τὸν ἄλλον ὡς ἀνώτερον. Ἀφοῦ σᾶς λείπει ἡ πατριαρχικὴ βάσις, ὅσον καὶ ἂν θέλετε, δὲν δύνασθε νὰ εἰσαγάγητε τὴν ἀραβικὴν διάκρισιν, ἥτις μεταβάλλει τὸν φόρον κατὰ τὴν κλίμακα τῆς εὐφορίας τῆς γῆς. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ καταβιβάσητε τὴν φορολογίαν ἐν φυλετικοῖς συνδυασμοῖς καὶ νὰ τὴν καταστήσητε ἠπιωτέραν κατὰ πατριαρχικὰ ἤθη, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχετε. Ἔπειτα ἡ καλλιεργουμένη γῆ, τὴν ὁποίαν ὁ φορολογικὸς θεσμὸς τῆς Ἀλγερίας λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν, διότι τὴν ἐπισκέπτεται κατὰ διαφόρους ἐποχὰς, ἵνα τὴν συνδυάσῃ πρὸς τὴν φορολογικὴν τοῦ ἀρότρου μονάδα, ἡ καλλιεργουμένη γῆ παντάπασιν ἐκφεύγει ἐκ τῆς φορολογίας, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ εἰσαγάγητε. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι σᾶς λείπουσι βάσεις, καὶ θέλετε νὰ μεταφυτεύσητε θεσμὸν, ὁ ὁποῖος, σᾶς τὸ λέγω καθαρὰ, ἄνευ τῶν βάσεων τούτων δὲν εἶναι εἰμὴ τραγέλαφος; Ἀλλὰ, κύριοι, ἀφίνω τὰς συνεπείας· ἂς παρακολουθήσωμεν τὴν φορολογίαν ταύτην, καθ’ ὅσον εἶναι ἐφικτὸν, καὶ ἂς ἀναλύσωμεν τοὺς ἐσωτερικοὺς σκοπούς της. Ποῖοι εἶναι οἱ σκοποὶ τῆς φορολογίας ταύτης; Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, εἶναι βεβαίως δύω, διότι ἀποδίδω δικαιοσύνην εἰς τοὺς εἰσαγαγόντας τὸ Νομοσχέδιον, καὶ πρέπει νὰ εὕρωμεν ἔστω καὶ μετά τινος κόπου τοὺς νομοθετικοὺς σκοπούς του. Εὑρίσκω λοιπὸν δύω σκοπούς. Ὁ πρῶτος εἶναι νὰ φορολογηθῇ ὁ γαιοκτήτης ἀροτριοῦχος· ὁ δεύτερος νὰ φορολογηθῇ διὰ τοῦ ἀροτριούχου ὁ γαιοκτήτης, δηλαδὴ εἰς τὴν δευτέραν περίπτωσιν μεταχειρίζονται τὸ ἄροτρον ὄχι διὰ νὰ φορολογήσωσι τὸν γαιοκτήτην αὐτὸν, ἀλλ’ ὡς μέσον διὰ νὰ μεταφέρουν τὸν φόρον ἀπὸ τοῦ ἐργάτου τῆς γῆς εἰς τὸν κύριον τῆς γῆς. Ὁ πρῶτος σκοπὸς, κατὰ τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ φορολογηθῇ ὁ ἔχων τὸ ἄροτρον γαιοκτήτης, ὁ καλλιεργῶν τουτέστι διὰ τοῦ ἀρότρου αὐτοῦ τὴν ἑαυτοῦ γῆν, παρακρούει εἰς τὴν ἀλήθειαν τοῦ δικαίου καὶ εἰς τὰς ἁπλουστέρας τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης ἀρχὰς, διότι ὁ μικρὸς αὐτὸς καλλιεργητὴς δὲν κατασκευάζει καθαρὰν πρόσοδον· ἡ πρόσοδός του δὲν ἀποζημιοῖ τὰς γενομένας δαπάνας του· ὥστε ἐὰν ἐννοῆτε νὰ φορολογήσητε τὸν πτωχὸν αὐτὸν ζευγηλάτην, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦ ἀρότρου αὑτοῦ καλλιεργεῖ τὰ 20 ἢ 30 στρέμματα γῆς, τὰ ὁποῖα οἱ πατέρες του τῷ ἀφῆκαν κληρονομίαν, πράττετε, κύριοι, ἀδικίαν, ἐνώπιον τῆς ὁποίας καὶ οἱ αὐτοκρατορικοὶ ἄρχοντες τῆς Ῥώμης θὰ ἐδίσταζον. Ἀλλὰ, κύριοι, ἔρχομαι εἰς τὸν δεύτερον σκοπὸν, κατὰ τὸν ὁποῖον μεταχειρίζονται τὸ ἄροτρον ὡς μέσον νὰ φορολογήσωσι τὸν μὴ ἔχοντα τοιοῦτον γαιοκτήτην. Θέλομεν δὲ ἐνταῦθα ἰδεῖ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, ὅτι διατελοῦσιν εἰς πληρεστάτην πλάνην. Ποῖοι εἶναι οἱ ἀροτριοῦχοι ἐν Ἑλλάδι; Εἶναι ἡ πενεστέρα τάξις τοῦ λαοῦ. Οἱ μεγάλοι κεφαλαιοῦχοι δὲν ἔχουν ἄροτρα, ἔχουν χρήματα· οἱ μεγάλοι κεφαλαιοῦχοι δὲν ἔχουν βόας, ἔχουν οἰκίας. Οἱ μικροὶ ἄνθρωποι ἔχουν ἄροτρα, καὶ ἐπειδὴ εἶσθε ἀντιπρόσωποι ἐπαρχιῶν, γνωρίζετε κατὰ πόσον ἡ ἀλήθεια αὕτη εἶναι βεβαία. Ἀπέναντι λοιπὸν αὐτῶν τῶν ἀροτριούχων ἐργατῶν τῆς γῆς, τῶν μικρῶν καὶ πτωχῶν ἀνθρώπων τοῦ χωρίου, εἶναι μία ἄλλη τάξις κοινωνικὴ, τῶν εὐπόρων, τῶν πλουσίων. Μὴ νομίσητε, κύριοι, ὅτι ἐχώρισα τὰς δύο ταύτας τάξεις, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ προσελκύσω τὴν προσοχήν σας· ὄχι. Ἀλλὰ θέλω νὰ φέρω ὑμᾶς ἐνώπιον τοῦ ἀνταγωνισμοῦ, ὁ ὁποῖος μεταξὺ τῶν δύω αὐτῶν τάξεων ἐνεργεῖται καθ’ ἑκάστην. Ἀφ’ ἑνὸς εἶναι οἱ πτωχότεροι, ἀφ’ ἑτέρου οἱ πλουσιώτεροι· ἔρχεσθε νὰ φορολογήσητε τοὺς πτωχοτέρους μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ φέρητε τὸ βάρος εἰς τοὺς πλουσιωτέρους. Πλάνη ὀλεθρία! Σᾶς λέγω, κύριοι, ὅτι παραγνωρίζετε τὰ πρῶτα στοιχεῖα τῆς ἰσχύος τῆς οἰκονομικῆς δυνάμεως· διότι ἰσχὺς σημαίνει, ὑπὸ ὅλας αὐτῆς τὰς μορφὰς, ὁ μικρὸς νὰ πέσῃ, ὅπως ὁ ἰσχυρὸς ἐπικαθήσῃ ἐπὶ τῆς ῥάχεως αὐτοῦ. Αὐτὸς ὁ ἀγὼν ἐνεργεῖται ἐν τῇ κοινωνίᾳ εἰς ὅλα τὰ στάδια τοῦ ἀγῶνος τοῦ βιομηχανικοῦ, τοῦ γεωργικοῦ, τοῦ ἐμπορικοῦ· παραλείπω κατὰ σκοπὸν τοὺς ἄλλους. Ἀλλοίμονον εἰς ἐκεῖνον τὸν μικρὸν καλλιεργητὴν, ὁ ὁποῖος κρατῶν τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον τῷ ἑτοιμάζετε, ἀλλοίμονον ἂν τολμήσῃ νὰ ἐνοχλήσῃ τὸν Ἰσχυρὸν, τὸν ὑπερόπτην πλούσιον, ἐμφανιζόμενος ἄντικρυ αὐτοῦ καὶ λέγων «πλήρωσόν μοι τὸν φόρον». Ὁ πλούσιος θὰ τῷ ἀπαντήσῃ «εἶσαι μικρὸς καὶ ἀσθενὴς καὶ ἑπομένως θὰ σὲ ἐκδιώξω ἐκ τῶν γαιῶν μου ἢ θὰ σὲ πιέσω». Αὐτὸς, κύριοι, εἶναι ὁ πρακτικὸς, ὁ ἄγραφος νόμος, ὁ ὁποῖος λειτουργεῖ ἐν τῇ κοινωνίᾳ τῶν ἀνθρώπων, τὸν ὁποῖον ὁ νομοθέτης προσπαθεῖ ὁτὲ μὲν νὰ καλύψῃ, ὁτὲ δὲ νὰ ἀφαιρέσῃ, πάντοτε ὅμως εὑρίσκει ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων ὄρθιον εἰς τὴν ἐφαρμογήν. Ἐννοεῖτε νὰ φορολογήσητε τοὺς πλουσίους γαιοκτήμονας, φορολογοῦντες τοὺς πτωχοὺς ἀροτριούχους ἐργάτας τῆς γῆς· ἀλλὰ διατί δὲν ὑπάγετε εἰς τὴν Ἰρλανδίαν, ἵνα ἴδητε σχετικὸν καὶ φοβερώτερον ζήτημα λελυμένον ὑπὸ τὸν νόμον τῆς ἰσχύος ἐν μέσῳ τοῦ ἀκμαιοτέρου οἰκονομικοῦ τῆς Ἀγγλίας πολιτισμοῦ; Ἐκεῖ εἶναι οἱ μεγάλοι γαιοκτῆται καὶ οἱ μικροὶ καλλιεργηταί· ἀλλ’ οἱ τελευταῖοι, ἐπειδὴ εἶναι μικροὶ, ἀσθενεῖς, ἐπειδὴ ἔχουν ἀνάγκην νὰ ζήσουν, περιορίζουν τὰς ἀνάγκας των εἰς τὰ μικρότερα ἐφόδια τῆς ζωῆς καὶ ἔρχεται ὁ πλούσιος ὁ γαιοκτήτης, ὁ ὁποῖος χωρίζει τὴν γῆν εἰς ἐλαχίστας μερίδας στρεμμάτων, ὅπως ἐξ αὐτῶν ζήσουν ὡς δύνανται ὁλόκληροι οἰκογένειαι τῶν δουλευομένων Ἰρλανδῶν. Διατί; Διότι εἶναι γεγραμμένον ὁ ἰσχυρότερος νὰ πιέζῃ τὸν ἀσθενέστερον. Ὥστε, ἐὰν ἐννοῆτε νὰ μεταφέρητε τὸ βάρος τὸ φορολογικὸν ἐκ τοῦ πτωχοῦ εἰς τὸν πλούσιον, ἐνθυμηθῆτε τοὺς λόγους μου. Ματαιοπονεῖτε. Θέλετε ἴδει, ὅτι εἰς τοιαύτην περίστασιν θὰ περιορίσῃ ὁ πτωχὸς τὰ μέσα τῆς ζωῆς του, θὰ φάγῃ χειρότερα. Θὰ ἐνδυθῇ χειρότερα, θὰ κατοικήσῃ χειρότερα, διὰ νὰ οἰκονομήσῃ αὐτὸ τὸ βάρος τοῦ φόρου, τὸ ὁποῖον ὁ πλούσιος καὶ ἰσχυρὸς οὔτε νὰ τοῦ ζητήσωσιν ἐπιτρέπει, οὔτε ἐξ οἰκείων μόνος καταδέχεται νὰ συλλογισθῇ. Οὕτω τὸ βάρος θέλει ἐπιβαρύνει τὸν μικρὸν καὶ οὐχὶ τὸν πλούσιον, τὸν ὁποῖον ὅταν ἀπαντήσῃ ὁ πτωχὸς καὶ ταπεινωμένος, θὰ τῷ εἴπῃ «αὐθέντα μου» (θόρυβος). Ἤκουσα μίαν διακοπὴν, καὶ μοὶ ἀρέσκει ἡ ὑπερηφάνεια, τὴν ὁποίαν θέλω νὰ περιφρονῇ τὴν ἀνάγκην. Ἀλλὰ δύναμαι νὰ σᾶς φέρω παραδείγματα ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ μὴ θεωρῆτε φιλοτίμους, καὶ ὅμως ἐνώπιον τῶν πλουσίων ἵστανται οὗτοι ταπεινοὶ καὶ ἐξηυτελισμένοι. Μεγάλη αὐτοκρατορικὴ δύναμις τὸ κεφάλαιον. Ἐὰν δὲ σχετικῶς προκεχωρημέναι τῆς κοινωνίας τάξεις κλίνωσιν ἐνώπιον τοῦ πειρασμοῦ, τί θέλετε διὰ τὸν ἐγκαταλελειμένον τῆς ἐξοχῆς ἐργάτην; Ἤκουσα μίαν λέξιν φλογιστικήν. Ἀλλοίμονον ἐὰν ἔλθουν οἱ χρόνοι, καθ’ οὓς οἱ πτωχοὶ πάρουν μὲ τὸ ξύλον τοὺς πλουσίους. Εἶναι βεβαίως δυνατὸν καὶ τοῦτο· ἀλλὰ μὴ τὸ προετοιμάζετε, κύριοι. Φοβηθῆτε μᾶλλον τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν ὁ πτωχὸς θέλει βάλει μὲ τὸ ξύλον τὸν πλούσιον ἐμπρὸς (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Δὲν εἶναι ἀπὸ σκοποῦ νὰ μελετήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦ προτεινομένου φόρου καὶ εἰς τὰς λεπτομερείας. Ἐννοῶ, ὅτι ἐν ἐποχῇ, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ πολιτισμὸς θεωρεῖται τὸ ὡραιότερον στόλισμα ἑνὸς λαοῦ, ἐννοῶ νὰ ἐπιδιώκωμεν τὰ λαμπρὰ συστατικά του καὶ νὰ ἔχωμεν τὴν φιλοδοξίαν νὰ κατασταθῶμεν εἷς τῶν προοδευτικωτέρων τοῦ κόσμου λαῶν. Τὸ ἐννοῶ. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται νὰ μεταφυτεύσωμεν τόσον βάρβαρον σύστημα, ὀφείλομεν νὰ ἤμεθα αὐστηροί, διότι δι’ ἡμᾶς ἡ Ἑλλὰς εἶναι κάτι ὑψηλότερον ἀπὸ ὅ,τι δύναται νὰ δώσῃ ὁ φόρος τοῦ Ἀχούρ (εὖγε, εὖγε). Θέλομεν ἐν τῇ εὐρωπαϊκῇ οἰκογενείᾳ, εἰς ἣν ἀνήκομεν, νὰ ἤμεθα ὑπερήφανοι. Εἴμεθα μικροὶ, ἀλλ’ ἔχομεν προηγούμενα καὶ πρὸ πάντων ἔχομεν μέλλοντα (εὖγε). Θέλομεν λοιπὸν λίαν αὐστηρῶς ἐξετάσει τὸ προτεινόμενον φορολογικὸν σύστημα. Φορολογεῖτε, κύριοι, τὸ ὄργανον τῆς παραγωγῆς. Ἀλλὰ τί θὰ εἴπουν οἱ σιδηρουργοί, ἐὰν μίαν ἡμέραν θελήσητε νὰ ἐπιβάλητε καὶ εἰς αὐτοὺς φόρον ἐπὶ τοῦ ἄκμονός των, ἐπὶ τῆς σφύρας των; Διότι πρέπει νὰ ἦσθε συνεπεῖς. Μίαν ἡμέραν θὰ ἔλθητε νὰ φορολογήσητε καὶ τὴν ἀξίνην τοῦ ἐργάτου, τὴν ψαλίδα τοῦ ράπτου. Ἔπειτα, κύριοι, ἡ αὐτὴ παραγωγικὴ δύναμις ἆρά γε εἶναι μεταξὺ ὅλων τῶν κτηνῶν, τὰ ὁποῖα σχίζουν τὴν γῆν; Ὁ βοῦς, τὸν ὁποῖον τρέφει ἡ πεδιὰς τῆς Ἠλείας, ἡ πεδιὰς τῆς Φθιώτιδος, ὁμοιάζει ἆρά γε πρὸς ἐκεῖνον τὸν μικροσκοπικὸν βοῦν, ὁ ὁποῖος καλλιεργεῖ εἰς τὰ ὄρη τῆς Ἀκαρνανίας, δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς ἐπαρχίας μου, εἰς τὰ ὄρη τῆς Δωρίδος, τῆς Γορτυνίας; Ὥστε τὸ σύστημά σας εἶναι ἄδικον, διότι φορολογεῖ καὶ τὸν ἰσχυρὸν βοῦν καὶ τὸν ἀσθενῆ ἐπίσης, φορολογεῖ τοῦ πλουσιωτέρου τὸν βοῦν ὅπως καὶ τὸν τοῦ πτωχοτέρου ἐπίσης. Μήπως δὲ, κύριοι, ἡ χώρα, τὴν ὁποίαν λέγομεν Ἑλλάδα, κατὰ πάντα τὰ μέρη τῆς καλλιεργείας αὐτῆς εἶναι ἐπίσης γόνιμος; ὄχι. Ἡ Φθιῶτις, ἡ Εὔβοια, αἱ Θῆβαι, ἡ Ἠλεία περιέχουσι βεβαίως πολὺ γονιμωτέρας γαίας ἀπὸ ἐκείνας, αἵτινες εὑρίσκονται εἰς τὰς ὀρεινὰς τοῦ τόπου μας περιφερείας· καὶ ἐν τούτοις μεταχειριζόμενοι αὐτὸ τὸ ἑνιαῖον σύστημα φορολογεῖτε ἐπίσης, μεθ’ ὅλην τὴν μικρὰν καὶ ἀσήμαντον κλίμακα αὐτοῦ, τὴν γόνιμον γῆν, ἡ ὁποία παράγει 30, ὅπως καὶ τὴν γῆν, ἡ ὁποία εἶναι ἄγονος. Λοιπὸν σᾶς λέγω, ὅτι δὲν εἶσθε δίκαιοι. Μήπως δὲ, κύριοι, ὅλαι αἱ γαῖαι εὑρίσκονται πάντοτε εἰς τὴν αὐτὴν οἰκονομικὴν δύναμιν; ὄχι. Αἱ γαῖαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι πλησίον εἰς μεγάλα πολυπληθῆ κέντρα, δίδουν προσόδους πολὺ μεγαλειτέρας ὅσον ἀφορᾷ τὴν τιμήν· ἐνῷ γαῖαι ἀπομεμακρυσμέναι τοῦ κέντρου τῆς κυκλοφορίας δίδουν εἰσοδήματα μικρότερα· καὶ ἐν τούτοις φορολογεῖτε διὰ τοῦ συστήματός σας ἐπίσης ἀμφοτέρας αὐτὰς τὰς γαίας. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω καὶ πάλιν, δὲν εἶσθε δίκαιοι. Ἔρχομαι εἰς τὰς πρακτικὰς δυσχερείας τοῦ σχεδίου σας. Αἱ πρακτικαὶ δυσχέρειαι καὶ εἰς τὸν ἁπλούστερον παρατηρητὴν εἶναι εὐαπόδεικτοι. Ἀναγνώσατε τὸ 8 καὶ τὸ 17 ἄρθρον. Πόσαι περιπλοκαὶ διὰ τὸν ἀθῷον γεωργόν! Φορολογία, ἡ ὁποία δυσχεραίνει τὴν μεταβίβασιν τῆς περιουσίας, εἶναι φορολογία ἀναξία. Πρέπει αἱ περιουσίαι νὰ κυκλοφοροῦν ἐλευθέρως καὶ μετὰ τῆς μεγαλειτέρας εὐκολίας. Αὐτὸ εἶναι, κύριοι, τὸ ἰδανικὸν τοῦ οἰκονομικοῦ λεγομένου πολιτισμοῦ. Ὅσον περισσότερον διευκολύνεται ἡ κυκλοφορία τῶν ἀγαθῶν, τόσον περισσότερον ἀναβιβάζεται τὸ ἔθνος εἰς τὴν οἰκονομικὴν δύναμιν.
§92ΤΙΝΕΣ. Νὰ κάμωμεν μικρὰν διακοπήν.
§93ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Εὐχαριστῶ τοὺς συναδέλφους, ἀλλὰ δὲν ἐκουράσθην. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ τοὺς ἄλλους, ἓν ἐπεισόδιον δύναται ἐλπίζω νὰ ἀποδιώξῃ καὶ τὸ τελευταῖον τῆς καταπονήσεως ἴχνος. Εἰς τὰς Βουλὰς τῆς Εὐρώπης ὑπάρχει σύστημα ῥητόρων, τὸ ὁποῖον ἂς ὀνομάσωμεν σύστημα «ῥητόρων διακοπτόντων.» Θὰ ἀναφέρω λεπτομερείας τινὰς τοῦ συστήματος τούτου. Οἱ μὲν ῥίπτουσι μονοσυλλάβους φωνὰς ὤ! οὔ! Οἱ δὲ βαρυνόμενοι τὰ μονοσύλλαβα καταφεύγουσιν εἰς πληρεστέρας λέξεις· ὦ ἀδελφέ, θὰ ἔλεγέ τις παρ’ ἡμῖν· τρίτη μέθοδος· παρακαθήμενοι δύω ἢ τρεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐννοοῦσι νὰ ἐμποδίσουν τὸν ἀγορεύοντα ἀπὸ τοῦ νὰ ἀκουσθῇ, ἀρχίζουν καὶ ὁμιλοῦν σιωπηλῶς κατ’ ἀρχάς, ἔπειτα δυνατώτερον. Εἶναι καὶ τετάρτη μέθοδος, συνισταμένη εἰς εὕρεσιν μιᾶς καταλλήλου λέξεως· τὴν ῥίπτει ὁ διακόπτων, τὴν ἁρπάζει ὁ στενογράφος, καὶ τὴν πρωΐαν τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ δημοσιεύονται φέροντα ἐπὶ τῶν ὤμων τὴν λέξιν ἐκείνην, συγχρόνως δὲ ὁ ῥήτωρ τῆς διακοπῆς καταπλημμυρεῖ δι’ ἐπιστολῶν τὴν ἐπαρχίαν του· ἐλάβατε τὸν λόγον αὐτοῦ; (ἱλαρότης). Ἐρχόμεθα οὕτως εἰς τὴν ἔρευναν τῶν δυσχερειῶν τοῦ νομοσχεδίου. Εἰς πᾶσαν συζήτησιν ἀνάγκη εἶναι νὰ ἀκούῃ τις τοὺς μελετήσαντας ἤδη τὸ θέμα, ὄχι ὑπὸ τὸ πάθος ἢ ὑπὸ τὴν ἐπιῤῥοὴν τυχαίου τινὸς συμβεβηκότος, ἢ διότι εὑρέθη ἐδῶ ἢ ἐκεῖ, ἀλλὰ τοὺς μελετήσαντας ἐπὶ τῆς τραπέζης, διὰ νὰ θεωρῶνται ἴσως μωροὶ ἀπό τινα ἔξυπνον, διὰ νὰ θεωρῶνται ὀχληροὶ ἴσως ἀπὸ ἄλλον, ὁ ὁποῖος βαρύνεται καὶ τὴν ἰδικήν του καὶ τὴν ἀλλοτρίαν σκέψιν. Ἀλλ’ οἱ νομοθέται τῶν ἐθνῶν ἀκούουν τοὺς ἀληθεῖς συγγραφεῖς, διὰ νὰ ἀποφασίζουν ἐν συνειδήσει καὶ ἐν ἐπιγνώσει καὶ ἐν πρέποντι. Λοιπὸν ἐγὼ ἐξ αὐτῶν τῶν συγγραφέων ἡτοίμασα ἓν μικρὸν ἐφόδιον, καὶ ἐπειδὴ ἤκουσα χθὲς τὸ ὄνομα ἑνὸς συγγραφέως, μοὶ φαίνεται τὸ τοῦ κ. Beaulieu, ἀντέγραψα ἐκ τοῦ βιβλίου του ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αὐτὸς πράγματι λέγει. Ὁ συγγραφεὺς οὗτος περιγράφει τὰ συστήματα τῆς φορολογίας, ὅπως ἱστορικῶς ἀνεπτύχθησαν, διότι εἶναι ὀπαδὸς τῆς λεγομένης «ἱστορικῆς σχολῆς», ἐκείνης δηλαδή, ἡ ὁποία δὲν κλειδώνει τὸν ἄνθρωπον ἐν τῷ δωματίῳ, ἵνα μὲ τὴν κεφαλήν του κατασκευάζῃ φρούρια εἰς τὸν ἀέρα, ἀλλ’ ἡ ὁποία ἀκολουθεῖ τὴν ἱστορικὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἰδεῶν καὶ ἔρχεται εἰς τὴν πραγματικὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἐνεστώτων συμφερόντων. Λοιπὸν ὁ συγγραφεὺς οὗτος ἄρχεται ἀπὸ τῆς πρώτης, τῆς ἀρχικωτάτης φορολογίας, καὶ τοιουτοτρόπως προχωρεῖ. Τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν εἶναι ἀρχαιότερον, λέγει, τῆς δεκάτης. Καθόσον ἡ φορολογία ἀνεπτύχθη, πρῶτον ἐπέβλεψεν εἰς τὰ ἀροτριῶντα κτήνη καὶ ἔπειτα εἰς τὴν δεκάτην. Τὴν ἱστορικὴν αὐτὴν ἐκτύλιξιν ἀκολουθεῖ ὁ συγγραφεὺς· σημειώσατέ το καλῶς. Ἐν τῇ κλίμακι τῆς φορολογίας προηγεῖται τῆς γῆς τὸ ἀροτριοῦν αὐτὴν κτῆνος. «Τὸ σύστημα, λέγει ὁ συγγραφεὺς οὗτος, τῆς φορολογίας τῶν ἀρότρων δὲν ἁρμόζει εἰμὴ εἰς τοὺς ἀρχαϊκοὺς τόπους, ἐν οἷς ὁ γεωργὸς ὀλίγας προκαταβολὰς ἐνεργεῖ ἐπὶ τῆς γῆς, ἐν οἷς αἱ καλλιεργητικαὶ μέθοδοι εἶναι στερεότυποι καὶ ἄτεχνοι. Ἐν ταῖς χώραις ταύταις ταῖς ὀπισθοδρομικαῖς ἐνεργοῦν σχεδὸν ἀπανταχοῦ τὴν αὐτὴν ἐργασίαν καὶ συγκομίζουν τὸ αὐτὸ εἰσόδημα διὰ δεδομένου ἀριθμοῦ ἀρότρων. Τὰ ἀροτριῶντα κτήνη εἶναι ἁπανταχοῦ τὰ αὐτὰ, καὶ ὀλίγον διαφέρουν εἰς τὴν ἀξίαν ἀπὸ ἑνὸς εἰς ἄλλον τόπον καὶ ἀπὸ μιᾶς εἰς ἄλλην καλλιέργειαν.» Τοιουτοτρόπως δὲ ὁ συγγραφεὺς προχωρεῖ κατόπιν εἰς τὴν ἱστορικὴν ἐκτύλιξιν τῆς φορολογίας, καὶ φθάνων εἰς τὴν δεκάτην, αἰσθάνεται πρὸς αὐτὴν τόσην ἀγανάκτησιν, ὥστε λέγει, προτιμώτερα εἶναι καὶ αὐτὰ τὰ ἀροτριῶντα κτήνη, ὄχι διὰ νὰ τὰ ὑποδείξῃ ὡς δυνάμενα νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς φορολογίαν λαοῦ πεπολιτισμένου, καὶ θέλοντος ἀξιοπρεπῆ θέσιν ἐν τῇ σημερινῇ κοινωνίᾳ, ἀλλὰ μόνον ὡς ῥητορικὸν ἐπιχείρημα, διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ δεκάτη δὲν εἶναι πλέον δυνατὸν νὰ ἔχῃ δικαίωμα πολιτογραφήσεως ἐν τῇ Εὐρωπαϊκῇ χώρᾳ.
§94Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Οἰκονόμε, μοὶ ἐπιτρέπετε, παρακαλῶ;....
§95ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ὄχι.
§96Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸν λόγον, κ. πρόεδρε.
§97ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Ἀλλὰ τί θέλετε, κύριοι, τὸν ξένον συγγραφέα; Σεῖς ἔχετε Ἕλληνα συγγραφέα. Οἱ περισσότεροι ἀπὸ ἡμᾶς εἶναι ὄχι πολὺ μακρὰν τοῦ 40 καὶ 35 ἔτους ἡλικίας ὅσοι ἐξ ἡμῶν ἀνήκουσιν εἰς τὴν σφαῖραν τὴν νομικὴν, θὰ ἤκουσον βεβαίως τὸν κ. Ι. Σοῦτσον, καθηγητὴν τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας. Εἶναι ἐν τοῖς ζῶσιν, ἀλλὰ ζῇ, χωρὶς ποτε ἡ πολιτεία νὰ μεταχειρισθῇ τὰς γνώσεις του. Ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀληθὴς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ 20, πρὸ 30 ἐτῶν. Διατί δὲν τὸν μετεχειρίσθητε, ὅτε ἦτο πλήρης ἀκμῆς;
§98ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὑπῆρχε πρὸ 40 ἐτῶν;
§99ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Δηλαδὴ ὁ κ. Δημητρακάκης παρατηρεῖ, ὅτι λείπει ἀπὸ τὸ ἰῶτα ἡ κοκκίδα (ἱλαρότης.) Λοιπὸν ἰδοὺ τί λέγει ὁ διακεκριμένος καθηγητὴς κατὰ τὸ ἔτος 1876, δηλαδὴ πολὺ πρὸ τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ συζητῶμεν ἐπὶ τοιούτου νομοσχεδίου. (Ἀναγινώσκει.) «Ὁ φόρος οὗτος δὲν ἐπιβάλλεται ἐπὶ προσόδου, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ὀργάνων τῆς γεωργικῆς βιομηχανίας, ὡσανεὶ ἐπεβάλλετο φόρος ἐπὶ τοῦ ἀρότρου, τῆς ἀξίνης ἢ τῆς σκαπάνης τοῦ γεωργοῦ, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι τὰ μὲν κτήνη εἶναι τὰ ἔμψυχα, τὰ δὲ γεωργικὰ ἐργαλεῖα τὰ ἄψυχα τῆς βιομηχανίας ὄργανα. «Ὁ φόρος οὗτος, καθ’ ὃ ὅλως ἄσχετος πρὸς τὴν ποιότητα ἢ τὴν πρόσοδον τῶν ἀγρῶν, εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν ὁποίων χρησιμεύουσι τὰ ἀροτριῶντα κτήνη, προδήλως ἀντιβαίνει εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἀναλογικῆς ἰσότητος, καθότι ἐνταῦθα μὲν ὁ ἀγρὸς, τὸν ὁποῖον καλλιεργῶ δι’ ἑνὸς ζεύγους, εἶναι ἄγονος καὶ παράγει κατὰ στρέμμα λ. χ. τριῶν μόνον δραχ. πρόσοδον, ἐκεῖ δὲ εἶναι γόνιμος καὶ παράγει τὸ διπλάσιον ἢ τὸ τριπλάσιον. Ἐνταῦθα μὲν ὁ ἀγρὸς, τὸν ὁποῖον καλλιεργῶ, κεῖται πλησίον πολυπληθοῦς συνοικισμοῦ, δημοσίας ὁδοῦ, ἢ λιμένος, ἐκεῖ δὲ κεῖται εἰς μέρος ἀπόκεντρον καὶ ἄσχετον πρὸς τὰ κέντρα τῆς καταναλώσεως. Ὥστε ἡ ἐπιβολὴ ἴσου φόρου ἐπὶ ζώων ἀροτριώντων δύω ἀγροὺς διαφόρου ποιότητος ἢ θέσεως εἶναι ἄνισος καὶ προδήλως ἑτεροβαρής. «Ἐκτὸς δὲ τούτου, ἅπαντα τὰ ἀροτριῶντα ζῶα δὲν μετέχουσι τῆς αὐτῆς δυνάμεως· ἑπομένως ἐπιβάλλοντες τὸν αὐτὸν φόρον εἰς τὸν ὄνον, τὸν ἡμίονον καὶ τὸν ἵππον, ὑποβάλλομεν αὐτοὺς εἰς φόρον ἄνισον. «Ὁ φόρος οὗτος εὕρηται ἐν τῇ βορείῳ Ἀφρικῇ. Ἐν δὲ τῇ Ἀλγερίᾳ, ὑπάλληλος ἐπιτετραμμένος νὰ ἐπιβάλῃ τὸν φόρον, τὸν καλούμενον Ἀχούρ, ἐπεσκέπτετο τὰς γαίας τῶν διαφόρων φυλῶν πρὸ τοῦ θερισμοῦ τῶν καρπῶν, καὶ συνεννοούμενος μὲ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν Σκηνιτῶν, προσδιώριζε τὴν πιθανὴν αὐτῶν πρόσοδον. Μετὰ ταῦτα ἀπεφαίνετο, ὅτι ἄλλαι μὲν γαῖαι εἰσὶν ἄρισται, ἄλλαι δὲ μέτριαι καὶ ἄλλαι μετριώταται καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκτιμήσεως ταύτης, προσδιώριζε τὸ ποσὸν τῆς κριθῆς ἢ τοῦ σίτου, τὸ ὁποῖον ὠφείλετο ὑφ’ ἑκάστου ζεύγους βοῶν.» Τελευταῖον δὲ ὁ αὐτὸς συγγραφεὺς κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἰδοὺ τί λέγει ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ φόρου (ἀναγινώσκει.) «Ἕτερος τρόπος ἐγγείου φορολογίας εἶναι ὁ ἐπὶ τῶν ἀρότρων καὶ τῶν ζευγῶν. Ὁ τρόπος οὗτος τῆς φορολογίας εὕρηται ἐν τῇ βορείῳ Ἀφρικῇ καὶ ἐν Ἀλγερίᾳ. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ὁ φόρος οὗτος ἐπιβαρύνει τὰ ἔμψυχα καὶ ἄψυχα ὄργανα τῆς γεωργίας, ἀντιβαίνει εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς δημοσιολογίας, καθ’ ἣν οἱ φόροι δέον νὰ ἐπιβάλλωνται εἰς τὰς προσόδους. Καθ’ ὅσον δὲ φόρος ἴσος 12 ἢ 15 λ. χ. δρ. ἐπιβάλλεται εἰς ζῶα διαφόρου ἀξίας καὶ δυνάμεως, ὁ τοιοῦτος φόρος ἀντιβαίνει εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἀναλογικῆς ἰσότητος, καθότι τὰ εἰς φόρον ὑποβληθέντα ζῶα, βόες, ὄνοι, ἡμίονοι καὶ ἵπποι, δὲν μετέχουσι τῆς αὐτῆς δυνάμεως, οὐδ’ ἔχουσιν ἑπομένως τὴν αὐτὴν ἀξίαν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ δύναμις τῶν ἀροτριώντων ζώων εἶναι δι’ ἅπαντα ἡ αὐτή, ἡ ἐκ τῆς ἐνεργείας αὐτῶν πηγάσουσα πρόσοδος, ἣν κυρίως σκοπεῖ ὁ νομοθέτης νὰ φορολογήσῃ, ἔσται διάφορος, ἕνεκα τῆς περὶ τὴν ποιότητα τῶν γαιῶν διαφορᾶς. Ἄλλως δέ, ἡ φορολογία αὕτη συνεπάγεται οὐκ ὀλίγας πρακτικὰς ἀτοπίας· ἤτοι δηλώσεις τῶν φορολογουμένων ἐπισφαλεῖς ἢ ἀνεπαρκεῖς ἀπαριθμήσεις, διδούσας χώραν εἰς καταχρήσεις, ἀπαιτήσεις ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ φόρου, ἕνεκα τῆς τυχὸν ἀπωλείας τῶν ὑποκειμένων εἰς φόρον ζώων μετὰ τὰς γενομένας δηλώσεις κτλ.» Ἠκούσατε τί λέγει ὁ ἡμέτερος συγγραφεύς. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο· πρέπει νὰ γνωρίσητε καὶ τὴν κατακραυγήν, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῇ ἡμιβαρβάρῳ χώρᾳ τῆς Ἀλγερίας κατὰ τοῦ φόρου τούτου. Εἰς ἓν τελευταῖον σύγγραμμα ὁ κ. Paul Blanc διαμαρτύρεται, ὅτι ἀκόμη διατηρεῖται ἐν Ἀλγερίᾳ ὁ φόρος τοῦ Ἀχούρ. Εἶναι στίγμα, λέγει, εἰς τὸν Γαλλικὸν πολιτισμὸν νὰ διατηρῇ ἀκόμη αὐτὸν τὸν φόρον. Δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε δύο μέτρα φορολογίας. Καὶ ὅταν, δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸ ὄνομα τοῦ Ῥώσσου διοικητοῦ, ὁ ὁποῖος ἦλθεν εἰς τὴν Βουλγαρίαν μετὰ τὴν ἀποδίωξιν τῶν Τούρκων, ὅταν ὁ Ῥῶσσος διοικητής, λέγει ὁ συγγραφεύς, προεκήρυττεν, ὅτι θὰ καταργήσῃ ἐκεῖ τὸν ἀντιστοιχοῦντα πρὸς τὸν Ἀχούρ τῆς τουρκικῆς δεσποτείας φόρον. Ἆ! λέγει, λοιπὸν οἱ Ῥῶσσοι εἶναι ἀνωτέρου πολιτισμοῦ ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς Γάλλους; Μόλις ἀπεδίωξαν τοὺς τυράννους τῆς χώρας καὶ εὐθὺς κατὰ τοῦ νόμου τούτου τοῦ φορολογικοῦ ἐπιτίθενται, ἡμεῖς δὲ οἱ Γάλλοι ἐπὶ τόσον χρόνον κατέχοντες τὴν Ἀλγερίαν ἐν πλήρει ἀσφαλείᾳ καὶ ἐν πλήρει ἀποκαταστάσει διατηροῦμεν αὐτὸ τὸ κατηραμένον σύστημα; Αὐτά, κύριοι, ἐνόμισα πρέπον, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν γνῶσιν καὶ τὴν μελέτην τοῦ νομοθέτου, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου παρίσταμαι. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι εἴμεθα ἐδῶ μόνον, διὰ νὰ κατηγορῶμεν καὶ οὐχὶ διὰ νὰ οἰκοδομῶμεν, διότι ἡ πολιτική, νομίζω, πρέπει νὰ ἦναι θετική, πρέπει ἐνῷ κρημνίζει καὶ νὰ δημιουργῇ, καί, ἐὰν δὲν ἦναι καλὸν τὸ προτεινόμενον σχέδιον, πρέπει νὰ εὑρίσκῃ ἄλλο, εἰσέρχομαι, διὰ τοῦτο εἰς τὴν τοῦ δέοντος γενέσθαι ἔρευναν. Ἀλλά, κύριοι, ἐδῶ ὑπάρχουν δύω ὁδοί, ἡ μία εἶναι ἡ κατάργησις ἢ παντελὴς τῆς δεκάτης, ἡ ἄλλη εἶναι ἡ ἀντικατάστασις αὐτῆς. Κατὰ τὴν ἄλλην ἔχομεν 2 ἢ 3 συστήματα τῆς Κυβερνήσεως τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον νομίζω ἐσωτερικῶς ἐν τῇ συνειδήσει σας εἶναι τελείως πλέον καταδεδικασμένον. Πρὶν δὲ εἰσέλθω εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ ὑποβάλω ἐγώ, καλὸν εἶναι νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὴν ἰδέαν, ἡ ὁποία ῥίπτεται ἀπὸ τὰ ὑψηλότερα θρανία τῆς πλευρᾶς ἐκείνης. Ἡ ἐντελὴς ἀπαλλαγὴ τῆς γῆς τότε μόνον θὰ ἦτο ἄτοπος, ἐὰν ἤμεθα ἐνώπιον μιᾶς πολιτικῆς, ἡ ὁποία ἐννοεῖ νὰ τονίσῃ τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ νὰ δώσῃ εἰς αὐτὸν τὴν δύναμιν τὴν διαπασῶν. Καὶ τότε μοὶ ἦτο ἀδιάφορον, ἐὰν δὲν μὲ ἐξέλεγον πλέον βουλευτὴν οἱ συνεπαρχιῶταί μου· εἶδον τὴν γλυκύτητα τῆς βουλευτικῆς θέσεως. Τότε θὰ ἔλεγον, χωρικοί, τόσον καιρὸν εἶσθε ξεσκούφωτοι· ἐστὲ ἄλλα πέντε ἔτη. Καὶ ἐννοεῖτε, τί σημαίνει ἔντασις τῶν δυνάμεων τοῦ ἑλληνισμοῦ (εὖγε). Ἀλλὰ δὲν τὴν βλέπω τὴν ἔντασιν ταύτην. Μίαν ἡμέραν ἐπρότεινα εἰς ὑμᾶς αὔξησιν μέχρις 20,000 ἀνδρῶν στρατοῦ, καὶ ἐθεωρήθη ὡς οὐτοπία ὑπὸ ἑνός, ὅστις εἶναι νῦν ὑπουργός· ἀλλὰ δι’ αὐτῆς τῆς δυνάμεως τῶν 20,000 ἀνδρῶν ἠδύνασθε νὰ λύσητε τὸ ζήτημα τῆς Ἑλληνικῆς ὁδοποιίας, ὅπως τὸ ἔλυσαν οἱ μεγάλοι τῆς ἱστορικῆς ἀνθρωπότητος λαοί, καὶ ἠδύνασθε συγχρόνως νὰ ἦσθε εἰς θέσιν νὰ ὑπερασπίσητε τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος σας, διὰ νὰ μὴ κλαίητε ἀενάως ἐνώπιον τῆς Εὐρώπης. (Εὖγε, εὖγε) Αὕτη ἡ ἰδέα δὲν ὑποστηρίζεται ἐν τοῖς πράγμασιν ἀπὸ πολλούς, ἠκούσθη δὲ περὶ μιᾶς ἄλλης μεμονωμένης γνώμης, ἡ ὁποία σήμερον καυχᾶται, ὅτι δύναται νὰ καταλάβῃ τὸν ἑλληνισμὸν ὁλόκληρον «κάτω τὰ ὅπλα, κάτω ἡ μεγάλη ἰδέα». Αὐτὴ ἡ μεμονωμένη γνώμη τῆς εἰρηνικωτάτης πολιτικῆς εἶναι, φαίνεται, ἡ ἐπικρατοῦσα σήμερον πολιτική. Καὶ βλέπω μερικὰ φαινόμενα ἐδῶ, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ λησμονήσω. Ἐὰν ὅμως ἡ ἰδέα ἐκείνη ἡ ἄλλη, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, ἦτο ἡ ἐπικρατοῦσα, θὰ ἔλεγον εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μου: μὲ ἐξελέξατε βουλευτήν, ἀλλὰ σᾶς ἔβαλα φόρους πολὺ μεγαλειτέρους, διὰ νὰ σᾶς δώσω τὴν δόξαν τοῦ ἑλληνισμοῦ, τὴν ὁποίαν ἀπωλέσατε, διότι τὰ ἔθνη δὲν ζοῦν μὲ τὴν δραχμήν, ζοῦν μὲ τὴν ἀληθῆ δόξαν. (Εὖγε! εὖγε!) Ἀλλ’ ὡς φαίνεται δὲν εἶναι ἡ πολιτικὴ αὕτη τῆς νῦν ἐποχῆς· θὰ ἔλθῃ μίαν ἡμέραν ἡ πολιτικὴ ἐκείνη, διότι μὴ νομίσητε ποτέ, ὅτι μὲ τὴν ἰδικήν σας γενεὰν ἐτελείωσαν αἱ ἰδέαι τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἔρχονται ὄπισθεν ἰδέαι τινές, αἱ ὁποῖαι θὰ σᾶς ὑπερπηδήσουν, ἐὰν δὲν σεβασθῆτε τὰ δικαιώματα τῆς πατρίδος. (Εὖγε! Εὖγε!) Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ τοιούτου τινὸς σήμερον· εἶναι ἓν σκοτεινὸν μέλλον, τὸ ὁποῖον μίαν ἡμέραν θὰ ἀναγνωρίσωμεν ὅλοι, καὶ τότε σᾶς βεβαιῶ, ὅτι πρῶτοι οἱ χωρικοὶ τῆς Ἑλλάδος θὰ πωλήσωσι τὴν καλύβην των δι’ αὐτὴν τὴν λαμπρὰν, τὴν αἰωνίαν ἰδέαν, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ πρὸς τὸ εὐρὺ τῆς μεγάλης Ἑλλάδος μέλλον. (Εὖγε). Ὅταν λοιπὸν δὲν πρόκηται περὶ τοιούτου τινὸς ἔργου, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ ὑποτάξωμεν καὶ τὴν δεκάτην μέχρι καὶ τοῦ ἀδικωτέρου τῶν φόρων, χάριν τοῦ ὁποίου νὰ πωλήσωμεν καὶ τὰ ὑπάρχοντά μας αὐτά, τότε διατί νὰ μὴ συμφωνήσωμεν μετὰ τῶν κυρίων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπρότειναν ἐντελῶς τὴν κατάργησιν τοῦ ἐγγείου φόρου; Ἤθελε συμβῆ τὸ ἑξῆς λαμπρὸν ἀποτέλεσμα· ἤθελε τελείως ἀναπνεύσει αὐτὴ ἡ καταπεπονημένη γῆ, ἡ ὁποία κατεπιέσθη τόσους αἰῶνας. Ἠθέλετε ἴδει τὸν γεωργὸν νὰ γείνῃ ἀληθὴς οἰκοκύρης, νὰ ἀποκτήσῃ εὔρωστον οἰκονομικὴν δύναμιν, καὶ μετὰ δέκα ἔτη, ἐὰν θέλετε, ἠδύνασθε νὰ τῷ ζητήσητε πάλιν φόρους μακρὰν τῶν ἐγκληματικῶν τῆς δεκάτης ἰχνῶν. Ἀλλ’ ἀφήσατε αὐτὸν τὸν ἐλευθερωθέντα εἰς τὰ 1821 νὰ ἀναπνεύσῃ ὀλίγον. Εἶναι λαμπρὰ αὐτὴ ἡ ἰδέα, καὶ μίαν ἡμέραν θὰ κατανοηθῇ. Ἔρχομαι οὕτω, κύριοι, εἰς ἄλλο σύστημα, διότι ἤκουσα, ὅτι οἱ πλεῖστοι θέλουν τὴν φορολογίαν τῆς γῆς, καὶ ἐθεωρήθη τὸ τῆς ἐντελοῦς καταργήσεως τῆς δεκάτης ὡς δημοκοπικόν. Δὲν ἠξεύρω τί σχέδιον ἔχουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὴν ἐπρότειναν, ἀλλὰ βεβαίως τὴν δημοκοπίαν δὲν ἐκτελοῦν αὐτοί. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε ὁ κ. Σωτηρόπουλος, εἶναι σύστημα τὸ ὁποῖον στηρίζεται εἰς τὴν λογικήν· ἀλλ’ ὅπως ὀρθῶς παρετηρήθη, σύστημα, τὸ ὁποῖον, ἵνα τεθῇ εἰς ἐνέργειαν, ἔχει ἀνάγκην χρόνου μακροῦ· δὲν δύναται δυστυχῶς νὰ ἀνθέξῃ ἐν ταῖς νῦν περιστάσεσιν. Σήμερον ἡ δεκάτη πρέπει νὰ συντριβῇ· εἶναι ὡς τὸ ἄγριον ἐκεῖνο θηρίον, τὸ ὁποῖον οἱ κυνηγοὶ περιέζωσαν εἰς μίαν γωνίαν· εἶναι ἐκεῖ κάτω, στενοχωρημένον καὶ ἀγωνιῶν, φονεύσατέ το. Δὲν πρέπει ἡ δεκάτη νὰ ἐξέλθῃ ἄτρωτος ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης. Ἔρχομαι οὕτως εἰς τὸ ἐμὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ συνδυάσῃ ὅλας τὰς φιλοτιμίας, τῆς Κυβερνήσεως πρὸ πάντων· καὶ δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φθονοῦν τὴν εὐτυχίαν οὐδενός. Ἂν ἔλεγον εἰς τὴν Κυβέρνησιν: ἀκολουθῶ τὸ σύστημά σου, ἀλλὰ μέχρις ἐκεῖ ὅπου καταρτίζεται ὁ μέσος ὅρος, τί θὰ ἀπήντα; Ἐὰν ἔλεγον εἰς τοὺς ὑπουργούς· ἐκεῖ σταματήσατε, ἀφήσατε τὰ ζῶα τὰ πτωχά· θὰ ἦσαν ἆρά γε ἐπὶ τοσοῦτον σκληροί; Θὰ εὕρητε διὰ τῶν μέσων ὅρων σας, π. χ. ὅτι ὁ Α. πληρόνει 5 κοιλά; Φορολογήσατέ τον κατὰ τὴν βάσιν 2%. Διατί δὲν σταματᾶτε ἐκεῖ, ἀλλὰ τρέχετε νὰ εὕρητε τὸν γεωργὸν τὸν ἔχοντα τὸ κτῆνος; Εἴπατε, φορολογῶ κατὰ τὸν μέσον ὅρον τοῦ μέχρι τοῦδε πενταετοῦς φόρου σας. Εἰς τὰ γραφεῖα τῶν ἐφοριῶν διατηροῦνται τὰ στελέχη, καὶ ἡ μέθοδος τῶν πληροφοριῶν σας εἶναι ἀνοικτή. Σταματήσατε, ἐκεῖ, Ὑπουργοί, θὰ εὕρητε πιθανώτερον τοὺς ἀληθεῖς εἰσοδηματούχους. Ἀκούω μίαν φωνήν· εἶναι πιθανῶς φωνὴ νομικοῦ. Ἀλλ’ ὤφειλεν οὗτος νὰ γνωρίζῃ, ὅτι εἶναι τὴν στιγμὴν ταύτην νομοθέτης καὶ ὅτι δύναται ν’ ἀναγκάσῃ τὸν φόρον νὰ παρακολουθῇ τὸ κτῆμα εἰς οἱασδήποτε χεῖρας μεταβιβαζόμενον. Ἴσως ἐκ τῆς διοικητικῆς ἀτελείας συμβῶσι πολλαὶ παραλείψεις. Ἔστωσαν. Εἶναι προτιμώτεραι τοῦ στίγματος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Τοιουτοτρόπως δὲ μικρὸν κατὰ μικρὸν δυνάμεθα νὰ εἰσαγάγωμεν τὸν φόρον ἐπὶ τῆς ἐκτάσεως τῆς γῆς. Οὕτως ἱκανοποιοῦμεν κατὰ τὰ ἐνόντα καὶ τὴν φιλοτιμίαν τοῦ Ὑπουργείου καὶ τὴν συμβουλὴν τῆς ἐπιστήμης καὶ τὸ συμφέρον τοῦ λαοῦ.
§100ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἂν ὁ φόρος ἦναι ἀφαίρεσις μέρους τῆς περιουσίας τοῦ φορολογουμένου, ὁ ὁποῖος εἰσέρχεται εἰς τὸν δημόσιον θησαυρόν, ἵνα χρησιμεύσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἂν ὁ φόρος ἐλαττώνῃ τὰ περισσεύματα τῆς παραγωγῆς, τὰ κεφάλαια τὰ χρησιμεύοντα εἰς νέαν παραγωγήν, εἶναι ἀναγκαῖον κακόν. Διὰ τοῦτο ἡ κοινωνία τείνει νὰ καταβιβάσῃ τὸ κακὸν τοῦτο εἰς τὸ κατώτατον σημεῖον καὶ νὰ τὸ περιορίσῃ εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μὴ γίνηται πρόξενον νέων κακῶν. Ἡ ἰσότης τῆς φορολογίας εἶναι ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ ἐπιστήμη τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας, ἀλλ’ εἶναι ἰδέα, ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε δὲν ἐπραγματοποιήθη. Αἱ γνώσεις τῶν ἀνθρώπων εἶναι πεπερασμέναι καὶ ἡ τελειότης δὲν εἶναι ἐπιτευκτή, διότι τελειότης εἶναι αὐτὸς ὁ Θεός. Τίς ψέγει τὸν Ἡρακλέα; ἔλεγον ὡς λόγιον οἱ πρόγονοι ἡμῶν περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξήντλουν τὴν εὐγλωττίαν καὶ εὐφυΐαν των εἰς τὸ ν’ ἀποδείξουν πράγματα γνωστά. Καὶ χθὲς, κύριοι, καὶ σήμερον δύο ἱκανοὶ ῥήτορες καὶ δόκιμοι περὶ τὰ οἰκονομικὰ ἐξήντλησαν τὴν εὐγλωττίαν των εἰς τὸ ν’ ἀποδείξουν τὴν δεκάτην ὡς καταδεδικασμένην ὑπὸ πάντων. Οὐδεὶς, νομίζω, εἶχε τὴν ἐναντίαν ἰδέαν. Μόνον ὁ βουλευτὴς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς εἶναι ὀπαδὸς τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου.
§101ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λόγια, λόγια.
§102ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐναντίον ὅλων τῶν δημοσιολόγων ἐπιμένει μετὰ πείσματος ὁ βουλευτὴς αὐτὸς καὶ προσεκολλήθη εἰς τὴν καταδεδικασμένην αὐτὴν φορολογίαν. Πρὸ τριῶν μηνῶν, κύριοι, ὑπέβαλα πρότασιν νόμου περὶ τροπολογίας τοῦ φορολογικοῦ συστήματος· ἐν αὐτῷ ἐπρότεινα μὲν τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης, ἀντ’ αὐτῆς δὲ ὥρισα τὴν ἀναπλήρωσιν διὰ φόρου προσθέτου ἐπὶ τῶν ποιμνίων καὶ τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ διὰ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἐκ δραχ. 5. Τινὲς τότε παρετήρησαν, ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ ποιμνιακοῦ φόρου δὲν εἶναι δικαία, διότι τὰ ποίμνια ἐπιβαρύνονται νῦν μὲ πολλὰ ἔξοδα· ἐγὼ ὅμως ἔχω τὴν ἐναντίαν ἰδέαν, ὅτι φορολογοῦνται πολὺ ἐλαφρῶς. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται. Χαίρω, κύριοι, διότι ἡ κυβέρνησις ὑπέβαλε νόμον, ὁ ὁποῖος κατὰ πολλὰ συμφωνεῖ μὲ τὴν πρότασίν μου, διότι ὡς πρὸς τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης, ἥτις εἶναι ἡ βάσις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, εἴμεθα ἐντελῶς σύμφωνοι, ὡσαύτως συμφωνοῦμεν εἰς τὴν φορολογίαν τῆς σταφίδος, ἂν οὐχὶ καθ’ ὁλοκληρίαν. Καὶ ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον προσδιορίζει ὡς κατώτατον ὅρον τὸ ὑπ’ ἐμοῦ προτεινόμενον ποσόν, ὥστε δὲν ἠμπορῶ νὰ μὴ συμφωνήσω καὶ ὑποστηρίξω τὸν προτεινόμενον νόμον, συγχωνεύων εἰς αὐτὸν τὸν ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντα. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος καθὼς καὶ ὁ προαγορεύσας σήμερον βουλευτὴς Καλαβρύτων μὲ ὅσην θερμότητα κατεδίκασαν τὴν δεκάτην, μὲ ἴσην ἴσως καὶ μείζονα κατεδίωξαν καὶ τὸ προτεινόμενον ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως φορολογικὸν σύστημα, πρῶτον δὲ λόγον καὶ ἰσχυρὸν κατ’ αὐτοῦ ἔφερον τὸ ἄνισον τῆς φορολογίας, διότι εἶπον, ὅτι οἱ μὲν θέλουν πληρόνει 5, οἱ δὲ 15· ἡ ἀνισότης ὅμως αὕτη εἶναι ἓν πρὸς τρία, ἐνῷ δ’ ἔλεγε ταῦτα ὁ κ. Σωτηρόπουλος, εἶχε λησμονήσει, ὅτι πρὸ δύο στιγμῶν εἶχε φέρει ὡς παράδειγμα τὴν ἀνισότητα τοῦ φορολογικοῦ συστήματος τῆς Γαλλίας, καὶ τὸ παράδειγμα δὲν ἔφερε σῶον, διότι κατὰ τὸν Le Roy-Beaulieu ἡ ἀνισότης εἶναι ὡς δύο πρὸς τεσσαράκοντα. Ὑπάρχουσιν ἰδιοκτησίαι πληρόνουσαι 2% καὶ ἄλλαι 40% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, ὡς δ’ εἶπον ἀνωτέρω ἡ ἰσότης τῆς φορολογίας εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε δὲν κατωρθώθη. Ἑπομένως αὐτὸ τὸ ἐλάττωμα δὲν δύνασθε νὰ τὸ ἀποδώσητε εἰς τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον, διότι εἶναι γενικὸν εἰς ὅλα τὰ φορολογικὰ συστήματα. Προέβησαν καὶ εἰς λεπτομερείας ὅ τε προαγορεύσας καὶ ὁ κ. Σωτηρόπουλος, κατηγορήσαντες τὴν διάταξιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει εἰς τὸν ἀγοραστὴν καὶ τὸν πωλητὴν ἑνὸς κτήνους τὴν σύνταξιν συμβολαίου καὶ τὴν προσέλευσιν αὐτῶν εἰς τὴν ἕδραν τοῦ συμβολαιογράφου· τοῦτο εἶναι τῷ ὄντι δυσκολία, τὴν ὁποίαν ἡ κυβέρνησις πιστεύω, ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἐπιβάλῃ ἀντὶ πάσης βλάβης, καὶ θέλει παραδεχθῆ ἕτερον τρόπον, οἰκονομοῦντα τὴν βεβαίωσιν τῶν ἐπερχομένων μεταβολῶν ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τὴν εὐκολίαν τῶν συναλλαττομένων. Ἀλλ’ ἡ μεγαλειτέρα κατηγορία, τὴν ὁποίαν οἱ διῶκται τοῦ φορολογικοῦ τούτου συστήματος ὑπέβαλον, εἶναι ὅτι ὁ τρόπος τῆς φορολογίας αὐτῆς εἶναι βαρβαρικός, δὲν ὑπάρχει εἰς κανὲν μέρος τῆς Εὐρώπης. Νομίζω, κύριοι, ὅτι οἱ προαγορεύσαντες παρεξήγησαν τὸ πνεῦμα τοῦ νομοσχεδίου, ᾠκοδόμησαν κατηγορίας ἀνυπάρκτους, διότι ἠθέλησαν ν’ ἀποδείξουν, ὅτι ἐπιβάλλει φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ ὡς τοιοῦτον βεβαίως εἶναι σύστημα βαρβαρικόν. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ, ἐὰν ὑπῆρχε τοιοῦτον τὸ σύστημα, ὁποῖον τὸ παριστῶσιν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἰς τοῦτο σφάλλουν ἢ ὑποκρίνονται. Τὸ νομοσχέδιον στηρίζεται ἐπὶ βάσεων ἐπιστημονικῶν, ἐπὶ τῶν δύω φορολογικῶν βάσεων τοῦ διανεμητικοῦ καὶ τοῦ ἀναλογικοῦ συστήματος. Τὸ διανεμητικὸν σύστημα συνίσταται, ὡς γνωρίζετε, εἰς τοῦτο, ὅτι τὸ Κράτος προσδιορίζει ἐκ τῶν προτέρων τὸ ὁλικὸν ποσὸν, τὸ ὁποῖον ὀφείλουν οἱ φορολογούμενοι νὰ εἰσφέρωσι· τὸ ποσὸν τοῦτο διανέμεται κατὰ διοικητικὰς περιφερείας, κατὰ πρῶτον εἰς τὸν νομὸν, ἔπειτα εἰς τὰς ἐπαρχίας, κατόπιν εἰς τοὺς δήμους καὶ τὰς κοινότητας καὶ ἐπὶ τέλους εἰς τοὺς φορολογουμένους. Μετέχει δὲ τοῦ συστήματος τούτου τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ συζητοῦμεν, διότι λαμβάνει ἐκ τῶν προτέρων, ὡς γνωστὸν, τὸν ἐπιβαλλόμενον φόρον ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ μέσος ὅρος τῶν 5 παρελθόντων ἐτῶν, τὸν ὁποῖον εἰσφέρει ἑκάστη κοινότης· αὐτὸν τὸν φόρον τὸν διανέμει εἰς τὰ ἀροτριῶντα κτήνη τῆς κοινότητος, ὅ ἐστὶν εἰς τοὺς παραγωγούς, μετέχει δὲ καὶ τοῦ ἀναλογικοῦ, διότι οἱ ἀροτῆρες βόες μιᾶς κοινότητος δὲν θέλουσι πληρώσει τὸν αὐτὸν φόρον, ὃν οἱ ἀροτῆρες βόες ἄλλης κοινότητος, διότι, κατὰ λόγον τῆς παραγωγῆς, ἐλάχιστος ὅρος τίθεται 5 δραχ. καὶ ἀνώτερος 15. Ἰδοὺ δὲ διατὶ εἶπον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον στηρίζεται ἐπὶ ἐπιστημονικῶν βάσεων. Οἱ προλαλήσαντες ἐστήριξαν τὰ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιχειρήματά των ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ἣν ἐποιήσαντο, ὅτι ὁ φόρος εἶναι ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τουτέστιν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τῶν ζώων· ἀλλ’ ἂν τοῦτο ἦτο ὀρθὸν, ἔπρεπεν ὁ φόρος νὰ ἦναι ὁμοιόμορφος. Ὅλα τὰ κτήνη τὰ ἀροτριῶντα εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἔπρεπε νὰ πληρώνουν ὁμοιομόρφως δρ. 5 ἢ 15· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐπιβάλλει τὸ νομοσχέδιον, διότι βασίζεται ἐπὶ τῆς ἀναλογίας τῆς παραγωγῆς. Περὶ δὲ τοῦ φόρου αὐτοῦ ἐπραγματεύθησαν σπουδαῖοι ἄνδρες· καὶ ὁ κ. Σωτηρόπουλος καὶ ὁ βουλευτὴς Καλαβρύτων ἀνέφερον μὲν τὸν συγγραφέα Le Roy-Beaulieu, ἀλλὰ τὸν παρενόησαν ἢ τὸν παρεξήγησαν. Ὁ προλαλήσας μάλιστα, ἐνῷ ἀνέφερε τὴν σειρὰν, καθ’ ἣν ἀνεπτύχθησαν τὰ διάφορα φορολογικὰ συστήματα, μόλα ταῦτα δὲν ἤρχισεν ἀπὸ τὴν ἀρχήν· ἔφερεν ὡς πρῶτον τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων, ἀλλ’ ὁ εἰρημένος συγγραφεὺς λέγει, ὅτι ὁ πρῶτος φόρος ἐν ταῖς κοινωνίαις ταῖς οὔσαις ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς μορφώσεώς των ἐπεβάλλετο ἔγγειος φόρος ἐπὶ τῆς ἐκτάσεως· ἐπὶ ἑκάστου στρέμματος ἐπεβάλλετο φόρος σταθερός· λέγει δὲ, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς εἰς τὰς ἀρχικὰς κοινωνίας ἦτο δίκαιος, διότι ἕκαστος τῶν γεωργῶν ἠδύνατο κατ’ ἔτος νὰ ἐκχερσώσῃ παρθένον γῆν, καὶ εὑρίσκετο εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, εἰς ἣν εὑρίσκοντο καὶ οἱ ἄλλοι. Ἀφοῦ δὲ αἱ κοινωνίαι ἐπροχώρησαν εἰς τὸν πολιτισμὸν, ἐνόμισαν, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς δὲν ἦτο δίκαιος καὶ μετέβησαν εἰς ἄλλο εἶδος· διήρεσαν δηλαδὴ τὰς γαίας εἰς τρεῖς κατηγορίας, καὶ τοῦτο τὸ σύστημα, λέγει ὁ εἰρημένος συγγραφεὺς, ὑπάρχει ἤδη ἐν ἐνεργείᾳ εἰς τὸ Μακλεμβοῦργον, ἔρχεται δὲ τὸ τρίτον σύστημα τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τοῦτο δὲ θεωρεῖ ὡς πρόοδον, ὡς σύστημα τελειότερον. Τέταρτον σύστημα φέρει τὴν δεκάτην, ἀλλὰ τὴν φέρει, ἵνα τὴν καταδικάσῃ. Δὲν φέρει λόγους πολλοὺς, ἀλλ’ ἕνα καὶ μόνον· ὅτι εἰς τὰ πεπολιτισμένα ἔθνη εἶναι ἀνυπέρβλητον πρόσκομμα εἰς τὴν πρόοδον τῆς γεωργίας, ἐξηγεῖ δὲ τὸν λόγον οὕτως, ὅτι ἡ δεκάτη, ἐπειδὴ φορολογεῖ τὰ κεφάλαια τὰ καταβαλλόμενα εἰς τελειοτέραν καλλιέργειαν, δὲν δύναται ν’ ἀφήσῃ τὴν κοινωνίαν νὰ προοδεύσῃ, διότι οὐδεὶς τῶν γεωργῶν θὰ στέρξῃ νὰ φορολογηθῶσι τὰ κεφάλαιά του. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο δὲν εἶναι νέον, οὔτε βάρβαρον· ὁ κ. Οἰκονόμου ἐποιήσατο τὴν ἱστορίαν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος τῆς Ἀλγερίας, ἐπίσης τὴν ἱστορίαν τῆς δεκάτης, συγκρίνας τὸ φορολογικὸν σύστημα τῆς Ἀλγερίας μὲ τὸ ἡμέτερον, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὅλως ἀπεμακρύνθη τῆς ἀληθείας, καὶ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ σύγκρισις μεταξὺ τῶν δύο συστημάτων. Διότι τὸ σύστημα τῆς Ἀλγερίας ἐφαρμόζεται ἐπὶ ὁμοιομόρφου φόρου, ἐπὶ ἑκάστου ζεύγους, ἐνῷ τὸ ἡμέτερον εἶναι διανεμητικὸν καὶ ἀναλογικόν, ἔχον βάσιν τὴν παραγωγὴν, τὰ δὲ ἀροτριῶντα ζῷα ὡς παράγοντα τὰς ἀναλογικὰς φορολογίας. Ὑπάρχει, κύριοι, δέ τις προκατάληψις εἰς τὴν ἀριστερὰν κατὰ τοῦ συστήματος τούτου· ἡ ἀριστερὰ πάσχει βοοφοβίαν, τοῦτο δὲ μὲ ἐνθυμίζει ἱστορικὸν, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἀνέγνωσα εἰς τὸν Πλούταρχον, καθ’ ὃ οἱ βόες ἔσωσαν μέγαν στρατηγὸν (θόρυβος). Κατὰ τὸν βʹ. Καρχηδονιακὸν πόλεμον, ὅτε ὁ Ἀννίβας ἐνίκησε τοὺς Ῥωμαίους ἐν Κάνναις, ἔσφαλεν, ὡς λέγουν ὅλοι οἱ ἱστορικοί, μὴ προχωρήσας νὰ καταλάβῃ τὴν Ῥώμην, ὡς πράττει ἡ νεωτέρα στρατηγική, ἐὰν δὲ ἐκυρίευε τὴν ἀπροστάτευτον Ῥώμην, ἴσως ἡ τύχη τοῦ κόσμου ἤλλαττεν. Ἠρκέσθη νὰ παραχειμάσῃ εἰς τὴν Καπύην, τὴν πλησίον πόλιν τῆς Ἰταλίας. Τοῦτο ἔδωκε καιρὸν εἰς τοὺς Ῥωμαίους νὰ συνέλθωσιν ἐκ τοῦ πανικοῦ καὶ νὰ ἀναγορεύσωσι στρατηγὸν τὸν Φάβιον Μάξιμον, ὅστις ὠνομάσθη ἡ ἀσπὶς τῆς Ῥώμης· ὁ Μάξιμος στρατολογήσας νέους στρατιώτας, καὶ συλλέξας τὰ λείψανα τοῦ παλαιοῦ στρατοῦ, δὲν ἤθελε νὰ συνάψῃ μάχην ἐκ τοῦ συστάδην κατὰ τοῦ Ἀννίβα, ὁ ὁποῖος ἦτο ἀρχηγὸς ἐμπειροπολέμου καὶ νικηφόρου στρατοῦ, παρακολούθει ὅμως τὸν Ἀννίβαν, μήπως τὸν καταλάβῃ εἰς κλεισώρειάν τινα· καὶ τῷ ὄντι ἐπέτυχε νὰ τὸν περικυκλώσῃ εἰς στενωπὸν καὶ νὰ τὸν θέσῃ εἰς ἔσχατον κίνδυνον· ὁ περίφημος ὅμως στρατηγὸς Ἀννίβας, τὸν ὁποῖον δὲν ἄφινε ποσῶς ἡ παρουσία τοῦ πνεύματος, ἐφεῦρε τὸν τρόπον πῶς νὰ διαφύγῃ. Ἐν τῷ στρατοπέδῳ εὑρίσκοντο χιλιάδες βόες· εἰς τὰς κεφαλάς των προσήρτησεν ἀκάνθας καὶ φρύγανα, τὰ ὁποῖα ἤναψε καὶ ὤθησε τοὺς βόας πρὸς τοὺς Ῥωμαίους. Οἱ Ῥωμαῖοι βλέποντες τὸ θέαμα βοῶν ἐρχομένων κατὰ ζεύγη, ἐτράπησαν εἰς φυγήν, καὶ οὕτως ἐξῆλθε σῶος μετὰ τοῦ στρατοῦ του ὁ Ἀννίβας. Φαίνεται λοιπὸν καὶ σήμερον, ὅτι ὑπάρχει φόβος, μὴ καὶ ὁ σήμερον πολιτικὸς Ἀννίβας διασχίσῃ τὰς φάλαγγας τῆς ἀριστερᾶς διὰ τῶν ἀροτήρων βοῶν.
§103Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, ἵνα καταπολεμήσω τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν· λυποῦμαι δὲ, διότι ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἀντιταχθῶ κατὰ τῶν σχεδίων τοῦ ἀξιοτίμου κ. Τρικούπη, ἀνελθόντος εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ διὰ τῆς ψήφου τῆς ἐμῆς καὶ διὰ τῆς ψήφου τῶν ὀλίγων ἄλλων ἀξιοτίμων βουλευτῶν, τῶν ἀσπαζομένων τὰς γνώμας μου. Εἶναι ἀληθῶς δυσάρεστος ἡ θέσις βουλευτοῦ, ὅστις κατεψήφισε κατὰ ἑτέρου προηγουμένου ὑπουργείου, ν’ ἀναγκάζηται ἐπί τινων νομοσχεδίων νὰ καταψηφίσῃ καὶ κατὰ τοῦ διαδόχου, εἰς τὴν ἀνύψωσιν τοῦ ὁποίου ἡ ψῆφός του συνετέλεσεν· ἀλλ’ ἐσπεύσαμεν νὰ δηλώσωμεν κατὰ τὴν πολιτικὴν συζήτησιν τὰς πεποιθήσεις ἡμῶν περί τινων ἐκ τῶν νομοσχεδίων, καὶ ἐνεργήσαμεν οὕτω προειδοποίησιν χρήσιμον καὶ ἀναγκαίαν. Πιστεύω ἀδιστάκτως, κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ θυσιάζῃ τις τὰς πεποιθήσεις του, ὅταν πρόκηται περὶ σπουδαίων καὶ ζωτικωτάτων ζητημάτων, ἐφαπτομένων καὶ τῆς ὑπάρξεως καὶ τῆς ἀσφαλείας τῆς ἐπικρατείας. Γινώσκω, ὅτι ἐσχάτως ἀνεφάνη παρ’ ἡμῖν σχολή τις δογματίζουσα, ὅτι ὑπέρ τινος σκοποῦ πρέπει νὰ θυσιάζῃ τις τὰς πεποιθήσεις του. Ἀλλὰ τὰ δόγματα ταύτης τῆς σχολῆς ἀποκρούω μετὰ πάσης δυνάμεως, διότι ἀναιροῦσι τὴν αὐτονομίαν καὶ τὴν κυριαρχίαν τῆς θελήσεως, καὶ διότι προσεγγίζουσιν εἰς τὰ δόγματα τοῦ Ἰησουϊτισμοῦ, κατὰ τὰ ὁποῖα «ὁ σκοπὸς ἁγιάζει τὰ μέσα.» Ὅταν πρόκηται, κύριοι, περὶ μὴ σπουδαίων, περὶ ἐπουσιωδῶν ζητημάτων, ὀφείλει τις νὰ θυσιάζῃ τὰς πεποιθήσεις του· ἀλλ’ ὅταν πρόκηται, ὡς εἶπον, περὶ ζητημάτων ἐφαπτομένων τῆς ὑπάρξεως καὶ τῆς ἀσφαλείας τῆς ἐπικρατείας, οὐδεμία θυσία πεποιθήσεως εἶναι ἐπιτετραμμένη. Ἄλλως, κύριοι, ἡ πρὸς τὸν κ. Τρικούπην ἀντίθεσις τῆς γνώμης μου, ὡς πρὸς τ’ ἀροτριῶντα κτήνη, εἶναι ἀρχαία· ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, παρ’ ὀλίγον παρεκωλύετο ἡ σύμπραξις ἡμῶν ἐν τῷ οἰκουμενικῷ Ὑπουργείῳ, τὸ ὁποῖον ἀμφότεροι δὲν ἐπεζητήσαμεν, ἀλλ’ ἠναγκάσθημεν νὰ τὸ ἀποδεχθῶμεν. Ἀναγκάζομαι λοιπὸν νὰ ὑποστηρίξω αὐτὰ τὰ ἀθῶα κτήνη, καὶ πράττω τοῦτο, ὅπως ἐννοῆτε κάλλιστα, οὐχὶ διὰ νὰ δημοκοπήσω ἢ διὰ νὰ προκαλέσω ὑπὲρ ἐμοῦ τὰς γλυκυτάτας φωνάς των, διότι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον· τὸ πράττω μόνον, διότι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἀντικαταστήσῃ τὴν ἀποδεκάτωσιν, εἶναι ἄνισον, ἄδικον, καταθλιπτικό. Ἐννοεῖτε, κύριοι, ὅτι δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς δεκάτης, διότι ἀπὸ τῆς πρώτης ἐποχῆς, ἀφ’ ἧς εἰσῆλθον εἰς τὸ Βουλευτήριον, ἔγραψα ἔκθεσιν κατὰ τοῦ συστήματος τούτου τῆς ἀποδεκατώσεως. Εἶναι ἀληθῶς αὕτη φορολογία βάρβαρος, ἄδικος, καταθλιπτική, διότι ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου καὶ ἀπονεκρόνει οὕτω πᾶσαν τάσιν πρὸς πρόοδον καὶ εὐημερίαν τῆς γεωργίας· διότι, ὡς ἀρκούντως σᾶς ἀπέδειξαν χθὲς ὁ σεβαστὸς καὶ γηραιὸς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ σήμερον ὁ ἔντιμος ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς κ. Οἰκονόμου, ἡ ἀποδεκάτωσις καταστρέφει πᾶν σπέρμα εὐημερίας. Ἡ ἀποδεκάτωσις, κύριοι, ἓν μόνον πλεονέκτημα δύναται νὰ ἔχῃ, ὅτι αὕτη, ἥτις εἶναι βεβαίως λείψανον τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας, παρηκολούθησε τὸν Ἕλληνα καὶ ὑπὸ τοὺς αἰῶνας τῆς δουλείας, καὶ ὑπὸ τοὺς δημοκρατικοὺς θεσμοὺς τῆς ἐπαναστάσεως, καὶ μετὰ τὴν ἐντελῆ ἀναγνώρισιν τῆς αὐτονομίας τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἡ συμβίωσις, οὕτως εἰπεῖν, τῆς ἀποδεκατώσεως μετὰ τοῦ πολίτου Ἕλληνος, δὲν εἶναι ἐπιχείρημα ὑπὲρ αὐτῆς, οὐδὲ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς ἐξύμνησεν ἀπολύτως τὴν δεκάτην· παρέβαλεν αὐτὴν πρὸς τὸ σύστημα τὸ προτεινόμενον διὰ τοῦ Νομοσχεδίου καὶ ἀνεῦρεν, ὅτι ἡ ἀποδεκάτωσις ἔχει ὀλιγώτερα ἐλαττώματα τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἀλλ’ ἀπολύτως δὲν ἐξύμνησε τὴν δεκάτην ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς. Οὐδεὶς λοιπὸν εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀποδεκατώσεως· ὅταν ὅμως πρόκηται ν’ ἀντικατασταθῇ αὕτη, πρέπει νὰ καταβληθῇ μεγίστη μέριμνα περὶ τῆς δημιουργίας ἄλλης φορολογίας· διότι, κύριοι, ὑποθέτω, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἡ γῆ πρέπει νὰ ἀπαλλαγῇ πάσης φορολογίας· καὶ διὰ τοῦτο ὁμιλῶ περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς δεκάτης. Ὁ ὑποστηρίζων, κύριοι, τὴν ἀπὸ τῆς φορολογίας ἀπαλλαγὴν τῆς γῆς ἤθελεν ὑποστηρίξει ἐναντία ὅλων τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν, οἵτινες ἐπιβάλλουσιν εἰς πάντα πολίτην Ἕλληνα νὰ συνεισφέρῃ εἰς τὰ δημόσια βάρη ἀναλόγως τῆς περιουσίας του. Ἡ συνεισφορά, κύριοι, ἑκάστου εἰς τὰ δημόσια βάρη καὶ εἰς τὴν συντήρησιν τῆς ἐπικρατείας εἶναι καὶ πρέπει νὰ ἦναι ἀναπόσπαστος ἀπὸ τῆς ὑπάρξεως παντὸς ἐλευθέρου πολίτου. Μόνον εἰς τὰ ἀπόλυτα Κράτη ἡ φορολογία δὲν ἐπιβαρύνει ὅλους τοὺς πολίτας, ἀλλὰ τάξεις τινὰς μόνον· ἀλλ’ ἐν ἐλευθέρᾳ πολιτείᾳ πρέπει καὶ ὁ πλούσιος καὶ ὁ πένης νὰ συνεισφέρωσιν ἀναλόγως τῆς περιουσίας των. Καὶ διὰ τοῦτο, κύριοι, εἰς δημοκρατικὸν σύνταγμα τῆς Γαλλίας ἀνεγράφη ἡ ὡραία αὕτη διάταξις, ὅτι οὐδεὶς πολίτης στερεῖται τῆς τιμῆς νὰ συνεισφέρῃ ὑπὲρ τῆς ἐπικρατείας. Δὲν πιστεύω λοιπὸν νὰ σκέπτηταί τις, ὅτι πρέπει ἡ γῆ, ὅτι πρέπει ἡ παραγωγή, νὰ ἀπαλλαγῶσι παντὸς φόρου. Τὸ ζήτημα εἶναι ἡ εὕρεσις φόρου δικαίου, ἴσου, μὴ καταθλιπτικοῦ, διότι ἡ παραγωγὴ πρέπει βεβαίως νὰ πληρώνῃ. Λέγω λοιπόν, ὅτι, ὅταν πρόκηται περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς ἐγγείου φορολογίας καὶ ὄχι περὶ ἀπαλλαγῆς τῆς γῆς ἀπὸ παντὸς φόρου, ἔπρεπε νὰ καταβληθῇ μεγάλη φροντίς, καὶ ἡ φορολογία, ἥτις ἐπρόκειτο νὰ ἀντικαταστήσῃ τὴν ἀποδεκάτωσιν, νὰ ἐξέλθῃ οὐχὶ ἐξ ἑνὸς χαρτοφυλακείου ὑπουργοῦ ἔπρεπε νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὰ σπλάγχνα τοῦ ἔθνους, ἔπρεπε νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως. Ἀλλὰ ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἐβασανίσθη, ὅπως ἔπρεπεν, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν ἐγνώσθη ἡ γνώμη τοῦ τόπου· τοὐλάχιστον ὁ νόμος αὐτὸς ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν γνωμοδότησιν τῶν ἐπαρχιακῶν συμβουλίων· τὰ ἐπαρχιακὰ συμβούλια εἶναι πολὺ ἐγγύτερα εἰς τὸν λαὸν καὶ γινώσκουν καλλίτερον ἡμῶν τὰς ἀνάγκας καὶ τοὺς πόθους του καὶ τὰ συμφέροντά του. Καλούμεθα λοιπόν, κύριοι, εἰς τὰς παραμονὰς τῆς λήξεως τῆς Συνόδου, νὰ ἐγκαινίσωμεν νέον φορολογικὸν σύστημα, καὶ διὰ νὰ ἐγκαινίσωμεν τοιοῦτον, πρέπει βεβαίως νὰ ἦναι καλλίτερον καὶ προτιμότερον τῆς ἀποδεκατώσεως. Θέλω, κύριοι, ἐξετάσει τὸν φόρον τοῦτον ὑπό τινας ἐπόψεις, ἂν καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων συνάδελφος μὲ ἀπήλλαξε πολλῶν λόγων καὶ ἐπιχειρημάτων, ἅτινα τόσον ἐπιτυχῶς ἐξέθηκε κατὰ τοῦ φόρου τούτου. Δυστυχῶς ὅμως καὶ χθὲς καὶ σήμερον μονολογοῦμεν, διότι ὁμιλοῦμεν κατὰ τοῦ φόρου τούτου, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε μία μόνον ὑψώθη φωνὴ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Λακεδαίμονος κ. Βαλασόπουλον, συνηγορήσαντα ὑπὲρ αὐτοῦ. Δὲν σᾶς ἀνέπτυξαν λοιπὸν δεόντως καὶ προσηκόντως τοὺς λόγους, οἵτινες ὑπηγόρευσαν τὴν ἐγκαίνισιν τοιούτου συστήματος, καὶ μολαταῦτα, καίτοι μονολογοῦντες, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ σύστημα τοῦτο· ἐξετάζων δὲ τὸ σύστημα τοῦτο ὡς ἀντικατάστασιν τῆς ἐγγείου φορολογίας, εὑρίσκω, ὅτι εἶναι ἄδικον πρῶτον, δεύτερον, ὅτι εἶναι ἄνισον, τρίτον, ὅτι εἶναι καταθλιπτικόν, καὶ τέταρτον, ὅτι δημιουργεῖ νέον ἔλλειμμα εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Τί εἶναι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν; Ἐὰν δὲν ἀνέδραμον εἰς τὴν Ἀφρικήν, διὰ νὰ μεταφυτεύσωσιν ἐκεῖθεν τὸν νόμον, πιθανῶς ἀνέδραμον εἰς τὸν μέσον αἰῶνα τῆς Γερμανίας καὶ ἐκεῖθεν ἐφρόντισαν νὰ ἀνασκάψωσιν αὐτὸν καὶ νὰ τὸν μεταφυτεύσωσι παρ’ ἡμῖν. Εἶναι φόρος, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Βαλασόπουλος, φόρος διανεμητικός; Ἀγνοῶ ποῦ εὗρεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς τῆς Λακεδαίμονος τὸ στοιχεῖον τὸ διανεμητικὸν τοῦ νόμου. Γνωρίζετε ποῖον εἶναι τὸ διανεμητικὸν σύστημα, ἡ ἐπικράτεια ἀναγνωρίζει δι’ ἑνὸς νόμου, ὅτι ἐκ τῆς ἐγγείου παραγωγῆς ἔχει ἀνάγκην νὰ λάβῃ ποσοστόν τι· τὸ ποσοστὸν τοῦτο διαιρεῖται κατὰ μεγάλας περιφερείας, μεγίστας, ἀκολούθως κατ’ ἐλαχίστας, καὶ μετὰ ταῦτα κατέρχεται εἰς τὸ τελευταῖον ἄτομον. Ἀλλ’ ὁ κ. Βαλασόπουλος τὸν προτεινόμενον φόρον ἐχαρακτήρισεν ὡς διανεμητικόν, διότι πρόκειται ὁ φόρος αὐτὸς νὰ διανεμηθῇ μεταξὺ βοῶν. Ἀλλὰ ἐὰν παραδεχθῶμεν τὸ δημοσιευθὲν σύστημα περὶ κεφαλικοῦ φόρου, καὶ ἀναγνωρίσωμεν τὴν ἀνάγκην τῆς τοιαύτης φορολογίας, κατὰ τὸν κ. Βαλασόπουλον, καὶ αὕτη ἤθελε στηρίζεσθαι ἐπὶ τοῦ διανεμητικοῦ συστήματος. Ὁ φόρος αὐτὸς δὲν εἶναι τίποτε, οὔτε διανεμητικός, οὔτε τὴν καθαρὰν πρόσοδον προσβάλλει, οὔτε ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου ἐπιβάλλεται, εἶναι αὐθαίρετος. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι, ὅταν πρόκηται νὰ δημιουργηθῇ φόρος τις, ἠμπορεῖ εὐκόλως νὰ εὑρεθῇ φορολογήσιμος ὕλη καὶ νὰ ἐπιβληθῇ οἱοσδήποτε φόρος; τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι τὸ εὐκολώτερον ἔργον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας· ἠδύνατο νὰ καταφύγῃ εἰς τοὺς φορολογικοὺς νόμους τῆς Ῥώμης, οἵτινες ἐπεβάλλοντο παντοῦ· ἠδύνατο νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν Βυζαντινὴν φορολογίαν, καὶ νὰ εὕρῃ πληθὺν ἀντικειμένων, διότι οἱ Βυζαντινοὶ παντοῦ ἔθετον φόρους. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ὀρθόν, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον, ὅταν εὕρωμεν ὕλην φορολογήσιμον. Ὁ φόρος πρέπει νὰ ἦναι δίκαιος, νὰ ἦναι ὅσον τὸ δυνατὸν ἴσος, ἤτοι νὰ μὴ ἀπομακρύνηται ἀπὸ τοὺς ὅρους τῆς ἀναλογικῆς ἰσότητος. Ἀλλ’ ὁ κ. Βαλασόπουλος τί σᾶς ἔλεγε πρὸ ὀλίγου; παντοῦ οἱ φόροι εἶναι ἄνισοι. Κύριοι, δὲν εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο· εἶναι ἀληθὲς μόνον, ὅτι εἰς τὴν ἐφαρμογὴν εἶναι δύσκολον νὰ ἐπιτύχῃ τις τὴν ἀπόλυτον ἰσότητα, ἀλλ’ ὅτι ἐν γένει αἱ φορολογίαι τῶν εὐρωπαϊκῶν ἐθνῶν δὲν ἐκτρέπονται καὶ δὲν ἐκκλίνουν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσότητος· αὐτὸ εἶναι γεγονὸς ἀκριβέστατον. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιζητήσωμεν ἀπόλυτον ἰσότητα εἰς τὴν φορολογίαν· δὲν εἶναι ὅμως καὶ ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν φορολογίαν τὸ πρῶτον στοιχεῖον αὐτῆς, ἡ ἰσότης, νὰ ἦναι περιγεγραμμένη. Τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν θέλετε νὰ τὸν δημιουργήσητε πρὸς ἀντικατάστασιν τῆς ἐγγείου φορολογίας, ἑπομένως πρέπει νὰ ἔχῃ οὗτος τὰς ἰδιότητας αὐτῆς ὅλας, νὰ ἔχῃ τὰ προσόντα, ἅτινα πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ ἔγγειος φορολογία, ἄλλως δὲν δημιουργεῖτε φόρον πρὸς ἀντικατάστασιν τῆς ἐγγείου φορολογίας. Τὸ πρώτιστον καὶ εἰδικὸν χαρακτηριστικὸν πάσης ἐγγείου φορολογίας πρέπει νὰ ἦναι τὸ ἐπὶ πολὺν χρόνον ὡρισμένον καὶ βέβαιον τῆς φορολογίας, ὁ δὲ φόρος, τὸν ὁποῖον σᾶς προτείνουσιν οἱ συντάκται τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ἐντελῶς ἀβέβαιος καὶ ἀόριστος. Καὶ τὸ ἀόριστον τοῦ φόρου τὸ καθιεροῖ τὸ 1 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ῥητῶς λέγει «ὁ φόρος διὰ τὸ ἔτος 1880 ὁρίζεται μεταξὺ 5 καὶ 15 δραχμῶν». Ἀλλ’ ἡ ἔγγειος φορολογία δὲν πρέπει νὰ ἦναι ἀβεβαία καὶ ἀόριστος. Ἡ φορολογία τῆς ἐπικρατείας, ὅταν πρόκηται περὶ ἐγγείου φόρου, ὀφείλει νὰ μὴ παρακολουθῇ καθ’ ἕκαστον ἔτος τὴν τελευταίαν βελτίωσιν καὶ τὴν τελευταίαν πρόοδον τῆς γεωργίας· ὀφείλει νὰ μὴ παρακολουθῇ τὰς ἀνάγκας τῆς ἐπικρατείας ἀπὸ μῆνα εἰς μῆνα καὶ ἀπὸ ἔτος εἰς ἔτος. Τότε πράττετε ἔργον δίκαιον πρὸς τὴν γεωργίαν, ὅταν δημιουργῆτε φόρους, ἔχοντας σταθερὰν βάσιν καὶ ὡρισμένον ποσὸν περὶ μακρὰν διάρκειαν χρόνου. Ἀλλ’ ὁ φόρος τῶν βοῶν κατὰ τὸ 1881 ἠμπορεῖ διὰ τοῦ φορολογικοῦ νόμου νὰ ἀνέλθῃ εἰς 15, εἰς 20, εἰς 30, εἰς 40 δραχμὰς, ἀναλόγως τῆς ἀνάγκης, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ ἐπικράτεια δύναται νὰ εὑρεθῇ. Ὁ φόρος λοιπὸν οὗτος δὲν ἔχει τὸ πρῶτον στοιχεῖον, τὴν πρώτην ἰδιότητα, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ ἔγγειος φορολογία. Ἀλλὰ εἶναι καὶ φόρος ἄδικος, διότι βεβαίως δὲν εἶναι φόρος ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, εἶναι ὅμως φόρος, ὅστις ἐπιβάλλεται ἐπὶ τοῦ ὀργάνου πρὸς γεωργίαν· ὅταν δὲ θελήσητε νὰ ἀποδεχθῆτε τὸ σύστημα αὐτὸ τῆς φορολογίας, τοῦ νὰ φορολογῆτε τὰ ὄργανα ἢ τὰ κεφάλαια τῆς παραγωγῆς, οὐδεὶς δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τὰς συνεπείας τῆς καθιερώσεως τοιαύτης ἀρχῆς. Καὶ ὄχι τὴν ἀξίαν, ὡς γράφει ὁ σοφὸς τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας καθηγητὴς κ. Σοῦτσος, δύνασθε νὰ φορολογήσετε, ἀλλ’ ἠμπορεῖτε νὰ ἐπιβάλητε φόρον καὶ εἰς τοὺς πόδας τοῦ γεωργοῦ, διότι καὶ ὁ γεωργὸς εἶναι ὄργανον πρὸς γεωργίαν, ὅταν ἀροτριᾷ τὴν γῆν μὲ τοὺς βόας του. Εἶναι καὶ ἄλλως ἄνισον τὸ σύστημα αὐτό. Ἐν Ἑλλάδι, γινώσκετε καλῶς, τοὐλάχιστον οἱ τῶν παλαιῶν ἐπαρχιῶν, ὅτι ὅλοι οἱ γεωργοὶ δὲν ἔχουσι κτήνη· εἶναι πολλοὶ γεωργοὶ εἰς πολλὰ χωρία, οἵτινες δανείζονται τοὺς βόας τοῦ συγχωρίου των, καὶ πληρώνουσι πρὸς αὐτοὺς τὸ λεγόμενον καματῆκι· οὕτω τὸ ὀνομάζουν εἰς πολλὰς ἐπαρχίας τῆς Πελοποννήσου, τουτέστι τὴν ἀμοιβήν, τὴν ὁποίαν πληρώνει ὁ μὴ ἔχων βόας πρὸς τὸν ἔχοντα βόας. Σήμερον λοιπὸν φορολογεῖτε τὸν κύριον τῶν βοῶν ἢ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, δὲν φορολογεῖτε δὲ τὸν ἄλλον, ἀλλὰ δημιουργεῖτε φορολογίαν πολὺ μεγάλην καὶ διὰ τοὺς ἄλλους γεωργούς· διότι ὁ ἔχων σήμερον βόας καὶ μέλλων νὰ πληρώσῃ 20 δραχ. εἰς τὸ δημόσιον, θ’ ἀναγκασθῇ νὰ ἀναβιβάσῃ τὸ καματῆκι, καὶ θὰ ἐπιβληθῇ νέα φορολογία εἰς τὸν γείτονά του. Φορολογεῖτε δὲ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὅλους τοὺς πτωχοὺς γεωργοὺς, καὶ ἀφίνετε ἀφορολογήτους ὅλους τοὺς μεγαλειτέρους γαιοκτήμονας· εἶναι ἀληθὲς ἐντελῶς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπεν ὁ κ. Οἰκονόμου, διότι οἱ ἔχοντες μεγαλειτέρας ἐκτάσεις γαιῶν δὲν ἔχουσι βόας· εἶναι ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε. Ἀλλὰ, κύριοι, μήπως τοὐλάχιστον ὁ φόρος οὗτος θέλει ἀπαλλάξει τοὺς γεωργοὺς ἀπὸ τῶν καταθλίψεων καὶ τῶν καταπιέσεων; ἔχετε ὁλόκληρον διαδικασίαν πρὸς βεβαίωσιν αὐτοῦ· ἔχετε δηλώσεις, ἔχετε ἀπαριθμήσεις, ἔχετε μεταβιβάσεις τῆς κυριότητος ἐνώπιον συμβολαιογράφων ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος, ἔχετε δήλωσιν καὶ μετὰ τὴν σύνταξιν τοῦ συμβολαίου, δήλωσιν τῶν δύω συναλλαγέντων, τοῦ τε πωλητοῦ καὶ ἀγοραστοῦ, ἐνώπιον τοῦ οἰκονομ. ἐφόρου· ἔχετε ἄλλην δήλωσιν, ὁσάκις ταχθῇ τι κτῆνος εἰς τὴν τάξιν τῶν ἀροτριώντων, ἀλλ’ ἔχετε καὶ ληξιαρχικὰς πράξεις; Πρὸ 50 ἐτῶν βασιλευόμεθα καὶ διατελοῦμεν ἀληθῶς ὑπό τινα εὐνομίαν, καὶ μολαταῦτα δὲν κατωρθώσαμεν νὰ ἔχωμεν ληξιαρχικὰ βιβλία δι’ ἡμᾶς, καὶ τώρα νομίζετε, ὅτι εἶναι εὔκολον νὰ ἔχωμεν ληξιαρχικὰ βιβλία τῶν ὄνων καὶ τῶν βοῶν; (ἱλαρότης) Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀκατόρθωτον. Ἔχετε μετὰ ταῦτα διαδικασίαν περὶ τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου, καὶ αὕτη θὰ δώσῃ χώραν εἰς αὐθαιρεσίας. Καλεῖται ἐπιτροπή τις, ἥτις θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ στελέχη ἑκάστου χωρίου καὶ ἐξεύρῃ τὸν μέσον ὅρον τῆς παραγωγῆς ἑκάστου κτήνους, καὶ ἂν δὲν ὑπάρχουν στελέχη, ὁ νόμος λέγει, ὅτι θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν πληροφορίας, αὗται δὲ θέλουσι δοθῆ ἀπὸ τὸν δήμαρχον καὶ τὸν πρόεδρον τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, καὶ στηριζομένη εἰς αὐτὰς, θέλει ἀποφασίσει. Πάντες δὲ, κύριοι, γνωρίζετε, διότι ἔχετε φίλους δημάρχους καὶ ἀντιπάλους, ὅτι οἱ δήμαρχοι καὶ οἱ πρόεδροι τῶν δημοτικῶν συμβουλίων εἶναι ὄργανα τοπικῶν φατριῶν, καὶ θὰ προσπαθήσουν νὰ ἐλαφρύνωσι τοὺς φίλους των καὶ νὰ πιέσωσι τοὺς ἀντιπάλους. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι ὁ νόμος καθιεροῖ Ἐφετεῖον ἐξ ἐπιτροπῆς συγκειμένης παρὰ τοῦ προέδρου τοῦ συνεδρίου καὶ λοιπῶν, καὶ ἠμπορεῖ πᾶς φορολογούμενος νὰ κάμῃ τὴν ἔφεσίν του. Ἀλλὰ μὴ νομίζετε σπουδαίαν τὴν ἐγγύησιν αὐτήν. Καὶ τί γνωρίζουσιν οἱ ἀνώτατοι καὶ ἀξιότιμοι οὗτοι ὑπάλληλοι διὰ μικρά τινα χωρία; τί θέλετε νὰ σᾶς εἴπῃ ὁ πρόεδρος τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου; Βλέπετε λοιπὸν ἐν γένει, ὅτι εἶναι σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔχει τὰ κακὰ τοῦ συστήματος τῆς ἀποδεκατώσεως ὡς πρὸς τὴν βεβαίωσιν καὶ ὡς πρὸς τὴν καταδίωξιν τῶν φορολογουμένων. Δὲν θέλω ἐνασχοληθῆ, κύριοι, εἰς τὸ μέρος τοῦ νόμου τὸ ἀφορῶν εἰς τοὺς δημοτικοὺς φόρους, διότι τὸ ἀνέπτυξαν ἄλλοι. Παρατηρῶ, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἐλαττώνει καὶ τὸ εἰσόδημα τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας· διότι κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1867 10% ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐγγείου φόρου μεταβιβάζεται εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Ἐδῶ δὲν βλέπω αὐτὸ τὸ ποσὸν διὰ τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, τὸ ὁποῖον εἶναι ποσὸν πολὺ σπουδαῖον· καὶ ἐνῷ καθ’ ἑκάστην φωνάζομεν περὶ μέσων συγκοινωνίας καὶ κατασκευῆς ὁδῶν, ὁ νόμος οὗτος ἀφαιρεῖ σπουδαῖον ἔσοδον τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιΐας. Ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου εἶναι δυσχερεστάτη καὶ ἀνέφικτος· ὁ νόμος ἀπαιτεῖ, ὥστε εἰς ἕκαστον χωρίον νὰ συνταχθῇ ἴδιον πρωτόκολλον· ἡ ἐργασία αὕτη εἶναι δυσχερεστάτη, ἰδίως εἰς τὰς ἐπαρχίας τὰς ἐχούσας πολλὰ χωρία· κατὰ δυστυχίαν δὲ ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι ἔχουσι μέγαν ἀριθμὸν χωρίων, διότι αὐτὸς ὁ μικρὸς πληθυσμὸς τῆς Ἑλλάδος εἶναι διεσπαρμένος εἰς ἄπειρα σημεῖα, καὶ εἶναι ἀδύνατον ἐντὸς τῶν προθεσμιῶν τοῦ Νόμου νὰ συνταχθῶσιν 100 ἢ 150 πρωτόκολλα· θέλομεν οὕτως ἔχει τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι δὲν θέλει εἰσπράξει τὸ Δημόσιον Ταμεῖον οὐδὲ ἓν ἑκατομμύριον, κατ’ ἐμέ. Ἔχει λοιπὸν καὶ τὸ ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, ὅτι αὐξάνει καὶ τὸ ἔλλειμμα, καὶ τὸ αὐξάνει κατὰ πολύ. Ἀπορῶ δὲ πῶς ὁ κ. Τρικούπης, ἀνὴρ ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων παρ’ ἡμῖν πολιτικῶν ἀνδρῶν, ὁ ὁποῖος θέλει ἐξασκήσει ἐπὶ τῆς τύχης τοῦ τόπου μεγάλην ἐπιῤῥοὴν, πῶς ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην ἑνὸς τόσον μεγάλου ἐλλείμματος, καὶ ἐνῷ εἶναι τόσον ὀξυδερκὴς, δὲν προέβλεψεν ἀπὸ τοῦδε, ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ ἐλλείμματος κατὰ 2,000,000 θέλει ἀναγκάσει ἄλλην Κυβέρνησιν νὰ θέση φόρους ἄλλους, καὶ ὅλην τὴν εὐθύνην αὐτὴν δὲν θὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος κ. Τρικούπης. Τὰ ὑπουργεῖα παρ’ ἡμῖν εἶναι παροδικὰ, καὶ ὁ καθήμενος εἰς τὰ ἑδώλια αὐτὰ τῆς ἀμηχανίας, πρέπει νὰ ἔχῃ πάντοτε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀπομάκρυνσίν του· ἓν ἔτος, 6 μῆνες εἶναι ἡ διάρκεια ἡ συνήθης τῶν ὑπουργείων, μόνον δὲ εἷς παρ’ ἡμῖν ἠμπορεῖ νὰ κινήσῃ ἀγωγὴν περὶ διακατοχῆς τῆς ἐξουσίας, οἱ ἄλλοι πρέπει νὰ θεωρηθοῦν παρεπιδημοῦντες (ἱλαρότης). Ὁ ἀξιότιμος κ. Τρικούπης ἔπρεπε νὰ συλλογισθῇ, ὅτι εἶναι πιθανὸν ἄλλη Κυβέρνησις, βλέπουσα τὸ ἀνοιγόμενον ἔτι ἔλλειμμα, θέλει ὑποχρεωθῆ νὰ ἐπιβάλῃ φόρους, καὶ ἔπρεπε νὰ συλλογισθῇ, ὅτι οὗτος φέρει τὴν εὐθύνην τῶν νέων φόρων. Μὴ ἀπατώμεθα, κύριοι· ὅταν ὑπάρχωσιν ἐλλείμματα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἑνὸς Κράτους, ταῦτα θὰ πληρωθῶσιν ἀπὸ τοὺς πολίτας, θὰ ἐπιβληθῶσιν ἐπὶ τῆς ῥάχεως τοῦ ἔθνους καὶ τῆς ῥάχεως ἑκάστου ἡμῶν· ἔχει λοιπὸν τὸ σύστημα μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὸ ἐλάττωμα, ὅτι θέλει ἐξογκώσει τὸ ἔλλειμμα, καὶ θὰ τὸ ἐξογκώσῃ, διότι νομίζω, ὅτι καὶ ὁ ὑπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς κ. Παπαμιχαλόπουλος, δὲν εἶναι ὀρθὸς, καὶ ὅτι ὀλιγώτερον θέλει δώσει ὁ φόρος οὗτος εἰς τὸ δημόσιον. Ἀπέναντι, κύριοι, τοιούτου Νομοσχεδίου, ἐννοεῖτε, ὅτι ἡ ψῆφός μου ἐκ τῶν προτέρων εἶναι κατὰ, καὶ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς.
§104ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τοῦτο εἶναι τίποτε.
§105ΖΑΪΜΗΣ. Φωνή τις λέγει, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο δὲν εἶναι τίποτε, καὶ εἶναι φωνὴ διαμαρτυρηθέντος ἄλλοτε κατὰ τοῦ φόρου τῶν βοῶν. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν εἶναι τίποτε· εἶναι Νομοσχέδιον, στηριζόμενον ἐπὶ τῆς ὀρθῆς βάσεως, εἶναι Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι λογικὸν, τὸ ὁποῖον δὲν φέρει τὰς ἀδικίας καὶ τὰς καταπιέσεις, τὰς ὁποίας θὰ φέρῃ τὸ Νομοσχέδιον περὶ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἀλλ’ ἐῤῥέθη, ὅτι δὲν ὑπάρχει ὁ προσήκων χρόνος. Βεβαίως, κύριοι, δὲν ὑπάρχει διὰ νὰ ἐξευρεθῇ ὁ ἀκριβὴς φόρος, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ λάβῃ τὸ Δημόσιον· ἀλλὰ μήπως ἀπὸ τὸν φόρον τῶν βοῶν θὰ λάβητε ποσὸν μέγα; Καὶ ὁ εἷς καὶ ὁ ἕτερος θέλουσι συντελέσει εἰς τὸ νὰ χάσῃ τὸ Δημόσιον μέγα μέρος τῶν προσόδων· προετίμησα λοιπὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον στηρίζεται εἰς τὴν λογικὴν, τὸ ὁποῖον στηρίζεται εἰς τὴν δικαιοσύνην, τὸ ὁποῖον τέλος πάντων ἔχει βάσιν φορολογίας, τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθησαν καὶ ἄλλα εὐνομούμενα ἔθνη. Οὐδεμίαν δυσκολίαν θὰ εἶχον νὰ παραδεχθῶ καὶ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ κ. Οἰκονόμου, ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον, ἕνεκα τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν διατελοῦσιν αἱ ἐφορίαι, νὰ εὑρεθῶσι τὰ στελέχη τῶν πέντε τελευταίων ἐτῶν, καὶ τότε εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ μέσου ὅρου θὰ καταφύγητε εἰς τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον, καθ’ ἃς ἐν περιπτώσει ἐλλείψεως τῶν στελέχεων θὰ χρησιμεύουν αἱ πληροφορίαι. Διὰ τοῦτο, κύριοι, τελειόνω, ὑποστηρίζων τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου ὁ κ. Σωτηρόπουλος, καὶ ὑπὲρ ταύτης θέλω ψηφοφορήσει.
§106ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον.
§107ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ ἐξακολουθήσωμεν, κύριε Πρόεδρε. (Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 8 μ. μ.)