1880.03.31
1,942 rows · 15,947 words · 149 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 99
τῆς 31 Μαρτίου 1880.
(Δευτέρα.)
Ὥρα 2 μ. μ.
Τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου κατέχει ὁ ἀντιπρόεδρος κ.
Μποῦτος. Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθησαν ἀναφοραὶ 1) Σ. Δεσποτοπούλου περὶ συντάξεως· 2) τινῶν φαρμακοποιῶν, παρακαλούντων, ἵνα ἐπιψηφισθῇ τὸ Νομοσχέδιον περὶ ἀριθμοῦ τῶν φαρμακείων· 3) γεωργῶν τοῦ Αʹ τμήματος τοῦ Δήμου Ἀθηναίων, παρακαλούντων, ἵνα ἐπιψηφισθῇ τὸ Νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς δεκάτης· καὶ 4) Ἑλλήνων τινῶν ἐκ Κυδωνιῶν, παραπονουμένων κατὰ τοῦ ἐκεῖ ὑποπροξένου τῆς Ἑλλάδος. Ἡ πρώτη θὰ σταλῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν, ἡ τετάρτη εἰς τὸ Ὑπρουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἡ δὲ δευτέρα καὶ ἡ τρίτη θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν σχετικῶν Νομοσχεδίων.
§2ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐκ τῶν τεσσάρων, κύριοι, γεωργικῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας μου, διότι ὁ πέμπτος δὲν εἶναι γεωργικὸς, ὑπεβλήθησαν διάφορα τηλεγραφήματα καὶ ἔγγραφοι ἀναφοραὶ εἴτε πρὸς τὴν Βουλὴν εἴτε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὑπὲρ τοῦ ἐκκρεμοῦς Νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῆς δεκάτης καὶ ἀντικαταστάσεως αὐτῆς διὰ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Κατόπιν τῶν ἀναφορῶν τούτων ὑποβάλλουσι νῦν καὶ ταύτην πλεῖστοι γεωργοὶ καὶ κτηματίαι τῶν Μεγάρων, οἵτινες ἀνήκουσιν, ὡς καὶ ἐν τοῖς λοιποῖς δήμοις, εἰς ἁπάσας τὰς μερίδας τῆς ἐπαρχίας.
§3ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Μεταξὺ τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων εἶναι καὶ τὸ περὶ μετοχικοῦ ταμείου τοῦ στρατοῦ, ὅπερ ἀφορᾷ καὶ τὰς χήρας τῶν στρατιωτικῶν. Ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἵνα ἐπιτρέψῃ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ.
§4ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον, τὸν ἀντιστράτηγον Καρατζᾶν, τὸ ταμεῖον αὐτὸ, ἐὰν δὲν ληφθῶσι μέτρα, θὰ καταστραφῇ. Τὸ δημόσιον οὐδὲν ἔξοδον θὰ ὑποστῇ, καὶ παρακαλῶ, ἵνα ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ἐπειδὴ δὲ εἶμαι ἠναγκασμένος, ἐντὸς τοῦ ἐρχομένου μηνὸς νὰ συμμορφωθῶ μὲ τὸν περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμον, σᾶς παρακαλῶ ἐπίσης νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§5ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§6ΛΑΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναγνωσθῇ ὅσον τάχος τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου, καθόσον τὸ δημόσιον οὐδεμίαν δαπάνην ἔχει νὰ ὑποστῇ.
§7ΣΚΟΥΖΕΣ. Προχθὲς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρότασιν περὶ παρατάσεως τῆς πρὸς δήλωσιν γρασιδίων προθεσμίας. Ἐπειδὴ δὲ ἡ προθεσμία αὕτη λήγει σήμερον, καὶ ἡ δήλωσις πρόκειται νὰ γείνῃ ἐντὸς τοῦ προσεχοῦς μηνὸς Ἀπριλίου, παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργείου καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα συναινέσῃ, ὅπως ἀναγνωσθῇ σήμερον ἡ πρότασίς μου εἰς ά συζήτησιν.
§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Μάλιστα, ἂς ἀναγνωσθῇ.
§9ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τροπολογία νομοσχεδίου αὐτό.
§10ΠΟΛΥΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, ἡ προκάτοχος κυβέρνησις εἰσήγαγε νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν περὶ συμβιβαστικῆς λύσεως σπουδαίων ζητημάτων μεταξὺ τοῦ δημοσίου καὶ τοῦ λεγομένου ἐγχωρίου Κερκύρας· τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπεξειργάσθη ἐπιτροπὴ σπουδαία τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν εἶχε συστήσει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, καὶ τῆς ὁποίας προήδρευεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ζαΐμης, εἰς ὃν λαμβάνω τὴν ἀφορμὴν νὰ ὁμολογήσω χάριτας, διότι καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ συνετέλεσε διὰ τῆς γνώμης του νὰ διευκολύνῃ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἡ ἐπιτροπὴ διὰ τῆς ἐκθέσεώς της προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ συνιστᾷ, ὅπως ταχέως λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι ἡ ἀναβολὴ τοῦ ζητήματος βλάπτει τὸ Δημόσιον. Νομίζω, ὅτι ἡ σημερινὴ κυβέρνησις δὲν ἔχει δυσκολίαν, ὅπως παραδεχθῇ ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς ά ἀνάγνωσιν, καθόσον εὐτυχῶς ἡ μὲν προκάτοχος κυβέρνησις τὸ ἐπρότεινεν, ἡ δὲ σημερινὴ κυβέρνησις, ὡς πληροφοροῦμαι, βεβαίως δὲν θ’ ἀντιτείνῃ, ἡμεῖς δὲ οἱ Κερκυραῖοι εἴμεθα σύμφωνοι· ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ συζητηθῇ σήμερον εἰς ά ἀνάγνωσιν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κωνσταντᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§12ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, κ. Πρόεδρε.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐμποδίσω τὸν λόγον.
§14ΚΩΣΤΑΝΤΑΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, τὸ προκείμενον Νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου τὴν ἐγγραφὴν ὁ προαγορεύσας ἐσύστησεν εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι ἀπόσπασμα τοῦ Νομοσχεδίου, ὅπερ ὑπεβλήθη κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ Δεκεμβρίου μηνὸς εἰς τὴν Βουλὴν περὶ διανομῆς τῶν ἐγχωρίων κτημάτων Κερκύρας· εἶναι δὲ μεταβολὴ τοῦ 1, 2 καὶ 9 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου. Εἰς τὸ Νομοσχέδιον ἐκεῖνο ὡρίζετο ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἔπρεπε νὰ ἐκκαθαρισθῶσι δικαστικῶς ἢ συμβιβαστικῶς τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου καὶ τῶν ἰδιωτῶν ἐπὶ τῶν διανεμητέων κτημάτων· προσέτι δὲ μέρος τῶν κτημάτων τούτων ἀπεδίδετο εἰς τὸν δῆμον Κερκύρας, ὡς συνδεόμενον μετὰ τῆς δημοτικῆς περιουσίας, ἀλλὰ δὲν ὡρίζετο νὰ ἐκποιηθῶσι πρὸς σχηματισμὸν κεφαλαίου πρὸς ἐμψύχωσιν τῆς γεωργίας. Ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Παπαμιχαλόπουλος ἐνόμισεν, ὅτι διὰ τῶν γενικῶν αὐτῶν διατάξεων δὲν ἐξησφαλίζοντο ἀρκούντως τὰ δημόσια συμφέροντα, ἐπρότεινε δὲ καὶ ἐσχηματίσθη ἐπιτροπὴ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἐπεξεργασθῇ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο. Τῷ ὄντι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἐνόμισε συμφέρον δι’ ἀμφότερα τὰ μέρη νὰ ὑποβάλῃ διατάξεις ῥητὰς τροποποιούσας τὸ Νομοσχέδιον ἐκεῖνο, δι’ ὧν ὡρίζετο, ὅτι τὰ κτήματα δεῖνα θὰ ἀνήκουν εἰς τὸ δημόσιον, κατόπιν συμβιβασμοῦ μετὰ τῆς διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς. Τώρα τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπερ ἐγένετο, ἀποσπᾷ πολλὰ κτήματα, ἅτινα ἦσαν ἀντικείμενον τῆς διανομῆς τοῦ πρώτου Νομοσχεδίου, καὶ ἀποδίδει τὸν τόκον ἑνὸς σπουδαίου κληροδοτήματος τῆς Νήσου. Προηγεῖται λοιπὸν νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τῶν κληροδοτημάτων Κερκύρας, καὶ νὰ τροποποιηθῇ ἡ βάσις καὶ ἡ ὕπαρξις τῆς ἐγχωρίου περιουσίας Κερκύρας, καὶ συμφώνως μὲ τὴν μεταβολὴν ταύτην, συνετάχθη ἕτερον Νομοσχέδιον, συνδεόμενον μὲ τὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀφοῦ λοιπὸν τὸ Νομοσχέδιον περὶ διανομῆς εἶναι ἐγγεγραμμένον ἤδη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ ἤθελεν εἶναι συζητημένον, ἐὰν οἱ συνάδελφοί μου δὲν ἤθελον ἀντιτείνει, ἕπεται, ὅτι εἶναι ἐγγεγραμμένον καὶ τὸ Νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπερ εἶναι τροπολογία ἐκείνου. Ἐπειδὴ δὲ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπερ συνέταξεν ἡ ἐπιτροπὴ, μεταβάλλει τὰς βάσεις τοῦ πρώτου νομοσχεδίου, ὡς εἶπον, διὰ τοῦτο συνέταξε μετὰ ταῦτα δεύτερον, τὸ ὁποῖον μεταβάλλει τὰς διατάξεις τὰς ἀφορώσας τὴν διανομὴν τῆς ὑπολοίπου περιουσίας τῆς Κερκύρας. Τὸ νέον τοῦτο Νομοσχέδιον ὑπεβλήθη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὸν πρώην, ὅστις τὸ ἐξήτασε καὶ τὸ ἐτροποποίησε σπουδαίως· τοῦτο δὲ εἶναι τὸ τυπωθὲν καὶ διανεμηθὲν καὶ ἐγγραφὲν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Λοιπὸν, διὰ νὰ συζητήσωμεν τὸ Νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ συζητηθῇ αὐτὸ, ὡς εἰδικαὶ διατάξεις τοῦ πρώτου νομοσχεδίου. Τοιουτοτρόπως καὶ οἱ δῆμοι Κερκύρας δὲν παραπονοῦνται, διότι ἄλλως ἔχουσι δίκαιον οἱ Κερκυραῖοι νὰ λέγωσιν, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἦτο ὠφέλιμον διὰ τὸ δημόσιον τὸ ἐκάμετε νόμον, πᾶν δ’ ὅ,τι ἦτο ὠφέλιμον διὰ τοὺς δήμους τὸ ἐγκατελείψατε. Πρέπει λοιπὸν νὰ συζητηθῶσι συγχρόνως καὶ τὰ δύω. Ἐπειδὴ δὲ δυστυχῶς μεταξὺ ἡμῶν ὑπάρχει μεγάλη διαφωνία, διὰ λόγους τοπικῆς πολιτικῆς, παρακαλῶ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἡ μὲν συστήσῃ, ὁ δὲ παραδεχθῇ τὰ δύω ταῦτα Νομοσχέδια καὶ συγχωνεύσῃ εἰς ἓν, ὅπερ νὰ ὑποβάλῃ εἰς συζήτησιν.
§15ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀπεφασίσθη νὰ σχηματισθῇ μία ἐπιτροπὴ δι’ αὐτά;
§16ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ναὶ, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε δὲν ἔγεινε τίποτε. — Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν, ὅπως συστήσῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὰ δύω ταῦτα Νομοσχέδια νὰ τὰ λάβῃ καὶ νὰ τὰ συγχωνεύσῃ, καὶ οὕτω νὰ τὰ συζητήσωμεν συγχρόνως, διότι ἐπέρχεται μεγίστη ἀδικία εἰς τοὺς χωρικοὺς δήμους Κερκύρας, δι’ οὓς λόγους θέλω σᾶς ἐκθέσει, ἐὰν δὲν γείνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς μου.
§17ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἐνῷ, κύριοι, φείδομαι τοῦ χρόνου, δὲν δύναμαι ὅμως νὰ μὴ κάμω τὴν παρατήρησιν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ὄρους κ. Κωνσταντᾶς ἔλαβε μέρος εἰς ὅλας τὰς ἐπιτροπὰς, αἵτινες ἐπελήφθησαν τοῦ νομοσχεδίου τούτου· οὐδόλως ἐῤῥέθη ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς ἐκείναις, ὅτι δῆθεν τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο εἶναι ἀπόσπασμα ἄλλου νομοσχεδίου. Κύριοι βουλευταὶ, ἴσα ἴσα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο λύει τὰ ζητήματα μεταξὺ ἐγχωρίου καὶ τοῦ δημοσίου· ἐνόσω τὰ ζητήματα ταῦτα μένουσιν ἐκκρεμῆ, ἐπιβαρύνεται τὸ ἐγχώριον μὲ χρέη σπουδαῖα, ἔχει δὲ ἀπαίτησιν σπουδαίαν κατὰ τοῦ δημοσίου. Εἶναι, κύριοι, ἀμφισβητήσιμα κτήματά τινα· ἐὰν λύσητε τὰς διαφορὰς ταύτας, τότε βεβαίως δυνάμεθα νὰ προβῶμεν ἀπολύτως εἰς τὴν διανομὴν τῆς ἐγχωρίου περιουσίας, διότι τὸ δημόσιον δὲν θὰ ἔχῃ κανὲν συμφέρον νὰ παρεμποδίσῃ τὴν διανομήν· ἴσα ἴσα πρέπει νὰ προταχθῇ ἡ λύσις τῶν ζητημάτων τούτων, πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν διανομήν. Ἄλλως, κύριοι, ἂν καὶ ἐνδιαφέρωμαι πολὺ διὰ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλ’ εἴπερ τις καὶ ἄλλος φείδομαι τοῦ χρόνου τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην. Ἑπομένως ἀφίνω εἰς τὸν κ. Κωνσταντᾶν ὅλην τὴν εὐθύνην τῆς ἀναβολῆς αὐτοῦ.
§18ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Τὴν δέχομαι.
§19ΠΟΛΥΛΑΣ. Καὶ ἂν πρόκηται ν’ ἀνοίξῃ συζήτησιν τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο, παρακαλῶ καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ, ἀλλὰ ἀφίνω εἰς τὸν κ. Κωνσταντᾶν ὅλην τὴν εὐθύνην, ὡς παρακωλύσαντα τὴν συζήτησιν.
§20ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Μάλιστα ἐγὼ ἀναδέχομαι ὅλην τὴν εὐθύνην.
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Φρονῶ, κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως· κύριον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ συζήτησις τῶν Νομοσχεδίων τῶν ὑποβληθέντων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ συνδεομένων μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς παρασκευαζόντων τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, διότι, ἄνευ αὐτῶν δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμός. Οὐχ’ ἧττον φρονῶ, ὅτι δυνάμεθα νὰ ψηφίζωμεν εἰς ά. βʹ. ἢ καὶ εἰς γʹ. ἀνάγνωσιν καὶ ἄλλα Νομοσχέδια, ἀλλ’ ἐκεῖνα μόνον, ἐφ’ ὧν δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις· ὥστε δυνάμεθα δοκιμαστικῶς νὰ προβαίνωμεν φέροντες τὰ Νομοσχέδια, καὶ ἐὰν ἐγερθῇ, ἀντίῤῥησις, τιθέντες ταῦτα κατὰ μέρος, καὶ μεταβαίνοντες εἰς ἄλλα. Δι’ ἄλλου τρόπου δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα.
§22ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ προεδρεῖον ἐπὶ τούτῳ ἐτύπωσεν ἕνα κατάλογον τῶν Νομοσχεδίων τούτων, δυνάμενον νὰ παρέχῃ πᾶσαν εὐκολίαν.
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Εὐχαριστοῦμεν τὸ προεδρεῖον διὰ τὴν πρόνοιαν ταύτην, ἥτις ἀπαδεικνύει, ὅτι τοιαύτη εἶναι καὶ ἡ γενικὴ ἐπιθυμία τῆς Βουλῆς. Εἰς τὰ Νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα τὸ προεδρεῖον περιέλαβεν ἐν τῷ πίνακι, ἄλλα θὰ προσθέσωμεν καὶ ἡμεῖς ἴσως, καὶ ἄλλοι ἄλλα. Παρακαλῶ ὅμως, ὅπως εὐθὺς ὡς παρουσιασθῇ ἀντίῤῥησις μὴ ἐπιμείνωμεν εἰς τὸ ν’ ἀναγνωσθῶσιν, ἀφοῦ καὶ ἡ ἡμερησία διάταξις δὲν περιλαμβάνει ταῦτα. Ὑποβάλλω σχέδιον νόμου περὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας κατὰ τὴν ἐνδεχομένην ἐκτὸς τοῦ Κράτους ἀποδημίαν τοῦ βασιλέως. Μετὰ τὴν λῆξιν τῆς παρούσης συνόδου καὶ πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς δευτέρας συνόδου τῆς Βουλῆς εἶναι πιθανὸν ὁ βασιλεὺς ν’ ἀποδημήσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἵνα ἐπισκεφθῇ τοὺς συγγενεῖς αὑτοῦ· εἶναι ἀνάγκη ἑπομένως νόμου κανονίζοντος τὰ τῆς διαχειρίσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας κατὰ τὴν ἀποδημίαν τοῦ Βασιλέως.
§24ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ ποῖον τρόπον γίνεται ἡ διαχείρισις;
§25ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Κανονίζεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τοῦ ἐκδοθέντος κατὰ τὸ 1876, ὅτε ἐγένετο ἡ τελευταία ἀποδημία τοῦ βασιλέως· ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ τροποποιήσεις τινές. Τότε ἡμεῖς ὡς ἀντιπολιτευόμενοι εἴχομεν ἄλλην τινὰ ἰδέαν ὡς πρὸς τὰς λεπτομερείας περὶ τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου· αὐτὰς ἐκείνας τὰς ἰδέας περιελάβομεν καὶ τώρα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅπερ ὑποβάλλομεν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ.
§27ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δύο νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα παρακαλῶ νὰ περιληφθῶσιν ἐν τῷ πίνακι τῶν συζητητέων νομοσχεδίων καὶ νὰ ἐπιψηφισθῶσιν, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις, νομοσχέδια τῆς προκατόχου κυβερνήσεως, εἶναι τ’ ἀφορῶντα εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν ἀποζημιώσεων τῶν πληρωνομένων εἰς τοὺς γεωμέτρας καὶ εἰς τοὺς καταμετρητὰς τῶν δασῶν. Αἱ πληρωμαὶ αὗται γίνονται ἤδη ἐπὶ τῇ βάσει διαταγμάτων, τῶν ὁποίων τὸ νόμιμον ἀμφισβητεῖται, ὁ προϋπολογισμὸς ὅμως περιλαμβάνει πάντοτε τὰς πιστώσεις καὶ ἡ δαπάνη αὕτη γίνεται. Εἶναι πρέπον ἡ δαπάνη αὕτη νὰ κανονισθῇ νομίμως, τὰ δὲ νομοσχέδια εἶναι τὰ ὑπ’ ἀριθ. 138 καὶ 192.
§28ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Στρατικῶν, ἵνα λάβῃ πρόνοιαν ἐπὶ τοῦ ἑξῆς σπουδαίου ἀντικειμένου. Πρό τινος χρόνου ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων ἔκαμε λόγον περὶ τῆς αὐξήσεως τῶν χρημάτων διὰ τὸ συσσίτιον τῶν ἀνδρῶν. Ἐπειδὴ ἐφέτος τὸ Κράτος εὑρίσκεται εἰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, ἑπομένως τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ, παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, ἵνα εὐαρεστούμενος λάβῃ τὸ μέτρον, ὅπερ ἐλήφθη καὶ ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὸ 1868 ἐλήφθη τὸ μέτρον, ἵνα ὁρισθῇ, οἱ στρατιωτικοὶ οἱ ἀπερχόμενοι εἰς κανονικὴν ἄδειαν, ἐὰν ὑπερβῶσι τὴν κεκανονισμένην ἄδειαν τῶν 30 ἡμερῶν, ἐδῶ δὲ τῶν 20 ἡμερῶν, διὰ λόγους ὑγείας, ν’ ἀφίνωσι τὰ ¾ τῆς μισθοδοσίας των ὑπὲρ τοῦ συσσιτίου τῶν ἀνδρῶν. Τὸ τοιοῦτον θεωρῶ δίκαιον, διότι τὸ ¼, ὡς ἠξεύρετε, παραχωρεῖται ὡς ὠφέλεια τοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου, τὰ ¾ λοιπὸν νὰ ἔρχωνται εἰς ὠφέλειαν τοῦ συσσιτίου τῶν λοιπῶν ἀνδρῶν, καὶ τότε βελτιοῦται ἐπαισθητῶς τὸ συσσίτιον, καὶ συνεπῶς οἱ ἄνδρες, οἱ ὑπηρετοῦντες ἢ ἐκπληροῦντες ὑπηρεσίαν τῶν ἐν ἀδείᾳ ἀνδρῶν, δικαιοῦνται εἰς τὸ νὰ λαμβάνουν καὶ τὰ πλεονεκτήματα τῆς ἀδείας ταύτης, διότι, ὡς γνωρίζετε, οἱ εἰς ἄδειαν ἄνδρες, ὡς ἐκ τῆς ἀπουσίας των, ἐπιβαρύνουσι τοὺς συναδέλφους των. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ γείνῃ τὸ τοιοῦτον.
§29ΛΑΠΑΣ. Τὸ μετοχικὸν ταμεῖον τί λαμβάνει;
§30ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τὸ ¼ αὐτὸ εἶναι κεκανονισμένον.
§31ΛΑΠΑΣ. Διότι ὅλοι αὐτοὶ ἔχουσι χήρας καὶ ὀρφανά.
§32ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Αὐτὸ δὲν ἐγγίζεται διόλου. Ὡς ἐκ τῆς ὑψώσεως τῶν τροφίμων οἱ στρατιῶται σήμερον ἐνδιαιτῶνται κάκιστα, λαμβάνουσι μικρὰν μερίδα κρέατος, ἢ καὶ δὲν τρώγουσι διόλου. Πρέπει λοιπὸν νὰ ληφθῇ αὐτὸ τὸ μέτρον παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καθόσον γνωρίζω μετὰ θετικότητος, ὅτι οἱ στρατιῶται παραπονοῦνται.
§33ΦΙΛΗΜΩΝ. Θὰ ἐπαρκέσῃ αὐτὸ νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας;
§34ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Μάλιστα. Προσέτι ἔκαμον ἕνα μικρὸν ὑπολογισμὸν καὶ εἶδον ὅτι, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ἀποφασίσῃ, εἰσάγων καὶ νέον ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, νὰ συστήσῃ ἕνα λόχον πειθαρχικὸν ἢ σωφρονιστικόν, ὃν καὶ ἄλλοτε, κατὰ τὸ 1866 ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ μακαρίτης Βότσαρης ἐπρότεινε, ἐπειδὴ ὑπάρχουν πολλοὶ στρατιῶται, οἵτινες δὲν συμμορφοῦνται, καίτοι τιμωρούμενοι ἐπανειλημμένως· ὁ αὐτὸς λόγος ὑπάρχει καὶ ἐν Γαλλίᾳ, ἐννοεῖτε πλειότερον τοῦ ἑνὸς λόχου.
§35Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Αὐτὸ προϋποθέτει μεγάλην θητείαν.
§36ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τὸ ἔλαβον καὶ ἐγὼ ὑπ’ ὄψιν, ἀλλὰ μετὰ τὸν νέον ὀργανισμὸν ὁ λόχος οὗτος δύναται νὰ γείνῃ εἰς τὰ τεχνικὰ ὅπλα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι διετῆ θητείαν. Νομίζω δὲ, ὅτι ὁ λόχος οὗτος δὲν θὰ ἐπιβαρύνῃ πολὺ τὸ δημόσιον παρὰ 12 ἢ 13,000 δραχμῶν κατ’ ἔτος.
§37ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Θὰ λάβω αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν καὶ θὰ φροντίσω. Ὡς πρὸς τὴν φρουρὰν ἐδῶ ἔλαβον τ’ ἀναγκαῖα μέτρα, διότι τὴν ἑβδομάδα δὲν ἠδύναντο νὰ κάμουν οὔτε δύω φορὰς συσσίτιον, καὶ ἐφρόντισα ν’ αὐξηθῇ τὸ συσσίτιον ἀνὰ 4 λεπτὰ δι’ ἕκαστον στρατιώτην. Θὰ φροντίσω καὶ διὰ τοὺς ἄλλους.
§38ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Πρὸ πολλοῦ ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν ἓν νομοσχέδιον, ὅπερ πρόκειται νὰ θεραπεύσῃ σπουδαιοτάτην ἀνάγκην τοῦ Κράτους καὶ συνάμα νὰ προστατεύσῃ δικαιώματα πολιτῶν, οἵτινες ἐστεροῦντο ἑνὸς προσόντος σπουδαιοτάτου· ἐννοῶ τὸ νομοσχέδιον περὶ μηχανικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐπίσης ἐσκόπει νὰ θεραπεύσῃ πρῶτον τὴν τάσιν ἐκείνην περὶ οἰκονομιῶν, τὴν ὁποίαν πάντες ἐνεκολπώθημεν καὶ περὶ ἧς ὀφείλομεν νὰ καταβάλωμεν πᾶσαν μέριμναν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου προέκυπτε σημαντικὴ οἰκονομία εἰς τὸ δημόσιον· δεύτερον, ἡ ὑπηρεσία διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἐξυπηρετεῖτο κατὰ πολὺ ὑπερβάλλοντα λόγον, τρίτον, οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι οἱ ἀποτελοῦντες τὸ σῶμα τῶν μηχανικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ εἶπον, ὅτι στεροῦνται ἑνὸς προσόντος ἀναγεγραμμένου ἐν τῷ συντάγματι· εἶναι τὸ προσὸν τοῦ συνέρχεσθαι, συνεταιρίζεσθαι καὶ ἀναφέρεσθαι. Οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι οὔτε πολῖται θεωροῦνται, οὔτε στρατιῶται· συνεκεντρώθησαν πρό τινος περὶ σύλλογον, ἔχοντα καὶ ταμεῖον ἐκ τῶν ἰδίων αὐτῶν πόρων, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀπέκλεισεν αὐτοὺς τοῦ δικαιώματος τούτου τοῦ συνεταιρίζεσθαι καὶ καταρτίζειν σύλλογον, διότι ἐθεωροῦντο στρατιωτικοί, καὶ δὲν ἠδύναντο νὰ συνέρχωνται καὶ συνεταιρίζωνται· ἀλλ’ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἐθεωροῦντο ὡς μὴ ἔχοντες οὐδὲν τῶν προσόντων τοῦ στρατιώτου. Μετὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ παρ’ ἐμοῦ ὑποβληθὲν, ὑπεβλήθη καὶ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἕτερον. Δὲν ἐπιμένω περὶ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ ἐμοῦ, θέλων νὰ προηγηθῇ τὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, εἰς τὸ ὁποῖον προστίθεται, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν δύνανται νὰ προκαλέσουν συζήτησιν, διότι εἶναι ἀπόῤῥοια τῆς ὑπηρεσίας, ἵν’ ἀναγνωσθῇ σήμερον εἰς ά ἀνάγνωσιν καὶ ψηφισθῇ.
§39Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπ’ αὐτοῦ, κ. Πρόεδρε.
§40Γ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν.) Συμφωνῶ πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Δουζίνας· τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι σπουδαιότατον. Ἡμεῖς οὐδεμίαν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν, ἐὰν ἡ Βουλὴ συναινῇ ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς ά ἀνάγνωσιν.
§41Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἔχει ἀντιῤῥήσεις τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, κ. Πρόεδρε. (Θόρυβος.)
§42ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τί ἔγεινε λοιπὸν, κ. Πρόεδρε, περὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ;
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουν ἀντιῤῥήσεις εἰς αὐτὸ, καὶ ἑπομένως, ὅπως εἶπεν ἡ Βουλὴ πρὶν, ὁσάκις ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, τὸ νομοσχέδιον μένει.
§44ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ποῖος ἔχει ἀντιῤῥήσεις;
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπούμπουλης.
§46ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἀλλὰ ἀρκεῖ μόνον νὰ εἴπῃ εἷς, ὅτι ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, νὰ μὴ συζητηθῇ; Τότε κανὲν νομοσχέδιον δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ (θόρυβος).
§47ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα λάβῃ πρόνοιαν καὶ περὶ τῶν στρατιωτικῶν ὑποδίκων· ἀπὸ τὰ 1833 οἱ ὑπόδικοι λαμβάνουν 20 λεπτὰ τὴν ἡμέραν μισθόν. Τὰ 20 αὐτὰ λεπτὰ τί νὰ τὰ κάμῃ ὁ στρατιώτης ὁ ὑπόδικος; τὰ πλυστικά του νὰ πληρώσῃ, ἢ νὰ τὰ φάγῃ; Ὅλοι οἱ πολιτικοὶ οἱ φυλακισμένοι, λαμβάνουν περισσότερον σιτηρέσιον παρ’ ὅ,τι οἱ στρατιωτικοί. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ φροντίσῃ καὶ περὶ αὐτῶν, καὶ νὰ τοὺς ἐξομοιώσῃ τοὐλάχιστον μὲ τοὺς πολιτικοὺς ὑποδίκους. Δεύτερον κατὰ τὰ 1865, ὅτε ἡνώθη ἡ Ἑπτάνησος μὲ τὴν Ἑλλάδα, ἐξεδόθη ἓν διάταγμα, δι’ οὗ πληρόνεται ὁ ναῦλος εἰς τοὺς ἐξ Ἑπτανήσου ἀπὸ τὰς Πάτρας μέχρι τοῦ τόπου των, καὶ δίδονται εἰς αὐτοὺς 6 δραχμαὶ δι’ ἔξοδα τοῦ ναύλου. Δυστυχῶς διὰ τοὺς ὑπηρετοῦντας κληρούχους τῶν ἄλλων νήσων δὲν δίδεται τίποτε· πῶς θὰ ὑπάγῃ αὐτὸς ὁ στρατιώτης ἀπὸ τὸν Πειραιᾶ εἰς τὴν Σῦρον, εἰς τὴν Τῆνον, εἰς τὴν Ἄνδρον, εἰς τὴν Μῆλον; Καὶ διὰ ποίαν αἰτίαν, κ. ὑπουργὲ, νὰ γίνεται αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις; ὁ ἄλλος πηγαίνει ἀπὸ τὰς Πάτρας διὰ θαλάσσης, ἀλλ’ ἐδῶ εἰς τὰς νήσους τὰς ἰδικάς μας δὲν ὑπάρχουσι πλοῖα. Χρειάζονται λοιπὸν νὰ πωλήσουν καὶ τὰ παπούτσιά των, διὰ νὰ πάρουν ἓν εἰσιτήριον, καὶ ν’ ἀποβιβασθοῦν ἀπὸ τὸν Πειραιᾶ εἰς τὴν Σῦρον. Πρέπει λοιπὸν τοὐλάχιστον νὰ τοῖς πληρώσητε τὸν ναῦλόν των ἀπὸ Πειραιῶς μέχρι Σύρου, ὅπου εὑρίσκονται πλοῖα, καὶ ἀπ’ ἐκεῖ δύνανται νὰ πηγαίνουν εἰς τὰς πατρίδας των.
§48ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Ἅμα ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου, διέταξα τὸν γενικὸν ἐπίτροπον τοῦ ἀναθεωρητικοῦ, ἵνα μεταβῇ εἰς τὸ Ναύπλιον, ἐξετάσῃ καὶ μοὶ φέρῃ λεπτομερῆ ἔκθεσιν περὶ τῶν ἐκεῖ καταδίκων.
§49ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἐγὼ εἶπον περὶ ὑποδίκων.
§50ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Πρόκειται λοιπὸν νὰ ἐξετάσῃ καὶ νὰ μοὶ φέρῃ τὴν κατάστασιν τῶν φυλακισμένων, ἅμα δὲ ὁ Βασιλικὸς ἐπίτροπος ἐπιστρέψῃ, θέλω μεριμνήσει περὶ αὐτῶν.
§51ΡΟΥΦΟΣ. Πρὸ τῆς γενικῆς συζητήσεως εἶχον ἐρωτήσει τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται αἱ διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς ἑταιρίας περὶ σιδηροδρόμων ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Λαμίαν καὶ ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πάτρας. Νομίζω, ὅτι τὸ σπουδαιότερον ζήτημα καὶ ἡ σπουδαιοτέρα φροντὶς, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ λάβῃ ἡ κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ, εἶναι τὸ ζήτημα τῆς συγκοινωνίας· διὰ τῆς συγκοινωνίας μόνης θὰ δυνηθῇ τὸ Κράτος νὰ εὐημερήσῃ, δὲν δύναται δὲ νὰ λέγηται εἷς τόπος, ὅτι εἶναι πολιτισμένος, ὅτι δύναται νὰ προσβλέπῃ εἰς μίαν πρόοδον, ἂν δὲν ἔχῃ συγκοινωνίαν· ὅταν ἦναι ζήτημα νὰ μεταβῇ τις ἀπὸ χίλια εἰς χίλια μέτρα, αὐτὸ λέγεται Κράτος τῆς Ἀσίας τῆς ἐνδοτέρας. Εἶχον λοιπὸν ἐπερωτήσει τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωσερικῶν, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται αἱ διαπραγματεύσεις περὶ σιδηροδρόμων, ἀντὶ δὲ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀπήντησεν, ὅτι παρουσιάζεται ἑταιρία ἀναδεχομένη τὴν ἐκτέλεσιν τῶν σιδηροδρόμων αὐτῶν, ἀλλ’ ὅτι αἱ προτάσεις ἐθεωροῦντο βαρεῖαι, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν δύναται ἡ κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς διαπραγματεύσεις· προσδιώρισα δ’ ἐγὼ τὴν σήμερον, ὅπως ἀναπτύξω τὴν ἐπερώτησιν μου. Ἤθελον καὶ πάλιν ἐρωτήσει, ἂν ἐπιμένουν εἰς τὴν γνώμην ταύτην, διότι ἤκουσα, ὅτι ἐξακολουθοῦν αἱ διαπραγματεύσεις καὶ ὅτι δύνανται νὰ φθάσωσιν εἰς πέρας, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ καὶ τὸ συμφέρον τοῦ τόπου καὶ ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ.
§52ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Αἱ προτάσεις αἱ καθυποβληθεῖσαι περὶ σιδηροδρόμων μεταξὺ Πατρῶν καὶ Ἀθηνῶν, διότι περὶ ἐκείνων ὑποθέτω, ὅτι ἐνδιαφέρεται ὁ κ. Ῥοῦφος.
§53ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐνδιαφερόμεθα ἡμεῖς διὰ τὴν Λαμίαν.
§54ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Αἱ προτάσεις εἶναι τοιαῦται, ὥστε κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως δὲν θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ φθάσωμεν εἰς συμπέρασμα· παρουσιάζονται καὶ ἄλλαι προτάσεις, τὰς ὁποίας κατόπιν ἡ Κυβέρνησις θέλει εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλήν. Ἂν ὁ κ. Ῥοῦφος ἐπιθυμεῖ νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῶν εἰσαχθεισῶν προτάσεων, νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα νὰ συζητηθῇ.
§55ΡΟΥΦΟΣ. Ἡ σήμερον ἔχει ὁρισθῆ, καὶ διὰ τοῦτο ἔλαβον τὸν λόγον· θὰ παρακαλέσω τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ τὰς προτάσεις ταύτας, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ λάβω τὸν λόγον, καὶ πρὸς τοῦτο δέχομαι ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις διὰ τὴν αὔριον.
§56Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μετὰ τὸν προϋπολογισμόν.
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν δὲν βλέπω ἐγγεγραμμένον τὸ θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου ἔφερε τὸν λόγον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Πατρῶν. Ὅταν ἡ Βουλὴ προσδιορίσῃ ἡμέραν πρὸς συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, βεβαίως θέλομεν συζητήσει· ἀλλὰ φρονοῦμεν, ὅτι κατὰ τὸ παρὸν πρέπει νὰ προταχθῇ πάσης ἄλλης συζητήσεως ἡ συζήτησις τῶν Νομοσχεδίων τῶν συνδεομένων πρὸς τὸν προϋπολογισμόν.
§58ΡΟΥΦΟΣ. Ἀπορῶ πῶς ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐνθυμεῖται, ὅτι, ὅτε ὑπέβαλον τὴν ἐρώτησίν μου ταύτην περὶ τῶν σιδηροδρόμων, μὲ ἠρώτησε: «θέλετε νὰ γείνῃ συζήτησις; ἂν πρόκηται νὰ γείνῃ συζήτησις, δὲν θ’ ἀπαντήσω.» Τῷ εἶπον ὄχι· ἀλλὰ προσδιορίζω τὴν ἑπομένην τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν Νομοσχεδίων τῶν ὑποβληθέντων. Ὁ ἐπερωτῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προσδιορίζῃ τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως.
§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι βεβαίως.
§60ΡΟΥΦΟΣ. Ὅταν ἡ Βουλὴ εἴπῃ τὸ ἐναντίον, θὰ ἀναιρέσῃ τὰ προηγούμενά της τὰ μέχρι τοῦδε. Προτείνω νὰ κατατεθῶσιν αἱ προτάσεις αἱ ὑποβληθεῖσαι περὶ τῶν σιδηροδρόμων, καὶ ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ τὰς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, θὰ λάβω τὸν λόγον ν’ ἀναπτύξω κατὰ τὶ εἶναι χρήσιμος, καὶ ν’ ἀνασκευάσω τὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέπτυξε, καὶ προτείνω ὡς ἡμέραν τὴν αὔριον ἢ τὴν Τετάρτην.
§61ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μετὰ τὴν συζήτησιν τῶν φορολογικῶν Νομοσχεδίων καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§62ΦΙΛΗΜΩΝ. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἀρκούντως σπουδαῖον, ὅπως προηγηθῇ καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Πρόκειται περὶ τοῦ σπουδαιοτάτου ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἂν ἡ ἐνεστῶσα Βουλὴ λύσῃ, δύναται νὰ καυχηθῇ, ὅτι ἔπραξεν ἀληθῶς ἔργον ἀντάξιον αὐτῆς, ἀπαντήσῃ δὲ οὕτω εἰς τὰς κατηγορίας, αἵτινες ἐκφέρονται καθ’ ἡμῶν, ὅτι ἐξαντλοῦμεν τὸν χρόνον ἡμῶν εἰς πολιτικὰς συζητήσεις ἀγόνους καὶ εἰς λογομαχίας. Νομίζω, ὅτι τὸ περὶ σιδηροδρόμων ζήτημα εἶναι τὸ σπουδαιότατον τῶν ζητημάτων, ὅπερ πρέπει ἐντὸς αὐτῆς τῆς συνόδου νὰ λυθῇ· ἔχομεν δὲ εἰσέτι ἐπαρκῆ χρόνον διὰ τὴν λύσιν αὐτοῦ. Ἡ κατασκευὴ σιδηροδρόμων ἀφορᾷ ἀμέσως εἰς τὴν ἀνακούφισιν τῆς γεωργίας καὶ πάντων τῶν φορολογουμένων, διότι πραγματικὴ ἀνακούφισις εἰς τὴν γεωργίαν καὶ ἐνίσχυσις αὐτῆς εἰς ἀνάπτυξιν δὲν παρέχεται διὰ μόνης τῆς ἐλαττώσεως ἢ τῆς καταργήσεως φόρων. Ἡ Κυβέρνησις καλῶς πράττει, θέτουσα ὅρον ἀνυπέρβλητον πρὸς σκέψιν διὰ τοὺς σιδηροδρόμους τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅστις δὲν ἠξεύρω πότε θὰ τελειώσῃ. Γνωρίζω δὲ θετικῶς, ὅτι ἐσχηματίσθησαν ἤδη Ἑταιρίαι ἑλλήνων κεφαλαιούχων πρόθυμοι νὰ ἀναλάβωσι τὴν κατασκευὴν καὶ τῶν δύω σιδηροδρόμων, καὶ τοῦ τῆς Λαμίας καὶ τοῦ τῶν Πατρῶν. Ἡ Κυβέρνησις, κατ’ ἐμέ, ὀφείλει νὰ θεωρήσῃ ὡς ἓν τῶν πρωτίστων αὑτῆς καθηκόντων τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου καὶ νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλήν.
§63ΖΑΪΜΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν Πατρῶν καὶ Ἀττικῆς διαφεύγουσιν ἐντελῶς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Βουλῆς. Ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε προτάσεις περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμου, εἶπον δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ παρελθοῦσαν συνεδρίασιν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν σήμερον, ὅτι αἱ προτάσεις αὗται εἶναι ἀδύνατον νὰ φέρουν εἰς ἀποτέλεσμα. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν τί θὰ συζητήσωμεν· ἡ Βουλὴ θὰ μεταβληθῇ εἰς ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, διὰ νὰ κάμῃ συμβάσεις; Ἂν ζητῶσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ νὰ κατατεθῶσιν αἱ προτάσεις, καὶ ἀφοῦ ἀναγνώσωσι τὰς προτάσεις αὐτὰς νὰ ἐπερωτήσωσι τὴν Κυβέρνησιν, μάλιστα. Ἀλλὰ τὸ νὰ συζητῶμεν περὶ συμβάσεων, τοῦτο δὲν εἶναι τῆς ἁρμοδιότητός μας.
§64ΡΟΥΦΟΣ. Αὐτὸ ζητῶ καὶ ἐγώ.
§65ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐπιθυμῶ καὶ ἐγὼ νὰ κατατεθῶσι καὶ αἱ προτάσεις αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὸν σιδηρόδρομον ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Λαμίαν.
§66ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.) Ὑποβάλλω τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης.
§67ΦΙΛΗΜΩΝ. Παρακαλῶ Ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ μοὶ δώσητε πληροφορίας εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται αἱ ἀνακρίσεις διὰ τὸν εἰσπράκτορα τοῦ δήμου Ἀθηναίων, παρακαλῶ δὲ νὰ ἐπισπεύσητε τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς ὅσῳ τὸ δυνατὸν τὸ ταχύτερον, καὶ καθ’ ὅσον ἀποβλέπει εἰς τὸν διορισθησόμενον.
§68ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Αὔριον θὰ σᾶς ἀναγγείλω τὸ πέρας. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκονται αἱ ἀνακρίσεις, δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς εἴπω τίποτε. Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὰ Νομοσχέδια 1) Περὶ προσθήκης ἄρθρων τινῶν ἐν τῷ ἀπὸ 2 Ἰουνίου 1860 ΦΠΓʹ νόμῳ περὶ διορισμοῦ πολιτικῶν Γεωμετρῶν, 2) περὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ μετοχικοῦ ταμείου τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, 3) περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 18 Ὀκτωβρίου ε. ε. Β. Διατάγματος περὶ ἀποδοχῆς τῶν ἐν Παρισίοις συνομολογηθεισῶν νομισματικῶν συμβάσεων.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως ἐθνικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν οἰκοπέδων, γηπέδων καὶ κτιρίων.
§70ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τί εἶναι αὐτὸ πάλιν; δὲν εἶναι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§71ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂς εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τὰ δὲ περὶ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν κανονίζομεν αὔριον.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ τοῦ ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἐγγείου φόρου. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§73Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπέσχον, κύριοι, μέχρι τοῦδε τῶν συζητήσεων, τὸ μὲν διότι εἴθισται νὰ μὴ κατέρχηται συνήθως εἰς τὸ βῆμα ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, τὸ δὲ διότι πᾶσαι σχεδὸν αἱ συζητήσεις εἶχον πολιτικὸν χαρακτῆρα, καὶ ἐγὼ δὲν ἐπεθύμουν νὰ λάβω μέρος εἰς συζήτησιν πολιτικῶν ζητημάτων. Σήμερον πρόκειται ἡ πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἀποδίδω πολιτικὴν σημασίαν. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Παπαμιχαλόπουλος, ὁμιλῶν περὶ τῶν ὑποβληθέντων παρὰ τοῦ Ὑπουργείου νομοσχεδίων, δὲν περιωρίσθη εἰς τὸ νὰ κατακρίνῃ τὸ εἰσαχθὲν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἔκαμε τὸ ἐγκώμιον τῆς δεκάτης, καὶ ἐπειδὴ ἐγὼ ἔχω ἐκ διαμέτρου ἀντίθετον γνώμην ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, πρῶτον μὲν διὰ νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου ὑπὲρ τῆς δεκάτης, καὶ δεύτερον διὰ νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον προτείνεται εἰς ἀντικατάστασιν αὐτῆς παρὰ τοῦ Ὑπουργείου. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, ὁμιλῶν περὶ τῆς δεκάτης, ἀπεκάλεσε τὸ σύστημα τῆς ἀποδεκατώσεως ἅγιον, ἱερὸν, δίκαιον. Ἐγὼ δὲ, ὁμιλῶν ἄλλοτε περὶ τοῦ συστήματος τούτου, εἶπον, ὅτι ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ περὶ αὐτοῦ ὅ,τι ἔλεγεν εἰσαγγελεὺς τις, κατηγορῶν ἐπίσημόν τινα κακοῦργον. «Δὲν ὑπάρχει, ἔλεγεν ὁ εἰσαγγελεὺς, διάταξις τοῦ ποινικοῦ νόμου, τὴν ὁποίαν ὁ ἄθλιος αὐτὸς ἄνθρωπος δὲν παρεβίασε.» Δὲν ὑπάρχει, εἶπον καὶ ἐγὼ, ὅρος τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς δημοσιολογίας, τὸν ὁποῖον δὲν ἀθετεῖ καὶ δὲν παραβιάζει τὸ σύστημα τῆς ἀποδεκατώσεως. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἐφάνη εὐχόμενος καὶ ἐλπίζων νὰ διατηρηθῇ τὸ σύστημα τοῦτο διὰ παντὸς εἰς τὴν Ἑλλάδα· διότι ὅτε ἔλεγεν, ἀρκεῖ νὰ παραδεχθῆτε τὸ σύστημα τῆς εἰς χρήματα ἐνοικιάσεως δι’ ὅλα ἐν γένει τὰ τμήματα, καὶ τότε δὲν θὰ λάβητε ἀφορμὴν νὰ σκεφθῆτε περὶ τῆς μεταβολῆς τοῦ συστήματος, βεβαίως ἐνόει, ὅτι τὸ σύστημα δι’ αὐτῆς καὶ μόνης τῆς βελτιώσεως δύναται νὰ φθάσῃ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν τελειότητος, ὥστε πᾶς τις νὰ εὔχηται καὶ νὰ ἐλπίζῃ, ὅπως διατηρηθῇ διὰ παντός. Ἐγὼ δὲ ἐπεκαλούμην ἄλλοτε τὴν συνδρομὴν ἁπάντων, ὅπως κατορθωθῇ νὰ ἐκλείψῃ ἀπὸ τὸ πρόσωπον τῆς Ἑλλάδος τὸ ἄθλιον αὐτὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀπεκάλουν λείψανον τῆς δουλείας καὶ τῆς βαρβαρότητος, καὶ τὸ ὁποῖον, ἔλεγον, λυμαίνεται τὸ ὡραῖον καὶ γόνιμον ἔδαφος τῆς ὡραίας ἡμῶν πατρίδος, καὶ ἀσχημίζει τὸ λαμπρὸν οἰκοδόμημα τῶν ἐλευθεριῶν μας. Καὶ δὲν εἶμαι μόνος ἐγώ, ὁ ὁποῖος ταῦτα ἐφρόνουν καὶ ταῦτα ἔλεγον περὶ τοῦ συστήματος τῆς ἀποδεκατώσεως· ἀκούσατε τί ἔλεγεν εἰς ὀλίγον προγενεστέραν ἐποχὴν ὁ σεβαστὸς φίλος μου κ. Κουμουνδοῦρος περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου. «Τὸ καθεστὼς σύστημα ἀποδεκατίζει τὴν ἀκαθάριστον παραγωγὴν, βεβαιουμένην ἑκάστοτε δι’ ἐπιστασίας ἢ ἐνοικιάσεως· ὑπ’ αὐτὸ ὁ καλλιεργητὴς δὲν εὑρίσκει ἀποκλειστικὸν συμφέρον εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς καλλιεργείας καὶ εἰς τὴν καταβολὴν κεφαλαίων καὶ ἐκτενεστέρας φιλοπονίας, πρὸς ἐπίτευξιν μεγαλειτέρων ὠφελειῶν, καθόσον τοὺς καρποὺς τοιούτων βελτιώσεων ἀποῤῥοφᾷ κατὰ τὸ πλεῖστον ἡ ἀποδεκάτωσις. Τὸ σύστημα τοῦτο ἀνήκει εἰς ἐποχὰς μᾶλλον ἡμιβαρβάρους, καθ’ ἃς ἡ φύσις καὶ ὁ σκοπὸς τῶν φόρων εἶναι ἄγνωστος, καὶ καθ’ ἃς ἐλλείπει ἡ ἐπιστήμη, ἱκανὴ νὰ χειραγωγήσῃ εἰς τὴν δικαίαν καὶ κανονικὴν τῶν φόρων ἐπιβολήν. Ἀνήκει τέλος πάντων εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς δουλείας τῆς πατρίδος καὶ εἶναι ἀναχρονισμὸς, τὸν ὁποῖον ὀφείλομεν ν’ ἀποφύγωμεν.» Ἐπεκαλεῖτο δὲ καὶ αὐτὸς τὴν συνδρομὴν ἁπάντων, ὥστε ἡ προκρούστειος φορολογικὴ κλίνη, ἡ ἐπὶ τοσοῦτον βασανίσασα τὴν Ἑλλάδα, νὰ κατασυντριβῇ διὰ παντός.» Ὅμοια περίπου μὲ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον εἶπον καὶ ἔγραψαν καὶ πολλοὶ διακεκριμένοι ἄλλοι ἄνδρες, ἀναπτύξαντες πολλάκις τὸ ζήτημα θεωρητικῶς καὶ πρακτικῶς. Πλείονα δὲ πάντων ἔγραψε κατ’ ἐπανάληψιν ὁ σοφὸς καὶ ἀξιοσέβαστος καθηγητὴς τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας κ. Σοῦτσος, παραστήσας ἐπανειλημμένως τὰ ἐλαττώματα τῆς ἀποδεκατώσεως καὶ τὰ ὀλέθρια αὐτῆς ἐπὶ τῆς χώρας ἀποτελέσματα. Καὶ δὲν ἐννοῶ, λέγων ταῦτα, νὰ κατακρίνω τὸν φίλον μου κ. Παπαμιχαλόπουλον, διὰ τὰς ἐναντίας πεποιθήσεις, τὰς ὁποίας ἔχει ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, διότι αἱ πεποιθήσεις ἑκάστου πρέπει νὰ ἦναι σεβασταί· θαυμάζω μόνον πῶς δὲν ἐγεννήθησαν ἐν αὐτῷ δισταγμοί τινες περὶ τῆς ὀρθότητος τῶν πεποιθήσεών του, ὄχι τόσον δι’ ὅσα ἐλέχθησαν καὶ ἐγράφησαν ἐν Ἑλλάδι κατὰ τῆς ἀποδεκατώσεως, διότι πιθανὸν νὰ φρονῇ, ὅτι πάντες ἡμεῖς πλανώμεθα ὡς πρὸς τοῦτο, ὅσον διότι τὸ σύστημα αὐτὸ κατεδικάσθη καὶ ἀπεσκορακίσθη ἀπὸ ὅλον τὸν ἐξευγενισμένον καὶ πεπολιτισμένον κόσμον. Εἰς ὅλα τὰ Κράτη τῆς Εὐρώπης ὑπῆρχε μέχρι τινὸς, ὅπως καὶ παρ’ ἡμῖν, τὸ σύστημα τῆς ἀποδεκατώσεως· ἀλλ’ ἀφοῦ προώδευσαν τὰ γράμματα καὶ αἱ ἐπιστῆμαι, ἀφοῦ ἤρχισαν αἱ ἀνώτεραι τάξεις τῆς κοινωνίας νὰ σκέπτωνται περὶ τῶν κοινωνικῶν ζητημάτων, ἀφοῦ παρῆλθεν ἡ ἐποχὴ ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἀρχιεπίσκοπος τῶν Παρισίων, προσκαλούμενος ἀπὸ τὸν Λουδοβῖκον ιδʹ, νομίζω, νὰ προτρέψῃ τὸν κλῆρον νὰ συνεισφέρῃ καὶ αὐτὸς εἰς τὸ Κράτος μικρὸν μέρος ἐκ τῶν πλουσίων εἰσοδημάτων, τὰ ὁποῖα ἀπελάμβανεν ἐκ τῆς ἀκινήτου αὐτοῦ περιουσίας, ἀπεκρίνετο πρὸς τὸν Βασιλέα: «Συνήθεια ὑπάρχει, Μεγαλειότατε, μόνος ὁ λαὸς νὰ συνεισφέρῃ διὰ τῶν φόρων του εἰς τὰ δημόσια βάρη, οἱ δὲ εὐγενεῖς ὀφείλουσι νὰ ὑπηρετοῦν τὴν βασιλείαν διὰ τοῦ αἵματός των, καὶ ὁ κλῆρος διὰ τῶν εὐχῶν του» (ἱλαρότης). Ἀφοῦ παρῆλθον ὅλαι αἱ ἐποχαὶ αὗται, καὶ οἱ ἄνθρωποι ἤρχισαν νὰ σκέπτωνται περὶ τῶν διαφόρων θεσμῶν καὶ περὶ τῆς ἐπιῤῥοῆς, τὴν ὁποίαν οὗτοι ἐξασκοῦσιν εἰς τὴν παραγωγὴν τοῦ τόπου, δὲν ἐβράδυνον, κύριοι, νὰ κατανοήσωσιν, ὅτι τὸ σύστημα τῆς ἀποδεκατώσεως ἦτο μία ἀπὸ τὰς κυριωτέρας αἰτίας, αἱ ὁποῖαι ἔφερον τὴν κακοδαιμονίαν τοῦ λαοῦ καὶ ἐπροξένουν ὄχι μόνον ὑλικὴν ὀπισθοδρόμησιν, ἀλλὰ καὶ ἠθικὴν ἐξαχρείωσιν. Ὅθεν ἔσπευσαν ἀλληλοδιαδόχως ὅλα τὰ Εὐρωπαϊκὰ Κράτη νὰ τὸ ἀντικαταστήσωσι δι’ ἄλλων συστημάτων, τὰ ὁποῖα, ὅπως θέλω σᾶς εἴπει, δὲν πλεονεκτοῦσι μὲν κατὰ τὴν ἰσότητα καὶ τὴν δικαιοσύνην, εἶναι ὅμως ἀπηλλαγμένα ἀπὸ ἄπειρα ἄλλα ἐλαττώματα, ἕνεκα τῶν ὁποίων τὸ σύστημα τῆς ἀποδεκατώσεως καθίσταται μάστιξ ἀληθὴς τῆς κοινωνίας. Καὶ μὴ λησμονῆτε, ὅτι εἰς τὴν Εὐρώπην οἱ ἄνθρωποι ἐξελέγχουν πάντοτε τὰ ἀποτελέσματα τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους εἰσάγουσιν, ἀλλὰ μὲ ὅλην αὐτὴν τὴν ἐξέλεγξιν δὲν εὑρέθη κανεὶς, ὁ ὁποῖος νὰ ἀνεκάλυψεν, ὅτι ἔβλαψεν ἡ κατάργησις τῆς ἀποδεκατώσεως, καὶ νὰ ζητῇ νὰ τὴν ἐπαναφέρῃ, μὲ ὅλας τὰς ἀνισότητας καὶ τὰς ἀδικίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι βεβαιωμένον ὅτι προκύπτουν ἀπὸ τὰ ἄλλα συστήματα τῆς ἐγγείου φορολογίας, διὰ τῶν ὁποίων ἀντικατέστησαν τὴν δεκάτην. Κατ’ αὐτὰς μάλιστα ἀνέγνωσά τι, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν· τὸ ἀνέγνων δὲ εἰς τὸ περισπούδαστον πόνημα, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκεν ὁ εὐπαίδευτος καὶ ἔμπειρος βασιλικὸς ἐπίτροπος παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ κύριος Χαλκιόπουλος περὶ γεωργικῆς βιομηχανίας ἐν Ἑλλάδι καὶ τὸ ὁποῖον ἐβραβεύθη κατὰ τὸν Δοσίειον διαγωνισμόν. Εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι καὶ οὗτος εἶναι σφόδρα κατὰ τῆς ἀποδεκατώσεως, καὶ γράφει, ὅτι θέλει φροντίσει, ἐνόσῳ ζῇ, νὰ καταργηθῇ τὸ ὀλέθριον τοῦτο σύστημα. Μεταξὺ δὲ ἄλλων ἀναφέρει καὶ τὰ ἑξῆς: «Καὶ μετὰ τὴν κατάργησιν τῆς ἀποδεκατώσεως ἐν Ὁλλανδίᾳ, ἕνεκα διαφόρων λόγων, τινὰ τῶν κτημάτων ἔμειναν ὑποτεταγμένα εἰς τὴν αὐτὴν φορολογίαν. Ἡ ἀντίθεσις μεταξὺ τῶν κτημάτων τούτων καὶ τῶν ἐκ τῆς ἀποδεκατώσεως ἀπαλλαγέντων εἶναι φοβερά. Τὰ πρῶτα καλλιεργοῦνται κατὰ τὸν πανάρχαιον τρόπον καὶ φαίνονται ὡσεὶ ἀκαλλιέργητα, ἀπέναντι τῆς ἐξαιρέτου καλλιεργείας τῶν δευτέρων· τοῦτο δὲ σημαίνει, ὅτι οἱ καλλιεργηταὶ τῶν πρώτων δυστυχοῦσιν, οἱ δὲ τῶν δευτέρων εὐημεροῦσι καὶ δύνανται νὰ ἐφαρμόζωσι τρόπους καὶ μεθόδους καλλιεργείας, δι’ ὧν βελτιοῦται τὸ ἔδαφος καὶ ἡ παραγωγὴ ἀποβαίνει πλουσιωτάτη». Νομίζω, κύριοι, ὅτι δὲν ἀρκεῖ νὰ περιορισθῶ εἰς μαρτυρίας πρὸς ἀπόδειξιν τῶν ὀλεθρίων ἀποτελεσμάτων τῆς δεκάτης, ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε καὶ σκέψεις τινὰς περὶ αὐτῆς. Πᾶς φόρος, διὰ νὰ ἦναι δίκαιος, πρέπει νὰ στηρίζηται εἰς τὴν καθαρὰν πρόσοδον, διότι, ὡς γνωρίζετε, μόνη ἡ καθαρὰ πρόσοδος ἀποτελεῖ νέον ἀπόκτημα καὶ νέον πλοῦτον διὰ τὸν πολίτην, τὰ δὲ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα καταβάλλει διὰ τὴν παραγωγὴν, εἶναι καρπὸς καὶ προϊὸν προηγουμένης ἄλλης παραγωγῆς, τὰ ὁποῖα ἐφορολογήθησαν ἤδη καὶ δὲν πρέπει νὰ φορολογηθῶσιν ἐκ νέου. Ἀλλ’ ἐὰν διὰ πᾶσαν παραγωγὴν ἀποβαίνῃ δύσκολον νὰ ἐξευρεθῇ ἡ καθαρὰ πρόσοδος, καθίσταται τοῦτο ἐντελῶς ἀδύνατον, προκειμένου περὶ γεωργικῆς παραγωγῆς. Διὰ νὰ ἐξακριβώσητε τὴν καθαρὰν πρόσοδον γεωργικῆς τινος ἐπιχειρήσεως, ὀφείλετε πρῶτον νὰ ἔχητε ἀκριβεστάτην σημείωσιν πασῶν τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ τῆς ἀρχῆς μέχρι τέλους τοῦ ἔτους καταβάλλονται διὰ τὴν καλλιέργειαν, τὴν περιποίησιν καὶ τὴν συγκομιδὴν τῶν προϊόντων, δεύτερον νὰ γνωρίζητε ἀκριβῶς κατ’ εἶδος καὶ ποσὸν ὅλα τὰ προϊόντα, τὰ ὁποῖα παρήχθησαν, καὶ τρίτον νὰ γνωρίζητε ἐπίσης τὰς τιμὰς εἰς τὰς ὁποίας ἐπωλήθησαν· ὅταν δὲ ἐκ τοῦ συνόλου τῆς ἀξίας τῶν προϊόντων ἀφαιρεθῇ τὸ σύνολον τῶν δαπανῶν, ἔχετε τὴν καθαρὰν πρόσοδον. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀδύνατον νὰ κατορθώσῃ ἡ ἐπικράτεια, διότι ἀδύνατον νὰ παρακολουθῇ ἕκαστον φορολογούμενον καὶ νὰ κρατῇ ἀκριβῆ λογαριασμὸν ὅλων τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας κατέβαλεν, ὅλων τῶν προϊόντων, τὰ ὁποῖα παρήγαγε, καὶ τῶν τιμῶν, εἰς τὰς ὁποίας τὰ ἐπώλησε. Διὰ τοῦτο, κύριοι, εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου δὲν κατωρθώθη, ὥστε ὁ ἔγγειος φόρος νὰ ἐπιβάλληται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς καθαρᾶς προσόδου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ νομοθεσία πολλῶν ἐπικρατειῶν ἀναγράφει τὸν κανόνα τοῦτον, καὶ τὸ προοίμιον τοῦ φορολογικοῦ νόμου διαλαμβάνει, ὅτι ὁ ἔγγειος φόρος ἐπιβάλλεται κατὰ λόγον τῆς καθαρᾶς προσόδου τῶν διαφέρων κτημάτων. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἐξ ἐκείνων τῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι γράφονται εἰς τοὺς νόμους, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῶσιν· ὁμοιάζει, ἠμπορῶ νὰ εἴπω, μὲ τὴν ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ ἡμετέρῳ πολιτεύματι διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν πᾶς πολίτης Ἕλλην εἶναι δεκτὸς εἰς τὰ δημόσια ἐπαγγέλματα ἀναλόγως τῆς ἱκανότητός του. Ἡ ἀρχὴ εἶναι λαμπρὰ καὶ ὡραία, ἀλλ’ ὅλοι γνωρίζετε ἐὰν καὶ πῶς ἐφαρμόζεται. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη ἀρχὴ, διαλαμβάνουσα, ὅτι ἡ ἀνωτέρα ἐκπαίδευσις δίδεται δωρεὰν, ἀλλ’ ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι τῆς δωρεᾶς ταύτης μετέχουσι μόνον αἱ οἰκογένειαι αἱ κατοικοῦσαι εἰς τοὺς τόπους ἔνθα ὑπάρχουν τὰ ἐκπαιδευτήρια, αἱ δὲ ἄλλαι πληρώνουν πολὺ ἀκριβὰ τὴν ἐκπαίδευσιν, καθὸ ἠναγκασμέναι νὰ στέλλωσι τὰ τέκνα των ἀλλαχοῦ καὶ νὰ δαπανῶσιν ὄχι ὀλίγα. Τοιουτοτρόπως λοιπὸν καὶ ἡ διάταξις περὶ ἐπιβολῆς τοῦ φόρου κατὰ λόγον τῆς καθαρᾶς προσόδου εἶναι διάταξις, ἡ ὁποία ἐγγράφεται μὲν εἰς τοὺς φορολογικοὺς νόμους τῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν, ἀλλὰ δὲν ἐκτελεῖται, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ. Εἰς τὰ ἡμιβάρβαρα καὶ τὰ ἡμιπεπολιτισμένα ἔθνη ὁ φόρος ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, διότι εἰς αὐτὰ ἰσχύει, ὅπως καὶ παρ’ ἡμῖν, τὸ σύστημα τῆς δεκάτης. Εἰς τὰ ἔθνη ταῦτα ἁρμόζει σύστημα τοιοῦτον καὶ δὲν ἔχει ὅλα τὰ κακὰ, τὰ ὁποῖα ἀναφαίνονται ὅταν τὰ Κράτη προβαίνωσιν εἰς τὸν πολιτισμόν, διότι εἰς αὐτὰ πρῶτον ὅλαι αἱ καλλιεργούμεναι γαῖαι εἶναι σχεδὸν τῆς αὐτῆς ποιότητος, καθόσον πλεονάζουν αἱ γαῖαι, καὶ ὅστις θέλει νὰ καλλιεργήσῃ γῆν, ἐκλέγει πάντοτε γῆν τῆς καλλιτέρας ποιότητος· δεύτερον, ἡ σπορὰ εἶναι σχεδὸν ὁμοειδής, διότι ἓν εἶδος προϊόντων καλλιεργεῖται συνήθως, δηλ. σίκαλις, σῖτος, κριθή, ἀραβόσιτος· τρίτον, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχουν ἐκεῖ οὔτε κεφάλαια οὔτε ἐπιστήμη, ἡ καλλιέργεια τῆς γῆς εἶναι ἐντελῶς ἄτεχνος, καὶ ἑπομένως ἡ καθαρὰ πρόσοδος ὀλίγον διαφέρει ἀπὸ τὴν ἀκαθάριστον, καθόσον ἡ καταβαλλομένη ἐργασία ὀλίγην ἔχει ἀξίαν· ἑπομένως εἰς τὰ ἔθνη ἐκεῖνα σύστημα στηριζόμενον εἰς τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον δὲν ἔχει τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἀπαντῶνται εἰς τοὺς μᾶλλον προωδευμένους λαούς. Ἀλλ’ ὅταν, κύριοι, αὐξάνῃ ὁ πληθυσμὸς, τότε ἀρχίζουν νὰ καλλιεργῶνται καὶ γαῖαι κατωτέρας ποιότητος, διότι δὲν ἀρκοῦν αἱ τῆς πρώτης ποιότητος δι’ ὅλους τοὺς γεωργούς· αἱ γαῖαι ὅμως τῆς κατωτέρας ποιότητος, καίτοι ἀπαιτοῦσαι τὰς αὐτὰς δαπάνας τῆς καλλιεργείας, δὲν ἔχουν τὴν αὐτὴν παραγωγήν, δὲν δίδουν τὸ αὐτὸ εἰσόδημα, ἑπομένως ἀνατρέπεται ἡ σχέσις μεταξὺ τῆς καθαρᾶς καὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, διότι ὁ καλλιεργῶν πρώτης ποιότητος γῆν δύναται ἀπὸ ἓν στρέμμα π. χ. νὰ παραγάγῃ 10 κοιλὰ· ἀλλὰ διὰ νὰ παραχθῶσιν ἴσοι ἀριθμοὶ κοιλῶν ἀπὸ γῆν κατωτέρας ποιότητος, πρέπει νὰ καλλιεργηθῶσι δύω στρέμματα, ἐὰν δὲ ἡ γῆ ἦναι ἀκόμη κατωτέρας ποιότητος, πρέπει νὰ καλλιεργηθῶσι 3 στρέμματα· ἑπομένως ὁ πρῶτος ἔχει τὰ ἔξοδα ἑνὸς μόνον στρέμματος, καὶ ἡ καθαρὰ αὐτοῦ πρόσοδος εἶναι ἀνωτέρα ἀπὸ τὴν καθαρὰν πρόσοδον τοῦ δευτέρου τοῦ καλλιεργήσαντος 2 στρέμματα, τούτου δὲ ἀνωτέρα ἀπὸ τὴν καθαρὰν πρόσοδον τοῦ τρίτου, ὁ ὁποῖος ἐκαλλιέργησε 3 στρέμματα. Ἐὰν εἰς ταῦτα προσθέσητε καὶ τὴν ποικιλίαν τῶν προϊόντων, ἡ ὁποία ἀρχίζει νὰ εἰσάγηται ὅσον ἐπεκτείνεται ἡ καλλιέργεια διαφόρων εἰδῶν, οἷον σίτου, κριθῆς, κανάβεως, γεωμήλων, ὀσπρίων καὶ ἄλλων, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἡ ἀναλογία μεταξὺ τῆς καθαρᾶς προσόδου καὶ τῆς ἀκαθαρίστου μεταβάλλεται οὐσιωδῶς. Ἀλλ’ ἡ μεταβολὴ αὕτη εἶναι πολὺ ἀνωτέρα εἰς τὰς χώρας ἐκείνας, ἔνθα ἡ γεωργία κατήντησεν ἐπιστήμη, ὅπου τὰ κεφάλαια εἶναι ἄφθονα καὶ ὅπου οἱ ἄνθρωποι δὲν διστάζουν, ὅπως τὰ καταβάλλουν εἰς διαφόρους ἄλλας ἐπιχειρήσεις, νὰ τὰ καταβάλλουν καὶ εἰς τὴν γῆν. Ἐκεῖ ὁ ἀναλαμβάνων νὰ καλλιεργήσῃ τὴν γῆν εἶναι ἐφωδιασμένος μὲ μέγα κεφάλαιον καλλιεργείας καὶ ἐφαρμόζει διαφόρους μεθόδους, προμηθευόμενος λιπάσματα καὶ ἐκλεκτοὺς σπόρους. Διὰ τῶν μέσων τούτων αὐξάνει μὲν ἡ παραγωγὴ ἀλλ’ αἱ δαπάναι ἀναβιβάζονται ἐνίοτε μέχρις 80% ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου εἰσοδήματος· ὥστε ὅσον περισσότερον εἶναι τελειοποιημένη ἡ γεωργία καὶ ὅσον μεγαλείτερα κεφάλαια καταβάλλονται διὰ τὴν παραγωγήν, τοσοῦτον ἀνατρέπεται ἡ σχέσις μεταξὺ τῆς καθαρᾶς καὶ ἀκαθαρίστου προσόδου. Ἑπομένως, ἀκολουθοῦντες τὸ σύστημα τῆς ἀποδεκατώσεως, δὲν ἔχετε πλέον ἰσότητα καὶ δικαιοσύνην μεταξὺ τῶν διαφόρων παραγωγέων, διότι, ὡς εἶπον, ἄλλων μὲν ἡ καθαρὰ πρόσοδος εἶναι τὰ 2|10 τῆς ἀκαθαρίστου, ἄλλων δὲ τὰ 5|10, καὶ ἄλλων τὰ τρία ἢ καὶ τὰ δύω δέκατα, καὶ ὅμως ἀπὸ ὅλους λαμβάνετε τὸ αὐτὸ ποσὸν τοῦ φόρου. Μὴ λησμονῆτε δὲ, ὅτι ὑπάρχουν καὶ προϊόντα παραγόμενα ἄνευ τινὸς δαπάνης, π. χ. τὸ χόρτον τῶν λειβαδίων, καὶ ἡ ξυλεία τῶν δασῶν· ἑπομένως, ὅταν λάβητε 10% ἐκ τῶν προϊόντων τούτων, ὁ φόρος εἶναι 10% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου. Παρ’ ἡμῖν δὲ συμβαίνει ἄλλο τι χειρότερον. Ἕνεκα τῶν δυσκολιῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν διὰ τὴν βεβαίωσιν φόρων τινῶν, καὶ ἕνεκα τῆς μικρότητος αὐτῶν, οἱ φόροι οὗτοι κατηργήθησαν, καὶ προϊόντα τινὰ μένουσιν ἐντελῶς ἀφορολόγητα· τοιαῦτα εἶναι π. χ. τὰ ὄσπρια, τὰ γεώμηλα, τὰ κρόμυα, τὰ σκόροδα, καὶ ἄλλα. Τοιαύτη εἶναι, κύριοι, ἐν ἑνὶ λόγῳ ἡ περιλάλητος καὶ τοσοῦτον ἐγκωμιαζομένη παρὰ τινων ἰσότης καὶ δικαιοσύνη τοῦ συστήματος τῆς ἀποδεκατώσεως. Ἀπό τινας τῶν φορολογουμένων δὲν λαμβάνομεν τίποτε.
§74ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κακόν.
§75ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα δηλαδὴ ἠναγκασμένοι ν’ ἀφίνωμεν ἐντελῶς ἀφορολόγητον τὸ εἰσόδημά των ἀπὸ τοὺς παράγοντας χωρὶς δαπάνην λαμβάνομεν 10%, ἤτοι τὸ δέκατον τῆς καθαρᾶς αὐτῶν προσόδου· ἀπὸ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι καλλιεργοῦν ἀτελῶς καὶ ἀτέχνως καὶ τῶν ὁποίων κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἡ καθαρὰ παραγωγὴ εἶναι κατωτέρα τῆς ἀκαθαρίστου μόνον κατὰ 20%, λαμβάνομεν τὸ ⅛ παρ’ ἄλλων δὲ, εἰς τοὺς ὁποίους μένουσι 50%, λαμβάνομεν τὸ πέμπτον· εἶναι δὲ καί τινες, παρὰ τῶν ὁποίων ἡ φορολογία ἀφαιρεῖ τὸ ἥμισυ τῆς καθαρᾶς προσόδου. Αὐτὴ εἶναι ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ ἰσότης τοῦ συστήματος τῆς ἀποδεκατώσεως. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τὸ μόνον ἐλάττωμα τῆς ἀποδεκατώσεως ἡ ἀνισότης τὴν ὁποίαν περιέγραψα, διότι, ἐὰν εἶχε τοῦτο μόνον τὸ ἐλάττωμα, οὔτε ἐγὼ ἴσως ἤθελον σᾶς προτείνει νὰ τὴν καταργήσητε, διότι, καθὼς σᾶς προεῖπον, ἡ ἀνισότης εἶναι κοινὸν ἐλάττωμα ἁπάντων τῶν φορολογικῶν συστημάτων καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκλείψῃ δι’ οὐδενὸς μέσου. Ἀνέφερον δὲ ὅσα ἀνέφερον περὶ τῆς ἀνισότητος, ἡ ὁποία παρακολουθεῖ τὸ σύστημα τῆς ἀποδεκατώσεως, διὰ νὰ ἀντικρούσω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, διὰ νὰ πολεμήσουν τὰ ἄλλα συστήματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα δὲν λείπει ἡ ἀνισότης, ἰσχυρίζονται, ὅτι ἡ ἀποδεκάτωσις εἶναι ἀπηλλαγμένη τοῦ ἐλαττώματος τούτου· οἱ τοιοῦτοι λέγουσι συνήθως, ὅτι, ἐὰν κάμῃς, δίδεις φόρον ἀναλόγως τοῦ προϊόντος, τὸ ὁποῖον παρήγαγες, δὲν ἐξετάζουν ὅμως ἂν τὸ προϊόν τοῦτο ἦναι κέρδος ἢ προέρχηται ἐκ καταβολῆς κεφαλαίων. Ἡ δεκάτη, πλὴν τοῦ ἐλαττώματος τούτου, ἔχει καὶ ἄλλα ἐλαττώματα μὴ ὑπάρχοντα εἰς τὰ ἄλλα φορολογικὰ συστήματα, τὰ ὁποῖα ἐν Εὐρώπῃ παρεδέχθησαν, καὶ τὰ ὁποῖα θέλω σᾶς ἀπαριθμήσει· ἕνεκα δὲ τούτων, ζητοῦμεν τὴν κατάργησιν αὐτῆς. Καὶ πρῶτον, ἐπειδὴ ἡ δεκάτη στηρίζεται εἰς τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον, καὶ ἑπομένως φορολογεῖ τὰ κεφάλαια, ἐμποδίζει τὰς βελτιώσεις, διότι οὐδεὶς ἀποφασίζει νὰ καταβάλλῃ πρὸς βελτίωσιν τῆς καλλιεργείας καὶ αὔξησιν τῆς παραγωγῆς κεφάλαια, τὰ ὁποῖα θέλουν φορολογηθῆ, διότι ἐκ τῆς φορολογίας τῶν κεφαλαίων συμβαίνει πολὺ συχνὰ, καίτοι αὐξάνει ἡ πρόσοδος, ὁ καλλιεργητὴς νὰ ζημιοῦται. Εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅπου ἡ γεωργία ἀνεβιβάσθη εἰς ἐπιστήμην, ὑπολογίζουν, ὅτι, διὰ νὰ καλλιεργῆται δεόντως ἡ γῆ, ὀφείλει ὁ ἀναδεχόμενος τὴν καλλιέργειαν, ἐκτὸς τῆς προσωπικῆς καὶ ἐπιστημονικῆς ἱκανότητος, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ, νὰ ἦναι ἐφωδιασμένος καὶ μὲ μέγα κεφάλαιον. Εἰς τὸ Βέλγιον μάλιστα, ὅπου ἡ γεωργία εἶναι ἀνεπτυγμένη εἰς μέγιστον βαθμὸν, τὸ κεφάλαιον τοῦτο τῆς καλλιεργείας, φθάνει ἐνίοτε καὶ μέχρις 80 φράγκων κατὰ στρέμμα· ἐκ τοῦ κεφαλαίου δὲ τούτου τὰ ⅔ εἶναι κεφάλαιον κινητὸν, δαπανώμενον εἰς σπόρους, ἡμερομίσθια, λιπάσματα, καὶ τὰ τοιαῦτα· ἑπομένως θάπτεται ὁλόκληρον εἰς τὴν γῆν καὶ πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ ὁλόκληρον. Ἐπειδὴ δὲ ἐκεῖ ὁ τόκος τῶν χρημάτων εἶναι μικρὸς, ὁ καλλιεργητὴς εὐχαριστεῖται νὰ κερδίζῃ 5% διὰ τοὺς τόκους τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον καταβάλλει, ἐὰν δὲ τὸ κτῆμα ἦναι μέγα καὶ ἀπαιτῇ πολλὰ κεφάλαια, τότε ἀρκεῖται ὁ καλλιεργητὴς νὰ λαμβάνῃ καὶ ἄλλα 5% διὰ προσωπικὴν ὠφέλειαν· ὅταν δὲ τὸ κτῆμα ἦναι μικρὸν, τότε ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ λαμβάνῃ 10%, ἐνίοτε δὲ καὶ 15%, ὥστε οἱ καλλιεργηταὶ γαιῶν εἰς τὴν Εὐρώπην ἔχουν τὴν δικαίαν ἀξίωσιν νὰ λαμβάνωσι κατὰ μέσον ὅρον 15% ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον κατέβαλον. Ἀλλ’ ἂν ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς δεκάτης ἐφαρμόσῃ τις τοιαύτην μέθοδον, δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ ζημιωθῇ. Ὑποθέσατε κτῆμα, τὸ ὁποῖον, καλλιεργούμενον μὲ τὸν συνήθη τρόπον τῆς καλλιεργείας, παράγει 100,000 δραχμῶν εἰσόδημα· ἐὰν ἀναλάβῃ γεωπόνος τις ἐπιστήμων τὴν καλλιέργειαν αὐτοῦ καὶ καταθέσῃ ἓν κεφάλαιον 60,000 δραχμῶν, τοῦ ὁποίου κατὰ τοὺς ἐν Εὐρώπῃ ὑπολογισμοὺς αἱ 40,000 εἶναι κεφάλαιον κινητὸν, δαπανώμενον κατ’ ἔτος, αἱ δὲ 20,000 εἶναι πάγιον, ὡς χρησιμεῦον εἰς ἀγορὰν ζώων, οἰκοδομὰς, ἐργαλεῖα καὶ τὰ τοιαῦτα, θὰ ἔχῃ οὗτος τὴν δικαίαν ἀξίωσιν νὰ λάβῃ 20% ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ, διότι ἐνταῦθα οἱ τόκοι εἰσὶ μεγάλοι· ἐὰν δὲ ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπελόγισεν ὀρθῶς τὴν ἐπιχείρησιν, ἕπεται, ὅτι κατώρθωσε νὰ παραγάγῃ προϊόντα, τὰ ὁποῖα ἐν Εὐρώπῃ δύνανται νὰ ἱκανοποιήσωσι πάντα γεωπόνον, δηλ. ἀντὶ τῶν 100,000, τὰς ὁποίας τὸ κτῆμα ἀπέφερε πρότερον, ἤδη διὰ τῆς ἐπιστημονικῆς καὶ ἐπιμεμελημένης καλλιεργείας παρήχθησαν προϊόντα κατὰ 52,000 ἀνώτερα, ἤτοι 40,000 διὰ τὸ κινητὸν κεφάλαιον καὶ 6,000 κέρδος, πρὸς 20% ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου του. Ἀλλὰ τί θέλει συμβῆ; ἀντὶ τῶν 10,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἐπλήρονεν εἰς τὸ δημόσιον, θέλει πληρώσει 15,200, ἤτοι 5,200 πλειότερον, θὰ τῷ μείνωσι δὲ 6,800, ἤτοι 11% περίπου ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τῶν 60,000, ἐνῷ, ἐὰν ὁ φόρος ἦτο σταθερὸς καὶ δὲν ηὔξανεν ἀναλόγως τῆς παραγωγῆς, ἤθελεν ἔχει ὁλόκληρον τὸ κέρδος τῶν 12,000, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο ἦτο ἱκανὸν νὰ τὸν ἀποζημιώσῃ καὶ διὰ τὸν τόκον τῶν χρημάτων καὶ διὰ τὴν προσωπικήν του ἐργασίαν. Ἐὰν δὲ ὑποτεθῇ, ὅτι μετὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ ἐγκατάστασιν ὁ γεωπόνος δαπανήσῃ εἰς ἀγορὰν καλλιτέρων σπόρων, πλειοτέρων καὶ τελειοτέρων λιπασμάτων, μεγαλειτέρας ἐργασίας, δέκα ἔτι χιλιάδας, καὶ αὐξήσῃ οὕτω τὴν παραγωγὴν του κατὰ 11,000, ἡ δεκάτη θέλει ἀφαιρέσει ἐκ τῆς προσθέτου ταύτης παραγωγῆς 1,100 δραχμάς· οὕτω δὲ θέλει ἀπολέσει ὁ καλλιεργητὴς οὐ μόνον ὅλον τὸ κέρδος, ἀλλὰ καὶ 10% ἐκ τοῦ κεφαλαίου. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν, ὅπου ἰσχύει ἡ ἀποδεκάτωσις, ἡ γεωργία μένει περιωρισμένη εἰς ἀπαιδεύτους καὶ πτωχοὺς γεωργοὺς, οἱ ὁποῖοι καλλιεργοῦσιν ἀτέχνως καὶ ἀτελῶς τὴν γῆν, χωρὶς νὰ ὑπολογίζωσι τὴν ἐργασίαν των. Ἰδοὺ τί ἔγραφε περὶ τούτου ὁ κ. Κουμουνδοῦρος. «Ἰδοὺ διατί ἡ καλλιέργεια ἰδίως τῶν δημητριακῶν καρπῶν δὲν προώδευσεν ἐν Ἑλλάδι καὶ ἡ παραγωγὴ μένει σχεδὸν ἡ αὐτὴ, ἐνῷ τὰ κεφάλαια ἐπολλαπλασιάσθησαν καὶ αἱ γεωργικαὶ χεῖρες ἐδιπλασιάσθησαν· ἐπιδοθεῖσαι ὅμως εἰς ἄλλου εἴδους ἐργασίας καὶ καλλιεργείας, ἐνῷ ἡ σπορὰ, ἐκτὸς ὀλίγων τινῶν ἐξαιρέσεων, περιωρίσθη εἰς ὅ,τι ἀπαιτοῦσιν αἱ ἀνάγκαι τῆς οἰκογενείας τοῦ γεωργοῦ, ὅστις, ἐνόσῳ στερεῖται ἄλλης περιουσίας καὶ κεφαλαίων, εἶναι ἠναγκασμένος νὰ οἰκονομῇ οὕτω τὸν ἄρτον του, μὴ ὑπολογίζων τὴν ἐργασίαν του.» Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ἐλαττώματος τούτου ἡ δεκάτη ἀποβαίνει καταπιεστικὴ διὰ τὸν λαὸν, διότι, διὰ νὰ φορολογήσητε τὴν ἀκαθάριστον παραγωγὴν, πρέπει νὰ βεβαιώσητε καὶ ἐξακριβώσητε ὅλα τὰ προϊόντα, τὰ ὁποῖα ὁ γεωργὸς παράγει, πρὸς τοῦτο δὲ ἔχετε ἀνάγκην πολυαρίθμου προσωπικοῦ δημοσίων ὑπηρετῶν, οἱ ὁποῖοι συνήθως κλέπτουν τὸ Δημόσιον ἢ χαρίζονται εἰς τοὺς φίλους των. Πρὸς ἀποφυγὴν δὲ τῶν καταχρήσεων τούτων καταφεύγει τὸ Δημόσιον εἰς τὴν ἐνοικίασιν. Ἀλλ’ ὅταν, κύριοι, παραδίδητε τοὺς φορολογουμένους εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς, τοὺς ἐκθέτετε εἰς πολλὰς καταθλίψεις καὶ καταπιέσεις, καὶ περὶ τούτου θέλω σᾶς ἀναγνώσει ἕτερον τεμάχιον ἐκ τῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος.
§76ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε συνετάχθη;
§77ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ 1860. «Ἡ ἐνοικίασις», ἔγραφεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ὅτε κατὰ τὸ 1860 εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν περὶ νέου φορολογικοῦ συστήματος, «θέτει κατὰ πρῶτον ἀπέναντι τοῦ φορολογουμένου τὸν ἐνοικιαστὴν, ἄνθρωπον, ὅστις δὲν ἔχει ἄλλον κανόνα, ἄλλην ἀρχὴν εἰς τὰς πράξεις του παρὰ τὸ συμφέρον του, καὶ τὸν περιβάλλει κατ’ ἀνάγκην μὲ πᾶσαν ἐξουσίαν, διὰ ν’ ἀπομακρύνῃ τὰς τυχὸν δολιότητας τοῦ φορολογουμένου καὶ νὰ βεβαιώσῃ τὴν πρόσοδον. Ὁ ἐνοικιαστὴς δικαιοῦται νὰ ἐπιληφθῇ πάσης ἐξετάσεως καὶ ἐρεύνης, νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ φορολογουμένου, νὰ ἐξετάσῃ τὰς ἀποθήκας του, καὶ νὰ τὸν ὑποβάλῃ εἰς παντὸς εἴδους ἐνοχλήσεις καὶ στενοχωρίας, διὰ νὰ μὴ ὑποκρύψῃ τι. Θέλει νὰ θερίσῃ, ν’ ἁλωνίσῃ, νὰ συγκομίσῃ, ὀφείλει νὰ εἰδοποιήσῃ πρότερον τὸν ἐνοικιαστήν. Ὁ νόμος ἐπενόησε μέσα τινὰ θεραπείας διὰ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὁ ἐνοικιαστὴς εἰδοποιηθεὶς δὲν θέλει ἢ δὲν δύναται νὰ παρασταθῇ, ἀλλὰ τὰ μέσα αὐτὰ εἰσὶ πολλάκις πλέον ἐπιζήμια, διότι, ἂν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν λάβῃ χώραν ἡ μικροτέρα παρατυπία ἢ λάθος, γεννῶνται ἀπαιτήσεις ἀποζημιώσεων· ἐκτὸς τούτου, πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν παρὰ τοῦ νόμου χορηγουμένων τούτων μέσων, ἀπαιτεῖται χρόνος πολύτιμος διὰ τὸν γεωργὸν, καὶ ἐν τῷ μεταξὺ ὁ ἁρμόδιος δι’ ἁλώνισμα, λύχνισμα καὶ μέτρημα καιρὸς παρέρχεται, κακοκαιρία δὲ ἢ βροχὴ ἐπελθοῦσα ζημιόνει καὶ καταστρέφει τὸν ἐκτεθειμένον καρπόν. Ἐκτὸς τούτων ἡ πεῖρα μᾶς δικαιοῖ ν’ ἀμφιβάλλωμεν ἂν τὰ παρὰ τοῦ νόμου ἐπινοηθέντα μέσα ἠδυνήθησαν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν. Ἆρα ὁ ἁπλοῦς καὶ ἀμαθὴς γεωργὸς γνωρίζει ὅλας αὐτὰς τὰς νομικὰς ἐγγυήσεις, ἢ ἔχει πάντοτε τὴν καλὴν διάθεσιν καὶ εὑρίσκει τὴν εὐκαιρίαν ὁ μικρὸς δημοτικὸς πάρεδρος, ἐὰν ἔτυχε νὰ ἦναι μέτοχος εἰς τὴν ἐνοικίασιν, νὰ χορηγήσῃ τὴν συνδρομήν του; Ἡ πρακτικὴ ἀπέδειξεν, ὅτι τὸ πλεῖστον τῶν ἐγγυήσεων αὐτῶν μένει ἄνευ ἐφαρμογῆς· ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ περιστάσεις τινὲς, τὰς ὁποίας δὲν ἠδύνατο νὰ προΐδῃ ὁ νόμος καὶ τὴν θεραπείαν τῶν ὁποίων παρῄτησεν εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ἑδρευούσης ὥρας πολλὰς μακρὰν τῆς καλύβης τοῦ χωρικοῦ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ χωρικὸς ὀφείλει νὰ μεταβῇ εἰς τὴν πρωτεύουσαν, νὰ ἐξοδεύσῃ εἰς ἀναφορὰς, νὰ περιμείνῃ ὥρας καὶ πολλάκις ἡμέρας, εἰς τρόπον ὥστε, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὴν ἀτυχίαν νὰ ἐκπνεύσῃ τὸ παράπονόν του εἰς τὸ εὐρὺ τῶν πληροφοριῶν στάδιον, διότι ἡ ἀρχὴ ἀπέχει ν’ ἀποφασίσῃ ἐπὶ μόνῃ τῇ μονομερεῖ ἀναφορᾷ του, θέλει ἐξοδεύσει καὶ ζημιωθῆ ἴσως περισσότερα τῶν ὅσα πρόκειται νὰ κερδίσῃ. Ἰδοὺ διατί οἱ χωρικοὶ ὑποφέρουσι συνήθως τὰς μικρὰς ζημίας, ἀντὶ νὰ ζητῶσι διὰ τῆς ἀρχῆς τὴν θεραπείαν, καὶ γνωστὸν εἶναι, ὅτι οἱ ἐνοικιασταὶ, μὴ ἀγνοοῦντες τὴν ὑπεροχὴν τῆς θέσεώς των ταύτης, ἐπιτηδείως τὴν ἐκμεταλλεύονται.» Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος δὲν ἐδίστασε νὰ εἴπῃ, ὅτι ὅσοι λέγουν σήμερον, ὅτι καταπιέζονται οἱ φορολογούμενοι ἀπὸ τοὺς ἐνοικιαστὰς, ψεύδονται ἢ κινοῦνται ἀπὸ συμφέρον προσωπικόν. Ἀναφέρω ἁπλῶς τὰς φράσεις τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου, χωρὶς νὰ τὰς χαρακτηρίσω. Ἐγὼ δὲν λέγω, ὅτι ψεύδεται ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, οὔτε ὅτι κινεῖται ἀπὸ συμφέρον προσωπικὸν, ὑποστηρίζων, ὅτι οἱ φορολογούμενοι δὲν καταπιέζονται· ἐξ ἐναντίας πιστεύω, ὅτι κατ’ ἐξαίρεσιν εἰς τὴν ἐπαρχίαν τοῦ οἱ ἐνοικιασταὶ εἶναι τίμιοι ἄνθρωποι καὶ καλοὶ χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι, ὡς μᾶς εἶπεν ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, ἀναλαμβάνουν νὰ βεβαιώσουν τὰς προσόδους τοῦ δημοσίου χωρὶς νὰ ζητῶσι κέρδος, ἀλλὰ τοῦτο συμβαίνει εἰς τὴν Ἐπίδαυρον Λιμηράν.
§78ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας.
§79ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύω ἐγὼ, ὡς καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ ἄλλας, γνωρίζω καὶ δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι ὁ ἐνοικιαστὴς εἶναι ὁ Σπαχῆς, προσπαθῶν διὰ παντὸς τρόπου νὰ καταπιέσῃ τοὺς φορολογουμένους.
§80ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§81ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζω, ὅτι ὁσάκις οἱ φορολογούμενοι, ἕνεκα δυστροπίας τοῦ ἐνοικιαστοῦ, ἐπικαλοῦνται τὴν συνδρομὴν δημοτικῶν ὑπαλλήλων, δὲν ὠφελοῦνται πάντοτε, διότι οἱ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι εἶναι ἐνίοτε μέτοχοι εἰς τὴν ἐνοικίασιν ἢ συγγενεῖς τῶν ἐνοικιαστῶν, καὶ δὲν δεικνύουν καμμίαν προθυμίαν νὰ ἐκπληρώσουν τὸ καθῆκόν των. Γνωρίζω, ὅτι, ὁσάκις οἱ φορολογούμενοι, εἴτε διὰ τὸν ἕνα λόγον, εἴτε διὰ τὸν ἄλλον, ἐτόλμησαν νὰ σηκώσουν ἀπὸ τ’ ἁλώνια τοὺς καρποὺς ἄνευ τῆς παρουσίας τοῦ ἐνοικιαστοῦ, ἐνήχθησαν εἰς τὸ εἰρηνοδικεῖον καὶ κατεδικάσθησαν νὰ πληρώσουν τὰ διπλᾶ.
§82Γ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Εἰς τὴν Φθιώτιδα κατ’ ἄτομον δίδουσιν οἱ φορολογούμενοι καὶ ἓν κοιλὸν περιπλέον εἰς τοὺς ἐνοικιαστάς.
§83ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀποδεκάτωσις ἔχει καὶ ἄλλο μέγα ἐλάττωμα, ὅτι δὲν εἰσέρχονται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὅσα ἐξέρχονται ἀπὸ τὸ βαλάντιον τῶν φορολογουμένων. Μεταξὺ τοῦ δημοσίου καὶ τῶν φορολογουμένων μεσολαβοῦσι τὰ ὄργανα τῆς βεβαιώσεως· εἴτε ἐπιστάται, εἴτε ἐνοικιασταὶ εἶναι οὗτοι, θέλουν νὰ ὠφεληθῶσιν· ἐνίοτε εὑρίσκονται ἐνοικιασταὶ, οἱ ὁποῖοι ἔκαμον ὑπερόγκους προσφορὰς καὶ ἐζημιώθησαν, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἐξαίρεσις. Κατὰ κανόνα οἱ ἐνοικιασταὶ, οἱ ὁποῖοι εἰς τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς ἀριθμοῦνται εἰς 1,067, ζητοῦν νὰ ὠφεληθῶσιν ἀπὸ τὴν ἐπιχείρησιν τὴν ὁποίαν κάμνουν, πρὸς δὲ καὶ νὰ λάβωσι καὶ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα καταβάλλουσι διὰ τὴν βεβαίωσιν, διότι ἕκαστος ἐνοικιαστὴς ἔχει ἀνάγκην 3, 5, πολλάκις δὲ καὶ 10 ἐπιστατῶν καὶ φυλάκων. Κατὰ τοὺς ἰδικούς μου ὑπολογισμοὺς ἐπέκεινα τῶν 4,000 προσώπων ἐνοικιαστῶν, ἐπιστατῶν, φυλάκων, ζῶσι, καὶ δὲν πιστεύω ὅλοι οὗτοι νὰ ἦναι εὐχαριστημένοι μὲ ὀλιγώτερον τοῦ 1,000,000, ἤτοι πρὸς 250 δραχμὰς ἕκαστον ἄτομον· ἑπομένως φρονῶ, ὅτι, ἐὰν τὸ δημόσιον λαμβάνῃ 3,500,000 ἀπὸ τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς, οἱ φορολογούμενοι πληρόνουσι 4,500,000. Ἀκόμη ἓν ἐλάττωμα θὰ σᾶς εἴπω, καὶ τελειώνω· τὸ σύστημα τῆς ἀποδεκατώσεως διαφθείρει κατ’ ἐξοχὴν τὸν γεωργικὸν λαὸν καὶ πολλὰς ἄλλας τάξεις τῆς κοινωνίας, διότι ὁ μὲν ἐνοικιαστὴς ζητεῖ ν’ ἀδικήσῃ καὶ καταθλίψῃ τὸν φορολογούμενον, ὁ δὲ φορολογούμενος ζητεῖ ἐκ παντὸς τρόπου νὰ ζημιώσῃ καὶ τὸν ἐνοικιαστὴν, ὑποκρύπτων τοὺς καρπούς. Εἶναι σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον καὶ φορολογούμενοι καὶ φορολογοῦντες δὲν διανοοῦνται, παρὰ πῶς ἀμοιβαίως νὰ δολιευθῶσι, γεννῶνται δὲ ἐκ τούτου τάσεις καὶ ἕξεις πρὸς τὴν ἀδικίαν καὶ τὴν καταδολίευσιν, ἐπεκτεινόμεναι εἰς ὅλας τὰς σχέσεις τῆς κοινωνίας. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, ἡ δεκάτη δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διατηρηθῇ, καὶ ὅλα τὰ Κράτη τῆς Εὐρώπης τὸ ἓν κατόπιν τοῦ ἄλλου ἔσπευσαν ν’ ἀπαλλαγῶσιν ἀπὸ τὸ ὀλέθριον αὐτὸ σύστημα. Τὸ αὐτὸ ἐγένετο καὶ εἰς τὴν Αἴγυπτον, ἔνθα παρεδέχθησαν φόρον ἐπὶ τῆς ἐκτάσεως, ὡς καὶ εἰς τὴν Ῥωμουνίαν. Τὸ σύστημα μάλιστα τῆς Ῥωμουνίας εἶναι τὸ τελειότερον πάντων, διότι ἐκεῖ ὑπάρχουν μεγάλα κτήματα, τὰ ὁποῖα ἐνοικιάζονται εἰς ἀγρολήπτας, ἑπομένως τὰ ἐνοικιαστήρια χρησιμεύουν ὡς βάσεις πρὸς ἐξεύρεσιν τῆς καθαρᾶς προσόδου· ἡ Κυβέρνησις λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐνοικιαστήρια ἑκάστης πενταετίας, εὑρίσκει τὸν μέσον ὅρον τοῦ ἐνοικίου καὶ λαμβάνει ἐξ αὐτοῦ 6% δι’ ἔγγειον φόρον. Εἶμαι δὲ περίεργος νὰ ἴδω, καὶ λέγω τοῦτο ἐν παρόδῳ, τί θέλει πράξει ἡ Ῥωμουνικὴ Κυβέρνησις ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ φορολογήσῃ καὶ τὰ μικρὰ τεμάχια τῶν γαιῶν, τὰ ὁποῖα ὑπεχρέωσαν τοὺς μεγάλους ἰδιοκτήτας νὰ δώσουν εἰς τοὺς Τσαράνους. Ὅταν ἀπελευθέρωσαν ἐκεῖ τοὺς δούλους, ἐσυλλογίσθησαν, ὅτι, διὰ νὰ τοὺς καταστήσουν πράγματι ἐλευθέρους, ἔπρεπε νὰ τοῖς δώσωσι καὶ γῆν, ὅση τοῖς ἦτο ἀπαραιτήτως ἀναγκαία διὰ νὰ ζήσουν. Μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ἐσυλλογίσθημεν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, καὶ μέχρι τοῦ 1871 ὁ περισσότερος γεωργικὸς πληθυσμὸς ἔμενεν ἄνευ ἰδιοκτησίας, μέχρις οὗ ἐπῆλθεν ὁ Νόμος περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς. Ὑπεχρέωσαν λοιπὸν ἐκεῖ τοὺς ἰδιοκτήτας νὰ δώσουν εἰς ἕκαστον ἀπελεύθερον 55 στρέμματα, τὰ ὁποῖα ὤφειλον νὰ πληρώσουν ἐπὶ μετριωτάτῳ τιμήματι ἑνὸς φλωρίου κατὰ στρέμμα, καὶ τοῦτο χρεωλυτικῶς ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἐνόσῳ δὲ ἐξακολουθεῖ ἡ πληρωμὴ τῆς χρεωλυτικῆς ταύτης δόσεως, αἱ γαῖαι ἐκεῖναι δὲν ὑπάγονται εἰς τὸν ἔγγειον φόρον· εἶμαι δὲ περίεργος νὰ ἴδω ὅταν θὰ λήξουν αἱ χρεωλυτικαὶ δόσεις, τίνι τρόπῳ ἡ Ῥωμουνικὴ Κυβέρνησις θέλει προσδιορίσει καὶ αὐτῶν τῶν γαιῶν τὴν καθαρὰν πρόσοδον, διότι αὐταὶ δὲν ἐνοικιάζονται, ἀλλὰ καλλιεργοῦνται ἀπὸ τοὺς ἰδίους χωρικούς. Κατηργήθη λοιπὸν ἡ δεκάτη εἰς ὅλον τὸν ἐξευγενισμένον κόσμον, καὶ ἀντὶ ταύτης εἰσήχθησαν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους φόροι ὡρισμένοι, κανονικοὶ καὶ ἀμετάβλητοι διὰ πολλὰ ἔτη, κατὰ λόγον τῆς καθαρᾶς προσόδου, καὶ τοῦτο διαλαμβάνουσιν οἱ Νόμοι. Ἀλλ’ εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τῆς καθαρᾶς προσόδου ἐγένοντο μεγάλα καὶ φοβερὰ ἀδικήματα, ὅπως δὲ ἀπεδείχθη ἐκ μεταγενεστέρων ἐρευνῶν, οὐδὲν ἄλλο κατωρθώθη, εἰμὴ νὰ κατασταθῇ ὁ φόρος πάγιος καὶ ἀμετάβλητος, οὕτω δὲ πᾶς ἰδιοκτήτης πρῶτον μὲν ἔμεινεν ἐλεύθερος νὰ καταβάλῃ ὅσα κεφάλαια θέλει πρὸς βελτίωσιν τοῦ κτήματός του, βέβαιος ὤν, ὅτι πᾶσα ἡ ὠφέλεια εἶναι ἰδική του, καὶ δεύτερον εἶναι ἀπηλλαγμένος πάσης καταθλίψεως· οἱ φόροι πάντες εἰσέρχονται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἔπαυσαν δὲ αἱ καταδολιεύσεις καὶ πονηρίαι, διότι, ἀφοῦ ὁ φόρος εἶναι ὡρισμένος, δὲν δύναται οὔτε ὁ φορολογούμενος οὔτε ὁ φορολογῶν ν’ ἀδικήσουν ὁ εἷς τὸν ἄλλον. Αὐτὰ εἶναι τὰ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα ἐπέτυχον διὰ τῆς μεταβολῆς, καὶ οὐχὶ ἡ ἰσότης. Ἀπ’ ἐναντίας βλέπομεν ἐν Γαλλίᾳ, ὅτι, ὅτε πολλὰ ἔτη μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νέου φορολογικοῦ συστήματος κατηρτίσθη τὸ κτηματολόγιον καὶ ὡρίσθη ἡ καθαρὰ πρόσοδος τῶν διαφόρων κτημάτων, παρουσιάσθησαν ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα δύναταί τις νὰ ὀνομάσῃ τερατώδη. Εὑρέθη π. χ. ὅτι ὁ Νομὸς Αʹ, τοῦ ὁποίου ἡ καθαρὰ πρόσοδος ἦτο 1,000,000 φράγκων, ἐπλήρονε 40,000 φράγκα, ἐνῷ ἄλλος Νομὸς τὴν αὐτὴν ἔχων πρόσοδον ἐπλήρονεν 100,000 φράγκα· ἡ διαφορὰ ἦτο ὡς 1 πρὸς 2½. Ὅταν δὲ κατῆλθον εἰς τοὺς δήμους, παρετήρησαν διαφορὰς ἔτι μεγαλειτέρας, ἤτοι ὡς 1 πρὸς 10. Καὶ ὅμως, κύριοι, μολονότι τοιαῦτα ἀπεδείχθησαν τ’ ἀποτελέσματα, τοσοῦτον ὀλίγην ἔχουσι πεποίθησιν εἰς τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς καθαρᾶς προσόδου, ὥστε δὲν ἠθέλησαν νὰ ταράξωσι τὰς ἀναλογίας αὐτάς· ἔκαμον μόνον μερικὰς ἐλαττώσεις εἰς τοὺς δήμους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐφαίνοντο πολὺ βεβαρυμένοι, καὶ διὰ τοῦτο, ἐνῷ κατὰ τὸ 1791, ὅτε μετεβλήθη τὸ φορολογικὸν σύστημα, ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησεν ἀπὸ τοὺς Νομοὺς τῆς Γαλλίας 240,000,000 φράγκων, τὸ ποσὸν τοῦτο περιωρίσθη ἀκολούθως εἰς 180,000,000, διότι αἱ Κυβερνήσεις τῶν μερῶν ἐκείνων δὲν ἐννοοῦν νὰ παρακολουθοῦν τὸν φορολογούμενον καὶ ν’ ἀποδεκατίζωσι πᾶν ὅ,τι παράγει, ἀλλὰ ζητοῦσι ν’ αὐξήσωσι τὸν πλοῦτον τῆς χώρας, καὶ ἐὰν δὲν λαμβάνουν πολλὰ ἀπὸ τὸν ἔγγειον φόρον, εἰσπράττουν ὅμως ἄπειρα ἀπὸ τοὺς ἄλλους φόρους. Ὅσαι, κύριοι, καὶ ἂν λέγωνται ἀπό τινος περὶ τοῦ συστήματος τῆς ἀποδεκατώσεως ἐν Ἑλλάδι, ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ ἰδέα τῆς καταργήσεως ὡρίμασε, καὶ ἐκτὸς ὀλίγων ἐξαιρέσεων, πάντες εἶναι σύμφωνοι νὰ καταργηθῇ κατὰ τὰς τελευταίας μάλιστα ἐκλογὰς πολλοὶ ἐξ ἡμῶν ἐλάβομεν ἐντολὴν νὰ φροντίσωμεν περὶ τούτου, καὶ διὰ τοῦτο, ὅταν συνήλθομεν ἐνταῦθα, ἐσκέφθημεν πῶς δυνάμεθα νὰ τὸ κατορθώσωμεν. Πολλοὶ ἐξ ἡμῶν εἴχομεν τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ ἦτο πολὺ δύσκολον, τοὐλάχιστον διὰ τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς, ἀφοῦ, ἕνεκα τῆς ὀπισθοδρομήσεως τῆς γεωργίας, ἡ πρόσοδος τοῦ δημοσίου κατήντησεν ἐλαχίστη. Κατὰ τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν φίλον μου κ. Παπαμιχαλόπουλον, ἡ σταθερὰ πρόσοδος ἀναβαίνει εἰς 3,800,000, διότι τόσον ποσὸν ἐβεβαιώθη, ὡς μᾶς εἶπε, κατὰ τὸ 1879 καὶ κατὰ τὸ 1878· ἐγὼ ὅμως δὲν παραδέχομαι τὸ ποσὸν τοῦτο, διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Πρῶτον, διότι, καθὼς σᾶς εἶπε καὶ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, πρέπει νὰ ἀφαιρέσητε 200 ἢ 300,000 δραχ. διὰ καθυστερήσεις, αἱ ὁποῖαι συμβαίνουν ἕνεκα τῆς ἐνοικιάσεως τῶν δημητριακῶν καρπῶν εἰς εἶδος καὶ ναὶ μὲν ἐὰν γίνεται ἡ ἐνοικίασις εἰς χρήματα, θὰ λείψωσιν αἱ καθυστερήσεις, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου θὰ ἐλαττωθῶσιν αἱ προσφοραί. Πρέπει ἀκόμη ν’ ἀφαιρέσητε ἓν μέγα ποσὸν διὰ δικαιώματα ἐπικαρπίας, διότι ὄχι μόνον καλλιεργοῦνται τεμάχια ἐθνικῆς γῆς, τὰ ὁποῖα δὲν ἐδηλώθησαν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ δηλωθέντα ὑπάρχουσι πλεονάσματα, τοῦτο δὲ γνωρίζοντες οἱ ἐνοικιασταὶ, ζητοῦσιν ἀπὸ τοὺς φορολογουμένους, ἀντὶ τῶν 7%, τὰ ὁποῖα ὁρίζει ὁ φορολογικὸς νόμος ὡς ἔγγειον φόρον, 8, 9, 10, καὶ εἴς τινα μέρη καὶ 12· οἱ δὲ φορολογούμενοι, ἀπὸ φόβον μήπως καταγγελθῶσιν εἰς τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς, ἐνδίδουν εἰς τοῦτο. Ἑπομένως οἱ ἐνοικιασταὶ, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἔμελλον νὰ εἰσπράξωσι καὶ ἐπικαρπίαν, ἦσαν γενναιότεροι εἰς τὰς προσφοράς των. Διὰ τοῦτο ἅμα μετὰ τὰς ἐκλογὰς ἦλθον εἰς τὰς Ἀθήνας ἔκαμον τὰς ἀναγκαίας παρατηρήσεις πρὸς τὸν ἁρμόδιον τμηματάρχην τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῷ παρέστησα, ὅτι οἱ ἐνοικιασταὶ καταπιέζουσι τοὺς φορολογουμένους, ζητοῦντες ἀδίκως ἐπικαρπίαν, διὰ τὰ τυχὸν πλεονάσματα, ἐνῷ ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσατε πέρυσιν, ἐπεφύλαξεν εἰς τὸ δημόσιον τὸ δικαίωμα, ὅταν ἤθελον ἀνακαλυφθῆ τὰ πλεονάσματα, νὰ ὑποβάλῃ τοὺς κατόχους εἰς τὸ διπλοῦν τῆς ἐτησίας δόσεως. Ὅθεν παρεκάλεσα νὰ περιληφθῇ εἰς τὸν συμπληρωτικὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἐσκέπτετο τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ὑποβάλῃ περὶ διαθέσεως τῆς γῆς, καὶ ὁ ὅρος οὗτος, παρεδέχθη δὲ αὐτὸν καὶ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος καὶ ἡ Βουλή. Ὑπάρχει λοιπὸν καὶ ἓν ποσὸν ἀπὸ ἐπικαρπίαν· λάβετε ἀκόμη ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ὑπερτίμησιν τῶν σιτηρῶν, ἥτις δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ ποσὸν τῆς παραγωγῆς ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν ἐλάττωσιν τῆς παγκοσμίου παραγωγῆς τῶν σιτηρῶν. Κατὰ μίαν στατιστικὴν, ἥτις ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς ἐφημερίδος, ἡ παγκόσμιος σιτοπαραγωγὴ τοῦ 1872 ἦτο κατωτέρα κατὰ 300,000,000 κοιλὰ ἀπὸ τὸν μέσον ὅρον τῆς συνήθους παραγωγῆς. Ἡ ἐλάττωσις αὕτη ἐπέφερε πανταχοῦ ὕψωσιν εἰς τὰς τιμὰς τῶν σιτηρῶν, ἑπομένως καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα· διὰ τοῦτο δὲ, καθὼς ἐνθυμοῦμαι, ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, ὅτε ὑπελόγιζε τὴν πρόσοδον τοῦ δημοσίου ἐκ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, παρεδέχθη ὡς μέσον ὅρον τὰς 5½ δραχμὰς τὸ κοιλόν. Ἀλλ’ ὁ ὅρος οὗτος εἰς ὁμαλὴν κατάστασιν πραγμάτων εἶναι ὑπερβολικὸς, διότι μόλις τὸ ⅓ τῆς παραγωγῆς εἶναι σῖτος, τὰ δὲ ἄλλα εἶναι εὐτελέστερα προϊόντα. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, νομίζω, ὅτι ἡ σταθερὰ πρόσοδος τοῦ δημοσίου ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν μόλις δύναται νὰ φθάσῃ τὰ 3,000,000. Ἐσκέφθημεν λοιπὸν πῶς ἦτο δυνατὸν ν’ ἀναπληρώσωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο, ἐὰν ἐπροτείνετο ἡ κατάργησις τῆς δεκάτης. Καὶ κατ’ ἀρχὰς ἐνομίσαμεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ τεθῇ μικρός τις φόρος εἰς ὅλας τὰς καλλιεργημένας γαίας, διακρινομένας εἰς ξηρικὰς καὶ ποτιστικάς, διότι κατὰ τὴν στατιστικὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐκ τῆς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος κ. πρωθυπουργὸς ἠρύσθη τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, αἱ καλλιεργούμεναι γαῖαι εἰς ὅλον τὸ Κράτος ἀνέρχονται εἰς 9,000,000 στρέμματα· δὲν τὸ λέγω ἐγώ, ἀλλ’ ἡ στατιστικὴ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι τὸ ⅓ τῶν γαιῶν τούτων εἶναι ποτιστικαὶ καὶ τὰ ⅔ εἶναι ξηρικαὶ, ἐπιβληθῇ δὲ ἐπὶ μὲν τῶν ποτιστικῶν φόρος πάγιος καὶ διαρκὴς 50 λεπτῶν τὸ στρέμμα, ἐπὶ δὲ τῶν ξηρικῶν εἴκοσι μόνον, θέλομεν ἔχει πρόσοδον 1,500,000 δραχ. ἐκ τῶν ποτιστικῶν καὶ 1,200,000, ἐκ τῶν ξηρικῶν, ἤτοι τὸ ὅλον 2,700,000, ποσὸν προσεγγίζον εἰς τὰ 3,000,000. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἐξακρίβωσις τῆς ἐκτάσεως ἔμελλε νὰ γενῇ διὰ δηλώσεων καὶ ἤθελον συμβῆ καταχρήσεις, παραδέχομαι ἐλάττωσιν 700,000 δραχ. καὶ οὕτως ἤθελε λάβει τὸ Δημόσιον 2,000,000, τὸ δὲ 1,000,000 ἤθελε μείνει ὑπὲρ τῶν γεωργῶν, οἵτινες ἤθελον ὠφεληθῆ καὶ ἕτερον 1,000,000, τὸ ὁποῖον ὠφελοῦνται οἱ ἐνοικιασταὶ καὶ οἱ φύλακες. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ σύστημα τῆς ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, ἠδύνατο νὰ μὴ εὕρῃ πολλοὺς ὀπαδοὺς, ἐσυλλογίσθημεν καὶ πάλιν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν κατάργησιν τῆς ἀποδεκατώσεως, τὸ λάχιστον διὰ τὸ 1880, ἀναπληροῦντες τὸ ποσὸν τῶν 2,000,000 διὰ τῆς προσθήκης ποσοστῶν ἐπὶ ἄλλων φόρων. Ἀφοῦ πρόκειται νὰ γείνῃ αὐτὸ τὸ μέγα καλὸν καὶ νὰ ἀπαλλαγῇ ἐντελῶς ἡ γεωργικὴ τάξις ἀπὸ τοῦ μεγάλου φόρου καὶ τῶν καταπιέσεων, διατί τάχα νὰ μὴ αὐξήσωμεν κατὰ 5 ἢ 10 λεπτὰ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ζώων, ἀφοῦ μάλιστα οἱ γεωργοὶ εἶναι καὶ κτηνοτρόφοι; Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὑπάρχουν καὶ κτηνοτρόφοι, οἵτινες δὲν καλλιεργοῦσι γῆν, ἀλλὰ συμφέρει νὰ ἀποχωρισθῶσι καὶ οὗτοι ὅπως γείνωσι γεωργοί. Διατί νὰ μὴν αὐξήσῃ κατὰ 1–2 δραχμὰς ὁ φόρος ἐπὶ τῶν σταφίδων, ὁ τῶν οἰκοδομῶν, ὁ τῶν τραπεζῶν κτλ; Ἀλλὰ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, τί χρεωστεῖ ὁ σταφιδοκτήμων, ἢ ὁ κάτοχος οἰκοδομῶν, ἢ ὁ ἔχων μετοχὰς εἰς τὴν τράπεζαν, ὥστε νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἀνώτερον φόρον, διὰ νὰ καταργηθῇ ὁ φόρος τῶν σιτηρῶν; ἀποκρίνομαι, ὅτι τὸν φόρον δὲν τὸν πληρώνει μόνον ὁ παραγωγός, ἀλλὰ καὶ ὁ καταναλωτής. Διὰ τῆς καταργήσεως δὲ τοῦ φόρου ὅλα τὰ σιτηρὰ θὰ κατασταθοῦν εὐθηνότερα, καὶ ἑπομένως ὅλοι ὀφείλομεν νὰ συνεισφέρωμεν πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἀφήσῃ ἡ κατάργησις τοῦ φόρου τῆς δεκάτης. Αὐταὶ εἶναι, κύριοι, αἱ ἰδέαι, αἵτινες ἐκυκλοφόρουν μεταξὺ ἡμῶν κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐνεστώσης Συνόδου καὶ αἵτινες ἐδημοσιεύθησαν καὶ διὰ τῶν ἐφημερίδων. Ἀλλ’ ἡ προλαβοῦσα Κυβέρνησις, φοβουμένη μὴ αὐξήσῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν προϋπολογισμὸν ἀνεβιβάζετο εἰς 10,000,000 καὶ ἐπέκεινα, ἐσκέφθη, ὅτι δὲν ἦτο καιρὸς νὰ ἐπέλθῃ διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος ἡ τοιαύτη κατάργησις. Ἐπεφυλάσσετο λοιπὸν εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν ἡ δόξα τῆς καταργήσεως τοῦ συστήματος τῆς ἀποδεκατώσεως, διότι, κατ’ ἐμὲ, εἶναι δόξα καὶ τιμὴ μεγάλη διὰ μίαν Κυβέρνησιν τὸ νὰ ἀπαλλάξῃ τὸ τόπον ἀπὸ τὴν μάστιγα ταύτην, ἥτις, κατ’ ἐμέ, εἶναι μία ἀπὸ τὰς κυριωτέρας αἰτίας τῆς ὑλικῆς ὀπισθοδρομήσεως καὶ τῆς ἠθικῆς ἐξαχρειώσεως τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ὅσον ἐπαινῶ καὶ συγχαίρω τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν διὰ τὴν γενναίαν ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν ἔλαβεν, ἄλλο τόσον λυποῦμαι, διότι, ἀποφασίσασα νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸ ἰσχύον σύστημα, δὲν ἐξέλεξε τὸ καταλληλότερον, κατ’ ἐμὲ, φορολογικὸν σύστημα, ἀλλὰ παρεδέχθη, ἀντὶ τῆς ἀποδεκατώσεως, τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Τὸ σύστημα τοῦτο, κατ’ ἐμέ, δὲν θέλει εὐδοκιμήσει, θέλουν δὲ γεννηθῆ ἐξ αὐτοῦ πολλαὶ περιπλοκαὶ, ζημίαι καὶ ἀδικίαι. Καὶ δὲν λυποῦμαι τόσον διὰ τὴν ἀποτυχίαν τοῦ συστήματος, ὅσον φοβοῦμαι μήπως, ἀποτυγχάνοντος τοῦ πρώτου μέτρου διὰ τοῦ ὁποίου ἀποπειρώμεθα τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης, οἱ θιασῶται αὐτῆς εὕρωσι πάλιν ἀφορμὴν νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν ἀποδεκάτωσιν, ἥτις, κατ’ ἐμὲ, εἶναι τὸ ὀλεθριώτερον πάντων τῶν φορολογικῶν συστημάτων. Τὸ σύστημα τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἔχει πρῶτον ἐλάττωμα, ὅτι στηρίζεται καὶ αὐτὸ εἰς τὴν ἀκαθάριστον πρόσοδον· διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι κατὰ τὴν γενησομένην διανομὴν τοῦ φόρου, θέλει ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος ἐπὶ τῇ βάσει τῶν 2%. Τὸ δὲ χειρότερον εἶναι, ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὸ σύστημα τῆς ἀποδεκατώσεως, ἕκαστος φορολογούμενος ἐπλήρωνεν ἀναλόγως τῆς ἀκαθαρίστου αὐτοῦ προσόδου, μὲ τὸ σύστημα τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν λαμβάνεται ὁ μέσος ὅρος τῆς παραγωγῆς ὅλου τοῦ χωρίου, καὶ ἑπομένως ἐπέρχεται μεγαλειτέρα ἀδικία. Καὶ βεβαίως, ἐάν τις παράγῃ 100 κοιλὰ, ἄλλος 50 καὶ ἄλλος 30, ὑποβληθῶσι δὲ πάντες εἰς ἴσην φορολογίαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου, ὅστις εἶναι 60 κοιλὰ, θέλει ὠφεληθῇ ὁ πρῶτος, πρὸς ζημίαν μικρὰν τοῦ δευτέρου, μεγίστην δὲ διὰ τὸν τρίτον. Ἔπειτα φοβοῦμαι, ὅτι θέλει ἐλαττωθῇ παραπολὺ ἡ πρόσοδος τοῦ δημοσίου, καὶ ὅτι μόλις 1,000,000 θέλει εἰσπραχθῇ· δὲν πιστεύω δὲ νὰ φρονῇ τις, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ γείνῃ τοιαύτη ἐλάττωσις ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ὥστε ἡ πρόσοδος τοῦ δημοσίου νὰ περιορισθῇ εἰς 1,000,000, διότι κατὰ τὴν στατιστικὴν, τὴν ὁποίαν ἐδημοσίευσε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἡ παραγωγὴ τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἀνέρχεται εἰς 12,000,000. Ἐὰν διαιρέσητε τὸν ἀριθμὸν τοῦτον μὲ τὰς 230,000 τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, θὰ ἔχητε μέσον ὅρον 55–60 κοιλὰ δι’ ἕκαστον κτῆνος· ἑπομένως ὁ μέσος ὅρος τοῦ φόρου θὰ ἦναι 5–6 δραχμαί.
§84ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κατώτερος ὅρος εἶναι 5 δραχμαί.
§85ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ μοὶ κάμνει τὴν παρατήρησιν ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργός, ὅτι ὁ κατώτερος ὅρος δὲν κατέρχεται κάτω τῶν 5 δραχμῶν· φοβοῦμαι ὅμως, μήπως κατὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου εἰς οὐδὲν χωρίον εὑρεθῶσιν ἀνώτεροι ὅροι καὶ ὅλα τὰ ἀροτριῶντα κτήνη πληρώσωσι 5 δραχμάς. Καὶ φοβοῦμαι τοῦτο, ὄχι μόνον διότι ὁ μέσος ὅρος τῆς παραγωγῆς εἶναι 60 κοιλὰ, ἀλλὰ καὶ διότι θὰ συμβῶσι καταδολιεύσεις εἰς τὴν βεβαίωσιν τὰ κτήνη π.χ. χωρίου τινὸς δύνανται νὰ δηλωθῶσι κατὰ τὰ ¾ ἢ τὰ ⅗ εἰς τὴν περιφέρειαν ἄλλου χωρίου, τότε δὲ θὰ αὐξήσῃ μὲν τοῦ πρώτου χωρίου ὁ μέσος ὅρος, ἀλλὰ θὰ ἐλαττωθῇ ἐπαισθητῶς ὁ τοῦ ἄλλου· ἐπειδὴ ὅμως εἰς τὸ πρῶτον χωρίον θὰ μείνουν ὀλίγα κτήνη, ἡ αὔξησις τῆς προσόδου δὲν θὰ ἦναι ἀνάλογος τῆς ἐλαττώσεως, καὶ δὲν θὰ ἠμπορέσητε διὰ τῆς αὐξήσεως ν’ ἀναπληρώσητε ὅ,τι θὰ χάσητε. Φοβοῦμαι δὲ ἀκόμη, ὅτι θέλουσι γεννηθῆ περιπλοκαὶ ὡς πρὸς τὸν δημοτικὸν φόρον, καὶ ὅτι εἰς τινὰς δήμους θέλει καταντήσει ὁ δημοτικὸς φόρος νὰ ἦναι πολὺ ἀνώτερος ἀπὸ τὸν δημόσιον φόρον, καὶ νὰ ἀδικηθῶσιν οἱ πτωχότεροι τῶν φορολογουμένων. Ἀκόμη φοβοῦμαι, ὅτι θέλουσι μείνει ἀφορολόγητα τὰ φορτηγὰ ζῶα, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται καὶ εἰς τὸ ἄροτρον, διότι οἱ κύριοι αὐτῶν θὰ ἰσχυρίζωνται, ὅτι τὰ μεταχειρίζονται διὰ τὰ κάῤῥα των ἢ τὴν μεταφορὰν τῶν προϊόντων των. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι καὶ τὸ σύστημα τοῦτο δὲν μᾶς ἀπαλλάσσει οὔτε ἀπὸ τὴν ἐλαττωματικὴν βάσιν τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, οὔτε ἀπὸ τὰς δολιότητας τῶν φορολογουμένων, οὔτε ἀπὸ τὰς καθυστερήσεις· διὰ τοῦτο ἐξέφρασα τὴν λύπην μου, βλέπων, ὅτι διὰ τοιούτου ἀκαταλλήλου συστήματος ἐγκαινιάζεται ἡ κατάργησις τῆς δεκάτης. Μολαταῦτα, τὸ κατ’ ἐμὲ, προλαμβάνω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο τὸ θεωρῶ καταλληλότερον ἀπὸ τὴν δεκάτην, καὶ ἐὰν δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ ἄλλο σύστημα, περὶ τοῦ ὁποίου θέλω σᾶς κάμει λόγον κατόπιν, κηρύσσομαι ὑπὲρ αὐτοῦ. Τοιοῦτον σύστημα ἐγγείου φορολογίας δὲν γνωρίζω νὰ ὑπάρχῃ εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι μίαν ἡμέραν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Οἰκονόμου μᾶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι σύστημα τοιοῦτον ἀπαντᾶται εἰς τὴν Ἀλγερίαν καὶ ὀνομάζεται ἀχούρ· ἀλλ’ ἐξ ὅσων ἀνέγνωσα, δὲν ἐπείσθην, ὅτι ἡ πληροφορία τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου κ. Οἰκονόμου εἶναι ἀκριβής. Εἰς τὴν Ἀλγερίαν ὀνομάζουν ἀχοὺρ τὴν δεκάτην, ἡ ὁποία μέχρι τινὸς εἰσεπράττετο εἰς εἶδος, ὅπως καὶ παρ’ ἡμῖν. Ὅταν δὲ μετέβησαν οἱ Γάλλοι ἐκεῖ, ἐπειδὴ δὲν εὕρισκον ἐνοικιαστὰς, οἱ ὁποῖοι νὰ μὴ κάμουν καταθλίψεις καὶ καταπιέσεις, ἀπεφάσισαν νὰ κάμουν μεταβολήν τινα, ἥτις περιωρίσθη εἰς τοῦτο· ἀντὶ νὰ καταμετροῦν ἑκάστοτε τὰ παραγόμενα προϊόντα καὶ νὰ ἐπιβάλλουν τὸν φόρον, διορίζουν πραγματογνώμονας πρὸ τῆς συγκομιδῆς τῶν καρπῶν, οὗτοι δὲ ἐκτιμῶσι τὰ προϊόντα ἐπὶ τῶν ἀγρῶν, ὡς γίνεται παρ’ ἡμῖν ἐπὶ τῶν ὀψίμων ἀραβοσίτων· ἀκολούθως ὁρίζεται ὁ μέσος ὅρος τῆς τιμῆς καὶ ὁ παραγωγὸς πληρώνει εἰς χρήματα τὸν φόρον, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γενομένης ἐκτιμήσεως καὶ τῆς ὁρισθείσης τιμῆς. Μόνον εἰς μίαν ἐπαρχίαν, τὴν Κωνσταντίναν, ἀντὶ νὰ κάμνουν κατ’ ἔτος τὴν ἐργασίαν αὐτὴν, κατέστη πάγιος ὁ φόρος καὶ ὡρίσθη νὰ πληρώνῃ ἕκαστος γεωργὸς 25 μὲν φράγκα διὰ τὸ δέκατον, τὸ ἀχοὺρ, καὶ 20 φράγκα δι’ ἕνα ἄλλον φόρον, χοκὸρ καλούμενον, ὅστις ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας, τὸ ὅλον 45 φράγκα διὰ κάθε ζευγάρι. Ἀλλ’ ὁ συγγραφεὺς, ὅστις ἀναφέρει τοῦτο, ἐπεξηγῶν τὴν λέξιν ζευγάρι, λέγει; «ἤτοι διὰ πᾶσαν ἔκτασιν γῆς, τὴν ὁποίαν ἓν ζεῦγος βοῶν δύναται νὰ καλλιεργήσῃ.» Ἑπομένως, κατὰ τὸν συγγραφέα τοῦτον, τὸ ζευγάρι εἰς τὴν Ἀλγερίαν δὲν εἶναι δύω βόες, ἀλλ’ εἶναι ὡρισμένη ἔκτασις γῆς, τὴν ὁποίαν ὑποτίθεται ὅτι δύναται νὰ καλλιεργήσῃ ἓν ζεῦγος βοῶν. Τοιοῦτόν τι συμβαίνει εἰς τὴν Λεβαδείαν ὡς καὶ εἰς ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος. Ὥστε εἰς τὴν Ἀλγερίαν δὲν ὑπάρχει φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἐκτάσεως τῆς γῆς.
§86ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐπειδὴ εἴπατε, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς δὲν ὑπάρχει ἀλλοῦ, σᾶς λέγω, ὅτι ὁ διακεκριμένος δημοσιολόγος Beaulieu ῥητῶς ἀναφέρει, καὶ θὰ τὸ παρετηρήσατε βεβαίως, ὅτι εἴς τινα Κράτη ἐφαρμόζεται ὁ φόρος, ἀντὶ τῆς δεκάτης, ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, καὶ προσθέτει, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς εἶναι βεβαίως προτιμότερος τῆς δεκάτης.
§87ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν περίφημον αὐτὸν συγγραφέα τὸν γνωρίζω, καὶ ἔσπευσα νὰ προμηθευθῶ τὸ σύγγραμμά του, τὸ ὁποῖον πολὺ συχνὰ τὸ συμβουλεύομαι, διότι εἶναι τὸ νεώτερον καὶ λαμπρότερον τῶν τοιούτου εἴδους συγγραμμάτων. Ἀνέγνωσα πολλάκις τὸ χωρίον αὐτὸ, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐξαγάγω τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον ἐξάγει ὁ κ. Σαράβας.
§88ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν σελίδα 297.
§89ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Beaulieu, ἀφοῦ ἀναφέρει τὰ περὶ δεκάτης καὶ τὴν κατακρίνει μὲ ὅλην αὐτοῦ τὴν δύναμιν, γράφων ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ περισσότερα τῶν ὅσα παρ’ ἐμοῦ ἠκούσατε, ἐπιφέρει, ὅτι εἴς τινα ἐπίσης ἔθνη βάρβαρα......
§90ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, δὲν λέγει βάρβαρα. (Θόρυβος.)
§91ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατήργησαν τὴν δεκάτην καὶ ἔβαλαν φόρον sur les charues, ἤτοι τὸ ζευγάρι, ἀλλ’ εἶναι ἀμφίβολον ἐὰν ἐννοῇ ζεῦγος βοῶν ἢ ἔκτασιν γῆς, διότι καὶ ὁ Boileau, τὸν ὁποῖον ἐσυμβουλεύθην, καὶ ὁ Gandillot, τὸ αὐτὸ λέγει.
§92ΣΑΡΑΒΑΣ. Προσθέτει ἔπειτα καί......
§93ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ σπεύδετε, θὰ τὰ εἴπω ὅλα. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἐν παρόδῳ ἀναφέρει ὁ Beaulieu τὸ σύστημα τοῦτο τῆς φορολογίας καὶ δὲν καταβαίνει εἰς λεπτομερείας, δικαιοῦμαι νὰ ὑποθέτω, ὅτι διὰ τῆς λέξεως charrue ἐννοεῖ ἔκτασιν γῆς. Τόσον δικαιοῦμαι δὲ νὰ πιστεύσω τοῦτο, διότι μετὰ τὴν λέξιν charrue ἀναφέρει καὶ ἕτερον φόρον, sur les bettailles, ὅστις εἶναι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ζώων, γνωρίζετε δὲ, ὅτι καὶ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ζώων δὲν ὑπάρχει ἐν Εὐρώπῃ, ἀλλὰ συγχωνεύεται μὲ τὸν ἔγγειον φόρον, διότι καὶ τὰ ζῶα δὲν εἶναι ἢ προϊόντα τῆς γῆς, ὡς τρεφόμενα ἀπὸ τὸ χόρτον· πᾶς δὲ γεωργός, ἀντὶ νὰ σπείρῃ πάντοτε τὸν ἀγρόν του μὲ δημητριακοὺς καρποὺς, τὸν κάμνει καὶ λειβάδιον, διὰ νὰ θρέψῃ τὰ κτήνη του καὶ τὸν καταστήσῃ γονιμώτερον. Παρακατιὸν γράφει ὁ αὐτὸς συγγραφεύς, ὅτι ἐπιβάλλεται καὶ φόρος ἐπὶ τῶν ὀπωροφόρων δένδρων· πάντας δὲ τούτους τοὺς φόρους εὑρίσκει προτιμοτέρους ἀπὸ τὴν δεκάτην, καὶ κατὰ τοῦτο συμφωνῶ καὶ ἐγώ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν μᾶς λύει τὸ ζήτημα, εἶναι δὲ ἀδιάφορον τώρα ἐὰν ὑπάρχῃ ἀλλαχοῦ τοιοῦτος φόρος. Ἐγὼ λέγω, ὅτι.....
§94ΑΡ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Αὐτὸς ὁ φόρος, περὶ τοῦ ὁποίου ἀμφιβάλλετε, εἶναι τῳόντι ἀληθής. Ὁ κ. Τρικούπης δὲν τὸν ἐφεῦρεν· ἁπλῶς τὸ εὗρεν. Ὑπάρχει αὐτὸς ὁ φόρος, καὶ νομίζω, ὅτι πλανᾶσθε (ἐπιτρέψατέ μοι τὴν λέξιν) κατὰ τοῦτο, νομίζοντες ὅτι τὸ παρ’ ἡμῖν λεγόμενον ζευγάριον ἠμπορεῖ νὰ ἐξομοιωθῇ πρὸς τὴν Γαλλικὴν λέξιν, τὴν ὁποίαν ἤκουσα πρὸ ὀλίγου «Charrue.» Ἐν Γαλλίᾳ δὲν ἔχουν μέτρον ἐκτάσεως τὸ ζευγάριον, Charrue δὲ σημαίνει τὸ ἄροτρον. Θέλετε μόνον ἰδεῖ, ὅτι αὐτὸς ὁ φόρος, ὅστις πράγματι ὀνομάζεται Ἀχούρ, ἐπιβάλλεται ἐπὶ τοῦ ἀρότρου, καὶ πληρόνει ἕκαστον ἄροτρον ἐν Ἀλγερίᾳ, ἂν μὲν ἦναι ἀρίστη ἡ εὐφορία, 75 δραχμὰς, ἂν δὲ καλὴ 50 δραχμὰς, ἂν δὲ σχεδὸν καλὴ 25 δραχμὰς, ἂν δὲ μετρία μηδέν. Ὥστε βλέπετε, ὁ φόρος αὐτὸς πράγματι ὑπάρχει, φορολογοῦνται δὲ τὰ ἄροτρα κατ’ ἀναφορὰν πρὸς τὴν ἔκτασιν, τὴν ὁποίαν ὑποτίθεται ὅτι καλλιεργοῦν, διότι πρέπει νὰ γνωρίζητε καὶ τὸ ἑξῆς, ὅτι ἐν Ἀλγερίᾳ δὲν εἶναι τόσον βεβαιωμένη ἡ ἰδιοκτησία ἢ ἀκίνητος· ἐπικρατεῖ ἐκεῖ εἶδος κοινῆς ἰδιοκτησίας ἐπὶ ὅλης τῆς ἐκτάσεως, τὴν ὁποίαν κατοικοῦν οἱ ἰθαγενεῖς πληθυσμοί. Καὶ συμβαίνει ἐν Ἀλγερίᾳ, ὅτι οἱ μὲν Εὐρωπαῖοι δὲν πληρόνουν ἔγγειον φόρον, οἱ δὲ ἰθαγενεῖς πληρόνουν αὐτὸν τὸν φόρον, τὸν Ἀχούρ.
§95ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πταίω ἐγώ, ἐὰν ἐξέλαβα ὅτι τὸ Charrue ἠμπορεῖ νὰ σημαίνῃ καὶ ἔκτασιν γῆς, διότι ὁ Gandillot, εἰς τὸν ὁποῖον μᾶς παρεπέμψατε, κάμνει αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν. Ἐν Ἑλλάδι, κύριοι, ἡ ἰδέα περὶ φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἐγεννήθη κατὰ πρῶτον εἰς τὸ Ὑπουργικὸν συμβούλιον τοῦ 1871, ὅτε πρωθυπουργὸς ἦτο ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὁ δὲ ἀξιότιμος νῦν ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐγὼ εἴμεθα ὑπουργοί. Ἡμεῖς, καθὼς γνωρίζετε, ἔχομεν ἀνεγεγραμμένην ἀνέκαθεν εἰς τὴν σημαίαν ἡμῶν τὴν κατάργησιν τῆς ἀποδεκατώσεως, καὶ ἐκάμομεν πρὸς τοῦτο διαφόρους ἀποπείρας, εἰσαγαγόντες κατὰ καιροὺς εἰς τὴν Βουλὴν Νομοσχέδια περὶ ἀντικαταστάσεως αὐτῆς διὰ τοῦ διανεμητικοῦ συστήματος· ἀλλὰ τὰ νομοσχέδιά μας οὐδέποτε ἔτυχον εὐμενοῦς ὑποδοχῆς, τοῦτο δὲ διὰ δύο λόγους, πρῶτον, διότι ἡ κοινωνία δὲν ἔχει πεποίθησιν εἰς τὰ διάφορα ὄργανα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ σύστημά μας ἐκαλοῦντο, ἵνα ἐξακριβώσωσι τὴν ἔκτασιν καὶ κανονίσωσι τὴν καθαρὰν πρόσοδον, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβληθῇ ὁ φόρος, καὶ δεύτερον, διότι ἀπὸ ταμιευτικὸν πνεῦμα κινούμενοι, ἐφροντίζομεν ὅπως μὴ ἐλαττωθῇ ἡ πρόσοδος, τὴν ὁποίαν τὸ δημόσιον διὰ τοῦ συστήματος τῆς δεκάτης ἀπελάμβανεν. Ἀλλὰ διὰ νὰ εἰσπραχθῶσι διὰ τοῦ νέου συστήματος ὅσα καὶ διὰ τῆς δεκάτης, ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ συμβῶσι πολλαὶ ἀδικίαι καὶ ἀνισότητες· ἕνεκα τῶν δύο τούτων λόγων, τὰ νομοσχέδιά μας δὲν ἠξιώθησαν τῆς δεούσης προσοχῆς. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ἐθεωρούσαμεν ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ νὰ γείνῃ ἡ κατάργησις τῆς δεκάτης, ἐσυλλογίσθημεν τότε νὰ διαιρέσωμεν τὸ ἔδαφος εἰς γενικὰς καὶ εὐδιακρίτους κατηγορίας καὶ νὰ προτείνωμεν ἐλάχιστόν τινα φόρον, διότι καθ’ ἡμᾶς ἡ βάσις τῆς φορολογίας πρέπει νὰ ἦναι τὸ ἔδαφος. Ἀλλ’ ὁ ἐλάχιστος αὐτὸς φόρος ἤθελεν ἐλαττώσει τὰ μέγιστα τὴν πρόσοδον τοῦ δημοσίου· γνωρίζετε δὲ, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν ὑπῆρχε δυστυχῶς ἢ εὐτυχῶς ἡ εὐκολία, ἡ ὁποία εἰσήχθη κατὰ τὰ νεώτερα ταῦτα ἔτη, εὐκολία δηλ. τοῦ νὰ ἀναγράφωνται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δαπάναι ὑπερβαίνουσαι κατὰ πολλὰ ἑκατομμύρια τὰ ἔσοδα, νὰ καταργῶνται φόροι, νὰ προστίθενται ἑκατομμύρια ἀναπληρωτικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων, καὶ οὐδεὶς νὰ μεριμνᾷ περὶ τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τότε, κύριοι, τὸ πρῶτον μέλημα ὅλων τῶν κυβερνήσεων ἦτο τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἑπομένως, ὅτε ἐγίνετο λόγος νὰ καταργηθῇ εἷς φόρος ἀπὸ τὸν ὁποῖον τὸ δημόσιον ἀπελάμβανεν ὑπὲρ τὰ δέκα ἑκατομμύρια, διότι συμπεριλαμβάνομεν πάντοτε καὶ τὸν φόρον τῶν ζώων, ἐβλέπομεν δὲ ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι ὁ μικρὸς ἐπὶ τοῦ ἐδάφους φόρος δὲν ἤθελε δώσει ἴσως περισσότερα τοῦ 1,500,000, κατὰ τοὺς ὅρους τοὺς ὁποίους παρεδεχόμεθα, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προβῶμεν εἰς μίαν τοιαύτην ἀπόφασιν, τοὐλάχιστον ἡμεῖς δὲν εἴχομεν τότε τὴν γενναιότητα, τὴν ὁποίαν οἱ διάδοχοι ἡμῶν ἀπὸ τοῦ 1877 καὶ ἐντεῦθεν φαίνεται ὅτι ἀπέκτησαν εἰς μέγιστον βαθμόν· ἐσυλλογίσθημεν λοιπὸν νὰ προτείνωμεν καί τινας ἄλλους φόρους, διὰ τῶν ὁποίων νὰ ἀναπληρωθῇ ἐν μέρει τὸ ἔλλειμμα. Τὸ καθῆκον τοῦτο εἴχομεν πρὸ πάντων ἡμεῖς, οἵτινες ἤλθομεν εἰς τὴν ἐξουσίαν κατὰ τὰ τέλη τοῦ 1870 μὲ τὴν σταθερὰν ἀπόφασιν νὰ καταπαύσωμεν τὰς οἰκονομικὰς ἀνωμαλίας, αἱ ὁποῖαι εἶχον γεννηθῆ ἀπὸ τὰ ἔκτακτα συμβεβηκότα τοῦ 1867 τοῦ 1868 καὶ αἱ ὁποῖαι ἐξηκολούθησαν νὰ πιέζωσι τὸ Κράτος καὶ κατὰ τὸ 1869 καὶ 1870· εἴπομεν τότε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἔχομεν ἀπόφασιν νὰ κυβερνήσωμεν ἄνευ νέων φόρων καὶ δανείων, καὶ ὑπεσχέθημεν νὰ φέρωμεν τὸ ἰσοζύγιον. Ἀφοῦ δὲ ἐπλησίαζε τὸ τέλος τοῦ 1871 καὶ ἐβλέπομεν, ὅτι αἱ ἐπαγγελίαι ἡμῶν ἐπραγματοποιοῦντο καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν, καὶ ὅτι τὸ 1871 ἔμελλε νὰ κλείσῃ μὲ περίσσευμα, δὲν ἠθέλομεν νὰ ταράξωμεν ἐκ νέου τὴν οἰκονομίαν τοῦ Κράτους διὰ καταργήσεως φόρων· ἴσως παραξενεύεσθε ἀκούοντες ὅτι τὸ 1871 ἀφῆκε περίσσευμα, ἀφοῦ ὁ πίναξ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἀπὸ τοῦ 1861 καὶ ἐντεῦθεν χρήσεων, τὸν ὁποῖον παρουσίασεν ὁ ἀξιότιμος πρώην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Δηλιγιάννης, παριστᾷ, ὅτι καὶ ἡ χρῆσις τοῦ 1871 ἔχει ἔλλειμμα καὶ ἔλλειμμα ἐκ 3,700,000· ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο δὲν εἶναι πραγματικὸν, διότι ἂν πιστεύσητε ὄχι ἐμὲ, ἀλλὰ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἔθεσεν ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης ὅτε εἰσῆγε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1878, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1871 συμπεριλαμβάνει εἰς τὰ ἔξοδα αὐτῆς 5,600,000, διὰ πληρωμὰς ἀναγομένας εἰς προηγουμένας χρήσεις· δὲν ἔχει δὲ ἔλλειμμα ὁ δαπανῶν 3,700,000 πλέον τῶν εἰσπράξεών του, πληρόνων δὲ χρέη 5,500,000· ὁ τοιοῦτος ἔχει περίσσευμα, διότι τὸ ἐν γένει παθητικὸν αὐτοῦ ἠλαττώθη κατὰ 1,800,000. Καὶ τότε μὲν ἀπεχωρήσαμεν τῶν πραγμάτων· ὅτε δὲ ἐπανήλθομεν κατὰ τὸ 1875 εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ εἴδομεν, ὅτι τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκλονίζετο καὶ πάλιν, δὲν ἐθεωρήσαμεν ὀρθὸν νὰ προτείνωμεν οὐδεμίαν μεταβολὴν διὰ τὸ 1876, εἰσηγάγομεν ὅμως τὸ φορολογικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον εἴχομεν σχεδιάσει κατὰ τὸ 1871, καὶ ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ τὸ ψηφίσῃ, ὅπως χρησιμεύσῃ διὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη. Τί δὲ ἦτο τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον παρουσιάσαμεν καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἐμυκτηρίσθημεν μάλιστα τότε; Κατὰ τὸ σύστημα ἐκεῖνο κατηργοῦντο πάντες οἱ ἔγγειοι φόροι (πλὴν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐλαίου καὶ τῶν εἰς τὰ Τελωνεῖα εἰσπραττομένων) καὶ οἱ φόροι τῶν ζώων καὶ μελισσίων, ἐπεβάλλοντο δὲ, καθὼς προεῖπον, μικροί τινες φόροι εἰς ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ ἐδάφη· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ φόρος αὐτὸς ἤθελε δώσει ἔσοδον πολὺ μικρὸν καὶ μὴ ἀνταποκρινόμενον πρὸς τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους ἐζητοῦμεν νὰ καταργήσωμεν, ἐπροτείναμεν νὰ εἰσαχθῶσιν οἱ φόροι ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καὶ τῶν ποτῶν, φόροι ὑπάρχοντες εἰς ὅλα τὰ Κράτη, καὶ οἱ ὁποῖοι τάχιον ἢ βράδιον θὰ εἰσαχθῶσι καὶ παρ’ ἡμῖν· φοβούμενοι δὲ μήπως καὶ δι’ αὐτῶν δὲν ἤθελε καλυφθῇ τὸ ἔλλειμμα, ἐζητήσαμεν νὰ ψηφισθῇ ἐπιβοηθητικῶς φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ φόρος ἀκόμη ἐπὶ τῶν ἀλεσμάτων. Διὰ τῶν προτάσεών μας τούτων ἠθέλομεν νὰ λάβωμεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν πέντε νόμους φορολογικοὺς, ἡ ἐφαρμογὴ τῶν ὁποίων ἔμελλε νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τὸ ἐπιὼν ἔτος· ἐν τούτοις ἡ ἐξακρίβωσις τῆς βάσεως τῶν φόρων τούτων ἤθελε γείνει ἐντὸς τοῦ 1876, ὅταν δὲ ἤθελεν ἔλθει ἡ ὥρα τῆς ἐφαρμογῆς, ἠδύνατο ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, αὐξάνουσα τοὺς ὅρους τῆς φορολογίας τῶν διαφόρων κατηγοριῶν τοῦ ἐδάφους, νὰ καταστήσῃ περιττὸν τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ἀλεσμάτων. Τοῦτο αὐτὸ ἠδύνατο νὰ γείνῃ καὶ ἂν ἤθελον εὐδοκιμήσει οἱ ἄλλοι δύω φόροι ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καὶ τῶν ποτῶν· ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ τὸ σύστημα αὐτὸ δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἀπὸ τὴν Βουλὴν, καὶ ἔμεινε χωρὶς νὰ ψηφισθῇ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἦτο ἐν ἀρχῇ ἰδέα ἰδική μας, ἀλλ’ ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἐπροτείναμεν ὡς ἐπιβοηθητικὴν, διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ διευκολύνωμεν τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος ἐπὶ τῆς ἐκτάσεως. Ἐγὼ, κύριοι, ἐμπνέομαι πάντοτε πρῶτον μὲν ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ νὰ καταργηθῇ ἡ δεκάτη, δεύτερον δὲ ἀπὸ τὴν ἰδέαν τοῦ νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἀντὶ τῆς δεκάτης, φόρος πάγιος ἐπὶ τῆς γῆς, αὐτὸ δὲ εἶναι τὸ ὀρθότερον σύστημα, τὸ ὁποῖον παρεδέχθησαν εἰς ὅλα τὰ εὐνομούμενα Κράτη. Ἀφοῦ δὲ ἀποφασίζομεν καὶ ἡμεῖς νὰ προβῶμεν εἰς τὴν κατάργησιν τῆς ἀποδεκατώσεως, σᾶς προτείνω νὰ παραδεχθῆτε ὄχι τὸ σύστημα τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τὸ ὁποῖον φοβοῦμαι, ὅτι δὲν θέλει εὐδοκιμήσει, ἀλλὰ ἕτερον σύστημα φόρου ἐπὶ τῆς ἐκτάσεως. Εἶπον ἀνωτέρω, ὅτι ἡ ἔκτασις τῶν καλλιεργουμένων γαιῶν εἶναι 9,000,000 στρέμματα· ἐὰν διαιρέσωμεν τὰς γαίας εἰς ποτιστικὰς καὶ ξηρικάς, ἐπιβάλλητε δὲ κατὰ στρέμμα μικρόν τινα φόρον, θέλετε ἐξασφαλίσει ποσὸν πολὺ ἀνώτερον τῆς προσόδου, τὴν ὁποίαν μᾶς ὑπόσχεται ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, συγχρόνως δὲ θὰ θέσητε τὴν βάσιν τελειοτέρου φορολογικοῦ συστήματος· ἂν ἐπιτύχῃ τὸ σύστημα τοῦτο ὡς πρὸς τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς, ἠμπορεῖτε τὸ ἐρχόμενον ἔτος νὰ τὸ ἐπεκτείνητε εἰς τὰς ἀκαλλιεργήτους γαίας καὶ νὰ καταργήσητε τὸν φόρον τῶν ζώων, ἠμπορεῖτε νὰ τὸν ἐφαρμόσητε ἀκολούθως εἰς τὰ ἐλαιοπερίβολα, τὰς σταφιδαμπέλους καὶ λοιπὰς φυτείας, καὶ νὰ παύσῃ ἡ φορολογία τοῦ ἐλαίου, ὡς καὶ ἡ διὰ τῶν τελωνείων. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δύνασθε ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ φθάσητε εἰς μίαν ἀληθῆ καὶ βάσιμον φορολογικὴν μεταβολήν· δι’ ἕκαστον κτῆμα θέλει ὑπάρχει εἷς φόρος μικρὸς μὲν, ἀλλὰ φόρος μόνιμος, κανονικὸς καὶ ἀμετάβλητος, τὸν ὁποῖον θέλει γνωρίζει ὁ φορολογούμενος καὶ θέλει σπεύδει νὰ πληρώνῃ πάντοτε εἰς τὸ δημόσιον. Ὅταν τοῦτο κατορθωθῇ, μένουσα ἐλευθέρα ἡ γεωργία, θέλει ἀναπτυχθῆ καὶ προοδεύσει, θέλουσι λείψει αἱ καταθλίψεις καὶ καταπιέσεις τῶν ἐνοικιαστῶν, ὡς καὶ αἱ πανουργίαι καὶ πονηρίαι, τὰς ὁποίας μετέρχονται σήμερον φορολογοῦντες καὶ φορολογούμενοι, προσπαθοῦντες νὰ κλέπτῃ ὁ εἷς τὸν ἄλλον. Συνεπῶς μὲ ταῦτα, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καθυποβάλω ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητεῖται, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ διατάξῃ ὅπως τυπωθῇ.
§96ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§97ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω δὲ νὰ εἴπω, τελειόνων τὸν λόγον μου, ὅτι δὲν ἐννοῶ διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης νὰ φέρω κανὲν ἐμπόδιον εἰς τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης, οὔτε νὰ ἐναντιωθῶ ἀπολύτως εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Νομίζω, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον προτείνω, εἶναι τελειότερον. Ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ εὕρῃ, ὅτι τοῦτο ἔχει δυσκολίας ἢ ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀμέσως, καὶ ἀποῤῥιφθῇ ἡ τροπολογία μου, τότε θέλω καὶ ἐγὼ ψηφίσει ὑπὲρ τοῦ Νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ. Γίνεται διακοπὴ ἐπὶ δέκα λεπτά. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
§99ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Καὶ εἰς ἡμᾶς, κύριοι, οἱ συνδημόται μας, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐξέλεξαν ἀντιπροσώπους των, ἔδωκαν ῥητὴν ἐντολὴν τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης· ἀλλ’ ἡ ἐντολὴ αὕτη δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ μετατρέψῃ τὸν φόρον τὸν πληρωνόμενον εἰς εἶδος εἰς ἄλλον φόρον πληρωνόμενον εἰς χρήματα. Θέλετε νὰ καταργήσωμεν τὴν δεκάτην; συμφωνοῦμεν καθ’ ὁλοκληρίαν, διότι ὁμολογοῦμεν, ἔχει ἀνάγκην συνδρομῆς ἡ γεωργία, ἀλλὰ δὲν ἐννοοῦμεν νὰ ἐπιφορτίσωμεν αὐτὴν μὲ ἄλλον φόρον, τὸν ὁποῖον δυσκολεύεται νὰ τὸν πληρώνῃ, καὶ ὁ ὁποῖος ἐπιβαρύνει τὴν καλλιεργοῦσαν τάξιν.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ κατέθεσε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ πιστώσεως πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τοῦ Ἀπριλίου. Γίνεται δεκτὸν τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο εἰς ά. ἀνάγνωσιν.
§101ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Θέλετε λοιπὸν νὰ ἔλθωμεν εἰς συνδρομὴν τῆς γεωργίας, νὰ καταργήσωμεν τὴν δεκάτην, ἀλλὰ νὰ μὴ μεταβάλωμεν αὐτὴν εἰς χρήματα. Ὅλοι ἐλάλησαν κατὰ τῆς ἀφωρισμένης αὐτῆς δεκάτης, δὲν ὡμίλησεν ὅμως κανεὶς περὶ τῆς εὐκολίας, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ ὁ γεωργὸς νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον εἰς χρήματα, ἀφοῦ μάλιστα διὰ τῆς μεταβολῆς ταύτης μεταφέρετε ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὸν φόρον ἀπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου εἰς τὸν καλλιεργητὴν τῶν γαιῶν. Μᾶς ἀνέφεραν διάφορα συστήματα φορολογίας περὶ μεταβολῆς τῆς δεκάτης καὶ ὄχι τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης· ὅλοι οἱ κατὰ τῆς δεκάτης ὁμιλήσαντες μετεχειρίσθησαν τὸ ὄνομα ἀντικατάστασις, ἀλλὰ τὸ ἀντικαθιστῶ δὲν σημαίνει καταργῶ· αὐτὸ λέγει τὸ λεξικὸν τοῦ Γαζῆ. Ὑποστηρίζει ὁ προλαλήσας κ. πρόεδρος τὴν στρεμματικὴν φορολογίαν· ὁμολογῶ ὅτι αὕτη εἶναι ἡ δικαιοτέρα, ἀλλ’ εἶναι εὔκολον νὰ γείνῃ αὕτη εἰς ἓν ἢ δύο ἔτη; Εἰς ἄλλα ἔθνη καὶ μέσα περισσότερα ὑπῆρξαν καὶ γνώσεις περισσότεραι καὶ ἐπιστήμη περὶ τῶν γεωπονικῶν περισσοτέρα, ἀλλὰ δὲν ἐτελείωσαν αὐτὸ τὰ ἔργα εἰς ἓν ἢ δύο ἔτη· διὰ νὰ κάμουν τὰ κτηματολόγια, παρῆλθον ἔτη πολλά. Μᾶς εἶπον, ὅτι εἰς τὴν Ἀλγερίαν ὑπάρχει ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτήρων κτηνῶν, ἀλλ’ ἐκεῖ, ὅταν οἱ Γάλλοι κατέκτησαν καὶ εἶχον πολυπληθῆ στρατὸν παρακολουθούμενον ἀπὸ πλῆθος μηχανικῶν καὶ γεωπόνων, ἐπεβλήθη φόρος εἰς τὰ ἀροτριῶντα κτήνη· ἀλλὰ τότε ἐγνώριζον οἱ Γάλλοι κατὰ σπιθαμὴν ὄχι μόνον τὴν ἔκτασιν τῆς γῆς τοῦ Ἀλγερίου, ἀλλὰ καὶ τὴν ποιότητα αὐτῆς. Ἔχετε τοιαῦτα στοιχεῖα εἰς τὴν Ἑλλάδα; Ἐὰν νομίζετε, ὅτι θὰ τὰ ἔχητε διὰ τῆς μεθόδου τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου, λυποῦμαι, διότι δὲν γνωρίζετε τί ἐστὶν Ἑλλάς. Αὐτοὶ οἱ λογαριασμοὶ εἶναι μία πολύπλοκος ἐργασία, ἡ ὁποία θὰ καταλήξῃ εἰς βάρος τοῦ γεωργοῦ, ὅπως κατέληγον καὶ τὰ πρωτόκολλα τῆς ἐκτιμήσεως τῶν φόρων, διότι συνήθως οἱ ὑπάλληλοι νομίζουν, ὅτι συσταίνονται εἰς τὰς προϊσταμένας ἀρχάς, ἐὰν πιέσωσι τοὺς φορολογουμένους καὶ παρουσιάσουν περισσότερα ἔσοδα. Ὁ ἔχων δύω βόας, θὰ πληρώσῃ ὡς ἐλάχιστον ὅρον 20 δρ. δηλαδὴ 4 κοιλά. Ἐρωτῶ τὸν κ. Σωτηρόπουλον, ἐὰν εἰς τὴν ἐπαρχίαν του οἱ γεωργοὶ δύνανται νὰ παράξωσιν 80 ἢ καὶ 60 κοιλὰ κατὰ ζεῦγος. Τὸ ἐννοῶ διὰ τὴν Φθιώτιδα, τὴν Λοκρίδα, τὴν Βοιωτίαν, τὴν Μαντινείαν· αἱ ἄλλαι ὅμως ἐπαρχίαι, καὶ ἰδίως αἱ ὀρειναὶ καὶ αἱ νῆσοι, τί ἐσοδεύουν; Τί ἐσοδεύουν οἱ ἰδικοί του Κοντοβουνήσιοι καὶ Σουλιμοχωρῖται; Τὸ παρουσιαζόμενον σύστημα ἀφίνει μερικὰς ἐπαρχίας σχεδὸν ἀσιδότους, καὶ ἰδίως τοὺς μεγαλοκτηματίας· διὰ τοῦτο καὶ πολοὶ βουλευταὶ τυρβάζουσι τόσον πολὺ ὑπὲρ τοῦ ὑπουργικοῦ νομοσχεδίου, ὄχι διότι τοῦτο εἶναι ὑπὲρ τῶν γεωργῶν, ἀλλ’ ὑπὲρ αὐτῶν τῶν ἰδίων. Εἶναι δίκαιον τοῦτο; τί ὀφείλουσιν αἱ πεφυτευμέναι ἐπαρχίαι νὰ πληρώνωσι διὰ τὰς σιτοφόρους, εἰς ἃς χαρίζονται τὰ ⅖ τοὐλάχιστον τοῦ ὁποίου ἐπλήρωνον φόρου; διότι ποῖα ἔχετε ἄλλα εἰσοδήματα ἀπὸ αὐτάς, ἀφοῦ τὰς ἀπηλλάξατε ἀπὸ τὸν φόρον τῶν δημητριακῶν καρπῶν; Σᾶς ἔφερον τὸ εἰδεχθὲς τῆς ἱστορίας τῆς δεκάτης ἐν Εὐρώπη, ἀλλ’ ἐκεῖ ἐπληρώνετο ἀπὸ μόνην τὴν τρίτην τάξιν, ἀπηλλαγμένων ὄντων τοῦ κλήρου καὶ τῆς ἀριστοκρατείας, καὶ διὰ τοῦτο ὁ φόρος αὐτὸς ἦτο εἰδεχθὴς καὶ ἀποτρόπαιος, ἦτο φόρος δουλείας· ἀπὸ τὸ 1821 πληρώνουν τὴν δεκάτην ὅλαι αἱ κτηματικαὶ τάξεις εἰς τὴν Ἑλλάδα.
§102ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Καὶ ἐπὶ Τουρκίας τὸ ἴδιον ἐγίνετο.
§103ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Μάλιστα καὶ ἐπὶ Τουρκίας, καὶ ἐν γένει ἐν τῇ Ἀνατολῇ· ἡ δεκάτη δὲν διακρίνει τάξεις, διὰ τοῦτο καὶ δὲν θεωρεῖται ὡς ἐν Εὐρώπῃ ἡ δεκάτη ἀφωρισμένη, τὴν ὁποίαν, διὰ νὰ καταργήσωσιν, ἀνεβίβασαν ἐπὶ τῆς λαιμητόμου χιλιάδας ἀνθρώπων εἰς Γαλλίαν, οἵτινες δὲν συγκατετίθεντο νὰ πληρώνουν καὶ αὐτοὶ τὸν φόρον των, διότι τὸ ἐθεώρουν ὡς ἐξευτελισμόν. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προχθὲς, ὅτι ὁ λαὸς δὲν ἠσθάνθη τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου, ἥτις ἐγένετο τὸ 1863, καί τοι ἠλαττώθη κατὰ τὸ ἥμισυ. Ἡ παρατήρησις αὕτη τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἔρχεται εἰς ἐνίσχυσιν τοῦ διϊσχυρισμοῦ μου, ὅτι ἡ πληρωμὴ εἰς χρήματα εἶναι ἐπαχθὴς διὰ τὸν φορολογούμενον· διὰ τοῦτο τὸ 1863 δὲν ἠσθάνθη τὴν τόσον μεγάλην ἐλάττωσιν τοῦ φόρου ὁ λαὸς, διότι ὤφειλε νὰ πληρώσῃ εἰς χρήματα, καὶ ἡ εἰς χρήματα πληρωμὴ εἶναι βαρὺς φόρος, καὶ διὰ τοῦτο καὶ τὸ νέον αὐτὸ σύστημα θὰ φανῇ ἐπαχθὲς εἰς τοὺς φορολογουμένους τῆς κατωτέρας τάξεως, ἐνῷ θὰ ἀφήσῃ ἀφορολόγητον τὴν εὔπορον τάξιν τῶν γαιοκτημόνων, καὶ, ὡς εἶπον, μεταξὺ αὐτῶν ἔχομεν καὶ συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι στενοχωροῦνται πολὺ, διότι κατακρίνομεν τὸ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ σύστημα φορολογίας; δὲν εἶναι ἀλήθεια κ. Πετζάλη; ἔχομεν ἄλλην ἀσυδοσίαν. Εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅλοι οἱ γαιοκτήμονες κρατοῦν ἓν τεμάχιον γῆς, τὸ εὐφορώτερον, εἰς ἴδιον αὐτῶν λογαριασμόν. Αὐτὸ φροντίζουν καὶ τὸ λιπαίνουν διὰ τῆς ἐν αὐτῷ διανυκτερεύσεως τῶν βοῶν τοῦ χωρίου, τὸ σπείρουν οὐχὶ δι’ ἰδίων ἀροτριώντων κτηνῶν, διότι τοιοῦτον δὲν ἔχουν κἀνὲν, ἀλλὰ διὰ τῶν βοῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται εἰς τὰ λοιπὰ κτήματά των, καὶ τῶν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν εἰς αὐτοὺς ὑποχρεώσεις. Αὐτὰ εἶναι τὰ λεγόμενα παρασπόρια, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἕκαστος ἰδιοκτήτης συλλέγει 400,500 καὶ 800 κοιλὰ κατ’ ἔτος. Ἐὰν λάβητε τὸν κατώτερον ὅρον τῶν 400 καὶ ὑπολογίσητε μόνον 4,000 ἰδιοκτήτας τοιούτους πρὸς 5%, ὁ φόρος γίνεται 80,000 κοιλὰ, ὅ ἐστὶν ἔχετε ἥμισυ ἑκατομμύριον δραχμῶν ἀφαιρούμενον ἀπὸ τὸ δημόσιον καὶ προικίζετε δι’ αὐτοῦ τὴν εὐπορωτέραν τάξιν τῶν κτηματιῶν. Εἶναι ὀρθὸν τοῦτο; δὲν εἶναι ἀδικώτατον; Ὡς κεφαλὴ Μεδούσης παρουσιάζουν τοὺς ἐνοικιαστὰς, ἀλλὰ ποίους ἐνοικιαστάς; ἐννοοῦν τοὺς ἐνοικιαστὰς τοῦ 1839 μὲ τὴν πεντάωρον μεταφορὰν καὶ τὰ διοικητικὰ δικαστήρια; τοῦ 1859 μὲ τοὺς ἀποθηκαρίους εἰς πλαστὰ διπλότυπα; τοὺς τοῦ 1869 μὲ τὴν εἰς χρήματα πληρωμὴν τοῦ φόρου; διατί δὲν μᾶς φέρουν τοῦ 1879, ὅτε ὁ φόρος ἐπληρόνετο εἰς εἶδος καὶ ἐν τοῖς ἁλωνίοις; διατί δὲν μᾶς φέρετε τὰ ἐλλείμματα τὰ πρὸ τοῦ 1878 καὶ τὰ τοῦ 1879; κατὰ τὸ ὁποῖον οὔτε λεπτὸν καθυστεροῦν οὔτε οἱ φορολογούμενοι, οὔτε οἱ ἐνοικιασταὶ ὅσοι ἐνοικίασαν εἰς χρήματα.
§104ΤΙΝΕΣ. Χρεωστοῦν πολλοί.
§105ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Οὐδείς. Εἶχον τὸ θάῤῥος νὰ ἐπικαλεσθῶ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φέρῃ τὰς ἐπισήμους πληροφορίας. Εἴμεθα κατὰ τῆς δεκάτης ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ὑπάρχουν μικραὶ γεωργικαὶ τράπεζαι, ὥστε νὰ εὑρίσκῃ ἡ κατωτέρα γεωργικὴ τάξις νὰ δανεισθῇ προχείρως κατ’ ἔτος 20, 30 ἢ 40 δραχμὰς διὰ νὰ πληρόνῃ τὸν φόρον της εἰς χρήματα. Ἄλλως ἡ κατωτέρα τάξις τῶν γεωργῶν δὲν θὰ ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσῃ εἰς χρήματα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προχθὲς εἶπεν, ὅτι ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἕνεκα ἐλλείψεως χρημάτων θὰ γίνωνται καθυστερήσεις εἰς τὸ δημόσιον. Αὐτὸ μοὶ εἶναι ἀδιάφορον· μὲ ἐνδιαφέρει μόνον τί θὰ πληρώσῃ ὁ γεωργὸς, καὶ ἔφερον τὰς καθυστερήσεις τῆς πληρωμῆς διὰ νὰ ἀποδείξω πόσον δυσκολεύεται ὁ φορολογούμενος νὰ πληρώσῃ εἰς χρήματα, ἐνῷ εἰς εἶδος πληρόνει προχείρως, διὰ δὲ τὸ δημόσιον, αὐτὸ ἐπῆρε πλέον τὸν κατήφορον. Πέρυσι τὰ ἐλλείμματα ἦσαν 12 ἑκατομμύρια, ἐφέτος θὰ ἦναι 15, τοῦ χρόνου 20, καὶ ὁ Θεὸς ἂς λάβῃ πρόνοιαν διὰ τὴν Ἑλλάδα· τὸ κακὸν, ὅτι χρεωστοῦμεν ξένα χρήματα, ἄλλως ἠδυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν καὶ εἰς τὸ μέτρον τῆς σεισαχθείας. Κύριοι, ὑπάρχουν πολλὰ χωρία, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ περισσότεροι καλλιεργοῦν μὲ ἀξίνας· ἀπὸ 60 οἰκογενείας, μόλις αἱ 20 ἔχουν βόας, ὥστε ὁ φόρος καὶ τῶν 60 θὰ πέσῃ ἐπὶ τῆς ράχεως τῶν 20. Ἐπίσης ὑπάρχουν δῆμοι ὁλόκληροι καλλιεργοῦντες εἰς εὐφορωτέρους, οὗτοι μετὰ τὸ θέρος ἐπανέρχονται εἰς τοὺ δήμους των, οἱ φόροι τούτων θὰ ἐπιβαρύνωσι τοὺς τοῦ δήμου εἰς ὃν καλλιεργοῦσι βόας· π. χ. ὁ δῆμος Κροκεῶν καλλιεργεῖ εἰς τὸν τοῦ Τρινάσου, ὁ πρῶτος εἶναι ἄφορος καὶ πολυπληθέστερος, θὰ πληρώσῃ φόρον ἐπὶ τῶν ἐσόδων τῆς περιφερείας του, ἥτις εἶναι μικρὰ, ὁ δὲ τοῦ Τρινάσου θὰ φορτωθῇ τὸν φόρον τῶν γεωργῶν τοῦ τῶν Κροκεῶν. Τὰ δοσίματα εἰς εἶδος δὲν βαρύνουν τὸν φορολογούμενον. Ποία κοινότης ἕως τώρα παρεπονέθη διὰ τὴν φορολογίαν εἰς εἶδος; Ποῖος παρεπονέθη δι’ ὅ,τι πληρώνει εἰς τὸν ἐφημέριόν του, τὸν ἀγροφύλακα καὶ εἰς τοὺς ἐργάτας ἀκόμη εἰς εἶδος; Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται νὰ πληρώσῃ εἰς χρήματα, θὰ στενοχωρηθῇ καὶ θὰ τυραννηθῇ, θὰ τῷ φανῇ, ὡς εἶπον ἄλλοτε, ὡς πρόστιμον.
§106ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετὰ, δὲν ἔχομεν καιρόν.
§107ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, ἐπειδὴ παρατηρῶ ὅτι συχνὰ λέγουν ὅτι δὲν ἔχομεν καιρὸν, πρέπει νὰ δώσωμεν μίαν ἀπάντησιν διὰ πάντα. Διατί στενοχωρεῖσθε; Ὅταν ἀναβαίνητε εἰς τὸ βῆμα, καὶ ἀπασχολῆτε τὴν Βουλὴν ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους, διότι ἕνας καϊξῆς ἔχασε τὸν σκῦλόν του, καὶ ἔπρεπεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ τρέξῃ ξυπόλυτος νὰ τὸν εὕρῃ, κ’ ἕνας ἄλλος διότι ἕνας χωροφύλαξ ἔφαγε μίαν πήταν καὶ ὤφειλεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ τρέξῃ νὰ τὸν φυλακίσῃ, καὶ ἄλλας τοιαύτας ἐπερωτήσεις ἀκαταλογίστους, τότε ἔπρεπε νὰ τὰ συλλογισθῆτε. Ἐγὼ ἠμπορῶ νὰ καυχηθῶ, ὅτι οὐδεμίαν ἀπουσίαν ἔχω καὶ εἶμαι πάντοτε πρῶτος ἐδῶ καὶ διὰ τοῦτο ἔχω ὅλον τὸ θάῤῥος νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν ἔχετε δίκαιον νὰ μᾶς εἰπῆτε ὅτι δὲν ἔχομεν καιρὸν καὶ νὰ ζητῆτε νὰ κανονίσητε τὴν ὁμιλίαν μας.
§108ΚΟΤΑΡΗΣ. Ὑποτονθορίζει.
§109ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἶσαι ἀκαταλόγιστος.
§110ΚΟΤΑΡΗΣ. Κύριε πρόεδρε, νὰ ἀνακαλέσῃ τὸν λόγον του, μὲ εἶπεν ἀκαταλόγιστον.
§111ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἄς μὲ ἀποδοκιμάσῃ ἡ Βουλή.
§112ΚΟΤΑΡΗΣ. Εἶσαι σὺ ἀκαταλόγιστος.
§113ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Αἴ, καλά. (Ἰλαρότης.)
§114ΡΟΥΚΗΣ. Τώρα εἶσθε ἴσα ἴσα.
§115ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐρχόμεθα καὶ εἰς τὸν δημοτικὸν φόρον, ὅστις εἶναι τὸ σπουδαιότερον ἐλάττωμα τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ἕν ἐκ τῶν δύω θὰ συμβῇ, ἢ θὰ πληρώσουν ἀδίκως φόρους δημοτικούς, καὶ ἰδίως αἱ ἐργατικαὶ τάξεις, ἢ θὰ χάσουν τοὺς φόρους των οἱ δῆμοι καὶ θὰ ἔλθουν εἰς χρεωκοπίαν. Αὐτὴ ἡ μέθοδος τῆς ἀνευρέσεως τῶν φόρων τούτων εἶναι ἀνεκτέλεστος, εἶναι ἀλγεβρικὴ μέθοδος, ἀκατάληπτος εἰς τὰς ἐκτελεσούσας αὐτὴν ἐπιτροπάς· ἀφοῦ τὸ δημόσιον δυσκολεύεται νὰ εἰσπράξῃ εἰς χρήματα τὸν φόρον του, θὰ δυνηθοῦν νὰ εἰσπράξωσιν οἱ δῆμοι, ἀφοῦ αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ ἐξ ὀπισθοβουλίας θὰ ἀπέχωσι νὰ στενοχωρῶσι τοὺς συνδημότας των; Λοιπόν, κύριοι, δι’ οὓς διέλαβον καὶ προχθὲς καὶ σήμερον λόγους, ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ ἀντιστρατευθῶ κατὰ τῆς καταργήσεως τῆς δεκάτης ὄχι διότι τὴν θεωρῶ ὡς μέθοδον φορολογίας καλήν, ἀλλὰ διότι ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν ἀναπληρώσωμεν ἐπωφελῶς διὰ τὴν γεωργικὴν τάξιν, καὶ ἐνόσῳ προηγουμένως δὲν φροντίσωμεν νὰ προπαρασκευάσωμεν μερικὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων νὰ εὑρίσκῃ, ὡς εἶπον ἀνωτέρω, ὁ μικρὸς χωρικὸς πρόχειρα ὀλίγα χρήματα διὰ νὰ πληρώνῃ τοὺς φόρους δεύτερον διότι εἶναι ἄδικον μερικὰς ἐπαρχίας νὰ τὰς ἀφήσωμεν σχεδὸν ἀσιδότους, ἐνῷ ἄλλας θὰ ἐπιβαρύνωμεν περισσότερον, τρίτον, διότι θὰ ἔλθωμεν εἰς ἀρωγὴν ὄχι τῆς πτωχῆς τάξεως ἀλλὰ τῶν μεγάλων κτηματιῶν καὶ τῶν εὐπορούντων. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐλαττώματα τοῦ νόμου δὲν ἐπιτρέπουν τὴν μεταβολὴν τῆς εἰς εἶδος φορολογίας εἰς φορολογίαν εἰς χρήματα. Ἀφοῦ, κύριοι, ἐδέχθητε τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης, τότε δεχθῆτε πλήρη τὴν κατάργησιν, ὅπως ἀπαλλαγῶσιν οἱ γεωργοί, διότι τί θὰ εἰσπράξητε ἀπὸ τοὺς ἀροτῆρας βόας; Ἕν ἑκατομμύριον; Ἀφοῦ χαρίζετε τὰ 2,000,000, χαρίσατε καὶ τὸ τρίτον καὶ ἀναπληρώσατε τὸν φόρον ἀπὸ τοὺς ἄλλους φόρους καὶ εἰς αὐτὸ ἐμμένω, κύριοι, καὶ προτείνω τὴν ἐντελῆ κατάργησιν τῆς τε δεκάτης καὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτήρων, διὰ νὰ εὐεργετήσωμεν ἐξίσου ὅλας τὰς τάξεις τῶν γεωργῶν καὶ νὰ ἐλαφρύνωμεν ὅλας τὰς ἐπαρχίας καὶ οὐχὶ πέντε ἕξ, ὅσας εὐεργετεῖ ὁ ἐπὶ τῶν ἀροτήρων κτηνῶν φόρος, καὶ οὕτω ἀπαλλάττομεν τὴν γεωργικὴν τάξιν καὶ ἀπὸ τοὺς εἰσπράκτορας καὶ ἀπαριθμητάς, ἀφοῦ θέλομεν νὰ τὴν ἀπαλλάξωμεν ἀπὸ τοὺς ἐνοικιαστὰς τοῖς ἀφαιροῦμεν ὡς ἐπαγγελλόμεθα, πᾶσαν πίεσιν, καὶ οὐχὶ διὰ τοῦ φόρου τῶν βοῶν νὰ τὴν μεταφέρωμεν ἀπὸ τοὺς ἐνοικιαστὰς εἰς ἐκείνην τῶν εἰσπρακτόρων καὶ ἀπαριθμητῶν.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βάλληνδας καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2, οἱ δὲ κ. κ. Ζάνος, Νομικὸς καὶ Συνοδινὸς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Νομοσχεδίου.
§117ΚΟΤΑΡΗΣ. Τὸ μεγαλείτερον ἐλάττωμα διὰ τὸν ἄνθρωπον εἶναι τὸ «μὴ γνῶθι σαυτὸν», δηλ. ἐγὼ ὁ Κόταρης ἐπὶ νομικοῦ ζητήματος νὰ θελήσω νὰ συζητήσω μὲ τὸν κ. Καλλιγᾶν, βεβαίως θὰ μὲ ὀνομάσητε παράφρονα. Τοιαύτην τινὰ παρομοιάζω τὴν ὁμιλίαν τοῦ προλαλήσαντος, ὅστις ἠθέλησε νὰ καταπολεμήσῃ τὸ φορολογικὸν σύστημα τοῦ κ. Σωτηροπούλου καὶ νὰ παραστήσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι αὐτὸς καὶ μόνος γνωρίζει τὰ περὶ τούτου. Μᾶς εἶπεν, ὅτι ἐκ τῆς περὶ τὴν ὑπηρεσίαν πείρας του ἔχει πεποιθήσεις. Ἀλλὰ δὲν τοῦ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία οὔτε νὰ μάθῃ, οὔτε νὰ μελετήσῃ οὔτε νὰ διδαχθῇ (θόρυβος).
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Βαλασόπουλος.
§119ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν θὰ ὁμιλήσω, κ. Πρόεδρε.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετσάλης.
§121ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαγεωργίου.
§123ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω, ὅτι εἶμαι κατὰ τῆς δεκάτης, διότι διὰ δηλώσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέγραψα μετ’ ἄλλων ἐδήλωσα πρὸ μηνῶν τοῦτο. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ὡς ἀντιπολιτευόμενος, κατερχόμενος ἐν ταῖς ἐκλογαῖς, εἶχον ὡς πρόγραμμά μου καὶ τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης, δὲν εὑρίσκομαι δὲ εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀπαριθμήσω τὰ ἐλαττώματα τῆς δεκάτης, διότι ἡ δεκάτη εἶναι καταδεδικασμένη εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἔθνους. Δύναμαι δὲ νὰ εἴπω, ὅτι ἡ παμψηφία τῆς Βουλῆς τὴν εἶχεν ἤδη καταδικάσει, ἐξαιρέσει ὀλίγων Βουλευτῶν, ἐν οἷς καὶ ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Ἐπ. Λιμηρᾶς κ. Παπαμιχαλόπουλος, ὅστις παρέστησεν αὐτὴν ἁγίαν. Μένει ὅμως τὸ σοβαρὸν ζήτημα διὰ ποίας φορολογίας πρέπει ν’ ἀντικαταστήσωμεν τὴν φορολογίαν αὐτὴν, καὶ ἐπὶ τούτου πρέπει σπουδαίως νὰ συζητήσωμεν, καὶ λέγω σπουδαίως, διότι ὅταν καθιερώσωμεν μίαν φορολογίαν ἄδικον, καταθλιπτικὴν, δὲν εἶναι εὔκολον νὰ τὴν καταργήσωμεν. Ὀφείλομεν λοιπὸν χάριν τοῦ λαοῦ καὶ χάριν τοῦ ταμείου ἀκόμη ἐμβριθῶς νὰ μελετήσωμεν τὸ ζήτημα. Ἀλλ’ ὅπως φθάσωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον πάντες ἐπιθυμοῦμεν, πρέπει νὰ εὑρεθῇ ἓν νέον σύστημα καλλίτερον τοῦ καταργουμένου, καὶ διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τοῦτο, πρέπει νὰ συγκρίνωμεν καὶ τὰ διάφορα συστήματα κατά τε τὰ ἐλαττώματα αὐτῶν καὶ τὰ προτερήματα. Ἔρχομαι νὰ καταδείξω τὰ ἐλαττώματα τῆς φορολογίας, τὴν ὁποίαν προτείνει τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον, σᾶς ἐξορκίζω ὅμως, κύριοι βουλευταὶ, νὰ μὴ κάμητε τὸ ζήτημα τοῦτο, ζήτημα ὑπουργικὸν, διὰ νὰ μείνωμεν ἐλεύθεροι παντὸς ἐπηρεασμοῦ κομματικοῦ, προκειμένου ν’ ἀποφασίσωμεν περὶ ζητήματος σοβαρωτάτου. Τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου νομίζω, ὅτι εἶναι ἀποκρουστέον, διότι περιέχει τὴν ἀδικίαν, τὴν ἀνισότητα καὶ τὴν κατάθλιψιν τοῦ φορολογουμένου εἰς μείζονα βαθμὸν παρὰ ἡ δεκάτη. Καὶ ἐν πρώτοις, κύριοι, πάντες προσπαθοῦμεν νὰ εὕρωμεν τρόπον, ὅπως καταστήσωμεν τὸν λαὸν ἐλεύθερον ἐν ταῖς ἐκλογαῖς, ἀλλὰ τὸ ὑπουργικὸν νομοσχέδιον ὑποδουλώνει τὸν λαὸν (θόρυβος). Ἀκούσατε καὶ θὰ συμφωνήσητε μαζύ μου (θόρυβος). Κύριοι, πρώτη βάσις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὁ προσδιορισμὸς τοῦ μέσου ὅρου τῆς παραγωγῆς τῶν πέντε τελευταίων ἐτῶν· τὸν μέσον ὅρον θὰ εὕρῃ ἐπιτροπὴ, συγκροτουμένη ἀπὸ τὸν ἔφορον, τὸν ἔπαρχον, τὸν εἰρηνοδίκην, τὸν δήμαρχον καὶ τὸν πρόεδρον τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου· ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ διὰ τῆς διατάξεως ταύτης τὰ χωρία δὲν θὰ ὑποδουλωθῶσιν εἰς τὸν δήμαρχον; Ἀφοῦ ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ἔχῃ τὴν ἐξουσίαν νὰ ἐπιβάλῃ εἴς τινα χωρία τὸν ἀνώτατον ὅρον καὶ εἰς ἄλλα τὸν κατώτατον, κατ’ ἀνάγκην τὰ χωρία θὰ ἐπηρεάζωνται ἀπὸ τὸν δήμαρχον καὶ τὸν ἔφορον. Ἕτερον ἐλάττωμα τοῦ νομοσχεδίου εἶναι, ὅτι καθιεροῖ τὰς δηλώσεις καὶ τοὺς ἀπαριθμητάς. Ἀλλ’ ὑπῆρχε, κύριοι, καταθλιπτικώτερον σύστημα τῶν ἀπαριθμητῶν; Τί θὰ συμβαίνῃ κατὰ τὴν ἀπαρίθμησιν; Ἐκ τῶν προτέρων νὰ σᾶς τὸ εἴπω. Εἶναι, ὑποθέτω, φορολογούμενός τις ἐχθρὸς τοῦ δημάρχου, κατὰ φυσικὸν δὲ λόγον ὁ δήμαρχος ἐὰν ἦναι φίλος τοῦ ἰσχύοντος κόμματος, θὰ διορίσῃ τὸν ἀπαριθμητὴν τῆς ἰδίας του ἀρεσκείας· ἐὰν λοιπὸν συμβῇ ὁ φορολογούμενος νὰ ἦναι ἐχθρὸς τοῦ ἰσχύοντος κόμματος, θὰ πληρώσῃ δι’ ὅλα τὰ κτήνη του φόρον ὡς ἀροτριῶντα, διότι θὰ θεωρήσῃ ὁ ἀπαριθμητὴς καὶ τὰ μὴ ἀροτριῶντα κτήνη ὡς τοιαῦτα καὶ μὴ δηλωθέντα, καὶ θὰ ὑποβληθῇ διὰ ταῦτα εἰς τὸ πενταπλάσιον τοῦ φόρου λόγῳ ποινῆς. Εἶναι λοιπὸν καταθλιπτικὸν τὸ νομοσχέδιον ναὶ ἢ ὄχι; Ἄλλο ἐλάττωμα εἶναι ἡ ἀνισότης καὶ ἀδικία τῆς φορολογίας, διότι, σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι ἴση καὶ δικαία ἡ φορολογία, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει τὸ νομοσχέδιον; θὰ μοὶ εἴπητε ναί, διότι καθιεροῖ τὸν μέσον ὅρον, καὶ ἑπομένως τὸ μὲν κτῆνος, τὸ ὁποῖον παράγει πολὺ, θὰ πληρώσῃ περισσότερον, τὸ δὲ παράγον ὀλίγον, θὰ πληρώσῃ ὀλιγώτερον. Πάντες ὅμως γνωρίζετε, ὅτι εἶναι ὀρεινοὶ Δῆμοι, ἔχοντες χωρία, ἅτινα δὲν ἔχουσι κτήνη ἀροτριῶντα ἢ πολλὰ ὀλίγα καὶ οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων αὐτῶν ἀναγκάζονται νὰ μισθώνουν τοιαῦτα ἐκ τῶν παρακειμένων χωρίων, προσφεύγουν μάλιστα καὶ εἰς τὴν δι’ ἀξίνης καλλιέργειαν, οὕτω δὲ θὰ συμβῇ, ὥστε εἰς ὀρεινὰ χωρία, ὅλως ἄγονα, νὰ ἐπιβάλληται ὁ ἀνώτατος ὅρος, διότι θὰ διανέμηται ὁ φόρος εἰς ὀλίγα κτήνη, ἐνῷ εἰς τὰ πεδινὰ ὁ φόρος, ἐπιβαλλόμενος εἰς πολλὰ κτήνη, θὰ ἦναι ὁ κατώτατος. Ἄλλο ἐλάττωμα. Τὸ νομοσχέδιον καθιεροῖ τὴν διὰ συμβολαίου μεταβίβασιν τῆς ἰδιοκτησίας τῶν κτηνῶν, ἑπομένως προσθέτει νέον φόρον, διότι ἡ κατανάλωσις τοῦ χαρτοσήμου εἶναι φόρος· ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ φόρου τούτου ὑποβάλλονται οὕτω οἱ γεωργοὶ εἰς μεγάλας δυσκολίας, διότι θ’ ἀναγκάζωνται νὰ μεταβαίνωσιν ἀπὸ τοῦ χωρίου των εἰς τὴν ἕδραν τοῦ συμβολαιογραφείου, ὅπως συντάξωσι τὸ συμβόλαιον. Ἀλλ’ αὐτὰ, κύριοι, δὲν εἶναι καταθλιπτικὰ, καὶ δὲν καθιστῶσι τὸν φόρον αὐτὸν ἐπαχθέστατον; Ἄλλο ἐλάττωμα σοβαρώτατον, κύριοι, εἶνε, ὅτι τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου ἀπαλλάττει παντὸς φόρου τοὺς μεγάλους ἰδιοκτήτας τῆς γῆς καὶ ἐπιβάλλει τὸν φόρον εἰς τὰ κτήνη. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο λογικόν; ἔχει δικαιολογητικήν τινα βάσιν; εἶναι ἀνάλογος τῆς περιουσίας ἑκάστου ἡ φορολογία, ὡς ὁρίζει τὸ Σύνταγμα; Εἰς τὰ καθέκαστα, κύριοι, θὰ εὕρητε ἔτι περισσότερα ἐλαττώματα, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν δύνασθε παρὰ νὰ καταδικάσητε τὸ σύστημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἄρδην ἀνατρέπει καὶ τὰ οἰκονομικὰ τῶν Δήμων. Διὰ τοῦτο, κύριοι, νομίζω, ὅτι εἶναι προτιμώτερον τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον παρουσίασεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Τριφυλλίας, καὶ τὸ ὁποῖον καθιεροῖ τὴν φορολογίαν τῆς γῆς. Δύναται νὰ ἔχῃ καὶ τοῦτο τὰ ἐλαττώματά του, ἀλλ’ ἔχει μεγαλείτερα προτερήματα. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος φρονεῖ κατ’ ἀρχὴν, ὅτι πρέπει νὰ φορολογῆται ἡ γῆ ἡ καλλιεργουμένη, ἑπομένως θὰ ὑπάρχῃ μία βάσις ἀδιάσειστος καὶ μία ὁμοιόμορφος φορολογία, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ καθιερώσωμεν ἐν τῷ μέλλοντι καὶ ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἐλαιῶν καὶ ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἀμπελώνων καὶ ἐφ’ ὅλης τῆς ἐκτάσεως τῆς γῆς ὁπωσδήποτε καλλιεργουμένης. Ἡ φορολογία αὕτη τῆς γῆς ἔχει καὶ δικαιολογητικήν τινα βάσιν, διότι φορολογεῖ τὸ κεφάλαιον τὸ σταθερὸν, τὸ ἀμετάβλητον, ἐνῷ ἡ φορολογία τῶν κτηνῶν φορολογεῖ τὰ ὄργανα τῆς καλλιεργείας τοῦ ἀμεταβλήτου κεφαλαίου τῆς γῆς. Ἡ γῆ εἶναι κεφάλαιον ἀναλλοίωτον, ἐπὶ αἰῶνας αἰώνων εἶναι τὸ αὐτό. Διὰ τῆς φορολογίας τῆς γῆς φορολογεῖται ἡ δύναμις, τὴν ὁποίαν ἡ φύσις ἔδωκε πρὸς παραγωγὴν, καὶ ἑπομένως δὲν καταθλίβει, μήτε ἀδικεῖ· πῶς δύνασθε ὅμως νὰ δικαιολογήσητε τὴν φορολογίαν τῶν κτηνῶν; Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ὁρισμοῦ τοῦ φόρου ἔχει δικαιολογητικὴν βάσιν ἡ φορολογία τῶν κτηνῶν; τί εἶναι ὁ φόρος; εἶναι τὸ ἀντάλλαγμα τῆς προστασίας, τὴν ὁποίαν παρέχει ἡ πολιτεία εἰς τὸν φορολογούμενον. Ἀλλὰ ποῖον ἄλλο κεφάλαιον ἔχει μείζονα ἀνάγκην τῆς προστασίας τῆς πολιτείας παρὰ τὸ κεφάλαιον τῆς γῆς; διότι πρὸ πάντων ὁ ἰδιοκτήτης τῆς γῆς ἔχει ἀνάγκην τάξεως καὶ ἀσφαλείας. Ἁπλουστάτη σύγκρισις μεταξὺ τῶν δύο συστημάτων δύναται νὰ πείσῃ πάντα, ὅτι εἶναι προτιμώτερον τὸ σύστημα τοῦ κ. Σωτηροπούλου, τὸ ὁποῖον ἐπικρατεῖ εἰς ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ πεπολιτισμένα Κράτη. Ἔχει δὲ βάσιν λογικὴν καὶ δικαίαν· ἔχει βεβαίως καὶ τοῦτο τὰ ἐλαττώματά του, ἀλλὰ ταῦτα ἐν τῷ μέλλοντι θὰ καταδειχθῶσι καὶ θεραπευθῶσιν. Ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ ὅ,τι θέλει. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ εἶμαι ἐχθρὸς τῆς δεκάτης, καὶ ὅσας ψήφους καὶ ἂν εἶχον, ἤθελον δώσει ταύτας κατ’ αὐτῆς καὶ ὑπὲρ τοῦ συστήματος τοῦ κ. Σωτηροπούλου.
§124ΡΙΚΑΚΗΣ. Θ’ ἀπευθύνω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν μίαν παράκλησιν. Περὶ τοῦ συστήματος τούτου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἄλλοτε ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισε καλὸν νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τῶν Δημοτικῶν Συμβουλίων καὶ τῶν Συλλόγων. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ μᾶς ὑποβάλῃ τὰς ἐκθέσεις αὔριον, ὅπως λάβωμεν καὶ ἡμεῖς αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν.
§125ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πολὺ καλά.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύττω ἀποπερατωμένην τὴν συζήτησιν. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προταχθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Νοταρᾶ καὶ τῶν ἄλλων.
§127ΡΟΥΦΟΣ. Ἡ ἀρχὴ τοῦ Νόμου εἶναι σύνθετος· εἶναι ἡ κατάργησις τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ ἡ ἀντικατάστασις διὰ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν (θόρυβος)· ἑπομένως πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ κ. Νοταρᾶ, ὁ ὁποῖος ζητεῖ τὴν παντελῆ κατάργησιν τοῦ ἐγγείου φόρου.
§128ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Πρώτην ἤδη φορὰν ἀκούω, ὅτι δύναται νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ὡς ἀρχὴ Νομοσχεδίου τινὸς ἡ ἐπὶ τούτου τροπολογία. Θὰ ψηφοφορηθῇ πρῶτον ἡ ἀρχὴ τοῦ Νομοσχεδίου, εἶτα δὲ αἱ τροπολογίαι. Ἐὰν θέλῃ ὁ κ. Νοταρᾶς, δύναται νὰ προτείνῃ νέον Νομοσχέδιον· ἐὰν δὲ θέλῃ νὰ συνδέσῃ τὸ Νομοσχέδιόν του μὲ τὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἐξ ἀνάγκης πρέπει νὰ παραδεχθῇ τὴν ἀρχὴν τοῦ Νομοσχεδίου τούτου.
§129ΡΟΥΦΟΣ. Ἡ ἀρχὴ τοῦ Νομοσχεδίου εἶναι σύνθετος· ἀφ’ ἑνὸς καθιεροῦται ἡ κατάργησις τοῦ ἐγγείου φόρου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ οὗτος ἀντικαθίσταται διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἡμεῖς θέλομεν τὴν κατάργησιν, οὐχὶ δὲ τὸν νέον φόρον· πῶς θὰ ψηφίσωμεν;
§130ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ Νομοσχέδια δυνατὸν πολλάκις νὰ ἔχωσι πολλὰς ἀρχάς, ὅταν σύγκηνται ἐκ πολλῶν ἄρθρων, ἕκαστον τῶν ὁποίων περιλαμβάνει μίαν ἰδέαν. Εἰς τὸν ψηφίζοντα δὲ ἀπόκειται νὰ διακρίνῃ τὰς θεμελιώδεις ἰδέας καὶ νὰ ἐκφέρῃ τὴν ψῆφόν του ἀναλόγως τῆς περὶ τῶν ἰδεῶν τούτων κρίσεώς του.
§131ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι περιττὴ πᾶσα συζήτησις, διότι καὶ ἂν γείνῃ παραδεκτὴ ἡ ἀρχὴ ἑνὸς νομοσχεδίου, δὲν ἀποκλείονται αἱ τροπολογίαι· ψηφοφοροῦμεν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Νοταρᾶ ἐπὶ τοῦ 2 ἄρθρου.
§132ΡΟΥΦΟΣ. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφίσωμεν ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ Νομοσχεδίου, δηλαδὴ ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τοῦ ἐγγείου φόρου, ἐννοοῦμεν, τοὐλάχιστον ἐγὼ, τὴν μὴ ἀντικατάστασιν αὐτοῦ διὰ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Γίνεται δι’ ἀναστάσεως δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, εἶτα δὲ καὶ τὸ 1. ἄρθρον. Ἄρθρον 2.
§133ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐὰν ἐξαιρῇ τοῦ φόρου μόνον τὴν ἐπαρχίαν Οἰτύλου καὶ τὴν Ἑπτάνησον, ἢ ὅλα τὰ μέρη ὅπου δὲν γίνεται δημοπρασία καὶ δὲν ὑπάρχει ἔγγειος φόρος.
§134ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατά τι τῶν τελευταίων ἄρθρων, ἡ Ἑπτάνησος καὶ ἡ ἐπαρχία Οἰτύλου δὲν ὑπάγονται εἰς αὐτὴν τὴν φορολογίαν, διότι ὑπάρχει εἰδικὸς νόμος. Διὰ τὴν Θήραν δὲ καὶ Θηρασίαν δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ γείνῃ μνεία, διότι ὑπάρχει νόμος πρὸ τριῶν ἐτῶν.
§135ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅπου δὲν ἔδιδον ἔγγειον φόρον, θὰ δίδουν διὰ τοὺς βόας;
§136ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις ὑπάρχει εἰδικὴ νομοθεσία· ὡς πρὸς τὴν Ἐπίδαυρον δὲ, δὲν ὑπάρχει νόμος, ἀλλ’ ἐπικρατεῖ τοῦτο ἀπὸ τοῦ 1826.
§137Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐξεδόθη καὶ ἀπόφασις.
§138ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λέγω, ὅτι δὲν ὑπάρχει νόμος, ἀλλ’ ἐπικρατεῖ.
§139Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι ψήφισμα τῆς Συνελεύσεως.
§140ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι τὸ χωρίον μου ἔχει ἀροτριῶντα κτήνη, ἀλλὰ δὲν ἔχει γαίας, τὰ δὲ κτήνη αὐτὰ χρησιμεύουν εἰς καλλιέργειαν κτημάτων καὶ ὄχι γαιῶν· θὰ πληρώνωσι φόρον;
§141ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αὐτὴν τὴν περίπτωσιν δὲν τὴν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν, διότι δὲν παρουσιάζεται.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατετέθη πρότασις «ν’ ἀπαλειφθῶσι τὰ λοιπὰ 19 ἄρθρα τοῦ Νομοσχεδίου.»
§143Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ κάμω παρατήρησιν καὶ εἰς τὸ προεδρεῖον καὶ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅστις ἔφερε τὴν πρότασιν, ὅτι αὕτη δὲν δύναται νὰ τεθῇ οὔτε εἰς ψηφοφορίαν. Ἠκούσθη ποτὲ πρότασις νὰ ἀποῤῥιφθοῦν τὰ 19 ἄρθρα τοῦ Νομοσχεδίου; Τὰ ἄρθρα θὰ ψηφισθῶσιν ἓν πρὸς ἕν· ὅ,τι θέλει ἕκαστος θὰ λέγῃ;
§144ΡΟΥΦΟΣ. Ἐγὼ ἠθέλησα νὰ δείξω, ὅτι συμφωνῶ εἰς τὴν κατάργησιν, ἀλλὰ δὲν θέλω τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ φόρου. Γίνεται δι’ ἀναστάσεως δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2. Ἄρθρον 3.
§145ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ἀροτριῶντα κτήνη καλλιεργῶσιν εἰς δύω διάφορα χωρία, ποῦ θὰ σημειωθῶσιν;
§146ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅπου ἀνήκει ὁ γεωργός.
§147ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σημειώσατε αὐτὸ «ὅπου ἀνήκει ὁ γεωργός». Γίνονται δι’ ἀναστάσεως δεκτὰ τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4.
§148Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντὶ νὰ γείνῃ ἀπαρίθμησις νὰ γίνηται ἐνοικίασις, ὅπως ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ζώων. (Ὑποβάλλει τροπολογίαν.) Γίνονται δεκτὰ, τὸ ἄρθρον 5 καὶ τὰ ἑπόμενα, εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον.
§149ΤΙΝΕΣ. Αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 8. μ. μ.)