1880.03.28
1.940 στίχοι · 15.722 λέξεις · 116 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 97
τῆς 28 Μαρτίου 1880.
(Παρασκευή.)
Ὥρᾳ 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Βουλευτὴς κ. Νικολόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ ἐνυποθήκων δανείων. Θὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. Ὁ Πρόεδρος τῆς ἑταιρίας τῶν ἐν Ἀθήναις φαρμακοποιῶν παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν, ἵνα ἐπιταχύνῃ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὑποβληθέντος Νομοσχεδίου περὶ φαρμακείων.
§2ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§3ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι, ὄχι, νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§4ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.) Εἶναι πραγματικῶς, κύριε Πρόεδρε, κατεπεῖγον αὐτὸ τὸ Νομοσχέδιον, καὶ παρακαλῶ, ἵνα ἐπιψηφισθῇ εἰς ά. ἀνάγνωσιν. Ἀναγινώσκεται τὸ Νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν δι’ ἀναστάσεως κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον. Γίνονται ἐπίσης δεκτὰ δι’ ἀναστάσεως εἰς βʹ μὲν συζήτησιν τὸ Νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ περὶ δημαιρεσιῶν νόμου καὶ τὸ περὶ ναυτιλιακῶν διπλωμάτων τῶν ἐμπορικῶν πλοίων, εἰς γʹ δὲ τὸ περὶ κυρώσεως τῆς μετὰ τῆς Ῥωμουνίας ἐμπορικῆς καὶ ναυτιλιακῆς συμβάσεως. Βʹ. Ἀνάγνωσις τῆς προτάσεως νόμου περὶ ἀπαγορεύσεως τῶν στρατιωτικῶν καταλυμάτων. Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ καὶ τ’ ἄρθρα 1 καὶ 2. Ἄρθρον 3.
§5ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ἐὰν παρουσιασθῇ ἀνάγκη νὰ διανυκτερεύσῃ τὸ στρατιωτικὸν ἀπόσπασμα, τί θὰ γείνῃ τότε; Πολλάκις συμβαίνει, ἕνεκεν ἀδυναμίας ἢ καλῆς πίστεως, νὰ μὴ χορηγῶσιν οὔτε κατάλυμα οὔτε τροφήν. Τί θὰ γείνῃ λοιπόν; Τὰ λέγω ἀπὸ τώρα ταῦτα, ἵνα γείνῃ σκέψις, ὅπως διορθωθῶσιν εἰς τὴν γʹ. ἀνάγνωσιν.
§6ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Εἰς τὴν γʹ. ἀνάγνωσιν θὰ φέρωμεν τὰς ἀπαιτουμένας τροποποιήσεις.
§7Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν μᾶς λέγετε, κύριε Ὑπουργέ ...
§8ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ὅταν συνοδεύωσιν οἱ στρατιῶται ὑποδίκους καὶ ἦναι οὗτοι πολλοὶ, δύω στρατιῶται δὲν δύνανται ν’ ἀρκέσωσι, διότι πρέπει νὰ ἔχωμεν περισσοτέραν δύναμιν. Εἰς τὴν γʹ. λοιπὸν συζήτησιν θὰ φέρωμεν τὰς ἀπαιτουμένας τροποποιήσεις.
§9ΡΙΚΑΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι μᾶλλον διοικητικὸν ἔργον, καὶ ὄχι νομοθετικόν. Γίνεται δι’ ἀναστάσεως δεκτὸν τὸ 3 καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ Νομοσχεδίου καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ. ἀνάγνωσις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ ΞΗ νόμου περὶ δημοτικῶν φόρων. Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ μοναδικὸν ἄρθρον τοῦ Νομοσχεδίου. Ὁ κ. Μεσσηνέζης προτείνει νὰ προστεθῶσι τὰ ἑπόμενα δύω ἄρθρα: «Ἄρθρον 2. Ἡ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον εἴσπραξις τοῦ ἐπὶ τῆς σταφίδος δημοτικοῦ φόρου ἐπεκτείνεται διὰ Βασ. Διατάγματος καὶ εἰς ἄλλους δήμους τοῦ Κράτους, ἐὰν ἐγκρίνωσι τοῦτο τὰ οἰκεῖα δημοτικὰ συμβούλια. Ἄρθρον 3. Διὰ Βασ. Διατάγματος κανονισθήσονται πάνθ’ ὅσα ἀνάγονται εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ παρόντος νόμου.» Γίνονται δι’ ἀναστάσεως δεκτὰ τ’ ἄρθρα ταῦτα, εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου.
§11ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Τὸ περὶ φαλαγγιτῶν, κύριε Πρόεδρε.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Βʹ. συζήτησις τῶν προτάσεων νόμου περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς ποιμνιοβοσκῆς εἰς Ζάκυνθον, Κεφαλληνίαν καὶ Ἰθάκην. Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὴ δι’ ἀναστάσεως κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἡ περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς ποιμνιοβοσκῆς ἐν τῇ νήσῳ Ζακύνθῳ πρότασις νόμου εἰς βʹ. συζήτησιν.
§13ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τίνος εἶναι αὐτὴ ἡ πρότασις, κύριε Πρόεδρε;
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι πρότασις νόμου, ἣν ὑπέβαλον ὁ κ. Λομβάρδος καὶ ὁ κ. Λούντζης.
§15ΡΩΜΑΣ. Μοὶ κακοφαίνεται, κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς πλέον νὰ ὁμιλήσω κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι ἀνεγνώσθη χαμηλῇ τῇ φωνῇ, καὶ οὐδεὶς ἤκουέ τι, διατελῶ δὲ καὶ ἀπροπαράσκευος. Ἄλλως ἤθελον εἶπει, ὅτι, ἂν οἱ αἶγες πρὸ πάντων εἰσὶν ἐπιβλαβεῖς, κάλλιον τότε νὰ ἐκλείψωσιν ὁλοτελῶς, διότι ἐὰν γείνῃ τὸ πρᾶγμα ὅπως ἔχει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, τότε θὰ ἐπαναληφθῇ ἐν Ζακύνθῳ ὅ,τι καὶ πρὸ ὀλίγου χρόνου, ὅτι δηλαδὴ θὰ περιορισθῇ μὲν ὁ ἀριθμὸς τῶν αἰγῶν εἰς δέκα ποίμνια, ἀλλὰ αἱ δέκα αὗται ἄδειαι θὰ δοθῶσιν ὡς ρουσφέτια εἰς εὐνοούμενόν τινα, οἱ δὲ δυστυχεῖς αἰπόλοι, οἵτινες κατὰ διαδοχὴν μετέρχονται τὸ ἐπιτήδευμα τοῦτο, θέλουσι μείνει εἰς τὸ μέσον τοῦ δρόμου, καὶ οὗτοι δὲν εἶναι ὀλίγοι. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὅστις εἶχε χρήματα ἠγόραζε τὴν ἄδειαν ἀπὸ ἕνα εὐνοούμενον τῆς δημαρχίας, καὶ τὸ πρᾶγμα κατήντησε τέλειον ἐμπόριον. Ἕνεκα τούτου, εὐχῆς ἔργον καὶ δικαιοσύνης εἶναι νὰ μεταβληθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὅπως μὴ ἐπαναληφθῶσι τὰ αὐτά. Ταῦτα παρατηρῶ πρὸς τὸ παρὸν, ἐπιφυλασσόμενος νὰ εἴπω τὰ δέοντα κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς, ἵνα συνεννοηθῶσι μὲ τοὺς ὑποβαλόντας τὰς προτάσεις αὐτὰς, καὶ, εἰ δυνατὸν, νὰ τὰς συγχωνεύσωσιν εἰς ἓν νομοσχέδιον, διότι αἱ περισσότεραι διατάξεις εἶναι κοιναὶ καὶ εἰς τὰ τρία νομοσχέδια, τὸ δὲ χειρότερον εἶναι, ὅτι διὰ τὴν αὐτὴν παράβασιν ἄλλαι ποιναὶ ἐπιβάλλονται διὰ τοῦ ἑνὸς, ἄλλαι διὰ τοῦ ἄλλου. Αὐτὸ εἶναι ἀνώμαλον.
§17ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.) Εἰς τὴν γʹ συζήτησιν θὰ φέρωμεν τὰς ἀπαιτουμένας τροποποιήσεις.
§18ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Αἱ προτάσεις αἱ ὑποβληθεῖσαι πρέπει νὰ ἐπεκταθοῦν καὶ εἰς τὰ λοιπὰ μέρη τοῦ Κράτους, διότι ὄχι μόνον εἰς τὴν Ζάκυνθον, τὴν Ἰθάκην καὶ τὴν Κεφαλληνίαν παρίσταται ἡ ἀνάγκη νὰ περιορισθῇ ἡ ποιμνιοβοσκὴ εἰς ὡρισμένας θέσεις, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλον τὸ Κράτος. Τὴν ἐλευθερίαν τῆς ποιμνιοβοσκῆς ἐπροκάλεσεν, ὡς γνωστὸν, ἡ τελευταία νομολογία τοῦ Ἀρείου Πάγου, καθ’ ἣν δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα αἱ ἀρχαὶ ν’ ἀπαγορεύωσι τὴν ποιμνιοβοσκὴν ὅπου δὲν εἶναι ἀπηγορευμένον. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ φέρῃ νομοσχέδιον γενικὸν, κατὰ τὸ ὁποῖον ν’ ἀπαγορεύηται, τῇ ἐγκρίσει τῶν οἰκείων δημοτικῶν συμβουλίων, ἡ ποιμνιοβοσκὴ εἰς ὡρισμένας θέσεις, διότι ἡ μὴ ἀπαγόρευσις φέρει μεγίστην βλάβην εἰς τὴν καλλιέργειαν τῶν γαιῶν. Ἄλλως διὰ τῆς παραδοχῆς τῶν μερικῶν τούτων προτάσεων θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἄτοπον δι’ ἑκάστην ἐπαρχίαν νὰ ἔχωμεν ἕνα νόμον ἰδιαίτερον. Πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸν καιρὸν νὰ φέρῃ γενικὸν νομοσχέδιον.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς τροπολογίαν εἰς αὐτὰς τὰς προτάσεις δύναται νὰ τὸ φέρῃ. (Γίνονται δι’ ἀναστάσεως δεκταὶ καὶ αἱ προτάσεις νόμου περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς ποιμνιοβοσκῆς ἐν Κεφαλληνίᾳ καὶ Ἰθάκῃ.)
§20ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ καὶ τὸ περὶ ζωοκλοπῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ τὸ ἐπεξειργάσθη.
§21ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι ἄλλως θέλομεν παρεκτραπῆ καὶ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅστις εἶναι τὸ πρώτιστον ἔργον ἡμῶν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ πρώτης ἀναγνώσεως.
§23ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Καὶ τοῦτο εἶναι παράνομον.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι δικαίωμα τῆς Βουλῆς.
§25ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ ζωοκλοπῆς, κύριε Δουζίνα, εἶναι σπουδαιότερον ἀπὸ τὰ συζητηθέντα. (Θόρυβος.)
§26ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Λοιπὸν, κύριε Πρόεδρε, ἢ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡμερησία διάταξις, ἢ, ἐὰν παραβιάζηται, νὰ μὴ ὑπάρχῃ· ἄλλως νὰ φέρῃ ἕκαστος ἐδῶ ὅ,τι θέλει καὶ ὅ,τι θεωρεῖ συμφέρον.
§27ΣΑΡΑΒΑΣ. Καὶ ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, συμφωνῶ μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δουζίνα. Ἐπεθύμουν μάλιστα, ἐὰν ἦτο δυνατὸν, ἡ ἡμερησία διάταξις νὰ καταρτίζηται, ὡς ὁ Κανονισμὸς ὁρίζει, πρὸ τοῦ τέλους τῆς συνεδριάσεως, καὶ ν’ ἀνακοινοῦται εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ τοῦ τέλους τῆς συνεδριάσεως, διότι, κύριε Πρόεδρε, σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι, τὸ ἐπ’ ἐμοί, οὐδέποτε γινώσκω τὰ ἀντικείμενα, ἅτινα πρόκειται νὰ συζητήσωμεν. Ὅταν ἐρχώμεθα εἰς τὸ Βουλευτήριον, λαμβάνομεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· εἶναι δυνατὸν νὰ συζητῇ τις σπουδαίως, ὅταν δὲν ἔλαβε καιρὸν νὰ μελετήσῃ τ’ ἀντικείμενα, περὶ ὧν θὰ συζητήσῃ; νομίζω, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ ἦναι παρεσκευασμένος κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. (Θόρυβος.) Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον, ἐὰν ἦτο δυνατὸν, πρὸ τοῦ τέλους τῆς συνεδριάσεως νὰ καταρτίζῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ νὰ τὴν ἀνακοινώνῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὥστε τοιουτοτρόπως νὰ γνωρίζωμεν περὶ τίνος θὰ συζητήσωμεν τὴν ἑπομένην· ἐὰν δὲ παρουσιάζηται ἀνάγκη, ἥτις νὰ συνεπάγηται ἀναγκαίως τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, τοῦτο εἶναι ἐξαίρεσις, περὶ ἧς ἑκάστοτε ἀποφασίζει ἡ Βουλή· ἀλλὰ νὰ γνωρίζωμεν ἐν τοσούτῳ ποῖα εἶναι τὰ συζητητέα ἀντικείμενα.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἡμερησία διάταξις ἑκάστης συνεδριάσεως εἶναι ἀντιγραφὴ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς προηγουμένης, καὶ γίνονται ἐν αὐτῇ μόνον αἱ ἐγκοιθεῖσαι ὑπὸ τοῦ Σώματος μεταβολαί. Ἡ ἡμερησία δὲ διάταξις ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον διανέμεται εἰς τὰς οἰκίας τῶν κκ. Βουλευτῶν, σπανίως δὲ συμβαίνει νὰ διανέμηται ὀλίγον πρὸ τῆς συζητήσεως Λοιπὸν ἡ ἡμερησία διάταξις ὑπάρχει· ἀλλ’ ὅπως ὑμεῖς εἴχετε τὴν καλωσύνην νὰ ζητήσητε τὴν μεταβολὴν αὐτῆς, ἵνα προηγηθῇ ἡ συζήτησις ἄλλου Νομοσχεδίου, κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον καὶ ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἔχουσιν ἀξιώσεις τοιαύτας, καὶ εἰς τοιαύτην περίστασιν δὲν δύναμαι ἢ νὰ ζητήσω τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
§29ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Τὸ περὶ ζωοκλοπῆς νομοσχέδιον, κύριε Πρόεδρε, ἦτο σημειωμένον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· διατί ἀφῃρέθη;
§30ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἡ ἡμερησία διάταξις, κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ διανέμηται πρὸ 24 ὡρῶν, ὥστε νὰ δίδηται καιρὸς εἰς ἕκαστον Βουλευτὴν νὰ μελετᾷ τ’ ἀντικείμενα.
§31ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι καὶ ἐγὼ ἐζήτησα τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, οὔτε ἐννοῶ νὰ αἰτιαθῶ τὸ Προεδρεῖον· ἐννοῶ μὲ ὅσα εἶπον νὰ δυνάμεθα νὰ ἐπιλαμβανώμεθα σπουδαίως τῶν συζητήσεων, γινώσκοντες ἀπὸ τῆς προϊούσης τὰ κατὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν συζητητέα ἀντικείμενα. Ἐὰν δὲ παραστῇ ἀνάγκη νὰ γείνῃ ἐξαίρεσις, δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ· ἀλλὰ κατὰ κανόνα, νὰ ἦναι γνωστὰ ἐκ τῆς προτεραίας τ’ ἀντικείμενα περὶ ὧν θὰ συζητήσωμεν.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνεται ἡ μεταβολὴ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ὅπως συζητηθῇ ὡς ά ἀντικείμενον τὸ νομοσχέδιον περὶ ζωοκλοπῆς.
§33ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Λέγω πρὸς τὸν φίλον μου κ. Μυκώνιον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περὶ ζωοκλοπῆς δὲν δύναται νὰ ἦναι σπουδαῖον ὅπως τὰ ἄλλα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα προηγήθησαν, καθὼς τὸ περὶ φαρμακείων, διότι, ὅταν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περὶ ζωοκλοπῆς εἰσήχθη ἐνταῦθα, ὁ κ. Βάλληνδας ὑπέδειξε καὶ ἐγὼ ἐπίσης, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν εἶναι εἰμὴ συῤῥαφὴ διατάξεων, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ, περιέχει δὲ ἴσως περισσοτέρας ἐγγυήσεις. Ἀλλ’ ὅπως μέχρι τοῦδε ἰσχύουσιν οἱ κείμενοι νόμοι, οὕτω δύναται ἀκόμη νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις καὶ ἐπ’ 3 ἢ 4 ἡμέρας. Ἀλλὰ πρέπει νὰ μεταβάλωμεν τ’ ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως καὶ ν’ ἀναβάλωμεν ἰδίως τὸν προϋπολογισμὸν, νὰ προτιμήσωμεν δὲ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ζωοκλοπῆς; φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μεταβληθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ μείνῃ.
§34ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνεζητήθη εἰς ά ἀνάγνωσιν. Ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπεν, ὅτι εἶναι κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον αὐτό, διότι ἐγίνωσκεν ὅτι εἰς πολλὰς ἐπαρχίας ἡ ζωοκλοπὴ κατέστη χειροτέρα ἀπὸ τὴν ληστείαν.
§35ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἦναι δυνατὸν, κ. Πρόεδρε, νὰ ψηφισθῇ ἄνευ συζητήσεως.
§36ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Μάλιστα, ἄνευ συζητήσεως ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς βʹ ἀνάγνωσιν.
§37Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Εἶναι 200 τροπολογίαι, κ. Πρόεδρε, εἰς αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον. Πῶς θὰ συζητηθῇ;
§38ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἡ ζωοκλοπὴ λυμαίνεται μίαν κλάσιν, τὴν τῶν κτηνοτρόφων, κλάσιν εὐρεῖαν φορολογουμένων, καὶ τὴν τῶν γεωργῶν, εὐρυτάτην κλάσιν, ἥτις τρέφει τὸν τόπον. Ἐπὶ 5–6 ἔτη φωνάζομεν, τοὐλάχιστον ἐγὼ, ἀπὸ τοῦ 1874, νὰ συζητήσωμεν ἐν τῇ Βουλῇ νόμον περὶ ζωοκλοπῆς, ἀλλὰ δὲν ηὐτυχήσαμεν ἀκόμη.
§39ΤΙΝΕΣ. Μετὰ τὸν προϋπολογισμόν.
§40ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Βεβαίως δὲν θὰ θελήσω ἐγὼ νὰ ὑποστηρίξω τὴν συζήτησιν οἱουδήποτε Νομοσχεδίου πρὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἀλλὰ βλέπω, ὅτι συζητοῦνται ἄλλα πρὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Κύριοι, τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι σπουδαιότατον, ἀλλὰ καὶ ὡς νομοθέτημα εἶναι πολὺ σπουδαῖον, πιστεύω δ’ ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν τὸ μελετήσῃ καὶ δὲν τὸ ὑποστηρίξῃ, δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ. Ἐὰν ἦναι δυνατὸν, αὔριον ἢ μεθαύριον, ἐὰν θελήσῃ ἡ Κυβέρνησις, νὰ συζητηθῇ, διότι δὲν συζητεῖται πρώτην φορὰν, εἶναι πρὸ 6 ἐτῶν ἐκκρεμές. Προτείνω λοιπὸν, νὰ προταχθῇ αὔριον ὡς πρῶτον ἔργον.
§41ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ Νομοσχέδιον περὶ ζωοκλοπῆς ἀποτελεῖ, ἰδίως μετὰ τὴν ἐπ’ αὐτοῦ ἐργασίαν τῆς ἐπιτροπῆς, ὁλόκληρον κώδηκα εἰδικῶν ἐγκλημάτων. Σήμερον διαρκεῖ ἔτι ἡ πρώτη συζήτησις αὐτοῦ, ἡ ὁποία διεκόπη, διὰ νὰ τὸ ἐπεξεργασθῇ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ, ἐπ’ αὐτῆς δὲ τῆς πρώτης συζητήσεως ἔχω ἐγὼ τὸν λόγον καὶ θέλω ὁμιλήσει ἐπὶ μακρὸν, διότι, ὅπως ὑποβάλλεται, νομίζω, ὅτι, ἀντὶ ὠφελίμου, εἶναι καταστρεπτικόν. Προτείνω λοιπὸν, ἀφοῦ τελειώσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν, τότε νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§42ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Αὐτὴν τὴν πρότασιν τὴν ἐννοῶ, ἐὰν μόνον ὁ προϋπολογισμὸς πρόκηται νὰ συζητηθῇ. Ἀλλὰ συζητοῦμεν τόσα ἄλλα νομοσχέδια....
§43ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Οὐδὲν Νομοσχέδιον, νομίζω, δύναται νὰ προτιμηθῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὅ,τι συμβαίνει εἶναι ἄλλο, καὶ παρεξηγήθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος. Ἐθεωρήθη παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅτι καλὸν εἶναι Νομοσχέδιά τινα, ἐπὶ τῶν ὁποίων οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, νὰ ψηφισθῶσιν εἰς ά. καὶ εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν· εὐθὺς ὅμως ὡς ἀποδείκνυται, ὅτι ἐπί τινος ἐκ τούτων ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιμένῃ ὁ ἐναντιούμενος εἰς τὴν ἀντίῤῥησιν, ὅπως προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Νομοσχεδίου, διότι ὁ ὅρος, ὑπὸ τὸν ὁποῖον συζητοῦμεν τὰ Νομοσχέδια εἰς ά. καὶ εἰς βʹ. ἀνάγνωσιν, εἶναι, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ οὐδεμία ἀντίῤῥησις. Τὸ κύριον λοιπὸν ἔργον ἡμῶν εἶναι ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν ἀναγκαίων πρὸς τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ Νομοσχεδίων, ἤτοι τῶν Νομοσχεδίων ὧν ἄνευ ὁ προϋπολογισμὸς δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ. Εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη οὐδὲν νὰ προτάξωμεν τούτων, διότι ὁ χρόνος εἶναι τοσοῦτον βραχὺς μέχρι τῆς λήξεως τῆς Συνόδου, ὥστε μόλις θὰ προφθάσωμεν νὰ ἐπιτελέσωμεν τὸ κύριον ἡμῶν ἔργον, καὶ τοῦτο ἐὰν περιορισθῶμεν καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐντὸς στενοτάτων ὁρίων, ἐὰν περιορίσωμεν καὶ τὰς ἀγορεύσεις ἡμῶν, ἔχοντες πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι ἡ μὴ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐντὸς τοῦ ἔτους τούτου θὰ ἦναι μέγα κακὸν καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ διὰ τὴν Βουλὴν, καὶ διὰ τὸν Τόπον.
§44ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν ἡμεῖς τὴν εὐθύνην.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ σημειωθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τὸ νομοσχέδιον περὶ ζωοκλοπῆς, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὁ κύριος Σκουζὲς ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ τροποποιήσεως τῆς § βʹ τοῦ ἄρθρου 36 τοῦ ΣΟΖʹ νόμου. Οἱ δὲ κ. κ. Πατρινὸς, Καλαμογδάρτης, Κοντογούρης, Κουμανιώτης καὶ Φωτήλας ὑποβάλλουν τροπολογίας ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων 1) περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν περὶ χαρτοσήμου νόμων καὶ 2) περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς. Θὰ τυπωθῶσιν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμβιβαστικῆς λύσεως τῶν ἐκκρεμῶν διαφορῶν μεταξὺ τοῦ δημοσίου καὶ τῆς ἐγχωρίου περιουσίας τῆς νήσου Κερκύρας ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. Θὰ τυπωθῇ.
§46ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Κ. Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἀπόσπασμα τοῦ νομοσχεδίου περὶ διανομῆς. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν, ἵνα σχηματίσῃ εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ὅπως συγχωνευθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ συζητηθῇ τὸ ἓν χωρὶς τὸ ἄλλο.
§47ΒΕΝΙΕΡΑΤΟΣ. Καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, πρό τινων ἡμερῶν ὁ διευθυντὴς τῆς πιστωτικῆς Τραπέζης διεβίβασε τὴν σύμβασιν περὶ συστάσεως ἐν Ἑπτανήσῳ πιστωτικῆς Τραπέζης πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐὰν ἔλαβεν αὐτὴν τὴν σύμβασιν καὶ πότε θὰ τὴν ὑποβάλῃ.
§48ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.) Ὄχι πρὸ ἡμερῶν, ἀλλὰ χθὲς τὸ πρωΐ, νομίζω, ἔλαβον αὐτό· χθὲς τὸ ἑσπέρας ἤλθομεν εἰς μακρὰν συνέντευξιν μὲ τὸν κ. διευθυντὴν τῆς Τραπέζης, καὶ ἐλπίζω, ὅτι σήμερον θὰ λάβωμεν ἀπάντησιν, καὶ θὰ ὑποβάλω τὸ ἀντικείμενον αὐτό.
§49ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Προσθέτω, ὅτι εἴμεθα σχεδὸν καθ’ ὅλα σύμφωνοι μετὰ τοῦ διευθυντοῦ τῆς πιστωτικῆς Τραπέζης.
§50ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως οἱ ἔμποροι Σύρου εἶχον ἀναφερθῆ διά τινα δωμάτια τοῦ τελωνείου, τὰ ὁποῖα εἶχον καταληφθῆ. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐνεργήσῃ τὸ ταχύτερον, διότι παραπονοῦνται.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔγεινε χθὲς λόγος.
§52ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Χθὲς ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπὶ τῆς ἐν Φθιώτιδι ἁλυκῆς. Παρακαλῶ νὰ μὲ πληροφορήσῃ ἐὰν ἀπεφάσισέ τι, διότι ὁ καιρὸς ἐπείγει.
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν ληφθῇ περὶ τούτου ἀπόφασις, θέλω ἀνακοινώσει αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν.
§54ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Κ. Πρόεδρε, ἐπρότεινα, ὅπως τὴν συγχώνευσιν τῶν δύω νομοσχεδίων.......
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις νὰ σχηματίσῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μίαν ἐπιτροπὴν πρὸς τοῦτο.
§56ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, δὲν ὑπάρχει.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως.
§58ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ζητήματα, κύριοι, τὰ ὁποῖα πρὸ 9 ἡμερῶν συζητοῦμεν, ἐσυζητήθησαν εὐρέως, καὶ σχεδὸν ἐξηντλήθη καθ’ ὁλοκληρίαν ἡ ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις κατὰ τὴν παρελθοῦσαν πολιτικὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο εἶχε, κατ’ ἐμὲ, πολὺ δίκαιον ὁ ἀξιότιμος κ. πρωθυπουργὸς, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν, καθ’ ἥν ἐνεφανίσθη ἡ νέα Κυβέρνησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, γνωρίζουσα αὕτη τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν ἔμελλε ν’ ἀκολουθήσῃ ἡ νέα αὕτη Κυβέρνησις, καὶ ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον διὰ μακρῶν ἐξετύλιξεν ἐνώπιον αὐτῆς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου, ὤφειλεν εὐθὺς ἀμέσως ἢ νὰ περιβάλῃ τὴν Κυβέρνησιν μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς, ἢ νὰ ἐκφράσῃ τὴν δυσπιστίαν τῆς πρὸς αὐτήν, διὰ νὰ μὴ παρέρχηται ἐπὶ ματαίῳ χρόνος μακρὸς εἰς ἐπανάληψιν συζητήσεων ἐπὶ τῶν αὐτῶν ἀντικειμένων. Ἀλλ’ ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἔπραξε τοῦτο, σκεφθεῖσα, ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ δώσῃ καιρὸν εἰς τὴν νέαν Κυβέρνησιν, νὰ διατυπώσῃ ἐν νομοσχεδίοις τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὡς ἀντιπολίτευσις ἐξέθηκε πρὸς τὴν Βουλὴν, διὰ ν’ ἀποδειχθῇ, ἐὰν τῳόντι ἦτο κατορθωτὸν νὰ πραγματοποιηθῶσιν αἱ ἐπαγγελίαι τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Μεσολογγίου καὶ νῦν Πρωθυπουργοῦ. Ἔπρεπε νὰ πιστοποιηθῇ διὰ τῶν πραγμάτων, ἐὰν ἦτο δυνατὸν ἡ νέα Κυβέρνησις νὰ πραγματοποιήσῃ τὰς οἰκονομίας ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἐπανειλημμένως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπηγγείλατο ὡς πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, καὶ νὰ περιορίσῃ τὸ ἔλλειμμα αὐτοῦ εἰς 2,400,000 δραχ. Καὶ ἐὰν δὲν ἐδίδετο ἡ προθεσμία αὕτη εἰς τὴν νέαν Κυβέρνησιν, ἠδύνατό τις εὐλόγως νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι πραγματικῶς αἱ ἐπαγγελίαι ἐκεῖναι ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσιν· ἔπρεπε νὰ δοθῇ ἡ προθεσμία, διὰ νὰ καταρτίσῃ καὶ ὑποβάλῃ τὰ νομοσχέδια ἐπὶ τῶν λοιπῶν ἀντικειμένων, περὶ ὧν διὰ μακρῶν κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην ἐπραγματεύθη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ, διὰ νὰ βεβαιωθῇ, ἐὰν ἦτο δυνατὸν τὰ ἀντικείμενα ἐκεῖνα νὰ πραγματοποιηθῶσιν. Ἰδοὺ διατὶ ἐσκέφθη ἡ ἀντιπολίτευσις, ὅτι ὤφειλε νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ζητηθεῖσαν προθεσμίαν, μολονότι ἐγνώριζε τὴν πολιτικὴν αὐτῆς καὶ τὸ πρόγραμμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔμελλε καὶ μέλλει νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν κυβερνητικὴν πορείαν της. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου κατὰ τὴν τελευταίαν ἀγόρευσιν αὐτοῦ ἐπὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἥτις ἐπροκάλεσε τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης καὶ τὸν σχηματισμὸν τῆς παρούσης, ἀνεβίβασε τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοῦ παρ’ ἡμῶν ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν, εἰς 13,359,520· ἐξέθεσαν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ γείνωσιν οἰκονομίαι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ 2½ ἑκατομμύρια, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν κατὰ 1½ ἑκατομμύριον, ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν ἄλλων Ὑπουργείων κατὰ 1,769,000, καὶ νὰ ἐπέλθῃ ἄλλη τις οἰκονομία ἐκ τῆς διαθέσεως τῶν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 εἰσπραχθέντων χρημάτων κατ’ ἄλλον τρόπον, παρὰ τὸν τρόπον, ὃν ὁ ἀρχικὸς νόμος ἐκανόνιζε πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὴν ὁποίαν θὰ διαιωνίσῃ ἡ τοιαύτη ἀλλοία διάθεσις, κατὰ 2,223,000, καὶ ὅτι ἦτο δυνατὸν διὰ τῶν νέων μέτρων τῶν φορολογικῶν, τὰ ὁποῖα ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου εἶχεν ἐν τῷ νῷ αὐτοῦ νὰ ὑποβάλῃ, ἐάν ποτε περιήρχετο, ὡς περιῆλθεν, εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ προκύψῃ διαφορά, πρὸς ὄφελος τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων, 3,000,000 περίπου δραχμῶν. Ἑπομένως τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκ 13,359,520 δραχμῶν ἤθελεν ἐλαττωθῆ εἰς 2,400,000 δραχ. Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, κύριοι, ἐὰν αἱ πρώτισται αὐταὶ ἐπαγγελίαι τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Μεσολογγίου ἐπραγματοποιήθησαν· διότι ἔχω τὸ φρόνημα καὶ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἄνδρες σπουδαῖοι, οἷος εἶναι ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου, ἔχοντες τὴν ἀξίωσιν νὰ κυβερνήσωσι τὸν τόπον, καὶ πολλὰ δικαίως, δὲν πρέπει νὰ παίζουν οὔτε μὲ τὰ πράγματα, οὔτε μὲ τὰς λέξεις. Ῥητῶς καὶ καθαρῶς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου εἶπε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ὅτε ἦτο εἰς τὰ πρόθυρα τῆς ἐξουσίας, ὅτι εἶχε τὴν δύναμιν νὰ ἐπενέγκῃ αὐτὰς τὰς μεταβολὰς εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων καὶ τοιαύτας ἀλλοιώσεις εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, ὥστε νὰ περιορίσῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὸ εὐτελὲς ποσὸν τῶν 2,400,000 δρ. Ὀλίγαι ἡμέραι παρῆλθον, καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἀνῆλθεν εἰς τὴν Πρωθυπουργικὴν ἕδραν· ὤφειλεν ἑπομένως νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ἐπαγγελίας του καὶ τὰς ὑποσχέσεις του. Ἀλλὰ τὰς ἐξεπλήρωσεν; Αὐτὸ θὰ ἐξετάσωμεν ἤδη, καὶ ἐλπίζω, ὅτι θέλω σᾶς ἀποδείξει διὰ τῶν πραγμάτων, ὅτι πᾶν ἄλλο ἐξεπλήρωσε, παρὰ τὴν δοθεῖσαν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὑπόσχεσίν του ὡς ἀντιπολιτευομένου. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 17 Μαρτίου, ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν παρὰ τῆς νέας Κυβερνήσεως τροπολογηθέντα προϋπολογισμὸν μετὰ τῶν λοιπῶν νομοσχεδίων, καὶ σᾶς εἶπε καθαρῶς, ὅτι μεταξὺ τῶν προϋπολογισμῶν τῆς προκατόχου καὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ὑπάρχει διαφορὰ ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 6,816,000 δραχ. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ παρ’ αὐτοῦ ὑποβληθέντος προϋπολογισμοῦ θέλετε ἴδει, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο φαίνεται περιωρισμένον εἰς 5,558,639:58, τουτέστιν ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 1,258,000 περίπου, καὶ ἐκ τούτου ἀκόμη δύνασθε νὰ κρίνητε περὶ τῆς σπουδαιότητος τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας δῆθεν ἡ νέα Κυβέρνησις ἐπήνεγκεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, τὸν παρὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα. Ἀλλ’ ἆρά γε εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐπηνέχθησαν οἰκονομίαι κατὰ 6,816,000 δραχ. ἢ τουλάχιστον κατὰ 5,558,639; Οὔτε τὸ ἓν εἶναι ἀληθὲς, οὔτε τὸ ἄλλο.
§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. 6,816,000 ἀφαιρετέαι πιστώσεις.
§60ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ λέγετε, ἀλλ’ ἐν σελίδι 5 τοῦ προϋπολογισμοῦ σας λέγετε· προτεινόμεναι οἰκονομίαι 6,816,639, ὁμοίως προτεινόμεναι προσθῆκαι 1,257,959,42· ἑπομένως τὸ ποσὸν τῶν 6,816,639, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν προσθηκῶν, περιορίζεται εἰς 5,558,639:58.
§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περιελάβατε τὰς προσθήκας εἰς τὰς οἰκονομίας οἰκονομίαι εἶναι 6,816,000, ἀφαιροῦνται δὲ αἱ προσθῆκαι, καὶ μένουν 5,558,000.
§62ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν μένει οἰκονομία κατὰ τὸν προϋπολογισμόν σας 5,558,639. Ἀλλὰ μήτε αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθὲς, καὶ θὰ τὸ ἀποδείξω· ἀλλὰ καλὸν ἤθελεν εἶσθαι νὰ μὴ διακόπτωμαι.
§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Νὰ μὴ ἀναφέρητε γεγονότα μὴ ἀκριβῆ.
§64ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβέστατα γεγονότα, στηριζόμενα εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Κατὰ μὲν τὴν προφορικὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ εἴπετε, ὅτι αἱ ἐπενεχθεῖσαι οἰκονομίαι ἀνέρχονται εἰς 6,816,000, ἀλλ’ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐσημειώσατε, ὅτι αἱ οἰκονομίαι αὗται περιορίζονται εἰς 5,558,639· τώρα ἀδιάφορον εἶναι ἐὰν ἀπὸ τὸ ἓν μέρος ἀφῃρέσατε, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο προσεθέσατε. Ποία εἶναι ἡ πραγματικὴ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἑτέρου προϋπολογισμοῦ; αὐτὴ πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὡς ὅρος συγκρίσεως. Ἀλλὰ, κύριοι, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ὡς εἶπον, ἐὰν αἱ οἰκονομίαι αὗται ἦναι πραγματικαί. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ὁ παρ’ ἡμῶν ὑποβληθεὶς προϋπολογισμὸς περιελάμβανε δαπάνας 56,068,000. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς ἐξέλεγξιν αὐτοῦ, συνεπείᾳ δηλώσεων τῶν διαφόρων ὑπουργείων καὶ συνεπείᾳ συνεννοήσεως προφορικῆς μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἁρμοδίων ὑπουργῶν, ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος περιωρίσθη εἰς 54,145,166 89. Προσέθηκα ἐγὼ κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν γενικὴν, πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας ἀποδοτέου ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀληθῶς εἶχε σημειωθῆ ἠλαττωμένως, δραχ. 540,890· ἑπομένως ὁ παρ’ ἡμῶν ὑποβληθεὶς προϋπολογισμὸς, ὅπως ἐπεξεργάσθη καὶ ἐτροποποιήθη παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, μετὰ προηγουμένην συνεννόησιν τῆς Κυβερνήσεως μετ’ αὐτῆς, περιωρίσθη ἀπὸ 56,068,872 33 εἰς 54,686,056 89, καὶ οὐχὶ, ὡς ἐσφαλμένως ἀναφέρει ἡ νέα Κυβέρνησις εἰς τὸν παρ’ αὐτῆς ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἡμῶν ἀνέρχεται εἰς 57,305,978 05. Θὰ ἐξετάσωμεν λοιπὸν ποία ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύω προϋπολογισμῶν· καὶ δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ποίας ἀφαιρέσεις ἔκαμεν ἡ νέα Κυβέρνησις καὶ ποίας προσθήκας, ὅπως δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς προσθαφαιρέσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως κατὰ συνεννόησιν· πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ ὁλικὰ ποσὰ, ἵνα ἐξεύρωμεν τὸ ποσὸν τῶν πραγματικῶν οἰκονομιῶν. Σᾶς εἶπον, ὅτι ὁ παρ’ ἡμῶν ὑποβληθεὶς προϋπολογισμὸς περιωρίσθη εἰς τὸ ποσὸν τῶν 54, 686, 056 καὶ 89|00, ὁ δὲ προϋπολογισμὸς τῆς νέας Κυβερνήσεως, ὡς ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν, περιλαμβάνει δαπάνας 51, 747, 338 καὶ 47|00. Ἑπομένως ἡ διαφορὰ ἐπὶ ἔλαττον εἶναι 2,938,718 καὶ 42/00, καὶ οὐχὶ 6,816,000, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἢ 5,558,639, ὅπως ἀναφέρεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἀλλ’ ἆρά γε τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 2,938,718 καὶ 42|00 εἶναι πραγματικὴ οἰκονομία; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ! Καὶ πρῶτον πρέπει ν’ ἀφαιρέσητε ἐκ τούτου 1,009,500, διὰ τὴν κατ’ ἄλλον τρόπον διάθεσιν τῶν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 εἰσπραχθέντων χρημάτων. Ὡς γνωρίζετε πάντες, τὰ χρήματα ἔπρεπε νὰ διατεθῶσι πρὸς πληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων εἰς τὰς δύο Τραπέζας πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· καὶ ἀληθῶς ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐπλήρωσε πρὸς τὴν Ἐθνικὴν καὶ τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν ἀπέναντι τῶν ὀφειλομένων 28,631, 897 δραχμῶν. Ἐσκέφθημεν καὶ ἡμεῖς ἂν ἔπρεπε νὰ διαθέσωμεν κατ’ ἄλλον τρόπον τὰ χρήματα ταῦτα, ἀφοῦ διὰ τῆς πληρωμῆς αὐτῶν πρὸς τὰς Τραπέζας δὲν ἦτο δυνατὸν ἐπὶ τοῦ παρόντος ν’ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, καὶ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο συνεζητήθη κατ’ ἐπανάληψιν ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, ἀλλ’ ὑπερίσχυσεν ἡ ἰδέα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ ἄλλη χρῆσις τῶν χρημάτων, διότι τότε ἤθελε διαιωνισθῆ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, καθ’ ἧς φαίνεται ἐξεγηγερμένη πᾶσα ἡ κοινωνία· ἴσχυσε μ’ ὅλα ταῦτα ἡ ἰδέα, καί τοι ὑπαρχουσῶν ἰσχυρῶν ἀντιῤῥήσεων ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, ἵνα διὰ τῶν χρημάτων τούτων ἐξαγοράσωμεν 6,000,000 ἐντόκων γραμματίων, τὸ μὲν διὰ νὰ ἐλαττώσωμεν τὴν κυκλοφορίαν αὐτῶν, τὸ δὲ διὰ νὰ ἐπιφέρωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων οἰκονομίαν τινὰ ἐξ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου περίπου δραχμῶν, καὶ περὶ τούτου ὑπεβάλομεν Νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, ἥτις ἤθελεν ἀποφασίσει ἂν τὸ μέτρον ἐκεῖνο ἦτο ὀρθὸν ἢ μή. Ἀλλ’ ἡ νέα Κυβέρνησις ἐσκέφθη ἄλλως, ἐσκέφθη νὰ διαθέσῃ ὅλον τὸ ποσὸν τὸ εἰσπραχθὲν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 πρὸς ἐξαγορὰν καὶ τῶν 12,000,000 δραχμῶν ἐντόκων γραμματίων, πρὸς ἐξαγορὰν ὁμολογιῶν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 28,000,000, ἀξίας 5,000,000, πρὸς πληρωμὴν τῶν προσωρινῶν χρεῶν μας πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ τὴν βιομηχανικὴν, ἐκ δραχμῶν 2,354,747, καὶ πρὸς πληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας 3,000,000 δραχμῶν, καὶ νὰ ἐπαναφέρῃ ἑπομένως ἐν ἐνεργείᾳ ὁλόκληρον τὸ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δάνειον ἐκ τῶν δύο Τραπεζῶν, δι’ ὃ πληρώνομεν, ὡς γνωστὸν, 1% διὰ τὰ Τραπεζικὰ γραμμάτια καὶ 2% διὰ τὸ εἰς μεταλλικὸν ληφθὲν ποσόν. Ἐκ τῆς τοιαύτης δὲ μετατροπῆς τοῦ δανείου ἐκείνου ἐπέρχεται ἐλάττωσις τῶν ἐξόδων κατὰ 1,009,500. Ἀλλ’ αὕτη δὲν εἶναι οἰκονομία πραγματικὴ καὶ θετική· εἶναι ἐξ ἐναντίας οἰκονομία λίαν ἐπιβλαβὴς καὶ λίαν ἐπιζήμιος εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Δὲν ἐχρειάζετο, κύριοι, ν’ ἀνυψωθῇ εἰς σύστημα πολιτικὸν ἢ οἰκονομικὸν τὸ ἁπλοῦν τοῦτο μέτρον· ἕκαστος ἠδύνατο νὰ τὸ συλλάβῃ ἐν τῷ νῷ του καὶ νὰ τὸ πραγματοποιήσῃ, ἂν τὸ ἐθεώρει συμφέρον. Καὶ ἡμεῖς ἐσκέφθημεν ἐπὶ τούτου, ὡς εἶπον, ἀλλ’ ὑπερίσχυσεν ἐν ἡμῖν ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ πραγματοποίησις αὐτοῦ ἦτο ἐπιζήμιος εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, διότι ἤθελε ματαιώσει διὰ παντὸς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἔρχεται ἡ νέα Κυβέρνησις καὶ τὸ πραγματοποιεῖ· τὸ ἀνυψοῖ δὲ εἰς σύστημα καὶ εἰς πρόγραμμα Κυβερνητικόν. Ὅταν ἀφαιρέσωμεν λοιπὸν ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 2,938,217 τὸ ποσὸν τοῦτο, μένει ὑπόλοιπον 1,929,218 καὶ 42)00 ὡς οἰκονομία μεταξὺ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἰδικοῦ μας καὶ τοῦ τῆς νέας Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ εἶναι καὶ αὕτη ἀληθὴς οἰκονομία; εἶναι πραγματική; Ὄχι, σᾶς ἀπαντῶ· πλὴν ὀλίγων χιλιάδων δραχμῶν, ὅλαι αἱ ἄλλαι οἰκονομίαι εἰσὶν ἰδανικαί. Καὶ πρῶτον μὲν 1,031,381 ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ἀναφέρεται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ ἐπὶ τούτου δὲν θέλω πραγματευθῆ, διότι κρίνω ἐμαυτὸν ἥκιστα ἁρμόδιον· ἤκουσα ὅμως παρὰ πολλῶν εἰδημόνων, ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης οἰκονομίας καταστρέφεται ἐντελῶς τὸ ὀλίγον Ναυτικὸν, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε εἶχεν ἡ Ἑλλὰς καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠδύνατο νὰ στηριχθῇ εἰς δεδομένην τινὰ περίστασιν. Καὶ ἐκ τοῦ ποσοῦ ὅμως τούτου αἱ δραχ. 400,000 ἀνάγονται εἰς τὴν δαπάνην τῆς κατασκευῆς τῆς Δεξαμενῆς· ὥστε μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τούτων, ὑπολείπονται ὡς οἰκονομίαι ἐπὶ τῶν ἄλλων κλάδων καὶ ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν μόνον δραχ. 631,384. Αἱ ἄλλαι οἰκονομίαι αἱ ἀναγόμεναι εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων περιορίζονται εἰς 900,000 περίπου δραχμῶν· ἀλλὰ καὶ πάλιν ἤθελεν εἶσθαι τὸ ἔργον τῆς νέας Κυβερνήσεως κάλλιστον, ἂν αἱ οἰκονομίαι αὗται δὲν ἦσαν ἰδανικαί. Εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀναφέρει ὁ νέος προϋπολογισμός, ὅτι ἐπηνέχθησαν οἰκονομίαι 292,795 δραχμῶν, τὸ δὲ ποσὸν 254,000 εἶναι ὅλως ἰδανικόν. Δὲν μένουν λοιπὸν ὡς πραγματικαὶ οἰκονομίαι, εἰμὴ 48,000 διὰ τῆς καταστροφῆς τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Δὲν θεωρῶ πρέπον, κύριοι, νὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν πρὸς ἓν τὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα τῶν ἰδανικῶν τούτων οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας ἔφερεν ἡ νέα κυβέρνησις ὡς πραγματικὰς, διότι πάντες ἔχετε ὑπ’ ὄψιν τὸν παρ’ αὐτῆς ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν περιορίζομαι μόνον εἰς παραδείγματά τινα. Καὶ πρῶτον ἀναφέρει ὡς οἰκονομίαν τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ποσοῦ τῶν ἀποδοχῶν τοῦ χαρτοσήμου ἀπὸ 650,000, ὡς εἶχε πρὶν, εἰς δραχμὰς 600,000, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου προσθέτει εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ποσὸν ἀνώτερον ἐσόδου ἐκ τοῦ χαρτοσήμου κατὰ 400,000, διότι ἀντὶ 5,200,000, ὅπως ἡμεῖς εἴχομεν προϋπολογίσει, ἡ κυβέρνησις ἀνεβίβασε τὸ ποσὸν εἰς 5,600,000· ἑπομένως ἔπρεπε φυσικῷ τῷ λόγῳ ν’ αὐξήσῃ καὶ τὸ ποσὸν τὸ χορηγούμενον ὡς ἀποδοχαὶ τοῦ χαρτοσήμου ἀπὸ 650 εἰς 700,000, ἀλλ’ ἀντὶ τούτου ἠλάττωσε τὸ ποσὸν ἀπὸ 650, εἰς 600,000. Εἴχομεν σημειώσει ἡμεῖς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ διὰ ποσοστὰ εἰσπράξεων 230,000, καὶ ἡ νέα κυβέρνησις ἐλαττόνει τὸ ποσὸν τοῦτο κατὰ 30,000, διότι φρονεῖ ἴσως, ὅτι θὰ ἐλαττωθῶσιν ἐπὶ τοσοῦτον αἱ εἰσπράξεις, ὥστε νὰ μὴ χρειασθῇ ὁλόκληρον τὸ παρ’ ἡμῶν προϋπολογισθὲν ποσὸν τῶν 230,000, τὸ ὁποῖον ὅμως ἐγὼ ἀπεύχομαι. Εἴχομεν σημειώσει διὰ ποσοστὰ γραμματοσήμου 30,000· ἀλλ’ ἡ νέα κυβέρνησις καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐλαττόνει εἰς 27,000, διὰ νὰ παρουσιάσῃ οἰκονομίαν 3,000 δραχμῶν, χωρὶς ἐν τούτοις νὰ ἐλαττώσῃ καὶ τὸ προϋπολογισθὲν ἔσοδον. Εἴχομεν σημειώσει διὰ τὴν βεβαίωσιν τῶν δεκάτων 52,900· ἡ Κυβέρνησις ἐλαττόνει αὐθαιρέτως καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς 33,000, ἵνα παρουσιάσῃ καὶ ἐντεῦθεν οἰκονομίαν 19,900. Εἴχομεν σημειώσει δαπάνην πρὸς μελέτην περὶ ἀρδεύσεως τοῦ Μαντινειακοῦ καὶ Ἀργολικοῦ πεδίου 15,000 δραχ. δαπάνην, ἄλλως τε ἀναγκαίαν καὶ χρήσιμον, ἀλλ’ ἡ νέα κυβέρνησις ἀπαλείφει τὸ ποσὸν τοῦτο, ἵνα παρουσιάσῃ οἰκονομίαν 15,000 δραχ. Καὶ τέλος πάντων ὅλαι αἱ οἰκονομίαι αἱ ἀναγόμεναι εἰς τὸ ποσὸν τῶν 254,000 δραχμῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι τοιαῦται, εἶναι οἰκονομίαι ἰδανικαί. Πραγματικὴ οἰκονομία δύναται νὰ θεωρηθῇ τὸ ποσὸν, ὡς σᾶς εἶπον, τῶν 38,000, καὶ οὐχὶ 48,000, διότι 38,000 μένει ὑπόλοιπον μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 292,000. Ἀλλ’ οὔτε τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι πραγματικὸν, διότι ἡ Κυβέρνησις σημειοῖ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὅτι καταργεῖ τὴν θέσιν ἑνὸς τμηματάρχου βʹ. τάξεως, ἥτις δὲν ἦτο συμπεπληρωμένη, καὶ ἧς τὴν κατάργησιν ἐζήτησε παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις παρεδέχθη τὴν γνώμην μας καὶ ἀπήλειψε διὰ τῆς ἐκθέσεώς της τὴν πίστωσιν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Σημειοῖ ἡ νέα Κυβέρνησις ὡς οἰκονομίαν τὴν κατάργησιν δύω οἰκονομικῶν ἐπιθεωρητῶν, ἀλλ’ οὗτοι δὲν εἶναι ἐν ἐνεργείᾳ, διότι δὲν ἐψηφίσθη εἰσέτι τὸ Νομοσχέδιον τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως περὶ νομοθετήσεως τῶν θέσεων τούτων. Σημειοῖ ἐπίσης ἡ Κυβέρνησις ὡς οἰκονομίαν τὴν κατάργησιν δύω γεωμετρικῶν ἐπιθεωρητῶν, ἐνῷ καὶ οὗτοι δὲν εἶναι ἐν ἐνεργείᾳ, διότι καὶ τὸ περὶ αὐτῶν Νομοσχέδιον τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως δὲν ἐπεψηφίσθη, ἑπομένως αἱ θέσεις αὗται μένουν κεναί· ὥστε καὶ ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 38,000 δραχμῶν πρέπει ν’ ἀφαιρέσητε τὸ ποσὸν 10,000 καὶ ἐπέκεινα, ὅπερ δὲν εἶναι οἰκονομία πραγματική. Τοιαῦται δυστυχῶς εἶναι αἱ οἰκονομίαι καὶ τῶν ἄλλων Ὑπουργείων. Ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ἐπήνεγκεν οἰκονομίας 75,398. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἀναβιβάζει ἡ νέα Κυβέρνησις εἰς 104,639, ὅ ἐστὶν ηὔξησε τὸ ποσὸν τῶν δῆθεν οἰκονομιῶν κατὰ 29,000· ἀλλὰ καὶ τοῦ ποσοῦ τούτου ἡ οἰκονομία εἶναι φαινομενικὴ, καὶ ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐκ τοῦ κονδυλίου διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν μαρτύρων, ὅπερ εἶχε προϋπολογισθῆ παρ’ ἡμῶν εἰς 544,500, ἡ νέα Κυβέρνησις ἀφαιρεῖ 35,000. Ἀλλὰ, κύριοι, τοῦτο δὲν εἶναι οἰκονομία, διότι τὰ μαρτυρικὰ δικαιώματα θὰ πληρωθῶσιν εἴτε ὑπάρχει πίστωσις, εἴτε μὴ, καὶ διὰ τοῦτο ὁ λογιστικὸς νόμος, εἰς τὸν ὁποῖον στηρίζεται ὁ οἰκονομικὸς νόμος, χορηγεῖ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ πίστωσιν καὶ διὰ Β. Διατάγματος πρὸς πληρωμὴν τῶν τοιούτων ἐξόδων. Ἀλλὰ ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἤθελεν ὑπάρξει περίσσευμα τῆς πιστώσεως, τὸ περίσσευμα τοῦτο ἤθελε μείνει πρὸς ὄφελος τοῦ Δημοσίου Ταμείου, διότι οὐδεμία ἄλλη χρῆσις δύναται νὰ γείνῃ αὐτοῦ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι καὶ ἡ οἰκονομία, ἥτις ἐπηνέχθη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης εἶναι εἰκονική. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ἐπήνεγκεν οἰκονομίας 202,611, ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο ἡ νέα Κυβέρνησις ἀνεβίβασεν εἰς 987,613. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσσήνης καὶ σεβαστὸς φίλος μου κ. Κουμουνδοῦρος σᾶς ἀπέδειξεν, ὅτι καὶ αἱ ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τούτου οἰκονομίαι τῆς νέας Κυβερνήσεως εἶναι ὅλως ἰδανικαὶ, καὶ ἐλάχισται εἶναι πραγματικαί· ἑπομένως κρίνω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω καὶ ἐγὼ ὅσα ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος εἶπε περὶ τῆς εἰκονικότητος τῶν οἰκονομιῶν· προσθέτω μόνον, ὅτι περὶ τῶν ὀλίγων τούτων πραγματικῶν οἰκονομιῶν προεῖδε κατὰ μέγα μέρος καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις διὰ τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, πλὴν τῆς καταργήσεως τῶν θέσεων τῶν γραμματέων τῶν ἐπαρχείων, μέτρον, ὅπερ θεωρῶ πολὺ ἐπιζήμιον καὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ἐπρότεινεν οἰκονομίας 148,040, ἡ δὲ νέα Κυβέρνησις προτείνει ὀλιγωτέρας, περιορίζουσα αὐτὰς εἰς 115,700. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἡ ἐπιτροπὴ εἶχε προτείνει οἰκονομίας 102,460, καὶ ἀναφέρων τὴν ἐπιτροπὴν, ἐννοῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ προκάτοχος ἦτο σύμφωνος μὲ αὐτήν. Ἡ νέα Κυβέρνησις ηὔξησε τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς 308,407. Ἀλλ’ ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ παρατηρήσω, ὅτι καὶ αἱ οἰκονομίαι τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου εἶναι ἰδανικαί· ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι ἀναφέρεται ὡς οἰκονομία ὁ περιορισμὸς τῆς διὰ τοὺς ἀρχιεπισκόπους καὶ ἐπισκόπους ἀπαιτουμένης δαπάνης κατὰ 60,000 δραχμὰς διὰ τὰς κενὰς θέσεις. Ἡμεῖς εἴχομεν περιλάβει εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὁλόκληρον τὴν δαπάνην τῶν ἀρχιεπισκόπων καὶ ἐπισκόπων, καὶ ἂν μὲν συνεπληροῦντο αἱ θέσεις, ἡ πίστωσις ἤθελε διατεθῆ, ἂν δὲ δὲν συνεπληροῦντο, θὰ ἔμενε διαθέσιμος. Ἀναφέρει λοιπὸν ἡ νέα Κυβέρνησις καὶ τὴν οἰκονομίαν ταύτην, ὡς ἐκ τοῦ τυχαίου περιστατικοῦ τῆς χηρείας τῶν θέσεων τῶν ἐπισκόπων καὶ ἀρχιεπισκόπων, ὡς οἰκονομίαν πραγματικήν. Μεταξὺ ἄλλων ἰδανικῶν οἰκονομιῶν ἐλαττώνει κατὰ 50,476 καὶ τὸ ποσὸν τὸ ὡρισμένον διὰ τὴν ἀρχαιολογικὴν ἑταιρίαν· ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν εἶναι οἰκονομία πραγματικὴ, εἶναι δαπάνη δυνητική· ἂν ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις, ἔκαμνε χρῆσιν αὐτῆς, ἂν δὲν ἤθελε, δὲν ἦτο ὑπόχρεως νὰ κάμῃ χρῆσιν καμμίαν, καὶ ἡ πίστωσις ἤθελε μείνει ἄθικτος. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς τὸν ὁποῖον ῥητῶς σᾶς εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι ἠδύνατο νὰ κάμῃ οἰκονομίας 2,500,000· ἐκ δὲ τῶν ὀλίγων παρατηρήσεων, ἃς θέλω ὑποβάλει ὑμῖν, θέλετε πεισθῆ, ὅτι, ἀντὶ οἰκονομιῶν, ἔκαμεν ἡ νέα Κυβέρνησις ὑπέρβασιν. Ὁ παρ’ ἡμῶν ὑποβληθεὶς προϋπολογισμὸς, μετὰ τὰς γενομένας προσθαφαιρέσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀνέρχεται εἰς 10,828,326· ἑπομένως, ἂν πράγματι ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ κάμῃ τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ὡς ἀντιπολίτευσις ἐπηγγέλλετο, εἰς 2,500,000, ὁ προϋπολογισμὸς ἤθελε περιορισθῆ εἰς 8,300,000. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτων ἔχετε ἀνὰ χεῖρας προϋπολογισμὸν 11,094,886, ὑπέρτερον τοῦ ἰδικοῦ μας κατὰ 300,000 περίπου, καὶ μὲ τὴν ἐλάττωσιν 146 ἀξιωματικῶν, 344 ὑπαξιωματικῶν, 64 μουσικῶν καὶ 2,604 στρατιωτῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν αὔξησιν ταύτην, ἰσχυρίσθη, ὅτι περιέλαβεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δαπάνας ἀναγκαίας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς δῆθεν δὲν εἴχομεν προΐδει· καὶ διὰ νὰ ἦμαι ἀκριβής, θ’ ἀναφέρω καὶ τὰς δαπάνας ταύτας. Αὗται εἶναι πρῶτον 234,600 δραχμ. διὰ τὰ εἰς τὸ πυριτιδοποιεῖον Μωραϊτίνη ὀφειλόμενα, δεύτερον 163,843 δι’ ἔξοδα διαγεγραμμένων καὶ κεκλεισμένων χρήσεων, τρίτον 410,000 διὰ τοὺς ἑξαμηνίτας νεοσυλλέκτους, τέταρτον 150,000 διὰ τοὺς κληθησομένους ἀλλοδαποὺς ἀξιωματικούς, καὶ πέμπτον 24,000 διὰ τοὺς πλεονάζοντας ἀνθυπασπιστάς. Αὐτὰς τὰς δαπάνας δὲν προεῖδεν ὁ παρ’ ἡμῶν ὑποβληθεὶς προϋπολογισμὸς, ὧν τὸ ποσὸν ἀνέρχεται εἰς 982,443· ὅταν δ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 11,094,886, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται ὁ νέος προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφαιρέσητε τὸ ποσὸν τοῦτο, μένει ὑπόλοιπον πραγματικὸν 10,112,443. Ἑπομένως ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἡμετέρου προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως δὲν συνίσταται εἰμὴ μόνον εἰς 715,883, καὶ μὲ τὴν ἐλάττωσιν, ὡς εἶπον, 3,000 καὶ ἐπέκεινα ἀνδρῶν Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς διαφορὰ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν μεταξὺ τῶν δύο Ὑπουργείων. Ἀλλὰ ποῦ εἶναι τὰ 2½ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἡ τότε ἀντιπολίτευσις καὶ νῦν Κυβέρνησις ὑπέσχετο, ὅτι ἠδύνατο νὰ οἰκονομήσῃ; Πολλὰ δύναταί τις, κύριοι, νὰ ἐπαγγέλληται ὅταν ᾖναι ἐκτὸς τῶν πραγμάτων· ὅταν ὅμως ἔλθῃ εἰς τὰ πράγματα, σκοντάπτει, διότι τὰ πράγματα ἀπαιτοῦσιν ἔργα, καὶ οὐχὶ λόγους. Ἐκ τῶν ὀλίγων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα σᾶς ἐξέθεσα, παρατηρεῖτε ὅτι αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας ἡ ἀντιπολίτευσις ὑπέσχετο ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπιφέρῃ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, εἶναι οἰκονομίαι ἰδανικαί, οἰκονομίαι εἰκονικαὶ, καὶ οὐδεμία ἄλλη ἀληθὴς οἰκονομία ἐκ μέρους τῆς νέας Κυβερνήσεως ἐπηνέχθη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, πλὴν τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας κατὰ μέγα μέρος καὶ ἡμεῖς εἴχομεν προτείνει, διὰ τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς. Ὡς σᾶς εἶπον καὶ ἐν ἀρχῇ, δὲν ποιοῦμαι λόγον περὶ τῶν ἐπενεχθεισῶν οἰκονομιῶν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, διότι περὶ αὐτοῦ ἴσως ἄλλος τις ἁρμοδιώτερος θὰ ὁμιλήσῃ, ὡς ἐπίσης ἄλλος ἁρμοδιώτερος ἐλπίζω, ὅτι θὰ ὁμιλήσῃ καὶ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ὡς πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν λοιπὸν δὲν θὰ κάμω λόγον ἰδιαίτερον· περιορίζομαι μόνον νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἀντὶ τοῦ 1 καὶ ½ ἑκατομμυρίου οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας ὑπέσχετο ἡ πρώην ἀντιπολίτευσις καὶ σήμερον Κυβέρνησις, ὅτι ἠδύνατο νὰ κάμῃ, ἐπέφερε μόνον 1,031,382, τουτέστιν ἐπὶ ἔλαττον 500,000 δραχμῶν, καὶ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου αἱ δρ. 400,000, ὡς εἶπον, ἀνάγονται εἰς τὴν δεξαμενήν. Αὗται εἶναι, κύριοι, αἱ διασαλπισθεῖσαι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ διὰ τῆς δημοσιογραφίας οἰκονομίαι, αἱ ὁποῖαι διεσάλευσαν τὰς συνειδήσεις τῆς Βουλῆς, αἱ ὁποῖαι ἀπέσπασαν ὑπὲρ τῆς τότε ἀντιπολιτεύσεως καὶ νῦν Κυβερνήσεως τὰ χειροκροτήματα τῶν ἀκροατηρίων, οἰκονομίαι ἰδανικαί, οἰκονομίαι εἰκονικαὶ, πολλαὶ ἐκ τῶν ὁποίων θὰ βλάψωσιν οὐσιωδῶς τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, καὶ ἀντὶ οἰκονομίας, θὰ ἐπέλθῃ πραγματικὴ ζημία, ἥτις δὲν εἶναι καταφανὴς, διὰ νὰ τὴν προσδιορίσω ἀπὸ τοῦδε. Καὶ τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀντὶ 2,400,000, ἀνέρχεται εἰς 5,060,481, τουτέστιν ἐπὶ πλέον κατὰ 2,660,000, καὶ διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ἐλλείμματος τούτου ἡ νέα Κυβέρνησις ἔλαβε τὴν πρόνοιαν νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ὅπως λάβῃ εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῆς ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 τὸ εὐτελὲς ποσὸν τῶν 8,341,150, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς, ζητεῖ τὴν ἄδειαν νὰ διαθέσῃ ἐκ τῶν χρημάτων τούτων διὰ τὴν ἐξαγορὰν τῶν ἐντόκων γραμματίων κλπ. 22,354,747· ἐλήφθησαν ἐπίσης ἀπὸ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν ἐννέα ἑκατομμύρια, τὸ ὅλον 31,354,747, τὸ δὲ ἐκ τοῦ δανείου τούτου εἰσπραχθὲν ποσὸν ἀνέρχεται εἰς 39,695,897 δραχμάς· ἑπομένως, ἐὰν ἀφαιρέσωμεν τὸ ποσὸν τῶν 31,354,747, μένει ὑπόλοιπον 8,341,150 δραχμῶν, καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ τεθῇ εἰς τὴν διάθεσίν της, ὅπως ποιήσηται χρῆσιν αὐτοῦ διὰ τὰ ἐλλείμματα, ὡς λέγει, τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1879 καὶ 1880. Μετὰ τὰς παρατηρήσεις ταύτας, κύριοι, θὰ ἐξετάσω ἐν ὀλίγοις τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸ ἐχαρακτηρίσθη ὡς νέον οἰκονομικὸν σύστημα καὶ ἐπέσυρε τὰς ἐπιδοκιμασίας τῆς Βουλῆς, τὰς ἐπευφημίας καὶ τὰ χειροκροτήματα τῶν ἀκροατηρίων, καὶ τὰ συγχαρητήρια τηλεγραφήματα ἀπὸ τὰ διάφορα χωρία τῶν διαφόρων ἐπαρχιῶν. Καὶ ἂν, κύριοι, ἡ νέα Κυβέρνησις ἦτο εἰς θέσιν νὰ καθιερώσῃ τὴν ἀσυδοσίαν ἐν γένει, ὅπως ζητεῖ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ καθιερώσῃ αὐτὴν ἐπὶ τῆς ἐγγείου φορολογίας, ἂς ἦναι βεβαία, ὅτι ἤθελεν ἀποσπάσει ῥαγδαιότερα καὶ ζωηρότερα χειροκροτήματα καὶ τηλεγραφήματα ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς Ἑλλάδος· ἀλλ’ ἔπρεπε συγχρόνως νὰ ἐφεύρῃ καὶ τρόπον τινὰ, διὰ νὰ διοικῇ τὸν τόπον ἀνεξόδως, καὶ δὲν ἔπρεπε, χαρίζουσα μίαν πρόσοδον θετικὴν καὶ βεβαίαν, κατὰ τῆς ὁποίας, ὡς θέλω ἀποδείξει, οὐδὲν παράπονον ὑπῆρχεν, ἐκ τεσσάρων περίπου ἑκατομμυρίων, νὰ ζητῇ νὰ λάβῃ εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῆς ἡ κυβέρνησις, πρὸς ἀντικατάστασιν τῆς προσόδου ταύτης, ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, τὸ ποσὸν τῶν 8 ἑκατομμυρίων, διὰ νὰ οἰκονομήσῃ τὰς ἀνάγκας της! Τρία συστήματα, κύριοι, ὑπάρχουσιν ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς διὰ τὴν μεταβολὴν τῆς ἐγγείου φορολογίας. Τὸ σύστημα περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τὸ σύστημα τῆς διανεμητικῆς φορολογίας, ὅπερ ὑπέβαλον οἱ ἔντιμοι βουλευταὶ κύριοι Ῥικάκης καὶ Ταμπακόπουλος, καὶ τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας. Θὰ ἐξετάσω διὰ βραχέων καὶ τὰ τρία ταῦτα συστήματα καὶ θὰ ἀποδείξω, ὅτι τὸ ὑπάρχον σύστημα εἶναι τὸ καταλληλότερον, τὸ δικαιότερον καὶ τὸ ὀρθότερον, τὸ οὐδεμίαν καταπίεσιν, οὐδεμίαν κατάθλιψιν φέρον εἰς τὴν γεωργικὴν τάξιν. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν εἶναι ἄδικος καὶ ἄνισος, ὠφελεῖ μόνον μίαν μικρὰν τάξιν τῶν μεγαλοκτηματιῶν, ἥτις δὲν περιλαμβάνει πλέον τῶν χιλίων τοιούτων, καταπιέζει δὲ τὴν πραγματικὴν τάξιν τῶν γεωργῶν, τὴν ὑποβάλλει εἰς μυρίας καταθλίψεις καὶ καταπιέσεις καὶ εἰς τὴν ἀπόδοσιν φόρου ἀδικωτάτου. Εἶναι περιττὸν, κύριοι, νὰ ἐπαναλάβω ὅσα μετὰ πολλῆς λεπτομερείας, σαφηνείας καὶ δεξιότητος ἀνέφερεν ὁ κατὰ πρῶτον ἀγορεύσας κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀξιότιμος Βουλευτὴς Εὐρυτανίας καὶ φίλος μου κ. Ζηνόπουλος, ὅστις ὁμολογουμένως ἀπέδειξεν ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ καὶ ἐν πάσῃ ἀκριβείᾳ τὰ μεγάλα ἐλαττώματα τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα περιέχονται ἐν αὐτῷ κατὰ τῆς ἀληθοῦς φορολογικῆς τάξεως τῶν γεωργῶν· ἀρκεῖ νὰ ὑπομνήσω εἰς ὑμᾶς, ὅτι ὁ δυστυχὴς γεωργός, ἀλλ’ ὁ ἀληθὴς γεωργός, καὶ οὐχὶ ὁ μεγαλοκτηματίας καὶ οὐχὶ ὁ ἰδιοκτήτης ἀπεράντων ἐκτάσεων γαιῶν, τὰς ὁποίας καλλιεργεῖ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ διὰ τῆς μισθώσεως ξένων κτηνῶν, ὅτι ὁ πτωχὸς γεωργὸς εἶναι ὑποβεβλημένος εἰς τὴν ὑποχρέωσιν πολλαπλῶν καὶ πολυπλόκων δηλώσεων, ὅτι κατόπιν τῶν δηλώσεων τούτων ἐπέρχεται ὡς φοβερὸν φάσμα κατ’ αὐτοῦ τὸ ἐπάρατον σύστημα τῆς ἀπαριθμήσεως, ἡ σύνταξις τῶν πλαστῶν καὶ εἰκονικῶν πρωτοκόλλων καὶ αἱ παρεπόμεναι καταπιέσεις καὶ καταθλίψεις καὶ ἀδικίαι, τὰς ὁποίας πάντες ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ζῶμεν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, γνωρίζομεν καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν αὐτῶν· ἀρκεῖ νὰ σᾶς ὑπομνήσω, διότι σᾶς τὸ εἶπον ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ, ὅτι διὰ νὰ πωλήσῃ πτωχός τις γεωργὸς ἓν κτῆνος ἀροτριῶν, ἀξίας 50, 60, 100 δραχμῶν, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ μεταβῇ ἀπὸ τὸ χωρίον του, τὸ ὁποῖον πολλάκις ἀπέχει 4, 5, 8 ὥρας, εἰς τὴν ἕδραν τοῦ συμβολαιογράφου, διὰ νὰ συντάσσηται ἐνώπιον αὐτοῦ πρᾶξις ἀγοραπωλησίας, καὶ μετὰ τοῦτο εἶναι ὑποχρεωμένοι ἀμφότεροι, ὅ, τε ἀγοραστὴς καὶ πωλητής, νὰ μεταβῶσιν εἰς τὸ δημαρχεῖον νὰ δηλώσωσιν ἐκ νέου ἐνώπιον τοῦ Δημάρχου τὴν τοιαύτην μεταβολὴν ἐπὶ τοῦ δυστυχοῦς ἐκείνου κτήνους, ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος τῆς ἀγοραπωλησίας, καὶ ἐντεῦθεν νὰ ὑφίστανται ἀμφότεροι ἀπώλειαν χρόνου, δαπάνας καὶ ἄλλας ζημίας· ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι διὰ τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν θὰ ἐπαναφέρωμεν ὁλόκληρον τὸ σύστημα τῶν εἰσπρακτόρων, τὸ ὁποῖον ἤδη εἶναι κατὰ πολὺ ἠλαττωμένον ὡς ἐκ τῆς εἰς εἶδος ἀποδόσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, καὶ οἱ εἰσπράκτορες μετὰ κουστωδίας στρατιωτῶν θὰ περιφέρωνται εἰς τὰ χωρία, διὰ νὰ εἰσπράττωσι τοὺς φόρους τούτους, καταπιέζοντες καὶ καταθλίβοντες τοὺς δυστυχεῖς γεωργούς, καὶ περιπλέον νὰ ζητῶσι τὰς μεγάλας ποινάς, τὰς ὁποίας θὰ ὑφίστανται ὡς ἐκ τῶν ψευδῶν καὶ εἰκονικῶν πρωτοκόλλων τῆς ἀπαριθμήσεως οἱ δυστυχεῖς ἐκεῖνοι γεωργοί, οἵτινες θὰ ἔχωσι τὸ ἀτύχημα νὰ μὴ ἀνήκωσιν εἰς ἰσχύουσαν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μερίδα, διότι ὅλον τὸ βάρος αὐτῆς τῆς ἀκατανοήτου φορολογίας θὰ ἐπιβαρύνῃ ὡσεπιτοπολὺ μίαν καὶ μόνην μερίδα, τὴν μὴ ἰσχύουσαν ἐν τῷ τόπῳ, καὶ τὰ λέγω αὐτὰ πρὸ πάντων διὰ νὰ τὰ μάθωσιν οἱ συνάδελφοι Βουλευταὶ τῆς Ἑπτανήσου, οἵτινες ἔχουσι τὸ εὐτύχημα νὰ μὴ ἔχωσιν αὐτὸ τὸ τερατῶδες σύστημα τῆς τοιαύτης φορολογίας, διότι πάντες οἱ λοιποὶ Βουλευταὶ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν τὰ γνωρίζουσι κάλλιστα· ἡ μία μερίς, ἡ ἰσχύουσα, δὲν θὰ πληρώνῃ τίποτε εἰς τὸ δημόσιον, διότι καὶ ἂν δὲν δηλώσῃ τὰ ζῶά της, δὲν θὰ ἀπαριθμηθῶσι ταῦτα ἀπὸ τοὺς ἀπαριθμητάς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποσταλῶσι πρὸς ἀπαρίθμησιν. Οἱ ἀπαριθμηταὶ θὰ ἀποσταλῶσιν ἀπὸ τὴν μερίδα τὴν ἰσχύουσαν καὶ θὰ εὕρωσιν ὡς μὴ δηλωθέντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐδηλώθησαν ἤδη παρὰ τῶν ἀντιπάλων, θὰ χαρακτηρίζωσιν ὡς ἀροτριῶντα ὅσα δὲν εἶναι ἀροτριῶντα, καὶ θὰ σύρωνται ὅλοι οὗτοι οἱ πτωχοὶ γεωργοὶ ἐνώπιον τοῦ πταισματοδικείου, διὰ νὰ ὑποστῶσι τὰς μεγάλας ποινάς, τὰς ὁποίας ὁ νόμος κανονίζει· καὶ ἡ ἑτέρα μερίς, ἡ ὁποία θὰ ἰσχύῃ εἰς τὸν τόπον κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, θὰ μείνῃ ἐντελῶς ἀφορολόγητος, καὶ θὰ μείνωσιν ἀφορολόγητοι καὶ πάντες οἱ μεγαλοκτηματίαι, οἱ ὁποῖοι ἀποδίδουν ὡς φόρον 1,000, 1,500 καὶ 2,000 δραχμὰς, διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν θὰ ἀποδίδωσιν εἰμὴ 100 150 ἢ 200 τὸ πολὺ δραχμάς, διότι ὁ ἄλλος φόρος, τὸν ὁποῖον ἤδη πληρώνουσι, θὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν κατωτέραν καὶ πτωχοτέραν τάξιν τῶν πραγματικῶν γεωργῶν, ὡς ἐκ τοῦ μέσου ὅρου τῆς ὁλικῆς παραγωγῆς ἑκάστου χωρίου. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, κύριοι, τὸ νομοσχέδιον ἐπιβαρύνει εἰς βαθμὸν ἀνυπολόγιστον τὰς κατωτέρας καὶ πτωχοτέρας τάξεις τῶν γεωργῶν καὶ διὰ τοῦ δημοτικοῦ φόρου, ὁ ὁποῖος καὶ αὐτὸς ἐπιβάλλεται ἤδη εἰς τὰ κτήνη. Ὡς γνωρίζομεν ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, ὁ φόρος οὗτος ἐπιβάλλεται εἰς τὸ εἶδος τῆς παραγωγῆς, ἀνὰ δύω ἐπὶ τοῖς ἑκατόν· ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἰσπράττεται ἤδη ὡς φόρος δημοτικός, μεταφέρεται εἰς τὰ κτήνη, καὶ ἐνῷ εἷς μεγαλοκτηματίας, ὁ ὁποῖος παράγει 1,000 κοιλά, ἀπέδιδεν εἰς τὸ δημόσιον τὰ 20 ὡς δημοτικὸν φόρον, καὶ εἷς πτωχὸς γεωργός, ὁ ὁποῖος παράγει 100 κοιλὰ μόνον, ἀπέδιδε εἰς τὸ δημοτικὸν ταμεῖον 2 κοιλὰ ὡς δημοτικὸν φόρον, τώρα καὶ ὁ μὲν καὶ ὁ δέ, κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, θ’ ἀποδίδωσιν εἰς τὸ δημοτικὸν ταμεῖον τὸν αὐτὸν φόρον, δηλαδὴ ἴσον δημοτικὸν φόρον ὁ παράγων 1,000 κοιλὰ μὲ τὸν παράγοντα 100 κοιλά, διότι ὁ μέσος ὅρος θὰ ἐξευρεθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παραγωγῆς, τὴν ὁποίαν ἕκαστον χωρίον δίδει· π. χ. τὸ χωρίον Α παράγει ὁλικὸν ποσὸν δημητριακῶν καρπῶν 10,000 κοιλά, ἐκ τοῦ ποσοῦ δὲ τούτου λαμβάνονται ἤδη ὡς δημοτικὸς φόρος 200 κοιλά· ἀλλὰ τὰ 200 ταῦτα κοιλὰ ἀποδίδονται εἰς τὸ δημοτικὸν ταμεῖον ἀναλόγως τῆς παραγωγῆς ἑκάστου, καὶ ὁ μὲν ἀποδίδει 20 κοιλὰ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παραγωγῆς τῶν 1,000 κοιλῶν, ὁ δὲ 2 κοιλὰ ἐπὶ τῇ παραγωγῇ τῶν 100, ὁ δὲ ἓν κοιλὸν ἐπὶ τῇ παραγωγῇ τῶν 50· ἤδη τὰ 200 ταῦτα κοιλὰ θ’ ἀποδίδωσιν ὅλοι ἐξ ἴσου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου, διότι ἕκαστον κτῆνος ἀροτριῶν θὰ ἐπιβαρυνθῇ μὲ τὸν αὐτὸν φόρον, ἀδιαφόρως τῆς παραγωγῆς· ζημία λοιπὸν ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν, ἣν θὰ λαμβάνῃ τὸ δημόσιον, ζημία ἔτι μεγαλειτέρα ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν τὴν δημοτικήν, πλαστὰ πρωτόκολλα κατὰ τὴν ἀπαρίθμησιν, καταδίωξις δικαστική, εἰσπράκτορες, στρατιῶται· αὐτὰ εἶναι τὰ πλεονεκτήματα τῆς νέας φορολογικῆς μεθόδου, μὲ τὴν ὁποίαν ἡ νέα Κυβέρνησις θέλει νὰ προικίσῃ τὸν τόπον πρὸς ὄφελος, ὡς εἶπον, εὐαρίθμων τινῶν μεγαλοκτηματιῶν, οἱ ὁποῖοι πράγματι ἐσκίρτησαν ὑπὸ χαρᾶς ὅταν εἶδον, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης πραγματοποιεῖ τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκε περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἐγώ, κύριοι, ἀνήκω εἰς ἐπαρχίαν, εἰς τὴν ὁποίαν κυρίως καλλιεργεῖται ἡ σπορὰ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ὡς καὶ οἱ παρακαθήμενοι ἐνταῦθα συνάδελφοί μου Βουλευταὶ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς. Ἐγὼ καὶ αὐτοὶ εἴμεθα κτηματίαι, φορολογούμενοι, ἔχομεν συγγενεῖς, πατριώτας, φίλους καλλιεργοῦντας τὴν σπορὰν τῶν δημητριακῶν καρπῶν· δὲν διστάζω μ’ ὅλα ταῦτα, κύριοι, νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον προτείνει ἡ νέα Κυβέρνησις, εἶναι καταστρεπτικὸν καὶ ὀλέθριον εἰς τοὺς πραγματικοὺς γεωργούς, ὅτι ἡ ἐπαρχία, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω ὡς ἀντιπρόσωπος, θὰ λυπηθῇ κατάκαρδα ἂν τὸ σύστημα τοῦτο ἐπιψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου οὐδὲν παράπονον ἠγέρθη κατὰ τοῦ καθεστῶτος συστήματος τῆς φορολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν· καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἂν περιέλθωσιν οἱ λόγοι μου οὗτοι, τοὺς ὁποίους δημοσίᾳ ἐκφράζω ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ Ἔθνους, εἰς τὴν ἐπαρχίαν, τῆς ὁποίας εἰμὶ ἀντιπρόσωπος, οἱ συμπολῖταί μου θὰ ἔχωσιν ἀρκετὴν φιλοπατρίαν, φιλονομίαν καὶ αὐταπάρνησιν, νὰ ἐπιδοκιμάσωσι καὶ νὰ ἐπικροτήσωσιν αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑποστηρίζω. Μὴ σᾶς ἐξαπατῶσι, κύριοι, τὰ τηλεγραφήματα τῶν χωρίων τῆς ἐπαρχίας Χαλκίδος, τὰ τηλεγραφήματα τῶν χωρίων τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος, τῶν χωρίων τῆς ἐπαρχίας Θηβῶν. Τὰ τηλεγραφήματα ταῦτα ὑποκινοῦνται ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πράγματι πρόκειται νὰ ὠφεληθῶσιν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου τούτου συστήματος· τὰ τηλεγραφήματα ταῦτα δὲν ἀποδεικνύουσι τὸ αἴσθημα τῆς πραγματικῆς γεωργικῆς τάξεως, ἡ ὁποία θὰ ὑποστῇ τὰς φοβερὰς συνεπείας τοῦ νομοθετήματος τούτου, ἂν ποτε ψηφισθῇ καὶ ἀποδοθῇ εἰς τὸ Κράτος ὡς νόμος. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, κύριοι, ἐλέχθη κατ’ ἐπανάληψιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τὸ καθεστὼς σύστημα εἶναι καταθλιπτικὸν καὶ καταπιεστικόν, εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβές, καὶ ζητῶ τὴν ἄδειαν νὰ ἐνδιατρίψω ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, διὰ νὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω ἐμπράκτως, μολονότι ὅσοι ζῆτε εἰς ἐπαρχίας, ὅπως καὶ ἐγώ, γνωρίζετε κάλλιστα, καὶ δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω ἐγώ, ὅτι, ὡς ἁπλούστατον, εἶναι τὸ ὡραιότερον σύστημα, διότι στηρίζεται εἰς τὴν ἰσότητα, εἰς τὴν δικαιοσύνην, εἰς τὴν παραγωγήν. Αὐτὸς, ὁ ὁποῖος παράγει 1,000 κοιλά, θὰ δώσῃ τὰ 70 κοιλά, ἐὰν μείνῃ ἡ φορολογία πρὸς 7%, ἢ θὰ δώσῃ τὰ 50 κοιλά, ἐὰν καταβιβασθῇ εἰς 5%, λίαν εὐχαρίστως, ὅπως θὰ δώσῃ τὰ 7 ἢ 5 κοιλὰ ὁ πτωχὸς, ὅστις θὰ παραγάγῃ· ἐνῷ σήμερον διὰ τοῦ συστήματος τοῦ νέου πρόκειται νὰ ἀποδώσῃ τὸν αὐτὸν φόρον καὶ ὁ παραγαγὼν τὰ 1,000 κοιλὰ καὶ ὁ παραγαγὼν 100 κοιλά. (Θόρυβος.)
§65ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο.
§66ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀγνοῶ, κύριοι,—ἀπαντῶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔκαμον τὴν παρατήρησιν,—δὲν ἀγνοῶ βεβαίως, ὅτι ἔχει ἀνάγκην περισσοτέρων κτηνῶν ὁ παράγων 1,000 κοιλὰ ἀπὸ τὸν παράγοντα 100, καὶ ὅτι, ἐὰν ἔχῃ ἀνάγκην δύω κτηνῶν, αὐτὸς ὁ ὁποῖος παράγει 100 κοιλά, ἐκεῖνος, ὅστις παράγει 1,000 κοιλά, βεβαίως θὰ ἔχῃ ἀνάγκην 10, 15, ἢ 20 κτηνῶν. Ἀλλ’ ὅμως θὰ πληρώσουν τὰ 20 αὐτὰ κτήνη,—δέχομαι τὸν ἀνώτερον ὅρον,—πρὸς 5 δραχμὰς ἕκαστον, οὐδέποτε δὲ πρὸς 10 ἢ 15, διότι αὐτὸς τῶν δραχμῶν 5 εἶναι ὁ μέσος ὅρος, καὶ αὐτὸ θὰ τὸ ἀποδείξω διὰ πραγμάτων· θὰ πληρώσῃ λοιπὸν πρὸς 5 δραχμὰς τὸ κτῆνος καὶ ὁ ἔχων τὰ 20 κτήνη καὶ ὁ ἔχων τὰ 2, διότι ὁ μέσος ὅρος θὰ ληφθῇ ἀπὸ τὴν παραγωγὴν ὅλου τοῦ χωρίου, καὶ ἑπομένως θὰ ληφθῇ ὁ μέγιστος ὅρος π. χ. τῶν 1,000 κοιλῶν καὶ ὁ κατώτατος τῶν 50 κοιλῶν, καὶ ἐντὸς αὐτοῦ θὰ ληφθῇ ὁ μέσος ὅρος, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου θὰ ἐπιβληθῇ ὁ φόρος αὐτὸς, ὅστις εἶναι ἀδύνατον νὰ δώσῃ περισσότερον τῶν 5 δραχμῶν κατὰ κτῆνος. (Θόρυβος.) Ἐγὼ, κύριοι, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι διὰ τῶν διακοπῶν αὐτῶν προξενεῖται ἐν τῇ αἰθούσῃ τοιοῦτος θόρυβος, ὥστε δὲν ἀκούω κανένα, οὔτε ἤκουσα ἕως τώρα κανένα τὶ λέγει, καὶ διὰ τοῦτο οὔτε ἀπήντησα, οὔτε ἀπαντῶ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ ἀφήσητε ἥσυχον νὰ συμπληρώσω τὴν ὁμιλίαν μου, καὶ ἐὰν εὑρίσκητε ἐν αὐτῇ σφάλματα, ἐλαττώματα, ἁμαρτήματα, δύνασθε νὰ μὲ ἀναιρέσητε καὶ νὰ προσπαθήσητε νὰ μὲ πείσητε. Βεβαίως δὲν θὰ μὲ πείσητε διὰ τῶν διακοπῶν, οὔτε καὶ διὰ τῶν ἀγορεύσεών σας, διότι εἶμαι βέβαιος, ἔχων ἀδιάσειστον πεποίθησιν, ὅτι τὸ ὑπάρχον φορολογικὸν σύστημα, ὡς ἁπλοποιήθη ἤδη, εἶναι τὸ καταλληλότερον, καὶ διὰ τοῦτο ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ εἴπω, ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τοῦ καθεστῶτος τούτου συστήματος καὶ κατὰ παντὸς ἄλλου συστήματος ἐκ τῶν προτεινομένων, μέχρις οὗ σχηματισθῶσι μέσα κατάλληλα, οἷον κτηματολόγια, στατιστικαὶ πληροφορίαι στηριζόμεναι εἰς τὴν ἔκτασιν καὶ τὴν παραγωγὴν κλπ., πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ ἰσχύοντος συστήματος, τὸ ὁποῖον μολαταῦτα, εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, δὲν παρέχει καμμίαν ἐνόχλησιν ἢ πίεσιν εἰς τὸν φορολογούμενον· εἶναι πλάνη, εἶναι, ἄς μοι συγχωρηθῇ, φενάκη τὸ λεγόμενον, ὅτι καταπιέζεται σήμερον ἡ γεωργικὴ τάξις· δὲν αἰσθάνεται οὐδεμίαν καταπίεσιν, εἶναι ἐντελῶς εὐχαριστημένη, καὶ εἰς ἀπόδειξιν φέρω τὴν ἐμὴν ἐπαρχίαν. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν ὁλόκληρος ἐπαρχία, ὡς εἶναι ἡ ἐπαρχία μου, κατοικουμένη ὑπὸ χιλιάδων γεωργῶν, νὰ μὴ ἠσθάνετο τὸ βάρος τῆς σημερινῆς φορολογίας, ἐὰν ἦτο τοιοῦτον, καὶ νὰ μὴ ἠσθάνετο τὰς διατυμπανιζομένας καταπιέσεις, ἐὰν ὑφίσταντο τοιαῦται. Ἰδοὺ διατὶ ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγεται, ὅτι ἡ τάξις ἡ γεωργικὴ καταπιέζεται καὶ ἀδικεῖται, εἶναι ἀνακριβὲς, ἀναληθὲς, ἐντελῶς ψευδές. Μετὰ τὸ σύστημα τοῦτο, τῆς ἐπιβολῆς δηλαδὴ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, προτείνεται, ὡς σᾶς εἶπον, ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν Πατρῶν καὶ Μαντινείας τὸ σύστημα τῆς διανεμητικῆς φορολογίας, ὅπερ, κατ’ ἐμὲ, ἰσοδυναμεῖ μὲ φόρον κεφαλικόν. Εἶμαι καὶ κατὰ τοῦ συστήματος τούτου, ὡς περιλαμβάνοντος ἐν ἑαυτῷ πλήρη τὴν ἀδικίαν. Κατὰ τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι εἰς τὴν Βουλὴν, καταργεῖται ἐπίσης τὸ σύστημα τῆς λεγομένης ἀποδεκατώσεως, καὶ ἀντ’ αὐτοῦ ἀντικαθίσταται τὸ σύστημα τῆς διανεμητικῆς φορολογίας, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐξακριβώσεως διὰ πολυπλόκου ἐπίσης μεθόδου, ὁποίαν καθιεροῖ καὶ τὸ Νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τοῦ μέσου ὅρου τῶν τελευταίων 5 ἐτῶν, καὶ μετὰ τὴν ἐξακρίβωσιν τοῦ μέσου ὅρου ἑκάστου χωρίου καὶ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ⅓ ἐξ αὐτοῦ, διανέμεται τὸ ὑπόλοιπον, ἤτοι τὰ ⅔ τοῦ ἐξακριβωθέντος μέσου ὅρου, εἰς βάρος τῶν κατοίκων ἑκάστου χωρίου, οἵτινες διαιροῦνται εἰς 3 τάξεις· καὶ ἡ μὲν πρώτη τάξις, τὴν ὁποίαν θὰ ὁρίσῃ ἐπιτροπὴ, συνισταμένη, ἐννοεῖται, ἀπὸ πρόσωπα ἔχοντα συμπαθείας καὶ ἀντιπαθείας, θὰ πληρώσῃ τὸ ½ τοῦ φόρου, ἐξ ἴσου ἕκαστος φορολογούμενος, ἡ δὲ δευτέρα τάξις τὸ ⅓ τοῦ φόρου τούτου, καὶ ἡ τρίτη τὸ ⅙. Εἶναι, ὡς βλέπετε, καὶ αὐτὸ σύστημα ἄδικον καὶ ἀνεφάρμοστον. Τὸ μόνον σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο καὶ δύναται ἴσως νὰ ἀντικαταστήσῃ αὐτὴν τὴν ἐπάρατον, κατὰ τὸ σημερινὸν Ὑπουργεῖον, δεκάτην, καθ’ ἧς καὶ τόσοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐξεγείρονται, θὰ ἦτο τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς φορολογίας· ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἔχει τὰς ἐλλείψεις του καὶ τὰ ἀδικήματά του, καὶ ἡ ἀπόδειξις εἶναι πρόχειρος. Τὸ σύστημα αὐτὸ, κύριοι, δὲν εἶναι νέον, ὑφίσταται πρὸ 35 ἐτῶν ἐν ἐνεργείᾳ διὰ τὰς ἀμπέλους, τὰ περιβόλια, τοὺς συκιῶνας, τὰ γρασίδια, τὰ τριφύλλια, καὶ ἐν γένει δι’ ὅλα τὰ κτήματα τὰ φορολογούμενα κατὰ στρέμμα. Πάντες ὑμεῖς γνωρίζετε τὰς ἀτελείας τοῦ φορολογικοῦ τούτου συστήματος, πάντες γνωρίζετε τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα συμβαίνουσι κατὰ τὴν φορολογίαν τῶν κατὰ στρέμμα φορολογουμένων κτημάτων, καὶ πάντες γνωρίζετε ἐπίσης τὰ μεγάλα καθυστερήματα, τὰ ὁποῖα προκύπτουσιν ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ συστήματος τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, διότι, ἐνῷ πραγματικῶς κατ’ ἔτος βεβαιοῦνται στρεμματικοὶ φόροι 1,200,000 δραχμῶν, δὲν εἰσπράττονται εἰμὴ μόνον 600 ἢ 700 χιλιάδες· ἑπομένως ἀφίνει καθυστερήματα τὸ τοιοῦτον εἶδος τῆς φορολογίας 40 καὶ 50%· ἀλλὰ ἐλλείπουσι καὶ τὰ στοιχεῖα, τέλος πάντων, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἐπιβληθῇ τοιοῦτος στρεμματικὸς φόρος, καὶ μέχρις οὗ καταρτισθῶσιν, ὡς προεῖπον, τὰ στοιχεῖα ταῦτα, εἴμεθα ἠναγκασμένοι ν’ ἀναβάλωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τοιούτου συστήματος. Δὲν μένει ἢ νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ὑπάρχον σύστημα. Τὸ ὑπάρχον, κύριοι, ἀπέναντι αὐτῶν τῶν ἄλλων, εἶναι τὸ λογικώτερον, τὸ δικαιότερον, τὸ ὀρθότερον, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, τὸ ἁγιώτερον· καὶ ὅσοι ἐκ τῶν συναδέλφων, οἵτινες ἕνεκα, ἴσως, τοπικῶν συμφερόντων, φρονοῦν, ὅτι τὸ καθεστὼς σύστημα εἶναι ἄδικον καὶ καταθλιπτικόν, ἀπατῶνται.
§67ΤΙΝΕΣ. Βάρβαρον.
§68ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο, κύριοι, ἐποχὴ, καθ’ ἣν τὸ σύστημα τῆς ἀποδεκατώσεως ἦτο σύστημα ἀληθῶς βάρβαρον καὶ τερατῶδες, καταθλιπτικόν, καταπιεστικὸν καὶ ἡ ἐποχὴ ἐκείνη πρὸ πάντων ἦτο μέχρι τοῦ 1863, ὅτε κατηργήθησαν ὑπὸ τῆς ἐθνικῆς Συνελεύσεως αἱ ἀποθῆκαι τῶν δημητριακῶν καρπῶν. Ὅσοι ἐζήσαμεν καὶ ζῶμεν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις γνωρίζομεν τὰς συνεπείας τοῦ τοιούτου φορολογικοῦ συστήματος, διότι τότε ὁ φορολογούμενος ἅμα μετὰ τὴν καταμέτρησιν τοῦ καρποῦ ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ μεταφέρῃ διὰ τῶν κτηνῶν του εἰς ἀπόστασιν 3, 4 καὶ 6 ὡρῶν τὸν φόρον του, ὅστις συνίστατο εἰς 10% δι’ ἔγγειον φόρον καὶ εἰς 15% διὰ δικαίωμα ἐπικαρπίας, τὸ ὅλον εἰς 25%, καὶ τὸν παραδώσῃ εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ δημοσίου· ἀλλὰ ὁ ἀποθηκάριος παρελάμβανε τὸν φόρον διὰ καταμετρήσεως καταπιεστικῆς καὶ δολίας, ἀντὶ δὲ π. χ. 20 κοιλῶν, τὰ ὁποῖα εἶχε μεταφέρει ὁ φορολογούμενος, εὑρίσκοντο 15, καὶ ἑπομένως ὁ δυστυχὴς φορολογούμενος ὤφειλε νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ ἁλώνιον του, τὸ κείμενον μακρὰν τόσας ὥρας, καὶ πάλιν νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν ἀποθήκην, διὰ νὰ φέρῃ τὸν ἐλλείποντα φόρον, τὸν ὁποῖον ἔκλεψεν ἐντὸς τῆς ἀποθήκης ὁ ἀποθηκάριος. Ἀλλὰ τὸ σύστημα τοῦτο εὐτυχῶς ἀπὸ τοῦ 1863, ὡς εἶπον, κατήργησεν ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις, καὶ ἑπομένως ἔπαυσαν αἱ τοιούτου εἴδους ἀδικίαι, ἀντικατέστησε δὲ αὐτὸ διὰ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου εἰς χρήματα ὑπὸ τοῦ φορολογουμένου πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἢ πρὸς τὸν ἐνοικιαστὴν, ἐπὶ τῇ βάσει τιμῆς προσδιοριζομένης ὑπὸ διαφόρων ἀρχῶν, ἐν τῷ φορολογικῷ νόμῳ ἀναφερομένων. Ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ συστήματος τούτου, εἰ καὶ ἐμετριάστησαν ἐπὶ πολὺ αἱ προηγούμεναι καταπιέσεις, τὰ προηγούμενα ἀδικήματα, οὐχ’ ἧττον ἡ τάξις τῶν φορολογουμένων γεωργῶν ὑφίστατο ἐπίσης, εἰς μετριώτερον πάντοτε βαθμὸν, ἀδικήματα καὶ καταπιέσεις. Κρίνω περιττὸν νὰ ἐνδιατρίψω ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἀφοῦ δὲν πρόκειται νὰ ὑποστηρίξω αὐτὸ, καὶ ἀφοῦ μάλιστα εἶναι ἤδη κατηργημένον, καὶ διὰ τοῦτο θέλω μεταβῆ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ καθεστῶτος συστήματος. Ποῖον εἶναι αὐτό, κύριοι; ποῖον εἶναι τὸ ἐπάρατον αὐτὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐξήγειρε τὴν συνήδεισιν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅλων ὑμῶν, ὅσοι συντάσσεσθε τῇ γνώμῃ ταύτῃ; Εἶναι σύστημα ἁπλούστατον, μὴ ἐπιβάλλον εἰς τὸν φορολογούμενον γεωργὸν οὐδεμίαν ἐνόχλησιν, οὐδεμίαν στενοχωρίαν, οὐδεμίαν καταπίεσιν.
§69ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Φορολογεῖ τὸν σπόρον.
§70ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι πλέον τετριμμένον. Ὅταν ἀπέδιδον ὡς ἔγγειον φόρον 10%, ἔλεγον τοῦτο, καὶ τότε εἴπομεν, θέλετε ἐλάττωσιν 1% διὰ τὸν σπόρον; καὶ τὸ 10% ἔγεινεν 9%· ἀλλὰ καὶ πάλιν ἔλεγον, φορολογεῖτε τὸν σπόρον, καὶ κατεβιβάσθη εἰς 8%· καὶ πάλιν μετὰ ταῦτα, ἐπὶ τῷ αὐτῷ λόγῳ τοῦ σπόρου, κατεβιβάσθη εἰς 7%. Ἀλλὰ, χάριν τοῦ σπόρου, ὡς εἶπε καὶ ὁ κ. βουλευτὴς Μεσσήνης, ἀπὸ 7 ἂς καταβιβασθῇ εἰς 5%· ἀλλὰ καὶ πάλιν θὰ ζητήσητε τὴν ἐλάττωσιν, χάριν τοῦ σπόρου. Τέλος πάντων ὁ σπόρος εἶναι ἀτελεύτητος; Κύριοι, γνωρίζετε πάντες, ὅτι πρὸ δύο ἐτῶν τὸ σύστημα τῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν μετεβλήθη καὶ ὡς πρὸς τὴν βεβαίωσιν καὶ ὡς πρὸς τὴν εἴσπραξιν, διὰ τοῦ κατὰ τὸ 1877 ἐπὶ τῆς οἰκουμενικῆς κυβερνήσεως ἐπιψηφισθέντος φορολογικοῦ νόμου, τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ μακαρίτου βουλευτοῦ Μεσολογγίου κ. Δεληγεώργη.
§71ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἤσουν ἐναντίος.
§72ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἤμην ἐναντίος ὡς πρὸς τὴν ἀρχήν· διεφώνησα ὡς πρὸς τὰς λεπτομερείας, διότι πολλὰς διατάξεις ἐθεώρουν ἀνεφαρμόστους, καὶ ἀληθῶς εὑρέθην εἰς μεγίστην στενοχωρίαν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου ἐκείνου, τὸν ὁποῖον πρῶτος ἐγὼ ἐφήρμοσα ὡς Ὑπουργὸς, διαδεχθεὶς τὸν μακαρίτην Δεληγιώργην. Διὰ τοῦ τοῦ νόμου λοιπὸν ἐκείνου ἐκανονίσθη, ὅπως οἱ δημητριακοὶ καρποὶ ἐνοικιάζωνται εἰς χρήματα, τουτέστιν ὁ ἐνοικιαστὴς νὰ ἀποδίδῃ εἰς τὸ δημόσιον τὸ μίσθωμα εἰς χρήματα, προκαταβάλλων τὴν πρώτην δόσιν καὶ πληρόνων τὴν δευτέραν δόσιν πρὸ τῆς ἀποπερατώσεως τῆς βεβαιώσεως τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ὅπου δὲ ὑπάρχουν καὶ ὄψιμοι καρποὶ, νὰ πληρώνῃ τὴν τρίτην δόσιν πρὸ τῆς βεβαιώσεως τῶν ὀψίμων καρπῶν. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο ὁ ἐνοικιαστὴς, ὅπως γνωρίζετε, ἐκτὸς ἴσως τῶν βουλευτῶν τῆς Ἑπτανήσου, ὁ μὲν ἐνοικιαστὴς πληρώνει τὸ ἐνοίκιον εἰς χρήματα πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ τὸ πληρώνει ἄνευ καθυστερήματος (Θόρυβος). Δὲν ἠξεύρω ποῖος ὡμίλησε, διὰ νὰ τοῦ ἀπαντήσω προσωπικῶς, ὅτι δὲν λέγει ἀλήθειαν, διότι οὐδὲ μίαν δραχμὴν τὸ τοιοῦτον σύστημα ἀφίνει καθυστέρημα· τὸ ἐπαναλαμβάνω, διότι τὸ γνωρίζω καὶ ὡς βουλευτὴς καὶ ὡς πολίτης καὶ ὡς φορολογούμενος καὶ ὡς Ὑπουργός.
§73ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὁ ἐνοικιαστὴς...... κατὰ τὰ 1877 δὲν ἐπλήρωσε καὶ καθυστερεῖ.
§74ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ἀναμιγνύετε τὸ 1877· τὸ νέον σύστημα ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν τὸ 1878.
§75ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὀφείλει 35,000 δραχμάς. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§76ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀδύνατον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Φωτήλας.
§77ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ὀφείλει.
§78ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω διατὶ ὀφείλει (θόρυβος).—Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω μετὰ τὰς διακοπὰς τὰς γινομένας θορυβωδῶς, ὅτι κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο ὁ μὲν ἐνοικιαστὴς πληρώνει τὸ ἐνοίκιον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰς χρήματα, καὶ ἐντεῦθεν οὐδεμία καθυστέρησις προκύπτει, ὁ δὲ φορολογούμενος ἀποδίδει εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν αὐτούσιον τὸν φόρον τοῦ καταμετρηθέντος καρποῦ εἰς τὸ ἁλώνιον· δηλ. ὁ ἐνοικιαστὴς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ λαμβάνῃ εἰς τὸ ἁλώνιον τὸν φόρον καὶ νὰ τὸν ἐναποθέτῃ αὐτὸς εἰς ἰδίους σάκους, τοὺς ὁποίους ὀφείλει νὰ ἔχῃ μαζύ του, νὰ τοὺς φορτώνῃ εἰς κτήνη ἰδικά του, καὶ δι’ αὐτῶν νὰ τὸν μεταφέρῃ εἰς τὰς ἀποθήκας αὐτοῦ ἢ εἰς τὴν οἰκίαν του· ὁ δὲ φορολογούμενος ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐνοχλήσεως ἢ καταπιέσεως ἢ καταθλίψεως λαμβάνει τὸν καρπόν του καὶ τὸν μεταφέρει εἰς τὴν οἰκίαν του, ἀδιαφορῶν περὶ τῆς τύχης τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον καταῤῥίπτει εἰς μίαν γωνίαν τοῦ ἁλωνίου, καὶ ἀπέρχεται. Ποῦ λοιπὸν εὑρίσκετε τὴν καταπίεσιν καὶ τὴν κατάθλιψιν τοῦ φορολογουμένου μὲ τὸ τοιοῦτον σύστημα, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ ἀντικαταστήσητε διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν; (Θόρυβος.) Αἱ διακοπαὶ, κύριοι, εἶναι περιτταὶ καὶ οὔτε μὲ ταράττουν, οὔτε μὲ ἐνοχλοῦν, διότι ἐγὼ εἶμαι προδιατεθειμένος νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα ἐν ὅλαις ταῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος τούτου, νὰ μείνῃ ἀνοικτὴ καὶ θύρα τις, διὰ νὰ μὴ παραβλαφθῶσιν οὐσιωδῶς τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, διότι ἐπρόκειτο κατὰ πρώτην φορὰν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἓν σύστημα νέον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε δοκιμασθῆ. Διὰ τοῦτο ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ, δι’ οὗ καθιεροῦτο τὸ σύστημα τῆς εἰς χρήματα ἐνοικιάσεως τῶν δημοσίων προσόδων καὶ τῆς εἰς εἶδος ἀποδόσεις τοῦ φόρου ἐκ μέρους τοῦ φορολογουμένου πρὸς τὸν ἐνοικιαστὴν, ἐτέθη διάταξις ἐξαιρετικὴ διὰ τὸ ἔτος 1878. Καὶ ἐδῶ θ’ ἀπαντήσω εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ Βουλευτοῦ Καλαβρύτων κ. Φωτήλα περὶ τοῦ μεγάλου καθυστερήματος, τὸ ὁποῖον διακόψας με ἀνέφερε. Κατὰ τὴν διάταξιν ἐκείνην ἐπετρέπετο νὰ γείνῃ ἐνοικίασις καὶ εἰς εἶδος, κατὰ τὸ προϋπάρχον σύστημα· ἀπέκειτο δὲ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀποδεχθῇ ἢ τὴν εἰς χρήματα προσφορὰν ἢ τὴν εἰς εἶδος.
§79ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐὰν ὑπῆρχε διαφορὰ 5%.
§80ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θεωρῶ ἀναγκαίαν τὴν τοιαύτην λεπτομέρειαν.—Ἠδύνατο λοιπὸν ὁ Ὑπουργὸς ν’ ἀποδεχθῇ ἢ τὴν προσφορὰν εἰς χρήματα ἢ τὴν προσφορὰν εἰς εἶδος, ἐὰν ἡ διαφορὰ ἦτο τόσον μεγάλη, ὥστε ἡ παραδοχὴ τῆς προσφορᾶς εἰς χρήματα νὰ ἐζημίου τὸ δημόσιον κατὰ πολύ. Διὰ τοῦτο κατὰ τὸ ἔτος 1878, ὅτε ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐφαρμόσω κατὰ πρώτην φορὰν τὸν νόμον αὐτὸν ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ μὲν ⅔ τῶν δημοσίων προσόδων ἐνέκρινα εἰς χρήματα, καὶ αὐτὰ ἀπεδόθησαν ἀνελλειπῆ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ὅσοι δὲ τῶν φορολογουμένων εἶχον τὴν τύχην νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν φορολογίαν ταύτην, τῆς εἰς χρήματα δηλ. ἐνοικιάσεως, δὲν ὑπέστησαν τὴν ἐλαχίστην ἐνόχλησιν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστῶσι τοιαύτην, ἀποδίδοντες τὸν φόρον των ἐπὶ τοῦ ἁλωνίου εἰς τὸν ἐνοικιαστήν· ἐνοικίασα ὅμως καὶ τὸ ⅓ εἰς εἶδος, διότι αἱ εἰς χρήματα προσφοραὶ ἦσαν δυσανάλογοι μὲ τὴν πρόσοδον, καὶ εὑρέθην εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν ν’ ἀποδεχθῶ τὰς προσφορὰς τὰς εἰς εἶδος γενομένας· ἐν τῇ περιπτώσει δὲ ταύτῃ ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἀναγκαίως αἱ διατάξεις τοῦ προηγουμένου φορολογικοῦ νόμου, τουτέστιν ἡ καταμέτρησις, ἡ ἔκδοσις διπλοτύπων, ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου δι’ ἀποστολῆς χρηματικῶν καταλόγων ἀπὸ τοὺς ἐφόρους εἰς τοὺς ταμίας, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πρωτοκόλλων τῆς τιμῆς τῶν σιτηρῶν, ἡ ἀποστολὴ εἰσπρακτόρων, διὰ τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου τούτου, καὶ τὰ παρεπόμενα, καὶ ἐντεῦθεν πηγάζει καὶ τὸ καθυστέρημα, περὶ οὗ ἔκαμε λόγον ὁ Βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Φωτήλας, διότι ἡ ἐνοικίασις εἶχε γείνει εἰς εἶδος, καὶ οὐχὶ εἰς χρήματα.
§81ΦΩΤΗΛΑΣ. Εἴπετε, ὅτι δὲν ὑπάρχει καθυστέρημα.
§82ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον· ἀλλὰ βεβαίως δὲν τὸ ἐνοήσατε, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τῆς εἰς χρήματα ἐνοικιάσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ καθυστέρημα, καὶ δὲν ὑπάρχει καθυστέρημα. Τὰ καθυστερήματα ὑπῆρχον καὶ ὑπάρχουν, ὅταν αἱ πρόσοδοι ἐνοικιάζωνται ἀπὸ τὸ δημόσιον εἰς εἶδος πρὸς τοὺς ἐνοικιαστὰς καὶ ὁ φορολογούμενος ὀφείλῃ νὰ πληρώσῃ εἰς χρήματα τὸν φόρον του, διότι ὁ ἐνοικιαστὴς ἔχει τὸ δικαιολόγημα, ὅτι δὲν ἐπλήρωσαν οἱ φορολογούμενοι τοὺς φόρους των εἰς τὸν εἰσπράκτορα τοῦ δημοσίου, ὡς ἀληθῶς δὲν πληρόνουν, καὶ ἐντεῦθεν τὰ καθυστερήματα. Ἀλλὰ τὸ σύστημα τοῦτο τῆς μικτῆς ἐνοικιάσεως πρόκειται νὰ καταργηθῇ, διὰ τῆς ἐφαρμογῆς μόνου τοῦ συστήματος τῆς ἐνοικιάσεως τῶν δημοσίων προσόδων εἰς χρήματα. (Θόρυβος.)—Ἀλλὰ δὲν μὲ ἀφίνετε ἥσυχον νὰ ἐξακολουθήσω, καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι δὲν θὰ μείνῃ τίποτε ἀνεξέταστον, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ λάβητε ἀνάγκην νὰ μὲ ἐρωτήσητε. Μετὰ τὸ ἔτος 1878 ἐπῆλθε τὸ ἔτος 1879. Ἡ διάταξις τοῦ νόμου διὰ τὴν εἰς εἶδος ἐνοικίασιν ἦτο, ὡς εἶπον, ἐξαιρετικὴ καὶ προσωρινὴ διὰ μόνον τὸ ἔτος 1878, δι’ ὃν λόγον σᾶς εἶπον. Ἀλλ’ ὁ κατὰ τὸ 1879 Ὑπουργὸς, καὶ τοιοῦτος ἦτο ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Γόρτυνος κ. Δηλιγιάννης, ὑπὸ ὑπερβολικὴν μέριμναν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου, φοβούμενος μὴ τυχὸν ἡ εἰς χρήματα καὶ μόνον εἰς χρήματα ἐνοικίασις τῶν δημοσίων προσόδων περιορίσῃ τὸν συναγωνισμὸν μεταξὺ τῶν κεφαλαιούχων συνεταιριζομένων, καὶ ἐντεῦθεν προκύψῃ ζημία εἰς τὸ δημόσιον, ἐπανέλαβε τὴν διάταξιν ταύτην περὶ τῆς εἰς εἶδος ἐνοικιάσεως καὶ εἰς τὸν φορολογικὸν νόμον τοῦ 1879· καὶ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο ἐνοικιάσθησαν εἰς χρήματα μὲν πρόσοδοι ἀξίας δρ. 2,415,000, εἰς εἶδος δὲ πρόσοδοι ἀξίας δρ. 1,475,000. Ἀλλὰ τέλος πάντων, τὸ κατ’ ἐμὲ, ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ Ὑπουργός τις νὰ μὴ δείξῃ τοσαύτην λεπτότητα καὶ ἀκριβολογίαν περὶ τὴν μέριμνάν του ὡς πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου καὶ νὰ θέσῃ ἐκποδὼν τὸ σύστημα τῆς ἐνοικιάσεως εἰς εἶδος, ἔστω καὶ μὲ ζημίαν τοῦ δημοσίου 100 ἢ 200 ἢ 300 χιλ. δρχ., διότι τὸ ποσὸν τοῦτο μάλιστα μένει ὡς καθυστέρημα, ἐκ μέρους τῶν ἐνοικιαστῶν, τῆς τοιαύτης εἰς εἶδος ἐνοικιάσεως τῶν δημοσίων προσόδων, καὶ νὰ ἀφήσῃ ἐν ἐνεργείᾳ μόνον τὸ σύστημα τῆς εἰς χρήματα ἐνοικιάσεως. Τὸ σύστημα λοιπὸν τοῦτο τὸ μικτὸν τῆς εἰς χρήματα καὶ τῆς εἰς εἶδος ἐνοικιάσεως ἐφηρμόσθη καὶ κατὰ τὸ 1879, καὶ ἀπέφερε τὰ ἀποτελέσματα, τῶν ὁποίων ἐμνήσθην ἤδη ὡς πρὸς τὰ ποσὰ τοῦ ἐνοικίου. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδείκνυε περισσότερον θάῤῥος καὶ ἀνελάμβανε π.χ. τὴν εὐθύνην νὰ μὴ ἀποδεχθῇ τὰς προσφορὰς εἰς εἶδος, καίτοι ἀνωτέρας τῶν εἰς χρήματα, ἤθελε μὲν ἐπέλθῃ μία τις ζημία φαινομενικὴ εἰς τὸ δημόσιον κατὰ 200 ἢ 300 χιλ. δρχ., ἀλλὰ δὲν ἤθελε προκύψει οὐδὲν καθυστέρημα, διότι ἡ εἰς χρήματα ἐνοικίασις, εἶπον πολλάκις καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω, ἔχει τοῦτο τὸ μέγα πλεονέκτημα, νὰ μὴ ἀφίνῃ καθυστέρημα οὔτε μιᾶς δρχ. πρῶτον, καὶ νὰ μὴ καταπιέζῃ τὸν φορολογούμενον δεύτερον. Δὲν ἤθελε δὲ ἐγερθῆ οὔτε τὸ ἐλάχιστον παράπονον ἐκ μέρους τῶν φορολογουμένων, δηλαδὴ τῶν γεωργῶν, ὑπὲρ ὧν φαίνεται, ὅτι τώρα ζητοῦμεν νὰ μεριμνήσωμεν διὰ τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων, διότι εἶναι ἀδιάφορον δι’ αὐτοὺς ἂν ἐκδώσῃ ἢ δὲν ἐκδώσῃ διπλότυπον ὁ ἐνοικιαστής, ἀφοῦ καὶ τὸ διπλότυπον παρουσιάζεται ὡς φόβητρον· ὁ ἐνοικιαστὴς ὀφείλει ἅμα τῇ καταμετρήσει τοῦ ἁλωνίου νὰ παραλάβῃ τὸν φόρον, μεταφέρων αὐτὸν, ὡς πολλάκις εἶπον, δι’ ἰδίων σάκων καὶ ζώων εἰς τὴν ἀποθήκην, καὶ ἐὰν δὲν τὸν παραλάβῃ, εὐθὺς τὸν στερεῖται ἐφεξῆς. Ποῦ εὑρίσκετε τὴν ἀδικίαν ἢ τὴν καταπίεσιν ἢ τὴν κατάθλιψιν τοῦ φορολογουμένου γεωργοῦ σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐξανίστασθε κατ’ αὐτοῦ τοῦ ἱεροῦ τῷ ὄντι συστήματος; Θέλετε νὰ καθιερώσητε διὰ τοῦ νέου συστήματος ἴσως τὴν ἀσυδοσίαν ὡς πρὸς τὰς εὐπορωτέρας τάξεις τῆς γεωργίας, διότι αὐταὶ κυρίως πρόκειται νὰ ὠφεληθῶσιν. Ἀλλ’ ἐγὼ, κύριοι, εἶμαι ἐναντίος, καί τοι φορολογούμενος, καί τοι ἀνήκων εἰς γεωργικὴν ἐπαρχίαν, καὶ διαμαρτύρομαι μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς φωνῆς καὶ συνειδήσεώς μου κατὰ τῆς τοιαύτης ἀσυδοσίας. Καὶ ἐνθυμοῦμαι αὐτὴν τὴν στιγμὴν, ὅτι, ὅτε κατὰ τὸ 1875 ἡ ὑπὸ τὸν ἀείμνηστον Βούλγαρην κυβέρνησις κατὰ τὴν ἔκτακτον σύνοδον τῆς Βουλῆς ἠλάττωσε τὸν φόρον τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἀπὸ 8 εἰς 7%, ἡ διαδεχθεῖσα τὴν κυβέρνησιν ἐκείνην κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Τρικούπη, ἐνῷ ἠκύρωσεν ὅλους τοὺς νόμους τοὺς ψηφισθέντας κατὰ τὴν ἔκτακτον ἐκείνην σύνοδον, ἑπομένως καὶ τὸν φορολογικὸν νόμον, ὡς νόμους κακῶς ψηφισθέντας, δὲν εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν φόρον εἰς 8%, ὡς πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἦτο, ἀλλὰ διὰ τοῦ Β. διατάγματος, τοῦ ἀντικαταστήσαντος τὸν ἀκυρωθέντα φορολογικὸν νόμον, προσδιώρισε τὸν φόρον ἐπίσης εἰς 7%. Ἐγὼ ἤμην ἐναντίος, καὶ ἔγραψα μάλιστα εἰς τὸν τύπον ἀνωνύμως κατὰ τῆς τοιαύτης ἐλαττώσεως. Αἱ κυβερνήσεις, κύριοι, πρέπει νὰ ἔχουν τὸ θάῤῥος νὰ λέγουν εἰς τὸν λαὸν, ὅτι πρέπει νὰ συνεισφέρῃ αὐτοὺς καὶ αὑτοὺς τοὺς φόρους, διὰ νὰ δώσωσιν εἰς αὐτὸν ἀγαθὴν διοίκησιν, δικαιοσύνην, ἀσφάλειαν, τὰ ὁποῖα μόνον διὰ τῶν ἀναγκαίων χρηματικῶν μέσων δύναται νὰ χορηγήσῃ ἡ κυβέρνησις. Ἡ ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Μεσσήνης κυβέρνησις, ἡ πρὸ ἡμερῶν παραιτηθεῖσα, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν (τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, καὶ ἐσκέφθη πρῶτον μὲν νὰ ἐλαττώσῃ τὸν φόρον ἀπὸ 7 εἰς 5%· καὶ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγω, τὸ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσσήνης κατὰ τὴν τελευταίαν ἀγόρευσίν του, μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν· εἶναι σκέψις, ἥτις ἀπησχόλησε τὴν κυβέρνησιν τοῦ κ. Κουμουνδούρου, καὶ μάλιστα περιέλαβεν αὐτὴν ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, πλειοψηφία ἐκ βουλευτῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς, δεύτερον δὲ νὰ καταργηθῇ τὸ σύστημα τῆς εἰς εἶδος ἐνοικιάσεως, καὶ νὰ μείνῃ μόνον τὸ σύστημα τῆς εἰς χρήματα.
§83ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἡ μειοψηφία πρῶτος ἐγὼ ἐπρότεινα τὴν ἐλάττωσιν.
§84ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς πλειοψηφίας γνώμη εἶναι. Καὶ ὅταν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Μεσσήνης ἐμνήσθη τοῦ μέτρου τούτου κατὰ τὴν τελευταίαν ἀγόρευσιν αὑτοῦ, τουτέστι τῆς καταργήσεως τῆς εἰς εἶδος ἐνοικιάσεως καὶ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ φόρου ἀπὸ 7 εἰς 5%, τότε ἐπεδοκίμασα καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην του ταύτην ἀπὸ τῆς θέσεώς μου. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς ἐξέλαβεν, ὅτι ἐνθουσιάσθην, ὅταν δῆθεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Μεσσήνης ἀπεδέχετο τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Πατρῶν κ. Ῥικάκης καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Τριπόλεως κ. Ταμπακόπουλος, καὶ διὰ τοῦτο, ἀγορεύων μετὰ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, εἶπεν, ὅτι: «φαίνεται, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσσήνης ἔλαβε γνῶσιν αὐτοῦ (τοῦ παρὰ τοῦ κ. Ῥικάκη προταθέντος νομοσχεδίου), καὶ τοσοῦτον ἐθεώρησε τὰς ἰδέας αὐτὰς ὀρθὰς κλπ..... καὶ ἀμέσως, ἐπὶ τῇ προτάσει ταύτῃ, ἤκουσα τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ ἐνθουσιασθέντος καὶ εἰπόντος, ὅτι τοῦτο ἔδει νὰ ψηφισθῇ.» Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος δὲν ἐπρότεινε τὴν παραδοχὴν τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κύριος Ῥικάκης, ὡς ὑπέθεσεν ὁ κύριος Πρωθυπουργός. Ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος ἰδοὺ τί εἶπεν. «Ἀλλὰ νομίζετε, κύριοι, ὅτι ἐπιτρέπεται καὶ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπαλλάξητε ἐντελῶς τὴν γῆν τῆς φορολογίας; Ἡ γῆ εἶναι ἡ μεγαλειτέρα πηγὴ πλούτου, πρέπει νὰ συνεισφέρῃ καὶ αὐτή, διότι ὑπὲρ τῆς γῆς καταβάλλονται καὶ κεφάλαια καὶ κόποι, καὶ αὐτὴ πρὸ πάντων ὠφελήθη ἀπὸ τὴν βελτίωσιν τῆς συγκοινωνίας, τὴν κατασκευὴν λιμένων, καὶ ἐν γένει ἀπὸ πάσης προόδου. Δὲν εἶναι οὔτε δυνατὸν, οὔτε ὀρθὸν ν’ ἀπαλλάξητε τὴν γῆν πάσης φορολογίας, καὶ ἐπὶ τίνος θὰ ἐπιβάλλῃτε αὐτὴν καὶ διατί; Ἐσκέφθημεν ἐπὶ τέλους, ὅτι εἴμεθα ἠναγκασμένοι ν’ ἀκολουθήσωμεν τὸ μέχρι τοῦδε ὑπάρχον, ἐνῷ ὁμολογῶ, ὅτι δέχομαι πᾶν ἄλλο σύστημα ἀνθρώπινον, καταργοῦν τὴν ἀποδεκάτωσιν, ἀρκεῖ νὰ μὴ ἦναι χεῖρον, ὡς τὸ παρουσιαζόμενον, τοῦ ὑπάρχοντος καὶ ἐν Ἀλγερίᾳ. Ἐσκέφθημεν λοιπὸν, πρὸς ἀνακούφισιν τοῦ γεωργοῦ, νὰ καταργήσωμεν τὸ σύστημα τῆς ἐνοικιάσεως εἰς εἶδος. Ὁ ἐνοικιαστὴς, πληρόνων εἰς χρήματα, εἶναι ἠναγκασμένος νὰ λαμβάνῃ ἀπὸ τὸ ἁλώνιον τὸ ἀνῆκον αὐτῷ. Οὕτω δὲν δικαιοῦται νὰ ἐκδίδῃ διπλότυπα, οὔτε εἶναι ὑπόχρεως πρὸς τοῦτο, καὶ ἡ πίεσις ἑπομένως παύει. Ἐσκέφθημεν λοιπὸν, ὅτι, ἐὰν ἐλαττώσωμεν τὸν φόρον εἰς 5% καὶ μέχρις οὗ εὑρεθῇ σύστημα κρεῖττον δεχθῶμεν τὰς βελτιώσεις αὐτὰς, δυνάμεθα νὰ μείνωμεν εἰς τὸ παρόν· καὶ τὴν γνώμην αὐτὴν ἐν μέρει ἐπρότεινεν ἡ ἐπιτροπή.» Αὐτὸ ἐπρότεινεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσσήνης ὅταν ἐγὼ, κατὰ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν, ἐνθουσιάσθην. Καὶ τῳόντι εἶμαι ἐνθουσιασμένος, καὶ τὸ βλέπετε καὶ σήμερον, ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ συστήματος, ἀντιπαραβάλλων αὐτὸ πρὸς τὸ ὀλέθριον σύστημα, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ καθιερώσῃ τὸ Νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν λοιπὸν καταργήσητε, κύριοι, τὴν ἐνοικίασιν εἰς εἶδος, ἡ ὁποία ἄλλως τε ἦτο μέτρον προσωρινὸν καὶ αὐτοδικίως πρέπει νὰ καταργηθῇ, καὶ ἐλαττώσητε τὸν φόρον ἀπὸ 7 εἰς 5%, τὸν ὁποῖον μολαταῦτα ἐγὼ ἀτομικῶς δὲν συμμερίζομαι, καὶ ἂς μὲ ἀποδοκιμάσῃ ἡ ἐπαρχία μου, μολονότι δὲν τὸ φοβοῦμαι, διότι θὰ προκύψῃ ἔλλειμμα ἐξ 1,100,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον θὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἔλλειμμα τῶν 5,000,000 τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι 5 ἑκατομμύρια, ἀλλ’ εἶναι 6 καὶ πλέον, ὡς θέλω ἀποδείξει βραδύτερον, ἔχετε σύστημα, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν θὰ λάβητε ἀφορμὴν νὰ μεριμνήσητε ποτὲ νὰ τὸ ἀντικαταστήσητε δι’ ἄλλου οἱουδήποτε, ἐκτὸς μόνον, ἐάν ποτε εὑρεθῆτε εἰς θέσιν νὰ καταργήσητε ἐντελῶς τὴν ἀπόδοσιν καὶ τοῦ εὐτελοῦς τούτου φόρου. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη ἀντίῤῥησις ἐκ μέρους τῶν ὑποστηριζόντων τὴν κατάργησιν τῆς λεγομένης δεκάτης. Ὅσοι ἔχουν συγκεχυμένας ἰδέας περὶ τοῦ καθεστῶτος συστήματος κραυγάζουν «δὲν θέλομεν διπλότυπα, πρωτόκολλα, εἰσπράκτορας», ἐνῷ οὐδὲν τούτων ὑφίσταται. Διπλότυπα εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ ἐνοικιαστὴς νὰ ἐκδίδῃ, ἀλλ’ ὄχι διὰ τὸν φορολογούμενον, ἀλλὰ διὰ νὰ χρησιμεύσουν πρῶτον διὰ τὴν ἀπόδοσιν τοῦ δημοτικοῦ φόρου, δεύτερον διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ὡς μία πληροφορία στατιστική. Ἀλλ’ εἴτε ἐκδώσῃ, εἴτε δὲν ἐκδώσῃ διπλότυπα, εἰς τὸν φορολογούμενον εἶναι ἀδιάφορον· ὁ ἐνοικιαστὴς ὀφείλει ἅμα τῇ καταμετρήσει νὰ παραλάβῃ τὸν φόρον. Δὲν τὸν παρέλαβε, τὸν ἔχασε.
§85ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐν τοῖς πράγμασι δὲν γίνεται οὕτω· αἱ ἐνοικιάσεις τελειόνουν μετὰ τὴν συλλογὴν τῶν δημητριακῶν καρπῶν, καὶ παντοῦ συντάσσονται διπλότυπα, καὶ πλαστὰ μάλιστα.
§86ΠΑΝΤ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μὰ εἰς τὰ πόσα;
§87ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ὅλα αὐτὰ εἶναι ἐπακριβῆ, σᾶς τὸ βεβαιῶ καὶ ὡς φορολογούμενος, καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος, καὶ ὡς Ὑπουργὸς ἐκτελέσας τὸν νόμον.
§88ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Περνᾷ ὁ καιρὸς μὲ αὐτά.
§89ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον μὲ διακόπτετε, τόσον περισσότερον θὰ βραδύνω· ἐὰν μὲ ἀφήσητε νὰ ἀναπτύξω τὰς ἰδέας μου, πιθανὸν νὰ τελειώσω συντομώτερα. Λοιπόν, ἐπειδὴ αἱ διακοπαὶ αὐταὶ ἐκ μέρους Βουλευτῶν ἀνηκόντων καὶ τούτων ἐπίσης εἰς φορολογουμένας ἐπαρχίας, δύνανται νὰ γεννήσωσιν ἀμφιβολίας, ἐπαναλέγω, ὅτι οὐδὲν ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Καλαβρύτων συμβαίνει ἢ ἠμπορεῖ νὰ συμβῇ, ἀφοῦ ὁ φόρος ἀποδίδεται ἀμέσως εἰς τὸ ἁλώνιον. Μίαν ἀντίῤῥησιν ἤκουσα ἐκφραζομένην κατὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζω ἐν πάσῃ πεποιθήσει, τὴν ἀντίῤῥησιν, ὅτι ὁ ἐνοικιαστὴς ἐνδέχεται νὰ παρεμβάλῃ προσκόμματα εἰς τὴν καταμέτρησιν τοῦ ἁλωνίου, καὶ ἐντεῦθεν ὁ φορολογούμενος νὰ ὑποφέρῃ ἐνοχλήσεις· ἀλλ’ εὐτυχῶς καὶ ἡ ἀντίῤῥησις αὕτη εἶναι ἀνυπόστατος. Ὁ νόμος ἔδωσεν εὐρύτατα δικαιώματα εἰς τὸν φορολογούμενον· ὁ φορολογούμενος δὲν ἔχει ἀνάγκην ἀδείας, διὰ νὰ θερίσῃ ἢ διὰ νὰ ἁλωνίσῃ, δὲν κάμνει οὐδεμίαν ἄλλην προειδοποίησιν πρὸς τὸν ἐνοικιαστήν, πλὴν τοῦ νὰ προσέλθῃ νὰ καταμετρήσῃ τὸ ἁλώνιον, τὸ ἤδη ἕτοιμον εἰς καταμέτρησιν· καὶ ἐὰν ὁ ἐνοικιαστὴς δὲν τρέξῃ δρομαίως, διότι ἔχει ἄμεσον συμφέρον, κατόπιν τοῦ φορολογουμένου, διὰ νὰ ἐνεργήσῃ τὴν καταμέτρησιν καὶ παραλάβῃ τὸν φόρον του, ὁ φορολογούμενος δυνάμει τοῦ νόμου ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καλέσῃ ἕνα ἱερέα τοῦ χωρίου του ἢ τοῦ παρακειμένου χωρίου, ἢ ἕνα εἰδικὸν πάρεδρον ἢ ἕνα δημοτικὸν σύμβουλον ἢ τὸν δήμαρχον, ἢ ἕνα συμβολαιογράφον, ἢ τὸν εἰρηνοδίκην ἢ τὸν πάρεδρον τοῦ εἰρηνοδικείου, ἢ ἐπὶ τέλους δύο μάρτυρας συγχωρίους του, καὶ νὰ ἐνεργήσῃ ἐπὶ παρουσίᾳ αὐτῶν τὴν καταμέτρησιν τοῦ ἁλωνίου, συντασσομένου παρ’ αὐτῶν πρωτοκόλλου καταμετρήσεως, δι’ οὗ βεβαιοῦται, ὅτι προσῆλθον καὶ κατεμέτρησαν τὸ ἁλώνιόν του, ἐν ἀρνήσει τοῦ ἐνοικιαστοῦ, καὶ πολλάκις μάλιστα συμβαίνει, ὥστε, ἀντὶ νὰ σημειώσουν τὸ πραγματικὸν ποσὸν, σημειώνουν ὀλιγώτερον, χαριζόμενοι εἰς τὸν φορολογούμενον, καὶ ὁ ἐνοικιαστὴς εἶναι ὑπόχρεως νὰ λάβῃ φόρον ὀλιγώτερον τοῦ πραγματικοῦ, τὸν ὁποῖον ἔμελλε νὰ λάβῃ ἐὰν ὁ ἴδιος ἐνήργει τὴν καταμέτρησιν, διότι τὸ πρωτόκολλον τῆς καταμετρήσεως εἶναι ἰσχυρὸν καὶ ἀπρόσβλητον. Αὐταὶ εἶναι αἱ καταπιέσεις, τὰς ὁποίας ὑφίστανται οἱ φορολογούμενοι μὲ τὸ ἐπάρατον αὐτὸ σύστημα, κατὰ τοῦ ὁποίου τόσος θόρυβος γίνεται! Οἱ ἐνοικιασταὶ, κύριοι συνάδελφοι, καταπιέζονται σήμερον καὶ ἀδικοῦνται ἀπὸ τοὺς φορολογουμένους, καὶ οὐχὶ οἱ φορολογούμενοι ἀπὸ τοὺς ἐνοικιαστάς. Ἐγὼ αὐτὸς, σᾶς βεβαιῶ ἐν εἰλικρινείᾳ, εὑρισκόμενος τὸ παρελθὸν θέρος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου, παρεκλήθην πολλάκις ἀπὸ διαφόρους ἐνοικιαστὰς νὰ προτρέψω τοὺς φορολογουμένους τῶν διαφόρων χωρίων νὰ μὴ τοὺς ἀδικῶσι, διότι πράγματι διαφοροτρόπως τοὺς ἠδίκουν. Ποῦ εὑρίσκετε λοιπὸν τὴν ἀδικίαν καὶ τὴν καταπίεσιν τῶν φορολογουμένων; Ἀλλ’ ἐγὼ, κύριοι, ὁμιλῶ περὶ τῆς ἀληθοῦς γεωργικῆς τάξεως, περὶ τοῦ φορολογουμένου λαοῦ, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ καταπιεσθῇ καὶ νὰ ὑποστῇ τόσα ἀδικήματα, ἐὰν ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ὁμιλῶ διὰ τοὺς μεγαλοκτηματίας τῆς Χαλκίδος, τῶν Θηβῶν, τῆς Φθιώτιδος, τῆς Λεβαδείας, οἵτινες ἀληθῶς πρόκειται νὰ ὠφεληθῶσι μεγάλως ἀπὸ τὸ νέον τοῦτο κυβερνητικὸν ἐπινόημα· οἱ τοιοῦτοι ἂς πληρώσωσι τὸν φόρον των ὁπωσδήποτε, καὶ ἂν ἦναι ἀναλόγως τῆς παραγωγῆς, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ 7, ἢ ἔστω τοῦ 5%. Ἀλλ’ ἡ ἀληθὴς τάξις τῶν γεωργῶν θὰ διαμαρτυρηθῇ, εἶμαι βέβαιος, ἐὰν τὸ σύστημα τοῦτο περὶ τῆς ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἐπιψηφισθῇ, διότι παραβιάζονται ὅλοι οἱ κανόνες τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἰσότητος. Ἤδη εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀνακρίβειαν τῶν ὑπολογισμῶν τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον μέλλει νὰ λάβῃ τὸ δημόσιον ἀπὸ τὰ ἀροτριῶντα κτήνη, καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐλάττωσιν, ἥτις θὰ ἐπέλθῃ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, τὴν πραγματικὴν καὶ τὴν ἀληθῆ, ἕνεκα τῆς προτεινομένης μεταβολῆς. Δὲν εἶναι, κύριοι, ἀκριβὲς αὐτὸ, τὸ ὁποῖον διατείνεται ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἡ πρόσοδος ἐκ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, σημειωθεῖσα εἰς 3,800,000 δραχ., ἐσημειώθη καθ’ ὑπέρβασιν. Τὸ προϋπολογισθὲν τοῦτο ποσὸν, δύναμαι ἀδιστάκτως νὰ εἴπω, εἶναι ὀλιγώτερον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ εἰσπράξῃ τὸ δημόσιον, ἐὰν ἡ φορολογία ἔμενεν εἰς 7%. Ἡ πρόσοδος αὕτη εἶναι σταθερὰ, εἶναι ἀναλλοίωτος, καὶ διὰ νὰ πεισθῆτε περὶ τούτου, ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὸ μὲν ἔτος 1878 τὸ δημόσιον εἰσέπραξεν ἀπὸ τὴν πρόσοδον τῶν δημητριακῶν καρπῶν 3,891,852, καὶ τὸ 1879 εἰσέπραξεν ἀκριβῶς τὸ αὐτὸ ποσὸν μεῖον 1,500, διότι εἰσέπραξε 3,890,392. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ πρόσοδος αὕτη κατέστη, ὡς εἶπον, σταθερὰ, καὶ μίαν τοιαύτην σημαντικὴν πρόσοδον τοῦ δημοσίου, κατὰ τῆς ὁποίας οὐδὲν εὐλογοφανὲς παράπονον ὑπάρχει, πρόκειται σήμερον νὰ καταργήσητε, παραδεχόμενοι τὸ προτεινόμενον μέτρον τῆς Κυβερνήσεως, εἰς περιστάσεις τοσοῦτον κρισίμους, εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ὁ προϋπολογισμὸς παρουσιάζει σημαντικὸν ἔλλειμμα, καὶ μεθ’ ὅλας τὰς διασκευὰς καὶ τροποποιήσεις καὶ προσθαφαιρέσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν εἰς αὐτὸν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἔλλειμμα ἀνερχόμενον κατὰ μὲν τὴν Κυβέρνησιν εἰς 5,000,000 δραχμὰς καὶ πλέον, κατ’ ἐμὲ δὲ ὑπέρτερον καὶ τῶν 6,000,000, ἐνῷ δὲν ὑφίσταται οὐδεμία ἀνάγκη νὰ καταφύγητε εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, διότι, ἐπαναλαμβάνω, οὐδὲν παράπονον πραγματικὸν καὶ εὐλογοφανὲς ὑπάρχει ἢ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ κατὰ τῆς ἐν ἰσχύϊ φορολογίας, ἐκ τῆς ὁποίας πηγάζει ἡ ἐκ δραχμῶν 4,000,000 περίπου πρόσοδος αὕτη. Διὰ τοῦτο ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θέλων νὰ ἐλαττώσῃ τὰς ἐντυπώσεις, αἱ ὁποῖαι ἤθελον προκύψει ἀπὸ τὴν κατάργησιν μιᾶς τόσον σημαντικῆς προσόδου τοῦ Κράτους, αἰτιολογεῖ τὴν πρᾶξίν του περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς προσόδου ταύτης διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ἀποφαίνεται δογματικῶς, ἀλλὰ πάντοτε αὐθαιρέτως, ὅτι ἡ πρόσοδος ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν καὶ πρὸς 7% πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ εἰς 3,000,000 δραχμῶν, καὶ ὅτι ἐκ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν θὰ εἰσπράξῃ τὸ δημόσιον 2,130,000, ὅτι ἑπομένως προκύπτει ἐλάττωσις ὑπὲρ τῆς γεωργίας καὶ χάριν τῆς γεωργίας 870,000 δραχμῶν, ἀναλογοῦσα κατ’ ἐμὲ εἰς 3½ ἢ τὸ πολὺ 4 δραχμὰς δι’ ἑκάστην γεωργικὴν οἰκογένειαν. Ἀλλ’ ὅλοι οἱ ὑπολογισμοὶ οὗτοι εἶναι ἀνακριβεῖς· καὶ πρῶτον ἐπιμένω, ὅτι ἡ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου ἐκ τῶν δημητριακῶν καρπῶν πρὸς 7% εἶναι 4,000,000 σχεδὸν δραχμῶν, καὶ ἂν ἐλαττωθῇ, ὡς ἐπροτάθη ἤδη, ἀπὸ 7 εἰς 5%, θὰ ἔχητε 2,700,000, ἐνῷ ὁ φόρος, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ εἰσπραχθῇ ἀπὸ τ’ ἀροτριῶντα κτήνη, μὲ ὅλα τὰ ἀδικήματα τὰ ὁποῖα περιέχει ἡ νέα αὕτη τροπολογικὴ μέθοδος, μὲ ὅλας τὰς καταπιέσεις, τοὺς ἀπαριθμητάς, τὰ πλαστὰ πρωτόκολλα, τὰς δικαστικὰς καταδιώξεις καὶ ποινάς, τοὺς εἰσπράκτορας, τοὺς στρατιώτας, τὰ κονάκια, τῶν ὁποίων τὴν κατάργησιν ζητεῖ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἠλείας διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ πολλαπλασιασθῶσιν, ἂν τὸ σύστημα γίνῃ ἀποδεκτὸν, ὁ φόρος οὗτος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν δὲν θὰ ἦναι ἀνώτερος τοῦ 1,000,000, θὰ ἦναι δὲ καὶ πολὺ κατώτερος, ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ πρόσοδος τοῦ δημοσίου ἐκ τῆς ἐνοικιάσεως πρὸς 7% συνίσταται οὐχὶ εἰς 3,800,000, ἀλλ’ εἰς 3,000,000, κατὰ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· καὶ ἐξηγοῦμαι ἀμέσως.
§90ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ.........
§91ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν παρατήρησιν αὐτὴν ἤκουσα καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, τὴν ἤκουσα δὲ καὶ ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐντὸς τῆς Βουλῆς, καὶ ἀπαντῶ, ὅτι δὲν ὠφελοῦνται μόνον οἱ ἐνοικιασταὶ, ἀλλὰ καὶ ζημιοῦνται συγχρόνως, καὶ ὅλοι σεῖς, οἱ ὁποῖοι κατοικεῖτε εἰς ἐπαρχίας, γνωρίζετε, ὅτι πολλοὶ ἐνοικιασταὶ κατεστράφησαν ἐκ τῶν μεγάλων ζημιῶν, εἰς ἃς ὑπέκυψαν. Λοιπὸν ἐὰν παραδεχθῶμεν ὅτι ἡ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου εἶναι, ὡς ἡμεῖς ὑπολογίζομεν αὐτὴν, δραχμαὶ 3,800,000, τὸ ποσὸν τοῦτο ἀντιπροσωπεύει εἶδος 700,000 κοιλὰ καρποῦ πρὸς 7%, ὑπολογιζομένου τοῦ κοιλοῦ κατ’ ἀνώτατον ὅρον πρὸς 5½ δραχ., ἐνῷ ἠδύνατο νὰ ὑπολογισθῇ καὶ πρὸς 4½. Τὸ ποσὸν τῶν 700,000 κοιλῶν φόρου ἀντιπροσωπεύει ὁλικὴν παραγωγὴν 10,000,000 κοιλῶν καρποῦ διαφόρων εἰδῶν. Ἑπομένως ἐὰν τὰ 10,000,000 κοιλὰ διανεμηθῶσι κατὰ μέσον ὅρον εἰς τ’ ἀροτριῶντα κτήνη, καὶ παραδέχομαι ὅτι ταῦτα συνίστανται εἰς 213,000, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἡ ἀναλογία δι’ ἕκαστον κτῆνος εἶναι ὀλιγωτέρα τῶν 50 κοιλῶν· εἶναι μόνον 47 κοιλά. Ἀλλ’ ἐγὼ δέχομαι τὰ 50 κοιλὰ ὡς μέσον ὅρον· πρὸς 5½ τὸ κοιλὸν, ἔχομεν 275 δραχμὰς, πρὸς 2% δὲ, κατὰ τὸ σύστημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἔχομεν φόρον ἐφ’ ἑκάστου κτήνους 5½ δραχ. ἐπὶ 213,000 κτηνῶν, ἑπομένως ἔχομεν ὁλικὸν ποσὸν δραχ. 1,165,000· κάμνω δὲ ὑπολογισμὸν ἐξωγκωμένον, χαριζόμενος εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ἀλλ’ ἠξεύρετε, κύριοι, τί θὰ εἰσπράξωμεν, ἂν παραδεχθῶμεν τὸν ὑπολογισμὸν τον κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἐκ τῆς προσόδου τῶν δημητριακῶν καρπῶν πρὸς 7% δὲν δικαιούμεθα νὰ προσδοκῶμεν πλέον τῶν 3,000,000 δραχμῶν; Ἰδοὺ τὶ θὰ εἰσπράξωμεν — 3,000,000 δραχμῶν ἀντιπροσωπεύουν φόρον εἰς εἶδος 5½ δραχμὰς τὸ κοιλὸν, 550,000 κοιλὰ καρποῦ· ταῦτα δὲ ἀντιπροσωπεύουν ὁλικὴν παραγωγὴν καρποῦ κοιλὰ — 8,000,000· τὸ ποσὸν τοῦτο ἐὰν διανείμητε εἰς τ’ ἀροτριῶντα κτήνη, θὰ εὕρητε ὡς μέσον ὅρον 38 κοιλὰ ἀξίας δραχμῶν 210· ἑπομένως θὰ λαμβάνητε ὡς φόρον ἀνὰ 2%, κατὰ τὸ ἀρχικὸν σύστημα τοῦ κ. Τρικούπη, ὀλιγώτερον τῶν 5 δραχμῶν δι’ ἕκαστον κτῆνος. Τὸ ὁλικὸν ποσὸν δὲ τῆς τοιαύτης φορολογίας δὲν θὰ ἦτο ἀνώτερον τῶν 800,000 δρ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, μεταβαλὼν γνώμην, προλαμβάνει νὰ προσδιορίσῃ ὡς ἐλάχιστον ὅρον φόρου δι’ ἕκαστον κτῆνος τὰς δραχ. 5, εἶναι ἐλπιζόμενον νὰ εἰσπραχθῇ περὶ τὸ 1,000,000 δραχμῶν (θόρυβος). Καταργεῖτε λοιπὸν εἰς τοιαύτας κρισίμους, ὡς εἶπον, οἰκονομικὰς περιστάσεις τοῦ τόπου μίαν πρόσοδον σταθερὰν τοῦ Δημοσίου, κατὰ τῆς ὁποίας δὲν ὑπάρχει καὶ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ παράπονον, καὶ μάλιστα ὅταν καταργηθῇ τὸ σύστημα τῆς εἰς εἶδος ἐνοικιάσεως καὶ γείνῃ ἡ ἐλάττωσις τῶν 7 εἰς 5%, καὶ ζητεῖτε νὰ ἀντικαταστήσητε αὐτὴν διὰ μιᾶς προσόδου ἰδανικῆς καὶ ἀμφιβόλου καὶ διὰ συστήματος, τὸ ὁποῖον περιέχει τόσα ἐλαττώματα καὶ τόσα ἀδικήματα καὶ τόσας καταπιέσεις, αἵτινες ἐξετέθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπανειλημμένως μετὰ μεγάλης ἀκριβολογίας· πρόκειται δὲ νὰ ὠφεληθῶσι μόνον, τὸ ἐπαναλέγω, ἐκ τῆς τοιαύτης μεταβολῆς εὐάριθμοί τινες μεγαλοκτήμονες ὀλίγων τινῶν ἐπαρχιῶν, ὀλίγων τινῶν χωρίων, διότι εἰς ὅλα τὰ χωρία εἶναι ἀδύνατον ὁ μέσος ὅρος κατὰ κτῆνος νὰ ἦναι ἀνώτερος τῶν 50 κοιλῶν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου τούτου ὅρου, θὰ πληρώσωσι τὸν φόρον τῶν κτηνῶν των καὶ οἱ μεγαλοκτηματίαι οὗτοι, καὶ ἐνῷ ἤδη ἀποδίδουν εἰς τὸ δημόσιον 1,000, 1,500, 2,000 καὶ πλέον δραχ. ὡς φόρον, κατὰ τὸ προτεινόμενον σύστημα δὲν θὰ πληρώσουν εἰμὴ τὸ εὐτελὲς ποσὸν τῶν 50, 100 ἔστω καὶ 150 δραχμῶν.
§92ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ποίαν ὠφέλειαν θὰ ἔχουν οἱ μεγαλοκτήμονες;
§93ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνῷ σεῖς πληρώνετε 3,000 δραχμὰς σήμερον, θὰ πληρώνητε 300 τὸ πολύ.
§94ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὅλοι οἱ ἰδιοκτῆται τῆς Εὐβοίας οἱ μεγαλοκτήμονες δίδουν τὰ κτήματά των εἰς κολλήγους· ὁ ἰδιοκτήτης ὠφελεῖται ἐκεῖ τὸ τρίτον μόνον τῶν 7%, ὁ δὲ κολλήγας, ὁ γεωργὸς δηλαδὴ, λαμβάνει τὰ ⅔. Ἤδη δὲ θὰ θελήσουν νὰ κρατήσουν καὶ αὐτὸ τὸ ⅓.
§95ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ δύναται νὰ συμβῇ, ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ ἰδιοκτῆται μεγάλων ἐκτάσεων, οἱ ὁποῖοι δι’ ἰδίων ὑπηρετῶν καὶ δι’ ἰδίων κτηνῶν καλλιεργοῦσι τὰς γαίας των. (Θόρυβος.)
§96ΦΩΤΗΛΑΣ......
§97ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ μὲ προκαλεῖ ὁ κ. Φωτήλας, ἐκ τῶν πολλῶν φέρω ἓν παράδειγμα. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν συναδέλφων μου, εἰς τὸ χωρίον Καταβόθρα τοῦ Δήμου Ἀσωποῦ εἶναι δύο γεωργοϊδιοκτῆται, θεῖος καὶ ἀνεψιός, Ἀναγνώστης Ῥουμάνης καὶ Ἰωάννης Ῥουμάνης· αὐτοὶ ἔχουν 6 ἀροτῆρας βόας, δι’ ὧν καλλιεργοῦσιν ἀπὸ κοινοῦ τὰς γαίας των καὶ δι’ ὑπηρετῶν· ἀλλὰ ἔχουν βόας πρωτίστης ποιότητος καὶ γαίας ἀρίστης ποιότητος, καὶ δι’ αὐτῶν τῶν τριῶν ζευγαρίων παράγουν πλέον τῶν 1000 κοιλῶν· σήμερον ἀποδίδουν ὡς φόρον 70 κοιλά, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀξίαν 350 δραχμὰς, ὑπολογιζομένου ἑκάστου κοιλοῦ πρὸς 5 δραχμάς. Τί θὰ δώσουν αὔριον οἱ ἕξ βόες; 30 δραχμάς! Ἑπομένως αἱ 30 δραχμαὶ θ’ ἀντικαταστήσουν τὰς 350. (Θόρυβος.) Εἶμαι τῆς γνώμης, κύριοι, καὶ σᾶς συμβουλεύω νὰ μὴ ἀντικαταστήσητε τὸ ὡραῖον αὐτὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον διέπει τὴν ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν φορολογίαν καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει αὐτὰ τὰ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον, δι’ ἑνὸς συστήματος καταπιεστικοῦ, καταθλιπτικοῦ, ἀνίσου, ἀδίκου, βαρβάρου καὶ κτηνώδους, μὲ ζημίαν σημαντικὴν τοῦ Δημοσίου, τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ὠφεληθῇ τουλάχιστον ἡ τάξις τῶν ἀληθῶν γεωργῶν (θόρυβος). Σᾶς προτείνω δὲ νὰ παραδεχθῆτε αὐτὸ τὸ ὁποῖον σᾶς ἐπροτάθη ἤδη, δηλαδὴ νὰ καταργήσητε τὴν ἐνοικίασιν εἰς εἶδος καὶ νὰ ἐλαττώσητε τὸν φόρον ἀπὸ 7 εἰς 5%, καὶ ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι θὰ σᾶς εὐλογοῦν οἱ φορολογούμενοι γεωργοί. Αὐτὰ, κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὸ σύστημα τῆς ἀποδεκατώσεως. Ἤδη ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω ἐν ὀλίγοις τὸ ζήτημα τῆς στρατιωτικῆς θητείας, οὐχὶ τὸ στρατιωτικόν, διότι εἶμαι ἐντελῶς ἀναρμόδιος. Τὴν ἐξέτασιν αὐτοῦ ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι θέλουσιν ἀναλάβει συνάδελφοι εἰδικοὶ καὶ ἐντριβεῖς περὶ τὰ στρατιωτικὰ, οἵτινες θ’ ἀποδείξωσιν, ὅτι τὸ προτεινόμενον σύστημα εἶναι ὀλέθριον, ἰσοδυναμοῦν μὲ τὴν παραλυσίαν καὶ διάλυσιν τοῦ ὀλίγου στρατοῦ μας. Ἐγὼ θὰ ἐξετάσω ἐν ὀλίγοις τὴν ἐλάττωσιν τῆς θητείας καὶ θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν δυσάρεστον δι’ ἐμὲ θέσιν ν’ ἀποδείξω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν παλινῳδοῦντα ἐν βραχυτάτῳ διαστήματι. Ὁ περὶ γενικῆς στρατολογίας Νόμος ἐψηφίσθη τὸν Νοέμβριον τοῦ 1878. Ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσολογγίου τότε ἀπετέλεσε μέρος, νομίζω, μιᾶς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ἐσύστησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ἐπεξεργασθῇ τὸ στρατολογικὸν ἐκεῖνο Νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Κουμουνδούρου καὶ τὸ ὁποῖον Νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης ἐχρησίμευσεν ὡς κείμενον τῆς συζητήσεως, καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου κ. Τρικούπης κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Νομοσχεδίου ἐκείνου, ὡς ἀποδεικνύουσι τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, ἔλαβεν ἐνεργὸν μέρος καὶ δὲν ἀφῆκε καμμίαν διάταξιν οὐσιώδη τοῦ Νομοσχεδίου ἐκείνου ἀνεξέταστον· ὡς οὐσιωδεστέρα δὲ διάταξις ἦτο καὶ ἡ τῆς θητείας. Καὶ τὸ μὲν Νομοσχέδιον ἀνέγραφε τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα οἱ εἰς τὰ τεχνικὰ ὅπλα κατατασσόμενοι ὑπηρετήσωσι 3 ἔτη· ἡ αὐτὴ ὑποχρέωσις ἐπεβάλλετο καὶ εἰς τοὺς κατατασσομένους εἰς τὸ πεζικὸν, ἀλλ’ οὗτοι εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ζητῶσιν ἑξάμηνον ἀπουσίας ἄδειαν, καὶ ἑπομένως ἡ τριετὴς θητεία αὐτῶν περιωρίζετο εἰς 2½ ἔτη. Ἀλλὰ κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν σχετικῶν διατάξεων περὶ θητείας ἐπροτάθη, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἀπὸ τὸν Στρατηγὸν κ. Κορωναῖον ἐλάττωσις τοῦ χρόνου τῆς θητείας, καὶ κατὰ τῆς τοιαύτης ἐλαττώσεως ἀντετάχθη ὁ τότε Πρωθυπουργὸς κ. Κουμουνδοῦρος, καὶ μετ’ αὐτοῦ συνεφώνησε πληρέστατα ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς κ. Τρικούπης. Ἐζητήθη ἐπὶ τέλους νὰ ἐλαττωθῇ ἡ θητεία αὕτη τῶν εἰς τὸ πεζικὸν κατατασσομένων ἀπὸ 3 εἰς 2 ἔτη, δηλ. νὰ λαμβάνωσιν ἄδειαν ἀπουσίας δι’ ἓν ἔτος. Ὁ τότε πρωθυπουργὸς κ. Κουμουνδοῦρος ὑπεστήριξεν, ἂν καὶ ἀσθενῶς, ὅτι τὰ 2 ἔτη εἶναι ὀλίγα καὶ δὲν εἶναι ἱκανὰ, ὅπως ἐντὸς τόσου μικροῦ χρονικοῦ διαστήματος καταρτισθῇ στρατὸς οἷος πρέπει νὰ ᾖναι, στρατὸς τακτικὸς καὶ μάχιμος. Ἀλλὰ μ’ ὅλα ταῦτα, εἶπεν, ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ ὅ,τι ἐγκρίνει. Ὁ δὲ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου κ. Τρικούπης ἰδοὺ τί εἶπεν εἰς ἐνίσχυσιν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Κουμουνδούρου, καὶ ἀναγινώσκω μίαν μόνην ἀγόρευσιν αὐτοῦ ἐκ τῶν πολλῶν, δι’ ὧν ὑπεστήριξε τὴν μακροτέραν θητείαν τόσον διὰ τὰ τεχνικὰ ὅπλα, ὅσον καὶ διὰ τὸ πεζικὸν (ἀναγινώσκει). «Τρικούπης. Κύριε Πρόεδρε, δὲν νομίζω, ὅτι ἐλύθη τὸ ζήτημα· αἱ γενόμεναι παρατηρήσεις ἐγένοντο μόνον διὰ νὰ ἐννοηθῇ τὸ περὶ ὑπηρεσίας ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ ἄρθρον, οὐχὶ δὲ καὶ ὅπως καθορισθῶσιν ἀκριβῶς αἱ διάρκειαι τῶν ὑπηρεσιῶν. Ὡς πρὸς ταύτας καὶ ἐγὼ εἶμαι μᾶλλον ὑπὲρ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, τουτέστι 2½ ἐτῶν ἐν τῷ πεζικῷ· ἀλλὰ δὲν ἀποδίδω πολλὴν σημασίαν εἰς τὴν προσθήκην ἢ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἓξ μηνῶν. Περὶ τὸν ἀκριβῆ προσδιορισμὸν τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας ἀναγκαίως θὰ ὑπάρχῃ πάντοτε αὐθαιρεσία. Πάντες παραδεχόμεθα, ὅτι δύναται νὰ δοθῇ ἄδεια πρὸ τῆς συμπληρώσεως τῆς τριετίας· ἀλλ’ ἂν ἡ ἄδεια αὕτη θὰ δίδεται πρὸ ἓξ μηνῶν ἢ πρὸ ἑνὸς ἔτους, τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ μέτρου τῆς ἐπιεικείας ἢ τῆς αὐστηρότητος, ὅπερ θέλομεν προτιμήσει. Ἀλλὰ ὑπάρχει ἄλλη διάταξις, εἰς τὴν ὁποίαν ἀποδίδω πολὺ πλειοτέραν σημασίαν, ἡ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν λαμβάνουν 100 δραχμὰς οἱ ἐν τῷ πεζικῷ κατατεταγμένοι, οἵτινες ἤθελον διαμείνει ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ πλειότερον τῆς διετίας, ὅπως συμπληρώσωσι τὴν τριετῆ ὑπηρεσίαν. Ταύτην τὴν πληρωμὴν θεωρῶ περιττὴν, ἀναγκαίαν δὲ θεωρῶ τὴν ἄλλην διάταξιν περὶ πληρωμῆς 150 δραχ. εἰς τοὺς καταταχθέντας εἰς τὰ τεχνικὰ ὅπλα, καὶ ἑπομένως ἀναλαβόντας τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διαμείνωσιν ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ τρία ἔτη, ἂν οἱ κατατασσόμενοι εἰς τὸ πεζικό, θέλουν λάβει ἄδειαν μετὰ ὑπηρεσίαν 2½ ἢ 2 ἐτῶν. Ὡς πρὸς τοὺς πρώτους νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τοῖς δίδεται τὸ βραβεῖον, καὶ τοῦτο οὐχὶ κατόπιν τῆς συμπληρώσεως τῆς θητείας, ἀλλ’ ἀμέσως ἐπὶ τῇ κατατάξει· ὡς πρὸς τοὺς κατατασσομένους ὅμως εἰς τὸ πεζικὸν νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ πληρωμὴ αὕτη. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ παραδεχθῶμεν ὑποχρεωτικὴν ὑπηρεσίαν 2½ ἐτῶν ἀντὶ τῶν 2 ἐτῶν, ἂς ἀποφασίσῃ τοῦτο· ἀλλὰ ἡ πληρωμὴ χάριν ὑπηρεσίας ἐπέκεινα τοῦ ὑποχρεωτικοῦ ὅρου μοὶ φαίνεται ἄσκοπος.» Καὶ δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ὁ κ. Τρικούπης ταῦτα λέγει προκειμένου περὶ τοῦ χρόνου τῆς θητείας, εἶναι ἡ τρίτη ἢ τετάρτη· ἀλλὰ παρατρέχω τὰς προηγουμένας ὁμιλίας του, καὶ ἀναγινώσκω αὐτὴν τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσα. Τὰς ὁμιλίας του ταύτας θέλετε εὕρει εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, σελ. 406 στήλῃ δευτέρᾳ καὶ σελ. 407 στήλῃ 1 καὶ 408 στήλῃ 1. Ἐμεσολάβησέ τι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι σήμερον, ἵνα μεταβληθῇ τόσον οὐσιωδῶς ἡ γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ ἐν διαστήματι 15 μηνῶν; Καὶ πῶς ἠδυνήθη ἐν διαστήματι τόσου χρόνου νὰ μεταβάλῃ τὰς πεποιθήσεις του, τὰς ὁποίας τόσον ἀξιεπαίνως ἀντέταξε τότε; Ἀλλ’ αὐτὸ, κύριοι, τὸ ὁποῖον προτείνει σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς νέον σύστημα; Ὁστισδήποτε ἐξ ὑμῶν συνελάμβανε τὴν ἰδέαν τῆς ἐλαττώσεως τῆς θητείας, ἠδύνατο νὰ τὴν ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ θὰ ἦτο βέβαιος περὶ τῆς παραδοχῆς της· δὲν θὰ εἶχεν ὅμως τὴν δύναμιν νὰ τὴν κυρώσῃ, διότι δὲν θὰ ἦτο Πρωθυπουργός. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι σύστημα ἄξιον στεφάνων καὶ συγχαρητηρίων τηλεγραφικῶν, διότι ταῦτα στέλλονται παρὰ τῶν ἐνδιαφερομένων· καὶ ἂς ἦναι βεβαία ἡ Κυβέρνησις, ὅτι, ἂν ἀπεφάσιζε νὰ ἐλαττώσῃ τὴν θητείαν εἰς 6 μῆνας ἢ εἰς 3 μῆνας μόνον, ἤθελον ὁ λαὸς ἀνεγείρει εἰς αὐτὴν ἀνδριάντα, διότι, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν, οἱ λαοὶ δὲν εἶναι πολὺ πρόθυμοι εἰς τὰς ὑποχρεώσεις των· ἤθελε δὲ χαρῆ καὶ ὁ ἑλληνικὸς λαὸς, ἂν ἐπροτείνετο ἡ κατάργησις ὅλων τῶν φόρων καὶ ἡ κατάργησις τῆς στρατολογίας. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν, οὔτε συμφέρον εἰς τὸ Κράτος, καὶ αἱ σοβαραὶ Κυβερνήσεις δὲν πρέπει νὰ ἐπιδιώκωσι τὰ χειροκροτήματα καὶ τὰ συγχαρητήρια τῶν λαῶν μὲ καταστροφὴν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἰδοὺ διατί εἶπον, ὅτι ἤθελον εὑρεθῆ εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν ν’ ἀποδείξω τὸν ἀξιότιμον Πρωθυπουργὸν παλινῳδοῦντα εἰς τόσον ἐλάχιστον διάστημα. Τότε εἶχε τὴν ἰδέαν τῆς τριετοῦς θητείας διὰ τὰ τεχνικὰ ὅπλα καί τὴν τῶν 2½ ἐτῶν διὰ τὸ πεζικόν· ἤδη ἐλαττόνει τὴν θητείαν τῶν πρώτων εἰς 2 ἔτη, τῶν δὲ δευτέρων εἰς ἓν ἔτος. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς λοιπὰς διατάξεις τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου ὡς καὶ τοῦ νόμου τοῦ ἐλαττοῦντος τὴν θητείαν, δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ ὁμιλήσω καὶ δὲν ὁμιλῶ, ἔχων τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ ὁμιλήσουν ἄλλοι ἁρμοδιώτεροι ἐμοῦ. Πολὺς πάταγος ἐγένετο καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην πολιτικὴν συζήτησιν καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν, καὶ πρὸ πάντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Πρωθυπουργοῦ, περὶ τοῦ πυριτιδοποιείου· εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ τούτου, διὰ νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ὅτι καὶ ταῦτα, ὅπως ἐξετέθησαν παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἶναι ἀνακριβῆ, καὶ ὅτι, ὅτε εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν πρώτην πολιτικὴν συζήτησιν, ἀγορεύοντος τοῦ κ. Σιμοπούλου, ὅτι, ὡς νομίζω, κατηργήθησαν αἱ μετὰ τοῦ κ. Μωραϊτίνη συμβάσεις, εἶχον δίκαιον, ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν νὰ ἐνθυμοῦμαι ἐκ τοῦ προχείρου, χωρὶς νὰ ἔχω κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ὑπ’ ὄψιν οὐδὲν στοιχεῖον καὶ μετὰ παρέλευσιν 15 μηνῶν ἀπὸ τῆς ἀποχωρήσεώς μου ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον συνωμολόγησε τὰς συμβάσεις ταύτας μετὰ τοῦ κ. Μωραϊτίνη. Ἑπομένως ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν τὸ παρελθὸν Σάββατον ἀπηύθυνεν εἰς ἐμὲ ὁ κ. Ῥάλλης, ὅτι δῆθεν ἀνακριβῶς ἐπεκαλέσθην τὴν ἀκύρωσιν τῶν συμβάσεων τούτων, ἡ παρατήρησις αὕτη, λέγω, εὐτυχῶς δὲν ἥρμοζεν οὔτε ἁρμόζει εἰς ἐμέ. Προχθὲς, ἐνῷ ἠγόρευεν ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς καὶ ἔφερε τὸν λόγον περὶ τοῦ πυριτιδοποιείου, ὁ κ. Ῥάλλης εἶπεν, ὅτι «ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος εἶπεν, ὅτι κατηργήθη ἡ σύμβασις» καὶ ἐγὼ τότε εὐθὺς ἀμέσως προσεφέρθην νὰ χορηγήσω πληροφορίας τινὰς εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ νομίσας, ὅτι ἔλαβον πρὸς τοῦτο τὴν συγκατάθεσιν τοῦ ἐπὶ τοῦ βήματος ἱσταμένου καὶ ἀγορεύοντος κ. Πρωθυπουργοῦ, προέβην εἰς τὴν ἐξήγησιν ταύτην· ἀλλὰ πρὶν ἢ ἀποπερατώσω αὐτήν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μοῦ ἀφῄρεσε τὸν λόγον, ἰσχυρισθεὶς, ὅτι δὲν εἶναι αὕτη ἁπλῆ διακοπὴ, ἀλλ’ ἀγόρευσις. Ἑπομένως ἀναγκάζομαι σήμερον νὰ εἴπω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἤθελον εἴπει προχθὲς καὶ ἀτελῶς ἐξέθηκα εἰς τὴν Βουλὴν. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 19 Φεβρουαρίου ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Παρνασίδος κ. Σιμόπουλος ἀνέφερεν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα θὰ ἦναι ἀκόμη μεγαλείτερον ἀπὸ ὅ,τι παρουσιάζετο ἀπὸ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, διότι, πλὴν τῶν ἄλλων, ὀφείλομεν ἀκόμη πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τριῶν συμβάσεων πρὸς τὸν κ. Μωραϊτίνην δραχ. 1,350,000· καὶ ἐγὼ τότε ἔκαμον ἀμέσως τὴν παρατήρησιν ἀπὸ τῆς θέσεώς μου ὅτι, ὡς νομίζω, ἡ μετὰ τοῦ κ. Μωραϊτίνη σύμβασις ἀνεστάλη, ἀλλ’ ὁ στενογράφος παρέλειψε νὰ σημειώσῃ τὴν πρὸς τὸν κ. Σιμόπουλον παρατήρησίν μου. Εὐτυχῶς ἡ ἀλήθεια τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου τούτου, ὅτι δηλαδὴ εἶπον «νομίζω» ἐπιβεβαιοῦται ἀπὸ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου νῦν πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος, ἀγορεύων τότε ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, εἶπεν: «Ὅσον δὲ ἀφορᾷ εἰς ἕτερον ἄρθρον, ἠκούσατε ἤδη περὶ αὐτοῦ ἱκανὰ, ἤτοι τὴν ὀφειλὴν τοῦ δημοσίου ἕνεκα τῶν συμβάσεων μετὰ τῆς διευθύνσεως τοῦ πυριτιδοποιείου· ἡ ὀφειλὴ αὕτη, πλὴν τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένων, πλὴν τῶν ἐν πιστώσεσιν ἀναγεγραμμένων πιστώσεων, μήπω ψηφισθείσαις, ἀναβαίνει εἰς 1,300,000 δραχμῶν. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς, ὁ νῦν, ὅτε πρό τινων ἡμερῶν ἐγένετο λόγος περὶ τούτου, παρετήρησεν, ὅτι ὡς πρὸς τὸ μέλλον εἶχε τεθῆ τέρμα εἰς τὴν σύμβασιν ταύτην, τοὐλάχιστον τὸ ἐνόμιζε, καὶ ἤθελε μᾶς φέρει ἐπίσημον πληροφορίαν, ἀλλὰ δὲν ἔφερεν αὐτὴν κλπ.» Τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας σήμερον θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, ἔχω ἔκτοτε ὑπ’ ὄψιν μου· δὲν τὰς ὑπέβαλον δὲ εἰς αὐτὴν, διότι ἐνόμισα περιττὸν, μετὰ πολυήμερον συζήτησιν, νὰ λάβω καὶ δευτέραν φορὰν τὸν λόγον, διὰ νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν περὶ ἑνὸς ἀντικειμένου, κατ’ ἐμὲ, τόσον εὐτελοῦς, ὡς θέλει ἀποδειχθῆ ἤδη ἀπὸ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας θὰ σᾶς χορηγήσω, καὶ τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος κ. πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Σιμόπουλος ἐχαρακτήρισαν τόσῳ σπουδαῖον, ὥστε ὁ μὲν Σιμόπουλος ἔκαμεν ἅπαξ λόγον περὶ αὐτοῦ, ὁ δὲ κ. πρωθυπουργὸς ἐπανέλαβε δὶς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο κατ’ ἐκείνην τὴν συζήτησιν καὶ ἅπαξ κατὰ τὴν παροῦσαν. Κύριοι, τὰ πράγματα τὰ ἀφορῶντα τὸ πυριτιδοποιεῖον παρεστάθησαν, ὡς σᾶς εἶπον, ἀνακριβῶς καὶ λίαν ἐξογκωμένα· ἰδοὺ δὲ ἀκριβῶς τὶ συμβαίνει Μετὰ τοῦ κ. Μωραϊτίνη ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Κουμουνδούρου κατὰ μῆνα Ἰανουάριον 1878, ἅμα τῇ πτώσει τῆς οἰκουμενικῆς καὶ εἰς τὰς ἐκτάκτους ἐκείνας περιστάσεις, συνωμολόγησε τὰς ἑξῆς συμβάσεις καὶ ὑπὸ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους θὰ σᾶς ἀναφέρω. Καὶ πρῶτον συνωμολόγησε σύμβασιν περὶ πληρώσεως 20,000,000 φυσιγγίων Γκρᾶ, τοὺς κάλυκας τῶν ὁποίων ὤφειλε νὰ παραδώσῃ εἰς τὸ πυριτιδοποιεῖον ἡ Κυβέρνησις, ἀντὶ φράγκων 70 τὴν χιλιάδα· κατὰ τὴν σύμβασιν δὲ ἐκείνην, εἰ μὲν παρέδιδε τοὺς κάλυκας ἡ Κυβέρνησις, τὸ πυριτιδοποιεῖον ἦτο ὑποχρεωμένον νὰ κατασκευάσῃ τὰ φυσίγγια καὶ ἡ Κυβέρνησις ὑποχρεωμένη νὰ παραλάβῃ ταῦτα καὶ νὰ πληρώσῃ τὸ τίμημα αὐτῶν πρὸς τὸν κ. Μωραϊτίνην. Ἡ Κυβέρνησις τότε εἶχε κάλυκας καὶ παρέδωσεν εὐθὺς ἀμέσως εἰς τὸ πυριτιδοποιεῖον 8,000,000, τοὺς ὁποίους καθ’ ἣν εἶχεν ἀναλάβει ὑποχρέωσιν ἐπλήρωσε τὸ πυριτιδοποιεῖον τοῦ κ. Μωραϊτίνη καὶ παρέδωσεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ κατασκευασθέντα φυσίγγια ἀνὰ 700,000 κατὰ πᾶσαν ἑβδομάδα, καὶ ἐπληρώθη τὸ τίμημα αὐτῶν, ἀνερχόμενον εἰς φράγκα 560.000· ἑπομένως οὐδεμία ὀφειλὴ ὑπελείφθη πρὸς τὸ κατάστημα τοῦ κυρίου Μωραϊτίνη διὰ τὴν κατασκευὴ καὶ τὴν παράδοσιν τῶν φυσιγγίων τούτων. Καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὸ ὑπόλοιπον ποσὸν τῶν 12,000,000 φυσιγγίων, διότι ἡ σύμβασις, ὡς σᾶς εἶπον, ἦτο διὰ 20,000,000, ἂν ἡ Κυβέρνησις παρέδιδεν εἰς τὸ κατάστημα τοὺς κάλυκας, τὸ κατάστημα εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τοὺς πληρώσῃ καὶ νὰ παραδώσῃ τὰ φυσίγγια εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῇ αὐτῇ τιμῇ· ἂν δὲ δὲν παρεδίδοντο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως οἱ κάλυκες, οὔτε ὑποχρέωσίν τινα εἶχε τὸ πυριτιδοποιεῖον, οὔτε εὐθύνην ἀνελάμβανεν ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι δὲν ὑπάρχει, καθ’ ὅσον ἐγὼ γινώσκω, ἀπαίτησίς τις ἐκ μέρους τοῦ κ. Μωραϊτίνη. Τὸ τίμημα τῶν φυσιγγίων, τὰ ὁποῖα παρελάβομεν τότε, ὡς σᾶς εἶπον, ἐπληρώσαμεν ἔκτοτε, καὶ δὲν ἀφήσαμεν οὐδεμίαν ὀφειλὴν εἰς βάρος τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, πηγάζουσαν ἐκ τῆς κατασκευῆς τῶν φυσιγγίων τούτων. Μετὰ τὴν σύμβασιν αὐτὴν συνετάχθη ἑτέρα σύμβασις διὰ τὴν κατασκευὴν 10,000,000 φυσιγγίων Σασεπὼ πρὸς 100 φράγκα ἑκάστην χιλιάδα, ἀλλ’ ἡ σύμβασις αὕτη ἠκυρώθη, καὶ ἰδοὺ διατὶ εἶπον ὅτι, ὡς νομίζω, ἠκυρώθησαν αἱ συμβάσεις μετὰ τοῦ κ. Μωραϊτίνη. Μετ’ αὐτῶν συνετάχθη ἑτέρα σύμβασις διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ τὴν παράδοσιν 5,000,000 φυσιγγίων Γκρᾶ, τὰ ὁποῖα συνεφωνήθησαν πρὸς δραχμὰς παλαιὰς 175 καὶ 60/00 κατὰ χιλιάδα, καὶ περὶ τῶν φυσιγγίων τούτων θὰ σᾶς εἴπω εὐθὺς ἀμέσως. Μετὰ τὴν σύμβασιν ταύτην συνετάχθη καὶ ἑτέρα σύμβασις μετὰ τοῦ κυρίου Μωραϊτίνη διὰ τὴν κατασκευὴν 40,000,000 φυσιγγίων Γκρᾶ, ἐπὶ πληρωμῇ 175 δραχμῶν κατὰ χιλιάδα, ἀλλὰ καὶ ἡ σύμβασις αὕτη ἠκυρώθη. Μοὶ μένει λοιπὸν νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν περὶ τῶν 5,000,000 φυσιγγίων, τὰ ὁποῖα ὠφείλαμεν νὰ παραλάβωμεν, πληρώνοντες τὸ συμπεφωνημένον τίμημα αὐτῶν πρὸς δραχ. 175 60|00 κατὰ χιλιάδα, καὶ συγχρόνως νὰ παραβάλω τὰς τιμὰς ταύτας μὲ τὴν τιμὴν τῶν ἐν Βιέννῃ ἀγορασθέντων φυσιγγίων ὑπὸ τῆς οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, μὲ τὴν τιμὴν, μὲ τὴν ὁποίαν προσεφέρετο τὸ ἐν Παρισίοις πυριτιδοποιεῖον τοῦ κ. Javelle νὰ κατασκευάσῃ φυσίγγια Γκρᾶ, καὶ μὲ τὰς τιμὰς μὲ τὰς ὁποίας ἠδύναντο νὰ κατασκευασθοῦν τὰ φυσίγγια ταῦτα ἐν τῷ ἡμετέρῳ ὁπλοστασίῳ τοῦ Ναυπλίου. Ἀλλὰ πρὶν ἐξετάσω τὰ ζητήματα ταῦτα, σᾶς πληροφορῶ ὅτι τὰ μὲν φυσίγγια τῶν 8,000,000, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν καὶ τὰ ὁποῖα ἐπληρώσαμεν ἔκτοτε, μᾶς ἐκόστισαν 560,000 φράγκα· καὶ ἐπειδὴ τὰ χρήματα ἐπληρώθησαν ἐνταῦθα ἄνευ ὑπερτιμήσεως, μᾶς ἐκόστισαν 620,000 δραχμάς, τὰ δὲ φυσίγγια τῶν 5,000,000 τὰ συμφωνηθέντα πρὸς 175 καὶ 60|00 στοιχίζουσι 878,000· ἐὰν προσθέσωμεν εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο καὶ τὸ πληρωθὲν διὰ τὰ 8,000,000 φυσίγγια ἐξ 620,000 δραχ., ἔχομεν ὁλικὸν ποσὸν δραχ. 1,500,000. Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Παρνασίδος κύριος Σιμόπουλος, καὶ δὲν λέγω τοῦτο διὰ νὰ τὸν ἀδικήσω, ὡς παραστήσαντα ἐκ προθέσεως ἀνακριβῶς τὰ πράγματα, διότι ὑποθέτω ὅτι μᾶλλον ἐπλανήθη, ἀγορεύων κατὰ τὴν παρελθοῦσαν πολιτικὴν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἰσχυρίσθη, ὅτι πρὸς ἀποπληρωμὴν τῶν 2,726,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ὤφειλε δῆθεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ πυριτιδοποιεῖον τοῦ κ. Μωραϊτίνη, ὀφείλει εἰσέτι 1,350,000, ἐνῷ, ὡς σᾶς εἶπον, αἱ συμβάσεις αἱ ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν συνίστανται μόνον ἐξ 1,500,000, καὶ οὐχὶ 2,726,000, καὶ ὅτι ἐκ τοῦ ποσοῦ ἐκείνου τῶν 1,500,000 εἶχε πληρωθῆ ἤδη πρὸς τὸν κ. Μωραϊτίνην τὸ τίμημα τῶν 8,000,000 φυσιγγίων, ἀνερχόμενον εἰς τὸ ποσὸν τῶν 620,000 δραχμῶν· ἑπομένως ὠφείλετο, πρὸς ἀποπληρωμὴν τῶν μετ’ αὐτοῦ συνομολογηθεισῶν συμβάσεων, τὸ ἕτερον ποσὸν τῶν 5,000,000 φυσιγγίων, τὸ ἀνερχόμενον εἰς 878,000. Εἴχομεν λοιπὸν, ὅταν συνεζήτει ὁ κ. Σιμόπουλος, φαινομενικὴν ὀφειλὴν πρὸς τὸ πυριτιδοποιεῖον 878,000 μόνον· καὶ ἰδοὺ διατί λέγω φαινομενικήν, διότι, ἐκτὸς τῶν 560,000 φράγκων, τὰ ὁποῖα εἴχομεν πληρώσει εἰς τὸ πυριτιδοποιεῖον τοῦ κ. Μωραϊτίνη διὰ τὰ 8,000,000 φυσιγγίων, εἴχομεν πληρώσει εἰς αὐτὸ, ὡς προκαταβολὴν, καὶ 140,000 δραχμῶν προσέτι, μολονότι ἐν τῷ συμβολαίῳ ἀναφέρονται φράγκα, ἀλλ’ ὁ κ. Μωραϊτίνης διατείνεται, ὅτι ἦσαν δραχμαί, καὶ ὄχι φράγκα. Ἔχομεν λοιπὸν πληρώσει 140,000 δραχμῶν· ἑπομένως ἡ πρὸς τὸν κ. Μωραϊτίνην ὀφειλὴ ἡμῶν ἠλαττώθη ἀπὸ 878,000 εἰς 738· ἀπέναντι δὲ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν 738,000, εἴχομεν ἀναγράψει ἡμεῖς εἰς τὸν προϋπολογισμὸν πίστωσιν πρὸς πληρωμὴν εἰς τὸν κ. Μωραϊτίνην 380,000 δραχμῶν· ἑπομένως μένει ὑπόλοιπον ὀφειλόμενον τῷ κ. Μωραϊτίνῃ ἐκ τῶν 738,000 δραχ. δραχμαὶ 358,000 μόνον, διὰ τὰς ὁποίας ἔδει νὰ ζητηθῇ πίστωσις, καὶ οὐχὶ 1,350,000, ὅπως ἐξόγκωσεν αὐτὸ ὁ κ. Σιμόπουλος.
§98ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Πλὴν αὐτῶν ὑπάρχει καὶ ἄλλη ὀφειλὴ, πρὸς ἀποσόβησιν τῆς ὁποίας ἠγέρθησαν ἀγωγαί.
§99ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). 12 ἑκατομμυρίων φυσιγγίων.
§100ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ παραλάβωμεν τὰ φυσίγγια αὐτά, ἀφοῦ δὲν παρεδώσαμεν τοὺς κάλυκας· ἀπόδειξις δὲ, ὅτι δὲν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, εἶναι ἡ ἐνέργεια ὑμῶν, κύριε Πρωθυπουργέ, ὁ ὁποῖος ἐφέρατε τὴν ὑπόθεσιν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ἔχοντες τὴν αὐτὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν καὶ ἡμεῖς ἔχομεν. Ἐξετάσας τὸ ζήτημα τῶν 5,000,000 φυσιγγίων,—καὶ ἀποτείνομαι πρὸς τὸν κ. Σιμόπουλον, ὅστις μὲ διέκοψε, διὰ νὰ μὲ πληροφορήσῃ, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι ἀπαιτήσεις ἐκκρεμεῖς πρὸς τὸ Πυριτιδοποιεῖον τοῦ κ. Μωραϊτίνη,—εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ τῶν 878,000 δραχμῶν ἔλαβεν ἤδη προκαταβολικῶς ὁ κ. Μωραϊτίνης κατὰ τὴν σύναψιν τοῦ συμβολαίου 140,000 νέας δραχμὰς, ἤτοι 156,800 παλαιὰς, κατὰ δὲ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Μωραϊτίνη 140,000 δραχμὰς παλαιὰς, σημειωθείσας κατὰ λάθος ὡς φράγκα, ἃς ἀφαιρέσαντες ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τῶν 878,000, ἐμείναμεν ὀφειλέται εἰς αὐτὸν 738,000· ὅτι ἀπέναντι τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ ἐσημειώθησαν παρ’ ἡμῶν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δραχ. 380,000, διὰ νὰ πληρωθῶσι φυσίγγια, τὰ ὁποῖα ἐσχάτως παρελάβομεν· ὅτι ἑπομένως πρὸς ἀποπληρωμὴν ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ τοῦ περὶ οὗ πρόκειται συμβολαίου, ἔμεινεν ὑπόλοιπον, διὰ τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ζητηθῇ πίστωσις, δρ. 358,000, καὶ ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ ἐζήτησεν ἡ νῦν Κυβέρνησις πίστωσιν δραχ. 234,600. Λοιπὸν εἶπον, ὅτι ὅταν σεῖς, κ. Σιμόπουλε, διετείνεσθε, ὅτι ὠφείλομεν πρὸς τὸν κ. Μωραϊτίνην δραχμὰς 1,350,000 καὶ διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου ἔμελλε νὰ ἐξογκωθῇ τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν ὠφείλομεν εἰμὴ πράγματι δραχ. 738,000, καὶ ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ εἴχομεν ἐγγράψει πίστωσιν 380,000 δραχμῶν· ἄρα δὲν ἀπῃτεῖτο πίστωσις νέα ἐξ 1,350,000 δραχμῶν, ἀλλὰ μόνον 358,000 δραχμῶν πρὸς ἀποπληρωμήν. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐξηγήθην πολὺ καλά.
§101ΤΙΝΕΣ. Αὔριον πλέον.
§102ΕΤΕΡΟΙ. Ἀπόψε.
§103ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἡσυχάσωσιν οἱ κ.κ. Βουλευταὶ καὶ δὲν μὲ διακόπτωσιν, ἠμπορῶ νὰ ἐξακολουθήσω καὶ νὰ τελειώσω τὴν ὁμιλίαν μου ἀπόψε.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἡσυχάσητε; διότι ἄλλως ζητοῦν τὴν ἀναβολήν.
§105ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§106ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι.
§107ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡσυχίαν θέλει....
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχίαν θέλει, διὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ.
§109ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀφοῦ ἐπιμένουν καὶ σᾶς διακόπτουν, πρέπει νὰ διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν, διότι θὰ ὁμιλήσουν καὶ ἄλλοι πέντε· δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς πιέσητε.
§110ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου· ἀλλ’ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος εἶπεν, ὅτι, ἐὰν δὲν τὸν διακόπτουν, ἐντὸς ἡμισείας ὥρας τελειώνει.
§111ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εὐχαριστῶ τὸν κ. Ῥάλλην, διότι εἶναι ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος ἐδείχθη λίαν εὐμενὴς πρὸς ἐμὲ καὶ ποτὲ δὲν μὲ διέκοψεν. Εἶπον, ὅτι θέλω νὰ ἐξακολουθήσω· ἀλλ’ ἔχω ἀνάγκην ἡσυχίας ἐκ μέρους τῶν κ.κ. Βουλευτῶν.
§112ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ἦσθε κουρασμένος, οὐδεὶς δύναται νὰ σᾶς ἀναγκάσῃ νὰ ἐξακολουθήσητε.
§113ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ἀνάγκην ἡσυχίας· θὰ ἐξακολουθήσω ἀκόμη μίαν ὥραν.
§114ΤΙΝΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, προτείνομεν τὴν ἀναβολήν· εἴμεθα ὑπὲρ τοὺς 15.
§115ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν θὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ὁμιλίαν του ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, διατί νὰ μὴ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον;
§116ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ δὲν θὰ τελειώσῃ σήμερον τὸ ζήτημα, καὶ εἶμαι ἀληθῶς ὀλίγον κουρασμένος, ἂς ἐξακολουθήσωμεν αὔριον. (Χειροκροτήματα καὶ ποδοκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 7½.)