1880.03.22
2,655 rows · 21,727 words · 162 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 93
τῆς 22 Μαρτίου 1880.
(Σάββατον.)
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἀναφορὰ κατοίκων τῆς πόλεως Πατρῶν, ἐξαιτουμένων νὰ ἐξευρεθῇ μέσον τι πρὸς παρεμπόδισιν τῆς γενομένης καταχρήσεως τῆς Κυριακῆς. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§2ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.) Καταθέτω τὸν κατάλογον τῶν φυγοδίκων καὶ φυγοποίνων ἀπὸ τοῦ 1863. Ἐδῶ εἶναι αἱ ἐκθέσεις τῶν εἰσαγγελέων, ὅπου σημειοῦνται τὰ ὀνόματα, ἀλλ’ ἔχω καὶ ἕνα συνοπτικὸν πίνακα, εἰς ὃν οἱ φυγόποινοι σημειοῦνται κατ’ ἐπαρχίας.
§3ΤΙΝΕΣ. Πόσοι εἶναι κατ’ ἐπαρχίας;
§4ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰς τὸν νομὸν Ἀττικῆς 368, Εὐβοίας 43, φθιώτιδος 292, Ἀκαρνανίας 349, Ἀχαΐας 352, Ἀρκαδίας 318, Λακωνίας 344, Μεσσηνίας 208, Ἀργολίδος 83, Κυκλάδων οὐδείς, Κερκύρας 12, Κεφαλληνίας 120 καὶ Ζακύνθου 48.
§5ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα νὰ μάθω πόσοι εἶναι οἱ φυγόποινοι καὶ πόσοι οἱ φυγόδικοι, καὶ τοῦτο παρακαλῶ ὑμᾶς, τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ διευκρινισθῇ.
§6ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἔλαβον καιρὸν νὰ διέλθω αὐτὸν τὸν φάκελλον· ὁ κατάλογος εἶναι αὐτός, ὃν σᾶς ἀναγινώσκω καὶ καταθέτω πρὸς εὐκολίαν τῶν κυρίων Βουλευτῶν.
§7ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Νομίζω, κύριε Ὑπουργὲ, ὅτι ἐπὶ τῆς τελευταίας ὑπουργίας τοῦ Δεληγεώργη τῷ 1873, ἂν ὄχι ἐκ τῶν φυγοποίνων, ἀλλ’ ἐκ τῶν φυγοδίκων δὲν ἔμεινε κανείς.
§8ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶναι σημειωμένοι. Ἐν συνόλῳ λοιπὸν σᾶς εἶπον, ὅτι εἶναι 2,537 καὶ εὑρίσκονται ἐντὸς τοῦ Κράτους· φυγόδικοι δὲ εἶναι 2,650, ἐν συνόλῳ 5,187. Ὑποβάλλω, κύριοι, νομοσχέδιον περὶ φαρμακείων, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ θεωρηθῇ κατεπεῖγον. Συμπληρῶ, κύριοι, τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ὀφείλω νὰ δώσω εἰς τὸν Βουλευτὴν Ἀττικῆς. Ὁ πρώην Νομάρχης Ἀττικῆς κατὰ τὰς 40 ἡμέρας, καθ’ ἃς ἔμεινεν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, παρεχώρησε πραγματικῶς 7 ἀδείας φαρμακείων ἐναντίον τῶν κειμένων διατάξεων.
§9ΣΑΡΑΒΑΣ. Σχετικῶς, κύριοι, μ’ ὅσα ἐξέθεσε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς διὰ τὰς ἀδείας, τὰς ὁποίας ἐχορήγησεν ὁ τέως νομάρχης Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἐναντίον τῶν κειμένων, ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν ἡ πρᾶξις αὕτη δὲν ὑπάγηται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ νόμου, καὶ ἐὰν ὑπάγηται, νὰ ἐνεργήσῃ τὸ καθῆκόν της. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ καμμία ἐκ τῶν περιστάσεων ἐκείνων, αἵτινες ῥίπτουσιν ἐπὶ τῶν πράξεων μεγαλειτέραν αἰσχύνην, ἀναντιῤῥήτως ὅμως εἶναι παράβασις καθήκοντος. Ὑπάρχει δὲ ῥητὴ διάταξις τοῦ Ποινικοῦ νόμου, καθ’ ἣν πᾶς ὑπάλληλος, ὅστις παραβαίνει τὸ καθῆκόν του, ὅταν πράττῃ τοῦτο πρὸς βλάβην τῆς ἐπικρατείας, τιμωρεῖται μὲ ἰδίαν ποινήν. Ὥστε ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἄλλη τις μᾶλλον ἀξιόμεμπτος αἰτία, ἥτις παρεκίνησε τὸν νομάρχην νὰ κάμῃ παράβασιν τοῦ διατάγματος, ἡ πρᾶξις του αὕτη τιμωρεῖται ὑπὸ ῥητῆς διατάξεως τοῦ Ποινικοῦ νόμου, ἥτις προβλέπει τὴν παράβασιν ταύτην. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν νὰ παρακαλέσω τὴν κυβέρνησιν, ἵνα ἐξετάσῃ περὶ τούτου καὶ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα.
§10ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶναι παράβασις διαταγῆς τοῦ προϊσταμένου Ὑπουργοῦ. Καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὰς ἄλλας παραβάσεις, τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ὑποβάλλω, προβλέπει περὶ αὐτῶν.
§11ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω εἰς διαφόρους ἀξιοτίμους συναδέλφους, ἐπερωτήσαντάς με ἐπὶ ἀντικειμένων ἀναγομένων εἰς τὸν κλάδον, τὸν ὁποῖον διευθύνω. Καὶ πρῶτον ἀπαντῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Παρνασσίδος κύριον Καραλίβανον, συστήσαντά μοι, ὅπως ἐπιληφθῶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ ἡμῶν Πανεπιστημίου. Τὸ Πανεπιστήμιον διατελεῖ εἰσέτι, ὡς γνωστὸν, ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τῆς 14|26 Ἀπριλίου 1837 καὶ τῶν συνεπείᾳ αὐτοῦ ἐκδοθέντων σχετικῶν Διαταγμάτων. Πολλοὶ ἐκ τῶν εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας πρὸ ἐμοῦ ἐλθόντων ἐμελέτησαν ἐμβριθῶς τὰ περὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ἀντικειμένου καὶ κατέγειναν ὅπως καταρτισθῇ νέος ὀργανισμός, συμφωνότερος πρὸς τὰς ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης προόδους τοῦ τόπου καὶ τῆς ἐπιστήμης. Ἤδη ἀπὸ τοῦ 1869 κατέγινε συντόνως εἰς τὸ ἔργον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴς κύριος Ζαΐμης, μετ’ αὐτὸν δὲ ὁ μακαρίτης Χριστόπουλος, ὁ κ. Σαράβας καὶ ἄλλοι Ὑπουργοί. Ὑπάρχει δὲ, ὡς ἐκ τούτου, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ὀγκώδης ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου φάκελλος, μαρτυρῶν τὴν ἐπιμέλειαν τῶν περὶ τούτου ἐργασθέντων καὶ τὴν σπουδαιότητα τῆς ὑποθέσεως. Καίτοι δὲ ἀναγνωρίζων κἀγὼ τὴν σπουδαιότητα τοῦ πράγματος, καὶ μέχρι τινὸς ἐσκεμμένος ἐπ’ αὐτοῦ διατελῶν, φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι εἰσέτι ἱκανῶς ὥριμον, ὥστε νὰ δύναμαι νὰ ὑποβάλλω τὸ προσῆκον νομοσχέδιον. Διὰ τοῦτο βεβαιῶ μὲν τὸν κ. Καραλίβανον, ὅτι δὲν θέλω παύσει ἐργαζόμενος δεόντως ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου, δὲν φρονῶ ὅμως δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, ἔτι δ’ ὀλιγώτερον νὰ συζητηθῇ ἐντὸς τῆς παρούσης συνόδου τῆς Βουλῆς. Ὁ ἐκ Πατρῶν ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Ῥοῦφος ἠρώτησε τί γίνεται περὶ διαφόρων μοναχῶν, καταδικασθέντων εἰς διαφόρους ποινὰς συνεπείᾳ ἀποφάσεων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Τὸ ζήτημα εἶναι λίαν σπουδαῖον, φρονῶ δὲ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ περὶ αὐτοῦ λόγος ἄνευ μακρῶν συζητήσεων. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ῥοῦφον, ἐὰν ἐξακολουθῇ φρονῶν τοῦτο ἀναγκαῖον, νὰ ὁρίσῃ ἡμέραν πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεως αὐτοῦ.
§12ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τὸ Σάββατον τῆς Διακαινησίμου.
§13ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ἔρχομαι εἰς τρίτην ἐπερώτησιν. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Καλαμῶν κ. Τζάνες ἐζήτησε νὰ λάβῃ πληροφορίας περὶ Μονῆς τινος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καλαμῶν. Ἰδοὺ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου αἱ πληροφορίαι, ἃς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἠδυνήθην ν’ ἀρυσθῶ. Ὑπῆρχεν ἄλλοτε εἰς τὰ σύνορα τοῦ δήμου Καλαμῶν καὶ τοῦ δήμου Ἀβίας τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου Μονὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ταύτης τὰ μὲν κτήματα φαίνονται κείμενα ἐντὸς τῆς περιφερείας τῆς ἐπαρχίας Καλαμῶν, ἡ δὲ οἰκοδομὴ καὶ ὁ ναὸς ἐντὸς τῆς περιφερείας τῆς ἐπαρχίας Οἰτύλου. Τοῦτο βεβαιοῖ ὁ Σεβασμιώτατος ἐπίσκοπος Οἰτύλου, ὁ Ἔπαρχος Οἰτύλου καὶ ὁ δήμαρχος Ἀβίας. Ἡ Μονὴ αὕτη διελύθη πρὸ ἐτῶν, τὰ δὲ κτήματα αὐτῆς ἠγοράσθησαν ὑπό τινος ἱερομονάχου Βησσαρίωνος Στρυφτόμπολα. Καὶ τῶν μὲν κτημάτων τὴν κυριότητα οὐδεὶς διεφιλονείκησεν αὐτῷ, ἀλλ’ ὁ Σεβασμιώτατος ἐπίσκοπος Οἰτύλου, στηριζόμενος εἰς Διάταγμα τοῦ 1835, καθ’ ὃ αἱ κλεῖδες τῶν ναῶν τῶν διαλελυμένων Μονῶν παραδίδονται εἰς τοὺς κατὰ τόπον ἐπισκόπους, ἀπῄτησε τὰς κλεῖδας τῆς ἐκκλησίας τῆς Μονῆς, ἃς καὶ παρέδωκεν ὁ ῥηθεὶς ἱερομόναχος. Ἐὰν φιλονεικῆται τυχὸν ἡ κυριότης τοῦ εἰρημένου ναοῦ, ἀγνοῶ· ἐὰν δὲ ὑπάρχῃ περὶ τούτου ἀμφιβολία, πιστεύω, ὅτι εἶναι ζήτημα ἐξαρτώμενον ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν τῶν δικαστηρίων. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἀξιότιμος κύριος Τζάνες ἐποιήσατο λόγον περὶ πειθαρχικῆς ποινῆς, βεβαιῶ αὐτὸν ὅτι, ἀφ’ ὅτου διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, οὐδεμία ὑπεβλήθη ἐκ μέρους τῆς Ἱερᾶς Συνόδου πρότασις περὶ ποινῆς ἐπιβληθησομένης εἰς τὸν εἰρημένον ἱερομόναχον. Ἔρχομαι τέλος εἰς τὴν ἐπερώτησιν, ἣν ἀπηύθυνέ μοι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Οἰτύλου καὶ φίλος μου κύριος Σαράβας περὶ τῶν καθηγητῶν τῶν ἐν Ἀθήναις Γυμνασίων. Κατὰ τὸν κανονισμὸν τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων καὶ Γυμνασίων τοῦ 1836, ἕκαστον Γυμνάσιον ἔδει νὰ ἔχῃ πέντε καθηγητάς. Ἀλλὰ βραδύτερον διὰ τῶν προγραμμάτων ηὐξήθησαν αἱ ὧραι τῆς διδασκαλίας, καὶ ἰδίως τῆς Ἑλληνικῆς. Τούτου ἕνεκα προσετέθη ἀνὰ εἷς καθηγητὴς εἰς ἕκαστον Γυμνάσιον. Ἀλλὰ πλὴν τούτου κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἡ Βουλὴ, προνοοῦσα ὑπὲρ τῆς διδασκαλίας τῶν ἱερῶν μαθημάτων, ἀπεφάσισε, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ προστεθῇ ἀνὰ εἷς καθηγητὴς τῶν ἱερῶν, ἐψηφίσθη δὲ καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ποσὸν ἱκανὸν πρὸς θεραπείαν τῆς ἀνάγκης ταύτης. Οὕτως ἀνῆλθεν ὁ ἀριθμὸς τῶν καθηγητῶν δι’ ἕκαστον Γυμνάσιον τοὐλάχιστον εἰς ἑπτά· ἔμεινε δ’ ἀκεραία ἡ διάταξις, καθ’ ἣν, ἅμα πλεονάσωσιν οἱ μαθηταὶ, διαιροῦνται αἱ τάξεις εἰς τμήματα, καὶ ἕκαστον τμῆμα ἔχει ἴδιον καθηγητήν. Σήμερον εὑρίσκω εἰς μὲν τὸ ά Γυμνάσιον 9 καθηγητὰς καὶ μίαν τάξιν διῃρημένην εἰς δύο τμήματα, εἰς τὸ βʹ Γυμνάσιον ἐπίσης 9 καθηγητὰς καὶ μίαν τάξιν διῃρημένην εἰς δύο τμήματα, τὸ γʹ Γυμνάσιον μὲ 8 καθηγητὰς καὶ πάλιν μίαν τάξιν διαιρεθησομένην εἰς δύο τμήματα, τέλος τὸ Βαρβάκειον Λύκειον μὲ 10 καθηγητὰς καὶ δύο τάξεις διῃρημένας εἰς τμήματα. Ἀλλὰ πλὴν τούτων ὑπάρχουσιν ὀκτὼ καθηγηταί, μισθοδοτούμενοι ἐκ τῶν τόκων τοῦ Βαρβακείου κληροδοτήματος, ὧν τινες διδάσκουσιν εἰς ὅλα τὰ γυμνάσια τῶν Ἀθηνῶν. Οἱ καθηγηταὶ οὗτοι διδάσκουσι τὴν Χημείαν, τὴν Φυσικὴν Ἱστορίαν, τὴν Φυσικὴν, τὴν Ἀγγλικὴν, τὴν Γερμανικὴν, τὴν Ἰταλικὴν, τὴν Τουρκικὴν καὶ τὸ Ἐμπορικὸν δίκαιον. Καὶ εἶναι μὲν βέβαιον, ὅτι ὁ ἀριθμὸς οὗτος τῶν καθηγητῶν εἶναι κατά τι πλεονάζων· ἀλλ’ ἐπίσης βέβαιον εἶναι ὅτι, πλὴν δύο ἢ τριῶν, τὰ λοιπὰ διδασκόμενα μαθήματα εἶναι ἐκ τῶν λίαν χρησίμων, καὶ ὅτι ἡ διακοπὴ αὐτῶν, ἰδίως ἐν τῷ μέσῳ τοῦ σχολικοῦ ἔτους, δὲν δύναται ἢ νὰ φέρῃ βλάβην εἰς τὸν κλάδον τοῦτον τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως.
§14ΣΑΡΑΒΑΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως ἔχω νὰ κάμω τὴν ἀκόλουθον παρατήρησιν· ὅταν ὑπέβαλα τὴν ἐπερώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, σκοπός μου ἦτο νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν αὐτοῦ εἰς τὸ νὰ μὴ γίνηταί τι ἐναντίον τῶν κειμένων, διότι ὁμολογητέον, κύριοι, ὅτι τὸ κακὸν, ἐκ τοῦ ὁποίου πάσχομεν καὶ θὰ ἐξακολουθῶμεν νὰ ὑποφέρωμεν, ἐὰν δὲν λάβωμεν ἓν μέτρον, εἶναι ἡ παράβασις τῶν κειμένων νόμων ὑπ’ αὐτῶν ἐκείνων, οἵτινες εἶναι ἐπιτετραμμένοι τὴν τήρησιν αὐτῶν. Τὸ Κοινοβούλιον ἔχει αὐτὴν τὴν μεγάλην ἐντολὴν, καὶ ὁσάκις εὑρίσκει τοὺς ἐντεταλμένους τὴν τήρησιν τῶν κειμένων νὰ παραβιάζωσιν αὐτοὺς, ὀφείλει νὰ τοὺς ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν τήρησιν τοῦ καθήκοντός των. Μοὶ φαίνεται, κύριοι, ὅτι αἱ πληροφορίαι, ἃς ἔδωκεν ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς, ἐβεβαίωσαν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον, ὅτι δηλονότι ὑπάρχει προσθήκη καθηγητῶν πέραν τοῦ ἀριθμοῦ, τὸν ὁποῖον οἱ κανονισμοὶ τῶν γυμνασίων ὁρίζουσι· προχθὲς ὁ ἀξιότιμος πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ἀλλὰ θέλει μοὶ συγχωρήσει νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν δημιουργεῖ θέσεις· τοὐναντίον τὸ Σύνταγμα, ὅπερ εἶναι ὑπέρτερον τοῦ προϋπολογισμοῦ, λέγει, ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ διορισθῇ εἰς μὴ νενομοθετημένην θέσιν· ὁ προϋπολογισμὸς δίδει μόνον τὴν ἄδειαν νὰ δαπανηθῇ ἓν ποσὸν δι’ ὡρισμένην ὑπηρεσίαν. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πολλάκις συνεζητήθη· ὥστε, μοὶ φαίνεται, καταντᾷ περιττὸν νὰ κάμω λόγον περὶ αὐτοῦ. Ὁ προϋπολογισμὸς δίδει τὴν ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δαπανήσῃ, προϋποθέτει ὅμως, ὅτι ἡ θέσις, δι’ ἣν δίδει τὴν ἄδειαν τῆς δαπάνης, εἶναι προηγουμένως ἀναγεγραμμένη ὑπὸ τοῦ Νόμου· Λοιπὸν ὅταν οἱ κείμενοι νόμοι δὲν ἐπιτρέπωσιν εἰς οὐδὲν γυμνάσιον νὰ ἦναι ἀριθμὸς ὑπέρτερος τῶν 6 καθηγητῶν, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀπηγορευμένον δι’ οἱονδήποτε λόγον νὰ γίνεται αὔξησις. Εἶπον καὶ προχθὲς, ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, ὅτι ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν 6 καθηγητῶν, ὡς ὁρίζουσι τὰ κείμενα, δὲν εἶναι ἐπαρκὴς, δύναται ἀξιόλογα νὰ προτείνῃ νόμον πρὸς αὔξησιν τοῦ προσωπικοῦ, καὶ δὲν θέλει εὕρει οὐδένα ἐναντίον· ἀλλ’ ὅμως οἱ νόμοι πρέπει νὰ τηρῶνται, ἐνόσῳ ἄλλος νόμος δὲν τοὺς καταργήσῃ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑπουργὸν νὰ τηρήσῃ τὸν νόμον· καὶ ἐὰν μέχρι τοῦδε ὁ νόμος παρεβιάζετο, διότι δὲν ἦτο εἰς γνῶσιν τοῦ κοινοβουλίου, νομίζω, ὅτι δὲν δύναται διόλου νὰ ἐπιτραπῇ τοῦτο πλέον, ἅμα περιῆλθεν εἰς γνῶσιν αὐτοῦ. Ἐκτὸς τῶν τριῶν γυμνασίων, ἅτινα λέγονται δημόσια κατ’ ἀντιπαράθεσιν τοῦ ἑτέρου γυμνασίου, τὸ ὁποῖον, διότι διατηρεῖται ἀπὸ τὸ Βαρβάκειον κληροδότημα, ὀνομάζεται Βαρβάκειον, ἐκτὸς τῶν τριῶν γυμνασίων ὑπάρχει καὶ τὸ τέταρτον αὐτὸ γυμνάσιον, τὸ Βαρβάκειον· ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι διὰ τὸ γυμνάσιον τοῦτο, ἐπειδὴ αὐτὸ διατηρεῖται ἀπὸ τὸ κληροδότημα, ὅτι δύναται νὰ γείνῃ ἐξαίρεσις. Τὰ ἰδιωτικὰ ἐκπαιδευτήρια ὑπάγονται εἰς τοὺς αὐτοὺς κανονισμούς, εἰς οὓς καὶ τὰ δημόσια, καὶ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε ὅτι ἐπειδὴ διατηρεῖται τὸ γυμνάσιον τοῦτο ἀπὸ τὸ κληροδότημα, καὶ ἐδῶ φαίνεται ἡ ἐπιτηδειότης ἐκείνων, οἵτινες, ὅταν ὑπάρχῃ κενόν τι εἰς τὸν νόμον, σπεύδουσιν ἀμέσως νὰ τὸ καταδολιεύωνται, διότι, λέγω, διατηρεῖται ἀπὸ τὸ Βαρβάκειον κληροδότημα, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε, ὅτι δύνασθε νὰ διορίσητε 20 καθηγητὰς, διότι τοῦτο εἶναι ἐναντίον εἰς τὰ κείμενα. Ἑπομένως, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις συμμερίζηται τὴν γνώμην μου, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑπάρχῃ θέσις ὑπὲρ τὰ κεκανονισμένα, δὲν θέλει ἀνεχθῆ ἐξακολουθοῦσαν ἐπὶ τὸ μέλλον αὐτὴν τὴν παρανομίαν.
§15ΤΖΑΝΕΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε. Μετὰ τὰ ἀνακοινωθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ θὰ παρατηρήσω, κύριοι, εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τὰ ἑξῆς. Αἱ πληροφορίαι, ἃς ἔλαβεν, εἶναι πληροφορίαι παρελθούσης ἐποχῆς· ὁ τρεχόμενος λογαριασμὸς τοῦ ἁγίου Οἰτύλου μὲ τὸν καλόγηρον εἶναι ἄλλο. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του εἰς τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα θὰ διαβιβάσῃ ἀναντιῤῥήτως ἡ ἱερὰ σύνοδος πρὸς τὸ ὑπουργεῖον, καὶ τοῦτο, ἵνα μὴ συμβῇ, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ δὲ νὰ τὸ εἴπω, λαθροχειρία εἰς τὰ ἔγγραφα. Ὑπάρχει ἀρχαῖον ἔγγραφον, ἀρχαιότατον, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ Μονὴ ἀνήκει εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῶν Καλαμῶν· τοῦτο, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ εἰς τὰ ἔγγραφα, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τὸ ζητήσῃ. Πρὸς τούτοις ὑπάρχει τὸ πωλητήριον, δυνάμει τοῦ ὁποίου μετεβιβάσθη ἡ Μονὴ καὶ τὰ πέριξ αὐτῆς κτήματα πρὸς τὸν καλόγηρον, ἐξ οὗ ἐπίσης ἐξάγεται, κ. ὑπουργέ, ὅτι ἡ Μονὴ ἀνήκει εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῶν Καλαμῶν, συνάμα δὲ ὑπάρχει πιστοποιητικὸν τοῦ δημάρχου Καλαμῶν· ὅστις ὑπὸ ἰδίαν του εὐθύνην πιστοποιεῖ, ὅτι τὸ Μονύδριον ἀνήκει εἰς τὴν περιφέρειαν τῆς ἐπαρχίας Καλαμῶν, τῆς Μονῆς δὲ ὑπάρχουν διπλότυπα, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται, ὅτι, ἀφ’ ἧς συνέστη τὸ Κράτος, τὸ Μονύδριον ὑπάρχει εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ δήμου Καλαμῶν. Διὰ νὰ ἴδῃ δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς μὲ πόσην ἐπιχαιρεκακίαν ὁ ἅγιος Οἰτύλου ἐπιμένει εἰς τὴν ἁρπαγὴν τῆς περιουσίας τοῦ καλογήρου, λέγω καὶ τὸ ἑξῆς: ὁ, ὅπως ὠνομάσθη, Monsegneur ἅγιος Οἰτύλου, ὁ ἅγιος Οἰτύλου, λέγω, ἐπιμένει εἰς τὴν τιμωρίαν τοῦ καλογήρου, διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν παρέδωσε τὰ κλεῖθρα· καὶ δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι παρεδόθησαν, διότι ἀντέστησαν οἱ χωρικοί, διότι θεωροῦν, ὅτι ἡ περιουσία ἀνήκει εἰς τὸν δῆμον τῶν Καλαμῶν. Αὐτὰ ὑποβάλλω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν καὶ τὸν παρακαλῶ, ὅταν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔγγραφα, νὰ παρατηρήσῃ, ἐὰν ὑπάρχουν ὅλα ταῦτα ἐντὸς τοῦ φακέλλου, ὅστις θὰ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§16ΡΟΥΦΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν μοὶ εἶπον, διότι δὲν ἤμην ἐδῶ, ὅτι ἀπήντησεν εἰς τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν εἶχον ὑποβάλει, λέγων, ὅτι τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ δεῖται μεγάλης ἀναπτύξεως καὶ χρήζει μακρᾶς συζητήσεως. Ἐγώ, κ. Πρόεδρε, δὲν ἔκαμα ἄλλο τι παρὰ νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἐπερώτησιν, ἣν ὁ κ. Ἰακωβάτος ἀπηύθυνεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τί σκέπτεται· ἀποδέχεται, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς συνόδου εἶναι νόμος, ἢ δὲν παραδέχεται τοῦτο; Ἐὰν τὸ παραδέχεται, καλῶς· ἐν περιπτώσει δὲ ἐναντίᾳ, τότε μόνον εἶναι ἀνάγκη ἀπαντήσεως.
§17ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν.) Ἡ νέα ἐρώτησις, ἣν μοὶ ἀπευθύνει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς, ἀνάγεται εἰς τὴν γενικὴν συζήτησιν· ἑπομένως, ὅταν γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, θέλω τῷ ἀπαντήσει.
§18ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, κύριοι, ὁ πρώην ὑπουργὸς τῶν Ἐκλησιαστικῶν εἶχεν ὑποσχεθῆ νὰ ὑποβάλῃ ἓν νομοσχέδιον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀγωνιστὰς τοῦ 1821, οἵτινες μένουν ἀκόμη, τοὺς φαλαγγίτας. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κκ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν νὰ προτείνουν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον· τὰ λείψανα τοῦ ἀγῶνος εἶναι πολὺ ὀλίγα ἀκόμη (θόρυβος). Βεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ἔχω κανὲν συμφέρον.
§19ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ τούτου ὑπεβλήθη καὶ διενεμήθη, κ. Κατριβάνε.
§20ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ ἔλαβον.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτυπώθη μάλιστα καὶ διενεμήθη.
§22ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Εἰς τὰ Γυμνάσια τὰ δημόσια εὗρον, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἦσαν πάντοτε 6 καθηγηταὶ, προσετίθετο δὲ, ὁσάκις ἡ ἀνάγκη παρουσιάζετο, καὶ ἕβδομος καὶ ὄγδοος, ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ τῶν μαθητῶν. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, συζητουμένου τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶχον λάβει ἀνακοίνωσιν, παράκλησιν τοῦ Συλλόγου, νὰ προστεθῇ εἰς τὰ Γυμνάσια ἀνὰ εἷς Καθηγητὴς τῶν Ἱερῶν μαθημάτων. Τοῦτο ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ δὲ Βουλὴ εὐχαρίστως ἀπεδέξατο τὴν πρότασίν μου καὶ συμπεριέλαβεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν 15 καθηγητὰς τῶν Ἱερῶν μαθημάτων κληρικούς. Οὐδεμίαν ὑπέρβασιν ἔκαμα ἐγώ· εἰς τὸ Βαρβάκειον ἀπεβίωσεν εἷς καθηγητὴς, δὲν τὸν ἀνεπλήρωσα· εἰς τὴν Κέρκυραν ἐπαύθη, λόγῳ ἀνικανότητος, εἷς καθηγητὴς, δὲν τὸν ἀνεπλήρωσα. Ἑπομένως οὐδεμίαν ὑπέρβασιν ἔκαμα οὔτε ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν καθηγητῶν, οὔτε τῶν μαθημάτων. Διατὶ εἶναι ἕξ καθηγηταὶ ἢ καὶ περισσότεροι, ὡς λέγει ὁ κ. Σαράβας, καὶ ὄχι 5, αὐτὸ δὲν ἀφορᾷ ἐμέ· τὸ ἠξεύρει. Ἡ δὲ Βουλὴ ψηφίζει κατ’ ἔτος τὸν προϋπολογισμὸν.
§23ΣΑΡΑΒΑΣ. Δύο λέξεις, κ. πρόεδρε.
§24ΤΙΝΕΣ. Εἶναι περιττόν.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἐμποδίσητε κανένα νὰ ὁμιλήσῃ.
§26ΣΑΡΑΒΑΣ. Μοὶ κακοφαίνεται πολὺ, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κάμνουν τὴν μεγαλειτέραν περὶ τὸ λαλεῖν κατάχρησιν, νὰ λέγωσιν ὅταν ἐγὼ θέλω νὰ ὁμιλήσω, ὅτι εἶναι περιττόν. Ἴσως μάλιστα κατακρίνομαι, ὅτι δὲν ὁμιλῶ· οὐδέποτε ὅμως δύναται νὰ λεχθῇ δι’ ἐμὲ τὸ «εἶναι περιττόν.» Ἐζήτησα τὴν ἄδειαν νὰ εἴπω δύω λέξεις, ἵνα κάμω τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Αὐγερινὸν, ὅτι ἐσφαλμένως ὑπέθεσεν ὅτι τὴν ἐπερώτησιν τὴν ἔκαμον, εἰς αὐτὸν ἀποβλέπων, ἢ αὐτὸν ὑπαινιττόμενος. Ἐγὼ, κύριοι, διὰ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης καὶ τῶν ἑκάστοτε γινομένων ἕνα καὶ μόνον ἐπιδιώκω σκοπὸν, ὃν ἡ Βουλὴ δὲν πιστεύω νὰ μὴ συμμερίζηται. Νομίζω, ὅτι τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν πρέπει διηνεκῶς νὰ τὴν ἐπιτηρῶμεν καὶ νὰ τὴν ἐξελέγχωμεν, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι, καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέπωμεν εἰς αὐτὴν νὰ μὴ τηρῇ ἢ νὰ παραβιάζῃ τὰ κείμενα. Ὅταν λοιπὸν ἔφερον τὴν ἐπερώτησιν αὐτὴν, ἤθελον ν’ ἀποδείξω μίαν ὑπάρχουσαν ἀνωμαλίαν, μίαν παράβασιν τῶν κεκανονισμένων ὡς πρὸς τὸ προσωπικὸν τῶν καθηγητῶν, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὰ γυμνάσια τῶν Ἀθηνῶν. Ἤθελον νὰ ἐπιστήσω, καθὼς ἐπανέλαβον σήμερον, τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἂν ὑπάρχῃ τῳόντι αὐτὴ ἡ παράβασις τῶν κεκανονισμένων, νὰ τὴν διορθώσῃ. Ὥστε ὁ κ. Αὐγερινὸς πλανᾶται, ἐὰν νομίζῃ ὅτι ἐγὼ ἀπέβλεπον ἀτομικῶς εἰς αὐτὸν, ὅταν ἔκαμον αὐτὴν τὴν ἐπερώτησιν.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, κύριοι, παρακαλῶ.
§28ΤΙΝΕΣ. Δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέπηται εἰς οὐδένα νὰ ἵσταται ὄρθιος.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ εἶπον πολλάκις. Θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καλῶ ὀνομαστὶ τοὺς ἱσταμένους. Ὁ κ. Αὐγερινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§30ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, οὐδόλως ἐγὼ μετέβαλον τὴν κατάστασιν τῶν γυμνασίων· νὰ ἐρωτηθῇ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἐὰν παραδέχηται τὸν προϋπολογισμὸν ὅπως τὸν ὑπέβαλον ἐγὼ, ὅσον ἀφορᾷ τὰ γυμνάσια, διότι οὐδεμίαν μεταβολὴν ἔκαμα· φαίνεται λοιπὸν, ὅτι αὐτὸς αἰσθάνεται ὡς ἀναγκαῖον νὰ ὑπάρχωσι τόσοι καθηγηταὶ, ὅσοι εἶναι σημειωμένοι. Ἡ ἀνωμαλία, κ. Πρόεδρε, ἣν ὁ κ. Σαράβας σᾶς εἶπεν ὅτι ὑπάρχει, αὐτὴ ἔχει τὴν ἀρχήν της ἀπὸ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοῦτο κατὰ τὸ παρελθὸν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Κουμουνδούρου, τῆς ὁποίας καὶ ἐγὼ ἀπετέλουν μέρος, ἔφερε νόμους, δυνάμει τῶν ὁποίων ἐκανονίσθησαν ὅλαι αἱ θέσεις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ· καὶ ἐγὼ αὐτὸς πέρυσι, καὶ εἶναι πολλοὶ βουλευταί, οἱ ὁποῖοι τὸ ἐνθυμοῦνται, ὑπέβαλον νόμους τοιούτους. Προσθέτω ἀκόμη, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὰ γυμνάσια, μαζὺ μὲ τὸν προϋπολογισμὸν ὑπέβαλον νομοσχέδιον, δι’ οὗ κανονίζονται διὰ νόμου ὁριστικῶς οἱ Γυμνασιάρχαι, οἱ Σχολάρχαι, οἱ Καθηγηταὶ καὶ Διδάσκαλοι.
§31ΖΑΪΜΗΣ. Οὔτε ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐκκλησιαστικῶν ὁ νῦν οὔτε ὁ πρώην ἀθετοῦν νόμον τινὰ, ἐὰν προσθέτουν καθηγητάς τινας εἰς τὰ γυμνάσια. Ὁ κ. Σαράβας, ὡς πρώην ὑπουργὸς τῶν ἐκκλησιαστικῶν, ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ὁ ὀργανισμὸς τῶν γυμνασίων τοῦ 1836 ἔπεσεν εἰς ἀχρηστίαν, διότι ἐλάχισται διατάξεις αὐτοῦ τηροῦνται σήμερον· ἰδίως ὡς πρὸς τοὺς καθηγητάς, τοὺς ὁποίους ὁ ὀργανισμὸς τοῦ 1836 ὁρίζει, οὐδεμία διάταξις τηρεῖται· ὁ ὀργανισμὸς αὐτὸς ἑπομένως εἶναι εἰς ἀχρηστίαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως θέλει πράξει καλῶς, ἐὰν μείνῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, νὰ ἀκολουθήσῃ τὸν νέον ὀργανισμὸν τῶν γυμνασίων καὶ τῶν ἑλληνικῶν σχολείων· ἐκ τῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας περιλαμβάνει ὁ ὀργανισμὸς, οὔτε ἡ διάταξις αὕτη, οὔτε πλεῖσται ἄλλαι διατάξεις ἐτέθησαν εἰς ἐνέργειαν ποτέ. Λοιπὸν ποία ἀθέτησις νόμου εἶναι, ὅταν δὲν τηρῆται ὀργανισμός, ὅστις πρὸ 30 ἐτῶν σχεδὸν θεωρεῖται εἰς ἀχρηστίαν;
§32ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὁ κ. Ζαΐμης, πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως τῆς ὁποίας καὶ ἐγὼ ἀπετέλουν μέρος ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας ἐκπαιδεύσεως, δὲν ἠξεύρω οὐδὲ θέλω νὰ ἐξετάσω ἐκ τίνων αἰτίων παρακινηθεὶς, ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ μὲ ἐξελέγξῃ ὡς μὴ γινώσκοντα πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον αὐτὸς γνωρίζει. Λυποῦμαι πολὺ μὲ τὸν ἀξιότιμον τοῦτον κύριον νὰ προκαλῇ συζητήσεις, χωρὶς νὰ τῷ δοθῇ ἀφορμὴ, καὶ ῥίπτων ἐν τῷ μέσῳ προσωπικὸν ζήτημα, νὰ μὲ θέτῃ εἰς θέσιν ἀμυνομένου, ἵνα ἀπαντήσω, ὡς ὀφείλω.
§33ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν ἔθεσα κανὲν προσωπικὸν ζήτημα.
§34ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὡμολόγησεν ὁ κ. Ζαΐμης, ὅτι ὁ κανονισμὸς δὲν ἐπιτρέπει νὰ ὑπάρχωσιν ἐν τοῖς γυμνασίοις καθηγηταὶ πλείονες τῶν ἕξ· ἀλλὰ σᾶς εἶπε συγχρόνως, ὅτι, καὶ ἂν ἦναι πλειότεροι, δὲν παραβιάζεται ὁ κανονισμὸς, οὐδὲ ὁ νόμος· καὶ διατί; διότι ἔπεσεν εἰς ἀχρηστίαν. Ἀπὸ πάντα ἄλλον ἐπερίμενα νὰ ἀκούσω ἐξαγγελλόμενον τοιοῦτον ἀπόφθεγμα παρὰ ἀπὸ τὸν κ. Ζαΐμην, τοῦ ὁποίου τιμῶ τὴν ἐπιστημονικὴν ἀξίαν, τὰς ἰδέας καὶ τὴν χρηστότητα. Ἐν τῷ κοινοβουλίῳ τοιαύτη τις ἀρχὴ νὰ προκηρυχθῇ, ὅτι δηλαδὴ δύναται εἰς πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ἔχει καθεστηκυίας ἐξουσίας, εἰς τὰς ὁποίας εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ δημιουργία καὶ ἡ τροποποίησις τῶν νόμων, ἐν τῷ κοινοβουλίῳ, λέγω, νὰ ἐξαγγέλλωνται τοιαῦτα ἀξιώματα, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ κατάργησις διὰ τῆς ἀχρηστίας, αὐτὸ εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἀκόμη δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω, ὅτι ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ στόματος τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Καλαβρύτων.
§35ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν τὸ πιστεύετε, καὶ τὸ ἐπράξατε (γέλως).
§36ΣΑΡΑΒΑΣ. Λοιπὸν δὲν εἶχε διόλου τὸν τόπον της ἡ κατ’ ἐμοῦ ἐπίθεσίς σας, ἀξιότιμε κύριε Ζαΐμη.
§37ΖΑΪΜΗΣ. Ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι εἰς ἀχρηστίαν, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ὅλων τῶν κυρίων, ὅσοι διετέλεσαν ὑπουργοὶ τῆς Παιδείας, τοῦ κ. Ῥάλλη, τοῦ κ. Μαυρομιχάλη, τοῦ κ. Πετιμεζᾶ....
§38ΤΙΝΕΣ. Λέγει τὴν ἀλήθειαν.
§39ΖΑΪΜΗΣ. Ἐγὼ ὁ ἴδιος εἰς τὰ 1859 εὗρον τὸν νόμον αὐτὸν εἰς ἀχρηστίαν, τουτέστιν εὗρον, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου αὐτοῦ δὲν ἦσαν εἰς ἐνέργειαν.
§40ΣΑΡΑΒΑΣ. Παρεβιάζετο.
§41ΖΑΪΜΗΣ. Τὸν παρεβιάζετε καὶ σεῖς.
§42ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ παραβάσεως τοῦ νόμου περὶ ἀριθμοῦ τῶν καθηγητῶν, παρακαλῶ, δύω λέξεις. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν ἐτηρήθη ποτὲ ὁ νόμος οὗτος ὁ ἀφορῶν τὸν ἀριθμὸν τῶν καθηγητῶν. Ἀλλ’ ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσε τὴν τοιαύτην παρέκκλισιν, δὲν ἦτο βεβαίως ἡ ὀλίγη εὐλάβεια τῶν ὑπουργῶν· τὴν τοιαύτην παρέκβασιν ὑπηγόρευσε κυρίως ἡ ἀνάγκη τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως. Λάβετε πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἐδημοσιεύθη εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἥν ἡ δημοσία ἐκπαίδευσις διετέλει εἰς νηπιώδη κατάστασιν καὶ αἱ ἀνάγκαι αὐτῆς ἦσαν σχετικῶς πρὸς τὰς σημερινὰς πολὺ μικραί· ὁ χρόνος ἀνέπτυξε τὰς ἀνάγκας αὐτὰς, καὶ ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι ἔπρεπε διὰ νόμου αὐταὶ αἱ ἀνάγκαι νὰ θεραπευθῶσιν. Ἀλλὰ μὴ λησμονήσητε, ὅτι ὁ νόμος περὶ δημοσίας ἐκπαιδεύσεως δὲν εἶναί τι τόσον εὔκολον σήμερον· μὲ τὰς ἑκάστοτε μεταβολὰς, τὰς ὁποίας ὑφίσταται τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, οὐδὲν μόνιμον καὶ ἄξιον λόγου δύναται νὰ πραχθῇ διὰ τὴν δημοσίαν ἐκπαίδευσιν. Διὰ τοῦτο οἱ κατὰ καιροὺς Ὑπουργοὶ περιωρίσθησαν δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου νὰ θεραπεύσωσι τὴν μᾶλλον κατεπείγουσαν ἀνάγκην τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀληθὲς, τὸ πραγματικὸν αἴτιο τῆς τοιαύτης παρεκκλίσεως.
§43ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Ἐλησμόνησαν, νομίζω, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1877 ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἐν τῷ νόμῳ τῶν ἐξόδων, ἀναγράφεται ῥητὴ διάταξις, διότι αἱ δαπάναι καὶ οἱ μισθοὶ οἱ ἀναγραφόμενοι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ ἂν δὲν ὑπάρχῃ νόμος, θεωροῦνται οὐδὲν ἧττον νομιμοποιημένοι. Λοιπὸν ἐνόσῳ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἔχει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ θέσεις καθηγητῶν, καὶ τὴν ἀνάγκην τῶν θέσεων τὴν ἀναγνωρίζει ἡ Βουλὴ, ἤθελε πράξει ἀσύγγνωστον μάλιστα ὀλιγωρίαν, ἂν ἤθελεν ἀφήσει τὰς θέσεις αὐτὰς κενάς.
§44ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Ἐπειδὴ ἡ μετάβασις τῶν ἀξιωματικῶν τῶν προικοδοτημένων εἰς τὴν ἐνεργὸν φάλαγγα δὲν γίνεται κατ’ ἀρχαιότητα, ἀλλὰ κατὰ τὸ δοκοῦν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὑποβάλλω πρότασιν, δι’ ἧς τοῦ λοιποῦ τοῦτο θὰ γίνεται κατὰ σειρὰν ἀρχαιότητος.
§45ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Χρεωστῶ νὰ σᾶς δώσω μίαν πληροφορίαν· κατὰ δυστυχίαν τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ ποῖοι ζῶσι καὶ ποῖοι ἀπέθανον. Πολλάκις ἐζητήθησαν πληροφορίαι, καὶ μάλιστα ὁ ἔντιμος κ. Μπούμπουλης, διευθύνων τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἐζήτησε πληροφορίας καὶ ἔκαμε κατάστασιν ἔντυπον· δυστυχῶς οἱ πλεῖστοι εἶναι σημειωμένοι ὡς ἀποθαμμένοι.
§46Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι, προκειμένου νὰ φέρῃ οἰκονομίας εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, παύει δύω ὑπαλλήλους τῆς αὐτῆς θέσεως καὶ ἀντ’ αὐτῶν διορίζει 4 εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, διότι τὸ τοιοῦτον πληροφοροῦμαι, ὅτι γίνεται εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν.
§47Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔχεις τὸν προϋπολογισμὸν ἐνώπιόν σου. Τί ἐρωτᾷς;
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§49ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀφοῦ τέλος πάντων ἡ Κυβέρνησις, παρὰ τὰς συμβουλὰς, τὰς ὁποίας μᾶς ἔδιδεν ὡς ἀντιπολίτευσις, σιωπᾷ, ὁμιλοῦμεν ἡμεῖς καὶ ἐρωτῶμεν, διατί, κύριε, πρωθυπουργέ, ἐνόμιζες κατὰ τὸ 1878, ὅτι 19 χιλ. στρατοῦ ἔχομεν ἀνάγκην, καὶ ὅτι αὐτὸς ὁ ἀριθμὸς ὡς πυρὴν ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἀνάπτυξιν μείζονος ἀριθμοῦ στρατοῦ; Διατί πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν μᾶς ἔλεγες, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην στρατοῦ μονίμου 11 μόνον χιλ. διατὶ σήμερον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναβιβάζεις αὐτὸν εἰς 12 καὶ ἔτι χιλιάδας; Ποῖος ὁ λόγος τῆς μεταβολῆς ταύτης; Ποία αἰτία σὲ ἠνάγκασε νὰ ἀλλάξῃς πεποίθησιν ἐπὶ οὐσιώδους ζητήματος; Διατὶ μᾶς ὑπέσχεσο καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὑποσχέσεως αὐτῆς ἔλαβες τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς; ἐποίησας δὲ μέγιστον λόγον περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου; καὶ ἐβεβαίους ὅτι, ἂν μὴ ἐπέλθῃ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ Ἑλλὰς καταστρέφεται, καὶ ἤδη τὴν ὑπόσχεσιν αὐτὴν κατέλιπες; Διατὶ μᾶς ὑπέσχεσο, ὅτι θέλεις καταβιβάσει τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ μέχρι 2 ἑκατ. καὶ σήμερον μᾶς παρουσιάζεις προϋπολογισμὸν μὲ ἔλλειμμα 5 ἑκατ.; Καὶ δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι ὁ ὑπολογισμὸς αὐτὸς εἶναι ψευδής. Ὁ προϋπολογισμός, τὸν ὁποῖον παρουσιάζει τὸ ὑπουργεῖον, θὰ ὑπερβῇ τὰ 8 ἑκατομμύρια κατὰ τὸ ἔλλειμμα. Διατὶ μᾶς ἐβεβαίους, ὅτι ἡ δαπάνη ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ θέλει καταβιβασθῆ εἰς 7 ἑκατομμύρια, καὶ μᾶς παρουσιάζεις προϋπολογισμὸν ἕνδεκα καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμυρίων; Διατὶ πρὸ δύω ἐτῶν ὑπεστήριζες, ὅτι στρατὸς δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ, οὔτε νὰ ὑπάρξῃ, ἐλαττουμένης τῆς θητείας μεῖον τῶν 3 ἐτῶν, ὅτι ἡ θητεία τῶν τριῶν ἐτῶν εἶναι τὸ πρῶτον καὶ ἀπολύτως ἀναγκαῖον προσὸν πρὸς ὕπαρξιν στρατοῦ; καὶ ὅταν προχθὲς σοὶ ἀπηύθυνα αὐτὴν τὴν ἐρώτησιν, ἀπήντησας, στηριζόμενος δῆθεν ἐπὶ τῆς γνώμης τοῦ στρατηγοῦ Trochu; Κύριε πρωθυπουργὲ, κακῶς ἀνέγνωτε τὸν στρατηγὸν, κακῶς ἐμελετήσατε τὰς συζητήσεις· ἀληθῶς κατὰ τὴν ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ τελευταίαν συζήτησιν περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ στρατοῦ μεταξὺ πολλῶν ἄλλων στρατηγῶν ὁ στρατηγὸς Trochu, ἀντίθετος τοῦ προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ἀειμνήστου Θιέρσου, ὑπεστήριξε τὴν τριετῆ θητείαν, καὶ ἠξεύρετε τί εἶπε τότε; τὸ πρῶτον ἔτος, λέγει, ὁ στρατιώτης ἐμπνέεται ἀπὸ τὴν ἀντιπάθειαν ἢ τὴν δυσκολίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἀπέναντι τῆς νέας καταστάσεώς του, δὲν ἔχει τὴν διάθεσιν, οὐδὲ τὴν ἐπιτηδειότητα· τὸ δεύτερον ἔτος μόλις συνηθίζει εἰς τὴν κατάστασιν αὐτὴν, καὶ τὸ τρίτον ἔτος γίνεται στρατιώτης. Ὁ στρατηγὸς λοιπὸν, τὸν ὁποῖον συνεβουλεύθης, εἶναι καθαρὰ ἐναντίον σου· καὶ ὁ στρατηγὸς δὲν θεωρεῖ ὡς στρατιώτην τὸν ὀλιγώτερον τῆς τριετίας ὑπηρετήσαντα ἐν τῷ στρατῷ· καὶ λέγω τοῦτο, κύριοι, διὰ ν’ ἀποδείξω, ὅτι δὲν ἦτο συμβουλὴ, δὲν ἦτο γνώμη ἐπιστήμου ἀνδρὸς ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ὁ πρωθυπουργός. Διατὶ λοιπὸν μετεβλήθη οὕτως; Ὁ στρατηγὸς Τροσσὺ προστίθησιν ἔτι: Δέχομαι τὴν, ὡς εἶπον, ὀλιγοχρόνιον τοῦ νεοσυλλέκτου ὑπηρεσίαν ὑπὸ τὸν ὅρον ν’ ἀποκτήσωμεν ὑπαξιωματικοὺς βελτίονας τῶν ὅσων ποτὲ εἴχομεν· ἀλλ’ οἱ ὑπαξιωματικοὶ μορφοῦνται ἐν τῷ στρατῶνι, ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ· τίνι τρόπῳ θὰ σχηματισθῶσι τοιοῦτοι εἰς τὴν ἐτησίαν θητείαν; Τὸ ἔργον τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων, καὶ διεκρίθησαν σπάνιοι ἄνδρες οἱ εἰς τοῦτο ἐπιτυχόντες. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς εὑρέθη ποτὲ εἰς μάχην τινά, συνέζησε μὲ τὸν στρατὸν, γνωρίζει τὸ πνεῦμά του, τὰς ἀνάγκας του; Ἀνέγνω μόνον βιβλία τινά. Πῶς ἐπιχειρεῖ ἔργον τοιοῦτον; Ἀποτάχθητι τῷ Σατανᾷ, κ. Τρικούπη, καὶ ὁ Σατανᾶς εἶναι ὁ ὄφις τῆς Εὔας, ὅστις ὡδήγησε τὸν δυστυχῆ Ἀδάμ εἰς τὸν Ἅδην, ὅπως προσπαθεῖς καὶ σὺ νὰ ὁδηγήσῃς τὸ ἔθνος. Ὁ καλὸς ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ ἀφορᾷ ὄχι μόνον εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἠθικὴν μόρφωσιν καὶ ἀνατροφὴν αὐτοῦ. Σᾶς ἐρωτῶ, ἀναγνωρίζετε τὸν νῦν πρωθυπουργόν; Εἶναι ὁποῖος τὸν ἠξεύρετε ὡς ἀντιπολιτευόμενον; Εἶναι ὁ ἴδιος ὡς κυβερνήτης, οἷος ἦτο ὡς ἀντιπολιτευόμενος; Καὶ ἀκολουθεῖ τὰς ἰδίας ἀρχάς, τὰς ὁποίας ὑπεστήριζε, καὶ ἐφ’ ὧν στηριχθέντες ἐδώκατε τὴν ψῆφόν σας; Ἀνήκει εἰς ὑμᾶς νὰ τὸ ἐξετάσητε. Διατί, κύριε πρωθυπουργὲ, ἀνεκήρυξας ὡς δόγμα ἀληθοῦς καὶ οὐχὶ ψευδοῦς Κυβερνήσεως τὴν Κυβέρνησιν δεδηλωμένης πλειονοψηφίας; διατί τελευταῖον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπεδοκίμασας τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἡ ὁποία εἶχε σκοπὸν ν’ ἀνατρέψῃ Κυβέρνησιν, χωρὶς νὰ ᾖναι εἰς θέσιν νὰ ἀντικαταστήσῃ αὐτὴν, καὶ ταῦτα παρεβίασας; Εἶχες τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐναντίον τοῦ προγράμματός σου μίαν μειονοψηφίαν ἰσχυρὰν καὶ ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, τότε οἱ ἔντιμοι καὶ διακεκριμένοι ἀξιωματικοὶ, ὁ κ. Μαυρομιχάλης, ὁ κ. Κρεστενίτης, ὁ κ. Κορωναῖος, πόσον πικρῶς κατέκριναν καὶ ἀπεδοκίμασαν τὸ στρατιωτικὸν σύστημα τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ. Διατί λοιπὸν, κύριε, παραβιάζεις τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν σὺ ὁ ἴδιος ἔθηκας, καὶ κάθησαι ἤδη εἰς τὰ ἑδώλια ταῦτα; ἡ ὕπαρξίς σου ὡς Ὑπουργοῦ συμβιβάζεται τῷ ὄντι μὲ τὸ πρόγραμμά σου, καὶ εἶναι ἀλήθεια ἡ Κυβέρνησίς σου; Ἰδοὺ διατὶ καὶ ἄλλοτε, ὅταν μὲ τὸν αὐτὸν τρόπον ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἀμέσως ἐπολέμησα τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην· δὲν ἐνόμιζον, ὅτι εἶναι συμφέρον νὰ ἐπικαθήσῃ τὸ ψεῦδος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὸ ψεῦδος, ὡς ἐχαρακτήρισεν αὐτὸ ὁ κ. Τρικούπης, καὶ ἰδοὺ διατὶ εἶπον, ὅτι θέλομεν σᾶς ὑποστηρίξει, ἐὰν ἐφαρμόσητε τὸ πρόγραμμά σας· ἐγνώριζα ὅτι τὸ δῆθεν πρόγραμμα αὐτοῦ εἶναι φενάκη διὰ τοὺς ἁπλουστέρους· ἂς ἐτόλμων νὰ ἐφαρμόσωσιν αὐτὸ ὡς τὸ ἐξέθηκαν, καὶ θὰ ἐβλέπομεν τότε ἂν εἶχον δίκαιον ἢ ὄχι, εἰπὼν ὅτι θὰ εἶναι ἡ μεγαλειτέρα τιμωρία τῶν ἡ ἐφαρμογὴ προγράμματος τοιούτου. Ἀπαντῶν εἰς τὴν φράσιν μου αὐτὴν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἐνθυμεῖσθε τί σᾶς εἶπε; Βεβαίως θὰ ᾖναι τιμωρία μας, ἂν ἀναγκασθῶμεν νὰ κυβερνήσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν καὶ τοῦ συστήματος ὑμῶν, διότι ἄφθονα ἔχοντες χρήματα εἰς χεῖράς σας, εὐκόλως διανέμετε αὐτά. Καὶ πῶς, κύριε πρωθυπουργέ, ἐτόλμησας ν’ ἀπευθύνῃς τοιαύτην ὕβριν πρὸς ἡμᾶς; ἔχεις ἀπόδειξίν τινα πράξεως τοιαύτης; καὶ ποῦ στηρίζετε εἰς τὴν ἀξίωσιν, ὅτι εἶσθε ἐντιμότεροι ἡμῶν, ὥστε νὰ μᾶς ὑβρίζητε οὕτω; καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ἂν τῷ ὄντι ἐγένετό ποτε παράβασις τοιαύτη, γνωρίζεις σὺ ποῦ ἐγένετο καὶ οἱ παρακαθήμενοι μὲ σέ.
§50ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐξηγηθῆτε.
§51ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νὰ τὸ εἰπῆτε.
§52ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀναφέρομαι εἰς τοὺς δύω σας.
§53ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς τὸ διαψεύδομεν.
§54ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπὸ σὲ καὶ ἐμὲ ἐδόθησαν χρήματα εἰς τὸν Λομβάρδον, ἀναχωρήσαντα εἰς τὴν Ἰταλίαν.
§55ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εὐχαριστῶ, ἐννοεῖτε, ὅτι εἶμαι ἐλεύθερος νὰ σᾶς ἀπαντήσω κατόπιν.
§56ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ἐγὼ σέβομαι καὶ τὴν κυβέρνησιν καὶ σᾶς, καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ δὲν ποιῶ χρῆσιν τῆς ὕβρεως ἐκείνης, ὅπως ἔπραττεν ἄλλοτε ὁ κ. πρωθυπουργὸς, τῆς ὕβρεως περὶ συναλλαγῆς. Ἐννοῶ, ὅτι ἑκάστη κυβέρνησις εἶναι ἠναγκασμένη νὰ θεραπεύῃ τὰς ἀνάγκας τῶν ἐπαρχιῶν καὶ νὰ ἀκούῃ τὴν γνώμην τῶν φίλων της. Διὰ τοῦτο, οὔτε τοὺς ἐν καιρῷ ἀνάγκης μεγάλων οἰκονομιῶν διορισμοὺς φαλαγγιτῶν, οὔτε τὴν ἀνατροπὴν τῆς ὑπηρεσίας καὶ τὴν ἀποστολὴν διὰ τῶν Βουλευτῶν τῶν διορισμῶν, οὔτε τὰς προσπαθείας νὰ διαφθείρωσι διὰ μικρῶν ῥοσφετίων τοὺς Βουλευτὰς ὀνομάζω ἐγὼ συναλλαγὰς, οὔτε θέλω προκαλέσει τώρα τοὺς ὑπουργοὺς νὰ εἴπωσι τί εἶναι συναλλαγὴ, διότι σέβομαι καὶ τοὺς ὑπουργοὺς καὶ ὑμᾶς, οὔτε λέγω τι, οὔτε φαντάζομαι νὰ ὑβρίσω τινὰ, καὶ οἱ κ. ὑπουργοὶ γνωρίζουσιν ἤδη, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις τουλάχιστον δὲν ἔχει μὲ ἐλαφρὰν συνείδησιν ἄνδρας, ὥστε νὰ πωλῶνται διὰ ῥοσφετίων. Τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως ἦτο τριπλοῦν· πρῶτον ἀφορῶν εἰς τὰς οἰκονομίας, δεύτερον εἰς τὸ σύστημα τὸ φορολογικὸν, τρίτον εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν. Ἐπὶ τῶν τριῶν τούτων ζητημάτων ὁ πρωθυπουργὸς μᾶς ὑπεσχέθη πολλὰ καὶ μᾶς ἔδωσε νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι ἡ ἐνέργειά του ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τοῦ Κράτους θέλει καταλήξει εἰς ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰς εὐτυχῆ λύσιν τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, εἰς ἀνύψωσιν τῆς ἐξωτερικῆς ὑπολήψεως τῆς Ἑλλάδος καὶ εἰς καθιέρωσιν φορολογικοῦ συστήματος ἐλευθεροῦντος τὴν γεωργίαν καὶ μὴ καταστρέφοντος τὸ δημόσιον ταμεῖον. Θέλω ἐξετάσει ἓν πρὸς ἓν τὰ τρία ταῦτα συστήματα. Καὶ πρῶτον ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ συστήματος τῶν οἰκονομιῶν. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς καθιεροῖ οἰκονομίας τῷ ὄντι οἵας ὑπεσχέθη καὶ πραγματοποιεῖ τὸ πρόγραμμά του; Πρῶτον καὶ καταφανὲς, κύριοι, ἀνακαλύπτομεν ῥητὴν ἄρνησιν τῆς ὑποσχέσεως, διότι, ὅπως εἶπον ἀνωτέρω, ἀντὶ 2½ ἑκατομμυρίων, ὡς ὑπέσχετο νὰ περιορίσῃ τὸ ἔλλειμμα, τὸ ἀναβιβάζει εἰς 5 ἑκατομμύρια· ἀλλ’ εἶναι τῷ ὄντι 5 μόνον ἑκατομμύρια ἔλλειμμα; Ὄχι, κύριοι· διὰ νὰ καταβιβάσῃ ὁ κ. πρωθυπουργὸς τὸ ἔλλειμμα εἰς 5 ἑκατομμύρια, σᾶς παρουσιάζει ἕνα ἀπολογισμὸν ἐντελῶς ἐσφαλμένον ὡς πρὸς τὴν ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ φορολογικοῦ συστήματος ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων· ἀντὶ τοῦ ὑπάρχοντος φορολογικοῦ συστήματος, εἰσάγει τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τῶν ἀροτήρων κτηνῶν, καὶ ἐπ’ αὐτῶν θὰ ἐπιβάλληται τοῦ λοιποῦ ἡ φορολογία. Ἰσχυρίζεται δὲ ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ μεταβολὴ αὕτη φέρει ἔλλειμμα μόνον 800 χιλ. δραχμῶν. Ἤθελον ἐρωτήσει πῶς κατὰ τὸ 1876, νομίζω, ὅταν τὸ ζήτημα αὐτὸ συνεζητοῦμεν καὶ πάλιν, πῶς τότε εὕρισκεν ὁ πρωθυπουργὸς, ὅτι ἐπιβαλλόμενος φόρος 40 δραχμῶν κατὰ ζεῦγος ἤθελεν ἀποφέρει 4 ἑκατομμύρια, καὶ πῶς σήμερον ἐπιβαλλόμενος φόρος 10 δραχμῶν κατὰ ζεῦγος θέλει ἀποφέρει 3 ἑκατομμύρια; Κύριοι, ἡ βάσις τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ εἶναι νὰ φορολογήσῃ τὴν παραγωγὴν κατὰ 2%, εἶναι γνωστὸν δὲ ἐκ τῆς προσόδου, τὴν ὁποίαν τὸ δημόσιον λαμβάνει, ὅτι ἡ παραγωγὴ τῆς Ἑλλάδος εἰς σιτηρὰ ἀναβιβάζεται εἰς 10 ἑκατομμύρια κοιλῶν· ὁ μέσος ὅρος τῶν 10 ἑκατομμυρίων ἀνὰ 2% εἶναι 200 χιλιάδες· ὅσον θέλετε πωλήσατε τὸ κοιλὸν, ἂν τὸ πωλήσητε πρὸς 6 δραχμὰς, θέλετε εἰσπράξει ἓν ἑκατομμύριον καὶ διακοσίας χιλιάδας δραχμὰς μόνον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὑπολογίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι οἱ ἀροτῆρες βόες ἀναβαίνουν εἰς 200 χιλιάδας. Ποῖος εἶναι ὁ μέσος ὅρος, ἐφ’ οὗ θὰ στηριχθῇ ἡ διανομὴ τοῦ φόρου; Ποῖος εἶναι ὁ μέσος ὅρος τῆς κατὰ χωρίον παραγωγῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐπιβληθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ζώων; Δύνασθε νὰ βεβαιώσητε ὑμεῖς, ὅτι ὁ μέσος ὅρος ἐν γένει θέλει εἶσθαι πλέον τῶν πεντήκοντα κοιλῶν κατὰ ζεῦγος, πλέον τῶν πεντήκοντα κοιλῶν εἰς τὰς νήσους, πλέον τῶν 50 κοιλῶν εἰς τὴν Μεσσηνίαν, ὅπου καλλιεργοῦνται κτήματα, πλέον τῶν 50 κοιλῶν εἰς τὴν λεπτόγεων Ἀττικήν, πλέον τῶν 50 κοιλῶν εἰς τὰς ὀρεινὰς ἐπαρχίας, καὶ ἂν τῷ ὄντι δὲν δύνασθε νὰ διακρίνητε ὅρον τοιοῦτον, ἐὰν δὲν δύνασθε νὰ βεβαιώσητε, ὅτι ἕκαστον ζεῦγος ἐν Ἑλλάδι τόσον παράγει, ποῦ στηρίζεσθε; ποῦ στηρίζεσθε λέγοντες, ὅτι 200 χιλιάδες εἰσὶ τὰ ἀροτριῶντα κτήνη; Καὶ ὑποτιθεμένου δὲ ὅτι εἶναι 200 χιλιάδες κτήνη, πῶς δύνασθε νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι 200 χιλιάδες φορολογούμενα πρὸς 5, 6, 7 δραχμὰς θέλουσι δώσει 3 ἑκατομμύρια εἰς τὸ δημόσιον, καὶ τὸ ἔλλειμμα θὰ περιορισθῇ οὕτω εἰς 5 ἑκατομμύρια; Εἶναι, κύριοι, ὅλως ταῦτα ἀκατανόητα καὶ ἐσφαλμένα· τὸ πρῶτον σφάλμα τοῦ ὑπολογισμοῦ, ἐφ’ οὗ στηρίζει τὰς ἀναλογίας του ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἶναι καταφανές· ἑπομένως πρέπει νὰ προσθέσητε εἰς τὸ ἔλλειμμα ἓν ποσὸν πλέον τοῦ διπλασίου τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ὑπολογίζει, καὶ οὕτω τὸ 5 ἑκατομμυρίων ἔλλειμμα θέλει ἀναβιβασθῆ εἰς 7 καὶ πλέον. Δεὺτερος ὑπολογισμός· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπολογίζει τὰ χρήματα, ἅτινα ἐδόθησαν εἰς τὴν τράπεζαν ἀπέναντι τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ τὰ ὁποῖα θέλει νὰ λάβῃ καὶ σκοπεύει δι’ αὐτῶν νὰ ἐξαγοράσῃ ἔντοκα γραμμάτια, νὰ πληρώσῃ τὰ προσωρινὰ δάνεια καὶ ἄλλα τοιαῦτα, καὶ οὕτω κατὰ ἑκατομμύρια ἀνακουφίσῃ τὸ ταμεῖον, ἐλαττόνων τοὺς τόκους. Ἀλλὰ ποῖον νὰ πιστεύσω, τὸν Πρωθυπουργόν, τὸν παρουσιάσαντα τὸ Νομοσχέδιον, ἢ τὸν ἀπαντήσαντα εἰς τὸν κ. Ῥικάκην ἄλλοτε οὕτω: «ὀφείλομεν ν’ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ὀφείλομεν δηλ. νὰ προσθέσωμεν 3 ἑκατομ. τοὐλάχιστον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν,» ἢ τὸν Πρωθυπουργὸν τὸν χθὲς ἰσχυρισθέντα, ὅτι εἶναι κατὰ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ ὅτι θέλει ἀναγγείλει εὐχάριστον ἀποτέλεσμα περὶ τούτου; καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ἀναγγείλῃ τοῦτο, καὶ ὡς κατόρθωμά του μάλιστα, ἐνῷ τὸ συμφέρον καὶ ἡ κατάστασις τῆς τραπέζης ἀπαιτοῦν τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ θὰ μᾶς ἐπιβάλῃ αὐτήν. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ ἐλαττώσῃ τὸ ἔλλειμμα, θὰ προσθέσῃ καὶ ἄλλο, διότι θὰ πληρόνωμεν εἰς τὴν τράπεζαν τόκον 8%, τοὺς νέους τόκους πρὸς πληρωμὴν τῶν νέων χρεῶν, ἀντὶ τοῦ 1%, τὸ ὁποῖον πληρόνομεν ἤδη. Ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προχθὲς δὲν μᾶς εἶπεν ἀλήθειαν, τότε ἀληθῶς θὰ ἔχωμεν τὴν οἰκονομίαν, ἣν ἐπαγγέλλεται· ἀλλὰ θὰ τὴν ἔχωμεν μὲ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὸ μέγιστον κακόν, καὶ μὲ τὴν διαιώνισιν αὐτῆς, διότι λαμβάνοντες ἀπὸ τὴν τράπεζαν τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐδόκαμεν εἰς αὐτὴν διὰ τὴν ἄρσιν, αὐξάνομεν τὸ χρέος καὶ θὰ ἤμεθα ἠναγκασμένοι πολλὰ ἑκατομμύρια νὰ δανεισθῶμεν, ἵν’ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Εἶναι λοιπὸν λελανθασμένοι καὶ κατὰ τοῦτο οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ τὸ ἔλλειμμα θὰ ὑπερβῇ τὰ 5 ἑκατομ. θὰ φθάσῃ μέχρι τῶν 8 ἢ 10· ἀλλ’ αὐταὶ δὲν εἶνε αἱ ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Τρικούπης ὡς ἀντιπολιτευόμενος μᾶς ἔδιδε. Ἰδοὺ διατὶ καλῶς ἐπράξαμεν περιμένοντες τὰ πράγματα, ἵνα ἀποδείξωμεν δι’ αὐτῶν τὴν ἀξίαν τῶν ὑποσχέσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ, κύριοι, ποίας ἀναγράφουσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ οἰκονομίας; πρῶτον ὁ προϋπολογισμὸς ἔπρεπε νὰ συγκριθῇ πρὸς τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἐσχάτως ἔλαβε, πρὸς τὰς οἰκονομίας, αἱ ὁποῖαι ἐσχάτως ἐπῆλθον ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, τῇ συναινέσει ἡμῶν, καὶ αἵτινες ἀνῆλθον εἰς 1,700,000 περίπου. Αὐτὰς δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἵνα ἀποδείξῃ τὴν μεγίστην δῆθεν διαφορὰν τοῦ προϋπολογισμοῦ του. Ἀλλὰ ποίας οἰκονομίας παρεδέχθη; δὲν δύναμαι νὰ ἐπαναλάβω ἐνώπιόν σας ὅλας τὰς λεπτομερείας τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι εἶναι ἔργον πολύπλοκον καὶ ἀπαιτεῖ πολὺν χρόνον. Ἀλλ’ ἐὰν ῥίψητε ἓν ἁπλοῦν βλέμμα ἐπ’ αὐτοῦ, θέλετε ἰδεῖ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, παραδείγματος χάριν, ἀφαιρούμενα ἔξοδα μὴ ἀναπόφευκτα, δυνητικά. Ἡμεῖς εἴχομεν σημειώσει 100,000 δραχμῶν, διὰ κατασκευὴν ἐξεταστικῶν φυλακῶν· αὐτὸς τὰς ἐλαττώνει εἰς 50 χιλ.· ἐλαττώνει τὴν πίστωσιν διὰ τὴν ἀνακαίνισιν τοῦ Φρενοκομείου Κερκύρας, ἀπὸ 50, εἰς 20 χιλιάδας δραχμῶν. Ἐνηργήθη δημοπρασία ἤδη, καὶ πρόκειται νὰ ἐγκριθῇ περὶ κατασκευῆς νέων γραμμῶν τηλεγραφικῶν. Ὁ κ. Τρικούπης δὲν δέχεται τοῦτο· πίπτουν οἱ πάσσαλοι τῶν τηλεγραφικῶν γραμμῶν, ἀπαιτεῖται ἐπιδιόρθωσις· οὐχὶ λέγει ὁ κ. Τρικούπης, καὶ ἀπαλείφει τὴν πίστωσιν. Πρόκειται περὶ καθαρισμοῦ λιμένων· δὲν θέλει καὶ τοῦτο, καὶ ἄνευ παρατηρήσεων, ἄνευ ἐξετάσεως τῶν ἀναγκῶν, ἐλαττώνει τὰς πιστώσεις περὶ ἀποξηράνσεως τελμάτων, καὶ τὰ τοιαῦτα. Ἀλλὰ τοῦτο, κύριοι, εἶναι οἰκονομίαι; αἱ πιστώσεις τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἂν πλεονάζωσι, δὲν θὰ ἐξοδευθῶσιν ἄνευ ἀνάγκης· ἀλλ’ ἀποῤῥίπτει τὸ ἔξοδον τῶν κηδειῶν, διότι βεβαίως ὁ κύριος τῆς οἰκίας, ἐν ᾗ ἀπέθανε δυστυχὴς πτωχὸς ὑπάλληλος, πτωχὸς, διότι ἦτο τίμιος, δὲν θὰ τὸν ἀφήσῃ ἄταφον. Καὶ ταῦτα, διότι δὲν ἦσαν εἰς κατάστασιν νὰ φέρωσιν οἰκονομίας πραγματικάς, ν’ ἀπαλείψωσιν ἀνάγκας ἀναποφεύκτους, ἀπήλειψαν ἔξοδα προαιρετικὰ καὶ μὴ ἐπιβάλλοντα ἀναπόφευκτον τὴν πραγματοποίησιν· θέλει ὁ κ. πρωθυπουργὸς νὰ καταστήσῃ τὸν προϋπολογισμὸν ἁπλοῦν μισθολόγιον, ἀφαιρῶν πᾶν ἔξοδον ἀφορῶν εἰς τὸ κοινὸν καλόν. Τοῖς συγχαίρω ὅμως, διότι δὲν ἀπεκεφάλισαν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν ὁλόκληρον, κολοβώνοντες μέχρι παραλυσίας, ὡς ἐλέγετο, τὴν διοίκησιν καὶ δικαιοσύνην. Ἀλλ’ οὐσιώδη οἰκονομίαν οὐδεμίαν ἐπέφερον· ἐὰν δὲν διορθωθῇ τὸ φρενοκομεῖον Κερκύρας, βεβαίως οἱ ἀσθενεῖς θὰ μείνουν ἐν ὑπαίθρῳ, ἀλλὰ τοῦτο δὲν τοῖς φαίνεται κακόν. Ἐπιθεωρήσατε λοιπὸν τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι αἱ ἐπενεχθεῖσαι οἰκονομίαι εἰσὶ γελοῖαι, ἀνάξιοι λόγου, εἰσὶ ψευδεῖς. Ἀληθεῖς οἰκονομίαι εἶναι ἐλαττώσεις ἀπαιτήσεων ὑποχρεωτικῶν, ἀναγκῶν ἀναποφεύκτων, οὐχὶ ἐξόδων προαιρετικῶν, τῶν ὁποίων ποιεῖται χρῆσιν ἡ Κυβέρνησις, ἂν θέλῃ καὶ ἂν δύναται· ἐγὼ ὅμως, κύριοι, θεωρῶ τὸ σύστημα τοῦτο ἐπιβλαβὲς καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν. Ἐὰν τῳόντι ἐφέτος εὑρισκώμεθα εἰς τοιαύτας στενοχωρίας, διὰ τί νὰ μὴ ἀπαλειφθῶσιν αἱ πιστώσεις αὗται, καὶ νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν διὰ τὸ ἐρχόμενον ἔτος καλλίτερον, ἀφοῦ τότε θὰ συντελεσθῶσι τὰ ἔργα; Δὲν πρέπει, ἐπαναλαμβάνω, ὁ προϋπολογισμὸς νὰ καθίσταται ἁπλοῦν μισθολόγιον ἢ σημείωσις κεφαλαίων χρησίμων καὶ δυνητικῶν· καὶ ἐὰν δὲν δαπανηθῶσιν, ἐλλείψει μέσων, ἐπιβάλλουσιν ὅμως τὴν οἰκονομίαν εἰς τὰ λοιπά· τέλος πάντων οἰκονομίαι τοιαῦται εἶναι τοῦ τυχόντος. Ἀλλὰ τί ἐγένετο εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν; Ἀναγνώσατε τὸν προϋπολογισμὸν· ἀντὶ 7,500,000, ἀναβιβάζεται εἰς 10 ἑκατομμύρια περίπου, καὶ ἂν καλῶς ἦναι ὑπολογισμένον τὸ ἔξοδον διὰ τοὺς ὑπεραρίθμους νέους, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν ἔχει οὕτω. Ὁ προϋπολογισμὸς τῆς ὑπηρεσίας, ὃν ἡμεῖς ἡτοιμάσαμεν μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς, κατὰ μικρὸν διαφέρει. Ἄλλως δὲ ἐγένετο καὶ παράλειψίς τις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τούτῳ. Τί γίνονται οἱ ὑπαξιωματικοὶ οἱ ὑπεράριθμοι; πόθεν θὰ πληρωθῶσι; φαίνεται, ἐλησμονήθησαν. Προσθέσατε καὶ δι’ αὐτοὺς 350,000, τί γίνονται οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν δύο ταγμάτων τῶν διαλυθέντων;
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι σημειωμένοι μέχρις ἑνός.
§58ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ἦναι, τότε ἀποδέχομαι τὴν ἐξήγησιν. Λέγω λοιπὸν ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον παρουσίασαν, εἶναι ὁ αὐτὸς, ὃν εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν, μεῖον, πρέπει νὰ σημειωθῇ τοῦτο, 2–3 χιλ. ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους ἀποκόπτουσι, διατηροῦντες ὅμως τὸ ἔξοδον. Κύριοι, σᾶς δίδω μόνον νύξιν τινὰ, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ διατρέξω ὅλον τὸν προϋπολογισμὸν, ἐξετάσατέ τον μόνοι σας· σᾶς λέγω δὲ καὶ πάλιν, αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας τὸ Ὑπουργεῖον ἐπήνεγκε, δὲν καταργοῦσιν ἀληθεῖς ἀνάγκας, ἐλαττοῦσιν ἔξοδα παραγωγικὰ, ἀναγκαῖα καὶ ἐπωφελῆ. Αὐτὸ εἶναι, κύριοι, τὸ σύστημα τῶν οἰκονομιῶν. Ἐὰν ἤμην ἐγὼ εἰδικὸς, ἢ ἂν ἤθελεν ὁ κ. Ὑπουργὴς τῶν Ναυτικῶν νὰ ἐξηγηθῇ, ἤθελον τὸν ἐρωτήσει ὡς πρὸς τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ἐπέφερεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν· οἱ ἄνδρες, τοὺς ὁποίους παρῄτησεν ὡς πληρώματα τῶν ἐν ἐνεργείᾳ πλοίων, εἶναι ἀρκετοὶ νὰ ἐκπληρώσουν τὰς ἀνάγκας, ἀποτελοῦσι τὸν ἀπαιτούμενον ἀριθμὸν, ὁποῖον ἀναποφεύκτως ἀπαιτεῖ ἡ ὑπηρεσία, ἢ νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ ἄνδρας τινὰς ἐν τοῖς πλοίοις, ἀδιάφορον ἐὰν δὲν ἐπαρκοῦσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν ἐκγύμνασιν, ἀδιάφορον ἐὰν δὲν γυμνάζεται τὸ πυροβολικόν; ἀλλὰ ναυτικὸν σημαίνει ἄνδρας ἐξησκημένους, καὶ ὄχι πλοῖα ἁπλῶς ἄνευ ἀνδρῶν. Τὴν δύναμιν τῆς θαλάσσης τὴν ἀποτελοῦσιν οἱ ἄνδρες μᾶλλον καὶ ὄχι τὰ ξύλα, τὴν ἀποτελεῖ πολλάκις εἷς καὶ μόνος ἀνὴρ μεγαλοφυής. Ὡμίλουν τελευταῖον μὲ ἐπίσημόν τινα ἄνδρα περὶ τῆς μάχης τῆς Λίσσης, ὅστις ἔλεγεν· οἱ Ἰταλοὶ ἦσαν πανίσχυροι, καὶ εἶχον πλοῖα περισσότερα τῶν Αὐστριακῶν, καὶ ὅμως ἐνίκησεν αὐτοὺς ἡ μεγαλοφυΐα τοῦ ναυάρχου τῆς Αὐστρίας. Ἡμεῖς δὲ νομίζομεν, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ναυτικὸν, ἀφαιροῦντες τοὺς ἄνδρας. Θὰ ἐρωτήσω τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς, τὸ πλοῖον κατὰ τοῦ ὁποίου ἠγέρθη πάταγος, ἡ «Ἀμφιτρίτη», τί γίνεται; ἀφοῦ τὸ διατηρεῖτε, δὲν πρέπει καὶ νὰ τὸ ἐπισκευάσητε, καὶ τότε τὶ γίνεται ἡ ἀκάθεκτος καταφορὰ τοῦ κ. Τρικούπη κατὰ τῆς διατηρήσεως καὶ ἐπισκευῆς αὐτοῦ; Ἐγὼ θέλω τὴν διατήρησίν του, διότι τὸ πλοῖον εἶναι χρήσιμον καὶ ἀναγκαῖον, ἔχει ζωὴν, καὶ πρέπει νὰ τὸ διατηρήσωμεν καὶ νὰ τὸ χρησιμοποιήσωμεν δι’ ὀλίγων ἐξόδων, εἶναι ἀναγκαῖον καὶ χρήσιμον. Δὲν πρέπει δὲ ὡς ἀντιπολιτευόμενοί τινες νὰ ὑπισχνῶνται ὅσα κατόπι ἐρχόμενοι εἰς τὴν ἐξουσίαν δὲν δύνανται νὰ ὑποστηρίξουν, ἢ ὡς ἄφρονα καὶ παράλογα, ἢ ὡς ἀπεστήριξα. Δὲν παραδέχομαι δὲ, ὅτι φρόνημα ταπεινὸν ὑπηγόρευσε τὴν διατήρησιν τοῦ πλοίου τούτου, ἀλλ’ ἀληθὴς ἀνάγκη. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὸ ζήτημα τοῦ φόρου τῶν ζώων. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν Βουλὴ τις ὠνομάσθη Βουλὴ τῶν κερασφόρων, διότι ἡ Βουλὴ ἐκείνη εἶχε ψηφίσει νόμον τινὰ τοιοῦτον, ὁ ὁποῖος διὰ στάσεως κατηργήθη. Κύριοι, ἐγὼ πρὸ παντὸς ἄλλου ἐσκέφθην μετὰ τοῦ κυρίου Σωτηροπούλου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ εἰργάσθημεν πρὸς ἀντικατάστασιν τῆς ἀποδεκατώσεως. Ἡ ἐργασία ἡμῶν χρονολογεῖται ἀπὸ τὰ 1860· ἠτοιμάσαμεν νόμον καὶ τὸν ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπεμείναμεν, ἵνα ἀπαλλάξωμεν τὸν τόπον ἀπὸ ὀλέθριον σύστημα, ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σύστημά μας, τὸ ὁποῖον πανταχοῦ ἀλλοῦ θεωρεῖται ὡς τὸ καλλίτερον, ἀλλὰ δὲν ἐγένετο δεκτὸν, οὔτε ἐνθουσιάσθη ὁ λαὸς ὑπὲρ αὐτοῦ, ὁ λαὸς ὁ πάσχων ἀπὸ ἐνοικιαστὰς καὶ ὁ ἀδικούμενος· καὶ γνωρίζετε διατί δὲν ἐνθουσιάσθη; διότι εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ γεωργία καὶ αὐτὸς, τὸ σύστημα δὲν ἐθεωρήθη ὡς τὸ καταλληλότερον. Τὸ σύστημα τῆς κατὰ στρέμμα καὶ ἐπὶ τοῦ καθαροῦ φορολογίας εἶναι βεβαίως ἀναπόφευκτον καὶ ἀναγκαῖον, ὥστε ἄνευ αὐτοῦ καταστροφὴ δύναται νὰ ἐπέλθῃ ὅπου ἡ καλλιέργεια εἶναι ἀνεπτυγμένη, ὅπου κεφάλαια καταβάλλονται, καὶ ἡ παραγωγὴ ἀπέναντι πάσης βλάβης, παντὸς δυστυχήματος, ἀναπληροῦται διὰ τῆς μικροτέρας μὲν παραγωγῆς, ἀλλ’ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον βεβαίας, καὶ ὅπου ὑπάρχει εὔκολος ἡ οἰκονομία χρημάτων. Ἀλλ’ ἐν Ἑλλάδι, ὅπου οὐδεμία τοιαύτη βελτίωσις ἐπῆλθεν, ὅπου γεωργοῦμεν μὲ τοὺς ὄνους ἔτι, διότι οὔτε χρήματα, οὔτε συγκοινωνίαν, οὔτε ἀγορὰς ἔχομεν, ὅπου τὸ ἡμερομίσθιον εἶναι ἀκριβὸν καὶ αἱ γαῖαι εἶναι μὴ γόνιμοι, πᾶσα βλάβη ἀνατρέπει τὴν θέσιν τοῦ καλλιεργητοῦ· τῷ ἀφαιρεῖ τὴν μόνην οὐσιώδη πρόσοδον, καὶ τὸν ἀποκαθιστᾷ ἀνίκανον νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ὀφειλήν του, ἀφοῦ οὔτε χρήματα εἰσὶν ἄφθονα διὰ τὸν γεωργὸν, οὔτε πίστιν ἔχει· τὸ σύστημά μας ἐκεῖνο δὲν ἐγένετο δεκτὸν ὑπὸ τοῦ λαοῦ, οὔτε ἐκρίθη κατάλληλον, καὶ ἐνθυμοῦμαι εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ Ὄθωνος τὸν μακαρίτην Βλάχον μετὰ πόσης λεπτομερείας ἐξήτασε τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν τὸ παρεδέχθη, θεωρήσασα ἀσύμφορον τὴν κατὰ στρέμμα φορολογίαν. Κατὰ τὸ 1871 ἐσκέφθην μὲ τὸν κ. πρόεδρον καὶ πάλιν, καὶ μὲ τὸν κ. Πετιμεζᾶν, ἂν δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀπαλλάξωμεν τὸν τόπον, τὴν γεωργίαν, δι’ ἄλλου συστήματος. Τότε ἐπροτείναμεν πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ φόρου, φόρον ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, φόρον ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, φόρον ἐπὶ τοῦ οἴνου, φόρον ἐπὶ τῶν μύλων, καὶ φόρον ἐπιβοηθητικῶς ἐπὶ τῶν ἀροτήρων βοῶν, φόρους ποικίλους καὶ μικροὺς, καὶ οὕτω ἐνομίσαμεν, ὅτι ἠδυνάμεθα ν’ ἀνακουφίσωμεν τὴν γεωργίαν, διαμοιράζοντες τοὺς φόρους εἰς διαφόρους τάξεις τῆς κοινωνίας καὶ προφυλάττοντες τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου. Κατὰ δυστυχίαν καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν ἐπρόφθασε νὰ γείνῃ νόμος. Ἀλλὰ νομίζετε, κύριοι, ὅτι ἐπιτρέπεται καὶ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπαλλάξητε ἐντελῶς τὴν γῆν τῆς φορολογίας; Ἡ γῆ εἶναι ἡ μεγαλειτέρα πηγὴ πλούτου, πρέπει νὰ συνεισφέρῃ καὶ αὐτή, διότι ὑπὲρ τῆς γῆς καταβάλλονται καὶ κεφάλαια καὶ κόποι, καὶ αὐτὴ πρὸ πάντων ὠφελήθη ἀπὸ τὴν βελτίωσιν τῆς συγκοινωνίας, τὴν κατασκευὴν λιμένων, καὶ ἐν γένει ἀπὸ πάσης προόδου. Δὲν εἶναι οὔτε δυνατὸν, οὔτε ὀρθὸν ν’ ἀπαλλάξητε τὴν γῆν πάσης φορολογίας, καὶ ἐπὶ τίνος θὰ ἐπιβάλλητε αὐτὴν καὶ διατί; Ἐσκέφθημεν ἐπὶ τέλους, ὅτι εἴμεθα ἠναγκασμένοι ν’ ἀκολουθήσωμεν τὸ μέχρι τοῦδε ὑπάρχον, ἐνῷ ὁμολογῶ, ὅτι δέχομαι πᾶν ἄλλο σύστημα ἀνθρώπινον, καταργοῦν τὴν ἀποδεκάτωσιν, ἀρκεῖ νὰ μὴ ἦναι χεῖρον, ὡς τὸ παρουσιαζόμενον, τοῦ ὑπάρχοντος καὶ ἐν Ἀλγερίᾳ. Ἐσκέφθημεν λοιπὸν πρὸς ἀνακούφισιν τοῦ γεωργοῦ νὰ καταργήσωμεν τὸ σύστημα τῆς ἐνοικιάσεως εἰς εἶδος. Ὁ ἐνοικιαστής, πληρόνων εἰς χρήματα, εἶναι ἠναγκασμένος νὰ λαμβάνῃ ἀπὸ τὸ ἁλώνιον τὸ ἀνῆκον αὐτῷ. Οὕτω δὲν δικαιοῦται νὰ ἐκδίδῃ διπλότυπα, οὔτε εἶναι ὑπόχρεως πρὸς τοῦτο, καὶ ἡ πίεσις ἑπομένως παύει. Ἐσκέφθημεν λοιπὸν ὅτι, ἐὰν ἐλαττώσωμεν τὸν φόρον εἰς 5%, καὶ μέχρις οὗ εὑρεθῇ σύστημα κρεῖττον καὶ δεχθῶμεν τὰς βελτιώσεις αὐτὰς, δυνάμεθα νὰ μείνωμεν εἰς τὸ παρόν, καὶ τὴν γνώμην αὐτὴν ἐν μέρει ἐπρότεινεν ἡ ἐπιτροπή. Κύριοι, τὰ ἄτοπα τοῦ ὑπάρχοντος συστήματος εἶναι γνωστὰ, καὶ τὰ κατακρίνομεν ὅλοι. Ἀκούσατε δὲ καὶ τ’ ἄτοπα τοῦ προτεινομένου. Τὸ σύστημα τοῦτο ὑπάρχει ἐν Ἀλγερίᾳ, ἀλλὰ βελτιωμένον, ἀνθρώπινον· διότι ἐκεῖ διαιροῦν τὴν γῆν εἰς ποιότητα, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῇ ἐπιβάλλουσι τὸν φόρον· ἐδῶ ἐλήφθη ὁ μέσος ὅρος ὡς βάσις, ἀλλὰ ὁ μέσος ὅρος εἶναι ἄρνησις πάσης ἰσότητος· εἶναι μέτρον βάρβαρον. Τὸ Νομοσχέδιον δέχεται τρεῖς τάξεις, καὶ ἐπιβάλλει φόρον κατ’ ἀναλογίαν τοῦ μέσου ὅρου τῆς παραγωγῆς τῶν χωρίων πρὸς 2%· ὁ μέσος ὅρος ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας ἐπιβάλλει φόρον 5, 10, ἢ 15. Πρῶτον, ἐρωτῶ, ποῖα εἶναι τὰ στοιχεῖα, ἐκ τῶν ὁποίων σχηματίζει τὸν μέσον ὅρον; Πρῶτον ὑπάρχουν μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα καλλιεργοῦνται ἐθνικὰ καὶ ἰδιόκτητα ἀνάμικτα, ἑπομένως εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ μέσου ὅρου θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας καὶ θὰ ὑπολογισθῇ ἀδιακρίτως ὡς πρόσοδος. Ἀλλὰ ποῦ ἠκούσθη, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι εἰς ἐλάσσονα θέσιν ὁ ἰδιοκτήτης ἀπὸ τὸν καλλιεργητήν; ὁ καλλιεργητὴς νὰ πληρώνῃ ὀλιγώτερα τοῦ ἰδιοκτήτου;
§59ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ μὲν εἶναι μίσθωμα, καὶ τὸ ἄλλο εἶναι φόρος.
§60ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν γίνεται διάκρισις, προκειμένου νὰ ὁρισθῇ ὁ μέσος ὅρος.
§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ διπλότυπα κάμνουν τὴν διάκρισιν.
§62ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει.
§63ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐξήτασα καὶ ἔμαθον, ὅτι δύναται νὰ γείνῃ διάκρισις.
§64ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τοῦτο ἠξεύρω ἐγὼ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ὑπῆρχον πάντοτε διπλότυπα· διὰ τοῦτο ἠγέρθησαν ἔριδες μεταξὺ τῶν ἐνοικιαστῶν καὶ τῶν φορολογουμένων.
§65ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅτι ἔχω δίκαιον τὸ βεβαιοῖ καὶ τὸ νομοσχέδιον, λέγον, ὅπου δὲν ὑπάρχουν διπλότυπα λαμβάνεται ὡς βάσις ἡ ἐνοικίασις· τίς ἡ ἀνάγκη τοιαύτης διατάξεως; Λοιπὸν τὸ σύστημα αὐτὸ, ὅπου δὲν ὑπάρχουν διπλότυπα, ἐγκαθιδρύει τὴν ἀδικίαν πληρεστάτην, καὶ διὰ τὸν φορολογούμενον καὶ διὰ τὸ δημόσιον, τὸ ὁποῖον ἀπόλλυσι τὸν φόρον τῆς ἐπικαρπίας διὰ παντὸς ἴσως, διότι ὁ μὲν ἐκ τῆς δηλώσεως ἰδιοκτήτης θέλει πληρώνει καὶ ποσὸν διὰ τὴν ἀγορὰν τῆς γῆς καὶ φόρον 5 δραχ., ἐνῷ ὁ καλλιεργητὴς θέλει πληρώνει μόνον τὸν φόρον. Δεύτερον, εἰς πολλὰ μέρη, κύριοι, καλλιεργοῦν ὄχι μόνον μὲ βόας, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ἀξίνην· ἀλλὰ διάκρισις οὐδεμία γίνεται κατὰ τὴν ἐνοικίασιν. Ἐρωτῶ, θὰ γείνῃ διάκρισις κατὰ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ μέσου ὅρου, καὶ πῶς; καὶ ἂν δὲν γείνῃ ἡ διάκρισις, οἱ βόες εἶναι ὑπόχρεοι νὰ πληρώνωσιν ὅ,τι δὲν παρήγαγον; καὶ οἱ μὲν γεωργοὶ θὰ φορολογῶνται, οἱ δὲ οὐχί. Τρίτη περίστασις. Εἰς πολλὰ μέρη οἱ κάτοικοι ἄλλων χωρίων καὶ δήμων, μὴ ἔχοντες γαίας πρὸς καλλιέργειαν, μεταβαίνουν καὶ καλλιεργοῦν τοιαύτας εἰς ἄλλους δήμους, καὶ παράγουν πολλά. Ἐρωτῶ, τὴν παραγωγὴν αὐτὴν, τὴν γενομένην ἐκ βοῶν ἄλλων μερῶν, καὶ ἥτις θὰ ὑπερυψώσῃ τὸν μέσον ὅρον, θὰ τὴν ὑπολογίσητε εἰς βάρος τῶν κατοίκων, ὅπου ἐγένετο ἡ καλλιέργεια, καὶ αὐτοὶ θέλουν πληρώσει δι’ ὅλην τὴν παραγωγὴν, ἥτις ἀνήκει εἰς ἄλλους κατοίκους, εἰς ἄλλα χώρα; Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι μετάθεσις τοῦ φόρου· διότι δὲν πρόκειται περὶ καταργήσεως, ἐφευρέθη ὅμως ἡ λέξις, διότι πολλάκις οἱ λαοὶ καὶ τὰ ἔθνη παρασύρονται ἀπὸ τὰς λέξεις, καὶ ζημιοῦνται ὁσάκις αἱ λέξεις δὲν ἀντιπροσωπεύουσι τὰ πράγματα· ἐπαναλαμβάνω, ἀπὸ τὴν γῆν πρότερον ἐλαμβάνομεν τὸν φόρον εἰς εἶδος ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παραγωγῆς, καὶ ἀναλόγως αὐτῆς ἐλαμβάνετο καὶ ὁ δημοτικὸς φόρος· ἤδη τίθεται κλίμαξ καὶ βαθμολογία. Ἂς λάβωμεν τὸν ἐλάχιστον νέον ὅρον· κατὰ τὸ σύστημα, ὁ μέσος ὅρος τῶν 50 κοιλῶν, ὑποτιθεμένης τῆς παραγωγῆς τοσαύτης, θὰ πληρώσῃ 5 δραχμὰς μόνον; ὄχι· διότι ἐκ τοῦ μέσου ὅρου θέλει στηριχθῆ καὶ ὁ δημοτικὸς φόρος πρὸς 2%, καὶ αὐτὸς, ὑπολογιζόμενος ἐπὶ τῆς ὑποτιθεμένης παραγωγῆς τῶν 50 κοιλῶν, οὕτω ἀναβαίνει εἰς ἴσον ποσὸν μὲ τὸν δημόσιον φόρον, ἤτοι εἰς 5, 10, 15 δραχμὰς, οὕτω ἀντὶ νὰ δώσῃ ὁ χωρικὸς πέντε, θὰ δώσῃ 10, θὰ πληρώσῃ 5 δι’ ἔγγειον φόρον, καὶ 5 δημοτικόν· λοιπὸν 10 ὁ εἷς καὶ 10 ὁ ἕτερος βοῦς, 20 δραχμὰς, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι παραγάγει 50 κοιλά· ἡ αὐτὴ ἀναλογία ὑπάρχει καὶ διὰ τοὺς ἄλλους ὅρους. Ἐὰν ὅμως ἡ παραγωγὴ ἦναι 40 κοιλὰ, 30, 20 κοιλὰ, 20 δραχμὰς πάλιν θὰ πληρώσῃ, ἤτοι φόρον διπλάσιον. Κατὰ τὸ ἐπικρατοῦν σύστημα ὁ παράγων 50 κοιλὰ, ἐὰν παραδεχθῆτε τὴν ἔκπτωσιν εἰς 5%, θέλει δώσει 2½ δημόσιον φόρον καὶ 1 ὡς δημοτικὸν, 3½ κοιλὰ, ἤτοι 17½ δραχμὰς πρὸς 5 δραχμὰς ὅπως ὑπολογίζεται, ἄλλως ἡ παραγωγὴ θὰ ἦναι ἅπασα σῖτος; καὶ ὅμως διὰ τοῦ νέου συστήματος θὰ πληρώσῃ 20 δραχμὰς, καὶ ἂν ἡ παραγωγὴ ἦναι μικροτέρα, θὰ πληρώσῃ καὶ τότε τὰς 20 δραχμὰς.
§66Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἴπατε ἔχουσι καλῶς· ἀλλὰ δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται ἕνεκα τῶν ἐφόρων, οἵτινες δωροδοκοῦνται ἀπὸ τοὺς ἐνοικιαστάς;
§67ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πετσάλη, κατὰ τὸ ὑπάρχον σύστημα, ὅπως διορθοῦται, πρωτόκολλα πλέον δὲν ὑπάρχουν, διότι ὁ ἐνοικιαστὴς, ὅταν ἐνοικιάζῃ εἰς χρήματα, εἶναι ὑπόχρεως νὰ λάβῃ ἀμέσως τὸ δικαίωμά του ἀπὸ τὸ ἁλώνιον· ἐὰν δὲν τὸ λάβῃ, δὲν ἔχει πλέον δικαίωμα, αὐτὸ δὲ τὸ ὁποῖον εἴπατε συμβαίνει, ὅταν ἡ ἐνοικίασις γίνεται εἰς εἶδος· ἤδη διπλότυπα δὲν χωροῦσι. Λοιπὸν τὸ νέον σύστημα ἔχει καὶ αὐτὸ τὸ ῥιζικὸν κακὸν, ὅτι καθ’ ὅσον εἶναι ὀλιγωτέρα ἡ παραγωγὴ, κατὰ τοσοῦτον πληρόνει περισσότερα ὁ γεωργὸς, διότι θὰ πληρώσῃ τὸ αὐτὸ ποσὸν καὶ ἂν παραγάγῃ 50 κοιλὰ, καθὼς καὶ ἂν παραγάγῃ 40 ἢ 30 ἢ καὶ 20, οἱ πτωχοὶ θὰ ἐπιβαρύνωνται μᾶλλον· ἐγνώριζον συστήματα καὶ θεωρίας, καθ’ ἃς ἐπιβαρύνονται οἱ πλούσιοι ὑπὲρ τῶν πτωχῶν, καὶ οὐχὶ τὸ ἐναντίον. Ἀλλ’ οἱ φορολογούμενοι ἵπποι, βόες καὶ ὄνοι, δὲν παράγουν ἐπίσης, διὰ τὸ σύστημα ὅμως εἶναι ἀδιάφορον τοῦτο· εἴτε βόας ἔχει τις, εἴτε ἵππους, εἴτε ὄνους, τὸν αὐτὸν θὰ πληρώσῃ φόρον, ἐνῷ ὁ εἷς μὲ τὸν ἵππον παράγει ἴσως 20, ὁ δὲ ἄλλος μὲ τὸν ὄνον δὲν παράγει οὔτε πέντε.
§68ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς πάρῃ ἄλογον.
§69ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καλλίτερον εἶναι νὰ ἀγοράσῃ ἀτμομηχανήν.
§70ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἐρωτᾷς ἂν ἔχῃ καὶ παράδες νὰ πάρῃ ἄλογον;
§71ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, σᾶς ἀνέφερα τὰς δυσκολίας καὶ τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα περιέχει τὸ νέον σύστημα· ὡς πρὸς τὴν δήλωσιν, τὰ συμβόλαια, τὴν ἀπαρίθμησιν καὶ τὰ τοιαῦτα, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὰ ἀναφέρω, τὰ γνωρίζετε· τὸ σύστημα αὐτὸ τῆς ἀπαριθμήσεως θέλει ἐπιφέρει καὶ τὸ κακὸν τῆς μονομεροῦς φορολογίας, νὰ φορολογηθῇ μόνον μέρος τῶν γεωργῶν. Διὰ τί; ἁπλούστατον· δὲν ἐδήλωσαν, ὑποθέσατέ τινες· πῶς θὰ ἀποκαλυφθῇ τὸ ἄτοπον αὐτὸ, ἡ ἀπάτη αὐτή; δι’ ἀπαριθμητῶν, τοὺς ὁποίους θὰ διορίσῃ ἡ ἐπικρατοῦσα μερὶς, ὁ ἔφορος, τοῦ ὁποίου ἤδη ἀποστέλλει τὸ δίπλωμα ὁ Βουλευτής. Καὶ ἐὰν εὑρεθῇ τόσον ἠθικὴ ἡ ἐπικρατοῦσα μερὶς, τόσον εἰλικρινὴς, ὥστε νὰ μὴ διορίσῃ ἀνθρώπους φατριάζοντας, δὲν γνωρίζετε καὶ δὲν πείθεσθε ὅτι οἱ λεγόμενοι ἀπαριθμηταὶ, τοὺς ὁποίους ἤδη ἀπεβάλομεν, ἐπανερχόμενοι, θὰ ἐπαναφέρωσι τὰς αὐτὰς καταχρήσεις καὶ πιέσεις; θὰ ἔχητε δὲ δύο κινδύνους, τὴν κλοπὴν τῶν ὀργάνων τῆς ἀπαριθμήσεως καὶ τὴν ἐξόγκωσιν τῶν καθυστερημάτων· οὕτω τὸ ἥμισυ δὲν θὰ λαμβάνετε ἐκ τῶν ὅσων ὑπολογίζετε· καὶ περὶ πάντων οὐδεμία ἐγγύησις ὑπάρχει. Ἀλλὰ τέλος πάντων ὑποθέσατε, ὅτι γίνεται ἀμφισβήτησις περὶ τῆς χρήσεως τῶν ζώων· δύνανται νὰ εἴπωσιν οἱ γεωργοὶ, ὅτι τὰ ζῶα δὲν χρησιμεύουσιν εἰς τὴν γεωργίαν, ἀλλ’ εἰς ἄλλην ἐργασίαν, Πῶς θέλει ἀποδειχθῆ ἡ ἀλήθεια; κατὰ τὸν Νόμον δικαστικῶς· Λοιπὸν ἴσως θὰ καταδιώξητε χιλιάδας ἰδιοκτήτας, καὶ χιλιάδας θὰ ἔχωμεν δίκας, θὰ αὐξήσητε τὰ δεινὰ καὶ τὰ δυστυχήματα τῶν κατοίκων. Ἐπέρχεται ἔπειτα ἡ ἀνάγκη τῶν εἰσπράξεων· ἤδη ὀλίγοι ἐνοικιασταὶ πληρώνουσι τοὺς φόρους καὶ δυστροποῦντες καταδιώκονται· θὰ εἰσπράττητε λοιπὸν κατὰ τὸ νέον σύστημα τοὺς φόρους κατ’ ἄτομον, θὰ αὐξήσητε κατὰ συνέπειαν τοὺς εἰσπράκτορας, τὰς καταχρήσεις καὶ καταπιέσεις, θ’ αὐξήσητε δὲ καὶ τοὺς συνοδεύοντας στρατιώτας, διότι δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ ὁ ἐν χρήσει στρατὸς, διότι θέλετε προσθέσει κατὰ χιλιάδας ὀφειλέτας. Θέλετε λοιπὸν πολλαπλῶς βλάψει τὸν τόπον καὶ πολλαπλασιάσει τὰ δυστυχήματα. Θέλετε ἐκεῖ, ὅπου χρήματα καὶ πίστις δὲν ὑπάρχει, καὶ οὐχὶ ἐν καιρῷ τῶν εἰσοδημάτων, ζητεῖ 60 δραχ. ἀπὸ τὴν πρώτην, 40 ἀπὸ τὴν δευτέραν καὶ 20 ἀπὸ τὴν τρίτην τάξιν, καὶ ἀγνοεῖτε, ὅτι οἱ πλεῖστοι δὲν θὰ ἦναι εἰς εὐκολίαν νὰ πράξωσι τοῦτο; τότε τὸ κακὸν θέλει αὐξήσει, ἡ δυστυχία θέλει ὑπερπλεονάσει καὶ ὁ στρατὸς θέλει παραλύσει. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι, δὲν ἔχομεν χρήματα, τὸ ταμεῖον εἶναι κενὸν, δὲν ἐπαρκεῖ εἰς τὰς ὑφισταμένας ἀνάγκας, καὶ ἐνῷ περιμένομεν ἐντὸς ὀλίγου νὰ εἰσπράξωμεν, διότι κατὰ τὸ ὑπάρχον σύστημα οἱ ἐνοικιασταὶ προκαταβάλλουσιν ἀπὸ τὸν ἐρχόμενον μῆνα τὸ ἀντίτιμον, θὰ παραπέμψητε τὰς εἰσπράξεις εἰς τὸν Σεπτέμβριον, καὶ θέλομεν ζήσει ἐπαιτοῦντες καὶ δανειζόμενοι, ἢ ἀρνούμενοι νὰ ἐκπληρώσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις μας· θέλομεν ἀναγκασθῆ νὰ ζητῶμεν δάνεια, ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ εὕρωμεν, ἢ θέλομεν καθυστερήσει τὰς πληρωμὰς, διότι παρεπέμψαμεν εἰς τὰς καλένδας τὰς ἑλληνικὰς τὰς εἰσπράξεις.
§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διὰ τί ἔγειναν τὰ ἔντοκα γραμμάτια;
§73ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς, ὅπως ὑποθέτω, θὰ εὑρυνθῇ, ἐὰν πραγματοποιηθῇ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐπιβαρυνόμενος μὲ ἔλλειμμα, ὅπως ὑπολογίζω, 10 ἑκατομμυρίων, τί θέλει δὲ συμβῆ ὅταν μείνῃ τὸ ταμεῖόν σας ἄνευ λεπτοῦ; «Ὅταν ἐξαντλήσητε τὴν πίστιν σας, διότι θέλετε δανεισθῆ, ἵνα ἄρητε τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, τὰ ἔντοκα γραμμάτιά σας, ὅπως μοὶ εἴπετε, δὲν θὰ χρησιμεύσωσι, δὲν θέλουσιν εἶσθαι παραδεκτά· θὰ ἦσθε ἐξηντλημένοι καὶ λόγῳ πίστεως καὶ λόγῳ χρημάτων. Ἰδοὺ, κύριοι, διὰ τί νομίζω ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ εἶναι ὀλέθριον καὶ ἐντελῶς ἀποῤῥιπτέον. Δέχομαι δὲ, ἐπαναλαμβάνω, πᾶν σύστημα πρὸς μεταβολὴν τοῦ ὑπάρχοντος, ἀλλὰ τὸ παρουσιαζόμενον εἶναι χειρότερον ἀπὸ ὅλα ὅσα δύναται νὰ ἐπινοήσῃ ὁ ἄνθρωπος. Μετὰ τοῦτο, κύριοι, μεταβαίνω εἰς τὸ περὶ στρατολογίας νομοσχέδιον. Δὲν εἶδον ἀκόμη τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐλαττώσεως τῆς θητείας, ἐὰν τῷ ὄντι ὑπεβλήθη τοιοῦτον.
§74ΤΙΝΕΣ. Ὑπεβλήθη καὶ διενεμήθη σήμερον.
§75ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶδον· εἰς ἓν ἔτος ὁρίζει τὴν θητείαν;
§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς ἓν ἔτος.
§77ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, νομίζω ὅτι ὅ,τι ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας δὲν εἶναι ὀργανισμός. Βεβαίως ἐγὼ δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ τὸν ἐξετάσω λεπτομερῶς, ἀλλὰ δύναμαι νὰ σᾶς ἀποκαλύψω πονηρίας τινὰς, τὰς ὁποία ἐμπεριέχει, καὶ μετὰ μεγίστης ἐπιτηδειότητος εἰσχωρήσασας. Πρῶτον, κύριοι, ἐνθυμεῖσθε τὴν πάλην, ἥτις ἐσχάτως ἔλαβε χώραν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, περὶ ἀρχηγείων, οἱ μὲν ἐθεώρουν αὐτὰ ὀλέθρια, οἱ δὲ τοὐναντίον. Τί νομίζετε ὅτι ἔπραξε τὸ Ὑπουργεῖον; ἐδέχθη ἀμφότερα τὰ συστήματα, καὶ τοιουτοτρόπως ἔλυσε θαυμασίως τὸ ζήτημα πρὸς εὐχαρίστησιν πάντων· οὕτω ὁσάκις θέλομεν θὰ ἔχωμεν ἀρχηγεῖα, ἰδοὺ τί λέγει ἡ διάταξις. Λοιπὸν τοιουτοτρόπως ἱκανοποιοῦνται καὶ αἱ δύο ἰδέαι, δὲν καθιεροῦσι μὲν ῥητῶς ἐν τῷ νόμῳ τὰ ἀρχηγεῖα, ἀλλ’ ἐπιτρέπεται κατὰ ἔμμεσον τρόπον νὰ συστηθῶσι τοιοῦτα, ἑπομένως οὐδεὶς δύναται νὰ παραπονεθῇ. Ἐνθυμεῖσθε τὸν πόλεμον κατὰ τῶν συνταγμάτων. Ἔλεγον, ἡ διαίρεσις εἰς συντάγματα εἶνε ἐπιβλαβὴς, εἶναι κακὴ, ἀντικαταστήσετέ την διὰ τῆς εἰς τάγματα διαιρέσεως.
§78ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ αὐτῶν.
§79ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω.
§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὔτε λέξιν εἶπον.
§81ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ λύεται λαμπρῶς· παραδέχονται τὴν διαίρεσιν ἐν τῷ νόμῳ, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται! ἡ σύστασίς των μέχρις οὗ συμπληρωθοῦν τὰ τάγματα τὰ εὐζωνικά· τὸ πρᾶγμα ἐξαρτᾶται οὕτω ἀπὸ μόνον τὸν ὑπουργόν· καὶ διάφοροι ὑπουργοὶ δύνανται νὰ ἐφαρμόσωσιν ὅ,τι προτιμῶσι· δι’ ὅλους ὑπάρχει ἀνοικτὸν τὸ στάδιον. Ἐπιζητεῖτε τὴν διαίρεσιν τοῦ στρατοῦ εἰς στρατὸν ἐκπαιδεύσεως καὶ ὑπηρεσίας, διότι κατ’ οὐδένα λόγον, εἴπετε, συγκατατίθετε τὸ ἔθνος νὰ στέλλῃ τὰ τέκνα του οὐχὶ ἵνα ἐκγυμνασθῶσι στρατιωτικῶς καὶ ὑπηρετήσωσι τὴν πατρίδα, ἐν ἀνάγκῃ, ἀλλὰ νὰ χρησιμεύωσιν ὡς βοηθοὶ τῆς χωροφυλακῆς καὶ τῆς ἀστυνομίας· καὶ ζητεῖτε, ὥστε ὁ στρατὸς οὗτος νὰ καταρτισθῇ δι’ ἐθελοντῶν, καὶ δι’ αὐτοῦ θὰ κατορθώσητε, εἴπατε, νὰ ἀπαλλάξητε τὸν στρατὸν τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ ἀμέσως γεννᾶται ἡ ἀμφιβολία, καὶ λέγετε εἰς τὸν νόμον, ἕως οὗ θὰ σχηματισθῶσι τὰ εὐζωνικὰ τάγματα, θὰ ἐκτελῶσι τὴν ὑπηρεσίαν οἱ πεζοί· τόσον ταχέως λησμονεῖτε τὰς ὑποσχέσεις σας καὶ δέχεσθε ἤδη καὶ οἱ πεζοὶ νὰ ὑπηρετῶσιν ὡς χωροφύλακες. Ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι δὲν θὰ εὕρητε τόσους ἄνδρας ὥστε νὰ σχηματίσητε τὰ εὐζωνικὰ τάγματα, καὶ τοιουτοτρόπως ὁ στρατὸς, τὸν ὁποῖον θέλετε ὡς στρατὸν ἐκπαιδεύσεως, θὰ χρησιμεύσῃ ὡς στρατὸς ὑπηρεσίας καὶ οἱ ἰσχυρισμοί σας εἶναι ψευδεῖς. Ὅσα εἴπετε λοιπὸν ἦσαν μάταια· παραδέχεσθε καὶ ἐφαρμόζετε ἀρχὰς καὶ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀπεκρούσατε. Ἐνόσῳ ἡ ὑπηρεσία δὲν ἔχει ἀνάγκην τοῦ ὅλου ἢ μέρους τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων, τότε ἀντικαθίστανται ταῦτα ἀπὸ τάγματα πεζικὰ, αὐτὸ λέγει ὁ νόμος· ἄστοχος πονηρία· διότι τὰ διαλυθησόμενα τυχὸν τάγματα δὲν δύνανται νὰ δώσωσι στρατιώτας εἰς τὸ πεζικόν· διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν νεοσυλλέκτων εἶναι ὡρισμένος· ἢ σκοπεύεται νὰ συγκροτήσητε ἀπὸ 40 ἄνδρας τοὺς λόχους, ἵνα αὐξήσητε τὰ τάγματα.
§82ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ποῦ τὸ ηὕρατε; εἶνε 65.
§83ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτοὶ λοιπὸν δὲν δύνανται ν’ ἀντικαταστήσωσι τοὺς νεοσυλλέκτους, διότι εἶναι ἐθελονταὶ, ἀνωτέρας ἡλικίας καὶ ἄλλων ὑποχρεώσεων, ὅπως χρησιμεύσουν, ἵνα δι’ αὐτῶν σχηματισθῶσι τάγματα πεζικά. Κύριοι, αὐτὴν τὴν πονηρίαν τὴν εὑρίσκω χονδροειδῆ. Πρόκειται, κύριοι, περὶ τοῦ σπουδαιοτέρου ζητήματος, τοῦ μεγίστην ἔχοντος ἐπιῤῥοὴν εἰς τὸν τόπον· πρόκειται περὶ διοργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ὁποίου ὀλίγοι ἐδοξάσθησαν, διότι εἶναι ἔργον μεγαλοφυΐας ὁ διοργανισμὸς καὶ ὁ περὶ νεοσυλλέκτων νόμος. Λυποῦμαι, διότι ἡμεῖς ὅλως ἀναρμόδιοι ἀσχολούμεθα εἰς τοῦτο, καὶ ἀποβλέπω πρὸς τὸν κύριον πρωθυπουργόν, ὅστις ἐπιμείνας κατεσκεύασεν ὀργανισμὸν καὶ ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην τῆς καταστροφῆς τοῦ στρατοῦ. Εἰς τοῦτο θὰ μᾶς φέρετε, κ. πρωθυπουργὲ, ἐὰν ἐπιμένητε. Κύριοι, ὀργανίζει ἄνθρωπος, ὅστις ἀπὸ τὰ βιβλία γνωρίζει τὸ ὄνομα τοῦ στρατοῦ; Ἐνασχοληθεὶς καὶ ἐγὼ ὀλίγας ἡμέρας, ἀνέγνων τοὺς εἰδικῶς περὶ τὰ τοιαῦτα ἀσχοληθέντας, ἔμαθον δὲ ὅτι οὐδεὶς ἀναγνωρίζει σπουδαῖον στρατὸν μὲ μονοετῆ θητείαν. Ὁ Λεβὰλ τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Τρικούπης.
§84ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ Λεβάλ.
§85ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς λέγω ὁ Trochut, ὁ Ducrot καὶ τόσοι ἄλλοι μεγάλοι Στρατηγοὶ δὲν παραδέχονται καὶ μετὰ περιφρονήσεως τοιαύτην ἰδέαν, ἔχομεν δὲ περὶ τούτου καὶ τὴν αὐθεντίαν τοῦ Μόλτκε. Κύριοι, οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν θεωρεῖ ὡς στρατὸν, ἄξιον τοῦ ὀνόματός του, τοιοῦτον στρατὸν, οὔτε πιστεύει ὅτι μονοετὴς στρατὸς δύναται νὰ καταρτίσῃ καλοὺς ὑπαξιωματικοὺς, οἵτινες εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ στρατοῦ, καὶ ἄνευ τούτων εἶναι ἄχρηστος. Ὁ Trochut λέγει, δέχομαι τὴν ὀλίγην θητείαν, ἐὰν κατορθωθῇ νὰ ἔχωμεν ὑπαξιωματικοὺς καλλιτέρους τῶν ὅσων ποτὲ εἴχομεν. Καὶ ἠξεύρετε τί θὰ γίνῃ μετὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους, ἐὰν παραδεχθῶ τὴν μονοετῆ θητείαν; Δὲν θὰ μείνῃ οὐδεὶς νεοσύλλεκτος, καὶ νεοσύλλεκτοι ἄλλοι θὰ ἔλθωσι· στρατὸς ἐκ νεοσυλλέκτων δύναται νὰ χρησιμεύσῃ; Κύριοι, ἀντὶ νὰ παραδεχῆτε αὐτὸ τὸ σύστημα, κάλλιον παραδεχθῆτε τὸ ἁπλούστερον, τὸ οἰκονομικώτερον, τὴν ἐθνοφυλακήν· διότι δὲν εἶναι μόνον ἡ ἐκγύμνασις, ἥτις κάμνει τὸν στρατιώτην, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀνατροφή. Ἀλλὰ πρὸ πάντων, ἐρωτῶ πρῶτον, τί μᾶς χρειάζεται ὁ στρατός; Ἐκ τούτου ἐξαρτᾶται ἡ λύσις τοῦ προκειμένου ζητήματος· ὁρίζοντες τί μᾶς χρειάζεται ὁ στρατὸς, θὰ ἐννοήσωμεν τί πρέπει ν’ ἀποφασίσωμεν περὶ αὐτοῦ, ὅταν δὲ σκεπτώμεθα περὶ τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν τί γίνεται εἰς ἄλλα μέρη, διότι τὰ μέρη ἐκεῖνα ἔχουν ἄλλας ἀνάγκας, ἄλλας σχέσεις, ἄλλας ὑποχρεώσεις καὶ ἄλλα συμφέροντα, σκεπτόμενοι περὶ στρατοῦ πρέπει νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀνάγκας τὰς ἰδικάς μας. Ἡ Ἑλβετία δὲν ἔχει τὰς αὐτὰς ἀνάγκας· μᾶς συνεβούλευσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ μιμηθῶμεν τὴν Δανίαν· κύριοι, ἡ Δανία ἔχει στρατὸν μέχρις 9,000, στρατὸν τοιοῦτον καὶ τοσοῦτον ζητοῦμεν καὶ ἡμεῖς;
§86ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸν χειμῶνα ἔχει 3,000.
§87ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀλλὰ, κύριοι, εἰς τὴν Δανίαν ἔχουσι στρατόν· δὲν ἔχουσι στρατὸν ὑπηρεσίας καὶ ἐκπαιδεύσεως· ἑπομένως αἱ ἐννέα χιλιάδες δὲν διαιροῦνται· ἐρωτῶ, ἔχομεν ἀνάγκην ἐθνοφυλακῆς ἢ στρατοῦ; Κύριοι, ἐγὼ δὲν ζητῶ στρατὸν διὰ νὰ κηρύξωμεν πόλεμον κατ’ οὐδενὸς, διότι τῷ ὄντι ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν ἰδέαν ὅτι πρέπει αἱ σχέσεις μας μὲ τὴν Τουρκίαν νὰ ὦσι φιλικαὶ, ἀλλ’ ἐγὼ ὡς πρὸς τοῦτο σκέπτομαι ἄλλως, νομίζω ὅτι συμφέρει νὰ ἔχωμεν φίλους τοὺς γείτονάς μας, διότι εἰσὶν ὀλιγώτερον κακοὶ γείτονες οἱ ὀλιγώτερον ἐπικίνδυνοι, διότι ἀπ’ αὐτοὺς δὲν ἀποῤῥοφᾶται τὸ Ἑλληνικὸν στοιχεῖον· ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι ἀρνητικὴ φιλία· ποίαν φιλίαν ἐλπίζομεν ἀπὸ αὐτοὺς, ὅταν λέγοντες ταῦτα προσθέττομεν: ἀλλ’ ἐπιζητοῦμεν τὴν ἐλευθερίαν τῶν ὁμοφύλων, θέλομεν τὴν μετ’ αὐτῶν ἕνωσίν μας, τὴν ἀκεραιότητα τῶν δικαιωμάτων των; καὶ ἐν τούτοις αὐτοὶ εἶναι ὑπήκοοί των, δὲν πιστεύουσι λοιπὸν εἰς τὴν εἰλικρίνειαν τῆς φιλίας μας, φιλίας ὑπὸ τριούτους ὅρους ἕνεκα τούτου ὅταν ἄλλοτε ἐνησχολούμεθα εἰς διαχύσεις φιλίας καὶ ἐξηντλούμεθα εἰς περιποιήσεις, ἀπήντησαν διὰ τῆς προτιμήσεως τῶν Βουλγάρων, καὶ ἐνέσπειρον τὴν διαίρεσιν μεταξὺ τῶν διαφόρων λαῶν τῆς Ἀνατολῆς· ἀπόδειξις φιλίας· εἶναι τοῦτο; καὶ βεβαίως δὲν θὰ ἀποκτήσωμεν τὴν φιλίαν, αὐτῶν ζητοῦντες νὰ ἐξασκήσωμεν δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν δυνάμεθα εἰμὴ νὰ ἐπιζητῶμεν· ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ἀποκτήσωμεν τὴν ὑπόληψίν της, καὶ τότε θὰ κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν φιλίαν ἀληθῆ μὲ τοὺς Τούρκους, ὅταν δηλαδὴ δὲν ἀποβλέπουν εἰς τὰ αἰσθήματά μας μόνον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν χρησιμότητά μας. Πρέπει ν’ ἀποδείξωμεν λοιπὸν ὅτι εἴμεθα χρήσιμοι ὡς φίλοι καὶ ἐπίφοβοι ὡς ἐχθροί· τότε, κύριοι, δύνασθε νὰ ἐλπίσητε φιλίαν εἰλικρινῆ ἀπὸ τοὺς γείτονάς μας. Ἰδοὺ, διατί πρὸ πάντων καὶ λόγῳ εἰρήνης καὶ λόγῳ φιλικῶν σχέσεων πρέπει νὰ ἑτοιμαζώμεθα· ἀλλ’ ἵνα ἀποκατασταθῶμεν ἰσχυροὶ, ἐπαναλαμβάνω, τί μᾶς χρειάζεται, ἐθνοφυλακὴ ἢ στρατός; Οἱ πέριξ ἡμῶν λαοὶ ἑτοιμάζουσι στρατόν· ἡ Τουρκία ἔχει στρατὸν πολεμήσαντα μὲ τοὺς στρατοὺς τῆς Ῥωσσίας, οἱ Ῥωμοῦνοι ἔχουσι στρατὸν πολεμήσαντα γενναίως πρὸς τοὺς στρατοὺς τῆς Τουρκίας. Οἱ Βούλγαροι καταγίνονται νὰ καταρτίσουν στρατὸν ὑπὸ τὴν ἀληθῆ αὐτοῦ σημασίαν, ὅπως καὶ αἱ ἄλλαι Ἡγεμονίαι· μετ’ αὐτῶν θὰ συνεργασθῶμεν ἡμεῖς, ἢ κατ’ αὐτῶν. Ὅθεν ἔχομεν ἀνάγκην στρατοῦ, ὅπως τὸν καθιεροῖ ἡ ἐπιστήμη, ὅπως τὸν ἀπαιτεῖ ἡ θέσις μας. Ἐνθυμεῖσθε ἐπὶ τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως, ὅταν ὁ Γαλλικὸς στρατὸς κατεστράφη, οἱ ἐνθουσιώδεις νέοι Γάλλοι ἔσπευδον πρὸς τὰ μεθόρια τῆς Γαλλίας, οὐδὲν κατώρθουν ὅμως, πάντοτε ἀποτυχία τοὺς ἠκολούθει, διότι τοὺς ἔλειπεν ἡ πειθαρχία, ἡ στρατιωτικὴ ἐκπαίδευσις, τὸ στρατιωτικὸν πνεῦμα. Ὁ κύριος Carnot ὁ περίφημος αὐτὸς διοργανωτὴς ἥνωσεν ἀνὰ δύο τάγματα ἐθελοντῶν μὲν ἓν τάγμα παλαιῶν στρατιωτῶν, καὶ τότε ὁ στρατὸς τῆς Γαλλίας ἐνίκησε καὶ ἐδοξάσθη, ὁ στρατὸς ὁ συγκείμενος ἐξ ἐθελοντῶν μόνον ἀπέτυχε παντοῦ, ὁ στρατὸς δὲ ὁ συνδυασμένος μετὰ παλαιῶν στρατιωτῶν ἐνίκησε. Καὶ, κύριοι, θέλομεν ἡμεῖς νὰ παρουσιάσωμεν στρατιωτικὴν δύναμιν καὶ νὰ ἀποδείξωμεν τὴν χρησιμότητά μας, ἐπιδεικνύοντες τὶς 1800 στρατιώτας· θὰ γελάσουν μὲ τὴν ἀκατάβλητον αὐτὴν δύναμίν μας ἐκ 1800 στρατιωτῶν, οἱ ὁποῖοι κατ’ ἔτος θ’ ἀνανεῶνται. Τοσοῦτος ὁ ἐν ἐνεργείᾳ στρατὸς τοῦ πεζικοῦ ἡμῶν· τὸν καλὸν στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν ἀποτελεῖ ἡ εὐκολία καὶ ταχύτης τῆς συγκεντρώσεως, καὶ πρὸς τοῦτο μέσα δὲν ἔχομεν· ἀνάγκη λοιπὸν εἰς πᾶν αἰφνίδιον κίνημα νὰ ὑπάρχῃ ἑτοίμη δύναμις ἵνα ἀντιταχθῇ. Ἂν ὅμως εὑρεθῶμεν εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, θὰ παρουσιάσωμεν 1800 στρατιώτας, μὲ αὐτοὺς θὰ ἀντιταχθῶμεν καὶ θ’ ἀποκρούσωμεν τὸν ἐχθρόν; Κατὰ τὴν γνώμην περιφήμων στρατηγῶν οἱ τὴν πρώτην τυχόντες γύμνασιν στρατιῶται δὲν εἶναι ἱκανοὶ πρὸς πόλεμον, πρὸς πόλεμον ἀπαιτεῖται ὁ στρατὸς ὁ ἐν ἐνεργείᾳ· οἱ νεοσύλλεκτοι συμπληρώνουν τὰ κενὰ καὶ συντελοῦσιν ἐπικουρικοὶ, οἵτινες εἰς ἄμεσον ἐνέργειαν δὲν εἶναι κατάλληλοι, ὅπως εἶναι μετὰ χρόνον τινά· καὶ ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις αὐτοὺς ἐλαττώνει. Καὶ οὕτω ἡμεῖς ὅ,τι πανταχοῦ ἀποδοκιμάζεται πράττομεν, ἵνα θεωρηθῶμεν στρατιωτικὸν ἔθνος! Κύριοι, νομίζω ὅτι θὰ γελάσουν ὅσοι μάθωσι τὶ πράττομεν καὶ τὶ ἑτοιμάζομεν. Ὁ κ. Τρικούπης μὲ παρεξήγησεν, ἢ δὲν ἐξήγησε καλῶς τὰ συμβάντα ἐπὶ τοῦ μακαρίτου Βότσαρη· εὑρέθημεν τότε εἰς τὰς περιστάσεις τὰς γνωστὰς ἡμῖν, εἴχομεν ἀνάγκην νὰ αὐξήσωμεν τὸν στρατόν. Ἐζητήθη λοιπὸν τί συμφέρει, νὰ πληρώσωμεν τὴν προσωρινὴν αὐτὴν ἀνάγκην διὰ νεοσυλλέκτων· ἢ ἐθελοντῶν, ἡμεῖς ἐπροτιμήσαμεν νὰ τὴν πληρώσωμεν δι’ ἐθελοντῶν· διότι ἦτο ἀνάγκη νὰ καταδιωχθῇ ἡ ληστεία.
§88ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αὐτὸ ἤθελεν ὁ Βότσαρης καὶ αὐτὸ ἠθέλατε καὶ σεῖς τότε, διότι καὶ σεῖς δὲν ἐπροτείνατε καὶ ἐγὼ μεθ’ ὑμῶν.
§89ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐκάμομεν τότε στρατὸν ἐξ ἐθελοντῶν διὰ τοὺς λῃστὰς, καὶ ἀπόδειξις ὅτι ἐγὼ ἤθελον τὸν στρατὸν ἀληθῆ εἶνε ὅτι ὑπεστήριξα τὸ σύστημα τῶν ἐν Λακωνίᾳ ἄλλοτε ταγμάτων, ἤθελον μὲν μεταβολὴν ἐνδύματος, ἀλλὰ κανονισμὸν ἀπαράλλακτον ὡς ἐφαρμόζεται καὶ εἰς τὸν ἄλλον στρατόν· εἴχομεν ἀνάγκην ν’ ἀποσύρωμεν τὸν στρατὸν ἀπὸ τὰ ὄρη καὶ ἀπὸ τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας· τότε οἱ ἐθελονταὶ ἐκλήθησαν διὰ τὴν καταδίωξιν· ὡς ἄνθρωποι τῶν ὀρέων εἶναι καταλληλότεροι πρὸς τοῦτο, εἶπεν ὁ Βότσαρης. Τοιούτους θέλετε νὰ καλέσητε καὶ αὖθις; Δὲν συνεκροτοῦμεν στρατὸν τότε, ἀλλὰ τοιοῦτον πρόκειται ἤδη νὰ συστήσωμεν καὶ οὐχὶ καταδιώκτας τῆς ληστείας· ἀλλὰ ποῦ ὑπάρχει αὕτη σήμερον.
§90ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λοιπὸν εἴμεθα κατὰ πάντα σύμφωνοι.
§91ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι· διότι δὲν ἔχομεν τώρα ληστείαν, κατασκευάζετε ἤδη σώματα καὶ τὰ ἐπιφορτίζετε μὲ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χωροφυλακῆς, τὰ ὑποχρεοῦτε νὰ πράξωσι τὰ ἴδια καθήκοντα· ποιεῖτε χωροφύλακας νὰ ὑπερασπίζωνται τὴν τιμὴν, τὰ συμφέροντα, τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν πολιτῶν, τὸ ἄτομον καὶ τὴν κοινωνίαν, καὶ ἐν τούτοις ἀπαλλάττεται αὐτοὺς ἀπὸ πάσης ὑποχρεώσεως, ἀπὸ πάσης ἐγγυήσεως, καὶ δὲν ζητεῖτε οὐδὲν προσὸν, καὶ ἠξεύρετε ὁποῖοι ἄνθρωποι εἶναι αὐτοὶ τοὺς ὁποίους θὰ καλέσητε νὰ ὑπηρετῶσι καὶ εἰς τὰς πόλεις, καὶ τοῖς ἀναθέτητε τοιαῦτα δικαιώματα; ὁ χωροφύλαξ διὰ νὰ γίνῃ χωροφύλαξ πρέπει νὰ ὑπηρετήσῃ ἐντίμως εἰς τὸν στρατὸν καὶ νὰ δείξῃ χρηστὴν διαγωγὴν, νὰ ἦνε ἐν γένει ἀνὴρ ἐμπιστοσύνης, καὶ δικάζεται ὑπὸ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων, ἐνῷ ὁ εὔζωνος οὐχί· τοιοῦτος ὁ χωροφύλαξ· σεῖς ἀπὸ τοὺς εὐζώνους δὲν ἀπαιτεῖται οὐδὲν, δὲν λαμβάνετε οὐδεμίαν ἐγγύησιν, καὶ ἐν τούτοις τοὺς ἐπιφορτίζετε ἔργα χωροφύλακος. Σᾶς ἐκούρασα, κύριοι, ἀλλὰ προσεπάθησα νὰ ἦμαι ὅσον τὸ δυνατὸν σύντομος· πρὶν καταβῶ ὅμως τοῦ βήματος, δὲν δύναμαι νὰ ἀφήσω ἀπαρατηρήτους δύο περιστάσεις οὐσιώδεις, λίαν οὐσιώδεις, αἱ ὁποῖαι μὲ ὠθοῦσι μᾶλλον πρὸς ὅ,τι πράττω. Βλέπετε, κύριοι, ἀπὸ ὀλίγων ἡμερῶν ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῆς πρωτευούσης;
§92ΡΑΛΛΗΣ......
§93ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἐπειδὴ μὲ προκαλεῖ,... ὁ κ. Ῥάλλης πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀπὸ τὴν θύραν ἐκείνην ἐπεθεώρει τοὺς τραμπούκους, τοὺς ὁδηγουμένους ἀπὸ κρεοπώλας· ὁ κ. Ῥάλλης καὶ χθὲς ἀκόμη τὴν νύκτα συνωδεύετο ἀπὸ πλῆθος τραμπούκων καὶ περιεφέρετο· ἰδέτε ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῆς πόλεως, στρατόπεδα τραμπούκων ῥοπαλοφόρων περιτρέχουσι τὰς τῆς πόλεως ἀγυιὰς, καὶ ἐδὼ ζητοῦσι νὰ μᾶς ἐξευτελίσωσι· μετέβαλον τὸ Βουλευτήριον εἰς θέατρον, καὶ αὐτοὶ οἱ ὀπαδοὶ τοῦ κ. Ῥάλλη, ὁ ὁποῖος ἐκαυχήθη ὅτι δύναται νὰ πνίξῃ τὰ ἀκροατήρια ἐκ τῶν χειροκροτημάτων, κατεμίαναν τὸν ἱερὸν τοῦτον περίβολον· εἶναι κατάστασις αὐτή! καὶ ἀπορῶ πῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔλαβε μέτρα, δὲν περιέστειλε τοὺς κακοήθεις ἐκείνους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι τολμοῦν νὰ παραβιάσωσι τὴν τάξιν καὶ νὰ ἀσεβῶσιν ἐντὸς τοῦ ἱεροῦ τούτου περιβόλου, οἱ ὁποῖοι τολμοῦν νὰ ταράττουν τὴν ἡσυχίαν τῶν πολιτῶν. Ἀλλ’ ἂς συλλογισθῇ ὅτι ἀδιαφοροῦσα καὶ μὴ ἐφαρμόζουσα αὐστηρῶς τὸν νόμον ἀναλαμβάνει εὐθύνην μεγάλην· ἂς λέγῃ ὅ,τι θέλει ὁ κ. Ῥάλλης, ποτὲ ἄλλοτε ἡ κατάστασις αὕτη δὲν ὑπῆρξεν εἰς τὰς Ἀθήνας· προκαλῶ τοὺς διαμένοντας ἐν Ἀθήναις νὰ εἴπωσιν ἐὰν ἀπὸ τῆς συνελεύσεως παρουσιάσθη τοιαύτη κατάστασις, καὶ παρουσιάζεται κατὰ σύμπτωσιν, ἀφοῦ ὁ Ῥάλλης εἶναι ἀνεύθυνος καὶ διαχειρίζεται τὴν Κυβερνητικὴν ἐξουσίαν, ἀρχίζει ἡ ἀνωμαλία, ἀφοῦ ὁ κ. Ῥάλλης δεσπόζει τῆς κυβερνήσεως.
§94Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὅταν ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν κατέσπαζε τὰ τζάμια τοῦ νῦν πρωθυπουργοῦ πῶς δὲν κατώρθωσεν ὁ κ. Ῥάλλης νὰ τὸν ἀναχαιτίσῃ;
§95ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐνθυμοῦμαι;
§96ΠΟΛΥΛΑΣ. Κατὰ τὰ Λαυριωτικὰ, τί ἐκάμνετε;
§97ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διαστρέφεις ἢ ἀγνοεῖς τὰ γενόμενα καὶ τούτου ἀπόδειξις εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀντιθέτου διευθύνσεως, ἀπόδειξις ἂν ἡμεῖς εἴχομεν δίκαιον ἢ οἱ ὀχλαγωγοῦντες· τὰ κατόπιν ἀποτελέσματα ἀπέδειξαν ὅτι παρεσύροντο καὶ τότε οἱ πολῖται· τὰ ἀποτελέσματα μᾶς ἐδικαίωσαν.
§98ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἔπρεπε νὰ παραιτηθῆτε.
§99ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν εἴχομεν πεποίθησιν, ὅτι εἴχομεν δίκαιον, ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνωμεν, καὶ ὄχι νὰ ὑποκύψωμεν ἐνώπιον τῶν ὀχλαγῶν καὶ νὰ δώσωμεν τὴν εὐκαιρίαν εἰς αὐτοὺς νὰ διαφθείρουν τὰ πράγματα καὶ νὰ βλάψωσι τὸν τόπον· ἐκάμομεν τὸ χρέος μας, ὠφείλομεν νὰ καταφρονήσωμεν τὴν ὀχλαγωγίαν, καὶ ἀπεδείχθη ὅτι ἐσκεπτόμεθα καλλίτερον· καὶ ἤδη περὶ τίνων μεγάλων συμφερόντων ἐπρόκειτο, ὅτε ἐγένονται αὐταὶ αἱ ὀχλαγωγίαι; μόλις σήμερον ἠρχίσαμεν τὴν συζήτησιν. Κύριοι, ἔχω καὶ ἓν ἕτερον παράπονον κατὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· εὔχομαι ἡ ἔννοια τὴν ὁποίαν ἀποδίδω εἰς τὴν φράσιν του νὰ μὴ εἶναι ἀκριβής· ὁ κ. Τρικούπης εἶπεν ὡς μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐπεθύμει νὰ ἐπανέλθουν οἱ διαπληκτισμοὶ τῶν ξένων ἐπιῤῥοῶν ἐν Ἑλλάδι. Τὸ σύστημα αὐτὸ ἐπεκράτησε κατὰ δυστυχίαν ἄλλοτε, καὶ ἡ Ἑλλὰς ὑπῆρξε τὸ πεδίον ἔνθα αἱ ξέναι ἐπιῤῥοαὶ ἐπάλαιον πρὸς βλάβην τῆς τιμῆς καὶ τῆς ὑπολήψεως τῆς Ἑλλάδος. Διὰ τοῦτο ἡ Εὐρώπη ἀγαπῶσα καὶ τιμῶσα τὴν Ἑλλάδα παρῃτήθη ἑκουσίως, ἐννοήσασα ὅτι οὐδὲν συμφέρον ἔχει νὰ ἐμπλέκηται εἰς τὰς ὑποθέσεις αὐτῆς καὶ ὅτι ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Κυβέρνησίς της ἐπιμόνως ἀπέκρουσαν, τὴν κατάστασιν ἐκείνην. Τῆς καταστάσεως ἐκείνης τὰς ὀλεθρίας συνεπείας τὰς γνωρίζετε· ἑπομένως τὴν ἰδέαν τοῦ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ κατάστασις αὕτη νομίζω ὀλεθριωτάτην εἰς τὸν τόπον, καὶ ὁ κ. Τρικούπης ὡς ἀντιπολιτευόμενος μᾶς ἤλεγξε, διότι δὲν προτιμῶμεν τὴν ἀποκλειστικὴν φιλίαν δυνάμεώς τινος, ἀλλὰ προτιμῶμεν νὰ περιποιώμεθα ὅλας. Ἡμεῖς καυχώμεθα διὰ τοῦτο· εὐγνώμονες πρὸς ὅλους εἴμεθα τοὺς εὐεργέτας τῆς Ἑλλάδος, ἀδιακρίτως ἀποβλέπομεν εἰς ὅλας τὰς δυνάμεις, ἀφ’ ὧν ἐξαρτᾶται τὸ μέλλον, ἡ εὐτυχία καὶ τὸ μεγαλεῖον τῆς πατρίδος, καὶ ἀπὸ τὴν σύμπραξιν τῶν ἀποφάσεων ὅλων ἐξαρτᾶται ἡ αἰσία λύσις τοῦ ζητήματος, διότι ἄνευ τῆς συμπράξεως ὅλων οὐδὲν ἐλπίζεται, ἢ ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ δύναμίς τις ν’ ἀναλάβῃ ἀγῶνα φοβερὸν, πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν συμφερόντων μας, ἵνα σκεφθῶμεν ἴσως τότε περὶ μονομεροῦς πολιτικῆς, καὶ μᾶς ἐλέγχουσι, διότι ἔχομεν τὴν πολιτικὴν αὐτήν. Ὁ κ. Τρικούπης προτείνει τὴν πολιτικὴν τῆς προτιμήσεως, τὴν μονομερῆ. Κύριοι, τὴν πολιτικὴν αὐτὴν τὴν θεωρῶ ὀλεθριωτάτην, καὶ διὰ τοῦτο κατεξανίσταμαι μὲ ὅλην τὴν δύναμίν μου ἐναντίον αὐτῆς. Ἰδοὺ, κύριοι οἱ λόγοι ἕνεκα τῶν ὁποίων θέλω προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὰ μέτρα καὶ ἡ πολιτικὴ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως δὲν εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ τὴν περιβάλῃ μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς.
§100ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (πρωθυπουργός). Εὐθὺς ὡς ἐσχηματίσθη ἡ παροῦσα κυβέρνησις παρέστημεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα δώσωμεν εἰς αὐτὴν τὴν εὐκαιρίαν νὰ ζητήσῃ παρ’ ἡμῶν λόγον τῆς πράξεως ἡμῶν, τῆς ἀποδοχῆς τῆς κυβερνήσεως· διότι οὐδόλως συμφωνῶ μετὰ τοῦ χθὲς ἀγορεύσαντος ἀντιπολιτευομένου Βουλευτοῦ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ἐξετάζῃ μόνον παρὰ τῶν κυβερνήσεων, ποῦ βαίνουσι, καὶ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐξετάζῃ πόθεν ἔρχονται. Ἡ Βουλὴ ἔχει πλῆρες τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτᾷ τοὺς Ὑπουργοὺς, τίνες εἶνε, πόθεν ἔρχονται, καὶ ποῦ βαίνουσι, διότι πάντα τὰ δικαιώματα, διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἐπιδράσῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τὴν κυβέρνησιν καὶ διὰ τῆς κυβερνήσεως ἐπὶ τὴν τύχην τῆς χώρας, ταῦτα πάντα κεῖνται ἐν χερσὶ τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ποιῆται αὐτῶν χρῆσιν, ὁσάκις τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος ἐπιβάλλουσι τὴν χρῆσιν αὐτῶν. Παρέστημεν λοιπὸν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, διότι ἔπρεπε νὰ λάβῃ ἡ Βουλὴ τὴν εὐκαιρίαν ἵν’ ἀποφανθῇ περὶ ἡμῶν καὶ εἴπῃ, ἂν νομίζῃ, ὅτι αἱ ἰδέαι ἡμῶν εἶνε τοιαῦται, ὥστε νὰ δικαιώμεθα νὰ ζητήσωμεν παρ’ αὐτῆς ὀλίγων ἡμερῶν παῦσιν τῶν βουλευτικῶν ἐργασιῶν εἰς παρασκευὴν τῶν νομοσχεδίων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰδεῶν ἐκείνων. Τὸ δικαίωμα τῆς διακοπῆς τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς κεῖται εἰς χεῖρας ἄλλας, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς κυβέρνησιν νέαν, πρὶν ἢ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν εὐκαιρίαν, ἵν’ ἀποφανθῇ περὶ αὐτῆς, νὰ ποιήσηται χρῆσιν τοῦ δικαιώματος ἐκείνου. Ταύτην τὴν γνώμην εἶχον, εἶχον αὐτὴν πάντοτε καὶ πάντοτε συμφώνως πρὸς ταύτην ἐπολιτεύθην, καὶ πρὸ δύω ἐτῶν, ὅτε μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Καλαβρύτων πάλιν εἰς ὁμοίας πρὸς τὰς σημερινὰς εὑρεθεὶς περιστάσεις ἀπεδέχθην τὸν σχηματισμὸν κυβερνήσεως καὶ παρέστην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα ζητήσω τὴν γνώμην αὐτῆς περὶ τῆς πράξεώς μου ἐκείνης. Πλήρη εἶνε τὰ δικαιώματα τοῦ στέμματος ὡς πρὸς τὰς προνομίας τὰς ἀπονεμομένας εἰς αὐτὸ ὑπὸ τοῦ συντάγματος, ἀλλὰ τὰ καθήκοντα τὰ ἐπιβαλλόμενα εἰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους τὸ στέμμα καλεῖ παρ’ ἑαυτῷ ὡς συμβούλους, ταῦτα κανονίζονται ὑπὸ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων, καὶ ἀπὸ τῶν ἐθίμων ἐκείνων οὔτε ἡμεῖς δυνάμεθά ποτε νὰ παρεκκλίνωμεν, ἀλλ’ οὔτε ἡ Βουλὴ δύναταί ποτε νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς οἱανδήποτε κυβέρνησιν νὰ παρεκκλίνῃ. Μετὰ τὴν ἀνάθεσιν τῆς κυβερνήσεως ὑπὸ τοῦ βασιλέως εἰς πρόσωπα πολιτευόμενα, ἡ κυβέρνησις εἶνε πλήρης· ἀλλὰ δὲν εἶνε κοινοβουλευτικὰ ἡ κυβέρνησις, ἐνόσῳ δὲν παραστῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ λάβῃ τὴν βουλευτικὴν ἀναγνώρισιν. Ταύτην τὴν ἀναγνώρισιν ἐζητήσαμεν παρὰ τῆς Βουλῆς, προτείναντες εἰς αὐτὴν παῦσιν τῶν ἐργασιῶν καὶ τυχόντες ταύτης, ὅπως παρασκευάσωμεν τὰ νομοσχέδια, ἅπερ ἤδη καὶ ὑπεβάλομεν. Μόνον κυβέρνησις τυχοῦσα τῆς ἀναγνωρίσεως ταύτης δύναται νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῶν προνομίων τοῦ στέμματος, μόνον κυβέρνησις ἥτις τυγχάνει συνάμα τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ στέμματος καὶ τῆς ὑποστηρίξεως τῆς Βουλῆς, δύναται νὰ διαχειρίζηται ἐν πάσῃ αὐτῶν τῇ ἀκερκιότητι τὰ δικαιώματα τὰ συνταγματικά. Τὰ δικαιώματα τὰ συνταγματικὰ δύναται νὰ διαχειρίζηται ἀκέραια ἡ κυβέρνησις ἡ κοινοβουλευτική, διότι ἐκ κοινοβουλευτικῆς κυβερνήσεως οὐδεὶς ὑπάρχει κίνδυνος, ὅτι θέλει γείνει κατάχρησις τῶν δικαιωμάτων. Ὅσος ὑπάρχει ὁ κίνδυνος, ὅτι τὰ δικαιώματα ταῦτα δύνανται νὰ φέρωσιν εἰς ἄρνησιν τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν, ἂν διαχειρίζηται αὐτὰ κυβέρνησις μὴ τυχοῦσα βουλευτικῆς ἀναγνωρίσεως, τοσοῦτον ἀφ’ ἑτέρου θὰ ἦτο ἐλλιπὲς τὸ πολίτευμα ἡμῶν καὶ θὰ ἦτο ἀνίσχυρος ἡ κυβέρνησις περὶ τὴν διεξαγωγὴν τῶν μεγάλων αὐτῆς ἔργων, ἐὰν τυγχάνουσα αὕτη τῆς βουλευτικῆς ὑποστηρίξεως δὲν εἶχε πλήρη τὰ δικαιώματα τὰ εἰς αὐτὴν δεδομένα παρὰ τοῦ συντάγματος. Αἱ παρατηρήσεις αὗται ἦσαν ἀναγκαῖαι, διότι καὶ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης ἠθέλησεν ἐν τῇ ἀγορεύσει αὐτοῦ νὰ παραστήσῃ, ὅτι κακῶς ἤλθομεν εἰς τὴν ἐξουσίαν. Πρὶν ἢ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἀπόφασιν, ἧς ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν ἡ τελευταία ὑπουργικὴ μεταβολή, ἡμεῖς οὐδὲν παρελείψαμεν ἐξ ὅσων ἠδύναντο νὰ συντελέσωσιν, ἵνα διαφωτίσωσι τὴν Βουλὴν περὶ τῆς θέσεως, εἰς ἣν ἡ ψῆφος ἐκείνη ἐκινδύνευε νὰ φέρῃ τὰ τῆς πολιτείας. Παρεστήσαμεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὑπάρχει ἀφ’ ἑνὸς σύστημα πολιτικῆς, τὸ ὁποῖον ἀπ’ ἀρχῆς τῆς συνόδου ταύτης ἐπέκρινεν ἡ ἀντιπολίτευσις, καὶ ὑπάρχει ἀφ’ ἑτέρου ἄλλο σύστημα πολιτικῆς, τὸ ὁποῖον οἱ πλεῖστοι τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀντέταξαν κατὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἀπέκρουον. Εἴπομεν τότε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πρέπει νὰ ἐργάζηται θετικῶς καὶ οὐχὶ ἀρνητικῶς, ὅτι δὲν ἐρχόμεθα ἡμεῖς διὰ τεχνασμάτων καὶ καλύπτοντες τὰς ἀληθεῖς ἡμῶν προθέσεις, ὅπως σαγηνεύσωμεν ψήφους· δὲν ἐπεζητήσαμεν μόνον τὴν κατάκρισιν τῶν κακῶς γενομένων, ἀλλ’ ἀνεγνωρίσαμεν, ὅτι ὀφείλομεν, ἐν συζητήσεσιν ἐκ παραλλήλου πρὸς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπεκρίνομεν, νὰ φέρωμεν καὶ τὸ σύστημα τὸ ἡμέτερον, ἵνα μὴ τυχὸν παρασυρθῇ τις καὶ δώσῃ ψῆφον φέρουσαν ὑπουργικὴν κρίσιν, χωρὶς νὰ γινώσκῃ, ὁποῖον θὰ ἦτο τὸ σύστημα, ὅπερ ἤθελε κληθῆ, ἵνα ἀντικαταστήσῃ τὸ ἄλλο σύστημα, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς ψήφου ἐκείνης θὰ ἐτίθετο ἐκποδών. Δὲν φέρομεν ἄρα ἡμεῖς εὐθύνην, ὅπως ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσσήνης, ἐπὶ τοῖς γενομένοις· τοὐναντίον, εἰργάσθημεν μετὰ τοιαύτης εἰλικρινείας, ὥστε παρὰ πολλῶν ἠκούσαμεν, ὅτι στερούμεθα πολιτικῆς ἱκανότητος, ὅτι δὲν εἴμεθα ἐπιδέξιοι πολιτικοὶ, ὅτι εἴμεθα ἄπειροι περὶ τὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν κοινοβουλευτικῶν. Ἀλλὰ, κύριοι, ἡμεῖς τὴν κατηγορίαν ταύτην ἐθεωρήσαμεν τότε καὶ θεωροῦμεν καὶ τώρα ὡς τὸν μεγαλείτερον ἔπαινον τῆς διαγωγῆς ἡμῶν καὶ τῶν ἀγώνων ἡμῶν. Ἔχομεν τὴν συνείδησιν, ὅτι ἂν τὰ πράγματα τὰ κοινοβουλευτικὰ φθάσωσιν εἰς τὸ ἀδιέξοδον, ἡμεῖς οὐδὲν ἐπράξαμεν, ἵνα φέρωμεν αὐτὰ εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο. Δυνατὸν εἶναι τὸ ἀδιέξοδον νὰ ἀπολήξῃ ὑπὲρ ἡμῶν, δυνατὸν εἶναι νὰ ἀπολήξῃ καὶ καθ’ ἡμῶν· ἀλλ’ ἂν συμβῇ τὸ ἀδιέξοδον τοῦτο, οὐδεὶς δύναται νὰ μᾶς κατηγορήσῃ, ὅτι εἰργάσθημεν διὰ πλαγίων μέσων, ἵνα φέρωμεν τὰ πράγματα εἰς τὸ ἀδιέξοδον, ὅπως ἐπὶ προφάσει τοῦ ἀδιεξόδου κατορθώσωμεν τοὺς σκοπούς....
§101ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὸ ἔθνος θὰ σᾶς κατηγορήσῃ (θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ πτέρυγι καὶ ποδοκροτήματα ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις.)
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμνω τὴν παρατήρησιν εἰς τὰ ἀκροατήρια νὰ παύσουν τὰς ἐπιδοκιμασίας καὶ ἀποδοκιμασίας.
§103ΡΑΛΛΗΣ. Ἔπρεπε νὰ κάμητε τὴν παρατήρησιν εἰς τοὺς διακόπτοντας.
§104ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅλως ἄτοπον θεωρῶ τὴν διακοπὴν ταύτην, διότι οὐδὲν λέγω δυνάμενον νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς οὐδένα, ἵνα ὑπολάβῃ, ὅτι ἐξέρχομαι τοῦ κύκλου τῶν καθηκόντων μου. Ὡς Ὑπουργὸς καὶ ὡς Βουλευτὴς ὁμιλῶ περὶ τῶν πράξεων, τὰς ὁποίας ὡς Βουλευτὴς διέπραξα καὶ ὡς Ὑπουργὸς διαπράττω, ὁμιλῶ δὲ καὶ περὶ τῶν συνεπειῶν τῶν πράξεων ἐκείνων. Ὀφείλω νὰ ὁμιλήσω περὶ αὐτῶν, διότι τοῦτο ὑπῆρξε τὸ θέμα τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μεσσήνης, ὁ ὁποῖος ἦλθεν εἰς τὸ βῆμα, ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἐμορφώθη διὰ τῆς ἀθετήσεως τῶν ἰδεῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι σήμερον ὑπουργοὶ, τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας εἶχον ἕως χθὲς ὡς ἀντιπολιτευόμενοι. Ἔχω τὸ καθῆκον νὰ ἀποδείξω, ὅτι πᾶσαν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν εἴχομεν ὡς ἀντιπολιτευόμενοι, ἐφέραμεν καὶ σήμερον εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ διετυπώσαμεν ἐν τοῖς νομοσχεδίοις ἡμῶν, καὶ ὅτι ὡς ἀντιπολιτευόμενοι εἴχομεν τὰς αὐτὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας πρεσβεύομεν καὶ σήμερον, καὶ ὅτι ὡς ἀντιπολίτευσις οὐδὲν ἐπράξαμεν, ἐπὶ τῷ ὁποίῳ ἔχομεν ἀφορμὴν νὰ μεταμελώμεθα· διότι, ἂν ὡς ἐκ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς ἐπέλθῃ κατάστασις πραγμάτων δεινὴ, τὴν κατάστασιν ταύτην ἡμεῖς διὰ παντὸς μέσου προσεπαθήσαμεν ν’ ἀποφύγωμεν, καὶ ἂν δὲν τὴν ἀπεφύγαμεν, δὲν ἦτο ὅμως δυνατὸν νὰ πράξωμέν τι ἡμεῖς ἄλλο ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐπράξαμεν. Δὲν ἦτο δυνατὸν ἡμεῖς, οἵτινες παρέστημεν εἰς τὰς ἐκλογὰς δι’ ὑποσχέσεων πρὸς τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος, ὅτι θὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα καταπολεμήσωμεν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ πεποιθήσει ἡμῶν καταδικάζεται ὑπὸ τῆς κοινωνίας, δὲν ἦτο δυνατὸν ἡμεῖς ἔχοντες τὰς ἰδέας ταύτας, ἃς ὑπεσχέθημεν εἰς τὸν λαὸν, ὅτι ἠθέλομεν ὑποστηρίξει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὡς καὶ ὑπεστηρίξαμεν αὐτὰς, δὲν ἦτο δυνατὸν μετὰ 4 μηνῶν ἐπαγγελίας ν’ ἀποσυρθῶμεν τοῦ πεδίου κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ δώσωμεν τὴν ὁριστικὴν ἡμῶν ψῆφον. Ἡμεῖς εἴχομεν καθῆκον νὰ ψηφίσωμεν ὡς ἐψηφίσαμεν, ἀλλὰ δὲν ἐπεζητήσαμεν τὴν ὑποστήριξιν οὐδενὸς ἐξ ἐκείνων, οἵτινες δὲν συνεμερίζοντο τὰς ἰδέας ἡμῶν Εἴπομεν εἰς αὐτοὺς, μὴ ψηφίζετε μεθ’ ἡμῶν· ψηφίζοντες μεθ’ ἡμῶν πράττετε πρᾶξιν κακὴν, ἀπέχετε, ἂν δὲ εἶσθε ἕτοιμοι, ἵνα ὑποστηρίξητε τὸ σύστημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἡμεῖς προτιθέμεθα νὰ ἀντικαταστήσωμεν τὸ σύστημα τὸ ὑφιστάμενον, ἕως οὗ ἴδητε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντικατασταθῇ ἡ κυβέρνησις δι’ ἑτέρας κυβερνήσεως βιωσίμου. Ταῦτα εἴπομεν τότε ἀπροκαλύπτως· ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀξιώσῃ, ὅπως ἡμεῖς, οἵτινες ἀποτελοῦμεν σχεδὸν πᾶσαν τὴν τότε ἀντιπολίτευσιν, ὑποχωρήσωμεν, διότι ὑπῆρχον ὀλίγοι οἱ ὁποῖοι θὰ συνεψήφιζον ὑπὲρ τῆς προτάσεως ἡμῶν, ἐνῷ δὲν προετίθεντο νὰ ψηφίσωσι κατόπιν ὑπὲρ τοῦ συστήματος ἡμῶν ἐν τῇ κυβερνήσει τῆς χώρας. Δὲν κατακρίνω οὐδένα, διότι ὅπως ἐγὼ καυχῶμαι, ὅτι ἐμμένω εἰς τὰς ἰδέας μου καὶ ὅτι κηρύττω αὐτὰς καὶ ὅτι κατ’ αὐτὰς πολιτεύομαι, οὕτως ἐπιδοκιμάζω καὶ ἐκείνους, οἵτινες συμφώνως πρὸς τὰς ἰδέας αὑτῶν πολιτεύονται. Οἱ βουλευταί, οἱ μεθ’ ἡμῶν ψηφίσαντες χθὲς καὶ σήμερον, προτιθέμενοι νὰ καταψηφίσωσι τοῦ συστήματος ἡμῶν, ἔπραξαν τοῦτο, διότι ἐπίστευον, ὅτι τοῦτο ὤφειλον νὰ πράξωσιν. Οὐδόλως ἔχω δικαίωμα νὰ κατακρίνω αὐτοὺς διὰ τὰς πεποιθήσεις των, ἀλλ’ οὐδὲ φέρω εὐθύνην ἐκ τῆς ψήφου ἐκείνων. Σήμερον ὡς κυβέρνησις τῆς χώρας καθῆκον ἔχομεν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας τότε ὡς ἀντιπολίτευσις ἀντετάξαμεν κατὰ τῶν ἰδεῶν τῆς κυβερνήσεως, τὰς ἰδέας δὲ ταύτας διετυπώσαμεν πάσας ἐν νομοσχεδίοις. Ὁ κ. βουλευτὴς Μεσσήνης ἠθέλησε νὰ μᾶς μεμφθῇ, παραστήσας, ὅτι τὰ νομοσχέδια ἡμῶν δὲν περιέχουσι τὰς ἰδέας ἡμῶν ἐκείνας, τὰς ὁποίας πάντες εἴχετε ἀκούσει. Ἀλλ’ ὅπως πάντες ἠκούσατε τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ὡς ἀντιπολίτευσις ὑπεστηρίξαμεν, οὕτω καὶ πάντες ἀνεγνώσατε τὰ νομοσχέδια. Ποῦ δὲ ἐν αὐτοῖς εὕρετε ἀθετηθείσας τὰς ὑποσχέσεις ἡμῶν; Τί ἐπηγγέλθημεν; Ἐπηγγέλθημεν, ὅτι ἠθέλομεν ὡς πρὸς τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιδιώξει τὸ ἰσοζύγιον καὶ ἠθέλομεν οὕτω διαῤῥυθμίσει τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὥστε τὸ ἰσοζύγιον ταχέως νὰ πραγματοποιηθῇ. Τὴν πραγματοποίησιν τοῦ ἰσοζυγίου εἴπομεν τότε, ὅτι ὠφείλομεν νὰ ἐπιδιώξωμεν δι’ οἰκονομιῶν, διὰ μεταῤῥυθμίσεων τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, προσεθήκαμεν δὲ καὶ διὰ τῆς μεταβολῆς τῶν διοικητικῶν ἡμῶν πραγμάτων· ὡς πρὸς τὰ διοικητικὰ δὲ πράγματα ὁ κ. πρώην πρωθυπουργὸς δὲν ὤκνησε μετὰ ὀλίγων ἡμερῶν κυβέρνησιν νὰ ψέξῃ τὴν διοίκησιν ἡμῶν καὶ νὰ παραστήσῃ, ὅτι ἀντὶ βελτιώσεων ἐφέραμεν κατάστασιν χείρονα τῆς παρελθούσης. Καὶ ἀληθῶς, κύριοι, ἂν ἡ κατάστασις ἡ σήμερον ἦτο χείρων τῆς παρελθούσης, θὰ ἦτό τι ἀφόρητον. Εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσσήνης, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς πρωτευούσης εἶναι ὅλως ἔκρυθμος, ὅτι τὰ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ συμβαίνοντα ἐπιβάλλουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καθῆκον ἐπιτακτικὸν, περὶ τῆς ἐπιτελέσεως τοῦ ὁποίου ὀφείλει νὰ δώσῃ λόγον. Ἀλλ’ ἐγώ, κύριοι, πρῶτον ἤδη ἀκούω, ὅτι συμβαίνει τι ἐν τῇ πρωτευούσῃ ἐπιβάλλον ἔκτακτα καθήκοντα εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Εἴξευρα μόνον, ὅτι ἕως προχθές, τουτέστι μέχρι τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπῆλθεν ἡ ὑπουργικὴ μεταβολή, συνέβαινον ἐν τοῖς θεωρείοις τῆς Βουλῆς ἀτακτήματα προκαλούμενα ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως. Οὐδὲν δὲ γινώσκω ἐκτὸς τοῦ βουλευτηρίου τούτου συμβαῖνον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς παρατήρησιν οἱανδήποτε. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰ ἐν τῇ Βουλῇ γενόμενα, ὡς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν παρ’ ἡμῶν ὑπεσχημένων, περὶ τῶν ὁποίων θέλει προκληθῆ καὶ ἡ ψῆφος ὑμῶν, σχετικῶς πρὸς τὰ νομοσχέδια τὰ παρ’ ἡμῶν προταθέντα, ἔρχομαι νὰ παραβάλω τὰ νομοσχέδια ταῦτα καὶ τὰς περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ δηλώσεις πρὸς τὰ παρ’ ἡμῶν ὑπεσχημένα. Ὑπεσχέθημεν μεταβολὴν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος καὶ ἐφέραμεν πρότασιν νόμου περὶ τούτου, ἐφέραμεν αὐτὰς ἐκείνας τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας ἐπηγγέλθημεν, ὅτι θὰ φέρωμεν. Εἴπομεν, ὅτι θὰ καταργήσωμεν τὴν δεκάτην καὶ θ’ ἀντικαταστήσωμεν αὐτὴν διὰ συστήματος νέου καὶ διὰ φόρου ἀντιστοιχοῦντος πρὸς 2% περίπου ἐπὶ τῆς παραγωγῆς. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβάλομεν, αὐτὰ ταῦτα ἀναγράφει. Ὁ κ. πρώην πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τέσσαρα ἤδη ἔτη ἦτο πρωθυπουργὸς, σήμερον ἐσκέφθη, ὡς ἀντιπολιτευόμενος, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ μεταβάλῃ τὸ φορολογικὸν σύστημα ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν· καὶ ἐνῷ χθὲς ἔτι ἐπέμενεν, ὅτι οὐδεμία μεταβολὴ ἐπὶ τοῦ ὑπάρχοντος συστήματος εἶναι ἀποδεκτὴ ἐν ταῖς παρούσαις περιστάσεσι, σήμερον, ὡς ἀντιπολιτευόμενος, ἠκολούθησε τὸ ἅρμα τοῦ κ. Ῥικάκη. Ὁ κ. Ῥικάκης ὑπέβαλε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν σχέδιον νέου φορολογικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς εἰσέτι ἀγνοοῦμεν, διότι δὲν διενεμήθη τὸ νομοσχέδιον.....
§105ΡΙΚΑΚΗΣ. Διενεμήθη.
§106ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Φαίνεται ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσσήνης ἔλαβε γνῶσιν αὐτοῦ ἤδη καὶ τοσοῦτον ἐθεώρησε τὰς ἰδέας ταύτας ὀρθὰς, ὥστε ὅ,τι ἐπὶ τέσσαρα ἔτη ἐργαζόμενος ἐν τῇ κυβερνήσει τῆς χώρας δὲν ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἦλθε σήμερον νὰ τὸ προτείνῃ ὡς νέον κυβερνητικὸν πρόγραμμα καὶ ἀμέσως ἐπὶ τῇ προτάσει ταύτῃ ἤκουσα τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ἐνθουσιασθέντος καὶ εἰπόντος, ὅτι τοῦτο ἔδει νὰ ψηφισθῇ.
§107ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἐπρότεινα τίποτε (θόρυβος.)
§108ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσσήνης εἶπεν, ὅτι ὑποστηρίζει τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἐγγείου φόρου ἀπὸ 7 εἰς 5% καὶ τοῦτ’ αὐτὸ ἤκουσα τοῦ κ. Βουλευτοῦ Πατρῶν εἰπόντος, ὅτε παρουσίασε τὸ νομοσχέδιον αὑτοῦ, (θόρυβος) καὶ το το μὲ ἔκαμε νὰ πιστεύσω, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐγένετο ἀκόλουθος τοῦ κ. Ῥικάκη ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον αὑτοῦ, διότι πολλάκις συμβαίνει, ὥστε ὁ θέλων νὰ ἦναι ἀρχηγὸς, ἀναγκάζεται νὰ γίνηται ἀκόλουθος ἐκείνων, οὓς θέλει νὰ ἔχῃ ἀκολούθους.
§109ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἐπιμένω εἰς τὸ σύστημα τὸ ὑπάρχον μὲ ἐλαττώσεις, δὲν γνωρίζω τί ὑπεστήριξεν ὁ κ. Ῥικάκης.
§110ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσσήνης κατέκρινε τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τῆς δεκάτης ὡς ἀθετοῦν τὰ ὑπεσχημένα παρ’ ἡμῶν ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει, ἀλλ’ ὡς πρὸς τοῦτο οὐδὲν ἠδυνήθη νὰ προσαγάγῃ εἰς ὑποστήριξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ του· τὸ κατέκρινεν ὅμως καὶ καθ’ ἑαυτὸ καὶ ταύτας αὑτοῦ τὰς ἰδέας ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω. Εἶπεν, ὅτι τὸ σύστημα τὸ προτεινόμενον εἶναι ἐπαχθέστερον τοῦ ὑπάρχοντος, ὅτι οὐδαμοῦ ἀλλοῦ ὑπάρχει ἢ μόνον παρὰ τοῖς Ἀλγερίνιοις· φαίνεται δὲ, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος φρονεῖ, ὅτι τὸ Ἀλγέριον κυβερνᾶται παρὰ τῶν Ἀλγερίνων· ἀγνοεῖ ὅτι τὸ Ἀλγέριον εἶναι Γαλλία, ὅτι οἱ θεσμοὶ τοῦ Ἀλγερίου εἶναι θεσμοὶ τῆς Γαλλίας καὶ ὅτι ὁ φόρος ὁ ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν μετεβλήθη διὰ γαλλικοῦ νόμου. Ἀλλ’ οἱ γάλλοι νομοθέται, νομοθετοῦντες διὰ τὴν Ἀλγερίαν, γινώσκουσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς δὲν γινώσκουσι πάντοτε οἱ παρ’ ἡμῖν νομοθετοῦντες, οἵτινες νομίζουσιν, ὅτι ἐξεπλήρωσαν τὰς νομοθετικὰς αὐτῶν ὑποχρεώσεις πρὸς τὴν πολιτείαν, ὅταν θέτωσι νόμον μεταφράζοντες γαλλικὸν νόμον. Οἱ Γάλλοι ὅμως, οἵτινες ἔχουσι παρ’ ἑαυτοῖς τὸν νόμον, ὃν ἡμεῖς κατὰ γράμμα μεταφράζομεν, δὲν φρονοῦσιν, ὅτι οἱ νόμοι αὐτῶν εἶναι κατάλληλοι διὰ πάσας τὰς περιστάσεις καὶ διὰ πάσας τὰς χώρας, τοὺς δὲ ἰδίους αὐτῶν νόμους τροποποιοῦσι καὶ μεταβάλλουσι κατὰ τὰς διαφόρους περιστάσεις. Αἱ περιστάσεις δ’ ἐν αἷς εὑρίσκοντο τὰ τῆς γεωργίας ἐν Ἀλγερία, ὅταν ἐνομοθέτει περὶ αὐτῆς ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, ὡμοίαζον πρὸς τὰς περιστάσεις τῆς Ἑλλάδος πλειότερον τῶν περιστάσεων τῆς Γαλλίας. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὅτε παρεσκεύασε σχέδιον νόμου περὶ μεταβολῆς τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, μετέφρασε καὶ τότε τοὺς φορολογικοὺς νόμους τῆς Γαλλίας καὶ ἀπέτυχε, διότι ἀπέβλεψεν εἰς τὸν τύπον ἀντὶ τῆς οὐσίας, δὲν ἐνόησε τὸ σύστημα τὸ φορολογικὸν τῆς Γαλλίας ἐν τῇ ἀληθεῖ αὐτοῦ ἐννοίᾳ, δὲν ἀντελήφθη, ὅτι συνίστατο οὐχὶ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν αὐτῶν διατάξεων εἰς ἀνομοίας περιστάσεις, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῆς αὐτῆς ἀρχῆς διὰ τῆς διαφόρου διασκευῆς τοῦ νόμου κατὰ τὰς περιστάσεις. Εἰς πάσας τὰς σκέψεις καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μεσσήνης καὶ τῶν ἄλλων πραγματευθέντων τὰ τοῦ προτεινομένου συστήματος παρατηρεῖται ἐπικρατοῦσα πλάνη ὡς πρὸς τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν αὐτοῦ. Ἡ ἀληθὴς ἔννοια τοῦ συστήματος τούτου εἶναι, ὅτι οὐχὶ μόνον ὁ τρόπος τῆς φορολογίας πρόκειται νὰ μεταβληθῇ, ἀλλὰ πρόκειται κατὰ τὸ πλεῖστον νὰ καταργηθῇ ὁ ὑπάρχων φόρος, διότι εἶναι δυσανάλογος πρὸς τὴν ὅλην φορολογίαν τοῦ Κράτους. Ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου ὁ ἔγγειος φόρος δὲν δύναται ἐξ ἀναλογίας πρὸς τοὺς ἄλλους φόρους οὐδὲ νὰ πλησιάζῃ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 7%, εἰς τὸ ὁποῖον σήμερον εἶναι ὡρισμένος. Καὶ τὸ ἐπαχθὲς τοῦ τρόπου τῆς φορολογίας ὀφείλομεν νὰ καταργήσωμεν καὶ τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου ὀφείλομεν νὰ ἐλαττώσωμεν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ὡς ἐκ τῆς μικρότητος αὐτοῦ αἱ κατὰ τὴν διαβάθμισιν ἀνισότητες νὰ μὴ ἔχωσι πολλὴν σπουδαιότητα ὡς ὀλίγον ἐπαισθηταί. Ὁσάκις οἱ φόροι εἶναι ἐλαφροὶ ἐπικρατεῖ ἡ ἀρχὴ τῆς ἁπλοποιήσεως αὐτῶν. Ἔχομεν παρ’ ἡμῖν τὸν φόρον ἐπὶ τῶν ζώων. Οὗτος εἶναι βεβαίως ἄνισος, διότι ἐπιβάλλεται ὁ αὐτὸς καὶ εἰς ποίμνια παραγωγὰ καὶ εἰς ποίμνια ὀλίγῳ ἀποφέροντα· ἀλλὰ διατί οὐδεὶς ἐπρότεινε νὰ γίνῃ διάκρισις; διότι ὁ φόρος εἶναι μικρὸς, ἐπὶ μικρῶν δὲ φόρων ἡ ἁπλοποίησις τοῦ φορολογικοῦ συστήματος εἶναι ἡ ἐπιδιωκτέα ἰδέα, ἐνῷ ἐπὶ βαρέων φόρων εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία ἡ διάκρισις. Ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον προτείνομεν ἤδη, εἶναι ἐλάχιστος, εἶναι φόρος παραλλάσσων μεταξὺ 5 καὶ 15 δραχ. ἐπὶ ἕκαστον κτῆνος. Ἐὰν τυχὸν συμβῇ ἀνισότης τις, ἔστω καὶ ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσήνης, ἡ ἀνισότης ἔχει ἀνώτατον ὅριον τὰς 15 δραχμάς· ἀλλ’ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ὡς παρετήρησεν ὁ βουλευτὴς Μεσσήνης, ἡ φορολογία θὰ ἦναι κατωτέρα, κατὰ δὲ τὴν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ κλίμακα δὲν δύνανται νὰ παρουσιασθῶσιν αἱ ἀνωμαλίαι τὰς ὁποίας ἀνέφερεν. Ἀλλ’ ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς κατακρίνει τὸν φόρον τοῦτον ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ὡς φόρον ἐπιβαρύνοντα τοὺς γεωργοὺς, ἀφ’ ἑτέρου παρέστησεν, ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ δὲν ὑπελογίσαμεν καλῶς τὴν ἐλάττωσιν τῆς προσόδου ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ συστήματος εἰς 870,000 δραχμάς, ἐνῷ ὠφείλομεν κατ’ αὐτὸν νὰ ὑπολογίσωμεν αὐτὴν εἰς 1,500,000 δρ. ἢ καὶ εἰς 2,000,000. Ἐὰν τοῦτο ἦναι τὸ ἀληθὲς, τί ἄλλο θὰ ἀπεδείκνυεν ἢ ὅτι ἀπαλλάττεται διὰ τοῦ προτεινομένου συστήματος ἡ γεωργία ἀπὸ πάσης σχεδὸν φορολογίας; ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο. Καίτοι ὅμως δὲν εἶναι ἀληθὴς ἡ ἐλάττωσις τῶν προσόδων τοῦ δημοσίου, ὅσον ὑπελόγισεν αὐτὴν ὁ κ. Κουμουνδαῦρος, εἶναι ὅμως ἀληθὲς, ὅτι διὰ τοῦ προτεινομένου συστήματος σχεδὸν ἐντελῶς ἀπαλλάττεται ἡ γεωργία τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἀπὸ πάσης φορολογίας. Ἀντίφασις, λέγει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, εἶναι τὸ νὰ παριστᾶτε τὸν φόρον ὡς ἐλαττοῦντα μόνον κατὰ 870,000 δραχ. τὰς προσόδους τοῦ δημοσίου καὶ ταὐτοχρόνως νὰ λέγητε, ὅτι ἀπαλλάττεται ὁ λαὸς ἀπὸ τοῦ πλείστου τῶν βαρῶν, ἅτινα ὡς ἐκ τοῦ ἰσχύοντος συστήματος ὑποφέρει. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο ἀντίφασις. Σήμερον ὁ προϋπολογισμὸς ἀναγράφει μόνον ὅσα εἰσπράττει τὸ δημόσιον, δὲν ἀναγράφει ὅσα πληρώνει ὁ λαός. Ὁ λαὸς δὲν πληρώνει μόνον τὸ ποσὸν τῶν 3,800,000 δραχμῶν, ὅπερ βλέπομεν ἐγγεγραμμένον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ· ὁ λαὸς πληρώνει τὸ διπλάσιον, δὲν ἠξεύρω δὲ ἂν δὲν πληρώνῃ καὶ τὸ τριπλάσιον.
§111ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ διπλάσιον; αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές.
§112ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ποῖα εἶναι τὰ κέρδη τῶν ἐνοικιαστῶν δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν, ἡ δ’ ἔλλειψις αὐθεντικῶν ὑπολογισμῶν περὶ τῶν κερδῶν τῶν ἐνοικιαστῶν ἀποκρύπτει τὴν ἀληθῆ διαφορὰν μεταξὺ τῆς ἀποφορᾶς τοῦ τέλους ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τῆς ἀποφορᾶς τῆς δεκάτης.
§113ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὸν λόγον, κ. πρόεδρε.
§114ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἔλθῃ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσσήνης εἰς τὸ βῆμα, ἵνα μάθωμεν, ὅτι ὅταν ἡ ἐλάττωσις γίνηται ἀπὸ 7% εἰς 2%, ἡ φαινομένη ζημία εἶναι τὰ 5|7 τῆς παρούσης προσόδου, καὶ ὅτι αἱ 870,000 δραχ., εἰς ἃς ὑπολογίζομεν τὴν ἐλάττωσιν τῆς προσόδου τοῦ δημοσίου, δὲν εἶναι τὰ 5|7 τῶν ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ 3,800,000. Τὸ πρᾶγμα εἶναι πρόδηλον, ἀλλὰ βλέπων τοῦτο ὁ ἀξιότιμος βουλευτής, ἔπρεπε νὰ σκεφθῇ, ὅτι ἐκ τοῦ ὑπολογισμοῦ αὐτοῦ ἐλλείπει τι καὶ ἐλλείπει αὐτό, τὸ ὁποῖον πρότερον εἶπον, ὅτι κατὰ τὸ νέον σύστημα τῆς ἐγγείου φορολογίας, τὸ δημόσιον θὰ ἀπολαμβάνῃ ὁλόκληρον τὸ προϊὸν τοῦ φόρου· ὅτι πᾶν ὅ,τι θὰ ἀποφέρῃ ὁ λαός, θὰ εἰσέρχηται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐνῷ κατὰ τὸ ὑπάρχον σύστημα μέγα ποσὸν ἐκ τοῦ θυλακίου τοῦ λαοῦ ἐξερχόμενον δὲν φθάνει εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ δημοσίου. Τὸν ὑπολογισμὸν τῆς ἐπὶ τοῦ νέου συστήματος προσόδου ὀφείλομεν νὰ κάμωμεν ἀνεξαρτήτως τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ παλαιοῦ συστήματος, διότι τὸ νέον σύστημα δὲν ἀφίνει, ὡς ἐκεῖνο, καθυστερήματα, οὐδὲ παράγει, ὡς ἐκεῖνο, κέρδη ὑπὲρ τῶν ἐνοικιαστῶν εἰς βάρος τῶν φορολογουμένων. Ὑπολογιζόμενος δὲ ὁ νέος φόρος ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν τῶν ἐπισήμων, ποῖα δίδει πιθανὰ ἀποτελέσματα; Ἐπίσημος εἶναι ἡ στατιστικὴ πληροφορία, καθ’ ἣν τὰ ἀροτριῶντα κτήνη ἐν τῷ κράτει ἀνέρχονται εἰς 216,000. Κατώτατος ὅρος τοῦ φόρου εἶναι 5 δραχμαὶ ἐπὶ ἕκαστον ἀροτριῶν κτῆνος. Ἑπομένως ἐπὶ τῷ κατωτάτῳ ὅρῳ ὑπολογίζοντες θὰ ἔχωμεν πρόσοδον 1,000,000 δραχ. Ἀλλ’ ἔχομεν ἀνώτατον ὅρον 15 δραχμῶν· ποῖος δὲ θὰ ἦναι ὁ μέσος ὅρος; Ἐὰν ἦναι 10 δραχμῶν θὰ ἔχωμεν πρόσοδον 2,160,000 δραχ. ἐκ τοῦ φόρου τούτου. Ταῦτα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καταστατικῶν, ἃς ἐδημοσίευσεν ἡ κυβέρνησις τοῦ κ. Κουμουνδούρου. Ἀλλὰ θὰ ὑπάρξωσι καὶ ἐκ τοῦ φόρου τούτου καθυστερήματα παρετήρησαν καὶ ἄλλοι καὶ χθὲς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Λακεδαίμονος, διότι δὲν εὐκολύνεται ὁ λαὸς εἰς τὴν ἀπότισιν χρηματικοῦ φόρου. Θὰ ἦτο ἀκριβὴς ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦ φόρου ἦτο μέγα· ἀλλ’ ὅταν ὁ φόρος ἀνέρχεται εἰς 5 ἕως 15 δραχ. κατὰ κτῆνος, τουτέστιν εἰς 10 ἕως 30 δραχμῶν ἐπὶ τὴν οἰκογένειαν τὴν κεκτημένην ἓν ζεῦγος, εἶναι τοῦτο ποσὸν δυνάμενον νὰ φέρῃ περὶ τὴν ἀπότισιν τὰς δυσκολίας, περὶ ὧν χθὲς διὰ μακρῶν καὶ ἐν πλήρει γνώσει τοῦ ἀντικειμένου ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής; Ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσσήνης ἀπηρίθμησε σειρὰν ὅλην ἐπικρίσεων κατὰ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ Νομοσχεδίου. Παρέστησεν, ὅτι θὰ ἐπέρχωνται ἀδικήματα κατὰ τὴν φορολογικὴν διαβάθμισιν τῶν χωρίων, διότι περὶ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ ποσοῦ τῆς παραγωγῆς τῶν δημητριακῶν καρπῶν τῶν χωρίων θὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν ὁ φόρος ἐπικαρπίας, παριστῶν οὕτω τὴν παραγωγὴν ἐξωγκωμένην· ἀλλ’ ὡς πρὸς τοῦτο πιστεύω, ὅτι δὲν ἐπιμένει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος μετὰ τὴν παρατήρησιν, ἥτις τῷ ἐγένετο, ὅτι κατὰ τὸ Νομοσχέδιον, ἡ βεβαίωσις τοῦ ποσοῦ τῆς παραγωγῆς γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διπλοτύπων, καὶ ὅτι τὰ διπλότυπα ἀναγράφουσι διακεκριμμένως τὴν φορολογίαν τὴν ἔγγειον καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας. Ἐὰν δὲ συμβαίνῃ ἐνιαχοῦ νὰ ἀπωλέσθησάν τινα ἐκ τῶν διπλοτύπων, περὶ τούτου ὁ νόμος προβλέπει, ἀρκούμενος ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἰς τὰ διπλότυπα δύο ἐτῶν· σπανιώτατα δὲ ἢ οὐδέποτε θὰ παρουσιασθῇ ἡ περίπτωσις τῆς ἀπωλείας τῶν διπλοτύπων καὶ τῶν πέντε ἐτῶν. Παρέστησεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὅτι ὁ δημοτικὸς φόρος θὰ ἦνε βαρὺς, θὰ ἦνε ἄνισος κατὰ τὸ προτεινόμενον σύστημα· ἀλλ’ ὁ φόρος ὁ δημοτικὸς θὰ ἦνε αὐτὸς ὁ σήμερον ὑπάρχων, αὐτὸς δὲ, κατὰ τὸ σύστημα τοῦ νέου νόμου διανεμόμενος, κατ’ οὐδὲν δύναται νὰ ἐπιβαρύνῃ τὴν θέσιν τοῦ γεωργοῦ. Παρέστησεν ὡσαύτως, ὅτι ὁ φόρος εἶναι ἄνισος, διότι ἐπιβάλλεται ὁ αὐτὸς εἰς πάντα τὰ κτήνη ἀδιακρίτως, βόας, ἵππους, ἡμιόνους, ἀλλ’ ἐὰν αὕτη ἦτο ἀντίῤῥησις οὐσιώδης, εὔκολος θὰ ἦτο καὶ ἡ διόρθωσις· διότι οὐδὲν ἐμποδίζει νὰ γείνῃ ἡ διάκρισις. Δὲν γίνεται ὅμως ἡ διάκρισις, διότι μετὰ μακρὰν μελέτην καὶ βάσανον τοῦ ἀντικειμένου παρ’ ἐκείνων, οἵτινες καὶ ἐκ τῆς ἐπιστήμης καὶ ἐκ τῆς πείρας ἦσαν εἰς θέσιν ἵν’ ἀποφανθῶσι, τὸ ὁμοιόμορφον ἀπεδείχθη συμφορώτερον τῇ πολιτείᾳ καὶ συμφωνότερον πρὸς αὐτὴν τὴν ἰσότητα τῆς φορολογίας. Τὸ ὁμοιόμορφον τοῦ φόρου ἔχει καὶ τὸ πλεονέκτημα, ὅτι συντελεῖ εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ εἴδους τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, περὶ δὲ τὸν κανονισμὸν τῶν φόρων δέον νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν τὸ συμφέρον τοῦ κράτους, ὅπως ὁ φόρος μὴ παρεμποδίζῃ τὴν βελτίωσιν τῆς καλλιεργείας, ἀλλ’ ὅπως τοὐναντίον βραβεύῃ τὰς βελτιώσεις. Παρέστησε τέλος ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὅτι ἡ ἐποχὴ τῆς πληρωμῆς θέλει ἀποστερήσει τὸ δημόσιον τῶν μέσων τῆς ὑπάρξεως καὶ ζωηρῶς ἀπεικόνισε τὰ ὀλέθρια εἰς τὸ κράτος ἀποτελέσματα τῆς βραδείας ἀποτίσεως τοῦ φόρου. Μεγάλην ὁ κ. Κουμουνδοῦρος θὰ ᾐσθάνετο ἔλλειψιν ἐπιχειρημάτων, διὰ νὰ παραστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τοιαῦτα ἀποτελέσματα δύνανται νὰ ἐπέλθωσιν ἐκ τοῦ καθορισμοῦ τῆς πληρωμῆς τῆς ὀφειλῆς κατὰ ταύτην μᾶλλον ἢ κατ’ ἐκείνην τὴν ὥραν τοῦ ἔτους. Αὗται πᾶσαι αἱ ἐπικρίσεις, ἀντὶ ν’ ἀποδεικνύωσιν ὅτι τὸ Νομοσχέδιον, οἷον ὑπεβλήθη, περιέχει τι, τὸ ὁποῖον νὰ καθιστᾷ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ ἐπιβλαβῆ, πάντα ταῦτα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν τοῦ συστήματος δὲν ὑπάρχουσιν ἐπιχειρήματα ἀντιτακτέα κατ’ αὐτοῦ. Ἡ οὐσία τοῦ ζητήματος ποία τις εἶναι; Ἡ οὐσία τοῦ ζητήματος εἶναι, ὅτι καὶ ἐν πάσῃ μὲν περιπτώσει, ἀλλὰ ἰδίως σήμερον, ὅτε ἐπιζητοῦμεν βάσεις κανονισμοῦ τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων καὶ ἐξασφαλισμοῦ τοῦ ἰσοζυγίου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὀφείλομεν ν’ ἀναθεωρήσωμεν τὰ τῆς φορολογικῆς ἡμῶν νομοθεσίας, ὅπως συντελέσωμεν διὰ προσφόρων μεταῤῥυθμίσεων εἰς τὴν αὔξησιν τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Ἐνόσῳ ἡ γεωργία πιέζεται ὑπὸ τοῦ βαρβάρου συστήματος, ὅπερ σήμερον διέπει τὰ κατ’ αὐτὴν, ἐνόσῳ, πλὴν τοῦ συστήματος, πιέζεται καὶ ὑπὸ τοῦ δυσαναλόγου τοῦ φόρου, φόρου 7% ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου, ἀντιστοιχοῦντος, κατὰ μέσον ὅρον, τοὐλάχιστον πρὸς 25% ἐπὶ τοῦ καθαροῦ, δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι ἡ πρωτίστη βιομηχανία τῆς Ἑλλάδος, ἡ γεωργικὴ βιομηχανία, δύναται ν’ ἀνακύψῃ ἀπὸ τῆς καταπτώσεως, εἰς ἣν εὑρίσκεται. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι κυρίως χώρα γεωργικὴ, καὶ οἱ δημητριακοὶ καρποὶ εἶναι ὁ κύριος πόρος τῶν γεωργῶν τῆς Ἑλλάδος· τὴν γεωργικὴν δὲ τάξιν ἀφήσαμεν καταθλιβομένην ὑπὸ τὸ ἐπαχθὲς σύστημα τὸ πιέζον αὐτὴν ἐπὶ μακρὰ ἔτη. Ὅταν δὲ προτείνηται παρὰ Κυβερνήσεως σύστημα νέον καταργοῦν τὸ μέχρι τοῦδε ὑφιστάμενον, τότε μόνον παρίσταται ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσσήνης λέγων, ὅτι εἶναι ἕτοιμος νὰ δεχθῇ καὶ νὰ προτείνῃ μεταβολὴν τῆς ὑφισταμένης φορολογίας, μεταβολὴν οὐχὶ τοῦ συστήματος, ἀλλὰ μόνον τοῦ ποσοῦ τοῦ φόρου, καὶ ταύτην οὐχὶ ἐπαρκῆ. Μετὰ τὸν ἔγγειον φόρον μετέβη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσσήνης εἰς τὰ στρατιωτικὰ, καὶ παρέστησεν, ὅτι ὡς πρὸς ταῦτα ἠθέτησα καὶ τὰ ἐν τῇ προηγουμένῃ βουλευτικῇ περιόδῳ λεχθέντα παρ’ ἐμοῦ, καὶ τὰ ἐν ταύτῃ τῇ συνόδῳ ὑποσχεθέντα. Εἶπεν, ὅτι ἐν τῇ προηγουμένῃ περιόδῳ τῆς Βουλῆς ἀπεδέχθην σύστημα στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ τῆς χώρας, στηριζόμενον ἐπὶ ἀριθμοῦ δυνάμεως 19,000 ἀνδρῶν. Καὶ πῶς ἀπεδέχθημεν τοῦτο; ὡς Κυβέρνησις; Τὸ ἀπεδέχθημεν ὡς ἀντιπολίτευσις. Καὶ ποία εἶναι ἡ διαφορά; Ἡ διαφορά εἶναι ὅτι αἱ ἀντιπολιτεύσεις δὲν δύνανται νὰ ἀντιτάσσωνται πάντοτε καὶ ἐν πᾶσιν εἰς τὰς κυβερνήσεις· ὅτι αἱ ἀντιπολιτεύσεις ἐπιζητοῦσι τὴν πτῶσιν τῶν κυβερνήσεων, ἀλλ’ ὅταν δὲν ἐπιτυγχάνωσιν αὐτήν, δὲν δύνανται ἐπὶ παντὸς ζητήματος νὰ φέρωσι τὸν ἀγῶνα καὶ ν’ ἀντιτάττωσιν ἴδιον αὐτῶν σύστημα. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον τῆς Βουλῆς ἐπράξαμεν πᾶν ὅ,τι ἦτο ἐφικτὸν, ἵνα ἀνατρέψωμεν τὴν τότε Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας τὴν ἐξακολούθησιν ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν κοινῶν, ἐθεωροῦμεν ἐπιβλαβῆ. Ἐδέχθημεν δὲ καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ τὴν ἐξουσίαν ἐν τῇ βεβαιότητι, ὅτι δὲν ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ διατηρήσωμεν αὐτὴν, διότι ἐθεωροῦμεν, ὅτι εἴχομεν τὸ καθῆκον μηδὲν νὰ παραλείψωμεν, ὅπως ἐπέλθῃ μεταβολὴ κυβερνητικοῦ συστήματος, ἀλλ’ ἀπετύχομεν καὶ ὡς ἀντιπολίτευσις καὶ ὡς κυβέρνησις. Μετὰ τὴν ἀποτυχίαν δ’ ἡμῶν ὡς κυβερνήσεως δὲν ἐφέραμεν ἀντιῤῥήσεις εἰς τὰ σχέδια τῆς Κυβερνήσεως οὐχὶ ὡς πρὸς τὰ θεμελιώδη, ἀλλ’ ὡς πρὸς ἐκεῖνα, ἅτινα ἐν ᾧ εἴχομεν διάφορον περὶ αὐτῶν γνώμην, δὲν ἐθεωροῦμεν ὅμως ὅτι θὰ ἐπήνεγκον καὶ τὴν καταστροφὴν τοῦ τόπου. Ἡ Κυβέρνησις τότε ἔφερεν εἰς τὴν Βουλὴν σύστημα στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπεκάλεσε προσωρινόν. Ἡμεῖς παρεστήσαμεν, ὅτι δὲν ἦτον ἡ ὥρα εἰς ψήφισιν προσωρινοῦ σχεδίου, ὅτι ὤφειλεν ἡ Βουλὴ ἐν τῇ καταστάσει τῇ τότε τῆς χώρας, νὰ κανονίσῃ τὰ τοῦ στρατοῦ διαρκέστερον. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐπέμενεν, ὅπως κανονισθῶσι τὰ τοῦ στρατοῦ προσωρινῶς· ἐπεκράτησε δ’ ὡς πρὸς τοῦτο. Εἰς τὸν προσωρινὸν ἄρα κανονισμὸν, οὗ τὰς βάσεις ἐδέχθημεν ἀναγκαζόμενοι, διότι ἡμεῖς μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς παρ’ ἡμῶν σχηματισθείσης Κυβερνήσεως δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὴν ἀξίωσιν, ὅπως σύστημα ἡμέτερον γένηται δεκτὸν, ἐφέραμεν μόνον τροπολογίας περὶ τὰ καθέκαστα, αἵτινες πᾶσαι ἀπεῤῥίφθησαν, εἰσὶ δὲ σήμερον ἐγγεγραμμέναι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, τὸ ὁποῖον ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἡ ἀξίωσις τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ὅτι ἡμεῖς τότε ὠφείλομεν νὰ φέρωμεν ἴδιον σύστημα στρατιωτικόν, καὶ ὅτι μὴ παρουσιάσαντες ἴδιον σύστημα κατέστημεν συνυπεύθυνοι αὐτοῦ ἐπὶ ταῖς βάσεσι τοῦ ἰδίου αὐτοῦ συστήματος, ἡ ἀξίωσις αὕτη εἶναι ἀνυπόστατος. Εἶπε προσέτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὅτι ἠθέτησα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῆς Κυβερνήσεως περὶ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ τὰ ἐν ταύτῃ τῇ Συνόδῳ παρ’ ἐμοῦ ρηθέντα, διότι εἶπον, ὅτι ὁ στρατὸς δέον νὰ σύγκηται ἐξ 11,000 ἀνδρῶν, καὶ ὁ στρατὸς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀνέρχεται εἰς δύναμιν 12,000. Κύριοι, ἐνθυμεῖσθε ὅλοι, τί εἶπον. Εἶπον, ὅτι κατὰ τὸ προτεινόμενον παρ’ ἐμοῦ σύστημα διαιρεῖται ὁ στρατὸς εἰς στρατὸν ὑπηρεσίας καὶ εἰς στρατὸν ἐκπαιδεύσεως, καὶ ὁ μὲν στρατὸς τῆς ὑπηρεσίας θὰ σύγκηται περίπου ἐξ 6,000 ἀνδρῶν, ὁ δὲ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐκ 5,000 ἕως 6,000 ἀνδρῶν· ἑπομένως αἱ 12,000, τὰς ὁποίας εὑρίσκει ἀναγεγραμμένας ἡ Βουλὴ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, εἶνε αὐτὸς ὁ ἀριθμὸς, τὸν ὁποῖον εἶπον, ἀλλ’ ὁ ἀνώτατος ὅρος, οὐχὶ ὁ κατώτατος. Ἐν τῷ στρατιωτικῷ ὀργανισμῷ, τί ἐπιζητοῦμεν ὡς ἀντιπολίτευσις; Τοῦτο ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, ἵνα ἴδωμεν ἂν τὸ ἐπιζητούμενον ἀναγράφεται πράγματι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἵνα ἴδωσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ὡς ἀντιπολίτευσις ἐψήφισαν ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν τούτων, ἂν δύνανται νὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν, ἃς προτείνομεν ἤδη ὡς Κυβέρνησις. Ἡμεῖς ἐζητήσαμεν ὡς ἀντιπολίτευσις τοῦτο τὸ θεμελιῶδες, ἐζητήσαμεν τὴν ἐλάττωσιν τῆς θητείας, διότι ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἄνευ τῆς ἐλαττώσεως τῆς θητείας εἶνε ἀδύνατον νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ νέον σύστημα, ὅπερ καθιέρωσεν ὁ στρατολογικὸς νόμος, ὁ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους τούτου ἰσχύων. Ἐφρονοῦμεν, ὅτι ἐὰν κατὰ τὸ παρελθὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπέβαλεν ἥττονας ὑποχρεώσεις παρέχον εἰς τὸν λαὸν τὸ δικαίωμα τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν κληρούχων, ἐὰν κατὰ τὸ σύστημα ἐκεῖνο μόλις κατωρθοῦτο νὰ προσέρχηται ἐκ τῶν κληρούχων τὸ ¼, νομίζω, διότι ἐπὶ 2800 ἀνδρῶν τῆς κληρώσεως τοῦ 1879, ἕως τῆς ὥρας ἐκείνης δὲν εἶχον προσέλθει πλείονες τῶν 720, ἐνομίζομεν, ὅτι ἐὰν δὲν ἠδύνατο νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ προσέλευσις τῶν κληρούχων ὑπὸ τὸν προηγούμενον νόμον, τὸν παρέχοντα εὐκολίας εἰς τοὺς κληρούχους πολλὰς καὶ πρὸ πάντων τὴν εὐκολίαν τῆς ἀντικαταστάσεως, βέβαιον ἦτο, ὅτι τὸ νέον σύστημα ἤθελεν ἐντελῶς ἀποτύχει, ὅτι οὐδεὶς σχεδὸν ἤθελε προσέλθει κληροῦχος ὑπὸ τὸ κράτος νέου συστήματος ἀπαγορεύοντος τὴν ἀντικατάστασιν. Εἴπομεν, ἄρα, ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ἐπισταμένως περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου καὶ πρέπει νὰ παράσχωμεν εἰς τὸν λαὸν πάσας τὰς εὐκολίας, διότι ἄλλως ὁ νόμος ἤθελεν ἀποδειχθῆ ἀνεφάρμοστος. Ἡμεῖς ἐφρονοῦμεν, ὅτι τὰ τῆς στρατ. παρασκευῆς τῆς χώρας εἶναι ζήτημα συνδεόμενον πρὸς τὴν κατάστασιν τὴν πραγματικὴν τῆς Ἀνατολῆς, ἀπαιτοῦσαν τὴν στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν, τὴν ἑτοιμασίαν τῆς Ἑλλάδος πρὸς ἐνέργειαν. Δὲν ἐφρονοῦμεν, ὅτι ὠφείλομεν ἁπλῶς ν’ ἀναγράφωμεν ἐπὶ τοῦ χάρτου ὑποχρεώσεις στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας καὶ παρατάξεις στρατῶν, ἀλλ’ ἐνομίζομεν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην πραγματικῆς ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ, ἵνα ἀνταποκριθῶμεν πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ κράτους ἐν τῇ Ἀνατολῇ, καὶ εἴχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν θὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν, ἐὰν δὲν μεταβάλωμεν τὴν προηγουμένην θητείαν, ἐλαττοῦντες αὐτὴν εἰς ἓν ἔτος. Ἄνευ τούτου, καθ’ ἡμᾶς, στρατὸν δὲν θὰ ἔχωμεν οὐδόλως· θὰ ἔχωμεν μόνον ἐπιφάνειαν στρατοῦ, θὰ ἔχωμεν τὰ στελέχη, ἀλλ’ ἄνευ ὀργανισμοῦ, ἄνευ ἐκπαιδεύσεως, ἄνευ τῶν εἰς ἐκπλήρωσιν τοῦ σκοποῦ, πρὸς ὃν τὰ στελέχη ὀφείλουσι νὰ διατηρῶνται ἐν εἰρήνῃ, τουτέστιν ἄνευ τῶν μέσων πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν στελεχῶν καὶ τὴν ἀλληλοδιάδοχον στρατιωτικὴν ἄσκησιν παντὸς τοῦ λαοῦ, ὅπως ὁ στρατὸς καταστῇ ἱκανὸς πρὸς ἐνέργειαν ἐν ὥρᾳ ἀνάγκης. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἀντέταξεν εἰς τὴν παρ’ ἐμοῦ προτεινομένην ἐλάττωσιν τῆς θητείας τὴν ἐπιστημονικὴν ἀνάγκην τριετοῦς θητείας· ἀλλὰ ποία τριετὴς θητεία ὑπάρχει, ἀφοῦ ἐλάχιστος ἀριθμὸς τῶν κληρούχων προσήρχετο, ἤδη δὲ ἴσως οὐδεὶς θὰ προσέρχηται; Κατέκρινεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος τὰ εὐζωνικὰ τάγματα, δι’ ὧν ἐπιτυγχάνεται ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν καλουμένων διὰ τῶν κληρώσεων εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, καὶ κατέκρινεν αὐτὰ παραστήσας, ὅτι ἡ ὕπαρξις αὐτῶν προϋποθέτει καὶ προκαλεῖ κατάστασιν τῆς χώρας ἀναρχικήν. Καὶ ἐν τούτοις, ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὁ ταῦτα εἰπὼν, ὡς κυβέρνησις τί ἔπραττεν; Ἐνῷ κατὰ νόμον δὲν τῷ ἐπετρέπετο νὰ φέρῃ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ πλείονας τῶν 1100 ἐθελοντῶν εὐζώνων, ἔχομεν σήμερον ἄνδρας καταταχθέντας παρ’ αὐτοῦ εἰς τὰ εὐζωνικὰ τάγματα 2211, ὁ δὲ ἀξιότιμος πρώην ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ὑπουργὸς εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι 300 ἄνδρες εἶχον ἀπολυθῆ ἐκ τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων, καθ’ ἣν ἡμέραν ὡμίλει· ὥστε ὁ ἀριθμὸς τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς σήμερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου ζητοῦμεν, σχεδὸν ὁλόκληρος ὑπῆρχεν ἐν ταῖς τάξεσι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν καὶ πολὺ ὀλίγον ἐλάσσων ὑπάρχει σήμερον· διότι ἡμεῖς μὲν κατὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὑπεβάλομεν χρειαζόμεθα ἄνδρας εἰς τὰ εὐζωνικὰ τάγματα 2816, ἔχομεν δὲ σήμερον 2211, εἴχομεν δὲ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν μετὰ τὴν προσθήκην τῶν 300 ἀνδρῶν, περὶ ὧν εἶχεν ὁμιλήσει ὁ κ. Βαλτινὸς, μόνον 300 ἄνδρας ἐπὶ ἔλαττον τοῦ ἀριθμοῦ τὸν ὁποῖον ζητοῦμεν. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος λοιπὸν, ἐνῷ διὰ σκληρῶν καὶ ἀδίκων ἐκφράσεων προσέβαλε μίαν τάξιν τοῦ στρατοῦ ἐντιμοτάτην, ἐνῷ διὰ τοιούτων ἐκφράσεων ἠθέλησε νὰ χλευάσῃ τὴν τάξιν ταύτην τοῦ στρατοῦ, προέβη εἰς ἀθέτησιν τοῦ νόμου, πράξας αὐτὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ζητοῦμεν νομοθετικὴν ἄδειαν ἵνα πράξωμεν, τουτέστι συμπληρώσας διὰ δυνάμεως τῶν εὐζώνων τὴν ἐλλείπουσαν ἐκ τοῦ ἄλλου στρατοῦ δύναμιν. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος δὲν ἠδύνατο νομίμως νὰ ἔχῃ ὑπὸ τὰ ὅπλα στρατιώτας εὐζώνους πλέον τῶν 1100 καὶ ἔφερε 2511. Διατί τοὺς ἔφερε; διότι τὰ τάγματα τοῦ πεζικοῦ ἦσαν ἐλλιπῆ, ὡς μὴ προσερχομένων τῶν κληρούχων, καὶ διὰ τοῦ μέσου τούτου ἠθέλησε νὰ ἀναπληρώσῃ τὴν ἔλλειψιν, ὅπως διὰ τοῦ μέσου τούτου, ἀλλὰ νομίμως, θέλομεν ν’ ἀναπληρώσωμεν αὐτὴν καὶ ἡμεῖς. Τὸ νομοσχέδιον ἄρα, τὸ ὁποῖον ὑπεβάλομεν, οὐδὲν ἄλλο εἶναι κατὰ τοῦτο, ἤτοι περὶ τὴν αὔξησιν τῆς δυνάμεως τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων, ἢ κανονισμὸς διὰ νόμου τῆς τέως ὑπαρχούσης καταστάσεως. Καὶ ἡμεῖς μὲν πράττοντες τοῦτο ἐνεργοῦμεν συμφώνως πρὸς τὰς πεποιθήσεις ἡμῶν ὡς θεωροῦντες τὰ εὐζωνικὰ τάγματα ἀναγκαῖα, καὶ ἐνεργοῦμεν νομίμως προκαλοῦντες τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ ποίαν δικαιολόγησιν ἔχουσιν ὁ κ. Βαλτινὸς καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, οἱ τὰ εὐζωνικὰ τάγματα ἐπιβλαβῆ θεωροῦντες, αὐξάνοντες τὴν δύναμιν τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων παρὰ τὴν ῥητὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ νομοθετικοῦ σώματος; ἐὰν τῷ ὄντι ἐφρόνουν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ ὁ κ. Βαλτινὸς, ὅτι τὰ εὐζωνικὰ τάγματα εἶναι τοιαῦτα ὁποῖα τὰ περιέγραψαν, διατί προέβησαν μέχρι παρανομίας ἵνα διπλασιάσωσι τὴν δύναμιν τῶν ταγμάτων τούτων;
§115ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν;
§116ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα.
§117ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Πρῶτον τὰ σώματα τὰ εὐζωνικὰ, τὰ ὁποῖα διετήρησεν ἡ Κυβέρνησις, αὐτὰ τὰ ἐθεώρησε καὶ τὰ θεωρεῖ ὅτι ἀπετέλουν μέρος ὁλοκλήρου τοῦ στρατοῦ· δὲν τὰ διέγραψε δὲ ὅπως ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀπὸ τὸν στρατὸν τὸν πραγματικὸν καὶ δὲν τὰ ὠνόμασε στρατὸν τῆς ὑπηρεσίας. Τὰ εὐζωνικὰ τάγματα ἐν Ἑλλάδι εἶναι οἷα τῶν κυνηγῶν ἐν Γαλλίᾳ. Τὰ τάγματα τοῦ Τυρόλου τῆς Αὐστρίας καὶ τῶν Ἄλπεων τῆς Ἰταλίας ἀποτελοῦσι μέρος ὁλοκληρωτικὸν τοῦ στρατοῦ τοῦ μαχομένου ἐν ἀνάγκῃ τῆς πατρίδος· δεύτερον, ὡς πρὸς τὴν ὑπέρβασιν δὲν δύναται οὐδεὶς νὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἡ μετάστασις ἀπὸ συστήματος εἰς σύστημα δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἀκαριαίως, διότι τότε ἐγένετο πλήρης ἀνατροπή· ὁ νέος στρατολογικὸς νόμος δὲν προσφέρει στρατιώτας εἰμὴ ἀπὸ τῆς πρώτης Ἰουλίου καὶ κύριος οἶδε· μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἔπαυσεν ἡ ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν ὤφειλον οἱ ὑπηρετοῦντες εἰς τὸν στρατὸν δυνάμει τοῦ προηγουμένου στρατολογικοῦ νόμου. Κατέστησα γνωστὸν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι μέχρι τέλους Ἰουλίου πλέον τῶν 2,000 ἀνδρῶν θέλουσιν ἀναχωρήσει εἰς τὰς ἑστίας των· εἶπον εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἂν δὲν ἔπραττον ὅ,τι ἔπραξα, ὤφειλον νὰ λάβω τὸν στρατὸν τὸν εἰς τὰ μεθόρια καὶ νὰ φέρω αὐτὸν διὰ νὰ φυλάξω τὴν τάξιν εἰς τὰς Ἀθήνας.
§118ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Βάλτου παρατηρεῖ, ὅτι ηὔξησε τὸν ἀριθμὸν τῶν εὐζώνων παρὰ τὸν νόμον, διότι ἐγένετο μετάβασις ἀπὸ καταστάσεως εἰς κατάστασιν, ἀλλ’ ὁ κ. Βαλτινὸς ἐλησμόνησε τί μᾶς εἶπεν, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐλησμόνησεν ὅτι μᾶς εἶπεν ὅτι ἤδη δὲν ἔφερεν εὐζώνους, ἀλλ’ ἀπεναντίας ἀπέλυεν εὐζώνους. Ὁ νέος στρατολογικὸς νόμος, ὁ προκαλῶν τὴν μετάβασιν ἀπὸ καταστάσεως εἰς κατάστασιν, ὁ νέος στρατολογικὸς νόμος ἰσχύει μόλις ἀπὸ πρώτης Ἰανουαρίου 1880· ἀλλ’ ἀπὸ πρώτης Ἰανουαρίου 1880 ὁ κ. Βαλτινὸς ἀπέλυε τοὺς εὐζώνους, ἔφερε δὲ τοὺς εὐζώνους, ὅτε δὲν ἐφηρμόζετο ὁ νόμος ὁ στρατολογικός, ὅτε δὲν ἐγένετο μετάβασις ἀπὸ καταστάσεως εἰς κατάστασιν, ὅτε διετέλουν τὰ τῆς στρατολογίας ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ καθεστῶτος, καὶ τοὺς ἔφερε διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον τότε εἶπε, διότι δὲν εἶχε κληρωτοὺς στρατιώτας, διότι δὲν ἤθελε νὰ παραδεχθῇ νομοθετικῶς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ παραδεχθῇ, καὶ τὰ ὁποῖα ἡμεῖς σήμερον προτείνομεν. Εἶχε νόμον περὶ ἀπογραφῆς, τὸν ὁποῖον δὲν ἠδύνατο νὰ ἐφαρμόσῃ, εἶχε νόμον περὶ δυνάμεως στρατοῦ κανονίζοντα τὴν δύναμιν εἰς 19,000 ἀνδρῶν, ἀλλ’ ἔβλεπε συνάμα, ὅτι οὔτε εἶχεν οὔτε ἠδύνατο νὰ συμπληρώσῃ ἐκ κληρούχων τοιοῦτον ἀριθμόν· ἔβλεπε τάγματα μὲ δύναμιν 50 ἢ 60 ἀνδρῶν, ἠναγκάζετο ἄρα νὰ προσφεύγῃ εἰς τὸ μόνον μέσον δι’ οὗ ἠδύνατο νὰ συμπληρώσῃ τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, εἰς τὸ μέσον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σήμερον τοσοῦτον ἀποτόμως ἀποκρούει, τὸ ὁποῖον ὅμως ὑπ’ εὐθύνην του καὶ παρὰ νόμον αὐτὸς ἐφήρμοσε. Προσθέτει ὅμως ἤδη, ὅτι εἶναι ὑπὲρ τῶν ταγμάτων τῶν εὐζώνων, ἂν τὰ τάγματα ταῦτα εἶναι κοινὰ μετὰ τῆς ἄλλης ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ κατὰ τὸ Νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, ποία εἶναι ἡ διάκρισις μεταξὺ τῶν εὐζωνικῶν ταγμάτων καὶ τῶν ταγμάτων τοῦ πεζικοῦ; Ἀφορᾷ αὕτη μόνον εἰς τὰς ἐνασχολήσεις τῶν ταγμάτων· ἀλλὰ κατὰ τὸν κανονισμὸν καὶ τὸν ὁπλισμὸν εἶναι τὰ αὐτά, τὰ δὲ στελέχη ἔχουσι κοινά. Ἀναγινώσκω ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ: «Ἄρθρον 27. Οἱ ἀνήκοντες ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ εἰς τὰ τάγματα τῶν εὐζώνων μετατίθενται ἐναλλὰξ καὶ περιοδικῶς μετὰ τῶν ἀνηκόντων εἰς τὰ τάγματα τοῦ πεζικοῦ.» Εἶναι ἄρα τὰ αὐτὰ στελέχη ἀμφοτέρων τῶν σωμάτων, ἡ δὲ διάκρισις τῆς ἐνασχολήσεως δὲν δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, ἀφοῦ τὰ τοιαῦτα τάγματα τὰ ὑπάρχοντα εἰς ἄλλα κράτη, περὶ ὧν αὐτὸς ὡμίλησεν, ἔχουσι καὶ ταῦτα διακεκριμένην ἐνασχόλησιν. Οἱ λόχοι τῶν Ἄλπεων, τὰ τάγματα τοῦ Τυρόλου βεβαίως δὲν συνεστήθησαν, ὡς φρονεῖ ὁ κ. Βαλτινός, διὰ νὰ ὑπηρετῶσι συνεχῶς μετὰ τοῦ ἄλλου στρατοῦ, καὶ οἱ λόχοι τῶν Ἄλπεων συνεστήθησαν διὰ νὰ ὑπηρετῶσιν εἰδικῶς εἰς τὰς Ἄλπεις, καὶ τὰ τάγματα τοῦ Τυρόλου, διὰ νὰ ὑπηρετῶσιν εἰς τὸ Τυρόλον, καὶ τὰ ὀνόματα τοὐλάχιστον τῶν σωμάτων τούτων ἠδύναντο νὰ φωτίσωσι τὸν πρώην ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ νὰ μὴν ὑποπέσῃ εἰς τὸν σολοικισμὸν τοῦτον. Μόνον ὅταν διὰ νέου συστήματος ἀπαλλαγῇ ὁ λαὸς ἀπὸ τοῦ πλείστου τοῦ βάρους, τὸ ὁποῖον ἐπάγεται τὸ σήμερον ἰσχύον σύστημα, τότε μόνον δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι θέλει πραγματοποιηθῆ ὁ νέος στρατολογικὸς νόμος, ἀλλὰ καὶ τότε, τὸ ὁμολογῶ, μετὰ μεγίστης δυσχερείας. Ὀφείλομεν, ὡς εἶπον, νὰ ἐλαττώσωμεν τὴν θητείαν, ὀφείλομεν νὰ ἐλαττώσωμεν καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν κληρούχων. Καὶ ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν κληρούχων παρατηρῶ, ὅτι ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις εἶχεν ὑποβάλει νομοσχέδιον περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτει κληρούχους κατὰ τὸ ἔτος 1880 2,500. Τὸ νομοσχέδιον περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ὑπεβάλομεν, περιέχει κληρούχους 1500. Ὡς εἶπεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος 1848 εἶναι οἱ ἄνδρες τοῦ πεζικοῦ κατὰ τὸ ἡμέτερον σύστημα, ἐνῷ κατὰ τὸ σύστημα τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως οἱ ἄνδρες ἦσαν 5,600. Πῶς ἄρα συμβαίνει νὰ ἀπαιτῶνται ἀπέναντι 5,600 ἀνδρῶν 2,500 κληροῦχοι, ἐνῷ σήμερον ἀπέναντι 1848 ἀνδρῶν ἀπαιτοῦνται 1500 κληροῦχοι. Ἔπρεπεν ὁ ἀριθμὸς νὰ ἦναι σήμερον πολὺ μικρότερος καὶ διατί δὲν εἶναι μικρότερος; Διότι ὁ ἀριθμὸς, τὸν ὁποῖον ἐζήτει ἡ πρώην Κυβέρνησις, ἦτο ὅλως ἀνεπαρκής. Τὰ πάντα ἦσαν εἰκονικὰ, ἠρκεῖτο εἰς στρατὸν ἐπὶ τοῦ χάρτου, ἠρκεῖτο λέγουσα, ὅτι ἔχομεν δύναμιν στρατοῦ 16 χιλιάδων ἀνδρῶν, ὅτι καλοῦμεν κληρούχους 2,800 καὶ ἠδιαφόρει ἂν οὐδεὶς τῶν κληρούχων θὰ προσήρχετο, ἂν τὰ τάγματα θὰ ἐξηκολούθουν ἔχοντα δύναμιν 40 ἢ 50 ἀνδρῶν. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος πρότερον εἶπεν, ὅτι οἱ λόχοι κατὰ τὸ ἡμέτερον σύστημα θὰ ἔχωσι 40 ἄνδρας. Ἠπατήθη ὡς πρὸς τοῦτο· οἱ λόχοι ἔχουσιν 66 ἄνδρας, ἀλλὰ τὰ τάγματα τοῦ κ. Κουμουνδούρου, τάγματα, τὰ ὁποῖα ἰδίοις ὀφθαλμοῖς εἶδον, δὲν ἔχουσι πλείους τῶν 50 ἀνδρῶν. Ἀλλὰ καὶ οὕτω παραβάλλοντες τὰ πραγματικὰ πρὸς τὰ εἰκονικὰ, παραβάλλοντες τὴν κληρουχίαν, ὁποίαν ἡμεῖς ὁρίζομεν αὐτὴν πραγματικὴν ἐκ 1500 ἀνδρῶν, πρὸς τὴν κληρουχίαν, ὁποίαν ἀναγράφει αὐτὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως εἰς 2500 ἀνδρῶν, οἵτινες ἔπρεπε νὰ ἀναβιβασθῶσι κατὰ 50% ἴσως διὰ νὰ φθάσωσιν εἰς τὸν πραγματικῶς ἀπαιτούμενον ἀριθμὸν, ἀλλὰ καὶ οὕτως ἀπέναντι τοῦ εἰκονικοῦ τούτου ἀριθμοῦ θέλομεν ἔχει ἐλάττωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κατὰ τὸ 1880 κληθησομένων κληρούχων κατὰ 1000 ἄνδρας, 1000 δὲ ἄνδρες μένοντες ἐν ταῖς ἑστίαις αὐτῶν, πλὴν τῆς ἠθικῆς σημασίας τοῦ πράγματος, ἔχουσι καὶ οἰκονομικῶς, τουτέστιν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ πλούτου τοῦ κράτους, σπουδαίαν σημασίαν. Ποία εἶναι ἡ πρόσοδος, τὴν ὁποίαν ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος διὰ τῆς προσκλήσεως 1000 ἀνδρῶν εἰς ἔργον μὴ παραγωγόν; Ὅταν ἀκούω τινῶν λεγόντων, ὅτι κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσάγομεν τῆς ἐθελουσίας κατατάξεως πρὸς μόρφωσιν ταγμάτων τινῶν, αὐξάνει ὁ προϋπολογισμὸς κατὰ 300 χιλιάδας δραχμῶν, δὲν δύναμαι νὰ μὴ παραβάλω καὶ ὑπὸ τὴν οἰκονομικὴν ἔποψιν τὰς 300 χιλιάδας πρὸς τὰ ποσὰ τὰ ὑπερβαίνοντα τὸ ἑκατομμύριον, τὰ ὁποῖα θὰ παραγάγωσιν ὑπὲρ τῆς χώρας οἱ ἄνδρες οὗτοι μένοντες παρὰ ταῖς οἰκογενείαις αὑτῶν. Ἀλλὰ, πλὴν τῶν κληρούχων τούτων καὶ τοῦ ἑκατομμυρίου τούτου, ἔχομεν καὶ ἄλλην πολὺ μεγαλειτέραν ἐλάττωσιν ἀνδρῶν καὶ αὔξησιν παραγωγῆς τῆς χώρας. Ἐπειδὴ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν τοῦ στρατοῦ εἶναι κατὰ τὸ νέον σύστημα πολὺ μικρότερος τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ ἰσχύοντος ἤδη συστήματος, θ’ ἀποσταλῶσιν εἰς τὰς ἑστίας των ἄνδρες, οἵτινες κατὰ τὸ ὑπάρχον σύστημα θὰ ἔμενον ὑπὸ τὰ ὅπλα, 2874. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἠθέλησε καὶ αὐτὸς νὰ μὲ μεμφθῇ ὡς ἀναμιγνυόμενον εἰς πράγματα ἀλλότρια τῆς ἁρμοδιότητός μου· ἀλλὰ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἀπέδειξε διὰ τῆς παρατηρήσεως ταύτης, ὅτι δὲν ἐννοεῖ καλῶς ποία εἶναι ἡ ἁρμοδιότης τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ὑπάρχει ζήτημα ἔχον μεγαλειτέραν πολιτικὴν σημασίαν, ἀσχέτως πρὸς τὸν στρατιωτικὸν αὐτοῦ χαρακτῆρα, τοῦ ζητήματος τοῦ στρατολογικοῦ νόμου. Ὁ στρατολογικὸς νόμος εἶναι νόμος πολιτικὸς καὶ ὁ συνδυασμὸς τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ πρὸς τὸν νόμον τὸν στρατολογικὸν εἶναι τὸ θέμα, τοῦ ὁποίου τὴν διακανόνισιν πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν πάντες οἱ πολιτευόμενοι. Ὑπάρχουσι κράτη, οἷα ἡ Γερμανία καὶ ἡ Γαλλία, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ παραβλέψωσι — καὶ τοῦτο ὄχι ἐπ’ ἄπειρον, — τὰ ζητήματα τὰ πολιτικὰ ἐν τῇ ὀργανώσει τοῦ στρατοῦ· δύνανται, θέλοντα νὰ ἔχωσι δύναμίν τινα ὡρισμένην στρατοῦ νὰ παραβλέπωσι πᾶσαν ἄλλην σκέψιν καὶ νὰ ἐπιβάλλωσιν εἰς τὸν λαὸν πᾶσαν παροχὴν, διότι τὸ μέγεθος τῶν κρατῶν ἐκείνων καθιστᾷ ἐφικτὴν τὴν πραγματοποίησιν τοιούτων μέτρων, καί τοι ἐνίοτε ἐπὶ μεγίστῃ ζημίᾳ, ζημίᾳ ὅμως τὴν ὁποίαν ἀντισηκόνουσι τὰ μεγάλα ἀποτελέσματα. Μεγίστη εἶναι ἡ ζημία, τὴν ὁποίαν ὑφίσταται ἡ Γερμανία ὡς ἐκ τοῦ συστήματος τῆς στρατολογίας τοῦ παρ’ αὐτῇ κρατοῦντος· κατὰ χιλιάδας μεταναστεύουσιν ἐτησίως ἀπὸ Γερμανίας εἰς Ἀμερικὴν οἱ θέλοντες ν’ ἀποφύγωσι τὰς ὑποχρεώσεις τῆς στρατιωτικῆς θητείας, ἀλλ’ ἡ Γερμανία ἐπιβάλλει ταῦτα καὶ ἐπιτυγχάνει ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιτρέπουσιν εἰς οὐδένα νὰ τὴν κατακρίνῃ οὕτω πολιτευομένην. Τὰ κράτη ὅμως τὰ μικρὰ, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ προσδοκῶσι τοιαῦτα ἀποτελέσματα ἐκ τῆς ἐπιβαρύνσεως τοῦ λαοῦ, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ἐπιβαρύνωσι τὸν λαὸν ἄνευ καταστροφῆς, ὡς ἐκ τῆς σμικρότητος αὐτῶν, τὰ μικρὰ κράτη ἐνόησαν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνόησεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὅτι ἐν τῷ στρατιωτικῷ ὀργανισμῷ ὀφείλει νὰ ἐπικρατῇ ἡ πολιτικὴ ἰδέα, καὶ ἀποτέλεσμα τῆς ἐπικρατήσεως τῆς πολιτικῆς ἰδέας ἐν τῷ συνδυασμῷ τοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ πρὸς τὴν ὑποχρέωσιν τὴν γενικὴν τῶν πολιτῶν εἰς στράτευσιν εἶναι οἱ ὀργανισμοὶ πάντων τῶν μικρῶν ἐθνῶν. Πάντα τὰ κράτη ἐκεῖνα ἐνόησαν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμόσωσι παρ’ ἑαυτοῖς τὰς ἰδέας τοῦ στρατηγοῦ Trousseau, ὡς τὸν ὀνομάζει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὁ στρατηγὸς Trochu (ἱλαρότης) ἦτο ἐκ τῶν πρώτων προτεινάντων τὴν ἐλάττωσιν τῆς θητείας ἐν Γαλλίᾳ. Ἀλλὰ καὶ ταύτην τὴν ἠλαττωμένην θητείαν τοῦ στρατηγοῦ Trochu ἐνόησαν πάντες οἱ εἰς μικρὰ κράτη ἀνήκοντες πολιτευόμενοι, ὅτι δὲν δύνανται ν’ ἀποδεχθῶσιν ἄνευ καταστροφῆς ἐν τοῖς κράτεσιν ἐκείνοις. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἀναφέρων τὰ ὑπὸ τοῦ στρατηγοῦ Trochu ῥηθέντα δὲν ἀπηξίωσε καὶ νὰ παραλλάξῃ αὐτὰ διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἀποδείξῃ τὸ θέμα του· διότι ἐνῷ ὁ στρατηγὸς Trochu λέγει, ὅτι κατὰ τὸ τρίτον ἔτος τῆς θητείας ἀπομανθάνει ὁ στρατιώτης ὅ,τι ἔμαθε κατὰ τὸ πρῶτον καὶ δεύτερον ἔτος, ὁ κ. Κουμουνδοῦρος μᾶς εἶπεν ὅτι, κατὰ τὸν στρατηγὸς, μόνον τὸ τρίτον ἔτος ἀρχίζει νὰ μανθάνῃ. Ἀλλὰ καὶ ταύτας τὰς ἰδέας τοῦ Trochu τὰ κράτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καὶ περὶ τῆς ἰδίας συντηρήσεως σκέπτονται καὶ περὶ πραγματικοῦ στρατοῦ καὶ οὐχὶ ἰδανικοῦ, τὰς ἰδέας ταύτας ἐνόησαν, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμόσωσι, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε θητείας 52 ἡμερῶν, 4 μηνῶν, 6 μηνῶν, ἀνωτάτην δὲ θητείαν 17 μηνῶν διὰ τὰ εἰδικὰ ὅπλα εἰς τὰ μικρὰ κράτη, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον. Μετὰ τὰς τόσας συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐν τῇ Βουλῇ, ἄπορον εἶναι νὰ ἀκούωμεν τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἐρωτῶντος ἐν εἴδει ἀποστροφῆς τὴν Βουλὴν, καὶ ποῦ εἴδατέ ποτε θητείαν ἑνὸς ἔτους, ἐνῷ ἀπεδείχθη, ὅτι παρ’ οὐδενὶ μικρῷ κράτει ὑπάρχει θητεία ἀνωτέρα τοῦ ἔτους διὰ τὸ πεζικόν. Ἠρώτησεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ποῖός ποτε συγγραφεὺς ὑπεστήριξε τοιαύτας ἰδέας, ὁποίας εὑρίσκετε ἀναγεγραμμένας ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ θητείας, ἐνῷ ὁ ἄριστος τῶν συγγραφέων περὶ τοῦ θέματος τούτου τὴν ἐνιαυσίαν θητείαν ὑποστηρίζει. Ἀλλ’ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος δὲν εὑρίσκεται εἰς ἀντίφασιν πρὸς ἑαυτὸν, διότι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐν πᾶσιν ἐπιζητεῖ μόνον τὴν ἐπίδειξιν· τῷ ἀρκεῖ νὰ φέρῃ νόμους, οἵτινες νὰ ἀναγράφωσι δύναμιν μεγάλην στρατιωτικὴν, οἵτινες νὰ ἀναγράφωσι μεγάλην θητείαν, οἵτινες νὰ ἀναγράφωσι τὴν ἐκπαίδευσιν ἅπαντος τοῦ στρατοῦ, καὶ τῷ εἶναι ἀδιάφορον ἂν κατόπιν οὐδεμία γίνεται ἐκπαίδευσις, τῷ εἶναι ἀδιάφορον, ἂν οἱ κληροῦχοι δὲν προσέρχωνται, τῷ εἶναι ἀδιάφορον ἂν, ἀντὶ 16000 ἀνδρῶν, ἔχῃ δύναμιν μικροτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν τὸ παρ’ ἡμῶν εἰσαχθὲν νομοσχέδιον ἀναγράφει. Ἐπωφελούμενος ἐκ τῆς εἰκονικῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν παριστῶσι τὰ νομοθετήματα αὐτοῦ, σᾶς λέγει, οἰκτείρατε τὰ σχέδια, τὰ ὁποῖα σᾶς ὑποβάλλουσιν οἱ νῦν κυβερνῶντες· δι’ αὐτῶν δὲν θὰ δυνηθῇ ποτὲ ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν μέγαν αὐτῆς προορισμόν· δὲν θὰ δυνηθῇ ποτὲ ἡ Ἑλλὰς νὰ γείνῃ ἐπίφοβος εἰς τοὺς γείτονας αὐτῆς καὶ εἰς ἐκείνους, οἵτινες εὑρίσκονται πέραν τῶν γειτόνων αὐτῆς, μὲ στρατὸν 1848 ἀνδρῶν· ἰδοὺ ἐγὼ σᾶς παρουσιάζω 5600 ἄνδρας· μὲ αὐτοὺς θὰ γίνωμεν φοβεροί, μὲ αὐτοὺς θὰ λύσω τὸ ζήτημα τῶν συνόρων, μὲ αὐτοὺς θὰ λύσω τὸ ἀνατολικὸν ζήτημα. (Χειροκροτήμα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων.) Παραθέτει ὁ κ. βουλευτὴς Μεσσήνης τὸν ἀριθμὸν τῶν 5600, τὸν εἰκονικὸν τοῦ ἰδικοῦ του συστήματος, πρὸς τὸν πραγματικὸν ἀριθμὸν τῶν 1848 ἀνδρῶν, οἵτινες κατατάσσονται κατὰ τὸ σύστημα τὸ παρ’ ἐμοῦ προτεινόμενον. Καὶ τί ἀπέδειξε διὰ τούτου; ὅτι οὔτε τὸ ἰδικόν του σύστημα ἐννοεῖ οὔτε τὸ ἰδικόν μου. Ἂν τὸ νέον στρατολογικὸν σύστημα ἐμελετᾶτο παρ’ αὐτοῦ ἐν τῇ κυβερνήσει, θὰ ἐγίνωσκεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὅτι δὲν μετρεῖται ἡ στρατιωτικὴ δύναμις τῆς χώρας, κατὰ τὸ σύστημα τοῦ νέου στρατολογικοῦ νόμου, ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνδρῶν ἐν εἰρήνῃ, ἀλλὰ μετρεῖται ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους παρασκευάζει τὸ σύστημα εἰς παράταξιν ἐν πολέμῳ, καὶ ἐκ τῆς ἐκπαιδεύσεως στελεχῶν ἱκανῶν, ἵνα παραλάβωσι πάντας τοὺς ἀσκηθέντας πρὸς στράτευσιν ἄνδρας. Ποῖον σύστημα δίδει πλείονας ἐφέδρους; Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς ἄνδρας, ἐξ οὗ ἐξήρτηται ἡ ἐκτίμησις τοῦ καλλιτέρου συστήματος. Ποῖον σύστημα παρασκευάζει κάλλιον τοὺς ἐφέδρους; Ταῦτα εἶναι τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα οὐδόλως ἔθιξεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, διότι τὰ ἐθεώρει ἀδιάφορα. Οἱ ἀριθμοὶ τοιοῦτοι, ὁποῖοι παρίστανται εἴτε ἐν τῷ συστήματι τῆς πρώην Κυβερνήσεως εἴτε ἐν τῷ συστήματι τῷ παρ’ ἐμοῦ προτεινομένῳ ἐν τῷ στρατῷ τῆς εἰρήνης, εἶναι ἀριθμοὶ ὅλως δυσανάλογοι πρὸς οἱονδήποτε στρατιωτικὸν ἔργον, καὶ ἐπειδὴ χάριν ἐξωτερικῆς ἐπιδράσεως παρασκευάζομεν τὸν στρατὸν, ὀφείλομεν νὰ ἀποβλέπωμεν εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν δύναμιν πρὸς τὴν ἐξωτερικὴν ἐνέργειαν, ἐκεῖνο δὲ εἶναι ἡ ἐφεδρεία καὶ ἡ ἐκπαίδευσις τῶν στελεχῶν. Ὅταν παραθέσητε τὸ σχέδιον τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸ τῆς παρελθούσης, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι διὰ μικροτέρων θυσιῶν φθάνομεν εἰς ἀποτελέσματα, εἰς τὰ ὁποῖα οὐδὲ κἂν προσεγγίζει τὸ ἕτερον σύστημα τὸ ὅλως εἰκονικόν. Οὕτως ἐξετάζοντες τὰ νομοσχέδια τὰ παρ’ ἡμῶν ὑποβληθέντα, τουτέστιν ἀναζητοῦντες ἐν αὐτοῖς τὴν θεμελιώδη ἰδέαν, τὴν ὁποίαν παρέστησα ὡς ἐπιδιωκτέαν ἐν τῷ στρατιωτικῷ ὀργανισμῷ, θέλετε πεισθῆ, ὅτι εἶναι σύμφωνα πρὸς ὅσα εἶχον εἰπεῖ, ὅτι πραγματοποιοῦσιν ἐν ταῖς βάσεσιν αὐτῶν πλήρη τὴν ἰδέαν ἐκείνην. Εὑρίσκετε τὴν θητείαν ἠλαττωμένην εἰς ἓν ἔτος, εὑρίσκετε τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν τῶν καλουμένων ὑποχρεωτικῶς εἰς τὰς τάξεις ἠλαττωμένον κατὰ χιλιάδα καὶ πλέον, καὶ πλὴν τούτου ἀπολυομένας τρεῖς σχεδὸν χιλιάδας ἀνδρῶν ἐκ τῶν ἤδη κατατεταγμένων. Ἀλλὰ καὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις εὑρίσκετε ἀναγεγραμμένας ἐν τοῖς νομοσχεδίοις πάσας τὰς ἰδέας, ἃς τότε εἴπομεν, καὶ περὶ τοῦ σώματος τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν, καὶ περὶ τῶν ἀρχηγείων, καὶ περὶ τῶν εἰδικῶν ἀρχηγείων, καὶ ἂν ἐνταῦθα θέλετε νὰ εὕρητε ἀντίφασιν, ταύτην ὀφείλετε ν’ ἀναζητήσητε παρὰ τῇ πρώην Κυβερνήσει καὶ ἰδίως παρὰ τῷ πρώην Ὑπουργῷ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ θέλετε εὕρει ταύτην καταφανῆ ὅσον καὶ παράδοξον. Ὁ κύριος Βαλτινὸς εἶπε χθές, ὅτι τὸ ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς δὲν ἔπρεπε νὰ καταργηθῇ καὶ ὅτι εἰς τὸ μέτρον τοῦτο τῆς καταργήσεως τὸ ἐπιζήμιον εἰς τὸν στρατὸν, τὸ μὴ συνᾷδον πρὸς ὀργανισμὸν εὔρυθμον στρατοῦ, θὰ ἠδύνατο νὰ συναινέσῃ τὸ πολὺ ὡς ἐπρότεινεν αὐτὸ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Καλαβρύτων, ἤτοι ὡς μέτρον προσωρινὸν, ἀλλ’ ὡς μέτρον διαρκὲς ὀφείλει ὁ θεσμὸς τοῦ ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς νὰ ἦναι ἀναγεγραμμένος ἐν ὀργανισμῷ στρατοῦ ἐπαγγελλομένῳ ἐπιστημονικὸν χαρακτῆρα. Ἀλλ’ ὁ κ. Βαλτινὸς ὡμίλησε καὶ ἄλλοτε περὶ ἀρχηγείου τῆς χωροφυλακῆς, καὶ ὅ,τι ἐθεώρει τότε ὡς μὴ ἐπιστημονικόν, τοῦτο θεωρεῖ ἤδη ἐπιστημονικόν. Ὁ κ. Βαλτινὸς ἔλεγεν ἐν τῇ ἐθνικῇ συνελεύσει, προκειμένου περὶ συστάσεως ἀρχηγείου χωροφυλακῆς. «Ὁ μοίραρχος ἐκτελεῖ καὶ αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἁπλοῦ χωροφύλακος, διατάσσει δὲ, λαμβάνων τὰς ἐντολὰς τῆς Κυβερνήσεως, τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κρίνει ἀναγκαῖα καὶ κατάλληλα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν διαταγῶν αὐτῆς. Θέσις ἀνωτέρα τοῦ μοιράρχου εἶναι ὅλως διόλου περιττὴ, ἡ θέσις αὐτὴ τὴν ὁποίαν μᾶς προτείνουσι τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς εἶναι θέσις πολυτελείας......»
§119ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Αὐτὰ εἶναι ἀπὸ τὰ 1863.
§120ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ, κύριε Βαλτινὲ, φέρω ταῦτα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι θέλω νὰ στηρίξω τὴν πρότασίν μου ἐπὶ τῆς γνώμης τὴν ὁποίαν ἐξεφράσατε τότε. Ἐγὼ τότε παρηκολούθουν τὰς ἀγορεύσεις ὑμῶν μετὰ προσοχῆς, διότι αἱ γνῶμαι ὑμῶν τότε αἱ στρατιωτικαὶ εἶχον πολὺ τὸ κῦρος, καὶ ταύτας ἐπικαλοῦμαι ἤδη ἀπέναντι τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. (Ἐξακολουθεῖ τὴν ἀνάγνωσιν.) «Τὴν θέσιν ταύτην μακρὰ πεῖρα μᾶς ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν τὴν μετεχειρίσθησαν αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις, εἰμὴ μόνον καὶ μόνον, ὅταν ἤθελον νὰ θέσωσιν εἰς ὑψηλὴν περιωπὴν ἀνώτερόν τι πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ περιποιηθῶσιν. Ἂν τὸ Ὑπουργεῖον, εἰλικρινῶς φερόμενον, ἤρχετο καὶ μᾶς ἔλεγεν, ἐπιθυμῶ μίαν θέσιν δι’ ἓν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχω ἄλλην θέσιν στρατιωτικὴν νὰ τοῦ δώσω, ἡ ἀντιπολίτευσις ἤθελεν ἐνδώσει εἰς τὴν ἀπαίτησιν ταύτην χάριν τοῦ ἀτόμου καὶ ἐνδομύχως ψηφίζοντες ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τῆς προτάσεως παραδέχεσθε, ὅτι χορηγοῦμεν τὴν θέσιν ταύτην εἰς πρόσωπον. Ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς ὡς πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν πραγματικὴν τῆς χωροφυλακῆς τὴν ἐφαρμογὴν δηλ. τοῦ νόμου πιστεύω ἀδιστάκτως, ὅτι εἰς ποὐδὲν συντελεῖ. Ὁ διορισμὸς οἱουδήποτε προσώπου εἰς τὴν θέσιν ταύτην εἰς οὐδὲν συντελεῖ εἰμὴ εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ εἰς τὸ νὰ περιποιηθῇ ἡ Κυβέρνησις πρόσωπον, τὸ ὁποῖον οὐδὲν θέλει πράττει.» Ἐγὼ δὲν ἦλθον ἐνταῦθα, ἵνα νομοθετήσω χάριν ἀτόμων· καὶ εὐχαρίστως δέχομαι τὴν μομφὴν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεσσήνης, διότι ἡ ὀργὴ αὐτοῦ κατὰ τοῦ συστήματος προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι βλέπει ἐν τοῖς νομοσχεδίοις ἀναγραφομένας ἰδέας, αἵτινες πολὺ τὸν στενοχωροῦσιν, ὡς περιορίζουσαι αὐτὸν ἐν τῇ Κυβερνήσει. Προσθέτω δὲ, ὅτι ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βαλτινὸς τότε ἐν τῇ ἐθνικῇ συνελεύσει, τὰ αὐτὰ καὶ πλείονα εἶπε καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος...
§121ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Μέχρι πρὸ ὀλίγου τὸ ἀρχηγεῖον τῆς χωροφυλακῆς ἐχρησίμευσε πρὸς τοποθέτησιν προσώπων, ἀλλ’ ἀπὸ ἀρκετοῦ χρόνου ἐγένετο δεκτὸν, ὅπως τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς διοικῆται ἀπὸ ἀξιωματικὸν τῆς χωροφυλακῆς, καὶ δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ἐφεξῆς πρὸς τοποθέτησιν ἀξιωματικῶν ἄλλων σωμάτων.
§122ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βαλτινὸς μάλιστα προσέθεσε κατὰ τὴν χθεσινὴν ὁμιλίαν του, ὅτι τὸ ἀρχηγεῖον τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον, διότι καταργουμένου αὐτοῦ θὰ διευθύνῃ τὰ τῆς χωροφυλακῆς ὑπαλληλίσκος τις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν. Φαίνεται ὅτι ἀπὸ τοῦ καιροῦ τῆς Συνελεύσεως διατελέσας Ὑπουργὸς ὁ κ. Βαλτινὸς, ἀπέκτησε πεῖραν, ἥτις τὸν ἐδίδαξεν ὅτι τὰ δικαιώματα τὰ χορηγούμενα εἰς Ὑπουργοὺς ἐνασκοῦνται παρ’ ὑπαλληλίσκων. Ἠθέλησε τέλος ὁ κ. Κουμουνδοῦρος νὰ μὲ ἀποδείξῃ ἀντιφάσκοντα καὶ εἰς τὰς ἰδέας τῶν οἰκονομιῶν καὶ παρέστησεν, ὅτι αἱ οἰκονομίαι αἱ ἐν ταῖς δηλώσεσι τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς ὅσα εἶπον ὡς ἀντιπολιτευόμενος. Εἶπεν, ὅτι αἱ οἰκονομίαι ἐν μὲν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἀνταποκρίνονται κατὰ τὸν ἀριθμὸν, ἐν δὲ τοῖς ἄλλοις Ὑπουργείοις κατὰ τὸ εἶδος δὲν εἶναι σπουδαῖαι, ἂν καὶ ἀνταποκρίνονται κατὰ τὸν ἀριθμόν. Ἀλλ’ ἐν τοῖς πολιτικοῖς Ὑπουργείοις δὲν εἴπομεν μόνον τοὺς ἀριθμοὺς, εἴπομεν ὡς ἀντιπολίτευσις καὶ τὰ κυριώτερα κεφάλαια καὶ ἄρθρα, ἐν οἷς ἐπροτείναμεν οἰκονομίας. Δὲν ἔχουσι δὲ αἱ οἰκονομίαι αὗται τὸν χαρακτῆρα, ὃν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος θέλει ν’ ἀποδώσῃ εἰς αὐτάς. Ὅταν βλέπητε ἐλαττούμενον τὸ ἄρθρον τῆς δημοσίου ἀσφαλείας, τὸ τῶν βοηθημάτων, τὸ τῶν ὑγειονομικῶν, δύνασθε νὰ πεισθῆτε ὅτι ἡ Κυβέρνησις στερεῖ ἑαυτὴν ὅλων τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα διέθετεν τὸ παρελθὸν Ὑπουργεῖον πρὸς κυβερνητικὰς ἐνεργείας. Οἰκονομίαι ὠφελιμώτεραι τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας δύναταί τις νὰ φέρῃ εἰς τὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα ἐκεῖνα δὲν ὑπάρχουσι, διότι εἶναι οἰκονομίαι συντελεστικαὶ πρὸς τὴν ἠθικοποίησιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν, κύριοι, ἡ Βουλὴ ζητήσῃ, καὶ νομίζω ὅτι ὀφείλει νὰ ζητήσῃ, τὸν πίνακα τῶν δαπανηθέντων ἐκ τοῦ ἄρθρου τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, τί θέλει εὕρει; ὅτι ἐν ἔτει 1879 μόλις τὸ ἓν δεκατημόριον, ἴσως καὶ ὀλιγώτερον, διετέθη πράγματι εἰς ἀνάγκας τῆς δημοσίου ἀσφαλείας, τὰ δὲ λοιπὰ διετέθησαν εἰς κυβερνητικὰς ἀνάγκας.
§123ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ζητῶ ἐγὼ νὰ φέρετε τὸν κατάλογον.
§124ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι δὲ ἀναγκαῖος ὁ πίναξ οὗτος, ὅπως πεισθῇ ἡ Βουλὴ, ἂν πρέπῃ νὰ δεχθῇ τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας προτείνομεν, ἢ τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα ἐπρότεινεν ἡ πρώην κυβέρνησις καὶ ἂν πρέπῃ νὰ δεχθῶμεν τὰς ἐκτάκτους πιστώσεις, δι’ ὧν ἡ Κυβέρνησις συμπληροῖ τὰ ποσὰ ταῦτα, πιστώσεις αἱ ὁποῖαι εἶναι εἰσέτι ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἠξεύρω ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐζήτησεν ἐξηγήσεις καὶ ὅτι ἐπροτίμησεν ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποσύρῃ μίαν πίστωσιν 15,000 δραχμῶν παρὰ νὰ ὑποβάλῃ τὰς ζητηθείσας ἐξηγήσεις.
§125ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο δι’ ἔξοδα ὑγειονομικά.
§126ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο δι’ ἔξοδα δημοσίας ἀσφαλείας.
§127ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Φέρετε τὸν κατάλογον.
§128ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ φέρωμεν καὶ τὸν κατάλογον καὶ ἐπειδὴ θὰ φέρωμεν αὐτὸν, ἐκφραζόμεθα μετὰ τοσούτου θάῤῥους, διότι γνωρίζομεν ὅτι ὁ κατάλογος θὰ ἐπικυρώσῃ ὅσα λέγομεν.
§129ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ τὸν τοῦ 1867.
§130ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἤμην τότε ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν: ταῦτα δὲ δὲν ἀποφασίζονται ἐν ὑπουργικῷ συμβουλίῳ. Τοιαύτας λοιπὸν ἐλαττώσεις θέλετε εὕρει ἐν τοῖς κεφαλαίοις καὶ ἄρθροις τῶν πολιτικῶν ὑπουργείων. Εἶναι δ’ ἐλαττώσεις, αἱ ὁποῖαι, πλὴν τῆς οἰκονομίας, ἔχουσι καὶ μεγάλην ἠθικὴν σημασίαν· οἱ δὲ ἀριθμοὶ εἶναι καὶ ἀνώτεροι ἐκείνων τοὺς ὁποίους εἴχομεν εἰπεῖ ὡς ἀντιπολιτευόμενοι, διότι ἡμεῖς εἴχομεν εἰπεῖ κατὰ προσέγγισιν, ὅτι εἰς τὰ πολιτικὰ ὑπουργεῖα φρονοῦμεν, ὅτι δύνανται νὰ ἐπενεχθῶσιν οἰκονομίαι 1,700,000 καὶ ἐπηνέγκαμεν οἰκονομίας 1,800,000, εἰς δὲ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐπραγματοποιήσαμεν τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας εἴχομεν εἴπει. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος σᾶς παρέστησεν ὅτι συντηροῦμεν τὴν Ἀμφιτρίτην. Πρῶτον ἤδη ἀκούω ὅτι συντηρεῖται ἡ Ἀμφιτρίτη. Παρετήρησα εἰς τοὺς πίνακας, ἵνα ἴδω τί σημαίνει τοῦτο, διότι ἡμεῖς εἴχομεν θεωρήσει παροπλιστέαν τὴν Ἀμφιτρίτην, καὶ ἀντὶ 132,000 δραχμῶν κατεχωρίσαμεν δαπάνην συντηρήσεως 40,000· τοῦτο ἐγνώριζον ἐγώ· ἂν δὲ ὠνομάσθη ἡ κατάστασις αὐτῆς ἐφεδρεία ἢ παρόπλισις δὲν ἐξήτασα· ἐβεβαιώθην μόνον ὅτι ἐπηνέγκαμεν ἐλάττωσιν ἀπὸ 132,000 εἰς 40,000 δραχμῶν. Ἡ Ἀμφιτρίτη κατὰ τὰς ἰδέας τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως ἔδει νὰ ἐπισκευασθῇ καὶ πρὸς τοῦτο ἀπῃτεῖτο δαπάνη 150–200,000 δραχμῶν, καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὑπῆρχε προσέτι ποσὸν πρὸς συντήρησιν αὐτῆς 132,000 καὶ τοῦτο μὲν τὸ ποσὸν ἠλαττώσαμεν εἰς 40,000, τὴν δὲ πίστωσιν πρὸς ἐπισκευὴν ἀπηλείψαμεν. Ἐὰν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος νομίζῃ ὅτι δυνάμεθα καὶ δι’ ἐλάσσονος ποσοῦ νὰ συντηρήσωμεν τὸ πλοῖον, εἴμεθα πρόθυμοι νὰ δεχθῶμεν τὴν ἐλάττωσιν. Ἀλλὰ κατὰ πληροφορίας ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ἡ ἀναγραφεῖσα δαπάνη ἦτο ἀναγκαία πρὸς συντήρησιν τοῦ πλοίου, ἕως ὅτου ληφθῇ μέτρον τι περὶ αὐτοῦ. Καὶ τὰ τοῦ ὑπουργείου ἄρα τῶν Ναυτικῶν ἀνταποκρίνονται πρὸς ὅσα ὑπεσχέθημεν. Ἐν δὲ τῷ ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἡ διαφορὰ ὑπάρχει μεγάλη· ἀλλὰ τοῦτο ὡς ἐκ τῶν προσθέτων δηλώσεων καὶ ὡς ἐξ ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ἐγέννησεν ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις καὶ τὰς ὁποίας δὲν ἠδυνάμεθα νὰ γνωρίσωμεν εἰμὴ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ· οὕτως ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπεραρίθμων ὑπαξιωματικῶν, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ γνωρίσωμεν ἢ μόνον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ μέχρι τίνος βαθμοῦ εἴμεθα δεσμευμένοι ἐκ τῆς προϋπαρχούσης καταστάσεως. Δὲν εἶναι δὲ ἀληθὴς ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ὅτι, ἐνῷ ὑπεσχέθημεν ὅτι ἠθέλομεν περιορίσει εἰς 11,000 τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ, ἀνεβιβάσαμεν αὐτὴν εἰς 12,000. Εἴχομεν εἰπεῖ, ὅτι τὸν μὲν στρατὸν τῆς ὑπηρεσίας θ’ ἀπήρτιζον 6,000, τὸν δὲ στρατὸν τῆς ἐκπαιδεύσεως 5 ἢ 6,000, ὥστε εὑρισκόμεθα ἐντὸς τῶν ὑπεσχημένων. Ἄλλως δὲ καὶ ἂν ἠθέλαμεν ὑπερβῆ κατά τινας ἑκατοστύας τοὺς ἀριθμοὺς, δὲν θὰ ἦτο τοῦτο παράδοξον, διότι ἐντεῦθεν δὲν ὁμιλοῦμεν ἢ διὰ στρογγύλων ἀριθμῶν κατὰ προσέγγισιν, ἐν τῇ ἐφαρμογῇ δὲ δύναται νὰ συμβῇ παραλλαγή τις ἐπὶ πλέον ἢ ἔλαττον. Ἀλλ’ ἐνῷ ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν διατελοῦμεν ἐντὸς τῶν προδιαγραφέντων ὁρίων, ὡς πρὸς τὰς δαπάνας ἔχομεν αὐξήσεις. Εὕρομεν τὸ ὑπουργεῖον δεσμευμένον ἐκ πράξεων τῶν προκατόχων ἡμῶν. Εὕρομεν συμβόλαια πρὸς τὸ πυριτιδοποιεῖον ἐκ τῶν ὁποίων κινδυνεύει τὸ Δημόσιον νὰ ὑποστῇ μεγίστην ζημίαν. Κατὰ τὰς πληροφορίας τῆς ὑπηρεσίας, τὸ πυριτιδοποιεῖον τοῦ Κράτους ἐν Ναυπλίῳ ἀνεδέχετο νὰ πληρώσῃ τὰ φυσίγγια ἀντὶ 57 δραχμῶν τὴν χιλιάδα, τὸ δὲ συμβόλαιον μετὰ τοῦ πυριτιδοποιείου ἔχει τίμημα 70 φράγκα κατὰ χιλιάδα (Θόρυβος.) Ὅταν δὲ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ ὅλον τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου πρὸς τὸ πυριτιδοποιεῖον ἀναβαίνει εἰς 2,700,000 δραχμῶν, δύνασθε νὰ ἴδητε ὁποία εἶναι ἡ ζημία τοῦ δημοσίου ἐκ τῆς τοιαύτης ἐπιχειρήσεως. Εἴμεθα λοιπὸν δεσμευμένοι ἐκ πράξεων τοιούτων καὶ δὲν ἐνεγράψαμεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὁλόκληρον τὴν κατὰ τὰ συμβόλαια ὑποχρέωσιν, ἀλλὰ μόνον τὰς ἀπαιτητὰς τὴν στιγμὴν ταύτην ὀφειλὰς, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι ἡ δίκη, ἣν ἐσπεύσαμεν νὰ κινήσωμεν κατὰ τοῦ πυριτοδοποιείου, θ’ ἀπολήξῃ ὑπὲρ τοῦ Κράτους καὶ ὅτι ἠθέλομεν οὕτως ἀπαλλαγῆ περαιτέρω ὑποχρεώσεων.
§131ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβεῖς αἱ πληροφορίαι σας.
§132ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἐκ τῆς ὑπηρεσίας. Ἔχω ἔγγραφον τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, παρὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτησε πληροφορίας τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἔγγραφον ἐπικυροῦν ὅσα λέγω. Ἀλλὰ πλὴν τῶν πληροφοριῶν τούτων εἶχον λάβει καὶ πρὸ τῆς εἰς τὰ πράγματα ἐλεύσεώς μου πληροφορίας, καθ, ἃς θὰ ὑπῆρχε μεγάλη οἰκονομία, ἐὰν ἐπληροῦντο τὰ φυσίγγια ἐν Γαλλίᾳ ἢ Αὐστρίᾳ, εἶχον μάλιστα ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν γενικὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ συζήτησιν καὶ τὰς διατιμήσεις, ἀλλὰ δὲν ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ κάμω χρῆσιν αὐτῶν. Δὲν τὰς ἔχω δὲ ἤδη προχείρους ἵνα σᾶς εἴπω τὴν διαφοράν.
§133ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐπὶ τίνος ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐγένοντο αἱ παραγγελίαι;
§134ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ πρῶτον συμβόλαιον εἶναι τῆς 18 Ἰαννουαρίου 1878. Ἡ οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις παρητήθη τὴν 11 Ἰαννουαρίου, ὥστε ἐγένετο 7 ἡμέρας κατόπιν. Καὶ ἐπὶ τῆς οἰκουμενικῆς ὑπεγράφη, τὴν 5 Ἰανουαρίου, ἓν μικρὸν συμβόλαιον, ἀλλὰ περὶ κατασκευῆς βολίδων, παραδόσαντος τοῦ δημοσίου εἰς τὸ πυριτοδοποιεῖον τὸν ἀναγκαῖον μόλυβδον, πρὸς κατασκευὴν πεπιεσμένων βολίδων, αἵτινες μέχρις ὥρας δὲν κατεσκευάσθησαν, ἐκινήσαμεν δὲ ἀγωγὴν καὶ πρὸς ἀπόδοσιν τῆς ἀξίας τοῦ μολύβδου. Τὸ δεύτερον συμβόλαιον ἐγένετο κατὰ Φεβρουάριον καὶ τὸ τρίτον κατὰ Μάϊον. Τὸ μεγαλείτερον ὅμως εἶναι τὸ πρῶτον περὶ πληρώσεως μεγάλου ἀριθμοῦ καλύκων ἀγορασθέντων ἐν τῷ ἐξωτερικῷ.
§135ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος εἶπεν, ὅτι κατηργήθη ἡ σύμβασις.
§136ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν 19 Ἰανουαρίου 1878 κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς ἐξόδου τοῦ στρατοῦ συνετάξαμεν συμβόλαιον μετὰ τοῦ ἐνταῦθα πυριτιδοποιείου περὶ κατασκευῆς 20,000,000 φυσιγγίων ἐπὶ τῇ ἐπιδόσει τῶν ἀναγκαίων καλύκων παρὰ τοῦ δημοσίου. Ἐξ αὐτῶν παρεδόθησαν 8,000,000 καὶ ἐπληρώθησαν ἀληθῶς πρὸς 70 φράγκα, 560.000. Τὰ ὑπόλοιπα δὲ 12,000,000 δὲν παρεδόθησαν, διότι τὸ δημόσιον δὲν ἔκρινεν ἀναγκαίαν τὴν κατασκευὴν αὐτῶν, καὶ δὲν παρεδόθησαν οὐδὲ οἱ κάλυκες ἄνευ τῶν ὁποίων οὐδὲ τὸ πυριτιδοποιεῖον ἦτο ὑπόχρεον νὰ κατασκευάσῃ τὰ φυσίγγια. Αὐτὸ εἶναι τὸ ά. συμβόλαιον. Τὸ δεύτερον συνετάχθη τὴν 23 Ἰανουαρίου 1878 διὰ 10 ἑκατομμύρια φυσιγγίων, ἀλλὰ, ἠκυρώθη καὶ ἀντικατέστη δι’ ἑτέρου μεταγενεστέρου τὴν 15 Φεβρουαρίου περὶ κατασκευῆς 5 ἑκατομμυρίων φυσιγγίων ἐπὶ πληρωμῇ δραχμῶν 75 καὶ 60|100. Πρὸς πληρωμὴν τοῦ ποσοῦ τούτου ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις ἐνέγραφεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ διὰ δηλώσεως πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ 380,000 δραχ. καὶ δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ σημειούμενον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς νῦν Κυβερνήσεως ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο πρώτην φορὰν φέρεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως.
§137ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ποῦ λέγομεν τοῦτο;
§138ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγετε «Δαπάναι ὑποχρεωτικαὶ μὴ περιληφθεῖσαι ἐν τῷ ἀρχικῷ προϋπολογισμῷ».
§139ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐν τῷ ἀρχικῷ.
§140ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ὅμως ἐκάμαμεν δήλωσιν. Πλὴν τοῦ ποσοῦ τούτου, (θόρυβος). Θέλω νὰ δώσω διασαφήσεις.
§141ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μὲ διακόπτετε διὰ νὰ εἴπητε πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ δύναμαι ν’ ἀνακοινώσω ἐπισημότερον, διότι ἔχω ἐνταῦθα τὴν ἔκθεσιν τοῦ νομικοῦ συμβούλου.
§142ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ κάμνω, ἵνα σᾶς διαφωτίσω. (Θόρυβος).
§143ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πῶς θὰ μὲ διαφωτίσητε, ἀφοῦ ἐγὼ ὑπέγραψα τὴν ἀγωγὴν διὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην;
§144ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὀφείλομεν.
§145ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι μένει ὀφειλόμενον ποσὸν 1,300,000 δραχ. τῆς ὁποίας ἐλπίζω διὰ τῆς ἀγωγῆς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ν’ ἀπαλλαγῶμεν.
§146ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὀφείλεται.
§147ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἵνα κινήσωμεν ἀγωγὴν, θὰ ὑπάρχῃ ἀντίθετος ἀπαίτησις. Τὸ δημόσιον ἀξιοῖ, ὅτι ἐγένετο τὸ πιριτιδοποιεῖον ἐκπρόθεσμον.
§148ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑπομένως δὲν ὀφείλεται.
§149ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο θὰ ἀποφασίσῃ τὸ δικαστήριον. Ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἀμφισβήτησις, ἠθέλομεν περιλάβει καὶ τὸ ποσὸν, περὶ οὗ ἡ ἀμφισβήτησις, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ ἠθέλετε μὲ ἀποδείξει ἴσως ἀντιφάσκοντα κατὰ 1,300,300 δραχμῶν ἐπὶ πλέον. Ἐλπίζω διὰ τῆς ἀγωγῆς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ν’ ἀπαλλαγῶμεν τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης. Εἰς δικαστικὴν ὅμως ἐνέργειαν ὑμεῖς δὲν προέβητε.
§150ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν παρουσιάσθη ἀνάγκη.
§151ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πῶς τοῦτο, ἀφοῦ ὑπάρχει ἡ ἀπαίτησις καὶ μετὰ τὴν ἀποχώρησιν ὑμῶν ἐκ τῶν πραγμάτων εὑρέθη ἐκκρεμὴς, πλὴν τῆς ἀπαιτήσεως τῶν 380,000 δραχμῶν, ἣν ἐνεγράψετε ἐν τῇ προσθέτῳ δηλώσει, καὶ ἑτέρα ἀπαίτησις, ἥτις ἀνεβίβασε τὸ ποσὸν τῆς δηλώσεως εἰς 614,000 μετὰ τὴν ῥητὴν διαβεβαίωσιν ὑμῶν ἐνταῦθα, ὅτι εἶχε καταργηθῆ ἡ ὑποχρέωσις.
§152ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§153ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μετὰ τὴν ῥητὴν ὑμῶν διαβεβαίωσιν, ἥτις εἶναι ἐγγεγραμμένη εἰς τὰ πρακτικά.
§154ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀδύνατον.
§155ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διακόψαντες τότε τὸν κ. Σιμόπουλον εἴπετε, ὅτι κατηργήθη ἡ ὑποχρέωσις.
§156ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατηργήθησαν εἶπον τὰ συμβόλαια αὐτά.
§157ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐὰν λοιπὸν ὑπάρχει δαπάνη ὑπὲρ τὰ ὑπεσχημένα, αὕτη ὑπάρχει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν, δι’ οὓς ἐξέθηκα λόγους. Ἀφοῦ δὲ ταῦτα πάντα ἀπηρίθμησεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ἔφθασε τέλος εἰς τὸ συμπέρασμα αὐτοῦ· διότι βεβαίως ἡ πολιτικὴ τοῦ Κράτους ἔχει τὴν σπουδαιότητα αὐτῆς ἐν τῇ διαῤῥυθμίσει τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων, ὅπως καὶ ἀντιστρόφως ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ κράτους ἐπιδρᾷ ἐπὶ τὴν πολιτικὴν αὐτῆς καὶ ἰδίως ἐπὶ τὰς ἐξωτερικὰς τῆς χώρας σχέσεις. Δικαίως ἄρα ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔθιξε τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα. Ὅταν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἶναι ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, ἀποφεύγει πάντοτε νὰ δίδῃ πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος· ἐθεώρει, ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ῥυθμίζῃ τὴν νομοθετικὴν αὐτῆς ἐργασίαν καὶ ἰδίως τὴν οἰκονομικὴν, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ ἀκριβῶς εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται αἱ ἐξωτερικαὶ τοῦ κράτους σχέσεις. Ἐγὼ δὲ τότε, ὡς ἀντιπολιτευόμενος, πάντοτε ἰσχυρίσθην, ὅτι ὀφείλει ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ ἀφίνῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν πᾶσαν ἐξουσίαν, ἀλλὰ καὶ πᾶσαν εὐθύνην ἐπὶ ἐξηγήσεων, ἢ ἐπὶ ἀρνήσει ἐξηγήσεων ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ συνάμα ἐξέφρασα, ἣν εἶχον γνώμην, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ δίδῃ ἐξηγήσεις ἐπὶ τῶν θεμάτων ἐκείνων, τῶν ὁποίων διεθνεῖς ὑποχρεώσεις δὲν τῇ ἀπηγόρευον τὴν ἀνακοίνωσιν. Τότε ὅμως ἡ Κυβέρνησις, ἀναγκαζομένη νὰ εἴπῃ τι περὶ τῶν ἐξωτερικῶν πραγμάτων, ἀνέτρεχε πάντοτε εἰς τὰς διαπραγματεύσεις τὰς ἐν Βερολίνῳ, εἰς τὰς διαπραγματεύσεις τὰς ἐν Πρεβέζῃ, καὶ τέλος, ἀφοῦ ἐπεραιώθησαν, καὶ εἰς τὰς διαπραγματεύσεις τὰς ἐν Κωνσταντινουπόλει. Περὶ τῆς καταστάσεως ὅμως τῆς ὑφισταμένης, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ ἀποφάσεις νομοθετικὰς, νὰ διαῤῥυθμίσῃ τὰ τῆς οἰκονομικῆς καὶ διοικητικῆς νομοθεσίας τῆς χώρας, τοιαύτας ἐξηγήσεις πάντοτε ἠρνήθη. Ὅ,τι ἐγὼ τότε κατέκρινα, βεβαίως δὲν θέλω πράξει τώρα. Ἐγὼ, κύριοι, θέλω εἴπει ποῦ εὑρίσκεται σήμερον τὸ ζήτημα· δὲν θέλω δὲ διόλου σᾶς ἀπασχολήσει ἐπαναλαμβάνων τὰ ἐν Βερολίνῳ, Πρεβέζῃ καὶ Κωνσταντινουπόλει γενόμενα.
§158ΤΙΝΕΣ. Αὔριον πλέον.
§159ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι· δὲν θὰ εἴπω πολλά. Κύριοι, σήμερον διεξάγεται μεταξὺ τῶν δυνάμεων τῶν ὑπογραψασῶν τὴν συνθήκην τοῦ Βερολίνου καὶ ἀναδεξαμένων διὰ τῆς ὑπογραφῆς αὐτῶν, ἵνα, ἐν ἀποτυχίᾳ τῶν ἀμέσων διαπραγματεύσεων Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, μεσιτεύσωσι πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ ιγʹ. πρωτοκόλλου τῆς συνθήκης ἐκείνης, διεξάγεται, λέγω, μεταξὺ τῶν δυνάμεων τούτων, διαπραγμάτευσις, βάσιν ἔχουσα πρότασιν τῆς Ἀγγλίας περὶ συστάσεως τεχνικῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ πρότασις αὕτη ἔχει ὡς ἑξῆς. «Ἐπιτροπὴ ὁροθετικὴ, συγκειμένη ἐξ ἐπιτρόπων, διορισθησομένων ὑπὸ τῶν ὑπογραψασῶν τὴν Συνθήκην Δυνάμεων, θέλει σπουδάσει καὶ ἀποφασίσει ἐπὶ τόπου τὴν προσφορωτέραν ὡς νέαν μεθόριον γραμμὴν μεταξὺ τῶν δύω χωρῶν· θέλει λάβει ὡς βάσιν τῶν συζητήσεών της τὸ 13 πρωτόκολλον τῆς Συνθήκης καὶ μὴ δεσμευομένη ὑπὸ τῶν γενικῶν γεωγραφικῶν ἐνδείξεων τοῦ πρωτοκόλλου τούτου, θέλει ἐνεργήσει ἐν εὐθύτητι κατὰ τὸ πνεῦμα αὐτοῦ καὶ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν πολιτικὴν, ἣν ἀνέπτυξαν κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην οἱ πληρεξούσιοι. Θέλει δὲ οὕτως ὁρίσει κατὰ πλειονοψηφίαν τὸ ἀκριβὲς ὅριον, ὅπερ ἤθελεν εἶνε προσφορώτατον εἰς πραγματοποίησιν τῆς πολιτικῆς ταύτης. Ἡ κυβέρνησις τῆς Α. Β. Μ. θέλει συμπράξει (μετὰ τῶν ἄλλων Δυνάμεων) ὅπως συστήσῃ εἰς τὰς διαμφισβητούσας Δυνάμεις τὸ τοιουτοτρόπως ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ὁρισθησόμενον ὅριον».
§160ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποίας ἡμερομηνίας εἶναι;
§161ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν φέρει χρονολογίαν· εἶναι ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ἡ Ἀγγλικὴ κυβέρνησις διεβίβασε πρὸς τὰς ἄλλας δυνάμεις. Ἡ πρότασις αὕτη πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν καὶ Τουρκικὴν κυβέρνησιν δὲν ἀνεκοινώθη ἐπισήμως· ἀνεκοινώθη πρὸς αὐτὰς ἡμιεπισήμως, ἢ μᾶλλον ἰδιαιτέρως, ὑπὸ τῶν ἐνταῦθα καὶ ἐν Κωνστ|πόλει πρέσβεων τῆς Ἀγγλίας. Ἐπὶ ταύτης τῆς βάσεως διαπραγματεύονται ἤδη αἱ δυνάμεις. Περὶ τοῦ σημείου εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκονται ἤδη αἱ διαπραγματεύσεις δὲν δύναμαι νὰ φέρω τὸν λόγον, διότι αὗται εἶναι ἐκκρεμεῖς διαπραγματεύσεις, καὶ διαπραγματεύσεις μεταξὺ ἄλλων· ἡ δὲ μετοχὴ ἡμῶν εἰς τὰς διαπραγματεύσεις ταύτας δὲν εἶναι ἄμεσος, ἀλλ’ ἔμμεσος. Ἤδη γινώσκετε σχεδὸν ὅ,τι ἐγίνωσκεν ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις, ὅτε ἐγένετο ἡ συζήτησις περὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος ἡ ἐπενεγκοῦσα τὴν κυβερνητικὴν μεταβολὴν, καὶ γινώσκετε σχεδὸν ὅσα γινώσκομεν καὶ ἡμεῖς σήμερον, διότι εἰσέτι τὰ τῆς ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι ὁριστικῶς κανονισμένα μεταξὺ τῶν δυνάμεων. Ἀλλὰ, κύριοι, νομίζω ὅτι δύναμαι νὰ σᾶς ἐρωτήσω ἤδη, ἀφοῦ ἠκούσατε τὴν πρότασιν περὶ ἧς διαπραγματεύονται αἱ δυνάμεις, ποῖος εἶχε δίκαιον ἐν τῇ πολιτικῇ συζητήσει, ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε ἢ ἡ ἀντιπολίτευσις ἡ τότε; ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε, ἰσχυριζομένη ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἐγγὺς πρὸς τὴν λύσιν του, ἢ ἡ τότε ἀντιπολίτευσις ἰσχυριζομένη ὅτι τὸ ζήτημα δὲν ἐγγίζει πρὸς τὴν λύσιν οὔτε κἂν εὑρίσκεται εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο, ὅτε ὑπεγράφη ἡ συνθήκη τοῦ Βερολίνου; δὲν θὰ φέρω συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἀλλ’ εἶχον καθῆκον νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν, διότι ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ νὰ γινώσκῃ, ἐὰν καὶ ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος ἐρχόμενοι εἰς τὴν Κυβέρνησιν προτιθέμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν ἁπάσας τὰς ἰδέας, ἃς ἀπὸ τοῦ βήματος ἐξεφράσαμεν, ὅτε εἴμεθα ἀντιπολίτευσις. Πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ γινώσκῃ ἐὰν ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου εὑρέθησαν στοιχεῖα, ἅτινα νὰ μᾶς πείθωσιν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ παραιτήσωμεν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν τότε εἴχομεν καὶ ἐξεφράσαμεν, καὶ ν’ ἀποδεχθῶμεν τὴν ἐκφρασθεῖσαν ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως γνώμην. Τοῦτο εἶναι σπουδαῖον διὰ τὴν Βουλήν, διότι ἐκ τῆς συζητήσεως τῆς τότε θέλει ὁδηγηθῆ περὶ τοῦ πρακτέου ὡς πρὸς τὴν διακανόνισιν τῆς νομοθετικῆς ἡμῶν πολιτικῆς. Λέγω λοιπόν, ὅτι ἐμμένω μεθ’ ὅσα ἀνέγνων ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου εἰς ὅσα εἶπον, ὅτι ἐπείσθην ἐξ ὅσων ἀνέγνων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ὅτι ἐγίνωσκον πάντα ὅσα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ εἶναι ἐπισήμως βεβαιωμένα καὶ ὅτι συνάδουσι ταῦτα πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκον. Ἐπιμένω δὲ εἰς πάσας τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἐξέφρασα ἰδίως δὲ εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἀντέκρουσε περαίνων τὴν ἀγόρευσιν αὑτοῦ ὁ κ. πρώην πρωθυπουργός. Ὁ κ. πρώην πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ καταβιβάσῃ τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὡς τὴν μόνην σωτήριον ἐν ταῖς ἐξωτερικαῖς τῆς Ἑλλάδος σχέσεσιν, ἠθέλησε νὰ τὴν καταβιβάσῃ ἐνώπιον ἡμῶν, παριστῶν αὐτὴν ὡς ἀφορῶσαν εἰς τὴν ἐπάνοδον τῆς Ἑλλάδος εἰς σύστημα, τὸ ὁποῖον πρὸ καιροῦ παρῃτήσαμεν. Εἶπον ἐγὼ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ ἐργασθῇ ἄνευ συμμάχων καὶ ὅτι αἱ συμμαχίαι δὲν δύνανται νὰ στηρίζωνται ἀλλοῦ παρὰ εἰς τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν οἱ συμμαχήσοντες θὰ ἔχωσι περὶ πολιτικῆς τῆς Ἑλλάδος συμφώνου πρὸς τὰ συμφέροντα αὐτῶν, ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς Μεσσήνης ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι διὰ τούτων ἐγὼ ὑπεστήριξα τὴν γνώμην, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐπαναφέρωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν ἀνάμιξιν τῶν ξένων πρέσβεων εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τῆς χώρας ἡμῶν. Ἵνα εἴπῃ τοιοῦτόν τι ὁ κ. Βουλευτὴς Μεσσήνης, δὲν ἐμελέτησε βεβαίως τὸ ζήτημα τῆς συμπράξεως τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῆς Εὐρώπης. Δὲν ἐνόησεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ συμπράξῃ μετὰ τῆς Εὐρώπης, διατηροῦσα ἀκεραίαν τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτῆς. Προβολὴ κατὰ τῆς Ἑλλάδος εἶναι νὰ ὑποθέτῃ τις, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ ἔχῃ φίλους ἐν τῷ ἐξωτερικῷ μὴ ἐπιτρέπουσα εἰς τοὺς φίλους αὐτῆς νὰ ἀναμιγνύωνται εἰς τὰ ἐσωτερικὰ ἡμῶν πράγματα. Ἐγὼ κύριοι, τὴν ἀντίθετον ἰδέαν θεωρῶ, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἀναγράψωμεν ὡς πρόγραμμα τῆς ἐξωτερικῆς ἡμῶν πολιτικῆς ὅτι εἰς οὐδένα ξένον, ὁσονδήποτε φιλικῶς διακείμενον πρὸς ἡμᾶς, ὀφείλομεν νὰ ἐπιτρέπωμεν νὰ διευθύνῃ τὰ τῆς πολιτικῆς ἡμῶν, καὶ ὄχι μόνον τὰ τῆς ἐσωτερικῆς, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ τῆς ἐξωτερικῆς ἡμῶν πολιτικῆς. Ξένα κράτη δύνανται νὰ διάκηνται φιλικῶς πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ δὲν ἔχουσι μόνον φίλον καὶ μόνον συμφέρον τὴν Ἑλλάδα καὶ τὰ τῆς Ἑλλάδος, ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς ἔχει καθήκοντα πρὸς μόνον τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸν Ἑλληνισμόν, καὶ ταῦτα τὰ καθήκοντα ὀφείλουσι νὰ κανονίζωσι τὰ τῆς ἐξωτερικῆς αὐτῆς πολιτικῆς· ἡ δ’ ἀξιοπρέπεια τοῦ κράτους ἐπιβάλλει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, ὅπως εἰς τὰ τῆς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς μὴ ἐπιτρέπῃ εἰς οὐδένα οὐδὲ κἂν λόγον νὰ ζητῇ παρ’ αὐτῆς τῶν γινομένων. Ὅταν οὕτως ἐννοήσητε τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα, ὄχι μόνον δὲν θέλετε ἀποδεχθῆ τὰς περὶ τῆς ἰδέας ταύτης κρίσεις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Μεσσήνης, ἀλλὰ τοὐναντίον θέλετε πεισθῆ ὅτι τότε μόνον ἡ Ἑλλὰς θέλει δυνηθῆ νὰ διεξαγάγῃ ἐξωτερικὰ ζητήματα, ὅταν πολιτευώμεθα ὡς πρὸς ταῦτα, ὅπως πολιτεύονται τὰ ἄλλα ἔθνη, ὁσονδήποτε μικρὰ καὶ ἂν ὦσιν, ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ζητημάτων. Ἐξετάσατε τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῶν Εὐρωπαϊκῶν ἐθνῶν μικρῶν ἢ μεγάλων καὶ ἀναζητήσατε ἄν που ἔθνος τι ἐκατόρθωσε τὴν λύσιν ἐθνικοῦ ζητήματος ἄνευ τῆς συμπράξεως ξένων δυνάμεων. Ἀλλὰ τὴν σύμπραξιν ταύτην οὐδέποτε μὴ ἐλπίζητε νὰ ἐπιτύχητε διὰ πολιτικῆς ἐπαμφοτεριζούσης, τὴν σύμπραξιν ταύτην οὐδέποτε θέλετε ἐπιτύχει, ἐνόσῳ δὲν ἀποδεικνύετε πρὸς ἐκείνους, τῶν ὁποίων ἀπεκδέχεσθε τὴν σύμπραξιν, ὅτι ἔχετε πολιτικὴν καὶ ὅτι συμπράττουσαι μεθ’ ἡμῶν συμπράττουσι μετὰ Κυβερνήσεως πρεσβευούσης πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν θέλει καὶ δύναται νὰ ἐφαρμόσῃ. Ἵνα πιστεύσωσι τοῦτο οἱ συμπράξοντες μεθ’ ἡμῶν, πρέπει νὰ γινώσκωσιν, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι πολιτικὴ τῆς χώρας· καὶ τοῦτο δὲν δύνανται νὰ γινώσκωσιν ἄλλως εἰμὴ διδομένης εἰς τὴν Βουλὴν τῆς εὐκαιρίας, ὅπως καὶ αὕτη ἐκφράζηται περὶ τῆς πολιτικῆς. Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἡ ψῆφος, τὴν ὁποίαν θέλετε δώσει καὶ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ζητημάτων, καὶ ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα προβάλλονται εἰς ἡμᾶς, δὲν θὰ ἔχῃ μόνον ἔννοιαν ὡς πρὸς τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικὴν, ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν μέτρων, εἰς ἅτινα ἀμέσως δ’ ἀφορᾷ, θὰ ἔχῃ σημασίαν εὐρυτέραν καὶ ἀνωτέραν, θὰ ἀποδείξῃ ποίαν ἀποδέχεσθε πολιτικὴν ἐξωτερικὴν, δίδοντες δὲ τὴν ψῆφον ὑμῶν ὀφείλετε νὰ ἔχητε πλήρη τὴν συναίσθησιν, ὅτι δι’ αὐτῆς ἡ Βουλὴ δύναται καὶ νὰ ὠφελήσῃ καὶ νὰ βλάψῃ τὰ τῆς λύσεως τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος. (Χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι ἐκ τῶν ἀκροατηρίων.)
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 καὶ ¼ μ. μ.