| 632 | ἀξιωμ. | ὑπαξ. | σαλπ. | ||
| 633 | Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν | 24 | 38 | ||
| 634 | Ἀρχηγεῖον μηχανικοῦ | 13 | 32 | ||
| 635 | Σῶμα πυροβολικοῦ | 91 | 289 | 45 | |
| 636 | Τάγματα ἱππικοῦ | 31 | 129 | 26 | |
| 637 | Πεζικὸν | 440 | 1220 | 330 | |
| 638 | Σύνταγμα μηχανικοῦ | 40 | 192 | 16 | |
| 639 | Διάφοροι κλάδοι ὑπηρεσίας | 168 | 130 | ||
| 640 | Στρατιωτικὴ Σχολή | 19 | 1 | ||
| 641 | Ὑπεράριθμοι ὑπαξιωματικοί | 336 | |||
| 642 | Ἐν ὅλῳ | 826 | 2367 | 417 |
1880.02.28
1,952 rows · 16,242 words · 1 table · 57 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 81
τῆς 28 Φεβρουαρίου 1880.
(Πέμπτη.)
Ὥρᾳ 3 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κατριβάνος ἔχει τὸν λόγον.
§2ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Εἰς ἐμὲ καὶ τοὺς συναδέλφους μου κ. κ. Κοσσονάκον καὶ Βούτουναν ἀπεστάλη ἀναφορὰ ὑπὸ μιᾶς ὁλοκλήρου κοινότητος· τὸ περιεχόμενον αὐτῆς θὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, διότι εἶναι σπουδαῖον. Κατὰ τὸν Νόμον τοῦ 1843 ἕκαστος γεωργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καλλιεργήσῃ γαίας ἐθνικὰς ποτιστικὰς 40, ξηρικὰς πεδινὰς 800, καὶ ὀρεινὰς 120 στρέμματα. Κατὰ τὸν Νόμον τοῦ 1871 πρὶ διαθέσεως τῆς ἐθνικῆς γῆς εἶχον τὸ δικαίωμα ὅλοι οἱ γεωργοὶ νὰ δηλώσωσι γαίας ὡρισμένων στρεμμάτων. Ἡ κοινότης αὐτὴ τοῦ Σινάνου τῆς Μεγαλοπόλεως, συγκειμένη ἐκ 300 οἰκογενειῶν, δὲν καλλιεργεῖ ἄλλας γαίας παρ’ ἐθνικὰς, ἃς κατεῖχε συμφώνως πρὸς τὸν Νόμον ἐκεῖνον, καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ ἀφαιρέσῃ τὰς γαίας ταύτας, οὔτε νὰ πραγματοποιήσῃ γραμμάτια ἐπ’ αὐτῶν. Συμφώνως λοιπὸν μὲ τὸν Νόμον τοῦ 1871 ἐδήλωσαν αὐτοὶ τὰς γαίας καὶ ἐπλήρωσαν καὶ δόσεις. Κατὰ τὸν Νόμον ἐκεῖνον ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐξαιρέσῃ γαίας τινὰς χρησίμους διὰ δημοσίας ἀνάγκας, καὶ ἐξήρεσε τῳόντι ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεγαλοπόλεως πολλὰς γαίας, μεθ’ ταξὺ τῶν ὁποίων καὶ γαίας, δι’ ὧν διέρχονται ὁδοὶ δημόσιοι. Κατὰ τὸ ἔτος ὅμως 1877 ἀξιωματικοί τινες, διελθόντες ἐκ Μεγαλοπόλεως, εἶπον, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ συστηθῇ ἐκεῖ στρατόπεδον, καὶ ἐξεδόθη Διάταγμα, δι’ οὗ ἐξηρέθησαν 5,000 στρεμμάτων διὰ στρατόπεδον. Τώρα βεβαίως δὲν εἶμαι στρατιωτικὸς, διὰ νὰ εἴπω ἐὰν ἡ θέσις αὐτὴ ἦναι κατάλληλος, ἀλλ’ ἤκουσα παρὰ πολλῶν εἰδικῶν, ὅτι δὲν εἶναι τοιαύτη, διότι οὔτε νερὸν ἔχει, οὔτε κανὲν τῶν προσόντων τῶν στρατοπέδων.
§3Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι ποταμὸς ἐκεῖ;
§4ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Εἶναι μίαν ὥραν μακρὰν ὁ Ἀλφειός. Λοιπὸν τὰ μέλη τῆς κοινότητος αὐτῆς, μὴ ἔχοντα ἄλλας γαίας, εἶχον δηλώσει τὰς γαίας ταύτας, ἀλλὰ τὸ ἐκδοθὲν Διάταγμα τοῖς ἀφήρεσεν ὁλόκληρον τὴν ἄνω περιφέρειαν, ἀφοῦ ἐπλήρωσαν καί τινας δόσεις, καὶ οὕτω μένουν ἄστεγοι καὶ ἄνευ γαιῶν. Οἱ ἀδικούμενοι γεωργοὶ ἐξαιτοῦνται τὴν προστασίαν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τούτῳ· παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποστείλῃ τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα δώσῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἐπέλθῃ ἡ δέουσα θεραπεία.
§5ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§6ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Νὰ λάβῃ πρόνοιαν ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, διότι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι καταστρέφονται, μὴ ἔχοντες σπιθαμὴν ἄλλης γῆς διὰ νὰ καλλιεργήσωσιν.
§7ΡΙΚΑΚΗΣ. Νὰ συστηθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὸ ἀντικείμενον αὐτό. Ὁ νόμος σκοπὸν εἶχε νὰ τοὺς καταστήσῃ ἰδιοκτήτας, καὶ διάταγμα Βασιλικὸν δὲν ἠμπόρει νὰ τοὺς στερήσῃ γαιῶν, ἃς πρὸς 40 ἐτῶν κατέχουν. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν προτείνω νὰ συστηθῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἡ ἀναφορὰ, διότι ἡ γενομένη ἑρμηνεία εἶναι παράνομος.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ συστηθῇ ἡ ἀναφορὰ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον;
§9ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§10ΦΩΤΗΛΑΣ. Συζητεῖται ὁ προϋπολογισμὸς πρὸ 14 ἡμερῶν, καὶ πρόκειται περὶ τῆς ἀρχῆς. Ἐννοεῖται, ὅτι οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς μέλλοντας νὰ ὁμιλήσουν, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ὁμιλήσωσι. Καὶ ἐγὼ ὅμως καὶ πολλοὶ συνάδελφοί μου παρακαλοῦμεν τοὺς μέλλοντας ν’ ἀγορεύσωσι νὰ συντομεύσωσι τὰς ὁμιλίας των, διότι μὲ τὴν συζήτησιν τῆς ἀρχῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, θέλομεν ἐξαντλήσει ὁλόκληρον τὸν χρόνον, ὅταν δ’ ἔλθῃ ἡ συζήτησις περὶ τῶν καθέκαστα, ὅπου εἶναι ἡ οὐσία, διότι ἐκεῖ θὰ ἐφαρμόσωμεν τὰς οἰκονομίας, ἴσως δὲν θὰ ἦναι ἀπαρτία, καὶ διότι ὁ χρόνος τῆς Περιόδου αὐτῆς πρόκειται σχεδὸν νὰ συμπληρωθῇ, καὶ πολλοὶ Βουλευταὶ πρόκειται ν’ ἀναχωρήσωσι. Καὶ ἐκ μέρους τῆς συμπολιτεύσεως καὶ ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀνεπτύχθησαν αἱ ἀρχαὶ, τὰς ὁποίας ἔχουν, καὶ δὲν πρέπει νὰ συζητῶμεν 20 ἡμέρας περὶ τῆς ἀρχῆς, διότι οὔτε ἡ Βουλὴ οὔτε ὁ τόπος ὠφελεῖται.
§11ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραιτοῦνται τοῦ λόγου οἱ ἐγγεγραμμένοι;
§13ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γεωργαντᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§15ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Προκειμένου νὰ ὁμιλήσω περὶ στρατοῦ, ὅπερ εἶναι τὸ σπουδαιότερον τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν ζητημάτων, θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχήν σας ἐκ τῶν προτέρων. Στρατὸς εἶναι ἡ δύναμις τοῦ ἔθνους, τῇ βοηθείᾳ τῆς ὁποίας σώζομεν καὶ αὐξάνομεν τὰ ὑπάρχοντα ἀγαθὰ, ἀνακτώμεθα δὲ τὰ ὁπωσδήποτε ἀπολεσθέντα, ἤτοι δύναμις στρατιωτικὴ ὠργανισμένη καθ’ ὅλα καὶ ἑτοίμη πρὸς πόλεμον, καὶ ἐντεῦθεν τὸ ἀδιαίρετον τῆς παρασκευῆς. Τὸ Κράτος διὰ τῆς ἐθνικῆς ταύτης δυνάμεως καθιστᾷ τοὺς νόμους τῆς πολιτείας σεβαστούς, ἐξασφαλίζει τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ πολίτου, ἑδραιώνει τὴν εἰρήνην τῆς κοινωνίας, καὶ συνεπῶς αὐξάνει τὴν παραγωγὴν τοῦ δημοσίου πλούτου διὰ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας, πρὸς δὲ καθίσταται σεβαστὸν παρὰ τοῖς ὁμόροις αὑτοῦ· τέλος διὰ τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἰσχυροτάτου καὶ ἀγρύπνου τούτου φρουροῦ τῶν δικαιωμάτων μας ὁ ἑλληνικὸς λαὸς δύναται νὰ λαμβάνῃ ἐν καιρῷ ἀνάγκης δίκην παρὰ τῶν προσβαλλόντων τὰ δίκαια αὑτοῦ ἢ τῶν ἐπιβουλευθέντων τὴν αὐτονομίαν καὶ ἀνεξαρτησίαν του, τὸ δὲ ἡμέτερον ἔθνος, ἵνα ἔλθωμεν ἀμέσως εἰς τὸ προκείμενον, θὰ δυνηθῇ νὰ ἀνακτήσῃ τὴν σφετεριζομένην ἡμῶν πατρικὴν κληρονομίαν καὶ νὰ φθάσῃ ἐκεῖ ὅπου ἐπιθυμεῖ· ἄνευ δὲ στρατοῦ δυναμένου νὰ προστατεύσῃ ἐν καιρῷ τὰ νόμιμα καὶ δίκαια τοῦ κράτους δικαιώματα, τὸ μεγαλεῖον αὑτοῦ καὶ τοῦ ἑλληνισμοῦ ἐν γένει θὰ ἦναι πάντοτε ἀμφίβολον. Ἡ ἰδέα αὕτη εἶναι ἐγκεχαραγμένη εἰς τὰς καρδίας ἁπάντων τῶν Ἑλλήνων, καὶ ἡ μόνη αὐτῶν ἐπιθυμία δὲν θὰ παύσῃ ἐφ’ ὅσον οἱ ἀδελφοὶ αὐτῶν εὑρίσκονται ὑπὸ τὴν δυσβάστακτον δουλείαν τοῦ βαρβάρου κατακτητοῦ των. Ὁ ἑλληνικὸς λαὸς οὐδέποτε ἠρνήθη νὰ προσφέρῃ καὶ τὸν τελευταῖον ὀβολόν του διὰ τὸ μεγαλεῖον τοῦ ἔθνους, καὶ ἔτι σήμερον ἀγογγύστως πληρώνει οἱονδήποτε φόρον, ἡ δὲ πολιτεία τῷ ἐπιβάλλει ὡς καὶ αὐτὸν τὸν φόρον τοῦ αἵματος. Τοῦτο προθύμως πράττει οὐχὶ διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ ὑπάρχοντος μόνον, ἀλλὰ διότι ἔχει στρέψει τὴν προσοχήν του καὶ ἀτενίζει πρὸς τὸ μέρος ἐκεῖνο, ὅπου συγκεντροῦνται ἅπασαι αἱ ἐλπίδες αὐτοῦ ὑπό τε τὴν ἐθνικὴν καὶ θρησκευτικὴν ἔποψιν, ὅπερ εἶναι τὸ σύμβολον ἁπάντων τῶν δικαίων πόθων αὐτοῦ. Ἐὰν ὅμως θελήσῃ τις νὰ τοῦ ἀφαιρέσῃ τὴν μεγάλην καὶ ἐθνικὴν αὐτοῦ ἰδέαν, τὴν μόνην ἐλπίδα τῶν προσδοκιῶν του, καὶ ζητήσῃ, λόγῳ οἰκονομίας ἢ φόβῳ χρεωκοπίας, νὰ τοῦ περιστείλῃ τὰ γενναῖα καὶ εὐγενῆ αὐτοῦ αἰσθήματα καὶ νὰ τὸν περιορίσῃ εἰς τὸν στενὸν καὶ περιωρισμένον χῶρον, εἰς ὃν εὑρίσκεται σήμερον, τότε, νὰ ἤμεθα βέβαιοι, θὰ ζητήσῃ ν’ ἀποφύγῃ τὸν ἐπιβαλλόμενον αὐτῷ περιορισμόν, φόβῳ μὲν μὴ ἀποθάνῃ ὑπὸ ἀσφυξίας, ἔργῳ δὲ ὅπως προσφέρῃ τὴν ὀφειλομένην αὐτοῦ ὑπεράσπισιν εἰς τοὺς τυραννουμένους ἀδελφούς του· ὅσον μικρός, ὅσον ἀδύνατος καὶ ἂν ἦναι, καὶ ἂν ἀπελπισθῇ ἀπὸ τῆς πολιτείας ἡμῶν, θὰ καταφύγῃ εἰς τὸν δυνάμενον νὰ τὸν ὁδηγήσῃ ἐκεῖ ὅπου ἐπιθυμεῖ καὶ ἀτενίζει ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐξῆλθε τῶν χειρῶν τοῦ Πλάστου. Καὶ τοσοῦτον αὐτὸ εἶναι ἀληθές, ὥστε ὁ λαὸς ὁλόκληρος ἐπέβαλε καὶ τὸ ἔθνος πρὸ μικροῦ ἐχορήγησεν ἄφθονα τὰ μέσα πρὸς καταρτισμὸν ἰσχυρᾶς δυνάμεως διὰ τὸ μεγαλεῖόν του, χωρὶς κἂν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὰ βάρη καὶ τὰ χρέη, μὲ τὰ ὁποῖα ἤθελεν ἐπιβαρυνθῆ, χωρὶς νὰ πτοηθῇ τὸ ἔλλειμμα, ὅπερ σήμερον παρουσιάζει ὁ προϋπολογισμός, ἀλλ’ οὔτε νὰ φοβηθῇ τὴν χρεωκοπίαν, διότι ὁ Ἕλλην γνωρίζει ἐκ τῆς ἱστορίας ὅτι τὰ ἔθνη δὲν ἔπαθον ἀπὸ τοιαῦτα χρέη ἐθνικά. Τὰ ἔθνη ἔπαθον ἀπὸ τὰ ἐπάρατα, τὰ δυσειδῆ καὶ ἐθνοβόρα πάθη τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν αὐτῶν, καὶ διότι γνωρίζει πρὸς τοῖς ἄλλοις ὅτι τὰ ἔθνη, ἅτινα ἔφθασαν εἰς τὸ ὕψιστον σημεῖον τῆς δόξης των, ἔφθασαν διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἐθνικῆς αὐτῶν δυνάμεως κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν, καὶ διότι γνωρίζει ἀκόμη, ὅτι πολλὰ τῶν ἐθνῶν τούτων εἶναι ἐπιβεβαρυμένα μὲ χρέη μυθώδη. Ἴσως, κύριοι, μοὶ εἴπῃ τις, ὅτι καθ’ ὃν χρόνον ὁ λαὸς καὶ αὐτὸ τὸ Ἔθνος ἐζήτει ταῦτα, ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων ἐν γένει ἦτο διάφορος τῆς σημερινῆς. Ἐγὼ οὐδόλως παραδέχομαι μεταβολὴν πραγμάτων. Τὰ πράγματα εἶναι εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν ὡς καὶ τότε καὶ ἔτι χείρω, μάλιστα διὰ τοὺς Ἕλληνας καὶ τὸν ἑλληνισμὸν ὅστις παραδέχεται τοιαύτην μεταβολὴν πραγμάτων, ὀφείλει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ τὴν ὁμολογήσῃ, ἄλλως σκοπίμως ῥίπτεται ἡ ἰδέα αὕτη ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν. Ἡ κατάστασις τῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ πραγμάτων τότε μόνον θὰ μεταβληθῇ καὶ θὰ καλλιτερεύσῃ, ὅταν ἀποδοθῇ εἰς τὸν ἑλληνισμὸν τὸ δίκαιον, τὸ νόμιμον κληρονομικὸν αὐτοῦ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ὁ κατακτητὴς αὐτοῦ πρὸ αἰώνων σφετερίζεται καὶ τοῦ κατακρατεῖ ἀδίκως. Δὲν πρέπει, κύριοι, νὰ πλανώμεθα ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς θὰ ἡσυχάσῃ ἐν ὅσῳ βλέπει τοὺς ἀδελφοὺς αὐτοῦ στενάζοντας ὑπὸ τὸν ἀφόρητον ζυγὸν τῆς δουλείας καὶ ἀτιμαζομένους. Ἡ ἀπελευθέρωσις τῶν δούλων ἀδελφῶν αὐτοῦ εἶναι τὸ γλυκὺ καὶ αἰώνιον ὄνειρον παντὸς Ἕλληνος. Ἐὰν σήμερον βλέπῃ τις τοὺς Ἕλληνας πρὸς στιγμὴν νὰ ἡσυχάζωσι καὶ νὰ διασκεδάζωσι τὴν ἄπειρον καὶ ἄκρατον αὐτῶν ἐπιθυμίαν διὰ τῆς θέας τῶν μαρμαρίνων καὶ μεγαλοπρεπῶν οἰκοδομῶν πλουσίων τινῶν, ἐνδομύχως ὅμως αἰσθάνεται ἄλλο, καὶ δὲν θὰ ᾖναι μακρὰν ὁ χρόνος καθ’ ὃν καὶ πάλιν ἡ Ἑλλὰς θὰ ἀναφανῇ εἰς τὸ θεῖον ὕψος της, καὶ πάλιν θὰ ἴδωσιν οἱ μὴ πιστεύοντες τοῦτο ν’ ἀπαστράψῃ εἰς τὰ ὄμματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὸ πῦρ τοῦ ἐνθουσιασμοῦ, καὶ πιστεύσατε ὅτι οἱ παλμοὶ τῶν καρδιῶν ἁπάντων τῶν Ἑλλήνων μετροῦσι καὶ τὰς στιγμὰς, αἵτινες παρέρχονται. Ἐν χρόνῳ λοιπὸν τοσοῦτον σπουδαίῳ, καὶ εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν πρόκειται περὶ τοῦ μέλλοντος ἡμῶν καὶ τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν, δὲν πρέπει νὰ ζητῶμεν τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν ἐπὶ τοῦ στρατοῦ τῆς τε ξηρᾶς καὶ θαλάσσης. Τοῦτο, κύριοι, φρονῶ, καὶ τὸ λέγω ἀπροκαλύπτως, εἶναι ἐπιζήμιον διὰ τὸ ἔθνος. Ὁ ἕλλην, ὅστις ἔχει ἱστορίαν καὶ ὑψηλὰ καθήκοντα νὰ ἐκπληρώσῃ ἐν τῷ μέλλοντι, δὲν εἶναι προωρισμένος νὰ ἀποθάνῃ ὑπὸ ἀσφυξίας. Ὁ προορισμὸς αὐτοῦ εἶναι ν’ ἀποθάνῃ μαχόμενος ὑπὲρ τῆς μεγάλης αὐτοῦ πατρίδος, ὑπερασπίζων αὐτὴν μὲ τὴν σπάθην εἰς τοὺς ὀδόντας καὶ τὸ τουφέκιον εἰς τὰς χεῖρας. Καὶ ἂν θελήσωμεν σήμερον νὰ τῷ ἀφαιρέσωμεν τὰ ὅπλα ταῦτα, εἴτε λόγῳ οἰκονομίας, εἴτε λόγῳ χρεωκοπίας, νὰ ἤμεθα βέβαιοι, ὅτι ἐπὶ τέλους θὰ θέσῃ τὰ στήθη του ὡς προμαχῶνας καὶ τὰς χεῖράς του ὡς ῥόπαλα διὰ τὴν δόξαν καὶ εὔκλειαν τῆς πατρίδος του. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀληθὴς Ἕλλην, καὶ οὐχὶ οἰκονομολόγοι πολιτευόμενοί τινες, οἵτινες ζητοῦσι τὰς οἰκονομίας μὲ ζημίαν τοῦ μεγαλείου τοῦ ἑλληνισμοῦ. Καὶ ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Ἕλλην, ἂς στρέψωμεν ἓν παλινδρομικὸν ὄμμα εἰς τὸ παρελθὸν, καὶ θὰ ἴδωμεν, ὅτι αἱ ἀλκυόνες τῆς Μεσογείου ἁπάσης, οἱ ὑψιπέται ἀετοὶ τῆς Ῥούμελης, ὁ ἀτρόμητος Μπέης τῆς ὑπερηφάνου Μάνης καὶ ὁ μέγας ἄρχων τοῦ Μωριᾶ, καὶ πλεῖστοι ὅσοι ὅμοιοι αὐτοῦ, ὅστις εἰς τὴν ἁγίαν Λαύραν ἔσχισε μέρος τῆς φουστανέλλας του, ἵνα καταρτίσῃ τὸ λάβαρον τῆς ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως, ἐὰν οἱ ἥρωες οὗτοι ἐσυλλογίζοντο ὅπως ἡμεῖς σήμερον, ὅτι ἤθελον χρεωκοπήσει τοὺς ἕλληνας, νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι δὲν ἤθελον πράξει ὅ,τι ἔπραξαν, καὶ δὲν ἤθελε παράσχει ἡ Ἑλλὰς κατορθώματα τοιαῦτα, ἅτινα τὴν Εὐρώπην ἐξέπληξαν σύμπασαν, καὶ μέρος ἀτυχῶς τῶν δικαίων πόθων αὐτῆς ἀπήλαυσε. Ναὶ, κύριοι, αὐτὸς εἶναι ὁ Ἕλλην, ὅστις εἰς πᾶσαν περίστασιν, ὁσάκις πρόκειται περὶ τῆς αὐτονομίας τῶν δούλων ἀδελφῶν αὐτοῦ καὶ περὶ τῆς μεγάλης πατρίδος του, πάραυτα ἐγκαταλιμπάνει τὰ ἔργα του καὶ τρέχει ἀνυπόμονος ν’ ἀκούσῃ, τί νομίζετε; τὸν θούριον ὕμνον! τὴν πάλην κατὰ τοῦ φυσικοῦ ἐχθροῦ αὐτοῦ. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν αἰσθάνομαι ἐν ἐμαυτῷ τὴν ἀπαιτουμένην δύναμιν, ὅπως ἀναπτύξω τὸ ὑψηλὸν τοῦτο θέμα εἰς ὅλον αὐτὸ τὸ ὕψος· λέγω μόνον ὅτι ἡ Ἑλλὰς, ἥτις κατὰ τὸ 1821 ἀνέσυρε τὸ κάλυμμα τῆς ἀδυναμίας τοῦ ἕως τότε grand Seigneur, ἡ Ἑλλὰς θὰ ῥίψῃ καὶ ἐπὶ τοῦ πτώματος τῆς Τουρκικῆς δυναστείας τὴν νεκρικὴν σινδόνην. Μὴ ἀμφιβάλλετε, κύριοι, ὁ Ἑλληνισμὸς καὶ πάλιν θὰ μεγαλουργήσῃ καὶ θὰ παράσχῃ εἰς ὅλον τὸν κόσμον κατορθώματα ἡρωϊκώτερα τῶν πρώτων, ὅταν εἰς τὴν θέαν τοῦ σταυροῦ σεισθῇ ὁ Ταΰγετος, ὁ Κίσαβος, ὁ Ὄλυμπος, ὁ Πίνδος, καὶ ἡ κλαγγὴ τῶν ὅπλων αὐτοῦ ἀντηχήσῃ εἰς ἁπάσας τὰς χώρας, ἃς ὁ πεπολιτισμένος καὶ ἐκπολιτιστικὸς Ἕλλην κατέχει. Μὴ ἀπατώμεθα, κύριοι, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων σήμερον εἶναι ἀνθηρά· ἀπόδειξις ἐναντία εἶναι, ὅτι τὰ εὐρωπαϊκὰ ἔθνη ἅπαντα ἐξοπλίζονται καὶ ἑκάστη εὐρωπαϊκὴ δύναμις φροντίζει ὅλαις δυνάμεσιν, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὰ ἴδια αὐτῆς συμφέροντα ἐκ τοῦ μεγάλου κινδύνου τοῦ ἐπαπειλοῦντος τὴν Εὐρώπην ἅπασαν. Ἡ Πρωσία, κύριοι, πρὸ μικροῦ, καὶ τὸ γνωρίζετε ἅπαντες, ηὔξησε τὸν μεγάλον αὐτῆς στρατὸν κατὰ 34 τάγματα πεζικοῦ καὶ κατὰ 11 τάγματα πυροβολικοῦ. Τὸ Βέλγιον ηὔξησε τὴν δύναμίν του κατὰ μέγα μέρος. Ἡ Κυβέρνησις τῆς Δανιμαρκίας ἐζήτησε παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἐπιψήφισιν ἐν μέρει τῆς αὐξήσεως τοῦ στρατοῦ κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν, καὶ ἡ Βουλὴ σύμπασα, καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη πτέρυξ, ἐψήφισεν ὑπὲρ τοῦ διπλασιασμοῦ αὐτοῦ. Ὁποίαν λοιπὸν ἄλλην ἀπόδειξιν ἀπαιτεῖτε, ὅτι τὰ πράγματα ἐν Εὐρώπῃ δὲν εὑρίσκονται εἰς ἀνθηρὰν κατάστασιν; ὅτι ὁ πολιτικὸς ὁρίζων ὡς ἐκ τούτου εἶναι τεθολωμένος; Ἀλλ’ ἐκτὸς ὅλων αὐτῶν ἡ κατάστασις αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν τῶν πραγμάτων τῆς Ἀνατολῆς εἶναι τοιαύτη, ὥστε μᾶς ἐπιβάλλει τὸ ἀπαραίτητον καὶ ἱερὸν καθῆκον νὰ ἤμεθα κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ἕτοιμοι, καὶ ἑπομένως δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ ζητῶμεν σήμερον τὴν οἰκονομίαν ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν δυνάμεως, ἀλλ’ οὔτε νὰ συζητῶμεν περὶ χαλαρώσεως ἢ καὶ καταργήσεως μέρους τῆς λειτουργίας τοῦ Κράτους· τὰ πράγματα καὶ ἡ ἐποχὴ ἀποκρούουσι τοιαύτην συζήτησιν. Καὶ εἶναι ἀποκρουστέα ἡ συζήτησις αὕτη, διότι βλέπω ὅτι Ἑλλὰς καὶ Τουρκία ὑπὸ τὸν αὐτὸν Οὐρανὸν εἶναι ἀδύνατον νὰ συνυπάρξωσιν. Εἶναι ἀδύνατον νὰ διατηρηθῇ ἡ τουρκικὴ δυναστεία ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς γῆς καὶ ἐν τῷ μέσῳ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, τῆς Εὐρώπης μάλιστα, κατὰ τὸν παρόντα αἰῶνα. Τοῦτο εἶναι εἰρωνεία, εἶναι ἐναντίον καὶ αὐτῶν τῶν κανόνων τῆς φύσεως. Ἐγὼ, κύριοι, οὐδὲν ἄλλο πράττω ἢ νὰ ζωγραφίζω τὰ πράγματα ὡς ἔχουσι, καὶ συνεπῶς φρονῶ, ὅτι ἡ κεφαλὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὡς τὴν ὠνόμασεν ὁ ἔντιμος καὶ ἀξιότιμος Βουλευτὴς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Θ. Δηλιγιάννης, εἶναι ἀνάγκη νὰ σκεφθῇ ὅλως διαφορετικὰ τῶν οἰκονομολογικῶν σκέψεών τινων, εἶναι ἀνάγκη νὰ σκεφθῇ ἀνδρικώτερον, ὅπως ἐσκέφθησαν οἱ πατέρες ἡμῶν εἰς τὰ δάση τοῦ Ἄστρους. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι ἡ Ἑλλὰς ἔχει τὸ ἀναφαίρετον δικαίωμα τῆς ἀπελευθερώσεως τῶν πέντε ὡραίων θυγατέρων της, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται εἰσέτι ὑπὸ τὸν βαρὺν τῆς δουλείας ζυγὸν, στενάζουσαι καὶ ἀτιμαζόμεναι. Πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν της, ὅτι ἡ παῦσις τοῦ αἱματηροτάτου τοῦ 1821 πολέμου οὐδὲν ἄλλο ἦτο εἰμὴ ἀνακωχὴ, καὶ οὐδὲν πλέον. Ἴσως πλούσιοί τινὲς φρονοῦσι τὰ ἐναντία, φοβούμενοι, βεβαίως, μήπως ἀπολέσωσιν ὅ,τι ἐκέρδισαν καὶ κερδίζουσιν, ἀλλὰ καὶ εἰς τούτους λέγω ὅτι, ἂν διὰ τῆς Πελοποννήσου καὶ τῆς Στερεᾶς ἐκέρδισαν καὶ κερδίζουσιν πολλὰ, ἐκ τῆς προσκτήσεως τῶν παραχωρηθεισῶν ὑπὸ τοῦ Βερολινείου συνεδρίου ἐπαρχιῶν θέλουσι κερδίσει ἔτι περισσότερα. Πλὴν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τοῦ μικροῦ καὶ περιωρισμένου τούτου ἀνεξαρτήτου μέρους σκέπτεται διὰ τὸ μεγαλεῖον καὶ τὴν ὅλην ἀπελευθέρωσίν του. Εἶναι, κύριοι, ἀληθὲς ὅτι ἡ ἐλευθερία παντὸς κράτους εἶναι ἀναμφηρίστως πολυδάπανος, ἀλλ’ εἶναι καὶ τὸ μέγιστον ἀγαθὸν τοῦ τε ἔθνους καὶ τοῦ ἀτόμου, διότι εἶναι ἡ πηγὴ καὶ ἡ κρηπὶς πάσης τῆς λοιπῆς εὐδαιμονίας καὶ εὐτυχίας αὐτοῦ, καὶ ὡς τοιαύτη δικαιοῦται ν’ ἀπαιτήσῃ παρ’ ἡμῶν πᾶσαν θυσίαν. Καὶ ἡμεῖς δι’ αὐτὴν καὶ μόνην ὀφείλομεν πᾶν ὅ,τι ἔχομεν νὰ θυσιάσωμεν, οὐδαμῶς προσέχοντες εἰς τὰς παρά τινων προτεινομένας οἰκονομίας. Κύριοι, πρὶν εἰσέλθω εἰς τὸ τεχνικὸν μέρος περὶ στρατοῦ, θέλω ἀποπειραθῆ ἔτι ἅπαξ, ὅπως ἀναζωπυρήσω ὑμῖν τὴν ἰδέαν ὑπάρξεως στρατοῦ, ἀνταποκρινομένου εἰς τοὺς διακαεῖς τοῦ ἔθνους πόθους. Ὅσοι τῶν κυρίων βουλευτῶν, ὡς ἐγὼ, εἶχον τὴν τύχην νὰ εὑρεθωσί ποτε ἐν τῷ μέσῳ τῶν ὑπὸ τὴν δουλείαν βαρυαλγούντων ἀδελφῶν ἡμῶν, γνωρίζουν ὅτι οἱ ἀδελφοὶ ἡμῶν ἀείποτε ἔχουν ἐστραμμένα τὰ βλέμματά των πρὸς ἡμᾶς τοὺς ἐλευθέρους, καὶ ἐντεῦθεν περιμένουν νὰ ἔλθῃ καὶ εἰς αὐτοὺς «τὸ ῥωμαίϊκο», ὡς ἀποκαλοῦσι τὴν ἀνάκτησιν τῆς ἐλευθερίας των. Καὶ εἶναι πρόθυμοι, κύριοι, εἰς πᾶσαν θυσίαν ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν καὶ διοίκησιν ἡμῶν τῶν ἐλευθέρων, καὶ δείγματα τοῦ ζήλου των τούτου, μὴ τελεσφορήσαντα δυστυχῶς, ἐλάβομεν κατὰ τὰς πρὸ μικροῦ χρόνου κινήσεις. Καὶ οἱ ἐξ ἡμῶν γινώσκοντες καὶ οἱ μὴ γινώσκοντες ταῦτα, ἵνα κρίνωσιν ὀρθῶς περὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, δέον κατὰ διάνοιαν τοὐλάχιστον νὰ μετατεθῶσιν εἰς μίαν τῶν κορυφῶν τοῦ Ὀλύμπου ἢ τοῦ Πίνδου ἢ εἰς ἄλλα μέρη τῆς δούλης Ἑλλάδος, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ συμφωνήσωσι πληρέστατα μαζύ μου καὶ θὰ περιφρονήσωσι πᾶσαν συζήτησιν καὶ πᾶσαν ἐνέργειαν ὡς ἄκαρπον καὶ ἀνωφελῆ καὶ θὰ ὁμολογήσωσι διαῤῥήδην, ὅτι τὰς δούλας ἡμῶν ἀδελφὰς καὶ σύμπασαν τὴν Ἑλλάδα, ἀντὶ ἀγώνων, θυσιῶν μεγάλων καὶ αἵματος, θὰ λυτρώσωμεν. Καὶ πῶ, ἄλλως ἠλευθερώθημεν ἡμεῖς ἐπὶ 7 ὁλόκληρα ἔτη ποτίζοντες τὸ ἔδαφος τῆς φιλτάτης πατρίδος διὰ τοῦ αἵματος ἡμῶν; Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἀποτελειώσωμεν τὸ ἡμιτελὲς τῶν πατέρων ἡμῶν ἔργον, πρέπει νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἐκεῖνοι οἱ ἀρχίσαντες αὐτό. Τὸ μέρος τοῦτο κλείω μὲ δύο προσφάτους στίχους τοῦ ποιητοῦ Παράσχου: Ἐλᾶτε πίσω, στρέψατε πενῆντα τόσα χρόνια Καὶ θὲ νὰ πᾶτε πλειὸ μπροστὰ, γυρίζοντες ὀπίσω. Ἤδη εἰσέρχομαι εἰς τὸ πραγματικὸν ζήτημα τοῦ στρατοῦ, τὸ ὁποῖον, ὡς προεῖπον, εἶναι τὸ σπουδαιότερον ἐθνικὸν ζήτημα, καὶ τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, ὅπως διευκρινισθῇ ἐντελῶς, διότι ἐν τῇ Βουλῇ ἐξεφράσθησαν πολλαὶ περὶ τούτου ἰδέαι. Ἐῤῥίφθη ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοῦδε δύναμαι νὰ εἴπω ὡς ἐκπηγάζουσαν ἐξ ἐμβριθοῦς σκέψεως καὶ μερίμνης πατρικῆς, ἣν ὁ κ. Ζαΐμης ὑπέβαλε, τουτέστιν ἡ ἰδέα τῆς διατηρήσεως τῶν ὑπαρχόντων στελεχῶν τοῦ στρατοῦ. Ὑπεβλήθη ἡμῖν καὶ ἕτερον σύστημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδυνήθην νὰ παραβάλω μὲ οὐδὲν τῶν ὑπαρχόντων συστημάτων τῆς τακτικῆς, οὐδὲ εἶναι ἐφηρμοσμένον που. Ἄς μοι ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι ἴσως στηρίζεται εἰς τοὺς κανόνας τῆς τακτικῆς τῶν Ζουλοὺς, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω τὴν γλῶσσαν ταύτην. Καὶ πρῶτον, κύριοι, ἐξετάζω τὸ ζήτημα ὑπὸ δύο διακεκριμένας ἐπόψεις: Αʹ Δυνάμεθα νὰ διατηρῶμεν, ὡς ἔχουσι τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν, καὶ νὰ ἔχωμεν στρατὸν μόνιμον ἀσχολούμενον μόνον εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ ἀληθοῦς αὐτοῦ προορισμοῦ καὶ τῶν κυρίων ἔργων του; Ἐὰν τοῦτο ἦναι ἐφικτὸν, πᾶσα συζήτησις περὶ συστήματος ἢ ὀργανισμοῦ καταλλήλου ἀποβαίνει περιττή, διότι δυνάμεθα νὰ διοργανώσωμεν αὐτὸν ὑπὸ τὸ ἐντελέστερον καὶ τελειότερον σύστημα τῶν ὑπαρχόντων σήμερον ἐν Εὐρώπῃ ἄνευ τῆς ἐλαχίστης δυσκολίας, καθ’ ὅσον παρ’ ἡμῖν ἡ δυσκολία ἔγκειται οὐχὶ εἰς τὰ πρόσωπα, ἀλλ’ εἰς τὰ πράγματα· ἡ δυσκολία εἶναι χρηματολογικὴ, διότι παρ’ ἡμῖν ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοὶ, οὓς δύναμαι νὰ ὀνομάσω ἀδάμαντας, οἵτινες ἐξεπαιδεύθησαν εἰς τὰ στρατιωτικὰ τῆς Εὐρώπης σχολεῖα, ὅπου ἐξεπαιδεύθησαν καὶ ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους θέλετε νὰ φέρητε ἐνταῦθα. Δὲν εἶμαι ἐναντίος τῆς ἰδέας, φέρετέ τους, δὲν θέλω νὰ μὲ ὀνομάσητε ἐγωϊστήν· καὶ ἐγὼ ἐσπούδασα εἰς στρατιωτικὰ σχολεῖα τῆς Εὐρώπης καὶ συνηγωνίσθην μετ’ ἀξιωματικῶν Γάλλων, δὲν ἔτυχον οὐδὲ τοῦ πρώτου, οὐδὲ τοῦ δευτέρου, οὔτε τοῦ τρίτου βαθμοῦ, ἔτυχον τοῦ ἑβδόμου μεταξὺ τῶν πρώτων δέκα ἀριστευσάντων. Ποῖον λοιπὸν θὰ φέρητε; τὸν πρῶτον; ὄχι, θὰ φέρητε τὸν δωδέκατον. Ἐπιτρέψατέ μοι τὸν δίκαιον τοῦτον ἐγωϊσμόν.
§16ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Οὐδεὶς ἀξιωματικὸς Γάλλος, διότι βεβαίως περὶ Γάλλων πρόκειται, ἔχων ἀξίαν καὶ πατριωτισμόν, ἔρχεται εἰς τὴν Ἑλλάδα.
§17ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Ἡ δυσκολία εἶναι χρηματολογικὴ, διότι ἔγκειται εἰς τὰ πρόσωπα, διότι ἔχομεν καὶ ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικοὺς, διὰ τοὺς ὁποίους καὶ ἡ ὑπηρεσία καὶ τὸ ἔθνος ἐθυσίασε πλεῖστα ὅσα, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐπαξίως δύνανται νὰ καταλάβουν τὴν θέσιν τοῦ ἀξιωματικοῦ. Μὴ πλανᾶσθε καὶ μὴ διαδίδετε τὴν ἰδέαν τὴν ἐσφαλμένην, ὅτι δὲν ὑπάρχει στρατὸς ἐν Ἑλλάδι· δὲν ὑπάρχει θέλησις τῶν πολιτικῶν· ἐὰν δώσητε τὰ μέσα, καὶ ὁ τελευταῖος τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ θὰ σᾶς παρουσιάσῃ στρατὸν ἀξιόμαχον. Καὶ ἐνταῦθα ἐφαρμόζεται, ὡς καὶ πανταχοῦ, τὸ ἀργυρέαις λόγχαισι μάχου καὶ πάντα νικήσεις. Ἐὰν ὅμως δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὰ μέσα, τότε θὰ συζητῶμεν ἐπὶ ματαίῳ περὶ καλοῦ ἢ μὴ διοργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, διότι ἡ πτωχεία οὐδὲν ἄλλο ἐπιφέρει ἀποτέλεσμα, ἢ τὴν γκρίνιαν καὶ τὰς ἀνωφελεῖς συζητήσεις διὰ πᾶσαν ἐπὶ τοῦ παρόντος μεταβολὴν συστήματος. Διὸ ἐπὶ τοῦ πρώτου τούτου μέρους ἀποφεύγω νὰ εἰσέλθω εἰς ἐξηγήσεις λεπτομερεῖς καὶ ἀφηγήσεις τοῦ καταλληλοτέρου καὶ δυναμένου νὰ ἐφαρμοσθῇ παρ’ ἡμῖν ὠφελίμως συστήματος, καθ’ ὅσον καὶ πολλαὶ περὶ τούτου πραγματεῖαι ἐδημοσιεύθησαν πρὸς διαφώτισιν τῶν βουλομένων. Βʹ. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν στρατὸν ἀξιόμαχον καὶ ἱκανὸν πρὸς ἀπόκρουσιν παντὸς πολεμίου, καθ’ ὅσον αὐτὸς εἶναι στρατὸς, καὶ οὐχὶ ὁ ἐκγυμναζόμενος μέχρι τοῦ σχολείου τοῦ στρατιώτου, τότε ἐρχόμεθα εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα. Δυνάμεθα νὰ συντηρήσωμεν τὰ ὑπάρχοντα τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ στελέχη ὑπὸ τοὺς αὐστηροτέρους καὶ οἰκονομικωτέρους ὅρους, ὅπως χρησιμεύσωσιν ὡς πυρὴν, καὶ ἐν καιρῷ πρὸς σχηματισμὸν πολὺ μεγαλειτέρας στρατιωτικῆς δυνάμεως τῆς σήμερον ὑπαρχούσης; πρὸς δὲ νὰ ἄρωμεν πᾶσαν δυσπιστίαν μεταξὺ ἀτόμου καὶ ἔθνους; Ἰδοὺ ποῦ ἔγκειται τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἂν κατορθωθῇ προσωρινῶς καὶ συμφώνως μὲ τὴν ὁποίαν δεικνύει σήμερον τάσιν ἡ Βουλὴ εἰς τὰς οἰκονομίας, πράττομεν εὐχῆς ἔργον, διότι ἂν θελήσωμεν σήμερον ν’ ἀποῤῥίψωμεν ὅ,τι ἡ Βουλὴ πρὸ μικροῦ χρόνου ἐψήφισε, καὶ νὰ καταργήσωμεν, ὅπως μετασχηματίσωμεν μέρος τῶν ὑπαρχόντων στελεχῶν, θὰ ῥίψωμεν εἰς τοὺς δρόμους, καὶ χωρὶς νὰ θέλωμεν, μέρος τῶν κυρίων ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ καὶ πενταπλάσιον τούτων ἀριθμὸν ὑπαξιωματικῶν, οἵτινες εἰς πᾶσαν περίστασιν δύνανται νὰ καθέξωσιν ἐπαξίως τὴν θέσιν τοῦ ἀξιωματικοῦ. Τὸ δεύτερον ζήτημα εἶναι σπουδαιότερον, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι καὶ εἰς τὰ δύο ζητήματα ἀνάγκη νὰ φυλαχθῶσιν οἱ κανόνες τῆς τακτικῆς. Ὁ στρατὸς βεβαίως σχηματίζεται καὶ καταρτίζεται ἀπὸ τὰ ἑξῆς ἀναγκαιότατα στοιχεῖα, ἀπὸ τὸ πεζικόν, ὅπερ εἶναι ἡ βάσις, τὸ πυροβολικὸν καὶ τὸ ἱππικόν. Ἀλλ’ ὀφείλω καὶ πάλιν νὰ κάμω ἐξήγησίν τινα πρὸς τοὺς κυρίους βουλευτάς, διότι πολλοὶ διατελοῦσιν ἐν ἀγνοίᾳ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων, ὅπως διευκρινισθῇ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἡ κυβέρνησις πρέπει νὰ ὑποστηρίξῃ ὅλαις δυνάμεσι καὶ νὰ μὴ πτοηθῇ τὴν ἀπώλειαν τῆς ἐξουσίας, διότι, ἂν καὶ τοῦτο λάβῃ χώραν, ἂς ἦναι βεβαία ὅτι θὰ ἐπανέλθῃ ἰσχυροτέρα καὶ κραταιοτέρα πρὸς περάτωσιν τοῦ ἔργου, ὅπερ πρὸ πολλοῦ ἤρχισε. Τὸ ἀνωτέρω μνησθὲν δεύτερον ζήτημα, φρονῶ, εἶναι καὶ τὸ σπουδαιότερον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνάγκη νὰ ἐνδιατρίψωμεν περισσότερον. Πᾶν δὲ ἄλλο καὶ πᾶσα ἄλλη μεταβολὴ ἐπὶ τοῦ παρόντος εἶναι, νομίζω, ἀνωφελὴς καὶ ἐπιζήμιος. Τὸ ἔθνος, μὴ δυνάμενον σήμερον νὰ διατηρῇ στρατὸν μόνον εἰς τὰ ἔργα του ἀσχολούμενον, ἀνάγκη νὰ διατηρήσῃ τὰ ὑπάρχοντα στελέχη καὶ δι’ αὐτοῦ νὰ διοργανωθῇ ὁλόκληρον στρατιωτικῶς· ἤτοι νὰ ἔχῃ στρατόν, ὅστις νὰ ἐπαρκῇ διὰ τὴν ἐσωτερικὴν το Κράτους ὑπηρεσίαν καὶ συνάμα νὰ χρησιμεύσῃ ὡς γενικὴ τοῦ ἔθνους σχολή, πρὸς ἐξάσκησιν αὐτοῦ καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ σχηματίσῃ μεγάλην ἐθνικὴν δύναμιν. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν πρώτην καὶ εἰς τὴν δευτέραν περίπτωσιν ὁ στρατὸς δέον νὰ ἔχῃ τὴν ἀναλογίαν τῶν ἀπαρτιζόντων αὐτὸν στοιχείων, ἅτινα εἶναι τὸ πεζικόν, τὸ πυροβολικὸν καὶ τὸ ἱππικόν. Τὰ τρία ταῦτα ὅπλα εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα πρὸς σχηματισμὸν ὁπωσδήποτε στρατοῦ, καὶ οὐχὶ στρατοῦ διῃρημένου εἰς δύω στρατόπεδα, ὡς παρουσιάζει ταῦτα τὸ ὑποβληθὲν ἡμῖν παρὰ τοῦ κ. Τρικούπη σύστημα, καθ’ ὅσον ἡ λέξις στρατὸς εἶναι ἀδιαίρετος. Ἀλλὰ πρὶν ἢ ἐξετάσω τὰς ἐλλείψεις τοῦ ἐν λόγῳ συστήματος, ἀναγκαίως πρέπει νὰ ἐξηγήσω ὑμῖν τὸν λόγον ἐφ’ οὗ στηρίζεται ἡ ἀνάγκη τῆς προσηκούσης ἀναλογίας εἰς τὰ καταρτίζοντα τὸν στρατὸν στοιχεῖα. Τὰ ἀναγκαῖα πρὸς σχηματισμὸν στρατοῦ στοιχεῖα δέον νὰ ἔχωσι τὴν προσήκουσαν μεταξύ των ἀναλογίαν, ἵνα δύνανται νὰ βοηθῶνται ἀμοιβαίως, τάσσονται δὲ ὑπὸ τοῦ διοικοῦντος τὸν στρατὸν ἀρχηγοῦ οὕτως, ὥστε νὰ συμπράττωσι χωρὶς νὰ γίνηται τὸ ἓν πρόσκομμα εἰς τὰς ἐνεργείας τοῦ ἑτέρου. Ἄνευ τῆς δεούσης ἀναλογίας συμφώνως πρὸς τοὺς κανόνας τῆς τακτικῆς καὶ τῆς ἐπιστήμης τοῦ πολέμου, στρατὸς δὲν δύναται νὰ ὀνομασθῇ καὶ νὰ ἐνεργήσῃ ἐν ἀνάγκῃ. Τοσοῦτον δὲ τοῦτο εἶναι ἀληθές, ὥστε τὸ πεζικόν, ὅπερ πρωτεύει τῶν δύω ἑτέρων καὶ δικαίως καλεῖται ἡ βασίλισσα τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, ἄνευ πυροβολικοῦ, οὗτινος ὁ προορισμὸς εἶναι νὰ προετοιμάζῃ τὴν ἐνέργειαν τοῦ πρώτου, τὸ πεζικὸν καθίσταται ἄχρηστον, τὸ πυροβολικόν, ὅπερ εἶναι ὁ κεραυνὸς τοῦ στρατοῦ ἀπειλῶν καὶ καταστρέφων πᾶν τὸ ἐμποδών, ἄνευ ἱππικοῦ, ὑποστηρίζοντος αὐτό, γίνεται ἀνάρπαστον. Τὸ ἱππικόν, οὗτινος ἡ ὑπηρεσία εἶναι μεγάλη καὶ σπουδαία ἐν πολέμῳ, εἶναι ὁ φωτεινὸς φάρος ὁ διαφωτίζων τὸν στρατὸν καὶ ἐπισκοτίζων ἐκ τῆς παρουσίας του τὸν ἐχθρόν. Ἡ χρησιμότης τοῦ ὅπλου τούτου ἐτέθη εἰς πλήρη ἐνέργειαν εἰς τὸν τελευταῖον Γαλλογερμανικὸν πόλεμον· ἱππεῖς λογχοφόροι ἐπορεύοντο πέντε ἡμέρας μακρὰν τοῦ κυρίου σώματος καὶ κατελάμβανον δημόσια κτίρια, ταχυδρομεῖα, τελωνεῖα, θέσεις ἐπικαίρους καὶ ἐνέπνεον τὸν φόβον καὶ τὸν τρόμον ὅπου διήρχοντο. Τὸ ἱππικὸν ὠνομάσθη φωτεινὸν νέφος (δὲν τὸ ὀνομάζω ἐγὼ) τὸ καλύπτον καὶ διαφωτίζον τὸν στρατόν, ἀλλὰ καὶ τοιοῦτον ὄν, ἄνευ τῆς ὑπάρξεως τῶν δύω πρώτων ὅπλων εἰς οὐδὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ. Ἰδού, κύριοι, οἱ λόγοι καὶ ἡ ἀνάγκη, ἐφ’ ἧς στηρίζεται ἡ ἀναλογία τῶν τριῶν τούτων σωμάτων, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑποβάλητε εἰς τὴν βουλὴν σύστημα, τὸ ὁποῖον δὲν στηρίζεται εἰς τοὺς ἀναλλοιώτους κανόνας τῆς τακτικῆς, καὶ χωρὶς νὰ ἔχωσι τὰ ὅπλα ταῦτα τὴν προσήκουσαν ἀναλογίαν των. Ἐκτὸς τῶν τριῶν τούτων ὅπλων ὑπάρχει καὶ τὸ μηχανικὸν, ὅπερ σήμερον συγκαταριθμεῖται εἰς τὸ πεζικὸν καὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἀναλογία διαφέρει τῶν ἄλλων σωμάτων. Τὸ σῶμα τοῦτο διευκολύνει τὴν πρὸς τὰ πρόσω ἄγουσαν, τὴν εὐκινησίαν τοῦ στρατοῦ, καὶ διὰ τῶν ἔργων του πολλαπλασιάζει τὴν ἰσχὺν τῶν θέσεων καὶ ἐξασφαλίζει τὰ κέρδη· καὶ λέγω τοῦτο, διότι τὸ οὐσιωδέστερον πράγματι ἐν πολέμῳ εἶναι οὐχὶ τόσον τὸ κερδίζειν θέσιν τινὰ, ὅσον τὸ μὴ χάνειν, καὶ δι’ αὐτὸ τοῦτο σήμερον ἡ πρόσκαιρος ὀχυρωματικὴ εἶναι τοσοῦτον ἀναγκαία εἰς πάντα πεζὸν ὁπλίτην, ὅσον καὶ τὸ ὅπλον αὐτοῦ, διότι ἡ τάξις κατὰ τὴν νεωτέραν τακτικὴν τοῦ πολέμου σήμερον εἶναι ἀραιὰ μᾶλλον. Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω ὅπλων ὑπάρχει καὶ τὸ σῶμα τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν, καθ’ οὗ πολλοὶ ἐπετέθησαν καὶ τὸ κατέκρινον ὡς περιττόν. Ἐγὼ ἀπέχω νὰ κατακρίνω σῶμα, οὗτινος ἡ ὑπηρεσία εἶναι ἀναγκαιοτάτη διὰ πάντα στρατόν· λέγω μόνον, ὅτι παρ’ ἡμῖν ὑπάρχει σῶμα γενικῶν ἐπιτελῶν, οὐχὶ δὲ αἱ ὑπηρεσία τοῦ σώματος τούτου· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι σφάλμα τῶν πολιτικῶν μας καὶ τῶν κατὰ καιροὺς διεπόντων τὴν τύχην τῶν πραγμάτων τῆς ἡμετέρας πατρίδος, οἵτινες ἐντρέπονται νὰ τὸ ὁμολογήσωσι, πλὴν ἐγὼ ἔχω καθῆκον νὰ τὸ κάμω ἐνώπιον τοῦ νομοθετικοῦ τούτου σώματος γνωστόν. Ἐὰν τὸ ὑποβληθὲν ἡμῖν σύστημα πρὸς ἀναδιοργάνωσιν τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ ἀπαιτῇ τὴν κατάργησιν τοῦ σώματος τούτου καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας παρὰ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν διαφόρων ὅπλων τῶν δυναμένων νὰ ἐκτελέσωσιν αὐτήν, ὤφειλεν ὁ ὑποβαλὼν τὸ σύστημα τοῦτο νὰ μᾶς καταδείξῃ καὶ τίνι τρόπῳ οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν διαφόρων ὅπλων θὰ δυνηθῶσιν ἀκωλύτως νὰ ἐκτελῶσι τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἐπιτελῶν. Ἐγὼ, κύριοι, παρουσιάζω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸν ψηφισθέντα ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου νόμον, τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Τρικούπης, ἵνα καταδείξω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου σκοπίμως δὲν ἐφώτισε τὴν Βουλὴν, διότι πρὸς ἀπόκτησιν ἀξιωματικῶν τῶν διαφόρων ὅπλων, διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν, ἀπαιτεῖται ἡ σύστασις εἰδικῆς σχολῆς, ἥτις ἀντίκειται εἰς τὰς παρ’ αὐτοῦ προτεινομένας οἰκονομίας. Ἡ τοιαύτη σχολὴ ὠνομάσθη ἀνωτάτη πολεμικὴ σχολὴ διὰ τοῦ ἀπὸ 13 Μαρτίου 1879 νόμου ἐν Γαλλίᾳ (ἀναγινώσκει τὸν νόμον). Ἀλλ’ ἡ ἵδρυσις καὶ ἡ σύστασις τοιαύτης, ὡς ἐν Γαλλίᾳ, σχολῆς ἀπαιτεῖ μεγάλας δαπάνας. Ἐγὼ προτείνω τὴν ἵδρυσιν τοιαύτης σχολῆς καὶ εὔχομαι ἡ πρότασίς μου αὕτη νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς· διὸ ὑποβάλλω καὶ τὸ περὶ τούτου Γαλλικὸν νομοσχέδιον μεταπεφρασμένον, ὅπως χρησιμεύσῃ πρὸς φωτισμὸν τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Ὅταν ὅμως ἔρχωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ὑποβάλωσιν ἡμῖν νέον περὶ διοργανισμοῦ τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ σύστημα, πρέπει νὰ παρουσιάζωσι ταὐτοχρόνως καὶ τὰ μέσα, ἅτινα ἀπαιτοῦνται τόσον πρὸς τὴν ἀναδιοργάνωσιν ὡς καὶ πρὸς τὴν συντήρησιν αὐτοῦ· ἄλλως ματαιοπονοῦσιν, ἵνα μὴ εἴπω τι χεῖρον. Τὸ σῶμα τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν καλεῖται ὁ νοῦς τοῦ στρατοῦ, καὶ τοῦτο, διότι ἕκαστος ἀξιωματικὸς τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ τὰ καθέκαστα καὶ τὰς λεπτομερείας ἁπάσας τῶν διαφόρων ὅπλων, διὰ τοῦτο καὶ ὀνομάζεται ὁ νοῦς τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ τὸ ὑποβληθὲν ἡμῖν ἀναδιοργανωτικὸν σύστημα εἶναι πρότυπον, καὶ ὡς τοιοῦτον δέον νὰ τὸ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, καὶ μάλιστα μὲ προϋπολογισμὸν διὰ μὲν τὸ τρέχον ἔτος 8,500,000, διὰ δὲ τὸ 1881 διὰ μόνον 7,500,000. Ἐγώ, κύριοι, συνέταξα ἴδιον προϋπολογισμὸν πλήρη, τὸν ὁποῖον θέλω ὑποβάλει κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν κατώρθωσα μεθ’ ὅλας τὰς προσπαθείας ἃς κατέβαλον νὰ φθάσω κάτωθεν τῶν 9,700,000, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν στρατόν. Ἄλλως εἴπατε, ὅτι δὲν θέλετε στρατὸν, ἀλλ’ οὔτε παρασκευὰς, καὶ οὐχὶ νὰ ἐπιδιώκητε διὰ πλαγίων μέσων τὴν διάλυσιν αὐτοῦ καὶ τὴν ἀπογύμνωσιν τοῦ Κράτους τῆς ἐθνικῆς αὐτοῦ δυνάμεως. Ἐξετάζω ἤδη τὸ ὑποβληθὲν ἡμῖν παρὰ τοῦ κ. Τρικούπη σύστημα περὶ στρατοῦ, καὶ θέλω τὸ ἐξετάσει μακρὰν πάσης πολιτικῆς χροιᾶς. Τὸ σύστημα τοῦτο διαιρεῖ τὸν στρατὸν εἰς δύο μέρη, εἰς στρατὸν ὑπηρεσίας καὶ εἰς στρατὸν ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἐν ἀρχῇ εὑρίσκω τὸ σόλοικον τοῦ συστήματος τούτου, διότι εἰς οὐδεμίαν τακτικὴν ὁ τακτικὸς στρατὸς διαιρεῖται εἰς δύο μέρη, ἀπ’ ἐναντίας ὁ στρατὸς εἶναι ἀδιαίρετος, ἡ δὲ ὑπηρεσία τῆς δημοσίου ἀσφαλείας καὶ τάξεως εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς τὴν χωροφυλακὴν, εἰς τὸν προορισμὸν τῆς ὁποίας ὑπάγεται, ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου εἶναι καὶ ἀνεφάρμοστον κατὰ τὸν ἀναπτυχθέντα παρὰ τοῦ κ. Τρικούπη τρόπον, ἑπομένως θὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα νὰ μὴ ἔχωμεν ἐντελῶς τακτικὸν στρατὸν, παρὰ ἄνδρας ὁπλοφόρους πρὸς διαφύλαξιν τῆς ἡσυχίας καὶ τάξεως πρὸς εἴσπραξιν φόρων καὶ τῶν παρομοίων τούτοις, καὶ φοβοῦμαι μάλιστα μὴ πάθωμεν ὅ,τι καὶ κατὰ τὸ 1825, ὅτε μικροῦ δεῖν κατεστρεφόμεθα ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως στρατοῦ καὶ ἀρχηγῶν. Καὶ ἰδοὺ οἱ λόγοι ἐφ’ ὧν στηρίζω τὴν ταπεινήν μου γνώμην. Κατὰ τὰς ὁποίας ἔχω ἀνὰ χεῖράς μου σημειώσεις παρὰ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐξετάζω πρῶτον τὸν διὰ τὴν ἐσωτερικὴν τοῦ κράτους ὑπηρεσίαν ἀναγκαιοῦντα στρατὸν καὶ παραβάλλων αὐτὸν μὲ τοὺς ὁπλίτας, οὓς χορηγεῖ σήμερον, εὑρίσκω τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα. Οἱ καθ’ ἅπαν τὸ κράτος φρουροὶ ἀνέρχονται καθ’ ἑκάστην εἰς 817, ἐκτὸς τῶν στρατωνοφυλάκων καὶ ἱπποφυλάκων’ διπλασιαζόμενοι δὲ ἀνέρχονται τὴν ἐπιοῦ-
σαν εἰς············································ 1634
χωροφύλακες πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς δημοσίου ἀσφαλείας 2000 πρὸς ἐνίσχυσιν αὐτῶν διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων
φόρων κτλ·········································· 1530
μεταβατικὴ ὑπηρεσία καθ’ ὅλον τὸ κράτος············ 1680
Ἐν ὅλῳ············································· 6844
Προστιθεμένων κατὰ τὰς στατιστικὰς ὅλων τῶν συ-
στημάτων 20% ἀσθενεῖς, εἰς παιδείαν κτλ. ·········· 1200
Ἐν ὅλῳ············································· 8044
καθ’ ὅσον οἱ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἀπόντες δέον νὰ συμπληρῶνται παρ’ ἄλλων, ἵνα μὴ δυσκολεύηται ἡ ὑπηρεσία καὶ ἵνα μὴ σταματᾷ πᾶσα τοῦ κράτους λειτουργία. Ἀλλὰ καὶ ἄλλως ἂν ἐξετάσωμεν τὸ σύστημα, ὁ προσδιορισθεὶς ἀριθμὸς παρὰ τοῦ ἐν λόγῳ συστήματος εἶναι ὅλως ἀνεπαρκὴς, διότι διὰ τὴν φρούρησιν τῆς ὁροθετικῆς τῆς χώρας γραμμῆς καὶ διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν παρ’ αὐτῇ ἐπαρχιῶν ἔχομεν ἀνάγκην
ἀνδρῶν············································· 2000
διὰ μεταβατικὰ ἀποσπάσματα ὡς σήμερον ἔχουσι······· 1680
ἐνίσχυσιν τῆς χωροφυλακῆς·························· 1530
Χωροφυλακὴ κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν ὑπάρχουσα
διὰ τὰς διαφόρους τοῦ κράτους ὑπηρεσίας············ 2000
Ἐν ὅλῳ············································· 7210
Μὴ ἀφαιρουμένων τῶν ἀσθενῶν, τῶν ἐν παιδείᾳ καὶ λοιπῶν, καθ’ ὅσον εἰς τὴν περίστασιν ταύτην θέλω νὰ συμφωνήσω μὲ τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Τρικούπη, ἥτις βεβαίως ὑποθέτει τοὺς ἄνδρας, ὅτι σύγκεινται ἐκ χάλυβος καὶ ἀγγέλους, τοῦθ’ ὅπερ εἶναι φυσικῶς ἀδύνατον, ἀλλὰ καὶ πάλιν ἡ προσδιορισθεῖσα δύναμις στρατοῦ ὑπηρεσίας εἶναι ἀνεπαρκὴς καὶ μείων τῆς ἀναγκαιούσης πρὸς τοῦτο κατὰ 1210 ἄνδρας· ἑπομένως καὶ ὑπὸ τὴν μίαν καὶ ὑπὸ τὴν ἄλλην ἔποψιν τὸ σύστημα τοῦτο οὐ μόνον ἐλλιπὲς, ἀλλὰ καὶ πλημμελὲς εἶναι, διότι δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ συμπληρώσωμεν τὰ κενὰ τῆς ὑπηρεσίας ἐκ τοῦ μέρους ἐκείνου τοῦ στρατοῦ, ὅπερ ἀπεκάλεσεν ὁ κ. Τρικούπης σῶμα τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐκτὸς δὲ τούτων οἱ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ταύτῃ ἀσχολούμενοι ἄνδρες, ὡς ἐκ τοῦ εἴδους τῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν θὰ ἐκτελῶσι, δὲν θὰ δύνανται ν’ ἀσκῶνται ἐπὶ οὐδεμιᾷ προφάσει εἰς τὰ τοῦ στρατιώτου, καὶ συνεπῶς τὸ σῶμα τοῦτο θέλει σύγκειται ἀπὸ ὁμάδα ἀνθρώπων, φερόντων ὅπλα καὶ τίποτε περισσότερον. Οἱ δὲ ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ τοῦ σώματος τούτου θέλουσιν ἐντελῶς ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τοῦ κυρίου αὐτῶν ἐπαγγέλματος. Καὶ γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι ὅσον τις ἀπομακρύνεται τοῦ ἐπαγγέλματος αὐτοῦ, κατὰ τοσοῦτον καὶ τὸ ἐπάγγελμα ἀπομακρύνεται αὐτοῦ. Ἐὰν ὅμως θελήσωμεν νὰ περιορίσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν, οἷον τὰ ἀποσπάσματα τῆς μεταβατικῆς ὑπηρεσίας, τότε τί θὰ γείνῃ ἡ φυγοδικία; τότε ἡ Ναυπακτία, ἡ Εὐρυτανία καὶ αἱ λοιπαὶ ἐπαρχίαι, ἔνθα ἡ φυγοδικία ὕψωσε κεφαλὴν, τί θὰ κάμωσι;
§18ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Τὸν χειμῶνα δὲν ἔχομεν ἀνάγκην, ἀλλὰ μόνον τὸ καλοκαίρι.
§19ΓΕΩΡΓΑΝΤΑΣ. Χαίρω, κ. Καραϊσκάκη, διότι κατὰ τὴν ἰδέαν σας θὰ ὑποδιαιρέσωμεν ἐπὶ πλέον τὸν στρατὸν τῆς ὑπηρεσίας εἰς χειμερινὸν καὶ θερινόν. Τέλος ἔχομεν ἀνάγκην, ὡς τοῦτο ἐμφαίνεται ἐκ τῶν ἀνὰ χεῖράς μου ἐπισήμων σημειώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, πολλῷ μεγαλειτέρας δυνάμεως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ τὸ νεοϋποβληθὲν ἡμῖν σύστημα. Σὺν τοῖς ἄλλοις κάμνω γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ δι’ ἐθελοντῶν στρατὸς τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι ἐθνικὸς, ἀλλ’ ὁπλοφόρων ἀγυμνάστων, οἵτινες θ’ ἀνήκωσιν εἰς πρόσωπα. Ὁ στρατὸς, εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ὁποίου ἡ πολιτεία θὰ ἐμπιστευθῇ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς τιμῆς καὶ τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ πολίτου, δέον νὰ λαμβάνηται ἀπὸ τὰ σπλάγχνα τοῦ λαοῦ, ὅστις εἶναι ὁ ἄγρυπνος φρουρὸς τῶν δικαιωμάτων του. Τὸ σύστημα τῶν ἐθελοντῶν ἀπεκρούσθη πάντοτε ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ ὡς ἀκατάλληλον καὶ προσκροῦον εἰς τὴν πειθαρχίαν αὐτοῦ. Ὅθεν μεταβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ δευτέρου ἐκγυμναστικοῦ σώματος τοῦ στρατοῦ, ὅπερ ὁ κ. Τρικούπης ὠνόμασε στρατὸν ἀσκήσεων. Ὁ στρατὸς οὗτος θὰ σύγκηται βεβαίως ἐξ 6000 ἀνδρῶν, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν κκ. ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν μουσικῶν καὶ σαλπιγκτῶν· ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ ἐξαντλήσω τὴν ὑπομονὴν τῆς Βουλῆς, δὲν ἔρχομαι εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ συστήματος τούτου, τὰς ὁποίας ἄλλως ἀνέλυσεν ὁ ἁρμόδιος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, ὡς καὶ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Οἰτύλου κ. Μαυρομιχάλης λίαν εὐκρινῶς, ἐξετάζω μόνον τίνι τρόπῳ θὰ κατορθώσωμεν ἐντὸς μικροῦ χρονικοῦ διαστήματος, ὡς εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης, νὰ ἐκγυμνάσωμεν 30,000 στρατόν. Καὶ πρῶτον ἐξεταστέον πόσους ἤδη ἀξιωματικούς, ὑπαξιωματικούς, μουσικοὺς καὶ σαλπιγκτὰς ἔχομεν εἰς τὰ διάφορα σώματα καὶ κλάδους τῆς ὑπηρεσίας, πλὴν τῶν τεσσάρων εὐζωνικῶν ταγμάτων, διότι, κύριοι, φρονῶ ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο ὑποκρύπτει τι δυσάρεστον διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Συμφώνως μὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1879 ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοὶ εἰς μὲν
| ἀξιωμ. | ὑπαξ. | σαλπ. | |
| Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν | 24 | 38 | |
| Ἀρχηγεῖον μηχανικοῦ | 13 | 32 | |
| Σῶμα πυροβολικοῦ | 91 | 289 | 45 |
| Τάγματα ἱππικοῦ | 31 | 129 | 26 |
| Πεζικὸν | 440 | 1220 | 330 |
| Σύνταγμα μηχανικοῦ | 40 | 192 | 16 |
| Διάφοροι κλάδοι ὑπηρεσίας | 168 | 130 | |
| Στρατιωτικὴ Σχολή | 19 | 1 | |
| Ὑπεράριθμοι ὑπαξιωματικοί | 336 | ||
| Ἐν ὅλῳ | 826 | 2367 | 417 |
Τὸ ὅλον τῶν ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν, μουσικῶν καὶ σαλπιγκτῶν, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὰ ὑπάρχοντα στελέχη, 3606. Ἐὰν μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχωσι καὶ θέσεις ἀξιωματικῶν κεναί, ὅπερ δὲν πιστεύομεν, ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ὤφειλε νὰ συμπληρώσῃ αὐτὰς συμφώνως μὲ τὸν προϋπολογισμόν, ὅστις εἶναι νόμος τοῦ Κράτους· ἡμεῖς δὲ λαμβάνομεν τὸν ἀριθμὸν τῶν κ. ἀξιωματικῶν τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1879 ὡρισμένων, ἑπομένως ἀφαιρουμένου τοῦ ἀνωτέρω ἀριθμοῦ τῶν 3,606 ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 5,000 τοῦ σώματος τῶν ἀσκήσεων τοῦ στρατοῦ, ὑπολείπονται πρὸς συμπλήρωσιν τούτου 1394 ἄνδρες, οἵτινες θὰ ἐκγυμνάζωνται. Ἀλλ’ ἂν ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τούτου χορηγήσωμεν τὴν προσήκουσαν ἀναλογίαν εἰς τὰ τεχνικὰ ὅπλα, ἤτοι 400 τοὐλάχιστον διὰ τὸ πυροβολικὸν, 400 διὰ τὸ ἱππικόν καὶ 200 διὰ τὰ τάγματα τοῦ μηχανικοῦ καὶ λοιπῶν ὑπηρεσιῶν, δὲν μένουσιν εἰμὴ 394 ἄνδρες διὰ τὸ πεζικόν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τίνι τρόπῳ θὰ ἐξασκήσωμεν τοὺς ἐξ ἀπογραφῆς νεοσυλλέκτους, ὁ ἀριθμὸς τῶν ὁποίων ἀνέρχεται εἰς 6000; διότι ὁ ἀριθμὸς τούτων δὲν μεταβάλλεται διὰ τῆς ἑξαμηνιαίας ἀσκήσεως μέρους αὐτῶν, ἐκτὸς ἂν ζητηθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς ἰδιαίτερος περὶ τούτου προϋπολογισμός. Ἀλλὰ καὶ ἂν θελήσητε νὰ συγχωνεύσητε μέρος τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν βεβαίως τοῦ πεζικοῦ, διότι τῶν τεχνικῶν ὅπλων δὲν εἶναι ἐφικτὸν, ἐκτὸς ἂν μεταβάλητε τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων, δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ συγχωνεύσητε εἰς τὸν στρατὸν τῆς ὑπηρεσίας πλέον τῶν 147 ἀξιωματικῶν, 610 ὑπαξιωματικῶν καὶ 99 μουσικῶν καὶ σαλπιγκτῶν, τὸ δὲ ὑπόλοιπον αὐτῶν δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ μισθοδοτῆτε μὲ πλήρη μισθὸν, καθ’ ὅσον οὐ μόνον ἀντίκειται εἰς τὰς ὁποίας ἐπαγγέλλεσθε οἰκονομίας, ἀλλὰ καὶ θὰ ὑποχρεωθῆτε νὰ ῥίψητε εἰς τοὺς δρόμους μέρος τῶν κκ. ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν, μουσικῶν καὶ σαλπιγκτῶν, ὅπως κατορθώσητε διὰ τοῦ ἀδικήματος τούτου νὰ ἐκγυμνάζητε κατ’ ἔτος μόλις 1190 ἄνδρας ἐξ ἀπογραφῆς κατὰ τὸν νέον περὶ στρατολογίας νόμον. Καὶ ἐντεῦθεν πηγάζει τὸ ἀναμφισβήτητον ἀποτέλεσμα νὰ καταρτίσητε στρατὸν ἐν δεκαπενταετίᾳ 30,000, ὅστις μόλις θὰ γνωρίζῃ τὸν χειρισμὸν τοῦ ὅπλου. Τοιαύτη λοιπὸν εἶνε ἡ ὑποβληθεῖσα ἡμῖν παρὰ τοῦ κ. Τρικούπη νέα σχολὴ, καὶ ἐξ αὐτῆς οἱ στρατιῶται ἐκγυμναζόμενοι δὲν θὰ γνωρίζωσι τὰ καθήκοντα τοῦ φρουροῦ, τῆς περιπόλου κλπ., καθ’ ὅσον τὸ σύστημα τοῦτο ἀπαγορεύει ἐντελῶς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς κυριωτέρας ταύτης ὑπηρεσίας καὶ ἀνατρέπει τοὺς ἰσχύοντας περὶ τούτου καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ καθὼς καὶ παρ’ ἡμῖν κανονισμούς. Ἐὰν ὁ κ. Τρικούπης ἤθελε ν’ ἀπαλλάξῃ τὸν ἡμέτερον τακτικὸν στρατὸν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν ἣν ἐκτελεῖ σήμερον καὶ νὰ τὸν περιορίσῃ εἰς τὰ κύρια μόνον ἔργα αὐτοῦ, τότε ὤφειλε ν’ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν ἐξαίρεσιν αὐτοῦ πάσης ὑπηρεσίας καὶ ν’ ἀναθέσῃ τὴν ἐξασφάλισιν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ κράτους εἰς μόνην τὴν χωροφυλακήν, τὴν ὁποίαν κατ’ ἀνάγκην ἤθελε διαιρέσει εἰς χωροφυλακὴν τῶν πόλεων καὶ εἰς χωροφυλακὴν πρὸς φρούρησιν τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς· καὶ τότε ἠθέλομεν πιστεύσει ὅτι ζητεῖ τι καλὸν περὶ τοῦ ἡμετέρου στρατοῦ. Ἀλλὰ, φαίνεται, δὲν ἠθέλησε νὰ αὐξήσῃ τὴν χωροφυλακὴν, διότι τοῦτο θὰ ἀντέκειτο προφανῶς πρὸς τὰς ἀπαιτουμένας οἰκονομίας, καθ’ ὅσον ἡ διατήρησις σώματος μεγάλου χωροφυλακῆς εἶναι λίαν πολυδάπανος. Ἐκ τῶν ἐκτεθέντων, κύριοι, ἀποδεικνύεται ἀριδήλως, ὅτι τὸ ὑποβληθὲν ἡμῖν σύστημα τοῦ κ. Τρικούπη οὐ μόνον ἀνακριβὲς, ἀνεπαρκὲς καὶ ἀνεφάρμοστον καθίσταται ἐντελῶς, ἀλλ’ οὐδ’ εἰς τακτικὴν βασίζεται οὐδεμίαν. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ ἰδέα αὕτη δὲν εἶναι τοῦ ἰδίου, ἀλλ’ ἄλλων τινῶν, οἵτινες εἰσὶ πάνυ ἀδαεῖς τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας· καὶ ἀπορῶ μάλιστα πῶς ὁ ἐκ Μεσολογγίου ἔντιμος Βουλευτὴς ὑπεστήριξεν αὐτὴν μετὰ τοσαύτης εὐγλωττίας καὶ πεποιθήσεως, ἐνῷ διὰ τοῦ συστήματος τούτου οὐδέποτε θέλομεν κατορθώσει νὰ ἔχωμεν στρατὸν ἀνταποκρινόμενον εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις καὶ τὰς προσδοκίας τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ στρατὸν κατὰ διάνοιαν μόνον, διότι ἐὰν ὑπολογίσωμεν τοὺς μέλλοντας ἐξ ἀπογραφῆς νὰ ἀσκηθῶσιν ἄνδρας, θέλομεν ἰδεῖ ὅτι πέντε ὁπλῖται ἀναλογίζουν δι’ ἕκαστον ἀξιωματικόν, ὅστις θὰ τίθεται ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῶν, καὶ ἐντεῦθεν τὸ γελοῖον—καπετὰν πέντε. Ἀπορῶ δ’ ἔτι μᾶλλον πῶς ἐπιμόνως ζητεῖ τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν ἐπὶ τοῦ στρατοῦ τοσοῦτον αὐστηρῶς, καὶ ἐπιεικῶς εἰς τοὺς λοιποὺς τῆς ὑπηρεσίας κλάδους. Παρετήρησα ὅτι, ἐξετάζων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐξήλεγξε πικρῶς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν κ. Δηλιγιάννην, ὅστις εἶναι ἀνώτερος πάσης μομφῆς, ὅτι ἐποιήσατο κακὴν χρῆσιν τοῦ κονδυλίου τῶν 500,000 δραχ. καὶ ὅτι ὤφειλε νὰ ἐξοδεύσῃ μόνον 150,000, καὶ ἀνέμενον νὰ ἀκούσω ἐλάττωσιν τοῦ ποσοῦ τούτου καὶ νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ μετενεχθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ ἀφῆκεν ἀνέπαφον. Ἤκουσα δὲ νὰ λέγηται, ὅτι τοῦτο ἐγωϊστικῶς καὶ μεροληπτικῶς ἐγένετο πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ κάμῃ τὴν αὐτὴν χρῆσιν τοῦ ποσοῦ τούτου, ἐρχόμενός ποτε εἰς τὰ πράγματα, διὰ τὴν ὁποίαν κατηγόρησε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν· ἐγὼ ὅμως ἀποκρούω τὴν ἰδέαν αὐτὴν, διότι καὶ ὑπολήπτομαι καὶ σέβομαι τὸν κ. Τρικούπην, καὶ δὲν ἐπιθυμῶ ν’ ἀποδώσω αὐτῷ τοιαύτην μομφήν. Περαίνω τὴν ἐξέτασιν τοῦ ὑποβληθέντος ἡμῖν συστήματος διὰ τῶν ἑξῆς παρατηρήσεών μου. Κύριοι, τὰ μικρὰ ἔθνη διατηροῦσιν ἀείποτε τὰ τεχνικὰ ὅπλα πλήρη ἐναντίον ὅλων τῶν παρ’ αὐτῶν ἐπιζητουμένων οἰκονομιῶν, διὰ τὸ δύσκολον τοῦ καταρτίζειν καλὸν πυροβολητὴν, ἱππέα καὶ σκαπανέα· ἡμεῖς ὅμως οὐδόλως λαμβάνομεν τὸ οὐσιῶδες τοῦτο μέρος ὑπ’ ὄψιν μας. Κύριοι, ἐγὼ ὑποβάλλω τὴν ταπεινήν μου γνώμην εἰς τὴν κρίσιν καὶ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, εἰς ἣν θέλω ὑποβάλει καὶ γραπτὸν τῆς γνώμης μου ταύτης σύστημα, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν συμφωνήσωμεν εἰς τὰ καθ’ ἕκαστα μετὰ τοῦ ἐντιμοτάτου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ ἰδέα μου αὕτη περιστρέφεται εἰς τὰ ἑξῆς. 1). Τὸ κράτος νὰ διαιρεθῇ εἰς 13 στρατιωτικὰς περιφερείας· ἡ ἔκτασις ἑκάστης τῶν περιφερειῶν νὰ ὁρίζεται διὰ Β. Δ. ἐκδιδομένου τῇ προτάσει τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ στρατιωτικῶν. Ἡ ἐπαρχία Ἀττικῆς θέλει ἀποτελέσει τὴν μίαν ταύτην. 2). Ἐν ἑκάστῃ στρατιωτικῇ περιφερείᾳ νὰ ἑδρεύῃ ἓν τάγμα πεζικοῦ· ἔν τινι δὲ τῶν περιφερειῶν θέλει ἑδρεύει καὶ μέρος τῶν λοιπῶν τεχνικῶν σωμάτων, τὰ ὁποῖα νὰ μένωσιν ὠργανισμένα ὡς σήμερον. Τὰ σώματα ταῦτα νὰ ἔχωσιν ὡρισμένην δύναμιν ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ καὶ νὰ ὑπάγωνται ὑπὸ τὰς ἀμέσους διαταγὰς τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν, τὰ δὲ λοιπὰ σώματα ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῶν σχετικῶν διοικήσεών των. 3). Αἱ διοικήσεις τῶν συνταγμάτων τοῦ πυροβολικοῦ καὶ ἱππικοῦ, ὡς καὶ τῶν ταγμάτων τοῦ μηχανικοῦ, νὰ ἑδρεύωσιν εἰς Ἀθήνας καὶ θέλουσιν ἀποσπᾷ μέρος τοῦ σώματος αὐτῶν εἰς τὴν Πελοπόννησον καὶ ὅπου δεῖ, πρὸς ἐξάσκησιν τῶν εἰς αὐτὰ κατατεγμένων νεοσυλλέκτων. Αἱ κατὰ περιφέρειαν τοποθετήσεις τῶν ταγμάτων ἔχουσι τὸ μέγα πλεονέκτημα τῆς ἐκγυμνάσεως τῶν νεοσυλλέκτων καὶ εἶναι οἰκονομικώτεραι παντὸς συστήματος, ὡς ἐκ τῆς μὴ κινητοποιήσεως τούτων καὶ τῶν συνοδευόντων αὐτὰς σωμάτων ἀπὸ νομοῦ εἰς νομὸν ἐπὶ ἡμέρας πολλάς, διὰ τὸ ὁποῖον τὸ δημόσιον εἰς μεγάλας ὑποβάλλεται δαπάνας, πρὸς δὲ οἱ νεοσύλλεκτοι δὲν παθαίνουσιν ἀπὸ νοσταλγίαν, ἥτις γίνεται πρόξενος αὐτοῖς πολλῶν ἀτοπημάτων καὶ στρατιωτικῶν παραπτωμάτων, ὡς ἐκ τῆς ἀπομακρύνσεως αὐτῶν πολὺ ἐκ τοῦ τόπου των. 4). Οἱ ἐν ἑκάστῃ στρατιωτικῇ περιφερείᾳ εἰς διαθεσιμότητα ἢ εἰς ἄδειαν κατὰ τὸν περὶ στρατολογίας νόμον ΨΙΣΤʹ διατελοῦντες, οἱ ἐν αὐτῇ ἐγκατεστημένοι ἄνδρες περιφερείας τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν ἐθνοφρουρὰν, ὑπάγονται ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῶν ταγμάτων τῆς περιφερείας, ἅμα διαταχθῶσι νὰ προσέλθωσιν. Οἱ ἐξυπηρετήσαντες ἔφεδροι τῆς πρώτης σειρᾶς, κατὰ τὸν νόμον ΧΚΔʹ τῆς 22 Ἰουνίου 1876 καὶ οἱ τακτικοὶ ἔφεδροι τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, ἐφ’ ὅσον δὲν διήνυσαν τὸν χρόνον τῆς νομίμου ὑποχρεώσεώς των, ὑπάγονται ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῶν ταγμάτων τῆς περιφερείας, καθὼς καὶ οἱ τακτικοὶ ἔφεδροι τῶν λοιπῶν ὅπλων, μέχρι τῆς συμπληρώσεως τοῦ 40 ἔτους τῆς ἡλικίας των, κατὰ τὸν περὶ στρατολογίας νόμον. 5). Τὰ εὐζωνικὰ τάγματα νὰ ἐπιφορτισθῶσι τὴν φρούρησιν τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς καὶ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν παρ’ αὐτῇ ἐπαρχιῶν. 6). Ὀκτὼ τάγματα ἐκ τῶν 20 ταγμάτων θέλουσιν ἑδρεύει εἰς τὴν πρωτεύουσαν ἢ εἰς ἄλλο τι ὡρισμένον σημεῖον, ὅπου ἐγκρίνῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ μετασχηματισθῶσιν εἰς συντάγματα, ἵνα χρησιμεύωσιν ὡς πρακτικὴ καὶ θεωρητικὴ σχολὴ, ἐν ᾗ θέλουσιν ἐξασκοῦνται ἐκ περιτροπῆς ἅπαντα τὰ λοιπὰ τάγματα. Διὰ τῆς μεθόδου ταύτης οὐ μόνον θέλομεν ἐξασκήσει ὁλόκληρον τὸ ἔθνος στρατιωτικῶς, ἀλλὰ θέλομεν ἔχει τὴν βεβαιότητα, ὅτι θέλομεν καταρτίσει μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον ἱκανοὺς ἀνωτέρους καὶ κατωτέρους ἀξιωματικούς, ὡς καὶ ὑπαξιωματικούς· ἄλλως οὐδέποτε θέλομεν κατορθώσει ὅ,τι πάντες πρὸ πολλοῦ ἐπιδιώκομεν. Καὶ ταῦτα πάντα κατορθοῦνται διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς ἀνωτέρω εἶπον. Περαίνων, κύριοι, τὸν λόγον μου εὔχομαι, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐν τῇ πατριωτικῇ αὑτῆς συνέσει ἀποφασίσῃ καὶ ψηφίσῃ τι καλὸν ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς δυνάμεως, ἥτις εἶναι ὁ ἄγρυπνος τῶν δικαιωμάτων ἡμῶν φρουρός.
§20ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, εἰμὶ ἠναγκασμένος νὰ λάβω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον. Ἤμην ἀποφασισμένος νὰ μὴ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἤμην ἀποφασισμένος ν’ ἀφήσω ἰδίως τοὺς περὶ τὰ οἰκονομικὰ ἀσχολουμένους νὰ συζητήσωσιν ἐν ἐκτάσει περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, ὅπως διαφωτίσωσι τὴν Βουλὴν καὶ τὸ κοινὸν περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ ἔθνος εὑρίσκεται. Ἡ ὁμιλία ὅμως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω, μὲ προεκάλεσε νὰ ὁμιλήσω. Μὲ προεκάλεσε νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ ἐπαναλάβω πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστά. Μᾶς κατέκρινεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡς ἐπαμφοτερίζοντας εἰς τὴν πολιτικὴν, μᾶς κατέκρινεν ὡς ἐνεδρεύοντας καὶ ἐξ ἀπίνης φέροντας τὰ ζητήματα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀφαρπάσωμεν τὴν ψῆφον αὐτῆς. Μᾶς ἐχαρακτήρισεν ὡς ἀγρίους τῆς Ἀφρικῆς, ἀποκόπτοντας τὸ δένδρον, ὅπως καρπωθῶμεν τὸν καρπόν· καὶ πρὸς ὅλα αὐτὰ δὲν ἐδίστασε νὰ εἴπῃ εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ὅτι ἐπισπεύδει. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν τὴν σημερινὴν τὴν κατηγορεῖ ὡς ἐπισπεύδουσαν καὶ ἀτενίζουσαν πρὸς τὴν ἐξουσίαν, τὴν λέγει «βουλιμιῶσαν», λέγει, ὅτι «πράττει ὡς οἱ ἄγριοι, οἵτινες κόπτουν τὸ δένδρον, ὅπως ἀπολαύσωσι τὸν καρπὸν, ὅπερ φέρει αὐτό». Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ἀφοῦ ἐταξείδευσε μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον εὗρε τοὺς ἀγρίους τῆς Ἀφρικῆς ἀποκόπτοντας τὸ δένδρον πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ λάβωσι τὸν καρπὸν, ἐὰν ἐπροχώρει πλέον ἐνδότερον, ἤθελεν εὕρει ἄλλους πλέον ἀγρίους, οἱ ὁποῖοι κατασκευάζουν σχοινία ἐκ τῶν φοινίκων καὶ ἔχουν τὴν ἐπιτηδειότητα ν’ ἀναῤῥιχῶνται εἰς τὰ δένδρα, τὰ ὁποῖα ἔχουν καρπὸν, νὰ τρώγουν αὐτόν, καὶ ὅταν πλέον δὲν εὑρίσκουν καρπὸν ἐπὶ τῶν δένδρων διὰ νὰ ζήσουν, καταβαίνουν, καὶ ἐκ πείσματος πλέον, ἄνευ οὐδενὸς λόγου, ἀποκόπτουν καὶ αὐτὸ τὸ δένδρον. Ὁ προϋπολογισμός, κύριοι, τὸν ὁποῖον παρουσίασε τὸ Ὑπουργεῖον ἐνώπιόν σας, δὲν παρουσιάζει ἢ αὐτὴν τὴν πολιτικὴν τοῦ Ὑπουργείου, τὴν πολιτικὴν, ἥτις ἐχαρακτήρισε τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο ἀπὸ τῆς ἐλεύσεώς του μέχρι σήμερον· ἡ δὲ πολιτικὴ τοῦ Ὑπουργείου τούτου εἶναι πολιτικὴ οὔτε τῆς εἰρήνης, οὔτε τοῦ πολέμου, καὶ εἶναι πολιτικὴ ἀναποφάσιστος, καὶ ἕνεκα αὐτῆς ἀκριβῶς τῆς πολιτικῆς, εὑρισκόμεθα εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρισκόμεθα σήμερον. Ἐννοῶ οἱονδήποτε πολιτικὸν ἔχοντα μίαν πολιτικὴν, ἐννοῶ τὸν πολιτευόμενον αὐτόν, καὶ δὲν τὸν κατακρίνω, καὶ ἂν ἀποτύχῃ εἰς τὴν πολιτικήν του, ἀλλὰ τὸν ἐννοῶ νὰ ἔχῃ πάντοτε μίαν πολιτικὴν καὶ ὄχι νὰ μεταβάλῃ τὴν πολιτικὴν ἀναλόγως τῶν περιστάσεων, καὶ νὰ μεταβάλῃ πολιτικὴν πολλάκις καὶ ἐντὸς τῆς αὐτῆς ἡμέρας. Εἶπον, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἀντιπροσωπεύει αὐτὴν τὴν ἀναποφάσιστον καὶ ἄνευ σχεδίου πολιτικὴν, καὶ διὰ τοῦτο, ὅταν εἰσήχθη οὗτος εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τῆς ὁμιλίας τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ἐβεβαιώθη, ὅτι ἀντιπροσωπεύει τὸν μέσον ὅρον μεταξὺ τῶν τριῶν ἀμέσως παρελθόντων ἐτῶν, ἀλλ’ ὁ ἀριθμὸς, ὅταν παρουσιάσθη, πραγματικῶς ἦτο καὶ εἶναι ὅλως διόλου διαφορετικός. Καὶ ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς ἐπὶ τέλους, ὁ ὁποῖος παρουσιάσθη διὰ τοῦ ποσοῦ τῶν 45,816,000, καὶ οὗτος μετεβλήθη πάλιν παρὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς διερμηνευούσης αὐτὰ τὰ φρονήματα τοῦ ἰδίου ὑπουργείου, καὶ παρουσιάσθη ἀπ’ αὐτὴν μὲ τὸ ποσὸν τῶν 47,116,000. Εἶναι λοιπὸν ὁ παρουσιασθεὶς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς προϋπολογισμὸς ἡ εἰκὼν τῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία ἐχαρακτήρισε τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν ἀπὸ τῆς ἐλεύσεώς της μέχρι σήμερον. Ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ ἀνέταμον τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν λογιστικὴν καθ’ ὅλας τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ, ἐγὼ δὲ δὲν θέλω καταγίνει εἰς τοῦτο, θέλω ὅμως ἀποδείξει διὰ τῆς μελέτης τοῦ παρελθόντος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἡ πολιτική του δὲν ἦτο σταθερὰ, δὲν ἦτο βεβαία, δὲν ἦτο βάσιμος, αὐτὴν δὲ τὴν πολιτικὴν ἐξακολουθεῖ καὶ μέχρι σήμερον· σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι πρὸς τὸν σκοπὸν ἀποβλέπει, οὐδόλως περὶ τῶν μέσων σκεπτόμενος, καὶ σᾶς εἶπεν, ὅτι ἀκολουθεῖ τὸ ῥητὸν τοῦ σοφοῦ Μακιαβέλη: «ὁ σκοπὸς ἐξαγιάζει τὰ μέσα». Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁμιλῶν προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος, σᾶς ἀνέφερε τὴν ὁμιλίαν τοῦ 1878, τὴν ὁποίαν ἔκαμε· ἀλλὰ σᾶς τὴν ἀνέφερε περικεκομμένην. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μᾶς λέγει, ὅτι ἐπισπεύδομεν, ὅπως ἁρπάσωμεν τὸν καρπὸν ἀπὸ τοῦ δένδρου, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἀποκλειστικῶς ἀνήκει εἰς αὐτὸν, καὶ λησμονεῖ, ὅτι ἡμεῖς ὑπεστηρίξαμεν τὸ ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου, καὶ τὸ ὑπεστηρίξαμεν ἀνεπιφυλάκτως εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ πατρὶς ἀπῄτει τοῦτο, καὶ τὸ ὑπεστηρίξαμεν ὑπὸ μίαν πάντοτε ἔννοιαν, τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς πατρίδος πρέπει κατὰ τὰς δυσχερεῖς περιστάσεις νὰ ὑποστηρίζεται, ὅπως ἄνευ περισπασμῶν ἀντιπροσωπεύῃ τὴν ἐθνικὴν τιμήν, τὴν ἐθνικὴν ὑπόθεσιν. Καὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἰς τὴν ἰδίαν ὁμιλίαν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσε προχθὲς, ὅπως διαψεύσῃ τὸν κ. Τρικούπην, τὶ σᾶς λέγει; (Ἀναγινώσκει.) «Κύριοι, ἐπανελθόντες μετὰ πολύμηνον ἀπουσίαν (καὶ καλῶς ἤλθατε) θέλετε βεβαίως νὰ μάθητε τί ἐπράχθη. Λυποῦμαι δὲ, κύριοι, διότι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκον τοῦτο μέχρι τοῦδε. Καὶ κατὰ τοσοῦτο μᾶλλον ἐπεθύμουν νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκον τοῦτο ταχύτερον, καθόσον ἡ μεγίστη ἐμπιστοσύνη, μὲ τὴν ὁποίαν μᾶς περιεβάλετε, ὅταν ἀνεχωρήσατε, ἡ πατριωτικὴ συμπεριφορὰ πρὸς ἡμᾶς ὅλων ἐν γένει τῶν κομμάτων ἀποκατέστησε καὶ τὴν εὐθύνην μας καὶ τὸ ἔργον μας σπουδαιότατα κτλ.» Ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς, ἐνῷ ὁ ἴδιος ἀνομολογεῖ τὴν ὑποστήριξιν, ἣν ἡ μερὶς, τῆς ὁποίας ἀρχηγὸς εἶναι ὁ κ. Τρικούπης, ἔδωσεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖόν του, καὶ τὸ ὁμολογεῖ μετὰ παῤῥησίας, ἔρχεται ἤδη καὶ μᾶς λέγει, ὅτι σπεύδομεν πρὸς τὴν ἐξουσίαν. Ἀλλ’ ἔχει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος παραδείγματα ἰδικά του νὰ μείνῃ ἐπὶ 4½ ἔτη εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν καὶ νὰ δείξῃ τὴν πολιτικὴν διαγωγὴν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐδείξαμεν; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νομίζει, ὅτι τὸ διάστημα τῶν 4½ ἐτῶν εἶναι πολὺ συντομώτερον ἀπὸ τὸ διάστημα τῶν 12 ὡρῶν, καὶ ὁ ζητῶν ἔλεγχον ἀπὸ Κυβέρνησιν μένουσαν ἐπὶ 2 καὶ ½ ἔτη μετὰ τὴν οἰκουμενικὴν, ὁ ζητῶν ἔλεγχον ἀπὸ αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν, λέγει, ὅτι σπεύδει, ὁ δὲ κ. Κουμουνδοῦρος κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ εἰς δύω περιστάσεις ἦλθε καὶ ἐζήτησει ἔλεγχον ἀπὸ Κυβέρνησιν μήπω ἀκόμη ὁρκισθεῖσαν. Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι κατὰ τὸ 1878 ἡ πολιτική του ἦτον εἰρηνικὴ, μᾶς ἔφερε δὲ καὶ τεμάχια τοῦ λόγου του, καὶ ἐγὼ ἀνομολογῶ, ὅτι ἐν τῷ λόγῳ τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἐκείνῳ ἀνευρίσκω, ὅτι εἶναι καὶ εἰρηνικὸς καὶ πολεμικός. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν συνέχειαν τοῦ λόγου αὐτοῦ, διὰ νὰ πεισθῆτε, ὅτι ἐν τῷ λόγῳ ἐκείνῳ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἶναι καὶ εἰρηνικὸς καὶ πολεμικός· καὶ οἱονδήποτε ἔλεγχον καὶ ἂν θελήσωμεν νὰ κάμωμεν σήμερον πρὸς αὐτὸν καὶ τῷ εἴπωμεν: διατί δὲν ἦσο πολεμικός, θ’ ἀπαντήσῃ: «ἐγὼ δὲν ἤμην πολεμικός; ἰδοὺ ὁ λόγος, κατὰ τὸν ὁποῖον φαίνομαι πολεμικός.» Διατί δὲν ἦσο εἰρηνικός; Θ’ ἀπαντήσῃ πάλιν: «Ἐγώ; ἰδοὺ ὁ λόγος μου μὲ ἀποδεικνύει εἰρηνικώτατον.» (Ἱλαρότης). Εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ὅσα ἀνέγνωσεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος· ἔχω ἀνάγκην ν’ ἀναγνώσω ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐγὼ ὑποστηρίζω τώρα κατὰ τοῦ κ. Κουμουνδούρου. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐξακολουθεῖ τότε: «Διὰ τὸ 1879, ἐὰν τῷ ὄντι εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς προσκληθῇ νὰ ἐνεργήσῃ στρατιωτικῶς, κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς μας, θέλομεν σᾶς ζητήσει ἄλλα 35 ἑκατομμύρια.» Καὶ παρακατιόν: «Κύριοι, γνωρίζω ὅτι τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζω, δὲν εἶναι λίαν εὐάρεστον, ἂν ἀπεμακρύνθημεν, ὅσον δὲν πιστεύω, πολὺ ἀπὸ τὸ 1821. Ὑπάρχουν ἐποχαὶ εἰς τὰ ἔθνη, καὶ τοιαύτας καὶ ἡ νέα καὶ ἡ ἀρχαία ἱστορία παρουσιάζει, ἐποχαὶ, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ αἴσθημα καὶ ὁ ἐνθουσιασμὸς καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ ἔθνους, εἶναι θυσία καὶ αὐταπάρνησις, ἐποχαὶ, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ ἔθνος, ὠθούμενον πρὸς τὸ μεγαλεῖον καὶ τὴν δόξαν, οὐδενὸς φείδεται, πρὸ οὐδενὸς ὑποχωρεῖ· ἐνθυμήθητε τὴν ἐποχὴν τοῦ Θεμιστοκλέους. Εἰς ἄλλας ἐποχὰς τὰ ἔθνη ἀφιεροῦνται εἰς τὴν εὐζωίαν καὶ τὴν ἀπόλαυσιν· ἐνθυμήθητε τὴν ἐποχὴν Δημητρίου τοῦ Φαληρέως. Ὑπῆρξεν εἰς τὴν νεωτέραν Ἑλλάδα ἐποχὴ τοιαύτη, ἡ ἐποχὴ τοῦ 1821· τὸ ἔθνος τότε οὕτως ἐσκέφθη. Τὸ ἔθνος τοῦ 1821 ἐνήργει ἄνευ ἐνδοιασμοῦ, ἀλλ’ ἔφθασεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα. Δὲν πιστεύω, ὅτι τὸ 1878 ἀπεμακρύνθη τόσον ἀπὸ τὸ 1821, ὥστε ἔφθασεν εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ Φαληρέως κτλ.» Ἤδη ὁ κ. Κουμουνδοῦρος μᾶς κατηγορεῖ ὡς Ἀφρικανοὺς, καὶ τότε, ἐνῷ μᾶς ἔλεγεν ὅτι πατριωτικῶς τὸν ὑπεστηρίξαμεν, μᾶς ἔλεγε συνάμα, ὅτι ἀντιπροσωπεύομεν τὴν πολιτικὴν Δημητρίου τοῦ Φαληρέως, ἐνῷ αὐτὸς ἀντεπροσώπευε τὴν πολιτικὴν τοῦ Θεμιστοκλέους· καὶ τοῦτο πότε μᾶς τὸ ἔλεγε, κύριοι; Μετὰ τὴν ἔξοδον καὶ μετὰ, πῶς νὰ τὴν ὀνομάσω, τὴν ἄτιμον ἐπάνοδον τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἐκ τοῦ Δομοκοῦ. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὴν χάριν καὶ τὴν ἱκανότητα ὅσα Νομοσχέδια δὲν ἀποβλέπουν εἰς κομματικὰ ζητήματα καὶ ἐπεψηφίσθησαν τῇ κοινῇ ἐπιθυμίᾳ καὶ θελήσει ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς καὶ ὅλων τῶν κομμάτων, νὰ τὰ θεωρῇ ἀποκλειστικῶς ὡς ἔργα ἰδικά του· τὰ ἄλλα Νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι καθαρῶς κυβερνητικὰ καὶ ἐπεψηφίσθησαν παρὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ κατεκρίθησαν, νὰ τὰ ἐπιῤῥίπτῃ εἰς ἡμᾶς, καὶ ἐξηγοῦμαι. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὁμιλῶν προχθὲς περὶ τοῦ νόμου τῶν 60,000,000, εἶπεν, ὅτι «ἐγὼ ἐσκέφθην, ὅτι ὁ τόπος ἔχει ἀνάγκην χρημάτων, ἔβλεπον δὲ, ὅτι ἡ μερὶς, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύει ὁ κ. Τρικούπης, ἤθελεν ἀποχωρήσει τοῦ βουλευτηρίου εἰς περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἤθελε τεθῆ ἐντὸς τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ ῥήτρα ἐγγυωμένη καὶ ἐξασφαλίζουσα τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ἐγένετο τὸ δάνειον. Μεγίστη ἀνάγκη τῆς πατρίδος, εἶπεν, ἀπήτει νὰ ὑποχωρήσω εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἂν παρουσιασθῇ ἀνάγκη νὰ ἐξοδεύσωμεν τὰ χρήματα ταῦτα ἀλλαχοῦ; τοῦτο εἶναι εὔκολον, καλοῦμεν τὴν Βουλὴν καὶ ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει.» Πρῶτον ὁ κ. πρωθυπουργὸς δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ αἰτιαθῇ τῆς μερίδος τοῦ κ. Τρικούπη, διότι τοιαύτης φυγῆς παραδείγματα ἡ μερὶς αὕτη οὐδέποτε ἔδειξεν· ἀλλ’ ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἶναι τοὐλάχιστον ἀληθές; Ὄχι κατὰ τὰ στενογραφημένα πρακτικά. Καὶ ναὶ μὲν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ προχθὲς ἐπεκαλέσθη τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Δούκα, καὶ ὁ κ. Δούμας ἐβεβαίωσε τοῦ λόγου τὸ ἀσφαλὲς, τὰ πρακτικὰ ὅμως λέγουν, ὅτι τὰ πράγματα δὲν ἔχουν οὕτως (ἀναγινώσκει). «ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ζητεῖ νὰ προταχθῇ τὸ Νομοσχέδιον περὶ δανείου τῶν 60,000,000. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς; «ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα. «ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς λέγω, κύριοι, ὅτι κατὰ λάθος δὲν προσετέθη εἰς τὸ νομοσχέδιον ἄρθρον, ὅτι τὸ δάνειον αὐτὸ θὰ χρησιμεύσῃ πρὸ πάντων εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ εἰς τὴν συγκοινωνίαν. «ΡΙΚΑΚΗΣ. Αὐτὸ ἴσα ἴσα. «ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα· ἀλλ’ ὡς σᾶς εἶπον, κατὰ λάθος παρελείφθη τὸ ἄρθρον αὐτὸ, καὶ εἶπον μάλιστα προχθὲς εἰς τὸν κ. Δούμαν, ὅστις μὲ ἠρώτησε, θὰ χρησιμεύσῃ τὸ δάνειον τοῦτο κατὰ πρῶτον λόγον εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, καὶ δεύτερον εἰς τὴν συγκοινωνίαν.» Ποῦ εὑρίσκετε λοιπὸν, ὅτι ἡμεῖς παρενεβάλαμεν προσκόμματα καὶ ὅτι ἐζητούσαμεν τὴν τροποποίησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ἀφήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποθάνῃ ἀπὸ ἀσιτίαν; Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰσήχθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τῇ πρωτοβουλίᾳ αὐτῆς ταύτῃ; τῆς Κυβερνήσεως ἐνεγράφησαν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ ἐγένοντο νόμος τοῦ Κράτους αἱ δύο ῥῆτραι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θέλει χρησιμεύσει ἀποκλειστικῶς πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ διὰ τὴν ὁδοποιΐαν. Πρὸς ταῦτα ὁ κ. Κουμουνδοῦρος λέγει, ὅτι ἡμεῖς πολιτευόμεθα ἐξ ἐνέδρας, φέροντες τὰ ζητήματα αἰφνιδίως, ὅπως ἀφαρπάσωμεν τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς· καὶ διὰ τί ζήτημα σᾶς εἶπεν ὅλα ταῦτα; διὰ τὸ ζήτημα τῆς προτάσεως τῆς καταργήσεως τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ κ. Τρικούπης· εἶπεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος: «Τὸ ζήτημα αὐτὸ πολλάκις ἐμελετήθη, ἀλλὰ ποτὲ δὲν ὡρίμασε σπουδαίως, ὅπως ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὡς νόμος τοῦ Κράτους· φέρετε τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ τὸ φέρετε ἐξαπίνης, κρύπτοντες τὸ τάλαντον, ὅπως ἀφαρπάσητε τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς.» Ἂς ἐξετάσωμεν, κύριοι, ἂν τοῦτο, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ἦναι ἀληθές. Εἰς πλείστας περιστάσεις κατηγορήθημεν ὑπὸ τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ὅτι τῷ ἐκλέψαμεν τὰς ἰδέας του, καὶ ὅτι αὐταὶ δὲν εἶναι ἰδέαι ἰδικαί μας, πρωτότυποι, εἶναι ἰδέαι ἐκείνου. Καὶ ἡμεῖς τῷ λέγομεν, μάλιστα, εἶναι ἰδέαι, τὰς ὁποίας καὶ ἡμεῖς ἠκούσαμεν ἀπὸ σᾶς, δὲν θέλομεν νὰ ἔχωμεν ἡμεῖς τὴν τιμὴν τῆς πρωτοβουλίας, ἀλλ’ εἶναι ἰδέαι ἀπὸ τὰς παλαιὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἐξεφέρατε, καὶ τὰς ὁποίας τὴν μίαν ἡμέραν ὑπεστηρίζετε, διότι εἴχετε συμφέρον νὰ τὰς ὑποστηρίξητε, καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν τὰς παρῃτήσατε, διότι τὸ συμφέρον σᾶς ἀπῄτει πάλιν τοῦτο. Τὰς πεποιθήσεις σας τὰς μορφώνετε ἀναλόγως τῶν περιστάσεων, αἵτινες σᾶς ὑπόσχονται τὸ κέρδος. Δὲν θ’ ἀποδείξω διὰ λόγων, ἀλλὰ δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων, ὅτι αὐταὶ εἶναι ἰδέαι τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ἀλλ’ ὅτι τὰς ἐγκατέλιπε, καὶ ὅτι δὲν τὰς φέρει ὁ κ. Τρικούπης ἐξαπίνης εἰς τὴν Βουλὴν. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἔφερεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος κατὰ τὸ 1871, ὅτε ἤμην καὶ ἐγὼ συνυπουργός. Ἰδοὺ τί εἴπομεν τότε εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεῴχθη ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ 1871, διὰ στόματος τοῦ Βασιλέως (Ἀναγινώσκει). «Ἐκλογικὸς νόμος ἐξασφαλίζων τὴν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ πληρεστέραν ἀντιπροσώπευσιν τῶν πεποιθήσεων τοῦ λαοῦ πέπεισμαι, ὅτι θέλει γείνει ἀντικείμενον τῆς σπουδαίας καὶ ἐμβριθοῦς ὑμῶν μελέτης»· καὶ παρακατιόν· «Ἡ ἄμεσος κατάργησις τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν καὶ ἡ προσωρινὴ ἀντικατάστασις αὐτοῦ δι’ ἄλλων πόρων, μέχρι τῆς ἐφαρμογῆς τελειοτέρου φορολογικοῦ συστήματος, ἔσονται ἀντικείμενα ἄξια τῆς ἡμετέρας μερίμνης.» Καὶ ὅταν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὸ 1871 διὰ στόματος τοῦ Βασιλέως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὡς ἕνα τῶν σπουδαιοτέρων ὅρων τοῦ λόγου αὐτοῦ, ἔχῃ τὴν κατάργησιν τοῦ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ἐρωτῶ, εἶναι τοῦτο ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Τρικούπης ἔφερεν ἐξαπίνης; Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπεν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, εἶναι τάλαντον κεκρυμμένον ἐντὸς τῆς τσέπης τοῦ κ. Τρικούπη, καὶ αἴφνης παρουσιάσθη; Αὐτὸ ἦτο ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρῶτος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὸ 1871 παρουσίασε, καὶ κατόπιν τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ κ. Τρικούπη τὸ 1875, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχον καὶ ἐγὼ μέρος. Ἀλλ’ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος καὶ τὸ ἑνιαῖον τῆς ψήφου, τὸ ὁποῖον ἐθεώρει ὡς τὴν ἄγκυραν καὶ τὸ παλλάδιον τῶν ἐλευθέρων ἐκλογῶν καὶ τῆς ἀληθοῦς ἀντιπροσωπείας τοῦ τόπου, ἐπολέμησε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, καὶ τὸν ἔγγειον φόρον διὰ τοῦ αὐτοῦ τρόπου πολεμεῖ σήμερον, καί τοι ὢν ὁ πρῶτος παρουσιάσας τὰς ἰδέας αὐτὰς, καί τοι ἡμᾶς κατηγόρησε κατ’ ἐπανάληψιν, ὅτι ἐκλέψαμεν τὰς ἰδέας του. Ἤδη μᾶς λέγουν, ὅτι τὰ πράγματα αὐτὰ εἶναι νέα, ὅτι δὲν ἐμελετήθησαν καὶ δὲν εἶναι ὥριμα, ὅπως ὑποβληθῶσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὁ ἐκλογικὸς νόμος λέγει: οἱ δημοτικοὶ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἐψηφίσθησαν, δὲν εἶναι νόμοι, οἱ ὁποῖοι δίδουν τὴν ἀποκέντρωσιν; δὲν εἶναι νόμοι, οἱ ὁποῖοι περιορίζουν τὴν δύναμιν τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας; Ναὶ λέγομεν, ἀλλ’ οἱ νόμοι αὐτοὶ εἶναι προϊόν καὶ ἀποτέλεσμα ὅλης τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὴν τελευταίαν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος καὶ κατὰ τὴν ἔκτακτον σύνοδον μᾶς ἐλέγετε ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ: «Ποῖοι εἶσθε σεῖς; Τί ἀντιπροσωπεύετε σεῖς; Σεῖς εἶσθε τὸ ἑκατοστὸν τοῦ Κράτους.» Ἀλλ’ ἡμεῖς τὸ ἑκατοστὸν τοῦ Κράτους πῶς ἠδυνάμεθα νὰ πιέσωμεν ὑμᾶς, ὅπως κάμητε νόμους κακοὺς, καὶ ὅπως θέσητε ἐντὸς τοῦ νόμου περὶ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων τὴν ῥήτραν ἐκείνην, διὰ νὰ αἰτιᾶσθε σήμερον ἡμῶν; Σεῖς οἱ ἴδιοι μᾶς ἐλέγετε: «τί ἀντιπροσωπεύετε; Εἶσθε τὸ ἑκατοστόν». Δὲν ἠδυνάμεθα λοιπὸν ἡμεῖς νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν θέλησίν μας εἰς σᾶς, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύετε τὰ 99%. Ὅπου λοιπὸν οἱ νόμοι ἀπέτυχον, ἀπέτυχον ἕνεκεν ἡμῶν, ὅπου δὲ οἱ νόμοι ἐπέτυχον, κατὰ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, ἐπέτυχον ἕνεκεν αὐτοῦ. Ὁ κ. Τρικούπης εἶπεν, ὅτι ἡ διοίκησις δὲν ἵσταται εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ ἵσταται μία ἀμερόληπτος καὶ αὐστηρὰ διοίκησις, ἐκτελοῦσα καὶ ἐφαρμόζουσα τοὺς νόμους τῆς πολιτείας ἀμερολήπτως καὶ μὴ προσωποληπτοῦσα χάριν ἀτόμων. Παράδειγμα δὲν θέλω νὰ φέρω ἄλλο, εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης, παρὰ τὸ παράδειγμα τοῦ ὅτι ὑποστηρίζεται σήμερον καὶ ὑποστηρίζεται κατεπειγόντως παρ’ αὐτῶν ἀκόμη τῶν φίλων σας τὸ νομοσχέδιον περὶ ζωοκλοπῆς· καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγει: «καὶ δὲν ἐφέραμεν νόμον περὶ ζωοκλοπῆς κατὰ τὸ 1867;» Μάλιστα, ἀλλὰ βεβαίως δὲν δύναται νὰ καυχᾶται ἡ διοίκησις τοῦ 1880, ἂν θέλῃ νὰ φέρῃ ὡς παράδειγμα τὴν διοίκησιν τοῦ 1867, διότι σεῖς ὁ ἴδιος ἀπὸ τοῦ βήματος ἀγορεύοντες μᾶς ἐλέγετε, ὅτι ἡ κοινωνία εἶναι μία πρόοδος, καὶ καθὼς εἰς τὴν κοινωνίαν προοδεύουν ὅλα τὰ πράγματα, τοιουτοτρόπως καὶ εἰς τὴν διοίκησιν πρέπει νὰ προοδεύουν. Ὅ,τι λοιπὸν ἐγίνετο κατὰ τὸ 1867, δὲν δύνασθε νὰ τὸ ἐπικαλῆσθε ὑπὲρ ὑμῶν κατὰ τὸ 1880, πρῶτον διότι τὸ 1867 ἦτο πλησίον μιᾶς μεταβολῆς τοῦ 1862· μετὰ τὴν μεταβολὴν ἐκείνην καὶ μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Συνελεύσεως, τὰ κόμματα ἐπάλαισαν δεινῶς, ὡς ἦτο ἑπόμενον, ἔπειτα ἀπὸ μίαν μεταβολὴν, ὅπου τὸ φρόνημα ἦτο ζωηρόν· δὲν ἐφείσθησαν οὐδενὸς μέσου, καὶ τότε ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ὑπηρέτησε τὴν τάξιν, τὸ ὁμολογῶ, τὴν ὑπηρέτησε σπουδαίως εἰς ἐκείνην τὴν περίστασιν· δὲν θ’ ἀρνηθῶ ποτὲ ὅ,τι σᾶς ἀνήκει. Καὶ δὲν ἐννοῶ νὰ εἴπω ὅ,τι εἶπεν ὁ συμπολίτης μου κ. Οἰκονόμου, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ὁ κ. Ζαΐμης καὶ ὁ κ. Τρικούπης πρέπει νὰ καταταχθῶσιν εἰς τοὺς παρωπλισμένους πολιτικοὺς, καθὼς τὰ πλοῖα τοῦ κ. Μπούμπουλη· (ἱλαρότης.) Καὶ τὸ 1866 μᾶς εὗρεν εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, ὅταν ἐξεῤῥάγη ἡ ἐπανάστασις τῆς Κρήτης. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι διάφορα κοινωνικὰ ζητήματα ὑπῆρξαν τότε λίαν σπουδαῖα, καὶ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐκλόνιζον ἐκ βάθρων τὴν δημοσίαν τάξιν ἐν Ἑλλάδι, ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἠπείλουν αὐτοὺς τοὺς σπουδαιοτέρους θεσμοὺς τοῦ Κράτους. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὅπως ἀποδείξωμεν, ὅτι ἡ διοίκησις τοῦ 1880 ἔχει καλῶς, διότι ὁμοιάζει πρὸς τὴν διοίκησιν τοῦ 1867. Ἔρχομαι, κύριοι, νὰ ἐξετάσω καὶ ἐγὼ, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν, τὸ ζήτημα τὸ στρατιωτικόν. Ἀνήκω πρῶτον εἰς οἰκογένειαν στρατιωτικὴν, καὶ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἄλλη οἰκογένεια ἔχει περισσότερα μέλη εἰς τὸν στρατὸν ἀπὸ τὴν οἰκογένειαν τῶν Πετιμεζαίων· ἀπὸ τοῦ στρατιώτου μέχρι τοῦ στρατηγοῦ ὑπηρετοῦν εἰς τὸν στρατὸν μέλη τῆς οἰκογενείας μου. Ἀπὸ τοῦ στρατιώτου μέχρι τοῦ στρατηγοῦ ἴσως 25 σήμερον ὑπηρετοῦν εἰς τὸν στρατόν, ἑπομένως ὡς ἐκ τῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα ἔχω εἰς τὴν ὕπαρξιν τοῦ στρατοῦ, δὲν θὰ παρεξηγηθῶ, πιστεύω· ἀλλὰ καὶ ἂν παρεξηγηθῶ, μοὶ εἶναι ἀδιάφορον ἐντελῶς, διότι δὲν θὰ ζητήσω ποτὲ, πρὸς ὄλεθρον τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος, νὰ φανῶ εὐγενὴς πρὸς τὰ πλήθη εἴτε τὰ στρατιωτικὰ, εἴτε τὰ πολιτικὰ· ἀπ’ ἐναντίας μάλιστα ἤθελον παρακαλέσει τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπιβάλῃ φόρον βαρὺν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐπάγγελμα νὰ ἀποπλανῶσι τὸ πλῆθος κατὰ τὸ φαινόμενον μὲν χάριν αὐτοῦ, πράγματι ὅμως πρὸς ἴδιον συμφέρον, ἐπικαλούμενοι πάντοτε τὸν πατριωτισμόν· αὐτὸς ὁ φόρος ἤθελεν εἶσθαι πολὺ προτιμότερος καὶ πολὺ σωστικώτερος ἀπὸ ἄλλους, τοὺς ὁποίους ἐπρότειναν ἐνταῦθα νὰ ἐπιβάλωμεν. Κατηγοροῦν τὸ σύστημα τοῦ κ. Τρικούπη καὶ προσπαθοῦν ὅλαις δυνάμεσι νὰ καταστήσωσι τὸ σύστημα τοῦτο ἀντιδημοτικόν. «Ὁ κ. Τρικούπης κατὰ τοῦ στρατοῦ, δεῦτε λοιπὸν ἀποκτείνωμεν αὐτόν». Ἀλλ’ ὁ κ. Τρικούπης σᾶς παρουσιάζει ἓν σύστημα, καὶ ὑμεῖς οὐδὲν σύστημα παρουσιάζετε, διότι ὅλα σας τὰ συστήματα κυμαίνονται καὶ μεταβάλλονται. Τὰ συστήματά σας, διότι εἶναι πολλά, ἀφ’ ὅτου εἶσθε εἰς τὴν ἐξουσίαν μέχρι σήμερον, παρουσιάζουν διακύμανσιν φοβεράν, διότι ἀρχίζουν ἀπὸ τοῦ ἀριθμοῦ 200.000 καὶ ἔφθασαν μέχρι τοῦ ἀριθμοῦ 16,000. Ὁ κ. Τρικούπης σᾶς παρουσιάζει ἓν σύστημα, πιστεύω δέ, ὅτι ὅ,τι παρουσιάζει, τὸ παρουσιάζει μετὰ μελέτην, καὶ δὲν συμφωνῶ πρὸς τὸν προαγορεύσαντα κ. Γεωργαντᾶν, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου προβάλλει ἰδέας, διότι εἶναι ἀρκετῶν γνώσεων κάτοχος καὶ ἀρκετὰ μέσα ἔχει, ὅπως ἐφ’ ὅλων τῶν συστημάτων συζητῇ, καὶ συζητεῖ σπουδαίως, ὡς εἶναι τῷ ὄντι σπουδαῖος. Ὅλοι ἡμεῖς, κύριοι, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν αὐτῶν τῶν κυρίων στρατιωτικῶν τῶν ἐν τῇ Βουλῇ, ὅλοι ἡμεῖς πάντοτε λέγομεν, ὅτι ὁ στρατός μας δὲν εἶναι στρατὸς, διότι παρεξετράπη ἀπὸ τὴν κυρίαν αὐτοῦ ἀποστολὴν, ἀπὸ τὰ καθαρῶς στρατιωτικὰ ἔργα, καὶ διότι τὸ πλεῖστον μέρος αὐτοῦ συναγελάζεται καὶ συμπεριφέρεται μετ’ ἀστυνομικῶν κλητήρων, ἀγροφυλάκων, εἰσπρακτόρων καὶ φυγοδίκων. Ὅλοι λοιπὸν λέγομεν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην στρατοῦ, ἀλλὰ στρατοῦ ὅσος ἀναλογεῖ εἰς τὰς δυνάμεις τοῦ ἔθνους καὶ ὅσον ἀπαιτοῦν τὰ οἰκονομικά μας, διότι ἂν θελήσωμεν νὰ κάμωμεν στρατὸν περισσότερον ἀπὸ τὰς δυνάμεις μας, καὶ οἱ ὁμιλοῦντες ὑπὲρ τοιούτου στρατοῦ, εἶναι κατὰ τοῦ στρατοῦ, διότι ὅλον τὸ ἔθνος θ’ ἀποκάμῃ καὶ δὲν θὰ δύναται νὰ συντηρήσῃ αὐτόν, τότε δὲ ὁ στρατὸς θὰ διαλυθῇ. Ὅλοι λοιπὸν εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην στρατοῦ καταγινομένου καθαρῶς εἰς τὰ στρατιωτικὰ αὐτοῦ καθήκοντα, ὁ δὲ κ. Τρικούπης αὐτὸ τοῦτο ἐπρότεινε καὶ δι’ αὐτὸ τοῦτο ἠθέλησαν τινὲς νὰ τὸν καταστήσουν ἀντιδημοτικόν, καὶ ἀπορῶ μάλιστα πῶς κατωρθώθη τοῦτο καὶ μεταξὺ στρατιωτικῶν, οἱ ὁποῖοι πρῶτοι εἶχον τὸ καθῆκον νὰ ὑποστηρίξουν τὰς ἰδέας τοῦ κ. Τρικούπη. Ὁ κ. Τρικούπης ἐξετάσας τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἔχει σήμερον ἡ ὑπηρεσία, καὶ λαβὼν τὰς πληροφορίας αὐτοῦ ἐξ αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας, ἐξ αὐτοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, εἶδεν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἔχει ἀνάγκην ἓξ χιλιάδων ἀνδρῶν, ὅπως ὑπηρετηθῇ, καὶ διὰ τοῦτο εἶπεν, ὅτι πρῶτος ὑποστηρίζει τὴν ἰδέαν αὐτήν, διότι δὲν πρέπει νὰ περικόψωμεν τὰ μέσα ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν· ἀλλ’ ἔχομεν ἀνάγκην καὶ στρατοῦ ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἐδῶ εἶναι κύριοι, τὸ ζήτημα, τουτέστιν ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Τρικούπης ὑπέβαλε τὸ σύστημα τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐγένοντο ἐναντίον αὐτοῦ τόσαι ἐνστάσεις, παρεστάθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ στρατὸς τῆς ὑπηρεσίας, ὁ ὁποῖος θὰ συλλέγηται δι’ ἐθελοντῶν, ὡς ἐκβράσματα τῆς κοινωνίας. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Μαυρομιχάλης νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ὁ στρατὸς τῶν ἐθελοντῶν εἶναι ἐπίσης στρατὸς ὅπως εἶναι καὶ ὁ ἄλλος, διότι καταρτίζεται καὶ αὐτὸς ἀπὸ ἄνδρας ἑλληνόπαιδας καὶ νοικοκυρόπαιδας, καὶ ὅτι τὰ εὐζωνικὰ τάγματα κατὰ τὰ 77 εἰς τὴν Ὑπάτην καὶ εἰς τὴν Λαμίαν παρέστησαν τοιαύτην τάξιν, τοιαύτην πειθαρχίαν, ὥστε δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἦτο ἀνωτέρα πολλῶν ἄλλων. Πόθεν λοιπὸν ἠρύσθησαν τὰ παραδείγματα; Ἀπὸ τὸ ἀδύνατον, λέγουν, νὰ στρατολογήσωμεν ἄνδρας Ἕλληνας, καὶ θὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὰς ἀγορὰς τοῦ Καΐρου, τῆς Ἀλεξανδρείας, τῆς Σμύρνης. Ἀλλὰ σήμερον, ἐρωτῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἔχομεν, ἢ δὲν ἔχομεν τάγματα εὐζώνων καὶ ἐθελοντῶν; ἔχομεν, καὶ ἔχομεν 2800 ἄνδρας σήμερον ὑπηρετοῦντας εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Πόσοι ὑπολείπονται μέχρι τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 4,000; 1200· καὶ δὲν ἔχομεν περισσοτέρους, διότι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἦτο δεσμευμένος καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ κατατάξῃ περισσοτέρους. Καὶ αὐτοὺς τοὺς ὁποίους κατέταξε, τοὺς κατέταξεν ἐναντίον τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς. Λοιπὸν ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ἔσφαλεν ὁ κ. Μαυρομιχάλης. Ἀλλὰ, σᾶς λέγει, θὰ ἔχωμεν 4,000 βασιβουζούκους. Ἀλλ’ ἐὰν οἱ ἄνδρες τῆς ὑπηρεσίας ἦναι βασιβουζοῦκοι, ὅλος ὁ στρατός, ὁ ὁποῖος ὑπηρετεῖ σήμερον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, τί εἶνε; Τί δὲ σᾶς εἶπεν ὁ κ. Μαυρομιχάλης; τὸ ἀντίστροφον ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ εἴπῃ· σᾶς εἶπεν, ὅτι, ἐπειδὴ θὰ ἔχωμεν τὰς τέσσαρας αὐτὰς χιλιάδας, αἵτινες θὰ χρησιμεύουν ὡς παράδειγμα βασιβουζουκισμοῦ, τὸ παράδειγμα τοῦτο θὰ μεταδοθῇ καὶ εἰς τὸν τακτικὸν στρατὸν, ἤτοι εἰς τὸν στρατὸν τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Μαυρομιχάλην νὰ πιστεύσῃ τὸ ἐναντίον· οἱ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι κατατάσσονται εἰς τὰ τάγματα τῶν ἐθελοντῶν, εἶνε ἀνωτέρω τῆς ἡλικίας τῶν 22 ἐτῶν, οἱ ὑπηρετοῦντες δὲ εἰς τὸν στρατὸν τῆς ἐκπαιδεύσεως εἶνε ἡλικίας 21 ἐτῶν· λοιπὸν εἰς τὸ μέλλον μετὰ τέσσαρα ἔτη θέλομεν ἔχει σώματα ἐθελοντῶν ἀπὸ τοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν εἰς τὸν στρατὸν τῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ οὕτως ἐξ αὐτοῦ θὰ μεταδοθῇ ἐκεῖ τὸ αἴσθημα τῆς τάξεως, τῆς πειθαρχίας, τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νόμους. Ἀλλ’ ὁ στρατὸς τῆς ἐκπαιδεύσεως εἶνε ὀλίγος. Ὁ κ. Μαυρομιχάλης νομίζω, ὅτι εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ τὸν ἀναβιβάσῃ εἰς 2500 πεζικὸν, καὶ εἰς ἀνάλογον ἀριθμὸν διὰ τὰ ἄλλα ὅπλα. Ὁ κ. Γεωργαντᾶς κατεβίβασε τὴν δύναμιν τοῦ πεζικοῦ εἰς 1200 ἄνδρας. Τί σᾶς εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης; Σᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ στρατὸς τῆς ἐκπαιδεύσεως, κατὰ τὸν νόμον τὸν ὁποῖον ἔχομεν ἤδη ἐψηφισμένον, θέλει ἀνέρχεσθαι εἰς 5 χιλιάδας ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι θέλουν διανεμηθῆ κατὰ τὰς ἀναλογίας, αἵτινες ἀπαιτοῦνται ἀπὸ τοὺς ὀργανισμούς, εἰς τὰ διάφορα σώματα, καὶ ὅτι τὸ πεζικὸν θέλει συγκροτεῖσθαι ἀπὸ 2,600 ἄνδρας, ἤτοι ἀπὸ 7 τάγματα, ὑπολογιζομένου ἑκάστου τάγματος ἀπὸ 360 στρατιώτας καὶ ἑκάστου λόχου ἀπὸ 66 στρατιώτας. Πρὸς τούτοις θὰ ἔχωμεν ἕνδεκα τάγματα τὸν στρατὸν τῆς ὑπηρεσίας καὶ 3 τάγματα ἐκ τῶν ὑπηρετούντων ἐπὶ ἑξαμηνίαν· καὶ ὁ ἥμισυς τοῦ ἀριθμοῦ τούτου θὰ προσέρχηται τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν, ὁ δὲ ἄλλος ἥμισυς τὴν δευτέραν. Πρὸς δὲ θὰ ἔχωμεν καὶ τοὺς ἄνδρας τῆς ἐφεδρείας, οἱ ὁποῖοι θὰ γυμνάζωνται ἐπὶ ἕνα μῆνα.
§21ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν;
§22ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα.
§23ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πέντε ἢ ἓξ χιλιάδες κατὰ τὸν νόμον περὶ νεοσυλλεξίας θὰ ἔλθουν κατ’ ἔτος· αὐτοὶ συγκροτοῦνται ἀπὸ τοὺς ὑπηρετήσοντας ἐπὶ δύο ἔτη καὶ ἀπὸ τοὺς ὑπηρετήσοντας ἐπὶ ἕξ μῆνας.
§24ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι, κύριε πρωθυπουργέ. Ὁ νόμος δὲν θεωρεῖ ὡς ἀνήκοντας εἰς τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ τοὺς ὑπηρετοῦντας ἐπὶ ἕξ μῆνας, ὅπως δὲν θεωρεῖ τοὺς ἐφέδρους.
§25ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Τρικούπη, ὁ νόμος δίδει ἕξ χιλιάδας νέους νὰ ὑπηρετῶσιν εἰς τὸν στρατόν· ὅπως θέλετε διαιρέσατέ τους, οἱ μὲν θὰ ὑπηρετῶσι δύο ἔτη, οἱ δὲ ἕξ μῆνας, ἀλλ’ ὅλοι ὁμοῦ εἶναι ἕξ χιλιάδες.
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἀπὸ τὰς ἕξ χιλιάδας θ’ ἀφαιρέσητε μέρος, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑπηρετῶσιν ἕξ μῆνας, καὶ ὁ ἀριθμὸς θὰ ἦναι πολὺ πλέον ἠλαττωμένος ἀφ’ ὅ,τι νομίζετε σεῖς.
§27ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι θὰ ἦναι 7 τὰ τάγματα, 3 θὰ ἦναι τὰ τάγματα τῶν ὑπηρετούντων ἐπὶ ἕξ μῆνας, γίνονται 10, καὶ 11 τὰ τάγματα τῆς ὑπηρεσίας, γίνονται 21. Τὰ στελέχη ὅλα θὰ ὑπάρχουν ἀνέπαφα.
§28ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ τάγμα ἐκπαιδεύσεως τῶν ὑπαξιωματικῶν.
§29ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα.—Ποῦ λοιπὸν εὑρέθη αὐτὸ τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον παρουσίασεν ἡ πρότασις τοῦ κ. Τρικούπη; Ἀλλ’ ὁ κ. Τρικούπης δὲν εἶπε τὴν τελευταίαν λέξιν ἀκόμη διὰ τὰ στρατιωτικά· εἶπεν ὅ,τι ὑπάρχει νεώτερον ἐν τοῖς κανονισμοῖς τῆς Εὐρώπης γεγραμμένον ἀπὸ τοὺς μᾶλλον διακεκριμένους συγγραφεῖς τῆς Εὐρώπης, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης θὰ ἔλθῃ μὲ τὴν αὐθεντίαν τῶν ὀνομάτων τῶν στρατηγῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔγραψαν περὶ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, ὅπως ἀναιρέσῃ ὅσα ἐῤῥέθησαν ἐναντίον τοῦ συστήματός του. Ἔχω ἀνάγκην, κύριοι, τώρα ν’ ἀπαντήσω ἐν ὀλίγοις εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, ὁ συνάδελφός μου κ. Οἰκονόμου. Ὁ κ. Οἰκονόμου μᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ ἔγγειος φόρος δὲν πρέπει νὰ καταργηθῇ, πρέπει ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως αὐξήσωμεν τὸν στρατὸν ἀπὸ 16 χιλ. ὅπου ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις, εἰς 20, καὶ δὲν πρέπει νὰ τὸν καταργήσωμεν· διὰ ποῖον λόγον; Διότι τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὰς ἀναλλοιώτους ἀρχὰς τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας καὶ κάπου εἰς ἕνα συγγραφέα. Τὸ παράδειγμά των βλέπετε πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Οἰκονόμου τὸ ἤντλησαν ἐκ τῆς Ἀφρικῆς, καθὼς καὶ ὁ κύριος Γεωργαντᾶς σήμερον πάλιν ἔφερε τοὺς Ζουλοὺς, ἀνέγνωσεν, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς δὲν πρέπει νὰ καταργηθῇ, διότι ἀντίκειται εἰς τὴν ἐπιστήμην, καὶ εἶναι προτιμότερον ν’ ἀποθάνῃ ἡ γεωργία παρὰ νὰ ζήσῃ ἄνευ ἐπιστήμης. Ὁ κ. Οἰκονόμου ἐπροτίμησεν, ὅπως μὴ προσκρούσωμεν εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας, ν’ ἀφήσωμεν τὴν Ἑλληνικὴν γεωργίαν νὰ ἀποθάνῃ, ἢ νὰ σταθῇ ὀρθὴ ἡ γεωργία καὶ νὰ πάθῃ ἡ ἐπιστήμη τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύει ὁ κ. Οἰκονόμου. Ὁ κ. Οἰκονόμου ἀφοῦ κατώρθωσε, καὶ διὰ τοῦτο τὸν συγχαίρω (καὶ ἀπὸ προχθὲς κἄπως ἤρχισα νὰ γαργαλίζωμαι), καὶ ἔθεσε τοὺς πρώτους μεταξὺ τῶν παρωπλισμένων, ἴσως ἔλθῃ καὶ ἡ ἰδική μας σειρὰ (ἱλαρότης).
§30ΛΑΠΑΣ. Θὰ φᾶτε πολλὰ καρβέλια ἀκόμη.
§31ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. Οἰκονόμου τὴν τροχιλαίαν αὐτοῦ ἔστησεν ἐπὶ τρίποδος· τὸν ἕνα πόδα κατέχει ὁ στρατὸς, τὸν ἄλλον, ὁ λαὸς καὶ τὸν ἄλλον τὸ Πανεπιστήμιον. Δόσατε χρήματα, λέγει, διὰ 20 χιλ. στρατὸν, ἐπιβάλετε φόρους ὄχι εἰς τὸν λαὸν, παύσατε τοὺς ὑπαλλήλους, διορίσατε τοὺς φοιτητὰς νὰ πάρουν μισθόν. Καὶ νὰ σᾶς εἴπω τὴν ἀλήθειαν, ὅταν τις δυνηθῇ ἐπὶ τοιούτου τρίποδος νὰ στήσῃ τὴν τροχιλαίαν, μεγάλα δύναται νὰ σηκώσῃ βάρη, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ φόρους εἰς ὅλους, οἱ ὁποῖοι ἐπικαλούμεθα πάντοτε τὸν λαὸν εἰς πράγματα, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπικαλώμεθα αὐτόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶπε προχθές, ὅτι πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν ἑλληνικὴν πολιτικήν, νὰ κάμωμεν στρατόν, καὶ ὅπου στρατοπεδεύει ὁ στρατός, ἐκεῖ νὰ ἦναι καὶ ἡ πρωτεύουσα τοῦ Βασιλείου. Ἅμα λοιπὸν ὁ στρατὸς στρατοπεδεύῃ εἰς τὴν Λεπενοῦ, νὰ σηκωθῇ ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μὲ τὰ ἀρχεῖά των καὶ νὰ ὑπάγουν ἐκεῖ (ἱλαρότης). Ἠθέλησε νὰ μεταφέρῃ τὸ σύστημα τοῦ Βασιλέως τῆς Ἀβυσσινίας, ὁ ὁποῖος ἔχει διαταγὴν, ὅπου ἡ σκηνή του, ἐκεῖ καὶ ἡ πρωτεύουσα τοῦ Βασιλείου.
§32Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶπεν ἄλλο.
§33Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὡμίλησεν ἐν ἐκτάσει κατὰ τῶν ξένων ἀξιωματικῶν, καὶ ἤλεγχεν ἡμᾶς καὶ μᾶς ἔλεγεν, ὅτι οἱ ξένοι ἀξιωματικοὶ δὲν πρέπει νὰ ἔλθουν, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν ἀξιωματικοὺς δυναμένους νὰ διευθύνουν τὰ στρατιωτικὰ πράγματα καλλίτερον ἀπὸ τοὺς ξένους. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εὑρίσκεται εἰς διαφωνίαν μὲ τοὺς συναδέλφους του, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν τοὺς ξένους ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι ἔφερον νομοσχέδιον πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἐλεύσεως ξένων ἀξιωματικῶν πρὸς ἐκπαίδευσιν τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ· καὶ εἶνε καὶ πρὸς τὸν ἑαυτόν του εἰς ἀντίφασιν, διότι σήμερον, κ. Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, ὑπάρχει νόμος, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς ἐλέγξῃ, διατί δὲν ἐφαρμόζετε, διατί δὲν ἐφέρατε ἀξιωματικοὺς ξένους; καὶ ἂν αὐτὸν τὸν νόμον θεωρῆτε περιττόν, διατί δὲν ἔρχεσθε μὲ μίαν πρότασιν νόμου νὰ τὸν ἀκυρώσητε;
§34Β. ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Διότι θὰ φέρω.
§35Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ ἐκηρύχθην καὶ τότε, κηρύσσομαι καὶ ἤδη, καὶ μετ’ ἐμοῦ πιστεύω καὶ πλεῖστοι τῶν ἀξιωματικῶν τῶν μᾶλλον πεπαιδευμένων ὑπὲρ αὐτῆς τῆς ἰδέας, ὅτι πρέπει νὰ ἔλθουν ξένοι ἀξιωματικοὶ διὰ τὴν ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ· διότι ὅσον καὶ ἂν ἐσπούδασέ τις εἰς τὴν θεωρίαν, δὲν δύναται νὰ τὴν ἐφαρμόσῃ εἰς τὴν πρᾶξιν, ἐὰν δὲν ἴδῃ, ὅπως ὁ ἰατρὸς ἢ ὁ δικηγόρος, ὅσον καὶ ἂν ἐσπούδασεν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ἔχει ἀνάγκην νὰ κάμῃ πειράματα, διὰ νὰ ἐμπνεύσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην, εἴτε εἰς τοὺς ἀσθενεῖς, εἴτε εἰς τοὺς πελάτας του, ὁποίους ὑπερασπίζεται. Καὶ εἶναι φοβερόν, κ. Ὑπουργέ, ἐάν ποτε ἐπέλθῃ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὸ πεδίον τῆς μάχης, εἶναι φοβερὸν, λέγω, νὰ ὑπάρξῃ ὁ ἐλάχιστος ἐνδοιασμὸς καὶ εἰς τοῦ τελευταίου στρατιώτου τὰς πεποιθήσεις, ὅτι οἱ διευθύνοντες αὐτὸν δὲν ἔχουν τὴν ἀπαιτουμένην πεῖραν, καὶ τότε δὲν θὰ ἦναι καιρὸς νὰ μετανοήσωμεν διὰ τὴν ἐλευθερίαν τῆς σημερινῆς γλώσσης, τὴν ὁποίαν τόσῳ ἐπιπολαίως μεταχειριζόμεθα ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου. Τὸ δ’ αἴσθημα τοῦτο τῆς πεποιθήσεως εἶναι μέγιστον διὰ τὰ ἀποτελέσματά του. Ἀλλ’ ἡμεῖς προσβαλλόμεθα· «Ἕλληνος τράχηλος ζυγὸν δὲν δέχεται». Τίς εἶναι σήμερον ὁ διευθύνων τὸν μεγαλείτερον στρατὸν τοῦ κόσμου; Ὁ Μόλτκε. Εἶναι αὐτὸς Πρῶσσος; Ὄχι· καὶ ἐν τούτοις, ἰδόντες τὰς γνώσεις, τὴν πεῖραν, τὴν ἀξίαν αὐτοῦ, δὲν ἐδίστασαν νὰ τὸν ἔχουν ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ μεγαλειτέρου καὶ τοῦ καλλιτέρου τῳόντι στρατοῦ τῆς Εὐρώπης.
§36ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Εἶναι Πρῶσσος.
§37ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σκανδιναυὸς δὲν εἶναι, κύριε Ῥώμα;
§38ΡΩΜΑΣ. Μάλιστα.
§39ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Εἶναι Δανός, ἀλλὰ πολίτης Πρῶσσος.
§40ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ὁ Μόλτκε ἦλθε νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς τὸν τουρκικὸν στρατὸν, καὶ ἐὰν ἡ Τουρκία εἶχε τὴν πρόνοιαν τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ, ἴσως διὰ τῆς παρουσίας μόνον τοῦ Μόλτκε, τὰ πράγματα τῆς Τουρκίας θὰ ἦσαν πολὺ διαφορετικώτερα.
§41ΦΙΛΗΜΩΝ. Τὸν προσεκάλεσαν.
§42ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Φιλήμων, δὲν προσβάλλεται ποτὲ ἡ φιλοτιμία κανενὸς ἔθνους, ὅταν μεταχειρίζηται εἰς οἱανδήποτε ὑπηρεσίαν ἐξόχους ἄνδρας· δὲν δύνασθε δὲ ν’ ἀρνηθῆτε, ὅτι οἱ καλλίτεροι ἀξιωματικοὶ ὅλων τῶν σωμάτων εἶναι εἰς τὸν πρωσσικὸν στρατόν. Ἀκολουθοῦσι δὲ ἐπὶ τοσοῦτον τὰς γνώμας τῶν ἐξόχων τούτων ἀνδρῶν, καὶ ἐν τούτοις οὕτως ἐξετίμησαν τὴν ἀξίαν τοῦ ἀνδρὸς, ὥστε κατὰ τὴν ἐκστρατείαν τοῦ 1870 ὁ ἴδιος ὁ αὐτοκράτωρ ἐλάμβανε διαταγὰς, καὶ οὐδεὶς ἐθεώρησε τοῦτο ὡς προσβολήν του. Κύριοι, ὁμιλοῦμεν καθ’ ἡμέραν, καὶ ὁ φίλος μου ἀξιότιμος κ. Οἰκονόμου διεξῆλθε τὰ Ὑπουργεῖα ὅλα καὶ τοὺς προϋπολογισμοὺς ὅλους καὶ κατέταξε τὸ δυστυχὲς Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν μεταξὺ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἄλλων πολιτικῶν ὑπουργείων. Εἶπεν, ὅτι 19,000,000 θέλομεν διὰ τὰ χρέη μας, 16 διὰ τὸν στρατὸν· τί μᾶς μένει, ἵνα κάμωμεν οἰκονομίας δι’ ὅλα τ’ ἄλλα; Εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἰδέας τοῦ κ. Τρικούπη, ὅτι εἰς τὸ ναυτικὸν ἀπαιτοῦνται μεγάλαι δαπάναι, καὶ δὲν ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς ναυτικῆς δυνάμεως ἀπὸ πολλῶν χρόνων, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴ μαρτυρίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ὑποθέσατε διὰ μίαν στιγμήν, ὅτι κατωρθώσατε νὰ παρατάξητε 40,000 στρατοῦ ἐκλεκτοῦ καὶ νὰ νικήσητε τὸν ἐχθρὸν εἰς τὰ πεδία τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Μακεδονίας καὶ νὰ φθάσητε μέχρι Καλλιπόλεως. Ὑποθέσατε, ὅτι ἔχετε τὰς ναυτικὰς δυνάμεις τὰς ὁποίας ἔχετε καὶ σήμερον, καὶ δύο μεγάλα τουρκικὰ θωρηκτὰ Μεσουντιὲ φθάνουσιν εἰς τὸν Πειραιᾶ· σᾶς ἐρωτῶ, τί ἐκερδίσατε; Ἡ Ἑλλὰς εἶναι πρὸ πάντων δύναμις θαλασσία, τὸ ἀναφέρει καὶ ἡ ἀρχαία καὶ ἡ νέα αὐτῆς ἱστορία· εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ γενναιότης καὶ τὰ κατορθώματα τῶν πατέρων ἡμῶν, εἰς τὸ Μεσολόγγιον, εἰς τὴν Κλείσοβαν, εἰς τὸ Βαλτέτσι, εἰς τὰ Δερβενάκια, εἶναι τῳόντι ἄξια ἐποποιΐας, πλὴν εἰς οὐδὲν θὰ ἐχρησίμευαν ὅλα ταῦτα, ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ στιβαρὰ χεὶρ τῶν ναυτικῶν ἀνδρῶν τῆς Ὕδρας, τῶν Σπετσῶν, τῶν Ψαρῶν, ὅπως ἀνατινάξωσιν εἰς τὸν ἀέρα τὰ θαλάσσια τουρκικὰ φρούρια καὶ ἐμποδίσωσι τὴν τροφοδοσίαν τοῦ φρουρίου. Γνωρίζετε, ὅτι τὸ Ναύπλιον, τὸ ὁποῖον ὑπῆρξε τὸ προπύργιον τῆς σωτηρίας τῆς Ἑλλάδος, ὀφείλει τὴν ὑποταγήν του εἰς τὰς ναυτικὰς δυνάμεις. Τὰ αὐστριακὰ πλοῖα εἰσήρχοντο εἰς τὸν Ἀργολικὸν κόλπον, ὅτε τὰ Σπετσιωτικά, προλαβόντα, κατέλαβον αὐτὰ καὶ κατέσχον τὰς ζωοτροφίας, τὰς ὁποίας ἔφερον εἰς τοὺς Τούρκους. Ἐν τούτοις πρὸ καιροῦ ἐδόθη προσοχὴ καὶ ὤθησις εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς, καὶ τοῦτο ἴσως ὀφείλεται τὸ πρῶτον εἰς τὴν βαυαροκρατίαν· ἔκτοτε ὁμιλοῦμεν περὶ στρατοῦ, καὶ πάντοτε ὁμιλοῦντες, ἐννοοῦμεν τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς, οὐδέποτε δὲ περὶ τῆς θαλάσσης· καὶ ἐν τούτοις ἡ Ἑλλὰς, ἵνα παρασταθῇ ὡς στρατιωτικὴ δύναμις, ἔχει πρὸ πάντων ἀνάγκην τῆς θαλάσσης. Ἀλλὰ τὰ σχέδια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν δὲν εἶναι ὀρθά. Ὑποστηρίζω τὴν γνώμην τοῦ κ. Τρικούπη, διότι αὕτη μόνον φέρει εἰς ἀποτέλεσμα. Ὁ κύριος Μπούμπουλης μᾶς λέγει, ὅτι διὰ νὰ κάμῃ τὸν ναύσταθμον εἰς τὴν Σαλαμῖνα ἀπαιτοῦνται 20,000,000, θέλει δὲ ν’ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὸν ναύσταθμον. Τοῦτο, κύριοι, ὁμοιάζει πρὸς ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος μὴ ἔχων οὔτε 10,000 δραχ. δανείζεται τὸ ποσὸν τοῦτο καὶ ἀρχίζει νὰ κτίσῃ οἰκίαν ὡς τὴν τοῦ κ. Μελᾶ· ποῖα θὰ ὦσι τὰ τ’ ἀποτελέσματα; Εἰς τὸ ναυτικὸν πρέπει νὰ ἐπιστήσωμεν σπουδαίως τὴν προσοχήν μας· τὸ ναυτικὸν ἀπαιτεῖ βεβαίως χρήματα, ἀλλὰ πρὸ πάντων οἱ ναῦται τὸ παριστάνουν, καὶ ἂν δὲν ἔχωμεν τοὺς πρώτους ναυτικοὺς τοῦ κόσμου, ἔχομεν ὅμως τοὺς δευτέρους. Ὅταν λοιπὸν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν ταμεῖον ναυτικὸν, ὡς εἶπεν ὁ κύριος Τρικούπης, καὶ θὰ κάμωμεν ὅταν δυνάμεθα νὰ φέρωμεν πράγματι τὸ ἰσοζύγιον εἰς τὸν προϋπολογισμόν μας, τότε δυνάμεθα νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν μας εἰς τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τοῦ ναυτικοῦ· καὶ μὴ πλανᾶσθε, κύριοι, εἶναι ἀδύνατον ἄνευ τοῦ συνδυασμοῦ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως τῆς θαλάσσης πρὸς τὴν σύνταξιν τὴν στρατιωτικὴν τῆς ξηρᾶς νὰ ἔχητε κανὲν ἀποτέλεσμα. Εἰς τὴν ξηρὰν, ἕνεκα τοῦ ἀριθμοῦ, πάντοτε θὰ μειονεκτῶμεν πρὸς τὸν φυσικὸν ἐχθρόν· εἰς τὴν θάλασσαν ὅμως θὰ πλεονεκτῶμεν, καὶ ἐὰν εἴχομεν ἓξ θωρηκτὰ εἰς τὰ 1877, οὔτε τὴν ἀνάγκην τῆς ἀποφάσεως τοῦ Βερολίνου περὶ ὁρίων θὰ εἴχομεν, οὔτε τὴν ἀνάγκην κανενὸς ἄλλου, ἀλλὰ ἠθέλομεν λάβει μόνοι ὅ,τι ἀνῆκεν εἰς ἡμᾶς. Ἡ δύναμις τῆς Ἑλλάδος εἶναι πρὸ πάντων εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ἂν παραστήσητε μίαν δύναμιν σημαντικὴν ἐν τῇ θαλάσσῃ, θὰ ἔχητε συμμάχους, διότι τοὺς ναύτας τῆς Ἑλλάδος ἐπιδιώκουν καὶ ναυτολογοῦν ὅλα τὰ ἔθνη. Τελειόνω, κύριοι, μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν θέλω κατηγορηθῆ τοῦ λοιποῦ, ὅτι εἶμαι ἐκ τῶν λίαν ἐπισπευδόντων, καὶ δὲν θέλω κατηγορηθῆ παρ’ ἐκείνων, οἵτινες κάθε ἄλλο πρᾶγμα ἔχουν παρημελημένον παρὰ τὴν ἀκράτητον σπουδὴν εἰς τὴν πολιτικὴν, καὶ κατέρχομαι τοῦ βήματος, ὑποστηρίζων τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος κ. Τρικούπης.
§43ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριοι, καὶ ἄλλοτε ἔλαβον τὴν τιμὴν κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Βασιλικοῦ λόγου νὰ παρατηρήσω εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὅτι κατὰ τὴν ὄψιν, τὴν ὁποίαν παριστᾷ σήμερον τὸ ἔθνος καὶ τὸ Κοινοβούλιον, δεικνύει εἰς τὸν παρατηρητὴν, ὅτι διέρχεται μίαν μεταβατικὴν κατάστασιν, καὶ ἀπόδειξις εἶναι ἡ ἀπορία, εἰς ἣν εὑρίσκεται καὶ τὸ Κοινοβούλιον καὶ τὸ Ἔθνος καὶ ἥτις ἐξεφράσθη ἐπανειλημμένως ἐνταῦθα περὶ τοῦ πῶς δεῖ πολιτεύεσθαι. Ἡ ἀπορία αὕτη φέρει τὴν διάστασιν μεταξὺ τῶν μὲν καὶ τῶν δέ· καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ ἐπιζητοῦν φῶς, ὅταν δὲ γείνῃ καταφανὴς ἡ πορεία, ἣν πρέπει ν’ ἀκολουθήσῃ τὸ Ἔθνος, τότε δὲν θέλει ὑπάρξει διαφορά, ἀλλὰ πάντες ἐν ἀγάπῃ καὶ ἀδελφότητι θὰ συσκεπτώμεθα περὶ τῶν κοινῇ συμφερόντων ἄνευ διακρίσεως. Ἤδη ἡ ἔλλειψις τοῦ φωτὸς φέρει τὴν διαίρεσιν, καὶ οἱ μὲν ἀκολουθοῦσι τὴν Κυβέρνησιν, οἱ δὲ διαμαρτύρονται, καὶ διὰ τοῦτο εἶπε καλὸν λόγον ὁ ἀξιότιμος κ. Καραλίβανος πρὸ τριῶν ἡμερῶν, εἰπὼν· ἡμεῖς ἐδῶ ἀκολουθοῦμεν ἕνα πρόγραμμα, τὸν προϋπολογισμόν· τί ἀκολουθεῖτε σεῖς; δείξανέ μας τὰς ἀρχάς σας, τὸ πρόγραμμά σας· ὅλοι ἐμπνεόμεθα ὑπὸ τῶν αὐτῶν ἀρχῶν καὶ τοῦ αὐτοῦ πνεύματος τῆς ἐπιδιώξεως τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Λοιπὸν χρέος ἔχομεν, ὅπως διαφωτίσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἐν τῇ διαφωτίσει αὐτοῦ θέλομεν συναντηθῆ καὶ θέλομεν προδήλως κατορθώσει τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα νὰ λάβουν μίαν διεύθυνσιν, τὴν μόνην ποθητήν.
§44ΛΑΠΑΣ. Εἶναι κατορθωτὴ ἡ ἰδέα σου, ἂν συμφωνήσῃ ὁ Κουμουνδοῦρος μὲ τὸν Ζαΐμην (ἱλαρότης). Ἂν τὸ κατορθώσῃς, θὰ ἦσαι ὁ μόνος ἄνθρωπος, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ δοξάζωμεν. Τί κάθεσαι αὐτοῦ καὶ λαλεῖς; ἐγὼ θὰ κάμω ὅ,τι μοῦ κόβει τὸ κεφάλι, μὴ χάνεσαι.
§45ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, κύριοι, ἐπιζητεῖ φῶς, καὶ ἐπιζητεῖ τοῦτο παρὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως συνταχθῇ μετ’ αὐτῆς καὶ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, ὑπὸ τὸ ἀληθὲς πνεῦμα τοῦ ἔθνους. Ἀπαντῶ εἰς τὴν ἔνστασιν περὶ προγράμματος τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως. Ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις ἔχει, μᾶς λέγουν, πρόγραμμα τὸν προϋπολογισμόν της. Ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν κατέγεινα μελετῶν αὐτὸν, δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω ποῖον χαρακτῆρα ἔχει· εἶναι προϋπολογισμὸς, ἐπιτρέψατέ μοι τὴν λέξιν, ἀχαρακτήριστος, διότι δὲν στηρίζεται ἐπὶ βάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐμπνέουν μίαν ἀκράδαντον πεποίθησιν εἰς πολιτικὸν δόγμα· δὲν ἀπαντᾶται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ οὐδεμία ἀρχὴ, ἥτις ν’ ἀποδεικνύῃ, ὅτι τείνει ἡ Κυβέρνησις εἰς πραγματοποίησιν ἑνὸς πολιτικοῦ προγράμματος, ἀλλ’ εἰσάγεται ὁ προϋπολογισμὸς ὡς μία σύμβασις μεταξὺ ἑνὸς κερδοσκόπου ἐργολάβου καὶ τοῦ ἔθνους, ὁ ὁποῖος ἀναλαμβάνει καὶ ἐπὶ πλέον καὶ ἐπὶ ἔλαττον νὰ διοικήσῃ, καὶ ὅταν τὸ ἔθνος τοῦ λέγῃ «πολλὰ ζητεῖς», αὐτὸς τοῦ λέγει: ἐγὼ περικόπτω καὶ δύναμαι νὰ διοικήσω εὐθηνότερον. Τότε ποῦ τὸ σχέδιον; ποῦ ἡ πολιτικὴ ἡ ἐσωτερικὴ καὶ ἡ ἐξωτερική; Καὶ ὅτι λέγω ἀληθῆ, φέρω μάρτυρα τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἥτις ἀντιπροσωπεύθη ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐν τῇ ἐκθέσει της ἡ ἐπιτροπὴ σχεδὸν εἰς πάντα παράγραφον ἐπιῤῥίπτει καὶ μίαν μομφὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἢ διότι δὲν ἐπρόλαβε νὰ φέρῃ τὰς σκέψεις της περὶ ἐθνωφελῶν ζητημάτων, ἅτινα συζητεῖ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ λύει οὕτως ἢ ἄλλως, ἢ διότι ἐσφαλμένως εἰσήγαγε.
§46ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι μία ἀνακάλυψις, τὴν ὁποίαν κάμνετε.
§47ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Μάλιστα, ἰδοὺ τί λέγει ἡ ἐπιτροπή· «Ἡ Ἑλλὰς ἔχει καθῆκον ὑπέρτατον νὰ μὴ παραλείψῃ οὐδὲν τῶν πράγματι ἀπαιτουμένων καὶ τὰ μέσα αὐτῆς μὴ ὑπερβαινόντων μέτρων, δι’ ὧν τὰ ἔθνη διατηροῦσι τὴν προσήκουσαν αὐτοῖς θέσιν κτλ.» Ὁ προϋπολογισμὸς ὑπερβαίνει αὐτὸ τὸ ὅριον, τὸ ὁποῖον ἡ Ἐπιτροπὴ θεωρεῖ ὡς δόγμα πολιτικόν. Δεύτερον ἄλλη εὐχή. «Δύναται νὰ κατέλθῃ (τὸ ἔλλειμμα) ἀπὸ 10,000,000 εἰς 1,500,000». Ἡ Κυβέρνησις δὲν κατενόησε καὶ τοῦτο. Ἡ Ἐπιτροπὴ λέγει «ἔπρεπε νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα πρότερον διὰ μελέτης, ἧς τὴν πρωτοβουλίαν ὀφείλει ν’ ἀναλάβῃ ἡ Κυβέρνησις». Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔλαβεν οὐδὲ καὶ τὴν πρωτοβουλίαν ταύτην. Ἡ Ἐπιτροπὴ ὡσαύτως κατακρίνει τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰ τέλη τὰ τηλεγραφικὰ, ὅτι δὲν τὰ ὑπελόγισε δεόντως, καὶ ἄλλα τοιαῦτα· ἄρα ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπιῤῥίπτει μομφὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ πολλὰ, τὰ ὁποῖα, φειδόμενος τοῦ χρόνου, δὲν ἀπαριθμῶ· ἀλλ’ οὐχ’ ἧττον ἡ Ἐπιτροπὴ καταδικάζει τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ ἀνικανότητι, εἰσάγει δὲ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ βελτιώσεις, τὰς ὁποίας ὤφειλε νὰ εἰσαγάγῃ ἡ Κυβέρνησις, αἱ δὲ βελτιώσεις εἶναι πολυειδεῖς· ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ἐκ μέρους τῆς πλειοψηφίας εἶναι καταδεδικασμένη. Ἀλλὰ δεδόσθω, ὡς ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου εἶπον, μία ἄλλη κατάστασις πραγμάτων, τί ὑπόσχεται; Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λύσωμεν, καὶ τοῦ ὁποίου μετὰ πόθου ἐπιζητοῦμεν τὴν διευκρίνισιν· εἶναι δὲ αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἡ Ἐπιτροπὴ ὑποδεικνύει, αἱ βελτιώσεις αἱ οἰκονομικαὶ, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις οὔτε ὑπέδειξε κἂν, ὅτι μελετᾷ, καὶ ἐντεῦθεν εἰσήγαγε προϋπολογισμὸν ἀχαρακτήριστον. Ἀλλὰ διατί ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδυνήθη νὰ δώσῃ χαρακτῆρα εἰς τὸν προϋπολογισμόν; Διότι δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἐσωτερικὴν καὶ ἐξωτερικὴν πολιτικὴν, εἶναι ἀφιεμένη εἰς τὴν τύχην, εἰς τὴν φορὰν τῶν πραγμάτων ἐξωτερικῶς, ἐσωτερικῶς δὲ, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ἀκολουθεῖ τὴν μέθοδον τῶν φλεβοτόμων, καὶ καθ’ ἑκάστην δι’ ἀφαιμάξεων ἀφαιρεῖ τὸ αἷμα τοῦ ἔθνους, καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι τὸν προϋπολογισμὸν παρουσίασεν ἄνευ οὐδεμιᾶς οἰκονομίας· ἀπεναντίας εἰσήγαγε νέας θέσεις καὶ ἐπηύξησε τῶν ὑφισταμένων τὰ χορηγήματα. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς μίαν Κυβέρνησιν, ἥτις βλέπει τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Ἔθνους εἰς τοιαύτην ἐλεεινότητα, εἰς τοιαύτην κατάστασιν χρεωκοπίας, νὰ δημιουργῇ νέας ἀνάγκας καὶ νὰ ἐξαντλῇ τοὺς μόλις ἐπαρκοῦντας εἰς τὰς ὑφισταμένας ἀνάγκας πόρους. Ἡ Κυβέρνησις καυχᾶται, ὅτι ὁπωσδήποτε θέλει φέρει μίαν πιθανὴν προσέγγισιν εἰς τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ μέλλοντι, ἀλλὰ δὲν κατανοῶ πῶς διατελεῖ τόσον ἀμελέτητος καὶ δὲν προβλέπει τὸν ἐν τῷ μέλλοντι ἐκλείψοντα πόρον καὶ τὸ ἐντεῦθεν ἔλλειμμα. Ὅταν, κύριοι, σήμερον ἔχωμεν ὅσα ἡ Κυβέρνησις ὑπολογίζει ἔσοδα, διότι ὑπάρχει μία ἔκτακτος πρόσοδος ἐθνικὴ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ὀφείλομεν νὰ συλλογισθῶμεν, ὅτι ἡ πρόσοδος αὕτη θέλει ἐκλείψει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐπιόντων ἐτῶν, καὶ εἶναι ἡ πρόσοδος τῶν ἐθνικῶν γαιῶν· ἡ πρόσοδος αὕτη εἶναι, κύριοι, πώλησις τῆς Ἐθνικῆς ἰδιοκτησίας, πρὸς ἐξαγορὰν τοῦ καθημερινοῦ ἄρτου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ, ἵνα καταστῶ εὔληπτος, λέγω, ὅτι ἡ πώλησις τῶν ἐθνικῶν γαιῶν, ἀναγραφομένη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὡς ἔσοδον, ὁμοιάζει μὲ τὴν διαγωγὴν τοῦ μαθητοῦ ἐκείνου, πρὸς ὃν ὁ πατήρ του ἔλεγε, μὴ θέλοντα νὰ σπουδάσῃ: μάθε γράμματα, διότι ἐκ τῶν βιβλίων ζοῦν οἱ ἄνθρωποι· ὁ δὲ ἄσωτος ἐκεῖνος υἱὸς, μαθὼν τοῦτο καὶ λαβὼν χρήματα, ἀπῆλθε νὰ σπουδάσῃ, ὅταν δ’ ἐτελείωσαν τὰ χρήματα, ἤρχισε καὶ ἐπώλει τὰ βιβλία, καὶ ἔγραφεν εἰς τὸν πατέρα του: «χαῖρε πάτερ, ἤδη γὰρ ἡμᾶς τὰ βιβλία τρέφει». Χαῖρε Ἔθνος, ἤδη σὲ τρέφει ἡ Ἐθνικὴ γῆ. Ἀλλ’ αὕτη ἔπρεπε νὰ μείνῃ κεφάλαιον ἱερὸν, ἄθικτον, εἰς σκοποὺς ὑψηλοτέρους, δὲν ἦτο προωρισμένη νὰ συμπληρώσῃ τὰ ἐλλείμματα τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἑπομένως φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ προτείνει καὶ αἵτινες ἐλλείπουσιν ἀπὸ τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, δηλαδὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ αὑτῆς, καὶ νὰ παραδεχθῶμεν τὰς βελτιώσεις αὐτῆς, ὅπως συμπληρώσωμεν τὸ σύστημα τὸ οἰκονομικὸν καὶ κατορθώσωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ ἀντιπολίτευσις ὀφείλει νὰ μᾶς φέρῃ, τὸ ἰσοζύγιον, καὶ προχωρήσωμεν εἰς συμπλήρωσιν τοῦ προγράμματος τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἥτις ὀφείλει νὰ φέρῃ τὸ Ἔθνος εἰς πρόοδον. Ὡς πρὸς τοῦτο νομίζω, ὅτι εἴμεθα πληρέστατα συνεννοημένοι ἑκατέρωθεν, διότι καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ ἐπιθυμοῦν τὴν πρόοδον τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, καθ’ ἃς προδιέλαβα ἀρχάς. Ὡς πρὸς τὸ διαγώνισμα τοῦτο τῆς προόδου, καὶ παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ παρὰ πολλῶν τῶν ἀγορευσάντων παρουσιάσθησαν κεφάλαια διάφορα οἰκονομιῶν· ἀλλὰ τοῦτο τὸ θέμα εἶναι ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν, διὸ καὶ ἐγὼ ἐν κεφαλαίῳ λέγω, ὅτι ἐκ τῆς τοιαύτης μελέτης καὶ ἐργασίας κατήρτισα οἰκονομίαν, καθ’ ἣν, δύναται νὰ ἀποτελεσθῇ ἓν ποσὸν τοιοῦτον, ὥστε νὰ φθάσωμεν οὐ μόνον εἰς τὸ ἰσοζύγιον, ὅπερ θέλει σᾶς φανῆ παράδοξον, ἀλλὰ καὶ κἄτι περισσότερον, νὰ ἔχωμεν καὶ περίσσευμα. Ἡ ἐπιτροπὴ, κύριοι, μετὰ τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας εἰσάγει, καὶ τὰς νέας προσθήκας, καταρτίζει τὰ ἔσοδα εἰς 47,116,000. Ποῖα εἶναι τὰ ἔξοδα; Διὰ νὰ κανονίσω τὰ ἔξοδα, νομίζω, ὅτι οὔτε ἄτοπον θὰ πράξω, οὔτε ἐξέρχομαι τοῦ ἄξονος, περὶ ὃν ὀφείλει νὰ περιστρέφηται ὁ προϋπολογισμὸς, ἐὰν λάβω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1878 ὡς βάσιν. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1878 εἶναι προϋπολογισμὸς τῆς οἰκουμενικῆς, τὸν ὁποῖον κατήρτισαν πάντες οἱ ἔξοχοι πολιτικοὶ ἐν Ἑλλάδι, καὶ μάλιστα ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ ἀειμνήστου Δεληγεώργη. Τὰ ἔξοδα ἀνέρχονται εἰς 40,802,176, ἀλλὰ προλαμβάνω, ὅτι ὑπάρχει διὰ τὸ αὐτὸ ἔτος καὶ προϋπολογισμὸς ἔκτακτος, ὑπαγορευόμενος ὑπὸ τῶν τότε περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐξώγκωσαν τὸ κεφάλαιον τῶν ἐξόδων μέχρι τῶν 65,000,000, καὶ ὁ ὁποῖος ἔκτακτος προϋπολογισμὸς σήμερον δὲν ἔχει λόγον ὑπάρξεως, καὶ οὔτε ὑφίσταται. Πλὴν τί φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις σήμερον, ποῖος εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν δὲν θὰ δύναται νὰ λειτουργήσῃ ἡ ὑπηρεσία διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1878; Ἐὰν συγκρίνητε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1878 καὶ 1880, δὲν θέλετε ἰδεῖ εἰμὴ ἐξογκωμένα ὅλα τὰ κονδύλια ἐν τῷ τοῦ 1880 ἄνευ ἐθνικῆς ἀνάγκης· ἀλλ’ αὐτὰ θὰ ἀναπτυχθῶσιν ἐν ταῖς λεπτομερείαις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐν κεφαλαίῳ δὲ λέγω, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1878 δύναται νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὸ 1880, διότι δὲν βλέπω ποῖος εἶναι ὁ λόγος τῆς ἐξογκώσεως τῶν κονδυλίων χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ τὸ ἐθνικὸν συμφέρον. Ἐπὶ τῇ βάσει λοιπὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1878, ὅστις ἔχει τὰ ἔξοδα εἰς 40,802,176, ἐὰν ἀφαιρέσωμεν ταῦτα ἀπὸ τὰ ἔσοδα κατὰ τὴν γνωμοδότησιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἔχομεν καὶ περίσευμα 6,314,28. Ἐὰν δὲ ὑπολογίσωμεν τὸ ποσὸν διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν δανείων τῶν 60,000,000 καὶ τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825 εἰς 6,800,000, ὅσα καὶ ἂν ἀπαιτῶνται, καὶ προσθέσωμεν ταῦτα εἰς τὰς δαπάνας τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἔχομεν κεφάλαιον τῶν ἐξόδων 46,802,176, καὶ ἰδοὺ ἔχομεν πλεόνασμα· ἀφίνω, ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1878 εἰσὶν ἐφικταὶ οἰκονομίαι. Δὲν βλέπω λοιπὸν πῶς δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι ταῦτα δὲν στηρίζονται ἐπὶ τῆς μελέτης τῶν πραγμάτων καὶ τῶν γεγονότων, ἐκτὸς ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἐξοδεύωμεν εἰς μάτην καὶ ἄνευ λόγου, ὅπως ἀνεπτύχθη ἤδη παρ’ ἄλλων τοῦτο, καὶ ἐν μέρει, καὶ ἤδη θέλω τοιαῦτα τινα κονδύλια τροχάδην διέλθω. Ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς καὶ πολλοὶ τῶν συναδέλφων τῶν προαγορευσάντων ἐποιήσαντο λόγον περὶ τῶν δυνατῶν νὰ ἐπενεχθῶσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν οἰκονομιῶν. Ἂν καὶ ἐπὶ βάσεως μελέτης ἐκτεταμένης προσδιώρισα οἰκονομίας πρὸς ἕκαστον Ὑπουργεῖον, περὶ ὧν ἐν ταῖς λεπτομερέσιν συζητήσεσιν ἐπιφυλάσσομαι, οὐχ ἧττον ἤδη, εἰδικῶς ὅμως περὶ ἑνὸς Ὑπουργείου θὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν κατ’ αὐτὸ οἰκονομιῶν, καὶ ἐν συνόψει περὶ τοῦ συνόλου τῶν οἰκονομιῶν, ὅπως καταλήξω εἰς τὸ ἀποτέλεσμα. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, στηριζόμενος ἐπὶ τῆς ἀληθείας τῶν πραγμάτων καὶ τῆς ἀκριβοῦς μελέτης ἐπὶ τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους, σᾶς λέγω, ὅτι δύναται νὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία 1,981,101 δραχμὰς, χωρὶς νὰ παραβλαφθῇ τὸ παράπαν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν ναυτικῶν. Καὶ πρῶτον κύριοι, παρουσιάζεται εἰς τὴν σκέψιν σας τὸ ἐξωγκωμένον κονδύλιον τῶν 700,000 διὰ τὴν δεξαμενὴν, ὅπερ ἡ ἐπιτροπὴ περιέστειλεν εἰς 400,000. Ἀλλ’ ὅταν ἔχωμεν τὴν πληροφορίαν, ὅτι πρὸς καταρτισμὸν τῆς δεξαμενῆς καὶ τοῦ ναυστάθμου ἀπαιτοῦνται 20,000,000, τὶς ἐξ ὑμῶν δύναται νὰ παραδεχθῇ, ὅτι μὲ 400,000 κατ’ ἔτος ἢ καὶ 700,000 ὁ προϋπολογισμὸς θέλει κατορθώσει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θεωρεῖται καὶ δικαίως, ὅτι εἶναι τὸ παλλάδιον τῆς Ἑλλάδος καὶ τὸ ὁποῖον πάντες οἱ προαγορεύσαντες ἐθεώρησαν ὡς τὸ ἥμισυ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν δυνάμεως; ἐὰν ἑπομένως σπουδαίως ἐσκέπτετο ἡ κυβέρνησις, δὲν ἤθελε ζητήσει τόσον μόνον ποσόν· δὲν σπουδαιολογεῖ δὲ, ὅταν ζητῇ 700,000, διότι, ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι οἱ προϋπολογισμοὶ πάντοτε θὰ περιλαμβάνουν 400,000 εἴτε 800,000 πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, διὰ τὸ ὁποῖον ἀπαιτοῦνται 20,000,000, τότε θὰ παρέλθωσιν 25 ἔτη. Πρόδηλον λοιπὸν, ὅτι ἢ ὀφείλομεν νὰ αὐξήσωμεν τὸ ποσὸν, ἢ νὰ διαγράψωμεν ὅλως διόλου τὴν δαπάνην. Ἐὰν πρόκηται νὰ αὐξήσωμεν τὸ ποσὸν αὐτὸ καὶ ἑπομένως ἐννοῶ ἡ κυβέρνησις νὰ σκεφθῇ ὡς καὶ ἡ Βουλὴ ἐπ’ αὐτοῦ, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ἔργον ἐν συνόλῳ καὶ ποῖος ὁ σκοπὸς τοῦ ἔργου τούτου. Κύριοι, ὁ ὀρθὸς λόγος, ἡ κοινὴ λογικὴ σᾶς πληροφορεῖ, ὅτι ὅταν θελήσῃ τις νὰ ἀγοράσῃ ἓν χρηματοκιβώτιον, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ ἀξίαν 1,000 διὰ νὰ ἐναποθέσῃ τὰ χρήματά του, πρέπει νὰ ἔχῃ τουλάχιστον τὸ ἑκατονταπλάσιον τῆς ἀξίας, ὅπως τὸ ἐξασφαλίσῃ ἐν τῷ χρηματοκιβωτίῳ, ἤτοι 100,000· ἀλλ’ ἔστω 50,000, ἔστω 20,000, ἔστω 5,000, τὸ πενταπλάσιον τῆς ἀξίας. Ὅταν δὲ καὶ σεῖς σκέπτεσθε νὰ δαπανήσητε 20,000,000 διὰ δεξαμενὴν καὶ ναύσταθμον, πρέπει νὰ ἔχητε τοὐλάχιστον ἄλλα 20,000,000 ἀξίαν ἐξασφαλίσιμον διὰ τοῦ ἐπιζητουμένου ἀναλώτου ναυστάθμου κτλ. Ἡ λογικὴ λοιπὸν αὕτη δὲν δύναται εἰμὴ νὰ φθάσῃ εἰς τὴν ἀπόκρουσιν τοῦ κονδυλίου, διότι, ἐὰν δὲν ἔχωμεν πλοῖα τοσαύτης ἀξίας, ἡ δαπάνη εἶναι πάντη ματαία, ἀλλὰ 40,000,000, καὶ δὲν λέγω τὸ πενταπλάσιον 100,000,000· ποῦ θέλομεν τὰ εὕρει; καὶ ἐὰν ἔχωμεν 20,000,000 διαθέσιμα, νομίζετε, ὅτι ὀρθοφρονεῖτε, ἐὰν δαπανήσητε ταῦτα πρὸς ὀχύρωσιν τῆς Σαλαμῖνος; Κύριοι, μὲ 20,000,000, ἀντὶ νὰ ὀχυρώσωμεν τὴν Σαλαμῖνα ἢ πᾶν ἄλλο μέρος, ὅπως κρυβῶμεν ἐν αὐτῷ, ἀφίνοντες πᾶσαν τὴν ἄλλην Ἑλλάδα ἀναπεπταμένην εἰς τὰς ὁρμὰς τοῦ ἐχθροῦ, ἡ φρόνησις καὶ τὸ ἐθνικὸν ὀρθῶς ἐννοούμενον συμφέρον ὑπαγορεύει, ἵνα ἀγοράσωμεν 4, 5 θωρηκτὰ, καὶ ἀντὶ νὰ κρυβῶμεν, νὰ προκαταλάβωμεν τὸν ἐχθρὸν ἂν οὐχὶ ἐν Ἑλλησπόντῳ, ἀλλὰ τοὐλάχιστον πέραν τοῦ Καφηρέως, καὶ ἀπωθήσωμεν αὐτὸν τῶν Ἑλληνικῶν θαλασσῶν· τοῦτο λέγεται φρόνησις, τοῦτο ἐθνικὴ πρόνοια. Ἐκτὸς ἐὰν ἐννοῆτε νὰ δαπανήσητε 20,000,000 πλησίον τῆς πρωτευούσης, ὅπως κατασκευάσητε κρυσφύγετον τοῦ δημοσιολογικοῦ προσωπικοῦ· ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον μόνον εἰς ἀπόπειραν κατὰ τῶν ἐθνικῶν ἐλευθεριῶν ἠμπορεῖ νὰ χρησιμεύσῃ, οὐδέποτε κατὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐχθροῦ. Πλὴν ἴσως ὑποθέτετε, ὅτι ἔχομεν ναυτικὴν δύναμιν, ἔχομεν πλοῖα πολεμικὰ, καὶ δέον νὰ προνοήσωμεν περὶ αὐτῶν, δεόμενοι ἤδη μόνον δεξαμενῆς καὶ ἀναλώτου Ναυστάθμου. Κύριοι, διατελεῖτε δυστυχῶς, καὶ μὲ λύπην μου τὸ λέγω, ἐν πλάνῃ· οὐδὲν ἔχομεν, καὶ ἂν φρονῆτε τοὐναντίον, δύνασθε νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναπτύξω τὴν κατάστασιν καὶ ποιότητα ἑκάστου τῶν πομπωδῶς ἄλλοτε παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἐξυμνηθέντων πλοίων, καὶ ἄρχομαι, ἐννοῶν νὰ ἦμαι σύντομος, ἀπὸ τοῦ πλοίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον πάντες θεωρεῖτε ἐν ἀγνοίᾳ ὥς τι σπουδαῖον, ὥς τι μέγα τῆς πατρίδος προπύργιον, ὅπως ἐκ τούτου κατανοήσητε τῶν ἄλλων τὴν ἐλεεινότητα, καὶ ἄρχομαι, λέγω, ἀπὸ τοῦ καταδρομικοῦ εὐδρόμου. Μὴ νομίσητε δὲ, ὅτι ἐκ προκαταλήψεως λέγω ταῦτα· στηρίζομαι εἰς πληροφορίας ἀξιοπίστους, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι μὲ ἄλγος ψυχικὸν νὰ σᾶς εἴπω, διότι δὲν ὑποθέτω, ὅτι πάντες ἐνταῦθα ἔχετε πατριωτισμὸν καὶ ἐγὼ δὲν ἔχω, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ὀφείλομεν ν’ ἀποκαλύπτωμεν τὰς οὐλὰς τοῦ σώματος τῆς πατρίδος, ὅπως θεραπευθῶσι. Στηρίζομαι ἐπὶ τῆς ἀληθείας καὶ ἐπὶ τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα, ἐὰν δὲν σᾶς φαίνωνται ἀληθῆ, δύνασθε νὰ συστήσητε ἐπιτροπὴν, καὶ ὀφείλετε νὰ πράξητε τοῦτο, ἀλλ’ ἐπιτροπὴν οὐχὶ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, οὔτε τοιαύτην ὁποία ἦλθεν ἀπὸ τὴν Γαλλίαν, διότι αἱ τοιαῦται ἐπιτροπαὶ εἶναι πασῶν τῶν πτώσεων καὶ κλίσεων, ἀλλ’ ἐκ προσώπων λίαν ἀξιοτίμων καὶ σεβαστῶν, οἷοι εἶναι ὁ κ. Τομπάζης, ὁ Κουμελᾶς καὶ οἱ τοιοῦτοι, οἵτινες εἶναι οἱ πατέρες τοῦ Ναυτικοῦ. Εἰς αὐτοὺς ἐὰν δώσω αὐτὴν τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ἔχω διὰ τὰ πλοῖά μας ὅτι εἶναι ἄχρηστα, θέλουσι τὴν ὑπογράψει ἀμέσως. Θέλω δὲ σᾶς δώσει αὐτὰς τὰς πληροφορίας, διὰ νὰ μὴ γείνωμεν πρόξενοι μιαιφονίας, ἐὰν, νομίζοντες, ὅτι ἔχομεν ναυτικὸν, ἀντεπεξέλθωμεν καὶ ἐμβάλωμεν τὰ τέκνα μας καὶ τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος εἰς κίνδυνον, εἰς βέβαιον ὄλεθρον. Κύριοι, τὸ καταδρομικὸν πλοῖον «Μιαούλης», εἰς τὸ ὁποῖον ὅλων τὰ βλέμματα ἀτενίζουσι, καὶ βλέπετε, ὅτι ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ σπουδαιοτέρου, εἰς τί θέλει μᾶς χρησιμεύσει; Τί ἐστὶ καταδρομικόν; Τὸ καταδρομικὸν πρῶτον ὑποθέτει στόλον προστατεύοντα αὐτὸ, καὶ δεύτερον σκοπὸν ἔχει τὴν σύλληψιν ἢ σύλησιν τοῦ Ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ τοῦ ἐχθροῦ, πιστεύω δὲ, ὅτι ἐχθρός μας εἶναι ὁ Τοῦρκος. Ἀλλὰ ποῦ θὰ εὕρῃ τὸ ἐμπορικὸν ναυτικὸν τῆς Τουρκίας τὸ καταδρομικόν μας; Καὶ συλλογισθῆτε ποῖον εἶναι τὸ τῆς Χίου, Λέσβου, Ῥόδου, Σάμου κτλ. Τοῦτο λοιπὸν ἐννοεῖτε ἐχθρικὸν ἐμπορικὸν ναυτικόν; Ἔχει δὲ καὶ ἄλλον προορισμὸν τὸ καταδρομικὸν, νὰ προσβάλλῃ τὰ παράλια μέρη· ἀλλὰ ποῖαι εἶναι αἱ παράλιαι πόλεις, τὰς ὁποίας δύναται νὰ προσβάλῃ τῆς Τουρκίας; Ἡ Χίος, ἡ Λέσβος, ἡ Κρήτη, ἡ Σμύρνη, καὶ τὰ τοιαῦτα μέρη. Λοιπὸν ἐννοεῖτε νὰ καταστρέψητε τὰς Ἑλληνικὰς πόλεις καὶ τὴν Ἑλληνικὴν ναυτιλίαν; Τί λοιπὸν θέλει; Ἄρα εἶναι πλοῖον ἄνευ λόγου γενόμενον καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἐδαπανήσαμεν 2,500,000 περίπου Καὶ στηρίζομαι, κύριοι, εἰς πράγματα καὶ λέγω τὴν ἀλήθειαν, καὶ διὰ τοῦτο εὐθαρσῶς τὰ ἐκθέτω εἰς τὸ Κοινοβούλιον, διὰ νὰ μὴ πλανώμεθα καὶ ἕνεκα τούτου βλαφθῶμεν καὶ κινδυνεύσωμεν. Ἐὰν θέλητε νὰ εὕρητε ἐμπορικὸν ναυτικὸν τῆς Τουρκίας, πρέπει νὰ εἰσέλθητε εἰς τὸν Βόσπορον καὶ φθάσητε ἐν τῷ Εὐξείνῳ, καὶ ἐκεῖ θὰ εὕρητε κἄτι κολοκυθοκάϊκα, τὰ ὁποῖα ταξειδεύουν· ταῦτα εἰσὶ τουρκικὴ ναυτιλία, ἀλλὰ ἐκεῖ, κατὰ τὴν συνθήκην τῶν Παρισίων δὲν δύναται νὰ εἰσέλθῃ πολεμικὸν πλοῖον νὰ καταστρέψῃ τοὺς γκαγκαλίδες τῆς Τουρκίας. Πρὸς τί λοιπὸν ἐδαπανήθησαν 2,500,000, καὶ εἰς τί θὰ σᾶς χρησιμεύσῃ; Τοῦτο εἶναι τὸ πλοῖον, τὸ ὁποῖον συγκεντρόνει τὰ βλέμματα καὶ τὴν ἐλπίδα πάντων· εἶναι ἄχρηστον. Θέλω δὲ σᾶς ἀποδείξει, ὅτι καὶ τ’ ἄλλα πλοῖα, ἡ Ὄλγα, ὁ Γεώργιος, ἡ Μπουμπουλίνα καὶ καθεξῆς, εἶναι ὅλως διόλου ἄχρηστα, ἐκτὸς παρατηρῶ τοῦ Γεωργίου ἐν μέρει. Ἡ Ὄλγα εἶναι πλοῖον σαπρὸν, αὐτὸ κατεσκευάσθη διὰ ξυλείας οὐχὶ ἀγρίας· ἑπομένως ἐν βραχεῖ χρόνῳ ὑπέστη σῆψιν, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐδαπάνησε δι’ αὐτὸ, ὅπως τὸ καταστήσῃ εὔχρηστον, ἀλλὰ εἰς τί κατέληξεν;
§48ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργείου.
§49ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Καλά. Διὰ τὴν «Μπουμπουλίναν»;
§50Ο ΑΥΤΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οὔτε αὐτό.
§51ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἡ «Μπουμπουλίνα» θέλετε νὰ ἴδητε ὁποῖον πλοῖον εἶναι; Ὑπάρχει ἔκθεσις τοῦ ὑποναυάρχου τῆς Ῥωσσίας, ὅστις εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν τὸ πλοῖον, ὅπως δι’ αὐτοῦ κατέλθῃ ἡ Βασίλισσα ἐν Ἑλλάδι. Δεύτερον τὸ πλοῖον αὐτὸ ἠγοράσθη ἀντὶ 27,000 λιρῶν, καὶ ἐν τούτοις δὲν ἦτο ἀξίας, ὅταν ἐναυπηγήθη, ἢ 13,000 λιρῶν.
§52ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ πρῶτον διεψεύσθη ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ὑπάρχει ἔκθεσις.
§53ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὅποιος θέλει, ἂς τὸ διαψεύσῃ, ὅ,τι θέλει λέγει ὁ καθείς. Ἐὰν θέλητε νὰ μάθητε τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ καὶ ποία εἶναι ἡ κατάστασίς του, δύνασθε νὰ τὸ μάθητε ἀπὸ τὸ βιβλίον τοῦ Ναυπηγείου. Δι’ αὐτὸ τὸ πλοῖον ἐζητήθησαν χρήματα ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, καὶ μάλιστα ὁ Ὑπουργὸς ἠπείλησεν, ὅτι ἤθελεν ἐγείρει ἀγωγὴν, ἀλλ’ ὑπερίσχυσεν ἡ ἰδέα, ὅτι δὲν εἶναι πολεμικὸν, καὶ δὲν ἐπληρώθη τὸ ποσὸν παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Ὑπεσχέθην, κύριοι, νὰ διεξέλθω τὰ καθ’ ἕκαστον τῶν πλοίων τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, ἀλλ’, ὡς βλέπω, ἡ Βουλὴ στενοχωρεῖται διὰ τὸ προκεχωρημένον τῆς ὥρας, καὶ θέλω συντομεύσει τὸν λόγον, ἀκροθιγῶς διαλαμβάνων τινὰ καὶ περὶ «Γεωργίου», ὅπως καταλήξω τὸν λόγον. Τὸ πλοῖον τοῦτο, ὁ Γεώργιος, ἔχει τὸ ἐλάττωμα νὰ ἦναι νάνος, δηλαδὴ σῶμα μικρὸν μὲ κεφαλὴν μεγάλην· δηλαδὴ ἔχει πύργον καὶ ὁπλισμὸν τόσον, ὥστε δὲν δύναται νὰ πλεύσῃ μὲ θάῤῥος καὶ ἀσφαλῶς, διότι, ἂν ὑπάρχουν κύματα μεγάλα, ὑφίσταται πλαγιασμοὺς ταλαντεύσεως ἐπικινδύνους, διὰ τὸν λόγον, ὅτι τὸ πυροβολικὸν εἶναι παραπολὺ δυσανάλογον, καὶ ἑπομένως ὁμοιάζει μὲ ἕνα σπιθαμιαῖον, ὅστις φέρει σπάθην ἱππικοῦ. Τὸν διακόψαντά με ἀντερωτῶ, διατί, ὅταν ἐταξείδευσεν ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν δι’ ἐνταῦθα, δὲν ἔφερε τὸ πυροβολικὸν ὁ «Γεώργιος» αὐτός, ἀλλὰ τὰ πλοῖα τοῦ Παπαγιάννη; Μάλιστα, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὑπέστη καὶ βλάβην ἐκ μιᾶς δοκιμῆς τῶν πυροβόλων του· ἤδη δὲ εὑρίσκεται καὶ αὐτὸ εἰς κατάστασιν σεσαθρωμένην, καὶ εἶναι μὲν δεκτικὸν διορθώσεώς τινος καὶ διατηρήσεως ὡς πλοῖον ἐμπόλεμον, ἀλλὰ σήμερον, εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται, πρέπει νὰ καταταχθῇ εἰς τὰ παρωπλισμένα. Ἐπὶ τῇ βάσει λοιπὸν τῶν λόγων τούτων, τοὺς ὁποίους καὶ ἐν ταῖς κατὰ μέρος συζητήσεσι τοῦ προϋπολογισμοῦ θέλω ἀναπτύξει, κατατάσσω τὰ πλοῖα ταῦτα πάντα, πλὴν ἑνός, τῶν δύο ἐνεργῶν ἤδη καὶ τινων ἀτμοημιολιῶν, οὐχὶ εἰς τὴν θέσιν τῶν ἐφέδρων, ἀλλ’ εἰς τὴν τάξιν τῶν παρωπλισμένων. Ποία ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν παρωπλισμένων καὶ τῶν ἐφέδρων; Μὴ νομίζητε, ὅτι διὰ τῆς ἀναγωγῆς ἐκ τῆς μιᾶς τάξεως εἰς τὴν ἄλλην δύνανται νὰ παραβλαφθῶσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα· οὐδαμῶς. Ὑποθέσατε, ὅτι ἔχετε ἅπαντα τὰ πλοῖα παρωπλισμένα, καὶ ἀπαιτεῖται μετὰ 5 ἡμέρας νὰ τὰ θέσητε εἰς ἐνέργειαν· εὑρίσκεσθε εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἦσθε, καὶ ἂν τὰ εἴχετε ἔφεδρα, διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λείπει ἀπὸ τὰ παρωπλισμένα, εἶναι τὸ προσωπικὸν τῶν ἀξιωματικῶν, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν καθίσταται ἄφαντον. Ἡ δὲ οἰκονομικὴ διαφορὰ τοῦ παρωπλισμένου πρὸς ἔφεδρον εἶναι διαφορὰ κατὰ δεκάδας χιλιάδας δραχμῶν, καὶ εἴς τινα πλοῖα ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι κατὰ τὰς λεπτομερείας θέλω καταστήσει καταληπτὰ τὰ κονδύλια ταῦτα· ἤδη δὲ τοῦτο μόνον λέγω, ὅτι ἡ διαφορὰ εἶναι ἁπλῶς χρηματολογικὴ μεταξὺ τῶν δύω τάξεων. Ἑπομένως ἐκ τῆς κατατάξεως τῶν πλοίων τούτων εἰς τὴν τάξιν τῶν παρωπλισμένων καὶ ἐκ τῶν ἄλλων οἰκονομιῶν, ἰδίως δὲ ἐκ τῆς καταργήσεως κονδυλίων προμηθειῶν, διότι δυστυχῶς, ἀφοῦ ἐξηντλήθημεν ἀπὸ τοῦ 1878 καὶ 1879 εἰς προμηθείας καὶ ἀφοῦ καυχώμεθα ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἔχομεν ὑλικὸν νὰ ἐπαρκέσῃ ἀκόμη διὰ δέκα καὶ εἴκοσιν ἔτη εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ ναυτικοῦ, εὑρισκόμεθα σήμερον ἔχοντες ἀνάγκην ὑλικοῦ. Τί τοῦτο δηλοῖ, ἐναπόκειται εἰς τὸ κοινοβούλιον νὰ κρίνῃ. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον, κύριοι, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τούτου εἶναι καινοτομία λυπηρὰ, καὶ τὸ ὁποῖον πραγματικῶς φέρει κἄπως ἀναμνήσεις ἱστορικὰς, χρόνων ἀπεχθῶν εἰς τὸν ἄνθρωπον, εἶναι μία πίστωσις, ἓν κονδύλιον, ἐν ᾧ διαγινώσκεται ἡ χαμέρπεια ἡ τῶν χρόνων τῆς διεφθαρμένης Ῥωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, ἡ ὑποδουλεία τῶν ἀρχόντων. Εἶναι, κύριοι, ἓν κονδύλιον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν περὶ ἱπποφορβῆς δύο ὑπασπιστῶν τοῦ Βασιλέως. Κατὰ πρῶτον εἰσάγεται τὸ κονδύλιον τοῦτο τῶν 2,640. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν τὸν προϋπολογισμὸν αὐτοῦ τὸν ἀντλεῖ ἀπὸ τοὺς αὐτοὺς ὑπηκόους (πλὴν παρατηρῶ, ὅτι σολοικίζομεν πολιτικῶς λέγοντες ὑπηκόους, ὁ λαὸς δὲν ἀποτελεῖ ὑπηκόους, ἀλλ’ ἐντολεῖς τοῦ Βασιλέως, τῶν ὁποίων ἡμεῖς εἴμεθα ἐντολοδόχοι), ἢ ἀπὸ ἄλλους; ἂν ἀπὸ ἄλλους, τὸ ἐννοῶ, ἂς φορολογήσωμεν καὶ αὐτούς· ἀλλὰ εἶναι οἱ ἴδιοι Ἕλληνες. Τί δεικνύει τοῦτο; Λαθροχειρίαν, ὅτι ἠθέλησαν ἐνταῦθα νὰ ἀποκρύψωσι τὸ κονδύλιον.
§54Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν δὲν ἦσο σύ, ἤθελον σοῦ ἀπαντήσῃ.
§55ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Εἰς τὴν γραφικὴν εἶναί τινες ἐπιτηδειότητες· ἀντὶ νὰ θέσουν μίαν ὀξεῖαν ἐδῶ, τὴν θέτουν ἐκεῖ, καὶ τοιουτοτρόπως δὲν ἔρχεται σκάνδαλον· δὲν εἶναί τι, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς μία ἀνηθικότης, εἶναι μία ἀπροβλεψία.
§56Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τοῦτο δὲν λέγεται λαθροχειρία.
§57ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τέλος πάντων ὡς πρὸς τὴν ὀνοματοθεσίαν διϊστάμεθα, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ πράγματος εἴμεθα σύμφωνοι. Τοιαῦται εἶναι λοιπὸν αἱ κρίσεις, τὰς ὁποίας ἐν συνόλῳ ἐθεώρησα, ὅτι ὤφειλον καὶ ἐγὼ τὸ κατ’ ἐμὲ νὰ ἐξενέγκω ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλίου, ἐκ δὲ τῶν μελετῶν, τὰς ὁποίας, ὡς προεῖπον, ἔκαμον, νομίζω, ὅτι δυνατὸν ὄχι μόνον τὸ ἔλλειμμα νὰ καλυφθῇ, ἀλλὰ νὰ παρουσιασθῇ πλεόνασμα 7,000,000. Διατί δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1878 σήμερον; διότι δημιουργοῦμεν θέσεις, καὶ θέλω τὸ ἀποδείξει ἐν ταῖς λεπτομερείαις. Καταλήγων, κύριοι, συμπεραίνω, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεμία μεταξὺ συμπολιτεύσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως ἄλλη διαμάχη, διότι, καθὼς ἔλεγε καὶ ὁ Ἀχιλλεὺς πρὸς τὸν Ἀγαμέμνονα περὶ τοῦ Πριάμου, ὅτι οὐδὲν πάθος ἴδιον κατὰ τούτου διεκδικῶν ἦλθον νὰ πολεμήσω τὸν Πρίαμον, ἀλλὰ διὰ σὲ, διότι ἐμὲ ὁ Πρίαμος κατ’ οὐδὲν ἔβλαψε, διότι οὔτε τοὺς βόας μου ἐξήλασεν, οὔτε τοὺς ἵππους, οὔτε τοὺς καρποὺς μοι ἐλαφυραγώγησεν ἐν Φθίῃ τῇ πατρίδι μου, διότι πολλὰ μεταξὺ οὔρεά τε σκιόεντα, θάλασσά τε ἠχήεσσα. Οὔτε καὶ ἡμεῖς λοιπὸν ἐδῶ μὲ τὸν κ. Καραλίβανον διϊστάμεθα χάριν ἰδιωτικῶν συμφερόντων, καθ’ ὅσον ὑπάρχουν πολλὰ ὄρη σκιόεντα καὶ ἠχήεσσα θάλασσα μεταξὺ Γαλαξειδίου καὶ Τροιζηνίας· ἑπομένως ἐὰν ὁ μὲν κάθηται ἐδῶθεν, ὁ δὲ ἐκεῖθεν, δεξιόθεν ἢ ἀριστερόθεν, δὲν μᾶς χωρίζουν ἀτομικὰ συμφέροντα, ἀλλ’ ἡ περὶ εἴτε ἐσωτερικῆς πολιτικῆς, εἴτε ἐξωτερικῆς νυκτομαχία, ἤτοι ἡ περὶ ταύτην μόνον ἀπορία, περὶ τῶν ὁποίων ζητοῦμεν ἑκατέρωθεν φῶς, ἵνα ἐν ἀδελφότητι καὶ ὁμονοίᾳ προβῶμεν εἰς ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τῇ πατρίδι. Οἱ διοικοῦντες λοιπὸν μόνον τὸν τόπον ἄνευ πολιτικῶν δογμάτων μᾶς χωρίζουν· διὰ τοῦτο πιστεύω, ὅτι, ὅταν τὸ φῶς ἐπέλθῃ, θὰ εἴπωμεν ἅπαντες, ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι, καὶ ἐλπίζω τότε, ὅτι θὰ γείνωμεν μία ποίμνη καὶ εἷς ποιμήν. Καὶ περὶ μὲν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οὐδὲν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ της παρουσιάζεται ἔχουσα πολιτικὸν δόγμα, καὶ ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς προκύπτει, καὶ ἡμεῖς τὴν καταδικάσωμεν. Ὀφείλομεν ἐν τούτοις, ὅταν ἐνώπιόν σας ἐκθέτωμεν τὴν καταδίκην τοῦ ἐπικρατήσαντος συστήματος, νὰ ἐκφράσωμεν καὶ ἕκαστος τὰς ἰδέας ἡμῶν, νὰ μὴν ἤμεθα ἀνατροπεῖς συστήματος, ἀλλὰ καὶ ἀνεγερταὶ συστήματος, ὅπως θέσωμεν ἐκ παραλλήλου ἀμφοτέρας ταύτας τὰς ὄψεις, καὶ πρὸς μὲν τὴν μίαν ν’ ἀποστρέψωμεν τοὺς ὀφθαλμοὺς, πρὸς δὲ τὴν ἑτέραν, τὴν ὡς ἐν τῷ γνωστῷ ἐνυπνίῳ τοῦ Λουκιανοῦ ἐμφανιζομένην καὶ ὑποσχομένην πᾶσαν ὠφέλειαν, νὰ τραπῶμεν. Τὸ σύστημα λοιπὸν, κύριοι, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ ἐν τῇ ἐσωτερικῇ πολιτικῇ δέον νὰ ἀσπασθῶμεν, εἶναι σφοδραὶ οἰκονομίαι, ἐν δὲ τῇ ἐξωτερικῇ πολιτικῇ ὀφείλει νὰ ἀκολουθήσῃ ἡ πατρὶς σύστημα ἀντίθετον τῶν ἄχρι τοῦδε νυκτομαχιῶν, εἶναι τὸ σύστημα τῆς συνέσεως, δηλ. τὸ σύστημα τὸ φιλειρηνικόν· δὲν ἐννοῶ δὲ ὑπὸ τὸ φιλειρηνικόν, ὅτι θέλομεν θέσει τὸν αὐχένα ὑπὸ ζυγὸν καὶ θέλομεν ἀροτριᾷ τοὺς ἀγροὺς, δὲν ἐννοῶ, ὅτι θέλομεν γείνει, ὡς οἱ ἀρχαῖοι Ταραντῖνοι ἢ Συβαρῖτα, μαλθακοὶ καὶ ἐκτεθηλυμένοι, ἄπαγε! ἐννοῶ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶχον αἱ ἀρχαῖαι πολιτεῖαι τῆς Ἑλλάδος καὶ ἰδίᾳ αἱ Ἀθῆναι, ὡς ἐκθειάζει αὐτὸ ὁ Περικλῆς. Ἐκθειάζων ὁ Περικλῆς τοὺς κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος τοῦ Πελοποννησιακοῦ πολέμου πεσόντας Ἀθηναίους, λέγει «ὅτι ἡμεῖς μὲν οἱ Ἀθηναῖοι κατορθοῦμεν ὅπως, καί τοι ἀνειμένως διαιτώμενοι, μὴ φέροντες πάντα τὸν βίον τὰ ὅπλα ἐν τοῖς σώμασι, παριστάμεθα οὐχ ἧττον εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς πατρίδος ἰσοπαλεῖς πρὸς πάντα ἐχθρὸν, ἐνῷ ἄλλοι (ἐννοῶν τοὺς Σπαρτιάτας) ἐπιπόνῳ ἀσκήσει, εὐθὺς νέοι ὄντες τὸ ἀνδρεῖον μετέρχονται, οὓς ἡμεῖς μαχόμενοι τὰ πλείω κρατοῦμεν, φιλοκαλοῦμεν γὰρ μετ’ εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας». Λοιπὸν καὶ ἡμεῖς σήμερον, ἐὰν ἀκολουθήσωμεν τὸ σύστημα τῶν ἀρχαίων πολιτῶν Ἑλλήνων, ἅπαντες θὰ ἤμεθα στρατιῶται, καὶ ἅπαντες ἐν τούτοις θὰ ἤμεθα εἰρηνικοὶ, βιομήχανοι καὶ ἐργατικοί· καὶ ταῦτα λέγων, ἐννοῶ, κύριοι, τὸ σύστημα τῆς ἐθνοφυλακῆς νὰ ἐφαρμόσωμεν, ἀλλὰ τὸ σύστημα τῆς ἐθνοφυλακῆς σοβαρὸν, σπουδαιολογοῦν, καὶ οὐχὶ ὡς εἰσήχθη πρὸς παίγνιον, διότι τὸ σύστημα τοῦτο ἐπεβουλεύετο παρὰ τῶν ἀρχῶν, ἀλλὰ νὰ εἰσαχθῇ εἰλικρινῶς, νὰ ἐφαρμοσθῇ δὲ κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον· ἡ δύναμις τοῦ στρατοῦ ἡ τῶν κατωτέρων, δηλ. οἱ ἁπλοῖ στρατιῶται, οὗτοι ἅπαντες ν’ ἀπέλθουν εἰς τὰς ἑστίας των, ὅπερ εὐχαρίστως ἀποδέχονται, διότι, ὡς σᾶς προεῖπεν ὁ κ. Γεωργαντᾶς, ἅπαντες πάσχουν ἀπὸ νοσταλγίαν· ἀπολύσατε ἐξ αὐτῶν ὅσους θέλετε, κρατήσατε μόνον ὅσους ἐπὶ τοῦ παρόντος ἡ ὑπηρεσία ἀπαιτεῖ, τοὺς δὲ βαθμοφόρους μέχρι τοῦ δεκανέως διανείματε εἰς τὰς ἐπαρχίας, εἰς τοὺς νομοὺς, εἰς τοὺς δήμους, κατὰ σύστημα καλῶς διωργανισμένον, ὅπως γείνωσι κέντρα ἀσκήσεως ἐθνοφυλακῆς σοβαρὰ, ἀληθῶς στρατιωτικὰ, ἐν τοῖς δήμοις, ταῖς ἐπαρχίαις, καὶ τοῖς νομοῖς· καὶ ὑπάρχει μεταξὺ ὅλων αὐτῶν, τῶν οὕτως εἰπεῖν φρουραρχείων ἢ ἀρχηγείων, ἀλληλουχία, σύνδεσμος· νὰ συγκεντρώνωνται δὲ δὶς τῆς ἑβδομάδος οἱ ἐν τοῖς δήμοις πρὸς ἄσκησιν ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Δήμου ὑπὸ αὐστηρὰν στρατιωτικὴν ἐπιτήρησιν καὶ πειθαρχίαν, ἢ ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος καὶ κατὰ τριμηνίαν ἐπί τινας ἡμέρας ἐν ταῖς πρωτευούσαις τῶν ἐπαρχιῶν καὶ ἐν ταῖς τῶν νομῶν οἱ ἐν τοῖς νομοῖς. Κατὰ συνέπειαν, κύριοι, ἐὰν ἀπολύσητε τοὺς ἄνδρας ἐκείνους, τοὺς ὁποίους παρὰ τὴν θέλησίν των κρατεῖτε εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, τῶν ὁποίων καταστρέφετε πᾶν στάδιον βιοποριστικῆς ἐνασχολήσεως, καὶ συστήσητε τὴν οὕτως ἐννοουμένην ἐθνοφυλακήν, θέλετε πολλαπλῶς εὐεργετήσει τὴν πατρίδα, διότι 10,000 ἄνδρες στιβαροὶ, διατελοῦντες στρατιῶται, ζημιόνουν τὸ ἔθνος, πρῶτον διότι τρέφονται εἰς βάρος αὐτοῦ, καὶ δεύτερον στεροῦν αὐτὸ τῆς ἀνὰ 3 δρ. τοὐλάχιστον καθ’ ἑκάστην παραγωγῆς ἐκ τῆς ἐργασίας των, τουτέστι στερεῖται τὸ ἔθνος 30,000 δρ. ἡμερησίου παραγωγῆς, 900,000 κατὰ μῆνα καὶ 11,000,000 περίπου κατ’ ἔτος· καὶ ἐν τούτοις παραλόγως ἐξουδετεροῦμεν ἕν τόσον σημαντικὸν κεφάλαιον δυνάμεως, πλούτου, δαπανῶντες ἀκόμη καὶ τόσα ἄλλα ἑκατομμύρια πρὸς διατήρησιν αὐτοῦ ἀργοῦ. Ταῦτα, κύριοι, ἔκρινα, ὅτι ὤφειλον νὰ εἴπω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸς δικαιολόγησιν τῆς ψήφου μου, μελετήσας ὅσον τὸ ἐπ’ ἐμοὶ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὰ ζωτικὰ ζητήματα τοῦ Ἔθνους, ὅπως μὴ φανῶ, ὅτι κάθημαι ἐνταῦθα ἁπλῶς σκαμνίον ἐπὶ σκαμνίου, ἀλλ’ ὅτι καὶ ἐγὼ κἄπως ἐνασχολοῦμαι περὶ τῶν συμφερόντων τῇ πατρίδι. (Χειροκροτήματα.) Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 7 μ. μ.