Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Η · Σύνοδος Α› Συνεδρίαση 69

1880.02.14

2.483 στίχοι · 19.517 λέξεις · 1 πίνακας · 207 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1880.02.14
Προεδρεία
Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ
Περίοδος
Η
Σύνοδος
Α
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΤΟΜΟΣ Β (1880)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 69

τῆς 14 Φεβρουαρίου 1880.

(Πέμπτη.)

Ὥρα 2 μ. μ.

Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ Τροιζηνίας ὑποβάλλουν πρότασιν νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 117 τοῦ περὶ στρατολογίας Νόμου, ὁ δὲ κ. Ἱερομνήμων ἑτέραν πρότασιν περὶ προβιβασμοῦ τοῦ Εἰρηνοδικείου Κέας. Ἀμφότεραι θὰ τυπωθῶσι. Πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.

§2ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Συνεπείᾳ, κύριοι, τῆς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμε χθὲς ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Ῥάλλης, ἔλαβον τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας ἀπὸ τὸ πρῶτον τμῆμα τὸ διευθύνον τὴν διάθεσιν τῶν ἐθνικῶν φθαρτῶν κτημάτων, καὶ πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐν Λαυρίῳ ἐξεποιήθησαν τέσσαρα οἰκόπεδα, κείμενα καὶ τὰ τέσσαρα εἰς τὸ ἔννατον τετράγωνον, ὅτι ἐξ αὐτῶν ἓν οἰκόπεδον, ἐκποιηθὲν τὸ 1876 ἐκ μέτρων 186 καὶ 29|00, ἐξεποιήθη ἀντὶ δραχμῶν 1120, ὅτι ἕτερον οἰκόπεδον, τῆς αὐτῆς ἐκτάσεως, ἐκποιηθὲν τὸ 1878, ἐξεποιήθη ἀντὶ δραχμῶν 5020. Τὰ ὑπ’ ἀριθ. 87 καὶ 90 οἰκόπεδα, περὶ τῶν ὁποίων χθὲς ἔκαμε λόγον ὁ κ. Ῥάλλης, ἐκτιμηθέντα τὸ μὲν πρῶτον ἀντὶ δραχμῶν 652, τὸ δὲ δεύτερον ἀντὶ δραχμῶν 558 καὶ 57|00, ἐξετέθησαν ἐπανειλημμένως εἰς δημοπρασίας, καθ’ ἃς προσεφέρθησαν τιμαὶ ὑπέρογκοι, ἀλλ’ οἱ ἀγορασταὶ ἠναγκάσθησαν νὰ παραιτηθῶσι τῆς ἀγορᾶς, ἀπολέσαντες ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου τὸ δεκατημόριον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν Νόμον καταβάλλουν κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς δημοπρασίας· ὅτι τελευταῖον ἐξετέθησαν καὶ αὖθις εἰς δημοπρασίαν τὸν Ἰούλιον τοῦ 1879, καὶ τὸ μὲν ὑπ’ ἀριθ. 87 οἰκόπεδον κατεκυρώθη ἐπ’ ὀνόματι τοῦ τελευταίου πλειοδότου ἀντὶ δραχμῶν 875, τὸ δὲ ὑπ’ ἀριθ. 90 κατεκυρώθη ἀντὶ δραχμῶν 850. Ἀφοῦ δὲ παρῆλθον αἱ νόμιμοι προθεσμίαι, αἱ ὑπὸ τοῦ Νόμου περὶ ἐκποιήσεως φθαρτῶν κτημάτων ὁριζόμεναι, ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας ὑπὸ τοῦ Νομάρχου Ἀττικῆς κ. Παπαηλιοπούλου καὶ τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου κ. Βαλτινοῦ μετὰ γνωμοδοτήσεως, ἵνα ἐγκριθῇ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δημοπρασίας, διότι ἡ τιμὴ ἑκάστου τῶν οἰκοπέδων εἶναι συμφέρουσα εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ συνεπείᾳ τῶν γνωμοδοτήσεων τούτων τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, καὶ διότι οὐδεμία προσφορὰ ἐδόθη ἐντὸς τῶν νομίμων προθεσμιῶν, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐνέκρινε, καθ’ ἣν μάλιστα εἶχεν ὑποχρέωσιν, τὴν ἐκποίησιν τῶν προκειμένων οἰκοπέδων. Ἐν ἰδιαιτέρᾳ ἐκθέσει τοῦ Τμηματάρχου τοῦ Αʹ τμήματος ἐκτίθενται λεπτομερῶς πᾶσαι αἱ ἀναγκαῖαι πληροφορίαι ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Ῥάλλη, καὶ δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν ὁ βουλόμενος. Τὴν ἔκθεσιν ταύτην καὶ τὰς δύο γνωμοδοτήσεις τῶν ἐνεργησασῶν τὴν δημοπρασίαν ἀρχῶν, περὶ ὧν ἀνωτέρω εἶπον, παραδίδω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον.

§3ΡΑΛΛΗΣ. Δύνασθε νὰ μὲ πληροφορήσητε ποῦ ἐγένετο ἡ δημοπρασία;

§4ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 7 Ἰουλίου 1879.

§5ΡΑΛΛΗΣ. Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι γήπεδα, κείμενα ἐν Λαυρίῳ καὶ τῶν ὁποίων ἡ τιμὴ μόνον αὐτόθι εἶναι γνωστὴ, ἐκποιοῦνται ἐν δημοπρασίᾳ λαμβανούσῃ χώραν ἐν Ἀθήναις, καὶ ἀντὶ δραχμῶν 800, ὅταν ἄλλα ἐξεποιήθησαν πρὸς δραχμὰς 5 καὶ 6000.

§6ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές. Δὲν εἶσθε ἴσως ἐδῶ, κύριε Ῥάλλη· εἶπον, ὅτι 4 οἰκόπεδα, κείμενα καὶ τὰ τέσσαρα εἰς τὸ ἔννατον τετράγωνον, ἐξεποιήθησαν τὸ μὲν τὸ 1876 ἀντὶ δραχ. 1120, συγκείμενον ἐκ μέτρων 189· ἕτερον οἰκόπεδον τῆς αὐτῆς ἐκτάσεως ἐξεποιήθη τὸ 1878 ἀντὶ δραχμῶν 5,020, δύο δὲ ἕτερα οἰκόπεδα, τῆς αὐτῆς ἐκτάσεως καὶ αὐτὰ, ἐξεποιήθησαν τὸ μὲν ἀντὶ δραχμῶν 875, τὸ δὲ ἀντὶ δραχμῶν 850· εἶπον, ὅτι αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαὶ, ὁ Νομάρχης καὶ ὁ οἰκονομικὸς Ἔφορος, ἐγνωμοδότησαν, ὅτι πρέπει νὰ ἐγκριθῇ ἡ ἐκποίησίς των, καὶ ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἄλλως τὸ Ὑπουργεῖον, ἀφοῦ ἀνωτέρα προθεσμία δὲν ἐδόθη. Ἐπρόσθεσα δὲ ἐν ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας μου, ὅτι τὰ δύο αὐτὰ οἰκόπεδα ἐξετέθησαν ἐπανειλημμένως εἰς δημοπρασίαν, καὶ προσετέθησαν πλέον τῶν 2,000 δραχμῶν, ἀλλ’ οἱ ἀγορασταὶ, δηλαδὴ οἱ τελευταῖοι πλειοδόται, ἠναγκάσθησαν, νὰ παραιτηθῶσι τῆς ἀγορᾶς αὐτῶν, ἀπολέσαντες τὸ δεκατημόριον ὑπὲρ τοῦ δημοσίου. Ὅλαι αἱ πληροφορίαι, ὧν ἔχετε ἀνάγκην, ἐμπεριλαμβάνονται ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ ἁρμοδίου Τμηματάρχου καὶ ἐν ταῖς γνωμοδοτήσεσι τοῦ τε Νομάρχου καὶ Ἐφόρου.

§7ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω γνῶσιν τῶν ἐγγράφων καὶ ν’ ἀπαντήσω.

§8ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Ὑποβάλλω, κύριοι, εἰς τὴν Βουλὴν Νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου τροποποιοῦνται διατάξεις τινὲς τοῦ κατὰ τὸ 1877 ψηφισθέντος νόμου περὶ χαρτοσήμου, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων τοῦ θεάτρου καὶ διαφόρων ἄλλων δημοσίων θεαμάτων. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου κανονίζονται ἀκριβέστερον τὰ περὶ τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τοῦ τοιούτου φόρου καὶ ἐπεκτείνεται ὁ φόρος οὗτος καὶ ἐπὶ ἄλλων δημοσίων θεαμάτων. Εἰς τὴν ἔκθεσιν τὴν συνοδεύουσαν τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο ἐκτίθενται οἱ λόγοι, οἵτινες ὑπηγόρευσαν αὐτό. Ἕτερον Νομοσχέδιον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν περὶ παραχωρήσεως ἀσημάντου ποσότητος ὕδατος, τὸ ὁποῖον πηγάζει εἴς τινα γωνίαν ἀγροῦ τινος κειμένου ἐν Κέᾳ, ἀνήκοντος δὲ εἰς τὴν διαλελυμένην Μονὴν Δάφνης, πρὸς τὸν Δῆμον Κέας, χάριν δημοτικῆς ἀνάγκης· διὰ τοῦ ὕδατος τούτου, τὸ ὁποῖον ἀρδεύει μικρὰν ἔκτασιν γῆς, ἐξ ἑνὸς ὀγδόου τοῦ στρέμματος, περιλαμβάνουσαν τρία μόνον δένδρα, πρόκειται νὰ κατασκευάσῃ ὁ Δῆμος Κέας κρήνην εἰς τὴν πλατεῖαν τῆς κωμοπόλεως Κέας. Εἰς τὴν ἔκθεσιν, τὴν συνοδεύουσαν τὸ Νομοσχέδιον, ἐκτίθενται οἱ λόγοι, οἵτινες ὑπηγόρευσαν τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου.

§9Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἠμποροῦμεν νὰ δώσωμεν ἡμεῖς ὕδωρ;

§10ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι διαλελυμμένη ἡ Μονή.— Ἤθελον παρακαλέσει, κ. Πρόεδρε, τὴν Βουλὴν νὰ ἐγγράψῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ Νομοσχέδιον περὶ ἐθνικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, καὶ εἰ δυνατὸν, νὰ προταχθῇ πάσης ἄλλης ἐργασίας.

§11ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.

§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν.

§13ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.

§14ΠΕΤΑΛΛΗΣ. Τὸ Νομοσχέδιον περὶ μηχανικῶν, κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναγνωσθῇ;

§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τὸν προϋπολογισμόν. Ἡ Μαρία χήρα Ἀθ. Κουλουριώτου καὶ αἱ θυγατέρες αὐτῆς ἐξαιτοῦνται νὰ ταῖς χορηγηθῇ ἡ ἄδεια νὰ οἰκοδομήσωσιν ἐπὶ τῶν ἀγρῶν των, κειμένων εἰς τὴν ἀνατολικομεσημβρινὴν πλευρὰν τοῦ Β. κήπου· ἐν ἐναντίᾳ δὲ περιπτώσει, ν’ ἀποζημιωθῶσι. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Ἔρχεται ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ.

§16ΦΛΩΡΙΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη τὸ Νομοσχέδιον περὶ τῆς συμβάσεως, τὸ ὁποῖον χθὲς ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε περὶ τῆς Πιστωτικῆς, ἐν Ἑπτανήσῳ Τραπέζης· τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο ἀφορᾷ μεγάλα καὶ σπουδαῖα συμφέροντα. Παρακαλῶ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ὡς ἐπίσης καὶ τὴν Βουλὴν, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δεχθῇ, ὥστε ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ἡ σύμβασις αὕτη.

§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα, πρὸ παντὸς ἄλλου ἀντικειμένου;

§18ΦΛΩΡΙΑΣ. Μάλιστα.

§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζεται ὑπὸ 10 ἡ πρότασις τοῦ κ. Φλωριᾶ;

§20ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω λοιπὸν τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ προταχθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ Νομοσχέδιον τὸ κυροῦν τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.

§22ΠΟΛΥΛΑΣ. Χωρὶς νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, κ. Πρόεδρε;

§23ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.

§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βέβαια· βλέπετε, ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε.

§25ΤΙΝΕΣ. Ἓν ἄρθρον εἶναι μόνον, κ. Πρόεδρε.

§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται λοιπὸν, κύριοι, τὸ ἄρθρον τοῦ Νομοσχεδίου. «Ἄρθρον μοναδικόν......» Ἔχει τις τὸν λόγον;

§27ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἐγώ.

§28ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν λαμβάνετε τὸν λόγον, κ. Πολυλᾶ.

§29ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἀκούω, κύριοι, μετ’ ἐπιμονῆς νὰ ζητῶσιν ὥστε νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν, ὡς νὰ μὴ ἦσαν σπουδαῖαι ὅλαι αἱ ἀναγνώσεις καὶ ἡ ά καὶ ἡ βʹ καὶ ἡ γʹ, προκειμένου μάλιστα περὶ ἀντικειμένου, περὶ οὗ δυσκόλως δύναται νὰ κρίνῃ ἡ μεγάλη πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν, ὅτι εἶναι ἐντριβὴς εἰς τὰ οἰκονομικὰ, καὶ ἰδίως εἰς τὰ τραπεζικὰ ζητήματα.

§30Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ μὲ γράψητε.

§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.

§32ΠΟΛΥΛΑΣ. Τὸ ζήτημα, κύριοι Βουλευταὶ, τῆς ἀρχῆς εἶναι σπουδαῖον· οἱαδήποτε εἶναι ἡ Τράπεζα, νέα Τράπεζα, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ συστηθῇ ἐν τῷ Κράτει ἢ εἰς ἓν τμῆμα τοῦ Κράτους, ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, παρουσιάζεται· ἑπομένως πρέπει νὰ λυθῇ πρῶτον τὸ ζήτημα, ἐὰν θὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἀντιτείνω λοιπὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ προκείμενον Νομοσχέδιον, ὡς καταστρέφον ἰδιαιτέρως τὰ συμφέροντα αὐτῶν τῶν Ἐπαρχιῶν τῆς Ἑπτανήσου, διότι διὰ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου θὰ εἰσαχθῶσιν ἄλλα ἕτερα 10,000,000 δραχμῶν εἰς ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν· ἀντιτείνω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι καταργεῖ νόμους ὑπάρχοντας ἐν Ἑπτανήσῳ, ἰδίως καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐνεχυροδανειστήρια τὰ ὑπάρχοντα, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουν ἐν τῷ λοιπῷ μέρει τοῦ Κράτους· ἀντιτείνω τὸ Νομοσχέδιον, διότι καθιεροῖ προνόμια ὑπὲρ τῆς Πιστωτικῆς ἴσα πρὸς ἐκεῖνα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐν Ἑλλάδι, καὶ δὲν παραδέχομαι, ὅτι δύνανται νὰ συναγωνισθῶσι δύο Τράπεζαι, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ μὲν νὰ ἔχῃ προνόμιον, ἡ δὲ νὰ μὴ ἔχῃ. Εἶναι, κύριοι, λίαν εὔκολον νὰ λέγῃ τις πρὸς τοὺς ἁπλουστέρους, ὅτι θέλει νὰ δανείζῃ ἐπὶ μικρῷ τόκῳ εἰς τοὺς γεωργοὺς, εἶναι εὔκολον τοῦτο, εἶναι δὲ δυσάρεστος ἡ θέσις τοῦ Βουλευτοῦ ἐκείνου, ὅστις ἀπέναντι τῶν ἁπλουστέρων τούτων ἔρχεται νὰ ἀντιτείνῃ.

§33Α. ΖΕΡΒΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ποῖοι εἶναι οἱ ἁπλούστεροι; (Θόρυβος.)

§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, Κύριοι, παρακαλῶ. Κρατήσατε σημείωσιν, καὶ ἀπαντήσατε κατόπιν· δὲν δύναται νὰ γείνῃ συζήτησις κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.

§35Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ τρόπος αὐτὸς, κύριε Πρόεδρε, τῆς συζητήσεως εἶναι ἥκιστα εὐσχήμων δι’ αὐτὴν τὴν Βουλήν.

§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔγειναν αἱ ἀπαιτούμεναι παρατηρήσεις.

§37ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν λέγῃ, οἷας δήποτε σκέψεις καὶ ἂν κάμνῃ ὁ ἀγορεύων, πρέπει νὰ ἔχουν ὅλην τὴν ὑπομονὴν νὰ ἀκούουν, καὶ κατόπιν νὰ ἔρχωνται νὰ ἀνασκευάζουν.

§38Α. ΖΕΡΒΟΣ. Ὁσάκις ὑβριζόμεθα, κ. Πετμεζᾶ, πρέπει ν’ ἀπαντῶμεν. Καὶ μὴ νομίζετε, ὅτι διὰ μίαν αὐθάδειαν, διότι εἶναι αὐθάδεια αὐτή...

§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, Κύριοι, παρακαλῶ.

§40Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς ὡμίλησε πολὺ καλὰ περὶ τῆς εὐσχημοσύνης, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐπικρατῇ εἰς τὰς συνεδριάσεις, ἀλλ’ αὐτὸς οὗτος χθὲς καὶ προχθές...

§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ θέλετε νὰ ἐπαναφέρητε παρελθόντα, ἀφήσατε τὰς διακοπὰς αὐτάς. — Ἐξακολουθήσατε, κ. Πολυλᾶ.

§42ΠΟΛΥΛΑΣ. Κύριοι βουλευταί, εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐξεγερθῆτε· ἐὰν ὑμεῖς εἴχετε εἰσαγάγει τὸ Νομοσχέδιον· τὸ Νομοσχέδιον τὸ εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις, δὲν τὸ εἰσήγαγεν οὐδεὶς Βουλευτής· ἐὰν ἦναι βουλευταὶ σύμφωνοι πρὸς αὐτὸ τὸ Νομοσχέδιον, εἶναι ἀδιάφορον· ἐγὼ πολεμῶ τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὅσα εἶπον δύνασθε νὰ τὰ ἀποδώσητε, ὅτι τὰ εἶπον ὡς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Μάλιστα, Κύριοι, κατὰ τοῦτο δύναμαι νὰ μεμφθῶ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι λίαν ἐπιπολαίως εἰσάγει εἰς τὴν Βουλὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἐμελέτησεν ἀρκούντως, καὶ ἐπαναλαμβάνω λίαν ἐπιπολαίως, καθότι ἀντὶ αὐτὴ ἡ ἰδία νὰ ἔχῃ σκοπὸν νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, σήμερον ἔρχεται διὰ Νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου θέλει ν’ αὐξηθῇ ἐπὶ 10,000,000 τὸ ποσὸν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἐν Ἑπτανήσῳ. Εἶμαι, Κύριοι, καὶ θὰ ἦμαι βραχύς· κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ Νομοσχεδίου. Σᾶς εἶπον τοὺς λόγους τοὺς γενικοὺς, ὅταν δ’ ἔλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα ἄρθρα, ἴσως θὰ λάβω τὸν λόγον· ἐν τούτοις, ἐπειδὴ προβλέπω, ὅτι συζήτησις δὲν θὰ γείνῃ, σᾶς ἀφίνω νὰ τὴν περάσητε εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Ἡ σημερινή μου ἀγόρευσις δὲν χρησιμεύει, εἰμὴ ὅπως ἐπαναλάβω ἣν ἐξέφρασα γνώμην· ἐὰν θέλετε νὰ γείνῃ τὸ ἔργον τέλειον, μετὰ τὴν αʹ ἀνάγνωσιν νὰ παραπέμψητε τὸ νομοσχέδιον εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, συγκειμένην ἐξ ἁρμοδίων Βουλευτῶν, ὅπως συναρμολογήσῃ τὴν σύμβασιν ταύτην μετὰ τῆς προτάσεως νόμου, ἣν εἰσήγαγον, περὶ ἑρμηνείας τοῦ νόμου τοῦ Ἰονικοῦ, καὶ μετ’ ἄλλων προτάσεων, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν πεφωτισμένην γνώμην· καὶ τοῦτο, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὑποστηρίξῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἄλλως θὰ ἐξακολουθήσητε τὴν συζήτησιν, δίδοντες τὴν προτίμησιν εἰς αὐτὸ παρὰ εἰς τὸν προϋπολογισμόν.

§43Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Ἐγὼ, κύριοι, εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ προτεινομένου Νομοσχεδίου, καὶ εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς, ἣν ὁ κ. Πολυλᾶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐν ὀλίγαις λέξεσι σᾶς εἶπε. Τὸ ζήτημα, κύριοι, τῆς Πιστωτικῆς ἐν Ἑπτανήσῳ τραπέζης, εἶναι ζήτημα σπουδαῖον, εἶναι κατεπεῖγον, παρουσιάζεται ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὡς σωτήριον, καὶ ἰδίως τῆς Ἑπτανήσου. Ἡ Ἰόνιος τράπεζα ἐν Ἑπτανήσῳ δὲν δανείζει παρὰ μόνον εἰς τοὺς πλουσίους, οὐδέποτε ἐδάνεισεν εἰς χωρικούς, μ’ ὅλον ὅτι εἶναι πλούσιοι καὶ αὐτοί. Τὸ νὰ παραπεμφθῇ τὸ Νομοσχέδιον εἰς ἰδιαιτέραν ἐπιτροπὴν, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Πολυλᾶ, δὲν εἶναι ὀρθόν· πέντε ἡμέρας, κύριοι, ἡ ἐπιτροπὴ ὅλη εἰργάζετο καὶ ἦτο παρὼν καὶ ὁ κ. Πολυλᾶς.

§44ΠΟΛΥΛΑΣ. Δὲν ἔλαβον μέρος.

§45Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Λοιπὸν, ὅπως παρουσιασθῇ τὸ προτεινόμενον Νομοσχέδιον εἰς ἰδιαιτέραν ἐπιτροπὴν, εἶναι καὶ αὐτὴ ἡ πρότασις ματαία. Τὸ νὰ παραδώσῃ ἡ κυβέρνησις τὰς 4,500,000 δραχμὰς, τὰς ὁποίας ὀφείλει εἰς τὴν Ἰονικὴν τράπεζαν, θὰ ἄρῃ τὴν καταναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Τοῦτο εἶναι λίαν σοβαρὸν, λίαν ἐπιζήμιον διὰ τοὺς Ἑπτανησίους, διότι ἅμα ἡ Κυβέρνησις κατακυρώσῃ τὸ δάνειον τῆς τραπέζης, φοβοῦμαι, ὅτι ἡ τράπεζα θὰ ἔλθῃ εἰς δυσχερῆ θέσιν, διότι εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ πληρώσῃ ὅλα τὰ χαρτονομίσματα, καὶ οἱ ὀφειλέται εἰς αὐτὴν δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσουν εἰς τοιαύτην ἐποχήν. Λοιπὸν ἓν ταμεῖον, ὅπου πρέπει νὰ δεχθῇ ὅστις τοῦ παρουσιασθῇ νὰ πληρώσῃ, καὶ ὅπου ἔχει νὰ λάβῃ, νὰ μὴν ἠμπορῇ νὰ λάβῃ, αὐτὸ τὸ ταμεῖον εἰμπορεῖ νὰ ἐξοφλήσῃ; ἀναμφισβητήτως λοιπὸν πρέπει νὰ ἔλθῃ ἡ χρεωκοπία καὶ ἡ καταστροφὴ εἰς ὅλην τὴν Ἑπτάνησον. Εἶναι πολὺ ὠφέλιμον λοιπὸν νὰ μὴ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, καὶ ἡ σύμβασις ἡ σημερινὴ τῆς τραπέζης τῆς κτηματικῆς δὲν ἐμποδίζει τὴν ἐνέργειαν τῆς Ἰονικῆς τραπέζης. Εἶναι, κύριοι, πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν, οἵτινες πιστεύουσιν, ὅτι καὶ τὸ καταστατικὸν τῆς Ἰονικῆς τραπέζης ἀποκλείει πᾶσαν ἄλλην τράπεζαν νὰ συστηθῇ ἐν Ἑπτανήσῳ.

§46ΠΟΛΥΛΑΣ. Κανεὶς δὲν τὸ λέγει.

§47Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Ἔγειναν πολλὰ, ὅπως μὴ συστηθῇ ἄλλη τράπεζα, καὶ ὑπῆρξεν αὐτὸ τὸ καταστρεπτικὸν προνόμιον ἐν Ἑπτανήσῳ, τὸ ὁποῖον ἔφερεν εἰς τοὺς γεωργοὺς καὶ κτηματίας ὄχι εὐάρεστα ἀποτελέσματα. Εὐάρεστα ἀποτελέσματα καὶ εὐτυχῆ καὶ ὠφέλιμα ἤθελε προξενήσει ἡ προτεινομένη πιστωτικὴ τράπεζα, διότι οἱ κτηματίαι θὰ δανεισθοῦν, καὶ θέλουν εὐδοκιμήσει πολὺ τὰ γεωργικὰ ἔργα, καὶ ὡς ἐκ τούτου καὶ ἡ τράπεζα θὰ ὠφεληθῇ καὶ τὸ δημόσιον θὰ εὕρῃ μεγαλειτέρας ὠφελείας ἀπ’ αὐτήν. Ὡς ἐκ τούτου, κύριοι βουλευταὶ, παρακαλῶ καὶ συνιστῶ ὅλην τὴν προσοχήν σας, ἵνα ὑποστηρίξητε τὴν προτεινομένην τράπεζαν ἐν Ἑπτανήσῳ.

§48ΚΑΡΑΛΗΣ. Δύω λέξεις, κύριοι, θὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, ὅτι ἀμφισβητεῖται ἡ ὕπαρξις τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης. Ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸν Μάρτιον τοῦ παρελθόντος ἔτους διὰ Βασιλικοῦ διατάγματος ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν τὴν ἀνανέωσιν τοῦ προνομίου ἐπὶ 20 ἔτη ἐν Ἑπτανήσῳ. Ἐθεωρήθη ἀμφίβολον ἐὰν τὸ διάταγμα αὐτὸ ἔχῃ ἰσχὺν καὶ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο ν’ ἀνανεώσῃ τὸ προνόμιον τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης· ἑπομένως ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα παρίσταται ὑπὸ τὸ δίλημμα, ἐὰν ὑπάρχῃ ἢ ὄχι.

§49Α. ΖΕΡΒΟΣ. Δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν αὐτό.

§50ΚΑΡΑΛΗΣ. Ἀπατᾶσθε.

§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι, σᾶς παρακαλῶ. Ὁ ἀγορεύων εὑρίσκει σχέσιν, καὶ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τῷ κανονίσητε τὰς σκέψεις του.

§52ΚΑΡΑΛΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁπωσδήποτε λυομένου τοῦ ζητήματος, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀμφισβητήσωμεν, ὅτι ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα διὰ τοῦ διατάγματος ἐκείνου ἀπέκτησε δικαιώματα, καὶ ὅμως τινὲς τῶν Βουλευτῶν φρονοῦσι τὸ ἐναντίον. Ἑπομένως ὀφείλει νὰ λυθῇ κατὰ πρῶτον τὸ ζήτημα τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, ἥτις εὑρίσκεται εἰς μετέωρον κατάστασιν. Ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα εἰς πολλὰς περιστάσεις ὠφέλησε τὴν Ἑλλάδα διὰ τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτῆς, τὰς ὁποίας προσέφερε πρὸς τὸ δημόσιον, καὶ δὲν εἶναι δίκαιον ν’ ἀφίνωμεν τὴν θέσιν αὐτῆς ἀμφίβολον, διότι ἡ τραπεζιτικὴ πίστις ἀποκτᾶται διὰ μεγάλων θυσιῶν, ἀλλὰ καταστρέφεται ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ στιγμῇ. Ἡ Τράπεζα ὑπάρχει ἀπὸ τοῦ 1838, καὶ δὲν εἶναι δίκαιον νὰ φιλονικῆται σήμερον ἡ ὕπαρξίς της. Καὶ ἂν ὑποθέσητε, ὅτι διὰ τοῦ βασιλικοῦ αὐτοῦ διατάγματος ἡ Τράπεζα ὑφίσταται, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ἐμποδίζεται διόλου ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ βραδύτερον τὸ νομοσχέδιον τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ἀποκλείεται ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τὴν σύμβασιν τὴν συνομολογηθεῖσαν μεταξὺ Πιστωτικῆς καὶ Κυβερνήσεως, καὶ νὰ συστήσῃ νέαν Τράπεζαν ἔχουσαν τὰ αὐτὰ ἐν Ἑπτανήσῳ προνόμια. Ὁπωσδήποτε ἑπομένως νομίζω, ὅτι πρὸ παντὸς ὀφείλει νὰ διευκρινισθῇ τὸ ζήτημα, ἂν ὑφίσταται ἢ μὴ ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα, καὶ ἂν καλῶς ἐξεδόθη τὸ διάταγμα τὸ ἀνανεοῦν τὸ προνόμιον τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, καὶ μόνον τότε νὰ προβῶμεν εἰς τὰ ἄλλα ζητήματα. Οὐδεμία δὲ βλάβη ἐπέρχεται εἰς τὴν Πιστωτικὴν ἢ ἄλλην Τράπεζαν ζητοῦσαν τὴν ἀπόκτησιν τοῦ προνομίου ἐν Ἑπτανήσῳ, καθόσον κατὰ τοὺς Ἰονίους Νόμους δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ παράσχῃ τὸ προνόμιον τοῦτο εἰς πᾶσαν ἄλλην Τράπεζαν, ἐκτὸς τῆς Ἰονικῆς. Διατί λοιπὸν νὰ μὴ διευκρινισθῇ τὸ ζήτημα τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης προηγουμένως; ὅπως μὴ δύναται νὰ παρουσιασθῇ τις νὰ εἴπῃ μετὰ τὴν 9 Ἀπριλίου εἰς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀναγκαστικὴ πλέον κυκλοφορία δι’ αὐτὴν, καὶ ὅτι ὀφείλει νὰ ἐξαργυρώσῃ τὰ Τραπεζικὰ γραμμάτια αὐτῆς τὰ ἐν κυκλοφορίᾳ. Διὰ τοῦτο πρὸ πάντων ὀφείλομεν νὰ συζητήσωμεν ἂν νομίμως ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα, καὶ κατόπιν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ παρόντος Νομοσχεδίου. Κατ’ ἐμὴν κρίσιν, ἡ Κυβέρνησις καλῶς ἔπραξε, καὶ ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα ὑφίσταται νομίμως.

§53Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Ὁ κ. Πολυλᾶς, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἔχει δίκαιον εἰς ὅ,τι ἐζήτησε. Δὲν ἀποφαίνομαι ἀπὸ τοῦδε οὔτε ὑπὲρ, οὔτε κατὰ τῆς συμβάσεως, διότι δὲν ἔλαβον καιρὸν νὰ τὴν ἀναγνώσω· μετὰ μεσημβρίαν μόνον διενεμήθη εἰς ἡμᾶς, καὶ τὴν διέτρεξα ὀλίγον, ἐνῷ ὡμίλει ὁ κ. Πολυλᾶς ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἐπιθυμῶ πρὸ παντὸς ἄλλου αἱ νέαι ἐπαρχίαι τῆς Ἑλλάδος νὰ λάβωσιν, ὅσον εἶναι δυνατὸν, μεγαλειτέρας εὐκολίας ὑπὲρ τῆς προόδου καὶ τῶν συμφερόντων αὐτῶν, καὶ δὰ τοῦτο, ἐνῷ ἠδυνάμην νὰ κάμω ἀντίῤῥησιν εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, δὲν τὸ ἔκαμα· ἀφῆκα νὰ γείνῃ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι ἡ Βουλὴ ἤθελε παραδεχθῆ νὰ σταλῇ τὸ Νομοσχέδιον εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, διοριζομένην παρὰ τοῦ κ. Προέδρου, ἥτις, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὸ Νομοσχέδιον, νὰ φέρῃ ἔκθεσιν. Ἀλλὰ βλέπω, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Πολυλᾶ ἀντικρούεται. Δὲν εἶναι ὀρθὸν ἡ σύμβασις αὕτη, ὅσα καλὰ καὶ ἂν δύναται νὰ παράσχῃ ὑπὲρ τῶν νέων ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος, νὰ μὴ ἐξετασθῇ ἐμβριθῶς. Ἡ σύμβασις περιέχει διατάξεις, ἐφαπτομένας καὶ τῶν συμφερόντων τῶν λοιπῶν ἐπαρχιῶν, τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος· π. χ. εἰς ἄρθρον τι καταργεῖ ἡ σύμβασις τὸν νόμον περὶ ἐνεχύρου τοῦ 1836, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν Τράπεζαν αὐτήν· δεύτερον καθιεροῖ ὑπὲρ τῆς πιστωτικῆς Τραπέζης τ’ αὐτὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα δι’ ἰδιαιτέρου εἰδικοῦ νόμου εἶχον παραχωρηθῆ εἰς τὴν Ἐθνικὴν διὰ τὴν ἐκποίησιν τῶν ἐκπλειστηριαζομένων κτημάτων, καθιεροῖ δὲ καὶ ἄλλας διατάξεις. Λέγω τοῦτο, ἵν’ ἀποδείξω, ὅτι εἶναι Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἄνευ βασάνου καὶ προεξετάσεως τῆς ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι εὔκολον νὰ συζητηθῇ, ἄνευ μεγάλης ἐκτάσεως ἐν τῇ Βουλῇ· ἐπιθυμῶν δὲ, πρὸς τὸ συμφέρον τῶν ἐνδιαφερομένων συναδέλφων μας, τὸ ταχύτερον τέλος τῆς ὑποθέσεως, φρονῶ, ὅτι πρέπει ν’ ἀποσταλῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πολυλᾶς μετὰ τοῦ κ. Σταμούλη καὶ Παλατιανοῦ ἐπαρουσίασαν, ἀφορώσας εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ περὶ ἀφομοιώσεως νόμου τοῦ 1866. Τὰ ζητήματα ταῦτα, ἂν καὶ δὲν ἔχωσιν ἴσως μεγάλον σύνδεσμον πρὸς ἄλληλα, οὐχ ἧττον ὑπάρχει μεγάλη ἡ σχέσις αὐτῶν· ἡ ἐπιτροπὴ, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς προτάσεις ταύτας καὶ τὴν ὑφισταμένην νομοθεσίαν καὶ τὴν σύμβασιν τὴν μετὰ τῆς πιστωτικῆς Τραπέζης, δύναται νὰ φέρῃ ἐντὸς δύω ἡμερῶν ἔκθεσιν διαφωτίζουσαν τὴν Βουλήν· τὰ δὲ συμφέροντα τῆς Ἑπτανήσου δὲν δύνανται νὰ πάθωσι διὰ τῆς ἀναβολῆς δύω ἡμερῶν. Ἄλλως τε Νομοσχέδια τοιαῦτα, ἄνευ προεξετάσεως, ἄνευ βασάνου, νὰ ἔρχωνται ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ν’ ἀποφασίζωνται τοιούτῳ τρόπῳ, εἶναι πρωτότυπον εἶδος τοῦ νομοθετεῖν, καὶ τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν δύναμαι κατ’ οὐδένα λόγον νὰ τὸ ἀποδεχθῶ· διὰ τοῦτο προτείνω νὰ γείνῃ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις σήμερον, νὰ σχηματισθῇ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου ἡ Ἐπιτροπὴ, ἥτις νὰ προσκληθῇ αὔριον νὰ ἐργασθῇ, καὶ τὴν Δευτέραν νὰ ἔχωμεν τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Τοῦτο δὲν βλάπτει τὰ συμφέροντα οὔτε τῶν συναδέλφων μας, οὔτε τῆς Πιστωτικῆς, καὶ οὕτω δυνάμεθα ἐν γνώσει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ καὶ τῆς Ἰονικῆς καὶ τῆς Πιστωτικῆς, πρὸς τὸ συμφέρον τῶν νέων ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐνδιαφέρομαι, ὅπως ὑπὲρ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος.

§54ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Ἐὰν ἀναβληθῇ, κύριε Πρόεδρε, τὸ Νομοσχέδιον περὶ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, παρακαλῶ νὰ ὁρισθῇ ῥητὴ προθεσμία, τὸ πολὺ δύω ἡμερῶν.

§55ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Δὲν θ’ ἀντιταχθῶ, κύριοι, εἰς τὴν πρότασιν τὴν ὑποβληθεῖσαν περὶ τῆς ἀποστολῆς τοῦ Νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν εἰδικήν· ἂν ἡ Βουλὴ θεωρήσῃ ἀναγκαῖον τοῦτο, ἡμεῖς, ὡς Κυβέρνησις, δὲν ἔχομεν λόγον τινὰ ν’ ἀντιταχθῶμεν. Ὑπενθυμίζω μόνον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι πρὸ μικροῦ δι’ ἀποφάσεώς της μετέβαλε τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ ἐπελήφθη τῆς συζητήσεως τοῦ προκειμένου Νομοσχεδίου· ἐπειδὴ δὲ ἁρμόδιος πρὸς συζήτησιν αὐτοῦ εἶναι ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος πρὸ δύω ἡμερῶν δυστυχῶς ἀσθενεῖ, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἂν ἐγκρίνῃ, νὰ ἐπιψηφίσῃ τὸ Νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν σήμερον, ἄνευ περαιτέρω συζητήσεως, ὡς πρὸς δὲ τὰ λοιπὰ περὶ Ἐπιτροπῆς ἂς πράξῃ ὅ,τι ἐγκρίνει. Ἐν τούτοις νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ μὴ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως τὴν παρατήρησιν τοῦ ἐντίμου ἐκ Σύρου Βουλευτοῦ κ. Καράλη, ὡς πρὸς τὴν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἔκδοσιν τοῦ Β. Διατάγματος, δι’ οὗ παρετάθη ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη ἡ ἰσχὺς τῆς Ἰονικῆς Τροπέζης ἐν Ἑπτανήσῳ. Ὁ κ. Καράλης, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐχαρακτήρισε τὸ Διάταγμα τοῦτο ὡς γενόμενον καθ’ ὑπέρβασιν τῶν δικαιωμάτων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ ὡς μὴ στηριζόμενον εἰς τὸν Νόμον τοῦ 1866, περὶ ἀφομοιώσεως. Κατὰ τὸ ἄρθρον 20 τοῦ Νόμου τοῦ 1860, ὑπὸ στοιχεῖον ΛΑ τοῦ ια. Κοινοβουλίου τῆς Ἰονίου Πολιτείας, ἓν ἔτος πρὸ τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας, περὶ ἧς διαλαμβάνει τὸ πέμπτον ἄρθρον τοῦ αὐτοῦ Νόμου, ἡ ἑταιρία, ἤτοι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα, ὀφείλει ν’ ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Γερουσίαν, τὴν ὁποίαν ἀντικατέστησε μετὰ τὴν ἕνωσιν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἂν βούληται ἢ ὄχι ν’ ἀνανεώσῃ τὴν περὶ ἐξουσιοδοτήσεως αἴτησιν, ἥτις θέλει δοθῇ κατὰ τοὺς τύπους καὶ τὸν χρόνον τοὺς ὁριζομένους ἐν τῷ νόμῳ· κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ αὐτοῦ νόμου, ἡ ἐξουσιοδότησις ἡ χορηγουμένη εἰς τὰς ἀνωνύμους Τραπέζας δὲν δύναται νὰ ἰσχύσῃ ἐπέκεινα τῶν 20 ἐτῶν, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἄρχονται τῶν ἐργασιῶν των. Ἡ Κυβέρνησις στηριχθεῖσα εἰς τὸ 16 ἄρθρον τοῦ ὑπὸ στοιχεῖον ΡΝ Νόμου τοῦ 1866 περὶ ἀφομοιώσεως, καθ’ ὃ οἱ Νόμοι τοῦ πρώην ἡνωμένου Κράτους τῶν Ἰονίων Νήσων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν εἰς Ἑταιρίας εἰδικὰ δικαιώματα διατηροῦσι τὸ κῦρος ἐν ταῖς Ἰονίοις Νήσοις, ἐξέδωκε τὸ διάταγμα, περὶ οὗ πρόκειται, διὰ τοῦ ὁποίου παρατείνει τὴν ἰσχὺν τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης ἐν Ἑπτανήσῳ ἐπὶ 20 ἔτη, καὶ ἔσπευσε νὰ τὸ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἅμα τῇ συγκροτήσει αὐτῆς, κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ εἰρημένου ΛΑ Νόμου. Ἑπομένως τὸ διάταγμα στηρίζεται ἐπὶ τοῦ Νόμου περὶ ἀφομοιώσεως, καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐνήργησεν ἐντὸς τῶν διατάξεων αὐτοῦ ὀρθῶς καὶ νομίμως, καὶ δὲν δύναται, νομίζω, νὰ τεθῇ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν, ὅτι παρὰ τὸν Νόμον δῆθεν ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις ὅ,τι ἔπραξεν· ἀλλὰ ἐπαναλέγω, ὅτι καὶ ἐπὶ τούτου ἁρμόδιος εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν καὶ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ συζητήσῃ αὐτὸ μετὰ τῆς συμβάσεως τῆς πιστωτικῆς Τραπέζης. Κατόπιν ἐγένετο δεκτὸν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ Νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον.

§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο, κύριοι, πρότασις νὰ παραπεμφθῇ τὸ Νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπὴν σχηματισθησομένην ὑπὸ τοῦ Προέδρου· ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;

§57ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.

§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ πόσων μελῶν.

§59ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πέντε.

§60ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἐκτὸς τῆς προτάσεώς μου, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ καὶ σύμβασιν εἰσαχθεῖσαν κατὰ τὴν Σύνοδον τοῦ 1878 μεταξὺ Ἰονικῆς Τραπέζης καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε δὲν ἐνεκρίθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ κατὰ τὴν γνώμην πολλῶν, ὑποχρεοῖ τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν, διότι ἐνδέχεται, ἐνῷ νομοθετοῦμεν, νὰ παρουσιασθῇ αἴφνης ἡ σύμβασις, καὶ νὰ μὴ ἠξεύρωμεν ποῦ εὑρισκόμεθα.

§61ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ τὸ 1878 τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν Νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ τῆς Ἰονίου Τραπέζης καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν ἐκυρώθη· ἑπομένως πρέπει νὰ ἔλθῃ ἐκ νέου εἰς τὴν Βουλήν.

§62ΠΟΛΥΛΑΣ. Καὶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Κωνσταντᾶς, ἂς τὸ ἐξετάσῃ ἡ Βουλή.

§63ΡΑΛΛΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν προθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἔδειξε, νὰ μοὶ παράσχῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας χθὲς ἐζήτησα. Δυστυχῶς αἱ πληροφορίαι εἶναι ἀτελεῖς, καὶ κατὰ τοῦτο ἔπταισα καὶ ἐγὼ κατὰ τὴν χθεσινὴν ὁμιλίαν μου, διότι δὲν ἐζήτησα πλήρεις τὰς πληροφορίας. Ἀληθῶς ἐκ τοῦ ἐγγράφου τούτου τῆς ὑπηρεσίας, τὸ ὁποῖον προσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ ἐκ τῶν σχετικῶν ἄλλων ἐγγράφων τῶν δύω δημοπρασιῶν, φαίνεται, ὅτι εἶχον τὰ ἐν Λαυρίῳ ὑπ’ ἀριθ. 87 καὶ 90 τοῦ ἐννάτου τετραγώνου γήπεδα ἐκτεθῇ εἰς δημοπρασίαν, καὶ ἐκεῖνος, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου κατεκυρώθησαν, ἐγένετο ἔκπτωτος καὶ ἀπώλεσε τὸ δεκατημόριον. Τοῦτο μὴ σᾶς ἐκπλήττῃ, διότι τὸ δεκατημόριον λαμβάνεται ἐπὶ τῆς ἐκτιμήσεως, ἡ δὲ ἐκτίμησις ἦτο δραχμῶν 650, τὸ δεκατημόριον ἑπομένως 65 δραχμαί. Ἀλλ’ ἡ δημοπρασία ἐκείνη εἶχε φθάσει εἰς δραχμὰς 5,000 προηγουμένως, καὶ ἀπέσχεν ὁ πλειοδότης ἀπὸ σκοποῦ, ὅπως πλανήσῃ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ κατορθώσῃ ν’ ἀποκοιμήσῃ τοὺς ἄλλους συναγωνιζομένους, καὶ φθάσῃ τὸ αὐτὸ γήπεδον εἰς δραχμὰς 850. Ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι εἰσὶν ἀτελεῖς, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν μᾶς ἔφερε καὶ τὰς τιμὰς, εἰς τὰς ὁποίας ἐξεποιήθησαν γήπεδα τοῦ Δημοσίου, ἀνήκοντα οὐχὶ εἰς τὸ ἔννατον τετράγωνον, ἀλλὰ εἰς τὸ ὄγδοον· ἀλλὰ ταύτας δὲν ἐζήτησα, ὁμολογῶ, καὶ ἐγώ. Τὸ ὄγδοον τετράγωνον συνέχεται μετὰ τοῦ ἐννάτου, χωριζόμενον μόνον αὐτοῦ δι’ ὁδοῦ. Εἰς τὸ ὄγδοον τετράγωνον ἐξεποιήθησαν δύω γήπεδα τῆς αὐτῆς ἐκτάσεως, τὸ μὲν ἀντὶ δραχ. 6,000, τὸ δὲ ἀντὶ δραχ. 5,000· τὰ γήπεδα κεῖνται ἀντικρὺ τῶν γηπέδων 87 καὶ 90, τῶν ἐκποιηθέντων ἀντὶ δραχμῶν 850 ἑκάτερον, παραδόξως δὲ βλέπω αὐτὴν τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς, ἐνῷ ἐκεῖνα μὲν εἶναι βόρεια, ταῦτα δὲ ἀνατολικά. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ συμπληρώσῃ τὰς πληροφορίας του.

§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετσάλης ἐζήτησε νὰ προταχθῇ ἡ δευτέρα συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς τοῦ Νόμου περὶ πολιτικῶν Μηχανικῶν. Ὑποστηρίζεται ἀπὸ δέκα;

§65ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.

§66ΡΟΥΚΗΣ. Μήπως καὶ τὸ περὶ λειβαδίων δὲν εἶναι κατεπεῖγον;

§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὸν Προϋπολογισμόν.

§68ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.). Βεβαίως ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἀλλ’ ἂν πρόκηται εἰς τὴν συζήτησιν αὐτὴν νὰ δοθῇ χαρακτὴρ πολιτικός, ν’ ἀναπτυχθῶσι ζητήματα κυβερνητικὰ, καὶ νὰ μὴ περιορισθῇ ἡ συζήτησις ἁπλῶς εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, προλαμβάνω νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ὅτι, ὡς καὶ πρὸ ὀλίγου εἶπον, ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀσθενεῖ, ἀπόντος δὲ τούτου, φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ συζητήσεως πολιτικῆς, διότι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἀρχηγὸς αὐτῆς, ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ διεξαγάγῃ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὴν προκειμένην συζήτησιν, πρέπει δὲ νὰ ἦναι παρὼν, ν’ ἀκούσῃ τὰς συζητήσεις, καὶ ν’ ἀπαντήσῃ ἐπ’ αὐτῶν. Ἑπομένως παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἂν ἐγκρίνῃ, ν’ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν ταύτην μέχρι τῆς ἀναῤῥώσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.

§69ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πότε;

§70ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλπίζω, ὅτι τὸ Σάββατον ἢ τὸ πολὺ τὴν Δευτέραν θέλει εἶσθαι ἀφεύκτως εἰς κατάστασιν νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν Βουλήν. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν ἐνόμισα καθῆκόν μου, καὶ ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατ’ ἐντολὴν τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ Βουλὴ ἂς ἀποφασίσῃ ὅ,τι ἐγκρίνει.

§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;

§72ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι αὔριον ὁ κ. Πρόεδρος θὰ ἦναι ὑγιής.

§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν αὔριον δὲν ἔλθῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἡ Βουλὴ δύναται ἐκ νέου ν’ ἀποφασίσῃ ἐὰν θὰ συζητήσῃ.

§74ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον.

§75ΕΤΕΡΟΙ. Ἔχομεν ἀκόμη πολλὰ ἀντικείμενα πρὸς συζήτησιν.

§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν θὰ συνεδριάσωμεν, πρέπει νὰ συζητήσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν. Ἐδέχθημεν ν’ ἀναβληθῇ ἡ συνεδρίασις, ἕνεκα τῆς ἀσθενείας, οὐχὶ ὁ προϋπολογισμός.

§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τρικούπης λέγει, ὅτι ἐννοεῖ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν αὔριον.

§78ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τί ἀπεφάνθη ἡ Βουλή;

§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἐνόησα, ὅτι ἡ Βουλὴ ἤθελε ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὐχὶ ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Τρικούπης ὑποβάλλει νέαν πρότασιν, ν’ ἀναβληθῇ ἡ συνεδρίασις.

§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς ἐννοοῦμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ ὤφειλε νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ δὲν ἠθέλομεν ν’ ἀντιταχθῶμεν εἰς αἴτησιν ἀναβολῆς γινομένην παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως, μᾶς λέγει, ὅτι θεωρεῖ ἄτοπον νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, μὴ παρόντος τοῦ πρωθυπουργοῦ. Ἐὰν εἰς τοῦτο ἐπιμένῃ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, δὲν θέλομεν ἡμεῖς ν’ ἀντιταχθῶμεν καὶ νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ ἀπουσία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καθιστᾷ ἀδύνατον καὶ πᾶσαν ἄλλην πολιτικὴν συζήτησιν, διότι δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ὑπάρχει νομοθετικὴ ἐργασία, μὴ ἔχουσα πολιτικὸν χαρακτῆρα. Εἰς πάντων τῶν Νομοσχεδίων τὴν διεξαγωγὴν ἀπαιτεῖται νὰ διευθύνῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅταν δὲ λείπῃ τὸ μέλος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπερ ὑποτίθεται ὡς ἀναγκαῖον, ὅπως ἐκπροσωπῇ τὴν Κυβέρνησιν, δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν καὶ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἄλλων Νομοσχεδίων. Ἐπὶ τούτου ἐγὼ δὲν φρονῶ ὅ,τι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δυνάμεθα νὰ προβῶμεν ἤδη καὶ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ τοιαύτη εἶναι ἡ ἰδέα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὴν ἰδέαν αὐτῆς δέχομαι, ἵνα μὴ τῇ φέρω δυσχέρειάν τινα· ἀλλ’ ὅταν παραδέχωμαι τοῦτο, δὲν δύναμαι εἰμὴ νὰ παραδεχθῶ καὶ τὰς συνεπείας, καὶ συνέπεια εἶναι, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς οὐδεμίαν ἄλλην συζήτησιν, ἕως οὗ ἔλθῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἡ παράστασις τῆς Κυβερνήσεως ᾖ πλήρης.

§81ΒΑΛΤΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Κύριοι, εἶχε προαποφασισθῆ, ὅτι σήμερον ἤθελον ὑπάρξει ἡ πρώτη ἡμέρα ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Κατὰ σύμπτωσιν δὲν πρόκειται περὶ συνταγματικῆς θεωρίας. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠσθένησεν, αὔριον αἴφνης εἶναι καλά· ἄλλο ζήτημα, ἐὰν ἦναι κλινήρης εἷς Πρωθυπουργὸς, διότι τότε δὲν ἀργεῖ οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε ἡ Βουλὴ οὔτε ἐμποδίζονται νὰ ἐργασθῶσι. Παρεκαλέσαμεν τὴν Βουλὴν, ἐκ μέρους τοῦ ἰδίου Πρωθυπουργοῦ, νὰ εὐαρεστηθῇ ἡ Βουλὴ, νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ἐπιθυμεῖ νὰ ἦναι παρών. Βεβαίως ἐὰν μείνῃ κλινήρης καὶ αὔριον καὶ μεθαύριον, εἶναι ἄλλο ζήτημα.

§82Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ ἐξετάσωμεν πολλὰ ἄλλα ζητήματα, εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ λάβῃ μέρος ἡ Κυβέρνησις, ἐνῷ εἰς τὰ ἄλλα Νομοσχέδια δὲν θὰ ἐγερθῶσι πολιτικὰ ζητήματα.

§83ΡΟΥΦΟΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἐπιμένουν ὥστε νὰ μὴ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ τὸ Ὑπουργεῖον παρουσιάσθη ἐνώπιόν μας καὶ μᾶς λέγει, ὅτι θέλω νὰ ἦμαι πλῆρες, διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ ἀνταποκριθῶ εἰς τὸ πολιτικὸν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον σᾶς παρουσιάσθη, καὶ σᾶς ἐξηγήσω τὰς ἰδέας μου καὶ ἀκούσω τὰς ἐδικάς σας, καὶ ἀπαντήσω. Ἡ μόνη πράγματι μεγάλη συζήτησις εἰς τὰ κοινοβούλια εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ἐν αὐτῷ κανονίζεται ἡ μέλλουσα πορεία τῆς κυβερνήσεως. Ἀλλὰ, κύριοι, διατί, ἀφοῦ ἀποδέχεσθε τὴν ἀρχὴν ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ θέλετε σήμερον νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ ἡ Βουλὴ τὸ ἔργον της; Δὲν πρόκειται, κύριοι, νὰ συζητηθῶσι νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ δύνανται νὰ θεωρηθῶσι, ὡς ὑπουργικά· πρόκειται νὰ συζητηθῶσι νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν ὑπὸ πολλῶν τῶν κκ. Βουλευτῶν, καὶ τὰ ὁποῖα, νομίζω, ὅτι δύνανται καὶ ἄνευ τῆς παρουσίας τῆς Κυβερνήσεως νὰ συζητηθῶσι, διότι αὐτὰ εἰς πρώτην καὶ δευτέραν ἀνάγνωσιν ἐγένοντο δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ παρακαλέσω ἑπομένως καὶ τὸν κ. Τρικούπην καὶ πάντας, οἵτινες ὑποστηρίζουσι τὴν ἐναντίαν ἰδέαν, νὰ παραδεχθῶσι νὰ συζητηθῶσι νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν ἀπὸ Βουλευτάς, ἵνα μὴ ἀπόλλυται ὁ χρόνος.

§84ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Πρέπει νὰ προταχθῇ τὸ Νομοσχέδιον περὶ γαιῶν καὶ φυτειῶν, διότι εἶναι κατεπεῖγον.

§85ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐζητήθη, κύριοι, ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, κατὰ τῆς ὁποίας δὲν ἀντετάχθημεν, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ βεβαίως θὰ προταθῶσι πολιτικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα μᾶς εἶπεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ δεχθῇ νὰ τὰ συζητήσῃ ἀπόντος τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ἄρα μᾶς λέγει ἡ κυβέρνησις, ὅτι, καί τοι παρίστανται ὅλοι οἱ ἄλλοι Ὑπουργοί, προκειμένου ὅμως περὶ πολιτικῶν ζητημάτων, δὲν ἠμπορεῖ νὰ προχωρήσῃ, ἐὰν δὲν ἦναι παρὼν ὁ κ. κ. Πρωθυπουργός. Θὰ εἴπῃ λοιπὸν, ὅτι ἡ κυβέρνησις μᾶς λέγει, ὅτι, ἀπόντος τοῦ Πρωθυπουργοῦ, δὲν ἔχει τὸν χαρακτῆρα κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως, ὥστε νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ πάσης συζητήσεως.

§86ΤΙΝΕΣ. Εἶναι σύστημα αὐτό.

§87ΚΟΡΙΖΗΣ. Ἡ Οἰκουμενικὴ ἦτο ἄνευ Πρωθυπουργοῦ, καὶ ὅμως ἦτο κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις.

§88ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τότε κάμετε πρότασιν νὰ σχηματισθῇ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι κάθε πρότασις, κάθε συζήτησις δύναται νὰ φέρῃ ζήτημα πολιτικόν. Ἐκτὸς τούτου εἴμεθα εἰς τὸν τέταρτον μῆνα τῶν ἐργασιῶν μας. Ἐὰν θὰ ἀναβάλωμεν τὸν προϋπολογισμὸν, πρέπει ν’ ἀναβάλωμεν καὶ πᾶσαν ἄλλην ἐργασίαν. Ὁ τόπος δὲ ἐνδιαφέρεται, τοὐλάχιστον τὴν στιγμὴν ταύτην, πῶς νὰ λύσωμεν τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα. Ἡ Βουλὴ ἄλλην ἐργασίαν προτιμοτέραν καὶ μᾶλλον ἐπείγουσαν δὲν ἔχει. Ὑποστηρίζω λοιπὸν ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συνεδρίασιν καὶ νὰ ἔλθωμεν αὔριον, ὅτε ἐλπίζομεν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ ἦνε καλὰ καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἄλλως εἶμαι βέβαιος, ὅτι θέλει δώσει τὴν πληρεξουσιότητα ν’ ἀρχίσωμεν τὸν προϋπολογισμόν.

§89ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ δὲν ἐξηγήθην καλῶς, ἢ δὲν ἐνοήθην· ἐγὼ εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι, ἐὰν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ πρόκηται νὰ συζητηθῶσι καὶ ἀναπτυχθῶσι ζητήματα πολιτικὰ καὶ κυβερνητικὰ, πρέπει νὰ ἦνε παρὼν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἄνευ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἀσθενοῦντος, ἔχει τὸν τύπον τῆς κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ἀρχηγὸς αὐτῆς εἶναι ὁ Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἔχει δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ παρίσταται εἰς τὰς συζητήσεις, πρὸ πάντων τὰς πολιτικὰς, διὰ νὰ συζητῇ μετὰ τῶν ἀντιφρονούντων τὰ πολιτικὰ ζητήματα καὶ πολιτικὰ ἀντικείμενα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θ’ ἀναπτυχθῶσιν αἱ ἰδέαι τῆς τε συμπολιτεύσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ διακόψῃ καὶ τὰς λοιπὰς ἐργασίας. Μήπως χθὲς δὲν συνεδριάσαμεν ἀπόντος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Μήπως ἄλλην ἡμέραν δὲν εἰργάσθημεν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀσθενοῦντος ἢ κωλυομένου αὐτοῦ; Δὲν εἶναι δὲ ὀρθὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίσθησαν οἱ προαγορεύσαντες, ὅτι ὅλα τὰ Νομοσχέδια εἶναι ζητήματα πολιτικά· λ. χ. τὸ περὶ μετοχικοῦ ταμείου τῶν Βουλευτῶν Νομοσχέδιον δὲν βλέπω πῶς περιλαμβάνει ἐν ἑαυτῷ ζήτημα πολιτικόν.

§90ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν τὸ βλέπετε, ὅτι εἶναι ζήτημα φορολογικόν; πρόκειται νὰ φορολογήσωμεν τοὺς Βουλευτὰς, χάριν τοῦ ταμείου.

§91ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἄλλο φορολογία, καὶ ἄλλο κατάθεσις.

§92Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐγὼ αὐτὸ θὰ τὸ καταπολεμήσω.

§93ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγω, οὔτε ὅτι εἶναι καλὸν, οὔτε ὅτι εἶναι κακόν, ἀλλὰ λέγω, ὅτι δὲν περιέχει πολιτικὴν χροιάν.

§94ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι πολιτικώτατον.

§95ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Νομοσχέδιον περὶ φυτειῶν καὶ γαιῶν, τὸ ὁποῖον τὸ θεωροῦν πολλοὶ τῶν συναδέλφων ἡμῶν Βουλευτῶν ὡς σπουδαῖον καὶ κατεπεῖγον, εἶναι ζήτημα πολιτικόν; βεβαίως ὄχι. Καὶ τόσα ἄλλα Νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐγγεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἢ ὑπὸ Βουλευτῶν, περιλαμβάνουσιν ἐν ἑαυτοῖς πολιτικὰ ζητήματα;

§96ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅλα.

§97ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι κανὲν δὲν ἔχει ζήτημα πολιτικόν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ, ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ χάνῃ τὸν καιρὸν, ὀφείλει νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας, διότι δὲν εἶναι πρώτη φορά, καθ’ ἣν συνεδριάζομεν καὶ συζητοῦμεν ἀπόντος τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀναγκαῖος κυρίως εἰς τὰς πολιτικὰς συζητήσεις, καὶ διὰ τοῦτο ἐζητήσαμεν τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ συζητήσεως, ὡς πολιτικῆς συζητήσεως, καὶ ἡ Βουλὴ ἀναγνωρίσασα τὴν ὀρθότητα τῆς παρατηρήσεώς μας ἀπεδέχθη αὐτήν. Ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ παύσῃ τὰς συνεδριάσεις μέχρις ἀναῤῥώσεως τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἠμπορεῖ νὰ τὸ κάμῃ, ἀλλὰ δὲν δυσκολεύομαι νὰ εἴπω, ὅτι πράττει ἄτοπον καὶ καινοφανές τι.

§98ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν ἀπόλυτον ἐξουσίαν καὶ ἁρμοδιότητα νὰ κανονίζῃ τὰς ἐργασίας της· οὔτε αἱ προτάσεις τῶν Βουλευτῶν, οὔτε ἄλλου μέλους δύνανται νὰ ὑποχρεώσουν αὐτὴν νὰ κανονίσῃ τὰς ἐργασίας καὶ τὴν πορείαν της. Νομίζω, ὅτι καὶ ἡ πρότασις, ἡ ὁποία ἐῤῥίφθη, περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν εἶναι ἀρκούντως δικαιολογημένη, διότι ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι μία συζήτησις δύναται νὰ προκαλέσῃ σπουδαίαν ἐργασίαν, δὲν εἶναι πρότασις ἀρκούντως δικαία ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς. Ὁ προϋπολογισμὸς ὑποβάλλεται ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἀντιπροσωπεύει τὴν Κυβέρνησιν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι δύναται ἡ συζήτησις ν’ ἀρχίσῃ ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν λοιπῶν Ὑπουργῶν, καὶ ἐὰν παρουσιασθῇ ἀνάγκη, εἴτε ἕνεκα τῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἴτε δι’ ἄλλον λόγον, νὰ παρακληθῇ ἡ Βουλὴ ν’ ἀναβάλῃ ν’ ἀποφανθῇ ἐπί τινος ζητήματος. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη. Παρεκάλεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ δὲ Βουλὴ συνῄνεσε ν’ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν ἕως αὔριον. Ἀφοῦ τὸ παρεδέχθη ἡ Βουλὴ, ἡ νέα πρότασις εἶναι ἀδικαιολόγητος, διότι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν τὰ Νομασχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον διάφοροι Βουλευταί, θέλωσι προκαλέσει κυβερνητικὴν κρίσιν ἢ πολιτικὴν συζήτησιν, ἀλλὰ θέλει ἐνασχοληθῆ εἰς ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐφάπτονται τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, ἀδιαφοροῦσα ποία θὰ ἦναι ἡ πλειοψηφία. Ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐργάζηται, διότι πᾶσα ἀναβολὴ ἄνευ ἐργασίας φρονῶ, ὅτι εἶναι παράβασις τοῦ καθήκοντος. Διὰ τοῦτο, κύριοι, νομίζω καθῆκον νὰ προβῶμεν εἰς τὰς ἐργασίας μας, καθόσον ἔχομεν ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐφάπτονται τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου· τοιαῦτα δὲ εἶναι τὸ περὶ φυτειῶν καὶ πολλὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν πολιτικὸν χαρακτῆρα· αὐτὰ διατὶ νὰ μὴ συζητηθοῦν; Λοιπὸν δέχομαι τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ δὲν δέχομαι καὶ τὴν ἀναβολὴν τῶν ἐργασιῶν μας, διότι εἶναι ἀδικαιολόγητος.

§99ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Βεβαίως τὰ ζητήματα αὐτὰ, τὰ θίγοντα τὰ πολιτικὰ ζητήματα εἶναι.......... Ἀλλ’ ἐνόμισα, ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον, ὅταν προβάληται ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ῥικάκη, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις διὰ τοῦ κ. Τρικούπη ζητεῖ νὰ παρεμποδίσῃ τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου, νὰ ἀπαντήσω.

§100ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτὸ, μὲ παρεξηγεῖτε.

§101ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Χαίρω πολὺ, διότι τὸ ἀνακαλεῖτε.

§102ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶπον, ὅτι ἂν διακόψωμεν, κάμνομεν ἀδίκημα.

§103ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Πολὺ καλά. Εἶπεν ὁ κ. Ῥικάκης, ὅτι δὲν δικαιούμεθα νὰ δεχθῶμεν νὰ διακόψωμεν τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς ἐπὶ μίαν ἡμέραν. Ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Ῥικάκην καὶ εἰς πάντα ἔχοντα τὴν γνώμην αὐτὴν, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι, ἐὰν θὰ δικαιολογηθῶμεν διακόπτοντες τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς ἐπὶ μίαν ἡμέραν, ἀλλὰ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Ἑλλάδος εἶναι, πῶς ἐπὶ 4 μῆνας συνεδριάζοντες ἐνταῦθα, δὲν ἠδυνήθημεν νὰ συζητήσωμεν τὰ κυριώτερα. (Θόρυβος.) Καὶ ὅταν, κύριοι, ἐσυζητοῦμεν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν προσωπικὰ ζητήματα, ἔκαμα παρατήρησιν, διότι ταῦτα εἶχον σχέσιν πρὸς ἀτομικὰ συμφέροντα. Δὲν πρόκειται σήμερον βεβαίως περὶ τοιούτων ζητημάτων, πρόκειται περὶ ζητημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἔχει τὴν μερίδα καὶ τὸ μέρος του. Βεβαίως τὰ ζητήματα περὶ ζωοκλοπῆς καὶ ζωοκτονίας, περὶ φόρου τῶν ζώων, εἶναι ἀναγκαῖα καὶ χρήσιμα· ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐνδιαφέρει, εἶναι νὰ μάθῃ ἡ Ἑλλὰς τί ἐκάμαμεν ἕως τώρα, ὅτι δὲν ἐκάμαμεν μέχρι τοῦδε τίποτε, ἀναβάλλοντες εἰς τὰ κύρια τὰς συζητήσεις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· διότι τὰ καθέκαστα, τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ Νομοσχέδια ταῦτα, δὲν θὰ λείψουν βεβαίως τῆς φιλοπόνου ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ἂς ἦναι δὲ βέβαιοι ὅτι, ἐὰν διὰ μίαν ἡμέραν παραδεχθῶσιν εἰς τὴν ά. ἀνάγνωσιν, καὶ ἐπέλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ αὔριον, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ὑπερισχύσῃ καὶ θελήσῃ νὰ διακόψῃ τὰς συνεδριάσεις, δὲν θὰ μείνωσιν· ἐὰν ἄλλως τε ἡ Κυβέρνησις παρὰ τῆς Βουλῆς θεωρηθῇ ἀνεπαρκὴς, βεβαιωθῆτε, ὅτι ἡμεῖς, οἵτινες ἀποτελοῦμεν τὴν Βουλὴν καὶ ἀντιπροσωπεύομεν τὰ συμφέροντα τῶν ἐπαρχιῶν, τὰ ὁποῖα θίγουσι τὰ Νομοσχέδια αὐτὰ, θὰ συνέλθωμεν καὶ πάλιν συζητοῦντες τὰ Νομοσχέδια ταῦτα. Συμπεραίνω λοιπὸν, ὅτι δὲν πάσχουν τὰ συμφέροντα τὰ ἐπαρχιακὰ, ἐὰν διακόψωμεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς ἐπὶ μίαν ἡμέραν.

§104ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἡ ἀσάφεια τῆς προτάσεως τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς ἓν παρεμπῖπτον, τὸ ὁποῖον κρύπτει σπουδαιότατον ζήτημα. Φαίνεταί μοι, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ Ὑπουργοῦ ἦτο, ὅτι προκειμένου περὶ ζητήματος πολιτικοῦ, ἡ Κυβέρνησις, οὕτως εἰπεῖν, ἀποχωρεῖ. Τούτου δοθέντος, εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ προβῇ. Διαφωνῶ δὲ πρὸς τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν Πατρῶν, εἰπόντα, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται καὶ ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Κυβερνήσεως νὰ προβῇ. Τὸ δόγμα τοῦτο πρῶτος θὰ μεμφθῇ, ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου, ὅστις ἀποτελεῖ τὴν ὑπερτάτην αὐθεντίαν καὶ μεταξὺ ἡμῶν, διότι ἐμελέτησε τὰ ζητήματα τὰ συνταγματικὰ εἰς τὴν ἐντέλειαν, καθὸ ἐγκύψας εἰς αὐτὰ, ὡς χρηματίσας εἰς τὴν ἑστίαν τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἡ γνώμη του ἔχει αὐθεντικὴν ἰσχὺν παρ’ ἡμῖν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Καὶ πρὸ ἡμερῶν ἐκήρυξε τὸ δόγμα αὐτὸ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς οὐδεμίαν ἐργασίαν ἄνευ τῆς συμπράξεως καὶ τῆς διευθύνσεως τῆς Κυβερνήσεως. Ἑπομένως πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἡμεῖς εὑρισκώμεθα σήμερον εἰς θέσιν διαφορετικὴν ἀπὸ ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ ἑστία τῶν συνταγματικῶν ἐθνῶν. Ἡμεῖς μέχρι τοῦδε ἠκολουθήσαμεν τὴν Ἀγγλίαν, δὲν ἠκολουθήσαμεν τὸ παράδειγμα τῆς Ἀμερικῆς, ἡ ὁποία εἶδεν, ὅτι δὲν ἔχει Κυβέρνησιν μερίδων, καὶ ἐθέσπισε τὸν χωρισμὸν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἀπὸ τῆς νομοθετικῆς. Ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις εἶναι Κυβέρνησις μερίδων. Ἄρχει ἡ μία μερὶς διὰ τοῦ ἀρχηγοῦ της, πλειονοψηφοῦσα, καὶ ἀποτελεῖ Κυβέρνησιν· ἡ μερὶς δὲ ἡ μειονοψηφοῦσα ἀποτελεῖ τὴν ἀντιπολίτευσιν, καὶ ὀνομάζεται αὐτοκρατορικὴ ἀντιπολίτευσις, διότι ἕνα ἀναγνωρίζει ἀρχηγὸν, σχηματίζοντα Κυβέρνησιν ἅμα ὡς ἡ πλειονοψηφία γείνῃ μειονοψηφία. Ἡ μέση τάξις, ἥτις εἰς ὅλα τὰ αὐτοδιοίκητα Κράτη, καὶ εἰς τὴν ἀρχαίαν Ἑλλάδα καὶ Ῥώμην, καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν κανονίζει τὴν πλειονοψηφίαν, ὅταν μεταβῇ ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, τότε αὕτη λαμβάνει τὴν Κυβέρνησιν. Εἰς τὴν Ἀμερικὴν εἶδον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀκολουθήσωσι τὸ παράδειγμα τῆς Ἀγγλίας, διότι δὲν ἔχουν τὴν ἀριστοκρατίαν, ἡ ὁποία κυβερνᾷ τὴν Ἀγγλίαν κατὰ μέγα μέρος, καὶ τούτου ἕνεκα ἠναγκάσθησαν νὰ χωρίσωσι τὴν ἐκτελεστικὴν δύναμιν ἀπὸ τὴν βουλευτικὴν, αἱ δὲ ἕδραι αὗται (δεικνύει τὰς ἕδρας τῶν Ὑπουργῶν) εἰς τὴν Ἀμερικὴν δὲν ὑπάρχουσι. Τὴν στιγμὴν δὲ, καθ’ ἣν δυνηθῶμεν ν’ ἀφαιρέσωμεν τὰς ἕδρας αὐτὰς ἀπὸ τὴν Βουλὴν, φρονῶ, κύριοι, ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Βασιλεία θέλουσιν εὑρεθῆ εἰς πολὺ κρείττονα θέσιν. Ἐνόσῳ ὅμως ὑπάρχουν αἱ ἕδραι αὗται, δὲν θὰ δύναται νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς οὐδεμίαν πρᾶξιν ἄνευ τῆς παρουσίας τῆς Κυβερνήσεως. Εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα τὸ Ὑπουργεῖον ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ μὴ ὑπάρχοντος Πρωθυπουργοῦ. Ἐὰν δηλώσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δύναται νὰ ἐργασθῇ εἰς ὅλα τὰ ἄλλα Νομοσχέδια, φρονῶ, ὅτι δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀρνηθῇ τὴν σύμπραξίν της.

§105ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐδηλώσαμεν.

§106ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν λέγει, ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐργασθῇ ἄνευ τῆς παρουσίας τοῦ Πρωθυπουργοῦ ὡς πρὸς τὰ λοιπὰ νομοσχέδια, φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι ὀφείλομεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν αὐτῶν.

§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφ’ οὗ ἀπεδέχθη ἡ Βουλὴ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν αὔριον, ἐγένετο ἡ πρότασις νὰ ἀναβληθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν ἡ συνεδρίασις. Ἐπὶ τούτου θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ διαλυθῇ ἡ συνεδρίασις σήμερον ἄνευ περαιτέρω συζητήσεως, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη· ἑπομένως θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις. Ἔχομεν εἰς γʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἱδρύσεως μετοχικοῦ ταμείου τῶν βουλευτῶν.

§108ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Προτείνω τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου.

§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνεται ἡ ἀναβολὴ τῆς γʹ συζητήσεως.

§110Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Περὶ τοῦ ζητήματος, ἐφ’ οὗ ἀπεφάνθη ἡ Βουλὴ, εἶχον ζητήσει τὸν λόγον· ἀλλ’ ὁ κ. πρόεδρος δὲν μὲ ἤκουσε Λέγω λοιπὸν, ὅτι εἶμαι σύμφωνος πληρέστατα μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ· ἤθελον μάλιστα ὁμιλήσει ὑπὲρ τῆς προτάσεως. Ἀφ’ οὗ ἅπαξ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ὅτι πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν, καί τοι μὴ ἔχοντες ἐνώπιόν μας πλήρη Κυβέρνησιν, πρέπει τέλος πάντων νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ νὰ μᾶς καλέσητε, κ. πρόεδρε, νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτῆς καὶ νὰ δώσωμεν ψῆφον, ὄχι ὅπως πρότερον, διότι πῶς ἠδυνάμεθα νὰ δώσωμεν ψῆφον ἐπὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον οὔτε κἂν ἐλάβομεν; Τώρα, ἀφ’ οὗ ἔχομεν ἡμερησίαν διάταξιν, πρέπει νὰ τὴν τηρήσωμεν καὶ νὰ ἀρχίσωμεν κατὰ τάξιν τὰ νομοσχέδια.

§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν προβαίνομεν εἰς τὴν πρότασιν. Ὑποστηρίζεται ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς;

§112ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριοι, τοῦτο εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων νομοσχεδίων τῶν ὑπεβληθέντων κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην, καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἔχῃ γνώμην. Ἐὰν ἔχῃ γνώμην, καὶ καθῆκον αὐτῆς εἶναι νὰ ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην....

§113ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δικαίωμά μας.

§114ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ δικαίωμα ἐμοῦ εἶναι νὰ ἐκφέρω κρίσιν περὶ τῆς ἐνασκήσεως τοῦ δικαιώματός σας, λέγων οἵαν ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκφράσῃ γνώμην, διότι τὸ νομοσχέδιον εἶναι φορολογικὸν, καὶ ἐπὶ τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἔχῃ γνώμην προστατευτικὴν τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου καὶ τῶν φορολογουμένων, καὶ διότι τὸ νομοσχέδιον θίγει καὶ εἰς ὑψηλότερα ζητήματα συνταγματικά. Ὀφείλει νὰ μᾶς εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις, ἂν θεωρῇ, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο παραβιάζει διάταξιν τοῦ Συντάγματος, διάταξιν, ἥτις περιλαμβάνει πάντα τ’ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἀποζημίωσιν τῶν Βουλευτῶν, κανονίσασα καὶ αὐτὰ τὰ περὶ συντάξεων. Τὸ νὰ σιωπᾷ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων εἶναι, κατ’ ἐμὲ, ἀσύγγνωστον· καὶ ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν σήμερον, ὀφείλει τουλάχιστον ν’ ἀπαιτήσῃ, ὅπως ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ πρώτου τούτου θέματος, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν παρουσιάζεται. Δυσκολεύομαι νὰ πιστεύσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει ἐκφέρει ἐναντίαν γνώμην τοῦ Νομοσχεδίου τούτου· ἀλλὰ, κύριοι, ἐὰν ἐκφέρῃ γνώμην σύμφωνον πρὸς τὸ Νομοσχέδιον, δὲν γίνεται τὸ ζήτημα τοῦτο πολιτικόν; Ἠξεύρω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ, ὅτι δὲν δύναται νὰ καταστῇ πολιτικὸν τὸ ζήτημα, διότι ἐκ τῶν κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν ἐπείσθη, ὅτι θέλει ψηφισθῆ αὐτὸ ἤδη, ἀφοῦ καὶ ἐκ τῶν ἀποφανθέντων ὑπὲρ τῶν ἄκρων οἰκονομιῶν ἐψήφισάν τινες ὑπὲρ τῆς ἄκρας σπατάλης. (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου.)

§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διατάξω τὴν ἀποβολὴν τῶν χειροκροτησάντων.

§116ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὴν πρόταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τὴν ἀναβολὴν τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὅπως προταχθῇ ὁ προϋπολογισμὸς πάσης ἄλλης συζητήσεως, ἐπρότεινα, διότι παρετήρησα ὅτι, πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπὶ πάντων τῶν θεμάτων, ἅτινα εἰσήχθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπεκράτησε πνεῦμα ἀντίθετον πρὸς ἐκεῖνο, ὅπερ ἐπαγγελλόμεθα, ὅτι θέλει διέπει τὰς σκέψεις ἡμῶν. Ἐψηφίσαμεν ἤδη Νομοσχέδια σπατάλης· ἀλλὰ πρόκειται ἤδη νὰ ψηφίσωμεν τὸ Νομοσχέδιον, ὅπερ θέτει τὴν κορωνίδα εἰς αὐτὴν, καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Νομοσχεδίου τούτου, θεωρῶ, ὅτι θὰ ἦναι ὅλως ἕωλα ὅσα δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν κατόπιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ περὶ οἰκονομιῶν. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ δὲν πρόκειται μόνον τὸ θέμα τῶν οἰκονομιῶν, ἀλλὰ πρόκειται καὶ περὶ σεβασμοῦ πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ πρὸς ἡμᾶς αὐτούς· πρόκειται περὶ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν τὸ κοινοβούλιον θέλει κατέχει ἐν τῇ κοινωνίᾳ, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ προβῶμεν εἰς τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὴν συζήτησιν, πρὶν ἢ ἐν γενικῇ συζητήσει ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ θέσωμεν τὰς βάσεις, ἐφ’ ὧν θέλομεν ἐργασθῆ καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τὸ συνταγματικὸν καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τὸ κυβερνητικόν.

§117ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, κύριοι, δηλ. ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ἄλλως διετυπώθη καὶ ὑπεβλήθη καὶ ἄλλοτε ἐνώπιον τοῦ Σώματος. Καὶ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐκ πρώτης ὄψεως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς ἐπαρουσιάσθη, ἄνευ σπουδαιοτέρας ἐξετάσεως, δίδει ἀφορμὴν εἰς κρίσεις οὐχὶ εὐνοϊκὰς ὑπὲρ τοῦ σώματος τῆς Βουλῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς ὅλας αὐτὰς τὰς σκέψεις καὶ τὰς κρίσεις, ὅτε ἠσχολεῖτο ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ· παρετήρησα ὅμως, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ταμείου συντάξεως, ὅπως ὠνόμασεν ὁ ὑποβαλὼν τὴν πρότασιν, ἀλλὰ περὶ μετοχικοῦ ταμείου, τὸ ὁποῖον θὰ καταρτισθῇ ἐκ πόρων ἰδιωτικῶν, χωρὶς τὸ δημόσιον οὐδὲ κατὰ λεπτὸν νὰ ζημιωθῇ.

§118ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τί τὸν θέλετε τὸν νόμον; πηγαίνετε εἰς ἕνα συμβολαιογράφον ὅλοι ὁμοῦ.

§119ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ ὑποβαλλομένη λοιπὸν πρότασις δὲν ἐπιβάλλει οὐδεμίαν δαπάνην εἰς τὸ δημόσιον, ἀλλὰ καταρτίζεται ἓν ταμεῖον, ὅπως πολλὰ ἄλλα ὑπάρχουσι, καὶ ἐν αὐτῷ τοποθετεῖ ἕκαστος οἰκείᾳ βουλήσει τὸ μέρος του.

§120ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ὑποχρεωτικὸν διὰ τοὺς ὑποψηφίους;

§121ΡΙΚΑΚΗΣ. Μία καὶ μόνη διάταξις ὑπάρχει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλεται ὑποχρέωσις 200 δραχμῶν εἰς πάντα ἐκτιθέμενον εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα. Τοῦτο δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ νόμος φορολογικός, διότι ἡ Βουλὴ διὰ νόμου, ὡς γνωρίζετε, εἶχεν ἄλλοτε κανονίσει τὰ ἐκλογικὰ τέλη, τὰ ὁποῖα κατεβάλλομεν ἕκαστος τῶν ὑποψηφίων, καὶ οὐδέποτε ἐθεωρήθη ὡς νόμος ἐκεῖνος ἀντικείμενος εἰς τὰ καθεστῶτα, οὔτε δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς λόγος δυνάμενος νὰ καταστήσῃ ἀπαράδεκτον τὴν παραδοχὴν τοῦ Νομοσχεδίου, διότι τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην θὰ τὴν θεωρήσωμεν ὡς ὑποχρέωσιν καταβολῆς ἐκλογικῶν τελῶν, τὰ ὁποῖα προγενέστερος νόμος τὰ ἠλάττωσε σπουδαίως, δύναται δὲ καὶ ἂν θέλῃ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς νὰ τὰ αὐξήσῃ. Λοιπὸν δὲν εὑρίσκω οὐδένα λόγον, δι’ ὃν τὸ Νομοσχέδιον ἀντίκειται εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα, ἢ εἰς ἄλλον νόμον ἢ ἄλλην ἀρχήν, διὰ τὴν ὁποίαν τόσον ἀποτόμως πρέπει νὰ ἀποκρουσθῇ· ἀπ’ ἐναντίας τὸ προκείμενον Νομοσχέδιον ἔρχεται νὰ ὑπηρετήσῃ συμφέροντα ἀτομικά, ἄνευ ζημίας οὐδενός, δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο εἰμὴ μόνον νὰ νομιμοποιήσῃ μίαν συνεννόησιν, μίαν κοινὴν σύμπραξιν πρὸς καταρτισμὸν ἑνὸς μετοχικοῦ ταμείου, τὸ ὁποῖον θέλει χρησιμεύσει εἰς τὰ λαμβάνοντα μέρος πρόσωπα, χωρὶς ἡ πρᾶξις αὕτη οὔτε ἀνήθικος νὰ θεωρῆται, οὔτε παράνομος. Ἄλλως τε, κύριοι, νομίζω ὅτι, ἀφοῦ ζῶμεν ἐν Ἑλλάδι, ὅπου ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον τὸ ἐπίδομα εἰς τοὺς Βουλευτάς, ὅπου πρέπει νὰ ὑπάρχῃ πλήρης ἐλευθερία εἰς πάντα πολιτευόμενον νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ πολιτεύηται, ἂς καταστήσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦτο ὅσον τὸ δυνατὸν γενικώτερον καὶ δυνάμενον νὰ ἐξασφαλίζῃ τὴν ὕπαρξιν ἐν τῷ προσώπῳ ἐκείνου, ὅστις ἀφιεροῖ ὅλην του τὴν ὕπαρξιν εἰς τὴν πολιτείαν.

§122Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διατί δὲν ἐκφέρει ἡ Κυβέρνησις τὴν γνώμην της; Πρέπει νὰ ὁμιλήσῃ, ἔχει καθῆκον.

§123ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παρουσιάζεται τὸ προκείμενον νομοσχέδιον· καὶ κατὰ τὴν τρίτην Σύνοδον τῆς τελευταίας Περιόδου ἐνεφανίσθη πάλιν μὲ τὰς ἰδίας ἀπαιτήσεις, νὰ ἐγκολάψῃ εἰς τὸ μέτωπον ὅλων τῶν Βουλευτῶν τὸ στίγμα, ὅτι συνερχόμεθα ἐνταῦθα μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐξυπηρετήσεως συμφερόντων ἀτομικῶν. Καὶ τότε, καυχῶμαι, ὅτι ἤμην εἷς ἐκ τῶν καταπολεμησάντων τὸ Νομοσχέδιον ἐκεῖνο, καὶ σήμερον σκοπῶ νὰ πράξω τὸ αὐτό. Ἀληθὲς ὅτι σήμερον, ὅπως διετυπώθη παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς, φέρει διάφορον χαρακτῆρα, ἡ δὲ ἀρχικὴ πρότασις ἦτο μᾶλλον ἀπότομος· ἐπρόκειτο ν’ ἀπονεμηθῇ εἰς τοὺς Βουλευτάς, τοὺς ἐκπληρώσαντας καθ’ ὡρισμένας Συνόδους τὰ καθήκοντά των, ν’ ἀπονεμηθῇ σύνταξις ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου· τὸ ἄτοπον ἐνόησαν οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν ἐκείνην, καὶ ἐκ τούτου ἐσκέφθησαν καὶ τὴν ὑπέβαλον τροποποιημένην διὰ τοῦ προκειμένου Νομοσχεδίου. Ἀλλὰ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο ἐπιβάλλει φόρον, καὶ φόρον εἰς ἐκείνους, οἵτινες οὐδέποτε εἰσῆλθον ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Ἐκτὸς δὲ τούτου τί σκοπεῖται εἰλικρινῶς διὰ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου; Εἶναι ἀδύνατον οἱ πόροι τοῦ ταμείου τούτου τῶν Βουλευτῶν, ὡς σήμερον καταρτίζεται, νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν συντάξεων ὅλων τῶν Βουλευτῶν, οἵτινες κατὰ τὸ Νομοσχέδιον ἔχουσι δικαίωμα εἰς σύνταξιν· μετ’ ὀλίγον ὅμως θὰ ἔλθωμεν ἐν τῇ Βουλῇ νὰ ζητήσωμεν βοήθημα παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ μετ’ ὀλίγον, ὅταν τὸ βοήθημα αὐτὸ δὲν θὰ ἦναι ἐπαρκές, θὰ ἔχωμεν δὲ μεγαλειτέραν τόλμην, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλο τι, θὰ ζητήσωμεν νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἐπράξαμεν διὰ τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συνταξιούχων, θὰ συγχωνεύσωμεν καὶ αὐτὸ μὲ τὸ δημόσιον, οὕτω δὲ θὰ φθάσωμεν εἰς προφανῆ ἀντίφασιν πρὸς τὸ ἄρθρον τοῦ συντάγματος, τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὰς ἀποζημιώσεις, ἃς δύναται νὰ λάβῃ ὁ Βουλευτὴς, θὰ καταντήσωμεν δὲ οἱ Βουλευταὶ συνταξιοῦχοι, καὶ θὰ γείνωμεν οἱ Βουλευταὶ ὑπάλληλοι, θὰ καταπέσῃ δὲ τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς, διότι, ὅπως ἀποκτήσῃ ὁ Βουλευτὴς τὴν σύνταξιν, θέλει φθάσει εἰς τὸν ἔσχατον βαθμὸν τοῦ ἐξευτελισμοῦ ἀπέναντι τῶν Κυβερνήσεων, δι’ ὧν θὰ ἐλπίζῃ νὰ κατορθώσῃ νὰ εἰσέλθῃ ἐν τῇ Βουλῇ.

§124ΦΙΛΗΜΩΝ. Παραδέχομαι καὶ ἐγὼ, συμφωνῶν τῷ προλαλήσαντι, ὅτι ἀληθὲς εἶναι, ἄν ποτε ἔλθῃ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ζητηθῇ βοήθημα ἐκ τοῦ Δημοσίου ταμείου διὰ τὸ μετοχικὸν ταμεῖον τῶν Βουλευτῶν, ἀληθὲς, ὅτι ἡ Βουλὴ τότε θὰ ἐκπέσῃ, ὡς καὶ οἱ Βουλευταὶ θὰ ταπεινωθῶσι, διότι ἀντισυνταγματικὰ θὰ ψηφίσωσιν. Ἀλλὰ τὰ τοιαῦτα εἶναι προφητεῖαι, αἵτινες δὲν δύνανται νὰ καταστῶσιν ὑποκείμενον σπουδαίας συζητήσεως. Ἡ ὑπόθεσις τῆς ἐπελεύσεως τοῦ ἀτόπου δὲν δύναται νὰ ἀναιρέσῃ τὴν ὀρθότητα μιᾶς προτάσεως, ἥτις ὑποβάλλεται καθ’ ὅλους τοὺς τύπους τῆς συνταγματικότητος· καὶ τὸν χαρακτῆρα αὐτὸν τῆς προτάσεως δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀρνηθῇ ὁ κ. Ῥάλλης· μόνον διὰ νὰ καταστήσῃ αὐτὴν ἀποτρόπαιον, ἐδημιούργησε τὴν ὑπόθεσιν, ὅτι εἰς τὸ μέλλον δύναται νὰ παρανομήσῃ ἡ Βουλή. Ἀλλὰ τοῦτο ἀφορᾷ ἐκείνους, οἵτινες θὰ παρανομήσωσιν, οὐχὶ δ’ ἐκείνους, οἵτινες θὰ ψηφίσωσι πρότασιν, ἥτις δὲν ἀντιβαίνει οὔτε εἰς τὸ πνεῦμα, οὔτε εἰς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ, ὑπὸ τὸν τύπον, ὑφ’ ὃν ὑπεβλήθη, καὶ ὑπὸ τὸν ὁποῖον θὰ μείνῃ διὰ παντὸς, δὲν φέρει χαρακτῆρα ἀντισυνταγματικὸν, ποῦ ἀνακαλύπτεται ὁ σκοπὸς τῆς ἐγκολάψεως κηλῖδος καὶ στίγματος ἐπὶ τοῦ μετώπου τῆς Βουλῆς; Ἐῤῥέθη, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἡ κορωνὶς τῆς σπατάλης. Μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς ἐγίνωσκον, ὅτι σπατάλη καλεῖται καὶ εἶναι ἡ ματαία δαπάνη δημοσίων χρημάτων. Ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ ὅμως, τῷ ὑπὸ συζήτησιν, ὑπάρχει διάταξις περὶ δαπάνης δημοσίων χρημάτων; Ἂν ὑπῆρχε τοιαύτη, βεβαίως καὶ ἐγὼ ἤθελον τὸ θεωρήσει ὡς σπατάλην. Ἐστηρίχθησαν ὅμως ἐπὶ ἑνὸς καὶ μόνου, ὅτι ἐπιβάλλεται δι’ αὐτοῦ φόρος, καὶ ἴσως, διότι ὁ φόρος εἶναι κτῆμα δημόσιον, συνεπέρανεν, ὅτι γίνεται χρῆσις κακὴ, καὶ μάλιστα σπαταλευτική. Πρῶτον αὐτὸς ὁ φόρος δὲν εἶναι γενικὸς, δὲν φορολογεῖ ὅλους τοὺς Ἕλληνας, δὲν φορολογεῖ τὰς ἀπόρους τάξεις, τὴν βιομηχανίαν, δὲν εἶναι φόρος, ὅστις δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι παραλύει τὴν παραγωγικὴν ἐνέργειαν τοῦ τόπου, εἶναι μία καταβολὴ, εἰς ἣν ὑποχρεοῦνται ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀποφασίζουσι νὰ κατέρχωνται εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα. Γνωρίζετε δὲ ἐκ τῆς ἱστορίας τῆς ἐκλογικῆς, ὅτι ἕνεκα τῆς εὐκολίας, μὲ τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ παρουσιάζωνται εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, οὐχὶ εὐάριθμοι κατέρχονται εἰς τὸ στάδιον τοῦτο καὶ χάριν διασκεδάσεως, οὐχὶ σπουδαίως. Ὑμεῖς δὲ, κ. Ῥάλλη, ὅστις γνωρίζετε τί συμβαίνει εἰς τὰς Ἀθήνας, δὲν ὀφείλετε νὰ ὑποστηρίζητε τοιαύτην ἀρχήν.

§125ΡΑΛΛΗΣ. Γνωρίζω, ὅτι οἱ φίλοι σας κατέβαλον τὸ ἀπαιτούμενον χρηματικὸν ποσὸν πρὸς ἀνακήρυξίν σας.

§126ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐπεθύμουν οἱ ἐκλογεῖς νὰ ἔπραττον τὸ αὐτὸ εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας, μὴ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὴν περιουσίαν τοῦ ὑποψηφίου. Ἐνθυμήθητε, ὅτι διὰ τὸν νῦν πρωθυπουργὸν τῆς Ἀγγλίας κατέβαλον οἱ ἐκλογεῖς του πεντακισχιλίας λίρας, διὰ τὰς ἐκλογικάς του δαπάνας, χωρὶς αὐτὸς νὰ ἔχῃ ἀνάγκην. Ἐνθυμήθητε, ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν συμβαίνει τοῦτο. Λοιπὸν, ἂν, κ. Ῥάλλη, ὑπάρχῃ ὑποψήφιός τις, τὸν ὁποῖον θέλουν οἱ ἐκλογεῖς, νὰ ἦσθε βέβαιος, ὅτι 500, 1000, 2000 καὶ 4000 δραχμῶν θὰ καταβάλωσι, δὲν θὰ τὸν ἐμποδίσωσι δὲ αἱ διακόσιαι πρόσθετοι δραχμαὶ, ἃς προτείνω. Ὀφείλομεν ἡμεῖς νὰ διδάξωμεν τοὺς ἐκλογεῖς, ὅτι πρέπει νὰ προσφέρωνται οὕτω κατὰ τὰς ἐκλογὰς, διότι ὁ τοιοῦτος τρόπος αὐτῶν καὶ τοὺς ἐκλογεῖς καὶ τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα θ’ ἀνυψώσῃ.

§127ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Νομίζω, ὅτι εἰς ὅλα τὰ νομοθετήματα πρέπει νὰ προσέξωμεν, ἐὰν ἤμεθα συνεπεῖς καὶ λογικοὶ, πολὺ δὲ μᾶλλον ὅταν πρόκηται περὶ τοιούτου νομοθετήματος ἀποβλέποντος ἡμᾶς. Μοὶ φαίνεται, ὅτι τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον καὶ εἰς τὴν λογικὴν προσκρούει καὶ εἰς τὴν ἠθικὴν, διότι τί σκοπεῖ νὰ συστήσῃ; ταμεῖον μετοχικόν. Οὐδεὶς βεβαίως κωλύεται νὰ συστήσῃ ταμεῖον μετοχικόν. Αὐτὸ ἀφορᾷ αὐτοὺς τοὺς συνεταιριζομένους, εἶναι δικαίωμά των, δύνανται νὰ κανονίσουν τὰς θυσίας, τὰς ὁποίας καταβάλλουσιν ἐκ τῆς ἰδίας αὐτῶν περιουσίας. Ἕως ἐκεῖ οὐδὲν δύναται νὰ εἴπῃ τις, εἶναι ἔργον τῆς προαιρέσεως, καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην νόμου. Ἀλλὰ διατί προτείνεται ὡς νόμος; διὰ νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὰ ὅρια τοῦ μετοχικοῦ ταμείου, διὰ νὰ συμπεριλάβῃ συνεισφορὰς ἀναγκαστικὰς, τὰς ὁποίας κατόπιν νὰ διαμερισθῶσιν ὅσοι εἶναι μέτοχοι. Αὐτὸ νομίζω, ὅτι ἐμφαίνει πνεῦμα ἁρπακτικὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνάξιον τῆς Βουλῆς. Τὸ νὰ εἰσέρχηταί τις εἰς τὴν περιουσίαν ἄλλου, ἁπλῶς διὰ νὰ ἔχῃ τὸ μέρος του εἰς τὴν διανομὴν, νομίζω, ὅτι ὑπὸ τοιοῦτον πνεῦμα ἐξεταζόμενον, πρέπει νὰ καταδικασθῇ. Τώρα ἔρχεται τὸ δεύτερον. Δὲν ἀρκεῖ ἡ δικαιολογία, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ζημία τοῦ Δημοσίου· ἁπλῶς διὰ τοῦτο καὶ μόνον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ θέτῃ τις τὴν χεῖρα ἐπὶ τῆς περιουσίας ἄλλου, τὴν ὁποίαν μόνον τὸ Δημόσιον φορολογεῖ· ὅστις φορολογεῖ, ἀφαιρεῖ ἀπὸ τῆς περιουσίας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δίδουσι τὸν φόρον· λοιπὸν τὸ νὰ συμμερίζηται τὰς αὐτὰς ὠφελείας, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ Δημόσιον διὰ τὰ κοινὰ βάρη, νὰ τὰ συμμερίζηται διὰ τὰ ἴδια, αὐτὸ ἀποδεικνύει, ὅτι ζημιοῖ καὶ τὸ Δημόσιον. Ἀλλὰ δὲν περιορίζεται μόνον νὰ φορολογήσῃ. Εἶναι, λέγουν, πολὺς ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑποψηφίων· δὲν ἠξεύρω ποίους δυσαρεστεῖ ἡ πληθὺς τῶν ὑποψηφίων, διότι ἤκουσα χθὲς, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ ἦναι πολλοὶ οἱ πολιτευόμενοι, ὅπως οὕτω περισσότεροι σκέπτωνται περὶ τῶν τῆς πολιτείας· ἐξ ἄλλου μέρους πάλιν προτείνουν νὰ τεθῇ χαλινὸς, νὰ μὴ ἦναι πολλοὶ οἱ πολιτευόμενοι....

§128ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐξηγήθην τί ἐνόουν.

§129ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐξηγήθητε δηλ. ὅτι ἀγαπᾶτε τὰς ἀντιθέσεις, διότι εἴπατε ὁ ἴδιος, ὅτι κατὰ τοῦτο εἶμαι εἰς ἀντίθεσιν πρὸς ἐμαυτὸν, καὶ ἡ ἀντίθεσις εἶναι τῷ ὄντι σχῆμα ῥητορικώτατον. Λοιπὸν, λέγω, δὲν περιορίζεσθε νὰ φορολογήσητε, ἀλλὰ ὁρίζετε, ὅτι προσὸν τοῦ ὑποψηφίου εἶναι ὁ ἔρανος τῶν διακοσίων δραχμῶν, καὶ ὅστις δὲν ἀποδείξῃ, ὅτι κατέβαλε τὰς 200 δραχμὰς, δὲν εἶναι δεκτὸς, οὔτε ἀνακηρύττεται ὡς ὑποψήφιος. Ἄρα μεταβάλλετε τὰ προσόντα τοῦ ὑποψηφίου, καὶ ἐπεμβαίνετε καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα, καὶ εἰς τὸν νόμον περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν, διὰ νὰ σχηματίσητε μετοχικὸν ταμεῖον. Οὕτω ἐμποδίζετε καὶ τὴν ἐλευθέραν ἐνάσκησιν τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος. Καθ’ ὅλους λοιπὸν αὐτοὺς τοὺς λόγους, θεωρῶ τὸ Νομοσχέδιον ἀποκρουστέον.

§130ΦΙΛΗΜΩΝ. Καὶ ὁ μὴ καταβάλλων τὰ ἐκλογικὰ εἴδη, καὶ ἐκεῖνος ἀποκλείεται τῆς ὑποψηφιότητος.

§131ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπάρχουν ἐδῶ μέσα ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν νὰ καταβάλλουν καὶ ἄλλας διακοσίας δραχμὰς, καὶ δὲν πρέπει νὰ τοὺς ἀποκλείσητε.

§132ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀφ’ ὅτου, κύριοι, ἐκ τῆς συνελεύσεως τοῦ 1843, ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου ὑπέδειξεν, ὅτι θέλει διατηρήσει τὸ δικαίωμα τῆς ἀποστολῆς τῶν ἀντιπροσώπων ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν της, ἔκτοτε ἐν τῇ πρωτευούσῃ ἡ θέσις τοῦ Βουλευτοῦ ἔγεινε τὸ ἀντικείμενον τῆς ἐπιθέσεως. Πάντοτε οἱ ἐν τῇ πρωτευούσῃ ἠθέλησαν νὰ ζωγραφήσουν τὴν τάξιν αὐτὴν μὲ τὰ εἰδεχθέστερα χρώματα, καὶ ἠθέλησαν τὴν τάξιν αὐτὴν ταπεινήν, ῥακένδυτον καὶ ἐλεεινήν. Διῆλθεν ἡ πρώτη περίοδος τῆς συνταγματικῆς ζωῆς ἐπὶ τῆς πρώτης δυναστείας. Ἐπειδὴ ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων καὶ ὡς ἐκ τῆς διευθύνσεως τῶν πραγμάτων τότε ἡ Βουλὴ δὲν εἶχεν ἰσχυρὰν ἐλευθερίαν ἐν ταῖς συζητήσεσι, συνετέλεσε καὶ τοῦτο καὶ ἐβοήθησε πολὺ εἰς αὐτὴν τὴν ἐπίθεσιν κατὰ τοῦ Βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Ἐγένετο ἡ μεταβολὴ τοῦ 1862, καὶ ἡ συνέλευσις ἐκείνη ἔδειξεν, ὅτι θὰ ὁδεύσῃ ἐπὶ τῶν ἰχνῶν τῆς πρώτης συνελεύσεως, ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς ἀποστολῆς τῶν βουλευτῶν· διὰ τοῦτο καὶ ἐν αὐτῇ τῇ συνελεύσει ἤρχισεν ἡ ἐπίθεσις κατὰ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Βουλευτοῦ, καὶ ἐκεῖνοι τῶν πληρεξουσίων, τοὺς ὁποίους ἐσύναξαν ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης καὶ ἀπὸ τὰς ἀγυιὰς τῶν Ἀθηνῶν, ἐπρότεινον τὸ ἄμισθον τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Ἂν ἦναι ὀρθὸν ἢ ὄχι τὸ ἄμισθον τοῦ Βουλευτοῦ, φαίνεται ἀπὸ τὰς περὶ τούτου διατάξεις τῶν Συνταγμάτων καὶ ἄλλων ἐθνῶν, καὶ ἰδίως τῶν νεωτέρων. Καὶ εἰς τὸ Βέλγιον καὶ εἰς τὴν δημοκρατουμένην Γαλλίαν ὁ Βουλευτὴς ἀποζημιοῦται ἐπαρκῶς, δὲν μισθοδοτεῖται, ἀποζημιοῦται διὰ τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ὑφίσταται φεύγων ἀπὸ τὸ κέντρον τῶν συμφερόντων του, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐτέθη καὶ ἄλλος αὐστηρότερος φραγμὸς ἐπὶ τῆς ὑπηρεσίας τῆς Βουλῆς, διότι περιορίζεται ὁ Βουλευτὴς εἰς μόνα τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ, δὲν τῷ ἐπιτρέπεται δὲ νὰ ὑπηρετῇ καὶ εἰς ἄλλην θέσιν. Ἐπὶ τῆς ἄλλης συνταγματικῆς περιόδου τῆς Ἑλλάδος, ὅπως γίνεται εἰς τὰ ἄλλα Κράτη, εἷς Βουλευτὴς ἠδύνατο νὰ λάβῃ καὶ ἄλλην ὑπηρεσίαν, ὥστε δι’ αὐτῆς νὰ προσκτήσῃ τὸ δικαίωμα, διὰ νὰ ἔχῃ τοὐλάχιστον τὸν ἄρτον κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην, καθ’ ἣν δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν πλέον νὰ ζήσῃ πολιτευόμενος· καὶ τοῦτο τὸ λέγω ἐγώ, ὁ ὁποῖος ὡς δημόσιος ὑπάλληλος ἠμπορῶ νὰ λάβω εὐκολώτερον τὴν σύνταξιν τοῦ ὑπαλλήλου, παρὰ ὡς Βουλευτὴς τὸ μέρισμα τοῦ ταμείου. Ἀλλὰ θέλω νὰ ὑπερασπίσω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν 7, 8 περιόδους, καὶ ἐπανῆλθον εἰς τὰς ἑστίας των, ἀφοῦ ἐδαπάνησαν τὰς περιουσίας των, καὶ ἐπαιτοῦν. Ἐκεῖνο δέ, τὸ ὁποῖον λυπεῖ ἕκαστον, εἶναι ὅτι παρίστανται κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, χωρὶς νὰ ἔχωσιν ἁβροφροσύνην κἂν ὀφειλομένην πρὸς συναδέλφους, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἕνεκα τῶν περιστάσεων ηὐτύχησαν νὰ μὴ ἔχουν τὴν ἀνάγκην αὐτοῦ τοῦ μικροῦ μερίσματος, ἢ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀναγκάζονται νὰ καταβάλωσι μερικὰ ποσὰ, στεροῦνται καὶ τῆς ἁπλῆς πρὸς τοὺς συναδέλφους των ἁβροφροσύνης· καὶ παρατηρήσατε, κύριοι, ὅτι ἀπὸ χθὲς ὀλίγιστοι ἐπολέμησαν τὸ νομοσχέδιον ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, μόνον οἱ ἐκ τῆς πρωτευούσης, καὶ τούτων οἱ εὔποροι τὸ πολεμοῦν, ὅπερ ἀποδεικνύει, ὅτι οὗτοι θέλουσι νὰ ἔχωσι περιφρονημένας τὰς ἐπαρχίας, ἀλλὰ δὲν θὰ τὸ κατορθώσουν. Λοιπόν, κύριοι, πρέπει νὰ ἔχητε ἁβροφροσύνην, καὶ ὄχι ὅσοι ἀπεκτήσατε τὰ μέσα πρὸς συντήρησιν, νὰ ἔρχησθε ὕστερον νὰ κατηγορῆτε. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐπιβάλλονται, καὶ βάρη...

§133ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καὶ ἡμεῖς ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας εἴμεθα.

§134ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ναί! ἀλλὰ διὰ σὲ ἑτοιμάζεται σύνταξις ἀπὸ τοῦ δημοσίου δι’ ἄλλης ὁδοῦ καὶ χωρὶς νὰ καταβάλῃς, καὶ διὰ τοῦτο ἔπρεπε νὰ ἔχῃς ἁβροφροσύνην πρὸς τοὺς συναδέλφους σου.

§135ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁμολογουμένως κατόπιν τοῦ κ. Καλλιγᾶ, ὅστις δὲν ἔπεισε τὴν Βουλὴν, πρέπει σεῖς νὰ τὴν πείσητε.

§136ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἶμαι καλλίτερος ἀπὸ τὸν Καλλιγᾶν ἐπὶ τῶν τοιούτων ζητημάτων, διότι γνωρίζω τὴν Ἑλλάδα καλλίτερον, καθόσον τὴν ἐδιοίκησα ἀπὸ τὴν Μούχα μέχρι τοῦ Ταινάρου, ἔχω δὲ καὶ εἰς τὸ ἔθνος περισσότερα δικαιώματα ἀπὸ τὸν κ. Καλλιγᾶν, διότι, διὰ νὰ γείνῃ τὸ ἔθνος αὐτὸ, ἐθυσίασεν ὁ πάππος μου, ὁ πατήρ μου, ὅπως καὶ ὁ ἰδικός σου, ἐνῷ ὁ κ. Καλλιγᾶς ἦλθεν, ὅταν τὸ ἔθνος εἶχε γείνει ἀπὸ ἐκείνους. Δὲν ὑπάρχει κανὲν ἀδίκημα ἐντὸς τοῦ Νομοσχεδίου τούτου. Ἐπιβάλλονται, λέγει, 200 δραχ. εἰς πάντα ὑποψήφιον, ὅστις μὴ ἐκλεγόμενος δὲν ἀπολαμβάνει τίποτε· ἀλλὰ διὰ πόσων νόμων δὲν ἐπιβάλλομεν φόρους εἰς τοὺς μηδὲν συμφέρον ἔχοντας, ἀλλὰ χάριν τῶν περιστάσεων τῆς πολιτείας; Ὅπως π. χ. ἐπιβάλλομεν φόρον 52 λεπτῶν εἰς τὴν τράπουλαν τῶν παιγνιοχάρτων· τοῦτο δὲν εἶναι φορολογία; διατί νὰ φορολογῆται ὁ χαρτοπαίκτης; δὲν εἶναι ἐλεύθερος ἕκαστος νὰ παίζῃ; οὕτω καὶ διὰ τοῦ νόμου τούτου ἐπιβάλλεται φόρος εἰς τὸν ἐκτιθέμενον εἰς βουλευτικὴν ἐκλογὴν, εἶναι δ’ ἐλεύθερος νὰ μὴ ἐκτεθῇ· δὲν εἶναι δὲ διόλου μεγάλον τὸ ποσόν. Πρὶν ἢ γείνῃ ὁ περυσινὸς νόμος ἐν Λακεδαίμονι, ἥτις ἔχει 13 δήμους, ἐπληρώναμεν τὰς κάλπας πολλάκις 520 δραχμὰς, ἐνῷ εἰς Αἴγιναν μόνον 35· ἐν τούτοις Βουλευτὴς καὶ ὁ τῆς Αἰγίνης καὶ ὁ τῆς Λακεδαίμονος, ἤτοι. Ἠκουσά τινα νὰ εἴπῃ, θὰ ἀκούσῃς ποδοκροτήματα· δὲν πτοούμεθα· δὲν φοβούμεθα τὰ ποδοκροτήματα, ὅπως δὲν ἐπιζητοῦμεν καὶ τὰ χειροκροτήματα ἐκείνων· (δεικνύει τὸ ἀκροατήριον)· τὰ ἀφίνομεν εἰς ἐκείνους, οἵτινες τὰ ἐπιδιώκουσιν· ἡμεῖς ἀρκούμεθα εἰς μόνην τὴν ἐπιδοκιμασίαν τῶν ἐπαρχιῶν. Ὅταν ἔλθουν τὰ ζητήματα τῶν ἐπαρχιῶν, τότε νὰ ἴδωμεν τὸν συνταγματισμόν σας καὶ τὴν φιλελευθερίαν σας, τὴν μέριμνάν σας ὑπὲρ τοῦ τόπου καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος· (ὑποδεικνύει τοὺς ἀντιλέγοντας εἰς τὸ Νομοσχέδιον). Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν νὰ ὑποστηρίξω τὸ νομοσχέδιον ἐγὼ, ὁ ὁποῖος δὲν περιμένω, ὡς εἶπον, νὰ λάβω μέρισμα ἐκ τοῦ μετοχικοῦ τούτου ταμείου, διότι εἶναι ἐγγυτέρα ἡ πρὸς ἐμὲ χορηγηθησομένη σύνταξις ἐκ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, καὶ μάλιστα ἀνωτέρας θέσεως. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ οὔτε ἀντισυνταγματικὸν εἶναι, οὔτε ἀντικοινωνικὸν, οὔτε ἐναντίον τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τοῦτο προτείνω νὰ παραδεχθῇ.

§137Α. ΣΚΟΥΖΕΣ. Βεβαίως, κύριοι, ἔπειτα ἀπὸ ὅσα ἠκούσατε, ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν ἀπαίτησιν νὰ σᾶς φωτίσω· ἀλλὰ νομίζω καθῆκόν μου νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ, τοὐλάχιστον ὅπως δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου κατὰ τοῦ Νομοσχεδίου. Ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ συνεταιρισμοῦ εἶναι καλὴ, οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ φιλονεικήσῃ, ἔχομεν δὲ παράδειγμα τὸ μετοχικὸν ταμεῖον τῶν ὑπαλλήλων, τὸ ὁποῖον, συστηθὲν πρὸ ὀλίγων ἐτῶν, ἀκμάζει. Ἀλλὰ μήπως αὐτὸ περιεβλήθη τὴν νομοθετικὴν κύρωσιν; ὄχι. Ἂν τοιοῦτον πρόκηται νὰ συστηθῇ καὶ μεταξὺ τῶν Βουλευτῶν, τὸ παραδέχομαι, καὶ λαμβάνω καὶ ἐγὼ μέρος· ἀφοῦ ὅμως δὲν πρόκειται τὸ δημόσιον νὰ βαρυνθῇ, τίς ἡ ἀνάγκη νὰ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους; Δὲν εἶναι ἐλεύθερος πᾶς Βουλευτὴς νὰ συνέλθῃ μετὰ τῶν συναδέλφων του, ἐνώπιον ἑνὸς συμβολαιογράφου, καὶ νὰ τὸ συστήσῃ; Ὑπάρχει ὅμως καὶ διάταξις ἐπιβάλλουσα 200 δραχ. φορολογίαν εἰς τοὺς ὑποψηφίους. Ἐὰν ἐπρόκειτο εἰς τὴν παροῦσαν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους νὰ εἰσήγοντο τὰ χρήματα αὐτὰ εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, ἴσως θὰ ἤμην ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος θὰ τὸ παρεδεχόμην· ἀλλὰ νὰ πληρώνουν οἱ ὑποψήφιοι, διὰ νὰ λαμβάνουν σύνταξιν οἱ ἐπιτυγχάνοντες, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν. Δι’ αὐτὸ καὶ ἐγὼ θὰ καταψηφίσω τὸ Νομοσχέδιον.

§138ΡΟΥΦΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀνατρέξω εἰς προγενεστέραν ἐποχήν. Ἡ ἐπιψήφισις ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1862 μηνιαίας ἀποζημιώσεως διὰ τοὺς πληρεξουσίους, ἄνδρας, οἵτινες ἠναγκάσθησαν νὰ παραμείνωσιν ἐπὶ δύω ἔτη διαρκῶς ἐνταῦθα πρὸς ὑπηρεσίαν τῆς Πατρίδος, ἐκμεταλλευθεῖσα ὑπό τινων, ἀπεπλάνησε τὸ δημόσιον φρόνημα, καὶ ἐξηγέρθη ὁ λαὸς τῆς πρωτευούσης κατ’ αὐτῆς· ἐγένοντο διαδηλώσεις ἀνοίκειοι καὶ ἀπρεπεῖς κατὰ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, καὶ τὴν ἑπομένην αὐτῶν ἦλθον ἐπὶ τοῦ βήματος Πληρεξούσιοι, κατακρίναντες τὴν ἀπόφασιν τῆς πλειονοψηφίας καὶ θελήσαντες νὰ δικαιολογήσωσι τὰς παρεκτροπάς. Ἐν τούτοις ὀφείλετε νὰ μάθητε, κύριοι, ὅτι οἱ κατακρίναντες ὑπέγραψαν καὶ δήλωσιν, δημοσιευθεῖσαν τότε διὰ τῶν ἐφημερίδων, ὅτι δὲν θὰ λάβωσι τὸν λεγόμενον λουφέν· ἦσαν δὲ οἱ πρῶτοι, οἱ ὁποῖοι τὸν ἔλαβον. Ἔχει καὶ ἡ αὐταπάρνησις τὰς στιγμάς της. Κύριοι, σήμερον δὲν πρόκειται νὰ δώσῃ τίποτε τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Πρόκειται νὰ καταβάλωσι οἱ πολιτευόμενοι ὑπὲρ τῆς ἀξιοπρεπείας τῶν πολιτευομένων· πρόκειται ὄχι μόνον ὁ πλούσιος, ἀλλὰ καὶ ὁ πτωχὸς, εἴτε φιλόλογος, εἴτε ἰατρὸς, εἴτε δικηγόρος εἶναι, νὰ δύναται νὰ ἐμφανίζεται ἐν τῇ πολιτικῇ παλαίστρᾳ, καὶ νὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἰς τὰ ἔσχατα τοῦ βίου του θὰ ἔχῃ τὰ μέσα νὰ ζήσῃ, τὰ ὁποῖα παρημέλησε πολιτευθείς. Πρόκειται νὰ μὴ καθιερώσωμεν τὴν πλουτοκρατίαν. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ λάβωσι μέρος εἰς τὸ μετοχικὸν ταμεῖον.

§139ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖς. (Διάλογος μεταξὺ Μπουφίδου καὶ Φιλήμονος.)

§140ΡΟΥΦΟΣ. Δὲν θὰ καταθέσω, διὰ νὰ μὴ λάβω μέρος· θὰ πληρώσω ὅμως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀφείλω, κατὰ τὰς ἐκλογὰς, χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τῶν πολιτευομένων, διότι νομίζω, κ. Μπουφίδη, ὅτι εἶναι λίαν ἐξευτελιστικὸν, ἀνὴρ πολιτευθεὶς ἐπὶ ἄπειρα ἔτη, νὰ τείνῃ χεῖρα πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ζητῶν βοήθημα, καὶ ἐγὼ, πρὸς θλίψιν, συνέπεσε νὰ συναντήσω τοιούτους. (Διάλογος θορυβώδης μεταξὺ τοῦ Μπουφίδου καὶ Φιλήμονος.)

§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριοι, παρακαλῶ.

§142ΡΟΥΦΟΣ. Κύριοι, ἔχω τὸ θάῤῥος, καὶ ὀφείλω νὰ τὸ ἔχω, πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ, διότι τὸ θάῤῥος αὐτὸ προέρχεται ἐκ τῆς πεποιθήσεως, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισα, ὅτι πρέπει τέλος νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι προσέφερον πολυετεῖς ὑπηρεσίας εἰς τὸν τόπον, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐγκαταλείπονται πρὸς κοινὴν ὕβριν, πρὸς χλευασμὸν, πρὸς ἐξευτελισμὸν, εἰς τοὺς δρόμους. Εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν θέλομεν ἄλλο τι νὰ πράττωμεν παρὰ πῶς νὰ ἐξευτελίζωμεν ὅλους τοὺς πολιτευομένους, πρὸς ὄνειδος τῆς Πατρίδος ἡμῶν. Σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι ἠπόρησα, ὅταν ἤκουσα προχθὲς ψηφοφορήσαντας κατὰ τοῦ Νομοσχεδίου Βουλευτὰς, διεκδικοῦντας δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν, διότι ἐκανονίσθησαν τὰ δικαιώματα αὐτὰ διὰ νόμων καὶ πιστώσεων, καὶ συνεπῶς πρὸς τὸν κανονισμὸν αὐτὸν, ἐπληρώθησαν ὅλοι οἱ ἄλλοι. Αὐτοὶ ἤδη ἔρχονται καὶ σᾶς λέγουν, δὲν σᾶς ἐπιτρέπομεν νὰ συστήσητε μετοχικὸν ταμεῖον. Θέλομεν νὰ σᾶς ἐξευτελίζωμεν· θέλομεν ὁ κόσμος νὰ πεισθῇ, ὅτι πρόκειται κάτι τι νὰ πάρητε ἀπὸ τὸ Δημόσιον ταμεῖον· θέλομεν νὰ δημοκοπήσωμεν. Οὐδὲ λεπτὸν ἐζητήσαμεν ἢ ζητοῦμεν ἀπὸ τὸ Δημόσιον ταμεῖον· εἶναι ψεῦδος πᾶσα ἐναντία διάδοσις. Πρὸς τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν γενικὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους, πρὸς τὰ μέτρα τὰ φορολογικὰ, πρὸς, πρὸς, εὑρίσκομαι εἰς δυσκολίαν ν’ ἀπαντήσω. Δὲν βλέπω ὅμως τί σχετικὸν μεταξὺ τοῦ συζητουμένου Νομοσχεδίου καὶ τῶν φορολογικῶν νόμων. Πρόκειται νὰ γείνῃ μία καταβολὴ ἑκουσία ἐκ μέρους τῶν Βουλευτῶν, καὶ μία καταβολὴ 200 δραχμῶν ὑποχρεωτικὴ ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ πολιτεύωνται, δηλαδὴ νὰ ἦναι ὑποψήφιοι. Ἡμεῖς πληρώνομεν διὰ τὰς κάλπας 200 δραχ. ἐπληρώναμεν 600 ἄλλοτε, ἂς πληρώσωμεν ἄλλας 200, καὶ ὅσοι δὲν θέλουν, φοβούμενοι τὴν ἀποτυχίαν, ἂς μὴ παρουσιάζωνται. Ἐὰν θέλουν νὰ παρουσιασθοῦν, πρέπει νὰ δαπανήσουν τὰς 200 δραχ. διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν πολιτευομένων, ἥτις εἶναι καὶ ἰδική των ἀξιοπρέπεια.

§143ΨΥΛΛΑΣ. Διὰ νὰ τὰς πάρωμεν ἡμεῖς.

§144ΡΟΥΦΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ τὰς πάρωμεν ἡμεῖς, διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν θὰ λάβω μέρος.

§145ΚΑΡΑΛΗΣ. Διὰ τί;

§146ΡΟΥΦΟΣ. Ἡ δήλωσις αὕτη δὲν θὰ ἦναι ὅπως αἱ δηλώσεις ἐκείνων ἐν τῇ ἐθνοσυνελεύσει, οἱ ὁποῖοι πάντοτε παρουσιάζονται ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Τόπου, ἀλλ’ ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Τόπου ἐν λόγοις, καὶ πρὸς φενακισμὸν τοῦ Κοινοῦ.

§147ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἦτο δικαιολογημένη ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Δημητρακάκη, ὅτι κατὰ σύμπτωσιν οἱ ἀντιτείνοντες τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο, οἱ πλεῖστοι τοὐλάχιστον εἶναι ἐκ τῶν εὐπορούντων. Ἐπειδὴ δὲ εἶμαι ἐγὼ, οὐχὶ ἐκ τῆς τάξεως αὐτῆς, καὶ τοῦτο οὐδεὶς θὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ, ἐστοχάστηκα, ὅτι ὀφείλω νὰ ἐκφράσω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου. Ἔχω ὅλα τὰ προσόντα τὰ προσδιοριζόμενα ἀπὸ τὸ Νομοσχέδιον, διὰ νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν παρ’ αὐτοῦ ὁριζομένην σύνταξιν· δὲν ἔχω δὲ κανὲν προσὸν, ὅπως ἐλπίσω νὰ λάβω σύνταξιν ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων, καθότι 30 ἔτη πολιτεύομαι πάντοτε ἐντὸς τῆς Βουλῆς, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς μακροχρονίας ταύτης ὑπηρεσίας μου, εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπεικόνισεν ὁ κ. Δημητρακάκης καὶ ἄλλοι Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν ὑπὲρ τοῦ Νομοσχεδίου. Λόγους ἔχω νὰ ἦμαι ὑπέρ τοῦ Νομοσχεδίου, ἀλλ’ ὅμως θὰ τὸ καταψηφίσω διὰ τοὺς ἑπομένους λόγους. Ὑπάρχουν δύω γνῶμαι, ὡς πρὸς τὴν ἀποζημίωσιν τῶν Βουλευτῶν· οἱ μὲν λέγουσιν, ὅτι οἱ Βουλευταὶ πρέπει νὰ ὑπηρετοῦν ἀμισθὶ, οἱ δὲ ὅτι πρέπει νὰ πληρώνωνται, πουθενὰ ὅμως δὲν θὰ εὕρητε γνώμην ἢ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον νὰ νομοθετῇ σύνταξιν ὑπὲρ τῶν Βουλευτῶν. Ἀποκρούω τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ μὴ ἀποζημιώνωνται οἱ Βουλευταὶ, συμμερίζομαι τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ ἔχουν μίαν ἀποζημίωσιν ἐπαρκῆ. Ὑποστηρίζω, ὅτι ἡ ἡμετέρα ἀποζημίωσις δὲν εἶναι ἐπαρκὴς, καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὴν συνέλευσιν ὑπεστήριξα, ὅτι ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις ἔπρεπε νὰ ἦναι 4 χιλ. δραχμῶν, ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα προσδιώρισε δισχιλίας δραχμὰς ἀνὰ ἑκάστην Σύνοδον, καὶ τὴν ἄλλην ἀποζημίωσιν ἀνὰ πᾶσαν ἔκτακτον. Περαιτέρω δὲν ἠμποροῦμεν, ὄχι μόνον διότι τὸ ἐμποδίζουν οἱ νόμοι μας, ἀλλὰ διότι τὸ ἐμποδίζει τὸ παράδειγμα ὅλων τῶν ἐθνῶν ὅσα ἔχουν Κοινοβούλιον. Θέλετε ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος, ψηφίζουσα τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο, νὰ ἦναι ἐνώπιον ὅλων τῶν Συνταγματικῶν ἐθνῶν μεμονωμένη ὡς πρὸς τοῦτο;

§148ΦΙΛΗΜΩΝ. Καὶ κατὰ τὸ πολίτευμα εἴμεθα μεμονωμένοι, ἀλλὰ δὲν πειράζει.

§149ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ἤμεθα· ἐὰν ἤμεθα ὅμως, εἴμεθα κατὰ τοῦτο, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ καυχηθῶμεν, ὅτι ἔχομεν πολίτευμα φιλελεθευρότερον ἀπὸ πᾶν ἄλλο, καὶ ἀπ’ αὐτὰ ἀκόμη τὰ δημοκρατικὰ πολιτεύματα τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἀμερικῆς· καὶ διὰ νὰ τὸ ἑδραιώσωμεν καὶ νὰ τὸ ἀναπτύξωμεν περισσότερον, ἓν μόνον μέσον ἔχομεν οἱ Βουλευταὶ, (διότι ἔχομεν πολλὰς ἀντιδράσεις, ἀλλ’ ὄχι τὰς ἀντιδράσεις, τὰς ὁποίας ὑπώπτευσεν ὁ κ. Δημητρακάκης τῆς πρωτευούσης κατὰ τῶν ἐπαρχιῶν), τὸ δὲ μέσον εἶναι νὰ βασταχθῶμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ἐφάμιλλοι ἀκολουθοῦντες τὸ παράδειγμα τῶν Βουλῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ηὐτύχησαν νὰ ἔχουν τὰς ἐλευθερίας ἡμῶν. Θὰ ἐκπέσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν πεποίθησιν τοῦ κοινοῦ, θὰ ἐκπέσῃ ἡ ὑψηλὴ ἰδέα διὰ τὴν θέσιν τοῦ Βουλευτοῦ, ἐὰν ἀκουσθῇ, ὅτι ἡμεῖς ἐδῶ συνεταιρίσθημεν, διὰ νὰ κάμωμεν μετοχικὸν ταμεῖον πρὸς ἴδιον ὄφελος, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος λέγει ταῦτα εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠμποροῦν νὰ ἔχουν ἀνάγκας. Θὰ θεωρηθῶμεν καὶ ἀπὸ τοὺς φίλους καὶ ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς μας, ὅτι κατηντήσαμεν εἰς τὴν κατωτάτην βαθμίδα τοῦ ὑπαλλήλου, θὰ ἐκτεθῶμεν εἰς ὅλα, ὅσα εἶπαν ὁ κ. Καλλιγᾶς καὶ ὁ κ. Ῥάλλης, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω. Ἀλλά, προκειμένου περὶ τοιούτου νομοσχεδίου, διατί σιωπᾷ ἡ Κυβέρνησις; θὰ τὸ ἐγκρίνῃ; Ὀφείλει νὰ ἐξηγηθῇ, καὶ ἡ σιωπή της εἶναι τοσοῦτον μᾶλλον ἀξιοπαρατήρητος, καθ’ ὅσον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπισπεύδεται εἰς τρίτην συζήτησιν εἰς τὰς παραμονὰς πολιτικοῦ ζητήματος.

§150ΦΙΛΗΜΩΝ. Τὸν λόγον, κ. πρόεδρε. Ἀντιπολιτευόμενος εἰσήγαγον τὸ νομοσχέδιον, ἐγὼ δὲ τὸ ὑποστηρίζω, ὁ ὁποῖος θὰ καταψηφίσω τῆς Κυβερνήσεως.

§151ΡΟΥΚΗΣ. Ἀντιπολιτευόμενος εἶμαι καὶ ἐγὼ, κ. Λομβάρδε, καὶ ἤμην ὅταν σεῖς εἶσθαι σύντροφος αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως. Οἱ περισσότεροι, οἱ ὁποῖοι τὸ ὑποστηρίζομεν, εἴμεθα ἀντιπολιτευόμενοι.

§152ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τοῦτο δὲν ἀναιρεῖ διόλου τὴν ἰδέαν μου, ὅτι ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκφράσῃ γνώμην ἐπὶ ἑνὸς νόμου, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου προτείνεται ἔνστασις, ὅτι ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα. Δὲν ἐννοῶ δὲ διατί ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, τὸν ὁποῖον ὅλοι ἀγαπῶμεν καὶ τιμῶμεν, ὁ Βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Φιλήμων, δεικνύει κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου τοσοῦτον ἐρεθισμὸν, ἐνῷ ὅλοι τὸν γνωρίζομεν, ὅτι πάντοτε εἶναι ἐκ τῶν ἠπιωτέρων, καὶ κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑποπτευθῇ τὰ αἰσθήματα ἢ τὴν εἰλικρίνειαν τοῦ κ. Φιλήμονος. Παραπονοῦμαι καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν φέρει τὴν γνώμην της καθαρὰ, ἀκριβῶς, διότι τὸ νομοσχέδιον παρουσιάζεται ἀπὸ ἀντιπολιτευομένους, θέλει δὲ νὰ φέρῃ διαίρεσιν γνωμῶν εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, διὰ νὰ φαίνεται μία πάλη ἐν αὐτῇ. Ἔχω, ἐὰν ὄχι βεβαιότητα, ἀλλὰ βαθεῖαν ὑπόνοιαν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ἐὰν ἐπιψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, θὰ λάβωμεν, διὰ νὰ μὴ εἴπω τὴν ἐντροπήν, λάβετε μίαν ἄλλην λέξιν, μετὰ τὴν ἐπιψήφισίν του ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ τὸ ὑποβάλῃ εἰς τὴν βασιλικὴν κύρωσιν. Ἑπομένως ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς. Τουλάχιστον ἂς τὸ ἐξετάσωμεν μὲ ψυχρότερον αἷμα, ἂς σκεφθῶμεν τὰς συνεπείας του, καὶ ἂς μὴ θέσωμεν τὴν Βουλὴν τῆς Ἑλλάδος εἰς μίαν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν καμμία Βουλὴ κανενὸς συνταγματικοῦ ἔθνους δὲν ὑπάρχει, καὶ τοὺς βουλευτὰς τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν θέσιν τοῦ ὑπαλλήλου τῆς Κυβερνήσεως.

§153Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ ἀξίωσις τῶν μελῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τὴν ὁποίαν ἐπανειλημμένως ἠκούσατε ἀπὸ τοῦ βήματος, ἵνα ἐκφράσῃ γνώμην ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ ζητουμένου Νομοσχεδίου, εἶναι εὔλογος. Τὰ κοινοβούλια ἀληθῶς δὲν νομοθετοῦσι μόνον, ἀλλὰ πολιτεύονται συγχρόνως, καὶ αἱ γνῶμαί των περιέχουσι πολιτικὴν ἔννοιαν. Δὲν μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις, ἥτις τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον ἐξήνεγκε σήμερον, εἶχεν ἀφορμὴν νὰ τὸν ἐκφέρῃ μετὰ τῆς προαιρέσεως νὰ κατακρίνῃ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἀποχὴν αὐτῆς ἀπὸ τοῦ νὰ ἀνακοινώσῃ ἣν ἔχει πολιτικὴν γνώμην περὶ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα πρόκειται τὸ νομοσχέδιον νὰ κανονίσῃ. Μετὰ προσοχῆς ἤκουσα τὴν συζήτησιν τὴν γενομένην κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, καὶ τὰ παρόντα μέλη τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τὸ πέρας τῆς συζητήσεως ἐκείνης εἶδον, ὅτι ἡ συζήτησις δὲν παρίστα κώλυμά τι, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἐμποδίσῃ αὐτὰ νὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τοῦ Νομοσχεδίου· κωλύματα πρὸς ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐπροτάθησαν κατὰ τὴν σημερινὴν συζήτησιν. Καὶ μ’ ὅλον ὅτι ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως ἠσχολήθην πρὸ τῆς σημερινῆς συζητήσεως ν’ ἀνεύρω τὴν ὕπαρξιν κωλυμάτων τοιούτων, δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀνεύρω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σήμερον πρώτην φορὰν ἤκουσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκφερόμενα. Ἐὰν τὰ κωλύματα, τὰ ὁποῖα σᾶς προετάθησαν, ὑπάρχωσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἐὰν διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἀντιβαίνωσιν εἰς τὸν θεμελιώδη νόμον, ἐὰν διατάξεις ἄλλαι ἦναι διατάξεις φορολογικαὶ ἢ ἀντιστρατευόμεναι εἰς τὴν λογικὴν καὶ τὴν ἠθικὴν, εἶναι ἀδύνατον οὐ μόνον ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ οὐδενὸς τόπου Κυβέρνησις συνταγματικὴ νὰ δώσῃ τὴν συναίνεσίν της πρὸς κατασκευὴν νόμου τοιούτου, ἢ νὰ προβάλῃ εἰς τὸν βασιλέα τὴν κύρωσιν αὐτοῦ, καὶ ἐὰν ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἶχε ψηφισθῆ. Ἀλλὰ μέχρι τοῦδε ἡ γενομένη συζήτησις, τὸ ἐπ’ ἐμοί, ὁμολογῶ δὲν μὲ ἔπεισεν, ὅτι ὑπάρχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ κανὲν ἐκ τῶν κωλυμάτων, τὰ ὁποῖα προέβαλον.

§154ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τὸν λόγον.

§155ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς παρέστησαν μετὰ πολλοῦ πόνου ψυχῆς καὶ μετ’ ἀγανακτήσεως, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἡ κορωνὶς τῆς σπατάλης τοῦ δημοσίου πλούτου, καὶ τὴν γνώμην ταύτην μετεχειρίσθησαν ὡς μέσον διὰ νὰ ραπίσωσιν ἐκείνους ἐκ τῶν ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει ὁμοταγῶν, οἵτινες ἀνύψωσαν πρὸ πολλοῦ τὴν σημαίαν τῶν αὐστηρῶν οἰκονομιῶν. Ἐγὼ, ὁ ὁποῖος δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῶν ἀπολύτων οἰκονομιῶν, δὲν ἔχω κανὲν συμφέρον νὰ ὑπερασπίσω ἐκείνους, καθ’ ὧν μετεχειρίσθησαν τὸ ὅπλον τοῦτο, ἄλλως δὲ δὲν μὲ συνδέει μετ’ αὐτῶν οὐδὲ ταυτότης πολιτικῶν φρονημάτων, τό γε νῦν ἔχον. Ἀλλὰ μετὰ πάσης ἀκριβείας ἐξετάζων τὸ νομοσχέδιον, δὲν εὑρίσκω διάταξιν, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τὴν ἐλαχίστην δαπάνην, διὰ νὰ κρίνω ἐὰν ἡ δαπάνη αὕτη ἔπρεπεν εὐλόγως νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν δημόσιον θησαυρὸν, ἢ ἐὰν ἦτο ἀληθὴς σπατάλη. Ἀπορῶ πῶς ἄνθρωποι, ἐπιφανῆ κατέχοντες θέσιν κατὰ τὴν πολιτικὴν κατάταξιν τῆς Βουλῆς, ἠξίωσαν νὰ χαρακτηρίσωσι κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον τὸ νομοσχέδιον, νὰ στηλιτεύσωσιν αὐτὸ ὡς κορωνίδα τῆς σπατάλης καὶ νὰ ἐπιτεθῶσι κατ’ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι, νομίζω, μὲ τὴν αὐτὴν εὐσυνειδησίαν καὶ ἐκ τῆς αὐτῆς προαιρέσεως ἐξετάζοντες τὸ νομοσχέδιον ἐξέφερον γνώμην ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἂν τὸ Νομοσχέδιον ἦτο τοιοῦτόν τι καὶ ἐπέφερε δαπάνην εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, δὲν ἤθελον πάλιν συμφωνήσει εἰς τὸν χαρακτηρισμόν, ὅτι ἀποτελεῖ τὴν κορωνίδα τῆς σπατάλης τοῦ δημοσίου πλούτου, δὲν ἤθελον δὲ συμφωνήσει ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ θεμελιώδης νόμος τοῦ Κράτους ἐπιτρέπει νὰ γίνηται ἡ δαπάνη αὕτη. Γνωρίζω τὴν πατρίδα μου καὶ τὰς ἐντελῶς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις, εἰς ἃς τυγχάνει καὶ ὧν ἕνεκα δὲν δύναται νὰ παραβληθῇ πρὸς τὰς ἄλλας χώρας, αἵτινες κυβερνῶνται μὲ τὸ αὐτὸ πολίτευμα. Ὁ τόπος εἶχε καταστραφῆ, καὶ δὲν ὑπῆρχεν οὔτε δένδρον, οὔτε καλύβη, ὅτε συνέστη τὸ Βασίλειον, ἔλαβε δὲ πολίτευμα μετ’ οὐ πολὺ, τὸ ὁποῖον ἐκάλει τοὺς κατοίκους τῶν κατεστραμμένων τούτων χωρῶν νὰ πολιτευθῶσι καὶ νὰ μεριμνήσωσι περὶ τῶν κοινῶν, διότι τοῦτο τὸ πολίτευμα ἐξελέξατο αὐτὸς οὗτος ὁ τόπος. Ὅτε εἰς ἄλλο μέγα πολιτικὸν σῶμα κατὰ τὸ 1863 ἐκαλοῦντο οἱ πολιτευόμενοι νὰ ἐγκαταλείψωσι τὸ κέντρον τῶν συμφερόντων των καὶ νὰ μεταβῶσιν εἰς Ἀθήνας, εἶχον τὸ θάῤῥος νὰ ἐκφέρω τὴν αὐτὴν γνώμην, καὶ μολονότι τότε ἡ δημαγωγία, ἥτις δυστυχῶς ἀπειλεῖ ἑκάστοτε τοὺς πολιτευομένους, ἐξήγειρε τὸ φρόνημα τῶν κατοίκων τῆς πόλεως, καὶ διὰ διαδηλώσεων ἐξεδηλώθη ἡ δυσμένεια αὐτῶν πρὸς ἡμᾶς, τοὺς ὑποστηρίξαντας τὴν γνώμην ἐκείνην, ἐξηκολούθουν νὰ ἔχω τὴν αὐτὴν γνώμην. Πρεσβεύω δὲ καὶ σήμερον, ὅτι ἡ μέριμνα ἐκείνη τῆς Συνελεύσεως παρέσχεν ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Κράτος, διότι ἔσωσε καὶ τοὺς θεσμοὺς καὶ τὸ πολίτευμα ἀπὸ πολλοὺς κινδύνους. Γνωρίζω, κύριοι, καὶ μετ’ ἐμοῦ πάντες, πόσον τὸ μεριμνᾶν περὶ τῶν κοινῶν δὲν ἀμείβεται ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν. Ἂν δὲ μοὶ παρατηρήσητε, ὅτι δύνανται νὰ μὴ τρέπωνται ἐπὶ τὸ ἔργον τοῦτο ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μετερχόμενοι ἄλλο βιοποριστικὸν ἐπάγγελμα ἠδύναντο νὰ ἔχωσιν ἀνετώτερον βίον, μὴ λησμονῆτε οὔτε τὸν χαρακτῆρα τὸν ἐθνικὸν, οὔτε τὰς δυστυχίας, τὰς ὁποίας διῆλθε τὸ ἔθνος, οὐδὲ προσέτι ὅτι εἰς πολλοὺς ἐπίκειται τὸ καθῆκον τοῦτο ὡς βαρεῖα ὑποχρέωσις. Ἂν οἱ θεσμοὶ τοῦ τόπου ἤθελον ἀφήσει ἐπιτετραμμένον ὅπως γίνηται μέριμνα περὶ χορηγίας μεγαλειτέρας εἰς τοὺς Βουλευτὰς ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἐγὼ ἤθελον δώσει τὴν ψῆφόν μου, διότι νομίζω, ὅτι τὸ Κράτος δὲν πρέπει ν’ ἀρνῆται τὴν ἀμοιβὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ δίδῃ πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀφιεροῦσι τὰς μερίμνας των καὶ τὴν ζωήν των ὑπὲρ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Τὸ Σύνταγμα ὥρισε τὸ ποσὸν τῆς ἀποδοτέας εἰς τοὺς Βουλευτὰς χορηγίας, οὐδὲ δύναταί τις νὰ διανοηθῇ νὰ ἀθετήσῃ τὴν ἀπαγορευτικὴν ταύτην διάταξιν τοῦ Συντάγματος, οὐδὲ πρόκειται νὰ δαπανήσῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ ὅμως παρεστάθη τὸ νομοσχέδιον ὡς κορωνὶς τῆς σπατάλης τοῦ δημοσίου θησαυροῦ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὸ ἐλάττωμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀπέδωκαν εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ καὶ ἕτερον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ ἀπαράδεκτον αὐτοῦ, διότι εἶπον, ὅτι αἱ περιεχόμεναι διατάξεις ἀναιροῦσιν εἴτε ἀμέσως, εἴτε ἐμμέσως, τὸν θεμελιώδη Νόμον τοῦ Κράτους. Μετὰ προσοχῆς ἤκουσα τὰς ἀγορεύσεις κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν εἶδον νὰ σταματήσῃ κανεὶς τῶν ἀγορευσάντων εἰς διάταξιν τοῦ Συντάγματος καὶ εἰς διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ νὰ παραστήσῃ, ὅτι ὑπῆρχεν ἄμεσος ἢ ἔμμεσος ἀναίρεσις μεταξὺ τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ νομοσχεδίου. Μόνος ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἀνεκοίνωσε σειρὰν συλλογισμῶν, καὶ δι’ αὐτῶν ἠθέλησε ν’ ἀπολήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὑπάρχει περιορισμὸς τῆς εὐρύτητος τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγεσθαι. Μᾶς εἶπεν ὁ πεπαιδευμένος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου ἐπιβάλλεται χορηγία 200 δραχμῶν εἰς ἕκαστον, ὅστις προβάλλει κάλπην καὶ ζητεῖ νὰ ἐκλεχθῇ. Ἐπειδὴ δὲ λέγεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι ὁ μὴ καταβάλλων τὴν χορηγίαν ταύτην δὲν εἶναι δεκτὸς εἰς τὴν ἐκλογὴν, συνεπέρανεν, ὅτι οὕτως ἐμμέσως περιορίζεται ἡ εὐρύτης τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγεσθαι, διότι, ἐνῷ κατὰ τοὺς ἄλλους Νόμους τοῦ Κράτους εἶχε τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγεσθαι, στερεῖται αὐτοῦ μὴ ἐκπληρῶν τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ἀναγραφομένας ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ λησμονήσῃ, ὅτι συζητοῦμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ πρὸς τούτοις νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Καλλιγᾶ στηρίζεται ἐπὶ μιᾶς καὶ μόνης διατάξεως, περὶ τῆς ὁποίας δὲν πρόκειται αὐτὴν τὴν στιγμήν. Καὶ ἂν ὅλαι αἱ ἄλλαι διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἀντιβαίνωσιν εἰς τὸν θεμελιώδη Νόμον τοῦ Κράτους, ἠδύνατο ἡ διάταξις αὕτη, ἂν ἀντιβαίνῃ ἀμέσως ἢ ἐμμέσως, καὶ νὰ διαγραφῇ, εἰς τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἤθελεν ἀντιστῆ. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι ἱκανὸν νὰ παραστήσῃ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἀντισυνταγματικόν, διότι αἱ θεμελιώδεις διατάξεις αὐτοῦ δὲν ἀντιβαίνουσιν εἰς τὸ Σύνταγμα, οὐδὲ τοιοῦτόν τι παρεστάθη μέχρι τοῦδε.

§156ΨΥΛΛΑΣ. Ἡ διάταξις αὕτη περὶ ὑποχρεωτικῆς καταβολῆς τῶν 200 δραχμῶν ὑπὸ τῶν ὑποψηφίων εἶναι θεμελιωδεστάτη, καὶ ἐν τούτοις εἶναι ἀντισυνταγματική, διότι ἄνευ τοῦ ποσοῦ τούτου τὸ ταμεῖον δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, νὰ συντηρηθῇ. Ἐὰν δὲ ἀποδεχθῆτε τὴν ἀπάλειψιν αὐτῆς, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οἱ προτείνοντες καὶ ὑποστηρίζοντες τὸ Νομοσχέδιον θέλουσι τὸ ἐγκαταλείψει.

§157ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλω εἶσθαι εὐγνώμων εἰς ὑμᾶς, ἂν λάβητε τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ ἀποδείξητε, ὅτι δὲν εἶναι συνταγματικὸν, καὶ τότε καὶ ὡς Βουλευτὴς δὲν θέλω δώσει ψῆφον, καὶ ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως δὲν θέλω τὸ ὑποστηρίξει. Ἡ διάταξις, περὶ ἧς πρόκειται, δὲν ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα, οὐδὲ ἀπέδειξε κανεὶς τοῦτο. Μ’ ὅλα ταῦτα συναινῶ νὰ ἐξετάσω καὶ τὴν οὐσίαν τῆς διατάξεως ταύτης, καὶ ἀποδέχομαι εὐχαρίστως πᾶσαν ἀντίῤῥησιν καὶ πᾶσαν ἀπόδειξιν τοῦ ἐναντίου. Κατὰ τὸν νόμον περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν τοῦ 1864 ἐπεβλήθη ἡ ὑποχρέωσις εἰς ἕκαστον ἐκλέξιμον νὰ καταβάλῃ τὸ ἀντίτιμον τῆς κάλπης, ἡ ὁποία ἤθελε παραχωρηθῆ εἰς αὐτόν. Καὶ ἂν ὁ ἐκλέξιμος δὲν πληρώσῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τὸ ποσὸν τοῦτο, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκθέσῃ κάλπην κατὰ τὸν νόμον περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀναγνώρισις περιορισμοῦ τῆς εὐρύτητος τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγεσθαι χάριν ἑνὸς συμφέροντος; καὶ ποῖον ἦτο τοῦτο τὸ συμφέρον; τὸ ταπεινὸν συμφέρον τοῦ νὰ ἀπολαύσωσιν οἱ δῆμοι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα οἱ ὑποψήφιοι καταβάλλουσιν ὡς ἀντίτιμον τῶν ἐκλογικῶν εἰδῶν. Δέκα ἓξ ἔτη πλήρη λειτουργεῖ ὁ νόμος οὗτος, καὶ οὐδεὶς διενοήθη νὰ χαρακτηρίσῃ αὐτὸν ὡς ἀντισυνταγματικόν, μολονότι ἡ διάταξις δὲν ὑπηρετεῖ πρόθεσίν τινα γενναίαν, ἀλλὰ τὴν ἁπλῆν παροχὴν χρημάτων εἰς τοὺς δήμους. Καὶ ἀφοῦ ὅλων τούτων τῶν ἐτῶν ἡ μακρὰ πεῖρα δὲν ἔπεισεν οὐδένα ἐξ ὑμῶν, ὅτι ὑπάρχει περιορισμὸς τῆς εὐρύτητος τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγεσθαι, καὶ ὅτι ἐγένετο ἀναίρεσις ἄμεσος ἢ ἔμμεσος τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, τώρα πειρῶνται νὰ σᾶς ἀποδείξωσιν, ὅτι περιορισμοὶ ἄλλοι, ὡς ἐκεῖνοι, τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος ἀποτελοῦν ἀναίρεσιν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, καὶ ὁ περιορισμὸς οὗτος ὑπηρετεῖ ἓν συμφέρον, καὶ τὸ συμφέρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὑπηρετεῖ, εἶναι ὑπέρτερον τοῦ πρώτου, διότι εἰς μὲν τὸ πρῶτον πρόκειται νὰ δοθῶσι χρήματα μόνον εἰς τοὺς δήμους, ἐνταῦθα δὲ ὑπάρχει ἀνώτερός τις σκοπός. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς μετὰ ἀναλυτικῆς λογικῆς καὶ μετὰ ὀξυδερκείας, ἡ ὁποία πάντοτε διακρίνει αὐτόν, ἰσχυρίσθη καὶ ἕτερόν τι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀντιβαίνει καὶ εἰς τὴν λογικήν. Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὅτι οὐδὲν μεμπτὸν ὑπάρχει εἰς τὴν σύστασιν μετοχικοῦ ταμείου Βουλευτῶν. Μετοχικὸν ταμεῖον εἶναι τὸ ταμεῖον τῆς ἀμοιβαίας βοηθείας. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀναγνωρίζουν αὐτὸ καὶ κηρύσσονται μέλη αὐτοῦ, ἐπιβάλλουν ὑποχρεώσεις εἰς ἑαυτοὺς, αἵτινες ἀνταποκρίνονται εἰς ὠφελείας, τὰς ὁποίας ἐξ αὐτοῦ προσδοκῶσιν. Ἀλλὰ τὸ ὑπάρχον Νομοσχέδιον ἐπιβάλλει ὑποχρεώσεις εἴς τινα τάξιν ἀνθρώπων, οἵτινες δὲν ἔχουσι καὶ τὰς ὠφελείας. Ἑπομένως τὸ Νομοσχέδιον παρεστάθη ὑπὸ τοῦ κ. Καλλιγᾶ ὡς ἐξουσία, ἥτις τείνει τὴν χεῖρα εἰς ξένην περιουσίαν, καὶ προσπαθεῖ νὰ ἀφαρπάσῃ αὐτήν. Τῳόντι οἱ ἐκτιθέμενοι εἰς τὰς ἐκλογὰς ὡς ὑποψήφιοι Βουλευταὶ δὲν ἐπιτυγχάνουσι πάντες, ἑπομένως τὰ ὀφέλη τοῦ μετοχικοῦ ταμείου δὲν θέλουσιν ἀποδοθῆ εἰμὴ εἰς τοὺς ἐπιτυχόντας, οἱ δὲ ἀποτυχόντες, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ὑποβληθῆ εἰς φορολογίας θέλουσι μείνει ἄνευ οὐδεμιᾶς ὠφελείας. Αὐτὸ ἦτο τὸ σύστημα τοῦ συλλογισμοῦ τοῦ κ. Καλλιγᾶ. Ἡ ὑποχρέωσις, ἡ ἐπιβαλλομένη εἰς τοὺς ἐκτιθεμένους εἰς τὰς ἐκλογὰς, ἐχαρακτηρίσθη παρ’ ὅλων ὡς φορολογία, καὶ ἐπειδὴ πᾶσα εἰδικὴ φορολογία, τῆς ὁποίας τὸ προϊὸν δὲν διατίθεται πρὸς σκοποὺς δημοσίας ἀνάγκης, ἀποβαίνει ἐπιζήμιος, διότι ἐξαντλεῖ τοὺς πόρους τῆς φορολογίας καὶ περιορίζει τὸν ἰδιωτικὸν πλοῦτον, διὰ τοῦτο σᾶς παρέστησαν τὸ Νομοσχέδιον ὡς πλημμελές. Καὶ κατὰ τοῦτο θέλω τὸ ἐξετάσει κατὰ πρῶτον ὡς φορολογικὸν, καὶ κατὰ δεύτερον ὡς παράλογον. Ἡ ὑποχρέωσις τῆς παροχῆς χρηματικοῦ τινος ποσοῦ εἰς τοὺς ἐκτιθεμένους εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα δὲν ἐπιβάλλεται εἰς τάξιν παραγωγικὴν τοῦ κοινωνικοῦ βίου, ἀλλ’ εἰς ἀνθρώπους, οἵτινες ποθοῦσι νὰ γείνωσι Βουλευταί· ἑπομένως τὸ μόνον, ὅπερ δύναται νὰ ἐπιφέρῃ ὡς συνέπειαν, εἶναι ὁ περιορισμὸς ἢ ἡ κατάθλιψις τοῦ λόγου, ὁ ὁποῖος ὤθησεν αὐτοὺς νὰ ἐκτεθῶσιν εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα· ἐπειδὴ δὲ ὁ λόγος οὗτος εἶναι πάθος εὐγενὲς ἢ ταπεινὸν, φιλοδοξία ἢ φιλαρχία, ἡ φορολογία τῶν παθῶν τούτων δὲν εἶναι φορολογία, ἀλλὰ ζημία ἐπιβαλλομένη εἰς τὸν ἔχοντα τὸ εἰρημένον πάθος, ἡ ὁποία οὐδεμίαν ἀσκεῖ συνέπειαν οὔτε ἐπὶ τῆς παραγωγῆς ἐν τῇ κοινωνίᾳ, οὔτε ἐπὶ τῶν ἄλλων σχέσεων τοῦ κοινωνικοῦ βίου πρὸς τὴν πολιτείαν. Ἂν δὲ οἱ ἐκτιθέμενοι εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα καὶ ἀποτυχόντες ὑφίστανται βάρη ἄνευ ὠφελείας, κατὰ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ὑποβάλλονται εἰς τὸ βάρος τοῦτο, ὑποβάλλονται ἐπὶ τῇ ἐλπίδι καὶ τῇ προσδοκίᾳ, ὅτι θέλουσι δυνηθῆ νὰ ὠφεληθῶσιν ἐκ τῶν βαρῶν τούτων. Ἑπομένως τὸ βάρος τοῦτο ἀνταποκρίνεται εἰς προσδοκίαν ὀφέλους, ἥτις δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς παροχὰς παραπλησίας. Ὅθεν δὲν εἶναι φορολογία, ὡς αἱ φορολογίαι αἱ ἐπιβαλλόμεναι εἰς τὴν παραγωγὴν τῶν ἀτόμων, οὐδὲ τὸ νομοσχέδιον εἶναι παράλογον, ἐπιβάλλον ὑποχρεώσεις εἰς τὴν προσδοκίαν τοῦ ὀφέλους, ἐξ ἐναντίας οὐδὲν λογικώτερον παρὰ νὰ φορολογῆται ἡ προσδοκία τοῦ ὀφέλους. Δυστυχῶς, κύριοι, αἱ συζητήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐξετράπησαν τῆς ἀληθοῦς αὐτῶν τροχιᾶς· φαίνεται δὲ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐξελέχθη ὡς ἀφορμὴ, ἵνα δικαιολογήσῃ ἐπιδρομὴν ἐπὶ τὴν πολιτικὴν καὶ ἐπίθεσιν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ εὑρέθη μάλιστα συναρμολογία τις μεταξὺ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν συζητοῦμεν τὸ νομοσχέδιον, καὶ τῆς πολιτικῆς περιόδου, τὴν ὁποίαν διανύομεν· καὶ ἐζήτησαν ν’ ἀνεύρωσι τὴν προαίρεσιν ὅλων τούτων. Ταῦτα, κύριοι, εἶναι ὅλως διόλου ἀνάξια ἐξετάσεως καὶ προσοχῆς. Ἂν ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἔρχεται κατὰ τὴν παραμονὴν τῆς ἐνάρξεως τῆς πολιτικῆς συζητήσεως, καὶ ἠθέλησαν νὰ συναγάγωσιν ἐκ τούτου, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἔχῃ σκοπὸν τὴν προαίρεσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα φανῇ εὐάρεστος εἰς τὰ μέλη τοῦ κοινοβουλίου, καὶ ἑπομένως νὰ παρασκευάσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ κοινοβουλίου πρὸς αὐτὴν, δὲν γνωρίζω πῶς δύναμαι νὰ χαρακτηρίσω τὴν ἀνατομικὴν ταύτην ἔρευναν. Δὲν γνωρίζω, κύριοι, ποία θέλει εἶσθαι ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν πολιτικὴν συζήτησιν περὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὀφείλω ἀπὸ τοῦδε ν’ ἀποκρούσω αἰτιάσεις τοιαύτας, αἵτινες ἐξετοξεύθησαν κατὰ τῶν συναδέλφων μου καὶ ἐμοῦ. Ὀφείλω δ’ ἔτι μᾶλλον νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἀμέσως ἀφορᾷ ἡ αἰτίασις, καὶ ν’ ἀντείπω εἰς ἐκείνους, οἵτινες ᾐτιάθησαν αὐτῶν, ὅτι φαινόμενοι, ὅτι ἀγωνίζονται ὑπὲρ τῶν θεσμῶν τοῦ Κράτους, δὲν παύουσι νὰ ὑπονομεύωσι καὶ νὰ δυσφημῶσι τοὺς θεσμοὺς αὐτούς. Ἤθελεν εἶσθαι ἀληθῶς ταπεινὸν εἰς τὸ Βουλευτήριον καὶ εἰς τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν σύστημα, ἂν ἠδύνατό τις νὰ ἐλπίσῃ, ὅτι ἤθελε σύρει τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Κοινοβουλίου ὄπισθέν του, διότι ἤθελε δώσει γνώμην ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου· καὶ ἐνῷ παριστῶσιν αὐτοὶ οὗτοι, ὅτι τὸ πολίτευμα καὶ τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν σύστημα ἔχει ποικίλους καὶ μυρίους ἐχθροὺς, αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἤρχισαν νὰ τὸ δυσφημῶσι καὶ νὰ τὸ διασύρωσι. Τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς τὴν Ἀρχὴν σήμερον, εἶναι ἤδη εἷς πλήρης μὴν, καθ’ ὃ μένει ἐν τοῖς πράγμασι, διότι ἡ ἀντιπολίτευσις ἠθέλησε νὰ ἀφήσῃ εἰς αὐτὸ τὴν ἐξουσίαν. Καὶ ἐνῷ ἔχει πλήρη τὴν συναίσθησιν τῆς εὐθύνης, ἥτις βαρύνει αὐτὸ, διότι μὴ ἔχων ἀναντίῤῥητον πλειοψηφίαν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ εἶναι ἀσθενέστερον τοῦ δέοντος, ἵνα δυνηθῇ νὰ χειραγωγήσῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς καὶ νὰ μὴ ἀφίνῃ νὰ παρέρχηται μάτην ὁ χρόνος, βλέπει καταναλισκόμενον ἤδη τὸν χρόνον εἰς μικρολόγους ἐπερωτήσεις, βλέπει δὲ καὶ ἐκείνους, οἵτινες ἵστανται ἀντιμέτωποι αὐτοῦ, οὐ μόνον μὴ συντελοῦντας, ἵνα σταματήσωσι τὴν ματαίαν κατανάλωσιν τοῦ χρόνου, ἀλλὰ συνεργοῦντας εἰς τὴν παραλυσίαν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, καὶ παρορῶντας τὰ ἐπιζήμια εἰς τὰς κρισίμους ταύτας περιστάσεις, τὰς ὁποίας διανύομεν, ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης παραλυσίας. Νομίζω, ὅτι πρὸ πάντων καὶ οἱ φίλοι τοῦ Ὑπουργείου καὶ οἱ μὴ φίλοι ὀφείλουσι νὰ ἐνθυμῶνται, ὅτι ἀνάγκη ἀπαραίτητος εἶναι νὰ διακρίνωσι τοὺς κυβερνῶντας ἀπὸ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Αἱ ἀνάγκαι, αἱ ὑπάρχουσαι σήμερον, θέλουσιν ὑπάρχει καὶ αὔριον, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν θέλει εἶσθαι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Ἂν δὲ ἀφίνωμεν νὰ παρέρχηται ὁ χρόνος οὕτω καὶ νὰ καταναλισκώμεθα εἰς μικρολόγους καὶ ματαίας καθ’ ἑκάστην ἐπερωτήσεις, θέλει ἔλθει καιρὸς, καθ’ ὃν ὅλοι θέλομεν αἰσθανθῆ τὰ ἀποτελέσματα. Μὴ εὑρίσκων, κύριοι, τὰ ἐλαττώματα τοῦ νομοσχεδίου, τὰ ὁποῖα ὑπέδειξαν οἱ μέχρι τοῦδε κατ’ αὐτοῦ ἀγορεύσαντες, φρονῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ νὰ μὴ δώσῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν συναίνεσίν της εἰς τὴν περαιτέρω ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου.

§158ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Δὲν ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριοι, ἵνα λάβω μέρος εἰς πολιτικὴν συζήτησιν, οὔτε νὰ ἐκφρασθῶ ἀπολύτως ὑπὲρ ἢ κατὰ τοῦ Νομοσχεδίου, ἀλλὰ διότι μοὶ ἐφάνη, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἐντελῶς καθωρισμένον. Προχθὲς παρεκάλεσα τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν Ἀττικῆς νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ ὅλην τὴν ἔννοιαν τοῦ Νομοσχεδίου του· δυστυχῶς ἐμεσολάβησαν ἄλλαι συζητήσεις μεταξὺ συναδέλφων καὶ αὐτοῦ καὶ διεκόπη ἡ ὁμιλία μας. Ἤρχισεν ὅμως ὁ κ. Φιλήμων νὰ μὲ διαβεβαιοῖ, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον οὐδένα ἄλλον σκοπὸν εἶχεν, εἰμὴ τὴν σύστασιν ἑνὸς μετοχικοῦ ταμείου· δὲν ἠδυνήθην δυστυχῶς νὰ φέρω τὴν ἀντίῤῥησιν ἀμέσως εἰς τὸν κ. Φιλήμονα, καὶ ἀναγκάζομαι σήμερον νὰ τὴν ὑποβάλω, ἰδίως διότι ἡ συζήτησις ἔλαβε μεγάλας διαστάσεις. Μετοχικὸν ταμεῖον πρόκειται νὰ συστηθῇ μεταξὺ τῶν Βουλευτῶν· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ νόμος περὶ συντάξεως τῶν Βουλευτῶν, ὅπερ βεβαίως ἄτοπον, ἡμεῖς οἱ νομοθετοῦντες νὰ νομοθετήσωμεν ὑπὲρ ἡμῶν. Πρόκειται λοιπὸν νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν δύναται νὰ συστηθῇ Μετοχικὸν ταμεῖον· ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἐβεβαίωσεν, ὅτι οὐδὲν ὑπάρχει ἔκνομον εἰς τὸ Νομοσχέδιον, διότι τὸ Δημόσιον ταμεῖον δὲν θίγεται. Ἀλλὰ, κύριοι, ἔχω ἀμέσως αὐτὴν τὴν ἀπορίαν· ἂν δὲν θίγεται τὸ Δημόσιον ταμεῖον, πρὸς τί νὰ ἔρχηται ἡ πρότασις; Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ θεσπίσῃ θεσμὸν, ὁ ὁποῖος ν’ ἀφορᾷ καὶ τὸ βαλάντιον τοῦ Βουλευτοῦ. Γινώσκετε ἐκ τῶν νόμων, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται ν’ ἀπαιτήσῃ φόρους, νὰ ἐπιβάλῃ ἐράνους, νὰ ὁρίσῃ συντάξεις· τὸ μετοχικὸν ταμεῖον τῶν ὑπαλλήλων ὑπάγεται εἰς αὐτὴν, ἀλλ’ ἐκεῖ ὑπάρχει συμφωνία μεταξὺ ὑπαλλήλου καὶ Κυβερνήσεως, δὲν πρόκειται περὶ φόρου. Τὸ προκείμενον Νομοσχέδιον δὲν ἀφορᾷ ἔρανον καὶ φόρον, καὶ ὅμως ἐπιβάλλει ἔρανον εἰς μίαν τάξιν ὡρισμένην ὑπὲρ μιᾶς ἑτέρας τάξεως. Ἰδοὺ τὸ ἔκνομον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν θίγεται τὸ Δημόσιον ταμεῖον. Ποῦ ἡ ἀπόδειξις; ἔρχομαι καὶ εἰς τοὺς μὲν, καὶ εἰς τοὺς δέ. Δὲν ἐννοῶ νὰ προδικάσω τὸ ζήτημα· ἐγὼ εὑρίσκομαι εἰς τὸ σκότος, καὶ πιστεύω ὅτι, ἂν ἐξετάσητε τὴν συνείδησίν σας, θέλετε ὁμολογήσει, ὅτι καὶ σεῖς εὑρίσκεσθε εἰς τὸ σκότος, διότι ὅταν ὑπολογίσητε, ὅτι τὸ μετοχικὸν ταμεῖον δύναται νὰ μὴ εὑρεθῇ εἰς κατάστασιν νὰ χορηγῇ τὴν περίθαλψιν, τὴν συνδρομήν του, θὰ καταφύγῃ εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον, καὶ τοῦτο διεγείρει ὑπονοίας, διότι βεβαίως τὸ ταμεῖον τοῦ μετοχικοῦ ταμείου τῶν Βουλευτῶν δὲν θέλει εὑρεθῆ εἰς θέσιν νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του. Ἡ πρότασίς μου εἶναι ἡ ἑξῆς: «Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὑπαρχούσης ἀμφιβολίας, ἡ ὁποία στηρίζεται εἰς μαθηματικὸ, ὑπολογισμὸν, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν εἰς ἔλλειψιν τοιούτου, νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν».

§159ΤΙΝΕΣ. Παρεπέμφθη.

§160ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἀλλὰ τοιαύτην ἐργασίαν δὲν ἔκαμεν ἡ ἐπιτροπὴ. Ἔχετε ὑπομονὴν, διότι, ἂν ἀποδειχθῇ, ὅτι τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον θὰ δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ πρὸς τὸν σκοπὸν, ἐγὼ πρῶτος σᾶς ὑπόσχομαι νὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου. Ἐπεθύμουν, κύριοι, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποφύγωμεν τὴν σύστασιν τούτου τοῦ ταμείου, διότι αὔριον θὰ ἀκούσητε ἀπὸ ὅλον τὸν τύπον, ἀπὸ τοὺς φίλους σας, ἐκτὸς τῶν ἐχθρῶν σας, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐψήφισε σύνταξιν ὑπὲρ τῶν βουλευτῶν.

§161ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν εἶναι ἀμαθὴς ὁ ἑλληνικὸς τύπος.

§162ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Λοιπὸν διατί νὰ μὴ ἔχωμεν τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἡ σύνταξις θὰ δοθῇ ἐκ τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου καὶ οὐχὶ ἐκ τοῦ Δημοσίου; Ἡ πρότασίς μου εἶναι ἀναβλητικὴ ἐπ’ αὐτῷ τῷ σκοπῷ· ἐὰν ὑποστηρίξητε αὐτὴ ἡ πρότασις, βεβαίως πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἕως ὅτου ἀποδειχθῇ, ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον δὲν θὰ βλαφθῇ ἐκ τοῦ Μετοχικοῦ.

§163Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο δὲν εἶναι πρώτην φορὰν, καθ’ ἣν παρουσιάζεται εἰς τὴν Βουλήν· παρουσιάσθη καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν παρελθοῦσαν περίοδον, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ τότε τὸ ἀπέῤῥιψε, καὶ κατὰ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχον τότε, καὶ κατὰ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ ἤδη, ἡ Βουλὴ καὶ τότε κακῶς ἔπραξε καὶ ἤδη, ἐὰν ἀποῤῥίψῃ τοῦτο, κακῶς θὰ πράξῃ.

§164ΤΙΝΕΣ. Δὲν τὸ ἀπέῤῥιψε.

§165Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος λέγει, ὅτι τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ τοῦ ἐμμίσθου Δημοσίου ὑπαλλήλου. Κατόπιν ὅταν ἐκανονίσθησαν αἱ συντάξεις, εὑρέθησαν καὶ τὰ δικαστήρια εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναγνωρίσωσι τὸ δικαίωμα συντάξεως εἰς ἄνδρας, οἵτινες ὑπηρέτησαν ὡς ὑπάλληλοι καὶ κατόπιν ὡς Ὑπουργοί, καὶ μέχρι τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου ἀπεφάνθησαν, ὅτι δύνανται καὶ οἱ Ὑπουργοὶ νὰ κανονίζωσι τὴν σύνταξίν των καὶ ὡς Ὑπουργοὶ, ἐνῷ πράγματι, κατὰ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Σύνταγμα, οἱ Ὑπουργοὶ δὲν εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι, διότι οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι Ἐπιτροπὴ καθαρῶς τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Σᾶς ἀνέφερα τοῦτο τὸ παράδειγμα, κ. Πρόεδρε, διὰ νὰ πεισθῆτε, ὅτι ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Καλλιγᾶς, κατὰ τὴν γνώμην τῶν νομικῶν καὶ τῶν δικαστηρίων, δὲν εἶναι ὀρθόν· διότι, ἐὰν τὰ δικαστήρια ἔδωσαν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως διὰ τὴν θέσιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀπορῶ διατί εἰς τοὺς πρώτης τάξεως πολιτευομένους τὰ δικαστήρια καὶ οἱ νόμοι ἔδωκαν σύνταξιν, καὶ ὑμεῖς οἱ ἐναντία φρονοῦντες ἀρνεῖσθε χορήγημα ἁπλοῦν εἰς τοὺς Βουλευτάς; Ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὅτι διὰ τοῦ νομοθετήματος θέλομεν νὰ θέσωμεν χεῖρα ἐπὶ ξένων χρημάτων, δὲν εἶναι ὀρθὸς, διότι αὐτὸ τοῦτο συμβαίνει καὶ εἰς τὰς συντάξεις τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων. Ἐγὼ ὁ ἴδιος ὑπῆρξα νομάρχης, καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος ἐκ τῆς μισθοδοσίας μου κατέθεσα εἰς τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων τὸ μέρος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διατάσσει ὁ νόμος· διὰ τοῦτο θὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐγένετο ὑπὲρ τῶν συνταξιούχων τῶν πολιτικῶν, εἶναι νόμος δημευτικὸς, εἶναι νόμος ἄδικος; Ἐγὼ δὲν ἤθελον ν’ ἀκολουθήσω τὸ στάδιον τῶν ὑπαλλήλων καὶ ἐτράπην ἄλλο στάδιον, τὸ πολιτικὸν, καὶ ἐκλέγομαι βουλευτής. Ὅπως λοιπὸν ἔθεσαν ἐκεῖ χεῖρα εἰς τὰς κρατήσεις τὰς ἰδικάς μου, διὰ ποῖον λόγον, ὅταν γείνῃ νόμος τῆς πολιτείας, ὅταν τις παρουσιάζηται εἰς τὴν ἐκλογικὴν παλαίστραν, νὰ μὴ καταβάλλῃ τὰς δραχμὰς, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει ὁ νόμος; Ἡ αὐτὴ ἀναλογία, ἥτις ὑπάρχει εἰς τὴν μίαν περίστασιν, ὑπάρχει ἐπίσης καὶ εἰς τὴν ἑτέραν. Δὲν εἶναι κανεὶς ὑποχρεωμένος νὰ καταβῇ εἰς τὴν ἐκλογικὴν παλαίστραν, καθὼς κανεὶς δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ γείνῃ δημόσιος ὑπάλληλος· ὁ γινόμενος γίνεται ὑπὸ τοὺς ὅρους καὶ τὰς συμφωνίας, τὰς ὁποίας διαγράφει ὁ νόμος· ὁ παρουσιαζόμενος ἐπίσης εἰς τὴν ἐκλογικὴν παλαίστραν, παρουσιάζεται ἐπίσης ὑπὸ τοὺς ὅρους καὶ τὰς συμφωνίας, τὰς ὁποίας διαγράφουν οἱ νόμοι. Κύριε πρόεδρε, δὲν ἐννοῶ ποσῶς, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἀντισυνταγματικὸν καὶ δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω ποσῶς καὶ πρὸς τοὺς φίλους μου, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἀντισυνταγματικόν. Εἶναι ἡ μόνη τάξις ἐν Ἑλλάδι, ἥτις πάντοτε πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, ἐντούτοις οἱ πολιτευόμενοι πάντοτε ὑπῆρξαν εἰς τὸν τόπον τοῦτον οἱ ἀποδιοπομπαῖοι τράγοι· καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε ὑπαλληλίσκους ἔχοντας σήμερον σύνταξιν 360 δραχμ. τὸν δὲ Λύσανδρον Βιλαέτην ὀρέγοντα τὴν χεῖρα πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως λάβῃ μικρὸν βοήθημα. Καὶ δὲν εἶναι δίκαιον ὁ Λύσανδρος Βιλαέτης, ὁ πολιτευόμενος ἀπὸ τοῦ 1821 μέχρι σήμερον νὰ μὴ ἔχῃ τὸν ἄρτον του κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ γήρατος αὐτοῦ; Καὶ δὲν εἶναι δίκαιον ὁ ἔντιμος συνάδελφος, ὁ κ. Καλλιφρονᾶς, ἀγωνιστὴς ἐπίσης τοῦ 1821, ὅταν αὔριον εἴτε ἕνεκα τῆς ἡλικίας εἴτε ἕνεκα ἀποτυχίας νὰ μὴ ὀρέξῃ τὴν χεῖρα πάλιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ τὸν Τμηματάρχην τοῦ Ὑπουργείου, διὰ νὰ ζητήσῃ ὀλίγον ἄρτον, τοῦ ὁποίου ἔχει τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην; Καὶ ὁ Μομφεράτος ἐν Κεφαλληνίᾳ καὶ ὁ Ζερβὸς ἄνθρωποι λίαν ἀγωνισθέντες ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν, αἵτινες ἔφερον ἐπὶ τέλους τὴν ἕνωσιν τῆς ἀδελφῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος νὰ ὀρέξωσι τὴν χεῖρα; καὶ διατὶ εἰς τοιούτους ἄνδρας νὰ θέλωμεν νὰ δίδωμεν ἐλεημοσύνην ὀλίγον ἄρτον, καὶ εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐργάζονται οὔτε ἡμισείαν ὥραν καὶ ἔχοντας τὸ κονδύλιον εἰς τὸ αὐτὶ, νὰ δίδωμεν συντάξεις ἁδράς; Ἀλλὰ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο λέγουν, κύριε Πρόεδρε, θὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἐγὼ λέγω, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον, ὡς εἶναι συντεταγμένον, ποσῶς δὲν θέλει ἐπιβαρύνει τὸ Δημόσιον ταμεῖον· πιστεύω δὲ, ὅτι θέλω κατορθώσει ἐν ὀλίγοις νὰ σᾶς πείσω περὶ τούτου. Ἡ τάξις τῶν πολιτευομένων ἐκ τῆς πείρας, τὴν ὁποίαν ἔχομεν μέχρι σήμερον, τῶν σπουδαίως πολιτευομένων, οὐδέποτε θέλει ἀφήσει τὸ στάδιον τῆς παλαίστρας τῆς πολιτικῆς χάριν εὐτελοῦς συντάξεως 200 δραχμῶν. Ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου τούτου γνωρίζομεν πάντοτε, κύριοι, ὅτι σχεδὸν (ἐφέτος ἐγένετο ἐξαίρεσίς τις) τὰ ⅔ εἶναι πάντοτε οἱ αὐτοί· καὶ ὅταν ἔχητε πάντοτε ἔστω τὸ ½ τῶν Βουλευτῶν τὰ ἴδια πρόσωπα, ποῦ θὰ καταναλωθῇ αὐτὸ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ καταβάλουν χάριν τῆς συντάξεως; Αὐτὸ γίνεται μόνον καὶ μόνον, κύριε Πρόεδρε, πρὸς τὸν σκοπὸν, νὰ ἔλθῃ εἰς παρηγορίαν ἐκείνου ὅστις ἐξ ἀσθενείας, εἴτε ἐξ ἄλλης ἀφορμῆς, καταστῇ ἀνίκανος. Αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔχει τὸ Νομοσχέδιον· δὲν ἐπιβαρύνει ποσῶς τὸ Δημόσιον ταμεῖον. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐνομοθετήσαμεν περὶ ὅλων, ἐργασθέντες ἀπὸ τοῦ τελευταίου ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ὑγειονομοσταθμάρχης, μέχρι τοῦ ἀνωτέρου, ὅπου εἶναι ὁ Ὑπουργὸς καὶ Πρωθυπουργὸς, καὶ οὕτω κατεστήσαμεν τὸ Δημόσιον ταμεῖον ὑπόχρεον, καθότι τὸ ἰδιαίτερον δὲν ἐπαρκεῖ νὰ ἔρχηται εἰς ἐπικουρίαν, καὶ ὅλα αὐτὰ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ἐπίσης ἔχουν καὶ αὐτοὶ δικαιώματα. Μία γλίσχρος καὶ εὐτελὴς σύνταξις, διδομένη κατὰ τὸ γῆρας εἰς πολιτευόμενον, αὐτὴ θέλει βλάψει; Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι καὶ τὸ Δημόσιον ταμεῖον ἤθελε πληρώνει 100,000 δραχ. κατ’ ἔτος, εἶναι ποσὸν, διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ παρίδωμεν ὁλόκληρον τάξιν πολιτευομένων διαρκῶς; Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, κύριε Πρόεδρε, καὶ τότε ἐκηρύχθην ὑπὲρ τοῦ Νομοσχεδίου, καὶ ἤδη θεωρῶ δίκαιον καὶ ὀρθὸν νὰ ἐπιψηφισθῇ.

§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μεσσηνέζης.

§167ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριοι, ἐὰν ἐνόμιζον, ὅτι τὸ προκείμενον ζήτημα εἶναι προσωπικόν, ἀποβλέπον ἢ τοὺς ὑπογράψαντας τὴν πρότασιν ἢ τοὺς κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν ψηφίσαντας ὑπὲρ αὐτῆς, οὐδέποτε βεβαίως ἤθελον ἐπιτεθεῖ κατὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Νομοσχεδίου, οὐδέποτε ἤθελον ἐκφράσει τὴν γνώμην, ἣν ἐξέφρασα, διότι ἡ πλειονοψηφία ἐξεδηλώθη ἤδη, τὸ δ’ αἴσθημα τοῦ πρέποντος δὲν ἤθελε μοὶ ἐπιτρέψει νὰ κατενεχθῶ κατὰ προτάσεως, τυγχαιούσης τῆς ὑποστηρίξεως τῆς πλειονοψηφίας, καὶ διότι δὲν ἐσυνείθισα νὰ πολιτεύωμαι μόνον καὶ μόνον χάριν ἐπιδείξεως. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην δὲν εἶναι προσωπικὸν, εἶναι νομοθετικὸν, ἀποβλέπει τὴν θέσιν, ἀποβλέπει καὶ τὰ δικαιώματα αὐτὰ τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο, κύριοι, καίπερ ἡ συζήτησις παρετάθη πέραν τοῦ δέοντος, ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐκφράσω τὰς ἰδέας μου ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις ἐξετάζων τὸ ζήτημα, καὶ νὰ μὴ θεωρήσῃ, ὅτι θέλω οὕτω νὰ προσβάλω τοὺς ἀντιφρονοῦντας, ἢ ὅτι ἀντιποιοῦμαι θέσιν ἢ ἀξίαν ὑπερτέραν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσι τὰ ἐναντία. Ἐθεώρησα, κύριοι, καὶ θεωρῶ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ὡς μὴ συμβιβαζόμενον μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς. Διατί; διότι τὸ νομοσχέδιον ὁπωςδήποτε καὶ ἐὰν διατυποῦται, εἶναι νομοσχέδιον φορολογικὸν, νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς τὸ νὰ πλάσῃ ἓν ταμεῖον διὰ φόρων, ὅπως λαμβάνωσι συντάξεις οἱ πολιτευόμενοι. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουν, ὅτι οἱ πολιτευόμενοι δὲν προσφέρουν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν πατρίδα, ἢ ὅτι ὁ ἐργαζόμενος, διότι λέγεται πολιτευόμενος, δὲν πρέπει νὰ λαμβάνῃ καὶ τὴν ἀμοιβὴν τῆς ἐργασίας του. Ἐργάζεσθαι χάριν τῆς πολιτείας, εἶναι ὑπηρεσία, καὶ πᾶς ὁ ἐργαζόμενος πρέπει νὰ λαμβάνῃ ἀμοιβὴν, διὰ νὰ ἔχῃ τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεως, ὅπως ἐξακολουθῇ οὕτω ὑπηρετῶν τὰ κοινά. Δὲν ἀντιτάσσομαι λοιπὸν κατὰ τῆς προτάσεως, διότι θεωρῶ ἄδικον τὴν ἀξίωσιν τῶν συναδέλφων μου, ἀλλὰ διότι ὑπάρχουσι στιγμαὶ εἰς τὸν βίον τῶν ἐθνῶν, καὶ ὑπὸ τοιαύτας στιγμὰς διατελεῖ ἡ πατρὶς ἡμῶν, καθ’ ἃς πᾶσα σκέψις, ἀφορῶσα ἀποζημίωσιν προσώπου, εἶναι σκέψις, ἡ ὁποία ἀντιβαίνει εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τὴν ἐθνικὴν, ἀντιβαίνει εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, μεθ’ ὧν βαρύνονται οἱ ἀντιπρόσωποι. Ἔσχον τὴν τόλμην, κύριοι, ἥτις πολλοὺς ἐξ ὑμῶν ἐξηρέθισε καὶ ἥτις ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις, νὰ ἀρνηθῶ ψῆφον ἐπὶ τῆς συντάξεως ἀνδρὸς, ὁ ὁποῖος ἐτίμησε τὸ κοινοβούλιον καὶ ὅστις εἰργάσθη ἀτρύτως καὶ ὅσον οὐδεὶς ἄλλος ὑπὲρ τοῦ τόπου καὶ ὑπὲρ τῆς προαγωγῆς αὐτοῦ, ἔσχον τὴν τόλμην νὰ δώσω ψῆφον κατὰ καὶ ἐπὶ ἄλλης ὁμοίας φύσεως προτάσεως. Διατί; διότι, νομίζω, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἡ πατρὶς πρέπει νὰ θυσιάσῃ τὰ πάντα ὑπὲρ μιᾶς ἰδέας, καθ’ ἣν δὲν πρέπει νὰ γίνηται οὐδεμία σκέψις περὶ ἀποζημιώσεως προσώπων, ἀλλὰ δέον νὰ σκεπτώμεθα πῶς νὰ σώσωμεν τὴν πατρίδα τῆς καταισχύνης, τῆς καταστροφῆς. Τὸ ζήτημα, κύριοι, ὅπως ἐτέθη ἐνώπιον τῆς τε Ἀνατολῆς καὶ τῆς Εὐρώπης, εἶναι ἢ νὰ ὑπάρχῃ ἢ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἡ Ἑλλάς. Ὅταν δὲ τὸ ζήτημα ἐτέθη κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, δὲν εἶναι πρέπον, δὲν συμβιβάζεται μὲ τὰ καθήκοντα τῆς Βουλῆς νὰ γίνεται συζήτησις ἐπὶ πολλὰς ὥρας, ἂν πρέπῃ νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον, ὅπως προπαρασκευάσωμεν χρυσοῦν μέλλον δι’ ἡμᾶς αὐτούς. Ἐὰν ἦσαν ἄλλαι αἱ περιστάσεις τοῦ τόπου, ἐὰν ὅλοι δὲν ἀνεγνωρίζομεν μικροὶ καὶ μεγάλοι, ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῶμεν πῶς θὰ σώσωμεν ἡμᾶς ἐκ τῆς χρεωκοπίας ἐσωτερικῶς καὶ πῶς ἐξωτερικῶς νὰ προφυλαχθῶμεν κατὰ τῶν ἀπειλούντων ἡμᾶς κινδύνων, εἶχε καλῶς, ἀλλ’ εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις δὲν συμβιβάζεται μὲ τὰ καθήκοντα πρὸς τὴν πολιτείαν νὰ γίνεται σκέψις περὶ τοιούτου ζητήματος. Κύριοι, τὸ προκείμενον Νομοσχέδιον χαρακτηρίζω κατὰ δεύτερον λόγον ὡς ἄδικον· εἶναι δὲ ἄδικον, διότι πρόκειται νὰ φορολογήσῃ οὐχὶ μόνον ἐκείνους, οἵτινες θὰ συνταξιοδοτηθῶσιν, ἐὰν ὑπάρξῃ τὸ μετοχικὸν ταμεῖον, ἀλλὰ καὶ ἐκείνους, οἵτινες θὰ εἶχον τὴν ἀτυχίαν νὰ ἀποτύχωσι, καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ ἐπιτύχωσι, δὲν θὰ θελήσωσιν ἢ δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ λάβωσι σύνταξιν. Εἴπατε, ὅτι εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν ὑπάγονται καὶ οἱ ὑπάλληλοι· δὲν ἔχει οὕτω τὸ πρᾶγμα, διότι οἱ ὑπάλληλοι λαμβάνουσι μηνιαίαν ἀμοιβὴν, ἀλλ’ ὁ ὑποψήφιος, ὅστις ἀποτυγχάνει, δὲν ἀπολαμβάνει οὐδεμίαν ἀμοιβὴν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ τὸν ὑποβάλωμεν εἰς φορολογίαν, εἶναι ἄδικον, διότι δὲν συντελεῖ ἡ φορολογία αὕτη εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τοῦ ἰδίου. Πᾶς φόρος πρέπει νὰ συντελῇ εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τῆς ὅλης κοινωνίας καὶ τοῦ φορολογουμένου αὐτοῦ· ὅταν δὲ ἀποτυγχάνων τις φορολογῆται, βεβαίως ἡ φορολογία δὲν εἶναι δικαία. Ἀλλὰ, κύριοι, τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἀνταποκρίνεται καὶ εἰς τὸν σκοπὸν πρὸς ὃν ὑποβάλλεται. Τί ζητεῖται δι’ αὐτοῦ; Νὰ φθάσῃ ὁ πολιτευόμενος εἰς θέσιν τοιαύτην, ὥστε νὰ ᾖναι ἀνώτερος τῆς ἀνάγκης, ἢ τοὐλάχιστον νὰ λαμβάνῃ μίαν ἀμοιβὴν, ἡ ὁποία νὰ ᾖναι ἴση πρὸς τὰς θυσίας, εἰς ἃς ὑποβάλλεται ὁ πολιτευόμενος. Ἐλυπήθην μεγάλως, ὅταν ὡς Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως ἔθετον τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως, καὶ ἔπιπτον ὄχι μόνον ἕνεκα τῶν πλουσίων, ἀλλὰ καὶ ἕνεκα ἐκείνων, οἵτινες λέγουσι σήμερον, ὅτι μόνον οἱ πλούσιοι κατὰ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου ἔχουσιν ἀντίῤῥησιν, διότι ἐφιλοτιμοῦντο τίς περισσότερον τοῦ ἄλλου νὰ ὑποβιβάσῃ τὴν ἀποζημίωσιν τοῦ Βουλευτοῦ. Ἀλλὰ ἔπρεπε τότε νὰ ἤμεθα προμηθεῖς, καὶ ὄχι τώρα ἐπιμηθεῖς. Ὅ,τι δὲ δὲν ἠθελήσαμεν νὰ πράξωμεν τότε, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον πλαγίως νὰ πράξωμεν σήμερον καὶ μάλιστα εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις. Ζητεῖτε δὲ τί; Νὰ καταστήσητε ὑλικῶς ἀνεξάρτητον τὸν Βουλευτὴν, ἀλλὰ δὲν ἐπιτυγχάνετε τοῦτο, ἐλαττοῦντες τὰ μέσα αὐτοῦ, τὴν ἐλαχίστην Βουλευτικὴν ἀποζημίωσιν. Εἶπεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ὅτι τὰ δύο τρίτα ἔρχονται πάντοτε οἱ αὐτοὶ, ἀλλ’ ἐνδεχόμενον τοῦτο νὰ ὑπῆρξε μέχρι τοῦδε, ἀλλ’ ἐὰν θὰ ὑπάρξῃ εἰς τὸ μέλλον, εἶναι ἄδηλον. Ἐν τούτοις κατὰ τὸ Νομοσχέδιον οἱ ἐκλεχθέντες καὶ ὑπηρετήσαντες ὡς Βουλευταὶ ἐπὶ ὀκτὼ Συνόδους, θὰ λαμβάνωσι σύνταξιν ἐκ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου, ὁ δ’ ἐν ἐνεργείᾳ Βουλευτὴς, ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ ὁποίου δέον νὰ προνοήσητε, θὰ ᾖναι εἰς τὴν αὐτὴν πάντοτε θέσιν. Τὸ ζήτημα θὰ λυθῇ διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς ἀποζημιώσεως, ὅπερ δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἢ ἀναθεωροῦντες τὸ Σύνταγμα, καὶ εἷς τοῦτο δέον νὰ στρέψωμεν ὅλας τὰς σκέψεις ἡμῶν. Τότε καὶ μόνον θὰ δυνηθῆτε νὰ ἐπιτύχητε νὰ μὴ ἦσθε οἱ ἔσχατοι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουν ἀποζημιώσεις ἀπὸ τὸ Κράτος, καί τοι προσφέρετε ὑπηρεσίαν, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι διὰ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος θὰ δυνηθῆτε νὰ κατορθώσητε ὅ,τι ζητεῖτε. Ὑποβάλλω δ’ ὑμῖν καὶ τὴν παρατήρησιν, ὅτι μετ’ ὀλίγον θὰ στραφῶμεν πρὸς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, διὰ νὰ πορισθῶμεν τὰ πρὸς ἀπότισιν τῶν Βουλευτικῶν συντάξεων μέσα, διότι τὰ εἰσπραττόμενα δὲν θὰ ὦσιν ἱκανὰ πρὸς τοῦτο. Τί θὰ εἰσπράξωμεν, κύριοι, κατὰ τέσσαρα ἔτη; Ἔχομεν 200 Βουλευτὰς, ἂς ὑποθέσωμεν δὲ, ὅτι εἶναι τριπλάσιοι οἱ ἐκτιθέμενοι· ἐκ τῶν 600 λοιπὸν θὰ εἰσπράξωμεν 120 χιλιάδας δραχμὰς, ἐξ ἐκείνων δὲ, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπιτύχουν 160 χιλ, ὥστε θὰ ἔχωμεν τὸ ὅλον 280 χιλ. δραχμὰς καθ’ ὅλην τὴν τετραετίαν. Τὸ ταμεῖον αὐτὸ δὲν θὰ ἔχῃ ἔξοδα διοικήσεως;

§168ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.

§169ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἂς ὑποθέσωμεν καὶ αὐτό. Νομίζετε, ὅτι μὲ αὐτὸ τὸ ποσὸν ἠμπορεῖτε νὰ δώσητε συντάξεις εἰς τοὺς Βουλευτάς; δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ, εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν τοὺς Βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχουν ἤδη κεκτημένα τὰ προσόντα, καὶ θὰ ἰδῆτε, ὅτι θὰ ἦναι πολὺ περισσότερον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ λαμβάνουν οἱ ἔχοντες τὰ προσόντα, καὶ τότε θὰ ἀναγκασθῶμεν, διὰ νὰ σώσωμεν τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος, ν’ ἀντλήσωμεν, μέσα ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν θ’ ἀποφύγωμεν τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν αὐξήσωμεν τότε τὴν ἀποζημίωσιν τῶν Βουλευτῶν, τότε θὰ φθάσωμεν νὰ ἔχωμεν συνταξιούχους Βουλευτὰς, καὶ Βουλευτὰς λαμβάνοντας γενναίαν ἀποζημίωσιν. Ἀλλὰ ποῦ ἀγόμεθα τότε, κύριοι; Ἡ τοιαύτη κατάστασις, κύριοι, δὲν θὰ ἦναι εὐάρεστος διὰ τὸν τόπον. Ἐπιτραπήτω μοι ἐν τέλει νὰ παρατηρήσω καὶ εἰς τοὺς ὑποβαλόντας τὸ νομοσχέδιον καὶ εἰς αὐτὸν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος υἱοθέτησε τὸ νομοσχέδιον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀπαράδεκτον ὡς ἀντισυνταγματικὸν, ἐκτὸς ἂν οἱ Ὑπουργοὶ θέσουν τὴν ὑπογραφήν των κάτωθεν αὐτοῦ καὶ τὸ παρουσιάσωσιν ὡς ὑπουργικὸν νομοσχέδιον. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι φορολογικὸν, καὶ εἶναι φορολογικὸν, ὅπως ἀπονεμηθῇ σύνταξις εἰς τοὺς Βουλευτάς· κατὰ τὴν ῥητὴν δὲ διάταξιν τοῦ Συντάγματος πᾶσα πρότασις, ἡ ὁποία ἀφορᾷ σύνταξιν δι’ οἱονδήποτε πρόσωπον, εἶναι πρότασις, μὴ ὑπαγομένη εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Βουλευτῶν, καὶ δύναται νὰ ὑποβληθῇ μόνον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ἂν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ αὔριον νὰ ὑποβάλῃ ἓν νομοσχέδιον τοιοῦτον ἢ οἱονδήποτε ἄλλο, ἠμπορεῖ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ὡς ὑπεβλήθη καὶ διετυπώθη, εἶναι ἀπαράδεκτον. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς προτείνω τὴν ἀπόῤῥιψιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὡς ἀπαραδέκτου καὶ ὡς μὴ συμφώνου πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς καὶ πρὸς τὸ δίκαιον.

§170ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Κύριοι, σέβομαι βεβαίως, καὶ ὀφείλομεν ἡμεῖς οἱ νεώτεροι νὰ σεβώμεθα καὶ μετὰ ζηλοτύπου πραγματικῶς ἐκτιμήσεως νὰ ἀναγνωρίζωμεν τὰς ἐκδουλεύσεις τῶν γηραιῶν πολιτευομένων, καὶ κατὰ τοῦτο συμφωνῶ πληρέστατα μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ. Δὲν δύναται ὅμως ἡ ἀναγνώρισις αὕτη τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτευομένων νὰ μὲ πείσῃ νὰ ψηφίσω νομοσχέδιον, ὅπερ, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, ἀντίκειται καὶ εἰς τὴν λογικὴν καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα. Εἰς τὴν λογικὴν ἀντίκειται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ ὀλίγα θέλω εἴπει περὶ τούτου, διότι ἀρκούντως καὶ σαφῶς διεπραγματεύθη τὸ θέμα ὁ ἀξιότιμος κ. Καλλιγᾶς, διότι κυριώτερος, καθὼς εἴδετε, πόρος ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ διὰ τὴν σύστασιν τοῦ μετοχικοῦ ταμείου εἶναι αἱ 200 δραχμαὶ, αἱ λαμβανόμεναι παρ’ ἑκάστου τῶν ὑποψηφίων βουλευτῶν, τουτέστι φορολογοῦνται πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν, οὕτως εἰπεῖν, τῶν κερδῶν δὲν θέλουσι λάβει μέρος. Εἶναι λοιπὸν προφανῶς φορολογικὸν καὶ ἄδικον τὸ νομοσχέδιον, εἶναι δὲ καὶ ἀντισυνταγματικόν· καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἐν τῷ μέσῳ τοῦ λόγου του εἶπεν, ὅτι ἤθελε θεωρήσει ἑαυτὸν εὐγνώμονα πρὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θὰ τῷ ἀπεδείκνυεν, ὅτι ὁ νόμος οὗτος ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα. Δὲν πράττω τοῦτο βεβαίως, διὰ νὰ ἐπισύρω τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὀφείλω ὅμως νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι, ψηφίζουσα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ψηφίζει, κατ’ ἐμέ, νομοσχέδιον ἄντικρυς εἰς τὸ Σύνταγμα ἀντικείμενον. Ἀντίκειται δὲ εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι κατὰ τὸ 70 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος βουλευτὴς ἐκλέγεται ἐκεῖνος, ὅστις κατάγεται ἐκ τῆς ἐπαρχίας, ἐν ᾗ ἐκλέγεται ἢ εἶναι ἐν αὐτῇ ἐγκατεστημένος πρὸ διετίας καὶ ἔχει τὰ παρὰ τοῦ νόμου τοῦ ἐκλογικοῦ ἀπαιτούμενα προσόντα. Τὸ πρωτοδικεῖον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀνακηρύξῃ τοὺς ὑποψηφίους τοὺς προτεινομένους, δὲν ἔχει νὰ ἐξετάσῃ οὐδένα ἕτερον νόμον πλὴν τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ ἐκλογικοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον καὶ μόνον ῥητῶς τὸ Σύνταγμα παραπέμπει. Κατὰ τὸν ἐκλογικὸν νόμον διὰ ν’ ἀνακηρύξῃ τὸ Πρωτοδικεῖον τὸν ὑποψήφιον ὡς τοιοῦτον, θὰ ἰδῇ ἐὰν φέρῃ ἡ ἀναφορά του τὰς νενομισμένας ὑπογραφὰς καὶ ἂν κατέβαλε τὰς 200 δραχ. εἰς τὸ ταμεῖον διὰ τὰ ἐκλογικὰ εἴδη. Δὲν ἔχει τίποτε ἄλλο νὰ ἐξετάσῃ, οὐδένα ἄλλον νόμον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ἐκτὸς ἐὰν ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑποβάλῃ ταυτοχρόνως μετὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τροποποίησιν τοῦ ἐκλογικοῦ Νόμου, διότι δὲν ἀρκεῖ ὁ Νόμος ὁ ψηφιζόμενος, ἀπαιτεῖται νὰ τροπολογηθῇ ὁ ἐκλογικὸς Νόμος συμφώνως πρὸς τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ δυνηθῇ τὸ Πρωτοδικεῖον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸν Νόμον τοῦτον. Διὰ ταῦτα νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀποῤῥιπτέον, ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ πραγματευθῶ ἄλλοτε ἐκτενέστερον τὰ κατ’ αὐτό.

§171Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Κύριε πρόεδρε, μετὰ σύντονον προσοχὴν τεσσάρων καὶ ἐπέκεινα ὡρῶν, πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ διατάξῃ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως δι’ αὔριον· ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω δύο τρεῖς ὥρας, εἶναι σοβαρὸν καὶ σπουδαῖον τὸ ζήτημα· ὑπάρχουν λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἐνδέχεται νὰ ἀτιμασθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλή. Μὴ σπεύδετε λοιπὸν νὰ πάρετε αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ἐξ ἐφόδου (θόρυβος)· ἐξ ἐφόδου εἶναι αὐτὸ, διότι τὴν πρώτην φορὰν εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν εἴπατε, ἂς μὴ ἀντιτείνῃ οὐδεὶς, καὶ εἰς τὴν δευτέραν ὁμιλεῖτε· ἔρχεται ἡ δευτέρα, ὄχι, εἰς τὴν τρίτην.

§172ΤΙΝΕΣ. Τώρα, τώρα.

§173ΕΤΕΡΟΙ. Αὔριον, αὔριον.

§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζεται ἡ πρότασις τοῦ κ. Ἰακωβάτου ἀπὸ δέκα; (ἐγείρονται πολλοί). Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἰακωβάτου νὰ ἐγερθῶσι (τὸ ἀποτέλεσμα ἀμφίβολον). Θὰ ἐρωτήσω τὸ ἀντίστροφον: οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πολλοί). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.

§175ΠΟΛΛΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. (Ἐνταῦθα τελεῖται ψηφοφορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν, καθ’ ἣν 85 μὲν ἐψήφισαν κατὰ τῆς ἀναβολῆς, 65 δὲ ὑπὲρ αὐτῆς).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Λεωνίδας Μελετόπουλος ΝΛεωνίδ. Καρυστινάκης Ν
Ἰωάν. Μεσσηνέζης ΝΝικόλ. Μαυροκορδάτος Ν
Παντολ. Λογιωτατίδης ΝΜιχαὴλ Δ. Καΐρης Ο
Γεώργ. Τσώκρης Κωνστ. Ἰω. Φλέσσας
Ἄγγελος Γεωργαντᾶς Δημ. Τζάνες
Γεώρ. Παππαλεξόπουλος Δημ. Κάρτσωνας Ο
Ἀνδρ. Ψύλλας ΝἈντών. Χατζηνικολῆς
Δημήτρ. Ῥάλλης ΝἈλέξ. Ἀντωνιάδης Ν
Δημήτρ. Ν. Καλλιφρονᾶς ΟΓεώρ. Καραβᾶς Ο
Τιμολέων Φιλήμων ΟἸωάν. Πεζᾶς Ν
Παῦλος Καλλιγᾶς ΝΓεώρ. Παππαγεωργίου Ν
Δημήτρ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΝἈνδρ. Ἱερομνήμων Ν
Ἀλέξανδρ. Γ. Σκουζές ΝΣτυλιανός Βάλληνδας
Ἀθανάσιος Κατσανδρῆς Νικόλ. Βασιλάκης Ν
Βλάσης Βαλτινός Ἀντών. Παλατιανός Ν
Ἀθανάσιος Ἴσκος Ἰάκωβος Πολυλᾶς Ν
Δ. Γρίβας Ἀναστ. Δημητριάδης Ο
Γ. Γεροθανάσης ΟΔημήτρ. Σταυρόπουλος
Χρ. Κατσικογιάννης ΟΣπυρ. Α. Νοταρᾶς Ο
Βασίλ. Νικολόπουλος Ἰω. Δεληγιάννης Ο
Κ. Πλαπούτας Ἀνδρ. Νοταρᾶς
Ἰωάννης Ῥοϊλός Ν. Βαλσαμάκης
Γεώργ. Μπούκουρας ΟΠ. Βενιεράτος
Θεόδ. Δηλιγιάννης Σπ. Μοντεσάντος Ν
Κωνστ. Μαντζουράνης Δ. Μηλιαρέσης
Κ. Κοσσονάκος ΟΣπυρ. Κοντολέων Ο
Π. Πετροπουλάκης Π. Κορωναίος
Ἰωάν. Ἀνδρίτσος ΟΣτυλ. Κασιμάτης Ν
Κ. Ἀναγνωστόπουλος ΟΘεόδ. Θερμογιάννης Ν
Ἰωάν. Γ. Κότταρης ΟἈντών. Καρδαρᾶς Ο
Ν. Παπαμιχαλόπουλος Δημήτρ. Σταματόπουλος
Νικόλ. Θ. Ῥίτσος ΟΘ. Καλλίτσης ἢ ΜαρούληςΝ
Ἰω. Καπιτσίνης ΟἸωάν. Βαλασσόπουλος
Γ. Μίλησης ΟΝικήτ. Βαρβιτσιώτης Ο
Ἰω. Κ. Ζέρβας ΟἈριστ. Τζιβανόπουλος
Γεώργ. Ζηνόπουλος ΟἈναστ. Κορφιωτάκης
Δημ. Χατζόπουλος ΝΔημήτρ. Δημητρακάκης Ο
Δ. Βουλπιώτης ΝΔημήτρ. Μελετόπουλος
Σπ. Καραϊσκάκης Γ. Λάππας
Σπυρ. Ῥώμας ΟἈναστ. Κουτσοπέταλος Ο
Κ. Λομβάρδος ΝΝικόλ. Μπουφίδης
Ἀναστ. Λούντζης ΝΣ. Βαλαωρίτης
Ἰω. Νέγκας ΟΞενοφῶν Βαλαωρίτης
Ἰωάν. Βοῦλτσος ΟΓερ. Σέρβος Ν
Γεώργ. Κρεστενίτης ΝΔημήτρ. Τσαμόπουλος Ο
Στέφ. Στεφανόπουλος ΟἈριστ. Ῥούκης Ο
Αὐγ. Πετραλιᾶς ΟΔημ. Παπαλουκᾶς Ν
Ἀνδρ. Αὐγερινός ΟΧ. Χριστόπουλος Ο
Γ. Παππακυριακόπουλος ΝἈλέξ. Πετρινὸς Ν
Θεμ. Δαραλέξης ΟἈναστ. Σεχιώτης Ο
Σπυρ. Κουκούλεζας ΟἸω. Ταμπακόπουλος Ο
Γώργ. Πατούσης ΝΚωνστ. Ῥεβελιώτης Ν
Παναγ. Οἰκονόμου Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος Ο
Πέτρος Α. Ζάνος ΟἨλίας Κοσσονάκος Ο
Νικόλ. Νομικός ΝἈθαν Κατριβάνος Ο
Νικήτας Α. Συνοδινός ΟΒασίλ. Βούτουνας Ο
Δημοσθένης Στάϊκος ΟΣτέφανος Δραγούμης Ο
Κωνστ. Πεταλᾶς ΟΔημήτρ. Πάγκαλος Ο
Ἀριστ. Οἰκονόμου ΝΓεώρ. Σταμούλης
Ἀλέξ. Φωτήλας Σπ. Ζερβός Ο
Ἀθαν. Γ. Πετιμεζᾶς ΟΘεόδ. Ζερβός Ν
Σωτ. Ν. Πετιμεζᾶς Χαρίλ. Τρικούπης Ν
Θρ. Ζαΐμης ΟΝικόλ. Μακρῆς Ο
Περικλ. Γ. Πεῤῥωτὴς ΟΓεώρ. Τσάλας Ν
Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος Νικ. Καράπαυλος Ο
Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος ΟΔημήτρ. Τριγγέτας
Περικλῆς Μποῦτος ΟἈθ. Μισυρλῆς
Σπήλ. Ἀντωνόπουλος Εὐάγ. Ἀντύπας Ο
Γ. Προβελέγιος ΝΓ. Φλωριᾶς Ν
Δημ. Κυριακίδης ΟἈναστ. Ζερβός Ο
Ἔλευθ. Μυκώνιος ΟΜιχαὴλ Σκαβέντζος Ν
Κωνστ. Κρίσπης ΟΓεώργ. Κ. Ῥεμπάκης Ν
Μιλτιάδης Βαρότσης ΟΠαντελῆς Μπούμπουλης Ο
Ν. Γ. Καλαντζόπουλος ΝΓεώρ. Λεωνίδας Ο
Γεώρ. Σισμάνης ΟἸωάν. Γρυπάρης Ν
Ἀθ. Ῥοντήρης ΟΠαντιᾶς Καράλης Ν
Κωνστ. Φαρμακόπουλος ΟΣτέφανος Σκουλούδης Ν
Κ. Εὐθυμιόπουλος ΟἸω. Δούμας Ν
Ἀλέξ. Πετσάλης ΝἸω. Ζαλλώνης
Τηλέμαχος Ῥούκης ΟΓρηγ. Μαυρομαρᾶς Ο
Κυριακ. Μαυρομιχάλης ΟΝικόλ. Δρόσος Ν
Δημήτριος Σαράβας ΝΣωτήρ. Σωτηρόπουλος
Ἀντ. Μαυρομιχάλης ΝΘ. Μ. Ἀναστασόπουλος Ο
Ἰω. Γερ. Μαυρομιχάλης ΟΚανάρης Γιαλιᾶς Ν
Ἀσημ. Χριστόπουλος ΝΓεώρ. Πατρίδης Ο
Ν. Λαμπρούλιας ΟΓεώρ. Στάϊκος
Ζ. Α. Ζαρειφόπουλος ΟἸωάν. Μεγαπάνος Ο
Ἀναστ. Δ. Νικοκάβουρας ΟΓ. Σ. Κοριζῆς Ο
Π. Κωσταντᾶς ΟΧριστόδ. Α. Δουζίνας Ν
Θεόφιλος Π. Προβατᾶς Γεώρ. Δ. Βούλγαρης
Γεώργ. Ἰακωβάτος ΝἜπαμ. Α. Κριεζής Ν
Χαράλ. Ἰακωβάτος ΝΘεόδ. Ν. Γκίκας Ο
Νικόλ. Ἰακωβάτος Λεωνίδας Τράκας Ν
Νικόλ. Κάγκας ΟἈθανάσιος Χατζόπουλος
Εὐθ. Κεχαγιᾶς ΝΚωνστ. Χατζῖσκος Ο
Π. Τσαμάλας ἢ Παπακώστας Δημήτρ. Ζουλούμης
Α. Σιμόπουλος ΝΝικ. Εὐαγ. ΚοντογιάννηςΝ
Λ. Καραλίβανος ΟἈλέξ. Οἰκονόμου
Γ. Ῥοῦφος ΝΘεόδ. Φλογαΐτης Ν
Α. Ῥικάκης ΟΒασίλ. Βουδούρης
Ἀριστομ. Κοντογούρης ΝΜιχαὴλ Ἀβέρωφ
Δ. Πατρινός Κωνστ. Ν. Παππανικολῆς Ο
Περικλῆς Καλαμογδάρτης ΝΔημοσθ. Βρατσάνος Ν
Νικόλ. Κουμανιώτης Ν

§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸς ἐξέτασιν τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης παρακαλῶ τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν πενταμελῆ ἐπιτροπὴν κκ. Μεσσηνέζην, Μαυρομιχάλην, Σ. Βαλαωρίτην καὶ Σκουζὲν νὰ συνέλθωσιν εἰς τὰς 10 αὔριον εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἵνα συνεργασθῶμεν, διότι θὰ λάβω καὶ ἐγὼ μέρος εἰς τὴν ἐργασίαν αὐτήν. Ὁ κ. Ἰακωβάτος ἔχει τὸν λόγον.

§177Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἡ ἱστορία τοῦ νομοσχεδίου τούτου χρονολογεῖται ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, ἀφ’ ὅτου ἐγεννήθη τὸ σύνταγμα τοῦ 1845, διότι ὅσοι ἤθελον τὸ σύνταγμα τοῦ 1843, ἐκεῖνοι καὶ ἤρχισαν νὰ τὸ ἐπιβουλεύωσι.

§178ΡΟΥΦΟΣ. Ἦσαν ὁ Τρικούπης καὶ ὁ Μαυροκορδάτος τότε.

§179Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Μέλος διαφόρων Βουλῶν τῆς Ἑπτανήσου, μέλος τῆς ἐθνοσυνελεύσεως τῶν 1862 καὶ 1864, μέλος ἀκολούθως διαφόρων Βουλῶν ἑλληνικῶν, ἐγὼ εἶχον τὸ δικαίωμα κεκτημένον σήμερον νὰ καταθέσω ὀλίγας δραχμὰς, καὶ μὲ αὐτὰς νὰ ἀποιτήσω τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεώς μου, καὶ ἐν τοσούτῳ ἐγὼ ἀγορεύω κατὰ τοῦ συμφέροντός μου. Καὶ ἐδῶ στέκει ἡ ἐπιβουλή· ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπε: δὲν βλέπω εἰς τί ἀντίκειται εἰς τὸ σύνταγμα. Καὶ πραγματικῶς οὐδεὶς ἀνέφερε τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα τοῦ συντάγματος, τὰ ὁποῖα παραβαίνει αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον. Διὰ τοῦτο ἐγὼ μὲ τὸ σύνταγμα ἀνὰ χεῖρας θέλω ἀποδείξει πόσον εἶναι ἀντισυνταγματικόν. Καὶ εἴθε μόνον νὰ ἦτο ἀντισυνταγματικὸν, ἀλλὰ καθαιρεῖ τὴν Βουλὴν, περιορίζει τοὺς ὑποψηφίους, καταστρέφει τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν Βουλευτῶν, καθιστᾷ αὐτοὺς ὑπαλλήλους, καὶ ὑπαλλήλους μὲ τὴν ἀδικίαν τῶν ἄλλων, εἶναι νομοσχέδιον ἐναντίον τῆς ἠθικῆς, εἶνε νομοσχέδιον τοκογλυφικόν (ἱλαρότης). Ἔπρεπε νὰ συγχωρήσητε τὴν ἀνάπτυξιν δι’ αὔριον, διότι τώρα οἱ περισσότεροι Βουλευταὶ οἴχονται. Νομίζετε, κύριοι, ὅτι ἔχομεν δικαίωμα νὰ νομοθετήσωμεν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον; ὄχι, διότι εἴμεθα ἐνάγοντες, διάδικοι, κριταὶ, δικασταὶ καὶ ἐκτελεσταὶ εἰς τὴν ἰδίαν ἡμῶν ὑπόθεσιν. Εἴδετε ἀκόμη τὴν ὄψιν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει αὐτὸ τὸ αὔθαδες νομοσχέδιον; ἔχω δικαίωμα νὰ τὸ ὀνομάσω αὔθαδες, διότι γνωρίζω τὴν πηγὴν, καὶ δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀγνοῆτε· ἡ συνέχειά του εἶναι ἀπὸ τοῦ 1843. Σᾶς εἶπον, ὅτι τῷ 1865 καὶ 1866 ἐπροτάθη ῥητῶς σύνταξις διὰ τοὺς Βουλευτὰς καὶ σχεδὸν παμψηφεὶ τὸ ἐδέχθησαν, ὅτε ἐγὼ ἀναστὰς ἐπέπεσα τόσον λάβρως, ὥστε ἡ Βουλὴ ἐντράπη καὶ τὸ ἐγκατέλιπε. Σήμερον αὐτὸ ἐνδέχεται ὁ προτείνας νὰ μὴ τὸ γνωρίζῃ, διότι, ὅταν ἡμεῖς ἐπολιτευόμεθα πρὸ ἡμίσεως σχεδὸν αἰῶνος, αὐτὸς ἐθήλαζεν, ἢ ἦτον εἰς τὰ σπάργανα. Πῶς θέλετε λοιπὸν οἱ Βουλευταὶ νὰ νομοθετῶσιν ἐν τῇ ἰδίᾳ αὐτῶν ὑποθέσει; Τοῦτο μοῦ ἐνθυμίζει ἕνα κωμικώτατον· ἑνωθείσης τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, συνεστήθησαν τὰ δημοτικὰ συμβούλια· ἡ πρώτη πρᾶξις τῶν χωρικῶν ἦτο νὰ νομοθετήσωσι διὰ ψηφίσματος τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου μισθὸν διὰ τὸν ἑαυτόν των (ἱλαρότης)· αὐτὸ τὸ παράδειγμα παριστᾷ σήμερον ἡ Βουλή. Πῶς δὲ εἶναι ἀπαράλλακτον; ὁ λόγος εἶναι προφανής· ἡμεῖς εἴμεθα οἱ Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ὀφείλομεν, ἔχομεν δικαίωμα νὰ ὠφεληθῶμεν ἀπ’ αὐτὴν τὴν σύνταξιν, οἱ ὁποῖοι νομοθετοῦμεν ὑπὲρ ἡμῶν αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο οἴκοθεν καὶ ῥιζικῶς εἶναι ἄκυρον καὶ ἀπαράδεκτον, διότι οὐδεὶς πρέπει νὰ ἦναι δικαστὴς ἐν τῇ ἰδίᾳ αὑτοῦ ὑποθέσει. Ἂν τὸ παραδεχθῆτε, θέλετε ἀκούσει ἔπειτα ὅλον τὸν τύπον τῆς Ἑλλάδος, τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, τὸν ξένον τύπον, νὰ εἴπῃ; ἰδοὺ ὁποία εἶναι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ, ἀναξία πάσης ἐλευθερίας, διότι τὴν Βουλὴν αὐτὴν τὴν κατέστησαν μπακάλικον. Τί θὰ ἀπαντήσωμεν εἰς τοὺς ξένους καὶ εἰς τοὺς Ἑλληνικοὺς λαοὺς, οἱ ὁποῖοι θὰ μᾶς εἴπουν, ὅτι ἐστείλαμεν τοὺς ἀντιπροσώπους μας, καὶ ἡ πρώτη, ἡ μόνη, ἡ τελευταία αὐτῶν φροντὶς ἦτο νὰ ἑτοιμάσουν τράπεζαν διὰ τὸν ἑαυτόν των. «Κάμω γάμον φᾶν παιδιά μου, φάω γὼ καὶ ἡ φαμελιά μου».

§180ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἡ ἀποζημίωσις τῶν 1866;

§181ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Αὐτὸ εἶναι χρέος, ἐγὼ εὔχομαι νὰ πληρώνῃ ἡ Κυβέρνησις τὰ χρέη της, καὶ ἔπειτα δέκα ἔτη παρῆλθον καὶ δὲν ἔλαβον τίποτε, καὶ δὲν ἐζήτησα, ἀλλὰ ἅμα ζητῇ ὁ δεῖνα καὶ ὁ δεῖνα, πρέπει νὰ ταχθῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὴν αὐτὴν μοῖραν μετ’ αὐτῶν· μάλιστα ἡ Κυβέρνησις οἴκοθεν κατέθεσεν εἰς τὸ κεντρικὸν ταμεῖον τὰ ἐντάλματά μου. Διατί ἡ Βουλὴ θέλει νὰ λησμονήσῃ τὸ 21 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, καὶ ἰδοὺ τοῦτο «Οὐδεμία πρότασις ἀφορῶσα αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ μισθοδοσίαν ἢ σύνταξιν, ἢ ἐν γένει δι’ ὄφελος προσώπου, πηγάζει ἐκ τῆς Βουλῆς.» Εἶναι ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν προσώπων αὐτῶν ῥητῶς, καὶ δὲν ἠμπορεῖ οὔτε ἀπὸ ἕνα Βουλευτὴν, οὔτε ἀπὸ ὅλην τὴν Βουλὴν νὰ προταθῇ· ἀλλὰ αὐτὸ δὲν τὸ εἴχετε ὑπ’ ὄψιν, ὅταν μετὰ τόσης χαρᾶς παρεδέχεσθε αὐτὸ τὸ Νομοσχέδιον εἰς πρώτην συζήτησιν· ἡ ἐπιβουλὴ συνίσταται εἰς τοῦτο· ἤθελεν ὁ ἐπίβουλος ἐκεῖνος, ὅστις ἐνέπνευσε πρὸ πολλῶν ἐτῶν τὴν τοιαύτην ἰδέαν, ἤθελε νὰ θέσῃ τοὺς Βουλευτὰς μεταξὺ τοῦ συμφέροντος καὶ τῆς συνειδήσεως καὶ τιμῆς των, τοῦτο εἶναι τὸ ἐπίβουλον. Ὅτι δὲ εἶναι αὐτὸς ὁ σκοπὸς φαίνεται ἀπὸ τὴν ὑπερβολικὴν σύνταξιν, ἡ ὁποία διορίζεται, καὶ διὰ τοῦτο τὸ εἶπον τοκογλυφικόν, διότι ἠξεύρετε πόσον ἀντιστοιχεῖ εἰς τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον καταθέτει; 30% καὶ ἔπειτα ἔρχεσθε νὰ κατηγορῆτε ἕνα δυστυχῆ ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἔχει 1,000 δραχμὰς καὶ τὰς τοκίζει 12, 18, 24%, ἀφοῦ ἡμεῖς οἱ ἴδιοι εἴμεθα τοκογλύφοι· ὅταν καταθέτωνται 3 ἢ 4 χιλιάδες δραχμαὶ εἰς τὸ ταμεῖον, πέρνομεν κατ’ ἔτος δύω χιλιάδας, καὶ αὐτὸ νὰ ἐκτείνητε.... εἰς ποίους; καὶ εἰς τοὺς Ὑπουργούς. Δείξατέ μοι ἕνα ἄλλο ἔθνος συνταγματικὸν, τὸ ὁποῖον νὰ ἐνομοθέτησε τοιοῦτον νόμον. Δὲν ὑπάρχει οὔτε εἰς τοὺς ἀντίποδας, οὔτε εἰς τὴν Εὐρώπην· ἀληθεῖς δὲ ἀντίποδες εἶσθε σεῖς, οἱ ὁποῖοι παραδέχεσθε τοιοῦτον Νομοσχέδιον. Κάμετε παρακαλῶ τὸν λογαριασμὸν, διότι πλέον δὲν παρίσταμαι ἐνώπιον τῆς μεγαλειότητος τῆς Βουλῆς, παρίσταμαι ἐνώπιον ἑνὸς μπακάλικου, ὅπου πρέπει νὰ κάμωμεν τὸν λογαριασμόν. Ὁ ὑποψήφιος καταβάλλει 200 δραχμὰς διὰ τὰ ἐκλογικὰ εἴδη, φορολογία· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἤμην παρὼν διὰ νὰ ἐναντιωθῶ, ἀλλ’ εἶναι φορολογικώτατον τὸ νὰ πληρώνῃ τις τὰ εἴδη τὰ ἐκλογικὰ, νὰ ἐξαρτᾶται τὸ Σύνταγμα, διὰ νὰ ἐνεργηθῇ ἀπὸ ἕνα νόμον ἐφήμερον, ὁ ὁποῖος πότε τὰ ἀναβιβάζει εἰς 100, πότε εἰς 200 καὶ πότε ἠμπορεῖ νὰ τὰ ἀναβιβάσῃ εἰς 1,000 δραχμάς. Ἔστω, ἐγένετο, τὰ ἐκλογικὰ εἴδη τὰ ἐπλήρωσεν ὁ ὑποψήφιος. Δότε εἰς αὐτὸν τὴν κάλπην καὶ τὰ λοιπὰ ἐκλογικὰ εἴδη, τὰ ὁποῖα ἐπλήρωσεν, ὄχι νὰ τὰ μεταχειρισθῆτε ἐκ νέου, διὰ νὰ φορολογήσητε νέους ὑποψηφίους, καὶ μὲ τὸν αὐτὸν δόλον νὰ ψαρεύητε αἰωνίως. Δὲν εἶναι ὀρθὸν, ἀλλά, καθὼς προεῖπον, ἐγένετο. Σήμερον τί νομοθετεῖτε; ἐν καιρῷ ἐκλογῶν νὰ καταβάλῃ καὶ ἑτέρας 200 δραχμάς, καὶ ἐὰν δὲν πιστοποιῆται αὐτὸ ἐνώπιον τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν, αὐτὸς δὲν γίνεται Βουλευτής. Καὶ ποῖος ἔδωκε δικαίωμα εἰς ἡμᾶς νὰ περιορίσωμεν ἐκεῖνον τὸν Νόμον τὸν ἐκλογικὸν, ὅστις ἀπεφάσισε μὲ ποῖα προσόντα πρέπει νὰ παρουσιάζηται ὁ ὑποψήφιος; Ἀλλὰ, λέγετε, ἔχομεν δικαίωμα νὰ ὁρίσωμεν· πολὺ καλὰ, ὁρίσατε, πλὴν, σᾶς παρακαλῶ, νὰ βάλητε 10,000 διὰ τοὺς ὑποψηφίους. Τὸ 10,000 δραχμὰς ἰσοδυναμεῖ μὲ τὴν ἀπαγόρευσιν, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον ἐγὼ πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὁ Νόμος αὐτὸς εἶναι καθαιρετικὸς τοῦ ἐκλογικοῦ Νόμου· δὲν θέλει ἐκλογὰς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐνέπνευσεν αὐτὴν τὴν ἰδέαν.

§182ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἀφοῦ παραδέχεται 200 τώρα, αὔριον ἠμπορεῖ νὰ βάλῃ 1,000 ἢ 1,500.

§183Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Βεβαίως ὁ Νόμος λέγει (διὰ νὰ κάμω εὐληπτοτέραν τὴν ἰδέαν, τὴν παραλληλίζω πρὸς τὰ δικαστικὰ), καὶ ὅτι δύναται κατηγορούμενός τις ὑπόδικος νὰ ἀπολύεται δι’ ἐγγυήσεως. Αὐτὸ παρουσιάσθη εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ εἶναι περιώνυμον, ἀλλὰ τί ἐννοεῖ ὁ Νόμος; νὰ δώσῃ μίαν ἀνάλογον ἐγγύησιν κατὰ τὴν κατάστασίν του καὶ κατὰ τὸ ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον διέπραξεν. Ἐὰν ὅμως ὁ ἀνακριτὴς ἢ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἢ τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἀπολύει αὐτὸν τὸν προφυλακισμένον διὰ πταῖσμα ἢ καὶ διὰ πλημμέλημα, ἐὰν δὲν δώσῃ ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν, τότε καταργεῖ τὸν Νόμον. Οὕτω καὶ ἐδῶ, πόσα θὰ ἐπιβάλῃς 1000 δραχμὰς ἢ 500 ἢ 200 ἐν καιρῷ ὑποψηφιότητος; Εἰς τὴν ἀρχὴν γνωρίζομεν, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις, ὅταν φορολογοῦν, ἀρχίζουν ἀπὸ μικρὰ, διότι ἀφοῦ καθιερωθῇ ἡ ἀρχὴ, ὅτι δύνανται νὰ φορολογήσουν, ἐννοεῖται, ὅτι ἀκολούθως τὸ ἐκτείνουν. Ὁ νόμος αὐτὸς καταργεῖ καθ’ ἑαυτὸ τὴν ἐλευθερίαν τῶν ὑποψηφίων. Ἐὰν ἔλεγεν, ὅτι μετὰ τὰς ἐκλογὰς αὐτὰς τὰς 200 δραχ. τὰς ὁποίας ἐπλήρωσε διὰ τὰ ἐκλογικὰ εἴδη ὁ ὑποψήφιος, νὰ προσφέρῃ ἑτέρας 200 δρ., ὑπομονή. Ἐὰν πρόκηται νὰ ἐκλεχθῶσι δύω ὑποψήφιοι, καὶ συναγωνίζονται 22, τότε 20 φορολογοῦνται ἀδίκως, καὶ ποῖος θὰ ὠφεληθῇ, ἢ ὁ ἐπιτυχὼν Βουλευτὴς, ἐὰν ζήσῃ, ἢ ἄλλοι ἀπὸ ἄλλην ἐπαρχίαν. Εἶναι αὐτὸ δικαιοσύνη, καὶ μάλιστα πολιτικὴ δικαιοσύνη; Δὲν εἶναι. Ποῖον δὲ τὸ ἄμεσον ἀποτέλεσμα αὐτοῦ τοῦ νόμου τοῦ φορολογικοῦ καὶ τοκογλυφικοῦ; Τὸ ἄμεσον ἀποτέλεσμα εἶναι τοῦτο, ὅτι οὐδεὶς θὰ ἔλθῃ νὰ συναγωνίζηται ὅταν ὑπάρχουν δύω ἰσχυροὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἰσχυροὶ δηλαδὴ ἢ δι’ ὑπόληψιν, ἢ διὰ πλοῦτον, ἢ διὰ συγγενείας ἢ καὶ δι’ ἄλλους λόγους, καὶ ἑπομένως τί γίνεται ἡ Βουλή; Ἡ Βουλὴ θέλει σύγκεισθαι ἐξ ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους προσδιορίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι σὺ καὶ σὺ νὰ ἐξέλθητε Βουλευταὶ, διότι συναγωνισμὸς δὲν θὰ ὑπάρχῃ. Καὶ ποῖος πλέον θὰ συναγωνισθῇ ἐναντίον ἑνὸς Α. Μαυροκορδάτου, ἐναντίον ἑνὸς Δεληγεώργη, ἐναντίον ἑνὸς Δεληγιάννη, ἐναντίον τούτου καὶ ἐκείνου καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἰσχυροὶ εἰς τὴν ὑπόληψιν τῶν συμπολιτῶν των; Καὶ λοιπὸν περιορίζεται ἡ ἐλευθερία καὶ τῶν πολιτῶν καὶ τῶν ὑποψηφίων. Ἐὰν θέλετε νὰ ψηφίσητε αὐτὸ τὸ Νομοσχέδιον, ψηφίσατέ το, ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζητε καλῶς τί ψηφίζετε, δηλαδὴ μὲ ποῖα ἀποτελέσματα θὰ τὸ ψηφίσητε. Μὴ ψηφίζητε νομοσχέδια ἐν τῇ ἰδίᾳ ὑμῶν ὑποθέσει. Τὸ ἄρθρον 66 τοῦ Συντάγματος ὁρίζει, ὅτι: «Ἡ Βουλὴ σύγκειται ἐκ Βουλευτῶν ἐκλεγομένων ὑπὸ τῶν ἐχόντων δικαίωμα πρὸς τοῦτο Βουλευτῶν δι’ ἀμέσου καθολικῆς....» Ὅταν ἀπομακρύνητε ἀπὸ τὴν ἐκλογὴν τοὺς πολίτας, λέγεται καθολικὴ ἡ ψηφοφορία; Καλλίτερον ν’ ἀναθεωρηθῇ τὸ Σύνταγμα, νὰ περιορισθῇ ἡ ψῆφος, παρὰ δι’ αὐτοῦ τοῦ μέσου τοῦ δολίου καὶ ἐπιβούλου ν’ ἀπομακρύνητε τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὸν συναγωνισμόν.

§184ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δὲν ἀπομακρύνονται οἱ ψηφοφόροι.

§185Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἀπομακρύνονται. Ὅπως θεωρεῖται ἔγκλημα, ὅταν τις διὰ μέσου ἐπιβούλου ἀπομακρύνῃ ἀπὸ ἕνα πλειστηριασμὸν τοὺς ἀνθρώπους! Οἱ πτωχοὶ, οἱ ὁποῖοι λέγουν, ὅτι ὁ Α εἶναι ἱκανὸς καὶ ἄξιος νὰ γείνῃ Βουλευτὴς, δὲν ἔχουν τὰ ἔξοδα νὰ τὸν ὑποστηρίξουν· τότε λοιπὸν εἶναι ἐλευθερία ἐκλογῆς Βουλευτῶν; Αὐτὸς ὁ νόμος εἶναι ἄτοπος ἀκόμη καὶ διὰ τὸ ὀπισθενεργὸν, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν παρουσιάσθη ποτὲ εἰς τὸν κόσμον, καὶ ὁσάκις νόμος τις ἔγεινε καὶ ὀπισθενεργὸς, ἐχαρακτηρίσθη ὡς προϊὸν βίας, ὡς προϊὸν τυραννίας. Νὰ νομοθετηθῇ, ὅτι ἀπὸ σήμερον ὁ Βουλευτὴς καταθέτει τόσον, τὸ καταλαμβάνω, ἀλλὰ νὰ λέγῃ, ὅτι καὶ ἀπὸ τότε ἠμπορεῖ νὰ καταθέτῃ καὶ διὰ μιᾶς νὰ καταβάλῃ 2 ἢ 3 χιλιάδας δραχμὰς, καὶ νὰ ἔχῃ ἄμεσον δικαίωμα συντάξεως, αὐτὸ εἶναι τὸ μὴ περαιτέρω. Ἐκ τοῦ λεκτικοῦ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ πρέπει νὰ λάβῃ μυρίας ὑπονοίας ἡ Βουλὴ, ὅτι εἶναι ἐπιβουλὴ καὶ δόλος, διότι χαρακτηρίζει αὐτὸ τὸ περιστατικὸν μιᾶς μυστηριώδους ἐπιτροπῆς. Ποία εἶναι αὐτὴ ἡ μυστηριώδης ἐπιτροπὴ δὲν μᾶς λέγει· ἑπομένως δὲν ἔχετε ὑπόνοιαν, ὅτι κάτι τι τεκταίνεται ἐναντίον τῆς ἐλευθερίας τῶν Βουλευτῶν;

§186ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ. Εἶναι μηδενισταί.

§187ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τὸ γνωρίζετε, διότι πρέπει νὰ ἦσθε μηδενιστής.—Ὁ Πρόεδρος, ὁ ἀντιπρόεδρος, τρεῖς ἢ τέσσαρες Βουλευταὶ, καὶ μία ἄλλη ἐπιτροπὴ συγκειμένη ἐκ τεσσάρων. Καὶ ποῖος θὰ τοὺς ἐκλέξῃ; Αὔριον δύναται Β. Διάταγμα πρὸς ἐνέργειαν τοῦ νόμου τούτου νὰ εἴπῃ, θὰ ἦναι ὁ δεῖνα καὶ ὁ δεῖνα, ὁ Ταμίας, ὁ πρόεδρος τοῦ ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἢ ἄλλα πρόσωπα. Ἀλλὰ τὸ χείριστον πάντων εἶναι, ὅτι οἱ ἐκλεχθησόμενοι Βουλευταὶ θὰ διακρίνωνται εἰς μισθωτοὺς καὶ ἀμίσθους, εἰς Βουλευτὰς συνταξιούχους καὶ μὴ συνταξιούχους, καὶ τότε ὅλοι αὐτοὶ οἱ συνταξιοῦχοι θὰ τρέμουν ὑπὸ τὸ κράτος τῆς Κυβερνήσεως καὶ θὰ ἦναι ὑπόδουλοι. (Θόρυβος.) Ὅστις θέλει τοιαύτην Βουλὴν, ἂς παραδεχθῇ τὸ Νομοσχέδιον· ἐγὼ δὲν τὸ θέλω, καὶ τὸ καταπολεμῶ. Ἑπομένως τὸ τελευταῖον ἀποτέλεσμα θὰ ἦναι, ὅτι διαφθείρονται οἱ Βουλευταί· οἱ δὲ Βουλευταὶ, καὶ μάλιστα οἱ ἐν καταστάσει ὑποψηφιότητος θὰ διαφθείρουν τοὺς ἐκλογεῖς· ὅταν δὲν θὰ ἔχουν συναγωνισμὸν οἱ ὑποψήφιοι, πολλῷ μᾶλλον θὰ διαφθείρουν τοὺς δυστυχεῖς πολίτας. Αὐτὸ εἶναι ἡ περίληψις τῶν ὅσων εἶχον νὰ ἐκθέσω. Πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅλα αὐτὰ τὰ σοβαρὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα παρέστησα· ἀλλὰ πρὸ πάντων νὰ μὴ λησμονήσῃ, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ἦναι δικαστὴς ἐν τῇ ἰδίᾳ αὑτοῦ ὑποθέσει. Ἐδῶ ἡμεῖς νομοθετοῦμεν ἐναντίον τοῦ Συντάγματος εἰς ὑπόθεσιν ἐπὶ προσωπικῇ ὠφελείᾳ, πρόσωπα δὲ εἴμεθα ἡμεῖς. Ἀλλὰ καὶ ἂν τὸ σύνταγμα δὲν ἠθέλατε λάβει ὑπ’ ὄψιν, κατὰ τοῦτο ἔπρεπε νὰ ἐντρεπώμεθα, νὰ ἐπιδικάσωμεν εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς συντάξεις, καὶ συντάξεις διὰ τῆς λῃστεύσεως τῶν ἄλλων ὑποψηφίων.

§188ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐξ ὅσων, κύριοι, ἐλέχθησαν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ, ἐπιχείρημα ἦτο καὶ ὁ λόγος τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Σώματος. Τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος τὴν ἀντήλλαξαν μὲ μίαν πενιχρὰν χρηματικὴν σύνταξιν, ἀπέναντι τῆς ὁποίας ὠχυρώθησαν, διὰ νὰ προστατεύσουν τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κοινοβουλίου τῆς Ἑλλάδος.

§189ΠΑΝΤ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἰς ἡμᾶς, ὅσοι εἴμεθα ἀξιωματικοὶ, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὁμιλήσωμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.

§190ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὸ ζήτημα αὐτὸ, κύριοι, ἔχει ἱστορίαν, ἡ ὁποία ἀπέληξεν εἰς μίαν καταστροφήν. Ὅταν τὸ 1843 ἐψηφίσθη τὸ ἐπίδομα τοῦ βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸ σύνταγμα ἐκεῖνο εἰργάζετο καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, ἐτέθη διάταξις ἐν τῷ συντάγματι, διὰ τῆς ὁποίας ἐδίδοντο 250 δραχ. κατὰ μῆνα· ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, καὶ τὸ ἐνθυμοῦνται τῆς ἐποχῆς ἐκείνης οἱ ἄνδρες, ὅτι τουλάχιστον τὰ κοινοβούλια, καθόσον ἦσαν ὀλιγώτερον μεμακρυσμένα ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τῆς μεταπολιτεύσεως, ἦσαν καὶ ἠθικώτερα καὶ ἀξιοπρεπέστερα. Ἀλλ’ ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ βουλευτοῦ ἔπρεπε ν’ ἀγορασθῇ ἀπὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐκυβέρνα τὴν Ἑλλάδα ἐκείνην· ἔπρεπεν ὁ δαίμων τῆς διαφθορᾶς, καθὼς εἶπεν εὐγλώττως ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, νὰ θέσῃ τὸν Βουλευτὴν εἰς τὸ δίλημμα ἢ τῆς ἀνεξαρτησίας του ἢ τοῦ συμφέροντός του, καὶ τὸ σύστημα τῆς διοικήσεως ἐκείνης τὸ ἐπέτυχεν, ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ ἐπέτυχε, κατεστράφη.

§191ΡΟΥΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν εἶναι νὰ λαμβάνουν σύνταξιν οἱ βουλευταί, ἀλλὰ νὰ δίδουν οἱ βουλευταί, καὶ νὰ λαμβάνουν οἱ μὴ βουλευταί.

§192ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὸ γνωρίζω. Κατωρθώθη λοιπὸν τότε, αἱ 250 δρ. τοῦ βουλευτοῦ νὰ γείνουν πράγματι 600, καὶ ὁ βουλευτὴς, ἰδίως ἀπὸ τῆς ἐποχῆς μετὰ τὸ 1850, ἐλάμβανε πραγματικὰς 600 δρ. κατὰ μῆνα.

§193ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ποτέ. Ἄλλοι ἔδειξαν ἰδιοτέλειαν, καὶ ὄχι οἱ βουλευταί, καὶ θ’ ἀναβῶ ἐπάνω νὰ σοῦ τὸ ἀποδείξω. (Θόρυβος.)

§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε. Ἐξακολουθήσατε, κύριε Μαυρομιχάλη, καὶ μὴ ἀπαντᾶτε εἰς τὰς διακοπάς.

§195ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης κατωρθώθη νὰ κρατῇ τὸ Κοινοβούλιον τῆς Ἑλλάδος διὰ πολλὰ ἔτη νεκρικὴν σιγὴν, ἡ ὁποία ἀπέληξεν εἰς τὴν μεταπολίτευσιν τοῦ 1862. Τοιοῦτον εἶδος ἀξιοπρεπείας μᾶς προτείνουν ὑπὲρ τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλ’ ὑπὸ ἄλλον τύπον, τὰ δὲ ἀποτελέσματα θὰ ἦναι ὁποῖα ἦσαν ὁσάκις τοιαῦτα Νομοσχέδια εἰσήγοντο ἐντὸς τοῦ Σώματος. Ἄλλως τε τὰ πράγματα ἀπέδειξαν, ὅτι αἱ συστάσεις τῶν μετοχικῶν ταμείων, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἀνάγκην νόμου, φέρουν τὰ ἀποτελέσματα ὅμοια ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀπέφερον τὰ μέχρι τοῦδε μετοχικὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα ἔλαβον ἰσχὺν νόμου. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τῶν παγίων μηνιαίων βοηθημάτων ἀναγνωρίζει τὴν ἀρχὴν ἐν ἐπιγνώσει τοῦ Κοινοβουλίου, ὅτι αἱ συντάξεις αἱ διδόμεναι παρὰ τοῦ ἔθνους, εἶναι ἀνεπαρκεῖς, ἔρχεται δὲ τὸ Κράτος εἰς ἐπικουρίαν, καὶ βλέπετε εἰς τὸν κατάλογον, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ ἔντιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός, ὅτι τὰ πλεῖστα μηνιαῖα βοηθήματα δίδονται πρὸς ἐκεῖνα τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα λαμβάνουν μηνιαίως ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον σύνταξιν. Ἔχω δὲ ἓν ἄλλο πρόχειρον παράδειγμα ἑνὸς ἄλλου μετοχικοῦ ταμείου, τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη διὰ νόμου τοῦ Κράτους, τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων τοῦ στρατοῦ· σήμερον φροντίζει ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ προικίσῃ μὲ νέους πόρους, διότι ἀδυνατεῖ νὰ μισθοδοτήσῃ δι’ ἐπαρκῶν συντάξεων τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανὰ τῶν ἀξιωματικῶν. Αὐταὶ θὰ ἦναι αἱ συνέπειαι ἑνὸς Νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐκτὸς ὅλων τῶν ἄλλων λόγων, οἱ ὁποῖοι περιετέθησαν, ὅτι εἶναι φορολογία ἄδικος πρὸς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀπολαμβάνουν τὰ ὀφέλη τῆς καταθέσεως, ὅτι ἔχει τὸ ἐλάττωμα νὰ δημιουργήσῃ δικαιώματα ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πολιτεύονται πρὸ 40 καὶ πρὸ 50 ἐτῶν, καὶ περιορίζει τὴν ἐλευθερίαν καὶ τοῦ ἐκλογέως καὶ τοῦ ἐκλεξίμου· ἐκτὸς τούτων ὅλων ἡ πρόθεσις, ἡ ὁποία προβάλλεται καὶ τὴν ὁποίαν πολὺ εὐπίστως οἱ πολλοὶ τῶν Βουλευτῶν ἐκ καλῆς μάλιστα προθέσεως, παρὰ νὰ ταπεινώσωσι τὸ Κοινοβούλιον, ἂς συλλογισθοῦν, διὰ νὰ μὴ χάσουν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ κερδίσουν. Τὸ ἔθνος κἄποτε ἐν τῇ πενίᾳ του ἐφέρθη ἐλευθέριον καὶ οὐδόλως φειδωλὸν εἰς τὸ νὰ ἀνταμείψῃ τὰς ἐργασίας τῶν ἐργαζομένων ὑπὲρ τοῦ τόπου.

§196ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὄχι, ὅλων τῶν προνομιούχων.

§197ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς φέρω παραδείγματα, ὅτι χῆραι ἐξόχων ἀνδρῶν πενέσταται δὲν παίρνουν οὔτε λεπτόν.

§198ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τοῦ Κρεββατᾶ ψοφᾷ τῆς πείνης.

§199ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς φρονῶ, ὅτι νὰ μὴ θελήσῃ τὸ Κοινοβούλιον διὰ τῶν χειρῶν του νὰ σκάψῃ τὸν λάκκον του, καὶ θὰ σκάψῃ τὸν λάκκον του, ὅταν ἀπολέσῃ τὸ κῦρος, δυνάμει τοῦ ὁποίου ζῇ καὶ ὀφείλει νὰ ζήσῃ.

§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§201ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.

§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ ἐγὼ νὰ λύσω τὴν συνεδρίασιν.

§203ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις· δὲν ἁρμόζει νὰ καθήμεθα ἀκόμη· εἶναι 8 ἡ ὥρα.

§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε, κύριε Χατζόπουλε.

§205ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δύω λέξεις θέλω σᾶς εἶπει μόνον. Ὅτι κατ’ οὐσίαν πρόκειται περὶ συντάξεως καὶ οὐχὶ μετοχικοῦ ταμείου· ἐκτὸς τῆς παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Καλλιγᾶς καὶ ἥτις διέλυσε πᾶσαν ἀμφιβολίαν, ἀρκεῖ νὰ παρατηρήσῃ τις ὅτι δὲν πρόκειται περὶ εἰσφορᾶς ἐκ μέρους τῶν Βουλευτῶν, ἀλλὰ περὶ φόρου προφανοῦς, ἐπιβαλλομένου εἰς μίαν τάξιν ἀνθρώπων. (Θόρυβος καὶ διακοπαί.)

§206ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε...

§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος.) Παρόντες εἶναι μόνον 103, ἀπαρτία δὲν ὑπάρχει. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις, Ὥρα 8 παρὰ 10.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 69
2τῆς 14 Φεβρουαρίου 1880.
3(Πέμπτη.)
4Ὥρα 2 μ. μ.
5Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς
6προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ Τροιζηνίας ὑποβάλλουν πρό-
8τασιν νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 117 τοῦ περὶ
9στρατολογίας Νόμου, ὁ δὲ κ. Ἱερομνήμων ἑτέραν πρό-
10τασιν περὶ προβιβασμοῦ τοῦ Εἰρηνοδικείου Κέας. Ἀμ-
11φότεραι θὰ τυπωθῶσι.
12Πρῶτον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ συ-
13ζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.
14§2ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Συ-
15νεπείᾳ, κύριοι, τῆς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμε χθὲς ὁ ἔν-
16τιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Ῥάλλης, ἔλαβον τὰς ἀναγκαίας
17πληροφορίας ἀπὸ τὸ πρῶτον τμῆμα τὸ διευθύνον τὴν διάθεσιν
18τῶν ἐθνικῶν φθαρτῶν κτημάτων, καὶ πληροφορῶ τὴν Βουλὴν,
19ὅτι εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐν Λαυρίῳ ἐξεποιήθησαν τέσσαρα οἰκόπε-
20δα, κείμενα καὶ τὰ τέσσαρα εἰς τὸ ἔννατον τετράγωνον, ὅτι
21ἐξ αὐτῶν ἓν οἰκόπεδον, ἐκποιηθὲν τὸ 1876 ἐκ μέτρων 186 καὶ
2229|00, ἐξεποιήθη ἀντὶ δραχμῶν 1120, ὅτι ἕτερον οἰκόπεδον,
23τῆς αὐτῆς ἐκτάσεως, ἐκποιηθὲν τὸ 1878, ἐξεποιήθη ἀντὶ δραχ-
24μῶν 5020. Τὰ ὑπ’ ἀριθ. 87 καὶ 90 οἰκόπεδα, περὶ τῶν ὁ-
25ποίων χθὲς ἔκαμε λόγον ὁ κ. Ῥάλλης, ἐκτιμηθέντα τὸ μὲν
26πρῶτον ἀντὶ δραχμῶν 652, τὸ δὲ δεύτερον ἀντὶ δραχμῶν 558
27καὶ 57|00, ἐξετέθησαν ἐπανειλημμένως εἰς δημοπρασίας, καθ’
28ἃς προσεφέρθησαν τιμαὶ ὑπέρογκοι, ἀλλ’ οἱ ἀγορασταὶ ἠναγ-
29κάσθησαν νὰ παραιτηθῶσι τῆς ἀγορᾶς, ἀπολέσαντες ὑπὲρ τοῦ
30Δημοσίου τὸ δεκατημόριον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν Νόμον κατα-
31βάλλουν κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς δημοπρασίας· ὅτι τελευταῖον
32ἐξετέθησαν καὶ αὖθις εἰς δημοπρασίαν τὸν Ἰούλιον τοῦ 1879,
33καὶ τὸ μὲν ὑπ’ ἀριθ. 87 οἰκόπεδον κατεκυρώθη ἐπ’ ὀνόματι
34τοῦ τελευταίου πλειοδότου ἀντὶ δραχμῶν 875, τὸ δὲ ὑπ’ ἀριθ.
3590 κατεκυρώθη ἀντὶ δραχμῶν 850. Ἀφοῦ δὲ παρῆλθον αἱ νό-
36μιμοι προθεσμίαι, αἱ ὑπὸ τοῦ Νόμου περὶ ἐκποιήσεως φθαρτῶν
37κτημάτων ὁριζόμεναι, ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
38Οἰκονομικῶν τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας ὑπὸ τοῦ Νομάρχου
39Ἀττικῆς κ. Παπαηλιοπούλου καὶ τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου
40κ. Βαλτινοῦ μετὰ γνωμοδοτήσεως, ἵνα ἐγκριθῇ τὸ ἀποτέλεσμα
41τῆς δημοπρασίας, διότι ἡ τιμὴ ἑκάστου τῶν οἰκοπέδων εἶναι
42συμφέρουσα εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ συνεπείᾳ τῶν γνωμοδοτήσεων
43τούτων τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, καὶ διότι οὐδεμία προσφορὰ ἐ-
44δόθη ἐντὸς τῶν νομίμων προθεσμιῶν, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκο-
45νομικῶν ἐνέκρινε, καθ’ ἣν μάλιστα εἶχεν ὑποχρέωσιν, τὴν ἐκποί-
46ησιν τῶν προκειμένων οἰκοπέδων. Ἐν ἰδιαιτέρᾳ ἐκθέσει τοῦ
47Τμηματάρχου τοῦ Αʹ τμήματος ἐκτίθενται λεπτομερῶς πᾶσαι
48αἱ ἀναγκαῖαι πληροφορίαι ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Ῥάλλη,
49καὶ δύναται νὰ λάβῃ γνῶσιν ὁ βουλόμενος. Τὴν ἔκθεσιν ταύ-
50την καὶ τὰς δύο γνωμοδοτήσεις τῶν ἐνεργησασῶν τὴν δημο-
51πρασίαν ἀρχῶν, περὶ ὧν ἀνωτέρω εἶπον, παραδίδω εἰς τὸν κ.
52Πρόεδρον.
53§3ΡΑΛΛΗΣ. Δύνασθε νὰ μὲ πληροφορήσητε ποῦ ἐγένετο ἡ δη-
54μοπρασία;
55§4ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 7 Ἰουλίου 1879.
56§5ΡΑΛΛΗΣ. Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι γήπεδα, κείμενα ἐν Λαυρίῳ
57καὶ τῶν ὁποίων ἡ τιμὴ μόνον αὐτόθι εἶναι γνωστὴ, ἐκποιοῦνται
58ἐν δημοπρασίᾳ λαμβανούσῃ χώραν ἐν Ἀθήναις, καὶ ἀντὶ δραχ-
59μῶν 800, ὅταν ἄλλα ἐξεποιήθησαν πρὸς δραχμὰς 5 καὶ 6000.
60§6ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές. Δὲν εἶσθε ἴσως
61ἐδῶ, κύριε Ῥάλλη· εἶπον, ὅτι 4 οἰκόπεδα, κείμενα καὶ τὰ τέσ-
62σαρα εἰς τὸ ἔννατον τετράγωνον, ἐξεποιήθησαν τὸ μὲν τὸ 1876
63ἀντὶ δραχ. 1120, συγκείμενον ἐκ μέτρων 189· ἕτερον οἰκόπε-
64δον τῆς αὐτῆς ἐκτάσεως ἐξεποιήθη τὸ 1878 ἀντὶ δραχμῶν
655,020, δύο δὲ ἕτερα οἰκόπεδα, τῆς αὐτῆς ἐκτάσεως καὶ αὐτὰ,
66ἐξεποιήθησαν τὸ μὲν ἀντὶ δραχμῶν 875, τὸ δὲ ἀντὶ δραχμῶν
67850· εἶπον, ὅτι αἱ ἁρμόδιαι ἀρχαὶ, ὁ Νομάρχης καὶ ὁ οἰκονο-
68μικὸς Ἔφορος, ἐγνωμοδότησαν, ὅτι πρέπει νὰ ἐγκριθῇ ἡ ἐκποί-
69ησίς των, καὶ ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἄλλως τὸ Ὑπουργεῖον,
70ἀφοῦ ἀνωτέρα προθεσμία δὲν ἐδόθη. Ἐπρόσθεσα δὲ ἐν ἀρχῇ τῆς
71ὁμιλίας μου, ὅτι τὰ δύο αὐτὰ οἰκόπεδα ἐξετέθησαν ἐπανει-
72λημμένως εἰς δημοπρασίαν, καὶ προσετέθησαν πλέον τῶν 2,000
73δραχμῶν, ἀλλ’ οἱ ἀγορασταὶ, δηλαδὴ οἱ τελευταῖοι πλειοδό-
74ται, ἠναγκάσθησαν, νὰ παραιτηθῶσι τῆς ἀγορᾶς αὐτῶν, ἀπολέ-
75σαντες τὸ δεκατημόριον ὑπὲρ τοῦ δημοσίου. Ὅλαι αἱ πληροφο-
76ρίαι, ὧν ἔχετε ἀνάγκην, ἐμπεριλαμβάνονται ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ
77ἁρμοδίου Τμηματάρχου καὶ ἐν ταῖς γνωμοδοτήσεσι τοῦ τε Νο-
78μάρχου καὶ Ἐφόρου.
79§7ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω γνῶσιν τῶν ἐγγράφων
80καὶ ν’ ἀπαντήσω.
81§8ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.)
82Ὑποβάλλω, κύριοι, εἰς τὴν Βουλὴν Νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁ-
83ποίου τροποποιοῦνται διατάξεις τινὲς τοῦ κατὰ τὸ 1877 ψη-
84φισθέντος νόμου περὶ χαρτοσήμου, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πληρω-
85μὴν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων τοῦ θεάτρου καὶ διαφόρων
86ἄλλων δημοσίων θεαμάτων. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου κα-
87νονίζονται ἀκριβέστερον τὰ περὶ τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπρά-
88ξεως τοῦ τοιούτου φόρου καὶ ἐπεκτείνεται ὁ φόρος οὗτος καὶ
89ἐπὶ ἄλλων δημοσίων θεαμάτων. Εἰς τὴν ἔκθεσιν τὴν συνοδεύ-
90ουσαν τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο ἐκτίθενται οἱ λόγοι, οἵτινες ὑπη-
91γόρευσαν αὐτό. Ἕτερον Νομοσχέδιον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ
92ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν περὶ παραχωρήσεως ἀσημάντου πο-
93σότητος ὕδατος, τὸ ὁποῖον πηγάζει εἴς τινα γωνίαν ἀγροῦ
94τινος κειμένου ἐν Κέᾳ, ἀνήκοντος δὲ εἰς τὴν διαλελυμένην Μο-
95νὴν Δάφνης, πρὸς τὸν Δῆμον Κέας, χάριν δημοτικῆς ἀνάγκης·
96διὰ τοῦ ὕδατος τούτου, τὸ ὁποῖον ἀρδεύει μικρὰν ἔκτασιν γῆς,
97ἐξ ἑνὸς ὀγδόου τοῦ στρέμματος, περιλαμβάνουσαν τρία μόνον
98δένδρα, πρόκειται νὰ κατασκευάσῃ ὁ Δῆμος Κέας κρήνην εἰς
99τὴν πλατεῖαν τῆς κωμοπόλεως Κέας. Εἰς τὴν ἔκθεσιν, τὴν
100συνοδεύουσαν τὸ Νομοσχέδιον, ἐκτίθενται οἱ λόγοι, οἵτινες ὑπη-
101γόρευσαν τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
102§9Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἠμποροῦμεν νὰ δώσωμεν ἡμεῖς ὕδωρ;
103§10ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι διαλελυμμένη ἡ Μονή.—
104Ἤθελον παρακαλέσει, κ. Πρόεδρε, τὴν Βουλὴν νὰ ἐγγράψῃ εἰς
105τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ Νομοσχέδιον περὶ ἐθνικῶν γαιῶν
106καὶ φυτειῶν, καὶ εἰ δυνατὸν, νὰ προταχθῇ πάσης ἄλλης ἐρ-
107γασίας.
108§11ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
109§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν.
110§13ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
111§14ΠΕΤΑΛΛΗΣ. Τὸ Νομοσχέδιον περὶ μηχανικῶν, κύριε Πρόε-
112δρε, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναγνωσθῇ;
113§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τὸν προϋπολογισμόν.
114Ἡ Μαρία χήρα Ἀθ. Κουλουριώτου καὶ αἱ θυγατέρες αὐτῆς
115ἐξαιτοῦνται νὰ ταῖς χορηγηθῇ ἡ ἄδεια νὰ οἰκοδομήσωσιν ἐπὶ
116τῶν ἀγρῶν των, κειμένων εἰς τὴν ἀνατολικομεσημβρινὴν πλευ-
117ρὰν τοῦ Β. κήπου· ἐν ἐναντίᾳ δὲ περιπτώσει, ν’ ἀποζημιωθῶσι.
118Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Ἔρχεται ἡ
119συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ.
120§16ΦΛΩΡΙΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη
121τὸ Νομοσχέδιον περὶ τῆς συμβάσεως, τὸ ὁποῖον χθὲς ἡ Κυβέρ-
122νησις ὑπέβαλε περὶ τῆς Πιστωτικῆς, ἐν Ἑπτανήσῳ Τραπέζης·
123τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο ἀφορᾷ μεγάλα καὶ σπουδαῖα συμφέροντα.
124Παρακαλῶ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ὡς ἐπίσης καὶ τὴν Βουλὴν, νὰ
125εὐαρεστηθῇ νὰ δεχθῇ, ὥστε ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνω-
126σιν ἡ σύμβασις αὕτη.
127§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα, πρὸ παντὸς ἄλλου ἀντικειμένου;
128§18ΦΛΩΡΙΑΣ. Μάλιστα.
129§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζεται ὑπὸ 10 ἡ πρότασις τοῦ κ.
130Φλωριᾶ;
131§20ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
132§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω λοιπὸν τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχό-
133μενοι νὰ προταχθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ Νομοσχέδιον τὸ
134κυροῦν τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης νὰ ἐγερ-
135θῶσιν. (Ἐγείρονται πλεῖστοι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
136§22ΠΟΛΥΛΑΣ. Χωρὶς νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, κ.
137Πρόεδρε;
138§23ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
139§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βέβαια· βλέπετε, ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε.
140§25ΤΙΝΕΣ. Ἓν ἄρθρον εἶναι μόνον, κ. Πρόεδρε.
141§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται λοιπὸν, κύριοι, τὸ ἄρθρον τοῦ
142Νομοσχεδίου.
143«Ἄρθρον μοναδικόν......»
144Ἔχει τις τὸν λόγον;
145§27ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἐγώ.
146§28ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν λαμβάνετε τὸν λόγον,
147κ. Πολυλᾶ.
148§29ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἀκούω, κύριοι, μετ’ ἐπιμονῆς νὰ ζητῶσιν ὥστε
149νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν, ὡς νὰ μὴ ἦσαν
150σπουδαῖαι ὅλαι αἱ ἀναγνώσεις καὶ ἡ ά καὶ ἡ βʹ καὶ ἡ γʹ,
151προκειμένου μάλιστα περὶ ἀντικειμένου, περὶ οὗ δυσκόλως δύ-
152ναται νὰ κρίνῃ ἡ μεγάλη πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία
153βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν, ὅτι εἶναι ἐντριβὴς
154εἰς τὰ οἰκονομικὰ, καὶ ἰδίως εἰς τὰ τραπεζικὰ ζητήματα.
155§30Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ μὲ γράψητε.
156§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
157§32ΠΟΛΥΛΑΣ. Τὸ ζήτημα, κύριοι Βουλευταὶ, τῆς ἀρχῆς εἶναι
158σπουδαῖον· οἱαδήποτε εἶναι ἡ Τράπεζα, νέα Τράπεζα, ἡ ὁποία
159πρόκειται νὰ συστηθῇ ἐν τῷ Κράτει ἢ εἰς ἓν τμῆμα τοῦ Κρά-
160τους, ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, παρου-
161σιάζεται· ἑπομένως πρέπει νὰ λυθῇ πρῶτον τὸ ζήτημα, ἐὰν
162θὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἀντιτείνω λοιπὸν
163κατ’ ἀρχὴν τὸ προκείμενον Νομοσχέδιον, ὡς καταστρέφον ἰδι-
164αιτέρως τὰ συμφέροντα αὐτῶν τῶν Ἐπαρχιῶν τῆς Ἑπτανή-
165σου, διότι διὰ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου θὰ εἰσαχθῶσιν ἄλλα ἕ-
166τερα 10,000,000 δραχμῶν εἰς ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν·
167ἀντιτείνω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι καταργεῖ νόμους ὑπάρ-
168χοντας ἐν Ἑπτανήσῳ, ἰδίως καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐνεχυροδανει-
169στήρια τὰ ὑπάρχοντα, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουν ἐν τῷ λοιπῷ
170μέρει τοῦ Κράτους· ἀντιτείνω τὸ Νομοσχέδιον, διότι καθιεροῖ
171προνόμια ὑπὲρ τῆς Πιστωτικῆς ἴσα πρὸς ἐκεῖνα τῆς Ἐθνικῆς
172Τραπέζης ἐν Ἑλλάδι, καὶ δὲν παραδέχομαι, ὅτι δύνανται νὰ
173συναγωνισθῶσι δύο Τράπεζαι, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ μὲν νὰ ἔχῃ
174προνόμιον, ἡ δὲ νὰ μὴ ἔχῃ. Εἶναι, κύριοι, λίαν εὔκολον νὰ λέγῃ
175τις πρὸς τοὺς ἁπλουστέρους, ὅτι θέλει νὰ δανείζῃ ἐπὶ μικρῷ
176τόκῳ εἰς τοὺς γεωργοὺς, εἶναι εὔκολον τοῦτο, εἶναι δὲ δυσά-
177ρεστος ἡ θέσις τοῦ Βουλευτοῦ ἐκείνου, ὅστις ἀπέναντι τῶν ἁ-
178πλουστέρων τούτων ἔρχεται νὰ ἀντιτείνῃ.
179§33Α. ΖΕΡΒΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ποῖοι εἶναι οἱ ἁπλούστεροι;
180(Θόρυβος.)
181§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, Κύριοι, παρακαλῶ. Κρατήσατε
182σημείωσιν, καὶ ἀπαντήσατε κατόπιν· δὲν δύναται νὰ γείνῃ συ-
183ζήτησις κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
184§35Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ τρόπος αὐτὸς, κύριε Πρόεδρε, τῆς συ-
185ζητήσεως εἶναι ἥκιστα εὐσχήμων δι’ αὐτὴν τὴν Βουλήν.
186§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔγειναν αἱ ἀπαιτούμεναι παρατηρήσεις.
187§37ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν λέγῃ, οἷας δήποτε σκέ-
188ψεις καὶ ἂν κάμνῃ ὁ ἀγορεύων, πρέπει νὰ ἔχουν ὅλην τὴν ὑ-
189πομονὴν νὰ ἀκούουν, καὶ κατόπιν νὰ ἔρχωνται νὰ ἀνασκευάζουν.
190§38Α. ΖΕΡΒΟΣ. Ὁσάκις ὑβριζόμεθα, κ. Πετμεζᾶ, πρέπει ν’ ἀ-
191παντῶμεν. Καὶ μὴ νομίζετε, ὅτι διὰ μίαν αὐθάδειαν, διότι
192εἶναι αὐθάδεια αὐτή...
193§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, Κύριοι, παρακαλῶ.
194§40Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς ὡμίλησε πολὺ καλὰ περὶ τῆς
195εὐσχημοσύνης, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐπικρατῇ εἰς τὰς συνεδριά-
196σεις, ἀλλ’ αὐτὸς οὗτος χθὲς καὶ προχθές...
197§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ θέλετε νὰ ἐπαναφέρητε παρελθόντα, ἀφή-
198σατε τὰς διακοπὰς αὐτάς. — Ἐξακολουθήσατε, κ. Πολυλᾶ.
199§42ΠΟΛΥΛΑΣ. Κύριοι βουλευταί, εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐξ-
200εγερθῆτε· ἐὰν ὑμεῖς εἴχετε εἰσαγάγει τὸ Νομοσχέδιον· τὸ Νο-
201μοσχέδιον τὸ εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις, δὲν τὸ εἰσήγαγεν οὐδεὶς
202Βουλευτής· ἐὰν ἦναι βουλευταὶ σύμφωνοι πρὸς αὐτὸ τὸ Νομο-
203σχέδιον, εἶναι ἀδιάφορον· ἐγὼ πολεμῶ τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον
204εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὅσα εἶπον δύνασθε νὰ τὰ ἀποδώ-
205σητε, ὅτι τὰ εἶπον ὡς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Μάλιστα, Κύριοι,
206κατὰ τοῦτο δύναμαι νὰ μεμφθῶ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι λίαν
207ἐπιπολαίως εἰσάγει εἰς τὴν Βουλὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν δὲν
208ἐμελέτησεν ἀρκούντως, καὶ ἐπαναλαμβάνω λίαν ἐπιπολαίως,
209καθότι ἀντὶ αὐτὴ ἡ ἰδία νὰ ἔχῃ σκοπὸν νὰ ἄρῃ τὴν ἀναγκα-
210στικὴν κυκλοφορίαν, σήμερον ἔρχεται διὰ Νομοσχεδίου, διὰ τοῦ
211ὁποίου θέλει ν’ αὐξηθῇ ἐπὶ 10,000,000 τὸ ποσὸν τῆς ἀναγκα-
212στικῆς κυκλοφορίας ἐν Ἑπτανήσῳ.
213Εἶμαι, Κύριοι, καὶ θὰ ἦμαι βραχύς· κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ Νο-
214μοσχεδίου. Σᾶς εἶπον τοὺς λόγους τοὺς γενικοὺς, ὅταν δ’ ἔλθω-
215μεν εἰς τὰ καθέκαστα ἄρθρα, ἴσως θὰ λάβω τὸν λόγον· ἐν τού-
216τοις, ἐπειδὴ προβλέπω, ὅτι συζήτησις δὲν θὰ γείνῃ, σᾶς ἀφίνω
217νὰ τὴν περάσητε εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Ἡ σημερινή μου ἀγό-
218ρευσις δὲν χρησιμεύει, εἰμὴ ὅπως ἐπαναλάβω ἣν ἐξέφρασα γνώ-
219μην· ἐὰν θέλετε νὰ γείνῃ τὸ ἔργον τέλειον, μετὰ τὴν αʹ ἀ-
220νάγνωσιν νὰ παραπέμψητε τὸ νομοσχέδιον εἰς εἰδικὴν ἐπιτρο-
221πὴν, συγκειμένην ἐξ ἁρμοδίων Βουλευτῶν, ὅπως συναρμολο-
222γήσῃ τὴν σύμβασιν ταύτην μετὰ τῆς προτάσεως νόμου, ἣν εἰ-
223σήγαγον, περὶ ἑρμηνείας τοῦ νόμου τοῦ Ἰονικοῦ, καὶ μετ’ ἄλ-
224λων προτάσεων, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν
225πεφωτισμένην γνώμην· καὶ τοῦτο, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὑπο-
226στηρίξῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἄλλως θὰ ἐξακολουθήσητε τὴν συζή-
227τησιν, δίδοντες τὴν προτίμησιν εἰς αὐτὸ παρὰ εἰς τὸν προϋ-
228πολογισμόν.
229§43Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Ἐγὼ, κύριοι, εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ προ-
230τεινομένου Νομοσχεδίου, καὶ εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς, ἣν ὁ κ.
231Πολυλᾶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐν ὀλίγαις λέξεσι σᾶς εἶ-
232πε. Τὸ ζήτημα, κύριοι, τῆς Πιστωτικῆς ἐν Ἑπτανήσῳ τρα-
233πέζης, εἶναι ζήτημα σπουδαῖον, εἶναι κατεπεῖγον, παρουσιά-
234ζεται ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὡς σωτήριον, καὶ ἰδίως
235τῆς Ἑπτανήσου. Ἡ Ἰόνιος τράπεζα ἐν Ἑπτανήσῳ δὲν δανεί-
236ζει παρὰ μόνον εἰς τοὺς πλουσίους, οὐδέποτε ἐδάνεισεν εἰς χω-
237ρικούς, μ’ ὅλον ὅτι εἶναι πλούσιοι καὶ αὐτοί. Τὸ νὰ παρα-
238πεμφθῇ τὸ Νομοσχέδιον εἰς ἰδιαιτέραν ἐπιτροπὴν, κατὰ τὴν
239γνώμην τοῦ κ. Πολυλᾶ, δὲν εἶναι ὀρθόν· πέντε ἡμέρας, κύριοι,
240ἡ ἐπιτροπὴ ὅλη εἰργάζετο καὶ ἦτο παρὼν καὶ ὁ κ. Πολυλᾶς.
241§44ΠΟΛΥΛΑΣ. Δὲν ἔλαβον μέρος.
242§45Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Λοιπὸν, ὅπως παρουσιασθῇ τὸ προτεινόμενον
243Νομοσχέδιον εἰς ἰδιαιτέραν ἐπιτροπὴν, εἶναι καὶ αὐτὴ ἡ πρό-
244τασις ματαία. Τὸ νὰ παραδώσῃ ἡ κυβέρνησις τὰς 4,500,000
245δραχμὰς, τὰς ὁποίας ὀφείλει εἰς τὴν Ἰονικὴν τράπεζαν, θὰ ἄρῃ
246τὴν καταναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Τοῦτο εἶναι λίαν σοβαρὸν,
247λίαν ἐπιζήμιον διὰ τοὺς Ἑπτανησίους, διότι ἅμα ἡ Κυβέρνη-
248σις κατακυρώσῃ τὸ δάνειον τῆς τραπέζης, φοβοῦμαι, ὅτι ἡ τρά-
249πεζα θὰ ἔλθῃ εἰς δυσχερῆ θέσιν, διότι εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ
250πληρώσῃ ὅλα τὰ χαρτονομίσματα, καὶ οἱ ὀφειλέται εἰς αὐ-
251τὴν δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσουν εἰς τοιαύτην ἐπο-
252χήν. Λοιπὸν ἓν ταμεῖον, ὅπου πρέπει νὰ δεχθῇ ὅστις τοῦ πα-
253ρουσιασθῇ νὰ πληρώσῃ, καὶ ὅπου ἔχει νὰ λάβῃ, νὰ μὴν ἠμπο-
254ρῇ νὰ λάβῃ, αὐτὸ τὸ ταμεῖον εἰμπορεῖ νὰ ἐξοφλήσῃ;
255ἀναμφισβητήτως λοιπὸν πρέπει νὰ ἔλθῃ ἡ χρεωκο-
256πία καὶ ἡ καταστροφὴ εἰς ὅλην τὴν Ἑπτάνησον. Εἶ-
257ναι πολὺ ὠφέλιμον λοιπὸν νὰ μὴ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυ-
258κλοφορία, καὶ ἡ σύμβασις ἡ σημερινὴ τῆς τραπέζης τῆς κτη-
259ματικῆς δὲν ἐμποδίζει τὴν ἐνέργειαν τῆς Ἰονικῆς τραπέζης.
260Εἶναι, κύριοι, πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν, οἵτινες πιστεύουσιν, ὅτι καὶ
261τὸ καταστατικὸν τῆς Ἰονικῆς τραπέζης ἀποκλείει πᾶσαν ἄλ-
262λην τράπεζαν νὰ συστηθῇ ἐν Ἑπτανήσῳ.
263§46ΠΟΛΥΛΑΣ. Κανεὶς δὲν τὸ λέγει.
264§47Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Ἔγειναν πολλὰ, ὅπως μὴ συστηθῇ ἄλλη τρά-
265πεζα, καὶ ὑπῆρξεν αὐτὸ τὸ καταστρεπτικὸν προνόμιον ἐν
266Ἑπτανήσῳ, τὸ ὁποῖον ἔφερεν εἰς τοὺς γεωργοὺς καὶ κτημα-
267τίας ὄχι εὐάρεστα ἀποτελέσματα. Εὐάρεστα ἀποτελέσματα
268καὶ εὐτυχῆ καὶ ὠφέλιμα ἤθελε προξενήσει ἡ προτεινομένη πι-
269στωτικὴ τράπεζα, διότι οἱ κτηματίαι θὰ δανεισθοῦν, καὶ θέ-
270λουν εὐδοκιμήσει πολὺ τὰ γεωργικὰ ἔργα, καὶ ὡς ἐκ τούτου
271καὶ ἡ τράπεζα θὰ ὠφεληθῇ καὶ τὸ δημόσιον θὰ εὕρῃ μεγα-
272λειτέρας ὠφελείας ἀπ’ αὐτήν. Ὡς ἐκ τούτου, κύριοι βουλευ-
273ταὶ, παρακαλῶ καὶ συνιστῶ ὅλην τὴν προσοχήν σας, ἵνα
274ὑποστηρίξητε τὴν προτεινομένην τράπεζαν ἐν Ἑπτανήσῳ.
275§48ΚΑΡΑΛΗΣ. Δύω λέξεις, κύριοι, θὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν.
276Εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, ὅτι ἀμφισβητεῖται ἡ ὕπαρξις τῆς
277Ἰονικῆς Τραπέζης. Ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸν Μάρτιον τοῦ πα-
278ρελθόντος ἔτους διὰ Βασιλικοῦ διατάγματος ἐπέτρεψεν εἰς τὴν
279Ἰονικὴν Τράπεζαν τὴν ἀνανέωσιν τοῦ προνομίου ἐπὶ 20 ἔτη
280ἐν Ἑπτανήσῳ. Ἐθεωρήθη ἀμφίβολον ἐὰν τὸ διάταγμα αὐτὸ
281ἔχῃ ἰσχὺν καὶ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο ν’ ἀνανεώσῃ τὸ προ-
282νόμιον τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης· ἑπομένως ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα
283παρίσταται ὑπὸ τὸ δίλημμα, ἐὰν ὑπάρχῃ ἢ ὄχι.
284§49Α. ΖΕΡΒΟΣ. Δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν αὐτό.
285§50ΚΑΡΑΛΗΣ. Ἀπατᾶσθε.
286§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι, σᾶς παρακαλῶ. Ὁ
287ἀγορεύων εὑρίσκει σχέσιν, καὶ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τῷ κανονίσητε
288τὰς σκέψεις του.
289§52ΚΑΡΑΛΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁπωσδήποτε λυομένου τοῦ
290ζητήματος, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀμφισβητήσωμεν, ὅτι ἡ Ἰο-
291νικὴ Τράπεζα διὰ τοῦ διατάγματος ἐκείνου ἀπέκτησε δικαιώ-
292ματα, καὶ ὅμως τινὲς τῶν Βουλευτῶν φρονοῦσι τὸ ἐναντίον.
293Ἑπομένως ὀφείλει νὰ λυθῇ κατὰ πρῶτον τὸ ζήτημα τῆς Ἰονι-
294κῆς Τραπέζης, ἥτις εὑρίσκεται εἰς μετέωρον κατάστασιν. Ἡ
295Ἰονικὴ Τράπεζα εἰς πολλὰς περιστάσεις ὠφέλησε τὴν Ἑλλάδα
296διὰ τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτῆς, τὰς ὁποίας προσέφερε πρὸς τὸ δη-
297μόσιον, καὶ δὲν εἶναι δίκαιον ν’ ἀφίνωμεν τὴν θέσιν αὐτῆς ἀμ-
298φίβολον, διότι ἡ τραπεζιτικὴ πίστις ἀποκτᾶται διὰ μεγά-
299λων θυσιῶν, ἀλλὰ καταστρέφεται ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ στιγμῇ. Ἡ
300Τράπεζα ὑπάρχει ἀπὸ τοῦ 1838, καὶ δὲν εἶναι δίκαιον νὰ
301φιλονικῆται σήμερον ἡ ὕπαρξίς της. Καὶ ἂν ὑποθέσητε, ὅτι
302διὰ τοῦ βασιλικοῦ αὐτοῦ διατάγματος ἡ Τράπεζα ὑφίσταται,
303ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ἐμποδίζεται διόλου ἡ Βουλὴ νὰ
304συζητήσῃ βραδύτερον τὸ νομοσχέδιον τῆς Πιστωτικῆς Τρα-
305πέζης.
306Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ἀποκλείεται ἡ Βουλὴ νὰ ψη-
307φίσῃ τὴν σύμβασιν τὴν συνομολογηθεῖσαν μεταξὺ Πιστωτικῆς
308καὶ Κυβερνήσεως, καὶ νὰ συστήσῃ νέαν Τράπεζαν ἔχουσαν τὰ
309αὐτὰ ἐν Ἑπτανήσῳ προνόμια. Ὁπωσδήποτε ἑπομένως νομί-
310ζω, ὅτι πρὸ παντὸς ὀφείλει νὰ διευκρινισθῇ τὸ ζήτημα, ἂν
311ὑφίσταται ἢ μὴ ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα, καὶ ἂν καλῶς ἐξεδόθη
312τὸ διάταγμα τὸ ἀνανεοῦν τὸ προνόμιον τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης,
313καὶ μόνον τότε νὰ προβῶμεν εἰς τὰ ἄλλα ζητήματα. Οὐδε-
314μία δὲ βλάβη ἐπέρχεται εἰς τὴν Πιστωτικὴν ἢ ἄλλην Τράπε-
315ζαν ζητοῦσαν τὴν ἀπόκτησιν τοῦ προνομίου ἐν Ἑπτανήσῳ,
316καθόσον κατὰ τοὺς Ἰονίους Νόμους δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ
317παράσχῃ τὸ προνόμιον τοῦτο εἰς πᾶσαν ἄλλην Τράπεζαν, ἐ-
318κτὸς τῆς Ἰονικῆς. Διατί λοιπὸν νὰ μὴ διευκρινισθῇ τὸ ζήτη-
319μα τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης προηγουμένως; ὅπως μὴ δύναται
320νὰ παρουσιασθῇ τις νὰ εἴπῃ μετὰ τὴν 9 Ἀπριλίου εἰς τὴν
321Ἰονικὴν Τράπεζαν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀναγκαστικὴ πλέον κυ-
322κλοφορία δι’ αὐτὴν, καὶ ὅτι ὀφείλει νὰ ἐξαργυρώσῃ τὰ Τρα-
323πεζικὰ γραμμάτια αὐτῆς τὰ ἐν κυκλοφορίᾳ. Διὰ τοῦτο πρὸ
324πάντων ὀφείλομεν νὰ συζητήσωμεν ἂν νομίμως ἐξεδόθη τὸ
325Διάταγμα, καὶ κατόπιν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ
326παρόντος Νομοσχεδίου. Κατ’ ἐμὴν κρίσιν, ἡ Κυβέρνησις καλῶς
327ἔπραξε, καὶ ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα ὑφίσταται νομίμως.
328§53Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Ὁ κ. Πολυλᾶς, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἔχει δί-
329καιον εἰς ὅ,τι ἐζήτησε. Δὲν ἀποφαίνομαι ἀπὸ τοῦδε οὔτε ὑπὲρ,
330οὔτε κατὰ τῆς συμβάσεως, διότι δὲν ἔλαβον καιρὸν νὰ τὴν
331ἀναγνώσω· μετὰ μεσημβρίαν μόνον διενεμήθη εἰς ἡμᾶς, καὶ
332τὴν διέτρεξα ὀλίγον, ἐνῷ ὡμίλει ὁ κ. Πολυλᾶς ἀπὸ τοῦ βή-
333ματος. Ἐπιθυμῶ πρὸ παντὸς ἄλλου αἱ νέαι ἐπαρχίαι τῆς
334Ἑλλάδος νὰ λάβωσιν, ὅσον εἶναι δυνατὸν, μεγαλειτέρας εὐκο-
335λίας ὑπὲρ τῆς προόδου καὶ τῶν συμφερόντων αὐτῶν, καὶ δὰ
336τοῦτο, ἐνῷ ἠδυνάμην νὰ κάμω ἀντίῤῥησιν εἰς τὴν πρώτην ἀνά-
337γνωσιν, δὲν τὸ ἔκαμα· ἀφῆκα νὰ γείνῃ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις,
338ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι ἡ Βουλὴ ἤθελε παραδεχθῆ νὰ σταλῇ τὸ
339Νομοσχέδιον εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, διοριζομένην παρὰ τοῦ κ.
340Προέδρου, ἥτις, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὸ Νομοσχέδιον, νὰ φέρῃ
341ἔκθεσιν. Ἀλλὰ βλέπω, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Πολυλᾶ ἀντι-
342κρούεται. Δὲν εἶναι ὀρθὸν ἡ σύμβασις αὕτη, ὅσα καλὰ καὶ ἂν
343δύναται νὰ παράσχῃ ὑπὲρ τῶν νέων ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος,
344νὰ μὴ ἐξετασθῇ ἐμβριθῶς. Ἡ σύμβασις περιέχει διατάξεις,
345ἐφαπτομένας καὶ τῶν συμφερόντων τῶν λοιπῶν ἐπαρχιῶν, τῆς
346παλαιᾶς Ἑλλάδος· π. χ. εἰς ἄρθρον τι καταργεῖ ἡ σύμβασις
347τὸν νόμον περὶ ἐνεχύρου τοῦ 1836, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν Τρά-
348πεζαν αὐτήν· δεύτερον καθιεροῖ ὑπὲρ τῆς πιστωτικῆς Τραπέζης
349τ’ αὐτὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα δι’ ἰδιαιτέρου εἰδικοῦ νόμου εἶχον
350παραχωρηθῆ εἰς τὴν Ἐθνικὴν διὰ τὴν ἐκποίησιν τῶν ἐκπλει-
351στηριαζομένων κτημάτων, καθιεροῖ δὲ καὶ ἄλλας διατάξεις.
352Λέγω τοῦτο, ἵν’ ἀποδείξω, ὅτι εἶναι Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον
353ἄνευ βασάνου καὶ προεξετάσεως τῆς ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι εὔκο-
354λον νὰ συζητηθῇ, ἄνευ μεγάλης ἐκτάσεως ἐν τῇ Βουλῇ· ἐπι-
355θυμῶν δὲ, πρὸς τὸ συμφέρον τῶν ἐνδιαφερομένων συναδέλφων
356μας, τὸ ταχύτερον τέλος τῆς ὑποθέσεως, φρονῶ, ὅτι πρέπει
357ν’ ἀποσταλῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ
358τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πολυλᾶς μετὰ τοῦ κ. Στα-
359μούλη καὶ Παλατιανοῦ ἐπαρουσίασαν, ἀφορώσας εἰς τὴν ἑρ-
360μηνείαν τοῦ περὶ ἀφομοιώσεως νόμου τοῦ 1866. Τὰ ζητή-
361ματα ταῦτα, ἂν καὶ δὲν ἔχωσιν ἴσως μεγάλον σύνδεσμον πρὸς
362ἄλληλα, οὐχ ἧττον ὑπάρχει μεγάλη ἡ σχέσις αὐτῶν· ἡ
363ἐπιτροπὴ, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς προτάσεις ταύτας καὶ
364τὴν ὑφισταμένην νομοθεσίαν καὶ τὴν σύμβασιν τὴν μετὰ τῆς
365πιστωτικῆς Τραπέζης, δύναται νὰ φέρῃ ἐντὸς δύω ἡμερῶν ἔκ-
366θεσιν διαφωτίζουσαν τὴν Βουλήν· τὰ δὲ συμφέροντα τῆς
367Ἑπτανήσου δὲν δύνανται νὰ πάθωσι διὰ τῆς ἀναβολῆς δύω
368ἡμερῶν. Ἄλλως τε Νομοσχέδια τοιαῦτα, ἄνευ προεξετάσεως,
369ἄνευ βασάνου, νὰ ἔρχωνται ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ν’ ἀποφασίζωνται
370τοιούτῳ τρόπῳ, εἶναι πρωτότυπον εἶδος τοῦ νομοθετεῖν, καὶ τὸ
371κατ’ ἐμὲ δὲν δύναμαι κατ’ οὐδένα λόγον νὰ τὸ ἀποδεχθῶ·
372διὰ τοῦτο προτείνω νὰ γείνῃ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις σήμερον, νὰ
373σχηματισθῇ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου ἡ Ἐπιτροπὴ, ἥτις νὰ
374προσκληθῇ αὔριον νὰ ἐργασθῇ, καὶ τὴν Δευτέραν νὰ ἔχωμεν τὴν
375ἔκθεσιν αὐτῆς. Τοῦτο δὲν βλάπτει τὰ συμφέροντα οὔτε τῶν
376συναδέλφων μας, οὔτε τῆς Πιστωτικῆς, καὶ οὕτω δυνάμεθα ἐν
377γνώσει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ καὶ
378τῆς Ἰονικῆς καὶ τῆς Πιστωτικῆς, πρὸς τὸ συμφέρον τῶν νέων
379ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐνδιαφέρομαι, ὅπως
380ὑπὲρ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος.
381§54ΒΟΥΛΤΣΟΣ. Ἐὰν ἀναβληθῇ, κύριε Πρόεδρε, τὸ Νομοσχέδιον
382περὶ τῆς Πιστωτικῆς Τραπέζης, παρακαλῶ νὰ ὁρισθῇ ῥητὴ
383προθεσμία, τὸ πολὺ δύω ἡμερῶν.
384§55ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.)
385Δὲν θ’ ἀντιταχθῶ, κύριοι, εἰς τὴν πρότασιν τὴν ὑποβληθεῖσαν
386περὶ τῆς ἀποστολῆς τοῦ Νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν εἰδικήν·
387ἂν ἡ Βουλὴ θεωρήσῃ ἀναγκαῖον τοῦτο, ἡμεῖς, ὡς Κυβέρνησις,
388δὲν ἔχομεν λόγον τινὰ ν’ ἀντιταχθῶμεν. Ὑπενθυμίζω μόνον εἰς
389τὴν Βουλὴν, ὅτι πρὸ μικροῦ δι’ ἀποφάσεώς της μετέβαλε τὴν
390ἡμερησίαν διάταξιν καὶ ἐπελήφθη τῆς συζητήσεως τοῦ προκει-
391μένου Νομοσχεδίου· ἐπειδὴ δὲ ἁρμόδιος πρὸς συζήτησιν αὐτοῦ
392εἶναι ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὡς Ὑπουργὸς
393τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος πρὸ δύω ἡμερῶν δυστυχῶς ἀσθενεῖ,
394παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἂν ἐγκρίνῃ, νὰ ἐπιψηφίσῃ τὸ Νομο-
395σχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν σήμερον, ἄνευ περαιτέρω συζη-
396τήσεως, ὡς πρὸς δὲ τὰ λοιπὰ περὶ Ἐπιτροπῆς ἂς πράξῃ ὅ,τι
397ἐγκρίνει.
398Ἐν τούτοις νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ μὴ ἀφήσω ἄνευ
399ἀπαντήσεως τὴν παρατήρησιν τοῦ ἐντίμου ἐκ Σύρου Βουλευτοῦ
400κ. Καράλη, ὡς πρὸς τὴν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἔκδοσιν τοῦ
401Β. Διατάγματος, δι’ οὗ παρετάθη ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη ἡ ἰσχὺς τῆς
402Ἰονικῆς Τροπέζης ἐν Ἑπτανήσῳ. Ὁ κ. Καράλης, ἂν δὲν ἀπα-
403τῶμαι, ἐχαρακτήρισε τὸ Διάταγμα τοῦτο ὡς γενόμενον καθ’
404ὑπέρβασιν τῶν δικαιωμάτων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ ὡς
405μὴ στηριζόμενον εἰς τὸν Νόμον τοῦ 1866, περὶ ἀφομοιώσεως.
406Κατὰ τὸ ἄρθρον 20 τοῦ Νόμου τοῦ 1860, ὑπὸ στοιχεῖον ΛΑ
407τοῦ ια. Κοινοβουλίου τῆς Ἰονίου Πολιτείας, ἓν ἔτος πρὸ τῆς
408λήξεως τῆς προθεσμίας, περὶ ἧς διαλαμβάνει τὸ πέμπτον ἄρ-
409θρον τοῦ αὐτοῦ Νόμου, ἡ ἑταιρία, ἤτοι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ
410Ἰονικὴ Τράπεζα, ὀφείλει ν’ ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Γερουσίαν, τὴν
411ὁποίαν ἀντικατέστησε μετὰ τὴν ἕνωσιν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνη-
412σις, ἂν βούληται ἢ ὄχι ν’ ἀνανεώσῃ τὴν περὶ ἐξουσιοδοτήσεως
413αἴτησιν, ἥτις θέλει δοθῇ κατὰ τοὺς τύπους καὶ τὸν χρόνον
414τοὺς ὁριζομένους ἐν τῷ νόμῳ· κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ αὐτοῦ
415νόμου, ἡ ἐξουσιοδότησις ἡ χορηγουμένη εἰς τὰς ἀνωνύμους Τρα-
416πέζας δὲν δύναται νὰ ἰσχύσῃ ἐπέκεινα τῶν 20 ἐτῶν, ἀφ’ ἧς
417ἡμέρας ἄρχονται τῶν ἐργασιῶν των. Ἡ Κυβέρνησις στηριχθεῖσα
418εἰς τὸ 16 ἄρθρον τοῦ ὑπὸ στοιχεῖον ΡΝ Νόμου τοῦ 1866 περὶ
419ἀφομοιώσεως, καθ’ ὃ οἱ Νόμοι τοῦ πρώην ἡνωμένου Κράτους
420τῶν Ἰονίων Νήσων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν εἰς Ἑταιρίας εἰδικὰ
421δικαιώματα διατηροῦσι τὸ κῦρος ἐν ταῖς Ἰονίοις Νήσοις, ἐξέ-
422δωκε τὸ διάταγμα, περὶ οὗ πρόκειται, διὰ τοῦ ὁποίου παρα-
423τείνει τὴν ἰσχὺν τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης ἐν Ἑπτανήσῳ ἐπὶ
42420 ἔτη, καὶ ἔσπευσε νὰ τὸ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν
425ἅμα τῇ συγκροτήσει αὐτῆς, κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ εἰρη-
426μένου ΛΑ Νόμου. Ἑπομένως τὸ διάταγμα στηρίζεται ἐπὶ
427τοῦ Νόμου περὶ ἀφομοιώσεως, καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία
428ἐνήργησεν ἐντὸς τῶν διατάξεων αὐτοῦ ὀρθῶς καὶ νομίμως, καὶ
429δὲν δύναται, νομίζω, νὰ τεθῇ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν, ὅτι παρὰ τὸν
430Νόμον δῆθεν ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις ὅ,τι ἔπραξεν· ἀλλὰ ἐπανα-
431λέγω, ὅτι καὶ ἐπὶ τούτου ἁρμόδιος εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσω-
432τερικῶν, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀναβάλῃ τὴν συζήτη-
433σιν καὶ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ συζητήσῃ αὐτὸ μετὰ
434τῆς συμβάσεως τῆς πιστωτικῆς Τραπέζης.
435Κατόπιν ἐγένετο δεκτὸν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ Νομο-
436σχέδιον κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον.
437§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο, κύριοι, πρότασις νὰ παραπεμφθῇ τὸ
438Νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπὴν σχηματισθησομένην ὑπὸ τοῦ Προέ-
439δρου· ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
440§57ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
441§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ πόσων μελῶν.
442§59ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πέντε.
443§60ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἐκτὸς τῆς προτάσεώς μου, παρακαλῶ τὴν Βου-
444λὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ εἰδικὴ ἐπιτροπὴ καὶ σύμβασιν
445εἰσαχθεῖσαν κατὰ τὴν Σύνοδον τοῦ 1878 μεταξὺ Ἰονικῆς Τρα-
446πέζης καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε δὲν ἐνεκρίθη
447ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ κατὰ τὴν γνώμην πολλῶν, ὑποχρεοῖ τὴν
448Ἰονικὴν Τράπεζαν, διότι ἐνδέχεται, ἐνῷ νομοθετοῦμεν, νὰ πα-
449ρουσιασθῇ αἴφνης ἡ σύμβασις, καὶ νὰ μὴ ἠξεύρωμεν ποῦ εὑρι-
450σκόμεθα.
451§61ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι κατὰ
452τὸ 1878 τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπέβαλεν εἰς τὴν
453Βουλὴν Νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ τῆς
454Ἰονίου Τραπέζης καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν ἐκυρώθη·
455ἑπομένως πρέπει νὰ ἔλθῃ ἐκ νέου εἰς τὴν Βουλήν.
456§62ΠΟΛΥΛΑΣ. Καὶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Κωνσταντᾶς, ἂς
457τὸ ἐξετάσῃ ἡ Βουλή.
458§63ΡΑΛΛΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν
459διὰ τὴν προθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἔδειξε, νὰ μοὶ παράσχῃ τὰς πλη-
460ροφορίας, τὰς ὁποίας χθὲς ἐζήτησα. Δυστυχῶς αἱ πληροφορίαι
461εἶναι ἀτελεῖς, καὶ κατὰ τοῦτο ἔπταισα καὶ ἐγὼ κατὰ τὴν
462χθεσινὴν ὁμιλίαν μου, διότι δὲν ἐζήτησα πλήρεις τὰς πληρο-
463φορίας. Ἀληθῶς ἐκ τοῦ ἐγγράφου τούτου τῆς ὑπηρεσίας, τὸ
464ὁποῖον προσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ ἐκ τῶν σχετικῶν ἄλλων
465ἐγγράφων τῶν δύω δημοπρασιῶν, φαίνεται, ὅτι εἶχον τὰ ἐν
466Λαυρίῳ ὑπ’ ἀριθ. 87 καὶ 90 τοῦ ἐννάτου τετραγώνου γήπεδα
467ἐκτεθῇ εἰς δημοπρασίαν, καὶ ἐκεῖνος, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου κατεκυ-
468ρώθησαν, ἐγένετο ἔκπτωτος καὶ ἀπώλεσε τὸ δεκατημόριον.
469Τοῦτο μὴ σᾶς ἐκπλήττῃ, διότι τὸ δεκατημόριον λαμβάνεται
470ἐπὶ τῆς ἐκτιμήσεως, ἡ δὲ ἐκτίμησις ἦτο δραχμῶν 650, τὸ
471δεκατημόριον ἑπομένως 65 δραχμαί. Ἀλλ’ ἡ δημοπρασία
472ἐκείνη εἶχε φθάσει εἰς δραχμὰς 5,000 προηγουμένως, καὶ ἀπέ-
473σχεν ὁ πλειοδότης ἀπὸ σκοποῦ, ὅπως πλανήσῃ τὴν ὑπηρεσίαν
474καὶ κατορθώσῃ ν’ ἀποκοιμήσῃ τοὺς ἄλλους συναγωνιζομένους,
475καὶ φθάσῃ τὸ αὐτὸ γήπεδον εἰς δραχμὰς 850.
476Ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι εἰσὶν ἀτελεῖς, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν
477μᾶς ἔφερε καὶ τὰς τιμὰς, εἰς τὰς ὁποίας ἐξεποιήθησαν γήπεδα
478τοῦ Δημοσίου, ἀνήκοντα οὐχὶ εἰς τὸ ἔννατον τετράγωνον, ἀλλὰ
479εἰς τὸ ὄγδοον· ἀλλὰ ταύτας δὲν ἐζήτησα, ὁμολογῶ, καὶ
480ἐγώ. Τὸ ὄγδοον τετράγωνον συνέχεται μετὰ τοῦ ἐννάτου, χω-
481ριζόμενον μόνον αὐτοῦ δι’ ὁδοῦ. Εἰς τὸ ὄγδοον τετράγωνον
482ἐξεποιήθησαν δύω γήπεδα τῆς αὐτῆς ἐκτάσεως, τὸ μὲν ἀντὶ
483δραχ. 6,000, τὸ δὲ ἀντὶ δραχ. 5,000· τὰ γήπεδα κεῖνται
484ἀντικρὺ τῶν γηπέδων 87 καὶ 90, τῶν ἐκποιηθέντων ἀντὶ δραχ-
485μῶν 850 ἑκάτερον, παραδόξως δὲ βλέπω αὐτὴν τὴν διαφορὰν
486τῆς τιμῆς, ἐνῷ ἐκεῖνα μὲν εἶναι βόρεια, ταῦτα δὲ ἀνατολικά.
487Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ συμπληρώσῃ
488τὰς πληροφορίας του.
489§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετσάλης ἐζήτησε νὰ προταχθῇ ἡ δευ-
490τέρα συζήτησις τοῦ Νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς τοῦ Νόμου
491περὶ πολιτικῶν Μηχανικῶν. Ὑποστηρίζεται ἀπὸ δέκα;
492§65ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
493§66ΡΟΥΚΗΣ. Μήπως καὶ τὸ περὶ λειβαδίων δὲν εἶναι κατε-
494πεῖγον;
495§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὸν Προϋπολογισμόν.
496§68ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.). Βε-
497βαίως ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς ἡμερησίας διατά-
498ξεως εἶναι ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἀλλ’ ἂν πρόκη-
499ται εἰς τὴν συζήτησιν αὐτὴν νὰ δοθῇ χαρακτὴρ πολιτικός, ν’
500ἀναπτυχθῶσι ζητήματα κυβερνητικὰ, καὶ νὰ μὴ περιορισθῇ ἡ
501συζήτησις ἁπλῶς εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, προλαμβάνω νὰ
502πληροφορήσω τὴν Βουλὴν, ὅτι, ὡς καὶ πρὸ ὀλίγου εἶπον, ὁ
503Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀσθενεῖ, ἀπόντος δὲ τού-
504του, φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ συζη-
505τήσεως πολιτικῆς, διότι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἀρ-
506χηγὸς αὐτῆς, ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ διεξαγάγῃ
507ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὴν προκειμένην συζήτησιν, πρέπει δὲ νὰ
508ἦναι παρὼν, ν’ ἀκούσῃ τὰς συζητήσεις, καὶ ν’ ἀπαντήσῃ ἐπ’ αὐ-
509τῶν. Ἑπομένως παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἂν ἐγκρίνῃ, ν’ ἀναβάλῃ
510τὴν συζήτησιν ταύτην μέχρι τῆς ἀναῤῥώσεως τοῦ κ. Πρωθυ-
511πουργοῦ.
512§69ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πότε;
513§70ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλπίζω, ὅτι τὸ Σάββατον
514ἢ τὸ πολὺ τὴν Δευτέραν θέλει εἶσθαι ἀφεύκτως εἰς κατάστα-
515σιν νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν Βουλήν. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν ἐνό-
516μισα καθῆκόν μου, καὶ ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατ’
517ἐντολὴν τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νὰ ὑπο-
518βάλω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἡ Βουλὴ ἂς ἀποφασίσῃ ὅ,τι ἐγ-
519κρίνει.
520§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
521§72ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι αὔριον ὁ κ.
522Πρόεδρος θὰ ἦναι ὑγιής.
523§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν αὔριον δὲν ἔλθῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἡ
524Βουλὴ δύναται ἐκ νέου ν’ ἀποφασίσῃ ἐὰν θὰ συζητήσῃ.
525§74ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον.
526§75ΕΤΕΡΟΙ. Ἔχομεν ἀκόμη πολλὰ ἀντικείμενα πρὸς συζή-
527τησιν.
528§76ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν θὰ συνεδριάσωμεν, πρέπει νὰ συζητήσω-
529μεν τὸν προϋπολογισμὸν. Ἐδέχθημεν ν’ ἀναβληθῇ ἡ συνεδρία-
530σις, ἕνεκα τῆς ἀσθενείας, οὐχὶ ὁ προϋπολογισμός.
531§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τρικούπης λέγει, ὅτι ἐννοεῖ ν’ ἀναβληθῇ
532ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν αὔριον.
533§78ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Τί ἀπεφάνθη ἡ Βουλή;
534§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἐνόησα, ὅτι ἡ Βουλὴ ἤθελε ν’ ἀναβληθῇ
535ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὐχὶ ἡ συνεδρίασις. Ὁ
536κ. Τρικούπης ὑποβάλλει νέαν πρότασιν, ν’ ἀναβληθῇ ἡ συνε-
537δρίασις.
538§80ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἡμεῖς ἐννοοῦμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ ὤφειλε νὰ
539προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ δὲν ἠθέ-
540λομεν ν’ ἀντιταχθῶμεν εἰς αἴτησιν ἀναβολῆς γινομένην παρὰ
541τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν
542ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως, μᾶς λέγει, ὅτι θεωρεῖ ἄτοπον νὰ
543προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, μὴ
544παρόντος τοῦ πρωθυπουργοῦ. Ἐὰν εἰς τοῦτο ἐπιμένῃ ὁ κ. ἐπὶ
545τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, δὲν θέλομεν ἡμεῖς ν’ ἀντιταχθῶ-
546μεν καὶ νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ ἀπου-
547σία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν συζήτησιν
548τοῦ προϋπολογισμοῦ, καθιστᾷ ἀδύνατον καὶ πᾶσαν ἄλλην
549πολιτικὴν συζήτησιν, διότι δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ,
550ὅτι ὑπάρχει νομοθετικὴ ἐργασία, μὴ ἔχουσα πολιτικὸν χα-
551ρακτῆρα. Εἰς πάντων τῶν Νομοσχεδίων τὴν διεξαγωγὴν
552ἀπαιτεῖται νὰ διευθύνῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅταν δὲ λείπῃ τὸ μέλος
553τῆς Κυβερνήσεως, ὅπερ ὑποτίθεται ὡς ἀναγκαῖον, ὅπως ἐκπρο-
554σωπῇ τὴν Κυβέρνησιν, δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν καὶ εἰς τὴν
555συζήτησιν τῶν ἄλλων Νομοσχεδίων. Ἐπὶ τούτου ἐγὼ δὲν
556φρονῶ ὅ,τι ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός. Ἐγὼ φρονῶ,
557ὅτι δυνάμεθα νὰ προβῶμεν ἤδη καὶ εἰς τὴν συζήτησιν
558τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ τοιαύτη εἶναι ἡ ἰδέα τῆς
559Κυβερνήσεως, καὶ τὴν ἰδέαν αὐτῆς δέχομαι, ἵνα μὴ τῇ φέρω
560δυσχέρειάν τινα· ἀλλ’ ὅταν παραδέχωμαι τοῦτο, δὲν δύναμαι
561εἰμὴ νὰ παραδεχθῶ καὶ τὰς συνεπείας, καὶ συνέπεια εἶναι, ὅτι
562δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς οὐδεμίαν ἄλλην συζήτησιν, ἕως
563οὗ ἔλθῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ ἡ παράστασις τῆς Κυβερνή-
564σεως ᾖ πλήρης.
565§81ΒΑΛΤΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Κύριοι, εἶχε
566προαποφασισθῆ, ὅτι σήμερον ἤθελον ὑπάρξει ἡ πρώτη ἡμέρα
567ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Κατὰ σύμπτω-
568σιν δὲν πρόκειται περὶ συνταγματικῆς θεωρίας. Ὁ Πρόεδρος
569τῆς Κυβερνήσεως ἠσθένησεν, αὔριον αἴφνης εἶναι καλά· ἄλλο
570ζήτημα, ἐὰν ἦναι κλινήρης εἷς Πρωθυπουργὸς, διότι τότε δὲν
571ἀργεῖ οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε ἡ Βουλὴ οὔτε ἐμποδίζονται νὰ
572ἐργασθῶσι. Παρεκαλέσαμεν τὴν Βουλὴν, ἐκ μέρους τοῦ ἰδίου
573Πρωθυπουργοῦ, νὰ εὐαρεστηθῇ ἡ Βουλὴ, νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζή-
574τησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ἐπιθυμεῖ νὰ ἦναι παρών.
575Βεβαίως ἐὰν μείνῃ κλινήρης καὶ αὔριον καὶ μεθαύριον, εἶναι
576ἄλλο ζήτημα.
577§82Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπο-
578λογισμοῦ θὰ ἐξετάσωμεν πολλὰ ἄλλα ζητήματα, εἰς τὰ ὁποῖα
579πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ λάβῃ μέρος ἡ Κυβέρνησις, ἐνῷ εἰς τὰ
580ἄλλα Νομοσχέδια δὲν θὰ ἐγερθῶσι πολιτικὰ ζητήματα.
581§83ΡΟΥΦΟΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἐπιμέ-
582νουν ὥστε νὰ μὴ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογι-
583σμοῦ, ἀφοῦ τὸ Ὑπουργεῖον παρουσιάσθη ἐνώπιόν μας καὶ μᾶς
584λέγει, ὅτι θέλω νὰ ἦμαι πλῆρες, διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ ἀνταποκριθῶ
585εἰς τὸ πολιτικὸν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον σᾶς παρουσιάσθη, καὶ
586σᾶς ἐξηγήσω τὰς ἰδέας μου καὶ ἀκούσω τὰς ἐδικάς σας, καὶ ἀ-
587παντήσω. Ἡ μόνη πράγματι μεγάλη συζήτησις εἰς τὰ κοινο-
588βούλια εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ἐν αὐτῷ κα-
589νονίζεται ἡ μέλλουσα πορεία τῆς κυβερνήσεως. Ἀλλὰ, κύριοι,
590διατί, ἀφοῦ ἀποδέχεσθε τὴν ἀρχὴν ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις
591ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ θέλετε σήμερον νὰ μὴ ἐξακολου-
592θήσῃ ἡ Βουλὴ τὸ ἔργον της; Δὲν πρόκειται, κύριοι, νὰ συζητη-
593θῶσι νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ δύναν-
594ται νὰ θεωρηθῶσι, ὡς ὑπουργικά· πρόκειται νὰ συζητηθῶσι νο-
595μοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν ὑπὸ πολλῶν τῶν κκ. Βου-
596λευτῶν, καὶ τὰ ὁποῖα, νομίζω, ὅτι δύνανται καὶ ἄνευ τῆς πα-
597ρουσίας τῆς Κυβερνήσεως νὰ συζητηθῶσι, διότι αὐτὰ εἰς πρώτην
598καὶ δευτέραν ἀνάγνωσιν ἐγένοντο δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως ἐκ
599μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ παρακαλέσω ἑπομένως καὶ τὸν
600κ. Τρικούπην καὶ πάντας, οἵτινες ὑποστηρίζουσι τὴν ἐναντίαν
601ἰδέαν, νὰ παραδεχθῶσι νὰ συζητηθῶσι νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑ-
602πεβλήθησαν ἀπὸ Βουλευτάς, ἵνα μὴ ἀπόλλυται ὁ χρόνος.
603§84ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Πρέπει νὰ προταχθῇ τὸ Νομοσχέδιον περὶ
604γαιῶν καὶ φυτειῶν, διότι εἶναι κατεπεῖγον.
605§85ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐζητήθη, κύριοι, ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως
606τοῦ προϋπολογισμοῦ, κατὰ τῆς ὁποίας δὲν ἀντετάχθημεν, διὰ
607τὸν λόγον, ὅτι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ βεβαίως θὰ προ-
608ταθῶσι πολιτικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα μᾶς εἶπεν ἡ Κυ-
609βέρνησις, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ δεχθῇ νὰ τὰ συζητήσῃ ἀπόντος
610τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ἄρα μᾶς λέγει ἡ κυβέρνησις, ὅτι, καί τοι
611παρίστανται ὅλοι οἱ ἄλλοι Ὑπουργοί, προκειμένου ὅμως περὶ
612πολιτικῶν ζητημάτων, δὲν ἠμπορεῖ νὰ προχωρήσῃ, ἐὰν δὲν
613ἦναι παρὼν ὁ κ. κ. Πρωθυπουργός. Θὰ εἴπῃ λοιπὸν, ὅτι ἡ κυ-
614βέρνησις μᾶς λέγει, ὅτι, ἀπόντος τοῦ Πρωθυπουργοῦ, δὲν ἔχει
615τὸν χαρακτῆρα κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως, ὥστε νὰ ἐπι-
616ληφθῇ ἡ Βουλὴ πάσης συζητήσεως.
617§86ΤΙΝΕΣ. Εἶναι σύστημα αὐτό.
618§87ΚΟΡΙΖΗΣ. Ἡ Οἰκουμενικὴ ἦτο ἄνευ Πρωθυπουργοῦ, καὶ
619ὅμως ἦτο κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις.
620§88ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τότε κάμετε πρότασιν νὰ σχηματισθῇ Οἰ-
621κουμενικὴ Κυβέρνησις· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἐγὼ
622νομίζω, ὅτι κάθε πρότασις, κάθε συζήτησις δύναται νὰ φέρῃ ζή-
623τημα πολιτικόν. Ἐκτὸς τούτου εἴμεθα εἰς τὸν τέταρτον μῆνα
624τῶν ἐργασιῶν μας. Ἐὰν θὰ ἀναβάλωμεν τὸν προϋπολογισμὸν,
625πρέπει ν’ ἀναβάλωμεν καὶ πᾶσαν ἄλλην ἐργασίαν. Ὁ τόπος δὲ
626ἐνδιαφέρεται, τοὐλάχιστον τὴν στιγμὴν ταύτην, πῶς νὰ λύσωμεν
627τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα. Ἡ Βουλὴ ἄλλην ἐργασίαν προτιμοτέραν
628καὶ μᾶλλον ἐπείγουσαν δὲν ἔχει. Ὑποστηρίζω λοιπὸν ν’ ἀναβά-
629λωμεν τὴν συνεδρίασιν καὶ νὰ ἔλθωμεν αὔριον, ὅτε ἐλπίζομεν,
630ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ ἦνε καλὰ καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ
631συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἄλλως εἶμαι βέβαιος, ὅτι θέλει
632δώσει τὴν πληρεξουσιότητα ν’ ἀρχίσωμεν τὸν προϋπολογισμόν.
633§89ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ
634δὲν ἐξηγήθην καλῶς, ἢ δὲν ἐνοήθην· ἐγὼ εἶπον καὶ ἐπαναλαμ-
635βάνω νὰ εἴπω, ὅτι, ἐὰν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογι-
636σμοῦ πρόκηται νὰ συζητηθῶσι καὶ ἀναπτυχθῶσι ζητήματα
637πολιτικὰ καὶ κυβερνητικὰ, πρέπει νὰ ἦνε παρὼν καὶ ὁ κ. Πρω-
638θυπουργός. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἄνευ τοῦ Πρωθυπουργοῦ,
639ἀσθενοῦντος, ἔχει τὸν τύπον τῆς κοινοβουλευτικῆς Κυβερνή-
640σεως· ἀλλ’ ἀρχηγὸς αὐτῆς εἶναι ὁ Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἔχει
641δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ παρίσταται εἰς τὰς συζητήσεις, πρὸ
642πάντων τὰς πολιτικὰς, διὰ νὰ συζητῇ μετὰ τῶν ἀντιφρονούν-
643των τὰ πολιτικὰ ζητήματα καὶ πολιτικὰ ἀντικείμενα, ἐπὶ
644τῶν ὁποίων θ’ ἀναπτυχθῶσιν αἱ ἰδέαι τῆς τε συμπολιτεύσεως
645καὶ ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι ἡ Βου-
646λὴ πρέπει νὰ διακόψῃ καὶ τὰς λοιπὰς ἐργασίας. Μήπως χθὲς
647δὲν συνεδριάσαμεν ἀπόντος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Μήπως ἄλ-
648λην ἡμέραν δὲν εἰργάσθημεν ἐν τῇ Βουλῇ, ἀσθενοῦντος ἢ κω-
649λυομένου αὐτοῦ; Δὲν εἶναι δὲ ὀρθὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίσθη-
650σαν οἱ προαγορεύσαντες, ὅτι ὅλα τὰ Νομοσχέδια εἶναι ζητήμα-
651τα πολιτικά· λ. χ. τὸ περὶ μετοχικοῦ ταμείου τῶν Βουλευτῶν
652Νομοσχέδιον δὲν βλέπω πῶς περιλαμβάνει ἐν ἑαυτῷ ζήτημα
653πολιτικόν.
654§90ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν τὸ βλέπετε, ὅτι εἶναι ζήτημα φορολογι-
655κόν; πρόκειται νὰ φορολογήσωμεν τοὺς Βουλευτὰς, χάριν τοῦ
656ταμείου.
657§91ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἄλλο φορολογία, καὶ ἄλλο κατάθεσις.
658§92Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐγὼ αὐτὸ θὰ τὸ καταπολεμήσω.
659§93ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγω, οὔτε ὅτι εἶναι καλὸν,
660οὔτε ὅτι εἶναι κακόν, ἀλλὰ λέγω, ὅτι δὲν περιέχει πολιτικὴν
661χροιάν.
662§94ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι πολιτικώτατον.
663§95ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Νομοσχέδιον περὶ φυτειῶν καὶ
664γαιῶν, τὸ ὁποῖον τὸ θεωροῦν πολλοὶ τῶν συναδέλφων ἡμῶν Βου-
665λευτῶν ὡς σπουδαῖον καὶ κατεπεῖγον, εἶναι ζήτημα πολιτικόν;
666βεβαίως ὄχι. Καὶ τόσα ἄλλα Νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐγ-
667γεγραμμένα ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, καὶ τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθη-
668σαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἢ ὑπὸ Βουλευτῶν, περιλαμβάνουσιν
669ἐν ἑαυτοῖς πολιτικὰ ζητήματα;
670§96ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅλα.
671§97ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι κανὲν δὲν ἔχει
672ζήτημα πολιτικόν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ, ἐὰν δὲν θέλῃ
673νὰ χάνῃ τὸν καιρὸν, ὀφείλει νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας,
674διότι δὲν εἶναι πρώτη φορά, καθ’ ἣν συνεδριάζομεν καὶ συζη-
675τοῦμεν ἀπόντος τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀναγκαῖος
676κυρίως εἰς τὰς πολιτικὰς συζητήσεις, καὶ διὰ τοῦτο ἐζητήσα-
677μεν τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ συζητήσεως,
678ὡς πολιτικῆς συζητήσεως, καὶ ἡ Βουλὴ ἀναγνωρίσασα τὴν ὀρ-
679θότητα τῆς παρατηρήσεώς μας ἀπεδέχθη αὐτήν. Ἐὰν θέλῃ ἡ
680Βουλὴ νὰ παύσῃ τὰς συνεδριάσεις μέχρις ἀναῤῥώσεως τοῦ Πρω-
681θυπουργοῦ, ἠμπορεῖ νὰ τὸ κάμῃ, ἀλλὰ δὲν δυσκολεύομαι νὰ
682εἴπω, ὅτι πράττει ἄτοπον καὶ καινοφανές τι.
683§98ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν ἀπόλυτον ἐξουσίαν καὶ ἁρ-
684μοδιότητα νὰ κανονίζῃ τὰς ἐργασίας της· οὔτε αἱ προτάσεις
685τῶν Βουλευτῶν, οὔτε ἄλλου μέλους δύνανται νὰ ὑποχρεώσουν
686αὐτὴν νὰ κανονίσῃ τὰς ἐργασίας καὶ τὴν πορείαν της. Νομίζω,
687ὅτι καὶ ἡ πρότασις, ἡ ὁποία ἐῤῥίφθη, περὶ ἀναβολῆς τῆς συζη-
688τήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν εἶναι ἀρκούντως δικαιολογη-
689μένη, διότι ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι μία συζήτησις δύναται νὰ
690προκαλέσῃ σπουδαίαν ἐργασίαν, δὲν εἶναι πρότασις ἀρκούντως
691δικαία ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς. Ὁ προϋπολογισμὸς ὑποβάλ-
692λεται ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἀντιπροσω-
693πεύει τὴν Κυβέρνησιν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι δύναται ἡ συζή-
694τησις ν’ ἀρχίσῃ ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ
695τῶν λοιπῶν Ὑπουργῶν, καὶ ἐὰν παρουσιασθῇ ἀνάγκη, εἴτε ἕνε-
696κα τῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἴτε δι’ ἄλλον
697λόγον, νὰ παρακληθῇ ἡ Βουλὴ ν’ ἀναβάλῃ ν’ ἀποφανθῇ
698ἐπί τινος ζητήματος. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη. Παρεκάλεσεν
699ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ δὲ
700Βουλὴ συνῄνεσε ν’ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν ἕως αὔριον. Ἀφοῦ
701τὸ παρεδέχθη ἡ Βουλὴ, ἡ νέα πρότασις εἶναι ἀδικαιολόγη-
702τος, διότι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν τὰ Νομασχέδια,
703τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον διάφοροι Βουλευταί, θέλωσι προκαλέσει
704κυβερνητικὴν κρίσιν ἢ πολιτικὴν συζήτησιν, ἀλλὰ θέλει ἐνα-
705σχοληθῆ εἰς ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐφάπτονται τῶν συμφερόν-
706των τοῦ τόπου, ἀδιαφοροῦσα ποία θὰ ἦναι ἡ πλειοψηφία. Ἡ
707Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐργάζηται, διότι πᾶσα ἀναβολὴ ἄνευ ἐργα-
708σίας φρονῶ, ὅτι εἶναι παράβασις τοῦ καθήκοντος. Διὰ τοῦτο,
709κύριοι, νομίζω καθῆκον νὰ προβῶμεν εἰς τὰς ἐργασίας μας, κα-
710θόσον ἔχομεν ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐφάπτονται τῶν συμφερόν-
711των τοῦ τόπου· τοιαῦτα δὲ εἶναι τὸ περὶ φυτειῶν καὶ πολλὰ
712ἄλλα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν πολιτικὸν χαρακτῆρα· αὐτὰ διατὶ
713νὰ μὴ συζητηθοῦν; Λοιπὸν δέχομαι τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητή-
714σεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ δὲν δέχομαι καὶ τὴν ἀναβο-
715λὴν τῶν ἐργασιῶν μας, διότι εἶναι ἀδικαιολόγητος.
716§99ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Βεβαίως τὰ ζητήματα αὐτὰ, τὰ θίγοντα τὰ
717πολιτικὰ ζητήματα εἶναι.......... Ἀλλ’ ἐνόμισα, ὅτι
718ἔχω τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον, ὅταν προβάληται ἐκ μέρους
719τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ῥικάκη, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις διὰ τοῦ κ. Τρι-
720κούπη ζητεῖ νὰ παρεμποδίσῃ τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου,
721νὰ ἀπαντήσω.
722§100ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτὸ, μὲ παρεξηγεῖτε.
723§101ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Χαίρω πολὺ, διότι τὸ ἀνακαλεῖτε.
724§102ΡΙΚΑΚΗΣ. Εἶπον, ὅτι ἂν διακόψωμεν, κάμνομεν ἀδίκημα.
725§103ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Πολὺ καλά. Εἶπεν ὁ κ. Ῥικάκης, ὅτι δὲν δι-
726καιούμεθα νὰ δεχθῶμεν νὰ διακόψωμεν τὰς συζητήσεις τῆς
727Βουλῆς ἐπὶ μίαν ἡμέραν. Ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Ῥικάκην καὶ εἰς
728πάντα ἔχοντα τὴν γνώμην αὐτὴν, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι,
729ἐὰν θὰ δικαιολογηθῶμεν διακόπτοντες τὰς ἐργασίας τῆς Βου-
730λῆς ἐπὶ μίαν ἡμέραν, ἀλλὰ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Ἑλλάδος
731εἶναι, πῶς ἐπὶ 4 μῆνας συνεδριάζοντες ἐνταῦθα, δὲν ἠδυνήθη-
732μεν νὰ συζητήσωμεν τὰ κυριώτερα. (Θόρυβος.) Καὶ ὅταν, κύριοι,
733ἐσυζητοῦμεν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν προσωπικὰ ζητήματα, ἔκαμα
734παρατήρησιν, διότι ταῦτα εἶχον σχέσιν πρὸς ἀτομικὰ συμφέ-
735ροντα. Δὲν πρόκειται σήμερον βεβαίως περὶ τοιούτων ζητημά-
736των, πρόκειται περὶ ζητημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ἕκαστος ἐξ
737ἡμῶν ἔχει τὴν μερίδα καὶ τὸ μέρος του. Βεβαίως τὰ ζητή-
738ματα περὶ ζωοκλοπῆς καὶ ζωοκτονίας, περὶ φόρου τῶν ζώων,
739εἶναι ἀναγκαῖα καὶ χρήσιμα· ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐνδια-
740φέρει, εἶναι νὰ μάθῃ ἡ Ἑλλὰς τί ἐκάμαμεν ἕως τώρα, ὅτι δὲν
741ἐκάμαμεν μέχρι τοῦδε τίποτε, ἀναβάλλοντες εἰς τὰ κύρια τὰς
742συζητήσεις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· διότι τὰ καθέκαστα, τὰ ὁποῖα
743εἶναι τὰ Νομοσχέδια ταῦτα, δὲν θὰ λείψουν βεβαίως τῆς φι-
744λοπόνου ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ἂς ἦναι δὲ βέβαιοι ὅτι, ἐὰν
745διὰ μίαν ἡμέραν παραδεχθῶσιν εἰς τὴν ά. ἀνάγνωσιν, καὶ
746ἐπέλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ αὔριον, ἐὰν ἡ Κυ-
747βέρνησις ὑπερισχύσῃ καὶ θελήσῃ νὰ διακόψῃ τὰς συνεδριάσεις,
748δὲν θὰ μείνωσιν· ἐὰν ἄλλως τε ἡ Κυβέρνησις παρὰ τῆς Βου-
749λῆς θεωρηθῇ ἀνεπαρκὴς, βεβαιωθῆτε, ὅτι ἡμεῖς, οἵτινες ἀπο-
750τελοῦμεν τὴν Βουλὴν καὶ ἀντιπροσωπεύομεν τὰ συμφέροντα
751τῶν ἐπαρχιῶν, τὰ ὁποῖα θίγουσι τὰ Νομοσχέδια αὐτὰ, θὰ
752συνέλθωμεν καὶ πάλιν συζητοῦντες τὰ Νομοσχέδια ταῦτα.
753Συμπεραίνω λοιπὸν, ὅτι δὲν πάσχουν τὰ συμφέροντα τὰ ἐπαρ-
754χιακὰ, ἐὰν διακόψωμεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς ἐπὶ μίαν
755ἡμέραν.
756§104ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἡ ἀσάφεια τῆς προτάσεως τοῦ κ. ἐπὶ τῶν
757Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς ἓν παρεμπῖπτον,
758τὸ ὁποῖον κρύπτει σπουδαιότατον ζήτημα. Φαίνεταί μοι, ὅτι
759ἡ ἔννοια τοῦ Ὑπουργοῦ ἦτο, ὅτι προκειμένου περὶ ζητήματος
760πολιτικοῦ, ἡ Κυβέρνησις, οὕτως εἰπεῖν, ἀποχωρεῖ. Τούτου δο-
761θέντος, εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ προβῇ.
762Διαφωνῶ δὲ πρὸς τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν Πατρῶν, εἰπόντα,
763ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται καὶ ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Κυβερνήσεως νὰ
764προβῇ. Τὸ δόγμα τοῦτο πρῶτος θὰ μεμφθῇ, ὁ ἔντιμος Βου-
765λευτὴς Μεσολογγίου, ὅστις ἀποτελεῖ τὴν ὑπερτάτην
766αὐθεντίαν καὶ μεταξὺ ἡμῶν, διότι ἐμελέτησε τὰ ζητήματα
767τὰ συνταγματικὰ εἰς τὴν ἐντέλειαν, καθὸ ἐγκύψας εἰς αὐτὰ, ὡς
768χρηματίσας εἰς τὴν ἑστίαν τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν, καὶ
769διὰ τοῦτο ἡ γνώμη του ἔχει αὐθεντικὴν ἰσχὺν παρ’ ἡμῖν ἐπὶ
770τοῦ ζητήματος τούτου. Καὶ πρὸ ἡμερῶν ἐκήρυξε τὸ δόγμα
771αὐτὸ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς οὐδεμίαν ἐργα-
772σίαν ἄνευ τῆς συμπράξεως καὶ τῆς διευθύνσεως τῆς Κυβερνή-
773σεως.
774Ἑπομένως πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἡμεῖς εὑρισκώμεθα σή-
775μερον εἰς θέσιν διαφορετικὴν ἀπὸ ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρί-
776σκεται ἡ ἑστία τῶν συνταγματικῶν ἐθνῶν. Ἡμεῖς μέχρι τοῦδε
777ἠκολουθήσαμεν τὴν Ἀγγλίαν, δὲν ἠκολουθήσαμεν τὸ παρά-
778δειγμα τῆς Ἀμερικῆς, ἡ ὁποία εἶδεν, ὅτι δὲν ἔχει Κυβέρνησιν
779μερίδων, καὶ ἐθέσπισε τὸν χωρισμὸν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας
780ἀπὸ τῆς νομοθετικῆς. Ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις εἶναι Κυβέρνη-
781σις μερίδων. Ἄρχει ἡ μία μερὶς διὰ τοῦ ἀρχηγοῦ της, πλειονο-
782ψηφοῦσα, καὶ ἀποτελεῖ Κυβέρνησιν· ἡ μερὶς δὲ ἡ μειονοψηφοῦσα
783ἀποτελεῖ τὴν ἀντιπολίτευσιν, καὶ ὀνομάζεται αὐτοκρατορικὴ
784ἀντιπολίτευσις, διότι ἕνα ἀναγνωρίζει ἀρχηγὸν, σχηματίζοντα
785Κυβέρνησιν ἅμα ὡς ἡ πλειονοψηφία γείνῃ μειονοψηφία. Ἡ μέση
786τάξις, ἥτις εἰς ὅλα τὰ αὐτοδιοίκητα Κράτη, καὶ εἰς τὴν ἀρ-
787χαίαν Ἑλλάδα καὶ Ῥώμην, καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν κανονίζει
788τὴν πλειονοψηφίαν, ὅταν μεταβῇ ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν
789ἀντιπολίτευσιν, τότε αὕτη λαμβάνει τὴν Κυβέρνησιν. Εἰς τὴν
790Ἀμερικὴν εἶδον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀκολουθήσωσι τὸ πα-
791ράδειγμα τῆς Ἀγγλίας, διότι δὲν ἔχουν τὴν ἀριστοκρατίαν, ἡ
792ὁποία κυβερνᾷ τὴν Ἀγγλίαν κατὰ μέγα μέρος, καὶ τούτου ἕ-
793νεκα ἠναγκάσθησαν νὰ χωρίσωσι τὴν ἐκτελεστικὴν δύναμιν
794ἀπὸ τὴν βουλευτικὴν, αἱ δὲ ἕδραι αὗται (δεικνύει τὰς ἕδρας
795τῶν Ὑπουργῶν) εἰς τὴν Ἀμερικὴν δὲν ὑπάρχουσι. Τὴν στιγμὴν
796δὲ, καθ’ ἣν δυνηθῶμεν ν’ ἀφαιρέσωμεν τὰς ἕδρας αὐτὰς ἀπὸ τὴν
797Βουλὴν, φρονῶ, κύριοι, ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Βασι-
798λεία θέλουσιν εὑρεθῆ εἰς πολὺ κρείττονα θέσιν. Ἐνόσῳ ὅμως
799ὑπάρχουν αἱ ἕδραι αὗται, δὲν θὰ δύναται νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ
800εἰς οὐδεμίαν πρᾶξιν ἄνευ τῆς παρουσίας τῆς Κυβερνήσεως.
801Εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα τὸ Ὑπουργεῖον ἐδήλωσεν, ὅτι
802δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ
803μὴ ὑπάρχοντος Πρωθυπουργοῦ. Ἐὰν δηλώσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι
804δύναται νὰ ἐργασθῇ εἰς ὅλα τὰ ἄλλα Νομοσχέδια, φρονῶ, ὅτι
805δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀρνηθῇ τὴν σύμπραξίν της.
806§105ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐδηλώσαμεν.
807§106ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν
808λέγει, ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐργασθῇ ἄνευ τῆς παρουσίας
809τοῦ Πρωθυπουργοῦ ὡς πρὸς τὰ λοιπὰ νομοσχέδια, φρονῶ ἀδι-
810στάκτως, ὅτι ὀφείλομεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ
811ἐπιψήφισιν αὐτῶν.
812§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφ’ οὗ ἀπεδέχθη ἡ Βουλὴ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συ-
813ζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν αὔριον, ἐγένετο ἡ πρό-
814τασις νὰ ἀναβληθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν ἡ συνεδρίασις. Ἐπὶ τούτου
815θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ διαλυθῇ ἡ
816συνεδρίασις σήμερον ἄνευ περαιτέρω συζητήσεως, παρακαλοῦν-
817ται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρε-
818δέχθη· ἑπομένως θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις.
819Ἔχομεν εἰς γʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἱδρύσεως με-
820τοχικοῦ ταμείου τῶν βουλευτῶν.
821§108ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Προτείνω τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου.
822§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνεται ἡ ἀναβολὴ τῆς γʹ συζητήσεως.
823§110Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Περὶ τοῦ ζητήματος, ἐφ’ οὗ ἀπεφάνθη ἡ
824Βουλὴ, εἶχον ζητήσει τὸν λόγον· ἀλλ’ ὁ κ. πρόεδρος δὲν μὲ
825ἤκουσε Λέγω λοιπὸν, ὅτι εἶμαι σύμφωνος πληρέστατα μὲ τὴν
826γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ· ἤθελον μάλιστα ὁμιλήσει ὑπὲρ τῆς
827προτάσεως. Ἀφ’ οὗ ἅπαξ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ὅτι πρέπει νὰ
828ἐργασθῶμεν, καί τοι μὴ ἔχοντες ἐνώπιόν μας πλήρη Κυβέρνη-
829σιν, πρέπει τέλος πάντων νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν ἡμερησίαν
830διάταξιν, καὶ νὰ μᾶς καλέσητε, κ. πρόεδρε, νὰ συζητήσωμεν
831ἐπ’ αὐτῆς καὶ νὰ δώσωμεν ψῆφον, ὄχι ὅπως πρότερον, διότι
832πῶς ἠδυνάμεθα νὰ δώσωμεν ψῆφον ἐπὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον
833οὔτε κἂν ἐλάβομεν; Τώρα, ἀφ’ οὗ ἔχομεν ἡμερησίαν διάταξιν,
834πρέπει νὰ τὴν τηρήσωμεν καὶ νὰ ἀρχίσωμεν κατὰ τάξιν τὰ
835νομοσχέδια.
836§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν προβαίνομεν εἰς τὴν πρότασιν. Ὑπο-
837στηρίζεται ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς;
838§112ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριοι, τοῦτο εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων
839νομοσχεδίων τῶν ὑπεβληθέντων κατὰ τὴν σύνοδον ταύτην, καὶ
840ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει
841νὰ ἔχῃ γνώμην. Ἐὰν ἔχῃ γνώμην, καὶ καθῆκον αὐτῆς εἶναι
842νὰ ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην....
843§113ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δικαίωμά μας.
844§114ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Καὶ δικαίωμα ἐμοῦ εἶναι νὰ ἐκφέρω κρίσιν
845περὶ τῆς ἐνασκήσεως τοῦ δικαιώματός σας, λέγων οἵαν ὀφείλει
846ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκφράσῃ γνώμην, διότι τὸ νομοσχέδιον εἶναι
847φορολογικὸν, καὶ ἐπὶ τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων ἡ Κυβέρ-
848νησις ὀφείλει νὰ ἔχῃ γνώμην προστατευτικὴν τῶν συμ-
849φερόντων τοῦ δημοσίου καὶ τῶν φορολογουμένων, καὶ
850διότι τὸ νομοσχέδιον θίγει καὶ εἰς ὑψηλότερα ζητή-
851ματα συνταγματικά. Ὀφείλει νὰ μᾶς εἴπῃ ἡ Κυβέρ-
852νησις, ἂν θεωρῇ, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο παραβιάζει διάταξιν
853τοῦ Συντάγματος, διάταξιν, ἥτις περιλαμβάνει πάντα τ’ ἀφο-
854ρῶντα εἰς τὴν ἀποζημίωσιν τῶν Βουλευτῶν, κανονίσασα καὶ
855αὐτὰ τὰ περὶ συντάξεων. Τὸ νὰ σιωπᾷ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοι-
856ούτων ζητημάτων εἶναι, κατ’ ἐμὲ, ἀσύγγνωστον· καὶ ἀφοῦ ἡ
857Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν σήμερον, ὀφείλει
858τουλάχιστον ν’ ἀπαιτήσῃ, ὅπως ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της ἡ
859Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ πρώτου τούτου θέματος, τὸ ὁποῖον κατὰ
860τὴν ἡμερησίαν διάταξιν παρουσιάζεται.
861Δυσκολεύομαι νὰ πιστεύσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει ἐκ-
862φέρει ἐναντίαν γνώμην τοῦ Νομοσχεδίου τούτου· ἀλλὰ, κύριοι,
863ἐὰν ἐκφέρῃ γνώμην σύμφωνον πρὸς τὸ Νομοσχέδιον, δὲν γίνεται
864τὸ ζήτημα τοῦτο πολιτικόν; Ἠξεύρω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ,
865ὅτι δὲν δύναται νὰ καταστῇ πολιτικὸν τὸ ζήτημα, διότι ἐκ
866τῶν κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν ἐπείσθη, ὅτι θέλει ψηφισθῆ
867αὐτὸ ἤδη, ἀφοῦ καὶ ἐκ τῶν ἀποφανθέντων ὑπὲρ τῶν ἄκρων οἰ-
868κονομιῶν ἐψήφισάν τινες ὑπὲρ τῆς ἄκρας σπατάλης. (Χειροκρο-
869τήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου.)
870§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διατάξω τὴν ἀποβολὴν τῶν χειροκροτη-
871σάντων.
872§116ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὴν πρόταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τὴν
873ἀναβολὴν τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, ὅπως προταχθῇ ὁ προϋ-
874πολογισμὸς πάσης ἄλλης συζητήσεως, ἐπρότεινα, διότι παρετή-
875ρησα ὅτι, πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπὶ πάντων
876τῶν θεμάτων, ἅτινα εἰσήχθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπεκράτησε
877πνεῦμα ἀντίθετον πρὸς ἐκεῖνο, ὅπερ ἐπαγγελλόμεθα, ὅτι θέλει
878διέπει τὰς σκέψεις ἡμῶν. Ἐψηφίσαμεν ἤδη Νομοσχέδια σπατά-
879λης· ἀλλὰ πρόκειται ἤδη νὰ ψηφίσωμεν τὸ Νομοσχέδιον, ὅπερ θέτει
880τὴν κορωνίδα εἰς αὐτὴν, καὶ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Νομοσχεδίου
881τούτου, θεωρῶ, ὅτι θὰ ἦναι ὅλως ἕωλα ὅσα δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν
882κατόπιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ περὶ οἰκονομιῶν. Ἐν τῷ νο-
883μοσχεδίῳ τούτῳ δὲν πρόκειται μόνον τὸ θέμα τῶν οἰκονομιῶν,
884ἀλλὰ πρόκειται καὶ περὶ σεβασμοῦ πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ πρὸς
885ἡμᾶς αὐτούς· πρόκειται περὶ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν τὸ κοι-
886νοβούλιον θέλει κατέχει ἐν τῇ κοινωνίᾳ, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ,
887ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ προβῶμεν εἰς τοῦ νομοσχεδίου τούτου
888τὴν συζήτησιν, πρὶν ἢ ἐν γενικῇ συζητήσει ἐπὶ τοῦ προϋπολο-
889γισμοῦ θέσωμεν τὰς βάσεις, ἐφ’ ὧν θέλομεν ἐργασθῆ καὶ ὡς πρὸς
890τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τὸ συνταγ-
891ματικὸν καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τὸ κυβερνητικόν.
892§117ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, κύριοι, δηλ. ἡ
893ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ἄλλως διετυπώθη καὶ ὑπεβλήθη καὶ
894ἄλλοτε ἐνώπιον τοῦ Σώματος. Καὶ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐκ πρώτης
895ὄψεως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς ἐπαρουσιάσθη, ἄνευ σπουδαι-
896οτέρας ἐξετάσεως, δίδει ἀφορμὴν εἰς κρίσεις οὐχὶ εὐνοϊκὰς ὑπὲρ
897τοῦ σώματος τῆς Βουλῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς
898ὅλας αὐτὰς τὰς σκέψεις καὶ τὰς κρίσεις, ὅτε ἠσχολεῖτο ἐπὶ
899τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ· παρετήρησα ὅμως, ὅτι δὲν πρόκειται
900περὶ ταμείου συντάξεως, ὅπως ὠνόμασεν ὁ ὑποβαλὼν τὴν πρό-
901τασιν, ἀλλὰ περὶ μετοχικοῦ ταμείου, τὸ ὁποῖον θὰ καταρτισθῇ
902ἐκ πόρων ἰδιωτικῶν, χωρὶς τὸ δημόσιον οὐδὲ κατὰ λεπτὸν νὰ
903ζημιωθῇ.
904§118ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τί τὸν θέλετε τὸν νόμον; πηγαίνετε εἰς ἕνα
905συμβολαιογράφον ὅλοι ὁμοῦ.
906§119ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ ὑποβαλλομένη λοιπὸν πρότασις δὲν ἐπιβάλ-
907λει οὐδεμίαν δαπάνην εἰς τὸ δημόσιον, ἀλλὰ καταρτίζεται ἓν
908ταμεῖον, ὅπως πολλὰ ἄλλα ὑπάρχουσι, καὶ ἐν αὐτῷ τοποθετεῖ
909ἕκαστος οἰκείᾳ βουλήσει τὸ μέρος του.
910§120ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ὑποχρεωτικὸν διὰ τοὺς ὑποψηφίους;
911§121ΡΙΚΑΚΗΣ. Μία καὶ μόνη διάταξις ὑπάρχει, κατὰ τὴν
912ὁποίαν ἐπιβάλλεται ὑποχρέωσις 200 δραχμῶν εἰς πάντα ἐκ-
913τιθέμενον εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα. Τοῦτο δὲν δύναται νὰ
914θεωρηθῇ νόμος φορολογικός, διότι ἡ Βουλὴ διὰ νόμου, ὡς
915γνωρίζετε, εἶχεν ἄλλοτε κανονίσει τὰ ἐκλογικὰ τέλη, τὰ
916ὁποῖα κατεβάλλομεν ἕκαστος τῶν ὑποψηφίων, καὶ οὐδέποτε
917ἐθεωρήθη ὡς νόμος ἐκεῖνος ἀντικείμενος εἰς τὰ καθεστῶτα,
918οὔτε δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς λόγος δυνάμενος νὰ κατα-
919στήσῃ ἀπαράδεκτον τὴν παραδοχὴν τοῦ Νομοσχεδίου, διότι
920τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην θὰ τὴν θεωρήσωμεν ὡς ὑποχρέωσιν
921καταβολῆς ἐκλογικῶν τελῶν, τὰ ὁποῖα προγενέστερος νόμος
922τὰ ἠλάττωσε σπουδαίως, δύναται δὲ καὶ ἂν θέλῃ ἡ πλειονο-
923ψηφία τῆς Βουλῆς νὰ τὰ αὐξήσῃ. Λοιπὸν δὲν εὑρίσκω οὐδένα
924λόγον, δι’ ὃν τὸ Νομοσχέδιον ἀντίκειται εἰς τὰ δημόσια συμφέ-
925ροντα, ἢ εἰς ἄλλον νόμον ἢ ἄλλην ἀρχήν, διὰ τὴν ὁποίαν τό-
926σον ἀποτόμως πρέπει νὰ ἀποκρουσθῇ· ἀπ’ ἐναντίας τὸ προκεί-
927μενον Νομοσχέδιον ἔρχεται νὰ ὑπηρετήσῃ συμφέροντα ἀτο-
928μικά, ἄνευ ζημίας οὐδενός, δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο εἰμὴ μόνον
929νὰ νομιμοποιήσῃ μίαν συνεννόησιν, μίαν κοινὴν σύμπραξιν
930πρὸς καταρτισμὸν ἑνὸς μετοχικοῦ ταμείου, τὸ ὁποῖον θέλει
931χρησιμεύσει εἰς τὰ λαμβάνοντα μέρος πρόσωπα, χωρὶς ἡ πρᾶ-
932ξις αὕτη οὔτε ἀνήθικος νὰ θεωρῆται, οὔτε παράνομος. Ἄλλως
933τε, κύριοι, νομίζω ὅτι, ἀφοῦ ζῶμεν ἐν Ἑλλάδι, ὅπου ἐθεωρήθη
934ἀναγκαῖον τὸ ἐπίδομα εἰς τοὺς Βουλευτάς, ὅπου πρέπει νὰ
935ὑπάρχῃ πλήρης ἐλευθερία εἰς πάντα πολιτευόμενον νὰ ἔχῃ τὸ
936δικαίωμα νὰ πολιτεύηται, ἂς καταστήσωμεν τὸ δικαίωμα
937τοῦτο ὅσον τὸ δυνατὸν γενικώτερον καὶ δυνάμενον νὰ ἐξασφα-
938λίζῃ τὴν ὕπαρξιν ἐν τῷ προσώπῳ ἐκείνου, ὅστις ἀφιεροῖ ὅλην
939του τὴν ὕπαρξιν εἰς τὴν πολιτείαν.
940§122Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διατί δὲν ἐκφέρει ἡ Κυβέρνησις τὴν
941γνώμην της; Πρέπει νὰ ὁμιλήσῃ, ἔχει καθῆκον.
942§123ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν ἐν τῇ αἰθούσῃ
943ταύτῃ παρουσιάζεται τὸ προκείμενον νομοσχέδιον· καὶ κατὰ
944τὴν τρίτην Σύνοδον τῆς τελευταίας Περιόδου ἐνεφανίσθη πάλιν
945μὲ τὰς ἰδίας ἀπαιτήσεις, νὰ ἐγκολάψῃ εἰς τὸ μέτωπον ὅλων
946τῶν Βουλευτῶν τὸ στίγμα, ὅτι συνερχόμεθα ἐνταῦθα μόνον
947πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐξυπηρετήσεως συμφερόντων ἀτομικῶν.
948Καὶ τότε, καυχῶμαι, ὅτι ἤμην εἷς ἐκ τῶν καταπολεμησάντων
949τὸ Νομοσχέδιον ἐκεῖνο, καὶ σήμερον σκοπῶ νὰ πράξω τὸ αὐτό.
950Ἀληθὲς ὅτι σήμερον, ὅπως διετυπώθη παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς, φέρει
951διάφορον χαρακτῆρα, ἡ δὲ ἀρχικὴ πρότασις ἦτο μᾶλλον ἀπό-
952τομος· ἐπρόκειτο ν’ ἀπονεμηθῇ εἰς τοὺς Βουλευτάς, τοὺς ἐκπλη-
953ρώσαντας καθ’ ὡρισμένας Συνόδους τὰ καθήκοντά των, ν’ ἀπο-
954νεμηθῇ σύνταξις ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου· τὸ ἄτοπον ἐνόησαν
955οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν ἐκείνην, καὶ ἐκ τούτου ἐσκέ-
956φθησαν καὶ τὴν ὑπέβαλον τροποποιημένην διὰ τοῦ προκει-
957μένου Νομοσχεδίου. Ἀλλὰ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο ἐπιβάλλει
958φόρον, καὶ φόρον εἰς ἐκείνους, οἵτινες οὐδέποτε εἰσῆλθον ἐντὸς
959τῆς αἰθούσης ταύτης. Ἐκτὸς δὲ τούτου τί σκοπεῖται εἰλικρινῶς
960διὰ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου; Εἶναι ἀδύνατον οἱ πόροι τοῦ
961ταμείου τούτου τῶν Βουλευτῶν, ὡς σήμερον καταρτίζεται, νὰ
962ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν συντάξεων ὅλων τῶν Βου-
963λευτῶν, οἵτινες κατὰ τὸ Νομοσχέδιον ἔχουσι δικαίωμα εἰς σύν-
964ταξιν· μετ’ ὀλίγον ὅμως θὰ ἔλθωμεν ἐν τῇ Βουλῇ νὰ ζητή-
965σωμεν βοήθημα παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ μετ’ ὀλίγον,
966ὅταν τὸ βοήθημα αὐτὸ δὲν θὰ ἦναι ἐπαρκές, θὰ ἔχωμεν δὲ
967μεγαλειτέραν τόλμην, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλο τι, θὰ ζητήσωμεν
968νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἐπράξαμεν διὰ τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν
969συνταξιούχων, θὰ συγχωνεύσωμεν καὶ αὐτὸ μὲ τὸ δημόσιον,
970οὕτω δὲ θὰ φθάσωμεν εἰς προφανῆ ἀντίφασιν πρὸς τὸ ἄρθρον
971τοῦ συντάγματος, τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὰς ἀποζημιώσεις, ἃς δύ-
972ναται νὰ λάβῃ ὁ Βουλευτὴς, θὰ καταντήσωμεν δὲ οἱ Βουλευ-
973ταὶ συνταξιοῦχοι, καὶ θὰ γείνωμεν οἱ Βουλευταὶ ὑπάλληλοι,
974θὰ καταπέσῃ δὲ τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς, διότι, ὅπως ἀποκτήσῃ
975ὁ Βουλευτὴς τὴν σύνταξιν, θέλει φθάσει εἰς τὸν ἔσχατον βαθμὸν
976τοῦ ἐξευτελισμοῦ ἀπέναντι τῶν Κυβερνήσεων, δι’ ὧν θὰ ἐλπίζῃ
977νὰ κατορθώσῃ νὰ εἰσέλθῃ ἐν τῇ Βουλῇ.
978§124ΦΙΛΗΜΩΝ. Παραδέχομαι καὶ ἐγὼ, συμφωνῶν τῷ προλα-
979λήσαντι, ὅτι ἀληθὲς εἶναι, ἄν ποτε ἔλθῃ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁ-
980ποίαν ζητηθῇ βοήθημα ἐκ τοῦ Δημοσίου ταμείου διὰ τὸ με-
981τοχικὸν ταμεῖον τῶν Βουλευτῶν, ἀληθὲς, ὅτι ἡ Βουλὴ τότε θὰ
982ἐκπέσῃ, ὡς καὶ οἱ Βουλευταὶ θὰ ταπεινωθῶσι, διότι ἀντισυνταγ-
983ματικὰ θὰ ψηφίσωσιν. Ἀλλὰ τὰ τοιαῦτα εἶναι προφητεῖαι, αἵ-
984τινες δὲν δύνανται νὰ καταστῶσιν ὑποκείμενον σπουδαίας συ-
985ζητήσεως. Ἡ ὑπόθεσις τῆς ἐπελεύσεως τοῦ ἀτόπου δὲν δύνα-
986ται νὰ ἀναιρέσῃ τὴν ὀρθότητα μιᾶς προτάσεως, ἥτις ὑποβάλ-
987λεται καθ’ ὅλους τοὺς τύπους τῆς συνταγματικότητος· καὶ τὸν
988χαρακτῆρα αὐτὸν τῆς προτάσεως δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀρνηθῇ ὁ κ.
989Ῥάλλης· μόνον διὰ νὰ καταστήσῃ αὐτὴν ἀποτρόπαιον, ἐδημι-
990ούργησε τὴν ὑπόθεσιν, ὅτι εἰς τὸ μέλλον δύναται νὰ παρανο-
991μήσῃ ἡ Βουλή. Ἀλλὰ τοῦτο ἀφορᾷ ἐκείνους, οἵτινες θὰ παρα-
992νομήσωσιν, οὐχὶ δ’ ἐκείνους, οἵτινες θὰ ψηφίσωσι πρότασιν, ἥτις
993δὲν ἀντιβαίνει οὔτε εἰς τὸ πνεῦμα, οὔτε εἰς τὸ γράμμα τοῦ
994Συντάγματος. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ, ὑπὸ τὸν τύ-
995πον, ὑφ’ ὃν ὑπεβλήθη, καὶ ὑπὸ τὸν ὁποῖον θὰ μείνῃ διὰ παν-
996τὸς, δὲν φέρει χαρακτῆρα ἀντισυνταγματικὸν, ποῦ ἀνακαλύ-
997πτεται ὁ σκοπὸς τῆς ἐγκολάψεως κηλῖδος καὶ στίγματος ἐπὶ
998τοῦ μετώπου τῆς Βουλῆς;
999Ἐῤῥέθη, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο
1000εἶναι ἡ κορωνὶς τῆς σπατάλης. Μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς ἐγί-
1001νωσκον, ὅτι σπατάλη καλεῖται καὶ εἶναι ἡ ματαία δαπάνη
1002δημοσίων χρημάτων. Ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ ὅμως, τῷ ὑπὸ
1003συζήτησιν, ὑπάρχει διάταξις περὶ δαπάνης δημοσίων χρη-
1004μάτων; Ἂν ὑπῆρχε τοιαύτη, βεβαίως καὶ ἐγὼ ἤθελον
1005τὸ θεωρήσει ὡς σπατάλην. Ἐστηρίχθησαν ὅμως ἐπὶ ἑνὸς
1006καὶ μόνου, ὅτι ἐπιβάλλεται δι’ αὐτοῦ φόρος, καὶ ἴσως,
1007διότι ὁ φόρος εἶναι κτῆμα δημόσιον, συνεπέρανεν, ὅτι γίνε-
1008ται χρῆσις κακὴ, καὶ μάλιστα σπαταλευτική. Πρῶτον αὐτὸς
1009ὁ φόρος δὲν εἶναι γενικὸς, δὲν φορολογεῖ ὅλους τοὺς
1010Ἕλληνας, δὲν φορολογεῖ τὰς ἀπόρους τάξεις, τὴν βιομηχα-
1011νίαν, δὲν εἶναι φόρος, ὅστις δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι παραλύει
1012τὴν παραγωγικὴν ἐνέργειαν τοῦ τόπου, εἶναι μία καταβολὴ,
1013εἰς ἣν ὑποχρεοῦνται ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀποφασίζουσι νὰ κατέρχων-
1014ται εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα. Γνωρίζετε δὲ ἐκ τῆς ἱστορίας
1015τῆς ἐκλογικῆς, ὅτι ἕνεκα τῆς εὐκολίας, μὲ τὴν ὁποίαν δύνανται
1016νὰ παρουσιάζωνται εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, οὐχὶ εὐάριθμοι
1017κατέρχονται εἰς τὸ στάδιον τοῦτο καὶ χάριν διασκεδάσεως,
1018οὐχὶ σπουδαίως. Ὑμεῖς δὲ, κ. Ῥάλλη, ὅστις γνωρίζετε τί συμ-
1019βαίνει εἰς τὰς Ἀθήνας, δὲν ὀφείλετε νὰ ὑποστηρίζητε τοιαύτην
1020ἀρχήν.
1021§125ΡΑΛΛΗΣ. Γνωρίζω, ὅτι οἱ φίλοι σας κατέβαλον τὸ ἀπαι-
1022τούμενον χρηματικὸν ποσὸν πρὸς ἀνακήρυξίν σας.
1023§126ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐπεθύμουν οἱ ἐκλογεῖς νὰ ἔπραττον τὸ αὐτὸ
1024εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας, μὴ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὴν περιου-
1025σίαν τοῦ ὑποψηφίου. Ἐνθυμήθητε, ὅτι διὰ τὸν νῦν πρωθυπουρ-
1026γὸν τῆς Ἀγγλίας κατέβαλον οἱ ἐκλογεῖς του πεντακισχιλίας
1027λίρας, διὰ τὰς ἐκλογικάς του δαπάνας, χωρὶς αὐτὸς νὰ ἔχῃ
1028ἀνάγκην. Ἐνθυμήθητε, ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν συμβαίνει τοῦτο.
1029Λοιπὸν, ἂν, κ. Ῥάλλη, ὑπάρχῃ ὑποψήφιός τις, τὸν ὁποῖον θέλουν
1030οἱ ἐκλογεῖς, νὰ ἦσθε βέβαιος, ὅτι 500, 1000, 2000 καὶ 4000
1031δραχμῶν θὰ καταβάλωσι, δὲν θὰ τὸν ἐμποδίσωσι δὲ αἱ δια-
1032κόσιαι πρόσθετοι δραχμαὶ, ἃς προτείνω. Ὀφείλομεν ἡμεῖς νὰ
1033διδάξωμεν τοὺς ἐκλογεῖς, ὅτι πρέπει νὰ προσφέρωνται οὕτω
1034κατὰ τὰς ἐκλογὰς, διότι ὁ τοιοῦτος τρόπος αὐτῶν καὶ τοὺς
1035ἐκλογεῖς καὶ τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα θ’ ἀνυψώσῃ.
1036§127ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Νομίζω, ὅτι εἰς ὅλα τὰ νομοθετήματα πρέπει
1037νὰ προσέξωμεν, ἐὰν ἤμεθα συνεπεῖς καὶ λογικοὶ, πολὺ δὲ μᾶλ-
1038λον ὅταν πρόκηται περὶ τοιούτου νομοθετήματος ἀποβλέπον-
1039τος ἡμᾶς. Μοὶ φαίνεται, ὅτι τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον καὶ
1040εἰς τὴν λογικὴν προσκρούει καὶ εἰς τὴν ἠθικὴν, διότι τί σκοπεῖ
1041νὰ συστήσῃ; ταμεῖον μετοχικόν. Οὐδεὶς βεβαίως κωλύεται νὰ
1042συστήσῃ ταμεῖον μετοχικόν. Αὐτὸ ἀφορᾷ αὐτοὺς τοὺς συνεταιρι-
1043ζομένους, εἶναι δικαίωμά των, δύνανται νὰ κανονίσουν τὰς θυ-
1044σίας, τὰς ὁποίας καταβάλλουσιν ἐκ τῆς ἰδίας αὐτῶν πε-
1045ριουσίας. Ἕως ἐκεῖ οὐδὲν δύναται νὰ εἴπῃ τις, εἶναι ἔργον τῆς
1046προαιρέσεως, καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην νόμου. Ἀλλὰ διατί προτεί-
1047νεται ὡς νόμος; διὰ νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὰ ὅρια τοῦ μετοχικοῦ
1048ταμείου, διὰ νὰ συμπεριλάβῃ συνεισφορὰς ἀναγκαστικὰς, τὰς
1049ὁποίας κατόπιν νὰ διαμερισθῶσιν ὅσοι εἶναι μέτοχοι. Αὐτὸ νομί-
1050ζω, ὅτι ἐμφαίνει πνεῦμα ἁρπακτικὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνάξιον
1051τῆς Βουλῆς. Τὸ νὰ εἰσέρχηταί τις εἰς τὴν περιουσίαν ἄλλου, ἁ-
1052πλῶς διὰ νὰ ἔχῃ τὸ μέρος του εἰς τὴν διανομὴν, νομίζω, ὅτι
1053ὑπὸ τοιοῦτον πνεῦμα ἐξεταζόμενον, πρέπει νὰ καταδικασθῇ.
1054Τώρα ἔρχεται τὸ δεύτερον. Δὲν ἀρκεῖ ἡ δικαιολογία, ὅτι
1055οὐδεμία ὑπάρχει ζημία τοῦ Δημοσίου· ἁπλῶς διὰ τοῦτο καὶ
1056μόνον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ θέτῃ τις τὴν χεῖρα ἐπὶ τῆς περιου-
1057σίας ἄλλου, τὴν ὁποίαν μόνον τὸ Δημόσιον φορολογεῖ· ὅστις
1058φορολογεῖ, ἀφαιρεῖ ἀπὸ τῆς περιουσίας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δίδουσι
1059τὸν φόρον· λοιπὸν τὸ νὰ συμμερίζηται τὰς αὐτὰς ὠφελείας,
1060τὰς ὁποίας ἔχει τὸ Δημόσιον διὰ τὰ κοινὰ βάρη, νὰ τὰ συμ-
1061μερίζηται διὰ τὰ ἴδια, αὐτὸ ἀποδεικνύει, ὅτι ζημιοῖ καὶ τὸ
1062Δημόσιον. Ἀλλὰ δὲν περιορίζεται μόνον νὰ φορολογήσῃ. Εἶναι,
1063λέγουν, πολὺς ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑποψηφίων· δὲν ἠξεύρω ποίους δυσα-
1064ρεστεῖ ἡ πληθὺς τῶν ὑποψηφίων, διότι ἤκουσα χθὲς, ὅτι κα-
1065λὸν εἶναι νὰ ἦναι πολλοὶ οἱ πολιτευόμενοι, ὅπως οὕτω πε-
1066ρισσότεροι σκέπτωνται περὶ τῶν τῆς πολιτείας· ἐξ ἄλλου μέ-
1067ρους πάλιν προτείνουν νὰ τεθῇ χαλινὸς, νὰ μὴ ἦναι πολλοὶ
1068οἱ πολιτευόμενοι....
1069§128ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐξηγήθην τί ἐνόουν.
1070§129ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐξηγήθητε δηλ. ὅτι ἀγαπᾶτε τὰς ἀντιθέσεις,
1071διότι εἴπατε ὁ ἴδιος, ὅτι κατὰ τοῦτο εἶμαι εἰς ἀντίθεσιν πρὸς
1072ἐμαυτὸν, καὶ ἡ ἀντίθεσις εἶναι τῷ ὄντι σχῆμα ῥητορικώτατον.
1073Λοιπὸν, λέγω, δὲν περιορίζεσθε νὰ φορολογήσητε, ἀλλὰ
1074ὁρίζετε, ὅτι προσὸν τοῦ ὑποψηφίου εἶναι ὁ ἔρανος τῶν διακοσίων
1075δραχμῶν, καὶ ὅστις δὲν ἀποδείξῃ, ὅτι κατέβαλε τὰς 200
1076δραχμὰς, δὲν εἶναι δεκτὸς, οὔτε ἀνακηρύττεται ὡς ὑποψήφιος.
1077Ἄρα μεταβάλλετε τὰ προσόντα τοῦ ὑποψηφίου, καὶ ἐπεμ-
1078βαίνετε καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα, καὶ εἰς τὸν νόμον περὶ ἐκλογῆς
1079Βουλευτῶν, διὰ νὰ σχηματίσητε μετοχικὸν ταμεῖον. Οὕτω ἐμ-
1080ποδίζετε καὶ τὴν ἐλευθέραν ἐνάσκησιν τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώ-
1081ματος.
1082Καθ’ ὅλους λοιπὸν αὐτοὺς τοὺς λόγους, θεωρῶ τὸ Νομοσχέ-
1083διον ἀποκρουστέον.
1084§130ΦΙΛΗΜΩΝ. Καὶ ὁ μὴ καταβάλλων τὰ ἐκλογικὰ εἴδη, καὶ
1085ἐκεῖνος ἀποκλείεται τῆς ὑποψηφιότητος.
1086§131ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπάρχουν ἐδῶ μέσα ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν
1087ἔχουν νὰ καταβάλλουν καὶ ἄλλας διακοσίας δραχμὰς, καὶ δὲν
1088πρέπει νὰ τοὺς ἀποκλείσητε.
1089§132ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἀφ’ ὅτου, κύριοι, ἐκ τῆς συνελεύσεως τοῦ
10901843, ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου ὑπέδει-
1091ξεν, ὅτι θέλει διατηρήσει τὸ δικαίωμα τῆς ἀποστολῆς τῶν ἀντι-
1092προσώπων ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν της, ἔκτοτε ἐν τῇ πρωτευούσῃ ἡ θέσις
1093τοῦ Βουλευτοῦ ἔγεινε τὸ ἀντικείμενον τῆς ἐπιθέσεως. Πάντοτε οἱ
1094ἐν τῇ πρωτευούσῃ ἠθέλησαν νὰ ζωγραφήσουν τὴν τάξιν αὐτὴν
1095μὲ τὰ εἰδεχθέστερα χρώματα, καὶ ἠθέλησαν τὴν τάξιν αὐτὴν
1096ταπεινήν, ῥακένδυτον καὶ ἐλεεινήν. Διῆλθεν ἡ πρώτη περίο-
1097δος τῆς συνταγματικῆς ζωῆς ἐπὶ τῆς πρώτης δυναστείας.
1098Ἐπειδὴ ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων καὶ ὡς ἐκ τῆς διευθύνσεως τῶν
1099πραγμάτων τότε ἡ Βουλὴ δὲν εἶχεν ἰσχυρὰν ἐλευθερίαν ἐν
1100ταῖς συζητήσεσι, συνετέλεσε καὶ τοῦτο καὶ ἐβοήθησε πολὺ εἰς
1101αὐτὴν τὴν ἐπίθεσιν κατὰ τοῦ Βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Ἐγένετο
1102ἡ μεταβολὴ τοῦ 1862, καὶ ἡ συνέλευσις ἐκείνη ἔδειξεν, ὅτι
1103θὰ ὁδεύσῃ ἐπὶ τῶν ἰχνῶν τῆς πρώτης συνελεύσεως, ὡς πρὸς τὸ
1104δικαίωμα τῆς ἀποστολῆς τῶν βουλευτῶν· διὰ τοῦτο καὶ ἐν
1105αὐτῇ τῇ συνελεύσει ἤρχισεν ἡ ἐπίθεσις κατὰ τῆς ἀξιοπρεπείας
1106τοῦ Βουλευτοῦ, καὶ ἐκεῖνοι τῶν πληρεξουσίων, τοὺς ὁποίους
1107ἐσύναξαν ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης καὶ ἀπὸ τὰς ἀγυιὰς
1108τῶν Ἀθηνῶν, ἐπρότεινον τὸ ἄμισθον τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώμα-
1109τος. Ἂν ἦναι ὀρθὸν ἢ ὄχι τὸ ἄμισθον τοῦ Βουλευτοῦ, φαίνεται
1110ἀπὸ τὰς περὶ τούτου διατάξεις τῶν Συνταγμάτων καὶ ἄλλων
1111ἐθνῶν, καὶ ἰδίως τῶν νεωτέρων. Καὶ εἰς τὸ Βέλγιον καὶ εἰς
1112τὴν δημοκρατουμένην Γαλλίαν ὁ Βουλευτὴς ἀποζημιοῦται ἐπαρ-
1113κῶς, δὲν μισθοδοτεῖται, ἀποζημιοῦται διὰ τὰς δαπάνας, τὰς
1114ὁποίας ὑφίσταται φεύγων ἀπὸ τὸ κέντρον τῶν συμφερόντων
1115του, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐτέθη καὶ ἄλλος
1116αὐστηρότερος φραγμὸς ἐπὶ τῆς ὑπηρεσίας τῆς Βουλῆς, διότι
1117περιορίζεται ὁ Βουλευτὴς εἰς μόνα τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευ-
1118τοῦ, δὲν τῷ ἐπιτρέπεται δὲ νὰ ὑπηρετῇ καὶ εἰς ἄλλην θέσιν.
1119Ἐπὶ τῆς ἄλλης συνταγματικῆς περιόδου τῆς Ἑλλάδος,
1120ὅπως γίνεται εἰς τὰ ἄλλα Κράτη, εἷς Βουλευτὴς ἠδύνατο νὰ
1121λάβῃ καὶ ἄλλην ὑπηρεσίαν, ὥστε δι’ αὐτῆς νὰ προσκτήσῃ τὸ
1122δικαίωμα, διὰ νὰ ἔχῃ τοὐλάχιστον τὸν ἄρτον κατὰ τὴν περί-
1123στασιν ἐκείνην, καθ’ ἣν δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν πλέον νὰ
1124ζήσῃ πολιτευόμενος· καὶ τοῦτο τὸ λέγω ἐγώ, ὁ ὁποῖος ὡς δη-
1125μόσιος ὑπάλληλος ἠμπορῶ νὰ λάβω εὐκολώτερον τὴν σύντα-
1126ξιν τοῦ ὑπαλλήλου, παρὰ ὡς Βουλευτὴς τὸ μέρισμα τοῦ ταμείου.
1127Ἀλλὰ θέλω νὰ ὑπερασπίσω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν 7,
11288 περιόδους, καὶ ἐπανῆλθον εἰς τὰς ἑστίας των, ἀφοῦ ἐδαπά-
1129νησαν τὰς περιουσίας των, καὶ ἐπαιτοῦν. Ἐκεῖνο δέ, τὸ ὁποῖον
1130λυπεῖ ἕκαστον, εἶναι ὅτι παρίστανται κατὰ τοῦ νομοσχεδίου
1131τούτου, χωρὶς νὰ ἔχωσιν ἁβροφροσύνην κἂν ὀφειλομένην πρὸς
1132συναδέλφους, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἕνεκα τῶν περιστάσεων ηὐτύ-
1133χησαν νὰ μὴ ἔχουν τὴν ἀνάγκην αὐτοῦ τοῦ μικροῦ μερίσμα-
1134τος, ἢ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀναγκά-
1135ζονται νὰ καταβάλωσι μερικὰ ποσὰ, στεροῦνται καὶ τῆς ἁπλῆς
1136πρὸς τοὺς συναδέλφους των ἁβροφροσύνης· καὶ παρατηρήσατε,
1137κύριοι, ὅτι ἀπὸ χθὲς ὀλίγιστοι ἐπολέμησαν τὸ νομοσχέδιον ἐκ
1138τῶν ἐπαρχιῶν, μόνον οἱ ἐκ τῆς πρωτευούσης, καὶ τούτων οἱ
1139εὔποροι τὸ πολεμοῦν, ὅπερ ἀποδεικνύει, ὅτι οὗτοι θέλουσι νὰ
1140ἔχωσι περιφρονημένας τὰς ἐπαρχίας, ἀλλὰ δὲν θὰ τὸ κατορθώ-
1141σουν. Λοιπόν, κύριοι, πρέπει νὰ ἔχητε ἁβροφροσύνην, καὶ ὄχι
1142ὅσοι ἀπεκτήσατε τὰ μέσα πρὸς συντήρησιν, νὰ ἔρχησθε ὕστε-
1143ρον νὰ κατηγορῆτε. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐπιβάλλονται, καὶ βάρη...
1144§133ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καὶ ἡμεῖς ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας εἴμεθα.
1145§134ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ναί! ἀλλὰ διὰ σὲ ἑτοιμάζεται σύν-
1146ταξις ἀπὸ τοῦ δημοσίου δι’ ἄλλης ὁδοῦ καὶ χωρὶς νὰ καταβά-
1147λῃς, καὶ διὰ τοῦτο ἔπρεπε νὰ ἔχῃς ἁβροφροσύνην πρὸς τοὺς
1148συναδέλφους σου.
1149§135ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁμολογουμένως κατόπιν τοῦ κ. Καλλιγᾶ,
1150ὅστις δὲν ἔπεισε τὴν Βουλὴν, πρέπει σεῖς νὰ τὴν πείσητε.
1151§136ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἶμαι καλλίτερος ἀπὸ τὸν Καλλιγᾶν
1152ἐπὶ τῶν τοιούτων ζητημάτων, διότι γνωρίζω τὴν Ἑλλάδα
1153καλλίτερον, καθόσον τὴν ἐδιοίκησα ἀπὸ τὴν Μούχα μέχρι τοῦ
1154Ταινάρου, ἔχω δὲ καὶ εἰς τὸ ἔθνος περισσότερα δικαιώματα
1155ἀπὸ τὸν κ. Καλλιγᾶν, διότι, διὰ νὰ γείνῃ τὸ ἔθνος αὐτὸ, ἐθυ-
1156σίασεν ὁ πάππος μου, ὁ πατήρ μου, ὅπως καὶ ὁ ἰδικός σου,
1157ἐνῷ ὁ κ. Καλλιγᾶς ἦλθεν, ὅταν τὸ ἔθνος εἶχε γείνει ἀπὸ ἐκεί-
1158νους.
1159Δὲν ὑπάρχει κανὲν ἀδίκημα ἐντὸς τοῦ Νομοσχεδίου τούτου.
1160Ἐπιβάλλονται, λέγει, 200 δραχ. εἰς πάντα ὑποψήφιον, ὅστις
1161μὴ ἐκλεγόμενος δὲν ἀπολαμβάνει τίποτε· ἀλλὰ διὰ πόσων
1162νόμων δὲν ἐπιβάλλομεν φόρους εἰς τοὺς μηδὲν συμφέρον ἔχον-
1163τας, ἀλλὰ χάριν τῶν περιστάσεων τῆς πολιτείας; Ὅπως π. χ.
1164ἐπιβάλλομεν φόρον 52 λεπτῶν εἰς τὴν τράπουλαν τῶν παι-
1165γνιοχάρτων· τοῦτο δὲν εἶναι φορολογία; διατί νὰ φορολογῆ-
1166ται ὁ χαρτοπαίκτης; δὲν εἶναι ἐλεύθερος ἕκαστος νὰ παίζῃ;
1167οὕτω καὶ διὰ τοῦ νόμου τούτου ἐπιβάλλεται φόρος εἰς τὸν
1168ἐκτιθέμενον εἰς βουλευτικὴν ἐκλογὴν, εἶναι δ’ ἐλεύθερος νὰ μὴ
1169ἐκτεθῇ· δὲν εἶναι δὲ διόλου μεγάλον τὸ ποσόν. Πρὶν ἢ γείνῃ ὁ
1170περυσινὸς νόμος ἐν Λακεδαίμονι, ἥτις ἔχει 13 δήμους, ἐπλη-
1171ρώναμεν τὰς κάλπας πολλάκις 520 δραχμὰς, ἐνῷ εἰς Αἴγιναν
1172μόνον 35· ἐν τούτοις Βουλευτὴς καὶ ὁ τῆς Αἰγίνης καὶ ὁ τῆς
1173Λακεδαίμονος, ἤτοι. Ἠκουσά τινα νὰ εἴπῃ, θὰ ἀκούσῃς ποδο-
1174κροτήματα· δὲν πτοούμεθα· δὲν φοβούμεθα τὰ ποδοκροτήματα,
1175ὅπως δὲν ἐπιζητοῦμεν καὶ τὰ χειροκροτήματα ἐκείνων· (δεικνύει
1176τὸ ἀκροατήριον)· τὰ ἀφίνομεν εἰς ἐκείνους, οἵτινες τὰ ἐπιδιώ-
1177κουσιν· ἡμεῖς ἀρκούμεθα εἰς μόνην τὴν ἐπιδοκιμασίαν τῶν
1178ἐπαρχιῶν. Ὅταν ἔλθουν τὰ ζητήματα τῶν ἐπαρχιῶν, τότε νὰ
1179ἴδωμεν τὸν συνταγματισμόν σας καὶ τὴν φιλελευθερίαν σας,
1180τὴν μέριμνάν σας ὑπὲρ τοῦ τόπου καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ
1181βουλευτικοῦ ἀξιώματος· (ὑποδεικνύει τοὺς ἀντιλέγοντας εἰς τὸ
1182Νομοσχέδιον).
1183Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν νὰ ὑποστηρίξω τὸ νομοσχέδιον ἐγὼ,
1184ὁ ὁποῖος δὲν περιμένω, ὡς εἶπον, νὰ λάβω μέρισμα ἐκ τοῦ με-
1185τοχικοῦ τούτου ταμείου, διότι εἶναι ἐγγυτέρα ἡ πρὸς ἐμὲ χο-
1186ρηγηθησομένη σύνταξις ἐκ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, καὶ μάλι-
1187στα ἀνωτέρας θέσεως.
1188Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ οὔτε
1189ἀντισυνταγματικὸν εἶναι, οὔτε ἀντικοινωνικὸν, οὔτε ἐναντίον
1190τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τοῦτο προτείνω νὰ
1191παραδεχθῇ.
1192§137Α. ΣΚΟΥΖΕΣ. Βεβαίως, κύριοι, ἔπειτα ἀπὸ ὅσα ἠκούσατε,
1193ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν ἀπαίτησιν νὰ σᾶς φωτίσω· ἀλλὰ νομίζω κα-
1194θῆκόν μου νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ, τοὐλάχιστον ὅπως δικαιολο-
1195γήσω τὴν ψῆφόν μου κατὰ τοῦ Νομοσχεδίου. Ὅτι ἡ ἀρχὴ
1196τοῦ συνεταιρισμοῦ εἶναι καλὴ, οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ φιλονει-
1197κήσῃ, ἔχομεν δὲ παράδειγμα τὸ μετοχικὸν ταμεῖον τῶν ὑπαλ-
1198λήλων, τὸ ὁποῖον, συστηθὲν πρὸ ὀλίγων ἐτῶν, ἀκμάζει. Ἀλλὰ
1199μήπως αὐτὸ περιεβλήθη τὴν νομοθετικὴν κύρωσιν; ὄχι. Ἂν
1200τοιοῦτον πρόκηται νὰ συστηθῇ καὶ μεταξὺ τῶν Βουλευτῶν, τὸ
1201παραδέχομαι, καὶ λαμβάνω καὶ ἐγὼ μέρος· ἀφοῦ ὅμως δὲν
1202πρόκειται τὸ δημόσιον νὰ βαρυνθῇ, τίς ἡ ἀνάγκη νὰ γείνῃ
1203νόμος τοῦ Κράτους; Δὲν εἶναι ἐλεύθερος πᾶς Βουλευτὴς νὰ
1204συνέλθῃ μετὰ τῶν συναδέλφων του, ἐνώπιον ἑνὸς συμβολαιο-
1205γράφου, καὶ νὰ τὸ συστήσῃ; Ὑπάρχει ὅμως καὶ διάταξις ἐπι-
1206βάλλουσα 200 δραχ. φορολογίαν εἰς τοὺς ὑποψηφίους. Ἐὰν ἐ-
1207πρόκειτο εἰς τὴν παροῦσαν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κρά-
1208τους νὰ εἰσήγοντο τὰ χρήματα αὐτὰ εἰς τὸ Δημόσιον Τα-
1209μεῖον, ἴσως θὰ ἤμην ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος θὰ τὸ παρεδεχόμην·
1210ἀλλὰ νὰ πληρώνουν οἱ ὑποψήφιοι, διὰ νὰ λαμβάνουν σύντα-
1211ξιν οἱ ἐπιτυγχάνοντες, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν. Δι’ αὐτὸ καὶ
1212ἐγὼ θὰ καταψηφίσω τὸ Νομοσχέδιον.
1213§138ΡΟΥΦΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀνατρέξω εἰς προγενεστέ-
1214ραν ἐποχήν. Ἡ ἐπιψήφισις ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1862
1215μηνιαίας ἀποζημιώσεως διὰ τοὺς πληρεξουσίους, ἄνδρας, οἵτινες
1216ἠναγκάσθησαν νὰ παραμείνωσιν ἐπὶ δύω ἔτη διαρκῶς ἐνταῦθα
1217πρὸς ὑπηρεσίαν τῆς Πατρίδος, ἐκμεταλλευθεῖσα ὑπό τινων, ἀπε-
1218πλάνησε τὸ δημόσιον φρόνημα, καὶ ἐξηγέρθη ὁ λαὸς τῆς πρω-
1219τευούσης κατ’ αὐτῆς· ἐγένοντο διαδηλώσεις ἀνοίκειοι καὶ ἀ-
1220πρεπεῖς κατὰ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, καὶ τὴν ἑπομένην αὐ-
1221τῶν ἦλθον ἐπὶ τοῦ βήματος Πληρεξούσιοι, κατακρίναντες τὴν
1222ἀπόφασιν τῆς πλειονοψηφίας καὶ θελήσαντες νὰ δικαιολογή-
1223σωσι τὰς παρεκτροπάς. Ἐν τούτοις ὀφείλετε νὰ μάθητε, κύ-
1224ριοι, ὅτι οἱ κατακρίναντες ὑπέγραψαν καὶ δήλωσιν, δημοσιευ-
1225θεῖσαν τότε διὰ τῶν ἐφημερίδων, ὅτι δὲν θὰ λάβωσι τὸν λεγό-
1226μενον λουφέν· ἦσαν δὲ οἱ πρῶτοι, οἱ ὁποῖοι τὸν ἔλαβον. Ἔχει
1227καὶ ἡ αὐταπάρνησις τὰς στιγμάς της.
1228Κύριοι, σήμερον δὲν πρόκειται νὰ δώσῃ τίποτε τὸ Δημόσιον
1229Ταμεῖον. Πρόκειται νὰ καταβάλωσι οἱ πολιτευόμενοι ὑπὲρ τῆς
1230ἀξιοπρεπείας τῶν πολιτευομένων· πρόκειται ὄχι μόνον ὁ πλού-
1231σιος, ἀλλὰ καὶ ὁ πτωχὸς, εἴτε φιλόλογος, εἴτε ἰατρὸς, εἴτε
1232δικηγόρος εἶναι, νὰ δύναται νὰ ἐμφανίζεται ἐν τῇ πολιτικῇ
1233παλαίστρᾳ, καὶ νὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἰς τὰ ἔσχατα τοῦ
1234βίου του θὰ ἔχῃ τὰ μέσα νὰ ζήσῃ, τὰ ὁποῖα παρημέλησε πο-
1235λιτευθείς. Πρόκειται νὰ μὴ καθιερώσωμεν τὴν πλουτοκρα-
1236τίαν. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ λάβωσι μέρος εἰς
1237τὸ μετοχικὸν ταμεῖον.
1238§139ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖς. (Διάλογος μεταξὺ Μπουφίδου
1239καὶ Φιλήμονος.)
1240§140ΡΟΥΦΟΣ. Δὲν θὰ καταθέσω, διὰ νὰ μὴ λάβω μέρος· θὰ
1241πληρώσω ὅμως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀφείλω, κατὰ τὰς ἐκλογὰς,
1242χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τῶν πολιτευομένων, διότι νομίζω, κ.
1243Μπουφίδη, ὅτι εἶναι λίαν ἐξευτελιστικὸν, ἀνὴρ πολιτευθεὶς ἐπὶ
1244ἄπειρα ἔτη, νὰ τείνῃ χεῖρα πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερι-
1245κῶν ζητῶν βοήθημα, καὶ ἐγὼ, πρὸς θλίψιν, συνέπεσε νὰ συναν-
1246τήσω τοιούτους. (Διάλογος θορυβώδης μεταξὺ τοῦ Μπουφίδου
1247καὶ Φιλήμονος.)
1248§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριοι, παρακαλῶ.
1249§142ΡΟΥΦΟΣ. Κύριοι, ἔχω τὸ θάῤῥος, καὶ ὀφείλω νὰ τὸ ἔχω,
1250πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ, διότι τὸ θάῤῥος αὐτὸ
1251προέρχεται ἐκ τῆς πεποιθήσεως, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισα, ὅτι
1252πρέπει τέλος νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι προσ-
1253έφερον πολυετεῖς ὑπηρεσίας εἰς τὸν τόπον, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐγκα-
1254ταλείπονται πρὸς κοινὴν ὕβριν, πρὸς χλευασμὸν, πρὸς ἐξευτε-
1255λισμὸν, εἰς τοὺς δρόμους. Εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν θέλομεν ἄλλο
1256τι νὰ πράττωμεν παρὰ πῶς νὰ ἐξευτελίζωμεν ὅλους τοὺς πο-
1257λιτευομένους, πρὸς ὄνειδος τῆς Πατρίδος ἡμῶν. Σᾶς ὁμολογῶ,
1258ὅτι ἠπόρησα, ὅταν ἤκουσα προχθὲς ψηφοφορήσαντας κατὰ τοῦ
1259Νομοσχεδίου Βουλευτὰς, διεκδικοῦντας δικαιώματα, τὰ ὁποῖα
1260δὲν ἔχουν, διότι ἐκανονίσθησαν τὰ δικαιώματα αὐτὰ διὰ νό-
1261μων καὶ πιστώσεων, καὶ συνεπῶς πρὸς τὸν κανονισμὸν αὐτὸν,
1262ἐπληρώθησαν ὅλοι οἱ ἄλλοι. Αὐτοὶ ἤδη ἔρχονται καὶ σᾶς λέ-
1263γουν, δὲν σᾶς ἐπιτρέπομεν νὰ συστήσητε μετοχικὸν ταμεῖον.
1264Θέλομεν νὰ σᾶς ἐξευτελίζωμεν· θέλομεν ὁ κόσμος νὰ πεισθῇ,
1265ὅτι πρόκειται κάτι τι νὰ πάρητε ἀπὸ τὸ Δημόσιον ταμεῖον·
1266θέλομεν νὰ δημοκοπήσωμεν. Οὐδὲ λεπτὸν ἐζητήσαμεν ἢ ζη-
1267τοῦμεν ἀπὸ τὸ Δημόσιον ταμεῖον· εἶναι ψεῦδος πᾶσα ἐναντία
1268διάδοσις. Πρὸς τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν ἐκ Μεσολογγίου, ὁ ὁποῖος
1269ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ ἔχει σχέ-
1270σιν πρὸς τὴν γενικὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους, πρὸς τὰ μέτρα
1271τὰ φορολογικὰ, πρὸς, πρὸς, εὑρίσκομαι εἰς δυσκολίαν ν’ ἀπαν-
1272τήσω. Δὲν βλέπω ὅμως τί σχετικὸν μεταξὺ τοῦ συζη-
1273τουμένου Νομοσχεδίου καὶ τῶν φορολογικῶν νόμων. Πρό-
1274κειται νὰ γείνῃ μία καταβολὴ ἑκουσία ἐκ μέρους τῶν Βου-
1275λευτῶν, καὶ μία καταβολὴ 200 δραχμῶν ὑποχρεωτικὴ
1276ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ πολιτεύωνται,
1277δηλαδὴ νὰ ἦναι ὑποψήφιοι. Ἡμεῖς πληρώνομεν διὰ τὰς
1278κάλπας 200 δραχ. ἐπληρώναμεν 600 ἄλλοτε, ἂς πληρώσω-
1279μεν ἄλλας 200, καὶ ὅσοι δὲν θέλουν, φοβούμενοι τὴν ἀποτυ-
1280χίαν, ἂς μὴ παρουσιάζωνται. Ἐὰν θέλουν νὰ παρουσιασθοῦν,
1281πρέπει νὰ δαπανήσουν τὰς 200 δραχ. διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν
1282τῶν πολιτευομένων, ἥτις εἶναι καὶ ἰδική των ἀξιοπρέπεια.
1283§143ΨΥΛΛΑΣ. Διὰ νὰ τὰς πάρωμεν ἡμεῖς.
1284§144ΡΟΥΦΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ τὰς πάρωμεν ἡμεῖς, διότι ἐγὼ
1285τοὐλάχιστον δὲν θὰ λάβω μέρος.
1286§145ΚΑΡΑΛΗΣ. Διὰ τί;
1287§146ΡΟΥΦΟΣ. Ἡ δήλωσις αὕτη δὲν θὰ ἦναι ὅπως αἱ δηλώσεις
1288ἐκείνων ἐν τῇ ἐθνοσυνελεύσει, οἱ ὁποῖοι πάντοτε παρουσιάζον-
1289ται ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Τόπου, ἀλλ’ ὑπὲρ τῶν δι-
1290καιωμάτων τοῦ Τόπου ἐν λόγοις, καὶ πρὸς φενακισμὸν τοῦ
1291Κοινοῦ.
1292§147ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἦτο δικαιολογημένη ἡ παρατήρησις τοῦ
1293ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Δημητρακάκη, ὅτι κατὰ σύμπτωσιν
1294οἱ ἀντιτείνοντες τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο, οἱ πλεῖστοι τοὐλά-
1295χιστον εἶναι ἐκ τῶν εὐπορούντων. Ἐπειδὴ δὲ εἶμαι ἐγὼ, οὐχὶ
1296ἐκ τῆς τάξεως αὐτῆς, καὶ τοῦτο οὐδεὶς θὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ,
1297ἐστοχάστηκα, ὅτι ὀφείλω νὰ ἐκφράσω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου.
1298Ἔχω ὅλα τὰ προσόντα τὰ προσδιοριζόμενα ἀπὸ τὸ Νομοσχέ-
1299διον, διὰ νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν παρ’ αὐτοῦ ὁριζομένην σύντα-
1300ξιν· δὲν ἔχω δὲ κανὲν προσὸν, ὅπως ἐλπίσω νὰ λάβω σύνταξιν
1301ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν συντάξεων, καθότι 30 ἔτη πο-
1302λιτεύομαι πάντοτε ἐντὸς τῆς Βουλῆς, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς
1303μακροχρονίας ταύτης ὑπηρεσίας μου, εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀ-
1304πεικόνισεν ὁ κ. Δημητρακάκης καὶ ἄλλοι Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι
1305ὡμίλησαν ὑπὲρ τοῦ Νομοσχεδίου. Λόγους ἔχω νὰ ἦμαι
1306ὑπέρ τοῦ Νομοσχεδίου, ἀλλ’ ὅμως θὰ τὸ καταψηφίσω διὰ
1307τοὺς ἑπομένους λόγους. Ὑπάρχουν δύω γνῶμαι, ὡς πρὸς τὴν
1308ἀποζημίωσιν τῶν Βουλευτῶν· οἱ μὲν λέγουσιν, ὅτι οἱ Βουλευ-
1309ταὶ πρέπει νὰ ὑπηρετοῦν ἀμισθὶ, οἱ δὲ ὅτι πρέπει νὰ πληρώ-
1310νωνται, πουθενὰ ὅμως δὲν θὰ εὕρητε γνώμην ἢ νομοθέτημα, τὸ
1311ὁποῖον νὰ νομοθετῇ σύνταξιν ὑπὲρ τῶν Βουλευτῶν. Ἀποκρούω
1312τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ μὴ ἀποζημιώνωνται οἱ Βουλευταὶ,
1313συμμερίζομαι τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ ἔχουν μίαν ἀποζημίω-
1314σιν ἐπαρκῆ. Ὑποστηρίζω, ὅτι ἡ ἡμετέρα ἀποζημίωσις δὲν εἶναι
1315ἐπαρκὴς, καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὴν συνέλευσιν ὑπεστήριξα, ὅτι
1316ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις ἔπρεπε νὰ ἦναι 4 χιλ. δραχμῶν,
1317ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα προσδιώρισε δισχιλίας δραχμὰς ἀνὰ ἑ-
1318κάστην Σύνοδον, καὶ τὴν ἄλλην ἀποζημίωσιν ἀνὰ πᾶσαν ἔκ-
1319τακτον. Περαιτέρω δὲν ἠμποροῦμεν, ὄχι μόνον διότι τὸ ἐμπο-
1320δίζουν οἱ νόμοι μας, ἀλλὰ διότι τὸ ἐμποδίζει τὸ παράδειγμα
1321ὅλων τῶν ἐθνῶν ὅσα ἔχουν Κοινοβούλιον. Θέλετε ἡ Βουλὴ τῆς
1322Ἑλλάδος, ψηφίζουσα τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο, νὰ ἦναι ἐνώπιον
1323ὅλων τῶν Συνταγματικῶν ἐθνῶν μεμονωμένη ὡς πρὸς τοῦτο;
1324§148ΦΙΛΗΜΩΝ. Καὶ κατὰ τὸ πολίτευμα εἴμεθα μεμονωμένοι,
1325ἀλλὰ δὲν πειράζει.
1326§149ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ἤμεθα· ἐὰν ἤμεθα ὅμως, εἴ-
1327μεθα κατὰ τοῦτο, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ καυχηθῶμεν, ὅτι ἔ-
1328χομεν πολίτευμα φιλελεθευρότερον ἀπὸ πᾶν ἄλλο, καὶ
1329ἀπ’ αὐτὰ ἀκόμη τὰ δημοκρατικὰ πολιτεύματα τῆς Γαλ-
1330λίας καὶ τῆς Ἀμερικῆς· καὶ διὰ νὰ τὸ ἑδραιώσωμεν καὶ
1331νὰ τὸ ἀναπτύξωμεν περισσότερον, ἓν μόνον μέσον ἔχομεν οἱ
1332Βουλευταὶ, (διότι ἔχομεν πολλὰς ἀντιδράσεις, ἀλλ’ ὄχι τὰς ἀν-
1333τιδράσεις, τὰς ὁποίας ὑπώπτευσεν ὁ κ. Δημητρακάκης τῆς
1334πρωτευούσης κατὰ τῶν ἐπαρχιῶν), τὸ δὲ μέσον εἶναι νὰ βα-
1335σταχθῶμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ἐφάμιλλοι ἀκολουθοῦντες τὸ πα-
1336ράδειγμα τῶν Βουλῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ηὐτύχησαν νὰ ἔχουν τὰς
1337ἐλευθερίας ἡμῶν. Θὰ ἐκπέσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν πεποίθησιν τοῦ
1338κοινοῦ, θὰ ἐκπέσῃ ἡ ὑψηλὴ ἰδέα διὰ τὴν θέσιν τοῦ Βουλευτοῦ,
1339ἐὰν ἀκουσθῇ, ὅτι ἡμεῖς ἐδῶ συνεταιρίσθημεν, διὰ νὰ κάμωμεν
1340μετοχικὸν ταμεῖον πρὸς ἴδιον ὄφελος, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι
1341ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος λέγει ταῦτα εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠμπο-
1342ροῦν νὰ ἔχουν ἀνάγκας. Θὰ θεωρηθῶμεν καὶ ἀπὸ τοὺς φίλους
1343καὶ ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς μας, ὅτι κατηντήσαμεν εἰς τὴν κατω-
1344τάτην βαθμίδα τοῦ ὑπαλλήλου, θὰ ἐκτεθῶμεν εἰς ὅλα, ὅσα
1345εἶπαν ὁ κ. Καλλιγᾶς καὶ ὁ κ. Ῥάλλης, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν θέ-
1346λω νὰ ἐπαναλάβω.
1347Ἀλλά, προκειμένου περὶ τοιούτου νομοσχεδίου, διατί σιωπᾷ
1348ἡ Κυβέρνησις; θὰ τὸ ἐγκρίνῃ; Ὀφείλει νὰ ἐξηγηθῇ, καὶ ἡ
1349σιωπή της εἶναι τοσοῦτον μᾶλλον ἀξιοπαρατήρητος, καθ’ ὅσον
1350τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπισπεύδεται εἰς τρίτην συζήτησιν εἰς
1351τὰς παραμονὰς πολιτικοῦ ζητήματος.
1352§150ΦΙΛΗΜΩΝ. Τὸν λόγον, κ. πρόεδρε. Ἀντιπολιτευόμενος εἰσή-
1353γαγον τὸ νομοσχέδιον, ἐγὼ δὲ τὸ ὑποστηρίζω, ὁ ὁποῖος θὰ κα-
1354ταψηφίσω τῆς Κυβερνήσεως.
1355§151ΡΟΥΚΗΣ. Ἀντιπολιτευόμενος εἶμαι καὶ ἐγὼ, κ. Λομβάρδε,
1356καὶ ἤμην ὅταν σεῖς εἶσθαι σύντροφος αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως.
1357Οἱ περισσότεροι, οἱ ὁποῖοι τὸ ὑποστηρίζομεν, εἴμεθα ἀντιπολι-
1358τευόμενοι.
1359§152ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τοῦτο δὲν ἀναιρεῖ διόλου τὴν ἰδέαν μου,
1360ὅτι ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκφράσῃ γνώμην ἐπὶ ἑνὸς νόμου,
1361τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου
1362προτείνεται ἔνστασις, ὅτι ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα. Δὲν ἐν-
1363νοῶ δὲ διατί ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, τὸν ὁποῖον ὅλοι ἀγα-
1364πῶμεν καὶ τιμῶμεν, ὁ Βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Φιλήμων, δει-
1365κνύει κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου τοσοῦτον
1366ἐρεθισμὸν, ἐνῷ ὅλοι τὸν γνωρίζομεν, ὅτι πάντοτε εἶναι ἐκ τῶν
1367ἠπιωτέρων, καὶ κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑποπτευθῇ τὰ αἰσθή-
1368ματα ἢ τὴν εἰλικρίνειαν τοῦ κ. Φιλήμονος. Παραπονοῦμαι καὶ
1369διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν φέρει τὴν γνώμην της καθαρὰ,
1370ἀκριβῶς, διότι τὸ νομοσχέδιον παρουσιάζεται ἀπὸ ἀντιπολι-
1371τευομένους, θέλει δὲ νὰ φέρῃ διαίρεσιν γνωμῶν εἰς τὴν ἀν-
1372τιπολίτευσιν, διὰ νὰ φαίνεται μία πάλη ἐν αὐτῇ. Ἔχω, ἐὰν
1373ὄχι βεβαιότητα, ἀλλὰ βαθεῖαν ὑπόνοιαν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ,
1374ἐὰν ἐπιψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, θὰ λάβωμεν, διὰ νὰ μὴ εἴπω
1375τὴν ἐντροπήν, λάβετε μίαν ἄλλην λέξιν, μετὰ τὴν ἐπιψήφισίν
1376του ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ τὸ ὑποβάλῃ εἰς τὴν βασιλικὴν κύ-
1377ρωσιν. Ἑπομένως ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς.
1378Τουλάχιστον ἂς τὸ ἐξετάσωμεν μὲ ψυχρότερον αἷμα, ἂς σκε-
1379φθῶμεν τὰς συνεπείας του, καὶ ἂς μὴ θέσωμεν τὴν Βουλὴν
1380τῆς Ἑλλάδος εἰς μίαν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν καμμία Βουλὴ
1381κανενὸς συνταγματικοῦ ἔθνους δὲν ὑπάρχει, καὶ τοὺς βουλευτὰς
1382τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν θέσιν τοῦ ὑπαλλήλου τῆς Κυβερνήσεως.
1383§153Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ ἀξίω-
1384σις τῶν μελῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τὴν ὁποίαν ἐπανειλημ-
1385μένως ἠκούσατε ἀπὸ τοῦ βήματος, ἵνα ἐκφράσῃ γνώμην ἡ
1386Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ ζητουμένου Νομοσχεδίου, εἶναι εὔλογος.
1387Τὰ κοινοβούλια ἀληθῶς δὲν νομοθετοῦσι μόνον, ἀλλὰ πολι-
1388τεύονται συγχρόνως, καὶ αἱ γνῶμαί των περιέχουσι πολιτι-
1389κὴν ἔννοιαν. Δὲν μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις, ἥτις
1390τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον ἐξήνεγκε σήμερον, εἶχεν ἀφορμὴν νὰ
1391τὸν ἐκφέρῃ μετὰ τῆς προαιρέσεως νὰ κατακρίνῃ τὴν Κυβέρνη-
1392σιν διὰ τὴν ἀποχὴν αὐτῆς ἀπὸ τοῦ νὰ ἀνακοινώσῃ ἣν ἔχει πο-
1393λιτικὴν γνώμην περὶ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα πρόκειται
1394τὸ νομοσχέδιον νὰ κανονίσῃ. Μετὰ προσοχῆς ἤκουσα τὴν συ-
1395ζήτησιν τὴν γενομένην κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, καὶ τὰ
1396παρόντα μέλη τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τὸ πέρας τῆς συζητή-
1397σεως ἐκείνης εἶδον, ὅτι ἡ συζήτησις δὲν παρίστα κώλυμά τι,
1398τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἐμποδίσῃ αὐτὰ νὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τοῦ
1399Νομοσχεδίου· κωλύματα πρὸς ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐπρο-
1400τάθησαν κατὰ τὴν σημερινὴν συζήτησιν. Καὶ μ’ ὅλον ὅτι ὡς
1401μέλος τῆς Κυβερνήσεως ἠσχολήθην πρὸ τῆς σημερινῆς συζητή-
1402σεως ν’ ἀνεύρω τὴν ὕπαρξιν κωλυμάτων τοιούτων, δὲν ἠδυνή-
1403θην νὰ ἀνεύρω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σήμερον πρώτην φορὰν ἤκουσα
1404ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκφερόμενα. Ἐὰν τὰ κωλύματα, τὰ
1405ὁποῖα σᾶς προετάθησαν, ὑπάρχωσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἐὰν
1406διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἀντιβαίνωσιν εἰς τὸν θεμελιώδη νό-
1407μον, ἐὰν διατάξεις ἄλλαι ἦναι διατάξεις φορολογικαὶ ἢ ἀντι-
1408στρατευόμεναι εἰς τὴν λογικὴν καὶ τὴν ἠθικὴν, εἶναι ἀδύνατον
1409οὐ μόνον ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ οὐδενὸς τόπου Κυ-
1410βέρνησις συνταγματικὴ νὰ δώσῃ τὴν συναίνεσίν της πρὸς κα-
1411τασκευὴν νόμου τοιούτου, ἢ νὰ προβάλῃ εἰς τὸν βασιλέα τὴν
1412κύρωσιν αὐτοῦ, καὶ ἐὰν ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἶχε ψηφισθῆ. Ἀλλὰ
1413μέχρι τοῦδε ἡ γενομένη συζήτησις, τὸ ἐπ’ ἐμοί, ὁμολογῶ δὲν
1414μὲ ἔπεισεν, ὅτι ὑπάρχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ κανὲν ἐκ τῶν
1415κωλυμάτων, τὰ ὁποῖα προέβαλον.
1416§154ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τὸν λόγον.
1417§155ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς παρέστησαν μετὰ πολλοῦ πόνου ψυ-
1418χῆς καὶ μετ’ ἀγανακτήσεως, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι
1419ἡ κορωνὶς τῆς σπατάλης τοῦ δημοσίου πλούτου, καὶ τὴν γνώ-
1420μην ταύτην μετεχειρίσθησαν ὡς μέσον διὰ νὰ ραπίσωσιν ἐκεί-
1421νους ἐκ τῶν ἐν τῇ ἀντιπολιτεύσει ὁμοταγῶν, οἵτινες ἀνύψωσαν
1422πρὸ πολλοῦ τὴν σημαίαν τῶν αὐστηρῶν οἰκονομιῶν. Ἐγὼ, ὁ
1423ὁποῖος δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῶν ἀπολύτων οἰκονομιῶν, δὲν ἔχω κα-
1424νὲν συμφέρον νὰ ὑπερασπίσω ἐκείνους, καθ’ ὧν μετεχειρίσθησαν
1425τὸ ὅπλον τοῦτο, ἄλλως δὲ δὲν μὲ συνδέει μετ’ αὐτῶν οὐδὲ
1426ταυτότης πολιτικῶν φρονημάτων, τό γε νῦν ἔχον. Ἀλλὰ μετὰ
1427πάσης ἀκριβείας ἐξετάζων τὸ νομοσχέδιον, δὲν εὑρίσκω διάτα-
1428ξιν, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τὴν ἐλαχίστην
1429δαπάνην, διὰ νὰ κρίνω ἐὰν ἡ δαπάνη αὕτη ἔπρεπεν εὐλόγως
1430νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν δημόσιον θησαυρὸν, ἢ ἐὰν ἦτο ἀληθὴς σπα-
1431τάλη. Ἀπορῶ πῶς ἄνθρωποι, ἐπιφανῆ κατέχοντες θέσιν κατὰ
1432τὴν πολιτικὴν κατάταξιν τῆς Βουλῆς, ἠξίωσαν νὰ χαρακτηρί-
1433σωσι κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον τὸ νομοσχέδιον, νὰ στηλιτεύσω-
1434σιν αὐτὸ ὡς κορωνίδα τῆς σπατάλης καὶ νὰ ἐπιτεθῶσι κατ’
1435ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι, νομίζω, μὲ τὴν αὐτὴν εὐσυνειδησίαν καὶ
1436ἐκ τῆς αὐτῆς προαιρέσεως ἐξετάζοντες τὸ νομοσχέδιον ἐξέφερον
1437γνώμην ὑπὲρ αὐτοῦ.
1438Ἀλλ’ ἂν τὸ Νομοσχέδιον ἦτο τοιοῦτόν τι καὶ ἐπέφερε δα-
1439πάνην εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, δὲν ἤθελον πάλιν συμφωνήσει
1440εἰς τὸν χαρακτηρισμόν, ὅτι ἀποτελεῖ τὴν κορωνίδα τῆς σπα-
1441τάλης τοῦ δημοσίου πλούτου, δὲν ἤθελον δὲ συμφωνήσει ἐν
1442περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ θεμελιώδης νόμος τοῦ Κράτους
1443ἐπιτρέπει νὰ γίνηται ἡ δαπάνη αὕτη. Γνωρίζω τὴν πατρίδα
1444μου καὶ τὰς ἐντελῶς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις, εἰς ἃς τυγχάνει
1445καὶ ὧν ἕνεκα δὲν δύναται νὰ παραβληθῇ πρὸς τὰς ἄλλας
1446χώρας, αἵτινες κυβερνῶνται μὲ τὸ αὐτὸ πολίτευμα. Ὁ τόπος
1447εἶχε καταστραφῆ, καὶ δὲν ὑπῆρχεν οὔτε δένδρον, οὔτε καλύβη,
1448ὅτε συνέστη τὸ Βασίλειον, ἔλαβε δὲ πολίτευμα μετ’ οὐ πολὺ,
1449τὸ ὁποῖον ἐκάλει τοὺς κατοίκους τῶν κατεστραμμένων τούτων
1450χωρῶν νὰ πολιτευθῶσι καὶ νὰ μεριμνήσωσι περὶ τῶν κοι-
1451νῶν, διότι τοῦτο τὸ πολίτευμα ἐξελέξατο αὐτὸς οὗτος ὁ
1452τόπος. Ὅτε εἰς ἄλλο μέγα πολιτικὸν σῶμα κατὰ τὸ 1863
1453ἐκαλοῦντο οἱ πολιτευόμενοι νὰ ἐγκαταλείψωσι τὸ κέντρον τῶν
1454συμφερόντων των καὶ νὰ μεταβῶσιν εἰς Ἀθήνας, εἶχον τὸ θάῤ-
1455ῥος νὰ ἐκφέρω τὴν αὐτὴν γνώμην, καὶ μολονότι τότε ἡ δημα-
1456γωγία, ἥτις δυστυχῶς ἀπειλεῖ ἑκάστοτε τοὺς πολιτευομένους,
1457ἐξήγειρε τὸ φρόνημα τῶν κατοίκων τῆς πόλεως, καὶ διὰ δια-
1458δηλώσεων ἐξεδηλώθη ἡ δυσμένεια αὐτῶν πρὸς ἡμᾶς, τοὺς ὑπο-
1459στηρίξαντας τὴν γνώμην ἐκείνην, ἐξηκολούθουν νὰ ἔχω τὴν
1460αὐτὴν γνώμην. Πρεσβεύω δὲ καὶ σήμερον, ὅτι ἡ μέριμνα ἐκείνη
1461τῆς Συνελεύσεως παρέσχεν ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Κράτος, διότι ἔ-
1462σωσε καὶ τοὺς θεσμοὺς καὶ τὸ πολίτευμα ἀπὸ πολλοὺς κιν-
1463δύνους.
1464Γνωρίζω, κύριοι, καὶ μετ’ ἐμοῦ πάντες, πόσον τὸ μεριμνᾶν
1465περὶ τῶν κοινῶν δὲν ἀμείβεται ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν. Ἂν δὲ
1466μοὶ παρατηρήσητε, ὅτι δύνανται νὰ μὴ τρέπωνται ἐπὶ τὸ ἔργον
1467τοῦτο ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μετερχόμενοι ἄλλο βιοποριστικὸν ἐ-
1468πάγγελμα ἠδύναντο νὰ ἔχωσιν ἀνετώτερον βίον, μὴ λησμο-
1469νῆτε οὔτε τὸν χαρακτῆρα τὸν ἐθνικὸν, οὔτε τὰς δυστυχίας,
1470τὰς ὁποίας διῆλθε τὸ ἔθνος, οὐδὲ προσέτι ὅτι εἰς πολλοὺς ἐ-
1471πίκειται τὸ καθῆκον τοῦτο ὡς βαρεῖα ὑποχρέωσις.
1472Ἂν οἱ θεσμοὶ τοῦ τόπου ἤθελον ἀφήσει ἐπιτετραμμένον ὅ-
1473πως γίνηται μέριμνα περὶ χορηγίας μεγαλειτέρας εἰς τοὺς
1474Βουλευτὰς ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἐγὼ ἤθελον δώσει τὴν
1475ψῆφόν μου, διότι νομίζω, ὅτι τὸ Κράτος δὲν πρέπει ν’ ἀρνῆται
1476τὴν ἀμοιβὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ δίδῃ πρὸς ἐκείνους,
1477οἱ ὁποῖοι ἀφιεροῦσι τὰς μερίμνας των καὶ τὴν ζωήν των ὑπὲρ
1478τῶν συμφερόντων αὐτοῦ. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ
1479τούτου. Τὸ Σύνταγμα ὥρισε τὸ ποσὸν τῆς ἀποδοτέας εἰς τοὺς
1480Βουλευτὰς χορηγίας, οὐδὲ δύναταί τις νὰ διανοηθῇ νὰ ἀθε-
1481τήσῃ τὴν ἀπαγορευτικὴν ταύτην διάταξιν τοῦ Συντάγματος,
1482οὐδὲ πρόκειται νὰ δαπανήσῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ ὅμως
1483παρεστάθη τὸ νομοσχέδιον ὡς κορωνὶς τῆς σπατάλης τοῦ δη-
1484μοσίου θησαυροῦ.
1485Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὸ ἐλάττωμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀ-
1486πέδωκαν εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ καὶ ἕτερον, τὸ ὁποῖον ἀπο-
1487τελεῖ τὸ ἀπαράδεκτον αὐτοῦ, διότι εἶπον, ὅτι αἱ περιεχόμεναι
1488διατάξεις ἀναιροῦσιν εἴτε ἀμέσως, εἴτε ἐμμέσως, τὸν θεμελιώδη
1489Νόμον τοῦ Κράτους. Μετὰ προσοχῆς ἤκουσα τὰς ἀγορεύσεις κα-
1490τὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν εἶδον νὰ σταμα-
1491τήσῃ κανεὶς τῶν ἀγορευσάντων εἰς διάταξιν τοῦ Συντάγματος
1492καὶ εἰς διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ νὰ παραστήσῃ, ὅτι ὑ-
1493πῆρχεν ἄμεσος ἢ ἔμμεσος ἀναίρεσις μεταξὺ τοῦ Συντάγματος
1494καὶ τοῦ νομοσχεδίου. Μόνος ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευ-
1495τὴς ἀνεκοίνωσε σειρὰν συλλογισμῶν, καὶ δι’ αὐτῶν ἠθέλησε ν’
1496ἀπολήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὑπάρχει περιορισμὸς τῆς εὐ-
1497ρύτητος τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγεσθαι. Μᾶς εἶπεν ὁ πεπαι-
1498δευμένος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι διὰ τῶν διατάξεων τοῦ
1499νομοσχεδίου ἐπιβάλλεται χορηγία 200 δραχμῶν εἰς ἕκαστον,
1500ὅστις προβάλλει κάλπην καὶ ζητεῖ νὰ ἐκλεχθῇ. Ἐπειδὴ δὲ
1501λέγεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι ὁ μὴ καταβάλλων τὴν χορη-
1502γίαν ταύτην δὲν εἶναι δεκτὸς εἰς τὴν ἐκλογὴν, συνεπέρανεν,
1503ὅτι οὕτως ἐμμέσως περιορίζεται ἡ εὐρύτης τοῦ δικαιώματος
1504τοῦ ἐκλέγεσθαι, διότι, ἐνῷ κατὰ τοὺς ἄλλους Νόμους τοῦ Κρά-
1505τους εἶχε τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγεσθαι, στερεῖται αὐτοῦ μὴ
1506ἐκπληρῶν τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ἀναγραφομένας ἐν τῷ νομο-
1507σχεδίῳ.
1508Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ λησμονήσῃ, ὅτι συζητοῦμεν
1509τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ πρὸς τούτοις νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι ὁ
1510ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Καλλιγᾶ στηρίζεται ἐπὶ μιᾶς καὶ μόνης δια-
1511τάξεως, περὶ τῆς ὁποίας δὲν πρόκειται αὐτὴν τὴν στιγμήν.
1512Καὶ ἂν ὅλαι αἱ ἄλλαι διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἀντι-
1513βαίνωσιν εἰς τὸν θεμελιώδη Νόμον τοῦ Κράτους, ἠδύνατο ἡ
1514διάταξις αὕτη, ἂν ἀντιβαίνῃ ἀμέσως ἢ ἐμμέσως, καὶ νὰ διαγρα-
1515φῇ, εἰς τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἤθελεν ἀντιστῆ. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι
1516ἱκανὸν νὰ παραστήσῃ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἀντισυνταγματικόν,
1517διότι αἱ θεμελιώδεις διατάξεις αὐτοῦ δὲν ἀντιβαίνουσιν εἰς τὸ
1518Σύνταγμα, οὐδὲ τοιοῦτόν τι παρεστάθη μέχρι τοῦδε.
1519§156ΨΥΛΛΑΣ. Ἡ διάταξις αὕτη περὶ ὑποχρεωτικῆς καταβολῆς
1520τῶν 200 δραχμῶν ὑπὸ τῶν ὑποψηφίων εἶναι θεμελιωδεστάτη,
1521καὶ ἐν τούτοις εἶναι ἀντισυνταγματική, διότι ἄνευ τοῦ ποσοῦ
1522τούτου τὸ ταμεῖον δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, νὰ συντηρηθῇ. Ἐὰν
1523δὲ ἀποδεχθῆτε τὴν ἀπάλειψιν αὐτῆς, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οἱ προ-
1524τείνοντες καὶ ὑποστηρίζοντες τὸ Νομοσχέδιον θέλουσι τὸ ἐγ-
1525καταλείψει.
1526§157ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλω εἶσθαι εὐγνώμων εἰς ὑμᾶς, ἂν λάβητε
1527τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ ἀποδείξητε, ὅτι δὲν εἶναι συνταγματι-
1528κὸν, καὶ τότε καὶ ὡς Βουλευτὴς δὲν θέλω δώσει ψῆφον, καὶ
1529ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως δὲν θέλω τὸ ὑποστηρίξει. Ἡ διά-
1530ταξις, περὶ ἧς πρόκειται, δὲν ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα, οὐδὲ
1531ἀπέδειξε κανεὶς τοῦτο. Μ’ ὅλα ταῦτα συναινῶ νὰ ἐξετάσω καὶ
1532τὴν οὐσίαν τῆς διατάξεως ταύτης, καὶ ἀποδέχομαι εὐχαρίστως
1533πᾶσαν ἀντίῤῥησιν καὶ πᾶσαν ἀπόδειξιν τοῦ ἐναντίου. Κατὰ τὸν
1534νόμον περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν τοῦ 1864 ἐπεβλήθη ἡ ὑποχρέ-
1535ωσις εἰς ἕκαστον ἐκλέξιμον νὰ καταβάλῃ τὸ ἀντίτιμον τῆς
1536κάλπης, ἡ ὁποία ἤθελε παραχωρηθῆ εἰς αὐτόν. Καὶ ἂν ὁ ἐκ-
1537λέξιμος δὲν πληρώσῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον τὸ ποσὸν τοῦτο,
1538δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκθέσῃ κάλπην κατὰ τὸν νόμον περὶ ἐκ-
1539λογῆς Βουλευτῶν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀναγνώρισις περιορι-
1540σμοῦ τῆς εὐρύτητος τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγεσθαι χάριν ἑ-
1541νὸς συμφέροντος; καὶ ποῖον ἦτο τοῦτο τὸ συμφέρον; τὸ τα-
1542πεινὸν συμφέρον τοῦ νὰ ἀπολαύσωσιν οἱ δῆμοι αὐτὰ, τὰ ὁ-
1543ποῖα οἱ ὑποψήφιοι καταβάλλουσιν ὡς ἀντίτιμον τῶν ἐκλογικῶν
1544εἰδῶν. Δέκα ἓξ ἔτη πλήρη λειτουργεῖ ὁ νόμος οὗτος, καὶ οὐ-
1545δεὶς διενοήθη νὰ χαρακτηρίσῃ αὐτὸν ὡς ἀντισυνταγματικόν,
1546μολονότι ἡ διάταξις δὲν ὑπηρετεῖ πρόθεσίν τινα γενναίαν, ἀλλὰ
1547τὴν ἁπλῆν παροχὴν χρημάτων εἰς τοὺς δήμους. Καὶ ἀφοῦ ὅλων
1548τούτων τῶν ἐτῶν ἡ μακρὰ πεῖρα δὲν ἔπεισεν οὐδένα ἐξ ὑμῶν,
1549ὅτι ὑπάρχει περιορισμὸς τῆς εὐρύτητος τοῦ δικαιώματος τοῦ
1550ἐκλέγεσθαι, καὶ ὅτι ἐγένετο ἀναίρεσις ἄμεσος ἢ ἔμμεσος τῶν
1551διατάξεων τοῦ Συντάγματος, τώρα πειρῶνται νὰ σᾶς ἀποδεί-
1552ξωσιν, ὅτι περιορισμοὶ ἄλλοι, ὡς ἐκεῖνοι, τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώ-
1553ματος ἀποτελοῦν ἀναίρεσιν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος,
1554καὶ ὁ περιορισμὸς οὗτος ὑπηρετεῖ ἓν συμφέρον, καὶ τὸ συμφέρον
1555τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὑπηρετεῖ, εἶναι ὑπέρτερον τοῦ πρώτου, διότι
1556εἰς μὲν τὸ πρῶτον πρόκειται νὰ δοθῶσι χρήματα μόνον εἰς τοὺς
1557δήμους, ἐνταῦθα δὲ ὑπάρχει ἀνώτερός τις σκοπός.
1558Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς μετὰ ἀναλυτικῆς λο-
1559γικῆς καὶ μετὰ ὀξυδερκείας, ἡ ὁποία πάντοτε διακρίνει αὐ-
1560τόν, ἰσχυρίσθη καὶ ἕτερόν τι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀντιβαίνει
1561καὶ εἰς τὴν λογικήν. Σᾶς εἶπεν ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὅτι οὐδὲν
1562μεμπτὸν ὑπάρχει εἰς τὴν σύστασιν μετοχικοῦ ταμείου Βου-
1563λευτῶν. Μετοχικὸν ταμεῖον εἶναι τὸ ταμεῖον τῆς ἀμοιβαίας
1564βοηθείας. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀναγνωρίζουν αὐτὸ καὶ κηρύσ-
1565σονται μέλη αὐτοῦ, ἐπιβάλλουν ὑποχρεώσεις εἰς ἑαυτοὺς,
1566αἵτινες ἀνταποκρίνονται εἰς ὠφελείας, τὰς ὁποίας ἐξ αὐτοῦ
1567προσδοκῶσιν. Ἀλλὰ τὸ ὑπάρχον Νομοσχέδιον ἐπιβάλλει ὑπο-
1568χρεώσεις εἴς τινα τάξιν ἀνθρώπων, οἵτινες δὲν ἔχουσι καὶ τὰς
1569ὠφελείας. Ἑπομένως τὸ Νομοσχέδιον παρεστάθη ὑπὸ τοῦ κ.
1570Καλλιγᾶ ὡς ἐξουσία, ἥτις τείνει τὴν χεῖρα εἰς ξένην περι-
1571ουσίαν, καὶ προσπαθεῖ νὰ ἀφαρπάσῃ αὐτήν. Τῳόντι οἱ ἐκτι-
1572θέμενοι εἰς τὰς ἐκλογὰς ὡς ὑποψήφιοι Βουλευταὶ δὲν ἐπιτυγ-
1573χάνουσι πάντες, ἑπομένως τὰ ὀφέλη τοῦ μετοχικοῦ ταμείου
1574δὲν θέλουσιν ἀποδοθῆ εἰμὴ εἰς τοὺς ἐπιτυχόντας, οἱ δὲ ἀπο-
1575τυχόντες, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ὑποβληθῆ εἰς φορολογίας θέ-
1576λουσι μείνει ἄνευ οὐδεμιᾶς ὠφελείας. Αὐτὸ ἦτο τὸ σύστημα
1577τοῦ συλλογισμοῦ τοῦ κ. Καλλιγᾶ.
1578Ἡ ὑποχρέωσις, ἡ ἐπιβαλλομένη εἰς τοὺς ἐκτιθεμένους εἰς
1579τὰς ἐκλογὰς, ἐχαρακτηρίσθη παρ’ ὅλων ὡς φορολογία, καὶ
1580ἐπειδὴ πᾶσα εἰδικὴ φορολογία, τῆς ὁποίας τὸ προϊὸν δὲν
1581διατίθεται πρὸς σκοποὺς δημοσίας ἀνάγκης, ἀποβαίνει ἐπιζή-
1582μιος, διότι ἐξαντλεῖ τοὺς πόρους τῆς φορολογίας καὶ περιο-
1583ρίζει τὸν ἰδιωτικὸν πλοῦτον, διὰ τοῦτο σᾶς παρέστησαν τὸ
1584Νομοσχέδιον ὡς πλημμελές. Καὶ κατὰ τοῦτο θέλω τὸ ἐξετά-
1585σει κατὰ πρῶτον ὡς φορολογικὸν, καὶ κατὰ δεύτερον ὡς παρά-
1586λογον.
1587Ἡ ὑποχρέωσις τῆς παροχῆς χρηματικοῦ τινος ποσοῦ εἰς
1588τοὺς ἐκτιθεμένους εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα δὲν ἐπιβάλλε-
1589ται εἰς τάξιν παραγωγικὴν τοῦ κοινωνικοῦ βίου, ἀλλ’ εἰς
1590ἀνθρώπους, οἵτινες ποθοῦσι νὰ γείνωσι Βουλευταί· ἑπομένως
1591τὸ μόνον, ὅπερ δύναται νὰ ἐπιφέρῃ ὡς συνέπειαν, εἶναι ὁ πε-
1592ριορισμὸς ἢ ἡ κατάθλιψις τοῦ λόγου, ὁ ὁποῖος ὤθησεν αὐ-
1593τοὺς νὰ ἐκτεθῶσιν εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα· ἐπειδὴ δὲ ὁ λό-
1594γος οὗτος εἶναι πάθος εὐγενὲς ἢ ταπεινὸν, φιλοδοξία ἢ φι-
1595λαρχία, ἡ φορολογία τῶν παθῶν τούτων δὲν εἶναι φορολογία,
1596ἀλλὰ ζημία ἐπιβαλλομένη εἰς τὸν ἔχοντα τὸ εἰρημένον πά-
1597θος, ἡ ὁποία οὐδεμίαν ἀσκεῖ συνέπειαν οὔτε ἐπὶ τῆς παραγω-
1598γῆς ἐν τῇ κοινωνίᾳ, οὔτε ἐπὶ τῶν ἄλλων σχέσεων τοῦ κοινωνι-
1599κοῦ βίου πρὸς τὴν πολιτείαν. Ἂν δὲ οἱ ἐκτιθέμενοι εἰς τὸν ἐκ-
1600λογικὸν ἀγῶνα καὶ ἀποτυχόντες ὑφίστανται βάρη ἄνευ ὠφε-
1601λείας, κατὰ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ὑποβάλλονται εἰς τὸ βάρος
1602τοῦτο, ὑποβάλλονται ἐπὶ τῇ ἐλπίδι καὶ τῇ προσδοκίᾳ, ὅτι θέλουσι
1603δυνηθῆ νὰ ὠφεληθῶσιν ἐκ τῶν βαρῶν τούτων. Ἑπομένως τὸ
1604βάρος τοῦτο ἀνταποκρίνεται εἰς προσδοκίαν ὀφέλους, ἥτις δύ-
1605ναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς παροχὰς παραπλησίας. Ὅθεν δὲν εἶναι
1606φορολογία, ὡς αἱ φορολογίαι αἱ ἐπιβαλλόμεναι εἰς τὴν παραγω-
1607γὴν τῶν ἀτόμων, οὐδὲ τὸ νομοσχέδιον εἶναι παράλογον, ἐπι-
1608βάλλον ὑποχρεώσεις εἰς τὴν προσδοκίαν τοῦ ὀφέλους, ἐξ ἐναν-
1609τίας οὐδὲν λογικώτερον παρὰ νὰ φορολογῆται ἡ προσδοκία τοῦ
1610ὀφέλους.
1611Δυστυχῶς, κύριοι, αἱ συζητήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου
1612μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐξετράπησαν τῆς ἀληθοῦς αὐτῶν τροχιᾶς· φαί-
1613νεται δὲ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐξελέχθη ὡς ἀφορμὴ, ἵνα δικαι-
1614ολογήσῃ ἐπιδρομὴν ἐπὶ τὴν πολιτικὴν καὶ ἐπίθεσιν κατὰ τῆς
1615Κυβερνήσεως. Καὶ εὑρέθη μάλιστα συναρμολογία τις μεταξὺ τοῦ
1616χρόνου, καθ’ ὃν συζητοῦμεν τὸ νομοσχέδιον, καὶ τῆς πολιτικῆς
1617περιόδου, τὴν ὁποίαν διανύομεν· καὶ ἐζήτησαν ν’ ἀνεύρωσι τὴν
1618προαίρεσιν ὅλων τούτων. Ταῦτα, κύριοι, εἶναι ὅλως διόλου ἀνά-
1619ξια ἐξετάσεως καὶ προσοχῆς. Ἂν ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου
1620τούτου ἔρχεται κατὰ τὴν παραμονὴν τῆς ἐνάρξεως τῆς πολιτικῆς
1621συζητήσεως, καὶ ἠθέλησαν νὰ συναγάγωσιν ἐκ τούτου, ὅτι εἶναι
1622ἐνδεχόμενον ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἔχῃ σκοπὸν τὴν
1623προαίρεσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα φανῇ εὐάρεστος εἰς τὰ μέλη τοῦ
1624κοινοβουλίου, καὶ ἑπομένως νὰ παρασκευάσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην
1625τοῦ κοινοβουλίου πρὸς αὐτὴν, δὲν γνωρίζω πῶς δύναμαι νὰ
1626χαρακτηρίσω τὴν ἀνατομικὴν ταύτην ἔρευναν. Δὲν γνωρίζω,
1627κύριοι, ποία θέλει εἶσθαι ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν πο-
1628λιτικὴν συζήτησιν περὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὀφείλω ἀπὸ
1629τοῦδε ν’ ἀποκρούσω αἰτιάσεις τοιαύτας, αἵτινες ἐξετοξεύθη-
1630σαν κατὰ τῶν συναδέλφων μου καὶ ἐμοῦ. Ὀφείλω δ’ ἔτι
1631μᾶλλον νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἀμέσως
1632ἀφορᾷ ἡ αἰτίασις, καὶ ν’ ἀντείπω εἰς ἐκείνους, οἵτινες ᾐτιάθη-
1633σαν αὐτῶν, ὅτι φαινόμενοι, ὅτι ἀγωνίζονται ὑπὲρ τῶν θεσμῶν
1634τοῦ Κράτους, δὲν παύουσι νὰ ὑπονομεύωσι καὶ νὰ δυσφημῶ-
1635σι τοὺς θεσμοὺς αὐτούς. Ἤθελεν εἶσθαι ἀληθῶς ταπεινὸν
1636εἰς τὸ Βουλευτήριον καὶ εἰς τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν σύστημα,
1637ἂν ἠδύνατό τις νὰ ἐλπίσῃ, ὅτι ἤθελε σύρει τὴν πλειοψηφίαν
1638τοῦ Κοινοβουλίου ὄπισθέν του, διότι ἤθελε δώσει γνώμην
1639ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου· καὶ ἐνῷ παριστῶσιν αὐτοὶ οὗ-
1640τοι, ὅτι τὸ πολίτευμα καὶ τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν σύστημα
1641ἔχει ποικίλους καὶ μυρίους ἐχθροὺς, αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἤρχισαν νὰ
1642τὸ δυσφημῶσι καὶ νὰ τὸ διασύρωσι.
1643Τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς τὴν Ἀρχὴν σήμερον, εἶ-
1644ναι ἤδη εἷς πλήρης μὴν, καθ’ ὃ μένει ἐν τοῖς πράγμασι, διότι
1645ἡ ἀντιπολίτευσις ἠθέλησε νὰ ἀφήσῃ εἰς αὐτὸ τὴν ἐξουσίαν.
1646Καὶ ἐνῷ ἔχει πλήρη τὴν συναίσθησιν τῆς εὐθύνης, ἥτις βα-
1647ρύνει αὐτὸ, διότι μὴ ἔχων ἀναντίῤῥητον πλειοψηφίαν ἐν τῷ
1648Κοινοβουλίῳ εἶναι ἀσθενέστερον τοῦ δέοντος, ἵνα δυνηθῇ νὰ χει-
1649ραγωγήσῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς καὶ νὰ μὴ ἀφίνῃ νὰ
1650παρέρχηται μάτην ὁ χρόνος, βλέπει καταναλισκόμενον ἤδη τὸν
1651χρόνον εἰς μικρολόγους ἐπερωτήσεις, βλέπει δὲ καὶ ἐκείνους,
1652οἵτινες ἵστανται ἀντιμέτωποι αὐτοῦ, οὐ μόνον μὴ συντελοῦντας,
1653ἵνα σταματήσωσι τὴν ματαίαν κατανάλωσιν τοῦ χρόνου, ἀλλὰ
1654συνεργοῦντας εἰς τὴν παραλυσίαν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βου-
1655λῆς, καὶ παρορῶντας τὰ ἐπιζήμια εἰς τὰς κρισίμους ταύτας
1656περιστάσεις, τὰς ὁποίας διανύομεν, ἀποτελέσματα τῆς τοιαύ-
1657της παραλυσίας.
1658Νομίζω, ὅτι πρὸ πάντων καὶ οἱ φίλοι τοῦ Ὑπουργείου καὶ
1659οἱ μὴ φίλοι ὀφείλουσι νὰ ἐνθυμῶνται, ὅτι ἀνάγκη ἀπαραίτητος
1660εἶναι νὰ διακρίνωσι τοὺς κυβερνῶντας ἀπὸ τὰς ἀνάγκας τοῦ
1661Κράτους. Αἱ ἀνάγκαι, αἱ ὑπάρχουσαι σήμερον, θέλουσιν ὑπάρ-
1662χει καὶ αὔριον, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν θέλει εἶσθαι ἡ πα-
1663ροῦσα Κυβέρνησις. Ἂν δὲ ἀφίνωμεν νὰ παρέρχηται ὁ χρόνος
1664οὕτω καὶ νὰ καταναλισκώμεθα εἰς μικρολόγους καὶ ματαίας
1665καθ’ ἑκάστην ἐπερωτήσεις, θέλει ἔλθει καιρὸς, καθ’ ὃν ὅλοι θέ-
1666λομεν αἰσθανθῆ τὰ ἀποτελέσματα.
1667Μὴ εὑρίσκων, κύριοι, τὰ ἐλαττώματα τοῦ νομοσχεδίου, τὰ
1668ὁποῖα ὑπέδειξαν οἱ μέχρι τοῦδε κατ’ αὐτοῦ ἀγορεύσαντες, φρο-
1669νῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ νὰ μὴ δώσῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν συ-
1670ναίνεσίν της εἰς τὴν περαιτέρω ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου.
1671§158ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Δὲν ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριοι, ἵνα λάβω
1672μέρος εἰς πολιτικὴν συζήτησιν, οὔτε νὰ ἐκφρασθῶ ἀπολύτως
1673ὑπὲρ ἢ κατὰ τοῦ Νομοσχεδίου, ἀλλὰ διότι μοὶ ἐφάνη, ὅτι τὸ
1674ζήτημα δὲν εἶναι ἐντελῶς καθωρισμένον. Προχθὲς παρεκάλεσα
1675τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν Ἀττικῆς νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ ὅλην τὴν ἔν-
1676νοιαν τοῦ Νομοσχεδίου του· δυστυχῶς ἐμεσολάβησαν ἄλλαι συ-
1677ζητήσεις μεταξὺ συναδέλφων καὶ αὐτοῦ καὶ διεκόπη ἡ ὁμιλία
1678μας. Ἤρχισεν ὅμως ὁ κ. Φιλήμων νὰ μὲ διαβεβαιοῖ, ὅτι τὸ Νο-
1679μοσχέδιον οὐδένα ἄλλον σκοπὸν εἶχεν, εἰμὴ τὴν σύστασιν ἑνὸς
1680μετοχικοῦ ταμείου· δὲν ἠδυνήθην δυστυχῶς νὰ φέρω τὴν ἀν-
1681τίῤῥησιν ἀμέσως εἰς τὸν κ. Φιλήμονα, καὶ ἀναγκάζομαι σήμερον
1682νὰ τὴν ὑποβάλω, ἰδίως διότι ἡ συζήτησις ἔλαβε μεγάλας
1683διαστάσεις.
1684Μετοχικὸν ταμεῖον πρόκειται νὰ συστηθῇ μεταξὺ τῶν Βου-
1685λευτῶν· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ
1686νόμος περὶ συντάξεως τῶν Βουλευτῶν, ὅπερ βεβαίως ἄτοπον,
1687ἡμεῖς οἱ νομοθετοῦντες νὰ νομοθετήσωμεν ὑπὲρ ἡμῶν. Πρόκει-
1688ται λοιπὸν νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν δύναται νὰ συστηθῇ Μετοχικὸν
1689ταμεῖον· ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἐβεβαίωσεν, ὅτι
1690οὐδὲν ὑπάρχει ἔκνομον εἰς τὸ Νομοσχέδιον, διότι τὸ Δημόσιον
1691ταμεῖον δὲν θίγεται. Ἀλλὰ, κύριοι, ἔχω ἀμέσως αὐτὴν τὴν
1692ἀπορίαν· ἂν δὲν θίγεται τὸ Δημόσιον ταμεῖον, πρὸς τί νὰ ἔρ-
1693χηται ἡ πρότασις; Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ Βουλὴ δύνα-
1694ται νὰ θεσπίσῃ θεσμὸν, ὁ ὁποῖος ν’ ἀφορᾷ καὶ τὸ βαλάντιον τοῦ
1695Βουλευτοῦ. Γινώσκετε ἐκ τῶν νόμων, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται ν’
1696ἀπαιτήσῃ φόρους, νὰ ἐπιβάλῃ ἐράνους, νὰ ὁρίσῃ συντάξεις· τὸ
1697μετοχικὸν ταμεῖον τῶν ὑπαλλήλων ὑπάγεται εἰς αὐτὴν, ἀλλ’
1698ἐκεῖ ὑπάρχει συμφωνία μεταξὺ ὑπαλλήλου καὶ Κυβερνήσεως,
1699δὲν πρόκειται περὶ φόρου. Τὸ προκείμενον Νομοσχέδιον δὲν ἀ-
1700φορᾷ ἔρανον καὶ φόρον, καὶ ὅμως ἐπιβάλλει ἔρανον εἰς μίαν
1701τάξιν ὡρισμένην ὑπὲρ μιᾶς ἑτέρας τάξεως. Ἰδοὺ τὸ ἔκνομον.
1702Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν θίγεται τὸ Δημόσιον ταμεῖον.
1703Ποῦ ἡ ἀπόδειξις; ἔρχομαι καὶ εἰς τοὺς μὲν, καὶ εἰς τοὺς δέ.
1704Δὲν ἐννοῶ νὰ προδικάσω τὸ ζήτημα· ἐγὼ εὑρίσκομαι εἰς τὸ
1705σκότος, καὶ πιστεύω ὅτι, ἂν ἐξετάσητε τὴν συνείδησίν σας, θέ-
1706λετε ὁμολογήσει, ὅτι καὶ σεῖς εὑρίσκεσθε εἰς τὸ σκότος, διότι
1707ὅταν ὑπολογίσητε, ὅτι τὸ μετοχικὸν ταμεῖον δύναται νὰ μὴ
1708εὑρεθῇ εἰς κατάστασιν νὰ χορηγῇ τὴν περίθαλψιν, τὴν συνδρο-
1709μήν του, θὰ καταφύγῃ εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον, καὶ τοῦτο διε-
1710γείρει ὑπονοίας, διότι βεβαίως τὸ ταμεῖον τοῦ μετοχικοῦ τα-
1711μείου τῶν Βουλευτῶν δὲν θέλει εὑρεθῆ εἰς θέσιν νὰ ἐκτελέσῃ
1712τὰς ὑποχρεώσεις του.
1713Ἡ πρότασίς μου εἶναι ἡ ἑξῆς: «Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὑπαρχούσης
1714ἀμφιβολίας, ἡ ὁποία στηρίζεται εἰς μαθηματικὸ, ὑπολογισμὸν,
1715ἢ μᾶλλον εἰπεῖν εἰς ἔλλειψιν τοιούτου, νὰ παραπεμφθῇ εἰς
1716τὴν Ἐπιτροπήν».
1717§159ΤΙΝΕΣ. Παρεπέμφθη.
1718§160ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Ἀλλὰ τοιαύτην ἐργασίαν δὲν ἔκαμεν ἡ ἐπι-
1719τροπὴ. Ἔχετε ὑπομονὴν, διότι, ἂν ἀποδειχθῇ, ὅτι τὸ Μετο-
1720χικὸν ταμεῖον θὰ δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ πρὸς τὸν σκοπὸν, ἐγὼ
1721πρῶτος σᾶς ὑπόσχομαι νὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου. Ἐπεθύμουν,
1722κύριοι, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποφύγωμεν τὴν σύστασιν τούτου
1723τοῦ ταμείου, διότι αὔριον θὰ ἀκούσητε ἀπὸ ὅλον τὸν τύπον,
1724ἀπὸ τοὺς φίλους σας, ἐκτὸς τῶν ἐχθρῶν σας, ὅτι ἡ Βουλὴ
1725ἐψήφισε σύνταξιν ὑπὲρ τῶν βουλευτῶν.
1726§161ΦΙΛΗΜΩΝ. Δὲν εἶναι ἀμαθὴς ὁ ἑλληνικὸς τύπος.
1727§162ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ. Λοιπὸν διατί νὰ μὴ ἔχωμεν τὴν ἀπόδειξιν,
1728ὅτι ἡ σύνταξις θὰ δοθῇ ἐκ τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου καὶ οὐχὶ
1729ἐκ τοῦ Δημοσίου; Ἡ πρότασίς μου εἶναι ἀναβλητικὴ ἐπ’ αὐτῷ
1730τῷ σκοπῷ· ἐὰν ὑποστηρίξητε αὐτὴ ἡ πρότασις, βεβαίως
1731πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἕως ὅτου ἀποδειχθῇ, ὅτι τὸ δημόσιον
1732ταμεῖον δὲν θὰ βλαφθῇ ἐκ τοῦ Μετοχικοῦ.
1733§163Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο δὲν εἶναι πρώτην
1734φορὰν, καθ’ ἣν παρουσιάζεται εἰς τὴν Βουλήν· παρουσιάσθη καὶ
1735ἄλλοτε εἰς τὴν παρελθοῦσαν περίοδον, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ τότε τὸ
1736ἀπέῤῥιψε, καὶ κατὰ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχον τότε, καὶ
1737κατὰ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ ἤδη, ἡ Βουλὴ καὶ τότε
1738κακῶς ἔπραξε καὶ ἤδη, ἐὰν ἀποῤῥίψῃ τοῦτο, κακῶς θὰ πράξῃ.
1739§164ΤΙΝΕΣ. Δὲν τὸ ἀπέῤῥιψε.
1740§165Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος λέ-
1741γει, ὅτι τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι ἀσυμβίβα-
1742στα πρὸς τὰ τοῦ ἐμμίσθου Δημοσίου ὑπαλλήλου. Κατό-
1743πιν ὅταν ἐκανονίσθησαν αἱ συντάξεις, εὑρέθησαν καὶ τὰ δι-
1744καστήρια εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναγνωρίσωσι τὸ δικαίωμα
1745συντάξεως εἰς ἄνδρας, οἵτινες ὑπηρέτησαν ὡς ὑπάλ-
1746ληλοι καὶ κατόπιν ὡς Ὑπουργοί, καὶ μέχρι τοῦ ἀνωτάτου
1747δικαστηρίου ἀπεφάνθησαν, ὅτι δύνανται καὶ οἱ Ὑπουργοὶ νὰ
1748κανονίζωσι τὴν σύνταξίν των καὶ ὡς Ὑπουργοὶ, ἐνῷ πράγμα-
1749τι, κατὰ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Σύνταγμα, οἱ Ὑπουρ-
1750γοὶ δὲν εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι, διότι οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι Ἐ-
1751πιτροπὴ καθαρῶς τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Σᾶς
1752ἀνέφερα τοῦτο τὸ παράδειγμα, κ. Πρόεδρε, διὰ νὰ πει-
1753σθῆτε, ὅτι ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Καλλιγᾶς, κατὰ τὴν γνώμην τῶν
1754νομικῶν καὶ τῶν δικαστηρίων, δὲν εἶναι ὀρθόν· διότι, ἐὰν τὰ
1755δικαστήρια ἔδωσαν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τὸ δικαίωμα τῆς συν-
1756τάξεως διὰ τὴν θέσιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀπορῶ διατί εἰς τοὺς
1757πρώτης τάξεως πολιτευομένους τὰ δικαστήρια καὶ οἱ νόμοι ἔ-
1758δωκαν σύνταξιν, καὶ ὑμεῖς οἱ ἐναντία φρονοῦντες ἀρνεῖσθε χο-
1759ρήγημα ἁπλοῦν εἰς τοὺς Βουλευτάς;
1760Ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ κ. Καλλιγᾶς, ὅτι διὰ τοῦ
1761νομοθετήματος θέλομεν νὰ θέσωμεν χεῖρα ἐπὶ ξένων χρημάτων,
1762δὲν εἶναι ὀρθὸς, διότι αὐτὸ τοῦτο συμβαίνει καὶ εἰς τὰς συντά-
1763ξεις τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων. Ἐγὼ ὁ ἴδιος ὑπῆρξα νομάρ-
1764χης, καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος ἐκ τῆς μισθοδοσίας μου κατέθεσα εἰς τὸ
1765ταμεῖον τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων τὸ μέρος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
1766διατάσσει ὁ νόμος· διὰ τοῦτο θὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ νόμος, ὁ
1767ὁποῖος ἐγένετο ὑπὲρ τῶν συνταξιούχων τῶν πολιτικῶν, εἶναι
1768νόμος δημευτικὸς, εἶναι νόμος ἄδικος; Ἐγὼ δὲν ἤθελον ν’ ἀκο-
1769λουθήσω τὸ στάδιον τῶν ὑπαλλήλων καὶ ἐτράπην ἄλλο στά-
1770διον, τὸ πολιτικὸν, καὶ ἐκλέγομαι βουλευτής. Ὅπως λοιπὸν ἔ-
1771θεσαν ἐκεῖ χεῖρα εἰς τὰς κρατήσεις τὰς ἰδικάς μου, διὰ ποῖον
1772λόγον, ὅταν γείνῃ νόμος τῆς πολιτείας, ὅταν τις παρουσιάζηται
1773εἰς τὴν ἐκλογικὴν παλαίστραν, νὰ μὴ καταβάλλῃ τὰς δραχμὰς,
1774τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει ὁ νόμος; Ἡ αὐτὴ ἀναλογία, ἥτις ὑπάρ-
1775χει εἰς τὴν μίαν περίστασιν, ὑπάρχει ἐπίσης καὶ εἰς τὴν ἑτέ-
1776ραν. Δὲν εἶναι κανεὶς ὑποχρεωμένος νὰ καταβῇ εἰς τὴν ἐκλο-
1777γικὴν παλαίστραν, καθὼς κανεὶς δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ
1778γείνῃ δημόσιος ὑπάλληλος· ὁ γινόμενος γίνεται ὑπὸ τοὺς ὅρους
1779καὶ τὰς συμφωνίας, τὰς ὁποίας διαγράφει ὁ νόμος· ὁ παρουσια-
1780ζόμενος ἐπίσης εἰς τὴν ἐκλογικὴν παλαίστραν, παρουσιάζεται
1781ἐπίσης ὑπὸ τοὺς ὅρους καὶ τὰς συμφωνίας, τὰς ὁποίας διαγρά-
1782φουν οἱ νόμοι.
1783Κύριε πρόεδρε, δὲν ἐννοῶ ποσῶς, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἀν-
1784τισυνταγματικὸν καὶ δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω ποσῶς καὶ
1785πρὸς τοὺς φίλους μου, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν, ὅτι τὸ ζήτημα
1786εἶναι ἀντισυνταγματικόν. Εἶναι ἡ μόνη τάξις ἐν Ἑλλάδι, ἥτις
1787πάντοτε πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, ἐν-
1788τούτοις οἱ πολιτευόμενοι πάντοτε ὑπῆρξαν εἰς τὸν τόπον τοῦτον οἱ
1789ἀποδιοπομπαῖοι τράγοι· καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε ὑπαλληλίσκους
1790ἔχοντας σήμερον σύνταξιν 360 δραχμ. τὸν δὲ Λύσανδρον Βιλαέτην
1791ὀρέγοντα τὴν χεῖρα πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν,
1792ὅπως λάβῃ μικρὸν βοήθημα. Καὶ δὲν εἶναι δίκαιον ὁ Λύσαν-
1793δρος Βιλαέτης, ὁ πολιτευόμενος ἀπὸ τοῦ 1821 μέχρι σήμερον
1794νὰ μὴ ἔχῃ τὸν ἄρτον του κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ γήρατος αὐ-
1795τοῦ; Καὶ δὲν εἶναι δίκαιον ὁ ἔντιμος συνάδελφος, ὁ κ. Καλ-
1796λιφρονᾶς, ἀγωνιστὴς ἐπίσης τοῦ 1821, ὅταν αὔριον εἴτε ἕνεκα
1797τῆς ἡλικίας εἴτε ἕνεκα ἀποτυχίας νὰ μὴ ὀρέξῃ τὴν χεῖρα πά-
1798λιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ τὸν Τμηματάρχην
1799τοῦ Ὑπουργείου, διὰ νὰ ζητήσῃ ὀλίγον ἄρτον, τοῦ ὁποίου ἔχει
1800τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην; Καὶ ὁ Μομφεράτος ἐν Κεφαλληνίᾳ
1801καὶ ὁ Ζερβὸς ἄνθρωποι λίαν ἀγωνισθέντες ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν, αἵ-
1802τινες ἔφερον ἐπὶ τέλους τὴν ἕνωσιν τῆς ἀδελφῆς Ἑπτανήσου
1803μετὰ τῆς Ἑλλάδος νὰ ὀρέξωσι τὴν χεῖρα; καὶ διατὶ εἰς τοι-
1804ούτους ἄνδρας νὰ θέλωμεν νὰ δίδωμεν ἐλεημοσύνην ὀλίγον
1805ἄρτον, καὶ εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐργάζονται οὔτε ἡμι-
1806σείαν ὥραν καὶ ἔχοντας τὸ κονδύλιον εἰς τὸ αὐτὶ, νὰ δίδωμεν
1807συντάξεις ἁδράς;
1808Ἀλλὰ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο λέγουν, κύριε Πρόεδρε, θὰ ἐπι-
1809βαρύνῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἐγὼ λέγω, ὅτι τὸ Νομοσχέ-
1810διον, ὡς εἶναι συντεταγμένον, ποσῶς δὲν θέλει ἐπιβαρύνει τὸ
1811Δημόσιον ταμεῖον· πιστεύω δὲ, ὅτι θέλω κατορθώσει ἐν ὀλί-
1812γοις νὰ σᾶς πείσω περὶ τούτου. Ἡ τάξις τῶν πολιτευομένων
1813ἐκ τῆς πείρας, τὴν ὁποίαν ἔχομεν μέχρι σήμερον, τῶν σπου-
1814δαίως πολιτευομένων, οὐδέποτε θέλει ἀφήσει τὸ στάδιον τῆς
1815παλαίστρας τῆς πολιτικῆς χάριν εὐτελοῦς συντάξεως 200
1816δραχμῶν. Ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου τούτου γνωρίζομεν πάντο-
1817τε, κύριοι, ὅτι σχεδὸν (ἐφέτος ἐγένετο ἐξαίρεσίς τις) τὰ ⅔
1818εἶναι πάντοτε οἱ αὐτοί· καὶ ὅταν ἔχητε πάντοτε ἔστω
1819τὸ ½ τῶν Βουλευτῶν τὰ ἴδια πρόσωπα, ποῦ θὰ κατανα-
1820λωθῇ αὐτὸ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ καταβάλουν χάριν τῆς
1821συντάξεως; Αὐτὸ γίνεται μόνον καὶ μόνον, κύριε Πρόεδρε, πρὸς
1822τὸν σκοπὸν, νὰ ἔλθῃ εἰς παρηγορίαν ἐκείνου ὅστις ἐξ ἀσθενείας, εἴτε
1823ἐξ ἄλλης ἀφορμῆς, καταστῇ ἀνίκανος. Αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔχει
1824τὸ Νομοσχέδιον· δὲν ἐπιβαρύνει ποσῶς τὸ Δημόσιον ταμεῖον.
1825Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐνομοθετήσαμεν περὶ ὅλων, ἐργασθέντες ἀπὸ τοῦ
1826τελευταίου ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ὑγειονομοσταθμάρχης,
1827μέχρι τοῦ ἀνωτέρου, ὅπου εἶναι ὁ Ὑπουργὸς καὶ Πρωθυ-
1828πουργὸς, καὶ οὕτω κατεστήσαμεν τὸ Δημόσιον ταμεῖον ὑ-
1829πόχρεον, καθότι τὸ ἰδιαίτερον δὲν ἐπαρκεῖ νὰ ἔρχηται
1830εἰς ἐπικουρίαν, καὶ ὅλα αὐτὰ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους, οἱ
1831ὁποῖοι ἐπίσης ἔχουν καὶ αὐτοὶ δικαιώματα. Μία γλίσχρος καὶ
1832εὐτελὴς σύνταξις, διδομένη κατὰ τὸ γῆρας εἰς πολιτευόμενον,
1833αὐτὴ θέλει βλάψει; Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι καὶ τὸ Δημόσιον
1834ταμεῖον ἤθελε πληρώνει 100,000 δραχ. κατ’ ἔτος, εἶναι ποσὸν,
1835διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ παρίδωμεν ὁλόκληρον τάξιν πολιτευο-
1836μένων διαρκῶς; Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, κύριε Πρόεδρε,
1837καὶ τότε ἐκηρύχθην ὑπὲρ τοῦ Νομοσχεδίου, καὶ ἤδη θεωρῶ δί-
1838καιον καὶ ὀρθὸν νὰ ἐπιψηφισθῇ.
1839§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μεσσηνέζης.
1840§167ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριοι, ἐὰν ἐνόμιζον, ὅτι τὸ προκείμενον ζή-
1841τημα εἶναι προσωπικόν, ἀποβλέπον ἢ τοὺς ὑπογράψαντας τὴν
1842πρότασιν ἢ τοὺς κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν ψηφίσαντας ὑπὲρ
1843αὐτῆς, οὐδέποτε βεβαίως ἤθελον ἐπιτεθεῖ κατὰ τοῦ ὑπὸ συζή-
1844τησιν Νομοσχεδίου, οὐδέποτε ἤθελον ἐκφράσει τὴν γνώμην, ἣν
1845ἐξέφρασα, διότι ἡ πλειονοψηφία ἐξεδηλώθη ἤδη, τὸ δ’ αἴσθημα
1846τοῦ πρέποντος δὲν ἤθελε μοὶ ἐπιτρέψει νὰ κατενεχθῶ κατὰ
1847προτάσεως, τυγχαιούσης τῆς ὑποστηρίξεως τῆς πλειονοψηφίας,
1848καὶ διότι δὲν ἐσυνείθισα νὰ πολιτεύωμαι μόνον καὶ μόνον χά-
1849ριν ἐπιδείξεως. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην δὲν
1850εἶναι προσωπικὸν, εἶναι νομοθετικὸν, ἀποβλέπει τὴν θέσιν, ἀπο-
1851βλέπει καὶ τὰ δικαιώματα αὐτὰ τῆς Βουλῆς.
1852Διὰ τοῦτο, κύριοι, καίπερ ἡ συζήτησις παρετάθη πέραν τοῦ δέον-
1853τος, ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπι-
1854τρέψῃ νὰ ἐκφράσω τὰς ἰδέας μου ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις ἐξετάζων
1855τὸ ζήτημα, καὶ νὰ μὴ θεωρήσῃ, ὅτι θέλω οὕτω νὰ προσβάλω τοὺς
1856ἀντιφρονοῦντας, ἢ ὅτι ἀντιποιοῦμαι θέσιν ἢ ἀξίαν ὑπερτέραν
1857ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσι τὰ ἐναντία.
1858Ἐθεώρησα, κύριοι, καὶ θεωρῶ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον
1859ὡς μὴ συμβιβαζόμενον μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς. Διατί;
1860διότι τὸ νομοσχέδιον ὁπωςδήποτε καὶ ἐὰν διατυποῦται, εἶναι
1861νομοσχέδιον φορολογικὸν, νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς
1862τὸ νὰ πλάσῃ ἓν ταμεῖον διὰ φόρων, ὅπως λαμβάνωσι συντά-
1863ξεις οἱ πολιτευόμενοι. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουν,
1864ὅτι οἱ πολιτευόμενοι δὲν προσφέρουν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν πατρί-
1865δα, ἢ ὅτι ὁ ἐργαζόμενος, διότι λέγεται πολιτευόμενος, δὲν πρέπει
1866νὰ λαμβάνῃ καὶ τὴν ἀμοιβὴν τῆς ἐργασίας του. Ἐργάζεσθαι
1867χάριν τῆς πολιτείας, εἶναι ὑπηρεσία, καὶ πᾶς ὁ ἐργαζόμενος
1868πρέπει νὰ λαμβάνῃ ἀμοιβὴν, διὰ νὰ ἔχῃ τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεως,
1869ὅπως ἐξακολουθῇ οὕτω ὑπηρετῶν τὰ κοινά. Δὲν ἀντιτάσσο-
1870μαι λοιπὸν κατὰ τῆς προτάσεως, διότι θεωρῶ ἄδικον τὴν ἀξίω-
1871σιν τῶν συναδέλφων μου, ἀλλὰ διότι ὑπάρχουσι στιγμαὶ εἰς
1872τὸν βίον τῶν ἐθνῶν, καὶ ὑπὸ τοιαύτας στιγμὰς διατελεῖ ἡ
1873πατρὶς ἡμῶν, καθ’ ἃς πᾶσα σκέψις, ἀφορῶσα ἀποζημίωσιν
1874προσώπου, εἶναι σκέψις, ἡ ὁποία ἀντιβαίνει εἰς τὴν ἀξιοπρέ-
1875πειαν τὴν ἐθνικὴν, ἀντιβαίνει εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, μεθ’ ὧν βα-
1876ρύνονται οἱ ἀντιπρόσωποι. Ἔσχον τὴν τόλμην, κύριοι, ἥτις πολ-
1877λοὺς ἐξ ὑμῶν ἐξηρέθισε καὶ ἥτις ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς παρεξη-
1878γήσεις, νὰ ἀρνηθῶ ψῆφον ἐπὶ τῆς συντάξεως ἀνδρὸς, ὁ ὁποῖος
1879ἐτίμησε τὸ κοινοβούλιον καὶ ὅστις εἰργάσθη ἀτρύτως καὶ ὅσον
1880οὐδεὶς ἄλλος ὑπὲρ τοῦ τόπου καὶ ὑπὲρ τῆς προαγωγῆς αὐτοῦ, ἔσχον
1881τὴν τόλμην νὰ δώσω ψῆφον κατὰ καὶ ἐπὶ ἄλλης ὁμοίας φύσεως
1882προτάσεως. Διατί; διότι, νομίζω, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὴν θέσιν
1883ἐκείνην, καθ’ ἣν ἡ πατρὶς πρέπει νὰ θυσιάσῃ τὰ πάντα ὑπὲρ
1884μιᾶς ἰδέας, καθ’ ἣν δὲν πρέπει νὰ γίνηται οὐδεμία σκέ-
1885ψις περὶ ἀποζημιώσεως προσώπων, ἀλλὰ δέον νὰ σκεπτώ-
1886μεθα πῶς νὰ σώσωμεν τὴν πατρίδα τῆς καταισχύνης, τῆς
1887καταστροφῆς. Τὸ ζήτημα, κύριοι, ὅπως ἐτέθη ἐνώπιον τῆς τε
1888Ἀνατολῆς καὶ τῆς Εὐρώπης, εἶναι ἢ νὰ ὑπάρχῃ ἢ
1889νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἡ Ἑλλάς. Ὅταν δὲ τὸ ζήτημα ἐτέθη
1890κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, δὲν εἶναι πρέπον, δὲν συμβιβά-
1891ζεται μὲ τὰ καθήκοντα τῆς Βουλῆς νὰ γίνεται συζήτησις ἐπὶ
1892πολλὰς ὥρας, ἂν πρέπῃ νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον, ὅπως προ-
1893παρασκευάσωμεν χρυσοῦν μέλλον δι’ ἡμᾶς αὐτούς. Ἐὰν ἦσαν
1894ἄλλαι αἱ περιστάσεις τοῦ τόπου, ἐὰν ὅλοι δὲν ἀνεγνωρίζομεν
1895μικροὶ καὶ μεγάλοι, ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῶμεν πῶς θὰ σώσωμεν
1896ἡμᾶς ἐκ τῆς χρεωκοπίας ἐσωτερικῶς καὶ πῶς ἐξωτερικῶς νὰ
1897προφυλαχθῶμεν κατὰ τῶν ἀπειλούντων ἡμᾶς κινδύνων, εἶχε
1898καλῶς, ἀλλ’ εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις δὲν συμβιβάζεται
1899μὲ τὰ καθήκοντα πρὸς τὴν πολιτείαν νὰ γίνεται σκέψις περὶ
1900τοιούτου ζητήματος.
1901Κύριοι, τὸ προκείμενον Νομοσχέδιον χαρακτηρίζω κατὰ δεύ-
1902τερον λόγον ὡς ἄδικον· εἶναι δὲ ἄδικον, διότι πρόκειται νὰ
1903φορολογήσῃ οὐχὶ μόνον ἐκείνους, οἵτινες θὰ συνταξιοδο-
1904τηθῶσιν, ἐὰν ὑπάρξῃ τὸ μετοχικὸν ταμεῖον, ἀλλὰ καὶ
1905ἐκείνους, οἵτινες θὰ εἶχον τὴν ἀτυχίαν νὰ ἀποτύχωσι,
1906καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ ἐπιτύχωσι, δὲν θὰ θελήσωσιν ἢ δὲν
1907θὰ δυνηθῶσι νὰ λάβωσι σύνταξιν. Εἴπατε, ὅτι εἰς τὴν αὐτὴν κα-
1908τηγορίαν ὑπάγονται καὶ οἱ ὑπάλληλοι· δὲν ἔχει οὕτω τὸ πρᾶγ-
1909μα, διότι οἱ ὑπάλληλοι λαμβάνουσι μηνιαίαν ἀμοιβὴν, ἀλλ’ ὁ
1910ὑποψήφιος, ὅστις ἀποτυγχάνει, δὲν ἀπολαμβάνει οὐδεμίαν ἀμοι-
1911βὴν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ τὸν ὑποβάλωμεν εἰς φορολο-
1912γίαν, εἶναι ἄδικον, διότι δὲν συντελεῖ ἡ φορολογία αὕτη εἰς
1913τὴν ἱκανοποίησιν τοῦ ἰδίου. Πᾶς φόρος πρέπει νὰ συντελῇ εἰς τὴν
1914ἱκανοποίησιν τῆς ὅλης κοινωνίας καὶ τοῦ φορολογουμένου αὐτοῦ·
1915ὅταν δὲ ἀποτυγχάνων τις φορολογῆται, βεβαίως ἡ φορολογία δὲν
1916εἶναι δικαία. Ἀλλὰ, κύριοι, τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἀντα-
1917ποκρίνεται καὶ εἰς τὸν σκοπὸν πρὸς ὃν ὑποβάλλεται. Τί ζητεῖ-
1918ται δι’ αὐτοῦ; Νὰ φθάσῃ ὁ πολιτευόμενος εἰς θέσιν τοιαύτην, ὥστε
1919νὰ ᾖναι ἀνώτερος τῆς ἀνάγκης, ἢ τοὐλάχιστον νὰ λαμβάνῃ μίαν
1920ἀμοιβὴν, ἡ ὁποία νὰ ᾖναι ἴση πρὸς τὰς θυσίας, εἰς ἃς ὑποβάλλεται
1921ὁ πολιτευόμενος. Ἐλυπήθην μεγάλως, ὅταν ὡς Πρόεδρος τῆς Συ-
1922νελεύσεως ἔθετον τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως, καὶ ἔπιπτον
1923ὄχι μόνον ἕνεκα τῶν πλουσίων, ἀλλὰ καὶ ἕνεκα ἐκείνων, οἵτι-
1924νες λέγουσι σήμερον, ὅτι μόνον οἱ πλούσιοι κατὰ τοῦ Νομοσχε-
1925δίου τούτου ἔχουσιν ἀντίῤῥησιν, διότι ἐφιλοτιμοῦντο τίς περισ-
1926σότερον τοῦ ἄλλου νὰ ὑποβιβάσῃ τὴν ἀποζημίωσιν τοῦ Βου-
1927λευτοῦ. Ἀλλὰ ἔπρεπε τότε νὰ ἤμεθα προμηθεῖς, καὶ ὄχι τώρα
1928ἐπιμηθεῖς. Ὅ,τι δὲ δὲν ἠθελήσαμεν νὰ πράξωμεν τότε, δὲν εἶ-
1929ναι ἐπιτετραμμένον πλαγίως νὰ πράξωμεν σήμερον καὶ μάλι-
1930στα εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις. Ζητεῖτε δὲ τί; Νὰ κατα-
1931στήσητε ὑλικῶς ἀνεξάρτητον τὸν Βουλευτὴν, ἀλλὰ δὲν ἐπιτυγ-
1932χάνετε τοῦτο, ἐλαττοῦντες τὰ μέσα αὐτοῦ, τὴν ἐλαχίστην
1933Βουλευτικὴν ἀποζημίωσιν. Εἶπεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ὅτι τὰ δύο
1934τρίτα ἔρχονται πάντοτε οἱ αὐτοὶ, ἀλλ’ ἐνδεχόμενον τοῦτο νὰ
1935ὑπῆρξε μέχρι τοῦδε, ἀλλ’ ἐὰν θὰ ὑπάρξῃ εἰς τὸ μέλλον, εἶναι
1936ἄδηλον. Ἐν τούτοις κατὰ τὸ Νομοσχέδιον οἱ ἐκλεχθέντες καὶ
1937ὑπηρετήσαντες ὡς Βουλευταὶ ἐπὶ ὀκτὼ Συνόδους, θὰ λαμβάνωσι
1938σύνταξιν ἐκ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου, ὁ δ’ ἐν ἐνεργείᾳ Βουλευτὴς,
1939ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ ὁποίου δέον
1940νὰ προνοήσητε, θὰ ᾖναι εἰς τὴν αὐτὴν πάντοτε θέσιν. Τὸ ζή-
1941τημα θὰ λυθῇ διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς ἀποζημιώσεως, ὅπερ δὲν
1942δυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἢ ἀναθεωροῦντες τὸ Σύνταγμα, καὶ εἷς
1943τοῦτο δέον νὰ στρέψωμεν ὅλας τὰς σκέψεις ἡμῶν. Τότε καὶ
1944μόνον θὰ δυνηθῆτε νὰ ἐπιτύχητε νὰ μὴ ἦσθε οἱ ἔσχατοι ἐξ
1945ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουν ἀποζημιώσεις ἀπὸ τὸ Κράτος, καί
1946τοι προσφέρετε ὑπηρεσίαν, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν δύναται νὰ ὑπάρ-
1947ξῃ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι διὰ ἀναθεωρή-
1948σεως τοῦ Συντάγματος θὰ δυνηθῆτε νὰ κατορθώσητε ὅ,τι
1949ζητεῖτε.
1950Ὑποβάλλω δ’ ὑμῖν καὶ τὴν παρατήρησιν, ὅτι μετ’ ὀλίγον
1951θὰ στραφῶμεν πρὸς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, διὰ νὰ πορισθῶμεν τὰ
1952πρὸς ἀπότισιν τῶν Βουλευτικῶν συντάξεων μέσα, διότι τὰ εἰσ-
1953πραττόμενα δὲν θὰ ὦσιν ἱκανὰ πρὸς τοῦτο. Τί θὰ εἰσπράξωμεν,
1954κύριοι, κατὰ τέσσαρα ἔτη; Ἔχομεν 200 Βουλευτὰς, ἂς ὑποθέ-
1955σωμεν δὲ, ὅτι εἶναι τριπλάσιοι οἱ ἐκτιθέμενοι· ἐκ τῶν 600 λοι-
1956πὸν θὰ εἰσπράξωμεν 120 χιλιάδας δραχμὰς, ἐξ ἐκείνων δὲ, οἱ
1957ὁποῖοι θὰ ἐπιτύχουν 160 χιλ, ὥστε θὰ ἔχωμεν τὸ ὅλον 280
1958χιλ. δραχμὰς καθ’ ὅλην τὴν τετραετίαν. Τὸ ταμεῖον αὐτὸ δὲν
1959θὰ ἔχῃ ἔξοδα διοικήσεως;
1960§168ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
1961§169ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἂς ὑποθέσωμεν καὶ αὐτό. Νομίζετε, ὅτι
1962μὲ αὐτὸ τὸ ποσὸν ἠμπορεῖτε νὰ δώσητε συντάξεις εἰς τοὺς
1963Βουλευτάς; δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ, εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον. Λά-
1964βετε ὑπ’ ὄψιν τοὺς Βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχουν ἤδη κεκτη-
1965μένα τὰ προσόντα, καὶ θὰ ἰδῆτε, ὅτι θὰ ἦναι πολὺ περισσότερον
1966τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ λαμβάνουν οἱ ἔχοντες τὰ προσόντα,
1967καὶ τότε θὰ ἀναγκασθῶμεν, διὰ νὰ σώσωμεν τὴν ἀξιοπρέπειαν
1968τοῦ Σώματος, ν’ ἀντλήσωμεν, μέσα ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου.
1969Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν θ’ ἀποφύγωμεν τὴν ἀναθεώρη-
1970σιν τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν αὐξήσωμεν τότε τὴν ἀποζημίωσιν
1971τῶν Βουλευτῶν, τότε θὰ φθάσωμεν νὰ ἔχωμεν συνταξιούχους
1972Βουλευτὰς, καὶ Βουλευτὰς λαμβάνοντας γενναίαν ἀποζημίω-
1973σιν. Ἀλλὰ ποῦ ἀγόμεθα τότε, κύριοι; Ἡ τοιαύτη κατάστασις,
1974κύριοι, δὲν θὰ ἦναι εὐάρεστος διὰ τὸν τόπον.
1975Ἐπιτραπήτω μοι ἐν τέλει νὰ παρατηρήσω καὶ εἰς τοὺς ὑπο-
1976βαλόντας τὸ νομοσχέδιον καὶ εἰς αὐτὸν τὸν Ὑπουργὸν τῶν
1977Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος υἱοθέτησε τὸ νομοσχέδιον, ὅτι τὸ νομο-
1978σχέδιον εἶναι ἀπαράδεκτον ὡς ἀντισυνταγματικὸν, ἐκτὸς ἂν
1979οἱ Ὑπουργοὶ θέσουν τὴν ὑπογραφήν των κάτωθεν αὐτοῦ καὶ
1980τὸ παρουσιάσωσιν ὡς ὑπουργικὸν νομοσχέδιον. Εἶπον καὶ ἐπα-
1981ναλαμβάνω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι φορολογικὸν, καὶ εἶ-
1982ναι φορολογικὸν, ὅπως ἀπονεμηθῇ σύνταξις εἰς τοὺς Βου-
1983λευτάς· κατὰ τὴν ῥητὴν δὲ διάταξιν τοῦ Συντάγματος
1984πᾶσα πρότασις, ἡ ὁποία ἀφορᾷ σύνταξιν δι’ οἱονδήποτε πρόσω-
1985πον, εἶναι πρότασις, μὴ ὑπαγομένη εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν
1986Βουλευτῶν, καὶ δύναται νὰ ὑποβληθῇ μόνον ἀπὸ τὴν Κυβέρ-
1987νησιν. Ἂν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ αὔριον νὰ ὑποβάλῃ ἓν
1988νομοσχέδιον τοιοῦτον ἢ οἱονδήποτε ἄλλο, ἠμπορεῖ νὰ ληφθῇ
1989ὑπ’ ὄψιν, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ὡς ὑπεβλήθη καὶ διετυ-
1990πώθη, εἶναι ἀπαράδεκτον. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς προτείνω
1991τὴν ἀπόῤῥιψιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὡς ἀπαραδέκτου καὶ ὡς
1992μὴ συμφώνου πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς καὶ πρὸς τὸ
1993δίκαιον.
1994§170ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Κύριοι, σέβομαι βεβαίως, καὶ ὀφείλομεν ἡμεῖς
1995οἱ νεώτεροι νὰ σεβώμεθα καὶ μετὰ ζηλοτύπου πραγματικῶς
1996ἐκτιμήσεως νὰ ἀναγνωρίζωμεν τὰς ἐκδουλεύσεις τῶν γηραιῶν
1997πολιτευομένων, καὶ κατὰ τοῦτο συμφωνῶ πληρέστατα μετὰ
1998τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ. Δὲν δύναται ὅμως
1999ἡ ἀναγνώρισις αὕτη τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτευομένων νὰ μὲ
2000πείσῃ νὰ ψηφίσω νομοσχέδιον, ὅπερ, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν,
2001ἀντίκειται καὶ εἰς τὴν λογικὴν καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα. Εἰς τὴν
2002λογικὴν ἀντίκειται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ ὀλίγα θέλω εἴπει
2003περὶ τούτου, διότι ἀρκούντως καὶ σαφῶς διεπραγματεύθη τὸ
2004θέμα ὁ ἀξιότιμος κ. Καλλιγᾶς, διότι κυριώτερος, καθὼς εἴδετε,
2005πόρος ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ διὰ τὴν σύστασιν τοῦ μετοχι-
2006κοῦ ταμείου εἶναι αἱ 200 δραχμαὶ, αἱ λαμβανόμεναι παρ’ ἑκά-
2007στου τῶν ὑποψηφίων βουλευτῶν, τουτέστι φορολογοῦνται πρό-
2008σωπα, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν, οὕτως εἰπεῖν, τῶν κερδῶν
2009δὲν θέλουσι λάβει μέρος. Εἶναι λοιπὸν προφανῶς φορολογικὸν
2010καὶ ἄδικον τὸ νομοσχέδιον, εἶναι δὲ καὶ ἀντισυνταγμα-
2011τικόν· καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἐν τῷ
2012μέσῳ τοῦ λόγου του εἶπεν, ὅτι ἤθελε θεωρήσει ἑαυτὸν εὐγνώ-
2013μονα πρὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θὰ τῷ ἀπεδείκνυεν, ὅτι ὁ νόμος
2014οὗτος ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα. Δὲν πράττω τοῦτο βεβαίως,
2015διὰ νὰ ἐπισύρω τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὀφείλω
2016ὅμως νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι, ψηφίζουσα τὸ νομοσχέ-
2017διον τοῦτο, ψηφίζει, κατ’ ἐμέ, νομοσχέδιον ἄντικρυς εἰς τὸ Σύν-
2018ταγμα ἀντικείμενον. Ἀντίκειται δὲ εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ νομο-
2019σχέδιον τοῦτο, διότι κατὰ τὸ 70 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος
2020βουλευτὴς ἐκλέγεται ἐκεῖνος, ὅστις κατάγεται ἐκ τῆς ἐπαρχίας,
2021ἐν ᾗ ἐκλέγεται ἢ εἶναι ἐν αὐτῇ ἐγκατεστημένος πρὸ διετίας
2022καὶ ἔχει τὰ παρὰ τοῦ νόμου τοῦ ἐκλογικοῦ ἀπαιτούμενα
2023προσόντα. Τὸ πρωτοδικεῖον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀνακηρύξῃ τοὺς
2024ὑποψηφίους τοὺς προτεινομένους, δὲν ἔχει νὰ ἐξετάσῃ οὐ-
2025δένα ἕτερον νόμον πλὴν τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ ἐκλογι-
2026κοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον καὶ μόνον ῥητῶς τὸ Σύνταγμα παρα-
2027πέμπει. Κατὰ τὸν ἐκλογικὸν νόμον διὰ ν’ ἀνακηρύξῃ τὸ Πρω-
2028τοδικεῖον τὸν ὑποψήφιον ὡς τοιοῦτον, θὰ ἰδῇ ἐὰν φέρῃ ἡ ἀνα-
2029φορά του τὰς νενομισμένας ὑπογραφὰς καὶ ἂν κατέβαλε τὰς
2030200 δραχ. εἰς τὸ ταμεῖον διὰ τὰ ἐκλογικὰ εἴδη. Δὲν
2031ἔχει τίποτε ἄλλο νὰ ἐξετάσῃ, οὐδένα ἄλλον νόμον νὰ
2032λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ἐκτὸς ἐὰν ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου
2033τούτου ὑποβάλῃ ταυτοχρόνως μετὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τρο-
2034ποποίησιν τοῦ ἐκλογικοῦ Νόμου, διότι δὲν ἀρκεῖ ὁ Νόμος ὁ
2035ψηφιζόμενος, ἀπαιτεῖται νὰ τροπολογηθῇ ὁ ἐκλογικὸς Νόμος
2036συμφώνως πρὸς τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ δυνηθῇ τὸ Πρωτοδι-
2037κεῖον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸν Νόμον τοῦτον. Διὰ ταῦτα νο-
2038μίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀποῤῥιπτέον, ἐπιφυλάσσομαι δὲ
2039νὰ πραγματευθῶ ἄλλοτε ἐκτενέστερον τὰ κατ’ αὐτό.
2040§171Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Κύριε πρόεδρε, μετὰ σύντονον προσοχὴν
2041τεσσάρων καὶ ἐπέκεινα ὡρῶν, πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ διατά-
2042ξῃ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως δι’ αὔριον· ἐγὼ θὰ ὁμι-
2043λήσω δύο τρεῖς ὥρας, εἶναι σοβαρὸν καὶ σπουδαῖον τὸ ζήτημα·
2044ὑπάρχουν λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἐνδέχεται νὰ ἀτιμασθῇ ἡ
2045Ἑλληνικὴ Βουλή. Μὴ σπεύδετε λοιπὸν νὰ πάρετε αὐτὸ τὸ
2046νομοσχέδιον ἐξ ἐφόδου (θόρυβος)· ἐξ ἐφόδου εἶναι αὐτὸ, διότι
2047τὴν πρώτην φορὰν εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν εἴπατε, ἂς μὴ
2048ἀντιτείνῃ οὐδεὶς, καὶ εἰς τὴν δευτέραν ὁμιλεῖτε· ἔρχεται ἡ
2049δευτέρα, ὄχι, εἰς τὴν τρίτην.
2050§172ΤΙΝΕΣ. Τώρα, τώρα.
2051§173ΕΤΕΡΟΙ. Αὔριον, αὔριον.
2052§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζεται ἡ πρότασις τοῦ κ. Ἰακωβάτου
2053ἀπὸ δέκα; (ἐγείρονται πολλοί). Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν
2054πρότασιν τοῦ κ. Ἰακωβάτου νὰ ἐγερθῶσι (τὸ ἀποτέλεσμα ἀμ-
2055φίβολον). Θὰ ἐρωτήσω τὸ ἀντίστροφον: οἱ μὴ παραδεχόμενοι
2056τὴν ἀναβολὴν νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πολλοί). Ἡ Βουλὴ δὲν
2057παρεδέχθη.
2058§175ΠΟΛΛΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
2059(Ἐνταῦθα τελεῖται ψηφοφορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν,
2060καθ’ ἣν 85 μὲν ἐψήφισαν κατὰ τῆς ἀναβολῆς, 65 δὲ ὑπὲρ αὐτῆς).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2061Λεωνίδας Μελετόπουλος ΝΛεωνίδ. Καρυστινάκης Ν
2062Ἰωάν. Μεσσηνέζης ΝΝικόλ. Μαυροκορδάτος Ν
2063Παντολ. Λογιωτατίδης ΝΜιχαὴλ Δ. Καΐρης Ο
2064Γεώργ. Τσώκρης Κωνστ. Ἰω. Φλέσσας
2065Ἄγγελος Γεωργαντᾶς Δημ. Τζάνες
2066Γεώρ. Παππαλεξόπουλος Δημ. Κάρτσωνας Ο
2067Ἀνδρ. Ψύλλας ΝἈντών. Χατζηνικολῆς
2068Δημήτρ. Ῥάλλης ΝἈλέξ. Ἀντωνιάδης Ν
2069Δημήτρ. Ν. Καλλιφρονᾶς ΟΓεώρ. Καραβᾶς Ο
2070Τιμολέων Φιλήμων ΟἸωάν. Πεζᾶς Ν
2071Παῦλος Καλλιγᾶς ΝΓεώρ. Παππαγεωργίου Ν
2072Δημήτρ. Μ. Καλλιφρονᾶς ΝἈνδρ. Ἱερομνήμων Ν
2073Ἀλέξανδρ. Γ. Σκουζές ΝΣτυλιανός Βάλληνδας
2074Ἀθανάσιος Κατσανδρῆς Νικόλ. Βασιλάκης Ν
2075Βλάσης Βαλτινός Ἀντών. Παλατιανός Ν
2076Ἀθανάσιος Ἴσκος Ἰάκωβος Πολυλᾶς Ν
2077Δ. Γρίβας Ἀναστ. Δημητριάδης Ο
2078Γ. Γεροθανάσης ΟΔημήτρ. Σταυρόπουλος
2079Χρ. Κατσικογιάννης ΟΣπυρ. Α. Νοταρᾶς Ο
2080Βασίλ. Νικολόπουλος Ἰω. Δεληγιάννης Ο
2081Κ. Πλαπούτας Ἀνδρ. Νοταρᾶς
2082Ἰωάννης Ῥοϊλός Ν. Βαλσαμάκης
2083Γεώργ. Μπούκουρας ΟΠ. Βενιεράτος
2084Θεόδ. Δηλιγιάννης Σπ. Μοντεσάντος Ν
2085Κωνστ. Μαντζουράνης Δ. Μηλιαρέσης
2086Κ. Κοσσονάκος ΟΣπυρ. Κοντολέων Ο
2087Π. Πετροπουλάκης Π. Κορωναίος
2088Ἰωάν. Ἀνδρίτσος ΟΣτυλ. Κασιμάτης Ν
2089Κ. Ἀναγνωστόπουλος ΟΘεόδ. Θερμογιάννης Ν
2090Ἰωάν. Γ. Κότταρης ΟἈντών. Καρδαρᾶς Ο
2091Ν. Παπαμιχαλόπουλος Δημήτρ. Σταματόπουλος
2092Νικόλ. Θ. Ῥίτσος ΟΘ. Καλλίτσης ἢ ΜαρούληςΝ
2093Ἰω. Καπιτσίνης ΟἸωάν. Βαλασσόπουλος
2094Γ. Μίλησης ΟΝικήτ. Βαρβιτσιώτης Ο
2095Ἰω. Κ. Ζέρβας ΟἈριστ. Τζιβανόπουλος
2096Γεώργ. Ζηνόπουλος ΟἈναστ. Κορφιωτάκης
2097Δημ. Χατζόπουλος ΝΔημήτρ. Δημητρακάκης Ο
2098Δ. Βουλπιώτης ΝΔημήτρ. Μελετόπουλος
2099Σπ. Καραϊσκάκης Γ. Λάππας
2100Σπυρ. Ῥώμας ΟἈναστ. Κουτσοπέταλος Ο
2101Κ. Λομβάρδος ΝΝικόλ. Μπουφίδης
2102Ἀναστ. Λούντζης ΝΣ. Βαλαωρίτης
2103Ἰω. Νέγκας ΟΞενοφῶν Βαλαωρίτης
2104Ἰωάν. Βοῦλτσος ΟΓερ. Σέρβος Ν
2105Γεώργ. Κρεστενίτης ΝΔημήτρ. Τσαμόπουλος Ο
2106Στέφ. Στεφανόπουλος ΟἈριστ. Ῥούκης Ο
2107Αὐγ. Πετραλιᾶς ΟΔημ. Παπαλουκᾶς Ν
2108Ἀνδρ. Αὐγερινός ΟΧ. Χριστόπουλος Ο
2109Γ. Παππακυριακόπουλος ΝἈλέξ. Πετρινὸς Ν
2110Θεμ. Δαραλέξης ΟἈναστ. Σεχιώτης Ο
2111Σπυρ. Κουκούλεζας ΟἸω. Ταμπακόπουλος Ο
2112Γώργ. Πατούσης ΝΚωνστ. Ῥεβελιώτης Ν
2113Παναγ. Οἰκονόμου Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος Ο
2114Πέτρος Α. Ζάνος ΟἨλίας Κοσσονάκος Ο
2115Νικόλ. Νομικός ΝἈθαν Κατριβάνος Ο
2116Νικήτας Α. Συνοδινός ΟΒασίλ. Βούτουνας Ο
2117Δημοσθένης Στάϊκος ΟΣτέφανος Δραγούμης Ο
2118Κωνστ. Πεταλᾶς ΟΔημήτρ. Πάγκαλος Ο
2119Ἀριστ. Οἰκονόμου ΝΓεώρ. Σταμούλης
2120Ἀλέξ. Φωτήλας Σπ. Ζερβός Ο
2121Ἀθαν. Γ. Πετιμεζᾶς ΟΘεόδ. Ζερβός Ν
2122Σωτ. Ν. Πετιμεζᾶς Χαρίλ. Τρικούπης Ν
2123Θρ. Ζαΐμης ΟΝικόλ. Μακρῆς Ο
2124Περικλ. Γ. Πεῤῥωτὴς ΟΓεώρ. Τσάλας Ν
2125Ἀλέξ. Κουμουνδοῦρος Νικ. Καράπαυλος Ο
2126Κωνστ. Α. Κουμουνδοῦρος ΟΔημήτρ. Τριγγέτας
2127Περικλῆς Μποῦτος ΟἈθ. Μισυρλῆς
2128Σπήλ. Ἀντωνόπουλος Εὐάγ. Ἀντύπας Ο
2129Γ. Προβελέγιος ΝΓ. Φλωριᾶς Ν
2130Δημ. Κυριακίδης ΟἈναστ. Ζερβός Ο
2131Ἔλευθ. Μυκώνιος ΟΜιχαὴλ Σκαβέντζος Ν
2132Κωνστ. Κρίσπης ΟΓεώργ. Κ. Ῥεμπάκης Ν
2133Μιλτιάδης Βαρότσης ΟΠαντελῆς Μπούμπουλης Ο
2134Ν. Γ. Καλαντζόπουλος ΝΓεώρ. Λεωνίδας Ο
2135Γεώρ. Σισμάνης ΟἸωάν. Γρυπάρης Ν
2136Ἀθ. Ῥοντήρης ΟΠαντιᾶς Καράλης Ν
2137Κωνστ. Φαρμακόπουλος ΟΣτέφανος Σκουλούδης Ν
2138Κ. Εὐθυμιόπουλος ΟἸω. Δούμας Ν
2139Ἀλέξ. Πετσάλης ΝἸω. Ζαλλώνης
2140Τηλέμαχος Ῥούκης ΟΓρηγ. Μαυρομαρᾶς Ο
2141Κυριακ. Μαυρομιχάλης ΟΝικόλ. Δρόσος Ν
2142Δημήτριος Σαράβας ΝΣωτήρ. Σωτηρόπουλος
2143Ἀντ. Μαυρομιχάλης ΝΘ. Μ. Ἀναστασόπουλος Ο
2144Ἰω. Γερ. Μαυρομιχάλης ΟΚανάρης Γιαλιᾶς Ν
2145Ἀσημ. Χριστόπουλος ΝΓεώρ. Πατρίδης Ο
2146Ν. Λαμπρούλιας ΟΓεώρ. Στάϊκος
2147Ζ. Α. Ζαρειφόπουλος ΟἸωάν. Μεγαπάνος Ο
2148Ἀναστ. Δ. Νικοκάβουρας ΟΓ. Σ. Κοριζῆς Ο
2149Π. Κωσταντᾶς ΟΧριστόδ. Α. Δουζίνας Ν
2150Θεόφιλος Π. Προβατᾶς Γεώρ. Δ. Βούλγαρης
2151Γεώργ. Ἰακωβάτος ΝἜπαμ. Α. Κριεζής Ν
2152Χαράλ. Ἰακωβάτος ΝΘεόδ. Ν. Γκίκας Ο
2153Νικόλ. Ἰακωβάτος Λεωνίδας Τράκας Ν
2154Νικόλ. Κάγκας ΟἈθανάσιος Χατζόπουλος
2155Εὐθ. Κεχαγιᾶς ΝΚωνστ. Χατζῖσκος Ο
2156Π. Τσαμάλας ἢ Παπακώστας Δημήτρ. Ζουλούμης
2157Α. Σιμόπουλος ΝΝικ. Εὐαγ. ΚοντογιάννηςΝ
2158Λ. Καραλίβανος ΟἈλέξ. Οἰκονόμου
2159Γ. Ῥοῦφος ΝΘεόδ. Φλογαΐτης Ν
2160Α. Ῥικάκης ΟΒασίλ. Βουδούρης
2161Ἀριστομ. Κοντογούρης ΝΜιχαὴλ Ἀβέρωφ
2162Δ. Πατρινός Κωνστ. Ν. Παππανικολῆς Ο
2163Περικλῆς Καλαμογδάρτης ΝΔημοσθ. Βρατσάνος Ν
2164Νικόλ. Κουμανιώτης Ν
2165§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸς ἐξέτασιν τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Πι-
2166στωτικῆς Τραπέζης παρακαλῶ τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν πεντα-
2167μελῆ ἐπιτροπὴν κκ. Μεσσηνέζην, Μαυρομιχάλην, Σ. Βαλαωρί-
2168την καὶ Σκουζὲν νὰ συνέλθωσιν εἰς τὰς 10 αὔριον εἰς τὸ Προε-
2169δρεῖον, ἵνα συνεργασθῶμεν, διότι θὰ λάβω καὶ ἐγὼ μέρος εἰς
2170τὴν ἐργασίαν αὐτήν. Ὁ κ. Ἰακωβάτος ἔχει τὸν λόγον.
2171§177Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἡ ἱστορία τοῦ νομοσχεδίου τούτου χρο-
2172νολογεῖται ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, ἀφ’ ὅτου ἐγεννήθη τὸ σύνταγμα
2173τοῦ 1845, διότι ὅσοι ἤθελον τὸ σύνταγμα τοῦ 1843, ἐκεῖνοι
2174καὶ ἤρχισαν νὰ τὸ ἐπιβουλεύωσι.
2175§178ΡΟΥΦΟΣ. Ἦσαν ὁ Τρικούπης καὶ ὁ Μαυροκορδάτος τότε.
2176§179Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Μέλος διαφόρων Βουλῶν τῆς Ἑπτανήσου,
2177μέλος τῆς ἐθνοσυνελεύσεως τῶν 1862 καὶ 1864, μέλος ἀκο-
2178λούθως διαφόρων Βουλῶν ἑλληνικῶν, ἐγὼ εἶχον τὸ δικαίωμα
2179κεκτημένον σήμερον νὰ καταθέσω ὀλίγας δραχμὰς, καὶ μὲ
2180αὐτὰς νὰ ἀποιτήσω τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεώς μου, καὶ
2181ἐν τοσούτῳ ἐγὼ ἀγορεύω κατὰ τοῦ συμφέροντός μου. Καὶ ἐδῶ
2182στέκει ἡ ἐπιβουλή· ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπε: δὲν
2183βλέπω εἰς τί ἀντίκειται εἰς τὸ σύνταγμα. Καὶ πραγματικῶς
2184οὐδεὶς ἀνέφερε τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα τοῦ συντάγματος, τὰ ὁποῖα
2185παραβαίνει αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον. Διὰ τοῦτο ἐγὼ μὲ τὸ σύν-
2186ταγμα ἀνὰ χεῖρας θέλω ἀποδείξει πόσον εἶναι ἀντισυνταγμα-
2187τικόν. Καὶ εἴθε μόνον νὰ ἦτο ἀντισυνταγματικὸν, ἀλλὰ καθαι-
2188ρεῖ τὴν Βουλὴν, περιορίζει τοὺς ὑποψηφίους, καταστρέφει τὴν
2189ἀνεξαρτησίαν τῶν Βουλευτῶν, καθιστᾷ αὐτοὺς ὑπαλλήλους, καὶ
2190ὑπαλλήλους μὲ τὴν ἀδικίαν τῶν ἄλλων, εἶναι νομοσχέδιον ἐ-
2191ναντίον τῆς ἠθικῆς, εἶνε νομοσχέδιον τοκογλυφικόν (ἱλα-
2192ρότης). Ἔπρεπε νὰ συγχωρήσητε τὴν ἀνάπτυξιν δι’ αὔ-
2193ριον, διότι τώρα οἱ περισσότεροι Βουλευταὶ οἴχονται. Νο-
2194μίζετε, κύριοι, ὅτι ἔχομεν δικαίωμα νὰ νομοθετήσωμεν τὸ
2195προκείμενον νομοσχέδιον; ὄχι, διότι εἴμεθα ἐνάγοντες, διάδικοι,
2196κριταὶ, δικασταὶ καὶ ἐκτελεσταὶ εἰς τὴν ἰδίαν ἡμῶν ὑπόθεσιν.
2197Εἴδετε ἀκόμη τὴν ὄψιν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει αὐτὸ τὸ
2198αὔθαδες νομοσχέδιον; ἔχω δικαίωμα νὰ τὸ ὀνομάσω αὔθαδες,
2199διότι γνωρίζω τὴν πηγὴν, καὶ δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀγνοῆτε· ἡ
2200συνέχειά του εἶναι ἀπὸ τοῦ 1843. Σᾶς εἶπον, ὅτι τῷ 1865
2201καὶ 1866 ἐπροτάθη ῥητῶς σύνταξις διὰ τοὺς Βουλευτὰς καὶ σχε-
2202δὸν παμψηφεὶ τὸ ἐδέχθησαν, ὅτε ἐγὼ ἀναστὰς ἐπέπεσα τόσον
2203λάβρως, ὥστε ἡ Βουλὴ ἐντράπη καὶ τὸ ἐγκατέλιπε. Σήμε-
2204ρον αὐτὸ ἐνδέχεται ὁ προτείνας νὰ μὴ τὸ γνωρίζῃ,
2205διότι, ὅταν ἡμεῖς ἐπολιτευόμεθα πρὸ ἡμίσεως σχεδὸν αἰῶνος,
2206αὐτὸς ἐθήλαζεν, ἢ ἦτον εἰς τὰ σπάργανα. Πῶς θέλετε λοιπὸν
2207οἱ Βουλευταὶ νὰ νομοθετῶσιν ἐν τῇ ἰδίᾳ αὐτῶν ὑποθέσει;
2208Τοῦτο μοῦ ἐνθυμίζει ἕνα κωμικώτατον· ἑνωθείσης τῆς Ἑ-
2209πτανήσου μετὰ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, συνεστήθησαν τὰ δη-
2210μοτικὰ συμβούλια· ἡ πρώτη πρᾶξις τῶν χωρικῶν ἦτο νὰ νο-
2211μοθετήσωσι διὰ ψηφίσματος τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου μισθὸν
2212διὰ τὸν ἑαυτόν των (ἱλαρότης)· αὐτὸ τὸ παράδειγμα παρι-
2213στᾷ σήμερον ἡ Βουλή. Πῶς δὲ εἶναι ἀπαράλλακτον; ὁ λόγος
2214εἶναι προφανής· ἡμεῖς εἴμεθα οἱ Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ὀφείλο-
2215μεν, ἔχομεν δικαίωμα νὰ ὠφεληθῶμεν ἀπ’ αὐτὴν τὴν σύντα-
2216ξιν, οἱ ὁποῖοι νομοθετοῦμεν ὑπὲρ ἡμῶν αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο
2217οἴκοθεν καὶ ῥιζικῶς εἶναι ἄκυρον καὶ ἀπαράδεκτον, διότι οὐ-
2218δεὶς πρέπει νὰ ἦναι δικαστὴς ἐν τῇ ἰδίᾳ αὑτοῦ ὑποθέσει. Ἂν
2219τὸ παραδεχθῆτε, θέλετε ἀκούσει ἔπειτα ὅλον τὸν τύπον τῆς
2220Ἑλλάδος, τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, τὸν ξένον τύπον, νὰ εἴπῃ; ἰδοὺ
2221ὁποία εἶναι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ, ἀναξία πάσης ἐλευθερίας,
2222διότι τὴν Βουλὴν αὐτὴν τὴν κατέστησαν μπακάλικον. Τί θὰ
2223ἀπαντήσωμεν εἰς τοὺς ξένους καὶ εἰς τοὺς Ἑλληνικοὺς λαοὺς,
2224οἱ ὁποῖοι θὰ μᾶς εἴπουν, ὅτι ἐστείλαμεν τοὺς ἀντιπροσώπους μας,
2225καὶ ἡ πρώτη, ἡ μόνη, ἡ τελευταία αὐτῶν φροντὶς ἦτο νὰ ἑτοι-
2226μάσουν τράπεζαν διὰ τὸν ἑαυτόν των. «Κάμω γάμον φᾶν παι-
2227διά μου, φάω γὼ καὶ ἡ φαμελιά μου».
2228§180ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἡ ἀποζημίωσις τῶν 1866;
2229§181ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Αὐτὸ εἶναι χρέος, ἐγὼ εὔχομαι νὰ πληρώνῃ
2230ἡ Κυβέρνησις τὰ χρέη της, καὶ ἔπειτα δέκα ἔτη παρῆλθον καὶ
2231δὲν ἔλαβον τίποτε, καὶ δὲν ἐζήτησα, ἀλλὰ ἅμα ζητῇ ὁ δεῖνα
2232καὶ ὁ δεῖνα, πρέπει νὰ ταχθῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὴν αὐτὴν μοῖραν
2233μετ’ αὐτῶν· μάλιστα ἡ Κυβέρνησις οἴκοθεν κατέθεσεν εἰς τὸ κεν-
2234τρικὸν ταμεῖον τὰ ἐντάλματά μου.
2235Διατί ἡ Βουλὴ θέλει νὰ λησμονήσῃ τὸ 21 ἄρθρον τοῦ Συν-
2236τάγματος, καὶ ἰδοὺ τοῦτο «Οὐδεμία πρότασις ἀφορῶσα αὔξη-
2237σιν τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ μισθοδοσίαν ἢ σύν-
2238ταξιν, ἢ ἐν γένει δι’ ὄφελος προσώπου, πηγάζει ἐκ τῆς Βου-
2239λῆς.» Εἶναι ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν προσώπων αὐτῶν ῥητῶς, καὶ δὲν
2240ἠμπορεῖ οὔτε ἀπὸ ἕνα Βουλευτὴν, οὔτε ἀπὸ ὅλην τὴν Βουλὴν
2241νὰ προταθῇ· ἀλλὰ αὐτὸ δὲν τὸ εἴχετε ὑπ’ ὄψιν, ὅταν μετὰ τό-
2242σης χαρᾶς παρεδέχεσθε αὐτὸ τὸ Νομοσχέδιον εἰς πρώτην συζή-
2243τησιν· ἡ ἐπιβουλὴ συνίσταται εἰς τοῦτο· ἤθελεν ὁ ἐπίβουλος ἐκεῖ-
2244νος, ὅστις ἐνέπνευσε πρὸ πολλῶν ἐτῶν τὴν τοιαύτην ἰδέαν, ἤθελε
2245νὰ θέσῃ τοὺς Βουλευτὰς μεταξὺ τοῦ συμφέροντος καὶ τῆς συνει-
2246δήσεως καὶ τιμῆς των, τοῦτο εἶναι τὸ ἐπίβουλον. Ὅτι δὲ εἶναι
2247αὐτὸς ὁ σκοπὸς φαίνεται ἀπὸ τὴν ὑπερβολικὴν σύνταξιν, ἡ
2248ὁποία διορίζεται, καὶ διὰ τοῦτο τὸ εἶπον τοκογλυφικόν, διότι
2249ἠξεύρετε πόσον ἀντιστοιχεῖ εἰς τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον κατα-
2250θέτει; 30% καὶ ἔπειτα ἔρχεσθε νὰ κατηγορῆτε ἕνα δυσ-
2251τυχῆ ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἔχει 1,000 δραχμὰς καὶ τὰς τοκίζει
225212, 18, 24%, ἀφοῦ ἡμεῖς οἱ ἴδιοι εἴμεθα τοκογλύφοι·
2253ὅταν καταθέτωνται 3 ἢ 4 χιλιάδες δραχμαὶ εἰς τὸ ταμεῖον,
2254πέρνομεν κατ’ ἔτος δύω χιλιάδας, καὶ αὐτὸ νὰ ἐκτείνητε....
2255εἰς ποίους; καὶ εἰς τοὺς Ὑπουργούς. Δείξατέ μοι ἕνα ἄλλο
2256ἔθνος συνταγματικὸν, τὸ ὁποῖον νὰ ἐνομοθέτησε τοιοῦτον νόμον.
2257Δὲν ὑπάρχει οὔτε εἰς τοὺς ἀντίποδας, οὔτε εἰς τὴν Εὐρώπην·
2258ἀληθεῖς δὲ ἀντίποδες εἶσθε σεῖς, οἱ ὁποῖοι παραδέχεσθε τοιοῦ-
2259τον Νομοσχέδιον.
2260Κάμετε παρακαλῶ τὸν λογαριασμὸν, διότι πλέον δὲν πα-
2261ρίσταμαι ἐνώπιον τῆς μεγαλειότητος τῆς Βουλῆς, παρίσταμαι
2262ἐνώπιον ἑνὸς μπακάλικου, ὅπου πρέπει νὰ κάμωμεν τὸν λο-
2263γαριασμόν. Ὁ ὑποψήφιος καταβάλλει 200 δραχμὰς διὰ τὰ ἐκ-
2264λογικὰ εἴδη, φορολογία· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἤμην παρὼν διὰ νὰ
2265ἐναντιωθῶ, ἀλλ’ εἶναι φορολογικώτατον τὸ νὰ πληρώνῃ τις τὰ
2266εἴδη τὰ ἐκλογικὰ, νὰ ἐξαρτᾶται τὸ Σύνταγμα, διὰ νὰ ἐνεργηθῇ
2267ἀπὸ ἕνα νόμον ἐφήμερον, ὁ ὁποῖος πότε τὰ ἀναβιβάζει εἰς 100,
2268πότε εἰς 200 καὶ πότε ἠμπορεῖ νὰ τὰ ἀναβιβάσῃ εἰς 1,000
2269δραχμάς. Ἔστω, ἐγένετο, τὰ ἐκλογικὰ εἴδη τὰ ἐπλήρωσεν ὁ
2270ὑποψήφιος. Δότε εἰς αὐτὸν τὴν κάλπην καὶ τὰ λοιπὰ ἐκλογικὰ
2271εἴδη, τὰ ὁποῖα ἐπλήρωσεν, ὄχι νὰ τὰ μεταχειρισθῆτε ἐκ νέου,
2272διὰ νὰ φορολογήσητε νέους ὑποψηφίους, καὶ μὲ τὸν αὐτὸν δό-
2273λον νὰ ψαρεύητε αἰωνίως. Δὲν εἶναι ὀρθὸν, ἀλλά, καθὼς προεῖπον,
2274ἐγένετο. Σήμερον τί νομοθετεῖτε; ἐν καιρῷ ἐκλογῶν νὰ καταβά-
2275λῃ καὶ ἑτέρας 200 δραχμάς, καὶ ἐὰν δὲν πιστοποιῆται αὐτὸ
2276ἐνώπιον τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν, αὐτὸς δὲν γίνεται Βου-
2277λευτής. Καὶ ποῖος ἔδωκε δικαίωμα εἰς ἡμᾶς νὰ περιορίσωμεν
2278ἐκεῖνον τὸν Νόμον τὸν ἐκλογικὸν, ὅστις ἀπεφάσισε μὲ ποῖα
2279προσόντα πρέπει νὰ παρουσιάζηται ὁ ὑποψήφιος; Ἀλλὰ, λέγε-
2280τε, ἔχομεν δικαίωμα νὰ ὁρίσωμεν· πολὺ καλὰ, ὁρίσατε, πλὴν,
2281σᾶς παρακαλῶ, νὰ βάλητε 10,000 διὰ τοὺς ὑποψηφίους. Τὸ
228210,000 δραχμὰς ἰσοδυναμεῖ μὲ τὴν ἀπαγόρευσιν, καὶ διὰ τοῦ-
2283το εἶπον ἐγὼ πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὁ Νόμος αὐτὸς εἶναι καθαιρετι-
2284κὸς τοῦ ἐκλογικοῦ Νόμου· δὲν θέλει ἐκλογὰς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος
2285ἐνέπνευσεν αὐτὴν τὴν ἰδέαν.
2286§182ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἀφοῦ παραδέχεται 200 τώρα, αὔριον ἠμπο-
2287ρεῖ νὰ βάλῃ 1,000 ἢ 1,500.
2288§183Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Βεβαίως ὁ Νόμος λέγει (διὰ νὰ κάμω
2289εὐληπτοτέραν τὴν ἰδέαν, τὴν παραλληλίζω πρὸς τὰ δικαστικὰ),
2290καὶ ὅτι δύναται κατηγορούμενός τις ὑπόδικος νὰ ἀπολύεται
2291δι’ ἐγγυήσεως. Αὐτὸ παρουσιάσθη εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ εἶναι
2292περιώνυμον, ἀλλὰ τί ἐννοεῖ ὁ Νόμος; νὰ δώσῃ μίαν ἀνάλο-
2293γον ἐγγύησιν κατὰ τὴν κατάστασίν του καὶ κατὰ τὸ ἔγκλη-
2294μα, τὸ ὁποῖον διέπραξεν. Ἐὰν ὅμως ὁ ἀνακριτὴς ἢ ὁ Εἰσαγγε-
2295λεὺς ἢ τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν ἔλεγεν, ὅτι δὲν
2296ἀπολύει αὐτὸν τὸν προφυλακισμένον διὰ πταῖσμα ἢ καὶ διὰ
2297πλημμέλημα, ἐὰν δὲν δώσῃ ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν, τότε
2298καταργεῖ τὸν Νόμον. Οὕτω καὶ ἐδῶ, πόσα θὰ ἐπιβάλῃς 1000
2299δραχμὰς ἢ 500 ἢ 200 ἐν καιρῷ ὑποψηφιότητος; Εἰς τὴν
2300ἀρχὴν γνωρίζομεν, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις, ὅταν φορολογοῦν,
2301ἀρχίζουν ἀπὸ μικρὰ, διότι ἀφοῦ καθιερωθῇ ἡ ἀρχὴ, ὅτι
2302δύνανται νὰ φορολογήσουν, ἐννοεῖται, ὅτι ἀκολούθως τὸ
2303ἐκτείνουν. Ὁ νόμος αὐτὸς καταργεῖ καθ’ ἑαυτὸ τὴν ἐ-
2304λευθερίαν τῶν ὑποψηφίων. Ἐὰν ἔλεγεν, ὅτι μετὰ τὰς ἐκ-
2305λογὰς αὐτὰς τὰς 200 δραχ. τὰς ὁποίας ἐπλήρωσε διὰ τὰ ἐκ-
2306λογικὰ εἴδη ὁ ὑποψήφιος, νὰ προσφέρῃ ἑτέρας 200 δρ., ὑπο-
2307μονή. Ἐὰν πρόκηται νὰ ἐκλεχθῶσι δύω ὑποψήφιοι, καὶ συν-
2308αγωνίζονται 22, τότε 20 φορολογοῦνται ἀδίκως, καὶ ποῖος θὰ
2309ὠφεληθῇ, ἢ ὁ ἐπιτυχὼν Βουλευτὴς, ἐὰν ζήσῃ, ἢ ἄλλοι ἀπὸ
2310ἄλλην ἐπαρχίαν. Εἶναι αὐτὸ δικαιοσύνη, καὶ μάλιστα πολιτικὴ
2311δικαιοσύνη; Δὲν εἶναι. Ποῖον δὲ τὸ ἄμεσον ἀποτέλεσμα αὐτοῦ
2312τοῦ νόμου τοῦ φορολογικοῦ καὶ τοκογλυφικοῦ; Τὸ ἄμεσον ἀπο-
2313τέλεσμα εἶναι τοῦτο, ὅτι οὐδεὶς θὰ ἔλθῃ νὰ συναγωνίζηται ὅταν
2314ὑπάρχουν δύω ἰσχυροὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἰσχυροὶ δηλαδὴ ἢ δι’
2315ὑπόληψιν, ἢ διὰ πλοῦτον, ἢ διὰ συγγενείας ἢ καὶ δι’ ἄλλους
2316λόγους, καὶ ἑπομένως τί γίνεται ἡ Βουλή; Ἡ Βουλὴ θέλει
2317σύγκεισθαι ἐξ ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους προσδιορίζει ἡ Κυβέρνη-
2318σις, ὅτι σὺ καὶ σὺ νὰ ἐξέλθητε Βουλευταὶ, διότι συναγωνισμὸς
2319δὲν θὰ ὑπάρχῃ. Καὶ ποῖος πλέον θὰ συναγωνισθῇ ἐναντίον ἑνὸς
2320Α. Μαυροκορδάτου, ἐναντίον ἑνὸς Δεληγεώργη, ἐναντίον ἑνὸς
2321Δεληγιάννη, ἐναντίον τούτου καὶ ἐκείνου καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι
2322εἶναι ἰσχυροὶ εἰς τὴν ὑπόληψιν τῶν συμπολιτῶν των; Καὶ
2323λοιπὸν περιορίζεται ἡ ἐλευθερία καὶ τῶν πολιτῶν καὶ τῶν
2324ὑποψηφίων. Ἐὰν θέλετε νὰ ψηφίσητε αὐτὸ τὸ Νομοσχέδιον,
2325ψηφίσατέ το, ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζητε καλῶς τί ψηφίζετε,
2326δηλαδὴ μὲ ποῖα ἀποτελέσματα θὰ τὸ ψηφίσητε. Μὴ ψηφίζητε
2327νομοσχέδια ἐν τῇ ἰδίᾳ ὑμῶν ὑποθέσει. Τὸ ἄρθρον 66 τοῦ Συν-
2328τάγματος ὁρίζει, ὅτι: «Ἡ Βουλὴ σύγκειται ἐκ Βουλευτῶν ἐκ-
2329λεγομένων ὑπὸ τῶν ἐχόντων δικαίωμα πρὸς τοῦτο Βουλευτῶν
2330δι’ ἀμέσου καθολικῆς....» Ὅταν ἀπομακρύνητε ἀπὸ τὴν
2331ἐκλογὴν τοὺς πολίτας, λέγεται καθολικὴ ἡ ψηφοφορία; Καλ-
2332λίτερον ν’ ἀναθεωρηθῇ τὸ Σύνταγμα, νὰ περιορισθῇ ἡ ψῆφος,
2333παρὰ δι’ αὐτοῦ τοῦ μέσου τοῦ δολίου καὶ ἐπιβούλου ν’ ἀπο-
2334μακρύνητε τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὸν συναγωνισμόν.
2335§184ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δὲν ἀπομακρύνονται οἱ ψηφοφόροι.
2336§185Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἀπομακρύνονται. Ὅπως θεωρεῖται ἔγ-
2337κλημα, ὅταν τις διὰ μέσου ἐπιβούλου ἀπομακρύνῃ ἀπὸ ἕνα πλει-
2338στηριασμὸν τοὺς ἀνθρώπους! Οἱ πτωχοὶ, οἱ ὁποῖοι λέγουν, ὅτι
2339ὁ Α εἶναι ἱκανὸς καὶ ἄξιος νὰ γείνῃ Βουλευτὴς, δὲν ἔχουν τὰ
2340ἔξοδα νὰ τὸν ὑποστηρίξουν· τότε λοιπὸν εἶναι ἐλευθερία ἐκλο-
2341γῆς Βουλευτῶν;
2342Αὐτὸς ὁ νόμος εἶναι ἄτοπος ἀκόμη καὶ διὰ τὸ ὀπισθενεργὸν,
2343πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν παρουσιάσθη ποτὲ εἰς τὸν κόσμον, καὶ
2344ὁσάκις νόμος τις ἔγεινε καὶ ὀπισθενεργὸς, ἐχαρακτηρίσθη ὡς
2345προϊὸν βίας, ὡς προϊὸν τυραννίας. Νὰ νομοθετηθῇ, ὅτι ἀπὸ σή-
2346μερον ὁ Βουλευτὴς καταθέτει τόσον, τὸ καταλαμβάνω, ἀλλὰ
2347νὰ λέγῃ, ὅτι καὶ ἀπὸ τότε ἠμπορεῖ νὰ καταθέτῃ καὶ διὰ μιᾶς
2348νὰ καταβάλῃ 2 ἢ 3 χιλιάδας δραχμὰς, καὶ νὰ ἔχῃ ἄμεσον
2349δικαίωμα συντάξεως, αὐτὸ εἶναι τὸ μὴ περαιτέρω.
2350Ἐκ τοῦ λεκτικοῦ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ πρέπει νὰ
2351λάβῃ μυρίας ὑπονοίας ἡ Βουλὴ, ὅτι εἶναι ἐπιβουλὴ καὶ
2352δόλος, διότι χαρακτηρίζει αὐτὸ τὸ περιστατικὸν μιᾶς
2353μυστηριώδους ἐπιτροπῆς. Ποία εἶναι αὐτὴ ἡ μυστηριώδης ἐπι-
2354τροπὴ δὲν μᾶς λέγει· ἑπομένως δὲν ἔχετε ὑπόνοιαν, ὅτι κάτι
2355τι τεκταίνεται ἐναντίον τῆς ἐλευθερίας τῶν Βουλευτῶν;
2356§186ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ. Εἶναι μηδενισταί.
2357§187ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τὸ γνωρίζετε, διότι πρέπει νὰ ἦσθε μηδενι-
2358στής.—Ὁ Πρόεδρος, ὁ ἀντιπρόεδρος, τρεῖς ἢ τέσσαρες Βουλευταὶ,
2359καὶ μία ἄλλη ἐπιτροπὴ συγκειμένη ἐκ τεσσάρων. Καὶ ποῖος θὰ
2360τοὺς ἐκλέξῃ; Αὔριον δύναται Β. Διάταγμα πρὸς ἐνέργειαν τοῦ νό-
2361μου τούτου νὰ εἴπῃ, θὰ ἦναι ὁ δεῖνα καὶ ὁ δεῖνα, ὁ Ταμίας, ὁ
2362πρόεδρος τοῦ ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἢ ἄλλα πρόσωπα.
2363Ἀλλὰ τὸ χείριστον πάντων εἶναι, ὅτι οἱ ἐκλεχθησόμενοι
2364Βουλευταὶ θὰ διακρίνωνται εἰς μισθωτοὺς καὶ ἀμίσθους, εἰς Βου-
2365λευτὰς συνταξιούχους καὶ μὴ συνταξιούχους, καὶ τότε ὅλοι αὐ-
2366τοὶ οἱ συνταξιοῦχοι θὰ τρέμουν ὑπὸ τὸ κράτος τῆς Κυβερνήσεως
2367καὶ θὰ ἦναι ὑπόδουλοι. (Θόρυβος.) Ὅστις θέλει τοιαύτην Βουλὴν,
2368ἂς παραδεχθῇ τὸ Νομοσχέδιον· ἐγὼ δὲν τὸ θέλω, καὶ τὸ κατα-
2369πολεμῶ. Ἑπομένως τὸ τελευταῖον ἀποτέλεσμα θὰ ἦναι, ὅτι
2370διαφθείρονται οἱ Βουλευταί· οἱ δὲ Βουλευταὶ, καὶ μάλιστα οἱ ἐν
2371καταστάσει ὑποψηφιότητος θὰ διαφθείρουν τοὺς ἐκλογεῖς· ὅταν
2372δὲν θὰ ἔχουν συναγωνισμὸν οἱ ὑποψήφιοι, πολλῷ μᾶλλον θὰ
2373διαφθείρουν τοὺς δυστυχεῖς πολίτας.
2374Αὐτὸ εἶναι ἡ περίληψις τῶν ὅσων εἶχον νὰ ἐκθέσω. Πρέπει ἡ
2375Βουλὴ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅλα αὐτὰ τὰ σοβαρὰ ἀποτελέσματα,
2376τὰ ὁποῖα παρέστησα· ἀλλὰ πρὸ πάντων νὰ μὴ λησμονήσῃ, ὅτι
2377οὐδεὶς δύναται νὰ ἦναι δικαστὴς ἐν τῇ ἰδίᾳ αὑτοῦ ὑποθέσει.
2378Ἐδῶ ἡμεῖς νομοθετοῦμεν ἐναντίον τοῦ Συντάγματος εἰς ὑπόθε-
2379σιν ἐπὶ προσωπικῇ ὠφελείᾳ, πρόσωπα δὲ εἴμεθα ἡμεῖς. Ἀλλὰ
2380καὶ ἂν τὸ σύνταγμα δὲν ἠθέλατε λάβει ὑπ’ ὄψιν, κατὰ τοῦτο
2381ἔπρεπε νὰ ἐντρεπώμεθα, νὰ ἐπιδικάσωμεν εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς συν-
2382τάξεις, καὶ συντάξεις διὰ τῆς λῃστεύσεως τῶν ἄλλων ὑποψη-
2383φίων.
2384§188ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐξ ὅσων, κύριοι, ἐλέχθησαν κατὰ
2385τὴν συζήτησιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ὑπὲρ τῆς ἐπιψη-
2386φίσεως αὐτοῦ, ἐπιχείρημα ἦτο καὶ ὁ λόγος τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ
2387Σώματος. Τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος τὴν ἀντήλλαξαν μὲ
2388μίαν πενιχρὰν χρηματικὴν σύνταξιν, ἀπέναντι τῆς ὁποίας ὠχυ-
2389ρώθησαν, διὰ νὰ προστατεύσουν τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κοινο-
2390βουλίου τῆς Ἑλλάδος.
2391§189ΠΑΝΤ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Εἰς ἡμᾶς, ὅσοι εἴμεθα ἀξιωματι-
2392κοὶ, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὁμιλήσωμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
2393§190ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὸ ζήτημα αὐτὸ, κύριοι, ἔχει ἱστορίαν,
2394ἡ ὁποία ἀπέληξεν εἰς μίαν καταστροφήν. Ὅταν τὸ 1843 ἐψη-
2395φίσθη τὸ ἐπίδομα τοῦ βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸ σύνταγμα
2396ἐκεῖνο εἰργάζετο καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, ἐτέθη διάταξις ἐν τῷ
2397συντάγματι, διὰ τῆς ὁποίας ἐδίδοντο 250 δραχ. κατὰ μῆνα·
2398ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, καὶ τὸ ἐνθυμοῦνται τῆς ἐποχῆς ἐ-
2399κείνης οἱ ἄνδρες, ὅτι τουλάχιστον τὰ κοινοβούλια, καθόσον
2400ἦσαν ὀλιγώτερον μεμακρυσμένα ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τῆς μεταπολι-
2401τεύσεως, ἦσαν καὶ ἠθικώτερα καὶ ἀξιοπρεπέστερα. Ἀλλ’ ἡ ἀνε-
2402ξαρτησία τοῦ βουλευτοῦ ἔπρεπε ν’ ἀγορασθῇ ἀπὸ τὸ σύστη-
2403μα, τὸ ὁποῖον ἐκυβέρνα τὴν Ἑλλάδα ἐκείνην· ἔπρεπεν ὁ δαί-
2404μων τῆς διαφθορᾶς, καθὼς εἶπεν εὐγλώττως ὁ ἔντιμος προα-
2405γορεύσας, νὰ θέσῃ τὸν Βουλευτὴν εἰς τὸ δίλημμα ἢ τῆς ἀνεξαρ-
2406τησίας του ἢ τοῦ συμφέροντός του, καὶ τὸ σύστημα τῆς διοι-
2407κήσεως ἐκείνης τὸ ἐπέτυχεν, ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ ἐπέτυχε, κατε-
2408στράφη.
2409§191ΡΟΥΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν εἶναι νὰ λαμ-
2410βάνουν σύνταξιν οἱ βουλευταί, ἀλλὰ νὰ δίδουν οἱ βουλευταί,
2411καὶ νὰ λαμβάνουν οἱ μὴ βουλευταί.
2412§192ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὸ γνωρίζω. Κατωρθώθη λοιπὸν τότε,
2413αἱ 250 δρ. τοῦ βουλευτοῦ νὰ γείνουν πράγματι 600, καὶ ὁ
2414βουλευτὴς, ἰδίως ἀπὸ τῆς ἐποχῆς μετὰ τὸ 1850, ἐλάμβανε
2415πραγματικὰς 600 δρ. κατὰ μῆνα.
2416§193ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ποτέ. Ἄλλοι ἔδειξαν ἰδιοτέλειαν, καὶ
2417ὄχι οἱ βουλευταί, καὶ θ’ ἀναβῶ ἐπάνω νὰ σοῦ τὸ ἀποδείξω. (Θό-
2418ρυβος.)
2419§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε. Ἐξακολουθήσατε, κύριε
2420Μαυρομιχάλη, καὶ μὴ ἀπαντᾶτε εἰς τὰς διακοπάς.
2421§195ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης κατωρθώθη
2422νὰ κρατῇ τὸ Κοινοβούλιον τῆς Ἑλλάδος διὰ πολλὰ ἔτη νε-
2423κρικὴν σιγὴν, ἡ ὁποία ἀπέληξεν εἰς τὴν μεταπολίτευσιν τοῦ
24241862. Τοιοῦτον εἶδος ἀξιοπρεπείας μᾶς προτείνουν ὑπὲρ τοῦ
2425Κοινοβουλίου, ἀλλ’ ὑπὸ ἄλλον τύπον, τὰ δὲ ἀποτελέσματα
2426θὰ ἦναι ὁποῖα ἦσαν ὁσάκις τοιαῦτα Νομοσχέδια εἰσήγοντο ἐντὸς
2427τοῦ Σώματος. Ἄλλως τε τὰ πράγματα ἀπέδειξαν, ὅτι αἱ
2428συστάσεις τῶν μετοχικῶν ταμείων, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἀνάγκην
2429νόμου, φέρουν τὰ ἀποτελέσματα ὅμοια ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀπέ-
2430φερον τὰ μέχρι τοῦδε μετοχικὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους, τὰ ὁ-
2431ποῖα ἔλαβον ἰσχὺν νόμου. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ
2432τῶν παγίων μηνιαίων βοηθημάτων ἀναγνωρίζει τὴν ἀρχὴν ἐν
2433ἐπιγνώσει τοῦ Κοινοβουλίου, ὅτι αἱ συντάξεις αἱ διδόμεναι
2434παρὰ τοῦ ἔθνους, εἶναι ἀνεπαρκεῖς, ἔρχεται δὲ τὸ Κράτος εἰς ἐπι-
2435κουρίαν, καὶ βλέπετε εἰς τὸν κατάλογον, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν
2436ὁ ἔντιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός, ὅτι τὰ πλεῖστα
2437μηνιαῖα βοηθήματα δίδονται πρὸς ἐκεῖνα τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα
2438λαμβάνουν μηνιαίως ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον σύνταξιν. Ἔχω
2439δὲ ἓν ἄλλο πρόχειρον παράδειγμα ἑνὸς ἄλλου μετοχικοῦ τα-
2440μείου, τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη διὰ νόμου τοῦ Κράτους, τὸ τα-
2441μεῖον τῶν συντάξεων τοῦ στρατοῦ· σήμερον φροντίζει ἡ
2442Κυβέρνησις νὰ τὸ προικίσῃ μὲ νέους πόρους, διότι ἀδυνατεῖ
2443νὰ μισθοδοτήσῃ δι’ ἐπαρκῶν συντάξεων τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρ-
2444φανὰ τῶν ἀξιωματικῶν.
2445Αὐταὶ θὰ ἦναι αἱ συνέπειαι ἑνὸς Νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐκτὸς
2446ὅλων τῶν ἄλλων λόγων, οἱ ὁποῖοι περιετέθησαν, ὅτι εἶναι φορο-
2447λογία ἄδικος πρὸς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀπολαμβάνουν τὰ
2448ὀφέλη τῆς καταθέσεως, ὅτι ἔχει τὸ ἐλάττωμα νὰ δημιουργήσῃ δι-
2449καιώματα ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πολιτεύονται πρὸ 40 καὶ πρὸ 50
2450ἐτῶν, καὶ περιορίζει τὴν ἐλευθερίαν καὶ τοῦ ἐκλογέως καὶ τοῦ
2451ἐκλεξίμου· ἐκτὸς τούτων ὅλων ἡ πρόθεσις, ἡ ὁποία προβάλλε-
2452ται καὶ τὴν ὁποίαν πολὺ εὐπίστως οἱ πολλοὶ τῶν Βουλευτῶν
2453ἐκ καλῆς μάλιστα προθέσεως, παρὰ νὰ ταπεινώσωσι τὸ Κοινο-
2454βούλιον, ἂς συλλογισθοῦν, διὰ νὰ μὴ χάσουν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
2455πρόκειται νὰ κερδίσουν. Τὸ ἔθνος κἄποτε ἐν τῇ πενίᾳ του ἐ-
2456φέρθη ἐλευθέριον καὶ οὐδόλως φειδωλὸν εἰς τὸ νὰ ἀνταμείψῃ
2457τὰς ἐργασίας τῶν ἐργαζομένων ὑπὲρ τοῦ τόπου.
2458§196ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὄχι, ὅλων τῶν προνομιούχων.
2459§197ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς φέρω παραδείγματα, ὅτι χῆ-
2460ραι ἐξόχων ἀνδρῶν πενέσταται δὲν παίρνουν οὔτε λεπτόν.
2461§198ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Τοῦ Κρεββατᾶ ψοφᾷ τῆς πείνης.
2462§199ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς φρονῶ, ὅτι νὰ
2463μὴ θελήσῃ τὸ Κοινοβούλιον διὰ τῶν χειρῶν του νὰ σκάψῃ
2464τὸν λάκκον του, καὶ θὰ σκάψῃ τὸν λάκκον του, ὅταν ἀπολέσῃ
2465τὸ κῦρος, δυνάμει τοῦ ὁποίου ζῇ καὶ ὀφείλει νὰ ζήσῃ.
2466§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
2467§201ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
2468§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ ἐγὼ νὰ λύσω τὴν συνεδρίασιν.
2469§203ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις· δὲν ἁρμόζει
2470νὰ καθήμεθα ἀκόμη· εἶναι 8 ἡ ὥρα.
2471§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε, κύριε Χατζόπουλε.
2472§205ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δύω λέξεις θέλω σᾶς εἶπει μόνον. Ὅτι
2473κατ’ οὐσίαν πρόκειται περὶ συντάξεως καὶ οὐχὶ μετοχικοῦ τα-
2474μείου· ἐκτὸς τῆς παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Καλ-
2475λιγᾶς καὶ ἥτις διέλυσε πᾶσαν ἀμφιβολίαν, ἀρκεῖ νὰ παρατηρήσῃ
2476τις ὅτι δὲν πρόκειται περὶ εἰσφορᾶς ἐκ μέρους τῶν Βουλευτῶν,
2477ἀλλὰ περὶ φόρου προφανοῦς, ἐπιβαλλομένου εἰς μίαν τάξιν ἀν-
2478θρώπων. (Θόρυβος καὶ διακοπαί.)
2479§206ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε...
2480§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. (Ἀναγινώσκεται
2481ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος.) Παρόντες εἶναι μόνον 103, ἀπαρ-
2482τία δὲν ὑπάρχει. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις,
2483Ὥρα 8 παρὰ 10.