1880.02.04
2.128 στίχοι · 17.565 λέξεις · 131 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 63
τῆς 4 Φεβρουαρίου 1880.
(Δευτέρα.)
Ὥρα 2¼ μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλει 8 ἐκθέσεις ἐπὶ διαφόρων Νομοσχεδίων. Θὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν. Ὁ Βουλευτὴς Λακεδαίμονος κ. Δημητρακάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ φορολογικοῦ νόμου. Θὰ τυπωθῇ. Ὑπεβλήθησαν ἀναφοραὶ αʹ) Ἐπιτροπῆς ἐμπόρων Σύρου, παραπονουμένων κατὰ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ· καὶ βʹ) κτηματιῶν, ἐμπόρων καὶ καλλιεργητῶν Φθιώτιδος, παραπονουμένων κατὰ τοῦ αὐτοῦ Νομοσχεδίου. Θὰ παραπεμφθῶσιν ἀμφότεραι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν οἰκονομικῶν. Οἱ ἐν Ἀθήναις Γάλλοι ἠθοποιοὶ ἐξαιτοῦνται τὴν ἐπιψήφισιν τῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πιστώσεως ἐξ 25,000 δραχμῶν ὑπὲρ τοῦ Θεάτρου. Θὰ παραπεμφθῇ ἡ ἀναφορά των εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. Δημήτριος Αἰνιὰν ἐξαιτεῖται τὴν ὑπὸ τοῦ δημοσίου προίκισιν τῆς θυγατρός του ἢ μηνιαῖον βοήθημα. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν ἡ αἴτησίς του. Ὁ Γεώρ. Δράκαρης ἀγωνιστὴς ζητεῖ περίθαλψιν. Θὰ σταλῇ καὶ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβάλλει 4 ἐκθέσεις ἐπὶ διαφόρων Νομοσχεδίων. Θὰ τυπωθῶσι.
§2ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Κύριοι Βουλευταὶ, μεταξὺ τῶν Νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα παρεπέμφθησαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Ναυτικῶν, ὑπάρχουσι τρία ἐξ αὐτῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι λίαν ζωτικὰ διά τε τὸ ἐμπορικὸν καὶ τὸ πολεμικὸν ναυτικόν. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν ἐπιτροπὴν, ἢ μᾶλλον τὴν Βουλὴν νὰ παραγγείλῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν Νομοσχεδίων τούτων, καθόσον, ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶναι λίαν ἀναγκαῖα καὶ χρήσιμα διὰ τὸ ἐμπορικὸν καὶ πολεμικὸν ναυτικὸν, ἔχουσι σχέσιν καὶ μὲ τὸν εἰσαχθέντα προϋπολογισμόν· ἐκ τῶν Νομοσχεδίων τούτων, ἐκτὸς τοῦ ὅτι θὰ ὠφεληθῇ ἡ ὑπηρεσία σπουδαίως, καὶ σπουδαῖαι οἰκονομίαι θὰ ἐπέλθωσι. Τὰ Νομοσχέδια ταῦτα εἶναι τὸ περὶ ἐμπορικῆς ναυτιλίας, τὸ περὶ ὀργανισμοῦ τῶν λιμεναρχείων καὶ τὸ περὶ ναυτικῆς σχολῆς. Τὰ τρία ταῦτα Νομοσχέδια θεωρῶ συντελεστικώτατα, καὶ παρακαλῶ τὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἐργασθῇ καὶ φέρῃ τὴν ἔκθεσιν ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν, ἢ ἐὰν δὲν ἔχῃ καιρὸν, νὰ τὰ παραπέμψῃ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ἔλθουν εἰς συζήτησιν, ὡς λίαν κατεπείγοντα καὶ σπουδαῖα.
§3ΖΕΡΒΑΣ. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν κατορθώθη νὰ ἐργασθῇ ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Ναυτικῶν, καὶ κατὰ πρῶτον ἐπεξειργάσθη ὅσα Νομοσχέδια ὁ Ὑπουργὸς ἐσύστησεν ὡς λίαν κατεπείγοντα, σπουδαῖα καὶ ἀφορῶντα συμφέροντα τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας· ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθησαν κατὰ τὸ ὀλίγον τοῦτο χρονικὸν διάστημα τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς νὰ τὰ μελετήσουν ἰδιαιτέρως. Δὶς καὶ τρὶς παρεκάλεσα τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἐργασθοῦν, καὶ σήμερον ἀκόμη τὴν 1ην μ. μ. ἀλλ’ ἕνεκα δαφόρων κωλυμάτων δὲν κατορθώθη νὰ συνέλθῃ ἡ ἐπιτροπή. Αὔριον τὴν 10 π. μ. θὰ συνέλθωμεν, καὶ ἐλπίζω νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα.
§4ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Προχθὲς ὑπεβλήθη ἓν Νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται πίστωσις πρὸς περίθαλψιν τῶν πασχόντων ἐν τῷ δήμῳ Ληλαντίων καὶ τῶν ἐν Καλάμαις παθόντων ἐκ τῆς πυρκαϊᾶς. Ἐὰν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλή, νὰ προταχθῇ.
§5ΑΣ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι γνωρίζετε, κύριοι, τὴν σύγχυσιν, τὴν ὁποίαν ἔφερον οἱ νόμοι περὶ διαθέσεως καὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας μοὶ ἔδωκεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς καὶ νῦν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν εἶχε παραγγείλει τὴν ὑπηρεσίαν νὰ συντάξῃ Νομοσχέδιον περὶ διορθώσεως τῶν νόμων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι περιέρχονται εἰς ἀντιφάσεις. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀπόντα Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ Νομοσχέδιον αὐτό· ἄλλως νὰ συνέλθωμεν ἡμεῖς καὶ νὰ συντάξωμεν Νομοσχέδιον τοιοῦτον. Ἐπίσης ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ μὲ πληροφορήσῃ ἐν τίνι δικαιώματι διατηρεῖ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ὀλυμπίας δημοδιδάσκαλον, ὅστις δὲν ἔχει τὰ προσόντα κατὰ τὸν νόμον· ὁ δημοδιδάσκαλος δὲ αὐτὸς εἶναι δημοδιδάσκαλος τοῦ χωρίου Δραγουμάνου τοῦ δήμου Ἀνδριτσαίνης.
§6ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Κύριε βουλευτὰ, θὰ ἐξετάσω, καὶ ἐὰν δὲν ἔχῃ τὰ προσόντα, θὰ τὸν ἀπολύσω.
§7ΑΣ. ΧΡΗΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὲ πληροφορήσῃ διὰ τίνα λόγον ἀπέστειλεν εἰς τὸν δῆμον Βώλακος τὸν κ. εἰσαγγελέα τῶν ἐν Κυπαρισσίᾳ Πλημμελειοδικῶν. Κατὰ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας περὶ τούτου ἐγὼ ἔχω, ἐὰν ἐπιτρέπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εἴπω τὸν λόγον, δι’ ὃν ἀπέστειλε τὸν εἰσαγγελέα ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς εἰς τὰ πράγματα ἐλεύσεώς του, διέταξε τὸν εἰσαγγελέα νὰ μεταβῇ ἀμέσως ἐκεῖ, διὰ νὰ ἐπιθεωρήσῃ τὰ συμβολαιογραφεῖα. Γνωρίζω τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐπροκάλεσαν τὴν ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἔκδοσιν τῆς διαταγῆς του. Εἰς τὸν δῆμον Βώλακος διατελεῖ συμβολαιογράφος, ὅστις κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν καὶ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω, εἶναι ἄνθρωπος ὅπως πρέπει καὶ ἐκ τῶν πρώτων οἰκογενειῶν, καὶ ὅμως τὸν συμβολαιογράφον αὐτὸν ἐκ παντὸς τρόπου θέλουν νὰ τὸν ἀπολύσουν· ἐπειδὴ δὲ ὁ νόμος περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων δὲν ἐπιτρέπει ἀναιτίως νὰ προβαίνουν εἰς τὴν παῦσιν τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, ἐδόθη εὔλογος λόγος ν’ ἀποσταλῇ ὁ εἰσαγγελεὺς ἐκεῖ καὶ νὰ κάμῃ μίαν ἔκθεσιν. Ἔχω ἄκραν ὑπόληψιν εἰς τὸν κ. εἰσαγγελέα τῶν ἐν Κυπαρισσίᾳ πλημμελειοδικῶν, ἔχω ἀφορμὰς νὰ πιστεύω, ὅτι εἶναι εἷς ἐκ τῶν ἐπιλέκτων δικαστικῶν λειτουργῶν, καὶ ἔχω πλήρη πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἔκθεσις δὲν θὰ ἦναι οἵα ἡ πολιτικὴ τὴν ἐπιζητεῖ, ἀλλὰ προϊὸν εὐθύτητος καὶ ἀμεροληψίας, ἥτις διακρίνει τὸν κ. εἰσαγγελέα· ἐν τούτοις, ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἤθελον τῷ κάμει μίαν παρατήρησιν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔκδοσιν τοιούτων διαταγῶν, νὰ ἦναι φειδωλός· ἀναμένω δὲ νὰ κοινοποιήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν λόγον, δι’ ὃν ἀπέστειλε τὸν εἰσαγγελέα, ἀλλὰ τὸν ἀληθῆ καὶ πραγματικὸν λόγον.
§8ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ λάβω τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ θ’ ἀπαντήσω.
§9ΦΙΛΗΜΩΝ. Κύριε πρόεδρε, ἡ Βουλὴ προχθὲς ἀπεφάσισε νὰ τυπωθῶσιν ὅλαι αἱ διαθῆκαι, ἀλλὰ παρετήρησα, ὅτι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐδόθησαν μόνον ἀποσπάσματα τῶν διαθηκῶν. Νομίζω, ὅτι συντελεστικώτερον εἶναι νὰ ὑποβληθῶσιν ὁλόκληροι αἱ διαθῆκαι καὶ νὰ τυπωθῶσι, διότι πιθανὸν νὰ περιέχωνται ἐν αὐταῖς τοιοῦτοι ὅροι, οἵτινες νὰ διευκολύνουν τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς ἐπ’ αὐτῶν. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι ὁλόκληροι αἱ διαθῆκαι πρέπει νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι.
§10ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ μὲ τὸν καιρόν.
§12ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ἐπειδὴ κωλύεται ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ παρευρεθῇ κατὰ τὴν παροῦσαν ὥραν, εἶμαι ἐπιφορτισμένος νὰ ἀναγγείλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι αἱ ἐργασίαι τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἐπεραιώθησαν, καὶ νὰ παρακαλέσω αὐτὴν νὰ παρατείνῃ τὴν προθεσμίαν μέχρι τῆς Τετάρτης, συμπεριλαμβανομένης.
§13ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§14ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Συνάμα θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ μίαν σημείωσιν, τὴν ἀκόλουθον· ὅτε τὰ τάγματα συνεχωνεύθησαν εἰς συντάγματα, ὅτε δηλαδὴ μετετράπη ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ πρὸ δύω ἐτῶν, εἶδον τὸ ἄτοπον, καὶ διὰ τοῦτο μετὰ ἕξ μῆνας μετεσχημάτισαν τὰ συντάγματα εἰς τάγματα. Μετὰ τὸν σχηματισμὸν αὐτὸν ἐπῆλθεν ἀταξία εἰς τὴν λογιστικὴν ὑπηρεσίαν, ἕνεκα τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων, ὥστε ἔμειναν χρεῶσται οἱ λόχοι κατά τινας χιλιάδας δραχμῶν, καὶ νομίζω, ὅτι τὰ χρήματα ταῦτα ἐπιβαρύνουσι τὸ δημόσιον.
§15ΒΑΛΤΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Εἰς βάρος τῶν ὑπολόγων.
§16ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ στείλῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν τὴν σημείωσιν, πόσον εἶναι τὸ ποσὸν αὐτὸ καὶ τίνα ἐπιβαρύνει.
§17ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν κατεδίκασα διοικητὰς λόχων.
§18ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Παραλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐπαναφέρητε εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ ἀπαλειφθὲν Νομοσχέδιον περὶ λειβαδίων καὶ βοσκῶν, καθόσον ἔχω πληροφορίας, ὅτι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν παρασκευάζεται ἕτερον Νομοσχέδιον, ἀλλὰ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ ἀποβλέπει τὸ εἰσαχθὲν ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν Νομοσχέδιον, καὶ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα εἶναι κίνδυνος νὰ μὴ ἴδωμεν συζητούμενον τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἦτον ἐγγεγραμμένον ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει. Παρακαλῶ λοιπὸν, ἐπειδὴ τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι σπουδαιότατον διὰ τὰ συμφέροντα μιᾶς τάξεως, τῆς τῶν ποιμένων, ἥτις καταμαστίζεται, παρακαλῶ, καὶ νομίζω, ὅτι διερμηνεύω ὁλόκληρον τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς....
§19ΤΙΝΕΣ. Ὄχι ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς· τὸ ἐδικόν σας διερμηνεύετε.
§20ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἂς ἐρωτηθῇ δὲ περὶ τούτου, κύριε Πρόεδρε, ἡ Βουλή.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ βέβαια θ’ ἀποφασίσῃ περὶ τούτου.
§22Δ. ΧΑΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ δύω λέξεις, καθόσον εἶμαι ἐκ τῶν ἰδίως λαβόντων μέρος εἰς τὴν σύσκεψιν περὶ ἧς ἔκαμε λόγον ὁ κ. Πετούσης, καὶ ἀνετέθη εἰς ἐμὲ προκαταρκτική τις ἐργασία πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ὑποβληθέντων Νομοσχεδίων.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δηλαδὴ ὑποστηρίζετε τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πετούση;
§24ΧΑΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Τὸ περὶ λειβαδείων τοῦτο Νομοσχέδιον εἶναι σπουδαιότατον καὶ πρωτίστης κατεπειγούσης ἀνάγκης, καὶ πρέπει νὰ ὑποβληθῇ τὸ ταχύτερον, δύναται δὲ νὰ ὑποβληθῇ τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον τὸ πρῶτον ὑποβεβλημένον ὑπὸ τῶν πολλῶν Βουλευτῶν Νομοσχέδιον περιέχει κυρίως τὴν κατάργησιν ἁπλῶς τοῦ 20 ἄρθρου, δηλαδὴ τῆς ἐνοικιάσεως ἐκείνης, περὶ ἧς οἱ πάντες εἶναι σύμφωνοι, ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ τὸ ταχύτερον. Ἐὰν δὲ ὑποτεθῇ ὅτι, μετὰ τὴν γενικῶς, ὡς πιστεύω, παραδεδεγμένην κατάργησιν, μένει τι κενὸν χρῆζον συμπληρώσεως, ὑπάρχουσιν αἱ τροπολογίαι, αἱ ἤδη ὑποβεβλημέναι, ἐφ’ ὧν ὑπάρχει στάδιον πάσης συζητήσεως καὶ τροποποιήσεως.
§25ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Δὲν ἤμην ἐδῶ ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Χατζοπούλου, ἀλλὰ ἐπρόφθασα ν’ ἀκούσω τὴν πρότασιν αὐτοῦ, ζητοῦντος νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ περὶ λειβαδίων νομοσχέδιον. Καὶ σήμερον, κύριοι, εἰργάσθημεν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου καὶ ἐμείναμεν σύμφωνοι μὲ τὸν κ. Χατζόπουλον, τὸν ἐξ Εὐρυτανίας βουλευτήν, νὰ συνέλθωμεν τὸ ἑσπέρας τῆς αὔριον αὐτός τε, ὁ δικαστικὸς σύμβουλος, ὁ ἁρμόδιος Τμηματάρχης καὶ ἐγὼ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἵνα παρασκευάσωμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ ἐγγραφῇ ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπεβλήθη ἀκόμη καὶ διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ὁποίου πρὸ τριῶν ὡρῶν ἐμείναμεν σύμφωνοι μετὰ τοῦ κ. Χατζοπούλου, νὰ συνέλθωμεν αὔριον τὸ ἑσπέρας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν; Λυποῦμαι, λοιπὸν πολὺ πῶς ὁ κ. Χατζόπουλος, κατὰ παράβασιν μάλιστα τῶν πρὸ ὀλίγων ὡρῶν συμφωνηθέντων μεταξύ μας, ζητεῖ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀκόμη ἡτοιμασμένον, ἀφοῦ τὸ προϋποβληθὲν τοιοῦτον ἀπεσύρθη, ὅπως συνταχθῇ νέον.
§26Δ. ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, παρεξηγήθην ἐπὶ τῆς προτάσεως τὴν ὁποίαν ἔκαμον· ἐγὼ εἶπον νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ πρῶτον Νομοσχέδιον τῶν πολλῶν Βουλευτῶν, καὶ ὄχι ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου συνεννοήθημεν. Φρονῶ δὲ, ὅτι διὰ τὸ κατεπεῖγον δυνάμεθα νὰ προβῶμεν καὶ εἰς τὴν μίαν ἐργασίαν καὶ εἰς τὴν ἄλλην αὔριον, καθόσον δυνάμεθα, ἔστω καὶ κατὰ τὰς ἑπομένας συζητήσεις τοῦ πρώτου εἰσηγμένου Νομοσχεδίου, τοῦ περιέχοντος κυρίως μόνην τὴν ὑπὸ πάντων παραδεδεγμένην κατάργησιν τοῦ 20 ἄρθρου, νὰ ὑποβάλωμεν, λέγω, διὰ τροπολογιῶν πᾶν ὅ,τι ὁριστικῶς αὔριον θέλομεν τυχὸν ἐγκρίνει· ἔχομεν δὲ πρὸς τοῦτο στάδιον, καθόσον μάλιστα ὑπάρχουν ὑποβεβλημέναι εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τροπολογίαι προνοοῦσαι περὶ τῶν λεπτομερειῶν τῶν μετὰ τὴν κατάργησιν τῆς ἐνοικιάσεως, καὶ ἐπ’ αὐτῶν δύναται νὰ ὑποβληθῇ ἐπίσης πᾶσα ἄλλη τροπολογία, καὶ τοιουτοτρόπως κατ’ οὐσίαν προβαίνομεν ταχύτερον καὶ διὰ τῶν δύω συγχρόνως ἐργασιῶν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα.
§27ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Εἶναι αὐθύπαρκτον τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο;...
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε εἰς τὴν πρότασίν σας;
§29ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§30ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Περὶ τίνος Νομοσχεδίου πρόκειται;
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ τοῦ πρώτου τοῦ ἀπαλειφθέντος. Βλέπετε, ὅτι δὲν θέλουν νὰ περιμένουν τὴν ἐργασίαν, ἡ ὁποία ἀνετέθη εἰς τὸ Ὑπουργόν. Λοιπόν, κύριοι, θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν περὶ τούτου· οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον τὸ Νομοσχέδιον περὶ λειβαδίων, παρακαλῶ, νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι.) Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§32ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐκτὸς, κύριοι, τῶν λεχθέντων παρὰ τοῦ κ. Κορωναίου διὰ τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὀφείλω νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, μέλλουσα νὰ εἰσέλθῃ κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, εὑρίσκεται ὑπὸ μίαν ἀνυπέρβλητον δυσχέρειαν, τὴν ὁποίαν ἀνεγνώρισαν ὅλα τὰ μέλη, ἐν ὀνόματι τῶν ὁποίων λαλῶ. Ἡ δυσχέρεια αὕτη εἶναι ἡ ἑξῆς. Δὲν ὑπάρχει ἐν ἰσχύϊ οὐδεὶς νόμος στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ στηριχθῇ ἡ ἐπιτροπή, διότι ὁ μὲν ὁριστικὸς ὀργανισμός, ὁ ὑποβληθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὄχι μόνον δὲν ἐψηφίσθη, ἀλλὰ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, διότι ὅλοι συνομολογεῖτε, μηδ’ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐξαιρουμένου, ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ὀργανικὴν δύναμιν 28,000 ἀνδρῶν, δεύτερον δὲ, διότι δὲν ἔχομεν οὐδένα προσωρινὸν ὀργανισμὸν ἐν ἰσχύϊ, καθόσον ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου περὶ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ἔπαυσεν ἀπὸ τῆς 31 Δεκεμβρίου· λοιπὸν νόμον ἐν ἰσχύϊ δὲν ἔχομεν. Τώρα πρέπει ἢ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ φέρῃ προσωρινὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου νὰ στηριχθῶμεν, ἢ πρέπει νὰ δώσητε τὸ δικαίωμα εἰς ἡμᾶς νὰ κάμωμεν ὅ,τι θέλομεν, δηλαδὴ νὰ κάμωμεν οἰκονομίας τοιαύτας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, σύμφωνα μὲ τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ἔχομεν ἐν τῷ νῷ.
§33ΒΑΛΤΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Ὅτε, κύριοι, ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, εὗρον ἀναγεγραμμένην ἐν τῷ νόμῳ περὶ στρατολογίας τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἰσαχθῇ ὁριστικὸς ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ. Ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου εἰργάσθην καὶ ὑπέβαλα τὸ σχετικὸν πρὸς τοῦτο Νομοσχέδιον, συνεπῶς δὲ ὑπέβαλον καὶ τὸν προϋπολογισμόν. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ φρονῶ, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ἦμαι εἰς τὸ ἄδικον ἢ νὰ μὴ ἦμαι εἰς τὴν ἀλήθειαν, ὅτι συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Νομοσχεδίου ἐκείνου περὶ ὁριστικοῦ ὀργανισμοῦ συνετάχθη ὁ προϋπολογισμός. Ἐξηγοῦμαι μὲ δύο λέξεις. Εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι εἰς τὴν δύναμιν τῶν στελέχεων θέλομεν φθάσει διαδοχικῶς· τὸ πρᾶγμα εἶναι λίαν καταληπτὸν, ὡς ἑξῆς: Ὁ στρατὸς σύγκειται ἐκ σωμάτων ἢ ὅπλων τῶν στελέχεων, τῶν ὁποίων ἡ καταγωγὴ εἶναι ὡρισμένη, ὡς ἐπὶ παραδείγματι εἰς τὰ λεγόμενα τεχνικὰ ὅπλα, διὰ τὰ ὁποῖα ἀξιωματικοὺς δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν παρὰ ἢ ἀπὸ τὴν ἐν Πειραιεῖ στρατιωτικὴν σχολὴν ἢ ἀπὸ τὴν Εὐρώπην, ἐνῷ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πολλοὺς ὡς πρὸς τὸ ὅπλον τοῦ πεζικοῦ, τὸ ὁποῖον παράγει εὐκόλως ἀξιωματικούς. Ἑπόμενον λοιπὸν ἦτο νὰ σκεφθῶ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου καὶ νὰ ἀναγράψω εἰς ἄρθρον, ὡς εἶπον, ὅτι διαδοχικῶς θὰ ἀποκτήσωμεν ἀξιωματικοὺς τῶν τεχνικῶν ὅπλων, διότι δὲν ἔχω ἄλλην πηγήν. Διὰ νὰ κατασταθῶ καταληπτότερος, σᾶς λέγω ἐν παραδείγματι, ἐὰν δυνάμει ἢ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ἐγὼ εἰσήγαγον, ἢ διὰ τοῦ χθὲς λήξαντος ἢ παύσαντος νὰ ἰσχύῃ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, τὸ πυροβολικὸν ἢ τὸ μηχανικὸν ἔχῃ ἀνάγκην ἀριθμοῦ τινος ἀνθυπασπιστῶν, σήμερον ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα ἡ σχολὴ δὲν παρασκευάζει εἰμὴ ἕξ, μέλλοντας, ἐὰν ἐπιτύχωσιν εἰς τὰς ἐξετάσεις, νὰ ὀνομασθῶσιν ἀνθυπασπισταί. Αὐτοὺς τοὺς ἕξ, ὑποθέτω, τοὺς διαιρῶ εἰς τρία ἢ εἰς δύω, τρεῖς διὰ τὸ πυροβολικὸν, τρεῖς διὰ τὸ μηχανικόν· φυσικῷ τῷ λόγῳ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δὲν δύναμαι νὰ ἐγγράψω παρὰ μόνον τρεῖς· ἐὰν μοὶ ἐχρειάζοντο δεκατρεῖς, δὲν τοὺς ἔχω. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ, ἦτο ἀδιάφορον τὸ πρᾶγμα· ὅσους εἶχον, τόσους καὶ ἐνέγραφον ἐν τῷ ὀργανισμῷ. Ἀλλ’ ὅταν λέγωμεν, ὅτι θέλομεν ὁριστικὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, τοῦτο ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν εἰς ἕνα Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μελετήσῃ τὰς πραγματικὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ· ἔπειτα ἔρχεται τὸ καθῆκον τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς νὰ ἐξελέγξῃ τὸ ἔργον· ἂν τὸ εὕρῃ καλὸν ἢ πλημμελές, νὰ συνεννοηθῇ μὲ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐὰν δὲν συμφωνήσῃ, νὰ ἐκφράσῃ αὐτὴ τὴν γνώμην της· κατόπιν εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς νὰ ἐκφράζῃ τὴν ἑαυτῆς γνώμην. Ἐπίσης ἔρχομαι εἰς τὸ πεζικόν. Τὸ πεζικὸν, κύριοι, πράγματι μέχρι τοῦδε παράγει ἐν ἀφθονίᾳ ὅσους θέλετε ἀξιωματικοὺς τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἠθέλησα νὰ σταματήσω τοῦτο,—ἴσως χάσω τὴν ἀγάπην τοῦ πεζικοῦ,—ἠθέλησα νὰ φέρω περιορισμούς τινας, ἔχω δὲ ὑποβάλει διάταγμα πρὸς ὑπογραφὴν, ὅπως καὶ ἐκεῖ κανονίσω τὴν προαγωγὴν, δηλαδὴ δὲν θέλω νὰ ἀφήσω τὴν θύραν ἀνοικτὴν, ὅπως μέχρι τοῦδε ὑπῆρχεν, ἐκ τῆς ὁποίας ὅστις κατατάσσεται στρατιώτης γίνεται καὶ Maréchal κατὰ τὸν κ. Ζαΐμην, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον ἀκόμη ἔχω ἀναγράψει αὐτό. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀφορμὴ, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἦτο δυνατὸν, ὁ προϋπολογισμὸς, ὅπως ἐγὼ τὸν συνέταξα καὶ τὸν ὑπέβαλα ἀρχικῶς, δὲν συμφωνεῖ μὲ τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ καλῶς ὠργανισμένου. Δὲν ἕπεται δὲ, ὅτι ἡ ἐμὴ κρίσις εἶναι καὶ ἀλάνθαστος· ἡ Βουλὴ συντελεῖ εἰς τὴν διόρθωσιν. Τώρα λοιπὸν ἔρχεται ἓν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς καὶ λέγει, δὲν ἔχομεν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ. Ἐὰν δὲν ἔχωμεν, τὸ πρῶτον πταῖσμα, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦναι ἡ ἀφορμὴ, εἶναι τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν, ἡ ὁποία δὲν εἰργάσθη· ἐὰν αὐτὴ εἰργάζετο ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου καὶ ἐὰν τὸ ἔφερεν εἰς τὴν Βουλὴν, θὰ εἴχομεν ὁριστικὸν ὀργανισμόν. Ἐγὼ ὅμως ὡς Ὑπουργὸς δὲν ἠδυνάμην, ἐνῷ εἰσάγω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ ὁριστικοῦ ὀργανισμοῦ, νὰ φέρω καὶ ἕνα προσωρινὸν ὀργανισμόν. Τοῦτο ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην νὰ τὸ πράξω, ἡ Βουλὴ ὅμως εἶναι πανίσχυρος, καὶ ἐὰν θέλῃ, τὸ πράττει· ὥστε ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν εὐθύνην δι’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ὁ προϋπολογισμὸς, ὅσον καὶ ἂν καταβιβασθῇ χάριν οἰκονομίας, στηρίζεται ἐπὶ τοῦ παγίου Νόμου, διότι ὁ πάγιος Νόμος δὲν ἐννοεῖ ὅτι θὰ ἔχωμεν 26,000 στρατόν, καὶ τοῦτο τὸ ἔχω προλάβει· λέγω, ὅτι αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους, ἐὰν ἀπαιτῶσιν ἐλάττωσιν καθ’ ἕκαστον ἔτος, ὁ προϋπολογισμὸς δύναται νὰ κανονίζῃ τὴν δύναμιν τῶν ἀνδρῶν, διότι αὐτὸ ἔχει σκοπὸν, ὑποθέτω, ἡ Βουλὴ, ἥτις εἶπε τέλος πάντων νὰ εἰσέλθωμεν εἰς νέαν τάξιν, νὰ ἔχωμεν ὁριστικὸν ὀργανισμὸν, ὅπως γίνεται καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν, καὶ καθ’ ἑκάστην νὰ μὴ λέγωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἴδω πραγματοποιούμενον, εἶναι περιττὸς ὁ τάδε λοχαγὸς ἢ ταγματάρχης· ἐκεῖνοι δὲν σκέπτονται παρὰ τὴν δύναμιν τῶν ἀνδρῶν. Καὶ ἡμεῖς λοιπὸν, ἀναλόγως τῶν μέσων, ἅτινα θὰ ἔχωμεν, δυνάμεθα ἐν ἀνάγκῃ νὰ ἔχωμεν ἐπὶ τῶν ὅπλων 10 ἢ 20 χιλιάδας στρατὸν, καὶ τοῦτο κανονίζεται εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς συμβαίνει εἰς τὰ ἄλλα κράτη· ἐὰν χρειάζωνται τόσους ἢ τόσους ἀξιωματικοὺς εἰς ἓν τάγμα, αὐτὸ κανονίζεται ἐφ’ ἅπαξ. Ἐὰν μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον, ἤθελον εἰπεῖ τὸ ἑξῆς: οἱ συντάξαντες τὸν προσωρινὸν ὀργανισμὸν ὤφειλον νὰ εἴπωσι τότε, ὅτι ὁ προσωρινὸς οὗτος ὀργανισμὸς ἰσχύει μέχρις ὅτου ὑπάρξῃ ὁ ὁριστικὸς ὀργανισμὸς, καὶ νὰ μὴ ὁρίσωσιν, ὅτι λήγει μὲ τὸ ἔτος 1870.
§34Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Καὶ αὐτὸ ἐζητήσαμεν ἄλλοτε.
§35ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἤθελον εὐγνωμονήσει τὴν Βουλὴν διὰ τοῦτο, ἐὰν τὸ ἔκαμνε, διότι ἠθέλομεν ἔχει τὸν προϋπολογισμὸν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προσωρινοῦ ἐκείνου, καὶ τὸ νομοσχέδιον κατὰ μέρος θὰ συνεζητεῖτο. Καὶ εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, ἐπειδὴ μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ, σᾶς τὸ λέγω ὄχι ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὡς στρατιωτικὸς, ἀλλὰ καὶ ὡς πολίτης, εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη—ἐγὼ θὰ ὑπαχθῶ εἰς τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς —εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ εἷς ὁριστικὸς ὀργανισμὸς, διότι ὁ κ. Μαυρομιχάλης λέγει πολὺ καλῶς, ὅτι ἐζητήθη ἄλλοτε τοῦτο, διότι ἕκαστος Ὑπουργὸς κανονίζει κατὰ τὴν σειράν του, κατὰ τὰς σκέψεις του, πολλὰ πράγματα τοῦ στρατοῦ· ὁ εἷς ἔχει γνώσεις Γερμανικὰς, ὁ ἄλλος ἔχει γνώσεις Γαλλικάς. Δὲν ἔχει οὕτω; Διότι ἀπὸ τὸν ὀργανισμὸν τὸν πάγιον θὰ παραχθῶσιν ἄπειρα πράγματα καὶ ἄπειροι ἄλλαι διατάξεις, ὧν ἀπόλυτον ἀνάγκην ἔχει ὁ στρατὸς, καλῶς ὀργανούμενος.
§36ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Βεβαίως δὲν ἔχει ἄδικον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του· τὸ κακὸν εἶναι, ὅτι εἰς τὸν προσωρινὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ δὲν συμπεριελήφθη ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Μαυρομιχάλης ὑπέμνησεν, ὅπως οὗτος ἰσχύῃ μέχρις οὗ ψηφισθῇ ἄλλος νόμος ὁριστικός. Ἐν τῷ προσωρινῷ ἐκείνῳ ὀργανισμῷ ὑπάρχει ῥητὴ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἰσχὺς τοῦ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ λήγει τὴν 31 Δεκεμβρίου 1879, ἄρα ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1880 νόμος διέπων τὰ τοῦ στρατοῦ δὲν ὑπάρχει. Τώρα ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ εὑρίσκεται εἰς τὴν δύσκολον θέσιν, ἂν οὐχὶ ἀνυπέρβλητον, ἀλλὰ δυσυπέρβλητον, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ γραφῶσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δαπάναι, αἵτινες δὲν στηρίζονται εἰς νόμον. Καὶ ἂν παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν μελέτην τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἄνευ νόμου, πάλιν θὰ παρουσιασθῶσιν ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ὁ νέος ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ. Ὁ νέος ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ ἔχει ὡς μονάδα τοῦ πεζικοῦ τὰ συντάγματα· ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νομίζει, ὅτι ἡ μονὰς τῶν συνταγμάτων εἶναι ἡ συντελεστικωτέρα, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ κατ’ ἀνάγκην θὰ γεννηθῇ τὸ ζήτημα, εἶναι τῷ ὄντι λυσιτελεστέρα ἡ μονὰς αὕτη, ἢ θὰ μείνωμεν εἰς τὴν μονάδα τῶν ταγμάτων. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν συνιστᾷ τὴν σύστασιν τοῦ γενικοῦ ἐπιτελείου· ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ γεννηθῇ τὸ ζήτημα, εἶναι ἀνάγκη τοῦ ἐπιτελείου αὐτοῦ διὰ τὸν Ἑλληνικὸν στρατόν; Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει τὴν ἁρμοδιότητα νὰ λύσῃ τὰ ζητήματα ταῦτα; Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἔχει παρὰ νὰ ἐγγράψῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὰς δαπάνας, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει πάντοτε, ὅτι ὑπάρχει νόμος ἐψηφισμένος. Λοιπὸν τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἄρῃ τὴν δυσκολίαν τῆς ἐπιτροπῆς, εἶναι, ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐλάμβανε τὴν καλωσύνην νὰ φέρῃ ἕνα νόμον, ὅστις νὰ κηρύσσῃ τὸν προσωρινὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ ἰσχύοντα μέχρις οὗ ὑποβληθῇ ὁ ὁριστικὸς ὀργανισμός.
§37ΒΑΛΤΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Ἴσα ἴσα εἰς αὐτὸ, εἰς ὁποῖον κατέληξεν ὁ προλαλήσας, ἔρχομαι νὰ εἴπω, καθὼς εἶπον προτήτερα, δὲν εἶναι πταῖσμα οὔτε τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, οὔτε τοῦ Ὑπουργικοῦ συμβουλίου, τὸ νὰ ἤμεθα εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα. Καὶ πράγματι ἡ κυβέρνησις θὰ ὑποβάλῃ νόμον· ἂν ὑπάρχῃ ἡ θέλησις τῆς Βουλῆς, δύω λόγια ἀρκοῦν νὰ εἴπωμεν· ὁ χθὲς παύσας νὰ ὑφίσταται προσωρινὸς ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, νὰ ὑφίσταται ἔτι, ἀλλὰ πρέπει πάντοτε νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ὁριστικοῦ ὀργανισμοῦ.
§38ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πρὸς ποῖον σκοπόν;
§39ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ κατόπιν.
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Πότε;
§41ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὅταν θέλῃ ἡ Βουλή.
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μετὰ ἕνα αἰῶνα, ὅτε δηλ. ἡ Ἑλλὰς θὰ ἔχῃ 26,000 στρατοῦ ἐν καιρῷ εἰρήνης;
§43ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἔχω ἀναγεγραμμένον ἐκεῖ τὸν ἀνώτερον ὅρον τῆς ἐν εἰρήνῃ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, 100 ἀνδρῶν κατὰ λόχον, ἥτις δύναται καὶ νὰ φθάσῃ τὸν κατώτατον ὅρον τῶν 66 ἀνδρῶν κατὰ λόχον.
§44ΡΙΚΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ λύσῃ ζητήματα ξένα τῆς ἁρμοδιότητος αὐτῆς, καὶ ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ συσχετισθῶσι μὲ τὰ ζητήματα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ νέος στρατολογικὸς νόμος μεταβάλλει τὰς βάσεις τοῦ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ, αὐξάνει τὸν ἀριθμὸν, προσδιορίζει δύναμιν, ἡ ὁποία σήμερον δὲν ὑπάρχει, καὶ κατὰ συνέπειαν ἀπαιτεῖ συζήτησιν εἰδικὴν καὶ διακεκριμένην, ἥτις πρέπει νὰ κανονισθῇ ἐπὶ τῶν βάσεων, ἃς ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει ν’ ἀναπτύξῃ. Εἶναι λοιπὸν ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἐπιτροπῆς· κατὰ συνέπειαν, ἀναπόφευκτον καθίσταται νὰ δοθῇ σήμερον ἰσχὺς εἰς τὸν προσωρινὸν ὀργανικὸν νόμον καὶ διὰ τὸ ἔτος 1880. Δὲν θέλω ὥστε νὰ τεθῇ «καὶ μέχρις οὗ ψηφισθῇ ὁ ὁριστικὸς ὀργανισμός·» διότι, ἐνθυμήθητε, κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐψηφίσαμεν τὸν προσωρινὸν ὀργανισμὸν, εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οὗτος εἶναι ἀνάλογος διὰ τὰς περιστάσεις ἐκείνας, ἀλλὰ δυσανάλογος εἰς τὰς δυνάμεις τοῦ τόπου, καὶ κατὰ συνέπειαν ἐπεφυλάχθημεν ν’ ἀποφασίσωμεν ὁριστικῶς, ἀφοῦ παρέλθουν αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι. Σήμερον λοιπὸν πρέπει νὰ δώσωμεν κῦρος καὶ ἰσχὺν εἰς τὸν νόμον, ἀλλὰ μέχρι τέλους τοῦ τρέχοντος ἔτους. Τώρα ἔρχομαι, κύριοι, εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ, ὅστις εἶπεν, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος πίστωσις. Νομίζω, ὅτι παραδεχόμενοι ἐν ἰσχύϊ τὸν προσωρινὸν ἐκεῖνον ὀργανισμόν, δὲν εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ ψηφίσωμεν καὶ ὅλας τὰς δαπάνας, καθότι δυνάμεθα τὰς βάσεις τοῦ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ νὰ τηρήσωμεν, τὰς δὲ δαπάνας νὰ προσδιορίσωμεν ἀναλόγως τῶν μέσων, ἃ ἔχομεν.
§45ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριοι, τὸ Ὑπουργεῖον καθῆκον εἶχεν, ὑποβάλλον τὸν προϋπολογισμὸν, ἢ νὰ καταρτίσῃ αὐτὸν συμφώνως πρὸς τοὺς κειμένους νόμους, ἢ νὰ ὑποβάλῃ συνάμα καὶ σχέδια νέων νόμων, καθ’ ὅσον ἤθελε νὰ μεταβάλῃ τοὺς κειμένους. Καὶ ἀληθὲς, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέβαλε σχέδιον νέου νόμου στρατιωτικοῦ, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπηγγέλλετο, ὅτι ἤθελε διευθύνει τὰ στρατιωτικὰ ἡ Κυβέρνησις. Τὸν προϋπολογισμὸν ἄρα ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταρτίσῃ συμφώνως πρὸς τὸ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ὑπέβαλεν ἐπὶ τῇ πεποιθήσει, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον ἤθελε ψηφισθῆ. Τὰς ἰδέας αὐτοῦ ὤφειλε νὰ περιέχῃ κατὰ τὸ Νομοσχέδιον καὶ ὁ προϋπολογισμὸς, καὶ ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις ἀντιπροσωπεύει τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἠδύνατο νὰ στηρίζηται εἰς τὴν πεποίθησιν, ὅτι αἱ ἰδέαι αὐτῆς καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ ἐν τῷ Νόμῳ ἤθελον ψηφισθῆ. Ἀλλὰ τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις; Εἰσήγαγε σχέδιον Νόμου, τὸ ὁποῖον δὲν συνᾴδει πρὸς τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν, καὶ ἑπομένως εἰσήγαγε προϋπολογισμὸν μὴ στηριζόμενον ἐπὶ Νόμου, μὴ στηριζόμενον ἐπὶ Νομοσχεδίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτε πρὸ ὀλίγου τὸν διέκοψα, ἵνα τῷ παρατηρήσω, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν συνῇδε πρὸς τὸ Νομοσχέδιον, ἀντέταξεν, ὅτι συμφωνεῖ πρὸς τὸ Νομοσχέδιον ὁ προϋπολογισμός, καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ παρατήρησίς μου, ὅτι κατὰ τὸ Νομοσχέδιον ὁ ἀριθμὸς τοῦ στρατοῦ σύγκειται ἐξ 26,000, διότι ἠδύνατο καὶ νὰ ἐλαττωθῇ. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι κατὰ τὸ Νομοσχέδιον αὐτοῦ ὁ λόχος περιέχει 100 ἄνδρας, δύναται δὲ ὁ λόχος κατὰ τοὺς ἰσχύοντας ἐν Γαλλίᾳ κανονισμοὺς νὰ ἔχῃ δύναμιν κατωτάτην, μέχρι καὶ 66 ἀνδρῶν.
§46ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Τὸ λέγει τὸ Νομοσχέδιον.
§47ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παραδέχομαι τοῦτο, εἴτε τὸ λέγει τὸ Νομοσχέδιον, εἴτε δὲν τὸ λέγει· τὸ παραδέχομαι, διότι τὸ λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ ἔχω πεποίθησιν εἰς τὰς γνώσεις του. Ἂν λοιπὸν ἐλαττώσωμεν τὸν κατὰ τὸ Νομοσχέδιον ἀριθμὸν τῶν 26,000, κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῶν 100 πρὸς 66 ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνδρῶν ἄνευ τῶν στελεχῶν τῆς χωροφυλακῆς καὶ τῶν εὐζώνων, εἰς ποῖον ἀριθμὸν φθάνομεν; Εἰς τὸν ἀριθμὸν 21,000, ὡς εἶπεν αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργός. Ποῖον δὲ προϋπολογισμὸν σᾶς φέρει; Προϋπολογισμὸν ἐκ δυνάμεως 16,000. Φέρει λοιπὸν προϋπολογισμὸν στηριζόμενον ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου.
§48ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Τὰ στελέχη αὐξάνουν.
§49ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν δύνασθε κατὰ τὸ νομοσχέδιον νὰ ἔχητε δύναμιν κατωτέραν τῶν 21,000.
§50ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Τώρα λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν χωροφυλακήν.
§51ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μήπως καὶ ὁ προϋπολογισμὸς δὲν περιέχει τὴν χωροφυλακήν. Τὸ Νομοσχέδιον ἄρα, ὅπερ εἰσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἶναι νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει δύναται νὰ συμφωνήσῃ πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, διότι ὅσον καὶ ἂν ἐλαττώσωμεν τὴν δύναμιν τὴν ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ, κατὰ τὴν προμνησθεῖσαν ἀναλογίαν, δὲν δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν μέχρι τοῦ ἀριθμοῦ, ὃν ὁ προϋπολογισμὸς περιλαμβάνει. Ὥστε ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑπόλογος διὰ τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται σήμερον τὸ ζήτημα· εἰσήγαγε Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατ’ αὐτὰς τὰς διατάξεις του δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμφωνήσῃ πρὸς τὰς ἰδέας τοῦ Ὑπουργείου, τὰς ὁποίας εὑρίσκομεν ἀναγεγραμμένας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐπειδὴ δὲ προϋπολογισμὸς μὴ στηριζόμενος εἰς τοὺς νόμους εἶναι ἀντισυνταγματικὸς, ἡ Κυβέρνησις προεκάλεσε τὴν Βουλὴν εἰς πρᾶξιν ἀντισυνταγματικήν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἄρα τοῦ προϋπολογισμοῦ εὑρίσκεται σήμερον εἰς δυσχέρειαν ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἐρωτᾷ «κατὰ ποῖον τρόπον ὀφείλω νὰ ἐργασθῶ; ἐγὼ ἐννοῶ νὰ ἐργασθῶ συνταγματικῶς, ἐπὶ τῇ βάσει νόμου ἢ καὶ Νομοσχεδίου, ἐπὶ τῇ πεποιθήσει, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον θέλει ψηφισθῆ πρὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ νόμον δὲν ἔχω, διότι ὁ προσωρινὸς ὀργανισμὸς ἴσχυε μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου. Νομοσχέδιον δὲν ἔχω, διότι τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ μοὶ ὑπεβλήθη, δὲν συνετάχθη προδήλως διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος». Εἴθε τὸ ἑλληνικὸν Κράτος νὰ λάβῃ αὔξησιν ἱκανὴν, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ Νομοσχέδιον· ἀλλὰ βεβαίως, ὅπως ἡ ἀνάπτυξις τοῦ Κράτους προβαίνει, ἂν δὲν ἔχωμεν μεγάλην ἐπέκτασιν χώρας, τὸ Νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν Ἑλλάδι ἐπὶ μίαν γενεάν. Ἐννοῶ καὶ θαυμάζω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι τοσοῦτον προνοητικός, ὥστε νὰ θέλῃ ν’ ἀπαλλάξῃ τὰ τέκνα αὑτοῦ ἀπὸ τῶν δυσχερειῶν τῆς συντάξεως τοιούτου νόμου. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἤλθομεν ἐδῶ, ἵνα νομοθετήσωμεν χάριν τῶν τέκνων καὶ ἐγγόνων ἡμῶν. Ἡμεῖς εἴμεθα μετριοφρονέστεροι· δὲν φρονοῦμεν, ὅτι οἱ νόμοι ἡμῶν δύνανται νὰ ἔχωσι διάρκειαν πολὺ μεγάλην, ἀναγνωρίζομεν δὲ, ὅτι καὶ οἱ πάγιοι ἡμῶν νόμοι οὐ μόνον ἐπὶ μίαν γενεὰν δὲν δύνανται νὰ μείνωσιν ἀναλλοίωτοι, ἀλλὰ δύνανται καὶ ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ προσεχοῦς ἔτους νὰ ὑποστῶσι τροποποιήσεις, ἵνα συμμορφωθῶσι πρὸς νέαν κατάστασιν πραγμάτων, ἥτις δύναται νὰ παρουσιασθῇ, καὶ ἵνα διορθῶνται ἐφόσον ἡ πεῖρα δεικνύει, ὅτι ὑπῆρξεν ἐλαττωματικὴ ἡ πρώτη αὐτῶν σύνταξις. Λοιπὸν νόμον θέλομεν πάγιον, καὶ οὐχὶ προσωρινὸν ὀργανισμόν. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπέδειξεν, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ εἰσέλθωμεν καὶ ὡς πρὸς τὰ στρατιωτικὰ εἰς κατάστασιν παγίαν, ἀλλὰ παγίαν, ὁποίαν ἐξήγησα, οὐχὶ κατάστασιν νομοθετικὴν, ἥτις νὰ μὴ δύναται νὰ τροποποιηθῇ τὸ παράπαν, ἀλλ’ εἰς κανονικὴν κατάστασιν, ῥυθμιζομένην καὶ ὡς πρὸς τὰ στρατιωτικὰ διὰ νόμων παγίων τοιούτων, ὁποίους ἔχομεν καὶ ὡς πρὸς τὰς ἄλλας ὑπηρεσίας, νόμων, οὓς τροποποιοῦμεν, ἀλλ’ οὓς δὲν ἀποκαλοῦμεν προσωρινοὺς, ὥστε νὰ διατελῶμεν ἐν διηνεκεῖ ἀβεβαιότητι, ἀπεκδεχόμενοι, ὅτι ἐν προσεχεῖ μέλλοντι θὰ μεταβληθῇ ἡ κατάστασις, ἣν οἱ νόμοι οὗτοι δημιουργοῦσι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐμαρτύρησε τὴν ἀληθῆ αὑτοῦ ἰδέαν ὅτε μετὰ τοσαύτης προθυμίας ἀπεδέχθη τὴν πρότασιν τοῦ Βουλευτοῦ Πυλίας, ὅπως ψηφίσωμεν ἀμέσως τὸν προσωρινὸν ὀργανισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους, ὅστις ἄντικρυς ἀντίκειται εἰς τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Νομοσχέδιον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς παρεδέχθη τὴν παράτασιν τῆς ἰσχύος τοῦ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ διὰ τὸ 1880· μόνον εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ φροντὶς περὶ τοῦ χρηματικοῦ ποσοῦ, τοῦ ὁποίου τὴν δαπάνην ἐπάγεται ὁ προσωρινὸς ἐκεῖνος ὀργανισμός. Μόνον ζήτημα κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν εἶναι, ἂν θὰ δαπανήσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προσωρινοῦ ἐκείνου ὀργανισμοῦ 13 ἢ 12 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ πρὸς τὴν διαφοράν, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ ὀργανισμοῦ ἐκείνου καὶ τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ, εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορος, καὶ δικαίως, διότι κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν συνετάχθη τὸ Νομοσχέδιον, ὅπως ἐφαρμοσθῇ ὡς νόμος τοῦ Κράτους, ἀλλὰ συνετάχθη ὡς γύμνασμα, δι’ οὗ ἐπιδείκνυται τὰς μελέτας αὐτοῦ ἐπὶ τῶν ὀργανισμῶν τῶν ξένων στρατῶν. Τοιαύτης οὔσης τῆς καταστάσεως ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς Κυβερνήσεως, τί δυνάμεθα νὰ πράξωμεν; Τί δύναται νὰ πράξῃ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ; Κατ’ ἐμέ, ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν δύναται νὰ πράξῃ ἄλλο τι, ἢ νὰ βεβαιώσῃ τὴν κατάστασιν ταύτην. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν εἰς τὴν Βουλήν, ἐν ᾗ θέλει εἴπει, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἀντικείμενον ἐξετάσεως παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς, διότι δὲν στηρίζεται οὔτε ἐπὶ νόμου, οὔτε ἐπὶ Νομοσχεδίου, ὅτι ὡς ἐκ τούτου ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ ὑποβαλοῦσα προϋπολογισμὸν καὶ πρέπει νὰ προσκληθῇ, ὅπως ὑποβάλῃ προϋπολογισμὸν συμφώνως πρὸς τὰς συνταγματικὰς διατάξεις. Τοιαύτην γνώμην, δὲν ἀμφιβάλλω, θέλουσιν ἐξενέγκει ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὰ ἀντιπολιτευόμενα μέλη αὐτῆς, διότι τοιαῦται εἶναι αἱ πεποιθήσεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν δύνανται καὶ τὰ συμπολιτευόμενα μέλη νὰ δώσωσιν ἄλλην γνώμην, διότι τί ἄλλο θέλουσιν εἴπει, εἰς ποίαν ἐργασίαν δύνανται νὰ προβῶσι; Θέλουσι συζητήσει περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ τὰς ἰδέας, ἃς τὰ μέλη ἐκεῖνα ἔχουσι περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ὁ στρατὸς ὤφειλε νὰ ὀργανωθῇ; Ἀλλὰ τότε ὀφείλουσι νὰ συντάξωσιν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ὀργανισμὸν δὲ τοῦ στρατοῦ δὲν δύναται νὰ συντάξῃ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ· τοῦτο ἠδύνατο μέχρι τινὸς νὰ ἦναι ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν, ἀλλὰ καὶ πάλιν νομίζω, ὅτι αὕτη δὲν ἔχει ἔργον ν’ ἀναλαμβάνῃ τὴν πρωτοβουλίαν πρὸς σύνταξιν νόμων, ἔχει τὸ καθῆκον νὰ βασανίζῃ καὶ τροποποιῇ τὰ παραπεμπόμενα εἰς αὐτὴν Νομοσχέδια. Ἀδικωτάτη δὲ ἦτον ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τῆς ἐργασίας τῆς ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ἐπιτροπῆς, διότι αὕτη εὐλογώτατα δὲν εἰργάσθη ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ θεωρήσῃ ὡς Νομοσχέδιον σπουδαίως ὑποβαλλόμενον εἰς τὴν Βουλήν, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ θεωρήσῃ ὡς τοιοῦτον, διότι οὔτε πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν συμβιβάζεται, οὔτε πρὸς τὸ Νομοσχέδιον περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ. Οἱ τῆς ἐπιτροπῆς τῶν στρατιωτικῶν ἔλαβον συγχρόνως δύω Νομοσχέδια, ὅπως μελετήσωσι καὶ ὑποβάλωσιν ἔκθεσιν, τὸ Νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ τὸ Νομοσχέδιον περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, ἀντιπαραβαλόντες δ’ αὐτά, εἶδον, ὅτι τὰ δύω δὲν δύνανται νὰ συμβαδίσωσι, δι’ οὓς λόγους προεῖπον. Ἐζήτησαν τότε παρὰ τῶν συναδέλφων αὐτῶν, τῶν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ, πληροφορίας, τί συμβαίνει ἐκεῖ, μήπως ὁ προϋπολογισμὸς δύναται νὰ διαφωτίσῃ τὴν ἐπιτροπὴν ὡς πρὸς τὴν ἀπορίαν της περὶ τῆς ἀντιφάσεως τῶν δύω Νομοσχεδίων, καὶ ἐκ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔμαθον, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς οὔτε πρὸς τὸν νόμον περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, οὔτε πρὸς τὸ Νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ συμφωνεῖ. Κατόπιν τούτου ἡ ἐπιτροπὴ τῶν στρατιωτικῶν δὲν ἠδύνατο νὰ ἐργασθῇ. Ἡ Κυβέρνησις ἄρα οὐδένα ὑπέβαλε προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως δὲν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ Νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, διότι ἡ ἀντίφασις μεταξὺ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ Νομοσχεδίου ἐξουδετεροῖ ἀμφότερα. Καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ ὑποβάλῃ ταῦτα, καὶ ἕως οὗ ὑποβάλῃ ἀμφότερα, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ τοῦτο ἐξ ἐλλείψεως τῆς Κυβερνήσεως, ἐλλείψεως, ἐπὶ τῇ ὁποίᾳ φέρει βαρυτάτην εὐθύνην, διότι παρέλειψε νὰ πράξῃ τὸ πρώτιστον αὑτῆς ἔργον. Ὁ προϋπολογισμὸς, ὅπως θέλομεν ἀναπτύξει κατὰ τὴν περὶ αὐτοῦ συζήτησιν, διὰ πολλοὺς λόγους πρέπει νὰ ἐπιστραφῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὅπως εἰσήχθη, δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς, διότι αἱ βάσεις αὐτοῦ, ἔχω τὴν πεποίθησιν, δὲν συμφωνοῦσι πρὸς τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν πρέπει νὰ διαῤῥυθμισθῶσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐπιστραφῇ καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον τὸν συνταγματικόν, ὅτι δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῶν κειμένων νόμων. Ὁπωσδήποτε, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῇ ἤδη ἡ συζήτησις εἰς τὸ τί θέλει πράξει ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ κατόπιν τῶν ἐνταῦθα ἀναπτυχθέντων. Ἐγένετο πρότασις, ὅπως ἀποδεχθῶμεν τὸν προσωρινὸν ὀργανισμὸν τοῦ 1879 ὡς βάσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ Ὑπουργεῖον πρέπει νὰ ὑποβάλῃ καὶ τὸν προσωρινὸν ὀργανισμὸν ὡς ἴδιον αὑτοῦ ἔργον, καὶ πρέπει νὰ ὑποβάλῃ νέον προϋπολογισμόν, στηριζόμενον ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ ἐκείνου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι τοῦτο θέλει πράξει· ἐὰν ἐπιμένῃ εἰς τὴν γνώμην ταύτην, ὀφείλει νὰ πράξῃ τοῦτο τὸ ταχύτερον, ἵνα μὴ ἐπέρχηται ἀναβολή. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀπὸ τοῦδε λέγω, ὅτι θέλω ἀποκρούσει τὸ Νομοσχέδιον ἐκεῖνο, θέλω ἀποκρούσει τὸν προϋπολογισμὸν τὸν ἐπὶ τοιούτου Νομοσχεδίου στηριχθησόμενον, καὶ διότι δὲν ἀποδέχομαι τὸν τρόπον τοῦ ὀργανισμοῦ τὸν ἐν τῷ προσωρινῷ νόμῳ τοῦ 1879 ἀναγεγραμμένον, καὶ διότι δὲν ἀποδέχομαι αὐτὸ τοῦτο, τὸ νὰ ὀργανώσωμεν τὰ τοῦ στρατοῦ προσωρινῶς.
§52ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἂν ἤθελον, κύριοι, ν’ ἀπαντήσω εἰς τὰς εἰρωνίας τοῦ κ. Τρικούπη, δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν, διότι δὲν ἐξῆλθον τῆς σχολῆς τῆς εἰρωνευτικῆς, σπουδαιολογοῦντες ὅμως ὑποθέτω, ὅτι πρέπει νὰ συζητῶμεν. Ὁ κ. Τρικούπης διϊσχυρίζεται, ὅτι τὸ ὑποβληθὲν Νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ δὲν συνάδει τὸ παράπαν μὲ τὸν προϋπολογισμόν. Ἐὰν εἴχομεν ἐνώπιον ἡμῶν τὸ κείμενον, ἤθελεν ἰδεῖ ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι ὄχι μόνον συνάδει, ἀλλ’ ὅτι ὁ ὑποβληθεὶς προϋπολογισμὸς εἶναι πραγματικὴ ἀπόῤῥοια τοῦ Νομοσχεδίου. Ὁ κ. Τρικούπης, λίαν κολακευτικῶς δι’ ἐμὲ, μὲ ἔθιξεν, ὅτι ἐσκέφθην περὶ τῶν ἐγγόνων μου. Ἐὰν τόσον γρήγορα ἐγήρασεν ἡ Ἑλλὰς, ὥστε ἀπὸ τὸ 1878 νὰ λησμονήσῃ ἑαυτὴν κατὰ τὸ 1880, τότε παραδέχομαι, ὅτι εἰργάσθην περὶ τῶν ἐγγόνων μου τοῦ ἔτους 1878 καὶ 1879. Ἄλλο ἐσκέπτετο τὸ ἔθνος τότε, παρ’ ὅ,τι σήμερον βλέπομεν, ὅτι σκέπτεται ἡ Βουλή.
§53ΤΙΝΕΣ. Ὁ Τρικούπης, ὄχι ἡ Βουλή.
§54ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Περὶ οἰκονομιῶν ἦτον ὁ λόγος. Τὸ Νομοσχέδιον τὸ στρατιωτικὸν συνέταξα πράγματι ἐπὶ τῷ σκοπῷ τὸν ὁποῖον ὑπονοεῖ ὁ κ. Τρικούπης, ἐλησμόνησεν ὅμως ἴσως, ὅτι ὁ σκοπὸς περιλαμβάνει δύω ἰδέας, ἢ τὴν διοίκησιν, ἢ τὴν διεκδίκησιν. Νομίζω, ὅτι ἀρκετὰ ἐξηγήθην· ἢ ἠθέλομεν διοικήσει, ἢ ἐμφορούμενοι ἀπὸ τὰς ἰδέας, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐμφορεῖται τὸ ἔθνος, ἔπρεπε νὰ προετοιμάσωμεν στρατὸν, ἵνα διεκδικήσῃ, ἡ δὲ Ἑλλὰς εἶχεν ἀνάγκην ὅλων τῶν τέκνων της, ὅπως τὴν ὑπηρετήσωσι διὰ τὰς δύω ταύτας ἰδέας. Νομίζω, ὅτι δὲν πταίω ἐγὼ τὸ παράπαν, ἐὰν σήμερον ἡ Ἑλλὰς λέγῃ· ἐπτώχηνα, ἔχω τὸ ἔλλειμμα, δὲν θέλω τίποτε. Δὲν ἠμποροῦσα ἐγὼ νὰ ἐνεργήσω ὑπὸ τοιαύτας ἰδέας ὅταν τὸ συνέταττον, καθόσον ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο παροῦσα, ἵνα γνωσθῶσιν αἱ νέαι αὗται ἰδέαι της. Ἐὰν ἡ περυσινὴ Βουλὴ ἦτο μὲ αὐτὰς τὰς ἰδέας, βεβαίως θὰ ἤρχοντο ἄλλα νομοσχέδια. Ἤδη ἀπὸ τὴν ἰδέαν τῆς παρούσης Βουλῆς, δεικνυούσης πνεῦμα οἰκονομίας, ἐμφορουμένη καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἀπεφάσισε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς ἀπὸ τὴν ἰδέαν αὐτὴν ἐμφορουμένη ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ, σκοπὸν εἶχεν ἴσως ἀκόμη νὰ τὸν πελεκήσῃ, καὶ τίποτε παράξενον τὰς ἰδέας τῆς ἐπιτροπῆς ἀκόμη περισσότερον νὰ πελεκήσῃ ἡ Βουλή. Ἀλλὰ τί πταίει εἰς τοῦτο ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν;
§55ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διότι δέχεται ἐναντίον τῶν πεποιθήσεών του...
§56ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ γνωρίζωμεν τί σκέπτεται ὁ Κυβέρνησις.
§57ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἤκουσα ἓν μέλος τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς νὰ μὲ ἐρωτᾷ, διὰ τὶ ὁ προϋπολογισμὸς ὁ ἐφετεινὸς ἢ ὁ περυσινὸς εἶναι ἀνώτερος ἐκείνου τοῦ 1877; Λέγω: τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλούστατον, εἶναι καθαρὰ ἀριθμητική· σήμερον ἔχομεν 20 τάγματα τοῦ πεζικοῦ, πρὶν εἴχομεν 10. Τότε αὐτὸς λέγει 10 νὰ μείνουν, καὶ ἐσημειώθησαν παρὰ πολλῶν τῆς Ἐπιτροπῆς 10, ὡς μελέτη. Πυροβολικὸν ἔχομεν 12 πυροβολαρχίας, τότε δὲ ἦσαν 6, καὶ ἐσημειώθησαν ὑπ’ αὐτῶν 6. Ἱππικὸν ἔχομεν 5 ἴλας· τότε ἦσαν 4, ἐσημείωσαν 4. Ἔχομεν τώρα 2 τάγματα μηχανικοῦ, ἐνῷ τότε εἴχομεν 1· ἐσημειώθη ὑπ’ αὐτῶν 1. Ἠναγκάσθην λοιπὸν, κύριοι, νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ, ἐπειδὴ κάμνετε αὐτὴν τὴν μελέτην, ἠμπορεῖτε νὰ προχωρήσητε καὶ παρακάτω, ἠμπορεῖτε νὰ καταβιβάσητε τὴν δύναμιν τῶν ταγμάτων, καὶ νὰ ἔχητε 5 τάγματα. Λοιπὸν εἰς τί πταίει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν; Ποῖαι εἶναι αἱ πεποιθήσεις, εἶπεν ὁ κ. Λομβάρδος, τῆς κυβερνήσεως; Δὲν ἀντιπροσωπεύω ἴσως ἀπολύτως τὴν γνώμην τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου εἰς αὐτὸ τὸ ὁποῖον θὰ εἴπω, ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι πρεσβεύει τὸ ἑξῆς· ὅτι, μὴ δυναμένη σήμερον ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ τὸ ἀναγκαῖον προσωπικὸν διὰ τὰ στελέχη ἐντελῶς ὠργανισμένου στρατοῦ, ὑποθέτω, ὅτι ἐννοεῖ νὰ συντηρήσῃ τὰ σήμερον ὑπάρχοντα στελέχη καὶ νὰ παρακολουθήσῃ τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς εἰς οἰκονομίαν ἀνδρῶν, καὶ ἐπ’ αὐτῇ τῇ βάσει εἰργάσθημεν. Ἐπῆρα ὅλας τὰς ὑπηρεσίας, εἰς τὰς ὁποίας ἀσχολεῖται σήμερον ὁ στρατὸς, καὶ τὴν κατάστασιν αὐτῶν ἐμελετήσαμεν μαζὺ μὲ τὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴν, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ κυβέρνησις, ἐὰν παραδέχηται τοιαύτας οἰκονομίας, δὲν ἀλλάσσει τὸ πρόγραμμά της.
§58Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Κύριοι, παρέρχομαι τὸ βῆμα ἐν ἀμηχανίᾳ, ἡ δὲ ἀμηχανία μου εἶναι διττή· τὸ μὲν, διότι ἐντελῶς ἀπαράσκευος καὶ ἐντελῶς ἐξ ἀπροόπτου ἔρχομαι ἐπὶ ζητήματος, περὶ τοῦ ὁποίου ἀπαιτεῖται ἡ ἐμβριθεστέρα τῶν σκέψεων καὶ ἡ σπουδαιοτέρα τῶν μελετῶν· τὸ δὲ, διότι δὲν ἐννοῶ πῶς ἐπῆλθεν ἡ προκειμένη συζήτησις, ἡ ὁποία τίποτε ὀλιγώτερον ἢ κρούει τὰς θύρας πολιτικοῦ ζητήματος. Βεβαίως ἐγένετο σύγχυσις ἐκ μέρους τῶν προαγορευσάντων ἐπὶ δύο διαφόρων ζητημάτων, ἐσύγχυσαν δηλαδὴ τὸ ζήτημα τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ μὲ τὸ ζήτημα τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, ἐνῷ δὲν εἶναι ποσῶς τὸ αὐτὸ πρᾶγμα ὀργανισμὸς στρατοῦ καὶ δύναμις στρατοῦ· εἶναι μεγίστη διαφορὰ, καὶ δύναται ὁ μὲν ὀργανισμὸς νὰ ἀναβιβάζῃ τὴν δαπάνην εἰς 20 ἑκατομμύρια, ἡ δὲ δύναμις νὰ περιορίζῃ ταύτην εἰς 10 μόνον ἑκατομμύρια· ἡ δὲ διαφορὰ τῆς δαπάνης προέρχεται ἐκ τῆς μειώσεως ἢ τῆς αὐξήσεως τῆς δυνάμεως τοῦ αὐτοῦ ὀργανισμοῦ. Δὲν ἐγένετο λοιπὸν διάκρισις ἐπὶ τῆς τοιαύτης περιστάσεως, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς ἐκάκισε σκληρῶς, διότι βεβαίως αἱ ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν θωπεῖαί του δὲν ἦσαν τοιαύτης φύσεως, ὥστε νὰ προκαλέσωσι τὰς πρὸς αὐτὸν εὐχαριστήσεις τοῦ κ. Βαλτινοῦ· ἐκάκισε, λέγω, τὸν Ὑπουργὸν καὶ τὸν ἤλεγξε ὡς δῆθεν ἀσυνεπῆ, διότι ὑπέβαλε προϋπολογισμὸν ἀσύμφωνον πρὸς τὸν ὀργανισμὸν, τὸν ὁποῖον αὐτὸς ὁ ἴδιος ὑπουργὸς ὑπέβαλεν. Ἄν ὁ καὶ περὶ τὰ στρατιωτικὰ ἐντριβὴς, καὶ ἐπιμένω εἰς τοῦτο, κ. Τρικούπης περισσότερον ἐνέκυπτεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, δὲν πιστεύω, ὅτι ἤθελεν ἐπιμένει διατεινόμενος, ὅτι τοιαύτη ἀσυνέπεια ὑφίσταται. Ἐλυπήθην, κύριοι, ὅταν ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον κ. Τρικούπην σήμερον ἀσύμφωνον πρὸς τὸν ἴδιον κ. Τρικούπην, τὸν πρό τινων ἡμερῶν. Ἐπειδὴ βεβαίως οὐδεὶς ἐλησμόνησεν, ὅτι ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ βήματος μετὰ τὴν ἐπελθοῦσαν πολιτικὴν κρίσιν ὁ κ. Τρικούπης, ἐκθέτων τοὺς λόγους, δι’ οὓς προσκληθεὶς παρὰ τοῦ Βασιλέως, πρὸς σχηματισμὸν κυβερνήσεως, δὲν ἐσχημάτισε τοιαύτην, μεταξὺ τῶν ἄλλων εἶπεν, ὅτι ὡς πρός τινα ζητήματα ἐθνικὰ δὲν ὑπάρχει διχογνωμία· ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν πάντες εἴμεθα σύμφωνοι, ὑπάρχει διαφορὰ γνώμης μόνον ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν καὶ τὰς λεπτομερείας. Σήμερον ἐν τούτοις ὁ κ. Τρικούπης ἐπέμενεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔχει ὑπὲρ ἑαυτῆς τὴν πρόληψιν, ὅτι ἀντιπροσωπεύει τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Κοινοβουλίου, ὤφειλε, στηριζομένη εἰς τὴν πρόληψιν αὐτὴν, νὰ παρουσιάσῃ προϋπολογισμὸν κατὰ τὰς ἰδέας της καὶ ἐπιμείνῃ ὑποστηρίζουσα αὐτόν. Δὲν συμφωνῶ παντάπασιν ὡς πρὸς τὴν τοιαύτην σκέψιν. Τὸ ζήτημα τοῦ στρατοῦ δὲν εἶναι ζήτημα οὔτε μόνον τῆς Βουλῆς, οὔτε τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε τῆς συμπολιτεύσεως, οὔτε τῆς ἀντιπολιτεύσεως, εἶναι ζήτημα ἐθνικόν. (Θόρυβος.)
§59ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.
§60ΣΤΑΪΚΟΣ. Μὴ ταράττεσθε. Μὴ ἐρεθίζεται ὁ χῶλος τοῦ κατὰ φαντασίαν ἢ κατ’ ὄνομα στρατηγοῦ Δημητρακάκη! Ὑπεράνω τῆς Βουλῆς εἶναι τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, εἶναι ὁ Ἑλληνισμός. Καὶ προκειμένου περὶ ζητήματος, ἁπτομένου τῶν ὑψίστων ἐθνικῶν συμφερόντων, ὡς τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν στρατιωτικὴν σύνταξιν τῆς χώρας, δὲν εἶναι τοῦτο ζήτημα πλειοψηφίας 5 ἢ 6 ἀτόμων, εἶναι ζήτημα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ πρέπει καὶ συμπολίτευσις καὶ ἀντιπολίτευσις καὶ Βουλὴ καὶ Κυβέρνησις νὰ ἀφήσουν τὸ ζήτημα αὐτὸ εἰς τὴν σφαῖραν, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ φύσις του τὸ ἔθηκε, καὶ νὰ μὴ καταβιβάσωσιν αὐτὸ εἰς τὴν κονίστραν πολιτικῶν συμφερόντων καὶ πολιτικῆς διαμάχης, τοσούτῳ δὲ μᾶλλον, ὅσῳ ἐπὶ ὡρισμένων ζητημάτων, καὶ τοιοῦτον εἶναι τὸ προκείμενον, συμβαίνει πολλάκις, ὥστε ἡ μειοψηφία τῆς Βουλῆς νὰ ἀντιπροσωπεύῃ τὴν πλειοψηφίαν τοῦ ἔθνους, καὶ νὰ διερμηνεύῃ τὴν ἐθνικὴν θέλησιν, πολλάκις μάλιστα καὶ μόνον ἄτομον ἐκφράζει τὸ ἐθνικὸν φρόνημα, τοὺς ἐθνικοὺς πόθους. Ἀλλὰ, κύριοι, εἶναι ἐντελῶς ἄκαιρος καὶ ἀπολύτως ἄσκοπος ἡ προκειμένη συζήτησις σήμερον. Ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου, τότε ἕκαστος δύναται νὰ ἐκθέσῃ τὰς σκέψεις του, καὶ τότε, βεβαίως μετὰ εὐρεῖαν καὶ ἐσκεμμένην συζήτησιν, ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφασίσῃ. Σήμερον ὅμως συζητοῦμεν ἀπολύτως ἄνευ σκοποῦ, ἀφοῦ οὔτε τὸν ὑπὸ συζήτησιν νόμον ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν, οὐδ’ ὡρισμένως εἶναι γνωστόν περὶ τίνος συζητοῦμεν. Ἀτυχὴς ἐν τούτοις περίστασις μὲ ἔφερεν εἰς ὀλωσδιόλου παράδοξον θέσιν σήμερον πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Τρικούπην, καὶ λυποῦμαι σφόδρα, καθ’ ὅσον εἶμαι ἠναγκασμένος εἰς ὅσα ἐξέθηκε περὶ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν νὰ φέρω πλήρη τὴν διάψευσιν. Καὶ θὰ λυπηθῇ βεβαίως καὶ ὁ κ. Τρικούπης, ἀλλὰ δὲν θὰ δυσαρεστηθῇ ἐναντίον μου, ὅταν ἀκούσῃ, ὅτι ἐσφαλμένως τὸν ἐπληροφόρησαν, ὅτι δῆθεν διαφωνία ὑπῆρξε μεταξὺ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν, ἀφοῦ οὔτε συζήτησις ἔλαβε χώραν, οὔτε κἂν συνῆλθε μέχρι σήμερον, παρὰ ἅπαξ μόνον πρὸς ἐκλογὴν προέδρου, ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιτροπή, τῆς ὁποίας εἶμαι μέλος.
§61ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὡμίλησα περὶ τῶν σκέψεων τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, μετὰ τῶν ὁποίων συνωμίλησα.
§62ΤΡΙΓΓΕΤΑΣ. Ἐγένετο ἰδιαιτέρα σκέψις μεταξὺ τῶν μελῶν.
§63ΣΤΑΪΚΟΣ. Τότε; Ἐνθυμεῖσθε πολὺ καλὰ, κύριε Τριγγέτα, ὅτι ἀμφότεροι ἡμεῖς συνεννοήθημεν μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Βουλῆς, καὶ ἐμείναμεν σύμφωνοι νὰ συνέλθωμεν καὶ νὰ συζητήσωμεν τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ἀφοῦ προηγουμένως ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ συντάξῃ καὶ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της, καὶ ταύτην λαμβάνοντες ὡς βάσιν, νὰ ἐπιφέρωμεν τὴν κρίσιν μας. Ἡ ἐπιτροπὴ λοιπὸν δὲν συνῆλθε, καὶ δὲν ὑπῆρξεν οὔτε σκέψις, οὔτε συζήτησις, οὔτε διαφωνία καμμία ἐν τῇ ἐπιτροπῇ.
§64ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην, ὁ προαγορεύσας κ. Τρικούπης δὲν εἶπεν ἢ ὅ,τι ὑμεῖς ἐπανελάβετε, δηλ. ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ἀναμένει τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἵνα κατόπιν προβῇ, διότι ἡμεῖς καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τῶν στρατιωτικῶν μέχρι τοῦδε, εἶναι ἀληθέστατον, εἴμεθα σύμφωνοι, χωρὶς ὅμως προηγουμένως νὰ συζητήσωμεν τίποτε, εἰμὴ μόνον ἓν νομοσχέδιον.
§65ΣΤΑΪΚΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· δὲν ἐπροσέξατε φαίνεται. Τοὐναντίον μάλιστα· ἠθέλησεν, ἐν τῷ δικαίῳ του, ἐφ’ ὅσον ἐφρόνει κατὰ τὰς πληροφορίας του, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ συνῆλθε......
§66ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι, δὲν τὸ ἐφρόνουν.
§67Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Τότε λυποῦμαι πολὺ, διότι κανεὶς ἐξ ὑμῶν δὲν δεικνύει ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τοῦ κ. Τρικούπη, ἢ μόνον ἐγὼ, ὅστις ἐδικαιολόγησα αὐτὸν, ἀποδοὺς τὴν πλάνην εἰς ἐσφαλμένας πληροφορίας, διότι ἀπόλυτος μόνον ἄρνησις δὲν δύναται νὰ ἀπαλείψῃ ὅσα πρό τινων στιγμῶν ἡ ἀκοὴ ὅλων μας ἀντελήφθη, καθόσον ὁ κ. Τρικούπης οὐ μόνον εἶπεν αὐτὰ, ἀλλὰ καὶ μετ’ ἐνδιαφέροντος καὶ ἐπανειλημμένως ὑπερασπίσθη τὴν ἐπιτροπὴν, εἰπὼν, ὅτι ἀδίκως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μέμφεται καὶ αἰτιᾶται τὴν ἐπιτροπὴν, ἐνῷ οὐδὲ μομφὴ, οὐδ’ αἰτίασις ἐγένετο κατὰ τῆς ἐπιτροπῆς· ἐγὼ δὲ, ὡς μέλος αὐτῆς, σᾶς λέγω, ὅτι οὐδὲ συνεσκέφθη, οὐδὲ συνῆλθε.
§68ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Προσεκάλεσεν ἡ ἐπιτροπή σας τὸν ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ὑπουργὸν νὰ ἀνταλλάξουν τὰς ἰδέας των;
§69Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Οὐδέποτε.—Εἶναι λυπηρὸν, κύριοι, ζητήματα μεγίστης ἐθνικῆς σημασίας, τὰ ὁποῖα ἔπρεπεν ἐν πλήρει συνεννοήσει ὑφ’ ἑκατέρων τῶν πτερύγων νὰ λύωνται ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους, νὰ καθίστανται ζητήματα πολιτικῆς, καὶ ἂς τὸ εἴπω μετὰ λύπης μου, προσωπικῆς μᾶλλον πάλης. Ἀλλὰ σκεφθῆτε ὡριμώτερον καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δέ. Ἡ κυβέρνησις τοῦ τόπου δὲν ἀνήκει οὔτε εἰς τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, οὔτε εἰς τὸν κ. Τρικούπην, οὔτε εἰς τὸν κ. Ζαΐμην, οὔτε εἰς τινα τῶν ἀξιούντων δικαίως τὴν πρωτοκαθεδρίαν. Ἡ κυβέρνησις τοῦ τόπου ἀνήκει εἰς τὸ ἔθνος. Τὸ ἔθνος δὲν ἐννοεῖ, ὅτι αἱ κυβερνήσεις του ἢ αἱ ἀντιπολιτεύσεις τῶν κυβερνήσεων δύνανται ἢ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ καθιστῶσιν ἑκάστοτε ζητήματα τῆς μεταξύ των πάλης τὰ ζητήματα, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται ἡ τιμὴ, ἡ ὕπαρξις, τὸ μεγαλεῖον καὶ τὸ μέλλον τοῦ ἔθνους.
§70ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Κατὰ τί διαφωνεῖτε πρὸς τὸν ὑπουργόν;
§71Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐλησμόνησα νὰ σᾶς τὸ εἴπω, διότι τοσαῦται ἐμεσολάβησαν διακοπαί. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν σᾶς ἀνεβίβασε τὴν δαπάνην, τὴν διὰ τοῦ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ, εἰς 13,000,000, καὶ κατὰ τοῦτο διαφωνῶ πρὸς τὸν ὑπουργὸν διότι ἡ δαπάνη τῶν 13,000,000 διὰ τὸ παρελθὸν ἔτος δὲν εἶναι δαπάνη ἀναπόφευκτος διὰ τὸ 1880, διότι καὶ τὴν δύναμιν ἐννοῶ νὰ περιορίσωμεν καὶ προμηθείας ἐφέτος ὑλικοῦ δὲν πρόκειται νὰ κάμωμεν, διότι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην. Συντάσσομαι λοιπὸν μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Πατρῶν βουλευτοῦ κ. Ῥικάκη καὶ ὑποστηρίζω τὸν χθὲς λήξαντα προσωρινὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ καὶ διὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος 1880, διὰ πολλοὺς ἄλλους λόγους, ἀλλὰ κυρίως, διότι, ἐὰν θὰ ἦναι στρατὸς τοιοῦτος ἢ τοιοῦτος, ἢ ἐὰν δὲν θὰ ὑπάρχῃ διόλου, αὐτὸ εἶναι ζήτημα, ὅπερ ὑμεῖς θὰ λύσητε· ἀλλ’ ὁπόσος πρέπει νὰ ἦναι ὁ στρατὸς καὶ ὁποῖος, τοῦτο κυρίως ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ ἐκκρεμοῦς ἐξωτερικοῦ ζητήματος. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν τὸ ζήτημα ἐξακολουθεῖ νὰ ἦναι ἐκκρεμὲς, δὲν ἐννοῶ διατὶ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1880 μετεβλήθη ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος καὶ ἔγεινε διαφορετικὴ παρ’ ὅ,τι ἦτο τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1879. Ὑποστηρίζω λοιπὸν τὴν δι’ ἑνὸς μόνον ἄρθρου ἐπιψήφισιν καὶ διὰ τὸ 1880 τοῦ πέρυσι ψηφισθέντος προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ, διότι, πρὸς ὁριστικὴν ῥύθμισιν τῶν στρατιωτικῶν, δέον νὰ ᾖ βεβαιωμένον καὶ ὁπόσην καὶ ὁποίαν Ἑλλάδα θὰ ἔχωμεν, καὶ ἀναλόγως αὐτῆς πρέπει νὰ κανονίσωμεν καὶ τὰς ἐθνικὰς δυνάμεις.
§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Αὐτὸ καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπρότεινε.
§73ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἐπρότεινε τίποτε.
§74Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν ἠδύνατο ἡ σύγχυσις νὰ ἦτο ἡ συνέπεια τῆς σημερινῆς συζητήσεως, ὅταν οἱ διευθύνοντες τὰ κοινὰ δὲν ἔχουν τὴν ἐλαχίστην πεποίθησιν. (Θόρυβος.) Σήμερον τὸ κοινοβούλιον μεταβάλλεται εἰς στρατιωτικὴν ἀκαδημίαν, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ πρόκειται ν’ ἀναλάβῃ καθήκοντα συντάκτου στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, καὶ τοῦτο ἕνεκα ἐλλείψεως ἀσυγχωρήτου ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Σήμερον ἡ συζήτησις κατ’ ἀνάγκην συγχίζεται, διότι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δὲν στηρίζεται εἰς νόμον ἢ εἰς Βασιλικὸν διάταγμα, καὶ ταράττεσθε διὰ τοῦτο ὅταν λέγω, ὅτι ἀλλοίμονον εἰς τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα ἔχουν Κυβερνήσεις, αἵτινες δὲν ἔχουν πεποιθήσεις. Τὰ στρατιωτικὰ πράγματα, κύριοι, ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἀπησχόλησαν σπουδαίως καὶ δικαίως τὴν προσοχὴν τοῦ κοινοβουλίου, διότι ἀπεῤῥόφων τὰ ἡμίση τῶν εἰσοδημάτων τοῦ Κράτους. Ἐζητήσαμεν ἀπὸ τριῶν ἐτῶν νὰ παύσῃ ἡ αὐτοκρατορία τῶν Ὑπουργῶν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐζητήσαμεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἦναι ἐν ἴσῃ μοίρᾳ μετὰ τῶν λοιπῶν Ὑπουργῶν τοῦ Κράτους, ἐζητήσαμεν ὥστε αἱ θέσεις ἐν τῷ στρατῷ νὰ μὴ ἀποῤῥέωσιν ἐκ τῆς προσωπικῆς συμπαθείας τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλ’ ἐκ τοῦ νόμου, καὶ διὰ τοῦτο κατεσπευσμένως τὸ κοινοβούλιον ἐψήφισε προσωρινὸν ὀργανισμὸν, διὰ νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν δύναμιν ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν Ὑπουργῶν, οἵτινες, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Κράτους καὶ χάριν τῶν συμπαθειῶν των, ἠδίκησαν πολυειδῶς καὶ τὸ Κράτος καὶ τὸν στρατόν. Τὸ Κοινοβούλιον ἐψήφισε προσωρινὸν ὀργανισμὸν βεβιασμένον, ἵνα ἀφαιρέσῃ ἐκ τοῦ Ὑπουργοῦ τὸ δικαίωμα τοῦ προβιβάζειν κατὰ τὰς συμπαθείας του· καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ὁ Νόμος οὗτος ἐθεωρήθη ἀφετηρία πολλῶν ἀδικημάτων, τὰ ὁποῖα καθ’ ὅλον τὸ 1879 ἔλαβον χώραν καὶ διὰ τὰ ὁποῖα τὸ μὲν δημόσιον κατεδικάσθη εἰς πληρωμὴν χιλιάδων δραχμῶν, τὰ δὲ ἄτομα τὰ ὑπηρετοῦντα εὐδοκίμως ἐν τῷ στρατῷ ἠδικήθησαν. Κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη ἡ Βουλὴ ἐξεφράσθη, ὅτι ὁ στρατὸς πρέπει νὰ διέπηται ἀπὸ Νόμους καὶ οὐχὶ ἀπὸ ὀργανικὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα προκαλοῦνται ἀπὸ τὴν ἑκάστοτε θέσιν τῶν προσώπων τῶν ὑπηρετούντων ἐν τῷ στρατῷ. Ἐγένετο διὰ Νόμου ὁ προσωρινὸς ὀργανισμὸς, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ῥητὸν ὅρον, ὅταν τὸ πρῶτον συγκληθῇ ἡ Βουλὴ, πρέπει ὑποχρεωτικῶς ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ πάγιον καὶ μόνιμον ὀργανισμόν. Τοῦτο ἦτον ἐν γνώσει τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἂν ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἦτο μέλος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἦτον ὁ Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος μένει ἀπὸ τὰ 78.
§75ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπεβάλαμεν Νόμον.
§76ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἀλλὰ, μοὶ λέγουν, ἐφέραμεν ὀργανισμὸν μόνιμον· τώρα θέλω σᾶς ἀποδείξει τί εἶναι αὐτὸς ὁ ὀργανισμός. Λυποῦμαι, κύριοι, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, λαβὼν τοσαύτην εὐκαιρίαν καὶ ἄνεσιν, διότι τὸ Κοινοβούλιον ἀπὸ ἑπτὰ μηνῶν σχολάζει, δὲν ἐμελέτησε τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ, τὰς ἐλλείψεις του, τὰ ἐλαττώματά του, καὶ δὲν ὑπέβαλε Νόμον προσήκοντα πρὸς τὰ ἐλαττώματά του καὶ πρὸς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους. Ὅπως λίαν εὐστόχως ὁ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ὁ ὀργανισμὸς, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς, εἶναι ἐπιστημονικὸν κατασκεύασμα καὶ ἀντίγραφον, ὑπὸ κλίμακα σμικρύνσεως, αὐτὸς ὁ Γαλλικὸς, καὶ καθ’ ὃ τοιοῦτος, ἀνεφάρμοστος, διὰ τὴν Ἑλλάδα τοὐλάχιστον, ἐπὶ πολλὰ ἔτη, διότι καὶ τοῦ ἀναγκαίου προσωπικοῦ στερεῖται, ὁ δὲ πληθυσμὸς τῆς χώρας δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, τὸ δὲ Κράτος ἀδυνατεῖ νὰ ὑποστῇ τοιαύτην δαπάνην. Λέγω ἕνεκα ἐλλείψεως προσωπικοῦ, διότι οἱ ἐπιστήμονες ἀξιωματικοὶ δὲν δημιουργοῦνται διὰ τῆς ἀλλαγῆς τῶν στολῶν. Ἀξιωματικὸς τοῦ πεζικοῦ δύναται νὰ ἦναι ὡραῖος ἀξιωματικὸς τῶν ἐπιτελῶν, φέρων τὰ χρυσᾶ ἐπωμίδια· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀρκεῖ, οἱ ἐπιτελεῖς ἔχουσιν ἀνάγκην μεγάλης καὶ διαρκοῦς ἐκπαιδεύσεως. Ὅταν ὁλόκληρος ἡ Γαλλία κατεδίκασε τὸ σῶμα τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν της, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπὶ πολλὰ ἔτη πολλὰ ἐδαπάνησε, καὶ τὸ ἐκήρυξεν ἂν οὐχὶ ἐντελῶς ἀνίκανον, ἀλλ’ ἀνεπαρκές, ἕνεκα τῶν μεγάλων καθηκόντων καὶ τῶν μεγάλων γνώσεων, τὰς ὁποίας οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν Ἐπιτελῶν πρέπει νὰ ἔχωσιν· ὅταν βλέπωμεν τὸ Κράτος αὐτὸ, τὸ ὁποῖον, ἐξελθὸν ἀπὸ τρομερὰν δυστυχίαν, κάμνει τοιαύτην διάγνωσιν τῆς καταστάσεώς του, δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω, ὅτι οἱ ἐν Ἑλλάδι ἀξιωματικοὶ εἶναι τόσον πλούσιοι γνώσεων, ὥστε, ἀλλάζοντες τὴν στολήν των, ν’ αὐξάνωσιν αὐτάς. Ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ καὶ ὁ ὑποβληθεὶς προϋπολογισμὸς εἶναι σωρεία προβιβασμῶν διαρκῶν, καὶ εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν μεταξὺ 875 ἀξιωματικῶν ἀμφιβάλλω ἂν, ἐκτὸς εἴκοσιν, οἱ λοιποὶ ἔχωσι τὸ δικαίωμα κἂν τοῦ προβιβασμοῦ, διότι δὲν συνεπλήρωσαν οὔτε τὸν ἐλάχιστον ὅρον, τὸν ἀπαιτούμενον ἀπὸ τὸν νόμον τὸν περὶ προβιβασμῶν. Τοιοῦτον ὀργανισμὸν μᾶς ὑπέβαλεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὅταν δὲν τοῦ ἐπετρέπετο ν’ ἀγνοῇ, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέγραφεν ἔλλειμμα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Καὶ εἶναι ἄπορον πῶς ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος, διατελῶν ἐν ἴσῃ μοίρᾳ πρὸς τοὺς λοιποὺς συναδέλφους του ἀπέναντι τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, γινώσκων τὴν ἐλεεινὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, ἀνέγραψε δαπάνας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπρόκειτο νὰ χρησιμεύσουν ἐπὶ τέλους ὡς διεκδίκησις ἐθνικῶν συμφερόντων, ἀλλ’ ὡς προστασία ἀτόμων· καὶ τὸ ὡμολόγησεν, εἰπών, ὅτι θέλει νὰ διατηρήσῃ τὰ στελέχη, τὰ ὁποῖα δημιουργεῖ διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ μειώσῃ ἐπὶ πολὺ τὸν ἀριθμὸν τῶν στρατιωτῶν. Αὐτὴ, κύριοι, εἶναι ἡ ἀληθὴς κατάστασις· τὸ λέγω μετὰ παῤῥησίας καὶ πεποιθήσεως, διότι ὅπως σεῖς καὶ ἐγὼ ἀγαπῶ τὸν στρατὸν, διότι ἀνήκει εἰς τὴν αὐτὴν οἰκογένειαν τῆς ὅλης Πατρίδος. Ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ τὴν σημαίαν τοῦ στρατοῦ. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται νὰ προασπίζῃ τὰ ζητήματα ἐκεῖνα τὰ καθαρῶς ἐπιστημονικὰ, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν ἰδέαν τοῦ θεσμοῦ εἶναι ἐγωϊσμὸς ἀσυγχώρητος νὰ ἰδιοποιῆται τὴν ἀντιπροσωπείαν αὐτοῦ. Ἀλλὰ, μᾶς λέγει ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἀντιτάσσομαι, δέχομαι τὸν προσωρινὸν ὀργανισμὸν τοῦ 1879, ἐν ἄλλαις λέξεσι μᾶς λέγει, παρατείνατε τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, διὰ τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὸς παραπονεῖται καὶ τὸ Κοινοβούλιον παρατείνατε κατάστασιν, ἥτις εἶναι ἀνίκανος ἐν πολέμῳ, καὶ σχεδὸν ἄχρηστος ἐν εἰρήνῃ, ἀνανεώσατε τὸν ὀργανισμὸν τοῦ 1879, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ στρατὸς εἶναι κατακερματισμένος, δὲν ἐκπαιδεύεται, παρὰ δὲ τὰ στελέχη δὲν ὑπάρχει ὁ ἀναγκαῖος ἀριθμὸς στρατιωτῶν. Αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος τοῦ 1879. Ἀλλὰ, θὰ μὲ εἴπητε, διατί τὸν ἐψηφίσατε; Τὸν ἐψηφίσαμεν, ἵν’ ἀπαλλαγῶμεν τῆς ἐκδόσεως Β. Διαταγμάτων· ἐγὼ δὲ τότε ἐφρόνουν, ὅτι εὐχῆς ἔργον ἦτο νὰ ἴσχυεν ὁ προσωρινὸς ὀργανισμὸς, ἐνόσῳ δὲν ἤρχετο μόνιμος, διότι ἐφοβούμην τὴν 1 Ἰανουαρίου, καθ’ ἣν ἠδύνατο νὰ λάβῃ χώραν δημιουργία νέων θέσεων, ὡς τοῦτο ἀπὸ πολλοῦ χρόνου συμβαίνει ἐν τῷ στρατῷ διὰ τῆς διὰ Διαταγμάτων ὀργανώσεως αὐτοῦ, καὶ ἐνῷ βλέπετε θέσιν κατεχομένην ὑπὸ ἀνθυπασπιστοῦ, διὰ Β. Διατάγματος δίδεται εἰς ἀνώτερον ἀξιωματικὸν, ἄλλη δὲ θέσις, κατεχομένη ὑπὸ ὑποστρατήγου, δίδεται εἰς λοχαγὸν, καὶ ταῦτα, ὅπως παραμερισθῇ τὸ ἓν πρόσωπον, διὰ νὰ προαχθῇ τὸ ἕτερον. Διὰ τοῦτο τὸ Κοινοβούλιον ἔσπευσεν ἐν γνώσει τῆς ἀκαταλληλότητος τοῦ ὀργανισμοῦ ἐκείνου νὰ τὸν καταστήσῃ νόμον, ὅπως παύσῃ τὸ σύστημα τῆς διὰ Διαταγμάτων δημιουργίας θέσεων ἐν τῷ στρατῷ. Ἡ Κυβέρνησις γνωρίζει, ἂν δὲ μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν προϋπολογισμῶν τοῦ 1878 καὶ 1879 οἱ Ὑπουργοὶ ἐφρόντισαν ὥστε αἱ ἀναγραφόμεναι πιστώσεις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ νὰ στηρίζωνται ἐπὶ Νόμων τοῦ Κράτους, καὶ διὰ τοῦτο λίαν εὐλαβῶς καὶ οἱ σημερινοὶ Ὑπουργοὶ ἐζήτησαν διαφόρους πιστώσεις ἐγγεγραμμένας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ νὰ περιβάλωσι μὲ τὸ κῦρος τοῦ Νόμου, ἰδίᾳ δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὁ κλάδος τοῦ ὁποίου διέπεται ὑπὸ Διαταγμάτων. Ὤφειλε λοιπὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καθὼς καὶ ὁ τῶν Ναυτικῶν, τὰς ἀναγεγραμμένας πιστώσεις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ νὰ τὰς περιβάλῃ μὲ τὸν τύπον τοῦ Νόμου, καὶ ὤφειλε νὰ φέρῃ τὸν ὀργανικὸν Νόμον. Ἀλλὰ πράγματι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μᾶς ὑπέβαλε Νόμον λίαν ἐπιστημονικόν, ἀλλ’ ἀκατόρθωτον διὰ τὴν Ἑλλάδα, καὶ διότι ἐλλείπουσι χρήματα, καὶ διότι ἐλλείπουσι πρόσωπα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ μᾶς ὑπέβαλον ἕνα προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος οὔτε ἐπὶ τοῦ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ στηρίζεται, οὔτε ἐπὶ τοῦ μονίμου, οὔτε ἐπὶ Β. Διαταγμάτων. Δι’ ὅλους τοὺς λόγους τούτους, κύριοι, νομίζω, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον, τὸ ὁποῖον ἀνέκαθεν ἐπεδείξατο ζῆλον εἰς τὸ νὰ ῥυθμίσῃ καὶ τὰ Στρατιωτικὰ καὶ τὰ Ναυτικὰ τοῦ Κράτους, ὅπως καὶ τοὺς ἄλλους κλάδους τῆς ὑπηρεσίας, θέλει ζητήσει ὅπως μὴ συζητήσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, —δὲν ἠξεύρω δὲ ἂν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν διατελῇ ὑπὸ τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, —ἀλλ’ ὅπως ἐπιστραφῶσιν οἱ δύω προϋπολογισμοὶ τῶν δύω Ὑπουργείων, καὶ οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ ὑποβάλωσι τοὺς σχετικοὺς Νόμους, δυνάμει τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῶν πιστώσεων.
§77ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι μεθ’ ὅσα ἤκουσα εὑρίσκομαι εἰς πλήρη σύγχισιν, τῆς ὁποίας βεβαίως καὶ σεῖς δὲν εἶσθε ἀπηλλαγμένοι. Εἶναι οὐχὶ σπουδαῖον, οὐχὶ σοβαρὸν νὰ συζητῶσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ νὰ ἐπιμένωσιν, ἵνα ἐκφέρητε ἀπόφασιν καθ’ ἡμῶν, ὡς μὴ συμμορφωθέντων μὲ τὸν νόμον. Διατί; Διότι τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, χωρὶς νὰ τὸν μελετήσουν, χωρὶς νὰ τὸν ἀναγνώσουν, τὸν κηρύττουν αὐθεντικῶς ἀνεφάρμοστον, κακὸν, ἀκατάλληλον. Τὸν καταδικάζουν καὶ ἑπομένως ἀποφαίνονται, ὅτι δὲν εἶναι νόμος ὁ παρουσιασθεὶς ὀργανισμός, καὶ ὅτι ἡμεῖς παρουσιαζόμεθα φέροντες προϋπολογισμὸν ἄνευ νόμου, καὶ οὕτω ἀντισυνταγματικῶς. Ὁ κ. Μαυρομιχάλης συνεζήτησεν ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ ἀκαίρως, καὶ τὸν κατεδίκασε μονομερῶς. Ἀλλὰ σεῖς δύνασθε ν’ ἀποφανθῆτε; τὸν γνωρίζετε; Ὁ κ. Τρικούπης, διότι δὲν τὸν εὑρίσκει αὐτὸς καλὸν, καθὼς καὶ ὁ κ. Μαυρομιχάλης, νομίζει, ὅτι πρέπει ν’ ἀποφανθῆτε καὶ νὰ μᾶς κατακρίνητε, νὰ εἴπητε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέβαλε προϋπολογισμὸν ἄνευ Νόμου, ὅτι παρεβίασε τὸ Σύνταγμα, καὶ ἑπομένως νὰ ἐπιστρέψητε αὐτὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ τὸν διορθώσῃ, μόνον διότι τὸ νομίζει οὕτω ὁ κ. Τρικούπης. Καὶ διατί νὰ μὴ εἴπητε τοῦτο καὶ διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἐπαρουσίασεν ἐπίσης Νόμον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Σχολείου τῶν Τεχνῶν μὴ ὑπάρχοντα; Ὁ κ. Τρικούπης δύναται νὰ εἴπῃ: δὲν ἀξίζει τὸ προτεινόμενον Νομοσχέδιον, εἶναι ἀνεφάρμοστον, δὲν εἶναι Νόμος, ἑπομένως ὑπεβλήθη ὁ προϋπολογισμὸς ἄνευ Νόμου καὶ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν αὐτόν. Αὐτὰ, κύριοι, δὲν εἶναι σπουδαῖα. Ὅταν συζητηθῇ ὁ Νόμος, ὅταν ἀνευρεθῶσι τὰ ἐλαττώματα αὐτοῦ, ὅταν κριθῇ, ὅτι δὲν εἶναι Νόμος, τότε δύνασθε νὰ εἴπητε ὅ,τι θέλετε, οὐχὶ ὅμως ὡς ἐκ τρίποδος καὶ ἄνευ ἐρεύνης καὶ ἐξετάσεως νὰ ζητῶσι νὰ ψηφίσητε κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ καταδικάσητε τὸν Νόμον χωρὶς νὰ τὸν γνωρίζητε. Κύριοι, πολὺ βιάζεσθε· ἔχετε καιρόν. Ἐὰν περιμείνητε μέχρι τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, τότε θέλομεν ἴδει ἂν ὅσα λέγετε σήμερον ἔχουν ὑπόστασιν καὶ ἀξίαν. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Μαυρομιχάλη δὲν δύναται νὰ ἦναι ἀντικείμενον ἄξιον συζητήσεως· εἶπεν ἀφηρημένας κρίσεις ἐπὶ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον δὲν συζητοῦμεν σήμερον, δὲν γνωρίζομεν ἔτι, καὶ σεῖς ἑπομένως δὲν εἶσθε εἰς κατάστασιν ν’ ἀποφανθῆτε περὶ ὀργανισμοῦ, νὰ τὸν συζητήσητε, ἢ ἡμεῖς ν’ ἀπαντήσωμεν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν ὀφείλομεν ν’ ἀπαντήσωμεν, καὶ δὲν πρέπει καὶ σεῖς νὰ ἐπασχοληθῆτε εἰς τοιαύτην συζήτησιν. Δὲν πρόκειται σήμερον περὶ ὀργανισμοῦ, ἐπαναλαμβάνω. Τί ζητοῦσι λοιπόν; Κύριοι, νομίζω, ὅτι εὐφυῶς καὶ οὐχὶ ἐν ἀγνοίᾳ ὁ κ. Τρικούπης διέστρεψεν ἐπίσης τὰ πράγματα, ἵνα φθάσῃ εἰς τὸ συμπέρασμα ὃ ἐπιδιώκει· ἀλλ’ εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος. Τί εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης; Δὲν ἐφέρατε νόμον, διότι ὅ,τι ἐφέρατε εἶναι πᾶν ἄλλο, δὲν δύναται νὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλή· ἑπομένως δὲν δύνασθε χωρὶς νὰ φέρητε Νόμον, νὰ φέρητε προϋπολογισμόν. Εἶναι ἀληθὲς αὐτό; Ὄχι· ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔφερεν ὀργανισμὸν πλήρη, τέλειον, κατὰ τὴν ἰδέαν του. Ὁ κ. Τρικούπης ἰσχυρίζεται, ὅτι δὲν συμφωνεῖ μὲ τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ διὰ τοῦτο νὰ ἐπιστραφῇ. Τὸ ἠξεύρετε σεῖς; Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν λέγει, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἀπόῤῥοια τοῦ ὀργανισμοῦ, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δὲν ἐνέγραψεν ὅλας τὰς πιστώσεις, ὧν εἶχεν ἀνάγκην πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ ὀργανισμοῦ, ὡς ἐγὼ π. χ. ἀντὶ νὰ γράψω πίστωσιν διὰ 10 νομάρχας, ἤθελον γράψει διὰ 5, ἂν ἐνόμιζον, ὅτι ἡ θέσις τῶν 5 νομαρχῶν ἔπρεπε νὰ μένῃ κενή. Ἰδοὺ οἱ ἀντίθετοι ἰσχυρισμοί. Ὑμεῖς ἤδη δὲν ἔχετε ὑπ’ ὄψιν τὰ πράγματα· διατί θὰ πιστεύσητε τὸν κ. Τρικούπην; Αὐτὸ εἶναι τὸ ἄτοπον τὸ ὁποῖον ζητεῖ, καὶ ἐν τούτοις καταγγέλλει ἡμᾶς καὶ ἀπαιτεῖ νὰ ἐπιστραφῇ ὁ προϋπολογισμός. Ὁ προϋπολογισμὸς καθ’ ἡμᾶς εἶναι καλῶς συντεταγμένος’ δὲν ἐνεγράψαμεν ὅλας τὰς πιστώσεις, δι’ ὃν λόγον σᾶς εἶπον. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν σᾶς ὑπέβαλε διοργανισμόν, καθ’ ὃν νομίζει, ὅτι ὁριστικῶς πρέπει νὰ διοργανισθῇ ὁ Ἑλληνικὸς στρατός, ἰσχυρίζεται ὅμως, ὅτι ἤδη ὁ ὀργανισμὸς δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐφαρμοσθῇ πλήρης, διότι δὲν νομίζει, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ διορισθῶσιν ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ ἢ ὅλοι οἱ στρατιῶται· θέλει ἐφαρμόσει δὲ αὐτὸν κατὰ τὰς ἀνάγκας τὰς πολιτικὰς καὶ τὰς οἰκονομικάς. Ὑποθέτετε, ὅτι εἰς τὴν θεωρίαν του αὐτὴν ἔχει ἄδικον; ἔστω, θέλει ἐξετασθῆ· ἀλλὰ μὴ λέγετε, ὅτι πράγματι δὲν ὑπάρχει Νόμος. Μοὶ φαίνεται λοιπόν, ὅτι ὁ κ. Τρικούπης σφάλλει· ἡ βάσις τοῦ συλλογισμοῦ του εἶναι ψευδὴς καὶ κακὴ, διότι Νόμον παρουσιάσαμεν· δεύτερον, διότι οὔτε αὐτὸς οὔτε ὑμεῖς εἶσθε εἰς κατάστασιν ἤδη νὰ κρίνητε τὸν νόμον ἔτι· δὲν τὸν ἐξητάσατε, καὶ ἑπομένως δὲν δύνασθε νὰ δεχθῆτε τὴν γνώμην του μονομερῶς, καὶ νὰ μᾶς καταδικάσητε Κύριοι, εὑρέθημεν ἡμεῖς ὡς ἐκ τοῦ παρελθόντος ἠναγκασμένοι ν’ ἀναγράψωμεν πιστώσεις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ Νόμος. Ἡ Βουλὴ τὸ παρελθὸν ἔτος ὡς καὶ ἐφέτος ἐζήτησεν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις νομιμοποιήσῃ ὅλας τὰς θέσεις τὰς ἐγγεγραμμένας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ διὰ Νόμου· ἡ ἔλλειψις αὕτη τῶν νόμων δὲν μᾶς βαρύνει, τὴν ἐκληρονομήσαμεν· ἡμεῖς ὑπεβάλαμεν νόμους, ἐπληρώσαμεν τὰς ἀνάγκας, ἀλλὰ δὲν συνεζητήθησαν εἰσέτι, ἡμεῖς ἐξετελέσαμεν τὸ χρέος μας, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποχρεώσωμεν ὑμᾶς νὰ συζητήσητε καὶ ἐπιψηφίσητε. Ἂν δὲν δύνασθε ἤδη νὰ συζητήσητε τὸν ὀργανισμόν, τὸν ὁποῖον ὑπεβάλαμεν, δὲν εἴμεθα ἡμεῖς οἱ αἴτιοι· ἐὰν δὲ νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τι νομοθετημένον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ στηρίζωνται αἱ πιστώσεις, δεχθῆτε τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον εἴχετε πέρυσιν, ἢ ὅ,τι ἄλλο πρὸς ἀσφάλειαν κρίνετε· δὲν ἀντιλέγει ὁ κ. Ὑπουργός. Καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Τρικούπης εἶναι κατὰ τοῦ Νόμου ἐκείνου, ἀφοῦ πέρυσιν ἐπὶ πολὺ ἐπέμενε ἵνα κηρυχθῇ διαρκής· ἐγὼ ἀντέλεγον, ἐπιμένων ἵνα παραδεχθῶμεν ὡς προσωρινὸν αὐτὸν τὸν Νόμον καὶ τὸν συμμορφώσωμεν πρὸς τὸν προϋπολογισμόν. Ἀλλὰ ποῖαι αἱ πεποιθήσεις σας, λέγουν; Ἰδοὺ αὐταί. Νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν Νόμον περὶ στρατολογίας, ὁ ὁποῖος καλεῖ ὁλόκληρον ἡλικίαν εἰς τὸν στρατὸν, νὰ τηρήσωμεν τὸν ἀναγκαιοῦντα στρατὸν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἀνέπαφα τὰ στελέχη, τὰ ὁποῖα θὰ ἦναι ἱκανὰ εἰς περίστασιν ἀνάγκης, ἵνα διπλασιάσωμεν τὴν δύναμιν. Ἰδοὺ αἱ πεποιθήσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἐμμένομεν, καὶ θέλομεν δεχθῆ πᾶσαν μεταβολὴν συμβιβαζομένην πρὸς αὐτάς. Ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία ν’ ἀποφασίσῃ ὅ,τι θέλει, νὰ μεταβάλῃ, νὰ προσθέσῃ καὶ ν’ ἀφαιρέσῃ, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς εἴμεθα κύριοι νὰ εἴπωμεν, δὲν δεχόμεθα. Αὐταὶ εἶναι αἱ πεποιθήσεις μας, καὶ εἰς αὐτὰς ἐπιμένομεν. Νομίζω, κύριοι, ἕνεκα τούτων, ὅτι τὰ λεχθέντα ἐντεῦθεν δὲν ἦσαν κατάλληλα, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλο· ἡμεῖς ὑπεβάλομεν καὶ νόμους, καὶ προϋπολογισμὸν, ὅστις εἶναι ἀπόῤῥοια τοῦ Νόμου, ἀλλὰ δὲν ἐσημειώσαμεν τὰς πιστώσεις, τὰς ὁποίας δὲν ἐνομίζαμεν ἀναγκαίας νὰ ζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ παρόντος. Ἂν θέλητε νὰ συζητήσωμεν συγχρόνως τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τοὺς Νόμους, δεχόμεθα· ἂν ὅμως δὲν ἠμπορῆτε ἤδη, καὶ ὅμως ἡ συνταγματικὴ διάταξις πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ, καθ’ ἣν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ νομοθετικῶς πᾶσα θέσις, δεχθῆτε ἓν σύστημα, πρὸς τὸ ὁποῖον νὰ ἐφαρμόσητε τὸν προϋπολογισμόν. Κατὰ τί ἐσφάλαμεν λοιπὸν καὶ ἀντισυνταγματικῶς ἐνηργήσαμεν; Ἔχετε ἕνα προϋπολογισμὸν, μέγα μέρος τοῦ ὁποίου δὲν στηρίζεται εἰς Νόμους· ἐσπεύσαμεν διὰ τοῦτο νὰ παρουσιάσωμεν Νόμους. Ἂν αὐτοὶ δὲν συζητηθῶσιν, ἂν δὲν φαίνηται μία διάταξις αὐτοῦ καλὴ εἴς τινα, τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι δὲν παρουσιάσαμεν Νόμους· τοὺς Νόμους αὐτοὺς πρόκειται νὰ ἐξετάσητε ὅταν ἔλθῃ ὁ καιρός. Διὰ τοῦτο, κύριοι, νομίζω, ὅτι αἱ μομφαὶ δὲν ἔχουν χώραν, καὶ ἡ περαιτέρω συζήτησις εἶναι ὅλως διόλου περιττή.
§78Θ. ΖΑΪΜΗΣ. Ὅσον καὶ ἂν προσεπάθησεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ τοῦ νέου στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, μετὰ λύπης λέγω, δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀναιρέσῃ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν κ. Βαλτινόν, ὁ ὁποῖος ῥητῶς σᾶς εἶπεν ὅτι, ὅτε συνέταττε τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐπτωχύναμεν, οὐδ’ ὅτι εἴχομεν ἐλλείμματα. Εἶναι λυπηρὸν ἀληθῶς, ὅτι μέλος τῆς Κυβερνήσεως συνέταττε Νομοσχέδια, χωρὶς νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου καὶ τὰ μέσα τῆς χώρας· καὶ ὅμως τοῦτο εἶναι ἀληθές, καὶ ὁ κ. Βαλτινὸς τὸ ὡμολόγησε καθαρῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἡ ὁμολογία δὲ αὕτη τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τί ἄλλο σᾶς ἀποδεικνύει, παρ’ ὅτι ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, μὲ ὅλην τὴν ὑπεράσπισιν, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ χορηγήσῃ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι ὁ ὀργανισμὸς αὐτὸς εἶναι ἀνεφάρμοστος διὰ τὴν Ἑλλάδα, ὅτι ὁ συντάξας καὶ ὑποβαλὼν αὐτὸν εἰς τὴν Βουλὴν Ὑπουργὸς σᾶς εἶπεν, «ὅτι συνέταξεν ὀργανισμόν, ἀλλ’ ὅταν αὐτὸν συνέταττε, δὲν ἐγνώριζεν, ὅτι ἔχομεν πτώχια, ὅτι ἔχομεν ἔλλειμμα». Εἶναι λοιπὸν ἀναντίῤῥητον, χωρὶς νὰ θελήσω νὰ εἰσέλθω εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νέου ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς δὲν τὸν θεωρεῖ πλέον ὡς δυνάμενον νὰ ἐκτελεσθῇ καὶ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα νῦν. Ὅτε ὁ κ. Μαυρομαρᾶς, κατ’ ἐντολὴν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο καὶ ἐξέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν δυσχέρειαν, εἰς ἣν διετέλει ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη μὴ ἔχουσα νόμον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ βασίζωνται αἱ δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ κ. Μαυρομαρᾶς βεβαίως δὲν εἶχε τὴν πρόθεσιν νὰ ἐγείρῃ πολιτικόν τι ζήτημα, διότι οὕτω, κύριοι, ἑκάστη συζήτησις δύναται νὰ ἐκλαμβάνηται ὡς ζήτημα πολιτικόν, καὶ πᾶσα συζήτησις πρὸς βελτίωσιν τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ἡ Κυβέρνησις, δύναται ἐντελῶς νὰ καταστρέφηται. Ἀλλ’ οὔτε ἐπρόκειτο περὶ Ἑλληνισμοῦ, οὔτε περὶ τοῦ στρατοῦ, οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ οἰκειοποιηθῇ ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὸ μονοπώλιον τῆς φιλοπατρίας καὶ τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν στρατόν. Πρόκειται ἁπλῶς περὶ συνταγματικῆς, οὕτως εἰπεῖν, δικονομίας, περὶ τῆς δυσχερείας, εἰς τὴν ὁποίαν διετέλει ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ πρὸς εἰσαγωγὴν τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Βουλῇ. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς τὰς ἐργασίας αὐτῆς, καὶ μὴ ἔχουσα νόμον, νὰ καταρτίσῃ αὐτὴ πρότασιν νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προτάσεως ταύτης νὰ προχωρήσῃ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ μετὰ τῆς προτάσεως ταύτης νὰ φέρῃ καὶ τὴν ἐπ’ αὐτοῦ ἔκθεσιν αὑτῆς. Δὲν νομίζω, ὅτι ἠδύνατο νὰ τεθῇ περιορισμὸς εἰς τὴν ἐργασίαν τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία, κατὰ τὸ Σύνταγμα, εἶναι ἡ πρώτη ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς καὶ ἀποῤῥέει ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος, δυνάμει τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει πᾶς Βουλευτής, τοῦ νὰ εἰσάγῃ προτάσεις νόμων, ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἠδύνατο νὰ πράξῃ τοῦτο· ἀλλὰ δὲν ἠθέλησεν, ἴσως ὑπὸ μεγάλης λεπτότητος κινουμένη· ἠθέλησε νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ Βουλὴ βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὰς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ δὲν δύναται νὰ εἴπῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πρέπει νὰ πράξῃ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο· ἡ ἐπιτροπὴ διατηρεῖ, κατὰ τὴν γνώμην μου, τὴν ἐνέργειαν αὑτῆς ἀπόλυτον καὶ ἀπεριόριστον. Ἀλλ’ ἦλθε τὸ ζήτημα ἐπὶ τοῦ βήματος, καὶ δύω κυρίως ἐξετέθησαν γνῶμαι· κατὰ τὴν μίαν, πρέπει νὰ ἐπιστραφῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ νὰ προσκληθῇ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ φέρῃ ἕτερον μόνιμον ὀργανισμὸν περὶ τοῦ στρατοῦ· ἡ δευτέρα γνώμη εἶναι νὰ προσκληθῇ ὁ Ὑπουργὸς νὰ φέρῃ πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ κηρύξῃ εἰς πλήρη ἰσχὺν τὸν προσωρινὸν ὀργανισμὸν τοῦ 1879.— Τάσσομαι, κύριοι, μετὰ τῆς δευτέρας γνώμης, διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Ἐὰν ἡ Βουλὴ εἴπῃ, ἐπιστρέφω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς καὶ τὸν ὁριστικὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, βεβαίως πράττει τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι σύνηθες, Κοινοβουλευτικὸν καὶ συνταγματικόν· διότι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐξενέγκῃ τὴν γνώμην αὐτῆς ἐπὶ τῶν νομοθετημάτων, τῶν παρουσιαζομένων, καὶ ἐκεῖ δύναται νὰ δηλόνῃ τὴν ἀπόφασίν της, τὴν θέλησίν της καὶ τὴν γνώμην αὐτῆς· ἀλλὰ νὰ ἀποπέμπῃ νομοθέτημα οἱονδήποτε καὶ νὰ ζητῇ νέον, τοῦτο, κύριοι, δὲν μοὶ φαίνεται τακτικὸν, καὶ αὐτὸ δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι δύναται νὰ γείνῃ. Ὁ κ. Τρικούπης ὑπεστήριξε, καὶ κατὰ μέγα μέρος συμμερίζομαι τὴν γνώμην αὐτοῦ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1880 δὲν στηρίζεται ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ κατατεθέντος ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀντετάχθη καὶ εἶπεν, ὅτι στηρίζεται ἐπὶ αὐτοῦ, καὶ πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ λόγου του, ἀνέφερε διατάξεις τινὰς τοῦ νόμου, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ ὀργανισμὸς θὰ τεθῇ βαθμιαίως εἰς ἐνέργειαν· αἱ τοιαῦται δὲ διατάξεις δύνανται νὰ συνηγορήσωσιν ὑπὲρ τῆς γνώμης τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν συνεπλήρωσεν ὅλας τὰς θέσεις· οὕτω π. χ. δὲν συνεπλήρωσε τὰς θέσεις τῶν 6 ἢ 12 Μαρεσάλλων εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1879, καὶ τὴν δύναμιν τῶν λόχων ἀπὸ 66 κατεβίβασεν εἰς 50, ἢ ὀλιγωτέρους. Ἀλλ’ ὑποθέτω διὰ μίαν στιγμὴν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε τοῦτο. Ἠθέλατε, κύριοι, ἔχει πάλιν τὸν αὐτὸν ὀργανισμὸν ἤθελε φέρει ὁ κ. Βαλτινὸς ἐκ νέου εἰς τὴν Βουλὴν αὐτόν, διότι ἐν αὐτῷ εἶναι αἱ ἰδέαι του, ἐπὶ τῶν βάσεων δὲ αὐτῶν εἰργάσθη, καὶ τὸ ἔργον αὐτό, τὸ ὁποῖον κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ φρονεῖ, ὅτι εἶναι ἔργον σπουδαιότατον. Δὲν ὑποστηρίζω τὸ ἐναντίον· δύναται νὰ ἦναι σπουδαῖον ἴσως ἔργον, διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν Γαλλίαν, ἢ εἰς τὴν Γερμανίαν ἢ ἀλλαχοῦ, ἀλλὰ βεβαίως διὰ τὴν Ἑλλάδα ἐπὶ πολλὰ ἔτη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ· ὥστε, καὶ ἂν ἀποπεμφθῇ, θέλετε ἐπανέλθει εἰς τὰ ἴδια, καὶ θέλομεν εἰσέλθει εἰς ἀδιέξοδον κύκλον, διότι ὁ Ὑπουργὸς θὰ καταθέσῃ ἐκ νέου τὸν ὀργανισμόν. Εἶναι βεβαίως ἐπιθυμητὸν, καὶ συμμερίζομαι κατὰ τοῦτο τὴν γνώμην τοῦ κ. Τρικούπη, τοῦ νὰ νομοθετηθῇ ὁ μόνιμος ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, διὰ νὰ μάθῃ ὁριστικῶς ὁ τόπος ποῖος θὰ ἦναι ὁ στρατὸς καὶ ποῖαι θὰ ἦναι αἱ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι τακτικῶς πρόκειται νὰ τὸν ἐπιβαρύνωσι. Βλέπω ὅμως, ὅτι εἶναι τοῦτο ἀδύνατον, κύριοι, διότι παρῆλθον δύω σχεδὸν μῆνες, καὶ δὲν ἐψηφίσθη ὁ ὀργανισμός· ἄλλως τε καὶ ἡ ἀβεβαιότης τοῦ μέλλοντος εἶναι λόγος πρὸς ἀναβολὴν εἰς ἄλλην ἐποχὴν τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ ὁριστικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ· ὅταν δὲ τὸ ζήτημα τὸ Ἑλληνικὸν λυθῇ, τότε θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ὁ μόνιμος καὶ διαρκὴς ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ. Διὰ τοὺς λόγους τούτους ἀποδέχομαι τὴν γνώμην τῶν ὑποστηριξάντων, ὅτι πρέπει νὰ κατατεθῇ πρότασις νόμου, θέτουσα ἐν ἰσχύϊ τὸν προσωρινὸν ὀργανισμόν, τὸν δὲ προϋπολογισμόν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται νὰ τὸν συντάξῃ ἐντὸς 24 ὡρῶν, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἴμεθα πτωχοί, καὶ ὅτι ἔχομεν ἔλλειμμα, πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν τὰ ἐγνώριζεν ὅταν κατ’ Αὔγουστον ἢ Σεπτέμβριον συνέταττε τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ ταύτῃ ὀφείλει νὰ συντάξῃ τὸν ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ 1879 προϋπολογισμόν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἅμα κατατεθῇ ἡ πρότασις αὕτη καὶ ὁ νέος προϋπολογισμός, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ 1879, νομίζω, ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ δύναται νὰ προβῇ ταχέως εἰς τὸ ἔργον αὐτῆς· διότι ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὸ παντὸς ἄλλου εἶναι τὸ σπουδαιότερον καὶ πλέον κατεπεῖγον ἔργον τῆς Βουλῆς, διότι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ πρέπει τέλος πάντων νὰ τεθῶσι βάσεις οἰκονομιῶν καὶ νέας πορείας τῶν πραγμάτων.
§79ΒΑΛΤΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, κύριοι, ὅπως ἀπαντήσω εἰς τὰ τελευταῖον λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ζαΐμη, διότι τοῦτο ἀφορᾷ μόνον τὴν Βουλήν, καὶ οὐχὶ ἐμὲ ὡς ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν· ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, διότι παραδόξως εἰσήλθομεν εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ὁμιλῶν προηγουμένως, κύριοι, νομίζω, ὅτι εἶπον, ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἀπόῤῥοια τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλήν, περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, κύριοι, σημαίνει δύναμιν καὶ προσωπικὸν πρὸς διοίκησιν τῆς δυνάμεως· ἐὰν ἔχῃ ἄλλην σημασίαν ἡ λέξις ὀργανισμός, τοῦτο δὲν πταίω, ἐὰν δὲν τὸ γνωρίζω. Εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ὀργανισμοῦ, τὸν ὁποῖον συνέταξα, ῥητῶς λέγεται, ὅτι διαδοχικῶς θὰ φθάσωμεν εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ ὀργανισμοῦ προβλεπόμενα. Τὰ εἰς τοὺς ὀργανισμοὺς προβλεπόμενα εἶναι διοίκησις, ἤτοι στελέχη καὶ δύναμις, δηλαδὴ ἄνδρες ἢ ὁπλῖται στρατιῶται. Ὅταν ἐκεῖ ἀναγεγραμμένον ὑπάρχῃ τὸ διαδοχικῶς, — ἄλλο ζήτημα ἐὰν δὲν ἔπρεπε νὰ ἦναι οὕτως ἀναγεγραμμένον, — ὅταν ῥητῶς ἦναι γεγραμμένον, εἰς τί ἔσφαλον, ἐὰν ζητῶ δέκα εἰς τὸ νομοσχέδιον, καὶ σήμερον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ περιορίζομαι εἰς τὰ τρία; Τοῦτο εἶναι ῥητῶς ἐγγεγραμμένον καὶ διὰ τοὺς ἄνδρας καὶ διὰ τὰ στελέχη πάσης τάξεως, παντὸς βαθμοῦ, παντὸς κλάδου, παντὸς ὅπλου. Εἰς τί ἔσφαλον; Ἔχω μάλιστα καὶ ἓν ἄλλο, ἔχω ῥητῶς ἐγγεγραμμένον, ὅτι καὶ ἂν φθάσωμεν εἰς τὴν δύναμιν τὴν ἀνωτέραν τῆς ἐν εἰρήνῃ ἀναγκαίας δυνάμεως τοῦ στρατοῦ, ἐπιτρέπει τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον, νὰ περικόπτωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀνδρῶν. Πιθανὸν κατὰ τὴν κρίσιν ἄλλων νὰ μὴ ἦναι καλὸν τοῦτο. Ἀλλὰ εἶναι γεγραμμένον, ὅτι δυνάμεθα νὰ πράξωμεν τοῦτο· ἀλλ’ ἐνῷ εἰς τὴν πρώτην περίστασιν τὸ ἀφίνω ἀπόλυτον «διαδοχικῶς», εἰς τὴν ἄλλην λέγω ῥητῶς, ὅτι στέλλομεν εἰς ἄδειαν ἄνδρας τοῦ στρατοῦ. Εἰς τί ἔσφαλον λοιπὸν, ὅταν ῥητῶς τὸ ἔχω ἐγγεγραμμένον; Σήμερον ἡ Ἑλλὰς θέλει εἰρηνικὴν κατάστασιν· σήμερον πρώτην φορὰν ἔρχεται νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν ὀργανισμὸν, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλε, καὶ ἔπρεπε νὰ ἦναι συζητημένος καὶ παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ κατόπιν ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ βήματος. Δὲν κρύπτω, κύριοι, τὴν λύπην μου, τὴν ὁποίαν εἶπον καὶ ἐπανέλαβον πολλάκις· πρώτην φορὰν βλέπω νὰ γίνωνται οὕτω πως αἱ συζητήσεις καὶ τὰ νομοθετήματα. Κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν διαφόρων νομοσχεδίων τί πράττεται εἰς τὰ ἄλλα μέρη, καὶ μάλιστα τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ; γίνεται πλήρης ἀλληλογραφία μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς, εἴτε τῆς Στρατιωτικῆς εἴτε τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐπέρχεται διαφώτισις, καὶ γίνονται ἀμοιβαῖαι παραχωρήσεις. Δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν, κύριοι, ὅτι εἶμαι ὁ φιλοσοφώτερος τῆς Ἑλλάδος, ὅπως εἰρωνικῶς μοῦ εἶπαν· διὰ τοῦτο γίνεται ἡ προσυζήτησις. Διατί ἔχετε τὰς ἐπιτροπάς; διὰ τὴν προσυζήτησιν, διότι ἄλλως, ἔπρεπε νὰ ἔρχωνται εἰς τὴν Βουλὴν ἀπ’ εὐθείας εἰς συζήτησιν τὰ νομοσχέδια. Καὶ εἰς τὴν προσυζήτησιν ἢ παραδέχεται τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς ὁ Ὑπουργὸς, καὶ ἐνδίδει, ἢ δὲν παραδέχεται, καὶ τότε ἔρχεται τροπολογία. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν, κύριοι, ἄλλως τὸν τρόπον τῆν εἰσαγωγῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον. Ἐὰν περιωρίζετο ἡ συζήτησις εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα, ἠθέλομεν τελειώσει. Εἰσῆλθον καὶ εἰς τὴν οὐσίαν, ὡς ἐκ τούτου εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ εἰς ὅσα προαγορεύσαντές τινες ὡμίλησαν ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ἐὰν δὲν μὲ λανθάνῃ ἡ μνήμη, ὁ κ. Μαυρομιχάλης εἶπεν, ὅτι ὠφείλομεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐλαττώματα καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ, ἐπ’ αὐτῶν δὲ νὰ στηρίξωμεν τὸν ὀργανισμόν.
§80Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§81ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Τὸν κ. Μαυρομιχάλην τὸν ἀγαπῶ, ὄχι μόνον ὡς συνάδελφον, ἀλλὰ καὶ διότι εἰς τὸ κοινοβούλιον διαρκῶς μένων, ἐργάζεται πάντοτε περὶ τοῦ στρατοῦ. Λοιπὸν εἰλικρινῶς ὁμολογῶ καὶ ὡς ἄτομον καὶ ὡς ὑπουργὸς, ὅτι τὰ ἐλαττώματα καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν ὅταν συνέταττον τὸν ὀργανισμὸν, ὅπως καὶ ὁ κ. Μαυρομιχάλης, αἴφνης Διάδοχός μου, τὰ ἐλαττώματα καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν, δύναται νὰ ὑποβάλῃ ἄλλον ὀργανισμόν· ἀλλὰ ἡ ἐκτίμησις πιθανὸν νὰ διαφέρῃ. Ἐγὼ λοιπὸν ἐκ τῆς ἐν τῷ στρατῷ μικρᾶς μου πείρας εὗρον, ὅτι ἐὰν ἡ αὐτοδιοίκησις ἦναι ἀναγκαία καὶ καλὴ διὰ τὸν λαὸν, ἡ αὐτοκρατορία εἶναι ἀναγκαιοτάτη διὰ τὸν στρατόν. Ἐγὼ εἰς τὰς μελέτας μου καὶ ὡς ὑπουργὸς ἀτυχῶς εἶδον, ὅτι ἔχω δίκαιον, καὶ εὗρον, ὅτι ὅταν τις δὲν ἔχῃ ἀνώτερον νὰ τὸν ἐπιτηρῇ, νὰ τὸν βλέπῃ, νὰ τὸν ἐπιτιμᾷ, κάμνει ὅ,τι θέλει. Λοιπὸν ἐν τῷ ὀργανισμῷ, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον, κατέστησα ἀρχὰς, ἀναγκαιοτάτας κατ’ ἐμὲ, ὅπως ἐπιβλέπωσιν, ὅπως ἐπιτηρῶσι. Τὰ πράγματα δὲ τὰ μέχρι τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁμιλῶ, μὲ πείθουν, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἔσφαλον, ἀλλ’ ὅτι ἔκαμα παραπολὺ καλὰ νὰ ἔχω καθεστηκυίας τὰς ἀρχὰς ταύτας. Λοιπὸν, κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἴσως ἀπὸ αὐτὸ τοῦτο ἐστερήθη τὸ ἱππικὸν τοῦ διοικητοῦ του, διότι εὑρέθη ἀνωτέρα ἀρχὴ ἐξελεγκτικὴ, ἴσως λέγω. Εἰς μίαν ἄλλην περίστασιν, κύριοι, μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι εὑρέθην ἠναγκασμένος νὰ τιμωρήσω διοικητὰς σωμάτων λίαν σκληρῶς· διατί; διότι εἶχον μάθει νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἐπιτήρησις. Τὰ λέγω, κύριοι, μὲ τὸν κίνδυνον νὰ χάσω τὴν δημοτικότητά μου ἐν τῷ στρατῷ, τὴν ὁποίαν ἴσως δὲν ἔχω. Ἰδοὺ λοιπὸν διατὶ ἐνέγραψα καὶ τὰ ἀρχηγεῖα, τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ πολὺ πιθανὸν νὰ μὴ τὰ δεχθῇ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἀνεξάρτητος, εἶναι τὸ ἔθνος, δύναται νὰ σκέπτηται διαφορετικὰ, ἀλλὰ δὲν μὲ ἐμποδίζει νὰ ἐξηγήσω τὰς ἰδέας μου. Ἰδοὺ λοιπὸν ἓν τεμάχιον ἁπλοῦν τοῦ ὀργανισμοῦ. Ἐκεῖ ἀναγνωρίζονται ἀρχηγεῖα, καὶ τὰ εὗρον εἰς τὸν προσωρινὸν ὀργανισμόν· τὰ ἀρχηγεῖα, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ἀναγκαῖα. Ἰδοὺ λοιπὸν τὰ ἐλαττώματα καὶ αἱ ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἐγκατέστησα τὰ ἀρχηγεῖα. Ὁ κύριος Μαυρομιχάλης εἶπε περὶ ἐπιτελείου, ἴσως λίαν ἀκαίρως, διότι εἰς τὸ Νομοσχέδιον εἶναι ἐγγεγραμμένον, ὅτι ζητῶ Νόμον, δηλαδὴ ὑπόσχομαι νὰ φέρω Νόμον περὶ ἐπιτελείου. Τί εἶχε λοιπὸν νὰ εἴπῃ ὁ κ. Μαυρομιχάλης περὶ τούτου; ῥητὴ εἶναι ἡ διάταξις αὕτη. Μάλιστα ὁ κ. Μαυρομιχάλης εἶπεν, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ κατηργήθη τὸ σῶμα τῶν ἐπιτελῶν· ἀλλὰ πιστεύω, ὅτι ἀνέγνωσε τὸν λόγον τῆς καταργήσεως καὶ διέγνωσε τὴν προπαρασκευὴν καταρτίσεως ἐπιτελείου. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἂν καὶ τὸ εἶπεν ἐπ’ ἄλλῳ σκοπῷ ὁ κ. Μαυρομιχάλη, ὅτι αἱ στολαὶ δὲν κάμνουν τοὺς ἀξιωματικούς, οὔτε διάφοροι στολαὶ δίδουσι τὴν ἀξίαν, δὲν τὸ ἀρνοῦμαι· ἀλλ’ ἐπίσης δύναμαι νὰ εἴπω μετὰ παῤῥησίας τὰ ἑξῆς· ὅτι, ἐὰν οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν, οἱ σήμερον ὑπάρχοντες, δὲν ἦναι οἱ ἄριστοι καὶ ἐφάμιλλοι ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἄλλα κράτη ἔχουσι, βεβαίως εἶναι ἴσοι μὲ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῶν ἄλλων σωμάτων.
§82Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀληθές.
§83ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἴσως καὶ ἐγὼ ἀτομικῶς ἔχω ἰδέας τινάς, τὰς ὁποίας ἐπιφυλάσσομαι, ἐὰν συμπέσῃ νὰ μείνω Ὑπουργὸς, νὰ ἐκθέσω, καὶ ὑποβάλω νόμον περὶ ἐπιτελῶν, νόμον, τὸν ὁποῖον προνοεῖ ὁ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ σήμερον δὲν εἶναι καιρὸς, καὶ κατὰ συνέπειαν ὁ κ. Μαυρομιχάλης δὲν ἔπρεπε νὰ μᾶς ὑβρίσῃ, διότι εἴπετε, κ. Μαυρομιχάλη, ὅτι ἀπὸ τὴν στολὴν τοῦ πεζικοῦ μεταφέρονται εἰς τὴν ἄλλην. Ἀλλὰ τέλος πάντων αὐτὸ γίνεται εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου· τὸ ἐπιτελεῖον σχηματίζεται ἀπὸ τὸ πεζικόν, ἀπὸ τὸ ἱππικόν, ἀπὸ τὸ πυροβολικόν, ἀπὸ τὸ μηχανικόν.
§84Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τίθενται ἐπὶ τρία ἔτη ὑπὸ δοκιμασίαν.
§85ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Σᾶς εἶπον πρότερον, καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι μὲ ἐνοήσατε· ὑποθέτω, ὅτι εἴμεθα ἴσοι πρὸς τοὺς ἄλλους ἀξιωματικοὺς τῶν ἄλλων σωμάτων, ἀλλ’ ἀτυχῶς κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντα δὲν ὑπάρχει διάταξις περιοριστικὴ, νομίζω· ἑπομένως ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ λάβω ἀξιωματικοὺς τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν, ὅπου καὶ ἂν τοὺς εὕρω. Λαμβάνονται δὲ οἱ τοιοῦτοι ἐν Ἑλλάδι, δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος Διατάγματος, ἐκ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ὑπολοχαγοῦ. Δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω καὶ τὸ ἑξῆς· ὅταν ἔλαβον τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ τοὺς μετέθεσα εἰς τὸ ἐπιτελεῖον, διεμαρτυρήθησαν, —δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον συνταγματικῶς νὰ εἴπω μέχρι ποῦ,—καὶ οἱ σωματάρχαι καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν ἄλλων ὅπλων, ὅτι τοὺς ἀφῄρεσα τὸ ἄνθος. Αὐτὰ εἶχον, κύριοι, νὰ εἴπω τὰ ὀλίγα περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ. Ἂν θέλετε, κύριοι, ἤθελον σᾶς προσθέσει καὶ τὸ ἑξῆς· ὁ ὀργανισμὸς εἶχεν ἀνάγκην νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ δυνατὴν ἐνέργειαν. Ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, εἴτε ὑπ’ ἐμοῦ συντασσόμενος εἴτε ὑπὸ ἄλλου, ὤφειλε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ δυνατὴν ἐνέργειαν. Κατ’ ἐμὲ πᾶς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὀφείλει νὰ κανονίσῃ, ἀναλόγως παντὸς ἐνδεχομένου τοῦ προορισμοῦ τοῦ στρατοῦ, τὴν ὀργάνωσιν αὐτοῦ· δι’ αὐτὸ ἐκεῖ ἐν τῷ ὀργανισμῷ ἔχω ἀριθμόν τινα ἀρχηγείων, ἃ ἐθεώρησα ἀναγκαῖα. Δὲν θέλω νὰ ἐκταθῶ περισσότερον ἐπὶ τῆς οὐσίας· τὰ ἄλλα δὲν μὲ ἀφορῶσι.
§86ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Κύριοι, ἄρχομαι ἀπὸ τῶν ἐπεισοδίων, θὰ εἰσέλθω δὲ ἀκολούθως εἰς τὸ κύριον ζήτημα. Εἶπον, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἔπρεπε νὰ ὑποβάλῃ ἓν εἰδικὸν νομοσχέδιον· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ἁρμοδία, διότι ἀπαιτοῦνται πολλὰ διδόμενα, ἃ δὲν ἔχει, διὰ νὰ συντάξῃ νόμον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ δὲν ἔχει καὶ τὸν καιρόν, διότι πρέπει νὰ παραμένῃ ἐπὶ 10–15 ἡμέρας καὶ νὰ ἐργασθῇ ἐπιμόνως. Εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι συνέταξεν ἕνα πάγιον νόμον. Ἀκολούθως θέλω ὁμιλήσει περὶ αὐτοῦ· ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι εἶναι τοιοῦτος καὶ σύμφωνος πρὸς ἐκεῖνον, ὃν ἔχει κατὰ νοῦν ὁ νόμος περὶ στρατολογίας, ἀλλὰ λέγω, ὅτι σήμερον δὲν δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν αὐτὸν, ὅπερ ὡμολόγησε καὶ ὁ ἴδιος ὑπουργός.
§87ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Δὲν εἶπον, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ τὸν ἐφαρμόσωμεν· ἐν τῷ νομοσχεδίῳ εἶναι ἀναγεγραμμένον, ὅτι ἐκεῖ θὰ φθάσῃ διαδοχικῶς.
§88ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ διαδοχικῶς ποῖος θὰ τὸ ἐκτιμήσῃ;
§89ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἡ Βουλὴ μὲ τὸν προϋπολογισμόν της.
§90ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Σήμερον εἶναι εἷς ὑπουργὸς, ὅστις τὸ ἐκτιμᾷ οὕτω, αὔριον εἷς ἄλλος, ὅστις τὸ ἐκτιμᾷ ἄλλως· ὁ εἷς θέλει νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑπ’ αὐτὸ τὸ πνεῦμα, ὁ ἄλλος θέλει νὰ τὸ τροποποιήσῃ. Ἀλλὰ πλὴν τούτου εἰς τὴν Εὐρώπην, τὴν Γερμανίαν λ. χ, νομοθετοῦσι σήμερον ἕνα νόμον περὶ ὀργανισμοῦ, τὸν νομοθετοῦν διὰ τρία τέσσαρα ἔτη· ἀλλ’ ἐκεῖ εἶναι ἄλλα πράγματα, ἄλλα μέσα· ἐδῶ ἐννοεῖτε ἕκαστος ὁποῖα ἄτοπα θέλουν ἐπέλθει, ἐὰν ἔχητε ἕνα ὀργανισμὸν, ὅστις μετὰ 20 ἔτη θὰ ἐφαρμοσθῇ, καὶ κατ’ αὐτὸ τὸ διάστημα πολλὰ ἠμποροῦν νὰ συμβοῦν. Ὁμιλῶν ὁ κ. ὑπουργὸς περὶ ἐπιτελείων, σᾶς εἶπεν, ὅτι περὶ τούτων ἑτοιμάζει ἕνα νόμον, ὃν καὶ περιμένομεν, μὴ ἀμφιβάλλοντες, ὅτι τὸ νομοσχέδιον θὰ ἦναι καλὸν, καθὼς καὶ τὸ ἔργον του περὶ ὀργανισμοῦ εἶναι καλόν. Ἀλλ’ ἐντούτοις ὁ Ὑπουργὸς, ἐνῷ ἑτοιμάζει νόμον περὶ ἐπιτελείου, ἤλπιζον, ὅτι ἤθελε δώσει τὰ δείγματα τῆς καλῆς ταύτης διαθέσεώς του, ἀναβάλλων μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ τὴν μετάθεσιν εἰς τοὺς ἐπιτελεῖς ἀξιωματικῶν ἄλλων σωμάτων, ὅπως γείνῃ τοῦτο δεόντως· μεταθέσας δὲ ἐσχάτως 2–3 ἀξιωματικοὺς εἰς τοὺς ἐπιτελεῖς ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης, ἐγέννησε δυσχερείας διὰ τὸ μέλλον. Εὑρίσκομαι, κύριοι, εἰς λίαν δυσχερῆ θέσιν, διότι δὲν ἠξεύρω μὲ ποίαν γνώμην νὰ ψηφίσω. Ἡμεῖς ἔχομεν σήμερον νόμον πάγιον περὶ στρατολογίας, καὶ κατὰ τὸν νόμον τοῦτον ἀπαιτεῖται εἷς νέος ὀργανισμός· π. χ. ὁ στρατολογικὸς νόμος περιέχει περιφερείας, ἔπρεπε λοιπὸν ὁ νέος ὀργανισμὸς νὰ περιέχῃ τὰς περιφερείας, διότι εἶναι ἀναγκαῖαι εἰς τὴν καλὴν λειτουργίαν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁ παλαιὸς νόμος τοῦ 1879 δὲν περιέχει τοιοῦτόν τι· τί θὰ γείνῃ λοιπόν; Ἐν τούτοις ἡμεῖς θέλομεν καὶ ὁ νόμος ὁ περὶ στρατολογίας λέγει, ὅτι ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1880 πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν, καὶ πρέπει τέλος πάντων νὰ τεθῇ, διότι αἱ διατάξεις αὐτοῦ εἶναι πολὺ καλαί. Διὰ τοῦτο σᾶς εἶπον, εὑρίσκομαι εἰς δυσχερῆ θέσιν ποίαν τῶν δύω νὰ ἐκλέξω. Ἐὰν παραδεχθῶ τὸν νόμον, ὃν ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, αὐτὸς δὲν ἠμπορεῖ βεβαίως νὰ ἐφαρμοσθῇ σήμερον. Ἐὰν παραδεχθῶ τὸν νόμον τοῦ 1879, ἐν αὐτῷ δὲν περιέχονται αἱ βάσεις, αἵτινες ἐμπεριέχονται εἰς τὸν περὶ στρατολογίας νόμον. Ἀλλὰ τέλος πάντων πρέπει κάτι νὰ κάμωμεν. Ἐὰν ἤμην εἰς τὴν θέσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἤθελον προτιμήσει νὰ φέρω ἕνα νέον νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ περιλαμβάνῃ ἐκ τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ περιλάβῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ ἦναι σύμφωνος συνάμα μὲ τὰ μέσα, ἃ δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν, μὲ τὴν παρατήρησιν πάντοτε, ὅτι αὐτὸς νὰ ἦναι τοιοῦτος, ὥστε νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ βαθμηδὸν εἰς ἕνα πάγιον νόμον, σύμφωνα μὲ τὸν νέον περὶ στρατοῦ νόμον. Ἀλλὰ τοῦτο, κύριοι, δὲν ἐγένετο, καὶ θὰ εὑρεθῇ εἰς δύσκολον θέσιν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Νομίζω λοιπὸν ὅ,τι δὲν ἔγεινεν ἕως τώρα, ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ, πρέπει τουτέστι νὰ εὑρεθῇ τὸ μέσον πῶς νὰ κάμωμεν ἕνα νόμον, ὅστις νὰ ἐμπεριλαμβάνῃ μὲν τὰς βάσεις τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου, ἀλλὰ νὰ ἦναι καὶ τοιοῦτος, ὥστε νὰ ἦναι ἐφαρμοστέος εἰς τὴν παροῦσαν ἐποχήν.
§91ΒΑΛΤΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Αὐτὰ, τὰ ὁποῖα διϊσχυρίζεσθε, εἶναι σωστά· θὰ εὑρεθῇ ἴσως καὶ ἡ Βουλὴ εἰς δύσκολον θέσιν, διὰ τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ στρατολογικοῦ νόμου· αὐτὰ ἐν τῷ Νομοσχεδίῳ τῷ ὑποβληθέντι παρ’ ἐμοῦ θὰ ἰδῆτε, ὅτι εἶναι οἱονεὶ εἰς δύω διῃρημένα· τὸ περὶ δυνάμεως ἔρχεται κατόπιν, ὅλα δὲ τὰ ἄλλα ἀντιστοιχοῦν μὲ τὸν ἐν Γαλλίᾳ γενικὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ.
§92ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Σᾶς ἐνόησα καὶ σᾶς εἶπον, ὅτι ὁ ὀργανισμός σας εἶναι τελειότατος· ἀλλ’ ἐν τούτοις σήμερον τί θὰ γείνῃ; Ὁ κ. Μαυρομιχάλης εἶπε προτήτερα, καὶ καλῶς εἶπεν, ὅτι ὁ στρατὸς ἀπησχόλησε καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ Κράτος ἐν γένει· ἀλλὰ τοσαῦται παρουσιάζονται αἱ δυσχέρειαι καὶ τοσαῦται, ἀπαιτήσεις τῶν πραγμάτων, ὥστε φοβοῦμαι, μὴ δὲν θὰ ἔχωμεν τὰς αὐτὰς ἀπασχολήσεις καὶ εἰς τὸ μέλλον, ὅσας εἴχομεν καὶ κατὰ τὸ παρελθόν. Ὁ κ. Μαυρομιχάλης κατέκρινε τὸν περὶ προσωρινῶν στρατιωτικῶν μέτρων νόμον, καὶ δίκαιον εἶχε νὰ τὸν κατακρίνῃ διὰ τὰς συνεπείας του· πρέπει ὅμως νὰ ἤμεθα καὶ δίκαιοι, διότι ἡμεῖς τὸν ἐνεκρίναμεν, καὶ ἡμεῖς ἔχομεν τὸ πλεῖστον τῶν ἁμαρτιῶν αὐτοῦ. Παρακαλῶ δὲ νὰ μὲ συγχωρήσητε, ἐὰν περιττολογήσω ὀλίγον, λέγων, ὅτι ἤμην ὁ μόνος, ὅστις ἀντετάχθην εἰς τὸν νόμον τοῦτον· ὁ δὲ κ. Μαυρομιχάλης ἦτο εἷς ἐκ τῶν ὑπερασπιστῶν αὐτοῦ. Λοιπὸν πρέπει νὰ δεχθῶμεν σήμερον καὶ τὰς συνεπείας τῶν πράξεών μας· εἶπον μάλιστα τότε, ὅτι, ἐὰν ἤμην Ὑπουργὸς, δὲν ἤθελον δεχθῆ τοιαύτην ἐξουσίαν, διότι δὲν δύναμαι νὰ ἐμπιστευθῶ οὔτε εἰς τὸν ἑαυτόν μου, δυνάμενος καὶ ἀκουσίως, ὡς ἄνθρωπος, νὰ σφάλω εἰς τὰ τοιαῦτα. Προχθὲς ὁ ὑπουργὸς μᾶς ὑπέβαλε πίστωσιν ἐξ 100 καὶ πλέον χιλ. δραχμῶν, πρὸς πληρωμὴν τῶν μισθῶν τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἐκ τοῦ νόμου ἐκείνου τεθέντων εἰς ἀποστρατείαν, αὗται δὲ θὰ ἐξοδευθοῦν ἄνευ οὐδεμιᾶς ὠφελείας· ὄχι δὲ μόνον ἐπῆλθε ζημία ἐκ τῆς ματαίας ταύτης δαπάνης τοῦ χρηματικοῦ, ἀλλὰ καὶ ἄλλαι δυσχέρειαι ἐπαρουσιάσθησαν, καὶ θὰ παρουσιασθῶσι καὶ εἰς τὸ μέλλον. Διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ σπεύδωμεν εἰς τὸ ν’ ἀποφασίζωμεν· ἂν τότε ἐδίδετο καιρὸς νὰ σκεφθῶμεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, βεβαίως ἠθέλομεν μεταβάλει αὐτό.
§93Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, ὀφείλω νὰ κάμω ἀναίρεσιν παρεξηγήσεως ἢ οὐχὶ ἀληθοῦς ἐντυπώσεως τῶν λόγων, οὓς ἐξέφερον ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ. Συνάμα δὲ λυποῦμαι, ὅτι κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι παρών, ὅστις συνηθίζει, ὁσάκις ἢ ἔχει ἓν διάταγμα εἰς τὸ θυλάκιον του ἢ ὁσάκις ἡ πλειονοψηφία ὑπολανθάνει, νὰ παύῃ τοῦ νὰ ἐνθυμῆται ὅ,τι ἄλλοτε ἔλεγεν, ὡς δῆθεν τέκνον τῆς Βουλῆς. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν ἤθελον νὰ κάμω, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν πρωθυπουργόν. Νομίζω δὲ, ὅτι εἰς τὰς περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ κρίσεις του ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέπεσεν εἰς ἓν μικρὸν λάθος, διότι παρετήρησεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἰδέας ἐστηρίχθη ἡ ὁμιλία τοῦ πρωθυπουργοῦ, ὅτι ὁ ὀργανισμὸς ἑνὸς στρατοῦ εἶναι ἕν τι ὅλον, τὸ ὁποῖον διαδοχικῶς ἐφαρμόζεται. Ἐγὼ, κύριοι, τὴν ἰδέαν αὐτὴν ἀποκρούω· ὁ ὀργανισμὸς ἑνὸς στρατοῦ ἢ ὁ ὀργανισμὸς ἑνὸς κλάδου ὑπηρεσίας εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν μέσων τοῦ τόπου. Ὁ ὀργανισμὸς ἑνὸς στρατοῦ δὲν εἶναί τι ἰδανικὸν, εἶναί τι ἐντελῶς πραγματικόν· ἐπὶ τοσοῦτον δὲ κατεστάθη πραγματικὸν, ὥστε σήμερον δὲν ἐννοοῦν τὰ κράτη νὰ μεταβάλουν ὀργανισμὸν, ὅταν εὑρεθῶσιν εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν· ὁ ὀργανισμὸς τῆς εἰρήνης εἶναι ὀργανισμὸς τοῦ πολέμου μὲ διαφορὰν ἐλαχίστην, ὡς πρὸς τοὺς τελευταίους βαθμοὺς τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν. Ἀλλ’ αἱ βάσεις τοῦ ὀργανισμοῦ ἑνὸς στρατοῦ πρέπει νὰ ἦναι ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο μετὰ 10 ἡμέρας νὰ ἐνεργήσῃ, ὥστε αἱ βάσεις τῶν στελεχῶν, οἱ μεγάλοι βαθμοφόροι, καὶ ἐν γένει ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ σχεδὸν ἴσος ἐν εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ. Ὁ ὀργανισμός, ὃν ὑποβάλλει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὑπὸ τὰς περιστάσεις, εἰς ἃς διατελοῦμεν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ προσωπικὸν τοῦ στρατοῦ καὶ τὰ μέσα ἡμῶν, διὰ τὸ ἔτος τοὐλάχιστον 1880, εἶναι ὀργανισμὸς ἀνεφάρμοστος· διὰ τοῦτο ἀποκρούω τὴν ἰδέαν, ἣν ὡς ἀπόῤῥοιαν ἐπιστημονικῶν λόγων εἰσήγαγεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὑποβληθὲν Νομοσχέδιον ὀργανισμοῦ, ὅτι δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ διαδοχικῶς.
§94ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὑποθέσατε, ὅτι ἐργάζεσθε νὰ μορφώσητε λόχον πεζικοῦ, πρὸς τοῦτο θὰ κάμητε τὴν ὀργανικὴν αὐτοῦ δύναμιν κατὰ βαθμοφόρους καὶ κατὰ στρατιώτας· δὲν θὰ ἀναγράψητε, ὅτι χρειάζεται εἷς λοχαγὸς, εἷς ὑπολοχαγὸς καὶ δύω ἀνθυπολοχαγοὶ καὶ τόσοι ὑπαξιωματικοί; Ἀρχίζετε τώρα νὰ πραγματοποιῆτε τὴν ἰδέαν αὐτήν· τὸν λοχαγὸν δύνασθε νὰ τὸν αὐτοσχεδιάσητε;
§95Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν μὲ ἐνοήσατε. Τοῦτο εἶναι ἐκτὸς τοῦ προκειμένου, διότι δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν σήμερον τὸν ὀργανικὸν νόμον. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὁ ὀργανισμὸς ἑνὸς Κράτους πρέπει νὰ ἦναι ἀπόῤῥοια τῶν ἀναγκῶν του, βασιζόμενος ἐπὶ τῆς πολιτικῆς ἰδέας, ἣν ἔχει ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἐπὶ τῶν χρηματικῶν πόρων τοῦ τόπου· φρονῶ δὲ συνάμα, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς πρέπει νὰ ἦναι ἡ ἀναγραφὴ τῶν πιστώσεων, ἃς νόμος ῥητὸς ἐκ τῶν προτέρων ὁρίζει, πᾶσα δὲ πίστωσις, μὴ βασιζομένη εἰς νόμον ἢ Νομοσχέδιον, εἶναι πίστωσις ἀπαράδεκτος. Λέγω δὲ τοῦτο, ἀρυόμενος τὰς πεποιθήσεις μου ὄχι μόνον ἐκ τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας, ἀλλ’ ἐκ τῶν ὀργανισμῶν τῶν στρατῶν ὅλων τῶν Κρατῶν, τὰ ὁποῖα ἀναγράφουν ἐν καιρῷ εἰρήνης ἁπάσας τὰς δαπάνας τῶν στελέχεων, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν τῆς ἐν ὥρᾳ εἰρήνης μειώσεως τῶν στρατιωτῶν καὶ τῆς δαπάνης αὐτῶν. Νομίζω δὲ, ὅτι κατὰ τὸ 1880 ὁ ὀργανισμὸς ὁ ὑποβληθεὶς ἤδη εἶναι πρόωρος, καὶ λέγω πρόωρος δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, διότι δὲν ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν προσωπικὸν, ἵνα σχηματίσῃ τοιαῦτα στελέχη· ἔχω δὲ συγχρόνως τὴν ἀξίωσιν, ὅπως ὁ προϋπολογισμὸς ἦναι ἀντιγραφὴ τοῦ ὀργανικοῦ νόμου, νομίζω δὲ, ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν ἀξίωσιν εἶναι ὑποβεβλημένα ὅλα τὰ Κράτη, καθόσον ἀφορᾷ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐννοῶ λοιπὸν ὀργανισμὸν, οὗ αἱ δαπάναι ἀναγράφονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ· λέγω δὲ τοῦτο, κύριοι, διότι νομίζω, ὅτι ἐπῆλθεν ἐποχή, καθ’ ἣν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πρέπει νὰ σκεφθῇ σπουδαίως, ὅτι, ἀντὶ θέσεων ὡρισμένων, πρέπει νὰ καταστήσῃ τὰ ἄτομα κατάλληλα εἰς τὸ ὕψος αὐτῶν τῶν θέσεων· λέγω δὲ τοῦτο ὡς ἐξ αὐτοῦ τοῦ παρεμπίπτοντος λόγου, ὅστις περὶ τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν ἐγένετο. Βεβαίως οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ μετατεθέντες εἰς τὸ σῶμα αὐτὸ εἶναι, ἂν οὐχὶ ἐκ τῶν μᾶλλον διακεκριμένων, ἀλλ’ εἶναι ἐκ τῶν καλλιτέρων· εἶπον, ὅτι αἱ στολαὶ δὲν εἶναι ἀπόδειξις ἱκανότητος, καὶ ἑπομένως, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ὤφειλε νὰ μεταθέσῃ ἀξιωματικοὺς λίαν χρησίμους εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, εἰς ἣν ἦσαν τεταγμένοι, εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας, εἰς τὰς ὁποίας ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν εἶναι χρήσιμοι, διότι τὸ κράτος ἐδαπάνησε πολλὰ χρήματα ὑπὲρ τῆς εἰδικῆς ἐκπαιδεύσεως πολλῶν ἀξιωματικῶν καὶ τοῦ Μηχανικοῦ καὶ τοῦ Πυροβολικοῦ, οἵτινες δυστυχῶς μετετέθησαν εἰς τοὺς γενικοὺς ἐπιτελεῖς.
§96ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Αὐτοί, τοὺς ὁποίους ἐννοεῖτε....
§97ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Σεῖς τοὺς εὕρετε αὐτούς. Ἐγὼ λέγω, αὐτὸ τὸ κακὸν νὰ παύσῃ· ἐγὼ ἀνέκαθεν παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὴν κατάστασιν αὐτήν. Βεβαίως τὸ σῶμα τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν εἶναι ὁ ὀφθαλμὸς τοῦ στρατοῦ· ἀλλὰ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ γείνῃ φροντὶς περὶ εἰδικῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ Σώματος αὐτῶν, καὶ παύσῃ εἰς τὸ μέλλον ἡ ἁπλῆ μετάθεσις ἀξιωματικῶν διαφόρων ὅπλων εἰς τὸ Σῶμα τῶν ἐπιτελῶν. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω. Ἀλλὰ θὰ εἴπω καὶ τὸ ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἴσως ἡ Βουλὴ καὶ αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς τὸ ἀγνοεῖ. Ὑποθέσατε, ὅτι ψηφίζεται ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ καὶ νομοποιοῦνται θέσεις. Εἶναι δυνατὸν μετὰ τοῦτο, ὅπως εἷς Ὑπουργὸς, ἀφίνων χηρευούσας θέσεις τινὰς ἀξιωματικῶν εἰς τὸν στρατὸν, ἐνεργῇ προβιβασμοὺς ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, ὅπως ἐγένετο μέχρι τοῦδε, ὀχυρούμενος ὄπισθεν τοῦ Νόμου· ἡ δὲ δαπάνη θὰ ἐνεργῆται ἀπὸ τὸ ἄρθρον τοῦ προϋπολογισμοῦ «μισθὸς ἀξιωματικῶν», ἀδιάφορον δὲ δι’ αὐτὸν, ἀντὶ νὰ ἔχῃ 5 ἀντισυνταγματάρχας καὶ 3 ὑποστρατήγους, ἂν ἔχῃ 5 ὑποστρατήγους καὶ 3 ἀντισυνταγματάρχας.
§98ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς ἔχει ὡρισμένας καὶ τὰς βαθμολογίας.
§99ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἔχετε λάθος. Τὸ κεφάλαιον τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔχει μισθὸν ἀξιωματικῶν, καὶ δὲν ἔχει μισθοδοσίας εἰδικῶν βαθμοφόρων, καὶ τότε εἷς Ὑπουργὸς ἀφίνων χηρευούσας θέσεις εἰς τὰ σώματα, δύναται νὰ προβιβάζῃ ὅν τινα θέλει. Ἐγὼ τοὐλάχιστον θέλω νὰ μὴ ὑπάρχῃ νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ δημιουργῇ θέσεις, ἐὰν ἡ δαπάνη αὐτῶν δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν.
§100ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Φρονῶ, κύριοι, ὅτι συμφωνεῖτε μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ἡ συζήτησις ἐξηντλήθη, ἴσως μάλιστα καὶ ὑπερέβη τὰ ὅρια αὑτῆς. Ποία τις ἦτον ἡ ἀρχὴ τῆς συζητήσεως; Μέλη τινὰ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ μάλιστα ὁ προεδρεύων αὐτῆς, παρετήρησαν, ὅτι ἀπαντῶσι δυσχερείας περὶ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ἔργου αὑτῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Εἶπον, ὅτι, ὡς ἐκ τῆς ἀσυμφωνίας τοῦ ὑποβληθέντος Νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν, εὑρίσκοντο εἰς ἀπορίαν περὶ τοῦ πρακτέου, καὶ γενομένων τινῶν παρατηρήσεων ὑπό τινος Βουλευτοῦ περὶ τῆς ἀνάγκης, ὅπως ἕτερος νόμος ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς προσωρινὸς περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρετήρησεν, ὅτι δὲν θὰ εἶχε δυσκολίαν νὰ δεχθῇ τοῦτο.
§101ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Εἶπον, ὅτι αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ.
§102ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅτι θὰ τὸ ἐδέχεσθε προθύμως.
§103ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὄχι.
§104ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Οὕτω τὸ ἀντελήφθην. Τοῦτο προὐκάλεσε κυρίως τὴν συζήτησιν, διότι ἀπέναντι τῆς ἐξηγήσεως ταύτης τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ ἔπρεπε νὰ μάθωμεν ἀκριβῶς τί ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔχει νὰ πράξῃ. Ἔχει νὰ ἐξελέγξῃ τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς ἀρχικῶς συνετάχθη καὶ ἐξ ἀντιπαραβολῆς πρὸς τὸ ὑποβληθὲν κυβερνητικὸν Νομοσχέδιον, ἢ θὰ ἐξελέγξῃ αὐτὸν μετασκευαζόμενον κατόπιν προτάσεως νέας τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, προτάσεως σκοπὸν ἐχούσης τὸν συνδυασμὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὸς τὸν παλαιὸν νόμον περὶ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ; Ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης πολλαὶ προέκυψαν γνῶμαι, αἱ γνῶμαι ὅμως αὗται δὲν ἀφορῶσιν εἰς ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἀφορῶσιν εἰς ὁδηγίαν τῆς ἐπιτροπῆς· καὶ ἄλλοι μὲν εἶπον, ὡς εἶπον καὶ ἐγώ, ὅτι φρονοῦμεν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ὀφείλει ἐν τοιαύτῃ δυσχερείᾳ εὑρισκομένη, τουτέστιν ἐν ἐλλείψει νόμου ἀναγράφοντος τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εὑρίσκει, νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως αὕτη ἐπιστρέψῃ τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἄλλοι εἶπον, ὅτι ὀφείλει, εἴτε ἡ ἐπιτροπὴ, εἴτε ἡ Βουλὴ, ν’ ἀπαιτήσῃ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅπως ὑποβάλῃ Νομοσχέδιον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐκπνεύσαντος νόμου περὶ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ ἄλλοι ἐξέφρασαν ἄλλας γνώμας, ἀλλὰ πᾶσαι αὗται αἱ γνῶμαι ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἐργασίαν τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν δύνανται δὲ ν’ ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς, διότι εἰσέτι δὲν ἐφθάσαμεν εἰς τὸ στάδιον τοῦτο. Δὲν δύναται ἡ Βουλὴ σήμερον νὰ προβῇ εἰς οἰανδήποτε περὶ τοῦ προκειμένου ἀπόφασιν, δὲν δύναται ν’ ἀποφασίσῃ οὔτε τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διότι τὸν προϋπολογισμὸν δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς, οὔτε ὅπως ὑποβληθῇ παρὰ τοῦ Ὑπουργείου εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἕτερος νόμος, καὶ διότι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ν’ ἀποφασίσῃ τὶ θὰ πράξῃ τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ διότι καὶ κατὰ ταύτην καὶ κατ’ ἐκείνην τὴν περίπτωσιν, ἵνα προβῶμεν εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν, πρέπει νὰ συζητήσωμεν αὐτὸν τὸν προϋπολογισμόν. Πῶς δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιστραφῇ ὁ προϋπολογισμὸς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐὰν δὲν συζητήσωμεν πρῶτον τὸ Νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐὰν δὲν συζητήσωμεν τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν; Ταῦτα θέλομεν πράξει, ὅταν ἡ ἐπιτροπὴ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της. Ἤδη ἡ ἐπιτροπὴ ἤκουσε τὰς διαφόρους γνώμας, καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θὰ εὑρεθῶσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ παραδεχθῶσι τὴν ἰδέαν ἡμῶν, ὅτι πρέπει νὰ εἴπωσιν ἐν τῇ ἐκθέσει των, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐργασθῶσιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τουτέστιν ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν αὐτοῦ, ἀφοῦ διαφωνοῦσιν ὡς πρὸς τὰς βάσεις, ἀφοῦ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου, ὡς ὑπεβλήθη, δὲν ἔχει νόμιμον βάσιν, ὡς μὴ ἀνταποκρινόμενος πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Νομοσχεδίου. Ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ ἄλλοι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, οἱ ὁποῖοι θὰ συμφωνήσωσι πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, θὰ θεωρήσωσιν, ὅτι ὅσα ἡμεῖς εἴπομεν περὶ ἀσυμφωνίας τοῦ Νομοσχεδίου πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν δὲν εἶναι ὀρθὰ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς καλῶς ἔχει, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον προώρισται νὰ ἐφαρμοσθῇ διαδοχικῶς καὶ παρέχει εἰς τὸν προϋπολογισμὸν νόμιμον βάσιν, καὶ ὅτι ὁ τρόπος οὗτος, τοῦ νομοθετεῖν διὰ διατάξεων κατὰ διαδοχὴν ἐφαρμοζομένων, εἶναι τρόπος, τὸν ὁποῖον πρέπει ἡ Βουλὴ ν’ ἀποδεχθῇ. Αὗται εἶναι αἱ διάφοροι γνῶμαι, αἱ ὁποῖαι ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ ἀναπτυχθεῖσαι, θὰ ἔχωσι καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτῶν. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἄρα ἀπόκειται νὰ συνέλθῃ καὶ τὸ ταχύτερον νὰ προβῇ εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἐργασίας αὐτῆς, νὰ ὑποβάλῃ δὲ τὴν ἔκθεσίν της κατὰ πλειονοψηφίαν καὶ κατὰ μειονοψηφίαν, ἐὰν δὲν συμφωνῶσιν ὅλοι περὶ τῆς ὑποβλητέας προτάσεως, ὅπως τότε ἡ Βουλὴ, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας καὶ τὴν γνώμην τῆς μειονοψηφίας, προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος καὶ ἀποφασίσῃ, ἐὰν θὰ παραδεχθῇ τὴν γνώμην ἡμῶν, περὶ ἐπιστροφῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἢ τοὐναντίον, ἐὰν δὲν θὰ παραδεχθῇ τὴν γνώμην ταύτην, καὶ ἑπομένως θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν λεπτομερειῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁτιδήποτε ὅμως ἀποφασίσει ἡ Βουλὴ, ὀφείλει ν’ ἀποφασίσῃ κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἐπὶ τῇ βάσει προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς καὶ κατόπιν ἐκθέσεως παρὰ τῶν ταῦτα καὶ ἐκεῖνα φρονούντων, περὶ τῶν λόγων, ἐφ’ ὧν στηρίζουσι τὴν γνώμην αὐτῶν.
§105ΡΙΚΑΚΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ λησμονήσῃ ἡ ἐπιτροπὴ, ὅτι ὁ ὁριστικὸς ὀργανισμὸς δὲν ἐψηφίσθη, καὶ ἑπομένως προϋπολογισμὸς ἐπὶ Νομοσχεδίου δὲν δύναται νὰ συνταχθῇ.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ἁρμόδιαι ἐπιτροπαὶ ὑπέβαλον ἐκθέσεις ἐπὶ Νομοσχεδίων περὶ πιστώσεων, ἐπὶ τοῦ περὶ ὁπλοφορίας, ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ μεταβολῆς τοῦ Νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῆς φερούσης 4,530 ὑπογραφὰς, καὶ ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ βοσκῶν καὶ ποιμνίων. Ὅλαι αἱ ἐκθέσεις αὗται θέλουν τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
§107Φ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Κύριοι, ὄχι μόνον ἐξηντλήθη τῳόντι ἡ συζήτησις, ἀλλὰ καὶ ἐξετροχιάσθη ἀπὸ τοῦ κυρίου θέματος αὐτῆς. Ἡ παρατήρησις, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ὑπό τινος τῶν μελῶν τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, καὶ ἡ ὁποία προεκάλεσε τὴν συζήτησιν, ἦτο, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δὲν στηρίζεται εἰς ὀργανικὸν νόμον, ἢ ὑπάρχοντα ἢ τοὐλάχιστον ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, πρὸς νομιμοποίησιν τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμένων δαπανῶν. Αὐτὴ ἡ παρατήρησις προεκάλεσε τὴν προκειμένην συζήτησιν· ἀλλ’ ἀντὶ νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, ἐπελήφθημεν τῆς συζητήσεως τοῦ κυρίου ἀντικειμένου, τοῦ Νομοσχεδίου δηλαδὴ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου, ἐνῷ δὲν πρόκειται σήμερον περὶ τούτου. Ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ θὰ ἐξετασθῇ ἐν καιρῷ τῆς συζητήσεως αὐτοῦ, καὶ τότε θὰ γείνωσιν αἱ ἀναγκαῖαι παρατηρήσεις καὶ τροποποιήσεις. Σήμερον πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν στηρίζηται εἰς νόμον ὀργανικὸν ἢ ὄχι, καὶ ἐὰν δὲν στηρίζεται εἰς τοιοῦτον, τοὐλάχιστον ἐὰν ὑπεβλήθη τοιοῦτος νόμος ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν. Βεβαίως ὡς πρὸς τὸ πρῶτον δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι νόμος ὀργανικὸς τοῦ στρατοῦ δὲν ὑπάρχει, διότι τοῦ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ ἐπιψηφισθέντος διὰ τὸ 1879 ἡ ἰσχὺς ἔληξεν ἤδη. Ἀλλ’ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἔσπευσε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν Νομοσχέδιον περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ, ὡς σᾶς εἶπε, συνέταξε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωκῶν. Εἶναι τοῦτο ἀληθὲς ἢ ὄχι; Βεβαίως εἶναι ἀληθές. Κατὰ τὸ ὑποβληθὲν Νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἡ δύναμις αὐτοῦ ἐν καιρῷ εἰρήνης δύναται νὰ συνίσταται ἐκ 1,293 ἀξιωματικῶν, ἐκ 4,133 ὑπαξιωματικῶν καὶ 19,495 ὑποδεκανέων, στρατιωτῶν κτλ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀντὶ νὰ περιλάβῃ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τὰς δαπάνας ὅλας αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προκειμένου ὀργανισμοῦ, περιέλαβε δαπάνας ὀλιγωτέρας, ἀποβλέπων πρῶτον εἰς τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας τοῦ Κράτους, καὶ δεύτερον εἰς τὴν ἐκφρασθεῖσαν ἐπιθυμίαν τῆς Βουλῆς περὶ τῶν δυνατῶν οἰκονομιῶν. Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν τὸν προϋπολογισμὸν, ἀλλὰ καθόσον ἐνθυμοῦμαι, ἀντὶ νὰ περιλάβῃ πίστωσιν διὰ 1,293 ἀξιωματικούς, περιέλαβε δαπάνην διὰ 1062, τουτέστιν ἐπὶ ἔλαττον κατὰ 231· ἀντὶ 4,133 ὑπαξιωματικῶν, περιέλαβε δαπάνην διὰ 3,148, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὀλιγώτερον κατὰ 1,000 περίπου ἄνδρας· ἀντὶ νὰ περιλάβῃ δαπάνην διὰ 19,495 ὑποδεκανεῖς καὶ στρατιώτας, περιέλαβε δαπάνην διὰ 11,098 ἄνδρας. Λοιπὸν, διότι ἔκαμε τοιαύτην οἰκονομίαν, θὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δὲν στηρίζεται εἰς τὸν ὀργανικὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπέβαλεν; Βεβαίως οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ τοῦτο, διότι ὁ προϋπολογισμὸς ἀκριβῶς στηρίζεται εἰς τὸν Νόμον αὐτὸν, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι δὲν περιέλαβεν ὅλας τὰς πιστώσεις, χάριν οἰκονομίας. Εἶναι περιττὸν λοιπὸν νὰ ἀσχοληθῇ ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν σύνταξιν Νομοσχεδίου· εἶναι περιττὸν νὰ ἀσχοληθῇ καὶ ἡ Βουλὴ εἰς τὸ νὰ ἐφεύρῃ ἄλλον τρόπον, ὅπως ὑποβάλῃ τοιοῦτον· εἶναι περιττὸν νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἂν κανονίζῃ τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐγγεγραμμέναι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, διότι τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, καὶ δύναμαι ἀδιστάκτως νὰ εἴπω, ὅτι ἠπόρησα ὅταν εἶδον τὴν συζήτησιν νὰ λάβῃ τοιαύτην ἔκτασιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Σᾶς ἐπρότειναν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸν προσωρινὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, καὶ ἠπόρησα τῇ ἀληθείᾳ ὅταν ἤκουσα τὴν πρότασιν ταύτην ὑποβαλλομένην ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Καλαβρύτων κ. Ζαΐμην, ὅστις λίαν ἀξιεπαίνως ἔλαβεν ἀνὰ χεῖρας τὴν σημαίαν τῶν αὐστηρῶν οἰκονομιῶν. Ἐὰν ἐπαναφέρωμεν τὸν προσωρινὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ἡ δαπάνη τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν θ’ ἀνέλθῃ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 13,000,000 δραχμῶν, ὅσας ἐψηφίσατε καὶ διὰ τὸ 1879, στηριζόμενοι εἰς τὸν προσωρινὸν ὀργανισμόν.
§108ΖΑΪΜΗΣ. Νὰ συνταχθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, ὥστε νὰ ἐπενεχθῶσιν οἰκονομίαι.
§109ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴν τὴν κατάστασιν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν, ὅταν κατώρθωσε νὰ περιορίσῃ τὸν προϋπολογισμό, του εἰς 11,000,000, ἐνῷ, ἐὰν ἤθελε νὰ θέσῃ εἰς ἐνέργειαν τὸν ὀργανισμὸν τὸν ὁποῖον ὑπέβαλε, βεβαίως εἶχεν ἀνάγκην δαπάνης 15 ἢ καὶ 18 ἑκατομμυρίων· δὲν ἔλαβε δὲ ὑπ’ ὄψιν οὔτε τὸν προσωρινὸν ὀργανισμὸν, διότι καὶ δι’ αὐτὸν, ὡς σᾶς εἶπον, ἀπῃτοῦντο 13 ἑκατομμύρια. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει ὑπ’ ὄψιν της νόμον ἢ νομοσχέδιον, ὅπερ μέλλει νὰ συζητηθῇ καὶ εἰς τὸ ὁποῖον στηρίζονται αἱ δαπάναι τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν, καὶ πᾶσα ἄλλη σκέψις, πρὸς ἀναπλήρωσιν τῆς δῆθεν τοιαύτης ἐλλείψεως, εἶναι ὅλως περιττή. Αὐτὰς τὰς ὀλίγας παρατηρήσεις ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, νομίζων, ὅτι δύναμαι νὰ συντελέσω εἰς τὸ νὰ διαφωτισθῇ αὕτη, ὅτι ὑπάρχει ὁ Νόμος, τὸν ὁποῖον ἀπαιτοῦν οἱ κύριοι νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐξέτασιν καὶ συζήτησιν, καὶ πρὸς νομιμοποίησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν.
§110ΡΙΚΑΚΗΣ. Κ. Ὑπουργὲ, παρακαλῶ μίαν ἐξήγησιν. Πρόκειται περὶ συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ· ὁ προϋπολογισμὸς ὑποθέτει Νόμον ψηφισθέντα καὶ σύστημα ἀνεγνωρισμένον ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Πῶς δυνάμεθα κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ περιλάβωμεν ζητήματα σχετιζόμενα πρὸς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, ἐνῷ δὲν ἐψηφίσθη τὸ Νομοσχέδιον;
§111ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, ἡ Κυβέρνησις ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της, ὑποβαλοῦσα εἰς τὴν Βουλὴν ὅλα τὰ Νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων νομιμοποιοῦνται αἱ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμέναι δαπάναι, καὶ αὐτὸ δὲν συμβαίνει μόνον διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ δι’ ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα. Διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε καὶ ὁ ἔντιμος προκάτοχός μου καὶ ἤδη συνάδελφός μου καὶ ἐγὼ διάφορα Νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων νομιμοποιοῦνται δαπάναι ἐγγεγραμμέναι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ μὴ στηριζόμεναι μέχρι τοῦδε εἰς νόμον· τὸ αὐτὸ ἔπραξεν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν· δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἐὰν τὸ αὐτὸ ἔτι συμβαίνει καὶ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόκειται, ἐὰν θέλῃ, νὰ προτάξῃ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τὴν συζήτησιν αὐτῶν τῶν Νομοσχεδίων, ἐν οἷς καὶ τὸ Νομοσχέδιον περὶ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν, διὰ τῶν ὁποίων νομιμοποιοῦνται αἱ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἐγγεγραμμέναι δαπάναι, διότι, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποῤῥίψῃ ἢ τροποποιήσῃ τὰ νομοσχέδια ταῦτα, πρέπει νὰ τροποποιηθῇ καὶ ὁ προϋπολογισμὸς, συμφώνως μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς· ὥστε δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν, ὅτι δίκαιον καὶ ὀρθὸν εἶναι νὰ προταχθῇ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ.
§112ΡΙΚΑΚΗΣ. Διὰ τὰ ἄλλα νομοσχέδια ὑπάρχει τὸ προηγούμενον, ὅτι αἱ δαπάναι ἐγγράφονται κατ’ ἔτος ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἄνευ ὀργανικῶν νόμων, καὶ ἑπομένως ἡ Βουλὴ ἔχει νομιμοποιήσει αὐτάς διὰ τὸν ὁριστικὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ πρώτην φορὰν ἐγγράφεται ἡ δαπάνη, καὶ ἑπομένως πρώτην φορὰν πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ περὶ αὐτοῦ, ὥστε, πρὸ τῆς συζητήσεως καὶ ψηφίσεως τοῦ ὀργανικοῦ νόμου, δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν τὸν προϋπολογισμόν.
§113ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ θέλομεν ἐπιληφθῆ ὅλων τῶν ζητημάτων, θέλομεν συζητήσει τότε καὶ περὶ τῶν πιστώσεων τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ καὶ περὶ τῶν νόμων, ἐφ’ ὧν αἱ πιστώσεις στηρίζονται. Θὰ ὑπάρχωσι γνῶμαι περὶ ἀφαιρέσεως πιστώσεων, διατηρουμένων τῶν ὑπαρχόντων νόμων, ἀλλὰ καὶ περὶ ἀφαιρέσεως πιστώσεων διὰ μεταβολῶν νομοθετικῶν. Περὶ τούτων ὀφείλομεν νὰ ὦμεν ἕτοιμοι, ὅπως συζητήσωμεν προκαταρκτικῶς. Ἡ γενικὴ συζήτησις πρέπει νὰ περιλάβῃ πάντα ταῦτα, καὶ θέλει ἀπολήξει εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς περὶ συστήματός τινος. Ὅταν δὲ ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ περὶ τῶν συστημάτων, ἀναλόγως πρὸς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον θέλομεν ἀποδεχθῆ, θέλομεν ἀποφασίσει καὶ κατὰ τίνα τρόπον θέλομεν προβῆ εἰς τὰ περαιτέρω, διότι, ἐὰν ἡ Βουλὴ φανῇ ἀποδεχομένη σύστημα μὴ τροποποιοῦν τὴν νομοθεσίαν, ἀλλὰ περιοριζόμενον εἰς οἰκονομίας ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς, τότε δύναται νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ προτιμήσῃ ἄλλο σύστημα, ἀπαιτοῦν νομοθετικὰς τροποποιήσεις περὶ τὰ τῆς οἰκονομικῆς, τῆς διοικητικῆς ἢ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, βεβαίως πρέπει τὰς τροποποιήσεις ταύτας νὰ προτάξωμεν. Ὡς πρὸς τὰ τοῦ ὀργανισμοῦ ἄρα τοῦ στρατοῦ, μετὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν ὀφείλομεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ οἰκείου νομοθετήματος, καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει, πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ὥστε ἔργον ἄμεσον ἔχομεν τὴν γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰς ταύτην δὲ δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν, εἰμὴ ἐφ’ ὅσον ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ μᾶς βοηθήσῃ, φέρουσα ταχέως τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Ὀφείλομεν ἄρα νὰ τάξωμεν διορίαν βραχυτάτην πρὸς ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς, ὅπως δυνηθῶμεν ἀνυπερθέτως νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ κυρίου ἡμῶν ἔργου.
§114ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ τοῦ βαθμοῦ τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ ΨΠΒʹ Νόμου ἐμμίσθου μέλους τοῦ γνωμοδοτικοῦ συμβουλίου, καὶ ἕτερον περὶ εὐρύνσεως τοῦ λιμένος Ζέας.
§115ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρῶτον τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ ἔτους 1879, συνταχθεῖσαν ἐπὶ τῇ βάσει τακτικῶν ἀποτελεσμάτων μέχρι 31 Δεκεμβρίου, δεύτερον προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως τοῦ 1879, συνταχθέντα μὲν μέχρι τέλους τοῦ Δεκεμβρίου 1879 ἐπὶ τῇ βάσει τακτικῶν ἀποτελεσμάτων, μέχρι τέλους δὲ τῆς χρήσεως, ἥτις, ὡς γνωστὸν, λήγει τὴν 31 Ὀκτωβρίου 1880, ἐπὶ τῇ βάσει πιθανῶν ἀποτελεσμάτων. Κατὰ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν, ὡς καὶ ἄλλοτε ἐλέχθη, τὰ προϋπολογισθέντα ἔσοδα τοῦ 1879 συνίστανται εἰς 45,808,442, τὰ δὲ βεβαιωθέντα ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι 31 Δ)βρίου συνίστανται εἰς 43,205,314 καὶ 7 λεπτά· τὰ εἰσπραχθέντα δὲ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1879 ἀνέρχονται εἰς 38,472,312 καὶ 47 λεπτά, ἑπομένως ἔμεινεν ὑπόλοιπον πρὸς εἴσπραξιν τῶν ἐντὸς τοῦ ἔτους 1879, ὡς εἶπον, βεβαιωθέντων τὴν 31 Δ)βρίου 1879, 4,733,001 καὶ 60|00. Τὰ προϋπολογισθέντα ἔξοδα συνίστανται εἰς 60,078,760 2|00, ἐχορηγήθησαν δὲ διὰ Β. Διαταγμάτων, ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, καὶ εἰδικῶν Νόμων, πιστώσεις ἀναπληρωτικαὶ καὶ ἔκτακτοι 2,666,264, 23|00. Πληρωτέα ὑπόλοιπα παρελθουσῶν χρήσεων ὑπῆρχον 57,840 καὶ 70|00· τὸ ὅλον ἑπομένως τῶν ἐξόδων, 62,802,864 95|00. Ἐπληρώθησαν ἐντὸς τοῦ 79, διὰ πληρωμῶν ὁριστικῶς τακτοποιηθεισῶν, 39,256,235 78|00· ἑπομένως ὑπελείφθησαν κατὰ τὴν 31 Δεκ. 1879 πιστώσεις ἀπραγματοποίητοι 23,546,629,17|00. Ἀλλὰ προλαμβάνω νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐκ τῶν μὴ πραγματοποιηθεισῶν πιστώσεων μέχρι τῆς 31 Δ)βρίου 8,186,384 42|00 εἶναι πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν θὰ πραγματοποιηθῶσι, καὶ κατὰ συνέπειαν θ’ ἀκυρωθῶσιν· ἑπομένως μένει ὑπόλοιπον πιστώσεων πραγματοποιηθησομένων ἐκ δραχ. 16,236,041 καὶ 89|100. Ἀλλὰ καὶ ἐξ αὐτῶν ἐπληρώθησαν δραχ. 6,466,861 μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1879, ἐπὶ τῇ βάσει χρηματικῶν ἐνταλμάτων μὴ ἐξοφληθέντων ὁλοσχερῶς, καὶ διὰ τοῦτο, θεωρούμεναι ὡς πληρωμαὶ ἐκκρεμεῖς, δὲν συμπεριελήφθησαν εἰς τὰς ὁριστικὰς καὶ τακτικὰς πληρωμάς. Τὴν προσωρινὴν ταύτην κατάστασιν συνοδεύει ἀναλυτικὴ ἑτέρα κατάστασις διὰ τὰς χορηγηθείσας πιστώσεις διὰ Β. Διατάγματος ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ εἰδικῶν νόμων κατὰ τὴν παροῦσαν τακτικὴν Σύνοδον αὐτῆς, δηλ. σημειοῦνται ἀναλυτικῶς καθ’ Ὑπουργεῖον, κεφάλαιον καὶ ἄρθρον τοῦ προϋπολογισμοῦ ὅλαι αἱ πιστώσεις τῶν 2,666,274 23|00. Ἀμφοτέρας τὰς καταστάσεις ταύτας παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ν’ ἀποστείλῃ εἰς τὸ Τυπογραφεῖον πρὸς τύπωσιν, ὑπὸ τὴν ἐπιμέλειαν καὶ ἐπιτήρησιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ὁ προσωρινὸς ἀπολογισμὸς τῆς χρήσεως τοῦ 1879 περιέχει αὐτὰ τὰ ἴδια ἀποτελέσματα, ὡς καὶ τοὺς ἐν τῇ προσωρινῇ καταστάσει περιλαμβανομένους ἐπίσης ἐκτάκτους πόρους τοὺς προερχομένους ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, δηλ. τὰ 4,500,000, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ἤτοι 3,000,000 διὰ Β. Διατάγματος καὶ 1,500,000 διὰ νόμου, — καὶ διὰ τοῦτο θέλετε παρατηρήσει ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τούτῳ, ὅτι τὰ μὲν πιθανὰ ἔσοδα, ἄνευ τοῦ ἐκ τοῦ δανείου ληφθέντος ποσοῦ, μέχρι τέλους τῆς χρήσεως ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 44,626,922, 47|00, ὅτι τὰ πιθανὰ ἔξοδα μέχρι τέλους τῆς χρήσεως θέλουν φθάσει εἰς 55,492,277 67|00· ἑπομένως προκύπτει πιθανὸν ἔλλειμμα 10,865,355 20|00· ὅτι τὰ πιθανὰ ἔσοδα μετὰ τοῦ ἐκ τοῦ δανείου ληφθέντος ποσοῦ ἐκ δραχ. 4,500,000 μέχρι τέλους τῆς χρήσεως ὑπολογίζονται εἰς 49,126,922 47|00. ἑπομένως, ἀφαιρουμένου τοῦ ποσοῦ τούτου ἐκ τῶν ὑπολογιζομένων δαπανῶν τῶν 55,492,277 καὶ 67|00, μένει πιθανὸν ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1879, 6,365,355, 20|00 εἰς τὸ ποσὸν τῶν δαπανῶν τῶν 55,492,277 καὶ 67|00 περιλαμβάνονται καὶ αἱ ἤδη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ζητούμεναι ἀναπληρωτικαὶ καὶ ἔκτακτοι πιστώσεις, συμποσούμεναι εἰς 875,797 καὶ 14|00. Καὶ ἡ μὲν ἀνάλυσις τῶν χορηγηθεισῶν πιστώσεων διὰ Β. Διαταγμάτων καὶ δι’ εἰδικῶν Νόμων ἀναφέρεται, ὡς εἶπον, εἰς τὴν ἀναλυτικὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν συνυπέβαλον μετὰ τῆς προσωρινῆς καταστάσεως· ἡ δὲ ἀνάλυσις τῶν ἤδη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ζητουμένων πιστώσεων ἐξ 875,797 περιέχεται ἐν τῷ προσωρινῷ ἀπολογισμῷ, ἐξ οὗ θὰ πληροφορηθῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι ἐντὸς τοῦ 1880 εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ πληρώσωμεν 16,236,041 καὶ 89|00, πρὸς ἀποπληρωμὴν τῶν δαπανῶν, αἵτινες, ὡς εἶπον, συμπεριλαμβάνονται εἰς τὰ 55,492 καὶ 297. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 16,236,046 καὶ 89|00 ἐπληρώθησαν ἤδη, ὡς προεῖπον, ἀλλὰ δὲν ἐτακτοποιήθησαν αἱ πληρωμαὶ ἀπὸ τὰ Ἐπαρχιακὰ Ταμεῖα καὶ τὸ Κεντρικὸν μέχρι 31 Δεκεμβρίου 6,466,861 ἑπομένως ἔμεινεν ὑπόλοιπον πληρωμῶν πιθανῶν ἐντὸς τοῦ 1880 9,769,180 καὶ 89|00. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου μέγιστον ποσὸν ἐπληρώθη ἐντὸς τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου, καὶ εἶναι μεταξὺ τῶν ἐκκρεμῶν πληρωμῶν· ἐλπίζω δὲ τὴν 20 Φεβρουαρίου τὸ βραδύτερον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀκριβέστερον πίνακα ὅλων τῶν ἐκκρεμῶν πληρωμῶν, καὶ τῶν μετὰ τὴν 31 Δεκεμβρίου 1879 τακτοποιηθεισῶν πληρωμῶν μέχρι τέλους Ἰανουαρίου ε. ε. καὶ πιστεύω, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 9,769,180, ὅπερ φαίνεται ὡς ὑπόλοιπον, θέλει ἐλαττωθῆ κατὰ μέγιστον ποσόν. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ ὁ προσωρινὸς οὗτος ἀπολογισμὸς, ὡς καὶ ἡ συνυποβαλλομένη κατάστασις, παριστάνουσα τὸ ποσὸν τῶν 6,466,861 ἐκκρεμῶν πληρωμῶν.
§116ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Περιλαμβάνουσιν αἱ ἐκκρεμεῖς πληρωμαὶ καὶ τὰς προκαταβολὰς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν;
§117ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ἡμερῶν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἐζήτησε κατάστασιν τῶν προκαταβολῶν τῶν γενομένων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἐβράδυνα τὴν ὑποβολὴν, ἐνῷ εἶχον ἑτοίμην τὴν κατάστασιν πρὸ πολλοῦ. Κατὰ τὴν κατάστασιν ταύτην, ἣν ἔλαβον ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τὴν 10 Ἰανουαρίου, εἶχε προκαταβολὰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐντὸς τοῦ 1879 4,930,000, ὅτι ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ἐτακτοποιήθησαν διὰ δικαιολογιτικῶν ἐγγράφων 742,489,36%, καὶ προσέτι εἰς πληρωμὴν ἀντιτίμου καλύκων φυσιγγίων δραχ. 450,000, ἐν συνόλῳ δραχ. 1,192,489 36%, ὥστε ἔμειναν ἀδικαιολόγητα ἐκ τῶν προκαταβολῶν τούτων δραχ. 3,737,510: 64 ο|ο.
§118ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὥστε ἡ διαφορὰ εἶναι δύο ἑκατομμύρια, ἐνῷ ὁ Νόμος λέγει μόνον ἕν.
§119ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ ἀπὸ τὰς 10 Ἰανουαρίου καὶ ἐντεῦθεν, καθ’ ἃς ἔλαβον πληροφορίας ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ τῆς ἀποδόσεως δικαιολογητικῶν ἐγγράφων, ἐτακτοποιήθησαν 2,201,930· ὥστε ἔμειναν ἀδικαιολόγητοι προκαταβολαὶ 2,728,000 καὶ 70 ο|ο μέχρι τέλους Ἰανουαρίου, καὶ μὴ φανῇ εἰς ὑμᾶς παράδοξον, ὅτι τοσαῦται προκαταβολαὶ ἐγένοντο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὸ ἔτος 1879, καὶ ὅτι τοῦτο πρώτην φορὰν ἔλαβε χώραν, διότι δυστυχῶς τὸ σύστημα τοῦτο ἐπικρατεῖ πρὸ πολλῶν ἐτῶν ὡς ἐκ τῆς λογιστικῆς καταστάσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐζήτησα καὶ ἔλαβον σημείωσιν ἀκριβῆ περὶ τῶν χορηγηθεισῶν προκαταβολῶν κατὰ τὰ 4 τελευταῖα ἔτη τοῦ πρὸ τοῦ λήξαντος ἔτους 1879, καὶ ἐκ τῆς σημειώσεως ταύτης θέλει πληροφορηθῆ ἡ Βουλὴ, ὅτι τὸ ἔτος 1875, ὅτε ἴσχυεν ἡ διάταξις τοῦ Νόμου περὶ Δημοσίου λογιστικοῦ, καθ’ ἣν μόνον 500,000 δραχμῶν προκαταβολὴ ἐπετρέπετο νὰ χορηγηθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἐχορηγήθησαν προκαταβολαὶ 1,370,000, τακτοποιηθεῖσαι διὰ τῆς προσαγωγῆς τῶν δικαιολογητικῶν ἐγγράφων. Κατὰ τὸ 1876 αἱ προκαταβολαὶ συνίσταντο εἰς 2,974,000, ἐξ ὧν ἐδικαιολογήθησαν μέχρι τοῦδε 2,954,158 καὶ 19|00, καὶ μένει εἰσέτι ἀδικαιολόγητον ὑπόλοιπον 19,541 καὶ 81|00. Κατὰ τὸ 1877 αἱ χορηγηθεῖσαι προκαταβολαὶ αὗται συνίσταντο εἰς 4,555,459 καὶ 20/00, ἐδικαιολογήθησαν δὲ μέχρι τοῦδε 4,310,620 καὶ 35|00, καὶ μένει ὑπόλοιπον 244,838 καὶ 85|00. Τὸ 1878 αἱ προκαταβολαὶ ἦσαν 10,995,367, ἐδικαιολογήθησαν δὲ μέχρι τοῦδε 9,902,982 καὶ 47|00· ἑπομένως μένουν ἀδικαιολόγητα 1,092,384 καὶ 53|00. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι πρὸ πολλοῦ χρόνου αἱ στρατιωτικαὶ προκαταβολαὶ διατελοῦσιν εἰς αὐτὴν τὴν ἔκρυθμον καὶ ἔκνομον ἀληθῶς κατάστασιν, καὶ τοῦτο ἀποδοτέον εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ στρατιωτικοῦ λογιστηρίου, διὰ τὰ τελευταῖα δὲ ἔτη καὶ εἰς τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις, καὶ προτέτι εἰς τὸ εἶδος τῶν δαπανῶν τοῦ στρατοῦ, αἵτινες δὲν δύνανται νὰ παρακολουθῶσι τοὺς κοινοὺς κανόνας τοῦ Νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ ὡς αἱ δαπάναι τῶν ἄλλων Ὑπουργείων. Παραδίδω ἀμφοτέρας τὰς καταστάσεις ταύτας εἰς τὸ Προεδρεῖον, πρὸς τύπωσιν. Παρατηρῶ δὲ, ὅτι κατὰ τὸ 1875, ὅτε αἱ στρατιωτικαὶ προκαταβολαὶ συνίσταντο εἰς 1,370,000, εἴχομεν ἓν τάγμα πυροβολικοῦ, μίαν ἱππαρχίαν ἀκροβολιστῶν, δέκα τάγματα πεζικοῦ, τέσσαρα τάγματα εὐζώνων καὶ ἓν τάγμα Μηχανικοῦ· ἀπὸ δὲ τὰ μέσα τοῦ ἔτους 1876 ὁ στρατὸς ηὐξήθη εἰς ἓν Σύνταγμα πυροβολικοῦ, ἓν Σύνταγμα ἱππικοῦ, εἴκοσι τάγματα πεζικοῦ, τέσσαρα τάγματα εὐζώνων, δύο τάγματα μηχανικοῦ· μίαν διλοχίαν νοσοκόμων, δύο ἐπιμελητήρια καὶ τρία ἀρχηγεῖα στρατοῦ, καὶ ὡς ἐκ τούτου προέκυψεν ἡ μεγάλη αὕτη διαφορὰ τῶν στρατιωτικῶν προκαταβολῶν.
§120Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐξακριβώσῃ τοὺς λόγους, δι’ οὓς δὲν ἐδικαιολογήθησαν εἰσέτι ποσὰ τῆς χρήσεως τοῦ 1875, ἐνῷ ἐδικαιολογήθησαν τοῦ 1879; Παρῆλθεν ἀρκετὸς καιρὸς, ὥστε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἠδύνατο νὰ προσαγάγῃ τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα.
§121ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ προκαταβολαὶ τοῦ 1875, ὡς σᾶς εἶπον, ἐδικαιολογήθησαν. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὰς προκαταβολὰς τῶν ἄλλων ἐτῶν, καὶ ἰδίως τῶν τελευταίων, τὰ πράγματα συνέβησαν, ὡς σᾶς παρέστησα αὐτά· τώρα ἐπισπεύδομεν νὰ συγκεντρώσωμεν τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, πρὸς τακτοποίησιν ὅλων τῶν προκαταβολῶν τούτων.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη, κύριοι, τὸν νόμον τῆς πιστώσεως πρὸς συνδρομὴν τῶν παθόντων ἐκ τῆς πυρκαϊᾶς καὶ τῆς χιόνος. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον.)
§123ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Πρέπει νὰ ἔλθῃ καὶ ὁ νόμος περὶ Τροιζηνίας, καὶ νὰ συνδυασθῇ· ἡ δικαιοσύνη τοῦ Κράτους εἰς τὰς ἐπαρχίας πρέπει νὰ διανέμηται ἐξ ἴσου· κατὰ συνέπειαν ἢ πρέπει νὰ τὸ ἀφήσητε νὰ ἔλθῃ μὲ τὴν σειράν του, ἢ νὰ τὸ συνδυάσητε μετὰ τοῦ ἄλλου νομοσχεδίου (θόρυβος).
§124ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ πυρκαϊᾶς, θέλω νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν κἄτι τι. Πέρυσι συνέβη πυρκαϊὰ ἐν Ζακύνθῳ πολὺ μεγαλειτέρα ἀπὸ αὐτὴν, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς Καλάμας, ἡ ὁποία ἀπετέφρωσε περὶ τὰς 25 οἰκίας καὶ καταστήματα μεγάλης ἀξίας. Τότε ἀνηγγέλθη τὸ γεγονὸς, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπεσχέθη, ὅτι θέλει φροντίσει περὶ αὐτῆς τῆς ἐπαρχίας καὶ τῶν παθόντων, διέταξε δὲ τὸν Νομάρχην καὶ ἔκαμε σημείωσιν τῶν ὀνομάτων, καὶ οἱ παθόντες ηὐχαριστήθησαν διὰ τὴν πρόνοιαν ταύτην. Ὑπεσχέθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι θὰ φέρῃ Νομοσχέδιον ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλ’ ἔκτοτε καμμία πρόνοια δὲν ἐλήφθη.
§125ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οὔτε ὁ κ. Λομβάρδος εἶπε τίποτε.
§126ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θὰ ἐνθυμῆται ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἶπεν, ὅτι εἶχε τὴν διάθεσιν νὰ περιθάλψῃ τοὺς παθόντας, δὲν ἠμποροῦσα δ’ ἐγὼ νὰ τὸ ἐνθυμίσω ἰδιαιτέρως· εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀνῆκε νὰ ἐνθυμηθῇ αὐτὰς τὰς ἐπαρχίας. Οἱ καέντες ἀνήγειραν τὰς οἰκίας των, ἀλλ’ οἱ πτωχοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὰ καταστήματά των καὶ ἔχασαν τὴν περιουσίαν των, οὐδὲν ἔλαβον. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ λάβῃ πρόνοιαν.
§127ΚΟΡΙΖΗΣ. Αὐτοὶ εἶναι ἄτομα, ἐνῷ ἡ Τροιζηνία εἶναι ὁλόκληρος ἐπαρχία.
§128ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐναντιοῦμαι διὰ τὴν Τροιζηνίαν.
§129ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Καὶ εἰς τὴν Νάξον ἐχάθησαν τὰ λεμόνια· δὲν ἔπαθε μόνον ἡ Τροιζηνία.
§130ΤΖΑΝΕΣ.....
§131ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 7.