1879.12.19
940 rows · 7,177 words · 134 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 41
τῆς 19 Δεκεμβρίου 1879.
(Τετάρτη.)
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τέσσαρες τῶν Βουλευτῶν Ὄρους καὶ Μέσης ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου περὶ πόρων τῶν ἀγροτικῶν δήμων τῆς νήσου Κερκύρας. Ἡ δὲ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπιτροπὴ κατέθετο τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου περὶ διανομῆς τῆς περιουσίας τοῦ Κοινοῦ Κερκύρας. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Ὑπεβλήθησαν ἀναφοραὶ τῶν πρώην Βουλευτῶν κκ. Κ. Στράτου καὶ Ν. Ἀποστόλη· ὁ πρῶτος ζητεῖ νὰ τῷ πληρωθῇ ἡ ἀποζημίωσίς του διὰ τὴν παρελθοῦσαν ἔκτακτον Σύνοδον, ὁ δὲ δεύτερος νὰ τῷ πληρωθῇ ἡ ἀποζημίωσίς του διὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον τοῦ 1874. Θὰ παραπεμφθῶσιν ἀμφότεραι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ.
§2Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Καὶ εἰς ἐμὲ ὀφείλονται 1,000 δραχμαί, δι’ ἀποζημίωσιν μιᾶς ἐκτάκτου Συνόδου.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύνασθε νὰ ὑποβάλητε αἴτησιν περὶ τούτου. Ὁ Βουλευτὴς κ. Ἀριστ. Οἰκονόμου ὑποβάλλει δύω τροπολογίας ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν.
§4Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἡ Βουλὴ διώρισεν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴν, συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα, ὅπως ἐξετάσῃ κατ’ εἶδος τὸ ποιὸν τῶν προμηθειῶν, αἵτινες ἐγένοντο πρὸς χρῆσιν τοῦ στρατοῦ ἐφ’ ὅσον χρόνον διετέλεσα Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐπειδὴ δὲ πολλοὶ ἐξ ὑμῶν, οἵτινες δὲν ἦσθε τότε Βουλευταὶ, ἀγνοεῖτε τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων διωρίσθη ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκείνη, θέλω εἴπει ὀλίγας λέξεις περὶ τούτου. Διαφωνήσας πρὸς τοὺς συναδέλφους μου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἀποκρούοντας τοὺς στρατιωτικοὺς προβιβασμοὺς, παρῃτήθην. Μόλις δὲ ἠκούσθη τοῦτο, ἤρξατο σφοδρὸς κατ’ ἐμοῦ πόλεμος ἐν τῷ τύπῳ, καὶ πολὺς ἐγένετο πάταγος ἐν αὐτῷ κατὰ τῶν προμηθειῶν, ὅσας, διὰ τὸ ἔκτακτον τῶν περιστάσεων, ἠναγκάσθην νὰ διατάξω πρὸς χρῆσιν τοῦ στρατοῦ. Σάπια ἡ γαλέτα, σάπιαι αἱ ἀρβύλαι, σάπια τὰ ὑποδήματα, σάπια τὰ βρακιὰ, ἐκραύγαζον, σάπια καὶ ἡ πυρίτις καὶ τὰ ὅπλα καὶ τὰ φυσέκια, καὶ αὐτὰ τὰ κανόνια. Ἐγὼ δὲ δὲν εἶχον ἐφημερίδα ν’ ἀπαντῶ καθ’ ἑκάστην εἰς τὸ τόσον πλῆθος τῶν ἐφημερίδων, καὶ ν’ ἀνασκευάζω τὰς ἐπισωρευομένας κατ’ ἐμοῦ συκοφαντίας καὶ ὕβρεις· ἅπαξ μόνον ἔγραψα, ὅτι εἶμαι ἕτοιμος νὰ ὑποβληθῶ εἰς πάντα ἔλεγχον ἐνώπιον τῆς ἁρμοδίας νὰ ἐξελέγξῃ τὴν διαχείρισίν μου Βουλῆς. Ὅτε δὲ συνῆλθε πέρυσιν ἡ Βουλὴ εἰς τακτικὴν Σύνοδον, συνεπείᾳ ἐπερωτήσεως τοῦ Βουλευτοῦ Ἀττικῆς κυρίου Ῥάλλη, κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ αἱ ἀποφάσεις τῶν ἐπιτροπῶν, ἃς διώρισεν ὁ διάδοχός μου κ. Σαπουντσάκης, δὲν ἦσαν σύμφωνοι ἐν πολλοῖς πρὸς τὰς γνώμας τῶν Σωματαρχῶν περὶ τῆς ποιότητος τῶν προμηθευθέντων εἰδῶν, ἡ Βουλὴ, ὀρθῶς ποιοῦσα, διώρισε τὴν ἐπιτροπὴν, περὶ ἧς σᾶς εἶπον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἐπὶ τεσσαράκοντα ὅλας ἡμέρας ἐξήτασε τὰ ἔγγραφα, τὰ πράγματα, καὶ ὑπερέβη μάλιστα τὰ ὅρια τῆς ἐντολῆς της, ἐνεργήσασα καὶ ἀνακρίσεις.
§5ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ εἶχεν ἐντολὴν τοιαύτην νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις, καὶ διὰ τοῦτο ἔπραξεν ὅ,τι λέγετε.
§6Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πολὺ καλά. Ἡ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε καὶ ἔκθεσιν περὶ πάντων τούτων, ἀλλ’ ἡ ἔκθεσις αὕτη δὲν ἐσυζητήθη. Ὁ σήμερον Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κ. Σωτηρόπουλος ἦτο καὶ τότε τοιοῦτος· τὸν παρεκάλεσα ἐπανειλημμένως νὰ εἰσαγάγῃ ταχέως τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς πρὸς συζήτησιν, διότι τότε ἐγίνοντο πολλαὶ καὶ σοβαραὶ συζητήσεις, ἔμελλε δὲ μετ’ ὀλίγον νὰ λήξῃ ἡ Σύνοδος, ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθη. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἔλεγε: πρότασις δὲν ὑπάρχει καμμία· τί νὰ φέρω εἰς τὴν Βουλήν; Καὶ τῳόντι, κύριοι, ἡ ἐπιτροπὴ οὐδὲν προτείνει· λέγει μόνον· φρονῶ, ὅτι τὰ ὑποδήματα δὲν παρελείφθησαν, φρονῶ τοῦτο, φρονῶ ἐκεῖνο· ἀλλ’ αὐτὸ τὸ φρονῶ πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ ἐξετασθῇ, διότι ἐγὼ, τοῦ ὁποίου ἡ διαχείρισις ὡς ὑπουργοῦ προσβάλλεται, ὅστις εἶμαι ἐκτεθειμένος εἰς τόσας κατηγορίας καὶ ὕβρεις, περὶ τοῦ ὁποίου πᾶς τις δύναται νὰ λέγῃ ὅ,τι θέλει, στηριζόμενος μάλιστα ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ φρονῶ τῆς ἐπιτροπῆς, ἐγὼ δὲν ἀνέχομαι ταῦτα. Ὁ κύριος Ἰακωβάτος ἦλθε προχθὲς καὶ εἶπεν, ἡ γαλέτα ἦτο σάπια, τὰ ὑποδήματα ἦσαν σάπια.
§7Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πετιμεζᾶ.
§8Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν τὸ εἶπα, κύριε Ἰακωβάτε, διὰ νὰ Σᾶς πειράξω. Ἐγὼ ἔχω καὶ ὑπόληψιν πρὸς ὑμᾶς καὶ φιλίαν.
§9Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Οὔτε ἐναντίον τοῦ προσώπου σας εἶπόν τι, οὔτε ἐναντίον τῶν ὑποδημάτων.
§10Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἴπετε ἐναντίον.....
§11Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τῶν ὑποδημάτων σας;
§12Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Οὐχὶ βέβαια κατὰ τῶν ὑποδημάτων τὰ ὁποῖα φορῶ. Ὁπωσδήποτε, κύριε Ἰακωβάτε, ἡμεῖς γνωριζόμεθα πρὸ πολλοῦ. Δὲν θέλω νὰ προσβάλλωμαι δι’ ὑπαινιγμῶν. Ὑπάρχει τι ἐναντίον μου; Ἰδοὺ τὸ βῆμα. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία ν’ ἀποφανθῇ περὶ τῆς διαχειρίσεώς μου, καὶ ἐγὼ εἶμαι πρόθυμος νὰ ὑποστῶ πάντα ἔλεγχον. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ κατ’ ἐμοῦ, θὰ ὑπάγω νὰ δώσω λόγον εἰς τὸ δικαστήριον, καὶ τὸ νομίζω τιμήν μου. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι αἱ ἀρχαὶ, τὰς ὁποίας ἡ πολιτεία κατέστησεν, εἶναι ἡ βασιλεία τῶν νόμων, καὶ εἶναι τιμὴ ὅταν τις, ὑποτασσόμενος εἰς τοὺς νόμους, ὑποβάλλῃ τὰς πράξεις του ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῶν ἀρχῶν αὐτῶν. Συμπεραίνων, κύριοι, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἵνα ἐγκρίνῃ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἡ συζήτησις τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι νέα περίοδος, κύριε Πετιμεζᾶ, κατὰ δὲ τὸν Κανονισμὸν, τὰ ἀρξάμενα ἔργα ἔν τινι Συνόδῳ ἐπαναλαμβάνονται εἰς τὴν ἑπομένην, μόνον ἐὰν ἦναι ἡ αὐτὴ Περίοδος τῆς Βουλῆς.
§14ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Ἐπεραίωσε τὰς ἀνακρίσεις ἡ ἐπιτροπή;
§15Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα. Ἐτυπώθη καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ διενεμήθη εἰς τοὺς Βουλευτάς.
§16ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Τότε νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§17Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὸ καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐγκρίνῃ.
§18ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Ὁ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμος ὁρίζει πῶς εἰσάγεται ἡ κατηγορία ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Συμφώνως πρὸς τὸν νόμον αὐτὸν, θὰ ὑποβληθῇ τὸ κατηγορητήριον, καὶ μετὰ τοῦτο θὰ γείνῃ ἡ συζήτησις.
§19Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὸ θέλω καὶ ἐγὼ (θόρυβος). Ὅστις θέλει, ἂς ἔλθῃ νὰ κατηγορήσῃ· δὲν θέλω ἐγὼ λόγια. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ προσδιορίσῃ ἡμέραν πρὸς συζήτησιν αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου. Ὑποβάλλω δὲ καὶ δύω ἔγγραφα, ὧν τὸ μὲν σχετικὸν πρὸς τὴν συζήτησιν αὐτὴν, τὸ δὲ περὶ τῶν ἀποστράτων, καὶ παρακαλῶ, ἵνα διαταχθῇ ἡ τύπωσίς των. Τὸ δεύτερον τοῦτο ἔγγραφον πρέπει νὰ τυπωθῇ μὲ τὰς ἐν αὐτῷ διαγραφὰς καὶ προσθήκας. Ἀναγκάζομαι νὰ ὑποβάλω αὐτὸ, διότι ἐπὶ 15 ἤδη μῆνας ἀκούω νὰ κραυγάζωσιν, ὅτι ἔθεσα ἀξιωματικοὺς εἰς ἀποστρατείαν, χωρὶς νὰ διορίσω Ἐπιτροπήν.
§20ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Εἶναι πρωτότυπα ἔγγραφα;
§21Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα.
§22ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Πῶς τὰ ἔχετε ὑμεῖς;
§23Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι προπαρασκευαστικὰ ἔγγραφα αὐτά. Τὸ δεύτερον ἔγγραφον ὑποβάλλω, ἵνα τὸ ἴδῃ ἰδίως ὁ κ. Ἀντωνόπουλος, ὅστις, ἂν καὶ κατοικῇ ἐν Ἀθήναις, δὲν ἠθέλησε νὰ μάθῃ πῶς ὁ ἀδελφός του ἐτέθη εἰς ἀποστρατείαν. Ἐὰν μὲ ἠρώτα, θὰ τῷ ἔλεγον εἰλικρινῶς τὴν ἀλήθειαν, ὡς εἶπον αὐτὴν καὶ πρὸς τοὺς ἀντισυνταγματάρχας κ. κ. Μαυρομιχάλην καὶ Καραϊσκάκην. Ἐκ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ ἀποδεικνύεται, ὅτι οἱ τεθέντες εἰς ἀποστρατείαν δὲν ἐτέθησαν αὐθαιρέτως, ἀλλὰ κατὰ γνωμοδότησιν ἐπιτροπῆς.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 47 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς «τὰ νομοθετικὰ ἔργα, τὰ ἀρξάμενα καὶ διακοπέντα ἐκ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου, δύνανται νὰ ἐπαναληφθῶσιν εἰς τὴν ἑπομένην Σύνοδον τῆς αὐτῆς Περιόδου, καθ’ ἣν εὑρίσκονται στάσιν.» Ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ ἐπιτρέψω οὐδεμίαν συζήτησιν, ἐὰν δὲν εἰσαχθῇ νέα πρότασις.
§25Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Προτείνω νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή.....
§26ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε...
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω συζήτησιν τοιαύτην. Δύνασθε νὰ εἰσαγάγητε πρότασιν κατὰ τὸν Κανονισμόν.
§28ΤΖΑΝΕΣ. Λαμβάνω τὴν τιμήν, κύριοι, νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν περὶ προαγωγῆς τοῦ Τελωνείου Καλαμῶν. Τὴν πρότασίν μου συνοδεύω μετ’ ἐκθέσεως καὶ πίνακος, τὸν ὁποῖον ἔλαβον παρὰ τοῦ ἐπιστάτου τοῦ Τελωνείου Καλαμῶν Θεμιστοκλέους Παππαχριστοφιλοπούλου, καὶ πρὸς τὸν ὁποῖον ὀφείλω, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας Καλαμῶν, ν’ ἀπονείμω τὸν προσήκοντα ἔπαινον, διὰ τὴν ἄοκνον καὶ ἐπιμελῆ διαχείρισιν τοῦ Τελωνείου ἐκείνου. Οὗτος ἀπὸ τοῦ ἔτους 1876, παραλαβὼν τὴν διαχείρισιν τοῦ Τελωνείου Καλαμῶν, προήγαγεν ἐπὶ τοσοῦτον τὰ εἰσοδήματα, ὅσον θὰ ἴδῃ ἡ Βουλὴ ἐκ τοῦ εἰσαγομένου πίνακος.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§30ΤΖΑΝΕΣ. Ἐπίσης λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου, ὅστις ἠδίκησε μίαν τάξιν ἀνθρώπων, εἰς τὴν ὁποίαν πάντες ἔχομεν ἐμπιστευθῆ τὰ πολυτιμότερα τῶν συμφερόντων μας· οὗτοι εἶναι οἱ Συμβολαιογράφοι. Κατωρθώθη διά τινων διατάξεων τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου, οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, εἰς τὰς χεῖρας τῶν ὁποίων καὶ τὴν ἐπιμέλειαν ἔχομεν ἐμπεπιστευμένα τὰ σπουδαιότερα τῶν συμφερόντων μας, νὰ μὴ δύνανται πλέον νὰ ἐνεργήσωσι τὰ χρέη τοῦ Συμβολαιογράφου. Ὁ νόμος περὶ χαρτοσήμου ἐγένετο ἀφορμή, ὥστε νὰ καταστρέφωνται σπουδαῖα ἰδιωτικὰ συμφέροντα, ὅπως εἰς τὴν ἔκθεσίν μου ἀναφέρω τοῦτο· λέγω δὲ τὸ ἑξῆς, ὅτι ἡ κατανάλωσις τοῦ χαρτοσήμου κατέστη δυσχερεστάτη ἐξ ἀμελείας τῶν ἐπιτετραμμένων ὑπὸ τοῦ Κράτους, οἵτινες προτιμῶσι τὴν ἡσυχίαν αὐτῶν, παρὰ τὰ συμφέροντα τῶν ἰδιωτῶν, ἐνῷ, ὅταν ἦτον ἀνατεθειμένη ἡ κατανάλωσις τοῦ χαρτοσήμου εἰς τοὺς Συμβολαιογράφους, ἦτο προχειροτάτη (Θόρυβος). Τοῦτο ἴσως εἶναι ὀλίγον καθ’ ὑμᾶς, ἀλλὰ δι’ ἐμὲ εἶναι παρὰ πολύ. Καταθέτω λοιπὸν καὶ τὴν πρότασίν μου αὐτὴν εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ.
§32ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Κύριοι, εἴς τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων ἀπεφασίσθη, μετὰ τὸ πέρας τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν Εὐρυτανίας, Σύρου καὶ Μήλου. Διὰ τὴν συζήτησιν ταύτην παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν 1) πίνακα, ἐμφαίνοντα τὸν ἀριθμὸν τῶν εἰς ἄλλους μὲν Δήμους ἀπογραφέντων, ὑπολογισθέντων δὲ εἰς τὸ γενικὸν ἀποτέλεσμα τῆς ἀπογραφῆς Εὐρυτανίας· 2) τὸ ὑπ’ ἀριθ. 9,639 τῆς 9 Νοεμβρίου 1879 ἔγγραφον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν, δι’ οὗ ἀπεστάλη εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐσωτερικῶν συμπληρωτικὴ ἀπογραφὴ τοῦ πληθυσμοῦ τῆς προξενικῆς περιφερείας Κωνσταντινουπόλεως.
§33ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§34ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ τὸν πίνακα τῆς ἀπογραφῆς, ἥτις ἐγένετο ἐν τῇ προξενικῇ περιφερείᾳ Ῥόδου μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος.
§35ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργὸς.) Θὰ τὸν φέρωμεν.
§36ΡΙΚΑΚΗΣ. Κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς παρελθούσης Περιόδου εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρότασιν περὶ εἰσπράξεως τῶν μέχρι τοῦ 1874 καθυστερούντων, διαγράφουσαν καὶ τὸν τρόπον τῆς πληρωμῆς. Ἐπειδὴ δὲ ἡ πρότασίς μου αὕτη ἐγένετο μὲν δεκτὴ εἰς ά. καὶ βʹ. συζήτησιν, ἀλλὰ δὲν ἐπεψηφίσθη, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐγκρίνῃ τὴν ἐγγραφήν της εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, πρὸς συζήτησιν, διότι πρόκειται περὶ αὐξήσεως τῶν πόρων τοῦ Κράτους. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν δι’ ἀναστάσεως εἰς βʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ μὴ ἀποστολῆς δικαστικῶν ἀντιπροσώπων εἰς τὰς ἐκλογὰς τῶν ἐπαρχιακῶν συμβούλων κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον.)
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίῤῥησις, ν’ ἀναγνωσθῶσιν εἰς ά ἀνάγνωσιν καί τινα τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλε χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τυπωθέντα ἤδη καὶ διανεμηθέντα.
§38ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Νομοσχέδιον περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 290,118,15, ἐπὶ τοῦ κεφ. 5 τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1879». (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον.)
§40ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὰ νομοσχέδια περὶ πιστώσεων πρέπει νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ...
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπεκράτησεν αὐτό.
§42ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τῆς παρελθούσης Περιόδου ἐγένετο παρατήρησις περὶ τούτου, καὶ ἡ Βουλὴ τὸ παρεδέχθη.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἅπαξ θὰ ψηφίζωνται, ἢ τρίς;
§44ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ Σύνταγμα δὲν ὁρίζει ἂν πρέπῃ νὰ συζητῶνται ἅπαξ ἢ τρὶς αἱ πιστώσεις. Ἀλλ’ αἱ πιστώσεις εἶναι συμπλήρωμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ πρέπει νὰ ὑποβάλλωνται εἰς ἣν καὶ οὗτος προεξέτασιν, κατὰ τὸ Σύνταγμα.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Τρικούπη, νὰ παραπεμφθῶσι τὰ νομοσχέδια περὶ πιστώσεων εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§46ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, κύριε πρόεδρε. (Ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 15.)
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς προσέλθωσι δύο ψηφολέκται.
§48ΡΙΚΑΚΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἂς παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ νὰ παραπεμφθῶσι τὰ νομοσχέδια εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἥτις νὰ φέρῃ ἔκθεσιν τὸ συντομώτερον. Νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ ψηφοφορία.
§49ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ πιστώσεις αὗται ἀνατρέπουσιν ἄρδην τὸν Προϋπολογισμὸν, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπήν. (Θόρυβος.) Καὶ ἄλλοτε ἐγένετο ἡ αὐτὴ παρατήρησις, ἡ δὲ Βουλὴ, συναινούσης καὶ τῆς Κυβερνήσεως, εἶπεν, ὅτι οὐδὲν νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως δύναται νὰ συζητηθῇ, ἐὰν δὲν παραπεμφθῇ πρότερον εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπήν. Ἄλλως, κύριε πρόεδρε, καθιεροῦμεν ἓν κακὸν προηγούμενον.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσήχθησαν χθὲς μετ’ ἄλλων καὶ δύω Νομοσχέδια περὶ πιστώσεων. Πρέπει καὶ ταῦτα νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ; (Θόρυβος.)
§51ΦΙΛΗΜΩΝ. Διὰ τοῦ ἑτέρου τῶν Νομοσχεδίων τούτων, ζητεῖται πίστωσις διὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον 1880, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ «εἰσαχθέντος εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμοῦ.» Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθές ...
§52ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Εἶναι λάθος’ «τοῦ εἰσαγομένου», ὄχι «εἰσαχθέντος».
§53ΦΙΛΗΜΩΝ. Πῶς θ’ ἀποφανθῇ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῇ βάσει Προϋπολογισμοῦ, ὅστις μόλις σήμερον εἰσάγεται;
§54ΠΟΛΛΟΙ. Ἂς μείνουν αἱ πιστώσεις, κύριε Πρόεδρε.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ τὰ δύο νομοσχέδια;
§56ΠΟΛΛΟΙ. Καὶ τὰ δύω.
§57ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομ. καὶ Ἐξωτερικῶν). Ὅτε τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς συζητουμένης πιστώσεως διὰ τοὺς μῆνας Ἰανουάριον καὶ φεβρουάριον συνετάχθη, εἶχεν ἤδη συνταχθῆ καὶ ὁ προϋπολογισμός, προσεδοκᾶτο δὲ, ὅτι ἤθελε κατασταθῆ δυνατὸν νὰ εἰσαχθῇ ὁ προϋπολογισμὸς εἰς τὴν βουλὴν πρὸ τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦτο καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐγράφη «ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰσαχθέντος προϋπολογισμοῦ». Ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσαχθῇ, γνωρίζετε δὲ τὰς αἰτίας· ἑπομένως, ἂν τὸ «εἰσαχθέντος» μετατραπῇ εἰς «εἰσαχθησομένου», αἴρεται ἡ ἀντίθεσις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Φιλήμων παρετήρησεν. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1880. Ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος ὁ τῶν ἐσόδων, συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰσχυόντων μέχρι τοῦδε νόμων· δὲν ἐνόμισα δὲ, ὅτι ἤθελον εἶσθαι δικαιολογημένος, ἂν συνέταττον αὐτὸν ἐπὶ τῇ βάσει καὶ τῶν εἰσαχθησομένων νομοσχεδίων, δι’ ὧν σκοπεῖται ἡ αὔξησις τῶν δημοσίων ἐσόδων. Διὰ τοῦτο τὰ ἔσοδα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1880 προσεδιωρίσθησαν, ὡς ἦσαν κατὰ τὸ 1879, ἐν τέλει δὲ τοῦ πίνακος προσεδιωρίσθη τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον προϋποθέτει τὸ ὑπουργεῖον, ὅτι θέλει γείνει δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ, ἂν ἡ βουλὴ ψηφίσῃ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θέλει εἰσαγάγει τὸ ὑπουργεῖον, καὶ δι’ ὧν σκοπεῖται τῶν ἐσόδων ἡ αὔξησις. Ἀφοῦ τὰ ἔσοδα προσεδιωρίσθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰσχυόντων μέχρι τοῦδε νόμων, μικρὰ διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ τὸ 1880 καὶ τῶν ἐσόδων τῶν προϋπολογισθέντων κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη. Κατὰ τὸ 1878 τὰ ἔσοδα προϋπελογίσθησαν εἰς 42,789,970, κατὰ τὸ 1879 εἰς 45,808,442 καὶ κατὰ τὸ 1880 τὰ ἔσοδα προϋπελογίσθησαν εἰς δραχ. 45,816,457, ἤτοι πλέον μὲν τῶν κατὰ τὸ 1878 προϋπολογισθέντων κατὰ δραχμὰς 3,026,487, πλέον δὲ τῶν κατὰ τὰ 1879 κατὰ δραχ. 8,015. Τὰ προϋπολογισθέντα ποσὰ κατ’ ἄρθρον καὶ κεφάλαιον προσεδιωρίσθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη βεβαιωθέντων ἐσόδων. Τὰ ἔξοδα τοῦ κράτους προϋπελογίσθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας τὸ ὑπουργεῖον ἐνόμισεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ προτείνῃ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἵνα ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς πληρώσεως αὐτῶν. Τὰ ἔξοδα κατὰ τὸ 1878 εἶχον προϋπολογισθῆ εἰς 41,132,951 78|00, καὶ αὐτὰ, ἀπετέλουν τὰ ἔξοδα τοῦ τακτικοῦ καὶ συνήθους προϋπολογισμοῦ· λέγω δὲ τακτικοῦ καὶ συνήθους, διότι δύο ὑπουργεῖα, ἐκτὸς τοῦ τακτικοῦ, εἶχον καὶ ἔκτακτον προϋπολογισμόν. Τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν εἶχε προϋπολογισμὸν τακτικὸν 7,653,184 48|00, ἀλλ’ ὅ τε τακτικὸς καὶ ἔκτακτος αὐτοῦ προϋπολογισμὸς ἀνήρχοντο εἰς δραχ. 18,583,444 καὶ 39|00, δηλ. ὁ ἔκτακτος προϋπολογισμὸς ὑπερέβαινε τὸν τακτικὸν προϋπολογισμὸν κατὰ δραχ. 11,200,259:91. Ἂν δ’ εἰς τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1878 προστεθῶσι τὰ ἔκτακτα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν, ὡς εἶπον, καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ ὑπουργείου τῶν ναυτικῶν, ἀνερχόμενα καὶ ταῦτα εἰς 676,766 52|00 τὰ ἔξοδα τοῦ 1878 ἀνέρχονται εἰς 53,009,978.30. Κατὰ τὸ 1879 τὰ ἔξοδα προϋπελογίσθησαν εἰς 60,078, 760· ἂν δὲ παραβάλωμεν τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1879 πρὸς τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων, θέλομεν ἔχει ἔλλειμμα 14,270,318 καὶ 2|00 κατὰ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη, οὐχὶ δὲ κατὰ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐκτελέσεως. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1880, σᾶς εἶπον ὅτι περιλαμβάνει ποσὸν ἐσόδων 45,816,457, ποσὸν δ’ ἐξόδων 56,068,872 καὶ 33|00. Ἂν δὲ δὲν ψηφισθῇ κανεὶς νέος πόρος, κανεὶς νέος φόρος οὐδὲν νέον δικαίωμα, θέλει ὑπάρχει ἔλλειμμα 10,252,415 καὶ 33|00. Ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον, καθ’ ὃ εἶχε καθῆκον, ἠσχολήθη νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν μεταβολὴν τῶν ἀποτελεσμάτων τούτων. Ἐξήτασεν ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ μεταβολή τις διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν ἐξόδων. Τὰ ἔξοδα, κύριοι, δύναταί τις ν’ ἀναγάγῃ εἰς δύο κατηγορίας, εἰς τὰ ἔξοδα ὅλων τῶν ἄλλων κλάδων τῆς δημοσίας διοικήσεως καὶ εἰς τὰ ἔξοδα τῶν δύο κλάδων, ἤτοι τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Κατὰ τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἐξόδων ὅλων τῶν ἄλλων κλάδων τῆς διοικήσεως, τὸ ὑπουργεῖον ἐνόμισεν, ὅτι, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ οἰκονομία, δὲν πρέπει νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τῆς ἀποκοπῆς τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας οἱ ἰσχύοντες νόμοι οἱ τὴν διοίκησιν ὀργανοῦντες ἐπιτρέπουσιν. Οὐδόλως ἀμφισβητῶ, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον διὰ τῆς μεταβολῆς τῶν ὀργανισμῶν τῆς διοικήσεως ἑκάστου τῶν κλάδων τούτων νὰ δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ οἰκονομία· ἀλλὰ, τηρουμένων τῶν ὑπαρχόντων ὀργανισμῶν, ἐνομίσαμεν, ὅτι πᾶσα περιστολὴ τῶν δαπανῶν, ἂν ἤθελεν ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα περιστολήν τινα τῶν ἐξόδων, ἤθελεν ὅμως ἔχει ἕτερον ἀποτέλεσμα ἀναπόφευκτον, τὴν ζημίαν τῆς διοικήσεως. Χωρίζομεν λοιπὸν τοὺς ἄλλους κλάδους τῆς δημοσίας διοικήσεως ἀπὸ τὰ ἔξοδα τῶν ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν. Κατὰ τὸ 1878 ὁ ἔκτακτος καὶ τακτικὸς προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀνεβιβάζετο εἰς 18,853,444 καὶ 39|100. Κατὰ τὸ 1879 ὑπεβιβάσθη εἰς 13,307,986 62|100, κατὰ τὸ 1880 ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν περιεστάλη εἰς 11.000.000 μόνον. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν κατὰ τὸ 1878 ὁ τακτικὸς καὶ ἔκτακτος ἀνήρχετο εἰς 2,791,472, κατὰ τὸ 1879 ἀνεβιβάσθη εἰς 3,748,657, καὶ κατὰ τὸ 1880 προσδιωρίσθη, εἰς 3,472,549 καὶ 87|00. Αὕτη εἶναι ἡ ἐργασία, ἥτις ἐγένετο ἐπὶ τῆς περιστολῆς τῶν ἐξόδων. Διὰ τοῦτο τὸ ὑπουργεῖον προέβλεψε πρὸ παντὸς πρὸς ἐπιζήτησιν μέσων, δι’ ὧν νὰ κατορθωθῇ ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων. Ἡ προχειροτέρα ὕλη, ἡ ὁποία ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπαχθῇ εἰς φορολογίαν, ἦτον ἡ τοῦ καπνοῦ, καὶ ἰδίως ἡ μελέτη ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ νὰ ἐπιβληθῇ φόρος τις ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ δύναται νὰ ἐνοχλήσῃ τὴν παραγωγὴν, καὶ νὰ μὴ ἔχῃ ἀποτέλεσμα τὴν ἐνόχλησιν ἢ τὴν περιστολὴν τοῦ ἐμπορίου. Ὁ φόρος οὗτος ἐφάνη, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι δικαιότερος. Ἀπὸ τοῦ 1871 ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐγένοντο διάφοροι μελέται πρὸς κανονισμὸν τῆς ὕλης ταύτης, προετάθη δὲ, πρὸ παντὸς ἄλλου, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσαχθῇ εἶδος μονοπωλείου εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὁποῖον τυγχάνει εἰσηγμένον εἰς πολλὰς ἄλλας χώρας. Ἡ μελέτη ἀπέληξεν εἰς τὸ βέβαιον συμπέρασμα, ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ μονοπωλείου καθίσταται ἀνέφικτος, οὐ μόνον διὰ τὴν ἐπιῤῥοὴν, ἣν ἤθελεν ἐνασκήσει ἐπὶ τῆς παραγωγῆς τοῦ καπνοῦ, ἡ ὁποία ἐν Ἑλλάδι γίγνεται καὶ ὁσημέραι προβαίνει, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ διότι τὸ σύστημα τοῦτο ἤθελεν ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀπαιτήσει πολλὰ κεφάλαια, ἀφ’ ἑτέρου δὲ συνοδεύεσθαι ὑπὸ ποικίλων ἀτελειῶν καὶ πλημμελειῶν, αἱ ὁποῖαι ἤθελον βεβαίως διαταράξει τὴν κοινὴν συνείδησιν. Διὰ τοῦτο κατὰ τὸ 1871, ὅτε μοὶ ἐπεβλήθη νὰ ἀσχοληθῶ μικρὸν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ κατὰ τὰ ἑπόμενα ἔτη, ὅτε ἄλλοι πολλῷ δοκιμώτεροι ἐμοῦ διεχειρίσθησαν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους, αἱ γενόμεναι μελέται ἀπέληξαν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι πρέπει νὰ ἐγκαταλειφθῇ τὸ σύστημα τῆς αὐξήσεως τῶν δημοσίων ἐσόδων διὰ τοῦ μονοπωλείου τοῦ καπνοῦ. Ἐζητήθη, ἂν ἦτο δυνατὸν, ὁ φόρος, ὁ ὁποῖος ἐμελετᾶτο νὰ ἐπιβληθῇ, μετὰ τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς ἰδέας τοῦ μονοπωλείου, ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, νὰ ἐπιβληθῇ κατὰ τὸ στάδιον ἐκεῖνο τῆς μεταποιήσεως τοῦ καπνοῦ ἀπὸ φύλλα εἰς καπνὸν πόσιμον. Ἠσχολήθην εἰς τὴν μελέτην τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον εἶχε βάσιν τὸν τρόπον τοῦτον τῆς φορολογίας, καὶ τὸ πόρισμα τῆς μελέτης ταύτης μοὶ ἀπέδειξεν, ὅτι τοιοῦτον σύστημα ἤθελεν εἶσθαι συνδεδεμένον μὲ μεγάλην πίεσιν τοῦ ἐμπορίου, καὶ ἰδίως τοῦ ἐμπορίου τοῦ προϊόντος τούτου, τὸ ὁποῖον εἶναι εὐπαθέστατον καὶ ὑπόκειται εἰς μεγάλας φθορὰς καὶ ζημίας. Ἐγένετο δὲ δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ ἄλλο σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ φόρος μιᾶς δραχμῆς κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου ποσοῦ, καὶ ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου τούτου νὰ ἄρχηται ἀπὸ τῆς πρώτης πράξεως, ἡ ὁποία γίνεται ἤτοι ἀπὸ τῆς πωλήσεως τοῦ καρποῦ ἀπὸ τὸν παραγωγὸν εἰς τὸν ἔμπορον, νὰ συντελῆται δὲ ἡ βεβαίωσις ἐν τῷ τόπῳ τῆς καταναλώσεως καὶ κατὰ τὸ τελευταῖον στάδιον τῶν ἐμπορικῶν ἐνεργειῶν, νὰ εἰσπράττηται δὲ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς καταναλώσεως. Ἡ γνῶσις ἀνδρῶν εἰδημόνων, τὴν ὁποίαν ἐπανειλημμένως ἐζήτησα, μ’ ἐνίσχυσε, καὶ πιστεύω, ὅτι καὶ ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου καὶ αἱ διατάξεις τῆς δικονομίας αὐτοῦ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον ἀτελεῖς. Ἐλπίζω δ’ ὅτι τὰ φῶτα τοῦ κοινοβουλίου θέλουσι χρησιμεύσει, ἵνα ἐπέλθῃ καὶ δυνατὴ βελτίωσις τῶν διατάξεων αὐτοῦ, ἢ καὶ δυνατὴ συμπλήρωσις τῶν ἀτελειῶν αὐτοῦ. Ληφθείσης ὑπ’ ὄψιν τῆς παραγωγῆς τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ ποσοῦ τῆς ἐγχωρίας καταναλώσεως προϋπελογίσαμεν ὡς πιθανὴν πρόσοδον ἐκ τοῦ φόρου ποσὸν δραχ. 2,000,000. Ἐπειδὴ δὲ διὰ τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως τῶν ὑπαρχόντων θέλει γείνει ἥ τε βεβαίωσις καὶ ἡ εἴσπραξις, δὲν θέλει ἐπέλθει αὔξησις δαπανῶν, ἀλλὰ μόνον θέλει προταθῆ προσθήκη δύο ἐπιθεωρητῶν, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν ὥραν τῆς συγκομιδῆς καὶ τῆς πωλήσεως τοῦ καπνοῦ θέλουσιν ἐφορεύει κατὰ τὰς καπνοφόρους ἐπαρχίας. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ πρόσοδος αὕτη δὲν θέλει φέρει δαπάνην ἐπαισθητὴν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Εἷς κλάδος τῆς οἰκονομικῆς διοικήσεως, ὁ ὁποῖος εἶναι ἄξιος μεγάλης μελέτης, διότι εἶναι ὁ κλάδος, ὁ ὁποῖος ὑπηρετεῖ ὑπὲρ πάντα ἄλλον τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, εἶναι ὁ κλάδος τῆς τελωνιακῆς ὑπηρεσίας. Πάντες γνωρίζετε τὴν σημαντικότητα τοῦ κλάδου τούτου καὶ τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἐτησίως εἰσέρχεται εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον. Μολονότι δὲ ἤθελεν εἶσθαι περιττὸν νὰ σᾶς ὑπομνήσω τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἐκ τῶν τελωνείων εἰσπραττομένων ἐσόδων, θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει νὰ σᾶς ὑπομνήσω τοὺς ἀριθμοὺς τούτους. Κατὰ τὸ 1876 ἐκ τῶν τελωνιακῶν εἰσπράξεων εἰσῆλθεν εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον ποσὸν 14,500 853, τὸ ὁποῖον, παραβαλλόμενον πρὸς τὰ ἔσοδα τοῦ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο προϋπολογισμοῦ τοῦ κράτους, ἀποτελεῖ τὸ τρίτον αὐτῶν. Τὸ 1877 εἰσεπράχθησαν 16,026,508. Τὸ 1878, 15,806.524. Κατὰ δὲ τὸ 1879 κατὰ τὸ δεκάμηνον διάστημα, ἤτοι μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου, 15,180,391. Καὶ ἄν ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ ὁλικὴ ἐκ τῶν τελωνείων πρόσοδος τοῦ 1879 θέλει ἀναβιβασθῆ εἰς 17 ἑκατομμύρια, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐνθυμηθῆτε, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ 1879 ἀνῆλθον εἰς 45,808,412, καὶ ὅτι ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου τὰ 17 ἑκατομμύρια προέρχονται ἐκ τῶν τελωνείων. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω εἰς τὴν βουλὴν τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἡ ἀνησυχία, ἡ ὁποία πολλάκις ἐμαρτυρήθη ἐν τῇ κοινωνίᾳ περὶ τῆς ἀκριβείας καὶ τῆς πίστεως, μεθ’ ἧς οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν διοίκησιν τῶν τελωνείων ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκόν των, εἶναι ἐντελῶς βάσιμος· τοῦτο δὲν μὲ ἀποτρέπει ἀπὸ τοῦ νὰ μὴ παραδεχθῶ, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον σποραδικῶς καὶ ἐνιαχοῦ ν’ ἀθετῶνται τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου. Ἀλλ’ ὅλαι αἱ φῆμαι καὶ αἱ διαδόσεις, αἱ ὁποῖαι διασταυροῦνται, μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἀβάσιμοι ἢ ὑπὲρ τὸ δέον ὑπερβολικαί. Ἡ γνώμη αὕτη δὲν εἶναι μόνον ἐμή, ὁ ὁποῖος πρὸ ἑνὸς μόλις ἔτους ἀνῆλθον εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ καὶ πάντων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διαδοχικῶς διῴκησαν τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο. Μοὶ φαίνεται ὅμως, ὅτι εἶναι δυνατὴ καί αὐτὴ ἡ σποραδικὴ καὶ ἐνιαχοῦ γιγνομένη ἀθέτησις τῶν δικαιωμάτων τοῦ δημοσίου, ἂν γίγνηται, νὰ περισταλῇ, καὶ διὰ τοῦτο προσέφυγα εἰς μελέτην τῆς τελωνιακῆς νομοθεσίας· συνέπεια δὲ τῆς μελέτης ὑπῆρξε νὰ κατίδω τὴν ἀνάγκην, ὅτι ἦτο συμφέρον νὰ συνταχθῶσι τρία νομοσχέδια, δι’ ὧν νὰ μεταβληθῶσιν οἱ νόμοι, οἱ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντες τῆς τελωνιακῆς ὑπηρεσίας. Περὶ τούτων θέλω σᾶς κάμει κατόπιν λόγον. Ἀλλὰ πλὴν τούτων προσέφυγα καὶ εἰς μελέτην τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου, καὶ κατήρτισα νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὑποβάλω μετ’ ὀλίγας ἡμέρας. Ἐκ τῆς μεταβολῆς δὲ, ἣν θέλω σᾶς προτείνει δι’ αὐτοῦ, προϋπελόγισα πρόσοδον 1,700,000. Ἐπειδὴ ὁμιλῶ περὶ προϋπολογισμοῦ, δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου εἰ μὴ τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὐχὶ δ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐβεβαιώθησαν καὶ εἰσεπράχθησαν, καθ’ ὃν χρόνον συνεζητεῖτο καὶ ἐψηφίζετο ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1879. Ἐν τούτοις ὑπομιμνήσκω, ὅτι, ἀπούσης τῆς Βουλῆς, ηὐξήθη τὸ τελωνιακὸν τέλος ἐπί τινων εἰδῶν διὰ Βασιλικοῦ διατάγματος, κατὰ τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ὁ περὶ τελωνείων νόμος δίδει εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν· ἡ ἐκ τῆς αὐξήσεως ταύτης τῶν τελῶν αὔξησις τῆς προσόδου προϋπελογίσθη εἰς δραχ. 300,000. Ἑπομένως, κύριοι, ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον ἀνῆλθεν εἰς 10,252,415 καὶ 33/00, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 2,000,000, τὰ ὁποῖα προϋπολογίζομεν, ὅτι θέλομεν εἰσπράξει ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ, καὶ τῶν 1,700,000, τὰ ὁποῖα θέλομεν εἰσπράξει, ἂν γείνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον πρὸς μεταβολὴν τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου, ἤτοι ἐν ὅλῳ τῶν δραχ. 3,700,000, θέλει περιορισθῆ εἰς δραχ. 6,552,415 33|00 χωρὶς νὰ συμπεριληφθῇ ἡ ἐπελθοῦσα προσθήκη εἰς τὰ ἔσοδα ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ τέλους ἐπὶ τοῦ καφὲ, πετρελαίου καὶ ζακχάρεως. Καὶ ταῦτα μὲν ἐπὶ τῶν νομοθετημάτων περὶ αὐξήσεως φόρων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἤδη παρεσκευασμένα, καὶ τὰ ὁποῖα θέλομεν εἰσαγάγει ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἐκκρεμεῖς μελέται ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν περὶ ἐξευρέσεως καὶ ἄλλων ἐσόδων, πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἐπὶ πλέον ἐλάττωσις τοῦ ἐλλείμματος. Ἐπειδὴ αἱ μελέται δὲν ἀπέληξαν εἰς κανὲν ἀποτέλεσμα, θέλουσι δὲ ἀπολήξει εἰς ἀποτέλεσμα προσεχῶς, νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ σᾶς προκαταλάβω περὶ τούτου, περιορίζομαι μόνον νὰ σᾶς κάμω γνωστὸν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα θέλει περιορισθῆ, ἂν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εὐαρεστηθῇ νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς φόρων ἐπὶ τοῦ καπνοῦ καὶ τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου, εἰς 6,552,415 33|00, χωρὶς νὰ προσθέσω τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ τέλους ἐπὶ τοῦ καφὲ, τοῦ πετρελαίου καὶ τῆς ζακχάρεως, καὶ χωρὶς νὰ ζητήσω νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰς ἄλλας προτάσεις, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις θέλει φέρει. Κατὰ τὸν νόμον περὶ τελωνείων, ὁσάκις ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς ἐπέρχονται μεταβολαὶ διὰ Β. διαταγμάτων, πρέπει τὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν, νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ τυγχάνωσι τῆς νομοθετικῆς κυρώσεως. Λαμβάνω λοιπὸν τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν αʹ νομοσχέδιον μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως περὶ κυρώσεως διατάγματος, ἀφορῶντος εἰς μεταβολὴν τοῦ εἰσαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τοῦ ἀκατεργάστου σιδήρου, ὅπερ εἶχεν ὑποβληθῆ καὶ εἰς τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ἀλλὰ δὲν ἐπεψηφίσθη ὑπ’ αὐτῆς· βʹ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως Β. Δ., ἐκδοθέντος κατὰ τὴν 27 Ἰουνίου 1879, καὶ δι’ οὗ ἐπηνέχθη μεταβολὴ εἰς τὸ τελ. δασμολόγιον διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ τέλους ἐπὶ τοῦ πετρελαίου, τοῦ καφφὲ καὶ τῆς ζακχάρεως, μετὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Καὶ γʹ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως Β. Δ., ἐκδοθέντος κατὰ τὴν 9 Μαΐου, δι’ οὗ διετάχθη μεταβολὴ εἰς τὸ τελωνειακὸν δασμολόγιον διὰ τῆς ἀτελείας τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ σπόγγου τοῦ ἁλιευομένου (τὰ ὑποβάλλει εἰς τὸ Προεδρεῖον). Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1879 εἶχε περιληφθῆ πίστωσις ἐκ δραχμῶν τριάκοντα χιλιάδων πρὸς κατασκευὴν πυριταποθήκης ἐν Πειραιεῖ. Ἐπειδὴ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἐγεννήθη δισταγμὸς, μὴ μόνη ἡ ἐγγραφὴ τῆς πιστώσεως ταύτης δὲν ἤρκει κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ὅπως ἐκτελεσθῇ τὸ ἔργον, καὶ μὴ ἀπῃτεῖτο εἰδικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ περιέχῃ καὶ τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὸ σχεδιάγραμμα, διὰ τοῦτο παρήγγειλα νὰ μὴ γείνῃ καμμία χρῆσις τῆς διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1879 ψηφισθείσης πιστώσεως, εἰσάγω δὲ νομοσχέδιον περὶ εἰδικῆς πιστώσεως πρὸς τοῦτο. Ὡσαύτως ὑποβάλλω καὶ ἕτερον νομοσχέδιον περὶ πιστώσεως 14,000 δραχμῶν πρὸς ἀνέγερσιν ἀποθήκης ἐν Πειραιεῖ πρὸς ἐναπόθεσιν εὐφλέκτων ὑλῶν. (Τὰ ὑποβάλλει.) Τὸ νομοσχέδιον περὶ φόρου ἐπὶ τοῦ καπνοῦ εἰσάγω ὡσαύτως. Εἰσάγω δὲ καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν προϊόντων τῆς γῆς καὶ περὶ φόρου τῶν ζώων διὰ τὸ 1880 ἔτος. (Τὰ ὑποβάλλει). Σᾶς ἀνεκοίνωσα, ὅτι πρόκειται νὰ εἰσαγάγω τρία νομοσχέδια περὶ μεταβολῆς τῆς νομοθεσίας τῶν τελωνείων· τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἰσάγω, καὶ τὸ 1ον πραγματεύεται περὶ διαιρέσεως τῶν τελωνείων τοῦ Κράτους καὶ τοῦ προσωπικοῦ αὐτῶν, τὸ 2ον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ σώματος τῆς τελωνοφυλακῆς καὶ τὸ 3ον περὶ μεταβολῆς τελωνειακῶν τινων διατάξεων. Κατὰ τὰ 1871 εἶχεν εἰσαχθῆ ὑπ’ ἐμοῦ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου μετεβάλλετο τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐκδοθῆ κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς πρώτης δυναστείας, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεβάλλετο βαρυτάτη ποινὴ εἰς τοὺς εἰσάγοντας ἅλας ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς. Μεταξὺ τῶν ποινῶν, αἵτινες ἐπεβάλλοντο, ἦτο καὶ ἡ δήμευσις τοῦ ὀργάνου τῆς μεταφορᾶς, ἤτοι τοῦ πλοίου, διὰ τοῦ ὁποίου μετεφέρετο τὸ ἅλας. Ἡ ποινὴ αὕτη δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ, καὶ διὰ τοῦτο οὐδέποτε ἐπέβαλον αὐτὸν τὰ δικαστήρια. Κατὰ τὸ 1871 εἰσήγαγον ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς νομοσχέδιον πρὸς μεταβολὴν τῆς διατάξεως ταύτης, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν ἐψηφίσθη. Κατὰ τὰ 1874 ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς τοιοῦτος νόμος, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἦτο μεταξὺ τῶν νόμων ἐκείνων, οἵτινες ἐθεωρήθησαν, ὡς γενόμενοι ἀντισυνταγματικῶς, διὰ τοῦτο ἠκυρώθη. Ἐκτὸς ὅμως τῆς ἀνάγκης ταύτης τὸ νομοσχέδιον περιέλαβε καὶ συμπληρώσεις καὶ βελτιώσεις ἄλλων διατάξεων τῆς τελωνιακῆς ὑπηρεσίας, τῶν ὁποίων ἡ βελτίωσις ἐκρίθη ἀπολύτως ἀναγκαία (τὰ ὑποβάλλει). Ἐπίσης λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον μετὰ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, κανονίζον τὰ τῶν ἁλαταποθηκαρίων. (Τὸ ὑποβάλλει). Ἐκτὸς τῶν εἰρημένων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα σκοποῦσι νὰ μεταῤῥυθμίσωσι τινὰ μέρη τῆς νομοθεσίας, τῆς ἀφορώσης τὴν οἰκονομικὴν διοίκησιν, διὰ νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ δημοσίου, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω δύο νομοσχέδια· διὰ τοῦ ἑνὸς ζητεῖται ἡ κύρωσις διατάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγένοντο ἀποδεκταὶ μεταβολαὶ τῆς ἰσχυούσης νομισματικῆς συμβάσεως, καὶ διὰ τοῦ ἑτέρου ἡ κύρωσις συμβάσεως μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Ἐθν. Τραπέζης πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ δανείου. (Τὰ ὑποβάλλει). Ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ κατὰ τὸ 1879, διὰ τῆς ἐκθέσεώς της καὶ διὰ τοῦ λόγου τοῦ Προέδρου αὐτῆς, παρέστησεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τὸν περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμον πολλὰ μέρη τῆς νομοθεσίας πρέπει νὰ συμπληρωθῶσι, διότι πολλαὶ δαπάναι γίνονται, ὡς ἐγγεγραμμέναι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἐνῷ δὲν ἔχουσι διαταχθῆ προηγουμένως διὰ νόμου. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον νομοσχέδια τοιαῦτα ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ, εἰσαχθέντα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὡς καὶ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐπειδὴ δὲ καὶ ὁ οἰκονομικὸς κλάδος ἔχει ἀνάγκην ἐπιψηφίσεως τοιούτων νομοσχεδίων, εἰσάγω τινὰ σήμερον. ά.) Νομοσχέδιον περὶ τοῦ ἐπιμισθίου τοῦ γραμματέως τοῦ γνωμοδοτικοῦ συμβουλίου ἐπὶ τῶν πολιτικῶν συντάξεων. βʹ.) Νομοσχέδιον περὶ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ ἀρχείου τοῦ ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. γʹ.) Νομοσχέδιον περὶ τοῦ χορηγουμένου εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν μεταλλείων ἐπιμισθίου. δʹ.) Νομοσχέδιον περὶ κανονισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κλητήρων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν· καὶ έ.) Νομοσχέδιον περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῆς οἰκονομικῆς ἐφορίας Ἀττικῆς. Διὰ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν δὲν προστίθενται δαπάναι, ἀλλὰ νομοθετοῦνται αἱ καὶ νῦν δυνάμει τῶν προϋπολογισμῶν γιγνόμεναι, καὶ ἀφοῦ μετὰ βάσανον ἐβεβαιώθην, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκλείψωσι. (Τὰ ὑποβάλλει.) Ὅταν σᾶς ὡμίλησα περὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ, ἔλαβα τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπω, ὅτι διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου δὲν θέλει ἐπέλθει αὔξησις εἰς τὰ ἔξοδα, διότι θέλουσι γείνει διὰ τῶν ὑπαρχόντων ὀργάνων, ἐκτὸς τῆς ἀνάγκης δύο ἐπιθεωρητῶν, οἵτινες θέλουν τοποθετεῖσθαι ἐν ταῖς καπνοφόροις ἐπαρχίαις κατὰ τὴν ὥραν τῆς συγκομιδῆς καὶ τῶν πωλήσεων. Τὸ τοιοῦτον νομοσχέδιον μετὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως εἰσάγω. (Τὸ ὑποβάλλει.) Εἰσάγω ὡσαύτως νομοσχέδια περὶ τῶν οἰκοδομησάντων αὐθαιρέτως ἐπὶ ἐθνικῶν οἰκοπέδων, περὶ ἐξασφαλίσεως τῆς κατοχῆς τῶν ἐθνικῶν κοινοτικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν λειβαδίων, περὶ τῶν οἰκοπέδων ἐν Πάτραις, ὅπως δοθῇ πέρας εἰς τὴν ἐκκρεμῆ ταύτην ὑπόθεσιν, περὶ κυρώσεως συμβάσεως, ἡ ὁποία συνομολογήθη μεταξὺ τοῦ ἐκτάκτου ἀπεσταλμένου καὶ πληρεξουσίου Ὑπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος ἐν Κωνσταντινουπόλει κ. Κουντουριώτου καὶ τοῦ κ. Γεωργίου Χατζῆ Κωνσταντινίδου πρὸς ἀγορὰν τῆς οἰκίας αὐτοῦ, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς κατάστημα τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Βασιλικῆς Πρεσβείας. Ἡ σύμβασις ἐγένετο καὶ ἐνεκρίθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, ὑποβάλλεται δὲ καὶ πρὸς ἔγκρισιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Τὸ Ὑπουργεῖον εὗρε συμφέρουσαν τὴν τιμήν. (Τὰ ὑποβάλλει.)
§58ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποία εἶναι ἡ ἀξία;
§59Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ τίμημα τῆς οἰκίας καὶ πάντων τῶν ἐπίπλων, ὡς καὶ τοῦ παρακειμένου παρεκκλησίου, καὶ τῶν σκευῶν καὶ ἀμφίων αὐτοῦ, ὁρίζεται εἰς φράγκα 400,000, πληρωτέα εἰς δέκα δόσεις, ἐξ ὧν ἡ πρώτη ἅμα τῇ πλήρει παραδοχῇ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, αἱ δὲ ἑπόμεναι κατὰ τὴν 1 Ὀκτωβρίου ἑκάστου ἔτους, ἑκάστη δὲ δόσις θὰ ἦναι τεσσαράκοντα χιλιάδες φράγκων.
§60ΤΙΝΕΣ. Τί ἐνοίκιον πληρόνετε;
§61Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι πόσον πληρόνουσιν, ἴσως 6,000 δραχμάς. Διὰ νὰ λάβῃ ἡ Βουλὴ ἀκριβῆ γνῶσιν καὶ τούτου, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναγνώσῃ καὶ τὴν σύμβασιν καὶ τὸ νομοσχέδιον καὶ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν. Τώρα ἐγένετο ἁπλῆ εἰσήγησις. Μοὶ ὑπολείπεται νὰ προβάλω νομοσχέδιά τινα πιστώσεων ἀναπληρωτικῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1878. Αὗται, αἱ ἀναγόμεναι εἰς τὸ 1878, εἶναι πιστώσεις ἀνερχόμεναι εἰς δραχ. 786,304. (Ὑποβάλλει). Ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1879 ὑπάρχουσιν ἐπίσης πιστώσεις Πρὶν ὅμως σᾶς κάμω λόγον ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων, σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἰσαγάγω συμπληρωτικὴν πίστωσιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1879, διὰ τῆς ὁποίας πρόκειται νὰ κανονισθῇ δαπάνη, ἥτις ἐγένετο κατὰ τὸ 1872. Τὸ κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ὑπουργικὸν συμβούλιον, συγκείμενον ἐκ τοῦ μακαρίτου Δεληγεώργη ὡς προέδρου, τοῦ μακαρίτου Χρηστίδου, τοῦ μακαρίτου Δρόσου, τοῦ μακαρίτου Μαυροκορδάτου, τοῦ κ. Ἰωάν. Σπηλιωτάκη καὶ τοῦ κ. Δημ. Γρίβα, προέβη εἰς δαπάνας δραχ. 49,311 καὶ 75|00. Καὶ οἱ μὲν λόγοι, οἱ τὴν δαπάνην ταύτην ὑπαγορεύσαντες, ἦσαν τοσοῦτον σπουδαῖοι, ὥστε δὲν εἶναι συμφέρον νὰ γίνωνται ἀντικείμενον δημοσίων συζητήσεων· ἐπειδὴ δ’ ἡ δαπάνη αὕτη ἐγένετο, δέον νὰ κανονισθῶσι τὰ περὶ ταύτης· διὰ τοῦτο εἰσάγω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ περὶ τούτου νομοσχέδιον.
§62ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποία ἦτον ἡ αἰτία;
§63ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπάρχει ἓν πρακτικὸν τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου καὶ ἓν ἔγγραφον αὐτοῦ πρὸς τὸν κεντρικὸν ταμίαν. Ἡ αἰτία μοὶ φαίνεται γνωστή, ἐξωτερικὴ ἀνάγκη. (Τὸ ὑποβάλλει.) Τὰ περὶ ἀναπληρωτικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων τοῦ 1879 ἔχουσιν οὕτως. Ἔκτακτοι πιστώσεις δραχ. 2,107,113 καὶ 20|00, αἱ δὲ ἀναπληρωτικαὶ δραχ. 1,140,119, τὸ ὅλον δραχμαὶ 3,247,232 20|00.
§64ΡΙΚΑΚΗΣ. Τὸ ἔλλειμμα αὐξάνει δι’ αὐτῶν;
§65ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι προσέθηκα τὰ ποσὰ τῶν πιστώσεων τούτων εἰς τὸ ἔλλειμμα, ὅταν ἠγόρευον πρὸς ὑμᾶς κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς πολιτικῆς συζητήσεως. Τὰ περὶ τῶν πιστώσεων τούτων νομοσχέδια, 16 τὸν ἀριθμὸν, εἰσάγω πρὸς ὑμᾶς. (Κατέθηκεν αὐτά).
§66ΡΙΚΑΚΗΣ. Διὰ τίνος τρόπου νομίζετε, ὅτι δυνάμεθα νὰ καλύψωμεν τὰ ἐλλείμματα τοῦ τρέχοντος ἔτους καὶ τοῦ παρελθόντος;
§67ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις θέλει σᾶς προβάλει ἐν καιρῷ περὶ τούτου τὴν ἑαυτῆς γνώμην.
§68ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντες ἀνομολογοῦμεν, ὅτι ἡ γεωργικὴ τάξις πάσχει, καὶ οὐδεὶς εἶναι ὁ ἀμφιβάλλων· ἀπόδειξις δὲ, ὅτι πᾶσα Βουλὴ καὶ πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις ἀνεγνώρισαν τὴν ἀνάγκην πρὸς ἀνακούφισιν τῆς τάξεως ταύτης, καὶ οἱ Βασιλ. Λόγοι τοῦτο πάντοτε ἐβεβαίουν. Ἐν τῷ ὑποβληθέντι πρὸς ἐπιψήφισιν προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων πρόβλεψις τοιαύτη περὶ ἀνακουφίσεως αὐτῆς τῆς τάξεως δὲν ἐλήφθη. Ἤλπιζα, καὶ ἴσως πάντες ἐλπίζομεν, ὅτι ἐπέστη πλέον ἡ κατάλληλος ὥρα, προκειμένης εἰς τὴν περίστασιν ταύτην τῆς μεγάλης ἀπορίας καὶ σιτοδείας τῆς συμβάσης κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη, ἤλπιζα, λέγω, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἤθελε ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ γεωργικὴ τάξις, διότι διὰ τῆς μὴ καταργήσεως τῆς ἐγγείου φορολογίας μαστίζετε πολυειδῶς καὶ πολυτρόπως τὴν τάξιν αὐτήν. Διὰ τοῦτο, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως καταργήσῃ τὸ ἔσοδον τῆς ἐγγείου φορολογίας, τὸ ὁποῖον, ἅμα ἀφαιρέσωμεν τὰς δαπάνας διὰ τὴν εἴσπραξιν καὶ βεβαίωσιν, τὸ ἔσοδον δὲν ἀναβαίνει ἄνω τῶν 2½ ἑκατομμυρίων. Ἂς φροντίσῃ δὲ νὰ τὸ ἀναπληρώσῃ ἄλλοθεν αὐτὸ τὸ ποσόν. Ἐὰν δὲν δυνηθῇ, φρονῶ, ὅτι θὰ ἦναι λυσιτελέστερον καὶ ὠφελιμώτερον νὰ συνομολογήσωμεν καὶ δάνειον πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ κενοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν συζήτησιν, ἵνα ἐξηγηθῶ ἐκτενέστερον.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τῆς ἐνεστώσης Συνόδου τῆς Βουλῆς.
§70ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει νὰ τυπωθῇ ὡς εἰσαγωγὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουν σταλῆ εἰς τύπωσιν, ἐκτὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅστις τυπώνεται.
§72ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπεβλήθη ὁ προϋπολογισμός;
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε τὸν γενικὸν πίνακα τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§74ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ καὶ τοὺς πίνακας τῆς λεπτομερείας ἀμέσως.
§75Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι ὑποβολὴ προϋπολογισμοῦ αὐτή.
§76Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ὑποβάλλονται τυπωμένα, εἰσάγονται τὰ χειρόγραφα, ἡ δὲ Βουλὴ φροντίζει περὶ τῆς ἐκτυπώσεως καὶ διανομῆς αὐτῶν. Κατ’ ἐξαίρεσιν ὁ προϋπολογισμὸς, διὰ νὰ μὴ συμβαίνωσι λάθη εἰς τὴν τύπωσιν, τυποῦται τῇ ἐπιμελείᾳ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ προϋπολογισμὸς εὑρίσκεται εἰς τύπωσιν, ἐντὸς δὲ δύω ἢ τριῶν ἡμερῶν θέλει ὑποβληθῆ ἔντυπος εἰς τὴν Βουλὴν καὶ διανεμηθῆ.
§77ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θέλομεν νὰ παύσῃ ἡ κατάχρησις. Δὲν ἀξιοῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ εἰσάγηται ἔντυπος ὁ Προϋπολογισμός. Ἡμεῖς ζητοῦμεν τὸν χειρόγραφον προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἔχει καθῆκον ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ, διότι προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι ὁ ὑποβαλλόμενος μόνον διὰ γενικῶν πινάκων. Οἱ πίνακες δὲν ἀποτελοῦσι προϋπολογισμόν· ὥστε προϋπολογισμὸς δὲν ὑπεβλήθη.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ, κύριοι, ὑπεβλήθη, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπα.
§79ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ ὑποβάλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ τοὺς πίνακας τῆς λεπτομερείας;
§80Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι εἰς τὸν τύπον, καὶ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ διακόψωμεν τὴν τύπωσιν.
§81ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅταν σᾶς εἰδοποιῶ ἐγὼ, ὅτι ἔχω ἀπόλυτον ἀνάγκην αὐτῶν, καὶ σᾶς τοὺς ζητῶ, ὡς ἔχων δικαίωμα, διότι θέλω νὰ γνωρίζω τί περιέχουσι, καὶ θέλω νὰ τὸ γνωρίζω, διότι ἔχω λόγους, ἔχω καθῆκον......
§82Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ χειρόγραφα ὑπάρχουν εἰς τὸν τύπον.
§83ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θέλω νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκον τοῦτο.
§84Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ νομοσχέδια εἰσάγονται ὅλα χειρόγραφα, καὶ ὄχι ἔντυπα. Ἂν θέλετε δὲ τὰ χειρόγραφα, ἂς ὑπάγῃ ὁ κλητὴρ νὰ τὰ παραλάβῃ ἀπὸ τὸ τυπογραφεῖον.
§85ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἔχω ἀνάγκην νὰ τὰ ἴδω.
§86ΤΙΝΕΣ. Θὰ ἐμποδισθῇ ἡ τύπωσις.
§87ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὄχι, νὰ ἔλθουν· θέλω νὰ τὰ συμβουλευθῶ καὶ νὰ λάβω σημειώσεις.
§88Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁσάκις εἰσήχθη προϋπολογισμὸς παρ’ ἐμοῦ, εἰσήχθη τυπωμένος, ὅπως καὶ κατὰ τὰ 1878 καὶ 1879 εἰσήχθη τυπωμένος.
§89ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ τυπογραφεῖον δὲν εἶναι τὸ προεδρεῖον τῆς Βουλῆς.
§90Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Στείλατε ἕνα κλητῆρα, κ. Πρόεδρε, νὰ τὰ παραλάβῃ.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ δὲν κατετέθησαν εἰς τὸ Προεδρεῖον, δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ στείλω ἐγὼ νὰ τὰ λάβω.
§92ΡΟΥΦΟΣ. Ἐὰν τὰ φύλλα τῆς λεπτομερείας θὰ ἔλθουν ἐνταῦθα, θὰ ἐμποδισθῇ ἡ τύπωσις, καὶ δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ τὸν λάβῃ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπ’ ὄψιν, διὰ νὰ εἰσαγάγῃ τὴν ἔκθεσίν της ταχέως· ἑπομένως δὲν θὰ γείνῃ τίποτε ἄλλο, ἢ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ· διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ τύπωσις· ἡ δὲ τύπωσις θέλει τελειώσει μετὰ δύο ἡμέρας, μὲ ὅλους τοὺς πίνακας. Οἱ γενικοὶ πίνακες οἱ ὑποβληθέντες δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὸν κ. Τρικούπην, νὰ ἐξαγάγῃ τὰ συμπεράσματά του.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου ζητεῖ τοὺς πίνακας τῆς λεπτομερείας.
§94Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν, οὔτε αὐτὴ ἡ Βουλή, δύναται νὰ μεταβάλῃ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ὥρισε τὸ Σύνταγμα, ὅτι πρέπει νὰ εἰσάγηται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους. Ὅταν τὸ Σύνταγμα ὁρίζῃ ῥητῶς, ὅτι ἐντὸς δύω μηνῶν ὑποβάλλεται ὁ προϋπολογισμός, εἶναι ὀρθὸν ὅ,τι ἰσχυρίζεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ἢ ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος; Ἐὰν ἦτο τοιαύτη ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως ταύτης, θὰ ἔλεγε τὸ Σύνταγμα: ἐντὸς δύω μηνῶν ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργός, κάμνει μίαν ὁμιλίαν περὶ προϋπολογισμοῦ, καὶ τελειώνει τὸ ζήτημα. Δὲν γνωρίζω διατὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν καὶ ἐξωτερικῶν εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὑποχρεοῦται εἴτε ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, εἴτε ἀπὸ νόμον τινά, εἴτε ἀπὸ ἔθιμα συνταγματικά, νὰ ὑποβάλλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφα, πάντοτε ἔχει τὸ σύστημα νὰ παραπέμπῃ τὴν Βουλὴν εἰς τὸ Τυπογραφεῖον. Βεβαίως, κ. Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ Τυπογραφεῖον, οἱ Βουλευταὶ ἔχουν καθήκοντα νὰ ἐκπληρώσουν ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, καὶ τὰ καθήκοντά των αὐτὰ τὰ διαγράφουν οἱ νόμοι τῆς πολιτείας. Οὐδεὶς λοιπὸν ἔχει δικαίωμα νὰ θέσῃ σήμερον εἰς ψηφοφορίαν ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, οὔτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν...
§95ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, Σᾶς παρακαλῶ νὰ διατάξητε ἕνα κλητῆρα, νὰ ὑπάγῃ νὰ φέρῃ τὸν προϋπολογισμόν.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διέταξα ἤδη. Παρακαλῶ δὲ τοὺς θέλοντας νὰ ἐξετάσωσι τὸν προϋπολογισμόν, νὰ τὸ πράξωσι ταχέως, ἅμα φέρωσι τὰ χειρόγραφα, διότι πρέπει νὰ ἐπιστραφῶσι ταῦτα εἰς τὸ Τυπογραφεῖον μετ’ ὀλίγον.
§97ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα.
§98Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Θὰ τὰ ἴδωμεν ὅλοι· ὄχι μόνον ὁ κ. Τρικούπης.
§99ΡΟΥΦΟΣ. Νὰ βεβαιωθῇ, κ. Πρόεδρε, ὅτι αὐτοὶ φέρουν προσκόμματα εἰς τὸν προϋπολογισμόν.
§100ΒΑΛΤΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Ἡ Βουλή, κύριοι, πέρυσιν ἐψήφισε τὸν νέον στρατολογικὸν νόμον· ἐν αὐτῷ δὲ περιλαμβάνεται διάταξις ὁρίζουσα τὴν εἰσαγωγὴν νέου ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον περὶ ὁριστικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, προνοοῦν καὶ περὶ πάσης περιστάσεως, εἰς ἣν δύναται νὰ εὑρεθῇ ἡ Ἑλλάς.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
§102ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι συντεταγμένος ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου;
§103ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Μάλιστα.
§104ΡΑΛΛΗΣ. Ἐρωτῶ τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν ἀπεφάσισαν νὰ λάβωσι μέτρον τι περὶ τῶν 40 ἀξιωματικῶν τῶν ἀποστρατευθέντων κατὰ τὸ 1878. Ἐπὶ τῆς παρελθούσης Περιόδου, κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον, ἀνεγνώρισεν ἡ Κυβέρνησις τὸ ἄδικον τῆς γενομένης ἀποστρατεύσεως, εἰσήχθη δὲ καὶ πρότασις νόμου περὶ ἀνακλήσεως εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, ὅπερ ἐγένετο μὲν δεκτὸν εἰς αʹ. καὶ βʹ. συζήτησιν, ἀλλὰ δὲν ἐπεψηφίσθη εἰς τρίτην, ἐπελθούσης τῆς λήξεως τῆς Συνόδου. Ἔκτοτε ἐξεδόθησαν πολλαὶ ὁριστικαὶ ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων ἐπὶ ἀγωγῶν τῶν ἀδικηθέντων, οὐ μόνον τοῦ Πρωτοδικείου, ἀλλὰ καὶ τοῦ Ἐφετείου καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐν τούτοις, ἂν καὶ τὰ δικαιώματά των ἀνεγνωρίσθησαν ὁριστικῶς παρὰ τῶν δικαστηρίων καὶ σιωπηρῶς παρὰ τῆς Βουλῆς, αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι πάσχουν δεινῶς, καὶ χάριν ἐλεημοσύνης, πότε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ πότε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐκδίδει δι’ αὐτοὺς ἐντάλματα ἐκ 1,000 –1,500 δραχμῶν. Νομίζω, ὅτι τὸ ἄδικον αὐτὸ πρέπει νὰ παύσῃ, ὅτι ὁπωσδήποτε ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ λάβῃ ἓν μέτρον, ν’ ἀνακληθῶσι δὲ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ οἱ ἀξιωματικοί, τὸ παράνομον τῆς ἀποστρατεύσεως τῶν ὁποίων ἀνεγνωρίσθη ἤδη, ὡς εἶπον, καὶ δικαστικῶς.
§105ΒΑΛΤΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Ὅτε εἰσῆλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἦτον ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ἐπὶ μιᾶς δὲ τῶν ἀγωγῶν, ἃς ἤγειραν οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος ἀξιωματικοί, εἶχεν ἀποφασίσει καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος κατὰ τοῦ Δημοσίου. Οἱ συνάδελφοί μου ἐφρόνουν, ὅτι ἦτο περιττὸν, μετὰ τὴν ἀπόφασιν ταύτην, νὰ ἐξακολουθήσωσιν αἱ ἄλλαι δίκαι, εἰκάζοντες, ὅτι καὶ ἐπ’ αὐτῶν ὁμοία θὰ ἦναι ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου. Καὶ δὲν ἤθελον μὲν διστάσει ν’ ἀποδεχθῶ τὴν γνώμην τῶν συναδέλφων μου. Ἀλλὰ τὸ δημόσιον ἔχει ἀνακοινώσει τὰς δίκας ταύτας πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν δὲ κατηργοῦμεν αὐτὰς, ἠδύνατο οὗτος νὰ παραπονῆται δικαίως, ὅτι δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀποκρούσῃ τὰς ἀγωγὰς εἰς ὅλους τοὺς βαθμοὺς τῆς διαδικασίας. Εἶχον δὲ καὶ ἕτερον λόγον, ἵνα διστάσω· ἐὰν οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ ἀνεκαλοῦντο εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ,—τοῦτο δὲ εἶναι ἀντικείμενον διοικητικὸν, περὶ οὗ δὲν πρόκειται σήμερον,—θὰ παρεβλάπτοντο πιθανῶς δικαιώματα ἄλλων ἀξιωματικῶν, οἵτινες θὰ παρεπονοῦντο, ὅτι διεκόψαμεν τὸν δικαστικὸν ἀγῶνα, ἡ ἔκβασις τοῦ ὁποίου ἠδύνατο νὰ ἦναι διάφορος.
§106ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Γνωρίζετε πόσαι ἀποφάσεις ὁριστικαὶ ἐξεδόθησαν;
§107ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Μία, μοὶ φαίνεται.
§108ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. 15.
§109ΡΑΛΛΗΣ. 15, ἐπικυροῦσαι τὰς ἀποφάσεις τῶν Πρωτοδικῶν.
§110ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ δρόμος, τὸν ὁποῖον ἠκολούθησεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι ὀρθότατος. Ἐν τούτοις οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δυστυχοῦν, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ φροντίσῃ ταχέως....
§111ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι ὁ δρόμος, τὸν ὁποῖον ἠκολούθησεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι ὀρθός.
§112ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Αἱ ἰδέαι μου ἴσως σαφηνισθῶσι καλλίτερον, ὅταν ἡ Βουλὴ μάθῃ, ὅτι αἱ θέσεις αὗται καὶ εἰς τοὺς τελευταῖον γενομένους ὑπ’ ἐμοῦ προβιβασμοὺς ἔμειναν κεναί.
§113ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ ἀποδεικνύει, ὅτι ἀναγνωρίζετε....
§114ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Δι’ ὅλα τὰ ἐνδεχόμενα.
§115ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ ν’ ἀποδείξω ὅ,τι εἶπον, θὰ σᾶς ὑπομνήσω τὴν ἱστορίαν τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς...
§116ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Μετὰ τὴν ἀπάντησιν, κ. Ῥάλλη.
§117ΡΑΛΛΗΣ. Λοιπὸν αὔριον.
§118ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὔριον.
§119ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὡς ὁ προλαλήσας Βουλευτὴς κ. Κορωναῖος, παρακαλῶ καὶ ἐγὼ, ἵνα χορηγηθῶσιν εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους ὀλίγα χρήματα δι’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας.
§120ΣΤΑΪΚΟΣ. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δικαιοῦνται νὰ λάβουν τὴν σύνταξίν των...
§121ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὑπέβαλον εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον αἴτησιν πιστώσεως ἐξ ἱκανῶν χιλιάδων δραχμῶν, ὅπως διατεθῇ ὑπὲρ αὐτῶν.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Θ’ ἀναγινώσκεται κατὰ παράγραφον τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς (σελ. 4), εἶτα δὲ αἱ τροπολογίαι, καὶ θὰ ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν πρῶτον ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν. (Ὅρα Παράρτημα.) (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκταὶ αἱ παράγραφοι ά—βʹ τοῦ σχεδίου, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὰς ἐπ’ αὐτῶν τροπολογίας.) (Ἀναγινώσκεται ἡ § γʹ.)
§123ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἡ τροπολογία μου, κύριοι, ἔχει δύω ἰδέας, αἱ ὁποῖαι δὲν περιέχονται εἰς τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως. Πρώτην φορὰν ἡ Βουλὴ ἐπισήμως μανθάνει τὰ ἐν Βερολίνῳ ἀποφασισθέντα· ἀφοῦ δὲ πρόκειται νὰ ἐκφράσωμεν περὶ αὐτῶν γνώμην πρὸς τὸν Βασιλέα, νομίζω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐκφράσωμεν τὴν θλίψιν μας, διότι κατὰ τὴν ἐπίσημον ἐκείνην στιγμὴν δὲν ἐξετιμήθησαν οἱ δίκαιοι τοῦ Ἑλληνισμοῦ πόθοι, καὶ τοῦτο οὐδὲν περιέχει τὸ προσβλητικόν. Ἐν τῇ γʹ. παραγράφῳ τοῦ σχεδίου ἐκφράζεται ἡ ἐλπίς, ὅτι ταχέως θὰ ἐπέλθῃ αἴσιον τὸ πέρας τῶν ὑφισταμένων διαπραγματεύσεων. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο ἀκριβές; Εἶναι πρέπον ἡ Βουλὴ νὰ λέγῃ ταῦτα τὴν 19 Δεκεμβρίου, ὅτε αἱ διαπραγματεύσεις ἐν Κωνσταντινουπόλει ἔχουν διακοπῆ, καὶ νὰ μὴ εἴπῃ πρὸς τὸν Βασιλέα διατὶ δὲν ἐξετελέσθησαν τὰ ἀποφασισθέντα ἐν τῷ Συνεδρίῳ τοῦ Βερολίνου....
§124ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κατὰ τὸ σύστημα τοῦ κ. Ῥικάκη, πρέπει ὁ Βασιλικὸς Λόγος νὰ μεταβληθῇ κατὰ τὰ νεώτερα τηλεγραφήματα. Ἡμεῖς ἀπαντῶμεν εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον ὡς ἐγένετο τότε.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ῥικάκη, παρακαλῶ, νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἀπεῤῥίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Φιλήμονος, παρακαλῶ, νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἀπεῤῥίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τρίτην παράγραφον κατὰ τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, παρακαλῶ, νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοί.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὴ δι’ ἀναστάσεως καὶ ἡ § 4 τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς.)
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ταύτην τὴν στιγμὴν κατετέθησαν τὰ φύλλα τῆς λεπτομερείας τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἂς προσέλθωσιν οἱ θέλοντες νὰ ἴδωσιν αὐτά, διότι πρέπει νὰ ἐπιστραφῶσι ταχέως εἰς τὸ Τυπογραφεῖον. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκταί, δι’ εἰδικῆς ἐφ’ ἑκάστης αὐτῶν ψηφοφορίας δι’ ἀναστάσεως, καὶ αἱ ἑπόμεναι (έ—ή) παράγραφοι τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, εἶτα δὲ καὶ τὸ σύνολον τοῦ σχεδίου τούτου, ἀφοῦ δι’ ἀναστάσεως, κατὰ παράγραφον, ἀπεῤῥίφθησαν πᾶσαι αἱ ἀνωτέρω τροπολογίαι καὶ προσέτι ἡ ἑπομένη πρότασις τοῦ κ. Ῥικάκη, γενομένη κατὰ τὴν ψήφισιν τῆς έ παραγράφου: Ἀντὶ «ἀνάπτυξιν» νὰ τεθῇ «βελτίωσιν» τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων.
§127Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.) Κύριε Πρόεδρε, νομίζετε, ὅτι εἶμαι ἀπηλλαγμένος τῆς ἐπιμελείας πρὸς ἐκτύπωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ;
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διέταξα νὰ σταλῇ....
§129Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἂν ἀπολεσθῇ κανὲν φύλλον;
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλη ἐργασία δὲν ὑπάρχει.
§131ΤΙΝΕΣ. Νὰ κληρωθῇ ἡ μεγάλη πρεσβεία.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει πρῶτον νὰ κυρωθοῦν τὰ πρακτικά.
§133ΠΟΛΛΟΙ. Ἂς γείνῃ τώρα ἡ κλήρωσις. Γενομένης τῆς κληρώσεως τῶν Βουλευτῶν, οἵτινες μετὰ τοῦ Προεδρείου θ’ ἀποτελέσωσι τὴν Μεγάλην Πρέσβευσιν, ἥτις θὰ κομίσῃ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ἔλαχον οἱ κ. κ. Γ. Γεροθανάσης, Δ. Παπαλουκᾶς, Γ. Καραβᾶς, Ἀριστ. Οἰκονόμου, Σ. Σκουλούδης, Ν. Μπουφίδης, Ν. Κοντογιάννης, Ν. Βαρβιτσιώτης, Β. Βούτουνας καὶ Ν. Δρόσος.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 5½.)