1879.12.11
1.516 στίχοι · 12.639 λέξεις · 81 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 33
τῆς 11 Δεκεμβρίου 1879.
(Τρίτη.)
Ὥρα 2. μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ δήμαρχος Δολιανῶν παραπονεῖται τηλεγραφικῶς κατὰ τοῦ ἀξιωματικοῦ Καράμπελα.
§2ΚΑΡΔΑΡΑΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ, κύριε Πρόεδρε.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἤδη καιρὸς συζητήσεως. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν. Ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη τὸ νομοσχέδιον περὶ διανομῆς τῆς περιουσίας τοῦ Κοινοῦ Κερκύρας. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν;
§4ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§5ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἕτοιμον ἀτμόπλοιον, ἵνα ἀποστείλῃ δι’ αὐτοῦ τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς εἰς Καλαμάκιον, ὁπόθεν ἤθελε τοὺς παραλάβει ἕτερον τῆς ἑλληνικῆς ἑταιρίας ἀτμόπλοιον, ὅπερ ἔμελλε νὰ τοὺς μεταφέρῃ εἰς Κεφαλληνίαν, καὶ ὅπερ διετάχθη παρὰ τῆς διευθύνσεως νὰ μὴ ἀναχωρήσῃ, ἕνεκεν τῆς κακοκαιρίας, καὶ ὡς ἐκ τούτου οἱ ἀνακριταὶ δὲν θὰ μεταβῶσιν ἐκεῖ, ἀλλ’ οὔτε οἱ ὑποψήφιοι, οἵτινες, ὡς γνωρίζετε, εὑρίσκονται εἰς Ἀθήνας. Ἡ μὴ μετάβασις τῶν δικαστικῶν ἀντιπροσώπων μοὶ φαίνεται, ὅτι θὰ ἦναι λόγος ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς. Ἡ νομολογία τῆς Βουλῆς, ὅταν δὲν ὑπῆρχεν ὁ νόμος οὗτος, ἦτο νὰ στέλλῃ εἰς ἐπαναληπτικὰς ἐκλογὰς μέλη ἐξ αὐτῆς τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐπιστατῶσιν εἰς αὐτάς· ἡ Βουλὴ ἡ παροῦσα δὲν ἔκαμεν ἀπόφασιν τοιαύτην, διότι ὑπῆρχεν ἀρκετὸν ἐχέγγυον τὸ τοῦ νόμου, νὰ παρίστανται δικαστικοὶ ἀντιπρόσωποι· ἀλλὰ σήμερον, ἕνεκα τοῦ λόγου τῆς ἀνωτέρας αὐτῆς βίας, εἶναι ἀδύνατος ἡ ἐκεῖ μετάβασις τῶν δικαστικῶν ἀντιπροσώπων. Ἑπομένως ἐπερωτῶ τὴν Κυβέρνησιν, δὲν εἶναι καλὸν ν’ ἀναβάλῃ τὴν ἐκλογὴν ἐπὶ ὀκτὼ ἡμέρας ἔτι, ὅπως δυνηθῇ τὸ ἀτμοκίνητον νὰ προσαράξῃ εἰς Κεφαλληνίαν; ἢ νομίζει, ὅτι ὁ λόγος οὗτος τῆς μὴ μεταβάσεως τῶν ἀντιπροσώπων δὲν εἶναι λόγος ἀκυρώσεως;
§6ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἠμπορεῖ ὁ Ἄρειος Πάγος νὰ διορίσῃ ἀντιπροσώπους ἐκ τῶν ἐκεῖ δικαστῶν.
§7ΦΛΩΡΙΑΣ. Κατὰ τὰς παρελθούσας ἐκλογὰς διωρίσθησαν ἐκεῖ δικαστικοὶ ἀντιπρόσωποι ἐκ Κερκύρας, καὶ τοῦτο δύναται πάλιν, νομίζω, νὰ γείνῃ. Ἀλλ’ ἐὰν ἦναι δύσκολον, ὑπάρχουσιν ἐν Κεφαλληνίᾳ οἱ δυνάμενοι κατὰ νόμον ν’ ἀναπληρώσωσι τοὺς διορισθέντας ἐξ ἄλλων τόπων, ἐγκρίσει τοῦ Ἀρείου Πάγου. Οὐδεὶς λοιπὸν ὑφίσταται λόγος ἀναβολῆς.
§8ΤΙΝΕΣ. Τί εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός;
§9ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶπον, ὅτι θ’ ἀναγγελθῇ τὸ κώλυμα εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ὅπως διορίσῃ δικαστικοὺς ἀντιπροσώπους ἐκ τῶν ἐν τῷ τόπῳ δικαστῶν.
§10ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§11ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἀρκοῦν.
§12ΑΝΑΣΤ. ΖΕΡΒΟΣ. Εἶναι ἓξ Πρωτοδίκαι ἐκεῖ καὶ δέκα Εἰρηνοδίκαι· εἶναι καὶ οἱ δικηγόροι.
§13ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ τελευταῖος ἀγορεύσας, κύριοι, χθὲς κ. Δουζίνας ἤλεγξε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν διὰ τὴν μετάθεσιν τοῦ Ναυστάθμου ἀπὸ Πόρον εἰς Σαλαμῖνα, διὰ τὸν τρόπον τῆς μετακομίσεως αὐτοῦ καὶ διὰ τὴν διατήρησιν τοῦ Ναυστάθμου εἰς Σαλαμῖνα. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐσπευσμένην μετάθεσιν καὶ τὸν τρόπον τῆς μεταθέσεως, ἂν ὑπῆρξεν ἐπιζήμιος ἢ ὄχι, θέλει πιθανῶς ἀπαντήσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, εἰς ὃν ἀνήκει ἡ ἀπάντησις. Ἐγὼ δὲ θέλω ἐρωτήσει μόνον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἐὰν, ὡς ἤκουσα κατὰ τὸ θέρος βεβαιούμενον, ἦναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ Ναυστάθμου ἐλύθη ὁριστικῶς καὶ ὑπὲρ τῆς Σαλαμῖνος, ἐπὶ τῇ γνωμοδοτήσει, ἥτις ὑπεβλήθη δι’ ἠτιολογημένης μακρᾶς ἐκθέσεως τῶν Γάλλων ἀξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους ἐξεπίτηδες ἐκ Γαλλίας μετεπέμψατο. Ἀναγινώσκεται εἰς βʹ. συζήτησιν τὸ Νομοσχέδιον περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως, πρὸς περίθαλψιν τῶν προσφύγων.
§14ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλή, εἰς τὴν ζητουμένην πίστωσιν νὰ προστεθῶσιν ἔτι 5,000 δραχμαὶ, τὸ ὅλον 20,000, νὰ διατεθῇ δ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου καὶ ἀνάλογος συνδρομὴ ὑπὲρ τῶν κατοίκων τῆς Λεπενοῦς, οἵτινες πάσχουσιν ἀπὸ εὐλογίαν, δὲν ἔχουσι δὲ οὔτε ἰατρὸν, οὔτε ἄρτον.
§15ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§16ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἀρκεῖ τὸ ποσὸν αὐτό; Ἕνεκα τοῦ πολέμου, οἱ πρόσφυγες εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ διαμένωσιν ἐνταῦθα.
§17ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἰδοὺ ποία ἀναλογία πρέπει νὰ γείνῃ 5,000 νὰ στείλωμεν εἰς τὴν Κέρκυραν, 2,000 τοὐλάχιστον εἰς τὴν Λαμίαν, 2,000 εἰς τὴν Εὐρυτανίαν, 1,000 εἰς Ξεροχώριον, 1,000 εἰς Βάλτον, 1,000 εἰς Ἀγρίνιον, αἱ λοιπαὶ δὲ νὰ διατεθῶσιν ἐνταῦθα, διότι ἐδῶ εἶναι πολλοὶ πρόσφυγες. Νομίζω, ὅτι 20 χιλιάδες δραχμῶν, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς συνδρομῆς πρὸς τοὺς κατοίκους Λεπενοῦς, ἀρκοῦσι.
§18ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§19ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἔρχονται καὶ αἱ ἑορταὶ, ἔχομεν καὶ χειμῶνα βαρύν· νομίζω, ὅτι δὲν ἀρκεῖ τὸ ποσόν.
§20ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἂς μείνουν 20 χιλιάδες, καὶ πάλιν ἐδῶ εἴμεθα, Γίνεται δεκτὸν δι’ ἀναστάσεως τὸ Νομοσχέδιον μετὰ τῆς προσθήκης, ἣν ἐπρότεινεν ὁ Πρωθυπουργός.
§21ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε πίνακα, σήμερον διανεμηθέντα εἰς τοὺς Βουλευτὰς καὶ φέροντα τὴν ἐπιγραφὴν «ἀπολογισμὸς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1878, καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν αὐτοῦ». Ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τούτῳ οὐδὲν εὑρίσκω περὶ τῶν πιστώσεων δι’ ἐκτάκτους ἀνάγκας. Ἠξεύρετε ὅτι ὑπάρχουσι πιστώσεις μεγάλων ποσῶν δι’ ἐκτάκτους ἀνάγκας, χορηγηθεῖσαι κατὰ τὰ ἔτη 1876, 1877 καὶ 1878, καὶ ἐκ πινάκων ὑποβληθέντων εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ 1878, γνωρίζομεν, ὅτι ἐγένετο διάθεσις τῶν πιστώσεων ἐκείνων κατὰ τὸ ἔτος 1878. Ἐν τούτοις ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τούτῳ οὐδὲν εὑρίσκομεν περὶ τῶν ἐκτάκτων αὐτῶν πιστώσεων. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν εὐαρεστῆται, νὰ μᾶς ὑποβάλῃ πλήρη πίνακα τῶν ἐξόδων καὶ ἐσόδων ἐκ τῶν δανείων τῶν ἀπέναντι τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων συνομολογηθέντων.
§22Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.) Περὶ τῶν πιστώσεων τοῦ 1877 ὁ προκάτοχός μου κ. Παπαμιχαλόπουλος ὑπέβαλεν ἤδη πίνακα.
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἠμφισβητήθη ἐὰν ἠδύναντο αἱ πιστώσεις ἐκεῖναι νὰ διατεθῶσιν εἰς τὴν χρῆσιν ἄλλου ἔτους παρ’ ἐκείνου, καθ’ ὃ ἐψηφίσθησαν· καὶ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς, κατ’ ἐμὲ, ὑπῆρξεν, ὅτι δὲν δύνανται νὰ διατεθῶσιν εἰμὴ ἐντὸς τοῦ ἔτους, καθ’ ὃ ἐψηφίσθησαν· ἑπομένως ἐπιθυμοῦμεν νὰ γινώσκωμεν ἐὰν τῶν πιστώσεων τούτων ἐγένετο χρῆσις καὶ κατὰ ἔτος 1879. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ μᾶς δοθῇ πλήρης πίναξ· δὲν βλάπτει δὲ ἐὰν, ἀρχόμενοι ἀπὸ τοῦ ἔτους 1877, συμπεριλάβητε καὶ πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχομεν ἤδη πέρυσι δοθείσας.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα, κύριοι, εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κύριος Δουζίνας ἔχει τὸν λόγον.
§25ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐπαναλαμβάνων, κύριοι, τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ χθὲς διακοπέντος λόγου μου, λέγω, ὅτι κοινὸν συμφέρον ὑπαγορεύει τὴν ταχεῖαν λύσιν τῆς ὑφισταμένης ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεως, ἀλλὰ κατὰ τρόπον μὴ προδικάζοντα παντάπασι τὰ ζητήματα περὶ τῶν ὁποίων ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ γίνεται μνεία, καὶ ἕκαστον τῶν ὁποίων ἐν καιρῷ τῷ προσήκοντι θέλει λάβει τὴν κρίσιν του καὶ τὴν νομοθετικὴν λύσιν παρὰ τῷ Κοινοβουλίῳ. Πρὸς τοῦτον τὸν σκοπὸν ἐρχόμενος νὰ καταλήξω τὸν λόγον, θέλω ὑποβάλει συνεπῆ πρότασιν. Εἰς τὸ στάδιον, εἰς τὸ ὁποῖον κατέλυσα χθὲς τὸν λόγον μου, εἶχον ἐπιληφθῆ τῆς ἀποδείξεως τοῦ ἀλυσιτελοῦς πρὸς ἐπιδίωξιν τοῦ ἰδανικοῦ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, διὰ τῶν μέσων τῶν τεθέντων εἰς χρῆσιν μέχρι σήμερον. Κατὰ τὴν ἐμὴν ἰδέαν, ἡ ἀποστολὴ τῆς Ἑλλάδος, τοῦ ἀνεξαρτήτου μέρους τῆς Ἑλληνικῆς γῆς, εἶναι μεγάλη· τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον ἔχει μέλλον ἱστορικόν, ἀλλὰ διὰ μέσων ἄλλων καὶ διὰ τρόπου ἄλλου ὀφείλει νὰ ἐπιδιωχθῇ τὸ ἰδανικὸν ἐκεῖνο. Καὶ περὶ τούτου εἶχον σκοπὸν ν’ ἀφηγηθῶ εἰς τὴν Βουλήν, νὰ ἐκθέσω τὰς ἰδέας μου· ἀλλὰ κατανοήσας τὴν τάσιν τοῦ Κοινοβουλίου, ὅτι δὲν θεωρεῖ σήμερον τὸν καιρὸν κατάλληλον εἰς ἐπίλυσιν τῶν ζητημάτων αὐτῶν, ἐπιφυλάσσομαι, ὅταν καιρὸς ἑκάστου τῶν τοιούτων ζητημάτων παρουσιασθῇ, νὰ ἐκφράσω τὴν ἰδέαν μου. Τοῦτο μόνον λέγω, ὅτι ἄνευ τῆς διπλωματίας, ἄνευ πολιτικῆς συνετῆς δὲν εἶναι δυνατὸν οὐδὲν νὰ κατορθώσωμεν, καὶ τοῦτο, διὰ τὸν λόγον, ὅτι δὲν δύναται ἡ διπλωματία, ἥτις μεριμνᾷ περὶ ἀνελίξεως τῆς καθόλου ἱστορίας τῆς ὑφηλίου, ν’ ἀλλοιώσῃ τὴν ἱστορίαν τοῦ Βυζαντίου καὶ νὰ μᾶς δώσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐπιποθοῦμεν, νὰ προσλάβωμεν, οὕτως εἰπεῖν, παρακαίρως καὶ διὰ τῆς βίας· δὲν δύναται νὰ τὸ δώσῃ εἰμὴ ὃν τρόπον ὁ πατὴρ τοῦ Θησέως ἐκανόνισε διὰ τὸν υἱόν του καὶ ὥρισε πότε νὰ λάβῃ τὰ ὅπλα του· ἐσήκωσε μέγαν λίθον, ἔκρυψε τὰ ὅπλα ὑπ’ αὐτὸν καὶ εἶπεν εἰς τὴν μητέρα τοῦ παιδὸς, ὅταν ὁ υἱός σου ἔλθῃ εἰς ἡλικίαν καὶ δυνηθῇ νὰ κυλίσῃ τὸν λίθον, τότε νὰ λάβῃ τὰ ὅπλα, διότι τότε θὰ δυνηθῇ ἐπαρκῶς νὰ μεταχειρισθῇ αὐτά. Τοιουτοτρόπως καὶ ἡ Ἑλλὰς ἐν ὅσῳ δὲν ἀνδρωθῇ ἐξωτερικῶς, καὶ ἐν ὅσῳ ἐσωτερικῶς δὲν παρουσιάσῃ εἰς τὴν διπλωματίαν προσωπικότητα κρείττονα τῆς προσωπικότητος, ἥτις δεσπόζει νῦν τὴν Κωνσταντινούπολιν, δὲν δύναται νὰ ἐλπίσῃ τὴν ὑποστήριξιν τὴν ἐξωτερικήν· διὰ δὲ τῶν ὅσον θέλετε μεγάλων ἐπιθετικῶν μέσων, πάντοτε ὅμως μικρῶν, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ διαθέσῃ ἢ κατὰ ξηρὰν ἢ κατὰ θάλασσαν, στερουμένη ὅμως τῶν προσόντων ἅτινα ἀπαιτεῖ ἡ διπλωματία, ἂς ἦναι βεβαία, ὅτι τὴν τελευταίαν στιγμὴν θέλει ἀπαντήσει ἐνώπιόν της ἕνα δάκτυλον παρόμοιον τοῦ ὁποίου εἴδομεν ἀναχαιτίσαντα τὴν Ῥωσσίαν, ὁ ὁποῖος διπλωματικὸς δάκτυλος θέλει ματαιώσει τὰς προσδοκίας της. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν κρίνων, ἐφρόνησα καὶ φρονῶ, ὡς θέλω ἐν δεδομένῳ καιρῷ ἀναπτύξει, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ Ἑλληνικὸν εἶναι ζήτημα ἐσωτερικὸν, εἶναι ζήτημα καλῶν οἰκονομικῶν κυρίως· ἐσωτερικὴ εὐνομία, ἰδίως ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, φέρουσι τὴν Ἑλλάδα εἰς ἡλικίαν ἀνδρικὴν, ὅτε πλέον ὡς ἄλλη μήτηρ τοῦ Θησέως ἡ διπλωματία θέλει εἴπει πρὸς αὐτὴν κίνησον τὸν λίθον, λάβε τὰ ὅπλα, καὶ εἴσελθε εἰς τὸ Βυζάντιον. Μὴ λησμονήσωμεν ὅμως καὶ ἄλλο τι κώλυμα πρὸς τοῦτο τὸ ποθούμενον, τὴν ἐλαστικότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ ἰδανικοῦ· ὁ Ἑλληνισμὸς δὲν ἔχει ἓν ὅριον, τὸ ὁποῖον ἅμα τὸ φθάσῃ νὰ δυνηθῇ νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἐτετραγωνίσθη ἡ Ἑλλάς, τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα εἶναι εὐρύτατον, δὲν τὸ ἐξαντλεῖ οὐδεὶς προσδιορισμός· ἑπομένως καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει νὰ μεριμνήσῃ κανονίζουσα τὰ καθ’ ἑαυτὴν οὕτως, ὥστε νὰ ἐμποιῇ πεποιθήσεις συμφώνως πρὸς τὸν περὶ τῆς ἐλαστικότητος ταύτης φόβον τῆς διπλωματίας, διότι τῳόντι ἡ διπλωματία δὲν ἀποβλέπει εἰμὴ εἰς συμφεροντολογικοὺς συνδυασμούς. Ἐὰν δὲ ζητηθῇ τι παρ’ αὐτῆς μεγαλείτερον παρὰ τῆς ἐνεστώσης Ἑλλάδος, δὲν ἔχει παρὰ νὰ ἀποβλέψῃ πρὸς τὴν ἐν τῷ μέλλοντι ἀνέλιξιν τῆς ἱστορίας, καὶ ἐὰν αἱ συνθῆκαι αὗται δὲν παρουσιάζωνται δὲν ἔχει παρὰ νὰ τῆς εἴπῃ· ἄχρι τοῦδε ἐλεύσῃ καὶ οὐχ’ ὑπερβήσει, ἕως ἐδῶ καὶ μὴ περισσότερον, ἀγωνίσου τότε ὅσον θέλῃς, δὲ, θὰ φθάσῃς, δι’ αὐτὸ τὸ ἀπροσδιόριστον πιέζεται ἡ Ἑλλάς· διότι ἐὰν ἐλάμβανεν ἡ Ἑλλὰς τὴν Μακεδονίαν, Ἤπειρον, Θεσσαλίαν, ποῦ ἡ Θράκη, ποῦ τὸ Βυζάντιον, ποῦ ἡ Μιτυλήνη, ἡ Χίος, πατρίδες τόσων προϊστορικῶν σχεδὸν ποιητῶν καὶ ἄλλων ἀνδρῶν, ποῦ ἡ Σάμος καὶ ὅλα τ’ ἄλλα μέρη μέχρις ἐκεῖ· ἔνθα ὁ Κίμων ἢ Ξενοφῶν ἐστρατήγησαν; Διὰ τοῦτο ὀφείλω νὰ διαλάβω καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν τὸ ζήτημα· ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀποφεύγω τὴν ἀνάπτυξιν ταύτην, περιοριζόμενος μόνον εἰς τὸ ἀπασχολοῦν τὴν Βουλὴν ζήτημα, εἰς τὴν ἀπάντησιν εἰς ὡρισμένην παράγραφον τοῦ Βασιλικοῦ λόγου. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι θεωρῶ τὴν συζήτησιν ταύτην τυπικὴν μόνον, καὶ ἑπομένως ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ὑποβάλλω μίαν πρότασιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ ἐπὶ τῆς ὁποίας βεβαίως προτάσεως ψηφοφορία εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θέλει λυθῆ ὅπως τὸ φαραωνικὸν ὄνειρον, ὅτι αἱ ἰσχναὶ ἀγελάδες ἔφαγον τὰς παχείας· σήμερον αἱ παχεῖαι θὰ φάγουν τὰς ἰσχνάς. Ἀλλ’ ὅπως δήποτε εἶναι ἓν εἶδος διαμαρτυρήσεως καὶ ἐπιφυλάξεως, οὕτως εἰπεῖν, προσερημοδικίαν καὶ μὴ προδίκασιν τῶν ζητημάτων. Ὑποβάλλω λοιπὸν τὴν ἑπομένην πρότασιν. Ἡ Βουλὴ θεωροῦσα..........
§26ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἐννοῶ, κύριοι, τόν πόνον, ὃν αἰσθάνονται οἱ κκ. βουλευταὶ Πόρου, καὶ διὰ τοῦτο δὲν τοὺς ἀδικῶ. Καὶ μὰ τὴν ἀλήθειαν, εἰς τὴν θέσιν αὐτῶν καὶ ἐγὼ καὶ πᾶς ἄλλος ἐξ ὑμῶν δὲν ἠδύνατο ἴσως ἢ οὕτω νὰ ἐκφρασθῇ ὑπὲρ τῆς ἰδίας ἐπαρχίας. Ἐὰν ἀνδρικώτερον ὅμως ἐσκέπτοντο, ἴσως ἤθελον προτιμήσει τὰ γενικὰ συμφέροντα ἀπὸ τὰ τῶν ἐπαρχιῶν των. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε δὲν τοὺς ἀδικῶ, καὶ ἑπομένως ἔρχομαι εἰς τὰ πράγματα. Ὁμιλοῦσι, κύριοι, περὶ Ναυστάθμου· ἀλλ’ εἶχε ποτὲ ἡ Ἑλλὰς Ναύσταθμον; Εἰς τοῦτο μόνον ἐπιθυμῶ νὰ μοὶ ἀπαντήσωσιν. Οὐδέποτε εἶχεν ἡ Ἑλλὰς Ναύσταθμον. Ὁ λαλήσας χθὲς ἀνέφερεν, ὅτι διὰ τὸν Ναύσταθμον ἐκεῖνον ἐδαπανήθησαν τόσα καὶ τόσα ἑκατομμύρια· ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι, ἀφοῦ τόσα ἐδαπάνησεν ἑκατομμύρια τὸ δυστυχὲς αὐτὸ Κράτος, πῶς, ὅταν αἱ περιστάσεις ἠνάγκασαν ἡμᾶς νὰ μεταφέρωμεν ἀλλαχοῦ τὸν Ναύσταθμον δι’ ἀποφάσεως πολεμικοῦ ναυτικοῦ συμβουλίου, πῶς κατωρθώσαμεν τοῦτο ἐν διαστήματι τριῶν μόλις μηνῶν καὶ διὰ δαπάνης μόνον 113 χιλ. δραχμῶν, ἤτοι 13 χιλ. δραχμ. πλειότερον τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἐχρησίμευσε διὰ μόνην τὴν ἵδρυσιν τοῦ Ναυστάθμου ἐν Πόρῳ; Μεταφέρεται, κύριοι, καὶ ἀντικαθίσταται Ναύσταθμος ἀληθὴς δι’ 113 χιλ. δραχμ. μόνον; Τοῦτο δὲν εἶναι ἀρκετὸν νὰ σᾶς πείσῃ, ὅτι δὲν ὑπῆρχε Ναύσταθμος; Ἀλλ’ εἰς τί, κύριοι, συνέκειτο ὁ λεγόμενος Ναύσταθμος τοῦ Πόρου; Ὁ Ναύσταθμος οὗτος δὲν ἔχει ἄλλο τι, ἢ ὡραίαν ἀληθῶς οἰκίαν διὰ τὰ γραφεῖα τῶν ὑπαλλήλων, δὲν ἔχει ἄλλο τι ἢ ἕνα περίβολον (μάνδραν) καλούμενον, πλησίον τῆς ὁποίας ἠγέρθη τὸ συνεργεῖον, διὰ τῶν ἐκεῖ εὑρισκομένων προχείρων ξύλων, καὶ ἐντὸς αὐτῆς εἶχον τεθῆ ὄργανά τινα, διότι ταῦτα μόνον συνεκρότουν τὸ λεγόμενον ναυτικὸν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης· οὗτος ἦτον ὁ φοβερὸς ἐκεῖνος Ναύσταθμος τοῦ Πόρου, ὃν ἀντικατεστήσαμεν. Ὅτε, κύριοι, ἀνελάβομεν τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων, εὕρομεν τὸν λεγόμενον ἐκεῖνον Ναύσταθμον ἔρημον παντὸς εἴδους ὑλικοῦ, δυναμένου νὰ συντηρήσῃ τὰ ὀλίγα μας πλοῖα, ἔρημον παντελῶς παντὸς εἴδους πολεμοφοδίων, δι’ ὧν ἠδυνάμεθα νὰ ἀνταποκριθῶμεν πρὸς τὰς περιστάσεις. Ἐν ἑνὶ λόγῳ ὑπῆρχεν ἔλλειψις παντὸς ὀργάνου, παντὸς μέσου, δι’ ὧν συντηρεῖται παντοῦ καὶ πάντοτε ἡ ἀπόλυτος λεγομένη δύναμις. Εἰς τοιαύτην δὲ κατάστασιν εἶχε φθάσει ὁ λεγόμενος ἐκεῖνος Ναύσταθμος, ὥστε ἐντρέπομαι τῇ ἀληθείᾳ νὰ τὸ ἀναφέρω· ὁ διευθυντὴς τοῦ Ναυστάθμου ᾐτήσατο δι’ ἐγγράφου του νὰ τῷ ἐπιτρέψωμεν νὰ προμηθευθῇ δύο ταβανοσανίδα καὶ 300 δράμια πρόκαις γαλλικαῖς· αὐτὴ ἦτον ἡ κατάστασις τοῦ λεγομένου αὐτοῦ Ναυστάθμου κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ὅτε λοιπὸν ἤλθομεν εἰς τὰ πράγματα, εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διατάξωμεν τὸν στρατὸν νὰ ἐξέλθῃ· ἔπρεπεν ἑπομένως νὰ προνοήσωμεν καὶ περὶ τοῦ τί ὠφείλομεν νὰ πράξωμεν μὲ τὰς ὀλίγας ἐκείνας καὶ μικρὰς δυνάμεις, ἃς εἴχομεν. Συνεκρότησα λοιπὸν Ναυτικὸν πολεμικὸν συμβούλιον, ὅπως τὰ φῶτα καὶ ἡ πεῖρα αὐτοῦ βοηθήσωσι τὸ ἔργον μου. Τὸ πολεμικὸν συμβούλιον συνεκροτεῖτο ὑπὸ τοῦ ὑποναυάρχου κ. Σαχίνη, τοῦ ἀντιπλοιάρχου κ. Κοκονέζη, τοῦ ἀντιπλοιάρχου κ. Σαχτούρη, τοῦ ἀντιπλοιάρχου κ. Κουτσούκου, τοῦ ἀντιπλοιάρχου κ. Λαζ. Κριεζῆ, καὶ τοῦ ἐπιμελητοῦ κ. Γεωργαντᾶ. Ἀνέπτυξα ἐνώπιον τοῦ συμβουλίου αὐτοῦ τὴν κατάστασιν τοῦ Ναυτικοῦ καὶ ἐζήτησα τὴν γνώμην του περὶ τοῦ τί ὠφείλομεν νὰ πράξωμεν. Μεταξὺ δὲ τῶν πρώτων μέτρων ἅπερ μοὶ ὑπέδειξε τὸ συμβούλιον αὐτὸ, ἦτον ἡ μετακόμισις τοῦ ὑλικοῦ τοῦ Ναυστάθμου εἰς τὴν Σαλαμῖνα, ἧς ὁ λιμὴν ἐθεωρεῖτο ὑπ’ αὐτῶν ὡς τὸ ἄριστον καὶ ἀσφαλέστατον ὁρμητήριον. Τίς, κύριοι, ἐξ ἡμῶν, Ὑπουργὸς ὤν, ἤθελε περιφρονήσει τὴν συμβουλὴν τοιούτων διακεκριμένων ἀξιωματικῶν, ἀποφαινομένων περὶ τῆς μετακομίσεως τοῦ ὑλικοῦ εἰς τὴν Φανερωμένην;
§27ΕΠΑΜ. ΚΡΙΕΖΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν, ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη πῶς ἀπεφάνθη:
§28ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Βεβαίως δὲν συνῆλθε μόνη της, ἀλλὰ κατὰ πρόσκλησίν μου· ἐγὼ προήδρευον αὐτῆς καὶ ἐγὼ ἔθεσα τὰ ζητήματα. Θέλετε μὲ αὐτὸ νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν ἠδύναντο οἱ ἀξιωματικοὶ νὰ ἐκφράσουν τὴν γνώμην των;
§29ΚΡΙΕΖΗΣ. Ὄχι βεβαίως.
§30ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἀκούσατε λοιπὸν τὸ ἔγγραφον. «Ὁ λιμὴν τῆς Σαλαμῖνος θεωρεῖται ὡς τὸ ἀσφαλέστερον ὁρμητήριον διά τε τὸ βασιλικὸν καὶ ἐμπορικὸν ναυτικὸν, καὶ εἰς αὐτὸν δέον νὰ μεταφερθῇ πᾶν τὸ πολεμικὸν καὶ ἐν γένει τὸ τοῦ ναυστάθμου ὑλικὸν καὶ τῶν ἐργοστασίων, οὗτινος ἡ μεταφορὰ ἐθεωρήθη ἐπάναγκες νὰ διαταχθῇ ἀμέσως. Οἱ δὲ διὰ τὴ χρῆσιν τοῦ στόλου ὡρισμένοι γαιάνθρακες νὰ τεθῶσιν ἐπὶ ἐμπορικῶν πλοίων, ἵνα χρησιμεύσωσιν ὡς ἀποθῆκαι, χάριν εὐκολίας τῆς φορτώσεως καὶ ἐκφορτώσεως αὐτῶν. Κέντρον δὲ τῶν ἐργασιῶν τοῦ στόλου θέλει ἀποκατασταθῆ ἰδίως ἡ μονὴ τῆς Φανερωμένης». Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν, Κύριοι, τί μετεκομίσαμεν. Ἓν πτωχὸν συνεργεῖον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὑπῆρχον ὄργανά τινα, μόλις δυνάμενα ἐκ τοῦ προχείρου νὰ συντηρῶσι τὸν λεγόμενον Ναύσταθμον. Σφαίρας τινὰς Ἄρμστρογγ, βυθισμένας εἰς τὸν βόρβορον τοῦ παλαιοῦ λεγομένου Ναυστάθμου, ἃς κατεγίναμεν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας νὰ πλύνωμεν καὶ καθαρίσωμεν, σήμερον δὲ διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι αὗται διατηροῦνται εἰς ἀρίστην καὶ ἐπίζηλον κατάστασιν. Μετεκομίσαμεν πυρίτιδα πεπαλαιωμένην καὶ ἐν μέρει χρήσιμον διὰ τὸ πυροβολικὸν τοῦ Ἄρμστρογγ, τὸ εὑρισκόμενον εἰς τὸ λεγόμενον Βοῦρτζι, περὶ τοῦ ὁποίου χθὲς σᾶς ἀνέφερεν ὁ προλαλήσας βουλευτὴς Πόρου. Μετεκομίσαμεν τὸ Μεσολόγγιον, πλοῖον πεπαλαιωμένον καὶ χρησιμεῦον ὡς ἱστιοθέτης.
§31ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τότε τί ἤθελεν ὁ Χόβαρτ πασσᾶς αὐτά;
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§33ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μετεκομίσαμεν καὶ τὸν ἐπισκευασθέντα ἀτμοδρόμωνα «Ἑλλάς.» Διατὶ δὲ τὰ μετεκομίσαμεν; διότι τὸ πρῶτον σημεῖον τῆς προσβολῆς ἤθελεν εἶσθαι ὁ λεγόμενος Ναύσταθμος ἐν Πόρῳ, ἐπειδὴ ὁ ἐχθρὸς ἤθελε νομίσει, ὅτι ἐν αὐτῷ ὑπάρχει τι σπουδαῖον, ἐντὸς δὲ ἑνὸς τετάρτου ἤθελε καταστήσει αὐτὸν παρανάλωμα τοῦ πυρός. Ἐνομίσαμεν, ὅτι ἔπρεπεν αὐτὸ τὸ ὑλικὸν τὸ ὀλίγον νὰ τὸ σώσωμεν, ἐθεωρήσαμεν δὲ τὴν Φανερωμένην ὡς ἀσφαλείας κέντρον τῶν ἐνεργειῶν, διότι φυσικῶς μᾶς παρεῖχεν εὐτυχῶς πρόχειρα τὰ μέσα ἐν ἀνάγκῃ νὰ κλείσωμεν διόδους τινὰς, διὰ τῆς βυθίσεως πλοίων, καὶ νὰ ἐμποδίσωμεν τὸν ἐχθρὸν νὰ μᾶς κατακαύσῃ καὶ αὐτὸ τὸ ὀλίγον ὑλικόν, τὸ ὁποῖον περιεσώσαμεν, καὶ τὸ ἐμπορικὸν ναυτικὸν, τὸ ὁποῖον ἐσκοποῦμεν νὰ περικλείσωμεν ἐκεῖ, ἢ τοὐλάχιστον νὰ κερδίσωμεν καιρὸν, ὅπως λάβωμεν τὰς προφυλάξεις, τὰς ὁποίας προχείρως δύναταί τις νὰ λάβῃ εἰς τοιαύτας περιστάσεις· διότι, κύριοι, εἰς τὸν Πόρον μὲ ἓν ὀβούζιον κατὰ τῆς ἀποθήκης τοῦ Βουρτζίου, καὶ ἓν ἕτερον κατὰ τοῦ λεγομένου Ναυστάθμου τὰ πάντα ἦσαν κατεστραμμένα. Τέλος πάντων μετεφέραμεν τὴν ἐργασίαν, οὕτως εἰπεῖν, ἐκ Πόρου εἰς Φανερωμένην, καὶ τοῦτο τῇ γνωμοδοτήσει ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ. Ὅταν, κύριοι, λάβητε τὴν καλωσύνην νὰ ἀναγνώσητε τὸ πολύτιμον ὑπόμνημα τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οὓς κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς μετεπεμψάμην ἐκ Γαλλίας, καὶ οὓς ἡ Γαλλικὴ κυβέρνησις μετ’ εὐγενοῦς ἐνδιαφέροντος μοὶ ἐχορήγησεν ἐκ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς διαρκῶς ἐργαζομένης ἐν τῷ τμήματι τοῦ Ὑπουργείου τῶν ναυτικῶν ἐπὶ ὁμοίων ἔργων, τότε θέλετε πεισθῆ...
§34ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Διὰ τὸν Ναύσταθμον ἐν Κερκύρᾳ καὶ τὴν ἔκθεσιν ἐκείνην δὲν λέγετε τίποτε.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ παύσουν αἱ διακοπαί.
§36ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τότε, λέγω, θέλετε δικαιώσει καὶ ἐμὲ καὶ τὴν Ἐπιτροπήν, τὴν οὕτως ἀποφασίσασαν. Ἀλλὰ σᾶς εἶπον, κύριοι, ὅτι ἐσπαταλήσαμεν διὰ τὴν μετακόμισιν αὐτήν. Ἐκ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων καὶ λογαριασμῶν θέλετε πεισθῆ, ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ σοβαρὰ δαπάνη ἀνέρχεται εἰς 113 χιλιάδας δραχμῶν. Τί δὲ τὸ Δημόσιον ἐδαπάνησε μόνον δι’ ὕδωρ εἰς τὸν λεγόμενον Ναύσταθμον τοῦ Πόρου, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς συνεστήθη οὗτος; 126,296 δραχμάς. Πρὶν ἔλθω εἰς τὰ πράγματα, χρεωστῶ ν’ ἀνασκευάσω προηγουμένως μίαν ἱστορικὴν ἀνακρίβειαν, καὶ νὰ ἐπανορθώσω τὴν παραμόρφωσιν ἑνὸς γεγονότος. Δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ ἄμυνα Πόρου ἀντέσχεν ἀπέναντι τῆς προσβολῆς, ἥτις τῷ ἐγένετο κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ Καποδιστρίου. Ὁ Ῥικὸρδ εὑρίσκετο μετὰ τοῦ στόλου του ἠγκυροβολημένος εἰς τὸ Μοναστήριον τοῦ Πόρου· μόνον ἓν βρίκιον διέταξε νὰ προσβάλῃ τὸ λεγόμενον Βοῦρτζι, καὶ ἐν διαστήματι ἑνὸς τετάρτου τὸ πᾶν ἀνετράπη· οὔτε πυροβόλον ὑπῆρχεν, οὔτε διευθέται.
§37ΚΟΡΙΖΗΣ. Τὸ Βοῦρτζι εἶναι πυριτιδαποθήκη, δὲν εἶναι φρούριον.
§38ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἀπόδειξις ὅτι ἔπαθε κακὸν μέγα ὁ τόπος αὐτὸς εἶναι, ὅτι σεῖς αὐτοὶ ἐκτραγῳδεῖτε τὴν καταστροφὴν ἄχρι σήμερον διὰ τοῦ δημώδους ᾄσματος· «Ὁ Πόρος κι’ ἂν ἐκάηκε καὶ γίνηκε ντερμάνι, τὸ Σύνταγμά μας νἄν καλὰ καὶ πάλι μᾶς τὸν φτιάνει.» Σᾶς εἶπεν ὁ προλαλήσας, ὅτι, ἅμα ἠκούσθη ἡ ἄφιξις τοῦ Χόβαρτ, τὸ ναυτικόν μας ἔσπευσε νὰ κρυβῇ εἰς τὴν Φανερωμένην. Ψεῦδος μέγιστον· ὄχι μόνον δὲν ἐκρύβη, ἀλλὰ καὶ τοι ἀσθενὲς, καί τοι γνωρίζον ἐπικείμενον τὸν κίνδυνον, ἔπρεπε νὰ ὑπακούσωσιν εἰς τοὺς νόμους τῆς πατρίδος· τὰ δύο δὲ πλοῖα ἡ Ὄλγα καὶ ὁ Γεώργιος καὶ δύο τορπιλλοφόροι λέμβοι ἐτάχθησαν εἰς θέσιν ἀμύνης μεταξὺ τοῦ μνημείου τοῦ Θεμιστοκλέους καὶ τῆς Ψιταλείας. Ἐνταῦθα ὑπάρχει Βουλευτὴς, ἀνήκων εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ὅστις, κυβερνῶν τὴν στιγμὴν ἐκείνην μίαν τῶν τορπιλλοφόρων, ἦτον ἕτοιμος νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του. Ἂς τὸ ἀρνηθῇ.....
§39Ε. ΚΡΙΕΖΗΣ. Αὐτὸ εἶναι μία ἀλήθεια.
§40Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μὴ ταπεινώνετε λοιπὸν καὶ τὰ ἱερώτερα αἰσθήματα, καὶ μὴ τὰ ἐξευτελίζετε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
§41Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μόνον ὁ Δουζίνας εἰμπορεῖ νὰ λέγῃ αὐταῖς τῆς κουβέντες.
§42Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Σᾶς εἶπον, κύριοι, ὅτι ἐν Φανερωμένῃ τὰ πράγματα ἔχουσι κακῶς, ὅτι τὸ ὑλικὸν εἶναι ἐσκορπισμένον εἰς τοὺς ἀγρούς. Καὶ τοῦτο ἐπίσης δὲν εἶναι ἀληθές, καὶ προκαλῶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Τρικούπη, ὅστις ἐπεσκέφθη τὴν Φανερωμένην. Εἶναι τίμιος καὶ εὐθύς, καὶ δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἀλήθειαν. Αἱ σφαῖραι λοιπόν, περὶ ὧν σᾶς ἐλάλησε χθές, ἐξήχθησαν ἐκ τοῦ βορβόρου τοῦ παλαιοῦ λεγομένου Ναυστάθμου τοῦ Πόρου, ἐκαθαρίσθησαν καὶ ἐτέθησαν ἐπὶ ξηροῦ ἐδάφους κατὰ πυραμίδας εἰς τὴν Φανερωμένην, διατηροῦνται δέ, ὡς σᾶς προεῖπον, εἰς ἐξαισίαν κατάστασιν. Τὰ τοιαῦτα ἀντικείμενα, ὡς καὶ αἱ ἁλύσεις καὶ αἱ ἄγκυραι, δὲν φυλάσσονται βεβαίως ἐντὸς βάμβακος, τίθενται εἰς τὸ ὕπαιθρον, καλῶς τοποθετημένα καὶ καλῶς διατηρούμενα ὑπὸ τῶν ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους τάσσει ὁ προϋπολογισμός, πρὸς τήρησιν τοῦ ὑλικοῦ. Τὸ δὲ λοιπὸν ὑλικόν, τὸ λεπτὸν καὶ πολύτιμον, εἶναι προφυλαγμένον εἰς ἀποθήκας προχείρους βεβαίως, διότι ἐκεῖ δὲν εἶναι ὁ Ναύσταθμος. Τὴν σύστασιν, ἣν χθὲς ἐποιήσατο ὑμῖν ὁ προλαλήσας, τοῦ νὰ μεταβῆτε καὶ ἐπισκεφθῆτε πάντα ταῦτα αὐτοπροσώπως, οὐ μόνον προθύμως ἀποδέχομαι, ἀλλὰ καὶ θεωρῶ ὡς τὴν μεγαλειτέραν δι’ ἐμὲ ἱκανοποίησιν. Πλησίον, κύριοι, εἶναι ὁ Πειραιεύς· δύνασθε νὰ ἐπισκεφθῆτε τὰς ἀποθήκας, ἐν ταῖς ὁποίαις ὑπάρχει ὑλικὸν ἀξίας πλέον....
§43ΦΙΛΗΜΩΝ. Εἶναι περιττὸν, κ. Ὑπουργέ, νὰ προβῆτε εἰς τοιαύτας λεπτομερείας· τὸν λόγον τὸν ἐννοεῖτε.
§44ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὑπάρχει καὶ νεώσοικος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου εἶναι αἱ τορπιλλοφόροι λέμβοι· δύνασθε νὰ τὰς ἐπισκεφθῆτε καὶ θέλετε ἰδεῖ καὶ ἐκτιμήσει τὴν μέριμναν, ἥτις κατεβλήθη πρὸς πολυχρόνιον συντήρησιν ὅλου αὐτοῦ τοῦ πολυτίμου ὑλικοῦ. Ἔρχομαι, κύριοι, ἐπὶ τὰ ἔργα. Σᾶς εἶπον τι εὕρομεν, ὅτε ἤλθομεν εἰς τὰ πράγματα, εὕρομεν τὴν Ὅλγαν, τὸν «Γεώργιον», τὰ μικρὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα συντρέχουν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, καὶ δύο τορπιλλοφόρους λέμβους, τὰς ὁποίας εἰς ἄλλην ὑπουργείαν εἶχον παραγγείλλει ἐγὼ εἰς Ἀγγλίαν. Ποία δὲ ἦτον ἡ κατάστασις αὐτῶν; ὁ «Γεώργιος» εἶχεν ἀνάγκην ἀμέσου ἀλλαγῆς τῶν λεβήτων, εἶχεν ἀνάγκην καθαρισμοῦ αὐτοῦ καὶ ἐπισκευῆς τῆς μηχανῆς του· τὰ δὲ μικρὰ πλοῖα ἦσαν εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν, ἄνευ οὐδενὸς μέσου ἀμύνης, ἔχοντα ἀνάγκην γενικῆς ἐπισκευῆς καὶ ἀλλαγῆς λεβήτων. Τί ἐπράξαμεν, ἵνα συντελέσωμεν εἰς τὴν τακτοποίησιν τῶν ναυτικῶν δυνάμεων; ἐν πρώτοις παρίστατο ἡ μεγάλη ἀνάγκη τῆς ἀλλαγῆς τῶν λεβήτων τοῦ «Γεωργίου». Ἦτο ζήτημα, ἐὰν ἠδυνάμεθα τὴν ἐπισκευὴν αὐτὴν νὰ τὴν κάμωμεν ἐν Ἑλλάδι, ἢ ἐὰν ἔπρεπε νὰ στείλωμεν τὸ πλοῖον εἰς Εὐρώπην, ὅπως μέχρι τοῦδε ἐπράττετο. Ἐγὼ ὁ ἔνθερμος ὑπερασπιστὴς τῆς Ἑλληνικῆς βιομηχανίας ἐπέμεινα ἡ ἐργασία αὕτη νὰ γείνῃ ἐν Ἑλλάδι, ἵνα διδαχθῶμεν ἐξ αὐτῆς, καὶ ἵνα τὰ χρήματα μείνωσιν ἐν τῷ τόπῳ. Πολλὰς πικρίας ἐποτίσθην, εἶχον πάντας ἐναντίον μου, ἀλλ’ ἐπέμεινα μετὰ πεποιθήσεως εἰς τὴν γνώμην μου τοῦ νὰ γείνῃ ἡ ἐργασία ἐν Ἑλλάδι, ἐν τῷ πτωχῷ ἐκείνῳ συνεργείῳ, τὸ ὁποῖον κατήρτισα ἐν Σαλαμῖνι. Ὑπῆρχε ζήτημα ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ ἐξαγάγωμεν τοὺς κολοσσιαίους ἐκείνους λέβητας ἐκ τοῦ «Γεωργίου». Τοὺς πάντας εἶχον ἐναντίους· ἐν τούτοις ἐπέμεινα, ὑπ’ εὐθύνην μου, καὶ οἱ λέβητες ἐξήχθησαν ἀσφαλῶς καὶ ἄνευ δαπάνης. Ἀνέμενον οἱ ἀντίθετοι νὰ ἴδουν τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐργασίας καὶ τῆς τοποθετήσεως τῶν νέων λεβήτων, ὁ τύπος ἐξανέστη κατ’ ἐμοῦ, ἀλλὰ τὰ πράγματα μὲ ἐδικαίωσαν, πρώτην δὲ φορὰν ἐν Ἑλλάδι ἐξετελέσθη μεθ’ ὅλης τῆς ἐπιστημονικῆς ἀκριβείας ἡ ἐγκατάστασις τῶν λεβήτων ἐντὸς πολεμικοῦ ἀτμοπλοίου. Ἐπεσκευάσαμεν πρὸς τούτοις γενικῶς καὶ ἀνενεώσαμεν τοὺς λέβητας τῆς Ἀφροέσσης, τοῦ Ναυπλίου καὶ τῆς Πληξαύρας, κατεσκευάσαμεν περὶ τὰς εἴκοσι λέμβους, διότι δὲν εἴχομεν, κατεσκευάσαμεν λέβητας ἀτμακάτων, κατεσκευάσαμεν δεξαμενὰς διὰ τὸν Ἄρην. Πάντα δὲ ταῦτα καὶ ἡ καθημερινὴ συντήρησις τοῦ στόλου ἐγένοντο ἐν τῷ ἐργοστασίῳ τῆς Φανερωμένης· ἀλλ’ ἠναγκάσθημεν ἐκ τῆς μεγάλης αὐτῆς ἐπισωρεύσεως τῆς ἐργασίας, διότι τὰ πάντα εὗρον εἰς κακὴν κατάστασιν, ἠναγκάσθημεν νὰ ζητήσωμεν μικρὰν συνδρομὴν ἐργοστασίων τινῶν ἐν Πειραιεῖ. Τοῦτο εἶναι τὸ μέγα ἡμῶν ἁμάρτημα. Ἀγνοοῦσι πόσα οἱ μεγάλοι ἐκεῖνοι καὶ πλουσιώτατοι τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἀγγλίας ναύσταθμοι ἔργα δίδουσιν εἰς τὴν βιομηχανίαν τὴν ἐμπορικήν. Ἑκατομμύρια ἐργασίας. Τὸ ἐργοστάσιον τῆς Ὑαίνης, δέκα βήματα ἀπέχον τοῦ Τουλὼν, ἐκτελεῖ ἔργα τοῦ Ναυστάθμου ἐκείνου περὶ τὰ 30 ἑκατομ., καὶ διότι ἡμεῖς ἀπέναντι τοιαύτης ἐργασίας, ἥτις ἐπεσωρεύθη διὰ μιᾶς, ἐζητήσαμεν ἀσήμαντον τῆς βιομηχανίας συνδρομὴν, ἦτο τοῦτο δικαία καὶ ἀληθὴς ἀφορμὴ, ὅπως ἔλθωσι νὰ κατακρίνωσι τὰ ἔργα μας; Τί ἄλλο ἐπράξαμεν, κύριοι; Εἴχομεν τὸν ἀτμοδρόμωνα ἡ «Ἑλλὰς» παρημελημένον καὶ καταδικασθέντα. Ἐφέραμεν ναυπηγὸν διακεκριμένον ἐκ Γαλλίας νὰ μᾶς εἴπῃ ἂν τὸ πλοῖον αὐτὸ ἦτο καταδικαστέον· ὄχι μόνον, μᾶς εἶπεν ἐπισήμως, δὲν εἶναι καταδικαστέον, ἀλλὰ λυποῦμαι ἀπὸ καρδίας διότι τοσοῦτον εὐκόλως καταδικάζετε τὰ πλοῖά σας, καὶ ἡ ἔκθεσίς του ὑπάρχει. Ἐφροντίσαμεν λοιπὸν εἰς τὸ διάστημα αὐτὸ καὶ τὸ ἐπεσκευάσαμεν τοιουτοτρόπως, ὥστε ἐπισήμως μᾶς ἀναφέρουσιν ἐκ Τουλὼν οἱ ἐκεῖ ἐπιστατήσαντες εἰς τὰ τῆς ἐπισκευῆς, κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς ναυπηγοὶ καὶ ὁ διευθυντὴς τοῦ ἐκεῖ ναυστάθμου ἔδωκαν, ὅτι τὸ πλοῖον αὐτὸ ἐπισκευασθὲν, δύναται νὰ συντηρηθῇ 15–20 ἔτη· οὕτως, ἀντὶ δαπάνης 710,000 δραχμῶν, ἔχομεν πλοῖον 2,500,000, πλοῖον δυνάμενον καὶ ὡς πολεμικὸν νὰ χρησιμεύσῃ, καὶ ἰδίως ὡς σχολὴ πρὸς ἐκγύμνασιν τῶν πληρωμάτων καὶ ἐκπαίδευσιν καὶ μόρφωσιν τῶν ἀξιωματικῶν. Κατόπιν εἰς τὰς ναυτικὰς δυνάμεις προσεθέσαμεν καὶ τὸ ὁπλιταγωγὸν, λίαν χρήσιμον, λίαν ἀναγκαῖον, Μπουμπουλίνα ὀνομαζόμενον· διὰ τοῦ πλοίου τούτου δυνάμεθα ἐν ἀνάγκῃ δύο πλήρη τάγματα νὰ μεταφέρωμεν εὐκόλως ἀπὸ τοῦ ἑνὸς σημείου τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ ἕτερον, ἐντὸς εἴκοσιν ὡρῶν τὸ πολύ. Ἐκ τῆς ταχύτητος, ἣν κέκτηται τὸ πλοῖον αὐτὸ, θὰ ὠφελῆται ἑκάστοτε ὁ κυβερνῶν τὸ πλοῖον, ὁσάκις ἔχει ἀνάγκην νὰ παραβιάζῃ ἀποκλεισμόν τινα ὅπως μεταφέρῃ στρατὸν ἢ πολεμοφόδια πρὸς τὸ πολιορκούμενον σημεῖον. Αὐταὶ εἶναι αἱ ἰδιότητες τοῦ πλοίου τούτου, ὅπερ εἶχε παραγγελθῆ ὑπὸ τῆς λεγομένης οἰκουμενικῆς κυβερνήσεως, καὶ εἰλικρινῶς ὁμολογῶ, ὅτι ἡ παραγγελία ἦτον ἐπιτυχής. Ὁ τόπος ἐκτήσατο πλοῖον, διὰ τὰς περιστάσεις ἐκείνας τὰς εἰδικὰς, λίαν κατάλληλον καὶ χρήσιμον καὶ καλῶς κατεσκευασμένον. Προσθέσαμεν εἰς τὰς ναυτικὰς ἡμῶν δυνάμεις τὸ εὔδρομον «Μιαούλης»· δὲν εἶναι ἀνάγκη ἐγὼ νὰ σᾶς εἴπω ποία ὑπῆρξεν ἡ ἐπιτυχία τοῦ πλοίου τούτου· ὁ κόσμος ὅλος μαρτυρεῖ περὶ τούτου. Εἴχομεν ἓν ἱστορικὸν πλοῖον τοῦ ἀγῶνος, σεσηπὸς, ἐῤῥιμμένον εἰς γωνίαν τινὰ τοῦ Ναυστάθμου τοῦ Πόρου, «τὴν Ἀθηνᾶν»· ταύτην ἡ Βουλὴ, χάριν τῆς ἱστορικῆς καταγωγῆς αὐτῆς, ἐνέκρινε νὰ τὴν ἐπισκευάσωμεν· τὸ πλοῖον αὐτό, ἐπισκευασθὲν, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν ἀνανεωθὲν, εἶναι χρήσιμον, χρησιμώτατον, διὰ δύο σκοπούς· πρῶτον, ἐκπληροῖ τὸν σκοπὸν τὸν ἱστορικὸν, δι’ ὃν καὶ ἐγένετο ἡ ἀπόφασις τῆς βουλῆς, καὶ δεύτερον, εἶναι τὸ μόνον πλοῖον, τὸ ὁποῖον κατ’ εὐτυχίαν θὰ μᾶς χρησιμεύσῃ καὶ μᾶς χρησιμεύει ὡς Σχολὴ τῶν παίδων, δι’ ὧν θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀποκτήσωμεν ὑπαξιωματικοὺς, συμφώνως μὲ τὴν ἐπιστήμην, ἥτις σήμερον ἔλαβε μεγάλην πρόοδον. Ἡ Ἀθηνᾶ, ἥτις ἐπωνομάσθη Ἄρης, διότι οὕτως ἐκαλεῖτο κατὰ τὴν ναυμαχίαν τῆς Πύλου, μετεσχηματίσθη εἰς Σχολὴν, καὶ ἤδη ὑπάρχει ἐν ἐνεργείᾳ· ἡ Σχολὴ συνεκέντρωσεν ὅλους τοὺς παῖδας τοὺς ὑπάρχοντας ἐν τῷ ναυτικῷ καὶ ἤδη ἐκπαιδεύονται ἐν αὐτῇ, ὅπως μετὰ τέσσαρα ἔτη ἀποκατασταθῶσιν ὑπαξιωματικοὶ ἄξιοι τοῦ προορισμοῦ των. Ἐν τῷ πλοίῳ ἐκείνῳ καὶ οἱ παῖδες θ’ ἀποκατασταθοῦν ἡμέραν τινὰ ἄξιοι τῆς θέσεώς των ὡς ὑπαξιωματικοί, καὶ τὰ πληρώματα καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ θέλουσι μορφοῦσθαι ἐν αὐτῷ εὑρισκόμενοι. Ἰδοὺ λοιπόν, ὅτι ἄνευ τινὸς δαπάνης ἀπεκτήσαμεν τὸ σχολεῖον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μαρτυρεῖ παντοῦ καὶ πάντοτε τὴν πρόοδον ἑκάστου ναυτικοῦ. Ἰδοὺ λοιπόν, ὅτι εἰς τὰ δύο πλοῖα, τὰ ὁποῖα εὕρομεν ἐλθόντες εἰς τὴν ἐξουσίαν, προσεθέσαμεν τέσσαρα ἕτερα λίαν χρήσιμα, καὶ ἐν ᾧ εἴχομεν πρότερον μόνον δύο πλοῖα, ἔχομεν ἤδη ἕξ· ἐκτὸς τῶν δύο τορπιλλοφόρων λέμβων φέρομεν καὶ ἑτέρας ταχυτάτας ἀτμακάτους, ἃς θέλομεν μεταβάλει εἰς τορπιλλοφόρους· ἐκτὸς τούτου ἐγκατεστήσαμεν σχολὴν τορπιλλῶν· τὸ ὅπλον τοῦτο σήμερον εἶναι τὸ μᾶλλον ἐπασχολοῦν ἅπαντα τὰ ναυτικὰ Κράτη, εἰς αὐτὸ δὲ καὶ ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ἐργασθῶμεν· εἶναι τὸ μόνον ὅπλον, δι’ οὗ δυνάμεθα ν’ ἀμυνώμεθα καὶ δι’ οὗ δυνάμεθα νὰ ἐπιχειρήσωμεν εἰς περιστάσεις δεδομένας καὶ ἐπιθέσεις· εἶναι τὸ ὅπλον, τὸ ὁποῖον, ὡς προεῖπον, ἐπασχολεῖ σπουδαίως ὅλα τὰ ναυτικὰ Κράτη, καὶ δύναμαι μετὰ παῤῥησίας νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ σχολὴ τῶν ναυκλάστρων κατέχει ὄχι μὲν περισσόν, ἀλλὰ σχετικῶς πρὸς τὰ μέσα ἀρκετὰ σπουδαῖον ὑλικὸν ἐκλεκτὸν, ἐκλεκτότατον, ὑλικὸν, περὶ τοῦ ὁποίου αἱ κρίσεις πολλῶν ξένων ὑπῆρξαν κολακευτικώταται· ᾨκοδομήσαμεν ἐν Πειραιεῖ ἀποθήκην πρὸς συντήρησιν τοῦ πολυτίμου ὑλικοῦ τούτου διὰ δαπάνης ἑκατὸν περίπου χιλιάδων δραχμῶν· ἡ δὲ ἀξία τῶν καταστημάτων αὐτῶν ὑπερβαίνει σήμερον τὸ ποσὸν τῶν τριακοσίων πεντήκοντα χιλιάδων δραχμῶν. Καὶ πῶς; Διότι κατέλαβον τόπον ἀξίας διακοσίων χιλιάδων δραχμῶν, ὃν, ἂν δὲν κατελάμβανον κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, ἤθελον ὑποστῆ ἣν τύχην ὑπέστησαν καὶ ἄλλα οἰκόπεδα ἐν Πειραιεῖ, ὑπὸ τῆς σπείρας ἐκείνης, ἥτις ὑπάρχει ἐν Πειραιεῖ· ἔσωσα λοιπὸν τὸ δημόσιον, διὰ τῆς κατασκευῆς αὐτῶν τῶν ἀποθηκῶν, οἰκόπεδον 200,000 δραχμῶν. Καὶ ταῦτα, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις ἐμερίμνησε καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἀπολύτου λεγομένης δυνάμεως μιᾶς ἐκ τῶν δύω ἐκείνων πρωτουργῶν, τῶν ἀποτελουσῶν τὴν ἰσχὺν πάσης ναυτικῆς δυνάμεως. Τί δ’ ἐπράξαμεν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς σχετικῆς λεγομένης δυνάμεως; Κατηρτίσαμεν σχολὴν τορπιλλοφόρων ἐντελῆ, σχολὴν ὑπαξιωματικῶν, ἐξεπονήσαμεν ἐσωτερικὸν καὶ ἐξωτερικὸν κανονισμὸν τῶν πλοίων, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε εἴχομεν.
§45ΚΡΙΕΖΗΣ. Εἴχομεν, ἀλλὰ δὲν ἦτο τέλειος.
§46ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐφωδιάσθη λοιπὸν ὁ στόλος ἀπὸ κανονισμοὺς τῆς ἐσωτερικῆς καὶ ἐξωτερικῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ, καὶ ἐννοεῖται, ὅτι ἄνευ αὐτῶν ὁποῖος κυκεὼν ὑπῆρχεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ· ἐξεπονήσαμεν ναυτικὴν τακτικὴν καὶ ἐθέσαμεν κατὰ πρώτην φορὰν εἰς ἐνέργειαν ἀφ’ ὅτου συνέστη τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, καὶ πρώτην ἤδη φορὰν ἐφηρμόσθη ἡ τακτική, καὶ πρώτην ἤδη φορὰν συνέπλευσαν ἡμέτερα πλοῖα ὁμοῦ, οὐδέποτε δὲ ἄλλοτε εἰς τὸ διάστημα τῶν 52 ἐτῶν· οὕτω δὲ μορφοῦνται οἱ ἀξιωματικοί. Μεταβαλόντες δὲ τὸ σύστημα τοῦ πυροβολικοῦ ἀπὸ συστήματος Ἀρμστρόγγ εἰς σύστημα Κροὺπ, ἐφροντίσαμεν καὶ ἐξεπονήσαμεν θεωρητικὴν καὶ πρακτικὴν πραγματείαν τῶν γυμνασίων τοῦ πυροβολικοῦ τούτου. Ὅτε ἤλθομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὐδὲν σπουδαῖον εἶχε τὸ λεγόμενον ναυτικόν· ἰδοὺ ὁ πίναξ ὁ λεπτομερής, διὰ τοῦ ὁποίου θέλουσι πληροφορηθῆ οἱ ἀντιπρόσωποι πόσα ἐδαπανήσαμεν καὶ ποῦ ἐδαπανήσαμεν. Ἰδού, κύριοι, τὶ ἔχομεν σήμερον.
§47ΤΙΝΕΣ. Ἀρκεῖ, κ. ὑπουργέ.
§48ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ κατατεθῇ εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§49ΚΟΡΙΖΗΣ. Νὰ κατατεθῶσι καὶ ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα.
§50ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἀναγγέλλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὅλους τοὺς λογαριασμοὺς μέχρι τῆς τελευταίας λεπτομερείας περὶ τῶν δαπανῶν ἐκείνων ἔχω ἑτοίμους ἐντὸς κιβωτίου, δύνανται δὲ νὰ ἦναι εἰς τὴν διάθεσίν σας ἐντὸς ἑνὸς τετάρτου τῆς ὥρας.
§51ΚΟΡΙΖΗΣ. Ἐννοῶ νὰ κατατεθῶσιν αἱ ἐκθέσεις τῶν ἐπιτροπῶν· αὐτὸ ἐννοῶ ἐγώ.
§52ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Εἴπατε, ὅτι μετεκινήσατε ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυτικοῦ· σχετίζω τὴν ἐρώτησίν μου μὲ τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Βουλευτὴς Μεγάρων, ἡ ἐπιτροπὴ τί ἀπεφάσισε;
§53ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ περισπούδαστον αὐτὸ ζήτημα. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς μελέτης τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς εἶναι σπουδαῖον· μὲ ὅλους τοὺς ὑπολογισμοὺς καὶ τὰ σχέδια θέλουσι καθυποβληθῆ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅταν ἔλθῃ τὸ ζήτημα περὶ δεξαμενῆς· ἀλλὰ δὲν μὲ ἐμποδίζει, μέχρις ὅτου ἔλθῃ ἡ ἡμέρα ἐκείνη, πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς περιεργείας τινῶν, νὰ καταθέσω ἀντίγραφον τοῦ ὑπομνήματος τῆς ἐπιτροπῆς μετεφρασμένον, ἵνα ἕως τότε λάβητε περισσοτέραν γνῶσιν τοῦ ἀντικειμένου.
§54Γ. ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, κύριοι, ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ κάμω πρὸς τὴν Βουλὴν γνωστοὺς τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα διαφωνῶ πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς· καὶ εἶναι βέβαιον, κύριοι, ὅτι δὲν ἐπεθύμουν νὰ λάβω τὸν λόγον εἰς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, οὕτω φερόμενον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διὰ τοὺς ἑξῆς δύο λόγους. Πρῶτον, διότι ἐθεώρουν, ὅτι ὁ ἔλεγχος τῶν ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως πεπραγμένων δὲν πρέπει νὰ ἔλθῃ διὰ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, διότι, ἐὰν ὁ Βασιλεὺς καλῇ τῇ πίστει γίνεται ὁ διερμηνεὺς τῆς πολιτικῆς τῆς κυβερνήσεως, πιθανὸν νὰ λάβῃ ἀρνητικὴν καὶ ἀσύμφωνον τὴν ἀπάντησιν πρὸς ὅσα ἐκεῖνος διερμηνεύων ἀληθῆ ἐνόμισε. Δεύτερον, διότι ἐφρόνουν, ὅτι ἡ κυβέρνησις, στηριζομένη εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ κοινοβουλίου καὶ ἔχουσα τὴν συνείδησιν, ὅτι ἐπολιτεύθη συμφώνως μὲ τοὺς νόμους καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, δὲν ἤθελε κατέλθει μέχρι τῆς θέσεως νὰ ἐκβιάσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἔγκρισιν τοῦ παρελθόντος καὶ τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος, ἐνῷ τὸ μὲν παρελθὸν ἐν πολλοῖς δὲν μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, τοῦ δὲ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος συλλήβδην παρουσιάζει τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς θεραπείας, χωρὶς νὰ παρουσιάσῃ τὰ ἔργα αὐτῆς, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ σύνολον καὶ τὰ μέρη ἑκάστου καὶ ἐν ἐπιγνώσει φέρωμεν τὴν ψῆφόν μας. Δὲν συμφωνῶ, κύριοι, πρὸς ἐκείνους, οἵτινες μᾶς ὑπέδειξαν ὡς παράδειγμα τὰς γαλλικὰς βουλὰς καὶ οἵτινες μᾶς ἀνέφερον τὴν γνώμην τοῦ διασήμου μέλους τοῦ κοινοβουλίου τῶν Γάλλων, τοῦ κ. Βιβιὲν, διότι ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ὁ βασιλικὸς λόγος τῶν κοινοβουλίων ἐκείνων ἦτον ἡ ἐνσάρκωσις καὶ ἡ ἐπιθυμία τοῦ Βασιλέως, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν ὁ Βασιλεὺς εἶναι ὁ διερμηνεὺς τῶν σκέψεων καὶ τῶν διανοημάτων τῆς κυβερνήσεως. Δὲν ἀξιῶ, κύριοι, ὅτι δύναμαι νὰ κρίνω ἀλανθάστως τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῶν ὑπουργῶν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ζητήματος, ἀλλ’ ἂν μοὶ ἦναι ἐπιτετραμμένον, δύναμαι νὰ παρατηρήσω πρὸς τοὺς ὑπαινιχθέντας τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς οἰκουμενικῆς καὶ ἰδίᾳ τοῦ διευθύνοντος ταύτην ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἐκείνη δὲν ἦτο πολιτικὴ τῆς ἐπαιτείας, ἀλλ’ ἀῤῥενωπὴ καὶ ἀξιοπρεπὴς, καὶ ἦτο τοιαύτη, ἀφοῦ ἠδυνήθη νὰ ἐκβιάσῃ τὴν ἀρχὴν καὶ τὴν ὑπόσχεσιν τῆς Ἀγγλίας αὐτὴν ταύτην, ἐφ’ ἧς σήμερον ἐλπίζομεν. Σᾶς εἶπον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, ὅτι δὲν ἐπεθύμουν νὰ τεθῇ ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον· ἀλλὰ, τούτου τεθέντος, ἀναγκάζομαι ἐκ τῶν ἐνόντων νὰ κάμω γνωστοὺς πρὸς ὑμᾶς τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα διαφωνῶ πρὸς τὴν ἀπάντησιν τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ τοῦ Βασιλικοῦ λόγου φέρεται ἡ νομιμότης τῶν ἐκλογῶν, ἡ δὲ πρὸς ταύτην ἀπάντησις τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἐξαίρει τὴν τάξιν καὶ τὴν νομιμότητα, μεθ’ ἧς διεξήχθησαν αἱ ἐκλογαί. Λυποῦμαι, κύριοι, μὴ δυνάμενος νὰ συμφωνήσω μὲ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὴν πρώτην ταύτην παράγραφον, διότι, ἂν ἡ ἐπιτροπὴ τόσον ταχέως ἐλησμόνησε, ἐγὼ καλῶς ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης πρό τινων ἡμερῶν, ὅταν ἐγὼ ἐκήρυττον ὡς ἀποτέλεσμα βίας καὶ ἐπεμβάσεως τὸ ἐξαγόμενον τοῦ δήμου Κρανίων, ἡ Βουλὴ διὰ μεγάλης πλειονοψηφίας καὶ στηριζομένη εἰς τοὺς αὐτοὺς λόγους ἐκήρυξεν ὁλόκληρον τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐπαρχίας Κραναίας ἄκυρον.
§55Π. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Διὰ τὴν ἐπαρχίαν σας τί λέγετε;
§56ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καὶ διὰ τὴν ἰδικήν μας τί λέγετε;
§57ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Δὲν ἐπερίμενα, κύριε Οἰκονόμου, ἐξ ὑμῶν τὴν διακοπὴν, καὶ ἐπειδὴ εἶσθε μεμιγμένος εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μὴ ἀπαντήσω. Ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ βασιλικοῦ λόγου ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα τὸ ἐξωτερικόν· ἡ δὲ ἀπάντησις τῆς ἐπιτροπῆς παραδέχεται καὶ τὴν ἀρχὴν καὶ τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ ζητήματος ὁμαλήν. Λαμβάνω τὴν εὐκαιρίαν νὰ παρατηρήσω καὶ εἰς τὸν κ. ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπουργὸν καὶ εἰς τὸν κ. Ζαΐμην, ὅτι, ἐὰν ἦναι βέβαιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ σύνοδος τοῦ Βερολίνου μεταξὺ τῶν σπουδαίων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ ἐξετάσῃ, ἦτο καὶ ὁ κανονισμὸς τῆς μελλούσης εἰρηνοποιήσεως τῆς Ἀνατολῆς, καὶ ὅτι ἡ ἡμετέρα ὑπόθεσις ἀνάγεται εἰς τὴν δευτέραν ταύτην κατηγορίαν, ἂν ἦναι βέβαιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ζαΐμης σᾶς εἶπεν, ὅτι αἱ ἀναμνήσεις τῶν ἀρετῶν τῶν προγόνων δὲν εἶναι ἱκαναὶ νὰ συγκινήσωσι τὴν Εὐρώπην, διότι ἡ Εὐρώπη ἐπιλαμβάνεται τῆς ἐξετάσεως τῶν διαφόρων ζητημάτων κατὰ τὸ μέτρον τῶν συμφερόντων της, ἕπεται, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς εἰρήνης τῆς Ἀνατολῆς ἦτο ζήτημα συμφέροντος διὰ τὴν Εὐρώπην, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Εὐρώπη οὐ μόνον ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμίαν ν’ ἀκούσῃ τὰ παράπονα καὶ τὰς ἀξιώσεις τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἐνδεικτικῶς μάλιστα ἀπῄτησε τοῦτο ἐκ τῶν προτέρων, ὑποδείξασα καὶ τὰ γεωγραφικὰ καί πολιτικὰ ὅρια τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἠξίωσε κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν μερῶν ἐκείνων νὰ παρασταθῇ ἡ Ἑλλὰς ὡς ἐνδιαφερομένη. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι δὲν ἦτον ἐπιτυχὲς τὸ παράδειγμα τοῦ Πολυβίου, ὅστις ἀναφέρει, ὅτι ὁ Ῥωμαῖος πρὸς τοὺς ὑπερηφανευομένους Ναυπακτίους ἐπὶ πατριωτισμῷ εἶπε «δὲν θὰ παύσητε ἑλληνοφοβοῦντες;» διότι ἡμεῖς δὲν ἐπρόκειτο νὰ παρασταθῶμεν ἐνώπιον κατακτητῶν, ἀλλ’ ἐνώπιον διαιτητῶν, τῶν ὁποίων συμφέρον ἦτον ἡ εἰρήνη τῆς Ἀνατολῆς· ἡ δὲ εὔγλωττος ἐρώτησις τοῦ ἀξιοτίμου ἀντιπροσώπου Πάλης πρὸς τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν ἦτον οὐ μόνον εὐφυὴς, ἀλλὰ καὶ πατριωτικὴ καὶ πολιτικὴ, διότι καὶ εἰς τὴν ψυχὴν ἐκείνου καὶ εἰς τὴν ψυχὴν παντὸς ἕλληνος βαρεῖα ἐπεκάθισεν ἡ θλίψις, ὅταν εἴδομεν, ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος ἀπέκοψε τόσον ἀπόνως τοὺς παναρχαίους δεσμοὺς, τοὺς συνδέοντας τὴν Ἑλλάδα πρὸς τὴν Μακεδονίαν καὶ τὰς ἄλλας χώρας, τὰς ὁποίας τόσον ἐνδεικτικῶς εἶχεν ὑποδείξει ἡ Ἀγγλία ἐν τῷ Συνεδρίῳ. Καὶ ἐνόμιζον, κύριοι, ὅτι ὁ κ. Ζαΐμης ἀντὶ τοῦ παραδείγματος τοῦ Πολυβίου ἤθελεν ὑπενθυμίσει εἰς τὸν ἀξιότιμον ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος ἕτερον παράδειγμα, τὸ τοῦ κανονισμοῦ τῆς εἰρήνης τῶν ἑλληνικῶν πόλεων, ὅτε κατὰ τοὺς ἀρχαίους χρόνους προεδρεύων τῆς ἑλληνικῆς Συνελεύσεως ὁ Σπαρτιάτης βασιλεὺς, φέρων τὸν τίτλον τοῦ κατακτητοῦ τῆς Ἀσίας, εἰς τὸν φέροντα τὰ πληρεξουσία τῶν Βοιωτικῶν πόλεων πρεσβευτὴν τῶν Θηβῶν εἶπε «δὲν δύνανται αἱ Θῆβαι ν’ ἀντιπροσωπεύσωσι τὴν Βοιωτικήν». «ἀλλ’ οὔτε σεῖς, ἀπήντησεν ἐκεῖνος, δύνασθε ν’ ἀντιπροσωπεύσητε τὴν Λακωνικήν», καὶ ἐπροτίμησεν ἡ πόλις τῶν Θηβῶν ν’ ἀναλάβῃ τὸν ἄνισον ἀγῶνα κατὰ τῆς Σπάρτης πρὸς διατήρησιν τῶν δικαιωμάτων της. Ἀλλὰ παρ’ ὑμῶν, κ. ὑπουργὲ τῶν ἐξωτερικῶν, ἡ Ἑλλὰς δὲν ἀπήτει τοιοῦτόν τι. Ἡ Ἑλλὰς ἀπήτει νὰ ἐκδηλώσητε τὰ δικαιώματά της καὶ τὰς ἀξιώσεις της ἐν εὐρύτητι· διότι ἄλλως, ἀπὸ ὑποχωρήσεως εἰς ὑποχώρησιν βαίνοντες, κινδυνεύομεν νὰ χάσωμεν οὐ μόνον τὰς μονὰς τοῦ Ἄθωνος, ὡς ὀρθῶς ὑπέδειξεν ὁ κ. Ζαΐμης, ἀλλὰ πᾶσαν γῆν καὶ χώραν, ἥτις μέχρι τῆς χθὲς ἔφερε τὸ γλυκὺ τῆς Ἑλλάδος ὄνομα. Καὶ ἂν ἦναι ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ πρωθυπουργὸς τῆς Ἀγγλίας εἶπεν εἰς τὸ κοινοβούλιον, ὅτι ὁ ἕλλην ἀντιπρόσωπος πρὸς ἄλλους εἶχεν ἐστραμμένους τοὺς ὀφθαλμοὺς, δικαίως ἐρωτᾷ τις, ἂν ἡ πολιτικὴ ἦναι τέχνη, τὴν ὁποίαν ὁ κ. ὑπουργὸς ὀνομάζει ἀλήθειαν. Ἐνταῦθα, κύριοι, γεννᾶται ζήτημα πολλῆς προσοχῆς καὶ μελέτης ἄξιον, τὸ ὁποῖον οὐ μόνον δὲν διέφυγε τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν, ἀλλ’ ἐνδεικτικῶς μάλιστα μᾶς ὑπέδειξεν ὁποῖα εἶναι τὰ καθήκοντα ἡμῶν περὶ τοῦ μέλλοντος, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὁμοεθνεῖς ἡμῶν. Πρὸς τοῦτο σᾶς ἀναγινώσκω τὴν περικοπὴν τοῦ λόγου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν (ἀναγινώσκει). Σπουδαίαν ἐντύπωσιν, κύριοι, ἐπροξένησεν εἰς τὴν ψυχήν μου ἡ πολιτικὴ μέριμνα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἐξετάσω, διότι δὲν συμφωνῶ πρὸς ἐκείνους, οἵτινες νομίζουσι τὸ ζήτημα ἐξηντλημένον ἐκ τῆς ἄλλης περιόδου, καθότι, ἐνόσῳ ὑφίσταται, δέον νὰ ἐξετασθῇ ἐν ὅλῃ τῇ εὐρύτητι καὶ ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, χωρὶς νὰ ἀνατέμνωμεν αὐτὸ κατὰ μέρη, ἐνόμισα, λέγω, ὅτι ὤφειλον νὰ ἐξετάσω, ἂν, ὅ,τι ἐν λόγοις ὑπεστήριξεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς, τὸ ὑπεστήριξεν, ὅταν τὰ πράγματα ἀπήτουν τὴν τοιαύτην μέριμναν. Πάντες ἡμεῖς, κύριοι, καὶ ὄπισθεν ἡμῶν ἡ Ἑλλὰς πᾶσα γνωρίζει, ὅτι εἰς τὸ μέγα Συνέδριον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔσπευσαν οἱ διπλωμάται τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, δύο Δυνάμεις πρωτηγωνίστουν, ὧν πρὸ πάντων τὰ συμφέροντα ἐπρόκειτο νὰ κανονισθῶσιν, ὡς ἀντιμαχόμενα, ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Ῥωσσία. Καὶ ἡ μὲν μία τῶν Δυνάμεων ἤνοιξε πρὸς τὴν πτωχὴν Ἑλλάδα τὰς πύλας τοῦ Συνεδρίου καὶ μᾶς ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ ὑψωθῶμεν μέχρι τοῦ Βερολινείου Συνεδρίου καὶ νὰ παρασταθῶμεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ἐκείνῃ, εἰς τὴν ὁποίαν πρεσβευταὶ διπλωμάται διευθύνοντες τὰς τύχας τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν εὑρίσκοντο· ἡ δὲ ἄλλη Δύναμις, τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς ἐδιδάχθη νὰ σέβηται καὶ νὰ εὐγνωμονῇ ὡς ἐκ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα εἶχεν εἰς τὴν συνείδησιν τῆς Ἑλλάδος, ὡς ἐκ τῶν θυσιῶν καὶ τῶν χαρίτων, τὰς ὁποίας ἡ Ἑλλὰς ἀνέγραψεν εἰς τὴν ἱστορίαν της, ἵνα παραδώσῃ εἰς τοὺς ἐπερχομένους διὰ μακρῶν χρόνων, ἡ Δύναμις αὕτη ἀπό τινος χρόνου πολιτικὴν ἀλλοίαν διὰ τὰ συμφέροντά της ἔλαβε, παρὰ τὴν συμφέρουσαν εἰς τὴν Ἑλλάδα· καὶ δὲν τὸ λέγω ἐγώ, τὸ λέγει ἡ πολυχρόνιος ἱστορία τῆς Ἀνατολῆς, φωνάζει ὑπὲρ τῆς ἀληθείας ταύτης τὸ σχίσμα τῶν Βουλγάρων, διαμαρτύρονται αἱ πολυπληθεῖς Μοναὶ τοῦ Ἄθωνος, αἵτινες περιλαμβάνουσιν ἀφθόνως τὰ πολύτιμα κειμήλια τῆς ἐκκλησιαστικῆς καὶ πολιτικῆς ἱστορίας τῆς Ἑλλάδος, τὸ καταφύγιον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ Ἑλληνισμὸς κατέφυγε καὶ ἐνεζήτησε τὴν σωτηρίαν του καὶ τὴν συνδρομήν του· μαρτύριον εἶναι αἱ διηνεκεῖς προσπάθειαι τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτοῦ τῆς Δυνάμεως ταύτης, ἡ τελευταία ἀπόφασις τῆς Δυνάμεως ἐκείνης πρὸς ὑποστήριξιν ὅλων τῶν ἄλλων φυλῶν, πλὴν ἡμῶν, ἡ παρ’ ἡμῶν ζητηθεῖσα εἰς στιγμὴν ἀνάγκης συμμαχία καὶ ἀποκρουσθεῖσα, ἡ παρ’ ἡμῶν ἐκφρασθεῖσα ἐπιθυμία, καὶ ἐνθυμοῦμαι τοὺς λόγους τοῦ ἀειμνήστου Δεληγεώργη, τοῦ νὰ συμπεριληφθῶμεν εἰς τὴν ἀνακωχὴν, ἂν τυχὸν ἠθέλομεν ἀναλάβει μόνον τὸν ἀγῶνα, καὶ ἀποκρουσθεῖσα. Πάντα τὰ περιστατικὰ ταῦτα ὁλόκληρος σειρὰ μακρῶν χρόνων μᾶς διδάσκει, ἡ δὲ Δύναμις ἐκείνη, ἡ τοιαῦτα πράξασα, δὲν ἦτον ἡ Δύναμις, τὴν ὁποίαν ἠδυνάμεθα νὰ ἐμπιστευθῶμεν, καὶ δὲν ἠθέλομεν, κύριοι, ἁμαρτήσει, ἐὰν ἐπράττομεν οὕτως, ὅπως δὲν ἡμάρτησεν ἡ Ἰταλία, εἰς τὴν ψυχὴν τῆς ὁποίας ἡ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὴν Γαλλίαν πάντοτε ἔμενε καὶ θὰ μένῃ ἀκμαία, ἀλλὰ ἡ ὁποία δὲν ἐδεσμεύθη νὰ δώσῃ τὴν χεῖρά της εἰς τὴν Πρωσσίαν, ἵνα ἐξακολουθήσῃ τὸ μεγαλεῖον αὐτῆς· ἐνῷ λοιπὸν οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, ἐνῷ τὸ φρόνημα τῆς Ἑλλάδος ἦτο τοῦτο καὶ οὐδεὶς ὑπῆρχεν ὁ ἀντιλέγων, ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, ὁ ἀναχωρῶν ἐκ τῆς ἀκτῆς αὐτῆς, καὶ βαίνων πρὸς τὸ μέγα ἐκεῖνο Συνέδριον, ὅστις ἔσχε τὴν τιμὴν, τὴν ὁποίαν οὐδέποτε ἡ Ἑλλὰς ηὐτύχησε νὰ λάβῃ, ἐνεφορεῖτο ἀπὸ τὸ φρόνημα τοῦτο τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς ἐπιθυμίας αὐτῆς; Ὤ! εἴθε νὰ ἐνεπνέετο ἀπὸ τοῦτο. Ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, ἀφιχθεὶς εἰς τὸ κέντρον τῶν πολιτικῶν ἐργασιῶν, ὡς μαρτυρεῖ σειρὰ ἐγγράφων ἐπισήμων τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἀγγλίας, ἅτινα κατετέθησαν εἰς τὸ κοινοβούλιον, ἐδημοσιεύθησαν καὶ ἔφθασαν μέχρις ἡμῶν, πᾶν ἄλλο ἔπραττεν ἢ τοῦτο. Ἐντεῦθεν λοιπὸν ἐγεννήθη δυσπιστία πρὸς τὴν δύναμιν ἐκείνην, ἥτις ἤθελε ν’ ἀντιτάξῃ ἡμᾶς ἐναντίον τῆς ἀκαθέκτου φορᾶς τοῦ πανσλαβισμοῦ, ὅστις ἠπείλει τὴν Ἀνατολὴν· ἐπάγωσε καὶ ἔστρεψε πρύμναν. Ἐντεῦθεν λοιπὸν ἡ ἐγκατάλειψις τοῦ ζητήματος, καὶ ἐνῷ ἠδυνάμεθα νὰ στηριζώμεθα ἤδη εἰς πραγματικὰς ἀποφάσεις, περὶ ὧν καὶ τὰ πρωτόκολλα καὶ αἱ συνθῆκαι ἤθελον κάμει λόγον, μᾶς ἐναπέμειναν μόνον αἱ εὐχαί. Τοιαύτη τις ἦτο, κύριοι, ἡ πολιτικὴ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν· περὶ δὲ τῆς πραγματικῆς καὶ ὁμαλῆς θέσεως τοῦ ζητήματος λυποῦμαι διερμηνεύων πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ τῆς ἐπαρχίας μου, καὶ πληροφορῶν αὐτόν, ὅτι ὁ λαὸς λυπεῖται βλέπων τὴν κατάστασιν τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ἀπεύχεται τὴν ἀπώλειαν αὐτοῦ. Ἡ τρίτη παράγραφος τοῦ βασιλικοῦ λόγου ἀφορᾷ εἰς τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα τοῦ Κράτους. Τίς ἐξ ὑμῶν, κύριοι ἀντιπρόσωποι, δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ δάνειον τῶν 60,000,000 ἐχρησίμευσε πρὸς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἐνομοθετήθη; καὶ ἂν δὲν ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν ἀνεπάρκειαν αὐτοῦ, ὡς μὴ πραγματοποιηθὲν καθ’ ὁλοκληρίαν, δὲν ὤφειλεν ἡ ἑλληνικὴ κυβέρνησις νὰ γνωστοποιήσῃ τοῦτο εἰς τὴν βουλήν, καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν περὶ τούτου γνώμην της; Ἡ κυβέρνησις, ἔχουσα πεποίθησιν εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἐκάλεσε τὴν βουλὴν διὰ νὰ λάβῃ τὴν γνώμην ταύτης ἐπὶ τοῦ δανείου τούτου, ἀλλ’ ἐνῷ εἶδε τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ κοινοβουλίου ἐκλείπουσαν, ἐλάκτισε τὴν βουλήν, καὶ ἀνέλαβε τὴν βαρεῖαν εὐθύνην νὰ χρησιμοποιήσῃ τὰ χρήματα κατὰ τὴν κρίσιν της.
§58ΣΤΑΙΚΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν; Ἡ κυβέρνησις δὲν ἐλάκτισε τὴν ἀντιπροσωπείαν, παρῃτήθη.
§59ΠΕΤΟΥΣΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τρόπος τοῦ λέγειν. Εἶπον λοιπὸν, ὅτι ἐλάκτισε τὴν βουλὴν καὶ ἀνέλαβεν ἀπέναντι τοῦ ἔθνους βαρεῖαν εὐθύνην, καὶ διὰ τοῦτο ὁ τόπος ὑπέστη οὐ σμικρὰς θυσίας, διότι ἡ ἀξία τῶν πραγμάτων ὑπερετιμήθη, τὸ συνάλλαγμα ἀνυψώθη, τὸ νόμισμα ἐφυγαδεύθη, τὰ δὲ συμφέροντα πασῶν τῶν τάξεων ἐκλονίσθησαν. Ἑτέρα παράγραφος τοῦ βασιλικοῦ λόγου ἀναφέρεται εἰς τὴν τακτοποίησιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, εἰς τὸν ὀργανισμὸν καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων τοῦ ἔθνους καὶ εἰς τὴν ἀνάλογον παρασκευὴν τοῦ στρατοῦ· ὁ δὲ λαὸς πάντοτε, ὁσάκις ἐζητήθη, ἐχορήγησε προθύμως τὰ πρὸς τοῦτο ἀναγκαῖα. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ ἑλλ. λαὸς πολλὰς ἐκ τῶν χειρῶν του ἀπησχόλησε διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς πατρίδος, ἀποσπάσας ταύτας ἐκ τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς γεωργίας· εἶναι ἀληθές, ὅτι τὸ ἥμισυ τῶν ἀνδρῶν τούτων κατέστη ἐμπαθὲς καὶ ἄχρηστον ἐκ τῆς κακῆς διαίτης καὶ στερήσεως· εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ λαὸς ἔκλινεν εὐλαβῶς τὸν αὐχένα ὑπὸ τὸ βάρος τῶν φόρων καὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς πατρίδος, ἀλλ’ ἐπίσης ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἐναπέμεινεν ὡς μόνη περιουσία εἰς μὲν τὸν ποιμένα ἡ βακτηρία, εἰς δὲ τὸν γεωργὸν τὸ ἄροτρον· ἐκεῖνο δὲ, ὅπερ ἄγει τὸν λαὸν εἰς πλήρη ἀπόγνωσιν, εἶναι, ὅτι οἱ φόροι εἰσπράττονται μονομερῶς, ὅτι ἡ διοίκησις ἐνεργεῖ πλημμελῶς, ὅτι οἱ στρατεύσιμοι ἐξαιροῦνται φατριαστικῶς, ἡ δικαιοσύνη ἐνεργεῖ μεροληπτικῶς, ὅτι ἔπαυσαν ἐνεργοῦντες οἱ νόμοι καὶ τὸ καθῆκον, καὶ ὑπεράνω τῶν νόμων ὑψώθη ἡ ἰσχὺς καὶ τὸ συμφέρον τοῦ κόμματος. Ἰδοὺ διατί δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὴν ἀπάντησιν τῆς πλειοψηφίας εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον· διότι, ἂν ἀκολουθήσωμεν τὴν διδασκαλίαν τοῦ κ. Ζαΐμη, ἠθέλομεν εἰπεῖ, ὅτι ἡ βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων μετὰ τῶν ἐπιφανεστάτων μελῶν τῆς ληξάσης περιόδου, ἐξετάσασα τὸ παρὸν καὶ τὸ παρελθὸν τῆς κυβερνήσεως, εὗρεν αὐτὸ ἀνεπίληπτον· ἀλλὰ τότε ἠδύνατο νὰ ἐρωτήσῃ ἡ κοινωνία, ἄν οὐχὶ ἡμᾶς τοὺς νεωτέρους, τοὐλάχιστον τοὺς ἐπιφανεστέρους τῆς παρελθούσης βουλῆς, ἂν δύναταί τις νὰ κατηγορῇ τὴν κυβέρνησιν καὶ νὰ ἀναλαμβάνῃ τὸν σχηματισμὸν ἄλλης, καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐπλανήθη.
§60ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Δὲν θ’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ πολὺ, διότι ἀρκούντως ἀνεπτύχθη τὸ ζήτημα, καὶ ὅπου τὰ πράγματα ὁμιλοῦν, οὔτε ποίησις, οὔτε ἱστορία δύνανται νὰ τὰ διαψεύσωσιν. Δὲν θέλω μεταχειρισθῆ ἱστορικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνήκουν εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν, οὔτε θέλω μεταχειρισθῆ ποιητικὴν φαντασίαν, διότι, διὰ νὰ διοικηθῇ ὁ τόπος, δὲν ἀπαιτεῖται ποίησις, ἀλλὰ πράγματα, καὶ ἐπὶ τῶν πραγμάτων αὐτῶν ὀφείλει ἕκαστος ὑμῶν νὰ καταγείνῃ καὶ ἐπ’ αὐτῶν ν’ ἀποφανθῇ ὁριστικῶς, ἂν καλῶς ἐγένοντο ἢ οὔ. Εἶμαι μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ὀφείλω νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος. Ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐσυμφώνησεν εἰς τὴν ὑπὸ συζήτησιν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ἡ δὲ μειονοψηφία, ὁρμωμένη ἀπὸ ἄλλους λόγους, δὲν ἐσυμφώνησε μεθ’ ἡμῶν. Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται νὰ ἀποφασίσῃ τὸ Κοινοβούλιον ποία ἐκ τῶν δύω μερίδων ἔχει ὑπὲρ αὑτῆς τὸ δίκαιον, θέλω ἐξετάσει προηγουμένως τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς, καὶ ἐπ’ αὐτῆς θέλω καταγείνει, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ ὑπὸ συζήτησιν. Θέλω ἐξετάσει πῶς τὸ ζήτημα ἡ ἀντιπολίτευσις τὸ ἔθεσεν, ἤτοι ἐὰν ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἦναι ζήτημα Ὑπουργικὸν ἢ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς τοιοῦτον. Ἡ ἱστορία τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος ἐν Ἑλλάδι ἀπέδειξεν, ὅτι ὄχι μόνον τὸ ζήτημα αὐτὸ, ἤτοι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, εἶναι ζήτημα ὑπουργικὸν, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐκλογὴ τῶν ἐπιτροπῶν· καὶ ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου ἐθεωρήθη καὶ θεωρεῖται ὡς τοιοῦτον. Θέλω ἐξετάσει καὶ ἐγὼ παράγραφον πρὸς παράγραφον τὴν ἀπάντησιν, καὶ κατὰ τὴν κρίσιν μου, νομίζω, ὅτι θέλω ἀποδείξει εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ὅπως ἀπεφάσισεν ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, ἀπεφάσισε καλῶς. Ἡ ἀντιπολίτευσις ἤλεγξε τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν ἐνήργησε μεροληπτικῶς. Ἀλλὰ ἐὰν τοῦτο ἦτον ἀληθὲς, διατὶ ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἦλθεν ἐπὶ τῶν ἐξελέγξεων τῶν ἐκλογῶν νὰ ἐλέγξῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀποδείξῃ ποῖαι ἐκλογαὶ ἐνεργήθησαν παρανόμως; Ἀπ’ ἐναντίας ἔχομεν ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις παρεβίασε τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν ἐκλογικὸν Νόμον, καὶ ὡς ἐκ τούτου πολλάκις ἐξῆλθόν τινες κατὰ τὴν ψηφοφορίαν ἐκ τῆς μεσημβρινῆς θύρας τοῦ βουλευτηρίου, διὰ νὰ μὴ ἴδωσι σφαγιαζόμενον τὸν Νόμον. Ἔχομεν λοιπὸν οὐχὶ ἐπεμβάσεις κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, ἀλλ’ ἐπεμβάσεις κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἔρχεται κατόπιν ἡ δευτέρα κατηγορία, κατὰ τὴν ὁποίαν λέγεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατεσπατάλησε καὶ κατησώτευσε τὸν Δημόσιον πλοῦτον, κατέφαγε τὸ δάνειον. Σπατάλη τοῦ Δημοσίου πλούτου δὲν ἐγένετο, εἰμὴ χρῆσις αὐτοῦ. Παρηνόμησεν ὁμολογουμένως ἡ Κυβέρνησις, ποιήσασα χρῆσιν μέρους, 3,000,000, τῶν χρημάτων τοῦ δανείου, δι’ ἄλλην χρῆσιν κατεπείγουσαν ἐκτὸς τοῦ προορισμοῦ του, ἀλλὰ τὴν παρανομίαν αὐτὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δημοσίᾳ καὶ στεντωρείᾳ τῇ φωνῇ τὴν ἀπήγγειλε, δικαιολογήσασα αὐτὴν ἀρκούντως. Ἐξετάζοντες τὰς περιστάσεις, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ λάβῃ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 δραχ. τρία ἑκατομμύρια, καὶ ὅπως ἐξέθεσεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον τὴν ἀνάγκην τῆς χρήσεως αὐτῶν, δὲν ἠδύνασθε εἰμὴ καὶ σεῖς νὰ ὁμολογήσητε μετ’ αὐτῆς, ὅτι καλῶς ἔπραξε. Ποῦ λοιπὸν εὑρίσκετε τὴν σπατάλην τοῦ Δημοσίου πλούτου; Δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατεσπατάλησε τὸ δάνειον τῶν ἑξήκοντα ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ καὶ ἂν τὸ εἴπητε, θὰ τὸ εἴπητε μόνον χάριν ἀντιπολιτεύσεως, καὶ οὐχὶ χάριν τῆς ἀληθείας. Ἔρχεται κατόπιν τὸ δάνειον τοῦ 24 καὶ 25. Τὸ δάνειον αὐτὸ ὁμολογουμένως ἀνήγειρε τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος, ὡς καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις ἀνεγνώρισε τὴν ἀλήθειαν ταύτην. Ἀνεγείρασα δὲ ἡ Κυβέρνησις τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος ἔφερεν εἰς τὸ ἔθνος ἕνα πόρον, διότι καὶ ἡ πίστις εἶναι πόρος εἰς τὸ Κράτος. Ὅθεν καὶ δι’ αὐτὸ δὲν δύναταί τις νὰ μεμφθῇ τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἀνενέωσε δάνειον, τὸ ὁποῖον ἦτον ἐπωφελὲς δι’ αὐτήν. Ἔρχομαι δὲ κατόπιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα. Βεβαίως δὲν εἶμαι ἐγκρατὴς εἰς τὰ ἐξωτερικά· ὀφείλω ὅμως νὰ πιστεύσω τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἔρχεται μεθ’ ὅλης τῆς εἰλικρινείας καὶ ὁμολογεῖ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπει αὐτῇ ὁ καιρὸς νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, ἐξ ὧν νὰ πεισθῆτε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ κατὰ τὰς κρισίμους τῆς πατρίδος περιστάσεις μετεχειρίσθη ὅλα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ μεταχειρισθῇ πᾶς φιλόπατρις Ἕλλην κηδόμενος τῶν δημοσίων συμφερόντων καὶ τῆς ἑλληνικῆς ἀξιοπρεπείας. Καὶ πῶς ἦτο δυνατὸν, κύριοι, σεῖς μόνοι νὰ θελήσητε νὰ λάβητε τὸν πατριωτισμὸν μόνον ὑπὲρ ὑμῶν, ὡς ἀποκλειστικὸν κτῆμά σας; Καὶ νομίζετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, σπουδάζουσα ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, δὲν εἶχε καὶ αὕτη τὸν πατριωτισμὸν τοὐλάχιστον ὃν καὶ ὑμεῖς ἔχετε, διὰ νὰ θελήσῃ νὰ ὠφελήσῃ τὴν Ἑλλάδα; Ἀλλ’ ἔρχεσθε νὰ μεμφθῆτε τὴν Κυβέρνησιν, χωρὶς νὰ εἴπητε καὶ τὸν τρόπον, ὃν ἠδύνατο νὰ μεταχειρισθῇ διὰ νὰ φανῇ χρησιμωτέρα εἰς τὰς περιστάσεις. Εἴπατε λέξιν κὰν περὶ τούτου; ἀλλὰ τί λέγετε; Δὲν ἐφέρθη καλῶς ἡ Κυβέρνησις, ἐσπαταλήθη ὁ δημόσιος πλοῦτος, κατεστράφησαν τὰ δημόσια συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος, χωρὶς νὰ λέγητε τὸν τρόπον τῆς καταστροφῆς των καὶ τὸν τρόπον τῆς ἀνορθώσεως αὐτῶν. Καθόσον δὲ ἀφορᾷ, κύριοι, τὸ τελευταῖον ζήτημα, ὅτι ἡ Βουλὴ δηλ. κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον ἀτόπως ἐξεδιώχθη, περὶ τούτου ἀρκούντως ἐφώτισε τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ζαΐμης, εἰπὼν ὅτι ὁ μόνος ὁ ὁποῖος ἐσυμβούλευσε τὸν Βασιλέα πρὸς τοῦτο ἦτον αὐτὸς, καὶ οὐχὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος. Ἑπομένως δὲν δύνασθε νὰ μεμφθῆτε τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν ὡς πρὸς τοῦτο. Δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον· ἐνόμισα ὅμως, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω αὐτὰς τὰς ὀλίγας λέξεις, διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν γνώμην μου ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λομβάρδος.
§62ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Προηγεῖται ὁ κ. Ῥικάκης καὶ ὁ κ. Πετσάλης.
§63ΛΑΠΑΣ. Ἡ φασσαρία αὕτη δὲν θὰ τελειώσῃ, εἴμεθα διακόσιοι Βουλευταὶ, καὶ πενῆντα ἂν θελήσουν νὰ ὁμιλήσουν, δὲν θὰ τελειώσουν ποτέ· ἄφησε δὲ ἂν θελήσουν νὰ ὁμιλήσουν καὶ περισσότεροι...
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ῥικάκης.
§65ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἰδίως, κύριοι, ἡ χθεσινὴ πρακτικὴ καὶ διεξοδικὴ ἀγόρευσις τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Καλαβρύτων κυρίου Ἀθ. Πετιμεζᾶ μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ ἔλθω εἰς τὸ βῆμα, ὅπως τὸν ἀκολουθήσω εἰς πραγματικά τινα γεγονότα, τὰ ὁποῖα σχετίζονται μὲ τὸ παρελθόν. Ἴσως κατὰ τὴν ἰδέαν τινῶν, ἰδέαν, ἥτις ἐξεφράσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἡ σημερινὴ συζήτησις ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ ἀντικείμενα τοῦ Β. λόγου, καὶ τοῦτο φρονοῦσιν ἐκεῖνοι οἱ βουλευταὶ, οἵτινες κατὰ τὸ παρελθὸν ἀπουσίαζον ἐντεῦθεν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ τὰ ζητήματα ἐῤῥίφθησαν ἐνταῦθα καὶ εἰσὶ ζητήματα σχετιζόμενα μὲ τὸ παρελθὸν, πρὸς τὸ ὁποῖον πολλοὶ ἐξ ἡμῶν εἴμεθα στενῶς συνδεδεμένοι, νομίζω, ὅτι ἔχομεν καθῆκον ἐπ’ αὐτῶν νὰ φέρωμεν τὸν λόγον, διὰ νὰ εἴπωμεν ὀλίγα ἐξ ἐκείνων, ἅτινα στενῶς μὲ ἕνα ἕκαστον ἐξ ἡμῶν συσχετίζονται. Κύριοι, ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων ἤρχισε τὴν ἀγόρευσίν του ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς Οἰκουμενικῆς. Ἐγὼ, κύριοι, ὅταν κατὰ πρῶτον ἡ πρότασις περὶ οἰκουμενικῆς κυβερνήσεως εἰσήχθη ἐντὸς τοῦ σώματος, τὴν ἐπολέμησα· ἔπραξα δὲ τοῦτο διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων, συνταχθεὶς μετ’ ἐκείνων, οἵτινες ὑπεστήριζον, ὅτι τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα. Ἀλλὰ βραδύτερον, κύριοι, μετεβλήθην, ὅτε καὶ ἐκτὸς τοῦ κοινοβουλίου ἤρχιζε νὰ σχηματίζεται ἡ ἰδέα τῆς οἰκουμενικῆς, ὄχι διότι ἡ πίεσις, ἥτις ἠδύνατο νὰ προχωρήσῃ μέχρι τοῦ κοινοβουλίου, μὲ ἔκαμε νὰ μεταβάλω γνώμην, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ λόγοι τῆς ἐκτὸς σχηματισθείσης γνώμης ἦσαν ἰσχυροὶ ὅπως μὲ ὑποχρεώσωσιν εἰς τοῦτο. Ἡ συνεδρίασις τῆς Πνυκὸς, αἱ διαδηλώσεις αἱ γενόμεναι ἐν Ἀθήναις καὶ ταῖς ἐπαρχίαις, ἡ πανταχόθεν καὶ ἔξωθεν τῆς Ἑλλάδος ἐρχομένη ἰδέα καὶ ἀπαίτησις νὰ σχηματισθῇ οἰκουμενικὴ κυβέρνησις ποῖον εἶχον, κύριοι, λόγον; Ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν ἐν εἰλικρινείᾳ, ὅτι, ἐνῷ οἱ πάντες ἀνεγνωρίσαμεν καὶ ἐκηρύξαμεν, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖαι αἱ προπαρασκευαὶ, δὲν εὑρίσκετο κυβέρνησις νὰ τὰς ἐκτελέσῃ· κἀμμία κυβέρνησις δὲν ἐθεωρήθη ἐπαρκὴς ἀπὸ τὸ κοινοβούλιον νὰ τὰς ἐκτελέσῃ, καὶ ἡ μία διεδέχετο τὴν ἄλλην. Ὅταν μετὰ τρεῖς ἢ τέσσαρας τοιαύτας δοκιμασίας ἀπεδείχθη, ὅτι ἦτον ἀδύνατον νὰ παγιωθῇ κυβέρνησις, τότε ἐγεννήθη ἡ ἰδέα τῆς οἰκουμενικῆς, καὶ αὐτὸς ὁ λόγος μὲ ἠνάγκασε καὶ ἐμὲ νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ αὐτῆς. Διότι, ὅταν τοὺς πάντας περιελάμβανεν ἡ κυβέρνησις, τότε βεβαίως ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ κοινωνήσωσι τὰς ἰδέας των, αἱ ὁποῖαι ἐφαίνοντο ἀντίθετοι, καὶ μετὰ τὴν συνεννόησιν αὐτὴν νὰ ἐπέλθῃ τὸ ἐπιδιωκόμενον ἀποτέλεσμα ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ὑποθέσεως. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, καὶ εἶναι ἓν ἱστορικὸν γεγονός· ὅταν ἐῤῥίψαμεν τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου, ἦλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν τὸ δεύτερον Ὑπουργεῖον τοῦ ἀοιδίμου Δεληγεώργη, τὸ ὁποῖον δὲν ἔμεινεν ἢ ὀλίγον χρόνον μόνον. Ὁ μακαρίτης εἰσήγαγε διάφορα νομοσχέδια διὰ τὰς προπαρασκευάς· τὰ νομοσχέδια, ψηφισθέντα, δὲν ὑπῆρχεν ὑλικὸς καιρὸς, ὅπως ἐκτελεσθῶσι πρὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου· τότε ἐγένετο ἡ ἀπαίτησις νὰ φέρῃ ἔκτακτον Σύνοδον, καὶ τὸ ὑπεσχέθη· παρῆλθον δύο μῆνες, ἐντὸς αὐτῶν κατέγινε νὰ ἐκτελέσῃ τοὺς νόμους καὶ νὰ ἐφοδιάσῃ τὸ Κράτος ἐκ τοῦ ἀναγκαίου ὑλικοῦ, ἐγένοντο δὲ προπαρασκευαὶ μεγάλαι, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Α. Μαυρομιχάλη. Κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωμεν εἰς ποίαν θέσιν εὑρίσκετο τὸ ζήτημα τῶν προπαρασκευῶν, καὶ ἀνυπομόνως περιεμένομεν τὴν ἔκτακτον Σύνοδον· ἀλλ’ ἅμα συνῆλθεν ἡ Βουλή, τὴν πρώτην ἡμέραν ἐσπεύσαμεν καὶ ἐῤῥίψαμεν τὸ Ὑπουργεῖον, χωρὶς νὰ δυνηθῶμεν νὰ τὸ ἀκούσωμεν. Τί ἠθέλατε λοιπὸν νὰ εἴπῃ τὸ κοινόν; Ὅλοι ἦσαν ὑπὲρ τῆς Οἰκουμενικῆς, διότι, ἐὰν ἐγίνετο ἡ Οἰκουμενική, ἤθελον λείψει αὐτὰ τὰ παραδείγματα, καὶ θὰ εἴχομεν πάντας ὑπολόγους Ἰδοὺ πόθεν ἰσχυροποιήθη ἡ ἰδέα τῆς Οἰκουμενικῆς καὶ αἱ ἰδέαι, ἃς ἠκούσατε ἀπὸ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Καλαβρύτων. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ ζήτημα, ἂν ἔσφαλεν ἡ Οἰκουμενική. Χίλιαι ἰδέαι ἐγεννήθησαν, καὶ πολλάκις ἤκουσα ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ ἔσφαλε, διότι ἄφησε νὰ παρέλθῃ ὁ πολύτιμος καιρός. Καὶ σεῖς, οἵτινες λαμβάνετε κατὰ πρώτην φορὰν γνῶσιν τῶν γεγονότων, δὲν δύνασθε νὰ ἦσθε εἰς τὴν θέσιν ἡμῶν, οἵτινες παρευρέθημεν εἰς τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον καὶ εἰς τὰς μυστικὰς συνεδριάσεις, διότι, ἐὰν ἦσθε, ἠθέλατε δικαιώσει πληρέστατα τὴν Οἰκουμενικήν. Ἔπραξεν ὅ,τι ἦτο δυνατόν, ἐφείσθη τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου κάλλιον παντὸς ἄλλου, κατέβαλεν ὅσας προσπαθείας ἠδυνήθη, ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο νὰ ἦναι ἀνωτέρα τῶν περιστάσεων. Ἐπροσπάθησαν δι’ ὅλων τῶν καταλλήλων μέσων νὰ ἐπιτύχωσι τὴν συμμετοχὴν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν πόλεμον· ἀλλ’ ὅταν εἶδον, ὅτι ἠθέλομεν διατρέξει τὸν κίνδυνον νὰ εὑρεθῶμεν ἐκτεθειμένοι μόνοι ἀπέναντι τοῦ ἐχθροῦ, ἐνόμισαν καθῆκον ἑαυτῶν νὰ μὴ ῥίψωσι τὸν περὶ τῶν ὅλων κύβον καὶ διακυβεύσωμεν ἀφεύκτως καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ὡς πυρὴν Ἑλληνισμοῦ. Δὲν πρέπει, κύριοι, νὰ μέμφηταί τις χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τὴν ἱστορίαν τῶν πραγμάτων.
§66ΔΟΥΜΑΣ. Διατί ἐνεκρίνατε τὴν εἰσβολὴν τοῦ στρατοῦ;
§67ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐνέκρινα αὐτήν· ἦσο βουλευτής, καὶ ἑπομένως παρευρέθης κατὰ τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν. Ἀλλ’ εὐθὺς θὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ τούτου. Ἐτελείωσε λοιπὸν ἡ περίοδος τῆς οἰκουμενικῆς, καὶ ἔρχεται κατόπιν εἰς τὰ πράγματα τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ κ. Κουμουνδούρου. Ἐὰν ἐνθυμῆσθε, κ. Δούμα, ἐγὼ τότε εἶπον, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ δώσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν γνώμην μου ὑπὲρ τῆς ἐξόδου τοῦ στρατοῦ, καὶ ἀνέπτυξα, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ χρῆσις τοῦ στρατοῦ ἐκτὸς τῶν ὁρίων. Πολλοὶ μάλιστα, ἐν ᾧ ἤμην εἰς τὸ βῆμα, μὲ ἀπεκάλεσαν δειλόν, ἐγὼ δὲ εἶπον, ὅτι δέχομαι τὸν τίτλον αὐτὸν, διότι φρονῶ, ὅτι δὲν συμφέρει τοῦτο νὰ γείνῃ. Δὲν ἐνέκρινα τὴν ἔξοδον, καὶ θὰ σᾶς εἴπω τοὺς λόγους. Δὲν ἐνέκρινα τὴν ἔξοδον τοῦ στρατοῦ, καὶ πιθανὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ δίκαιον ὑποστηρίζουσα τοῦτο, διότι ἦτον εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ πλειότερα ἐμοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ, διότι ἐγνώριζον τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, ὅτι δὲν ἦτον ἐντελῶς παρασκευασμένος, ὅτι ἔλειπον ὅλα τὰ μέσα, διότι ἐγνώριζον ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὴν παραμονὴν τῆς ἀνακωχῆς, δὲν τὴν ἐνέκρινα, καὶ ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ τὸ εἴπω, διότι ἐφοβούμην, ὅτι ἡ ἔξοδος τοῦ στρατοῦ θὰ χρησιμεύσῃ μόνον, ὅπως ἐπιταχύνῃ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συνθήκης τοῦ Ἁγίου Στεφάνου. Δὲν ἤμην μέλος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἤμην εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω ἐπισήμως τί ἐγίνετο, ἀλλ’ εἶχον ἀφορμάς, αἵτινες ἠδύναντο νὰ ἑδραιώσωσι τὴν πεποίθησίν μου, ὅτι πιθανὸν τὸ κίνημα αὐτὸ νὰ ἐπιταχύνῃ τὴν ὑπογραφὴν τῆς ἀνακωχῆς, καὶ ἐπειδὴ ἐγνώριζον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἰς οὐδεμίαν περίστασιν ἤθελε συμπεριληφθῆ εἰς τὴν ἀνακωγὴν, ἔβλεπον τοὺς μέλλοντας κινδύνους. Ἀλλὰ, κύριοι, ἡ κυβέρνησις, ἥτις ἦτον εἰς ἄλλην θέσιν καὶ ἡ βουλὴ, ἥτις ἐνέκρινε νὰ δώσῃ πλήρη ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἀπεφάσισαν τὸ ἐναντίον. Μάλιστα, καθ’ ἣν ἡμέραν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔκαμε τὴν ἀνακοίνωσιν, ὁ μόνος, ὅστις ἀντέτεινεν, ἤμην ἐγὼ, ὅτε διεδέχθη τὸν ὑπουργὸν ὁ κ. Λομβάρδος, καὶ εἶπεν, ὅτι διὰ τῆς σιωπῆς της ἡ βουλὴ παραδέχεται παμψηφεὶ τὰ γενόμενα· ἐγὼ προσέθηκα, ὅτι ἡ βουλὴ τὰ ἐγκρίνει ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑφ’ ἃς ἐξετελέσθησαν· ἀλλ’ ὁ κ. Λομβάρδος ἀπήντησεν, ὅτι καὶ ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, ἐνισχύομεν τὴν κυβέρνησιν νὰ βαδίσῃ ἐμπρός. Θὰ μοὶ δώσητε τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω. «Καὶ ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις καὶ μετὰ τὰ σημερινὰ τηλεγραφήματα, ἐνισχύομεν τὴν κυβέρνησιν νὰ βαδίσῃ ἐμπρὸς καὶ, ὁ ἔχων ἐναντίαν γνώμην ἂς τὴν ἐκφράσῃ». Λοιπὸν ἡ ἔξοδος τοῦ στρατοῦ εἴτε ὀρθῶς, εἴτε ἐσφαλμένως, ἀπὸ πάντας εἶχεν ἀναγνωρισθῆ ὡς ὀρθὴ, ἐκτὸς ἐμοῦ καὶ ὀλίγων ἄλλων· λοιπὸν δὲν πιστεύω, ὅτι πρέπει νὰ κάμωμεν ἀντικείμενον λόγου, τὸ ὅτι ὁ στρατὸς ἐξῆλθεν. Ὁ στρατὸς ἐπανῆλθε, καὶ ἐγὼ πρῶτος ηὐχαριστήθην, καὶ οὐχὶ μόνον ἐγὼ, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἄλλοι· σήμερον μάλιστα ἀνεγίνωσκα τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Μεσολογγίου, ὅστις ἔλαβε τὸν λόγον καὶ ἐδικαιολόγησε τὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρέθη ἡ κυβέρνησις νὰ διατάξῃ τὴν ἐπάνοδον τοῦ στρατοῦ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὸ παρελθὸν συνδέεται μὲ τὴν ἱστορίαν ἑνὸς ἑκάστου ἡμῶν, καὶ ὅταν πρόκηται νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ βῆμα, εἶναι καλὸν νὰ λέγῃ τὰ γεγονότα, ὅπως ἔλαβον χώραν, ὥστε καὶ οἱ μὴ γνωρίζοντες νὰ ὦσιν εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσωσιν ἀκριβέστερον ταῦτα. Δὲν ἤμην, κύριοι, θιασώτης ἐξ ἀρχῆς τῶν εὐρυτάτων παρασκευῶν, δὲν ἐπίστευον, ὅτι εἰς μικρὸν διάστημα χρόνου δαπανῶντες ἀρκετὰ ἑκατομμύρια ἠδυνάμεθα νὰ συνταχθῶμεν, ὅπως ἐπιχειρήσωμεν πόλεμον, τοῦ ὁποίου τὰ ἀποτελέσματα ἠδύνατο πᾶς τις νὰ προΐδῃ, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύναντο παρὰ νὰ ἦναι σοβαρά. Ἠξίουν καὶ ἀξιῶ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ ἔχῃ ἐξωτερικὴν πολιτικήν. Ἡ ἔλλειψις τοιαύτης πολιτικῆς, εἰς ἣν ποτὲ δὲν ἐδόθη ἡ δέουσα προσοχὴ, ὑπῆρξεν ἡ μεγίστη ἔλλειψις, ἀλλ’ ἥτις δὲν ἠδύνατο τότε ν’ ἀναπληρωθῇ.
§68Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Εἰμπορεῖτε νὰ μᾶς εἰπῆτε ἐὰν ἡ οἰκουμενικὴ εἶχε μίαν ἐξωτερικὴν πολιτικήν;
§69ΡΙΚΑΚΗΣ. Γνωρίζω, ὅτι οἱ πάντες ἐνήργουν ἀπὸ κοινοῦ. Ἡ ἔλλειψις αὕτη ἦτο τὸ μεγαλείτερον ἐλάττωμα. Ἡ Ἑλλὰς δὲν πρέπει νὰ νομίζῃ, ὅτι ἔχει ζήτημα ἀτομικῶς ἰδικόν της. Τὸ ἀνατολικὸν ζήτημα ἀνήκει εἰς τὴν Εὐρώπην ὁλόκληρον, διότι τὸ ἀνατολ. ζήτημα εἶναι εὐρωπαϊκόν. Ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ μὴ λησμονήσῃ, ὅτι τὰ συμφέροντά της συνδέονται μετὰ τῶν δυνάμεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι συμφέρον, καὶ δὲν συμφωνῶ παντάπασι μὲ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Αἰγιαλείας, ὅτι δύναται νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα ἡμῶν ἡ μετὰ τῶν σλαβικῶν φυλῶν συμμαχία. Ἐὰν ἡ ἀρχαία ἱστορία δὲν μᾶς διδάσκῃ, δύνανται ὅμως νὰ μᾶς διδάξωσι τὰ πρόσφατα γεγονότα, ἅτινα δύνανται νὰ μᾶς κάμωσι νὰ ἐννοήσωμεν ποῦ ἔγκειται τὸ ἀληθὲς συμφέρον ἡμῶν. Ὅταν λοιπὸν πρόκηται περὶ ζητήματος ὁλοκλήρου τῆς Εὐρώπης, ἢ μᾶλλον τῶν Δυνάμεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι μετέβαλον τὰ ἀποτελέσματα τοῦ πολέμου, καὶ ὑπεχρέωσαν τοὺς νικητὰς νὰ ὑποχωρήσωσι, θὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς ἔχει ἰσχυροὺς προστάτας, τῶν ὁποίων τὴν εὔνοιαν δύναται νὰ ἀποκτήσῃ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ. Ἀντὶ λοιπὸν σήμερον νὰ σκεπτώμεθα πῶς νὰ πληρώσωμεν τὰς ἀποθήκας μας μὲ τορπίλλας καὶ νὰ ὁπλίσωμεν τὴν Σαλαμῖνα, καλλίτερον εἶναι νὰ καλλιεργήσωμεν πολιτικὰς σχέσεις, αἵτινες ἐν καιρῷ νὰ ὑπηρετήσωσι τὰ ἀληθῆ συμφέροντά μας. Δὲν εἶναι ἡ Ἑλλὰς τὸ Κράτος, ὅπερ δύναται μόνον του νὰ λύσῃ τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα· ὅσας δήποτε τορπίλλας καὶ ἂν προμηθευθῇ, ὅσον δήποτε στρατὸν καὶ ἂν συγκεντρώσῃ, δὲν εἶναι ἡ Ἑλλὰς μόνη, ἥτις θὰ λύσῃ τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα. Ἡ μέριμνά μας ὀφείλει νὰ περιστρέφηται εἰς τὸ νὰ δώσωμεν παραδείγματα καλῆς διοικήσεως καὶ ἀνθηρᾶς οἰκονομικῆς καταστάσεως, καὶ τότε τὸ μέλλον μας εἶναι ἐξησφαλισμένον ἐκ μέρους ἐκείνων, οἵτινες ἔχουσι συμφέρον νὰ μᾶς ἐξασφαλίσωσιν. Ἰδοὺ λοιπὸν διὰ ποῖον λόγον ἤμην ἀπ’ ἀρχῆς ἐναντίος εἰς τὰς στρατιωτικὰς παρασκευὰς, τὰς ὁποίας ἐζήτουν νὰ καταρτίσωσιν ἐντὸς δύο ἢ τριῶν μηνῶν, καὶ διότι ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ἠθέλομεν προετοιμάσει, δὲν ἤθελον χρησιμεύσει εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος· εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου τὰς ἀποπείρας τῆς Οἰκουμενικῆς, καὶ ἐγνώριζον, ὅτι ἄλλοθεν οὐδεμία ἐλπὶς ὑπῆρχεν, ἔβλεπον, ὅτι θὰ καταστρέψωμεν τὸ ὑπάρχον πρὸς ἐπιδίωξιν ἀδήλου μέλλοντος· ἔβλεπον, ὅτι ἠθέλομεν ἐξεγείρει τὰς μεμψιμοιρίας τῆς Εὐρώπης, ὅτι θὰ ἐκθέσωμεν τοὺς ἔξω ἀδελφοὺς μας εἰς κινδύνους καὶ καταστροφὰς, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ εὕρωμεν προστάτας οὔτε μετὰ τὸν πόλεμον· καὶ αὐτὸ τὸ ἀπέδειξεν ἡ συνθήκη τοῦ Ἁγίου Στεφάνου. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν ἠπατώμην φρονῶν ταῦτα, ἂν καὶ ηὐχόμην νὰ ἀπατῶμαι, ἀλλὰ δυστυχῶς τὰ πράγματα ἀπέδειξαν, ὅτι αἱ πεποιθήσεις μου δὲν ἦσαν ἐσφαλμέναι. Ἡ οἰκουμενικὴ εἶχε καὶ ἄλλην ἀφορμὴν καὶ ἄλλο διδόμενον νὰ σκεφθῇ σπουδαίως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ πολιτικοῦ, ὅτι ἡ Ἀγγλία τὸν Ἰούλιον τοῦ 1877 εἶχε δώσει τὴν ὑπόσχεσίν της, ὅτι τὰς ἐπαρχίας θὰ τὰς ἐθεώρει ἐνώπιον τοῦ συνεδρίου ὡς ἐπανεστατημένας.
§70ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μετὰ τὴν ἐπάνοδον, ὄχι πρίν.
§71ΡΙΚΑΚΗΣ. Ἔρχεται τώρα τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον πολλὰ ἐῤῥέθησαν καὶ καθ’ ὅλας αὐτὰς τὰς συνεδριάσεις πολλὰ ἀνεπτύχθησαν, ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, ἐνόσῳ τὸ ζήτημα μένει ἐκκρεμὲς, καὶ ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς σᾶς λέγει «δὲν δύναμαι νὰ ἐκθέσω τίποτε, οὐδὲ νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα θὰ διαφωτίσωσι τὰ γενόμενα ἐν τῇ συνόδῳ καὶ τὴν διαγωγὴν τῆς κυβερνήσεως», εἶναι δίκαιον νὰ σπεύδωμεν νὰ ἐκφράζωμεν γνώμην ἢ πρέπει νὰ περιμένωμεν, ὅπως ἐν καιρῷ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα ἐν τῷ κοινοβουλίῳ; Ἐγώ, κύριοι, εἰς τοιαύτας περιστάσεις θέλω νὰ ἦμαι ἐπιφυλακτικός· ἐπαναπαύω καὶ ἱκανοποιῶ τὰς ἀξιώσεις μου περισσότερον, ἐὰν ἐπιφυλαχθῶ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι νὰ δώσω τὴν ψῆφον μου ἐν γνώσει τῶν γεγονότων, καὶ ὄχι στηριζόμενος εἰς διαδόσεις ξένας τοῦ κοινοβουλίου· δι’ αὐτὸ δὲν ἐνδιατρίβω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου παντάπασι. Δύω ἄλλα γεγονότα ἔχω νὰ ἐκφράσω, γεγονότα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνήκουσι μόνον εἰς τοὺς ἰσχυροὺς, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀδύνατοι δύνανται νὰ τὰ ἐπικαλεσθῶσι· πρῶτον, ἐπειδὴ πρώτην φορὰν πρόκειται νὰ ἐκφρασθῇ ἡ βουλὴ περὶ τοῦ συνεδρίου τοῦ Βερολίνου, νομίζω, ὅτι δὲν προσκρούομεν εἰς τὴν ἁβροφροσύνην, ἐὰν εἴπωμεν, ὅτι ὑπὸ τοῦ συνεδρίου δὲν ἐξετιμήθησαν προσηκόντως οἱ πόθοι τοῦ Ἑλληνισμοῦ· νὰ ῥίψωμεν αὐτὸ τὸ παράπονον πρὸς τὸν Βασιλέα διὰ νὰ τὸ ἀκούσωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπεφάσισαν περὶ τῆς Ἑλλάδος· δὲν εἶναι τοῦτο ἐπιτίμησις, ἀλλὰ παράπονον, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι ὁ ἀδικούμενος δικαιοῦται νὰ ἐκφράσῃ. Δεύτερον, ἂν καὶ εἶμαι ἐν ἀγνοίᾳ τῶν γενομένων ἀπὸ τοῦ συνεδρίου καὶ ἐντεῦθεν καὶ δὲν γνωρίζω ἐπισήμως τὰς ἐνεργείας τῆς ἡμετέρας κυβερνήσεως, γνωρίζω ὅμως ἓν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἤδη εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστόν. Ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε δημοσιευθέντων ἐγγράφων ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ γείτων ἐπικράτεια δὲν προσεφέρθη μὲ τὴν εὐθύτητα ἐκείνην, μὲ τὴν ὁποίαν ἐφέρθη ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἀποφασισθέντων ἐν Βερολίνῳ· δὲν μοῦ εἶναι λοιπὸν ἐπιτετραμμένον νὰ εἴπω, ὅτι εὐχαρίστως βλέπω τὰ γενόμενα καὶ προβλέπω προσεχῆ τὴν λύσιν, ἀλλὰ δικαιοῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι αἱ καλαὶ διαθέσεις τῆς Ἑλλάδος παρεγνωρίσθησαν δυστυχῶς ὡς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ πρωτοκόλλου τοῦ συνεδρίου. Εἶναι μία ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ εἴπωμεν· ἐνῷ ἡμεῖς ἐζητήσαμεν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ πρωτοκόλλου, στενῶς περιορισθέντες εἰς τὰ ὑπ’ αὐτοῦ ὁρισθέντα ὅρια, ταλανιζόμεθα ἤδη ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος καὶ κατεστράφημεν ἐσωτερικῶς ἕνεκεν αὐτοῦ τοῦ λεγομένου ἐξωτερικοῦ ζητήματος. Ὅταν θὰ ἔλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα τῆς ἀπαντήσεως, θὰ παρακαλέσω τὴν βουλὴν νὰ δεχθῇ αὐτὰς τὰς δύω μικρὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας τότε θὰ ὑποβάλω. Ἔρχομαι, κύριοι, εἰς τὸ μέρος τὸ οἰκονομικόν· ἐννοεῖτε, ὅτι τὸ ἓν εἶναι συνέπεια τοῦ ἄλλου· ὅταν πέρυσιν ἐζητοῦσαν προπαρασκευὰς, ἐγὼ τοὺς ἔλεγον, μὴ βιάζεσθε, διότι θὰ εὑρεθῶμεν εἰς χάος οἰκονομικὸν ἀδιέξοδον, μὴ σπεύδετε· οὐδεὶς ἐπρόσεχε, τὸ αἴσθημα ἦτον ἀνώτερον τοῦ νοὸς, ἐδαπανούσαμεν ὅλοι καὶ ὅλοι ἐσυμφωνούσαμεν· τί ἀγαπᾶτε νὰ κάμωμεν τώρα; ἔχομεν ἔλλειμμα 15,000,000, ἀπεφασίσαμεν νὰ τὰ δαπανήσωμεν, κύριοι; ἀπεφασίσαμεν, διατί δὲν εἴμεθα εἰλικρινεῖς; τότε ἠθέλετε ὅλοι τρομπέτας, πῶς, κύριοι, σᾶς κακοφαίνεται ὅτι θὰ πληρώσετε; ἐγὼ ἤμην σχολαστικὸς πέρυσιν, ὅλοι μὲ ἔφερον ὡς παράδειγμα, ὁσάκις ἐπρόκειτο νὰ ὁμιλήσωσι περὶ φειδωλίας· ἐὰν ἠθέλετε ἀκολουθήσει, κύριοι, τοὺς κανόνας τῆς οἰκονομίας, ἐὰν ὁσάκις ἐψηφίζετε δαπάνας, ὡρίζετε καὶ τοὺς πρὸς πληρωμὴν πόρους, θὰ ἦσθε φειδωλότεροι· ἀλλ’ ἀντὶ νὰ μεμψιμοιρῶμεν ἤδη, ἂς σκεφθῶμεν πῶς δυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν τακτοποίησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, πρὶν ἐντελῶς καταστραφῶμεν, διότι δὲν εἶναι 9,000,000, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· φοβοῦμαι, ὅτι ἐλησμόνησεν ἄλλας ἐκκρεμεῖς ὑποχρεώσεις, καὶ θὰ ἀναβῶσιν εἰς 12,500,000, διότι νομίζω, ὅτι χρεωστοῦνται δι’ ἐξωτερικὰς παραγγελίας χρήματα καὶ ὅτι δὲν ἐπληρώθησαν καί τινα ἐντάλματα, καὶ τὰ ὁποῖα θὰ ἀναβῶσιν εἰς 3,500,000· ἀλλ’ οὐδείς πταίει· πρέπει ὅμως νὰ μὴ λησμονῶμεν τὴν θέσιν μας, ὅταν βλέπωμεν, ὅτι εἰς τὸ μέλλον ἑτοιμαζόμεθα διὰ τὰ ἴδια, καὶ μᾶς λέγουν ἀναμνήσεις καὶ αἰσθήματα. Ὅλοι ἔχομεν τὰ αἰσθήματα, ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ τὰ πραγματοποιήσωμεν, ὅταν, ὡς σᾶς προεῖπον, ἦναι ἡ κατάλληλος ἐποχή· ἂς φροντίσωμεν δὲ ἤδη νὰ δώσωμεν ἄρτον εἰς τὰ γυναικόπαιδα, τὰ ὁποῖα εἰσῆλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα συνεπεία τοῦ γενομένου ἐκείνου πολέμου. Ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὰ ὑλικά μας μέσα δὲν θὰ λύσωσι μίαν ἡμέραν τὸ ζήτημα. Σχηματίσατε ἕνα στρατὸν ἀνάλογον πρὸς τὰ μέσα ἡμῶν, ὁ ὁποῖος νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πυρὴν, νὰ ἦναι καλῶς διωργανισμένος, καὶ ἂς λείψουν αἱ δυσανάλογοι πρὸς τὰ μέσα μας δυνάμεις. Ἐπειδὴ δὲ ὡμίλησα περὶ τῶν οἰκονομικῶν, συγχωρήσατέ με, ὅπως ἔδωκα ἄδικον εἰς ἡμᾶς, οἵτινες ἐνεκρίναμεν τὰς περιττὰς δαπάνας, νὰ δώσω ἓν μικρὸν ἄδικον καὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὰς διεχειρίσθησαν ἐν καιρῷ πολέμου, διότι ἡ Ἑλλὰς ἑτοιμάζετο ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι θὰ κάμῃ πόλεμον· νομίζω λοιπὸν, ὅτι, ὅταν τις παρασκευάζηται εἰς πόλεμον, πρέπει νὰ παρασκευάζῃ τὰς ἀπαιτουμένας δυνάμεις, τὰς ἀπολύτως ἀναγκαίας διὰ τὸν πόλεμον, καὶ μάλιστα τὰ Κράτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι μικρὰ μέσα· ἀλλ’ ἡμεῖς δυστυχῶς τότε ἠθελήσαμεν νὰ διορθώσωμεν ὅλας μας τὰς ἐλλείψεις, ἐσκέφθημεν νὰ καταρτίσωμεν νέον ναύσταθμον, νὰ κάμωμεν δεξαμενὴν καὶ ἄλλα, καὶ ἐδαπανήσαμεν πολλὰ εἰς ἄλλας ἀνάγκας, χωρὶς νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὰς ἀπολύτους. Ἀλλ’ αὐτὰ, κύριοι, ἐγένοντο, ὡς εἶπον, τῇ ἐγκρίσει τῆς Βουλῆς, εἶναι γεγονότα ἱστορικὰ, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ μεμψιμοιρῶμεν· ἀλλ’ εἰς τὸ μέλλον, κύριοι, ἂς λάβωμεν ὡς κανόνα, ὅτι ἡ πίστις ἡ ἐθνικὴ δὲν θὰ ἀνορθωθῇ διὰ τῆς τακτοποιήσεως τῶν παλαιῶν δανείων, καὶ κατὰ τοῦτο δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν Βασιλικὸν λόγον· ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι ἡ ἀποτυχία τοῦ ἐξωτερικοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, διότι αἱ ἐγγραφαί, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, δὲν ἐκάλυψαν οὔτε τὸ ½ τοῦ δανείου, ἡ δὲ Ἀγγλία, μὲ τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν τὴν μετατροπὴν τῶν παλαιῶν δανείων, ἀκόμη δὲν εἰσῆξε τὰ χρεώγραφά μας εἰς τὰ χρηματιστήριά της, καὶ ἂν ὑποθέσητε, ὅτι εἰσῆλθον, μὴ ἔχετε τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ πίστις ἡμῶν θὰ παγιωθῇ τοσοῦτον, ὥστε τὰ χρεώγραφα αὐτὰ νὰ ἔχωσι τὴν ὕψωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχουσι τὰ ἄλλα· τὸ δάνειον, κύριοι, τῶν 60 ἑκατομμυρίων ἐξεδόθη πρὸς 78½%, ἤτοι πρὸς 392½, σήμερον τιμᾶται 377 εἰς τὸ χρηματιστήριον· αὐτὴ εἶναι ἡ παγίωσις τῆς δημοσίας πίστεως. Λοιπὸν καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ εἴπωμεν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, διότι, ἂν καὶ τὰ οἰκονομικά μας δὲν ἦναι εἰς κατάστασιν καλήν, οὔτε ἡμεῖς, οὔτε ἡ κυβέρνησις προσβάλλεται, ἀλλὰ θὰ ἐκφέρωμεν μίαν γνώμην, ἡ ὁποία θὰ χρησιμεύσῃ ὡς μία ἀναγνώρισις ἀληθείας, καὶ θὰ τεθῇ μία ἀρχὴ, ἥτις θὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὁδηγὸς εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ περὶ τούτου θέλω ὑποβάλει τροποποιήσεις εἰς τὰ καθέκαστα τῆς ἀπαντήσεως. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, εἰς ἐμὲ δὲν ἁρμόζει νὰ κάμω λόγον· θὰ ἐπανορθώσω μόνον ἓν πραγματικὸν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνεφέρθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀκριβῶς· ὑποθέτω, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν στηριζόμενος εἰς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχει παρὰ τοῦ ἐν Παρισίοις Πρεσβευτοῦ, μᾶς εἶπεν, ὅτι, ἀφοῦ ἡ πρώτη ὁμὰς δὲν ἐδέχθη τὰς προτάσεις, αἵτινες ἐγένοντο ὑπὸ τῆς δευτέρας, ὑπέγραψαν τὴν σύμβασιν μετὰ ταύτης· αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἰδοὺ τί συνέβη· ὁ κύριος Ὑψηλάντης εἶχε τὴν ἰδέαν καὶ παρέστησεν εἰς τὴν κυβέρνησιν, ὅτι, ἂν τὸ δάνειον συνομολογηθῇ μὲ τὴν προεξοφλητικὴν Τράπεζαν τῆς Γαλλίας, θὰ ἦναι βεβαία ἡ ἐπιτυχία, ἐνῷ εἰς τὴν ἄλλην ὁμάδα δὲν εὕρισκεν ἱκανὰς ἐλπίδας ἐπιτυχίας. Τοῦτο ἐπροτάθη ὡς λόγος προτιμήσεως, ἀλλὰ λυποῦμαι, διότι τὰ πράγματα ἀπέδειξαν τὸν κ. Ὑψηλάντην ἀπατηθέντα, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Ὑψηλάντης δὲν ἦτον ἐν Παρισίοις, καὶ δὲν προέβαινεν εἰς τοσοῦτον τολμηρὰς σκέψεις καὶ ἐνεργείας, τὰ ἀποτελέσματα ὡς πρὸς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου ἤθελον εἶσθαι ὅλως διάφορα.
§72Α. ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριοι Βουλευταί, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ἕως τώρα δύο ζητήματα ἀνεπτύχθησαν, τὸ ἐξωτερικὸν καὶ τὸ οἰκονομικόν· περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος δὲν θὰ ὁμιλήσω, ἐπειδὴ τὸ ἔχομεν ἐν Κωνσταντινουπόλει εἰς χεῖρας ἰατροφιλοσόφων, καὶ ἂς τὸ ἀφήσωμεν. Ἂς ἔλθωμεν εἰς ζήτημα πρακτικώτερον, εἰς τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον διαιρεῖται εἰς δύο· δηλ. εἶναι τὸ ζήτημα τῆς μετατροπῆς τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ τοῦ 1825, καὶ τὸ ζήτημα τοῦ δανείου τῶν 60,000,000. Περὶ τοῦ πρώτου οὔτε θέλω ὁμιλήσει, ἐπειδὴ μοὶ φαίνεται, ὅτι ἕως τώρα εἶναι ζήτημα σκοτεινὸν, καὶ δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ναυπακτίας, ὅστις μᾶς ἀνήγγειλεν, ὅτι ἤνοιξαν αἱ θύραι τοῦ παραδείσου, δηλ. τὸ χρηματιστήριον τοῦ Λονδίνου, ἐπειδὴ, καθὼς ἤκουσα, ἀκόμη δὲν τὰς ἤνοιξε· καὶ δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι εἰς τὸν παράδεισον ἐκεῖνον θὰ εὕρωμεν τὸ πινάκιον τοῦ κυρίου Ῥοντήρη, εἰς τὸ ὁποῖον ἂν βουτήσωμεν χαρτὶ, βγάζομεν ἀσῆμι· καὶ ἴσως, κύριοι, θὰ νομίσητε βλασφημίαν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ λέγω ἀπὸ τοῦδε, ὅτι κάλλιον ὅπου δὲν ἠνεώχθη αὐτὴ ἡ θύρα, ἐπειδὴ ἡ πίστις καλὴ εἶναι, ἀλλὰ καὶ ἡ διαχείρισις πρέπει νὰ ἦναι συνετὴ, ἄλλως θὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν κατάστασιν ἄλλων Κρατῶν, τῶν ὁποίων γνωρίζομεν τὴν θέσιν, δηλαδὴ τῆς Τουρκίας, τῆς Ἱσπανίας, τῶν Κρατῶν τῆς Νοτίου Ἀμερικῆς, καὶ ἐλπίζω, ὅτι οὐδεὶς ἀπὸ ἡμᾶς θέλει νὰ φθάσωμεν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον· ἂς ἀφήσωμεν λοιπὸν τὸ σκοτεινὸν τοῦτο μέρος, ἕως ὅτου λάβωμεν φῶς, καὶ ἂς εἴπωμεν ὀλίγας λέξεις περὶ τοῦ νόμου τοῦ δανείου τῶν 60,000,000. Κατὰ τοὺς μὲν ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἐξετελέσθη, κατὰ τοὺς δὲ ὁ νόμος ἐξετελέσθη· ἠμπορεῖ καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ νὰ ἔχωσι δίκαιον, ἂς ἐξετάσωμεν καὶ ἴδωμεν· καὶ πρῶτον μὲν ἂς ἐξετάσωμεν, ὁ νόμος ἐκεῖνος ἔγεινε τέλειος; μήπως ἔχῃ ἀτελείας τινὰς ἐν ἑαυτῷ, διὰ τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις, καὶ θέλουσα ἴσως, δὲν ἠδύνατο νὰ τὸν ἐκτελέσῃ; Ἕνεκα τοῦ νόμου τούτου, ἔγεινε μία σύμβασις, καθὼς ἠξεύρετε, ἐν Παρισίοις· ἡ σύμβασις αὕτη ἦτον ὠφέλιμος; εἶναι τὸ δεύτερον ζήτημα. Ἐξετελέσθη ἢ ὄχι ὁ νόμος; εἶναι τὸ τρίτον ζήτημα· καὶ 4ον, ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ὁ νόμος δὲν ἐξετελέσθη, εἴμεθα σήμερον ἔτι ἐν καιρῷ νὰ ἐπανορθώσωμεν τὰ κακῶς πραχθέντα; Ἰδοὺ, κύριοι, τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα νομίζω, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἔχουν πρακτικόν τι ἀποτέλεσμα. Ἀλλὰ πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, πρέπει νὰ γνωρίσωμεν τὸν νόμον, καὶ κατ’ ἐμέ, τὰ ἄρθρα, ἅπερ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν εἶναι τὸ 1ον, τὸ 5ον, τὸ 12ον καὶ τὸ 15ον. Τὸ πρῶτον ἄρθρον λέγει «ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνομολογήσῃ δάνειον ἐκ φράγκων ἢ νέων δραχμῶν 60,000,000, ἐπὶ ἐτησίῳ τόκῳ μὴ ὑπερβαίνοντι τὰ 6% ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου, καὶ ἐπὶ ὅρῳ τιμῆς τῶν ὁμολογιῶν αὐτοῦ μὴ κατωτέρῳ τῶν ἑβδομήκοντα καὶ τριῶν ἐπὶ τοῖς ἑκατόν». Συνδυάσωμεν τὸ ἄρθρον τοῦτο μὲ τὸ 12 ἄρθρον, ἵνα ἴδωμεν, ἂν ὁ νόμος ἦναι συνεπής· τὸ 12 ἄρθρον λέγει «τὰ ἐκ τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου τούτου εἰσπραττόμενα χρήματα, κατατιθέμενα ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, θέλουσι διατεθῆ πρὸ παντὸς πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν γραμματίων τῶν Τραπεζῶν Ἐθνικῆς καὶ Ἰονικῆς, τὰ δὲ λοιπὰ θέλουσι διατεθῆ εἰς δάνειον μέχρις 8,000,000 εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς ὁδοποιΐας, καὶ μετὰ τοῦτο τὸ ὑπόλοιπον εἰς τὰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν ἔδωκε διὰ τοῦ νόμου δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ δάνειον, καὶ τῇ ἐπέτρεψε δι’ αὐτοῦ, πρὸς 73%, νὰ πραγματοποιήσῃ 60 ἑκατομμύρια· καὶ αὐτὸ, κύριοι, εἶναι πρῶτον ζήτημα, δηλ. ἡ ἀτέλεια τοῦ νόμου· ποῖον ποσὸν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ πραγματοποιήσῃ πρὸς 73%; Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ὁμιλήσω μὲ στρογγυλοὺς ἀριθμοὺς· ἠδύνατο νὰ πραγματοποιήσῃ 43,800,000 φράγκων, ἤτοι 49 ἑκατομμύρια δραχμῶν· πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ποίου ποσοῦ εἴχομεν ἀνάγκην; 43,800,000 δραχμῶν. Διὰ τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ 12 ἄρθρου χρειάζονται 8 ἑκατομμύρια, ὥστε ἔχομεν 43,800,000 καὶ 8 ἑκατομμύρια, 51,800,000· ἡ πραγματοποίησις τοῦ δανείου φέρει 49 ἑκατομμύρια· λοιπὸν ἔλλειμμα κατὰ τὸν νόμον 2,800,000. Μὲ φαίνεται, ὅτι αὐτὸ εἶναι φανερὸν, ὅτι ὁ νόμος δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκτελεσθῇ κατὰ τὸν τοιοῦτον τρόπον· ὥστε νομίζω σαφῶς ἀπεδείχθη, ὅτι ἐλλείψεις ὁ ἴδιος νόμος ἐμπεριέχει. Ὁ νόμος ἔγεινεν, ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ τὸν πραγματοποιήσῃ, ἔκαμε τὴν σύμβασιν· καὶ ἰδοὺ τὸ δεύτερον ζήτημα ἡ σύμβασις αὐτὴ ἦτο ὠφέλιμος ἢ ὄχι; καὶ ἵνα ἴδωμεν αὐτὸ, πρέπει, κύριοι, νὰ ἀναγνώσωμεν ἄρθρα τινὰ τῆς συμβάσεως, δηλ. τὰ οὐσιωδέστερα, ἵνα τὰ παραβάλωμεν μὲ τὸν νόμον καὶ ἴδωμεν ἂν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰδίου νόμου ἔγεινεν ἡ σύμβασις ἢ παρηγκωνίσθη ὁ νόμος, ἵνα γείνῃ ἡ σύμβασις. Τὸ δεύτερον ἄρθρον τῆς συμβάσεως τῆς γενομένης ἐν Παρισίοις τὴν 2 Ἀπριλίου 1879 ἔχει οὕτω· «ἡ προεξοφλητικὴ Τράπεζα καὶ ὁ κ. Κορωνιὸς λαμβάνουσιν ὁριστικῶς ἀπὸ τοῦδε τεσσαράκοντα χιλιάδας μετοχὰς, ἐπὶ τιμῇ τριακοσίων ἑξήκοντα ἑπτὰ φράγκων καὶ πεντήκοντα ἑκατοστῶν εἰς χρυσὸν κατὰ μετοχὴν, μεῖον ἑπτὰ φράγκων πεντήκοντα ἑκατοστῶν, ἅτινα θέλουσι χορηγηθῆ αὐτοῖς λόγῳ προμηθείας.» Ἤθελον ἐρωτήσει, αὐτὸ τὸ ἄρθρον τῆς συμβάσεως ἐπὶ τίνος ἄρθρου τοῦ νόμου ἐβασίσθη; Βεβαίως ὄχι εἰς τὸ 4ον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἔχει οὕτω· «Ἐὰν οἱ ἐκδόντες εἰς λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως τὸ δάνειον ἀγοράσωσιν ἀριθμὸν ὁμολογιῶν ἴσον τῷ ἡμίσει, ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ χορηγήσῃ αὐτοῖς δικαίωμα προμηθείας ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ ὀνοματικοῦ κεφαλαίου τοῦ ὅλου δανείου, καὶ προσέτι προθεσμίαν ἑξάμηνον, ἀρχομένην ἀπὸ τῆς ἐγκρίσεως τῆς περὶ ἀγορᾶς τῶν ὁμολογιῶν, κατὰ τὰ ἀνωτέρω, συμβάσεως, ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ ἐπιφυλαχθῶσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀγοράσωσι καὶ τὰς ὑπολοίπους μετοχὰς αὐτοῦ. Ἐν τοιαύτῃ ὅμως περιπτώσει, ἑκάστη τῶν ἀγορασθησομένων ὑπολοίπων μετοχῶν θέλει ἀγορασθῆ ἐπὶ τιμῇ οὐχὶ κατωτέρᾳ τῶν ἑβδομήκοντα καὶ τεσσάρων ἐπὶ τοῖς ἑκατόν». Τὸ ἄρθρον 2ον τῆς συμβάσεως δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν προεξοφλητικὴν Τράπεζαν, νὰ λάβῃ μόνον 40,000 μετοχῶν ἐξ 120,000. Ὥστε τὸ ἄρθρον αὐτὸ δὲν βασίζεται ἐπὶ τοῦ 4ου ἄρθρου τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι, διὰ νὰ ἔχῃ τις δικαίωμα προμηθείας, πρέπει νὰ ἀγοράσῃ τὸ ἥμισυ τοῦ ὅλου δανείου, δηλαδὴ ἡ προεξοφλητικὴ Τράπεζα ἔπρεπε νὰ ἀγοράσῃ 60,000 μετοχῶν, διὰ νὰ ἔχῃ τὸ 1½% προμήθειαν. Νομίζω, ὅτι τὸ 2 ἄρθρον τῆς συμβάσεως ἔγεινεν ἴσως ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ 5 ἄρθρου τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον λέγει· «Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐκδώσῃ αὐτὴ τὸ δάνειον ἢ ἐπιτρέψῃ τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ δι’ ἴδιον αὑτῆς λογαριασμὸν εἰς τραπεζικὸν κατάστημα, ἡ τιμὴ τῶν ὁμολογιῶν αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ προσδιορισθῇ κατωτέρα τῶν ἑβδομήκοντα τεσσάρων ἐπὶ τοῖς ἑκατόν· ἀλλ’ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπιτρέπεται ν’ ἀναγνωρίσῃ δικαίωμα προμηθείας, μὴ ὑπερβαῖνον τὸ ἓν καὶ ἥμισυ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ ποσοῦ, δι’ ὃ θέλουσι γείνει ἐγγραφαί. Δικαίωμα τοιοῦτον προμηθείας δὲν δύνανται νὰ λάβωσιν οἱ ταμίαι τοῦ Κράτους. Φαίνεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐβασίσθη εἰς τὸ 5 ἄρθρον· ἀλλ’ ἔχει οὕτω; Παραχωρεῖ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ 2 ἄρθρου 7½ φράγκα κατὰ μετοχήν· δύναται ἡ κυβέρνησις διὰ τοῦ 5 ἄρθρου νὰ παραχωρήσῃ αὐτά; Ὄχι βεβαίως. Διὰ τί; διότι τὸ ἄρθρον λέγει «ἐπιτρέπεται ἐπὶ τοῦ ποσοῦ»· ἐπὶ τίνος ποσοῦ; ἐπὶ τοῦ ὀνοματικοῦ ποσοῦ, ὡς λέγει τὸ ἄρθρον 4, ἢ ἐπὶ πραγματικοῦ ποσοῦ; Πόσον ἤθελεν εἶναι ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ ποσοῦ; Ἤθελεν εἶναι πέντε φράγκα περίπου ἀνὰ μετοχήν. Ἐδῶ ἔχομεν 2½ φράγκα περισσότερον, παρ’ ὅσον ἔπρεπεν. Ἴσως σφάλλω, ἀλλὰ δὲν νομίζω, διότι ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐβασίσθη τῷ ὄντι εἰς τὸ 5 ἄρθρον τοῦ νόμου, τοῦτο ἔχει τι καββαλιστικὸν, δηλαδὴ τὸ ἄρθρον 5 δὲν φέρει, ἐὰν ἡ προμήθεια θὰ ἦναι ἐπὶ τοῦ ὀνοματικοῦ ἢ ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ κεφαλαίου, ἐνῷ εἰς τὸ 4 λέγεται σαφῶς ἐπὶ τοῦ ὀνοματικοῦ κεφαλαίου. Καὶ αὐτὰ, κύριοι, διὰ τὸ δεύτερον ἄρθρον τῆς συμβάσεως. Ἂς ἴδωμεν, ἐὰν τὰ ἄλλα οὐσιώδη ἄρθρα τῆς συμβάσεως ἔχωσιν ὑπόστασιν εἰς τὸν νόμον, καὶ ἂς ἴδωμεν κατ’ ἐξοχὴν τὸ 5 ἄρθρον, τὸ ὁποῖον λέγει. «Τὸ σύνολον τοῦ δανείου ἐκτεθήσεται εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν ἐντὸς δύω μηνῶν τὸ βραδύτερον· ἡ ἐγγραφὴ δὲ αὕτη θέλει διαρκέσει τοὐλάχιστον ἐπὶ δύω, τὸ πολὺ δὲ, πέντε ἡμέρας. Ἡ τιμὴ τῆς ἐκδόσεως ὁρισθήσεται ὑπὸ τῆς Προεξοφλητικῆς Τραπέζης καὶ τοῦ κ. Κορωνιοῦ μεταξὺ ἑβδομήκοντα ἕξ καὶ τῶν ὀγδοήκοντα ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, ἤτοι μεταξὺ τῆς τιμῆς τριακοσίων ὀγδοήκοντα καὶ τετρακοσίων φράγκων. Ἐὰν ἡ ἐγγραφὴ γείνῃ ἐν Λονδίνῳ, ἢ κατὰ τὴν ἀγορὰν ταύτην τιμὴ τῆς ἐκδόσεως θέλει λογισθῆ ὁμοία πρὸς τὴν τῶν Παρισίων. Ἐννοεῖται, ὅτι κατὰ τὴν δημόσιον ταύτην ἐγγραφὴν αἱ ὁριστικῶς λαμβανόμεναι τεσσαράκοντα χιλιάδες μετοχαὶ καὶ αἱ προαιρετικαὶ εἴκοσι χιλιάδες θέλουσι διατεθῆ πρῶται, πᾶσαι δὲ αἱ μετὰ τὰς ἑξήκοντα ταύτας χιλιάδας διατεθησόμεναι ἔσονται εἰς λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως. Τουτέστιν, ἐν ἄλλοις λόγοις, ἡ Κυβέρνησις ἐπώλησε 40 χιλιάδας ὁμολογιῶν ἐπὶ 73 1|40 τοῖς ἑκατὸν, ἔδωσε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν προεξοφλητικὴν Τράπεζαν νὰ τὰς πωλήσῃ πρὸς 80%· ἡ διαφορὰ, καθὼς βλέπετε, εἶναι 7%· ἓν ἐδάφιον λέγει, ὅτι αἱ ὁριστικῶς λαμβανόμεναι 40 χιλιάδες καὶ αἱ κατὰ τὸ 4 ἄρθρον τῆς συμβάσεως προαιρετικαὶ 20 χιλιάδες θέλουσι διατεθῆ πρῶται, πᾶσαι δὲ αἱ μετὰ τὰς 60 ταύτας χιλιάδας διατεθησόμεναι ἔσονται εἰς λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐννοεῖτε τί συμβαίνει; σοῦ πωλῶ 40 χιλιάδας μετοχῶν, καὶ κατὰ προαίρεσιν, σοῦ πωλῶ 20 ἀκόμη· ἔρχεται εἰς τὴν ἀγοράν, ἐὰν εὕρῃς τετρακόσια φράγκα ἀνὰ μίαν ὁμολογίαν, δηλ. 80% (καὶ εὑρέθησαν μέχρι 392 καὶ ½) τὰς πωλεῖς, καὶ τότε μόνον πέρνεις τὰς ἄλλας 20 χιλιάδας ὁμολογιῶν· ἐὰν δὲν εὕρῃς, τὰς ἀφίνεις εἰς τὴν ῥάχιν τῆς Κυβερνήσεως· μὲ αὐτὸ καὶ μὲ ἄλλα πόσα, τί νομίζετε, ὅτι ἡ προεξοφλητικὴ Τράπεζα ἔβαλεν εἰς τὴν τσέπην της; Δύο καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια περίπου.
§73ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὀκτὼ, εἶπον.
§74ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Ὄχι δά· δύο ἥμισυ ἑκατομμύρια, νομίζετε ὅτι εἶναι ὀλίγα;
§75ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ἐπωλοῦντο 60 χιλιάδες εἰς τὰ 73, πόσα θὰ ἐκέρδιζε ἡ Τράπεζα;
§76ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Τίποτε· αὐτὸ εἶναι ἀληθές.
§77ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἠξεύρετε, πῶς ἔγειναν αἱ ἐγγραφαί.
§78ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Διὰ 96 χιλιάδας μετοχὰς, κατὰ μέσον ὅρον πρὸς 75 περίπου.
§79ΔΟΥΜΑΣ. Ἐνεγράφησαν 76 χιλιάδες ὁμολογίαι, κατόπιν 20 χιλιάδες· τὰς ἐπώλησεν ἡ Κυβέρνησις, δυνάμει τῆς συμβάσεως αὐτῆς, ἰδιαιτέρως εἰς ἄλλους τραπεζίτας.
§80ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΣ. Τώρα ἂς ἴδωμεν πῶς ἐξετελέσθη ὁ νόμος τῆς 12 Ἰανουαρίου, εἰς τὸ 12 ἄρθρον. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἔχει τρία κεφάλαια· τὸ πρῶτον κεφάλαιον εἶναι ἡ ἄρσις τῆς καταναγκαστικῆς κυκλοφορίας, τὸ δεύτερον εἶναι ἡ ὁδοποιΐα (πρὸς χλευασμὸν), τὸ τρίτον εἶναι διὰ τὰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Τὸ πρῶτον κεφάλαιον δὲν ἐξετελέσθη. Πρὸς τί λοιπὸν τὸ δάνειον, τοῦ ὁποίου ὁ κύριος σκοπὸς ἦτο ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; Ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις, τί πταίω ἐγὼ, ἐὰν δὲν ἐκαλύφθη τὸ ὅλον δάνειον; πῶς λοιπὸν κάμνεις τὴν σύμβασιν, δίδουσα ⅓ καὶ ὄχι τοὐλάχιστον τὸ ἥμισυ τῶν ὁμολογιῶν; Ἀκολουθεῖ λοιπὸν καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ, Κύριος οἶδε πόσον ἀκόμη, αὐτὴ ἡ ψώρα, τὴν ὁποίαν ἔχομεν εἰς τὴν ῥάχιν μας, ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ἐξετελέσθη κἂν τὸ δεύτερον; εἶναι χρόνια πολλὰ, κύριοι, ἀφοῦ ἀκούομεν νὰ γείνουν δρόμοι εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ τῷ ὄντι οἱ δρόμοι θὰ ἦναι ἡ ψυχὴ τοῦ Ἔθνους, θὰ αὐξήσωμεν δι’ αὐτῶν τοὺς πόρους, τοὺς ὁποίους ζητοῦμεν ποῦ; εἰς τὰ δάνεια. Τὸ τρίτον κεφάλαιον λέγει, τὸ ὑπόλοιπον θὰ δαπανηθῇ διὰ τὰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Ποῦ εἶναι αὐτὸ τὸ ὑπόλοιπον, παρακαλῶ, κύριοι; (ἱλαρότης.) Ἀλλὰ, κύριοι, τὰ γενόμενα οὐκ ἀπογίνονται· ἂς προσπαθήσωμεν, εἰ δυνατὸν, εἰς τὰ κακῶς πραχθέντα νὰ φέρωμεν θεραπείαν, καὶ ἐδῶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὲ βοηθήσῃ. Ὁ κύριος Φωτήλας εἰς τὴν ἀγόρευσίν του εἶπε· «τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, καὶ τώρα εἰμποροῦμεν νὰ τὴν ἄρωμεν.» Ἅρπαξα τὸν λόγον τοῦ κ. Φωτήλα· δὲν πιστεύω ὅμως, ὅτι εἰμποροῦμεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, ἀλλ’ ἂς βαδίσωμεν τοὐλάχιστον πρὸς τὴν ἄρσιν αὐτῆς, καὶ τοιουτοτρόπως θέλομεν ἐκτελέσει τὸν νόμον εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα ἕως τώρα δὲν ἐξετελέσθη. Κατὰ τοὺς πίνακας τοὺς προσαχθέντας παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, βλέπω ὅτι κατετέθησαν εὐτυχῶς ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, ἐπὶ παρακαταθήκῃ 6,064,000. Πόσον χρειάζεται διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας; σᾶς τὸ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, καὶ σᾶς τὸ λέγω καὶ ἐγὼ μὲ στρογγύλους ἐκ νέου ἀριθμοὺς, διὰ νὰ σᾶς μείνῃ ἐντετυπωμένον τὸ πρᾶγμα Χρεωστοῦμεν 12,000,000 εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ 5 ἑκατομμύρια εἰς τὴν Ἰονικὴν, τὸ ὅλον 17,000,000. Πῶς θὰ τὰ εὕρωμεν αὐτά; ἔχομεν 6,000,000 εἰς τὴν Τράπεζαν, ἔχομεν δὲ καὶ 24,000 ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, δηλαδὴ ἓν κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ τείνῃ εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Λοιπὸν, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι δυνατὸν, ἐν μέρει τοὐλάχιστον, νὰ διορθώσωμεν τὰ κακῶς πραχθέντα· ἤθελον μόνον παρακαλέσει καὶ συστήσει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὰ ἀκόλουθα· Κύριοι Ὑπουργοὶ, πληρώσατε ἀπὸ τὰ 6 ἑκατομμύρια δραχμῶν εἰς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν διὰ τὰ ὅσα τῆς χρεωστεῖτε εἰς χρυσὸν, καὶ ἐκ τοῦ ὑπολοίπου δώσατε ἀνάλογον ποσὸν εἰς τὰς δύω Τραπέζας. Διατί δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν τοῦ κ. Φωτήλα, ὅτι δηλαδὴ σήμερον δυνάμεθα νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν; Διότι δὲν εἶμαι βέβαιος ἂν σήμερον τὰς 24,000 μετοχῶν δυνάμεθα νὰ τὰς πωλήσωμεν εἰς τὴν ἀγορὰν ἀντὶ τῶν ἀπαιτουμένων 11 ἑκατομμυρίων· δύνανται ὅμως νὰ μείνουν πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, θέλομεν δὲ ἔχει πάντοτε, ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι θὰ πωλήσωμεν πρὸς 75%, δέκα ἑκατομμύρια καὶ περισσότερον, ἂν τὰς πωλήσωμεν περισσότερον. Ἰδοὺ ὅτι μὲ 6 ἑκατομμύρια, τὰ ὑπάρχοντα, καὶ 10 ἑκατομμύρια τῶν ὁμολογιῶν, δυνάμεθα νὰ ἐπανορθώσωμεν τὰ κακῶς πραχθέντα, δηλαδὴ νὰ ἄρωμεν τὸ δυστύχημα τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Αὐτά, κύριοι, ἤθελον νὰ συστήσω εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, δηλαδὴ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου (εὖγε, εὖγε).
§81ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρα 7 μ. μ).