1879.12.10
1,924 rows · 16,211 words · 66 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 32
τῆς 10 Δεκεμβρίου 1879.
(Δευτέρα.)
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθησαν ἀναφοραὶ αʹ) τοῦ Συλλόγου τῶν Κυριῶν, ἐξαιτουμένου χρηματικὴν βοήθειαν ὑπὲρ τοῦ ἐργαστηρίου τῶν ἀπόρων γυναικῶν· βʹ) πολλῶν δημοτῶν Μπαρπίσσης τῆς Πάρου, ἐξαιτουμένων τὴν παραχώρησιν εἰς τὸν Δῆμόν των τῶν βοσκησίμων τόπων τῆς διαλελυμένης Μονῆς τοῦ Ὁσίου Ἀντωνίου· καὶ γʹ) Ἀντωνίου Καριτζάκη, αἰτοῦντος σύνταξιν, διὰ τὰς πρὸς τὴν Πατρίδα ὑπηρεσίας του. Θὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Ἐτυπώθησαν καὶ διενεμήθησαν τὰ τρία νομοσχέδια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἀμέσως;
§2ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ ἐγγραφῶσιν ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§3ΡΙΚΑΚΗΣ. Θὰ ἀπευθύνω, κύριοι, μίαν παράκλησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κατετέθησαν καὶ διενεμήθησαν, τῶν ἀφορώντων τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων, παρετήρησα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προεκλήθη ἀπὸ μίαν ἀναφορὰν τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἐκδώσῃ τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς Διάταγμα, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ ἰσχυρίζετο, ὅτι καθίστατο ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον, πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων εἰς τὸ Χρηματιστήριον τοῦ Λονδίνου, νὰ προηγηθῇ ἡ ἀνταλλαγὴ τῶν παλαιῶν διὰ νέων ὁμολογιῶν. Ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν, ὅτι ἦτο ἀνάγκη, ὅπως μὴ ἐπέλθῃ ἡ ἀκύρωσις τῆς συμβάσεως καὶ ματαιωθῇ ὁ σκοπὸς τὸν ὁποῖον ἡ σύμβασις ἐπεδίωξε, νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον νὰ ὑποβάλῃ κατόπιν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς. Τοῦτο ἐγένετο κατὰ τὸν παρελθόντα Ἰούλιον· σήμερον εἴμεθα εἰς τὸν Δεκέμβριον. Μεταξὺ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀντηλλάγησαν, εἶδον ὅτι καὶ ἕξ χιλιάδες λίραι ἐστάλησαν, διὰ νὰ πληρωθῶσι τὰ πρῶτα τοκομερίδια· ὥστε ἡ ἐπιθυμία τῆς Ἐπιτροπῆς ἐξεπληρώθη. Ἀλλ’ ἐπληρώθη ὁ ὅρος τὸν ὁποῖον ὑπεσχέθησαν νὰ πραγματοποιήσωσι μετὰ τὴν ἀλλαγὴν τῶν ὁμολογιῶν, δηλ. τοῦ νὰ εἰσαχθῶσι τὰ χρεώγραφα εἰς τὸ Χρηματιστήριον τοῦ Λονδίνου; Ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον ἔχῃ εἴδησιν περὶ τούτου, θὰ παρακαλέσω αὐτὴν νὰ καταθέσῃ τὸ σχετικὸν ἔγγραφον· ἄλλως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν νὰ προκαλέσῃ μίαν ἀπάντησιν τηλεγραφικὴν περὶ τούτου.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ πιστώσεως ὑπὲρ τῶν προσφύγων (ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§5ΠΟΛΛΟΙ. Ὂχι, ὄχι.
§6ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν ἐσωτερικῶν, ἵνα θετικώτερον ὁρίσῃ τὰ περὶ τούτου.
§7ΠΟΛΥΛΑΣ. Εἰς τὴν Κέρκυραν ὑπάρχει εἰδικὴ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως ἡ ὁποία ὑποβάλλει ἀπολογισμόν.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νομοσχέδιον νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται σχεδὸν πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Προβαίνομεν εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Ὁ κ. Ἀθ. Πετιμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§9ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, κατανοεῖτε βεβαίως πόσον σπουδαία εἶναι ἡ προκειμένη συζήτησις, διότι ἐξ αὐτῆς θὰ γνωρίσῃ ἡ Βουλὴ ποῖος εἶναι ὁ τρόπος, τὸν ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἀκολουθήσῃ, ὅπως ἀνορθώσῃ τὰ πράγματα τῆς πολιτείας. Θέλω προσπαθήσει κατὰ τὴν ὁμιλίαν μου ταύτην νὰ ἦμαι ὅσον τὸ δυνατὸν σύντομος, ἀλλὰ καὶ τόσον σύντομος, ὅσον ἀπαιτοῦν τὰ πράγματα, ἔπειτα μάλιστα ἀπὸ μίαν ἀγόρευσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν καὶ οἰκονομικῶν διαρκέσασαν ἐπὶ τρεῖς ὁλοκλήρους συνεδριάσεις. Θέλω προσπαθήσει, ὅσον μοὶ εἶναι δυνατὸν, νὰ ἀκολουθήσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν καὶ προσωρινῶς τῶν οἰκονομικῶν εἰς ὅλας τὰς ἐκδρομὰς, πλοκὰς καὶ περιπλοκὰς μάλιστα, τὰς ὁποίας κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην ἠκολούθησεν ἐὰν δὲ δὲν ἦναι δυνατὸν νὰ ἐνθυμηθῶ, εἴτε διὰ τῶν σημειώσεων τὰς ὁποίας ἐκράτησα, εἴτε διὰ τοῦ μνημονικοῦ, καὶ ὅλας τὰς περιστάσεις τὰς ὁποίας ἀνέφερεν, ἄλλοι μετ’ ἐμὲ, οἱ ὁποῖοι θὰ λάβωσι τὸν λόγον κατόπιν, πιστεύω, ὅτι θέλουσι συμπληρώσει αὐτάς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, μετ’ ἀποστροφῆς ἐμπνεούσης πλήρη ἀγανάκτησιν, ὡμίλησε κατὰ τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου καὶ φίλου μου κ. Τρικούπη, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν περιέπλεξε πολλὰ πράγματα, καὶ ὅτι ὤφειλε νὰ ἀκολουθήσῃ αὐτὸν κατὰ τὴν συζήτησιν· ἀλλ’ ὄχι μόνον δὲν ἀπήντησε σχετικῶς πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης, ἀλλὰ μᾶς περιήγαγε με ὅλον αὐτὸν τὸν χειμῶνα μέχρι τοῦ Αἵμου καὶ Τατὰρ Παζαρτζικίου, καὶ τέλος μᾶς περιέφερε κατὰ τὰς τρεῖς αὐτὰς συνεδριάσεις ἀνὰ ὅλην τὴν Εὐρώπην. Καὶ πρῶτον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔθιξε τὸ ζήτημα τῆς οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, περὶ τῆς ὁποίας εἰμὶ ἠναγκασμένος καὶ ἐγὼ νὰ ἀναφέρω, ἀρχόμενος τῆς ὁμιλίας μου. Ἡ οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις εἶχε τὸν τύπον καὶ τὸ σχῆμα τὸν πλέον εἰδεχθῆ συνταγματικῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐν τῷ ὑπουργείῳ ἐκείνῳ περιελαμβάνοντο ὅλα τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα πάντοτε διεφώνουν μεταξύ των· εἰς δὲ τὰ συνταγματικὰ Κράτη ἡ ἀσθενεστέρα, ἢ, μᾶλλον εἰπεῖν, ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ συνεννοηθῇ, εἶναι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία σχηματίζεται κατὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐσχηματίσθη ἡ οἰκουμενική, ἐπειδὴ ὡς ἐκ τῆς ἀντιθέσεως καθίσταται ἡ μᾶλλον ἀσθενής. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἡ οἰκουμενικὴ, κύριοι, πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, ἦτο ἀποτέλεσμα πιέσεως ὄχι μόνον τοῦ ἐσωτερικοῦ, ὄχι μόνον τῆς πρωτευούσης, ἀλλ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Οἱ μὲν ἐκείνων, οἵτινες ἐπρότεινον τὴν γνώμην ταύτην, ἐκινοῦντο ἐκ πλαγίων σκοπῶν, οἱ δ’ ἐξ αἰσθημάτων ἁγνοτάτων πατριωτισμοῦ· πλὴν ὁπωσδήποτε ἡ ἰδέα αὕτη τέλος πάντων ἐπεκράτησε καὶ ἐπεβλήθη διὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὅπως συγκροτηθῇ τοιαύτη Κυβέρνησις. Ἐνθυμοῦμαι τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν περὶ τὰ τέλη τοῦ 1876 ἢ περὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1877 ἐπανελθόντα ἔκ τινος ἐκδρομῆς, τὴν ὁποίαν εἶχε κάμει εἰς Πελοπόννησον, καὶ ἐλθόντα ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ Βουλευτηρίου καὶ διατυπώσαντα πρότασιν περὶ σχηματισμοῦ τοιαύτης Κυβερνήσεως. Ἡ τότε Βουλὴ καὶ οἱ τότε διευθύνοντες τὰ κόμματα ἐθεώρησαν τὴν πρότασιν ταύτην ὡς μίαν χίμαιραν, ὡς μίαν πρότασιν ἀντιβαίνουσαν εἰς τὰς ἀρχὰς τὰς συνταγματικάς. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς διετύπωσε τότε ὡρισμένην πρότασιν περὶ σχηματισμοῦ Κυβερνήσεως ἐξ ὅλων τῶν κομμάτων, καί, ἐνθυμοῦμαι, τὴν πρότασιν αὐτὴν ἐθεώρησαν ἀναξίαν ἀντικρούσεως· ἡ πρότασις τέλος, κατὰ τὸν Κανονισμὸν, ἐτέθη εἰς ψηφοφορίαν. Ἀπὸ τῆς θέσεώς μου ἔκαμα τὴν ἔνστασιν, ὅτι πρότασις τοιαύτη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι ἀξία οὔτε ψηφοφορίας, καὶ ἡ Βουλὴ κατὰ τὰ 96% ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν ταύτην ὡς ἀναξίαν ψηφοφορίας· ἐπὶ τοσοῦτο τὸ αἴσθημα τοῦ καθήκοντος ἦτον εἰς τὴν Βουλὴν ἐκείνην. Ἀλλὰ βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον περιεπλανήθημεν, καὶ ἡ δημοσία γνώμη, καὶ ἐντὸς τοῦ ἐσωτερικοῦ καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἐσχηματίσθη ὑπὲρ τοιαύτης Κυβερνήσεως, καὶ ἐγένετο. Ὁμιλῶν προχθὲς ὁ ἀξιότιμος συναδελφός μου κ. Οἰκονόμου, εἶπεν, ὅτι ὁ ἀνθρακεὺς καὶ γναφεὺς δὲν δύνανται νὰ συνεργάζωνται ἐν τῷ αὐτῷ δωματίῳ. Πῶς ἦτο λοιπὸν δυνατὸν ἀνθρακεὺς, γναφεὺς, ὑελοπώλης καὶ μαρμαροπελεκητὴς νὰ ἐργάζωνται ὅλοι ὁμοῦ ἐπὶ τὸ αὐτό; Τὸ πρᾶγμα ἦτο βεβαίως ἐντελῶς ἀδύνατον. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ὡς Κυβέρνησις κατὰ τὴν ἐποχὴν εἰς τὴν ὁποίαν ὑπῆρχεν, ὑπηρέτησε τὴν δημοσίαν τάξιν· διότι τῳόντι ἐσχηματίσθη διὰ νὰ πράξῃ τοῦτο, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι διὰ τοῦ σχηματισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἐξέλιπεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν ὁ ἔλεγχος, ὅστις εἶναι πάντοτε ἀναγκαῖος, ὅπως ἐπιτηρῇ καὶ ἀκολουθῇ ἐν ἔργῳ τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ οἰκουμενικὴ λοιπὸν Κυβέρνησις ἦτο τὸ πρῶτον ἐπινόημα καὶ ἐφεύρημα τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν. Ἡ οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις διελύθη, ὡς ἤθελον διαλυθῆ οἱ τὰ ἐπαγγέλματα, τὰ ὁποῖα προανέφερον, μετερχόμενοι καὶ ἐργαζόμενοι ἐν τῷ αὐτῷ δωματίῳ, καὶ ἐσχηματίσθη κατὰ τὴν 11 Ἰανουαρίου 1878 τὸ ὑπουργεῖον τὸ προεδρευόμενον παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεσσήνης κ, Κουμουνδούρου, τὴν δὲ 12 Ἰανουαρίου ἐνέσκηψεν ἔκρηξις Βεζουβίου φοβεροῦ ἐν Ἀθήναις· καὶ τὸ πρῶτον ἡ ἔκρηξις αὕτη προῆλθεν ἐξ αἰσθήματος εὐγενοῦς, ἐξ αἰσθήματος, τὸ ὁποῖον ἐγέννησεν ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν εἶχε τότε ἡ Ἑλλὰς ἀπέναντι τῶν μεγάλων συμβεβηκότων τῆς Ἀνατολῆς. Ἀλλ’ ὄπισθεν, κύριοι, τῆς ἐκρήξεως ταύτης ἐκρύβησαν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἠθέλησαν νὰ ἐκμεταλλευθῶσι τὰς περιστάσεις καὶ νὰ διασαλεύσωσι τὴν δημοσίαν τάξιν ἐν Ἀθήναις, τῆς ὁποίας πρὸ πάντων τότε εἴχομεν ἀνάγκην. Καὶ ἡ κυβέρνησις ἐκείνη ἐνεθαῤῥύνθη ἀπὸ ὅλους ἡμᾶς· καὶ δὲν ἦτον ἔργον ἡ κατειρήνευσις, ὅπως τὸ ᾠκειοποιήθη ὁ κ. ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς, ἰδικόν των· ἦτο ἔργον ὁλοκλήρου τοῦ σώματος τῆς Βουλῆς. Δὲν ἤμην, κύριοι, καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως φίλος αὐτῆς, πολλάκις ἐπέκρινα τὰς πράξεις αὐτῆς· ζήτημα μάλιστα ἔθεσα μίαν ἡμέραν, καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐψηφοφορήθη διὰ 31 κατὰ 92 ψήφων· ἀλλ’ ὅταν ἤλθομεν εἰς τὸ σημεῖον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἠπειλεῖτο ἡ δημοσία τάξις τῆς πρωτευούσης, τὸ καθῆκον παντὸς τιμίου πολίτου ἦτο νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος του, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦτο· καὶ μολονότι τότε πλεῖστοι ὅσοι ἐκ τῶν συντελεσάντων εἰς τὰ συμβάντα τῆς 12 καὶ 13 Ἰανουαρίου παρέστησαν εἰς ἐμὲ, ὅπως κατὰ τὴν Δευτέραν, τὴν 14 Ἰανουαρίου, λάβω τὸν λόγον κατὰ τοῦ ὑπουργείου, ὄχι μόνον δὲν τὸ ἔπραξα, ἀλλὰ πρῶτος ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ κατέκρινα τὴν ὀχλαγωγίαν ἐκείνην παρεκτραπεῖσαν. Ἦτο δικαίωμα συνταγματικὸν παντὸς πολίτου νὰ ἐκφράσῃ τὸ φρόνημά του, ἀλλὰ νὰ τὸ ἐκδηλώσῃ ὡς ἐλεύθερος πολίτης, νὰ μὴ τὸ συνοδεύσῃ ποτὲ διὰ πράξεων, αἵτινες ἀπὸ τὸν ποινικὸν νόμον χαρακτηρίζονται ὡς κακουργήματα’ καὶ πρῶτος ὑπεστήριξα τὴν Κυβέρνησιν καὶ μεθ’ ὅλης μου τῆς δυνάμεως, καὶ ἐπεδοκίμασα τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα προηγουμένως ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις πρὸς καταστολὴν τῶν πράξεων ἐκείνων. Μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ὅτε ἐπανῆλθεν ἡ ἡσυχία ἐν μέσαις Ἀθήναις, μετὰ τὴν ὑποστήριξιν, τὴν ὁποίαν ἐδώκαμεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον, εἰς τοὺς ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπιτίθενται ἐναντίον μας καὶ μᾶς ἀποκαλοῦν συκοφάντας, μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἐδέησεν ἡ Κυβέρνησις νὰ προκαλέσῃ μυστικὴν συνεδρίασιν. Καὶ νομίζω, κύριοι, ὅταν μία Κυβέρνησις προκαλῇ μυστικὴν συνεδρίασιν, ὅτι πρόκειται περὶ σπουδαίων πραγμάτων, περὶ σπουδαίων συμβάντων, ἀφορώντων εἰς τὰ ὕψιστα συμφέροντα τῆς πολιτείας. Ἡ συνεδρίασις ἐκείνη ἐγένετο τὴν 16, ἐπανελήφθη δὲ τὴν 17 Ἰανουαρίου· εἴχομεν λοιπὸν δύο μυστικὰς συνεδριάσεις. Καὶ κατὰ τὰς συνεδριάσεις ἐκείνας ἡ Βουλὴ ἠκροάσατο, ἐπειδὴ ἐπρόκειτο περὶ τῶν ὅλων, μετὰ μεγίστης προσοχῆς τοῦ νῦν πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐπρόκειτο περὶ σημαντικοῦ γεγονότος, ἀφορῶντος εἰς τὴν τύχην ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Καὶ ἡ Βουλὴ ἐκείνη, ἀφοῦ ἤκουσε τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἔκαμε λεπτομερῆ ἀφήγησιν εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται τὰ πράγματα τῆς πολιτείας, περιέβαλε τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην μὲ ὅλην τὴν ἐμπιστοσύνην, τριῶν ἢ πέντε ἀρνηθέντων, καὶ δικαίως.
§10ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀντιταχθέντων.
§11ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅπως θέλετε, καὶ δύναμαι νὰ τοὺς ἀναφέρω· εἶναι ὁ κύριος Κανάρης, ὁ κ. Μίλησης, ὁ κ. Φιλήμων, ὁ κ. Πετσάλης κτλ. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν ἄνευ χρώματος, οἱ συκοφάνται αὐτοὶ, τοὺς ὁποίους καθ’ ἡμέραν ἐπαναλαμβάνει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, οἱ συκοφάνται αὐτοὶ περιέβαλον τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τὸ ὑπουργεῖον ὁλόκληρον διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῶν, καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην τὸ ὑπουργεῖον ὁλόκληρον διέγραψεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ πολιτικὸν αὐτοῦ πρόγραμμα, καὶ τὸ πολιτικὸν αὐτὸ πρόγραμμα δὲν ἦτο περὶ τῶν συνταγματικῶν θεωριῶν τοῦ Ἀθ. Ῥηγοπούλου ἐκ Λαγκαδίων, ὑπαλλήλου ὄντος καὶ σπεύσαντος νὰ ψηφοφορήσῃ εἰς Γόρτυνα· ἀλλ’ ἦτο πολιτικὸν πρόγραμμα, ἀποβλέπον εἰς τὴν ὕπαρξιν αὐτὴν τῶν Ἑλλήνων, καὶ ἡ Βουλή, ἐπαναλέγω, περιέβαλε τὸ ὑπουργεῖον μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην της. Τὴν 19, τὸ Σάββατον, διαταγὴ ἐδόθη, καθὰ μετὰ ταῦτα ἐμάθομεν, εἰς μίαν μοῖραν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ὅπως ὑπερβῇ τὰ ὅρια καὶ καταλάβῃ τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας χάριν φιλανθρωπίας, καθὰ μᾶς ἐπληροφόρησεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς κατόπιν. Καὶ τοῦτο γνωστὸν ἐγένετο καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ εἰς ὅλην τὴν Εὐρώπην. Αὐτὴν τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐδόθη ἡ διαταγὴ, ὅπως ὑπερβῇ τὰ ὅρια ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς, ὁ τότε πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ προσωπικός μου φίλος κ. Αὐγερινὸς εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν μὲ πλησιάζει καὶ μοὶ λέγει· εἶναι ἀνάγκη νὰ συνέλθωμεν ἡμεῖς οἱ ἔχοντες ἐπιῤῥοήν τινα ἐν τῷ νομῷ Ἀχαΐας, ὅπως κανονίσωμεν τὰ πράγματα τοῦ νομοῦ τῆς Ἀχαΐας ἐκ συμφώνου, καὶ διὰ νὰ ἐξυπηρετήσωμεν ὅσον δυνάμεθα τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος κατὰ τὰς σημερινὰς περιστάσεις· δὲν ἤμην τότε φίλος μὲ τὸν κ. Ζαΐμην, καὶ ὁ κ. Αὐγερινὸς μοὶ προσέθηκε, ποῦ νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ συνέλθωμεν, διὰ νὰ κανονίσωμεν τὰ πράγματα τῆς Ἀχαΐας; ὅταν πρόκηται περὶ τούτου, ἡμεῖς οἱ Ἀχαιοὶ δὲν δυνάμεθα νὰ συνέλθωμεν παρὰ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Ζαΐμη. Καὶ τὴν πρωΐαν Κυριακὴν τῳόντι συνήλθομεν καὶ ἐσκέφθημεν περὶ τῶν πραγμάτων τῶν ἀφορώντων τὸν νομόν μας, ἐσκέφθημεν ὡς πολιτευόμενοι καὶ ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἤθελεν ἀναλάβει ἀγῶνα μέγιστον. Ἀλλὰ κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην ἔρχεται ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, μᾶς εὑρίσκει εἰς συνδιάσκεψιν καὶ μᾶς ἀναγγέλλει, ὅτι ὑπεγράφη συνθήκη ἀνακωχῆς μεταξὺ τῶν διαμαχομένων μερῶν· ἀλλ’ ὅπως δήποτε, μᾶς λέγει, ζήτημα Ἑλληνικὸν ἐγεννήθη· πῶς ἐγεννήθη τοῦτο; διότι ὁ στρατὸς ὁ Ἑλληνικὸς ἀνεχώρησεν ἐκ Λαμίας καὶ ἔφθασεν εἰς Γιανιτσοῦν. Ἀμέσως ἔλαβα τὸν πῖλόν μου· διατὶ ἀναχωρεῖς, μοὶ λέγει ὁ κύριος Ζαΐμης; διότι τὰ στρατεύματα ἐπανέρχονται· ἀρκετὴ ἦτον ἡ ἔννοια τῆς ὁμιλίας τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν νὰ μὲ πληροφορήσῃ πλέον περὶ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἀκολουθήσει τὸ ὑπουργεῖον μετὰ τὴν εἴδησιν τῆς ὑπογραφείσης συνθήκης τῆς ἀνακωχῆς μεταξὺ τῶν διαμαχομένων δυνάμεων. Μετὰ ταῦτα δὲ τὸ ὑπουργεῖον τῆς 11 Ἰανουαρίου ἀκριβῶς ἔπραξεν εἰς ὅλα τὰ ζητήματα ἐναντία τῶν ὅσων ἐπηγγέλθη τότε κατὰ τὰς μυστικὰς συνεδριάσεις· εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, ὅτι τὰ ἄτακτα κινήματα τὰ θεωρεῖ ἐπιβλαβῆ, ληστρικὰ, καὶ ὅμως τὰ τακτικὰ κινήματα τὰ ἀντικατέστησαν διὰ τῶν ἀτάκτων. Βλέπετε ὅτι ἀμέσως ὡς ἐγνώσθη ἡ ἀνακωχή, ἀμέσως οἱ ὑπουργοὶ ἐσκέφθησαν κατὰ τίνα τρόπον δύνανται νὰ ἀνακαλέσωσι τὸν στρατὸν ἀπὸ τὸ ἐξωτερικόν· τρόπος δὲν ὑπῆρχεν. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν εἶναι πολυμήχανος, κατέγεινεν εἰς πολλὰ μέσα, παρεκάλεσε καὶ αὐτοὺς τοὺς ξένους νὰ εὕρωσι τρόπον, ὅπως σώσωσι τὴν ὑπόληψιν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν ἀδιαφοροῦσα παρὰ τῆς ὑπολήψεως καὶ τῆς τιμῆς τοῦ ἔθνους. Καὶ ὁ τρόπος εὑρέθη· μᾶς ὑπεσχέθησαν, εἶπον, πολλὰ οἱ πρέσβεις, ἀρκεῖ νὰ ἐπανέλθουν τὰ στρατεύματα, καὶ ἀφοῦ μᾶς ὑπεσχέθησαν, ἐπαναφέρομεν αὐτά· ἀλλὰ ὅταν ἓν ὑπουργεῖον ἔχῃ ἓν πρόγραμμα καὶ διατυποῖ μίαν πολιτικὴν, ἀφορῶσαν εἰς τόσον σημαντικὰ πράγματα τῆς πολιτείας, πῶς σᾶς φαίνεται, ὅταν μετὰ δύο ἡμέρας ἀνακαλῇ τὸ πρόγραμμά του καὶ ἀνακαλῇ τὴν πολιτικήν του, διὰ τὴν ὁποίαν ἐξέθεσε τὸν τόπον εἰς πόλεμον! Τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἠδύνατο, ἀφοῦ ἐπληροφορήθη, ὅτι ἀνακωχὴ μεταξὺ τῶν διαμαχομένων δυνάμεων ὑπεγράφη, ἠδύνατο νὰ ἐπείσθη καὶ νὰ εἶπεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς μόνη ἀποδυομένη εἰς τὸν ἀγῶνα ἴσως ἤθελε διατρέξει κίνδυνον, καὶ ὅτι ἀπήτει τὸ καθῆκόν της νὰ σώσῃ τὸν τόπον ἀπὸ ἕνα κίνδυνον φανερὸν, ἂν τοιοῦτος κίνδυνος ὑπῆρχεν· ἀλλὰ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔρχεται ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ καὶ λέγει, ὅτι τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας, διότι αἱ δυνάμεις αὐτῆς, διότι αἱ δυνάμεις τοῦ ἐχθροῦ κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἦσαν τοιαῦται, ὥστε ἠδυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν αὐτὸ ἄνευ οὐδενὸς φόβου, δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ ἐντὸς εἴκοσι τεσσάρων ὡρῶν. Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν, κύριοι, ὅτι τὰ πράγματα ἔπεισαν τοὺς ὑπουργοὺς, ὅπως ἀλλάξωσι σύστημα, ὅπως διατάξωσι τὸν στρατὸν νὰ ἐπανέλθῃ ἐκ Δομοκοῦ, ὤφειλον πρωτίστως ὡς Κυβέρνησις νὰ σώσουν καὶ νὰ διατηρήσουν τὴν ὑπόληψιν τῆς Κυβερνήσεως πλήρη· προχθὲς κατὰ τὴν ἔκτακτον σύνοδον μᾶς εἶπον, ὅτι ἦλθον εἰς ἰσοψηφίαν κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν ἐπιτροπῶν μὲ τὴν ἀντιπολίτευσιν· μᾶς εἶπον, ὅτι χάριν τῆς ὑπολήψεως τῆς Κυβερνήσεως ὀφείλομεν νὰ παραιτηθῶμεν, καὶ ὁ κ. Ζαΐμης εἶπεν, ὅτι ἀξιοπρεπῶς τῳόντι τὸ ὑπουργεῖον παρῃτήθη κατ’ ἐκείνην τὴν περίστασιν. Ἀλλ’ ἂν κατὰ τὴν ἰσοψηφίαν τῶν ἐπιτροπῶν τὸ ὑπουργεῖον ᾐσθάνθη τόσην εὐαισθησίαν τῆς ἀξιοπρεπείας του, καὶ ἠθέλησε νὰ παραιτηθῇ κατ’ ἐκείνην τὴν μεγάλην περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὤθησεν εἰς κίνδυνον τὰ συμφέροντα ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος, δὲν ὤφειλεν, ὅπως σώσῃ τὴν ὑπόληψιν τῆς Κυβερνήσεως τῆς πατρίδος του, νὰ εἴπῃ· Ἡ πολιτικὴ ἡ ἐμὴ εἶναι νὰ ὑπερβῶσι τὰ ὅρια τὰ στρατεύματα, Μεγαλειότατε, ἀλλὰ σήμερον βλέπω, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἡ ἐδική μας ἐξωθεῖ τὸν τόπον εἰς ὄλεθρον· πρέπει πρὸ πάντων νὰ σωθῇ ἡ ὑπόληψις τῆς Κυβερνήσεως, νὰ σωθῇ ἡ ὑπόληψις τῶν κομμάτων, καὶ τῶν κομμάτων, τὰ ὁποῖα πρὸ πάντων ἰσχυρίζονται, καὶ τὸ ἰσχυρίζονται κατ’ ἐπανάληψιν, ὅτι παρουσιάζουν προγράμματα τὰ ὁποῖα λέγουν, ὅτι ἀντιπροσωπεύουν τὴν μεγάλην ἐθνικὴν ἰδέαν, καὶ διὰ τοῦτο, ὅπως τὰ πράγματα ἔχουσι σήμερον, εἶναι ἀνάγκη νὰ διαφύγωμεν ἕνα κίνδυνον, τὸν ὁποῖον ἐνδεχόμενον νὰ διατρέξωμεν, καὶ νὰ σωθῇ καὶ ἡ ὑπόληψις τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ ὑπόληψις πάσης Κυβερνήσεως ἐνδιαφέρει ὁλόκληρον τὸν τόπον, καταθέτω, Μεγαλειότατε, τὴν ἐξουσίαν εἰς τὰς χεῖράς Σου, καὶ ἀμέσως σπεῦσε νὰ φέρῃς οἱανδήποτε Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν πρῶτοι ἡμεῖς θέλομεν ὑποστηρίξει, ὅπως ἀνακαλέσῃ τὰ στρατεύματα· καὶ διατί τοῦτο; Διότι εἶναι ἐνδεχόμενον κατόπιν νὰ παρουσιασθῇ περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐμφάνισις εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἑνὸς Ὑπουργείου νὰ ἐξηγῇ μίαν πολιτικήν· ἀλλ’ ὅταν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι τὴν μίαν ἡμέραν λέγωμεν, ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔχομεν, αἱ μελέται, τὰς ὁποίας ἐκάμαμεν, εἶναι νὰ ὑπερβῶμεν τὰ ὅρια, καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν λέγωμεν, αἱ μελέται, τὰς ὁποίας ἐκάμαμεν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι, εἶναι νὰ ἐπιστρέψωμεν, λέγεται αὐτὸ πολιτικὴ καὶ πολιτικὸν πρόγραμμα καὶ ἀξιοπρέπεια Κυβερνήσεως; Τὰ στρατεύματα ἐπανῆλθον καὶ ἄτακτα κινήματα ἤρχισαν νὰ γίνωνται. Εἶμαι ὑπὲρ τῶν ἐπαναστάσεων τῶν λαῶν, τῶν λαῶν, οἱ ὁποῖοι διατελοῦσιν ὑπὸ ζυγόν, ἀλλ’ εἶμαι ὑπὲρ ἐπαναστάσεων ἀληθῶν· καὶ δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἐπανάστασις τῆς Ἠπείρου, ἡ ἐπανάστασις τῆς Κρήτης καὶ τῆς Θεσσαλίας δὲν ἦσαν ἀληθεῖς· ἦσαν ἀληθεῖς, ἀληθέσταται, ἀλλ’ ὅ,τι ἰσχυρίσθη ὁ ἀξιότιμος κ. Ῥοντήρης ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἀληθές, ἀλλ’ ἄντικρυς ψευδέστατον· ἡ ἐπανάστασις καὶ τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Θεσσαλίας ὄχι μόνον δὲν ἀνεπτύχθη, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας ἐμαράνθη καὶ ἔπεσε διὰ τῆς ἀνακλήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Τοῦτο τὸ γνωρίζετε ὅλοι ὑμεῖς, τὸ γνωρίζετε, διότι ὅλοι ὑμεῖς ἔχετε τὰ τέκνα σας, τοὺς ἀδελφούς σας, τοὺς ἀνεψιούς σας, τοὺς γείτονάς σας εἰς τὴν ἐκστρατείαν ἐκείνην, καὶ σᾶς εἶπον, ὅτι, ὅταν ἔλαβον τὴν διαταγὴν νὰ ἐπανέλθωσιν, ἔκλαιον οἱ δυστυχεῖς ἐκεῖνοι, τοῖς ἔλεγον «σκοτώσατέ μας πρῶτον, καὶ ἔπειτα ἐπανέλθετε»· ἄφαντος ἐγένετο τότε ἡ φιλανθρωπία τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν. Ὄχι μόνον δὲν ὀφείλεται ἡ ἐπανάστασις εἰς τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸ, ἀλλ’ εἰς αὐτὸ ὀφείλεται ἡ καταστροφὴ τῆς ἐπαναστάσεως· καὶ δὲν ἐκφράζω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου σήμερον διὰ πρώτην φορὰν τὴν γνώμην μου, ἀλλὰ τὴν ἐξέφρασα καὶ κατὰ τὴν 25 Ἰανουαρίου 1878. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην προσεκλήθην εἰς μίαν ἰδιωτικὴν οἰκίαν, ἐν ᾗ εὑρίσκοντο διάσημοι ἄλλοι ἄνδρες, μεταξὺ τῶν ὁποίων οἱ πλεῖστοι εἰσὶν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου αὐτὴν τὴν στιγμήν· προσῆλθον καὶ ἐγὼ καὶ μοὶ ἐπροτάθη νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς ἀμύνης· δὲν λαμβάνω, εἶπον. Καὶ διατὶ ἀρνεῖσαι τὴν ὑπηρεσίαν σου; Διότι ἡ πεποίθησίς μου εἶναι, ὅτι ἡ ἀνάκλησις τοῦ στρατοῦ κατέστρεψε τὴν ἐπανάστασιν, πᾶν δὲ κίνημα, τὸ ὁποῖον θέλει γείνει, θέλει λάβει χαρακτῆρα μᾶλλον λῃστρικόν. Δὲν εἶπον λοιπὸν τοῦτο σήμερον πρῶτον, τὸ εἶπον μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἀφ’ ὅτου ἀνεκλήθησαν τὰ στρατεύματα ἀπὸ τὴν Ἠπειροθεσσαλίαν. Ἔκτοτε, ἀφοῦ εἴχομεν ἀρχίσει ἀπὸ τὸ 1877, ἔκτοτε τὸ πρόγραμμα τὸ αἰώνιον τοῦ ὑπουργείου τοῦ παρόντος ἦτο παρασκευαί, προπαρασκευαί, παρασκευαί, προπαρασκευαί· καὶ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρισκόμεθα σήμερον; εἰς τὸ νὰ μὴ ἔχωμεν τίποτε. Ὅλα τὰ προγράμματα, ὅλαι αἱ ἐπαγγελίαι τοῦ ὑπουργείου ἐγένοντο κατ’ εὐφημισμόν, διὰ νὰ μὴ μεταχειρισθῶ τὴν λέξιν, τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθη ἄλλοτε ὁ κ. Ζαΐμης, κατ’ ἐπίφασιν. Κατὰ τὸ διάστημα δὲ τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν, καὶ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν διετάχθησαν τὰ στρατεύματα νὰ ἐξέλθωσιν, ἐκάμαμεν δύο συνεδριάσεις, κατὰ πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως· ἡ Κυβέρνησις μᾶς εἶπεν, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ τῶν στρατιωτικῶν καὶ τῶν οἰκονομικῶν θέλουσι φέρει νομοσχέδια, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις εἰς αὐτὴν τὴν ἔκτακτον περίστασιν τῆς πατρίδος, καὶ τὰ νομοσχέδια αὐτὰ ἦλθον, κύριοι, καὶ ἀσυζητητεὶ δι’ ὀχλοβοῆς ἐπεψηφίσθησαν ἀπὸ τὴν Βουλήν. Τὰ στρατεύματα ἐπανῆλθον, καὶ ἐμάθετε προχθὲς ἀπὸ τὸν ἀφελῆ φίλον μου κ. Βαλτινὸν, ὁ ὁποῖος διετέλει τότε ὢν ἀρχηγὸς τοῦ ἐπιτελείου, ποῖαι ἦσαν αἱ δυνάμεις, αἵτινες ὑπερέβησαν τὰ ὅρια, καὶ ποῖαι ἦσαν τότε αἱ δυνάμεις, τὰς ὁποίας ὑπέσχετο ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἤθελε διατάξει νὰ ὑπερβῶσι τὰ ὅρια. Ἄν διαψεύδωνται αἱ ἐπαγγελίαι τῶν ὑπουργῶν ἐκείνων, δὲν διαψεύδονται σήμερον ἀπὸ ἐμέ, διαψεύδονται ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ ἐπιτελείου τῆς Ἀνατολικῆς Ἑλλάδος καὶ νῦν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.
§12ΒΑΛΤΙΝΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὅταν ὡμίλησα προχθές, εἶπον πόσος στρατὸς ἦτο πρὸ τοῦ Δομοκοῦ· τοῦτο δὲν σημαίνει δι’ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐννοεῖ τί θὰ εἰπῇ τακτικὸς στρατός, δὲν σημαίνει, ὅτι τόσος στρατὸς ἠδύνατο νὰ ἐξέλθῃ, διότι ὁ στρατὸς ἔχει καὶ πολλὰς ἄλλας ὑποχρεώσεις· ὁ στρατὸς, ἐξελθὼν ἀπὸ τὴν ὁδὸν ἐκείνην, εἶχεν ἀνάγκην νὰ φυλάξῃ εἰσόδους ἀπὸ ἄλλα μέρη· ἂν ἦσαν περὶ τὰς 5,000 πρὸ τοῦ Δομοκοῦ, ἦσαν πρὸ τῆς Σούρπης ἄλλαι τόσαι, καὶ ἄλλαι πολλαὶ θέσεις κατείχοντο, ἀλλὰ πρὸ τοῦ Δομοκοῦ τόσος ἦτον ὁ ἀριθμός.
§13Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πολὺ καλά· ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀπὸ τῆς Παρασκευῆς, ὅτε ὡμίλησε, μέχρι σήμερον, ἐμελέτησε καλλίτερον τὸ μάθημά του (ἱλαρότης). Ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, καὶ εἶναι ἔναυλοι εἰς τὰς ἀκοάς σας οἱ λόγοι αὐτοῦ, σᾶς εἶπε ποία ἦτον ἡ κατάστασις, διέταξε νὰ ἐξέλθουν 13,500 καὶ ἐξῆλθον 4,500, διότι δὲν ἦσαν εἰς κατάστασιν νὰ ἐξέλθουν περισσότεροι.
§14ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὅστις γνωρίζει τὰ σύνορα, μ’ ἐννοεῖ.
§15Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Βεβαίως, κ. Βαλτινέ, ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀξιωματικὸς τῶν γεν. ἐπιτελῶν, διὰ νὰ φέρω κρίσεις ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων· ἐγὼ ἤκουσα ἀκριβῶς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σεῖς εἴπατε.
§16ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Τότε δὲν μ’ ἐνόησατε.
§17Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ αὐτὸ ἀνέφερον, καὶ ἀναφέρομαι εἰς τὴν συνείδησιν ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς....
§18ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§19Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ τοῦ ἔθνους, τὸ ὁποῖον ἤκουσε τῆς φωνῆς τοῦ ὑπουργοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Καὶ δὲν εἶναι τὸ μόνον σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον εὑρέθητε, κ. Βαλτινέ, εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὸ παρὸν ὑπουργεῖον, εἶναι πολλὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ θὰ σᾶς ἀναφέρω. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἴδετε μετὰ ποίας λεπτότητος, μετὰ ποίας φοβερᾶς καὶ σιδηρᾶς ἀρνήσεως δὲν δέχεται νὰ εἴπῃ τίποτε εἰς τὴν Βουλὴν, ἐξ ἐκείνων μάλιστα, τὰ ὁποῖα εἶναι καθῆκόν του ν’ ἀναφέρῃ· ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν προχθὲς μικροῦ δεῖν ἐνόμιζέ τις, ὅτι ἐκήρυξε τὸν πόλεμον. Ὁ κ. Βαλτινὸς ἔγραψεν, ὅτι ξένοι ἀξιωματικοὶ εἶναι περιττοὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα· τοῦτο τὸ ὑπεστήριξαν καὶ πλεῖστοι ἄλλοι ἀξιωματικοὶ Ἕλληνες. Τὸ ὑπουργεῖον τὸ οἰκουμενικὸν ἔφερε νομοσχέδιον πρὸς ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, καὶ εἴπομεν, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ φέρωμεν ξένους ἀξιωματικοὺς, καὶ ὄχι μόνον κατὰ τὸ 1877, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ 1878 ἡ ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ἐπιτροπὴ ἔφερεν ἔκθεσιν, διὰ τῆς ὁποίας ῥητῶς ἔλεγεν, ὅτι πρέπει νὰ καλέσωμεν καὶ εἰς τὸν οἰκονομικὸν στρατιωτικὸν κλάδον ἀνώτερον ἀξιωματικὸν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ὅπως κανονίσῃ τὰ τοῦ κλάδου τούτου.
§20Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Καὶ διατί δὲν ἐξετελέσθη;
§21Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐρωτήσατε τὸ ὑπουργεῖον, παρακαλῶ. Καὶ ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς ὑπεστήριξε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐκθύμως, καὶ ἐγὼ ἔλαβον τότε τὴν τιμὴν νὰ τὸ ὑποστηρίξω, καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐπεψηφίσθη καὶ ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους, καὶ ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους, ἀκριβῶς διὰ νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ. Ἀλλὰ τέλος πάντων τὰ στρατεύματα ἀνεκλήθησαν, ἐπῆλθε πλέον ἡ ἡσυχία· προσεκλήθη ἡ Βουλὴ τῷ 1878, εἰς τὴν Βουλὴν ἐκείνην ἐξετέθησαν τὰ πράγματα, τὸ ὑπουργεῖον ἦλθε καὶ ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Βουλήν, ὅπως τῷ χορηγήσῃ τὰ μέσα διὰ 35,000 στρατοῦ· εἶπεν, ὅτι ἡ πεποίθησίς του, ὅτι τὸ πρόγραμμά του τὸ πολιτικὸν καθαρῶς εἶναι αὐτὸ, καὶ ὅτι μένει ἀκλόνητον τὸ ὑπουργεῖον εἰς τὰς πεποιθήσεις του αὐτάς, καὶ ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασίν του αὐτήν, καὶ τὸ ὑπουργεῖον ἐπανῆλθεν, ἀφοῦ ἔπεσε τὸ ζήτημα τῆς ἐφεδρείας, μὲ νέον νομοσχέδιον, τὸ περὶ ἐθνοφυλακῆς, καὶ ἡ Βουλὴ ἐπεψήφισεν, ἀλλὰ δὲν ἐπεψήφισε πλέον τὰς 30,000 στρατοῦ, τὸν ὁποῖον ἐζήτει ἡ κυβέρνησις ἐπεψήφισε μόνον 18,000 καὶ τὸ ὑπουργεῖον ἔμεινε πάλιν ἀκλόνητον εἰς τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ. Ἐπῆλθε τέλος πάντων κατόπιν ἡ ἀνάγκη τῆς ἀποστολῆς ἀντιπροσώπου εἰς Βερολῖνον. Μία μεγάλη δύναμις, καὶ εἶναι γνωστόν, ἡ Ἀγγλία πρώτη ἐπρότεινεν, ὅτι πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ παρασταθῶμεν ἐν τῷ συνεδρίῳ ἐκείνῳ ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἀνεχώρησε καὶ ἔφθασεν εἰς Βερολῖνον, καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν καὶ πέρυσι καὶ ἐφέτος μᾶς ἀνήγγειλεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι, καὶ ὅταν ἔφθασε καὶ ἀφοῦ ἐγένετο ἡ ἀπόφασις ἐν Βερολίνῳ, οὐδὲν αὐτὸς ἐγνώριζεν, οὐδὲν αὐτὸς οἶδε, καὶ εἰς οὐδὲν αὐτὸς συνετέλεσεν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ῥοντήρης ἐξήγαγεν ἐξ ὁμιλιῶν, τὰς ὁποίας ἔλαμον ἄλλοι βουλευταὶ εἰς ἄλλας χώρας, ὅτι εἰς αὐτοὺς τοὺς ἄνδρας ὀφείλεται τέλος πάντων τὸ 13ον πρωτόκαλλον, τὸ κυρωθὲν διὰ τοῦ 24 ἄρθρου τῆς Συνθήκης τοῦ Βερολίνου. Ἀλλὰ, κύριε Ῥοντήρη, ὁ ἴδιος ὁ Ὑπουργὸς σᾶς λέγει, ὅτι οὐδὲν εἶδε καὶ οὐδὲν γνωρίζει, ὅτι τὴν ἀπόφασιν, ἥτις ἐγένετο, ἔμαθεν ὅπως τὴν ἐμάθομεν καὶ ἡμεῖς· πῶς δύναταί τις λοιπὸν νὰ εἴπῃ τὰ ἐναντία; ὅτι ἴσως τὸ ζήτημα, ἂν δὲν παριστάμεθα καθόλου ἐν Βερολίνῳ, θὰ ἦτο λελυμένον καλλίτερον· κατ’ ἐμὲ, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία.
§22Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὅπως ἐτελειώσατε καὶ σεῖς τὸ ζήτημα, ὅταν ἐστάλητε εἰς Κέρκυραν.
§23Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σπετσῶν Βουλευτὴς ἔκαμε λόγον περὶ Κερκύρας, διότι κατὰ τὸ 1877 ἔλαβον ἐντολὴν καὶ διαταγὴν, χωρὶς νὰ ἐντραπῶ, ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μεταβῶ εἰς Κέρκυραν, τῷ ἀπαντῶ, ὅτι μετέβην, ὅτι ἐκεῖ ἔμεινα 55 ἡμέρας, ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς νὰ εἴπω ποία ἦτον ἡ ἀποστολή μου ἐκεῖ, ἀλλ’ ἀναφέρομαι εἰς τὴν συνείδησιν τῶν κ.κ. Κουμουνδούρου, Ζαΐμη, Τρικούπη, Δηλιγιάννη, πῶς ἐφέρθην καὶ πῶς ἐξεπλήρωσα τὴν ἀποστολήν μου· καὶ ποία ἡ δαπάνη, τὴν ὁποίαν κατέβαλε τὸ δημόσιον εἰς ἐμέ; 2000 μόνον δραχμάς· δὲν μετέβην ἐγὼ ἐκεῖ, διὰ νὰ δημιουργήσω ψευδεῖς ἐπαναστάσεις, ὅπως λαφυραγωγήσω τὸ δημόσιον ταμεῖον δὲν μετέβην ἐκεῖ, ὅπως κάμω τὴν ἐπανάστασιν τοῦ Λυκουρσίου, ὅπως διαπραγματευθῶ ψευδῶς μὲ τὸν Γκιουλέκα, μετέβην ἐκεῖ καὶ ἐξετέλεσα τὴν ἀποστολήν μου, πληροφορήσας τὴν Κυβέρνησιν εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκοντο τὰ πράγματα, καὶ ὅτε ἐπανῆλθον, ὁ κ. Ζαΐμης μοὶ εἶπε· προσέφερες εἰς τὴν Κυβέρνησιν μεγίστην ὑπηρεσίαν. Ταῦτα εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. Μπούμπουλη. Οὐδὲν λοιπὸν, λέγει ὁ κ. ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς, ἔπραξεν ἐν Βερολίνῳ, ὁ δὲ ἴδιος κ. Ῥοντήρης, διότι τῷ εἶπον, ὅτι ἔπλεξε στέφανον καὶ ἐπέθηκεν αὐτὸν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν, εἶπεν ἔπειτα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ψευδῶς τοῦ ἀποδίδουν αὐτὸν τὸν «κολαφισμόν». Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁμιλῶν προχθές, διὰ νὰ διασκεδάσῃ τὸν λόγον τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἀγγλίας, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν Βουλὴν τῶν κοινοτήτων εἶπεν «ἡμεῖς ἠθελήσαμεν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς εἶχεν ἐστραμμένους τοὺς ὀφθαλμούς της ἀλλαχοῦ», ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν σᾶς εἶπεν, ὅτι, ὅταν ἤκουσε τὸν λόγον αὐτὸν, ἀπετάθη εἰς τὸν λόρδον Σαλισβουρὺ, καὶ οὗτος τῷ ἐξήγησεν, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἐνόει, ὅτι τὰ βλέμματα ἦσαν ἐστραμμένα εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν. Ἀλλὰ, κύριοι, πῶς ἦτο δυνατὸν ὁ Βήκονσφηλδ, ὁ ἐπανελθὼν ἀπὸ τὸ Συνέδριον τοῦ Βερολίνου, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡμεῖς ἠτενίζομεν πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολιν, ἐνῷ ἡμεῖς παρουσιάσθημεν εἰς τὸ Βερολῖνον καὶ ὡς ἐπαῖται ἀπῃτήσαμεν μίαν ἔκτασιν γῆς, ὅπως ἐπιστημονικώτερον διαχαραχθῶσι τὰ ὅριά μας, καὶ ὅπως αὐξήσῃ ὁ προϋπολογισμός μας; Μήπως ἐπρόκειτο ὁ λόρδος Βήκονσφηλδ νὰ ἀποφανθῇ περὶ γεγονότος, τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ γείνῃ; ὁ κ. Βήκονσφηλδ ὡμίλει ἤδη περὶ πράγματος τετελεσμένου καὶ γνωστοῦ, ὁ δὲ λόρδος Βήκονσφηλδ ἤξευρε θετικῶς τί ἔλεγεν, ἤξευρε τί ἔλεγε, διότι ὁ τόπος, καὶ λέγων ὁ τόπος εἷς ξένος, πάντοτε ἐννοεῖ τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἡ Κυβέρνησις πάντοτε ἀντιπροσωπεύει τὸν τόπον, ἡ Κυβέρνησις εἶχε τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐστραμμένους ἀλλαχοῦ· ποῦ ἀλλαχοῦ; εὑρῆτέ το. Εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς συνεβούλευσε νὰ ἐξέλθουν τὰ στρατεύματα, καὶ τὸ ὁποῖον μᾶς ἄφησεν ἐκτεθειμένους· δὲν ἔλεγε λοιπὸν ὁ Βήκονσφηλδ ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἡμεῖς ἐβλέπομεν πρὸς τὴν πόλιν τοῦ Κωνσταντίνου, ἀλλ’ ἔλεγε πῶς ἐβλέπομεν καὶ ἠτενίζομεν πρὸς ἄλλην πόλιν ἄλλου μεγάλου ἀνδρὸς, μὴ ὀνομαζομένου Κωνσταντίνου, ἀλλὰ Πέτρου. Ἔρχονται δὲ κατόπιν καὶ μᾶς λέγουν: ψηφίσατε τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον «Ἤδη δὲ, ὅτε ἡ συζήτησις τῆς ὑποθέσεως περιεστράφη περὶ τὰ πραγματικὰ ζητήματα καὶ κατέστη ὁμαλωτέρα...» Εἶναι τῷ ὄντι μία παράφρασις, ἡ ὁποία γίνεται εἰς τὸν Βασ. λόγον. Ἂς χρησιμεύσῃ καὶ εἰς ἐμὲ ἡ «Ὥρα», τὴν ὁποίαν μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν θὰ θέσω εἰς τὸ πῦρ, ἵνα μὴ εὕρῃ αὐτὴν καὶ μᾶς ἀπασχολήσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἐπὶ μίαν ἔτι συνεδρίασιν, λαλῶν κατὰ τῆς «Ὥρας» (ἱλαρότης). Ἀνέγνωσα λοιπὸν ἐν τῇ «Ὥρᾳ», ὅτι ἡ ἐφημερὶς τῆς Κωνσταντινουπόλεως «Θράκη» ἔχει ὑπόμνημα τῶν ἡμετέρων ἀντιπροσώπων ἐν Κων|πόλει, τῆς 5|17 Δεκεμβρίου, πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν τῆς Τουρκίας, καὶ ἐν τῷ ὑπομνήματι τούτῳ ἀνέγνωσα τὰ ἑπόμενα, τὰ ὁποῖα λέγουν οἱ ἰδικοί μας οἱ ἀντιπρόσωποι. «Οἱ κ. κ. ὀθωμανοὶ πληρεξούσιοι, ἀποκρούσαντες μὲν ἀλληλοδιαδόχως καὶ τὴν βορείαν γραμμὴν καὶ τὴν γραμμὴν τῆς μισγαγκείας, ὑποδείξαντες δὲ ὡς ἁπλῆν σκέψιν πρὸς συζήτησιν γραμμὴν μεσημβρινὴν, σπεύδουσι νὰ προσθέσωσιν, ὅτι καὶ αὐτὴ ἔτι ἡ γραμμὴ παρουσιάζει ἄτοπα ἀνάλογα πρὸς τὰ τῆς γραμμῆς τῆς μισγαγκείας καὶ ἑπομένως, θεωροῦντες τὴν ὁροθέτησιν ὡς ὑποκειμένην εἰς συζήτησιν καὶ εἰς τροποποιήσεις, ἐπιφυλάσσονται καταφανῶς νὰ καταβιβάσωσιν αὐτὴν ἔτι κατωτέρω καὶ νὰ περιορίσωσιν αὐτὴν σχεδὸν εἰς τὴν γραμμὴν, ἥτις προὐτάθη ἐν Πρεβέζῃ, καὶ ἥτις ἀνεκηρύχθη ἀπαράδεκτος. Οἱ Ἕλληνες πληρεξούσιοι λυποῦνται, μὴ δυνάμενοι ν’ ἀκολουθήσωσι τοὺς ἐντίμους αὐτῶν συναδέλφους ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τούτου. Λυποῦνται δ’ ἔτι μᾶλλον, βεβαιοῦντες, ὅτι ἡ διάστασις τῶν βουλευμάτων ἡ ἐκδηλωθεῖσα κατὰ τὰς ἐν Πρεβέζῃ διαπραγματεύσεις προέβη ἐπὶ πλέον ἐπιταθεῖσα κατὰ τὰς ἐνεστώσας διαπραγματεύσεις. Ἡ συζήτησις, περιστραφεῖσα ἐντὸς κύκλου, εὑρίσκεται σήμερον ἐπανελθοῦσα εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον, ἐφ’ οὗ αἱ προηγούμεναι διαπραγματεύσεις ἔμελλον ἀναγκαίως ν’ ἀποτύχωσι» Τοῦτο δὲ οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος ἐν Κ|πόλει τὸ γράφουν πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν τὴν 5 Νοεμβρίου, ὁ δὲ Βασ. λόγος ἀνεγνώσθη τὴν 20 Ὀκτωβρίου, καὶ ὁ Βασιλεὺς ἐπληροφόρησεν ἡμᾶς, ὅτι τὸ ζήτημα, περιστρεφόμενον περὶ τὰ πραγματικὰ μέρη, εἶναι ἕτοιμον νὰ λυθῇ. Τί πταίω ἐγὼ λοιπὸν, ἂν λέγω εἰς τοὺς κ.κ. ὑπουργοὺς, ὅτι ὅ,τι ἔθεσαν εἰς τὸ στόμα τοῦ Βασιλέως καὶ ὅ,τι θέλουν νὰ θέσουν εἰς τὸ στόμα τῆς Βουλῆς ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν Βασιλέα, δὲν εἶναι ἀληθές; Αὐτοὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἰδικῆς μας λέγουσι τοῦτο, διὰ τοῦ ὑπομνήματος τῆς 5|17 Νοεμβρίου. Τῷ ὄντι, κύριοι, κατὰ τὰς ἐξωδίκους πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχομεν, καὶ τὰς ὁποίας ἠρνήθησαν νὰ μᾶς δώσουν οἱ κ. κ. ὑπουργοί, ἂν ψηφίσωμεν τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασ. λόγον, ὅπως συνετάχθη παρὰ τῆς ἐπιτροπείας τῆς ὑπουργικῆς φάλαγγος, θέλομεν ψευσθῆ· καὶ μὴ νομίσητε, ὅτι ἀρκεῖ μία πλειονοψηφία πάντοτε νὰ κάμῃ τὸ λευκὸν μέλαν καὶ τὸ μέλαν λευκόν· θὰ ἐπέλθουν τὰ πράγματα, θὰ ἐπέλθουν τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα καὶ ἐπῆλθον δυστυχῶς πρὶν ἢ ἀκόμη ἐπιψηφίσωμεν τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασ. λόγον, καὶ τὰ ὁποῖα θὰ διαψεύσουν τὰ λεγόμενα. Αὐτὰ, κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα, διότι δὲν ἐπεθύμουν νὰ ἐπανέλθω εἰς ὅ,τι οἱ ἄλλοι εἶπον· ἄλλοι δὲ ἱκανώτεροί μου, γνωρίζοντες τὰ πράγματα, πιστεύω, ὅτι ἔτι περισσότερον θέλουσιν ἐξελέγξει αὐτὰ κατὰ τὴν παροῦσαν συζήτησιν. Εἰσέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τὸ ἐκλογικόν. Εἶπεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν· ἐξετοξεύθησαν καθ’ ἡμῶν συκοφαντίαι ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου μέχρι σήμερον, καὶ τὰς συκοφαντίας αὐτὰς ἠθέλησα σήμερον ν’ ἀνασκευάσω διὰ τῆς τριημέρου ἀγορεύσεώς μου. Προσέτρεξεν εἰς ὅλα τὰ τυπογραφεῖα καὶ εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας, καὶ παντοῦ τῷ ὄντι τὰ φάσματα, τὰ ὁποῖα ἔλεγεν, ὅτι βλέπει ἐνώπιόν του ὁ κύριος Οἰκονόμου, τὰ εἶχε πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν του ὁ κύριος Ὑπουργὸς, καὶ λαμβάνων μίαν ἐφημερίδα εἰς τὰς χεῖρας, εἶχε πάντοτε ὑπ’ ὄψιν του τὸν ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν κ. Τρικούπην, ὡς ἂν ἔπρεπε νὰ συζητῶνται ἐδῶ αἱ διατριβαὶ τῶν ἐφημερίδων Ἑλληνικῶν τε καὶ ξένων. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ κ. ὑπουργὸς, ὅτι αἱ ὑπουργικαὶ ἐφημερίδες, πληρωνόμεναι ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον, κατεσυκοφάντησαν ἀληθῶς πάντοτε τὴν ἀντιπολίτευσιν, καὶ προέβησαν μάλιστα καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε νὰ παραχαράξουν καὶ αὐτὰ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς καὶ ν’ ἀναφέρουν, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ ἐῤῥέθη ὅ,τι οὐδεὶς οὐδέποτε τῶν βουλευτῶν ἤκουσε· καὶ ἐν τούτοις ἡμεῖς οὐδέποτε ἐκάμομεν ἀντικείμενον συζητήσεως τὰς ὑπουργικὰς ἐφημερίδας. Ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν δὲν εὗρεν ἀρκοῦσαν ἱκανοποίησιν, ὅπως ἐκχύσῃ τὴν χολήν του ἀναγινώσκων τὰς ἐφημερίδας, προσέτρεξε καὶ εἰς νεκροταφεῖα, καὶ ἔφερεν ἀπὸ ἐκεῖ λόγους, τοὺς ὁποίους ἠθέλησε νὰ ἀνατάμῃ ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ βήματος, πρᾶγμα πρωτάκουστον, τὸ ὁποῖον πρώτην φορὰν μόνος ὁ κ. Δηλιγιάννης ἔπραξε. Καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ κ. πρωθυπουργὸς πολλάκις ἀγανακτεῖ, ἀλλ’ οὐδέποτε καταφεύγει εἰς τόσον ταπεινὰ μέσα, διὰ νὰ κατηγορήσῃ τοὺς ἀντιπάλους του. Ἀλλ’ ἔστω, ὅτι εἶναι ἀληθῆ ὅσα ἐλέγετε, κ. ὑπουργὲ τῶν ἐξωτερικῶν· διατὶ δὲν τὰ ἐλέγετε κατὰ τὴν ἔκτακτον σύνοδον, ὅπως διασκεδάσητε τὴν συκοφαντίαν, ἡ ὁποία ἤρχετο νὰ σᾶς καταπνίξῃ; διατί ἐκλείσατε τόσον ἀποτόμως τὴν σύνοδον ἐκείνην; Ἡ ἀντιπολίτευσις ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου ἐπανελάμβανεν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ συγκαλεσθῇ ἡ Βουλή, ὅπως δώσῃ μεγαλειτέραν δύναμιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὴν δυσκολίαν τῶν πραγμάτων, τῶν ἀφορώντων εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα· αἱ δὲ ὑπουργικαὶ ἐφημερίδες τότε ἔγραφον, ἡ Βουλὴ αὕτη εἶναι σεσηπυῖα, ὄζει θανάτου, εὑρίσκεται εἰς διάλυσιν, εἶναι νεκρὰ, τῆς ὁποίας τὰ μέλη μόλις συγκρατοῦνται διὰ τῆς βολταϊκῆς στήλης, καὶ κατὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπε, συνεκαλέσαμεν ἐπὶ τέλους τὴν Βουλὴν, διότι δὲν ἠμπορούσαμεν νὰ ὑποφέρωμεν πλέον τὴν συκοφαντίαν σας, ὅτι δὲν συγκαλοῦμεν αὐτήν. Ἀλλ’ ἐλησμόνησε τί εἶπε τότε, καὶ προχθὲς μᾶς εἶπεν, ὅτι κάποιος ἐμπειρικὸς λόγος προεκάλεσε τὴν ἔκτακτον σύγκλησιν τῆς Βουλῆς, ἦτο δὲ οὗτος, νὰ θέσουν χεῖρα εἰς τὰ χρήματα τοῦ δανείου τῶν 60,000,000. Μετὰ τὴν λῆξιν τῆς τελευταίας συνόδου τῆς παρελθούσης Βουλῆς ἐπῆλθε σπουδαῖον γεγονός, ἡ πρόσληψις εἰς τὸ ὑπουργεῖον τοῦ τότε ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν κ. Δημητρίου Γρίβα. Ὁ Γρίβας (καὶ τὸ λέγω χωρὶς νὰ τὸν κατηγορήσω, διότι ὁ ἄνθρωπος εἶχεν αὐτὴν τὴν θέσιν πρὸς τὴν παρελθοῦσαν Βουλήν, καὶ ἠθέλησε νὰ τὴν διατηρήσῃ ἀκεραίαν), ἅμα ἀπελθούσης τῆς Βουλῆς, προσελήφθη ὡς ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ ἀνάγκη τῆς συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς ἦτο γνωστὴ ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου, διότι ἐπρόκειτο περὶ πιστώσεων ἀναφερομένων εἰς τὸ παρελθὸν ἔτος, τὰς ὁποίας ἦτον ὑπόχρεως ἡ Κυβέρνησις νὰ πληρώσῃ πρὸς ξένους, εἴτε διὰ τὴν ἐπιδιόρθωσιν τῶν πλοίων, εἴτε δι’ ἀγορὰν ἄλλων ἀντικειμένων. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν συνεκαλεῖτο, διότι τὸ ἐμπόδιον ἦτον ὁ κ. Γρίβας, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν, ὅτι μὲ τοιαύτην Βουλὴν ἐγὼ δὲν συνεργάζομαι· οἱ δὲ κκ. ὑπουργοί, αὐτοὶ ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους αὐτὴ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τέσσαρα ἔτη ὑπεστήριξεν, ἔφερον τὸν κ. Γρίβαν, ἀντικείμενον εἰς τὴν Βουλήν, καὶ καθὰ λέγεται διὰ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, ἠκούσθη, δὲν τὸ βεβαιώνω.
§24ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὰ ἄλλα τὰ διαβεβαιοῦτε;
§25ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα.
§26ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Μὲ τὸ εἶπεν ἐμὲ ὁ Γρίβας ὁ ἴδιος.
§27ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀπόδειξις, ὅτι λέγω τὴν ἀλήθειαν εἶναι, ὅτι, ὅταν ἐπῆλθεν ὁ ἐμπειρικὸς λόγος, ὁ κ. Γρίβας ἀνεχώρησε, καὶ ἀντικατεστάθη μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνόδου, ἡ δὲ βουλὴ ἐκείνη ἐναντίον ὅλων τῶν συνταγματικῶν ἐθίμων, οὔτε εἰδοποιήθη κἄν, ὅτι ὁ κ. Γρίβας ἐγένετο ὑπουργὸς, καὶ ταῦτα γίνονται, διότι οἱ Ἕλληνες βουλευταὶ δὲν ὑπῆρξαν ποτὲ ζηλότυποι τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν. Προχθὲς ἐγένετο ἐπεισόδιόν τι, ἕνεκα τῆς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Νικολόπουλος ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· δὲν θέλω νὰ ὑπερασπισθῶ τὸν κ. Νικολόπουλον, διότι ἕκαστος ἔχει δι’ ἑαυτὸν τὸ καθῆκον τοῦτο, θὰ ὑπερασπισθῶ ὅμως τὰ πράγματα, ἅτινα ἡλίου φαεινότερα φαίνονται, δὲν διαψεύδονται· τότε δύο Βουλευταὶ ἔλεγον εἰς τὸν Νικολόπουλον, σὺ ὁ ὁποῖος μετεχειρίσθης κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1874 τὴν λόγχην, ὁμιλεῖς περὶ ἐπεμβάσεων εἰς τὰς ἐκλογάς; ἐπωφεληθεὶς δὲ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς εὐκαιρίας αὐτῆς, εἶπεν, ἰδέτε, ὅτι ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου μόνος ἔλαβεν ὑπὸ τὴν ὑπεράσπισίν του τοιαύτην ὑπόθεσιν. Τὴν ἔλαβε μάλιστα, διότι ἠθέλησε νὰ ὑπερασπισθῇ τὸν νόμον, τὴν λαμβάνω καὶ ἐγὼ ἤδη ἔτι κατηγορηματικώτερον. Ἐὰν ὁ Νικολόπουλος διὰ τῆς λόγχης κατὰ τὰ 1874 παρεκώλυσε τὴν ἐλευθέραν ἐξάσκησιν τῶν δικαιωμάτων τῶν ἐκλογέων, ὁ Γρίβας ὁ συνάδελφός σας, κ. ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, τί ἔπραττε; δὲν μετέχετε καὶ σεῖς οἱ καλέσαντες τὸν κ. Γρίβαν, τὸν πρὸ πάντων ἀρχηγὸν τῆς λόγχης κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὡς συνυπουργὸν, καὶ συνεργασθέντες μετ’ αὐτοῦ; καὶ τοῦτο εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ἡ Γορτυνία, ὅταν ἔφερε τὴν ἐτυμηγορίαν της ὑπὲρ τοῦ κ. Νικολοπούλου, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν κ. Δηλιγιάννην.
§28ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§29ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι τὰ πρακτικά· ἐὰν δὲν ἦναι ἀληθῆ καὶ αὐτὰ, τότε θέλετε συμβόλαια; Δὲν ἔφερεν ἡ ἐπαρχία τὸν κ. Δηλιγιάννην ἀντιπρόσωπον, τὸν ἀπέστειλαν οἱ ἐπιδραμόντες, κατὰ τὴν φράσιν τοῦ κυρίου Πετούση, ἐκ τῶν περάτων ὑπάλληλοι. Σᾶς ἠρνήθη ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ὁ κύριος Νικολόπουλος ἀνέφερεν; ὄχι· Σᾶς εἶπε μόνον, ὅτι τῷ ὄντι ὁ Ἀθανάσιος Ῥηγόπουλος, ὁ Α, Β, ὁ Γ, Δ. ἐπῆγαν εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἀφοῦ παρῃτήθησαν, διὰ νὰ ἐξασκήσουν τὰ δικαιώματά των, οὐδεμίαν δὲ ἠδύναντο νὰ ἐξασκήσουν ἐκεῖ ἐπιῤῥοήν, μὴ ὄντες ὑπάλληλοι· εἶπε δὲ μάλιστα ὁ κ. ὑπουργὸς, ὅτι ἔγραψεν εἰς τὸν κ. Ῥηγόπουλον, ὅταν τῷ ἔγραψε νὰ τῷ δώσῃ τὴν παραίτησίν του, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὴν λάβῃ· ἀλλ’ ὁ κ. Ῥηγόπουλος διὰ μικρᾶς ἐκθέσεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀνέπτυξε τὰς συνταγματικὰς θεωρίας του, ἔπεισε τὸν κ. Δηλιγιάννην, ὅτι τῷ ὄντι αὐτὸ εἶναι συνταγματικόν, ὅτι δὲν θεωρεῖται ὡς ἐπέμβασις, καὶ πρέπει νὰ δώσῃ ἄδειαν εἰς ἑκατὸν ὑπαλλήλους, νὰ μεταβοῦν εἰς τὰς ἐκλογὰς νὰ ἐνεργήσουν, καὶ ἔπειτα νὰ διορισθοῦν πάλιν. Νέα συνταγματικὴ θεωρία τοῦ κ. Ἀθ. Ῥηγοπούλου, ἀσπασθεῖσα ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν. Μάτην λοιπὸν ὁ κ. Φωτήλας ἐπεκαλέσθη προχθὲς τὸν κ. Βιβιὲν καὶ τὰς συνταγματικὰς θεωρίας τοῦ 1838· ἔπρεπε νὰ μελετήσῃ πρὸ πάντων τὸ συνταγματικὸν πονημάτιον τοῦ κ. Ῥηγοπούλου.
§30ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον.
§31ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀπαντήσας ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν καὶ τῶν οἰκονομικῶν εἰς τὸν κ. Τρικούπην, εἰπόντα, ὅτι εἴς τινας τῶν ἐπαρχιῶν ἐξησκήθη πίεσις τῆς ἐξουσίας κατὰ τῶν ὑποψηφίων τῆς ἀντιπολιτεύσεως, εἶπε μετὰ τοῦ μορφασμοῦ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον κάμνει συνήθως ὅταν θέλῃ νὰ ὁμιλήσῃ περὶ πράγματος, τὸ ὁποῖον γνωρίζει μὲν καὶ ἐνδιαφέρεται, ἀλλὰ προσποιεῖται ὅτι δὲν τὸ ἐνθυμεῖται, «καθόσον ἐνθυμοῦμαι περισσότεραι ἐκλογαὶ κατεκρίθησαν τῶν ἀντιπολιτευομένων καὶ ὀλιγώτεραι τῶν συμπολιτευομένων». Καὶ αὐτὸ εἶνε ἀληθὲς, διότι ὅ,τι ἦτο δίκαιον εἰς τὰ Κύθηρα ἦτον ἄδικον εἰς τὸ Μεσολόγγιον, ὅ,τι ἐθεωρεῖτο δίκαιον εἰς τὴν Κραναίαν ἐθεωρεῖτο ἄδικον εἰς τὴν Ἠλείαν, τὴν Γορτυνίαν, τὴν Θήραν. Ἀληθὲς εἶναι, διότι βεβαίως δὲν ἐπεθυμήσαμεν νὰ καταστήσωμεν τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν ὑπουργικὰ ζητήματα, διότι ὅ,τι ἦτο δίκαιον εἰς τὸ Οἴτυλον δὲν ἦτο δίκαιον εἰς τὰς Πάτρας. Ἀλλ’ ἠμάρτησεν ὁ κ. Τρικούπης, διότι μετὰ τὰς ἐκλογὰς περιῆλθε Νομούς τινας· τίνας Νομούς; Ὁ κ. Τρικούπης ἐκ Μεσολογγίου μετέβη νὰ ἐπισκεφθῇ τὸν φίλον του κ. Λομβάρδον εἰς Ζάκυνθον, ἐξῆλθε δὲ εἰς Πάτρας, διότι ἐκεῖ σταθμεύει τὸ ἀτμόπλοιον, καθὼς ἐγὼ εἶμαι ἠναγκασμένος, ὅταν ἔρχωμαι ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου, νὰ διέλθω ἐκ τοῦ Νομοῦ τῆς Ἀργολιδοκορινθίας. Καὶ ἰδοὺ τὸ μέγιστον ἁμάρτημα, καὶ ἰδοὺ ὁ κ. Τρικούπης ἐδεῖτο εἰσαγγελέως· διὰ τί; διὰ τὰ συμβάντα ἐν Πάτραις. Κατεκρίθη ὁ κύριος Τρικούπης, ὅτι ὑπερησπίσθη τὰς ἐκλογικὰς παραβάσεις εἰς Γορτυνίαν, καὶ ὅτι ἔθεσαν ὑπὸ τὴν ὑπεράσπισιν αὐτοῦ τὸ ἐπεισόδιον ἐκεῖνο, κατὰ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος ἔθεσεν ὑπὸ τὴν προστασίαν του τοὺς ἀνθρώπους τῶν καπηλείων ἐν Πάτραις, ἀδιαφορησασῶν τῶν ἀρχῶν, ὅπως ὅμως μαρτυρηθῇ ἡ διοικητικὴ ἔκλυσις, δὲν ἐδεῖτο εἰσαγγελέως; Καὶ τὴν ἐκδρομὴν τὴν ἰδικήν του εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Νομοῦ τῆς ἐπαρχίας του κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν πῶς τὴν θεωρεῖ ὁ κ. Δηλιγιάννης; Ἐὰν δῆται εἰσαγγελέως ἐκδρομὴ, δεῖται ἡ ἐκδρομὴ αὕτη, διότι ἐγένετο πρὸς ἐπηρεασμὸν τῆς ἐκλογῆς, καὶ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τριάκοντα ψῆφοι, ἂν μετετίθεντο εἰς τὴν ἐπαρχίαν Γορτυνίας, ὁ κ. Δηλιγιάννης δὲν ἤθελεν εἶσθαι σήμερον Βουλευτής.
§32ΚΟΡΙΖΗΣ. Δὲν ἐπῆγεν εἰς τὴν Γορτυνίαν.
§33ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διῆλθε λοιπὸν τὸν Νομὸν Ναυπλίας καὶ κατέληξεν εἰς τὸν νομὸν τῆς Ἀρκαδίας, ἔνθα ὑπάγεται ἡ ἐπαρχία του. Ἀλλὰ τὸν κ. Δηλιγιάννην καὶ ἐκεῖ τὸν ἐσυκοφάντησαν καὶ τὸν κατεδημοκόπησαν’ ποῖοι κύριοι; ὁ Μπούκουρας. Καὶ μᾶς εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς, ὅτι ἐκεῖ οἱ ἀντιπολιτευόμενο ἔλεγον, ὅτι θὰ ἐπιβάλουν φόρον εἰς τὰς γυναῖκας, ἐὰν μείνουν οἱ παρόντες ὑπουργοὶ, καὶ οἱ Γορτύνοι τὸ ἐπίστευσαν, ὅπως βεβαιωθῇ τὸ ὑπὸ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου λεγόμενον, ὅτι κατὰ τὰς παρούσας ἐκλογὰς ἀπεδείχθη ὁ ἐκπολιτιστικὸς προορισμὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Ἀλλ’ ὅταν οἱ Γορτύνιοι ἐπίστευσαν, ὅτι θὰ ἐπιβληθῇ φόρος εἰς τὰς γυναῖκας αὐτῶν, ποῦ εἶναι τότε ὁ ἐκπολιτιστικὸς αὐτὸς προορισμὸς τῶν Γορτυνίων; (ἱλαρότης.) Ἀπὸ τῆς ἰδίας ἕδρας κατὰ τὸ 1877, ὅταν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἦτον ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης, μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἐξήρχετο πάντοτε ἡ φωνὴ καὶ ἡ πίεσις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, πρέπει νὰ ὑποσχεθῇς, ὅτι θὰ ἐπαναφέρῃς τὴν Βουλήν. Καὶ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ κόμμα αὐτὸ, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ ἀνῆκον, εἶπεν εἰς τὸν μακαρίτην Δεληγεώργην, ὅτι πλήρη τὴν ἐμπιστοσύνην μας ἔχεις, ἀλλ’ ὅπως ἔχουσι τὰ πράγματα τῆς Ἀνατολῆς, πρέπει νὰ ὑποσχεθῇς, ὅτι τάχιστα θὰ ἐπανέλθῃ ἡ Βουλὴ, διότι πρέπει τὸ Ἔθνος νὰ ἦναι παρὸν, καὶ ὁ μακαρίτης τὸ ὑπεσχέθη. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν, ποία ὑπῆρξεν ἡ διαγωγὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχήν; Καὶ δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ εἰσέλθω εἰς αὐτὰ τὰ ζητήματα· ἀλλ’ ὁ κ. Δηλιγιάννης μὲ προεκάλεσε, καὶ θὰ τὸν ἀκολουθήσω κατὰ βῆμα. Τότε ὁ κ. Δηλιγιάννης εἶχε καί τινας παρακαθημένους, τέσσαρας ἢ πέντε, νομίζω, καὶ εἰς πᾶν ζήτημα ὑπουργικὸν ἐψηφοφόρει κατὰ, μέχρις οὗ εὑρεθῇ ὁ φιλοσοφικὸς λίθος. Τὸ Ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου, προσεβλήθη τότε ἐν τῇ Βουλῇ, ἔχασε τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης ἐσχημάτισεν ὑπουργεῖον. Τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο, ἅμα εἰσελθὸν εἰς Βουλὴν, προσεβλήθη, ὅτι δὲν ἔχει τοὺς τύπους τοὺς κοινοβουλευτικοὺς ἢ τοὺς συνταγματικούς. Καὶ συζήτησις ἐγένετο σφοδρὰ, καὶ ἡμεῖς ὑπερησπίσθημεν τὸ Ὑπουργεῖον καὶ προσεβάλομεν τοὺς προσβαλόντας τὸν μακαρίτην Δεληγεώργην, ὅτι δὲν ἔχουν δίκαιον νὰ προσβάλουν Ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου τὰς πράξεις δὲν εἶδον. Ἐτέθη ζήτημα ψηφοφορίας. Ὁ κ. Δηλιγιάννης δὲν ἔλαβε κἂν τὸν λόγον· καθ’ ἣν ὅμως ὥραν ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ψηφοφορία, εἶπεν· Ἐπειδὴ θέλω νὰ ἦμαι συνεπὴς καὶ ἐπειδὴ δὲν θεωρῶ κανὲν Ὑπουργεῖον ἐπαρκὲς, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν εἶμαι καὶ ἐγὼ, θὰ ψηφοφορήσω κατά. Κατακρινόμεθα λοιπὸν ἡμεῖς καὶ διὰ τὰς πράξεις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ κατακρινόμεθα ἀπ’ αὐτὸν τὸν ἴδιον. Προχθὲς ἐδικαιολόγησε τὴν λῆξιν τῆς Βουλῆς ὁ κύριος Δηλιγιάννης. Δὲν ἔχω τὰς αὐτὰς ἰδέας μετ’ αὐτοῦ· ἴσως αἱ ἰδέαι του νὰ ἦναι ὀρθότεραι, ἴσως τὸ πόνημα τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου τοῦ κ. Ῥηγοπούλου νὰ ἦναι τελειότερον, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν τὸ ἀνέγνωσα. Τὸ ὑπουργεῖον κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ προέδρου ἐκέρδισε μὲ δύο ψήφους, κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀντιπροέδρων ἔχασε, κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν ἐπιτροπῶν ἦλθεν εἰς ἰσοψηφίαν μὲ τὴν ἀντιπολίτευσιν, καὶ τότε ἐνόμισεν, ὅτι εἶναι ἡ καταλληλοτέρα περίστασις νὰ δώσῃ τὴν παραίτησίν του· ἦτο συνταγματικὴ εὐαισθησία, ἡ ὁποία ὑπηγόρευσεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον νὰ παραιτηθῇ. Προσεκλήθησαν ὁ κύριος Τρικούπης καὶ ὁ κύριος Ζαΐμης εἰς τὰ Ἀνάκτορα, ἐξέθεσαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἔκτακτον Σύνοδον τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέφερον εἰς τὸν Βασιλέα, καὶ διὰ τῶν ὁποίων ὑπεστήριξαν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον πρέπει νὰ μείνῃ καὶ ὅτι πρέπει νὰ δώσῃ τὴν παραίτησίν του μετὰ συζήτησιν, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὴν πλειοψηφίαν, ἀλλ’ ἐὰν ἐπιμένῃ νὰ παραιτηθῇ καὶ νὰ ἀνατεθῇ εἰς ἡμᾶς νὰ σχηματίσωμεν ὑπουργεῖον, ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα ἄνευ τῆς λήξεως τῆς Βουλῆς νὰ σχηματίσωμεν αὐτό. Ἀλλ’ ὁ Βασιλεύς, λέγουν, ἔκαμε χρῆσιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν ἡ ἀντιπολίτευσις, δώσας τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς προνομίας εἰς τὸ καθεστὼς Ὑπουργεῖον. Καὶ τοῦτο μὲν βεβαίως ἦτο δικαίωμα τοῦ Βασιλέως, ἀλλὰ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον γίνεται πάντοτε κατὰ συμβουλὴν τοῦ Ὑπουργείου, καὶ καθ’ ὅσον εἶχε δικαίωμα ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ ζητήσῃ τὴν λῆξιν, κατὰ τοσοῦτον τὸ Ὑπουργεῖον δὲν εἶχεν αὐτὸ τὸ δικαίωμα. Ἡ ἀντιπολίτευσις ἐπροσκαλεῖτο εἰς τὰ πράγματα εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ δὲν εἶχεν ἐνώπιόν της παρὰ ζωὴν πέντε ἢ ἓξ συνεδριάσεων· ἡ Σύνοδος ἦτον ἔκτακτος, ὁ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον συνεκαλεῖτο, ἦτον ἄγνωστος εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἥτις ἐκαλεῖτο νὰ σχηματίσῃ ὑπουργεῖον. Βασιλικὸν λόγον δὲν εἴχομεν, εἰς τὸ διάταγμα δὲν ἐλέγετο ὁ λόγος τῆς συγκαλέσεως οὐδὲ λόγος ὑπουργοῦ ἐδήλωσε τὸν σκοπόν. Ἐρωτῶ λοιπὸν ὑμᾶς, ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἡ ὁποία ἤθελεν ἔλθει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τί ἤθελεν εἴπει; δὲν ἤθελεν εὑρεθῆ ἐκπεπληγμένη, εὑρισκομένη ἐντὸς τοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον ἐπροσκαλεῖτο δι’ ἔκτακτον περίστασιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἐγνώριζε; δὲν ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην, ὅπως καὶ τότε εἶπεν ὁ κ. Τρικούπης ἅμα ἀπηύθυνέ τις ἐρώτησιν εἰς τὸ ὑπουργεῖον, νὰ ἀνταπευθύνῃ ταύτην εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἵνα λάβῃ πληροφορίας; Ὁ Βασιλεὺς ἦτο κύριος νὰ μεταχειρισθῇ τὴν προνομίαν ὑπὲρ τοῦ ὑπουργείου, ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ τὴν διάλυσιν, καὶ οὐχὶ τὴν λῆξιν.
§34ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως κ. Ζαΐμης εἶπεν ἄλλα.
§35ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε. Τὸ ὑπουργεῖον ὤφειλεν, ἀφοῦ ἤρξατο ἡ συζήτησις, νὰ ἔλθῃ νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, καὶ ἐνδεχόμενον ἐκ τῆς συζητήσεως, ἐκ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἤθελε φέρει, νὰ μὴ ἔχανε τὴν πλειοψηφίαν· ἀλλ’ ἂν τὴν ἔχανεν, ἔπρεπε νὰ μεταβῇ εἰς τὸν Βασιλέα καὶ νὰ εἴπῃ· λάβετε, Μεγαλειότατε, τὴν παραίτησίν μου, σᾶς συμβουλεύω ὅμως νὰ κάμητε χρῆσιν τῆς διαλύσεως, οὐδέποτε δὲ τῆς λήξεως. Εὑρέθημεν εἰς ἀντίφασιν, κ. Ἀναστασόπουλε, διότι ἡμεῖς μὲν εἴχομεν τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐγένετο κακὴ χρῆσις τῆς προνομίας, ὁ δὲ κ. Ζαΐμης εἶχε τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐγένετο κἄτι τι περισσότερον, καὶ ἐζήτησε συνέλευσιν, ἐνῷ ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη (Θόρυβος). Ὁ κ. Λομβάρδος προχθὲς παρεκάλεσε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν νὰ καταθέσῃ, εἰ δυνατὸν, εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ὁδηγίας, τὰς ὁποίας εἶχεν ὅταν μετέβη εἰς τὸ Βερολῖνον· ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργός, διὰ τοῦ διπλωματικοῦ τρόπου, ὁ ὁποῖος πρὸ πάντων τὸν χαρακτηρίζει, εἶπεν, ὅτι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ὑφίσταντο καὶ τότε, ὑφίστανται καὶ τώρα, καὶ θέλουν ὑφίστασθαι μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων. Αἱ ὁδηγίαι εἶναι τι κρύφιον Ἀφοῦ αἱ ὁδηγίαι, τὰς ὁποίας εἶχεν ὁ λόρδος Βήκονσφηλδ, ὁ λόρδος Σαλισβουρὺ, ὁ πρωθυπουργὸς τῆς Γαλλίας, παρουσιάσθησαν εἰς τὸ κοινοβούλιον, ἡμεῖς ποῖον σύστημα ἠκολουθήσαμεν; τὸ τῆς μυστικότητος, καὶ τοῦτο, διότι δὲν ἔχομεν νὰ ἐπιδείξωμεν τίποτε. Δὲν πιστεύω δὲ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ προσβληθῶσι τὰ συμφέροντα τῆς ἐπικρατείας ἐκ τῆς γνώσεως τῶν ὁδηγιῶν, τὰς ὁποίας εἶχεν ὁ ὑπουργός, διότι, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι εἶχεν ὁδηγίας νὰ πάρῃ οὐ μόνον τὴν Κ)πολιν, ἀλλὰ καὶ νὰ προοδεύσῃ, ὡς ὁ μέγας Ἀλέξανδρος, μέχρι τῶν Ἰνδιῶν, ἡ γνῶσις τούτου κατὰ τί ἤθελε βλάψει; Μυστικότης λοιπὸν, ἥτις εἶναι προϊὸν ἡμῶν τῶν βουλευτῶν, διότι ἡμεῖς, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ὑπήρξαμεν ποτὲ ζηλότυποι τῶν δικαιωμάτων μας· δὲν ἐννοῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ πιέσῃ μίαν κυβέρνησιν, ὅπως προδώσῃ τὰ μυστήρια τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος· ἀλλ’ ὅταν ἦναι ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ τὰ γνωρίζωμεν, χάριν τοὐλάχιστον τῆς φιλοτιμίας μας αὐτῆς, τὴν ὁποίαν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ ἔχουν συμφέρον νὰ περιποιῶνται, διατί σιωποῦν προφασιζόμενοι; Χιλιάκις ἐῤῥέθη παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν ἡ αὐτὴ πρόφασις, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι ἐκκρεμὲς, δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ γνωστοποιήσω τὰ περὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, καὶ μόλις ἐξηρχόμεθα τοῦ βουλευτηρίου, τὰ τηλεγραφήματα τοῦ Χαβᾶς καὶ τοῦ Ῥέουτερ, αἱ ἐξωτερικαὶ ἐφημερίδες τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῆς Δύσεως μᾶς ἔφερον ὅ,τι ἡμεῖς ἐζητοῦμεν ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν καὶ δὲν τοῦ ἦτον ἐπιτετραμμένον νὰ τὸ γνωρίζωμεν· τουτέστιν ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους τελευταῖοι μανθάνομεν τὰ ἀφορῶντα εἰς τὰ συμφέροντα αὐτοῦ ζητήματα. Ὀλίγα τινὰ θέλω εἴπει καὶ περὶ τοῦ δανείου· πιστεύω δὲ, ὅτι ἄλλοι ἱκανώτεροί μου θέλουσι πραγματευθῆ ἐν ἐκτάσει τὸ ζήτημα καὶ κρίνει τὴν διαγωγὴν τῆς σημερινῆς ἀντιπολιτεύσεως πρὸς τὴν διαγωγὴν τοῦ κ. Δηλιγιάννη κατὰ τὸ 1874, ὅτε κατηγόρησε τὸ Ὑπουργεῖον Δεληγεώργη, ὅπου καὶ ἐγὼ ἤμην σύμφωνος τότε. Εἰς τὸ δάνειον τοῦτο ἔθεσε χεῖρα τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἔλαβε πέντε ἑκατομμύρια, τρία ἑκατομμύρια διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, καὶ δύο τὰ ἔντοκα γραμμάτια. Δὲν θὰ ἀρνηθῶ ποτὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος μου τὰ μέσα πρὸς διοίκησιν τοῦ τόπου· ἀλλὰ δὲν θὰ ἐπιτρέψω εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ κατηγορῇ τῶν ἄλλων, ὅτι ὅσα λέγουν, ὅσα πράττουν, τὰ λέγουν ἀπὸ φθόνον καὶ πρὸς συκοφαντίαν, θὰ ἀποδείξω πρὸς αὐτὸν, ὅτι κατὰ τὰ 74, ὅτε ὑπέγραψε κατηγορητήριον κατὰ τοῦ Ὑπουργείου Δεληγεώργη, εἶχεν αὐτοὺς τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἔχει σήμερον ἡ ἀντιπολίτευσις, ἡ ὁποία δὲν κάμνει κατηγορητήριον, ἀλλὰ συζητεῖ, καὶ τὴν συζήτησιν ταύτην ἀποκαλεῖ συκοφαντίαν. Διατί ἐζήτησε τότε νὰ διορισθῇ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ κατὰ τοῦ Ὑπουργείου Δεληγεώργη; Διότι ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης τότε ἐνήργησε τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς πρὸ τοῦ ἀπαιτουμένου καιροῦ καὶ συνεκάλεσε τὴν Βουλὴν μετὰ τὸν προσδιωρισμένον καιρὸν παρὰ τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐξώδευσε κατὰ τὸν μῆνα Ἰανουάριον τοῦ 74 ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς, ὅτι παρεβίασε τὸ δικαίωμα τῶν ἐν ὑπαίθρῳ συνεδριάσεων, διαλύσας τὴν συνάθροισιν τῶν φοιτητῶν τοῦ πανεπιστημίου, καὶ ἄλλα τοιαῦτα. Λοιπὸν ὁ κ. Δηλιγιάννης θέλει νὰ ὑπάρχουν δύο συνταγματικὰ δίκαια, δύο πήχεις, δύο σταθμὰ, τὰ ὁποῖα νὰ μεταχειρίζεται ἐναλλὰξ, τὸ ἓν, ὅταν εὑρίσκεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ τὸ ἕτερον ὅταν εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, οὐδέποτε δὲ νὰ ἐπιτρέπῃ νὰ τοῦ εἴπουν λέξιν, διότι ἀμέσως ὀνομάζεται συκοφάντης. Κατηγορήσαμεν, κύριοι, ὅτι εἴς τινας ἐπαρχίας ἐγένοντο ἐπεμβάσεις, καὶ ἔχομεν σήμερον, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν, τὰς ἀποδείξεις, τὰς ὁποίας ἠδυνάμεθα νὰ συλλέξωμεν, καὶ τὰς ὁποίας εὐχαρίστως τινὲς ἐκ τῶν ἰδίων ὑπαλλήλων μᾶς ἐχορήγησαν διὰ τῆς ὑπογραφῆς των. Σήμερον ἡ φατριαστικὴ διοίκησις ἀνυψώθη εἰς ἐποποιΐαν, οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ἀνήκοντες ἀποκλειστικῶς εἰς φατρίαν, καυχῶνται ἐπὶ τούτῳ, διὰ τῆς ὑπογραφῆς των. Ἀκούσατε τί γράφει διὰ τῆς ὑπογραφῆς του εἷς ἀνώτερος διοικητικὸς ὑπάλληλος, ὁ νομάρχης Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας κ. Καλαμίδας. «Πάντες γινώσκουσιν, ὅτι ὁ σοφὸς Πλάτων ἐδογμάτιζεν, ὅτι «ἄτιμός ἐστιν ὁ μὴ ἀνήκων εἰς πολιτικόν τι κόμμα». Ἀκολουθῶν τοίνυν κἀγὼ τὸ Πλατωνικὸν τοῦτο δόγμα, ἀνήκω πρὸ πολλῶν ἐτῶν εἰς τὴν πολιτικὴν σημαίαν τοῦ διακεκριμένου πολιτευτοῦ κ. Κουμουνδούρου, ἀλλ’ ἀνήκω καταφανῶς καὶ δεδηλωμένως, καὶ οὐχὶ ὡς πράττουσι ἄγνωστοί τινες ἐπὶ τιμιότητι καὶ ἀμεροληψίᾳ, οἵτινές εἰσι τοσοῦτον ἐπιτήδειοι, ὥστε, ἐν ᾧ δίδουσιν ὁμολογίαν πίστεως εἰς τὴν κρατοῦσαν πολιτικὴν, ἕως ἂν λάβωσι τὸν διορισμόν των, μεταβαίνοντες εἰς τὰς θέσεις των καθίστανται χαμαιλέοντες, ὑποσχόμενοι πολιτικὴν φιλίαν εἰς ἅπαντας τοὺς πολιτευτάς, διὰ νὰ τὸ ἔχωσι μὴ μόνον δίπορτον, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, ἀλλὰ τρίπορτον, τετράπορτον, πεντάπορτον, καὶ ἐφεξῆς. Ἐπειδὴ δ’ ἐγὼ ἔχω τὸν ἡρωϊσμὸν νὰ ἐνασκῶ δεδηλωμένην πολιτικὴν, καὶ ὁμολογῶ δημοσίᾳ τε καὶ κατὰ μέρος, ὅτι ἀνήκω εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ἥ τε ἐν τῇ πρωτευούσῃ καὶ ἡ κατ’ ἐπαρχίας ἀντιπολίτευσις αὐτοῦ, πολεμοῦσα ἐκ συστήματος τὸν ἀρχηγὸν τοῦ κόμματος, ὁσάκις κατέχῃ τὴν ἐξουσίαν, ἐπιτίθεται σκληρῶς καὶ κατ’ ἐμοῦ, ὡς νομάρχου, ὁσάκις τὸ θεωρεῖ ἀναγκαῖον νὰ ἐκμεταλλευθῇ πολιτικὰ συμφέροντα.»
§36ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἤσουν νομάρχης Ἀττικῆς, τί ἤσουν;
§37ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὰ λέγει ὁ κ. Καλαμίδας. Δὲν τὸ θέλει δίπορτο ἢ πεντάπορτο. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Βουδούρην, ὁ ὁποῖος προχθὲς ἐθυμώθη, τίς ἦτο νομάρχης Χαλκίδος κατὰ τὰ 1874; Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ὅταν ἐπαύθη ἀπὸ τὴν θέσιν τοῦ Νομάρχου κατὰ τὰ 75 ὁ κ. Καλαμίδας, ἡ ἐφημερὶς τοῦ ἀξιοτίμου Πρωθυπουργοῦ, ἡ ἀντιπροσωπεύουσα τὰς ἰδέας του, τὸ «Ἐθνικὸν Πνεῦμα», ἔγραψεν ὑπὲρ αὐτοῦ, ἔγραψεν ἄρθρον ἐκτεταμένον καὶ περιελάλησε τὰς ἀρετὰς τοῦ ἀνδρὸς, τὴν δὲ ἑπομένην ἡμέραν τὸ «Ἐθνικὸν Πνεῦμα» ἔγραψεν, ὅτι κατὰ λάθος παρεισέδυσε τὸ ἄρθρον, δὲν εἶναι τῆς συντάξεως. Ὁ λόγος εἶναι, κύριοι, περὶ τῆς διοικήσεως, ἡ ὁποία εἰς ἡρωϊσμὸν ἀνήγαγε τὸν φατριασμόν. Ἐπειδὴ δὲ μὲ ἠρωτήσατε, ὅταν ἤμην Νομάρχης, τί ἤμην, νὰ σᾶς εἰπῶ. Ὅταν ἤμην Νομάρχης, ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης ἐξελέχθη ταγματάρχης τῆς ἐθνοφυλακῆς· ἦτο δὲ ἐναντίος μου. Ἀπὸ τὸ ἕτερον μέρος ἀντηγωνίζετο ὁ κ. Πετσάλης. Μοὶ ἐγένετο πρότασις κομματικὴ διὰ ν’ ἀκυρώσω τὴν ἐκλογὴν τοῦ μακαρίτου Δεληγεώργη, καὶ ἐγὼ εἶπον, ὅτι δὲν τὴν ἀκυρόνω, διότι εἶναι νομιμωτάτη καὶ μοὶ εἶναι ἀδιάφορον. Ἀνῆκον δὲ εἰς τὴν τάξιν τῶν Νομαρχῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὰς παραιτήσεις των ἐτίναζον τηλεγραφικῶς. Ἤδη ἔρχομαι εἰς ἄλλο θέμα. Ἡ πίστις μας ἑδραιώθη, λέγουν, εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θὰ ἑδραιωθῇ περισσότερον, διὸ καὶ ἐπαναλέγω, ὅτι ἡ ἀναγνώρισις τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825 ἦτον ἡ πλέον ὀρθοτάτη καὶ δικαιοτάτη πρᾶξις, τὴν ὁποίαν ἔκαμε τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ἡ ἀντιπολίτευσις, διότι καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις ἦτο πάντοτε ὑπὲρ τῆς ἰδέας αὐτῆς. Ἀλλὰ ἡ πίστις ἑνὸς Ἔθνους διὰ νὰ ἑδραιωθῇ, ὁποία εἶναι μάλιστα ἡ Ἑλλὰς (μικρὸν Κράτος), εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἀπαιτεῖται νὰ παρουσιάσῃ προϋπολογισμὸν ἰσοσκελῆ. Καὶ ἐν ὅσῳ δὲν παρουσιάζεται ὁ προϋπολογισμὸς ἰσοσκελὴς, ἡ πίστις δὲν ἑδραιοῦται. Συγκρίνατε μεταξὺ τῶν μεγάλων Ἐθνῶν, ὁποῖα εἶναι ἡ Ἀγγλία, ἡ Γαλλία, ἡ Γερμανία, ἡ Ῥωσσία, ἡ Ἰταλία· μεταβῆτε εἰς τὰ χρηματιστήρια τῆς Εὐρώπης, καὶ ἴδατε ἐὰν τὰ χρεώγραφα ὅλων αὐτῶν τῶν Ἐπικρατειῶν ἔχωσι τὴν αὐτὴν τιμὴν καὶ ἀξίαν· ἡ τιμὴ καὶ ἡ πίστις ἑκάστου ἔθνους ἑδραιοῦται ἀναλόγως τῶν προϋπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους ἔχουν, τὸ δὲ δάνειον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο, τῶν 36 ἑκατομμυρίων ἢ τῶν 60 ἑκατομμυρίων, δὲν ἀπέδειξε ποσῶς, κύριοι, ὅτι ἐκραταιώθη ἡ πίστις μας, διότι τὸ δάνειον τοῦτο ἐγένετο κατὰ τὸ μᾶλλον εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς Ἑλλάδος· καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πάλιν Ἕλληνες ἔλαβον μετοχὰς οὐ μόνον οἱ συμβληθέντες μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἔλαβον ἓν ἑκατομμύριον καὶ 500 χιλιάδας προμήθειαν καὶ 200,000 διὰ τὰ λοιπὰ ἔξοδα.
§38ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τρία ἑκατομμύρια καὶ 300 χιλιάδας.
§39Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τόσον τὸ χειρότερον. Πίστις ἑδραιωμένη λέγεται, ὅταν ἡ ἰδία Κυβέρνησις, παρουσιάζουσα τὸν προϋπολογισμὸν ἰσοσκελῆ, ὡς σᾶς εἶπον, δύναται νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ εἰς τοὺς τραπεζίτας, ὅτι ἔχω ἀνάγκην δανείου 100 ἑκατομμυρίων, καὶ τὸ δάνειον αὐτὸ καλύπτεται ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας καὶ ὑπερδιπλασίως καὶ ὑπερτριπλασίως, ὅπως εἴδομεν, ὅτι συμβαίνει εἰς ὅλα τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα ἔχουν πίστιν. Ἐκινδύνευσεν ἕνας ἀριθμὸς 72 χιλιάδων ὁμολογιῶν νὰ καλυφθῇ, ἔπειτα ἀπὸ τόσας ἐνεργείας καὶ τηλεγραφήματα. Καὶ τοῦτο ἠξεύρετε διατί τὸ ἀνέφερα; διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ πλανώμεθα, ν’ ἀπατῶμεν ἑαυτοὺς, καὶ μάλιστα καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπισήμως ὡμίλησεν ὁ βασιλεὺς εἰς ἡμᾶς, καὶ ἡμεῖς θὰ ἀπαντήσωμεν, νὰ εἴπωμεν τὸ μέλαν λευκὸν, καὶ τὸ λευκὸν μέλαν. Ἀλλὰ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ἀγορεύσας ἐπὶ μακρὸν περὶ τῶν οἰκονομικῶν, δὲν ἀπήντησε ποσῶς εἰς τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἔθεσεν ὁ κ. Τρικούπης· ὄχι, τὰ διεξέφυγεν ἐντελῶς· μᾶς ἔφερε δὲ ἕνα πίνακα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀποδεικνύεται, ὅτι τὸ 1861 εἶχε τόσον ἔλλειμμα, ὅτι τὸ 1862 εἶχε τόσον, καὶ καθεξῆς· μᾶς εἶπε πράγματα, διὰ τὰ ὁποῖα, ὅστιςδήποτε θέλει, δύναται νὰ μεταβῇ εἰς τὸ λογιστήριον καὶ νὰ λάβῃ αὐτὰς τὰς πληροφορίας ἀπὸ τὸν τελευταῖον ὑπάλληλον. Τί ἡμεῖς εἴχομεν ἀνάγκην νὰ μάθωμεν ἀπὸ τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν; εἴχομεν ἀνάγκην νὰ μάθωμεν, ὅπως εἶχεν ὑποσχεθῆ μάλιστα κατὰ τὴν ἔκτακτον σύνοδον, ἐκ τῆς μελέτης, τὴν ὁποίαν ὑπεσχέθη, ὅτι ἔκαμεν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων, διὰ τίνος μέσου, διὰ τίνος τρόπου θέλομεν δυνηθῆ νὰ καλύψωμεν ἢ ὀλιγοστεύσωμεν, ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον, τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν τὸ εἶπε. Καὶ ἦτον ἀνάγκη νὰ σᾶς εἴπῃ ὅ,τι εἶπε, διότι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἠξεύρετε τί συμβαίνει; εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔρχομαι ἐγὼ ὑπουργὸς, ἐξοδεύω καὶ δαπανῶ καὶ κατασπαταλῶ τὰ δημόσια χρήματα, αὐξάνω τὸ ἔλλειμμα, καὶ τὸ αὐξάνω εἰς βαθμὸν ὑπέρογκον. Μὲ διαδέχεται κατόπιν ἄλλος, καὶ ὁ ἄλλος βλέπει, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῶν πραγμάτων, (ὅπως καὶ ὁ ἴδιος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν κατακρίνει τὸ σύστημα τῆς διὰ δανείων καλύψεως τοῦ ἐλλείμματος τῶν προϋπολογισμῶν, διότι τὰ δάνεια μίαν ἡμέραν θὰ μᾶς φέρωσιν εἰς χρεωκοπίαν, καὶ ἂν δὲν μᾶς φέρωσιν εἰς χρεωκοπίαν, θὰ θέσωμεν βάρη μεγάλα εἰς τοὺς ἀπογόνους ἡμῶν, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχομεν δικαίωμα ν’ ἀφήσωμεν ἡμεῖς εἰς τοὺς ἀπογόνους ἡμῶν)· Θέλει νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα, τὸν φοβερὸν αὐτὸν ἐχθρὸν τῶν ἐπικρατειῶν, καὶ εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιβάλῃ φόρους, καὶ τοὺς ἐπιβάλλει. Ἔρχομαι κατόπιν ἐγὼ, ὁ ὁποῖος ἤμην πρόξενος τοῦ ἐλλείμματος αὐτοῦ καὶ κατακρίνω τὸν ὑπουργὸν καὶ τοῦ λέγω, ὅτι καταπιέζεις τὸν λαὸν, ὅτι τοῦ ἐπιβάλλεις τόσα βάρη εἰς τὴν κεφαλήν του, καὶ τὰ τοιαῦτα. Λοιπὸν ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ἀντιγράψῃ ἐκ τῶν ἀπολογισμῶν τὰ ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν ἀπὸ τὸ 1861 μέχρι σήμερον, ἔπρεπεν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ νὰ μᾶς εἴπῃ ποῖα εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔχει, διὰ νὰ καλύψῃ, ἂν ὄχι ὅλον, τοὐλάχιστον τὸ πλεῖστον μέρος αὐτῶν. Οὐδὲν περὶ τούτου εἶπε, καὶ τοῦτο εἴχομεν ἀνάγκην νὰ μάθωμεν, διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἠθέλομεν εὑρεθῆ εἰς θέσιν νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν βασιλέα· «Καὶ ἡμεῖς, Μεγαλειότατε, συνοίδαμεν τὴν ἀνάγκην τῆς τακτοποιήσεως τοῦ Κράτους, ἐξ ἧς ἤρτηται ἡ εὐημερία τοῦ λαοῦ καὶ πρὸς ἣν συνδέεται στενῶς τοῦ ἔθνους ἡ πρόοδος.» Διὰ τίνος μέσου θὰ θεραπεύσωμεν τὸ κακὸν τοῦτο; δὲν γνωρίζομεν οὐδὲν, διότι οὐδὲν εἶπε τὸ ὑπουργεῖον. Τελειόνω, κύριοι, διότι καὶ ἀρκετὰ σᾶς ἀπησχόλησα, τελειόνω μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει διὰ τῆς ἐπισήμου ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον δεχθῆ πράγματα, καθαρὰ καὶ φανερὰ ἀντικείμενα εἰς τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ θέλει ἐξηγήσει πρὸς τὸν βασιλέα τὴν ἀληθῆ στάσιν τῶν πραγμάτων τῶν ἐξωτερικῶν, τῶν ἐσωτερικῶν καὶ τῶν οἰκονομικῶν, ἀπαντῶσα ὅπως ἐμπρέπει εἰς Σῶμα ὁποῖον εἶναι ἡ Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος.
§40Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐννοῶ, κύριοι, τῆς θέσεώς μου τὸ δύσκολον ἐπὶ τοῦ βήματος αὐτοῦ, διαδεχόμενος ἔμπειρον πολιτικὸν καὶ διακεκριμένον οἰκονομολόγον, τὸν κύριον Κυβερνήτην Πετιμεζᾶν. Ἀνομολογῶ δὲ τὴν ἀδυναμίαν μου τοῦ νὰ δυνηθῶ νὰ ἀνέλθω εἰς τὸ ὕψος, οὐχὶ τῶν ἰδεῶν, ἀλλὰ τῆς φωνῆς τοῦ ἐντίμου προαγορεύσαντος. Θὰ προσπαθήσω οὐχ ἧττον, περιοριζόμενος ἐντὸς τῶν πραγμάτων, νὰ μὴ σᾶς κουράσω ἐπὶ μακρὸν καὶ νὰ ἀφηγηθῶ ἀληθείας, ἀφοῦ τοσάκις ἡ φράσις αὕτη ἐπανελήφθη ἀπὸ τοῦ βήματος, ὥστε κατέστη τοῦ συρμοῦ. Τὸ ζήτημα, κύριοι, τὸ προκείμενον εἶναι σαφὲς καὶ ἁπλοῦν· ἐν τούτοις ἐξετοπίσθη καὶ μετεωρίσθη εἰς σφαῖραν ἄλλην, καὶ ἄνευ τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Ζαΐμη, ὅστις διὰ τῆς προχθεσινῆς πεζῆς καὶ λογικῆς ἀφηγήσεως ἐπανήγαγε τὸ ζήτημα εἰς τὴν θέσιν του, ἐκινδυνεύομεν νὰ πάθωμεν ὅ,τι ἤθελον πάθει ἄλλοτε οἱ ἥρωες τῶν μυθικῶν χρόνων ἄνευ τοῦ μίτου τῆς Ἀριάδνης. Λογικώτατα καὶ χωρὶς περιστροφῶν ὁ κύριος Ζαΐμης διῄρεσε τὸ προκείμενον ζήτημα εἰς τέσσαρα κεφάλαια, τὰ οὐσιωδέστερα. Κατ’ ἐμὴν ἰδέαν ὅμως, ἴσως εἰς δύο μόνον κυρίως δύνανται νὰ συνοψισθῶσι τὰ ὑπὸ συζήτησιν κεφάλαια. Διότι ὡς πρὸς τὸ πρῶτον, κύριοι, τὸ ὅτι προώρως ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπροκάλεσε ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ὡς πρὸς αὐτὸ λέγω, ὅτι σήμερον δὲν εἶναι πλέον ἀνάγκη νὰ γείνῃ συζήτησις. Καὶ εἶχε μὲν δίκαιον ὁ κύριος Τρικούπης, ὅταν δὲν ἀπεδέχθη τὴν πρόκλησιν ἐξ ἀρχῆς, διότι, ὡς ὀρθῶς παρετήρησε, προσεκαλεῖτο καὶ αὐτὸς καὶ ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος νὰ ἀποφανθῇ, ἐὰν ἐγκρίνῃ τὰ γεγονότα καὶ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, χωρὶς νὰ γινώσκωμέν τι περὶ τούτων. Ἤδη ὅμως, μετὰ τὴν μακρὰν καὶ λεπτομερῆ ὁμιλίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἡ Κυβέρνησις ἔδωκε λογοδοσίαν τῶν ἔργων της καὶ τῆς πολιτικῆς της· ἑπομένως οὐχὶ προώρως, ἀλλὰ λίαν καταλλήλως προεκλήθη τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης. Ἀπόδειξις δὲ τούτου, ὅτι καὶ ὁ πρὸ ὀλίγου κατελθὼν τοῦ βήματος δὲν ἔθιξε τοῦτο, ὅπερ ἀποδεικνύει, ὅτι καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις ἀναγνωρίζει τὸ ἔγκαιρον τῆς τοιαύτης συζητήσεως, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι ἄξιος μομφῆς ὁ κύριος πρωθυπουργὸς, προκαλέσας τὴν ψῆφον τῆς ἐμπιστοσύνης. Ἀφοῦ εἶναι ἀναντίῤῥητον τὸ κρίσιμον τῶν σημερινῶν περιστάσεων, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι σήμερον διερχόμεθα κρίσιν σπουδαίαν, ἀνάγκη ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἔθνους νὰ ἦναι ἐκ τῶν προτέρων βεβαιωμένη, ὅτι κέκτηται τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Κοινοβουλίου· ἄλλως, ἐγκαίρως νὰ ὑποχωρήσῃ καὶ νὰ παραχωρήσῃ τὴν θέσιν της εἰς τὴν διάδοχον, ἥτις, καθὸ ἀντιθέτως σκεπτομένη, καὶ διὰ τοῦτο ἀντιπολιτευομένη τὴν παροῦσαν, θὰ παρουσιάσῃ βεβαίως διάφορα καὶ τὰ σχέδια καὶ τὰ ἔργα της, διὰ τὰ ὁποῖα ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ ὁ ὑλικὸς καιρὸς πρὸς σκέψιν καὶ μελέτην. Τούτου λοιπὸν ἕνεκα φρονῶ, ὅτι μᾶλλον ἐπαίνου εἶναι ἄξιος ὁ κύριος πρωθυπουργὸς, προκαλέσας τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης. Καὶ ταῦτα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον κεφάλαιον. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον, τὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως δηλαδὴ ἀποδιδομένην μομφὴν διὰ τὴν πρόωρον δῆθεν λῆξιν τῆς παρελθούσης Συνόδου, ἀπορῶ πῶς διενοήθησαν νὰ μεμφθῶσι τὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ βασιλικοῦ προνομίου αὐτοῦ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἐγκαλοῦντες τὴν ἐπεκαλέσθησαν ὑπὲρ ἑαυτῶν, τοῦτο δὲ καὶ ὁ ἔντιμος κύριος Ζαΐμης τὸ εἶπε καὶ τὸ ἐπανέλαβεν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ. Ὅ,τι λοιπὸν ἡ ἀντιπολίτευσις ἐζήτησεν ὑπὲρ ἑαυτῆς, ἐὰν ἡ κυβέρνησις τὸ ἐπραγματοποίησε δι’ ἑαυτὴν, ἔπραξεν ἔγκλημα; εἶναι διὰ τοῦτο ἀξία μομφῆς καὶ καταδίκης; Διὰ τοῦτο λοιπὸν τὰ δύο ταῦτα κεφάλαια δὲν τὰ θεωρῶ ἄξια μακρᾶς συζητήσεως, καὶ διὰ τοῦτο προοιμιαζόμενος τοῦ λόγου μου εἶπον, ὅτι δύο κυρίως εἶναι τὰ ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρόκειται λογικὴ συζήτησις, τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν καὶ τὸ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Κύριοι, πρὶν ἢ προβῶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἰδεῶν μου ἐπὶ τῶν δύο αὐτῶν ζητημάτων, ὀφείλω νὰ εἴπω λέξεις τινὰς πρὸς δικαιολόγησιν τῆς ψήφου μου. Εἰς τὸ Βουλευτήριον, κύριοι, ἦλθον διὰ τῆς ἀπολύτως ἐλευθέρας καὶ ἀνεπηρεάστου θελήσεως τῶν συμπολιτῶν μου ἄνευ ὑποχρεώσεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἄνευ προκαταλήψεως ὑπὲρ τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἠδυνάμην ἴσως νὰ ἔλθω προκατειλημμένος κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὁ τύπος τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐξήνεγκε τοσαύτας κατὰ τῆς κυβερνήσεως κατηγορίας, ὥστε πολὺ δύσπιστος πρέπει νὰ ἦναί τις, ὥστε κατὰ τὸ ἥμισυ νὰ μὴ πιστεύσῃ αὐτὰς, ὅπως ἐξετίθεντο καὶ διεδίδοντο. Ἀλλὰ ὑπῆρξε, κύριοι, ἐποχὴ, καθ’ ἣν καὶ ἐγὼ πολιτευόμενος εἶδον καὶ ἀνέγνωσα ἐν τῷ ἑλληνικῷ τύπῳ, ὅστις τόσον εὐκόλως δυστυχῶς παρασύρεται, ὅτι καὶ ἐγὼ ἀπετέλουν μέρος πολιτικοῦ κόμματος, σκοπεύοντος τί; τὴν ἀνατροπὴν τοῦ πολιτεύματος! Ἔχων λοιπὸν τὸ δυστυχὲς αὐτὸ προηγούμενον, ἐγνώριζον, ὅτι ὁ τύπος δὲν εἶναι πάντοτε ἐν τῇ ἀληθείᾳ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν παρεσύρθην, ἀλλ’ ὑπέμεινα νὰ ἀκούσω τὰς συζητήσεις, καὶ μετὰ τὰς συζητήσεις νὰ σχηματίσω πεποίθησιν, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ ἀποφασίσω καὶ νὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι, προκειμένου περὶ οἰκονομικῶν καὶ ἐξωτερικῶν ζητημάτων, ἐπειδὴ δὲν ἔχω οὐδὲ τὴν σχολαστικότητα, οὐδὲ τὴν ἐλαστικότητα τοῦ κ. Οἰκονόμου, δηλ. τὰς ἰδιότητας, ἃς ἐθεώρησεν ἀπαραίτητα προσόντα τοῦ δοκίμου οἰκονομολόγου καὶ τοῦ ἐπιτηδείου διπλωμάτου ὁ ἀξιότιμος κ. Οἰκονόμου, δὲν ἀναμένω νὰ δρέψω στεφάνους ἐπὶ τοιούτου θέματος. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Οἰκονόμου, καὶ ἀρνούμενος εἰς ἑαυτὸν τὴν ὕπαρξιν τῶν τοιούτων ἰδιοτήτων, ἦλθεν οὐχ ἧττον ἐπὶ τὸ βῆμα, μόνον ἵνα ἐκφέρῃ ἀληθείας, τολμῶ καὶ ἐγὼ, ἀφοῦ ὁ κ. Οἰκονόμου πρῶτος τὸ ἀπετόλμησε, νὰ θίξω ἄκρῳ δακτύλῳ τὰ δύο αὐτὰ ζητήματα, καὶ νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ἀληθείας. Καὶ ὁ μὲν κ. Οἰκονόμου ἤντλησε τὰς ἀληθείας του κατὰ τὴν ἐκλογικὴν ἐκδρομήν του εἰς Καλάβρυτα, ὅπου εἶδε βουνὰ ὑψηλὰ, εἶδε φάραγκας, εἶδε γέροντας μὲ τὰ στήθη λάσια· ἐγὼ δὲ ἤντλησα τὰς ἰδικάς μου ἐκ τῆς ἀνθοδέσμης, ἣν τοσοῦτον ἐξῆρεν ὁ κ. Οἰκονόμου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ τῆς ὁποίας, ἂν δὲν ἦμαι μυροβόλον ῥόδον, ἀποτελῶ ὅμως κατ’ ἀνάγκην μικροσκοπικὸν κάλυκα. Αἱ ἀλήθειαί μας ἑπομένως εἶναι διαφορετικαί, καθόσον διαφορετικαὶ ὑπῆρξαν αἱ σχολαὶ, ἐν αἷς ἕκαστος ἐδιδάχθημεν τῆς ἀληθείας τὰ διδάγματα.
§41ΜΙΛΗΣΗΣ. Πῶς εἴπετε;
§42Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἐγὼ γινώσκω τὰς ἀληθείας τοῦ στρατιώτου, καὶ ὄχι τὰς τοῦ εἰσαγγελέως. Ἀλλὰ, κύριοι, γίνεται συζήτησις περὶ οἰκονομικοῦ ζητήματος, καὶ ὅλαι αἱ οἰκονομικαί των γνώσεις περιστρέφονται εἰς τὸ νὰ μᾶς εἴπωσιν, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους εἶναι κακή. Καὶ μήπως ὑπάρχει ὁ ἀμφισβητῶν τὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους οἰκονομικῶς; ὁ ἐπίσημος ἀπολογιστικὸς πίναξ, τὸν ὁποῖον ὁ κ. ὑπουργὸς μᾶς ἔδωκε χθὲς, μαρτυρεῖ, ὅτι ἀπὸ τὸ 1861 μέχρι σήμερον τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους εἰσὶν εἰς κακήν, ἄν ὄχι ἀπελπιστικὴν, κατάστασιν· κανεὶς ἐν τούτοις δὲν παρουσιάσθη νὰ ὑποβάλῃ τὸ νέον οἰκονομικόν του σύστημα. Δὲν παρουσιάζεται ἐν τούτοις κανείς, οὔτε τοῦ κ. Κυβερνήτου Πετιμεζᾶ ἐξαιρουμένου, νὰ ὑποβάλῃ ἓν σχέδιον οἰκονομικόν, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐγγυᾶται ἡ πλήρης ἀνόρθωσις τῶν οἰκονομικῶν. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν οὐδεὶς παρουσιάζει σχέδιον τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον νὰ φέρῃ τὸ ἰσοζύγιον καὶ ἀνορθώσῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, δὲν βλέπω διατί πρέπει νὰ γείνῃ μεταβολὴ, ἀφοῦ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ὄχι μόνον δὲν θὰ ἦναι καλλίτερα, ἀλλὰ τίποτε δὲν μᾶς ἐγγυᾶται, ὅτι δὲν θὰ ἦναι καὶ κατώτερα. Δὲν πρόκειται νὰ δώσωμεν σήμερον ψῆφον περὶ τοῦ πῶς καὶ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ὦσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους πάντοτε. Πρόκειται νὰ δώσωμεν ἢ ἀρνηθῶμεν ψῆφον, ἐὰν κατὰ τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν της ὑπῆρξε κατωτέρα ἡ σημερινὴ τῆς προηγηθείσης Κυβερνήσεως, ἐὰν κυρίως καὶ ἰδίως τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου συνήφθη, συνήφθη ὑπὸ ὅρους ὠφελίμους, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ ὑπὸ ὅρους ὠφελιμωτέρους, καὶ ἐὰν ἐγένετο ἄλλη χρῆσις ἢ ἡ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένη. Ἐκ τῶν ἐνώπιόν σας ἐγγράφων βεβαιοῦται, ὅτι μεταξὺ τῶν διαφόρων προσφορῶν τῶν διαφόρων ὁμάδων ἡ Κυβέρνησις ἐπροτίμησε τὴν συμφερωτέραν. Ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν ἄλλο ἔπραξε, παρὰ ὅ,τι ἤθελε πράξει πᾶσα ἄλλη. Προκειμένου δηλαδὴ νὰ σταματήσῃ ὁ μηχανισμὸς τῆς λειτουργίας τῶν διαφόρων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους κλάδων, προέβη εἰς τὴν ὑποβολὴν νομοσχεδίου περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως, ἥτις βεβαίως δὲν ἐψηφίσθη, ἕνεκα τῆς ἐπελθούσης λήξεως τῆς συνόδου, καὶ τὴν ὁποίαν, δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ἤθελεν ὑποβάλει καὶ ὁ κ. Τρικούπης καὶ ὁ κ. Ζαΐμης καὶ πᾶς ἄλλος, ὅστις θὰ εὑρίσκετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Τὸ δάνειον λοιπὸν συνήφθη κατὰ τοὺς ἐπωφελεστέρους ὅρους, χρῆσις κακὴ δὲν ἐγένετο· ὥστε δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατί θὰ ἀρνηθῶ ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἐξετάζων καὶ τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς διοικήσεως, δὲν βλέπω αὐτὴν ὑστεροῦσαν τῶν προηγουμένων. Διότι καὶ ἡ τῆς παιδείας κατάστασις δὲν παρουσιάζεται κατωτέρα, καὶ ἡ δικαιοσύνη δὲν ἐπρόσκοψε πλειότερον, καὶ ὁ στρατὸς, τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ τῆς περιπαθεστέρας μερίμνης σας καὶ τῶν διακαεστέρων πόθων σας, ὁσάκις ἐθνικὴ ἀνάγκη παρίσταται, καὶ τὸ ἀντικείμενον τῶν αἰωνίων σαρκασμῶν σας καὶ τῶν διαρκῶν ἰουδαϊκῶν οἰκονομολογικῶν σας ὑπολογισμῶν, ἅμα ἡ ἀνάγκη παρέλθῃ· ἀλλὰ περὶ τούτου ἐν καιρῷ τῷ δέοντι· οὔτε λοιπὸν ὁ στρατὸς εἶναι εἰς χείρονα θέσιν τῆς χθὲς καὶ προχθές, τὰ δὲ ναυτικὰ τοῦ Κράτους, καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμὴν τοῦ παρακαθημένου Ὑπουργοῦ τῶν ναυτικῶν, εἰσὶν οἷα οὐδέποτε ὑπῆρξαν ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου. Καὶ ὤφειλον τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις, ἵνα ἐκφράσω τὴν θλίψιν μεγάλης πλειονότητος τοῦ Κοινοβουλίου, διότι ὁ ἀνὴρ αὐτὸς δὲν ἀποτελεῖ σήμερον μέλος αὐτοῦ, ὁ ἀνήρ, ὅστις ἐπιλήσμων ἑαυτοῦ, ἐπιλήσμων τῆς σαλευομένης ὑγείας του, δὲν ἐπελάθετο ὅμως διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς πατρίδος, οὔτε τῆς μεγάλης ἀποστολῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν τῆς Ἑλλάδος, οὐδὲ τῶν ὑποχρεώσεων, αἵτινες ἐπεβάλλοντο εἰς τὸν ἔκγονον τῆς νεωτέρας Ἀμαζόνος τῶν θαλασσῶν μας. Ἀντὶ λοιπὸν κακῆς, ἡ διοίκησις τοῦ Κράτους παρουσιάζεται τοὐναντίον καλλίστη. Ἀναντίῤῥητος δὲ ἀπόδειξις τούτου εἶναι ἡ ἑδραία παραμείνασα δημοσία τάξις καὶ ἀσφάλεια μ’ ὅλας τὰς ὁποίας διήλθομεν κρίσεις, καὶ ἡ πρόνοια καὶ ἱκανότης τῆς Κυβερνήσεως οὐχὶ νὰ καταδιώξῃ τὸ ἔγκλημα μετὰ τὴν ἐπιτέλεσίν του, ἀλλ’ ἡ πρόληψις αὐτοῦ. Ἂν τοῦτο εἴς τινας φαίνεται μικρὸν, εἰς ἐμὲ ὅμως, εἰδότα ἐκ μακρᾶς πείρας τὰς δυσχερείας τοῦ τοιούτου, εἶναι μέγιστον, εἶναι ἄξιον πάσης ἐπιδοκιμασίας. Μεθ’ ὅσα δὲ ἂν εἴπωσιν, ἡ κατὰ τὰς ἐκλογὰς τηρηθεῖσα ἀσάλευτος τάξις εἶναι ἡ τρανωτάτη ἀπόδειξις τῆς ἐλευθερίας, μεθ’ ἧς αὗται διεξήχθησαν, καὶ τοῦ σεβασμοῦ, ὃν ἐπέβαλλε, καὶ τῆς ἠθικῆς ἰσχύος, ἣν ἐξήσκει ἡ Κυβέρνησις, διὰ τῆς πεποιθήσεως, ἣν ὁ λαὸς εἶχεν εἰς τὸ νόμιμον καὶ ἀμερόληπτον τῶν ἐνεργειῶν της. Μεταβαίνω, κύριοι, εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα· ὅσον τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ἐπεθύμουν νὰ μὴ γίνεται οὔτε κἂν λόγος περὶ αὐτοῦ. Προτιμώτερον ἦτο πέπλος μέλας νὰ καλύψῃ παρελθὸν, τὸ ὁποῖον οὐχὶ μεθ’ ὑπερηφανείας, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλο τι, οἱ ἐπιγενόμενοι θὰ ἀναφέρωσι.... Δὲν εἶμαι, κύριοι, ἀπαισιόδοξος· ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν θέλω νὰ πείσω ἐμαυτὸν, ποτὲ δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω, ὅτι αἱ διεξαγόμεναι διαπραγματεύσεις θὰ ἀπολήξουν εἰς πλήρη ἐκπλήρωσιν τῶν ἐθνικῶν πόθων!! Ἀλλὰ πταίει εἰς τοῦτο ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις; Ἰδοὺ, κύριοι, τὸ ζήτημα· ὦμεν, κύριοι, δίκαιοι· τὰ ἔθνη τὰ ἔχοντα ἱστορίαν, τὰ ἔθνη τὰ ἀξιοῦντα τύχην καλλιτέραν, τὰ ἔθνη, τέλος, πάντα τὰ ὀνειρευόμενα μεγαλεῖον, ἐγκαίρως προετοιμάζονται, ἐγκαίρως μεριμνῶσιν εἰς τὴν ἐπίτευξιν πάσης ἀναγκαίας διὰ τὸν σκοπὸν τῶν προπαρασκευαστικῆς ὕλης, διαγράφουσι πολιτικὴν ἐξωτερικὴν μίαν, τὴν ἐθνικωτέραν, συνάπτουσι συμμαχίας, τὰς ὁποίας ἡ ἱστορία τῶν καὶ τῶν συμφερόντων ἡ ἀλληλουχία ὑποδεικνύουσι, συντάσσουσιν ἐκ τῶν ἐνόντων καὶ ἀναπτύσσουσι τὰς ἐθνικὰς δυνάμεις. Εἰς τὴν στιγμὴν λοιπὸν τῆς τοιαύτης ἐνεργείας, τί ὑμεῖς ἐπράττετε; Ὅταν ἡ λάμψις τοῦ σπινθῆρος τῆς ἐπαναστάσεως τῆς Ἑρζεγοβίνης προανήγγειλεν εἰς τὸν κόσμον τὴν πυρκαϊὰν, ἥτις ἔμελλε νὰ κατακαύσῃ ὅλην τὴν Ἀνατολὴν, τί σεῖς ἐσκέπτεσθε, τί σεῖς ἐνηργεῖτε;........ Εἶμαι στηλίτης! καὶ ὡς τοιοῦτος δύναμαι νὰ παρεξηγηθῶ, ἂν ἀποκαλύψω τὰς ἐνεργείας σας κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην..... Ἡ ἱστορία μόνη θὰ εἴπῃ μίαν ἡμέραν ποῦ σεῖς ἐδαπανᾶσθε καὶ ἐξηντλεῖσθε εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐπρόκειτο περὶ τῆς ὑπάρξεως, περὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ Ἑλληνισμοῦ!!! Ἐπῆλθεν ὁ Ῥωσσοτουρκικὸς πόλεμος. Τί καὶ τότε ἐπράξατε; Τὸ Ἔθνος, ὅπερ σήμερον αἰτιῶνται ὡς στερούμενον ἐνθουσιασμοῦ, τὸ Ἔθνος τὸ δυστυχὲς εἶχε περισσότερον ἐνθουσιασμὸν αὐτῶν. Ἐνόμιζεν, ὅτι διὰ τῆς εἰς τὸ αὐτὸ συνενώσεως ὅλων τῶν ἐξεχόντων προσώπων, ὅτι ἠδύνατο ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς περιστάσεις· ἐξεδήλωσε τὴν ἐπιθυμίαν του, καὶ προσεκάλεσεν ὑπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοὺς πρωτίστους τῶν πολιτευομένων. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ κατηγορήσω οὐδενός· διότι ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι πατριωτισμὸν εἰς οὐδένα· ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἶναι πατριώτης, καὶ ὁ κ. Ζαΐμης εἶναι πατριώτης, καὶ ὁ κ. Τρικούπης εἶναι πατριώτης, καὶ ὁ Βούλγαρης καὶ ὁ Δεληγεώργης ἦσαν πατριῶται. Ἀλλοίμονον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἂν εἰς ἕνα μόνον ἐξ αὐτῶν πρὸς στιγμὴν ἀρνηθῶ πατριωτισμόν· διότι ἕκαστος ἐξ αὐτῶν εἶναι ἡγέτης μεγάλου κόμματος ἐθνικοῦ, καὶ ὅταν εἷς ἐξ αὐτῶν δὲν ἦναι πατριώτης, θὰ ἀρνηθῶ πατριωτισμὸν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ, κύριοι, οἱ εἰς τὸ αὐτὸ συνελθόντες Πρωθυπουργοὶ μέγα ἁμάρτημα ἔπραξαν, ὅτι, ἐνῷ οὐχὶ πάντες, ἀλλά τινες μόνον ἐξ αὐτῶν ἠσπάζοντο τὴν ἰδέαν τῶν πολεμικῶν παρασκευῶν, τὴν ἰδέαν τοῦ πολέμου, οἱ δὲ ἄλλοι πολὺ ἀπεῖχον τοῦ νὰ συμμερίζωνται τὰς ἰδέας αὐτὰς τῶν συναδέλφων των, δὲν ἠρνήθησαν, δὲν ἔσχον τὸ θάῤῥος νὰ ἀρνηθῶσι τὴν συμμετοχήν των εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην. Ἐνόμισαν μάλιστα, ὅτι προσφέρουσιν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν πατρίδα, λαβόντες μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα παρεμποδίσωσι πόλεμον ὁπωσδήποτε δυνάμενον νὰ ἐπέλθῃ· ἡ πρόθεσίς των ἦτον ἴσως καλὴ, ἦτον ἱερὰ, ἀλλ’ ἐπλανήθησαν εἰς τὰς σκέψεις των, δὲν ἐξετίμησαν τὴν ἐποχὴν, καὶ τὰς διαθέσεις τοῦ Ἔθνους δὲν τὰς ἐνόησαν. Δὲν ἔπρεπε ν’ ἀρνοῦνται περίσσειαν ἐνθουσιασμοῦ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, ἐνῷ τοῦτο ἐνθουσιῶν ὑπὲρ τοῦ πολέμου, διὰ τοῦτο τοὺς ἐκάλεσεν ὅλους εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ διὰ τοῦτο μετὰ προθυμίας προσέφερε τὸ χρῆμά του, τὸ αἷμα του, ἐνῷ διὰ τοῦτο ἀγαλλομένη ἡ Ἑλληνικὴ νεότης ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον, ἔτρεχεν ὑπὸ τὰς σημαίας τῆς πατρίδος! Δὲν ἦτο δὲ τὸ μόνον ἁμάρτημά των. Ἦτον ἀνάγκη νὰ προκληθῇ καὶ ἐξαφθῇ ὁ ἐνθουσιασμὸς καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη τῶν ἔξω Ἑλλήνων τῶν ὑπὸ τὸν Τουρκικὸν ζυγὸν διατελούντων· αὐτοὶ ἓν μόνον ἔχουσι νὰ προσφέρωσι, τὸ αἷμά των, καὶ τότε μόνον θὰ τὸ κάμωσιν, ὅταν Ἑλληνικὸς στρατὸς παρουσιασθῇ νὰ τοὺς συγκεντρώσῃ. Ὤφειλον ὅμως διὰ καταλλήλων καὶ ἐμπιστοσύνην ἐμπνεόντων προσώπων νὰ προκαλέσωσι τὸ χρῆμα καὶ τὴν συμμετοχὴν τῶν ἁπανταχοῦ Ἑλλήνων, τῶν λεγομένων ὁμογενῶν. Τὰ πρόσωπα ὅμως, ἅτινα διεχειρίσθησαν τὴν ὑπόθεσιν, ἦσαν κατάλληλα; ἦσαν βεβαίως πατριῶται, ἦσαν ὅμως ἐντελῶς διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἀνίκανοι, καὶ πρὸς ἀπόδειξιν σᾶς φέρω τὸ ἑξῆς παράδειγμα. Ἤμην εἰς Λευκάδα, συνηντήθην μετὰ τοῦ ἀειμνήστου ἐθνικοῦ ποιητοῦ καὶ φίλου μου Ἀριστοτέλους Βαλαωρίτου· ὁ Βαλαωρίτης, ὁ ὁποῖος εἰς ὅλας τὰς ἐθνικὰς περιστάσεις οὐδέποτε ἔλειψε νὰ προσφέρῃ καὶ τὴν διάνοιάν του, καὶ τὴν γραφίδα του, καὶ τὸν λόγον του, καὶ τὸ χρῆμά του, ὁ Βαλαωρίτης εἰς ἐκείνην τὴν περίστασιν ἀπετέλει τὴν ἀντιπροσωπείαν ἑνὸς κομητάτου διὰ συνδρομάς. Ἐν Λευκάδι εἶχον ἔλθει φυσίγγια, τὰ ὁποῖα περιεῖχον ἄχρηστον πυρίτιδα· τῷ ἔκαμα τὴν παρατήρησιν πῶς ἐδέχθη τοιαῦτα, καὶ πῶς δὲν διαμαρτύρεται, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν του τὸ ποιὸν τῶν φυσιγγίων αὐτῶν. Εἰς ἀπάντησιν ἐξήγαγεν ἐκ τοῦ θυλακίου του ἐπιστολὴν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐπέδειξε, καὶ ἥτις προερχομένη ἐξ Ἀθηνῶν ἔλεγε (δὲν ὀνομάζω τὸν γράφοντα)· «ἂν ἤξευρες πόσον εὐθυνὰ ἠγοράσθησαν τὰ φυσίγγια αὐτὰ, δὲν θὰ παρεπονεῖσο διατί δὲν εἶναι καλῆς ποιότητος». Ἀνέφερον τὸ περιστατικὸν τοῦτο, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι τὰ πρόσωπα, τὰ διαχειρισθέντα τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, δὲν ἦσαν τὰ πρόσωπα τὰ ἀνάλογα τῶν περιστάσεων, δὲν ἦσαν τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ ἐννοήσουν τὴν ὑπόθεσιν καὶ νὰ προκαλέσουν τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὥστε νὰ συνεισφέρῃ τὸ χρῆμά του, τὸ αἷμά του ὑπὲρ τῆς ἰδέας, Αἱ ἐπιτροπαὶ αὗται ἔπρεπε ν’ ἀποτελῶνται ἀπὸ τὸν Κανάρην, ἀπὸ τὸν Βούλγαρην, ἀπὸ τὸν Ζαΐμην, ἀπὸ τὸν Δεληγεώργην ἀπὸ τὸν Κουμουνδοῦρον, ἀπὸ τὸν Τρικούπην, καὶ οὐχὶ οὗτοι, διάφορον ἔχοντες τὴν πολιτικὴν, ἀντιθέτους ἔχοντες τὰς ἰδέας, νὰ συνέλθωσιν ἐπὶ τὸ αὐτὸ εἰς μίαν κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας ἐκ τῶν προτέρων ἦτο βέβαιον τὸ ναυάγιον. Τοῦτο ὅμως δὲν ἐγένετο· ἑπομένως, ἀφοῦ ἐν τῇ συστάσει τῆς κυβερνήσεως δὲν ὑπῆρχεν ὁ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος προσεκάλεσεν αὐτὴν, δὲν ἔπρεπεν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἀναδεχθῶσιν οἱ κύριοι οὗτοι τὴν τοιαύτην εὐθύνην· φυσικὸν ἦτο νὰ ἐπέλθῃ καὶ ὁ θάνατος. Δὲν εἶναι ὅμως δίκαιον νὰ αἰτιῶνται, ὅπως τὸ ἔπραξαν καὶ διὰ φυλλαδίων ἔτι, τὴν ἔλλειψιν περισσείας ἐνθουσιασμοῦ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος. Λυποῦμαι πολὺ, διότι εἰς τὸ κεφάλαιον αὐτὸ εὑρίσκομαι εἰς διαφωνίαν πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ζαΐμην· ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἥμαρτε σπουδαίως ἡ οἰκουμενικὴ, καὶ τῶν ἁμαρτιῶν της τοὺς καρποὺς γευόμεθα σήμερον· ἡ ἀλήθεια εἶναι πικρά. Δὲν δικάζομεν σήμερον, κύριοι, τὴν οἰκουμενικήν. Ὁ πρόεδρος αὐτῆς, μία ἐθνική μας δόξα, καὶ ἓν τῶν ἐπιφανεστέρων μελῶν της ἀνήκουσιν εἰς κόσμον, ὅπου μόνη ἡ ἱστορία δύναται νὰ τοὺς ἀναζητήσῃ· δύο ἐπίσης ἐπιφανῆ μέλη αὐτῆς ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν. Δὲν δικάζομεν λοιπὸν τὴν οἰκουμενικήν. Ἠθέλησα ὅμως, διὰ τοῦ παραλληλισμοῦ τῶν ἐποχῶν καὶ διὰ τῆς ἱστορικῆς ἀφηγήσεως τῶν γενομένων, νὰ ἀποδείξω, ὅτι δὲν ἔχουσι δίκαιον σήμερον οἱ ἐγκαλοῦντες τὴν παροῦσαν κυβέρνησιν διὰ τὴν μὴ καλὴν θέσιν τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, ἀφοῦ αἰτία καὶ ἀφορμὴ ταύτης δὲν εἶναι ἡ σημερινὴ κυβέρνησις, ὅταν τις ἀπαθῶς καὶ ἀμερολήπτως πρόκηται νὰ δικάσῃ. Ἐπῆλθεν ἐν τούτοις ἡ παραίτησις τῆς οἰκουμενικῆς κυβερνήσεως· τὰ αἴτια ἐγὼ δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ τὰ ἐξετάσω· ἡ σημερινὴ κυβέρνησις ἐκλήθη εἰς τὴν διοίκησιν τῶν πραγμάτων, καὶ τί εὗρε; Τὴν ἀπελπισίαν· καὶ τῆς ἀπελπισίας τῶν ἐθνῶν τὰ ἀποτελέσματα, κύριοι, εἶναι φοβερά. Τὸ Ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἐνεπιστεύθη τὴν τύχην του, τὰς ἐλπίδας του, τοὺς πόθους του, τὸ μέλλον του, εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τὸ θάῤῥος νὰ εἴπωσι, δὲν ἐννοοῦμεν νὰ πολεμήσωμεν, ἐνῷ τὸ ἔθνος τοὺς ἐκάλεσε διὰ νὰ τὸ προπαρασκευάσουν εἰς πόλεμον, τὸ ἔθνος ἐν τῇ ἀπελπισίᾳ του ἠγανάκτησε κατ’ αὐτῶν καὶ ἠγέρθη ἀπειλητικὸν, ἠγέρθη ἀπειλοῦν τὸν ὄλεθρον ἐκείνων. Δείγματα τῆς τοιαύτης ἐξεγέρσεως ἐλάβετε σεῖς τότε, ὅσοι εἶσθε εἰς Ἀθήνας· ἐγὼ ἤμην εἰς τὰ σύνορα. Τί δὲ ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινή; Τὸ καθῆκόν της· ἀλλὰ τὸ καθῆκόν της μετὰ θάῤῥους, μετὰ πεποιθήσεως. Καὶ ἂν τότε, κ. Πετιμεζᾶ, ἔδωσες τὴν ὑποστήριξίν σου πρὸς αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν, ὤφειλες νὰ τὸ κάμῃς πρὸς σωτηρίαν σου· συνέδραμες τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἠσφαλίσθης, διότι ἐσώθης ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀφοῦ λοιπὸν τὰ πράγματα εὑρίσκοντο εἰς ὃ εὑρίσκοντο σημεῖον, ἡ Κυβέρνησις, ὡς πολὺ ὀρθῶς ἐξέθηκεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχε δύο τινὰ σπουδαῖα, σπουδαιότατα ζητήματα νὰ λύσῃ· τὴν ἐσωτερικὴν τάξιν νὰ συγκρατήσῃ, καὶ ὁπωσδήποτε ζήτημα ἐξωτερικὸν νὰ δημιουργήσῃ· τὰ κατώρθωσεν ἀμφότερα! Ἀλλὰ δὲν εἶναι πλῆρες, δὲν εἶναι τέλειον τὸ ἀποτέλεσμα, θὰ μοὶ εἴπητε· παραστήσατέ μου, σᾶς ἀπαντῶ, σεῖς τὸ καλλίτερον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπεν ἐν τούτοις νὰ τὸ κάμητε ὅταν ἠδύνασθε!! αὐτὸ ἦτο τὸ στάδιον τῆς πολεμικῆς ἐνεργείας. Ἐπῆλθεν ἀκολούθως ἡ εἰρήνη, ἐπῆλθον αἱ διαπραγματεύσεις· ἡ κυβέρνησις προσεκλήθη νὰ συμμετάσχῃ τοῦ ἐν Βερολίνῳ Συνεδρίου· δὲν παρουσιάσθημεν δὲ ὡς ἐπαῖται, κ. Πετιμεζᾶ, ἀλλ’ ὡς δικαιοῦχοι, δικαιώματος ἐκπηγάσαντος ἐκ τῆς ὑποσχέσεως τῆς Εὐρώπης πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ὅτι ἂν αὕτη περιέστελλε τὰς πολεμικὰς ἐνεργείας της, ἡ Εὐρώπη ἤθελε μεριμνήσει περὶ τοῦ ἑλληνισμοῦ. Δὲν παρουσιάσθη λοιπὸν ἡ Ἑλλὰς ὡς ἐπαίτης, ἀλλ’ ὡς δικαιοῦχος· ἂν ὅμως τὰ δικαιώματά της παρεγνωρίσθησαν καὶ δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν, ὡς ὤφειλεν, ὑπὸ τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς, ζητήσατε, ἂν δύνασθε, λόγον σεῖς· οἱ ἰσχυροὶ τὰ πάντα μετροῦσι μὲ τὸν πῆχυν τοῦ συμφέροντός των, καὶ τὰ Ἔθνη τὰ συνετὰ δὲν ἐπαναπαύονται ἀπολύτως εἰς τὰς ὑποσχέσεις των μόνας. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ προκαλέσῃ μομφὴν καὶ ἔλλειψιν ψήφου ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν μᾶς ὡδήγησε πρὸς τὴν Κωσταντινούπολιν, πρὸς τὴν ὁποίαν πανίστιοι ἔστρεψαν τὴν πρύμναν οἱ σήμερον κατήγοροι τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν βλέπω δὲ καὶ διατί ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ὁ πρακτικώτατος ἀνὴρ, κακίζει τὴν φράσιν τοῦ βασιλικοῦ λόγου, ὅτι τὸ ζήτημα περιστρέφεται σήμερον περὶ τὰ πραγματικὰ γεγονότα, ἀφοῦ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἡ ἀρχὴ δὲν ἀμφισβητεῖται ὑπὸ τῆς Πύλης, ἀλλὰ μόνον συζητεῖται ἡ τοιαύτη ἢ τοιαύτη γραμμή. Τελειόνω, κύριοι· ἀλλὰ, πρὶν ἢ κατέλθω τοῦ βήματος, προκαλῶ τὴν προσοχὴν τῆς βουλῆς ἐφ’ ἑνὸς οὐχὶ μηνύματος, ἐξερχομένου ἐκ τοῦ μαντείου τοῦ κ. Οἰκονόμου, ἀλλὰ συμπτώματος λυπηροῦ, δυναμένου νὰ ἔχῃ τὰς ὀλεθριωτέρας συνεπείας, ἂν δὲν ληφθῇ πρόνοια, καὶ δυναμένου μοιραίως νὰ ὁδηγήσῃ ἡμᾶς εἰς τὴν κατάλυσιν τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν μας. Μὴ ταράττεσθε, κύριοι. Προκειμένου περὶ ἐλευθεριῶν, δὲν ὑπῆρξα ποτὲ ἐκ τῶν ὑπολειπομένων, καὶ διότι μάλιστα μεταξὺ τῶν πρώτων κήδομαι τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν μας, διὰ τοῦτο προκαλῶ τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τῶν κινδύνων, οὓς διορῶ. Εἰς τὰ συνταγματικὰ Κράτη, κύριοι, ἡ ἀντιπολίτευσις εἶναι θεσμὸς, οὕτως εἰπεῖν, εἶναι δύναμις ἀναγκαία, ἀναπόφευκτος· ἄνευ αὐτῆς ἐκλείπει ὁ ἔλεγχος, ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος καθιστᾷ πρᾶγμα τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ἀλλ’ ἡ ἀντιπολίτευσις, ἵνα δύναται ν’ ἀνταποκρίνηται εἰς τὴν ἀποστολήν της, δέον πάντοτε νὰ ἦναι ἐν τῇ νομιμότητι, ἐν τῇ ἠθικότητι, ἐν τῇ καλῇ πίστει πρὸ πάντων· ὅταν ἡ ἀντιπολίτευσις ὑπερβῇ τὸ ὅριον, τὸ ὁποῖον διαγράφουσι τὰ προηγούμενα, τὰ ὁποῖα εἶπον, τότε δὲν δύναται ν’ ἀντιμετωπίσῃ ἀποτελεσματικῶς τὴν συμπολίτευσιν, ἔχουσαν ὑπὲρ αὐτῆς τὸν ἀριθμὸν· τότε ἐκπίπτει εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν καὶ ἐπιτρέπει νὰ τῇ ἀποδίδωσιν οἱ μὴ φίλοι της ἐπίθετα ἥκιστα κολακευτικά· δὲν εἶναι σκοπὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὁ ἐξευτελισμὸς τῶν πολιτευομένων. Ἐν τούτοις, κύριοι, τί συμβαίνει εἰς τὴν πατρίδα μας; καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ σύμπτωμα, περὶ τοῦ ὁποίου θέλω νὰ εἴπω. Ἀπὸ τῆς μεταβολῆς καὶ ἐντεῦθεν τὸ ἔθνος 5 πολίτας ἀνεκήρυξεν ὡς πολιτικοὺς ἀρχηγοὺς, τὸν Βούλγαρην, τὸν Κουμουνδοῦρον, τὸν Ζαΐμην, τὸν Δεληγεώργην καὶ τὸν Τρικούπην. Εἰς ποῖον, κύριοι, ἐξ αὐτῶν δὲν ἐξετοξεύθη καὶ ἐπισήμως καὶ διὰ τοῦ τύπου τὸ ἐπίθετον τοῦ προδότου, τοῦ ἐπιβούλου τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν; Τοῦτο, κύριοι, τὸ θεωρεῖται μικρόν; Ὅταν οἱ ἄνδρες οἱ κληθέντες νὰ ἐφαρμόσωσι τοὺς θεσμοὺς αὐτοὺς, οἱ ἀναγνωρισθέντες ὑφ’ ὅλων τῶν ἐν γένει πολιτευομένων καὶ μὴ ὡς ἀρχηγοὶ τῶν πολιτικῶν κομμάτων, ὅταν αὐτοὶ ἦναι ἀνίκανοι νὰ ἐφαρμόσωσι τοιούτους θεσμοὺς, τί σημαίνει; τοῦτο σημαίνει, ὅτι τὸ ἔθνος αὐτὸ εἶναι ἀνάξιον τοιούτων θεσμῶν. Τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι σύμπτωμα, τοῦ ὁποίου αἱ συνέπειαι θὰ ἀποβῶσιν ὀλέθριαι εἰς τὸν τόπον ἂν δὲν χαλιναγωγήσωμεν, ὅπως ὀφείλομεν νὰ χαλιναγωγήσωμεν, τὰς τοιαύτας τῆς πολιτικῆς ἐμπαθείας μας.
§43ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κύριοι, ἀφ’ ἧς ἡ ἐνεστῶσα πολιτικὴ συζήτησις ἤρξατο εἰς τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο, μία μακρυνὴ ἠχὼ διηνεκῶς πλήττει τὰ ὦτά μου, ἐρχομένη ἐκ τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος, ἠχὼ πολιτικοῦ διδάγματος, τὸ ὁποῖον ἀνὴρ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τῆς εὑρισκομένης εἰς παρομοίας περιστάσεις πρὸς τὴν ἐνεστῶσαν ἐποχὴν τῆς Ἑλλάδος, — ἥτις ἄλλη ἐν τούτοις κατάστασις ἐκείνη τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀνέδειξε πολιτικοὺς ἄνδρας, οἷος ὁ Δημοσθένης, — καὶ ἡ ἠχὼ εἶναι τῆς τοῦ Δημοσθένους ῥητορικῆς πολιτικὸν δόγμα. Παρελλήλισα τὰς ἐποχὰς, διότι καὶ ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ Δημοσθένους εἶχεν ἡ Ἑλλὰς τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα, ὡς ἔχομεν καὶ σήμερον τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα, ζήτημα περὶ ἐπικρατήσεως τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ποία δὲ ἡ ἠχώ; γνώμης, τὴν ὁποίαν ὁ μέγας αὐτὸς διδάσκαλος τῆς Πολιτικῆς καθιέρωσε, καὶ εἶναι ἡ ἑξῆς καὶ περὶ τῶν Κοινοβουλίων ἐφαρμοστέα, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἡ ἠχὼ ἐκείνη ὁλονὲν μοὶ ἐπέρχεται, διότι ἀντιλαμβάνομαι ἐνταῦθα ἀντίθετα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐδιδάχθην· λέγει δηλαδὴ ὁ Δημοσθένης, ὅτι ᾠκοδόμησαν οἱ πρόγονοί μας τὰ ἑδώλια ταῦτα, «... οὐχὶ ἵνα συλλέξαντες ἡμᾶς εἰς ταῦτα ἀπὸ τῶν ἰδίων κακῶν τὰ ἀπόῤῥητα λέγωμεν ἀλλήλους, ἀλλ’ ἵνα ἐξελέγχωμεν ἐάν τις ἠδικηκώς τι τυγχάνῃ τὴν πόλιν.» Διαφέρουν δὲ αἱ δύο θέσεις, ὅσον λοιδορία ἀπὸ τῆς κατηγορίας· καὶ ἡ μὲν κατηγορία ἀποβλέπει εἰς ἀδικήματα, ὧν ἐν τοῖς νόμοις εἰσὶν αἱ τιμωρίαι,» ἡ δὲ λοιδορία ἔχει θέμα βλασφημίας, ἃς κατὰ τὴν αὐτῶν φύσιν τοῖς ἐχθροῖς περὶ ἀλλήλων συμβαίνει λέγειν.» Καὶ διακρίνει λοιπὸν τὰς δύω θέσεις τῶν Βουλῶν· ποία ἡ διαφορὰ τῆς μιᾶς θέσεως ἀπὸ τῆς ἄλλης; ὅση ἀπὸ τοῦ ὑβρίζειν, τοῦ νὰ λέγωμεν ἐκ τῶν ἰδίων κακῶν τὰ ἀπόῤῥητα περὶ ἀλλήλων, ἀναλόγως τῆς ἀνατροφῆς μας, πρὸς τὴν ἑτέραν, ἡ ὁποία θέσις εἶναι ἡ τοῦ δικάζειν ἀδικήματα, «ὧν ἐν τοῖς νόμοις εἰσὶν αἱ τιμωρίαι.» Εἰς τὴν μίαν θέσιν ἀποφαίνεται, ὅτι αἱ τοιαῦται συζητήσεις εἶναι πομπεῖαι, καὶ μεταβάλλονται τὰ Κοινοβούλια εἰς πομπευτήρια, εἰς τὴν δευτέραν θέσιν εἰς δικαστήριον· οὐδεὶς λοιπὸν δύναται νὰ προτιμήσῃ διὰ τὸ Κοινοβούλιον τὴν θέσιν τοῦ πομπευτηρίου παρὰ τὴν τοῦ δικαστηρίου. Ἔχετε ἀδικήματα; εἰσαγάγετε κατηγορίαν! ἐμπρὸς νὰ τοὺς δικάσωμεν· τί συντελοῦν αἱ πομπεῖαι; Ἔχουν καὶ αὐταὶ τὸ αἴτιόν τους! Εἰς ἡμᾶς τοὺς νεωτέρους Ἕλληνας, εἴτε ἐκ τῆς μακρᾶς δουλείας, εἴτε ἐξ ἄλλων ἱστορικῶν διδομένων, παρουσιάζεται δυστυχῶς ἓν ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸ τοῦτο ἡ ἀρχαιότης, οὕτως εἰπεῖν, κατέστιξεν ὡς φευκτέον, ὑποτυπώσασα αὐτὸ ὡς καὶ τὸ ἀντίθετον πλεονέκτημα εἰς δύο ἀδελφὰς προσωπικότητας, τὴν τοῦ Ἐπιμηθέως καὶ Προμηθέως, «ὧν οὗτος μὲν πρὸ τῶν πραγμάτων γνώμην ἀποφαίνεται, ὁ δὲ σιγήσας, ἡνίκ’ ἔδει λέγειν, ἄν τι δύσκολον συμβῇ, τοῦτο βασκαίνει.» Ἐπιμηθέως λοιπὸν ἔργον ἀσκοῦντες, Προμηθεῖς πώποτε δὲν ἀπεδείχθητε, ἀλλὰ διηνεκῶς ἐλέγχετε τὰ κακῶς γινόμενα· πῶς δὲ πρέπει νὰ γείνωσι, διὰ νὰ ἐπιτύχωσιν ἐκεῖνα, περὶ τῶν ὁποίων βουλευόμεθα, δὲν τὸ ἤκουσα ἄχρι τοῦδε· μεμψιμοιρίας μόνον καὶ κατακρίσεις· τί δὲ ποιητέον; Ὁ Μέγας Ναπολέων, κύριοι, ὁ ὁποῖος ἦτο πρακτικώτατος ἄνθρωπος, καὶ ὁ ὁποῖος, ἐκτός τινων βεβαίως ἐλαττωμάτων αὐτοῦ, πρέπει νὰ ἦναι τὸ ἰδανικὸν τοῦ μεγάλου ἀνδρὸς, ὅταν ἤρχισε νὰ διαπραγματεύηται τὰς πολιτικὰς ὑποθέσεις τῆς Εὐρώπης, μίαν τάξιν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων ἔχαιρον τὴν πρωτοβουλίαν, τὴν περιεφρόνησε, τὴν ἐχαρακτήρισεν ὡς ἰδεολόγον· καὶ ἅμα ἐνώπιον αὐτοῦ ἤρχιζον συζήτησιν τοιαύτην, οἷα παρ’ ἡμῖν σήμερον, ἄνευ δηλ. ἐπιδιώξεως ὁριστικοῦ κατηγορηματικοῦ ἀποτελέσματος, ἔλεγεν, ὅτι ἦσαν ἰδεολόγοι, μὲ ἄλλας λέξεις, ὅτι ἔχουν φλυαρίαν, κενολογίαν, ματαιολογίαν. Τὸ κοινοβούλιον λοιπὸν πρέπει νὰ ἐκλέξῃ τὴν θέσιν, τὴν ἐμπρέπουσαν αὐτῷ, τὴν θέσιν τῆς κατακρίσεως τῶν μὴ ὀρθῶς πεπραγμένων, ὄχι ὅμως ὑπὸ πομπευτικὴν ἔποψιν, ἀλλὰ ὑπὸ κατηγορηματικήν, ὑπὸ δικαστικήν. Ἐζήτησα, κύριοι, τὸν λόγον, καθ’ ἣν ἐποχὴν εἷς ἐκ τῶν Βουλευτῶν ὑπέδειξε κάπως συγκεντρωτέρας τάσεις συζητήσεων καὶ πραγματικωτέρας, ὁ ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτὴς κ. Ἀριστείδης Οἰκονόμου, ὅστις προδιέγραψε τουλάχιστον ὡς ἐξακολουθητέον εἰς τὸ μέλλον ἓν σχέδιον λύσεως τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πρὸ τοῦ κ. Οἰκονόμου εἶχεν ἀποφανθῆ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διανοεῖται νὰ λύσῃ τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα.
§44ΒΑΛΤΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Ὄχι, Ὄχι...
§45ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Διὰ τοῦ φυλετικοῦ πολέμου, εἴπατε. Λοιπὸν τοιαῦται συζητήσεις, ἐρχόμεναι βεβαίως καὶ ἀποῤῥέουσαι ἀπὸ σκέψεις, χρῄζουν ἐκτιμήσεως· δὲν παρουσιάζονται ἴσως εἰς τὴν κατάλληλον ὥραν, ἀλλὰ πρέπει αἱ συζητήσεις αὗται νὰ ἐξακριβῶνται, καθόσον διὰ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν τοιούτων ἰδεῶν, τῆς ἀοριστίας δὲ πάντοτε ἐκ μέρους τῶν Κυβερνήσεων περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ τεθοῦν εἰς ἐνέργειαν πρὸς ἐπίτευξιν ἑνὸς εὐτυχήματος τῆς πατρίδος, εἴτε ἐξωτερικοῦ εἴτε ἐσωτερικοῦ, αὐταὶ αἱ ἰδέαι ἐμποιοῦσι τὰς προκαταλήψεις λεγομένας, καὶ πρέπει νὰ ἀναλύωνται, καὶ νὰ μονιμοποιῶνται ὀρθαὶ γνῶμαι περὶ τῶν πραγμάτων καὶ τῆς πορείας τῶν Κυβερνώντων· ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ ἐνεστῶσα ἡλικία τοῦ Κοινοβουλίου δὲν εἶναι προωρισμένη διὰ τὰς τοιαύτας συζητήσεις, ἡ ἐνεστῶσα ἐποχὴ τοῦ Κοινοβουλίου προκαλεῖ τυπικὰς συζητήσεις ὑπὸ τὴν ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐσυνειθίσαμεν νὰ λέγωμεν περὶ τῶν τυπικῶν, ἐπουσιώδεις. Καὶ τῷ ὄντι, κύριοι, τίποτε ἐπουσιωδέστερον παρὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, ἥτις ἀνεῴχθη ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Εἰς τὰ συνταγματικὰ πολιτεύματα, καὶ ἰδίως εἰς τὸ ἡμέτερον, ἐπικρατοῦν νομικὰ πλάσματα· ἤθη ἄλλα, ἔθιμα ἄλλων ἐθνῶν εἰσήγαγον τυπικότητας τινας, θεσμοθεσίας τινὰς, καὶ ταύτας καὶ εἰς ἡμᾶς μετήγγισαν, καὶ ἑπομένως ἐρχόμεθα καὶ ἡμεῖς κατ’ ἀναχρονισμὸν, ἐρχόμεθα χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὰ προηγούμενα, τὰ ὁποῖα ὑπηγόρευσαν ἴσως ἀλλαχοῦ τὰς τοιαύτας τυπικὰς συζητήσεις, ἐρχόμεθα νὰ χρονοτριβῶμεν καὶ νὰ χάνωμεν τὸν πολύτιμον καιρόν μας, ἀντὶ νὰ διαβουλευώμεθα διὰ τὸν ὁποῖον συνήλθομεν ἐνταῦθα σκοπὸν, εἰς συζητήσεις ἐπουσιώδεις· ἂν ὁ Βασιλικὸς λόγος ἐκφράζῃ τι, ἂν ἡ πρὸς αὐτὸν ἀπάντησις ἐκφράζῃ τι, ἡ ἐπὶ τούτου συζήτησις δὲν σχετίζεται παντάπασι, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, μὲ τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ οὔτε προδικάζει τὴν γνώμην τοῦ Κοινοβουλίου ἐπὶ τῶν πράξεων καὶ τῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως· ὑπάρχει, κύριοι, πρὸς ταῖς τυπικαῖς συζητήσεσι, καθὼς σᾶς εἶπον, καὶ τὸ πολιτεύεσθαι ἐπὶ τῇ βάσει νομικῶν πλασμάτων, καὶ διὰ τοῦτο χωλαίνει κυρίως ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸ συνταγματικῶς πολιτεύεσθαι· λόγου χάριν, ὑπάρχει τὸ νομικὸν πλάσμα, ὅτι ἡ ψηφοφορία ἀναδεικνύει τοὺς καλλιτέρους ἀντιπροσώπους, ἢ ὅτι ἡ πλειονοψηφία ἐκφράζει τὴν γνώμην τὴν ἐπικρατοῦσαν ἐν τῷ τόπῳ· δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀκριβὲς, καὶ ὅτι δὲν εἶναι ψευδές; τὸ νὰ λέγῃ τις, ὅτι ἡ πλειονοψηφία εἰς ἓν Κοινοβούλιον ἐκφράζει τὴν ὀρθοτέραν ἰδέαν, τὴν ἀκριβεστέραν γνώμην, εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς νὰ λέγῃ, ὅτι, ὅταν πολλοὶ τρέχουν μαζῆ, τρέχουν περισσότερον ἀπὸ ἐκείνους, οἵτινες ἐν τῇ αὐτῇ σταδιοδρομίᾳ τρέχουσι μεμονωμένοι· κατὰ νομικὸν λοιπὸν πλάσμα εἶναι ὀρθοτέρα, κατ’ ἀκρίβειαν οὐχί. Δι’ αὐτοῦ τοῦ πλάσματος ποῦ καταντῶμεν, κύριοι; εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὅλα τὰ ἔθνη καὶ τὰ πλέον βάρβαρα ἀποτροπιάζονται, τὸ νὰ κατισχύῃ ἡ ἰσχὺς τοῦ δικαίου, τῆς ὀρθότητος· «Ἰσχὺν ἀξιοῦν τοῦ δικαίου προθεῖναι», κατὰ Θουκυδίδην. Ἐννοεῖται δὲ, εἰς τὸν τοιοῦτον ὄγκον ἡ μειονοψηφία βεβαίως δὲν δύναται νὰ δώσῃ ἐκ τοῦ συστάδην μάχην, καὶ πρὸ πάντων κατὰ τὴν ἀρχὴν τῶν κοινοβουλευτικῶν συνεδριάσεων, ὅτε ὁ ὄγκος συγκρατεῖται· ἓν μέσον ὑπολείπεται τῇ μειονοψηφίᾳ πρὸς διεξαγωγὴν ἀγῶνος κατὰ τῆς πλειοψηφίας, καὶ περὶ τούτου κατόπιν θέλω φέρει τὸν λόγον· τοῦτο μόνον λέγω, ὅτι μόνον ἡ σπουδὴ, τὴν ὁποίαν ἡ κυβέρνησις ἐπιδείκνυται, διὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ἀγῶνος τούτου, μᾶς δεικνύει, ὅτι πρέπει ἡμεῖς νὰ μὴ δώσωμεν λαβὴν ἀγῶνος μάχης, ἡ ὁποία νὰ δώσῃ ψῆφον ὁριστικὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Διατί; Διότι οἱ ὄγκοι διὰ τῆς χρονίσεως ἐκτρίβονται, ἐπέρχεται ἀποσύνθεσις, καὶ οὕτω μόνον δυνάμεθα ν’ ἀγωνισθῶμεν ἐν ἴσῃ μοίρᾳ. Ὁ κ. Μεσσηνέζης παρελλήλισε τὸν κ. Πρωθυπουργὸν πρὸς τὸν Φίλιππον τὸν Μακεδόνα λύοντα τὰ ζητήματα, καὶ οὐχὶ κόπτοντα. Ἐγὼ τὸν παραβάλλω πρὸς τὸν Πύῤῥον.
§46ΤΙΝΕΣ. Τὸν Πύρλαν;
§47ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Τὸν Πύῤῥον, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν: ἐὰν ἄλλην τοιαύτην νίκην νικήσωμεν, ἀπολωλόλαμεν· καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγει καθ’ ἑαυτὸν, καθόσον δὲν εἶναι ἀφιλόπατρις, ὅτι, ἐὰν τοιαύτας νίκας πάντοτε ἦμαι ἠναγκασμένος νὰ νικήσω διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ διὰ θυσιῶν συγκρατουμένου, θὰ χαθῶ εἰς μίαν ἄλλην νίκην. Ποία λοιπὸν ἡ θέσις τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀπέναντι αὐτῆς τῆς σπουδῆς, τὴν ὁποίαν ἐπιδείκνυται ἡ Κυβέρνησις πρὸς ἁρπαγὴν μιᾶς νίκης; Πρέπει νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν τακτικὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν μᾶς διδάσκει ἡ ἱστορία· τὴν τακτικὴν τῆς μελήσεως καὶ ἐνδελεχείας, ὑπομονῆς καὶ ἐπιμονῆς, τῆς χρονοτριβῆς· ἐν τοσούτῳ δὲ τῆς ἐκφυγῆς τῆς συγκροτήσεως ἐκ τοῦ συστάδην μαχῶν (ἱλαρότης). Ἐνθυμεῖσθε τὸν ἀρχαῖον στρατηγὸν τῶν Ῥωμαίων, ὁ ὁποῖος, ἀποφεύγων τὰς ἐκ τοῦ συστάδην μάχας κατὰ μεγάλου ἀριθμοῦ ἐχθρῶν, τὸν κατασυνέτριψεν. Ἡ μειοψηφία τῶν ἐπαναστατῶν εἰς τὰ 1821 ἐνίκησε τὸν ὄγκον τοῦ τυράννου δι’ ἐκείνης τῆς τακτικῆς, τὴν ὁποίαν ἔφερεν εἰς ἓν ὕψος ὄχι μόνον ῥωμαντικότητος, ἀλλὰ, τολμῶ εἰπεῖν, καὶ τῆς Ὁμηρικῆς Ἰλιάδος ἀνώτερον καὶ ἐφάμιλλον τῶν ἄθλων τῶν τοῦ Ὀλύμπου θεοτήτων, τὸν καλλίφημον κλεφτοπόλεμον ἀποθανατίσασα· καὶ συνεπῶς πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦτο θέλω ὑποβάλει ἐν τέλει πρότασιν. Ἐπανέρχομαι, κύριοι, εἰς τὴν ἐξ ἀρχῆς τοῦ λόγου ὑπόθεσιν, περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, καὶ μὴ σᾶς φαίνεται, ὅτι παρεκτρέπομαι τοῦ θέματος, διότι παρεδέχθην τὴν ἀρχὴν, νὰ μὴ ἦμαι Ἐπιμηθεὺς, ἀλλὰ Προμηθεὺς, νὰ ἐκφράσω δηλ. τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ὀφείλει νὰ πολιτεύηται ἡ Ἑλλὰς πρὸς λύσιν οἱουδήποτε ζητήματος, εἴτε τοῦ οἰκονομικοῦ, εἴτε τοῦ ἐξωτερικοῦ. Εἶπαν, κύριοι, ὅτι τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα δὲν δύναται νὰ λυθῇ, εἰμὴ διὰ τῆς ἀνυψώσεως τῆς σημαίας πάλιν τοῦ Φοίνικος, ἐκ τῆς τέφρας ἀναθρώσκοντος. Ἀλλ’ ὁ πόλεμος αὐτὸς δὲν εἶναι σήμερον ἐφικτὸς, οὔτε ὁ ἄλλος, ὁ φυλετικὸς λεγόμενος, διότι διΐστανται πολὺ ἀλλήλων καὶ αἱ ἱστορικαὶ ἐποχαὶ καὶ αἱ κοινωνικαὶ ἀναπτύξεις. Κατὰ τὸ 21 τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὁ ἀγὼν ἐκεῖνος προὐτίθετο νὰ λύσῃ, ἦτον ἄλλο, ἐπρόκειτο ὁ Ἕλλην νὰ κατακτήσῃ τὸν τίτλον του ὡς ἄνθρωπος, ἐπρόκειτο νὰ ἀποκτήσῃ ἑστίαν, καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν ἠδύνατο νὰ καταβῇ κατωτέρω τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο καὶ ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐξώρμησεν. Ἀλλὰ σήμερον ἡ Ἑλλὰς δὲν εὑρίσκεται εἰς τὸ μηδενικὸν τῆς ὑπάρξεως, ἐὰν δὲ ἀπερισκέπτως ῥίψῃ τὸν περὶ τῶν ὅλων κύβον, δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ φθάσῃ κατωτέρω τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτὴν ἐὰν ἐξετάσωμεν τὸ σύστημα αὐτὸ, κατὰ τὸ 21 δὲν ἐθριάμβευσεν ἐπὶ τέλους. Πῶς ἐλύθη τὸ ζήτημα τὸ τότε ἐσωτερικόν; Καὶ τὸ λέγω ἐσωτερικὸν, διότι ὅλαι αἱ χῶραι, αἱ ὁποῖαι ἐπανεστάτησαν, ἀπὸ τῶν ἀπωτάτων πρὸς βοῤῥᾶν μέχρι τῶν κατωτάτων πρὸς νότον, ἐθεωροῦντο Ἑλληνικαί. Κατόπιν ἔγεινεν Ἀνατολικὸν, καὶ σήμερον κατήντησε νὰ ἦναι ἐξωτερικὸν, δηλ. ἀπροσδιόριστον. Λοιπὸν νομίζετε, ὅτι ἐλύθη τὸ ζήτημα τότε ἐκ τῶν πολλῶν θυσιῶν καὶ τῆς ἀποφάσεως τοῦ νὰ χαθῇ τὸ πᾶν; οὐχί· ἐλύθη μόνον διὰ μιᾶς καλῆς πολιτικῆς, διὰ πολιτικῆς συνετῆς, καὶ ἀπόδειξις εἶναι ἡ ναυμαχία ἐν Πύλῳ καὶ ἡ παρὰ τοῦ στρατηγοῦ Μαιζὼν ἐκδίωξις τοῦ Ἰμβραΐμ ἐκ τῆς Πελοποννήσου. Ἔχετε σήμερον πιθανότητα μιᾶς τοιαύτης ἐξωτερικῆς συνδρομῆς; Λοιπὸν τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν δύναται νὰ λυθῇ σήμερον, εἰμὴ διὰ τῆς πολιτικῆς τῆς συνετῆς, ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τὴν ἐμποίησιν πεποιθήσεων εἰς τὸ ἐξωτερικὸν παρὰ τοῖς λαοῖς καὶ ταῖς Κυβερνήσεσι. Μὴ λησμονήσητε δὲ πρὸς τούτοις, ὅτι ἡ θέσις τοῦ 21 ἦτο προνομικωτέρα τῆς σημερινῆς, διότι τότε ἡ Ἑλλὰς ἐθαλασσοκράτει. Σήμερον δὲ ποία ἡ κατάστασις τοῦ ναυτικοῦ; ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔσχε τὴν γενναιότητα νὰ σᾶς εἴπῃ πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν, ὅτι 13 χιλιάδες ἐκίνησαν, καὶ 4 ἔφθασαν ἐν Δομοκῷ. Ἀλλ’ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν σᾶς εἶπε ποία εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ ναυτικοῦ; Ὅταν ἤκουσεν ὅτι ἔρχεται ὁ Ὀθωμανικὸς στόλος, κατέφυγεν εἰς μίαν Μονὴν ὁ Ἑλληνικὸς στόλος, καὶ ὅσον ἠκούετο θόρυβος μακρόθεν, τόσον βαθύτερον εἰς τὰ ἄδυτα τῶν κόλπων τῆς Σαλαμῖνος ἐπροχώρει ἡ «Ὄλγα», ὁ «Γεώργιος», ἡ «Ἀμφιτρίτη,» καὶ ὅλος ἐκεῖνος ὁ στόλος, ὁ ὁποῖος διῃρέθη σήμερον εἰς ἐνεργητικότητα καὶ διαθεσιμότητα, εἰς ἐφεδρείαν, καὶ μόνον εἰς σαπίλαν δὲν διῃρέθη.
§48Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν λέγεις ἀλήθειαν· τὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερες, ἦσαν εἰς τὸν Φάρον.
§49Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐξευτελίζεις τὸ ἔθνος σου νὰ λέγῃς, ὅτι ὁ στόλος ἐκρύφθη, καὶ εἶναι αἶσχος.
§50ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἠξεύρετε τί λέγει μία παροιμία; «ὅποιος κρύβει τὸν πόνον του, πάει μὲ δαύτον». Ὅταν λοιπὸν ὁ μὲν στρατὸς τῆς ξηρᾶς ἐκινεῖτο πρὸς μίαν διεύθυνσιν, ὁ στόλος ἔπρεπε νὰ λάβῃ μίαν ἄλλην διεύθυνσιν, καὶ ἔλαβε τὴν διεύθυνσιν τοῦ κρυσφυγέτου τῆς Σαλαμῖνος, διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἐν ἀσφαλείᾳ. Καὶ καλλίτερον λοιπὸν τότε, διὰ νὰ ἦναι ἀσφαλὴς, νὰ τὸν ἀνελκύσητε εἰς μέρη ἀπόκεντρα, διὰ νὰ μὴ προσβληθῇ. Ἀλλὰ τὸ μέτρον αὐτὸ ποῖον εἶχε τὸ ἐλατήριον;
§51ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Περὶ τῆς ἀπαντήσεως πρόκειται.
§52ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Μάλιστα. Πρέπει νὰ θεωρήσητε, ὅτι ὁ ἀγορεύων εἶναι ἰατρὸς, ὁ ὁποῖος ἐξασκεῖ ἐγχειρίσεις, ἀκρωτηριάζει, καὶ νὰ παίρνητε χλωροφόρμιον, διὰ νὰ ἡσυχάζητε (ἱλαρότης). Ἀπὸ τὰ 1821 ὁ Ἑλληνικὸς στόλος, ὁ ὁποῖος ἔκαμνε τὸν Σουλτάνον νὰ τρέμῃ, εἶχεν ἓν ὁρμητήριον, ὑπαγορευθὲν βεβαίως οὐχὶ ἐξ ὀπισθοβουλίας οὐδὲ ἐξ ἄλλης τινος προκαταλήψεως, ἀλλ’ ὑπ’ αὐτῆς ταύτης τῆς ἀνάγκης.
§53ΤΙΝΕΣ. Ὁ Πόρος.
§54ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Κατόπιν ὁ Κυβερνήτης κατέστησεν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὰς γνωμοδοτήσεις τῶν τότε ἐπισήμων ναυάρχων τοῦ Ἑλληνικοῦ καὶ τοῦ ξένου ναυτικοῦ, ἀπεφήνατο, ὅτι, προκειμένου νὰ γείνῃ ναύσταθμος, προσόντα δὲν ἀνευρίσκονται εἰμὴ εἰς τὸν λιμένα τοῦ Πόρου (ἱλαρότης). Κατόπιν διάφοροι ἐπιτροπαὶ αὐτὸ τοῦτο ἀπεφήναντο, καὶ τὸ δημόσιον τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ δεκάδας ἐτῶν ἐδαπάνησεν ἑκατομμύρια πρὸς τελειοποίησιν Ναυστάθμου, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸ 1878 ἠδύνατο νὰ ἁμιλλᾶται, δὲν θέλω εἶπει βαρὺν λόγον, ἀλλὰ βεβαίως πρός τινας τῶν Εὐρωπαϊκῶν ναυστάθμων. Ἐξήρκει τέλος εἰς ὅλας τὰς ἀνάγκας τοῦ στόλου καὶ τῆς ὑπηρεσίας.
§55ΤΙΝΕΣ. Καὶ τῶν Ποριωτῶν.
§56ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Εἰς τὰ 78 ὅμως, ὅτε ἕνας κυκεὼν ἐπέκειτο εἰς τὴν Ἑλλάδα, διεπράττοντο ἀνόσια, αἱ δὲ δημόσιαι ὑποθέσεις ἤγοντο οὐχὶ ὑπὸ φιλοπατρίδων ἀρχῶν, ἀλλά, καθὼς εἶπόν τινες, καὶ ὑπὸ ἄλλας ἐπόψεις, ἐγὼ δὲ λέγω μόνον ταύτην τὴν ἔποψιν, τὴν ὁποίαν δανείζομαι ἀπὸ τὸν σεβαστὸν συνάδελφον κ. Ἰακωβᾶτον, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐπικρατούσης ἀσθενείας ἐν Ἑλλάδι, τῆς ὑδρακεφαλικῆς νόσου, δηλ. ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς συγκεντρώσεως ἐν τῇ πρωτευούσῃ παντὸς ὅ,τι εἶναι καθίδρυμα, ἢ βιομηχανία, ἢ ἐξάσκησις ὁποιασδήποτε ὑπηρεσίας, ἔστω καὶ μὴ δυναμένης ἐν τῇ πρωτευούσῃ νὰ ἐξασκηθῇ· ἐθεωρήθη λοιπὸν ὑπὸ αὐτὴν τὴν ἔποψιν, ἴσως καὶ ὑπὸ ἄλλας, ὡς εἶπεν ὁ ἐκ Καλαβρύτων βουλευτὴς κ. Οἰκονόμου, οἷον κατὰ τὴν ὑπαγόρευσις τῆς αὐλικῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι ἦτον ἀκατάλληλος ὁ Πόρος διὰ Ναύσταθμον, διότι δὲν δύναται νὰ ὀχυρωθῇ, ὅπως καταστῇ ἀπόρθητος. Παρουσιάζεται λοιπὸν ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤρχισαν, καθὼς λέγει ὁ Ξενοφῶν, φύρδην μίγδην λίθοι τε καὶ πλίνθοι, καὶ ξύλα, καὶ κέραμοι, ἀτάκτως νὰ ῥίπτωνται εἰς τὰ πλοῖα, νὰ συντρίβωνται, νὰ ἐκριζόνωνται· διατί; διὰ νὰ πράξῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἠδύνατο ὁ Χόβαρτ νὰ πράξῃ. Τότε ἡ ἐπαρχία Τροιζηνίας ἦλθεν εἰς συγκίνησιν, ἐθεώρησεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης πρὸς τὰ στήθη τῶν πατριωτῶν, ἵνα ὑπερασπίσωσι τὸ καθίδρυμα αὐτὸ, καὶ ἐξελέξατο ἐπιτροπὴν, ἥτις ἐνεφανίσθη ἐνώπιον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐζήτησεν ἐξηγήσεις, μὴ τυχὸν ἡ Κυβέρνησις δυσπιστῇ πρὸς τὴν πατρίδα μας, καὶ ἐνόμισεν, ὅτι δὲν θὰ εὕρῃ οὔτε στήθη, οὔτε χεῖρας, νὰ προκινδυνεύσωσι τοῦ ναυστάθμου. Ἔχομεν λοιπὸν τὴν ἐντολὴν, εἶπεν ἡ ἐπιτροπὴ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ σᾶς διαβεβαιώσωμεν, ὅτι δυνάμεθα νὰ ταχθῶμεν εἰς ὁποίαν δήποτε στρατιωτικὴν ἀνάγκην θεωρηθῶμεν χρήσιμοι. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς τότε εἶπεν, οὐδεὶς τοιοῦτος λόγος, ὅτι τὸ μέτρον αὐτὸ εἶναι προσωρινὸν, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος περὶ μεταθέσεως τοῦ Ναυστάθμου, παρὰ μόνον τὸ ὑλικὸν θὰ μετατοπίσῃ, περὶ δὲ τῶν ἐπαρχιωτῶν, ὅτι ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν ἀφοσίωσίν των, καὶ ἑπομένως θὰ σταλοῦν καὶ τὰ ὅπλα, καὶ πᾶν ὅ,τι ἠμπορεῖ νὰ ἀπαιτῆται νὰ ἐνεργηθῇ. Ἐν τούτοις διὰ τὴν μετατόπισιν αὐτὴν ἐδαπανήθησαν τόσα, ὅσην δὲν δύνανται νὰ ἔχουν ἀξίαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τῆς μετακομίσεως περιεσώθησαν· διότι περὶ τούτου ὀφείλει ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ μᾶς φέρῃ ἀπόδειξιν τῆς καταστάσεως τοῦ ναυτικοῦ ὑλικοῦ κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 78, καὶ τὰ πρωτόκολλα τοῦ ὑλικοῦ, τοῦ ἐπιβιβασθέντος ἀπὸ τῆς 20 Ἰανουαρίου καὶ ἐφεξῆς ἐπὶ πλοίων ἰδιωτικῶν, ἐμπορικῶν, πολεμικῶν, ταχυδρομικῶν, τὰ πρωτόκολλα τῆς παραδόσεως ἐν Πόρῳ ὑλικοῦ, καὶ τὰ πρωτόκολλα τὰ κατὰ τὴν ἐκφόρτωσιν, τὴν εἰς τὴν Μονὴν τῆς Φανερωμένης γενομένην συνταχθέντα, καὶ τότε θέλομεν ἴδει, ἐὰν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τὴν ἔφοδον τοῦ Χόβαρτ Πασᾶ διέσωσεν ἡ Κυβέρνησις, ἤξιζε τὴν δαπάνην τῆς μεταφορᾶς. Βλέπετε λοιπὸν ποία ἦτον ἡ κατάστασις τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλ’ ἐν τούτοις εἰς τὴν ἔκτακτον σύνοδον ἡ Κυβέρνησις ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν σὺν τοῖς ἄλλοις τροπαίοι, ὅτι ἵδρυσε καὶ Ναύσταθμον. Πῶς τώρα συμβιβάζεται ἡ προσωρινότης μὲ τὴν ἵδρυσιν Ναυστάθμου ἐν τῇ Μονῇ, καὶ πῶς συμβιβάζεται ἡ διαβεβαίωσις αὕτη μὲ τὸ γεγονὸς τὸ ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σήμερον ἀκόμη δὲν ἔχει ὡρισμένον τὸν τόπον, ὅπου πρέπει νὰ κάμουν τὸν Ναύσταθμον, καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι ἀλλεπάλληλοι ἐπιτροπαὶ συνέστησαν, ἐσωτερικαὶ καὶ ἀλλοεθνεῖς· καὶ περὶ μὲν τῶν ἐσωτερικῶν, ἐξ ὅσων ἠδυνήθην νὰ πληροφορηθῶ, γνωρίζω, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ περιέπεσαν εἰς μίαν θέσιν μὴ τόσον καθαρὰν, ἄλλως τοῖς παρεστάθη τὸ θέμα τὸ ὑπὸ διάσκεψιν, καὶ ἄλλως τὸ ἐξέλαβον· ὡς πρὸς δὲ τὰς ἐξωτερικὰς ἐπιτροπὰς, τοῦτο γνωρίζομεν, ὅτι μὲ ὅσα ἐδαπανήθησαν εἰς ὄρνιθας, εἰς οἴνους, εἰς γεύματα, εἰς ἄλλα ἔξοδα, καὶ εἰς μετατόπισιν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, μὲ αὐτὰ τὰ ἔξοδα ἠμποροῦσαν νὰ κάμουν κάτι τι γενναῖον, ἐὰν ὄχι Ναύσταθμον. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τοπικὸν, δὲν εἶναι ῥουσφέτι τῶν νέων Βουλευτῶν· εἶναι ἐθνικὸν, ἀφορᾷ τὴν διατήρησιν τοῦ ναυτικοῦ γοήτρου, ὅπερ ἔχαιρε μέχρι τινὸς ἡ Ἑλλάς. Ἐὰν τὸ θέλετε ῥουσφέτι, ἔχω καὶ ἄλλο παρόμοιον, ζητῶ καὶ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐὰν, κύριοι, πρόκηται περὶ ῥουσφετίων, τοιαῦτα ῥουσφέτια μοὶ ἐμπρέπουν· ἐὰν μοὶ δοθῇ τὸ ἰσοζύγιον καὶ ὁ ναύσταθμος, θέλω γείνει ὁ δουλικώτερος τῶν μπεμπέδων τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου. Ἂν μᾶς δοθοῦν ταῦτα, θέλομεν πάντες προσκυνήσει τὸν ἄνδρα, ὅστις ἀνόρθωσε τὴν Ἑλλάδα. Τὸ ζήτημα εἶναι ἐθνικὸν, καὶ πλάγιος σκοπὸς δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἐπιδρᾷ εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα. Τὸ ζήτημα τῆς Ἑλλάδος εἶναι τὸ οἰκονομικὸν, καὶ μετὰ τούτου σχετίζεται τὸ ζήτημα τοῦ Ναυστάθμου, τὸν ὁποῖον διθυραμβικῶς ἀνεκήρυξε ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἱδρυθέντα εἰς τὴν Μονὴν Φανερωμένης. Ἐκεῖ ἡ Κυβέρνησις ἐδαπάνησε καὶ δαπανᾷ χρήματα, καὶ ὅμως δὲν ἔχει ὁ χῶρος ἐκεῖ τι κατάλληλον διὰ Ναύσταθμον.
§57ΛΑΠΠΑΣ. Εἰς τὸν Πόρον λοιπόν.
§58ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ὄχι, εἰς τὴν λίμνην τῆς Λεβαδείας θὰ ἦναι ἀσφαλέστερα τὰ πλοῖα (γέλως). Ἡ Κυβέρνησις ἐδαπάνησε καὶ δαπανᾷ ἁδρῶς ἄνευ σκοποῦ, ἀσκόπως, ὡς εἶπεν ὁ κ. Κοριζῆς.
§59ΠΑΓΚΑΛΟΣ. Δὲν εἶναι κατάλληλον μέρος εἰς τὸν Πόρον.
§60ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Σᾶς φαίνεται· τὸν θέλετε ὡς ῥουσφέτι εἰς τὴν Σαλαμῖνα. Ἀφήσατε, ἐν ὅσῳ χροιὰν πατριωτισμοῦ ἀπαντᾶτε εἰς τὸν λόγον μου. Λοιπὸν δαπανᾷ ἀκαταπαύστως εἰς τὴν Φανερωμένην, ἐνῷ εἶναι πανθομολογούμενον, ὅτι ἐκεῖ δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος θέσις. Ἐπέτρεψεν εἰς ἐπιτροπὴν τὴν ἀνεύρεσιν τοιαύτης, ἥτις ἀνεῦρε, πρὸς εὐχαρίστησιν τοῦ κ. Παγκάλου, τὸν Ἀράπην, ἐκεῖ δὲ καταγίνονται νὰ ἀνεύρουν τὰ ἀπαιτούμενα προσόντα διὰ Ναύσταθμον, διότι δὲν εὑρίσκουν οὔτε ὕδωρ. Ἡ Κυβέρνησις, ἂν φείδηται τῶν δημοσίων χρημάτων, τί ὀφείλει νὰ πράξῃ; Συγχωρῶ τὸ μέτρον τὸ προσωρινὸν, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν εἰς τὴν στιγμὴν ἐκείνην τοῦ παγεροῦ φόβου, ὁ ὁποῖος κατέλαβε τὴν Ἑλλάδα ἐκ τῆς ἀπειλουμένης ἐλεύσεως τοῦ Χόβαρτ· ἅμα ὅμως παρῆλθεν ἡ ἀνάγκη, ἔπρεπεν ὁ Ναύσταθμος νὰ ἐπανέλθῃ ὅθεν ἐξετροχιάσθη. Καὶ ὅπου δὲν ἀπαιτοῦνται δαπάναι, ὅπως σήμερον ἐν τῇ Φανερωμένῃ, καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις, ἐπὶ τῇ γνωμοδοτήσει καταλλήλων προσώπων, ἤθελεν ἀποφασίσει ὁ Ναύσταθμος νὰ γείνῃ ἀλλαχοῦ, τότε νὰ μετακομίσῃ, ἀναλόγως τῆς προόδου τῶν ἔργων, εἴτε τὸ ὑλικὸν, εἴτε τὸ προσωπικὸν, ὅπερ μένει ἐκτεθειμένον ἐν τῇ Μονῇ, ὅπου τίποτε δὲν ἐκέρδισεν ἡ Κυβέρνησις, εἰ μὴ μόνον, ὅτι ξένοι ναυτικοὶ, ἐπισκεφθέντες τὸ μέρος ἐκεῖνο, εἶπον, ὅτι πολλὰ παράξενα εἶδον περιηγούμενοι, ἀλλὰ Ναύσταθμον ἐντὸς Μοναστηρίου δὲν εἶδον ποτέ. Ὁ Ναύσταθμος, κύριοι, ἔχει ἀποστολὴν πολλὰ εὐρεῖαν, καὶ ἀπασχόλησιν πολλαπλῆν· ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ καὶ σιδηρουργεῖον καὶ χυτήριον, ὡς ἐκεῖνο τοῦ Βασιλειάδου, καὶ οὐχὶ ὅπως εἶναι σήμερον εἰς τὴν Μονὴν, ὅπου ἐργάζονται ὡς Τουρκόγυφτοι, ἐνῷ ἐν Πόρῳ ὑπάρχει καθίδρυμα σπουδαιότατον διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἔργων. Ἐν Φανερωμένῃ, κύριοι, θέλετε ἰδεῖ μετὰ συγκινήσεως τὸ ὑλικὸν τοῦ πολέμου ἐσπαρμένον ὡς τοὺς ὀδόντας τοῦ Δευκαλίωνος, οἱ ὁποῖοι ἐσπείροντο διὰ νὰ ἀναβλαστήσουν ἥρωες. Βλέπετε τὰ μεγάλα βλήματα, τὰ ὁποῖα ὡς ἐκ τῆς δαπάνης δὲν μεταχειρίζονται τὰ ἔθνη εἰς τὰ γυμνάσια, ἐσπαρμένα εἰς τοὺς ἀγρούς· τώρα μάλιστα μὲ τὸ χιόνι ἡ κατάστασίς των θὰ χειροτερεύσῃ. Θέλετε, κύριοι, ἐκεῖ ἰδεῖ μηχανὰς, αἱ ὁποῖαι ἐκόστισαν τριακοσίας χιλιάδας φράγκα, ἐσκωριασμένας, εἰς τὸ ὕπαιθρον· δὲν εἶναι ὑπερβολὴ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγω· ἂς ἐκλεχθῇ ἐπιτροπὴ, διὰ νὰ μεταβῇ ἐκεῖ, καὶ ἂν δὲν λέγω ἀλήθειαν, ὑποβάλλομαι εἰς οἱανδήποτε θέλετε κατάκρισιν· θέλετε ἰδεῖ ἐκεῖ ὡσαύτως τὴν δίψαν, ἡ ὁποία μαστίζει τοὺς ἀνθρώπους· δαπανῶσι καθ’ ἑκάστην τεσσαράκοντα πέντε δραχμὰς πρὸς μεταφορὰν ὕδατος εἰς τὸν λεγόμενον Ναύσταθμον, τὰ δὲ ἐκεῖ προσωρμισμένα πλοῖα προμηθεύονται τὸ ὕδωρ ἐκ Πειραιῶς· ὁ ἄρτος ἐκ Πειραιῶς μεταφέρεται, ὡς καὶ τὸ παραμικρὸν πρᾶγμα, μὴ νομίσητε δὲ, ὅτι τοῦτο εἶναι ὀλίγον, διότι μεταβαίνει ἀτμόπλοιον, τὸ ὁποῖον δι’ ἑκάστην ἄνοδον καὶ κάθοδον δαπανᾷ ἑκατὸν δραχμὰς τὴν ἡμέραν. Ἀλλὰ, κύριοι, ἀκόμη ἓν σπουδαιότερον· αἱ δαπάναι εἰς τὸν ἐν Πόρῳ Ναύσταθμον, ὅτε εὑρίσκετο ἐν ἀκμῇ, ἀνέβαινον μηνιαίως ἀπὸ 15 ἕως 30 χιλιάδας δραχμῶν, καὶ εἰς τὸν ἐν Πόρῳ Ναύσταθμον εὑρίσκοντο ὅλαι αἱ ἀποθῆκαι, ὅλαι αἱ ἐργασίαι συνετελοῦντο ἐκεῖ παντὸς εἴδους, ἐν δὲ τῇ Σαλαμῖνι, κατὰ πληροφορίας, ἃς ἔχω, ἐδαπανῶντο ἑξήκοντα χιλιάδες δραχμαὶ, καὶ ἐργασίαι δὲν ἐγίνοντο· τὰς ἐργασίας ἐξετέλει ὁ Τζὼν καὶ ὁ Βασιλειάδης, διὰ δὲ τὰς ἀποθήκας εἶχον ἐνοικιασθῆ καταστήματα ἐν Πειραιεῖ, ὁ δὲ νῦν ἀξιοπρεπῶς τὰ τοῦ Ναυστάθμου διευθύνων κ. Κριεζῆς, βλέπων τὴν σπατάλην, περιέστειλε τὰς ἐργασίας καὶ τὸ προσωπικὸν, καὶ οὕτω περιώρισε τὴν δαπάνην εἰς τριάκοντα ἢ τριάκοντα πέντε χιλιάδας. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ παρωνυχίδος, οὐδὲ ζητοῦμεν ῥοσφέτι, οὐδὲ θέλομεν νὰ ἐκμεταλλευθῶμεν τὴν θέσιν τοῦ Βουλευτοῦ. Ἔρχομαι, κύριοι, εἰς ἄλλο τι· ὁ λόγος, δι’ ὃν ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν, ὅτι ὁ Πόρος εἶναι ἀκατάλληλος διὰ Ναύσταθμον, εἶναι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν, δὲν ἠδύνατο νὰ κατασταθῇ ἀπόρθητος. Φῶτα στρατιωτικὰ δὲν ἔχω· ἐξ ὅσων ὅμως ἀνέγνωσα, γινώσκω, ὅτι σχεδὸν οὐδεμία τῶν μεγάλων Ἐπικρατειῶν τῆς ὑφηλίου ἔχει Ναύσταθμον ἀπόρθητον. Θέλετε νὰ ἔχητε κἄτι τι σπουδαιότερον τῆς Σεβαστουπόλεως, τοῦ Μαλακώφ, τοῦ Κρονστάτ; Μ’ ὅλον τοῦτο ταῦτα ἡλώθησαν, καὶ τὸ Κρονστάτ λέγεται ὅτι εἶναι ἀπίθανον, ἂν δυνηθῇ νὰ ἀποκρούσῃ προσβολήν· καὶ θέλει ἡ Ἑλλὰς νὰ ἔχῃ Ναύσταθμον ἀπόρθητον; Μ’ ὅλα ταῦτα, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἔρχομαι νὰ ἀποδείξω, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἔσφαλε· δὲν ἐβασίσθη οὔτε εἰς τὴν ἱστορίαν, οὔτε εἰς τὴν ἐπιστήμην, ἀλλ’ ὑπήκουσεν εἰς λόγους εἴτε ὑδροκεφαλικούς, εἴτε εἰς ἐπίδρασίν τινα ἐπιτροπῆς αὐλικῆς, καὶ μετεχειρίσθη ὡς ἀσπίδα, ὅτι ὁ Ναύσταθμος δὲν δύναται νὰ ὀχυρωθῇ. Ἀλλὰ δι’ ἱστορικοῦ παραδείγματος θέλω σᾶς ἀποδείξει, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Προτάσσω δὲ τὸ ἑξῆς γενικὸν, ὅτι ὅσον τὰ μέσα τῆς ἐφόδου ἐπιτείνονται, τόσον καὶ τὰ μέσα τῆς ἀμύνης. Κατὰ τὸ 1831, ὅτε ἡ Ἑλλὰς ἐνόμισεν, ὅτι ἦτο καιρὸς νὰ συνταγματισθῇ, καὶ ἠγέρθη κατὰ τοῦ Κυβερνήτου τῆς Ἑλλάδος ἡ ἐπανάστασις ἡ λεγομένη τῶν Συνταγματικῶν, ἕδρα τῆς ἐπαναστάσεως ἦτο ὁ Πόρος, διότι ἐκεῖ ὑπῆρχεν ὁ στόλος, ἐκεῖ ἦτον ὁ Ναύσταθμος. Ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε διέταξεν ἐκστρατείαν, ὅπως πνίξῃ τὴν ἐπανάστασιν εἰς αὐτὴν τὴν φωλεάν της· ἐξεστράτευσε τότε ὁ ἀείμνηστος Καλλέργης μετὰ ἕξ χιλιάδων Λιάπιδων, ὡς ὀνόμαζον τότε τοὺς ὁπλίτας, καὶ συνωδεύετο ὑπὸ τηλεβόλων τῆς ἐποχῆς, ἦλθεν εἰς τὰς ἀκτὰς τῆς Πελοποννήσου καὶ ἔφθασεν ἀπέναντι τῆς νήσου τοῦ Πόρου. Ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα οὗτος δὲν ἠδυνήθη ἐκεῖ οὔτε ἕνα στρατιώτην νὰ διαβιβάσῃ ἐπὶ τῆς νήσου, διότι οἷα ἦσαν τὰ μέσα τῆς ἐφόδου, τοιαῦτα ἦσαν καὶ τὰ μέσα τῆς ἀμύνης. Κατιδὼν ὁ Καλλέργης τὸ ἀδύνατον νὰ ἐκπορθήσῃ τὸν Πόρον, συνεννοεῖται μετὰ τοῦ ναυάρχου Ῥικόρδ, ὅστις διὰ τοῦ στόλου του ἀποπειρᾶται νὰ εἰσέλθῃ ἀπὸ τὸ βόρειον μέρος τοῦ λιμένος, ἀλλ’ ἐκεῖ ἀπεκρούσθη, διότι ἅλυσις κατεῖχε τὸν πορθμόν· ἔρχεται ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ ἀπεκρούσθη ἐντόνως ὑπό τινος φρουρίου μικροῦ, τὸ ὁποῖον εἶχε κατασκευάσει ὁ Ἐϊδὲκ ἐπὶ νησίδος, τὴν ὁποίαν κοινῶς ὀνομάζουσι Μποῦρτζι. Οὕτως ἡ ἔφοδος διὰ θαλάσσης ἀπεκρούσθη καθὼς καὶ ἡ διὰ ξηρᾶς, διότι κατὰ τὴν ἔφοδον ἦτο καὶ ἡ ἄμυνα, δὲν ἤθελε δὲ τότε οὔτε ὁ Ναύσταθμος πέσει εἰς χεῖρας αὐτῶν, οὔτε ἡ Συνταγματικὴ καταστροφὴ ἐπέλθει, ἂν Κυβερνητικός τις δὲν ἤθελε νύκτωρ διαπορθμεύσει στρατὸν; καὶ δὲν ἐφονεύετο ἐξ αἰτίας ἀλλοτρίας τοῦ ζητήματος ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Πόρου τῶν κατὰ ξηρὰν δυνάμεων· τοῦτο δὲ ἀποδεικνύει, ὅτι καὶ εἰς ἄλλην ἐποχὴν, ὑπὸ διάφορα μέσα ἐφόδου καὶ ἀμύνης, θὰ προσδοκῶμεν τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα. Ἀλλ’ ἡ ζημία τέλος πάντων ἐπῆλθεν εἰς τὸ δημόσιον. Ἐπειδὴ δὲ εἰς πᾶσαν συζήτησιν, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπέρχεται καὶ λύσις τις, φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει πράξει ἔργον φρονήσεως καὶ πατριωτισμοῦ, ἄν, ἐγκαταλείπουσα τὰς ἀσκόπους δαπάνας ἐν φανερωμένῃ, διατάξῃ, ἐν ὅσῳ δὲν ὁρισθῇ τόπος τοῦ Ναυστάθμου, τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ Ναυστάθμου ἐν Πόρῳ, ὁπόθεν ἐξετροχιάσθη.
§61ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν; ὅταν ἦτον αὐτὴ ἡ φιλοπόλεμος τάσις, ἦσθε καὶ ὑμεῖς φιλοπόλεμος;
§62ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Θὰ τὸ ἐκθέσω κατόπιν, διότι εἰς τὸν συνειρμὸν τῶν ἰδεῶν μου τὸ ἔχω ἀλλοῦ τοποθετήσει (θόρυβος). Ἀλλὰ, κύριοι, ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιοσέβαστος κύριος Ἰακωβάτος μοὶ ἔθεσεν. Εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριοι, προκειμένου ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ, δὲν πρέπει νὰ προκαταλαμβάνεται ἀπὸ ἐπιδράσεις ψυχολογικὰς ὁ Βουλευτὴς καὶ νὰ μὴ συστέλλεται νὰ ἐκφράσῃ τὸ τὶ φρονεῖ, φοβούμενος μὴ τυχὸν ἐκληφθῇ δειλός. Ἐγώ, κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἀδύνατον νὰ λύσῃ διὰ πολέμου τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα, καὶ στηρίζομαι εἰς τὴν ἱστορίαν. Βλέπω, ὅτι ὅλαι ἐκεῖναι αἱ χῶραι, αἵτινες ἦραν τὴν σημαίαν τῆς ἐπαναστάσεως μετὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀπολειφθεῖσαι δ’ αὐτῷ, εὑρέθησαν χαίρουσαι συμπαθείας εἴς τινας τῶν δυνάμεων, δὲν ἀπέκτησαν τὰς πολιτικάς των ἐλευθερίας διὰ τοῦ πυρὸς καὶ τοῦ σιδήρου, διὰ τέφρας τῆς, ἀλλὰ διὰ τῆς συνετῆς πολιτικῆς, ὡς ἡ Ῥωμουνία, ἡ Σερβία, ἡ Βουλγαρία· ἡ Ἑλλὰς ὅμως, κύριοι, ἐπὶ ἑπτὰ ἔτη ἐπολέμει, μετεβλήθη εἰς τέφραν, ὄρη ἐσχηματίσθησαν ἀπὸ ὀστᾶ, καὶ ἐν τούτοις δὲν ἠδυνήθη νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα εἰμὴ πάλιν διὰ τῆς πολιτικῆς ἐκείνης, ἥτις κατόπιν μετημελήθη διατί ἐναυμάχησεν ἐν Πύλῳ καὶ ἀπέστειλε τὸν στρατηγὸν Μαιζῶνα ἐν Πελοποννήσῳ. Ἔχομεν λοιπὸν ἡμεῖς σήμερον τὴν πεποίθησιν, ὅτι, μεταβάλλοντες τὰ πάντα εἰς τέφραν καὶ εἰς σποδὸν, θὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα ἄνευ τῆς διπλωματίας; Ἡ Ἰταλία, κύριοι, ἔπαθεν ὅ,τι καὶ ἡ Ἑλλὰς, αἱματοκυλίσθη, ἀλλὰ κατόπιν ἀπέκτησε τὸν Καβοὺρ, ὁ ὁποῖος ἔλυσε τὸ ζήτημα τῆς μόνης καὶ καθολικῆς Ἰταλίας ἀναιμωτεί, διὰ τῆς συνετῆς πολιτικῆς. Γαλλικὰ αἵματα ὑπερεμάχησαν. Μόνον λοιπὸν διὰ τῆς πολιτικῆς δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ προσδοκᾷ πρόοδον καὶ λύσιν τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος: Ὅσον καὶ ἂν παρασκευάσητε στρατὸν καὶ στόλον, εἷς δάκτυλος εἶναι ἱκανὸς νὰ σᾶς ἀναχαιτίσῃ· ὁ δάκτυλος, ὅστις, ὅταν ἐφάνη ἀπέναντι τοῦ Ῥωσσικοῦ στρατοῦ, ὁ Ῥωσσικὸς στρατὸς ὀπισθοχώρησεν. Ἀλλὰ, κύριοί μου, βλέπω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, καὶ ζητῶ τὴν διακοπήν. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, διότι ἐγὼ ἔχω πολλὰ ἀκόμη νὰ εἴπω. Ἡ ὥρα παρῆλθε (κατέρχεται τοῦ βήματος).
§63ΣΤΑΙΚΟΣ. Ἐὰν δὲν ἦναι ἄλλοι ἐγγεγραμμένοι, νὰ κηρύξητε τὴν συζήτησιν περαιωμένην.
§64ΤΙΝΕΣ. Θὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§65ΡΑΛΛΗΣ. Λύσατε τὴν συνεδρίασιν, κύριε, Πρόεδρε, διότι οὔτε ἀπόψε, εὔτε αὔριον δὲν θὰ τελειώσωμεν.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄς ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος (ἐκφωνεῖται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος). Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 7. μ. μ.)