1879.12.08
1.331 στίχοι · 11.100 λέξεις · 44 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 31
τῆς 8 Δεκεμβρίου 1879.
(Σάββατον.)
Ὥρᾳ 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Σ. Ζερβὸς, Νικοκάβουρας καὶ Θ. Ζερβὸς ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου περὶ διανομῆς τῆς περιουσίας τοῦ κοινοῦ Κερκύρας εἰς τοὺς δήμους αὐτῆς. Πολλοὶ Βουλευταὶ προτείνουσι νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὰς ἐκδιδομένας καθ’ ἑκάστην ἐφημερίδας νὰ ἔχωσι στενογράφους ἐν τῇ αἰθούσῃ τῶν συνεδριάσεων. Ἀμφότεραι αἱ προτάσεις θὰ τυπωθῶσι καὶ θὰ διανεμηθῶσιν.
§2ΠΟΛΥΛΑΣ. Ἔχω καθῆκον, κύριοι, νὰ κάμω μίαν σύστασιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις εἶναι κατεπείγουσα. Ὑπάρχουσιν ἐν Κερκύρᾳ χίλιοι περίπου πρόσφυγες, οἱ παθόντες εἰς τὸ δυστύχημα τοῦ Λυκουρσίου, τοὺς ὁποίους περιέθαλπεν ἡ νῆσος Κερκύρας ἐπὶ ἓν ἔτος, διὰ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ ἅλατος· κατόπιν ἡ Κυβέρνησις ἀνέλαβε νὰ περιθάλψῃ αὐτοὺς, καὶ τοὺς διέτρεφε μέχρις ἐσχάτων· ἀλλὰ δυστυχῶς, ὡς πληροφοροῦμαι, στερεῖται πιστώσεως, ὅπως ἐξακολουθήσῃ τὴν βοήθειαν. Αὐτοὶ δὲ, πρὶν ἀναχωρήσω, ἦλθαν εἰς ἐμὲ καὶ μὲ παρεκάλεσαν νὰ παραστήσω τὴν ἀνάγκην ταύτην εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τούτου.
§3ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀληθῶς, κύριοι, εἰς τὴν Σούρπην, Λαμίαν, Εὐρυτανίαν, Βάλτον, Ἀγρίνιον καὶ εἰς Ἀθήνας ὑπάρχουσι πολλοὶ τοιοῦτοι πρόσφυγες, πεινῶντες καὶ στερούμενοι τῶν μέσων. Ἡμεῖς ἐξηντλήσαμεν τὴν πίστωσιν· δὲν ἔχομεν νὰ διαθέσωμεν πλέον οὔτε λεπτόν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ, θέλω εἰσαγάγει νέαν πίστωσιν.
§4ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§5ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν εἶναι ἤδη παρὼν, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον ὅταν ἔλθῃ ὁ εἰρημένος κύριος Ὑπουργὸς, ἵν’ ἀπαντήσω εἰς ὅ,τι εἶπε σχετικὸν πρὸς ἐμέ.
§6ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον, ἵνα δικαιολογήσω διατὶ δὲν ὑπέγραψα τὴν περὶ διανομῆς τῆς περιουσίας τοῦ κοινοῦ Κερκύρας πρότασιν νόμου.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα εἶναι περιττόν· κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως λαμβάνετε τὸν λόγον.
§8ΦΩΤΗΛΑΣ. Θέλω προσπαθήσει, κύριοι ἀντιπρόσωποι, νὰ περιορισθῶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, διότι ἡ συζήτησις ἔλαβεν εὐρύτερον στάδιον. Θέλω περιορισθῆ μόνον ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐτέθη ἐκ μέρους τῶν ῥητόρων τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ κ. Τρικούπη εἶναι ἐὰν ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἦναι, ἢ οὔ, ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον εἶναι τὸ σπουδαιότερον, τὸ μεγαλείτερον, τὸ κεφαλαιωδέστερον ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐρωτήσῃ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, διὰ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἴδῃ ἐὰν ἀπολαμβάνῃ ἢ οὔ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἔθνους. Καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον εἶναι ζήτημα ἐμπιστοσύνης· πάντοτε δὲ τὴν νομολογίαν ταύτην ἠκολούθησαν αἱ Βουλαὶ τῆς Ἑλλάδος· οὐ μόνον δὲ αἱ Βουλαὶ τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ αἱ Γαλλικαὶ Βουλαὶ ἐπανειλημμένως ἀπεφάνθησαν, ὅτι ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον εἶναι πάντοτε ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ὁ Βιδιέν, διάσημον μέλος τοῦ Γαλλικοῦ Κοινοβουλίου, κατὰ τὸ 1838, ὡς εἰσηγητὴς, ἔγραφεν, ὅτι ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον εἶναι ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἡ κυβέρνησις, ἐκ τῆς συζητήσεως τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, βλέπει ἐὰν ἀπολαύῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἔθνους ἢ ὄχι· καὶ εἰ μὲν ἀπολαύει ταύτης, ἀσφαλιζομένη περὶ τῆς ὑπάρξεώς της, ἰσχυρὰ ἐκ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἔθνους, προχωρεῖ εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ὑποθέσεων καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, ἢ τοὐναντίον ὑποχωρεῖ εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἥτις ἔρχεται καὶ διαχειρίζεται τὰς ὑποθέσεις τοῦ Κράτους, καὶ τἀνάπαλιν ἡ ἀντιπολίτευσις βλέπει τὰς ἑαυτῆς δυνάμεις, ἀναμετρᾷ αὐτὰς, καὶ εἰ μὲν ἀπολαύει τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Κοινοβουλίου, ἀναλαμβάνει τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους, εἰ δ’ ἄλλως, παραιτεῖται ματαίων ἀγώνων, καθ’ ἑκάστην ἀγωνιζομένη περὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης. Τοιαύτη εἶναι ἡ γνώμη ἐπισήμου καὶ διασήμου ἀνδρός. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο κυρίως εἶναι σύμφωνος καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς κ. Τρικούπης, ὅστις εἶπεν, ὅτι εἶναι βεβαίως ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, διότι τὰ ἀγαθώτερα τῶν μέτρων εἰς χεῖρας Κυβερνήσεως, ἣν δὲν ἐμπιστεύεται ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ Ἔθνους, δύνανται ν’ ἀποβῶσι κακοῦ πρόξενα. Καὶ κατὰ τοῦτο εἶμαι σύμφωνος μετὰ τοῦ ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ κ. Τρικούπη· ὡς πρὸς ἓν μόνον διαφωνοῦμεν. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι διὰ νὰ φέρῃ γνώμην ἡ Βουλὴ, πρέπει νὰ ἦναι ἐν πλήρει γνώσει τοῦ παρελθόντος καὶ τοῦ μέλλοντος, τῶν στοιχείων τῆς παρελθούσης πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν στοιχείων τῆς μελλούσης πορείας αὐτῆς. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ, κύριοι, τὰ στοιχεῖα τῆς παρελθούσης πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, εἴμεθα πάντες σύμφωνοι, διότι πῶς θέλομεν κρίνει τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως; πῶς θέλομεν κρίνει τὰς πράξεις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἐὰν τὰ στοιχεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἑδραιώσωμεν τὰς κρίσεις καὶ τὰς πεποιθήσεις ἡμῶν, λείπωσιν; Ἡ ἄλλη ὅμως ἀξίωσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτοῦ τοῦ νὰ προσαχθῶσιν ὁ προϋπολογισμὸς, οἱ φορολογικοὶ νόμοι, τὰ νομοσχέδια περὶ κλήρου, τὰ νομοσχέδια περὶ ἐκπαιδεύσεως, τὰ νομοσχέδια περὶ στρατιωτικῆς συντάξεως τοῦ τόπου, δὲν εἶναι οὔτε ὀρθὴ, οὔτε δικαία. Ἡ Βουλὴ θέλει ἐκφέρει ψῆφον ἐμπιστοσύνης ἢ δυσπιστίας διὰ τὴν Κυβέρνησιν ἐκ τῶν πράξεων καὶ τῶν στοιχείων τοῦ παρελθόντος, δὲν δύναται δ’ ἐκ προοιμίων νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ ὅλας τὰς πράξεις τοῦ μέλλοντος· τοῦτο καὶ ἀδύνατον καὶ ἀνέφικτον εἶναι. Δυνάμεθα, κύριοι Ἀντιπρόσωποι, ἡμεῖς ἐκ προοιμίων καὶ πρὸ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον νὰ συζητήσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν, τοὺς φορολογικοὺς νόμους καὶ ὅλα τὰ νομοσχέδια τῆς Κυβερνήσεως; Θέλομεν φθάσει εἰς ἕνα λαβύρινθον ἀδιέξοδον. Διὰ τοῦτο, κύριοι Βουλευταὶ, θέλω περιορισθῆ ἐντὸς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου, εἰς τὴν ἀπάντησιν τουτέστιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, κρίνων τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, ἀφ’ ὅτου ἡ Κυβέρνησις ἀνέλαβε τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων συμφερόντων. Δὲν θέλω, κύριοι, εὐρύνει τὴν συζήτησιν, ἀπὸ τῆς ὑψώσεως τῆς σημαίας τῆς Λαύρας φθάνων εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς Κρήτης, ἐκεῖθεν μεταβαίνων εἰς τὰ Τέμπη τῆς Θεσσαλίας καὶ τοὺς ἵππους τοῦ Βασιλέως ἐν Λαμίᾳ· τοῦτο εἶναι ἀντικείμενον τῆς ἐποποιΐας ἢ τῆς δραματικῆς ποιήσεως. Ἡμεῖς δὲ, κύριοι ἀντιπρόσωποι, δὲν συνήλθομεν, ἵνα συγγράψωμεν τὴν ἱστορίαν τῆς Πατρίδος μας, ἢ νὰ καταστῶμεν ἐποποιοὶ ἢ δραματικοὶ ποιηταί. Ἡμεῖς συνήλθομεν καὶ ἐντολὴν ἐλάβομεν παρὰ τοῦ λαοῦ νὰ κρίνωμεν τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, ἀφ’ ἧς διαχειρίζεται τὰς τύχας τῆς Πατρίδος. Καὶ κατὰ τοῦτο ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴς κ. Τρικούπης δὲν ἐξέφυγε, θέμενος τὰς βάσεις τῆς συζητήσεως ἐντὸς ὡρισμένου κύκλου. Τὸ πρῶτον θέμα, κύριοι ἀντιπρόσωποι, τοῦ Βασιλικοῦ λόγου εἶναι, ὅτι ἐλευθέρως καὶ ἀνεπηρεάστως ἐνεργήθησαν αἱ ἐκλογαὶ, ὁ δὲ Βασιλεὺς συγχαίρει τὸν λαὸν διὰ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τούτου ἐν τάξει καὶ νομιμότητι, ἀποδείξαντος τοῦ λαοῦ καὶ κατὰ τὴν φορὰν ταύτην, ὅτι τυγχάνει ἄξιος τῆς ἐκπολιτιστικῆς ἀποστολῆς του. Ἐρωτῶ ὅλους ὑμᾶς, κύριοι, δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ ἐνεργήθησαν ἐν μεγίστῃ νομιμότητι; δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι περιωρίσθη τὸ ἐκλογικὸν δικαίωμά τινος; Ἐὰν δὲν ἐπικαλεσθῶ πρὸς ἀπόδειξις τούτου ὅλας τὰς ἐκλογὰς τοῦ Κράτους, ἐπικαλοῦμαι τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων, τὴν ἐκλογὴν τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου κ. Οἰκονόμου, ὅστις πρώτην φορὰν ἐξετέθη καὶ ἐπέτυχε διὰ μεγάλης πλειοψηφίας, ὅπως καὶ ἐγὼ πρώτην φορὰν ἐξετέθην καὶ ἐπέτυχον διὰ μεγάλης πλειοψηφίας. Τίς δύναται λοιπὸν ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ δὲν διεξήχθησαν νομίμως καὶ ἀνεπηρεάστως; Ὁ Βασιλεὺς δὲν ἠδύνατο νὰ συγχαρῇ τὸν λαὸν διὰ τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ἔδειξε πρὸς τοὺς νόμους, κατὰ τὴν ἐνάσκησιν ἑνὸς τοιούτου πολυτίμου δικαιώματος, ἐξ οὗ ἀποῤῥέουσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, οἱ κρίνοντες τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως; δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ μέρος τοῦτο τοῦ Βασιλικοῦ λόγου εἶναι ἄξιον ἐπικρίσεως; Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Οἰκονόμου ἐν τῇ ὁμιλίᾳ του χθὲς, ὅτι δὲν ἐνδεικνύουσιν αἱ ἐκλογαὶ ἐκπολιτιστικὴν τὴν ἀποστολὴν τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἐγὼ λέγω, κύριοι ἀντιπρόσωποι, ὅτι ὅταν ὁ λαὸς δεικνύῃ σέβας πρὸς τοὺς νόμους, ὅταν ἀποδεικνύῃ, ὅτι μετὰ συναισθήσεως καὶ εὐλαβείας ἐνασκεῖ τὸ μέγιστον καὶ ὕψιστον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει, τὸ τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀντιπροσώπων του, τοῦτο ἐμφαίνει ἀναντιῤῥήτως τάσιν ἐκπολιτιστικὴν, ἡ ὁποία ἔγκειται εἰς τὴν φύσιν τοῦ Ἕλληνος. Καὶ κατὰ τοῦτο εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Τὸ δεύτερον ζήτημα, κύριοι, ὅπερ εἶναι καὶ τὸ σπουδαιότατον, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ σκεφθῶμεν καὶ ἀποφασίσωμεν ἐὰν ἡ κυβέρνησις πρέπῃ ἢ ὄχι νὰ ἀπολαύσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Κοινοβουλίου, εἶναι τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικόν. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι τοῦ δανείου ἡ συνομολόγησις, ἡ ἀναγνώρισις τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825 ἀνώρθωσαν τὴν καταπεπτωκυῖαν πίστιν τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ἦτο μία ἀνάγκη, εἰς τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ὑποκύψῃ τὸ Ἔθνος χάριν τῆς ἀνορθώσεως τῆς δημοσίας πίστεως. Ἔρχεται, κύριοι, τὸ δάνειον τῶν 60,000,000, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου ὅλοι ἐφοβούμεθα, δάνειον, τὸ ὁποῖον πολλοὶ ἐνόμιζον, ὅτι ἐξηντλήθη εἰς παρασκευάς, εἰς ἐκτάκτους ἀνάγκας, καὶ πολλοὶ ἦσαν οἱ κατακρίνοντες τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸ δάνειον τοῦτο. Γνωρίζετε καὶ ἠκούσατε, ὅτι ὁ νόμος ἐπέτρεψε τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 καὶ ὅτι τοῦ δανείου τούτου τρεῖς ἦσαν οἱ σκοποί· αʹ) ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, βʹ) δάνειον πρὸς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας καὶ γʹ) μέρος τοῦ δανείου τούτου νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν ἐπραγματοποιήθη ὁλόκληρον τὸ δάνειον· ἀντὶ τῶν 60,000,000 εἰσῆλθον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον 38,000,000 καὶ ὀλίγαι χιλιάδες δραχμῶν. Ἐρωτῶ ποία χρῆσις ἐγένετο τῶν εἰσπραχθέντων χρημάτων; πρὸς ποῖον σκοπὸν ἐχρησίμευσαν; Ἡ Κυβέρνησις μετεχειρίσθη τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἔλαβε διὰ τοῦ δανείου αὐτοῦ εἰς οὓς σκοποὺς ὡρίσθησαν; Εἶναι ἀνεπίδεκτον πάσης συζητήσεως, πάσης ἀμφισβητήσεως, ὅτι μέρος τοῦ δανείου τούτου ἐκάλυψεν ὑπάρχοντα χρέη καὶ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν καὶ Πιστωτικὴν Τράπεζαν. Ἐὰν ἐπραγματοποιεῖτο ὁλόκληρον τὸ δάνειον, ἤθελον πληρωθῆ ὁλόκληρα τὰ πρὸς τὰς δύο Τραπέζας χρέη, καὶ οὕτω θὰ ἤρετο ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Βεβαίως, κύριοι Βουλευταὶ, ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία ἔχει ὀλεθρίας συνεπείας καὶ διὰ τὰς συναλλαγὰς, καὶ διὰ τὸ ἐμπόριον, καὶ διὰ τὴν ἐσωτερικὴν καὶ ἐξωτερικὴν πίστιν. Ἐνῷ δὲ τοιαύτας συνεπείας ἔχει, καὶ ἐνῷ οἱ πάντες ἐτρέμομεν ἀπέναντι τοῦ φάσματος τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἴδομεν παρ’ ἡμῖν, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία οὐδεμίαν ἔφερε συνέπειαν. Ποῖος ὁ λόγος; ὁ λόγος εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἅμα τῇ λήψει χρημάτων ἐπλήρωσε 15,000,000 εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἐπλήρωσεν, 1,300,000 εἰς τὴν Ἰονικὴν, ἐπλήρωσε 2,000,000 ἐκ τῶν ἐντόκων γραμματίων, καὶ τοιουτοτρόπως αἱ Τράπεζαι, ἀναλόγως τῶν πληρωμῶν, ἀπέσυραν ἀπὸ τὴν κυκλοφορίαν τραπεζικὰ γραμμάτια ἀνάλογα τῶν πληρωμῶν, καὶ τοιουτοτρόπως ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία οὐδεμίαν βλάβην καὶ συνέπειαν ἔφερεν. Ἐὰν, κύριοι Βουλευταὶ, ἐπραγματοποιεῖτο ὁλόκληρον τὸ δάνειον, δὲν θὰ κατεβάλλετο ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τὸ ὀφειλόμενον πρὸς τὰς Τραπέζας καὶ δὲν θὰ ἤρετο τοιουτοτρόπως ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία; Διατὶ λοιπὸν, νὰ κατακρίνωμεν τὴν Κυβέρνησιν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ κεφάλαιον τοῦτο; Παρ’ ἡμῶν ἐξαρτᾶται, κκ. Βουλευταὶ, ἂν θέλωμεν μετ’ ὀλίγας ἡμέρας νὰ ἄρωμεν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ὑπάρχει, ὡς εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀποθεματικὸν εἰς χρυσὸν 6 ἑκατομ., ὑπάρχουν μὴ ἐξαργυρωθεῖσαι μετοχαὶ πολλῶν ἑκατομμυρίων· ἐὰν ἡμεῖς θελήσωμεν, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, πλήρωσον τὸ ὑπάρχον ἀποθεματικὸν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ποίησον χρῆσιν τῶν μὴ ἐξαργυρωθεισῶν μετοχῶν, καὶ τοιουτοτρόπως αἴρεται ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία.
§9ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ μετὰ ἕνα μῆνα ἐπανερχόμεθα!
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι.
§11ΦΩΤΗΛΑΣ. Οἱ πάντες ἐνομίζομεν, ὅτι τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομ. εἶναι βάραθρον, εἰς τὸ ὁποῖον θέλει νὰ μᾶς ῥίψῃ ἡ Κυβέρνησις· πρέπει νὰ λέγηται ἡ ἀλήθεια ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, κύριοι, καὶ ὄχι τὰ ἀρέσκοντα. Καὶ ὅμως ἀποδεικνύεται διὰ τῶν πραγμάτων καὶ τῶν ἀριθμῶν, ὅτι τὸ δάνειον τοῦτο ἐχρησιμοποίησεν ἡ Κυβέρνησις πρὸς πληρωμὴν ὑπαρχόντων προγενεστέρων δανείων. Δύναταί τις ἐκ τῶν Βουλευτῶν τῆς συμπολιτεύσεως ἢ τῆς ἀντιπολιτεύσεως νὰ ἀρνηθῇ τὸ ἐπίσημον αὐτὸ γεγονός; Ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὴν Κυβέρνησιν: δὸς τὰ 6,000,000 δραχ. διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἐγὼ ὅμως, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων, ἔχω ἀντίθετον πεποίθησιν, διότι ἡ ἕνεκα τῶν πληρωθέντων πρὸς τὰς Τραπέζας ποσῶν, καὶ ἕνεκα τῆς μεγάλης πίστεως αὐτῶν, ὡς πιστωτικῶν καταστημάτων, ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία τύπῳ μόνον ὑφίσταται· ἤθελον λοιπὸν ζητήσει, διότι τοιαύτην ἔλαβον ἐντολὴν παρὰ τῆς ἐπαρχίας μου, καὶ ἤθελον εὐχηθῆ τὰ 6,000,000 νὰ δοθῶσιν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας. Εἶπον τινὲς, ὅτι ἐγένετο κακὴ χρῆσις τοῦ δανείου, διότι 3,000,000 αὐτοῦ κατηναλώθησαν εἰς τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Ἠκούσαμεν ὅλοι ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις συνεκάλεσε τὴν Βουλὴν εἰς τὴν ἔκτακτον Σύνοδον, διὰ νὰ ζητήσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ εἰς τὴν Βουλὴν ἐκείνην ἦλθον ἀμέσως ζητήματα ἐμπιστοσύνης, καὶ ἡ Κυβέρνησις, μὴ ἀπολαύουσα αὐτῆς, ἠναγκάσθη νὰ παραιτηθῇ, καὶ, ὅπως ἠκούσαμεν, ἐκλήθησαν οἱ ἀρχηγοὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως διὰ νὰ σχηματίσουν Κυβέρνησιν· οὗτοι δὲ ἐζήτησαν παρὰ τοῦ Βασιλέως, ὡς ἐῤῥέθη, τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ὁ δὲ Βασιλεὺς ποιούμενος χρῆσιν τῶν προνομίων του καὶ δικαιώματος, ὅπερ ὁ θεμελιώδης Νόμος ἐχορήγει αὐτῷ, ἐνόμισεν ἀναγκαῖον νὰ μὴ δώσῃ εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν τὴν λῆξιν ταύτην, ἀλλὰ νὰ τὴν δώσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐρωτῶ ἤδη τὸν ἐκ Μεσολογγίου Βουλευτὴν κ. Τρικούπην, ἐὰν ὁ βασιλεὺς ἐχορήγει εἰς αὐτὸν τὸ προνόμιον τῆς λήξεως, διὰ ποίων μέσων ἤθελε κυβερνήσει τὸ Κράτος; δὲν ἤθελε καὶ αὐτὸς διὰ διατάγματος ζητήσει, προκειμένων σπουδαιοτάτων ἀμέσων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, νὰ λάβῃ τὰ 3,000,000, τὰ ὁποῖα ἐζητοῦντο διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους;
§12ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὄχι.
§13ΦΩΤΗΛΑΣ. Δι’ ἀνάγκας, τὰς ὁποίας προέβλεψεν ὁ προϋπολογισμὸς καὶ αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἀναπόδραστοι; Σᾶς εἶπον, ὅτι τοῦτο εἶναι σφάλμα ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχουν πιστώσεις ἀναπληρωτικαὶ καὶ ἔκτακτοι, καὶ σᾶς ἔφερον ὡς παράδειγμα τὴν Γαλλίαν, εἰς τὴν ὁποίαν τείνουν νὰ καταργηθοῦν αἱ πιστώσεις αὗται. Εἶναι τῷ ὄντι ἄπορον, κύριοι, πῶς συγκρίνομεν τὸ πενιχρὸν Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὸ πλουσιώτατον κράτος τῆς Γαλλίας. Καὶ ἐνῷ εἰς τὴν Γαλλίαν ἀκόμη δὲν κατηργήθησαν αἱ ἀναπληρωτικαὶ καὶ ἔκτακτοι πιστώσεις, ἔχουν τὴν ἀξίωσιν νὰ καταργήσωμεν αὐτὰς ἡμεῖς εἰς τὴν Ἑλλάδα. Σᾶς εἶπον, κύριοι, ὅτι δὲν ἐπραγματοποιήθη ὁ ὅρος τῆς συμβάσεως τοῦ νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ χρηματιστήρια εἰς τὰς ἀξίας τῆς Ἑλλάδος. Κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, ὁ ὅρος οὗτος περισσεύει εἰς τὴν Σύμβασιν. Ἡ κυκλοφορία τῶν ἀξιῶν ἐν τοῖς χρηματιστηρίοις δὲν ἀποκτᾶται διὰ συμβάσεων καὶ διὰ νόμων, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀνορθώσεως τῆς δημοσίας πίστεως, διὰ τοῦ ἀξιοχρέου τοῦ ὀφειλέτου, διὰ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι ὁ ὀφειλέτης εἶναι συνεπὴς πρὸς τὰς ὑποσχέσεις του. Ἐὰν ἀνορθωθῇ ἡ δημοσία πίστις, ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις φανῇ συνεπὴς εἰς τὰς πληρωμάς της, τότε αἱ ἑλληνικαὶ ἀξίαι θὰ εὕρωσιν εἰσαγωγὴν εἰς τὰ χρηματιστήρια τῆς Εὐρώπης. Τὸ ἄλλο ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον ἐμέμφθησαν τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι τὸ ἐξωτερικὸν, τουτέστιν ἡ ἐξωτερικὴ αὐτῆς πολιτική. Ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι διαρκοῦντος τοῦ ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἀγῶνος, γενομένης τῆς ἐν Πλεύνᾳ μάχης, πάντες οἱ πολιτικοὶ τοῦ τόπου, πᾶσαι αἱ ἐξοχότητες, εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Ἑλλὰς νὰ ῥιφθῇ εἰς πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας· οὐδεὶς ἐκ τῶν ἐπισήμων ἀνδρῶν τοῦ τόπου εἶχεν ἀντίθετον πεποίθησιν. Μετὰ τὸ πέρας τοῦ ἀγῶνος τῆς Πλεύνας ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ Ἔθνους, ἡ Κυβέρνησις, ἐνόμισαν ἀναγκαῖον νὰ ἐξέλθῃ ὁ στρατὸς, καὶ πάλιν ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ Ἔθνους καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισαν ἀναγκαῖον νὰ ἐπανέλθῃ ὁ στρατός.
§14Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§15ΦΩΤΗΛΑΣ. Καὶ ἄν τινες ἐκ τῶν ἐξοχοτήτων τοῦ ἔθνους δὲν ἀπετέλουν μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις διέταξε τὴν ἀνάκλησιν τοῦ στρατοῦ, γενομένων κατόπιν συζητήσεων ἐν τῇ Βουλῇ, ἐνέκριναν τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως; (θόρυβος). Ἡ ἔγκρισις δὲ αὕτη ἀποδεικνύει, ὅτι πάντες ἠσπάσθησαν τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ στρατὸς ἔπρεπε νὰ ἀνακληθῇ. Ὑπῆρχον ἀληθῶς ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ Ἔθνους ἀντίθετοι πεποιθήσεις, ὑπῆρχεν ἡ γνώμη, ὅτι, διαρκοῦντος τοῦ ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἀγῶνος, ἔπρεπε καὶ ἡ Ἑλλὰς νὰ σύρῃ τὸ ξίφος, ἀλλὰ δυστυχῶς τὴν γνώμην ταύτην οὐδεὶς ἐκ τῶν πολιτευομένων ἠκολούθησεν, οὐδεμία ἐξοχότης ὑπεστήριξε, καὶ διὰ τοῦτο ὅλοι πρέπει νὰ αἰτιώμεθα ἑαυτοὺς, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ κατηγορήσῃ τοῦ ἄλλου. Αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, ὁ συμπολίτης μου κύριος Οἰκονόμου, ὡς δημόσιος λειτουργὸς, παρηκολούθει τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὴν ἐνέργειαν ἀνακρίσεων. Μετὰ τὴν ἀνάκλησιν τοῦ στρατοῦ ἔρχεται τὸ Συνέδριον τοῦ Βερολίνου. Ποία ἦτον ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος ἐν τῷ Συνεδρίῳ; ὡς ἐκ τοῦ διεξαχθέντος ἀγῶνος οὐδένα εἶχε τίτλον, οὐδὲν εἶχε δικαίωμα ἡ Ἑλλὰς, διότι οὐδεμίαν ὑπέστη θυσίαν. Ἔπρεπε, σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων, ἔπρεπεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν νὰ προτάξῃ τὰς ἀναμνήσεις τοῦ παρελθόντος. Ἀλλ’ ἤθελεν εἶσθαι γελοῖον, ὁ Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, εἰς Συνέδριον ἐκ διπλωματῶν, ἀναμετρούντων τὸ πᾶν μὲ τὸν πῆχυν τοῦ συμφέροντος, ἐνδιαφερομένων διὰ τὸ statu quo τῆς Ἀνατολῆς, ἐνδιαφερομένων διὰ τὴν ἀκεραιότητα τῆς Τουρκίας, νὰ λέγῃ «ἀναπολήσατε τὰς μάχας τοῦ Μαραθῶνος καὶ τῆς Σαλαμῖνος, ἀναπολήσατε τὴν σημαίαν τῆς Λαύρας». Ποίαν ἀξίαν θὰ εἶχον εἰς τὰ ὦτα τῆς Εὐρώπης αἱ ἀναμνήσεις τοῦ παρελθόντος; ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι ἡ Κρήτη ὑπέστη τὰ πάνδεινα, εἶχε μεγάλα δικαιώματα ἀπέναντι τῆς Εὐρώπης διὰ τοὺς ἀγῶνας καὶ τὰς θυσίας της, καὶ ὅμως ἡ Εὐρώπη ὑπεχρέωσε τὴν Ἑλλάδα νὰ καταπαύσῃ τοὺς ἀγῶνας τῆς Κρήτης. Καὶ ὅμως, εἰ καὶ ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶχε πολλοὺς τίτλους καὶ πολλὰ δικαιώματα, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν κατώρθωσαν ν’ ἀναγνωρισθῇ μία ἐδαφικὴ παραχώρησις εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον. Τίς δύναται νὰ κατακρίνῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν, διὰ τὸ ἄξιον θαυμασμοῦ κατόρθωμα τοῦτο; (θόρυβος ἀριστερόθεν). Ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου θέλω εἴπει τὴν ἀλήθειαν, θέλω ἐκφράσει τὴν πεποίθησίν μου, ἀδιαφορῶν καὶ διὰ τοὺς σαρκασμοὺς καὶ διὰ τὰς ἀποδοκιμασίας. Σᾶς εἶπον, κύριοι ἀντιπρόσωποι, ὅτι δὲν ἐξεπλήρωσε καλῶς ὁ Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν τὸ καθῆκόν του, διότι εἶχε διπλᾶς ὁδηγίας, ὁδηγίας τῶν ὑπασπιστῶν καὶ διαγγελέων τῆς Αὐλῆς, καὶ ὁδηγίας τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο δὲν ἀπεδείχθη, τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς, οὔτε δύναταί τις νὰ φαντασθῇ, ὅτι οἱ ὑπασπισταὶ καὶ οἱ διαγγελεῖς τοῦ Βασιλέως, τοὺς ὁποίους γνωρίζετε, ἠδύναντο νὰ δώσουν ὁδηγίας εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος. Γνωρίζομεν ἐκ τοῦ τύπου καὶ ἐκ τῶν λεχθέντων καὶ δημοσιευθέντων τότε περὶ τῶν συνεδριάσεων τοῦ Βερολίνου, ὅτι ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του, ὡς ἐκ τῶν συγγενικῶν του δεσμῶν, συνετέλεσεν εἰς τὴν γενομένην παραχώρησιν. Ἡ πρᾶξις δὲ αὕτη τοῦ Βασιλέως πρέπει νὰ προσελκύσῃ καὶ τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν ἀγάπην ὅλων ἡμῶν. Σᾶς εἶπον, ὅτι ἐν τῷ Συνεδρίῳ τοῦ Βερολίνου ὁ Μαυροβούνιος ἐπέδειξε τὴν σπάθην του. Θὰ μοὶ συγχωρήσητε νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἤθελεν ἀκουσθῆ ἡ φωνὴ τοῦ ἀνδρείου Μαυροβουνίου καὶ αἱ φωναὶ τῶν Βουλγάρων, τῶν Ῥωμούνων καὶ τῶν Σέρβων, ἐὰν ὄπισθεν αὐτῶν δὲν ἦσαν οἱ Ῥωσσικοὶ στρατοί. Ἠρώτησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, καὶ πῶς ἤδη ἡ συζήτησις στρέφεται περὶ τὰ πραγματικά. Δύναταί τις ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ συζήτησις στρέφεται ἤδη περὶ πραγματικὰ ζητήματα, ἀφοῦ ἀνεγνωρίσθη ἐπισήμως ὑπὸ τῆς Εὐρώπης ἡ ἀρχὴ τῆς παραχωρήσεως, ἀφοῦ ἤδη γίνονται ἐν Κωνσταντινουπόλει συζητήσεις περὶ διαχαραχθησομένης γραμμῆς; Λίαν ὀρθῶς λοιπὸν καὶ ὁ Βασιλικὸς λόγος καὶ ἡ ἀπάντησις λέγει, ὅτι ἡ συζήτησις στρέφεται περὶ πραγματικὰ ζητήματα. Σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου, ὅτι ἡ Εὐρώπη ἐφάνη ἄστοργος πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Καὶ ἐγὼ ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Μεσολογγίου, ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ, καὶ ἡ Βουλὴ ἐν τῇ ἀπαντήσει της ἤδη, ὅτε ἴσως τὸ ζήτημα θὰ ἔλθῃ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῶν δυνάμεων, ἐὰν ἡ Τουρκία ἐπιμένῃ ἀρνουμένη νὰ χαράξῃ τὴν γραμμὴν, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξε τὸ Συνέδριον, νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Εὐρώπην, ὅτι ἐφάνη ἄστοργος πρὸς τὴν Ἑλλάδα; ὅλοι δυνάμεθα νὰ τὸ αἰσθανώμεθα καὶ νὰ τὸ ἀναγνωρίζωμεν, ἀλλ’ ἀπορῶ πῶς ἐξέφυγε τὰ χείλη ἑνὸς πρώην πρωθυπουργοῦ, ἑνὸς πρώην ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν, τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Μεσολογγίου, τοιαύτη ἔκφρασις. Σᾶς εἶπεν ἐπὶ τέλους, ὅτι ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποδείξῃ ποία θὰ ἦναι ἡ στρατιωτικὴ ὀργάνωσις τῆς χώρας· ὁ Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν εἶπεν, ὅτι διάφοροι ὑπῆρχον πεποιθήσεις περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐγὼ περὶ τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τῆς χώρας βλέπω διαφόρους πεποιθήσεις. Ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου κατὰ τὸ 1867, Ὑπουργὸς ὢν ὑπὸ τὸν νῦν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἶχε τὴν ἀρχὴν τῶν ἀμέσων παρασκευῶν, τὴν ἀρχὴν τοῦ πυρὸς καὶ τοῦ σιδήρου. Ἤδη ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἔχει ἀντίθετον πεποίθησιν, τὴν πεποίθησιν τῆς ἠρέμα καὶ κατὰ μικρὸν παρασκευῆς, τὴν πεποίθησιν τοῦ σχηματισμοῦ πυρῆνος στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ διὰ τὸ μέλλον. Τὴν πεποίθησιν ταύτην ἐξέφρασε καὶ ἄλλη Κυβέρνησις, ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου κ. Ζαΐμη. Κατὰ τὸ 1869, ὅτε ὑπεγράφη τὸ πρωτόκολλον διὰ τὴν Κρήτην, ἐδήλωσε τὴν ἀρχὴν τῆς ἠρέμα καὶ κατὰ μικρὸν παρασκευῆς τοῦ Ἔθνους, διὰ τοῦ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ αὐτῆς. Ὁ Βασιλικὸς λόγος καὶ ἡ ἀπάντησις εἶναι κατάλληλοι πρὸς τὰς περιστάσεις, διότι ἐφεκτικὴ εἶναι ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐκ τῶν περιστάσεων θὰ ὁδηγηθῇ τὸ Ἔθνος ποία πρέπει νὰ ἦναι ἡ στρατιωτικὴ ὀργάνωσις αὐτοῦ. Δὲν δυνάμεθα ἀπὸ τοῦδε νὰ εἴπωμεν, ὅτι θέλομεν ἀκολουθήσει τὸ σύστημα τῶν ἀμέσων παρασκευῶν ἢ τὸ σύστημα τῆς κανονικῆς καὶ κατὰ μικρὸν ὀργανώσεως τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τοῦ Κράτους. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ λοιπὰ νομοσχέδια περὶ ἐκπαιδεύσεως, περὶ κλήρου κλπ., περὶ ὧν γίνεται μνεία εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, θέλομεν κρίνει ταῦτα, ὅταν εἰσαχθῶσι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Τότε θέλομεν ἴδει καὶ τὰς ἰδέας τῶν ἀντιθέτων καὶ τὰς ἰδέας τῶν μὴ ἐμπιστευομένων τὴν Κυβέρνησιν, καὶ θέλομεν κρίνει ἐὰν τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἦναι συμφέροντα, ἢ οὔ. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, ἐγκρίνω ὁλοσχερῶς τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς διὰ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κορωναῖος ζητεῖ τὸν λόγον, δι’ ἓν προσωπικὸν ζήτημα.
§17ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Χθὲς, γενομένου λόγου περὶ τοῦ ποῖος ἔδωκε τὴν διαταγὴν εἰς τὸν στρατὸν νὰ ἐκστρατεύσῃ, ἀνέφερον μίαν περικοπὴν ἑνὸς λόγου μου κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην. Τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπε μίαν λέξιν πολὺ βαρεῖαν· εἶναι ψεῦδος αὐτό. Ἀκούσατε, παρακαλῶ. «Χθὲς ἐγένετο, κύριοι, μακρὰ συζήτησις, ἥτις ἀπέληξεν εἰς μίαν πομφόλυγα. Δὲν ἐκοιμήθην ἐκ τῆς λύπης μου, διότι εἶδον τὴν ἔλλειψιν θάῤῥους καὶ εἰς τοὺς ἀγορεύσαντας καὶ εἰς τοὺς μὴ ἀγορεύσαντας. Ναὶ, κύριοι, ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι ὁ Βασιλεὺς διέταξε τὸν κ. Σοῦτσον νὰ διατάξῃ τὸν στρατὸν νὰ ὑπάγῃ ἐμπρὸς, ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Ὑπουργείου. Τοῦτο εἰς ὁμαλὰς περιστάσεις ἤθελεν εἶσθαι κακὸν, εἰς τὰς παρούσας, χειροκροτῶ. Ναὶ, ἂς βαδίσῃ ὁ Βασιλεὺς ἐμπρὸς, καὶ ὅλοι θὰ τὸν ἀκολουθήσουν, καὶ ἐκεῖ θὰ στερεώσῃ τὴν Βασιλείαν του, ὡς ἔπραξεν ἐκεῖνος, περὶ οὗ πρὸ ὀλίγου ἐξεφράσαμεν τὰ συλλυπητήριά μας». Αὐτὸ ἦτο καθ’ ἣν ἡμέραν ἐγένετο ἡ συζήτησις περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης τῆς ἐκστρατείας, καὶ συζητουμένου μάλιστα τοῦ νομοσχεδίου περὶ βαθμολογίας τῆς Ἐθνοφυλακῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, μὴ ἀναγνώσας ἢ μὴ ὢν ἐδῶ, διότι δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ ὑποθέσω ἄλλως, δὲν ἐνθυμεῖτο τὸ τοιοῦτον, ἀπορῶ δὲ, διότι γινώσκω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι πάντοτε ἁβρόφρων, πῶς διέφυγε τῶν χειλέων του μία τοιαύτη λέξις. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἐπανορθώσῃ ταύτην.
§18Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.) Εἶναι δύο πράγματα διακεκριμένα, ἐὰν ὑμεῖς ἐκάματε ἐπερώτησιν, καὶ ἐὰν ὁ Ἡγεμὼν διέταξε πράγματι τὸν στρατὸν νὰ ἐξέλθῃ. Σᾶς εἶπον, ὅτι εἶναι ψεῦδος τὸ δεύτερον, διότι ὁ Ἡγεμὼν δὲν διέταξεν αὐτὸ, ἐπειδὴ ἐγνώριζον, ὅτι τὴν κίνησιν τοῦ στρατοῦ διέταξεν ἡ Κυβέρνησις.
§19ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις πρὸς τὸν κ. Οἰκονόμου, ἐν μέρει δὲ καὶ πρὸς τὸν φίλον μου κ. Μεσσηνέζην, ὡς πρὸς τὸ προσωπικὸν ζήτημα. Δὲν ἠξεύρω πρὸς ποῖον σκοπὸν κατεσκευάσθη ἓν ψεῦδος· ἐλέχθη, ὅτι ὅταν ἤρχετο ὁ φίλος μου κ. Θεόδωρος Δηλιγιάννης, ἐπιστρέφων ἐξ Εὐρώπης, παρεσκεύασα ἐγὼ στέφανον (ἱλαρότης), καὶ μετέβην εἰς Πειραιᾶ καὶ ἐστεφάνωσα αὐτόν. Ἐν πρώτοις τὸ ἐξέλαβον ὡς ἀστεῖον, ἀλλὰ ἡ λιβελλογραφία ἐπέμεινε, καὶ ἐπὶ τέλους ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατηνέχθη κατ’ ἐμοῦ αὐτὸ ὡς κολαφισμός. Βλέπετε, ὅτι ἔδωκαν σπουδαιότητά τινα· φαίνεται, ὅτι ἡ πονηρία παρεσκεύασε μίαν συκοφαντίαν, ἣν ἡ ἐπιπολαιότης συνέλεξεν ἐν τῇ ἰλύϊ, καὶ ἠθέλησαν κατά τινα τρόπον νὰ χλευάσωσιν ἢ τὴν πρᾶξιν ἢ τὸν πράξαντα. Παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκούσητε, ἵνα σᾶς ἀφηγηθῶ τί ἔτρεξεν. Ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἔλθῃ ἐξ Εὐρώπης ὁ κ. Δηλιγιάννης, εἰς φίλους αὐτοῦ ἐπισήμους, ἐπίσημον κατέχοντας θέσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ τῇ ἀρχῇ, ἐπῆλθεν ἡ ἰδέα νὰ γείνῃ δεξίωσίς τις τοῦ ἀνδρὸς αὐτοῦ, τοῦ ἐκπροσωπήσαντος τὴν Ἑλλάδα. Συνέστη ὁμήγυρις, προσεκάλεσαν καὶ ἐμέ· μοὶ ἔκαμον δὲ καὶ τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἀναγνωρίσουν ὡς Πρόεδρον. Σκοπὸς ἦτο νὰ δεξιωθῶμεν τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος καὶ φίλον μας. Κατέβημεν εἰς Πειραιᾶ, μὲ παρεσκευασμένον δ’ ἐκεῖ ἀτμόπλοιον, ἐξήλθομεν εἰς προϋπάντησιν αὐτοῦ. Ἀπηντήσαμεν τὸ ἀτμόπλοιον, τὸ κομίζον τὸν ὑπουργὸν, εἰσήλθομεν εἰς Πειραιᾶ, ἀλλ’ ἐν τῇ ἀποβάθρᾳ δὲν ἦτο μόνον ἡ ὁμήγυρις τῶν ἐξ Ἀθηνῶν, ἥτις δὲν ἦτο μεγάλη· ἐκεῖ συνηθροίσθησαν ὑπὲρ τοὺς δύο χιλιάδας ἄνδρας. Ἡ ἰδική μου ἐντολὴ ἦτο νὰ προσφωνήσω τι καταλλήλως πρὸς τὸν ἄνδρα τὸν ἐρχόμενον ἐξ Εὐρώπης. Ἂν ἔχῃ τι ταπεινὸν ἡ προσφώνησις ἢ μὴ, θὰ κρίνητε ἐκ τοῦ πολιτικοῦ μέρους τῆς προσφωνήσεως, τὸ ὁποῖον τινὲς ἠθέλησαν νὰ ἐξευτελίσουν, καὶ ἰδοὺ αὐτό. «Καθ’ ὅλου μὲν δὲν ἔλειψεν ἡ προσδοκωμένη προστασία· ἀλλὰ τὸ δίκαιον τοῦ ἰσχυροτέρου ἐπινέμεται εἰσέτι τὸν αἰῶνα τοῦτον ἐν Εὐρώπῃ, καί, κατὰ τὰς δεδομένας περιστάσεις, τὸ ὄντως δίκαιον καὶ ἡ πίστις δὲν ἠδύνατο ὄντως νὰ ἐκβιάσῃ μείζονα ἐπιτυχίαν. Ἐλπίζομεν ἡμεῖς διὰ τὰ περαιτέρω ἐπὶ τὸν Θεὸν, ἐπὶ τὴν δόκιμον δεξιότητα τῶν πρυτανευόντων, καὶ ἐπὶ τὸν δεδοκιμασμένον Ἕλλην. βραχίονα.» Βλέπετε, ὅτι ὁ Ἀθανάσιος Ῥοντήρης δὲν ἐπεκρότησεν ἐνθουσιωδῶς εἰς τ’ ἀποτελέσματα τοῦ Βερολινείου Συνεδρίου· ἐξ ἐναντίας ἡ πρώτη φωνὴ, ἥτις ἐξῆλθεν ἐξ ἐμοῦ, ἦτο φωνὴ γόου· ἡ πρώτη κραυγὴ ἀγανακτήσεως κατὰ τῆς Εὐρώπης ἐξῆλθεν ἐξ ἐμοῦ. Ἡ ὁμήγυρις αὐτὴ ἡ μικρὰ εἶπε μεγάλην ἀλήθειαν, ὅτι ἡ Εὐρώπη ἔκαμε χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἰσχυροτέρου, καὶ ὅτι, ἂν δὲν ὑπῆρξε βάρβαρος ἡ πρᾶξις αὐτῆς, ἐγγύτατα ὅμως ταύτης ἦν. Ὅταν λέγω, ὅτι ἔκαμεν ἡ Εὐρώπη χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἰσχυροτέρου, λέγω καθαρῶς, ὅτι ἠδίκησε τὴν Ἑλλάδα. Τίποτε ὀλιγώτερον καὶ τίποτε περισσότερον. Μάλιστα, κύριοι, ἐγὼ ἤθελον εὐχηθῆ νὰ εἶχεν ἐξέλθει τότε ἡ τοιαύτη κραυγὴ καὶ ἐκ τῶν Πατρῶν, καὶ ἐκ τοῦ Ναυπλίου, καὶ πανταχόθεν, καὶ ἐν μιᾷ φωνῇ ὅλη ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἀγανάκτησίν της, καὶ νὰ διαμαρτυρηθῇ κατὰ τῆς Εὐρώπης· ἀδύνατοι ὄντες, δὲν ἔχομεν ἢ νὰ διαμαρτυρηθῶμεν. Ἠδίκησα λοιπὸν ἐγὼ τὴν Ἑλλάδα, διότι ἐπὶ κεφαλῆς ὁμηγύρεως δύο χιλιάδων ἀνδρῶν εἶπον μίαν λέξιν; Ὅλως τὸ ἐναντίον· ἀξιῶ, ὅτι ἐγὼ ἐκείνην τὴν ἡμέραν ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου ὑπὲρ πάντα ἄλλον. Βουλὴ δὲν ὑπῆρχεν, ἡ Ἑλλὰς φωνὴν δὲν εἶχεν· ἐδραξάμεθα τῆς περιστάσεως νὰ παραπονεθῶμεν ἐναντίον τῆς Εὐρώπης. Καὶ ποῖος εἶσαι σύ; Τίποτε δὲν εἶμαι, ἡ ἀλήθεια ὅμως εἶναι μεγάλη, καὶ ἔχει νεῦρά τινα ὅπως δήποτε Ἔκαμα δὲ σκοπίμως χρῆσιν καὶ τοῦ ὅρου τοῦ Ἑλληνικοῦ βραχίονος, νομίζω δὲ ὅτι ὡς πατριώτης ὡμίλησα ἐλευθέρως. Ἀλλ’ εἶναι ἔγκλημα, ἂν εἶπον καὶ ὡς φίλος πρὸς φίλον μου ἐρχόμενον «τὸ καλῶς ὥρισες;» Εὑρέθησαν ὅμως καὶ ἄλλοι ἐκεῖ μᾶλλον ἐνθουσιώδεις ἐμοῦ. Ἐν τῇ ὁμηγύρει ἐκείνῃ παρίστατο καὶ εἷς ἀρχιερεὺς, ὁ ὁποῖος ὀλίγον διαφέρει τοῦ ἁγίου Βρεσθένους· καὶ ὅταν ἀκούετε τὸ ὄνομα Βρεσθένης, ἀναμιμνήσκεσθε τὸ ὄνομα Γερμανὸς, καὶ εἶσθε ὑπόχρεοι νὰ ἀποκαλυφθῆτε. Εἷς ἀρχιερεὺς, ὅστις ἐπολέμησεν εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ Θεσσαλίαν, ὁ ἅγιος Κύτρους· ἦτον ἐκεῖ σύλλογός τις Ἠπειρωτῶν, ὅστις ἔδωκε στέφανον εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν, καὶ ὅμως λέγουν διὰ τὸν Ῥοντήρην· ἐκτὸς τούτου ὁ δήμαρχος τῆς πόλεως, διὰ τοῦ δημαρχεύοντος παρέδρου, παρίστατο· ἡ πόλις παρεσκεύασε καὶ ἐνεχείρισε στέφανον. Ἐκτὸς τούτου ἡ Γορτυνία, διὰ τοῦ πρώην δημάρχου Πειραιῶς Δημητρίου Μητσοπούλου, ἔδωκε στέφανον. Ἐκ τούτων οὐδὲν ἐγίνωσκον ἐγὼ πρότερον, καὶ ἐν τούτοις πρόσωπα σπουδαῖα, ὡς ὁ κ. Μεσσηνέζης, ἔκαμον λόγον περὶ στεφάνου, καὶ πάλιν περὶ στεφάνου, καὶ νομίζουν, ὅτι εἶναι σπουδαία αὕτη ἡ κατηγορία Βουλευτοῦ ἐκσφενδονιζομένη κατὰ Ὑπουργῶν, καὶ νομίζουν, ὅτι διὰ τούτου συζητοῦν ἐμβριθῶς τὰ μεγάλα συμφέροντα τοῦ Κράτους!
§20ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Δὲν ἐνόησα νὰ προσβάλω κανένα.
§21ΚΟΡΙΖΗΣ. Καὶ ὁ Κρέμος ἔκαμε προσφωνήσεις.
§22ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Αὐτὸ, κύριοι, ἦτο τὸ προσωπικὸν· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, θὰ μὲ συγχωρήσητε νὰ ἐξακολουθήσω λαλῶν περὶ τῶν κυρίων ζητημάτων, ἵνα μὴ ζητήσω καὶ πάλιν τὸν λόγον. Κύριοι, πρῶτον φέρω τὸν λόγον περὶ τοῦ τί συζητοῦμεν. Συζητοῦμεν περὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Ἐμπίπτει δὲ καὶ ἡ ἐξέτασις τοῦ Βασιλικοῦ λόγου. Ἐν τῇ ἀπαντήσει δὲ παρενέπεσεν ἕτερον ζήτημα, τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Φρονῶ, ὅτι ὁ Βασιλικὸς λόγος δὲν ἔπρεπε νὰ συμπέσῃ μετὰ τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο δὲν συμφωνῶ μετὰ τῆς ἰδέας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὁ Β. λόγος ὑπάγεται, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, ὑπὸ τὸν ἑξῆς τύπον, τὸν τύπον δηλαδὴ, διὰ τοῦ ὁποίου ἕκαστος οἰκογενειάρχης, ἐπανερχόμενος εἰς τὸν οἶκον, δύναται ν’ ἀναθεωρήσῃ καθ’ ἑκάστην ἑσπέραν τὰ καθ’ ἑαυτόν. «Πῆ παρέβην τί δ’ ἔρεξα, τί δὲ μοὶ δέον οὐκ ἐτελέσθη»; Εἰς αὐτὸν τὸν τύπον ὑποβάλλω τὸν Βασιλικὸν λόγον. Ἅπαξ τοῦ ἔτους ὁ Βασιλεὺς ἀνακοινοῖ τὰς ἰδέας του εἰς τὸ Κοινοβούλιον, καὶ ζητεῖ παρ’ αὐτοῦ ἀνακοίνωσιν καὶ σύνταξιν ἑνὸς κοινοῦ προγράμματος τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου καθ’ ὅλην τὴν Σύνοδον. Ὁ Βασιλεὺς, ἀποτεινόμενος πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, προκαλεῖ μελέτην τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, ἀφηγούμενος τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου. Ἡ Βουλὴ λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, ἐξετάζει τί ἐγένετο καὶ τί ἔλειψε, καὶ μελετᾷ περὶ τούτων. Ἀλλ’ ἡ ἐξέτασις αὕτη προκαλεῖ οὐχὶ ἔλεγχον, προκαλεῖ μελέτην, καὶ οὐδὲν πλέον. Διὰ νὰ ἴδωμεν δηλαδὴ τί μᾶς λείπει, ἐξετάζεται ὄντως τί ἐγένετο, ἀλλ’ οὐχὶ ἐλεγκτικῶς, οὐχὶ ἵνα κατακρίνωμεν ἢ καταδικάσωμεν Ὑπουργόν· καὶ ὅταν ὁμιλῇ τις, κύριοι, περὶ τοιούτων πραγμάτων, ὅπως ἦναι σαφὴς, δὲν δύναται ἢ νὰ ἦναι καὶ ὀλίγον σχολαστικός· καὶ λέγω, ὅτι ἡ ἐξέτασις καὶ μελέτη τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους ὑπάγεται εἰς τὴν λεγομένην πραγματικὴν στάσιν, καὶ ἐκφωνοῦνται ἐν τῇ συζητήσει ταύτῃ συμβουλευτικοὶ λόγοι· ἡ ἐξέτασις τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης ὑπάγεται εἰς τὴν νομικὴν στάσιν, καὶ γίνεται ἔλεγχος καὶ δικανικοὶ ἀγῶνες, οἵτινες περιστρέφονται εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ παρελθόντος. Καί τοι δ’ ὑποστηρίζω ταῦτα, λέγω πάλιν, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν πλέον νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἔνστασιν τοῦ κ. Τρικούπη περὶ ἀναβολῆς τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης· καὶ τοῦτο, διότι ἐνέσκηψεν ὁπωσδήποτε τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, ὡς αἴφνης ἐνσκήπτει θύελλα. Κατὰ πᾶσαν περίστασιν, ὅταν μία Κυβέρνησις προσβάλληται ἰσχυρῶς καὶ αἰσθάνηται, ὅτι δὲν ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Κοινοβουλίου, πρέπει νὰ καταλείπῃ τὴν ἐξουσίαν, διότι οἱ Ὑπουργοὶ μένουν ὡς ἄτομα, καὶ τὰ ἄτομα δὲν κυβερνῶσιν. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις αἰσθανθῇ, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον δὲν ἐμπνέεται ὑπὸ τῶν προθέσεων αὐτῆς, ὀφείλει νὰ παραιτηθῇ. Καίτοι, λέγω, κατ’ ἀρχὴν δὲν παραδέχομαι, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ συζήτησις τοῦ ἐλεγκτικοῦ ὕφους, ἐπειδὴ ὅμως ἐπῆλθε δεινὴ κατηγορία ἐξ ἑνὸς τῶν προκρίτων τῆς ἀντιπολιτεύσεως, συγκεφαλαιουμένη εἰς τόσα κεφάλαια, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξέλθωμεν τῆς περιπλοκῆς χωρὶς νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης. Τῳόντι ὁ κ. Τρικούπης ἐξήνεγκε φοβερὰν κατηγορίαν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως· εἶπεν, ὅτι εἶχεν ἡ Κυβέρνησις ὑποψηφίους εἰς τὰς ἐκλογάς· εἶπεν, ὅτι τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων ἀπέτυχεν· εἶπεν, ὅτι ὁ νόμος προσεδόκα δάνειον ἐξωτερικὸν, καὶ ἐγένετο ἐσωτερικόν· εἶπεν, ὅτι ἐγένετο μετάθεσις χρήσεως μέρους τοῦ δανείου ἀπὸ ταύτης τῆς ἀνάγκης εἰς ἐκείνην, καὶ παραβίασις τοῦ νόμου· εἶπε, τὸ δεινότερον, ὅτι ἱερὰ χρήματα 500 χιλιάδων δραχμῶν ἐξωδεύθησαν κατὰ ἓν μέρος εἰς ἐξώνησιν συνειδήσεων· εἶπεν ἕτερον, ὅτι συνήργησεν, οὕτως εἰπεῖν, ἡ Κυβέρνησις, δι’ ἀποφατικῆς πράξεως, εἰς διάδοσιν ψευδῶν τηλεγραφημάτων, καὶ ἐσυλήθησαν περιουσίαι οἰκογενειαρχῶν. Ἀπέναντι τοιούτων κατηγοριῶν δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ γείνῃ συζήτησις καὶ ἐν αὐτῷ τῷ Βασιλικῷ λόγῳ περὶ ἐμπιστοσύνης. Ἐμὸν ἔργον δὲν εἶναι ν’ ἀνασκευάσω τὰ ἄρθρα τῆς κατηγορίας αὐτῆς, εἶναι ἔργον τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν εἶναι τὸ ζήτημα δεδικασμένον· προσωπικῶς μόνον ἐγὼ ὀφείλω νὰ καταθέσω ὡς μάρτυς, ὅτι ἐγὼ ὡς ὑπουργικὸς ὑποψήφιος ἐβλάβην· ἄλλοτε ἐνίκων τοὺς ἀντιπάλους μου, ὑπερβαίνων αὐτοὺς κατὰ 1000 ψήφους, ἤδη ἔπεσα· καὶ διατί; Διότι κατηγγέλθην, ὅτι ἤμην ὑπὲρ τῶν ἐφέδρων, ὑπὲρ τῆς ὑψώσεως τῶν φόρων, ὑπὲρ τῶν δανείων, καὶ ὅτι ἔφαγον τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Ὁ λαός, μᾶς λέγουν, γογγύζει· ὁ λαὸς, κύριοι, πάντοτε γογγύζει ὁσάκις πάσχει, ἀλλὰ δὲν ἔχει πάντοτε δίκαιον. Ἤκουσα ἄλλοτέ ποτε τὴν μητέρα μου τὴν μάμμην μου νὰ λέγουν: ’ςτὸν καλὸν καιρὸν, καὶ ἠξεύρετε ποῖος ἦτον αὐτός; Ἡ τουρκοκρατία. Ὁσάκις ὁ λαὸς ὑποφέρει καὶ πληρώνει φόρους ἢ αἷμα εἰς τὸν βωμὸν τῆς Πατρίδος, φωνάζει· ἀλλ’ ἐδῶ δὲν εἴμεθα ἡμεῖς νὰ φωτιζώμεθα ἀπὸ τὸν λαόν, ἀλλ’ ἵνα φωτίζωμεν τὸν λαόν, οὐχὶ νὰ ἐμπνεώμεθα, ἀλλὰ νὰ ἐμπνέωμεν· διὰ τοῦτο, κύριοι, ὑπῆρχε γογγυσμὸς κατ’ ἐμοῦ· διότι καὶ τὸ αἷμα τοῦ λαοῦ ἐξεζητήσαμεν ἡμεῖς, χάριν τοῦ Ἔθνους, καὶ φόρους ἐπεβάλομεν. Ὁ λαὸς, κύριοι, ἔχει πολλὰ δικαιώματα, ἀλλ’ ἀπέναντι ἡμῶν εἶναί πως ἀνήλικος, καὶ διατελεῖ ὑπὸ τὴν ἐπιτροπείαν ἡμῶν, καὶ θεωρῶ δημαγωγίαν ὅταν λέγωμεν: ὁ λαὸς θέλει τοῦτο, θέλει ἐκεῖνο· ἂν ὁ λαὸς ἦτον ἱκανός, συνήρχετο καὶ ἀπεφάσιζε, δὲν ἐπέτρεπεν εἰς ἡμᾶς τὴν ὑπάτην ἀρχήν. Μοὶ ἐφάνη, κύριοι, λίαν παράδοξον πῶς ὁ κ. Οἰκονόμου, ὅστις ἐπαγγέλλεται τὸν οἰκονομολόγον, δὲν ἐδικαίωσε τὸν Ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν διὰ μίαν πρᾶξιν, τὴν ἀποκατάστασιν τῆς δημοσίας πίστεως, διὰ τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν δανείων τοῦ 24 καὶ 25. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι δὲν ἐννοεῖ τὴν ἀξίαν τῆς Ἐθνικῆς πίστεως, τὴν δύναμιν αὐτῆς τὴν μεγάλην· ἡ Ἐθνικὴ πίστις εἶναι κεφάλαιον, τὸ κεφάλαιον εἶναι χρήματα, εἶναι στόλοι, στρατοί, τιμὴ τοῦ Ἔθνους, εἶναι νίκη. Μέγα πρᾶγμα αὐτὴ ἡ νεκρανάστασις, ἡ ὁποία ἐγένετο διὰ τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν Ἐθνικῶν δανείων· καὶ ὅμως ὁ Ὑπουργὸς οὐδεμίαν χάριν εὗρε παρὰ τῷ ὑφηγητῇ τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας. Εἶπεν, ὅτι ὁ ὑπουργὸς δὲν εἶναι οἰκονομολόγος, διότι δὲν γνωρίζει τὸ χρηματιστήριον τοῦ Λονδίνου ἐκ πόσων συνίσταται, ἐνῷ τὸ γνωρίζει ὁ τελευταῖος κλητὴρ τοῦ χρηματιστηρίου ἐκείνου. Ἡ ἐπιστήμη ὅμως δὲν εἶναι τοῦτο. Ἔπρεπε νὰ εἴπῃ ὁ κ. Οἰκονόμου τί ἐστὶ χρηματιστήριον· αὐτὸ θὰ εἰπῇ ἐπιστημονικὴ συζήτησις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς οὐδεμίαν χάριν εὗρε παρὰ τῷ κ. Οἰκονόμῳ διὰ τὴν νεκρανάστασιν τῆς Ἐθνικῆς πίστεως, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι μέγα κεφάλαιον, ὅπλα, στόλοι, στρατοὶ, τιμὴ Ἐθνική· ἔπρεπεν ἄλλως νὰ ὁμιλῇ μετὰ φειδοῦς, ἂν οὐχὶ μεθ’ ὑπολήψεως περὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, ὅστις συνετέλεσεν εἰς τὸ ἔργον αὐτό. Μὴ νομίσητε, ὅτι ὁμιλῶ πρώτην φορὰν περὶ τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν δανείων· ἐπὶ τούτου ἄλλοτε ὡμίλησα ἐπὶ δύο ὥρας, ὡς Πρόεδρος συλλόγου τινὸς ἐν Μεσολογγίῳ. (Θόρυβος καὶ λογομαχίαι μεταξὺ Γ. Σταΐκου καὶ Ῥοντήρη.) «Ἐπωλήσατε τὸ ἅλας ἀντὶ πέντε λεπτῶν.» Σᾶς ἐμποδίσαμεν νὰ εἰσέρχησθε εἰς τὸ Κοινοβούλιον διὰ καλπονοθεύσεων, ἐνεργήσαντες πρὸ πάντων, ὁ κ. Μακρῆς καὶ ἐγὼ, τὴν ἐπανάστασιν τοῦ Μεσολογγίου (ἐξακολουθοῦσιν αἱ λογομαχίαι). (Ὁ ῥήτωρ ἐξακολουθεῖ.) Ὄντως πολὺ καλὰ γνωρίζει ὁ κ. Οἰκονόμου τί ἐστὶ χρηματιστήριον τοῦ Λονδίνου! ἐν ὀλίγοις δ’ ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι τὰ χρηματιστήριον εἶναι ἀγορὰ κεφαλαίων. Τοιαῦτα εἶναι, κύριοι, τὰ χρηματιστήρια τῆς Εὐρώπης. Καθὼς δ’ εἶχον τὴν τιμὴν καὶ ἄλλοτε ἐνταῦθα νὰ εἴπω, εἶναι ἕκαστον μεγάλη δεξαμενή, ἐντὸς τῆς ὁποίας βάπτεις χαρτίον καὶ ἐξέρχεται μέταλλον. Τὴν θαυματουργὸν ταύτην δύναμιν ἔχουν τὰ χρηματιστήρια, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία τῶν χρηματιστηρίων. Ἐὰν ἔχῃς πίστιν εἰς τὰ χρηματιστήρια, τὸ χαρτίον σου ἔχει τὴν αὐτὴν ἀξίαν τοῦ μετάλλου. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὰ χρηματιστήρια εἶναι ἡ ἀγορὰ τῶν κεφαλαίων καὶ κεφάλαια ἢ ἀξίαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν εἴσοδον ἐντὸς τῶν χρηματιστηρίων, ἔχουν μικρὰν ἀξίαν ἐντὸς τῆς κοινωνίας. Καὶ τότε, ὅτε ἐλάλουν εἰς τὸ Μεσολόγγιον, ἔλεγον, πρὶν εἰσέλθωμεν ἐντὸς τῶν χρηματιστηρίων, πρὶν γείνωσι δεκτὰ τὰ χρεώγραφα ἡμῶν ἐντὸς τῶν χρηματιστηρίων, ἡ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος θὰ ἦναι οἵα εἶναι καὶ σήμερον, καὶ δὴ πάντοτε ἐλεεινή. Κύριοι, δὲν θέλω νὰ μακρηγορήσω, θέλω νὰ σᾶς ἀναγνώσω κἄτι τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἔγραψα οὔτε ἐγώ, οὔτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐκ τοῦ τίτλου θὰ ἀναγνωρίσητε τὴν ἀξίαν καὶ τὸ μέγεθος τῆς ἀξίας τῶν βεβαιουμένων. Ἰδοὺ τί γράφει ὁ Γεννάδιος τὴν 2 10βρίου 1878 (ἀναγινώσκει ἔγγραφον τῆς Πρεσβείας Λονδίνου ὑπὸ Γενναδίου). «Οἱ ὑπογράψαντες τὴν σύμβασιν περὶ τῶν δανείων μοὶ ἀνέθηκαν νὰ διαβιβάσω τῇ Ὑμετέρᾳ Ἐξοχότητι καὶ τῇ Β. Κυβερνήσει τά τε συγχαρητήρια καὶ τὰ εὐχαριστήρια αὐτῶν, διὰ τὴν ἐπιτέλεσιν πράξεως προαγγελλούσης νέαν ἐποχὴν τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῇ εὐδαίμονος Βασιλείας τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος· ἡ ἐπανόρθωσις τῆς πρὸ ἡμίσεως αἰῶνος καταπεπτωκυίας πίστεως ἡμῶν (λέγει ὁ Γεννάδιος) ἐφαίνετό τι τόσον δυσκατόρθωτον, καὶ αἱ ἀπογοητεύσεις ὑπῆρξαν τόσον συνεχεῖς καὶ μεγάλαι, ὥστε μέχρι τελευταίας στιγμῆς οἱ κύριοι οὗτοι ἀμφέβαλλον περὶ τῆς ἐπιτυχίας.» Ἀκούετε, κύριοι; Καὶ ἄλλοτε τὴν 14 Ἰουλίου 1879 εἶπον ἐντεῦθεν, ὅτι δίδω ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν μόνον δι’ αὐτὸν τὸν λόγον· τόσον μέγας εἶναι ὁ λόγος αὐτὸς δι’ ἐμέ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα, ἐπικαλοῦμαι καὶ ἤδη τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα τότε ἐπεκαλέσθην. Κυρίως ὑποστηρίζω, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ λόγος περὶ προσαρτήσεως Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου, ἤτοι μέρους αὐτῶν, ἄνευ τῆς Κυβερνήσεως ταύτης, καὶ ἄνευ τῆς ἐπιτηδειότητος καὶ εὐφυΐας τοῦ κ. Προέδρου. Ἀναγινώσκω ἐκ τοῦ «Γεννηθήτω φῶς» σελίδι 45, ἔγγραφον ὑπ’ ἀριθ. 61 τῆς κυανῆς βίβλου. Ἰδοὺ τί εὑρίσκω. Ἀλλὰ πρέπει προηγουμένως νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ εἰσβολὴ τοῦ στρατοῦ, ἡ χλευαζομένη, ἔφερε τὴν ἀνάγκην ταύτην· ἠνάγκασε δὲ καὶ τὴν Ἀγγλίαν νὰ συνθηκολογήσῃ πρὸς τοὺς ὑβριζομένους, ἐχρησίμευσε δὲ ὅπως γεννηθῇ τὸ ζήτημα τῆς προσαρτήσεως μέρους τῆς Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου, ὅπερ, κατ’ ἐμὲ, ἐπέφερεν, ὡς εἶπον, ἡ ἐπιτηδειότης τοῦ κ. Προέδρου. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Οὐϊνδχάμ πρὸς τὸν λόρδον Σαλισβουρύ. (Ἀναγινώσκει.) «Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος πρὸς κατάπαυσιν τῆς ἐπαναστάσεως ἀπαιτεῖ, ἵνα ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἀνάσσης δώσῃ ῥητὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι θέλει ὑποβάλει εἰς τὸ Συνέδριον ἢ ἀλλαχοῦ τὸ ζήτημα τῶν ἐπαρχιῶν τούτων, ὡς εἰ εὑρίσκοντο εἰσέτι εἰς κατάστασιν ἐπαναστάσεως, τὰ δὲ συμφέροντα αὐτῆς δὲν θέλουν ζημιωθῆ ἐκ τῆς ὑπακοῆς των εἰς τὰς συμβουλὰς τῆς Ἀγγλίας. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐκ τῶν λόγων τοῦ κ. Μέρλιν καὶ Βλοὺντ ἐξάγει, ὅτι οἱ ἐπαναστάται ἐννοοῦσι νὰ ὑποβάλῃ καὶ ὑποστηρίξῃ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις αἴτησιν προσαρτήσεως τῇ Ἑλλάδι... Ἂν αἱ ἀνωτέρω ὑποσχέσεις δοθῶσιν ὑπὸ τῆς Ἀγγλίας, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θέλει καταβάλει πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως σταματήσῃ τὴν ἐπανάστασιν· ἐν ἐναντίᾳ ὅμως περιπτώσει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος φοβεῖται, ὅτι οἱ ἐπαιαστάται δὲν θέλουν ἀκούσει τὰς προτροπὰς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως». Εἰς ταῦτα, κύριοι Βουλευταὶ, ὁ λόρδος Σαλισβουρὺ ἀπήντησε δι’ ἐγγράφου φέροντος ἀριθμὸν 62 ἐν τῇ Κυανῇ Βίβλῳ, ὅπερ περιέχει καὶ τὰ ἑξῆς. «Ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις θέλει πληροφορήσει ῥητῶς τὸ Συνέδριον, ὅτι ἡ ἐλπιζομένη εἰρήνευσις ἐπετεύχθη διὰ τῆς μεσολαβήσεως αὐτῆς, ἧς ἄνευ ἡ πάλη ἤθελεν ἐξακολουθήσει. Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἀναλάβῃ ἐκ τῶν προτέρων ὑποχρέωσίν τινα περὶ τῆς ἀποφάσεως, ἣν δύνανται νὰ λάβωσιν αἱ δυνάμεις ἐν τῷ Συνεδρίῳ, σχετικῶς πρὸς ζητήματα ἐδαφικῆς διαῤῥυθμίσεως». Βλέπετε, κ. κ. Βουλευταί, τί ἀνέλαβεν ἡ Ἀγγλία; Ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν ἡ Ἀγγλία νὰ ὑποστηρίξῃ ἐδαφικὴν τινὰ αὔξησιν, πρὸ πάντων ἐὰν προταθῇ ὑπὸ ἄλλης δυνάμεως, καὶ ἕνεκα τούτου ὁ Σαλισβουρὺ ἦτον ὑποχρεωμένος, καὶ μετά τινας ἡμέρας ἔκαμε πρότασιν εἰς τὸν Σουλτάνον, νὰ παραχωρήσῃ μέρος τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας. Τὸ κατ’ ἐμὲ θεωρῶ, ὅτι ἦσαν ὅλα ταῦτα ἀποτελέσματα τῆς ἐπιτηδειότητος τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἐξεβίασεν αὐτὴν τὴν ὑπόσχεσιν, καὶ ἐκ ταύτης προῆλθεν ὁ τίτλος τοῦ Πρωτοκόλλου καὶ τοῦ 24 ἄρθρου τῆς Συνθήκης. Τώρα λέγουσιν οἱ μέν· «ἓν πινάκιον φακῆς», οἱ δὲ, «μία λωρὶς γῆς». Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ εἶναι πολὺ, διότι δὲν θὰ ἐλαμβάναμεν τίποτε. Δὲν θέλω νὰ μακρηγορήσω, θέλω μόνον σᾶς ἀναγνώσει τί σχετικὸν εἶπεν ὁ λόρδος Βηκονσφὴλδ (ἀναγινώσκει). «Κατὰ τὴν παροῦσαν ὥραν ἡ Ἑλλὰς, καίτοι φεισθεῖσα τοῦ αἵματος καὶ τῶν πόρων τῶν τέκνων της, ἀπολαμβάνει διὰ τῆς Συνθήκης τοῦ Βερολίνου ἐδαφικὴν αὔξησιν μείζονα τῆς ἀπονεμηθείσης εἰς πᾶν ἄλλο τῶν Κρατῶν, ἅτινα προσήνεγκον αἷμα καὶ χρυσὸν εἰς τὸν λήξαντα φοβερὸν πόλεμον». Ἠκούσατε, κύριοι, τί λέγει ὁ λόρδος; «ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀπολαμβάνει μεγαλειτέραν ἐδαφικὴν αὔξησιν» ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα Κράτη τὰ πολεμήσαντα καὶ θυσιάσαντα. Ἡ Ἑλλὰς, κύριοι, ἀπολαμβάνει μείζονα τοῦ Μαυροβουνίου, ὁ δὲ λόρδος Βηκονσφὴλδ τὸ θεωρεῖ γεγονὸς τοῦτο. Λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις αὕτη ἦτον ἡ ἐκβιάσασα τοῦτο, ἀλλ’ ὁ φατριασμὸς ὑπερέβη πᾶν ὅριον, καὶ ἠκούσθη πολλάκις ἡ φωνή. Ἀλλὰ τί ἐλάβομεν σήμερον; ὡς πρὸς τοῦτο θ’ ἀπαντήσω· ἔλαβε τὸ Μαυροβούνιον τὴν Γουσινέν; ἔλαβε τὸ Μαυροβούνιον ἕως τώρα τὴν Πλάβαν; καὶ ἡ συνθήκη εἶχε διαφορετικὰς διατάξεις ὡς πρὸς τὸ Μαυροβούνιον. Μολοντοῦτο ἔχομεν κεκτημένον ὅπωςδήποτε ἕνα τίτλον, ἀναγνωρισθέντα ἐπὶ τέλους καὶ ὑπ’ αὐτῆς τῆς Τουρκίας· διότι καὶ ἡ Τουρκία κατά τινα τρόπον ὑπέγραψεν ἤδη· ὑπογράψασα δὲ, ὑπέγραψε τὸ ὑποχρεωτικὸν τοῦ πρωτοκόλλου, οὐδὲ δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὸ δοῦναι, ἀλλὰ μόνον τὸ ποσόν. Αὐτὴ ἡ ὑποχρέωσις τῆς Τουρκίας δὲν ὑπῆρχε πρὸ τῆς συγκαλέσεως τοῦ Συνεδρίου, καὶ εἰς ταύτην συνετέλεσε, νομίζω, κατά τι καὶ ὁ Ὑπουργὸς ὁ κατακρινόμενος νῦν. Κύριοι, μὲ συγχωρεῖτε· δὲν πρόκειται νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, εἰμὴ ὀλίγον ἔτι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν κατηγορεῖται, ὅτι ἦτο παραβλώψ. Ὁ Ὑπουργὸς παραβλώψ!!! καὶ δι’ αὐτὸ ἀπωλέσαμεν τὴν εὔνοιαν τοῦ Βηκονσφήλδ· ἐπ’ αὐτοῦ ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἠδυνάμην νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ πολλὰ, ἀλλ’ ἀπέναντι ὅλων τούτων ἀφίνω ν’ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Λεφέβρ. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ κ. Λεφὲβρ, Βουλευτὴς τῆς Ἀγγλίας, ἔν τινι ὁμογύρει (ἀναγινώσκει). «Πρὸ τοῦ ἐν Βερολίνῳ Συνεδρίου ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἐφάνη φιλελληνικωτάτη, ἔκτοτε ὅμως ἐγκατέλιπε τὸν ἀγῶνα τῶν Ἑλλήνων εἰς ἀντάλλαγμα τῆς Κύπρου καὶ τῆς Ἀγγλοτουρκικῆς Συμβάσεως. Ἄλλως πως δὲν ἐξηγεῖται ἡ συμπεριφορὰ τῆς Κυβερνήσεως». Δὲν λέγει, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἑλλάδος πταίει εἰς τοῦτο, ἀλλ’ ὅτι ἡ πολιτικὴ τοῦ Κράτους δὲν ἠδύνατο νὰ παραβιασθῇ. Δὲν λέγει, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἦτο παραβλώψ, διότι τοῦτο θὰ ἦτο γελοῖον. Πρὸς τούτοις δύναμαι νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, ὅτι τὴν 6 Ἰουλίου 1827 ἐγένετο ἡ συνθήκη τοῦ Λονδίνου· πότε δὲ ἐξετελέσθη; Ἐξετελέσθη τῷ 1832. Καὶ μοῦ φαίνεται, ὅτι ὑπὲρ ἐκείνης τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 ὑπῆρχον καὶ ἄλλοι λόγοι, ὅπως ἐκτελεσθῇ τὸ ταχύτερον· ἦτο πρὸ αὐτῆς τὸ Μεσολόγγιον καὶ ἡ πανωλεθρία τοῦ Μουστάμπεη εἰς Ἀράχοβαν κλπ. Μοὶ φαίνεται ὅμως, ὅτι ἐκτὸς τούτου ἡ συνθήκη ἐκείνη ἦτο πλέον ἐπιτακτικὴ, διότι ναὶ μὲν ἡ συνθήκη λέγει ἄνευ βίας, ἀλλὰ ἰδιαίτερον ἄρθρον μυστικὸν ἦτο νὰ γείνῃ χρῆσις βίας ἐν ἐσχάτῃ ἀνάγκῃ. Ἐκτὸς τούτου σᾶς ἐνθυμίζω τὸν Μαιζῶνα. Ἐκτὸς τούτου ἐγένετο ἡ Ῥωσσικὴ ἐκστρατεία τῆς Ἀδριανουπόλεως, καὶ ἔπεσον 120,000 Ῥῶσσοι· καὶ ἄνευ τούτων ἡ σύμβασις τῆς 6 Ἰουλίου 1827 Κύριος οἶδε πότε θὰ ἐλάμβανε τὴν ἐκτέλεσίν της. Κύριοι, ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ὑπὲρ τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης. Βλέπετε δὲ, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης ἐξήντλησε τὸν χρόνον. Δὲν ἠξεύρω τί διαστάσεις θὰ λάβῃ ἡ συζήτησις, καὶ ἐὰν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ Βασιλικοῦ λόγου κατ’ ἄρθρον· τότε δὲ θ’ ἀπαντήσω καὶ ὡς πολίτης καὶ ὡς Βουλευτὴς, καὶ θὰ ἐκθέσω τὰς ἰδέας μου, πρὸς τούτοις δὲ, καὶ ὡς Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, διότι ἔχω διπλοῦν τὸ καθῆκον νὰ δικαιολογηθῶ, διατί ὑπέγραψα αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν. Λέγω δὲ μόνον, αἰτιώμενος τὴν ἀντιπολίτευσιν, ὅτι πολλὰς ἀνάγκας ἔχει ὁ τόπος, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἠδύνατο ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ φέρῃ ἔγκλησιν φοβεράν. Ποῦ ἠκούσατε, κύριοι, νὰ μὴ ὑπάρχῃ νομὸς, ἐπαρχία; καὶ οἱ ἐμπειρότεροι δύνανται νὰ σᾶς εἴπωσι, ὅτι δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν ὑφήλιον εὐνομούμενον Κράτος, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἔχῃ νομὸν, ἡμεῖς μόνοι ἀποτελοῦμεν μίαν ἐξαίρεσιν, δὲν ἔχομεν νομαρχιακὸν σύστημα· καὶ ἐν τούτοις ἡ ἀντιπολίτευσις, ἡ κηδομένη ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ, οὐδὲν λέγει περὶ τῆς ἐλλείψεως ταύτης. Ὁ στρατὸς, κύριοι, ὅπως ἔχει δὲν εἶναι στρατὸς, διότι δὲν εἶναι ὅλος συντεταγμένος, καὶ ὅμως ἡ ἀντιπολίτευσις οὐδέποτε ἐμερίμνησε περὶ αὐτοῦ. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ πρέπει νὰ ἦναι ἀνεξάρτητος τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅπως εἶναι ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀπό παρελάβομεν τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα. Διότι μὴ νομίσητε, κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ λαμβάνητε τὴν Ἀγγλίαν ὡς παράδειγμα ὡς πρὸς τὸ Σύνταγμα μόνον, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὴν λάβητε πρὸ πάντων ὑπ’ ὄψιν διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, καὶ διὰ τὴν τοπικὴν διοίκησιν· ὁ στρατὸς δὲν πρέπει νὰ ἦναι παράρτημα τῆς Βουλῆς, διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ διοικούμενον. Ἡ κατάταξις, ἡ κατάστασις, ἡ ἄδεια, ἡ μετάθεσις, ἡ πειθαρχία, ὁ προβιβασμὸς πρέπει νὰ μὴ ἐξαρτῶνται παντάπασιν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ δὴ ὑφ’ ἡμῶν· ἡμεῖς ἀναιροῦμεν τὸν στρατὸν, καὶ ὁ στρατὸς ἡμᾶς, καὶ ὑπάρχει ἀλληλαναίρεσις, καὶ δὲν ἔχομεν οὔτε στρατὸν οὔτε Κοινοβούλιον. Ἐγὼ ὁ ἴδιος παρὰ μικρὸν ποτε νὰ ῥίψω μίαν Κυβέρνησιν, δι’ ἄδειαν γάμου ἑνὸς στρατιώτου. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα ζητήματα, καὶ ἡ δικαστικὴ τοπικὴ αὐτάρκεια τῆς Ἀγγλίας. Ἀντεγκαλῶ δὲ τῇ ἀντιπολιτεύσει, ὅτι δι’ οὐδὲν ἐμερίμνησεν. Ὁ Ἀριστοτέλης λέγει που «καὶ παραπονοῦνται οὐχὶ ἵνα παύσωσι τὰ κακὰ, ἀλλ’ ἵνα δι’ ἑαυτῶν γένωνται». Ταῦτα ἐνόμισα καλὸν νὰ προσαρτήσω τροχάδην, ὡς Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἀπαντήσεως.
§23ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑποβάλλω νομοσχέδιον ἐκτάκτου πιστώσεως πρὸς συνδρομὴν καὶ περίθαλψιν τῶν προσφύγων.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
§25ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ περίστασις εἶναι λίαν κατεπείγουσα· οἱ ἄνθρωποι πεινοῦν, καὶ ἔχουσιν ἀνάγκην περιθάλψεως· ἔχω καὶ μίαν ἐπιστολὴν ἀπὸ τὸν κ. Ῥενιέρην.
§26Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ παραβιάσῃ τὸν Κανονισμὸν καὶ ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ νομοσχέδιον. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς πιστώσεως, καὶ φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται νὰ διαθέσῃ χρήματα καὶ προηγουμένως, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ παραβιάσωμεν ῥητὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ. Ἂν ὑπάρχῃ ἀνάγκη, ἂς δώσῃ ἀμέσως χρήματα.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αὔριον.
§28ΣΤΑΙΚΟΣ. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι ἦλθον εἰς δυσάρεστον θέσιν κατὰ τοῦ φίλου μου κ. Ἀθανασίου Ῥοντήρη, ἀνθρώπου ὅπως πρέπει διὰ τὸ Κοινοβούλιον. Δὲν ἠθέλησα παρὰ νὰ εἴπω δύο λέξεις, διότι ἐνταῦθα ἠθέλησαν ν’ ἀναφέρωσι τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ 62 ἐν Μεσολογγίῳ, εἰς τὴν ὁποίαν ἦτο καὶ ὁ κ. Ῥοντήρης καθὼς καὶ ἄλλος δικηγόρος, οἵτινες ἀπετέλουν τὸν Σύλλογον. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη δὲν ἔκαμε τίποτε ἄλλο παρὰ διέδωσεν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ Προσωρινὴ Κυβέρνησις, κατεβίβασε τὸν φόρον τοῦ ἅλατος, τὸν φόρον τῶν ζώων· τὴν ἐπιοῦσαν τί ἠκούατε; ἠκούατε, ὅτι σήμερον συσκεφθεῖσα ἡ Προσωρινὴ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος ἐψήφισε τὴν κατάργησιν τοῦ χαρτοσήμου· ζήτω ἡ ἐπιτροπὴ (γέλως). Μὴ γελᾶτε, κύριοι. Ὅσον ἀφορᾷ διὰ τὰς καλπονοθεύσεις, ἐὰν εἰσῆλθον εἰς τὸ Βουλευτήριον διὰ τοιούτων μέσων, ἐπικαλοῦμαι μάρτυρας τοὺς ἀπὸ νηπιακῆς ἡλικίας τοῦ πολιτικοῦ μου βίου συμπράττοντας μετ’ ἐμοῦ· εἰσῆλθον εἰς τὸ Κοινοβούλιον ὡς ἀνήλικος, ἐνθυμοῦμαι νὰ μοῦ ἔλειπον δύο ἢ τρία ἔτη· ἐξωμολογημένη ἁμαρτία, κύριοι, οὐκ ἔστιν ἁμαρτία.
§29ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Δὲν εἶπον, ὅτι εἰσῆλθες διὰ καλπονοθεύσεως.
§30Θ. Α. ΖΑΙΜΗΣ. Κύριοι, ἡ ἀρξαμένη πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν συζήτησις τῆς ἀπαντήσεως πρὸς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἐξέκλινεν ἐπὶ τοσοῦτον τῆς τροχιᾶς της καὶ ἔλαβε τοιαύτας διαστάσεις, ὥστε ὁ θέλων νὰ ὁμιλήσῃ πρέπει νὰ ἔχῃ νέον τινὰ Κολόμβον διὰ νὰ τὸν φέρῃ ἐπὶ τῆς ξηρᾶς, ἐφ’ ἧς ἱστάμενος νὰ εὕρῃ τὸ σημεῖον, πρὸς τὸ ὁποῖον σκοπεῖ ν’ ἀτενίσῃ. Εἰμὶ ὅμως ἠναγκασμένος νὰ συμμετάσχω τῆς συζητήσεως ταύτης, διότι καὶ μέλος διετέλεσα τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἐπεκρίθη καὶ κατεκρίθη ἀδίκως, καὶ μέλος τοῦ παρελθόντος Κοινοβουλίου εἰς ὃ ἔλαβον μέρος ἐνεργὸν εἰς τὰ γενόμενα, καὶ φέρω διὰ τοῦτο τὴν ἐμὴν εὐθύνην. Θέλω ὁμιλήσει συντόμως, φειδόμενος τοῦ χρόνου, κατὰ τὴν συνήθειάν μου, καὶ διὰ νὰ μὴ προσθέσω περισσότερον κάματον εἰς τὴν κατακεκμηκυῖαν ἤδη Βουλήν. Διατηρῶν τὴν θέσιν, ἣν εἶχον κατὰ τὴν λήξασαν Βουλήν, ἤτοι τὴν θέσιν τοῦ ἀντιπολιτευομένου, θέλω ἐξενέγκει τὴν ἐμὴν γνώμην ἐπὶ τῶν διεγερθέντων ἐν τῇ συζητήσει ζητημάτων μεθ’ ὅλης τῆς ἐλευθερίας καὶ μεθ’ ὅλης τῆς ἀμεροληψίας. Τέσσαρα, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἠγέρθησαν σπουδαιότατα καὶ κυριωδέστατα ζητήματα· πρῶτον, τὸ ζήτημα ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον ἠδύνατο νὰ θέσῃ κυβερνητικὸν ἢ πολιτικὸν ζήτημα, ἤτοι ἐὰν ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ τὴν Βουλὴν εἰς δήλωσιν τῆς πρὸς αὐτὸ ὑποστηρίξεώς της· δεύτερον, ἐὰν κατὰ τὰς ἄρτι διεξαχθείσας βουλευτικὰς ἐκλογὰς ἐτηρήθη ἡ πρὸς τὴν ἐκλογικὴν ἐλευθερίαν εὐλάβεια· τρίτον, τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα, καὶ τέταρτον τὸ οἰκονομικόν. Θέλω ἐξετάσει τὰ ζητήματα ταῦτα, ὡς σᾶς εἶπον, λίαν συντόμως. Ἀλλὰ πρὶν εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῶν, ὀφείλω νὰ μὴ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως μομφὰς ἐπιῤῥιφθείσας κατὰ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος. Ὅσοι παρηκολουθήσατε μετὰ προσοχῆς τὰς συζητήσεις, ἐνθυμεῖσθε καλῶς, ὅτι δύο μομφαὶ ἐπεῤῥίφθησαν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης· πρῶτον, ὅτι δὲν ἔσυρε τὴν σπάθην, καὶ δεύτερον, ὅτι κατῄσχυνε τὴν Ἑλλάδα δι’ ἀπαιτήσεων παρὰ ταῖς μεγάλαις Δυνάμεσιν. Ἡ πρώτη μομφὴ εἶναι ἀληθής, ἐὰν δύναται νὰ ἦναι μομφή· ἡ δευτέρα δὲν εἶναι ἀκριβής. Ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἐννοεῖται, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀπολογηθῇ δι’ ἐμοῦ μόνον. Ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου τούτου ὑπάρχουν 3 ἐπιφανῆ μέλη αὐτοῦ, ἀποτελέσαντα μέρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης· μένει δὲ κενὴ μόνον ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ ἡ θέσις ἀνδρὸς, τὸν ὁποῖον ἐθρήνησε καὶ θὰ θρηνῇ ἡ Ἑλλάς. Ἀλλ’ ἐπιβάλλεται καὶ εἰς ἐμὲ τὸ καθῆκον νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς μομφὰς ταύτας. Δὲν ἔσυρεν ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις τὴν σπάθην ἀληθῶς, καὶ δὲν τὴν ἔσυρε, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὴν σύρῃ. Ὁ τόπος δὲν ἦτο προπαρεσκευασμένος πρὸς πόλεμον ὁ τόπος δὲν εἶχε τὰ ἐπιτήδεια, τὰ ἀπαιτούμενα δι’ αὐτόν. Οἱ διαχειριζόμενοι δὲ, κύριοι, τὰ κοινὰ δὲν ὀφείλουν νὰ ἀτενίζωσι πρὸς τὰ μειδιάματα τοῦ δήμου, ἢ πρὸς ἐπαίνους ἐφημερίδος τινός· ἔχουν ἄλλο καθῆκον πολὺ ὑπέρτερον τούτου, ἔχουν τὸ καθῆκον νὰ ἀτενίζωσι πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος καὶ πρὸς τὴν τιμὴν αὐτῆς. Ὅταν δὲ ἐκπληρῶσιν εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκόν των πρὸς τὴν πατρίδα, πρέπει νὰ ἀδιαφορῶσι καὶ δι’ ἀδίκους μομφὰς, καὶ διὰ τὴν θραῦσιν ἀκόμη τῶν ὑέλων τῶν οἰκιῶν αὐτῶν. Ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἔπραξεν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ πράξῃ ὑπὲρ τῆς παρασκευῆς τοῦ τόπου, καθόσον τὰ γλίσχρα μέσα τῆς Ἑλλάδος ἐπέτρεπον· συνεκράτησε δὲ τὴν δημοσίαν τάξιν σαλευομένην ἐν περιστάσεσιν ἀκροσφαλεστάταις· καὶ ἐὰν δὲν ἔσυρε τὴν σπάθην, τὴν δικαιολογίαν τῆς διαγωγῆς της ταύτης εὑρίσκετε εἰς ὅσα σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Χθὲς ὁ κύριος Βαλτινὸς ἔλεγε τὰ ἑξῆς, τὰ ὁποῖα ἔχω σημειώσει «διηύθυνα τότε ὡς ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ τῆς Ἀνατολικῆς Ἑλλάδος τμῆμα στρατοῦ ἐκ 10000 ἀνδρῶν. Τὸ τμῆμα τοῦτο διαταχθὲν νὰ ἐξέλθῃ καὶ πολιορκήσῃ τὸν Δομοκὸν, εὑρέθη ἔχον μόνον 4,577 ἄνδρας.» Ποίαν, κύριοι, ἄλλην δικαιολογίαν θέλετε τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν ἔσυρε τὴν σπάθην; Ἠθέλατε ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις νὰ ῥίψῃ τὸν περὶ τῶν ὅλων κύβον; ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ ἔχῃ, ὡς δὲν δύνανται νὰ τὸ ἔχουν οὔτε οἱ κατακρίνοντες τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, οὔτε τὸ Ὑπουργεῖον, οὔτε ἀκόμη αὐτὸς ὁ ἀνώτατος ἄρχων τοῦ κράτους. Τὸ «ἐῤῥίφθη ὁ κύβος» ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸ εἴπῃ μόνον «ὁ ἔσω καὶ ἔξω Ἑλληνισμός· δὲν ἠδύνατο λοιπὸν ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις νὰ εἰσέλθῃ εἰς ὁδὸν ῥιψοκίνδυνον καὶ δυναμένην ὄχι νὰ βλάψῃ, ἀλλὰ νὰ καταστρέψῃ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου.
§31ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§32ΖΑΙΜΗΣ. Καὶ δὲν δύνασθε νὰ ὑποστηρίξετε, ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις, στηριζομένη ἐπὶ 5 καὶ 6 ἢ καὶ 10 χιλιάδων ἀνδρῶν, ὤφειλε νὰ πράξῃ ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον τὴν ἐκατηγορήσατε· δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν ἐντὸς 3 ἢ 4 μηνῶν νὰ παρασκευάσῃ τὸ ἔθνος πρὸς πόλεμον. Ἀγνοοῦσι τὴν ἱστορίαν ἐκεῖνοι, οἵτινες νομίζουσιν ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ὀργάνωσις ἑνὸς τόπου εἶναι ἔργον 6 μηνῶν, 1 ἔτους, 2, ἢ καὶ 3 ἐτῶν. Ἠκούσατε χθὲς μίαν ἀλήθειαν παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, εἰπόντος, ὅτι ἡ Πρωσσία, διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸν θαυμαστὸν στρατιωτικὸν ὀργανισμόν, τὸν ὁποῖον ἔχει σήμερον, ἤρχισεν ἀπὸ τὸ 1808, ἄλλο δὲ ἔθνος μέγα καὶ λαμπρὸν διὰ τὰς στρατιωτικάς του ἀρετάς, ἀρξάμενον νέου στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ ὁποίου τὰς βάσεις ἔθηκεν ὁ δημιουργικὸς νοῦς μεγάλου ἀνδρός, τοῦ κυρίου Τιέρ, ἡ Γαλλία, μετὰ 8 ἔτη δὲν κατήρτισεν εἰσέτι τὸν στρατιωτικὸν ὀργανισμόν της. Δευτέρα μομφὴ κατὰ τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως ἐῤῥίφθη, ὅτι δι’ ἐπαιτείας παρὰ ταῖς μεγάλαις δυνάμεσιν ἐπεδίωξε τὴν ὑπεράσπισιν τῶν συμφερόντων τῆς Ἑλλάδος.
§33ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἡ μομφὴ αὕτη δὲν ἐπεῤῥίφθη, τουλάχιστον παρ’ ἐμοῦ, εἰς τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν.
§34ΖΑΙΜΗΣ. Ἐὰν δὲν τὸ ἐπράξατε ὑμεῖς, ἕτερός τις ἀπεστράφη πρὸς τὸν κ. Τρικούπην, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὀνομαστί. Ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἀληθῶς ἐπεκαλέσθη τὴν μεσολάβησιν μεγάλης Δυνάμεως ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, διότι πρὸς αὐτὴν πρῶτον ἔπρεπε νὰ ἀποταθῶμεν. Ἀλλὰ τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἀξιοπρεπὲς εἶναι καὶ νευρῶδες καὶ ἐπιθετικόν. Ἀλλὰ νομίζετε, κύριοι, ὅτι εἶναι ἔγκλημα τὰ μικρὰ ἔθνη νὰ ἐπικαλῶνται τὴν μέριμναν τῶν μεγάλων Κρατῶν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων αὑτῶν; ἀντ’ ἐμοῦ, κύριοι, δύναται νὰ σᾶς ἀπαντήσῃ ἡ ἱστορία ὅλων τῶν μικρῶν ἐθνῶν. Αὐτὴ ἡ Ἑλλάς, ἡ μεγάλη Ἑλλάς, ἡ ἀγωνιζομένη κατὰ τὸ 1821, ἔπεμπεν ἱκέτας πρὸς τὸν Πάππαν τῆς Ῥώμης 3 ἐκ τῶν διασημοτάτων αὑτῆς ἀνδρῶν, τὸν Γερμανὸν, τὸν Μεταξᾶν, τὸν Μαυρομιχάλην. Καὶ ἡ μομφὴ αὕτη ἦτο ἄδικος, ὡς ἦτο ἄδικος ἡ μομφὴ κατὰ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος ἐν Βερολίνῳ, διότι δὲν ἐπεκαλέσθη τὰς ἐθνικὰς ἀναμνήσεις. Αἱ ἐθνικαὶ ἀναμνήσεις πρέπει νὰ περιφέρωνται ἔναυλοι μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ αὑτοῦ ἔθνους, διὰ νὰ διατηροῦν ἀκμαῖον καὶ ἰσχυρὸν τὸ αἴσθημα τῆς φιλοπατρίας καὶ τῆς αὐταπαρνήσεως· ἀλλ’ αἱ ἐθνικαὶ ἀναμνήσεις, ὡς ὀρθῶς παρετήρησε καὶ ὁ νεκρὸς βουλευτὴς τῶν Καλαβρύτων κ. Φωτήλας, ἐλαχίστην σημασίαν ἔχουσιν ἀπέναντι τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς. Οἱ ἰσχυροὶ τῆς γῆς τὸ συμφέρον των ἐξετάζουν, τοὺς πολιτικοὺς συνδυασμούς των ἐξετάζουν, καὶ οὐχὶ τὰς ἀναμνήσεις. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ Πολύβιος διηγεῖται, ὅτι, ὅταν οἱ Ῥωμαῖοι κατέλαβον τὴν πατρίδα τοῦ κ. Ῥοντήρη, οἱ Ναυπάκτιοι ἤρχισαν νὰ ἀνακαλέσωσιν εἰς τὴν μνήμην τοῦ ἀγερώχου Ῥωμαίου τὰς προηγουμένας θυσίας των, ἤρχισαν νὰ τοῖς λέγουν· «εἴμεθα οἱ συμπατριῶται τοῦ Ῥοντήρη, τοῦ Καλαντζοπούλου, τοῦ Σισμάνη (ἱλαρότης)». Ἀλλ’ ὁ Ῥωμαῖος στρατηγὸς μὲ τὸ ἀγέρωχον ὕφος του τοῖς εἶπε. «Δὲν θὰ παύσητε πλέον Ἑλληνοκοποῦντες;» Αὐτή, κύριοι, εἶναι ἡ γλῶσσα τῶν ἰσχυρῶν ἀπέναντι τῶν ἐθνικῶν ἀναμνήσεων. Ἂς παύσωμεν βαδίζοντες ἐπὶ τὴν τετριμμένην ὁδόν· ἂς ἀναζητήσωμεν τὴν ἀλήθειαν καὶ ἂς ἀσπασθῶμεν αὐτὴν, διότι μόνη ἡ ἀλήθεια, κατὰ τὸ Εὐαγγέλιον, θὰ σώσῃ ἡμᾶς. Ἀφίνων λοιπὸν τὴν Οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν ἥσυχον, μεταβαίνω ἤδη εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν τεσσάρων ζητημάτων. Ἀλλὰ πρὶν εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ πρώτου ζητήματος, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω τινὰς λέξεις περὶ τῆς λήξεως τῆς παρελθούσης συνόδου, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ ὄνομά μου ἀνεμίχθη, καὶ ὀφείλω νὰ δώσω λόγον διὰ τί κατέκρινα τὴν λῆξιν ἐκείνην. Κατέκρινα τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου, οὐχὶ ὡς παραβίασιν τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ὡς γενομένην μὴ προσηκόντως. Δὲν ἰσχυρίσθην, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον, ποιῆσαν χρῆσιν βασιλικῆς προνομίας, παρεβίασε συνταγματικήν τινα διάταξιν· δὲν ἠδυνάμην δὲ νὰ ὑποστηρίξω τοῦτο, διότι ὅτε ἐκλήθη ὁ κ. Τρικούπης καὶ ἐγὼ παρὰ τοῦ βασιλέως, διὰ νὰ ἀναλάβωμεν τὸν σχηματισμὸν τοῦ Ὑπουργείου, καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ ἐζητήσαμεν τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου· τὴν ἐζητήσαμεν δὲ, διότι ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἦτο ἀδύνατον νὰ δώσῃ Κυβέρνησιν, καὶ ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἡ βασιλικὴ ἐξουσία διὰ νὰ δώσῃ δύναμιν εἰς μίαν Κυβέρνησιν, διὰ τῆς χρήσεως τῆς προνομίας της. Καὶ ὅταν ἐζητήσαμεν παρὰ τοῦ Βασιλέως τὴν λῆξιν, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἶπον πρὸς τὴν Μεγαλειότητά του· ἡ Βουλὴ περιῆλθε εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε εἶναι ἀδύνατον ἄνευ χρήσεως τῆς βασιλικῆς προνομίας νὰ δώσῃ Κυβέρνησιν εἰς τὸ Κράτος· ἐναπόκειται δὲ εἰς τὴν Μεγαλειότητά Σας, τὴν προνομίαν νὰ τὴν χορηγήσητε εἴτε εἰς τὴν ὑπάρχουσαν νῦν Κυβέρνησιν, εἴτε εἰς τὴν μέλλουσαν νὰ σχηματισθῇ.» Δὲν κατέκρινα λοιπὸν τὴν χρῆσιν τῆς βασιλικῆς ταύτης προνομίας ὡς ἀντισυνταγματικὴν, ἀλλὰ μόνον διότι ἐγένετο μὴ προσηκόντως. Ἡ Βουλὴ συνεζήτει, πρόκειτο βεβαίως νὰ θέσῃ πολιτικὸν ζήτημα, καὶ πρὶν τελειώσῃ ἡ συζήτησις, ἀνεγνώσθη τὸ διάταγμα τῆς λήξεως τῆς Συνόδου. Τὸ Ὑπουργεῖον ἔπρεπε νὰ ἀφήσῃ τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόφασίν της, καὶ ἐὰν δὲν ἐπετύγχανε πλειονοψηφίαν, ἠδύνατο οὐ μόνον τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου νὰ ἐνεργήσῃ ἀλλὰ εἶχε καὶ τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως, τὸ ὁποῖον δίδεται οὐ μόνον εἰς πλειονοψηφοῦσαν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ εἰς μειοψηφοῦσαν. Τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, ὡς γινώσκετε κάλλιστα, εἶναι πολίτευμα ἔχον πολλὰς ἀτελείας, ἀλλ’ εἶναι πολίτευμα ἔχον θαυμάσιον μηχανισμόν, καὶ ὅταν θέλῃ τις νὰ κάμῃ χρῆσιν αὐτοῦ, οὐδέποτε δύναται ὁ τόπος νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἀκυβέρνητον. Ἰδοὺ διὰ ποῖον λόγον κατέκρινα τότε τὴν λῆξιν. Μεταβαίνω, κύριοι, εἰς τὴν σύντομον ἔκθεσιν τῶν τεσσάρων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἔθηκα. Τὸ πρῶτον ζήτημα εἶναι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐδικαιοῦτο νὰ προκαλέσῃ κυβερνητικὸν ζήτημα. Μοὶ φαίνεται, ὅτι τακτικώτερον καὶ ὁμαλώτερον ἦτο, νὰ μὴ πράξῃ τοῦτο, νὰ μὴ προκαλέσῃ δηλ. ψῆφον ἐμπιστοσύνης κατὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ βασ. λόγου, ἰδίως δὲ, διότι ἀντισχέδιον ἀπαντήσεως ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἐπαρουσιάσθη. Κατὰ τὴν πρακτικὴν τῶν συνταγματικῶν ἐθνῶν, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, αἱ ἀντιπολιτεύσεις προκαλοῦσι τὰ ζητήματα τῆς ἐμπιστοσύνης. Ἀλλὰ ἐὰν τὸ ἔπραξε τὸ Ὑπουργεῖον, δὲν ἔδειξε διαγωγὴν ἀντισυνταγματικὴν, οὔτε πολιτικὴν ἀντικοινοβουλευτικήν. Δύναται μία Κυβέρνησις, καὶ ὅταν ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν προκαλῇ ζήτημα ἐμπιστοσύνης, νὰ τὸ προκαλῇ ἡ ἰδία. Καὶ πρὸ μικροῦ γινώσκετε, ὅτι εἰς μέγα Κράτος ὁ πρωθυπουργὸς ἔθηκε τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, ὄχι ἕνεκα λόγων, οἱ ὁποῖοι ἀνεπτύχθησαν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, ἀλλ’ ἕνεκα συγκινήσεως ἢ συνταράξεως τῆς κοινῆς γνώμης. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ὅ,τι ἔπραξε τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἦτο ἀντικοινοβουλευτικὸν, οὔτε ἀντισυνταγματικόν. Τὸ δεύτερον ζήτημα ἀφορᾷ εἰς τὴν εὐλάβειαν πρὸς τὴν ἐκλογικὴν ἐλευθερίαν κατὰ τὰς βουλευτικὰς ἐκλογάς. Καὶ τοι ἀντιπολιτευόμενος καὶ πέρυσι καὶ ἤδη, ὀφείλω νὰ εἴπω ἐλευθέρως καὶ ἀμερολήπτως τὴν γνώμην μου. Νομίζω, ὅτι ἐν γένει ἡ εὐλάβεια τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν ἐκλογικὴν ἐλευθερίαν ἐτηρήθη. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι εἰς σημεῖά τινα τοῦ κράτους ὑπάρχουν ἀποδείξεις ἐναντίαι, ἀλλὰ πρέπει τοῦτο νὰ ἀποδοθῇ μᾶλλον εἰς τὴν ἔξαψιν τῶν τοπικῶν παθῶν καὶ εἰς τὸν κακὸν καὶ ὑπέρμετρον ζῆλον τινῶν ἀρχῶν. Ἀλλ’ ἐν γένει εὐσυνειδήτως δὲν δύναμαι, παρὰ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι παντοῦ παρετήρησα τὴν εὐλάβειαν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν ἐκλογικὴν ἐλευθερίαν. Καὶ φίλοι μου στενοὶ ἀποτυχόντες μοὶ ἔγραψαν ὅτι δὲν ἐπέτυχον, ἀλλ’ ὅτι δὲν ἀπεκλείσθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου, ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι ὑπουργικοὶ συνδυασμοὶ ἔλαβον χώραν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο, καὶ παρετηρήθη ἄλλοθεν, ὅτι ἐγένοντο διορισμοί. Ὁμολογῶ, ὅτι ὑπῆρξαν συνδυασμοὶ, ἀλλὰ μόνον διότι ὑπῆρξαν συνδυασμοὶ, δὲν δύναμαι νὰ λάβω ὡς θετικὸν, ὅτι ἐπηρεάσθη ἡ ἐκλογικὴ ἐλευθερία. Πρέπει νὰ ἐξετασθῇ πρῶτον ἐὰν οἱ συνδυασμοὶ αὐτοὶ ἦσαν ἀποκλειστικῶς ἐκ φίλων τοῦ ὑπουργείου, καὶ δεύτερον ἐὰν ἐκ τῆς καταρτίσεως τῶν συνδυασμῶν τούτων ἐλήφθησαν τοιαῦτα μέτρα, ὥστε νὰ ἐπηρεασθῇ ἡ θέλησις τῶν ἐκλογέων. Ἀλλ’ ἐν γένει παρατηρῶ, ὅτι εἰς πλείστας ἐπαρχίας ἀντιπολιτευόμενοι βουλευταὶ εἶχον συνδυασθῆ μετὰ Ὑπουργικῶν, καὶ τοῦτο εἶναι μία ἐκ τῶν συνεπειῶν τῶν ἀποτροπαίων συνδυασμῶν. Προσεπαθήσαμεν ἐπὶ δύο συνόδους νὰ ἀπαλλάξωμεν τὴν ἐπικράτειαν ἀπὸ τῶν συνδυασμῶν τούτων, καθιεροῦντες τὸ ἑνιαῖον τῆς ψήφου, τὸ ὁποῖον θὰ καταστρέψῃ, τοὺς συνδυασμοὺς αὐτοὺς, οἵτινες εἶναι ἀληθῶς πληγὴ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Ἀλλὰ ἐστάθημεν ἀτυχεῖς, ἡ πλειοψηφία τῆς παρελθούσης Βουλῆς τὸ ἀπέκρουσεν. Ἄς εὐχηθῶμεν ὅπως τὸ πρῶτον ἔργον τοῦ κοινοβουλίου τούτου ἦναι ἡ καθιέρωσις τοῦ ἑνιαίου τῆς ψήφου (εὖγε). Ἀλλ’ ἐγένοντο διορισμοὶ κατὰ σύστασιν τῶν φίλων τοῦ ὑπουργείου; Κύριοι, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, ὁ ἀναμάρτητος πρῶτος βαλέτω λίθον. Διορισμοὺς ἐνήργησαν ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα. Ἀλλ’ οἱ διορισμοὶ οὗτοι ἔπαυσαν πλέον νὰ ἐνασκῶσιν εἰς τὸ πνεῦμα τῶν ἐπαρχιῶν μεγάλην ἐπιῤῥοήν. Βλέπω λοιπὸν ἐν γένει τὴν ἐκλογικὴν ἐλευθερίαν σεβασθεῖσαν, καὶ ἡ συγκρότησις τοῦ Κοινοβουλίου τούτου εἶναι ἡ μεγαλειτέρα ἀπόδειξις τῆς εὐλαβείας πρὸς τὴν ἐκλογικὴν ἐλευθερίαν. Τρίτον ζήτημα κατὰ σειρὰν ἔρχεται τὸ ἐξωτερικόν. Τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα, κύριοι, ἔχει δύο περιόδους· τὴν περίοδον μέχρι τῆς συγκροτήσεως τοῦ ἐν Βερολίνῳ μεγάλου Εὐρωπαϊκοῦ συνεδρίου, καὶ τὴν μετὰ ταῦτα περίοδον. Ἡ πρώτη περίοδος ἐξητάσθη, ἐβασίσθη, καὶ ἐκρίθη ὑπὸ προηγουμένης βουλῆς, καὶ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι τακτικὸν ἓν κοινοβούλιον νὰ ἐπανέρχεται εἰς ἀποφασισθέντα ὑπὸ προκατόχου κοινοβουλίου. Ἡμεῖς ἐπελήφθημεν, κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως καὶ τῆς ἐξετάσεως τῆς περιόδου ἐκείνης, ἥτις εἶχε κριθῆ ὑπὸ τῆς προκατόχου Βουλῆς· τὰ μέχρι τῆς συγκροτήσεως τοῦ ἐν Βερολινίου συνεδρίου καὶ τὰ κατ’ αὐτὸ ἐξητάσθησαν διὰ ἐκτεταμένης καὶ λεπτομερεστάτης συζητήσεως ἐντὸς αὐτῆς τῆς αἰθούσης ὑπὸ ἄλλης Βουλῆς, καὶ ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἐξήνεγκε τὴν ψῆφόν της. Δὲν μοὶ φαίνεται δὲ συνταγματικὸν οὔτε τακτικὸν, νὰ ἐπανέρχεται ἡ Βουλή, ἐπὶ ζητήματος δικασθέντος. Διότι, κύριοι, τότε ἠθέλομεν εἰσέλθει εἰς ἐλαττωματικὸν καὶ ἀδιέξοδον κύκλον καὶ ἠθέλομεν καταστήσει τὸ βῆμα τοῦτο βῆμα χρονογράφων ἢ ἱστορικῶν, οὐχὶ ὅμως βῆμα πολιτικόν· καὶ οὐ μόνον ὅταν πρόκηται περὶ πολιτικῆς εὐθύνης τὰ ἅπαξ κριθέντα δὲν πρέπει νὰ ἐπανέρχωνται εἰς συζήτησιν, ἀλλὰ καὶ προκειμένου περὶ ποινικῆς εὐθύνης, ὁ τελευταῖον ψηφισθεὶς Νόμος περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν περιλαμβάνει διάταξιν ὁρίζουσαν, ὅτι μετὰ τρεῖς συνόδους καὶ ποινικῶς καταδιωκτέα πρᾶξις ἑνὸς Ὑπουργοῦ παραγράφεται. Ἀλλ’ εἰσήλθομεν, κύριοι, εἰς τὴν συζήτησιν αὐτὴν περὶ τῆς διαγωγῆς τοῦ ἀντιπροσώπου· μόνον δὲ ὡς χρονογράφος, οὐχὶ διὰ νὰ συζητήσω, ἀναφέρω τὴν τότε ἐκτεθεῖσαν γνώμην μου, ἵνα τὴν ἀκούσουν τὰ νέα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου. Κατηγορήθη τότε ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος, ὅτι δὲν ἀντεπροσώπευσεν ἐν τῷ Συνεδρίῳ ἐκείνῳ τὸν Ἑλληνισμὸν, ἀλλὰ μόνον τὸ Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος. Ὁμιλῶν τότε εἶπον, ὅτι ἠδύνατο νὰ παρασταθῇ καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν τὸ ἔπραξε, δὲν ἐπρόδωσε τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος. Εἶχε λόγον ν’ ἀποφύγῃ τοῦτο. Ὅ,τι προχθὲς ἔλαβε χώραν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ δικαιολογεῖ τὴν διαγωγὴν τοῦ Ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Πάλλης κ. Ἰακωβάτος ἠρώτησε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, τίνα εἶναι τὰ γεωγραφικὰ ὅρια τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Εἰς τὴν εὐφυεστάτην ταύτην ἐρώτησιν, μεμιγμένην ἴσως μετά τινος πονηρίας, ἀπήντησεν εὐφυῶς ὁ κ. Θ. Δηλιγιάννης. Ἀπέφυγε ν’ ἀπαντήσῃ, παρέπεμψε δὲ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Πάλλης εἰς Καθηγητὴν τῆς Γεωγραφίας. Ἀλλὰ διὰ μίαν στιγμὴν, ἂν ὁ κ. Ἰακωβάτος ἐνεσαρκοῦτο εἰς τὸν πρίγκηπα Βίσμαρκ καὶ ἠρώτα αὐτὸς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος, ποῖα εἶναι τὰ Γεωγραφικὰ ὅρια τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὸν ὁποῖον θέλετε ἐδῶ ν’ ἀντιπροσωπεύσητε; ἡ πρὸς τὸν κ. Ἰακωβάτον ἀπάντησις δὲν ἠδύνατο νὰ δοθῇ πρὸς τὸν κ. Βίσμαρκ. Τὰ ὅρια τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἶναι μεγάλα, ἀλλὰ δυστυχῶς ἐλαττοῦνται. Πρὸ τοῦ 1821 ὁ Ἑλληνισμὸς ἐπεκράτει καὶ εἰς τὰς Παριστρίους Ἡγεμονίας· ὁ Ἑλληνισμὸς ἦτο πλήρης εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος, τὸ ὁποῖον ὅμως σήμερον ὁμὰς ῥασοφόρων Σλαύων θέλει νὰ ἰδιοποιηθῇ· καὶ μὄλα ταῦτα, κύριοι, μᾶς εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι πρέπει νὰ συμμαχήσωμεν μετὰ τῶν Σλαύων. Οὗτοι δὲ ζητοῦν νὰ καταλάβουν ὅ,τι εἶναι Ἑλληνικόν. Ποίαν συμμαχίαν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν μετὰ στοιχείου, τὸ ὁποῖον διαφιλονεικεῖ τὸν καθαρόν, τὸν ἁγνὸν Ἑλληνισμόν; Δὲν ἔπραξε λοιπὸν ἔγκλημα ὁ κ. Δηλιγιάννης μὴ παρασταθεὶς ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἄλλως τε, κύριοι, ὁ ἀντιπροσωπεύων τὸ μικρὸν αὐτὸ Βασίλειον, ἀντιπροσωπεύει πάντα τὸν Ἑλληνισμόν, διότι αὐτὴ ἡ μικρὰ χώρα, αὐτὴ ἡ γωνία, εἶναι ὁ πυρὴν καὶ τὸ κέντρον παντὸς τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἂν καὶ ἐθεώρουν, ὅτι ἡ πρώτη περίοδος τοῦ Ἐξωτερικοῦ ζητήματος δὲν ἠδύνατο νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ὑμετέραν βάσανον, ἔθιξα μ’ ὅλα ταῦτα αὐτήν· ἐννοῶ ὅμως, ὅτι ἡ δευτέρα περίοδος, ἡ ἀρχομένη μετὰ τὴν συγκρότησιν τοῦ Βερολινείου Συνεδρίου καὶ ἡ μέχρι τοῦδε ἐξακολουθοῦσα, ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ἡμετέραν βάσανον. Κατηγόρησαν τὸ Ὑπουργεῖον διατὶ μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τῶν ἐν Πρεβέζῃ διαπραγματεύσεων ἀπεδέχθη νὰ γείνουν νέαι ἐν Κωνσταντινουπόλει. Σᾶς ὁμολογῶ τὴν γνώμην μου. Τὰς ἐν Κωνσταντινουπόλει διαπραγματεύσεις ἐθεώρησα ὡς βλαπτικὰς εἰς τὸ ζήτημα, καὶ διὰ πολλοὺς ἄλλους λόγους, ἀλλὰ καὶ διότι παρατείνουν τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου· ἡ δὲ παράτασις αὕτη γνωρίζετε ὁποίαν σημασίαν ἔχει διὰ τὴν ἐπικράτειαν. Ἀλλά, κύριοι, ἠδύνατο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ν’ ἀποφύγῃ τὰς διαπραγματεύσεις ταύτας; Τὴν συγκρότησιν τῆς συνδιασκέψεως ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐπρότεινεν εἰς τὴν Εὐρώπην ὁ κ. Βάδδιγκτων, ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Γαλλίας, καὶ ἡ Γαλλία, πρέπει νὰ τὸ εἴπωμεν, ἦτον ἡ δύναμις ἐκείνη, ἡ ὁποία ὡς πρὸς τὰ ζήτημα τὸ Ἑλληνικὸν εἰργάσθη πλέον πάσης ἄλλης. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ Γαλλία, ἀναδειχθεῖσα ἀρωγὸς καὶ πρωταγωνίστρια, ἐπρότεινε τοῦτο, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἠδύνατο ν’ ἀντιστρατευθῇ εἰς τὴν πρότασιν τῆς Γαλλίας ὑπὸ τῆς Εὐρώπης ἀποδεχθεῖσαν; Τὸ κατ’ ἐμέ, κύριοι, ἂν ἐτύγχανε νὰ ἦμαι ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν ἤθελον λάβει τὴν τόλμην αὐτήν, διότι, ἂν ἡ Γαλλία δυσηρεστεῖτο κατά τι διὰ τὴν ἄρνησιν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ δυσαρέσκεια τῆς Γαλλίας ἤθελεν ἔχει συνεπείας ὀδυνηράς. Ἄλλως τε, τὸ ζήτημα δὲν ἐτελείωσε, καὶ πρὶν ἢ τελειώσῃ, πρὶν ἢ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, δὲν δύναταί τις εὐσυνειδήτως νὰ καταδικάσῃ τὸ Ὑπουργεῖον.
§35Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν) Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ προσθέσω, ὅτι δὲν εἶναι ἡ Γαλλία, ἡ ὁποία ἐπρότεινεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν Ἑλληνικήν.
§36ΖΑΪΜΗΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι ἡ Γαλλία ἐπρότεινεν εἰς τὴν Εὐρώπην.
§37Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα.
§38ΖΑΙΜΗΣ. Ἔρχομαι εἰς τὸ τελευταῖον ζήτημα τὸ οἰκονομικόν, εἰς τὸ ὁποῖον φοβοῦμαι, ὅτι δὲν θὰ περάσω καλὰ μὲ τὸν προσφιλῆ συγγενῆ μου Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα περιέλαβε κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην τὴν ἐξέτασιν περὶ τῶν δύο δανείων, περὶ τοῦ δανείου τοῦ ἀγῶνος τοῦ 1821, περὶ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, καὶ τὴν ἐν γένει ἐξέτασιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους. Δὲν θεωρῶ σπουδαίαν τὴν εὐθύνην, ἣν ἡ Κυβέρνησις ἀνέλαβε διὰ τὸ ἀγγλικὸν δάνειον, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ τῶν 60 ἑκατομμυρίων εἶχον γνώμην ὅλως διάφορον καὶ τοῦ Ὑπουργείου καὶ μέρους μεγάλου τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ νόμος ἐχορήγησεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ συνάψῃ πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δάνειον 60 ἑκατομμυρίων, ἀλλ’ ἡ ἐμὴ γνώμη ἦτον ὡρισμένη καὶ θετική. Ἐπεθύμουν τὸ δάνειον τοῦτο νὰ μὴ τὸ πραγματοποιήσῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἐνθυμοῦμαι κάλλιστα, ὅτι, ὅτε συνηγωνίζοντο αἱ δύο ὁμάδες τῶν κεφαλαιούχων, εἶπον εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργείου, ὃν ἔτυχον ἐν περιπάτῳ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ κάμῃ κάλλιστα νὰ μὴ πραγματοποιήσῃ τὸ δάνειον, διότι ἐφρόνουν, ὅτι δὲν ἤθελε λάβει πλήρη ἐπιτυχίαν· ἐπεθύμουν δὲ ν’ ἀναμείνωμεν καλλιτέραν περίστασιν, καὶ ἐπεθύμουν νὰ μὴ τεθῇ εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ δημοσίου προϋπολογισμοῦ τὸ μέγα βάρος τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ τὸ ἐμπόριον, μοὶ λέγει τότε ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, φωνάζει, πάσχει. Βεβαίως ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶναι κακόν· ἐπηρεάζει καὶ τὰς συναλλαγὰς καὶ τὸ ἐμπόριον, καθιεροῖ δὲ καὶ εἶδος ἐμμέσου φορολογίας· ἀλλὰ πολλὰ ἔθνη καὶ μικρὰ καὶ μεγάλα, ζήσαντα ἐπὶ πολλὰ ἔτη ὑπὸ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, δὲν κατεστράφησαν, καὶ φρονῶ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἠδύνατο διὰ ν’ ἀπαλλαχθῇ τόκων πέντε ἑκατομμυρίων νὰ ζήσῃ καιρόν τινα, καθὼς θὰ ζήσῃ ὑπὸ τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι ὤφειλε νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ δάνειον. Τὸ δάνειον ἐπραγματοποιήθη εἰς τιμὴν ἀνωτέραν ἐκείνης, ἣν ἀνεγράφει ὁ νόμος. Ἂν δὲν ἐπραγματοποιήθη πρὸς 75%, ἐπραγματοποιήθη βεβαίως πρὸς 71, ὅταν ἀφαιρέσητε καὶ τὴν προμήθειαν. Ἠδύνατο ἴσως διὰ δημοσίου ἐγγραφῆς ἡ Κυβέρνησις νὰ καλύψῃ ἐπίσης τὸ δάνειον, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔπραξε, διότι ἡ πρόθεσις τῆς Βουλῆς καὶ ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως ἦτο τὸ δάνειον νὰ γίνῃ ἐξωτερικὸν, ἵνα ἔλθῃ μεταλλικόν.
§39ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ζητῶ τὸν λόγον.
§40ΖΑΪΜΗΣ. Ἔκαμεν ἓν λάθος ἡ Κυβέρνησις. Ὤφειλεν οὐ μόνον νὰ ἐμποδίσῃ τὰ ψευδῆ ἐκεῖνα τηλεγραφήματα, δι’ ὧν ἐνισχύετο ἡ κυβεία, καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἐζήτουν νὰ ἐπαναφέρωσι τὰς σκηνάς, τὰς προτέρας. Ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ζητήσῃ τὴν καταδίωξιν αὐτῶν, ἢ τὴν ἀνακάλυψιν, ἐὰν δὲν ἠδύνατο νὰ καταδιώξῃ αὐτούς. Τὰ ψευδῆ αὐτὰ τηλεγραφήματα τιμωροῦνται αὐστηρότατα εἰς ἄλλα μέρη, καὶ ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ὁ τελευταῖος Νόμος τοῦ Βελγίου τὰ τιμωρεῖ διὰ ποινῆς κακουργήματος. Ἔπρεπε λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνεργήσῃ καὶ μάθῃ τοὺς δράστας τοιούτων τηλεγραφημάτων καὶ νὰ τοὺς καταδιώξῃ. Κατηγόρησαν τὸ Ὑπουργεῖον, διότι ἐκ τοῦ δανείου τούτου ἔλαβε πέντε ἑκατομμύρια δραχμῶν δι’ ἀνάγκας τοῦ δημοσίου. Ἡ παράβασις τοῦ Νόμου εἶναι κατάδηλος, καὶ οἱ κ. κ. ὑπουργοὶ δὲν τὴν ἀπέκρυψαν, ἀλλ’ ἦλθον καὶ ζητοῦν συγγνώμην, πράττουν δηλαδὴ ὅ,τι συνήθως γίνεται ἐν Ἀγγλίᾳ· ὅταν Ὑπουργεῖον πρὸς διατήρησιν μεγάλων συμφερόντων τῆς Ἐπικρατείας παραβιάζῃ τοὺς νόμους, ἔρχεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ζητεῖ τὸ λεγόμενον Bill d’ indemnité. Ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δὲν εἶχε λόγους τοιούτους, οἱ ὁποῖοι τὸ ὑπεχρέωσαν νὰ παραβιάσῃ τὸν Νόμον, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸ κατηγορήσῃ. Ἐγὼ βεβαίως δὲν θὰ τὸ κατηγορήσω, διότι δὲν εἶναι εὔκολον, κύριοι, νὰ εἰπῆτε εἰς μίαν Κυβέρνησιν, μὴ πληρώνῃς τὸν στρατόν, ἀδιάφορον ἂν θὰ διατηρηθῇ ἡ κοινὴ τάξις καὶ ἡσυχία. Ὅταν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν ὅλας τὰς ἀνάγκας ταύτας, δὲν θέλω ὑπογράψει κατηγορίαν τοιαύτην. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κ. Οἰκονόμου ἔλεγε χθὲς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅταν ἦλθες εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δαπανήσῃς ἐκ τοῦ δανείου ἦτο καλλίτερον νὰ πέσῃς. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Οἰκονόμου, τὸ διάδοχον ὑπουργεῖον εἰς ποίαν θέσιν ἤθελεν εὑρεθῆ; Ἤθελον εὑρεθῆ εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρέθη καὶ τὸ Ὑπουργεῖον Κουμουνδούρου. Μὴ λησμονῆτε, ὅτι τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα εἶναι κατ’ ἐξοχὴν πολίτευμα εὐθύνης. Πολλάκις, ἂν οὐχὶ συνήθως, οἱ Συνταγματικοὶ ὑπουργοὶ εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραβιάσουν τοὺς νόμους, κινδυνεύοντες καὶ τὴν ἐλευθερίαν των καὶ τὴν ζωήν των. Ἀλλ’ ὅταν πρόκηται περὶ τοιούτων ζητημάτων, πρέπει ἀμερολήπτως νὰ ἐξετάζωνται οἱ λόγοι, οἱ ὑποχρεοῦντες τὴν Κυβέρνησιν εἰς παραβίασιν τοῦ νόμου. Δὲν ἐννοῶ, ὅτι Συνταγματικὸς Ὑπουργὸς δύναται διὰ ψύλου πήδημα νὰ παραβιάζῃ τοὺς νόμους· μακρὰν ἀπ’ ἐμὲ τοιαύτη ἰδέα, διότι ἐσυνείθισα νὰ σέβωμαι τοὺς νόμους καὶ φρονῶ, ὅτι ὅ,τι λείπει ἰδίως ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν εἶναι ὁ πρὸς τοὺς νόμους σεβασμός· πρέπει δὲ νὰ ἦναι πολὺ σπουδαῖοι λόγοι οἱ ὑποχρεοῦντες ὑπουργεῖόν τι νὰ παραβῇ τὸν νόμον. Συνεχόμενον ζήτημα μὲ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου εἶναι τὰ ἐλλείμματα. Δὲν μέμφομαι τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἔφερεν ἀριθμούς· νομίζω, ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι δὲν ἐννοῶ πῶς ἠδύνατο νὰ ἐξετασθῇ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ τόπου ἄνευ ἀριθμῶν· καὶ μολονότι ὁ ἀξιότιμος κ. Οἰκονόμου ἔκρινε δύο ἢ τρεῖς ἐξ ἡμῶν δυναμένους νὰ ἐπιληφθῶσι τῶν ἀριθμῶν τούτων, μ’ ὅλα ταῦτα ἐπιχειρῶ νὰ εἰσέλθω εἰς τοὺς ἀριθμοὺς αὐτούς. Ὁ πίναξ, ὃν ἐπαρουσίασεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καταδεικνύει, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐπὶ 17 ὅλα ἔτη ἔζησε δι’ ἐλλειμμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἰς 65 ἑκατομμύρια. Τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1879 ὑπελόγισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς ἕνδεκα καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια. Ἄν, κύριοι, ἐξακολουθήσωμεν τὴν αὐτὴν βαδίζοντες ὁδὸν, ἂν δὲν προβῶμεν εἰς οἰκονομίας, μάθετε, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1880 θέλει ἀνέλθει εἰς 17 ἑκατομμύρια, διότι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1879 δὲν ἐπραγματοποιήθη τὸ ποσὸν τὸ ὡρισμένον διὰ τοὺς τόκους τῶν δύο δανείων ὁλόκληρον· ἔμεινε λοιπὸν ἓν διαθέσιμον ποσὸν, καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἐλλείμματος δὲν εἶναι πραγματικὴ, εἶναι, ὡς λέγουν οἱ συνάδελφοι τῶν νέων ἐπαρχιῶν, φαινομενική. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν μὲ ἔλλειμμα τοιοῦτο νὰ ζήσῃ ἡ Ἑλλάς; Δὲν τὸ λέγω, κύριοι, σήμερον, τὸ εἶπον εἰς τὴν ἔκτακτον Σύνοδον λίαν ἐκτεταμένως· εἶπον ὅτι, ἵνα ἀποφύγωμεν τὴν οἰκονομικὴν κρίσιν καὶ ἵνα μὴ ἐμπέσωμεν εἰς οἰκονομικὸν βάραθρον, ἔχομεν ἀνάγκην οἰκονομιῶν· ἂν δὲν ἀσπασθῶμεν τὰς οἰκονομίας, ἂν δὲν περιορίσωμεν τὰ ἔξοδά μας, πρέπει ν’ ἀναμένωμεν οἰκονομικὴν κρίσιν, ἥτις δι’ ἓν μικρὸν ἔθνος θέλει φέρει καταιγίδα, ὄχι τὴν καταιγίδα τοῦ κ. Οἰκονόμου, ἀλλὰ ἄλλην. Ἵνα καλύψητε τὰ ἐλλείμματα ταῦτα τῶν 15 ἢ 17 ἑκατομμυρίων, θὰ ἔχητε ἀνάγκην καὶ δανείων καὶ φόρων· ἀλλὰ δύνασθε νὰ θέσητε φόρους ἀμέσους; δύνασθε νὰ ἐπιβαρύνητε τὴν γεωργικὴν τάξιν, ἡ ὁποία πληρόνει βαρεῖς φόρους;
§41ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§42ΖΑΪΜΗΣ. Εἶναι ἀδύνατον τοῦτο· καὶ διὰ νὰ συμπληρώσητε τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ, ἔχετε ἀνάγκην οὐχὶ δύο ἢ τριῶν, ἀλλὰ δώδεκα ἑκατομμυρίων φόρων. Σᾶς ἐρωτῶ, ποία εἶναι ἡ φορολογήσιμος ὕλη, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ θέσητε τοὺς φόρους τούτους; Δὲν ἰσχυρίζομαι, κύριοι, πρᾶγμα ἀδύνατον, τὸ ὅτι πρέπει ἀμέσως νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ· εἶναι ἀδύνατον. Ἀλλὰ ἐπιθυμῶ ἡ ἐγχείρισις ἐπὶ τῶν δαπανῶν νὰ γείνῃ τοιαύτη, ὥστε τὸ ἔλλειμμα νὰ ἐλαττωθῇ, καὶ νὰ δυνηθῇ τὸ Κράτος νὰ ζήσῃ ὑπὸ τὸ ἔλλειμμα 3, 4 ἢ 5 ἔτη· ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα πρέπει νὰ ἦναι τοιοῦτον, ὥστε μετὰ ταῦτα νὰ δυνηθῶμεν νὰ τὸ καλύψωμεν διὰ μικροῦ δανείου. Διὰ νὰ φθάσητε ὅμως εἰς τοιοῦτον προϋπολογισμὸν, ἔχετε ἀνάγκην οὐχὶ μόνον προσθήκης φόρων τινῶν, ἀλλ’ ἔχετε ἀνάγκην οἰκονομιῶν. Ἄνευ οἰκονομιῶν δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ κάμητε τίποτε. Δὲν θὰ καλύψητε δὲ τὸ ἔλλειμμα μόνον διὰ φόρων καὶ νέων πόρων, διότι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον. Ἐφελκύω λοιπὸν τὴν προσοχὴν πᾶσαν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος. Δὲν λησμονῶ, κύριοι, ὅ,τι ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· δὲν λησμονῶ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει καὶ καθήκοντα ἄλλα περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς· ἀλλὰ τὰ καθήκοντα ταῦτα πρέπει νὰ συμβιβασθῶσι μὲ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν παρὰ τῆς χώρας νὰ ζητήσητε φόρους, τοὺς ὁποίους δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ. Αἱ οἰκονομίαι δύνανται νὰ χρησιμοποιηθῶσιν ἀληθῶς διὰ τὸ μέλλον τοῦ τόπου, καὶ ἂν βεβαίως τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα, ὅπερ δὲν ἐλύθη εἰσέτι, ἀναφανῇ εἰς προσεχὲς μέλλον, ἡ Ἑλλὰς, διὰ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἀποστολήν της, ἔχει ἀνάγκην χρημάτων καὶ ἀνάγκην συμμαχιῶν, ἀλλ’ ὄχι συμμαχιῶν τῶν φυλῶν, αἱ ὁποῖαι θέλουν νὰ λάβουν ὅ,τι εἶναι Ἑλληνικόν, ἀλλ’ ἄλλων συμμαχιῶν. Αἱ οἰκονομίαι ἐξαρτῶνται παρ’ ἡμῶν, αἱ συμμαχίαι ἀπὸ τὴν πολιτικὴν περίνοιαν, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ περιμένωμεν ἀπὸ μόνον τὸν Θεόν.
§43ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν Δευτέραν λοιπόν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 6¼ μ. μ.)