1879.12.07
2,417 rows · 19,244 words · 64 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 30
τῆς 7 Δεκεμβρίου 1879.
(Παρασκευή.)
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§2Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμήν, κύριοι, νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τοῦ 1878 (τὸν καταθέτει ἐπὶ τοῦ Προεδρείου)· προσέτι καὶ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ 1879 (τὴν καταθέτει ἐπὶ τοῦ Προεδρείου). Μοὶ ὑπολείπεται, κύριοι, νὰ πραγματευθῶ σήμερον περὶ τοῦ ὑπάρχοντος ἐκκρεμοῦς Ἑλληνο–τουρκικοῦ ζητήματος. Ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν δύναμαι δυστυχῶς νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἀντηλλάγησαν κατὰ τὴν πορείαν τῶν μέχρι τοῦδε διαπραγματεύσεων, ἀφ’ οὗ τὸ ζήτημα μένει εἰσέτι ἐκκρεμὲς, καὶ ἡ ἐκκρεμότης αὕτη μὲ παρακωλύει, διότι πρόωρος κατάθεσις τῶν ἐγγράφων τούτων ἤθελε κατὰ πιθανὸν λόγον ἀπειλήσει τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Τὸ κώλυμα τοῦτο καθιστᾷ τὴν θέσιν μου ἀσθενεστέραν ἀφ’ ὅ,τι ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν ἤμην εἰς θέσιν νὰ καταθέσω εἰς ὑμᾶς τὰ ἔγγραφα. Ἡ ἀκριβὴς πληροφορία, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀρυσθῆ ἐκ τῶν ἐγγράφων τῶν ἀναγομένων εἰς τὰς διαπραγματεύσεις ταύτας, ἤθελε διαφωτίσει τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἤθελεν ἐμποιήσει εἰς αὐτοὺς τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν παρέλειψεν οὐδὲν νὰ πράξῃ ἀφ’ ὅ,τι ὤφειλε νὰ πράξῃ, διὰ νὰ ὑπερασπισθῇ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ μολονότι διατελῶ ἐν τῇ ἀσθενείᾳ ταύτῃ, ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὸς ὑμᾶς, σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο· αἱ ἀπαντήσεις μου ὅμως δὲν θέλουσιν εἶσθαι τοσοῦτον ἀνεπτυγμέναι, ὅσον ἐπεθύμουν νὰ ἦναι, διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι αἱ αἰτιάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐντεῦθεν ἐξετοξεύθησαν, εἶναι ἄδικοι. Καὶ δὲν θέλουσιν εἶσθαι τοσοῦτον ἀνεπτυγμέναι, ἕνεκα αὐτοῦ τοῦ λόγου, ὅστις μὲ παρακωλύει νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα καὶ νὰ δώσω ἀκριβεῖς πληροφορίας περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Μᾶς ἠτιάθησαν διατὶ νὰ ἐπαναλάβωμεν τὰς διαπραγματεύσεις ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἀφοῦ αἱ διαπραγματεύσεις ἐγένοντο ἐν Πρεβέζῃ, καὶ δὲν ἀπέληξαν εἰς ἀποτέλεσμα. Δὲν εὑρίσκω τι, διὰ τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ παραπονεθῶ διὰ τὴν αἰτίασιν ταύτην· ἂν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπηύθυναν τὴν αἰτίασιν, κατεῖχον τὰ ἔγγραφα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὸ μέρος αὐτὸ τῶν διαπραγματεύσεων, ἤθελον πεισθῆ, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἔπραξέ τι μὴ προσῆκον ἢ παραβλάπτον τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ὅταν μετὰ τὸ πέρας τῶν διαπραγματεύσεων ἐν Πρεβέζῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπηυθύνθη εἰς τὰς μεγάλας δυνάμεις, καὶ παρεκάλεσεν αὐτὰς ν’ ἀρχίσωσι τὴν μεσολάβησιν, τὴν ὁποίαν ἐπεφυλάξαντο εἰς ἑαυτὰς διὰ τοῦ ἄρθρου 24 τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου, τότε αἱ δυνάμεις ἐγνωστοποίησαν μετά τινα καιρὸν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἀποδέχονται τὴν αἴτησιν τῆς μεσολαβήσεως, καὶ ὅτι κανονίζουσι τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θέλει γείνει ἡ μεσολάβησις· προσεκάλεσαν δὲ τὰ δύο Κράτη νὰ στείλωσιν ἀντιπροσώπους ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἵνα ἀρχίσωσιν ἀμέσους διαπραγματεύσεις, κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ὁποίων ν’ ἀσκηθῇ ἡ κυρίως λεγομένη μεσολάβησις. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀνακοινώνουσα εἰς τὰς μεγάλας δυνάμεις, ὅτι προβαίνει εἰς τὸν διορισμὸν τῶν ἀντιπροσώπων, οἵτινες ἔμελλον νὰ ἐπαναλάβωσι τὰς διαπραγματεύσεις ἐν Κωνσταντινουπόλει, δὲν παρέλειψε νὰ δηλώσῃ εἰς αὐτάς, ὅτι τοῦτο τὸ πράττει, διότι ἡ δικονομία, τὴν ὁποίαν αἱ μεγάλαι δυνάμεις ἐκανόνισαν περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θέλει ἐνασκηθῆ ἡ μεσολάβησις, περιλαμβάνει αὐτὴν ταύτην τὴν διαπραγμάτευσιν τῶν δύο Κρατῶν. Τὸ 13 πρωτόκολλον τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου διέφερε κατὰ τι ἀπὸ τὰς ἄλλας διατάξεις τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου, καθόσον δὲν περιεῖχε τὸ ἐπιτακτικὸν καὶ τὸ ὁριστικῶς ἀποφασισμένον. Ἀλλά, ἕνεκα τῆς διαφορᾶς ταύτης, αἱ μεγάλαι δυνάμεις, αἱ ἀποτελέσασαι τὸ Συνέδριον τοῦ Βερολίνου, ἐφρόντισαν νὰ περιλάβωσιν ἐν τῇ συνθήκῃ τοῦ Βερολίνου τὴν κύρωσιν τῶν διατάξεων τοῦ πρωτοκόλλου, δηλαδὴ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν τὸ πρωτόκολλον θέλει ἐκτελεσθῆ. Καὶ διέγραψαν τὸν τρόπον τοῦτον ἐν τῷ ἄρθρῳ 24 αὐτῆς. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν τὰ δύο Κράτη δὲν ἤθελον συμφωνήσει περὶ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τῶν πρὸς βοῤῥᾶν ὁρίων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, δι’ ἀμέσου διαπραγματεύσεως, τότε ἔμελλον αἱ μεγάλαι δυνάμεις νὰ ἐνασκήσωσι τὴν μεσολάβησιν αὐτῶν. Καὶ ἡμεῖς μέν, μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐν Πρεβέζῃ διαπραγματεύσεων, ἐζητήσαμεν τὴν μεσολάβησιν τῶν μεγάλων δυνάμεων, αἱ δὲ μεγάλαι δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι ἦσαν κύριαι νὰ κανονίσωσι κατὰ ποῖον τρόπον ἤθελον ἐνασκήσει τὴν μεσολάβησιν, εἶπον νὰ πέμψωμεν πληρεξουσίους εἰς Κωνσταντινούπολιν, ἵνα συνεννοηθῶσιν οἱ πληρεξούσιοι τῶν δύο Κρατῶν, καὶ ὅτι θέλουσιν ἐπιφορτίσει τοὺς ἐν Κωνσταντινουπόλει ἀντιπροσώπους αὐτῶν νὰ ἐνασκήσωσι τὴν μεσολάβησιν. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἦτο δυνατὸν εἰς τὴν Ἑλλάδα ν’ ἀρνηθῇ νὰ συμμορφωθῇ κατὰ τοῦ τοιούτου κανονισμοῦ τῆς μεσολαβήσεως, ἐὰν ἦτο συμφέρον εἰς αὐτὴν ν’ ἀντιτάξῃ καὶ νὰ προβάλῃ τὸν ἰσχυρισμόν, ὅτι δὲν θέλει νὰ στείλῃ ἀντιπροσώπους εἰς Κωνσταντινούπολιν. Τοιαύτη ἄρνησις δὲν ἤθελεν εἶσθαι παραίτησις τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἐγέννησεν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ ἄρθρ. 24 τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου, ἵνα ἀξιώσῃ τὴν μεσολάβησιν τῶν μεγάλων δυνάμεων. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἐφ’ ὅσον ἤθελε νὰ ἴδῃ ἐκτελούμενον τὸ 13 πρωτόκολλον, ὤφειλε νὰ ζητήσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 24 τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου, τὸ ὁποῖον ἀπετέλει τὴν κύρωσιν τοῦ 13 πρωτοκόλλου· καὶ ἐφ’ ὅσον ἔμελλε νὰ ζητήσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἄρθρου 24, ἐπὶ τοσοῦτον ὤφειλε νὰ προβῇ εἰς τὰς διαπραγματεύσεις, τὰς ὁποίας αἱ μεγάλαι δυνάμεις, αἱ ἀναλαβοῦσαι τὴν μεσολάβησιν, ἐκανόνισαν ὡς ἀποτελούσας μέρος τῆς δικονομίας, ἤτοι τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ἔμελλε νὰ γείνῃ ἡ μεσολάβησις. Ἡ αἰτίασις μοὶ φαίνεται ἄδικος. Δὲν παραπονοῦμαι, διότι δὲν εἶναι γνωσταὶ αἱ ἐνέργειαι, τὰς ὁποίας ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔκαμεν, ὅταν ἐδέχθη ν’ ἀποστείλῃ ἀντιπροσώπους ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ἀλλὰ χρεωστῶ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἡ αἰτίασις ἦτον ἄδικος. Ἀλλὰ διατί, ἐν ᾧ ἡ Κυβέρνησις ἐπέμεινεν εἰς τὴν ὑποχρεωτικὴν δύναμιν τοῦ πρωτοκόλλου 13, ὑστερώτερα ἐγκατέλιπε τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον; Ἡ ἐρώτησις ἀνάγεται εἰς τὴν οὐσίαν. Δὲν γνωρίζω πόθεν ἠρύσθη ὁ ἀποτείνας τὴν αἰτίασιν ταύτην τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐγκατέλειψεν ἐν Κωνσταντινουπόλει τὸν ἰσχυρισμὸν περὶ τῆς ὑποχρεωτικῆς δυνάμεως τοῦ πρωτοκόλλου 13. Ἡ πληροφορία αὕτη δὲν εἶναι ἀκριβής· δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν ὑφίσταται τοιαύτη ἐγκατάλειψις. Ἐπειδὴ ὅμως ἐγένετο ἡ ἐρώτησις αὕτη, ἥτις ἀνάγεται εἰς τὴν οὐσίαν, ὅπως εἶπον, παρακαλῶ τὴν Βουλήν, νὰ μὲ ἀπαλλάξῃ τῆς ἀνάγκης ν’ ἀπαντήσω εἰς αὐτὴν, διότι ἐὰν ἀπαντήσω, θέλω εἰσέλθει εἰς ἀφήγησιν πραγμάτων, τῶν ὁποίων ἡ ἀποκάλυψις ἀπὸ τοῦδε δὲν ἐπιτρέπεται ἀπὸ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ δύναται νὰ εἴπῃ τις, διατί ἐπὶ τοσοῦτον ἐβράδυνεν ἡ ἐκτέλεσις τοῦ πρωτοκόλλου ιγʹ; Διατὶ ἐπὶ τοσοῦτον παρατείνεται ἡ ἐκκρεμότης ὑποθέσεως, ἡ ὁποία ἀφορᾷ εἰς τόσον μεγάλα συμφέροντα τοῦ τόπου; Ἐκκρεμότης, ἕνεκα τῆς ὁποίας πολλαχῶς ζημιοῦται ἡ πολιτεία; Εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω ὅσα ἕκαστος ὑμῶν ἐννοεῖ, ὅτι ἡ παράτασις τῶν διαπραγματεύσεων καὶ ἡ ἐκκρεμότης τοῦ ζητήματος δὲν ἐξήρτηται ἐκ τῆς θελήσεως τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔπραξε πᾶν ὅ,τι ἀπ’ αὐτῆς ἐξήρτητο, ὅπως ἐπισπεύσῃ τὴν λύσιν τοῦ μεγάλου τούτου ζητήματος. Διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μετὰ σπουδῆς πάντοτε ἐνήργησε, καὶ ὅτι ἡ βραδύτης δὲν προῆλθεν ἐξ ἀμελείας ἢ ἐξ ὀλιγωρίας αὐτῆς, δὲν ἔχω εἰμὴ ν’ ἀναφέρω τὰς χρονολογίας· αἱ χρονολογίαι ἑκάστης τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως θέλουσι σᾶς ἀποδείξει τὴν σπουδήν, μεθ’ ἧς ἡ Κυβέρνησις εἰργάσθη. Ἀλλ’ ἐὰν εἰργάσθη δεξιῶς ἢ ἀδεξίως, ἐὰν εἰργάσθη ἐπιτηδείως ἢ ἀνεπιτηδείως, λυποῦμαι, διότι δὲν δύναμαι νὰ δώσω τὴν ἀπόδειξιν· διότι, διὰ νὰ τὰ ἀποδείξω, ἔπρεπε νὰ διηγηθῶ τὰς λεπτομερείας τῆς ὑποθέσεως, ἔπρεπε νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα, τὸ ὁποῖον δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον. Διὰ δέκα ἡμέρας, ἀφ’ ἧς ἐνεκρίθη τὸ πρωτόκολλον ιγʹ τῆς Συνθήκης τοῦ Βερολίνου, τέσσαρας δὲ ἡμέρας, ἀφ’ ἧς ἔληξαν αἱ ἐργασίαι τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου, ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διευθύνων τότε κατὰ τὴν ἀπουσίαν μου τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀπηύθυνε διακοίνωσιν πρὸς τὴν Υ. Πύλην, ζητῶν τὸν διορισμὸν ἐπιτρόπων παρὰ τῆς Τουρκίας πρὸς κανονισμὸν τοῦ ζητήματος. Ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις δὲν ἀπήντησεν εἰς τὴν αἴτησιν τοῦ τότε ἐκπληροῦντος ἔργα Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Παρήλθον τριάκοντα τρεῖς ἡμέραι, καὶ μετ’ αὐτάς, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ὑψ. Πύλης ἀπηύθυνεν ὑπόμνημα εἰς τὰς Δυνάμεις, διὰ τοῦ ὁποίου προηρεῖτο ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀρχὴν τοῦ πρωτοκόλλου. Ἀφ’ οὗ δὲ παρῆλθον 45 ἡμέραι ἀφ’ ἧς ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἀπηύθυνε νέαν διακοίνωσιν εἰς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος, παρεκάλεσε τὸν κ. Κουντουριώτην νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Ὑψ. Πύλης κατηγορηματικὴν ἀπάντησιν εἰς τὴν διακοίνωσιν τοῦ κ. Κουμουνδούρου. Ἡ ἀπάντησις τῆς Ὑψ. Πύλης ἐδόθη μετὰ 6 ἡμέρας· ἦτο δὲ ἀπάντησις ὑπεκφυγῆς, ὅπερ ἠνάγκασε τὴν Κυβέρνησιν νὰ ζητήσῃ αὐθημερὸν τὴν μεσολάβησιν τῆς Εὐρώπης. Ἡ περὶ μεσολαβήσεως αἴτησις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὰς Δυνάμεις ἐπέφερε τὸν διορισμὸν τῶν ἐπιτρόπων τῆς Ὑψ. Πύλης, ἥτις συνωῖδεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ εἰς ἀμέσους διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ὁ διορισμὸς τῶν ἐπιτρόπων τῆς Πύλης ἀνηγγέλθη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὴν 13 Δεκεμβρίου· ἐμεσολάβησαν δὲ 3 μῆνες καὶ 18 ἡμέραι ἀφ’ ἧς ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἀπηύθυνε τὴν πρώτην διακοίνωσιν. Διατὶ ὁ διορισμὸς τῶν ἐπιτρόπων τῆς Ὀθωμ. Κυβερνήσεως, τῶν μελλόντων ν’ ἀναλάβωσι τὰς ἀμέσους διαπραγματεύσεις ἐν Πρεβέζῃ, ἀνεβλήθη ἐπὶ τοσοῦτον; Διότι ἀπὸ τῆς 13 Δεκεμβρίου, καθ’ ἣν ἀνηγγέλθη ἡμῖν ὁ διορισμὸς τῶν ἐπιτρόπων τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως, μέχρι τῆς πρώτης συνεδριάσεως τῶν ἐπιτρόπων τῶν δύο Κρατῶν, τοσοῦτον παρῆλθε χρόνου διάστημα. Ταῦτα δὲν ἐπιβαρύνουσι τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, οὐδ’ ἀποτέλεσμα ἦσαν τῆς ἀκηδείας αὐτῆς. Ἡ πρώτη ἐπίσημος συνεδρίασις τῶν ἐπιτρόπων τῶν δύο Κρατῶν ἐν Πρεβέζῃ ἐγένετο τὴν 27 Ἰανουαρίου 1878, ἤτοι ἓξ μῆνας καὶ 22 ἡμέρας ἀπὸ τῆς διακοινώσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, δι’ ἧς ἐζητήθη ὁ διορισμὸς ἐπιτρόπων. Αἱ ἐργασίαι δὲ τῶν ἐπιτρόπων τούτων διήρκεσαν ἀπὸ τῆς 29 Ἰανουαρίου μέχρι τῆς 6 Μαρτίου, ἤτοι ἡμέρας 39· αἱ δὲ συνεδριάσεις δὲν ὑπερέβησαν τὰς 5. Τριάκοντα τέσσαρες ὅλαι ἡμέραι παρῆλθον ἀπὸ τῆς προτελευταίας μέχρι τῆς τελευταίας συνεδριάσεως, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι οἱ ἐπίτροποι τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶχον τὰς ἀναγκαίας ὁδηγίας, καὶ ὅτι εἶχον ζητήσει αὐτάς, καὶ τὰς περιέμενον ἐκ Κωνσταντινουπόλεως. Τὴν 6 Μαρτίου διεκόπησαν αἱ διαπραγματεύσεις ἐν Πρεβέζῃ, τὴν δὲ 9 ἐστάλη εἰς τοὺς πληρεξουσίους τοῦ Βασιλέως ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἡ περὶ μεσολαβήσεως αἴτησις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Μετὰ 2 μῆνας καὶ 10 ἡμέρας ἤτοι τὴν 28 Μαΐου, αἱ δυνάμεις αἱ ἐπιφυλαξάμεναι τὸ δικαίωμα τῆς μεσολαβήσεως, ἀνεκοίνωσαν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, εἰς ἀπάντησιν τῆς περὶ μεσολαβήσεως αἰτήσεώς της, ὅτι ἀπεδέχθησαν τὴν αἴτησιν αὐτῆς, καὶ ὅτι ἐκανόνισαν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν μέλλουσι νὰ ἐνασκήσωσι τὴν μεσολάβησιν ἐν Κωνσταντινουπόλει· τὴν 31 Μαΐου διωρίσθησαν οἱ πληρεξούσιοι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τὴν δὲ 6 Ἰουλίου ἤτοι μετὰ 36 ἡμέρας, ἀφίκετο ὁ κ. Βράϊλας ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ἡ πρώτη συνεδρίασις συνεκροτήθη τὴν 10 Αὐγούστου, ἔκτοτε δὲ ἐγένοντο μέχρι τοῦδε συνεδριάσεις 9. Ἡ δευτέρα συνεδρίασις ἐγένετο κατὰ τὴν 19, ἡ τρίτη κατὰ τὴν 25, ἡ τετάρτη κατὰ τὴν 29, ἡ πέμπτη κατὰ τὴν 23 Σεπτεμβρίου, ἡ ἕκτη κατὰ τὴν 6 Ὀκτωβρίου, ἡ ἑβδόμη κατὰ τὴν 12 Ὀκτωβρίου, ἡ ὀγδόη κατὰ τὴν 17 8βρίου, καὶ ἡ ἐννάτη κατὰ τὴν 9 9βρίου. Νομίζω, ὅτι πάντες κατανοοῦσι ποῖαι ὑπῆρξαν αἱ ἐνέργειαι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως μέχρι τοῦ σημείου, εἰς ὃ νῦν τυγχάνει τὸ ζήτημα τοῦτο. Αἱ γενόμεναι ἐν Κωνσταντινουπόλει διαπραγματεύσεις μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν δύω Κρατῶν, νομίζω, ὅτι κατέδειξαν ἐλαττουμένας τὰς πιθανότητας τῆς ἀμέσου συνεννοήσεως τῶν δύω Κρατῶν, δὲν ἀμφιβάλλω δ’ ὅτι αἱ ὑπογράψασαι τὴν συνθήκην τοῦ Βερολίνου μεγάλαι δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι ἐπεφυλάξαντο εἰς ἑαυτὰς τὸ δικαίωμα τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τῆς συνθήκης μεσολαβήσεως, θέλουσιν ἐπέλθῃ νὰ δώσωσιν ὁριστικὸν τέρμα εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Ἐλπίζω, ὅτι θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει νὰ μὴ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ἴσως ἡ Βουλὴ δὲν τὸ θεωρεῖ πλέον ἀναγκαῖον, διατὶ τὸ πρωτόκολλον τοῦ Βερολίνου δὲν εἶχε τὸν ἐπιτακτικὸν καὶ ὁριστικὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον εἶχον αἱ ἄλλαι πράξεις τοῦ Συνεδρίου· διότι δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι πᾶς τις ὑμῶν κατανοεῖ τὴν αἰτίαν. Ὁ ἀναμιμνησκόμενος τῆς ἱστορίας τῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ συμβάντων, θέλει ἰδεῖ, ὅτι ἡ ἱστορία αὕτη ἐπέβαλεν εἰς τὸ Συνέδριον τοῦ Βερολίνου δύω κυρίως ἔργα· τὸ πρῶτον ἔργον ἦτο νὰ κανονίσῃ τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα ὁ Ῥωσσο–τουρκικὸς πόλεμος ἐπέβαλε, τὸ δεύτερον νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν εἰρήνην ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Εἰς τὰς ἐργασίας τῆς δευτέρας κατηγορίας τῆς συνόδου ἀνάγεται τὸ πρωτόκολλον ιγʹ. Ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τυγχάνων δὲ Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, ὀφείλω νὰ μὴ παρέλθω, ἐλέχθη, ὅτι ἡ Εὐρώπη ἐν Βερολίνῳ δὲν ἐμερίμνησε περὶ Ἑλλάδος. Ἐνθυμοῦμαι προκάτοχον Ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν, ὅστις σήμερον δὲν εἶναι μέλος τοῦ Κοινοβουλίου· ἑσπέραν τινὰ ἐδιηγήθη ἐν τῇ Βουλῇ τὰ κατὰ τὴν σύνοδον τὴν συγκροτηθεῖσαν ἐν Κωνσταντινουπόλει πρὸ τοῦ Ῥωσσο–τουρκικοῦ πολέμου· ἐνθυμοῦμαι, ὅτι μᾶς ἔλεγεν, ὅτι πολῖται Ἕλληνες διαφόρων Ἑλληνικῶν χωρῶν, κειμένων ὑπὸ τὴν ὀθωμανικὴν δυναστείαν ἐν τῇ Ἀνατολῇ, προσῆλθον εἰς τὴν σύνοδον ἐκείνην, καὶ παρέστησαν τὰ δικαιώματά των· ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ κ. Κοντόσταυλος μᾶς εἶπε τὸ ἑσπέρας ἐκεῖνο, ὅτι ἡ σύνοδος ἀπήντησεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς παραστάσεις, διότι δὲν ὑπῆρχεν ἐνώπιον αὐτῆς Ἑλληνικὸν ζήτημα. Μετὰ τὴν σύνοδον ἐπῆλθεν ὁ Ῥωσσοτουρκικὸς πόλεμος, ὅστις ἐπεραιώθη διὰ τῆς ἀνακωχῆς τῆς συνομολογηθείσης κατὰ τὰ τέλη τοῦ Ἰανουαρίου 1878. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς συνόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως μέχρι τοῦ πέρατος τοῦ 1878 ὑπῆρξαν γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἤλλαξαν τὴν θέσιν τῶν πραγμάτων, τὴν ὁποίαν εἶχον ταῦτα, ὅταν ἡ σύνοδος ἐν Κωνσταντινουπόλει εἰργάζετο. Ὑπῆρχεν ὅμως ἡ ἀνάγκη τῆς μερίμνης περὶ τῆς εἰρήνης ἐν τῇ Ἀνατολῇ, καὶ αὐτὴν τὴν ἀνάγκην ἐπέβαλεν εἰς τὴν Εὐρώπην ἡ ἱστορία τῶν παρελθόντων ἐτῶν, καὶ ἡ σύγχρονος τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἠπείρου. Τὰ συμβεβηκότα τὰ τελευταῖα, ἐὰν δὲν ἦταν τὰ μόνα, τὰ ἀποκλειστικῶς καταδείξαντα τὴν ἀνάγκην τῆς προνοίας ταύτης, διεδήλουν ὅμως εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅτι οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων διετέλουν εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ἡ ὁποία δὲν ἤθελε συμβιβασθῇ ἐπὶ πολὺ μὲ τὸ παλαιὸν καθεστώς, οὐδ’ ἐξασφαλίσει τὴν εἰρήνην. Δὲν ἐνθυμοῦμαι παντάπασι τοὺς χαρακτηρισμοὺς, τοὺς ὁποίους ἔδωκαν εἰς τὰ συμβεβηκότα τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Ἠπείρου κατὰ τὴν περυσινὴν σύνοδον τῆς Βουλῆς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἠγόρευσαν τότε. Εὐτυχῶς ἡ γνώμη αὐτῶν, μικρὸν διαφέρουσα τῆς γνώμης, ἣν ἐν τῷ ὑπομνήματι τῆς Τουρκίας ἐξέφερεν ὁ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς τῆς Ὑψηλῆς Πύλης, ἦτο γνώμη αὐτῶν ἀτομικὴ, δὲν ἐγένετο δὲ γνώμη τοῦ Κοινοβουλίου· διότι τὸ Κοινοβούλιον τῆς Ἑλλάδος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συμμερισθῇ τοιαύτας ἑρμηνείας καὶ τοιαύτας ἐξηγήσεις. Δὲν ἔχω οὐδὲν δικαίωμα νὰ παραπονεθῶ διὰ τὰς αἰτιάσεις τὰς ἐκτοξευθείσας κατ’ ἐμοῦ παρὰ τῆς ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἀντιπολιτεύσεως· ἐπειδὴ ὅμως πρὸ δύω ἡμερῶν ὁ εἷς τῶν κορυφαίων τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἰσχυρίσθη, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν παρενέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρόσκομμά τι, οὐδ’ ἤγγισε τὰς ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος ἐνεργείας αὐτῆς, οὐδ’ ἀπηύθυνεν ἕνεκα τούτων αἰτίασίν τινα κατὰ τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διαπραγματεύσεων, δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος τῆς ἀντιπολιτεύσεως δὲν εἶναι παντάπασιν ἀκριβής. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἀφ’ ἧς διωρίσθησαν οἱ Ἐπίτροποι τῆς Τουρκίας, διὰ νὰ ἀναλάβωσι τὰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῶν Ἐπιτρόπων τῆς Ἑλλάδος ἐν Πρεβέζῃ, μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἡ Εὐρώπη ἀπεφάνθη, καὶ παρεδέχθη τὴν περὶ μεσολαβήσεως αἴτησιν τῆς Ἑλλάδος, τοσαῦται κατ’ ἐμοῦ ἐξετοξεύθησαν ἐπικρίσεις διηνεκεῖς καὶ ἀκατάβλητοι, ὥστε ἠπόρουν καὶ διὰ τὸ σφαλερὸν αὐτῶν καὶ διὰ τὰς ἀντιφάσεις, εἰς ἃς οἱ ταύτας ἐκτοξεύοντες περιέπιπτον· ἐπὶ τοσοῦτον ἐπεκρίνετο πᾶσα πρᾶξίς μου, ὥστε, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, πολλάκις ἐπεκρίθην καὶ διεσύρθην ὡς μὴ πράξας πρᾶξίν τινα, καὶ μετ’ ὀλίγον ὡς πράξας αὐτὴν ταύτην τὴν πρᾶξιν. Βέβαια οὐδεὶς παραπονεῖται διὰ τὰς ἐπικρίσεις· ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διατρανῇ τὴν γνώμην του. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ πρὸ δύω ἡμερῶν ἀγορεύσαντος δὲν εἶναι ἀκριβής, οἱ δὲ νῦν παριστάμενοι δὲν συνέτρεξαν παντάπασι τὴν Κυβέρνησιν, ὡς νῦν διατείνονται, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ἐναντίου προσεπάθησαν νὰ ἐξασθενίσωσι τὸ κῦρος τῶν πράξεων αὐτῆς ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ τόπου, νὰ ἀφαιρέσωσι δὲ τὴν σοβαρότητα τοῦ χαρακτῆρος αὐτῶν πρὸ τῶν ὀμμάτων τῶν ξένων, ἠναγκάσθην νὰ μνημονεύσω τοῦ γεγονότος αὐτοῦ. Ἄλλως, ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην ἐκείνην, τὴν ὁποίαν καὶ προχθὲς εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωσι πάντα τὰ κόμματα καὶ πάντες οἱ πολιτισμένοι, ὅταν πρόκηται περὶ τῶν ἐξωτερικῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος. Φρονῶ, ὅταν πρόκηται ζήτημα ἐξωτερικόν, ὅτι οὐδεμία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ διάκρισις μεταξὺ τῶν κομμάτων, οὔτε πρέπει νὰ διακρίνηται ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τὴν ἀντιπολίτευσιν, διότι πάντας ἐνδιαφέρει ἡ αἰσία ἔκβασις τῶν τοιούτων ἐξωτερικῶν ζητημάτων, καὶ μία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ ὁμόθυμος ἡ κατὰ τὰς Ἐθνικὰς εὐχὰς λύσις αὐτῶν. Καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον πρέπει οἱ πάντες νὰ συγκεντρωθῶσι· διότι αἱ ἐπικρίσεις αἱ ἄκαιροι, εἴτε αἱ πρόωροι, εἴτε αἱ ἄδικοι, πολλῷ δὲ μᾶλλον αἱ ὑπὸ κακῆς πίστεως ὑπαγορευόμεναι, παρασκευάζουσιν ἀντίδρασιν, ἥτις παραβλάπτει τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἰδίως δὲ τὰ συμφέροντα, ὅσα ἐκκρεμῆ ἔτι ὑπάρχουσιν ὑπὸ συζήτησιν καὶ ἐξέτασιν. Διὰ τοῦτο, προχθὲς ὁμιλῶν, ἐξήρτησα τὴν λύπην τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι, ὅταν ἀναμιμνήσκωμαι, ὅτι κατὰ δεκαπενταετίαν καὶ πλέον τοσαύτη περὶ ταῦτα εἶχε κορυφωθῆ ἔρις, ὥστε ἀποτέλεσμα ἀναπόφευκτον αὐτῆς ὑπῆρξε κυρία αἰτία νὰ μὴ κατασταθῇ συνεχὴς καὶ ὁριστικὴ ἐξωτερικὴ πολιτική. Αἱ δ’ ἀλλεπάλληλοι περὶ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς διαφωνίαι τῶν διαφόρων κομμάτων, ἁμιλλωμένων νὰ ἐπιδείκνυται ἕκαστον διαφωνοῦν κατ’ αὐτὴν πρὸς τὸ ἄλλο, οὐδὲν ἄλλο ἀπετέλεσαν, εἰμὴ ἀλληλαναίρεσιν, καὶ κατεδίκασαν τὸ Κράτος νὰ μείνῃ ἄνευ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Ἐὰν τὸ Κράτος δὲν εἶχε διέλθει διὰ τοιαύτης τινὸς ἠθικῆς καὶ πολιτικῆς περιπετείας, ἴσως ὅταν τὸ 1877, ὅταν τὸ 1876 ἢ τὸ 1875 ἐφαίνοντο τὰ πρῶτα μηνύματα, ἵνα μεταχειρισθῶ τὴν λέξιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαβρύτων Βουλευτοῦ, ἴσως τὸ Κράτος ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς διάφορον θέσιν ἐκείνης, εἰς ἣν τότε εὑρέθη. Τὸ ἐκκρεμὲς Ἑλληνοτουρκικὸν ζήτημα, κύριοι, ἐλπίζω, ὅτι θέλει λυθῆ. Δὲν δύναμαι νὰ δώσω διαβεβαίωσιν περὶ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν θέλει λυθῆ, δύναμαι ὅμως νὰ προσδοκῶ, ὅτι ὁ χρόνος αὐτὸς δὲν θέλει ἀπέχει πολὺ ἀφ’ ἡμῶν. Καὶ θέλει λυθῆ, κύριοι, διότι τὴν λύσιν ταύτην αὐτοῦ ὑπαγορεύουσι τὰ συμφέροντα καὶ τοῦ ἑνὸς Κράτους καὶ τοῦ ἄλλου· καὶ θέλει λυθῆ, διότι τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου ὑπαγορεύει γενικώτερον καὶ ὑπέρτερον συμφέρον, τὸ συμφέρον τῆς εἰρήνης ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιορίζηται ἡ μέριμνα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους μόνον πρὸς τοῦτο. Νομίζω, ὅτι ἐκτὸς τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, νὰ μεριμνῶμεν περὶ τῆς λύσεως τοῦ Ἑλληνοτουρκικοῦ ζητήματος, ἔχομεν καὶ ἄλλο καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον ἡ ἰδιαιτέρα θέσις αὐτοῦ. Ἔλεγον καὶ προχθὲς, ὅτι ἡ γνώμη ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον πρέπει νὰ ζῇ κεχωρισμένον, πρέπει νὰ συγκεντρώσῃ πᾶσαν τὴν μέριμναν αὐτοῦ περὶ τὰς ἰδίας αὐτοῦ ἐσωτερικὰς ὑποθέσεις, ὅτι ἡ γνώμη αὕτη μοὶ φαίνεται ἀσυμβίβαστος πρὸς τὰ συμφέροντα καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Εἶπον, ὅτι ἡ γνώμη ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διατείνονται, ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς εἶναι αὐτοτελὴς καὶ αὐτόβουλος, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ κεχωρισμένος τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου; καὶ ὅτι ἰδία καὶ ἀποκλειστικὴ καὶ μερικὴ περὶ αὐτοῦ καὶ περὶ τῆς τύχης αὐτοῦ μέριμνα πρέπει νὰ ἐνυπάρχῃ, εἶπον, ὅτι ἡ γνώμη αὕτη μοὶ φαίνεται ἀσυμβίβαστος πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους· διότι, ὡς εἶπον καὶ προχθὲς, λέγω καὶ σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ φρονῶ, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον ἔχει καθῆκον νὰ μεριμνᾷ καὶ περὶ τῶν ἰδίων αὐτοῦ ὑποθέσεων, καὶ περὶ τῆς τύχης τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς, δηλ. οἱ Ἕλληνες οἱ κατοικοῦντες ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἀποτελοῦσιν ἓν ὅλον, τὴν κεφαλὴν τοῦ ὁποίου ἀποτελεῖ τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, τὸ δὲ σῶμα οἱ τὰς Ἑλληνικὰς ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἐπαρχίας κατοικοῦντες Ἕλληνες. Ἐὰν ἡ πνευματικὴ καὶ ἡ πολιτικὴ ἀνάπτυξις τῶν ὁμοεθνῶν ἡμῶν, οἵτινες κατοικοῦσιν ἐν ταῖς χώραις ἐκείναις, ἐὰν ἡ βελτίωσις τῆς καταστάσεως τῶν χωρῶν, ἐν ταῖς ὁποίαις οὗτοι κατοικοῦσι, καὶ αἱ ὁποῖαι ἀρχῆθεν ἦταν Ἑλληνικαὶ, ἀπαιτῶσι μερίμνας, δαπάνας ἢ θυσίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, νομίζω, ὅτι τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ μὴ ἀρνηθῇ ποτὲ τὸ καθῆκον τοῦτο, καὶ ἐὰν πρόκηται περὶ δαπανῶν ἢ θυσιῶν, ὀφείλει νὰ ἀποκόψῃ πάσας τὰς ἄλλας, καὶ νὰ προτάξῃ τὴν δαπάνην, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ἡ εἰρημένη μέριμνα. Καὶ ἐὰν δὲν ᾖναι δυνατὸν νὰ ἀποκόψῃ ἄλλην δαπάνην, ἕνεκα δὲ τούτου δέον νὰ προβῇ εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων του, τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος δὲν πρέπει νὰ διστάσῃ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς πολίτας ὑποχρεώσεις περισσοτέρας, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος τούτου. Ἤθελε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἀρνηθῆ τὴν καταγωγήν του καὶ τὴν ἱστορίαν του, ἤθελε πιθανῶς θέσει εἰς κίνδυνον τὸ μέλλον αὐτοῦ, ἐὰν ἄλλως ἐπολιτεύετο. Εἶναι βέβαιον, κύριοι, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους, ὡς σᾶς ἐξήγησα χθὲς, δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ παρέχῃ ἄφθονα τὰ μέσα πρὸς πλήρωσιν τῆς ἀνάγκης ταύτης. Ἀλλὰ δὲν παρέλιπον νὰ σᾶς ἐκθέσω, ὅταν τὸ πρῶτον ὡμίλουν πρὸς ἡμᾶς, ὅτι αἱ δαπάναι τὰς ὁποίας ἐπάγει ἡ μέριμνα περὶ τῆς ἀναπτύξεως τῆς τε ἠθικῆς καὶ ὑλικῆς τῶν ὁμοφύλων τούτων, πρέπει νὰ προτάσσηται πάσης ἄλλης καὶ νὰ τάσσηται μεταξὺ τῶν πρώτων ἐξόδων τοῦ Κράτους. Δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι ἡ φύσις τῶν ἐλλειμμάτων ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς εἶναι ἐπικίνδυνος νόσος, ἡ ὁποία ἐπάγει ἀποτελέσματα ὀλέθρια· εὐτυχῶς ὅμως τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος δὲν πρέπει νὰ ἀμηχανῇ ὑπὲρ τὸ μέτρον διὰ τοῦτο. Καὶ ἔχει μὲν καθήκοντα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ μεριμνᾷ περὶ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἐλλείμματος καὶ τῆς τακτοποιήσεως τῶν δαπανῶν, καὶ περὶ τῆς μὴ αὐξήσεως τῶν δανείων τοῦ Κράτους, ὅπως διὰ τοῦ βαθμιαίου περιορισμοῦ τοῦ ἐλλείμματος ἐπέλθῃ τὸ ἰσοζύγιον εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ἀλλὰ καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ προσεχῶς τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ἐμὸν φρόνημα εἶναι, δὲν γνωρίζω δ’ ἂν ἄλλοι ἔχωσιν αὐτό, ὅτι ἔχει ἡ χώρα πολλοὺς πόρους, καὶ διὰ τῆς ἀναπτύξεως αὐτῶν θέλει φθάσει βεβαίως εἰς τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Κηρύσσομαι μετὰ πάσης θερμότητος πολέμιος τῆς σπατάλης ἢ τῆς κακῆς χρήσεως τῶν χρημάτων τοῦ δημοσίου ταμείου· κηρύσσομαι φίλος τῆς περιστολῆς τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους καὶ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς δυνατῆς οἰκονομίας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων· ἀλλὰ τὸ δεύτερον, μὴ νομίσητε, ὅτι εἶναι ἔργον εὐχερὲς καὶ εὐκατόρθωτον. Ἤμην μέλος Κυβερνήσεως, εἰς ἣν ἀντεπροσωπεύοντο ὅλα τὰ κόμματα, οἱ δὲ τότε καιροὶ ἦσαν δυσκολώτεροι καὶ κρισιμώτεροι ἢ οἱ σήμερον. Αὐτό, τὸ ὁποῖον μέλλω νὰ εἴπω, δὲν μοὶ ἐπιτρέπει ἀπὸ τοῦ νὰ τῷ εἴπω, τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ὀφείλω εἰς ἀπόῤῥητον, τὸ ὁποῖον δὲν κατέχω ἐγὼ μόνος, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα μέλη τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου. Κατὰ τοὺς δυσκολωτέρους καὶ κρισιμωτέρους ἐκείνους καιρούς, πολλάκις προὐτάθη ἡ σκέψις τῆς περιστολῆς τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ, πολλάκις δὲ συνεζητήθη, οὐχὶ τῇ πρωτοβουλίᾳ ἐμοῦ, διότι δὲν ἤμην ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, ἀλλὰ ὁ μακαρίτης Ἐπαμινώνδας Δεληγεώργης, Ὑπουργὸς τότε τῶν οἰκονομικῶν, πῶς νὰ κατορθώσωμεν νὰ φέρωμεν τὴν περιστολὴν τῶν δαπανῶν. Ἀλλ’ ἡ κατάστασις τῆς διοικήσεως παρίστα εἰς ἡμᾶς τὰς δυσκολίας καὶ τὴν ἀνάγκην, εἴτε νὰ ταχθῶμεν ὑπὲρ τῆς συντηρήσεως αὐτῶν, ἢ νὰ καταστρέψωμεν μὲν τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, νὰ παραστήσωμεν δ’ αὐτὸ ὡς διατελοῦν κατὰ τὴν παραμονὴν μεγάλων ἀποφάσεων. Εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ἔπρεπεν ἢ νὰ παραδεχθῶμεν τοιαύτην ἀπόφασιν ἢ νὰ μένωμεν εἰς τὴν συντήρησιν· ἐπροτιμήσαμεν ἑπομένως νὰ συντηρηθῶσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ αἱ ἀναγεγραμμέναι δαπάναι. Δὲν σκοπεύω, κύριοι, νὰ διαθρέψω διὰ κενῶν ἐλπίδων τοὺς ἀκούοντάς με, λέγων εἰς αὐτοὺς, ὅτι δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν ὅροι, τῶν ὁποίων ἡ ἐκμετάλλευσις θέλει ἐπιφέρει τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ· δὲν σκοπεύω νὰ διαθρέψω μὲ κενὰς ἐλπίδας, διότι, ὅταν ἡ Κυβέρνησις λάβῃ τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγῃ τὸν προϋπολογισμὸν, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἐξεῦρε προχείρους τινὰς πόρους, καὶ ὅτι διὰ τῶν πόρων τούτων κατορθώθη νὰ καταστήσῃ ἐλπιζόμενον, ὅτι δυνατὸν νὰ αὐξήσωμεν κατά τινα ἑκατομμύρια τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Βεβαίως ἤθελεν εἶσθαι ἀδύνατον διὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1880 νὰ ἐπέλθῃ τὸ ἰσοζύγιον πλῆρες, κατόπιν ἐλλείμματος 14 ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἐλλείμματος, καὶ ἡ ἐξακολούθησις τῆς τοιαύτης βελτιώσεως, θέλουσιν ἀγάγει ἡμᾶς ἡμέραν τινὰ εἰς τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δὲν πρόκειται, κύριοι, νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ μέλλοντος, διότι ἡ συζήτησις, τὴν ὁποίαν ἐξακολουθοῦμεν, ἀνάγεται ἀκριβῶς καὶ περιωρισμένως εἰς τὸ παρελθόν· περὶ τοῦ μέλλοντος θέλει ἔχει καιρὸν ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ, οἵαν ἂν ἐγκρίνῃ, μέριμναν, νὰ σκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ, πῶς ὁ τόπος θέλει εἰς τὸ μέλλον κυβερνηθῇ· ὁμιλῶ μόνον περὶ τοῦ παρελθόντος. Ἀλλὰ καίτοι ὁμιλῶν περὶ τοῦ παρελθόντος, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ τοῦ μέλλοντος, διότι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔδωκα περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, ἠδύναντο νὰ κριθῶσιν ὅτι ἄγουσιν εἰς ἀποτέλεσμα, ὅτι πρέπει ἐκ παντὸς τρόπου νὰ ἀποκοπῇ πᾶσα μέριμνα καὶ φροντὶς, ἀναγομένη εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους· διότι, ἂν καλῶς ἐνόησα τὸν ἀγορεύσαντα προχθὲς, αὐτὸς νομίζει, ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν ἐσωτερικὴν καὶ πραγματικὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἐνόει νὰ ἐξηγήσῃ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν καὶ τὰ δύω, ἀλλὰ καὶ ἂν τοῦτο ἐνόει, ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ κανονίσωμεν μὲν τὰ ἐσωτερικὰ πράγματα οἰκονομικῶς, πρὸ τούτου ὅμως δέον νὰ προταχθῶσιν αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τοῦ Κράτους. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ἀναδειχθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς διὰ νὰ κυβερνήσωσιν ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς, αὐτοὶ βεβαίως θέλουσι συμμορφωθῆ μὲ τὴν θέλησιν, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ θέλει ἐξηγήσει· τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου ὁμιλῶν, ἔχω αὐτὴν τὴν γνώμην, εὔχομαι δὲ ἡ γνώμη αὕτη νὰ κατισχύσῃ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην. Κύριοι, νομίζω, ὅτι ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχον πρὸς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ δώσω λόγον τῆς τε πολιτείας τοῦ Ὑπουργείου κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, τῆς τε πολιτείας αὐτοῦ κατὰ τὴν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, καὶ τῆς πολιτείας αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ἐκκρεμοῦς ἐξωτερικοῦ ζητήματος. Νομίζω, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν, ἠδυνήθην νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐξεπλήρωσεν ἀκριβῶς τὸ καθῆκόν της κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, ὅτι ἡ ἐλευθερία τῶν ἐκλογῶν ἐξησφαλίσθη, καὶ ὅτι αἱ αἰτιάσεις καὶ αἱ μομφαὶ, διὰ τῶν ὁποίων ἠθέλησαν νὰ σᾶς πείσωσιν, ὅτι διὰ διορισμῶν, παύσεων, ἢ μεταθέσεων τῶν ὑπαλλήλων, ἐνοθεύθησαν αἱ ἐκλογαὶ, ὅτι αὐταὶ αἱ αἰτιάσεις ἦσαν ἀνάξιαι πολιτευομένων ἀνδρῶν. Ἐλπίζω, ὅτι ἠδυνήθην νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐξεπλήρωσεν ἀκριβῶς τὸ καθῆκόν της, κατὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, καὶ κατὰ τὴν διάθεσιν τῶν ἐξ αὐτοῦ προελθόντων χρημάτων, καὶ πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ μετατροπῆς τῶν παλαιῶν δανείων, καὶ ὅτι τέλος πάντων, καίτοι πιεζομένη ὑπὸ τοῦ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὑπερόγκου ἐλλείμματος νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ μηνὸς, τὸν ὁποῖον διανύομεν, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἔσχατος μὴν τοῦ ἐνιαυτοῦ. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὅσα σᾶς εἶπον, θέλουσι συντελέσει νὰ καθησυχάσωσιν, εἴτε ν’ ἀφαιρέσωσι τὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας ἦτο δυνατὸν νὰ σᾶς ἐμπνεύσωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι σᾶς παρέστησαν, ὅτι ἐνεπαίχθημεν ἡμεῖς κατὰ τὴν διαπραγμάτευσιν τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος εἴτε τὴν ἀνησυχίαν, τὴν ὁποίαν ἠμπορεῖ νὰ εἴχατε περὶ τῶν ἐκβάσεων αὐτοῦ. Μένει, κύριοι, εἰς ἡμᾶς ν’ ἀκούσωμεν ποία εἶναι ἡ ὑμετέρα κρίσις. Ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ἐπιθυμίαν ταύτην, διότι, ὡς ἠκούσατε, τὸ δικαίωμα τοῦτο μᾶς τὸ ἐπιβάλλει ἡ συνείδησις τῆς ἰδίας ἡμῶν τιμῆς. Καθ’ ἡμᾶς πολὺ διαφέρουσι τὰ ζητήματα περὶ τῆς ἀρχῆς ἀπὸ τὰ ζητήματα περὶ τῆς τιμῆς· τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἀρχῆς, αὐτὸ σᾶς ἀνήκει ἀποκλειστικῶς, καὶ δύνασθε νὰ τὸ διαθέτητε ἀπὸ σήμερον μέχρι τῆς τελευταίας ἡμέρας τῶν ἐργασιῶν σας· ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται, διότι περὶ αὐτοῦ εἶσθε κύριοι ν’ ἀποφανθῆτε ὅταν θελήσητε, καὶ βεβαίως αὐτὸ τὸ ὁποῖον θέλετε ἀποφασίσει, θὰ ἦνε σύμφωνον μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους· ἀλλ’ ἀπὸ τὸ ζήτημα τοῦτο περὶ τῆς ἀρχῆς εἶναι διάφορον τὸ ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς, τὰ ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τὸ ὁποῖον παράγει καὶ ὑπὲρ ἡμῶν ἓν δικαίωμα ν’ ἀκούσωμεν τὴν γνώμην σας. Ἄλλως τε τὸ δικαίωμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, τοῦ ἐπιτηρεῖν τὰ ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τὸ δικαίωμα καὶ καθῆκον τοῦτο συνδέεται, νομίζω, μὲ τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους. Δὲν εἶναι, κύριοι, συμφέρον εἰς τὸ Κράτος νὰ μένωσιν ἐν τῇ Κυβερνήσει ἄνθρωποι, τῶν ὁποίων ἡ ὑπόληψις παρὰ τοῖς πολίταις ἐμειώθη δι’ αἰτιάσεων καὶ μομφῶν. Τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἀπαιτεῖ οἱ πολῖται νὰ ἔχωσι πλήρη ἐμπιστοσύνην, ὅταν ἡ Βουλὴ, ἐπιλαβομένη τῆς ἐξετάσεως τῆς πολιτείας αὐτῶν, ἐκφέρῃ τὴν ψῆφον αὐτῆς. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἑρμηνεύων τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου καὶ τῶν συναδέλφων μου, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της ἐπὶ τῆς μέχρι τοῦδε πολιτείας ἡμῶν.
«ΕΚΘΕΣΙΣ
Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 18 Ἰουλίου ε. ε. Β. Διατάγματος περὶ τῆς μεταῤῥυθμίσεως τῆς § βʹ. τοῦ ἄρθρου 18 τῆς περὶ τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825 κυρωθείσης συμβάσεως. Πρὸς τὴν Βουλήν. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ προβάλω τὸ συνημμένον νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς ἐκδοθέντος ἀπὸ 18 Ἰουλίου ε. ε. Β. Διατάγματος περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῆς § βʹ. τοῦ ἄρθρου 18 τῆς περὶ μετατροπῆς τῶν δανείων τοῦ 1821 καὶ 1825 συνομολογηθείσης ἐν Λονδίνῳ καὶ διὰ τοῦ νόμου ΨΛΔ κυρωθείσης συμβάσεως. Λαμβάνω ὡσαύτως τὴν τιμὴν νὰ συνάψω ἐν αὐτῷ ἀντίγραφον τοῦ τε κατὰ τὴν τελευταίαν ἔκτακτον σύνοδον τῆς παρελθούσης βουλευτικῆς περιόδου προβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν παρ’ ἐμοῦ νομοσχεδίου μετὰ τῆς συνοδευσάσης αὐτὸ τότε αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ὅπερ δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ ἐξετασθῇ καὶ ψηφισθῇ τότε ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐπελθούσης τῆς λήξεως τῆς συνόδου ἐκείνης, ὡς καὶ ἀντίγραφον τοῦ πρακτικοῦ τῆς κατὰ τὴν 16 παρελθόντος Ἰουλίου συνεδριάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐν ᾧ ἐκτίθενται οἱ λόγοι, ὧν ἕνεκεν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἔκρινεν ἐπιβαλλόμενον ἑαυτῷ ὑπὸ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους καθῆκον, νὰ προβῇ εἰς τὴν πρόκλησιν τοῦ Β. Διατάγματος, τοῦ ὁποίου ζητεῖται διὰ τοῦ προτεινομένου σήμερον νομοσχεδίου ἡ κύρωσις. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 6 Δεκεμβρίου 1879. Ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος
ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ.»
«ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ
Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 18 Ἰουλίου ε. ε. Β. Διατάγματος περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῆς § βʹ. τοῦ ἄρθρου 18 τῆς περὶ μετατροπῆς τῶν παλαιῶν δανείων συνομολογηθείσης καὶ κυρωθείσης συμβάσεως. Ἄρθρον μόνον. Κυροῦται τὸ κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς ἐκδοθὲν ἀπὸ 18 Ἰουλίου ε. ε. Β. Διάταγμα περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῆς § β τοῦ ἄρθρου 18 τῆς περὶ μετατροπῆς τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825 συνομολογηθείσης ἐν Λονδίνῳ τὴν 4 Σεπτεμβρίου 1878 καὶ διὰ τοῦ ἀπὸ 8 Δεκεμβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους ΨΛΔ νόμου κυρωθείσης συμβάσεως, ἔχον ὡς ἑξῆς: Ἐν Ἀθήναις, τὴν 6 Δεκεμβρίου 1879. Ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς
Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος
ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ.»
«Λαβόντες ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀπὸ 16 τοῦ παρόντος μηνὸς Ἰουλίου πρᾶξιν τοῦ Ἡμετέρου Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐπὶ τῇ προτάσει αὐτοῦ, ἀποφασίζομεν καὶ διατάσσομεν: αʹ) Ἐπιτρέπομεν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπὸ τοῦδε ἐκτέλεσιν τοῦ εἰσαχθέντος μὲν εἰς τὴν Βουλήν, μὴ ψηφισθέντος δὲ παρ’ αὐτῆς μέχρι τῆς 14 Ἰουλίου, καθ’ ἣν ἐκηρύχθη ἡ λῆξις τῆς τελευταίας ἐκτάκτου συνόδου, νομοσχεδίου περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῆς § βʹ, τοῦ ἄρθρου 18 τῆς περὶ μετατροπῆς τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825 συνομολογηθείσης ἐν Λονδίνῳ τὴν 4 Σεπτεμβρίου 1878, κυρωθείσης δὲ διὰ τοῦ ἀπὸ 8 Δεκεμβρίου 1878 ΨΛΔʹ. νόμου συμβάσεως, ὡς ἂν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶχεν ἐπιψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, κυρωθῆ δὲ παρ’ Ἡμῶν καὶ ἐκδοθῆ ὡς νόμος τοῦ Κράτους· Βʹ.) Ἐντελλόμεθα τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, ἅμα τῆς Βουλῆς καταρτισθησομένης ἐν τῇ πρώτῃ συνόδῳ τῆς προσεχοῦς Βουλευτικῆς περιόδου, νὰ εἰσαγάγῃ εἰς αὐτὴν τό τε παρὸν Ἡμέτερον Διάταγμα καὶ τὸ νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου ἡ διάταξις θέλει τεθῆ ἐν ἰσχύει ἀπὸ τοῦδε, καὶ νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τὴν κύρωσιν αὐτοῦ. Εἰς τὸ Ἡμέτερον Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀνατίθεται ἡ ἐκτέλεσις τοῦ παρόντος. Ἐν Πειραιεῖ, τῇ 18 Ἰουλίου 1879.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ.»
«Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Λαβὸν ὑπ’ ὄψιν αʹ) τὴν ἀπὸ 5 ὑπερμεσοῦντος μηνὸς ἔκθεσιν πρὸς τὴν Βουλὴν τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, δι’ ἧς συνώδευσε τὸ εἰς τὴν Βουλὴν προταθὲν παρ’ αὐτοῦ νομοσχέδιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῆς § βʹ τοῦ ἄρθρου 18 τῆς ἐν Λονδίνῳ συνομολογηθείσης κατὰ τὴν 4 Σεπτεμβρίου 1878 καὶ διὰ τοῦ νόμου τῆς 8 Δεκεμβρίου 1878 ΨΛΔʹ κυρωθείσης συμβάσεως περὶ μετατροπῆς τῶν παλαιῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825· βʹ) τὸ κείμενον τοῦτο τοῦ εἰρημένου νομοσχεδίου περιλαμβανόμενον ἐν ἑνὶ μόνῳ ἄρθρῳ. Σκεφθὲν, ὅτι δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ συζητηθῇ καὶ ἐπιψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὸ εἰρημένον νομοσχέδιον, ἐπελθούσης τῆς λήξεως τῆς ἐκτάκτου συνόδου κατὰ τὴν 14 τοῦ μηνὸς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ, ὅτι κατὰ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 503 (ἀπὸ 30 Ἰουνίου 12 Ἰουλίου) ἔκθεσιν τῆς ἐν Λονδίνῳ Β. Πρεσβείας, ἂν μέχρι τῆς προσεχοῦς 3 Αὐγούστου νέου ἔτους δὲν ἐπέλθῃ ἡ ἐπιψηφισθεῖσα διὰ τοῦ εἰρημένου νομοσχεδίου ἄρσις τῶν παρεντεθεισῶν πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν νέων τίτλων πρὸς τοὺς κατατεθέντας ἤδη παλαιοὺς τίτλους δυσχερειῶν «πολλαὶ προβλέπονται παρ’ αὐτῆς περιπλοκαὶ καὶ πολλοὶ κίνδυνοι, ἐνῷ, ἂν οἱ τίτλοι ἐξεδίδοντο ἀμέσως καὶ ἐπληρώνετο τὸ πρῶτον τοκομερίδιον ἐμπροθέσμως, τὸ Χρηματιστήριον θ’ ἀνέγραφεν ἀμέσως τὰς νέας ὁμολογίας». Προσέτι, ὅτι τὸ κατὰ τὸ πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργεῖον ἀπὸ 17|29 Ἰουλίου τηλεγράφημα τοῦ ἐν Λονδίνῳ συνεστῶτος συμβουλίου ἐπὶ τῆς μετατροπῆς ταύτης, τὸ εἰρημένον συμβούλιον δὲν ἀμφιβάλλει, ὅτι «θέλει ἐγκριθῆ ὑπὸ τοῦ ἐν Λονδίνῳ Χρηματιστηρίου ἡ δημοσία τῶν Ἑλληνικῶν τίτλων ἀναγραφὴ» ἐὰν ἐγκριθῇ ἡ κατάργησις τῆς § βʹ. τοῦ ἄρθρου 18 τῆς περὶ μετατροπῆς τῶν εἰρημένων δανείων συμβάσεως καὶ ἐὰν ἀποσταλῶσιν ἐγκαίρως καὶ πρὸ τῆς λήξεως τοῦ αʹ. τοκομεριδίου ἓξ χιλιάδες λιρῶν, ἀναγκαῖαι πρὸς πληρωμὴν τοῦ κατὰ τὴν 3 Αὐγούστου ε. ν. λήγοντος εἰρημένου τοκομεριδίου τοῦ ἀποδοτέου πρὸς ἀνταλλαγὴν τῶν κατατεθέντων ἤδη παλαιῶν τίτλων νέων ὁμολογιῶν. Ἀναγνοῦν καὶ τὸ πρὸς τὴν Α. Μεγαλειότητα τὸν Βασιλέα ἀποσταλὲν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς τελευταίας παρ’ ἡμῖν ὑπουργικῆς κρίσεως ἀπὸ 12)24 Ἰουλίου τηλεγράφημα τοῦ προέδρου τοῦ ἐπὶ τῶν ξένων χρεωγράφων συλλόγου κ. Bounerie, προέδρου τοῦ ἐπὶ τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων Συλλόγου· Ἐνέκρινεν ἵνα τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ζητήσῃ παρὰ τῆς Α. Μεγαλειότητος τὴν ἄδειαν νὰ προβῇ ὑπὸ ἰδίαν αὐτοῦ εὐθύνην εἰς τὴν ἀπὸ τοῦδε ἐκτέλεσιν τοῦ περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῆς § βʹ. τοῦ ἄρθρου 18 τῆς περὶ μετατροπῆς τῶν παλαιῶν δανείων συμβάσεως εἰσαχθέντος εἰς τὴν Βουλὴν ἀλλὰ μὴ ψηφισθέντος ὑπ’ αὐτῆς νομοσχεδίου, ὡς ἂν τοῦτο εἶχεν ὑπ’ αὐτῆς ἐπιψηφισθῆ καὶ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως κυρωθῆ καὶ ἐκδοθῆ ὡς νόμος τοῦ Κράτους, νὰ εἰσαγάγῃ δ’ ἅμα τῆς Βουλῆς συνελευσομένης ἐν τῇ πρώτῃ συνόδῳ τῆς νέας Βουλευτικῆς περιόδου τό τε Β. Διάταγμα δι’ οὗ θέλει ἐπιτραπῆ ἡ ἀπὸ τοῦδε ἐκτέλεσις τῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου, περὶ οὗ πρόκειται καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὁποίου ἡ διάταξις θέλει τεθῇ ἀπὸ τοῦδε ἐν ἰσχύϊ, καὶ νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τὴν κύρωσιν τῆς πράξεως ταύτης. Τῆς περὶ τούτου Βασιλικῆς ἀδείας δοθησομένης ἀνατίθησι, εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν τὴν φροντίδα νὰ κοινοποιήσῃ μὲν τὰ διαταχθέντα εἰς τὴν ἐν Λονδίνῳ Β. Πρεσβείαν ἵνα αὕτη συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ ἐπὶ τῆς μετατροπῆς τῶν παλαιῶν δανείων συμβουλίου καὶ προβῶσιν ἀμέσως εἰς τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν νέων τίτλων πρὸς τὰς κατατεθείσας ἤδη παλαιὰς ὁμολογίας, ν’ ἀποστείλῃ δ’ ἀμέσως διὰ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης ἐκ τῶν ἐν Κερκύρᾳ κατατεθειμένων εἰσπράξεων τὸ πρὸς πληρωμὴν τοῦ πρώτου τοκομεριδίου τῶν ἐγχειρισθησομένων νέων τίτλων ἀναγκαιοῦν, κατὰ τὰς πληροφορίας τοῦ ἐν Λονδίνῳ ἐπὶ τῆς μετατροπῆς τῶν παλαιῶν δανείων συμβουλίου, ποσὸν τῶν ἕξ χιλιάδων ἀγγλικῶν λιρῶν. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 16 Ἰουλίου 1879.
Ὁ Πρόεδρος
Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ
Τὰ μέλη
Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ
Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ
Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ»
«ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΙΣ
Τοῦ περὶ τῶν δανείων τοῦ 1821 καὶ 1825 νομοσχεδίου. Πρὸς τὴν Βουλὴν. Διὰ τοῦ ἀπὸ 8 Δεκεμβρίου 1878 ΨΛΔʹ. Νόμου ἐκυρώθη ἡ ἀπὸ 4 Σεπτεμβρίο 1878 συνομολογηθεῖσα ἐν Λονδίνῳ περὶ κανονισμοῦ τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825 σύμβασις μεταξὺ τῶν κυρίων Ι. Γενναδίου, ἐπιτετραμμένου τὰ τῆς ἐν Λονδίνῳ Ἑλληνικῆς Πρεσβείας, καὶ Θεμιστοκλέους Μαλικοπούλου, ἐνεργοῦντος δι’ ἑαυτὸν καὶ ἐν ὀνόματι τοῦ κ. Νάξου, ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀφ’ ἑνὸς, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῶν κυρίων Ἐδουάρδου Πλέϋδερ Βούβερη, προέδρου τοῦ σωματείου τῶν κατόχων τῶν ξένων χρεωγράφων, ἐνεργοῦντος ὑπὲρ καὶ ὡς ἀντιπροσώπου τοῦ εἰρημένου σωματείου, καὶ τοῦ κυρίου Ἐδουάρδου Χάσλεβουδ, προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς τῶν κατόχων τῶν Ἑλληνικῶν χρεωγράφων, ἐνεργοῦντος καὶ τούτου ὑπὲρ καὶ ὡς ἀντιπροσώπου τῆς ῥηθείσης ἐπιτροπῆς καὶ ἄλλων κατόχων τῶν ὁμολογιῶν καὶ τῶν τοκομεριδίων τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 25. Τῆς εἰρημένης συμβάσεως τὸ ἄρθρον 18 περιέχει ἐν § βʹ. τὴν ἑξῆς διάταξιν· «Ἄν ἐν τούτοις δύω μῆνας ἀφ’ οὗ τὸ συμβόλαιον τοῦτο κυρωθῇ καὶ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, καὶ ἀφ’ οὗ δοθῇ δημοσία εἰδοποίησις, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον εἶναι ἕτοιμον καὶ πρόθυμον, κατὰ τὰ προδιατυπωθέντα, νὰ ἐκτελέσῃ τὸ συμβόλαιον, ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Χρηματιστηρίου τοῦ Λονδίνου δὲν ἐπιτρέψῃ τυχὸν ἵνα τὰ χρεώγραφα καὶ αἱ ἀξίαι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀναγράφωνται ἐπισήμως ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ, τὸ συμβόλαιον τοῦτο θὰ ἦναι ἄκυρον, τὰ δὲ δικαιώματα καὶ αἱ ὑποχρεώσεις τῶν ἑκατέρωθεν μερῶν θὰ ἦναι καὶ θὰ μένουν καθ’ ὅλα ὡς ἂν ἡ παροῦσα συμφωνία δὲν εἶχέ ποτε γίνει.» Συμφώνως πρὸς τὴν διάταξιν ταύτην καὶ εἰς ἐκτέλεσιν αὐτῆς, τὸ κατὰ τὴν εἰρημένην σύμβασιν συσταθὲν ἐν Λονδίνῳ συμβούλιον ἐπὶ τῆς μετατροπῆς ἀπηύθυνεν ἐμπροθέσμως τὴν κατὰ τὴν εἰρημένην § βʹ. τοῦ ἄρθρου 18 τῆς συμβάσεως δημοσίαν εἰδοποίησιν, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον εἶναι ἕτοιμον καὶ πρόθυμον νὰ ἐκτελέσῃ τὴν σύμβασιν· ἐσταμάτησεν ὅμως πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐκτελέσεως τῆς εἰδοποιήσεως ταύτης καὶ μοὶ παρέστησε τὴν ἀνυπέρβλητον δυσκολίαν, ἥτις πρὸς ταύτην παρενεβάλλετο ἐκ τῆς ἀκριβοῦς τηρήσεως τῆς εἰρημένης διατάξεως. Τὸ συμβούλιον ἐσκέφθη, ὅτι, ἵνα προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως, καθ’ ἣν ἀπηύθυνε δημοσίαν εἰδοποίησιν, ὤφειλε νὰ ἀνταλλάξῃ τοὺς κατατεθέντας εἰς αὐτὸ παλαιοὺς τίτλους διὰ τῶν παρουσιασθέντων νέων, οὕτω δὲ πράττον, ἤθελε καταστήσει εὔκολον εἰς τοὺς κατόχους τῶν νέων τίτλων νὰ ζητήσωσι παρὰ τοῦ Χρηματιστηρίου τὴν ἐπίσημον ἀναγραφὴν τῶν τίτλων των· ἀλλ’ ἂν τὸ Χρηματιστήριον δὲν ἐπέτρεπε τὴν ἀναγραφὴν αὐτῶν, ὡς συνέπεια διὰ τῆς συμβάσεως συνωμολογηθεῖσα ἤθελεν εἶσθαι ἡ ἀκύρωσις αὐτῆς, ἥτις ἔμελλε νὰ θεωρηθῇ ὡς μηδέποτε γενομένη· ἐναντίον ὅμως τῆς διατάξεως ταύτης οἱ λαβόντες τοὺς νέους τίτλους ἤθελον ἀποκτήσει δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύνατο νὰ ἀκυρώσῃ ἡ περὶ τοῦ ἀκύρου τῆς συμβάσεως μνημονευθεῖσα διάταξις καθ’ ἣν ἔδωκε γνώμην δικηγορικὸν συμβούλιον, συγκληθὲν πρὸς τοῦτο ἐν Λονδίνῳ, τοῦ ὁποίου τὴν γνωμοδότησιν συνάπτω ὧδε ὑπὸ στοιχ. ά. Ἤθελε δὲ συμβῆ, ἡ μὲν σύμβασις νὰ θεωρῆται διὰ τοῦτο ὡς ἄκυρος καὶ μηδέποτε γενομένη, τὸ δὲ Κράτος νὰ μὴ δύνηται νὰ ἀμφισβητήσῃ τὸ ἔγκυρον τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα οἱ λαβόντες τοὺς νέους τίτλους ἀπέκτησαν, καὶ νὰ ὀφείλῃ νὰ ἐκπληρώνῃ τὰς πρὸς τοὺς κατόχους αὐτῶν διὰ τῆς συμβάσεως, καί τοι κατασταθείσης ἀκύρου, συνωμολογημένας ὑποχρεώσεις. Ἀφ’ ἑτέρου, ἂν τὸ συμβούλιον δὲν προέβαινεν εἰς τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν παλαιῶν διὰ τῶν νέων τίτλων, ἤθελε συμβῆ νὰ μὴ ὑπάρχωσι τίτλοι πρὸς ἀναγραφὴν ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ, νὰ μὴ ἦναι δὲ δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ αἴτησις πρὸς ἀναγραφὴν αὐτῶν καὶ οὕτω νὰ μὴ παρίσταται ἡ περίπτωσις τῆς ἀναγραφῆς τῶν Ἑλληνικῶν ἀξιῶν ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ τοῦ Λονδίνου. Πρὸ τῆς δυσκολίας ταύτης εὑρεθὲν τὸ ἐπὶ τῆς μετατροπῆς συμβούλιον ὑπέβαλε τὸ ὡσαύτως συναπτόμενον ὧδε ὑπὸ στοιχ. βʹ. ὑπόμνημα, δι’ οὗ ἐπειράθη νὰ πείσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ διστάσῃ νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν παλαιῶν διὰ τῶν νέων τίτλων. Ἐπειδὴ δ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τῆς ἐξ οἰκείας ἁρμοδιότητος ἀθέτησιν τῆς διατάξεως ταύτης, ἠρνήθη νὰ ἀποδεχθῇ τὴν εἰρημένην γνώμην τοῦ ἐπὶ τῆς μετατροπῆς συμβουλίου. Τὸ συμβούλιον ἐν τούτοις προέβη εἰς συνεννοήσεις μετὰ τῶν διοικούντων τὸ Χρηματιστήριον, καὶ κατὰ μὲν τὴν 2 Μαΐου ἔλαβον τὸ συναπτόμενον ὧδε ἐν ἀντιγράφῳ ὑπὸ στοιχ. γʹ. τηλεγράφημα τοῦ κ. Γενναδίου, κατὰ δὲ τὴν 23 ὅμως Ἰουνίου μοὶ ἀπέστειλε νεώτερον τηλεγράφημα, καὶ τοῦτο συναπτόμενον ὧδε ἐν ἀντιγράφῳ ὑπὸ στοιχ. δʹ. καθ’ ὃ τὸ Χρηματιστήριον ἐθεώρησε τὴν ὑπὸ τῆς § βʹ. τοῦ ἄρθρου 18 τῆς συμβάσεως συνομολογηθεῖσαν ὡς ὑποχρεωτικὴν διὰ τὸ κῦρος τῆς συμβάσεως ἀναγραφὴν ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ τῶν Ἑλληνικῶν ἀξιῶν, ὡς ἀφαιροῦσαν τὴν ἐλευθερίαν αὐτοῦ, δηλώνει δὲ ὅτι δὲν θέλει στέρξει νὰ ἐπιληφθῇ τῆς οὐσίας ἐνδεχομένων αἰτήσεων ἀναγραφῆς, ἐν ὅσῳ ἡ διάταξις αὕτη μένει ἰσχύουσα. Ἡ περὶ ἧς πρόκειται διάταξις τῆς § βʹ. τοῦ ἄρθρου 18 τῆς συμβάσεως μετεγράφη ἐν αὐτῇ ἐν Λονδίνῳ παραληφθεῖσα ἐκ τῆς κατὰ τὸ 1867 συνομολογηθείσης συμβάσεως. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἐκτέλεσις αὐτῆς θέλει ἐπιφέρει τὴν ματαίωσιν ἔργου δι’ ὃ καὶ προσπάθειαι καὶ κόποι πολλοὶ μέχρι τοῦδε κατεβλήθησαν, καὶ δαπάναι ἐγένοντο, καὶ παρ’ οὗ προσεδοκῶντο ὠφελήματα ἄξια λόγου, διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις συνῄνεσε ἵνα εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ συνημμένον νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν συνιστῶ εἰς αὐτήν. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 5 Ἰουλίου 1879. Ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς
Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος
ΘΕΟΔΩΡΟΣ Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ.»
«ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ
Ἄρθρον μόνον. Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ζητήσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς § βʹ. τοῦ ἄρθρου 18 τῆς ἀπὸ 4 Σεπτεμβρίου 1878 περὶ κανονισμοῦ τῶν δανείων 1824 καὶ 1825 συμβάσεως, τῆς κυρωθείσης διὰ τοῦ ἀπὸ 8 Δεκεμβρίου 1878 ΨΛΔʹ. Νόμου. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 5 Ἰουλίου 1879. Ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς
Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος
Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ.»
Στοιχ. ά. Ἀντίτυπον γνωμοδοτήσεως τῶν Κυρίων Wuderdou καὶ Snagge. Γνωμοδοτοῦμεν, ὅτι τὸ Συμβούλιον δὲν δύναται προσηκόντως νὰ ἐκδώσῃ τὸ προτεινόμενον ἀποδεικτικόν. Τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ Συμβουλίου εἰσὶ περιωρισμένα ὑπὸ τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως ἢ συμφωνίας τῆς 4 Σεπτεμβρίου 1878. Τὸ καθῆκον τοῦ Συμβουλίου (ὅρα ἄρθρ. 5) συνίσταται εἰς τὴν «ἐποπτείαν καὶ ἐκτέλεσιν τῆς ἀνταλλαγῆς καὶ μετατροπῆς» κατὰ τὴν σύμβασιν ταύτην. Μέχρις οὗ ἑπομένως ἡ ἐργασία τῆς ἀνταλλαγῆς ἀρχίσῃ, νομίζομεν ὅτι τὸ Συμβούλιον δὲν δύναται προσηκόντως νὰ ἐκδώσῃ ἀποδεικτικὰ ἢ τίτλους, ἀναφέροντα ἐν κεφαλίδι αὐτῶν, ὅτι ἐκδίδονται δυνάμει συμβάσεως, πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ὁποίας δὲν ἐγένετο εἰσέτι τὸ πρῶτον βῆμα (of which the initial stephas not yet been takeu). Τὸ ἄρθρον 4 ἀναφέρει, ὅτι «Ἅμα αἱ νέαι ὁμολογίαι ὦσιν ἕτοιμοι πρὸς παράδοσιν, εἴδησις περὶ τούτου θέλει δοθῆ διὰ «κοινοποιήσεως» κλπ. Τὸ ἄρθρον 6 προβλέπει ὅτι τὸ Συμβούλιον ὀφείλει δι’ εἰδοποιήσεως (ἐννοεῖται κατὰ τὴν προαίρεσίν του καὶ μετὰ τὴν παραλαβὴν τῶν ὁμολογιῶν) νὰ προσδιορίσῃ τὴν ἡμέραν «διὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐργασίας τῆς ἀνταλλαγῆς»· εἶναι πρόδηλον, ὅτι τὸ Συμβούλιον δὲν δύναται νὰ ἐκδώσῃ τὰς εἰδοποιήσεις ταύτας πρὶν ἢ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐκτελέσῃ τὴν ὑποχρέωσίν της (κατὰ τὸ 4ον ἄρθρον) τοῦ νὰ παραδώσῃ εἰς τὸ Συμβούλιον ἐν Λονδίνῳ νέα ὁμόλογα μετὰ τοκογράφων λιρῶν, 1,200,000. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὑπέπεσεν εἰς παράλειψιν ἀπὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου 1879 μὴ ἐκτελέσασα τὸ μέρος τοῦτο τῆς συμβάσεως, καὶ φρονοῦμεν, ὅτι ἡ ἐκτέλεσίς του πρέπει νὰ προηγηθῇ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντος τοῦ ἀνατεθέντος εἰς τὸ Συμβούλιον τοῦ «νὰ ἐποπτεύῃ καὶ ἐκτελῇ τὴν ἀνταλλαγὴν καὶ μετατροπήν». Ὑπὸ τοιαύτην τοῦ ζητήματος ἔποψιν νομίζομεν, ὅτι τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσιν ὕπαρξιν ὡς σῶμα ἤθελον ἐνεργήσει ὑπὸ ἀτομικήν των εὐθύνην, ἐκδίδοντα ἀποδεικτικά, πιστοποιοῦντα, ὅτι οἱ κομισταὶ αὐτῶν δικαιοῦνται νὰ μετάσχωσι τῶν προτεινομένων νέων ὁμολόγων. 2. Ἐν τούτοις ἐν ἐλλείψει ἐκδόσεως ἀποδεικτικῶν νομίζομεν, ὅτι τὸ Συμβούλιον δύναται εὐθὺς καὶ προσηκόντως νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως κατὰ ἕνα μόνον τρόπον. Τὸ 6 ἄρθρον περιορίζει τὸ πλεονέκτημα τῆς προταθείσης διαῤῥυθμίσεως καὶ τὴν συμμετοχὴν ἐν τῇ μετατροπῇ, εἰς τὰς παλαιὰς ὁμολογίας καὶ τοκόγραφα «τὰ ἀνταλλαχθέντα ἢ προσφερθέντα πρὸς ἀνταλλαγὴν» ἐντὸς 12 μηνῶν ἀπὸ τῆς προσδιοριστέας κατὰ τ’ ἀνωτέρω ἡμέρας, γνωμοδοτοῦμεν δὲ ὅτι τὸ Συμβούλιον πρέπει νὰ λαμβάνῃ ἐκ τῶν κατόχων τῶν παλαιῶν ὁμολογιῶν, οἵτινες ἐπιθυμοῦσι νὰ μετάσχωσιν εἰς τὴν μετατροπήν, ἐγγράφους ἀποδείξεις, κατὰ τύπον ἐπιμελῶς συντεταγμένον καὶ τεθεωρημένον. Ἐὰν δὲ θεωρηθῇ ἀναγκαῖον ἵνα καὶ οἱ κομισταὶ προμηθευθῶσι διά τινος ἀποδεικτικοῦ, ἐκδοτέου ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου, ὅπερ (ἀποδεικτικὸν) νὰ θεωρῇ ἐκκρεμῆ τὴν πραγματικὴν παράδοσιν τῶν ὁριστικῶν ὁμολογιῶν, ἢ τῶν κλασματικῶν ἀποδεικτικῶν, νομίζομεν, ὅτι τοῦτο δύναται νὰ γίνῃ μόνον τῇ ἐγγράφῳ αἰτήσει τοῦ καταθέτου κομιστοῦ τῶν παλαιῶν ὁμολογιῶν, καὶ ὅτι ἡ ἀναφορὰ (applicatior) ἢ αἴτησις πρέπει νὰ περιέχηται εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦ κομιστοῦ. 3. Ὑποτιθεμένου ὅτι τὸ Συμβούλιον ἐνεργεῖ στενῶς ἐντὸς τοῦ σκοποῦ τῆς ἀποστολῆς του ἐκδίδον τὰ προταθέντα παρεμπίπτοντα ἀποδεικτικά, φρονοῦμεν ὅτι τὰ τοιαῦτα ἀποδεικτικὰ θέλουν χρησιμεύσει ὅπως δημιουργήσωσι νόμιμον ἀξίωσιν ὑπὲρ ἀθώου κομιστοῦ αὐτῶν, ἕνεκα νομίμου αἰτίας εἰς εἰδικὴν συμμετοχὴν νέων ὁμολογιῶν. Γνωμοδοτοῦμεν ὅτι τὸ Συμβούλιον ὀφείλει νὰ ἐκδώσῃ κανονισμὸν διὰ τὴν «ἐποπτείαν καὶ ἐκτέλεσιν» τῆς ἀνταλλαγῆς καὶ μετατροπῆς, τῆς προβλεπομένης ὑπὸ τῆς συμβάσεως, καὶ νὰ ὑποβάλῃ αὐτὸν πρὸς ἔγκρισιν εἰς τὸν ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο θέλει συντελέσει εἰς τὴν μείωσιν τῆς εὐθύνης του. Emanuel JM Wuderdoun 3 King Reuh Walk Temple Μαρτίου 26 1879 J. W. Snagge Neu Gourt, Temple Μαρτίου 25 1879. Στοιχ. βʹ. Ὑπόμνημα. Τὸ ἐπὶ τῆς διαῤῥυθμίσεως τῶν Ἑλληνικῶν δανείων τῶν 1824 καὶ 1825 Συμβούλιον πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ἐπιβεβλημένων αὐτῷ καθηκόντων προσεπάθησε μέχρι τοῦδε νὰ προτρέψῃ τοὺς κατόχους τῶν παλαιῶν ὁμολογιῶν καὶ τοκογράφων, ὅπως καταθέσωσιν αὐτὰ ἐπὶ ἀποδείξει βεβαιούσῃ τὴν τοιαύτην κατάθεσιν, διὰ ν’ ἀνταλλαχθῶσιν ἀκολούθως καὶ μετατραπῶσι. Ἡ δημοσία εἰδοποίησις περὶ τοῦ ὅτι τὸ Συμβούλιον εἶναι ἕτοιμον νὰ προβῇ εἰς τὸ ἔργον του μόνον μέχρι τούτου ἐν τῷ παρόντι, (δηλαδὴ τῆς παραδοχῆς τῶν παλαιῶν ὁμολογιῶν) εὐρέως ἐκυκλοφόρησε. Ἔκτοτε παρῆλθεν ὁλόκληρος μήν, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε κατετέθησαν παλαιὰ ὁμόλογα καὶ τοκόγραφα ὀνοματικῆς ἀξίας μόνον 128,000 λιρῶν, ἀντιπροσωπεύοντα νέα ὁμόλογα ὀνοματικῆς ἀξίας, λ. 27,000. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ παρέλευσις ἡμίσεος ἑκατονταετηρίδος, ἀφ’ ὅτου τὰ παλαιὰ ὁμόλογα ἦσαν ἐμπορεύσιμα, ὡς τίτλοι ἀποφέροντες τόκον ἐξωστράκισε πολλὰ ἐξ αὐτῶν μέχρι τῆς λήθης, εἰς τρόπον ὥστε οἱ ἐνεστῶτες κάτοχοι αὐτῶν εἰσιν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀμνήμονες ἢ ὀλίγωροι καὶ περὶ αὐτῆς τῆς ὑπάρξεώς των, κατὰ συνέπειαν δὲ ἀδρανεῖς εἰς τὴν προσαγωγὴν αὐτῶν. Μολαταῦτα μικρὰ δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία περὶ τοῦ ὅτι ἡ ἀληθὴς αἰτία τοῦ δυσαρέστου ἀποτελέσματος, ὅπερ μέχρι τοῦδε ἐπετεύχθη, κεῖται ἀλλαχοῦ, τὸ δὲ Συμβούλιον κατέβαλε πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως ἀνεύρῃ τὴν αἰτίαν ταύτην. Εἰς πολλοὺς τῶν κατόχων, δυναμένους νὰ χρησιμοποιήσωσι τὰ παλαιὰ ὁμόλογά των ὡς ἀσφάλειαν, ἤτοι ἐνέχυρον πρὸς λῆψιν χρημάτων, ἢ ἑτέρας ὁμοίας εὐκολίας, ἡ προσωρινὴ ἀνταλλαγὴ αὐτῶν ἐφ’ ἁπλῇ καταθέσεως ἀποδείξει παρουσιάζει δυσκολίαν. Τὸ τοιοῦτον ἀποδεικτικὸν δὲν παρέχει αὐτοῖς τὰς αὐτὰς εὐκολίας, τὰς ὁποίας παρέχουν οἱ παλαιοὶ τίτλοι. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τὸ 6 ἄρθρον τῆς συμβάσεως ὁ τόκος τῆς πρώτης ἑξαμηνίας ἀπόλλυται ὡς πρὸς μόνας τὰς παλαιὰς ὁμολογίας, αἵτινες δὲν ἤθελον κατατεθῆ πρὸ τῆς 15 Ἰουνίου, οὐδεὶς κάτοχος διακινδυνεύει τὴν θέσιν του, ἀναβάλλων τὴν κατάθεσιν μέχρι τότε. Ἡ σύμβασις δὲν ἐδύνατο νὰ περιέχῃ συντομωτέραν προθεσμίαν, διότι ὡς ἐκ τῆς φύσεως τῶν τοιούτων συμβιβασμῶν πρέπει νὰ παρέχηται τοῖς ὁμολογιούχοις χρονικόν τι διάστημα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου νὰ προσέλθωσιν. Ὁ λόγος ἐν τούτοις, ὅστις πιθανῶς ἀποτρέπει πλείστους ὁμολογιούχους ἀπὸ τοῦ νὰ καταθέσωσι τὰς ὁμολογίας των, εἶναι ἡ ἀμφιβολία τῶν ὡς πρὸς τὴν τελικὴν πραγματοποίησιν τῆς μετατροπῆς. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πολλοὶ φυσικῶς προτιμῶσι νὰ μένωσι κατὰ μέρος καὶ νὰ καραδοκῶσι διὰ νὰ προσχωρήσωσιν εἰς τὴν σύμβασιν ἐὰν ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐπιτυχία της· ἐὰν δὲ μή, νὰ μὴ συντελέσωσιν εἰς ματαίαν προσπάθειαν. Οὐδὲν ἕτερον πλὴν τῆς προσεγγίσεως τῆς 15 Ἰουνίου καὶ τοῦ κινδύνου τῆς ἀπωλείας τοῦ τόκου τῆς πρώτης ἑξαμηνίας δύναται νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν προσχώρησίν των εἰς τὴν μετατροπήν· καὶ ἐὰν ἀκόμη ἐπιμείνωσι μέχρι τοῦ χρόνου τούτου, θέλουσι μολαταῦτα προσέλθει. Ἀλλ’ ἀκριβῶς αὐτὸ εἶναι τὸ σημεῖον διὰ τὸ ὁποῖον ἀμφιβάλλουσι· διότι νομίζουσιν, ὅτι, κατὰ τὸ ἄρθρον 18 τῆς συμβάσεως, τὸ Συμβούλιον δέον νὰ προσπαθήσῃ νὰ ἐπιτύχῃ πρὸ τοῦ χρόνου τούτου ἀναγραφὴν ἐκ μέρους τοῦ Χρηματιστηρίου, καὶ μόνον τότε νὰ ἐκδώσῃ τὰς νέας ὁμολογίας. Ἐν ἀντιθέσει ὑπεβλήθη εἰς τὸ Συμβούλιον ἡ ἔκδοσις, ἀντὶ ἀποδεικτικῶν καταθέσεως, διαπραγματευσίμων ἀποδεικτικῶν ἀπέναντι τῶν κατατιθεμένων παλαιῶν τίτλων. Λαβὸν ὅμως τὸ Συμβούλιον ὑπ’ ὄψιν τὴν γνωμοδότησιν δικηγορικοῦ συμβουλίου, παρετήρησεν ὅτι τοῦτο δὲν δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ, διότι ἡ ἔκδοσις ἀποδεικτικῶν θέλει γεννήσει δικαίωμα ὑπὲρ τοῦ κομιστοῦ αὐτῶν ν’ ἀπαιτήσῃ νέας ὁμολογίας, ἢ ἅπαντα τὰ πλεονεκτήματα τὰ ἀνήκοντα αὐταῖς, τὸ δὲ Συμβούλιον μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοιούτων ἀποδεικτικῶν δὲν θὰ ἐδύνατο νὰ ἐπιστρέψῃ τοὺς παλαιοὺς τίτλους ἐν περιπτώσει ἀποτυχίας τῆς συμβάσεως. Ἐκ τῶν ἀνωτέρω δηλοῦται, ὅτι τὸ Συμβούλιον τίθεται εἰς δίλημμα, καὶ ὅτι ἅπασα ἡ ἐργασία τῆς μετατροπῆς κινδυνεύει ἕνεκεν τοῦ ὅρου, ὅστις φαίνεται ἐπιβαλλόμενος ὑπὸ τοῦ 18 ἄρθρου τῆς συμβάσεως, καὶ ὅστις καθιστᾷ οὕτω τὴν μετατροπὴν ἐξαρτωμένην ἐκ τῆς πρὸς ἀναγραφὴν τῶν ἑλληνικῶν χρεωγράφων ἀδείας τοῦ Χρηματιστηρίου. Τὸ ἄρθρον τοῦτο μετηνέχθη αὐτολεξεὶ ἐκ τῆς συμβάσεως τοῦ 1867, τῆς συμβάσεως ταύτης οὔσης τὸ ἀποτέλεσμα ὅλων τῶν προηγουμένων προσπαθειῶν, καὶ τυχούσης τῆς συνδρομῆς ὅλων τῶν μερῶν, τοῦ δὲ ὅρου τούτου θεωρηθέντος ἀναγκαίου ἐν Ἑλλάδι. Ἐρευνομένων τῶν περιστάσεων ὑφ’ ἃς ὁ εἰρημένος ὅρος διετυπώθη, ὁ κύριος Haslewud ἐμνημόνευσεν, ὅτι ὁ τότε ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐπεθύμει, διὰ νὰ ἔχῃ βεβαιότητά τινα περὶ τῆς ἐπιτυχίας τῆς συμβάσεως, νὰ ἐξασφαλισθῇ διὰ τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ Χρηματιστηρίου. Τὸ Συμβούλιον ἀναμφιβόλως ἤθελον εὑρεθῆ καὶ τότε εἰς τὸ αὐτὸ δίλημμα εἰς ὃ καὶ νῦν, ἐὰν ἡ σύμβασις τοῦ 1867 προέβαινεν εἰς ἐκτέλεσιν. Ἐπειδὴ σκοπὸς τῆς ἐνεστώσης συμβάσεως καὶ τοῦ κυρώσαντος αὐτὴν νόμου εἶναι ἡ πραγματοποίησις τῆς συμβάσεως καὶ ἡ ἀποκατάστασις τῆς Ἑλληνικῆς πίστεως, τὸ Συμβούλιον φρονεῖ ὅτι καθῆκόν του εἶναι, ἀναμφιβόλως δὲ καὶ ἐπιθυμία τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐνεργήσῃ κατά τε τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τῆς συμβάσεως. Πρὸς τοῦτο δὲ τὸ Συμβούλιον δέον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν πρὸς ὁδηγίαν του 1) τὸν χαρακτῆρα τῶν ὁμολογιούχων (καθ’ ὅσον συνῄνεσαν εἰς τὴν σύμβασιν)· 2) τὰ ἔθιμα τοῦ Χρηματιστηρίου, καὶ 3) τὰ ὑπάρχοντα προηγούμενα ὁμοίων μετατροπῶν, κυρωθεισῶν ὑφ’ ἑτέρων Κυβερνήσεων. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ἀρκετὰ ἤδη ὑπάρχουσι διδόμενα, ἀνάγκη δὲ μόνον νὰ προστεθῇ ὅτι, ἐπειδὴ οἱ Ὁλλανδοὶ ὁμολογιοῦχοι ἐξακολουθοῦσι τηροῦντες θέσιν ἐχθρικὴν κατὰ τῆς συμβάσεως, τὴν θέσιν αὐτῶν ἐνισχύει πᾶν κώλυμα εἰς τὴν ταχεῖαν πρόοδον τῆς μετατροπῆς. Ἀλλὰ τῆς μετατροπῆς ἀρξαμένης ἅπαξ μετὰ ζέσεως, οἱ Ὁλλανδοὶ θέλουσι προσχωρήσει. Οἱ Ἄγγλοι ὁμολογιοῦχοι δημοσίᾳ καὶ ὁμοθύμως ἐξέφρασαν τὴν ἐπιθυμίαν των τοῦ ν’ ἀνταλλάξωσι τὰς παλαιὰς ὁμολογίας των διὰ νέων, κατὰ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ πεισθῶσιν ὅπως δεχθῶσι προσωρινήν τινα καὶ μηδεμιᾶς ἀξίας ἀπόδειξιν παραλαβῆς ἀντὶ τῆς καταθέσεως πραγματικῶν, καί τοι μὴ προσοδοφόρων, παλαιῶν ὁμολογιῶν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ Χρηματιστήριον, τὸ Συμβούλιον ἤλπισεν ὅτι, ἔχον συλλελεγμένον, καθ’ ὃν ἠκολούθησε τρόπον, ἱκανὸν ποσὸν καί τοι πιθανῶς οὐχὶ τὸ πλέον τοῦ ἡμίσεος τῶν ὑπαρχόντων τίτλων, καὶ ἔχον εἰς χεῖρας σχέδιον τῶν νέων ὁμολογιῶν καὶ ἀπόδειξιν, ὅτι τὰ ἔξοδα τὰ διατεθέντα ἤρξαντο ἤδη νὰ εἰσπράττωνται διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν νέων ὁμολογιῶν, ἐδύνατο τότε νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὸ Χρηματιστήριον καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναγραφὴν τῶν νέων ὁμολογιῶν. Ἀλλὰ τὸ πρῶτον μέρος τοῦ προγράμματος τούτου ἀτυχῶς ἀπέτυχε διὰ τοὺς ἀνωτέρω ἐκτεθέντας λόγους. Μετὰ τὰς πρώτας συλλεχθείσας 80,000 λίρας, αἵτινες προσήχθησαν ὁρμητικῶς, ἡ ἡμερησία κατάθεσις παλαιῶν ὁμολογιῶν ἔφθασεν εἰς μικρὰν ποσότητα. Μετὰ τοσοῦτον μικρᾶς ποσότητος ἐν χερσὶν θὰ ἦτο ὀλέθριον νὰ ζητηθῇ παρὰ τοῦ Χρηματιστηρίου ἡ ἀναγραφή. Ἐπειδὴ ἐν τούτοις ἡ ὀπισθοχώρησις τῶν Ἄγγλων ὁμολογιούχων δὲν εἶναι βάσιμος (radical), ἀλλὰ τῆς διαδικασίας (of procedure), ἐὰν τὸ Συμβούλιον ἐξουσιοδοτεῖτο νὰ προσφέρῃ αὐτοῖς ἀμέσως νέας ὁμολογίας εἰς ἀνταλλαγὴν τῶν παλαιῶν ὁμολογιῶν καὶ τοκογράφων, τὸ ὑπὲρ τῆς μετατροπῆς ῥεῦμα ἤθελεν εἶσθαι ὁρμητικόν, καὶ πρὸ τῆς 15 Ἰουνίου τὸ ὅλον τῶν ὑπὸ τῶν Ἄγγλων κατεχόμενον καὶ πιθανῶς μέγα μέρος τῶν ὑπὸ Ὁλλανδῶν ἤθελε πράγματι παρουσιασθῆ καὶ μετατραπῆ. Πῶς ἤθελε τότε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐμφανισθῆ ἐνώπιον τοῦ Χρηματιστηρίου καὶ τῶν κατόχων τῶν χρεωγράφων της; Τοῦτο ἄγει ἡμᾶς εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ τρίτου ἀντικειμένου· τὰ προηγούμενα ἑτέρων Κυβερνήσεων, εὑρεθεισῶν ἐν τῇ αὐτῇ θέσει. Ἀληθῶς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ πράξῃ τι πλέον τοῦ ὅ,τι ἔπραξαν ἡ Αὐστριακὴ Αὐτοκρατορία, ἡ Πορτογαλλία καὶ ἡ Ἱσπανία. Εἰς ὅλας ταύτας τὰς περιπτώσεις ἐθεωρήθη ἐν ταὐτῷ ἀνάρμοστον καὶ ἀσυμβίβαστον πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν Κράτους αὐτονόμου, τὸ νὰ θέσῃ τὴν οἰκονομικήν του πίστιν εἰς τὴν διάκρισιν ἑνὸς ἰδιωτικοῦ σωματείου, ὁποῖον εἶναι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ ἐν Λονδίνῳ Χρηματιστηρίου. Αἱ Κυβερνήσεις αὗται προέβησαν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοιούτων συμβιβασμῶν καθ’ ὃν τρόπον συνεφώνησαν μετὰ τῶν πιστωτῶν των καὶ ἀφῆκαν τὰ συνεπῆ διαβήματα ὡς πρὸς τὴν ἀναγραφὴν κλπ. εἰς τοὺς ἰδίους ὁμολογιούχους, τῶν ὁποίων τὰ συμφέροντα, ὡς ἐξ αὐτοῦ τοῦ γεγονότος τοῦ νὰ κέκτηνται κυβερνητικὰ χρεώγραφα, συνεδέθησαν καὶ ἐταυτίσθησαν πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς Κυβερνήσεως καθ’ ὅσον ἀπέβλεπε τὴν ὑπὸ τοῦ Χρηματιστηρίου ἀναγραφήν. Τῇ ἀληθείᾳ, ὅπως ἀποδοθῇ δικαιοσύνη εἰς τὸ Χρηματιστήριον, ἡ ἐπιτροπὴ αὐτοῦ δὲν δύναται συμφώνως πρὸς τὴν ἰσχύουσαν πρακτικὴν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀναγραφὴν χρεωγράφων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι πράγματι εἰς κυκλοφορίαν. Μόνον δὲ ὅταν τοιαῦτα χρεώγραφα εὑρίσκονται εἰς χεῖρας τῶν δικαιουμένων νὰ κατέχωσιν αὐτὰ δυνάμει τοῦ γενομένου συμβιβασμοῦ, αὐτοὶ οὗτοι οἱ ὁμολογιοῦχοι, τῶν ὁποίων πολλοί εἰσι μέλη τοῦ Χρηματιστηρίου, δικαιοῦνται ν’ ἀπαιτήσωσι καὶ ἐπιτύχωσι τὴν ἀναγραφὴν, ἡ δὲ Βασιλικὴ Κυβέρνησις, δίδουσα πᾶσαν ἀπόδειξιν τῆς ὑψηλῆς χρηστότητος καὶ ἄκρας τιμιότητος διὰ τῆς ἀκριβοῦς πληρωμῆς τῶν τόκων καὶ τοῦ συμφωνηθέντος χρεωλυτικοῦ κεφαλαίου, συμφώνως πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις της, δὲν θέλει ἔχει ἀνάγκην νὰ ὑποβάλῃ τοὺς συμβιβασμούς της εἰς τὴν διαιτησίαν ἰδιωτικοῦ σωματείου, κάμνουσα οὕτως ἵνα ἡ ἐνέργεια αὐτῆς πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων τούτων ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἐνεργείας τοῦ σωματείου τούτου. Τὸ Χρηματιστήριον δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἀναγραφὴν χρεωγράφων, ὧν οἱ τόκοι πληρόνονται ἀκριβῶς καὶ τὰ ὁποῖα κατέχονται ὑπὸ μεγάλου τμήματος τῶν μελῶν του. Ἀλλ’ ἐξαρτῶσα τὴν μετατροπὴν ἐκ τῆς προκαταβολικῆς συναινέσεως τοῦ Χρηματιστηρίου, ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλλει τὰς πράξεις της εἰς τὴν κρίσιν σωματείου, ὅπερ κατὰ τὰ ἔθιμά του δὲν δύναται νὰ προδικάσῃ ὑπόθεσίν τινα, οὔτε ν’ ἀποῤῥίψῃ αὐτὴν, διότι πλήρη τὰ πλεονεκτήματα θὰ προκύψωσιν ἐκ τῆς ἐπιτυχοῦς μετατροπῆς. Τὸ Συμβούλιον ἐξετάσαν μετὰ πολλῆς ἐπιμελείας καὶ περισκέψεως τὸ ὅλον ζήτημα, ὅπως ἀμερολήπτως ἐξετέθη, καὶ ἐπιθυμοῦν διακαῶς τὴν εὐόδωσιν ἐπιχειρήσεως τοσοῦτον ὠφελίμου εἰς τὰ ὕψιστα τῆς Ἑλλάδος συμφέροντα, τολμᾷ νὰ προτείνῃ τὸν ἑπόμενον τρόπον, ὅστις εἶναι ἐντελῶς σύμφωνος πρὸς τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τῆς συμβάσεως καὶ ὅστις ἀληθῶς φαίνεται νὰ ᾖναι ὁ μόνος τρόπος πρὸς πραγματοποίησιν τῶν διατάξεών της, τῶν κυρωθεισῶν διὰ τοῦ νόμου. Τὸ ἄρθρον 18 εἶναι πρόνοια, ἥτις φαίνεται ἀφορῶσα εἰς τὴν ἀναγραφὴν, καθ’ ὅσον μόνον ἐπηρεάζει αὕτη τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Ἑπομένως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔχει πλῆρες δικαίωμα, κατὰ πᾶσαν νομικὴν ἑρμηνείαν, νὰ παραιτηθῇ, νὰ τροποποιήσῃ ἢ ν’ ἀναβάλῃ πᾶν πλεονέκτημα προκύπτον ἐξ αὐτῆς. Ἀπαιτεῖται ὅμως, ἵνα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπευθύνῃ πρὸς τὸ Συμβούλιον δήλωσιν, κατὰ τὸ συνημμένον σχέδιον, ἥτις δήλωσις, ἑρμηνεύουσα τὸ ἄρθρον, ἁπλῶς μόνον ἀναβάλλει τὸ ζήτημα τῆς ἀναγραφῆς καὶ ἐξουσιοδοτεῖ τὸ Συμβούλιον νὰ προβῇ εἰς τὴν μετατροπὴν τῶν παλαιῶν διὰ νέων χρεωγράφων. Ὑπολογίζεται ὅτι τὰ νέα χρεώγραφα θέλουν εἶσθαι ἕτοιμα ἐντὸς δεκαπέντε ἡμερῶν, ἀπαιτοῦνται προσέτι τρεῖς ἑβδομάδες διὰ νὰ ἀποσταλῶσι ταῦτα εἰς Ἀθήνας ὅπως ὑπογραφῶσιν ὑπὸ τῆς Α. Ε. τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ νὰ ἐπιστραφῶσι. Ἑπομένως ἀπὸ τῆς 15 Μαΐου ἡ πραγματικὴ μετατροπὴ δύναται ν’ ἀρχίσῃ καὶ ἡ εἰς τὸ Χρηματιστήριον ἀναγραφὴ ν’ ἀκολουθήσῃ, λίαν πιθανῶς, πρὶν ἢ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ συνέλθῃ ἐκ νέου, ὅτε λίαν πιθανῶς ν’ ἀναγγελθῇ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ πίστις καθ’ ὁλοκληρίαν ἀπεκατέστη. Ἐν τούτοις εἶναι οὐσιῶδες ἵνα ἡ δήλωσις περὶ ἧς ὁ λόγος ἀποσταλῇ εἰς τὸ Συμβούλιον διὰ τῆς πρώτης δυνατῆς εὐκαιρίας — διὰ τοῦ ἐπιστρέφοντος ταχυδρομείου εἰ δυνατὸν — εἰς τρόπον ὥστε ν’ ἀποτραπῇ πᾶς κίνδυνος δεινώσεως τῆς ἐνεστώσης κρισίμου θέσεως. (Ὑπογεγραμμένος) E. P. WOUVERIE Πρόεδρος 17. Mourgate Street, London E. Ι. 4 Ἀπριλίου 1879. Στοιχ. γʹ. Α. Ἐξοχότητα τὸν Κύριον Δηλιγιάννην. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ φέρω εἰς γνῶσιν ὑμῶν, ὅτι ὁ γραμματεὺς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Χρηματιστηρίου μᾶς διεύθυνε ἐπιστολὴν δι’ ἧς δηλοῖ ὅτι αἱ νέαι ὁμολογίαι εἰσὶν ἐν τάξει καὶ θέλουσιν ἐξοφληθῆ κατὰ (μία λέξις δυσανάγνωστος), τοῦτο ἀνοίγει πράγματι τὸ Χρηματιστήριον εἰς τὰ Ἑλληνικὰ δάνεια, ἅπερ ἤθελον ἐν αὐτῷ παρουσιασθῆ, καὶ ἱκανοποιεῖ τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ ἄρθρου 18. Ἑπομένως δέον νὰ ἐπισπεύσωμεν τὴν μετατροπήν. Δι’ ἀτμοπλοίου Μασσαλίας, ἀφικνουμένου εἰς Πειραιᾶ σήμερον, ἀπεστείλαμεν τὴν πρώτην σειρὰν τῶν ὁμολογιῶν· εὐαρεστηθῆτε νὰ τὰς ἐπιστρέψητε τὸ ταχύτερον ὑπογεγραμμένας παρὰ τῆς Ὑμ. Ἐξοχότητος.
ΓΕΝΝΑΔΙΟΣ.
Στοιχ. δʹ. Αὐτοῦ ἐξοχότητα Κύριον Δηλιγιάννην Ἀθήνας. Χθὲς ἐνεφανίσθημεν εἰς τὸ Χρηματιστήριον, ὅπερ ἐδήλωσεν ὅτι, ἐπειδὴ τὸ ἄρθρον 18 τῆς συμβάσεως ὑποβάλλει τὴν μετατροπὴν εἰς μέρισμα ἐπίσημον, παραδεχθησόμενον ὑπὸ τοῦ Χρηματιστηρίου, τὸ Συμβούλιον ἀποποιεῖται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησιν ταύτην ὡς πρὸς τὴν προθεσμίαν τοῦ μερίσματος, καθόσον τὸ Χρηματιστήριον δὲν ἀποφαίνεται ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος οὔτε στηρίζει τὴν μνημονευθεῖσαν ἀπόφασιν ἐπὶ τῆς Ὁλλανδικῆς ἀντιστάσεως, οὔτε ἐπὶ ἄλλης τινὸς ἀντιῤῥήσεως, ἀλλὰ ἐπὶ τῆς ἀποστροφῆς τοῦ νὰ ἴδῃ ἑαυτὸ οἱονεὶ ὑποχρεούμενον δι’ ἑνὸς ὁριστικοῦ ἄρθρου. Τὸ Συμβούλιον συνιστᾷ θερμῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐπιμένῃ ἐπὶ τῆς βʹ. παραγράφου τοῦ 18 ἄρθρου, ἀλλὰ νὰ μᾶς ἐξουσιοδοτήσῃ νὰ παραδώσωμεν τὰς νέας ὁμολογίας, διατάσσουσα τὴν ἄμεσον παράδοσιν πρὸς Τράπεζάν τινα ἐν Λονδίνῳ τῶν ποσῶν, ἅτινά εἰσιν ἤδη παρακατατεθειμένα ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ διὰ τὸ πρῶτον τοκομερίδιον. Ἐπειδὴ οἱ Ὁλλανδοὶ ἐστήριξαν τὴν αὐτῶν ἀντίστασιν, κυρίως ἐπὶ ἐπελθόντος ἐνδεχομένου, τοῦτο ἤθελε τοῖς παρέξει νέους ἰσχυρισμοὺς, ἐὰν ἐπιμείνωμεν εἰς ἓν ἄρθρον, ὅπερ διὰ δύω προηγουμένων ἐκθέσεων ἡμῶν ἀρκούντως ἀπεδείξαμεν ὡς ἀνεφάρμοστον καὶ ἐπιζήμιον· ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὸ νὰ ἀφήσωμεν νὰ ὑπερισχύσῃ ἤδη μία ἀντίστασις τεχνικὴ ἢ τὸ ν’ ἀναβάλωμεν ἐπὶ πλέον τὴν μετατροπὴν θὰ ἦτο τὸ αὐτὸ ὡς νὰ καταστρέψωμεν διὰ παντὸς τὴν Ἑλληνικὴν πίστιν.
ΓΟΥΒΕΡΗ
ΓΕΝΝΑΔΙΟΣ
ΒΑΛΙΕΡΗΣ
ΧΑΣΛΕΒΟΥΔ.
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΙΣ
Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 22 Αὐγούστου ε. ε. Β. Διατάγματος περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ περὶ δανείου τῶν 60,000,000 φράγκων νόμου τῆς 3–4 Ἰανουαρίου 1879. Πρὸς τὴν Βουλήν. Κύριοι, Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ προτείνω τὸ ἐγκλειόμενον νομοσχέδιον, δι’ οὗ κυροῦται τὸ ἀπὸ 22 Αὐγούστου ε.ε. Β. Διάταγμα περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ περὶ δανείου τῶν 60,000,000 φράγκων νόμου τῆς 3–4 Ἰανουαρίου 1879, καὶ περὶ διαθέσεως ἐκ τῶν εἰσπραχθέντων ἐκ τοῦ εἰρημένου δανείου χρημάτων ποσοῦ ἐκ δραχμῶν τριῶν ἑκατομμυρίων πρὸς πληρωμὴν ἐξόδων, ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ ἔτους 1879. Ἡ Βουλὴ θέλει εὐαρεστηθῆ νὰ πληροφορηθῇ ἐκ τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος Β. Διατάγματος καὶ τῆς μετ’ αὐτοῦ συνεισαγομένης πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τοὺς λόγους, οἵτινες κατέστησαν ἀναπόφευκτον τὸ εἰρημένον μέτρον. Κατὰ δὲ τὴν συζήτησιν θέλω σπεύσει νὰ χορηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ πᾶσαν ἄλλην κριθησομένην παρ’ αὐτῆς ἀναγκαίαν πληροφορίαν. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιψηφίσῃ τὸ εἰσαγόμενον νομοσχέδιον. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 6 Δεκεμβρίου 1879. Ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς
Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος
Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ.
ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ
Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 22 Αὐγούστου ε. ε. Β. Διατάγματος περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ περὶ δανείου τῶν 60,000,000 φράγκων νόμου τῆς 3–4 Ἰανουαρίου 1879. Ἄρθρον μόνον. Κυροῦται τὸ ἀπὸ 22 Αὐγούστου ε. ε. Βασ. Διάταγμα περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ περὶ δανείου τῶν 60,000,000 φράγκων νόμου τῆς 3–4 Ἰανουαρίου 1879 καὶ περὶ διαθέσεως ἐκ τῶν εἰσπραχθέντων ἐκ τοῦ εἰρημένου δανείου χρημάτων ποσοῦ ἐκ τριῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν πρὸς πληρωμὴν ἐξόδων τοῦ Κράτους, ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ ἔτους 1879. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 6 Δεκεμβρίου 1879. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος
Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Αʹ
ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.
Λαβόντες ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀπὸ 11 Αὐγούστου ε. ε. πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐπὶ τῇ προτάσει αὐτοῦ, ἀποφασίζομεν καὶ διατάσσομεν: ά.) Ἐπιτρέπομεν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπὸ τοῦδε ἐκτέλεσιν τοῦ εἰσαχθέντος μὲν εἰς τὴν Βουλὴν μὴ ψηφισθέντος δὲ παρ’ αὐτῆς μέχρι τῆς 14 Ἰουλίου, καθ’ ἣν ἐκηρύχθη ἡ λῆξις τῆς τελευταίας ἐκτάκτου συνόδου, νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ περὶ δανείου τῶν 60,000,000 φράγκων νόμου τῆς 3–4 Ἰανουαρίου ε. ε. ὡς ἂν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶχεν ἐπιψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, κυρωθῇ δὲ παρ’ Ἡμῶν καὶ ἐκδοθῇ ὡς νόμος τοῦ Κράτους. Ἐντελλόμεθα δὲ ἵνα τὸ κατὰ τὸ εἰρημένον νομοσχέδιον διατεθησόμενον ἐκ τῶν εἰσπραχθέντων ἐκ τοῦ περὶ οὗ εἴρηται δανείου χρημάτων εἰς τὰς διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ 1879 ἀναγραφείσας ἀνάγκας τοῦ Κράτους περιορισθῇ ἀπὸ ἓξ ἑκατομμύρια εἰς τρία ἑκατομμύρια δραχμῶν· βʹ.) Ἐντελλόμεθα δὲ τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, ἅμα τῆς Βουλῆς καταρτισθησομένης ἐν τῇ πρώτῃ συνόδῳ τῆς προσεχοῦς Βουλευτικῆς περιόδου, νὰ εἰσαγάγῃ εἰς αὐτὴν τότε παρὸν Ἡμέτερον Διάταγμα, καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὁποίου ἡ διάταξις θέλει τεθῆ ἐν ἰσχύϊ ἀπὸ τοῦδε, καὶ νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τὴν κύρωσιν αὐτῶν. Εἰς τὸ Ἡμέτερον Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀνατίθεται ἡ ἐκτέλεσις τοῦ παρόντος. Ἐν Τατοΐῳ, τῇ 22 Αὐγούστου 1879.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ.
Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ, Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ, Α. Δ.
ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ, Β. ΒΑΛΤΙΝΟΣ, Π. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ.
Συνεδρίασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατὰ τὴν 11 Αὐγούστου 1879. Λαβὸν ὑπ’ ὄψιν αʹ) τὴν ἀπὸ 31 Ἰουλίου ε. ε. ἔκθεσιν τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ περὶ τῆς ἀνάγκης, ἥτις καθιστᾷ ἀναπόφευκτον νὰ προβῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ κατὰ τὴν 5 Ἰουλίου εἰσαχθέντος εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ ἀπὸ 3–4 Ἰανουαρίου ε. ε. νόμου περὶ δανείου τῶν 60,000,000 φράγκων, ὡς ἂν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶχεν ἐπιψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθῆ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ ἐκδοθῆ ὡς νόμος τοῦ Κράτους, περιοριζομένου ὅμως τοῦ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προσδιορισθέντος ποσοῦ ἀπὸ ἓξ εἰς τρία ἑκατομμύρια δραχμῶν· βʹ.) τὸ κείμενον τοῦ εἰρημένου νομοσχεδίου, περιλαμβανόμενον ἐν ἑνὶ μόνῳ ἄρθρῳ. Σκεφθὲν, ὅτι δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ συζητηθῇ καὶ ἐπιψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὸ εἰρημένον νομοσχέδιον, ἐπελθούσης τῆς λήξεως τῆς ἐκτάκτου Συνόδου κατὰ τὴν 14 Ἰουλίου ε. ε. ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἄνευ βλάβης τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους καὶ ἄνευ ζημίας τοῦ δημοσίου ταμείου νὰ ἀναβληθῇ ἡ πληρωμὴ τῶν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ τρέχοντος ἔτους ἀναγεγραμμένων δαπανῶν μέχρις οὗ συνέλθῃ ἡ προσεχὴς Σύνοδος τῆς Βουλῆς. Ἐνέκρινεν ἵνα τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ζητήσῃ παρὰ τῆς Α. Μεγαλειότητος τὴν ἄδειαν νὰ προβῇ ὑπὸ ἰδίαν αὑτοῦ εὐθύνην εἰς τὴν ἀπὸ τοῦδε ἐκτέλεσιν τοῦ περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ περὶ δανείου τῶν 60,000,000 φράγκων νόμου τῆς 3–4 Ἰανουαρίου 1879 εἰσαχθέντος εἰς τὴν Βουλὴν ἀλλὰ μὴ ψηφισθέντος ὑπ’ αὐτῆς νομοσχεδίου, ὡς ἂν τοῦτο εἶχεν ἐπιψηφισθῆ ὑπ’ αὐτῆς καὶ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως κυρωθῆ καὶ ἐκδοθῆ ὡς νόμος τοῦ Κράτους, ἐπὶ μόνῃ τῇ διαφορᾷ ὅτι τὸ ἐν τῷ εἰρημένῳ νομοσχεδίῳ προσδιοριζόμενον ποσὸν τῶν ἓξ ἑκατομμυρίων δραχμῶν θέλει περιορισθῆ εἰς τρία ἑκατομμύρια· νὰ εἰσαγάγῃ δὲ, ἅμα τῆς Βουλῆς συνελευσομένης, κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς νέας βουλευτικῆς Περιόδου, τό τε Β. Διάταγμα, δι’ οὗ θέλει ἐπιτραπῆ ἀπὸ τοῦδε ἡ ἐκτέλεσις τῆς διατάξεως τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὁποίου ἡ διάταξις θέλει τεθῆ ἀπὸ τοῦδε ἐν ἰσχύϊ, καὶ ζητήσῃ παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τὴν κύρωσιν τῆς πράξεως ταύτης. Τῆς περὶ τούτου Βασιλικῆς ἀδείας δοθείσης, ἀπόκειται εἰς τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐν ᾗ κατὰ τὸν περὶ δανείου νόμον κατατίθενται τὰ ἐξ αὐτοῦ εἰσπραττόμενα χρήματα, καὶ παραλαβὼν εἰσαγάγῃ εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον καὶ τὰ ἄλλα Ταμεῖα τοῦ Κράτους τὸ ποσὸν τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε εἰσπραχθέντων καὶ εἰσπραχθησομένων ἐκ τοῦ δανείου χρημάτων, καὶ ἐπιτρέψῃ τὴν διάθεσιν τῶν τριῶν τούτων ἑκατομμυρίων πρὸς πλήρωσιν τῶν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτετραμμένων ἐξόδων.
Ὁ Πρόεδρος
Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ
Τὰ μέλη
ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ, Α. Δ. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ,
Β. ΒΑΛΤΙΝΟΣ, Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ.
ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΙΣ
Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ περὶ δανείου τῶν ἑξήκοντα ἑκατομμυρίων φράγκων νόμου τῆς 3–4 Ἰανουαρίου ε. ε. Πρὸς τὴν Βουλήν· Κύριοι! Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ προτείνω τὸ ἐγκλειόμενον νομοσχέδιον, δι’ οὗ κυροῦται τὸ ἀπὸ 16 Ὀκτωβρίου ε. ε. Βασιλικὸν διάταγμα περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ περὶ δανείου τῶν ἑξήκοντα ἑκατομμυρίων φράγκων νόμου τῆς 3–4 Ἰανουαρίου ε. ε. περὶ διαθέσεως δύω ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἐκ τῶν εἰσπραχθέντων χρημάτων τοῦ αὐτοῦ δανείου πρὸς ἐξαγορὰν ἐντόκων γραμματίων καὶ περὶ περιορισμοῦ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων ἀπὸ δέκα καὶ τεσσάρων ἑκατομμυρίων δραχμῶν εἰς δώδεκα μόνον ἑκατομμύρια. Τὸ συνημμένον Βασιλικὸν διάταγμα καὶ ἡ μετ’ αὐτοῦ συνεισαγομένη πρᾶξις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐκτιθέασι τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐκρίθη ὑπὸ τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου ταμείου ὑπαγορευομένη ἡ ὑπὸ τοὺς εἰρημένους ὅρους καὶ πρὸς τὸν ἐκτεθέντα σκοπὸν τροποποίησις τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ περὶ δανείων νόμου. Κατὰ δὲ τὴν συζήτησιν θέλω δώσει εἰς τὴν Βουλὴν πᾶσαν ζητηθησομένην παρ’ αὐτῆς πληροφορίαν. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιψηφίσῃ τὸ εἰσαγόμενον νομοσχέδιον. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 6 Δεκεμβρίου 1879. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος
Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ.
ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ
Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ περὶ δανείου τῶν ἑξήκοντα ἑκατομμυρίων φράγκων νόμου τῆς 3–4 Ἰανουαρίου 1879 περὶ διαθέσεως δύω ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἐκ τῶν εἰσπραχθέντων χρημάτων τοῦ αὐτοῦ δανείου πρὸς ἐξαγορὰν ἐντόκων γραμματίων καὶ περὶ περιορισμοῦ αὐτῶν εἰς δώδεκα μόνον ἑκατομμύρια. Ἄρθρον μόνον. Κυροῦται τὸ ἀπὸ 16 Ὀκτωβρίου ε. ε. Βασιλικὸν Διάταγμα περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ ἀπὸ 3–4 Ἰανουαρίου 1879 περὶ δανείου τῶν ἑξήκοντα ἑκατομμυρίων φράγκων νόμου περὶ διαθέσεως δύω ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἐκ τῶν εἰσπραχθέντων χρημάτων τοῦ εἰρημένου δανείου πρὸς ἐξαγορὰν ἐντόκων γραμματίων καὶ περὶ περιορισμοῦ τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ ἐντόκων γραμματίων ἀπὸ δέκα καὶ τεσσάρων ἑκατομμυρίων δραχμῶν εἰς δώδεκα μόνον ἑκατομμύρια. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 6 Δεκεμβρίου 1879. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
Βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος
Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Α
ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.
Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν αʹ) τὸ ὑπὸ τοῦ Ἡμετέρου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ προταθὲν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς ληξάσης βουλευτικῆς περιόδου, μὴ ψηφισθὲν δ’ ὑπ’ αὐτῆς μέχρι τῆς 14 Ἰουλίου, καθ’ ἣν ἐκηρύχθη ἡ λῆξις τῆς εἰρημένης Συνόδου, νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ περὶ δανείου τῶν ἑξήκοντα ἑκατομμυρίων φράγκων νόμου τῆς 3–4 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. βʹ) τὸ ἀπὸ 22 παρελθόντος Αὐγούστου Ἡμέτερον Διάταγμα, δι’ οὗ, ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐπιτρέψαμεν εἰς αὐτὸ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ εἰρημένου νομοσχεδίου, ὡς ἂν εἶχεν ἐπιψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, κυρωθῆ δὲ παρ’ Ἡμῶν καὶ ἐκδοθῆ ὡς νόμος τοῦ Κράτους, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως τοῦ περιορισμοῦ εἰς τρία μόνα ἑκατομμύρια δραχμῶν τοῦ ποσοῦ τῶν ἓξ ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ εἰρημένον νομοσχέδιον εἶχε προταθῆ νὰ διατεθῶσιν εἰς τὰς διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους ἀναγεγραμμένας ἀνάγκας ἐκ τῶν εἰσπραχθέντων χρημάτων ἐκ τοῦ δανείου τῶν ἑξήκοντα ἑκατομμυρίων· γʹ) τὴν ἀπὸ 12 μεσοῦντος μηνὸς πρᾶξιν τοῦ Ἡμετέρου Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀποφασίζομεν καὶ διατάσσομεν: Αʹ.) Πλὴν τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν, τῶν ὁποίων ἡ διάθεσις ἐκ τῶν εἰσπραχθέντων χρημάτων ἐκ τοῦ δανείου τῶν ἑξήκοντα ἑκατομμυρίων φράγκων ἐπετράπη διὰ τοῦ ἀνωτέρω μνημονευθέντος ἀπὸ 22 παρελθόντος Αὐγούστου Ἡμετέρου Διατάγματος πρὸς πληρωμὴν ἐξόδων ἀναγεγραμμένων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ τρέχοντος ἔτους 1879, ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ διαθέσῃ ἐκ τῶν αὐτῶν χρημάτων δύω ἄλλα ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἀλλὰ μόνον εἰς ἐξαγορὰν ἐντόκων γραμματίων τοῦ δημοσίου ταμείου· Βʹ.) Ἑπομένως τὸ κατὰ τὸν νόμον ΨΛΑʹ. τῆς 7 Δεκεμβρίου 1878 ἀναβιβασθὲν εἰς δέκα καὶ τέσσαρα ἑκατομμύρια δραχμῶν ποσὸν τῶν ἐντόκων γραμματίων τοῦ δημοσίου ταμείου θέλει περιορισθῆ εἰς δώδεκα μόνον ἑκατομμύρια· Γʹ.) Τὸ παρὸν Διάταγμα, ἐκδιδόμενον καὶ τοῦτο, ὡς τὸ ἀπὸ 22 Αὐγούστου ἐ. ἔ. προμνημονευθὲν, ἐπὶ τῇ βάσει νομοσχεδίου, προταθέντος μὲν εἰς τὴν Βουλὴν, μὴ ψηφισθέντος δὲ παρ’ αὐτῆς μέχρι τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ἐκυρήχθη ἡ λῆξις τῆς παρελθούσης ἐκτάκτου συνόδου, ἑπομένως μὴ περιβληθέντος τὸ κῦρος καὶ τὴν ἰσχὺν νόμου, θέλει εἰσαχθῆ ὑπὸ τοῦ Ἡμετέρου Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἰς τὴν Βουλὴν, ἅμα καταρτισθησομένην κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον τῆς ἀρχομένης βουλευτικῆς περιόδου, ὅπως ζητηθῇ παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ ἡ κύρωσις αὐτοῦ. Εἰς τὸ Ἡμέτερον Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀνατίθεται ἡ ἐκτέλεσις τοῦ παρόντος. Ἐν Τατοΐῳ, τῇ 16 Ὀκτωβρίου 1879.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ.
Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ, ΘΕΟΔ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ, Β. ΒΑΛ-
ΤΙΝΟΣ, Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ, Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ.
Συνεδρίασις ΜΓ. Πρᾶξις 128. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 12 Ὀκτωβρίου 1879. Συνεζητήθη ἂν ὁ ἐπὶ τῶν ὁμολογιῶν τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 ἐκτυπωθησόμενος πίναξ χρεωλυτικὸς πρέπει νὰ συνταχθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διατεθεισῶν μέχρι τοῦδε 96000 μετοχῶν, ἢ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὅλου τῶν 120000 μετοχῶν, εἰς ἃς τὸ δάνειον διῃρέθη διὰ τοῦ νόμου καὶ τῆς συμβάσεως. Τὸ Συμβούλιον ἐνέκρινε ἵνα ἐπιτραπῇ ὅπως ὁ περὶ οὗ πρόκειται χρεωλυτικὸς πίναξ συνταχθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν 120,000 ὁμολογιῶν, παρουσιαζομένου τοῦ δημοσίου, ἐν ὅσῳ αἱ 24000 μετοχαὶ ὑπάρχουσιν ἀδιάθετοι, ὡς δανειστοῦ τοῦ ποσοῦ τούτου καὶ μετέχοντος τῶν τυχηρῶν ἀποτελεσμάτων τῶν μέχρι τοῦ χρόνου ἐκείνου ἐνεργουμένων κληρώσεων. Ἐνεκρίθη νὰ ὑποβληθῇ σχέδιον Β. Διατάγματος, δι’ οὗ νὰ ἐπιτραπῇ ἡ διάθεσις δύω ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἐκ τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου, διὰ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ νόμου περὶ δανείου, πρὸς ἐξαγορὰν ἐντόκων γραμματίων. Τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον
Ὁ Πρόεδρος
Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ
Τὰ μέλη Θεοδ. Π. Δηλιγιάννης, Βλ. Βαλτινός, Α. Δ. Αὐγερινὸς, Γ. Μπούμπουλης. Διὰ τὴν ἀντιγραφὴν Ἐν Ἀθήναις αὐθημερὸν
Ὁ Πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου
Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ.
§3ΒΑΛΤΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Εἶναι ὅλως ἄχαρις ἡ ἀφορμὴ ἡ ὁποία μὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα, ἤ, κάλλιον εἰπεῖν, ἀηδὴς, δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον· εἶμαι ὅμως ἠναγκασμένος νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ χάριν τοῦ Βουλευτοῦ Μεσολογγίου κ. Τρικούπη, ὁ ὁποῖος εἰς τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἔθετο ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ εἰς αὐτὴν ἐμπιστοσύνην, ἠθέλησε ν’ ἀναμίξῃ καὶ τὴν πρόσκλησίν μου εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος, ἔθετο δὲ τὸ ζήτημα καθαρῶς, ὀνομάζων με ἀρχηγὸν τῶν μπασιμπουζούκων. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν, ὅταν τελευταῖον ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος ὁ κ. Τρικούπης, ἐπὶ μίαν νομίζω ἡμέραν, ἐὰν ἡ τότε ἀντιπολίτευσις τὸν ἠρώτησεν, ἂν ἠρνήθησαν τὰς ἀρχάς των οἱ αὐτοῦ συνάδελφοι, ὁ κ. Καραϊσκάκης Ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν, καὶ ὁ κ. Κανάρης, Ὑπουργὸς τῶν ναυτικῶν, διότι οἱ δύο οὗτοι, ὅταν ἠγέρθη κατὰ τὸ 1877 ζήτημα, τὸ ὁποῖον πραγματικῶς ἐγὼ, ἔξω ὢν τῆς Βουλῆς, προεκάλεσα, ἐψήφισαν ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν μου, ἢ ὁ κ. Τρικούπης τὰς ἰδικάς του. Βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν πιστεύω νὰ μοὶ κάμῃ τὴν ἀδικίαν νὰ μὲ νομίζῃ μπασιμπουζοῦκον, οὔτε ὅτι μετέβαλον τὰς ἰδέας μου ἢ τὰς τῶν συναδέλφων μου. Κατὰ τὸ 1877, κύριοι, ἐὰν δὲν μὲ λανθάνῃ ἡ μνήμη, ἡ Ἑλλὰς παρεσκευάζετο εἰς πόλεμον· ἔκτακτοι παρασκευαὶ ἐγίνοντο, ἐκτάκτως προσεκαλεῖτο ὁ λαὸς νὰ στείλῃ τὰ τέκνα του ὑπὸ τὰς σημαίας τῆς πατρίδος, καὶ τὴν στιγμὴν ἐκείνην μᾶς ἔλεγον, θὰ φέρωμεν ξένους νὰ σᾶς διοικήσωσι, νὰ σᾶς μορφώσωσι.
§4ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε ἐγγεγραμμένος.
§6ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ σφάλλω ὡς ἀξιωματικὸς τοῦ στρατοῦ, ἐὰν ἡ φιλοτιμία μου ἐπειράχθη· καὶ πράγματι, κύριοι, ἔγραψα, ἀλλὰ δὲν ἔγραψα ὑπὲρ τοῦ μπασιμπουζουκισμοῦ. Οἱ τότε θεωρούμενοι ἀναγκαῖοι ξένοι ἀξιωματικοὶ τίποτε δὲν ἠδύναντο νὰ πράξωσιν. Ὁ στρατὸς τῆς Ἑλλάδος, μὴ τὸ κρύπτετε, κύριοι, ὅλοι εἴχατε τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐκστρατεύσῃ· πιθανὸν ἄλλοι νὰ ἐφρόνουν ἄλλως πως· ἐγὼ ὅμως ὡς ἀξιωματικὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἐνόμιζα, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ καθήμεθα, ἀλλ’ ὅτι ἦτο καιρὸς νὰ ἐργασθῶμεν. Τὴν ἰδέαν ἐκείνην τὴν εἶχα καὶ τὴν ἔχω πάντοτε διὰ τὰς κρισίμους τοῦ τόπου περιστάσεις. Πράγματι ἔγραψα καὶ ἐφρόνουν, ὅτι, ὅταν εἷς τόπος πρόκηται νὰ πολεμήσῃ, δὲν πρέπει νὰ δώσῃ τὸ ξίφος του εἰς ξένον. Δὲν ἐπρόκειτο, κύριοι, περὶ διοργανώσεως· διὰ τοῦτο ἡ πρότασις δὲν ἐψηφίσθη ὅπως εἰσήχθη, ἀλλὰ πολὺ διαφορετικά. Ἴσως δὲ τοῦτο συνέβη διὰ τὴν παρέμβασιν τῆς ἐπιστολῆς ἢ τῆς διατριβῆς ἐκείνης ἀπὸ «ἀρχηγοὶ» ἐψηφίσθησαν «διδάσκαλοι». Δὲν ἠξεύρω ποῦ εὗρεν ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι ἐγὼ εἶπον καὶ ἔγραψα, ὅτι ἡ μόρφωσις τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ κατὰ τοὺς εὐρωπαϊκοὺς ὀργανισμοὺς εἶναι καταστρεπτική. Δὲν ἠξεύρω ποῦ εὗρεν, ὅτι ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἡ πρόσκλησις ξένων εἶναι ἀπαισία. Ἔγραφον εἰς τὰς παραμονὰς πολέμου, ὁ ὁποῖος ἔπρεπεν ἴσως νὰ λάβῃ χώραν, καὶ τὰ πράγματα πολὺ πιθανὸν νὰ ἦσαν διαφορετικά. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα καὶ ἐγὼ ὡς Ἕλλην νὰ εἴπω τὴν ἰδέαν μου· ἕκαστος ἔχει περὶ τῶν πραγμάτων τὴν ἑαυτοῦ ἰδέαν. Οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὴν ἐπιβάλλῃ εἰς ἄλλον, ὅταν τὴν ἐκφράζῃ ὡς ἰδιώτης. Εἶπον τότε, καὶ πολλοὶ ἄλλοι τὸ ἐφρόνουν καὶ τὸ φρονοῦν ὅπως ἐγὼ, ὅτι οἱ ξένοι, διοικοῦντες ἐν Ἑλλάδι μὲ ξένα ἤθη, μὲ ξένα ἔθιμα, δὲν ἠδύναντο νὰ φέρωσι τοὺς καρποὺς, τοὺς ὁποίους ἠθέλαμεν ἐπιθυμήσει. Ἱστορικὰ γεγονότα τὸ πιστοποιοῦσι. Ἀνέφερεν ὁ κ. Τρικούπης, ὅτι δὲν ἐθεώρησα ἐπαρκοῦσαν τὴν δύναμιν τῶν 24,000 ἀνδρῶν νὰ πολεμήσωσι καὶ καταβάλωσιν τὴν Τουρκίαν. Νομίζω ὅτι δὲν ἔσφαλον, εἰπὼν ταῦτα, καὶ σήμερον παρακαλῶ, ὅστις θέλει, ἂς ἔλθῃ νὰ μὲ διαψεύσῃ, ἐὰν, ἀπέναντι μιᾶς Αὐτοκρατορίας μὲ τοιαύτην δύναμιν, δύναταί τις νὰ πολεμήσῃ μὲ τόσον στρατόν. Ἐγὼ ἔχω πεποίθησιν, ὅτι μόνον φυλετικὸς πόλεμος δύναται νὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα. Αὐτὴ εἶναι ἡ κρίσις μου· ἠμπορεῖ νὰ ἦναι ἐσφαλμένη, δὲν πταίω εἰς τοῦτο. Τὸν φυλετικὸν πόλεμον ἔκαμον οἱ πατέρες, οἱ ἀδελφοὶ, οἱ συγγενεῖς μας. Ὅσοι δὲν ἔζησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, κύριοι, τὸ ἀγνοοῦσιν· ὅ,τι καὶ ἂν βλέπετε σήμερον ἐν Ἑλλάδι εἶναι νέον. Ὅλη ἡ Ἑλλὰς κατεστράφη, διὰ νὰ ὑπάρχητε σήμερον σεῖς ἐδῶ. Καὶ μὴ νομίσητέ ποτε, κύριοι, καὶ σᾶς τὸ λέγω καὶ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, μὴ νομίσητε, ὅτι θὰ δυνηθῆτε νὰ πολεμήσητε, ἐὰν δὲν ἐμπνεύσητε εἰς τοὺς ἔξω Ἕλληνας τὸ αἴσθημα νὰ θυσιάσωσι καὶ οἱ ἔσω καὶ οἱ ἔξω τὸ πᾶν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερώσεως τῆς χώρας, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοσοῦτον καιρὸν κατέχουσιν οἱ τύραννοι τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Εἶπα τότε, κύριοι, εἰς τὴν διατριβήν μου, ὅτι ἐπεθύμουν ὅλους τοὺς Ἕλληνας νὰ τοὺς ἴδω πολεμοῦντας ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Εἶναι βασιβουζουκισμὸς αὐτό; Καὶ ὅταν ἔγραφον ταῦτα, τὸ ἔκαμον, κύριοι, θέλων νὰ ἐμπνεύσω τὸ θάῤῥος τοῦ πατριωτισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἠθέλετε νὰ ἐμπνεύσητε καὶ σεῖς. Κύριοι, αἱ ἰδέαι μου αὗται ἐπιθυμῶ, κατὰ συνείδησιν, νὰ σκεφθῆτε καὶ νὰ ὁμολογήσητε, ἀντιστρατεύονται πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἔχωμεν μορφωμένον τακτικὸν στρατόν; Καὶ τί ἄλλο, κύριοι, ἔκαμε κατὰ τὸ 1803 ἡ Πρωσσία; ἐνέπνευσε τὴν ἰδέαν εἰς τοὺς πολίτας, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κάθηνται εἰς τὰ θέατρα, ὅταν ὑπάρχῃ πόλεμος ἱερός. Καὶ ἀπὸ τὸ 1811 ἤλλαξαν μορφὴν τὰ πράγματα τῆς Πρωσσίας, πάντες οἱ πολῖται ἦσαν στρατιῶται. Εἰς τὰ 1877 προσεκαλέσατε, κύριοι, πάντας τοὺς Ἕλληνας νὰ πολεμήσωσιν; ὄχι· ἐμορφώσατε μικρόν τινα στρατὸν, τὸν ὁποῖον, τὸ ἥμισυ σχεδὸν, εἶχον τὴν τιμὴν καὶ τὴν τύχην νὰ τὸν διευθύνω, ἂν ὄχι καὶ νὰ τὸν διοικῶ, καθὸ ἀρχηγὸς τοῦ ἐπιτελείου τῆς Ἀνατολικῆς Ἑλλάδος. Ἦσαν 13,000 ὅταν ὁ στρατὸς ἐκεῖνος, τῇ διαταγῇ τῆς Κυβερνήσεως, ἀπέκλεισε τὸν Δομοκόν· ἐξήτασα τὴν κατάστασιν ἅμα ἐκεῖ ἀφίχθημεν καὶ εὑρέθημεν 4,577, καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ καὶ τοῦ ὑπηρέτου συνυπολογιζομένου· ὁ στρατὸς ὑπῆρχεν, ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο νὰ ἦναι ὅλος ἔμπροσθεν τοῦ Δομοκοῦ. Τί ἐσήμαινε τοῦτο; ὅτι, διὰ νὰ πολεμήσωμεν, δέον νὰ ἔχωμεν ἔνοπλον ὅλον τὸ ἔθνος καὶ ὁ πόλεμος τῆς Ἑλλάδος δὲν δύναται ἢ οὕτω νὰ λάβῃ χώραν. Δὲν θέλω νὰ ἀπολογηθῶ διὰ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἔγραφα τότε, ἀλλ’ ὁ κ. Τρικούπης τὸν Βαλτινὸν, ἰδιώτην ὄντα τότε, τὸν δικάζει σήμερον ὡς ὑπουργὸν, καὶ τοῦτο πρὶν τὸν ἀκούσῃ ὡς τοιοῦτον, καὶ λέγει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τείνει εἰς τὸν Βασιβουζουκισμὸν, διότι εἶμαι ἐγὼ Ὑπουργὸς· ὤφειλε νὰ ἔχῃ τὴν ὑπομονὴν νὰ περιμείνῃ, ἐμὲ τουλάχιστον, ἐὰν ὄχι τοὺς λοιποὺς συναδέλφους μου, καὶ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρασκευάζεται περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Σᾶς εἶπον τὰς ἰδέας μου, καὶ σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὅστις ἔχει ἐναντίαν ἰδέαν, ἂς τὴν ἔχῃ διὰ τὸν ἑαυτόν του. Ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς δὲν δύναται, παρὰ νὰ ἦναι τὸ κέντρον, ὁ στρατιωτικὸς πυρὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, οὐχὶ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους.
§7ΑΡΙΣΤ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Κύριοι, χωρὶς νὰ ἦναί τις στρατιωτικὸς, πρέπει νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἠκούσαμεν πρὸ ὀλίγου ἐκ τοῦ στόματος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἦσαν λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐμπνέουν. Δὲν εἶμαι φίλος τοῦ Ὑπουργείου, εἶμαι φίλος τῆς ἀληθείας. Ἐὰν τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, τῷ ὄντι, δὲν ἀποφασίσῃ νὰ ῥίψῃ τὸν περὶ τῶν ὅλων κύβον, περὶ μεγάλης Ἑλλάδος μὴ μεριμνᾶτε. Μεγάλη Ἑλλὰς θὰ γείνῃ ὑπὸ ὅλων τῶν Ἑλλήνων· καὶ ἐὰν ἔχουν τὸ θάῤῥος οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες νὰ καύσουν τὴν καλύβην των, νὰ θυσιάσουν τὰ τέκνα των καὶ νὰ μεταβάλουν εἰς κόνιν τὰ παλάτια, τότε θὰ κάμουν μεγάλην πατρίδα. Ἔχει δίκαιον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ζήτημα τοῦ βασιβουζουκισμοῦ, εἶναι ζήτημα προσωπικόν· δὲν μὲ συνδέει τίποτε μετὰ τοῦ κ. Βαλτινοῦ, ἀλλ’ ὅταν εἰς τὰ 1792 εὑρέθη ἡ Γαλλία εἰς παρομοίαν σχεδὸν θέσιν ἀπέναντι τοῦ ἐφορμῶντος Γερμανοῦ, τότε ἦλθεν ἡ ἰδέα νὰ ὁπλισθῇ ὅλον τὸ Ἔθνος, ἀλλ’ ὄχι ἀσύντακτον, συντεταγμένον, κύριε ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν.
§8ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Δὲν τὸ ἀρνοῦμαι.
§9ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Τότε ἐσχηματίσθησαν οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατόπιν ἔγειναν στρατάρχαι καὶ βασιλεῖς. Ἦταν μπακαλόπουλα, ἦσαν μικροὶ τεχνῖται, ἀλλ’ ὠργανίσθησαν ἐν τῷ ὀργανισμῷ, τὸν ὁποῖον αἱ περιστάσεις δημιουργοῦν, καὶ ἔγειναν μεγάλοι ἄνδρες. Καὶ ἂν ἦναί τις, ὁ ὁποῖος καυχᾶται ἐδῶ ἐπὶ μεγάλῳ στρατιωτικῷ ὀνόματι, πρέπει νὰ ἠξεύρῃ, ὅτι ὁ πατήρ του, ὁ πάππος του ἦτο στρατιώτης, ὁ ὁποῖος ἐξῆλθεν ἀπὸ τὴν δίκελλαν τοῦ γεωργοῦ ἴσως καὶ ἔγεινε μεγάλος ἄνθρωπος. Μετὰ τὸ στρατιωτικὸν αὐτὸ παρεμπίπτον, εἰς τὸ ὁποῖον ὡς ἁπλοῦς στρατιώτης δύναμαι νὰ ἔχω μέρος ὅταν ἡ περίστασις τὸ θέλῃ, οὐδεμίαν δὲ ἄλλην εἰδικότητα, ἔρχομαι εἰς τὰ ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔχω σκοπὸν νὰ ὁμιλήσω, τοῦ οἰκονομικοῦ καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Πρέπει, κύριοι, νὰ ὁμολογήσω πρὸς ὅλους ὑμᾶς τὴν ἔκπληξίν μου, δὲν τὸ λέγω διὰ νὰ πειράξω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν ἢ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν, τὴν ἔκπληξίν μου πῶς κατώρθωσεν ὁ κ. Δηλιγιάννης νὰ ἑνώσῃ εἰς τὸ πρόσωπόν του δύο ἰδιότητας ἐκ διαμέτρου ἀντιθέτους. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἄνθρωπος σχολαστικός, δὲν βλέπει εἰμὴ τοὺς ἀριθμούς· ἀπὸ τὴν ἀλληλουχίαν τῶν ἀριθμῶν, ἀπὸ τὸ σύμπλεγμα τῶν οἰκονομικῶν πόρων, ἐλπίζει νὰ εὕρῃ τὴν οἰκονομίαν τοῦ παρόντος καὶ τὴν σωτηρίαν τοῦ οἰκονομικοῦ μέλλοντος. Ὁ δὲ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι ἡ προσωποποιημένη ἐλαστικότης, πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὰς λεπτὰς ἴνας, αἱ ὁποῖαι ἐμπνέουν τὰς ψυχὰς τῶν διπλωματῶν, πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν εὐστροφίαν τοῦ πνεύματος, ἡ ὁποία ἀπαντᾶται εἰς τὰς ποικίλας ἐκείνας περιστάσεις, αἵτινες ἀπὸ περιπετείας εἰς περιπέτειαν διακυβεύουν τὰ γενικὰ συμφέροντα τῆς ἐπικρατείας. Πῶς κατώρθωσεν ἐνώπιόν μας ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικοεξωτερικῶν νὰ συνδέσῃ τὰς δύο αὐτὰς ἰδιότητας, μοὶ φαίνεται πρᾶγμα τῷ ὄντι ἐκπληκτικόν. Ἀλλ’ ἐὰν ἀφ’ ἑνὸς ἦναι ἐκπληκτικὸν, ἀφ’ ἑτέρου εἶναι καὶ λίαν ἐξηγηματικὸν τῆς παρούσης καταστάσεως τῶν ἡμετέρων πραγμάτων. Δὲν πρέπει νὰ πειραχθῇ ἐκ τῶν λόγων μου ὁ κ. Δηλιγιάννης, διότι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁμιλῶ ὡς ἱερεὺς, εἶμαι ἱεροφάντης τρόπον τινὰ τοῦ κοινοῦ συμφέροντος, τοῦ πολιτικοῦ δικαίου· Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Δηλιγιάννης ἀπέτυχε καὶ εἰς τοὺς δύο αὐτοὺς σκοπούς, διότι δὲν ἦτον εἰς τὸ ὕψος ἀμφοτέρων. Οἱ κοινοὶ θνητοὶ μόλις δύνανται κατὰ τοὺς νόμους τῆς εἰδικότητος νὰ διαπρέψουν ὁπωσοῦν εἰς ἕνα κλάδον· ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικοεξωτερικῶν εἶχε τὴν ἀπαίτησιν νὰ διαπρέψῃ καὶ εἰς τοὺς δύο, λάθος, τοῦ ὁποίου τοὺς καρποὺς βλέπομεν σήμερον, λάθος, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπέχει διπλῆν εὐθύνην, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἔχῃ σχέσιν μὲ τὴν πολιτικὴν εὐθύνην, ἥτις μᾶς ἐνασχολεῖ σήμερον. Ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης, κύριοι βουλευταὶ (δεικνύει τὴν θέσιν, εἰς ἣν συνήθως κάθηται), ἠρίθμησα κατὰ τὴν χθεσινὴν ὁμιλίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τόσον μεγάλην ποσότητα ἀριθμῶν, ὥστε εὐχερῶς ἠδυνάμην νὰ δώσω εἰς τὸν γείτονά μου 3 διλιούνια. Ἀπορῶ πῶς δὲν τὰ μετεχειρίσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς· εἶδον τῷ ὄντι εὐχέρειαν εἰς τὴν κατάρτισιν ἀριθμῶν εἰς ἑκατομμύρια ἀναβιβαζομένην, εἶδον τὸ ἑκατομμύριον, καὶ κατόπιν αὐτοῦ τὰς ἑκατοντάδας χιλιάδων, καὶ κατόπιν τὰς μονάδας μέχρι καὶ 97 λεπτῶν. Ἀλλὰ, κύριοι, ὅσοι μεταξὺ ἡμῶν γνωρίζετε πόσον ξηρὰ εἶναι τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα, βεβαίως ἐπάθατε πολὺ ἐξ ἐκείνων τῶν ἀριθμητικῶν σωρῶν, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔῤῥιψε κατὰ τῆς κεφαλῆς σας. Τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα πρέπει νὰ ἁπλοποιῶνται εἰς τὸν ὕπατον βαθμὸν, διὰ νὰ ἐννοῶνται ἀπὸ τοὺς μὴ εἰδικοὺς ἀνθρώπους· ἦτο εὐχερὲς καὶ εἰς ἐμὲ αὐτήν τὴν στιγμὴν νὰ ἀκολουθήσω τὸ ὑπουργικὸν σύστημα καὶ νὰ φέρω κατὰ σειρὰν 6 διλιόνια, διότι τὰ διλιόνια γίνονται διὰ τῆς προσθήκης τῶν ἑκατομμυρίων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἡμάρτησε λοιπὸν κατὰ πρῶτον, διότι ἐπεσώρευσεν ἐπὶ τῆς μνήμης τῶν ἀκροατῶν του ἀριθμοὺς, οἱ ὁποῖοι μᾶλλον ἀποδεικνύουν, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. ὑπουργὸς, τάσιν πρὸς διασκόπισιν τῆς συζητήσεως. Σήμερον, πρὸ δύο ὡρῶν, λαμβάνω εἰς τὴν οἰκίαν μου 3 πίνακας, ἐκείνους τοὺς ὁποίους χθὲς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέδειξεν ἐνώπιον τῆς σεβαστῆς ταύτης ὁμηγύρεως. Στοιχηματίζω, ὅτι μεταξὺ ἡμῶν πάντων τρεῖς ἢ τέσσαρες τὸ πολὺ εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ διϋλίσωσι τὸ ἀριθμητικὸν αὐτὸ χάος καὶ νὰ φθάσωσιν εἰς τὸ πόρισμα, τὸ ὁποῖον καλούμεθα νὰ μορφώσωμεν ἐν τῇ ἡμετέρᾳ πεποιθήσει. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἡ σωρεία τῶν ἀριθμῶν, ἡ ὁποία λύει τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα. Ἐγὼ θὰ ἀκολουθήσω ἁπλούστερον τρόπον, διὰ νὰ ἀποδείξω ἐνώπιον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἀνεύρουν τὴν ἀλήθειαν, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐν γένει τὸ ὑπουργεῖον ἡμάρτησε περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, καὶ κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825, καὶ κατὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ τελευταίου δανείου τῶν 60,000,000. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαχείρισιν τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825, καθὼς γνωρίζετε, κύριοι βουλευταὶ, ὑπάρχει σύμβασις, ἡ ὁποία ἐπεκυρώθη διὰ νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν δίδεται προθεσμία δύο μηνῶν, ἀπὸ τῆς ἐγκρίσεως τῆς συμβάσεως ὑπὸ τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, καὶ ἀπὸ τῆς ἐπισήμου δηλοποιήσεως ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀναδέχεται τὴν πληρωμὴν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἡ σύμβασις αὕτη ἀναγράφει, δίδεται προθεσμία δύο μηνῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἀνοιχθῶσιν αἱ πύλαι τοῦ Χρηματιστηρίου τοῦ Λονδίνου, ὅπως ἐκτελεσθῇ ὁ παλαιὸς πόθος, τὸν ὁποῖον ἔχουν τὰ ἑλληνικὰ χρεώγραφα διὰ τὴν εἰσαγωγήν των εἰς τὴν μεγάλην τοῦ Ἀγγλικοῦ κόσμου χρηματιστικὴν ἀγοράν. Ἐρωτῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τί ἔπραξεν ἐπὶ τοῦ κυριωδεστάτου τούτου ὅρου; Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει, βεβαίως, μοὶ φέρει τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε προηγουμένως εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου καὶ τὸ ὁποῖον ἀπαλλάσσει τὴν Κυβέρνησιν, διότι τότε ἔλειπεν ἡ Βουλὴ, ἀπὸ τῆς τηρήσεως ἐκείνου τοῦ ὅρου. Τοιουτοτρόπως αἱ ὑποχρεώσεις τῆς Ἑλλάδος ἐκ τῆς συμβάσεως ἐκείνης ὑφίστανται, αἱ δὲ ὑποχρεώσεις τῶν δανειστῶν τῆς Ἑλλάδος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὠφελοῦνται ἐκ τοῦ δανείου, τὸ νὰ ἀνοίξουν δηλαδὴ τὰς πύλας τοῦ Χρηματιστηρίου, ῥίπτονται εἰς τοὺς τέσσαρας ἀνέμους. Αὐτὴ εἶναι ἡ καθαρὰ θέσις τοῦ ζητήματος. Δύνανται πολλὰ μηδενικὰ νὰ τίθενται κατόπιν οὐσιωδῶν ἀριθμῶν, δύνανται νὰ κατασκευάζωνται ἑκατομμύρια ἐπὶ ἑκατομμυρίων, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι ἐγκατάλειψις τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων ἡ παραίτησίς σας ἀπὸ ἐκείνου τοῦ ὅρου. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι τὸν ὅρον τοῦτον ὑπέβαλον διὰ νομοσχεδίου εἰς τὴν ἔκτακτον Σύνοδον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ διὰ τὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας γνωρίζετε τὸ σχέδιον τοῦτο δὲν ἐψηφίσθη· τοιουτοτρόπως ἐνόμισαν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ μετέλθωσι τὴν ἔκτακτον ἐκείνην ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν ἔχουν ὅταν Βουλὴ δὲν ὑφίσταται. Ἀνέλαβον λοιπὸν εὐθύνην, διότι ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς αἱ ὑποχρεώσεις τῆς ἐπικρατείας εἶναι εἰς ἐνέργειαν, ἀφ’ ἑτέρου αἱ ὑποχρεώσεις τῶν δανειστῶν, αἱ ἀσφάλειαι καὶ τὰ ὠφελήματά μας ἐκμηδενίζονται. Ἀλλ’ ἴσως ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι εἰς πλήρη γνῶσιν τῆς λειτουργίας τοῦ Χρηματιστηρίου, ἵνα ἐννοῇ ὅλον τὸ βάρος τῆς ἐγκαταλείψεως. Δὲν τὸν κατηγορῶ, διότι ἴσως δὲν ἐβάθυνε πολὺ εἰς τὴν λειτουργίαν τῶν Χρηματιστηρίων. Αὐταὶ εἶναι εἰδικότητες, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀποκτῶνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ὑπουργείων, ἀποκτῶνται εἰς τὴν ἐπιστήμην καὶ εἰς τὴν εὐρεῖαν μελέτην αὐτῆς. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δύναται νὰ ἐκπλαγῇ ἐρωτώμενος αὐτὴν τὴν στιγμὴν πόσα εἶναι τὰ μέλη τοῦ Χρηματιστηρίου τοῦ Λονδίνου;
§10ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Καὶ πῶς ὀνομάζονται;
§11ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ὄχι πῶς ὀνομάζονται, πόσα εἶναι. Τὸ χρηματιστήριον τοῦ Λονδίνου μὴ νομίσῃ τις ἐδῶ, καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς πρὸ πάντων, ὅτι εἶναι κυβερνητικός τις μοχλὸς, ὁ ὁποῖος ἀκούει ὑπουργὸν ἢ ὑποτάσσεται εἰς νομάρχην. Καὶ ἐδῶ εἶναι ὁ μηχανισμὸς, τὸν ὁποῖον ἡ σύμβασις ἐκείνη εἶχεν ὑπ’ ὄψιν. Τὸ Χρηματιστήριον τοῦ Λονδίνου ἀποτελεῖται ὑπὸ 800 ἀνδρῶν, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ μὲν εἶναι μεσῖται χρηματιστικῶν ἀξιῶν, οἱ δὲ τραπεζῖται τοποθετήσεων κεφαλαίων. Τὸ ἀξίωμά των εἶναι ἀνεξάρτητον, δὲν ὑπόκειται εἰς καμμίαν ἀρχήν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ Χρηματιστηρίου, αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀνοίγουν τὰς πύλας αὐτοῦ καὶ τὰς κλείουν, ἐνεργοῦν ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν ἐπιτροπῆς τριακονταμελοῦς, ἡ ὁποία δίδει τὴν τιμὴν τῆς ἀναγραφῆς εἰς τὸ Πινάκιον τοῦ Χρηματιστηρίου. Τὰ ἑλλ. χρεώγραφα δὲν ἔχουν τὴν τιμὴν τῆς ἀναγραφῆς ταύτης, καὶ ὅταν ἡ σύμβασις τοῦ 67, ὅταν ἡ μεταγενεστέρα σύμβασις τοῦ 78 λέγωσι θέλομεν τὴν τιμὴν τῆς ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ τοῦ Λονδίνου ἀναγραφῆς, ἤξευρε τὶ κατὰ βάθος ἐνόει. Διότι τὰ ἑλληνικὰ χρεώγραφα εἶναι ἄτιμα εἰς τὴν ἀγγλικὴν ἀγορὰν τῶν χρεωγράφων. Ἡ ἑλληνικὴ πίστις εἶναι συντετριμμένη ἐκεῖ. Διὰ τοῦτο ἡ ἰδέα, ἡ ὁποία ἐμορφώθη κατὰ μικρὸν, ἤθελεν, ἀντὶ τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν παλαιῶν δανείων, αὐτὴν τὴν ὑπερτάτην τιμὴν, τὴν τιμὴν νὰ ἀναγνωρισθῇ ἡ ἑλληνικὴ πίστις. Μήπως ἡ ὑπερτάτη αὕτη τιμὴ ἔπρεπε νὰ ποδοπατηθῇ; Μεταβαίνω εἰς τὸ ἕτερον δάνειον τῶν 60,000,000. Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον αὐταὶ αἱ ὁμάδες, τὰς ὁποίας ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς ὑπέδειξε χθὲς, ἠδύναντο νὰ ἐξασκήσωσιν ἐπιῤῥοήν τινα εἰς τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην τροπὴν τῶν διαπραγματεύσεων. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔκαμεν εἰς ἐμὲ ἐντύπωσιν, κύριοι βουλευταὶ, καθὼς καὶ εἰς ἄλλους, εἶναι, ὅτι ἐν τῷ φυλλαδίῳ, τὸ ὁποῖον διεμοιράσθη χθὲς εἰς ὅλους μας, τὸ ὁμολογῶ μετ’ ἀπορίας, δὲν εἶναι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸ κύριον πρόσωπον, ἀλλὰ παρ’ αὐτῷ τῷ ὑποτιθεμένῳ εἰδικῷ ἀνθρώπῳ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐντεταλμένος ὑπὸ τῆς πολιτείας νὰ διαχειρίζηται τὰ οἰκονομικὰ, εἶναι καὶ ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ εἶναι ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἠρίθμησα 9 ἐπιστολάς, ἴσως εἶναι 12, δὲν ἔχω τὸ φυλλάδιον ἀνὰ χεῖρας· ἐν αὐταῖς ὁ κύριος Ῥικάκης π. χ. δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἦναι ἐδῶ, δὲν νομίζει πρέπον νὰ ἀποταθῇ πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ἀποτείνεται ὀνομαστὶ πρὸς τὸν κύριον Ἀλέξανδρον Κουμουνδοῦρον. Παρατηρῶ ἐπιστολίδιά τινα τοῦ κ. Κουμουνδούρου τριῶν στίχων, δύο στίχων, κατεπείγοντα. Ὥστε λειτουργοῦν δύο ἀρχαὶ οἰκονομικαὶ, μία τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ προσήκοντος, καὶ ἄλλη ἀρχὴ διευθύνουσα ἐπίσης τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ὅστις δὲν ἦτο ὁ προσήκων. Αὐτὰ ἐσυλλογιζόμην, ὅταν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς ὡμίλει εἰς ἄλλο θέμα τοῦ λόγου του περὶ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Ὁ νοῦς μου ἐπῆγεν εἰς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν, καὶ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. ὑπουργόν, ποίαν οἰκονομικὴν πολιτικὴν ἔχετε, κύριε ὑπουργέ; διότι ἐπιφυλάττομαι καὶ κατόπιν νὰ τὸν ἐρωτήσω, ποία ἆρά γε εἶναι ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖτε; Εἶναι ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῶν δανείων; Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ὀπαδὸς ἄλλης τινὸς πολιτικῆς; Εἶναι ἑτέρα πολιτικὴ τῶν μεγάλων οἰκονομιῶν· ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν αὐτὴν ἀκολουθεῖ; Εἶναι ἄλλη πολιτικὴ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν φορολογουμένων μέχρις ἐκεῖ, ὅπου ἐξέρχεται ὄχι μόνον τὸ ἔριον, ἀλλὰ καὶ τὸ δέρμα· ἀκολουθεῖ ἆρά γε ὁ κ. ὑπουργὸς αὐτὴν τὴν οἰκονομικὴν πολιτικήν; Εἶναι οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς ἐλευθέρας συναλλαγῆς καὶ πολιτικὴ προστατευτική, ἐξ ἧς νομίζουν τινὲς, ὅτι πληροῦνται οἱ θησαυροὶ τῆς ἐπικρατείας, Ποίαν ἀκολουθεῖ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἑλλάδος; Ἐν τέλει τῆς ὅλης ὁμιλίας αὐτοῦ ἐνόησα ὅτι δὲν ἀκολουθεῖ καμμίαν οἰκονομικὴν πολιτικὴν, ἀκολουθεῖ τὴν τρέχουσαν ὑπηρεσίαν, αὐτὴν τὴν φαγέδαιναν, ἡ ὁποία κατατρώγει τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, ἀκολουθεῖ τὴν γραφειοκρατικὴν ἐκείνην τέχνην, ἡ ὁποία εἶναι προωρισμένη νὰ μᾶς συντρίψῃ, ὅπως μέχρι τοῦδε μᾶς κατεμάρανε (χειροκροτήματα). Ὅσον ἀφορᾷ, κύριοι, τὴν διαχείρισιν τοῦ δανείου τῶν ἑξήκοντα ἑκατομμυρίων, διὰ νὰ δώσω γενικὴν ἔννοιαν περὶ τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν, μοὶ ἀρκεῖ, ἐγκαταλιμπάνων τοὺς ἀριθμοὺς, νὰ συνεχίσω τοὺς νόμους πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὸν νόμον, τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομ. συνωμολογήθη κατὰ πρῶτον μὲν λόγον πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, κατὰ δεύτερον δὲ πρὸς εἰσαγωγὴν ἐν τῷ ταμείῳ τῆς ὁδοποιΐας ὀκτὼ ἑκατομμυρίων, καὶ κατὰ τρίτον πρὸς οἰκονομίαν τῶν λοιπῶν ἀναγκῶν τῆς ἐπικρατείας. Αὐτῆς δὲ τῆς βάσεως τιθεμένης, ἂς συμβουλευθῶμεν τὸν μικρὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ὑποβάλῃ ἐνώπιόν μας, ἵνα πεισθῶμεν κατὰ πόσον ὁ νόμος ἐλειτούργησε καὶ κατὰ πόσον κατεπατήθη. Ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 εἰσήχθησαν ἐν τῷ ταμείῳ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ τοῦ Κράτους 28,250,000. Ἐκ τούτων, πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, εἰς μὲν τὴν ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐπληρώθησαν 25, 7|10, εἰς τὴν Ἰονικὴν 1, 2|10, διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Ἐπικρατείας 3 ἑκατομμύρια, διὰ τὴν ἐξαγορὰν ἐντόκων γραμματίων 2 ἑκατομμύρια, πρὸς δὲ μικρὸν ποσὸν εἰς τὴν ἐθνικὴν Τράπεζαν 182,000, μένουν δὲ εἰς παρακαταθήκην παρὰ τῇ ἐθνικῇ Τραπέζῃ εἰς χρυσὸν 6,064,000. Ἄν, κύριοι, ἐνθυμῆσθε αὐτὰς τὰς τέσσαρας κατηγορίας, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὅλοι ἐρωτᾶτε ποῦ εἶναι ὁ νόμος; Ὁ νόμος, αὐτὸ τὸ κατασκεύασμα διὰ τοὺς δειλοὺς, ποῦ εἶναι; Ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ὁ πονηρότερος ἔρχεται νὰ καλπονοθεύσῃ καὶ ποδοπατήσῃ, ἵνα ἐκληφθῇ ὑπὸ τῶν ἄλλων ὡς ὁ εὐφυέστερος, ποῦ εἶναι ὁ νόμος; Ἰδέτε ὁ νόμος αὐτὸς διαῤῥέει ἐκ τοῦ πίνακος, τὸν ὁποῖον κατεσκεύασεν ὁ κ. Ὑπουργός. Εἰς μὲν τὴν ἐθνικὴν Τράπεζαν δίδονται 25,000,000, διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· εἶναι ὁ πρῶτος ὅρος· ὁ δεύτερος ὅρος, τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λάβῃ τὰ 8,000,000, ποῦ εἶναι; Αὐτὸς εἶναι δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐν τῷ λαῷ τῶν ἐπαρχιῶν θέλουν νὰ ἀκούουν ἐνίοτε ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης περὶ ὁδοποιΐας καὶ συγκοινωνίας καὶ μεγάλων σχεδίων· ὅταν δὲ ἔλθῃ ἡ στιγμὴ τῆς ἐνεργείας, ἅπαντα ῥίπτονται ὄπισθεν καὶ προχωρεῖ ἡ γραφειοκρατικὴ πολιτικὴ εἰς τὰ ἐμπρὸς, πάντοτε πρὸς τὰ ἐμπρός. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐνῷ ὁ νόμος φωνάζει τόσον καθαρῶς διατί νὰ προηγηθῇ ἡ δαπάνη τοῦ δανείου εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ἐπικρατείας, καὶ νὰ μὴ προηγηθῇ, κατὰ τὸ σεβαστὸν θέλημά του, πρῶτον ἡ ἄρσις τῆς καταναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δεύτερον νὰ τεθῶσι τὰ 8,000,000 εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιΐας, καὶ ὅ,τι περισσεύσει νὰ δοθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ἐπικρατείας; Δὲν ἀρκεῖ τοῦτο· ἑτέρα προβαίνει καταπίεσις τοῦ νόμου. Ἐπειδὴ ἔχετε περιέργειαν, πρέπει νὰ τὴν ἀκούσητε. Ἐλήφθησαν, λέγει ὁ ὑπουργικὸς πίναξ, διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους 3,000,000, καὶ 2,000,000 πρὸς ἐξαγορὰν τῶν ἐντόκων γραμματίων, ὅπερ ἐστὶ πάλιν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους· αἱ λέξεις δὲν σημαίνουν τίποτε, ἡ οὐσία εἶναι τὸ πᾶν· τὸ γράμμα κτείνει, ὁ νοῦς ζωοποιεῖ. Πῶς ἐλήφθησαν αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια; Βουλὴ δὲν ὑπῆρχε, διότι τὴν προσκαλοῦμεν, καὶ ὀκτὼ ἢ δέκας ἡμέρας πρὶν λήξῃ ἡ ἐργασία της, τὴν διακόπτομεν. Τουλάχιστον ἔχετε τὸ θάῤῥος νὰ τὴν διαλύσητε, νὰ τὴν ἀντιμετωπίσητε, ἀλλὰ μὴ σοφιστεύεσθε, διακόπτοντες ἐργασίας Σώματος, τὸ ὁποῖον μετ’ ὀλίγας ἡμέρας κανονικῶς ἤθελεν ἐκλείψει· δὲν εἶναι ἀνδρικόν. Βουλὴ λοιπὸν δὲν ὑπῆρχεν· ἔρχεται δὲ ὁ μηχανισμὸς τῶν βασιλικῶν διαταγμάτων, ἵνα καταστρέψῃ τὴν ὅλην οἰκονομίαν τοῦ νόμου, καὶ τώρα ἐννοῶ διατί ἐν Γαλλίᾳ σκέπτονται σήμερον ν’ ἀφαιρέσωσιν ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἀρχὴν αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῶν ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς ἀναπληρωτικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων, διότι, κύριοι, μεταξὺ ἡμῶν γνωρίζω πολλοὺς, καὶ βεβαίως δὲν εἶναι κανεὶς ὁ ὁποῖος ν’ ἀμφιβάλῃ περὶ τῆς ἀληθείας τῶν νομικῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι δύνανται τὴν στιγμὴν ταύτην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἀκουσθοῦν. Κατὰ τὸν οἰκονομικὸν νόμον τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ συγχωρεῖται νὰ ζητηθῇ πίστωσις ἀπὸ τὸν Βασιλέα πότε; Ὅταν ὑπάρχουν δαπάναι ὑπηρεσίας, καὶ δὲν ὑπάρχῃ πρὸ πάντων, τοῦτο εἶναι ἡ βάσις, περὶ αὐτῶν πίστωσις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ τάλας προϋπολογισμὸς πίστωσιν δίδει περὶ ὅλων αὐτῶν τῶν ἀναγκῶν· χρήματα δὲν ὑπάρχουν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἔλλειψις πιστώσεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἵνα ἀποταθῶμεν εἰς τὸν Βασιλέα καὶ ζητήσωμεν τὸ ἔκτακτον μέτρον τῶν δι’ αὐτοῦ πιστώσεων. Δὲν εἶναι περίστασις νὰ λειτουργήσῃ ὁ Βασιλικὸς μηχανισμὸς τῆς ἐπικρατείας. Δύναταί τις νὰ δανεισθῇ ἐὰν ἔχῃ πίστιν, δύναται νὰ παραιτηθῇ ἐκ τῆς διευθύνσεως τοῦ Κράτους, ἐὰν δὲν ἔχῃ πίστιν, δύναται νὰ πέσῃ ὕπτιος, ἐὰν ἡ πίστις τὸν περιφρονῇ, ὅπως ἔλθῃ ἄλλος συνετὸς καὶ ἐγκρατὴς νὰ κυβερνήσῃ τὴν Ἑλλάδα. Τί ἔπραξεν ὅμως τὸ Ὑπουργεῖον; Πίστωσις, λέγει, ὑπάρχει, χρήματα καθυστεροῦν. Δυνάμεθα λέγει, νὰ στρέψωμεν ὀλίγον τὸ ἔνδυμα τῆς πιστώσεως, νὰ τὸ εἰσαγάγωμεν τεχνηέντως ἐκεῖ, ὅπου εἶναι τὰ χρήματα. Τὸ οὐσιῶδες εἶναι τὸ κιβώτιον τοῦ νομοθέτου τὸ πλῆρες χρυσοῦ· ἂς ἐκδώσωμεν ἓν διάταγμα, ἂς εἰσαγάγωμεν τὴν χεῖρα ἐκεῖ. Ἰδοὺ λύεται μία δυσχέρεια. Ὄχι· δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ εἰσαγάγητε τὴν χεῖρα εἰς τὸν χρυσὸν, τὸν ὁποῖον ὁ νομοθέτης ἔχει προωρισμένον δι’ εἰδικὴν χρῆσιν. Πίστωσιν ἔχετε, χρήματα δὲν ἔχετε, δανεισθῆτε. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ χρῆμα τὸ ἱερὸν, αὐτὸ τὸ χρῆμα μὴ τὸ θίγετε. Αὐτὴ εἶναι ἡ φωνὴ τῆς ἀληθείας, τοῦ δικαίου, τῆς συνειδήσεως.
§12ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐπληρώθη ὁλόκληρον τὸ ποσὸν διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἵνα ἔλθωμεν εἰς τὸ δεύτερον κεφάλαιον;
§13ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι ἐδαπανήθησαν χρήματα διὰ κοινὰς ἀνάγκας τῆς ἐπικρατείας, χωρὶς νὰ ἐκπληρωθῇ ἡ θέλησις τοῦ νομοθέτου. Καὶ ταῦτα περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, εἰς τὰ ὁποῖα νομίζω, ὅτι ἀπέδειξα πρὸ πάντων δύω τινά, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἡμάρτησε, διότι ἀνεδέχθη τὴν εὐθύνην νὰ ἐλευθερώσῃ τοὺς μετόχους τῶν δανείων τοῦ 24 καὶ 25 ἀπὸ τὰς μεγάλας ὑποχρεώσεις, ἃς ἔσχον, ἡμάρτησε δὲ καὶ εἰς τὴν διεξαγωγὴν τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, διότι δὲν ἐξετέλεσε τὸν περὶ τούτου νόμον καὶ διότι, κατὰ παράβασιν τοῦ λογιστικοῦ νόμου, διέστρεψε τὸ νόημα τῶν πιστώσεων τῶν ἐκτάκτων καὶ ἀναπληρωτικῶν, θέσαν τὴν χεῖρα ἐκεῖ ὅπου ὁ νομοθέτης ἀπηγόρευε. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα. Ἐν αὐτῷ πρέπει νὰ ὁμολογήσω τὴν ἀπορίαν μου διὰ τὴν ἔλλειψιν τῆς τακτικῆς, τὴν ὁποίαν μὲ ὅλην τὴν ὑπόληψιν, ἣν ἔχω πρὸς τὰ πρωτεύοντα πρόσωπα τοῦ ὑπουργείου, ἐσημείωσα. Ὅταν ὁ Βασιλεὺς ἀναφέρῃ ἀπὸ τόσον ὑψηλῆς περιωπῆς, ὅτι δὲν μένουν πλέον παρὰ τὰ πραγματικὰ ζητήματα, καὶ ὅτι τὰ διεθνῆ νόμιμα ἐκανονίσθησαν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν καὶ μᾶς λέγει, ὅτι τίποτε ὁριστικὸν δὲν ὑπάρχει; Ἀκόμη αὐτὴν τὴν στιγμήν, πρὸ ὀλίγου, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὡμίλησε μετ’ ἀμφιβολιῶν· εἶπεν, ἐλπίδας ἔχει, εὐχὰς δίδει, ἀλλ’ ἐσημείωσα τὰς φράσεις του, διαμαρτύρεται, ὅτι ποτὲ δὲν εἶπεν, ὅτι ὁριστικῶς ἀπεφασίσθη τὸ ζήτημα, καὶ ὅτι ἐλήφθη ὁριστικὸν μέτρον περὶ τῶν Ἑλληνικῶν δικαιωμάτων.
§14ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Δὲν ἐκρατήσατε καλὴν σημείωσιν.
§15ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Καὶ ἐν τούτοις ὁ Βασιλικὸς λόγος ἀναφέρει, ὅτι τὰ πάντα ἐτελείωσαν, οἱ στέφανοι ἐδόθησαν, μόνον τὰ πραγματικὰ ζητήματα μένουν (ἱλαρότης).
§16ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἂν ἀντελήφθην καλῶς, ὁ Ὑπουργὸς δὲν εἶπε ῥητῶς, ὅτι τὸν δεῖνα χρόνον θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, δὲν ὥρισε χρόνον.
§17ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Αὐτὰ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ὁ δὲ Βασιλικὸς λόγος, ὅτι δὲν μένει τίποτε ἄλλο παρὰ τὸ πραγματικὸν ζήτημα· νὰ ὑπάγουν δηλαδὴ οἱ ὁροθέται νὰ θέτουν τὰς πασσάλους, κύριε Ῥοντήρη.
§18ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§19ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Εἶπον, κύριοι, ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, ὅτι εἶναι δυσχερέστατον νὰ ἐξευρεθῇ ἐν τῷ πρακτικῷ κόσμῳ ἡ σχολαστικότης τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ὁποία εἶναι ἀξία· διότι τῷ ὄντι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει νὰ ἦναι σχολαστικός, νὰ ἦναι στερεὸς καὶ ἄκαμπτος· νὰ τῷ λέγῃ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος «κλίνε ὀλίγον» — ὄχι, ἐκεῖνος νὰ ἀπαντᾷ.
§20ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὡς ὁ κ. Σωτηρόπουλος.
§21ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἀκούω τὸ ὄνομα, καὶ τὸ ἐκτιμῶ. Εἶπον, κύριοι, ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγει ἡ φιλοσοφία τοῦ Λαοῦ, ἡ φιλοσοφία τῆς ἀρχαιότητος ὅλης, ὅτι ὁ ἀνθρακεὺς καὶ γναφεὺς δὲν δύνανται νὰ συνεργασθοῦν ἐν τῷ αὐτῷ καταστήματι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρεπονέθη κατά τινος ἀνταγωνιστικῆς τακτικῆς, ἣν ἐθεώρησεν ἀξίαν τῶν ἐκλογῶν δημοτικῶν συμβούλων. Τῷ εἶπον, ὅτι ἐν Βερολίνῳ εἶχε δύω βλέμματα. Εἶναι διατύπωσις αὐτοῦ τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἀγγλίας· ὁ Ἰσραηλίτης εἶδεν, ὅτι ὅτε ἐκεῖνος ὡμίλει ἐκ τοῦ ἑνὸς πλευροῦ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἑλλάδος εἶχε τὸν ἕτερον ὀφθαλμὸν ἐστραμμένον πρὸς τὸ ἕτερον πλευρόν. Τὸν κύριον ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν δὲν γνωρίζω διὰ παραβλῶπα. Διατί οἱ δύω ὀφθαλμοὶ νὰ ἔχουν διαφόρους διευθύνσεις; Εἶναι δύσκολον πρᾶγμα ν’ ἀπατήσῃ τις Ἰσραηλίτην. Ἐγένετο παρατήρησις ὑπὸ ἀνωτέρου νοός. Παρασταθῆτε ἐνώπιόν του ὑπὸ ὁποιανδήποτε διπλόην, θὰ σᾶς παρατηρήσῃ ἀπὸ κεφαλῆς μέχρι ποδῶν, καὶ θὰ μάθῃ ἐκ τῆς πρώτης ὄψεως τί διανοεῖσθε· αὐτὸ διακρίνει τοὺς ὑπερτέρους τῶν θνητῶν, ὥστε δὲν εἶναι κρίσις δημοτικῶν συμβούλων, ἀλλὰ μόνον ἀνωτέρου πνεύματος ἐξέλεγξις, ἐκτίμησις ἐπισήμου ἀνδρὸς, ὁ ὁποῖος διευθύνει τὰς τύχας τῆς Ἀγγλίας. Δὲν σᾶς γνωρίζω, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν ὡς παραβλῶπα· διατί τὰ βλέμματα ὑμῶν ἐλάμβανον διαφόρους διευθύνσεις ἐν τῷ Συνεδρίῳ τῆς μεγάλης διπλωματίας; Θέλω σᾶς ἀποδείξει, κύριοι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν διευθύνετο ἐν τῷ Συνεδρίῳ τῆς Εὐρώπης κατὰ μίαν διεύθυνσιν. Ἐντεῦθεν τὰ διπλᾶ βλέμματα. Διότι ἐν Ἀθήναις ὑπῆρχον διπλαῖ ὁδηγίαι· ὁδηγίαι τῶν Ὑπουργῶν, καὶ ὁδηγίαι μιᾶς αὐλικῆς ἐπιτροπῆς (θόρυβος), δὲν λέγω Βασιλικῆς.
§22Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§23ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Καὶ θέλω σᾶς εἰπεῖ ποίας. Ναί, κύριοι.
§24ΔΟΥΜΑΣ. Εὖγε· διότι εἴπετε τὴν ἀλήθειαν, καὶ πρώτην φορὰν λέγεται ἐδῶ ἡ ἀλήθεια. (Χειροκροτήματα.)
§25ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Λέγω εἰς τὸν κύριον Οἰκονόμου, ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγει εἶναι ψευδῆ ἐντελῶς. (Θόρυβος.)
§26ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Εἶναι ἀληθέστατα. (Ῥαγδαῖα χειροκροτήματα.)
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία εἰς τὰ ἀκροατήρια.
§28ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Κύριοι, εἰς τὴν ὑπερτάτην ἐκείνην περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐδικάζετο ὁ Ἑλληνισμὸς ἐνώπιον τῆς Εὐρώπης, δύω ὁδηγίαι ἐξήρχοντο ἀπὸ τὰς Ἀθήνας. Ἡ μία ὁδηγία ἦτο δειλὴ, ἦτον ὁδηγία οἰκονομοῦσα τὰς περιστάσεις, δὲν ἦτον ἡ ὁδηγία, ἣν ἔπρεπε νὰ περιμείνωμεν ἀπὸ τὴν ἀνδρικὴν διεύθυνσιν ἑνὸς Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἦτον ὁδηγία συμβιβαστικὴ, ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας γνωρίζετε. Ἡ ἑτέρα ὁδηγία ἦτον ὁδηγία ἑνὸς μέλλοντος προσωπικοῦ, ἑνὸς μέλλοντος ὑπόπτου· ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος μὲ ἐννοεῖ πολὺ καλά (θόρυβος).
§29ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Σοὶ λέγω ὅτι ὅλα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγεις, εἶναι ψεύματα (θόρυβος).
§30Δ. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἡ ἑτέρα πολιτικὴ ἦτο γενναία, ἀφοῦ ἡ ἄλλη ἦτο δειλή; (θόρυβος).
§31ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Θὰ ἔλθω εἰς ὅλα. — Ἡ μία ὁδηγία ἦτο τοῦ Ὑπουργοῦ, τὸν ὁποῖον προσωπικῶς δὲν ἀπεχθάνομαι· πολιτικῶς τὸν καταδικάζω. Τὸ σύστημά του καταδικάζω, οὐχὶ τὸν ἄνθρωπον, διότι εἶναι γλυκύτατος ἄνθρωπος (ἱλαρότης), εἶναι εὐγενέστατος ἄνθρωπος· ἀλλ’ εἶναι ἄνθρωπος συμβιβασμῶν, εἶναι ἴσως ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἀνέχεται ἡ παροῦσα κατάστασις τῶν ἡμετέρων πνευμάτων. Διότι ἅμα παρουσιάσετε νόμον εἰς κοινοὺς θνητοὺς, τὸν βλέπουν βαρὺν, φοβοῦνται, σοὶ λέγουν «εἶναι σκληρὸς, εἶναι σκαιός». Ἅμα ὅμως τὸν διπλώσῃ τις, τῷ λέγουν «εὐχαριστῶ», καὶ τὸν θέτει εἰς τὴν τσέπην. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἶναι εὐλύγιστος, τὸν ἐκτιμῶ ὡς ἄτομον· ἀλλ’ ὡς σύστημα μὲ ἔστειλεν ἡ ἐπαρχία τῶν Καλαβρύτων νὰ τὸν καταψηφίσω (ἐπιδοκιμασίαι).
§32ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐμὲ ὄχι.
§33ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Αὐτὴ, κύριοι, εἶναι ἡ ὁδηγία τοῦ Ὑπουργείου, ὁδηγία ἐπαμφοτερίζουσα, κρατεῖ τὴν πλάστιγγα, ἥτις οὔτε πίπτει οὔτε ἐγείρεται, εἶναι Ὑπουργικὴ πλάστιγξ. Μάθετέ το σεῖς οἱ νέοι, ἀλλὰ ποτὲ μὴ ζυγισθῆτε εἰς αὐτήν. Ἡ ἄλλη ὁδηγία εἶναι κατεσκευασμένη ἀπὸ ὑπασπιστὰς καὶ διαγγελεῖς τοῦ Βασιλέως. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν ἀναγνωρίζω κανὲν προσὸν καὶ δικαίωμα ν’ ἀναμιγνύωνται εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους, εἶναι βέβαιον, ὅτι ἐξήσκησαν ἀτυχῶς ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐν Γερμανίᾳ τόσον ἀτελῶς διεξήχθη, καὶ θέλει τὸ ἀποδείξει ἡ ἱστορία (θόρυβος).
§34ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Ἐδῶ νὰ τὰ εἰπῇς. (Θόρυβος.)
§35ΔΟΥΜΑΣ. Ὅλα αὐτὰ συνδέονται μὲ τὴν διάλυσιν τῆς Οἰκουμενικῆς. Πρέπει νὰ κατατεθοῦν οἱ λόγοι τῆς διαλύσεως τῆς Οἰκουμενικῆς (θόρυβος).
§36ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Θὰ τὰ ἀποδείξω. Ὅταν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν στρατιωτικῶν, ὅστις εἶσαι τώρα τοιοῦτος, ἀλλὰ πάντοτε εἶσαι τίμιος ἄνθρωπος, ὅταν ἐκινοῦντο οἱ στρατοὶ τῆς Ἑλλάδος χωρὶς νὰ ἔχῃ γνῶσιν ἡ οἰκουμενικὴ, τί ἐλέγετε ὡς πολίτης;
§37ΒΑΛΤΙΝΟΣ. (Ὑπουργ. τῶν Στρατιωτικῶν.) Πότε; (Θόρυβος).
§38Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.) Δὲν ἐκινήθησαν ποτὲ τότε.
§39ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ἀληθῆ ὅσα λέγετε (θόρυβος).
§40ΒΑΛΤΙΝΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.) Ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐκινήθη· ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἔλαβε διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως τὸν Ἰανουάριον ἐπὶ τῆς Πρωθυπουργίας τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ καὶ διῆλθε τὰ ὅρια.
§41ΟΙΚΟΝΟΜΟΣ. Δὲν ἐννοῶ ἐκείνην τὴν περίστασιν, ἐννοῶ τὴν περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἦτο ἡ Οἰκουμενική, ὅτε ἐξεδίδοντο διαταγαὶ περὶ κινήσεων στρατιωτικῶν ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Ὑπουργείου (θόρυβος).
§42ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὴ λέγετε πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀληθῆ, τὰ ὁποῖα δὲν ἔγειναν.
§43ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ προσθέσω μίαν πληροφορίαν. Ἐγὼ αὐτὸς τότε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἔφερον τὸν λόγον καὶ τὴν πληροφορίαν αὐτὴν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς διέταξε νὰ ἐξέλθῃ ὁ στρατὸς, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον δὲν ἀντεῖπεν· εἶπον δὲ τότε, ὅτι εἰς πᾶσαν ἄλλην περίστασιν ἤθελον θεωρήσει τὸ τοιοῦτον ἔγκλημα, ἀλλ’ εἰς τὴν παροῦσαν τὸ χειροκροτῶ.
§44Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.) Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ στρατηγὸς κύριος Κορωναῖος, ἦτο καὶ τότε καὶ τώρα ψεῦδος. (Θόρυβος.)
§45ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ζητεῖτε ἴχνη ἀληθείας; Θὰ εὕρητε πολλά. Ἤμην κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν. Εἶναι ἐδῶ ὁ κύριος Παπαμιχαλόπουλος;
§46ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, ἐδῶ εἶμαι.
§47ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἐγὼ δὲν ἤθελον νὰ ὑπάγω εἰς τὴν Λαμίαν. Ἐνθυμεῖσθε ὡς Ὑπουργὸς τί εἴπατε· πρέπει νὰ ὑπάγῃς. Εἶπον τοὺς λόγους, δι’ οὓς δὲν ἤθελον νὰ ὑπάγω.
§48ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἔστελλον δι’ ὑπηρεσίαν ἀφορῶσαν τὴν ζωοκλοπήν.
§49ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Τέλος ἐπῆγα, ἀφοῦ προηγουμένως ἤκουσα μίαν λέξιν· καὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἤρχισε τὸ διαζύγιόν μου μὲ τὴν ὑπηρεσίαν.
§50ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Παρῃτήθης, διότι ἐπῆρες τὴν σύνταξίν σου. (Θόρυβος.)
§51ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ὄχι, ἀλλὰ διότι ἐνόησα, ὅτι ἡ μηχανὴ ἤρχισε νὰ διαφθείρηται ἄνωθεν (θόρυβος). Πήγαινε, μοὶ εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς, πρὸς τὸ θεαθῆναι. (Θόρυβος).
§52ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀνέχομαι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε, ἀφοῦ μὲ ἀναφέρετε ὀνομαστί. Σᾶς ἐκάλεσα μίαν ἡμέραν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, παρόντος τοῦ νομάρχου Παπαηλιοπούλου, καὶ σᾶς παρεκάλεσα τῷ ὄντι ὡς Ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης νὰ μεταβῆτε εἰς Λαμίαν, ὅπως συνεργήσητε μετὰ τοῦ νομάρχου εἰς τὸ ζήτημα τῆς ζωοκλοπῆς, διότι μοὶ παρίστανον ἔνθεν καὶ ἐκεῖθεν, ὅτι τὸ ζήτημα ἐλάμβανε μεγάλας διαστάσεις· τίποτε περισσότερον, τίποτε ὀλιγώτερον· καὶ ἀφοῦ ἐπείσθητε εἰς τὴν παράκλησίν μου, διότι κατ’ ἀρχὰς δὲν ἠθέλετε νὰ μεταβῆτε, σᾶς ἔστειλα τὸ ἔγγραφον, μετέβητε, ὑπεβάλατε τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐνεργειῶν σας καὶ τὴν κατάστασιν τῶν ὁδοιπορικῶν σας ἐξόδων, καὶ ἐπληρώθητε. Διατί λοιπὸν ἀποδίδετε πολιτικὴν σημασίαν εἰς ζήτημα τῆς ὑπηρεσίας;
§53ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Δὲν εἶναι δι’ αὐτὸ, ἀλλ’ εἶναι δι’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶδον εἰς τὴν Λαμίαν· διότι ἐκεῖ εἶδον, κύριε Παπαμιχαλόπουλε, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔστειλαν οἱ ὑπασπισταὶ καὶ διαγγελεῖς, τὰ ἄλογα τοῦ Βασιλέως. (Θόρυβος).
§54ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πότε παρητήθητε;
§55ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι.
§56ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ἐνθυμοῦμαι ἐγώ. (Θόρυβος).
§57ΔΟΥΖΙΝΑΣ. Ἐξομολόγησις γίνεται, ἵνα διορθωθῶμεν· ἢ τοῦ ὕψους ἢ τοῦ βάθους. (Ἱλαρότης.)
§58ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Λοιπὸν, κύριοι, τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα κατεστράφη (θόρυβος). Δὲν ἐλύθη κατὰ τὰς εὐχὰς τοῦ Ἔθνους ἐκ τῆς κακῆς διεξαγωγῆς αὐτοῦ. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι δὲν ὑπῆρχε πνεῦμα ἑνότητος, οὐδὲ τὸ αἴσθημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀναγεννᾷ τὰ Ἔθνη. Ἐν ᾧ λοιπὸν χρόνῳ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἑλλάδος εἶχε τὴν πολιτικὴν τῶν διπλῶν βλεμμάτων, ὁ Πρόεδρος τοῦ Βερολινείου Συνεδρίου, ὁ Βίσμαρκ, λέγει τῷ πρεσβευτῇ τοῦ Μαυροβουνίου «σὺ δὲ τί λέγεις;» καὶ ὁ πρεσβευτὴς τοῦ Μαυροβουνίου τὸν παρατηρεῖ κατὰ πρόσωπον· «δύω χρόνους, λέγει, κτυπῶν τὸ σπαθί του, ὁμιλεῖ τὸ σπαθί μου, καὶ θέλεις ἀκόμη νὰ σοῦ ὁμιλήσω ἐγώ;» Οὕτω, κύριοι, σχηματίζονται τὰ Ἔθνη. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Μαυροβουνίου ἔχῃ αὐτὴν τὴν ἀνδρικὴν γλῶσσαν, ἔχει τοὐλάχιστον ὁ Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος τὴν γλῶσσαν τὴν διπλωματικήν; Ἔχει τὴν ἱκανότητα, τὸ θάῤῥος, τὸ ὁποῖον τοὐλάχιστον στηρίζεται ἐπὶ τῶν ἀναμνήσεων, μὲ τὰς ὁποίας ἐπλημμυρήσαμεν ὁλόκληρον τὸ ἀνθρώπινον γένος; Ὄχι· ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ἑλλάδος νομίζει, ὅτι θὰ λύσῃ τὸ ζήτημα ὄχι μὲ τὰς βάσεις τὰς αἰωνίους, τὰς ὁποίας τὸ ζήτημα τοῦτο ἔχει· ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἑλλάδος νομίζει, ὅτι θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα κατὰ τὴν ἐπικρατοῦσαν γραφειοκρατικὴν μέθοδον, ἡ ὁποία εἶναι τὸ ὄνειδος τῆς Ἑλλάδος. Ὅταν τὸ Μαυροβούνιον κτυπᾷ τὸ σπαθὶ, ἐὰν δὲν ἔχῃς σὺ σπαθὶ, πῶς δὲν ζωογονεῖς τὰς ἀναμνήσεις σου; Ἀλλὰ τὰς ἀναμνήσεις, κύριοι, συγχωρήσατέ με, θέλω νὰ εὕρω μίαν λέξιν ἠπιωτάτην, δὲν εὑρίσκω· ἂν περιέχῃ τι κακὸν ἐκείνη, τὴν ὁποίαν θὰ εἴπω, ἀφαιρέσατέ το, δὲν εἶναι εἰς τὴν προαίρεσίν μου, αὐτὰς τὰς ἀναμνήσεις τὰς ἐμιάνατε. Ὅταν, κύριε, ἔρχεσαι ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Εὐρώπης, καὶ κύπτῃς τὸ μέτωπον κατὰ γῆς, ὅταν ζητῇς ἔλεος, μὴ περιμένῃς, Κύριε Τρικούπη, ἀπὸ τὴν Εὐρώπην συμπάθειαν· ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπαιτοῦν, τοὺς ῥίπτουν μίαν πεντάραν, καὶ παρέρχονται. Ἐζητήσατε ἐλεημοσύνην ἀπὸ τὴν Εὐρώπην, τὴν ἠθέλατε εὔπλαγχνον τὴν Εὐρώπην, ἀλλὰ χωρὶς νὰ κάμητε τίποτε, διὰ νὰ τὴν ἐμπνεύσητε. Ὅταν οἱ μεγάλοι ἄνδρες τοῦ 1821 ἐσχημάτιζον τὴν Ἑλλάδα, ἠνάγκαζον τὴν Εὐρώπην ν’ ἀκολουθήσῃ τὸ ἅρμα τῆς δόξης τῆς Ἑλληνικῆς, καὶ ἡ γλῶσσα τῶν χρόνων ἐκείνων ἦτο συμμαχικὴ δύναμις. Ὁ μικρὸς Ἕλλην εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἐθεωρεῖτο ὡς ἄξιος νὰ συγκριθῇ πρὸς τοὺς Ἐθνικοὺς κολοσσοὺς, καὶ ἦτο τῳόντι ἄξιος νὰ συγκριθῇ. Εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ὁ Ἕλλην ἦτον ἐναρίθμιος, ἐνῷ εἰς τὴν σημερινὴν εἶναι περιφρονημένος. Σήμερον εἶναι ἄλλοι λαοὶ εἰς τὴν Ἀνατολὴν, οἱ ὁποῖοι προπορεύονται· εἶναι ὁ Βούλγαρος, εἶναι ὁ Σέρβος, εἶναι ὁ Ῥωμοῦνος.
§59ΕΙΣ ΔΕΞΙΟΘΕΝ. Εἶναι οἱ Ῥωσσικοὶ Ἀετοί.
§60ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Τὸ πρῶτον Ἔθνος τῆς Ἀνατολῆς, τὸ ἅλας τῆς Ἀνατολῆς, αὐτὸ τὸ εὐγενὲς Ἔθνος, τὸ ὁποῖον γνωρίζει ἡ ἱστορία ὅλων τῶν λαῶν, τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, τὸ ἀτιμάσατε, καὶ ὅταν ἐπήγατε νὰ ζητήσητε ἐλεημοσύνην, σᾶς περιεφρόνησαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Λοιπὸν ἐνεπιστεύθημεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὴν τιμὴν τοῦ Ἔθνους, καὶ δὲν τὴν ὑπερησπίσθη, ἐξήγαγε τὸν στρατὸν, αὐτὸ τὸ ἄνθος τῆς Ἐθνικῆς τιμῆς, τὸ ἐξήγαγε διὰ τῆς μιᾶς θύρας, καὶ τὸ εἰσήγαγεν ἐστιγματισμένον διὰ τῆς ἑτέρας. Καὶ αὐτὸ τὸ αἷμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐχύθη ἐκεῖ, εἶναι μέσα τώρα εἰς τὸ σῶμα τοῦ Ἔθνους καὶ ἀνακινεῖ τὴν ζωϊκὴν του ὕπαρξιν. Αὐτὸ τὸ αἷμα, τὸ ὁποῖον ἐζήτει τότε ἡ Πατρὶς νὰ χυθῇ, ἔστω καὶ ἂν ἐνικᾶτο αὕτη, ἔστω καὶ ἂν ἐχάνοντο ἄλλα 60 ἑκατομμύρια τὰ ὁποῖα τώρα τρώγονται, αὐτὸ τὸ αἷμα ἔπρεπε νὰ χυθῇ, διὰ νὰ μεγαλώσῃ τὸ δένδρον τῆς ἐλευθερίας, τὸ ὁποῖον πανταχόθεν κατεκόψατε.
§61ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὁ Βουλευτὴς Καλαβρύτων ἀνέφερε γεγονότα, καὶ ἐκ τῶν γεγονότων αὐτῶν ἐξήγαγε πορίσματα· τὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν εἶναι τὰ ἑξῆς· πρῶτον, ὅτι εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος ἐν Βερολίνῳ ἐδίδοντο διπλαῖ ὁδηγίαι, αἱ μὲν ἐκ τῆς Κυβερνήσεως, αἱ δὲ ἐξ αὐλικῆς τινος ἐπιτροπῆς, καὶ ἐκ προοιμίου εἰς τὸν λόγον του ἐξήγησεν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη συνέκειτο ἐξ ὑπασπιστῶν καὶ διαγγελέων τοῦ Βασιλέως· διαψεύδω μετὰ τρόπου πανηγυρικοῦ καὶ ἐπισήμου, ὅτι ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος ἐν Βερολίνῳ, ἐὰν ἔλαβον ὁδηγίας, αἱ ὁδηγίαι αὗται, δὲν εἶναι οὔτε διπλαῖ οὔτε τριπλαῖ. Δὲν παραξενεύομαι διὰ τὸν κ. Οἰκονόμου, ὁ ὁποῖος γνωρίζει ποίας ἰδέας ἔχει περὶ τῶν θεσμῶν, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ κρατήσωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα· οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ὑπάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν τοῦ κ. Οἰκονόμου, εἶναι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦνται αἰωνίως ἀπὸ σκιὰς, οἱ ὁποῖοι, ἔχοντες ἀνοικτοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ ἐγρηγορότας, βλέπουσι φαντάσματα. Κύριοι, εἶσθε διακόσιοι βουλευταὶ, καὶ ἕκαστος ἐξ ὑμῶν γνωρίζει ποῖοι εἶναι οἱ ὑπασπισταὶ καὶ οἱ διαγγελεῖς τοῦ Βασιλέως, καὶ ἕκαστος ἐξ ὑμῶν γνωρίζει ἂν ἀναμιγνύωνται εἰς τὴν διοίκησιν τῶν δημοσίων πραγμάτων· δὲν γνωρίζω τί ἐγένετο κατὰ τὸ παρελθὸν ὑπὸ τὴν πρώτην δυναστείαν, ἀλλὰ σήμερον οἱ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ἡγεμόνος διατελοῦντες ἔχουσι ῥητὴν ἀπαγόρευσιν νὰ μὴ ἀναμιγνύωνται εἰς τὴν διοίκησιν τῶν δημοσίων πραγμάτων. Προσῆλθεν εἰς τὸν κ. Οἰκονόμου ἐπίκουρος ὁ Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων καὶ ἀνέφερεν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, τὴν ὁποίαν ὅμως ἐγὼ, ἐνδέχεται νὰ μὴν ἤμην παρὼν, δὲν ἐνθυμοῦμαι· μέλη τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε πρὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ὑπουργείου τούτου, εἰσὶ παρόντα ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, τέσσαρες, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ δύω ἀνήκουσιν εἰς τὰς ἐκτὸς τοῦ Ὑπουργείου τάξεις, εἶναι ὁ κ. Ζαΐμης καὶ ὁ κ. Τρικούπης, οἱ ἄλλοι δύω εἶναι ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἐγώ· δὲν πρόκειται νὰ βεβαιώσω γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, διὰ νὰ κατακριθῶ, ὅτι ἀποκαλύπτω μυστήρια, τὰ ὁποῖα μόνος ἐγὼ δὲν κατέχω, ἀλλὰ καὶ οὗτοι· πρόκειται μόνον νὰ βεβαιώσω ἀρνητικῶς τὴν μὴ ὕπαρξιν τοῦ γεγονότος, ὅτι ἐδόθησαν διαταγαὶ ἀλλαχόθεν, καὶ οὐχὶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν εἰς στρατιωτικὰ σώματα νὰ προβῶσιν εἰς κινήσεις· ἐπειδὴ ὁμιλῶ ἀπέναντι μελῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι τοῦ Ὑπουργείου, δὲν ὑπάρχει δισταγμὸς, ὅτι οὗτοι θέλουσι μὲ διαψεύσει, ἂν ἀμφισβητῶ τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου. Κύριοι, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δεδικαιολογημένος ὁ βλέπων σκιὰς νὰ ἔρχηται νὰ μεταδίδῃ τὰ ὁράματα αὐτοῦ εἰς Ἐθνικὸν Συνέδριον, ὅπερ συνῆλθεν ἵνα συσκεφθῇ περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Ἔθνους· νομίζω δ’ ὅτι ὀφείλει πρῶτον νὰ ὑποβάλῃ τὰς ἰδίας αὐτοῦ αἰσθήσεις εἰς δοκιμασίαν, διὰ νὰ πεισθῇ, ὅτι τὰ ὁράματα αὐτοῦ εἶναι πράγματα, καὶ οὐχὶ φαντάσματα καὶ ἐνύπνια. Αἱ αἰτιάσεις ἦσαν πολὺ μεγάλαι, διὰ νὰ λησμονήσω ἐμαυτόν· ἴσως οὐδὲ ἔπρεπε κἂν νὰ ἀνασκευάσω ὅ,τι περὶ ἐμοῦ ἐλέχθη. Καὶ διατί νὰ τὸ ἀνασκευάσω ἐγώ, ὅταν τὸ ἀνεσκεύασεν ὁ Βουλευτὴς τῶν Καλαβρύτων; μὲ ἤλεγξε, διότι δὲν εἶχον τὴν γλῶσσαν τοῦ Μαυροβουνίου ἀντιπροσώπου, διατί δὲν εἶπον εἰς τὴν Εὐρώπην· «Ἰδοὺ τὸ σπαθί μου ὡμίλησε δύω ἔτη· τί ἄλλο θέλεις νὰ ὁμιλήσω;» Δὲν εἶχεν ὁμιλήσει δυστυχῶς τὸ σπαθί μου· ἐὰν δὲ περιωριζόμην, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Οἰκονόμου, εἰς τὰς ξηρὰς ἀναμνήσεις, ἴσως ἤθελον αἰσθανθῆ κάματον οἱ ἀκούοντες, διότι ἐκάμαμεν κατὰ κόρον χρῆσιν αὐτοῦ, καὶ δὲν γνωρίζω ποία ἤθελον εἶσθαι ἡ τύχη τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων. Αἱ ἀναμνήσεις εἶναι ἐν χρήσει πρὸ πεντήκοντα ἐτῶν, ἀφ’ ἧς συνεστήθη τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, καὶ αὐταὶ αἱ ἀναμνήσεις μάλιστα δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι διὰ νὰ χειροτερεύσωσι τὴν θέσιν μας, διότι δίδουσιν εἰς ἕκαστον τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ Παλαιὸς Καλαβρυτινός, ὑπὸ τὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου ἐξέδιδεν ἐφημερίδα ὁ Βουλευτὴς Καλαβρύτων, εἶχε πολὺ μεγαλείτερον τὸ ἀνάστημα τοῦ βουλευτοῦ Καλαβρύτων. Ἐνεθυμήθη καὶ οὗτος τὴν περιλάλητον τροπὴν τῶν ὀφθαλμῶν μου ἀλλαχοῦ, διὰ νὰ παραστήσῃ τὰς διπλᾶς ὁδηγίας. Δὲν γνωρίζω ποίαν γνώμην ἔχουσιν ἐν τῇ Εὐρώπῃ περὶ τῆς ἐννοίας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐν τῇ Δυτικῇ Εὐρώπῃ ὀνομάζουσι πανσλαυϊσμόν· ἀλλὰ καὶ ἡ ἔννοια, ἡ ὁποία ἐμφαίνεται διὰ τῆς λέξεως πανσλαυϊσμὸς, δὲν θεωρεῖται οὔτε ὥριμος οὔτε χρήσιμος, τό γε νῦν ἔχον. Ὁ εὐγενὴς λόρδος, ὁμιλῶν περὶ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλλάδος, δὲν εἶχε τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν θέλουσι ν’ ἀποδώσουν, ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος προσέβλεπεν εἰς ἄλλην δύναμιν, ἀλλ’ ἐσκόπει νὰ διασημάνῃ, ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος εἶχε τὸν νοῦν του ἀλλαχοῦ, δηλαδὴ ἐκεῖ ὅπου οἱ σήμερον ἀντιλέγοντες μὲ κατακρίνουσι ὅτι δὲν τὸν εἶχον, δηλαδὴ εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν. Καὶ ὅταν ἤμην παρὼν κατὰ τὴν ἐν τῇ ἄνω Βουλῇ τῆς Ἀγγλίας ἀγόρευσιν τοῦ εὐγενοῦς λόρδου, καὶ ἤκουσα τὸν λόγον αὐτοῦ, καὶ μοὶ ἐξηγήθη ἡ ἔννοια τῆς φράσεως ταύτης, ἔσπευσα νὰ ἴδω τὴν ἐπιούσαν τὸν Ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν τῆς Ἀνάσσης, καὶ νὰ παραστήσω εἰς τὸν λόρδον Σαλισβουρῆ τὴν δύσκολον θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν μ’ ἔθετεν ἡ περικοπὴ ἐκείνη τοῦ λόγου τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ συμβουλίου τῆς Ἀγγλίας, ἐξήγησα εἰς τὸν μαρκήσιον τὴν δύσκολον θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν μ’ ἔθετεν, ὅταν ἤθελον ἐπανέλθῃ εἰς τὴν πατρίδα μου· εἶπον ὅτι ἐν τῇ πατρίδι μου ὑπάρχει σύστημα Κοινοβουλευτικόν, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ ἕκαστος θὰ μ’ ἐρωτήσῃ «ἀληθῶς ἐζήτησες τὴν Κωνσταντινούπολιν;» θέλω εὑρεθῆ εἰς μεγάλην δυσκολίαν, διότι, ἂν ἀναγνώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν δήλωσιν, ἣν ἔκαμον ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου, ἡ Βουλὴ θέλει ἴδει, ὅτι δὲν ἐζήτησα τὴν Κωνσταντινούπολιν. Πῶς νὰ βεβαιώσω τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ συμβουλίου εἰς τὴν Βουλὴν τῶν λόρδων ἐβεβαίωσεν, ὅτι εἶχον τὸν νοῦν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν; Αὐτὸ μετεμορφώθη ἐν Ἑλλάδι. Μετεμόρφωσεν αὐτὸ ὁ ἀνταγωνισμὸς τῶν κομμάτων, διότι δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψιν παρὰ τὴν ἀρχήν, διότι πλανῶνται οἱ πολλοὶ νομίζοντες, ὅτι ἡ γνώμη τῆς Εὐρώπης περὶ τῆς πολιτικῆς τῶν Κρατῶν, καὶ ἡ γνώμη περὶ τῆς ἰδίας αὑτῶν πολιτικῆς κανονίζεται ἐπὶ τοσοῦτον μεγάλης ὑποθέσεως, οἵα τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα, ἀπὸ τὰς διαθέσεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν ἢ καὶ ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργείου τοῦ μικροῦ τούτου Κράτους, τοῦ ἡμετέρου.
§62ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κατὰ τὸν Βασιλικὸν λόγον, κατὰ τὴν εἰς αὐτὸν ἀπάντησιν τῆς φαινομένης πλειονοψηφίας τοῦ Σώματος τούτου, ἡ εὐνομία, ἡ τάξις, ἡ ἐλευθερία καὶ ἡ εὐημερία βασιλεύουσιν ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ· νενικήκαμεν διὰ θυσιῶν ἐλαχίστων νίκην λαμπρὰν καὶ περιφανῆ ἐν τῷ ὑπὲρ τοῦ μεγαλείου καὶ τῆς ἐκπολιτιστικῆς ἀποστολῆς τοῦ ἑλληνισμοῦ σταδίῳ· Κυβέρνησις πατρική, ἰσχυρά, ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἦρε τὴν νίκην ταύτην, μετ’ εὐλαβείας πρὸς τὸν νόμον καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ διεξήγαγε τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς, ἀνώρθωσε τὴν δημοσίαν ἡμῶν πίστιν, ἐτακτοποίησε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, καὶ ἀναδιωργάνωσε τὰς δυνάμεις τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, προετοιμάζει ἤδη ἡμῖν, ἀόκνως καὶ φιλοτίμως ἐργαζομένη, μέλλον πολὺ τοῦ τοιούτου παρόντος κρεῖσσον. Ναί, τοιαύτη ἡ γλῶσσα, τῆς χώρας βαρυπενθούσης ἐπὶ τοῖς γενομένοις, τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν ἀπογνώσει διατελοῦντος, τοῦ τε Βασιλικοῦ λόγου καὶ τῆς εἰς αὐτὸν ἀπαντήσεως! Ἀλλ’ ὁποία τις εἶναι καὶ ἡ γλῶσσα τῶν πραγμάτων, ἡ γλῶσσα αὕτη τῆς ἀληθείας, ἡ γλῶσσα ἡ μηδέποτε ψευδομένη; Ἡ εὐνομία πρὸ καιροῦ ἀπέπτη, πρὸ καιροῦ ἀπεχαιρέτισε τὸ ἔδαφος τῆς Ἑλληνικῆς πολιτείας. Ἐμφύλιος πόλεμος ἄδοξος λυμαίνεται πρὸ καιροῦ τὸν τόπον, καταλύων τὸ κράτος τῶν νόμων, παραλύων τὰς ἐθνικὰς δυνάμεις, διαφθείρων τοὺς πάντας, καὶ ἀποξηραίνων ἐν τῇ καρδίᾳ ἡμῶν πᾶν γενναῖον καὶ φιλόπατρι αἴσθημα. Ἡ τήρησις τῆς τάξεως, καθ’ ὅσον τηρεῖται αὕτη, ὀφείλεται οὐχὶ εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ εἰς τὸ ἰσχυρὸν τῆς αὐτοσυντηρήσεως αἴσθημα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἔννομος ἐλευθερία δὲν ὑπάρχει ὅπου δὲν ὑπάρχει εὐνομία. Ἐλευθερίας ἐνεργείας ἀπολαύουσι παρ’ ἡμῖν οἱ ἰσχυροὶ καὶ οἱ ἀτιμώρητοι αὐτοδιοικοῦντες. Εὐημερία πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ μέσῳ τοιαύτης καταστάσεως πραγμάτων, μετὰ τὴν πολιτείαν ἡμῶν, ἐν κρισίμοις εἴπερ ποτὲ καιροῖς; Ἐπολιτεύθημεν ἐν ἐποχῇ καθ’ ἣν ἐπρόκειτο περὶ τῆς τύχης τῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ χριστιανικῶν λαῶν, ἑπομένως καὶ περὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ αὐτοῦ, ἐπολιτεύθημεν ἀδεξίως, ἀφρόνως. Ἐπιστεύσαμεν εἰς τὴν ἐπαιτείαν μᾶλλον, εἰς τὰς περιηγήσεις, εἰς τὴν ἀμεριμνησίαν, εἰς τὴν περὶ τῆς ἐξουσίας πάλην, ἢ εἰς τὰ ἔργα, ἢ εἰς τὰς θυσίας, ἢ εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαὸν καὶ τὴν ἰδέαν τοῦ 1821, καὶ διὰ τοῦτο ἀπωλέσαμεν χρόνον πολύτιμον, τοῦ ὁποίου, ἐὰν ἤθελον ἐπωφεληθῶμεν, δὲν ἤθελε μείνοιεν ἀπρακτοῦντες ὅτε ἐγίνετο ἡ περὶ τὴν Πλεύναν γιγαντομαχία. Κολακευόμενοι ὑπὸ ὀνειροπολημάτων, ἀπεξενώθημεν τῶν συμπαθειῶν τῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ χριστιανικῶν λαῶν, μετὰ τῶν ὁποίων ὁλόκληρος ἱστορία συνδέει ἡμᾶς. Ἀνελάβομεν, τῆς Εὐρώπης ἠρεμούσης, τὸν κατὰ τοῦ πανσλαυϊσμοῦ πόλεμον ἡμεῖς οἱ νάνοι, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐτολμήσαμεν οὔτε μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς Πλεύνας, ὅτε τὰ πάντα ἐπέτρεπον καὶ ἐπέβαλον τὴν τόλμην. Ὄργανα δὲ γενόμενοι πολιτικῆς τεινούσης εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ τὴν Ἑλλάδα ἐλεεινὸν τιμάριον, ἐτολμήσαμεν, ὅτε ἡ τόλμη ἦτο ἔργον ἐσχάτης ἀφροσύνης, ἐτολμήσαμεν, ἀντιλεγόντων ἐκείνων ἐφ’ οἷς ἠλπίσαμεν, καὶ οὕτως ἀπωλέσαμεν καὶ τούτων τὰς συμπαθείας καὶ τὸ ἐκ τῶν συμπαθειῶν αὐτῶν προσδοκώμενον ὄφελος, καὶ τοῦ κινδύνου ἐπιστάντος, ἐγενόμεθα ῥιψάσπιδες, καὶ ἐτράπημεν εἰς φυγήν, καὶ κατῃσχύναμεν τὰ ἑλληνικὰ ὅπλα, καὶ παρεδώκαμεν ἀμαχητὶ εἰς τὴν σφαγήν, εἰς τὴν διάκρισιν ἐξαγριωθέντος ἐχθροῦ, τοὺς εἰς τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἀνδρίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ πιστεύσαντας ἀδελφοὺς ἡμῶν. Κληθέντες μετὰ τὸ ἄθλον τοῦτο, ἐλέῳ, καὶ οὐχὶ δικαιώματι πολέμου, εἰς τὸ ἐν Βερολίνῳ Συνέδριον, ὑπεβάλαμεν αὐτῷ προτάσεις, κριθείσας ἀπαραδέκτους, χάριν δὲ τῶν προτάσεων τούτων δὲν συνηγορήσαμεν ὡς ἔδει ὑπὲρ τῶν ἀναμφισβητήτων δικαίων τῆς Κρήτης, οὐδ’ ἐπεζητήσαμεν μετ’ ἐπιμονῆς τὰ προνόμια ἐκεῖνα, εἰς ἃ δικαιοῦται ὁ Ἑλληνισμὸς καὶ ἐν Μακεδονίᾳ, καὶ ἐν Θράκῃ, καὶ ἐν Ῥωμυλίᾳ. Ἕνεκα τῆς διαγωγῆς ἡμῶν τῆς ἐν ὥρᾳ τῶν κινδύνων καὶ ἐνώπιον τοῦ Συνεδρίου, τὸ Συνέδριον τοῦτο προέβη εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ περιλαλήτου πρωτοκόλλου, διὰ τοῦ ὁποίου ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἠδικήθη ἡ Κρήτη, ἀφ’ ἑτέρου ἐλέχθη πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ Ἑλληνισμοῦ: «Κλεῖσον συμμαχίαν καὶ ἐπιμαχίαν μετὰ τῆς Τουρκίας, καὶ λάβε ὅ,τι ἂν εὐαρεστουμένη σοὶ παραχωρήσῃ αὕτη ἐκ τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Θεσσαλίας». Καὶ ἀπεδέχθημεν τὸ πρωτόκολλον τοῦτο ὡς τέλειον εὐεργετικὸν διὰ τὸν ἑλληνισμὸν, καὶ ἐγκατελείψαμεν τὴν Κρήτην, καὶ προέβημεν εἰς μέτρα δαπανηρὰ καὶ γελοῖα, τὴν πραγματοποίησιν αὐτοῦ ἐπιδιώκοντες, καὶ ἐξετέθημεν φενακίζοντες καὶ φενακιζόμενοι εἰς τὰς ἐν Πρεβέζῃ διαπραγματεύσεις, καὶ κατέστημεν οὕτω τὸ ἀντικείμενον τῆς χλεύης καὶ τῶν ἐμπαιγμῶν ἐχθρῶν καὶ φίλων, καὶ μὴ ἀρκεσθέντες εἰς τοῦτο, ὑπεβάλομεν τὴν Ἐθνικὴν ἡμῶν ἀξιοπρέπειαν εἰς τοσούτους ἐμπαιγμοὺς καὶ ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ἐπιστεύσαμεν, καὶ πιστεύομεν, ὡς φαίνεται, ὅτι διὰ τῶν τοιούτων διαπραγματεύσεων, ὅτι δι’ ἐπιδείξεων γελοίων, ὅτι διὰ τῆς μεσολαβήσεως τῶν Δυνάμεων, τῶν κηρυξασῶν ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται αὐταῖς ἡ χρῆσις βίας πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἐν τῷ 13 πρωτοκόλλῳ, θὰ ἐκβιάσωμεν τὴν λύσιν τοῦ λεγομένου ἑλληνικοῦ ζητήματος. Λησμονοῦμεν, ὡς φαίνεται, καὶ τῆς συγχρόνου ἱστορίας τὰ μεγάλα διδάγματα. Λησμονοῦμεν, ὅτι πρὸ ὀλίγων ἐτῶν συνέστη ἐν Κωνσταντινουπόλει μετὰ αἱματηρὰ γεγονότα, μετὰ σπουδαίας διαπραγματεύσεις, συνδιάσκεψις τῶν μεγάλων Δυνάμεων πρὸς διακανόνισιν τοῦ ζητήματος τῆς Ἐρζεγοβίνης καὶ Βοσνίας, καὶ ὅτι μετὰ συζητήσεις ὑπὸ πνεῦμα συνδιαλλακτικὸν, οὐδὲν ἔχον τὸ ἐχθρικὸν πρὸς τὴν Τουρκίαν, ἅπασαι αἱ Δυνάμεις συνέστησαν ἐν ἀναμφισβητήτῳ ὁμοφροσύνῃ, συνέστησαν ἐπιτακτικῷ τῷ τρόπῳ εἰς τὴν Ὑψ. Πύλην τὴν παραδοχὴν ὡρισμένων προτάσεων, αὕτη δὲ, φενακίζουσα τὴν Εὐρώπην ὁλόκληρον, περιφρονοῦσα τὰς ἀπειλὰς τῆς Ῥωσσίας, ἀπέῤῥιψε τὰ πάντα, ζητήσαντος δὲ ἑνὸς τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Γαλλίας τὸν λόγον τῶν πυκνῶν κανονοβολισμῶν, οἵτινες ἠκούοντο ὅταν ἐδίδετο ἡ τοιαύτη ἀπάντησις, εἶπεν αὐτῷ μετὰ μειδιάματος εἰρωνικοῦ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Τουρκίας· «οἱ κανονοβολισμοὶ οὗτοι ἐξαγγέλλουσι γεγονὸς λίαν εὐτυχὲς διὰ τὴν Τουρκίαν, τὴν δημοσίευσιν συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ὅπερ πρόκειται νὰ διέπῃ εἰς τὸ μέλλον τὰς τύχας τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας.» Ταῦτα εἰσὶ σύγχρονος ἱστορία. Καὶ ὅμως ὑποστηρίζομεν, προσποιούμενοι ἢ σπουδάζοντες, ὅτι κατ’ ἐξαίρεσιν, ὅτι παρὰ τὰς ἕξεις τῆς τουρκικῆς διπλωματίας, θὰ πράξῃ αὕτη χάριν ἡμῶν, φιλίαν ὑποσχομένων ἢ ἀπειλούντων, ὅ,τι δὲν ἔπραξε κατ’ ἀπαίτησιν ὁλοκλήρου τῆς Εὐρώπης καὶ ὑπὸ τὰς ἀπειλὰς τῶν ἑτοιμοπολέμων ρωσσικῶν λεγεώνων! Νενικήκαμεν, λέγει ὁ Βασιλικὸς λόγος! Ἡττήθημεν, λέγουσι τὰ πράγματα, κατὰ κράτος ἔπαθεν ἡ Ἑλλὰς πανωλεθρίαν, τὸ δὲ πάντων χείριστον πανωλεθρίαν ἄδοξον. Σφαδάζει ἡ Κρήτη, οἰμώζει ἡ Θεσσαλία, κλαίει καὶ θρηνεῖ ἡ Ἤπειρος, μαρυπενθεῖ καὶ συνοφρυοῦται ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1821, μὴ ἀνεχομένη τὴν θέσιν τοῦ ἐλεεινοῦ τιμαρίου εἰς ἣν καταδικάζεται. Ὁ λαὸς, διὰ τὴν κατὰ τὰς ἐκλογὰς διαγωγὴν αὐτοῦ, εἶναι πράγματι πολλοῦ ἐπαίνου ἄξιος. Εἰς τὸ πεῖσμα τοῦ πραξικοπήματος τῆς 14 Ἰουλίου, εἰς τὸ πεῖσμα τῆς ἀφθόνου χρήσεως τῶν λεγομένων ἠθικῶν μέσων, ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἐξελέξατο ὡς ἀντιπροσώπους ἄνδρας, τοὺς ὁποίους, κακῶς ποιοῦντες, σπεύδομεν νὰ χρωματίσωμεν ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς συνοφρυοῦται, καὶ ἀπαιτεῖ μεταβολὴν πολιτικῆς ἐσωτερικῆς τε καὶ ἐξωτερικῆς. Ἐθεώρησε καὶ θεωρεῖ τὸ γεγονὸς τῆς 14 Ἰουλίου ὡς πολιτικὸν πραξικόπημα, διότι ἐπῆλθε μετὰ πολλὰ ἄλλα, μετὰ τὰ γεγονότα τὰ προκαλέσαντα τὴν πτῶσιν τῆς συμμαχικῆς Κυβερνήσεως, μετὰ τὰ γεγονότα τῆς ἐξόδου καὶ τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ στρατοῦ, μετὰ τὴν πλήρη ἀποτυχίαν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1878. Θυσίαι χάριν τῆς δημοσίας πίστεως ἐγένοντο πολλαὶ καὶ μεγάλαι. Συνωμολογήσαμεν δάνειον δῆθεν ἐξωτερικὸν, πράγματι δὲ ἐσωτερικὸν, ἐπὶ τόκῳ 8% καὶ πλέον, πρὸς πληρωμὴν χρέους ἐπὶ τόκῳ 2 καὶ 1%, ἐπὶ τῷ τέλει τῆς ἄρσεως τῆς καταναγκαστικῆς κυκλοφορίας τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, καὶ τὴν μὲν ζημίαν τοῦ ἐπὶ πλέον τόκου ὑφιστάμεθα, τῆς δ’ ἄρσεως τῆς καταναγκαστικῆς κυκλοφορίας πολὺ ἀπέχομεν. Ἀνεγνωρίσαμεν τὰ παλαιὰ δάνεια ἐν οὐ δέοντι, δῆθεν ὅπως ἀνοιχθῶσιν εἰς ἡμᾶς τὰ χρηματιστήρια τῆς Εὐρώπης, καὶ ἀνταλλάσσονται μὲν ἤδη αἱ παλαιαὶ ὁμολογίαι διὰ νέων, ἀλλὰ τὰ χρηματιστήρια τῆς Εὐρώπης μένουσιν οὐχ’ ἧττον κεκλεισμένα εἰς τὰ ἑλληνικὰ χρεώγραφα. Τὴν εὐθύνην δὲ ἐπὶ τῇ ἀποτυχίᾳ τῶν οἰκονομικῶν τούτων μέτρων φέρουσιν οὐ μόνον οἱ προτείναντες, ἀλλὰ καὶ οἱ ὑποστηρίξαντες αὐτά. Ἐτακτοποιήθησαν, λέγουσι, τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ὁποία χλεύη! Ἡ χρεωκοπία κρούει τὰς θύρας ἡμῶν, καὶ ἀλλοίμονον εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐὰν περιέλθῃ εἰς χρεωκοπίαν μετὰ τὴν ἀναγνώρισιν τῶν παλαιῶν δανείων καὶ μετὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ νέου· διατρέχει τὸν κίνδυνον τῆς διαγραφῆς ἀπὸ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ χάρτου. Ἔχομεν ἔλλειμμα 15 ἑκατομ., ἐὰν δὲ δὲν σωφρονήσωμεν, καὶ ἐὰν διαθέτωμεν τὸ ἐκ τοῦ τελευταίου δανείου προελθὸν χρηματικὸν ποσὸν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς σπατάλης, τότε μετὰ τρία ἔτη ἡ χρεωκοπία καθίσταται ἀναπόφευκτος. Ἀναδιωργανώσαμεν, λέγουσι, τὸν στρατόν. Πῶς; διὰ τῶν προβιβασμῶν, διὰ τοῦ στρατοπέδου τῆς Λεπενοῦς, διὰ τῶν συνεχῶν μεταθέσεων ἀξιωματικῶν καὶ στρατιωτῶν, χάριν πολιτικῶν ἀναγκῶν, ἢ διὰ τοῦ νέου στρατιωτικοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ παρασκευάζει ὁ νέος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός; Ἀναδιωργανώσαμεν τὸ ναυτικόν. Πῶς; Δαπανήσαντες 12 περίπου ἑκατομμύρια πρὸς κατασκευὴν πλοίων ἀνεπαρκῶν καὶ ἀχρήστων καταστάντων, ἕνεκεν τῆς πολιτικῆς ἣν ἠκολουθήσαμεν, χάριν θαλαμηγῶν δυσαναλόγων πρὸς τὰ μέσα ἡμῶν. Ἡ δὲ Κυβέρνησις, ἡ ταῦτα διαπράξασα καὶ τὰ ἐν τῷ Β. λόγῳ περὶ τοῦ μέλλοντος ἐπαγγελλομένη, εἶναι πᾶν ἄλλο ἢ ἱκανὴ, ὅπως ἐκτελέσῃ ὅσα ὑπόσχεται, καὶ ὅπως σώσῃ τὸν τόπον ἐκ τῶν περιστοιχούντων αὐτὸν κινδύνων. Ἡ Κυβέρνησις αὕτη εἶναι ἡ ἐνσάρκωσις τοῦ συστήματος, τὰ πάντα τοῖς πᾶσιν, ἵνα τοὺς πάντας κερδαίνωμεν, εἶναι ἡ ἐνσάρκωσις τοῦ μᾶλλον ἐπιτηδείου φατριασμοῦ. Καὶ ἐκέρδησε πολλοὺς, τοὺς πλείστους, καὶ κατέστησε τὴν φατρίαν, ἧς ἡγεῖται, ἰσχυροτέραν πάσης ἄλλης, ἀλλὰ διὰ πόσων καὶ ὁποίων θυσιῶν εἰς βάρος τοῦ Ἔθνους! Χάριν τῆς ἐξουσίας, χάριν τοῦ κόμματος, κοιμῶνται οἱ νόμοι, ἡ διοίκησις τῶν Ἐπαρχιῶν παραδίδεται εἰς τοὺς πιστούς, οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους καθίστανται ὑπηρέται τούτων, ὁ προϋπολογισμὸς μεταβάλλεται εἰς μισθολόγιον· εἰς τὰς πολιτικὰς ἀνάγκας τοῦ κόμματος ὑποβάλλονται στρατοὶ ξηρᾶς τε καὶ θαλάσσης, ἡ διοίκησις τοῦ Κράτους, ἡ Δικαιοσύνη, τὰ ὕψιστα τοῦ Κράτους συμφέροντα· χάριν τῆς πολιτικῆς, ὁ ἐθνικὸς ἀγὼν μετασχηματίζεται εἰς ἀγῶνα πετσωμάτων. Τούτων δ’ ἕνεκεν, ἡ διαφθορὰ κατέκλυσε τὴν πολιτείαν, καὶ εὐγενεῖς ἰδέαι τοῦ καθήκοντος, τῆς τιμῆς καὶ τῆς φιλοπατρίας κατέστησαν ἀντικείμενον χλεύης, ὁ φατριασμὸς δὲ καὶ ἡ ἐπιτηδειότης ἐξαίρονται. Ἡ δὲ τελειοποίησις τοῦ συστήματος τούτου ἤγαγεν εἰς τοιαῦτα ἀποτελέσματα, ὥστε καὶ οἱ ὠφελούμενοι ἐξ αὐτοῦ καταδικάζουσιν ἤδη αὐτὸ, καὶ εἴθε νὰ ἐγκαταλείψωσιν αὐτὸ, διότι οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τὴν ἔκτακτον αὐτῶν διοικητικὴν ἱκανότητα καὶ τὸ δημιουργικὸν αὐτῶν πνεῦμα. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καταλαβὼν τὸ βῆμα καὶ κατασχὼν αὐτὸ ἐπὶ τρεῖς συνεδριάσεις, εἶπε πολλὰ, ἀμυνόμενος καὶ μετ’ ἀγανακτήσεως ἀποκρούων πᾶσαν καθ’ ἑαυτοῦ μομφὴν, εἶπε πολλὰ καὶ λάβρος ἐπέπεσε κατὰ τῆς ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου καὶ ἐκτὸς τοῦ Βουλευτηρίου ἀντιπολιτεύσεως, καὶ κατηγόρησεν αὐτῆς ἐπὶ συκοφαντίᾳ· καὶ δὲν ἠρκέσθη εἰς ταῦτα, ἀλλὰ προσέθηκεν ἄπειρα, ἐπὶ τὰ πράγματα στρέψας τὸν λόγον, καὶ ἀριθμοὺς πολλοὺς ἀναφέρων, ὅπως ἀποδείξῃ ὅτι ἡ πολιτεία αὐτοῦ ὡς πρός τε τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν καὶ τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἄξιος ψόγου, κατακρίσεως ἢ καταδιώξεως, ἀλλὰ δικαιοῦται εἰς νέον στέφανον. Πῶς, αἱματοκυλίσατε τὴν πρωτεύουσαν χάριν τῆς ἐξουσίας, καὶ ζητεῖτε στέφανον; Πῶς, ἐπεχειρήσατε πόλεμον ἀκήρυκτον, ἐτράπητε εἰς αἰσχρὰν φυγὴν, ἐκλείσατε εἰρήνην Ἀνταλκίδειον, καὶ ζητεῖτε στέφανον; Πῶς, παρεδώκατε τὴν Θεσσαλίαν, τὴν Ἤπειρον, τὴν Μακεδονίαν εἰς τὴν σφαγὴν καὶ τὴν δήωσιν, καὶ ζητεῖτε στέφανον; Πῶς, μετέβητε εἰς Βερολῖνον, καὶ δὲν ἐτολμήσατε νὰ ὑψώσητε ἀνδρικὴν φωνὴν ὑπὲρ τῆς Κρήτης, δικαιουμένης εἰς πλήρη ἀνεξαρτησίαν, δικαιώματι πολέμου, δικαιώματι αἱμάτων καὶ θυσιῶν πολὺ πλέον ἢ ἄλλα μέρη τῆς Ἀνατολῆς, καὶ ζητεῖτε καὶ ἄλλον στέφανον; Πῶς, περιήλθατε τὴν Εὐρώπην ὁλόκληρον, ἐπεσκέφθητε τὰς αὐλὰς τοῦ Λονδίνου καὶ τῆς Πετρουπόλεως, εἴδατε τὴν συνοφρυωμένην ὄψιν τοῦ λόρδου Βήκονσφιλδ, τὴν παγετώδη τοῦ πρίγκιπος Γόρτζακωφ, ἐπανελθόντες δ’ ἐν Ἑλλάδι ἐδέχθητε στέφανον· ἐπελήφθητε διαπραγματεύσεων γελοίων, ἐξευτελιστικῶν, ἐξακολουθεῖτε ἔτι αὐτὰς, καὶ ζητεῖτε νέον στέφανον; Πῶς, συνεκαλέσατε τὸ Κοινοβούλιον εἰς ἔκτακτον Σύνοδον, ὑπεβάλατε τὸ Ἔθνος εἰς δαπάνην ἄνω τῶν 500 χιλιάδων δραχμῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἠδύνασθε νὰ χορηγήσητε εἰς τὸν τόπον ἓν μέσον συγκοινωνίας ἢ ὀλίγα ἔτι ὅπλα, ἀπεπέμψατε τὸ Κοινοβούλιον διὰ λακτισμάτων, καὶ ζητεῖτε στέφανον; Πῶς, χάριν τῶν γελοίων ἐκείνων στρατιωτικῶν ἐπιδείξεων, διότι χάριν αὐτῶν ἐγένετο τὸ νέον δάνειον, προέβητε εἰς τὴν συνομολόγησιν δανείου, πολυτρόπως ζημιώσαντος τὸν τόπον, δανείου ὑποβάλλοντος τὸ δημόσιον εἰς τὴν πληρωμὴν τόκου συνισταμένου εἰς 8%, ἀντὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τῶν δύω, ἅτινα ἐπλήρονε πρὸς τὰς Τραπέζας, καὶ ζητεῖτε στέφανον; Ὄχι, ὄχι· δὲν εἴμεθα ἄξιοι στεφάνων. Εἴμεθα τοὐναντίον ἄξιοι ψόγου πολλοῦ, κατ’ ἐξοχὴν οἱ δυνάμενοι, κατακρίσεως μεγάλης. Δὲν ἐξεπληρώσαμεν τὸ πρὸς τὴν Πατρίδα καθῆκον ὡς ἔδει. Δὲν ἀνταπεκρίθημεν εἰς τὰς προσδοκίας τοῦ τόπου. Δὲν ἀνεδείχθημεν ἄξια τέκνα τῶν πατέρων ἡμῶν. Δὲν ἐπολιτεύθημεν ἀνταξίως τῶν περιστάσεων μετὰ τῆς συναισθήσεως τῆς ἐν τῇ Ἀνατολῇ θέσεως καὶ τῆς ἀποστολῆς τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἐπαρουσιάσθη δυσχέρεια ἐσωτερικὴ, ἡνώθημεν, τὰ πάντα διεσκεδάσθησαν, ἀλλὰ μετὰ τοῦτο ἤρξατο ἡ περὶ τῆς ἐξουσίας πάλη. Ἐνέσκηψεν ἡ τῆς Ἑρζεγοβίνης θύελλα, δὲν συνετίσθημεν· ἐξηκολούθησεν ὁ ἐμφύλιος πόλεμος. Ἀπέτυχεν ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει συνδιάσκεψις, δὲν συνετίσθημεν καὶ πάλιν. Ὑπεδείχθη ἡ ἕνωσις, ἀπεκρούσθη μετὰ χλευασμῶν. Ἐδεινώθησαν τὰ πράγματα ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἤρξατο ὁ Ῥωσσοτουρκικὸς πόλεμος, ἐπεβλήθη ἡ ἕνωσις, ἀλλ’ ἕνωσις ἕνεκεν τῆς ἀφροσύνης ἡμῶν δὲν ἐγένετο, καὶ διὰ τοῦτο ἀπετύχαμεν. Ἐν τούτῳ κεῖται ἡ ἀλήθεια, ἰδοὺ ἡ κυρία αἰτία τῆς ἀποτυχίας ἡμῶν· ἅπαντα τὰ ἄλλα αἴτια εἰσὶ δευτερεύοντα. Τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα δὲν ἐλύθη. Τὸ πάθημα ἡμῶν εἶναι δεινὸν, ἀλλ’ οὐκ ἔστι πρὸς θάνατον, ἐὰν σωφρονήσωμεν. Τὸ ζήτημα τῆς ἐπικρατήσεως ἢ τῆς μὴ ἐπικρατήσεως τοῦ πανσλαυϊσμοῦ ἐν τῇ Ἀνατολῇ εἶναι ζήτημα εὐρωπαϊκὸν, καὶ οὐχὶ Ἑλληνικόν. Εἰς τὴν αὐθυπαρξίαν τείνουσι καὶ ἡ Ῥωμουνία, καὶ ἡ Σερβία, καὶ τὸ Μαυροβούνιον, καὶ ἡ Βουλγαρία καὶ ἅπαντες οἱ ὑπὸ τὸν ζυγὸν τῆς Τουρκίας χριστιανικοὶ λαοί. Μετὰ τῶν λαῶν τούτων συνδέουσιν ἡμᾶς ἱστορία ὁλόκληρος, αἰώνων παθήματα, κοινὴ θρησκεία, κοινὸς πόθος, καὶ ἵνα φθάσωμεν ἅπαντες εἰς τὴν αὐθυπαρξίαν καὶ καταλάβωμεν τὴν ἐμπρέπουσαν ἡμῖν θέσιν μεταξὺ τῶν εὐρωπαϊκῶν λαῶν, δέον ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ μέλλον. Τοιαύτη δέον νὰ ᾖ ἡ ἐξωτερικὴ ἡμῶν πολιτικὴ ὡς πρὸς τὴν Ἀνατολήν. Πᾶσα διένεξις μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν ἄλλων χριστιανικῶν ἀνατολικῶν λαῶν εἶναι ἐμφύλιος πόλεμος. Ἔχομεν ἀνάγκην ἔργων, καὶ οὐχὶ λόγων καὶ θεατρικῶν παραστάσεων. Τὰ μεγάλα ἔργα ἀπαιτοῦσι μεγάλας θυσίας καὶ αὐτοπροαιρέτους θυσίας, θυσίας παντὸς εἴδους. Θὰ ὑποβληθῶμεν εἰς αὐτὰς; ἐσώθημεν, δοξαζόμενοι. Δὲν θὰ ὑποβληθῶμεν; δὲν προχωρῶ περαιτέρω· γνωρίζετε ὁποία ἔσται ἡ τύχη ἡμῶν.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥοντήρης ἔχει τὸν λόγον.
§64ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρᾳ 6. μ. μ.