1879.12.06
1,365 rows · 11,116 words · 37 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 29
τῆς 6 Δεκεμβρίου 1879.
(Πέμπτη)
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΡΩΜΑΣ. Παρατηρῶ, ὅτι εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ ἀναφέρεται, ὅτι ἐγένετο θόρυβος χθὲς εἰς τὰ ἀκροατήρια, καὶ διετάχθη ἕνεκα τούτου ἡ ἐκκένωσις αὐτῶν. Νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν ἔχει τὸν τόπον του.
§2ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὅ,τι ἐκτίθεται ἐν τοῖς πρακτικοῖς εἶναι ἀληθές. Ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις ἐγένετο θόρυβος, ἡ δὲ Βουλὴ διέταξε τὴν ἐκκένωσιν αὐτῶν. Ἀφοῦ τοῦτο εἶναι γεγονὸς, διατί δὲν πρέπει ν’ ἀναφέρηται ἐν τοῖς πρακτικοῖς;
§3ΡΩΜΑΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι εἶναι ἀνεγνωρισμένον εἰς ὅλα τὰ ἔθνη τοῦ κόσμου, ὅτι ὁ ὑπογραμμὸς ὅλων τῶν συνταγματικῶν Κρατῶν εἶναι ἡ Ἀγγλία. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν, μόλις γείνῃ ὁ ἐλάχιστος θόρυβος εἰς τὸ ἀκροατήριον, τὸν πρῶτον Βουλευτὴν, ὅστις φωνάξῃ «ξένοι εἰς τὸ ἀκροατήριον», ἀμέσως τὸν παρακολουθοῦσιν ὅλοι καὶ φωνάζουσι καὶ αὐτοὶ «ξένοι», καὶ διὰ μιᾶς κενοῦται τὸ ἀκροατήριον. Τοῦτο συνέβη μάλιστα, ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, εἰς τὰ 1850, ὅτε ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Πρωσσίας, ὁ κ. Bunsen, εὑρίσκετο εἰς ἓν θεωρεῖον· γενομένου θορύβου, εἷς βουλευτὴς ἐφώνησε «ξένοι», διὰ μιᾶς δὲ τότε ὁ Πρόεδρος διέταξε νὰ κενωθῇ τὸ ἀκροατήριον. Ἀνέβησαν λοιπὸν οἱ κλητῆρες, διὰ νὰ διώξουν ὅλους· δυστυχῶς ὅμως ὁ Bunsen δὲν ἠθέλησε νὰ ἐξέλθῃ, τότε δὲ ἀνέβη ὁ λόρδος Derby εἰς τὸ θεωρεῖον, καὶ διὰ γρονθοκοπημάτων ἐξεδίωξε τὸν πρεσβευτήν. Παντοῦ τὸ ἀκροατήριον τὸ ἀνέχονται, ἀλλὰ πρέπει καὶ αὐτὸ νὰ τηρῇ ἄκραν σιγὴν καὶ ἡσυχίαν, ὥστε νὰ μὴ ἀναγκάζηται ἡ Βουλὴ νὰ διακόπτῃ τὰς ἐργασίας της. Ἡμεῖς εἴμεθα ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, εἴμεθα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προστατεύομεν τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ· ἀλλὰ πρέπει καὶ ὁ λαὸς νὰ σέβηται ἡμᾶς, καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ Ἔθνους.
§4ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν τῷ Ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ εἰκάζεται, ὅτι τὰ ἀκροατήρια εἶναι κενὰ, διότι περὶ αὐτῶν δὲν ἀναφέρεταί τι ἐν τοῖς Κανονισμοῖς. Ἐὰν δὲ εἷς καὶ μόνος Βουλευτὴς ὑποδείξῃ ὅτι ὑπάρχουσιν ἀκροαταὶ, ὁ Πρόεδρος ὀφείλει νὰ διατάξῃ τὴν ἀποβολήν των. Παρ’ ἡμῖν ἔχουσιν ἄλλως τὰ περὶ τούτου. Ἀφοῦ δὲ χθὲς ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε τὴν ἐκκένωσιν τῶν ἀκροατηρίων, τὰ πρακτικὰ ἔχουσι καλῶς.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ῥώμα παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Γίνεται ἄλλη ἀντίῤῥησις;
§6ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐγκρίνονται. Παρατηρῶ εἰς τὰ ἀκροατήρια, ὅτι ὀφείλουν ν’ ἀπέχωσι πάσης ἐπιδοκιμασίας ἢ ἀποδοκιμασίας. Ἐάν τις τῶν ἀκροατῶν, κατὰ παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, χειροκροτήσῃ ἢ ποδοκροτήσῃ, θὰ διατάξω οὐ μόνον ν’ ἀποβληθῇ, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀπαχθῇ εἰς τὴν Ἀστυνομίαν, ἵνα καταδιωχθῇ ποινικῶς Ἐὰν δ’ ἐπαναληφθῶσι τὰ ἀτακτήματα ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις, θὰ διαταχθῇ ἡ ἐκκένωσίς των. Οἱ κληρονόμοι τοῦ Ἀναγνώστου Νταλαρῆ ἐξαιτοῦνται νὰ προκληθῇ νόμος εἰδικὸς περὶ ἀπαλλαγῆς των ἐκ τῆς πρὸς τὸ δημόσιον ἐγγυήσεως ὑπὲρ τοῦ πρώην ἀποθηκαρίου Δωρεῶν. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν.
§8ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐξ ὅσων, κύριοι, ἐξέθεσε χθὲς ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ τὸ ζήτημα τῶν συνόρων, καθίσταται ἀναγκαῖον, διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ἐκφέρωμεν μίαν γνώμη, νὰ λάβωμεν γνῶσιν τῶν ὁδηγιῶν, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἔλαβεν ὅταν ἀνεχώρησε διὰ Βερολῖνον, τῶν ὁδηγιῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ἐνόσῳ ἦτον εἰς Βερολῖνον, διότι βεβαίως παρουσιάσθησαν ἐκεῖ περιστάσεις, διὰ τὰς ὁποίας ἐζήτησε νέας ὁδηγίας, καὶ τῶν ὁδηγιῶν τὰς ὁποίας ἔλαβεν ὅταν ἀνεχώρησεν ἀπὸ Βερολῖνον καὶ περιῆλθε τὰς διαφόρους αὐλάς. Καθὼς γνωρίζετε, ὁ Βήκονσφηλδ, ὁ Βάδιγκτων κατέθεσαν εἰς τὰς Βουλὰς τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ τόπου των τὰς ὁδηγίας, τὰς ὁποίας ἔλαβον, ὅταν ἐπανῆλθον εἰς τὴν πατρίδα των. Ἡμεῖς οὐδὲν γινώσκομεν, καὶ ὅταν εἰς τὴν περασμένην Σύνοδον ἐγένετο παρατήρησις τοιαύτη ἀπὸ ἄλλον συνάδελφον, τότε ἡ Βουλὴ δὲν ἦτον εἰς θέσιν νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος, διότι ἦτον ἀκόμη ἐκκρεμές. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη, ἐπειδὴ εἴμεθα κράτος συνταγματικὸν, καὶ εἴμεθα καὶ ὀνομαζόμεθα ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ποίας ὁδηγίας εἶχεν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὅταν ἐπῆγεν εἰς τὸ Βερολῖνον, ποίας ὁδηγίας ἔλαβεν ἐκεῖ, καὶ ποίας, ὅταν, ἀναχωρῶν ἀπὸ τὸ Βερολῖνον, περιῆλθε τὰς διαφόρους αὐλάς. Ἐλπίζω, ὅτι θέλει μᾶς καταθέσει ἡ Κυβέρνησις τὰ ἔγγραφα ταῦτα ταχέως.
§9Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ τῆς ἐπιθυμίας, κύριοι, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ ἐκ Ζακύνθου κ. Βουλευτής, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ὑφίσταντο πέρυσι καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ ἐνόμισεν, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναγκασθῇ νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα σήμερον ζητοῦσιν, οἱ λόγοι αὐτοὶ ὑφίστανται ἔτι καὶ νῦν· ἑπομένως ἐλπίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὰς περιστάσεις ταύτας, θέλει ἐκφέρει καὶ ἐφέτος τὴν αὐτὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἐξέφερε πέρυσι.
§10ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πέρυσι δὲν ἐξέφερεν ἡ Βουλὴ καμμίαν ἀπόφασιν.
§11Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι πέρυσιν ὑπηγόρευσαν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ μέτρον νὰ παρίδῃ τὴν ἐκφρασθεῖσαν τότε ὁμοίαν ἐπιθυμίαν, ἦσαν, ὅτι ὑπῆρχεν ἓν ζήτημα Ἑλληνοτουρκικὸν ἐκκρεμές. Ἡ ἐκκρεμότης τοῦ ζητήματος ὑφίσταται, ὅπως γνωρίζετε, καὶ νῦν· ἑπομένως νομίζω, ὅτι οἱ αὐτοὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι κρατοῦσι καὶ σήμερον, πρέπει νὰ ὑπαγορεύσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ αὐτὸ μέτρον. Χθὲς διέκοψα, κύριοι, τὴν ὁμιλίαν μου ἐν τῷ μέσῳ τῶν μελετῶν, τὰς ὁποίας ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἀνακοινώσω πρὸς ὑμᾶς περί τε τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐπὶ τοῦ Ἑλληνοτουρκικοῦ ζητήματος. Σήμερον ὀφείλω νὰ συνεχίσω τὴν ὁμιλίαν ἐκείνην. Ἀλλ’ ἐνόμισα, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι μεθοδικώτερον, καὶ ὅτι ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἀταξίας, ἡ ὁποία εἰσέδυσε κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, ἐνόμισα, λέγω, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι λυσιτελέστερον νὰ σᾶς ἀπασχολήσω σήμερον, ἀρχόμενος τοῦ λόγου ἀπὸ τῶν μελετῶν, τὰς ὁποίας ὀφείλω νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, μετὰ τὸ πέρας δὲ τούτων νὰ ἐπαναλάβω τὰς μελέτας καὶ νὰ συνεχίσω ὅσα χθὲς σᾶς εἶπον περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς καὶ περὶ τοῦ Ἑλληνοτουρκικοῦ ζητήματος. Ὥστε σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε τὴν τακτικὴν ταύτην. Τὸ ἔτος 1879, ὡς εἶπον χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν, ἦτο ἔτος οἰκονομικῶς δυσχερέστατον. Τὴν δυσχέρειαν ἀπετέλεσεν ὄχι μόνον ἡ μεγάλη ἀνισοῤῥοπία, ἡ ὁποία ὑφίστατο εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ δύω μεγάλαι οἰκονομικαὶ ἐπιχειρήσεις, τὰς ὁποίας ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔκρινε λυσιτελὲς εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα νὰ λάβῃ. Αἱ δύο μεγάλαι οἰκονομικαὶ ἐπιχειρήσεις εἶναι ἡ ἀναγνώρισις καὶ μετατροπὴ τῶν παλαιῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825, καὶ ἡ πρώτην φορὰν συνομολόγησις ἐξωτερικοῦ δανείου ἐκ ποσοῦ 60 ἑκατομμυρίων φράγκων. Διατί ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔκρινε λυσιτελὲς νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀναγνώρισιν καὶ μετατροπὴν τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825; Νομίζω, κύριοι, ὅτι εἶναι μάταιον νὰ ἀπασχολήσω περὶ τούτου τὴν Βουλήν. Ἡ Βουλὴ πάντας τοὺς περὶ τούτου λόγους ἔλαβε πολλάκις ὑπ’ ὄψιν, καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1878 ἐσχημάτισε τὴν ἐπ’ αὐτῶν γνώμην καὶ ἐξέδωκεν ἀπόφασιν, καὶ τὴν ἀπόφασίν της ταύτην διετύπωσεν εἰς νόμον· ἡμεῖς δὲ, διαχειριζόμενοι τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ὡς ὄργανα αὐτῆς, δὲν εἴχομεν ἄλλο καθῆκον, παρὰ νὰ ἐκτελέσωμεν τὸν νόμον τῆς πατρίδος μας. Ἐκτελοῦντες ὅμως τὸν νόμον τοῦτον τῆς πατρίδος, εἴμεθα συγχρόνως καὶ ἐμπεφορημένοι τῆς πεποιθήσεως, ὅτι τῷ ὄντι ἡ ἐκτέλεσις αὐτοῦ συνετέλει εἰς τὴν εὐόδωσιν τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, διότι αὕτη ἔμελλε νὰ ἐγείρῃ τὴν πρὸ 50 ἐτῶν πεπτωκυῖαν οἰκονομικὴν πίστιν τοῦ Κράτους ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἡ δ’ ἀνέγερσις τῆς καταπεπτωκυΐας Ἐθνικῆς πίστεως ἤθελε καταστήσει τὰς ἀγορὰς τῆς Εὐρώπης προσιτὰς εἰς τὰς Ἑλληνικὰς ἀνάγκας καὶ εἰς τὴν εἰσροὴν τῶ ξένων κεφαλαίων ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν. Ἐπεδόθημεν λοιπὸν μετὰ σπουδῆς εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου τούτου. Τὸ ἔργον δὲν ἦτο ἁπλοῦν, ἀλλὰ πολλὰ δυσχερὲς, εἶχε πολλὰς δυσχερείας, ἐκείνας ἰδίως, αἱ ὁποῖαι παρομαρτοῦσιν ὅταν πρόκηταί τις νὰ ἀναγάγῃ ἐν τῷ μέσῳ ὑπόθεσιν, ἥτις πρὸ πεντήκοντα ἐτῶν εἶχεν ἐκλείψει ἐκ τοῦ μέσου. Καὶ ἐν πρώτοις, πολλαὶ καὶ μεγάλαι ὑπῆρξαν αἱ ἀντιδράσεις πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου τούτου, διότι αὐτὸ προσέβαλεν ἀτομικὰ συμφέροντα, χρηματιστικοὺς ὑπολογισμοὺς, πάντα δὲ ταῦτα εἵπετο, ὅτι ἤθελον σχηματίσει σύστασιν, διὰ νὰ παρακωλύσωσι τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ. Ἐν μιᾷ πρωτευούσῃ τῆς Εὐρώπης, ὅπου ὑπῆρχον τινὲς κάτοχοι χρεωγράφων τοῦ ἑλληνικοῦ δανείου τοῦ 1824 καὶ 1825, μετὰ πείσμονος ἐπιμονῆς τοιαύτης, ὁποίαν ἐμπνέει ἡ τυφλὴ καὶ ἄκρα ἰδιοτέλεια, αὐτοὶ ἀντέστησαν καὶ ἐξακολουθοῦσιν ἀκόμη ἀνθιστάμενοι. Ἡ ἀντίστασις, τὴν ὁποίαν τινὲς τῶν ἐν Ὁλλανδίᾳ κατόχων τῶν ἑλληνικῶν χρεωγράφων, καὶ ἰδίως εἷς, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ἐγένετο γνωστὸν διὰ τὰς ὕβρεις καὶ λοιδορίας, τὰς ὁποίας ἐξετόξευσεν ἔκτοτε κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἡ ἀντίστασις αὕτη δὲν ἦτο ἀντίστασις πολιτικὴ, ἦτο ἀντίστασις, ἡ ὁποία ἠσχολεῖτο κατὰ τοῦ πρακτικοῦ κόσμου διὰ παντὸς μέσου περὶ ἐνεργείας καὶ ῥαδιουργίας πρὸς παρακώλυσιν τοῦ ἔργου τῆς μετατροπῆς. Ἔπρεπε δ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀντεπροσώπευον τὴν Ἑλλάδα, νὰ καταβάλωσι προσπαθείας ἀτρύτους, διὰ νὰ ὑπερβῶσι τὰ προσκόμματα, τὰ ὁποῖα ἡ ἰδιοτέλεια ἐκείνου, τοῦ ὁποίου ἐμνημόνευσα, τοῦ Ὁλλανδοῦ, παρεσκεύαζε. Χρεωστῶ, ὡς προϊστάμενος ἑνὸς κλάδου τῆς δημοσίας διοικήσεως, νὰ ὁμολογήσω τὴν εὐαρέσκειάν μου πρὸς ἐκεῖνον, ὅστις διεξήγαγε τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ἐν Λονδίνῳ, ὁ ὁποῖος ἠδυνήθη διὰ προσπαθειῶν καὶ πολλῶν κόπων νὰ παλαίσῃ πρὸς τὰ προσκόμματα ταῦτα. Καὶ ἀληθῶς, διὰ τῶν τοιούτων προσπαθειῶν, κατὰ τὰς τελευταίας ἐκθέσεις τὰς ὁποίας ἔχω ἐκεῖθεν, κατωρθώθη ἡ ἐπιμονὴ τοῦ Ὁλλανδοῦ νὰ μηδενισθῇ σχεδὸν, διότι συνεμερίζοντο αὐτὴν μόνον δύο ἢ τρεῖς κάτοχοι ἑλληνικῶν χρεωγράφων, πάντες δὲ οἱ ἄλλοι προσῆλθον καὶ ἀνενέωσαν τὰ παλαιὰ ἐν χερσὶν αὐτῶν χρεώγραφα πρὸς τοὺς νέους τίτλους. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν προσήχθησαν ὅλοι οἱ παλαιοὶ τίτλοι, κατὰ δὲ τοὺς ὑπολογισμοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο, τὸ ποσὸν τῶν παλαιῶν τίτλων, τὸ προσαχθὲν πρὸς ἀνταλλαγὴν, ἀνέρχεται εἰς 40%· ἀλλὰ κατέστη ἐπίσης λίαν πιθανὸν, ὅτι, ἐὰν ἐξαιρέσῃ τις τὰ χρεώγραφα, τὰ ὁποῖα κατέχουσιν ὁ Drucker καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ συμπράττοντες δύω ἢ τρεῖς ἔτι, δὲν ὑπάρχουσι πλέον χρεώγραφα ἐν κυκλοφορίᾳ· ἐξ οὗ συνάγεται πιθανῶς, ὅτι ὁ μέγας ἀριθμὸς τῶν χρεωγράφων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπαρουσιάσθησαν, εἶναι χρεώγραφα ἀπολεσθέντα κατὰ τὸ διάστημα τῶν 50 ἐτῶν. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου τούτου ἐπαρουσιάσθησαν πολλὰ προσκόμματα· ὄχι μόνον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σᾶς ὑπέδειξα, τὰ ὁποῖα παρεσκεύαζεν ἡ πείσμων ἰδιοτέλεια τοῦ Ὁλλανδοῦ, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ προσκόμματα, προελθόντα ἐξ αὐτῶν τῶν διατάξεων τῆς συμβάσεως. Ὅταν τις πρόκηται νὰ κανονίσῃ ὑπόθεσιν ἐκκρεμῆ πρὸ 50 ἐτῶν, εἶναι ἀδύνατον νὰ κανονίσῃ αὐτὴν οὕτως, ὥστε νὰ προλάβῃ ὅλας τὰς δυσκολίας, αἵτινες θέλουσιν ἐμφανισθῆ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν. Τῷ ὄντι ἡ σύμβασις, ἡ ὁποία συνωμολογήθη, καὶ τῆς ὁποίας τὸ μεγαλείτερον μέρος εἶχε παραληφθῆ ἐξ ἄλλης συμβάσεως, ἥτις εἶχε συνομολογηθῆ κατὰ τὸ 1877, καὶ ἡ ὁποία δὲν ἐπεκυρώθη τότε ὑπὸ τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, περιέλαβε διάταξιν, τῆς ὁποίας ἡ ἐκτέλεσις καθίστατο ἀδύνατος. Κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην, ἔπρεπεν ἐντὸς δύω μηνῶν ἀπὸ τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν παλαιῶν τίτλων πρὸς τοὺς νέους, ν’ ἀνοιχθῇ τὸ χρηματιστήριον τοῦ Λονδίνου πρὸς τὰ ἑλληνικὰ χρεώγραφα, ἐπὶ τῇ ποινῇ τῆς ἀκυρώσεως τῆς συμβάσεως· διὰ νὰ γείνῃ τοῦτο, ἔπρεπε νὰ τεθῶσιν ἐν κυκλοφορίᾳ ἑλληνικὰ χρεώγραφα, ἔπρεπε ν’ ἀνταλλαχθῶσιν οἱ παλαιοὶ τίτλοι πρὸς τοὺς νέους. Ἐὰν ἀντηλλάσσοντο οἱ παλαιοὶ τίτλοι πρὸς τοὺς νέους, οἱ κάτοχοι τῶν νέων τίτλων, κατὰ γνωμοδότησιν νομοθετικὴν, ἐγίνοντο κύριοι τῆς ἀξίας, τὴν ὁποίαν οἱ τίτλοι οὗτοι ἀντεπροσώπευον, καὶ καθίσταντο ἀναμφισβήτητοι πιστωταὶ τῆς Ἑλλάδος διὰ τὸ ποσὸν αὐτῶν· ἑπομένως ἤθελον εἶσθαι πιστωταὶ τοῦ Κράτους. Καὶ ἂν ἐντὸς δύο μηνῶν δὲν εἰσήγετο ἡ ἀναγραφὴ τῶν ἑλληνικῶν ἀξιῶν ἐν τῷ χρηματιστηρίῳ τοῦ Λονδίνου, ἤθελον ἐπέλθει ἡ ἀκύρωσις τῆς συμβάσεως καὶ τῶν συνεπειῶν αὐτῆς· ἀλλ’ ὡς εἶπον, ἐὰν ἀντηλλάσσομεν τοὺς παλαιοὺς τίτλους πρὸς τοὺς νέους καὶ ἐδίδομεν χρεώγραφα νέα, ἀνεγνωρίζομεν τοὺς κατόχους αὐτῶν πιστωτὰς τοῦ Κράτους, καὶ ἐὰν μετὰ δύο μῆνας ἀπὸ τῆς ἀνταλλαγῆς τὸ χρηματιστήριον τοῦ Λονδίνου δὲν ἀνέγραφε τὰς ἑλληνικὰς ἀξίας, ἡ σύμβασις ἠκυροῦτο. Ἀλλὰ τὰ ἀποτελέσματα τῆς κυρώσεως τῆς συμβάσεως δὲν ἠδύναντο νὰ ἀναιρέσωσι τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔμελλον ν’ ἀποκτηθῶσι παρὰ τῶν κατόχων τῶν νέων τίτλων, οἵτινες ἤθελον διὰ τούτου κατασταθῆ πιστωταὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἀφοῦ ἡ σύμβασις ἔμελλε νὰ κατασταθῇ ἄκυρος, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἤθελον εἰσαχθῆ ἐν τῷ χρηματιστηρίῳ τοῦ Λονδίνου τὰ Ἑλληνικὰ χρεώγραφα, ἡμεῖς, ἐπιτρέποντες τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν παλαιῶν πρὸς τοὺς νέους τίτλους, ἀνεγνωρίζομεν πιστωτὰς τοῦ Κράτους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἀνταλλάξει τοὺς παλαιοὺς τίτλους πρὸς τοὺς νέους. Τοῦτο ἀπετέλει μεγίστην δυσχέρειαν, ἥτις ἐλπίζω, ὅτι ἐγένετο καταληπτή. Μόνον ἐὰν προεβαίνομεν εἰς τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν παλαιῶν τίτλων πρὸς τοὺς νέους, ἠθέλομεν θέσει ἐν κυκλοφορίᾳ Ἑλληνικὰς ἀξίας καὶ ἠθέλομεν παράσχει εἰς τὸ χρηματιστήριον τοῦ Λονδίνου τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀναγράψῃ αὐτάς· ἐνῷ, ἐὰν δὲν ἀντηλλάσσομεν τοὺς παλαιοὺς τίτλους μὲ τοὺς νέους, τὸ χρηματιστήριον τοῦ Λονδίνου δὲν ἤθελον ἀνοιχθῆ, ἑπομένως δὲν ἤθελεν ἔχει ἀφορμήν, ἵνα ἀποφανθῇ ἂν ἐπιτρέπῃ ἢ οὒ τὴν ἀναγραφὴν τῶν Ἑλληνικῶν ἀξιῶν. Ἐν τούτοις, ἐὰν ἀντηλλάσσομεν τοὺς παλαιοὺς τίτλους μὲ τοὺς νέους, ἀνεγνωρίζομεν τοὺς κατόχους τῶν νέων τίτλων πιστωτὰς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους.
§12ΡΙΚΑΚΗΣ. Μόνον τὰ χρεώγραφα τοῦ Ἑλληνικοῦ δανείου ἐπρόκειτο ν’ ἀνταλλαχθοῦν;
§13ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πάντα. Ἀλλ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον ἐν Ἀγγλίᾳ ἐν κυκλοφορίᾳ ἦσαν τὰ χρεώγραφα τοῦ παλαιοῦ δανείου, διότι χρεώγραφα ἄλλων Ἑλληνικῶν δανείων δὲν εἶναι εἰς χεῖρας Ἄγγλων. Ὅταν συνεκλήθη ἡ ἔκτακτος Σύνοδος, παρεκλήθη ὑφ’ ἡμῶν ν’ ἀσχοληθῇ καὶ εἰς τοῦτο, καὶ ἄρῃ τὴν ἀνωμαλίαν αὐτήν, διὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ πραγματοποίησις καὶ μετατροπὴ τοῦ παλαιοῦ δανείου. Δυστυχῶς ἐπῆλθεν ἡ λῆξις τῆς Συνόδου κατὰ τὴν 14 Ἰουλίου, πρὶν ἐξενεχθῇ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου· γνωρίζετε δὲ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐπῆλθεν ἡ λῆξις τῆς ἐκτάκτου Συνόδου. Ἑπομένως ἔμειναν τὰ πράγματα εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν. Τί δ’ ἔπρεπε νὰ πράξωμεν ἡμεῖς; Νὰ ἀφήσωμεν τὴν σύμβασιν ἀνεκτέλεστον καὶ ν’ ἀναλάβωμεν τὴν ἐπὶ τούτῳ εὐθύνην ἀπέναντι τοῦ Κράτους, ἀφοῦ ὑπῆρχεν ἀπόφασις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐπικυρώσασα τὴν σύμβασιν καὶ διατάξασα τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς; Ἢ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν παλαιῶν τίτλων πρὸς τοὺς νέους, πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως, ἀναλαμβάνοντες τὴν ἐπὶ τούτῳ εὐθύνην, ὡς συναινοῦντες ν’ ἀναγνωρισθῶσι πιστωταὶ τοῦ Κράτους ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἀνταλλάξει τοὺς παλαιοὺς τίτλους μὲ τοὺς νέους; Ἀπέναντι τῆς διπλῆς ταύτης εὐθύνης, ἐνομίσαμεν, ὅτι ἠθέλομεν πολιτευθῆ συμφωνότερον πρὸς τὰς ἀποφάσεις τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἐὰν ἀνελαμβάνομεν τὴν ἀνωτέρω εὐθύνην· ἐνομίσαμεν δὲ, ὅτι ἠθέλομεν εἶσθαι πιστότεροι ἐκτελεσταὶ τῆς θελήσεως τῆς χώρας καὶ τοῦ σκοποῦ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ ὑπηρέται τῶν ἑλληνικῶν συμφερόντων, ἐὰν ἀνελαμβάνομεν τὴν εὐθύνην ταύτην. Δὲν ἐδιστάσαμεν νὰ τὴν ἀναλάβωμεν. Ἐπειδὴ δὲ πρώτην φορὰν νῦν ὁμιλῶ περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὀφείλω ἐξ εὐλαβείας πρὸς αὐτὸ, ἂν καὶ δὲν ἐπεραιώθη ἀκόμη ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ἡ ὁποία πρέπει νὰ προηγῆται πάσης ἄλλης ἐργασίας, ὀφείλω, λέγω, νὰ καταθέσω ἀπὸ τοῦδε τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ κυρώσῃ τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐπροκαλέσαμεν περὶ τούτου (καταθέτει τὸ νομοσχέδιον εἰς τὸ προεδρεῖον. Εἶχον καθῆκον, κύριοι, νὰ κάμω κοινωνὰ τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου τῶν λεπτομερειῶν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου περὶ τῆς μεταφορᾶς τῶν παλαιῶν δανείων· διὰ τοῦτο ἐφρόντισα, ἵνα ἐκτυπωθῶσιν ὅλα τὰ ἔγγραφα καὶ ὅλα τὰ τηλεγραφήματα τὰ ὁποῖα ἀντηλλάγησαν μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἐπιτετραμμένου τὰς Ἑλληνικὰς ὑποθέσεις ἐν Λονδίνῳ, τὰ ὁποῖα ἀντικείμενον εἶχον τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου τούτου. Τὰ ἔγγραφα καὶ τὰ τηλεγραφήματα, ἐκτετυπωμένα ἐν φυλλαδίῳ, κατατίθενται ὑπ’ ἐμοῦ σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν· παρακαλῶ δὲ τὸν κ. πρόεδρον νὰ διανείμῃ ἀντίτυπα τοῦ φυλλαδίου τούτου εἰς τοὺς κυρίους βουλευτὰς ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πρὸς τοῦτο ἀπέστειλα σήμερον πρὸ τῆς συνεδριάσεως εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἡ δευτέρα μεγάλη ἐπιχείρησις, τὴν ὁποίαν κατ’ ἀπόφασιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐκάμαμεν, ἦτο τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων φράγκων. Εἶναι γνωστὸν, κύριοι, εἰς ὑμᾶς, ὅτι ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἓν μόνον δάνειον ἐξωτερικὸν συνωμολογήθη, καὶ τοῦτο ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τῶν τριῶν μεγάλων δυνάμεων τῆς Γαλλίας, Ἀγγλίας καὶ Ῥωσσίας· εἶναι γνωστὸν ὡσαύτως εἰς πάντας ὑμᾶς, ὅτι αἱ περιστάσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἦσαν τοιαῦται, ὥστε τὰ οἰκονομικὰ μέσα αὐτοῦ δὲν κατέστησαν ἐφικτὸν εἰς τοὺς κυβερνήσαντας τὸ Κράτος μέχρι τοῦδε νὰ ἐκπληρώσωσιν ἀκριβῶς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἡ κατὰ τὰ 1832 συνομολόγησις τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμ. δραχμῶν ἐπέβαλεν εἰς τὸ Κράτος. Αἱ ἐγγυησάμεναι τὸ δάνειον τοῦτο τρεῖς μεγάλαι δυνάμεις πρὸ εἴκοσι πέντε ἐτῶν ἐνόμισαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ πεισθῶσι πληρέστερον περὶ τῆς ἀνικανότητος τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἐπὶ τοῦ δικαίου τούτου ὑποχρεώσεών του· τότε δ’ ἑκάστη αὐτῶν ἔπεμψεν ἐλεγκτὴν οἰκονομικὸν, οἱ ἐλεγκταὶ δ’ οὗτοι ἐμελέτησαν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, καὶ ἐγνωμοδότησαν, ὅτι δύναται τὸ Κράτος νὰ πληρώσῃ ἓν μόνον μέρος ἐκ τῶν ἐπὶ τοῦ δανείου τούτου ὑποχρεώσεών του, τὰς ὁποίας διὰ τῆς περὶ τούτου συμβάσεως τοῦ 1832 ἀνεδέχθη νὰ πληρώνῃ. Δύο δυστυχῆ λοιπὸν συμβεβηκότα· τὸ ἓν, ἡ μὴ ἀναγνώρισις τῶν δανείων τῶν συνομολογηθέντων κατὰ τὸ 1824 καὶ 1825, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐπῆλθεν ὁ ἀποκλεισμὸς τῶν ἑλληνικῶν ἀξιῶν ἀπὸ τῶν χρηματιστηρίων τῶν μητροπόλεων τῆς Εὐρώπης· τὸ δεύτερον δυστυχὲς συμβεβηκὸς, ἡ ἀδυναμία τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀναλάβει διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ 1832 ἐπὶ τοῦ τότε ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τῶν τριῶν μεγάλων δυνάμεων συνομολογηθέντος δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Αὐτὰ δὲ τὰ δύο δυστυχῆ συμβεβηκότα ἤρκουν νὰ ἐμποιήσωσιν εἰς τοὺς κατόχους τῶν κεφαλαίων ἐν τῇ Εὐρώπῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι διστακτικοὶ ὅταν πρόκηται νὰ ἀναμιγνύωνται εἰς ἐπιχειρήσεις, ἀναγομένας εἰς Ἑλληνικὰ δάνεια. Καὶ δὲν πρέπει νὰ σᾶς κρύψω, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν πίστις δὲν ἦτο παντάπασιν ἀκμαία κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἡμεῖς ἐπεχειρήσαμεν νὰ ζητήσωμεν δάνειον ἐξωτερικόν. Διὰ νὰ καταστήσω τὸν ἰσχυρισμόν μου τοῦτον ψηλαφητὸν εἰς ὑμᾶς, καὶ διὰ νὰ ἐκπληρώσω προσέτι καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχω πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, ἤτοι νὰ καταστήσω αὐτοὺς κοινωνοὺς ὅλων τῶν λεπτομερειῶν, αἱ ὁποῖαι παρηκολούθησαν καὶ ἀπετέλεσαν τὰς διαπραγματεύσεις πρὸς συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῶν 60,000 000, ἐφρόντισα νὰ ἐκτυπώσω πάντα τὰ ἔγγραφα καὶ τηλεγραφήματα, τὰ ἀνταλλαχθέντα μεταξὺ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ ἐπιτετραμμένου τὰς ἐν Παρισίοις ὑποθέσεις τῆς Πρεσβείας· ἡ δημοσίευσις δ’ αὕτη ἀπετέλεσε φυλλάδιον, τοῦ ὁποίου ἀντίτυπον καταθέτω εἰς τὸ προεδρεῖον, παρακαλῶν τὸν κύριον πρόεδρον νὰ διατάξῃ νὰ διανεμηθῶσι πρὸς τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς τὰ προαποσταλέντα εἰς τὸ προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἄλλα ἀντίτυπα τοῦ φυλλαδίου τούτου. Ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ φυλλαδίου τούτου θέλετε πραγματικῶς ψηλαφήσει αὐτὸ, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ πίστις τοῦ Κράτους δὲν ἦτο ἀκμαία καθ’ ὃν χρόνον ἐπεχειρήσαμεν νὰ κάμωμεν τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Ἐὰν ἀναφυλλίσητε τὸ φυλλάδιον τοῦτο, θέλετε εὕρει τὰς πρώτας προτάσεις πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, θέλετε ἴδει ὁποίους ὅρους προέβαλον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παρεστάθησαν προτείνοντες νὰ γίνωσι δανεισταὶ τοῦ Κράτους, καὶ θέλετε ἰδεῖ διὰ ποίων δυσκολιῶν καὶ διὰ ποίων περιτροπῶν ἠδυνήθημεν νὰ φθάσωμεν εἰς τοὺς ὅρους τοὺς ὁποίους περιέλαβεν ἡ σύμβασις, τὴν ὁποίαν συνωμολογήσαμεν κατὰ τὰς ἀρχὰς Ἀπριλίου τοῦ ἔτους τούτου, περὶ τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου τῶν 60,000,000. Μᾶς κατηγόρησαν, κύριοι, ὅτι παρέβημεν τὸν νόμον διὰ τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν συνωμολογήσαμεν περὶ τοῦ δανείου, καὶ παρέστησαν μάλιστα, ὅτι ἡ παράβασις τοῦ νόμου δὲν ἦτο ἁπλῆ παράβασις, ἀλλ’ εἶχε συνέπειαν ζημίαν μεγάλην, ἐπελθοῦσαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον· μᾶς ἐκατηγόρησαν, κύριοι, ὅτι καὶ μετὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ εἰσπράξωμεν τὰ χρήματα τὰ ἐξ αὐτοῦ προελθόντα, διεχειρίσθημεν τὰ χρήματα ταῦτα ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ· μᾶς ἐκατηγόρησαν, κύριοι, ποικίλας ἄλλας σχετικὰς πρὸς τὸ δάνειον τῶν 60,000,000 αἰτιάσεις ἀπευθύναντες καθ’ ἡμῶν. Σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι δὲν παραξενεύομαι διὰ τὰς κατηγορίας ταύτας· γνωρίζω, ὅτι πᾶσα κατηγορία, ἡ ὁποία συνδέεται μετὰ τοῦ χρήματος, εὑρίσκει προθυμοτέραν ἀποδοχὴν παρὰ τοῖς συμπολίταις ἡμῶν, καὶ ἐννοῶ τὸν σκοπὸν ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσε πάσας τὰς αἰτιάσεις ταύτας. Καὶ ἂν δὲν εἶχον ἀρκετὴν ὀξυδέρκειαν, διὰ νὰ διαγνώσω τὸν σκοπὸν τῶν αἰτιάσεων τούτων, ἤρκει, κύριοι, ὁ πρὸ μικροῦ περαιωθεὶς ἐκλογικὸς ἀγὼν, διὰ νὰ μοὶ μαρτυρήσῃ τὸν σκοπὸν τοῦτον. Ἡ διαπραγμάτευσις τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 καὶ ἡ συνομολόγησις αὐτοῦ ἦτον ἕν ἀπὸ τὰ κυριώτερα ὅπλα, τὰ ὁποῖα οἱ φίλοι τῆς ἀντιπολιτεύσεως μετεχειρίσθησαν κατὰ τῶν ἐμφανισθέντων εἰς τὰς ἐκλογὰς φίλων τοῦ ὑπουργείου. Ἔν τινι ἐπαρχίᾳ, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ φίλοι τοῦ ὑπουργείου ἦσαν διανεμημένοι εἰς τὰ δύο ἀνταγωνισθέντα ἐκεῖ κόμματα, τὸ μὲν ἕν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆκεν εἷς προσωπικὸς καὶ πολιτικὸς φίλος τοῦ προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐνεκαλεῖτο ὑπὸ τοῦ ἀντιπάλου κόμματος, ὅτι συνέκειτο ἐκ φίλων τοῦ ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον κατέφαγε τὸ δάνειον τῶν 60,000,000· ἀλλὰ εἰς τὸ ἄλλο κόμμα συνέπεσε ν’ ἀνήκῃ εἷς βουλευτὴς προσωπικὸς φίλος ἐμοῦ, ὁ κύριος Βάρβογλης, καὶ τὸ ἀντίπαλον κόμμα, ἀνταποδίδον τὴν αἰτίασιν, ἐξετόξευσε σφοδροτέραν κατὰ τοῦ κ. Βάρβογλη αἰτίασιν, διεδίδον, ὅτι τὸ δάνειον τὸ ἔφαγεν ὁ Δηλιγιάννης, ἑπομένως συνέφαγεν ἐξ αὐτοῦ καὶ ὁ Βάρβογλης. Ἡ συνομολόγησις τοῦ δανείου καὶ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους ἦσαν τῷ ὄντι ἐκλογικὰ ὅπλα κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογάς· εἰς τὴν ἰδίαν πατρίδα μου ἐγὼ παρεστάθην, ὅτι ἔμελλον νὰ ἐπιβάλω φόρον εἰς τὰς γυναῖκας (ἱλαρότης), καὶ προσδιωρίσθη μάλιστα καὶ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου εἰς 35 δραχμὰς ἐτησίως κατὰ κεφαλήν. Καὶ οὕτω μὲν εἶχον τὰ πράγματα. Εἶναι δὲ τάχα ὀρθό, εἶναι ἁρμόζον εἰς τὰ κόμματα ἢ τὰ ἄτομα νὰ ἐπινοῶσιν ἐπινοήματα τοιαῦτα, καὶ νὰ θέλωσι δι’ αὐτῶν νὰ ἐπιπίπτωσι κατὰ τῆς ὑπολήψεως τῶν ἀντιπάλων πρὸς τοὺς ὁποίους ἀνταγωνίζονται, καὶ οὕτως ἀσυστόλως νὰ ὑπονομεύωσιν αὐτά; Νομίζω, ὅτι οὔτε ἡ εὐθύτης, οὔτε ἡ εὐσυνειδησία ἐπιτρέπει τοιοῦτον ἀνταγωνισμόν. Κατ’ ἄλλην περίστασιν, κύριοι, ἐτόλμησα ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἐμὸν φρόνημα, ἰσχυρισθείς, ὅτι πολιτικὴ ἐπιστήμη δὲν εἶναι ἐπιστήμη τοῦ δόλου καὶ τῆς ἀπάτης· ἀλλά, κύριοι, μὴ νομίσητε, ὅτι νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπιστήμη τοῦ ψεύδους καὶ τῆς συκοφαντίας. Ποτέ. Ὁ ἀνταγωνισμὸς ὁ πολιτικὸς γίνεται διὰ τῆς παραστάσεως τῶν φρονημάτων καὶ τῆς πολιτείας ἑκάστου· ἐὰν ἀνταγωνίζωμαι πρὸς ἄλλον, πρέπει νὰ ποιήσω πρὸς τοὺς συμπολίτας μου γνωστόν, ὅτι φρονῶ τὰ λυσιτελέστερα εἰς τὸ Ἔθνος, καὶ ὅτι διαπράττω τὰ χρησιμώτερα εἰς τὸ Κράτος. Ἀλλ’ οἱ ἐκτοξεύσαντες καθ’ ἡμῶν πάσας ταύτας τὰς κατηγορίας κατὰ τὴν 14 Ἰουλίου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὡς καὶ οἱ μετὰ τὴν 14 Ἰουλίου διὰ τῶν ἐφημερίδων ἐπαναλαβόντες αὐτάς, δὲν ἐξειδίκευσαν, δὲν κατέδειξαν πῶς καὶ κατὰ τὶ παρέβημεν τὸν νόμον περὶ δανείου· ἐλπίζω δ’ ὅτι ἡ δημοσίευσις τῶν ἐγγράφων καὶ τῶν τηλεγραφημάτων, ἡ ὁποία ἐγένετο διὰ τοῦ φυλλαδίου τούτου, θέλει φωτίσει τοὺς εὐθεῖς τούτους συναδέλφους περὶ τοῦ ἀνυποστάτου τῶν κατηγοριῶν των. Καὶ τῇ ἀληθείᾳ ἐξίσταμαι ἀναμιμνησκόμενος πόσα καὶ ποῖα διϊσχυρίσθησαν πράγματα, καθ’ ὧν ἡ ἀριθμητικὴ ἐξανίσταται ἀκούουσα, καὶ πρὸς τὰ ὁποῖα ἡ λογικὴ καταβιβάζει χαμαὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὑτῆς. Ἀκούσατε, κύριοι, τὸ δάνειον τῶν 60,000,000 συνωμολογήθη ἐπὶ συμφωνίᾳ, ἵνα οἱ τόκοι καὶ τὰ χρεώλυτρα αὐτοῦ πληρώνωνται κατὰ τριμηνίαν· ἡ ἐργασία εἶναι μηχανική, ἀλλ’ εἶναι δυσχερής· εἶναι ὅμως ἐργασία, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ ἵνα πάντες οἱ πιστωταί, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι δικαίωμα νὰ λάβωσι τόκους καὶ χρεώλυτρα, ἔχωσιν ἐμπιστοσύνην πρὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε νὰ κάμῃ τὴν πληρωμήν. Τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα δανείζονται, ἔχουσι μέγα συμφέρον ν’ ἀναθέτωσι τὴν ἐργασίαν ταύτην εἰς καταστήματα τραπεζικὰ παρέχοντα πλήρη πίστιν. Ἡμεῖς, ἐπειδὴ ἡ πληρωμὴ τῶν τόκων καὶ τῶν χρεωλύτρων τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων ἔμελλε νὰ γίγνηται ἐν Παρισίοις, ὠφείλομεν ν’ ἀναζητήσωμεν κατάστημα ἔχον τὰ εἰρημένα προσόντα ἐν τῇ πόλει τῶν Παρισίων· εὕρομεν δὲ ὡς τοιοῦτον αὐτὴν τὴν προεξοφλητικὴν τράπεζαν τῶν Παρισίων, ἡ ὁποία ἀνέλαβε καὶ τὴν ἔκδοσιν. Ἀλλὰ διὰ τὴν εἰδικὴ ταύτην ἐργασίαν ἡ Τράπεζα ἐκείνη μᾶς ἐζήτησε ποσοστὸν ἥμισυ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ πληρωνομένου τόκου καὶ χρεωλυσίου, καὶ ἡμεῖς, ἀποδεχθέντες τὸν ὅρον τοῦτον, παρεχωρήσαμεν τὸ ἥμισυ τοῖς ἑκατόν. Μᾶς λέγουσι, κύριοι, ὅτι διὰ τῆς ἀναγνωρίσεως ταύτης ἐζημιώσαμεν τὸ δημόσιον 8,400,000, διότι τόσον θὰ πληρώσωμεν ὡς ποσοστὸν ἐπὶ 40 ἔτη· παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκούσητε, καὶ ἐξαιτοῦμαι πρὸς τοῦτο τὴν ἀνοχήν σας. Ἂν διὰ 40 ἔτη, πληρώνοντες ἥμισυ τοῖς ἑκατόν, ἐμέλλομεν νὰ πληρώσωμεν ἐν ὅλῳ 8,400,000 φράγκων, ὡς διϊσχυρίσθησαν, ἔπρεπε νὰ πληρώνωμεν 210,000 φράγκα κατ’ ἔτος ὡς ποσοστὸν ἀναλογοῦν εἰς τὸ ἥμισυ τοῖς ἑκατὸν, ἀλλὰ τότε ἔπρεπεν οἱ κατ’ ἔτος πληρωτέοι τόκοι καὶ χρεώλυτρα ν’ ἀνέρχωνται εἰς 42,000,000, ἵνα τὸ πληρωτέον ἐπ’ αὐτοῦ ποσοστὸν τοῦ ἡμίσεως τοῖς ἑκατὸν ἀνέρχηται ἐτησίως εἰς φράγκα 210,000. Ἂν δὲ κατ’ ἔτος ἐπληρώνομεν τόκους καὶ χρεώλυτρα 42,000,000, ἔπρεπε τὸ κεφάλαιον τοῦ δανείου νὰ ἦναι 720,000,000. Πιστεύω, ὅτι ἐψηλαφήσατε τὴν ἀκρίβειαν τῆς κατηγορίας. Ἐν τούτοις, ἀφοῦ τὸ ποσὸν τοῦ δανείου συνίστατο εἰς 60,000,000 φράγκων, καὶ ἂν ἐπραγματοποιεῖτο ὅλον, οἱ ἐτήσιοι τόκοι καὶ τὸ χρεώλυτρον ἤθελον ἀνέρχεσθαι εἰς 3,600,000· ἐὰν δὲ πληρώνωμεν ½% ἐπὶ τοῦ εἰρημένου ποσοῦ τῶν πληρωνομένων ἐτησίως ἐτησίων τόκων καὶ χρεωλύτρων, θέλομεν πληρώνει ἐτησίως μόνον 18,000 φράγκα· πληρώνοντες δ’ ἐτησίως 18,000 φράγκα, θέλομεν πληρώσει ἐπὶ τὰ 40 ἔτη 720,000 φράγκα. Τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο ἀνεβιβάσθη εἰς 8,400,000.
§14ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μήπως εἶναι διατριβὴ αὐτή;
§15ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἐφημερὶς, ἥτις γράφει αὐτά; ἢ εἶναι διατριβὴ ἀγνώστου; Σᾶς λέγω, ὅτι εἶναι διατριβὴ, καὶ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τὰ ἀποδίδητε ὡς λεχθέντα παρ’ ἐκείνων, παρὰ τῶν ὁποίων δὲν ἐλέχθησαν.
§16ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὰ ἐγράφησαν διὰ τῆς ἐφημερίδος «Ὥρας» δὲν γνωρίζω ποῖος τὰ ἔγραψε, διότι ἐγὼ δὲν ἤμην εἰς τὸ γραφεῖον τῆς «Ὥρας».
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἷς συνδρομητὴς τῆς «Ὥρας» τὰ ἔγραψεν, ὄχι ἡ «Ὥρα»· ἡ «Ὥρα» ἐδημοσίευσε καὶ ἰδικάς σας ἀγορεύσεις, ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην τῶν ὅσα ὑμεῖς λέγετε;
§18ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ «Ὥρα» ὑπῆρξε τὸ ὄργανον πρὸς διάδοσιν τῶν ψευδῶν αὐτῶν εἰδήσεων, ἵνα διαβεβαιώσῃ τὴν σπατάλην τῶν δημοσίων, καὶ οὕτω δηλητηριάσῃ τὴν γνώμην τοῦ κοινοῦ, καὶ παρασκευάσῃ αὐτὴν πρὸς ἀποδοχὴν τῶν καθ’ ἡμῶν αἰτιάσεων καὶ κατηγοριῶν, ἐπιφέρῃ δὲ ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἐπικροτῇ τὸ κοινὸν ὅταν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἠθέλατε μᾶς κατηγορήσει ὡς διασπαθήσαντας τὰ δημόσια χρήματα. Ἀλλ’ εἶναι, κύριοι, ἀπροσεξία τῆς Ἑλλην. Κυβερνήσεως συναινεσάσης νὰ δεχθῇ τὸν ὅρον τοῦτον καὶ νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὸ προεξοφλητικὸν τοῦτο κατάστημα τὸ εἰρημένον ποσόν; Ἦτο ἀδιαφορία πρὸς τὰ χρήματα τοῦ δημοσίου ταμείου; ὄχι, ἦτο ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποφύγῃ. Δὲν ὑπάρχει τραπεζιτικὸν κατάστημα, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀναλάβει τοιαύτην ἐργασίαν ἐπὶ τεσσαράκοντα ἔτη, χωρὶς νὰ ζητήσῃ νὰ ἔχῃ ἓν κέρδος. Καὶ ἐπρόκειτο περὶ τραπεζικοῦ καταστήματος εὑρισκομένου ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, συγκεκροτημένου διὰ ξένων καθαρῶς κεφαλαίων, μηδεμίαν σχέσιν ἔχοντος πρὸς τὴν Ἑλλάδα· αὐτό, τὸ ὁποῖον σᾶς λέγω, θέλω σᾶς τὸ διαβεβαιώσει διὰ πραγμάτων, ὄχι διότι σκοπῶ νὰ μεμφθῶ τινός, ἀλλὰ διὰ νὰ σᾶς ἀναφέρω ὅ,τι συνήθως πράττεται. Ὁ νῦν πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἦτο πρόεδρος ἐπίσης κατὰ τὸ 1867· ὑπουργὸς δὲ τῶν οἰκονομικῶν ἦτο διακεκριμένος φίλος μου, τὸν ὁποῖον τιμῶ, καὶ ὁ ὁποῖος ἀπολαμβάνει τὴν ὑπόληψιν τῶν μελῶν τοῦ κοινοβουλίου, ὁ κ. Εὐθύμιος Κεχαγιᾶς ὑπουργὸς δὲ τῶν ἐξωτερικῶν ἦτο ὁ συνάδελφος, ὁ ὁποῖος πρὸ μικροῦ μετ’ ἀγανακτήσεως μὲ διέκοψε· ἐξεδόθη ἓν δάνειον τῶν 25,000,000 καὶ ἦτο ἐσωτερικόν· ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἀνάγκην ν’ ἀναλάβῃ ἓν πιστωτικὸν κατάστημα τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλύτρων, καὶ τὸ κατάστημα τοῦτο ν’ ἀπολαμβάνῃ τὴν πλήρη ἐμπιστοσύνην τῶν πολιτῶν. Ποῖον ἠδύνατο τότε νὰ ἦναι τοιοῦτον; ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα· ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἐτύγχανε καὶ ὑποδιοικητὴς τοῦ καταστήματος τούτου, ὁ ὁποῖος εἶχε κοινὸν συμφέρον νὰ μὴ ζημιώσῃ τὴν Τράπεζαν καὶ νὰ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου. Ἀλλ’ ἦτο ποτὲ δυνατὸν νὰ ὑποχρεώσῃ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ νὰ εἴπῃ εἰς αὐτὴν νὰ μὴ λαμβάνῃ ποσοστὸν οὐδέν; ὄχι. Ἤθελεν ἐκπλαγῆ ἡ Τράπεζα, ἐὰν ἀνεκοινώνετο αὐτῇ τοιαύτη ἀξίωσις, πῶς ὁ ἀντιπροσωπεύων αὐτὴν ὑποδιοικητὴς ἀξιοῖ νὰ σπαταλήσῃ αὕτη τὴν ἰδίαν αὐτῆς ἐργασίαν. Καὶ διὰ τοῦτο ὁ νόμος τῶν 25,000,000, ὁ ὁποῖος τότε ἐξεδόθη ἐπὶ τῇ προτάσει τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, τῆς οὕτω πως κατηρτισμένης, περιέχει διάταξιν τοῦ ἄρθρου 8, κατὰ τὴν ὁποίαν, διὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην, λαμβάνει ἡ Τράπεζα ⅓% ἐπὶ τοῦ πληρωνομένου ποσοῦ.
§19ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κ. Δηλιγιάννη. Ἂν καὶ τὸ ⅓ εἶναι πάντοτε ὀλιγώτερον τοῦ ½, ἀλλὰ διατί τὸ ἓν δάνειον ὠνομάσατε ἐσωτερικόν, καὶ τὸ ἄλλο ἐξωτερικόν; δὲν ἐννοῶ ποῦ δίδετε τὴν σημασίαν τοῦ νὰ χαρακτηρίσητε ἓν δάνειον· τὸ δάνειον τῶν 25,000,000, καθὼς καὶ ὅλα τὰ προηγούμενα δάνεια, εἶναι καὶ ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικά· διατί; διότι καὶ οἱ τόκοι πληρώνονται καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἀπαράλλακτα εἶναι καὶ τὸ δάνειον τῶν 60,000,000· μὴ συγχύζετε δάνειόν τι ὡς ἐσωτερικὸν ἢ ἐξωτερικόν, διότι τῷ ἐδόθη τὸ ὄνομα ἐσωτερικοῦ ἢ ἐξωτερικοῦ· τοῦ δανείου τῶν 25,000,000, τοῦ δανείου τῶν 4,000,000, καὶ ὅλων τῶν λοιπῶν οἱ τόκοι πληρώνονται καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ὅπως θὰ πληρώνωνται καὶ οἱ τόκοι τῶν 60,000,000· ὥστε δὲν ὑπάρχει διαφορά.
§20ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Θέλω σᾶς παρακαλέσει νὰ μοὶ εἰπῆτε διατί μοὶ ἐκάματε αὐτὴν τὴν διακοπήν. Διὰ νὰ ἀναιρέσητε τὸν ἰσχυρισμόν μου, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀναθέσωμεν τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ χρεωλύτρων εἰς τραπεζικόν τι κατάστημα καὶ ἄνευ πληρωμῆς ποσοστοῦ;
§21ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὄχι· ἀλλὰ διὰ νὰ διορθώσω τὴν φράσιν, διατί τὸ λέγετε ἐξωτερικόν.
§22ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχετε ὑπομονὴν, θέλω ἀνατάμει τὸ δάνειον τῶν 25,000,000 ἐν παραβολῇ πρὸς τὸ δάνειον τῶν 60,000,000 ἐν ἀνάγκῃ, καὶ θέλω σᾶς ἐξηγήσει τὰ περὶ τούτου. Δὲν εἶναι, κύριοι, παντάπασιν ἀναγκαῖον νὰ δισχυρίζηταί τις, μάλιστα ὅταν πρόκηται περὶ χρηματικῆς ἐπιχειρήσεως, ὅτι, ἂν ἐπιχειρήσητε μίαν ὑπόθεσιν καὶ δαπανήσητε 90, ἔπρεπε νὰ δαπανήσητε 50. Ἂν ἐκφράσῃ τις τοιοῦτον ἰσχυρισμόν, δὲν κατηγορεῖ, ἢ κατηγορεῖ ἀδίκως· δὲν ἀρκεῖ νὰ εἴπῃ μόνον τοῦτο, πρέπει νὰ εἴπῃ καὶ κἄτι τι περισσότερον, διότι ἄλλως λέγει τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει σημασίαν. Λοιπὸν ἔπρεπεν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκατηγόρησαν ἡμᾶς περὶ τῆς διαπραγματεύσεως τοῦ δανείου, νὰ μᾶς εἴπωσιν· ἐζημιώσατε τὸ δημόσιον, διότι συνωμολογήσατε δάνειον ἐπὶ ὅροις ἧττον συμφέρουσιν, ἐνῷ ἦτο εἰς ὑμᾶς δυνατὸν νὰ εὕρητε ὅρους συμφερωτέρους. Ἀλλ’ ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρωμεν ὅρους συμφερωτέρους; οἱ πρῶτοι ὅροι, οἱ ὁποῖοι ἐπροτάθησαν, ἀπέχουσιν ἐπὶ τοσοῦτον ἀπὸ τοὺς ὅρους, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων συνωμολογήθη ἡ σύμβασις, ὥστε σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἤθελον θεωρήσει ὑβριστικὴν τὴν παραβολήν. Ἐὰν συνετέλεσεν ἴσως εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν ὅρων τούτων καὶ εἰς τὴν ἀνεύρεσιν τῶν ὅρων, ἐπὶ τῶν ὁποίων συνωμολογήσαμεν τὴν σύμβασιν, ἐὰν συνετέλεσέ τις, χρεωστῶ νὰ τὸ ὁμολογήσω, ὅτι συνετέλεσεν ἡ ἐμφάνισις μιᾶς ἄλλης ὁμάδος, προβαλούσης νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον. Πρέπει νὰ φεισθῶ τῆς μετριοφροσύνης ἑνὸς μέλους τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀναμεμιγμένον εἰς τὴν ὁμάδα ταύτην, καὶ διὰ τοῦτο διστάζω νὰ σᾶς φέρω τὴν πληροφορίαν, ὅτι προσέφερεν ἀληθῆ ὑπηρεσίαν εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα ἡ ἐμφάνισις τῆς ὁμάδος αὐτῆς, ἡ ὁποία ἐν τούτοις δὲν παρεσκευάσθη ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ ἡ ὁποία ἦτο αὐτόβουλος καὶ αὐτοπροαίρετος, καὶ ἡ ὁποία δὲν ἦλθε νὰ συναγωνισθῇ συγχρόνως μὲ τὴν ἄλλην ὁμάδα, ἡ ὁποία ἐζήτησε νὰ λάβῃ τὸ δάνειον, ἀλλ’ ἦλθε μετ’ ἐκείνην. Ἡ ἐμφάνισις τῆς ὁμάδος ταύτης συνετέλεσε τὰ μέγιστα εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν ὅρων.
§23Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Διατί δὲν ὀνομάζετε τὰς ὁμάδας, νὰ ἐννοῶμεν;
§24ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχετε τὸ δημοσιευθὲν καὶ διανεμηθὲν περὶ δανείου τῶν 60,000,000 φυλλάδιον. Ἐγὼ ἐνόησα νὰ μὴ ἀναφέρω τὴν ὁμάδα, ἥτις ἐνεφανίσθη καὶ συνετέλεσεν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν ὅρων, διὰ νὰ μὴ θίξω τὴν μετριοφροσύνην ἑνὸς τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου· ἀφοῦ ὅμως ἐπιθυμεῖτε νὰ τὸ μάθητε, σᾶς λέγω, ὅτι αὐτὴ ἡ ὁμὰς ἀντεπροσωπεύετο ὑπὸ τοῦ κ. Ῥικάκη. Μᾶς ἐκατηγόρησαν, ὅτι διὰ τῆς ὁμάδος ταύτης παρεσκευάσαμεν συναγωνισμὸν, καὶ διὰ τούτου παρενεβάλαμεν μεγάλας δυσχερείας εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου, συνετελέσαμεν δὲ οὕτω νὰ μὴ ἐπιτύχωμεν ὅρων περισσότερον συμφερόντων. Πλανῶνται οἱ τὰ τοιαῦτα ἰσχυριζόμενοι. Ὅταν ἡ ὁμὰς τοῦ κ. Ῥικάκη, ἐπειδὴ μὲ ἠνάγκασαν νὰ τὸν ὀνομάσω, προέβαλε προτάσεις, δὲν ἤμεθα πλέον εἰς διαπραγματεύσεις μὲ τὴν ἄλλην ὁμάδα· διὰ τοῦτο ἐδέχθημεν τὰς προτάσεις τῆς ὁμάδος τοῦ κ. Ῥικάκη, καὶ ἐξηκολουθήσαμεν τὰς διαπραγματεύσεις μὲ αὐτήν, δὲν ἀπεδέχθημεν δ’ οὐδεμίαν παρ’ ἄλλου πρότασιν, ἡ ὁποία μᾶς ἐγένετο κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διαπραγματεύσεών μας μετὰ τῆς ὁμάδος τοῦ κ. Ῥικάκη. Κατὰ δὲ τὴν τελευταίαν στιγμὴν μᾶς προετάθησαν ὅροι πολλῷ μᾶλλον συμφέροντες, οὐδεὶς δ’ ἐξ ἡμῶν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος ν’ ἀπωθήσῃ αὐτούς. Εἴπομεν εἰς τὴν ὁμάδα τοῦ κ. Ῥικάκη ἂν μᾶς προτείνῃ καὶ ἀποδέχεται τοὺς ὅρους αὐτούς. Ἡ ὁμὰς τοῦ κ. Ῥικάκη δὲν ἀπεδέχθη νὰ προτείνῃ αὐτούς, καὶ οὕτω παρεδέχθημεν τοὺς ὅρους τῶν ἄλλων· καὶ ὠφείλομεν νὰ τὸ πράξωμεν, διότι ἄλλως ἠθέλομεν φέρει ζημίαν εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἐξήτασα μέχρι τοῦδε τὰ περὶ τούτου συγκριτικῶς. Θέλω σᾶς παρακαλέσει νῦν, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐξετάσω καὶ ἀπολύτως τοὺς ὅρους τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον συνωμολογήσαμεν. Τέσσαρα διάφορα εἴδη πωλήσεων ἐκάμομεν τῶν μετοχῶν τοῦ δανείου· ἓν μέρος αὐτοῦ ἐπωλήσαμεν πρὸ τῆς ἐκδόσεως εἰς αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου· ἓν ἄλλο μέρος ἐδώκαμεν τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἐκδότας ν’ ἀγοράσουν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας, ἐὰν θέλωσιν· ἓν τρίτον μέρος τοῦ δανείου ἐπωλήθη διὰ τῆς δημοσίας ἐγγραφῆς, καὶ ἓν τέταρτον ἐπωλήσαμεν μετὰ τὴν δημοσίαν ἐγγραφήν. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰς διαφόρους τιμάς, εἰς τὰς ὁποίας ἐγένετο ἑκάστη τῶν πωλήσεων τούτων, θέλετε εὕρει, ὅτι κατὰ μέσον ὅρον τὸ μέχρι τοῦδε πραγματοποιηθὲν ποσὸν τοῦ δανείου ἐπωλήθη εἰς φράγκα 374,79, δηλ. εἰς 74 καὶ 95|00, δηλ. εἰς 75% μεῖον 5 ἑκατοστῶν. Μὴ λησμονήσητε, ὅτι ὁ νόμος μᾶς ἐπέτρεπε νὰ πωλήσωμεν μέχρις 73%. Αὐτὸ δὲν σᾶς τὸ ἀναφέρω, διὰ ν’ ἀξιώσω, ὅτι κατεβάλομεν ἐκτάκτους διὰ τοῦτο προσπαθείας, καὶ ὅτι εἴμεθα ἄξιοι χάριτος τινός. Τὸ ἀναφέρω, διὰ ν’ ἀποκρούσω τὰς γενομένας καθ’ ἡμῶν αἰτιάσεις. Ἀλλὰ πῶς διεχειρίσθητε, κύριοι, τὸ δάνειον; Τί ἐκάματε τὰ χρήματα τοῦ δανείου; Εἶναι εὔκολον νὰ σᾶς δώσω λόγον. Τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον παρήχθη ἐκ τῶν πωλήσεων τοῦ δανείου, δηλαδὴ ἐκ τῆς πωλήσεως 96,000 μετοχῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπωλήθησαν μέχρι τοῦδε, παρήγαγε μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ δικαιώματος τῆς προμηθείας καὶ τοῦ κατὰ τὴν σύμβασιν ἀποδοτέου τοῖς ἐκδόταις ἑνὸς τετάρτου τῆς διαφορᾶς, παρήγαγε, λέγω, 35,120,000 φράγκα. Ἐὰν εἰς ταῦτα προστεθῇ καὶ ὁ τόκος, ὁ ὁποῖος ἐπεστράφη εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, διὰ τὰς ἡμέρας τὰς μεσολαβησάσας μεταξὺ τοῦ χρόνου τῆς ἐκδόσεως εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν καὶ τοῦ χρόνου καθ’ ὃν ὑπελογίσθη ἡ ἔναρξις τῆς τοκοφορίας, τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος εἰσέπραξεν, ἀνέρχεται εἰς 35,190,499 καὶ 98. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου εἰσέπραξε τὸ δημόσιον ταμεῖον μέχρι 31 Ὀκτωβρίου 33,853,713:41, τὴν δὲ 1 Νοεμβρίου τὸ Κράτος εἶχε νὰ λάβῃ ἀκόμη 1,336,786:57· διότι ἐκ τῶν ἐγγραφέντων ἐν Ἀθήναις παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ καὶ παρὰ τῇ Πιστωτικῇ τινὲς δὲν εἶχον ἀκόμη καταβάλει μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου ὅλον τὸ ἀντίτιμον τῶν μετοχῶν, δι’ ἃς ἐνεγράφησαν· ἔμενε δὲ κατὰ τὴν 31 Ὀκτωβρίου ἡ μὲν Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ εἰσπράξῃ ἀκόμη καὶ ν’ ἀποδώσῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον φρ. 285,406: 52, ἡ δὲ Πιστωτικὴ 561,679:80, δηλ. ἐν ὅλῳ 847,086:32. Ἐὰν ἀφαιρέσητε αὐτὰ ἀπὸ τὸ ὡς ἀνωτέρω μήπω ἀποδοθὲν καὶ ὀφειλόμενον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ποσὸν τῶν φράγκων 1,336,786:57, θέλετε εὑρεῖ, ὅτι δικαιοῦται νὰ λάβῃ ἀκόμη τὸ δημόσιον ταμεῖον 489,700:25, περὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχει ἐκκρεμὴς λογαριασμὸς μετὰ τοῦ ἐκδόντος τὸ δάνειον καταστήματος τῆς ἐν Παρισίοις προεξοφλητικῆς Τραπέζης. Μετὰ τὴν 31 Ὀκτωβρίου ἐπληρώθησαν διάφορα ποσὰ καὶ εἰς τὴν Ἐθνικὴν καὶ εἰς τὴν Πιστωτικὴν Τράπεζαν παρὰ τῶν παρ’ αὐταῖς ἐγγραφέντων. Κατὰ τὰς σημειώσεις μου, μέχρι τῆς 15 Νοεμβρίου, τὸ ἐκ 561,679:80 φράγκων ἀποδοτέον ὑπὸ τῶν ἐγγραφέντων παρὰ τῇ Πιστωτικῇ Τραπέζῃ ποσὸν περιωρίσθη εἰς 439,253:05· διότι εἶχον, ὡς εἴρηται πληρωθῆ προσέτι 122,426:75. Ἐκ δὲ τῶν ποσῶν τῶν ἀποδοτέων ἀπὸ τοὺς ἐγγραφέντας παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, εἶχον πληρωθῆ ἀπὸ τῆς 31 Ὀκτωβρίου μέχρι τῆς 15 Νοεμβρίου φράγ. 45,493:27· ὥστε εἶχε περιορισθῆ τότε τὸ παρ’ αὐτῆς ἀποδοτέον ποσὸν εἰς φράγ. 239,913:25. Αὐτὰ ἐλάβομεν, καὶ αὐτὰ μένουσι νὰ λάβωμεν. Τώρα ἐξεταστέον, πῶς διειχειρίσθημεν τὰ ποσὰ αὐτά; Καὶ δὲν ἦτο μικρὸν ποσὸν ὅσον εἰσεπράξαμεν. Ἀνέβαινεν εἰς φρ 33,853,713:41, ὡς εἴπομεν. Κατὰ τοῦτο εἶχον λάθος οἱ εἰπόντες, ὅτι ἐφάγομεν 60,000,000· διότι, ὡς εἴρηται, δὲν εἰσεπράξαμεν εἰμὴ μόνον φράγ. 33,853,713:41. Καὶ δὲν εἰσεπράξαμεν ὅλα ταῦτα, διότι, ἀφαιρουμένων διαφόρων ἐξόδων χαρτοσήμου, μεταφορᾶς χρημάτων καὶ ἐκδόσεως τοῦ δανείου, τὸ ὑπόλοιπον ποσὸν, τὸ πράγματι εἰσπραχθὲν, ἀνῆλθε μόνον εἰς φράγ. 33,592,728:71. Τὰ χρήματα αὐτὰ εἰσήχθησαν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ διαφόρου τρόπου. Ἄλλα μὲν εἰσήχθησαν ἀπ’ εὐθείας οὕτω· τὸ Κράτος εἶχε νὰ πληρώσῃ χρήματα εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, καὶ ἐπλήρωσεν ἐδῶ εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ ἀντίτιμον, ἔδωκε δ’ ἐντολὴν εἰς τοὺς ἐκδότας τοῦ δανείου νὰ ἐνεργήσωσι τὰς ἐπιβαρυνούσας τὸ δημόσιον ταμεῖον πληρωμὰς ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου, οὕτω δ’ ὠφελήθη τὸ ταμεῖον τὴν διαφορὰν τοῦ συναλλάγματος, διότι ἀπέδωκεν ὅσα ὤφειλεν, ἐπὶ τιμῇ λεπτῶν 112 τὸ φράγκον. Ἄλλα, τὰ ὁποῖα μετεβιβάσαμεν ἐνταῦθα διὰ συναλλάγματος ἢ δι’ ἄλλου τρόπου κατὰ διαφόρους τιμὰς, πρὸς 115 λεπτὰ, πρὸς 115½, πρὸς 116 τὸ φράγκον. Τὰ 33,592,728:76 φράγκα, ὑπολογιζόμενα πρὸς λεπτὰ 112, φέρουσι δραχμὰς 37, 623,856:20. Ἐπειδὴ ὅμως εἰσεπράξαμεν ἐξ αὐτῶν φράγ. 15,911,200:47, πρὸς λεπτὰ 112, καὶ φράγ. 600,000, πρὸς λεπτὰ 115, καὶ φράγ. 14,634,520:39, πρὸς λεπ. 115 καὶ ½, καὶ φράγ. 2,447,007:90, πρὸς λεπτὰ 116, διὰ τοῦτο ἐκ τῆς διαφορᾶς ταύτης εἰσήχθησαν ὄχι δραχ. 37,623,856:20, ἀλλὰ δραχμαὶ 38,251,914:31, ἤτοι ἐπὶ πλέον 628,088:11. Ἀλλὰ μετεβάλομεν τὰ φράγκα εἰς δραχμάς· ἐξεταστέον νῦν τί ἐκάμαμεν τὰς δραχμὰς αὐτάς; Τοῦτο εἶναι τὸ κύριον ζήτημα. Ἐπληρώσαμεν ἐξ αὐτῶν μέχρι τῆς 31ης Ὀκτωβρίου, συμπεριλαμβανομένης, 25,714,361:74 εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀπέναντι τοῦ χρέους ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ· ἐπληρώσαμεν ὁμοίως εἰς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν 1,291,253:82· ἐλάβομεν δυνάμει διατάγματος, διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, 3,000,000. Καὶ ἐπειδὴ πρώτην φορὰν μνημονεύω τοῦ Διατάγματος τούτου, ὀφείλω νὰ καταθέσω τὸ περὶ τούτου νομοσχέδιον, δι’ οὗ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ κυρώσῃ τὸ ἐκδοθέν, ὡς εἴρηται, περὶ τούτου Διάταγμα, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἀπουσίαν της ἐξεδόθη. Νομοσχέδιον τοιοῦτον εἴχομεν καταθέσει εἰς τὴν ἔκτακτον Σύνοδον, καὶ ἐζητήσαμεν δι’ αὐτοῦ τὴν ἄδειαν ν’ ἀποσπάσωμεν ἀπὸ τὸ προϊόν τοῦ δανείου, διὰ νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, ἑκατομμύρια ἑπτά· ἀλλ’ ἐπειδὴ μέχρι τῆς 14 Ἰουλίου δὲν ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διότι ἐκηρύχθη τότε ἡ λῆξις αὐτῆς, τὸ Νομοσχέδιον ἔμεινεν ἐκκρεμὲς, ἡμεῖς δ’ ἐμείναμεν δεδεμένοι ἀπὸ τὰς διατάξεις τοῦ Νόμου μεταξὺ διπλῆς εὐθύνης, ἤτοι νὰ μὴ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἡ διοίκησις καὶ ἡ δημοσία ἀσφάλεια μᾶς ἐπέβαλε, τὰς ὁποίας ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶχεν ἀναγράψει ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἢ νὰ παραβῶμεν τὸν Νόμον. Διὰ τοῦτο σπεύδω νὰ καταθέσω τὸ περὶ τούτου Νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν τὴν συγγνώμην ὑμῶν. Λοιπὸν 3,000,000, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν πρὸς πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶχεν ἀναγνωρίσει, εἶχεν ἀναγράψει εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, καὶ περὶ τούτου θέλω σᾶς ὁμιλήσει κατόπιν. 2,000,000 διεθήκαμεν διὰ νὰ ἐξαγοράσωμεν ἔντοκα γραμμάτια, διότι διὰ τὰ ἔντοκα γραμμάτια ἐπληρώνομεν τόκον 8 τοῖς ἑκατὸν, τὰ δὲ χρήματα ἔμενον κατατεθειμένα ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ἄνευ τόκου. Καὶ περὶ τούτου καταθέτω ὡσαύτως νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν τὴν συγγνώμην αὐτῆς καὶ παρακαλοῦμεν αὐτὴν νὰ κυρώσῃ καὶ τὸ περὶ τούτου Διάταγμα. Περὶ τούτου δὲ θέλω ὡσαύτως ὁμιλήσει κατόπιν. Ἐπληρώσαμεν προσέτι εἰς τὴν Τράπεζαν, ἀπέναντι τοῦ ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ δανείου, δραχ. 182,328:75. Μένουσιν ἀκόμη κατατεθειμένα ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ 6,064,000. Ταῦτα πάντα ἐξετέθησαν ἐν πίνακι, ὁ ὁποῖος ἐφρόντισα νὰ ἐκτυπωθῇ, θέλω δὲ στείλει ἀντίτυπα αὐτοῦ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν ἀπὸ τοῦδε νὰ διατάξῃ νὰ διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς κυρίους βουλευτάς. Τοῦ πίνακος τούτου καταθέτω νῦν ἀντίτυπον εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§25ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μίαν πληροφορίαν, παρακαλῶ. Εἰς τὸν πίνακα αὐτὸν ἀκόμη νὰ μᾶς προσθέσητε ποῖοι εἶναι οἱ τόκοι, τοὺς ὁποίους πληρώνομεν διὰ τοῦ συνομολογηθέντος δανείου τῶν 36,000,000, καὶ ποίους τόκους ἐπληρώναμεν ἀπέναντι τῶν χρεῶν, τὰ ὁποῖα ἐξωφλήσαμεν διὰ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου αὐτοῦ.
§26Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι εὔκολον· μάλιστα. Συναφὴς καὶ ἀναγκαία διὰ τὸν φωτισμὸν τῆς Βουλῆς πληροφορία εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἔρχομαι νὰ καταθέσω εἰς αὐτήν. Ποία ἡ κατάστασις τῶν χρεῶν, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὑπάρχει ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Μεθ’ ἑκατέρας τῶν δύο Τραπεζῶν, τῆς Ἐθνικῆς καὶ τῆς Ἰονικῆς, συνωμολογήθησαν πολλαὶ συμβάσεις, δυνάμει τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ δανεισθῇ ἀπὸ αὐτὰς χρήματα, ὡρισμένον μὲν ποσὸν εἰς μεταλλικὸν, ποσὸν δ’ ὡρισμένον εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια. Ἑπομένως περὶ ἑκατέρου τοῦ εἴδους τῶν δανείων τούτων θέλω πραγματευθῆ. Καὶ πρῶτον μὲν περὶ τοῦ εἰς μεταλλικὸν χρέους τοῦ δημοσίου πρὸς τὴν Ἐθνικήν. Δυνάμει τῶν συμβάσεων τούτων, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1877 δὲν ἔλαβεν ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν οὐδ’ ἓν λεπτὸν εἰς μεταλλικόν. Κατὰ τὸ 1878 ὅμως ἔτος ἔλαβε δραχ. 5,750,717:29, τὰ ὁποῖα ἔφερον τόκον 84,781:16, καὶ τοιουτοτρόπως ἀπετελέσθη κεφάλαιον ἐκ μεταλλικοῦ ὀφειλόμενον εἰς τὴν Ἐθν. Τράπεζαν 5,835,498:45. Κατὰ τὸ 1879 ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν εἰς μεταλλικὸν 881,440, αἱ ὁποῖαι ἔφερον τόκον 55,807:73· ἑπομένως τὸ ὅλον τοῦ χρέους τοῦ 1879 εἰς μεταλλικὸν ἀνέβη εἰς 937,247:73. Οὕτω δὲ τὸ ὅλον τοῦ εἰς μεταλλικὸν χρέους τοῦ δημοσίου πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀνεβιβάσθη εἰς δρ. κεφάλαιον 6,632,157:29, διὰ τὸ ὁποῖον ὠφείλετο τόκος 140,588:89. Ὅλον τὸ ποσὸν τοῦτο τοῦ χρέους εἰς μεταλλικὸν ἐπληρώθη ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου· ἐπληρώθησαν δηλαδὴ διὰ κεφάλαιον δραχμαὶ 6,632,157:29, διὰ τόκους δραχ. 140,588:89· τὸ ὅλον δὲ δραχ. 6,772,746:18. Τὸ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια χρέος τοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἔχει ὡς ἑξῆς· κατὰ τὸ 1877 ἐλήφθησαν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης 14,543,933:19, τὰ ὁποῖα ἔφερον τόκον 59,569:75, τὸ ὅλον 14,603,502:94. Κατὰ τὰ 1878 ἔλαβε τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια δραχ. 16,281,771:39· οἱ τόκοι ἀπετέλουν ποσὸν 234,780:57, τὸ ὅλον 16,516,551:96. Κατὰ τὸ 1879 τὸ Κράτος ἔλαβεν 2,358,292:25· οἱ τόκοι αὐτοῦ ἀνέρχονται εἰς δραχ. 153, 583:56· ὥστε τὸ ὅλον ἀνῆλθεν εἰς 2,511,875:81. Τοιουτοτρόπως συνεκεφαλαιώθη τὸ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια χρέος τοῦ Δημοσίου Ταμείου πρὸς τὴν Ἐθν. Τράπεζαν εἰς δραχ. 31,251,144:83, καὶ διὰ τόκους, εἰς 447,933:88. Ἐξ αὐτῶν ἐπλήρωσε τὸ δημόσιον Ταμεῖον εἰς τὴν Τράπεζαν δραχ. 18,941,615:56 κεφάλαιον, καὶ 388,364:13 διὰ τόκους, τὸ ὅλον 19,329,979:69, καὶ τοιουτοτρόπως ὑπελείφθη χρέος κατὰ τὴν 31 Ὀκτωβρίου πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐκ δραχ. 12,228,518:13. Χρεωστῶ νὰ κάμω γνωστὸν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὑπάρχει μόνον εἷς ἐκκρεμὴς λογαριασμός, ἡ πληρωμὴ τῶν τόκων τοῦ 1877, διότι δυστυχῶς ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1877 δὲν περιέλαβεν εἰδικὴν πρὸς τοῦτο πίστωσιν, δὲν ἀνεπλήρωσαν δὲ τὴν ἔλλειψιν ταύτην οἱ μετὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ψηφισθέντες προϋπολογισμοί· θέλω δὲ σπεύσει νὰ προβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον συμπληρωτικῆς πιστώσεως, πρὸς πληρωμὴν τοῦ ὀφειλομένου ποσοῦ· εἶναι δὲ τὸ ποσὸν τῶν τόκων τῶν ὀφειλομένων διὰ τὸ 1877 δραχ. 59,569:75. Δι’ ἁπλῆν ἀκρίβειαν, εἰς τὸν πίνακα τοῦτον συμπεριέλαβον καὶ τὸν ἀριθμὸν καὶ τὴν ἡμερομηνίαν ἑκάστης ἐπιταγῆς, διὰ τῆς ὁποίας τὸ δημόσιον ταμεῖον κατέθετο εἰς τὴν Τράπεζαν χρήματα ἀπέναντι τοῦ δανείου, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ὑπάρχει ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία. Ὁ πίναξ οὗτος περιλαμβάνει καὶ τὴν κατάστασιν τῶν χρεῶν τοῦ δημοσίου πρὸς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν, τὰ ὁποῖα ὑπάγονται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν. Εἰς μεταλλικὸν τὸ δημόσιον ταμεῖον ἔλαβεν ἀπὸ τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν, κατὰ τὸ 1877, 1,283,500, τὸ ὁποῖον ἔφερε τόκον 8,802:62 καὶ ἀπετελέσθη ποσὸν 1,292,302:62. Κατὰ τὸ 1878 ἔλαβεν εἰς μεταλλικὸν 1,707,697:38, τὰ ὁποῖα ἔφερον τόκον 56,876:35 καὶ ἀπετελέσθη ποσὸν 1,764,573:73. Κατὰ τὸ 1879 δὲν ἔλαβε τίποτε· ἑπομένως τὸ χρέος τοῦ δημοσίου ταμείου πρὸς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν εἰς μεταλλικὸν ἀνήρχετο εἰς δραχμὰς 2,991,197:38 κεφάλαιον καὶ εἰς δρ. 94,813 τόκους, τὸ ὅλον 3,086,010:38. Ἐπληρώθη δὲ εἰς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν εἰς μεταλλικὸν 1,291,253:82 κεφάλαιον καὶ 86,010:38 εἰς τόκους, τὸ ὅλον 1,377,264:20, καὶ μένει ἔτι ὑπόλοιπον τοῦ εἰς μεταλλικὸν χρέους 1,708,736:18. Τὸ Κράτος ἔλαβεν ὡσαύτως εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια παρὰ τῆς Ἰον. Τραπέζης κατὰ τὸ 1877 δρ. 2,655,360, αἱ ὁποῖαι ἔφερον τόκους δραχμὰς 12,572:82· κατὰ τὸ 1878 ἔλαβε 332,067:18, τοῦ ὁποίου οἱ τόκοι ἀνήρχοντο εἰς 59,024:98. Κατὰ τὸ 1879 δὲν ἔλαβε τίποτε· ἑπομένως ἀπετελέσθη χρέος εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια 2,987,427:18 καὶ εἰς τόκον 100,913:46. Ἀπέναντι τοῦ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια χρέους τὸ δημόσιον δὲν ἐπλήρωσεν ἔτι τίποτε, μένει δὲ τὸ χρέος ὅπως ὑπῆρχεν. Ἑπομένως τὸ χρέος πρὸς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν εἰς μεταλλικὸν καὶ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια ἀνῆλθεν εἰς 6,174,351:02· ἐπληρώθη δὲ 1,465,604:84, καὶ μένει τὸ ὑπόλοιπον ἐκ δραχ. 4,708,746:18 ὀφειλόμενον. Τὸν πίνακα, περιέχοντα τὰς πληροφορίας ταύτας καὶ ἐκτυπωθέντα ἤδη, καταθέτω εἰς τὸ προεδρεῖον. Θέλω δὲ στείλει εἰς τὸν κ. Πρόεδρον ἀντίτυπα αὐτοῦ, καὶ παρακαλῶ αὐτὸν ἀπὸ τοῦδε νὰ διατάξῃ νὰ διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτάς.
§27Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐκτὸς τῆς ἐξοφλήσεως, τὴν ὁποίαν ἐκάματε εἰς μεταλλικὸν εἰς τὰς Τραπέζας, θέλετε καταθέσει καὶ ἓν κεφάλαιον εἰς μεταλλικόν, νομίζω.
§28Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μάλιστα· 6,061,000.
§29Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἔχετε ὀφειλὴν πρὸς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν εἰς μεταλλικόν· διατί δὲν χρησιμοποιεῖτε τὸ ποσὸν αὐτὸ πρὸς τοῦτο;
§30ΦΩΤΗΛΑΣ. Αὐτὰ τὰ χρέη ὅλα ἐπληρώθησαν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000;
§31Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Βεβαίως.
§32Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ σᾶς ἠρώτησα, ἐὰν διὰ τοῦ ποσοῦ τῶν πραγματοποιηθεισῶν 96,000 ὁμολογιῶν ἀπεσβέσατε δάνεια παλαιότερα, καὶ ἐζήτησα νὰ μάθω, ἐὰν ἀπεσβέσατε χρέη, τὰ ὁποῖα ἐπεβάρυνον περισσότερον τὸ δημόσιον, ἢ τὰ ὁποῖα τὸ ἐπεβάρυνον ὀλιγώτερον.
§33Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κάμνω τὴν παρατήρησιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι αὐτὴ ἡ ἐρώτησις ἀνάγεται εἰς ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία ἐσυζητήθη ἀπὸ τὸ Κοινοβούλιον κατὰ τὸ π. ε., ὅταν ἐπροτάθη τὸ νομοσχέδιον περὶ συνομολογήσεως τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Τότε παρεστάθη, εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ πληρώσῃ τὸ Κράτος 6 τοῖς ἑκατὸν τόκον εἰς τὸ δάνειον τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ συνομολογήσῃ, καὶ ἐπρόκειτο προσέτι νὰ πληρώσῃ καὶ χρεώλυτρα· παρεστάθη, ὅτι διὰ τοῦ δανείου αὐτοῦ ἐπρόκειτο νὰ δοθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία διὰ τῆς πληρωμῆς τῶν ὀφειλομένων εἰς τὰς τραπέζας· παρεστάθη πρὸς τούτοις, ὅτι δὲν ἐσύμφερε νὰ δανεισθῶμεν πρὸς 6 τοῖς ἑκατὸν, διὰ νὰ πληρώσωμεν χρέη, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπλήρωνεν ἓν τοῖς ἑκατὸν εἰς γραμμάτια καὶ δύο τοῖς ἑκατὸν εἰς μέταλλον. Τὴν παρατήρησιν αὐτὴν ἡ Βουλὴ δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν· καὶ διατί; Τὸ γνωρίζουσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ, ὅσοι ἦσαν τότε μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ γνωρίζουσιν ὅλοι ὅσοι ἤκουσαν τὰς συζητήσεις, καὶ εἶναι καταληπτὸν εἰς πάντα δυνάμενον νὰ ἐννοήσῃ διατὶ δὲν τὴν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν. Κύριοι, σᾶς ὡμίλησα περὶ τῶν δύο ἐκτάκτων οἰκονομικῶν ἐπιχειρήσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμε τὸ Κράτος κατὰ τὸ 1879· τώρα θέλω νὰ σᾶς ὁμιλήσω περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ παρατείνητε τὴν ἀνοχήν σας, διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ ἐκπληρώσω καὶ τὸ καθῆκόν μου τοῦτο. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 10 λεπτά.)
§34Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶπον, ὅτι ὤφειλον νὰ μὴ παραλίπω ἕτερον καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχω πρὸς τὸ Κοινοβούλιον, ἤτοι νὰ παράσχω εἰς αὐτὸ τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς τὴν διάθεσίν μου ἐκ τῆς διοικήσεως τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου, καὶ τὰ ὁποῖα θέλουσι συντελέσει, ἵνα σχηματίσῃ γνώμην ἀσφαλῆ περὶ τῆς ἄλλης οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, πλὴν τῶν δύο ἐπιχειρήσεων, περὶ τῶν ὁποίων ἐπραγματεύθην. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, πρὸς ταῖς ἄλλαις πληροφορίαις τὰς ὁποίας παρέχει εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ Ἔθνους, χρησιμεύει καὶ ὡς κάτοπτρον τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους διὰ τὸ 1879 περιέχει λίαν ἐπαισθητὸν ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον παρέστη εἰς ἀναλογίαν πολὺ μεγαλειτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ προϋπολογισμὸς τῶν παρελθόντων ἐτῶν, εἶχεν ἔλλειμμα σχετικὸν πρὸς τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων καὶ ἐσόδων λίαν ὑπέρογκον. Διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐψηφίσθησαν 60,078,760:02 ὡς ἔξοδα τοῦ Κράτους, ἐνῷ δι’ αὐτοῦ ἐψηφίσθησαν 45,808,442 ὡς ἔσοδα, ἑπομένως ἔλλειμμα ἐπίσημον καὶ ἀνεγνωρισμένον ὑπῆρχον ἐκ δραχμῶν 14,270,318 καὶ 2 λεπτῶν, ἤτοι τὸ ἓν τέταρτον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων. Ὅτε μικρὸν ἠδυνήθην ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν τελευταίαν ἔκτακτον Σύνοδον, ἐξεθέμην εἰς αὐτὴν, ὅτι ἐγένετο δυνατὸν νὰ περιορισθῇ κατά τινας ἀναλογίας τὸ ἔλλειμμα κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας εἶχον δώσει τότε εἰς τὴν Βουλήν, ἦτο, ὅτι τὸ ἔλλειμμα εἶχε κατορθωθῆ νὰ περισταλῇ εἰς δρ. 12,505,245:76. Ἀλλὰ τότε ἦτο μὴν Ἰούλιος, δὲν εἶχον δ’ ὑπ’ ὄψιν μου εἰμὴ τ’ ἀποτελέσματα τῆς πρώτης ἑξαμηνίας· τώρα εἴμεθα εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους, καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς διοικήσεως εἶναι σχεδὸν πλήρη, διότι ἔχω τὰ μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου, καὶ δύναμαι νὰ σᾶς ὁμιλήσω θετικώτερον περὶ τοῦ ἐλλείμματος τούτου. Ἐπειδή, ἕνεκα τῆς μὴ ἐγκαίρου πραγματοποιήσεως ὅλου τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 ἅμα τῇ ἐνάρξει τοῦ ἔτους, καὶ ἕνεκα τῆς μὴ πλήρους πραγματοποιήσεως αὐτοῦ κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον, δὲν ἐγένετο ἀνάγκη νὰ δαπανηθῇ ὅλον τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον περιελήφθη εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, διὰ τόκους καὶ χρεώλυτρα τοῦ δανείου, ἐπῆλθε περιορισμὸς τοῦ ἐλλείμματος κατὰ ποσὸν ἀνάλογον. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν περιελήφθη ποσὸν 5,400,000, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τούτου, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ἡ ὑπηρεσία τοῦ δανείου διὰ τὰς δύο τριμηνίας, αἱ ὁποῖαι θέλουσι πληρωθῆ ἐντὸς τοῦ 1879, καὶ διὰ τὸ ποσὸν τοῦ δανείου, τὸ πραγματοποιηθὲν ἕως σήμερον, ἀπαιτεῖ μόνον 1,573,377:75. Ἑπομένως ἐπῆλθεν ἐλάττωσις τοῦ ἐλλείματος κατὰ δραχμὰς 3,826,622:25. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ περιελήφθη ὡσαύτως ποσὸν διὰ τοὺς τόκους, τοὺς πληρωτέους διὰ τὸ εἰς μεταλλικὸν καὶ εἰς τραπεζικὰ χρέος τοῦ δημοσίου πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐκ δραχμῶν 406,000. Ἐπληρώθησαν καὶ θέλουσι πληρωθῆ μέχρι τέλους Δεκεμβρίου τοῦ 1879 ἐκ τούτου, μόνον 380,645:36, διότι ἐξωφλήθη ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου τὸ εἰς μεταλλικὸν χρέος πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἠλαττώθη δ’ ἐπαισθητῶς τὸ εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια· ἑπομένως δὲν διετέθη ὅλον τὸ ποσὸν τῆς πιστώσεως. Περιωρίσθη λοιπὸν ἀναλόγως τὸ ἔλλειμμα κατὰ δραχ. 126,347:68. Διὰ τὸ χρέος πρὸς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν ὡσαύτως εἶχον προϋπολογισθῆ 120,000 πρὸς πληρωμὴν τόκων· ἀλλ’ ἐξ αὐτοῦ μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1879 θέλουσι πληρωθῆ μόνον 81,933, ἀφοῦ ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου ἐπληρώθη μέρος τοῦ εἰς μεταλλικὸν χρέους τοῦ δημοσίου πρὸς αὐτήν· οὕτω δὲ καὶ κατὰ τοῦτο περιορίζεται τὸ ἔλλειμμα κατὰ δραχμὰς 38,006:58. Διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς μετατροπῆς τῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825 εἶχε περιληφθῆ ποσὸν 2,410,135· ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ διατεθῇ ποσὸν ἀνώτερον τοῦ 1,110,576· ἑπομένως μένει καὶ ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης ὑπόλοιπον ἐκ δραχ. 1,299,559, τὸ ὁποῖον ἐπιφέρει ὡσαύτως τὸν περιορισμὸν τοῦ ἐλλείμματος. Καὶ αὐτὰ μὲν εἶναι ἀποτελέσματα ἀναπόφευκτα τῶν γενομένων ἐνεργειῶν πρὸς πραγματοποίησιν καὶ συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, καὶ ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ μετατροπῆς τῶν δανείων. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν διοίκησιν τὴν ἄλλην ἐγένετο προσπάθεια νὰ ἐπιτευχθῶσιν αἱ οἰκονομίαι αἱ δυναταὶ ἄνευ βλάβης τῆς διοικήσεως τῶν διαφόρων κλάδων. Λυποῦμαι, διότι δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ἡ διοίκησις ἑκάστου τῶν ἄλλων ὑπουργείων ἐπήνεγκε κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Φέρω ὅμως εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς, ὅτι κατὰ τὴν διοίκησιν τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δὲν παρέλιπον νὰ καταβάλω πᾶσαν προσπάθειαν, ἵνα ἐπιφέρω οἰκονομίας τοιαύτας. Καὶ ἐπήνεγκον οἰκονομίαν δραχμῶν 43,158 ἐκ τῆς πιστώσεως, ἡ ὁποία μοὶ ἐδόθη πρὸς ὀργάνωσιν τῶν ἀτμοτελωνίδων, 22,966, ἐκ διατηρήσεως κενῶν θέσεων ἐν τῇ ἄλλῃ ὑπηρεσίᾳ τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, 12,000, διότι δὲν κατέταξα 20 τελωνοφύλακας, τοὺς ὁποίους ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία μοὶ ἐπέτρεψε νὰ κατατάξω, 12,320, ἐκ κενῶν θέσεων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν. Τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερον, ἀποτελοῦσι ποσὸν 5,377,890:33, τὸ ὁποῖον, ἀφαιρούμενον ἀπὸ τὸ ἔλλειμμα τῶν 14,270,318:02, φέρει ὡς ὑπόλοιπον ἔλλειμμα εἰς 8,892,427:69. Ὁ τοιοῦτος περιορισμὸς τοῦ ἐλλείμματος, ὅπως δὲν παρέλιπον νὰ τὸ κάμω γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἦτο ἀποκλειστικὸν ἀποτέλεσμα μεμελετημένης προνοίας καὶ προσπαθειῶν τῆς διοικήσεως, ἀλλ’ ἀποτέλεσμα ἀφ’ ἑνὸς μὲν τῆς ἀφειδίας, διὰ τῆς ὁποίας ἐψηφίσθησαν αἱ πιστώσεις ὅταν ἐψηφίζετο ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1879, ἀφ’ ἑτέρου δὲ συμβεβηκότων ἀνεξαρτήτων τῆς διοικήσεως· διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ πιστεύσητε, διότι δὲν εἶχον σκοπὸν, σημειῶν εἰς ὑμᾶς τὸν τοιοῦτον περιορισμὸν τοῦ ἐλλείμματος, ν’ ἀξιώσω παρ’ ὑμῶν χάριν τινά. Ἀλλὰ πῶς μετ’ ἀφειδίας ἐψηφίσθησαν αἱ πιστώσεις; Ἦτο τοιαύτη ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων. Ὑπῆρχε δάνειον συνομολογημένον καὶ πραγματοποιούμενον, δάνειον πρὸς ἑκατέραν τῶν δύο Τραπεζῶν, τὴν Ἐθνικὴν καὶ τὴν Ἰονικὴν, διὰ τὸ ὁποῖον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔπρεπε νὰ προβλέψῃ τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν, πρὸς πληρωμὴν τῶν τόκων αὐτοῦ· ἑπομένως περιέλαβε καὶ τοὺς τόκους. Ἀλλ’ ἐπέτρεψε δι’ εἰδικοῦ νόμου συγχρόνως νὰ συνομολογήσῃ δάνειον 60,000,000, καὶ τὸ προϊὸν τοῦ δανείου τούτου νὰ τὸ διαθέσῃ πρὸς ἐξόφλησιν τῶν χρεῶν πρὸς τὴν Τράπεζαν· περιέλαβεν ἑπομένως καὶ τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν, διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν τόκων καὶ τοῦ χρεωλυσίου τοῦ δανείου τούτου· ἑπομένως περιέλαβε πιστώσεις διὰ τὴν ὑπηρεσίαν δύο δανείων, ἐνῷ, ἂν δὲν ἐπραγματοποιεῖτο τὸ δάνειον τῶν 60,000,000, ἤθελεν εἶσθαι περιττὴ ἡ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ πίστωσις· ἂν δ’ ἐπραγματοποιεῖτο, ἤθελε δι’ αὐτοῦ ἐξοφληθῆ ἢ περιορισθῆ τὸ πρὸς τὰς τραπέζας χρέος καὶ κατασταθῆ περιττὴ ὅλη ἢ μέρος τῆς διὰ τόκους αὐτοῦ περιληφθείσης πιστώσεως. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὰ πράγματα ἐπῆλθον ἀνεξαρτήτως τῆς θελήσεώς μας, καὶ ἦσαν ἀποτέλεσμα τῶν περιστάσεων. Κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἐνιαυτοῦ, τὸν ὁποῖον διήλθομεν, ἐπαρουσιάσθησαν ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1879 δὲν εἶχε προβλέψει ἐντελῶς ἢ εἶχε προβλέψει ἀνεπαρκῶς· διὰ τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας δὲν εἶχε παντάπασι προβλέψει ὁ προϋπολογισμός, τὸ ὑπουργεῖον ἠναγκάσθη νὰ ζητήσῃ, ὁσάκις ὁ Νόμος τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ ἐπέτρεπεν, ἐκτάκτους πιστώσεις, δι’ ἐκείνας δὲ, τὰς ὁποίας προέβλεψεν ἀνεπαρκῶς, ἀναπληρωτικάς. Μνημονεύων πρώτην φορὰν τῶν πιστώσεων τούτων, δὲν δύναμαι νὰ σᾶς εἰσαγάγω σήμερον τὰ περὶ τούτου νομοσχέδια, μήπω περατωθείσης τῆς πρὸς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἀπαντήσεως. Θέλω δὲ εἰσαγάγει αὐτὰ ὅταν τελειώσῃ ἡ ἀπάντησις τοῦ Βασιλικοῦ λόγου. Τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον διὰ τῶν πιστώσεων τούτων θέλει ἐπιβαρύνει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1879, ἀνέρχεται εἰς 2,701,774:23, ἑπομένως τὸ ἔλλειμμα ἀναβιβάζεται εἰς 11,594,201:92. Θέλω σᾶς εἰσαγάγει, κύριοι, πίνακα, ὁ ὁποῖος παριστᾷ τ’ ἀποτελέσματα τῶν βεβαιώσεων καὶ τῶν εἰσπράξεων κατὰ τοὺς δέκα μῆνας τοῦ ἐνιαυτοῦ, ὡς ἐπίσης καὶ τὰ πιθανῶς βεβαιωθησόμενα καὶ εἰσπραχθησόμενα ἔσοδα κατὰ τοὺς ὑπολοίπους δύο μῆνας· τότε θέλετε κρίνει τὰς προσπαθείας, αἵτινες κατεβλήθησαν, ἵνα πραγματοποιηθῶσι τὰ προϋπολογισθέντα ποσά. Δύναμαι ὅμως ἀπὸ τοῦδε νὰ σᾶς δηλώσω, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις ἑνὸς νόμου τοῦ Κράτους, τοῦ νόμου περὶ διαθέσεως τῶν ἐθνικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν, συνεπείᾳ τοῦ ὁποίου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ περιελήφθη ἔσοδόν τι, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις, λέγω, τοῦ νόμου τούτου παρήγαγεν ἀποτελέσματα ἀνώτερα τῶν προϋπολογισθέντων· ἐπειδὴ ἡ ὑπέρβασις τῶν ποσῶν τούτων εἶναι σημαντικὴ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ μνημονεύω αὐτῆς, διὰ τοῦτο μνημονεύω αὐτῆς. Διὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ εἰρημένου νόμου τὰ βεβαιωθέντα ποσὰ θέλετε ἴδει, ὅτι ἐπιφέρουσιν αὔξησιν τῶν ἐσόδων, καὶ ἑπομένως περιορισμὸν τοῦ ἐλλείμματος. Ἐπληρώθησαν καὶ κατελογίσθησαν διὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου τούτου πλέον τῶν προϋπολογισθέντων δρ. 2,063,696:02, ἀφαιρούμενα δὲ ἀπὸ τὸ ἔλλειμμα τῶν 11,594,201:92, ἐπιφέρουσι τὸν περιορισμὸν εἰς δραχμὰς 9,530,505:90· οὕτω λοιπὸν ἐγένετο δυνατὸν αὐτὸ τὸ ὀγκῶδες ἔλλειμμα νὰ περιορισθῇ κατὰ τὸ δυνατόν. Ἀλλὰ, κύριοι, εἶναι ἔλλειμμα, μικρὰ δὲ ἡ διαφορὰ τῶν 14,270,318:01 πρὸς τὰ 9,530,505:90. Ἔλλειμμα δὲ εἰς τὰ οἰκονομικὰ Κράτους τινὸς εἶναι ἀσθένεια, τῆς ὁποίας ἡ ὕπαρξις καταστρέφει τὴν ζωτικότητα τοῦ τόπου, εἶναι ἀσθένεια, τῆς ὁποίας ἡ πρόοδος ἄγει εἰς καταστροφὰς, καὶ ἑπομένως θέλω σᾶς παρακαλέσει νὰ μὴ ἡσυχάσητε, διότι ἠκούσατε τὸν περιορισμὸν τοῦ ἐλλείμματος ἀπὸ 14,270,318:02 εἰς 9,530,505:90. Ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1879 νομίζετε, ὅτι εἶναι ἀσθένεια ἀναφανεῖσα κατὰ τὸ 1879; Μήπως εἶναι τάχα ἀποτέλεσμα τῆς πλημμελοῦς καὶ κακῆς διοικήσεως τοῦ 1879; Μήπως τάχα τὸ 1878 παρεσκεύασεν αὐτήν τὴν νόσον; Μήπως τὸ 1877 ἐγένετο ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ; Κύριοι, θὰ μὲ συγχωρήσητε νὰ σᾶς ἀφηγηθῶ περιληπτικῶς οἰκονομικήν τινα ἱστορίαν τοῦ τόπου ἡμῶν, ἡ ὁποία θέλει σᾶς φωτίσει, ὅτι ἡ νόσος αὐτὴ ἐνυπῆρχε καὶ ὅτι δὲν ἐγεννήθη ἐκ τῶν ἀνωμάλων περιστατικῶν τοῦ 1877, 1878 καὶ 1879. Ἔχω πίνακα ἀνὰ χεῖρας, ὁ ὁποῖος στηρίζεται κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τοὺς μέχρι τοῦδε δημοσιευθέντας ὁριστικοὺς ἀπολογισμοὺς τοῦ Κράτους, κατὰ μέρος δὲ καὶ εἰς τοὺς συνταχθέντας καὶ δημοσιευθέντας προσωρινοὺς ἀπολογισμούς. Ὁ πίναξ οὗτος μᾶς διδάσκει, ὅτι πρὸ 18 χρόνων τὸ Κράτος ἔζη μὲ ἐλλείμματα, καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν 18 χρόνων, ἐπετεύχθη ὁτὲ μὲν νὰ μειοῦται τὸ ἔλλειμμα, ὁτὲ δ’ ἐφαίνετο τοῦτο ἐξωγκωμένον, ἀλλὰ πάντοτε ὑπῆρχεν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους. Αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους παριστῶνται διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀληθῶς καὶ εἰλικρινῶς, πρέπει δὲ νὰ θεραπεύωνται διὰ τῶν ἐτησίων τακτικῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα παρέχουσιν οἱ εἰσπραττόμενοι φόροι, τὰ εἰσπραττόμενα νόμιμα δικαιώματα. Τὰ δάνεια δὲν εἶναι ἔσοδα τακτικά, εἶναι προεξόφλησις μελλόντων φόρων· τὰ δάνεια ἐπιβαρύνουσι τὸ μέλλον, καὶ ὅταν πρόκηται νὰ προνοήσητε περὶ τῆς θεραπείας τῶν σημερινῶν ἀναγκῶν, δὲν σᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑποχρεώσητε τοὺς ἀπογόνους ὑμῶν, ἵνα συντελέσωσι νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἔχετε σήμερον διὰ νὰ ζήσητε. Θέλω σᾶς ἀναγνώσει τὸν πίνακα τοῦτον, ὁ ὁποῖος παριστᾷ τ’ ἀποτελέσματα τῶν ὁριστικῶν καὶ τῶν προσωρινῶν ἀπολογισμῶν ἀπὸ τοῦ 1861 ἕως 1879. Κατὰ τὰ 1861 ὑπῆρχεν ἔλλειμμα 2,609,293:37. Κατὰ τὰ 1862 εἰσεπράχθησαν ἐκ δανείων δραχ. 737,600, καὶ ὅμως ὑπῆρξεν ἔλλειμμα ἐκ δραχ. 6,523,100:32, ὅπερ δηλοῖ, ὅτι, ἂν δὲν εἰσεπράττετο τὸ ὡς εἴρηται ἐκ δανείων εἰσπραχθὲν ποσὸν, τὸ ἔλλειμμα ἤθελεν ἀναβιβασθῆ εἰς δραχ. 7,260,700:32. Κατὰ τὸ 1863 εἰσεπράχθη ἐκ τοῦ δανείου τῶν 6,000,000 ποσὸν δραχ. 3,043,400, καὶ ἐκ δανείου ἐπὶ παραχωρήσει τῆς προσόδου σμύριδος ποσὸν ἐξ 1,000,000, ἤτοι τὸ ὅλον ἐκ δανείων ποσὸν δραχ. 4,043,400· καὶ ὅμως ὑπῆρξεν ἔλλειμμα ἐκ δραχμῶν 922,827:14, τοῦτο δὲ δηλοῖ, ὅτι, ἂν δὲν ὑπῆρχον τὰ ἐκ δανείων εἰσπραχθέντα, τὸ ἔλλειμμα ἤθελεν ἀναβιβασθῆ εἰς δραχμὰς 4,966,227:14. Κατὰ τὸ 1864 εἰσεπράχθη ἐκ τοῦ δανείου τῶν 6,000,000 ποσὸν ἐκ δραχμῶν 754,900, καὶ ὅμως ὑπῆρξεν ἔλλειμμα ἐκ 394,708:14· τοῦτο δ’ ὡσαύτως δηλοῖ, ὅτι, ἂν δὲν ὑπῆρχε τὰ εἰρημένον ἐκ δανείου ἔσοδον, τὸ ἔλλειμμα ἤθελεν ἀναβιβασθῆ εἰς δραχμὰς 1,149,608:14. Κατὰ τὸ 1865 εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ αὐτοῦ δανείου δραχ. 352,000, ὑπῆρξε δ’ ἔλλειμμα ἐκ δραχ. 2,564,717:23· ἂν δὲν ὑπῆρχε τὸ ἐκ δανείου εἰσπραχθὲν ποσὸν, τὸ ἔλλειμμα ἤθελεν εἶσθαι ἐκ δραχ. 2,916,717:23. Κατὰ τὸ 1866 εἰσεπράχθησαν ά) ἐκ τοῦ δανείου τῶν 6,000,000 δρ. 168,400· βʹ) ἐκ τοῦ δανείου τῶν 15,000,000 δραχ. 1,500,000, τὸ ὅλον δραχ. 1,668,480· καὶ ὅμως ὑπῆρξεν ἔλλειμμα ἐκ δραχ. 978,069:33, ἤτοι, ἂν δὲν ὑπῆρχον τὰ ἐκ τοῦ δανείου εἰσπραχθέντα, τὸ ἔλλειμμα ἤθελεν ἀναβιβασθῆ εἰς δραχ. 2,646,469:36. Κατὰ τὸ 1867 εἰσεπράχθησαν ἐκ μὲν τοῦ δανείου τῶν 6,000,000 δρ. 269,700, ἐκ δὲ τοῦ δανείου τῶν 28,000,000 φράγ. 10,254,496, ἤτοι πλέον ἢ δραχ. 10,524,196· ὑπῆρξε δὲ περίσσευμα ἐκ δραχ. 3,398,373:52. Ὅθεν, ἂν δὲν ὑπῆρχον αἱ ἐκ τῶν εἰρημένων δανείων εἰσπράξεις, ἤθελεν ὑπάρχει ἔλλειμμα δραχ. 7,125,822:48. Κατὰ τὸ 1868 εἰσεπράχθησαν ά) ἐκ τοῦ δανείου τῶν 6,000,000 δραχ. 211,700· βʹ) ἐκ τοῦ δανείου τῶν 15,000,000 δραχ. 1,500,000· γʹ) ἐκ τοῦ δανείου τῶν 28,000,000 δραχ. 3,183,936, τὸ ὅλον δραχ. 4,895,636. Καὶ ὅμως ὑπῆρξεν ἔλλειμμα ἐκ δραχ. 6,303,282:13· τοῦτο δὲ δηλοῖ, ὅτι, ἂν δὲν ὑπῆρχον τὰ ἐκ τοῦ δανείου εἰσπραχθέντα, τὸ ἔλλειμμα ἤθελεν ἀναβιβασθῆ εἰς δραχμ. 11,329,170:13. Κατὰ τὸ 1869 αἱ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 6,000,000 δραχ. 48,300, ἐκ δὲ τοῦ δανείου τῶν 28,000,000 δρ. 8,961,568, τὸ ὅλον δραχ. 9,009,868, καὶ ὑπῆρξε περίσσευμα ἐκ δραχ. 4,209,936:32· ἤτοι, ἂν δὲν εἰσεπράττοντο τὰ ἐκ τῶν δανείων ποσὰ, τὸ ἔλλειμμα ἤθελε συνίστασθαι εἰς δραχ. 7, 689,740:24. Κατὰ τὸ 1870 εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 6,000,000 δραχ. 111,000, καὶ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 28,000,000 δραχ. 10,080,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχ. 10,191,000· ὑπῆρξε δὲ περίσσευμα ἐκ δρ. 5,801,182:54. Ἐκ τούτου δὲ συνάγεται ὡσαύτως, ὅτι, ἂν δὲν ὑπῆρχον αἱ εἰρημέναι ἐκ τῶν δανείων εἰσπράξεις, τὸ ἔλλειμμα ἤθελε συνίστασθαι ἐκ δραχ. 4,514,517:46. Κατὰ τὸ 1871 εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 6,000 000 δραχ. 500,000, καὶ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 4,000,000 δραχ. 3,580,416, ἐν ὅλῳ δραχ. 3,585,416· καὶ ὅμως ὑπῆρξεν ἔλλειμμα δρ. 197,476:77. Ὅθεν, ἂν δὲν ὑπῆρχον αἱ ἐκ δανείων εἰσπράξεις, ἤθελε τὸ ἔλλειμμα ἀναβιβασθῆ εἰς δρ. 4,289,892:77. Κατὰ τὸ 1872 εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 6,000,000 δραχ. 161,400 καὶ ἐκ τοῦ δανείου τῶν 4,000,000 δρ. 451,584, ἐν ὅλῳ δραχ. 615,984· ἐπειδὴ δ’ ὑπῆρξε περίσσευμα ἐκ δραχ. 21,795:70, τὸ ἔλλειμμα ἦτο μόνον ἐκ δραχ. 959,028:30. Κατὰ τὸ 1873 εἰσεπράχθησαν ἐκ δανείου δραχ. 130,600, καὶ ὑπῆρξεν ἔλλειμμα ἐκ δραχ. 1,179,715:64. Ὅθεν τὸ ἀληθὲς ἔλλειμμα συνίστατο ἐκ δραχ. 1,313,315:64. Κατὰ τὸ 1874 εἰσεπράχθησαν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 26,000,000 δραχ. 23,587,200, ἐπειδὴ δὲ ὑπῆρξε περίσσευμα δραχ. 10,349,673:91, τὸ ἔλλειμμα ἦτο πράγματι δραχ. 891,835:09, διότι ἐκ τοῦ εἰσπραχθέντος ποσοῦ τοῦ δανείου διετέθησαν δραχ. 13,345,694 εἰς προγενεστέρας χρήσεις. Κατὰ τὸ 1875 ὑπῆρξεν ἔλλειμμα δραχ. 2,759,725:71. Κατὰ τὸ 1876 ὑπῆρξεν ἔλλειμμα δρ. 3,417,789:93. Κατὰ τὸ 1877 εἰσεπράχθησαν ἐκ δανείου δρ. 320,000. Ἐπειδὴ δὲ ὑπῆρξεν ἔλλειμμα δραχ. 520,454:73, τὸ ἀληθὲς ἔλλειμμα ἀνεβιβάζετο εἰς δραχ. 811,454:73.
§35ΣΑΡΑΒΑΣ. Εἰς ὅλους αὐτοὺς τοὺς προϋπολογισμοὺς παρουσιάζετο ἔλλειμμα, ὅταν εἰσήγοντο εἰς τὴν Βουλήν; Ἂν οἱ παρουσιαζόμενοι προϋπολογισμοὶ δὲν ἔφερον ἔλλειμμα, πῶς συνέβη νὰ παρουσιασθῇ ὕστερον;
§36ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐγὼ ἀφηγήθην τὴν ἱστορίαν τῶν ἐλλειμμάτων, ὁρμώμενος ἀπὸ ἄλλον σκοπόν, ἡ δὲ ἐρώτησις μὲ εἰσάγει ἀλλαχοῦ· ἤθελον σᾶς παρακαλέσει νὰ μὲ ἀπαλλάξητε τῆς ἀνάγκης νὰ σᾶς δώσω τὴν πληροφορίαν, ἣν μοὶ ζητεῖτε, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ παρεξηγηθῶ, ὅτι διενοούμην νὰ ἐπικρίνω τοὺς κυβερνήτας κατὰ τὴν εἰρημένην χρονικὴν περίοδον, ἐνῷ δὲν εἶχον τοιοῦτον σκοπόν. Καταθέτω ἀντίτυπον τοῦ πίνακος τούτου εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, παρακαλῶν αὐτὸν νὰ διατάξῃ νὰ διανεμηθῶσι τὰ σταλέντα εἰς τὸ προεδρεῖον ἀντίτυπα εἰς τοὺς κ. βουλευτάς. Διοίκησις λοιπὸν δεκαοκταετὴς τοῦ τόπου ἔζησε μετ’ ἐλλειμμάτων καὶ διὰ δανείων. Πρέπει ὅμως νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν μόνον αἱ ἀνάγκαι τῆς συντηρήσεως τοῦ Κράτους ἐπήνεγκον τὰ ἐλλείμματα ταῦτα, ἢ ἂν κατὰ τὸ δεκαοκταετὲς αὐτὸ διάστημα ἔσπευσε νὰ θεραπεύσῃ ἀνάγκας διαφόρου φύσεως. Μνημονεύω εἰς ὑμᾶς τῶν ἀναγκῶν, αἵτινες ἐπῆλθον κατὰ τὸ 1867· ἡ διατάραξις ὅμως τοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ καθ’ ὅλα τὰ ἄλλα ἔτη, καὶ καθ’ ὅσον δὲν ὑπῆρχον ἀναγκαίως τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἀναγκῶν τοῦ 1867, εἶναι διατάραξις, ἡ ὁποία εἶναι ἀδικαιολόγητος. Καὶ ἀληθῶς μοὶ φαίνεται ἀδικαιολόγητος ἡ διατάραξις αὕτη· ὅσον δὲ καὶ ἂν ἐπιθυμῶ ν’ ἀποφύγω νὰ αἰτιολογήσω τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο συμφώνως μὲ τὴν προαίρεσιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Οἰτύλου μοὶ ἐνέδειξεν, ὅτι ἤθελε νὰ προαγάγῃ εἰς τὸ μέσον, ὁ ἱστορικὸς ἐξεταστὴς θέλει σκανδαλισθῆ, καὶ θέλει ἀναζητήσει ἐν τοιούτῳ τινὶ λόγῳ τὴν τοιαύτην διατάραξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ... Ἀληθῶς αἱ ἀνάγκαι, αἱ ὁποῖαι ἐπληρώθησαν καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦτο, πλὴν τῆς περιπτώσεως τοῦ 1867, τῆς ὁποίας ἐμνημόνευσα, ἦσαν ἀνάγκαι καθαρῶς ἐσωτερικαί, καὶ τοῦτο ὁμολογεῖ ἡ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη τὸ Κράτος κατὰ τὸ 1877. Τῷ ὄντι τὸ Κράτος κατὰ τὸ 1877, κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐξεδήλωσαν τότε, καί τοι ἔχον εἰς τὴν ράχιν του ὅλα ταῦτα τὰ ἐλλείμματα, ἔσπευσε νὰ ἐνθυμηθῇ ὅ,τι εἶχε λησμονηθῆ καθ’ ὅλην τὴν παρελθοῦσαν περίοδον τοῦ χρόνου, νὰ πληρώσῃ δηλαδὴ ὡς οἷόν τε τάχιον τὰς ἀποθήκας τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸν ὁπλισμὸν τοῦ στρατοῦ, νὰ πληρώσῃ τὰς ἀποθήκας τοῦ ναυστάθμου, τοῦ ὁποίου ἡ κενότης εἶχε γείνει περιλάλητος καὶ ἀξία τῆς χλεύης καὶ τοῦ ἐμπαιγμοῦ, ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸν ὁπλισμὸν τοῦ ναυτικοῦ, νὰ ἐπισκευάσῃ πλοῖα καταδικασμένα εἰς θάνατον, ν’ αὐξήσῃ τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν, καὶ προσέτι νὰ ἐπιχειρήσῃ τὴν λύσιν τῶν δύο μεγάλων οἰκονομικῶν ἐπιχειρήσεων, τὰς ὁποίας σᾶς ἀνέφερα, τῶν ὁποίων ἡ διεξαγωγὴ ἐπεβάρυνε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους διὰ σημαντικοῦ ποσοῦ, ὅσα ἀπαιτεῖ ἡ ὑπηρεσία τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 καὶ ἡ ὑπηρεσία τῆς μετατροπῆς τῶν παλαιῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825. Ἰδοὺ λοιπὸν τί ἐγένοντο τὰ δάνεια τῶν Τραπεζῶν, καὶ ἰδοὺ ἡ ἀφορμὴ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1879. Καὶ τὴν διατάραξιν ταύτην τοῦ προϋπολογισμοῦ τὴν κατέγνωσαν εἰς ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἤλθομεν κατὰ τὸ μεσονύκτιον, σπεύδοντες ν’ ἀνάψωμεν τὰς λυχνίας ἡμῶν. Ἀλλ’ οἱ πρὸ τῆς 12ης, οἱ κατὰ τὴν 10ην, οἱ προτοῦ μεσονυκτίου, οἱ κατὰ τὴν ὀγδόην, οἱ κατὰ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου, οἱ περὶ τὴν μεσημβρίαν τί ἐγένοντο; Εἰς ἡμᾶς μόνον κατέγνωσαν τὴν αἰτίαν τῆς διαταράξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐννοῶ, κύριοι, τὴν μέριμναν, ἡ ὁποία σκοπὸν εἶχε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν λειτουργίαν τῶν θεσμῶν ἢ τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν, καὶ ἥτις μόνη σχεδὸν ἐπεκράτησε καθ’ ὅλην τὴν δεκαοκταετίαν, καὶ παντάπασι δὲν ψέγω αὐτήν· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνοίκειον, ἰδίως εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, νὰ περιορίζῃ τὴν μέριμνάν του μόνον ἐπὶ τοῦτο, καὶ νὰ λησμονῇ, ὅτι ἔχει ἓν ἄλλο κύριον καθῆκον, νὰ παρίσταται δηλαδὴ ὡς Κράτος, καὶ δὲν παρίσταται ὡς Κράτος, εὑρισκόμενον εἰς οἵαν εὑρίσκετο κατάστασιν κατὰ τὸ 1877. Χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν ἀφῆκεν ἐντελῶς ἄνευ ἀντιλήψεώς τινος τὴν Κυβέρνησιν ἀπέναντι τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1879 εἶχεν, ἤτοι τοῦ τῶν 14,000,000· ἔδωκεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἔκτακτά τινα μέσα, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας ὁ προϋπολογισμὸς ἀνέγραψεν· ἔδωκε τὴν ἄδειαν νὰ λάβῃ δάνειον ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν πέντε ἑκατομμυρίων γραμματίων, καὶ προσέτι ν’ αὐξήσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐντόκων γραμματίων ἀπὸ 9,000,000 εἰς 14,000,000, δηλαδὴ νὰ προσπορισθῇ καὶ ἐντεῦθεν 5,000,000. Λοιπὸν παρέσχεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἰς τὴν Κυβέρνησιν 10,000,000, καὶ δι’ αὐτῶν εἶπε νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἀνέγραψεν εἰς τὸν προϋπολογισμόν, ἂν καὶ αὗται παριστῶσιν ἔλλειμμα 11,000,000. Ἰδού, κύριοι, ποῦ κεῖται ἡ ἐμπειρικὴ αἰτία, ἧς ἐμνημόνευσα χθές, καὶ ἡ ὁποία καθίστα ἀναπόφευκτον τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς εἰς ἔκτακτον σύνοδον, ἵνα ζητηθῶσι παρ’ αὐτῆς τὰ μέσα, διότι ἄλλως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κυβερνηθῇ ὁ τόπος. Πῶς ἔλλειμμα 14,000,000 νὰ θεραπευθῇ διὰ δανείου 10,000,000; Ἀλλ’ ἠδυνήθημεν νὰ κάμωμεν κἂν χρῆσιν καὶ τῶν δέκα τούτων ἑκατομμυρίων; Ὄχι· διότι ἡ οἰκονομικὴ διοίκησις τοῦ 1878 μᾶς ἀφῆκεν ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας δὲν ἐθεράπευον τὰ χρήματα, αἱ εἰσπράξεις, τὰς ὁποίας ἤθελε μᾶς παράσχει τὸ ἔτος 1879, καὶ αἱ ὑποχρεώσεις αὗται ἀνῆλθον εἰς 5,000,000 ἀκριβῶς, τὰ ὁποῖα ἐπληρώσαμεν διὰ τοῦ δανείου τῶν 5,000,000 τραπεζικῶν γραμματίων, τὰ ὁποῖα εἶχον προορισθῆ διὰ τὸ ἔτος 1879. Μετὰ τὴν ἀνάγκην ταύτην ἐπελθοῦσαν, ἡ κυβέρνησις ἔμεινεν ἔχουσα ἓν ἔλλειμμα 14,000,000, καὶ ἔχουσα πέντε μόνον ἑκατομμύρια ἔκτακτα ἔξοδα πρὸς πλήρωσιν αὐτοῦ· ἑπομένως ἡ παρουσία τῆς Βουλῆς ἦτον ἀναπόφευκτος. Ἔπειτα ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς ἀγορᾶς καθίστα δυνατὴν τὴν τοποθέτησιν τῶν 5,000,000 ἐντόκων γραμματίων; Σᾶς βεβαιῶ, κύριοι, οὐχί· καὶ διὰ τοῦτο ἠναγκάσθημεν νὰ αὐξήσωμεν τὸν τόκον τῶν ἐντόκων γραμματίων ἀπὸ 7 εἰς 8%. Ἐκατηγορήθημεν, διότι τὸν ηὐξήσαμεν, καὶ μᾶς εἶπον, ὅτι ηὐξήσαμεν αὐτὸν παρανόμως. Εἶναι ἀληθές, ὅταν συνετάσσετο ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, τὰ ἔντοκα γραμμάτια ἐκυκλοφόρουν ἐπὶ τόκῳ 7%, ἀλλ’ ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεψε τὴν ἔκδοσιν τῶν γραμματίων, ἀφῆκεν εἰς τὴν κυβέρνησιν τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν ν’ ἀναβιβάσῃ τὸν τόκον αὐτῶν μέχρις 8%. Ἐπειδὴ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς ἀγορᾶς καὶ τῶν κεφαλαίων δὲν καθίστα πλέον ἐφικτὴν τὴν τοποθέτησιν τῶν ἐπὶ τῷ τόκῳ τῶν 7%, ὁ δὲ νόμος μᾶς ἔδιδε τὸ δικαίωμα νὰ ἀναβιβάσωμεν αὐτὸν μέχρις 8%, ἐποιήσαμεν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου. Ἀλλὰ μήπως ὑπερέβημεν τὴν πίστωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ; Ὄχι. Καὶ ὅμως αὐτὸ ἐχαρακτηρίσθη ὡς παρανομία, καὶ δι’ αὐτὸ κατηγγέλθημεν ὡσαύτως. Λοιπὸν εὑρέθημεν ἀγωνιζόμενοι κατ’ ἐλλείμματος 14,000,000, ἔχοντες ἐφόδια 4,200,000, ὅσα κατέστη εἰς ἡμᾶς ἀνέφικτον νὰ τοποθετήσωμεν ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν πέντε ἑκατομμυρίων ἐντόκων γραμματίων· ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι ὄχι ἕνεκα τῆς θελήσεως ἡμῶν, ἀλλ’ ἕνεκα αἰτίων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεως ἡμῶν, κατέστη εἰς ἡμᾶς ἀνέφικτον νὰ λάβωμεν τὴν ἄδειαν τοῦ κοινοβουλίου, διὰ νὰ διαθέσωμεν ἓν ποσὸν ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου, διὰ νὰ ἐπαρκέσωμε, εἰς ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους, διότι ἐκηρύχθη ἡ λῆξις τῆς Βουλῆς. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶχεν ἕνα σκοπὸν πολὺ ὑπέρτερον τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον μοι ἐνέδειξε πρὸ μικροῦ ἡ ἐρώτησις, ἡ ὁποία μοὶ ἀπηυθύνθη ἀπὸ τὰ ἑδώλια ἐκεῖνα· μὲ ἠρώτησαν ποῖον τόκον πληρώνομεν διὰ τὸ δάνειον τῶν 60,000,000, καὶ ἐπερίμενον, φαίνεται, ν’ ἀπαντήσω 6% ποῖον τόκον εἰς τὴν τράπεζαν, καὶ ἐπερίμενον ν’ ἀπαντήσω 1 ἢ 2%. Τότε παρεσκευάζοντο ἴσως νὰ μᾶς ἐγκαλέσωσιν ἐπὶ ἀβελτηρίᾳ, νὰ δανειζώμεθα μὲ 6%, διὰ νὰ πληρώσωμεν δάνεια μὲ 1%. Ἀλλ’ ἂν δὲν ἐγίνετο τὸ δάνειον τῶν 60,000,000, τὰ χρέη πρὸς τὴν τράπεζαν ἤθελον μείνει ὅπως εἶχον, ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἤθελον κυκλοφορεῖ γραμμάτια περισσότερα ὅσων αὐτὴ εἶχεν ἀνάγκην, ἐντεῦθεν ἤθελεν ἐξακολουθῇ ἡ ὕψωσις ἀξίας τοῦ μεταλλικοῦ νομίσματος, καὶ ἡ διαφορὰ τοῦ συναλλάγματος ἤθελεν εἶσθαι πάντοτε μεγάλη, ἤθελε δ’ ἐξακολουθεῖ κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον φορολογία τῶν πολιτῶν· τὸ Κράτος λοιπὸν εἶπεν, ὅτι δὲν θέλω νὰ φορολογῶ τοὺς πολίτας διὰ τοῦ τρόπου τούτου, καὶ διὰ τοῦτο προτιμῶ νὰ πληρώσῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον τὴν διαφορὰν τοῦ τόκου, διὰ νὰ ἀπαλλάξω τὰς συναλλαγὰς καὶ τὸ ἐμπόριον ἀπὸ τῆς εἰρημένης φορολογίας. Ἀλλὰ, θέλετε ἐρωτήσει, ἤρατε, κύριοι, τὴν καταναγκαστικὴν κυκλοφορίαν; Δὲν τὴν ἤραμεν, ὄχι διότι δὲν ἠθελήσαμεν νὰ τὴν ἄρωμεν, ἀλλὰ διότι δὲν ἠδυνήθημεν· διότι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου δὲν ἐπαρουσιάσθησαν τοιαῦτα, ὥστε νὰ καλύψωσι τὸ ὅλον δάνειον. Ἀλλὰ διατί ἀφίνομεν νεκρὰ τὰ 6,000,000, τὰ κατατεθειμένα ἐν τῇ τραπέζῃ, καὶ δὲν ἐσπεύσαμεν νὰ ἐξαγοράσωμεν δι’ αὐτῶν ἴσον ποσὸν ἐντόκων γραμματίων, διὰ νὰ ἀποκτήσωμεν τὸ κέρδος τοῦ τόκου, τὸν ὁποῖον διὰ τὰ ἔντοκα ταῦτα γραμμάτια πληρόνομεν; Διότι, κύριοι, δὲν ἔχομεν τὴν τόλμην νὰ ἐξαργυρώσωμεν αὐτά, διότι, ἐὰν τὸ ἐπράττομεν, ἴσως ἠθέλομεν καταστήσει ἀδύνατον τὴν ἄρσιν τῆς καταναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐνομίζαμεν δέ, ὅτι ὠφείλομεν νὰ ἐρωτήσωμεν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἂν ἐπιμένῃ νὰ ἄρῃ τὴν καταναγκαστικὴν κυκλοφορίαν, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καθίσταται εὔκολον εἰς ἡμᾶς νὰ ἐκτελέσωμεν τὴν ἀπόφασίν της ταύτην, πωλοῦντες τὰς 24 000 μετοχάς, τὰς ὁποίας ἔχομεν διαθεσίμους, καὶ προστιθέντες εἰς τὸ εἰσπραχθησόμενον ἀντίτιμον αὐτῶν τὸ ἐν τῇ Τραπέζῃ μένον ἀπόθεμα τῶν 6,000,000. Νομίζω, ὅτι ἡ ἐλευθερία, τὴν ὁποίαν οἱ κυβερνῶντες ἔχουν, δὲν ἐπεκτείνεται μέχρι τοιούτου ὁρίου, ὥστε νὰ καταστήσῃ ἀνέφικτον εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ λάβῃ οἱονδήποτε μέτρον θέλει, καὶ εἴχομεν καθῆκον ν’ ἀφήσωμεν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τὴν ἐλευθερίαν ταύτην. Ἀλλὰ παρέβητε τὸν νόμον, διότι διεθέσατε, ἐναντίον αὐτοῦ, 3,000,000 διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Σᾶς ὡμίλησα περὶ τῆς ἐμπειρικῆς αἰτίας, ἥτις ἔπρεπε νὰ ἐπιφέρῃ τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς εἰς ἔκτακτον σύνοδον, ὅπως ζητήσωμεν παρ’ αὐτῆς τὴν ἄδειαν νὰ διαθέσωμεν 7,000,000 διὰ τὰς ἀνάγκας τὰς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ· ἐπειδὴ ἐπῆλθε, δι’ οὓς λόγους γνωρίζετε, ἡ λῆξις τῆς συνόδου ἐκείνης, πρὶν ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ, ἔπρεπε τάχα ν’ ἀφήσωμεν τὰς ἀνάγκας αὐτὰς τοῦ Κράτους ἀθεραπεύτους; ἔπρεπε νὰ μὴ πληρώσωμεν τὸν στρατόν, νὰ μὴ διαθρέψωμεν τὰ πληρώματα τοῦ στόλου; ἔπρεπε νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν ἄλλην διοίκησιν καὶ ν’ ἀναλάβωμεν τὴν εὐθύνην διὰ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ ἐπέλθωσιν; Ἢ ν’ ἀναλάβωμεν τὴν εὐθύνην νὰ παραβῶμεν τὸν νόμον; Καὶ ὅμως, ὅταν ἦλθεν ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ θέσωμεν χεῖρα ἐπὶ τοῦ νόμου, ἠσχολήθημεν νὰ μετριάσωμεν ὅσον ἦτο δυνατὸν τὸ ποσόν, διὰ τὸ ὁποῖον ἐμέλλομεν νὰ ὑπερβῶμεν τοῦ νόμου τὰ δεσμά. Καὶ ἐνῷ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐπροτείναμεν εἰς τὴν ἔκτακτον σύνοδον τῆς Βουλῆς, ἐζητοῦμεν νὰ διαθέσωμεν 7,000,000, τρία μόνον ἐτολμήσαμεν νὰ ζητήσωμεν διὰ τοῦ ἐκδοθέντος Β. διατάγματος, ἵνα διαθέσωμεν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Καὶ διεθέσαμεν αὐτὰ εἰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἡ ἰδιοτροπία ἡμῶν κατεσκεύασεν; διεθέσαμεν αὐτὰ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καὶ ἐκύρωσεν ὁ ἡγεμών. Κύριοι, τῷ ὄντι κατεχράσθην τῆς ὑπομονῆς σας· ἤμην ἠναγκασμένος νὰ ἦμαι λεπτολόγος, νὰ ἀναφέρω ἀριθμούς, νὰ μνημονεύσω λεπτομερειῶν, πάντα δὲ ταῦτα ἀποτελοῦσι πληροφορίας ξηράς, αἱ ὁποῖαι φέρουσι τὸν κάματον εἰς τὸν ἀκροατὴν καὶ καταβάλλουσι τὴν διάνοιαν αὐτοῦ· ὤφειλον ὅμως νὰ τὸ κάμω, διότι ἤμην ὑπόλογος διὰ τὴν διαχείρισιν, τὴν ὁποίαν μοὶ εἶχεν ἀναθέσει τὸ Κράτος, καὶ ὤφειλον νὰ τὸ κάμω, ὄχι μόνον διὰ νὰ σώσω τὴν ὑπόληψιν τῶν συναδέλφων μου ὑπουργῶν, ἀλλὰ διὰ νὰ διαφωτίσω καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, διὰ νὰ μάθητε εἰς ποίαν κατάστασιν εἶναι τὸ Κράτος. Καὶ μολονότι τοιαῦτα εἶναι τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα σᾶς δίδω, δὲν μεταβάλλω παντάπασι τὸ φρόνημα, τὸ ὁποῖον χθὲς εἶχον περὶ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους· δὲν μεταβάλλω παντάπασι τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν πρέπει ν’ ἀκολουθήσω. Ἐπειδὴ ὅμως, ὡς ἐνθυμεῖσθε, χθὲς διέκοψα τὸν λόγον εἰς τὸ μέρος τοῦτο, μοὶ ὑπολείπεται δὲ νὰ συμπληρώσω αὐτὸν κατὰ τοῦτο, θέλω ἐπανέλθει εἰς τὰς μελέτας ταύτας καὶ εἰς τὸν συνδυασμὸν τῶν οἰκονομικῶν πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς.
§37ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 6 μ. μ.