1879.12.05
2,168 rows · 17,801 words · 80 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 28
τῆς 5 Δεκεμβρίου 1879.
(Τετάρτη.)
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀπαρτίας γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§2ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντὶ «ἐξ μέλη», νὰ τεθῇ «ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ πλειονοψηφίαν», διότι δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν συνῆλθεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐν ὁλομελείᾳ, ἢ ὅτι δὲν ἠθέλησαν νὰ προσέλθωσιν οἱ λοιποί.
§3ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται ἄλλη ἀντίῤῥησις;
§5ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐγκρίνονται. Ὁ κ. Ζάνος Ἀθηναῖος, ῥάπτης, ζητεῖ νὰ τῷ πληρωθῶσιν ἐκ τοῦ ταμείου τῆς Βουλῆς δραχμαὶ 480, ὀφειλόμεναι αὐτῷ ἐξ ἐργασίας του. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Νικολόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§7Β. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀπευθύνω ἐρωτήσεις τινὰς εἰς τοὺς κ. κ. Ὑπουργούς. Κατὰ τὴν ἄρτι γενομένην ἐκλογὴν Γορτυνίας πέραν τῶν τριῶν δεκάδων ὑπαλλήλων ἐπέδραμον πρὸ τῆς ἐκλογῆς καθ’ ὅλην τὴν ἐπαρχίαν πρὸς ψηφοθηρίαν· οὗτοι ἦσαν ὑπάλληλοι τῆς Κυβερνήσεως, διωρισμένοι εἰς ἄλλας ἐπαρχίας πρὸς ἐκπλήρωσιν καθηκόντων πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους. Οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι ἀναβαίνουν τοὺς 34 τὸν ἀριθμόν· ἐγκαταλιπόντες τὰς θέσεις των, μετέβησαν ἐκεῖ κατὰ τὴν ἐκλογήν, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας. Ἐρωτῶ λοιπὸν τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς, εἰς ὧν τὴν δικαιοδοσίαν δηλαδὴ ὑπάγονται οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι, ἐν γνώσει τοῦ ὑπουργείου ἐπέδραμον τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ; Ἔδωκαν ἄδειαν εἰς αὐτούς; Παρῃτήθησαν; Ἐὰν παρῃτήθησαν, πῶς ἀμέσως μετὰ τὴν ἐκλογὴν ἐνιδρύθησαν πάλιν εἰς τὰς θέσεις των; Καθ’ ὅσον μὲ βοηθεῖ ἡ μνήμη, εἰς καμμίαν ἄλλην ἐκλογὴν πλέον τῶν τριῶν δεκάδων ὑπαλλήλων δὲν συνέβη νὰ ἐπιδράμωσιν εἰς ἐπαρχίαν τινά· καὶ καθ’ ὅσον παρετήρησα ἀπὸ τὸ τεῦχος τῶν ἐκθέσεων τῶν τμημάτων, δὲν ἀπαντᾶται εὐτυχῶς τὸ τοιοῦτον φαινόμενον εἰς ἄλλην ἐπαρχίαν, νομίζω. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ ἀκούσω εἴτε τώρα, εἴτε ἄλλοτε, ὁπότε τὸ ἐγκρίνουν οἱ κ. κ. Ὑπουργοί, ἂν οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι ἐν ἀγνοίᾳ αὐτῶν ἐγκαταλιπόντες τὰς θέσεις των μετέβησαν εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἢ παρῃτήθησαν. Ἀλλὰ πῶς ἐπανῆλθον ἀμέσως εἰς τὰς θέσεις των; καὶ παρακαλῶ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς νὰ προσάξωσι τὰ περὶ τούτου σχετικὰ ἔγγραφα. Οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι εἶναι οἱ ἀκόλουθοι, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναγνώσω τὰ ὀνόματά των, καὶ τελειώνω, διότι δὲν ἐπιθυμῶ ποτὲ νὰ ἀπασχολῶ τὴν Βουλήν. Ἰδοὺ τὰ ὀνόματά των: Δῆμος Θεισόας. 1) Ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος Ὀλυμπίας Ἀθ. Ῥηγόπουλος. 2) Ἰω. Στεφανόπουλος, ὑπάλληλος τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων. 3) Χ. Νικητόπουλος, γραφεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐκπαιδεύσεως. 4) Ν. Χατζηγιαννούλης, δημοδιδάσκαλος. 5) Κωνστ. Τζανῆς, γραμματεὺς τοῦ ταμείου Μαντινείας. Δῆμος Τρικολλώνων. 6) Ἀργύρης Ἀλεξόπουλος, ἁλατοποθηκάριος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Θηβῶν. 7) Δ. Βελώνης, βοηθὸς ἁλατοποθηκαρίου. 8) Ἰω. Κλῆς, βοηθὸς Ἑλληνικοῦ σχολείου ἐν Ἀθήναις. Δῆμος Λαγγαδίων. 9) Πέτρος Πετρόπουλος, ἔφορος Ἄργους, χρησιμεύσας καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. 10) Χ. Καρπίδης, γραφεὺς τοῦ τελωνείου Πειραιῶς. 11) Ι. Ἀρμυιώτης, ἔφορος Ναυπακτίας. 12) Γ. Χρηστόπουλος, τελωνοσταθμάρχης εἰς τὰς νήσους. 13) Χαρ. Ἰωάννου Ἀλεξόπουλος, ἁλατοποθηκάριος ἐν Λαμίᾳ. 14) Ἀσημάκης Λ. Ἀσημακόπουλος, εἰσπράκτωρ. 15) Ἀθ. Κ. Κῖτσος, ὁμοίως. 16) Δημ. Πιτσούλης, Δημοδιδάσκαλος. 17) Γεώρ. Κατσογιάννης, ὁμοίως. 18) Κωνστ. Κατσογιάννης, ὁμοίως. 19) Ι. Παπαχρηστοδουλόπουλος, ὁμοίως. 20) Σωκράτης Παπᾶ Ἰωάννου, ὁμοίως. 21) Σπυρ. Σπυρογιαννόπουλος, ὁμοίως. 22) Ἀθαν. Γ. Κέντσος, ὁμοίως. 23) Σταῦρος Παπαχρηστόδουλος, βοηθὸς Ἑλλ. σχολείου. 24) Στυλιανὸς Παπαχρηστόδουλος, ὁμοίως. 25) Πέτρος Κυριακόπουλος, ὁμοίως. 26) Στυλιανὸς Κάζολης, ὁμοίως. 27) Ι. Στράγκας, δημοδιδάσκαλος. 28) Β. Παπᾶ Ἰωάννου Καγιᾶς, ὁμοίως. 29) Α. Δημητρακόπουλος ἢ Γύφτος. 30) Κωνστ. Φανὸς, βοηθὸς Ἑλλ. σχολείου. 31) Χ. Παπαποστόλου Κωνσταντόπουλος, Δημοδιδάσκαλος. Δῆμος Γορτυνίας. 32) Ἔπαρχος Μεγαλοπόλεως Καρδαρᾶς· εἰς μόνον τὸ χωρίον Κυπαρίσσια μετέβη πρὸς ψηφοθηρίαν, πρὸ τῆς ἐκλογῆς ὅμως....
§8ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Νικολόπουλε, δὲν εἶσθε ἁρμόδιος σεῖς νὰ ὁμιλῆτε περὶ τοιούτων πραγμάτων· πρέπει νὰ ἐντρέπεσθε (θόρυβος).
§9ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς νὰ ἐντρέπεσθε.
§10Α. ΡΟΥΚΗΣ. Εἶναι ἀνήθικον νὰ ὁμιλῆτε, κ. Νικολόπουλε, σεῖς (θόρυβος).
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι, ἡσυχάσατε· μὴ διακόπτετε.
§12ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Νικολόπουλος, διατί δὲν ἔκαμε τὰς ἐνστάσεις του εἰς τὸ τμῆμα;
§13ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται ἤδη περὶ κύρους ἐκλογῆς.
§14ΚΑΡΤΣΩΝΑΣ. Ἐσεῖς, κ. Νικολόπουλε, δὲν ἀφήσατε οὔτε ὑπάλληλον, οὔτε τίποτε, ἐκάματε τόσα κακουργήματα· πρέπει νὰ ἐντραπῇς.
§15ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σὺ νὰ ἐντραπῇς· σεῖς τὰ ἐπράξατε καθ’ ἡμῶν τὰ ἐγκλήματα (θόρυβος).
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριοι. Εἰδοποιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐπέλθῃ ἡσυχία, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ διακόψω τὴν συνεδρίασιν. Παρακαλῶ νὰ μὴ διακόπτετε κανένα, νὰ ἀφήσετε τὸν λόγον ἐλεύθερον.
§17ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν συνειθίζω, κύριοι, νὰ διακόπτω οὐδέποτε, καὶ πολὺ ὀλιγώτερον νὰ ὑβρίζω· τὰς ὕβρεις περιφρονῶ, καὶ σπανίως ἀναβαίνω τὸ βῆμα. Ἐγὼ τὴν ἐπερώτησιν τὴν ἀπευθύνω εἰς τοὺς κ. κ. Ὑπουργούς.
§18ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἤμην εἰσηγητὴς εἰς τὸ τμῆμα ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Γορτυνίας, καὶ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Νικολόπουλον.
§19ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τελειώσω, παρακαλῶ, πρῶτα. 33) Κ. Στασινόπουλος, ὑπάλληλος τοῦ Ἀστεροσκοπείου. 34) Κ. Στασινόπουλος, ταμίας Κυθήρων (θόρυβος). Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν θέλει νὰ νὰ ἀκούσῃ......
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθήσατε.
§21ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Στασινόπουλος εἶναι αὐτὸς ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν ἔφεσιν περὶ λαθρεμπορίου ἀπέῤῥιψα ἄλλοτε, καὶ εἶναι ὀφειλέτης εἰς τὸ Δημόσιον· ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται (θόρυβος). Ἔκαμα περὶ τοῦ τελευταίου, ὡς ὀφειλέτου τοῦ Δημοσίου, λόγον, ἰδοὺ διατί· εἰς τὸν συνδυασμόν μας εἴχαμεν τὸν κύριον Χηνιάδην, ὅστις πρότερον μὲν ἔμενεν ἀκαταδίωκτος, ἀλλ’ ἅμα συμπεριελήφθη τὴν 28 παρελθόντος Αὐγούστου εἰς τὸν συνδυασμὸν εἰς τὸν ὁποῖον εἶχον καὶ ἐγὼ μέρος, τότε καὶ μόνον ἡ ταμιακὴ ἀρχὴ ἐνθυμήθη τὸν κ. Χηνιάδην ὡς μόνον ὀφειλέτην, ὅτι δῆθεν ὤφειλε κατὰ τὸ 1859 ἢ 1860 (θόρυβος) εἰς τὸ Δημόσιον ἐξ ἐνοικιάσεως.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι.
§23Σ. ΝΟΤΑΡΑΣ. Πρόκειται περὶ ἐξελέγξεως ἐκλογῶν τώρα, κ. Πρόεδρε;
§24ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μὲ ὁδηγήσητε σεῖς. Βεβαίως δὲν πρόκειται περὶ ἐκλογῆς, ἀλλὰ διαγωγῆς ὑπαλλήλων. Τὸν κ. Χηνιάδην, μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐκλογῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, διότι ἔκαμε τὸ ἔγκλημα νὰ ἀποτελέσῃ μέρος συνδυασμοῦ ἀντιπολιτευομένου, τετράκις καὶ πεντάκις στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα ἀπεπειράθησαν νὰ τὸν συλλάβουν, ἀφοῦ πρὸ τῆς ἐκλογῆς δὲν ἠδυνήθησαν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθησαν, διότι ἐξῆλθε τῆς οἰκίας του, ἐνδυθεὶς γυναικεῖα φορέματα, καὶ ἠναγκάσθη νὰ καταφύγῃ εἰς δάσος τι κρυπτόμενος, καὶ ἔμενεν ἐκεῖ· ἅμα δὲ ἐπανῆλθεν, ἕνεκα τοῦ χειμῶνος, τὸν συνέλαβον, τὸν ἐπῆγαν εἰς τὴν Τρίπολιν, καὶ τί νομίζετε; τὸ Δικαστήριον ἀπεφάνθη, ὅτι δὲν ὀφείλει τίποτε, καὶ ἀπεφυλακίσθη. Καὶ ὅμως πόσα ὑπέφερε, διότι ἀνεφάνη ἀντιπολιτευόμενος!
§25ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ τυπικοὺς λόγους, ἠμπορεῖ νὰ τὸν ἀπέλυσε τὸ Δικαστήριον.
§26ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ἀπαντήσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς, καὶ τότε ἐπιφυλάσσομαι καὶ ἐγὼ, καὶ ἑπομένως παύω τὸν λόγον.
§27ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη οὐδεμιᾶς ἀπαντήσεως. (Θόρυβος καὶ διάλογοι ἐν τῇ Βουλῇ· ἀτακτήματα ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις. Ὁ Πρόεδρος διακόπτει τὴν συνεδρίασιν ἐπὶ 5 λεπτά. (Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.)
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, κύριοι βουλευταί. Δὲν ἀμφιβάλλω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὡς ἐμὲ, οὕτω καὶ πάντας ὑμᾶς ἐλύπησε τὸ πρὸ ὀλίγου δυσάρεστον ἐπεισόδιον. Παρακαλῶ πάντας ν’ ἀποφεύγωμεν ἐν τῷ μέλλοντι πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ προκαλέσῃ τὴν ἐπανάληψιν τοιούτων ἀταξιῶν. Δὲν ἔπρεπε σήμερον, ὅτε ἀρχόμεθα τῶν ἐμβριθῶν ἔργων μας, νὰ ἐπιληφθῶμεν αὐτῶν ὑπὸ τοιούτους οἰωνούς. Ἂς παραδώσωμεν εἰς λήθην τὸ γεγονός, καὶ ἂς ἐξακολουθήσωμεν τὰ ἔργα μας μετὰ τῆς σοβαρότητος, ἥτις ἐμπρέπει εἰς τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα τοῦ Ἔθνους.
§29ΚΑΡΑΛΗΣ. Πρὸ πάσης ἄλλης συζητήσεως, νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ἐὰν αἱ ἐπαρχίαι Σύρου, Εὐρυτανίας καὶ Μήλου δικαιοῦνται νὰ πέμψωσι καὶ ἕτερον Βουλευτὴν, ὡς ἀπεφασίσθη πρότερον, κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν Σῦρον, δὲν ὑπάρχει δυσκολία· ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ μᾶς εἴπῃ ἀκριβῶς τὸν πληθυσμὸν, τὸν ὁποῖον ἡ ἐπαρχία ἔχει, καὶ ἑπομένως ἡ Βουλὴ θὰ κρίνῃ, ἐὰν δικαιοῦται νὰ δώσῃ καὶ ἕτερον Βουλευτήν.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν πρότασίν σας πρέπει νὰ καταθέσητε ἐγγράφως, ὅπως τυπωθῇ καὶ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς, δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐπιτρέψω τοιαύτην συζήτησιν.
§31ΚΑΡΑΛΗΣ. Φέρω ἐγὼ αὐτὴν τὴν πρότασιν.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνετε τὴν μεταβολὴν τῆς ἡμερησίας διατάξεως· ἵνα θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασίν σας, πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ ἀπὸ δεκαπέντε. Ὑποστηρίζεται; (Ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 15.) Παραδέχεται ἡ Βουλὴ νὰ μεταβληθῇ ἡ ἡμερησία διάταξις, ὅπως προηγηθῇ ἡ συζήτησις περὶ τῶν προσθέτων Βουλευτῶν τῶν ἐπαρχιῶν Σύρου, Εὐρυτανίας καὶ Μήλου;
§33ΠΟΛΛΟΙ. Μετὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Βασιλικοῦ λόγου.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν μεταβολὴν ταύτην τῆς ἡμερησίας διατάξεως νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη.
§35ΒΟΥΛΠΙΩΤΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἵνα συζητήσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ μετὰ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον.
§36ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἀντίῤῥησις εἰς τοῦτο. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς εἶναι περιττὸν νὰ ἐρωτήσω, διότι κανεὶς βέβαια δὲν ἔχει ἀντίῤῥησιν.
§38ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κ. πρόεδρε, νὰ εἴπω δύο λέξεις ὡς πρὸς τὴν κατάρτισιν τοῦ σχεδίου. Ἐζήτησα, κύριοι, κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν, ἀντὶ τοῦ «ἓξ μέλη», νὰ τεθῇ «ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς», διότι τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως συνετάχθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς κατὰ πλειονοψηφίαν αὐτῆς. Εἰς τὴν Αʹ συνεδρίασιν τῆς ἐπιτροπῆς εἶχον ἐκλεχθῆ ὁ πρόεδρος καὶ ὁ εἰσηγητής· εἰς τὴν συνεδρίασιν αὐτὴν δὲν ἔλαβον ἐγὼ μέρος, ἐξελέχθην δὲ εἰσηγητής. Καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεφάσισε μετὰ τοῦτο νὰ συνέλθῃ, πρὸς ἀνάγνωσιν τοῦ σχεδίου, τὴν Δευτέραν. Μοὶ ἀνεκοινώθη ἡ ἐκλογή μου ὡς εἰσηγητοῦ, συνετάχθη τὸ σχέδιον, καὶ τὴν Δευτέραν συνῆλθεν ἡ ἐπιτροπή. Ἀνέγνων ἐνώπιον αὐτῆς τὸ συνταχθὲν σχέδιον καὶ ἔκαμα ἀνάπτυξιν μιᾶς ἑκάστης παραγράφου, καὶ ἐπὶ μιᾶς ἑκάστης ἐγένετο μικρά τις συζήτησις, συνεπεία παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ὁ κ. Δημητριάδης προέτεινεν. Ἀλλ’ ὁ κ. Σιμόπουλος ἐζήτησε νὰ λάβῃ τὸ σχέδιον τὸ συνταχθὲν, ἵνα τὸ μελετήσῃ, καὶ προέτεινεν, ἵνα τὴν ἐπιοῦσαν συνέλθῃ ἡ ἐπιτροπὴ πρὸς ὁριστικὴν κατάρτισιν αὐτοῦ. Μολονότι ἠδύνατο βεβαίως καὶ ἦτο εὐπρεπέστερον, ἀφ’ οὗ ἤδη εἶχε μελετήσει τὸν Β. Λόγον, νὰ κάμῃ τὰς παρατηρήσεις του εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἐν ὁλομελείᾳ συνεδριάζουσαν, ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, συναινοῦντος καὶ τοῦ ἐν τῇ μειονοψηφίᾳ κ. Δημητριάδου, δὲν ἐδίστασε νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν, καὶ ἔδωκε τὸ σχέδιον εἰς τὸν κ. Σιμόπουλον. Τὴν ἐπιοῦσαν συνῆλθεν ἐκ νέου ἡ ἐπιτροπή· ὁ κ. Σιμόπουλος παρεκλήθη νὰ εἴπῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν κατὰ τί διαφωνεῖ πρὸς τὸ σχέδιον· εἶπεν, ὅτι κατ’ οὐδὲν διαφωνεῖ ὡς πρὸς τὰ ἐν αὐτῷ περιλαμβανόμενα καὶ ὅτι θὰ παρεδέχετο καθ’ ὁλοκληρίαν αὐτὸ, ὅπως συνετάχθη, καὶ προθύμως θὰ ὑπέγραφεν, ἐὰν προσετίθετο παράγραφος, δηλοῦσα μομφὴν κατὰ τῆς, κατ’ αὐτὸν, βιαίας καὶ ἀποτόμου χρήσεως τοῦ Βασιλικοῦ δικαιώματος τῆς λήξεως τῆς τελευταίας Συνόδου τῆς Βουλῆς. Κατὰ τῆς ἀξιώσεως αὐτῆς οὐ μόνον ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς εὐλόγως ἀντετάχθη, ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Δημητριάδης ἐξέφρασε σπουδαίας καὶ ἐμβριθεῖς ἀντιῤῥήσεις. Ἑπομένως, ἐπειδὴ ὁ κ. Δημητριάδης ἐδήλωσεν, ὅτι, καίπερ μὴ συμμεριζόμενος τὴν γνώμην τοῦ κ. Σιμοπούλου, δὲν ὑπογράφει καὶ αὐτὸς τὸ σχέδιον, ὑπεγράφη τοῦτο ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Συνάγεται ἐκ τούτου, ὅτι ὡς πρὸς τὴν σύνταξιν τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντίῤῥησις ἐκ μέρους τοῦ κ. Σιμοπούλου, καὶ πιθανὸν τῆς μερίδος, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύει. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι μόνος ὁ κ. Δημητριάδης ἔκαμεν ἐπ’ αὐτοῦ παρατηρήσεις τινάς. Αὐτὰς τὰς ἐξηγήσεις ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ δώσω, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι ἓξ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς εἰργάσθημεν ἄνευ τῶν συναδέλφων ἡμῶν, ἢ ὅτι οὗτοι δὲν ἠθέλησαν νὰ συμπράξουν μεθ’ ἡμῶν, καὶ προσέτι, ἵνα σᾶς ἀνακοινώσω τὴν εὐχάριστον πληροφορίαν, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ὡς πρὸς τὸ συνταχθὲν καὶ συζητούμενον σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως οὐδεμία ἄλλη ἀντίῤῥησις, παρὰ παρατηρήσεις τινὲς, ὑποβληθεῖσαι ἐκ μέρους τοῦ κ. Δημητριάδου.
§39ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἔντιμος προλαλήσας θὰ μὲ συγχωρήσῃ νὰ ἐπανορθώσω τὴν ἀποπλανηθεῖσαν μνήμην του, παρατηρῶν αὐτῷ καὶ πληροφορῶν συνάμα τὴν Βουλὴν, ὅτι οὐδὲν ἐξ ὅσων εἶπεν, ὡς ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντων ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, εἶναι ἀκριβές. Ἐγὼ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ οὐδέποτε εἶπον, ὅτι διατελῶ σύμφωνος πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς ἢ ὅτι ἐγκρίνω τὸ σχέδιον αὐτῆς· εἶπον μόνον, ὅτι νομίζω ἐπάναγκες νὰ συζητηθῇ λεπτομερῶς τὸ παρασκευασθὲν ὑπὸ τοῦ εἰσηγητοῦ σχέδιον ἐν τῇ ὁλομελείᾳ τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ὅτι, ἂν ἦναι ἀνάγκη νὰ ἀρχίσωμεν ἀμέσως τὴν συζήτησιν, ἐκ προοιμίων θὰ ὑποβάλω μίαν παρατήρησιν, ὅτι ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἀπαντήσεως πρέπει ἀναγκαίως νὰ περιληφθῇ ἐδάφιον, ἀφορῶν εἰς τὴν ἀπότομον καὶ ἀδικαιολόγητον λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς τελευταίας ἐκτάκτου Συνόδου τῆς Βουλῆς, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς κυβερνητικῆς εὐθύνης. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ τῆς παρατηρήσεώς μου ταύτης ἐξανέστησαν οἱ παρόντες ἐκ τῶν τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, οὐδεμία ἐγένετο περαιτέρω συζήτησις. Προεκλήθην ὑπ’ αὐτῶν νὰ ὑπογράφω, ἀλλ’ ἐγὼ ἠρνήθην, παρατηρήσας πρῶτον μὲν, ὅτι δὲν ἦτον ἡ ἐπιτροπὴ ἐν ἀπαρτίᾳ, καὶ δεύτερον, ὅτι πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν ἀπὸ τῆς ὁποίας ὑπέβαλον προτάσεως, ἥτις ἦν οὐσιώδης ὡς πρὸς τὸ ἐπικρατῆσαν πνεῦμα ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως. Οὕτως ἀπεχωρίσθημεν, χωρὶς οὐδεμίαν νὰ ἐξενέγκω ἐπιδοκιμασίαν ἢ ἔγκρισιν ἐπὶ τοῦ παρασκευασθέντος καὶ ἤδη ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν σχεδίου.
§40ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἀνακριβείας, τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ, παρακαλῶ τὸν κ. Δημητριάδην, ὅστις δὲν εἶναι ἀπὸ τὰ ἓξ μέλη, νὰ εἴπῃ, ἐὰν ὅσα εἶπα ἦναι ἀληθῆ.
§41ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὴν δευτέραν ἡμέραν συνῆλθον τὰ περισσότερα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς νὰ διαμείψουν ἰδέας τινάς. Τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἔφερεν ὁ κ. Ζηνόπουλος τὸ σχέδιον αὐτὸ ἀντιγεγραμμένον, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἦτο παρὼν ὁ κ. Σιμόπουλος, ἀντηλλάξαμεν ἰδέας τινάς. Ἀκολούθως ἔφθασεν ὁ κ. Σιμόπουλος, ὅστις ἐζήτησε νὰ ἴδῃ τὸ σχέδιον αὐτό· τὸ παρέδωκεν εἰς αὐτὸν καὶ ἐζήτησε νὰ γείνῃ ἔναρξις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ σχεδίου αὐτοῦ, προτασσομένης τῆς ἰδέας «ὅτι ἀποτόμως ἐκηρύχθη ἡ λῆξις τῆς Συνόδου, διὰ τῆς ἐνασκήσεως τῆς Βασιλικῆς προνομίας». Διὰ τὰ ἄλλα δὲν ἔκαμε συζήτησιν. Ἐγὼ ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἔχω τὴν γνώμην, ἥτις ἠμπορεῖ νὰ ἦναι ἐσφαλμένη, ὅτι ἡ ἐνάσκησις τῆς Βασιλικῆς προνομίας δὲν ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν δύναται νὰ γείνῃ ἀντικείμενον τῆς ἀπαντήσεως· ἡ διαχείρισις τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ δὲν εἶναι ἀπόλυτος, ἀλλ’ ὁ ἔλεγχος κεῖται εἰς τὰς ἐλευθέρας ἐκλογὰς, καὶ ὅτι ἡ παράγραφος, ἡ ὑπάρχουσα ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ, ἐμπεριέχει καὶ περὶ τούτου γνώμην· παρετήρησα, ὅτι δύναται νὰ τὴν ὑποβάλῃ τοιουτοτρόπως, διὰ νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐδόθη· ἐμείναμεν λοιπὸν καὶ οἱ δύω σύμφωνοι, ὅτι διαφωνοῦμεν.
§42ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Ἀπορῶ, κ. πρόεδρε, πῶς ἀπὸ τὸ δωμάτιον τῆς συνδιασκέψεως μέχρι τῆς αἰθούσης ταύτης μεταβάλλονται τὰ πράγματα.
§43ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἀκούομεν ἀπὸ τὸ βῆμα.
§44ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ (ἀπὸ τοῦ βήματος). Τὴν πρώτην ἡμέραν, ὅτε ἀπεφασίσθη νὰ γείνῃ ὁ πρόεδρος, ἤλθομεν εἰς μίαν προκαταρκτικὴν συζήτησιν· ὡρίσθη ἡ ἐπιοῦσα, διὰ νὰ παρουσιασθῇ τὸ σχέδιον. Πράγματι ὁ εἰσηγητὴς ἔφερε τὸ σχέδιον, καὶ ὁ κ. Δημητριάδης ἔλαβεν αὐτὸ, παρόντος καὶ τοῦ κ. Σιμοπούλου, τὸ ἀνέγνωσε καὶ ἔκαμε τὰς παρατηρήσεις του, ἐν τῷ μέσῳ δὲ τῶν παρατηρήσεών του αὐτῶν, ὁ κ. Σιμόπουλος τῷ λέγει, τί τ’ ἀναγινώσκετε αὐτά; Δὲν τῷ ἐδώκαμεν καμμίαν ἀπάντησιν, ἀλλὰ τοῦ εἴπομεν: πρέπει νὰ μᾶς δώσητε ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ σχεδίου· πρέπει νὰ μᾶς δώσητε, μᾶς λέγει, τὸ σχέδιον, καὶ ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ἀντίγραφον, ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα ὅλοι ἐν γνώσει, διότι πρέπει νὰ γείνῃ μία τελευταία συνεδρίασις τῆς Ἐπιτροπῆς, διὰ νὰ συζητηθῇ τὸ σχέδιον. Καὶ οὕτως ἐγένετο τὸ πρᾶγμα. Τὴν ἐπιοῦσαν συνήλθομεν, καί, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ὁ κ. Σιμόπουλος εἶπεν, ὅτι ἠμπορούσαμεν νὰ συναινέσωμεν ὅπως ἔχει τὸ σχέδιον, ἐὰν προσθέσητε μίαν τελευταίαν παράγραφον, ἥτις νὰ ἦναι διὰ τὴν βιαίαν διακοπὴν τῆς λήξεως τῆς παρελθούσης Συνόδου. Ἡμεῖς ἀμέσως εἴπομεν, ὅτι αὐτὸ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ δεχθῶμεν, καὶ κατὰ συνέπειαν πᾶσα συζήτησις παύει. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια.
§45ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά, ἀρκετά. Νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, κ. πρόεδρε.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σχέδιον λοιπὸν τῆς ἀπαντήσεως θέλει ἀναγνωσθῇ παράγραφος πρὸς παράγραφον, καὶ θέλει ζητηθῆ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς ἐπὶ μιᾶς ἑκάστης παραγράφου. (Ἀναγινώσκεται ἡ ά. παράγραφος.) «Μεγαλειότατε! Μετ’ εὐχαριστήσεως εἴδομεν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους τὸν Βασιλέα ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν. Ἀληθῶς ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἐλευθέρως καὶ ἀνεπηρεάστως ἐκλέξας τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ, οὐ μόνον δ’ ἀλλ’ ἐν τάξει καὶ νομιμότητι ἐνασκήσας τὸ ὕψιστον τοῦτο δικαίωμά του, ἐκραταίωσεν, ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Πατρίδος, τὰς ὁσημέραι γενικευομένας πεποιθήσεις περὶ τοῦ ἐκπολιτιστικοῦ προορισμοῦ αὐτοῦ.» Ζητεῖ τις τὸν λόγον;
§47ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, εἶπον, καὶ τὸ ἐπανέλαβον καὶ χθὲς καὶ σήμερον, ὅτι ἐκλείσαμεν βιαίως καὶ ἀντικοινοβουλευτικῶς τὴν Βουλήν, καὶ τοιουτοτρόπως ἐφιμώσαμεν τὰ στόματα τῶν ἀντιπάλων ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἤθελον μᾶς ἀποδείξει εἰς πολλὰ πλημμελήσαντας, καὶ ἤθελον τοιουτοτρόπως ἐπισύρει τὴν καθ’ ἡμῶν γνώμην τοῦ Ἔθνους· ὅτι παρηνομήσαμεν, ὅτι ἐποιήσαμεν κακὴν χρῆσιν τῶν προνομίων. Εἶπον μετὰ ταῦτα, ὅτι ἐπενέβημεν εἰς τὰς ἐκλογάς, ὅτι παρηνομήσαμεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ δανείου, ὅτι κατεσπαταλήσαμεν τὸ δάνειον, καὶ τὸ κατεχράσθημεν ἴσως. Εἶπον ἐπὶ τέλους ὅτι ἐπράξαμεν παρανομίας, ὅτι ὀλιγωρήσαμεν ἐπὶ τοσοῦτον τὴν διεξαγωγὴν τῶν ζητημάτων τῆς Πατρίδος, ὥστε μέχρι προδοσίας σχεδὸν ἐβλάψαμεν αὐτά.
§48Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§49ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὰ εἶναι ἀλήθεια ἢ συκοφαντία, κύριοι; Εἶναι σπουδαῖα ταῦτα, ἢ παιγνίδια; Ἰδοὺ τί ἐπιθυμοῦμεν νὰ συζητήσωμεν ἐνώπιον ὑμῶν, ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους, τὸ ὁποῖον ἀπέστειλεν ὑμᾶς ἁγνοὺς ἔτι καὶ ζωηρὰς φέροντας τὰς ἀναμνήσεις τῆς γνώμης αὐτοῦ. Θέλομεν ἐνώπιον ὑμῶν νὰ συζητήσωμεν, ἂν τῷ ὄντι αὐτὰ εἰσὶν ἀληθῆ ἢ ὄχι, ἂν ἦναι σπουδαῖα ἢ παίγνια, ἂν ἦναι πράγματα ἢ συκοφαντίαι, καὶ νὰ εἴπῃ τὸ Ἔθνος ἂν τῷ ὄντι ἐσχημάτισε πεποίθησιν κακήν, καὶ ἂν ἦναι πεπεισμένον, ὅτι κακῶς ἐξετελέσαμεν τὸ καθῆκόν μας, ν’ ἀποχωρήσωμεν· εἶναι ἀνάγκη νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Πατρίδος, διότι οὔτε στιγμὴν δὲν πρέπει νὰ κάθηται εἰς τὰ ἑδώλια ἐκεῖνα Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν φέρει τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἔθνους. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ συζητηθῇ κατ’ ἔκτασιν τὸ ζήτημα τοῦτο· βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποχρεώσωμεν οὐδένα ἐξ ὑμῶν, ὥστε νὰ λάβῃ τὸν λόγον, ἀλλ’ ἡμεῖς ἐν τῇ σιωπῇ σας θέτομεν τὸ ζήτημα τῆς ἀπαντήσεως ὡς ζήτημα πολιτικὸν, ζήτημα ἐμπιστοσύνης, καὶ προκαλοῦντες τὴν συζήτησιν, δεχόμεθα καὶ τὴν συνέπειαν τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Εἰς περίστασιν δὲ, καθ’ ἣν οἱ κύριοι Βουλευταὶ οἱ ἀπευθύνοντες τοιαύτας μομφὰς καθ’ ἡμῶν δὲν ἤθελον λάβει καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ζητήματος τούτου, ἡμεῖς ἐννοοῦμεν, κύριοι, τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν λόγον ὡς ζήτημα πολιτικόν, καὶ τὸ θέτομεν ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἀποφασισμένοι ὄντες εἰς πᾶσαν περίστασιν, καθ’ ἣν ἡ παραμικρὰ ἤθελεν ἐπέλθει μεταβολή, ν’ ἀποσυρθῶμεν· τοὐναντίον θεωροῦμεν τὴν σιωπὴν καὶ τὴν ἐν σιωπῇ παραδοχὴν αὐτῆς ὡς ἔκφρασιν ὑπὲρ ἡμῶν.
§50ΑΡΙΣΤ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Κύριοι Βουλευταί, νομίζω, ὅτι πρῶτον πρέπει νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην μου εἰς τὴν Ἐπαρχίαν τῶν Καλαβρύτων, ὅτι μὲ ἠξίωσε τῆς τιμῆς νὰ ὁμιλήσω ἐνώπιον τῶν ἐκλεκτῶν τοῦ λαοῦ. Εἰσέρχομαι εἰς τὸ Βουλευτήριον τῆς Ἑλλάδος χωρὶς πάθος, χωρὶς προκατάληψιν, εἰσέρχομαι καθαρός, καὶ μὲ τὴν ἀπόφασιν νὰ ὁμιλήσω τὴν γλῶσσαν τῆς ἀληθείας εἰς ὅλους τοὺς ἀνεξαρτήτους ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους βλέπω παρακαθημένους καὶ ἐκ τῶν δύω πλευρῶν ἐδῶ. Ἐννοῶ, ὅτι τὸ βῆμα τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἦναι, παρὰ βῆμα τῆς ἀληθείας καὶ οὐχὶ τοῦ ψεύδους· ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἀπὸ τῶν ἑδωλίων ἐκείνων (δεικνύει τὴν ἀριστεράν, δεικνύει τὴν δεξιὰν) πρέπει νὰ ἐξέρχηται ὁ ἀνδρικὸς λόγος εἴτε εἰς νίκην, εἴτε εἰς ἧτταν· ἀλλοίμονον εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τὸ θάῤῥος νὰ ἡττῶνται, διότι ποτὲ δὲν θὰ νικήσουν ἀληθῶς. Ὥστε κατὰ τοῦτο ἐπιδοκιμάζω πληρέστατα τὴν γνώμην τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ῥίπτει τὸ χειρόκτιον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὸ θάῤῥος νὰ τὸ λαμβάνουν. Καὶ θεωρῶ, κύριοι, σύμπτωμα βαρὺ εἰς τὴν περίοδον τὴν ὁποίαν διατρέχομεν, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἐξέρχεται μὲ τὸ θάῤῥος, τὸ ὁποῖον, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ περιαυτολογήσω, τὸ εὑρίσκω αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐντὸς τῆς ψυχῆς μου. Τῳόντι, ἡμεῖς οἱ περιλειπόμενοι, οἱ ἄνθρωποι οἱ κοινοὶ, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἀντλοῦμεν τὰς ἰδέας ἐκ τῆς καλύβης τοῦ χωρικοῦ, ἐκ τῶν σπλάγχνων τοῦ λαοῦ, ἔχομεν ἀρκετὴν συνείδησιν τῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ὁ λαὸς ἐγχαράττει εἰς τὰ στήθη ἐκείνων, τοὺς ὁποίους πράγματι ἐμπνέει. Καὶ ἂν δὲν ὑπάρχῃ μεγαλειτέρα φωνή, ἀρκεῖ ἡ φωνὴ τῆς μικρᾶς ἐκείνης φλογὸς, ἡ ὁποία ὑποβόσκει ἐν τῷ μέσῳ τοῦ δάσους. Τῳόντι, Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, θέλομεν εἰσέλθει εἰς τὴν πολιτείαν σας καὶ θέλομεν ἐξετάσει σήμερον, χωρὶς νὰ ἔχωμεν σκοπὸν οὐδὲ νὰ σᾶς προσβάλωμεν, οὐδὲ νὰ σᾶς ἀδικήσωμεν· ἔλεγχος μόνον ἐξέρχεται ἐκ τοῦ βήματος τούτου, καὶ τὸ λέγω ἄνευ πάθους, ἄνευ προκαταλήψεως. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὰς περιπετείας, αἵτινες διέσπασαν τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Βασιλικοῦ λόγου· τῳόντι δύναταί τις νὰ συμφωνῇ καὶ διαφωνῶν. Ὑπολαμβάνω τὴν ἀπάντησιν ὅπως εἶναι γεγραμμένη ἐν τῷ σχεδίῳ, τὸ ὁποῖον κρατῶ ἀνὰ χεῖρας, ὅτι εἶναι ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς· ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ, περὶ τῆς ὁποίας ἡ συζήτησις ταύτην τὴν στιγμήν, ἀνευρίσκω τρία θέματα, τὰ ὁποῖα ὀρθὸν εἶναι νὰ ἐξετάσωμεν ἰδιαιτέρως. Τὸ πρῶτον θέμα δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὑπὸ μίαν γενικὴν ἔννοιαν εἶναι τρόπον τινὰ ἔγκρισις τῶν ἐκλογῶν, ἔγκρισις τῶν τελεσθέντων κατὰ τὰς ἐκλογάς· τὸ δεύτερον εἶναι διατύπωσις πεποιθήσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσι περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ τὸ τρίτον εἶναι ὁ ἐκπολιτιστικὸς προορισμὸς αὐτοῦ τοῦ λαοῦ, ὡς σημεῖον τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐκλογῶν, ὅπως αὗται ἐπετελέσθησαν. Διαδοχικῶς θέλω πραγματευθῆ καὶ ἐπὶ τῶν τριῶν, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν ἐπιείκειαν τὴν ὑμετέραν. Ὁ Βασιλικὸς λόγος εἶναι ἔργον βεβαίως τῆς Κυβερνήσεως· τούτῳ τῷ λόγῳ καθίσταται ἀντικείμενον ἐλέγχου. Ἀλλ’ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι εἶναι λόγος ἢ ἰδέα ἔξω τῆς Κυβερνήσεως, ἔχομεν ἀνάγκην, κύριοι, καὶ δικαίωμα νὰ κρατήσωμεν τὴν προσοχήν μας εἰς αὐτὸ τὸ μικρὸν σύμπτωμα, διότι ἐκ τῶν μικρῶν συμπτωμάτων κατασκευάζεται ὁ μέγας χείμαῤῥος, ὁ ὁποῖος παρασύρει τοὺς θεσμοὺς καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῶν Ἐθνῶν. Δὲν γνωρίζω ἐν τῇ Ἑλληνικῇ πολιτείᾳ οὐδένα, ἐκτὸς τοῦ Ἔθνους, δυνάμενον νὰ ἐγκρίνῃ τὰς βουλευτικὰς ἐκλογάς· τὸ Σύνταγμα ἀφίνει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐξελέγχῃ τὰς ἐκλογάς· ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἄλλον κριτὴν, ἐκτὸς τοῦ Ἔθνους. Ὅταν λοιπὸν ἔρχεται ὁ Βασιλικὸς λόγος, καὶ ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, διὰ νὰ παραδεχθῇ μίαν ἔγκρισιν, ἐκτὸς τοῦ Ἔθνους, ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, διαμαρτύρομαι. Δὲν γνωρίζω, εἶπον, δύναμίν τινα ἐν τῇ Ἑλληνικῇ πολιτείᾳ, ἡ ὁποία νὰ εἴπῃ πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ, «ἐγκρίνω τὰς ἐκλογὰς, ἀναγνωρίζω τὴν νομιμότητα αὐτῶν, ἀναγνωρίζω τὴν ἐλευθερίαν, ἡ ὁποία κατ’ αὐτὰς ἐπεκράτησε». Δὲν ἀναγνωρίζω οὐδεμίαν ἐξουσίαν ἐν τῇ Ἑλληνικῇ πολιτείᾳ, δυναμένην νὰ βεβαιώσῃ τοῦτο ἐνώπιον τοῦ λαοῦ καὶ τῶν ἐκλεκτῶν αὐτοῦ. Ἐὰν πρόκηται περὶ Βασιλικῆς φιλοφρονήσεως, τὴν ἀνέχομαι· ἀλλ’ ἂν πρόκηται περὶ ἐλέγχου, ἐπαναλαμβάνω, τὴν ἀποδοκιμάζω· τὴν ἀποδοκιμάζω δὲ τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ προέρχεται ἐξ ὑπουργῶν ὑπευθύνων. Ὑπολαμβάνω, ὅτι Κυβέρνησις δὲν εἶναι παρὰ ἐπιτροπὴ, τὴν ὁποίαν ἡ ἐμπιστοσύνη ἡμῶν κατασκευάζει, καὶ ἑπομένως ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ τὸ ὕφος ἐπιτηρητοῦ, τὸ ὕφος ἐλεγκτοῦ, τὸ ὕφος ἐπιδοκιμαστοῦ. Πρὸς αὐτὴν λοιπὸν τὴν περικοπὴν τῆς παραγράφου νομίζω συντελεστικώτερον νὰ κρατήσῃ τὸ Κοινοβούλιον ἐνδεικτικὴν σιωπήν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον θέμα, τὰς πεποιθήσεις ἤτοι, τὰς ὁποίας ὁ τρόπος τῶν ἐκλογῶν, ὅπως διεξήχθησαν αὗται, ἐκραταίωσε κατὰ τὴν ἀπάντησιν, ἢ ἐδικαίωσε κατὰ τὸν Βασιλικὸν λόγον, ὅταν ἤκουσα, κύριοι, τὸν Βασιλικὸν λόγον, ὅταν εἶδον τὴν ἀπάντησιν εἰς αὐτὸν, ἠθέλησα νὰ μάθω ποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἔχει τὰς πεποιθήσεις περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· ὑπάρχει ἆρά γε ἀριστοκρατική τις τάξις, ἡ ὁποία νὰ ἔχῃ πεποιθήσεις περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Εἶναί τις Αὐτοκράτωρ, ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ πεποιθήσεις περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Μήπως εἶναι ἡ Ἱστορία, μήπως ἡ πεπολιτισμένη Εὐρώπη; Ἔπρεπε νὰ ἦτο σαφέστερον. Ἀλλὰ, κύριοι, ἡ παράγραφος αὕτη περιέχει καὶ μίαν ἄλλην ἔννοιαν· ὅτι ἐκ τῶν ἐκλογῶν, ὅπως διεξήχθησαν αὗται, ὑποστηρίζεται ὁ ἐκπολιτιστικὸς προορισμὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Ἐλπίζω, κύριοι, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε μικρὰν παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Πολλὰς ἐκλογὰς μέχρι τοῦδε εἴδομεν, πολλάκις παρέστημεν εἰς πολλὰ ἐκλογικὰ θεάματα, καὶ εἴδομεν τὰς κρίσεις πολλῶν ἐκλογικῶν περιπετειῶν καὶ ὑπουργικῶν ἀναβάσεων· οὐδαμοῦ εἴδομεν ἴχνος ἐκπολιτιστικῆς τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος ἀρετῆς. Ἡ μὲν ἐλευθερία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν ἐστηρίχθη, καὶ θέλει πάντοτε στηρίζεσθαι, ἡ ἐκπολιτιστικὴ ὅμως δύναμις τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους εἶναι φυλετικὸν γνώρισμα, εἶναι ἐντὸς τοῦ αἵματος τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς, δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς, ὅπως ἡ περίοδος αὕτη τῆς ἀπαντήσεως ἐννοεῖ νὰ διατυπώσῃ. Ὅταν ἡμεῖς ἐδῶ, πρὸ ὀλίγου ἐνθυμεῖσθε, δὲν εἶναι ἡμίσεια ὥρα, ὅταν ἐδῶ συνεκρουόμεθα, τί θέλετε περὶ ἐκπολιτιστικῆς ἀρετῆς τῶν ἐκλογῶν; Ὑπάρχει πλῆθος ἐργατῶν, οἱ ὁποῖοι, διεσπαρμένοι εἰς τὰ πέρατα τῆς Ἀνατολῆς, ἐκπολιτίζουσι τὴν χώραν ταύτην· ἐκεῖνος ὁ μικρὸς λόγιος, ὁ μικρὸς ἔμπορος, ὁ βιομήχανος, αὐτὸς ὁ ὑπηρέτης ἀκόμη τῆς Τήνου ἢ τῆς Ἄνδρου, αὐτὸς εἰσάγει τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ τὰ στοιχεῖα ἐν ταῖς οἰκογενείαις τῆς Ἀνατολῆς, ταῖς ὀπισθοδρομικαῖς. Ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐκλογῶν δὲν ἀπετελέσθη ἀκόμη δυστυχῶς ἐκεῖνος ὁ φάρος, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ φωτίσῃ τὴν Ἀνατολὴν, δὲν ἀπετελέσθη, λέγω, ἡ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν πανταχόθεν ἐπιζητεῖ ὁ Ἑλληνισμός. Κυβερνήσεις μικραί, μὴ δυνηθεῖσαι ν’ ἀναβῶσι ποτὲ εἰς τὸ ὕψος τοῦ μεγάλου Ἑλληνισμοῦ, ἰδοὺ αἱ Κυβερνήσεις, αἵτινες παρήχθησαν μέχρι τοῦδε ἐκ τῶν ἐκλογικῶν μαχῶν. Ὅταν ἔλθῃ τοιαύτη Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν αἱ τελευταῖαι ἐκλογαὶ ἢ αἱ κατόπιν ἐρχόμεναι, κατασκευάσωσι, τότε ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ ἡ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία κατεσκεύασε τὴν ἀπάντησιν τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἐκπολιτιστικὴ ἀποστολὴ ἔχει ἐκλογικὴν σημασίαν. Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν τὴν ἀλήθειαν πρὸς ἑαυτοὺς, πρέπει νὰ κύψωμεν τὴν κεφαλὴν βεβαρυμένην, καὶ ἂν ἦναι δυνατὸν, εὐπρεπῶς νὰ τὴν καλύψωμεν μὲ σποδὸν, διότι ἐκ τῆς ἐκλογικῆς ἐλευθερίας δὲν ἐξῆλθεν ἀκόμη ἡ μεγάλη τῆς ὅλης Πατρίδος ἐλευθερία. Ἀλλ’ αὐτὰ, κύριοι, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι τύποι, τοὺς ὁποίους δυνατὸν νὰ γράψῃ, νὰ παραλείψῃ, εἰς τοὺς ὁποίους δυνατὸν νὰ προσθέσῃ μίαν λέξιν καὶ ν’ ἀφαιρέσῃ ἄλλην. Ἔρχομαι, κύριοι, εἰς τὴν οὐσίαν, τὴν ὁποίαν ἔπρεπεν ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ θέσῃ, ἀντὶ τοῦ τοιούτου λεκτικοῦ. Δὲν θέλομεν ἔγκρισιν τῶν ἐκλογῶν μας, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην πεποιθήσεων ἀλλοτρίων, καὶ ἡ ἐκπολιτιστικὴ ἀποστολὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ γνωρίζομεν ποῦ κατοικεῖ, καὶ ἐλπίζομεν μίαν ἡμέραν, ὅτι θὰ ὑψωθῇ εἰς τὴν αἰωνίαν αὐτῆς σφαῖραν. Ἔχομεν τὸ καθῆκον ἐκ τοῦ ἱεροῦ τούτου βήματος νὰ διατυπώσωμεν τὸ πόρισμα τῶν ἐκλογῶν, ὅπως ἕκαστος τὸ αἰσθάνεται, συμπολιτευόμενος ἢ ἀντιπολιτευόμενος, ἀρκεῖ, ὅτι εἶναι τίμιος ἄνθρωπος. Κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογάς, κύριοι, ἐφανερώθη συμπτωματικώτατον κοινωνικὸν σύμπτωμα· ὁ τόπος δὲν εἶναι εὐχαριστημένος ἐκ τῆς πορείας τῶν δημοσίων πραγμάτων, ὁ τόπος ὀργᾷ πρὸς ἀνανέωσιν, ὁ τόπος ἐπιζητεῖ πανταχόθεν τὴν δοκιμασίαν. Ὅταν συνηθροίσθη ὁ λαὸς κατὰ τὴν ἡμέραν τῶν ἐκλογῶν, συνεκοινώνησαν τὰ αἰσθήματα τῶν πολιτῶν, καὶ ἐστὲ βέβαιοι, κύριοι, δύναμαι νὰ ἐγγυηθῶ, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως αἰσθάνεται ἐν τῷ βάθει τῆς ψυχῆς του, ὅτι ὁ λαὸς δὲν εἶναι εὐχαριστημένος· ἡ καρδία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους αἱμάσσει, ἡ καρδία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους πάσχει. Συναθροίσατε ὅσα θέλετε χρήματα ἐκ τοῦ βαλαντίου τοῦ πτωχοῦ, ὑπογράψατε ὅσας θέλετε συνθήκας καὶ συμβόλαια δανείων, κατασκευάσατε τελετάς, ὅσας ἡ πρόχειρος προμήθεια τῶν χρημάτων σας δύναται νὰ σᾶς ἐπιτρέπῃ, ἀλλὰ μὴ νομίσητε ποτὲ, ὅτι ὁ λαὸς εἰς τὸ ἑξῆς θέλει ἀπατηθῆ· ὁ λαὸς γνωρίζει, κύριοι Ὑπουργοὶ, τὰς στενοχωρίας σας, ὁ λαὸς γνωρίζει πολὺ καλλίτερα τί περιέχεται εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐπικρατείας ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ὁ λαὸς ἀναγινώσκει κατὰ τὴν παροιμίαν «βουλωμένα γράμματα». Δύναται νὰ συμφέρῃ εἰς ὑπουργικήν τινα περίστασιν νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι διαθέτει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἑκατομμύρια, ἀλλ’ εἶναι πλῆθος στομάτων πεινώντων, τὰ ὁποῖα ἀποζοῦν ἀπὸ τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, τὰ ὁποῖα θὰ φέρουν μάρτυρα τὸ κεκλεισμένον Κεντρικὸν Ταμεῖον. Δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ψάλλῃ διθυράμβους περὶ τῆς καλῆς διοικήσεως τοῦ τόπου, ἀλλὰ γνωρίζει ὁ φορολογούμενος, τὸν ὁποῖον καταπιέζει ὁ Ἔπαρχος, τὸν ὁποῖον καταπιέζει ὁ Νομάρχης, τοῦ ὁποίου ἡ ἡσυχία εἶναι ἀβεβαία ὑπὸ τὴν ἐνεστῶσαν ἀνώμαλον ἀστυνομικὴν κατάστασιν, εἶναι ἕτοιμος ὁ λαὸς οὗτος νὰ παρατηρήσῃ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον περιάδει οὗτος, ἐνδομύχως δὲν τὸ φρονεῖ. Αἱ τελευταῖαι ἐκλογαί, κύριοι Βουλευταί, δὲν πρέπει νὰ ἐξομοιωθῶσι πρὸς τὰς ἐκλογὰς τῶν παρελθουσῶν περιόδων· αἱ τελευταῖαι ἐκλογαὶ εἶναι προμήνυμα δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐννοοῦν τὴν γλῶσσαν τῶν προμηνυμάτων. Ὁ λαὸς τρέχει ἐνώπιον ἑνὸς ἰδανικοῦ ποῖον εἶναι τὸ ἰδανικὸν, τοῦτο; ἴσως ἀκόμη οἱ πλεῖστοι δὲν γνωρίζουν. Ἀλλ’ εἶναι εἰς τὸ μεμακρυσμένον μέλλον ἓν ἰδανικὸν, τὸ ὁποῖον ὁ λαὸς ἐπιζητεῖ. Πρὸς τὸ παρὸν, τὸ ἰδανικὸν τοῦτο εἶναι ὁ Νόμος, ὁ ὁποῖος εἶναι γεγραμμένος ἐπὶ χάρτου, ἀλλὰ κατεστραμμένος ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ὁ Νόμος εἶναι κατεστραμμένος ἐν τῇ Διοικήσει, ὁ Νόμος εἶναι κατεστραμμένος ἐν τῇ Δικαιοσύνῃ, εἶναι κατεστραμμένος ἐν τῇ τιμῇ, ἡ ὁποία εἶναι ὁ περιούσιος ἄρτος τῶν λαῶν. Ἐν τῇ τιμῇ ὁ Νόμος εἶναι συντετριμμένος, διότι ὅταν ἡ τιμὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐποδοπατεῖτο εἰς τὰ σύνορα, καὶ περιεφρονεῖτο ἐν τοῖς διπλωματικοῖς συνεδρίοις, δὲν ὑπῆρχε Νόμος ὄρθιος εἰς πρακτικὴν ὑπεράσπισιν αὐτῆς. Ἀλλ’ ἔπρεπεν ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς νὰ ἐξέλθῃ διὰ τῆς μιᾶς θύρας, ὅπως εἰσέλθῃ διὰ τῆς ἑτέρας, καὶ ἡ Ἑλληνικὴ διπλωματία νὰ ἵσταται θεραπαινίς. Κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ὡμολόγει ἡ διοικητικὴ Ἑλλὰς πρὸς τὴν κοινωνικὴν Ἑλλάδα, ὅτι εἶναι ἀνίκανος νὰ τὴν διευθύνῃ εἰς εὐρύτερον μέλλον. Εἶπον, κύριοι, ὅτι αἱ τελευταῖαι ἐκλογαὶ ἀποτελοῦν προμήνυμα. Ἐκεῖνον δὲ ὑπολαμβάνω πολιτικὸν, ὅστις δύναται νὰ ἐξηγῇ τὰ προμηνύματα. Ὁ λαὸς δὲν εἶναι εὐχαριστημένος, ὁ λαὸς καταπιέζεται, καὶ τὴν ἰδέαν ταύτην ἀναγινώσκω ἐντὸς τῆς καρδίας καὶ τοῦ ἄκρου ἀντιπολιτευομένου καὶ τοῦ ἄκρου συμπολιτευομένου. Καὶ ἂν αὐτὴν τὴν στιγμὴν τολμήσῃ τις νὰ μὲ διαψεύσῃ, ἐξερχόμενος τῆς ἱερᾶς ταύτης αἰθούσης, θέλει ἀπαντήσει τὸν συμπολίτην του, θέλει συγκινηθῆ εἰς τὴν ἀγανάκτησιν τούτου καὶ θέλει δικαιολογηθῆ, λέγων: «ἀδελφὲ, δὲν διορθόνεται τὸ Ῥωμάϊκο.» Ἀλλ’ ὄχι· ἂν συμφωνήσωμεν, ἂν δώσωμεν τὴν χεῖρα πρὸς ἀλλήλους, τότε διορθόνεται τὸ Ῥωμάϊκο. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν συμφωνῶ μετὰ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν θέτει ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Βασιλικοῦ λόγου. Ἐνόμιζον καταλληλότερον κατὰ τὴν ὑπερτάτην αὐτὴν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Ἔθνος διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὑτοῦ συγκοινωνεῖ μετὰ τοῦ Βασιλέως, ἐνόμιζον ἀνδρικώτερον νὰ διατυπωθῇ ἐνώπιον Αὐτοῦ ἡ τροπολογία αὕτη ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Μετ’ εὐχαριστήσεως εἴδομεν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους τὸν Βασιλέα ἐν μέσῳ ἡμῶν, ὑπέρτατον δ’ ἐπιτελοῦμεν καθῆκον, σημειοῦντες ἐν οὕτω ἐπισήμῳ στιγμῇ τὴν κρισιμότητα τῶν χρόνων, τοὺς ὁποίους ὁ Ἑλληνισμὸς διατρέχει. Ἡ κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς συνάθροισις τοῦ λαοῦ ἀπεκάλυψεν ἐν τῇ Ἐθνικῇ συνειδήσει πόνον βαθὺν, ὑπὸ τὸν ὁποῖον κρύπτεται ἄβυσσος, ἀνοιχθεῖσα ὑπὸ τῆς ἀφροσύνης καὶ τῆς ἐπιβουλῆς τοῦ παρελθόντος. Ἐθνικὴ καταιγὶς ἔρχεται μακρόθεν, Βασιλεῦ!» (Παραδίδει τὴν τροπολογίαν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον.) Βεβαίως ἡ τροπολογία αὕτη ἔχει τοιαύτην θετικότητα, τόσον πολὺ ἀντίκειται εἰς τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις νομίζει ὅτι τὸν χρυσοῦν αἰῶνα εἰσήγαγεν ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ, ὥστε δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θὰ κινηθῇ πᾶς λίθος κατ’ αὐτῆς. Ἴσως ἡ τροπολογία αὕτη θὰ ἦναι ἀκόμη τοῦ καιροῦ. Ἀλλὰ, κύριοι, ἕκαστος ἄνθρωπος ἔχει ἰδιαίτερον τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι· ὅπως ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου παρετήρησα, καὶ εἰς τὰς δύω πτέρυγας βλέπω ἐντιμοτάτους πολίτας· τί πρὸς ἡμᾶς, ἐὰν, ἀφίνοντες κατὰ μέρος τοὺς ἐρίζοντας περὶ τῆς ἀρχῆς, σκεφθῶμεν ὡς τίμιοι οἰκογενειάρχαι περὶ τοῦ ὀλέθρου, ὁ ὁποῖος ἀπειλεῖ τὴν ἡμετέραν πατρίδα; Ἐννοῶ, κύριοι, νὰ ἀνασκευάσουν τὸν λόγον μου, νὰ πολεμήσουν τὴν πρότασίν μου ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἑτοιμάζονται νὰ γείνουν Ὑπουργοί· ἀλλ’ οἱ λοιποὶ, νομίζω, ὅτι δὲν ἤθελον εἶσθαι συνεπεῖς. Ἐννοῶ, κύριοι, ὅτι διὰ τοιαύτης ἀπαντήσεως πρὸς τὸν Βασιλέα ἤθελε τεθῆ ἡ Βουλὴ εἰς δίλημμα· καὶ δὲν σᾶς κρύπτω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἄλλως γνωρίζετε πολὺ καλὰ, ὅτι καὶ ἡ ὕπαρξις αὕτη ἡμῶν ὡς Βουλευτῶν ἤθελε βεβαίως γείνει ἀμφίβολος. Τοιαύτη ἀπάντησις πρὸς τὸν Βασιλέα εἶναι τοσοῦτον δραστικὴ, ὥστε ἡ Βασιλικὴ ἐξουσία ἠδύνατο νὰ σκεφθῇ ἂν δὲν θὰ ἦτο προτιμότερον τοιοῦτοι Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι προτείνουν τοιαύτας ἀπαντήσεις, νὰ ζητήσουν καὶ ἄλλην μίαν φορὰν τὰς ψήφους τῶν συμπολιτῶν των. Ἀλλὰ, κύριοι, ὑπεράνω ὅλων τῶν θνητῶν ἀνθρώπων, ὑπεράνω ὅλων τῶν Κυβερνήσεων καὶ ὅλων τῶν Βασιλέων, εἶναι ἡ ἀθάνατος ἀλήθεια καὶ ἡ ἀθάνατος δικαιοσύνη. Ὅταν ἀνέβην τὰ ὑψηλὰ βουνὰ τῆς Ἐπαρχίας, ἀπήντησα χωρικὸν ὀγδοηκοντούτην· δὲν ἦτο νέος, διὰ νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἦτο ζωηρός, ἐφαίνοντο αἱ τρίχες ἐκ τοῦ στήθους, ἦτο πολεμιστὴς τοῦ 1821. Οὔτε κἂν μὲ ἐγνώριζεν· ἀλλὰ τί μοῦ εἶπε; «Κύριε Οἰκονόμε, πρέπει ν’ ἀλλάξουν τὰ προκείμενα.» Τὸν ἐρωτῶ, «τί ἐννοεῖς, φίλε, μὲ τὰ προκείμενα;» «Ὄχι, μοὶ λέγει, τὰ κείμενα, ἀλλὰ τὰ προκείμενα.» Ἦτο γέρων εὐφυέστατος, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐννοήσει κατὰ βάθος τί βλάπτει τὴν ἁρμονικὴν πορείαν τῆς ἡμετέρας πολιτείας. Πρέπει λοιπὸν νὰ ὁμιλήσωμεν τὴν γλῶσσαν τῆς ἀληθείας, καὶ ἂν ἔτι δὲν εἰσακούηται παντοῦ. Πρέπει νὰ δείξωμεν αὐτοθυσίαν ἐν τοῖς πράγμασι. Τότε, καὶ μόνον τότε, θέλομεν ἐξέλθει τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων ἡμῶν μὲ τὸ μέτωπον ὑπερήφανον καὶ μὲ τὸ θάῤῥος, τὸ ὁποῖον πρέπει πάντοτε νὰ ἐμπνέῃ τοὺς τιμίους ἀνθρώπους καὶ ἐν τῇ νίκῃ καὶ ἐν τῇ ἥττᾳ· διότι εἴτε ἐπιτύχῃ, εἴτε ἀποτύχῃ, ὁ τίμιος καὶ ἀποφασιστικὸς ἄνθρωπος εἶναι 100 πήχεις ὑψηλός.
§51ΖΗΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τῷ ὄντι ὁ κύριος Οἰκονόμου δὲν διέψευσε τὸ προοίμιόν του· εἶπεν, ὅτι θὰ ὁμιλήσῃ ἄνευ πάθους καὶ ἄνευ προκαταλήψεως, καὶ ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἐν τῷ λόγῳ του δὶς ἐπαναληφθεῖσα ἐπίκλησίς τις, διαιροῦσα τοὺς Βουλευτὰς εἰς ἀνεξαρτήτους καὶ τιμίους ἀνθρώπους, παρακαθημένους εἰς τὰς δύο πτέρυγας, καὶ εἰς μὴ τοιούτους, τότε ὁ λόγος του ἤθελεν εἶσθαι ἐντελῶς ἄχρους· ἐχρωματίσθη πολιτικῶς, ὑπὸ μόνον αὖ τὴν τὴν ἔποψιν. Δὲν θὰ ἀσχοληθῶ εἰς ἐξέτασιν τῶν ἐν προοιμίῳ ἐκφρασθεισῶν ὑπὸ τοῦ κ. Οἰκονόμου ἰδεῶν. Αὗται δὲν εἶναι τοῦ προκειμένου, ὄχι βεβαίως τοῦ προκειμένου τὸ ὁποῖον ὁ χωρικὸς τῶν Καλαβρύτων ἐννόησε, καὶ τὸ ὁποῖον ἡμεῖς, ἐγὼ τοὐλάχιστον, δὲν τὸ ἐννόησα. Θέλω ἀσχοληθῆ μόνον εἰς τὴν περὶ τοῦ γράμματος τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον μελέτην τοῦ κ. Οἰκονόμου. Ὁ κύριος Οἰκονόμου διῄρεσεν, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη εἰς 3 μέρη τὴν παράγραφον πρώτην τῆς ἀπαντήσεως. Τὸ πρῶτον μέρος εἶναι ἡ κανονικὴ, ἡ καλὴ ἐνέργεια τῶν ἐκλογῶν· τὸ δεύτερον μέρος εἶναι αἱ πεποιθήσεις, καὶ τὸ τρίτον μέρος εἶναι ὁ ἐκπολιτιστικὸς προορισμὸς τῆς Ἑλλάδος. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον μέρος ἔκαμε μίαν θεωρίαν· εἶπεν, ὅτι οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ ἐὰν ἔγειναν καλῶς ἢ κακῶς αἱ ἐκλογαὶ, παρὰ ἡ Βουλή. Εἰς τοῦτο δὲν νομίζω, ὅτι ἀντιλέγει τις. Καὶ διὰ τοῦτο μάλιστα ὁ Βασιλικὸς λόγος, ὁ ὁποῖος, ὡς καὶ ὁ κ. Οἰκονόμου εἶπεν, εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ ὁποίου, ὡς ὁ κύριος Οἰκονόμου προσέθηκεν, ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ δείξῃ ἀνδρικὸν χαρακτῆρα (καὶ αὐτὸ ἀπετείνετο βεβαίως εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν) καὶ νὰ συζητήσῃ μετὰ θάῤῥους, διότι πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ τὸ θάῤῥος τῆς ἥττης. Ὁ Βασιλικὸς λόγος αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔχει· τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισεν ἡ Κυβέρνησις περὶ τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν, νὰ τὴν ὑποβάλῃ εἰς την βάσανον τῆς μόνης ἐχούσης, κατὰ τὸν κύριον Οἰκονόμου, τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ Βουλῆς. Οὐδὲν πλειότερον εἶπεν ἡ ἀπάντησις. Διὰ τοῦτο μάλιστα, καὶ ἐκ μέρους τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, δύναμαι νὰ εὐχαριστήσω τὸν κύριον Οἰκονόμου, διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τὴν ὁποίαν ἔκαμε, καὶ ἡ ὁποία μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ κάμω τὴν παροῦσαν ἀπάντησιν. Δεύτερον εἶναι αἱ πεποιθήσεις. Δὲν ἠξεύρω, εἶπεν ὁ κ. Οἰκονόμου, τίνος εἰσὶν αὐταὶ αἱ πεποιθήσεις. Καὶ ἠπόρησε, καὶ ἐφοβήθη ἴσως, μήπως λεληθότως ὑπῆρξεν ἢ ἐγεννήθη ἐν τῷ τόπῳ ἀριστοκρατία τις, ἡ ὁποία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ σχηματίζῃ πεποιθήσεις περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Νομίζω, ὅτι ἡ ἀπορία αὕτη δὲν ἐγεννήθη εἰς οὐδένα ἐξ ἡμῶν. Τὰ Ἔθνη ἀποτελοῦν μίαν οἰκογένειαν, μίαν κοινωνίαν, καὶ κρίνονται ἀμοιβαίως μεταξύ των. Λοιπὸν αἱ κρίσεις, αἱ πεποιθήσεις, αἱ σχηματιζόμεναι περὶ ἑκάστου, σχηματίζονται ἀπὸ τὰ συνάδελφα αὐτοῦ Ἔθνη. Ἡ δὲ Ἑλλὰς ἔχει ἀνάγκην, ἔχει καθῆκον νὰ σχηματίζῃ καὶ ἀλλαχοῦ, ἐγγύτερον μάλιστα, πεποιθήσεις ἐφ’ ἑαυτήν. Ὁ κύριος Οἰκονόμου ἐλησμόνησεν, ὅτι ἡ ἐλευθέρα αὕτη τῆς Ἑλλάδος γωνία ἔχει ἀνάγκην νὰ σχηματίσουν τὴν περὶ τοῦ ἐκπολιτιστικοῦ προορισμοῦ αὐτῆς πεποίθησιν οἱ δοῦλοι ἀδελφοί, ὁ Ἑλληνισμός. Ὁ κύριος Οἰκονόμου εἶπεν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ πῶς ὁ ἐκπολιτιστικὸς προορισμὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐξήχθη ἐκ τῶν ἐκλογῶν, καὶ ἔκαμε μίαν ὡραίαν ἀποστροφὴν πρὸς τὰ μέλη τοῦ Ἑλληνισμοῦ τὰ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διὰ τῆς ἐργασίας των πλουτίζοντα ἑαυτὰ καὶ τὴν πατρίδα, τὰ διὰ τῆς παρουσίας των διαδίδοντα τὰς Ἑλληνικὰς ἰδέας, καὶ ἔφθασε καὶ μέχρι τῶν ὑπηρετῶν, τῶν ἐξ Ἄνδρου καὶ Τήνου μεταβαινόντων εἰς διάφορα μέρη τῆς Τουρκίας καὶ ἐκπολιτιζόντων αὐτά. Ὅταν ἤκουσα ταῦτα, ἐσκεπτόμην τί τάχα ἠδυνάμην ν’ ἀπαντήσω; Ἀλλ’ ὁ κύριος Οἰκονόμου ἦλθεν αὐτὸς καὶ μᾶς ἐδικαίωσε πληρέστατα, καὶ τὸν εὐγνωμονῶ ἐπὶ τούτῳ θερμότατα, ὡς εἰσηγητής. Εἶπε, καταλήγων τὸν λόγον, ὅτι ἀπὸ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς ἐξῆλθεν ἓν μέγα μήνυμα, μέγιστον, καὶ τὸ μήνυμα αὐτὸ σημαίνει, ὅτι ὁ λαὸς ἐπιθυμεῖ νὰ ἀνορθώσῃ τὸν νόμον, τὸν πεπτωκότα, τὸν κατεστραμμένον, τὸν, δὲν ἠξεύρω πῶς ὀνομασθέντα ἀπὸ τὸν κύριον Οἰκονόμου, νόμον. Καὶ ἐπὶ τῇ βάσει μάλιστα αὐτοῦ τοῦ μηνύματος, τὸ ὁποῖον ἐξῆλθεν ἀπὸ τὰς ἐκλογὰς, συνέταξε τὴν ἐπὶ τῆς παραγράφου τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐπαρουσίασε. Τώρα, ἐὰν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἦναι ἀληθὲς, ἐὰν τῷ ὄντι ἐξῆλθε μήνυμα τοιοῦτο μέγα καὶ φοβερὸν ἀπὸ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς, θὰ εἴπῃ, ὅτι ἀληθῶς ἔδειξαν αὗται τὸν ἐκπολιτιστικὸν χαρακτῆρα τοῦ λαοῦ, διότι ὁ πολιτισμὸς ἄρχεται ἀπὸ τὴν ἀνόρθωσιν, τὴν ἐμπέδωσιν καὶ τὸν σεβασμὸν τοῦ νόμου. Αὐτὸ λοιπὸν, καὶ κατὰ τὸν κ. Οἰκονόμου, αἱ βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ ἀπέδειξαν. Νομίζω, ὅτι εἰς τὰ τρία ταῦτα ἠσχολήθη ὁ κ. Οἰκονόμου. Τὰ λοιπὰ ῥηθέντα ὑπ’ αὐτοῦ, ἐπὶ τῶν ὁποίων πολλὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ τις, θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει νὰ παρατρέξω, διότι ὄχι μόνον διέκρινα ἐν αὐτοῖς τὶ λίαν ἀπιμεμακρυσμένον ἀπὸ τοῦ προκειμένου θέματος, ἀλλὰ διέκρινα ἐν αὐτοῖς προσέτι ἰδέας, αἱ ὁποῖαι, τοὐλάχιστον ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ συνταγματικοῦ Κράτους, δὲν δύνανται νὰ συζητηθῶσι. Διὰ ταῦτα περατῶ ἐνταῦθα τὸν λόγον καὶ ἀποκρούω τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὁ κύριος Οἰκονόμου ὑπέβαλεν, ἐμμένων εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ σχεδίου τῆς παραγράφου, ὅπως ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τὸ συνέταξεν.
§52ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὅτε ἤκουσα τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ πρὸ ὀλίγου ὑποσχεθέντος ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι θ’ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς μομφὰς καὶ τὰς συκοφαντίας, νομίζω προσέθηκε, τὰς ὁποίας κατ’ αὐτοῦ ἀπὸ καιροῦ ἤκουεν ἐπιῤῥιπτομένας, εἶπον καὶ ἐγώ: Ἀγαθῇ τύχῃ! τέλος θὰ ἔχωμεν ἐνώπιον ἡμῶν ὑπουργοὺς οὐχὶ ἀναπολογήτους. Ἀπὸ μηνῶν κυβερνώμεθα ὑπὸ ὑπουργῶν, κατὰ τῶν ὁποίων ἐπεῤῥίφθησαν ἀληθῶς οὐχὶ συκοφαντίαι, ἀλλὰ μομφαὶ ἀληθέσταται· ἐπεῤῥίφθησαν αἱ μομφαὶ, δυνάμει τοῦ συνταγματικοῦ δικαιώματος τοῦ Κοινοβουλίου, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ εἰς τὰς μομφὰς ταύτας τὸ ὑπουργεῖον δὲν εἶχε τὴν φιλοτιμίαν ν’ ἀπαντήσῃ, ἀλλ’ ἀντὶ ἀπαντήσεως, ἐποιήσατο χρῆσιν βασιλικῆς προνομίας. Ἦτο λοιπὸν ἀνάγκη καὶ διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτὴν τοῦ Κράτους, κυβερνωμένου ὑπὸ τῶν ὑπουργῶν τούτων, οἱ ὑπουργοὶ τέλος ν’ ἀπολογηθῶσι. Καὶ ἤλπιζον, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, ἀναβὰς τὸ βῆμα, ἀνέβη, ἵνα ἀπολογηθῇ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἀνήγγειλεν, ὅτι θ’ ἀπολογηθῇ, ἓν μόνον εἶπε: «θέτω ζήτημα ἐμπιστοσύνης», τουτέστι, μὴ ψηφίσητε κατὰ τὰς πεποιθήσεις, τὰς ὁποίας θέλετε μορφώσει ἐκ τῆς συζητήσεως μόνον, ἀλλ’ ἔχετε πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι ἡ ψῆφος, τὴν ὁποίαν θέλετε δώσει, δύναται νὰ φέρῃ καὶ ὑπουργικὴν κρίσιν. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἔννοια τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· τὸ δὲ κατ’ ἐμέ, οὐδένα θὰ εἶχον δισταγμὸν, ἕνεκα τῆς συνεπείας ταύτης, ἵνα προβῶ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἵνα δεχθῶ τὴν πρόκλησιν περὶ θέσεως ζητήματος ἐμπιστοσύνης, διότι δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἡ αἰτίασις, τὴν ὁποίαν ἤκουσα διατυπωθεῖσαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὸ ὀλίγου, ὅτι δῆθεν ὑπάρχουσιν οἱ δειλιῶντες ἀπέναντι τῆς ἐκφράσεως τῆς γνώμης αὑτῶν, ἔχει οἱανδήποτε ὑπόστασιν. Οὐδεὶς ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ δειλιᾷ νὰ ἐκφράσῃ ὅ,τι φρονεῖ, καὶ εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται νὰ φρονῇ, ὅτι αὐτὸς ἔχει τὸ θάῤῥος, τὸ ὁποῖον ἄλλος δὲν ἔχει. Οἱ πάντες ἐνταῦθα εἴμεθα ἴσοι, ἔχομεν συνείδησιν ἴσην πρὸς τὴν συνείδησιν τῶν συναδέλφων ἡμῶν, καὶ προσβάλλει ἑαυτὸν ὅστις φρονεῖ, ὅτι ἡ ἰδία αὑτοῦ συνείδησις εἶναι ὑπερτέρα τῆς συνειδήσεως τῶν ἄλλων. (Εὖγε!) Ἐὰν τυχὸν ἔν τινι ζητήματι ἡ ἀντιπολίτευσις νομίσῃ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ σηκώσῃ τὸ χειρόκτιον, τὸ ὁποῖον τῇ ῥίπτεται, τοῦτο πράττει, διότι νομίζει, ὅτι καθῆκον ἔχει νὰ μὴ τὸ σηκώσῃ. Καὶ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ῥίψῃ τὸ χειρόκτιον εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, πρὶν ἢ ἀποφανθῶμεν ἂν ἡ ἀντιπολίτευσις πρέπῃ νὰ τὸ σηκώσῃ.
§53Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§54ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ζητεῖ παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ εἴπῃ ἐὰν ἔχῃ ἢ δὲν ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ τῷ ὄντι, κύριοι, οὐδὲν ἔχομεν νὰ πράξωμεν σπουδαιότερον· εἰς οὐδὲν πρέπει νὰ προβῶμεν ταχύτερον ἢ εἰς τοῦτο, εἰς τὸ νὰ ἐκφράσωμεν ἐὰν ἔχωμεν ἢ μὴ πεποίθησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν· διότι ματαία εἶναι ἡ συζήτησις περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἢ ἄλλος τις ἤθελεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν δὲν ἠξεύρωμεν ἐκ τῶν προτέρων τίς θέλει τὰ μέτρα ταῦτα ἐφαρμόσει. Τὰ ἄριστα τῶν μέτρων εἰς χεῖρας μὴ ἐμπνεούσας ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Βουλὴν δύνανται ν’ ἀποβαίνωσι κακοῦ πρόξενα, ἀντὶ καλοῦ. Δικαίως λοιπὸν ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης δέον νὰ ἔλθῃ ἐκ τῶν πρώτων ἢ τὸ πρῶτον ἐνώπιον τῆς βουλῆς· ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοιοῦτον, ὥστε νὰ δύνηται ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφράσῃ γνώμην, ἥτις νὰ ἐμπνέῃ καὶ τὸν σεβασμὸν εἰς τὴν ἑλληνικὴν κοινωνίαν. Ἵνα ἐκφράσῃ ἡ Βουλὴ ἐμπιστοσύνην ἢ ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν, πρέπει νὰ γινώσκῃ ἐπισήμως τὸ παρελθὸν τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ γινώσκῃ τὰς προθέσεις τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ μέλλοντος. Τί δύναται σήμερον ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ περὶ κυβερνήσεως, ἥτις ὡς πρὸς τὸ παρελθὸν αὑτῆς ἐσίγησε, καὶ ἐσίγησεν ἀτόπως; Τί δύναται νὰ εἴπῃ ὡς πρὸς τὰς προθέσεις τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ μέλλοντος, ἐνόσῳ οὐδὲν γινώσκει περὶ τῶν προθέσεων τούτων ἐκ τῶν ἐπισήμως κατατεθειμένων; Οὔτε προϋπολογισμὸν τῆς Κυβερνήσεως εἶδεν ἡ Βουλὴ, οὔτε φορολογικοὺς νόμους, οὔτε νομοσχέδια περὶ στρατιωτικῶν, οὔτε πάντα τ’ ἄλλα νομοθετικὰ μέτρα, ὧν τὴν εἰσαγωγὴν εἰς τὴν Βουλὴν ἐπαγγέλλεται ὁ βασιλικὸς λόγος. Διότι εἴθισται τῳόντι ἐν τοῖς βασιλικοῖς λόγοις νὰ γίνηται μνεία περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα αἱ κυβερνήσεις προτίθενται νὰ ὑποβάλλωσιν εἰς τὰ κοινοβούλια· ἀλλὰ, μνημονεύουσαι αἱ κυβερνήσεις ἐν τοῖς βασιλικοῖς λόγοις τὰ μέτρα ταῦτα, ἀναφέρουσι καὶ τὸν χαρακτῆρα τῶν μέτρων, καὶ τοῦτο θέλετε ἴδει γινόμενον καὶ ἐν ἑλληνικαῖς Βουλαῖς. Ἤδη ὅμως τί ἔπραξεν ἡ κυβέρνησις; Εἶπεν, ὅτι θὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδια περὶ οἰκονομικῶν, νομοσχέδια περὶ στρατιωτικῶν, περὶ ἐκπαιδεύσεως, περὶ κλήρου. Ἀλλὰ ποῖον χαρακτῆρα θὰ ἔχωσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα; Τὰ νομοσχέδια τὰ οἰκονομικὰ θὰ στηρίζωνται εἰς οἰκονομίας, ἢ ὡς μέχρι τοῦδε εἰς δαπάνας μεγάλας, καὶ ποῖον χαρακτῆρα θὰ ἔχωσιν αἱ δαπάναι αὗται; Τὸ ἰσοζύγιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ θὰ ἐπιδιωχθῇ δι’ οἰκονομιῶν, ἢ διὰ φόρων; Καὶ ἐν τῷ λόγῳ ζητοῦμεν τὴν ὑπόδειξιν τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ ὑποβάλῃ ἡ κυβέρνησις, ἐὰν διὰ φόρων θέλῃ νὰ φέρῃ τὸ ἰσοζύγιον, ζητοῦμεν ἐνδείξεις περὶ τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας θὰ προτείνῃ, καὶ οὐδὲν οὔτε περὶ φόρων, οὔτε περὶ οἰκονομιῶν εὑρίσκομεν. Τί γινώσκομεν δὲ περὶ τῶν προθέσεων τῆς κυβερνήσεως ἄλλοθεν; Γινώσκομεν ἐξ ἀγορεύσεως τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν κατὰ τὴν τελευταίαν ἔκτακτον σύνοδον τῆς παρελθούσης περιόδου, ὅτι, ἐὰν συνέβαινε νὰ ἦναι οὗτος ὑπουργὸς ἕως τῶν παραμονῶν τοῦ τέλους τοῦ ἔτους, ἤθελεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ πόροι τοῦ Κράτους νὰ αὐξήσωσι κατὰ πέντε ἕως ἓξ ἑκατομμύρια. Τοῦτο μόνον γινώσκω ἐγὼ ἐκ τῶν προθέσεων τῆς Κυβερνήσεως, ὅπερ καὶ καταδικάζω. Ἀλλ’ ἀρκεῖ τοῦτο, διὰ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἔχω ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Βεβαίως ὄχι. Ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ τὸ ταχύτερον εἰς τὴν Βουλὴν τὰ μέτρα της τὰ θεμελιώδη περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους, καὶ τότε δύναται νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς ψῆφον ἐμπιστοσύνης ὡς πρὸς τὰς προθέσεις αὑτῆς ἐν τῷ μέλλοντι. Ἀλλὰ περὶ τοῦ παρελθόντος δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν πλειότερα ἢ περὶ τοῦ μέλλοντος; Γινώσκομεν βεβαίως πολλὰ περὶ τοῦ παρελθόντος τῆς κυβερνήσεως· ἀλλὰ τί γινώσκομεν ἐπισήμως; Γινώσκομεν, ὅτι μομφαὶ ἐγένοντο κατὰ τῆς κυβερνήσεως, καὶ ὅτι ἡ κυβέρνησις εἰς τὰς μομφὰς ταύτας ἐνόμισεν, ὅτι ὤφειλε ν’ ἀντιτάξῃ τὸ κλείσιμον τῶν πυλῶν τοῦ κοινοβουλίου. Αἱ μομφαὶ ἦσαν σπουδαιόταται· αἱ μομφαὶ ἀφώρων εἰς πάντας τοὺς κλάδους τῆς Κυβερνήσεως τῆς χώρας, ἀφώρων καὶ εἰς τὰ ἐξωτερικὰ καὶ εἰς τὰ ἐσωτερικά, καὶ εἰς τὰ τῆς διοικήσεως καὶ εἰς τὰ οἰκονομικά. Καὶ ἐνῷ περὶ οὐδενὸς τούτων ἔφερεν ἀπολογίαν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ζητεῖ παρ’ ἡμῶν νὰ τῷ δώσωμεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης; Ποίαν γνώμην ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ ἡμῶν, νομίζων, ὅτι θέλομεν τῷ δώσει τοιαύτην ψῆφον, ἢ καὶ ὅτι θέλομεν δώσει ψῆφον ἐλλείψεως ἐμπιστοσύνης, ἐν ἀγνοίᾳ διατελοῦντες τῆς ἀπολογίας αὐτοῦ; Κατὰ τὴν τελευταίαν ἔκτακτον σύνοδον τῆς Βουλῆς καὶ πάλιν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς, λέγοντες, ὅτι ἀνυπομόνως περιέμενον τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελον ἐπαναληφθῆ ἀπὸ τοῦ βήματος αἱ αἰτιάσεις, τὰς ὁποίας εἶχον τινὲς τὸ θράσος ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ν’ ἀποτείνωσι κατὰ τῆς Κυβερνήσεως· καὶ ἐπανελήφθησαν αἱ αἰτιάσεις ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ ἐν τούτοις ἡ ἀπολογία δὲν ἐγένετο. Καὶ τί ἐῤῥέθη ἀπὸ τοῦ βήματος τότε; Ἐῤῥέθη, ὅτι ἐν τῇ πραγματοποιήσει τοῦ δανείου ἡ Κυβέρνησις παρηνόμησεν· ἐῤῥέθη, ὅτι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἶχον ληφθῆ ἐκ τοῦ δανείου τούτου, δὲν διετέθησαν, ὅπως ὁ νόμος καθιέρου, καὶ προσεκλήθη μάλιστα τότε ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς ἄδειαν, ὅπως διαθέσῃ ταῦτα ἄλλως, ἀφοῦ ἐκ τῶν πραγμάτων ἀπεδεικνύετο, ὅτι, ἕνεκα τῆς σχετικῆς ἀποτυχίας τοῦ δανείου, ὁ ἀρχικὸς αὐτοῦ προορισμὸς δὲν ἦτο δυνατὸν πλέον νὰ πραγματοποιηθῇ. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐπροτίμησε νὰ ἐπιβάλῃ σιγὴν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, παρὰ νὰ ἀκούσῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ καὶ νὰ ἀποδεχθῇ τὴν ψῆφον αὐτοῦ περὶ τοῦ τρόπου τῆς χρήσεως τῶν χρημάτων ἐκείνων. Ἐνῷ ἡ ἰδία Κυβέρνησις ὡμολόγησεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν τῇ ἐπετρέπετο νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῶν χρημάτων ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς, ἐνῷ τοσοῦτον, εἶπεν, ὅτι συνησθάνετο τὴν ἀνάγκην ταύτην, ὥστε εἰς ἔκτακτον σύνοδον συνεκάλεσε τὴν Βουλήν, μόνον καὶ μόνον, ἵνα λάβῃ τὴν ἄδειαν ταύτην, ἐνῷ ὑπῆρχεν ὁ ἀπαιτούμενος καιρὸς διὰ νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, εἴτε δίδουσα, εἴτε μὴ δίδουσα τὴν ἄδειαν, ἐπροτίμησεν ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ἀκούσῃ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Βεβαίως οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ ἀμφισβητήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα, ὅπερ θὰ εἶχε καὶ ἐὰν ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ἦτο ἐναντία, καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ τότε ἐψήφιζε καὶ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀλλοῖα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἐπρότεινε καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης, τὴν ἔλλειψιν τῆς ἐμπιστοσύνης ταύτης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, οὐδεὶς ἠδύνατο ν’ ἀρνηθῇ καὶ μετὰ τὴν ψῆφον ἐκείνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ κηρύξῃ τὴν λῆξιν τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ λέγομεν, ὅτι ὤφειλε νὰ μὴ κηρύξῃ τὴν λῆξιν, πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ ἀπεφαίνετο, ἀφοῦ ἅπαξ ἤρξατο ἡ συζήτησις. Τὸ νόμιμον τῆς χρήσεως τῆς προνομίας τῆς λήξεως τῆς βουλευτικῆς συνόδου οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ· ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ ἀμφισβητήσωμεν τὴν κατάλληλον αὐτῆς χρῆσιν, τὴν εὐλαβῆ χρῆσιν πρὸς τὰ δικαιώματα τοῦ κοινοβουλίου· δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἀσεβῶς ἐφέρθη πρὸς τὸ κοινοβούλιον, διακόψασα συζήτησιν ἀρξαμένην, καὶ ἀφοῦ προὐτίθετο νὰ κηρύξῃ τὴν λῆξιν τῆς συνόδου, κηρύξασα αὐτὴν πρὶν ἢ ἀκούσῃ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς ἐπὶ ζητήματος, τοῦ ὁποίου τὴν ἀνάπτυξιν εἶχον ἐπιληφθῆ οἱ βουλευταὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἄνευ λοιπὸν ἀδείας τῆς Βουλῆς καὶ παρὰ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, οἷα εἶχεν ἐκφρασθῆ ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ οἵαν δὲν ἐπετράπη εἰς αὐτὴν νὰ ἐκφράσῃ διὰ τῆς ψήφου αὐτῆς, ἡ κυβέρνησις ἐποιήσατο χρῆσιν τῶν ἐκ τοῦ δανείου χρημάτων, καὶ σήμερον ζητεῖ ψῆφον ἐμπιστοσύνης, χωρὶς κἂν νὰ εἴπῃ ὁποίαν ἐποιήσατο χρῆσιν τῶν χρημάτων ἐκείνων. Ἀλλὰ μήπως εἶπεν ὁποίαν εἶχε ποιήσει πρότερον χρῆσιν τῶν χρημάτων, ὅτε δηλαδὴ εἶχε συγκληθῆ ἡ ἔκτακτος σύνοδος; μήπως ἐδικαιολογήθη καὶ ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου, τρόπον, ὁ ὁποῖος ἀπέληξεν εἰς οἰκτρὸν ναυάγιον, οἰκτρότερον τῆς ἀπολύτου ἀποτυχίας, διότι, ἐὰν εἶχεν ἀποτύχει ἀπολύτως ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν διαπραγμάτευσιν τοῦ δανείου, δὲν θὰ εἴχομεν τὰς ἐπαχθεῖς συνεπείας, τὰς ὁποίας συνεπάγεται ἡ ἐκ τῆς μερικῆς ἀποτυχίας ἀτελὴς πραγματοποίησις αὐτοῦ. Ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τὸ δάνειον τῶν 60,000,000, διότι ἀπέβλεπεν εἰς ἕνα κύριον σκοπόν, καὶ εἰς ἕνα δευτερεύοντα· εἰς τὸν κύριον σκοπὸν τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἡ Κυβέρνησις δὲ ἐπραγματοποίησε τὸ δάνειον διὰ τρόπου, ὅστις κατέστησε πάντη ἀνέφικτον καὶ τότε, καὶ τώρα, καὶ ἐπὶ πολὺν ἔτι χρόνον, τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλ’ ἆρα ἡ ἀποτυχία ἐπῆλθεν ἐκ τῶν πραγμάτων, καὶ ἄνευ τῆς συμμετοχῆς, ἄνευ τῆς ὑπαιτιότητος τῆς Κυβερνήσεως; Ἡ ἀποτυχία, κύριοι, ὑπῆρξεν ἔργον αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησε νὰ ἐργασθῇ διὰ τοῦ τρόπου, ὁ ὁποῖος ὑπέσχετο τὴν ἐπιτυχίαν· ἠθέλησε νὰ ἐργασθῇ διὰ τρόπου ἄλλου, προὐτίμησε νὰ ἐκτεθῇ εἰς ἀποτυχίαν, ἐργαζομένη διὰ τοῦ τρόπου τοῦ ἀσπαστοῦ εἰς αὐτήν. Ὑπῆρξεν ἀποτυχία ὡς πρὸς τὸ δάνειον ἐκεῖνο καὶ κατὰ τὸ ποσόν, καὶ κατὰ τὸ εἶδος τῆς πραγματοποιήσεως, διότι ἡ ἰδέα τῆς Βουλῆς, πολλάκις ἐκφρασθεῖσα κατὰ τὴν συζήτησιν, τὴν προηγηθεῖσαν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, ἦτο νὰ ἦναι δάνειον ἐξωτερικόν. Κατὰ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, δὲν ἦτο δυνατόν, ἄνευ μεγάλης ζημίας τῆς κυκλοφορίας ἐν Ἑλλάδι, νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐὰν δὲν εἰσήγετο ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ποσὸν μεταλλικοῦ τουλάχιστον ἴσον πρὸς τὸ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων τῶν ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ ἐκδεδομένων ἕως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἅτινα ἤθελον ἀποσυρθῆ, συνεπείᾳ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐπέτρεψεν, ἵνα συνομολογηθῇ τὸ δάνειον διὰ τρόπου, ὅστις κατέστησεν αὐτὸ κατὰ τὸ ἥμισυ σχεδὸν δάνειον ἐσωτερικόν, καὶ ἑπομένως, καὶ ἐὰν ὁλόκληρον εἶχε πραγματοποιηθῆ, δὲν θὰ ἦτο δυνατόν, ἄνευ μεγίστης ζημίας τῶν συναλλαγῶν ἐν Ἑλλάδι, νὰ ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία διὰ τοῦ δανείου ἐκείνου. Ἐπέτρεψεν ὅμως καὶ ἄλλο ἡ κυβέρνησις ἐπέτρεψε, χάριν τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, νὰ κυκλοφορήσωσι τηλεγραφήματα πρακτορείων, ἐπὶ τούτῳ ἀποσταλέντα, ὅπως ἐξαπατήσωσι τὸ ἑλληνικὸν κοινὸν, καὶ πείσωσιν αὐτὸ νὰ λάβῃ ὁμολογίας ἐκ τοῦ δανείου τούτου, ἐπὶ προσδοκίᾳ κέρδους, μὴ δεδικαιολογημένῃ. Ἡ Κυβέρνησις εἶχε δικαίωμα νὰ ἐμποδίσῃ τὴν κυκλοφορίαν τοιούτων ψευδῶν τηλεγραφημάτων, ἀλλὰ τοῦ δικαιώματος οὐδόλως ἐποιήσατο χρῆσιν, καὶ ἐκ τῶν τηλεγραφημάτων ἐκείνων ἐπῆλθον ζημίαι μέχρι καταστροφῆς ἰδιωτῶν, ζημίαι, αἵτινες οὐ μόνον τοὺς ἰδιώτας ἔβλαψαν, ἀλλὰ καὶ τὴν πολιτείαν μεγάλως διετάραξαν ἐν ταῖς συναλλαγαῖς αὐτῆς. Εἶπον ὅμως, ὅτι ἡ κυβέρνησις καὶ αὐτόχρημα παρηνόμησεν ἐν τῇ πραγματοποιήσει τοῦ δανείου ἐκείνου, διότι συνηλλάχθη πρὸς πρόσωπα, διὰ τῶν ὁποίων ἐπεζήτησε τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου, καὶ εἰς τὰ πρόσωπα ταῦτα ἔδωκε διὰ συμβάσεως χορηγήματα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος δὲν ἐπέτρεπεν εἰς αὐτὴν νὰ δώσῃ, χορηγήματα, ὑπερβαίνοντα τὸ ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι τοῦ παρόντος νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν λεπτομερειῶν περὶ τῆς παρανομίας ταύτης. Ἔπραξα τοῦτο καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ θέλω ἐπανέλθει εἰς τὸ ζήτημα, ἂν ὁ κ. πρωθυπουργός, ἐπιμένων εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, παράσχῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅλα τὰ στοιχεῖα, ὅσα εἶναι ἀναγκαῖα, ἵνα προβῶμεν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἂν δὲ τοὐναντίον ἀποδεχθῇ, ὅτι δὲν προσήκει ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἡ τοιαύτη ἐξέτασις, καὶ ἀναβάλῃ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης κατόπιν τῆς ἀπαντήσεως, ὀφείλει νὰ φέρῃ τότε τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας θεωρεῖ λυσιτελεῖς πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς κυβερνήσεως, καὶ τότε θέλω εἰσέλθει καὶ ἐγὼ εἰς τὰς λεπτομερείας, τὰς ὁποίας θεωρῶ ἤδη ἐκτὸς τοῦ προκειμένου. Ἐζητήθησαν παρὰ τῆς κυβερνήσεως πλὴν τῶν τοῦ δανείου καὶ ἄλλαι ἐξηγήσεις χρηματικαί· ἐζητήθησαν καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐζητήθησαν καὶ διὰ τῆς δημοσιογραφίας. Ἐζητήθησαν ἐξηγήσεις περὶ τῆς χρήσεως τῶν πιστώσεων, αἵτινες εἶχον ἀφεθῆ εἰς τὴν ἐλευθέραν διαχείρισιν τῆς Κυβερνήσεως, καθοριζομένου ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ γενικοῦ αὐτῶν χαρακτῆρος. Εἶχε περιληφθῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ πίστωσις 500 000 δραχμῶν, ἐπὶ μόνῳ τῷ ὅρῳ, ἡ Κυβέρνησις νὰ ποιήσηται τούτων χρῆσιν ὑπὲρ ἐθνικῶν σκοπῶν, καὶ ἠρωτήθη ἡ κυβέρνησις, ἐὰν ἐποιήσατο χρῆσιν χρημάτων ἐκ τῆς πιστώσεως ἐκείνης πρὸς ἐξώνησιν τοῦ τύπου. Ἐρωτῶ καὶ πάλιν τὴν κυβέρνησιν, ἂν τοιαύτην τῶν χρημάτων ἐκείνων ἐποιήσατο χρῆσιν, καὶ ἂν ἐδαπάνησε καὶ ἄλλα πρὸς σκοποὺς μὴ συμβιβαζομένους πρὸς τὸν σκοπόν, ὑπὲρ οὗ ἐψηφίσθη ἡ πίστωσις· καὶ νομίζω, ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν δύναται ν’ ἀποτολμήσῃ νὰ ζητήσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ἐὰν δὲν ἀπαντήσῃ καὶ εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην. Ἀλλὰ πρὶν ἢ δώσωμεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης, δὲν εἶναι ἆρα ἀνάγκη νὰ μάθωμεν ποῦ εὑρίσκεται τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα; Δυνάμεθα νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς ὅσα περιέχει ὁ βασιλικὸς λόγος; Ἐνῷ ὁ βασιλικὸς λόγος περὶ τῶν ἄλλων θεμάτων οὐδὲν σχεδὸν λέγει, περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος λέγει ὀλίγα, ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ ταῦτα μὴ ἀκριβῆ· λέγει, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ ἐξωτερικὸν εἰσῆλθεν εἰς στάδιον ὁμαλώτερον. Κύριοι, ἐρωτῶ πάντας ὑμᾶς, ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔχετε, ἂν φρονῆτε, ὅτι τὸ στάδιον, ἐν ᾧ εὑρίσκεται σήμερον τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα, εἶναι ὁμαλώτερον τοῦ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς λήξεως τῆς παρελθούσης βουλευτικῆς περιόδου. Ἀφοῦ ἡ κυβέρνησις οὕτως ἐκφράζεται, δέον νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι γινώσκει πράγματα, τὰ ὁποία ἡμεῖς ἀγνοοῦμεν. Ἀλλὰ πῶς δυνάμεθα νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ ζητήματος τῆς ἐμπιστοσύνης, ἂν ἡ κυβέρνησις μὴ ἀνακοινώσῃ τινὰ ἐκ τῶν γεγονότων, ἅτινα πείθουσιν αὐτήν, ὅπως χαρακτηρίσῃ τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα ὡς διακείμενον ἐν καταστάσει, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς θεωροῦμεν ὅλως ἀλλοίαν τῆς παρ’ αὐτῆς περιγραφομένης; Πρὸς τὴν κυβέρνησιν ἡ ἀντιπολίτευσις ἐδείχθη πάντοτε λίαν ἀνεκτικὴ ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, καὶ μὴ ἔχουσα ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν κυβέρνησιν, ὡς πρὸς τοῦτο προσηνέχθη, ὡς ἂν εἶχεν ἐμπιστοσύνην. Οὕτως ὀφείλουσι νὰ προσφέρωνται αἱ ἀντιπολιτεύσεις πρὸς τὰς κυβερνήσεις ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ζητημάτων· ὅταν δὲν ἔχωσιν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὀφείλουσι νὰ ἐπιζητῶσι τὴν πτῶσιν αὐτῆς, ἀλλά, μὴ ἐπιτυγχάνουσαι τῆς πτώσεως, δὲν δικαιολογοῦνται φέρουσαι προσκόμματα ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ζητημάτων. Εἰς τὴν κυβέρνησιν ἄρα ἀπόκειται νὰ εἴπῃ περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος ὅ,τι τῇ ἐπιτρέπεται κατὰ τὴν γνώμην της νὰ εἴπῃ· ἄλλως ὀφείλει νὰ δηλώσῃ, ὅτι οὐδὲν τῇ ἐπιτρέπεται νὰ ἀνακοινώσῃ πρὸς τὴν Βουλήν. Ἀφοῦ ὅμως διὰ τοῦ βασιλικοῦ λόγου ἡ κυβέρνησις ἐποιήσατο ἀνακοίνωσιν, νομίζω, ὅτι θὰ ἦναι ὅλως ἄτοπον, ἂν μὴ ἔλθῃ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀνακοίνωσιν, ἀποδεικνύουσα, ὅτι αὐτὴ γινώσκει ὅσα ἡμεῖς ἀγνοοῦμεν καὶ τἀναντία ὅσων ἡμεῖς γινώσκομεν. Καὶ οὐ μόνον αἱ πληροφορίαι, ἃς περιέχει ἡ παράγραφος περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, ἀλλὰ τὸ κατ’ ἐμὲ διαμαρτύρομαι καὶ κατὰ τῶν σκέψεων, τὰς ὁποίας περιέχει ἡ παράγραφος αὕτη. Ἐμερίμνησε, λέγει ἡ κυβέρνησις, ἡ Εὐρώπη περὶ τῆς Ἑλλάδος. Ἐγὼ δὲ πάντοτε ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, ὅτι ἡ Εὐρώπη ἐν Βερολίνῳ προσηνέχθη ἀστόργως πρὸς τὴν Ἑλλάδα, καὶ νομίζω, ὅτι ἀτόπως ἡ κυβέρνησις ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλίου διὰ τοῦ στέμματος ἐξέφερε τοιαύτας κρίσεις περὶ τῶν ἐν Βερολίνῳ γενομένων (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Καὶ ἂν τὰ ἐν Βερολίνῳ ἐνδειχθέντα ἐπραγματοποιοῦντο, πάλιν ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος ἐκ τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου ἐξήρχετο ἠλαττωμένη. Ἀλλὰ μέχρι τοῦδε οὐ μόνον πραγματοποίησιν οὐδεμίαν εἴδομεν τῶν ἐν Βερολίνῳ ἐνδειχθέντων, ἀλλὰ μᾶλλον χλεύην καὶ ἐμπαιγμόν. Βεβαίως, κύριοι, εἰς ἡμᾶς δὲν ἀνήκει νὰ ἐξετάσωμεν τὰ τοῦ ζητήματος τούτου ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐνεργείας τῶν μεγάλων Δυνάμεων αἵτινες συνῆλθον ἐν Βερολίνῳ. Ἀλλ’ ἀνάγκη εἰς ἡμᾶς νὰ ἐξετάσωμεν τὰ περὶ τούτου ἐν τῇ σχέσει αὐτῶν πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐφ’ ὅσον νομίζει ὅτι δύναται νὰ τὸ πράξῃ, ποίας ἐνεργείας ἐποιήσατο ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, καὶ νὰ παραστήσῃ κατὰ πόσον αὕτη δὲν ἐνέχεται εἰς τὰς ἐπελθούσας ἀποτυχίας καὶ εἰς τοὺς ἐξευτελισμοὺς τοῦ Κράτους· δυνάμεθα νὰ ἐρωτήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἂν ἐπιτρέπηται εἰς αὐτὴν νὰ μᾶς εἴπῃ, διατί μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τῶν διαπραγματεύσεων ἐν Πρεβέζῃ, αἵτινες ἀπέδειξαν, ὅτι ἄμεσος συνεννόησις Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας εἶναι ἀνέφικτος, διατί ἐπανέλαβε τὰς διαπραγματεύσεις ἐν Κωνσταντινουπόλει, καὶ διατί, ἀφοῦ ἐπέμεινεν εἰς τὸν ὑποχρεωτικὸν χαρακτῆρα τῶν ἐνδειχθέντων ἐν Βερολίνῳ, ἀπεδέχθη κατόπιν ἄλλην βάσιν συζητήσεων, ὑπεχώρησεν, ἀποδεχθεῖσα συζήτησιν, ἄνευ τοῦ ὑποχρεωτικοῦ τούτου ὅρου; Δυνάμεθα νὰ ἐρωτήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, πῶς ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου διὰ τοῦ στέμματος λέγει, ὅτι τὸ ζήτημα περιστρέφεται ἤδη περὶ τὰ πραγματικὰ, ἐνῷ ἠξεύρομεν ἐκ τῶν πρωτοκόλλων, τῶν δημοσιευθέντων οὐχὶ ἐπισήμως, ἀλλ’ ἐπισήμων ὄντων, ὅτι περὶ πραγματικὰ ζητήματα μόνον ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔφερε τὸν λόγον, ἡ δὲ Τουρκικὴ οὐδέποτε συνῄνεσε νὰ χαράξῃ ὡς πραγματικὸν ζήτημα γραμμὴν ἰδίαν, ἐνῷ σήμερον ἔτι ἐλάβομεν τηλεγράφημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὑπεχώρησεν ἀπὸ τῆς πρώτης γραμμῆς, ἣν ἐχάραξεν ἐν Κωνσταντινουπόλει, ἡ δὲ τουρκικὴ Κυβέρνησις προκαλεῖται ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων ἀντιπροσώπων, ἵνα χαράξῃ τέλος καὶ αὐτὴ γραμμήν; Ἡ θέσις αὕτη τῶν δύο συμβαλλομένων εἶναι θέσις, τὴν ὁποίαν ὤφειλε ποτὲ ν’ ἀποδεχθῇ ἡ Ἑλλάς; εἶναι θέσις, ἐκ τῆς ὁποίας ἠδύνατο νὰ προσδοκᾷ ἡ Κυβέρνησις ἐπιτυχίαν τῶν διαπραγματεύσεων; Καὶ διατί ἡ Κυβέρνησις ἐδέχθη νὰ μετατραπῇ αὕτη ἡ συζήτησις καὶ νὰ λάβῃ τοιοῦτον χαρακτῆρα; Ὀφείλει νὰ δώσῃ περὶ τούτου ἐξηγήσεις, διότι δὲν ἀγνοεῖ, ὅτι παρεξηγήθη καὶ αὐτὴ ἡ σύμπτωσις τῆς ὑποχωρήσεως αὐτῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει μετὰ τῆς ἐποχῆς τῶν ἐνταῦθα ἐκλογῶν. Τὸ ζήτημα τὸ ἐξωτερικὸν εἶναι ζήτημα ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος οὐδὲν εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐπίῤῥωσιν τῶν ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ, πρωθυστέρως ἐργάζεται, ζητοῦσα ψῆφον ἐμπιστοσύνης παρ’ Ἑλλήνων Βουλευτῶν· παρ’ Ἑλλήνων δὲ Βουλευτῶν, παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς δὲν δύναται ν’ ἀξιοῖ, ὅτι θ’ ἀναλάβῃ αὕτη τὴν εὐθύνην τῶν μέχρι τοῦδε γενομένων, διότι τοῦτο πράττει, δίδουσα ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν προσαγάγῃ πληροφορίας ἀνατρεπούσας τὰς μέχρι τοῦδε γνωστὰς περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ ἔχομεν ἀνάγκην πληροφοριῶν περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος καὶ δι’ ἕτερον λόγον· διότι ἐκ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν θέλομεν μορφώσει περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, θέλομεν κανονίσει καὶ τὰ τῆς ἐσωτερικῆς ἡμῶν πολιτικῆς. Ἠξεύρετε, ὅτι ἐν τῇ παρελθούσῃ περιόδῳ τῆς Βουλῆς ἐπεκράτει ὡς πρὸς τοῦτο μεγίστη διάστασις γνώμης ἀντιπολιτεύσεως καὶ Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις ἔλεγε πρὸς τὴν Βουλήν: «Μὴ φείδεσθε δαπανῶν, μὴ φέρετε μεταβολὰς εἰς τὰ κείμενα· μετ’ ὀλίγας ἑβδομάδας, μετὰ δύο ἢ τρεῖς μῆνας ἐπέρχεται ἡ λύσις τοῦ ζητήματος, ἑπομένως αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας ψηφίζετε, δὲν εἶναι σπουδαῖαι, διότι δὲν πρόκειται νὰ ψηφίσητε αὐτὰς ὡς δαπάνας διαρκεῖς. Ἂν θὰ παρετείνοντο καὶ ἐπὶ τὸ ἐπιὸν ἔτος, θὰ ἦτο τῷ ὄντι ἄξιον τῆς μερίμνης τῆς Βουλῆς, ὅπως φέρῃ οἰκονομίας καὶ ἀποβλέψῃ εἰς τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ ὡς εἰς ζήτημα πρωτεῦον· ἀλλὰ πρόκειται περὶ δαπάνης, ἥτις θέλει ἐξακολουθήσει μόνον ὀλίγας ἡμέρας, ὀλίγας ἑβδομάδας, δύο ἢ τρεῖς μῆνας εἶναι ἄρα ἀνάξιον τῆς Βουλῆς νὰ λεπτολογήσῃ». Ἡ ἀντιπολίτευσις εἰς τοὺς λόγους τῆς Κυβερνήσεως ἀντέτασσε τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας αὐτὴ εἶχε, καὶ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν ἐκείνων εἶχε μορφώσει· ἔλεγεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν: «Κακῶς σκέπτεσαι, φρονοῦσα, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ζήτημα ἑβδομάδων. Κατὰ πᾶσαν πιθανότητα τὸ ζήτημα τοῦτο θέλει διατελεῖ ἐκκρεμὲς καὶ καθ’ ὅλον τὸ ἐπιὸν ἔτος 1879, διότι ἡ συζήτησις αὐτοῦ ἤρξατο κατὰ τὸν Ὀκτώβριον καὶ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1878· ἑπομένως ἀπέχετε νὰ ζητῆτε πιστώσεις, καὶ ἂς ἀπέχῃ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίζῃ πιστώσεις διὰ τὸ 1878, διότι αἱ βεβαιώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ πρώτη Ἰανουαρίου 1879 ἤθελεν ἴδει τὸ ζήτημα λελυμένον, στηρίζονται βεβαίως ἐπὶ ἀτελῶν πληροφοριῶν καὶ ἐσφαλμένων κρίσεων.» Ἡ Κυβέρνησις ὅμως τότε ἀπήντα, ὅτι αὕτη ἐγίνωσκεν ὅσα ἡ ἀντιπολίτευσις ἠγνόει· αἱ δὲ δαπάναι, ἃς ἀπῄτει τότε ἡ Κυβέρνησις, ἐψηφίσθησαν, ὡς ἐψηφίσθησαν κατόπιν καὶ αἱ τοῦ ἔτους 1879, καὶ εἴχομεν προϋπολογισμὸν μὲ ἔλλειμμα 15 ἑκατομμυρίων, περὶ τοῦ ὁποίου, κληθεὶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπανειλημμένως ἀπηξίωσε νὰ δώσῃ οἱανδήποτε ἐξήγησιν ὡς πρὸς τὸν τρόπον, δι’ οὗ ἤθελε καλύψει αὐτό. Τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο τόσῳ σπουδαῖον, ὥστε ἀπέναντι αὐτοῦ πᾶν ζήτημα ἐλλείμματος ἐξηφανίζετο· μικρολόγοι ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τοιαῦτα ζητήματα ἐπροκάλουν ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ μόνον φατριαστικὸν πνεῦμα ἠδύνατο νὰ ὁδηγῇ ἐκείνους, οἵτινες συνεζήτουν περὶ ἐλλείμματος προϋπολογισμοῦ, ἐνῷ ἐπρόκειτο ἐντὸς ὀλιγίστων ἡμερῶν νὰ ἐπέλθῃ ἡ λύσις τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος. Τοιαύτη ὑπῆρχεν ἡ στάσις τῆς κυβερνήσεως ἀπέναντι τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἀφ’ ὅτου ὑπεγράφη ἡ συνθήκη τοῦ Βερολίνου ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, καὶ ὡς ἐκ τῆς στάσεως ταύτης αἱ δαπάναι ἐπολλαπλασιάσθησαν καὶ ἐξακολουθοῦσι πάντοτε αἱ αὐταὶ, καὶ θὰ ἐξακολουθῶσιν, ἑνόσῳ ἡ Βουλὴ δὲν ἀποδεχθῇ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἀρχῆθεν ὑπεστηρίξαμεν, καὶ δὲν πιστεύσῃ, ὅτι μόνη θεραπεία εἶναι ὁ κανονισμὸς τῶν ἐσωτερικῶν πραγμάτων ἐπὶ βάσεων ἀντιθέτων ἐκείνων, ἐφ’ ὧν ἡ κυβέρνησις ἐστήριξε τὰς σκέψεις της. Ἡ κυβέρνησις φρονοῦσα, ὅτι τὸ ζήτημα προσεχέστατα λύεται, ἐσύστησεν εἰς τὴν βουλὴν, ὅπως ἔχωμεν ἤδη ὑπὸ τὰ ὅπλα τὴν ἀνωτέραν δύναμιν, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ φέρωμεν εἰς τὰς τάξεις, ὅπως ὑποβληθῶμεν ἀπὸ τοῦδε εἰς πάσας τὰς θυσίας, αἵτινες εἶναι ἀναγκαῖαι πρὸς ἄμεσον ἐνέργειαν, ἐνῷ τοὐναντίον οἱ ἀσπαζόμενοι τὴν γνώμην ἡμῶν ὀφείλουσι ν’ ἀποδεχθῶσι καὶ συνεπείας ἐκ διαμέτρου ἀντιθέτους τῶν συνεπειῶν, τὰς ὁποίας ἡ κυβέρνησις ἀρχικῶς ἐπεδίωξε. Κατὰ τὴν ἰδέαν ἡμῶν τὸ ἀνατολικὸν ζήτημα ὑφίσταται ἐκκρεμὲς, καὶ ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει νὰ παρασκευάζηται, ἵνα μετάσχῃ τοῦ ζητήματος τούτου ἀνακινουμένου· τὸ ἑλληνοτουρκικὸν δὲ ζήτημα τῶν συνόρων ὑφίσταται ἐπίσης ἐκκρεμὲς, καὶ δὲν θέλει κλείσει, ἕως ὅτου λυθῇ κατὰ τὰς ἐνδείξεις τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου. Ἀλλ’ ἡ παρασκευὴ, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ κάμωμεν καὶ ἀπέναντι τοῦ ἀνατολικοῦ ζητήματος καὶ ἀπέναντι τοῦ ζητήματος τῶν συνόρων, δὲν εἶναι παρασκευὴ πρὸς ἄμεσον ἐνέργειαν, εἶναι παρασκευὴ πρὸς ἐνέργειαν ἐν τῇ εὐθέτῳ ὥρᾳ· ἡ δὲ διαφορὰ τῶν δύο τούτων εἰδῶν παρασκευῆς εἶναι λίαν διακεκριμένη. Ἡ μὲν πρώτη θέλει τὴν ἐκ τοῦ προχείρου συγκέντρωσιν πασῶν τῶν δυνάμεων τῆς χώρας, τὴν διατήρησιν αὐτῶν ἐν ἐνεργείᾳ μέχρι τῆς ἐπιλύσεως τοῦ ζητήματος· ἡ ἑτέρα δ’ ἀρχὴ θέλει τὸν περιορισμὸν τῶν δυνάμεων τούτων ἕως τοῦ κατωτάτου ὅρου, τοῦ ἀναγκαίου πρὸς τὸν ὀργανισμὸν πυρῆνος στρατοῦ καὶ τὴν στρατιωτικὴν ἐκγύμνασιν παντὸς τοῦ ἔθνους. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ἐκτάκτων ἐφέδρων, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην μεταβατικῆς ἐθνοφυλακῆς, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ἐπιδεικτικῶν στρατοπέδων ἐν Λεπενοῦ· ἔχομεν ἀνάγκην στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, καὶ χάριν τοῦ ὀργανισμοῦ, εἴμεθα πρόθυμοι νὰ ἀποδεχθῶμεν τὰς θυσίας ἐκείνας, περὶ ὧν ποιεῖται μνείαν ὁ βασιλικὸς λόγος καθ’ ὑπαγόρευσιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ὁμιλοῦσα περὶ θυσιῶν ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ, ταύτας ἐννοεῖ τὰς θυσίας; Ἐννοεῖ τὸν περιορισμὸν τῶν δυνάμεων τῶν στρατιωτικῶν εἰς μόνον τὸν ἀναγκαῖον ἀριθμὸν πρὸς ὀργάνωσιν τοῦ πυρῆνος, περὶ τὸν ὁποῖον ἐν τῇ εὐθέτῳ ὥρᾳ νὰ δύνανται νὰ συγκεντρωθῶσιν αἱ ἐκγεγυμνασμέναι δυνάμεις τοῦ Κράτους; Περὶ τούτου ὀφείλει νὰ ἐξηγηθῇ ἡ Κυβέρνησις. Ἔχομεν ἐξήγησιν· ἀλλὰ δὲν θέλω ν’ ἀδικήσω τὴν Κυβέρνησιν, παραδεχόμενος, ὅτι αὐτὴ ἀποτελεῖ καὶ τὴν κυβερνητικὴν ἰδέαν. Ἐδημοσιεύθη κατὰ τὸ 1877 ὑπὸ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν δήλωσις, ὅτι κατ’ αὐτὸν πᾶς ὀργανισμὸς τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ κατὰ τὸ εὐρωπαϊκὸν σύστημα εἶναι καταστρεπτικὸς διὰ τὸ ἔθνος, καὶ ὅτι ἡ πρόσκλησις ξένων ἀξιωματικῶν, χάριν τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου, εἶναι ἀπευκταία καὶ ἀπαισία, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται διὰ στρατοῦ 24 καὶ 34 χιλιάδων ἀνδρῶν νὰ πολεμήσῃ, καὶ ἑπομένως, ὅτι πᾶσα δαπάνη, γινομένη πρὸς καταρτισμὸν τοιούτου στρατοῦ, εἶναι σπατάλη ἀδικαιολόγητος. Ταῦτα ἐδημοσίευσεν ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς τῆς νῦν Κυβερνήσεως, καὶ, κύριοι, προσέξατε· δίδοντες ψῆφον ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔλθῃ νὰ ὁμολογήσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἀποκηρύττει τὰς γνώμας τοῦ συναδέλφου, δίδετε ψῆφον ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν ἐκείνων, δίδετε ψῆφον ὑπὲρ τοῦ βασιβουζουκισμοῦ ἐν τῷ ἑλληνικῷ στρατῷ (χειροκροτήματα ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ). Ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ, ὅστις διακρίνεται δι’ ὅσα παρέλειψε μᾶλλον ἢ δι’ ὅσα εἶπεν, ἐῤῥέθησαν ὅμως καί τινα, π. χ. ὅτι αἱ ἐκλογαὶ διεξήχθησαν ἀνεπηρεάστως. Ἀλλὰ, πῶς δυνάμεθα ἡμεῖς διὰ τῆς ψήφου ἡμῶν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ διεξήχθησαν ἀνεπηρεάστως, ὅταν πανθομολογούμενον εἶναι, ὅτι ἡ κυβέρνησις εἶχεν ὑπουργικοὺς ὑποψηφίους; πῶς δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ ὑπουργικὴ ὑποψηφιότης δὲν ἀποτελεῖ ἐπηρεασμὸν, ὅταν ἐν τῇ σημερινῇ συνεδριάσει ἐγεννήθη σκάνδαλον ἀμέσως εἰς τὸ πρῶτον βῆμα τῆς Βουλῆς, διότι κατηγγέλθη ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, ὅτι ἐπέτρεψεν εἰς ὑπαλλήλους κατὰ τὰς ἐκλογὰς νὰ διεξάγωσι τὴν ὑπηρεσίαν αὑτῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ των; Εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς νὰ ἐπικυρώσωμεν τοὺς λόγους τούτους, οὓς ἡ κυβέρνησις ἔθηκεν εἰς τὸ στόμα τοῦ βασιλέως; εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπικυρώσωμεν, ὅτι αἱ θυσίαι αἱ γενόμεναι μέχρι τοῦδε προήγαγον τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος εἰς βαθμὸν μέγαν, ἐνῷ ἠξεύρομεν, ὅτι ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος εὑρίσκεται σήμερον εἰς κατάστασιν χείρονα παράποτε, ὅταν ἔχωμεν πρόσφατον τὴν ἀποτυχίαν τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, ὅταν μέτρα ἄλλα, παρὰ τῆς βουλῆς ψηφισθέντα, δὲν δυνάμεθα νὰ πραγματοποιήσωμεν, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῆς πίστεως; Πῶς δύναται ἡ κυβέρνησις, τοιαῦτα πρὸς ἡμᾶς εἰποῦσα διὰ τοῦ βασιλικοῦ λόγου, νὰ ζητήσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ἂν δὲν ἔλθῃ νὰ δικαιολογήσῃ ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς θεωροῦμεν ἄντικρυς ἀντιστρατευόμενα πρὸς τὴν ἀλήθειαν; Ὡς πρὸς τὰ πεπραγμένα παρὰ τῆς κυβερνήσεως, ὅπως καὶ ὡς πρὸς τὴν παροῦσαν αὐτῆς πολιτικὴν, διατελοῦμεν ἐστερημένοι ἐπισήμων πληροφοριῶν, διατελοῦμεν ὅμως περὶ αὐτῶν ἐν πλήρει γνώσει ἐξ ἰδιωτικῶν πληροφοριῶν· ἡ δὲ γνῶσις αὕτη μᾶς πείθει, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν κυβέρνησιν, καὶ τὴν πεποίθησιν ἡμῶν ταύτην θέλομεν ἐκφράσει. Ἀλλὰ δὲν θέλομεν τὴν ἐκφράσει, ἂν ἀφ’ ἡμῶν ἐξαρτᾶται, εἰμὴ τότε, ὅταν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τοῦτο δεδικαιολογημένως· νομίζω δὲ, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ πράξωμεν δεδικαιολογημένως, εἰμὴ ἀφοῦ ἡ κυβέρνησις ὑποβάλῃ ὅλας τὰς πληροφορίας περὶ τῶν εἰς αὐτὴν προσαπτομένων, τινὰ τῶν ὁποίων ὑπέδειξα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· ὀφείλει, κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλλῃ τὸν προϋπολογισμὸν τὸ βραδύτερον ἐντὸς 2 μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου, δὲν ἕπεται ὅμως ἐκ τούτου, ὅτι ὀφείλει νὰ περιμένῃ πρὸς τοῦτο τὴν τελευταίαν ἡμέραν τοῦ δευτέρου μηνός. Τὸν προϋπολογισμὸν ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις εὐθὺς μετὰ τὴν ψήφισιν τῆς ἀπαντήσεως νὰ ὑποβάλλῃ, ὡς καὶ τοὺς φορολογικοὺς νόμους καὶ τὸν περὶ στρατιωτικοῦ ὀργανισμοῦ, καὶ τότε θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐκφράσωμεν αὐθεντικῶς κρίσιν περὶ τοῦ πολιτικοῦ αὐτῆς προγράμματος, καὶ τότε θέλομεν ἀντιτάξει πρὸς τὸ πρόγραμμα αὐτῆς τὸ πρόγραμμα ἡμῶν, ὥστε τὴν ἀπόφασιν ἡμῶν ἐν τῷ πολιτικῷ ζητήματι νὰ δύναται ἡ κοινωνία νὰ ἐκτιμήσῃ, συσχετίζουσα αὐτὸ πρὸς τὴν ἐμπιστοσύνην, ἣν ὀφείλει νὰ ἔχῃ πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἀποφαίνονται, ὅτι δὲν ἔχουσιν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
§55Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ Σύνταγμα ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ἵνα ὑποβάλλῃ ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου τὸν ἐτήσιον προϋπολογισμόν, δὲν εἶναι δικαίωμα αὐτῆς, δυνάμει τοῦ ὁποίου δύναται νὰ τὸν ὑποβάλλῃ ὡρισμένως κατὰ τὴν λῆξιν τῆς διμήνου προθεσμίας, ἀλλ’ εἶναι καθῆκον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐκπληρώσῃ πρὸ τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας τῶν δύο μηνῶν, ἥτις ἐτέθη ἐν τῷ Συντάγματι, καὶ ὅσῳ δυνατὸν ταχύτερον καὶ πρὸ τοῦ τέλους τῶν δύο μηνῶν. Ἡ θεωρία αὕτη εἶναι ἡ μόνη ὀρθὴ καὶ ἀληθὴς θεωρία, τὴν ὁποίαν ὁ προαγορεύσας βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου πρὸ μικροῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπε· διότι πᾶν ὅ,τι ἄλλο εἶπε δὲν ἔχει τὴν τύχην νὰ ἦναι οὔτε ὀρθόν, οὔτε ἀληθές. Ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἀνάγκη νὰ ἦναι γνωστὸς εἰς τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, διὰ νὰ δύνανται ταῦτα ἐν γνώσει τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀνεκοίνωσεν ὡς Κυβέρνησις τοῦ Κράτους, ἐν γνώσει τοῦ πολιτικοῦ προγράμματος τοῦ Ὑπουργείου, νὰ σχηματίσωσι τὴν γνώμην, καὶ ἀποφαίνωνται ἐὰν πρέπῃ νὰ μεταδώσωσιν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἢ πρέπῃ νὰ ἀρνηθῶσιν αὐτὴν εἰς αὐτό. Σχεδὸν ἠλέγχθημεν ἀπὸ τὸν προλαλήσαντα διατὶ δὲν εἰσηγάγομεν τὸν προϋπολογισμὸν ἀκόμη, καὶ προετράπημεν ὑπ’ αὐτοῦ νὰ σπεύσωμεν νὰ εἰσαγάγωμεν αὐτόν, διὰ νὰ σᾶς φέρωμεν εἰς τὴν εὔκολον θέσιν νὰ κρίνητε ἐὰν πρέπῃ νὰ μεταδώσητε εἰς ἡμᾶς τὴν ἐμπιστοσύνην ὑμῶν, ἢ οὔ. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου δὲν ἐζήτησε σήμερον τὴν ψῆφον τῆς ἐμπιστοσύνης, διὰ νὰ δυνηθῇ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ κυβερνήσῃ τὸ Κράτος καὶ ἐπὶ τὸ μέλλον. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἓν καθῆκον, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ ἐκπληρώσῃ. Ἡ Κυβέρνησις ἐκυβέρνησε τὸν τόπον ἀπὸ τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου τοῦ παρελ. ἔτους, τοῦ Κοινοβουλίου ἀπόντος, διότι συνεκλήθη ἀληθῶς ἡ ἔκτακτος Σύνοδος τὸν μῆνα Ἰούλιον, διήρκεσε δὲ δυστυχῶς ὀλίγας ἡμέρας. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, δυστυχῶς, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐκυβέρνησεν ἡ Κυβέρνησις, συνέβησαν τοσαῦτα γεγονότα, οἱ δ’ ἀποτελοῦντες τὴν ἀντιπολίτευσιν διέδωκαν τοσαύτας αἰτιάσεις, ἐξετόξευσαν τοσαύτας κατηγορίας καὶ μομφάς, τὰς ὁποίας ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ὀνομάζω συκοφαντίας, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀποδειχθῇ ἡ ἀλήθεια αὐτῶν. Ὥστε ἡ κυβέρνησις εἶχεν ὄχι μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ καθῆκον, εὐθὺς ὡς συνῆλθεν ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους, εὐθὺς ὡς κατηρτίσθη τὸ Σῶμα, πρὸ πάσης ἄλλης ἐργασίας, νὰ παρακαλέσῃ τοὺς ἀντιπροσώπους νὰ ἀποφανθῶσιν, ἐὰν κρίνωσιν ὅτι αἱ κατηγορίαι ἐκεῖναι ἦσαν βάσιμοι, ἂν ἀποδέχωνται τὰς αἰτιάσεις, ἃς κατὰ τοῦ Ὑπουργείου ἐξετόξευσαν, καὶ τὰς ὁποίας ἔχω τὸ δικαίωμα ἐγὼ νὰ ἀποκαλέσω συκοφαντίας, ἐν ὅσῳ δὲν ἀποδειχθῇ ἡ ἀλήθεια αὐτῶν, ἢ ἐὰν πάντα ἐκεῖνα ἦσαν ἀβάσιμα καὶ ψευδῆ. Καὶ πῶς ἠδύνατο, κύριοι, νὰ ἦναι σύμφωνον μὲ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους νὰ μένῃ εἰς τὰ πράγματα Κυβέρνησις, ἥτις ἐχαρακτηρίσθη καὶ παρεστάθη εἰς ὅλον τὸν ἑλληνικὸν λαὸν ὡς ἀξία τοῦ δεσμωτηρίου; Νομίζετε, κύριοι, ὅτι εἶναι τόσον ἐγγὺς τὸ ἐδώλιον τοῦ κυβερνήτου μὲ τὸν θάλαμον τοῦ δεσμώτου, καὶ ὅτι δύναται νὰ ἀναβληθῇ ἡ περὶ τούτου κρίσις, διὰ νὰ γείνῃ μετὰ καιρόν τινα, καὶ ὅμως νὰ ἐξακολουθῶσι κυβερνῶντες οἱ παρασταθέντες ὡς ἄξιοι νὰ ἀπαχθῶσιν εἰς τὸ δεσμωτήριον; Ὁ βουλευτὴς Μεσολογγίου ἔχει περίεργον τρόπον τοῦ συζητεῖν καὶ ἐπιτίθεσθαι. Ἀλλὰ ὁ τρόπος οὗτος, τὸν ὁποῖον δὲν δύναμαι, οὐδὲ γνωρίζω ἂν πρέπῃ νὰ ἀποδώσω εἰς τὸν ἴδιον χαρακτῆρα αὐτοῦ, ὁ τρόπος οὗτος συγχύζει τὰ πράγματα πρὸς ἄλληλα. Καὶ δύναται μὲν ἴσως νὰ παριστᾷ εἰς τοὺς ἀκούοντας ὅ,τι αὐτὸς προβάλλει μᾶλλον εὐχάριστον ἢ βέλτιον, ἢ ὅσον εἶναι πράγματι. Σήμερον ἀληθῶς ἐπανελήφθη ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου τὸ ἴδιον θέμα, ἡ ἰδία ὁμιλία αὐτοῦ, ἥτις κατὰ τὴν 14 Ἰουλίου ἐγένετο παρ’ αὐτοῦ τούτου. Ἑπομένως ἦτο λογικὴ ἡ πρότασις τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλὴ τὴν μέχρι τοῦδε πολιτείαν ἡμῶν, καὶ νὰ ἀποφανθῇ ἐὰν ἦναι ἀξία νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὰ δεσμωτήρια, ἢ ὄχι. Ἀληθῶς τοιάδε ἔδει νὰ ἦναι ἡ πολιτεία παντὸς κυβερνῶντος. Καὶ ἐν ᾧ ἐπρόκειτο περὶ τούτου, ἤτοι ἂν πρέπῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ, κατὰ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, τὴν κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ μέχρι τοῦδε πολιτείαν ἡμῶν, ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον διαδέχομαι ἐπὶ τοῦ βήματος, μὲ ἓν ἅλμα εἴδατε αὐτὸν νὰ εἰσδύσῃ εἰς τὴν οὐσίαν καὶ διέλθῃ ὅλας τὰς παραγράφους τοῦ Βασιλικοῦ λόγου. Τὸν εἴδατε νὰ εἰσέλθῃ εἰς ὅλα τὰ ὑπουργεῖα καὶ νὰ μὴ ἀφήσῃ κανέν, χωρὶς νὰ φέρῃ ἐπ’ αὐτοῦ ἔλεγχον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὴν δεκάτην τετάρτην Ἰουλίου δὲν συνέβη τίποτε ἄλλο παρὰ τοῦτο. Ἐνῷ ἦτον ἡ πρώτη ἡμέρα καθ’ ἣν ἤρχοντο αἱ συζητήσεις τῆς Βουλῆς, ἦλθε καὶ μᾶς ἤλεγξε διατὶ δὲν ἀπελογήθημεν, διατὶ δὲν τοῦ ἐδώκαμεν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας δὲν ἐζήτησε, διατὶ δὲν παρέσχομεν αὐτῷ τὰ στοιχεῖα τοῦ φωτισμοῦ, τὰ ὁποῖα οὔτε ἐζήτησεν οὔτε ἀνέφερε, καὶ τοιουτοτρόπως μᾶς κατέδειξεν ὡς ἀνθρώπους φεύγοντας τὴν συζήτησιν καὶ τὸν ἔλεγχον. Τὸ εἶδος τοῦτο τῆς πολεμικῆς δύναται νὰ ἦναι πρόσφορον, κύριοι, διὰ νὰ προκαλῇ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου παρετηρήσατε· δύναται νὰ ἦναι πρόσφορον, διὰ νὰ προκαλῇ τὴν εὐχαρίστησιν τοῦ ἀκροατηρίου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιτήδειον, διὰ νὰ φωτίσῃ σᾶς, ἐὰν ἔχητε ἀνάγκην φωτισμοῦ, δὲν εἶναι ἐπιτήδειον εἰς ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους. Ἐγὼ δὲν ἐσυνείθισα νὰ προσβλέπω εἰς τὰς διαθέσεις τῶν ἀκροατηρίων. Πολιτεύομαι πολὺ πρὸ τοῦ βουλευτοῦ ἐκ Μεσολογγίου, καὶ εἰς κρισιμωτέρας περιστάσεις τῆς πατρίδος εἶχον τὸ θάῤῥος νὰ ψηφίσω καὶ νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν, ἐναντίον τῶν διαθέσεων τῶν ἀκροατηρίων καὶ ἐν τῷ μέσῳ τῶν ἀποδοκιμασιῶν αὐτῶν, καὶ πιστεύω, ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε ἱστορία οὐχ’ ἧττον ἀπέδειξεν, ὅτι αἱ γνῶμαι, τὰς ὁποίας τότε εἶπον, ἦσαν ἀληθεῖς καὶ σύμφωνοι πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. (Ἐπιδοκιμασίαι καὶ ἀποδοκιμασίαι ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις.)
§56ΤΙΝΕΣ. Κύριε πρόεδρε, νὰ κενώσητε τὰ ἀκροατήρια (ἐξακολουθοῦσιν αἱ ἐπιδοκιμασίαι καὶ ἀποδοκιμασίαι, καὶ θόρυβος ἐν τῇ αἰθούσῃ.»)
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητῶ τὴν ἄδειαν νὰ κενώσω τὰ ἀκροατήρια.
§58ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§59ΜΥΚΩΝΙΟΣ. Νὰ γείνῃ διακοπὴ ἐπὶ δέκα λεπτά.
§60Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριοι, ὅταν εἴμεθα ἐν τῇ ἀληθείᾳ, ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἀκούῃ ὅλον τὸ ἔθνος, καὶ ἐὰν τινὲς τῶν παρισταμένων, εἴτε ὑπὸ πλάνης περὶ τὰ πράγματα, εἴτε ὑπὸ ἰδίων συμφερόντων παρακινούμενοι, εἴτε ἐξ ἐλπίδος οἰστρηλατούμενοι, ἐκτρέπωνται εἰς ἀποδοκιμασίας ἢ ἐπιδοκιμασίας, αὐτὸ δὲν βλάπτει· πρέπει νὰ ἦναι παρόντες ὅλοι, διὰ νὰ ἀκούσωσι καὶ μάθωσι ποῦ εἶναι ἡ ἀλήθεια, καὶ διὰ νὰ ἴδωσι ποῖοι διαστρέφουσι τὰ πράγματα.
§61ΤΙΝΕΣ. Εὖγε (ἐπιδοκιμασίαι εἰς τὰ ἀκροατήρια).
§62ΠΟΛΛΟΙ. Κύριε πρόεδρε, νὰ κενωθῶσι τὰ ἀκροατήρια.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει γείνει πέντε λεπτῶν διακοπὴ ἕως ὅτου κενωθῶσι τὰ ἀκροατήρια. (Κενοῦνται τινὰ τῶν θεωρείων κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς διακοπῆς, μεθ’ ἣν ἐπαναλαμβάνεται ἡ συζήτησις.)
§64ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ἐπιτραπήτω μοι, κ. Πρόεδρε, μία παρατήρησις ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου τῶν ἀκροατηρίων.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρατηρῶ εἰς τὰ ἀκροατήρια, ὅτι ὀφείλουν νὰ ἀπέχουν ἀπὸ πᾶσαν ἐπιδοκιμασίαν καὶ ἀποδοκιμασίαν, καὶ νὰ μὴ ταράσσωσι τὴν ἡσυχίαν τοῦ Βουλευτηρίου, διότι θὰ φανῶ λίαν αὐστηρός· θὰ παρατηρῶ μὲ πολλὴν προσοχὴν, καὶ ἄν τινα ἴδω ὅτι ἔκαμε πρῶτος ἀρχὴν, θὰ τὸν ἀποβάλω· ὅταν δὲ ἀνησυχοῦν πολλοὶ, θὰ ζητῶ τὴν ἄδειαν νὰ κενωθῶσι τὰ ἀκροατήρια τὰ ὁποῖα ἀνησυχοῦν· θὰ εἶμαι λίαν αὐστηρὸς, θὰ εἶμαι ἀδυσώπητος.
§66ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Ὑποβάλλω μίαν παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου τῶν ἀκροατηρίων. Δὲν ἐγκρίνω, ὅπως ὑμεῖς, τὴν τοιαύτην ἐπέμβασιν εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῶν καθηκόντων τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἀποτέλεσμα, πρέπει ἡμεῖς πρῶτοι νὰ μὴ δίδωμεν τὸ παράδειγμα ἐπιδοκιμασιῶν καὶ ἀποδοκιμασιῶν. Ἐν τούτοις δὶς σήμερον συνέβη τὸ τοιοῦτον. Ὀφείλομεν λοιπὸν ἡμεῖς πρῶτοι σεβασμὸν πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς, διὰ νὰ ἐπιβάλλωμεν τοιοῦτον καὶ εἰς τὰ ἀκροατήρια.
§67Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Πῶς, κύριοι, μᾶς εἶπον, πῶς δυνάμεθα νὰ σᾶς εἴπωμεν ἐὰν ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην εἰς ὑμᾶς, ἀφοῦ δὲν ἤλθετε νὰ μᾶς εἴπητε ποῖα νομοσχέδια ἔχετε νὰ μᾶς εἰσαγάγητε, καὶ ἀφοῦ δὲν ἐδώσατε τὸν χαρακτῆρα αὐτῶν. Μᾶς ὡμιλήσατε περὶ τακτοποιήσεως τῶν οἰκονομικῶν, δὲν μᾶς εἴπετε ὅμως, ἐὰν θέλετε φέρει τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ προσθήκης φόρων, ἢ δι’ οἰκονομιῶν· μᾶς ὡμιλήσατε περὶ στρατιωτικῆς ἀναπτύξεως καὶ προπαρασκευῆς τοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ δὲν μᾶς εἴπετε καὶ τίποτε ἄλλο, ἤτοι διὰ τίνος συστήματος θέλετε πραγματοποιήσει τὴν παρασκευὴν τοῦ Ἔθνους. Καὶ θέλετε, μᾶς εἶπον, ἐν τῇ στιγμῇ ταύτῃ νὰ σᾶς εἴπωμεν, ἐὰν σᾶς θέλωμεν ὑπουργοὺς ἢ ὄχι; Ὁ λέγων ταῦτα, κύριοι, συγχύζει τὴν συζήτησιν περὶ τῆς ἀρχῆς πρὸς τὴν συζήτησιν περὶ τῆς τιμῆς. Νομίζετε, ὅτι ἡμεῖς θέλομεν νὰ συζητήσωμεν, ἐὰν θὰ μένωμεν ἐν τῇ κυβερνήσει ἢ ὄχι; καὶ ὅτι πᾶν ζήτημα περὶ τιμῆς εἶναι ὑποδεέστερον τοῦ ζητήματος περὶ τῆς ἀρχῆς; Ἔχουσι τοιαύτην ἰδέαν περὶ τῆς ἀρχῆς, περὶ τῆς ἐξουσίας, ὥστε νομίζουσιν, ὅτι πρέπει νὰ ὑποτάξωμεν σήμερον εἰς αὐτὴν ὅλα τὰ ἄλλα καθήκοντα, τὰ ὁποῖα οἱ πολιτευόμενοι ἔχουσιν. Ἡμεῖς, κύριοι, σᾶς ζητοῦμεν νὰ μᾶς εἴπητε ἐὰν πρέπῃ νὰ ὑπάγωμεν εἰς τὰ δεσμωτήρια ἢ ὄχι. Αὐτὸ ἐπιθυμοῦμεν νὰ μάθωμεν, διότι ἡ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἀντιπολίτευσις, ἥτις ἐνεφανίζετο κατὰ πᾶσαν πρωΐαν ἐν τῇ κοινωνίᾳ τῆς Ἑλλάδος, περιβεβλημένη μὲ τὴν αὐθεντίαν τῆς καταγωγῆς της, ἰσχυρίσθη πάντοτε, ὅτι ἐπράξαμεν πράξεις, διὰ τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ ὁδηγηθῶμεν εἰς τὰ δεσμωτήρια. Καὶ δὲν ἔχετε ἱκανά, κύριοι, μέχρι τοῦδε φῶτα, διὰ νὰ συναγάγητε γνώμην καὶ ἀποφανθῆτε περὶ τοῦ ζητήματος τούτου; Μᾶς εἶπον, ὅτι ἐπεβάλομεν τὸ φίμωτρον εἰς τὴν Βουλήν. Ἐρωτῶμεν ὑμᾶς, ἵνα ἀποφανθῆτε, ἐπεβάλομεν ἀληθῶς ἡμεῖς φίμωτρον εἰς τὴν Βουλήν; Μᾶς εἶπον, ὅτι ἐπράξαμεν πραξικόπημα κατὰ τὴν 14 Ἰουλίου, ὅτι παρεβιάσαμεν τὸν νόμον περὶ διαθέσεως τοῦ δανείου, ὅτι ἐπραγματεύθημεν ἐπ’ αὐτοῦ οὕτως, ὥστε ἀπέβη ἐπὶ ζημίᾳ τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου θησαυροῦ· μᾶς εἶπον, ὅτι διεχειρίσθημεν τὰ χρήματα κακῶς, καὶ τί δὲν μᾶς εἶπον; Καὶ νομίζετε ὕστερον ἀπὸ ὅλα αὐτά, ὅτι σήμερον ὑμεῖς, καταρτισθέντες εἰς ἀντιπροσωπείαν τοῦ Ἔθνους, δύνασθε νὰ εἴπητε, δὲν πειράζει, ἂς ἐξακολουθήσωμεν τὰ ἄλλα ἔργα μας; Καὶ ἂν τὸ εἴπητε, θέλετε εἶσθε ἄδικοι. Οὐδέποτε δ’ ἡμεῖς θέλομεν ὑποκύψει. Ἡμεῖς ἔχομεν διάφορον ἰδέαν περὶ τιμῆς καὶ διάφορον ἰδέαν περὶ ἀρχῆς, ἀπὸ ἐκείνην, ἣν ἐνέδειξεν, ὅτι ἔχει ὁ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσας. Ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν, τὴν ἐξουσίαν, νομίζομεν, ὅτι ἡ μετοχὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν εἶναι καθῆκον, εἶναι ὑποχρέωσις, διὰ τὴν ὁποίαν, βεβαίως, τὸ ἐπ’ ἐμοί, δὲν προσελιπάρησα, οὔτε θέλω προσλιπαρήσει. Τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν μοὶ εἴπωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ μοὶ τὸ εἴπωσιν, ὅτι πρέπει ν’ ἀπέλθω τῆς ἐξουσίας, θέλω ἀπέλθει μετὰ χαρᾶς πολὺ μείζονος ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθην ὅτε εἰσῆλθον εἰς αὐτήν. Ἀλλὰ πρὸ πάσης συζητήσεως περὶ τοῦ τίς θέλει εἶσθαι ἐν τῇ ἀρχῇ, ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ γνωρίζῃ ὅλος ὁ κόσμος, ὅτι ἡ ἀγαθή μου πίστις εἶναι ἀνωτέρα πάσης αἰτιάσεως. Μὴ νομίζετε δὲ, κύριοι, ὅτι δύναται νὰ ἔχῃ τις τὸ δικαίωμα εἰς οἱανδήποτε θέσιν καὶ ἂν εὑρίσκηται, εἴτε πολιτευόμενος εἶναι, εἴτε ἰδιώτης, εἴτε μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, εἴτε δημοσιογράφος, νὰ δηλητηριάζῃ τὴν κοινωνίαν περὶ τῆς τιμῆς τῶν ἄλλων. Τοιαύτη πρᾶξις εἶναι τοσούτῳ ἀποτροπαία, ὥστε δὲν γνωρίζω πρὸς ποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ παραβληθῇ κοινὰ ἀδικήματα. Ἀλλὰ, κύριοι, θέλουν μᾶς ἐρωτήσει, δὲν ἐπεβάλετε ἀληθῶς φίμωτρον εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ Ἔθνους; Πρέπει ν’ ἀφηγηθῶ τὰ συμβεβηκότα, πρέπει νὰ τ’ ἀφηγηθῶ, διὰ νὰ μάθωσιν ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν μέλη τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν βουλευτικὴν περίοδον, καὶ νὰ κρίνωσιν ἐὰν ἐπεβάλομεν ἀληθῶς φίμωτρον εἰς τὴν Βουλήν. Θέλουσιν εὕρει μεγάλας διαφορὰς μεταξὺ τῶν παραστάσεων, τὰς ὁποίας ἔσπευσαν νὰ κάμωσι πρὸς τὸ κοινὸν τοῦ συμβεβηκότος τούτου, καὶ μεταξὺ ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου θέλω ἀφηγηθῆ. Ἡ ἔκτακτος Σύνοδος τῆς Βουλῆς συνεκλήθη, διότι ἡ παρουσία τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους ἦτον ἀναποφεύκτως ἀναγκαία· ἰδίως δὲ καὶ δι’ ἕνα λόγον ὅλως ἐμπειρικόν, τὸν ὁποῖον ἔπλασσεν ὁ νόμος περὶ δανείου τῶν 60,000,000. Ὁ λόγος ἦτον ἐμπειρικός, οὐδὲ μοι φαίνεται εὔκολον, ἑρμηνεύων τις τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, ν’ ἀναζητήσῃ καὶ ἀνεύρῃ ἕνα λόγον δημοσίου συμφέροντος, ὅστις ἐνυπῆρχε καὶ ὅστις εἶχεν ὑπαγορεύσει τὴν τροπολογίαν, ἥτις ἐγένετο ἐπὶ τοῦ νόμου, καὶ ἐπεψηφίσθη τότε ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι παραπλήσιόν τι ἐπαρουσιάσθη κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1876 ἢ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1877, ὅτε ἦτο πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὁ θρηνηθεὶς ὑπὸ τῶν συμπολιτῶν βουλευτὴς ἐκ Μεσολογγίου, ὁ μακαρίτης Δεληγιώργης· ἀπὸ αὐτὰ τὰ θρανία, ἀπὸ αὐτὰ τὰ καθίσματα ἐξησκήθη ἐπ’ ἐκείνου τοσαύτη πίεσις, ὥστε ἠναγκάσθη νὰ δώσῃ τὴν βεβαίωσιν, ὅτι ἔμελλε νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλήν λίαν προσεχῶς εἰς ἔκτακτον Σύνοδον. Τὸ Κοινοβούλιον συνῆλθεν ἀληθῶς τότε εἰς ἔκτακτον Σύνοδον, καὶ ἡ πρώτη πρᾶξις ἦτο ν’ ἀνατρέψῃ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ μακαρίτου Δεληγεώργη. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τῶν 60,000,000 ὡσαύτως ἐπλάσθη εἷς ἐμπειρικὸς λόγος, ὅστις καθίστα ἀναποφεύκτως ἀναγκαίαν τὴν συγκάλεσιν τοῦ Κοινοβουλίου. Δὲν νομίζω ἐὰν ἦτον ὁ αὐτὸς σκοπός, ὅστις ὑπηγόρευσε τότε τὴν ἐπὶ τοῦ μακαρίτου Δεληγεώργη ἀσκηθεῖσαν, πρὸς συγκάλεσιν τῆς ἐκτάκτου Συνόδου, πίεσιν, ὁ ὑπαγορεύσας καὶ τὴν πρότασιν τοῦ 12 ἄρθρου τοῦ νόμου περὶ δανείου, ἣν ἡ Βουλὴ ἐπεψήφισε, καὶ ἥτις καθίστα ἀναπόφευκτον τὴν συγκάλεσιν τῆς ἐκτάκτου Συνόδου τῆς Βουλῆς ἐφέτος. Τὸ Κοινοβούλιον λοιπὸν ἔπρεπε νὰ συγκληθῇ, διότι ἡ συνδρομὴ τοῦ Κοινοβουλίου ἦτον ἀναγκαία εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου. Ἡμεῖς ὠφείλαμεν νὰ ὑποτάξωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς εἰς τὸν νόμον, ἀλλὰ εἴχομεν καὶ μεγάλην ἐπιθυμίαν νὰ ἴδωμεν συνερχομένους ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τοὺς ἀντιπροσώπους, διότι παρ’ αὐτῶν ἠλπίζομεν νὰ εὕρωμεν σωτηρίαν, καὶ διὰ τῆς ψήφου αὐτῶν ἠλπίζομεν ν’ ἀποστομώσωμεν τὰ στόματα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀνοιχθῆ καθ’ ἡμῶν, καὶ τὰ ὁποῖα ἐξηρεύγοντο πᾶσαν αἰτίασιν καὶ πᾶσαν μομφὴν καθ’ ἡμῶν. Συνῆλθε τὸ Κοινοβούλιον. Αἱ πρῶται πράξεις τῆς ἐκτάκτου Συνόδου τῆς Βουλῆς, αἱ τείνουσαι πρὸς καταρτισμὸν τοῦ Προεδρείου αὐτῆς, ἐνέφαινον, λίαν προώρως, τι τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παραβλέψωμεν, ἔσπευδον νὰ ὠθήσωσι τὸ Κοινοβούλιον νὰ ἐκφράσῃ τὴν δυσμένειάν του πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ νομίζω, ὅτι ἦτο πολὺ πρόωρον νὰ συμβῇ τοῦτο, ἀλλ’ ἡ ἀντιπολίτευσις ἐπέμεινε καὶ ἠθέλησεν, ἅμα τῇ συγκροτήσει τῆς Βουλῆς, νὰ μᾶς καταστρέψῃ καὶ μᾶς κατασυντρίψῃ. Ἐστάθη ἀδύνατον νὰ κατορθώσωμεν νὰ πείσωμεν αὐτὴν νὰ ἀναστείλῃ τὸν ἀκατάσχετον τοῦτον πόθον της, ἵνα λάβωμεν καιρὸν νὰ ὁμιλήσωμεν, καὶ νὰ ἐκθέσωμεν εἰς αὐτὴν τὰς πράξεις ἡμῶν. Ἡ πλειονοψηφία τοῦ Κοινοβουλίου μᾶς ἐγένετο δήλη εὐθὺς κατὰ τὰς πρώτας πράξεις τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς· ἕνεκα δὲ τούτου, εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην καὶ κατεθήκαμεν τὴν παραίτησίν μας. Τί ἄλλο ἠδύνατο νὰ πράξῃ συνταγματικὸν Ὑπουργεῖον; Τὸ Στέμμα τότε ἔπραξεν ὅ,τι ἀπῄτει τὸ Σύνταγμα, ἐκάλεσε τὴν ἀντιπολίτευσιν· ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον, ἐὰν τὰ ἄτομα ἐν τῇ Κυβερνήσει δὲν ἔχωσι πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ, ποῖοι ἔχουσι τὴν πλειονοψηφίαν; Βεβαίως ἡ ἀντιπολίτευσις. Ἔχουσι βεβαίως τὴν πλειονοψηφίαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀντιπολιτεύθησαν τὴν Κυβέρνησιν. Ὅταν ἀνατρέπωσι τὴν Κυβέρνησιν, πρώτιστον ἔχουσι καθῆκον, ἀνώτερον παντὸς ἄλλου, καὶ αὐτῶν τῶν ἰδίων των συμφερόντων, νὰ σχηματίσωσι Κυβέρνησιν· διότι ἐὰν δὲν δύνανται νὰ σχηματίσωσι Κυβέρνησιν, παραβαίνουσι τὸ καθῆκόν των, ἀνατρέποντες Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν δὲν δύνανται νὰ ἀντικαταστήσωσιν. Ἡ Κυβέρνησις ἀνετράπη, καὶ κατὰ τὰς ἐξηγήσεις, αἵτινες, ἐὰν δὲν μὲ πλανᾷ ἡ μνήμη, ἐδόθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παρ’ ἐκείνων, οἵτινες εἶχον καθῆκον νὰ δώσωσιν αὐτάς, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐγένετο γνωστόν, ὅτι δὲν ἐσχηματίσθη Κυβέρνησις ὑπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, διότι οἱ ὑπὸ τοῦ Ἡγεμόνος προσκληθέντες ἡγέται τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐζήτησαν παρὰ τοῦ Ἡγεμόνος νὰ ἐνασκηθῇ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τὸ Στέμμα κατὰ τὸ Σύνταγμα εἶχε, τῆς λήξεως τῆς Συνόδου. Καὶ διατί δὲν ἐσχημάτισαν Κυβέρνησιν οἱ ἡγέται τῆς ἀντιπολιτεύσεως; Ἀφοῦ προεκάλεσαν τὴν Βουλὴν νὰ δηλώσῃ, ὅτι δὲν εἶχεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, εἵπετο, ὅτι εἶχον τὴν πεποίθησιν ὅτι τοῦ Κοινοβουλίου ἡ πλειοψηφία ἦτον ὑπὲρ αὐτῶν. Ἀφ’ οὗ δὲ αὐτοὶ εἶχον τὴν πλειοψηφίαν, διότι δὲν εἶχον κανένα τίτλον ἄλλον, ἵνα προσκληθῶσι παρὰ τοῦ Ἡγεμόνος καὶ δεχθῶσι τὴν πρὸς σχηματισμὸν κυβερνήσεως ἐντολὴν τοῦ Στέμματος, ἀλλὰ μόνον ὅτι ἦσαν πλειοψηφία τοῦ Κοινοβουλίου, πῶς δὲν ἐσχημάτισαν Ὑπουργεῖον; Καὶ ἂν δὲν εἶχον ἀληθῶς τὸν τίτλον, διὰ τὸν ὁποῖον ἐκλήθησαν παρὰ τοῦ Ἡγεμόνος, πῶς ἀνέτρεψαν τὴν Κυβέρνησιν; Περὶ τούτων πάντων θέλει κρίνει ἡ ἱστορία, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ δικαιολογηθῇ διατεινόμενος, ὅτι ἐπεβάλομεν φίμωτρον εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ Ἔθνους. Ἔκρινα καλὸν νὰ μνημονεύσω τούτων, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι δὲν ἐπεβάλομεν φίμωτρον εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους. Δὲν γνωρίζω τὶ ἀπήντησεν ὁ Βασιλεὺς εἰς τὴν πρότασιν τῶν ἡγητόρων τῆς ἀντιπολιτεύσεως, εἰς τὸν ὅρον τὸν ὁποῖον προέβαλον, ὅτι ἀναδέχονται νὰ σχηματίσωσιν Ὑπουργεῖον, ἐὰν κάμῃ χρῆσιν τοῦ Ἡγεμονικοῦ προνομίου του. Γνωρίζω μόνον, ὅτι ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκλήθη παρὰ τοῦ Ἡγεμόνος, καὶ ἔλαβε τὴν ἐντολὴν νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ κυβερνᾷ. Ἀλλὰ πῶς ἐδέχθη ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ κυβερνᾷ, ἀφοῦ δὲν εἶχε τὴν πλειονοψηφίαν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ; ἀφοῦ εἶχε δηλώσει εἰς τὸν Ἡγεμόνα τὴν δυσμένειαν τῆς Βουλῆς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον; Δὲν γνωρίζω τὶ ἐλέχθη, γνωρίζω μόνον, ὅτι ἐπεβάλλετο ὑπὸ τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ὑπηγόρευσεν ἡ σύνεσις καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἀφοῦ ἐγένετο γνωστὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε τὴν πλειονοψηφίαν, ἀφοῦ ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις ἦτον ἀνίκανος νὰ σχηματίσῃ Ὑπουργεῖον, ἀφοῦ αὐτὴ αὕτη ἡ ἀντιπολίτευσις ἐβεβαίωσεν, ὅτι δὲν εἶχε πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ, ἧς ἕνεκα ἐκλήθη νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ διέξοδος, διότι ἂν δὲν εὑρίσκετο διέξοδος, ἤθελεν ἴσως παρασταθῇ ἐκ νέου ἓν δρᾶμα τὸ ὁποῖον ἄλλοτε συνέβη, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸν τόπον καὶ τὰ ἐκκρεμῆ συμφέροντα αὐτοῦ· λοιπὸν ἡ διέξοδος εὑρέθη, καὶ ἐδόθη ἡ λῆξις τῆς Συνόδου ἐκείνης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἡ ἐξάσκησις τοῦ δικαιώματος τούτου ἐγένετο νομίμως· δὲν τὸ ἀμφισβητεῖ ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον διεδέχθην εἰς τὸ βῆμα, ἐγένετο δὲ κατ’ ἀνάγκην, καὶ τὴν ἀνάγκην κατέστησεν ἀναπόφευκτον ὄχι βεβαίως ἡ πολιτεία τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλ’ ἡ τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἤλθομεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐκτελοῦντες τὴν διαταγὴν τοῦ Στέμματος, καὶ εὐθὺς ὡς ἤλθομεν, ἀνέβη ἐπὶ τοῦ βήματος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἠκούσαμεν, καὶ ἀπηύθυνε πρὸς τὸ Κοινοβούλιον αὐτὸν τοῦτον τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον σήμερον ἠκούσατε, πλὴν μιᾶς μόνον προσθήκης· ἡ προσθήκη, ἣν σήμερον ἔκαμεν, εἶναι, ὅτι ἐφιμώσαμεν τὸ Κοινοβούλιον. Ἀνέβην τότε ἐπὶ τὸ βῆμα ἐγὼ ὡς ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, περιορισθεὶς νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐπεβάλλετο, ἤτοι νὰ παραστήσω τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους, διότι ἀληθῶς διηρχόμεθα ἔτος οἰκονομικῶς δυσχερές· δὲν θέλω λείψει, κύριοι, ἐν καιρῷ, νὰ σᾶς παραστήσω καὶ νῦν τὰς μεγάλας οἰκονομικὰς δυσχερείας, τὰς ὁποίας τὸ ἔτος τοῦτο εἶχεν· εἶχον δὲ ἀνάγκην νὰ καταστήσω αὐτὰς γνωστὰς εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, καὶ νὰ καταδείξω αὐτοῖς ποῖαι προσπάθειαι ἐγένοντο πρὸς μετριασμὸν τοῦ ἐλλείμματος, καὶ ποῖα ἀποτελέσματα ἐπετεύχθησαν. Ἀφοῦ ἔπραξα τοῦτο, μὲ διεδέχθη ὁ κ. Τρικούπης, καὶ ἀπήγγειλε κατ’ ἐμοῦ καὶ κατὰ τοῦ Ὑπουργείου κατηγορητήριον πολυσέλιδον, δὲν ἐπελάθετο δὲ τοῦ ζητήματος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, εἰσῆλθεν εἰς τὰς διαφόρους πλοκὰς τῆς διαχειρίσεως τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου, καὶ προέβη εἰς τὴν ἐξέτασιν ὅλων τῶν ἄλλων κλάδων τῆς διοικήσεως, ἐλέγξας ἡμᾶς ὡς φυγοδικοῦντας, προέβαλε δ’ ἐπὶ τέλους πολιτικὸν ζήτημα. Κύριοι, ὅταν τίθηται εἰς τὴν Βουλὴν πολιτικὸν ζήτημα, δὲν γνωρίζω, ποίαν οἱ ἄλλοι δίδουσιν ἔννοιαν εἰς τὸ γεγονός· ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ ζήτημα, εἶναι ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν ἔχῃ ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἢ οὔ. Λοιπὸν ὁ πρὸ ἐμοῦ λαλήσας ἔθηκεν ἐκ νέου πολιτικὸν ζήτημα κατὰ τὴν 14 Ἰουλίου, προκαλέσας τοὺς ἀντιπροσώπους νὰ εἴπωσιν ἂν ἔχωσιν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸ ὑπουργεῖον, ναὶ ἢ ὄχι. Ἀλλ’ ἡμεῖς εἴχομεν ὁμολογήσει, ὅτι δὲν εἴχομεν τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ συνεπείᾳ τούτου προσεκλήθη ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ σχηματίσῃ Ὑπουργεῖον· ἀλλὰ καὶ αὕτη ὡμολόγησεν, ὅτι ὡσαύτως δὲν εἶχε τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησε τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου, ἤτοι τὴν ἀπέλασιν τῆς πλειοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου, τὴν ὁποίαν, ψηφοφοροῦσα κατὰ τοῦ Ὑπουργείου καὶ ἀνατρέπουσα αὐτὸ, ἠξίου ὅτι εἶχε, καὶ δυνάμει τῆς ὁποίας ἐκλήθη νὰ σχηματίσῃ Ὑπουργεῖον. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ εὕρητε μίαν ἄλλην διέξοδον ἀπὸ ἐκείνην ἣν τὸ Στέμμα ἀνεῦρε. Καὶ ὅμως αὐτὸ τὸ ὀνομάζετε φίμωτρον. Κύριοι, δὲν γνωρίζω ἐὰν ἦναι εὐτύχημα ἢ δυστύχημα διὰ τὸν τόπον· ὅ,τι ὅμως δύναμαι νὰ βεβαιώσω εἶναι, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον εἶναι τοιοῦτον, καὶ οἱ πολῖται αὐτοῦ εἶναι τοιοῦτοι, ὥστε οὐδὲ κατὰ τὸν μέχρι τοῦδε χρόνον, οὐδὲ μετὰ πολλὰς δεκάδας ἐνιαυτῶν δὲν θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα Κρόμβελ, διὰ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸ στόμα τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους φίμωτρον. Καὶ ἡμεῖς παρεστάθημεν, μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου, ὑπὸ τῆς αὐτῆς τῆς Βουλῆς ἀντιπολιτεύσεως ὡς νέοι Κρόμβελ!! Καὶ ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, κύριοι, ἡμεῖς οἱ ἐπιβαλόντες τὸ φίμωτρον εἰς τὸ στόμα τῶν ἀντιπροσώπων, ἡμεῖς οἱ παραβάντες τοὺς νόμους, κατὰ τὴν διαπραγμάτευσιν τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, ἡμεῖς οἱ ἀσεβήσαντες πρὸς τὸν δημόσιον πλοῦτον, κατὰ τὴν διαχείρισιν αὐτοῦ, ἡμεῖς οἱ παραβάντες ὅλους τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἐτέθησαν διὰ νὰ χαλιναγωγήσωσι τὴν ἀκρασίαν τῶν Ὑπουργῶν, ἡμεῖς, τέλος πάντων, πόσα ἐγκλήματα δὲν ἐκατηγορήθημεν, ὅτι ἐκάμαμεν; Ὅσοι ἀναγινώσκουν ἐφημερίδας, ἀνέγνωσαν βεβαίως αὐτά· ἀλλὰ τὰ ἤκουσαν καὶ οἱ κάτοικοι τῶν Πατρῶν, τὰ ἤκουσαν καὶ αἱ ἐπαρχίαι. Κύριοι, εἶναι δυσάρεστον τὸ ἔργον μου, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους. Δὲν θέλω φεισθῆ οὐδενός, ὅταν ἦμαι ἐν τῇ ἀληθείᾳ· ἀδιαφορῶ δὲ ἂν δυσαρεστῶ ἢ εὐαρεστῶ τινά. Κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν Βουλευτικῶν ἐκλογῶν, ὅταν συνέρχωνται οἱ ἐκλογεῖς διὰ νὰ ἐξασκήσωσι τὸ μέγα δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν, ἵνα ἐκλέξωσι τοὺς Βουλευτὰς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι γνωστοὶ ὅτι ἔχουσι τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ φρόνημα, κατὰ τὰς παραμονάς, λέγω, τῶν ἐκλογῶν, εἴθισται εἰς τὰ Συνταγματικὰ Κράτη οἱ ἡγέται τῶν κομμάτων νὰ περιέρχωνται τὰς ἐπαρχίας καὶ νὰ ἐξηγῶσιν ἐνώπιον Συλλόγων τὸ φρόνημα καὶ τὴν μέλλουσαν πολιτικὴν πορείαν των, νὰ δικαιολογῶσι τὸν παρελθόν των, καὶ νὰ προσπαθῶσι νὰ πείθωσιν αὐτοὺς, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἐμφανιζόμενοι ὡς ἡγέται ἔχουσι φρονήματα σύμφωνα πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, διότι οὕτως ἀποκτῶσι τὴν πιθανότητα, ὅτι θέλουσιν ἐκλεχθῆ αὐτοὶ ἢ οἱ πολιτικοὶ αὐτῶν φίλοι. Ἀλλ’ εἰς ἡμᾶς δὲν συμβαίνουσιν οὕτω τὰ πράγματα. Πρὸ τῶν ἐκλογῶν, οἱ ἐκλογεῖς ἐφωτίσθησαν ἀπὸ τὴν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἀντιπολίτευσιν· ἔπρεπεν ὅμως νὰ φωτισθῇ ὁ λαὸς μετὰ τὰς ἐκλογὰς, ὅτε πλέον δὲν εἶχε νὰ ἐξασκήσῃ νόμιμον δικαίωμα, ἐκτὸς ἐὰν ὑπῆρχεν ὁ σκοπὸς νὰ ἐγείρωσι τὴν Ἐθνικὴν κυριαρχίαν, ὑπνώττουσαν. Καὶ ἰδοὺ εἷς ἀρχηγὸς κόμματος πολλὰς περιῆλθε πρωτευούσας νομῶν καὶ ἠγόρευσεν εἰς τοὺς παρεστῶτας πολίτας, καί, ἐὰν αἱ ἐφημερίδες λέγωσιν ἀλήθειαν, διότι δὲν ἤμην παρὼν, ἀπέληξε τὸν λόγον του, προκαλῶν αὐτοὺς νὰ καταβιβάσωσι τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ οἱ πολῖται ἐκεῖνοι, οἱ ἀκούοντες, εἶχον ἀσκήσει ἤδη τὸ δικαίωμά των τὸ ἐκλογικόν, οὐδὲ ἐπρόκειτο πλέον διά τινος νομίμου πράξεως νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς συνταγματικῆς μηχανῆς, διότι ἀντ’ αὐτῶν ἔμελλον νὰ συντελέσωσιν οἱ ἀποσταλέντες παρ’ ἐκείνων Βουλευταί. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπῆρξε πρόθεσις νὰ ζητηθῇ παρὰ τῶν πολιτῶν ἐκείνων ἀλλοία συνδρομή, διότι αὕτη δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν ἔῤῥυθμον λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, καὶ πᾶν ὅ,τι δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν ἔῤῥυθμον λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος εἶναι πρᾶξις ἀξιόποινος, τῆς ὁποίας ἐπιλαμβάνονται ἀναγκαίως οἱ εἰσαγγελεῖς καὶ οἱ ἀστυνόμοι. Καὶ ἀφοῦ πάντα ταῦτα ἐλέχθησαν καὶ ἐγένοντο, ἰσχυρίζονται σήμερον, ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴχομεν δικαίωμα νὰ σᾶς παρακαλέσωμεν νὰ εἴπητε πῶς ἐπολιτεύθημεν, ἂν ἐξεπληρώσαμεν ἢ μὴ τὸ καθῆκόν μας, ἂν ἐπράξαμεν τὰ ἐγκλήματα ὅσα μᾶς ἀπέδωκαν. Δὲν ἤλθομεν νὰ σᾶς ζητήσωμεν τὰς εὐχαριστίας σας, ἀλλ’ ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν νὰ φρονῶμεν, ὅτι δὲν εἴμεθα ἄξιοι τῆς τύχης, τὴν ὁποίαν οἱ συγγραφεῖς τῶν ἄρθρων τῶν ἐφημερίδων, καὶ οἱ περιηγηταὶ ἡγέται τῆς ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἀντιπολιτεύσεως, εἶχον προορίσει δι’ ἡμᾶς. Κύριοι, παρεπονέθην περὶ τῆς ἐλλείψεως τάξεως ἐν τῇ ἀγορεύσει τοῦ προλαλήσαντος, διότι ἐνόμιζον, ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ ἠσπάζετο ἢ ἀπεδέχετο τὴν παράκλησιν τὴν ὁποίαν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως, ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ προέβαινεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως μετὰ τῆς προθέσεως τοῦ νὰ ἀποφανθῇ συγχρόνως γνώμην περὶ τοῦ παρελθόντος ἡμῶν, ἐνόμιζον λέγω, ὅτι ἡ συζήτησις ἤθελε γείνει κατὰ πᾶσαν παράγραφον· ἐπειδὴ δ’ ἑκάστη παράγραφος τοῦ Βασιλικοῦ λόγου καὶ τοῦ σχεδίου τῆς πρὸς αὐτὸν ἀπαντήσεως περιέχει μίαν τάξιν ἐννοιῶν, ἐνόμιζον, ὅτι ἤθελε μοὶ μείνει ἡ εὐκαιρία νὰ δώσω ἐπὶ ἑκάστης τῶν παραγράφων πάσας τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας τὸ Κοινοβούλιον ἤθελε ζητήσει ἐπ’ αὐτῶν. Ἀλλὰ δὲν ἐγένετο οὕτως· ἑπομένως εἶμαι ἠναγκασμένος ν’ ἀκολουθήσω τὴν αὐτὴν ἀταξίαν, διὰ τὴν ὁποίαν παρεπονέθην πρὸ μικροῦ. Κύριοι, ἡ ἐκλογικὴ ἐλευθερία εἶναι τῷ ὄντι πόθος, τὸν ὁποῖον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἶχεν ἐκφράσει μετὰ τοσαύτης ζωηρότητος, ὥστε τοῦ πόθου τούτου τὸ συναίσθημα παρεστάθη ὡς δικαιολογία μεγάλου πολιτικοῦ γεγονότος, τὸ ὁποῖον ἐξετελέσθη πρὸ 17 ἐτῶν. Ὅταν ᾐτιῶντο τὰς Κυβερνήσεις ἐπὶ τῇ παρελθούσῃ δυναστείᾳ, ἡ πρώτη αἰτίασις ἦτο ἡ ἄρνησις πάσης ἐκλογικῆς ἐλευθερίας. Ἡ ἐκλογικὴ ἐλευθερία εἶναι δικαίωμα, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου τὸ Κοινοβούλιον, πρὸ παντὸς ἄλλου, ἔχει νὰ μεριμνήσῃ, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐπεστάτησαν εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, αὐτοὶ εἶναι πρωτίστως ὑπόλογοι ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου. Συνέβη, κύριοι, ἓν περίεργον συμβεβηκὸς σήμερον, πολὺ δὲ ἐπεθύμουν ν’ ἀποφύγω νὰ κάμω μνείαν αὐτοῦ. Δυστυχῶς ὅμως εἶναι τὸ συμβεβηκὸς τοσοῦτον περίεργον, ὥστε ἐπήνεγκε θόρυβον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Τὸ συμβεβηκὸς εἶναι περίεργον ὄχι διὰ τὴν οὐσίαν αὐτοῦ, ἀλλὰ διὰ τὴν ἰδιότητα καὶ τὰς περιστάσεις τῶν προσώπων. Ἓν τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου ἐποιήσατο χρῆσιν τοῦ συνταγματικοῦ δικαιώματος τοῦ ἐπερωτᾶν τὴν Κυβέρνησιν, δικαιώματος παρ’ οὐδενὸς δυναμένου ν’ ἀμφισβητηθῇ, δικαιώματος σεβαστοῦ, διότι ἐπ’ αὐτοῦ στηρίζεται ὁ ἔλεγχος τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, ἐπ’ αὐτοῦ δὲ ἡ εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν. Καὶ ὅμως αὐτὸ τὸ φυσικὸν καὶ ἁπλούστατον συμβεβηκὸς σεῖς ἀντελήφθητε ὁποῖα παρήγαγεν ἀποτελέσματα, καὶ αὐτὸ τὸ συμβεβηκὸς ἐγένετο ἄξιον τῆς προσοχῆς τοῦ Βουλευτοῦ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον διαδέχομαι ἐπὶ τοῦ βήματος, καὶ ὅστις ἐπ’ αὐτοῦ ἐστήριξε τὴν κατηγορίαν του κατὰ τῶν ὀργάνων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὡς μὴ σεβασθέντων τὴν ἐκλογικὴν ἐλευθερίαν. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, ὡς μέλος τοῦ ὑπουργείου, εἶμαι πλήρης χαρᾶς, διότι τοιαῦτα κομίζει πιστοποιητικὰ παραβάσεως νόμων ἐκεῖνος, ὅστις ἠγόρευσε πρὸ ὀλίγου. Δὲν θέλω νὰ δώσω πρὸς αὐτὸν εὐχὴν, ἀλλὰ θέλω νὰ βεβαιώσω τὸ γεγονός, ὅτι τὰ πιστοποιητικὰ τοῦ προαγορεύσαντος περὶ τῆς κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς ἐλευθερίας εἶναι ἡ ἐπερώτησις τοῦ Βουλευτοῦ κ. Νικολοπούλου, ὅτι ἔγραψεν ἡ χεὶρ αὐτοῦ καὶ ἡ ὑπογραφὴ αὐτοῦ περιβάλλει αὐτὰ διὰ τοῦ κύρους. Ἐπέπρωτο ὁ μνημονευθεὶς Βουλευτὴς ν’ ἀπευθύνῃ ἐπερώτησιν, τείνουσαν ν’ ἀσφαλίσῃ τὰς ἐκλογικὰς ἐλευθερίας. Καὶ εἰς τί συνίσταται ἡ ἐπερώτησις αὕτη; Διατί, κύριοι, προσέχετε εἰς τὰ πρόσωπα; λησμονήσατε τὸ παρελθὸν ἑκάστου, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦναι αὐτός. Ἀπεκαλύφθη, κύριοι, εἷς ῥύπος τῆς ἐκλογῆς Γόρτυνος, ἐκ τῆς ὁποίας ἀνεδείχθην Βουλευτὴς, καὶ τὸν ῥύπον αὐτὸν τὸν προσῆψα ἐγώ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ ποῖος εἶναι ὁ ῥύπος οὗτος; τριάκοντα τέσσαρες ὑπάλληλοι ἐπέδραμον εἰς τὴν ἐπαρχίαν Γόρτυνος, ἵνα ἐπηρεάσωσι τὴν ἐλευθέραν ψῆφον τῶν ἐκλογέων. Δυστυχῶς δὲν ἀνέγνων τὸν κατάλογον, τὸν ὁποῖον προσήγαγεν ὁ ἐπερωτήσας, καὶ δὲν γνωρίζω ἂν ἦναι 34 ἢ ἂν ἦναι 24 ἢ 14. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζω, θέλω τὸ ὁμολογήσει εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ θέλω τὸ ὁμολογήσει μετὰ τῆς παῤῥησίας ἐκείνης, τῆς ὁποίας δὲν ἐστερήθην κατὰ τὰς σχέσεις τοῦ δημοσίου βίου. Ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος Ὀλυμπίας Ἀθ. Ῥηγόπουλος ἀνήκει εἰς τὸ ἐν τῷ Δήμῳ Δημητσάνης δημοτικὸν κόμμα, ὅπερ, ἀφ’ ἧς παρέστην εἰς τὸν πολιτικὸν κόσμον, πάντοτε ἐνθουσιωδῶς μὲ ὑπεστήριξεν. Αὐτὸς ἐζήτησε παρ’ ἐμοῦ ἄδειαν ἀπουσίας, ἵνα καταλείπῃ τὴν θέσιν του καὶ μεταβῇ εἰς τὴν πατρίδα του Δημητσάναν νὰ ψηφοφορήσῃ. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν τῷ ἔδωκα τὴν ἄδειαν, αὐτὸς δὲ ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀναφοράν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐξέθετο διαφόρους συνταγματικὰς θεωρίας, καὶ ἐπὶ τέλους ἐδήλωσεν, ὅτι παραιτεῖται τῆς θέσεώς του. Ἐγὼ ἐπρότεινα τὴν ἀποδοχὴν τῆς παραιτήσεως αὐτοῦ, ὑπεγράφη δὲ παρὰ τοῦ Ἡγεμόνος διάταγμα τῆς ἀποδοχῆς αὐτῆς, ὅπερ τῷ ἐκοινοποιήθη. Ἀλλ’ ὑπῆρξεν ἄλλο τι. Εἰκοσιτέσσαρας ἡμέρας μετὰ τὰς ἐκλογὰς ὁ εἰρημένος διωρίσθη αὖθις Οἰκονομικὸς Ἔφορος. Δὲν συμφωνῶ, κύριοι, πρὸς ἐκείνους οἵτινες ὑποστηρίζουσιν, ὅτι πρέπει νὰ τιμωρῶνται ἐκεῖνοι τῶν ἐκλογέων, οἵτινες τολμῶσι νὰ ἐγκαταλείπωσι τὴν δημοσίαν λειτουργίαν, ἥτις ἀνετέθη αὐτοῖς, διὰ νὰ ὑπάγωσι νὰ ἐνασκήσωσι τὰ ἐκλογικά των δικαιώματα. Ἡ διὰ τῶν ὑπαλλήλων ἐπέμβασις, κύριοι, τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς ἐκλογὰς συντελεῖται κατ’ ἄλλον τρόπον, γίνεται διὰ τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι τεταγμένοι νὰ ἐνασκήσωσι δημοσίαν ὑπηρεσίαν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἐν ᾗ γίνεται ἐκλογή. Ἐννοῶ νὰ μοὶ παραπονεθῶσιν, ὅτι ὁ ἔφορος τῆς Μεσσήνης, διαχειριζόμενος τὴν ἐξουσίαν τῆς πατρίδος του, ἐπενέβη εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς Μεσσήνης πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ κ. Κουμουνδούρου· ἐννοῶ νὰ μοὶ εἴπωσιν, ὅτι ὁ ταμίας τῆς Σύρου, ὅστις διαχειρίζεται ἓν μέρος τῆς ἐξουσίας τῆς πατρίδος του, ἐπενέβη ὑπὲρ τοῦ κ. Μπούμπουλη. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ, ὅστις συνέβη νὰ ἦναι ὄργανον τῆς διοικήσεως, οἱονδήποτε ἂν θέλῃ, δὲν δύναται, δὲν τῷ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ παραιτηθῇ, καὶ νὰ ὑπάγῃ νὰ ψηφίσῃ, ἀφοῦ μάλιστα πρόκειται νὰ ἐμφανισθῇ εἰς τὴν ἐπαρχίαν του, ἀφοῦ γυμνωθῇ ἀπὸ πᾶσαν ἐξουσίαν. Τῇ ἀληθείᾳ, ἡ Βουλὴ ἠσχολήθη περίπου τρεῖς ἑβδομάδας κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, ἐνθυμοῦμαι δὲ, ὅτι μόνον κατά τινας ἐκλογὰς ἐγένετο λόγος περὶ ἐπηρεασμοῦ τῶν ἐκλογέων ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως. Αὗται αἱ ἐκλογαὶ ἦσαν, ἡ ἐκλογὴ τῆς Θήρας, ἡ τῆς Ἠλείας, καὶ ἡ τῆς Κραναίας. Καὶ ἡ ἀνάπτυξις τῶν συμβεβηκότων, ἡ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου γενομένη, ἡ ἀνέλιξις ὅλων τῶν πλοκῶν τῶν διαφόρων ἐκλογικῶν σταδίων καὶ πράξεων, καὶ ὅλων τῶν συνδυασμῶν τῶν πραγμάτων καὶ τῶν προσώπων, δὲν ἀφῆκε, νομίζω, τὸν ἐλάχιστον δισταγμόν, ὅτι αἱ αἰτιάσεις αὗται, αἱ γενόμεναι κατὰ τῶν ἐκλογῶν αὐτῶν, δὲν ἦσαν βάσιμοι. Προσεβλήθησαν καὶ ἄλλαι ἐκλογαί, καί, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, αὗται ὑπερβαίνουσι τὸν ἀριθμὸν τῶν ὅσων πρὸ ὀλίγου ἐμνημόνευσα. Ἀλλὰ κατ’ αὐτὰς δὲν ἐγένετο λόγος περὶ δραμάτων, τὰ ὁποῖα κατειργάσαντο οἱ ὑπάλληλοι τῆς διοικήσεως, αἱ δ’ ἐκλογαὶ αὗται δὲν εἶχον ἀναδείξει φίλους τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως· εἶναι δ’ ἀξιοπαρατήρητον, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν προσβληθεισῶν ἐκλογῶν, ἐξ ὧν ἀνεδείχθησαν φίλοι τῆς ἀντιπολιτεύσεως, εἶναι μείζων ἢ ὁ ἀριθμὸς τῶν προσβληθεισῶν ἐκλογῶν, ἐξ ὧν ἀνεδείχθησαν φίλοι τοῦ Ὑπουργείου. Καὶ αὐτὸ, κύριοι, δὲν τὸ θεωρεῖτε ἐκλογικὴν ἐλευθερίαν; Ὁ ἐκλογικὸς νόμος διατάσσει νὰ παύῃ ἡ καταδίωξις τῶν ὀφειλόντων εἰς τὸ ταμεῖον, καθ’ ὡρισμένην διάρκειαν χρόνου πρὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ μετὰ τὰς ἐκλογάς· ὁσάκις δὲ μοὶ ἐγένοντο παράπονα, ἀνέλαβον τὴν εὐθύνην νὰ διατάξω τὴν παῦσιν τῆς καταδιώξεως πρὸ τοῦ νομίμου χρόνου. Οἱ δὲ ταμίαι τοῦ Κράτους ὅλοι ἔχουσιν ἰδιαιτέρας ἐπιστολάς, διὰ τῶν ὁποίων ἔδωκα αὐτοῖς ὁδηγίας, πῶς πρέπει νὰ πολιτευθῶσι κατὰ τὰς ἐκλογάς. Καὶ ὅμως αὐτὸ τὸ πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἐκλογῶν ἐμὸν σέβας ἐτέθη εἰς ἀμφιβολίαν ἐκ τοῦ πιστοποιητικοῦ, ὅπερ ἐδράξατο ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ Νικολοπούλου. Μοὶ ἐγένοντο, κύριοι, παράπονα παρὰ τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατὰ παραβάσεων γενομένων ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως πρὸς ἐπηρεασμὸν τῆς ἐκλογῆς κατ’ αὐτῶν. Χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι παρέβην τὸ καθῆκόν μου, διότι δὲν ἔσπευσα νὰ διατάξω τὴν διόρθωσιν. Καὶ ἔχω μάρτυρα τὸν κ. Μακρῆν, ὅστις μ’ ἐπαραπονέθη, ὅτι ὁ Βουλευτὴς Μεσολογγίου συνοδεύετο, περιηγούμενος τὴν ἐπαρχίαν του, ὑπὸ τελωνοφυλάκων, τῶν ὁποίων οὐδὲ τὴν ἀνάκλησιν, οὐδὲ τὴν μετάθεσιν διέταξα. Κύριοι, μεταβαίνω εἰς ἕτερον θέμα· τὸ θέμα τοῦτο εἶναι πολὺ ἀκροσφαλές, διότι θίγει πολύτιμα συμφέροντα καὶ ἱερὰ δικαιώματα· ὀφείλω ὅμως νὰ μὴ διέλθω καὶ τὸ θέμα τοῦτο ἐν σιωπῇ, διότι πάλιν δύναμαι ν’ ἀκούσω τὸν ἔλεγχον, ὅτι φυγοδικῶ ἢ ὅτι ἀποφεύγω ν’ ἀπολογηθῶ. Δὲν μὲ ἀναγκάζει ἓν συμφέρον μικρὸν, τὸ ὁποῖον ἔχω, διὰ νὰ μὴ παραλείψω, νὰ μνημονεύσω τοῦ θέματος τούτου, διότι ἔχω τὴν δύναμιν νὰ ὑποτάξω τὰ ἴδια ἐμοῦ συμφέροντα εἰς τὴν δημοσίαν ἀνάγκην. Ἔχω πράγματι συμφέρον, κύριοι, διὰ νὰ ἀποκρούσω αἰτιάσεις, διὰ τῶν ὁποίων μικροῦ δεῖν νὰ παραστῶ ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὅλου ὡς ἄνθρωπος ἐπιλαθόμενος ἐκείνου, τοῦ ὁποίου δὲν ἐπελάθετο, καὶ δὲν ἐπιλανθάνεται οὐδεὶς Ἕλλην. Ὅταν συνέστη τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ 1878, τὰ πράγματα τῆς πατρίδος ἦσαν εἰς ἀμήχανον θέσιν· ἴσως ἡ ἔρευνα τῶν τότε πραγμάτων, γινομένη παρὰ τοῦ Βουλευτοῦ ἐκείνου, τοῦ ὁποίου σέβομαι τὴν φιλοπατρίαν, καὶ τοῦ ὁποίου διαγιγνώσκω καὶ ἐκτιμῶ τὴν εἰλικρίνειαν, ἴσως ἤθελε πείσει αὐτὸν νὰ ἐξηγήσῃ τὰ προμηνύματα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἔδωκεν ὅλως ἀλλοίαν ἔννοιαν. Τὰ πράγματα τῆς πατρίδος, λέγω, εὑρίσκοντο εἰς ἄκραν ἀμηχανίαν. Μέγα δρᾶμα, ὁ Ῥωσσοτουρκικὸς πόλεμος, ἦτο εἰς τὰς τελευταίας ἡμέρας, ἦτο δ’ ἀναπόφευκτος, καὶ λίαν προσεχὴς ἡ λῆξις αὐτοῦ· τὰ ῥωσσικὰ στρατεύματα εἶχον ὑπερβῆ τὸν Αἷμον, ἔβαινον πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολιν, καὶ εἶχον σταματήσει πρὸ τοῦ Καζανλίκ. Κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ Ῥωσσοτουρκικοῦ πολέμου δὲν γνωρίζω ποία ἦτο ἡ πορεία τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ὡς δὲν καλοῦμαι νῦν νὰ εἴπω ποία εἶναι ἡ ἀληθής, ἡ μᾶλλον σύμφωνος πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους γνώμη. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον διαβεβαιῶ, εἶναι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶχε λάβει, διαρκοῦντος τοῦ εἰρημένου πολέμου, κανὲν μέρος, καὶ λήγοντος τοῦ Ῥωσσοτουρκικοῦ πολέμου, τὰ πράγματα τῆς Ἀνατολῆς ἔμελλον νὰ κανονισθῶσι κατὰ τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας οὗτος κατεσκεύασε, καὶ κατὰ τὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας οὗτος παρέστησεν. Ἀλλὰ δὲν ἦτο μόνον τοῦτο τὸ κακόν. Καὶ ἡ ἐσωτερικὴ τάξις δὲν ἦτο εἰς ἀνθηρὰν κατάστασιν. Ἀγανάκτησις τῶν κατοίκων τῶν Ἀθηνῶν, δὲν θέλω νὰ εἴπω ἐὰν ἦτο δικαία ἢ ἄδικος, μᾶς εἶχεν ὅλους κακομεταχειρισθῆ ἡμᾶς, τὰ μέλη τοῦ Οἰκουμενικοῦ Ὑπουργείου (ἱλαρότης). Καὶ περιῆλθον ἀπὸ τὴν οἰκίαν μου, καὶ ἔθραυσαν τὰς ὑέλους τῶν παραθύρων, καὶ τὰ ἐντὸς σκεύη, καὶ ἤκουσα ὕβρεις καὶ προπηλακισμούς, τοὺς ὁποίους βεβαίως δὲν πρέπει νὰ σᾶς εἴπω. Ἀλλ’ ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις, κύριοι, ὅπως τὴν ὠνόμασεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, περιεῖχε τοὺς ἀρχηγοὺς τεσσάρων πολιτικῶν κομμάτων, διότι δὲν ἔμενεν ἄλλος ἀρχηγὸς ἄλλου πολιτικοῦ κόμματος. Ὁ Βουλευτὴς Ζακύνθου, ὁ ὁποῖος εἶναι πάντοτε εὐφυέστατος, τὴν ὠνόμασε τετρακτὺν ὁ δὲ κ. Ζωχιός, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι πλέον ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἔλεγεν, ὅτι ὡμοίαζεν ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις πρὸς κλεῖδα, τὴν ὁποίαν ἔχουν εἰς τὰς ἱερὰς Μονὰς διῃρημένην εἰς τέσσαρα μέρη, διὰ τῶν ὁποίων ἐξασφαλίζεται ἡ χρῆσις αὐτῆς. Ἀλλ’ ἡ ἀγανάκτησις τῆς πρωτευούσης ἐξεδηλοῦτο κατὰ τῶν εἰρημένων μελῶν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, δὲν ἔμεινε δέ τις εἰς ὃν ἠδύνατο νὰ καταφύγῃ τις, διὰ νὰ εὕρῃ ἄνθρωπον δυνάμενον νὰ ἐπιβληθῇ καὶ νὰ συγκροτήσῃ Κυβέρνησιν. Ὅταν πρόκηται, κύριοι, νὰ εὑρεθῇ ὁ κυβερνήσων τὸν τόπον, δὲν εἶναι εὔκολον, οὔτε εἶναι δυνατόν, ἀμέσως νὰ ἐμφανισθῇ τις, διὰ τὸ ἔργον τοῦτο ἀπὸ τοῦ μὴ ὄντος, καὶ νὰ γίνεται Κυβερνήτης αὐτοῦ, διότι δὲν δέχεται ὁ τόπος πάντα τὸν προστυχόντα, ἀπαιτεῖ δὲ νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην πρὸς αὐτὸν, καὶ νὰ πείθηται, ὅτι δύναται νὰ τὸν κυβερνήσῃ. Δὲν ἦτο λοιπὸν δυνατὸν νὰ συγκροτηθῇ Κυβέρνησις, οὐδ’ ἔπρεπεν ἀφ’ ἑτέρου νὰ μείνωμεν εἰς τὴν διάκρισιν τῆς ἀναρχίας, καὶ κατὰ χρόνον, καθ’ ὃν περιμένετο ἡ εἴδησις, ὅτι συνομολογεῖται ἡ ἀνακωχὴ τοῦ πολέμου.
§68ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Κύριε ὑπουργέ, ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς ἐρωτήσω διατί διελύθη ἡ Οἰκουμενική;
§69ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Αἰγιαλείας, ἐλπίζω, ὅτι δὲν θέλει μὲ κατακρίνει ὡς ἀποφεύγοντα νὰ δώσω αὐτῷ πληροφορίαν, τῆς ὁποίας τὴν κυριότητα δὲν κατέχω μόνος ἐγώ. Δὲν ἔχω τὴν ἐξουσίαν νὰ δώσω τὴν ζητουμένην πληροφορίαν, διότι ἤμην μὲν μέλος τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἀποκαλύψω τὰ διατρέξαντα ἐν τῷ συμβουλίῳ τῶν Ὑπουργῶν, ἐὰν δὲν ἔχω τὴν συναίνεσιν ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν τότε δρῶντες. Σᾶς ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι ἀπῃτεῖτο θάῤῥος, διὰ νὰ δυνηθῇ τις νὰ συναινέσῃ νὰ μετάσχῃ Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἔμελλε νὰ συγκροτηθῇ τότε. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ σᾶς κρύψω καὶ ἄλλο συμβεβηκὸς ἱστορικόν, καὶ τοῦτο ἀναγόμενον εἰς τὸν βίον τῆς παρελθούσης Βουλευτικῆς Περιόδου· εἶναι ὅμως συμβεβηκός, τὸ ὁποῖον ὅλοι γνωρίζετε, καὶ ἑπομένως εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἐμὲ νὰ τὸ ἀφηγηθῶ. Ὑπῆρχε τοιαύτη κατάταξις ἐν τῇ παρελθούσῃ Βουλευτικῇ Περιόδῳ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν εἴς τινα νὰ ἀξιώσῃ, ὅτι αὐτὸς ἀπελάμβανε τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ πλείστου τῶν μελῶν αὐτῆς. Ἐν τῇ δυσκόλῳ ταύτῃ καὶ ἀμηχάνῳ θέσει τῶν πραγμάτων, ὁ Βουλευτὴς Μεσσήνης ἐδέχθη νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, κληθεὶς δὲ ὑπ’ αὐτοῦ ἐγὼ, συνῄνεσα νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ πρωτίστη μέριμνα ἡμῶν βεβαίως ἔδει νὰ τραπῇ ἐπὶ δύο ἀνάγκας ἐπικειμένας ἐξ ἴσου, περὶ τῶν ὁποίων, ἐὰν δὲν ἐπρονοοῦμεν ἐν δέοντι καὶ ἀμέσως, ἤθελον ἐπέλθει ἀποτελέσματα λίαν ἐπιζήμια εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους. Εὐτυχήσαμεν νὰ συντελέσωμεν εἰς τὸ νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ τάξις ἐν τῇ πρωτευούσῃ, νὰ κατευνασθῇ ὁ ὑπάρχων ἐρεθισμός, καὶ νὰ ἐπαναλάβῃ ἡ πόλις τὸν συνήθη ἁρμονικὸν βίον της, καὶ οὕτως ἐξεπληρώσαμεν τὸ ἓν τῶν ἡμετέρων καθηκόντων. Ἀλλὰ περὶ τοῦ ἄλλου; Εἶπον, ὅτι διετελοῦμεν ἐν ταῖς παραμοναῖς τῆς ἀνακωχῆς τοῦ Καζανλίκ. Ἐπράξαμεν ὅ,τι ὑπελάβομεν ὑπαγορευόμενον ἡμῖν ὑπὸ τοῦ καθήκοντος. Μετά τινα δὲ χρόνον, μετὰ διαφόρους πλοκάς, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ὁ Ῥωσσοτουρκικὸς πόλεμος καὶ τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ, ἡ Ἑλλὰς ἐκλήθη νὰ στείλῃ ἀντιπρόσωπόν της ἐν τῷ Συνεδρίῳ τοῦ Βερολίνου. Ἀντιπρόσωπος αὐτῆς ἀπεστάλην ἐγὼ μετὰ τοῦ πρέσβεως τῆς Ἑλλάδος ἐν Βερολίνῳ. Εἶναι ἤδη γνωστὴ ποία ἦτο ἡ ἐνώπιον τῆς ὑψίστης ἐκείνης εὐρωπαϊκῆς Συνόδου δήλωσις ἡμῶν· εἶναι δὲ ὡσαύτως γνωστόν, ὅτι ἡ Εὐρωπαϊκὴ ἐκείνη Σύνοδος ἐξέδωκε τὸ πρωτόκολλον 13ον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐδήλωσεν, ὅτι, διὰ τὴν διατήρησιν τῆς εἰρήνης ἐν τῇ Ἀνατολῇ, δέον νὰ μεταῤῥυθμισθῶσι τὰ πρὸς βοῤῥᾶν ὅρια τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου· κατέδειξε μάλιστα τὰ μέρη, διὰ τῶν ὁποίων, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Συνεδρίου, ἔδει νὰ διέλθῃ ἡ νέα ὁροθετικὴ γραμμή. Ἓν τμῆμα τῆς ἀντιπολιτεύσεως τότε παρεπονέθη, δὲν δύναμαι δὲ νὰ εἴπω, ἐὰν τὸ παράπονον αὐτὸ συνεβιβάζετο μὲ τὴν ἀλήθειαν καὶ μὲ τὴν εὐσυνειδησίαν· παρεπονέθη μετὰ μεγάλης πικρίας κατ’ ἐμοῦ, ὡς προδόντος τὰ Ἐθνικὰ συμφέροντα ἐν Βερολίνῳ, διότι δὲν συνηγόρησα ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Κύριοι, ὁ ἱστορικὸς θέλει καταγνώσει εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον μίαν ἀδυναμίαν αὐτοῦ, γενομένην αἰτίαν πολλῶν ζημιῶν καὶ μεγάλης βλάβης τῶν συμφερόντων αὐτοῦ, τὴν αἰτίασιν, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον δὲν κατέστησεν, οὔτε ἠκολούθησεν ἀμεταβλήτως μίαν ἐξωτερικὴν πολιτικήν. Καὶ τῷ ὄντι, κύριοι· ἐὰν μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ παραλείψω τὸν πολιτικὸν βίον τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῆς πρώτης δυναστείας, καὶ νὰ ἀρχίσω τὴν χρονολογίαν ἀπὸ τὴν νέαν δυναστείαν, θέλω σᾶς κάμει γνωστὰς διαφόρους ἐξωτερικὰς πολιτικάς, τὰς ὁποίας μετῆλθε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Ἔχετε τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τοῦ 1867. Τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης προΐστατο ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσσήνης· μέλη ἦταν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Παρνασσίδος, ὡσαύτως καὶ ὁ Βουλευτής, τὸν ὁποῖον διεδέχθην εἰς τὸ βῆμα, καὶ ἡ διοίκησις τῶν ἐξωτερικῶν πραγμάτων ἦτον ἀνατεθειμένη εἰς τὰς χεῖρας αὐτοῦ. Ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τοῦ 1867 συνίστατο εἰς τὴν ἀμοιβαίαν σύμπραξιν τῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ μικρῶν λαῶν. Δὲν καλοῦμαι νὰ φέρω γνώμην ἐὰν ἦτο συμφέρουσα, ἀλλ’ ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τότε ἦτο τοιαύτη. Μετ’ αὐτὴν ἐπεφάνη ἐξωτερικὴ πολιτικὴ ἄλλη, κατὰ τὸ 1869. Ἦτο δυστυχὲς ἔτος, ἐπρόκειτο ἡ Ἑλλὰς νὰ συγκομίσῃ τὰ συντρίμματα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀφήσει ἡ κατάπτωσις τῆς Κρήτης, καὶ ἐπανερχομένη εἰς τὰς σχέσεις, τὰς ὁποίας εἶχε μὲ τὴν ὅμορον δύναμιν, νὰ κανονίσῃ τὸν δρόμον, ὃν ἔμελλε νὰ βαδίσῃ ἐπὶ τὸ μέλλον κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν σχέσεων τούτων. Ἀλλὰ μετὰ τὸ 1869 ἐπῆλθεν ἄλλη ἐξωτερικὴ πολιτική, τὴν ὁποίαν ἐπηγγέλθη ἐκεῖνος ἐκ τῶν Βουλευτῶν Μεσολογγίου, ὁ ὁποῖος πρὸ ἔτους περίπου κατέλιπε δυστυχῶς τὸν βίον. Καὶ ἡ πολιτικὴ αὕτη τοῦ 1872 ἢ 1873, ἡ ὁποία ὡμολογεῖτο ἀπροκαλύπτως ὑπ’ ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐξηγεῖτο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μετά τινος ὑπερηφανείας καὶ ἐπιδείξεως ὑπὸ ἐκείνου, αὐτὴ ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ ἦτον ἐκ διαμέτρου ἀντικειμένη πρὸς τὴν τοῦ 1867. Ὁμιλῶ περὶ πολιτικῆς, κύριοι, καὶ ὄχι περὶ προσώπων· ἀλλὰ θέλω ἀναγκασθῆ νὰ σημειώσω ἀνωμαλίας εἰς τὴν πολιτείαν τῶν προσώπων, τῶν ὁποίων ἡ ἀνάμνησις σᾶς βεβαιῶ μὲ λυπεῖ. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι πρὸ τοῦ νεκροῦ διακεκριμένου πολίτου τοῦ Μεσολογγίου ἤκουσα πολιτευόμενον θαυμάζοντα τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἐκεῖνος εἶχεν ἐγκαινιάσει, καὶ ἡ ὁποία ἦτον ἐκ διαμέτρου ἀντίθετος πρὸς τὴν ἰδίαν ἑαυτοῦ, ἤκουσα αὐτὸν ὁμολογοῦντα, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἐκείνη ἦτον ἡ μόνη πολιτική, ἡ συμφέρουσα εἰς τὸ κράτος. Καὶ ὁ πολιτευόμενος οὗτος ἦτον ὁ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς τοῦ 1867. Ἐβαδίζομεν ἀκολουθοῦντες τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τοῦ 1873, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐγκαταστήσει ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης, ὅτε κατὰ τὰ 1877 ὁ Ῥωσσοτουρκικὸς πόλεμος ἐπεφάνη, ἢ μᾶλλον ὅταν ἤρχισαν τὰ διάφορα συμπτώματα τὰ προμηνύσαντα τὸν πόλεμον ἐκεῖνον, ὡς ὠνόμασεν αὐτὰ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, προμηνύματα, τὰ ὁποῖα προεμήνυον τῷ ὄντι τὰς φοβερὰς ἐκείνας καταιγίδας. Τότε ἡμεῖς ἐθεώμεθα ἀλλήλους, καὶ ἐπράττομεν, τί, κύριοι; ὅ,τι ἐπράξαμεν 15 περίπου ἔτη ἀλληλομαχοῦντες, περὶ τοῦ ποία εἶναι ἡ ὀρθὴ ἐξωτερικὴ πολιτική. Συνήλθομεν ἀληθῶς ἐν τῷ κοινοβουλίῳ καὶ συνεζητήσαμεν, καὶ ἐψηφίσαμεν ὁμοθύμως παρασκευὰς ἐκτάκτους· ἀλλὰ τοῦτο ἐν χρόνῳ, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐνθυμοῦμαι, ὡς μέλος τοῦ οἰκουμενικοῦ Ὑπουργείου, καὶ δύναμαι νὰ τὸ ἀποκαλύψω πρὸς χάριν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Αἰγίου, ὅτι εἷς ἔντιμος πολίτης, ὁ κ. Λεωνίδας Παλάσκας, γενικὸς γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, μᾶς ἐβεβαίου, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς ναύσταθμος ἠγόραζε 4 σανίδας ἀπὸ τὸ ἐμπόριον τῆς Σύρου, διότι δὲν εἶχεν οὔτε σανίδα. Καὶ εἶχεν ὅπλα; καὶ εἶχε τηλεβόλα; καὶ εἶχε πυρίτιδα; καὶ εἶχέ τι κατὰ τὸ 1877; Καὶ ταῦτα, ἀφοῦ εἶχον σφαγῆ οἱ πρόξενοι Γαλλίας καὶ Γερμανίας ἐν Θεσσαλονίκῃ, ἀφοῦ εἶχον ἐπαναστατήσει ἡ Βοσνία καὶ ἡ Ἑρζεγοβίνη, ἀφοῦ ὁ πόλεμος ὁ Ῥωσσοτουρκικὸς ἐξεῤῥηγνύετο.
§70ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε μίαν παρατήρησιν· διατί ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰ 1875, ἐνῷ εἶχεν ἀναφανῆ ἤδη ἡ θύελλα τῆς Ἑρζεγοβίνης, ἀντὶ νὰ ἐξαναγκάσῃ τὰς ἐξουσίας νὰ μένωσιν ἔνθα ἐκλήθησαν, ἐπέτρεπε περιηγήσεις, καὶ τοιουτοτρόπως ὁ τόπος ἔμεινεν ἀσύντακτος, καὶ ἀντὶ νὰ σκέπτηται περὶ παρασκευῆς, ἐσκέπτετο περὶ ἐσωτερικῆς πάλης;
§71ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε βουλευτά, δὲν ἤμην μέλος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1875. Ἄν δὲ ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω τὸ πρῶτον μέρος τοῦ λόγου σας, καὶ ἐὰν ἦναι ὀρθὴ ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἠδυνήθην ν’ ἀποδώσω εἰς αὐτὸ, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι αἱ περιηγήσεις, περὶ ὧν λέγετε, εἶχον ἀντικείμενον τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους· ὡς εἷς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀντεπολιτεύοντο τὴν Κυβέρνησιν τοῦ 1875, ὡμολόγησεν ἐνταῦθα. Λοιπόν, κύριοι, ἡμεῖς εὑρέθημεν περὶ τὴν δωδεκάτην ὥραν, τὸ μεσονύκτιον, ὡς εὑρέθημεν, καὶ ὅμως ἠδυνήθημεν, ληξασῶν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Συνεδρίου ἐν Βερολίνῳ, νὰ κομίσωμεν τὸ 13 πρωτόκολλον καὶ 24 ἄρθρον τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου. Ἀλλὰ διατί ἐλησμονήσατε τὸν Ἑλληνισμόν, ποῦ ἀφήσατε τὰ δικαιώματα αὐτοῦ! ἓν μόνον γνωρίζω, ὅτι κατὰ τὴν 11 Ἰανουαρίου 1878, ὅταν ἐγενόμην Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εὗρον τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τῆς Ἑλλάδος κανονιζόμενα ὑπὸ μιᾶς δηλώσεως τοῦ λόρδου Δέρβυ Ὑπουργοῦ τότε ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, τὴν δήλωσιν δὲ ταύτην εἶχε προκαλέσει ὁ ἐμὸς προκάτοχος, διότι ἡ διακοίνωσις τοῦ λόρδου Δέρβυ ἐγράφη εἰς ἀπάντησιν διακοινώσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος. Τί ἔλεγεν ἡ διακοίνωσις ἐκείνη; τὴν ἔχω πρόχειρον, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν τὴν εὑρίσκω, διὰ νὰ σᾶς τὴν ἀναγνώσω κατὰ λέξιν. Ἠρώτα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν· τῆς Ἑλλάδος ἐὰν ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν, διὰ νὰ μὴ διαταραχθῇ ἡ τάξις ἐν ταῖς Ἑλληνικαῖς ἐπαρχίαις ἐν Τουρκίᾳ, τί ἠδύνατο νὰ προσδοκᾷ παρὰ τῆς δυνάμεως ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐδείκνυτο μεριμνῶσα πρὸς συντήρησιν τῆς τάξεως ἐν ταῖς ἐπαρχίαις; Δύνασαι νὰ προσδοκᾷς, ἀπήντησεν ὁ λόρδος Δέρβυ, ὅτι αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι θέλουσι τύχει τῶν αὐτῶν διοικητικῶν βελτιώσεων, τῶν ὁποίων θέλουσι τύχει αἱ ἄλλαι ἐν τῇ Τουρκίᾳ ἐπαρχίαι, καὶ τοῦτο ἐν ὅσῳ δὲν προταθῇ ὁ διαμελισμὸς τῆς ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας. Ὁ διαμελισμὸς δὲν συνετελέσθη, δὲν ἦτο δὲ οὔτε ὁ σκοπὸς, οὔτε τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἀποφάσεων τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου. Τί ἔμενε λοιπὸν εἰς ἡμᾶς νὰ ἀποκτήσωμεν, συνηγοροῦντες καὶ ἐργαζόμενοι ὑπὲρ τῶν Ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ; Εἴχομεν κατορθώσει νὰ τύχωσι τῆς διοικήσεως, τῆς ὁποίας ἤθελον τύχει καὶ αἱ ἄλλαι ἐπαρχίαι. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐστήριξα ἐν Βερολίνῳ τὰς ἐνεργείας μου ἐπὶ τῆς βάσεως ταύτης, τὴν ὁποίαν εὗρον παρισκευασμένην ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου, ἐπειδὴ ἐζήτησα, ἵνα τὸ Συνέδριον ἐν Βερολίνῳ ἀποφασίσῃ τὴν προσάρτησιν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν βασίλειον τῆς Ἠπείρου, τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Κρήτης, παρεστάθην, κύριοι, ὡς προδότης τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων! Δὲν γνωρίζω πόσον εὐρεῖα εἶναι ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν τινὲς ἔχουσιν ὅταν ὁμιλῶσι περὶ Ἑλληνισμοῦ· δὲν γνωρίζω δὲ πῶς φαντάζονται τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον. Δὲν μοὶ εἶναι ὅμως τελείως δύσκολον νὰ σᾶς εἴπω πῶς φαντάζομαι ἐγὼ καὶ τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, καὶ πῶς νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον, ὅταν καὶ ὁσάκις τὸ Κράτος καὶ ἡ πατρίς μου μοὶ ἐμπιστευθῇ τὴν διοίκησιν τῶν ἐξωτερικῶν πραγμάτων, πῶς νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐργάζωμαι. Δὲν ἐννοῶ, κύριοι, τὸν Ἑλληνισμὸν αὐτοτελῆ, αὐθύπαρκτον, κεχωρισμένον τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ὡς ἓν ὅλον ἄρτιον, ὑπάρχον ἄνευ καὶ κεχωρισμένως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Δὲν ἐννοῶ τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον προορισθὲν νὰ ζήσῃ ὡς ἓν Βασίλειον περιλαμβάνον τὴν Πελοπόννησον, τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα, τὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου καὶ τὰς νήσους τοῦ Ἰονίου· ἐννοῶ τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Ἑλληνισμοῦ, δίδον τὸ παράδειγμα τοῦ πολιτισμοῦ, μεριμνῶν καὶ ἐπιμελούμενον τῆς πνευματικῆς ἀναπτύξεως καὶ τῆς ὑλικῆς προόδου αὐτοῦ. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐννοοῦσι τὸν Ἑλληνισμὸν κεχωρισμένον καὶ μόνον του, δὲν ἠξεύρω ἂν θέλωσι τοσοῦτον ζήσει, ἀλλ’ ἐὰν θὰ ζήσωσι, θέλουσιν αἰσθανθῆ μέγιστον ἔλεγχον συνειδήσεως, ὅταν ἴδωσι τὴν θεωρίαν αὐτῶν φέρουσαν τὴν καταστροφὴν τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θεωροῦν τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον ὑπάρχον κεχωρισμένον τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ μεριμνῶν περὶ τῆς εὐημερίας μόνον τῶν κατοίκων του, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου πρέπει μίαν ἀποκλειστικὴν νὰ ἔχῃ πρόνοιαν καὶ μέριμναν, πῶς νὰ ἀσχολῆται εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν ἐσωτερικῶν πραγμάτων, δὲν ἠξεύρω ἂν θέλουσι ζήσει τοσοῦτον, διὰ νὰ αἰσθανθῶσι τὸν ἔλεγχον τῆς συνειδήσεως, ὅταν ἴδωσι τ’ ἀποτελέσματα τῆς πολιτικῆς των· ἀλλ’ ἂν ἡ πολιτική των γείνῃ δεκτὴ εἴτε ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, εἴτε ὑπὸ ἄλλου, θέλει βεβαίως ἀπολήξει εἰς τὴν καταστροφὴν τοῦ Βασιλείου αὐτοῦ. Ἐννοῶ τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ Ἑλληνισμὸς θέλει εὐημερεῖ καὶ θέλει προάγεται ἐπὶ τοσοῦτον, ἐφ’ ὅσον τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον εὐημερεῖ καὶ προάγεται, καὶ ἂν τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον αὐξάνῃ κατ’ ἔκτασιν καὶ κατὰ χώραν, ὅτι μέγιστον θέλει εἶσθαι τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς μεταβολῆς τῆς ἐδαφικῆς θέλει συγκομίσει ὁ πανταχοῦ Ἑλληνισμὸς, καὶ ἰδίως ὁ ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Εἶναι ἀνάξια προσοχῆς εὐτελῆ τινα ἔλη, τὰ ὁποῖα ἐῤῥίφθησαν καὶ διὰ τῆς δημοσιότητος καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος κατ’ ἐμοῦ, ὅτι ἡ μέριμνα τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου ὑπῆρξεν, ἀσθενεστέρα ἀφ’ ὅ,τι ἤθελεν εἶσθαι, διότι ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος ἔστρεψε τὰ βλέμματά του ἀλλαχοῦ· αὐτὰ εἶναι ἐπινοήματα καὶ μηχανήματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πολιτεύονται εἰς τοὺς δήμους, ὅταν ἀνταγωνίζωνται κατὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογάς, καὶ προσπαθοῦσι νὰ κερδίσωσι τοὺς συμβούλους καὶ παρέδρους· δὲν εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ διατελῶσιν αἱ μέριμναι καὶ αἱ φροντίδες τοῦ Κοινοβουλίου.
§72ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ........
§73ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄν νομίζητε, ὅτι ὁ λόρδος Βηκονσφλὴδ καὶ ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Α. Μ. τῆς Βασιλίσσης ἤθελε ῥυθμισθῆ ἀναλόγως τῶν διαθέσεων ἐμοῦ, μὲ ἀποδίδετε τοσαύτην ἀξίαν, διὰ τὴν ὁποίαν ἤθελον κολακευθῆ. Ἀλλ’ αἱ διαθέσεις ἐμοῦ καὶ τὰ ἐμὰ βλέμματα καὶ ὡς ἀτόμου καὶ ὡς ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος δὲν ἠδύναντο νὰ ὑπηρετήσωσι τὴν πολιτικὴν τῆς Ἀγγλίας, οὐδὲ τὰ κανονίζοντα αὐτὴν καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἀγγλικοῦ ἔθνους, ὧν τὴν ἐπιμέλειαν διεχειρίζετο ὁ λόρδος Βηκονσφήλδ· ἄν ἡ πολιτικὴ τοῦ λόρδου Βηκονσφὴλδ ἦτο νὰ πράξῃ τι, νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι δὲν ἤθελε τὸ παραλείψει, διότι ἐγὼ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος ἢ ἄλλος τις ἐξ ἡμῶν εἶχε ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν διάθεσιν. Ἡμεῖς ἀπέναντι τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ἐσμὲν στιγμαὶ βίου, αἱ ὁποῖαι παρέρχονται χωρὶς νὰ δύνανται νὰ ἀσκήσωσιν ἐλαχίστην ἐπιῤῥοὴν οὔτε ἐπὶ τῆς πολιτικῆς, οὔτε ἐπὶ τοῦ μεγάλου ὄγκου τῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα οἱ πολιτικοὶ ἐκεῖνοι ἄνδρες ἐπρόκειτο νὰ προστατεύσωσι.
§74Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Παραδέχομαι ὅσα λέγετε· ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μοῦ ὁρίσητε τὰ ὅρια τὰ γεωγραφικὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
§75ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν πρόκηται, ἀξιότιμε βουλευτὰ, νὰ σᾶς δηλώσω ποῖα εἰσὶ τὰ πολιτικὰ ὅρια τοῦ Ἑλληνισμοῦ, προθύμως θέλω τὸ πράξει· τὰ πολιτικὰ ὅρια τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὰ ἐπισήμως ἀνεγνωρισμένα, εἶναι τὰ ὁρισθέντα διὰ τῶν συνθηκῶν. Ποῖα δὲ εἶναι τὰ γεωγραφικὰ ὅρια, εἶναι ἐρώτησις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ γένηται πρὸς τὸν καθηγητὴν τῆς γεωγραφίας, καὶ οὐχὶ πρὸς τὸν ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν (ἱλαρότης).
§76ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐγὼ ὅμως θὰ τὰ θέσω τὰ γεωγραφικὰ ὅρια τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
§77ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλὰ, κύριοι, αὐτὸ τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα, λέγετε, ὅτι σᾶς εἴπομεν, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ τελειώσῃ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν, καὶ ὅτι, ἐνῷ παρῆλθεν ἔτος ἔκτοτε, δὲν ἐτελείωσε· λέγετε δὲ, ὅτι αὐτὸ πρέπει ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὴν ἀνικανότητα καὶ ἀδεξιότητα ἡμῶν ἢ εἰς ἄλλο τι, μᾶς ἐγκαλεῖτε δὲ διὰ τοῦτο, ὅτι σᾶς ἐπλανήσαμεν ἡμεῖς, καὶ τὸ ἔθνος ἐδαπάνησε πολὺ περισσότερα ἀφ’ ὅσα ἔπρεπε νὰ δαπανήσῃ διὰ τὸ 1879. Ἄν ἡ ἀπόφασις τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου ἦτο ῥητὴ καὶ διατακτική, δὲν γνωρίζομεν ἂν ἤθελεν εἶσθαι καὶ μέχρι τῆς ὥρας ταύτης τετελεσμένη. Καὶ λέγω τοῦτο οὐχὶ ἐξ αὐθαιρέτου τινὸς καὶ ἰδιοτρόπου σκέψεως, ἀλλ’ ὁδηγούμενος ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα συνέβησαν περὶ τὴν ἐκτέλεσιν ἄλλων ἀποφάσεων τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου, αἱ ὁποῖαι εἶχον τὸν χαρακτῆρα τοῦ διατακτικοῦ καὶ ἀποφασιστικοῦ. Ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις τοῦ Συνεδρίου τοῦ Βερολίνου περὶ ἡμῶν δὲν εἶχε τὸν χαρακτῆρα τοῦτον, εἶχε τὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον ἔχει τὸ πρωτόκολλον 13. Τὸ πρωτόκολλον τοῦτο διατρανοῖ γνώμην ῥητὴν καὶ ἀναντίῤῥητον, τὴν ὁποίαν τὰ μέλη τοῦ Συνεδρίου ἐσχημάτισαν. Ἡ γνώμη αὕτη ῥητὴ ἔχει βεβαίως ὑποχρεωτικὸν κῦρος δι’ αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐσχημάτισαν τὴν γνώμην ταύτην, ἀλλὰ δὲν διετυπώθη περιβεβλημμένη μὲ τὸ ἐπιβλητικὸν κῦρος δι’ ἐκείνους, πρὸς τοὺς ὁποίους ἀπευθύνεται, καὶ οὗτοι εἰσὶν ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Τουρκία· ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ σᾶς ὑποσχεθῶμεν, τοὐλάχιστον δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ ὑπεσχέθην εἰς τὸ Κοινοβούλιον, δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ ἔδωκα τὴν ἐλπίδα, ὅτι εἰς ὀλίγας ἡμέρας ἔμελλε νὰ τελειώσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο. Καὶ ἂν τυχὸν εἰς τὰ πρακτικὰ ὑπάρχῃ τοιοῦτόν τι, ἐκπλήσσομαι καὶ διαμαρτύρομαι. Καὶ ἂν τὸ ἔλεγον, κύριοι, ὑμεῖς, ἔχοντες ἀνὰ χεῖρας τὸ κείμενον τοῦ πρωτοκόλλου, ἠθέλατε μὲ διαψεύσει, καὶ ἠθέλατε μοὶ εἴπει, ὅτι δὲν ἠξεύρω τὶ λέγω. Καὶ ἐννοεῖτε, κύριοι, ὅτι τέλος πάντων δὲν εἶμαι ἐκ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δίδουν ἀφορμὴν εἰς τοὺς ἄλλους, ἵνα μοὶ εἴπωσιν ὅτι δὲν ἠξεύρω τί λέγω. Ἀληθῶς πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δύσπιστοι Θωμάδες ἠθέλησαν νὰ ἐξασθενήσωσι τὴν παραμυθίαν, τὴν ὁποίαν ἡ εἴδησις περὶ τοῦ πρωτοκόλλου ἔδιδεν εἰς τὸν ἁπανταχοῦ Ἑλληνισμὸν, ἀντεῖπον, παριστῶν, ὅτι ἡ ἀπόφασις θέλει ἐκτελεσθῆ, οὐδέποτε ὅμως εἶπον, ὅτι θέλει ἐκτελεσθῆ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν ἢ ὀλίγων ἑβδομάδων. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἀνέγνων εἰς ἐφημερίδα λόγον, τὸν ὁποῖον εἷς πολιτευόμενος, περιοδεύων τότε τὰς ἐπαρχίας καὶ ἐπισκεψάμενος τὴν ἐπαρχίαν Τριχωνίας, τὴν πατρίδα τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ κ. Στάϊκου καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ κ. Μεγαπάνου, ὡμίλησε πρὸς τοὺς συνελθόντας καὶ πρὸς ἐκεῖνον, ὅστις προσεφώνησε πρὸς αὐτὸν, ἰατρόν τινα Θεοφανίδην. Ἐνθυμοῦμαι τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἐξεφώνησεν ὁ πολιτευόμενος ἐκεῖνος, τυγχάνων ἀρχηγὸς κόμματος, καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἀνέγνων, ὅτι ἐκεῖνος εἶπεν, ὅτι ταχέως τελειώσει τὸ ζήτημα· ἀλλ’ ἐγὼ δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§78ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ γείνῃ μικρὰ διακοπή.
§79ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἔχω πολλὰ ἀκόμη νὰ ὁμιλήσω.
§80ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 7. μ. μ.)