1879.07.14
2.301 στίχοι · 19.282 λέξεις · 71 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 8
Τῆς 14 Ἰουλίου 1879.
(Σάββατον).
Ὥρα 3 μ. μ.
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις. Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται. Τὸ ἕκτον τμῆμα τῆς Βουλῆς ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν του ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Σκοπέλου, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς· Τὸ ἕκτον Τμῆμα τῆς Βουλῆς· Συνελθὸν σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ, τὴν 14 Ἰουλίου 1879, ἡμέραν Σάββατον περὶ ὥραν 9 π. μ. καὶ λαβὸν ὑπ’ ὄψιν τ’ ἀποτελοῦντα τὴν γενομένην ἐκλογὴν τῆς ἐπαρχίας Σκοπέλου πρὸς ἀναπλήρωσιν τῆς κενωθείσης βουλευτικῆς θέσεως διὰ τοῦ θανάτου τοῦ βουλευτοῦ Ι. Δουλίδου· Παρατηρῆσαν, ὅτι ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς ταύτης ἀνεκηρύχθησαν συμφώνως πρὸς τὸν Νόμον ὡς ὑποψήφιοι Βουλευταὶ οἱ κύριοι Ἀλέξ. Δόσιος καὶ Κ. Ἐπιφανίου, καὶ καθ’ ὅλους τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν ἐπαρχίαν ταύτην Δήμους, οἷον τὸν Δῆμον Σκιάθου, Γλώσσης, Ἀλωνήσου καὶ Σκοπέλου, διενηργήθη ἡ ἐκλογὴ νομίμως. Ἐπειδὴ ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς ταύτης οὔτε ἡ Ἀλέξ. Δόσιος οὔτε οἱ προτείναντες αὐτὸν ὡς ὑποψήφιον βουλευτὴν ὥρισαν ἴδιον σφαιριδιοδότην διὰ τὴν κάλπην αὐτοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 43 τοῦ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν Νόμου, καὶ ἐν ἑνὶ μὲν τῶν ἐκλογικῶν τμημάτων ἐξετέλεσε τὴν λειτουργίαν ταύτην ὁ ὑπὸ τοῦ Κ. Ἐπιφανίου ὁρισθεὶς, εἰς τὰ λοιπὰ δὲ διώρισε τοιοῦτον ἡ Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ, ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ μὲν νόμος οὐδεμίαν περιέχει διάταξιν προβλέπουσαν τὴν τοιαύτην περίπτωσιν, ἐκ τοῦ συνόλου δὲ τοῦ πνεύματος αὐτοῦ καὶ τῆς λογικῆς ἑρμηνείας συνάγεται, ὅτι ὁ διορισμὸς ἰδίου σφαιριδιοδότου ὑφ’ ἑκάστου τῶν ὑποψηφίων ἀπαρτίζει δικαίωμα ὑπὲρ αὐτοῦ τούτου, ὅστις ἀποσχὼν νὰ ἐξασκήσῃ αὐτὸ θεωρεῖται ὅτι παρῃτήθη αὐτοῦ, ἡ δ’ Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ, εἰς ἣν ὁ νόμος ἀνέθηκε πᾶσαν τὴν ἐποπτείαν πρὸς ἐπιτέλεσιν πάντων τῶν συντελούντων εἰς τὴν περάτωσιν τῆς ἐκλογῆς, ἀναγκαίως ἠδύνατο νὰ πληρώσῃ τὴν τοιαύτην ἔλλειψιν καὶ ὁρίσῃ, ὡς ἔπραξε, τὸν σφαιριδιοδότην ἐπὶ τῆς κάλπης τοῦ Ἀλ. Δοσίου. Ἐπειδὴ καθ’ ἃ καὶ τὸ ἀνακηρύξαν ἁρμόδιον δικαστήριον ὡς πλειονοψηφοῦντα Βουλευτὴν τὸν κ. Κ. Ἐπιφανίου ἀναφέρει καὶ ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς διαλογῆς πάντων τῶν ἐκλογικῶν τμημάτων διαβεβαιοῦται, ὅτι οὗτος ἐστὶν ὁ πλειοψηφήσας ὡς λαβὼν ψήφους εἰς τὸ ναὶ 425, εἰς δὲ τὸ ὄχι 357, ἐν ᾧ ὁ Ἀλ. Δόσιος ἔλαβεν εἰς μὲν τὸ ναὶ ψήφους 421, εἰς δὲ τὸ ὄχι 362. Διὰ ταῦτα τὸ Τμῆμα παμψηφεὶ θεωρεῖ ὡς νόμιμον καὶ ἔγκυρον τὴν ἐν λόγῳ ἐκλογὴν τῆς ἐπαρχίας Σκοπέλου καὶ γνωμοδοτεῖ, ὅπως ἡ Βουλὴ ἀνακηρύξῃ νόμιμον Βουλευτὴν αὐτῆς τὸν πλειοψηφήσαντα Κ. Ἐπιφανίου. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 14 Ἰουλίου 1879.
Ὁ Πρόεδρος
Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ.
Ὁ Εἰσηγητὴς Δ. Γ. Ζέγκελης. Τὰ μέλη Γ. Ζωχιὸς, Π. Κορωναῖος, Θ. Παπακώστας, Ι. Μπαλάφας, Ἰω. Χ. Νικολῆ, Δ. Κάρτσωνας, Θ. Δαραλέξης, Ν. Καράπαυλος, Α. Νοταρᾶς, Γ. Ζουλούμης, Σπ. Μαρτσοῦκος.
§4ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§5ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν ἔχει καιρὸν νὰ τυπωθῇ· (θόρυβος).
§6ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂν σεῖς, κύριε Πρόεδρε, νομίζητε ὅτι δύνασθε νὰ ἐπιβάλητε εἰς τὴν Βουλὴν ἀμέσως νὰ τὴν συζητήσῃ, ἢ νὰ ζητήσητε τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς συμβουλευόμενοι τὸν Κανονισμὸν, πράξετε τοῦτο. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι οὔτε σεῖς δύνασθε νὰ προκαλέσητε τοιαύτην ἀπόφασιν, οὔτε ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἀναιρέσῃ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς τοιαύτην διάταξιν περιέχει, νὰ τυπωθῇ· ἀλλ’ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν προηγούμενά τινα. Ζητῶ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, τί θέλει; Τὸ Προεδρεῖον βεβαίως δὲν ἐπιβάλλεται.
§8ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε....
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελείωσε τὸ ζήτημα, κύριε Πετιμεζᾶ.
§10ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἐτελείωσε.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ. Ὁ κύριος Γεώργιος Δέτσος, διδάκτωρ τῆς ἰατρικῆς, ὑποβάλλει ἀναφορὰν παραπονούμενος κατὰ τοῦ ἐν Νικομηδείᾳ ὑποπροξένου διότι τὸν ἀφῆκε, καταδιωκόμενον ἀπὸ τὴν Τουρκικὴν ἐξουσίαν, ἀπροστάτευτον. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν. Ὁ ἐκ Τήνου Βουλευτὴς κύριος Νάζος, διὰ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἑξῆς ἀναφοράν. «Πρὸς τὴν σεβαστὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων Ἐντολῇ τοῦ πατρός μου Καρόλου Νάζου, Βουλευτοῦ Τήνου, παθόντος δυστυχῶς ἐξ ἡμιπληγίας, ὡς ἐκ τούτου δὲ μὴ δυνηθέντος νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ βουλευτικὰ αὐτοῦ καθήκοντα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τετάρτην τακτικὴν Σύνοδον καὶ τὴν ἔκτακτον τῆς ἤδη ληγούσης Περιόδου τῆς Βουλῆς, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἐγκρίνῃ τὴν πληρωμὴν αὐτῷ τῶν ἀνηκουσῶν αὐτῷ ἀποζημιώσεων τῶν δύω τούτων Συνόδων, ἀφ’ οὗ ἡ μὴ ἐκπλήρωσις τῶν βουλευτικῶν αὐτοῦ καθηκόντων προῆλθε προδήλως ἐξ ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεως αὐτοῦ αἰτίων»
§12ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§13ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι, ὄχι· (θόρυβος).
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐκφρασθῇ. Ἐννοεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὸν κύριον Νάζον ἡ ἀποζημίωσις τῆς παρελθούσης Συνόδου καὶ ἡ ἀποζημίωσις διὰ τὴν ἔκτακτον Σύνοδον; (ἐγείρονται πολλοί).
§15Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Τὸ Προεδρεῖον δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ θέτῃ προτάσεις· ὀφείλει μόνον νὰ θέτῃ εἰς ψηφοφορίαν ὑποβαλλομένας προτάσεις· ἔχετε καμμίαν πρότασιν ἐδῶ; Καὶ πῶς τολμᾶτε νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν μὴ ὑπάρχουσαν πρότασιν;
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζουν τὴν ἀναφορὰν πολλοὶ Βουλευταί.
§17ΤΣΑΜΑΔΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Μάλιστα, τὴν ὑποστηρίζομεν.
§18Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ αἱ προτάσεις κατατίθενται ἐγγράφως εἰς τὸ Προεδρεῖον, τυποῦνται καὶ διανέμονται. Πῶς γίνονται αὐτὰ τὰ πράγματα; Δύνασθε νὰ φέρητε τοιαύτην πρότασιν ἐξ ἀπροόπτου οὕτω πως εἰς τὴν Βουλήν;
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλεται ἔκθεσις ἑνὸς συναδέλφου καὶ τὴν ὑποστηρίζουν πολλοὶ ἄλλοι Βουλευταί. Τί λέγει λοιπὸν ἡ Βουλή; θὰ τῷ δοθῶσι; (θόρυβος).
§20ΤΣΑΜΑΔΟΣ. Ἐγὼ προτείνω νὰ δοθοῦν εἰς τὸν κύριον Νάζον αἱ ἀποζημιώσεις τὰς ὁποίας ζητεῖ, καὶ ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ παραδεχθῇ τοῦτο ἡ Βουλή. Ἐρωτήσατε τὴν Βουλήν, κύριε Πρόεδρε· (θόρυβος).
§21Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Τί ἀπέγεινε, κύριε Πρόεδρε;
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ ἐπιτροπήν. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§23ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλλω, κύριοι, δύω νομοσχέδια καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὰ συζητήσῃ ἀμέσως. ά) Συνδρομὴ ὑπὲρ τῶν ἐκ τῶν τελευταίων σεισμῶν παθόντων κατοίκων τοῦ δήμου Τρικάλων τῆς ἐπαρχίας Κορινθίας. Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου τούτου εἶναι ἐκτεθειμένοι στερούμενοι παντὸς μέσου· προτείνομεν λοιπὸν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ πίστωσιν 30,000 δραχμῶν ὑπὲρ αὐτῶν. (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον).
ΣΧΕΔΙΟΝ ΝΟΜΟΥ
Ἅρθρον 1. Χορηγεῖται ἔκτακτος πίστωσις ἐκ δραχμῶν τριάκοντα χιλιάδων ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1879 καὶ ὑπὸ ἴδιον Κεφάλαιον καὶ ἄρθρον «Συνδρομὴ ὑπὲρ τῶν ἐκ τῶν τελευταίων σεισμῶν παθόντων κατοίκων τοῦ δήμου Τρικάλων τῆς Ἐπαρχίας Κορινθίας.» Ἅρθρον 2. Ἡ διανομὴ τῆς ἀνωτέρω συνδρομῆς κανονισθήσεται διὰ Β. Διατάγματος. Οἱ Ὑπουργοὶ
Τῶν Ἐσωτερικῶν
Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ.
Τῶν Οἰκονομικῶν
Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ.
§24ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§25Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατὰ τὸν νόμον, κύριοι, εἰς ὅλας τὰς ἐκλογὰς δημοτικὰς καὶ δημαιρισιακὰς καὶ τῶν ἐπαρχιακῶν συμβουλίων πρέπει νὰ παρίστανται τακτικοὶ ὑπάλληλοι. Ἐὰν αὐτὸ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ἐπαρχιακῶν συμβούλων καὶ τῶν ἐπαρχιακῶν παρέδρων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσουν. Προτείνομεν λοιπὸν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου τροποποιοῦνται αἱ διατάξεις αὗται.
ΣΧΕΔΙΟΝ ΝΟΜΟΥ
Ἅρθρον 1. Αἱ περὶ ἀντιπροσώπων τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς διατάξεις τῶν ἀπὸ 27 Δεκεμβρίου 1877 ΧΜΗʹ. καὶ ἀπὸ 13 Δεκεμβρίου 1878 ΦΝΕ νόμων δὲν ἰσχύουσι ά) ἐπὶ τῶν Ἐπαρχαιρεσιῶν, βʹ) εἰς τὰς ἐκλογὰς τῶν εἰδικῶν παρέδρων, καὶ γʹ) ἐπὶ τῶν δημαιρεσιῶν, ὁσάκις δὲν πρόκειται καὶ περὶ τῆς ἐκλογῆς δημάρχου, ἀλλὰ μόνον δημαρχικῶν παρέδρων ἢ δημοτικῶν συμβούλων. Ἅρθρον 2. Ἐν ταῖς περιπτώσεσι τῶν ἐδαφίων ά. καὶ γʹ. τοῦ προηγουμένου ἄρθρου ἂν ἀποβῇ ἀνέφικτος ἡ συγκρότησις τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς, κατὰ τὰ ὁριζόμενα ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 42 τοῦ νόμου περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν, ἀναλαμβάνει τὴν διεύθυνσιν τῆς ἐκλογῆς ὁ εἰρηνοδίκης, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου ὑπάγεται τὸ ἐκλογικὸν τμῆμα, καὶ ἐν κωλύματι τοῦ εἰρηνοδίκου ὁ νόμιμος αὐτοῦ ἀναπληρωτὴς, συμπραττόντων πάντοτε καὶ τῶν παρόντων μελῶν τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἂν ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναπληρώσεως τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς παρουσιασθῇ εἰς πλείονα τοῦ ἑνὸς ἐκλογικὰ τμήματα τῆς αὐτῆς τοῦ εἰρηνοδίκου τῆς περιφερείας, καλοῦνται εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν ἐκλογῶν ὅτε εἰρηνοδίκης καὶ οἱ νόμιμοι ἀναπληρωταὶ, καὶ ἐν ἀνεπαρκείᾳ τούτων ὁ ἐγγύτερος εἰρηνοδίκης ἄλλης περιφερείας, ἐν ἀνάγκῃ δὲ καὶ οἱ νόμιμοι αὐτοῦ ἀναπληρωταί. Ἡ πρὸς τοὺς Εἰρηνοδίκας ἢ τοὺς ἀναπληρωτὰς αὐτῶν πρόκλησις γίνεται ἅμα ὡς παρουσιασθῇ ἡ ἀνάγκη ὑπὸ τοῦ οἰκείου Δημάρχου, ὑποκειμένου ἕνεκα οἵας δήποτε ἐλλείψεως ἢ ἀμελείας εἰς τὴν ποινὴν τὴν ὁριζομένην ὑπὸ τοῦ ἄρθρ. 77 τοῦ νόμου περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν. Οἱ Εἰρηνοδίκαι καὶ οἱ ἀναπληρωταὶ αὐτῶν, ἀποποιούμενοι ἢ ἀμελοῦντες ν’ ἀναλάβωσι τὴν διεύθυνσιν τῆς ἐκλογῆς ἢ παραβαίνοντες ὅπως δήποτε τὰ καθήκοντά των, τιμωροῦνται κατὰ τοὺς ὅρους τῶν ἄρθρων 76, 77 τοῦ αὐτοῦ νόμου. Ἄρθρον 3. Οἱ ὑποψήφιοι διὰ τὴν θέσιν εἰδικοῦ παρέδρου ἀπαλλάσσονται τῆς καταβολῆς παντὸς ἀντιτίμου ἐκλογικῶν εἰδῶν. Ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός.
Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα, κύριοι, θὰ τυπωθῶσιν καὶ θὰ διανεμηθῶσι. Κύριοι, νομίζω, ὅτι πρὶν προβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν πρέπει νὰ λύσῃ ἡ Βουλὴ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πολὺ ὀρθῶς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων ἔθεσεν ἐνώπιον αὐτῆς, περὶ τῆς ἡμέρας δηλ. καθ’ ἣν λέγει ἡ παροῦσα Περίοδος τῆς Βουλῆς, διότι ἐκ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τούτου θὰ κανονίσῃ ἡ Βουλὴ τὰς ἐργασίας αὐτῆς. Τὸ ἄρθρον 69 τοῦ Συντάγματος ἔχει οὕτω· «οἱ βουλευταὶ ἐκλέγονται κατὰ τετραετίαν.» Ἐνθυμίζω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ τοῦ 1875 ἐκηρύχθησαν τὴν 18 Ἰουλίου, ἐπεραιώθησαν δὲ τὴν 21 τοῦ αὐτοῦ μηνός. Ἑπομένως πρέπει νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα ἡ Βουλὴ, τὴν 18 λήγει ἡ τετραετὴς Περίοδος ἡ παροῦσα ἢ τὴν 21 Ἰουλίου; Διότι, ὡς εἶπον, ἐκ τούτου θὰ ὁδηγηθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν ἐργασιῶν της.
§27ΖΕΓΓΕΛΗΣ. Νὰ μάθωμεν, ποία εἶναι ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως.
§28ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ εἴπομεν χθὲς, ὅτι συμφωνοῦμεν, τὴν ἡμέραν τῆς λήξεως τῆς ψηφοφορίας.
§29ΦΙΛΗΜΩΝ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ τελευταία ἡμέρα, καθ’ ἣν περατοῦνται αἱ ἐκλογαὶ καὶ ἀνακηρύσσεται τὸ ἀποτέλεσμα τῆς τετραημέρου ψηφοφορίας, ὅτι ἡ ἡμέρα αὕτη εἶναι, ἥτις δίδει τὸ τελευταῖον σημεῖον. Τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς ψηφοφορίας ψηφοφορεῖ τὸ ¼ τῶν ἐκλογέων, δι’ αὐτοῦ δὲν ἀποφαίνεται ὁλόκληρος ὁ σύλλογος τῶν ἐκλογέων. Ἐπίσης τὴν δευτέραν καὶ τρίτην ἡμέραν· ἀλλὰ τὴν τετάρτην ἡμέραν εἶναι γνωστὸν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας, καὶ κατ’ αὐτὴν ἐπέρχεται ἡ μόρφωσις τοῦ Βουλευτοῦ. Ἂς μοὶ συγχωρηθῇ δὲ καὶ μία παρομοίωσις, διὰ τὴν ὁποίαν ὅμως ζητῶ συγγνώμην ἀπὸ τὴν Βουλήν. Τὸ τέκνον, ὁ ἄνθρωπος δὲν ζῇ παρὰ καθ’ ἣν ἡμέραν ἴδῃ τὸ φῶς· ὅλη ἡ προηγουμένη ἐποχὴ τῆς ἐγγυμοσύνης δύναται νὰ παρομοιωθῇ μὲ τὴν ψηφοφορίαν τῶν 4 ἡμερῶν.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, παραδέχεται ἡ Βουλὴ, ὅτι ἡ Περίοδος λήγει τὴν 21 Ἰουλίου;
§31ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§33Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἦτο τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Βουλῆς νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν μήτε νὰ παρατείνῃ, μήτε νὰ μειώσῃ τὸ διάστημα τῆς Περιόδου. Ἠμποροῦμεν γνώμην μόνον ἁπλῆν νὰ ἐκφράσωμεν, ἀλλ’ ὄχι νὰ κάμωμεν ἀπόφασιν, ἥτις αὕτη ἠμπορεῖ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, διότι παραβαίνομεν τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν διὰ τοῦ Συντάγματος.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς ἐζήτησα, τὴν γνώμην της ἡ Βουλὴ ἐξέφρασεν, ὅτι ἡ Βουλευτικὴ Περίοδος λήγει τὴν 21 Ἰουλίου. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§35ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι! Ἠκούσατε χθὲς ὅτι ἐῤῥέθησαν πολλὰ, οὐδὲν ὡρισμένον ὅμως. Εἰς ταῦτα ἀπήντησεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός. Νομίζομεν τὴν ἀπάντησιν ἀρκοῦσαν, διότι, ὡς σᾶς εἶπον, τίποτε ὁριστικὸν καὶ ὡρισμένον δὲν ἐλέχθη. Ὁ χρόνος εἶναι ὀλίγος, παρακληθέντες νὰ συνέλθητε καὶ ἀποφανθῆτε ἐπὶ ὀλίγων τινῶν ἀντικειμένων. Ἐὰν ἡ Βουλὴ εὐαρεστῆται καὶ συμφωνῇ, νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἀφήσωμεν τὰς πολιτικὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν σκοπὸν καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰ κύρια καθήκοντά μας. Ἐὰν ἡ Βουλὴ τῷ ὄντι ἄνευ ἀντιῤῥήσεως δέχεται τοῦτο, καλῶς· ἄλλως, ἐξακολουθοῦμεν τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον χθὲς ἀφήσαμεν.
§36ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐννοῶ, κύριε Πρόεδρε, κατὰ τί τὰ νομοσχέδια δὲν συνδέονται πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλει νὰ κάμῃ διάκρισιν μεταξὺ νομοσχεδίων καὶ πολιτικῆς, καὶ λέγει, ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλει νὰ ψηφίσῃ τὰ νομοσχέδια, χωρὶς νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ ζήτημα τὸ πολιτικὸν, καλῶς, ἄλλως, ἂς ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν. Τί ἐννοεῖ μὲ τοῦτο; ἐννοεῖ, ἡ Βουλὴ νὰ μετατραπῇ εἰς συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας; Πῶς δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων, εἰς τὴν μετατροπὴν τοῦ νόμου τῶν 60 ἑκατομ. χωρὶς νὰ ἐξετάσωμεν τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, χωρὶς νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἐν τῇ πραγματοποιήσει τοῦ δανείου τούτου ἡ Κυβέρνησις ἐτήρησε τὸν νόμον, ἐὰν ἐπολιτεύθη συμφώνως πρὸς τὸν νόμον, ἐὰν ἐζημίωσε τὸ ταμεῖον ἢ τοὺς ἰδιώτας; Εἶναι δυνατὸν ὁ κ. πρωθυπουργὸς νὰ ζητήσῃ, ὅπως θέση φραγμὸν εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην; Ἐὰν ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων, δὲν ἐπιλαμβανόμεθα ἀμέσως καὶ τῆς πολιτικῆς συζητήσεως; Δὲν θὰ ἐκφράσῃ γνώμην ἡ Βουλὴ περὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις οὕτως ἐπολιτεύθη; Τὸ ζήτημα τῆς πολιτικῆς συνδέεται ἀμέσως μὲ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὑποβληθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐὰν συζητήσωμεν τὰ νομοσχέδια τὰ ὑποβληθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ συζητήσωμεν συνάμα καὶ περὶ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς. Ἡ πρότασις λοιπὸν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ εἶναι ἄτοπος, καὶ προτείνω τὸ ἀπαράδεκτον αὐτῆς.
§37ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι. Συγχαίρω καὶ ἐπαινῶ τὸν κ. Ζαΐμην διὰ τὴν εἰλικρίνειαν μὲ τὴν ὁποίαν ὡμίλησε χθὲς καὶ διὰ τὴν εὐγενῆ καὶ ἀξιοπρεπῆ γλῶσσαν τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθη· ἀλλ’ ἐρωτῶ τοὺς ἄλλους, διατί ἐμβάπτουσι πάντοτε καὶ τὸν κάλαμόν των καὶ τὴν γλῶσσάν των εἰς τὸ πάθος καὶ τὴν χολήν; Μῆνας ὁλοκλήρους καταγίνονται νὰ ἐξευτελίσουν καὶ δυσφημήσουν τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου των καὶ ὅπου ἀκούωσι μύθον τινὰ, ἄτοπόν τι τὸ περιπτύσσονται, τὸ ἐξογκοῦσι, τὸ δημοσιεύουν καὶ θέλουν διὰ τούτου νὰ ἀποδείξωσι τὴν κατάστασιν τῆς πατρίδος των ἐλεεινὴν καὶ τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως ἀθλίαν. Εἶναι αὐτὸ, κύριοι, ἔργον πατριωτικὸν καὶ πάντοτε μὲν πρὸ πάντων δὲ εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις; Εἶναι ὀρθὸν νὰ σκέπτωνται καὶ νὰ μὴ ἐργάζωνται εἰς ἄλλο τι εἰμὴ πῶς νὰ ὑβρίζουν καὶ συκοφαντοῦν καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς τὴν Κυβέρνησιν; καὶ τὸ χείριστον νομίζουν ὅτι στηρίζονται ἐπὶ τῆς συγκαταθέσεως τοῦ Ἔθνους! Ἤκουσα, κύριοι, πολλάκις τὰς καυχήσεις αὐτάς. Ὁ τόπος αὐτὸς εἶναι καταδεδικασμένος νὰ ἔχῃ ἐνίοτε ἄνδρας μὲ παραδόξους ἀντιποιήσεις· εἷς ἄλλος ἄλλοτε δὲν ἀντεποιεῖτο τὰ πλοῖα τοῦ Πειραιῶς ὡς ἰδικά του; Μερὶς, ἀποτελοῦσα μόλις τὸ τέταρτον τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς καὶ ἀντιπροσωπεύουσα τὸ ἑκατοστὸν τοῦ λαοῦ, μερὶς, ἡ ὁποία οὔτε στιγμὴν ἠδυνήθη νὰ μείνῃ ἐνώπιόν σας ὡς Κυβέρνησις, ἐπικαλεῖται ἐναντίον ἡμῶν ταῦτα καὶ ἀπειλεῖ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦμεν τὸ ἥμισυ τῆς Βουλῆς καὶ ἀντιπροσωπεύομεν τὸ ἥμισυ τοῦ Ἔθνους. Καὶ ποῖοι εἶσθε σεῖς, καὶ ποία ἡ δύναμίς σας καὶ ποῖαι αἱ σχέσεις σας ὥστε νὰ ἀπειλῆτε ἡμᾶς; Ἡμεῖς φέρομεν πολλὰς ἀποφάσεις ἐθνικὰς ὑπὲρ ἡμῶν, σεῖς ὅμως πολλὰς καθ’ ὑμῶν αὐτῶν. Ἐπεθύμουν νὰ συζητήσωμεν τὰ μεγάλα καὶ πρώτιστα ζητήματα καὶ εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις μὲ ψυχρὸν αἷμα. Δὲν ἐννοῶ τὴν ὀργήν των, μὲ τὴν ὁποίαν ἔρχονται νὰ ἐκσφενδονίσωσι τὰ αὐτὰ, δὲν ἐννοῶ οὔτε μὲ ποῖον θάῤῥος διὰ μύθων καὶ ὑποθέσεων ἐπιχειροῦσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὄχι νὰ συζητήσουν ἀλλὰ νὰ ὑβρίσωσι καὶ συκοφαντήσωσι. Παρητήθημεν, κύριοι, καὶ τὴν παραίτησίν μας μία μερὶς τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐπέκρινεν. Ἀστεῖον! Πρώτην φορὰν ἀκούω ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δώσωμεν εὐθύνας καὶ διὰ τὴν παραίτησίν μας. Ἡμεῖς εἴμεθα κύριοι νὰ παραιτηθῶμεν, σεῖς δὲ κύριοι μόνον νὰ μᾶς ὑποδεικνύητε, καὶ νὰ μᾶς ὑποστηρίζητε ἢ ὄχι, αὐτὰ εἶναι τὰ δικαιώματα ἑκάστου· ἀλλὰ καὶ μολαταῦτα ἂς ἐξετάσωμεν ἐὰν τὸ παράπονον τῶν ἐναντίων μας εἶναι καὶ δίκαιον καὶ ὀρθόν. Συνεκαλέσαμεν τὴν Βουλὴν καὶ σκοπὸν εἴχομεν νὰ ἐκθέσωμεν ἐνώπιόν σας τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον τὴν ἐκαλέσαμεν· δὲν τὸ ἐπράξαμεν ἀμέσως, διότι πολλοὶ τῶν κ. Βουλευτῶν καὶ ἰδίως ὁ ἔντιμος Πρόεδρός μας, ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσωμεν πρὸς τὴν Βουλὴν συγκεκροτημένην. Περιεμένομεν λοιπὸν τὴν συγκρότησιν τοῦ Προεδρείου καὶ τότε νὰ ἐκθέσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν διατί ἐκαλέσαμεν αὐτὴν νὰ ἔλθῃ· διὰ τοῦτο ἠδιαφορήσαμεν εἰς τ’ ἀποτελέσματα τῶν ψηφοφοριῶν, αἵτινες ἔλαβον ἐν τῷ μεταξὺ χώραν· καὶ ὅτε ὁ κ. Σωτηρόπουλος μᾶς ἠρώτησεν, ἐνθυμεῖσθε βεβαίως τοῦτο, κ. Σωτηρόπουλε, λυπούμενος καὶ αὐτὸς διὰ τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, διατί δὲν σπεύδομεν νὰ δώσωμεν λύσιν τινὰ, διατί δὲν σπεύδομεν νὰ παραιτηθῶμεν συνεπείᾳ τῶν ψηφοφοριῶν τούτων, τῷ ἀπήντησα: διότι περιμένομεν τὰ πράγματα. Ὑμεῖς ὅμως διεκηρύττετε διὰ τῶν ἐφημερίδων σας ὅτι ἐσπεύσατε προκαλέσαντες τοιαύτας ψηφοφορίας, διότι καιρὸς δὲν ὑπῆρχε καὶ ἑπομένως εὐθὺς ἀμέσως ἠθέλατε νὰ δείξητε ὁποῖον ἦτο τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς· καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς αὐτῆς ὁ ἀξιότιμος κ. Ζαΐμης ἀπηύθυνεν τὴν μορφὴν ἐναντίον μας· μένομεν κακῶς, εἶπεν, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐνῷ γνωρίζομεν ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη καθ’ ἡμῶν, καὶ προσέθηκε μάλιστα ὅτι αὐτὸς, αἰσθανόμενος κάλλιον ἡμῶν τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἄλλην περίστασιν, ἔδωκε τὴν παραίτησίν του ἀφοῦ ἀπώλεσε τὰς ἐπιτροπάς. Νομίζετε ὅτι μετὰ τὰ τοιαῦτα ἠδυνάμεθα νὰ μείνωμεν πλέον ἐπὶ στιγμὴν εἰς τὴν ἐξουσίαν; Δὲν ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἀτομικῆς ἡμῶν ἀξιοπρεπείας, ἀλλὰ περὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Κυβερνήσεως. Ποία εἶναι ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ὅταν, ἵνα ὑπάρξῃ καὶ δύνηται μόνον νὰ ζήσῃ διὰ τῆς πλειονοψηφίας, ἀποκρούεται καὶ περιυβρίζεται ὑπ’ αὐτῆς; ἀπὸ τῆς στιγμῆς τοιαύτης ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ἠθικῶς Κυβέρνησις δὲν ὑπάρχει, ἥτις δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, νὰ διοικῇ, καὶ μεγάλα πολιτικὰ ζητήματα νὰ λύῃ. Ἔπρεπε λοιπὸν ἀμέσως ὄχι μόνον λόγῳ ἀξιοπρεπείας ἀλλὰ διὰ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος νὰ δώσωμεν τὴν παραίτησίν μας. Ἠθέλατε νὰ μείνωμεν διὰ νὰ ἐκθέσωμεν τὸ πρόγραμμά μας· ἀλλὰ διατί δὲν μᾶς ἀφίνατε; διατί ἐδείξατε αὐτὴν τὴν σπουδὴν; διατί δὲν ὑποφέρετε νὰ φέρωμεν τὰ ἔργα μας, τὰς σκέψεις μας; Ἀλλὰ τί ἠθέλετε ταῦτα; τί ἠθέλετε τὴν ἀφήγησίν μας; τί σᾶς ὠφελεῖ; (εἷς τῶν Βουλευτῶν τῆς ἀριστερᾶς διακόπτει).
§38ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Μὴ διακόπτετε.
§39ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μοὶ εἶναι ἀδιάφορον· ἂς διακόπουν· εἶναι διακοπαὶ εἰς τὰς ὁποίας προσέχω καὶ ἀπαντῶ, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλαι διὰ τὰς ὁποίας γελῶ. Καὶ τί θέλετε, κύριοι, τὴν ἔκθεσίν μας; εἶσθε ἀντιπολίτευσις ἑτοίμη νὰ μᾶς διαδεχθῆτε, μὲ τὰ σχέδιά σας, μὲ τὸ πρόγραμμά σας, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀνάγκας καὶ τὰ μέσα τῶν ὁποίων θὰ κάμητε χρῆσιν ἢ ὄχι; Δὲν ἔρχεσθε νὰ ἐξακολουθήσητε τὸ σχέδιον ἡμῶν, διότι ἄλλως ἦτον περιττὸν νὰ ἔλθητε. Λοιπὸν τί θέλετε νὰ σᾶς εἴπωμεν ἡμεῖς, εἰς τί θὰ ὠφεληθῆτε ἀπὸ τὴν ἀφήγησίν μας, ἀφοῦ τὸ ἴδιον πρόγραμμα δὲν ἔχετε; Ἀλλὰ σεῖς διεκηρύξατε ὅτι αἱ ἀνάγκαι, τῶν ὁποίων τὴν θεραπείαν ζητοῦμεν ἡμεῖς, ἦσαν γνωσταὶ πρὸ πολλοῦ, καὶ εἰς ὑμᾶς καὶ εἰς ὅλον τὸν κόσμον, διατί κατηγορεῖτε ἡμᾶς; Γνωρίζετε ὅλα, ὡς λέγετε, καὶ τὰς ἀνάγκας τὰς ὁποίας ἠθέλομεν νὰ θεραπεύσωμεν; Πλὴν σεῖς, τὸ ἐπαναλέγω, ἔχετε ἴδιον πρόγραμμα, ἠθέλετε νὰ θεραπεύσωμεν τὰς ἀνάγκας τὰς ὁποίας ἐνομίζατε ἀξίας θεραπείας, τί σᾶς ἐνδιαφέρουν αἱ ἰδικαί μας σκέψεις; Δὲν ἦσαν λοιπὸν αὐτοὶ οἱ ἀληθεῖς λόγοι καὶ ἡ ἀληθὴς αἰτία, ἡ ἐμποδίσασα τὸν κ. Τρικούπην νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν ἦτο ἡ ἔλλειψις πλειονοψηφίας, ἦτο ὁ φόβος τοῦ ὁποίου τὰς συνεπείας καὶ ἄλλοτε ἐδοκίμασεν, ὅτε ὡς Ὑπουργὸς παρουσιάσθη εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Ζαΐμης εἰλικρινῶς ὡμολόγησε τὴν ἀλήθειαν καὶ αἱ πατριωτικαὶ θεωρίαι, αἱ ὁποῖαι ἐπανελήφθησαν ἐνώπιον ἡμῶν, ἐπενοήθησαν ἵνα καλύψωσι τὴν ἀλήθειαν· ἡμεῖς κάλλιστα γινώσκομεν τὰς ἀληθεῖς αἰτίας. Καὶ δὲν ἦτο αὐτὴ μόνη ἡ δυσκολία, φοβοῦμαι ὅτι ὑπῆρχε καὶ ἄλλη σπουδαιοτέρα· δὲν ἔχω δικαίωμα ὅμως ἐγὼ νὰ τὴν ἀποκαλύψω, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν τὴν ἀγνοεῖ· ἡ πρόφασις τῆς λήξεως ἦτο ἁπλῆ πρόφασις διὰ νὰ καλύψῃ τὴν ἄλλην ἀδυναμίαν· ἀλλ’ ἡμεῖς, κύριοι, δὲν κατακρίνομεν τὴν ἀντιπολίτευσιν, διότι ἔπραξεν οὕτως ἢ ἄλλως· ἦτο δικαίωμά της· δὲν συγχωροῦμεν ὅμως τὴν τόλμην μεθ’ ἧς ἦλθε νὰ κατακρίνῃ τὴν ἡμετέραν πρᾶξιν, ἥτις καὶ ἀξιοπρεπὴς καὶ ἐντὸς τῶν νόμων καὶ ἐντὸς τοῦ συμφέροντος τοῦ τόπου ἦτο. Καὶ, κύριοι, ἠδύνατο ἡ ἀντιπολίτευσις στερουμένη δεδηλωμένης πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς νὰ σχηματίσῃ Ὑπουργεῖον; Οἱ ὀπαδοὶ τῆς δεδηλωμένης πλειονοψηφίας, ἐπειδὴ ἐστεροῦντο τοιαύτης, ἐζήτησαν, ἵνα σχηματίσωσι Κυβέρνησιν, τὴν λῆξιν ἐκ τῶν προτέρων. Ἀλλ’ ἡ λῆξις καὶ ἡ διάλυσις ὑπὲρ τῶν μειονοψηφιῶν εἶναι παλαιὸν ἐπινόημα καὶ ἐν ὅσῳ τοῦτο ἐφηρμόσθη ἠξεύρετε, κύριοι, πῶς αἱ μειονοψηφίαι προσεπάθησαν νὰ κατασταθῶσιν πλειονοψηφίαι. Αὐτὴ εἶναι ἐφαρμογὴ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ δόγματος τῆς κυβερνώσης πλειονοψηφίας· ἔρχεσθε νὰ σχηματίσητε Κυβέρνησιν καυχώμενοι ὅτι ἔχετε τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς καὶ ζητεῖτε ἐκ τῶν προτέρων τὴν λῆξιν, δηλ. νὰ διώξητε τὴν πλειονοψηφίαν δυνάμει τῆς ψήφου τῆς ὁποίας λέγετε, ὅτι ἔρχεσθε· καὶ ποῖος εἶναι τότε ὁ τίτλος σας; Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, ἄλλοτε ὅταν ὁ ἀξιοθρήνητος συνάδελφός μας, ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης, πιστῶς εἰς τὸ δόγμα τῶν πλειονοψηφιῶν προσεκλήθη νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν ἐν τῇ ἀμφιβολίᾳ καὶ ἐπειδὴ διακεκριμένην δὲν εἶχε πλειονοψηφίαν, εἶπεν εἰς τὸν Βασιλέα: δὲν εἶμαι ὑπόχρεως νὰ σχηματίσω κυβέρνησιν, οὔτε δύναμαι· ἡ πλειονοψηφία δὲν διεκρίθη, δὲν ἀπεφάνθη ὑπὲρ ἐμοῦ, πρέπει νὰ ἀποφανθῇ πρῶτον καὶ τότε ἀναδέχομαι. Δὲν ἐζήτησε, ὅμως τότε ὁ Δεληγεώργης, ἵνα σχηματίσῃ ὑπουργεῖον, τὴν διάλυσιν ἢ τὴν λῆξιν. Θέλομεν, μᾶς εἶπον, νὰ ὁμιλήσητε, διότι σκοπεύομεν νὰ ἐξελέγξωμεν τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν ὑμῶν, θέλομεν πληροφορίας περὶ τῆς ἐσωτερικῆς καταστάσεως, θέλομεν πληροφορίας περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος. Ἠκούσατε σεῖς ποτὲ ἀπαίτησιν τοιαύτην, ἠκούσατε οἱ κατηγοροῦντες, οἱ μεμφόμενοι, νὰ λέγουν πρὸς τοὺς κατηγορουμένους; δώσατέ μας πληροφορίας καθ’ ὑμῶν; Ἡμεῖς σᾶς δίδομεν πληροφορίας, σᾶς δίδομεν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων σᾶς δίδει, καὶ εἰσὶ κάλλισται. Αἱ πληροφορίαι μας εἶναι, ὅτι ἡ τάξις πούποτε δὲν ἐκλονίσθη, αἱ πληροφορίαι μας εἶναι ὅτι ἀσφάλεια ὑπάρχει πλήρης, αἱ πληροφορίαι μας εἶναι ὅτι ἐνηργήσαμεν ἄνευ παρανομίας, ἄνευ ἀταξίας δημοτικὰς ἐκλογὰς καθ’ ὅλον τὸ Κράτος· αἱ πληροφορίαι μας εἶναι ὅτι οἱ φόροι εἰσπράττονται τακτικῶς, ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἐνεργεῖ ἀπροσκόπτως. Καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ζητοῦν νὰ ἐξελέγξουν τὴν διοίκησιν τὴν ἰδικήν μας, ἂς ἐνθυμηθοῦν ὅτι τρεῖς μῆνας ἔμειναν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ διώρισαν διὰ μιᾶς τέσσαρας δικαστὰς, ἐκ τῶν ὁποίων τοὺς τρεῖς ἔστειλαν ἀμέσως εἰς ἐκλεγόμενον συνάδελφόν των. Καὶ εἰξεύρετε ποῖοι ἦσαν οἱ δικασταὶ ἐκεῖνοι; διὰ τὸν ἕνα ἔγραφεν ὁ Νομάρχης Ζέρμας, ὅπως ἐνθυμοῦμαι: μήπως ἠπατήθητε διορίσαντες δικαστὴν τοῦτον; διὰ τὸν ἄλλον ἐρωτήσατε τὴν Τριφυλίαν μάρτυρα τῆς βλακίας καὶ μωρίας του, ἵνα ἴδητε ποῖον διωρίσατε. Ὁ ἕτερος διετέλει κατηγορούμενος. Ἅπαντες δ’ αὐτοὶ ἦσαν συμπολῖται τοῦ κ. Τρικούπη. Συνεσώρευσαν ἐν Ἀθήναις 20 ἐφέτας καὶ 22 πρωτοδίκας, καὶ ἐστέρησαν τὰς ἐπαρχίας τοὺς δικαστάς των· καὶ ζητοῦν ἀπολογίαν ἀπὸ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι, ὅταν τοὺς διεδέχθημεν, εὕρομεν ἐν Ἀθήναις περιφερομένους εἴκοσι πέντε ἀνωτέρους δικαστικοὺς ὑπαλλήλους καὶ τὰς ἐπαρχίας ἐρήμους ἄνευ δικαιοσύνης· ἐκεῖνοι, κύριοι, οἱ ὁποῖοι διὰ νὰ βοηθήσουν συνάδελφον κατὰ τὰς ἐκλογὰς παρήγγειλαν εἰς γραμματέα Εἰρηνοδικείου νὰ διορίσῃ 20 γραφεῖς, ἵνα χρησιμεύσουν ὡς σφαιριοδιοδόται· καὶ ἐκεῖνοι οἵτινες, διὰ νὰ ἀναφέρω μίαν μόνον περίπτωσιν, ἐπλήρωσαν τὸ ὑπουργεῖον τῆς οἰκονομίας δι’ 90 ἐκτάκτων κλητήρων καὶ δὲν εἰξεύρω πόσων γραφέων!
§40Α. Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές;
§41ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός.). Καὶ αὐτοὶ ζητοῦν ἀπὸ ἡμᾶς νὰ δώσωμεν λόγον τῆς διοικήσεώς μας, καὶ μᾶς λέγουν, δὲν βλέπετε ποῖον τὸ πνεῦμα τῶν ἐπαρχιῶν καθ’ ὑμῶν, ποῦ εἶναι οἱ φίλοι σας, ἡ πλειονοψηφία σας; Ὅταν ἤκουσα τοὺς λόγους τούτος δὲν ἤξευρα ἂν πρέπῃ νὰ οἰκτείρω ἢ νὰ γελάσω. Οἱ ἐκλεχθέντες βουλευταὶ Δήμαρχοι Λεώπουλος, Γεωργιάδης, Παπανικολάου, οἱ διορισθέντες ὑπάλληλοι καὶ λείψαντες διὰ τοῦτο ἀπὸ τὴν Βουλὴν Μποῦτος καὶ Θεοχάρης, οἱ ἀποθανόντες Καραγιαννόπουλος καὶ Καβαλιεράτος, οἱ ἀσθενεῖς Ἰακωβάτος καὶ Νάζος αὐτοὶ λείπουν, καὶ λείπουν ἀπὸ ἡμᾶς, διότι ἦσαν φίλοι μας ἀποδεικνύει τοῦτο τὴν ἐχθρότητα τοῦ ἐπαρχιακοῦ πνεύματος; Ἡ ἐχθρότης τοῦ ἐθνικοῦ πνεύματος ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἀπέσπασε τοὺς βουλευτὰς Πόρου, ἢ ὁ λόγος τῆς μεταφορᾶς τοῦ ναυστάθμου; δὲν κατηγορῶ τοὺς βουλευτὰς, ἀλλ’ ἡμεῖς ὠφείλομεν νὰ πράξωμεν τὸ καθῆκόν μας, νὰ προτιμήσωμεν τὸ κοινὸν συμφέρον — ἡ ἐπαρχιακὴ ἐχθρότης ἐδίωξεν ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς δυσαρεστηθέντας, διότι ἐντίμως καὶ νομίμως ἀπεφασίσαμεν ἐπὶ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν; Ἐξ ἀγνοίας ἢ διαστροφῆς λέγουσι ταῦτα; ἂν τοιαύτην ἔχοντες ἄγνοιαν περὶ τῶν συναδέλφων των πῶς θέλουσι γνωρίσει τὰς ἐν γένει ἀνάγκας τοῦ τόπου; Ἔτι τοὺς λυποῦμαι, ἐὰν ἐν γνώσει διαστρέφωσι οὕτω πῶς θέλομεν τοὺς πιστεύσει καὶ ἐπὶ σπουδαιοτέρων; Τί γίνεται εἰς τὰς Καλάμας; εἶπον. Τί γίνεται, τὸ εἰξεύρει καλλίτερον ἡ Βουλή· οἱ βουλευταὶ αὐτῆς ἂς σᾶς εἴπωσι τί γίνεται. Εἰς τὰς Καλάμας ἔλαβε χώραν δολοφονία, ἥτις ὑπῆρξε προϊὸν ἀντεκδικήσεων καὶ δὲν ἤλπιζον ἀπὸ μερίδα πολιτικὴν, ἧς ἓν μέλος μεγάλως ἐσυκοφαντήθη ἕνεκα τοιούτου ἐγκλήματος, ν’ ἀναβιβάσῃ εἰς πολιτικὸν ζήτημα ἔγκλημα ἰδιωτικόν. Καὶ ὁ θόρυβος αὐτὸς πότε ἐγίνετο; ὅταν ἡ ἐκλογὴ τῶν Καλαμῶν ἦτο ἐκκρεμὴς, καὶ ὅταν ἐπρόκειτο νὰ συγκληθῇ ἡ Βουλή. Ἐγὼ δὲν ἠπατώμην ἀπὸ τὸν θόρυβον αὐτὸν, ἀλλ’ ἐπρόκειτο ν’ ἀπατηθῇ τὸ δημόσιον πνεῦμα. Ἠκούσατε κανὲν παράπονον ἔκτοτε; λέγουσι τί ἤδη εἰς Καλάμας; Ὄχι· διατί; διότι δὲν ὑπάρχει λόγος πλέον νὰ ψευσθῶσιν. Ὑπάρχει ἀσφάλεια, διότι ἡ ἐκλογὴ ἐπεκυρώθη· αὐτὰ ἐλέγοντο, διὰ νὰ πιστευθῇ, ὅτι ἐὰν ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ θὰ ἐπέλθουν ἐγκλήματα. Τοιαῦται διαδόσεις ὅμως κατ’ οὐδὲν μ’ ἐπηρέαζον. Τώρα ἡ Βουλὴ συνεδριάζει, οἱ βουλευταὶ εἶναι ἐδῶ. Ἂς εἴπῃ ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου καὶ ἀντίπαλός μου βουλευτὴς Μεσσήνης, ὅστις ἀγαπᾷ καὶ γνωρίζει τὴν Μεσσηνίαν περισσότερον τῶν αὐτεπαγγέλτων ὑπερασπιστῶν αὐτῆς, ἂν ὑπάρχῃ ἐκεῖ παράπονον καὶ ἐγὼ ψεύδομαι. Ἐφονεύθη εἰς τὴν Ἠλείαν εἷς ἕνεκεν ἐρώτων· ἐπταίσαμεν ἡμεῖς; εἰς τὴν Καρύταιναν εἷς δήμαρχος κατηγορεῖται ὡς ὑποθάλπων ζωοκλέπτας καὶ φυγοδίκους· εἰς τοῦ δημάρχου τὴν οἰκίαν μετέβησαν στρατιῶται, δὲν εἰσῆλθον, τὴν ἐπολιόρκησαν, ἵνα ἴδουν ἂν τῷ ὄντι ὑπάρχουν ζωοκλέπται καὶ φυγόδικοι. Αἱ ψευδεῖς πληροφορίαι, τὰς ὁποίας εἷς ἕτερος δήμαρχος ἀνήγγειλε, καὶ ἃς ὁ κ. Νικολόπουλος εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ διαβιβάσῃ, ἦσαν ἐντελῶς ψευδεῖς καὶ ἐζητήθη ἀπολογία. Ἰδοὺ, κύριοι, ποία ἡ ἐσωτερικὴ κατάστασις. Ποία μέχρι τοῦδε ἔφερον κατ’ αὐτῆς ἐπιχειρήματα ἢ ἀποδείξεις; Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ὅλων ὑμῶν, ἂν ἐνθυμῆσθε κατάστασιν ὁμοίαν τῆς παρούσης ἄλλοτε, καὶ εἰπέτε ἐὰν κίνδυνος, ἢ φόβος, ἢ ἀμφιβολία τὸ παράπαν ὑπάρχει. Καὶ ἀπορῶ πῶς, ὅταν ὁμιλῶσι περὶ τῆς διοικήσεως ἡμῶν, δὲν ἐνθυμοῦνται τὸν κ. Λομβάρδον, τὸν θερμότερον ἀντίπαλόν μας. Ὁ κ. Λομβάρδος δημοσίᾳ μᾶς ηὐχαρίστησεν ἐπὶ τῇ ἀμεροληψίᾳ μας. Ἀλλ’ ἂν λαμβάνουν χώραν ἐνίοτε φόνοι, εἴμεθα ὑπεύθυνοι ἡμεῖς; Ποῦ δὲν συμβαίνουσι τοιοῦτοι; εἴμεθα ὑπεύθυνοι καὶ διὰ τὴν πυρκαϊὰν τοῦ δάσους Τατοΐου! Μᾶς ζητοῦν πληροφορίας εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα. Ἡ διπλωματία εὐτυχῶς δὲν εἶναι ἤδη μυστήριον, εἶναι δημοσία καὶ τὰ μυστήρια αὐτῆς εἶναι πολλὰ ὀλίγα. Νομίζετε, ὅτι δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ σᾶς εἴπωμεν περισσότερα ἀφ’ ὅσα εἶναι γνωστὰ, περισσότερα ἀφ’ ὅσα ἀνεγνώσθησαν καὶ ἔγειναν γνωστὰ εἰς τὸ κοινοβούλιον τῆς Ἀγγλίας καὶ εἰς τὸν ἄλλον κόσμον; οὔτε δυνάμεθα, οὔτε συμφέρει νὰ εἴπωμεν περισσότερα. Ποῖα δὲ εἶναι τὰ γνωστὰ αὐτὰ τὰ ὁποῖα καὶ ἡμεῖς γνωρίζετε; Ὑπῆρξεν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν συνέδριον εὐρωπαϊκὸν ἄλλοτε, καὶ λόγος περὶ Ἑλλάδος οὐδεὶς ἐγένετο. Ἐταράχθη ἅπασα ἡ Ἀνατολὴ καὶ λόγος περὶ Ἑλλάδος δὲν ἐγένετο. Τοιαύτην παρελάβομεν τὴν Ἑλλάδα κατὰ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν της. Ἔχομεν ἤδη ζήτημα Ἑλληνικὸν εἰς πλήρη ἐνέργειαν, καὶ τὴν Εὐρώπην σύσσωμον καὶ σύμφωνον ὑπὲρ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ καὶ τὴν κοινὴν γνώμην θερμῶς συνηγοροῦσαν ὑπὲρ ἡμῶν. Εἴμεθα ἡμεῖς οἱ αἴτιοι τῆς καταστάσεως αὐτῆς; Κύριοι, δὲν ἰσχυρίζομαι τοῦτο, ἀλλ’ ἓν ἔτος εἰς τὴν ἐξουσίαν καυχώμεθα τοὐλάχιστον, ὅτι δὲν ἐδώσαμεν αἰτίαν τινὰ, ὥστε τὸ αἴσθημα αὐτὸ καὶ ἡ συμπάθεια τῆς Εὐρώπης νὰ ψυχρανθῇ ἢ νὰ χαλαρωθῇ· ἀπ’ ἐναντίας ἀνεπτύχθη καὶ ἐμαγαλύνθη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας. Ἡ Εὐρώπη εἶναι ὑπὲρ ἡμῶν καὶ συζητεῖ τὸ ἑλληνικὸν ζήτημα ὁμοφώνως. Ἠθέλατε περισσότερον; ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Τρικούπην, τί περισσότερον κατώρθωσε διὰ τῆς διπλωματικῆς ἐνεργείας του ἐπὶ τῆς Οἰκουμενικῆς; ὑπῆρχε τότε ὅλον τὸ ἔθνος ὁμόφωνον, ἡμεῖς ἀπετελοῦμεν ὅλην τὴν κυβέρνησιν, οὐδεμία ὑπῆρχεν ἀντίστασις, οὐδεμία ἀντιλογία, καὶ τί κατώρθωσεν; ἔλαβε μίαν ἀπάντησιν τοῦ Δέρβυ, «θέλω φροντίσει νὰ δοθοῦν αἱ αὐταὶ διοικητικαὶ βελτιώσεις καὶ εἰς τὸ ἑλληνικὸν στοιχεῖον, ὁποῖαι καὶ εἰς τοὺς ἄλλους λαούς». Ἀλλὰ περισσότερον ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἡμεῖς χωρὶς νὰ ἔχωμεν καὶ ὄπισθεν ἡμῶν; Καὶ νομίζετε ὅτι ἀρκεῖ τις νὰ συζητῇ, νὰ γράφῃ καὶ νὰ ὁμιλῇ, διὰ νὰ ἐκτελέσῃ μεγάλα ἔργα; Μὲ τὰς δενάμεις καὶ τὰ μέσα τὰ ὁποῖα ἔχομεν τί περισσότερον ἠδυνάμεθα νὰ κατορθώσωμεν, καὶ ἀφοῦ μάλιστα δι’ ὅλων τῶν μέσων ἐφροντίσατε ν’ ἀποδείξητε ὅτι αἱ δυνάμεις καὶ τὰ μέσα τοῦ ἔθνους εἶναι μηδὲν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀξία ἀγχόνης, ὅτι τὸ ἔθνος δὲν ἐνδιαφέρεται, δὲν θυσιάζει διὰ τὸ ζήτημα; Καὶ ἡ παροῦσα κατάστασις ἐν τῇ Βουλῇ σήμερον αὐτὸ ὑποδεικνύει, καὶ ὅτι εἰς τὰ κυριώτερα ζητήματα, εἰς τὰς δυσκολωτέρας περιστάσεις τὸ ἔθνος διαφωνεῖ, καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐν ἀδυναμίᾳ πολεμουμένη καὶ ἀγωνιζομένη. Κύριοι, τί περισσότερον ἠθέλατε νὰ πράξωμεν ἡμεῖς; καὶ Βίσμαρκ ἂν ἤρχετο ἄνευ τῆς Γερμανίας τίποτε δὲν ἤθελε κατορθώσει. Τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα εἶναι ἤδη ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς ἐπισήμου Εὐρώπης, ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς κοινῆς γνώμης ὁσημέραι ἀναπτυσσομένης, ἡμεῖς δὲ καυχώμεθα, ὅτι δὲν ἐδώσαμεν οὔτε εἰς τὴν Τουρκίαν αἰτίαν παραπόνου. Τὴν βάσιν τοῦ πρωτοκόλλου ὑποστηρίζει ἅπασα ἡ Εὐρώπη, ἡμεῖς δὲ ἐμμένομεν καὶ θέλομεν ἐπιμείνει εἰς αὐτό. Κύριοι, μᾶς ἐμέμφθησαν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ἴσως καὶ ἐντὸς, ὅτι δὲν ἤξιζε τὸν κόπον νὰ συγκαλέσωμεν αὐτὴν διὰ τὰ νομοσχέδια, ἅτινα ἐφέρομεν. Ὁμολογῶ ὅτι ἡ γνώμη μας ἐξ ἀρχῆς καὶ ἡ ἀπόφασίς μας ἦν γενναιοτέρα· εἴχομεν ἄλλον σκοπὸν, ἐδιστάσαμεν ὅμως κατόπιν, ὄχι διότι ἐφοβούμεθα ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελε χορηγήσει δύναμιν εἰς ἡμᾶς, διότι οἱαδήποτε ἤθελεν εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἐκπνεούσης δὲν ἤθελε μᾶς ἐπηρεάσει. Ἡ μέλλουσα Βουλὴ, ἧς ὁ βίος θὰ ἦναι μακρὸς, ἡ ὁποία θὰ ἀντιπροσωπεύῃ ἀμέσως τὰ αἰσθήματα τοῦ λαοῦ, αὕτη ἠδύνατο νὰ χορηγήσῃ δυνάμεις ἢ νὰ ἀφαιρέσῃ, νὰ χαράξῃ πρόγραμμα καὶ νὰ τὸ ὑποστηρίξῃ. Δὲν ἐδιστάσαμεν λοιπὸν διὰ τοῦτο, ἀλλὰ διότι ἐφοβούμεθα μήπως ἐπαναληφθῶσιν αἱ διαφωνίαι, τὰς ὁποίας σήμερον ἔχομεν ἐδῶ, δὲν ἠθέλομεν νὰ δοθῇ αἰτία εἰς τοὺς ἐχθροὺς νὰ εἴπουν: Εἰς τὴν Ἑλλάδα ἄλλα σκέπτονται, ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχουν διαφωνίαι. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές· διότι αἱ μικρολόγοι διαφωνίαι, ὄχι εἰς τὸ ἔθνος, ἀλλ’ ἐντὸς τῆς Βουλῆς, εἰς τὰς τελευταίας αὐτῆς ἡμέρας παρουσιάζονται, καὶ τὸ ἔθνος ὁμοφώνως μίαν ἰδέαν ἔχει, ἕνα σκοπὸν, διὰ τοῦτο εἰς αὐτὸ πάλιν πρέπει ν’ ἀποταθῶμεν. Ἔχομεν τὴν πεποίθησιν ὅτι τὸ ζήτημα ὁμοφώνως θέλει ὑποστηριχθῆ· ἐπροτιμήσαμεν ν’ ἀποφύγωμεν ἵνα χορηγήσωμεν εἰς τοὺς ἐχθροὺς ψευδεῖς προφάσεις, ἐν ἀνάγκῃ δὲ ν’ ἀναλάβωμεν ὅλην τὴν εὐθύνην ἀναλόγως τῶν περιστάσεων καὶ νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς ὅλους τοὺς κινδύνους, διὰ νὰ μὴ βλαφθῇ τὸ ζήτημα. Κύριοι, πρέπει νὰ σᾶς ἐξομολογηθῶ. Ὅταν συνεκαλέσαμεν τὴν Βουλὴν δὲν ἐπίστευον ὅτι ἤθελον λάβει χώραν τὰ συμβαίνοντα ἤδη· δὲν ἀμφέβαλλον ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελε σκεφθῇ, εἰς τὰς τελευταίας αὐτῆς στιγμὰς, ὅτι ἐπιτρέπει ἡ θέσις της καὶ ὁ καιρός της νὰ λύσῃ πολιτικὰ ζητήματα, καὶ νὰ διαγράψῃ πολιτικήν. Εἶχε βεβαίως τὸ δικαίωμα πλῆρες, ἀλλὰ τὴν δύναμιν δὲν τὴν εἶχε ὥστε νὰ δώσῃ ζωὴν καὶ κῦρος εἰς μίαν πολιτικήν· διότι τί σημαίνει νὰ διαγράψῃ ἡ Βουλὴ πολιτικὴν, ἣν μετὰ 2 ἡμέρας δὲν ἤθελεν εἶσθαι εἰς κατάστασιν νὰ ὑποστηρίξῃ, διότι θὰ ἐκλίπῃ; Καὶ δὲν ἤθελεν οὕτω ἀποπλανήσει ἴσως τὸ ἔθνος, δὲν ἤθελε τὸ παρατρέψει τῆς ὁδοῦ, ἣν ἤθελεν ἴσως ν’ ἀκολουθήσῃ; Δὲν ἐπίστευον λοιπὸν ὅτι ἤθελον συμβῆ, ὅσα συμβαίνουσιν· ἀλλὰ εἰς τὴν Βουλὴν ἔδοξεν ἄλλως καὶ ἡμεῖς ἀπὸ σέβας εἰς αὐτὴν ὑπεκύψαμεν καὶ ἐδώκαμεν τὴν παραίτησίν μας. Τί σκοπεύουν αἱ πολιτικαὶ συζητήσεις τοῦ λοιποῦ; κατ’ ἐμὲ εἶναι ἐντελῶς ἄσκοποι. Ἄλλως, πολιτικαὶ συζητήσεις καὶ πολιτικαὶ ψηφοφορίαι θὰ ἐξαντλήσωσιν εἰς μάτην τὸν χρόνον, θέλουν χρησιμεύσει, ἐστὲ βέβαιοι, εἰς συκοφαντίας κατὰ τῆς Βουλῆς: θέλουν εἴπει ὅτι εἰς τὰς κρισίμους περιστάσεις τῆς πατρίδος ἡ Βουλὴ ἐσκέφθη μόνον ὅπως ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅτι ἐξήντλησεν ὅλον τὸν καιρόν της εἰς τὸ νὰ λύῃ πολιτικὰ ζητήματα. Ὑποθέσατε ὅτι ἐψηφοφορήσατε, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν ὁποῖον τὸ προχθεσινὸν, ὑποθέσατε ὅτι τὰ ἴδια πράγματα λαμβάνουν χώραν, καὶ ὄχι τὰ ἴδια ἀλλ’ ὅτι τὴν παραίτησίν μας ἀκολουθεῖ ἡ συγκρότησις νέου ὑπουργείου. Τί θὰ πράξῃ αὐτὸ καὶ πότε θὰ ἐργασθῇ; Ὁ καιρὸς ἤδη ἔληξε. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ, ἀκολουθοῦσα τὸν δρόμον, ὁ ὁποῖος φέρει εἰς αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα, ἀνομολογεῖ ἡ ἰδία τὴν ἀχρηστίαν της, διότι ἡ χρησιμότης διὰ τὴν ὁποίαν ἐκλήθη εἶναι ὄχι μόνον νὰ σχηματίσῃ ὑπουργεῖον ἀλλὰ νὰ ἀποφασίσῃ καὶ ἐπὶ τῶν ὑποβαλλομένων αὐτῇ ζητημάτων. Ὅπως ἐργαζόμεθα, ὁ χρόνος θὰ τελειώσῃ καὶ οὐδὲν θὰ γίνῃ, καὶ δὲν πταίομεν ἡμεῖς οὐδόλως διότι ἡμεῖς δὲν προκαλοῦμεν τὰ σκάνδαλα οὔτε τὰς ἀναβολάς. Τὰ σκάνδαλα, κύριοι, ἦλθον παρακαίρως καὶ ὅπως δὲν ἔπρεπε καὶ δὲν ἐχρησίμευσαν εἰς οὐδὲν εἰμὴ εἰς τὸ νὰ ἐξαντληθῇ ὁ χρόνος καὶ νὰ ἀποδείξουν ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ εἰς τὰς τελευταίας της ἀκόμη στιγμὰς δὲν ἠθέλησε νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον αὐτῆς. Ἐχρεωστοῦμεν ὅμως ἡμεῖς νὰ ἀπαντήσωμεν, ὤφειλεν ἕκαστος νὰ δικαιολογήσῃ τὰς πράξεις του, διότι ἐντὸς ὀλίγου θέλομεν παρουσιασθῆ ἐνώπιον τοῦ ἔθνους, καὶ τὸ ἔθνος αὐτὸ πρέπει νὰ γνωρίζῃ ποῦ πρέπει νὰ δώσῃ τὴν ψῆφόν του καὶ ποῖον ἐξ ἡμῶν θὰ ἐκλέξῃ καὶ ποῖος ἐξ ἡμῶν τὸ ἀντιπροσωπεύει καλλίτερον. Δι’ αὐτὸν κυρίως τὸν λόγον θέλομεν ἡ συζήτησις νὰ ἦναι πλήρης καὶ τελεία· ἄλλως, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου εἰς οὐδὲν ἄλλο ἡ συζήτησις θὰ χρησιμεύσῃ. Ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία νὰ πράξῃ ὅ,τι θέλει.
§42ΖΩΧΙΟΣ. «Διαίρει καὶ Βασίλευε»· «ἡ γλῶσσα τοῦ Ζαΐμη εἶναι μελίῤῥυτος, τοῦ Τρικούπη ἡ γλῶσσα εἶναι βάρβαρος». Οὔτε εἰς τὰς τάξεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ζαΐμη ἀνήκω, οὔτε εἰς τὰς τάξεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Τρικούπη. Ἡ ἀντιπολίτευσις εἶναι μία καὶ ἀδιαίρετος· αὐτὸ ἀνεκήρυξαν οἱ φίλοι τοῦ ἀοιδίμου Δεληγεώργη πρὸ μικροῦ, τοῦ Δεληγεώργη, ὁ ὁποῖος ἀπέθανεν λέγων, ἄφετε νὰ νεκρωθῇ ἡ Ἑλλὰς εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Κουμουνδούρου. Ὁ Βίσμαρκ νομίζετε ὅτι ἤθελε τολμήσει μὲ ἀγριωτέραν καὶ βαρβαρωτέραν καὶ ὑπερηφανωτέραν γλῶσσαν νὰ λαλήσῃ; Ἄν ἐπαίξατε ποτὲ τὸν ψευδοπόλεμον σᾶς διδάσκει ἡ Κυβέρνησις μὲ ψευδοκάραβα, ψευδοστρατόπεδα, ψευδοδιαδηλώσεις, ψευδοϋπομνήματα. Ποῦ εἶναι, κύριε Κουμουνδοῦρε, ἡ παμψηφία τῆς Βουλῆς; μόνον τὸ ἔλεος τοῦ Βασιλέως ἠμπορεῖ νὰ σᾶς φέρῃ εἰς τὰ πράγματα. Ποῦ εἶναι, κύριε Κουμουνδοῦρε, αἱ στρατιωτικαί σας δυνάμεις; ἐξῆλθον ἐπὶ 5 λεπτὰ καὶ κατεστράφησαν. Ποῦ εἶναι, κ. Κουμουνδοῦρε, οἱ θησαυροὶ τῆς Ἑλλάδος; ἦλθες καὶ μᾶς ζητεῖς ἐλεημοσύνην. Μὲ ἐλέγξατε διὰ τὴν γλῶσσαν, ἀλλ’ ὑπάρχουν στιγμαὶ κατὰ τὰς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος δὲν κρατεῖ τὸν ἑαυτόν του. Ἡ γλῶσσα τοῦ κ. Κουμουνδούρου δὲν εἶναι γλῶσσα πρωθυπουργοῦ, δὲν εἶναι γλῶσσα ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος κατεσπατάλησε καὶ τὰς δημοσίας δυνάμεις καὶ τὸν δημόσιον πλοῦτον. Κινεῖ τὴν οὐράν του, διότι τοῦ λείπουν δύω ἀπὸ ἐδῶ μέσα, ἀλλ’ ὑπάρχουν ὑπολειπόμενοι, οἱ ὁποῖοι ἠμποροῦν νὰ τοῦ τὴν κόψουν. Τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα· τί λέγει ὁ πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας εἰς τὸν πρωθυπουργόν του; ἡ πορεία τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἄγει ποῦ; εἰς χρεοκωπίαν καὶ εἰς ἐσωτερικὴν ταραχήν· αὐτὸ λέγει ὁ πρέσβυς· αὐτὸ ἐδημοσιεύθη εἰς τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Πῶς παρέλαβες τὴν Ἑλλάδα, κύριε Κουμουνδοῦρε, καὶ ποῦ τὴν ἔχεις; τὴν παρέλαβες μαινομένην, σοῦ εἶχε σχηματίσει δύναμιν· κατόπιν σου ἦτο ὁ Ζαΐμης, ὁ Δεληγεώργης, ποῦ εἶναι τώρα; ζητεῖς ἐλεημοσύνην νὰ σοῦ δώσῃ ὁ Ζωχιὸς τὴν ψῆφόν του, ἄλλως εἶσαι χαμένος· αὐτὰ δὲν εἶναι ψεύδη, εἶναι ἀλήθεια. Ἔχω τὸ ἥμισυ τοῦ ἔθνους ὑπὲρ ἐμοῦ λέγει· ποῦ εἶναι; ὅταν ἔφερες τὴν Βουλὴν ἐνόμιζες, ὅτι τὴν ἔχεις ὑποχείριον, ἀλλὰ σὲ ἐπερίμενεν, σὲ ἐπερίμενεν· ἠγανάκτησε μὲ τὸν πρωτότοκον υἱόν της, ὁ ὁποῖος τὰ πρωτοτοκεῖά του τὰ ἐπώλησε ἀντὶ ἑνὸς στανακιοῦ φακῆς. Ἠσαῦ! Ἠσαῦ! Ὁ Βίσμαρκ θὰ ἦτο μετριώτερος, ὁ νικητὴς ὁ ὑποτάξας τὴν Γαλλίαν, ὁ προσαρτήσας ἐπαρχίας, ὁ λαβὼν ὁλόκληρα ἑκατομμύρια ἀπὸ τοῦ εὐγενοῦς γαλλικοῦ λαοῦ, ὅταν ὁμιλεῖ, ὁμιλεῖ μὲ μεμετρημένην γλῶσσαν, καὶ ὁ πρωθυπουργὸς μᾶς καθύβρισε, μᾶς ἀπεκάλεσε λιβελλογράφους· τί κοινὸν ἔχουν αἱ ἐφημερίδες μὲ τὴν Βουλὴν; οὔ ἀραὶ, οὔ ἀραὶ, ποῦ εἶναι ὁ Δεληγεώργης; Κουμουνδοῦρε, Κουμουνδοῦρε, ποῦ εἶναι τὰ χρήματά μου, οἱ στρατοί μου; Ὁμιλοῦν, λέγει, περὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος· τί ἐζήτει ἡ Ἑλλάς; ἐπρόκειτο περὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ ποῦ κατηντήσαμεν; εἰς τὸν Δομοκόν· ποῦ εἶναι ὁ Ἑλληνισμός; εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, εἰς τὴν Σμύρνην, πανταχοῦ τῆς γῆς, καὶ ἀντὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀντὶ τῆς Κρήτης, τὴν ὁποίαν ἐγκαταλείψατε, τώρα μᾶς λέγετε, ἀγωνιζόμεθα περὶ τοῦ Δομοκοῦ. Ἡ δύναμις μόνον τοῦ βασιλέως ἠμπορεῖ νὰ σᾶς ἀφήσῃ εἰς τὰ ἑδώλια ἐκεῖνα· ποῖος, λέγει, θὰ φέρῃ τὴν εὐθύνην; σεῖς ἐκεῖ (δεικνύει τὴν δεξιάν) θὰ ἔχῃ τὴν εὐθύνην ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀφήσῃ τοὺς ὑπουργοὺς ἐκεῖ (θόρυβος ἐν τῇ δεξιᾷ). Ἡσυχάσατε, μὴ θορυβῆσθε, περιμένετε· βεβαίως μετὰ τὴν πάλην αὐτὴν θὰ ἐπέλθῃ ψηφοφορία· ὁ ψηφοφορήσων ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὁ ἔνοχος· καὶ ἂν ὑπάρχῃ προδοσία θὰ ἦναι ὁ ἔνοχος ἐσχάτης προδοσίας.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ Βουλῆς βέβαια ὁμιλεῖτε.
§44ΖΩΧΙΟΣ. Περὶ Βουλῆς βέβαια. Δὲν εἴμεθα ἡμεῖς λοιπὸν τοῦ ἀναθέματος, διότι οὐδὲν ἐτάκη εἰς τὰς χεῖράς μας, εἰς τὰς χεῖράς του ἐτάκη τὸ πᾶν· ποῖος δύναται νὰ τὸ ἀνορθώσῃ; Ἰδοὺ ποῦ κεῖται τὸ ζήτημα καὶ ὁ ἀγών· ποῖος θ’ ἀνορθώσῃ τὰς δυνάμεις τῆς Ἑλλάδος, τὰς ὁποίας συνέτριψε καὶ μετέβαλεν εἰς κόνιν καὶ ἰλύν· θὰ μᾶς ἔλεγέ τις, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τὰ πράγματά μας, θὰ ἔλεγεν, αὐτοὶ ἐλύσσαξαν διὰ τὸ χαρτοφυλάκιον, καὶ τὸ χαρτοφυλάκιον δὲν ἔχει οὔτε ὀβολόν· καὶ τί μᾶς ἔλεγεν ὁ Πρωθυπουργός: ἂν δὲν ψηφίσητε τὸ δάνειον, ἂν δὲν ἀρθῇ ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία, εἶναι χαμένη· σήμερον, λέγει, ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία θὰ μείνῃ καὶ ἐπὶ τῶν χρημάτων τοῦ δανείου θὰ βάλω τὸ χεράκι μου διὰ νὰ ζήσω μῆνας τινάς. Σὺ χθὲς ἔλεγες, ὅτι ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία εἶναι ὄλεθρος, σήμερον τὶ λέγεις; θέλω νὰ ζήσω, θέλω νὰ ζήσω· καὶ τὶ νὰ φάγῃς; Νομίζω ὅτι οἱ λόγοι οἱ πολλοὶ εἶναι περιττοί· ἀναντίῤῥητον εἶναι, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν ἔφερε τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸν λιμένα τῆς σωτηρίας ἀλλὰ τῆς ἀπωλείας, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀποφανθῇ.
§45ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὁ ἀγὼν, κύριοι, ὡς ἐκ τοῦ ὅλου ἐνοήσατε καὶ ὅπως διετύπωσε καὶ ὁ τελευταῖον λαλήσας δὲν εἶναι μεταξὺ ὑπαρχόντων Ὑπουργῶν καὶ μελλόντων Ὑπουργῶν· ἐν γένει ὅταν ἔρχηται ζήτημα ἐμπιστοσύνης, κατηγορούμενοι εἶναι πάντες οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν Κυβέρνησιν· τοῦτο ἠδυνάμην νὰ τὸ εἰσαγάγω ὡς ἁπλῆν θεωρίαν καὶ νὰ τὸ ὑπερασπίσω διὰ διαφόρων ἐπιχειρημάτων, ἀλλ’ ὁ τελευταῖον προλαλήσας μὲ ἀπαλλάττει αὐτοῦ τοῦ ἀγῶνος, διότι σᾶς εἶπεν ὅτι ὅστις ψηφίσῃ ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἔνοχος ἐσχάτης προδοσίας· δεχόμεθα, κύριοι, ὅλην τὴν εὐθύνην. Βεβαίως, κύριοι, θέλω ἐξηγήσει τὴν πολιτικήν μου τὴν προσωπικὴν περὶ πάντων τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα εἰσήχθησαν, καὶ τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἠκολούθησα ἐγὼ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἔχω δὲ πεποίθησιν, ὅτι ἐν τοῖς πλείστοις θέλω ἀντιπροσωπεύσει τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα, διότι σχεδὸν ἐκ τῶν αὐτῶν λόγων πάντες ὡρμήθημεν νὰ δώσωμεν ψῆφον εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Ἰδοὺ διατὶ, κύριοι, ἐπιτακτικὸν μοὶ ἦτο καθῆκον νὰ λάβω τὸν λόγον· ἐννοεῖται, ὀλίγας λέξεις μόνον θὰ εἴπω περὶ τῆς ὑπουργικῆς κρίσεως, κατόπιν δὲ θέλω μεταβῆ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἐθνικὴ πολιτικὴ εἶναι ἡ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος, πεπλανημένη πολιτικὴ εἶναι ἡ τῆς δεξιᾶς πτέρυγος. Κύριοι! τὸ Ὑπουργεῖον ἀπολαύει ἐντελῶς τῆς ἐμπιστοσύνης πάντων ἡμῶν· ἀλλὰ κατηγορήθη διατὶ παρητήθη· ἀπαντῶ· δὲν εἶναι παραλογισμὸς, ὅταν κρημνίζητε σεῖς μίαν Κυβέρνησιν νὰ λέγητε ὕστερον διατὶ παρητήθη; Ὅταν σεῖς λέγητε «εἶναι ἀναξιοπρεπὲς νὰ μένητε εἰς τὴν Κυβέρνησιν» νὰ λέγητε ἔπειτα «διατὶ παρητήθητε». Ὁ φατριασμὸς πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ ὅριά του. Κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον ἐπεκράτησε πάντοτε αἱ ἀρχαιρεσίαι τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Προέδρου ἰδίᾳ νὰ θεωρῶνται ζητήματα πολιτικὰ καὶ ζητήματα ἀποδοκιμασίας· δὲν ἐξετάζω ἂν ἦναι ὀρθὸν τοῦτο· ἀλλ’ ἡ ἑρμηνεία, ἥτις πάντοτε ἐδόθη εἰς αὐτὴν τὴν Κοινοβουλευτικὴν πρᾶξιν, δὲν ἐπιδέχεται οὐδεμίαν ἀμφισβήτησιν· ὅταν ἀντετάχθη ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὡς ὑποψήφιος Πρόεδρος ὁ κ. Τρικούπης, ὁ ἀδιάλλακτος ἐχθρὸς τῆς Κυβερνήσεως, ἦτο προφανέστατον, ὅτι τὸ ζήτημα ἦτο ὑπουργικόν· ἐκτὸς λοιπὸν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἐθίμου περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ παραπονεθῆτε, διότι πλειστάκις ἐφηρμόσθη, ἔρχεται καὶ ἡ δευτέρα περίστασις, ἣν ἀδύνατον ἦτο νὰ ἀποφύγῃ τις. Ἀλλ’ ἔρχεται τρίτον ἡ ὑπόμνησις τοῦ κυρίου Ζαΐμη περὶ ἀξιοπρεπείας. Ἀλλ’ ἐπῆλθε καὶ τετάρτη ἐπίθεσις διὰ τῆς ὁποίας ὁ φατριασμὸς ἔφθασεν εἰς τὸ κατακόρυφον· ἡ ἀκύρωσις τῆς ἐκλογῆς τοῦ ἀντιπροέδρου· ἐγὼ ἀντετάχθην ἀμέσως καὶ κατόπιν εἶπον, ὅτι τοῦτο εἶναι πραξικόπημα κατὰ τοῦ νόμου· οὐδαμοῦ λέγει ὁ Κανονισμὸς, ὅτι ἀκυροῦται ἡ ἐκλογὴ τοῦ ἀντιπροέδρου, ἐὰν εὑρέθη μία ψῆφος παραπάνω. Κατὰ τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν παρεδέχθητε οὐδεμία Βουλευτικὴ ἐκλογὴ οὐδὲ δημοτικὴ δύναται νὰ ἦναι ἔγκυρος· εἶναί τι πλέον παράλογον τοῦ νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἐπειδὴ τὸ ἓν εἶναι ἄκυρον, εἶναι ἄκυρα ὅλα. Καὶ δὲν δύνασθε νὰ μᾶς εἰπῆτε «σεῖς οἱ ἴδιοι συγκατενεύσατε». Ἐπιέσθημεν πολὺ καὶ τῇ συγκαταθέσει τοῦ ἀντιπροέδρου ὑπεχωρήσαμεν· τοῦτο χρησιμεύει, κύριοι, νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ ἐπίθεσις ὑμῶν ἦτο ἀκάθεκτος, ἀγρία, ἀδιάλλακτος· ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν εἶχε καθῆκον νὰ παραιτηθῇ· καὶ κύριοι, καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις εἶχε καθῆκον καὶ σεῖς εἴχετε καθῆκον νὰ πράξητε πᾶν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ φανῇ ἡ Κυβέρνησις κλονουμένη· εἶναι φοβερὸν, κύριοι, ἡ ἀσθενὴς Ἑλλὰς νὰ διεξάγῃ ἓν τοιοῦτον ἐθνικὸν ζήτημα σήμερον καὶ νὰ μὴν ἔχῃ ἐπὶ κεφαλῆς Κυβέρνησιν! Νὰ μὴ ἠξεύρῃ μία δύναμις μὲ ποῖον ὁμιλεῖ· ἐν τούτοις εἰς αὐτὴν τὴν ἀποσύνθεσιν περιήλθομεν σήμερον. Ἄδικον, λέγω, εἶχεν ἡ ἀντιπολίτευσις ἀφ’ ἑνὸς νὰ ἐπιτεθῇ οὕτω, καὶ νὰ παραπονῆται ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔδωκεν ἐξηγήσεις· ἀλλ’ ἐζητήθησαν ἐξηγήσεις; Μήπως ἀφήσατε νὰ συγκροτηθῇ ἡ Βουλή; Καὶ ἂν δὲν ἐπρόκειτο περὶ προσώπων τοσούτῳ σεβαστῶν, ἤθελον εἴπει ὅτι ἐπετέθητε δι’ ἐγχειριδίων μυστικῶς, ἀντὶ νὰ περιμένητε τὸ στάδιον τὸ εὐρὺ τῆς συζητήσεως· ἐῤῥίψατε τὴν Κυβέρνησιν διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας. Ἀλλὰ, κύριοι, οἱ λόγοι τῆς ἐμπιστοσύνης τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἡμεῖς εἰς τὴν Κυβέρνησιν εἶναι χθεσινοί; Εἶναι πολὺ παλαιοί· ἔχομεν λόγους σπουδαίους δι’ οὓς δὲν ἔχομεν νὰ ἐντραπῶμεν οὐδένα οὔτε αὐτὴν τὴν γενεὰν, οὔτε τὴν μέλλουσαν. Θέλω ἐν ὀλίγοις ἐξετάσει καὶ τὴν ἐθνικὴν ὑπόθεσιν καὶ τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν καὶ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν. Ἡμεῖς, κύριοι, συνετάχθημεν μετὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, διότι πολιτικὴ τῆς εἶναι συνέχεια τῶν ἐθνικῶν τοῦ Ἔθνους παραδόσεων· ἀντετάχθημεν εἰς τὴν ἀντίθετον ἀντεθνικὴν πολιτικὴν, διότι ἠθέλησε νὰ διακόψῃ τὰς ἐθνικὰς ταύτας παραδόσεις. Ἕν ἐκ τῶν τμημάτων τῆς σημερινῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἐπισκήψαντος τοῦ μεγάλου πολέμου μεταξὺ τῶν δύω Αὐτοκρατοριῶν, ὅστις, ἀπέβλεπεν ἢ ἔφερεν ὅπως δήποτε εἰς τὴν ἀναγέννησιν τῆς Ἀνατολῆς, ἓν ἐκ τῶν τμημάτων τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἔλεγε, «μὴ ἀσύντακτα κινήματα». Βεβαίως οἱ ἄνθρωποι οἱ συντηρητικοὶ τῆς ἱερᾶς συμμαχίας αἰσθάνονται νευροπάθειάν τινα, ὅταν ἀκούουν ἐπανάστασιν, καὶ φωνοῦσι, μὴ ἀσύντακτα κινήματα. Ἐγὼ λέγω ὄχι· διὰ παντὸς τρόπου δύναμαι κατὰ τοῦ κατατακτηκοῦ μου νὰ ἐπιτεθῶ, διὰ τῶν χειρῶν, διὰ τῶν ποδῶν, διὰ τῶν ὀδόντων. Μία ἄλλη πτέρυξ ἔλεγεν, ὅτι δυνάμεθα νὰ ζήσωμεν μετὰ τῶν κρεουργῶν τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς· ὅτι ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ συμβιώσωμεν μετὰ τῶν Τούρκων. Σέβομαι τὰς πεποιθήσεις καὶ πρὸ πάντων τὰ πρόσωπα ἐκ τῶν ὁποίων ἐπήγαζον τὰ δόγματα ταῦτα· ἀλλ’ αἱ ἐθνικαὶ παραδόσεις εἶναι πόλεμος κατὰ τῶν Τούρκων· πόλεμος αἰώνιος. Ἀπὸ τοῦ 1453, λέγει ὁ Φαλμεράϋερ, ἕως τοῦ 1459 ἡ Πελοπόννησος ἐπανεστάτησε τρίς· οὐδέποτε ἡσύχασε ἡ Ἑλλάς· ἐν τούτοις ἡ πολιτικὴ ἡμῶν ποία ἦτο; εἰρήνη μετὰ τῶν Τούρκων.! ἀπαισία πλάνη! Γνωστὴ, κύριοι, εἶναι ἡ πολιτεία μου ὡς πρὸς τὴν οἰκουμενικήν· καὶ ἔρχομαι νὰ κατηγορήσω τὴν ἀντιπολίτευσιν, ὅτι εἶναι ἡ πλειοψηφία τῆς οἰκουμενικῆς· δὲν ἀκολουθήσατε σεῖς τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν, ἡμεῖς τὴν ἀκολουθήσαμεν· θέτω τὴν πρότασιν καθαρῶς καὶ ἔρχομαι νὰ τὴν ἀποδείξω· τί ἐζήτει τὸ Ἔθνος; Ἡ ἕνωσις φέρει τὴν δύναμιν, καὶ τὴν ἕνωσιν αὐτὴν ζητοῦν τὸ ἔθνος δὲν τὴν ἤθελε διὰ τὴν ἀπραξίαν εἰς ἣν κατεδίκασε τὸ ἔθνος ἡ οἰκουμενική· τὸ ἔθνος ἤθελε πόλεμον, πόλεμον ἐξοντώσεως. Μοὶ ἔλεγέ τις πρό τινος· καὶ σὺ εἶσαι ὑπαίτιος διὰ τὴν οἰκουμενικήν· ἡ οἰκουμενικὴ μόνη εἶναι ὑπαίτιος, διότι κατεχράσθη τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ ἔθνους· δὲν δύναμαι λοιπὸν νὰ συνταχθῶ μετὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ μετὰ τῆς ἐν τῇ οἰκουμενικῇ μειονοψηφίας· εἰς ἄλλην δὲ συνεδρίασιν ἀνεπτύχθη, ὅτι ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς εἰς τὰ κυριώτατα ζητήματα ἦτο μειονοψηφῶν.
§46ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τοῦτο δὲν ἀληθεύει· τὸ διαψεύδω διαῤῥήδην.
§47ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐγὼ τὸ γνωρίζω ἐκ τοῦ «γεννηθήτω φῶς».
§48ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ διαψεύδω μὲ τὸν αὐθεντικώτερον τρόπον, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἦτο μειονοψηφῶν ἐν τῇ οἰκουμενικῇ.
§49ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐκ τοῦ «γεννηθήτω φῶς» τὸ ὁποῖον ἠξιώσατε, κύριε Τρικούπη, νὰ τὸ περιβάλετε διὰ τῆς αὐθεντίας σας, διότι τὸ ἐδέχθητε ὡς βάσιν συζητήσεως εἰς μίαν πολιτικὴν συζήτησιν. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἡ ἐθνικὴ πολιτικὴ ἦτο πολεμικὴ καθαρῶς, καὶ ὅταν ἔπεσεν ἡ οἰκουμενικὴ ἐγένετο μία διαδήλωσις· καὶ δὲν θέλω νὰ εἴπω περισσότερα· αἱ διαδηλώσεις, κύριοι, διὰ νὰ γίνουν πρέπει νὰ ὑπάρχουν τὰ ἀνάλογα αἴτια· ὁ ἐμπρησμὸς γίνεται διὰ πυρὸς, ἀλλ’ ἄνευ ἐμπρηστικῶν ὑλῶν ἐμπρησμὸς δὲν γίνεται. Θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἐκείνη τῆς ἀπραξίας κατεδικάσθη διὰ τῆς ἐθνικῆς διαδηλώσεως ἐκείνης ἡ ὁποία, ὡς ἐκ τῶν πολλῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα περιέκλειε, ἔκαμε καὶ ἀσχημίας· δὲν θέλω νὰ ἐπαινέσω τὴν διαδήλωσιν, ἀλλὰ θέλω νὰ χαρακτηρίσω τὴν ἠθικὴν κατάστασιν τοῦ ἔθνους ὅλος ὁ κόσμος ἐφώναζε, «θέλομεν ἐνεργὸν πολιτικήν»· τὴν ἐνέργειαν ἀνέλαβε καὶ ἐπεχείρησε ὁ κ. Κουμουνδοῦρος μὲ θυσίαν τῆς δημοτικότητός του ἐν τῇ πρώτῃ κοινωνικῇ κλάσει, ἐν Σύρῳ, ἐν Πάτραις, ἐν Καλάμαις, ἐν Ἀθήναις. Βεβαίως τὰς πόλεις αὐτὰς τὰς ἔῤῥιψε εἰς μίαν στιγμὴν εἰς τὴν γέεναν τοῦ πυρὸς διὰ νὰ ὑπηρετήσῃ μίαν μεγάλην πολιτικήν. Ἐπιμένετε ἐρωτῶντες· «διατί ἀκολουθεῖτε τὸ Ὑπουργεῖον αὐτό; Ποία εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐργασίας αὐτοῦ;» Ἀπαντῶ ἡ πολιτικὴ αὔτη, ἡ ἐνεργὸς, ἡ ἐθνικὴ, ἔφερεν αἰσιώτατα ἀποτελέσματα· δὲν ὑπῆρχε, κύριοι, πρὸ τῆς ἐνεργοῦ πολιτικῆς Ἑλληνικὸν ζήτημα...... Εἰσέβαλεν ὁ στρατὸς, καὶ κατακρίνουσι τινὲς τὴν εἰσβολήν· ἀλλὰ διὰ νὰ κατακρίνωσι οὗτοι πρέπει ν’ ἀποδείξωσιν ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ ἐπανάστασις ἄνευ τῆς εἰσβολῆς τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ λέγουν τί ἐχρειάζετο ἡ ἐπανάστασις: τί ἀπέφερεν; Διὰ τῆς ἐπαναστάσεως ἐδημιουργήθη ὁ τίτλος δυνάμει τοῦ ὁποίου διεκδικοῦμεν σήμερον καὶ θὰ λάβωμεν τὴν Ἤπειρον καὶ τὴν Θεσσαλίαν. Ἐκ τοῦ «Γεννηθήτω φῶς» σελὶς 45 ἀριθ. 61 κυανῆς βίβλου, ἐρανίζομαι τὰ ἑξῆς γραφόμενα ὑπὸ τοῦ Οὐίνδαμ πρὸς τὸν Μαρκήσιον Σαλισβουρῆ. «Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος πρὸς κατάπαυσιν τῆς ἐπαναστάσεως ἀπαιτεῖ, ἵνα ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἀνάσσης δώσῃ ῥητὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι θέλει ὑποβάλει εἰς τὸ συνέδριον ἢ ἀλλαχοῦ τὸ ζήτημα τῶν ἐπαρχιῶν τούτων, ὡς εἰ εὑρίσκοντο εἰσέτι εἰς κατάστασιν ἐπαναστάσεως, τὰ δὲ συμφέροντα αὐτῶν δὲν θέλουν ζημιωθῆ ἐκ τῆς ὑπακοῆς των εἰς τὰς συμβουλὰς τῆς Ἀγγλίας. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἐκ τῶν λόγων τῶν κ. Μέρλιν καὶ Βλούντ ἐξάγει, ὅτι οἱ «ἐπαναστάται ἐννοοῦσιν νὰ ὑποβάλῃ» καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις αἴτησιν προσαρτήσεως τῇ Ἑλλάδι....» Ἂν αἱ ἀνωτέρω ὑποσχέσεις δοθῶσιν ὑπὸ τῆς Ἀγγλίας» ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θέλει καταβάλει πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως σταματήσῃ τὴν ἐπανάστασιν, ἐν ἐναντίᾳ ὅμως περιπτώσει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος φοβεῖται, ὅτι οἱ ἐπαναστάται δὲν θέλουν ἀκούσει τὰς προτροπὰς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως». Εἰς ταῦτα ὁ λόρδος Σαλισβουρῆ ἀπήντησε κατὰ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 62 ἔγγραφον τὰ ἑξῆς. «Ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις θέλει πληροφορήσῃ ῥητῶς τὸ συνέδριον, ὅτι ἡ ἐλπιζομένη «εἰρήνευσις ἐπετεύχθη διὰ τῆς μεσολαβήσεως αὐτῆς, ἧς ἄνευ ἡ πάλη ἤθελε ἐξακολουθήσει, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἀναλάβῃ ἐκ τῶν προτέρων ὑποχρέωσίν τινα περὶ τῆς ἀποφάσεως,» ἣν δύνανται νὰ λάβωσιν αἱ Δυνάμεις ἐν τῷ συνεδρίῳ σχετικῶς πρὸς ζητήματα ἐδαφικῆς διαῤῥυθμίσεως». Βλέπετε τί λέγει ὁ λόρδος; «Ἐκ τῶν προτέρων δὲν δύναμαι ν’ ἀποφανθῶ ποία θὰ ἦναι ἡ ἀπόφασις τοῦ Συνεδρίου»· δὲν λέγει ὅμως, ὅτι δὲν θὰ κάμω πρότασιν προσαρτήσεως. Μάλιστα δὲ δὲν περίμενε νὰ γείνῃ Συνέδριον. Δύω δὲ ἢ τρεῖς ἑβδομάδας πρὶν συνέλθῃ τὸ Συνέδριον ἠναγκάσθη ἐκ τούτων νὰ κάμῃ πρότασιν εἰς τὸν Σουλτάνον αὐτὸν περὶ παραχωρήσεως τῶν ἐπαρχιῶν Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου. Αὐτὰ εἶναι τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα μὲ πείθουσι καὶ διὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἔχω ὁλόκληρον τὴν ἐμπιστοσύνην μου εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ θὰ ψηφίσω ὑπὲρ αὐτῆς χωρὶς νὰ γείνω οὔτε προδότης, οὔτε ἄλλο τι ὅπως ἠθέλησαν νὰ μᾶς χαρακτηρίσωσιν. Ἀλλὰ ἤρχισε καλῶς τὸ Ὑπουργεῖον· ἀλλὰ ἐπέτυχεν ἐπὶ τέλους καὶ τίποτε; Ἀφοῦ διὰ τῶν ἐνεργειῶν του κατώρθωσε νὰ ἀποφανθῇ τὸ Συνέδριον, ὁ Ἄρειος Πάγος τῆς Εὐρώπης, ὑπὲρ ἡμῶν, οὐδέποτε δυνάμεθα νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ ἀπόφασις ἐγένετο εἰς μάτην.— Ὡς πρὸς τοὺς Ἡγέτας τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὀφείλω νὰ ἀποδώσω δικαιοσύνην ὡς πρὸς τοῦτο, διότι οὐδέποτε ἐξηυτέλισαν τὸν τίτλον αὐτὸν, οὐδ’ εἶπον ὅτι εἶναι μηδέν· ὁ κ. Τρικούπης μάλιστα εἶπεν, ὅτι εἶναι τίτλος χωρηγῶν ἡμῖν δικαιώματα. Ἀλλ’ ὁ τίτλος αὐτὸς ἀπεκτήθη διὰ τῆς ἐπιτηδειότητος μεθ’ ἧς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διεπραγματεύθη τὴν ὑπόθεσιν τῆς εἰρηνεύσεως. Ἰδοὺ δὲ πῶς θεωρεῖ τὸν τίτλον αὐτὸν ὁ πολιτικὸς ἀνὴρ, ὁ ἰσχυρότερος πάντων τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς Εὐρώπης καὶ τοῦ κόσμου ὅλου, ὁ Λόρδος Βήκονσφηλδ. «Κατὰ τὴν παροῦσαν ὥραν ἡ Ἑλλὰς, καί τοι φεισθεῖσα τοῦ αἵματος καὶ τῶν πόρων τῶν τέκνων της, ἀπολαμβάνει διὰ τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου ἐδαφικὴν αὔξησιν μείζονα τῆς ἀπονεμηθείσης εἰς πᾶν ἄλλο τῶν κρατῶν, ἅτινα προσήνεγκον αἷμα καὶ χρυσὸν εἰς τὸν λήξαντα φοβερὸν ἀγῶνα». (ἐπευφημίαι) ἀκούετε, κύριοι! «Ἡ Ἑλλὰς ἀπολαμβάνει ἐδαφικὴν αὔξησιν μείζονα....». Καὶ ἂν δὲν τὰ πάρωμεν ποτὲ, ὁ τίτλος κατεκτήθη. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην καὶ νὰ ὑποστηρίζωμεν αὐτὴν τὴν πολιτικὴν, ἥτις ἐκομίσατο τοιοῦτον τίτλον; Ἀπολαμβάνει ἡ Ἑλλὰς ἐδαφικὴν αὔξησιν μείζονα τῆς ἀπονεμηθείσης εἰς πᾶν ἄλλο τῶν κρατῶν, λέγει αὐτὸς ὁ Λόρδος Βήκονσφηλδ, ὅσα προσέφερον αἷμα καὶ χρυσὸν εἰς τὸν φοβερὸν ἀγῶνα.
§50ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ πετσώματα καὶ ὁ χρυσὸς δὲν ἔφερον αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα.
§51ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἰδοὺ ὁ τίτλος τὸν ὁποῖον ἂν καὶ δὲν ἐξηυτέλισαν οἱ Ἡγέται, πολλοὶ ὅμως ἐκ τῶν ἄλλων ἐξηυτέλισαν δι’ ὅσων ἄλλοτε εἶπον ἐδῶ. Πινάκιον φακῆς ὠνόμασεν ὁ κ. Ζωχιὸς τὴν Θεσσαλίαν, τὴν κοιτίδα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Λωρίδα γῆς ἀπεκάλεσαν ἄλλοι τὴν Ἤπειρον τὴν κοιτίδα τοῦ Ἑλληνικοῦ ἡρωϊσμοῦ. Καὶ διατί εἶπον, ἐγκατελείψατε τὸν Ἑλληνισμόν; πῶς δὲν ἐλήφθη πρόνοια διὰ τὴν Σμύρνην, διὰ τὴν Ἀνατολ. Ῥωμυλίαν; Εὐτυχῶς παρελείφθη τὸ Ἰκόνιον. Ἀλλ’ εἶναι αἰτίασις δικαία καὶ σπουδαία αὕτη κατὰ τῆς Κυβερνήσεως; Τὴν Ἀνατολικὴν Ῥωμυλίαν οὔτε αὐτὴ ἡ Ῥωσσία, ἥτις ἐδαπάνησε 4 δισεκατομμύρια καὶ ἐθυσίασεν ἑκατοντάδας χιλιάδας ἀνθρώπων, ἐστάθη δυνατὸν νὰ τὴν κατακτήσῃ· καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ κατορθώσῃ τοῦτο ἄνευ οὐδενὸς μέσου, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐπὶ ἱστορικῷ δικαιώματι; Κύριοι, λυποῦμαι ὅτι οἱ λαλοῦντες συνήθως περὶ τῆς ἐπαναστάσεως τῆς Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου ἐμελέτησαν αὐτὴν λίαν ἐπιπολαίως. Εἶπον ἐξ ἀρχῆς καὶ ἄλλοτε, ὅτι οὐδεμία μεγάλη πρᾶξις τοῦ λαοῦ ἐγένετό ποτε ἄνευ ἀσχημιῶν, ὅπως συνέβησαν τῷ ὄντι καὶ εἰς τὴν τελευταίαν αὐτὴν ἐπανάστασιν. Ἀλλὰ λέγων ταῦτα δὲν ἐξαιρῶ οὐδὲ τὴν ἐπανάστασιν αὐτὴν τοῦ 21.—Αὐτὰ τὰ περιλάλλητα πετσώματα ὑπηρέτησαν, κύριοι, τὴν ἐθνικὴν ὑπόθεσιν καὶ ἐν τῇ ἀσχημίᾳ αὐτῶν. Σᾶς εἶπον τί λέγει ὁ Βήκονσφηλδ. Κύριοι, περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω γνωστὰ πράγματα· ἐγένοντο διαπραγματεύσεις μεταξὺ τῶν ἀρχηγῶν τῆς ἐπαναστάσεως καὶ τῶν ἀπεσταλμένων τῆς Ἀγγλίας· ἐστάλη δὲ καὶ εἷς ἐκ τῶν ἐντίμων συναδέλφων ἡμῶν καὶ ἐγένετο ἡ εἰρήνευσις· καὶ ἐνόμισεν ἡ Ἀγγλία, ὅτι κἄτι τι εἶναι αὐτὴ ἡ ἐπανάστασις καὶ ἐζήτησε τὴν εἰρήνευσιν· τὴν ἐπανάστασιν αὐτὴν τὴν ὁποίαν τινὲς τὴν θεωροῦσι μηδέν. Λέγω λοιπὸν, ὅτι αὐτὴ ἡ ἐπανάστασις περιεῖχε μάχας, κατορθώματα τοιαῦτα, ὁποῖα καὶ ἐν αὐτῇ τῇ ἐπαναστάσει τοῦ 1821 δὲν ἔγειναν πολλά. Καὶ δὲν θὰ ἐτόλμων νὰ ἔλεγον αὐτὸ ἂν δὲν εἶχον ὑπὲρ ἐμοῦ τὴν μεγίστην στρατηγικὴν ἐμπειρίαν καὶ αὐθεντίαν τοῦ κ. Κορωναίου, ὅστις εἶπεν ἄλλοτε ἐντεῦθεν ὅτι μεγάλην τιμὴν περιποιεῖ εἰς τὴν ἑλληνικὴν ἀνδρίαν ἡ μάχη τοῦ Ματαράγκα· ἀλλ’ ἐὰν ἐξετάσῃ τις βαθέως τὴν μάχην τῆς Σέκλιζας, θὰ ἴδῃ πολὺ μεγαλείτερον κατόρθωμα· θὰ ἴδῃ πῶς πεζοὶ ἐν τῷ πεδίῳ ἐπολέμησαν καὶ ἐκυνήγησαν ἱππεῖς· πῶς παρέλυσαν τὸ πυροβολικὸν τῶν Τούρκων διὰ τοῦ ἁπλοῦ τυφεκίου· πῶς 200 πεζοὶ καὶ 400 ἄτακτοι ἐκυνήγησαν ἐν τῷ πεδίῳ. 2500 τουρκικοῦ πεζικοῦ τοῦ Χασὰν πασσᾶ τῆς Σίπκας. Κύριοι, καὶ χθὲς ἀκόμη κατηγορήθη ἡ Κυβέρνησις καὶ ἄλλοτε διὰ μακρῶν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐν τῷ Συνεδρίῳ ἔβλαψε τὴν ἐθνικὴν ὑπόθεσιν, διότι ἀπέβλεψεν ἀλλαχοῦ. Δὲν ἠξεύρω ποίαν δικαιολόγησιν ἔχει ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἂν δύναται ν’ ἀπολογηθῇ· καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι καὶ κἄπως ἄνανδρον, ὅταν τις προσβάλληται εἰς σημεῖον, ὡς πρὸς τὸ ὁποῖον δὲν δύναται ν’ ἀπαντήσῃ, διὰ νὰ μὴ θυσιάσῃ τὰ μεγάλα ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἐγὼ, κύριοι, παραδέχομαι, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτιρικῶν ἀπέβλεψεν ἀλλαχοῦ. Ἀλλὰ πρὸς ἐκεῖνον, ὅστις λέγει τοῦτο, λέγω ὅτι τὸ μεγαλείτερον ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ αὐτοῦ εἶναι αὐτὸ, ὅτι ἀπέβλεψεν ἀλλαχοῦ, ἐὰν ἀπέβλεψεν. Τὴν Ἑλλάδα, κύριοι, δὲν ἠλευθέρωσεν οὔτε ἡ Ἀγγλία, οὔτε ἡ Ῥωσσία, οὔτε ἡ Γαλλία μόνη· ἀλλὰ βεβαίως ἡ ἀφιλοκερδεστέρα ὑπῆρξεν ἡ Γαλλία. Ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ἀπέβλεψεν εἰς μόνην τὴν Γαλλίαν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἔκαμεν ἔγκλημα διὰ τοῦτο; ἔβλαψε τὴν ἐθνικὴν ὑπόθεσιν; Οὐχί! Ἐὰν ἦναι πρᾶγμα, διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἤμεθα εὐχαριστημένοι καὶ εὐγνώμονες, πρέπει νὰ ἦναι, ἐὰν τῷ ὄντι ἀπέβλεψεν εἰς τὴν Γαλλίαν, ἐὰν ὄντως οὕτως ἠδυνήθη νὰ τύχῃ τῆς στοργῆς καὶ προστασίας τῆς Γαλλίας. Ἀλλὰ θὰ μᾶς εἴπωσιν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ τοῦτο ὁ Βήκονσφηλδ· θὰ μᾶς εἴπωσιν ὅτι ἀπέβλεψε πρὸς τὴν Ῥωσσίαν. Αὐτὸ ἐγὼ δὲν τὸ πιστεύω, διότι ὁ Βήκονσφηλ θὰ τὸ ἔλεγε ῥητῶς· διότι ἐξ αὐτοῦ ἡ δύναμις τοῦ Βήκονσφηλ καθ’ ἡμῶν θὰ ἐδεκαπλασιάζετο. Ὁ Βήκονσφηλδ, ὁ ὁποῖος δῆθεν κατηγορεῖ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἀπέβλεψεν εἰς τὴν Ῥωσσίαν, ἰδοὺ πῶς εὐμενῶς ἐκφράζεται ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως ταύτης: «Βεβαιώνω ἐν τούτοις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὕτη ἐτήρησεν ἐντίμως τὰς ὑποχρεώσεις ὡς πρὸς τὴν κατάθεσιν τῆς ἐπαναστάσεως». Δι’ ἐμὲ λοιπὸν καὶ αὐτὴ ἡ αἰτίασις μοὶ πολλαπλασιάζει τὸν ζῆλον νὰ μένω ἀκλόνητος εἰς τὴν πολιτικὴν αὐτὴν καὶ νὰ ἔχω τὴν ἐμπιστοσύνην μου πρὸς αὐτὴν ὁλόκληρον. Εἶπέ τις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀφώπλισε τὴν Ἑλλάδα. Κύριοι, σεῖς ἀφωπλίσατε τὴν Ἑλλάδα, διότι διελύσατε τὴν ἐφεδρείαν. Ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἔνοπλον τὴν Ἑλλάδα· εἶχε 40,000 στρατοῦ — 20,000 ἐφέδρους εἶχεν ἐξησκημένους καὶ ἑτέρους 20,000 ἤθελε καλέσει κατόπιν· ἀλλ’ ὅταν ἐζήτησεν ἡ Κυβέρνησις χρήματα, σεῖς ἐνευροκοπήσατε τὴν Ἑλλάδα· σεῖς εἴπατε «ἐὰν θὰ σᾶς δώσωμεν χρήματα, πρέπει νὰ ἄρητε δι’ αὐτῶν τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ὡς μέγα κακόν.» Ἐν ᾧ αὕτη καὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν ὑπάρχει· καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Ἀγγλίαν ὑπῆρξεν ἀπὸ τοῦ 1797–1821 ἄνευ βλάβης.
§52ΔΟΥΜΑΣ. Σὺ ἤσουν ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· διότι ἐν ᾧ ἐγὼ ὡμίλησα κατ’ αὐτῆς, σεῖς μ’ ἀντικρούσατε.
§53ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Σεῖς ἠπειλεῖτε τότε, ὅτι θ’ ἀποχωρήσητε, ἡμεῖς δ’ ἠθέλομεν νὰ κυβερνήσωμεν τὴν Ἑλλάδα προνοοῦντες περὶ τῆς ἐθνικῆς ὑποθέσεως· καὶ ἠξεύρετε τί ἐπρεσβεύομεν; ἐγὼ τοὐλάχιστον ἤθελον βάλει χεῖρα καὶ ἤθελον μετατρέψει τὴν χρῆσιν τοῦ δανείου ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ὑποθέσεως ἐπὶ κινδύνῳ τοῦ νὰ κρεμασθῶ ὑφ’ ὑμῶν.
§54ΔΟΥΜΑΣ. Καλλίτερα ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις.
§55ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὑποχωρήσαμεν ἀπέναντι ὑμῶν, ὄχι διότι ἠθέλομεν τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας· ἐγὼ μάλιστα θέλω τὴν ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν ἀΐδιον καὶ εἶμαι ἐπιστημονικῶς πεπεισμένος περὶ τούτου· ἐγὼ θεωρῶ μάλιστα, ὅτι τὸ χαρτὶ εἶναι πολὺ ἀνώτερον τοῦ μετάλλου. Κύριοι· δὲν ἠδυνάμεθα νὰ θεωρηθῶμεν ὡς προδόται, ἐὰν ἐδαπανούσαμεν ὀλίγα χρήματα διὰ τὰ πλοῖά μας καὶ διὰ τὸν στρατόν μας. Ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων τῆς Ἀγγλίας καὶ τῶν κτήσεων αὐτῆς ἀναβαίνει εἰς 6 δισεκατομμύρια, ἐφ’ ὧν εἶχεν ἐξουσίαν τινὰ ὁ Βήκονσφηλδ· ἡ Ἀγγλία ἔχει 400 πολεμικὰ πλοῖα καὶ 19 χιλιάδας κανόνια, καὶ 80,000 ναύτας καὶ 400,000 ἀπροσμαχήτου στρατοῦ· καὶ ἐν τούτοις δὲν ἤρκει αὕτη ἡ δύναμις εἰς τὸν Βήκονσφηλδ· ἤθελεν καὶ πρόσθετον ὄγκον διὰ νὰ μεταβῇ εἰς τὸ Συνέδριον, καὶ εἰς προσθήκην δυνάμεων τῷ ἐδόθησαν ἔτι 6 ἑκατομμύρια λιρῶν. Σεῖς ἐθεωρήσατε τὸν ἄοπλον ἰσχυρότερον τοῦ ἐνόπλου καὶ ἀπεστείλατε τὴν Ἑλλάδα ἄοπλον εἰς Πρέβεζαν, καὶ ἤδη εἰς Κωνσταντινούπολιν ἄοπλον. Ἐλησμόνησα νὰ προσθέσω τι διὰ τὴν κατηγορίαν, ἥτις ἀπευθύνεται κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀπέτυχεν ἐκ πταίσματος ἐν Βερολίνῳ. Ἔχω, κύριοι, τὴν αὐθεντίαν τοῦ Λέφεβρ ἐξηγοῦσαν διὰ τί ὁ Βήκονσφηλδ ἐθυσίασε τὴν Κρήτην. Ἰδοὺ τί λέγει ἐν ὁμηγύρει. «Πρὸ τοῦ ἐν Βερολίνῳ Συνεδρίου ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἐφάνη φιλελληνικωτάτη· ἔκτοτε ὅμως ἐγκατέλιπε τὸν ἀγῶνα τῶν Ἑλλήνων εἰς ἀντάλλαγμα τῆς Κύπρου, καὶ τῆς ἀγγλο–τουρκικῆς συμβάσεως. Ἄλλως πῶς δὲν ἐπιδέχεται ἐξήγησιν ἡ πρὸς τὴν Ἑλλάδα δυσμενὴς συμπεριφορὰ τῆς Κυβερνήσεως» (θόρυβος). Ἐξήντλησα, κύριοι, αὐτὸ τὸ θέμα, καὶ ἀρκοῦμαι εἰς ταῦτα, διότι βλέπετε, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔγεινε λίαν ἀριστοκρατικὴ καὶ ὀλίγους ἀνέχεται· ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς ἔχομεν καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ὀφείλομεν νὰ τὰ ἐκπληρώσωμεν καὶ ὀφείλομεν ν’ ἀπολογηθῶμεν, διότι εἴμεθα κατηγορούμενοι. Κύριοι! ὡς ἐκατηγόρησαν τὴν ἐσωτερικὴν δημοσίαν διοίκησιν παραπονούμενοι, ἤθελε πιστεύσει τις, ὅτι βρίθει ὁ τόπος λῃστῶν· ἀλλὰ τὶς ἄλλος ἐξήλειψε τὴν λῃστείαν; δὲν θέλω μὲ τοῦτο ν’ ἀρνηθῶ τὰς ἐκδουλεύσεις τοῦ κ. Ζαΐμη, ὅστις ἐξήλειψε τὴν λῃστείαν ἀπὸ ὅλην τὴν Ἀκαρνανίαν καὶ τὴν Ναυπακτίαν· ἀλλ’ ἐν γένει τὴν λῃστείαν τὴν ἐξερίζωσαν ἐσαεὶ ὁ κ. Κουμουνδοῦρος διὰ τῶν νόμων οὓς εἴχομεν τὴν τιμὴν νὰ ψηφίσωμεν ἡμεῖς, καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι τοῦτο ἦν κατά τι ἀγαθὴ διοίκησις. Ἀλλὰ, κύριοι, διήλθομεν τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς καὶ βλέπετε, ὅτι εἶναι ἁγναὶ, ὅτι δὲν ἔχουσι τίποτε. Τίς δύναται ν’ ἀντιμετρηθῇ πρὸς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν ὡς πρὸς τὴν ἠθικότητα τὴν κατὰ τὰς ἐκλογάς; ἐν τούτοις ἓν ἀπὸ τὰ μεγαλείτερα ἀντικείμενα τῆς διοικήσεως εἶναι αἱ ἐκλογαί. Σήμερον οὐδὲν παράπονον ὑπάρχει κατὰ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν· ὑπάρχουν δὲ δύω παραδείγματα διὰ τὰ ὁποῖα δύναται πᾶς τις νὰ φθονήσῃ τὸν κύριον πρωθυπουργόν. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἡττήθη εἰς δύω ἐκλογὰς, ὅπου ἠξεύρετε ὁπόσον ἐνδιαφέρεται· ἡττήθη εἰς τὰς Καλάμας, ἡττήθη εἰς τὸ Αἴγιον, καὶ ὑπέγραψεν ἰδίᾳ χειρὶ τὴν ἧτταν. Καὶ πῶς τολμᾶτε, κύριοι, νὰ καταδικάζητε μίαν τοιαύτην διοίκησιν ἀπέναντι τοιούτων γεγονότων; Ποίαν ἄλλην ἀπόδειξιν νὰ σᾶς δώσω, ὅτι εἶναι ἀνωτέρα πάσης μομφῆς, ἀφοῦ βλέπετε ὅτι ἡ τύχη κατεδίκασε τὸν πρωθυπουργὸν νὰ ὑπογράψῃ τὴν θανατικὴν ποινὴν τῶν προσφιλεστάτων φίλων του ἰδίᾳ χειρί; Δὲν θὰ δώσω ἐγὼ προσοχὴν εἰς τοῦτο οὐδὲ θὰ ἀκούσω τὰ λεγόμενα εἰς τὰς τριόδους. Ἂς μοὶ φέρῃ ἕνας πρωθυπουργὸς τοιοῦτον παράδειγμα, ὅτι ἐνικήθη εἰς τὴν ἐπαρχίαν του εἰς τὰς δημοτικὰς ἐκλογάς· τοιοῦτον παράδειγμα ἥττης οὕτως εἰπεῖν ἐνδόξου. Ἀλλ’ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις, κύριοι, μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ φίλος μου κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι ὅπως ἠθέλησαν, νὰ τὴν παραστήσωσι. Μοὶ φαίνεται ὅτι πρώτην φορὰν ἀκούεται ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου, ὅτι ἀντὶ τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν 14 ἑλατομμυρίων, τὸ ἔλλειμμα εἶναι μόνον 10,000,000· διότι, ἐὰν παρακολουθήσῃ τις τὴν τελάντευσιν τῶν προϋπολογισμῶν καὶ τὰ ἐλλείμματα αὐτῶν, θέλει παρατηρήσει, ὅτι τὸ ἔλλειμμα εἶναι πάντοτε ἀνώτερον τοῦ προϋπολογισθέντος ἐλλείμματος· ἐκτὸς τούτου αἱ εἰσπράξεις τοῦ 1879 προβαίνουσιν οὖσαι πολλῷ ἀνώτεραι τοῦ 1878· αἱ εἰσπράξεις ἴσως δὲν δύνανται ν’ ἀποδοθῶσι καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς ταύτας κἄτι χρησιμεύει καὶ ὁ Ὑπουργός. Πρῶτος Ἕλλην Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔκαμε δάνειον εὐρωπαϊκὸν καὶ ἀνέστησεν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν πίστιν, ἥτις ἔλειπεν ἐπὶ 50 ἔτη. Τώρα, κύριοι, ἀποδίδω εἰς τὸν κ. Δεληγιάννην μόνον αὐτὸ τὸ καλόν; ὄχι· ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ παρόντος μόνος ἔχει τὴν κατοχήν. Ἐγένετο ὑπ’ αὐτοῦ καὶ ἄλλη οἰκονομικὴ πρᾶξις μεγίστης ἀξίας· ἡ ἀναγνώρισις τῶν δανείων τοῦ 24 καὶ 25, καὶ εἰσάγεται ἡ Ἑλλὰς ἤδη εἰς τὸ Χρηματιστήριον τοῦ Λονδίνου, τὴν μεγάλην αὐτὴν δεξαμενὴν τοῦ παγκοσμίου νομίσματος, ὅθεν ἀντλοῦσι πάντα τὰ ἔντιμα ἔθνη, καὶ ἐγένετο ἡ ὑπογραφὴ τῆς Ἑλλάδος ἤδη χρυσὸς καὶ ἄργυρος, ἐν ᾧ ἄλλοτε ἡ Ἑλλὰς ἦν ἐκεῖθεν ἀποβεβλημένη ὡς ψωριῶσα. Ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα, κ. Ζωχιέ, εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ κρεμάσωμεν τὸν Ὑπουργὸν, ὥστε νὰ ἤμεθα οἱ ὑποστηρίζοντες αὐτὸν ἄξιοι ἀγχόνης ἡμεῖς; Ἰδοὺ, κύριοι, διὰ τί καίτοι ἀηδιάζων τὸ βῆμα τοῦτο, ἠναγκάσθην νὰ λάβω τὸν λόγον διὰ νὰ δικαιολογήσω δηλαδὴ τὴν πολιτείαν ἡμῶν· ἐνόμιζον καὶ νομίζω, ὅτι φέρω ὡς μέλος τῆς ἀριστερᾶς μέρος τι τῆς εὐθύνης καὶ ἰδοὺ δέδωκα εὐθύνας καὶ ὑπὲρ ἐμαυτοῦ καὶ ὑπὲρ ὅλης τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος. Ἠκολούθησαμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἀκολουθοῦντες οὐχὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ τὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν, τὴν πολιτικὴν τῶν ἐθνικῶν παραδόσεων. Ἡ ἀντίθετος πολιτικὴ, ἡ ἐδική σας, ἦν ἀπραξία, λήθαργος ἐθνικὴ ἐπαιτεία· ἀντετάχθημεν εἰς τὴν πολιτικὴν αὐτὴν ὡς ἀναξίαν τοῦ ἔθνους· ἠκολουθήσαμεν τὴν πολιτικὴν αὐτὴν, διότι ἠθέλομεν τὸ ἔθνος ἰσχυρὸν, ἔνοπλον ἢ πάνοπλον, εἰ δυνατόν· ἠθέλομεν δάνεια ἄφθονα, χρήματα ἄφθονα· ἠθέλομεν τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἑλλάδος λαλοῦντας ἐν συναισθήσει τῆς δυνάμεως καὶ τοῦ ἀξιώματος τῆς πατρίδος αὐτῶν. Σεῖς ἀφωπλίσατε, ἐνευροκοπήσατε τὴν Ἑλλάδα· ἡμεῖς ἐλέγομεν, χρήματα, σεῖς ἀντετάσσεσθε καὶ εἰς τὰ δάνεια καὶ εἰς τοὺς φόρους. Τὸ κατ’ ἐμὲ πρεσβεύω, ὅτι ἐπικειμένου πολέμου οὐδὲν μένει τῷ πολίτῃ καὶ ἡ περιουσία αὐτοῦ ὁλόκληρος καὶ τὰ τέκνα αὐτοῦ, καὶ τὸ αἷμα αὐτοῦ ἀνήκει ὁλόκληρον εἰς τὸ Κράτος, καὶ δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀκολουθήσω τὰς μεμψιμοιρίας περὶ χρεῶν, περὶ φόρων κλπ. Κύριοι! αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι δι’ οὓς ἐγὼ ὑπεστήριξα τὴν Κυβέρνησιν καὶ δι’ οὓς θέλω ψηφίσει ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς. Δὲν ἀπέβλεψα ἐγὼ, κύριοι, εἰς τὸ μέγεθος τῶν βαρῶν τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ εἰς τοὺς κινδύνους τῶν δύω ἐπαρχιῶν Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου, ἐὰν ἤθελον μείνει εἰς τὰς Κιρκασίας Τίγρεις. Καὶ θὰ ἔμενον εἰς τὴν θηριωδίαν αὐτῶν καὶ τῶν Γκέγκηδων, ἐὰν ἔλειπεν ἡ ἐνεργὸς πολιτικὴ τῆς κατακρινομένης Κυβερνήσεως. Ὑποστηρίζω δὲ τὴν Κυβέρνησιν καὶ σήμερον, διότι σήμερον πρὸ πάντων ἔχομεν ἀνάγκην Κυβερνήσεως μηδόλως κλονουμένης.
§56Θ. Α. ΖΑΪΜΗΣ. Ἐὰν, κύριε Πρόεδρε, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, δὲν πράττω τοῦτο, ἵνα ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Ναυπακτίας, κύριον Ῥοντήρην, διότι οὗτος ἤρξατο ἀπὸ τοῦ 1453 καὶ κατέληξεν εἰς τὰ πετσώματα· αἱ ἐποχαὶ αὗται, αἵτινες χωρίζονται ἀπ’ ἀλλήλων διὰ πολλῶν ἑκατονταετηρίδων, ἀπαιτοῦσι πολὺν χρόνον καὶ πολλὰς γνώσεις, τὰς ὁποίας ἐγὼ δὲν ἔχω. Διὰ τοῦτο θὰ περιορισθῶ μόνον εἰς τὸ ν’ ἀπαντήσω εἴς τινας παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ πρὶν μεταβῶ εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, δὲν δύναμαι ν’ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως τὴν ἀποταθεῖσαν κατὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως μομφὴν ἐκ μέρους τοῦ κ. Ῥοντήρη, τὴν ὁποίαν ἴσως ἤντλησεν ἐκ τοῦ συγγράμματός του περὶ τοῦ κατὰ Σύνταγμα πολιτεύεσθαι. Ὁ κ. Ῥοντήρης κατηγόρησε τὴν ἀντιπολίτευσιν, ὅτι ἀφώπλισε τὸν τόπον καὶ ὅτι δὲν παρεχώρησε χρήματα· τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβὲς, δὲν εἶναι ἀληθὲς, διότι νωπαί εἰσιν ἔτι αἱ συζητήσεις, αἵτινες κατὰ τὸν Ὀκτώβριον μῆνα ἔλαβον χώραν ἐν τῇ Βουλῇ· γεγονὸς δὲ τόσον προσεγγίζον πρὸς ἡμᾶς, δὲν ἔπρεπε νὰ παραμορφωθῇ μετὰ 5 ἢ 6 μῆνας. Ἡ ἀντιπολίτευσις ὑποστηρίξασα τὴν ἀπόλυσιν τῆς ἐφεδρείας κατέδειξεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τότε τὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ συγκροτήσῃ τὸν στρατόν, τὸν ὁποῖον σήμερον ἔχομεν· διαφορετικὰ ἦσαν τὰ μέσα τῆς ἀντιπολιτεύσεως τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις τότε ἐπρότεινεν, ἀλλὰ καὶ τὰ μὲν καὶ τὰ δὲ ἔφερον εἰς τὸν ἀριθμὸν, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἀπήτει. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀκριβὲς ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Ῥοντήρης καὶ ὡς δὲν ὠνόμασα τινὰ προδότην ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἀποκρούσω πᾶσαν προσβολὴν ἄλλου, ἥτις τείνει νὰ παραστήσῃ τὴν ἀντιπολίτευσιν ὡς θέλουσαν ν’ ἀφοπλίσῃ τὴν Ἑλλάδα. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὡσαύτως ὅτι δὲν ἐχορηγήσαμεν χρήματα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι τὰ 10 ἑκατομμύρια, ἅτινα ἐζήτησεν ἡ Κυβέρνησις, πέντε εἰς ἔντοκα γραμμάτια καὶ πέντε εἰς δάνειον μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὰ ἐχορηγήσαμεν. Ἂν ὁ κ. Ῥοντήρης κατὰ τὴν νέαν θεωρίαν του καθ’ ἣν προτιμᾷ τὰ γραμμάτια τοῦ μετάλλου, εἶχεν ἐπιθυμίαν νὰ χορηγήσωμεν 200 ἢ 400 ἑκατομμύρια ἢ ἓν δισεκατομμύριον εἰς χαρτὶ μὴ ἀντιπροσωπευόμενον ὑπὸ οὐδεμιᾶς ἀξίας, ἠδύνατο νὰ τὸ πράξῃ αὐτὸς, ὅστις ἀποδέχεται αὐτὴν τὴν θεωρίαν, ἀλλ’ ἡμεῖς ἐπεθυμούσαμεν νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκεῖνα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἠδυνάμεθα νὰ τῆς δώσωμεν, καὶ τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν.—Ἀφίνω, κύριοι, ἥσυχον τὸν κ. Ῥοντήρην εἰς τὰς ἐκδρομάς του εἰς τὸ 1453 μέχρι τῆς ἐποχῆς τῶν πετσωμάτων, καὶ μεταβαίνω εἰς τὸν κ. πρωθυπουργόν. Λυποῦμαι ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Κουμουνδοῦρος, ἀνὴρ τόσον σπουδαῖος καὶ ἔξοχον θέσιν κατέχων ἐν τῇ πολιτείᾳ ὑπερασπιζόμενος ἑαυτὸν κατέφυγεν εἰς ἀντεγκλήσεις κατὰ μερίδος τινὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος γινώσκει ἐν τῷ μακροτάτῳ κοινοβουλευτικῷ σταδίῳ του, ὅτι τὸ χειρότερον μέσον τῆς ὑπερασπίσεως εἶναι τὸ σύστημα τῶν ἀντεγκλήσεων. Δὲν ἔπρεπε λοιπὸν κατὰ μερίδος τινὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως νὰ ἀπευθύνῃ τὰς προσβολὰς, ἃς ἀπηύθυνε. Τὰ ζητήματα ἐκεῖνα χωρίζονται ἀφ’ ἡμῶν διὰ 4 περίπου ἐτῶν. Ἐσυζητήθησαν κατὰ τὰς ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν, ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ἐπ’ αὐτῶν· δὲν ὑπῆρχε λοιπὸν λόγος, ἵνα ἐπαναφέρῃ ἐν τῷ μέσῳ τὰ ζητήματα ταῦτα, καὶ δὲν ἦτο ἄξιον ἑαυτοῦ νὰ προσφύγῃ εἰς ἀντεγκλήσεις, ἵνα ὑπερασπίσῃ τὴν πορείαν του καὶ τὴν πολιτικήν του. Ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς ἐπήνεγκε παρατηρήσεις τινὰς, τὰς ὁποίας δὲν δύναμαι νὰ ἀφήσω ἄνευ παρατηρήσεων. Εἶπεν, ὅτι δὲν εἶχον σκοπὸν, συγκαλοῦντες τὴν Βουλὴν εἰς ἔκτακτον σύνοδον, νὰ ὑποβάλλωσι μόνον ὅσα ὑπέβαλον· εἶχον σκοπὸν, εἶπεν «νὰ φέρωμεν ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους ζητήματα, ἀλλ’ ἐνομίσαμεν προτιμότερον ἀντὶ νὰ προκαλέσωμεν μικρολόγους παρατηρήσεις νὰ ἀναδεχθῶμεν ὅλους τοὺς κινδύνους τῆς εὐθύνης τῶν τοιούτων μέτρων». Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος παρετήρησεν, ὅτι ἂν ἐκλήθημεν ἐδῶ, ἐκλήθημεν ὡς ἄνθρωποι ἄχρηστοι, ὡς πτώματα, τὰ ὁποῖα ἤλθομεν καὶ διά τινος Βολταϊκῆς στήλης πρόκειται νὰ λάβωμεν στιγμιαίαν ζωὴν, ἵνα ψηφίσωμεν ἁπλῶς τὰ νομοσχέδια. Δὲν ἐστάθμισε, πιστεύω, ἱκανῶς ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς τὴν βαρύτητα τῶν φράσεών του· ἂν ἐστάθμιζεν τὸ ὅ,τι εἶπεν, εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ τὸ ἔλεγεν. Πῶς, κύριοι, εἶναι δυνατὸν μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ Κυβέρνησις καὶ δὲν τὰ ὑπέβαλε διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν μικρολογίαν ἡμῶν τῶν ταπεινῶν, τῶν ἐπιδιωκόντων ἁπλῶς τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τοιαύτας περιστάσεις, καὶ πῶς, κύριοι, τὰ μέτρα ταῦτα, τὰ ὁποῖα βεβαίως εἶναι σπουδαῖα, ἀναλαμβάνει ἡ Κυβέρνησις τὴν εὐθύνην νὰ ἐκτελέσῃ ἄνευ τῆς συναινέσεως τῶν ἀντιπροσώπων; Ἡ γλῶσσα αὕτη, κύριοι, εἶναι γλῶσσα δικτατορικὴ, ἐγὼ δὲ δὲν ἀγαπῶ τὴν δικτατορικὴν ἐξουσίαν ἐν ἐλευθέρᾳ καὶ συνταγματικῇ πολιτείᾳ. Ἀλλ’ ὅταν ἀκούω τὸν πρωθυπουργὸν δογματίζοντα καὶ βεβαιοῦντα τὴν Βουλὴν, ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα θέλει λάβει καὶ ἐν ἀγνοίᾳ ἡμῶν καὶ ἐπὶ ἰδίῳ κινδύνῳ, δὲν προβλέπω καλὸν διὰ τὴν δυστυχῆ αὐτὴν πατρίδα· διότι ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ἦναι τὰ μέτρα ταῦτα, οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὰ λάβῃ ἄνευ τῆς συναινέσεως τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους εἴτε τῶν παρόντων εἴτε τῶν μελλόντων. Μὴ λησμονήσητε, κύριοι, ὅτι οἱ λόγοι οὗτοι εἶναι τοῦ πρωθυπουργοῦ, ὅστις μέλλει καθ’ ὅλα τὰ φαινόμενα νὰ ἐνεργήσῃ τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς καὶ αἰσθάνεται, κύριοι, καὶ πρέπει νὰ αἰσθάνεται τί εἶναι εὐθύνη, καὶ μάλιστα, ὅτε πρόκειται νὰ ἐνεργηθῶσι βουλευτικαὶ ἐκλογαί. Εὔχομαι νὰ παρεξήγησα τοὺς λόγους τοῦ ἀξιοτίμου πρωθυπουργοῦ καὶ εὔχομαι νὰ μὴ εἶχον τοιαύτην τὴν ἔννοιαν, ὁποίαν τὴν ἀντελήφθην ἀλλὰ ἐσημείωσα αὐτούς. Δεύτερον, κύριοι, ὁ κύριος πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι ἐκλήθημεν ἐδῶ νὰ ψηφοφορήσωμεν τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔφερε. Τοιαύτη δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦναι ἡ ἀποστολὴ τῆς Βουλῆς. Ἂν τὸ ὑπουργεῖον ἔχῃ διαθέσιμον εἰς χεῖρας Βασιλικήν τινα προνομίαν, ἤθελε πράξει κάλλιστα ν’ ἀναγγείλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοῦτο διὰ νὰ παύσῃ πᾶσα συζήτησις· ἀλλ’ ὅτε ἡ Βουλὴ καλεῖται νὰ ψηφίσῃ ἔχει δικαίωμα φυσικῷ τῷ λόγῳ καὶ νὰ συζητήσῃ, οὐ μόνον τὰ νομοσχέδια, ἀλλὰ πᾶν ζήτημα ἐφαπτόμενον τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων τούτων. Δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, διότι ἄλλοι ἴσως βουλευταὶ θὰ λάβουν ἀλληλοδιαδόχως τὸν λόγον, ἐγὼ δὲ, δὲν ἀγαπῶ πολὺ τὴν πολυλογίαν. Ἠναγκάσθην ὅμως νὰ πράξω τοῦτο, διότι οἱ λόγοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μοὶ ἔκαμον μεγίστην ἐντύπωσιν καὶ μὲ ἐνέβαλον εἰς πλείστας ὑπονοίας. Ἀλλὰ καὶ κατ’ οὐδένα λόγον δὲν ἀποδέχομαι ὅτι δὲν ἐδυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν, καὶ ἂν ἐλάμβανον τὸν λόγον δὲν ἤθελον πράξει τοῦτο ἐκ πάθους καὶ ὀργῆς, οὐχὶ διότι φοβοῦμαι τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ προσφιλῆ συγγενῆ μου, ὅτι δύναται νὰ μὲ κατηγορήσῃ ἐπὶ ὀργῇ καὶ ἐπὶ πάθει, ἀλλὰ διότι ἐν τῷ ὁπωσσοῦν πολυχρονίῳ βουλευτικῷ σταδίῳ ἐσυνείθισα, οὔτε πάθος, οὔτε ὀργὴν νὰ ἔχω· ἐσυνείθισα πρὸς τοὺς ὑπουργοὺς, πρὸς οὓς διατελῶ ἐν ἀντιθέσει, νὰ διατηρῶ ὅλας τὰς ἀτομικὰς σχέσεις μου καὶ νὰ μὴ προσβάλλω οὐδέποτέ τινα, ἀλλὰ νὰ συζητῶ μετὰ ψυχροῦ αἵματος, καὶ τοῦτο θὰ πράξω. Θὰ συζητήσω μόνον τὸ ζήτημα τῶν οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον δὲν τρομάζει τὸν κ. Ῥοντήρην. Θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, ἥτις παρουσιάζει εἰς τὰ ὄμματά μου βάραθρον χαῖνον· ἡ ἱστορία δὲ μὲ ἐδίδαξε, ὅτι αἱ οἰκονομικαὶ κρίσεις εἰς τοὺς τόπους δὲν παρέρχονται ἀβλαβῶς, ἀλλὰ προκαλοῦσι πολιτικὰς κρίσεις, καὶ δὲν ἐπιθυμῶ εἰς τὸ γῆράς μου νὰ ἴδω νέας κρίσεις πολιτικὰς εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δὲν θέλω νὰ κατηγορήσω βεβαίως τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐκ προθέσεως σπαταλᾷ τὰ δημόσια χρήματα· ἤθελον ὅμως παρατηρήσει εἰς αὐτὴν, ὅτι διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὴν οἰκονομικὴν κρίσιν, διὰ νὰ μὴ ἐμπέσωμεν εἰς τὸ οἰκονομικὸν βάραθρον, ὅπερ προπαρασκευάζεται, ἔχομεν ἀνάγκην οἰκονομιῶν. Ἀνέγνωσα χθὲς εἰς ἐφημερίδα, ἀντιπροσωπεύουσαν τὰς ἰδέας τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ὅτι οὔτε ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, οὔτε οὐδεὶς Ἕλλην ἐπιθυμεῖ οἰκονομίας. Καὶ ὅμως, κύριοι, ἐγὼ εἶμαι Ἕλλην δὲν εἶμαι Ζουλοῦς, καὶ ἂν δὲν ἠδυνήθην ὑπὲρ τῆς πατρίδος μου νὰ πράξω μέγα τι, ἔχω ὅμως εἰς τὰς φλέβας μου κυκλοφοροῦν αἷμα οἴκου, ὁ ὁποῖος εἰς δύο διαφορετικοὺς αἰῶνας προσέφερεν ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῆς χώρας ταύτης τὴν περιουσίαν του καὶ τὰς προσωπικὰς ἐκδουλεύσεις του. Ἂν λοιπὸν ἡ κατάργησις τῆς οἰκονομίας ἐπρόκειτο νὰ μᾶς φέρῃ εἰς μεγαλοπράγμον σχέδιον, δὲν ἤθελον εἶσθαι ὀπαδὸς τῆς οἰκονομίας. Ἀλλὰ, ὅταν βλέπω τὴν οἰκονομίαν καταργουμένην, ἁπλῶς πρὸς ἐπίφασιν καὶ γνωρίζετε ἐξ ἄλλων ἐποχῶν τὴν ἔννοιαν τῆς λέξεως ταύτης καὶ εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω τι, δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ἀντιταχθῶ. Αἱ πρὸς ἐπίφασιν δαπάναι εἶναι πολλάκις ἀναγκαῖαι, ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύωσι πάντοτε ὡς ἡ ἀδιάσειστος καὶ ἑδραία πολιτικὴ μιᾶς Κυβερνήσεως. Παρατηρῶ δὲ μετὰ λύπης, ὅτι αἱ δαπάναι ὡς γίνονται, γίνονται πρὸς ἐπίφασιν, τὸ δὲ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι φρικτόν. Κατὰ τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰς τὰς ὁποίας δίδω πλήρη πίστιν, διότι ὁ κ. Δηλιγιάννης ἐγκύπτει μετ’ ἐμβριθείας εἰς τὰ τῆς ὑπηρεσίας, τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 79 ὑπολογίζεται εἰς 12,000,000. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅμως ἐλησμόνησεν, ὅτι διατρέχομεν τὸν ἕβδομον μῆνα τῆς χρήσεως τοῦ 1879 καὶ ὅτι ὑπολείπονται ἔτι δεκαπέντε μῆνες, ἵνα τελειώσῃ ἡ χρῆσις αὐτὴ καὶ ἑπομένως εἶναι πιθανώτατον, ἂν οὐχὶ ἐντελῶς βέβαιον, ὅτι οἱ μῆνες αὐτοὶ θέλουν παρουσιάσει ἀνάγκας καὶ θὰ προκαλέσωσι πιστώσεις νέας, αἵτινες βεβαίως δὲν θὰ ἦναι μικρότεραι τῶν 2 ἑκατομμυρίων· ὥστε τὸ ἔλλειμμα τοῦ 79 θ’ ἀναβῇ εἰς 14,000,000. Ἀλλ’ ἐγένετο σκέψις περὶ τῆς ἀναπληρώσεως τοῦ ἐλλείμματος τούτου; Ἐφέτος ἐγένετο τὸ δάνειον, ἵνα τὸ συμπληρώσῃ· τὸ προσεχὲς ὅμως ἔτος τί θέλετε ἔχει ἵνα καλύψητε τὸ ἔλλειμμα; Ἔχετε ἀνάγκην, κύριοι, πόρων· ἂν ἀναμένετε δὲ παρὰ τῶν ἐπαρχιῶν, αἱ ὁποῖαι εὐτυχῶς προσδοκᾶται, ὅτι θὰ ἑνωθῶσι μετὰ τῆς Ἑλλάδος, νὰ καλύψητε διὰ τῶν εἰσοδημάτων τὸ ἔλλειμμα, εἶσθε ἠπατημένοι. Αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι διατελοῦσιν ὑπὸ δουλείαν. Αἱ καταπιέσεις, αἱ δῃώσεις τῆς χώρας των δὲν ἐπιτρέπουσι νὰ συνεισφέρωσι πολλὰ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ κράτους, πρέπει νὰ ἀναπνεύσωσι τὸν ἀέρα τῆς ἐλευθερίας καὶ κατόπιν θὰ ἐπέλθῃ ἡ αὔξησις τῶν προσόδων των, διότι ἡ δουλεία, ἥτις ταπεινοῖ τὸ φρόνημα, περιστέλλει καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ πλούτου. Ὀφείλομεν λοιπὸν πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς δαπάνας νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ καλυφθῇ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν μικρὰ χώρα, αἰωνίως διὰ δανείων νὰ καλύπτῃ τὸ ἔλλειμμά της· ἀλλὰ διὰ νὰ τὸ καλύψητε, δύω ἔχετε πόρους, νέους φόρους καὶ οἰκονομίας. Δὲν εἶναι ὅμως εὔκολον οὐδὲ δυνατὸν νὰ θέσητε φόρους εἰς τὴν γεωργικὴν τάξιν τῆς Ἑλλάδος, καὶ νὰ ἐπιβαρύνητε ταύτην, καὶ ἂν νομίζητε ὅτι ἐπὶ τῶν εἰσαγωγικῶν τελῶν δύνασθε νὰ προσθέσητε δέκα καὶ δεκαπέντε καὶ εἴκοσι τοῖς ἑκατὸν θέλετε ἰδεῖ μετ’ ὀλίγον, ὅτι δὲν εἶναι τὸ πρόσφορον μέσον, διότι τὰ ὑπερβολικὰ ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς τέλη θὰ φέρωσιν ἐλάττωσιν εἰς τὴν κατανάλωσιν καὶ πιθανὸν νὰ διαταράξωσι καὶ τὰς σχέσεις τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὰ ξένα κράτη. Ἔχομεν λοιπὸν ἀνάγκην οἰκονομιῶν, τουτέστιν ἀποφυγῆς δαπανῶν ματαίων καὶ ἐπιδεικτικῶν, πρέπει νὰ πεισθῶμεν ὅτι αἱ πρὸς ἐπίφασιν δαπάναι πρέπει νὰ παύσωσιν. Ἀλλὰ τὴν τάσιν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὰς δαπάνας τῆς τοιαύτης φύσεως βλέπω καθ’ ἡμέραν. Ἐκ τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας ἔχετε ἀνὰ χεῖρας καὶ αἱ ὁποῖαι ἀνέρχονται εἰς 2,100,000 ὠφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι αἱ 600,000 δραχμαὶ εἶναι προσηκόντως δεδικαιολογημέναι, διότι ἀποῤῥέουν ἀπὸ νομίμους ὑποχρεώσεις τῆς Ἐπικρατείας, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔπραξε καλῶς νὰ πληρώσῃ τὰ χρέη ταῦτα. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ πιστώσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὤφειλεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ δώσῃ τὴν γνώμην της πρὶν ἡ Κυβέρνησις ἀποφασίσῃ, διότι ὅταν ἅπαξ γείνουν αἱ δαπάναι αὗται δὲν εἶναι εὔκολον νὰ μὴ τὰς ψηφίσῃ ἡ Βουλή. Ἐν τούτοις σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι θέλω ψηφίσει ὑπὲρ ὅλων τῶν πιστώσεων διότι βεβαίως δὲν ὑπάρχει καμμία δολία προαίρεσις εἰς τὰς δαπάνας· θέλω ὅμως καταψηφίσει τὴν μικροτέραν, καὶ μὴ σᾶς φανῇ τοῦτο παράδοξον· εἶναι πίστωσις 13,000 δραχ. δι’ ὀχυρωματικὰ ἔργα Πειραιῶς· καὶ θέλω, κύριοι, τὴν καταψηφίσει, διότι δὲν θέλω νὰ δώσω ἀφορμὴ εἰς γελοιογράφησιν τῆς Ἑλλάδος. Ἐνθυμοῦμαι τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἐξετελοῦντο τὰ ἔργα ταῦτα καὶ διετέλουν εἰς φιλικωτάτας σχέσεις μετὰ τοῦ κ. Κουμουνδούρου, καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ διατάξῃ τὴν κατάπαυσιν τῶν ἔργων αὐτῶν ἵνα μὴ γινώμεθα γελοῖοι. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν, ἐν ἀγνοίᾳ τῶν νομοθετικῶν σωμάτων νὰ προκαλῶνται πιστώσεις ἀνερχόμεναι εἰς 1,500,000, ὁποιαιδήποτε καὶ ἂν ἦναι αἱ ἀνάγκαι, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται. Σᾶς λέγω μάλιστα ὅτι μία τῶν δαπανῶν δι’ ἣν ζητεῖται πίστωσις ἐγένετο πρὸς ἐπίφασιν· εἶναι δὲ ἡ πρὸς ἐπισκευὴν τοῦ ἀτμοδρόμωνος ἀνερχομένη εἰς 631,000 δραχ. Κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς ἔλαβον παρὰ ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ, ἡ φρεγάτα αὕτη, ἣν ὁ κ. Ζωχιὸς καὶ ὁ Φίλιππος Ἰωάννου ἔπλασαν ἀτμοδρόμωνα (ἱλαρότης)........
§57ΖΩΧΙΟΣ. Ὄχι ἐγώ.
§58ΖΑΪΜΗΣ. Ἡ φρεγάτα αὕτη δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ παρὰ μόνον διὰ τρία ἔτη. Ἐρωτῶ λοιπὸν ἂν ἡ δαπάνη 630,000 δρ. γινομένη, ὅπως χρησιμεύσῃ διὰ τρία ἔτη, δὲν ἐγένετο πρὸς ἐπίφασιν.
§59ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Δὲν εἶναι ἀκριβές.
§60ΖΑΪΜΗΣ. Ἐγὼ τὰς πληροφορίας μου ἔλαβον παρ’ ἀξιωματικῶν διακεκριμένων τοῦ ναυτικοῦ, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς ἀναφέρω. Ὑπάρχει ἐν ἐνεργείᾳ μία μοῖρα στόλου· ἡ μοῖρα αὕτη προχθὲς ἀποπλεύσασα ἐκ Φαλήρου μετέβη μέχρι Γυθείου. Ἐκεῖ ὁ λέβης τοῦ ἑνὸς πλοίου τῆς κορβέτας τῆς θωρηκτῆς ἔπαθεν· ἠναγκάσθη νὰ ἐπανέλθῃ. Ἐν τούτοις εἰς τὸ ταξείδιον αὐτὸ ἐδαπανήθησαν 70,000 δραχμαί. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι πρέπει νὰ γυμνάζωνται οἱ ναῦται καὶ οἱ ἀξιωματικοί. Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ ἔχωμεν αὐτὰ τὰ πλοῖα διὰ νὰ μεταβαίνουν μέχρι Γυθείου καὶ δαπανῶνται 70,000 δρ. δὲν ἦτο προτιμότερον νὰ συγκεντρωθῶσιν ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ ναῦται εἰς δύω πλοῖα καὶ ἐκεῖ νὰ γυμνάζωνται; Ὅτε μετέβην εἰς Κοπεγχάγην ὡς μέλος τῆς πρεσβείας, ἥτις ἐστάλη διὰ νὰ προσφέρῃ τὸ στέμμα εἰς τὸν βασιλέα Γεώργιον, ἠσχολήθην νὰ ἐξετάσω τὸν τόπον ἐκεῖνον. Ἐκεῖ ἔμαθον ὅτι ἡ Δανία, αὐτὸ τὸ μικρὸν ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἄριστον οἰκονομικὸν ὀργανισμὸν, δὲν εἶχε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην παρὰ ἓν καὶ μόνον πλοῖον εἰς ἐνέργειαν. Διὰ ποῖον λοιπὸν λόγον νὰ δαπανῶμεν τόσα πρὸς ἐπίφασιν; Ἀναγνωρίζω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κ. Μπούμπουλης, ἔχει καὶ ζῆλον καὶ δραστηριότητα, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ὑπάρχει πρόνοια περὶ τὰ τοιαῦτα. Ὁ κ. Μπούμπουλης ἐπιθυμεῖ τῳόντι νὰ πράξῃ τι ὑπὲρ τοῦ ναυτικοῦ, διὰ νὰ αἰτιολογήσῃ τὸν τίτλον, τὸν ὁποῖον ἡ ἐφημερὶς τοῦ ἀξιοτίμου κ. Κορομηλᾶ ἄλλοτε τῷ ἀπένειμεν, ὀνομάσασα αὐτὸν νομίζω, παποῦν ἢ πατέρα τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ (ἱλαρότης), ἀλλὰ δύναται ν’ ἀποκτήσῃ καὶ νὰ αἰτιολογήσῃ τὸν τίτλον τοῦτον, ἀποφεύγων ὅλας τὰς δαπάνας τὰς πρὸς τὴν ἐπίφασιν, διότι πᾶσα τοιαύτη δαπάνη μὴ δικαιολογημένη ἐκ τῆς ἀνάγκης εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ μᾶς φέρῃ εἰς χρεωκοπίαν, καὶ ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον, ἐναντίον τοῦ ὁποίου κανὲν πάθος δὲν ἔχω, δὲν φοβεῖται τὴν οἰκονομικὴν κρίσιν, ἥτις ἀπειλεῖ τὸν τόπον, ἐγὼ ὅμως ἀπεναντίας τρέμω αὐτὴν, διότι εἰς μικρὰ ἔθνη αἱ οἰκονομικαὶ κρίσεις δὲν εἶναι γεγονότα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ διέλθωσιν ἀβλαβῶς. Αἱ οἰκονομικαὶ κρίσεις εἰς τὰ μικρὰ ἔθνη εἶναι πολὺ σπουδαιότερα παρὰ εἰς τὰ μεγάλα, τὰ ἀπηρχαιωμένα, καὶ ἔχοντα πίστιν· ἡ δὲ Ἑλλὰς ἔχει ἀνάγκην νὰ διατηρήσῃ τὴν πίστιν της· ἐὰν δὲ προχωρήσωμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὡς ἤδη, θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα Μαχμοὺτ Νεδίμ τις, ὁ ὁποῖος θὰ εἴπῃ «δὲν πληρώνω τὰ ἐξωτερικὰ χρέη», καὶ ἅμα εὑρεθῇ τοιοῦτος εἰς τὴν Ἑλλάδα, οὐ μόνον ἡ πίστις τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ ἡ ὕπαρξίς της θὰ διασεισθῇ, ὡς διασείεται σήμερον ἡ ὕπαρξις τῆς Τουρκίας. Ἰδοὺ, κύριοι, τί εἶχον νὰ εἴπω. Δύναται νὰ εἴπῃ ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, ὅτι δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ὑποβάλωμεν αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις, καὶ ὅτι ἤλθομεν μόνον, διὰ νὰ ἐγερθῶμεν, ἢ νὰ καθήσωμεν, ψηφίζοντες ἢ καταψηφίζοντες τῶν νομοσχεδίων; Μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ κ. πρωθυπουργὸς δὲν ἔπραξε καλῶς ὑποβαλὼν πρὸς ἀντίκρουσιν κατὰ τῶν λαλησάντων βουλευτῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως τοιαύτας παρατηρήσεις.
§61ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ (ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων, κ. Ζαΐμης, συνειθίζει πολλάκις εἰς τὰ πλέον σοβαρὰ ζητήματα νὰ μεταχειρίζηται καὶ τὴν εἰρωνείαν. Λυποῦμαι, διότι ἀνεξετάστως καὶ ἀβασανίστως ἐπίστευσεν εἰς διαδόσεις ψευδεῖς. Ἐγὼ δὲ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κηρύττω, ὅτι οἱ δώσαντες τὰς πληροφορίας ταύτας, ἐφέρθησαν ἀναξίως τῆς θέσεως, ἣν κατέχουν, διότι κατ’ ἐπισήμους πληροφορίας ὅ τε ἐπιτηρήσας εἰς τὴν ἐπισκευὴν τοῦ ἀτμοδρόμονος ναύαρχος τῆς Γαλλίας καὶ ὁ ναυπηγὸς μᾶς συγχαίρουσι καὶ ἐπιβεβαιοῦσιν ὅτι τὸ πλοῖον δύναται νὰ διατηρηθῇ 15 ἕως 20 ἔτη. Ἀπορῶ λοιπὸν, πῶς ἔδωσε πίστιν εἰς τὰ ἀναίσχυντα ταῦτα ψεύδη τῶν κυρίων τούτων, τοὺς ὁποίους προκαλῶ καὶ ἐπισήμως καὶ ἰδιωτικῶς. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν εἰρωνείαν, λυποῦμαι, ὅτι συχνάκις ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Ζαΐμης ἀστειεύεται, ὁσάκις λαλεῖ περὶ τῶν ναυτικῶν πραγμάτων, ὅπως εἶπε καὶ ἄλλοτε, ὅτι δὲν εὕρισκε θέσιν τινὰ εἰς μίαν τῶν τορπιλοφόρων! Ἡ μοίρα, λέγει, ἐπεχείρησεν, ἵνα ἐκτελέσῃ γυμνάσια, καὶ καθ’ ὁδὸν πλοῖόν τι ἔπαθε. Καὶ τί πρὸς τοῦτο, κύριοι; Ἐὰν ἐβλάβη κατ’ ὀλίγον ὁ λέβης πλοίου τινὸς, εἶναι ὑπεύθυνος ἡ Κυβέρνησις; Ἐὰν εἶσθε ἐν γνώσει τῆς καταστάσεως ἑνὸς Ἀγγλικοῦ πλοίου, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐναυλοῦχει ἐν Πειραιεῖ, τῇ ἀληθείᾳ θὰ εὑρίσκεσθε εἰς θέσιν νὰ μᾶς ἀπαγχονίσητε ἢ νὰ μᾶς παλουκώσητε.
§62ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν πρόκειται οὔτε περὶ παλουκώματος, οὔτε περὶ ἀγχόνης.
§63ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐξῆλθε, λέγει, ἡ μοῖρα εἰς γυμνάσια, καὶ ἐξωδεύθησαν 70,000 δραχ.! ἐὰν οὕτω πως λαμβάνητε τὰς πληροφορίας σας, φίλε κ. Ζαΐμη, πάντοτε αἱ πληροφορίαι θὰ ὦσιν ἀνακριβεῖς καὶ μακρὰν πολὺ τῆς ἀληθείας· ἐὰν λαμβάνητε τοιαύτας πληροφορίας ἀπὸ τοὺς δρόμους, θὰ εὑρίσκεσθε πάντοτε ἀπατημένος.
§64ΖΑΪΜΗΣ. Νὰ ἀνακαλέσητε τοῦτο, διότι ἐγὼ δὲν εἶμαι ἄνθρωπος τοῦ δρόμου.
§65ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Τὸ ἀνακαλῶ, διότι δὲν ἤθελον νὰ εἴπω τοῦτο, ἀλλ’ ὅτι αἱ πληροφορίαι σας δὲν ἀποδεικνύονται διὰ πραγμάτων, καὶ ἑπομένως εἰσὶν ὅλως ἀνυπόστατοι.
§66ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Καλαβρύτων σᾶς ἀνεκοίνωσε πρὸ μικροῦ, εἶναι τῷ ὄντι ἐμβριθέσταται καὶ αἱ ἀνησυχίαι, ἃς σᾶς ἐξέθηκεν, εἶναι ἄξιαι μελέτης καὶ προσοχῆς τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Αἱ οἰκονομικαὶ δυσχέρειαι κατατάσσονται μεταξὺ τῶν δυσχερειῶν τῆς πρώτης σπουδαιότητος, καὶ τὰ κράτη πρέπει νὰ προσβλέπωσι μετὰ μεγάλης προσοχῆς εἰς ταύτας, καὶ νὰ ἀσχολῶνται νὰ αἴρωσιν αὐτὰς ἐγκαίρως, διότι ἀληθῶς αἱ οἰκονομικαὶ κρίσεις εἶναι αἱ κρίσεις αἱ πλέον ἐπικίνδυνοι, ὅταν δὲ τὰ κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα αὗται ἐπισκήπτουσιν, εἶναι κράτη μικρὰ οὐδὲ κραταιὰ, ὀφείλουσι μετὰ μεγαλειτέρας προσοχῆς καὶ μετὰ μείζονος σπουδαιότητος νὰ ἐξετάζωσι τὰς δυσχερείας ταύτας καὶ ν’ ἀσχολῶνται νὰ προλαμβάνωσιν αὐτάς. Αἱ συζητήσεις, αἵτινες ἐγένοντο κατὰ τὸ 1878 ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἔδειξαν τὴν μεγάλην ἀνησυχίαν, ἣν τὸ Κοινοβούλιον εἶχε, καλούμενον νὰ ἐξετάσῃ καὶ κατ’ ἀνάγκην νὰ ψηφίσῃ προϋπολογισμὸν, ὁ ὁποῖος παρίστα ἔλλειμμα τοσοῦτον μέγα καὶ ὀγκῶδες σχετικῶς πρὸς τὸ σύνολον τῶν ἐξόδων τοῦ κράτους, τὸ ἔλλειμμα τῶν 14 ἑκατομμυρίων. Δὲν παρέλιπον, ἀναλαβὼν τὴν διοίκησιν τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ν’ ἀσχοληθῶ πρὸ παντὸς εἰς τὸ νὰ ἐξεύρω πῶς ἦτο δυνατὸν τὸ ὀγκῶδες τοῦτο ἔλλειμμα κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ περιορίσω ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ δυνατοῦ. Δὲν παρέλιπον ὡσαύτω, ν’ ἀσχοληθῶ εἰς τὸ νὰ καταστήσω βέβαιον καὶ ἀναντίῤῥητον, ὅτι τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀνεγράφησαν, ἤθελον ὅλα πραγματοποιηθῆ· ἐπειράθην δηλαδὴ νὰ προσπαθήσω νὰ κατορθώσω βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν ἐσόδων πολὺ μεγαλειτέρου ποσοῦ. Ἐὰν ὑπερβολικαὶ πιστώσεις περιελήφθησαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ παραβαλλόμεναι πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ κράτους, ἂν ἀνάγκαι ἀναβληθεῖσαι ἐπί τινα καιρὸν ἐπέφερον τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἐλλείμματος, ὅπως χθὲς σᾶς ἐξήγησα, δὲν ἀξιῶ παρ’ ὑμῶν νὰ ἀναγνωρίσητε, ὅτι ἡ διοίκησις ὑπῆρξε τοσοῦτον σώφρων, ὥστε προσεπάθησε τὸ ἔλλειμμα τοῦτο νὰ τὸ ἐλαττώσῃ πολλῷ περισσότερον ἔτι. Ἀλλὰ τὰς οἰκονομικὰς ταύτας ἀνωμαλίας, ἃς διήλθομεν, νομίζετε ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ τὰς ἀποφύγωμεν; νομίζετε ὅτι ἐξήρτητο ἀπὸ τὴν προαίρεσιν ἡμῶν, κυβερνώντων πρὸ ἑνὸς ἔτους, νὰ προλάβωμεν τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς περιστάσεις, αἵτινες ἐπήνεγκον τὰς οἰκονομικὰς ταύτας δυσχερείας; Ἂν ἦτο δυνατὸν μεθ’ ὑμῶν ν’ ἀναδράμω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους καθ’ ὅλην τὴν λήξασαν δεκαπενταετίαν, ἤθελον σᾶς ἀποδείξει, ὅτι αἱ ἀνάγκαι, αἱ ὁποῖαι ἔφερον τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1879 καὶ ἐπηύξησαν τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, εἰς ἃς διατελοῦμεν, ἦσαν ἀνάγκαι ἀνεξάρτητοι τῆς θελήσεως ἡμῶν. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ πρώτου ἔτους μετὰ τὴν μεταπολίτευσιν τοῦ 1862 ἦτο ὡσαύτως ἑτεροσκελὴς, ὁ δὲ ἀπολογισμὸς, ὅστις ἐδημοσιεύθη, σᾶς παριστᾷ, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1863 ὑπῆρξεν ἓν ἔλλειμμα ἑνὸς περίπου ἑκατομμυρίου, ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο δὲν εἶναι τὸ πραγματικὸν ἔλλειμμα· διότι διὰ νὰ περιορισθῇ τὸ ἔλλειμμα εἰς ἓν μόνον ἑκατομμύριον ἐδέησε κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο νὰ προσφύγωσιν εἰς ἔκτακτον ἔσοδον καὶ νὰ δανεισθῶσι δραχμὰς 4,143,000, ἂν δὲ προσθέσητε αὐτὰ εἰς τὸ ἔλλειμμα, ἡ διαχείρισις τοῦ ἔτους ἐκείνου ἀφῆκε κενὸν 5 ἑκατομμυρίων. Ἂν προσφύγω εἰς τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ τελευταίου ἔτους πρὸ τῶν πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐτάραξαν τὴν Ἀνατολὴν, θέλω εὕρει ὅτι ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ ἔτους ἐκείνου τοῦ 1876 εἶχεν ὡσαύτως ἓν ἔλλειμμα 1,820,325. 61|00. Ἀπὸ τοῦ 1863 ἕως τοῦ 1876 ἀριθμοῦνται 14 ἔτη, καὶ τὰ 14 ἔτη τὰ διήλθομεν δι’ ἐλλειμμάτων, διότι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1876 εἶχεν ἔλλειμμα 1,820,000 δραχμῶν, ἀφοῦ καθ’ ὅλην τὴν δεκατετραετίαν αὐτὴν συνωμολογήσαμεν δάνεια 79,000,000. Αἱ ἀνάγκαι μόνον τῆς καλῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους ἐπέβαλλον εἰς αὐτὸ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποβληθῇ εἰς δάνεια 79,000,000, ἡ δὲ ὑπηρεσία τῶν δανείων τῶν 79,000,000 αὐτῶν ἀποῤῥοφᾷ ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους 6,284,000. Καὶ ἂν ἐξετάσητε ποῖαι ἔκτακτοι περιστάσεις, ποῖαι ἐθνικαὶ ἀνάγκαι καὶ ἐπέφερον τοσαύτην ἀνισοῤῥοπίαν, θέλετε προσβλέψει ἴσως εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ 1867, θέλετε μετρήσει τὰς ἀνάγκας, ἃς ἡ ἐποχὴ ἐκείνη ἐπήνεγκε, δὲν θέλετε ὅμως εὕρει ἄλλας ἀνάγκας γενικὰς καὶ ἐθνικὰς, εἰμὴ μόνον τὰς συνήθεις ἀνάγκας τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους. Ἐπῆλθον αἱ πολιτικαὶ ἀνωμαλίαι τῆς Ἀνατολῆς, εἰς τὰς ὁποίας ἡ καταγωγὴ καὶ ἡ ἱστορία μας, τὸ ἐνεστὼς καὶ τὸ μέλλον μᾶς ἐκάλει νὰ ἀναμιχθῶμεν, καὶ τὸ Κράτος εὑρέθη ἐστερημένον παντὸς ἐφοδίου, μ’ ὅλον ὅτι εἶχεν ἀναλάβει 79 ἑκατομμύρια χρέος. Ἀλλ’ αἱ ἀνάγκαι τοῦ Ἔθνους ἀπῄτησαν νὰ καταρτίσῃ ναύσταθμον, νὰ καταρτίσῃ ὅσῳ ἦτο δυνατὸν διὰ τῶν μέσων του μικράν τινα ναυτικὴν δύναμιν, νὰ συμπληρώσῃ τὸν στρατὸν, καὶ νὰ τὸν ὁπλίσῃ ἀκόμη. Ἰδοὺ, κύριοι, αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις, αἱ ἔκτακτοι ἀνάγκαι, ἃς εὗρεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1877 πρώτη, κατόπιν ἡ οἰκουμενικὴ, καὶ μετ’ αὐτὴν ἡμεῖς. Τὸ ἐθνικὸν συμφέρον ἦτο ὑπέρτερον τῶν στενοχωριῶν, τὰς ὁποίας ἐπῆγεν ἡ τοιαύτη οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους. Ἂν τὸ ἐθνικὸν συμφέρον ἐξυπηρετήθη ἢ ὄχι, ὑποθέτω ὅτι ὀλίγοι θέλετέ μοι δώσει ἀποφατικὴν ἀπάντησιν· ὅλοι θέλετε ὁμολογήσει ὅτι κατὰ τὸ 1879 δὲν εὑρισκόμεθα ἐκεῖ, ὅπου εὑρέθημεν κατὰ τὸ 1876. Καὶ χωρὶς νὰ κατακρίνω τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τῆς ὁποίας προΐστατο μάλιστα αὐτὸς ὁ ἴδιος, ὁ ὁποῖος προΐσταται τοῦ ἐνεστῶτος ὑπουργείου, τοιαῦται ἦσαν αἱ γενικαὶ περιστάσεις τοῦ Κράτους, ὥστε ἡ ἀπάντησις ἐκ Κωνσταντινουπόλεως εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς ἦτο: παγαίνετε νὰ ἡσυχάσητε, δὲν ἤλθομεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ ὑμῶν. Τοιαύτη οἰκονομικὴ κατάστασις βεβαίως ἀπαγορεύει πᾶσαν δαπάνην ματαίαν, κατὰ πλείονα δὲ λόγον δὲν ἐπιτρέπει σπατάλην δημοσίων χρημάτων. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Καλαβρύτων ἤθελε λάβει τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ καταδείξῃ σπατάλην τινὰ, ἢ ματαίαν δαπάνην, ἐγὼ αὐτὸς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελον ψηφίσει μετ’ αὐτοῦ κατ’ ἐμαυτοῦ. Μετὰ τὴν ἐπίτασιν ταύτην τῶν πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν ἐπῆλθε τὸ 1879, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη ὁ προσωρινὸς ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ προβλέψῃ περὶ ἀνάγκης πολὺ μεγαλειτέρας ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας τὸ ἐνεστὼς κράτος ἦτο προωρισμένον νὰ θεραπεύσῃ· καὶ ἐπῆλθεν ἀκόμη τὸ μέγα συμφέρον τῆς ἀνεγέρσεως τῆς ἑλληνικῆς πίστεως, τὸ συμφέρον τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ γραμματίων. Καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπεχείρησε δύω μεγάλα τολμήματα οἰκονομικὰ, τὸ οἰκονομικὸν τόλμημα τῆς ἀναγνωρίσεως καὶ μετατροπῆς τῶν παλαιῶν δανείων καὶ τὸ τῆς συνομολογήσεως ἐξωτερικοῦ δανείου. Συνήθης Κυβέρνησις ἤθελε δειλιάσει ἀπέναντι τῶν τολμημάτων τούτων. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι συνέβη νὰ σκεπτώμεθα μετὰ ἑτέρου μέλους τῆς οἰκουμενικῆς ὀνομασθείσης κυβερνήσεως ἐν τῇ αἰθούσῃ τῶν συνεδριάσεων αὐτῆς, ἔλεγε δὲ τοῦτο, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι πολλὰ τολμηρὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἐπιχειρήσει τοιοῦτον τόλμημα, καὶ ὅμως ἡμεῖς τὸ ἐτολμήσαμεν, πεποιθότες εἰς τὴν ἰδίαν τιμὴν καὶ εἰς τὴν ἰδίαν συνείδησιν, πεποιθότες ὅτι ἐξυπηρετοῦμεν τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. 5,400,000 περιλαμβάνει ὁ προϋπολογισμὸς πίστωσιν ἐξόδων πρὸς ἐξυπηρεσίαν τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, καὶ 2,410,000 διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς μετατροπῆς τῶν παλαιῶν δανείων τοῦ 1824 καὶ 1825. Κάμετε τὸ ἄθροισμα καὶ θέλετε εὕρει ὅτι 7,810,000 προσετέθησαν εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους μόνον πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν δύω αὐτῶν οἰκονομικῶν τολμημάτων. Δὲν ἔπρεπε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν μετατροπὴν τῶν παλαιῶν δανείων; Σεῖς ὅλοι μᾶς ἐνισχύσατε εἰς τοῦτο. Δὲν ἔπρεπε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀνεύρεσιν ἐξωτερικοῦ δανείου; Σεῖς ὅλοι μᾶς τὸ ἐνετείλασθε, καὶ ὅμως ἡ πλήρωσις τῶν ἀναγκῶν τούτων ἐπηύξησε τὰ ἔξοδα κατὰ 7,801,000. Εἶπον ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1879 ἐκαλεῖτο νὰ προβλέψῃ πρὸς θεραπείαν ἀναγκῶν μεγαλειτέρων παρὰ ἐκείνας τὰς ὁποίας ἡ διοίκησις τοῦ Κράτους μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης παρῆγε. Παραβάλετε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1877 καὶ θὰ εὕρητε, ὅτι ἀνέρχεται εἰς 7,653,184 ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐνῷ κατὰ τὸ ἔτος 1878 ἀνῆλθεν εἰς 18,853,009, δηλαδὴ περισσότερον κατὰ 11,200,000. Ἰδοὺ αἱ αἰτίαι τοῦ ἐλλείμματος. Δὲν τὰς παρεσκευάσαμεν ἡμεῖς, τὰς παρεσκεύασαν συμβεβηκότα, τὰ ὁποῖα ἔκειντο ἐκτὸς τῆς θελήσεως ἡμῶν, τὰ συμβεβηκότα τῆς Ἀνατολῆς. Δὲν συνετελέσαμεν ἡμεῖς εἰς τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν, συνετέλεσε κατά τι—συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς τὸ εἴπω, μηδένα ἔχων σκοπὸν νὰ ἐπικρίνω οὐδένα ἐξ ὑμῶν· καὶ ἂν εἶχον τὴν προαίρεσιν αὐτήν, ἤθελον ἐπικρίνει ἐμαυτόν, διότι καὶ ἐγὼ συνετέλεσα διὰ τῆς κατὰ τὸ παρελθὸν πολιτείας μου·—συνετέλεσεν ἡ ἀφροντισία τῆς διοικήσεως κατὰ τὸ παρελθόν. Ἐὰν ἐν τῷ μέσῳ τοσούτων ἀναγκῶν καὶ στενοχωριῶν Κυβέρνησίς τις κατασπαταλᾷ τὰ δημόσια χρήματα, εἶμαι ἕτοιμος νὰ ψηφίσω κατ’ αὐτῆς, ἔστω καὶ ἂν πρόκηται νὰ ψηφίσω κατ’ ἐμαυτοῦ. Καταδείξατέ μοι μίαν σπατάλην, ἀλλὰ μὴ μὲ ἐλέγχητε διὰ τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1879. Ἀλλὰ τὶ ὠφελεῖ τὸ Κράτος, ἂν τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ μεταφερθῇ ἀπὸ προϋπολογισμοῦ εἰς προϋπολογισμόν; Ἂν ἐφέτος θεραπευθῶσι διὰ μέρους τοῦ δανείου τῶν 60,000,000 αἱ ἀνάγκαι αὑταί, πῶς θὰ θεραπευθῶσι τὸ προσεχὲς ἔτος; Ἂν καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους ἐκείνου μεταφέρητε τὸ αὐτὸ ἔλλειμμα, πόθεν θέλετε πορισθῆ τὰ χρήματα; Δὲν γνωρίζω, ἂν θὰ ἐξακολουθῶ νὰ μετέχω τῶν δημοσίων πραγμάτων ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως, σᾶς ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι κατὰ τὸ ἑξάμηνον ἢ ὀκτάμηνον διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον διοικῶ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ἡ μέριμνα αὕτη δὲν μὲ ἐγκατέλιπε, καὶ ἐλπίζω ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελε συμβῆ νὰ ἦμαι μέλος τῆς Κυβερνήσεως μέχρι τῶν παραμονῶν τοῦ νέου ἔτους, ἐλπίζω, ὅτι θέλω δυνηθῆ νὰ φέρω εἰς τὴν Βουλὴν μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων νὰ προσπορισθῇ τὸ κράτος περὶ τὰ 5–6 ἑκατομμύρια. Ἐὰν τὰ μέτρα θέλωσιν εἶσθαι ὀρθὰ ἢ ὄχι, ἐὰν θέλωσιν εἶσθαι λυσιτελῆ ἢ ὄχι, ἐὰν θέλωσιν εἶσθαι παραγωγικὰ ἢ ὄχι, ἐὰν θὰ ἐπιτρέπωνται ἐκ τῶν γενικῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους ἢ ἐκ τῶν σχέσεων αὐτοῦ πρὸς τὰ ἄλλα κράτη, αὐτὸ θέλουσι τὸ κρίνει ἐκεῖνοι, πρὸς τοὺς ὁποίους θέλουσιν ὑποβληθῆ τὰ μέτρα καὶ οἱ ὁποῖοι θέλουσι δώσει τὴν ψῆφόν των. Ὀφείλω μετὰ τὰ βραχέα ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶπον περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, νὰ διασαφήσω μέρος τι τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κυρίου Προέδρου τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ὅπερ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Καλαβρύτων, αἱ ὁποῖαι βεβαίως ἤθελον εἶσθαι ὀρθαί, ἂν ἡ ἔννοια τῶν φράσεων τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου ἦτο τοιαύτη, ὁποία προσέπεσεν εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Ζαΐμη. Ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος, ὁμιλῶν πρὸς τὴν Βουλήν, δὲν ἠδύνατο ποτὲ νὰ παραγνωρίσῃ τὴν ἐξουσίαν, την ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἔχει ἐκ τοῦ πολιτεύματος, οὔτε ἦτο εἰς τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ νὰ εὑρύνῃ ἢ νὰ περιστείλῃ αὐτήν. Ἡ Βουλὴ εἶναι τὸ μόνον πολιτικὸν σῶμα, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐν τῷ Κράτει, ἡ ἐξουσία αὐτῆς εἶναι διαγεγραμμένη διὰ τοῦ πολιτεύματος. Ἡ ἐξουσία τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι μόνον νὰ ἐξετάζῃ τὰ εἰσαγόμενα νομοσχέδια καὶ νὰ ψηφίζῃ αὐτά, ἀλλὰ καὶ ν’ ἀποφαίνηται πολιτικὴν γνώμην καὶ νὰ ῥυθμίζῃ συμφώνως πρὸς ταύτην τὴν νομοθετικὴν αὐτῆς ἐνέργειαν. Ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος δὲν ἦτο δυνατὸν οὔτε ν’ ἀμφισβητήσῃ, οὔτε νὰ παραγνωρίσῃ τὴν ἐξουσίαν ταύτην τοῦ Κοινοβουλίου· ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος εἶχεν ἄλλην ἔννοιαν... Εἶπεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ὡς ἀπόφθεγμα πανταχοῦ τῶν συνταγματικῶν ἐπικρατειῶν, ἡ Βουλὴ δύναται τὰ πάντα, ἀλλὰ δὲν πράττει τὰ πάντα· ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος ἠννόει νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι κέκτηται μὲν πλήρη τὴν συνταγματικὴν ἐξουσίαν της, ἑπομένως τὸ δικαίωμα τῆς ἐκφράσεως ἰδίας πολιτικῆς γνώμης ἐπὶ τῶν πραγμάτων τοῦ τόπου, καὶ τὴν ἀξίωσιν τοῦ νὰ ἴδῃ τὴν γνώμην αὐτῆς κρατοῦσαν, ἀλλ’ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ἐξασκήσῃ τὴν ἐξουσίαν της ταύτην, διότι ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος ἐνόμιζεν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἤθελε λάβει ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ γνώμη αὕτη δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι δὲν ἔχει τὸ σθένος, τὸ ὁποῖον ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ἔχει, ἀφ’ οὗ ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἔχει ὑπ’ ὄψιν της ὅτι βαίνει πρὸς τὴν λῆξιν τῆς ἐντολῆς της· ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος λοιπὸν διϊσχυρίσθη οὐχὶ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὴν ἐξουσίαν ταύτην, ἀλλ’ ὅτι ἡ Βουλὴ ἑκοῦσα δὲν ἤθελε κάμει χρῆσιν τῆς ἐξουσίας αὐτῆς. Κάμνω τὴν διασάφησιν ταύτην πρὸς τὸν κύριον Ζαΐμην καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θέλομεν εὑρεθῆ σύμφωνοι ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀφορμὴ διὰ νὰ ἀπευθύνῃ τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνε, καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἐξέφρασε τὴν ἀγανάκτησιν αὐτοῦ, καὶ εἰκότως, κατὰ δικτατορικῶν τάσεων. Δὲν γνωρίζω ποῖαι εἶναι αἱ ἐνδόμυχοι διαθέσεις τοῦ κυρίου Κουμουνδούρου ὡς ἀτόμου· ἂν δύναμαι ὅμως νὰ ἀναζητήσω αὐτὰς ἐκ τοῦ μέχρι τοῦδε βίου του, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ὁ ἐλάχιστα ἀπειλῶν μὲ δικτατορικὰς τάσεις τὸ Κράτος· ἐγὼ δὲ βεβαίως ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως οὐδέποτε ἐνεπνεύσθην ὑπὸ τοιούτων πόθων, οὐδὲ ποτὲ θέλω ἀκολουθήσει τοιαύτας διαθέσεις.
§67ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐκ προοιμίων διαδηλῶ πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι θεωρῶ αὐτὴν ἔχουσαν πλῆρες τὸ σθένος, ὅπως ἐπιληφθῇ παντὸς ἀντικειμένου ἀναγομένου εἰς τὴν ἁρμοδιότητα αὐτῆς· οὔτε τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὴν γνώμην δύναμαι νὰ ἀποδεχθῶ, οὔτε τὰς τροποποιήσεις τῆς γνώμης ταύτης τὰς παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν γενομένας· δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ, ἐφόσον ὑφίσταται, δύναται οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον νὰ ἔχῃ τὰς δυνάμεις αὐτῆς ἠκρωτηριασμένας· ἂν κατ’ ἐλάχιστον εἶχεν ἡ Βουλὴ τὰς δυνάμεις αὐτῆς ἠκρωτηριασμένας, ὤφειλεν ἀμέσως νὰ διαλυθῇ, καὶ διὰ τοῦτο ἄριστα ἔπραξεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων προκαλέσας τὴν περὶ τούτου συζήτησιν, διότι ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἦτο τοιαύτη ὥστε νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἴς τινας νὰ ὑποθέσωσιν ὅτι ἴσως ὁ ἀκρωτηριασμὸς ἐπρόκειτο νὰ ἐπέλθῃ ἄλλοθεν· καὶ οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τὴν χρῆσιν τῶν ἄλλοθεν τούτων δικαιωμάτων· ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀμφισβητήσῃ ταῦτα οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα ἐνόσῳ ὑφίσταται νὰ πιστεύῃ, ὅτι οὐδεὶς ἄλλος διαχειρίζεται τὰ δικαιώματα ταῦτα παρὰ ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον τὸ Σύνταγμα ἐνεπιστεύθη αὐτά· καὶ ὅστις εἴτε ἀμέσως εἴτε δι’ ὑπαινιγμῶν, εἴτε δι’ ἰδιαιτέρων εἰδοποιήσεων ἀξιοῖ τὸ ἐναντίον εἶναι ἀνευλαβὴς πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ ἀνευλαβὴς πρὸς τὸ στέμμα (εὖγε, ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Ἀκεραία εἶναι ἡ Βουλὴ ἐν ἅπασι τοῖς δικαιώμασιν αὐτῆς· ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν κρατεῖ ἐν χερσὶν αὐτῆς δικαίωμα, ὅπως θέσῃ τέρμα εἰς τὸν βίον τῆς Βουλῆς· τὸ δικαίωμα αὐτὸ μένει ἐκεῖ, ὅπου πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ διαχείρισις αὐτοῦ θὰ ἦναι τοιαύτη, ὁποία πρέπει νὰ ἦναι. Ἀλλὰ τὸν ἀκρωτηριασμὸν τῆς Βουλῆς ἠθέλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ παραστήσῃ ὡς ἐπελθόντα καὶ ἐκ τοῦ γήρατος αὐτῆς· θεωρία ἀληθῶς πρωτότυπος, τὴν ὁποίαν ὅμως ἀπεδέχθη καὶ ὁ συνάδελφος τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἐφαίνοντο θεωροῦντες, ὅτι οἱ Βουλευταὶ ἐκλέγονται ἐπὶ εἰδικῶν ζητημάτων, ἵνα ψηφίζωσιν ἐνταῦθα κατὰ τὴν γνώμην τῶν ἐκλογέων αὑτῶν ἐπὶ τῶν ζητημάτων ἐκείνων, καὶ ἑπομένως, ὅτι εὐθὺς ὡς περὶ τῶν ζητημάτων ἐκείνων ἐγένετο ἀπόφασις, δὲν ἔχουσι πλέον οἱ Βουλευταὶ δικαίωμα νὰ ἐπιληφθῶσιν ἄλλων ζητημάτων, περὶ ὧν οἱ ἐκλογεῖς δὲν εἶχον γνῶσιν, ὅτε ἐξέλεγον τοὺς Βουλευτάς· ἂν τοῦτο ἦτο ἀληθές, θὰ εἴχομεν μεταβολὰς Βουλῶν ἢ μετασχηματισμοὺς κατὰ πᾶσαν τριμηνίαν, διότι ἐν Ἑλλάδι τὰ ζητήματα τῆς ἡμέρας σπανίως διαρκοῦσι πλέον τῆς τριμηνίας· κατὰ τὸ πολίτευμα ἡμῶν ὅμως οἱ Βουλευταὶ δὲν ἐκλέγονται λαμβάνοντες ἐπιτακτικὴν ἐντολὴν ἐπὶ ῥητῶν ζητημάτων παρὰ τῶν ἐκλογέων αὑτῶν διδομένων, ἐκλέγονται ἐν τῇ πλήρει ἐλευθερίᾳ τῆς ἀκαιρέας ἐνασκήσεως τῶν δικαιωμάτων αὑτῶν, ἐν τῇ πλήρει ἐλευθερίᾳ αὐτῶν, ὅπως κατὰ τὴν ἰδίαν κρίσιν ἀποφασίζωσι περὶ παντὸς ζητήματος· ἡ ψῆφος τῶν ἐκλογέων εἶναι ψῆφος ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν κρίσιν τοῦ βουλευτοῦ καὶ οὐδὲν πλέον, δὲν εἶναι ψῆφος διὰ τοῦ βουλευτοῦ ἐπὶ τῶν ζητημάτων· καὶ ἐφόσον ἡ Βουλὴ ὑφίσταται, ἡ ἐμπιστοσύνη τῶν ἐκλογέων εἰς τὴν κρίσιν τοῦ βουλευτοῦ εἶναι ἀκεραία, καὶ ἡ ψῆφος, ἣν θέλομεν σήμερον δώσει, εἶναι ἐπίσης ψῆφος τῶν ἐκλογέων ἡμῶν, ὅπως θὰ ἦτο καὶ ἡ ψῆφος, τὴν ὁποίαν ἠθέλομεν δώσει τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἐκλογῆς ἡμῶν. Καὶ τοῦτο πρέπει νὰ διευκρινισθῇ, διότι εἶναι σπουδαιοτάτη ἡ ψῆφος τὴν ὁποίαν προκαλεῖσθε σήμερον νὰ δώσητε· τὴν ψῆφον ταύτην δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς οὐδένα νὰ παραστήσῃ ὡς ἔχουσαν ἀξίαν ἐλάσσονα ἧς πραγματικῶς ἔχει, διότι δύναται νὰ ἦναι ἐπιθυμητὸν εἴς τινας νὰ παραστήσωσι τὴν ψῆφον ταύτην ὡς μὴ ἔχουσαν σθένος· ἀλλ’ ἂς βεβαιωθῶσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ταῦτα φρονοῦσιν, ὅτι ἡ ψῆφος αὕτη ἔχει πλῆρες τὸ σθένος, καὶ ὅτι θέλε’ γείνει σεβαστή. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νομίζων, ὅτι ἀποτείνεται πρὸς Βουλήν, ἀναγνωρίζουσαν, ὅτι δὲν ἔχει πλῆρες σθένος, ἠθέλησε νὰ τῇ δώσῃ καὶ τὴν συμβουλήν, ἵνα παραιτηθῇ ἑνὸς τῶν κυριωτέρων αὑτῆς δικαιωμάτων. «Ἄσκοποι, εἶπεν, εἶναι αἱ συζητήσεις περὶ Ὑπουργικῶν καὶ περὶ πολιτικῶν ζητημάτων. Ταῦτα εἶναι ζητήματα μικρολόγα». Ἡμεῖς ἀπ’ ἀναντίας φρονοῦμεν, ὅτι τὰ κατὰ τὸν Πρωθυπουργὸν μικρολόγα εἶναι αὐτὴ ἡ βάσις τῆς ἐνεργείας τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐργασία τῆς Βουλῆς εἶναι μηδὲν ἀπέναντι τῆς πολιτικῆς αὐτῆς ἐνεργείας, διότι τὰ νεκρὰ νομοθετήματα τὴν ζωὴν αὐτῶν λαμβάνουσιν ἐκ τῆς πολιτικῆς ἐννοίας τὴν ὁποίαν δίδει εἰς αὐτὰ ἡ Βουλή, καὶ ἐκ τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν διὰ τῆς περὶ τῆς πολιτικῆς συζητήσεως παράγει ἡ Βουλὴ καὶ ἥτις Κυβέρνησις εἰς τὰ νομοθετήματα ταῦτα δίδει τὴν ὕπαρξιν διὰ τῆς ἐκτελέσεως. Ναί, κύριοι, δὲν ἔρχομαι ν’ ἀμφισβητήσω τὸ κῦρος τῶν νομοθετημάτων τῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ψηφισθέντων· ἔρχομαι ν’ ἀμφισβητήσω τὸ κατάλληλον τοῦ τρόπου τῆς ἐκτελέσεως τῶν νομοθετημάτων τούτων. Ὡς πρὸς τὰ νομοθετήματα ἡ Κυβέρνησις καλῶς γινώσκει ὅτι οὐδὲν τῇ ἠρνήθημεν ἐξ ὅσων ἐζήτησε παρὰ τῆς Βουλῆς, ἀπολύτως οὐδέν, οὐχὶ διότι ἐθεωροῦμεν πάντα τὰ προταθέντα ὡς ὀρθά, ἀλλά, διότι ἡ Βουλὴ ἔχουσα Κυβέρνησιν, ἥτις μετὰ ἐπανειλημμένας ψηφοφορίας ἀπεδείχθη ἀκλόνητος εἰς τὴν Κυβερνητικὴν ἕδραν, ὤφειλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ταύτην νὰ παραχωρήσῃ εὐρύτητά τινα περὶ τὴν πρωτοβουλίαν τῆς ἐνεργείας, καὶ νὰ μὴ ὑπεισέρχηται ἑκάστοτε εἰς τὴν Κυβερνητικὴν ἐνέργειαν, διερευνῶσα τὰς λεπτομερείας τῶν νομοθετημάτων. Διὰ τοῦτο ἐψηφίσαμεν πολλὰ τῶν ὁποίων δὲν θ’ ἀνελαμβάνομεν τὴν πρωτοβουλίαν, ἀλλὰ τὰ ἐψηφίσαμεν προταθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Λίαν δὲ ἐσφαλμένας πληροφορίας ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ῥοντήρης, εἰπὼν ὅτι περιωρίσαμεν ἡμεῖς τὰ μέσα τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἐζήτει καὶ ἰδίως ἐπικαλεσθεὶς ὡς πρὸς τοῦτο τὰ τοῦ δανείου τῶν 60.000,000· τὸ δάνειον τοῦτο, εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ναυπακτίας, ἡ Κυβέρνησις προέθετο νὰ μεταχειρισθῇ πρὸς ἄλλους σκοποὺς παρὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλ’ ἠναγκάσθη ὑπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἀπειλούσης διὰ τῆς ἀποχωρήσεως, νὰ καταστήσῃ τὴν Βουλὴν ἀνίκανον πρὸς ἐργασίαν, νὰ ἀποδεχθῇ τὸν τοιοῦτον περιορισμὸν τῆς χρήσεως αὐτοῦ. Τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς εἶναι ἐνταῦθα, ἀποδεικνύοντα, ὅτι ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἔσπευσε νὰ δηλώσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν πρὸ πάσης συζητήσεως, πρὸ πάσης ἐξηγήσεως, ὅτι κατὰ λάθος δὲν περιελήφθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅπως ὑπεβλήθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, διάταξις περιορίζουσα τὴν Κυβέρνησιν, ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ δανείου εἰς μόνην τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ εἰς τὴν ἐθνικὴν ὁδοποιίαν· τοιαύτας πληροφορίας σᾶς δίδουσι, κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διὰ νὰ ἀποδείξωσιν, ὅτι τὰ σφάλματα τῆς Κυβερνήσεως προῆλθον ἐκ τῆς ἐλλείψεως ὑποστηρίξεως παρὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἐλλείψεως ὑποστηρίξεως περὶ ἧς καὶ ἐξεφράσθη διὰ τρόπου προσβλητικοῦ πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν, προσθεὶς ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν προσφεύγουσα εἰς μέτρα οὐχὶ κανονικὰ, ἤτοι εἰς τὴν ἀπειλὴν τῆς ἀποχωρήσεως. Ἀλλὰ τὰ πρακτικὰ ἀποδεικνύουσι τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου. Πάντα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἐθεώρησεν ἀναγκαῖα ἡ Κυβέρνησις, ἐψηφίσθησαν παρὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως· ἡ ἀντιπολίτευσις ἐζήτησε τροποποιήσεις ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς διαθέσεώς τινων πιστώσεων, ὡς πρὸς τὸν τρόπον τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ δὲν ἐγένοντο παραδεκταὶ αἱ παραστάσεις αὐτῆς· ἀλλὰ ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ καὶ ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῶν πιστώσεων οὐδὲν ἠρνήθημεν καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀμφισβητῶ σήμερον ἐκεῖνο, ὅπερ ἐψήφισα χθές· ἀλλ’ ἐκεῖνο ὅπερ ἔρχομαι νὰ συζητήσω εἶναι, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐποιήσατο τὴν δέουσαν χρῆσιν τῶν πιστώσεων, ἂν παρήγαγε τοὺς καρποὺς, τοὺς ὁποίους ἐπηγγείλατο πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἤθελον ἀποφέρει τὰ μέτρα ταῦτα, καὶ ἂν οἱ καρποὶ δὲν παρήχθησαν ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν περιωρίσθη ὅμως εἰς τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἠθέλησε ν’ ἀποδείξῃ διαφωνίαν τῆς ἀντιπολιτεύσεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐπὶ θεμάτων, ἐφ’ ὧν εἶχε τὸ καθῆκον ν’ ἀποδείξῃ, ὅπως ἡμεῖς ἀξιοῦμεν, ὅτι ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει πλήρης ὁμοφωνία τῆς Βουλῆς. Ἠξίωσεν, ὅτι καὶ ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ὑπάρχει διαφωνία ἐν τῇ Βουλῇ. Τὴν συζήτησιν περὶ τῶν ἐξωτερικῶν προκαλεῖ ἡ ἀντιπολίτευσις, οὐχὶ διὰ νὰ ἐπιδείξῃ διαφωνίαν τῆς ἀντιπολιτεύσεως πρὸς τὴν συμπολίτευσιν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιδείξῃ τὴν ὑπάρχουσαν συμφωνίαν καὶ μεθ’ ὅλα ὅσα εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργός. Ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος δὲν ἠξίωσε νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τοῦ κυρίου θέματος τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, δὲν ἠξίωσε νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλὴν, τί θέλει ὑποστηρίξει ἡ Ἑλλὰς ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσι περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ζητήματος· ἴσως τὸ ἐθεώρησε περιττόν· ἦτο ὅμως ἀνάγκη νὰ τὸ εἴπῃ, ἐγὼ δὲ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἤθελεν εἴπει αὐτὸ τοῦτο, ὅπερ εἶπον καὶ ἐγώ· ἤθελεν εἴπει ἐὰν ἔθιγε τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν τῇ ἀγορεύσει του, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσιν ἔχουσι περὶ τοῦ θέματος τούτου ὁδηγίας, ὅπως μηδόλως παρεκκλίνωσιν ἀπὸ τῶν δικαιωμάτων, ἅτινα ἀπέκτησεν ἡ Ἑλλὰς διὰ πράξεως διεθνοῦς Εὐρωπαϊκοῦ Συνεδρίου, καὶ ὅτι τὰς ὁδηγίας τὰ δοθείσας πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τούτους θέλει ὑποστηρίξει ἡ Κυβέρνησις διὰ πάσης θυσίας· ἡ δὲ ἀντιπολίτευσις ἀνταποκρινομένη πρὸς τοιαύτας διαβεβαιώσεις ἤθελεν εἴπει πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι πᾶσαν θυσίαν θέλει καὶ αὐτὴ ψηφίσει ἵνα φθάσωμεν εἰς τοιοῦτον ἀποτέλεσμα, (χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων). Ἀντὶ τῆς ἐκλογῆς τῶν θεμάτων τούτων, τὰ ὁποῖα νομίζω ὤφειλον νὰ ἦναι τὸ πρῶτον ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως ἡμῶν, καὶ τὸ πρῶτον ἀντικείμενον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔδει νὰ ἐξασκηθῇ ἡ πρωτοβουλία τῆς Κυβερνήσεως ἐν ταῖς συζητήσεσι ταύταις, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατέβη εἰς προσωπικὰς ἀντεγκλήσεις ἀναξίας τοῦ κοινοβουλίου τούτου.
§68ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Σεῖς ἐδώσατε ἀφορμήν.
§69ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἠθέλησε νὰ παραβάλῃ ἑαυτὸν πρὸς τμῆμά τι τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ ν’ ἀποδείξῃ τὴν μεγάλην αὑτοῦ ὑπεροχήν. Τὸ τμῆμα τοῦτο τῆς ἀντιπολιτεύσεως, πρὸς τὸ ὁποῖον ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἀντιπαρέβαλεν ἑαυτόν, ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐλάχιστα προσέφερε τῇ πατρίδι καὶ δὲν τολμᾷ νὰ ἀντιπαραβληθῇ πρὸς οὐδένα. Ἄν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος πιστεύῃ, ὅτι ἡ πολιτεία αὑτοῦ δίδει εἰς αὑτὸν τὸ δικαίωμα νὰ ἦναι ὀλιγώτερον μετριόφρων, τοῦτο εἶναι δικαίωμά του· ἀλλὰ τῆς ἐποχῆς ἐν ᾗ ζῶμεν, τῆς γενεᾶς ἡμῶν τὸ ἀτυχὲς εἶναι, ὅτι δὲν ἔχομεν τὴν εὐκαιρίαν νὰ προσφέρωμεν ὑπηρεσίας πρὸς τὴν πατρίδα, καὶ βεβαίως ἐμὲ δὲν θέλετε ἀκούσει ποτὲ καυχώμενον ἐπὶ τοιαύταις ὑπηρεσίαις, βαθεῖαν ἔχοντα τὴν συναίσθησιν ὅτι ἡ γενεὰ ἡμῶν διαδέχεται τὴν μεγάλην ἐκείνην γενεὰν τοῦ ἀγῶνος, ἧς τὰς ὑπηρεσίας, πιστεύω, οὐδεμία ἑλληνικὴ γενεὰ θέλει δυνηθῆ ποτε νὰ προσφέρῃ. Ἠθέλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ζητήματι προσήνεγκεν ἡ νῦν Κυβέρνησις μεγαλειτέρας ὑπηρεσίας τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἧς μέλος ἦτο καὶ αὐτός. Φαίνεται, ὅτι τὴν θέσιν αὑτοῦ ἐν τῇ Κυβερνήσει ἐκείνῃ θεωρεῖ λίαν μικρὰν, ὥστε νὰ μὴ ἀναγνωρίζῃ καὶ ἑαυτὸν συνυπεύθυνον ἐπὶ ταῖς πράξεσιν αὐτῆς· ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἀφορᾷ εἰς αὐτόν. Ἕκαστος δύναται κάλλιον παντὸς ἄλλου νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν σχετικὴν αὑτοῦ ἀξίαν ἐπὶ τοῖς παρ’ αὑτοῦ ἐν συνεργασίᾳ μετ’ ἄλλων πεπραγμένοις. Ἀλλ’ ὅσα σᾶς εἶπε δὲν ἀποδεικνύουσιν ἀκριβῆ ἐκτίμησιν τῶν πραγμάτων καὶ τῶν περιστάσεων, καὶ δὲν ἤθελον κάμει λόγον περὶ τούτων, ἂν δὲν ἐνόμιζον, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ καταδειχθῇ, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ ἐκτίμησις αὕτη, διότι ταύτην θεωρῶ ἐπιβλαβῆ πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις δὲν κατώρθωσε ν’ ἀποσπάσῃ ἀπὸ τῆς Εὐρώπης εἰμὴ ὑποσχέσεις μικροῦ λόγου, αἵτινες, παραβαλλόμεναι πρὸς τὰ ἀναγραφέντα ἐν τῇ συνθήκῃ τοῦ Βερολίνου, εἰσὶν ἐλάχισται· εἶπον ὅτι φρονῶ ὅτι τὴν ἐκτίμησιν ταύτην πρέπει ν’ ἀποκρούσωμεν ἐν τῷ συμφέροντι τῷ ἐθνικῷ, διότι δὲν πρέπει ποτὲ νὰ πιστευθῇ ὅτι ἡ ἑλληνικὴ Βουλὴ καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς θεωροῦσιν ἑαυτοὺς ἱκανοποιημένους ὑπὸ τῶν ἐν Βερολίνῳ ἀναγραφέντων, ὅτι τὰ δικαιώματα τῆς Ἑλλάδος περιορίζονται εἰς τὰ ἐκεῖ ἀναγραφέντα καὶ ὅτι ἂν ἡ Εὐρώπη ἤθελε ν’ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην εἰς τὴν Ἑλλάδα ἤθελε πράξει ἐν Βερολίνῳ ὅ,τι περὶ Ἑλλάδος ἔπραξεν. Ὅτε ὑφίστατο ἡ Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις ἡ κατάστασις τῆς Ἀνατολῆς ἦτο ὁποία καὶ πρὸ ἐτῶν πολλῶν. Ἡ Ἑλλὰς οὔτε μείζονα, οὔτε ἐλάσσονα σχετικῶς θέσιν ἐν Ἀνατολῇ εἶχεν ἢ τὸ πρόσθεν· ἀλλ’ ὅτε τὸ Συνέδριον τοῦ Βερολίνου ἀνέγραφεν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος τὴν διάταξιν τοῦ 24 ἄρθρου τῆς συνθήκης τὰ πράγματα τῆς Ἀνατολῆς εἶχον μεταβληθῆ ἐπὶ ἐπαισθητῇ ζημίᾳ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἀδικία μεγίστη θὰ ἦτο εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἂν τότε δὲν ἀνεγράφετό τι περὶ αὐτῆς, ἂν τότε ἀφίετο ἡ Ἑλλὰς εἰς ἣν καὶ πρότερον ἦτο θέσιν· διότι ἡ ἀξία τῶν παραχωρήσεων εἶναι σχετική. Ἄν οὐδεμία εἶχε γείνει παραχώρησις ὑπὲρ τῶν ἄλλων ἐν τῇ Ἀνατολῇ φυλῶν καὶ οὐδὲν ἐγίνετο περὶ Ἑλλήνων, οὐδὲν θὰ εἶχε δικαίωμα παραπόνου ἡ Ἑλλάς· ἀλλ’ ὅτε πᾶσαι αἱ ἄλλαι φυλαὶ ἐν Ἀνατολῇ ἱκανοποιήθησαν, εἶναι δυνατόν ποτε νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ἀνεξαρτήτως οἱασδήποτε ἐνεργείας τῆς Ἑλλάδος εἴτε διὰ τῶν κανονικῶν αὐτῆς στρατιωτικῶν δυνάμεων, εἴτε διὰ δυνάμεων ἀτάκτων, εἴτε διὰ διπλωματικῆς ἐνεργείας ἦτο δυνατὸν ποτε νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ἡ Εὐρώπη ἤθελε φθάσει εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ἀδικίας, εἰς τοιαύτην παραγνώρισιν τοῦ ἰδίου αὐτῆς συμφέροντος, ὥστε νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν μικρὰν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἀφίνει εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ μεταβολὴ τοῦ πολιτικοῦ χάρτου τῆς ἀνατολικῆς Εὐρώπη; Ἦτο δυνατόν, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦτο ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν εἶχε πράξει ἡ Ἑλλὰς, ἡ Εὐρώπη νὰ διαῤῥυθμίσῃ τὰ τῆς Ἀνατολῆς ἀφίνουσα τὴν Ἑλλάδα ὡς τότε εἶχεν; Ἂν τοῦτο ἔπραττεν, ἤθελε καταδικάσει τὴν Ἑλλάδα εἰς πλήρη ὄλεθρον. Ἤθελε καταδικάσει τὴν Ἑλλάδα αὐτὴ ἐκείνη ἡ Εὐρώπη, ἥτις ὑπῆρξεν ἀνάδοχος αὐτῆς κατὰ τὴν γέννησίν της. Τοιαύτας ἰδέας, ἰδέας ἐμφαινούσας, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἱκανοποιήθη ἐκ τῶν γλισχροτάτων παραχωρήσεων τῶν ἐν Βερολίνῳ γενομένων, ἰδέας τοιαύτας δὲν ἤθελον ν’ ἀφήσω νὰ παρέλθωσιν ἀπαρατήρητοι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Εὐγνωμονοῦμεν πρὸς ἐκείνους, οἵτινες συνετέλεσαν, ὅπως ἀποκτήσωμεν τὴν ἀναγραφὴν τῶν δικαιωμάτων τούτων τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον μεγαλείτεραι ὑπῆρξαν αἱ δυσχέρειαι, πρὸς ἃς εἶχον νὰ παλαίσωσιν. Ἀλλ’ αὐταὶ, λέγω, αἱ δυσχέρειαι ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ὑπῆρχον τάσεις ἐν τῷ συνεδρίῳ ἐκείνῳ, ὅπως ἀδικηθῇ ἡ Ἑλλὰς καὶ ὅτι αἱ τάσεις ἐκεῖναι κατίσχυσαν, ὅπως μὴ ἀποδοθῇ εἰς ἡμᾶς τὸ ἀνῆκον ἡμῖν. Πλὴν τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ἔθιξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ τὰ τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως καὶ ᾐτιάθη τῶν ἀντιπολιτευομένων βουλευτῶν, ὅσοι κατέκριναν τὴν διοίκησιν ταύτην, καὶ ἠρώτησε, ποίας ὡρισμένας πράξεις ἔχετε νὰ φέρητε διὰ νὰ ἀπαντήσωμεν ἐπὶ μιᾶς ἑκάστης εἰδικῶς. Κύριοι, δὲν εἶναι τοῦτο τὸ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως· τὸ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἐπίσημα διδόμενα περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ κράτους· καὶ ὅτε ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν παρουσιάζει εἰς τὴν Βουλὴν, οὐδὲν δίδει εἰς τὴν Βουλὴν ἐπίσημον στοιχεῖον πρὸς ἀπόφανσιν, πῶς προκαλεῖ παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν καταβίβασιν τῆς συζητήσεως εἰς λεπτομερείας ἐπὶ εἰδικῶν ζητημάτων; Εἰξεύρετε ποία εἶναι ἡ εἰκὼν, ἣν τὸ κοινὸν πιστεύει ὡς ἀληθῆ ἐπαρχιῶν τινων τοῦ κράτους; Ὡς πρὸς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐν αὐταῖς ὑποδίκων περὶ τῶν ἐν αὐταῖς διαπραχθέντων ἐγκλημάτων· ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ πληροφορίας περὶ τῶν γενομένων μεταθέσεων δικαστῶν, περὶ τῶν γενομένων μεταθέσεων διοικητικῶν ἀρχῶν, μεταθέσεων γενομένων ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰς ἐκδικάσεις τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν. Ὅτε ἡ Κυβέρνησις παρημέλησε νὰ φέρῃ τοιαύτας πληροφορίας πρὸς τὴν Βουλὴν, τί ζητεῖ παρ’ ἡμῶν; Τοὺς καταλόγους τῶν ἐγκλημάτων, τοὺς καταλόγους τῶν ὀνομάτων τῶν φυγοδίκων τῶν ἐν ἐπαρχίαις τισὶν ἐμφωλευόντων, τοὺς εὑρίσκει ἀναγεγραμμένους ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ· τὰς καταγγελίας ταύτας χαρακτηρίζουσιν οἱ Ὑπουργοὶ ὡς συκοφαντίας, ἃς διαψεύσωσιν ἄρα αὐτὰς, φέροντες αὐτοὶ τὸν ἀληθῆ κατάλογον, παριστῶντες αὐτοὶ ἀντὶ τῆς συκοφαντικῆς εἰκόνος τὴν ἀληθῆ εἰκόνα. Τοῦτο ἐζητήσαμεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε νὰ πράξῃ. Ἀλλὰ κυρίως ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ ἡ Κυβέρνησις ἀπέσχε νὰ ὑποβάλῃ πληροφορίας πρὸς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐν τούτοις ἐνῷ ἰδίως ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ ἀπέσχε νὰ ὑποβάλῃ πληροφορίας, ἐζήτησεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ ψηφίσῃ τὰ οἰκονομικὰ νομοσχέδια ἄνευ συζητήσεως. Ζητοῦσιν οἱ Ὑπουργοὶ νὰ ψηφίσωμεν ἄνευ συζητήσεως νομοσχέδιον περὶ διαθέσεως εἰσπράξεών τινων ἐκ τοῦ δανείου τῶν 60,000,000, χωρὶς νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κατάστασιν τοῦ δανείου, τὸν τρόπον τῆς πραγματοποιήσεως αὐτοῦ, τὸ μέτρον τῆς ἐπιτυχίας καὶ τὸ μέτρον τῆς ἀποτυχίας, χωρὶς νὰ φέρωσι πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν αἰτιάσεων, τὰς ὁποίας ἤκουσαν πολλάκις ἐπαναλαμβανομένας, ὅτι, ἐνῷ σήμερον ζητοῦσι παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἄδειαν, ὅπως ποιήσωνται χρῆσιν ἕξ ἑκατομμυρίων ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ δανείου ἐκείνου, ἤδη αὐτοὶ πρὶν ἢ λάβωσι τὴν ἄδειαν, ἐποιήσαντο χρῆσιν ἑκατομμυρίων τινῶν. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν βεβαιῶ, οὔτε ὅτι ἐποιήσαντο τὴν χρῆσιν ταύτην οὔτε τὸ ἐναντίον· ἀλλὰ ταῦτα ἐλέχθησαν καὶ ἐπανελήφθησαν καὶ ἐδημοσιεύθησαν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἔχει τὸ καθῆκον ἡ Κυβέρνησις δι’ ἐκθέσεως περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν εἰσπραχθέντων ἐκ τοῦ δανείου νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ τόπου εἰς τὸν ὁποῖον εὑρίσκονται τὰ χρήματα ταῦτα, διότι πολὺ ἀμφιβάλλω, ἂν ὅλα τὰ χρήματα ταῦτα εὑρίσκονται ἐκεῖ, ὅπου κατὰ νόμον ὤφειλον νὰ εὑρίσκωνται, τουτέστιν ἐν τοῖς ταμείοις τῶν δύω Τραπεζῶν. Ἀλλὰ μήπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ζητῶν ἄδειαν, ὅπως διαθέσῃ ἕξ ἑκατομμύρια ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ δανείου ἐκείνου δὲν ὤφειλε νὰ παραστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, διατί τὸ δάνειον ἐκεῖνο ὁλόκληρον δὲν ἐπραγματοποιήθη; δὲν ὤφειλε νὰ ἔλθῃ εἰς ἐξηγήσεις περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπραγματοποιήθη τὸ μέρος τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον διετέθη, περὶ τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς ἐπραγματοποιήθη, καὶ ἰδίως νὰ παραστήσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι οἱ ὅροι οὗτοι εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὸν νόμον; Οἱ ὅροι παραβαλλόμενοι πρὸν τὸν νόμον ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ διατυπώσει αὐτῶν ἀπεμακρύνθη ἐπαισθητῶς τοῦ νόμου καὶ ἄνευ ἀδείας ἐκ τοῦ νόμου παρεχώρησαν εἰς τοὺς διαπραγματευθέντας τὸ δάνειον ποσὰ ὑπερβαίνοντα τὸ ἑκατομμύριον. Ἐπεθύμουν νὰ εἶχεν ὁμιλήσει ἐπὶ τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ οὐδὲν περὶ τούτου εἶπεν· ὀφείλω ἄρα νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ, ἵνα προκαλέσω τὰς ὀφειλομένας ἐξηγήσεις· ἀλλὰ τὸ θέμα εἶναι εὐρὺ καὶ θέλω κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἀποφύγει, ὅσον ἔνεστι, ἵνα ἐπιληφθῶ τῶν λεπτομερειῶν τούτων, ἀρκούμενος ἵνα δώσω ἀφορμὴν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅπως ἀπαντήσῃ. Δὲν εἶναι ὅμως δυνατὸν νὰ παραλείψω τὴν ἐξέτασιν τοῦ θέματος τούτου, διότι ἡ αἰτίασις εἰς οὐδὲν ἄλλο ἀφορᾷ, εἰμὴ εἰς τὸ ὅτι ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς ἐγένετο χρῆσις δημοσίων χρημάτων. Τὸ δάνειον, ὡς γινώσκετε, ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ διαθέσῃ ὁλόκληρον ἀντὶ 73%, ἐν τοιαύτῃ ὅμως περιπτώσει οὐδὲν εἶχε δικαίωμα δαπάνης ἄλλης εἴτε λόγῳ προμηθείας, εἴτε λόγῳ ἐξόδων. Ἂν δὲν κατώρθου ἡ Κυβέρνησις νὰ εὕρῃ πρόσωπα ἀναδεχόμενα τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δανείου πρὸς 73% ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ αὐτὸ εἴτε αὐτὴ εἴτε διὰ πρακτόρων ἐνεργούντων διὰ λογαριασμὸν αὐτῆς. Ἂν κατὰ τὸν δεύτερον τοῦτον τρόπον διετίθετο τὸ δάνειον, ὑπῆρχον καὶ διατάξεις εἰδικαὶ περὶ τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς ἤθελε διατεθῆ. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως διαθέσασα τὸ δάνειον κατὰ τὸν δεύτερον τρόπον προσέλαβεν ἐκ τοῦ πρώτου πάντας τοὺς ὅρους τοὺς ἐπιζημίους τῷ Δημοσίῳ καὶ ὠφελίμους πρὸς τοὺς διαθέσαντας εἰς λογαριασμὸν αὐτῆς τὸ δάνειον, ἐκ δὲ τοῦ δευτέρου ἐπίσης πάντας τοὺς ὅρους τοὺς ἐπιζημίους τῷ Δημοσίῳ καὶ ὠφελοῦντας ταὐτὰ πρόσωπα. Διαθέτουσα ἡ Κυβέρνησις τὸ δάνειον εἴτε ἀμέσως εἴτε διὰ τραπεζιτῶν εἰς λογαριασμὸν αὐτῆς δὲν ἠδύνατο νὰ παραχωρήσῃ πρὸς τοὺς ἐργαζομένους ὡς πράκτορας αὐτῆς ἄλλο δικαίωμα εἰμὴ 1,5% ὡς προμήθειαν καὶ προσέτι 200,000 δραχμῶν δι’ ἔξοδα, οὐδὲν δὲ πλέον· ὁ νόμος εἶναι σαφής· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ἐνῷ διὰ τοῦ δευτέρου τούτου τρόπου διέθεσε τὸ δάνειον, ἐν ᾧ παρεχώρησεν εἰς τοὺς διαπραγματευθέντας αὐτὸ τὴν προμήθειαν τοῦ 1½% ἐπέτρεψεν ὅπως τὸ ⅓ τοῦ δανείου λάβωσιν αὐτοὶ οὐχὶ εἰς τὴν τιμὴν εἰς ἣν τὸ ἐπλήρωσαν οἱ ἐγγραφέντες, ἀλλὰ πρὸς 5% ὀλιγώτερον, καὶ οὕτως ἀφαιροῦντες αὐτοὶ ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ διατεθέντος κατὰ τὴν ἐγγραφὴν 5% ἀποδώσωσιν εἰς τὸ Δημόσιον τὸ ὑπόλοιπον, ἐνῷ κατὰ τὸν νόμον εἶχον δικαίωμα νὰ λάβωσι μόνον τὸ 1,5%. Ἐδόθησαν λοιπὸν εἰς αὐτοὺς ἀντὶ 1,5% 6,5% καὶ προσέτι τὰ ἔξοδα τὰ ὁποῖα νομίμως ἐδόθησαν, διότι πρόκειται περὶ τοῦ δευτέρου τρόπου τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου. Ὡς πρὸς ἕτερον δὲ ⅙ τοῦ δανείου ἐπετράπη εἰς τοὺς ἐκδόντας τὸ δάνειον νὰ προαφαιρέσωσιν ἐκ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπλήρωσαν οἱ ἐγγραφέντες, οὐχὶ 5% ἀλλὰ 4,5% καὶ οὕτως ἐκ τοῦ ἐκτημορίου τοῦ δανείου ἐπετράπη εἰς αὐτοὺς κέρδος 5,5% ἀντὶ τοῦ 1½ κατὰ τὸν νόμον. Καὶ πάλιν ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τοῦ δανείου ἐπετράπη εἰς αὐτοὺς 1,25% πρόσθετον κέρδος. Ταῦτα, κύριοι, δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὰ ἀμφισβητήσεως, διότι ὁ νόμος εἶναι σαφέστατος. Καὶ ἐν τούτοις παρουσιάζεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡ Κυβέρνησις καὶ ζητεῖ παρ’ αὐτῆς ἄδειαν, ἵνα διαθέσῃ χρήματα ἐκ τοῦ δανείου τούτου, χωρὶς νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις περὶ τῆς παραβιάσεως τοῦ νόμου, εἰς ἣν προέβη χάριν τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου. Ἀλλὰ μήπως διὰ τῶν παραβιάσεων τούτων ἐπέτυχε τὴν πραγματοποίησιν; Τὸ δάνειον, καὶ ἄλλοτε εἶπον πρὸς τὴν Βουλὴν, εὐκόλως ἠδύνατο νὰ πραγματοποιηθῇ. Περὶ τούτου εἶχον πεισθῆ καὶ ἐκ τῆς ὀλιγοημέρου διαβάσεώς μου ἐκ τῆς Κυβερνήσεως. Τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσα ἐν τοῖς γραφείοις, μοὶ ἀπέδειξαν, ὅτι ἦτο εὐκολωτάτη ἡ πραγματοποίησις τοῦ δανείου καὶ ἐπὶ ὅροις ἐπωφελεστέροις ἐκείνων τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις παρεχώρησεν εἰς τοὺς ἀναλαβόντας αὐτό. Ἀλλ’ ὁ λόγος τῆς ἀποτυχίας ἦτο ὁ κακὸς τρόπος τῆς διαπραγματεύσεως· διότι ἡ Κυβέρνησις διεπραγματεύθη ταὐτοχρόνως μετὰ δύω ὁμάδων· καὶ οὕτω ἀφῄρεσεν ἀπὸ τοῦ δανείου πᾶν γόητρον. Τὰ δάνεια ταῦτα στηρίζονται ἐπὶ τῆς κερδοσκοπίας· ὅταν δ’ ἐκ τῶν προτέρων διὰ τοῦ συναγωνισμοῦ τῶν ὁμάδων καταστρέφεται ἡ πρόληψις περὶ τοῦ κέρδους, εἶναι ἡ ἀποτυχία πιθανωτάτη. Διαπραγματευθεῖσα ἡ Κυβέρνησις μετὰ δύω ὁμάδων ἔφερεν ἐν τῷ μέσῳ ἀνταγωνισμὸν ἐπιζήμιον πρὸς τὴν ὁμάδα ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐν τέλει ἔλαβε τὴν παραχώρησιν. Ἡ ὁμὰς ἡ ἄλλη εἶχε συνεταίρους κεφαλαιούχους καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ καὶ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, οἵτινες βλέποντες τὴν ἄλλην ἑταιρίαν προτιμωμένην οὐ μόνον ἀπεῖχον τοῦ νὰ συμπράξωσιν, ἀλλ’ ἀντέπραττον. Οὕτω διὰ τῆς ἀνεπιτηδείου διαπραγματεύσεως τοῦ δανείου ποσὸν δέκα ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπισήμως βεβαιωμένον, ὅτι ἦτο διαθέσιμον ὑπὲρ τοῦ δανείου παρὰ γνωστῶν κεφαλαιούχων, δὲν διετέθη ὑπὲρ αὐτοῦ. Ὅταν οὕτως διεπραγματεύθη ἡ Κυβέρνησις τὰ τοῦ δανείου, οὐδὲν παράδοξον ὅτι ἀπέτυχεν ἡ πραγματοποίησις αὐτοῦ. Καὶ δὲν ἀρκεῖ, κύριοι, ὅτι ἀπέτυχε τὸ δάνειον· ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀποτυχοῦσα εἶναι δεσμευμένη ἀπέναντι τῶν διαπραγματευθέντων τὸ δάνειον ἐπὶ ἓξ μῆνας διὰ τὸ ἀδιάθετον ὑπόλοιπον, ἐνῷ ἐκεῖνοι δὲν εἶναι δεσμευμένοι ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν χθὲς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς ὑπολογισμούς του περὶ τῶν ἐξόδων τοῦ ἔτους, καὶ ὅταν ὁμιλῶν σήμερον, προσέθετεν, ὅτι προβλέπει, ὅτι, ἂν ἦναι Ὑπουργὸς κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους, θὰ δυνηθῇ νὰ βεβαιώσῃ δαπάνας ὀλιγωτέρας ἐκείνων τὰς ὁποίας ἀνέφερεν, ἐλησμόνησε τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἔχει τὸ Δημόσιον ἀπέναντι τῶν διαπραγματευθέντων τὸ δάνειον. Ἐπὶ ἓξ μῆνας οἱ διαπραγματευθέντες τὸ δάνειον ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐγγραφῆς ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ δηλώσωσι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐπὶ ὡρισμένῃ τιμῇ κατωτέρᾳ τῆς τιμῆς τῆς δημοσίας ἐγγραφῆς ἀναλαμβάνουσι τὴν διάθεσιν ὁλοκλήρου τοῦ δανείου καὶ δυνάμεθα οὕτως αὔριον νὰ μάθωμεν, ὅτι ὁλόκληρον τὸ δάνειον εἶναι πραγματοποιημένον καὶ ὅτι ὀφείλομεν νὰ ὑποστῶμεν ὅλας τὰς συνεπείας τῆς πραγματοποιήσεως αὐτοῦ καὶ ὅτι ὀφείλομεν νὰ προσθέσωμεν εἰς τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέφερεν καὶ ἐφ’ ὧν ἐστήριξε τοὺς ὑπολογισμοὺς αὐτοῦ περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ ἔτους τούτου, καὶ τοὺς τόκους τοῦ ὑπολοίπου τοῦ δανείου. Δὲν εἶναι δὲ μόνον τὰ βάρη ταῦτα, τὰ ὁποῖα θέλει ἀναλάβει τὸ Δημόσιον ὡς ἐκ τῆς πραγματοποιήσεως ταύτης· τὸ σπουδαιότερον τῆς διατάξεως ἐν τῇ συμβάσει, περὶ ἧς ὁμιλῶ, εἶναι, ὅτι ἡ ἐπελθοῦσα μέχρι τοῦδε ἀποτυχία τοῦ δανείου κατέστησεν ἀδύνατον τὴν πραγματοποίησιν τοῦ κυρίου σκοποῦ, δι’ ὃν τὸ δάνειον ἐψηφίσθη. Εἶναι ἀδύνατον καὶ ἂν πραγματοποιηθῇ ὁλόκληρον τὸ δάνειον, νὰ γείνῃ ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἰδίως δὲ εἶναι ἀδύνατον, ἀφοῦ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον οἱ κύριοι ὑπουργοὶ περὶ διαθέσεως ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ δανείου ἓξ ἑκατομμυρίων δραχμῶν ὑπὲρ ἄλλων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους· διότι, ναὶ μὲν καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ποσοῦ δύναται ἴσως τὸ μένον νὰ ἰσοφαρίζῃ πρὸς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θέλει διατεθῆ εἰς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλ’ ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπραγματοποιήθη τὸ δάνειον τοῦτο καθιστᾷ ὅλως ἀσύμφορον πρὸς τὸ Κράτος τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας διὰ τῶν εἰσπράξεων τοῦ δανείου, καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἂν τὸ ποσὸν ἀποβῇ ἐπαρκὲς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, θέλει μεταχειρισθῆ αὐτὸ πρὸς τοῦτο. Ὅταν ἡ Βουλὴ ἐψήφιζε τὸ δάνειον πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἐψήφιζε τὸ δάνειον ἐξωτερικὸν, διότι καλῶς ἐγίνωσκεν ἡ Βουλὴ, ὅτι ἡ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀφαιροῦσα ἀπὸ τῶν συναλλαγῶν μέγα ποσὸν τραπεζιτικῶν γραμματίων, ἤθελε φέρει μεγίστην στενοχωρίαν εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν, ἂν τὸ ποσὸν τῶν ἀποσυρομένων γραμματίων δὲν ἀντικαθίστατο ὑπὸ χρημάτων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ὅταν ὅμως ἐκ τῶν ἐγγραφεισῶν 76,000 ὁμολογιῶν, αἱ 39,000 ἐνεγράφησαν ἐν Ἑλλάδι, δὲν γίνεται ἡ ἀντικατάστασις αὕτη τῶν ἀποσυρομένων γραμματίων, καὶ ἡ στενοχωρία τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας θέλει εἶσθαι μεγίστη καὶ θέλει ἐπιδράσει καὶ εἰς τὴν κατάστασιν τῶν Τραπεζῶν καὶ θέλει ἐξαναγκάσει καὶ αὐτὰς χάριν τῆς ἰδίας συντηρήσεως νὰ περιορίσωσι τὰς συναλλαγάς των, θέλει δ’ οὕτω ἐπιφέρει πιθανὸν ἐμπορικὴν καὶ χρηματικὴν ἐν τῷ τόπῳ κρίσιν. Ἀλλὰ σήμερον τὰ τοῦ δανείου δὲν ἔχουσιν ὅπως τὰ ὑπέθετα πρὸς στιγμήν. Σήμερον ἔχομεν πραγματοποιουμένας 76,000 ὁμολογίας, ἤκουσα δὲ ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον διαπραγματεύεται μετὰ τῶν ἐκδόντων τὸ δάνειαν, ὅπως διευκολύνῃ πρὸς αὐτοὺς τὴν ἀπόκτησιν 20 ἔτι χιλιάδων μετοχῶν· διότι, ὡς εἶπον, οὗτοι ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἀποκτήσουν αὐτὰς ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους· ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι γίνεται διαπραγμάτευσις, ὅπως οἱ ὅροι οὗτοι καταστῶσιν εὐνούστεροι πρὸς αὐτοὺς, ἵνα πεισθῶσι νὰ λάβωσι τὰς 20,000 ὁμολογίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔφερε πρότασιν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ διαθέσεως 6,000,000 ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ δανείου τούτου· ὀφείλει ὅμως πρὸ πάντων ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ γενικωτέραν πρόνοιαν περὶ τῶν εἰσπράξεων τούτων· ὀφείλει νὰ εἴπῃ πρὸς ἑαυτὴν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι, ἀφοῦ τὸ δάνειον δὲν ἐπραγματοποιήθη διὰ τρόπου ἐπιτρέποντος τὴν πλήρωσιν τοῦ σκοποῦ, δι’ ὃν ἐψηφίσθη ἡ διαπραγμάτευσις αὐτοῦ, δέον νὰ κανονισθῶσι νομοθετικῶς τὰ κατ’ αὐτό. Ἔχομεν ἤδη μέγα πασὸν χρημάτων ἐκ τοῦ δανείου τοῦ ὁποίου ἡ χρῆσις ἐξ ἀνάγκης εἶναι ἀλλοία ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἐπέτρεψε, διότι ἡ Βουλὴ ἐπέτρεψε νὰ διατεθῇ τὸ δάνειον πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἥτις ἤθελε γείνει διὰ τῆς ἀποτίσεως τῶν δανείων· ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ ἀπότισις τούτων δὲν συνεπάγεται τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, δὲν πράττει ἡ Κυβέρνησις σύμφωνα πρὸς τὸν νόμον ἀποτίουσα τὰ δάνεια. Ὁ νόμος περὶ δανείου δὲν λέγει, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ποιήσῃ χρῆσιν τῶν χρημάτων τούτων πρὸς ἀπότισιν τῶν ὀφειλομένων πρὸς τὰς Τραπέζας Ἐθνικὴν καὶ Ἰονικὴν, ἀλλὰ πρὸς ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ἄρα πληρώνοντες πρὸς τὰς δύω Τραπέζας τὰ πρὸς αὐτὰς ὀφειλόμενα ἄνευ τῆς ἐπιτυχίας τῆς ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας δὲν ἐκπληροῖτε τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου καὶ ὀφείλετε νὰ ζητήσητε τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς—καὶ ἂν δὲν ἦτον παροῦσα, ὠφείλετε νὰ φέρητε αὐτὴν— περὶ τῆς χρήσεως τῶν εἰσπράξεων τοῦ δανείου τούτου. Ὡς πρὸς τὰ 6,000,000 ἐφέρετε πρότασιν· ὡς πρὸς τὰ λοιπὰ ποίαν πρότασιν ἐφέρετε; Ἢ νομίζετε, ὅτι ἡ Βουλὴ τοσοῦτον μικρὰν δεικνύει μέριμναν περὶ τῶν δημοσίων συμφερόντων, ὥστε θὰ ἀφήσῃ ὑμᾶς ν’ ἀποτίσητε διὰ δανείου ἀποφέροντος τόκον 8% χρέη, ἐφ’ οἷς ἀποτίει τὸ Δημόσιον τόκον 1%; Ζημίαν λοιπὸν καθαρὰν ὑφίσταται τὸ Δημόσιον ἐκ τῶν νῦν ἐνεργουμένων παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀποκτῶμεν δὲ διὰ τούτων τὸν περιορισμὸν τῶν ἐν κυκλοφορίᾳ τραπεζικῶν γραμματίων, ἀλλ’ ὄχι καὶ τὴν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Βεβαίως ἐν μέτρῳ τινὶ ὁ περιορισμὸς οὗτος εἶναι ἀναγκαῖος, καὶ νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ παραδεχθῇ τὴν τοιαύτην χρῆσιν τοῦ νέου δανείου, ἀλλὰ τὸ ποσὸν τῶν τραπεζικῶν γραμματίων, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα ν’ ἀποσύρωμεν ἀζημίως ἐκ τῆς κυκλοφορίας, δὲν εἶναι μέγα. Δὲν θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀποσύρωμεν μέγα ποσὸν ἄνευ ζημίας τῶν συναλλαγῶν, τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας τοῦ τόπου. Ἄλλο εἶναι νὰ ἐπιτραπῇ ἡ αὔξησις τῶν γραμματίων καὶ ἄλλο ἅπαξ ἐπιτραπεῖσα νὰ περιορισθῇ. Ἡ ἐπιτραπεῖσα αὔξησις τῶν γραμματίων ἐπέφερε νέας ἀνάγκας διὰ τῆς ἐκβιάσεως τῆς κυκλοφορίας· ἐῤῥίφθησαν εἰς κυκλοφορίαν πολλὰ ἑκατομμύρια ὑπεράνω τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον ἐκυκλοφόρει, ὅτε ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία δὲν ὑφίστατο, καὶ ἐγεννήθησαν ἀνάγκαι τὰς ὁποίας δι’ ἀποτόμου περιορισμοῦ τῶν γραμματίων θέλομεν ἀφήσει ἀνικανοποιήτους. Ὀφείλετε ἄρα μικρὸν ποσὸν μόνον νὰ διαθέσητε πρὸς περιορισμὸν τοῦ κυκλοφοροῦντος ποσοῦ τῶν γραμματίων· τὸ πλεῖστον τοῦ ποσοῦ τούτου ὀφείλετε νὰ διαθέσητε διὰ τρόπου, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ φέρῃ εἰς τὸ Δημόσιον τὴν ζημίαν ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ τόκου τῶν 8 πρὸς τὸ 1%. Ἂν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε πράξει ὡς πρὸς τοῦτο ὅ,τι νομίζω ὅτι ὤφειλε νὰ πράξῃ καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους καὶ ὡς ἐκ τοῦ δικαιώματος ὅπερ ἔχει ἡ Βουλὴ, ἀφοῦ μάλιστα συνέβη νὰ συνέλθῃ ἐξ ἄλλων ἀφορμῶν, ἂν ὁ κύριος ὑπουργὸς εἶχεν ὑποβάλει πρότασιν περὶ τούτων, δὲν ἤθελον διστάσει νὰ ἐκθέσω ἐν λεπτομερείᾳ τὰς ἰδέας μου περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ὤφειλε νὰ διαθέσῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ ὑπόλοιπον τῶν ἑκατομμυρίων τούτων. Κατὰ τὴν γνώμην μου ὤφειλε νὰ ἐξαγοράσῃ ἔντοκα γραμμάτια, διότι ταῦτα φέρουσι τόκον 8% ἐνῷ τὸ δάνειον τὸ ὁποῖον ἐξηγόρασε φέρει 1%. Ἐξαγοράζουσα ἔντοκα γραμμάτια καταργεῖ τὴν διὰ τοῦ δανείου ζημίαν τοῦ Δημοσίου ὡς ἐκ τοῦ τόκου τῶν 8%, τὸν ὁποῖον ἀποφέρει τὸ νέον δάνειον, διότι καὶ τὰ ἔντοκα γραμμάτια ἀποφέρουσι τόκον 8%. Ἤθελε δὲ ἐπέλθει καὶ ἕτερον καλὸν συνδεόμενον πρὸς ἑτέραν παρανομίαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ δανείου δι’ αὐξήσεως τοῦ ποσοῦ τῶν ἐντόκων γραμματίων, ὅτι ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παραστήσω πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ συνδυασμὸς τῆς αὐξήσεως τοῦ ποσοῦ τῶν κυκλοφορούντων ἐντόκων γραμματίων πρὸς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ τόκου αὐτῶν δὲν ἠδύνατο νὰ πραγματοποιηθῇ. Ἔλεγον πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτε ὤφειλε νὰ μὴ ψηφίσῃ νέον δάνειον διὰ τοιούτου τρόπου, ἀλλ’ ὤφειλε νὰ ἐκλέξῃ τρόπον ἄλλον, διότι τὰ 9,000,000 τῶν κυκλοφορούντων τότε ἐντόκων γραμματίων ἀπετέλουν ποσὸν ὑπέρτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἡ φύσις τῶν γραμματίων ἐπιτρέπει· ἐὰν δὲ προστεθῇ καὶ τὸ ποσὸν τῶν 5 ἀκόμη ἑκατομμυρίων, δὲν ἤθελε κατορθώσει ἡ Κυβέρνησις νὰ διαθέσῃ αὐτὸ οὐδὲ ἐπὶ τῷ τόκῳ τῶν 8%. Ἀλλὰ πεισθεῖσα ἡ Βουλὴ εἰς τὰς παραστάσεις τῶν ὑπουργῶν, πιστεύσασα ὅτι εἶχον οὗτοι ἀκριβεστέρας πληροφορίας παρὰ τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἐψήφισε τὸ δάνειον, καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὡρίσθη ῥητῶς, ὅτι τὰ ἔντοκα γραμμάτια θέλουσι τοποθετηθῇ πρὸς 7%· ἀλλὰ κατόπιν ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις εἶχε δίκαιον καὶ ὅτι ἐπὶ ψευδῶν παραστάσεων ἐπείσθη ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τὸ δάνειον ἐκεῖνο, καὶ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν αὐθαιρέτως ὕψωσε τὸν τόκον εἰς 8% ἐναντίον ῥητῆς διατάξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς διαθέσεως τῶν ἐκ τοῦ δανείου εἰς ἐξαγορὰν ἐντόκων γραμματίων εἰσπράξεων μέχρι δέκα ἢ ἕνδεκα ἑκατομμυρίων θέλει δυνηθῇ νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ ὑπόλοιπον τῶν ἐντόκων γραμματίων ἀντὶ τόκου πολὺ κατωτέρου καὶ αὐτῶν τῶν 7%. Ἀλλὰ περιττὸν νὰ προβῶ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ τρόπου τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν ἐκ τοῦ δανείου τούτου εἰσπράξεων, ἀφοῦ ὁ κύριος ὑπουργὸς δὲν ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ τοῦ θέματος τούτου· καὶ βεβαίως ἡ ἀντιπολίτευσις ἐν τῇ ὥρᾳ ταύτῃ τῆς Συνόδου τῆς Βουλῆς δὲν δύναται νὰ φέρῃ ὠφελίμως τοιαύτην τινὰ πρότασιν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὑπῆρξε μεγάλη παράλειψις καθήκοντος τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ καὶ ἀπέδειξεν οὗτος ἐλαχίστην μέριμναν περὶ τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, ἐπιτρέψας, ὅπως αἱ ἐκ τοῦ δανείου τούτου εἰσπράξεις διατεθῶσιν ἄνευ τῆς ἐπιτεύξεως τοῦ σκοποῦ, δι’ ὃν ἐψηφίσθη, καὶ διὰ τρόπου ἐπιφέροντος τὴν ὑπέρογκον ζημίαν εἰς τὸ Κράτος τῆς ἀντικαταστάσεως τόκου 8% ἀντὶ 1%. Ὁ κύριος ὑπουργὸς ὤφειλεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε περὶ τῶν 6,000,000, νὰ προνοήσῃ καὶ περὶ τῆς διαθέσεως τῶν ὑπολοίπων ποσῶν τῶν ἐκ τοῦ δανείου εἰσπράξεων· ὤφειλε πρὸ πάντων μετὰ τῶν ἐκδόντων τὸ δάνειον νὰ διαπραγματευθῇ οὐχὶ ὅπως πράττει ἤδη, διευκολύνων τὴν πραγματοποίησιν 20 χιλιάδων ἔτι ὁμολογιῶν, ἀλλ’ ἐπιδιώκων τὴν κατάργησιν τῆς διατάξεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς ἐκδόντας τὸ δάνειον νὰ διαθέσωσιν ἐντὸς ἓξ μηνῶν τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου τούτου. Εἶχε προσέτι ὑποχρέωσιν τὸ ὑπουργεῖον ν’ ἀπολογηθῇ περὶ τῆς προσαπτομένης εἰς αὐτὸ χρήσεως ἐκ τῶν τοῦ δανείου εἰσπράξεων εἰς ἀνάγκας τοῦ δημοσίου ταμείου διὰ παραβιασμοῦ τῆς περιοριστικῆς τοῦ νόμου διατάξεως. Ἔχομεν ἐπίσημον πιστοποίησιν διὰ τῆς ὑπογραφῆς αὐτοῦ τοῦ ὑπουργοῦ ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως», ὅτι διέθεσε μέρος τῶν εἰσπράξεων τοῦ δανείου εἰς πληρωμὴν τοῦ τόκου τοῦ παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δανείου, ἐνῷ οἱ τόκοι οὗτοι εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸν τακτικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Εἶναι τοῦτο ἐπισήμως πιστοποιημένον παρὰ τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἑτέρα καταγγελλομένη παρανομία, περὶ ἧς ὑπάρχει πιθανότης, ὅτι ἀληθεύει· εἶναι αὕτη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μετέφερεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ τραπεζικῶν πράξεων χρήματα ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ δανείου δύω καὶ πλέον ἑκατομμύρια. Περὶ τούτου ἔπρεπε νὰ κάμῃ λόγον ὁ ὑπουργός. Πρὸς τί νὰ ψηφίσωμεν ἀδείας περὶ χρήσεως τῶν ἐκ τοῦ δανείου εἰσπράξεων, ὅταν ἄνευ ἀδείας ἡ Κυβέρνησις προβαίνῃ εἰς τὴν χρῆσιν ἑκατομμυρίων ἐκ τῶν χρημάτων τούτων; Ἔπρεπε πρὸ πάντων ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀπολογηθῇ ἐπὶ τῆς αἰτιάσεως ταύτης, ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι καὶ περὶ ταύτης ἐπερίμενε νὰ διατυπωθῇ ῥητὴ κατηγορία. Ἠδυνάμεθα ἡμεῖς νὰ γινώσκωμεν πάντα τὰ γενόμενα ἐν παραβύστῳ; Ἡ τελευταία αὕτη πρᾶξις, περὶ ἧς ὁμιλῶ, μοὶ εἶναι γνωστὴ ἐξ ἰδιωτικῶν πληροφοριῶν, αἵτινες δύνανται νὰ ἦναι καὶ ἐσφαλμέναι· ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κύριος ὑπουργὸς δὲν δίδει ἐξηγήσεις, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ κάμω λόγον περὶ πράγματος περὶ τοῦ ὁποίου βεβαιότητα δὲν ἔχω, ἀλλὰ περὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει μεγίστη πιθανότης. Προκειμένου, κύριοι, νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν διάθεσιν δημοσίων χρημάτων, ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐξελέγξωμεν ἐν γένει μὲν τὴν πολιτικὴν αὐτῆς, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν ἡ πολιτικὴ, χάριν τῆς ὁποίας τὰ χρήματα ταῦτα δίδονται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι πολιτικὴ ὠφέλιμος εἰς τὸ Κράτος, ἀλλ’ ἔχομεν ἰδίως τὸ καθῆκον νὰ ἐξελέγξωμεν τὴν διαχείρισιν αὐτῆς καὶ ἔχομεν τὸ καθῆκον νὰ ἐρωτήσωμεν αὐτὴν, ποίαν χρῆσιν ἐποιήσατο τῶν ἄλλων πιστώσεων, τὰς ὁποίας ἐδώκαμεν εἰς αὐτὴν, οὐχὶ τῶν πιστώσεων, περὶ ὧν δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις περὶ τὴν διάθεσιν, ἀλλὰ τῶν πιστώσεων ἐκείνων, ὡς πρὸς τὰς ὁποίας ἐπιτρέπεταί τις εὐρύτης ἐκτιμήσεως. Ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐν ἐνθουσιασμῷ πίστωσιν 500,000 δραχμῶν δι’ ἐθνικὰς ἀνάγκας, καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠξίωσε νὰ μᾶς εἴπῃ, ποίαν ἐποιήσατο χρῆσιν τῆς πιστώσεως ἐκείνης. Ἐδαπάνησεν αὐτὴν ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν ἀναγκῶν ἢ ἐδαπάνησε μέρος αὐτῆς, ὡς ἀνέγνωτε πάντες, εἰς ἐξώνησιν τοῦ τύπου; Περὶ τούτου ἀναμένει ἡ Κυβέρνησις νὰ διατυπώσωμεν ῥητὸν κατηγορητήριον; Τὰ χρήματα ἐκεῖνα ἦσαν χρήματα ἱερὰ καὶ ἐγένετο αὐτῶν ἡ μᾶλλον ἀνίερος χρῆσις, ἡ δὲ Κυβέρνησις δὲν ἀξιοῖ οὐδὲ περὶ τούτου νὰ μᾶς δώσῃ τὴν ἐλαχίστην ἐξήγησιν. Οὕτως ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς ἤθελε πάντα τὰ ζητήματα ταῦτα, ζητήματα ἀμέσως συνδεόμενα πρὸς τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ πρόκειται νὰ συζητήσωμεν, ν’ ἀποχωρήσῃ ἀπὸ τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ, «ψηφίσατε τυφλῶς, διότι δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ἐπεμβῆτε εἰς ἄλλας ἐξετάσεις· ψηφίσατε τυφλῶς, διότι ἐὰν δὲν ψηφίσητε ἄνευ συζητήσεως, παραγνωρίζετε τὴν θέσιν σας καὶ τὰς συνεπείας τῶν ἀξιώσεών σας». Τὴν θέσιν μας γινώσκομεν καὶ γινώσκομεν, ὅτι τότε μόνον αἱ συνέπειαι τῶν συζητήσεων ἡμῶν ἠδύναντο νὰ ὦσιν ἐπικίνδυνοι, ὅταν ἠθέλομεν τῷ ὄντι παραγνωρίσει τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν καὶ ἠθέλομεν ἀπόσχει τῆς ἐξελέγξεως τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως. Εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν πράξεων τούτων δὲν προβαίνομεν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ καταναλωθῇ χρόνος, ὃν ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς βραδείας συγκλήσεως τῆς Συνόδου κατέστησε τοσοῦτο στενὸν, καὶ τοῦ ν’ ἀποφύγωμεν οὕτω τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων. Εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ διευκολύνωμεν διὰ παντὸς τρόπου τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων τούτων, ἐφ’ ὅσον ταῦτα εἶναι πράγματι ἀναγκαῖα· ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐξετάσωμεν πάντα τὰ ζητήματα τ’ ἀναγόμενα εἰς αὐτὰ, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐξετάσωμεν τὴν πολιτικὴν, ἧς χάριν θὰ ψηφίζωνται τὰ νομοσχέδια. Δὲν ἔχομεν καμμίαν δυσκολίαν νὰ ψηφίσωμεν καὶ εἰς πρώτην καὶ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν αὐτά· ἀλλὰ πρὸ τῆς ὁριστικῆς ψήφου ἐπ’ αὐτῶν ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἔχομεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις θὰ διαχειρισθῇ τὰ χρήματα, ἅτινα θέλομεν ψηφίσει ὑπὲρ αὐτῆς.
§70ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ἀναγινώσει διάταγμα λήξεως τῆς
Συνόδου ἔχον ὡς ἑξῆς·
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Αʹ
ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.
Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Συντάγματος, κηρύττομεν τὴν λῆξιν τῆς ἐκτάκτου Συνόδου τῆς Βουλῆς τῆς Ζʹ. Περιόδου. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἡμετέρου Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, θέλει προσυπογράψει καὶ κοινοποιήσει τὸ παρὸν Διάταγμα εἰς τὴν Βουλήν. Ἐν Πειραιεῖ, τῇ 14 Ἰουλίου 1879.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ.
Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρᾳ 8 μ. μ.